1952.02.07
1.740 στίχοι · 12.749 λέξεις · 144 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 39η
Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 1952
Προεδρία κ. Δ. Β. ΓΟΝΤΙΚΑ
(Ὥρα 6.00′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Σ. Τσιαπάρας ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφοράς, κλπ.
§2Σ. ΤΣΙΑΠΑΡΑΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Οἱ κ.κ. Γ. Καρτάλης (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ) καὶ Γ. Ἀθανασιάδης–Νόβας (Ὑπουργὸς Βιομηχανίας) καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ ἱδρύσεως ἰνστιτούτου γεωλογίας καὶ ἐρευνῶν ὑπεδάφους». Ὁ κ. Ε. Ἀβέρωφ (Ὑφυπουργὸς Ἐξωτερικῶν), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ λήξεως τῆς μετὰ τῆς Γερμανίας ἐμπολέμου καταστάσεως». Οἱ κ.κ. Φ. Ζαΐμης (Ὑπουργὸς Κοινωνικῆς Προνοίας), Ε. Ἀβέρωφ (Ὑφυπουργὸς Ἐξωτερικῶν) καὶ Χ. Εὐελπίδης (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν), καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 12ης Μαΐου 1951 συμφωνίας μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ Παγκοσμίου Ὀργανώσεως Ὑγείας». Οἱ κ.κ. Φ. Ζαΐμης (Ὑπουργὸς Κοινωνικῆς Προνοίας) καὶ Γ. Κασιμάτης (Ὑπουργὸς Ἐργασίας), καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ ἱδρύσεως σχολῆς βοηθῶν φυσιοθεραπείας παρὰ τῷ Λαϊκῷ Νοσοκομείῳ Ἀθηνῶν». Ὁ κ, Ι. Μιχαὴλ (Ὑπουργὸς Θρησκευμάτων καὶ Ἐθνικῆς Παιδείας), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ ρυθμίσεως καταστάσεως προσωρινῶν ἀναπληρωτῶν δημοδιδασκάλων». Ὁ κ. Κ. Ρέντης (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τοὺς ἀνθυπασπιστὰς τῆς Χωροφυλακῆς». Ὁ κ. Δ. Παπασπύρου (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης), καταθέτει σχέδια νόμων: 1) «Περὶ κυρώσεως τῶν ὑπ’ ἀριθ. 1540]50 καὶ 1912]51 Ἀναγκ. νόμων καὶ περὶ παρατάσεως προθεσμιῶν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1912]51 Α.Ν. καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». 2) «Περὶ ὀργανώσεως τῆς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ Δικαιοσύνης διευθύνσεως ποινικῶν καὶ σωφρονιστικῶν μελετῶν». 3) «Περὶ ἐνεργητικοῦ ὑπολογισμοῦ τῶν ἡμερῶν ἐργασίας τῶν καταδίκων καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ τῆς ὑφ’ ὅρον ἀπολύσεως διατάξεων τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος». 4) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Α.Ν. 1621]39 «περὶ Ταμείου Συντάξεων Νομικῶν», καὶ 5) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τὸ προσωπικὸν τοῦ Ταμείου Συντάξεως Νομικῶν». Ὁ κ. Χ. Εὐελπίδης (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν), καταθέτει σχέδια νόμων: 1) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος» καὶ 2) «Περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ Α.Ν. 233]45 «περὶ χρηματοδοτήσεως ἐπιχειρήσεων ὑπὸ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος». Ὁ κ. Γ. Γρηγορίου (Ὑφυπουργὸς Οἰκονομικῶν), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Κώδικος τῶν νόμων περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος καὶ ἑτέρων νόμων ἁρμοδιότητος Γενικοῦ Χημείου τοῦ Κράτους». Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Γαλλίας καὶ Ἑλλάδος συμφωνίας περὶ ἀμοιβαίας ἀλλαγῆς τῶν κερδῶν τῶν ναυτιλιακῶν καὶ ἀεροπορικῶν ἐπιχειρήσεων ἀπὸ τοῦ φόρου εἰσοδήματος πρὸς ἀποφυγὴν διπλῆς φορολογίας» καὶ 2) «Περὶ χορηγήσεως ἅλατος ἐπὶ ἠλαττωμένῃ τιμῇ διὰ βιομηχανικὰς γεωργικὰς καὶ ἄλλας τινὰς χρήσεις». Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Ζορμπᾶς καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μέτρων εἰρηνεύσεως». Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Καρατζένης καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μέτρων εἰρηνεύσεως». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Χ. Τούντας, Ι. Διαμαντόπουλος καὶ Δ. Μπαμπάκος καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ προσόντων δικαστικῶν ὑπαλλήλων διατάξεων κλπ.». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Ρουμάνης, Π. Εὐριπαῖος, Α. Θεολογίτης, Τ. Τριανταφυλλάκος καὶ Ν. Βαρβιτσιώτης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ προσόντων δικαστικῶν ὑπαλλήλων διατάξεων κλπ.». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Καρότσης καὶ Α. Δερδεμέζης καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Α.Ν. 1621]39 «περὶ Ταμείου Συντάξεων Νομικῶν». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Γιαννόπουλος καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγγραφῆς ἐπιλαχόντων φοιτητῶν κλπ.». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ε. Μπακλατζῆς, Σ. Λιβαδᾶς, Α. Βοῦλτζος καὶ Γ. Πλατῆς, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγγραφῆς ἐπιλαχόντων φοιτητῶν κλπ.». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Γιαννόπουλος, Ε. Καμινόπετρος, Γ. Παλλάσκας, Κ. Ροδόπουλος, Γ. Μπακατσέλος κ.ἄ., καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγγραφῆς ἐπιλαχόντων φοιτητῶν κλπ.». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Μ. Κύρκος, Ν. Ἰντζὲς καὶ Α. Φωτήλας, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγγραφῆς ἐπιλαχόντων φοιτητῶν κλπ.». Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. Μπουρνιᾶς καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τὴν ἀπονομὴν διπλωμάτων Ε.Ν.». Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Μεταξᾶς καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τὴν ἀπονομὴν διπλωμάτων Ε. Ν.». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Χ. Τούντας, Β. Τσαπόγας, Γ. Γεωργιάδης, Κ. Λιδωρίκης, Ι. Μογγογιάννης κ.ἄ., καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀποκαταστάσεως ἀπολυθέντων ὑπαλλήλων Ο.Λ.Π.».
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§4Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Κύριοι Βουλευταί, ἐθεώρησα ὑποχρέωσίν μου νὰ λάβω τὸν λόγον διὰ νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς τὰ ἀποτελέσματα τῆς προσφάτου ἐπισκέψεώς μου εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Τουρκικοῦ Κράτους. Δὲν σᾶς ἀποκρύπτω, ὅτι ὅταν ἀνεχώρουν ἐντεῦθεν, εἶχον ὡρισμένας ἀμφιβολίας ἐὰν ἡ φιλία, ἡ ὁποία ἐθεμελιώθη ἀπὸ δύο ἱστορικοὺς ἄνδρας, θὰ ἀνταπεκρίνετο πράγματι εἰς τὸ βαθύτερον αἴσθημα τῶν δύο λαῶν ἢ θὰ ἦτο ἁπλῶς μία ἔννοια ἄνευ περιεχομένου. Εἶμαι εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κατὰ τὴν τετραήμερον παραμονήν μου εἰς Ἄγκυραν διεπίστωσα, καὶ ἐκ τῶν συνομιλιῶν μου μετὰ τῶν ἰθυνόντων τὸ Τουρκικὸν Κράτος καὶ ἐκ τῆς ἐπικοινωνίας μου μὲ τὸν Τουρκικὸν λαόν, διεπίστωσα—καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν—ὅτι ἡ φιλία αὐτὴ ἑδράζεται ἐπὶ τοῦ βαθυτέρου αἰσθήματος τῶν δύο λαῶν, οἱ ὁποῖοι κατανοοῦν ἀπολύτως τὴν ἀνάγκην τῆς στενωτέρας συνεργασίας. Τόσον ἡ ἐπαφή μου μὲ τὸν Πρόεδρον τῆς Τουρκικῆς Δημοκρατίας, ὅσον καὶ μὲ τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν μὲ ἔπεισαν ἀπολύτως, ὅτι ὑπάρχει ὅλη ἡ καλὴ διάθεσις διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς μίαν συμφωνίαν ἐπὶ ὅλων τῶν ζητημάτων τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουν τὰς δύο χώρας. Πρὸς τοῦτο ἀπεφασίσθη ἡ συγκρότησις μιᾶς μικτῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ προβῇ τὸ ταχύτερον εἰς τὴν ἐπίλυσιν ὅλων τῶν ἐκκρεμούντων μεταξὺ τῶν δύο χωρῶν ζητημάτων. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἁλιείας, τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ μίαν δυσμενῆ ἀτμόσφαιραν μεταξὺ τῶν δύο λαῶν θὰ εὕρῃ τὴν λύσιν του. Θὰ παρεκάλουν μάλιστα, καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους τοὺς προερχομένους ἐκ τῶν νήσων τῶν ὁποίων οἱ ἁλιεῖς ψαρεύουν πλησίον τῶν τουρκικῶν παραλίων, νὰ ἐπιστήσουν τὴν προσοχὴν αὐτῶν, ὥστε κατὰ τὸ διάστημα τῶν διαπραγματεύσεων νὰ μὴ γίνωνται παραβιάσεις αἱ ὁποῖαι θὰ ἠδύναντο νὰ δηλητηριάσουν τὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν.
§5Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Αἱ καιρικαὶ συνθῆκαι, κατὰ τὴν γνώμην μου, κύριε Πρόεδρε.
§6Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας, κ. Μπουρνιᾶ, διότι πολὺ καλὰ ἠξεύρετε ὅτι, δυστυχῶς, πολλάκις εὑρισκόμεθα ἐν ἀδίκῳ. Ὑπάρχουν περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας αἱ καιρικαὶ συνθῆκαι ἀναγκάζουν τοὺς ἁλιεῖς νὰ καταφεύγουν εἰς τὰ τουρκικὰ ὕδατα, ἀλλὰ εἰς τὰς περισσοτέρας περιπτώσεις ἡμεῖς εἴμεθα ἐν ἀδίκῳ. Κύριοι βουλευταί, νομίζω, ὅτι καθῆκον ὅλων μας εἶναι —λέγων δὲ τοῦτο, πιστεύω ὅτι διερμηνεύω γενικώτερον τὸ αἴσθημα ὁλοκλήρου τοῦ Κοινοβουλίου—νὰ περιφρουρήσωμεν αὐτὴν τὴν φιλίαν καί νὰ τὴν καταστήσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον ἀποδοτικὴν ἐπ’ ἀγαθῷ καὶ ἐπ’ ὠφελείᾳ καὶ τῶν δύο λαῶν. (Χειροκροτήματα).
§7Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἀνακοινώσεις, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὰς ὁποίας προέβη ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, μᾶς ἱκανοποίησαν ἰδιαιτέρως. Βαθύτατα μᾶς ἱκανοποίησεν ἡ διαπίστωσις, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, διαπίστωσις εἰς τὴν ὁποίαν προβαίνουν καὶ πολλοὶ Ἕλληνες ἐπισκεπτόμενοι τὴν Τουρκίαν, ἡ διαπίστωσις ἡ σχετικὴ μὲ τὸ αὐθόρμητον τῶν αἰσθημάτων, τὰ ὁποῖα ὁ Τουρκικὸς λαὸς ἐκδηλώνει ἔναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἄς εἶναι βέβαιος καὶ ὁ Τουρκικὸς λαὸς ὅτι τὰ αἰσθήματα καὶ τοῦ ἰδικοῦ μας λαοῦ εἶναι ἐξ ἴσου αὐθόρμητα, ἐξ ἴσου ἄμεσα καὶ εἰλικρινῆ. Ὁ Ἑλληνικὸς Συναγερμὸς πιστεύει ἀπολύτως εἰς τὴν ἱστορικὴν ἀνάγκην τῆς συσφίγξεως τῶν σχέσεων μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας. Πιστεύει, ὅτι ὁ γεωγραφικὸς τομεὺς ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶναι τεταγμένοι οἱ δύο λαοί, ὁ Ἑλληνικὸς καὶ ὁ Τουρκικός, νὰ ἀσκήσουν τὴν ἱστορικήν των ἀποστολήν, εἶναι κατ’ οὐσίαν ἑνιαῖος, ἀποτελεῖ κατ’ οὐσίαν γεωπολιτικὴν ἑνότητα. Ἰδίᾳ κατὰ τὰς κρισίμους αὐτὰς ὥρας τῆς παγκοσμίου ἱστορίας, κατὰ τὰς ὥρας αὐτὰς τῆς παρατεινομένης ἐπικινδύνου ἱστορικῆς ἐκκρεμότητος, ἡ Ἑλληνοτουρκικὴ φιλία ἀποκτᾷ ἔτι κρισιμώτερον καὶ σπουδαιότερον χαρακτῆρα. Εἰσερχόμεθα ἤδη καὶ οἱ δύο λαοὶ—καὶ ὁ Ἑλληνικὸς καὶ ὁ Τουρκικὸς—εἰς τὸ Βορειοατλαντικὸν σύμφωνον. Θὰ ἐργασθῶμεν καὶ οἱ δύο λαοί, μὲ τὴν αὐτὴν ἀφοσίωσιν εἰς τὰ αὐτὰ ἰδεώδη, θὰ ἐργασθῶμεν ἐν τῷ πλαισίῳ τοῦ Βορειοατλαντικοῦ συμφώνου καὶ οἱ δύο μαζὶ καὶ μὲ ὅλους τοὺς ἄλλους συμμάχους, διὰ τὴν ἑδραίωσιν καὶ τὴν διαφύλαξιν τῆς εἰρήνης εἰς τὸν κόσμον, καὶ πρὸ παντός, κύριοι συνάδελφοι, διὰ τὴν διαφύλαξιν τῶν δημοκρατικῶν ἀξιῶν εἰς τὰς ὁποίας στηρίζεται ὁ Δυτικοευρωπαϊκὸς πολιτισμός. (Χειροκροτήματα). Ἐὰν ὑπάρξῃ δίλημμα μεταξὺ ἐλευθερίας καὶ εἰρήνης, δὲν θὰ θυσιάσωμεν ποτὲ τὴν ἐλευθερίαν χάριν τῆς εἰρήνης. Ἐλπίζομεν τὸ δίλημμα αὐτὸ νὰ μὴ παρουσιασθῇ. (Χειροκροτήματα).
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Ψήφισις τοῦ συνόλου, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ γεωτρήσεων».
§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν καὶ εἰς τὸ σύνολον, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ γεωτρήσεων». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Γαλλίας καὶ Ἑλλάδος συμφωνίας περὶ ἀμοιβαίας ἀπαλλαγῆς τῶν κερδῶν τῶν ναυτιλιακῶν καὶ ἀεροπορικῶν ἐπιχειρήσεων ἀπὸ τοῦ φόρου εἰσοδήματος πρὸς ἀποφυγὴν διπλῆς φορολογίας».
§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Γαλλίας καὶ Ἑλλάδος συμφωνίας περὶ ἀμοιβαίας ἀπαλλαγῆς τῶν κερδῶν τῶν ναυτιλιακῶν καὶ ἀεροπορικῶν ἐπιχειρήσεων ἀπὸ τοῦ φόρου εἰσοδήματος πρὸς ἀποφυγὴν διπλῆς φορολογίας». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως πραγματοποιηθεισῶν κατὰ τὰ οἰκονομικὰ ἔτη 1946–47, 1947– 48, 1948–49, 1949–50, 1950–51 δαπανῶν ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Δικαιοσύνης καὶ ἐγγραφῆς τῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τούτου οἰκονομικοῦ ἔτους 1951– 52».
§13ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἐγκρίσεως πραγματοποιηθεισῶν κατὰ τὰ οἰκονομικὰ ἔτη 1946–47, 1947–48, 1948–49, 1949–50, 1950–51 δαπανῶν ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Δικαιοσύνης καὶ ἐγγραφῆς τῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τούτου οἰκονομικοῦ ἔτους 1951–52». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαιρέσεως τοῦ ἐν Ἀθήναις Διοικητικοῦ Δικαστηρίου ἀεροπορικῶν ἐπιτάξεων εἰς δύο τμήματα».
§15ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ διαιρέσεως τοῦ ἐν Ἀθήναις Διοικητικοῦ Δικαστηρίου ἀεροπορικῶν ἐπιτάξεων εἰς δύο τμήματα». Αʹ συζήτησις κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγγραφῆς ἐπιλαχόντων φοιτητῶν καὶ ρυθμίσεως Πανεπιστημιακῶν τινων ζητημάτων καὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως ἐκπαιδευτικῶν διατάξεων».
§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἐγγραφῆς ἐπιλαχόντων φοιτητῶν καὶ ρυθμίσεως Πανεπιστημιακῶν τινων ζητημάτων καὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως ἐκπαιδευτικῶν διατάξεων». Αʹ συζήτησις κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγήσεως ἅλατος ἐπὶ ἠλαττωμένῃ τιμῇ διὰ βιομηχανικάς, γεωργικὰς καὶ ἄλλας τινὰς χρήσεις», ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§19ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ χορηγήσεως ἅλατος ἐπὶ ἠλαττωμένῃ τιμῇ διὰ βιομηχανικάς, γεωργικὰς καὶ ἄλλας τινὰς χρήσεις», ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Αʹ συζήτησις κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ὑπ’ ἀριθ. 377]6–5–50, 169]16–2–51 καὶ 402]30–3–51 πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου».
§21ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ὑπ’ ἀριθ. 377]6–5–50, 169]16–2–51 καὶ 402]30–3–51 πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Α. Ν. 120]36 «περὶ θέσεως εἰς διαθεσιμότητα δημοσίων λειτουργῶν κλπ.». Ὁ κ. Τ. Τριανταφυλλᾶκος, ὡς εἰσηγητής, ἔχει τὸν λόγον.
§23Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εἰς ὅσα νομοσχέδια ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Βουλῆς κατέθεσεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Συγκοινωνιῶν κύριος Ὑπουργός, πλὴν τοῦ πρώτου, «περὶ κυρώσεως τοῦ κανονισμοῦ νοσηλείας τοῦ ἐκ φυματιώσεως πάσχοντος προσωπικοῦ τῶν σιδηροδρόμων», μὲ εὗρεν ἀντίθετον. Μὲ εὗρεν ἀντίθετον, κύριοι βουλευταί, διότι τὰ κατατεθέντα νομοσχέδια ἀπέβλεπον ὄχι εἰς τὴν θέσπισιν γενικῶν κανόνων, ἀλλ’ εἰς μέτρα διοικητικῆς φύσεως, σαφῶς προσωπικοῦ χαρακτῆρος. Καὶ τὸ ὑπὸ ψήφισιν σήμερον νομοσχέδιον ἀποτελεῖ συνέχειαν τῆς μέχρι σήμερον τακτικῆς, ἡ ὁποία ἠκολουθήθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ. Δὲν εἶναι διάφορον τῶν προηγουμένων—εἶναι τῆς αὐτῆς μορφῆς. Καὶ τὰ ἐπιζήμια ἀποτελέσματα, εἰς ἣν περίπτωσιν τύχει τῆς ἐπιψηφίσεώς του ὑφ’ ὑμῶν, θὰ εἶναι εὐρυτέρας ἐκτάσεως. Εἰς τί ἀποβλέπει, κύριοι συνάδελφοι, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν διὰ τῆς καταθέσεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ; Θὰ ἀπευθυνθῶ πρὸς ὑμᾶς εὐθέως. Ἀποβλέπει εἰς τὴν ὁριστικὴν ἀπομάκρυνσιν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Γεν. Διευθυντοῦ τῶν αὐτοκινήτων, τοῦ κ. Νατσούλη, θὰ ἦτο δὲ εἰλικρινέστερος ὁ κ. Ὑπουργός, ἐὰν αὐτὸν τὸν τίτλον ἔδιδεν εἰς τὸ σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον σήμερον συζητοῦμεν. Δὲν εἶμαι δ’ ἐπίσης διατεθειμένος, κύριοι βουλευταί, νὰ δώσω τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀπαγγείλῃ τὸ προετοιμασθὲν κατηγορητήριον, ἀλλά, προλαμβάνων αὐτόν, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἐκθέσω ἐν συντομίᾳ καὶ μὲ σαφήνειαν πῶς ἔχει τὸ θέμα. Εἶναι εἰς ὅλους γνωστόν, ποία κατάστασις ἐπεκράτει εἰς τὸ ἄλλοτε Ὑπουργεῖον τῶν Μεταφορῶν. Συγκαταλέγομαι μεταξὺ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἤσκησαν δριμεῖαν κριτικήν. Καὶ εἰδικώτερον κατὰ τὸ δεύτερον ἥμισυ τοῦ 1949 μοῦ ἐδόθη εὐκαιρία καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, τῆς ὁποίας τότε μετεῖχον, καὶ ὡς εἰσηγητὴς νομοσχεδίου, ὄχι μόνον νὰ καταπολεμήσω, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐκθέσω γενικώτερον τὰς γνώμας μου ἐπὶ τῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία τότε ἠκολουθεῖτο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Μεταφορῶν. Οὔτε ἔκτοτε ἤλλαξα ἀντιλήψεις. Ἰδοὺ ἐν συντομίᾳ τὸ ἱστορικόν: Τὸν Ἰούλιον 1950 εἶδε τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος ἡ γνωστὴ ἔκθεσις Τζανετάκη Ἀρεοπαγίτου καὶ Σταυροπούλου Ἐφέτου, οἱ ὁποῖοι ἐνήργησαν διοικητικὴν ἀνάκρισιν, κατόπιν παραγγελίας τῶν Ὑπουργῶν Δικαιοσύνης καὶ Μεταφορῶν, διὰ τὰς χορηγηθείσας ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Μεταφορῶν ἀδείας κυκλοφορίας αὐτοκινήτων διὰ φορτηγά, ἐπιβατικὰ καὶ λεωφορεῖα καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἀπελευθερώσεως μέχρι τότε, πρὸς διαπίστωσιν ὑφισταμένων παρανομιῶν, παραβάσεων ἢ παραλείψεων, αἵτινες θὰ ἀπετέλουν εἴτε κολασίμους ποινικῶς πράξεις, εἴτε πειθαρχικὰ παραπτώματα. Τῷ ὄντι ἐκ τῆς ἐκθέσεως διεπιστώθη ὄχι μόνον ἡ ἐσφαλμένη τακτική, ἡ ὁποία εἶχεν ἀκολουθηθῆ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον ὅσον ἀφορᾶ τὸ μέγα πρόβλημα διὰ τῶν αὐτοκινήτων συγκοινωνιῶν, ἀλλὰ καὶ ἦλθον εἰς φῶς στοιχεῖα ἀναγόμενα εἰς τὸ στάδιον τῆς ἐφαρμογῆς, τὰ ὁποῖα δικαίως συνεκίνησαν βαθύτατα τὸ πανελλήνιον. Καθ’ ὃ διάστημα, κύριοι συνάδελφοι, οἱ ἀνώταται δικαστικοὶ διενήργουν τὴν διοικητικὴν ἀνάκρισιν, ὁ Διευθυντὴς Αὐτοκινήτων κ. Νατσούλης καὶ ὁ Δ)τὴς Ἐκμεταλλεύσεως κ. Παϊζάνης ἀπεμακρύνθησαν τῆς ὑπηρεσίας, ἀπὸ 25 Μαΐου 1950, ἀρχικῶς μὲν μετατεθέντες, ἀκολούθως δὲ λαβόντες ἄδειαν, κατόπιν σχετικῆς διαταγῆς τοῦ τότε Ὑπουργοῦ Μεταφορῶν κ. Ψαρροῦ. Ληξάσης τῆς ἀδείας, ἀμφότεροι οἱ ἀνωτέρω ὑπάλληλοι ἐπανῆλθον καὶ ἀνέλαβον ὑπηρεσίαν. Τὸν Ὀκτώβριον τοῦ ἰδίου ἔτους, ὁ διάδοχος τοῦ κ. Ψαρροῦ, ὁ κ. Ἔξαρχος, παρέπεμψε τὸν φάκελλον τῆς διοικητικῆς ἀνακρίσεως εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πλημμελειοδικῶν πρὸς διενέργειαν τακτικῆς τοιαύτης καὶ συγχρόνως ἔθεσεν εἰς ἑξάμηνον διαθεσιμότητα τὸν κ. Νατσούλην, τὸν δὲ Ἀπρίλιον τοῦ 1951, ὁ τότε Ὑπουργός, ἀφ’ ἑνὸς μὲν παρέτεινε τὴν πρώτην διαθεσιμότητα τοῦ κ. Νατσούλη ἐπὶ ἓν εἰσέτι ἑξάμηνον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ παρέπεμψε τὸν φάκελλον παραλλήλως καὶ εἰς τὸ Πειθαρχικὸν Συμβούλιον. Ὅταν ἔληξεν ἡ δευτέρα διαθεσιμότης τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ἀνωτέρου λειτουργοῦ, ὁ κ. Νατσούλης εἶχε κατὰ νόμον δικαίωμα νὰ ἐπανέλθῃ καὶ νὰ ἀναλάβῃ ὑπηρεσίαν. Πλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Μεταφορῶν, κατέθεσε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀκριβῶς διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὸ κεκτημένον ἐκ τοῦ νόμου δικαίωμα αὐτὸ τοῦ κ. Νατσούλη. Αὐτό, κύριοι βουλευταί, εἶναι τὸ ἱστορικὸν ἐν συντομίᾳ. Ὡς ἀντιλαμβάνεσθε, πρόκειται περὶ ἀτομικῆς περιπτώσεως, ἀτομικῆς περιπτώσεως, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βαρύνῃ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία θεσπίζει γενικοὺς κανόνας δικαίου. Ἡ περὶ Νατσούλη κρίσις ἀνήκει, κατὰ τὸ Σύνταγμα, κ. Ὑπουργέ, εἰς τὰς συντεταγμένας ἐξουσίας, ὡς εἶναι ἡ πειθαρχικὴ καὶ ἡ τακτικὴ δικαιοσύνη.
§24Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Θεωρεῖτε, κ. συνάδελφε, τὴν ὑπόθεσιν Νατσούλη ἀτομικήν, προσωπικήν; Δὲν ἔχει μίαν γενικότητα, ἀφορῶσαν τὴν γενικὴν ἠθικήν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ διέπῃ τοὺς λειτουργοὺς τοῦ Κράτους; Καί, ἑπομένως, ὁ Ὑπουργός, δὲν εἶχε ὑποχρέωσιν καὶ καθῆκον νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ τὸν ἀπομακρύνῃ;
§25Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐὰν εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ὁμιλίας μου ἔθιξα ἀκριβῶς τὸ θέμα Νατσούλη, εἶναι, διότι εἶχον σκοπὸν ἐν συνεχείᾳ τῶν ὅσων εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς τὸ Σῶμα νὰ θίξω καὶ αὐτό, ποὺ σεῖς ἀποκαλεῖτε «ἠθικὸν θέμα». Νὰ ἔχετε, λοιπόν, τὴν καλωσύνην νὰ ὑπομείνητε ἐπ’ ὀλίγον. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, συνεπῶς, κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν εἶναι, ἐὰν συμφέρον τῆς καλῆς ὀργανώσεως τῆς Πολιτείας εἶναι ἡ θέσπισις γενικῶν κανόνων δικαίου ἢ ἡ διὰ προσωπικῶν νόμων ἀντιμετώπισις τῶν συγκεκριμένων περιπτώσεων. Ἡ ἐπιστήμη, ἡ πολιτικὴ τέχνη, ἡ παράδοσις, ὁ κοινοβουλευτισμὸς καὶ ἡ διοικητικὴ πεῖρα ἔχουν ταχθῆ σαφῶς ὑπὲρ τῆς πρώτης περιπτώσεως, ἡ ὁποία καὶ μόνη παρέχει τὰ ἐχέγγυα τιμίας καὶ ἀπροσωπολήπτου ὀργανώσεως τῆς διοικήσεως. Ἡ περιπτωσιολογικὴ ρύθμισις τῶν πάσης φύσεως προβλημάτων καί, εἰδικώτερον, κ. Ὑπουργὲ τῶν Συγκοινωνιῶν, τῶν προβλημάτων τῶν ὑπαλληλικῶν, τὰ ὁποῖα ἔχουν σαφῶς προσωπικὸν χαρακτῆρα, διὰ Πολιτείαν θέλουσαν νὰ ἐμφανίζεται ὡς Κράτος Δικαίου, εἶναι ἀπαράδεκτος. Διότι προϋποθέτει τὴν ἔλλειψιν ἀρχῶν δικαίου, ὅπερ ὑφίσταται μόνον εἰς τὰ ἀστυνομικὰ καὶ ὁλοκληρωτικὰ Κράτη καὶ ἀντίκειται εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς δημοκρατίας, διότι ἀνατρέπει τὰς ὑπὲρ τοῦ ὑπαλλήλου ἐγγυήσεις, τὰς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τεθειμένας. Διότι εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος τῶν ἀπὸ τοῦ 1910 καὶ ἐντεῦθεν διεξαχθέντων ἀγώνων πρὸς κατάκτησιν τῆς συνταγματικῆς κατοχυρώσεως τοῦ ὑπαλλήλου. Καί, τέλος, διότι μεταβάλλει τὴν Βουλὴν εἰς δικαστήριον καὶ τοιουτοτρόπως παραβιάζεται ἡ ἀρχὴ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν καὶ παραμορφοῦται ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν θέσιν ποὺ ὑποστηρίζω δὲν εἶμαι μόνος. Τὸ Α.Σ.Δ.Υ. εἰς μακρὰν ἔκθεσίν του, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἡ ὁποία θὰ ἔπρεπεν ἀπὸ ὅλους νὰ ἀναγνωρισθῇ, διαφωνεῖ ριζικῶς πρὸς τὰς διατάξεις αὐτοῦ. Καὶ προχωρεῖ ἔτι περαιτέρω: Ἀμφισβητεῖ καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν συνταγματικότητα τοῦ νόμου. Καὶ κάτωθεν τῆς ἐκθέσεως τοῦ Α.Σ.Δ.Υ. ὑπάρχει ἡ ὑπογραφὴ τοῦ κ. Λιανοπούλου, διὰ τὴν ἐπιστημονικὴν κατάρτισιν καὶ τὴν ἀκεραιότητα τοῦ χαρακτῆρος τοῦ ὁποίου μόλις πρὸ δύο μηνῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Δημοτικῶν Ἀρχῶν», ἀπὸ τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος ἠκούσθησαν ἔπαινοι, οἱ ὁποῖοι, οὐχὶ συνήθως, ἀπονέμονται εἰς δημοσίους λειτουργούς. Ἀλλά, ὑπάρχει καὶ ἕτερον στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ληφθῇ ἐν προκειμένῳ ὑπ’ ὄψιν. Νομίζω, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Συγκοινωνιῶν, ὅτι δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα διὰ τῆς εἰσαγωγῆς παρεκκλίσεων, ἔστω προσωρινῆς διαρκείας, νὰ κλονίζετε τὴν πίστιν εἰς τὴν ἀξίαν τοῦ θεσμοῦ τοῦ Κώδικος καὶ νὰ θέτετε ζήτημα περὶ ἀναθεωρήσεως αὐτοῦ. Αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ εἶναι ἄχρηστοι καὶ μαρτυροῦν ἀνεπάρκειαν τῶν μέχρι σήμερον Ὑπουργῶν τῶν Μεταφορῶν. Θὰ ἦτο δυνατόν, κινούμενοι καὶ ἐνεργοῦντες ἐντὸς τῶν πλαισίων τῶν κειμένων νόμων, νὰ εὕρωσιν λύσιν τοῦ θέματος, εὑρισκόμενοι καὶ ἐν ἁρμονίᾳ μὲ τὸ κοινὸν αἴσθημα καὶ χωρὶς νὰ ἀποστοῦν τῶν βασικῶν κανόνων τοῦ Δικαίου. Ἡ ὑπόθεσις, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ ἀντικείμενον τοῦ ὑπὸ ἐπιψήφισιν νομοσχεδίου, ἐκκρεμεῖ εἰς τὸν ἀνακριτὴν ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου 1950. Καὶ τὸ Πειθαρχικὸν Συμβούλιον ἐχρειάσθη 9μηνον διὰ νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος, ἵνα διὰ τῆς ἀποφάσεώς του τῆς 20ῆς Δεκεμβρίου π. ἔ., ἀναβάλῃ τὴν ἔκδοσιν γνώμης. Ἐὰν αἱ ἀπὸ τότε Κυβερνήσεις ἐπεδίωκον τὴν διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ ἐκκαθάρισιν τῆς ὑποθέσεως, εἶμαι βέβαιος ὅτι αὕτη θὰ εἶχεν ἤδη τερματισθῆ καὶ θὰ εἶχον καταλογισθῆ αἱ εὐθῦναι, ὅπου καὶ ἂν ὑπάρχουν. Ἔθιξα προηγουμένως, τὸ ζήτημα τῆς ἀνεπαρκείας τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν ἐπὶ τοῦ τομέως τῶν Συγκοινωνιῶν. Πράγματι γεννᾶται τὸ εὔλογον ἐρώτημα καὶ ἡ ἀπορία διατὶ δὲν ἔκαμον χρῆσιν τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου παρεχομένων εἰς αὐτοὺς δικαιωμάτων καὶ μετὰ τὴν δημιουργίαν τοῦ γνωστοῦ ζητήματος, ποὺ συνεκίνησε τὸ δημόσιον αἴσθημα, δὲν παρέπεμψαν τοὺς ὑπευθύνους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐλέχθη, ὅτι βαρύνονται μὲ ἐξαιρετικῶς σοβαρὰ στοιχεῖα, εἰς τὸ Πειθαρχικὸν Συμβούλιον, μὲ τὸ ἐρώτημα τῆς ἀπολύσεως ἢ τοὐλάχιστον, μὲ τὸ ἐρώτημα τῆς θέσεως εἰς ἀργίαν; Ἐπετρέπετο νὰ ἀγνοῆται ὅτι ἡ θέσις εἰς διαθεσιμότητα ἀποτελεῖ κώλυμα κατὰ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νόμου 1558, διὰ νὰ ἐπιληφθῇ Πειθαρχικὸν Συμβούλιον τῆς παραπεμφθείσης αὐτῷ ὑποθέσεως; Καὶ ἀντὶ νὰ ἀκολουθηθῇ ἡ ὑπὸ τῶν κειμένων νόμων διαδικασία, νὰ ἐπιδιώκεται ἡ ρύθμισις τοῦ ζητήματος διὰ τῆς εἰσαγωγῆς νέων κανόνων δικαίου, τῶν ὁποίων καὶ ἡ συνταγματικότης ἀμφισβητεῖται καὶ πραγματικὴν ἀναστάτωσιν πρόκειται νὰ ἐπιφέρουν εἰς τὰς περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων ἰσχυούσας διατάξεις. Δικαίως λοιπὸν ὑποστηρίζομεν καὶ τὴν ἀνεπάρκειαν καὶ τὸν κακὸν χειρισμόν. Ἐπιθυμῶ, κ. βουλευταί, νὰ μεταφέρω μέρος τῶν κυριωτέρων διεξαχθεισῶν συζητήσεων, κατὰ τὰς ἐπανειλημμένας συνεδριάσεις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, πρὸς σχηματισμὸν πλήρους γνώμης. Ὡς εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας ἐπέδειξα πλήρη κατανόησιν. Καὶ ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι εἶχον ὑποστηρικτὰς συναδέλφους ἀνήκοντας εἰς τὴν συμπολίτευσιν. Ἀντεκρούσαμεν τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ, ἀνετρέψαμεν τὰ ἐπικαλεσθέντα ὑπ’ αὐτοῦ ἐπιχειρήματα. Ἐτονίσαμεν εἰς αὐτὸν τὸ ἐσφαλμένον τῆς σκέψεώς του, καὶ τὸ ἀπαράδεκτον τῆς καινοφανοῦς ἀρχῆς τῆς συνεχοῦς διαθεσιμότητος. Ὑπεστηρίξαμεν ὅτι ἡ, παρὰ τὴν ἀθώωσιν ὑπὸ κατηγορίαν τελοῦντος ὑπαλλήλου ἀπὸ πάσης ποινικῆς ἢ πειθαρχικῆς εὐθύνης συνεχιζομένη δίωξις, λαμβάνει τὴν μορφὴν προγραφῆς. Ἐξεδηλώσαμεν τὴν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν ἔχομεν πρὸς τὴν ἀκεραιότητα τῆς δικαιοσύνης. Ἐπεστήσαμεν τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Συγκοινωνιῶν κ. Ὑπουργοῦ, ἐπὶ τῶν συνεπειῶν ποὺ θὰ εἶχεν ἡ ἐπιψήφισις τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ κατατεθέντος νομοσχεδίου. Ἐπεστήσαμεν ἐπίσης, ἰδιαιτέρως, τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι διὰ τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον ἔχει καταθέσει θίγεται, οὐσίᾳ, καὶ αὐτὴ αὕτη ἡ μονιμότης τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων. Πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἀπόψεώς μας περὶ ἀντισυνταγματικότητος τοῦ νόμου ἐπεκαλέσθημεν καὶ ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας καὶ εἰδικῶς τὴν 1111 τοῦ 1949 Θέμις ΞΑ, 348 καὶ 1190 τοῦ 1950 Θέμις ΞΑ 863, διὰ τῶν ὁποίων ἐγένετο παραδεκτόν, ὅτι ἡ πρᾶξις δι’ ἧς μόνιμός τις δημόσιος ὑπάλληλος τίθεται εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀποξενούμενος οὕτω τῆς ὀργανικῆς του θέσεως, ἀποτελεῖ μετάθεσιν. Δι’ ὃ ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ μόνον μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Ὑπηρεσιακοῦ Συμβουλίου. Καὶ ἐν συνεχείᾳ ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ κατατεθέντος νομοσχεδίου εὑρίσκονται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸ ἄρθρον 101 τοῦ Συντάγματος ἔχον οὕτω· «... .........(ἀναγινώσκει).......». Διὰ νὰ ἀποδειχθῇ δὲ ὅτι δὲν προσβλέπομεν πρὸς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι μᾶς ἀφήνουν παντελῶς ἀδιαφόρους, ἀλλὰ μόνον πρὸς τοὺς θεσμοὺς καὶ διὰ νὰ ἀπομακρύνωμεν πᾶσαν τυχὸν ὑφισταμένην ὑπόνοιαν ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, προετείναμεν συγκεκριμένας λύσεις, αἵτινες κατὰ τὴν γνώμην μας, ἔδιδον διέξοδον λίαν ἱκανοποιητικὴν τοῦ δημιουργηθέντος, ἐξ αἰτίας τῶν λόγων ποὺ ἐμνημόνευσα προηγουμένως, ἀδιεξόδου. Κατόπιν ὅλων αὐτῶν, ἀνεμέναμεν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Συγκοινωνιῶν κ. Ὑπουργόν, νὰ μὴ ἐμμείνῃ ἐπὶ τῶν ἀπόψεών του. Ἠλπίσαμεν ὅτι θὰ ἐπείθετο ἐπὶ τῆς ὀρθότητος τῶν ὑφ’ ἡμῶν ὑποστηριζομένων. Δυστυχῶς ἐπλανήθημεν. Εὑρέθημεν πρὸ ἀδικαιολογήτου καὶ ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ἀπαραδέκτου ἀκαμψίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Καὶ ἡ στάσις αὕτη, κύριε Ὑπουργέ, μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς ἀποδώσωμεν πρόθεσιν ὄχι ἐπιθυμίας ἀποκαταστάσεως τῶν κακῶς κειμένων εἰς τὸ Ὑπουργεῖόν σας ἀλλὰ πρόθεσιν δημιουργίας κενῶν θέσεων διὰ τὴν ἱκανοποίησιν σπευδόντων εὐνοουμένων τοῦ κόμματος, διότι ἄλλως θὰ ἐδέχεσθε τὰς λύσεις τὰς ὁποίας σᾶς προτείναμεν κατὰ τὰς συζητήσεις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Εἴπομεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ἀφοῦ δὲν θέλετε παραπομπὴν εἰς τὸ Πειθαρχικὸν Συμβούλιον, ἀφοῦ δὲν θέλετε νὰ ἀναμείνητε τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Πειθαρχικοῦ Συμβουλίου, σᾶς εὑρίσκομεν διέξοδον. Βάσει τοῦ νόμου 120]36 ἠμπορεῖτε νὰ θέσητε εἰς μίαν εἰσέτι ἑξάμηνον διαθεσιμότητα τὸν κ. Νατσούλην μὲ δύο προϋποθέσεις, ὅτι ἐντὸς ἓξ μηνῶν τὸ Συμβούλιον θὰ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν του καὶ ὅτι μέχρι τότε ἡ θέσις θὰ μείνῃ κενή. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργός, δὲν ἐδέχθη τὴν λύσιν. Δὲν ἱκανοποιεῖσθε ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τοῦ ἠθικοῦ θέματος ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ ἐπανέλθῃ ὁ ὑπάλληλος καὶ θὰ ἀναμείνετε τὴν ἀπόφασιν τῶν δικαστηρίων; Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριε Ὑπουργέ, νὰ μᾶς εἴπητε αὐτὴ ἡ λύσις δὲν σᾶς ἱκανοποιεῖ; Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἀπαντᾷ, διότι δὲν ἔχει τὶ νὰ ἀπαντήσῃ. Κύριοι βουλευταί, αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα, ἀναφορικῶς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Νομίζω, ὅτι ὑπῆρχε τρόπος, βάσει τῶν κειμένων διατάξεων, νὰ ἱκανοποιηθῇ τὸ δημόσιον αἴσθημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται ἐντὸς ὀλίγου νὰ ἐπικαλεσθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀναφορικῶς μὲ τὴν γνωστὴν ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία τόσον τότε ἀνετάραξε τὴν κοινὴν γνώμην. Ἐκτὸς αὐτοῦ ὅμως, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὑπῆρχε καὶ ἡ προταθεῖσα λύσις, ἡ ὁποία ἠμποροῦσεν ἀκόμη περισσότερον νὰ διευκολύνῃ τὴν ὑπόθεσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἠθέλησε τίποτε ἀπ’ αὐτὰ νὰ δεχθῇ. Ἐμμένει ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου παρ’ ὅλα ὅσα εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω ἤδη πρὸς τὸ Σῶμα καὶ κατόπιν αὐτοῦ ἐγὼ προτείνω τὴν ἀπόρριψιν τούτου καὶ θέλω νὰ πιστεύω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ Βουλὴ δι’ ἄλλην μίαν ἀκόμη φορὰν θὰ ἐκφράσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην της πρὸς τὰς συντεταγμένας ἐξουσίας τοῦ Κράτους καὶ θὰ περιβάλῃ μὲ σεβασμὸν θεσμοὺς συνταγματικῶς κατοχυρωμένους καὶ ἀνταποκρινομένους πρὸς τὰς ἐπιταγὰς τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς ἐπιστήμης. (Χειροκροτήματα).
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Πολυζωγόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§27Σ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς μοῦ συγχωρήσῃ ἡ Βουλὴ ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐκτιμήσω τὰς ἀρετὰς τῆς νομοθετικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδίως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Συγκοινωνιῶν, ὅστις εἰς ὅλα τὰ νομοσχέδιά του κάμνει σύγχυσιν μεταξὺ ἠθικοῦ ρυθμοῦ καὶ κομματικοῦ τοιούτου καὶ ρυμουλκεῖται διὰ σχέδια, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλει ἀπὸ κομματικοὺς καὶ προσωπικοὺς λόγους. Ἡ εὔνοια ὑπὲρ ἑνὸς ὑπαλλήλου φέρει τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰς τὸ σημεῖον νὰ διατυπώσῃ γενικὸν ὑπαλληλικὸν νόμον. Ἡ μῆνις κατ’ ἄλλου ὑπαλλήλου, τὸν φέρει εἰς σημεῖον νὰ διατυπώσῃ νόμον γενικόν, διὰ νὰ καταδιώξῃ τὸν ὑπάλληλον, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ καταδιώξει τοῦ ὑπαλλήλου τούτου, νὰ συμπαρασύρῃ καὶ ὁλόκληρον τὸν ὑπαλληλικὸν κόσμον. Ἡ μῆνις ἰδίως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, στρέφεται κατὰ τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος. Ἤρχισε πρὸ καιροῦ τὸ ξύλωμά του, καὶ τὸ συνεχίζει. Πιστεύσατε, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἂν δὲν ἀντιστῆτε καὶ δὲν ἀνακόψετε τὴν ὁρμὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Συγκοινωνιῶν κατὰ τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος, μὴ σᾶς φανῇ ὑπερβολή, θὰ ἴδωμεν τὸν κώδικα σὰν ἕνα παληὸ ὑπὸ δολίαν χρεωκοπίαν κατάστημα, μὲ τὰ ράφια του μόνον χωρὶς ἐμπόρευμα, τὸ ὁποῖον ἡ δολία διάθεσις τοῦ ἰδιοκτήτου ἀφῄρεσε.
§28Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Εὐχόμεθα τὸ ταχύτερον νὰ γίνῃ αὐτό, νὰ καταργηθῇ ὁ Ὑπαλληλικὸς Κῶδιξ.
§29Σ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ ἐπιθυμῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις τὴν κατάργησιν τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος, διότι ἴσως προσκόμματα καὶ ἐμπόδια εἰς τὴν κομματικήν της τακτικὴν ἐπιφέρει. Ἐφιστῶ, κύριοι βουλευταί, τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἕνα καὶ μόνον ὑπάλληλον, τὸν κ. Νατσούλην, περὶ τοῦ ὁποίου δι’ ὀλίγων θὰ ὁμιλήσω. Δηλῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι οὔτε διὰ τὸν ἄνδρα ἐνδιαφέρομαι, ἀντιθέτως θὰ ὁμιλήσω ἐναντίον αὐτοῦ τούτου τοῦ κ. Νατσούλη, διὰ νὰ ἀφοπλίσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ἀπὸ τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ προτάξῃ, ὅτι τὸ ἐνδιαφέρον ἡμῶν στρέφεται περὶ τὸν κ. Νατσούλην καὶ δι’ αὐτὸ ὁ πόλεμος ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπιθυμῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν, νὰ διώξῃ τὸν ἐν λόγῳ ὑπάλληλον, ἔκαμε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου περιλαμβάνει ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους, ὅλον τὸν ὑπαλληλικὸν κόσμον. Πρὶν προχωρήσω εἰς τὴν ἐξέτασιν καὶ ἔρευναν τοῦ ζητήματος, ἤ μᾶλλον τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Συγκοινωνιῶν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, τί δικαίωμα ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν νὰ ρυθμίζῃ καὶ νὰ κανονίζῃ ὅλον τὸν Ὑπαλληλικὸν κόσμον τῆς Ἑλλάδος; Διὰ τίνα λόγον, ἐὰν τοῦ ἔπταισεν ὁ Νατσούλης, θέλει γενικῶς τὸν τιμωροῦντα τὸν Νατσούλην νόμον αὐτὸν νὰ ἐπεκτείνῃ ἐπὶ ὅλου τοῦ ὑπαλληλικοῦ κόσμου; Τί πταίουν οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας, οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν νὰ περιληφθοῦν εἰς τὴν αὐστηρὰν αὐτὴν διατύπωσιν τῶν διατάξεων τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νόμου; Ἀλλὰ τί εἶναι αὐτὸς ὁ νόμος; Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριοι βουλευταί, νὰ μοῦ χαρίσετε τὴν προσοχήν σας. Ὑπῆρχεν ὁ νόμος 120 τοῦ 1936, ὁ ὁποῖος ὥριζεν, ὅτι δι’ ὡρισμένους λόγους δύναται ἕνας ὑπάλληλος νὰ τεθῇ εἰς διαθεσιμότητα χωρὶς γνώμην τοῦ συμβουλίου μὲ ᾐτιολογημένην μόνον ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὁ νόμος οὗτος κατηργήθη διὰ τῶν ἄρθρων 115–118 τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει ἤδη νὰ συμπληρώσῃ τὸν νόμον 120, περιφρονῶν δὲ τὰς διατάξεις τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος, εὑρίσκει ἕνα ἰδικόν του ὡραῖον θεσμόν, ἀλλὰ καὶ τὸν θεσμὸν αὐτὸν τὸν ἀκατανόητον δὲν τὸν μορφοποιεῖ, ὅπως ὀρθῶς ἀναπτύσσει καὶ τὸ ΑΣΔΥ εἰς τὴν ἔκθεσίν του διὰ θετῶν διατάξεων, τόσον ἀπὸ ἀπόψεως δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεων, ὅσον καὶ ἀπὸ πλευρᾶς χρονικοῦ ὁρίου διαρκείας τῆς εἰσαγομένης καταστάσεως καὶ μισθοληψίας τοῦ ἐν αὐτῇ εὑρισκομένου. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοῦ ἀπαντήσῃ: ποίας ἁρμοδιότητας θὰ ἔχῃ ὁ ὑπάλληλος, τὸν ὁποῖον θέτετε εἰς τὴν διάθεσίν σας κ. Ὑπουργέ; Ποία θὰ εἶναι ἡ μισθοδοσία ποὺ θὰ λαμβάνῃ ὁ ὑπάλληλος αὐτός; Ποῖαι θὰ εἶναι αἱ ἁρμοδιότητες καὶ ποῖον τὸ χρονικὸν ὅριον μέχρι τοῦ ὁποίου θὰ ἐξικνῆται αὐτὴ ἡ δίωξις, τὴν ὁποίαν ὀνομάζει «θέσιν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ». Δεύτερον, καταργεῖ τὰς διατάξεις τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος, διότι ἐνῷ ὁ Ὑπαλληλικὸς Κῶδιξ, δέχεται μόνον τὴν περίπτωσιν τῆς καταργήσεως θέσεως καὶ μόνον, ὁ κ. Ὑπουργὸς συμπληρῶν τὸν 120 προσθέτει καὶ τοὺς λόγους τῆς ἀκαταλληλότητος, τῆς ὑπεραριθμίας καὶ ἀνικανότητος. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὁ νόμος οὗτος δὲν ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα; Κύριοι βουλευταί, παρακαλῶ ἰδιαιτέρως νὰ προσέξετε τὸ σημεῖον τοῦτο. Διὰ νὰ γίνῃ μία μετάθεσις, μία μετακίνησις τοῦ ὑπαλλήλου ἀπὸ θέσεως εἰς θέσιν, ἀπαιτεῖται κατὰ ρητὴν τοῦ Συντάγματος διάταξιν καὶ γνωμοδότησις τοῦ Συμβουλίου πληροῦντος τοὺς ὅρους τοῦ 101 τοῦ Συντάγματος ἄρθρου. Ἡ εἰς διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ θέσις τοῦ ὑπαλλήλου καὶ δὴ ἄνευ εἰδικῆς καὶ ᾐτιολογημένης γνωμοδοτήσεως τοῦ Ὑπηρεσιακοῦ Συμβουλίου ἀντιτίθεται εἰς ρητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, διότι παρὰ τὴν ἔλλειψιν, καθ’ ἃ ἐλέχθη, θετῶν περὶ αὐτῆς διατάξεων, δύναται ἴσως νὰ θεωρηθῇ ὡς ἰσουμένη τοὐλάχιστον πρὸς τὴν μετάθεσιν, τὴν ἁπλῆν τουτέστι μετακίνησιν τοῦ ὑπαλλήλου ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ὑπηρεσιακοῦ κλάδου. Ἡ ἀντισυνταγματικότης ὅθεν τῆς διατάξεως ταύτης προφανὴς καὶ ἀναμφισβήτητος εἶναι. Κατὰ ποῖον λόγον λοιπόν, ὁ κ. Ὑπουργὸς σήμερον θέλει διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου νὰ ἐξοντώσῃ ἕνα ὑπάλληλον καὶ νὰ τὸν θέσῃ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, χωρὶς τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου; Δευτέρα ἀντισυνταγματικότης. Εἶναι ἀναμφισβητήτως γνωστόν, ὡς καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐδέχθη, ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἕνας ὑπάλληλος ἀπελύθη λόγῳ καταργήσεως θέσεως καὶ κατόπιν ἔλαβε χώραν ἀνασύστασις τῆς καταργηθείσης θέσεως δὲν εἶναι νόμιμος ἡ ἀνάθεσις τῶν καθηκόντων τῆς θέσεως ταύτης εἰς ἕτερον πρόσωπον, ἀλλὰ δέον νὰ καταλάβῃ αὐτὴν ὁ ἀπολυθείς, διότι ἄλλως προσβάλλονται ἐμμέσως τὰ ἐπὶ τῆς μονιμότητος δικαιώματα αὐτοῦ. Τώρα ὅμως, ὁ κ. Ὑπουργός, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὶ ἐπιδιώκει; Ἐπιδιώκει τὴν συμπλήρωσιν τῆς θέσεως θεωρουμένης ὡς ἐὰν ἦτο κενή, ἐνῷ δὲν εἶναι ἐν τῇ πραγματικότητι, δι’ ἄλλου ὑπαλλήλου καταλαμβάνοντος τὴν ὀργανικὴν θέσιν, ὡς καὶ τὴν ἐν συνεχείᾳ, ἐν περιπτώσει ἀπαλλακτικῆς ἀποφάσεως τοῦ Πειθαρχικοῦ Συμβουλίου, διὰ διὰ τὴν παραμονὴν τοῦ ὑπαλλήλου τούτου ὡς ὑπεραρίθμου. Ἀναμφισβήτητος καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ἡ ἀντισυνταγματικότης τοῦ νόμου. Ἀλλά, κύριοι, θὰ μοῦ εἴπητε, ὅτι ἴσως αὐτὰ τὰ λέγει ἡ Ἀντιπολίτευσις ρυμουλκηθεῖσα ἀπὸ διάθεσιν ἀντιπολιτευτικήν. Ἴσως γεννηθῇ εἰς πολλοὺς ἡ ὑποψία, ὅτι ἀντιπολιτευτικὴ διάθεσις μᾶς ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα. Εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς τονίσω, ὅτι—ὅπως καὶ ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου εἶπεν—ὁ ὑπαλληλικὸς Κῶδιξ ὥρισεν ἕνα γνωμοδοτικὸν Συμβούλιον, ὅπως γνωμοδοτῇ εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτὰς καὶ τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἀπὸ τοὺς ἀριστεῖς τῆς Διοικήσεως. Ἔχομεν λοιπόν, τὸ Γνωμοδοτικὸν τοῦτο Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς δὲν διέπεται ἀπὸ ἀντιπολιτευτικὴν διάθεσιν καὶ μὲ πολλὰ ἰσχυρὰ ἐπιχειρήματα ἀντιτίθεται καὶ ὁμοφώνως ἀπορρίπτει τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀσχέτως ὅμως πρὸς τὸ Γνωμοδοτικὸν Συμβούλιον ἔχομε καὶ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, μίαν ὑπηρεσίαν, διὰ τὴν ἀμεροληψίαν τῆς ὁποίας οὐδεὶς δύναται νὰ ἀντείπῃ. Καὶ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἐκτὸς τοῦ ὅ,τι.....
§30Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Ἐκτὸς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου εἴχομεν καὶ τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Α.Δ.Ε.Δ.Υ., ἡ ὁποία ἀπήτησε νὰ μὴ γίνῃ τίποτε διὰ τὸν κ. Νατσούλην.
§31Σ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠξεύρω, ὅτι καὶ ἄλλαι Ἐπιτροπαὶ σᾶς ἐζήτησαν νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Νομίζω, ὅμως, ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀπόψεώς σας. Τὸ Γενικὸν Λογιστήριον λοιπόν, ἐνῷ ὁμιλεῖ περὶ τῆς δαπάνης, τὴν ὁποίαν θὰ δημιουργήσῃ τὸ νομοσχέδιον, προχωρεῖ περαιτέρω ἀπὸ τὴν ὑποχρέωσίν του καὶ τὰ καθήκοντά του— τοῦτο κάμνει ἐξαιρετικὴν ἐντύπωσιν—καὶ τονίζει καὶ λέγει: «σημειοῦται...... (ἀναγινώσκει).......». Ὅλοι εἶναι ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ ὅλοι ὠθοῦνται ἀπὸ ἀντιπολιτευτικὴν διάθεσιν; Λάθος. Θὰ ἰσχυρισθῆτε καὶ πάλιν, κ. Ὑπουργέ, ὅτι ἐπιδιώκητε νὰ ἀπομακρύνητε τῆς ὑπηρεσίας ἕνα ὑπάλληλον σχολιασμένον. Σύμφωνοι. Ἀδιαφοροῦμε δι’ αὐτὸν καὶ διὰ νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἐνδιαφερόμεθα, ὄχι διὰ τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως προτείναμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἤδη προτείνομεν, ἂς περιορισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, καταλλήλως διατυπούμενον, εἰς τὸν ὑπάλληλον αὐτόν, τὴν ἐξόντωσιν τοῦ ὁποίου ἐπιζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργός. Μὰ θὰ μοῦ εἴπητε δὲν θὰ εἶναι τότε προσωπικόν; Ναί. Δὲν θὰ φέρῃ τὰς ἀτελείας, τὰ ἐλαττώματα καὶ τὰς ἀντιθέσεις πρὸς τὸ Σύνταγμα; Ἀναμφισβητήτως ναί. Ἀλλ’ ἐσκέφθην, κύριοι βουλευταί, ὅτι προκειμένου νὰ κάμωμεν ἕνα μεγάλον κακὸν εἰς ὁλόκληρον τὸν ὑπαλληλικὸν κόσμον ἂς προτιμήσωμεν τὸ ὀλιγώτερον κακὸν περιορίζοντάς το εἰς ἕνα καὶ μόνον ὑπάλληλον. Καὶ ἔτσι θὰ εἴμεθα ὑπερήφανοι, ὅτι προλάβαμεν ἕνα μεγάλο κακὸ κατὰ τοῦ ὑπαλληλικοῦ κόσμου. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν τοῦ πράγματος, ὡμίλησε τὸ Γνωμοδοτικὸν Συμβούλιον καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω δι’ ὀλίγων τὰς γνώμας του: «Διότι κατ’ οὐσίαν...... (ἀναγινώσκει)........». Καὶ τὸ Γνωμοδοτικὸν Συμβούλιον ἀπορρίπτει τὸ νομοσχέδιον καὶ κατ’ οὐσίαν καὶ ἀπεφάνθη ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Καὶ εἶπον, ὅτι τὸ Γνωμοδοτικὸν Συμβούλιον εἶναι τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ψηφίσει καὶ ἡμεῖς καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ τοὺς ἀριστεῖς τῆς Διοικήσεως. Ἐὰν καὶ αὐτοὶ δὲν ἠξεύρουν τί λέγουν ἢ ρυμουλκοῦνται ἀπὸ πρόσωπα καὶ ἀντιπολιτευτικὴν διάθεσιν, τότε δὲν ἔχομεν τίποτε, οὔτε Διοίκησιν, οὔτε Κράτος. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριοι βουλευταί, συνιστῶ, ὅπως συνέστησα καὶ εἰς προηγουμένας ἀγορεύσεις μου, χωρὶς νὰ γίνω ἀκουστὸς, νὰ ἀναχαιτίσετε τὴν ὁρμὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐναντίον τοῦ Κώδικος τῶν Ὑπαλλήλων καὶ νὰ καταψηφίσετε τὸ νομοσχέδιον. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε δέ, πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος νὰ ἀποτανθῶ εἰς τὴν συμπολίτευσιν καὶ νὰ τονίσω, ὅτι βεβαίως ὑπάρχουν ὑποχρεώσεις καὶ δεσμεύσεις κομματικαὶ καὶ ἐγὼ ἔχω τοιαύτας, ἀλλά, ὅτι ὑπάρχουν καὶ ὅρια καὶ τὰ ὅρια αὐτὰ ἀνευρίσκει τις εἰς τὴν εὐσυνειδησίαν κάθε βουλευτοῦ. (Χειροκροτήματα).
§32Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Κύριοι βουλευταί, λυποῦμαι πολύ, διότι ἐκ δευτέρου σᾶς ἀπασχολῶ διὰ τὴν ψήφισιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν κρίσιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἔχει προσωπικὸν χαρακτῆρα. Δυστυχῶς, κύριοι βουλευταί, ἡ ἀνάληψις τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν μοῦ παρουσίασε μίαν κατάστασιν τῆς Γεν. Δ)νσεως Αὐτοκινήτων, τῆς ὁποίας ἡ ἐξιστόρησις, διὰ νὰ γίνῃ, θὰ ἀπαιτήσῃ τόμους ὁλοκλήρους, διότι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν τὴν Γεν. Δ)νσιν Αὐτοκινήτων ἀνέλαβεν ὁ περὶ οὗ πρόκειται Ὑπάλληλος, τοῦ ὁποίου, τὴν ἀπομάκρυνσιν ζητῶ, εἶναι τοιαύτη, ὥστε εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς τὴν περιγράψω. Γνωρίζετε πάντως τὰ διατρέξαντα καὶ ὀφείλω ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ μεγαλυτέρα εὐθύνη τῶν διαπραχθέντων δὲν βαρύνει τὸν ἑκάστοτε Ὑπουργόν, ἀλλὰ τὸν Γεν. Διευθυντήν, ὁ ὁποῖος εἶχεν ὅλον τὸ δικαίωμα καὶ ὅλην τὴν δύναμιν νὰ ἀντιστῇ κατὰ τῶν πράξεων τῶν παρανόμων τυχὸν τοῦ τότε κ. Ὑπουργοῦ. Οὐδεμία τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκείνου, κατηγορηθέντος, φέρει τὴν ἄρνησιν καὶ τὴν διαφωνίαν τοῦ τότε Γεν. Διευθυντοῦ. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ἡ κυριωτέρα αἰτία ποὺ μὲ ἤγαγεν εἰς τὸ νὰ φέρω ἐνώπιον ὑμῶν τὸ νομοσχέδιον αὐτό, δὲν εἶναι ἡ ἀσέβεια πρὸς τὸ Α.Σ.Δ.Υ. ἢ τὸ Γεν. Λογιστήριον, ἀλλ’ ὅ,τι κατωτέρω θὰ ἐκθέσω. Εἶπον εἰς τὸν κ. Πολυζωγόπουλον, ὅτι ἐντὸς τοῦ Α.Σ.Δ.Υ. καὶ τοῦ Γεν. Λογιστηρίου παρουσιάσθη καὶ 3μελὴς ἐπιτροπὴ τῆς Α.Δ.Ε.Δ.Υ., ἡ ὁποία μὲ θράσος καὶ ἰταμότητα, ὁμοίαν τῆς ὁποίας δὲν συνήντησα εἰς οὐδένα ὑπάλληλον, ἠξίωσεν ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν νὰ μὴ ἀποφανθῇ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου καὶ περιέργως, οὐδεὶς ἐκ τῶν παρισταμένων κυρίων βουλευτῶν ἠθέλησε νὰ θέσῃ εἰς τὴν θέσιν της τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν. Τὴν ἤκουσαν καὶ τὴν ἀφῆκαν νὰ φύγῃ χωρὶς παρατηρήσεις. Κύριοι βουλευταί, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἤγαγε νὰ φέρω τὸ παρὸν νομοσχέδιον εἶναι ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Τζαννετάκη, τοῦ ὁποίου τὴν ἠθικὴν οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω μίαν περικοπὴν ἐξ ἧς θὰ κρίνετε ἐὰν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπαναφέρω εἰς τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος ὑπάλληλον. Δὲν νομίζω, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ θὰ εὑρεθῇ συνάδελφος νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς ἠμπορεῖ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν θέσιν του πρὶν ἀποφανθῇ περὶ αὐτοῦ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, τῆς ὁποίας τὴν ἀπόφασιν ἐγὼ δὲν δύναμαι οὔτε νὰ ἐπιταχύνω, οὔτε νὰ ἐπιβραδύνω. Ἡ ἀνάκρισις προσπαθεῖ νὰ ἀνεύρῃ τὴν ἀλήθειαν.
§33Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὡμιλήσατε ὡς ἐὰν οἱ δύο συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι προηγήθησαν ὑμῶν εἰς τὸ βῆμα ἔθεσαν ζήτημα συνδεόμενον μὲ τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Νατσούλη, ἐνῷ οὗτοι σᾶς ἐτόνισαν, ὅτι δὲν ἐνδιαφέρονται διὰ τὴν περίπτωσιν τοῦ προσώπου αὐτοῦ, ἐπιθυμῶ μάλιστα μὲ τὴν εὐκαιρίαν αὐτὴν νὰ τονίσω, ὅτι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει ἡ τοποθέτησις τοῦ ζητήματος ὑπὸ τῶν κ. κ. Τριανταφυλλάκου καὶ Πολυζωγοπούλου μὲ τὴν θέσιν καὶ τὴν περίπτωσιν τοῦ κ. Νατσούλη. Τὸ ζήτημα εἶναι γενικόν. Ἐπιτρέπεται ἐκ τῆς ὑπάρξεως μιᾶς περιπτώσεως ἕνας Ὑπουργὸς νὰ ζητῇ τὴν παραβίασιν τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος; Τὴν τροποποίησιν βασικῶν διατάξεων τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος; Ὅσον ἀφορᾷ τὴν περίπτωσιν Νατσούλη, ἔχετε τὴν δυνατότητα, ἀσχέτως τῆς δικαστικῆς διώξεως, τῆς πειθαρχικῆς διώξεως καὶ σᾶς τὸ ὑπέμνησε αὐτὸ ὁ κ. Τριανταφυλλάκος. Ἀδικεῖτε τοὺς συναδέλφους, ἐὰν θέλετε νὰ θεωρήσητε τὸ θέμα ὡς θέμα ὑποστηρίξεως οἱουδήποτε κ. Νατσούλη τὸν ὁποῖον ἀγνοῶμεν ἢ μᾶλλον τὸν γνωρίζομεν ὡς συνδεόμενον μὲ μίαν περιπέτειαν καὶ διὰ τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω ἐὰν εἶναι ἢ ὄχι ὑπεύθυνος ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ἀποφασίσῃ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας καλεῖται νὰ ἀποφανθῇ ἡ διοικητικὴ πειθαρχικὴ ἐξουσία. Ἑπομένως σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπιμείνητε ἐπ’ αὐτῆς τῆς τοποθετήσεως τοῦ ζητήματος, ἀπέναντι τῆς ὁποίας δὲν εἴμεθα ἀποφασισμένοι νὰ δεχθῶμεν. Δὲν ἔχομεν καμμίαν σχέσιν μὲ τὸν κ. Νατσούλην.
§34Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νομίζω, τὸ θέμα τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ἀπαντᾶτε, κύριε Ὑπουργέ. Τὸ θέμα εἶναι οὐσιαστικόν, διότι δημιουργεῖτε νέας θέσεις, καθ’ ἣν στιγμὴν γίνονται συζητήσεις καὶ ἀντιμετωπίζεται τὸ ζήτημα τῆς ἀναδιαρθρώσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, Ὅπως εἶναι διατυπωμένον τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα, δι’ αὐτὸ διατυπώσατέ το ἔτσι ὥστε νὰ περιορισθῇ εἰς ἕνα πρόσωπον. Πάντως ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ θέμα δὲν εἶναι διαδικαστικὸν ἀλλ’ ὅτι δημιουργοῦνται νέαι θέσεις.
§35Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Ἐγὼ σέβομαι τοὺς θεσμοὺς ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ τὸ πρόσωπον καὶ ὄχι τοὺς θεσμούς.
§36Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ....
§37Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Τὴν θέσιν δὲν πρόκειται νὰ τὴν καταλάβῃ πρόσωπον προσκείμενον εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀλλ’ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἑπομένως, κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνανὸν νὰ μοὶ ἀποδοθῇ ἡ κατηγορία, ὅτι μεροληπτῶ.
§38Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἐνδιαφερόμεθα ἐὰν τὸ πρόσωπον συμπαθῇ ἢ ὄχι εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ οὔτε εἶναι ἐποικοδομητικὸν τοῦ νομοσχεδίου αὐτό. Κάμετε ὅτι θέλετε διὰ τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν ἀλλὰ σεβασθῆτε τὸν Κώδικα καὶ μὴ δημιουργεῖτε νέας θέσεις.
§39Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου μὲ ἤγαγεν ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Τζαννετάκη, ἡ ὁποία λέγει τὰ ἑξῆς: «... ....... (ἀναγινώσκει).......». Ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς ἀντὶ νὰ ζητήσῃ μόνος του τὴν ἀπομάκρυνσίν του ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, παρέμεινε μέχρις ὅτου τὸν ἀπεμάκρυνε ὁ Ὑπουργός. Ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ ὑγιᾶ Διευθυντὴν τὸν Νατσούλην.
§40Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἤμην Ὑπουργὸς παρουσιάσθη καὶ ἐζήτησε νὰ τὸν ἐπανατοποθετήσω εἰς τὴν θέσιν του καὶ τὸν ἀπέπεμψα.
§41Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Ὀφείλω νὰ δηλώσω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἀφ’ ἧς ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον ἔπαυσε τοῦτο νὰ παρουσιάζῃ τὸ θέαμα τὸ ὁποῖον παρουσίαζε εἰς τὰ προηγούμενα ἔτη ὅπου οἱ διάδρομοι, καὶ τὰ γραφεῖα καὶ τὰ καφενεῖα δὲν ἀπετέλουν τίποτε ἄλλο παρὰ κέντρα πωλήσεων ἀδειῶν αὐτοκινήτων. Εἶμαι ὑπερήφανος δι’ αὐτὸ καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ δι’ ἐμὲ τιμὴν καὶ θὰ μοῦ τὸ ἀναγνωρίσῃ ἡ Βουλή.
§42Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΟΣ. Τὰ πρόσωπα ἤλλαξαν μόνον, κύριε Ὑπουργέ, διότι ἡ ἰδία κατάστασις εἶναι.
§43Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Οἱ διάδρομοι εἶναι γεμᾶτοι μόνον 1–3 ποὺ γίνονται δεκτοὶ οἱ πολῖται, τὶς ἄλλες ὧρες οὐδεὶς εἶναι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Δὲν θέλω διὰ νὰ μὴ κουράσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀναγνώσω ὁλόκληρον τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Τζαννετάκη, ἀλλὰ πάντως ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὐδεὶς Ὑπουργὸς δύναται νὰ δεχθῇ νὰ ἐπανατοποθετηθῇ εἰς τὴν θέσιν τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ ὁ κ. Νατσούλης ἢ ἔστω καὶ εἰς οἱανδήποτε ἄλλην θέσιν, πρὸ τῆς λήξεως τῆς δικαστικῆς ἀνακρίσεως. Τί θέλετε νὰ κάμω ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὸν θέσω εἰς διαθεσιμότητα καὶ ἡ δικαστικὴ ἀνάκρισις δὲν γνωρίζω πότε θὰ τελειώσῃ; Τί ἄλλο ζητῶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου παρὰ νὰ ἀπομακρύνω τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος ὑπάλληλον καὶ νὰ θέσω ἄλλον ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως ὅστις δὲν ἀνήκει εἰς τὴν Κυβερνητικὴν παράταξιν, ἀλλ’ εἶναι ἐντιμότατος ὑπάλληλος—τὸ τονίζω ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς— εἶναι ἄνθρωπος διὰ τὸν ὁποῖον οὐδεὶς οὔτε φίλος, οὔτε ἐχθρὸς δύναται νὰ εἴπῃ λέξιν. Εἶναι ὁ κ. Σίνης τοῦ ὁποίου ὀφείλω νὰ ἐξάρω τὴν ἠθικότητα τὴν ὁποίαν καὶ προσωπικῶς διεπίστωσα ἐπὶ τρίμηνον ποὺ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐζήτησα, λοιπόν, κύριοι βουλευταί, νὰ μοῦ δοθῇ τὸ δικαίωμα νὰ θέσω ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ὑπηρεσίας ἕνα τίμιον ἄνθρωπον καὶ νὰ ἀπομακρύνω ἕναν, ὁ ὁποῖος βαρύνεται μὲ τὰς ἀρὰς τῆς κοινῆς γνώμης, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ συμφωνήσετε μὲ τὴν ἀντίληψιν, ὅτι πᾶν, ὅτι ἔγινε εἰς τὸ παρελθὸν διὰ τὰ αὐτοκίνητα ἔγινε ἀπὸ τὸν κ. Νατσούλην. Ἐκεῖνος εἶχε στὰ χέρια του τὰ πάντα.
§44Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΟΣ. ... (Δὲν ἠκούσθη)....
§45Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Νὰ μὴ διακόπτετε καὶ νὰ σέβεσθε τοὺς ἀγορητάς, ὅταν μάλιστα αὐτοὶ εἶναι μέλη τῆς Κυβερνήσεως.
§46ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅταν ἔγινε γενικὸς ὁ κ. Νατσούλης ὁ κ. Πολυζωγόπουλος ἦτο Ὑπουργός.....
§47Σ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤμην Ὑπουργὸς τῶν 3Τ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνιῶν, τότε ἦτο ἀνεξάρτητον Ὑπουργεῖον.
§48Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Ἐν πάσει περιπτώσει ἡ ποινικὴ δίωξις εἶναι ἄγνωστον πότε θὰ τελειώσῃ καὶ ἐὰν δὲν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸν θέσω εἰς διαθεσιμότητα. Ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου δέχομαι νὰ περιορισθῶ μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Συγκοινωνιῶν καὶ παρακαλῶ νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον.
§49Σ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι ποίου χρόνου θὰ παρατείνεται ἡ διαθεσιμότης καὶ ποία θὰ εἶναι ἡ μισθοδοσία.
§50Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Ἐν ᾗ περιπτώσει ἀθωωθῇ θὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς ἄλλην θέσιν. Τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Πολυζωγοπούλου τὴν δέχομαι, νὰ γίνῃ ἀντὶ τῶν Διευθυντῶν τῶν Γενικῶν Διευθυντῶν.
§51Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ τὴν τελευταίαν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἐκάματε νὰ περιορισθῇ ἡ ἔκτασις τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, νὰ μὴ ἔχῃ αὐτὴν τὴν γενικὴν ἔκτασιν.
§52Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Ἐγὼ θέλω νὰ διευκολύνω ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρόσωπον καὶ παρακαλῶ νὰ τὴν ἐγκρίνετε.
§53Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ἀπολύτως τὴν ἔγκρισιν, ὑπὸ τὸν περιορισμὸν αὐτόν.
§54Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφ’ ἧς στιγμῆς συνεφωνήσαμεν ἐπὶ ἑνὸς προσωπικοῦ ζητήματος καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ ὑπάρξῃ οὐδεμία ἀμφιβολία ἐπὶ τοῦ γεγονότος, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει σχέσις μὲ οἱαδήποτε πρόσωπα, διότι ἡμεῖς ἱστάμεθα μόνον ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἀρχῆς, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω τοῦτο: ὅτι εἶναι ἡ τρίτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἴδιος Ὑπουργὸς ἐμφανίζει νομοσχέδια εἰς τὴν Βουλήν, τὰ ὁποῖα ἔχουν εὐρυτάτην σημασίαν, θίγοντα αὐτὰς τὰς διοικητικὰς βάσεις τοῦ τόπου αὐτοῦ, νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἄγονται ἀπὸ καθαρῶς προσωπικοὺς λόγους καὶ ἀποβλέπουν εἰς πρόσωπα. Ἄλλοτε εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν εἰς ἀνάλογον περίπτωσιν, ὅτι πρόκειται περὶ προσώπου, τὸ ὁποῖον τιμῶμεν καὶ σήμερον, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πρόκειται περὶ προσώπου, τὸ ὁποῖον ἀγνοοῦμεν. Ἐπαναλαμβάνω λοιπόν, ὅτι βλέπομεν τὸν ἴδιον Ὑπουργὸν ἐπὶ θεμάτων ὑπαλληλικῶν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος μεταβάλλουν εἰς διατάξεις καθαρῶς προσωπικάς. Εἶναι ἡ δευτέρα ἢ μᾶλλον ἡ τρίτη βολή, ἡ ὁποία ρίπτεται κατὰ τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος, ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Συγκοινωνιῶν. Νομίζω, ὅτι θὰ εἶναι ἡ χαριστικὴ βολὴ κατὰ τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος. Ὑπενθυμίζω, κύριοι συνάδελφοι, πῶς ἐδέχθημεν Ὑπαλληλικὸν Κώδικα καὶ πῶς ἡ Βουλὴ σύσσωμος τὸν ἐχειροκρότησεν καὶ πῶς ὅλοι ἐστηρίξαμεν μεγάλας ἐλπίδας ἐπὶ τούτου. Ἐὰν ὅμως κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, προχωρήσωμεν εἰς τὸ μέλλον, μὴ ἔχετε οὐδεμίαν ἐλπίδα, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ βελτίωσίς τις εἰς τὴν διοίκησιν. Εἶναι δὲ ὁ σύμβουλος, τὸν ὁποῖον μετεκαλέσατε ἐξ Ἀμερικῆς, ὁ ὁποῖος μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχῃ οὐδὲν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἠμπορῇ νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὸν τόπον αὐτόν, χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ προηγουμένως διοικητικὴ ἀναδιοργάνωσις; Καὶ ἐρωτῶ: πῶς ἠμποροῦν αὐταὶ αἱ εἰσηγήσεις τοῦ κ. Βαρβαρέσσου νὰ συμβιβασθοῦν μὲ τοιαύτης φύσεως νομοσχέδια; Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Συγκοινωνιῶν: δὲν σᾶς δίδουν τὰ ἀπαιτούμενα δικαιώματα οἱ ὑφιστάμενοι νόμοι, ὥστε νὰ ἀναγκάζεσθε νὰ προσφεύγετε εἰς τοιαῦτα προσωπικὰ νομοθετήματα καὶ μάλιστα ἐπὶ θεμάτων ὅπως λέγετε, ἠθικῆς τάξεως; Καὶ ἐρωτῶ ἀκόμη: τὸ Α.Σ.Δ.Υ., τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν γνωστὸν τρόπον ἐγνωμοδότησε, καὶ αὐτὸ ἐμπνέεται ἀπὸ ἀρχὰς ἀνηθικότητος, ὥστε νὰ μὴν ἀντιληφθῇ τὰ βαθύτερα ἠθικὰ ἐλατήρια, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὑμεῖς ὁρμᾶσθε; Κύριε Ὑπουργέ, θὰ ἐπροτιμούσαμεν νὰ μᾶς φέρετε γενικῆς φύσεως διατάξεις, ἐφ’ ὅσον ὅλοι διαπιστώνομεν, ὅτι ὁ Κῶδιξ εἰς ὡρισμένα σημεῖα δὲν εἶναι ἐπαρκὴς καὶ κατ’ ἀκολουθίαν δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἔχῃ ἐλλείψεις καὶ μειονεκτήματα. Ἀλλά, ἐὰν ἐξακολουθήσετε νὰ μᾶς φέρετε τοιαύτης φύσεως προσωπικὰ νομοσχέδια, πρέπει νὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου ὅλαι αἱ ἐλπίδες, τὰς ὁποίας ἐστηρίξαμεν, θὰ καταρρεύσουν. Θὰ ἤθελον νά εἶναι παρὼν ἐδῶ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος προχθὲς ἀκριβῶς ἔλεγε πρὸς τὸν τύπον, μετὰ τὴν ἔκκλησιν τοῦ κ. Βαρβαρέσσου, ὅτι τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεώς του εἶναι ἡ βαθμιαία ἀναδιοργάνωσις καὶ ἐξυγίανσις τῶν διοικητικῶν ὑπηρεσιῶν, θὰ ἤθελον νὰ εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἴδῃ πῶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν σκέπτεται νὰ ἀνορθώσῃ καὶ ἀναδιοργανώσῃ τὰς ὑπηρεσίας. Αὐτὸς εἶναι ὁ φόβος μου, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ὀφείλομεν σήμερον εἰς μίαν Βουλήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐκπροσωποῦνται ὅλαι αἱ παρατάξεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἐχειροκρότησαν ὁμοφώνως τὸν Ὑπαλληλικὸν Κώδικα, νὰ σταθῶμεν ἐπὶ τέλους ἀντιμέτωποι εἰς τοὺς κ. κ. Ὑπουργούς, ὅταν μᾶς φέρουν τοιαύτης φύσεως νομοσχέδια καὶ νὰ ζητήσωμεν μίαν ἐπανεξέτασιν τοῦ Κώδικος, νὰ ζητήσωμεν γενικὰς διατάξεις καὶ νὰ εὑρεθῶμεν σύμφωνοι νὰ τὰς ἀποδεχθῶμεν. Ἀλλά, ἐὰν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον προχωρήσωμεν εἴτε σεῖς σήμερον, εἴτε ἡμεῖς αὔριον, ἐὰν ἀκολουθοῦμεν τὸν δρόμον αὐτὸν τῶν προσωπικῶν διατάξεων, θὰ εὑρεθῶμεν ὅλοι εἰς τὴν ἀνάγκην ὑπὸ τὰς γνωστὰς πιέσεις, ἄλλοτε νὰ εὐνοοῦμεν καὶ ἄλλοτε, ἀντιθέτως, νὰ καταδιώκωμεν ὡρισμένα πρόσωπα καὶ θὰ ὁδεύσωμεν τοιουτοτρόπως πρὸς τὴν πλήρη κατάλυσιν καὶ τῶν τελευταίων ἰχνῶν τάξεως καὶ εὐπρεπείας ποὺ ἔμειναν εἰς τὴν διοίκησιν. Καὶ ἐν ὀνόματι αὐτῆς τῆς ἀρχῆς ἤθελον νὰ ἀκουσθῇ ἡ φωνὴ ἡμῶν. Διότι, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ψηφισθοῦν τοιαῦτα νομοσχέδια, χωρὶς νὰ ἀκουσθῇ μία φωνὴ διαμαρτυρίας ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐχειροκρότησε σύσσωμος καὶ μὲ ἐνθουσιασμόν, πρὸ ὀλίγων ἀκόμη μηνῶν, τὴν ψήφισιν τοῦ ὑπαλληλικοῦ κώδικος (Χειροκροτήματα).
§55Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Ἡμεῖς εἴμεθα θιασῶται τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος. Ἀλλὰ αἱ διατάξεις τοῦ Κώδικος δὲν ἐτέθησαν εἰς ἐφαρμογήν. Ἔχουν ἀνασταλεῖ.
§56Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀρνηθῆτε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, προκειμένου νὰ τοποθετήσῃ εἰς μίαν θέσιν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο τόσος θόρυβος, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀρνηθῆτε τὸ δικαίωμα νὰ τοποθετήσῃ ἕναν ἄνθρωπον τῆς ἐμπιστοσύνης του. Γνωρίζετε πόσος θόρυβος ἐδημιουργήθη διὰ τὸ ζήτημα τῶν ἀδειῶν τῶν αὐτοκινήτων.
§57Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναφέρατε τὸ θέμα εἰς τὰ αὐτοκίνητα. Δὲν εἶναι ἐκεῖ.
§58Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλήσω δι’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἦτο Διευθυντής. Λέγω τοῦτο: Ἐπειδὴ ἔγινε μεγάλως θόρυβος, δὲν γνωρίζω ἐὰν δικαίως ἢ ἀδίκως...
§59Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει.
§60Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν ἔχει καθῆκον καὶ ἀπέναντι τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ ἀπέναντι τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νὰ τοποθετήσῃ εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν ἕναν ἄνθρωπον τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης του. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ ὁποιοσδήποτε διευθυντὴς εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν καὶ νὰ εὑρεθῇ ὁ κ. συνάδελφος ἐκτεθειμένος, ὅτι ἐχορήγει ἀδείας παρανόμως. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ μὴ δεχθῇ τὸ δικαίωμα αὐτὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, νὰ τοποθετήσῃ ἕναν ἄνθρωπον τῆς ἐμπιστοσύνης του. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα, κύριοι συνάδελφοι καὶ τίποτε ἄλλο.
§61Κ. ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπορῶ πῶς ἡ ἀντιπολίτευσις ὑπεραμύνεται τῶν θεσμῶν τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος, ἀπορῶ, λέγω, πῶς τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδέχθη νὰ περιορίσῃ τὸ νομοσχέδιον μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνιῶν καὶ ἐξακολουθεῖ πάλιν νὰ ἐπιμένῃ καὶ νὰ ὑπεραμύνεται τοῦ προσώπου αὐτοῦ.
§62Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐμείναμεν σύμφωνοι ἐπ’ αὐτοῦ.
§63Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐμείναμεν σύμφωνοι μὲ τὸν κύριον Ὑπουργόν.
§64Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συνεφωνήσαμεν εἰς ὡρισμένας διατυπώσεις.
§65Ι. ΓΙΑΝΝΙΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὴν στιγμὴν αὐτὴν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀπαρτίζομεν τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, προσβλέπομεν μετὰ πεποιθήσεως εἰς τὴν σκέψιν, ὅτι πρέπει νὰ ἀρχίσῃ ὁ ἠθικὸς καθαρμὸς εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὅλοι, ἀνεξαρτήτως κομματικῆς τοποθετήσεως καὶ κομματικῆς ἀποχρώσεως, ἐξηγγείλαμεν εἰς τὰ προγράμματά μας, ὅτι ἐπιθυμοῦμεν τὴν ἀλλαγήν, ἐπιθυμοῦμεν μίαν νέαν ζωὴν ἠθικωτέραν εἰς τὴν Πατρίδα μας. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ αὐτὴ ἡ ζωή, κύριε Πρόεδρε καὶ κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν εἷς ὑπάλληλος ὑπὸ κατηγορίαν ἢ πολλαὶ ὑπάλληλοι ὑπὸ κατηγορίαν, ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπανέρχωνται εἰς τὰς θέσεις των καὶ ἡ κοινὴ συνείδησις νὰ τοὺς θεωρῇ, ὅτι τοὐλάχιστον δὲν ἦσαν ξένοι συναλλαγῆς, πῶς εἶναι δυνατόν, κύριοι, νὰ μὴν ὑπάρχῃ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι τρόπον τινὰ ἡ Δαμόκλειος σπάθη ἐπάνω εἰς τὸ κεφάλι ἑνὸς ὑπαλλήλου, τοῦ ὁποίου ἡ ψυχὴ εἰς τὸ παρελθὸν ἐκάμφθη, λόγῳ τῶν περιστάσεων καὶ ἔχει ἐμφιλοχωρήσει εἰς τὴν συνείδησίν του ἡ σκέψις τῆς συναλλαγῆς. Διὰ νὰ γίνουν ἀντιληπτά, κύριοι, αὐτὰ ποὺ σᾶς λέγω, πρέπει νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψει σας τὸ ἑξῆς παράδειγμα, ποὺ ἔγινεν εἰς χωρίον μας. Ἦλθεν ὁ Διοικητὴς τῆς Χωροφυλακῆς, ὁ ὁποῖος ἀσκεῖ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ εἶναι, λέγει, αὐστηρὸς καὶ πρέπει νὰ προσέξωμεν. Αὐτὸ τὸ λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν ποῖοι; μόνον οἱ ἔνοχοι καὶ οἱ ἐγκληματίαι. Ὁ πολίτης ὁ τίμιος, ὁ ὁποῖος ζῇ τὴν ἔννομον τῆς Πατρίδος ζωήν, δὲν ἐνδιαφέρεται ἐὰν ὁ Διοικητὴς τῆς Χωροφυλακῆς εἶναι πρόσωπον αὐστηρὸν ἢ πρόσωπον ἐπιεικές. Συνεπῶς καὶ ἡμεῖς καὶ ὁ ὑπαλληλικὸς κόσμος, ἀλλὰ καὶ τὰ κόμματα δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀνησυχήσωμεν, διότι ἕνα νομοσχέδιον εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπειλήσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ καμφθοῦν ὑπηρεσιακῶς. Θὰ ἀνήκῃ λοιπὸν ἡ τιμὴ εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Συγκοινωνιῶν καὶ εἰς τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία θὰ κάμῃ ἀπαρχὴν ψηφίσεως νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὁπωσδήποτε θὰ τείνουν νὰ ἐξυγιάνουν τὸν δημοσιοϋπαλληλικὸν κόσμον. Κατὰ ταῦτα, νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι πρέπει τὸ νομοσχέδιον νὰ ψηφισθῇ, διότι κινεῖται ἀπὸ ἐλατήρια, ἠθικοῦ καθαρμοῦ τοῦ δημοσιοϋπαλληλικοῦ κόσμου.
§66Ε. ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς ἔχει ἀντίρρησιν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ληφθοῦν μέτρα κατὰ τῆς κακοηθείας. Ἀντιθέτως, ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς ἰδικῆς μας, ἐξεκινήσαμε μὲ αὐτὸν τὸν ἀντικειμενικὸν σκοπόν. Πλὴν ὅμως, δὲν σημαίνει ὅτι πατάσσοντες τὴν κακοήθειαν θὰ πρέπει νὰ δημιουργήσωμεν νέα δεινὰ εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Λαμβανομένης δὲ ὑπ’ ὄψιν τῆς ὑφισταμένης ἀπεργίας, δηλαδὴ τῆς ἀγανακτήσεως τῶν καταδικασμένων εἰς τὸν ἐκ πείνης θάνατον δημοσίων ὑπαλλήλων. (Φωναὶ καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§67Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Διαμαρτύρομαι, κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λέγωνται ἀπὸ συνάδελφον πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐνισχύουν τὴν ἀπεργίαν ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Ἔθνους.
§68Ε. ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁμιλῶ ἐγώ. Παρακαλῶ, ὅπως ἡμεῖς σᾶς σεβόμεθα ὅταν ὁμιλῆτε, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον νὰ σέβεσθε καὶ σεῖς ἡμᾶς.
§69Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς φράσεως τὴν ὁποίαν εἴπατε, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπεργίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Καὶ σᾶς ἐφιστῶ ἐπ’ αὐτοῦ τὴν προσοχήν σας.
§70Ε. ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ποῖον σημεῖον κ. Ὑπουργέ;
§71Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος δὲν ὡμίλησε ὑπὲρ τῆς ἀπεργίας. Ὁ κ. συνάδελφος εἶπε, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀπεργίαν τῶν ἐκτεθειμένων εἰς τόσα βάσανα...... (Φωναί, διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Κύριοι συνάδελφοι, βλέπετε, ὅτι ἐγείρομαι διὰ νὰ δώσω τέρμα εἰς τὴν ἀρξαμένην συζήτησιν. Ἑπομένως, σεῖς, Κυβερνητικοὶ Βουλευταί, μὴ προσπαθῆτε νὰ δώσετε εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεκταθῇ ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἡ Ἀντιπολίτευσις σιωπᾷ ἐπὶ τοῦ θέματος, σεβομένη τὴν κρισιμότητα τῶν περιστάσεων. (Χειροκροτήματα ἐξ ὅλων τῶν πλευρῶν).
§72Ε. ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰ ὅσα ἐλέχθησαν ἀπὸ τὴν ἡγεσίαν, νομίζω ὅτι δὲν δύναμαι νὰ συνεχίσω.
§73Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἤκουσα μετὰ μεγάλης προσοχῆς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Συγκοινωνιῶν καὶ μετὰ τὴν κατάληξιν τῆς ὁμιλίας του, ὅταν ἀπεδέχθη τὴν τροπολογίαν, μοῦ γεννᾶται εὐλόγως ἡ ἀπορία, διὰ ποῖον λόγον ἐπὶ τρεῖς συνεχῶς συνεδριάσεις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς δὲν εἶχε γίνει δεκτὴ ἡ δική μας λύσις, ἡ ὁποία ἦτο ταυτόσημος καὶ ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω, ὅτι ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ποὺ κατετέθη τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ θέσις ἡμῶν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ εἶτα εἰς τὸ Σῶμα ἦτο σαφής. Δὲν ἐνδιαφερόμεθα ποσῶς διὰ τὸ πρόσωπον, ἀλλὰ θέλομεν νὰ μὴ πάρῃ τόσον μεγάλην ἔκτασιν τὸ νομοσχέδιον, ὅσον τὸ ἀρχικῶς διατυπωθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Συγκοινωνιῶν. Σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν—καὶ ὡς εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς—εἶμαι ἐξαιρετικὰ εὐχαριστημένος διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδέχθη τελικῶς τὴν ἄποψίν μας. (Χειροκροτήματα).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, κάμνει δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐτροποποιήθη;
§75ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Α. Ν. 120]1936 «περὶ θέσεως εἰς διαθεσιμότητα δημοσίων λειτουργῶν κ.λ.π.».
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νόμου 1597/50 «περὶ διαλύσεως τῶν εἰς τὰς Ἰονίους Νήσους ὑφισταμένων ἀγροληψιῶν». Ὑπεβλήθη πρότασις ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ κεκανονισμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν ὅπως τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον μὴ συζητηθῇ εἰς μόνην συζήτησιν ἀλλ’ ἀκολουθήσῃ τὴν τακτικὴν διαδικασίαν. Κατόπιν τῆς νομοτύπως διατυπωθείσης ἀντιρρήσεως τὸ νομοσχέδιον θὰ ἀκολουθήσῃ τὴν τακτικὴν διαδικασίαν. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Ε. Μπακλατζῆς).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ νόμου 1597]50 «περὶ διαλύσεως τῶν εἰς τὰς Ἰονίους Νήσους ὑφισταμένων ἀγροληψιῶν». Ὁ κ. Ε. Δενδρινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§79Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὴν 21ην Δεκεμβρίου 1950 ἐψηφίσθη εἰς τὴν Βουλὴν ὁ νόμος 1597 περὶ διαλύσεως τῶν ἀγροληψιῶν εἰς τὰς Ἰονίους Νήσους. Διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἐνομίσαμεν ὅλοι οἱ βουλευταί, οἱ εὑρισκόμενοι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτι ἡ καταθλιπτικὴ κατάστασις τῶν ἀγροληψιῶν θὰ ἐτερματίζετο. Δυστυχῶς, ὅμως, λόγῳ τοῦ ὅτι δὲν εἶχε ψηφισθῆ τὸ Σύνταγμα, ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶχε μερικὰς ἀτελείας καὶ ἐπανέρχεται ἐκ νέου ἐνώπιον ἡμῶν. Θὰ ἤθελα νὰ διαφωτίσω τὴν Βουλὴν διὰ τὸν ὅρον «ἀγροληψία». «Ἀγροληψία», κατὰ τὸν Ἰόνιον Κώδικα, εἶναι ἕνα συμβόλαιον διηνεκές, ποὺ συνάπτεται μεταξὺ ἀγροδοτῶν καὶ ἀγροληπτῶν. Διὰ τοῦ συμβολαίου αὐτοῦ οἱ ἀγροδόται, οἱ φεουδάρχαι μᾶλλον, παραχωροῦσαν κτήματα ἀκαλλιέργητα εἰς τοὺς κολλήγους κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς Ἑνετοκρατίας, ὑπὸ τὰς ἑξῆς συμφωνίας: Συνήπτετο ἕνα συμβόλαιον καὶ ὁ μὲν ἀγροδότης ἦτο ἐκεῖνος ποὺ κατεῖχε τὴν γῆν. Ὁ ἀγρολήπτης, ἦτο ἐκεῖνος ποὺ παρελάμβανε τὸ κτῆμα ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτην διὰ νὰ τὸ φυτεύσῃ, νὰ τὸ ἀξιοποιήσῃ καὶ ἐκ τῆς ἀξιοποιήσεως αὐτοῦ καὶ τῆς παραγωγῆς του ἐλάμβανεν ὁ μὲν ἀγροδότης τὸ 60% τῆς συγκομιδῆς. Ἴσχυον, κύριοι συνάδελφοι, τότε, τὰ λεγόμενα «πεντάρικα» εἰς τὴν Κεφαλληνίαν καὶ τὰς ἄλλας Νήσους καὶ ἔπαιρναν τρία «μερδικὰ» οἱ ἰδιοκτῆται τῆς γῆς καὶ δύο μερίδια οἱ ἀγρόται. Τὸ 60% τὸ ὁποῖον παρελάμβανεν ὁ κτηματίας, ἦτο ὑποχρεωμένος ὁ ἀγρολήπτης νὰ τοῦ τὸ μεταφέρῃ διὰ μεταφορικῶν μέσων τοῦ ἀγροδότου εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἀγρολήπτου. Ἐκτὸς τοῦ ποσοστοῦ αὐτοῦ, ἦτο ὑποχρεωμένος ὁ ἀγρολήπτης, ἀπὸ τὸν ὀρνιθῶνα ποὺ διατηροῦσεν εἰς τὸ κτῆμα, νὰ πηγαίνῃ εἰς τὸν ἀγροδότην, κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους καὶ διάφορα φιλοδωρήματα. Τὸ συμβόλαιον αὐτό, ἐπαναλαμβάνω, ἦτο διηνεκές. Δὲν εἶχε δικαίωμα ὁ ἀγρολήπτης νὰ μεταβιβάσῃ τὰ δικαιώματά του εἰς ἕτερον. Ἔπρεπε νὰ πηγαίνῃ ἀπὸ τὸν ἴδιον στὸ παιδί του, καὶ ἀπὸ τὸ παιδί του στὸν ἔγγονό του καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Ἠμποροῦσε, ὅμως, νὰ τὸ δώσῃ προῖκα, κατόπιν συγκαταθέσεως τοῦ ἀγροδότου. Ἐὰν ὁ ἀγρολήπτης δὲν καλλιεργοῦσεν, ὅπως ἐνόμιζεν ὁ ἀγροδότης, τὸ κτῆμα, εἶχε τὸ δικαίωμα, διὰ τοῦ Ἀστικοῦ Ἰονίου Κώδικος, νὰ τὸν ἐξώσῃ. Καὶ ἐνῷ παρελάμβανε τὸ κτῆμα χέρσον, τὸ καλλιεργοῦσε, τὸ ἐφύτευε καὶ μετὰ πάροδον πολλῶν ἐτῶν, ἠμποροῦσε νὰ εὑρεθῇ εἰς τὸν δρόμον. Αὐτὴ ἡ κατάστασις, ἦτο καταθλιπτικὴ διὰ τὰς Ἰονίους Νήσους καὶ δὲν γνωρίζω πῶς ἦτο καὶ ἀνεκτὴ μέχρι σήμερον, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἰς τὰς Ἰονίους Νήσους ὑπάρχει ἕνας πολιτισμὸς ὁ ὁποῖος διὰ τῆς σχέσεως αὐτῆς τῆς ἀγροληπτικῆς ἐμειοῦτο καὶ ἠμπορεῖ νὰ πῇ κανεὶς ὅτι ἡ σχέσις αὐτή, κατεξηυτέλιζε τὴν ἀνθρωπίνην ὕπαρξιν καὶ τὴν ἀνθρωπίνην ἐλευθερίαν. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι καιρὸς νὰ παύσῃ νὰ ὑφίσταται αὐτὴ ἡ φοβερὰ κατάστασις. Διότι, ἐκτὸς τοῦ ὅτι κρατεῖ ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν τοὺς ἀγρότας ἐν ἐξεγέρσει, ἀπὸ τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος, ἐν ἔτει 1864, ἤρχισαν αἱ διαμαρτυρίαι, τὰ συλλαλητήρια καὶ αἱ ἐπαναστάσεις καί, ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ κανείς, αὐτὸ συνεχίζεται ἔκτοτε, μέχρι σήμερον. Τὸ 1925 ἐλύθη τὸ ἀγροληπτικὸν ζήτημα εἰς τὴν Κέρκυραν καὶ τὴν Ζάκυνθον. Ἐτέθησαν αἱ βάσεις τὸ 1912 καὶ τὸ 1925 ἐλύθη.
§80Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἤθελον νὰ κάμω μίαν διευκρίνησιν. Ἀπόψε δὲν συζητοῦμεν τὸν νόμον «περὶ ἀγροληψίας». Τὸν νόμον αὐτὸν τὸν ἐψήφισεν ἡ παρελθοῦσα Βουλή. Σήμερον, τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον, ἀφορᾷ λεπτομερειακὰ τινὰ θέματα, προκύψαντα ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἀρχικοῦ νόμου. Θὰ παρεκάλουν, λοιπόν, νὰ μὴ ἐπανερχώμεθα εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου αὐτοῦ τοῦ ψηφισθέντος καὶ ἰσχύοντος καὶ νὰ ἀσχοληθῶμεν μὲ τὸ ἀποψινὸν νομοσχέδιον.
§81Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ἔχετε δίκαιον. Ἀλλὰ θέλω νὰ διαφωτισθῇ ἡ Βουλή, διότι πολλοὶ ἐκ τῶν ἀξιοτίμων κ. κ. συναδέλφων, δὲν ἦσαν τὸ 1950 εἰς τὴν Βουλήν, ὅταν ἐψηφίσθη ὁ νόμος. Καί, νομίζω, ὅτι εἶναι ἐνδιαφέρον τὸ ζήτημα αὐτό. Ἐλύθη, λοιπόν, τὸ ζήτημα, τὸ 1925. Ὄντως τὸ παραχωρηθὲν ποσοστὸν πρὸς τοὺς ἀγρολήπτας ἦτο μικρόν, ἀλλά, διὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἴσως, ἱκανοποιητικόν. Σήμερον, αἱ ἀξιώσεις τοῦ κόσμου, εἶναι μεγαλείτεραι. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐτερματίσθη μία κατάστασις. Εἰς τὴν Κεφαλληνίαν δυστυχῶς καὶ τὴν Λευκάδα, κατωρθώσαμεν νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐν ἔτει 1950, ἀλλὰ ὄχι ὁριστικῶς, διότι, ἐπαναλαμβάνω, λόγῳ τοῦ ὅτι δὲν ἐψήφισε τὸ Σύνταγμα, ἡ Βουλὴ τοῦ 1946–50, ὑπῆρχον ἐμπόδια, διὰ τὴν ὁριστικὴν λύσιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος καὶ διὰ τοῦτο, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, ἀναγκάζεται, σήμερον νὰ φέρῃ νομοθέτημα διὰ τὴν τροποποίησιν ὡρισμένων ἄρθρων τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου τοῦ 1950. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἰς τὸ νομοθέτημα τοῦ 1950 ἔγιναν καὶ μερικὰ σφάλματα καὶ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὰ σφάλματα αὐτὰ πρέπει νὰ ἐπανορθωθοῦν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας νὰ προσέξῃ αὐτὸ τὸ θέμα. Τὸ 1950 ἔγινε τὸ σφάλμα εἰς τὸ ἄρθρον 8 νὰ θέσωμεν μίαν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν συνέταξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ἀπουσιάζων κ. Χαζηγιάννης, καὶ διὰ τῆς τροπολογίας αὐτῆς, συντελοῦντος καὶ τοῦ ἑαυτοῦ μου λέγομεν, ὅτι ὅσα ἀγροληπτικὰ κτήματα εἶναι κάτω τῶν 10 στρεμμάτων νὰ περιέρχωνται ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τοὺς ἀγρολήπτας. Τοῦτο τὸ εἴπομεν τότε διότι ἐκινήθημεν ἀπὸ τὴν σκέψιν, ὅτι ἐφόσον ὑπάρχουν κτήματα κάτω τῶν 10 στρεμμάτων καὶ ὁ ἀγροδότης δὲν τὰ καλλιεργεῖ, ἔγινεν ἡ σκέψις, ὅτι δὲν ἦτο πραγματικὸς ἀγρότης καὶ ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ παραχωρηθοῦν τὰ 10 αὐτὰ στρέμματα εἰς τὸν πραγματικὸν ἀγρότην, τὸν ἀγρολήπτην. Τί συμβαίνει ὅμως εἰς τὰς Ἰονίους Νήσους· ὑπάρχουν ἀγροδόται ποὺ ἔχουν κτήματα 200 στρεμμάτων. Αὐτὸ τὸ κτῆμα τὸ ἔχει διανείμει σὲ 20, σὲ 30 ἀγρολήπτας, δηλαδὴ ὁ ἕνας ἔχει 10, ὁ ἄλλος ἔχει 8, ὁ ἄλλος 5 κ.ο.κ. Διὰ τῆς τροπολογίας τοῦ ἄρθρου 8 περιέρχωνται τὰ κτήματα κάτω τῶν 10 στρεμμάτων ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὸν ἀγρολήπτην. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὁ ἀγροδότης χάνει ὁλόκληρον τὸ κτῆμα τῶν 200 στρεμμάτων. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθόν. Πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι ἡ Βουλὴ τοῦ 1952 δὲν δικαιοῦται νὰ βαδίζῃ ὅπως ἐβάδιζον αἱ Βουλαὶ τῶν παρελθόντων ἐτῶν, πρέπει φύσει καὶ θέσει νὰ εἴμεθα προοδευτικώτεροι. Ἀλλὰ δὲν ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο νὰ πάρωμεν τελείως τὴν γῆν ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ νὰ τὴν παραχωρήσωμεν εἰς τοὺς ἀκτήμονας. Ἄλλωστε τὰ κτήματα αὐτὰ ποὺ κατέχουν οἱ ἀγροδόται εἰς τὴν Κεφαλληνίαν δὲν εἶναι τόσον πολὺ μεγάλα, ἐὰν ἐξαιρέσωμεν τὰ Μοναστηριακά, καὶ δὲν εἶναι σκόπιμον νὰ τοὺς θεωρήσωμεν φεουδάρχας μεγάλης ὁλκῆς. Διὰ νὰ εἴμεθα ἀντικειμενικοὶ καὶ δίκαιοι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀφαιρέσωμεν ἕνα κτῆμα 200 στρεμμάτων ἀπὸ τὸν ἀγροδότην παραχωροῦντες αὐτὰ εἰς τοὺς ἀγρολήπτας καὶ νὰ κάμωμεν δυστυχεῖς καὶ τοὺς ἀγρολήπτας καὶ τὸν ἀγροδότην, διότι πάλιν δημιουργεῖται μία ἀνισότης. Χρειάζεται νὰ τροποποιηθῇ, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Γεωργίας, τὸ ἄρθρον 8 καὶ πρέπει ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς νὰ εἴπωμεν, ὅτι αἱ ἀγροτικαὶ σχέσεις μεταξὺ ἀγροδοτῶν καὶ ἀγροληπτῶν διαλύονται ὁριστικῶς ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου ἄνευ δικαστηρίων, διότι οἱ ἀγρολῆπται δὲν ἔχουν τὰ μέσα νὰ τοὺς τραβοῦν οἱ ἀγροδόται εἰς τὰ δικαστήρια, νὰ ἔχωμεν ἀποφάσεις κλπ. Μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος πρέπει ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς, εἶναι μία ἄποψις τὴν ὁποίαν δέχονται καὶ οἱ ἀγροδόται, νὰ μοιρασθοῦν ὁριστικῶς τὰ 50% εἰς ἀγροδότας καὶ τὰ 50% εἰς τοὺς ἀγρολήπτας καὶ νὰ τερματισθῇ μία καταθλιπτικὴ κατάστασις, ἡ ὁποία ἤρχισε περίπου πρὸ 300 ἐτῶν. Ὅπως σᾶς εἶπον, κύριε Ὑπουργέ, οἱ πλεῖστοι τῶν ἀγροδοτῶν ἔχουν χωρίσει τὰ κτήματά των εἰς πολλὰ μερίδια. Διὰ τοῦ ἄρθρου 8 παίρνομεν ὁλόκληρον τὸ κτῆμα ἀπὸ τὸν ἀγροδότην.
§82Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἡ ἄποψίς σας εἶναι προκειμένου περὶ ἑνὸς κτήματος, τὸ ὁποῖον ἔχει χωρισθῇ εἰς 25 τμήματα νὰ πάρῃ ὁ ἀγροδότης τὸ ½ ἀπὸ τὸ κάθε ἕνα;
§83Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Βεβαίως. Ἐγὼ ὁ ὁποῖος ἔχω 10 στρέμματα καὶ τὰ ἐργάζομαι, τὰ εὑρῆκα ἀπὸ τὸν πατέρα μου, ἐὰν πάρω ἀπὸ 10 στρέμματα τὰ 5 ἱκανοποιοῦμαι. Θὰ μοῦ εἴπητε, ὅτι τότε ὁ ἀγροδότης θὰ κρατήσῃ πάλι 100 στρέμματα.
§84Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Σήμερον ἐδέχθην μίαν Ἐπιτροπὴν ἀγροδοτῶν, ἡ ἄποψις καὶ τὸ αἴτημά των δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ λέγετε σεῖς. Εἶπον τὸ ἑξῆς: προκειμένου περὶ ἀπαλλοτριώσεως ἀφήνουν 250, ὀρθὸν νὰ ἀφήσετε εἰς ἡμᾶς τουλάχιστον 10 στρέμματα. Αὐτοὶ οἱ ἴδιοι περιορίζουν τὸ αἴτημά των εἰς ποσὸν τῶν 10 στρεμμάτων. Ἀλλὰ ὅπως τὸ ὑποστηρίζετε, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὸν ἀγροδότην 100 στρέμματα. Οὔτε οἱ ἴδιοι τὸ ζητοῦν αὐτό.
§85Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἔχουν διαφορετικὰς ἀντιλήψεις. Δὲν θὰ ἀντελήφθητε καλὰ τί ἐζήτησαν.
§86Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἦτο ἐπὶ κεφαλῆς των ἕνας πρώην ἀνώτερος Δικαστικός.
§87ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν τὸ προσέξατε καλά.
§88Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Μοῦ εἶπον ἔχομεν 10 στρέμματα εἰς τὴν Πατρίδα. Μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 8 μᾶς πέρνετε τὰ 10 στρέμματα. Αὐτὰ τὰ ὀλίγα στρέμματα εἶναι ὁ μόνος αἰσθηματικὸς δεσμὸς μὲ τὴν Πατρίδα μας. Ἀφήσατε νὰ ἔχωμεν 10 στρέμματα εἰς τὴν Πατρίδα μας.
§89Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον οἱ ἀγροδόται καὶ ἀγρολῆπται νὰ μοιράσουν ἐξ ἡμισείας τὸ ἀγροληπτούμενον κτῆμα. Λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ἐὰν ἕνα κτῆμα εἶναι 200 στρεμμάτων καὶ θὰ μείνουν τὰ 100, τὰ στρέμματα αὐτὰ δὲν ἀνήκουν μόνον σὲ ἕνα ἄτομον ἀλλὰ σὲ 5, 6 ἀδελφοὺς καί, περίπου, θὰ μείνουν εἰς ἕκαστον ἀδελφὸν 15 στρέμματα. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξαιρεθῇ καὶ ἡ Κεφαλληνία καὶ γενικῶς οἱ Ἰόνιοι Νῆσοι ἀπὸ τὸν νόμον τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Εἶναι ἕτερον ἑκάτερον. Ἄλλο τὸ ἀγροληπτικὸν καὶ ἄλλο ὁ νόμος τῶν ἀπαλλοτριώσεων. Εἰς τὸν γενικὸν νόμον τῆς ἀπαλλοτριώσεως θὰ ὑπαχθοῦν καὶ οἱ Ἰόνιοι Νῆσοι, ἂν καὶ εἰς τὴν Κεφαλληνίαν δὲν ἔχομεν τόσο μεγάλα κτήματα, ὅπως θὰ ὑπαχθῇ καὶ ὅλη ἡ ἄλλη Ἑλλὰς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις, ἀλλὰ ὁ νόμος τῆς ἀγροληψίας καὶ ἡ ὑπόθεσις ἡ ἀγροληπτική, εἶναι μία ὑπόθεσις ἰδιαζούσης μορφῆς ποὺ ὑφίστανται εἰς τὰς Ἰονίους Νήσους. Ἐὰν θέλωμεν νὰ τὰ ἀπαλλοτριώσωμεν ἕτερον ἑκάτερον. Καὶ θέλομεν νὰ τὸ λύσωμεν. Ἕτερον, ἑκάτερον αὐτὸ ποὺ λέγετε κύριε συνάδελφε.
§90Θ. ΦΡΟΝΙΜΟΣ. Μέσα στὸ γενικὸ νόμο θὰ ὑπαχθοῦν ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἀνεξαιρέτως. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις.
§91Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Νομίζω, λοιπόν, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως. Διότι ἐκπροσωπῶ καὶ τὴν γνώμην τῶν ἀγροληπτῶν καὶ τῶν ἀγροδοτῶν, διότι καὶ τὰς δύο πλευρὰς τὰς εἶδα καὶ εἶναι ἀπολύτως ἱκανοποιημέναι καὶ συμφωνοῦν εἰς τὸ νὰ χωρισθοῦν ἐξ ἡμισείας. Ἀλλὰ θὰ παρεκάλουν καὶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἡ τροποποίησις αὐτὴ νὰ γίνῃ κατὰ τέτοιον τρόπον, ποὺ νὰ μὴ ταλαιπωροῦνται οἱ ἀγροδόται καὶ οἱ ἀγρολῆπται. Διότι ἀπὸ τὸ 50 μέχρι σήμερον ποὺ ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ δανείων ἀγροληψίας ἐταλαιπωρήθησαν πολὺ καὶ οἱ ἀγρολῆπται καὶ οἱ ἀγροδόται. Καὶ θέλομε νὰ δοθῇ ἕνα τέρμα.
§92Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὄχι οἱ ἀγροδόται, οἱ ἀγρολῆπται.
§93Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Διότι πηγαίνουν στὰ δικαστήρια καὶ τοὺς δικάζουν. Ἀλλὰ μὴ νομίζομεν, ὅτι καὶ οἱ ἀγροδόται εἰς τὴν ξηρασίαν τῆς Κεφαλληνίας, ὅτι εἶναι οἱ τσιφλικάδες τῆς Θεσσαλίας.
§94Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἡ Ἐπιτροπὴ μοῦ ἀνέφερε καὶ τοῦτο. Ὅτι ὑπάρχουν ἀγρολῆπται, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν καλλιέργειαν, ἀλλὰ εἶναι ἔμποροι καὶ βιομήχανοι καὶ μεγάλοι ἐπιχειρηματίαι.
§95Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, θὰ προχωρήσω ἐπ’ αὐτοῦ. Εἶναι ὑπερβολὴ αὐτό. Ὁ νόμος θέλει νὰ τὸν προσέξωμεν, νὰ μὴ ψηφισθῇ ὅπως τὸ 50 ἄνευ οὐδενὸς ἀποτελέσματος μέχρι σήμερον. Ἀκούσατε κύριε Ὑπουργέ, αὐτὸ εἶναι ὑπερβολή. Δὲν ὑπάρχουν βιομήχανοι ἀγρολῆπται, οὔτε ἀκτήμονες οὔτε ἄνθρωποι ποὺ ἔχουν μεγάλας καὶ ἀπεράντους πολυκατοικίας εἰς τὰς Ἀθήνας. Ὑπάρχουν μερικοὶ ἀγρολῆπται οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι γεωργοί. Δηλαδὴ ὁ πατέρας μου ἦτο γεωργός, —διὰ νὰ εἶμαι σαφέστερος— καὶ ἐγὼ κατετάγην στὸ στρατὸ καὶ εἶμαι ταγματάρχης. Αὐτὸς δὲν εἶναι καλλιεργητὴς τῆς γῆς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατόν, κύριε Ὑπουργέ, νὰ ὑστερήσωμεν τῶν ἀγροληπτικῶν δικαιωμάτων των καὶ αὐτοὺς ἀκόμη ποὺ δὲν ἐξασκοῦν τὸ ἐπάγγελμα τοῦ γεωργοῦ, διότι μὲ τὸ κτῆμα συνδέονται ἀρρήκτως αὐτοί. Διότι τὸ κτῆμα αὐτὸ ἐμόχθησαν καὶ ἔφτυσαν αἷμα οἱ προπάτορές τους διὰ νὰ τὸ καλλιεργήσουν καὶ νὰ τὸ ἀξιοποιήσουν. Στὸ κτῆμα αὐτό, ὁ ἀγρολήπτης ἀναστήθηκε καὶ ἀνετράφη. Ἔχει λοιπὸν καὶ αὐτὸς δικαιώματα καὶ διὰ λόγους συναισθηματικοὺς (ὅπως τὸ εἴπατε) νὰ πάρουν τὸ ἥμισυ κτῆμα ἀπὸ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὑπάρχει. Δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τοῦ εἴπωμεν, ὅτι ἐπειδὴ εἶσαι ταγματάρχης καὶ δικηγόρος καὶ μόνον ὁ προπάππος σου ἦτο ἀγρότης καὶ ἀξιοποίησεν αὐτὸ τὸ κτῆμα, ποὺ τὸ ἐπῆρε τελείως ἀκαλλιέργητον, ὅτι δὲν ἔχει οὐδὲν δικαίωμα ἐπ’ αὐτοῦ. Συνδέεται καὶ αὐτός, συναισθηματικὰ ὅπως καὶ οἱ ἐργαζόμενοι, εἰς αὐτό. Πρέπει λοιπὸν νὰ τοῦ δώσωμεν τὸ ἥμισυ. Ἔτσι δὲν θὰ ἀδικήσωμεν οὔτε τοὺς ἀγροδότας οὔτε καὶ τοὺς ἀγρολήπτας, ἐκείνους ποὺ δὲν ἀσκοῦν προσωπικῶς τὸ γεωργικὸν ἐπάγγελμα. Δὲν εἶναι σωστὸν λοιπόν, κύριε Ὑπουργέ, νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ στέρησις οὔτε εἰς τοὺς ἀγρότας οὔτε εἰς τοὺς ἀγρολήπτας. Δὲν τοὺς θέλω διὰ ψηφοφόρους, ὁμιλῶ διὰ λόγους Δικαιοσύνης καὶ μόνον.
§96Μ. ΤΟΣΟΥΝΙΔΗΣ. Μὲ αὐτὸ ποὺ προτείνετε, σεῖς, προτείνετε μίαν ἀνισότητα. Θὰ ὑπῆρχε μιὰ λύσις λογικὴ στὴν πρότασίν σας ἐὰν ὅλα τὰ κτήματα ὅλων τῶν ἀγροδοτῶν ἦσαν ἴσαι ἐκτάσεις. Ἐὰν δηλαδὴ θὰ εἶχον ἀπὸ 200–100 στρέμματα ὁ καθείς. Δεδομένου ὅμως, ὅτι ἄλλοι ἔχουν 50 καὶ ἄλλοι 30 καὶ ἄλλοι 40 καὶ ἄλλοι 200, θὰ ὑπάρξῃ ἡ ἀνισότης κατοχῆς κτημάτων ὑπὸ τῶν ἀγροδοτῶν. Ἔπειτα καθ’ ὅ ἀνεπτύχθη εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, τῆς ὁποίας ἤμην μέλος, αὐτὴ ἡ διαρρύθμισις στὸ ζήτημα τῆς ἀγροληψίας περιορίζει κατὰ τέτοιον βαθμὸν τὰ δικαιώματα τῶν ἀγροδοτῶν, λόγω τῆς παραχωρήσεως εἰς τὴν καλλιέργειαν ἀπὸ μακροῦ χρόνου ὑπὸ τῶν ἀγροληπτῶν, ὥστε αὐτοὶ καὶ ἂν δὲν εἶναι μεγάλοι βιομήχανοι ἢ ἄλλοι ἐπιχειρηματίαι μεγάλης δυνάμεως, ὁπωσδήποτε ἔχουν ἀποξενωθῆ τῶν κτηματικῶν των δικαίων καλλιεργείας καὶ θὰ εἶναι ἄδικον νὰ τὰ κατέχουν ἐκεῖνοι καὶ νὰ διανέμονται ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀποδίδουν τὰ κτήματα αὐτοῦ. Ἑπομένως ἐκεῖνο ποὺ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι σωστόν.
§97Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ὑποστηρίζετε τὸ ἀντίθετον ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός.
§98Μ. ΤΟΣΟΥΝΙΔΗΣ. Νὰ τοὺς δοθῇ ἕνα κτῆμα 8–10 στρεμμάτων. Αὐτὸ δὲν εἴπατε, κύριε Ὑπουργέ; Αὐτὸ εἶναι λογικὸν καὶ συναφὲς πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συμβαίνει πράγματι, ὅτι δηλαδὴ καὶ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι καὶ ἂν δὲν εἶναι μεγάλοι βιομήχανοι, ἀσκοῦν ἄλλο ἐπάγγελμα καὶ ἔχουν ἀποξενωθῆ ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ γεωργοῦ.
§99Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Χαίρω πολύ, κύριε συνάδελφε, διὰ τὰς ἀντιλήψεις σας τὰς προοδευτικάς. Ἐγὼ δὲν διαφωνῶ μαζί σας.
§100Μ. ΤΟΣΟΥΝΙΔΗΣ. Τὰς ἀντιλήψεις μου τὰς ἐξέθεσα διὰ μακρῶν στὴν Ἐπιτροπήν.
§101Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Κάμετε λάθος, δὲν διαφωνῶ μαζύ σας. Ἐμὲ ἐὰν μὲ ἐρωτήσετε—πέρυσι μάλιστα ὡμίλουν ὀλίγον πιὸ δριμέως ἐναντίον τῶν ἀγροδοτῶν—ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι ἐμελέτησα τὸ ζήτημα καλύτερον καὶ εἶδα, ὅτι διεπράξαμε μίαν ἀδικίαν.
§102Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ εἶπε καὶ ὁ Τσῶρτσιλ. «Ἦλθεν ἡ ἡλικία καὶ ἤλλαξα».
§103Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος κάμει βέβαια ἕνα λάθος. Εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχομε μεγάλα κτήματα ἐκεῖ, ἀγαπητέ, κύριε συνάδελφε, τὰ κτήματα εἶναι μικρά.
§104Θ. ΦΡΟΝΙΜΟΣ. Ὑπῆρξαν ἄλλοτε μεγάλα καὶ ὀρθῶς ὁ κύριος συνάδελφος εἶπεν, ὅτι ἀπεξενώθησαν αὐτοὶ καὶ ἡ γῆ πρέπει νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸν καλλιεργητὴν καὶ ὄχι εἰς τοὺς φεουδάρχας, κύριε συνάδελφε.
§105Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Τί λύσι νομίζετε, ὅτι ἠμποροῦμε νὰ δώσουμε; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλη λύσις ἀπὸ αὐτήν, Νὰ μοιράσωμε τὰ κτήματα στὴ μέση.
§106Θ. ΦΡΟΝΙΜΟΣ. Ὄχι. Τὴν γῆ στοὺς καλλιεργητάς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχή, ἡ ὁποῖα ἐτέθη.
§107Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Πρέπει νὰ ἠξεύρετε καὶ αὐτό, ὅτι μόνον τὸ 25% ἐπῆραν οἱ ἀγρολῆπται καὶ τὸ 75% ἐπῆραν οἱ ἀγροδόται. Ἡμεῖς ζητοῦμε 50% οἱ ἀγροδόται καὶ 50% οἱ ἀγρολῆπται.
§108Θ. ΦΡΟΝΙΜΟΣ. Ἡ ἀρχὴ εἶναι, ὅτι ἡ γῆ πρέπει νὰ ἀνήκῃ εἰς τοὺς καλλιεργητάς.
§109Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν. Εἶμαι σύμφωνος μαζί σας. Ἡ ἄποψίς μου ἐπειδὴ τέλος πάντων εἶναι μία περίπτωσις ποὺ τὴν ζῶ πιὸ πολὺ ἀπὸ τοὺς ἀγαπητοὺς συναδέλφους εἶναι ὅτι δὲν πρέπει νὰ διαπράξωμεν ἀδικίας τρομερὰς καὶ ἀνεπανορθώτους εἰς βάρος τῶν ἀγροδοτῶν, διότι ἐπαναλαμβάνω οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν εἶναι καὶ αὐτοὶ πτωχοί, ἀλλὰ τὰ δικαιώματα τῶν ἀγροληπτῶν εἶναι ἀναφαίρετα, διότι ἐπαναλαμβάνω αὐτοὶ ἐμόχθησαν καὶ ἔδωσαν τὸ αἷμα τους διὰ νὰ ἀξιοποιήσουν τὰ χωράφια αὐτὰ καὶ τὰ φυτεύσουν εἰς ἀμπελῶνας καὶ εἰς σταφιδαμπελῶνας καὶ παντὸς εἴδους καλλιεργείας. Λοιπὸν δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε ἄλλο ἐδῶ, παρὰ ὅτι πρέπει νὰ τερματισθῇ αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις τῶν Ἰονίων Νήσων, διότι καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔγιναν νομοθετήματα καὶ ἔλυσαν διάφορα ἀγροτικὰ ζητήματα ποὺ τιμοῦν τὴν Ἑλληνικὴν ἱστορίαν καὶ γενικῶς τὴν Ἑλληνικὴν ὑπόθεσιν. Νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον καὶ σωστὸν νὰ λυθῇ τὸ ταχύτερον καὶ τὸ ἀγροληπτικὸν ζήτημα τῆς Κεφαλληνίας καὶ τῆς Λευκάδος, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὴ ἡ κατάστασις νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐν ἔτει 1952.
§110Α. ΒΟΥΛΤΖΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λόγια.
§111Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Δὲν ἀφήνετε νὰ ὑποβληθοῦν αἱ τροπολογίαι; Νομίζω θὰ ἦτο τὸ προτιμότερον.
§112Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§113Σ. ΛΙΒΑΔΑΣ. Νὰ ἐξετάσετε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σᾶς δώσαμε, μαζὺ μὲ τὸν κ. Μεταξᾶ, τὸν κ. Δενδρινὸν καὶ τὸν κ. Βοῦλτζον.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ νομοσχέδιον δεκτόν;
§115ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§116ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς μίαν συζήτησιν νὰ γίνῃ ψήφισις.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις καὶ ὑποχρεωτικῶς θὰ γίνῃ εἰς δύο συζητήσεις.
§118Σ. ΛΙΒΑΔΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει εἰς χεῖρας του τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον τοῦ ἐδώσαμε, οἱ βουλευταὶ Κεφαλληνίας. Ἐὰν θέλῃ, νὰ συζητήσῃ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον.
§119Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Τροποποιήσεις εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ μόνον, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ὄχι νομοσχέδιον ἀπὸ τὴν ἀρχήν.
§120Σ. ΛΙΒΑΔΑΣ. Συνηγορῶ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Δενδρινὸς καὶ ὁ κύριος Μεταξᾶς καὶ ὁ κ. Βοῦλτζος εὑρίσκαμεν ἀτελείας εἰς τὸ νομοσχέδιον προτείναμεν ἕνα νέον νομοσχέδιον.
§121Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Νὰ προτείνετε τροπολογίας, κύριοι συνάδελφοι.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ νόμου 1597]50 «περὶ διαλύσεως τῶν εἰς τὰς Ἰονίους Νήσους ὑφισταμένων ἀγροληψιῶν». Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναγνωρίσεως τῆς ὑπηρεσίας ὡς στρατιωτικῆς τοιαύτης εἰς ὑπηρετήσαντας εἰς τὴν Βασιλικὴν Χωροφυλακὴν ὡς ἄνευ θητείας μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ 18ου ἔτους τῆς ἡλικίας των». Ὁ κ. Β. Βραχνὸς ἔχει τὸν λόγον.
§123Β. ΒΡΑΧΝΟΣ. Κύριοι βουλευταί, οἱ κατατασσόμενοι εἰς τὴν Χωροφυλακήν, εἰς τὴν Ἀεροπορίαν καὶ εἰς τὸ Ναυτικὸν ἐκπαιδεύονται ὄχι ὅπως καὶ εἰς τὸ πεζικόν. Ἀφοῦ κατατάξουν ὡρισμένας ἡλικίας, αἱ ὁποῖαι τοὺς χρειάζονται διὰ νὰ ἐπανδρώσουν, τὸ μὲν Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, τὰ πλοῖα, ἡ Ἀεροπορία, τὰ ἀεροπλάνα καὶ ἡ Χωροφυλακή, τὰς τάξεις της, πάντοτε οἱ λοιποὶ πηγαίνουν εἰς τὸ πεζικόν. Μεταβαίνοντες ὅμως εἰς τὸ πεζικὸν καὶ χρησιμοποιούμενοι ὡς ἕτοιμοι πλέον στρατιῶται, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδώσουν τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀποδίδουν καὶ οἱ ἄλλοι στρατιῶται. Καὶ παρουσιάζονται περιπτώσεις, ὅπως μοῦ συνέβη ἐμένα ὡς διοικητοῦ ἑνὸς συντάγματος ἐκτάκτου προεκστρατευτικοῦ, τοῦ 3ου, τὸ ὁποῖον ἀπετελεῖτο ἀπὸ μαχίμους στρατιώτας καὶ τὸ ἄλλο ἀπετελεῖτο ὑπὸ τοῦ πεζικοῦ καὶ τῆς ἀεροπορίας. Καὶ τὸ σύνταγμα αὐτό, δυστυχῶς, λόγῳ τῆς μεσολαβήσεως τῶν γεγονότων, τῆς κηρύξεως δηλαδὴ ὑπὸ τῆς Ἰταλίας τοῦ πολέμου, τὴν 28ην Ὀκτωβρίου 1940, δὲν ἐπροφθάσαμε νὰ τὸ γυμνάσωμεν ἐκ νέου. Τοὺς ἐκάμαμεν ἁπλῶς σκοποβολήν, ἵνα καταστήσωμεν καὶ αὐτοὺς ἱκανοὺς πρὸς πόλεμον. Καὶ παρουσιάσθησαν περιστάσεις, ὥστε νὰ μὴν ἔχουν τὴν δυνατότητα διὰ τὴν ἀπόδοσιν, ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐπεβάλετο, καὶ νὰ ἀπομακρύνωμεν ὡρισμένους στρατιώτας, καὶ νὰ ρίξωμεν ἄλλους μαχίμους, καὶ νὰ διαλύσωμεν ἄλλας μονάδας καὶ αὐτοὺς νὰ τοὺς ἐντάξωμεν εἰς ἄλλας μονάδας. Ἐὰν αὐτὰ ἐπεβάλοντο τότε ποὺ τὸ πεζικὸν εἶχεν ἐκπαίδευσιν ὀλιγωτέραν τῆς σημερινῆς, κατὰ μείζονα λόγον ἐπιβάλλονται τώρα, ὅπως οἱ ἐκ τῆς Χωροφυλακῆς ἄνδρες καὶ οἱ τοῦ Ναυτικοῦ καὶ οἱ τῆς Ἀεροπορίας, οἱ ὁποῖοι ὑπάγονται εἰς τὸ πεζικὸν νὰ ὑποστοῦν μίαν νέαν ἐκπαίδευσιν εἰς τὰ μηχανήματα τοῦ πεζικοῦ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι δύναται νὰ καλέσῃ αὐτοὺς πρὸς ἐκπαίδευσιν πάλιν. Ὑποβάλλω τὴν παράκλησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ λέγῃ, δύναται, ἀλλ’ ὅτι ὑποχρεωτικῶς θὰ τοὺς πάρῃ. Ἐκεῖ εἶναι ἡ διαφορά μας μὲ τὸν κ. Ὑπουργόν. Θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι θὰ δεχθῇ τὴν ἄποψιν αὐτήν, ὥστε νὰ μὴ στερήσῃ τῆς τιμῆς τόσας χιλιάδας Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι θὰ προσφέρουν εἰς τὴν Πατρίδα τὰς ὑπηρεσίας των.
§124Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὅπως γνωρίζετε, οἱ ἄνευ θητείας χωροφύλακες δὲν ἐκπαιδεύονται ὅπως ἐκπαιδεύονται οἱ ἐθελονταί, εἰς τὸ ναυτικὸν καὶ εἰς τὴν Ἀεροπορίαν. Οἱ ἄνευ θητείας χωροφύλακες κατατάσσονται εἰς τὴν Διοίκησιν χωροφυλακῆς ἐπὶ 6μηνον μὲ ὡρισμένας ἀποδοχάς. Ὁ Διοικητὴς ἑκάστης διοικήσεως χωροφυλακῆς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσλαμβάνῃ καὶ νὰ ἀπολύῃ τοὺς χωροφύλακας αὐτούς.
§125Π. ΝΤΕΝΤΙΔΑΚΗΣ. Τώρα δὲν τὸ ἔχει αὐτὸ τὸ δικαίωμα.
§126Β. ΒΡΑΧΝΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ εἶμαι ὁ καταλληλότερος, ὁ ὁποῖος ἀνέπτυξα τὸ ζήτημα καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ὁ ὁποῖος θὰ μᾶς ἀπαντήσῃ. Τώρα νὰ μᾶς ὁμιλῆτε σεῖς περὶ τοῦ στρατοῦ δὲν εἶναι ὀρθόν. Διότι ἡ πραγματικότης εἶναι αὐτὸ ποὺ λέγω ἐγώ, ὅτι πρέπει νὰ ὑποστοῦν τὴν ἐκπαίδευσιν τὴν ὁποίαν ὑφίστανται οἱ στρατιῶται τοῦ πεζικοῦ.
§127Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Τὸ ἴδιον πρᾶγμα λέγομεν, κύριε συνάδελφε.
§128Β. ΒΡΑΧΝΟΣ. Ἀφοῦ λοιπὸν λέγετε τὰ ἴδια πράγματα;
§129Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Μὰ ἐγὼ δὲν τὸ παρεδέχθην τὸ νομοσχέδιον, τὸ κατεψήφισα. Κάμετε λάθος. Λοιπὸν σήμερον δὲν καλοῦν χωροφύλακας ἄνευ θητείας, διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν μονίμων χωροφυλάκων εἶναι ἐπαρκὴς κύριε Ντεντιδάκη. Καλοῦν ὅμως μέχρι τοῦ 50–51 ὅπου σήμερον δὲν χρειάζονται. Αὐτὴ ἡ ἱστορία ἐσυνεχίσθη ἀπὸ τὴν Μικρασιατικὴν καταστροφήν. Ἀπὸ τὸ 22 δηλαδὴ μέχρι τοῦ 51. Σήμερον δὲν τοὺς καλοῦν. Αὐτοὶ ἐπαναλαμβάνω ἐκαλοῦντο ἀπὸ τοὺς ἑκάστοτε διοικητὰς τῆς χωροφυλακῆς, διὰ 3, 5, 6 μῆνας καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχουν προϋπηρετήσει στὸ στράτευμα. Εἷς ἕκαστος στρατιώτης ἦτο τελείως ἀγύμναστος, διότι αὐτοῦ μέσα στὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, λέγει ὅτι ὅποιος συνεπλήρωσε τὸ 18ον ἔτος τῆς ἡλικίας του, δύναται νὰ προσμετρῆται ἡ ὑπηρεσία του στὴν χωροφυλοκήν, ὡς χωροφύλακες ἄνευ θητείας, ὡς ὑπηρεσία στρατιωτικῆς θητείας. Αὐτὸ δὲν εἶναι σωστόν. Διότι χωροφύλακες ποὺ ὑπηρετοῦν ἄνευ θητείας εἰς τὴν χωροφυλακήν, δὲν κάμουν οὔτε γυμνάσια, ἀλλ’ οὔτε νὰ χειρισθοῦν καὶ αὐτό, τὸ ὅπλον ἀκόμη, διότι οἱ πιὸ πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἐργάζονται εἰς γραφικὰς ὑπηρεσίας. Πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογηθῇ ὡς χρόνος στρατιωτικῆς θητείας, ὁ χρόνος ποὺ ὑπηρέτησαν στὴν χωροφυλακὴν ἄνευ θητείας; Ἐν ἀντιθέσει εἰς τὴν Ἀεροπορίαν καὶ εἰς τὸ Ναυτικόν, οἱ ἐθελονταί, ὅπου κατατάσσονται 16–18, ἐκεῖ γυμνάζονται καλύτερον ἀπὸ τοὺς τακτικοὺς στρατιώτας. Ὑπάρχουν λοιπὸν αὐταὶ αἱ διαφοραὶ μεταξὺ τῶν ἐθελοντῶν τῆς Ἀεροπορίας καὶ τοῦ Ναυτικοῦ καὶ τῶν ἄνευ θητείας χωροφυλάκων. Αὐτοὶ δὲν καλοῦνται ἀπὸ τὸ Κράτος καὶ πηγαίνουν μόνοι τους διὰ νὰ πάρουν τὰ χρήματα. Εἶναι ἐπαγγελματίαι. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς εἴπωμεν, ὅτι κύριοι ὑπηρετήσατε τὴν στρατιωτικήν σας θητείαν, καὶ πῶς εἶναι δυνατόν..... Καὶ πόσοι εἶναι παρακαλῶ αὐτοὶ οἱ ἄνευ θητείας ἀγύμναστοι χωροφύλακες; Περὶ τὰς 16.000. Εἶναι δυνατὸν λοιπόν, νὰ στερηθῇ ἡ Πατρὶς 16.000 γυμνασμένων στρατιωτῶν, οἱ ὁποῖοι νὰ θεωρηθοῦν ὅτι ἐγυμνάσθησαν καὶ ὑπηρέτησαν κανονικῶς τὴν θητείαν των; Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι τοῦτο ὀρθὸν καὶ νομίζω ὅτι, ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι στρατιῶται, πρέπει καὶ αὐτοὶ νὰ κληθοῦν μὲ τὴν κλάσιν των καὶ νὰ γυμνασθοῦν καὶ αὐτοὶ εἰς τὸν στρατόν, ὅπως καὶ οἱ ὑπόλοιποι στρατιῶται.
§130Χ. ΣΚΟΥΤΕΡΗΣ. Ἡ περίπτωσις ἔχει οὕτω. Μέχρι τοῦ 1941 οἱ ἄνευ θητείας χωροφύλακες ἔπρεπε νὰ ἔχουν ἐκπληρώσει τὰς στρατιωτικάς των ὑποχρεώσεις. Ἀπὸ τοῦ 1941 ὅμως καὶ ἐντεῦθεν, ἐπειδὴ ἠναγκάσθη ἡ ὑπηρεσία νὰ δημιουργήσῃ μίαν δύναμιν, ἵνα ἀντιστῇ κατὰ τῶν κομμουνιστῶν καὶ μεταγενέστερον κατὰ τῶν συμμοριτῶν, ἐπῆρε καὶ νέους, μικρᾶς ἡλικίας, 18 ἐτῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπεῖχον 8μηνον ὑποχρέωσιν. Ἄλλοι μὲν ἐκ τούτων ἀπελύθησαν μετὰ 8μηνον, ἄλλοι ὅμως παρέμειναν δεύτερον ὀκτάμηνον. Πάντως ἐξεπαιδεύθησαν τακτικῶς διότι ἀπήρτησαν τάγματα. Πολλοὶ δὲ ἐκ τούτων ἐξεγυμνάσθησαν καὶ εἰς τὴν Σχολὴν Χωροφυλακῆς. Συνεπῶς δὲν εὐσταθεῖ ὁ ἰσχυρισμός, ὅτι εἶναι ἀγύμναστοι.
§131Δ. ΚΑΡΑΤΖΕΝΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τὸ εὑρίσκω κατ’ ἀρχὴν δίκαιον. Ἤθελα ὅμως νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὅπως στρέψῃ τὴν προσοχήν του καὶ πρὸς μίαν ἄλλην κατηγορίαν προσώπων, τὰ ὁποῖα προσφέρουν μίαν ὑπηρεσίαν θετικὴν σήμερον, ὠργανωμένα στρατιωτικῶς. Εἶναι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦν εἰς τὰ Τ.Ε.Α. μακρὰν τῶν οἰκογενειῶν των καὶ τῆς ἐργασίας των. Εἶναι δίκαιον νὰ συμπεριληφθοῦν καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἄνευ θητείας χωροφυλάκων, τῶν ὑπηρετησάντων κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς. Διότι δὲν εἶναι νοητόν, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι σήμερον εὑρίσκονται μακρὰν τῶν οἰκογενειῶν των καὶ τῆς ἐργασίας των ἀπασχολούμενοι νυχθημερὸν εἰς στρατιωτικὰς καθαρῶς ὑπηρεσίας, νὰ μὴ τύχουν τῶν αὐτῶν εὐεργετημάτων. Συνεπῶς πρέπει καὶ δι’ αὐτοὺς ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας εἰς τὰ Τ.Ε.Α. νὰ ὑπολογισθῇ ὡς χρόνος ὑπηρεσίας των εἰς τὸν στρατόν.
§132Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν τὰ Τ.Ε.Α. μὲ τὴν Χωροφυλακήν. Οἱ ὑπηρετοῦντες εἰς τὰ Τ.Ε.Α. ἔχουν συμπληρώσει ὅλην τὴν στρατιωτικήν των θητείαν.
§133Δ. ΚΑΡΑΤΖΕΝΗΣ. Ὑπάρχουν καὶ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν κληθῇ ὡς στρατιῶται.
§134Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Ὅσοι ὑπηρετοῦν εἰς τὰ Τ.Ε.Α. ἔχουν ἐκπληρώσει τὰς στρατιωτικάς των ὑποχρεώσεις.
§135Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Νομίζω, ὅτι μετὰ τὴν τροπολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία κατέστη ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθν. Ἀμύνης—τὴν κλῆσιν τῶν ἄνευ θητείας χωροφυλάκων διὰ τὴν ἐκγύμνασιν ἐπὶ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα—νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ ψηφισθῇ, διότι πληροῖ μίαν ἀνάγκην.
§136Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Κύριοι βουλευταί, τὸ νομοσχέδιον εἶναι καθαρῶς ὑπηρεσιακόν. Δίδει μίαν λύσιν ἐπὶ ἑνὸς προβλήματος, τὸ ὁποῖον ὑφίσταται ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς κατοχῆς καὶ ἐντεῦθεν. Βεβαίως οἱ προλαλήσαντες ἔχουν δίκαιον ἐν πολλοῖς καὶ ἰδίως ὁ κ. Βραχνός, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 3 δυνητικὴ κλῆσις ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς ἐκπαίδευσιν τῶν οὕτως ὑπηρετησάντων, δὲν εἶναι ὀρθή. Ἀλλ’ ἡ δυνητικὴ διατύπωσις ἐγένετο, διότι διὰ νὰ κληθοῦν πρέπει τὸ Ἐπιτελεῖον νὰ τοὺς χρειασθῇ. Πιθανὸν δὲ νὰ τοὺς χρειάζεται καὶ νὰ μὴν ἔχῃ τὰ μέσα νὰ τοὺς ἐκπαιδεύσῃ. Ἡ ἐπαναπρόσκλησις πρὸς ἐκγύμνασιν εἰς τὰ σύγχρονα μέσα ἀπαιτεῖ ἕνα σχέδιον ὡρισμένον καὶ μάλιστα σήμερον ποὺ δὲν ἔχομεν τὴν δυνατότητα νὰ ὑπερβῶμεν ἕνα ὡρισμένον ὅριον ἀπὸ ἀπόψεως μερίδων τροφοδοσίας. Συνεπῶς, πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν ἕνα σύστημα ὥστε τμηματικῶς νὰ καλοῦνται ἅπαντες οἱ μὴ ὑπηρετήσαντες ἢ ἐκ τῶν ὑπηρετησάντων οἱ μὴ συγχρονισθέντες. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ διατύπωσις. Δι’ αὐτὸ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀφήσετε τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἔχει εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐφαρμοσθῇ. Καὶ ἔχετε τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἀσφαλῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, ὅταν τοὺς προτείνει τὸ Ἐπιτελεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν εὐθύνην τῆς ἐκπαιδεύσεως, θὰ ἀρνηθῇ τὴν πρόσκλησιν αὐτῶν. Διὰ νὰ μὴ συμβῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὸν πόλεμον τοῦ 1940–41 ὁπότε τὸ Ἐπιτελεῖον δὲν εἶχε τὴν δυνατότητα νὰ προσκαλέσῃ τοὺς χωροφύλακας καὶ ὑπέστη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. βουλευτὴς ἐξέθεσε πρὸ ὀλίγου. Δὲν πιστεύω, ὅτι οἱοδήποτε Ἐπιτελεῖον, ἔχον τὴν δυνατότητα νὰ τοὺς καλέσῃ πρὸς ἐκπαίδευσιν, δὲν θὰ τοὺς καλέσῃ, οὔτε φαντάζομαι νὰ ὑπάρξῃ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος θὰ ἀρνηθῇ αὐτὴν τὴν αἴτησιν τοῦ Ἐπιτελείου. Ἀλλ’ ἐὰν θέσωμεν τὴν διάταξιν ὑποχρεωτικὴν διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, νομίζω ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα ἐντὸς τῆς πραγματικότητος. Διότι εἶναι σὰν νὰ ζητοῦμεν σήμερον κάτι, τὸ ὁποῖον πιθανὸν αὔριον ἐκ τῶν πραγμάτων νὰ μὴν εἶναι δυνατόν νὰ γίνῃ, διότι πιθανὸν νὰ μὴν ἔχῃ τὴν δυνατότητα τὴν οἰκονομικήν. Γνωρίζω ὅτι οἱ ὁμιλήσαντες ἐν πολλοῖς ἔχουν δίκαιον, ἀλλ’ ἀφήσατε τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἔχει μὲ τὴν πεποίθησιν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, θὰ γίνῃ.
§137Β. ΒΡΑΧΝΟΣ. Μὴ τύχει ἐκτάκτως καὶ παρουσιασθῇ ἡ ἀνάγκη καὶ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τοὺς ἐκπαιδεύσωμεν.
§138Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου οἱ προϋπηρετήσαντες ὡς ἄνευ θητείας χωροφύλακες θὰ κατοχυρωθοῦν πλήρως καὶ αὔριον θὰ προβάλουν ὅτι ἐξεπλήρωσαν τὴν θητείαν των εἰς τὸν στρατόν. Καὶ δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ νομοσχέδιον κάτι ἄλλο, ὅτι τοὐλάχιστον, αὐτοὶ ποὺ εἶχον ὑπηρετήσει ἐπὶ δύο ἔτη ὡς χωροφύλακες ἄνευ θητείας. Ἀλλ’ ὅπως εἶναι διατυπωμένον τὸ νομοσχέδιον, ἂν ὑπηρετήσουν τρεῖς μῆνας χωροφύλακες ἄνευ θητείας, δὲν πηγαίνουν στρατιῶται.
§139Π. ΝΤΕΝΤΙΔΑΚΗΣ. Δὲν λέγει τοιοῦτόν τι τὸ νομοσχέδιον.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον;
§141ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἀναγνωρίσεως τῆς ὑπηρεσίας ὡς στρατιωτικῆς τοιαύτης εἰς ὑπηρετήσαντας εἰς τὴν Βασιλικὴν Χωροφυλακὴν ὡς ἄνευ θητείας μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ 18ου ἔτους τῆς ἡλικίας των». Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§143ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30′ μ. μ., μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως, ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις. (Ὥρα 9.50′ π. μ.)