1951.11.27
2,862 rows · 21,312 words · 218 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 15η
Τρίτη 27 Νοεμβρίου 1951
Προεδρία κ. Δ. Β. ΓΟΝΤΙΚΑ
(Ὥρα 6.50′ μ. μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἐκ μέρους τῶν βουλευτῶν τῆς κοινοβουλευτικῆς ὁμάδος τῆς Ἑνιαίας Δημοκρατικῆς Ἀριστερᾶς ἔλαβον τὴν ἑξῆς ἐπιστολήν. «Κύριε Πρόεδρε, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ δηλώσωμεν, ὅτι ἐκπρόσωπον ἐν τῇ Βουλῇ τῆς Ὁμάδος τῆς Ἑνιαίας Δημοκρατικῆς Ἀριστερᾶς καὶ ἀρχηγὸν τῆς κοινοβουλευτικῆς αὐτῆς ὁμάδος ὁρίζομεν τὸν βουλευτὴν Θεσσαλονίκης κ. Κωνσταντῖνον Γαβριηλίδην, τούτου δὲ ἀπόντος ἢ κωλυομένου, ἀναπληρωτήν του ὁρίζομεν τὸν βουλευτὴν Ἀθηνῶν κ. Στέφανον Σαράφην. Μετὰ τιμῆς Ἐμμαν. Πρωϊμάκης, Κωνστ. Γαβριηλίδης, Ἰωάννης Ἰμβριώτης, Νικόλ. Τσόχας, Στέφ. Σαράφης, Μιχαὴλ Χατζημιχάλης, Ἠλίας Ἠλιοῦ. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Δ. Μανέντης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφοράς, κ.λ.π.
§2Δ. ΜΑΝΕΝΤΗΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Κοζάνης κ. Θ. Σαράντης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Ἀναπήρων καὶ Θυμάτων Πολέμου Γρεβενῶν–Κοζάνης, διαμαρτυρομένου διὰ μελετωμένην περικοπὴν συντάξεων. Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Μ. Στεφανίδης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου Ὀξυλίθου Εὐβοίας ζητοῦντος ἄμεσον ἵδρυσιν σταθμοῦ Χωροφυλακῆς πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς προαναφερομένης περιφερείας. Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Μ. Στεφανίδης καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Ἐπαγγελματιῶν καὶ Βιοτεχνῶν Ἀλιβερίου, διαμαρτυρομένης διὰ τὴν ἀσκουμένην ὑπὸ τοῦ ΤΕΒΕ πίεσιν ἀναδρομικῆς, ἀπὸ τοῦ 1939, καταβολῆς εἰσφορῶν πρὸς αὐτὸ καὶ ζητούσης ἀναστολὴν λόγῳ τῶν μεγάλων ζημιῶν ἃς ὑπέστησαν κατὰ τὴν κατοχὴν καὶ τὴν πολεμικὴν περίοδον. Ὁ βουλευτὴς Ἰωαννίνων κ. Α. Δερδεμέζης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ὀδοντιατρικοῦ Συλλόγου Ἠπείρου διαμαρτυρομένου δι’ ὑποβολὴν νομοσχεδίου περὶ εἰσαγωγῆς εἰς ἐπιστημονικὸν ὀδοντιατρικὸν κλάδον πρακτικῶν ὀδοντοτεχνιτῶν καὶ ζητοῦντος ἀπόρριψιν τοῦ προαναφερομένου νομοσχεδίου. Ὁ βουλευτὴς Ἰωαννίνων κ. Α. Δερδεμέζης καταθέτει ἀναφορὰν τῆς ἐπαγγελματικῆς τάξεως ὀπτικῶν Ἰωαννίνων διαμαρτυρομένης διὰ τὴν ὑπὸ τοῦ ΙΚΑ μελετωμένην εἰσαγωγὴν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ὀπτικῶν εἰδῶν. Ὁ βουλευτὴς Τρικάλων κ. Α. Ταλιαδοῦρος καταθέτει ἀναφορὰν ὑπαλλήλων γραφείων λεωφορείων Καρδίτσης ζητούντων τὴν διὰ νόμου κατάργησιν τοῦ Ταμείου Ἐπικουρικῆς Ἀσφαλίσεως. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Α. Ἀντωνόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐπιμελητηρίου Πατρῶν ζητοῦντος λῆψιν μέτρων ἀσφαλίσεώς των κλπ. Ὁ βουλευτὴς Φθιωτ)δος κ. Α. Γκελεστάθης καταθέτει ἀναφορὰν Ἐπιτροπῆς Ὑπαλλήλων Καρπενησίου–Ἀθηνῶν, Λαμίας–Δυτικῆς Φθιώτιδος, Λαμίας–Ἀταλάντης, Λαμίας–Πελασγίας–Βόλου, Λαμίας–Δομοκοῦ–Φαρσάλων, Λαμίας–Ὑπάτης, Ἀθηνῶν–Λαμίας καὶ Λαμίας– Ἀμφίσσης ζητούντων ἄμεσον κατάργησιν τοῦ νόμου 1631)51 δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐπεβλήθη εἰς τοὺς ὡς ἄνω ὑπαλλήλους εἰσφορὰ 5% ἐπὶ ἀκαθαρίστων συνολικῶν ἀποδοχῶν ὑπὲρ Ταμείου ἐπικουρικῆς ἀσφαλίσεως προσωπικοῦ ΟΕΑΣ. Ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κ. Γ. Λύχνος, καταθέτει ἀναφορὰν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν Κερκύρας ζητούντων τροποποίησιν τοῦ Συνταξιοδοτικοῦ Κώδικος πρὸς ἄρσιν ἀδικιῶν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Κ. Μπέλλας καταθέτει ἀναφορὰν ὀπτικῶν Θεσ)νίκης διαμαρτυρομένων διὰ τὴν ὑπὸ τοῦ ΙΚΑ μελετωμένην εἰσαγωγὴν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ὀπτικῶν εἰδῶν. Ὁ βουλευτὴς Θεσ)νίκης κ. Κ. Μπέλλας καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Γ. Μαυρίδου ἐργοστασιάρχου εἰδῶν ζαχαροπλαστικῆς διαμαρτυρομένου κατὰ τοῦ ΟΤΕ διὰ τὴν μὴ χορήγησιν τηλεφωνικῆς συσκευῆς. Ὁ βουλευτὴς Θεσ)νίκης κ. Κ. Μπέλλας καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἐθνικῆς Ἑνώσεως Φυματικῶν Θεσ)νίκης καὶ περιχώρων ζητούσης χορήγησιν τροφίμων εἰς μειωμένην τιμήν. Ὁ Σύλλογος πολιτικῶν συνταξιούχων Πατρῶν ζητεῖ τροποποίησιν τοῦ Συνταξιοδοτικοῦ Κώδικος πρὸς ἄρσιν ἀδικιῶν κλπ. Ὁ Σύνδεσμος εἰσπρακτόρων λεωφορείων αὐτοκινήτων Μακεδονίας ζητεῖ κατάργησιν τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ διατάγματος τῆς 8–5–48, καταβολὴν τοῦ μισθοῦ τῶν εἰσπρακτόρων παρὰ τοῦ Κοινοῦ Ταμείου, χορήγησιν παρὰ τῶν ἰδιοκτητῶν λεωφορείων εἰς τὸ προσωπικὸν των χειμερινῶν καὶ θερινῶν στολῶν κλπ. Τὰ ἐν Πάτραις Σωματεῖα Κτιστῶν Ἐργατῶν καὶ Οἰκοδόμων ζητοῦν τὴν τροποποίησιν τοῦ Νόμου 1846)51 «περὶ κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων κλπ.». Καλλιεργηταὶ Ἀγγελοκάστρου περιφερείας Μεσολογγίου ζητοῦν ἀποζημίωσιν διὰ τὴν καταστραφεῖσαν ὑπὸ τῶν πλημμυρῶν ὀρυζοκαλλιέργειαν καὶ τὴν ἔναρξιν ἐγγειοβελτιωτικῶν ἔργων πρὸς πρόληψιν μελλοντικῶν καταστροφῶν. Ἡ Γενικὴ Συνομοσπονδία Ἐργατῶν Ἑλλάδος ζητεῖ ἐπικύρωσιν τοῦ Νόμου 1778 ἀφορῶντος τὴν ἄσκησιν καὶ ἐποπτείαν τῶν ἀσφαλιστικῶν ὀργανισμῶν κλπ. Αἱ Ἑνώσεις Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Τυρνάβου, Ἁγίας, ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος, ἡ Ὁμοσπονδία Ἐπαγγελματιῶν καὶ Βιοτεχνῶν Λαρίσης καὶ διάφορα ἄλλα Σωματεῖα διαμαρτύρονται διὰ τὴν μὴ εἰσέτι χορήγησιν καλλιεργητικῶν δανείων. Ἡ Ὁμοσπονδία ὑπαλληλικοῦ Προσωπικοῦ αὐτοκινήτων Ἑλλάδος ζητεῖ ὅπως εἰς τὸ συγκροτηθησόμενον 12μελὲς αὐτοκινητιστικὸν συμβούλιον Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν συμμετάσχῃ καὶ ἐκπρόσωπος αὐτῆς. Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Λ. Μπουρνιᾶς καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Γεωργικῆς Ἑνώσεως Χίου ζητούσης ἄμεσον ἐπανάληψιν διακοπείσης ἐξαγωγῆς ἑσπερειδοειδῶν. Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Μ. Στεφανίδης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου Χαλκιδέων, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν μὴ εἰσέτι ἀποστολὴν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου Βιομηχανίας Μηχανικοῦ, πρὸς ἐξέτασιν τοῦ κοστολογίου τοῦ ἠλεκτροφωτισμοῦ τῆς πόλεως Χαλκίδος. Ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κ. Γ. Λύχνος καταθέτει ἀναφορὰν Στρατιωτικῶν Συνταξιούχων Κερκύρας, ζητούντων τροποποίησιν τοῦ Συνταξιοδοτικοῦ Κώδικος οὕτως ὥστε τὰ 10)50 νὰ χορηγηθοῦν καὶ εἰς τοὺς μὴ συμπληρώσαντας 20ετίαν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Πέλλης κ. Β. Μουράτογλου καταθέτει ἀναφορὰν Συλλόγου Ρωσοπροσφύγων πόλεως Γιαννιτσῶν, ζητοῦντος ἄμεσον χορήγησιν γεωργικοῦ κλήρου, οἰκοπέδων πρὸς ἀνέγερσιν οἰκιῶν κλπ. Ὁ κ. Δ. Παπασπύρου (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ συστάσεως εἰδικῶν ἀμίσθων Ὑποθηκοφυλακείων Ἀμαρουσίου καὶ Χαλανδρίου». Ὁ κ. Χ. Εὐελπίδης (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ αὐξήσεως τῶν διὰ τοῦ νόμου 1867 τοῦ 1951 «περὶ τῆς προσωρινῆς διοικήσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ εἰδικῶν Ταμείων καὶ εἰδικῶν Ὑπηρεσιῶν κατὰ τὸ οἰκον. ἔτος 1951–52 χορηγηθέντων δωδεκατημορίων». Ὁ κ. Π. Πολυχρονίδης (Ὑφυπουργὸς Ἐμπορίου) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως Ὑπουργικῶν ἀποφάσεων τέως Ὑπηρεσίας ἐφοδίων ἐξωτερικοῦ (ΕΦ-ΕΞ) καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Γιαννόπουλος, Α. Βαχλιώτης, Κ. Μαρῆς, Θ. Κάβουρας, Α. Κοκκέβης, Χ. Σκουτέρης καὶ Δ. Ζέρβας, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ἐνοικιοστασίου καὶ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 845]48 καὶ 1349]49 νόμων καὶ χορηγήσεως ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς τροποποίησιν αὐτῶν». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ν. Ζορμπᾶς, Μ. Πατρίκιος, Γ. Ἀναγνωστόπουλος, Ι. Γιαννιδάκης, κ.ἄ. καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκπαιδεύσεως ἀνθυπασπιστῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν Χωροφυλακῆς».
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Λιβαδᾶς ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§4ΣΠ. ΛΙΒΑΔΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, πρόκειται διὰ τοὺς φοιτητὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν ἐξετάσεις εἰς τὸ Πανεπιστήμιον καὶ ἐνῷ ἐπέτυχον εἰς τὰς ἐξετάσεις των δὲν προσλαμβάνονται διὰ νὰ φοιτήσουν. Κατ’ ἔτος εἰσάγεται ὡρισμένος ἀριθμὸς φοιτητῶν εἰς ἑκάστην σχολήν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι προηγουμένως, ὅσοι ἐπετύγχανον εἰς τὸ γυμνάσιον καὶ ἐλάμβανον τὸ ἀπολυτήριον τοῦ γυμνασίου, εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον ἄνευ ἄλλης διατυπώσεως. Λόγῳ τῆς πληθώρας τῶν τοιούτων φοιτητῶν τὸ Πανεπιστήμιον ἀπεφάσισε νὰ γίνωνται εἰσαγωγικαὶ ἐξετάσεις, αἱ ὁποῖαι ἦσαν καὶ ἄδικοι, διότι εἰς πολλὰ γυμνάσια ἐλλείψει καθηγητῶν δὲν εἶχον τὴν ἀπαιτουμένην μόρφωσιν οἱ ὑποψήφιοι φοιτηταί. Σήμερον γίνονται ἐξετάσεις καὶ εἰσάγονται μόνον ὡρισμένου ἀριθμοῦ φοιτηταὶ ἐκ τῶν ἐπιτυχόντων. Ὅσοι δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐγγραφοῦν ἐδῶ καὶ ἔχουν οἱ γονεῖς των τὰ μέσα, τοὺς στέλνουν οἱ γονεῖς των εἰς Πανεπιστήμια Ἀγγλίας, Γαλλίας ἢ Ἀμερικῆς. Εἶναι 400–500 φοιτηταὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι ἕτοιμοι αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ φύγουν διὰ Πανεπιστήμια τοῦ ἐξωτερικοῦ. Αὐτοὶ ἔχουν ἀνάγκη καὶ ἀναλόγου συναλλάγματος. Ἀσφαλῶς δὲ πλέον τῶν 600 θὰ φύγουν ἐντὸς τσῦ ἑξαμήνου καὶ ἐνῷ τὸ Πανεπιστήμιον δὲν ἔχει χρήματα νὰ πληρώσῃ τοὺς καθηγητὰς βλέπομεν φοιτητάς, νὰ πηγαίνουν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐνῷ τὸ Πανεπιστήμιόν μας εἶναι τέλειον καὶ μόνον δι’ εἰδίκευσιν θὰ ἠμποροῦσαν νὰ δικαιολογηθοῦν διὰ τὰ ξένα πανεπιστήμια. Νομίζω ὅτι πρέπει οἱ φοιτηταὶ οἱ ὁποῖοι ἐπιτυγχάνουν εἰς τὰς ἐξετάσεις νὰ εἰσάγωνται εἰς τὸ Πανεπιστήμιον ἢ τὰς Ἀνωτάτας σχολὰς γιὰ νὰ παύσουν νὰ πηγαίνουν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὁπότε μεταξὺ ἄλλων θὰ καταναλίσκουν καὶ συνάλλαγμα, ὅταν τελειώσουν πάλι δὲ εἰς Ἑλλάδα θὰ ἐξασκήσουν τὸ ἐπάγγελμα.
§5Ι. ΜΙΧΑΗΛ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Διὰ τὸ ζήτημα τῶν ἐπιλαχόντων, κ. βουλευταί, ἔχω νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἑξῆς: ὅτι μέχρι σήμερον δὲν ἔχω τὸν ἀριθμὸν τῶν φοιτητῶν οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐπιλαχόντες, δεύτερον ἐζήτησα καὶ τὴν γνώμην, εἰδικώτερα διὰ τὰς θετικὰς ἐπιστήμας διὰ νὰ μὲ πληροφορήσουν ἐὰν ἔχουν τὰ μέσα νὰ εἰσαγάγωσι καὶ ἐπιλαχόντας φοιτητὰς τῆς ἰατρικῆς, μέχρι σήμερον δὲν ἔλαβον ἀπάντησιν. Μελετῶ τὸ ζήτημα συνολικῶς καὶ ἐλπίζω τὴν ἑπομένην ἑβδομάδα νὰ ἀναγγείλω τὰς ἀποφάσεις μου.
§6Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νομίζετε ὅτι εἶναι δίκαιος αὐτὸς ὁ διαχωρισμὸς τῶν Ἑλλήνων φοιτητῶν εἰς πλουσίους καὶ πτωχούς; Οἱ μὲν πτωχοὶ νὰ διαγωνίζωνται νὰ εἰσέλθουν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, οἱ δὲ πλούσιοι νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ πηγαίνουν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ νὰ ἐγγράφωνται ἐκεῖ;
§7Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ μόνο τὸ ὁποῖον δικαιούμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν εἶναι τοῦτο: νὰ τὸν παρακαλέσωμεν νὰ μὴ ἀρκεσθῇ εἰς τὰς ζωηρὰς ἀπαιτήσεις τῶν Σχολῶν αἱ ὁποῖαι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ εἶναι κατηγορηματικαὶ καὶ στεροῦνται καὶ τῆς ἐπιεικείας ἐκείνης ἡ ὁποία πρέπει νὰ διέπῃ ἡμᾶς, νὰ προσπαθήσῃ ἐπεμβαίνων προσωπικῶς νὰ ἐξακριβώσῃ ἐὰν καὶ κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθουν εἰς τὰς Σχολὰς Ἰατρικῆς κλπ. ἢ ὅλοι ἢ μέρος τῶν ἐπιλαχόντων, ἀναλόγως τῶν δυνατοτήτων τῆς σπουδῆς, νὰ συμβιβασθοῦν καὶ τὰ δύο καὶ ἡ διάθεσις ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐκ μέρους μας ὅπως δοθῇ εἰς τοὺς ἐπιλαχόντας ἡ δυνατότης τῶν σπουδῶν, ἀλλὰ καὶ ἡ δυνατότης τῆς πραγματικῆς σπουδῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη παράκλησις τὴν ὁποίαν δικαιούμεθα νὰ διατυπώσωμεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, διότι αἱ Σχολαὶ εἶναι ὀλίγον αὐστηραὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, πρέπει δὲ νὰ προσθέσω ὅτι δὲν δικαιολογεῖται αὐτὴ ἡ τυπικὴ αὐστηρότης, διότι καὶ οἱ ἐπιλαχόντες εἶναι καὶ αὐτοὶ ἐπιτυχόντες, δὲν εἶναι δὲ κατ’ ἀρχὴν ἠθικὴ αὐτὴ ἡ διάκρισις ἡ ὁποία γίνεται βάσει τῶν ὀλίγων χιλιοστῶν, πολλάκις δὲ ὑπάρχουν μεταξὺ τῶν ἐπιλαχόντων νέοι οἱ ὁποῖοι ἔχουσι δυνατότητα πολὺ καλυτέρας ἐξελίξεως ἀπὸ ἐκείνους ἐκ τῶν ἐπιτυχόντων, οἱ ὁποῖοι ἦλθον πρῶτοι, διότι τὰ ἐρωτήματα κατὰ τὰς ἐξετάσεις εἶναι στενὰ καὶ πρέπει ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου νὰ δώσουν ἀπαντήσεις καὶ πολλάκις ἕνας νέος εἶναι ἀδύνατον νὰ συμμορφωθῇ εἰς τὰ στενὰ αὐτὰ πλαίσια καὶ καταλαμβάνεται ἀπὸ μίαν ἀντίδρασιν πρὸς αὐτὸν τὸν τρόπον τῶν ἐξετάσεων. Κριτήριον τῆς ἀξίας τῶν νέων ἀποτελεῖ μόνον ἡ παρατεταμένη παρακολούθησις, ἑπομένως τὸ κακὸν σημειοῦται εἰς τὰ Γυμνάσια, δὲν ἔπρεπε τόσοι πολλοὶ νὰ ἐξέρχωνται ἀπὸ τὰ Γυμνάσια δυστυχῶς αὐτὸ δὲν γίνεται εἰς ὅ μέτρο ἔπρεπε νὰ ἐγένετο, ὄχι μόνον διότι δὲν εἶναι ἅπαντες οἱ καθηγηταὶ ἀπὸ παιδαγωγικῆς ἀπόψεως ἱκανοὶ νὰ παρακολουθήσουν τὴν ἐξέλιξιν τοῦ μαθητοῦ, ἀλλὰ διότι δὲν εἶναι καὶ ἀρκετοὶ οἱ καθηγηταί.
§8Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἶναι δυνατὴ ἡ ἔρευνα αὐτὴ ἡ ὁποία συνιστᾶται;
§9Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὴ αὐτὴν τὴν στιγμήν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Βʹ συζήτησις κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τακτοποιήσεως προπληρωμῶν ἰδίᾳ ταμιῶν ἁρμοδιότητι».
§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τακτοποιήσεως προπληρωμῶν ἰδίᾳ ταμιῶν ἁρμοδιότητι». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως τῶν κατὰ τὰ πρὸ τοῦ 1951–52 οἰκονομικὰ ἔτη (1944–45, 1945–46, 1946–47, 1947–48, 1948–49, 1949–50 καὶ 1950–51) πραγματοποιηθεισῶν δαπανῶν ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων καὶ τῆς ἐγγραφῆς τῶν διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους 1951–52» (1.106.985.500).
§13ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἐγκρίσεως τῶν κατὰ τὰ πρὸ τοῦ 1951–52 οἰκονομικὰ ἔτη (1944–45, 1945–46, 1946–47, 1947–48, 1948–49, 1949–50 καὶ 1950–51) πραγματοποιηθεισῶν δαπανῶν ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων καὶ τῆς ἐγγραφῆς τῶν διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους 1951–52 (1.106. 985.500. Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως τῶν κατὰ τὰ πρὸ τοῦ 1951–52 οἰκονομικὰ ἔτη (1944–45, 1945–46, 1946–47, 1947–48, 1948–49, 1949–50 καὶ 1950–51) πραγματοποιηθεισῶν δαπανῶν ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων καὶ τῆς ἐγγραφῆς τῶν διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους 1951–52» (557.241.800).
§15ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἐγκρίσεως τῶν κατὰ τὰ πρὸ τοῦ 1951–51 οἰκονομικὰ ἔτη (1944–45, 1945–46, 1946–47, 1947–48, 1948–49, 1949–50 καὶ 1950–51) πραγματοποιηθεισῶν δαπανῶν ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων καὶ τῆς ἐγγραφῆς, τῶν διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους 1951–52» (557.241.800). Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ Ἐνοικιοστασίου καὶ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 845) 1948 καὶ 1349)1949 νόμων καὶ χορηγήσεως ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς τροποποίησιν αὐτῶν». Ὁ κ. Ι. Μογγογιάννης ὡς εἰσηγητὴς ἔχει τὸν λόγον.
§17Ι. ΜΟΓΓΟΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, διὰ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχεδίου παρατείνεται ἡ ἰσχὺς τοῦ ἐνοικιοστασίου, καθὼς καὶ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου 845 καὶ 1349 σύμφωνα πρὸς τὸ ἐνοικιοστάσιον διὰ τὴν ἀναστολὴν τῶν ἐξωστικῶν ἀποφάσεων. Δίδεται ἐπίσης ἐξουσιοδότησις διὰ τὴν τροποποίησιν, ἢ κατάργησιν ἐν μέρει ἢ ἐν ὅλῳ τοῦ ἰσχύοντος ἐνοικιοστασίου. Δυστυχῶς αἱ προϋποθέσεις, αἱ ὁποῖαι ὑφίσταντο διὰ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ ἐνοικιοστασίου ὑφίστανται καὶ σήμερον ἀκόμη ἐν μέρει. Προϋπόθεσις τῆς ἐπιβολῆς τοῦ ἐνοικιοστασίου ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἦτο ἡ ἀνωμαλία, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη συνεπεία τοῦ πολέμου τῆς κατοχῆς καὶ τῆς ἀνταρσίας. Ἠλπίσαμεν ὅλοι, κύριοι βουλευταί, εἰς μίαν εἰρήνην μετὰ τὸν τρομερὸν παγκόσμιον πόλεμον, ἀλλὰ τὸ χάος τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη πάλιν συνεπεία τῶν ἐξοπλισμῶν, τοῦ φόβου, τῆς ἀναταραχῆς τῶν χωρῶν, ἐπέδρασε καὶ εἰς τὴν χώραν μας. Ἀλλὰ εἰς τὴν χώραν μας παρίσταται καὶ ἄλλο ζήτημα παρατάσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου, εἶναι τὸ στεγαστικὸν ζήτημα, εἶναι ἡ στεγαστικὴ κρίσις. Κρίσις ὑφίσταται στεγαστικὴ εἰς ὅλας τὰς χώρας, εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅμως ὑφίσταται περισσότερον διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: Πρῶτον διότι συνεπεία τοῦ πολέμου, τῆς κατοχῆς καὶ τῆς ἀνταρσίας κατέρρευσαν καὶ κατεστράφησαν ἄνω τῶν 300.000 οἰκημάτων, δεύτερον κατεστράφησαν πολλαὶ οἰκίαι, διότι ἐλλείψει χρημάτων συνεπεία τοῦ πολέμου, τῆς κατοχῆς καὶ τῆς ἀνταρσίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπισκευασθῶσι. Τρίτος λόγος εἶναι ἡ μὴ ἀνέγερσις νέων οἰκοδομῶν κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τῶν ἐτῶν 1940–47, ἕνεκα τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως καὶ κυρίως τῆς κατοχικῆς περιόδου, καθ’ ἣν ἀντὶ πινακίου φακῆς ἐξεποίει ἕκαστος τὴν στέγην του διὰ τὴν ἐπιβίωσίν του. Μόνον εἰς τὴν Πρωτεύουσαν παρουσιάζεται ἐκ τῆς ἀνασχέσεως τῆς οἰκοδομικῆς προσπαθείας κατὰ τὸ ὡς ἄνω χρονικὸν διάστημα μείωσις τῶν στεγαστικῶν ἀναγκῶν αὐτῆς κατὰ 56.000 οἰκήματα, δεδομένου ὅτι προπολεμικῶς ἀνεγείροντο εἰς Ἀθήνας 8.000 οἰκήματα κατ’ ἔτος. Τέταρτος λόγος εἶναι ἡ αὔξησις τοῦ πληθυσμοῦ, ἥτις ἀνέρχεται ἐτησίως εἰς 1,5%, ἤτοι εἰς 100.000 ἄτομα, διὰ τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται 25.000 νέαι κατοικίαι κατ’ ἔτος καὶ πέμπτος λόγος εἶναι ἡ συγκέντρωσις εἰς τὰ ἀστικὰ κέντρα καὶ ἰδίως εἰς τὴν Πρωτεύουσαν μεγάλου μέρους ἐκ τοῦ πληθυσμοῦ τῆς ὑπαίθρου. Τοῦτο δὲ ὀφείλεται καὶ εἰς τὴν ἔλλειψιν ἀσφαλείας τῆς ὑπαίθρου χώρας, λόγῳ τῆς ἀνταρσίας, ἥτις κατεστάλη μόλις πρὸ διετίας, ἀλλὰ κυρίως ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς δυσπραγίας, ἡ ὁποία ὑφίσταται εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς. Τοῦτο δὲ ὀφείλεται εἰς τὴν μικρὰν ἀξίαν καὶ εἰς τὴν μείωσιν τῆς ἀξίας τῶν γεωργικῶν προϊόντων ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς τὴν ἀξίαν τῶν βιομηχανικῶν προϊόντων καὶ διότι ἡ βιομηχανία μας συνεκεντρώθη εἰς τὰ ἀστικὰ κέντρα καὶ ὑπάρχει ζήτημα ἀνεργίας εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς. Τοῦτο βέβαια τὸ γνωρίζετε πολλοὶ ἐξ ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι κατάγεσθε ἀπὸ περιφερείας ἀγροτικάς. Καὶ εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1947 καὶ ἐντεῦθεν καὶ κυρίως μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ ΚΗʹ ψηφίσματος, δι’ οὗ ἐθεσπίσθησαν ἀτέλειαι φορολογικαὶ καὶ ἐξαιρέσεις ἐκ τοῦ ἰσχύοντος ἐνοικιοστασίου, ἐπηκολούθησε πρωτοφανὴς οἰκοδομικὸς ὀργασμὸς καὶ διετέθησαν τρισεκατομμύρια διὰ τὴν ἀνέγερσιν οἰκοδομῶν, τοῦτο ὅμως δὲν ἔλυσε τὸ στεγαστικὸν πρόβλημα, λόγῳ τοῦ μεγέθους αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ διότι αἱ οἰκοδομαὶ αἱ ὁποῖαι ἀνηγέρθησαν δὲν ἀποτελοῦν λαϊκὴν στέγην, ἀλλ’ ἀποτελοῦν τὰ μέγαρα τὰ πολυτελῆ καὶ τὰς πολυκατοικίας. Καὶ τὰ πολυτελῆ μέγαρα δὲν εἶναι δυνατὸν κανεὶς νὰ τὰ πλησιάζῃ, δὲν εἶναι δυνατὸν κανεὶς νὰ ἐνοικιάζῃ μὲ 10 καὶ 15 λίρας κατὰ μῆνα. Ἐξεμεταλλεύθησαν οἱ μεγιστάνες τοῦ πλούτου τὰς ἀτελείας τοῦ ΚΗʹ ψηφίσματος καὶ ἐξησφάλισαν τὰ κεφάλαιά των εἰς ἐπιχειρήσεις ἐπικερδεῖς. Ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, τὰ τρισεκατομμύρια αὐτὰ τὰ ὁποῖα διετέθησαν εἰς τὴν Πρωτεύουσαν καὶ τὰ ἀστικὰ κέντρα, ἀλλὰ κυρίως εἰς τὴν Πρωτεύουσαν, διετίθεντο διὰ τὴν λαϊκὴν κατοικίαν, δὲν θὰ ὑπῆρχε στεγαστικὴ κρίσις, σήμερον θὰ ἠδύνατο νὰ ἀρθῇ τὸ ἐνοικιοστάσιον, διότι θὰ ἦτο εὔκολον μὲ 300 χιλ. νὰ ἐνοικιάσῃ κανεὶς αὐτὴν τὴν λαϊκὴν στέγην ἡ ὁποία θὰ ἀνεγείρετο. Σήμερον βλέπετε ὅτι αἱ πολυκατοικίαι μένουν ἀνοικίαστοι, ἢ ἔχουν ἐνοικιασθῆ ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὁλόκληρα διαμερίσματα, ἄλλαι δὲ μένουν καὶ ἐντελῶς κεναί. Κύριοι συνάδελφοι, διὰ τὴν μὴ ἄρσιν τοῦ ἐνοικιοστασίου κυρίως ὅσον ἀφορᾷ τοὺς περιορισμούς, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλει εἰς τὰς μικρὰς ἰδιοκτησίας, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουν εἰς ἀνθρώπους πτωχοὺς οἵτινες περιμένουν νὰ ζήσουν ἀπὸ τὴν περιουσίαν αὐτήν, πταίομεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι οἱ βουλευταί. Μὴ σᾶς φανῇ περίεργον, θὰ σᾶς ἐξηγήσω διατὶ εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ἴδιοι οἱ βουλευταὶ ὑπεύθυνοι τῆς μὴ ἄρσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου διὰ τὺς μικροϊδιοκτησίας. Διότι ἐπιτρέψαμεν τὴν ἀσυδοσίαν τῆς οἰκονομικῆς ὀλιγαρχίας τοῦ τόπου. Αὐτὴ συνεκέντρωσε τὰ τρισεκατομμύρια, τὰ ὁποῖα οἱ σύμμαχοί μας ἔδωσαν εἰς τὴν χώραν μας πρὸς ἀνασυγκρότησιν, αὐτὴ ἠμπόδισεν τὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς χώρας ἥτις ἦτο ἀπαραίτητος διὰ τὴν ἄρσιν τοῦ ἐνοικιοστασίου. Ἐὰν ἡ οἰκονομικὴ ὀλιγαρχία συνεκέντρωσε ἀμύθητα πλούτη, τοῦτο ἐγένετο διότι εἶναι ἀσύδοτος. Εἰς οὐδεμίαν χώραν τοῦ κόσμου ὑπάρχει ἀσύδοτος βιομηχανία καὶ μάλιστα δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ὑπεύθυνοι διότι ἡμᾶς ἔστειλεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ προστατεύσωμεν τὰ δικαιώματά του, νὰ ὑποστηρίξωμεν τὰ δικαιώματά του καὶ ἡμεῖς χωρὶς νὰ τὸ καταλάβωμεν, ἔχομεν ἀφήσει τὴν οἰκονομικὴν ὀλιγαρχίαν ἀσύδοτον. Παράδειγμα τὸ τρὰστ τῶν βιομηχάνων. Ὁ ἀτυχὴς ἀγρότης μὲ τὸν πτωχόν του προϋπολογισμόν, τὸ γνωρίζετε σεῖς, οἱ ὁποῖοι κατάγεσθε ἀπὸ περιφερείας ἀγροτικάς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσῃ τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας του καὶ ἀναγκάζεται νὰ ἔλθῃ εἰς τὰς Ἀθήνας. Εἴμεθα ἡμεῖς ὑπεύθυνοι διὰ τὴν μὴ ἄρσιν τοῦ ἐνοικιοστασίου. Τὸ λέγω αὐτὸ διὰ νὰ λάβωμεν τὰ μέτρα μας. Πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν ἔλεγχον εἰς τὰς βιομηχανίας, νὰ συμπιέσωμεν τὰς τιμάς, νὰ περιορίσωμεν τὰ κέρδη τῶν μεγάλων ἐπιχειρήσεων, διὰ νὰ μὴ ἐπέρχεται ἡ ἐξαθλίωσις τῶν ἐργαζομένων τάξεων, νὰ ἠμπορῇ ὁ δραχμοσυντήρητος ὅπως καὶ προπολεμικῶς ν’ ἀνεγείρῃ καὶ αὐτὸς μίαν στέγην. Χιλιάδες εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀνήγειρον μὲ τὸν μισθόν των, μὲ τὰς οἰκονομίας των, τὴν στέγην των. Τώρα δὲν ἠμποροῦν, διότι τὸ ἡμερομίσθιον δὲν ἐπαρκεῖ διὰ τὰ πρὸς τὸ ζῆν. Καὶ τοῦτο διότι συγκεντρώνονται τὰ κέρδη ἀσυδότως εἰς τοὺς μεγαλοβιομηχάνους, εἰς τοὺς πλουσίους, εἰς τὴν οἰκονομικὴν ὀλιγαρχίαν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ αὐξάνῃ ἡ ἐξαθλίωσις τῶν ἐργαζομένων. Τὸ ἰσχῦον ἐνοικιοστάσιον, κύριοι βουλευταί, ἔχει πολλὰς ἀσαφείας. Ὁ συνάδελφος κ. Παπαρρηγόπουλος τὸ ἀπεκάλεσε κάποτε συνονθύλευμα ἀντιφατικῶν διατάξεων, ἐγὼ δὲ τὸ ἀπεκάλεσα «σύμπλεγμα περιπεπλεγμένων περιπλοκῶν», δανειζόμενος τὴν φράσιν αὐτὴν ἀπὸ τὸν ἀείμνηστον Γούναρην. Αἱ ἀσάφειαι αὗται ὅμως, εὐτυχῶς, μετὰ τὴν τετραετῆ ἐφαρμογὴν ὑπὸ τῶν δικαστηρίων ἐξωμαλύνθησαν. Πλὴν ὅμως, ἀπομένουν ὡρισμένα οὐσιαστικὰ ζητήματα. Ὑπάρχουν ὡρισμέναι διατάξεις, αἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ τροποποιηθοῦν, διότι αἱ συνθῆκαι, μὲ τὴν παρέλευσιν τῆς τετραετίας, μετεβλήθησαν. Οὕτω παρῆλθον τόσα ἔτη ἀπὸ τῆς λήξεως τοῦ πολέμου καὶ οἱ μικροϊδιοκτῆται δὲν δύνανται νὰ κάμουν χρῆσιν ἐλευθέρως τῆς ἰδιοκτησίας των. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἱδρύεται Ἐπιτροπή, τῆς ὁποίας ἡ σύνθεσις ἀποτελεῖ ἀρίστην ἐγγύησιν διὰ τὴν δικαίαν τροποποίησιν τοῦ ἐνοικιοστασίου, διὰ τὴν ὑποβολὴν τροποποιήσεων οὐσιαστικῶν, ἀρτίων καὶ δικαίων, ὑπὸ τὴν εὐθύνην, βεβαίως, πάντοτε, τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ δὲν εἰσῆλθε καὶ δὲν ἐξήτασε τροπολογίας, διότι ἐγνώριζεν, ὅτι τροπολογίαι οὐσιαστικαὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνουν καὶ εἶναι γνωστόν, ὅτι ὅλα τὰ ἐνοικιοστάσια ἔχουν καταρτισθῆ ὑπὸ Ἐπιτροπῶν. Ἐξήτασε μόνον μερικὰ φραστικὰ κενὰ καὶ ἔκαμεν ὡρισμένας προσθήκας. Ὡς πρὸς τὴν παράτασιν π. χ. τῆς προθεσμίας τῶν νόμων 845 καὶ 1349 προσέθεσε τὴν φράσιν: «......... (ἀναγινώσκει)..........». Διότι ὑπάρχουν ἀποφάσεις τοῦ Προέδρου περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας καὶ μέχρι τῆς 30 Δεκεμβρίου. Ἐπίσης εἰς τὸ τέλος τοῦ ἰδίου ἄρθρου προστίθεται: «........ ..... (ἀναγινώσκει).................». Διότι ὑπῆρχον πολλαὶ περιπτώσεις καθ’ ἃς ὁ λαμβάνων τὴν ἀναστολὴν ὑπὸ ὅρον, δὲν ἐγνώριζεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ καταθέσῃ ὑπὸ ὅρον τὰ χρήματα. Δύο μόνον οὐσιαστικαὶ τροποποιήσεις ἐγένοντο δεκταὶ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ μία ἀφορᾷ τὰς ἐπισκευὰς λόγῳ τοῦ κατεπείγοντος τοῦ πράγματος, διότι εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ χειμῶνος. Διὰ τὰς ἐπισκευάς, αἱ ὁποῖαι προήρχοντο ἐξ ἀνωτέρας βίας ἐβαρύνετο ὁ ἰδιοκτήτης. Διὰ τῆς τροπολογίας αὐτῆς βαρύνονται καὶ οἱ δύο ἐξ ἴσου καὶ ἀνακουφίζεται κάπως ὁ ἐκμισθωτής. Ὑπάρχει καὶ δευτέρα τροπολογία ἡ ἑξῆς: Τὸ ἄρθρον 73 τοῦ Α.Ν. 1910)51 καταργεῖται ἀφ’ ἧς ἴσχυσεν. Ἐὰν ἔχῃ κάτι νὰ ἐπιδείξῃ τὸ ἰσχῦον ἐνοικιοστάσιον εἶναι, ὅτι καθορίζει γενικὰς γραμμάς. Δυστυχῶς τὴν 3 Αὐγούστου 1951 παρεισέφρυσε μία διάταξις εἰς ἕνα νομοσχέδιον ἄσχετον μὲ τὸ ἐνοικιοστάσιον, εἰς τὸν νόμον περὶ ἐσόδων Δήμων καὶ Κοινοτήτων, διὰ τοῦ ἄρθρου 73, τοῦ ὁποίου ἤρθη ἡ προστασία μιᾶς τάξεως βιοπαλαιστῶν μικροεπαγγελματιῶν, ἀπὸ τοὺς χώρους τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων. Δι’ αὐτοῦ ἐξώνονται ἀρκεταὶ χιλιάδες καταστηματαρχῶν. Ὁ δὲ Δῆμος Ἀθηναίων, μάλιστα, ἔσπευσε νὰ κοινοποιήσῃ καὶ ἐξωδίκους προσκλήσεις. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς διαβάσω μίαν: «.......... (ἀναγινώσκει)........................». Δηλαδὴ ὁ Δῆμος δὲν συναινεῖ, κατόπιν τούτου, εἰς τὴν παράτασιν τῆς μισθώσεως. Τοιοῦτοι δὲ χῶροι εἶναι χιλιάδες, ὄχι μόνον ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην καὶ εἰς ὅλα τὰ ἀστικὰ κέντρα. Αἱ διατάξεις, κ. βουλευταί, τῶν ἐνοικιοστασίων εἶναι γενικαί. Ἀκόμη καὶ αἱ ἐξαιρέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται, εἶναι γενικαί. Ὅταν ἐξαιρῇ τῆς προστασίας τὴν ἀχρησίαν, καθιεροῖ τὴν ἐξαίρεσιν αὐτὴν δι’ ὅλους τούς Ἕλληνας. Διὰ τοῦτο ἡ Ἐπιτροπὴ παμψηφεὶ ἐδέχθη ὅπως τὸ ἄρθρον 73 τοῦ Α.Ν, 1910 κατηργηθῇ ἀφ’ ἧς ἴσχυσε. Πιστεύω ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ καταργήσῃ τὴν διάταξιν αὐτήν, διότι ἀντίκειται εἰς τὰς γενικὰς διατάξεις τοῦ ἰσχύοντος ἐνοικιοστασίου. Ἐπίσης ὑπάρχει καὶ μία τροπολογία, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἰδιοκατοίκησιν διὰ τοὺς στερουμένους στέγης. Καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ἐν προκειμένῳ μία τρίμηνος προθεσμία. Θὰ πρέπει ἐπίσης νὰ καθορισθῇ μία ἀμοιβὴ διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι εἶναι μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία θὰ ἐργασθῇ ἐπὶ 4 μῆνας καὶ θὰ ἀφιερώσῃ χρόνον καὶ δυνάμεις διὰ τὸν καταρτισμὸν καὶ τὴν τροποποίησιν τοῦ ἐνοικιοστασίου. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παράγραφον 2 τοῦ ἄρθρου 5, ἡ Ἐπιτροπὴ τὴν ἀπήλειψε, συμφωνούντων ὅλων τῶν μελῶν της, διότι δὲν ἐθεώρησε δίκαιον νὰ καθορισθῇ ποσοστὸν 50% ὡς φορολογία ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Τὴν παράγραφον αὐτὴν τὴν ὁποίαν ἡ Ἐπιτροπή, παμψηφεὶ ἢ μειοψηφούντων, νομίζω, 2–3 μελῶν αὐτῆς, ἀπήλειψε, πιστεύω, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ θὰ δεχθῇ νὰ τὴν ἀπαλείψῃ.
§18ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἤθελα, κ. συνάδελφε, τὴν γνώμην σας, ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον λειτουργίας τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς καὶ ἂν φρονῆτε ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν πληθώραν τῶν αἰτήσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ ὑποβληθοῦν.
§19Ι. ΜΟΓΓΟΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδέποτε τροπολογίαι ἐγένοντο ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ πάντοτε ὑπὸ Ἐπιτροπῶν. Καὶ ἡ σύνθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς ἀποτελεῖ ἐγγύησιν ὅτι αἱ τροπολογίαι θὰ εἶναι δίκαιαι. Ἐξαρτᾶται, ἄλλωστε, τοῦτο, ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν.
§20ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐὰν θὰ ἐπαρκέσῃ, κ. συνάδελφε.
§21Ι. ΜΟΓΓΟΓΙΑΝΝΗΣ. Πιστεύω ὅτι θὰ ἐπαρκέσῃ, κ. συνάδελφε, διότι θὰ ἐργασθῇ καλύτερον καὶ ἀνετώτερον ἀπὸ τὴν Βουλήν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἕτερος τῶν εἰσηγητῶν κ. Γ. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
§23Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς παρατάσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου, κ. συνάδελφοι, εὑρέθημεν σύμφωνοι εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Νομίζομεν καὶ ἡμεῖς ὅτι αἱ συνθῆκαι δὲν μετεβλήθησαν καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἀκόμη τὸ ἐνοικιοστάσιον νὰ καταργηθῇ. Ἐφ’ ᾧ καὶ συνεφωνήσαμεν εἰς τὴν παράτασίν του μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου 1952. Τοῦτο ὅμως δὲν μᾶς ἐμποδίζει νὰ πιστεύωμεν ὅτι τὸ ἐνοικιοστάσιον, ὡς ὑφίσταται σήμερον, ἔχει ἀνάγκην μεταβολῆς. Ἡ ἀνάγκη αὐτὴ ὑφίσταται εἰς διαφόρους περιπτώσεις μὲ τὰς ὁποίας δὲν θέλω τώρα νὰ σᾶς ἀπασχολήσω. Καί δι’ αὐτὸ ὅταν εἰς τὸ σχέδιον νόμου προσετέθη διάταξις περὶ παρατάσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, καὶ μετὰ τὴν πρώτην Ὀκτωβρίου 1952, ἐπὶ ἓν ἔτος, δηλαδὴ μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου 1953, εὑρέθημεν ἀντίθετοι, διὰ δύο λόγους: Πρῶτον, διότι δὲν νομίζομεν ὅτι δυνάμεθα ἀπὸ σήμερον νὰ ἐξουσιοδοτήσωμεν τὸν Ὑπουργὸν ἐν ἀγνοίᾳ τῶν συνθηκῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ὑφίστανται μετὰ ἓν ἔτος, νὰ παρατείνῃ τὸ ἐνοικιοστάσιον ὡς ἰσχύει σήμερον καὶ ἐπὶ ἓν ἀκόμη ἔτος, δηλαδὴ νὰ τὸ παρατείνωμεν ἐν συνόλῳ ἐπὶ διετίαν καί, δεύτερον, διότι νομίζομεν ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ ἐνοικιοστασίου δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας καὶ χρῄζουν τροποποιήσεως. Διὰ νὰ ἀναγκάσωμεν λοιπὸν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ φέρῃ νομοθέτημα διὰ τοῦ ὁποίου θὰ μετεβάλλετο τὸ ἰσχῦον ἐνοικιοστάσιον, ἠρνήθημεν τὴν παράτασιν πέραν τοῦ Ὀκτωβρίου 1952 πλὴν ὅμως ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, κατὰ πλειοψηφίαν, ἐδέχθη τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ ὅπως διὰ διατάγματος παρατείνῃ τὸ ἐνοικιοστάσιον μέχρι καὶ τοῦ Ὀκτωβρίου 1953. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ σχεδίου προσέθεσε μίαν παράγραφον δι’ ἧς ὁρίζεται, ὅτι ἐν περιπτώσει ἀδικαιολογήτου καθυστερήσεως τοῦ μισθώματος ἐπὶ τοῦ νόμου 845 καὶ 1349 κρίνει ὁ Πρόεδρος Πρωτοδικῶν ἐὰν θὰ γίνῃ ἢ ὄχι ἡ ἔξωσις. Νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι ἐπ’ αὐτῶν τῶν περιπτώσεων συμβαίνει τὸ ἑξῆς: Διετάχθη ἡ ἔξωσις καὶ δυνάμει τῶν νόμων 845, 1349 ἐπετράπη ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς καταβολῆς ἑνὸς μισθώματος ὁριζομένου ὑπὸ τοῦ Προέδρου ἡ ἀναστολὴ τῆς ἐξώσεως. Διατί, λοιπόν, νὰ ζητήσωμεν καὶ δευτέραν δικαστικὴν ἀπόφασιν διὰ τὴν ἔξωσιν; Οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν ἐδικαιολόγησαν τὴν ἄποψίν των λέγοντες, ὅτι εἶναι πιθανὸν νὰ μὴ ἐγνώριζον οἱ μισθωταὶ ὅτι θὰ ἐξετελεῖτο ἡ ἀπόφασις, ἐφ’ ὅσον δὲν κατέβαλον τὰ μισθώματα ἢ τὴν ἀποζημίωσιν, ἀλλὰ τότε διατὶ νὰ σταθῶμεν εἰς τὴν δευτέραν ἀπόφασιν; Εἶναι δυνατὸν καὶ μετὰ τὴν δευτέραν ἔξωσιν καὶ πάλιν ἀφελεῖς ἢ ἀμαθεῖς νὰ μὴ γνωρίζουν, ὅτι ἐὰν δὲν πληρώσουν θὰ ἐξωσθοῦν καὶ τότε θὰ ἔπρεπε καὶ αὐτοὺς νὰ προστατεύσωμεν διὰ μιᾶς τρίτης ἀποφάσεως. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἔρχεται ἡ Βουλὴ νὰ διορθώνῃ δικαστικὰς ἀποφάσεις. Δὲν εἶναι δυνατόν, ἐφ’ ὅσον ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις κατὰ τὴν διαδικασίαν τῶν ἄρθρων 634 καὶ ἐπέκεινα τῆς Π.Δ., νὰ λέγωμεν ὅτι τὰς καταργοῦμεν καὶ θέλομεν ἄλλας ἀποφάσεις. Δι’ αὐτὸ εἰσηγοῦμαι εἰς τὴν Βουλὴν τὴν μὴ ἀποδοχὴν τῆς τροποποιήσεως αὐτῆς τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ν’ ἀφεθῇ τὸ ἄρθρον 2 ὡς ἔχει, ὅπως ἐπίσης καὶ τὸ ἄρθρον 3 μὲ τὴν διόρθωσιν τῆς ἡμερομηνίας ἀντὶ 30)11 καὶ 31)12, διότι κατὰ λάθος ἐξεδόθησαν ὡρισμέναι ἀποφάσεις Προέδρων Πρωτοδικῶν, αἱ ὁποῖαι παρατείνουν τὴν προθεσμίαν μέχρι τέλους 1951. Ἐκεῖ ποὺ ἔχομεν σοβαρὰς ἀντιρρήσεις εἶναι τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5. Διὰ τοῦ ἄρθρου 4 παρέχεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐξουσιοδότησις εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ δημοσιεύσῃ ἕνα νέον ἐνοικιοστάσιον μέχρι τέλους Μαρτίου 1952 διὰ Β. Δ. κατόπιν γνώμης μιᾶς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία συνιστᾶται διὰ τοῦ σχεδίου. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν ἡ Βουλὴ νὰ παραδίδῃ τὰ δικαιώματά της εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν. Κύριον ἔργον τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ νομοθετικὴ ἐργασία. Δὲν πρέπει ἡμεῖς οἱ ἴδιοι νὰ καταργοῦμεν τοὺς ἑαυτούς μας ὡσὰν νὰ εἴμεθα ἀνίκανοι καὶ ἄχρηστοι νὰ νομοθετήσωμεν. Διάφοροι συνάδελφοι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἀνήκοντες εἰς τὴν συμπολίτευσιν εἶπον, ὅτι δὲν ἀναθέτομεν τὴν νομοθέτησιν ἐν προκειμένῳ εἰς ξένους, ἀλλὰ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀποτελοῦν 12 μέλη τῆς Βουλῆς. Ἐὰν αὐτὸ ἦτο ὀρθόν, διατί ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πρέπει νὰ ἐκλέγῃ 258 ἀντιπροσώπους καὶ νὰ ὑφίσταται καὶ ὁ προϋπολογισμὸς ὅλην αὐτὴν τὴν δαπάνην; Θὰ ἦτο οἰκονομικώτερον νὰ ἐκλέγῃ 12 βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι νὰ ἀποτελοῦν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ νὰ ἔχουν καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἴμεθα ἀνίκανοι νὰ νομοθετήσωμεν ἐπὶ τόσον σπουδαίων ζητημάτων. Ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ὑπεύθυνον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν θέματος. Δὲν λέγω, ὅτι πρέπει νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ νόμος καὶ νὰ γίνῃ εὐρεῖα συζήτησις ἐπὶ ὅλων τῶν ἄρθρων τοῦ ἐνοικιοστασίου, τοῦτο εἶναι ἀδύνατον λόγῳ τῆς φύσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Λυκουρέζου, νὰ φέρῃ δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις σχέδιον νόμου περιέχοντος 4–5 ἄρθρα, ἕνα πλαίσιον νόμου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἐκφράσωμεν τὴν γνώμην μας. Οὕτω θὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της ἡ Βουλὴ καὶ δὲν θὰ ἀσκήσῃ τὰ δικαιώματα ταύτης ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία. Τὸ ἄρθρον 4 ἔχει βασικὴν σημασίαν καὶ πρέπει νὰ τὸ προσέξωμεν. Δὲν τὸ λέγω αὐτὸ ἀπὸ ἀπόψεως ἀντιπολιτεύσεως, διότι δὲν γνωρίζω τὸν Μάρτιον ἢ μᾶλλον ἐλπίζω νὰ μὴ κατέχῃ τότε τὰ Ὑπουργικὰ ἑδώλια ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ εἰς οἱανδήποτε Κυβέρνησιν δὲν πρέπει νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὰ νομοθετικά μας δικαιώματα. Ἔρχομαι εἰς τὸ τελευταῖον ἄρθρον. Ὡς εἶπεν ὁ κ. εἰσηγητής, ἡ Ἐπιτροπὴ διὰ πλειοψηφίας 13 κατὰ 3 ἐδέχθη τὴν διαγραφὴν τῆς παραγράφου 2, δι’ ἧς ἐπιβάλλεται ἔκτακτος εἰσφορὰ ἐπὶ τῶν αὐξανομένων μισθωμάτων. Ἡ ἄποψις τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι ὀρθωτάτη. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι δὲν φορολογοῦνται ἐπαρκῶς τὰ μισθώματα, δὲν ἔχει παρὰ νὰ μᾶς φέρῃ σχέδιον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ φορολογοῦνται, νὰ τὸ συζητήσωμεν καὶ ἐὰν εὕρωμεν ὅτι ἔχει δίκαιον νὰ τὸ δεχθῶμεν. Δὲν δεχόμεθα ὅμως τὴν διὰ τῆς τεθλασμένης ὁδοῦ ἐπιβολὴν φορολογίας. Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι τὸ μέτρον δὲν θὰ ἐπιβληθῇ· τόσον τὸ καλύτερον. Ὀφείλει συνεπῶς ἡ Κυβέρνησις νὰ δεχθῇ τὴν διαγραφὴν τῆς δευτέρας παραγράφου καὶ ἂν νομίσῃ ὅτι ὑφίσταται ἀνάγκη νέας φορολογίας, νὰ φέρῃ χωριστὸν νομοσχέδιον, θὰ τὸ συζητήσωμεν καὶ θὰ ἐκφέρωμεν τὰς ἀπόψεις μας καὶ ἡ Βουλὴ τότε θὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς νέας αὐτῆς φορολογίας. Νομοτεχνικῶς ἔχω καὶ μίαν ἀντίρρησιν. Θὰ ἔπρεπε νὰ διαγραφῇ ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον 5, διότι ἡ παράγραφος 1 ἐπαναλαμβάνει ἰσχύουσαν διάταξιν τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Ἐφ’ ὅσον θὰ διαγραφῇ ἡ δευτέρα παράγραφος δέον νὰ διαγραφῇ καὶ ἡ πρώτη. Ἐν κατακλεῖδι, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προσέξωμεν τὸ ἄρθρον 4. Δὲν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν ἐξουσιοδότησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δημοσιεύσῃ νέον Ἐνοικιοστάσιον τοῦ ὁποίου οὔτε τὴν ἀρχήν, οὔτε τὸ τέλος θὰ γνωρίζωμεν. Τοὐλάχιστον τὰς κατευθυντηρίους γραμμὰς πρέπει νὰ τὰς θέση ἡ Βουλή. Πρέπει νὰ διαγραφῇ ἐπίσης τὸ ἄρθρον 5. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀλλάξωμε τὴν φορολογίαν ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, ὕστερα ἀπὸ τὴν ἐπιτυχῆ πολιτικὴν ποὺ ἐφήρμοσε ἐπὶ τοῦ θέματος ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων, διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Μαύρου. Ἐπέτυχε τότε τὸ μέτρον, διότι ἔχομε τέλος πάντων εἰς τὴν Ἑλλάδα μίαν φορολογικὴν δικαιοσύνην. Εἶναι ἕνα μέτρον τὸ ὁποῖον ἐλήφθη ἀπὸ ἀντίπαλον Ὑπουργόν. Δὲν διστάζω πρὸ τοῦ μέτρου αὐτοῦ νὰ ἀποκαλυφθῶ, καὶ νὰ εἴπω εἰς σᾶς, τοὺς βουλευτὰς τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, νὰ μὴ θελήσετε νὰ χαλάσετε τὸ ὡραῖον αὐτὸ ἔργον ἑνὸς συναδέλφου σας. (Χειροκροτήματα).
§24Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριοι βουλευταί, ὑπάρχει μία πλάνη, ἀπὸ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ φυλάξω ὡρισμένους ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων. Δὲν πρόκειται μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον νὰ θεσπίσωμεν τὸ νέον ἐνοικιοστάσιον. Ἐδῶ εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς σκληρᾶς ἀνάγκης, δεδομένου ὅτι εἰς τὸ τέλος Δεκεμβρίου λήγει τὸ ἰσχῦον Ἐνοικιοστάσιον. Ἐπίσης, τέλος Νοεμβρίου λήγουν αἱ προθεσμίαι τὰς ὁποίας, κατὰ τοὺς νόμους 845 καὶ 1349 οἱ πρόεδροι τῶν Πρωτοδικῶν ἔχουν δώσει εἰς ὡρισμένους μισθωτάς, διὰ μισθώσεις μὴ ὑπαγομένας εἰς τὸ Ἐνοικιοστάσιον.
§25Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σύμφωνοι εἴμεθα ἐπ’ αὐτοῦ.
§26Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Πρέπει λοιπὸν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ θέμα τοῦτο, διότι οὐδεὶς ἠμπορεῖ νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ποὺ διανύομεν, εἶναι δυνατὸν ἕνα ὀξύτατον κοινωνικὸν πρόβλημα, νὰ τὸ λύσωμεν μὲ τὴν ἄρσιν τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Ἁπλῆ σκέψις ὑπῆρξεν ὅτι τὸ Ἐνοικιοστάσιον, τὸ ὑφιστάμενον ἤδη ἀπὸ τοῦ 1947, πρέπει νὰ παραταθῇ.
§27Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ἐπ’ ἀόριστον.
§28Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτό.
§29Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ σήμερα, κ. Ὑπουργέ, ποὺ σείεται διεθνῶς τὸ ἔδαφος διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς ἀνθρωπότητος, νὰ κάνετε νόμους, νὰ προστατεύετε τὸ κεφάλαιον καὶ νὰ πετᾶτε τοὺς πτωχοὺς ἐνοικιαστὰς εἰς τοὺς δρόμους.
§30ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ὁ μόνος πόρος ζωῆς των.
§31Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Νὰ πᾶνε νὰ σκάψουν γιὰ νὰ ζήσουν.
§32Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἔχετε τὴν ὑπομονὴν νὰ μὲ ἀκούσετε καὶ εἰς τὸ τέλος κάνετε τὰς παρατηρήσεις σας. Ἐπείγει, λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, ἡ λῆψις ἑνὸς νομοθετικοῦ μέτρου. Τὸ θέμα ἐμφανίζει μίαν ὀξύτητα, διότι τὸ στεγαστικὸν πρόβλημα δὲν εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε νὰ δυνάμεθα σήμερον νὰ κάμωμεν τὴν σκέψιν τῆς ἄρσεως τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Ἀναγνωρίζομεν ὅμως τὴν ἀνάγκην κάποιας μεταρρυθμίσεως καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, εἰς τὸ νομοθέτημα τὸ ὁποῖον τίθεται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, προβλέπομεν περὶ τῆς συντάξεως τοῦ νέου Ἐνοικιοστασίου. Ἁρμόδια πρόσωπα, προερχόμενα ἐκ τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης, ἐξ ἀνωτάτων Δικαστικῶν, ἀντιπροσώπων τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου, πρόκειται νὰ ἐργασθοῦν μέσα εἰς ἕνα τρίμηνον διὰ νὰ δώσουν εἰς τὸν τόπον τὸ νέον Ἐνοικιοστάσιον. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Βουλήν, δεδομένου ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ αὐτῶν τῶν σκληρῶν συνθηκῶν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ θέμα, καὶ ἐφ’ ὅσον κατ’ ἀρχήν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ καμμία ἀντίρρησις περὶ τῆς ἀνάγκης παρατάσεως τοῦ ἤδη ὑφισταμένου Ἐνοικιοστασίου, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅλας τὰς πτέρυγας, νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ἐκεῖ ὑπάρχει ἡ ἀμφισβήτησις, αἱ ἀντιγνωμίαι, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἀκουσθοῦν ἑκατέρωθεν αἱ γνῶμαι, διὰ νὰ ἴδωμεν τί εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδεχθῶμεν ἀπὸ τὰς προτεινομένας τροπολογίας καὶ τί πρέπει νὰ ἀπορρίψωμεν. Θὰ ἤθελα, κύριοι βουλευταί, νὰ μοῦ εἴπητε, πρὸς τί ἡ συζήτησις; Διότι τὸ θέμα ἐπείγει. Ἔχω παραστάσεις ἀπὸ τοὺς ἁρμόδιους δικαστικοὺς παράγοντας. Πρόκειται χιλιάδες μισθωτῶν νὰ ριφθοῦν εἰς ἕνα δαπανηρὸν δικαστικὸν ἀγῶνα διὰ νὰ πάρουν νέας ἀναστολάς. Σκεφθῆτε τὸ δρᾶμα τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἀγωνιοῦν σήμερον ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν μιᾶς ἐξώσεως. Πρὸς τί λοιπὸν νὰ συζητοῦμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;
§33Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ συζήτησις εἶναι ἑνιαία, γίνεται συγχρόνως καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ ἐπὶ τῶν ἄρθρων. Εἴμεθα συμφωνότατοι ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τὰς σκληρὰς συνθήκας περὶ τῶν ὁποίων ὡμιλήσατε, τὰς θεωροῦμε καὶ ἡμεῖς τόσον σκληράς, ὥστε νὰ ἐπιβάλεται ὁπωσδήποτε ἡ παράτασις. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾶ τὸ ἄρθρον 4 θὰ γίνῃ συζήτησις.
§34Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Νὰ μποῦμε εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν διὰ τὴν τελικὴν διατύπωσιν.
§35Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ κάμνομεν ἤδη. Καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας δὲν ἠμφισβήτησε τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου. Διετύπωσε μόνον ἀντιρρήσεις ὅσον ἀφορᾶ τὸ ἄρθρον 4, ἐπίσης ὅσον ἀφορᾶ τὸ ἄρθρον 1.
§36Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἡ παρέμβασίς μου ὠφείλετο εἰς τὰς ὁμιλίας τῶν δύο εἰσηγητῶν. Βλέπω διάθεσιν ἀπ’ ὅλας τὰς πτέρυγας τῆς Βουλῆς νὰ δημιουργηθῇ μία γενικὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ Ἐνοικιοστασίου. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἕνα ἀποτέλεσμα. Διότι ἀπὸ παντοῦ ἀναγνωρίζεται ἡ ἀνάγκη ὅτι πρέπει νὰ παραταθῇ. (Χειροκροτήματα). Διὰ τὸν χρόνον, θὰ τὸ συζητήσωμεν. Ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχουν ἑκατέρωθεν ἀπόψεις διάφοροι. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι προάγεται τὸ θέμα μας, ἐὰν τυχὸν ἐπεκτείνωμεν τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν.
§37Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν παράκλησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τὴν συμμεριζόμεθα καὶ ἡμεῖς. Νὰ μὴν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν, διότι ἐὰν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν, εἶναι ἀδύνατον νὰ περάσῃ ἀπόψε τὸ νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου ἡ ἐπιψήφισις καὶ ἰδίᾳ ὅσον ἀφορᾷ τὰ πρῶτα ἄρθρα, ἐπείγει.
§38Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Εὐχαριστῶ θερμότατα.
§39Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσω.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσητε.
§41Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἐγγεγραμμένος. Ἡ συζήτησις εἶναι μία καὶ ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Κατὰ συνέπειαν δὲν ἠμπορεῖ νὰ μοῦ ἀρνηθῆτε νὰ ὁμιλήσω.
§42Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας. Νομίζω ὅτι ὑπάρχει παρανόησις. Τὸ νομοσχέδιον ψηφίζεται εἰς μίαν συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Συνεπῶς πᾶς ἀγορεύων ἔχει δικαίωμα νὰ κάμῃ παρατηρήσεις καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ ἐπὶ τῶν ἄρθρων διὰ νὰ μὴ ἐπανερχώμεθα.
§43Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀντίληψίν σας. Δὲν νομίζετε, ὅτι προάγεται καλλίτερον ἡ συζήτησις ἐὰν πάρωμεν ἕνα–ἕνα τὰ ἄρθρα καὶ τὰ ἐξαντλήσωμεν; Διότι ἐὰν σηκωθοῦν οἱ κύριοι συνάδελφοι καὶ ὁμιλήσουν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ μετὰ διὰ καθένα ἄρθρον, δὲν θὰ τελειώσωμε ποτέ.
§44Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Εἶμαι ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσω. Ἐφ’ ὅσον τίθεται οὕτω τὸ ζήτημα, παραιτοῦμαι καὶ ἐγγράφομαι μόνον εἰς τὸ ἄρθρον 4.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Παπαρρηγόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§46Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἐν ἰσχύϊ ἐνοικιοστάσιον εἶναι τὸ Διάταγμα τῆς 4ης Ὀκτωβρίου 1947. Τὸ Διάταγμα ἦτο διετοῦς ἰσχύος. Ἔληξε εἰς τὰ 1949. Ἐδόθη μία πρώτη παράτασις μὲ τὸν νόμον 1107 ἑνὸς ἔτους. Ἀκολούθως ἐδόθησαν δύο νέαι παρατάσεις καὶ τὸ ἐνοικιοστάσιον τῆς 5ης Σεπτεμβρίου 1947 ἐξακολουθεῖ νὰ ἰσχύῃ μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1951. Ὅταν ἔγινε τὸ ἐνοικιοστάσιον τοῦ 1947, αἱ συνθῆκαι ἦσαν ἐντελῶς διάφοροι τῶν σημερινῶν. Δὲν πρέπει νὰ διαφεύγῃ τὴν ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς, ὅτι εἰς τὸ 1947 δὲν εἶχε εἰσέτι δημοσιευθῆ τὸ ΚΗ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον διηυκόλυνε τὴν ἀνοικοδόμησιν. Τότε αἱ συνθῆκαι ἦσαν τραγικαὶ καὶ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἀναμφισβητήτως, τραγικώτεραι ἀπὸ τὰς σημερινάς. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως ἦλθεν ὁ ὀργασμὸς τῆς ἀνοικοδομήσεως, ὁ ὁποῖος ἐπέφερε πλήρη ἀνατροπὴν εἰς τὰς συνθήκας στεγάσεως. Πλήρης ἀνατροπὴ ἀπὸ τῆς ἑξῆς ἀπόψεως. Ὄχι διότι ἔληξε τὸ πρόβλημα τῆς στέγης, τὸ ὁποῖον ἀναμφισβητήτως δὲν ἐλύθη, ἀλλ’ ἐξακολουθεῖ νὰ ὑφίσταται, ἀλλὰ διότι ἐδημιουργήθη μία τεραστία ἀπόστασις μεταξὺ τῶν ἐνοικιοστασιακῶν μισθωμάτων, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς παραμένουν εἰς τὸ αὐτὸ σχεδὸν ἐπίπεδον, ποὺ ἦσαν κατὰ τὸ 1947, ἄνευ οὐδεμιᾶς σχεδὸν οὐσιαστικῆς αὐξήσεως. Διότι οὐσιαστικὴ αὔξησις δὲν ἐδόθη οὔτε ἡ ἐλαχίστη, οὔτε εἰς τὰς περιπτώσεις ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας ἐπεβάλλετο νὰ δοθῇ. Βεβαίως τὸ ἐνοικιοστάσιον πρέπει νὰ παραταθῇ. Βεβαίως πρέπει νὰ προστατευθῇ ἡ μεγάλη μᾶζα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων τῶν δραχμοσυντηρήτων, τοὐλάχιστον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθώματος. Εἶναι ἀπολύτως ἐπιβεβλημένον διὰ λόγους κοινωνικῆς δικαιοσύνης. Ἐπαναλαμβάνω, λοιπόν, ὅτι ἐξακολουθεῖ νὰ ἰσχύῃ τὸ ἐνοικιοστάσιον τοῦ 1947 μὲ τὰ αὐτὰ περίπου μισθώματα. Τὸ γεγονὸς τοῦτο προὐκάλεσεν ἓν μέγα πρόβλημα, διότι ἡ ἀπόστασις μεταξὺ ἐλευθέρων μισθωμάτων καὶ ἐνοικιοστασιακῶν εἶναι τεραστία, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἔχει, προκειμένου περὶ ἐπαγγελματικῆς στέγης, ἄμεσον συνέπειαν ἀφ’ ἑνὸς τὰ τεράστια ἐλεύθερα ἐνοίκια νὰ ἐπιπίπτουν εἰς βάρος τῶν καταναλωτῶν, ἐνῷ ταὐτοχρόνως καὶ οἱ ἐπαγγελματίαι, οἱ ὁποῖοι προστατεύονται ἀπὸ τὸ ἐνοικιοστάσιον καὶ καταβάλλουν μικρὰ μισθώματα, νὰ παρακολουθοῦν τὴν αὐτὴν ἄνοδον τῶν τιμῶν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ οὐδεὶς διαφορισμός. Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ἀσφαλῶς παράτασις, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῶν μέχρι τοῦδε Κυβερνήσεων, δὲν ἀντιμετώπισε τὸ μέγα πρόβλημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου, ὥστε νὰ τοῦ δώσῃ μίαν ὁριστικὴν κατεύθυνσιν, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται λόγῳ τῆς πλήρους ἐν τῷ μεταξὺ μεταβολῆς τῶν συνθηκῶν, αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς εἶναι ἀπολύτως φυσικὴ καὶ δεδικαιολογημένη ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἐπὶ τέλους τὸ ζήτημα αὐτό. Ἀλλ’ ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, ἔχω ἱκανὰς ἀμφιβολίας ἐὰν πράγματι καὶ τὴν φορὰν αὐτὴν διὰ τῆς προβλεπομένης νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, θὰ καταλήξωμεν εἰς σύνταξιν ἑνὸς νέου ἐνοικιοστασίου, τὸ ὁποῖον νὰ θέτῃ νέας βάσεις ρυθμίσεως τοῦ ζητήματος. Διότι εἶναι ἐντελῶς ἀπαράδεκτος, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ρύθμισις, ἡ ὁποία ἐγένετο πρὸ 4 ἐτῶν καὶ ἡ ὁποία ἔχει ὑπ’ ὄψει της ἄλλας ἐντελῶς συνθήκας, αἱ ὁποῖαι εἶναι συνθῆκαι, αἱ ὁποῖαι ἀνέκυψαν εὐθὺς μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν καὶ τὸ Δεκεμβριανὸν κίνημα. Σήμερον τὸ ζήτημα πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθῇ εὐρύτερον καὶ νὰ λυθῇ ριζικώτερον. Ἔχω ἀμφιβολίας διότι παρομοία ἐξουσιοδότησις πρὸς τροποποίησιν καὶ συμπλήρωσιν κλπ. τοῦ ἐνοικιοστασίου ἐδόθη διὰ νόμου 1107)1949. Ὅταν ἔληξε τὸ ἐνοικιοστάσιον τοῦ 1947, ἐδόθη ἡ πρώτη παράτασις τοῦ Ν. 1107 διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἐπίσης ἐδόθη ἐξουσιοδότησις εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως διὰ βασικῶν διαταγμάτων προβῇ εἰς τροποποίησιν καὶ συμπλήρωσιν καὶ λοιπά. Ἐτάχθη μάλιστα καὶ προθεσμία, ἡ ὁποία ἔληξε καὶ παρετάθη, ἀλλὰ μέχρι σήμερον δὲν εἶδε τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος καὶ τῆς ἰσχύος ἓν τοιοῦτον ἐνοικιοστάσιον. Ἐπαναλαμβάνω, πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις θὰ ὀρρωδήσῃ εἰς τὸ νὰ θέσῃ τὸν δάκτυλον εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων. Σήμερον τὸ ζήτημα τοῦ Ἐνοικιοστασίου εἶναι τὸ μεγαλύτερον κοινωνικὸν πρόβλημα, τὸ ὁποῖον ἀντιμετωπίζει ἡ σύγχρονος Ἑλλάς, καὶ ὄχι μόνον ἡ σύγχρονος Ἑλλάς, ἀλλ’ ὁλόκληρος ὁ κόσμος. Εἶναι τὸ πρόβλημα τῆς στέγης. Πρέπει κάποτε νὰ τὸ ἀντιμετωπίσωμεν εὐθέως καὶ θαρραλέως καὶ ὄχι μόνον νὰ τὸ ἀντιμετωπίσωμεν, κύριοι συνάδελφοι, μόνον μὲ τὴν ἐπιτροπήν, τὴν ὁποίαν προβλέπει τὸ νομοσχέδιον. Βεβαίως τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα συμμετέχουν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, εἶναι πρόσωπα ἐξ ἴσου πεπειραμένα καὶ ἁρμόδια καὶ ἱκανὰ νὰ δώσουν λύσεις, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦν νὰ δώσουν τὴν ριζικὴν κατεύθυνσιν, τὴν πολιτικὴν κατεύθυνσιν τῆς Κυβερνήσεως. Διότι τὸ θέμα δὲν εἶναι ἡ διατύπωσις ὡρισμένων ἄρθρων τοῦ ἐνοικιοστασίου ὑπὸ δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι βεβαίως ἔχουν πεῖραν, ἀλλ’ εἶναι ἐπαναλαμβάνω, ζήτημα γενικωτέρας πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν πολιτικὴν κατεύθυνσιν δὲν θὰ τὴν δώσουν οὔτε Ἀροπαγῖται, οὔτε Ἐφέται, οὔτε οἱ δικηγόροι. Εἶναι βέβαια καὶ αὐτοὶ ἀπαραίτητοι, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ εἶναι οἱ μόνοι. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον διεφώνησα ριζικά, ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύστασιν καὶ τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης. Λέγω, λοιπόν, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἠμέλησε νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα καὶ ἐφ’ ὅσον ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον, ποὺ εὑρισκόμεθα σήμερον, σημεῖον τὸ ὁποῖον ἔχει προκαλέσει τὴν ἐξέγερσιν τοῦ συνόλου τῶν τάξεων καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τῶν ἐνοικιαστῶν, ἐπαναλαμβάνω, τὸ ζήτημα πρέπει ὁπωσδήποτε, καὶ ἐλπίζω, νὰ λυθῇ διὰ τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς. Διαφωνῶ ὅμως ριζικὰ ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας τῆς Ἐπιτροπῆς. Δηλαδὴ εἰς τὸ ἄρθρον 4..........
§47ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Συζητοῦμεν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον ἢ κατ’ ἀρχήν;
§48Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐγεννήθη τὸ ζήτημα κατὰ ποῖον τρόπον πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ ἐνοικιοστάσιον. Ἐρρίφθη ἡ γνώμη ὅτι ἁρμόδιον πρὸς ψήφισιν τοῦ ἐνοικιοστασίου, τοὐλάχιστον κατὰ τὰς γενικωτέρας κατευθύνσεις καὶ γραμμάς, εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα. Εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διεφώνησαν πρὸς τὸν τρόπον αὐτὸν τῆς ψηφίσεως, διότι, ὅπως ἐτόνισα εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἡ πεῖρα ἀπέδειξε δύο τινά: Πρῶτον, ὅτι οὐδέποτε μέχρι τοῦδε τὸ ἐνοικιοστάσιον ἐψηφίσθη ὑπὸ τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων. Μία μόνον ἐξαίρεσις ὑπῆρξε. Τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα 200 τοῦ 1949, τὸ ὁποῖον καὶ ἐκεῖνο ἐψηφίσθη, ὄχι ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, τὴν ὁποίαν εἶχε συστήσει ἡ Βουλὴ ἐκείνη καὶ ἡ ὁποία εἶχεν ἀναθεωρητικὰ δικαιώματα. Ἀλλά, ὅλοι γνωρίζομεν, κύριοι, ὅτι τὸ νομοθέτημα ἐκεῖνο ὑπῆρξε τόσον ἄθλιον, ἐπαναλαμβάνω, ὥστε ὑπέκυψεν ὑπὸ τὴν κοινὴν κατακραυγὴν καὶ οὐδέποτε ἐφηρμόσθη. Κατηργήθη ἅμα τῇ ἐκδόσει του καὶ ἐπηκολούθησε τὸ διάταγμα τοῦ 1947. Νομίζω, ἑπομένως, ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, λόγῳ τῆς τεραστίας ἀντιθέσεως τῶν συμφερόντων τῶν διαφόρων τάξεων εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ἐνοικιοστασίου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὴν αἴθουσαν ταύτην πράγματι ἓν ἐνοικιοστάσιον τὸ ὁποῖον ν’ ἀποτελῇ δικαίαν λύσιν καὶ ἀντιμετώπισιν τοῦ κοινωνικοῦ προβλήματος. Ἢ δὲν θὰ ψηφισθῇ καθόλου, ἢ ἂν θὰ ψηφισθῇ δὲν θὰ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας. Διὰ τοῦτο τάσσομαι ἀνεπιφυλάκτως ὑπὲρ τῆς ψηφίσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου κατὰ νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν, ἀλλὰ κατὰ νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ κώδικος. Δηλαδή, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ συσταθῇ καὶ ἡ ὁποία θὰ ψηφίσῃ τὸ ἐνοικιοστάσιον, δὲν θὰ τὸ ψηφίσῃ ὑπὸ τὴν μορφὴν καὶ τὸν τύπον τοῦ ἄρθρου 59 τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν μορφὴν τοῦ κώδικος. Ὀφείλει δὲ τὴν τελικὴν γνώμην ἐπὶ τοῦ ἐνοικιοστασίου νὰ τὴν ἔχῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία εἰς τὴν ὁποίαν θὰ πρέπει νὰ ἔλθῃ ὑπὸ τὴν μορφὴν τοῦ κώδικος. Ἡ δὲ Βουλή, ὡς Σῶμα Πολιτικόν, νὰ δώσῃ τὴν ἐπικύρωσιν δι’ ἑνὸς ναὶ ἢ δι’ ἑνὸς ὄχι. Ἐὰν τοῦτο δὲν ἤθελε γίνει δεκτὸν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δι’ ἐμένα καὶ ὀρθότερον εἶναι, τότε νομίζω ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θὰ συσταθῇ πρὸς σύνταξιν τοῦ ἐνοικιοστασίου νὰ συμμετάσχῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία διὰ νὰ ἀκουσθοῦν αἱ γνῶμαι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Εἶναι ἀπαράδεκτον κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην νὰ ὁμιλῶμεν περὶ λύσεως τοῦ μεγάλου κοινωνικοῦ προβλήματος, χωρὶς νὰ ἀκουσθοῦν εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐκείνην Ἐπιτροπὴν αἱ διάφοροι ροπαὶ καὶ κατευθύνσεις τῆς κοινῆς γνώμης καὶ πρὸ παντὸς νὰ μὴ δοθῇ μία πολιτικὴ γραμμὴ καὶ κατεύθυνσις εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ ἐνοικιοστασίου. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ὑποστηρίζω ὅτι ἢ τὸ ἐνοικιοστάσιον θὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τὴν μορφὴν τοῦ Κώδικος ἢ ἐὰν τοῦτο δὲν γίνῃ δεκτόν, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ συμμετάσχῃ καὶ εἷς ἀντιπρόσωπος ἑκάστου τῶν ἐν τῇ Βουλῇ Κομμάτων, τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη θὰ πρέπει νὰ ἀκουσθῇ παράπλευρα μὲ τὴν γνώμην τῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ συνεισφέρουν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν πεῖραν τὴν ὁποίαν ἔχουν ἐκ τῆς μακρᾶς ἐφαρμογῆς τοῦ ἐνοικιοστασίου.
§49Χ. ΤΟΥΝΤΑΣ. Ἐὰν εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τῆς διαδικασίας τοῦ Κώδικος, πῶς θὰ ἀκουσθοῦν αἱ ἀπόψεις τοῦ Σώματος αὐτοῦ;
§50Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἁπλούστατα κ. συνάδελφε, διότι ἡ Βουλὴ ὡς Νομοθετικὸν Σῶμα θὰ κρίνῃ κατὰ πόσον αἱ γενικαὶ γραμμαί, τὰς ὁποίας χαράσσει ἡ Ἐπιτροπή, ἀνταποκρίνονται εἰς τὸ κοινωνικὸν αἴσθημα, εἰς τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ. Ἐὰν δὲ ἴδῃ ὅτι τὸ νομοθέτημα τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν κοινὴν θέλησιν, τότε θὰ ἀρνηθῇ τὴν ψήφισίν του καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ εἶναι εἰς τὴν ἀρχήν, θὰ φέρῃ ἓν ἄλλο νομοθέτημα.
§51Χ. ΤΟΥΝΤΑΣ. Ἡμεῖς ἰσχυριζόμεθα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν δὲν εἶναι τὰ κόμματα τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ ἐκπρόσωποι τούτων κατὰ πλειοψηφίαν καὶ εἶναι πολιτικὸν Σῶμα.
§52Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, αἱ ἀρχαὶ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, δὲν συμβιβάζονται μὲ αὐτὸ τὸ ὁποῖον διετυπώσατε. Διότι ἡ ἐν λευκῷ ἐξουσιοδότησις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἀντιφάσκει πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ.
§53Χ. ΤΟΥΝΤΑΣ. Ἐὰν ψηφισθῇ κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ Κώδικος, πῶς θὰ τὸ κρίνῃ ἡ Βουλή;
§54Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν ἀκριβῶς αὐτὴν ἔγκειται ἡ διαφωνία καὶ λέγομεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀκουσθῇ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία. Ἡ ἄποψις τοῦ κ. Λυκουρέζου, αὐτὸ τὸ μειονέκτημα ἔχει. Νομίζω, ὅτι σφάλετε λέγοντες, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκπροσωπεῖ τὴν Βουλήν.
§55Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους, ὅτι, καμμία Βουλή, δὲν ἔδωσε ἐνοικιοστάσιον. Ὅλα τὰ ἐνοικιοστάσια ἐξεδόθησαν κατὰ παρόμοιον τρόπον ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ ἀειμνήστου Τσιτσεκλῆ. Ἡ Βουλή, ἓν Σῶμα πολυάριθμον, καὶ μὲ διαφόρους ἀντιθέσεις καὶ ἀπόψεις, ἐπὶ ἑνὸς τόσον ὀξυτάτου κοινωνικοῦ προβλήματος, ὁσονδήποτε καὶ ἐὰν παρατείνῃ τὴν συζήτησιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ νομοθέτημα, σχετικὸν μὲ τὸ ἐνοικιοστάσιον. Ἐὰν ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ παρελθόν, θὰ ἴδωμεν ὅτι, καὶ ὅταν ἀκόμη ὑπῆρχεν ὁμαλότης εἰς τὰς γενικωτέρας κοινωνικὰς σχέσεις, ποτὲ ἡ Βουλή, δὲν κατώρθωσε νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ ἑνὸς τοιούτου θέματος. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἡ διαδικασία αὐτὴ προεβλέφθη ἀπὸ ὅλους τοὺς νόμους, ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Δὲν νομίζω, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμήν, εἶναι δυνατόν, τὸ ὀξύτατον αὐτὸ κοινωνικὸν θέμα νὰ τὸ φέρωμεν εἰς τὴν Βουλήν, διότι θὰ ἀποτύχωμεν καὶ ἡ ἀποτυχία μας αὐτή, θὰ εἶναι βλάβη διὰ τὸν κοινοβουλευτισμόν. Ἂς ἀκολουθήσωμε, λοιπόν, τὴν γραμμὴν τὴν ὁποίαν οἱ προκάτοχοί μας καθώρισαν. Διὰ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως ἔλυσαν τὸ ζήτημα αὐτό. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἐνδεδειγμένη ὁδὸς νομίζω.
§56Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἐπειδὴ ὡμιλήσατε περὶ Τσιτσεκλῆ ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ὅτι, τότε, βάσει παλαιοτέρου νόμου, ὁ ἀείμνηστος Τσιτσεκλῆς, ἔκαμεν ἕνα πρώτης τάξεως ἐνοικιοστάσιον διὰ διατάγματος. Κατόπιν, ὅμως, σχετικῆς ἐπερωτήσεως ἤχθη τὸ θέμα ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, καὶ ἐπὶ τρεῖς συνεδριάσεις ἔγιναν μακρόταται συζητήσεις, ἐπὶ τῶν γενικῶν ἀρχῶν αὐτοῦ καὶ ἔλαβεν ἀπόφασιν ἡ Συνέλευσις νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἰσχὺν τοῦ Διατάγματος καὶ συνεστήθη τότε Ἐπιτροπὴ ἐξ 20 μελῶν, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία ἐπέφερε τροποποιήσεις εἰς τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο καὶ τελικῶς τὸ κατήργησεν. Συνεζητήθησαν, κ. Ὑπουργέ, ὅλαι αἱ γενικαὶ ἀρχαὶ τοῦ Διατάγματος τοῦ ἀειμνήστου Τσιτσεκλῆ καὶ παρὰ Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς προεδρευομένης ὑπὸ τοῦ ἰδίου.
§57Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀναμφιβόλως συνεζήτησε τότε τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον κατήρτισεν ἡ 20μελὴς Ἐπιτροπὴ ἐκ βουλευτῶν.
§58Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εἶχον νὰ προσθέσω εἰς ὅσα ἐξέθεσεν ὁ κ. Λυκουρέζος, ὅτι ἀκριβῶς ὡς εἶπεν, δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τὴν αἴθουσαν αὐτὴν νὰ ἐξέλθῃ πλῆρες νομοθέτημα ἐνοικιοστασίου. Εἶναι ἐπίσης ἀληθές, ὅτι ἀκριβῶς, λόγῳ τῆς ἀντιλήψεως τῆς διαφορετικῆς, τῆς στενῆς, τῆς δικαστικῆς, τὴν ὁποίαν ἔχουν τὰ μέλη τὰ ἀπαρτίζοντα τὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θὰ παρουσιάσῃ τὸ νομοθέτημα αὐτό, θὰ ἔχῃ τοῦτο πολλὰ μειονεκτήματα, διότι δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ δώσῃ τὰς γενικὰς γραμμὰς καὶ κατευθύνσεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ τηρηθοῦν εἰς τὴν λύσιν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ κοινωνικοῦ προβλήματος. Αἱ γενικαὶ δὲ αὐταὶ γραμμαί, δὲν εἶναι ἔργον, οὔτε τῶν δικαστικῶν, οὔτε τῶν δικηγόρων· εἶναι θέμα καθαρῶς πολιτικόν, εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχει ἡ πρότασις. Νομίζω ὅτι, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτήν, πρέπει νὰ ἀκουσθοῦν αἱ ροπαὶ τοῦ Σώματος. Δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι ἢ θὰ ἔλθῃ πρὸς τελικὴν κύρωσιν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νόμου ἢ διαφορετικὰ θὰ μετάσχῃ αὕτη εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, δι’ ἑνὸς ἐκπροσώπου ἐξ ἑκάστου κόμματος. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐνοικιοστασίου τὸ 1936 καὶ ἐδοκίμασα μεγάλην ἀπογοήτευσιν διὰ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 5, δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ γεννηθῇ κανένα ζήτημα, διότι δι’ αὐτῆς εἰσάγεται μία φορολογία, ἡ ὁποία εἶναι ὄχι μόνον ἀήθης, καὶ ἀντιδημοσιονομική, ἀλλὰ ἀνατρέπει τελείως τὰς βασικὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας ἡ ἰδία ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις, μόλις πρὸ ὀλίγου, ἔθεσε, τῆς κανονικωτέρας ρυθμίσεως τῆς φορολογίας οἰκοδομῶν ἡ ὁποία εἶχεν ἄριστα ἀποτελέσματα, καὶ δι’ αὐτὸν τοῦτον τὸν Δημόσιον Προϋπολογισμόν. Ἤδη, διὰ μιᾶς διατάξεως τοῦ ἄρθρου ἀνατρέπεται ἡ προσπάθεια αὕτη. Διὰ τὸν λόγον αὐτόν, ἡ διάταξις αὕτη πρέπει νὰ ἀπαληφθῇ καὶ ἂς ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιβάλῃ μίαν φορολογίαν ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν οἰκοδομῶν. Κύριοι Βουλευταί, ὡς ἐξέθεσεν ὁ κ. Ὑπουργός, τὸ νομοθέτημα αὐτό, δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ ρυθμίσῃ οὐσιαστικὰς διατάξεις τοῦ Ἐνοικιοστασίου, οὔτε εἶναι ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς. Κατὰ συνέπειαν, νομίζω, ὅτι ὀρθῶς ἔθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μὴ δεχθῇ τροπολογίας εἰς αὐτό, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀπῄτουν εἰσαγωγὴν διατάξεων οὐσιαστικῶν καὶ λύσιν ὡρισμένων ζητημάτων τοῦ ἐνοικιοστασίου. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, παρ’ ὅτι θὰ λυπήσω τὸν συνάδελφον κ. Βολουδάκην, διαφωνῶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν τροπολογίαν του, ἡ ὁποία μόνον ζημίαν θὰ φέρῃ καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἀπαράδεκτος διὰ λόγους δικαστικούς. Ἂς ἀφήσωμεν ὅτι ἐκ τῆς μελέτης τὴν ὁποίαν ἔκαμα τῆς διατάξεως, ἀπεκόμισα ὅτι εἶναι μία παγίς, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ καταλήξῃ εἰς βάρος τῶν ἰδιοκτητῶν, ἀντὶ νὰ τοὺς ὠφελήσῃ καθὼς ἐπίσης εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ καταλήξῃ τὰ μέγιστα εἰς βάρος καὶ τῶν ἐνοικιαστῶν, τοὺς ὁποίους εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς ὑποχρεώσῃ νὰ πληρώσουν διὰ τὴν ἐπανόρθωσιν ζημιῶν καὶ φθορῶν, τῶν ὁποίων ἡ αἰτία καὶ ἡ ἔκτασις εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστος εἰς αὐτούς. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἐτάχθην κατὰ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Μογγογιάννη, μολονότι εἶναι κατ’ οὐσίαν ὀρθή, ἐν τούτοις διὰ λόγους καθαρῶς ἀρχῆς, ἐτάχθην ἐναντίον. Ἀλλὰ ἐπ’ αὐτοῦ δὲν εἶμαι ἀπολύτως ἀνένδοτος, διότι ἡ φύσις τῆς τροπολογίας δὲν εἶναι τελείως καθωρισμένη, ἐὰν εἶναι τροπολογία, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν τοῦ ἐνοικιοστασίου ἢ ἄσχετος πρὸς αὐτὸ καὶ ἴσως ἔχει ἄδικον ὁ κ. Μογγογιάννης.
§59Ι. ΜΟΓΓΟΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ οὐσιαστικῆς τροπολογίας, εὐθυγραμμίσαμεν τὴν γενικὴν γραμμὴν τοῦ ἐνοικιοστασίου, δὲν πρέπει νὰ κάμωμεν ἐξαίρεσιν, τὸ ἐνοικιοστάσιον ἀφορᾷ ὅλους τοὺς Ἕλληνας. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ οὐδεμίαν ἐξαίρεσιν καὶ μάλιστα μὲ νόμον ἄσχετον μὲ τὸ ἐνοικιοστάσιον.
§60Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ εἶχα νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν ἀκόμη ὅσον ἀφορᾷ τὴν παράγραφον τὴν τελευταίαν, ἡ ὁποία χορηγεῖ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα διὰ διατάγματος νὰ παρατείνῃ ἐπὶ ἕνα ἔτος εἰσέτι μετὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1952 τὴν ἰσχὺν τοῦ διατάγματος. Καὶ εἰς αὐτὸ θὰ διαφωνήσω πρὸς τὸν δεύτερον τῶν εἰσηγητῶν. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς, ἡ ὁποία συνίσταται καὶ εἰς τὴν ὁποίαν θὰ δοθῇ καὶ κάποια παράτασις, νομίζω, θὰ ἀποπερατωθῇ περίπου περὶ τὰ μέσα τοῦ 1952. Νομίζω ὅτι τὸ νέον ἐνοικιοστάσιον, τὸ ὁποῖον ὅλοι περιμένομεν, διότι τὸ ἐνοικιοστάσιον τὸ σημερινόν, τὸ ὁποῖον παρατείνομεν, εἶναι πολὺ ξεπερασμένο καὶ ἀσυγχρόνιστο καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις, νὰ τίθενται εἰς τὴν ἰδίαν μοῖραν καὶ οἱ πλούσιοι καὶ οἱ πτωχοί. Αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς ἀπαράδεκτον καὶ ἀντικανονικὸν καὶ πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθῇ τὸ μέγα τοῦτο κοινωνικὸν ζήτημα, οὐχὶ ἐπὶ μιᾶς ἀκάμπτου βάσεως, ἀλλὰ διαφοροτρόπως καὶ ἀναλόγως τῶν τάξεων, τὰς ὁποίας θέλομεν νὰ προστατεύσωμεν, ἐὰν πράγματι θέλωμεν νὰ ἀποδώσωμεν κοινωνικὴν δικαιοσύνην πρὸς ὅλας τὰς πλευρὰς καὶ ἐὰν θέλωμεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τοὺς πράγματι ἀξίους προστασίας ἀναξιοπαθοῦντας μισθοσυντηρήτους. Λοιπόν, λέγω, ὅτι τὸ ἐνοικιοστάσιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτήν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι 6μήνου ἰσχύος, πρέπει νὰ τοῦ δώσωμεν μίαν μεγαλυτέραν προθεσμίαν, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει τὸ 1952 νὰ κάνωμεν ἄλλον νόμον καὶ δι’ αὐτὸ δέχομαι τὴν διάταξιν αὐτὴν τοῦ ἄρθρου 1 κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ δύναται νὰ παραταθῇ ἐπὶ ἕνα εἰσέτι ἔτος. Ὅλα τὰ ἐνοικιοστάσια εἶχον ἄλλωστε μικρὰν προθεσμίαν ἰσχύος, οὐδέποτε ὅμως ἡ ἰσχὺς τοῦ ἐνοικιοστασίου ἦτο μικροτέρα τῶν δύο ἐτῶν. Δι’ αὐτὸ δέχομαι τὴν διάταξιν αὐτήν. Ἔχω καὶ μία τροπολογία καὶ ἴσως σᾶς προκαλέσει ἐντύπωσιν πῶς ἐγώ, ὁ ὁποῖος ὑποστηρίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἀποδοχὴ οὐσιαστικῆς τροπολογίας εἰς τὸ νομοθέτημα, πῶς ὑποστηρίζω αὐτὴν τὴν τροπολογίαν; Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ περὶ ἧς πρόκειται τροπολογία, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν παράτασιν τῆς προθεσμίας τῆς ἰδιοκατοικήσεως, δὲν εἶναι τροπολογία ἡ ὁποία ἅπτεται τῆς οὐσίας τοῦ ἐνοικιοστασίου, εἶναι μία ἁπλῆ παράτασις προθεσμίας, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ σημερινὸν νομοθέτημα προβλέπει παράτασιν προθεσμίας. Νομίζω ὅτι δύναται νὰ τεθῇ καὶ ἡ διάταξις αὕτη, περὶ χορηγήσεως τῆς παρατάσεως τῆς ἰδιοκατοικήσεως, διότι δὲν πρόκειται περὶ οὐσιαστικῆς διατάξεως, ἀσφαλῶς δὲ ἐξ ἀβλεψίας δὲν περιελήφθη ἡ διάταξις αὕτη, ἡ ὁποία χορηγεῖ προθεσμίαν ἀσκήσεως τοῦ δικαιώματος ἰδιοκατοικήσεως ὅπου ὑπάρχουν αἱ προϋποθέσεις τοῦ ἰσχύοντος ἐνοικιοστασίου. Πρέπει νὰ σημειώσω τὸ ἑξῆς, ὅτι μετὰ τὴν λῆξιν ἑκάστου ἐνοικιοστασίου, τὸ νέον ἐνοικιοστάσιον ἢ ὁ νόμος περὶ παρατάσεως τοῦ λήγοντος ἐνοικιοστασίου, χορηγεῖ πάντοτε νέαν προθεσμίαν ἀσκήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκατοικήσεως. Ἡ τροπολογία δὲ λέγει, περαίνων τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, χορηγεῖ μὲν οὐσιαστικῶς τὴν προθεσμίαν ἀσκήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκατοικήσεως διὰ τοῦ χορηγουμένου δικαιώματος ἰδιοκατοικήσεως, κύριοι, ἀλλὰ δὲν δημιουργεῖ νέας προϋποθέσεις ἀσκήσεως δικαιώματος ἰδιοκατοικήσεως. Λέγομεν ὅτι οἱ ἔχοντες ἐκ τῶν κειμένων διατάξεων δικαίωμα ἰδιοκατοικήσεως τὸ ὁποῖον ἀπώλεσαν ἢ δὲν ἤσκησαν λόγῳ παρατάσεως τῆς προθεσμίας, ἢ δι’ οἱονδήποτε ἄλλον λόγον ἔχουν προθεσμίαν νέαν, ἀσκήσεως τοῦ δικαιώματος τούτου. Βεβαιωθῆτε, ὅτι εἶναι μία διάταξις δικαιοτάτη καὶ ὅτι γίνεται μία προσπάθεια ἀμβλύνσεως τοῦ προβλήματος αὐτοῦ. Νομίζω, ὅτι ἐνδείκνυται ἡ ἀποδοχὴ τῆς διατάξεως αὐτῆς. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχα νὰ κάμω καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ ἐπὶ τῶν ἄρθρων. Νομίζω ὅτι πολὺ ἔχομεν καθυστερήσει μέχρι σήμερον εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ προβλήματος καὶ εἶναι καιρὸς νὰ τὸ ἀντιμετωπίσωμεν ρυζικῶς. Τελευτῶν, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποδεχθῇ τὸ νομοσχέδιον μὲ τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας προέτεινα.
§61Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τὸν ἀγαπητὸν κ. συνάδελφον καὶ ἤκουσα καὶ τοὺς λοιποὺς μετὰ τῆς ἰδίας προσοχῆς. Νομίζω ὅμως ὅτι θὰ δώσῃ ἡ συζήτησις περισσότερα, ἐὰν τὴν ἐντοπίσωμεν εἰς κάθε ἄρθρον, διότι παρατηρῶ τὸ ἑξῆς, ὅτι ὁ κ. Παπαρρηγόπουλος εἶπεν ὀρθὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποτελέσουν βάσιν μιᾶς συζητήσεως, ἀλλὰ τὰ ἐγενίκευσε καὶ ἐξεφύγαμεν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ἐθέσαμεν ὅτι ἐφ’ ἑκάστου ἄρθρου πρέπει νὰ γίνῃ συζήτησις.
§62Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἐπιμένετε, κ. Ὑπουργέ, ἐπὶ τῆς τελευταίας διατάξεως, δηλαδὴ τοῦ ἐὰν ἔχητε τὸ δικαίωμα, νὰ παρατείνετε ἐπὶ ἕνα εἰσέτι ἔτος τὸ διάταγμα;
§63Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀποσύρητε τὰς ἀντιρρήσεις διότι εἶναι ἀστάθμητοι παράγοντες καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβλέψωμεν ἀπὸ τοῦδε τὴν ἐπιτυχίαν τῆς ἐπιτροπῆς. Θὰ καταβληθῇ μία προσπάθεια μέχρι τέλους τοῦ ἔτους νὰ ὑπάρξῃ ἐνοικιοστάσιον, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ αὐτὴ ἡ πρόβλεψις. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι αἱ περισσότεραι παρατάσεις ἐδόθησαν μὲ ἀναγκαστικοὺς νόμους εἰς τὸ Βασιλικὸν διάταγμα τοῦ 1947. Συνεπῶς εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ὑπάρχῃ μία πολιτικὴ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως μέ τὴν ἐξουσιοδότησιν αὐτήν.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἐτερματίσθη. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ἄρθρον. 1ον. Ὁ κ. Θ. Ταμβακᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§65Θ. ΤΑΜΒΑΚΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του, τὴν ἑξῆς τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλα........ «..... (ἀναγινώσκει).....» Κύριε Ὑπουργέ, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἐφόσον ὑμεῖς ἐδέχθητε, ὡς μόνος ἁρμόδιος, ὅτι πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν νὰ ἐλαφρύνωμεν, ἐκείνους τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἐλαφρύνωμεν καὶ νὰ ὑποστηρίξωμεν τοὺς πραγματικῶς ἔχοντας ἀνάγκην, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ ἐλαφρύνωμεν καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν, ἐὰν ἀρχίσωμεν νὰ τὴν ἐλαφρύνωμεν πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ ἐκεῖ, ὅπου ἠμποροῦμεν νὰ ἀρχίσωμεν. Δι’ αὐτό, προτείνω ὅπως τὸ Κράτος, οἱ Δῆμοι, οἱ Κοινότητες καὶ τὰ Νομικὰ πρόσωπα, ἐφόσον τὰ ἔσοδά των ἔχουν συγχρονισθῆ, νὰ καταβάλουν μίσθωμα συγχρονισμένον, διότι εἶναι κλασσικὸν ἀδίκημα νὰ κατακρατῆται τὸ σπίτι σ’ ἕνα δημόσιον ὑπάλληλον μὲ τέσσαρα παιδιὰ καὶ νὰ μὴ καταβάλλεται μίσθωμα συγχρονισμένον. Ἐλέχθη ὅτι θὰ προσκρούσωμεν εἰς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι μεγάλο τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, διότι ἐγεννήθη καὶ τὸ ζήτημα τῶν ἐπιτάξεων, καθὼς γνωρίζετε τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ εὑρέθη λύσις καὶ ἐδόθη ἀνάλογον μίσθωμα καὶ οὕτω δὲν θίγεται ἡ ἰδιοκτησία.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Πρωτοπαπαδάκης ἔχει τὸν λόγον.
§67Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἤθελα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ ἑξῆς: Προπολεμικῶς, ἐπειδὴ τὰ ἐνοίκια ἐρρυθμίζοντο ἐλευθέρως, βάσει τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως, ὑπῆρχε διὰ τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας ἕνα μέτρον διὰ τὴν ἀξίαν τῆς στεγάσεως. Καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν περιώριζε τότε τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ προϋπολογισμοῦ των. Ἦλθεν ἡ κατοχή, ἀπηλευθερώθημεν κατόπιν καὶ δυστυχῶς εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἠκολουθήσαμεν τὴν κακὴν παράδοσιν τῆς κατοχῆς καὶ ἔπαυσε μὲ τὰ διάφορα ἐνοίκια, νὰ ὑπάρχῃ διὰ τὸ Δημόσιον τὸ μέτρον τῆς ἐκτιμήσεως τῆς ἀξίας τῆς στέγης καὶ ἔγινε τὸ Δημόσιον ὁ πλέον σπάταλος καταναλωτής, διότι ὅταν εἶναι μισθωτὴς τὸ Δημόσιον καὶ ἡ στέγη ἀναλίσκεται. Ἔχω δὲ καὶ μερικοὺς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους φαντάζομαι, ὅτι θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Γενικῶς τὸ Δημόσιον πληρώνει ὡς μίσθωμα τὸ 100πλάσιον, δὲν ὑπάρχει δὲ καμμία εὐχέρεια, οὔτε διὰ τοῦ Προέδρου, νὰ καταβάλῃ μεγαλύτερον μίσθωμα. Ἠμποροῦμεν, συνεπῶς, νὰ θεωρήσωμεν ὅτι ὅλα τὰ μισθώματα, τὰ ὁποῖα πληρώνει σήμερον τὸ Δημόσιον ἀνάγονται εἰς τὸ 100πλάσιον τοῦ προπολεμικοῦ καὶ βάσει τῶν ἀριθμῶν τῶν ἐνοικίων θὰ βγάλωμεν ἕνα συμπέρασμα περὶ τοῦ ποίαν καὶ πόσην στέγην χρησιμοποιεῖ σήμερον τὸ Δημόσιον καὶ τοῦτο διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἐνῷ τὸ Δημόσιον θέτει περιορισμὸν διὰ τὴν χρησιμοποίησιν τῆς στέγης, αὐτὸ τοῦτο, εἶναι σχεδὸν ἀσύδοτον. Ἀκούσατε, κύριε Ὑπουργέ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν κατέβαλε προπολεμικῶς ἐτησίως μισθώματα 16.900.000. Θὰ ἔπρεπε σήμερον νὰ καταβάλῃ μισθώματα 1.690.000.000, δηλαδὴ τὸ 100πλάσιον καὶ πληρώνει πόσα κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν; 3.626.000.000.
§68Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἡ διαφορὰ δικαιολογεῖται, λόγῳ τοῦ ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν πληρώνει καὶ ἐλεύθερα μισθώματα, ὅπως π. χ. διὰ τὸ κτίριον, τὸ ὁποῖον ἐμισθώθη διὰ τὴν στέγασιν τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὡς καὶ διὰ τὸ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Βουλῆς κτίριον, τὸ ὁποῖον ἐμισθώθη διὰ νὰ στεγασθῇ ἡ Γενικὴ Διεύθυνσις Φορολογίας.
§69Χ. ΤΟΥΝΤΑΣ. Κύριε συνάδελφε, ἠμπορεῖτε νὰ ἐπικουρηθῆτε ἀπὸ τὸ ἑξῆς, ὅτι ἐκεῖ ὅπου διετίθετο προπολεμικῶς δι’ ἓν Ὑπουργεῖον χῶρος Α σήμερον εἶναι 15 Χ Α. Ἔχομεν κακομάθει ἀπὸ τότε ποὺ ἦσαν οἱ Γερμανοὶ καὶ ἅπλωναν τὰ πόδια των καὶ ἐν συνεχείᾳ καὶ ἡμεῖς ἁπλώνομεν τὰ πόδια μας. Φερ’ εἰπεῖν, ἡ Ὑπηρεσία τῶν Δημοσίων Ἔργων, ἐστεγάζετο ἄλλοτε εἰς τὸν Δʹ ὄροφον τοῦ κτιρίου τῆς Πλατείας τοῦ Συντάγματος εἰς τέσσαρα γραφεῖα καὶ ὄχι εἰς ἑπτὰ ὀρόφους ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Θεμιστοκλέους ὅπου στεγάζεται σήμερον, διότι ὁ Ἀντωνόπουλος ὁ ἰδιοκτήτης τὸ θεωρεῖ κέρδος νὰ εἰσπράττῃ ἀπὸ τὸ Δημόσιον τὸ 100πλάσιον καὶ δὲν μπάζει τοὺς προπολεμικοὺς μισθωτάς. Καὶ ὅλο τὸ κτίριον ἐκεῖνο ὑπάρχει διὰ νὰ εἶναι ἐγκατεστημένη ἡ Ὑδραυλικὴ Ὑπηρεσία.
§70Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον Τύπου ἀπὸ 800.000 ποὺ ἐπλήρωνε προπολεμικῶς, πληρώνει σήμερον 56.000.000. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον προπολεμικῶς ἐπλήρωνε 9.100.000 καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ πληρώνῃ 910.000.000 πληρώνει 1.316.000.000. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν 1.300.000 καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ πληρώνῃ 130.000.000 πληρώνει 446.000.000. Θέλετε νὰ σᾶς εἴπω καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν; Τὸ Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν προπολεμικῶς κατέβαλλε μισθώματα 4.900.000 καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ καταβάλῃ σήμερον 490.000.000, ἐν τούτοις πληρώνει, εἴτε βάσει ἐνοικιοστασίου, εἴτε ἐπιτάξεως, διότι δὲν ἔχει μισθώσει κανένα οἴκημα μὲ νέον μίσθωμα, 4.245.000.000 καὶ κατέχει χῶρον 10πλάσιον τοῦ προπολεμικοῦ.
§71Χ. ΤΟΥΝΤΑΣ. Τὰ ἐδῶ οἰκήματα ἐκ τῶν Γερμανικῶν καὶ Ἰταλικῶν περιουσιῶν, ποὺ περιῆλθον εἰς τὸ Κράτος, ἔχουν δοθῆ χαριστικῶς εἰς διαφόρους εὐνοουμένους.
§72Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐν συνεχεία, τὸ Ὑπουργεῖον Ἀεροπορίας πληρώνει τὸ δεκαπλάσιον. Καὶ λέγω, κ. Ὑπουργέ, τοῦτο: Τὸ νὰ ἀσκῆτε, βέβαια, κοινωνικὴν πολιτικήν, ὡς ἐν προκειμένῳ, εἶναι εἰς βάρος οὐχὶ τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου· αὐτὸ δὲν εἶναι σωστόν. Ἀλλὰ ἐφθάσαμεν ἐκεῖ ποὺ ἐφθάσαμεν, καίτοι θὰ ἔπρεπε τὸ σύνολον νὰ φέρῃ τὸ βάρος. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν μισθωμάτων τοῦ Δημοσίου, δὲν πρόκειται περὶ κοινωνικῶν βαρῶν, ἀλλὰ περὶ δημοσίων βαρῶν. Καὶ διερωτῶμαι, συμβιβάζεται μὲ τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος νὰ φέρουν τὸ δημόσιον αὐτὸ βάρος ὡρισμένοι ἄνθρωποι μόνον; Δὲν ἔχω ἐπ’ αὐτοῦ καμμίαν τροπολογίαν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ποὺ θὰ συντάξῃ τὸ ἐνοικιοστάσιον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει της, ὅτι ἡ προστασία μὲ περιορισμὸν τοῦ δικαιώματος χρήσεως στέγης συνεπάγεται μὲ ὑποχρεώσεις καὶ ἐκ μέρους τοῦ Κράτους.
§73Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις διὰ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ταμβακᾶ. Εὑρισκόμεθα ὑπὸ τόσον σκληρὰς οἰκονομικὰς συνθήκας, ὥστε περικόπτονται δαπάναι ἐγγεγραμμέναι εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Δὲν εἶναι δυνατόν, ἑπομένως, αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ὑπάρξῃ ἀντοχὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς αὐτά, τὰ ὁποῖα ὑπεστήριξεν ὁ κ. Ταμβακᾶς μὲ τὴν τροπολογίαν του καὶ τὰ ὁποῖα ἐνδεχομένως νὰ ἔχουν μίαν βάσιν καὶ ὀρθότητα, δὲν εἶναι ὅμως αἱ στιγμαὶ κατάλληλοι διὰ νὰ γίνουν ἀποδεκτά. Συνεπῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδεχθῇ τὴν τροπολογίαν περὶ ἰδιαιτέρας αὐξήσεως τῶν μισθωμάτων διὰ τὰ δημόσια κτίρια. Εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη ἔχω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος τῆς στεγάσεως τῶν Δημοσίων ὑπηρεσιῶν καὶ θὰ ἴδῃ τί χῶρος εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξοικονομηθῇ. Θὰ εἶναι δὲ εὐτυχὴς ἐὰν διαπιστωθῇ ὅτι σπίτια, τὰ ὁποῖα τελοῦν ὑπὸ ἐπίταξιν ἢ μίσθωσιν, δὲν εἶναι ἀπαραίτητα, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ τὰ ἀπαλλάξῃ.
§74Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, θὰ δεχθῆτε τὴν τροπολογίαν μου περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῆς ἰδιοκατοικήσεως;
§75Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ εἶναι εἰς τὸ τέλος, κ. Παπαρρηγόπουλε, ἰδιαίτερον ἄρθρον.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 1ον γίνεται δεκτὸν ὡς ἔχει;
§77ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 1ον ἔγινε δεκτὸν ὡς ἔχει. Ἄρθρον 2ον. Δεκτόν;
§79ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ 2ον ἄρθρον ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἔχει. Ἄρθρον 3ον.
§81Α. ΦΡΑΓΚΟΣ. Ἡ προσθήκη δευτέρας παραγράφου εἰς τὸ ἄρθρον 3, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Ἐπιτροπή, νομίζω ὅτι εἶναι περιττὴ καὶ ἀπαράδεκτος. Ὁ ἐκμισθωτὴς καταφεύγει εἰς τὸν Πρόεδρον καὶ μετὰ πολλὰ ἔτη κατορθώνει καὶ παίρνει μίαν ἐξωστικὴν ἀπόφασιν. Εὐθὺς ἀμέσως ἔχει δικαίωμα ὁ μισθωτὴς νὰ πάῃ εἰς τὸν Πρόεδρον καὶ νὰ πάρῃ ἀναστολήν, τὴν ὁποίαν τοῦ δίδει ὁ Πρόεδρος ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ πληρώσῃ ὡρισμένας δόσεις. Ἡ μὴ πληρωμὴ τῶν δόσεων συνεπάγεται τὴν ἔξωσιν τοῦ μισθωτοῦ. Ἐὰν δὲν ὑπάρξῃ ἡ κύρωσις τότε ὁ μισθωτὴς δὲν θὰ πληρώσῃ ποτέ.
§82Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Θέλω νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν ὁριστικὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 3. Ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ὁ χρόνος........ ..... (ἀναγινώσκει).....».
§83ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§84Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὅπως ξεύρετε αὐταὶ αἱ ἀναστολαί, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν, εἶναι ἀναστολαὶ μέχρι λήξεως τοῦ ἐνοικιοστασίου. Ἐδόθησαν, δηλαδή, κατ’ ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου σας 2, τὸ ὁποῖον παρατείνει μέχρι 30–10–52. Οἱ προηγούμενοι νόμοι, λέγουν, ὅτι δίδονται ἀναστολαὶ μέχρι λήξεως τοῦ ἐνοικιοστασίου καὶ βάσει αὐτῶν οἱ Πρόεδροι χορηγοῦν τὰς ἀναστολάς. Αἱ προεδρικαὶ ἀναστολαὶ ἔχουν λῆξιν τὴν λῆξιν τῆς ἰσχύος τῶν νόμων 845 καὶ 1349. Ἐφόσον σεῖς παρατείνετε τὴν προθεσμίαν τῶν νόμων αὐτῶν μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 1952, εἶναι αὐτονόητον. Διότι θὰ ὑποχρεωθοῦν εἰς τὰς 31 Μαρτίου 1952 νὰ πᾶνε εἰς τὸν Πρόεδρον νὰ πάρουν νέαν ἀναστολήν. Ὅπως παρατείνετε τὰς προθεσμίας δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποκτήσουν εἰς τὸ μέλλον δικαιώματα, νὰ δώσετε καὶ ἐδῶ.
§85Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν παράτασιν ποὺ προτείνετε, διότι μέχρι τῆς 31–3–52 θὰ γίνῃ τὸ νέον ἐνοικιοστάσιον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ὑπάρξῃ πρόβλεψις περὶ αὐτῶν τῶν περιπτώσεων. Τὸ νέον ἐνοικιοστάσιον δὲν θὰ ρυθμίσῃ τὰς μισθώσεις ἕως τὸ 1946, θὰ δώσῃ μίαν γενικότητα. Δὲν ἠμπορῶ, βέβαια, νὰ προδικάσω καὶ ποῖαι μισθώσεις θὰ ὑπαχθοῦν εἰς τὸ νέον ἐνοικιοστάσιον, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὰ θέματα ταῦτα θὰ προβλεφθοῦν ἀπὸ τὸ νέον διάταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ καθορίσῃ τὰς ἐνοικιοστασιακὰς διατάξεις.
§86Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε καὶ οἱ νόμοι 845 καὶ 1349 νὰ παραταθοῦν μέχρι 31 Μαρτίου.
§87ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, δεκτὸν τὸ ἄρθρον ὡς τὸ διετύπωσεν ὁ κ. Ὑπουργός.
§88Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, κατεκρίθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἡ προσθήκη εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 3 διατάξεως κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖται δικαστικὴ παρέμβασις διὰ νὰ διαταχθῇ ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἐξωστικῆς ἀποφάσεως ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ καθυστερηθῇ ἡ ἀποζημίωσις..........................
§89Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ ἐπιμείνητε ἐπ’ αὐτῆς τῆς τροπολογίας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργήσωμεν νέον δικαστικὸν ἀγῶνα.
§90Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν εἶναι νέος δικαστικὸς ἀγών.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τίνος ἄρθρου ὁμιλεῖτε κ. συνάδελφε;
§92Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐπὶ τοῦ 3.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔγινε δεκτὸν ὡς τὸ διετύπωσεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἄρθρον 4ον. Ὁ κ. Π. Λυκουρέζος ἔχει τὸν λόγον.
§94Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριοι βουλευταί, συμμερίζομαι ἀπολύτως τὴν ἄποψιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον δέον νὰ ψηφισθῇ ἐντὸς τῆς σήμερον, διότι μεθαύριον λήγει ἡ προθεσμία τοῦ ἐνοικιοστασίου καὶ εἶναι δυνατὸν, ἐὰν δὲν ὑπάρξῃ νέα παράτασις τοῦ ἐνοικιοστασίου, νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ σοβαρωτάτης ἀνωμαλίας καὶ δι’ αὐτὸ θὰ περιορισθῶ εἰς πολὺ ὀλίγα, διότι ἐπιθυμῶ νὰ ἀναπτύξω τὴν θεμελιώδη διαφωνίαν μου πρὸς τὸ ἄρθρον 4 Εἶναι θέμα ἀρχῆς βασικὸν δι’ ἐμὲ καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐζήτησα νὰ ὁμιλήσω. Λυποῦμαι ὅτι θὰ εὑρεθῶ ἐν διαφωνίᾳ μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος, ὁμιλῶν πρὸ ὀλίγου, εἶπεν, ὅτι θεωρεῖ τελείως ἀδύνατον νὰ ψηφισθῇ τὸ ἐνοικιοστάσιον ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, διότι θεωρεῖ αὐτὴν ἀνίσχυρον νὰ δώσῃ νομοθετήματα τῆς ἐκτάσεως καὶ τῆς σοβαρότητος τοῦ ἐνοικιοστασίου.
§95ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τῆς μορφῆς.
§96Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Τῆς μορφῆς, κ. Φωτήλα. Ἐγώ, θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νὰ τοῦ εἴπω ὅτι δὲν θεωρῶ τὴν Βουλὴν ἀνίσχυρον, ἀλλὰ θεωρῶ ἀνίσχυρον τὴν Κυβέρνησιν, διότι ὑποστηρίζω καὶ λέγω ὅτι Σώματα πολυμελῆ, ὅπως εἶναι αἱ Ἐθνικαὶ Ἀντιπροσωπεῖαι, ὅταν ἔχουν ἡγεσίαν ἰσχυρὰν καὶ κατευθύνονται μὲ πειθαρχίαν, εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀποδώσουν νομοθετήματα, ὄχι μόνον τῆς μορφῆς τοῦ ἐνοικιοστασίου, ἀλλὰ καὶ ἄλλα, ἄλλης, δυσκολωτέρας ἔτι μορφῆς. Ὅταν δὲ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον, Βουλὴ Ἀναθεωρητική, οἵα ἦτο ἡ τοῦ 1946–50, νὰ μὴ κατορθώσῃ ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον τετραετίαν νὰ ψηφίσῃ τὸ Σύνταγμα, ὅταν ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον, αἱ Βουλαὶ αἱ μεταπολεμικαί, ὄχι μόνον νὰ μὴ ψηφίζουν τὸν προϋπολογισμόν, ἀλλὰ νὰ μὴ τὸν συζητοῦν κἄν, ὅταν ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον, λέγω, ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία καὶ αἱ Κυβερνήσεις τῆς πλειοψηφίας, αἱ προερχόμεναι ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, νὰ διστάζουν καὶ νὰ τρέμουν νὰ φέρουν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας νομοθετήματα τοιούτου κοινωνικοῦ περιεχομένου, θίγοντα τεράστια κοινωνικὰ συμφέροντα καὶ οἰκονομικὰ ὅλων τῶν κοινωνικῶν τάξεων ὅπως εἶναι ὁ νόμος περὶ κατοχικῶν ἀγοραπωλησιῶν καὶ τό ἐνοικιοστάσιον, Κύριε Πρόεδρε, παραγνωρίζετε ὅτι ὅταν λέγω, ἔχομεν φθάσει εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, δὲν πρέπει νὰ παραπονούμεθα ἐὰν κάθε ἡμέραν μειοῦται τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν. Δι’ αὐτὸ λέγω ὅτι διαφωνῶ θεμελιωδῶς πρὸς τὴν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 4, καὶ θὰ ἤθελα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, Κυβέρνησιν ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Σώματος, νὰ εἶχε ἤδη ἕτοιμον τὸ νομοσχέδιον τοῦ ἐνοικιοστασίου, τὸ ὁποῖον νὰ θέσῃ ἐν καιρῷ, καὶ ἐγκαίρως ἔπρεπε νὰ τὸ εἶχε πράξει, ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον πρέπει νὰ εἴμεθα ρεαλισταὶ καὶ ἐφ’ ὅσον πλέον ἡ ἰδία ἡ Κυβέρνησις, διὰ τοῦ στόματος τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διεπίστωσεν ὅτι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ψηφίσῃ τὸ ἐνοικιοστάσιον ἡ Βουλή, θὰ ἤθελα νὰ εἰσέλθω ἐπὶ τῆς προτάσεως τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω καὶ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ἤθελα τοὐλάχιστον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἔφερνεν ἕνα νομοσχέδιον σύντομον, 4, 5, 8, 10, κατὰ τὸ πλεῖστον ἄρθρων, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ περιελαμβάνοντο αἱ βασικαὶ κατευθύνσεις καὶ αἱ κατευθυντήριοι γραμμαί, ἐντὸς τῶν πλαισίων τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀποφασισμένη νὰ λύσῃ τὰ ζητήματα τοῦ ἐνοικιοστασίου. Τὸ νὰ μᾶς λέγῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ τὴν ἐξουσιοδοτήσωμεν διὰ νὰ ρυθμίσῃ τὸ ὅλον θέμα τοῦ ἐνοικιοστασίου διὰ διατάγματος, χωρὶς νὰ λαμβάνῃ τὸν κόπον νὰ μᾶς κατατοπίσῃ ποῖαι εἶναι αἱ θεμελιώδεις, τοὐλάχιστον, ἀπόψεις καὶ αἱ βασικαὶ ἀρχαὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ρυθμίσῃ. Δὲν ζητῶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἐφ’ ὅσον νομίζει καὶ διεπίστωσε κατὰ τοιοῦτον ἐπίσημον τρόπον, τὴν ἀδυναμίαν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας νὰ ψηφίσῃ ἕνα τόσον σοβαροῦ καὶ ὑψίστου κοινωνικοῦ περιεχομένου νομοθέτημα, ὅπως τὸ ἐνοικιοστάσιον, δὲν ζητῶ πλέον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, λέγω, νὰ φέρῃ τὸ ἐνοικιοστάσιον ὑπὸ τὴν μορφὴν ὑπὸ τὴν ὁποίαν καὶ ἰσχύει, τὸ ἐνοικιοστάσιον τῶν 70 καὶ 80 ἄρθρων μὲ τὰς ἀπείρους περιπτώσεις, διότι καὶ τοῦτο τὸ σφάλμα ἔχει γίνει ἐξ ἡμῶν, ὅτι τὸ ἐνοικιοστάσιον ἀντὶ νὰ περιλάβῃ ὀλίγας διατάξεις καὶ εὐρέα πλαίσια, ἐντὸς τῶν ὁποίων πρέπει αἱ δικαστικαὶ ἀρχαὶ νὰ κρίνουν, διότι κάθε περίπτωσις, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι καὶ διάφορος ἀπὸ τὴν περίπτωσιν τὴν ἄλλην, ἔστω καὶ ἂν ἐμφανίζῃ μίαν φαινομενικὴν ὁμοιότητα, νὰ φέρῃ, λέγω, τοὐλάχιστον ἕνα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰς ὀλίγα ἄρθρα θὰ καθιερώνῃ καὶ τὰς κατευθυντηρίους γραμμάς.
§97Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Τί περισσότερον ἀπὸ τὴν ἀναγκαστικὴν παράτασιν τῶν μισθώσεων εἶναι δυνατὸν νὰ περιλάβῃ αὐτὸ τὸ πλαίσιον, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε; Βάσις τοῦ ἐνοικιοστασίου εἶναι ἡ ἀναγκαστικὴ παράτασις τῶν μισθώσεων, ὑπὸ συνθήκας αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ δώσουν τὴν εὐχέρειαν εἰς τὸν κόσμον, μὲ τὰς οἰκονομικὰς δυσκολίας τὰς ὁποίας διέρχεται, νὰ στεγασθῇ. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις τοῦ ἐνοικιοστασίου. Πέραν τῆς βάσεως αὐτῆς, ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι λεπτομέρειαι αἱ ὁποῖαι θὰ διακανονίσουν τὰς συνθήκας μεταξὺ τῶν μισθωτῶν καὶ τῶν ἐκμισθωτῶν. Περαιτέρω δὲ θὰ ἤθελα νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν κατωρθώθη νὰ ψηφισθῇ ὡς κῶδιξ ποὺ ἐπροτείνατε καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, τῆς ὁποίας ἤμην Πρόεδρος, οὔτε ὁ Δημοσιοϋπαλληλικὸς κῶδιξ, ποὺ τέλος πάντων ἀφορᾷ τὰς σχέσεις τῶν ὑπαλλήλων ἐν συνόλῳ, ἐνῷ τὸ ἐνοικιοστάσιον θίγει μόνον ἓν τμῆμα τῶν σχέσεων τῶν μισθωτικῶν. Διότι πέραν αὐτοῦ αἱ μισθωτικαὶ σχέσεις κανονίζονται ἀπὸ τὸν Ἀστικὸν Κώδικα. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ περιορίσῃ εἰς ἕνα, δύο, τρία ἄρθρα αὐτὴν τὴν κατευθυντήριον γραμμήν, ἡ ὁποία θὰ ἐξαντλῆται μὲ μίαν μόνον φράσιν, ὅτι παρατείνονται ἀναγκαστικῶς αἱ μισθώσεις, λόγῳ τῶν συνθηκῶν τὰς ὁποίας διερχόμεθα καὶ ἡμεῖς καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι;
§98Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἐὰν ἦτο τόσον ἁπλοῦν τὸ πρᾶγμα, κύριε Φωτήλα, δὲν θὰ ἦτο καθόλου δύσκολον νὰ γίνῃ ἕνα ἄρθρον, ἀλλὰ ἐδῶ πρόκειται περὶ τῆς ἀναγκαστικῆς παρατάσεως τῶν μισθώσεων, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις, ὅτι ζητεῖται, λόγῳ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, νὰ παραταθῇ τὸ καθεστὼς τῶν ἀναγκαστικῶν μισθώσεων. Ἀλλὰ εἶναι θέματα τεράστια, σοβαρώτατα, τὰ ὁποῖα ρυθμίζει τὸ ἐνοικιοστάσιον καὶ τὰ ὁποῖα θίγουν συμφέροντα τῶν διαφόρων ἐνδιαφερομένων τάξεων. Εἶναι τὸ θέμα κατὰ ποῖον τρόπον σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις νὰ ρυθμίσῃ τὸ θέμα τῶν μικροϊδιοκτητῶν, θέμα σοβαρώτατον, διότι ἐνῷ βεβαίως ἔχουν ἀνάγκην πάσης προστασίας οἱ μικροϊδιοκτῆται, δὲν δυνάμεθα νὰ προβλέψωμεν καὶ τὴν ἀρχὴν ὅτι εἰς τὰ σπίτια αὐτὰ μένουν καὶ πτωχοὶ ἐνοικιασταί. Εἶνε τοῦτο θέμα σοβαρώτατον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ δώσῃ μίαν κατευθυντήριον γραμμὴν καὶ ὄχι νὰ ἀφιέμεθα εἰς τὴν κρίσιν μιᾶς Ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας τὴν κρίσιν ἀναμφισβητήτως δὲν θὰ μεμφθῇ κανείς, ἀλλὰ εἶναι θέματα πολιτικὰ καὶ θέματα, τὰ ὁποῖα ἡ κυβέρνησις πρέπει νὰ ρυθμίσῃ διὰ κατευθυντηρίων γραμμῶν. Εἶναι ὁ θεσμὸς τῆς ἰδιοκατοικήσεως, ὁ θεσμὸς τῆς ἰδιοχρήσεως καὶ σωρεία ἄλλων μικροτέρων θεμάτων. Εἶναι τὸ θέμα τῶν ἐπιτάξεων, τὸ ὁποῖον συνάπτεται μὲ τὸ ἐνοικιοστάσιον. Πῶς τὰ ἀντιμετωπίζει ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ἡ Κυβέρνησις αὐτὰ τὰ θέματα; Διότι τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον θὰ ἔλθῃ ἐδῶ, θὰ συζητηθῇ ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, θὰ ἀκουσθοῦν αἱ γνῶμαι καὶ αἱ ἀπόψεις τῆς συμπολιτεύσεως καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ θὰ καταρτισθῇ ἕνας νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀπετέλει τὸν φωτεινὸν ὁδηγὸν διὰ μίαν Ἐπιτροπὴν τεχνικῶν ἧς ἔργον θὰ ἦτο νὰ καταρτίσῃ καὶ ρυθμίσῃ, βάσει τῶν θεμελειωδῶν διατάξεων τοῦ νόμου αὐτοῦ, τὸ ἐνοικιοστάσιον. Συνεπῶς ἐπιμένω καὶ ἐπιθυμῶ νὰ διαπιστώσω τὴν πλήρη διαφωνίαν μου πρὸς τὸ ἄρθρον 4. Μάλιστα παρατηρῶ καὶ τοῦτο: ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνόμισεν ὀρθόν, οὔτε εἰς αὐτὴν τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν νὰ περιλάβῃ τὰς σκέψεις της καὶ νὰ μᾶς ἀνακοινώσῃ τὰς προθέσεις της, τίνι τρόπῳ σκέπτεται ὡρισμένα βασικὰ θέματα νὰ τὰ ρυθμίσῃ. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι, ἐὰν ἀπεδέχετο τὴν γνώμην ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δεδομένου ὅτι ἤδη ἐψηφίσθησαν τὰ τρία πρῶτα ἄρθρα, θὰ ἠδύνατο ἴσως νὰ περαιωθῇ ἐκεῖ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ ἐπιφυλαχθῇ ἐντὸς τῆς προσεχοῦς ἑβδομάδος ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ φέρῃ νομοσχέδιον τῆς μορφῆς, τὴν ὁποίαν προτείνω, νὰ συζητηθῇ εἰς 2–3 συνεδριάσεις ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ βάσει τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος θὰ ψηφισθῇ, νὰ κληθῇ κατόπιν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, βοηθούμενον ἀπὸ μίαν Ἐπιτροπὴν τεχνικῶν, νὰ καταρτίσῃ τὸν τελικὸν νόμον.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Χατζηγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§100Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θέλω νὰ κάμω μίαν δήλωσιν. Εὑρίσκω ὅτι, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ Βουλῆς ἁπλῆς, δὲν θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ ἐξουσιοδότησις πρὸς οἱανδήποτε Ἐπιτροπήν, εἴτε καὶ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, διὰ νὰ συντάξῃ ἕνα διάταγμα, τοῦ ὁποίου αἱ διατάξεις εἶναι οὐσιαστικοῦ νόμου. Θὰ εἶχα ἀντιρρήσεις καὶ δὲν θὰ τὸ ἐψήφιζα, ἀλλὰ ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ αὐτὴ ἔχει ἐπηυξημένην δύναμιν, εἶναι Βουλὴ Ἀναθεωρητικὴ καὶ ὡς τοιαύτη ἔχει δικαίωμα νὰ δώσῃ ἐξουσιοδότησιν διὰ νόμου ἁπλοῦ. Ἑπομένως ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς ἡ διάταξις ὀρθῶς ἔχει. Ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς, δύναται νὰ ἔχῃ ἀντιρρήσεις ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἡ Κυβέρνησις ὅμως ἔχει τὰς ἰδικάς της γνώμας. Νομίζω συνεπῶς, ὅτι ἡ συζήτησις θὰ πρέπει νὰ γίνῃ μόνον ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ μέρους καὶ ὄχι τοῦ νομικοῦ.
§101Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Αἱ ἀπόψεις τοῦ κ. συναδέλφου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργήσουν προδικαστικὸν θέμα ἐπὶ τοῦ μεγάλου ζητήματος, ἐὰν ἡ Βουλὴ αὐτὴ εἶναι Ἀναθεωρητικὴ ἢ Ἁπλῆ. Ὁ κ. συνάδελφος, νομίζω ὅτι ἐκφράζει μόνον τὰς ἀπόψεις του, διότι ἄλλως εἰσερχόμεθα εἰς τὸ Συνταγματικὸν θέμα.
§102ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§103Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις συναισθανομένη, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν τὸ κύριον ἔργον της, τὴν νομοθετικήν της ἀποστολήν, προσέθεσε μίαν διάταξιν οἱονεὶ ἐξασφαλίσεως τῆς Βουλῆς, ὅτι μετὰ γνώμην τῆς συνιστωμένης Ἐπιτροπῆς θὰ ἐκδοθῇ τὸ διάταγμα τοῦ ἐνοικιοστασίου. Δὲν ὑπάρχει οὔτε κἂν σύμφωνος γνώμη, κύριοι βουλευταί. Εἴτε εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἀναθέσωμεν, εἴτε εἰς τὸ δωδεκαμελὲς Ὑπουργικὸν Συμβούλιον—καὶ ἤκουσα εὐχαρίστως, ὅτι περιορίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως εἰς δώδεκα—τοῦτο ἀποτελεῖ νόθευσιν τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον θέλει σαφῆ διάκρισιν τῶν τριῶν ἐξουσιῶν. Συνεπῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν αὐτὴν τὴν ἀπεμπόλησιν τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι μόνον ἡ πρότασις τῆς ὑπάρξεως νόμου–πλαισίου θὰ ἐθεράπευεν αὐτὴν τὴν συνταγματικὴν ἀταξίαν.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Τούντας ἔχει τὸν λόγον.
§105Χ. ΤΟΥΝΤΑΣ. Δὲν ἠθέλησα νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4, διότι ἐνόμισα ὅτι εἶχον γίνει ὡρισμέναι διευκρινίσεις καὶ ὅτι ἐκεῖ εἶχε συγκεντρωθῆ ἡ ὅλη ἀντίρρησις, εἰς τὸ ἐὰν ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ ὡς κῶδιξ ἢ ὄχι τὸ ἐνοικιοστάσιον. Νομίζω ὅτι ἡ κυριαρχοῦσα ἄποψις τῶν ἀντιλεγόντων εἶναι, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ ὡς κῶδιξ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐὰν τοῦτο συνέβαινε, εἴχομεν ἀνάγκην μιᾶς νομοτεχνικῆς ἐπιτροπῆς, ὡς συνέβη μὲ τὸν Ἀστικὸν Κώδικα, μὲ τὸν Ποινικὸν Κώδικα κλπ., καὶ κατὰ τοῦτο ὀρθῶς τὸ νομοσχέδιον ἀπεθύνεται πρὸς ἐπιτροπὴν νομοτεχνικήν, ἡ ὁποία θὰ δώσῃ ἕνα σχέδιον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία Κυβέρνησις, ἐπαναλαμβάνω, θὰ δώσῃ τὴν πολιτικήν της εὐθύνην ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος, στηριζομένη εἰς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν παρέκκλισιν ἀπὸ τὸν ὀρθόδοξον κοινοβουλευτισμόν. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας νομίζομεν ὅτι, τὴν δεδομένην αὐτὴν πλειοψηφίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει, δύναται νὰ τὴν χρησιμοποιήσῃ καὶ ἐν μηνὶ Μαρτίῳ, διότι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι αὐτὴν τὴν στιγμὴν θὰ ψηφίσωμεν ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου 4, νομίζομεν ὅτι θὰ τὴν διατηρήσωμεν τὴν πλειοψηφίαν μέχρι τότε. Ἐξ ἄλλου ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ὅτι δὲν ἐμπιστεύεται τὴν Βουλήν, διὰ νὰ ρυθμίσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο νομοθετικῶς, ἀλλ’ ἔχει ὑπ’ ὄψει της ὅτι εἰς τὴν προπαρελθοῦσαν Βουλήν, ὁλόκληρος σύνοδος τῆς Βουλῆς ἐκείνης ἠσχολεῖτο μὲ ἕνα νομοθέτημα καὶ διὰ τοῦτο ἔκρινεν ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ τόσον εὔκολα, ὅπως τότε, διότι σήμερον ἡ κρατικὴ ἀντίληψις εἶναι ἐπηυξημένη, ἐξ οὗ καὶ ἡ πρότασις Βαμβέτσου, ὅπως ἡ Βουλὴ διαιρεθῇ εἰς τμήματα. Ἡ ἀντικειμενικὴ αὐτὴ ἀδυναμία τῆς Βουλῆς νὰ προχωρήσῃ εἰς νομοθετήματα τόσον πολὺ σύνθετα, ὅπως τὸ ἐνοικιοστάσιον, εἶναι ἐκείνη ποὺ ἔκανε τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἰπῇ κανείς, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἀποδίδει τοῦτο εἰς ἐλαττώματα τῆς Βουλῆς, ὥστε νὰ τραυματίζεται ἡ φιλοτιμία τοῦ Σώματος.
§106Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Αὐτὴν τὴν ἀντικειμενικὴν ἀδυναμίαν τὴν ὁποίαν διαπιστώνετε, αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν καλύπτει ὁ νόμος–πλαίσιον.
§107Χ. ΤΟΥΝΤΑΣ. Δι’ αὐτὸ εἴπομεν, ὅτι αὐτὸ ποὺ θέλετε νὰ γίνῃ τὸν Μάρτιον, νὰ γίνῃ σήμερον.
§108Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Τότε νὰ κλεισθῇ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ ἐκδίδωνται Ἀναγκαστικοὶ νόμοι ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν.
§109Τ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι νομικὸς καὶ παίρνω τὸ πρᾶγμα ἀπὸ τὴν οὐσιαστικήν του μόνον πλευράν. Ἤκουσα νὰ λέγωνται πολλὰ καὶ διάφορα, ὅτι δηλαδὴ ἡ Βουλὴ εἶναι ἀνίσχυρος νὰ νομοθετῇ καὶ ἄρα πρέπει νὰ μεταβιβάσῃ τὸ δικαίωμά της αὐτὸ εἰς μίαν Ἐπιτροπήν. Προτείνω, λοιπόν, τὸ ἑξῆς, μὲ τὸ πρακτικό μου μυαλό: Νὰ ἐξουσιοδοτηθοῦν Ἐπιτροπαὶ νὰ ἐνεργοῦν εἰς ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς Διοικήσεως καὶ ἡμεῖς νὰ πᾶμε εἰς τὰ σπίτια μας.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Δενδρινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§111Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἐνοικιοστασίου δὲν θὰ ὑπεισέλθω εἰς τὸ νομοθετικὸν μέρος, ἀλλὰ θὰ ὁμιλήσω μόνον ἐπ’ ὀλίγον διὰ τὸ Κοινοβούλιον καὶ διὰ τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ὁποῖον τιμῶ ἰδιαιτέρως, πολὺ ἐσπευσμένως ἔφερε ἕνα τέτοιο σοβαρὸν νομοσχέδιον ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι σοβαρόν, σοβαρώτατον, διὰ τὴν ἐποχήν μας καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ μελετηθῇ ἀπὸ ἕνα ἕκαστον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, διότι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους δὲν εἶναι πιόνια καὶ ραγιάδες ὑποταγμένοι εἰς τὰς θελήσεις τῶν πολιτικῶν ἀρχηγῶν καὶ τῶν Κυβερνήσεων διὰ νὰ ψηφίζουν ὁποιοδήποτε νομοσχέδιον φέρουν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Νομίζω, ὅτι λόγῳ τοῦ ἐπείγοντος τοῦ νομοσχεδίου, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔπρεπε νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἕνα βραχύτατον νομοσχέδιον καὶ νὰ ζητῇ τὴν παράτασιν τοῦ ὑφισταμένου ἐνοικιοστασίου, ὡς εἶχεν εἰς τὸ παρελθόν. Ἐὰν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν γενικωτέραν ρύθμισιν τοῦ ἐνοικιοστασίου, ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, πρέπει νὰ ἐννοοῦμεν βαθύτερα, ὅσοι παρευρισκόμεθα εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, πτωχοὶ καὶ πλούσιοι, ὅτι σήμερον, εἰς τὰ 1951, ἡ Βουλὴ ἡ σημερινὴ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἀναχρονιστικὲς ἀντιλήψεις. Ἡ Βουλὴ ἡ σημερινὴ πρέπει νὰ σκέπτεται προοδευτικῶς, πρέπει νὰ ἀντιληφθῆτε ὅλοι γενικῶς οἱ εὑρισκόμενοι εἰς τὴν ἱερὰν ταύτην αἴθουσαν, ὅτι διεθνῶς σείεται τὸ ἔδαφος διὰ τὴν πανανθρωπίνην ἐξίσωσιν. Δὲν ἠμποροῦμε, λοιπόν, νὰ ὁμιλοῦμεν εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1951 διὰ τὴν προστασίαν τῆς κεφαλαιοκρατίας. Πρέπει νὰ ἀντιληφθῶμεν, ὅτι πρέπει νὰ προστατεύσωμεν τὸν ἐργαζόμενον κόσμον γενικῶς, τὸν ἐργάτην, τὸν ἀγρότην, τὸν δημ. ὑπάλληλον καὶ γενικῶς τοὺς δημοσυντηρήτους ἀνθρώπους. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς τὸ ἄρθρον 5—ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι—ὁμιλεῖ περὶ φορολογίας ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου εἰς τοὺς ἐπιβαρυνθέντας διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐνοικιαστάς. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ φορολογήσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ τὸ κεφάλαιον, δὲν ἔχει παρὰ νὰ καλέσῃ τοὺς Οἰκονομικούς του Ἐφόρους καὶ νὰ ἐλέγξῃ ποῖοι ἔχουν ἰδιοκτησίαν μεγάλην, διὰ νὰ τοὺς φορολογήσῃ. Δὲν ἠμποροῦμεν ὅμως νὰ κάμωμεν συμβιβασμοὺς καὶ νὰ ζητοῦμεν νὰ φορολογήσωμεν τοὺς δυστυχισμένους ἐνοικιαστάς, καὶ ἀπὸ τὴν φορολογίαν αὐτὴν νὰ εἰσπράξῃ καὶ τὸ Δημόσιον. Διαφωνῶ πλήρως μὲ τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἰσήχθη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ προτείνω νὰ ἐξουσιοδοτήσῃ ἡ Βουλὴ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ συντάξῃ ἕνα καλλίτερον νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἀναστέλλεται ὁ ὑφιστάμενος νόμος, μέχρις ὅτου εἰσαχθῇ εἰς τὸ Κοινοβούλιον ἄλλος εὐρύτερος νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ ρυθμίσῃ γενικῶς τὸ ζήτημα τοῦ ἐνοικιοστασίου. (Χειροκροτήματα).
§112Χ. ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἤθελον νὰ κάμω μίαν διευκρίνησιν, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5, ἐπειδὴ ἐλέχθη, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἐπιβάλλεται νέα φορολογία...................
§113ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὰ νὰ τελειώσωμεν τὸ ἄρθρον 4 καὶ κατόπιν ἐρχόμεθα εἰς τὸ 5.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πουλίτσας ἔχει τὸν λόγον.
§115Π. ΠΟΥΛΙΤΣΑΣ. Ἀναγνωρίζω τὰς σοβαρωτάτας δυσχερείας, τὰς ὁποίας ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν διὰ τὴν ταχεῖαν ρύθμισιν τοῦ ἀκανθώδους αὐτοῦ θέματος καὶ διὰ τὴν κανονικὴν νομοθέτησιν αὐτοῦ. Γνωρίζω ἐπίσης ὅτι ἕνεκα τῶν δυσχερειῶν αὐτῶν ἐν τῷ παρελθόντι — ἴσως καὶ πάντοτε — ἐγένετο χρῆσις τῆς διαδικασίας αὐτῆς, τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἀλλὰ ἐξουσιοδότησις οἵαν ὁρίζει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι τόσον γενικὴ καὶ εὐρεῖα ἐξουσιοδότησις δὲν τελεῖ ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος, αἱ ὁποῖαι ὁρίζουν, τὸν τρόπον τῆς ἀσκήσεως νομοθετικῆς λειτουργίας. Κατὰ τὸ Σύνταγμα οἱ νόμοι πρέπει νὰ ψηφίζωνται ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Μόνον κατ’ οἰκονομίαν ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ὑπὸ τὸν οὐσιώδη περιορισμόν, ὅτι ἡ ἐξουσιοδότησις πρέπει νὰ εἶναι εἰδικὴ καὶ περιωρισμένη ἐπὶ συγκεκριμένων θεμάτων. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὅμως, τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, παρέχεται εὐρυτάτη, ἀπεριόριστος ἐξουσιοδότησις εἰς τὴν υἱοθεσίαν ἑνὸς σχεδίου νόμου, τὸ ὁποῖον θὰ καταρτίσῃ ἡ ἐπιτροπὴ ἡ προβλεπομένη ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 4 καὶ ἡ περιβολὴ αὕτη διὰ νομοθετικοῦ κύρους, ὑπὸ τύπον διατάγματος ἐκτελεστικοῦ. Δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ὀρθόν. Βεβαίως δὲν παραγνωρίζω ὅτι ἔχουν προκύψει προϊόντος τοῦ χρόνου, πολλαὶ δυσχέρειαι εἰς τὴν κανονικὴν ἄσκησιν τῆς νομοθετικῆς λειτουργίας, ἀλλὰ ἴσως δὲν ἐπέστη ἀκόμη ὁ καιρὸς νὰ ρίψωμεν τὸν λίθον τῆς πλήρους ἀποδοκιμασίας τοῦ συστήματος αὐτοῦ Ἴσως ἐν τῷ μέλλοντι νὰ δοθῇ ἡ εὐκαιρία, πάντοτε κατὰ νόμιμον τρόπον. Πάντως τὸ μόνον, καὶ τὸ πολύ, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτόν, θὰ ἦτο ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσσηνίας, ἵνα δηλαδὴ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περιληφθοῦν αἱ γενικαὶ γραμμαὶ καὶ κατευθύνσεις ἐντὸς τῶν ὁποίων θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπεξεργασθῇ περαιτέρω τὸ θέμα ἡ ἐπιτροπή, τὴν ὁποίαν προβλέπει τὸ ἄρθρον 4. Ἐὰν προβῶμεν περαιτέρω, σημαίνει ὅτι ἀρχίζομεν νὰ καταφέρωμε πλήγματα κατὰ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ καθεστῶτος, τὰ ὁποῖα εἶναι ἴσως πολὺ πρόωρα. (Χειροκροτήματα).
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4;
§117Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω τροπολογίαν ἐπ’ αὐτοῦ.
§118Χ. ΤΟΥΝΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἔχει ἐπιφέρει τροπολογίαν, ὡς πρὸς τὴν σύνθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς.
§119Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριοι βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις εὐλαβεῖται τοὺς δημοκρατικοὺς θεσμοὺς καὶ εἶναι ἀπολύτως προσηλωμένη πρὸς τὸ κοινοβουλευτικόν μας πολίτευμα. Δὲν ἀποτελεῖ μείωσιν τοῦ κύρους τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ ἡ προσπάθειά της νὰ δώσῃ ἐνοικιοστάσιον ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὰς κοινωνικὰς συνθήκας ποὺ ἐπικρατοῦν. Ἀναμετρήσαμεν τὸ θέμα, συνεβουλεύθημεν τὸ παρελθὸν καὶ διεπιστώσαμεν ὅτι ποτὲ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία δὲν ἔδωσε λύσιν ἐπὶ τοῦ ἀκανθώδους αὐτοῦ κοινωνικοῦ προβλήματος. Θὰ σᾶς ἀναφέρω τὸ πρόσφατον παρελθόν. Μετὰ τὴν ἐπάρατον κατοχὴν καὶ τὴν ἐπακολουθήσασαν ἀποκατάστασιν τοῦ ἐλευθέρου βίου, ἐλήφθησαν ὡρισμένα μέτρα ρυθμίσεως τῶν μισθωτικῶν σχέσεων δι’ Ἀναγκαστικοῦ νόμου καὶ ἔχομεν τὸν Ἀναγκαστικὸν νόμον 255]1945.
§120ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπῆρχε Βουλὴ τότε.
§121Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἔγινεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1946 ἐκ τῆς Βουλῆς τοῦ 1946 καὶ ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἔκαμε μίαν 20μελῆ Ἐπιτροπήν, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ τότε βουλευτοῦ κ. Βαμβέτσου. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ ἔδωκεν εἰς τὸν τόπον ἓν ἐνοικιοστάσιον. Παρὰ τὴν ἐπίμονον ὅμως προσπάθειαν τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης, ἐκ τοῦ ὑπ’ αὐτῆς καταρτισθέντος ἐνοικιοστασίου ἐδημιουργήθη σύγχυσις καὶ χάος καὶ τὸ ἐνοικιοστάσιον τοῦτο δὲν κατώρθωσε νὰ ἐπιζήσῃ πέραν τοῦ 4μήνου. Τὰ δικαστήρια εὑρέθησαν πραγματικῶς εἰς μίαν χαώδη κατάστασιν προκειμένου νὰ τὸ ἐφαρμόσουν. Καὶ ἡ Βουλὴ τοῦ 1946, κατὰ παρόμοιον πρὸς τὸν ἤδη συζητούμενον τρόπον, ἔδωκεν ἐξουσιοδότησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ρύθμισιν τοῦ ἐνοικιοστασιακοῦ προβλήματος.
§122Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Μὰ ἦτο Ἀναθεωρητικὴ ἡ Βουλή.
§123Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν. Ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ἡ παραμικρὰ ἀμφιβολία. Καὶ τὸ ἐνοικιοστάσιον αὐτὸ τὸ κατ’ ἐξουσιοδότησιν ἔζησεν ἐπὶ μίαν τετραετίαν καὶ ζῇ εἰσέτι. Δὲν ἦτο δυνατὸν βεβαίως νὰ προβλεφθοῦν ὅλα τὰ γεγονότα καὶ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἐμφανίζονται εἰς ἓν ὀξὺ κοινωνικὸν πρόβλημα. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἓν πολυάριθμον Σῶμα, ἐκφράζον ὅλας τὰς δεσμεύσεις καὶ ὅλας τὰς ποικίλας ἀντιθέσεις ἀπόψεων νὰ δώσῃ ὀρθὴν λύσιν, ὅσον μικρὰ καὶ ἂν εἶναι ἡ ἀπασχόλησίς του. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἡ Κυβέρνησις παρέβλεψε καὶ ἐζήτησε τὴν συνδρομὴν προσώπων, κατὰ τὸ δυνατὸν ἀμέτοχα εἰς τὴν διαμάχην αὐτὴν τὴν ὀξυτάτην καὶ συνδρομὴν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων, μὲ συμμετοχὴν καὶ 2 δικηγόρων. Οὗτοι θὰ παρακληθοῦν ὅπως ἐντὸς τακτῆς προθεσμίας εἴπουν τὰς γνώμας των ἐπὶ τοῦ ὅλου προβλήματος καὶ ἡ Κυβέρνησις μὲ τὴν πολιτικὴν εὐθύνην ποὺ ἔχει, θὰ δώσῃ εἰς τὴν χώραν ἐνοικιοστάσιον, τὸ ὁποῖον πιστεύω, ὅτι θὰ ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς συγχρόνους ἐπιτακτικὰς ἀνάγκας τοῦ Ἔθνους. (Χειροκροτήματα). Ἀλλὰ κύριοι, ἐδημιουργήθη καὶ ἓν ἄλλο θέμα, τὸ θέμα τῆς συνταγματικότητος τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Τὸ ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος τέως Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἐπ’ αὐτοῦ ἔχω νὰ παρατηρήσω τὸ ἑξῆς: Τὸ θέμα ἔφθασεν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον ἀπεφάνθη περὶ τῆς νομιμότητος τῆς ἐξουσιοδοτήσεως καὶ ἐφηρμόσθη καὶ ἐφαρμόζεται τὸ ἐνοικιοστάσιον ἐκεῖνο. (Χειροκροτήματα).
§124Π. ΠΟΥΛΙΤΣΑΣ. Παρὰ τὴν ἐντύπωσιν ποὺ ἐδημιουργήσατε εἰς ἡμᾶς καὶ παρὰ τὰ χειροκροτήματα, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς: Δὲν ἐγένετο ἄνευ σημαντικωτάτης διαφωνίας ἡ παραδοχὴ τῆς τυχὸν ἐγκυρότητος τοῦ διατάγματος αὐτοῦ καὶ ἐγένετο μόνον διὰ λόγους οἰκονομίας καὶ τῆς μὴ δημιουργίας ἑνὸς ἀδιεξόδου, τὸ ὁποῖον ἠπειλεῖτο νὰ δημιουργηθῇ, ὅταν ἐξεδικάζετο ἡ σχετικὴ προσφυγὴ μετὰ παρέλευσιν μικροτάτου χρόνου ἀπὸ τῆς εἰς ἰσχὺν θέσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου ἐκείνου. (Χειροκροτήματα).
§125Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, τὴν Βουλὴν δὲν τὴν ἐνδιαφέρει ἡ μειοψηφία. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι τὸ Ἀνώτατον Δικαστήριον τῆς χώρας, τοῦ ὁποίου σεῖς εἶσθε τότε Πρόεδρος, ἐδέχθη δι’ ἀποφάσεως τὴν νομιμότητα τῆς ἐξουσιοδοτήσεως.
§126Μ. ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ. Μόνον κατ’ οἰκονομίαν βγαίνουν αἱ ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας;
§127Π. ΠΟΥΛΙΤΣΑΣ. Τοῦτο σᾶς λέγω, ὅτι ἕνεκα τῆς παρόδου μακροῦ χρόνου ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος μέχρι τῆς ἐκδικάσεως τῆς σχετικῆς προσφυγῆς, εὑρέθη τὸ Συμβούλιον εἰς μίαν πολὺ δυσχερῆ θέσιν καὶ ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ κλείσῃ τὰ ὦτα, οὔτε τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὰς ζωηροτάτας διαμαρτυρίας, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἀρχίσει νὰ διατυποῦνται καὶ λέγει: Τί θέλετε νὰ κάμωμεν ἔπειτα ἀπὸ τόσον χρόνον ἐφαρμογῆς τοῦ διατάγματος;
§128Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι καὶ πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Β. Διατάγματος, τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἶχεν ἀποδεχθῆ τὴν νομιμότητά του, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκδοθῇ τοῦτο ἄνευ τῆς γνώμης τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας.
§129Π. ΠΟΥΛΙΤΣΑΣ. Κατὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν κανονιστικῶν διαταγμάτων, τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας συνεδριάζει ἐν ὀλιγομελεῖ συνθέσει. Δὲν ἀποκλείεται δὲ καὶ ἐν αὐτῇ νὰ ὑπῆρξε διαφωνία. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτων, πρέπει νὰ εἴμεθα πάντοτε αὐστηρῶς προσηλωμένοι εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς κοινοβουλευτικοὺς θεσμοὺς μέχρις ὅτου, διὰ τῆς νομίμου, τῆς συνταγματικῆς ὁδοῦ τροποποιηθῶσιν, ἐὰν τοῦτο ἤθελε κριθῆ ἀναγκαῖον.
§130Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριοι Βουλευταί, ἡ προσήλωσίς μου εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς θεσμοὺς εἶναι ἀπόλυτος. Πρέπει ὅμως ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν πραγματικότητα. Ἂν προεξοφλήσω καὶ τὸ πιστεύω, ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ θὰ ἐξαντλήσῃ τὴν θητείαν της ἐπὶ 4 ἔτη (χειροκροτήματα), ἠμπορῶ νὰ προεξοφλήσω ὅτι εἰς τὰ 4 αὐτὰ ἔτη, ὅπως ἡ Βουλὴ τοῦ 1946 δὲν κατώρθωσε νὰ δώσῃ Σύνταγμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἤδη διαφωνοῦμεν μὲ τὸν κ. Μαρκεζίνην, οὕτω καὶ ἡ παροῦσα καὶ ἐὰν διπλασιασθῇ ἡ θητεία της, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ δώσῃ ἐνοικιοστάσιον, διότι τὸ ἐνοικιοστάσιον παρουσιάζει πλέον ζωτικὰς ἀντιθέσεις. Ἡ Κυβέρνησις ἀποβλέπει, ὅτι διὰ τῆς συγκροτηθησομένης ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία λόγῳ τῆς εἰδικεύσεως τῶν μελῶν της εἰς τὰ ἐπίμαχα θέματα, θὰ παράσχῃ τὴν βοήθειάν της εἰς τὴν κυβερνητικὴν προσπάθειαν καὶ μὲ τὴν σύμφωνον γνώμην αὐτῆς, θὰ δυνηθῶμεν μέχρι τέλους Μαρτίου 1952 νὰ δώσωμεν εἰς τὸν τόπον ἐνοικιοστάσιον ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὰς κρατούσας κοινωνικὰς ἀνάγκας. Ὅσον ἀφορᾶ ὡρισμένας τροπολογίας ποὺ ἐπροτάθησαν ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἔχω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἐτέθη ἡ ἀρχὴ νὰ μὴ παρίστανται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν οἱ ἐκπρόσωποι τῶν διαμαχομένων μερίδων, διότι αἱ συζητήσεις θὰ διῃωνίζοντο. Τὴν Ἐπιτροπὴν συνεκροτήσαμεν ἀπὸ ἀνωτάτους ὑπαλλήλους, ἀπὸ 2 δικηγόρους καὶ ἀπὸ ἀνωτάτους δικαστικούς. Ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ προστεθοῦν δύο Πρόεδροι Πρωτοδικῶν. Κάμνω δήλωσιν ὅτι δεχόμεθα τὰ ἑξῆς: Εἰς τὸ ἄρθρον 4, 6ον στίχον ἡ λέξις «ἰσχύσαντος» διορθοῦται εἰς τὸ ὀρθὸν «ἰσχύοντος». Ἐπίσης εἰς τὸ αὐτὸ ἄρθρον αἱ λέξεις «ἐπιτρεπομένης ἅμα καὶ τῆς διὰ τοῦ ἰδίου Β. Διατάγματος κωδικοποιήσεως» ἀντικαθίστανται διὰ τῶν ἑξῆς: «κωδικοποιουμένων ἅμα διὰ τοῦ ἰδίου Β. Διατάγματος». Τὸ ἐδάφιον 1 τῆς παρ. 2 τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ἀντικαθίσταται ὡς ἑξῆς: 1) Ἐκ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης ὡς Προέδρου, 2) ἑνὸς Ἀρεοπαγίτου, 3) τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ Διευθύνσεως Δικαιοσύνης, 4) ἑνὸς Ἐφέτου Ἀθηνῶν, 5) δύο Προέδρων Πρωτοδικῶν, 6) τοῦ προϊσταμένου τοῦ Τμήματος Νομοπαρασκευαστικῆς Ἐργασίας τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης, 7) ἑνὸς Δικηγόρου Ἀθηνῶν καὶ 8) ἑνὸς Δικηγόρου Πειραιῶς, ὁριζομένων τῶν δύο τελευταίων ὑπὸ τῶν Διοικητικῶν Συμβουλίων τῶν οἰκείων Δικηγορικῶν Συλλόγων ἐντὸς δεκαημέρου ἀπὸ τῆς πρὸς τοῦτο προσκλήσεως τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης. Παρερχομένης ἀπράκτου τῆς προθεσμίας ταύτης ὁρίζονται τὰ ἐκ δικηγόρων μέλη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Εἰς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς καταβάλλονται κατ’ ἀποκοπὴν ἔξοδα κινήσεως μηνιαίως ἄνευ ἀποδόσεως λογαριασμοῦ καθοριζόμενα διὰ κοινῆς ἀποφάσεως τῶν Ὑπουργῶν Δικαιοσύνης καὶ Οἰκονομικῶν. Εἰς τὴν παρ. 3 τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 4, ἡ λέξις «πέντε» γίνεται «ἕξ» καὶ ἡ λέξις «τεσσάρων» γίνεται «πέντε». Ἐπίσης εἰς τὴν παρ. 4 τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ἡ φράσις «ἀποκλειομένης τῆς αὐτοπροσώπου παραστάσεως ἐνώπιον αὐτῆς» ἀντικαθίσταται διὰ τῶν ἑξῆς: «δυναμένης κατὰ τὴν κρίσιν της νὰ καλῇ ἐνώπιόν της ἐκπροσώπους τῶν ἐνδιαφερομένων τάξεων».
§131Μ. ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, θὰ πρέπει νὰ ἐκπροσωπηθῇ ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Θεσσαλονίκης. Νὰ τεθῇ ἀντὶ Πειραιῶς, Θεσσαλονίκης.
§132Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Τὸ ὀρθότερον θὰ ἦτο νὰ ἐξεπροσωπεῖτο ὁ δικηγορικὸς κόσμος μὲ μόνον τὸν δικηγόρον ἐκπρόσωπον τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Ἀθηνῶν, ἀλλὰ προσετέθη καὶ εἷς ἐκ Πειραιῶς διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν ἀριθμὸν 9. Θὰ ἐδεχόμην νὰ προστεθῇ εἷς Πρόεδρος Πρωτοδικῶν καὶ εἷς ἀνώτατος ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης. Οὕτω θὰ δύναται ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἀποφασίζῃ παρόντων 6 μελῶν.
§133Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ὄχι ἄλλοι ὑπάλληλοι κύριε Ὑπουργέ.
§134Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Πρέπει νὰ ἐκπροσωπηθῇ τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ ἐὰν δὲν τὸ δέχεσθε νὰ μείνωμεν εἰς τοὺς 7.
§135Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ λόγος ποὺ θέλετε ὑπαλλήλους;
§136Μ. ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ. Ἡμεῖς ἐπιμένομεν εἰς τὴν ἐκπροσώπησιν τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Θεσσαλονίκης.
§137Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Ὁ Πρόεδρος Πρωτοδικῶν καθημερινῶς δικάζει καὶ βλέπει τὴν δυστυχίαν τῶν ἀνθρώπων, συνεπῶς εἶναι τὸ μόνον κατάλληλον πρόσωπον.
§138Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Καὶ ὁ Ἀρεοπαγίτης γνωρίζει τὴν δυστυχίαν ποὺ λέγει ὁ κ. συνάδελφος, διότι ἐπέρασεν ἀπὸ τὸν βαθμὸν τοῦ Προέδρου. Οἱ δικαστικοὶ ἔχουν ἐργασίαν καὶ δὲν θέλω νὰ τοὺς ἀναθέτω καὶ ἄλλα καθήκοντα. Καὶ ἡ συμμετοχὴ τόσων δικαστικῶν θὰ δυσχεράνῃ τὰς ἐργασίας τοῦ Δικαστηρίου. Γνωρίζετε τί ἔργον ἐπιτελοῦν, ἰδίως ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιᾶ. Δι’ αὐτὸ θὰ παρεκάλουν θερμότατα νὰ μὴ γίνεται ἀπασχόλησις δικαστῶν εἰς τοιαύτας ἐπιτροπάς. Δὲν εἶναι δυνατόν, κ. βουλευταί, νὰ ἀποσπάσωμεν ἀπὸ τὰ δικαστικά των καθήκοντα πληθὺν δικαστικῶν, διὰ νὰ τοὺς ἀπασχολήσωμεν εἰς μίαν τόσον ἐργώδη προσπάθειαν. Παρακαλῶ, λοιπόν, καὶ πάλιν νὰ μὴ ἐπιμείνετε ἐν προκειμένῳ καὶ νὰ μείνωμεν εἰς τοὺς 7.
§139Χ. ΤΟΥΝΤΑΣ. Ἀκριβῶς διότι βλέπομεν, ὅτι ἔχουν μίαν ὑπεροχὴν τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης ἠσθάνθημεν τὴν ἀνάγκην νὰ τὴν ἐλαττώσωμεν τὴν ὑπεροχὴν αὐτὴν καὶ νὰ προσθέσωμεν δικαστικούς, διὰ νὰ ἔχουν τὴν πλειοψηφίαν. Ὅταν μάλιστα, ὁ Πρόεδρος Πρωτοδικῶν ζῇ κατ’ ἐξοχὴν τὸ δρᾶμα τοῦ ἐνοικιοστασίου. Δὲν ξεύρω ποῖοι θὰ φύγουν, ἀλλ’ οἱ δύο Πρόεδροι πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ μετέχουν.
§140Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ μείωσιν. Τιμῶ τοὺς δικαστάς, ἀλλ’ ἐξ ἴσου κατέχουν τὸ ἐνοικιοστάσιον καὶ οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης. Νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου.
§141Τ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, σᾶς παρακαλῶ νὰ φανῆτε ἐπιεικὴς ἀπέναντί μου, διότι δὲν εἶμαι νομικός. Ἀλλὰ ζητεῖτε ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ἡ ὁποία ἀπαρτίζεται ἀπὸ ἀνθρώπους διαφόρων κοινωνικῶν τάξεων καὶ ἐπαγγελμάτων—διότι τὸ Σύνταγμα ἔδωσε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν λαὸν νὰ ἠμπορῇ νὰ ἀντιπροσωπευθῇ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς—ζητεῖτε νὰ μεταβιβάσῃ τὰ κυριαρχικά της δικαιώματα εἰς μίαν ἐπιτροπὴν ἀπὸ 5–10 νομικούς. Τὸ Σύνταγμα θέλει τοὺς ἐνόρκους τὸν ἕνα μπακάλην, τὸν ἄλλον δικηγόρον, τὸν ἄλλον ἐργάτην. Μήπως, λοιπόν, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀλλάξωμεν καὶ τὴν σύνθεσιν τῶν ὁρκωτῶν δικαστηρίων; Νομίζω, λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ ἴδωμεν εὐρύτερον τὸ θέμα καὶ νὰ περιλάβωμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ τὴν ἐκπροσώπησιν ἄλλων τάξεων. Ἢ νὰ γίνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξεν ὁ κ. Πουλίτσας, δηλαδὴ νὰ εἶναι περιωρισμένη ἡ ἔκτασις τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ ἡ ἐπιτροπή.
§142Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς θὰ εἶναι κοπιώδης, διότι θὰ ἀπαιτηθῇ ἰδιαιτέρα προσπάθεια καὶ ἐὰν θέλωμεν νὰ καταλήξωμεν εἰς ἕνα σύντομον ἀποτέλεσμα, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ καθορισθῇ μία ἀμοιβὴ διὰ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς.
§143Γ. ΠΑΜΠΟΥΚΑΣ. Ἡ πρότασις αὐτὴ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτος.
§144ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχει καὶ μία τροπολογία τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐπὶ τοῦ ἐὰν δικαιοῦται ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἀκούσῃ διαφόρους ἐπιτροπάς, αἱ ὁποῖαι θὰ θελήσουν νὰ ἀκουσθοῦν. Δὲν εἴπατε κ. Ὑπουργὲ ἐὰν δέχεσθε τοῦτο ἢ ὄχι.
§145Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Συμφωνῶ νὰ δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο. Νὰ μὴν εἶναι ὅμως ὑποχρεωτικόν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀμοιβὴν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἐπειδὴ ἡ πρόθεσίς μας εἶναι νὰ ἐργασθῇ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη καὶ νὰ πραγματοποιήσῃ τὸν καταρτισμὸν τοῦ διατάγματος τοῦ ἐνοικιοστασίου, ἀποδέχομαι τοῦτο. Δι’ ἀποφάσεως κοινῆς τῶν Ὑπουργῶν Οἰκονομικῶν καὶ Δικαιοσύνης νὰ καθορίζεται ἐλαφρά τις ἀποζημίωσις, ἡ ὁποία νὰ μὴ προσδιορισθῇ τώρα, ἀλλὰ νὰ τὴν καθορίσῃ ἡ κοινὴ ἀπόφασις τῶν δύο Ὑπουργῶν.
§146ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς συνθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς, θὰ ἔκαμα τὴν πρότασιν, ὅπως ἐκ τῶν δύο δικηγόρων, Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, διαγραφῇ ὁ τοῦ Πειραιῶς καὶ ἀντ’ αὐτοῦ νὰ περιληφθῇ ὁ Πρόεδρος Πρωτοδικῶν Ἀθηνῶν.
§147Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Καίτοι κ. βουλευταί, προέρχομαι ἀπὸ τὸ δικηγορικὸν σῶμα, θὰ ἔλεγα νὰ διαγραφοῦν καὶ οἱ δύο δικηγόροι καὶ νὰ περιληφθοῦν οἱ 2 Πρόεδροι Πρωτοδικῶν. Διότι ἀφ’ ἑνὸς οἱ δικηγόροι εἶναι φυσικὸν νὰ δέχωνται περισσοτέρας ἐπιδράσεις ἔξωθεν καὶ ἀφ’ ἑτέρου δὲν δύναται νὰ παραγνωρισθῇ τὸ γεγονός, ὅτι οἱ Πρόεδροι Πρωτοδικῶν ζοῦν διαρκῶς τὸ ἐνοικιοστάσιον. Εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ πλέον ἐνημερωμένοι ἐπὶ τῶν ζητημάτων τοῦ ἐνοικιοστασίου. Καὶ ἡμεῖς θέλομεν νὰ βάλωμεν ἄλλους, οἱ ὁποῖοι μόνον ἀπὸ μακρὰν ξεύρουν τὰ ἐνοικιοστασιακά.
§148Γ. ΡΟΥΜΑΝΗΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος τοποθετεῖ τὸ ζήτημα, ὡς θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ τοποθετήσῃ. Ὑπάρχουν δικηγόροι καὶ δικαστικοί. Ἀλλὰ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν τὸ δικηγορικὸν Σῶμα ἀντιπροσωπεύεται μὲ ἐπιλέκτους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν νὰ ὑποστηρίζουν καὶ τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν δικαιοσύνην τοιαύτη φωνή, κ. συνάδελφοι, δὲν ἀνέμενον νὰ ἀκουσθῇ.
§149Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, ἡ συζήτησις διὰ τὴν σύνθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἔλαβε μίαν ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν, κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ λάβῃ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐπειδὴ ὑπέρ πάντα ἄλλον καὶ ὡς Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ὡς μέλος τοῦ Δικηγορικοῦ Σώματος τιμῶ τὸ ἔργον τῶν Ἑλλήνων δικαστικῶν καὶ ἐπειδὴ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἐξ ἄλλων λόγων κινούμεθα, διὰ νὰ μειώσωμεν τὴν ἐκπροσώπησιν τοῦ Δικαστικοῦ Σώματος εἰς τὴν προπαρασκευὴν τοῦ ἐνοικιοστασίου, δηλῶ, ὅτι ἀποδέχομαι, ὅπως ἡ Ἐπιτροπὴ γίνῃ ἐννεαμελής, διὰ τῆς προσθήκης δύο μελῶν εἰς αὐτὴν Προέδρων Πρωτοδικῶν.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως τὸ ἄρθρον 4 ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἄρθρον 5ον. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Η. Ἠλιοῦ.
§152Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 5, ἐξουσιοδοτεῖ τοὺς Ὑπουργοὺς Δικαιοσύνης καὶ Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιβάλλουν ἐπὶ τῶν ἀποφασισθησομένων ἐνδεχομένως αὐξήσεων μισθωμάτων, εἰσφορὰν ἔκτακτον 50% ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι βουλευταί, ὅτι εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν συμφύρονται δύο ἐντελῶς ἑτεροειδεῖς σκοποὶ τῆς Πολιτείας. Ὁ σκοπὸς τῆς ἐπιλύσεως ἑνὸς ὀξυτάτου κοινωνικοῦ προβλήματος, τοῦ προβλήματος τῆς στέγης, συμφύρεται μὲ σκοποὺς δημοσιονομικούς. Ἀλλὰ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν χωρεῖ καμμία ἀμφιβολία, ὅτι τὰ κριτήρια, τὰ ὁποῖα θὰ ἀγάγουν εἰς τὴν θέσπισιν καὶ τὸν καθορισμὸν τῆς αὐξήσεως τῶν μισθωμάτων θὰ εἶναι διάφορα, ἄνευ τῆς γνώμης τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος καὶ δὲν θὰ εἶναι τὰ κριτήρια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ σταθμίσουν τὰς δυνατότητας τῆς αὐξήσεως τῶν μισθωμάτων καὶ πρὸ τῶν μεγάλων καὶ ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ αὔξησις αὕτη ὑπάρχει κίνδυνος νὰ εἶναι οὐχὶ δικαία καὶ νὰ γίνῃ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε, τύποις μὲν θὰ φαίνεται, ὅτι φορολογεῖται ὁ ἰδιοκτήτης, ἐνῷ ἐν τῇ πραγματικότητι θὰ φορολογῆται ὁ ἐνοικιαστής, ὁ ὁποῖος διὰ νὰ νομιμοποιηθῇ αὐτὸς ὁ φόρος, θὰ ὑποχρεοῦται νὰ δώσῃ ἴσον ποσὸν καὶ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, πέραν τῶν δυνατοτήτων του. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι σύμφωνα καὶ πρὸς τὸ σχέδιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας αὐτῆς, τὸ ἐδάφιον 2 τοῦ ἄρθρου 5, δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸν ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἐκτὸς αὐτοῦ ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἄσχετος καὶ πρὸς τὸ κύριον περιεχόμενον τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι νόμος φορολογικός, ἀλλὰ εἶναι κατ’ ἀρχὴν νόμος περὶ παρατάσεως τοῦ ἐνοικιοστασίου καὶ τίποτε ἄλλο.
§153Χ. ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐπιθυμῶ νὰ κάμω μίαν διευκρίνησιν. Ἐδῶ εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον, προβλέπεται μία εἰσφορά, ἡ ὁποία ἐτέθη, κυρίως διὰ τὴν λαϊκὴν στέγην, εἰς τὸ ἐνοικιοστάσιον. Διὰ νὰ διευκρινισθῇ σαφῶς προτείνω νὰ διατυπώσωμεν μίαν τροπολογίαν, ὅτι ἡ εἰσφορὰ αὐτὴ θὰ διατεθῇ διὰ τὴν λαϊκὴν στέγην, διότι δυστυχῶς δὲν ἔχομεν ἄλλους πόρους. Ἡμεῖς δὲν ἐσκέφθημεν νὰ πάρωμεν τὰ χρήματα αὐτὰ διὰ τὸ δημόσιον, παρ’ ὅλας τὰς ἀνάγκας τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ θέλομεν, κυρίως ταῦτα νὰ χρησιμοποιηθοῦν δι’ ἕνα ὡρισμένον σκοπὸν καί, εἶναι σωστόν, διὰ τὴν λαϊκὴν στέγην, νὰ συμβάλουν καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰσπράττουν τὰ μεγαλύτερα ἐνοίκια. Σκοπὸς τῆς διατάξεως αὐτῆς εἶναι νὰ προστατεύσῃ τοὺς μὴ ἔχοντας στέγην, ὅπως ἀποβλέπει τὸ ἐνοικιοστάσιον.
§154Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ φορολογία εἶναι ἄσχετον θέμα καὶ πρέπει νὰ φέρετε εἰδικὸν νόμον.
§155Χ. ΕΥΕΛΠΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὸ ἄρθρον 10 παράγραφος 1 τοῦ Α. Ν. 1667 προβλέπει εἰσφορὰν ἐπὶ «..... (ἀναγινώσκει)......».
§156Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ὑπῆρξεν ὁμόφωνος ἡ ἀπόφασις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου. 5, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἐπέμενεν ἐπὶ τῆς διατάξεως. Βλέπω ἤδη ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν φέρει τὴν λαϊκὴν στέγην, διὰ νὰ δικαιολογηθῇ διὰ ἀδικαιολόγητα μέτρα. Τοῦτο δὲν λέγεται εἰς τὴν ἔκθεσίν της. Ἀντιθέτως λέγεται ὅτι πρόκειται περὶ εἰδικῆς εἰσφορᾶς ὑπὸ μορφὴν ἐντελῶς προσωρινήν. Τὰ πράγματα ἀνατρέπονται ὅταν πᾶμε εἰς τὴν λαϊκὴν στέγην. Ἐν πάσῃ περιπτώσει νομίζω, ὅτι καταργεῖ πλήρως τὰ εἰσοδήματα τῶν ἀκινήτων ἡ νέα φορολογία ὑπὸ τὴν μορφὴν τὴν ὁποίαν ἐμφανίζεται, ἀνεξαρτήτως τοῦ θέματος, ἐὰν εὐσταθῇ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας μία τοιαύτη διάταξις.
§157Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἄνευ χαρτοφυλακείου). Ἐὰν ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν διαφωνῇ κατ’ οὐσίαν εἰς τὴν ἀνάγκην ἐπιβολῆς τῆς φορολογίας καὶ αἱ ἀντιρρήσεις της ἐντοπίζονται εἰς τὴν νομοθετικὴν τάξιν, ὅτι εἰς τὸ ἐνοικιοστάσιον ὑπάρχει διάταξις φορολογική, εἴμεθα πρόθυμοι νὰ ὑποβάλωμεν νομοσχέδιον εἰδικόν.
§158Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐρωτᾷ ὁ κ. Βαρβούτης ἐὰν συμφωνοῦμεν ἐπὶ τῆς φορολογίας. Δὲν συμφωνοῦμεν ἐπὶ τόσων προχείρων φορολογιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουν εἰς τὸ νὰ συλλάβουν τυχαίως τὴν φορολογητέαν ὕλην. Δὲν ἀποτελεῖ αὐτὸ ἐπιστημονικὴν ἀντιμετώπισιν τῆς πραγματικότητος καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Βαρβούτην καὶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ μὴ προχωρήσωμεν μὲ αὐτὸ τὸ πνεῦμα εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου. Δὲν εἶναι δυνατόν, ἐπειδὴ τυχαίνει αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ προβαίνωμεν εἰς μίαν αὔξησιν τῶν ἐνοικίων νὰ λέγωμεν, τὸ ἥμισυ τῆς αὐξήσεως αὐτῆς θὰ περιέλθῃ εἰς τὸ Κράτος, καθ’ ἣν στιγμήν, ὡς ὀρθῶς ἐλέχθη, ὑπάρχουν ἐλεύθερα ἐνοίκια, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀνάλογος φορολογικὴ ἐπιβάρυνσις ἢ δὲν ὑπάρχει καμμία. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ συστηματική, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐπιστημονικὴ ἀντιμετώπισις. Δι’ αὐτὸ ὁ «Συναγερμὸς» δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμφωνήσῃ, οὔτε ὑπὸ τὴν μορφὴν τὴν νομοθετικήν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν παρουσιάζεται ἀπόψε τὸ ζήτημα, οὔτε ὑπὸ ἄλλην μορφήν, ὅπως δέχεται ὁ κ. Βαρβούτης. Δὲν δεχόμεθα φορολογίας αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀσυνάρτητοι, πρόχειροι καὶ ἀμελέτητοι. (Χειροκροτήματα).
§159Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἄνευ χαρτοφυλακείου). Ὁ ἀξιότιμος καὶ ἀγαπητός μου φίλος κ. Κανελλόπουλος εἰσῆλθεν εἰς τὴν οὐσίαν τῆς προτεινομένης φορολογίας καὶ ὑπεστήριξε κατ’ ἀρχὴν ὅτι πρόκειται περὶ ἀντιεπιστημονικῆς φορολογίας, ἡ ὁποία συλλαμβάνει τυχαίως τὴν φορολογητέαν ὕλην. Θά μοῦ ἐπιτρέψῃ καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ ἀναθεωρήσῃ τὴν σκέψιν του, διότι τὸ ἐνοίκιον ἀποτελεῖ εἰσόδημα, ἡ δὲ φορολογία ἡ ὁποία προτείνεται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, εἶναι φορολογία ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος καὶ δὴ ἐπὶ εἰσοδήματος ἐξ ἀκινήτων. Οὔτε εἰς βάρος τοῦ λαοῦ θὰ καταλήξῃ ἡ φορολογία, οὔτε τυχαία εἶναι. Διότι σκοπὸς πάσης φορολογικῆς πολιτικῆς εἶναι ἡ φορολογία νὰ ἐπιπίπτῃ ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Φορολογία ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος εἶναι ἀδύνατον νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀντιεπιστημονική. Ἐὰν ὑπάρχῃ κανεὶς εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν, ὁ ὁποῖος διαφωνεῖ ὅτι τὸ ἐνοίκιον ἀποτελεῖ εἰσόδημα ἐκ περιουσίας, τότε ἡ φορολογία εἶναι ἀντιεπιστημονική. Ἀποτελεῖ πάντως εἰσόδημα.
§160Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁρμᾶσθε ἐξ ἐσφαλμένης προϋποθέσεως. Δὲν σᾶς εἶπον ὅτι διαφωνῶ μὲ τὴν φορολογίαν εἰσοδήματος. Ἄλλο πρᾶγμα σᾶς εἶπον. Τὸ εἰσόδημα νὰ τὸ ἐξακριβώνετε κατ’ ἄλλον τρόπον. Νὰ μὴ προβαίνετε εἰς τυχαῖον ἐντοπισμόν, ὅπως προτείνετε αὐτὴν τὴν στιγμήν. Νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ ὅλου ζητήματος κατὰ τρόπον συστηματικόν. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν δίνετε μερικὰ ψιχία εἰς ὡρισμένα μέλη τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας. Δὲν ξέρω ποῖα εἶναι, ποῖοι θὰ προσπορισθοῦν ὠφέλη ἐκ τῆς ἱστορίας αὐτῆς. Εἰδικῶς αὐτὰ τὰ διαιρεῖτε εἰς δύο καὶ τὸ ἥμισυ τὸ εἰσπράττει τὸ Κράτος, ἐνῶ ὑπάρχει πλῆθος ἄλλων περιπτώσεων ἐλευθέρου ἐνοικίου, ὅπου κερδίζονται τεράστια ποσά, κερδίζονται λίραι, διότι εἰσπράττονται λίραι καὶ δὲν ἔχετε κατορθώσει νὰ ἀντιμετωπίσετε τὸ ζήτημα αὐτό. Δὲν μέμφομαι σᾶς, διότι δὲν εἴχατε τὸν καιρόν, ἀλλὰ τονίζω ὅτι θὰ πρέπει μὲ σύστημα νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ὄχι τυχαίως, αὐτὴν τὴν τυχαίαν φορολογητέαν ὕλην, τὴν ὁποίαν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐντοπίζετε κάπου, νὰ κυττάζετε νὰ τὴν διαιρέσετε εἰς δύο. Δὲν ἠμφισβήτησα ἐγὼ τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους νὰ φορολογῇ τὸ εἰσόδημα. Ἀπεναντίας μάλιστα θεωρῶ ὅτι τὸ εἰσόδημα ἀποτελεῖ τὴν κυρίαν φορολογητέαν ὕλην. Ἀλλὰ ποῖον εἰσόδημα; Πῶς θὰ συλλάβετε, πῶς θὰ προβῆτε εἰς τὴν διαπίστωσιν τῆς ὑπάρξεως τοῦ τυχαίου εἰσοδήματος; Ὅπως προβαίνετε δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου; Ὄχι βεβαίως.
§161Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἄνευ χαρτοφυλακίου). Μοῦ εἶναι κυριολεκτικῶς ἀδύνατον νὰ ἀντιληφθῶ τὴν διαφωνίαν τοῦ ἀγαπητοῦ μου φίλου κ. Κανελλοπούλου. Ὑποστηρίζει τὴν ἄποψιν ὅτι φορολογία ἐπιβαλλομένη ἐπὶ εἰσοδήματος εἶναι ὀρθὴ ἐπιστημονικῶς, φορολογία. Καὶ δέχεται ἐπίσης ὅτι τὸ ἐνοίκιον ἀποτελεῖ εἰσόδημα. Καὶ ὑποστηρίζει περαιτέρω ὅτι τυχαίως συλλαμβάνομεν τὸ εἰσόδημα αὐτό. Ποῖος εἶναι ὁ διάφορος ἐπιστημονικὸς τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ συλλάβετε τὸ εἰσόδημα ἐξ ἀκινήτων ἂν μὴ ἡ φορολογία ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἐξ ἐνοικίου; Διατὶ εἶναι τυχαῖος ὁ τρόπος; Εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Κανελλόπουλος νὰ μοῦ ὑποδείξῃ ἄλλον τρόπον φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος ἐκ τῶν ἀκινήτων πλὴν τῆς φορολογίας ἐπὶ τοῦ ἐνοικίου;
§162Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑνιαῖον.
§163Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἄνευ χαρτοφυλακίου). Ἐὰν ὁ κ. Κανελλόπουλος ἐννοῇ περὶ δικαίας φορολογίας τῶν εἰσοδημάτων, τότε φθάνομεν εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ συνολικοῦ εἰσοδήματος. Ἀλλὰ ἡ φορολογία τῶν καθέκαστα εἰσοδημάτων δὲν ἀποκλείει τὴν ἑνιαίαν φορολογίαν. Τοὐναντίον βοηθεῖ τὴν ἑνιαίαν φορολογίαν τοῦ συνολικοῦ εἰσοδήματος. Συνεπῶς ὑποβάλλοντες πρότασιν σχεδίου νόμου διὰ νὰ φορολογήσωμεν εἰσόδημα πηγάζον ἐκ μιᾶς κατηγορίας περιουσίας, δὲν κάνομεν τί τὸ ἀντιεπιστημονικόν, ἀλλὰ ἐκεῖνο ἀκριβῶς τὸ ὁποῖον ζητεῖ ὁ κ. Κανελλόπουλος. Ὁ κ. Στρᾶτος ἔθιξεν ἕνα ἄλλο ζήτημα, ζήτημα νομοτεχνικόν, συνταγματικόν, μᾶλλον ζήτημα κανονισμοῦ. Ἔχετε δίκαιον. Δι’ αὐτὸ δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ τὸ ὑποβάλωμεν δι’ εἰδικοῦ νόμου.
§164Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Θὰ ἤθελα νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Κανελλοπούλου. Ὁ κ. Κανελλόπουλος ὡμίλησε περὶ ἐπιστημονικοῦ τρόπου φορολογίας καὶ ἀναμφισβητήτως, διότι θὰ ἔχῃ μελετήσει αὐτοὺς τοὺς ἐπιστημονικοὺς τρόπους φορολογίας, θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ μᾶς εἴπῃ ποῖος ἐν Ἑλλάδι φόρος ὑπῆρξεν ἐπιστημονικός.
§165Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ τελευταῖος φόρος οἰκοδομῶν.
§166Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Κύριε συνάδελφε, θὰ ἤμουν εὐτυχὴς ἐὰν ἠμποροῦσα νὰ συμφωνήσω μαζί σας.
§167Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Συνεφώνησεν ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης.
§168Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Ὁ τελευταῖος φόρος οἰκοδομῶν δὲν κάνει τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἐπανορθώνῃ ἐν μέρει ὡρισμένας ἀδικίας. Ἐπιστημονικὴ φορολογία ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπῆρξε ποτὲ καὶ δὲν ὑπῆρξε διὰ δύο λόγους. Πρῶτον, λόγῳ τῆς διαρθρώσεως τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, ἐθνικοῦ εἰσοδήματος πολὺ χαμηλοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπει τὴν σύλληψιν, τὴν ἀπ’ εὐθείας σύλληψιν τῶν μεγάλων εἰσοδημάτων καὶ δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἐπιστημονικὴν φορολογίαν λόγῳ τῆς ἐλλείψεως φορολογικῆς ὀργανώσεως. Γνωρίζετε καὶ νομίζω ὅτι εἶναι προσπάθεια εἰς τὴν ὁποίαν ὅλα τὰ κόμματα εἶχον κατὰ καιροὺς συμμετάσχει, γνωρίζετε ὅτι πρὸ ἑνὸς ἢ δύο περίπου ἐτῶν, ἱδρύθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν μία Ἐφορία φορολογικῶν στοιχείων. Δυστυχῶς ἡ ἐργασία αὐτὴ δὲν προχωρεῖ γρήγορα, μᾶς λείπουν ἀκόμη στατιστικὰ μηχανήματα, ἀλλὰ ἀρχίζει νὰ διαγράφεται ἡ πυραμίδα τῶν ἑλληνικῶν εἰσοδημάτων. Καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν φίλον κ. Κανελλόπουλον, ἀφοῦ ἅπαξ συμβουλευθῇ τὰ πορίσματα αὐτὰ τῆς Ἐφορίας φορολογικῶν στοιχείων, νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ τὰ ἐπιστημονικὰ συστήματα. Ταῦτα ὡς πρὸς τὸ ἐπιστημονικὸν τῆς φορολογίας. Δεύτερον, κύριοι βουλευταί, θὰ σᾶς εἶναι γνωστὸν ἀπὸ τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία διεξάγεται εἰς τὰς ἐφημερίδας αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς περνάει μίαν ἄμεσον οἰκονομικὴν κρίσιν. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους εὑρίσκεται αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐλλειμματικὸς κατὰ 1.700 δισεκατομμύρια δραχμῶν. Οἱ πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν ἔχετε παρακολουθήσει κατὰ καιροὺς συζητήσεις περὶ ἀνασυγκροτήσεως. Γνωρίζετε, καὶ τοῦτο μὲ φέρνει πάλιν εἰς τὸ πρῶτον μέρος τῆς ὁμιλίας μου, γνωρίζετε ὅτι ὁ μόνος τρόπος διὰ νὰ συγκεντρώσωμεν τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα εἶναι νὰ κάμωμεν κοινωνικὰς ἐπενδύσεις. Καὶ κοινωνικαὶ ἐπενδύσεις σημαίνει ἀνασυγκρότησις. Τὸ σύνολον τῆς Ἀμερικανικῆς βοηθείας, τὸ ὕψος τῆς ὁποίας δὲν εἶναι εἰσέτι γνωστόν, διαιρεῖται ὡς γνωρίζητε εἰς δύο μέρη. Τὸ πρῶτον πηγαίνει πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τὸ ὑπόλοιπον μόνον διατίθεται εἰς τὴν ἀνασυγκρότησιν. Σχηματικῶς ἠμποροῦμε νὰ εἴπωμεν ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τρώει αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὴν ἀνασυγκρότησιν. Ἡ ἀντιμετώπισις αὐτῆς τῆς καταστάσεως πρέπει νὰ γίνῃ τάχιστα. Καὶ δι’ αὐτὸ ἀναμφισβητήτως θὰ συμφωνήσω μὲ τὸν ἀγαπητὸν φίλον κ. Κανελλόπουλον, ὅτι ἡ φορολογία πρέπει νὰ εἶναι κατὰ τὸ δυνατὸν ἐπιστημονική. Ἀλλὰ κάποτε θὰ ἔχῃ ἀκούσει ὁ κ. Κανελλόπουλος περὶ φόρου ἀμέσου ἀποδόσεως. Καὶ οἱ φόροι ἀμέσου ἀποδόσεως εἶναι οἱ μόνοι ἱκανοὶ νὰ ἀντιμετωπίσουν τὴν κατάστασιν κατὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον τοῦ προϋπολογισμοῦ 1951–1952. Δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω τὸν φίλον κ. Κανελλόπουλον, ὅταν ὁμιλῇ περὶ φορολογίας νὰ κατεβῇ ὀλίγον ἀπὸ τὸ θεωρητικὸν ἐπίπεδον καὶ ἀπὸ τὴν σκοπιὰν ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀντιμετωπίζει τὰ ζητήματα αὐτὰ καὶ νὰ σκεφθῇ ὅτι ἠμποροῦμε μὲν νὰ συζητοῦμεν περὶ ἐπιστημοσύνης, ἀλλὰ χρειαζόμεθα ἀμέσως χρήματα. Ἀναμφισβητήτως σήμερον ὑπάρχουν πολυκατοικίαι πολυτελεῖς καὶ πολυκατοικίαι εὑρισκόμεναι ἐκτὸς τοῦ ἐνοικιοστασίου. Ὅπως γνωρίζετε ὑπάρχει ἕνα ΚΗʹ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον δίδει μίαν φορολογικὴν ἀτέλειαν εἰς τὰ σπίτια αὐτὰ διὰ μίαν, νομίζω, δεκαετίαν. Δὲν νομίζω, ὅτι ἡ Ἑλλάς, μπορεῖ νὰ παραβιάσῃ τὸν λόγον της. Καὶ ὅσον ἀντιοικονομικὴ καὶ ἂν ὑπῆρξεν ἡ ἀτέλεια, ἡ ὁποία ἐδόθη κάποτε, δὲν ἠξεύρω, πρὸ τριετίας, τετραετίας, κακῶς ἐὰν ἐδόθη, ἐδόθη διὰ ψηφίσματος καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ποτέ, τοὐλάχιστον ἡμῶν κυβερνώντων νὰ ἀναιρεθῇ αὐτὸ τὸ ψήφισμα, ἐφ’ ὅσον ἐδώσαμε τὸν λόγον μας ὅτι δὲν θὰ φορολογηθοῦν, δὲν θὰ φορολογηθοῦν μὲ φόρον οἰκοδομῶν. Νομίζω ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ στηρίξωμεν τὴν πίστιν μας τόσον ἐσωτερικῶς ὅσον καὶ διεθνῶς, καὶ ὡς ἐκ τούτου θὰ ἦτο περιττὸν νὰ παραβαίνωμεν μίαν μόλις πρὸ πέντε ἐτῶν δοθεῖσαν ὑπόσχεσιν. Ὁ ἕτερος τρόπος συλλήψεως αὐτῶν τῶν εἰσοδημάτων εἶναι ὁ συνθετικὸς φόρος τῶν ἰδιοκτησιῶν. Καὶ ἐκεῖ ὑπάρχει δυνατότης ἐκ μέρους τῆς Ἐφορίας νὰ ἐπέμβῃ, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τῶν Ἐφοριῶν Ἀθηνῶν ἰδίως, πράττουν πᾶν τὸ δυνατὸν διὰ νὰ συλλάβουν αὐτὰ τὰ εἰσοδήματα. Καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐὰν μὲν βασισθῶμεν, καὶ πρέπει νὰ βασισθῶμεν, διὰ τὰ προσεχῆ ἔτη εἰς τοὺς φόρους τοὺς ἀμέσους τοὺς ἐπιβαλλομένους ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, διότι ἡ ἐπιστημονικὴ κατάρτισις τῶν πινάκων τοῦ εἰσοδήματος θὰ ἀργήσῃ, διότι ἡ Ἐφορία συγκεντρώσεως πληροφοριῶν δὲν ἠμπορεῖ νὰ προχωρήσῃ τόσον ταχέως καὶ ὡς ἐκ τούτου, κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν ἀντιεπιστημονικοὺς φόρους καὶ θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν φόρους ἀμέσου ἀποδόσεως, διότι ἔτσι μόνον θὰ σώσωμεν τὴν ἀνασυγκρότησιν. (Χειροκροτήματα).
§169Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν ἐρώτησιν, κύριε Ὑπουργὲ τοῦ Συντονισμοῦ. Ἤθελα μίαν πληροφορίαν. Ὁμιλήσατε περὶ φόρου ἀμέσου ἀποδόσεως καὶ ἀφήσατε νὰ ἐννοηθῇ ὅτι οἱ φόροι αὐτοὶ θὰ χρησιμοποιηθοῦν διὰ νὰ μειώσουν τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀντιθέτως ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡμίλησε περὶ χρησιμοποιήσεως τῶν πόρων αὐτῶν εἰς τὴν Λαϊκὴν Στέγην, θὰ ἤθελα νὰ συντονίσετε τὰς δηλώσεις σας.
§170Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Θὰ συντονίσω ἡμᾶς, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸν ἑαυτόν μου. Ὅπως γνωρίζετε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1951–52 ὑπάρχει ἓν κονδύλιον 10–15 δισεκατομμυρίων διὰ τὴν Λαϊκὴν Στέγην. Τὸ κονδύλιον αὐτὸ δυστυχῶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ καλυφθῇ ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων, καὶ μοιραίως θὰ χρειασθῇ μία αὔξησις τῶν εἰσοδημάτων ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, ὅπως γίνεται διὰ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ, καὶ ὡς ἐκ τούτου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν συνέδεσε τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως μὲ τὴν Λαϊκὴν Στέγην. Τὸ ζήτημα ποὺ ἀφορᾷ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν εἶναι γενικώτερον. Θὰ θελήσῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔστω καὶ μὲ ἀντιεπιστημονικὰ μέτρα ἀμέσου ἀποδόσεως νὰ βοηθήσῃ τὴν ἀνασυγκρότησιν ἢ θὰ θελήσῃ νὰ μποϋκοτάρῃ τὴν ἀνασυγκρότησιν διὰ νὰ καυχᾶται ἐπιστημοσύνην.
§171Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον διετυπώθη ἡ τελευταία φράσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ ἐπιβάλλει νὰ ἐπιμείνω ὀλίγον εἰς τὸ θέμα. Δὲν νομίζω ὅτι ἔχει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ τὸ δικαίωμα ἐκ τῶν παρατηρήσεων τὰς ὁποίας διετυπώσαμεν νὰ συναγάγῃ ἔστω καὶ ὑπὸ μορφὴν ἐρωτήματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἔδωσεν ἀπάντησιν, ἀπάντησιν ἀρνητικήν, δὲν νομίζω ὅτι ἔχει δικαίωμα ἐκ τῶν παρατηρήσεων τὰς ὁποίας διετυπώσαμεν νὰ συναγάγῃ τὸ συμπέρασμα ὅτι ἀποβλέπομεν εἰς τὴν ὑπονόμευσιν τῆς προσπαθείας τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἀνασυγκρότησιν τῆς χώρας. Παρηκολουθήσαμεν μὲ πολλὴν προσοχὴν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ λεχθέντα, ἀνταποκρίνονται ὡς πρὸς τὸ πρῶτον μέρος, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὰς δαπάνας καὶ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ ἀξιοποίησις τῆς Ἀμερικανικῆς βοηθείας, ἀνταποκρίνεται πλήρως εἰς τὴν πραγματικότητα. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ Ἑλλὰς τὴν βοήθειαν τὴν Ἀμερικανικὴν τὴν χρησιμοποιεῖ ὄχι κατὰ βάθος δι’ ὃν σκοπὸν συνελήφθη ὑπὸ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι γενναιοφρόνως προσφέρουν τὴν βοήθειαν αὐτήν, πρὸς τὰς χώρας τῆς Εὐρώπης, ἀλλὰ τὴν χρησιμοποιεῖ κατὰ μέγα μέρος δυστυχῶς διὰ τὴν πλήρωσιν τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ὡς ἐκ τούτου οἱ Ὑπουργοὶ συνήθως τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Συντονισμοῦ εὑρίσκονται ἐνώπιον τῆς ἀνάγκης νὰ προβαίνουν χωρὶς ἐπαρκῆ διαπίστωσιν τῆς ἐπιστημονικῆς ὑφῆς τῶν διαφόρων φορολογικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα λαμβάνουν καὶ προβαίνουν εἰς λῆψιν μέτρων προχείρων. Καὶ ἐγὼ μετέσχον Κυβερνήσεων, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον τοιαῦτα μέτρα. Πολλάκις κατὰ τὸ 1947–49 ἐλάβομεν μέτρα φορολογικὰ ἀμέσου ἀνάγκης, ἀμέσου ἀποδόσεως, γνωρίζοντες ὅτι εἶναι ἀντίθετα κατὰ βάθος, ὄχι μόνον πρὸς τὴν ἐπιστημονικὴν θεωρίαν—διότι πολὺ ὀλίγον ἠσχολήθην ἐγώ, πολὺ περισσότερον ἔχει ἀσχοληθῆ ὁ κ. Καρτάλης μὲ τὴν δημοσιονομικὴν θεωρίαν—ὄχι τόσον ἀντίθετα πρὸς τὴν θεωρίαν τὴν δημοσιονομικήν, ἀλλὰ ἀντίθετα καὶ πρὸς τὴν ὀρθὴν πρᾶξιν, διότι δὲν ἀπέδιδον ὅσα θὰ ἀπέδιδε μία συστηματικὴ φορολογία. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον κυρίως ἀπέβλεπον, προβὰς εἰς τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας διετύπωσα. Δὲν ἀμφισβητῶ τὸ δικαίωμα μιᾶς Κυβερνήσεως νὰ εἴπῃ, καθαρὰ ὅτι: ἔχω ἀνάγκην 10 δισεκ. ἢ ἔχω ἀνάγκην 20 δισεκ., τὰ 20 αὐτὰ δισεκατ. θὰ τὰ πιάσω ἀπὸ τὰ αὐτοκίνητα, τὰ ὁποῖα κυκλοφοροῦν διὰ μιᾶς ἐκτάκτου εἰσφορᾶς. Τοῦτο ἐκάμομεν εἰς τὸ 1947 καὶ ἐλάβαμεν καὶ ἄλλου εἴδους μέτρα. Ἀλλὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη, προκειμένου νὰ γίνῃ ἡ ρύθμισις τῆς φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος, τοῦ εἰσοδήματος τοῦ προερχομένου ἐξ οἰκοδομῶν, νὰ γίνῃ ὅσον τὸ δυνατὸν δικαιότερα καὶ νὰ γίνῃ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἐπιστημονικότητος. Διότι ἐγὼ ταυτίζω, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, τὴν ἐπιστημονικὴν ὀρθότητα ἑνὸς δημοσιονομικοῦ μέτρου μὲ τὴν κοινωνικὴν δικαιοσύνην τοῦ μέτρου αὐτοῦ. Δὲν τὸ ἐξετάζω δηλαδὴ ἢ μᾶλλον τὸ κριτήριον τῆς ἐπιστημονικῆς ὀρθότητος δὲν εἶναι καὶ δὲν πρέπει νὰ εἶναι τεχνικόν, ἀλλ’ ἠθικόν, κοινωνικόν. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἐνόμισα καὶ ἐγὼ καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν κ. κ. συναδέλφων ὅτι ἔπρεπε νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν: δὲν εἶναι ἀνάγκη μέσα εἰς ἓν τοιοῦτον νομοσχέδιον προχείρως νὰ βάλετε καὶ μίαν φορολογικὴν διάταξιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν διάταξιν θὰ ἀρυσθῆτε μερικὰ πρόχειρα ὠφελήματα, χωρὶς νὰ ἀντιμετωπίσητε, ἐνῶ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προκύψουν πολὺ μεγαλύτεραι εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου, νὰ τὸ πράξετε, χωρὶς νὰ ἀντιμετωπίσετε συστηματικῶς τὸ ὅλον πρόβλημα τοῦ εἰσοδήματος τοῦ προερχομένου ἐξ οἰκοδομῶν. Θὰ ἐζητούσαμεν, λοιπόν, ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὄχι μόνον νὰ μὴ μᾶς θεωρῇ ὡς ὑπονομευτὰς τῆς προσπαθείας της, ὅπως ἀνασυγκροτηθῇ ὁ τόπος, ἀλλὰ θὰ ἐζητούσαμεν νὰ ἀναγνωρισθῇ ὅτι, διὰ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἐκάμομεν, ζητοῦμεν ἀκριβῶς νὰ εἰσπράξῃ περισσότερα, νὰ μελετήσῃ, ἀντὶ νὰ προβαίνῃ τόσον τυχαίως καὶ προχείρως εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῆς φορολογητέας ὕλης, νὰ μελετήσῃ συστηματικώτερον τὸ ὅλον πρόβλημα καὶ νὰ κατορθώσῃ τὸ εὐχόμεθα, θὰ προσπαθήσωμεν, νὰ τὴν βοηθήσωμεν, ὑποσχόμεθα ὅλοι οἱ ἀπαρτίζοντες τὸν Συναγερμὸν ὅτι θὰ εἴμεθα εὐτυχεῖς, ἐὰν μᾶς δώσῃ τὴν εὐκαιρίαν ἡ Κυβέρνησις, διὰ διαφόρων φορολογικῶν νομοσχεδίων, εὐχόμεθα καὶ ἐλπίζομεν νὰ μᾶς δώσῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ τὴν βοηθήσωμεν—νὰ αὐξηθοῦν ἀκριβῶς τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα διαθέτει διὰ τὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς χώρας. Εἰδικώτερον διὰ τὴν λαϊκὴν στέγην, πρῶτον, θὰ ἔπρεπε, προτοῦ τὸ εἴπῃ ἀπόψε καὶ τὸ μαρτυρήσῃ τὸ πρᾶγμα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ εἶχε λεχθῆ, κατὰ τρόπον ὑπεύθυνον, διότι εἰς τὴν ἔκθεσιν δὲν λέγεται αὐτό, θὰ ἔπρεπε, λοιπόν, νὰ κατατοπισθῇ καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης οὐδεμίαν ἰδέαν εἶχε καὶ οὐδεὶς προέβη ἐκεῖ εἰς δηλώσεις ὅτι, αὐτὰ τὰ 10 δισεκατομμύρια, τὰ 5, τὰ 3, τὰ 8 δισεκατ. ποὺ θὰ εἰσπραχθοῦν, θὰ διατεθοῦν διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν αὐτῆς τῆς πράγματι μεγίστης κοινωνικῆς ἀνάγκης, θέματος, τὸ ὁποῖον συνδέεται ἀρρήκτως μὲ τὴν ἀνασυγκρότησιν. Ἐὰν αὐτὸ τὸ ἐγνωρίζομεν, ἐνδεχομένως καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ἐδῶ θὰ ἐτηρούσαμεν, εἰς πεῖσμα τῆς βασικῆς μας ἀρχῆς, ὅπως ἡ φορολογία στηρίζεται ἐπὶ ἐπιστημονικῆς βάσεως, θὰ ἐτηρούσαμεν διάφορον τακτικήν. Δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς θὰ ἤθελα νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, πρῶτον μέν, νὰ μὴ προβαίνῃ εἰς τὴν διατύπωσιν τόσον εὐκόλων κατηγοριῶν, ὅπως ἐκείνην μὲ τὴν ὁποίαν κατέστρεψε τὸν λόγον του ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ —διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν παλαιὰν φράσιν—καί, δεύτερον θὰ παρεκάλουν νὰ εἶναι κάπως πιὸ ἀνοικτὴ ἀπέναντι τῶν βουλευτῶν, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ζητεῖ τὴν ἐπιψήφισιν ὡρισμένων νομοσχεδίων, θὰ ἔπρεπε τοὺς βουλευτὰς νὰ μὴ τοὺς θεωρῇ ὡς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ὑπακούουν, νὰ μὴ γνωρίζουν περὶ τινος πρόκειται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ἐδῶ, ὄχι τόσον τυχαίως καὶ κατόπιν τόσων ἐρωτήσεων καὶ ἐπιθέσεων, ἀλλὰ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας θὰ ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ ὅτι αὐτά, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσπραχθοῦν ἀπὸ τὴν περὶ ἧς πρόκειται αἰτίαν, θὰ τὰ δώσωμεν διὰ τὴν λαϊκὴν στέγην. Καὶ θὰ ἤθελον καὶ κάτι περισσότερον, ἀξιότιμε κ. Πρόεδρε καὶ ἀξιότιμοι κ. κ. συνάδελφοι, θὰ ἤθελον νὰ μοῦ εἴπῃ καὶ πῶς θὰ τὰ διαθέσῃ. Διότι ἠκούσαμεν περὶ λαϊκῆς στέγης, προεκλογικῶς καὶ ἄλλας ὑποσχέσεις καὶ συστήματα ἀντιμετωπίσεως τοῦ προβλήματος αὐτοῦ καὶ δὲν ἔθεσεν ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς ἢ τῆς κοινῆς γνώμης δι’ ἄλλων τινων δηλώσεων ἡ Κυβέρνησις. Φοβοῦμαι ὅτι πιθανῶς νὰ μὴ γίνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει. Θὰ ἔπρεπε, λοιπόν, ὅταν εἰς ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι φορολογικόν, ἔρχεται καὶ μᾶς λέγει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι θὰ πᾶνε εἰς τὴν λαϊκὴν στέγην, τοὐλάχιστον νὰ μᾶς ἔλεγε καὶ νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν συνδρομὴν τοῦ ἀγαπητοῦ μου φίλου κ. Φ. Ζαΐμη νὰ τὸν καλέσῃ ἐδῶ καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ πῶς σκέπτεται νὰ διαθέσῃ αὐτὰ τὰ ποσά.
§172ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ρυθμίζει ὁ νόμος.
§173Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ὁποῖος, ὅμως, δὲν ἔχει κυρωθῆ, καί, δεύτερον, ἔχει τοιαύτην γενικότητα, ὥστε εἶναι δύσκολον νὰ ἀποφανθῶμεν ποῦ θὰ γίνῃ ἡ λαϊκὴ στέγη, ποῖαι περιοχαὶ θὰ ἱκανοποιηθῶσι πρῶται καὶ ποῖαι μετὰ ταῦτα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος προϋπόθεσις διὰ τὸ πρόβλημα τῆς Λαϊκῆς στέγης ἡ ὕπαρξις τοῦ κονδυλίου, δὲν εἴμεθα ἡμεῖς, τοὐλάχιστον ἐγώ, ποὺ θὰ ἀρνηθῶμεν νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἰσπράξῃ αὐτὸν τὸν φόρον, ἀλλὰ θέλομεν νὰ ἠξεύρωμεν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅτι δὲν θὰ πηγαίνουν τὰ χρήματα ὅπου καὶ ὅπως μέχρι τοῦδε ἐπήγαιναν, θὰ θέλωμεν νὰ ἠξεύρωμεν, ὅτι αὐτὸ ποὺ θὰ ὑποσχεθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ἢ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι αὐτὸ θὰ γίνῃ. Αὐτὸ ἐὰν μᾶς τὸ ὑποσχεθῆ, ἂν μᾶς τὸ εἴπῃ —διότι προβαίνω καὶ ἐγὼ τώρα καὶ ἀντιστρέφω τὸν ρόλον καὶ τὴν εὐχέρειαν μὲ τὴν ὁποίαν προέβη εἰς τὴν μομφήν του ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, τὴν υἱοθετῶ καὶ ἐγὼ καὶ προβαίνω καὶ ἐγώ, υἱοθετῶν τὴν εὐχέρειαν εἰς μίαν ἀντεπίθεσιν μικρὰν—θὰ ἤθελον νὰ μᾶς τὸ ὑποσχεθῆ τοῦτο καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὅλοι οἱ συνάδελφοι τοῦ Συναγερμοῦ θὰ ψηφίσουν, ὅτι ὅλα ὅσα θὰ εἰσπραχθοῦν θὰ δοθοῦν ὅλα εἰς τὴν Λαϊκὴν στέγην. (Χειροκροτήματα).
§174Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Εἶμαι πολὺ εὐτυχής, ὅτι ἡ συζήτησις ἤρχισεν ἀπὸ μίαν ἐπιστημονικὴν φορολογίαν καὶ κατελήξαμεν εἰς τὴν Λαϊκὴν στέγην. Εἶπον, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Πατρῶν, ὅτι τὸ αἴτημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐστηρίζετο καὶ εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς Λαϊκῆς στέγης. Ἐδήλωσα, ἀπαντῶν εἰς τὸν φίλον μου κ. Κανελλόπουλον, ἐξηγῶν ἴσως ὀλίγον τι διαγραμματικῶς, ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις, ἐδήλωσα, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀναγκασθῇ νὰ στραφῇ πρὸς φόρους ἀμέσου ἀποδόσεως, διὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ μέγα πρόβλημα τῆς ἀνασυγκροτήσεως. Εἶμαι ἐξαιρετικὰ εὐτυχής, ὅτι ὁ κ. Κανελλόπουλος συμπεριλαμβάνει τὴν Λαϊκὴν στέγην εἰς τὴν ἀνασυγκρότησιν. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἤθελα νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Κανελλόπουλον, εἶναι ὅτι, προκειμένου περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος ἐξ οἰκοδομῶν, δύο τρόποι ὑπάρχουν φορολογίας: Ἢ νὰ αὐξήσετε τὸ ποσοστὸν ἐπὶ τῶν ὑφισταμένων ἐνοικίων ἢ νὰ αὐξήσετε τὰ ἐνοίκια. Δυστυχῶς, δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος καὶ ἡ συζήτησις περὶ μιᾶς πλέον ἐπιστημονικῆς φορολογίας εἶναι, νομίζω, μία ματαιοπονία. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ ἀπαντήσω, δίδων καὶ ὑπόσχεσιν τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸν κ. συνάδελφον, εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐλπίζει ἐντὸς πολὺ ὀλίγων ἡμερῶν, ἴσως ὀλιγωτέρων τῶν πέντε, νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν κοινὴν γνώμην καὶ εἰς τὴν Βουλήν, τὰς περικοπὰς τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἐπέτυχεν ἐντὸς τῶν τελευταίων ἡμερῶν. Δεύτερον, σᾶς βεβαιῶ ὅτι πέραν τῶν ὁρισθεισῶν πλέον δαπανῶν, κατόπιν τῆς περικοπῆς, οὐδεμία δαπάνη διὰ γενικὰς κρατικὰς ἀνάγκας ἐγένετο καὶ ὅτι ὅλη ἡ δύναμις τῆς Κυβερνήσεως καὶ οἱαδήποτε νέα φορολογία θὰ στραφῇ πρὸς τὴν ἀνασυγκρότησιν, διότι πρέπει νὰ καταλάβωμεν ὅλοι, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐπιτύχωμεν ἐντὸς αὐτοῦ καὶ τοῦ ἄλλου ἔτους, τὰ ἔργα ἀνασυγκροτήσεως, ὡς εἶναι τὰ ἔργα ἐξηλεκτρισμοῦ, τὰ βασικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπαιτήσουν τεραστίας δαπάνας καὶ ὡρισμένα ἐγγειοβελτιωτικὰ καὶ ἀρδευτικὰ ἔργα, τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα τῆς Ἑλλάδος θὰ παραμείνῃ οἷον εἶναι σήμερον καὶ θὰ ζήσωμεν αἰωνίως μὲ τὸν δίσκον τῆς ἐπαιτείας.
§175ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπειδὴ γίνεται λόγος περὶ λαϊκῆς στέγης, ἠμποροῦν νὰ συνεισφέρουν καὶ αἱ πολυκατοικίαι τοῦ ΚΗ ψηφίσματος, ὄχι ὑπὸ τύπον φορολογίας, ἀλλὰ ὑπὸ τύπον συνεισφορᾶς.
§176Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Κύριε συνάδελφε δὲν γνωρίζω τί ἐννοεῖνε λέγοντες εἰσφοράν, γνωρίζετε, ὅτι κάποια Κυβέρνησις, ὄχι αὐτή, ἔδωσε τὸν λόγον της, εἰποῦσα ὅτι κύριε, θὰ κτίσῃς καὶ ὅτι αὐτὸ ποῦ θὰ κτίσῃς θὰ μείνῃ ἀφορολόγητον ἐπὶ δέκα ἔτη. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θά παραβῶ τὸν λόγον οἱασδήποτε Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Δερτιλῆς ἔχει τὸν λόγον.
§178Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἤθελα καὶ ἐγὼ μὲ τὴν σειράν μου νὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀπαλείψῃ τὴν παράγραφον 2 τοῦ ἄρθρου 5. Νομίζω, ὅτι δὲν ἀποτελεῖ τίποτε ἄλλο ἡ παράγραφος αὐτή, παρὰ ἕνα εἶδος συγκεκαλυμμένης φορολογίας. Ἐπειδὴ ἐλέχθησαν πολλὰ περὶ φορολογιῶν, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ ὀλίγα τινά. Κατ’ ἀρχήν, πότε τίθεται μία φορολογία ἐκτάκτου μορφῆς; Ἐκτάκτου μορφῆς, ὑφ’ ἣν μορφὴν ἐμφανίζεται ἡ φορολογία αὐτή, τίθεται ὅταν μία Κυβέρνησις γενικῶς, διαπιστώσῃ, ὅτι μία ὡρισμένη κατηγορία πολιτῶν, ἐκ τῆς ἀσκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματός της ἀποκομίζει ὑπέρογκα καὶ δυσανάλογα κέρδη. Καὶ ἐρωτῶ τώρα, ἐὰν πράγματι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, θέλουσα νὰ προβῇ εἰς μίαν ἔκτακτον φορολογίαν, εἰς μίαν μορφὴν συγκεκαλυμμένης ἐκτάκτου φορολογίας, εὑρίσκεται ἐν συνεπείᾳ μὲ τὴν πολιτικήν της, ἐὰν ἐπιβάλῃ ἐπὶ τῆς κατηγορίας αὐτῆς τῶν πολιτῶν τὴν φορολογίαν αὐτήν. Ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι ἄλλαι κατηγορίαι πληρώνουν τὸ 40πλάσιον, ἄλλαι τὸ 50πλάσιον τοῦ προπολεμικοῦ καὶ ἄλλαι τὸ 100πλάσιον, ταὐτοχρόνως ὁ τιμάριθμος ὅμως τῆς λιανικῆς πωλήσεως εἶναι 425 φορὲς ἐπάνω ἀπὸ τὸν προπολεμικόν. Ἐὰν λοιπὸν δι’ ἕνα οἱονδήποτε λόγον, ἡ Κυβέρνησις ἐσκέπτετο νὰ ἀναπροσαρμόσῃ, ἔστω καὶ κατὰ ἕνα ποσοστὸν τὸ εἰσόδημα τῆς κατηγορίας αὐτῆς τῶν πολιτῶν, ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ ἀναπροσαρμογή, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ, θὰ ὑπολείπεται ἀρκετὰ οὐσιωδῶς τοῦ τιμαρίθμου τῆς λιανικῆς πωλήσεως καὶ κατὰ συνέπειαν βλέπομεν ὅτι ἡ κατηγορία αὐτὴ τῶν πολιτῶν, τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη νὰ ἀναπροσαρμόσῃ κατὰ ἓν ποσοστὸν τὰ ἔσοδα, ἀποκομίζει πολὺ ὀλιγώτερα κέρδη ἀπὸ ὅλας τὰς ἄλλας κατηγορίας των ἄλλων πολιτῶν. Τώρα ἐλέχθη, ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ φορολογίαν εἰσοδήματος καὶ κατὰ συνέπειαν, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει, ὅπως καὶ πράγματι δὲν ὑπάρχει μέχρι τοῦδε, ἐπιστημονικὴ φορολογία τοῦ εἰσοδήματος, καὶ ἀναλόγου μορφῆς φορολογίαι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἔχῃ ἐπιστημονικὴν βάσιν ἡ φορολογία της αὐτή. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀπαντήσω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, ἐὰν μέχρι τοῦδε δὲν ὑπῆρξεν οὐδέποτε—καὶ πράγματι δὲν ὑπῆρξε—φορολογία ἑδραζομένη ἐπὶ ἐπιστημονικῆς βάσεως, οὐδέποτε ὑπῆρξεν ἀντίστροφος. Διότι εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ἔχομεν ἀντιστρόφου μορφῆς φορολογίαν. Διότι σήμερον διαπιστοῦμεν, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη, δὲν ἠξεύρω διὰ ποίους λόγους, νὰ ἀναπροσαρμόσῃ τὰ ἔσοδα αὐτῆς τῆς κατηγορίας τῶν πολιτῶν, τὰ ἔσοδα αὐτῶν ὑπολείπονται τῶν ἐσόδων ὅλων τῶν ἄλλων πολιτῶν καὶ κατὰ συνέπειαν, ἡ ἔκτακτος φορολογία ἐπὶ τῆς κατηγορίας αὐτῆς τῶν πολιτῶν, δὲν εἶναι μόνον ἀντεπιστημονική, ἀλλὰ καὶ ἀντίστροφος. Καὶ κατὰ συνέπειαν, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ σταθῶμεν εἰς αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα. Ἀλλ’ ἐνεφανίσθησαν δύο ἀπόψεις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ μία ἄποψις τῆς λαϊκῆς στέγης καὶ ἡ ἄλλη ἄποψις τῶν δημοσιονομικῶν ἀναγκῶν. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ ἡ μορφὴ τῆς φορολογίας ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς λαϊκῆς στέγης. Νομίζω ὅμως, ὅτι κατὰ ἕνα πρόχειρον τρόπον διετυπώσατε τὴν ἄποψιν, διότι ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τούτου, τότε θὰ εὑρισκόμεθα πρὸ πλήρους νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον θὰ ἔλεγεν ὅτι ὁ φόρος ἐπιβάλλεται πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς Λαϊκῆς στέγης. Ἀλλὰ προετάχθη ἡ ἑτέρα ἄποψις, ἡ καὶ ὀρθοτέρα κατὰ τὴν γνώμην μου, ἡ κάλυψις τῶν δημοσιονομικῶν ἀναγκῶν. Καὶ ἐλέχθη, ὅτι πρέπει νὰ προχωρήσωμεν εἰς φορολογίαν ἀμέσου ἀποδόσεως. Οὐδεὶς βεβαίως, ἠμπορεῖ νὰ παραγνωρίσῃ τὰς δυσχερεῖς στιγμάς, τὰς ὁποίας διερχόμεθα, ἀλλὰ δι’ αὐτό, ἀκριβῶς, εἶναι καὶ αἱ λύσεις διὰ νὰ ἀντιμετωπίζωνται αἱ δυσχερεῖς στιγμαὶ καὶ ἀπὸ τὸν τρόπον τῆς ἀντιμετωπίσεώς των κρίνεται ἡ ἱκανότης τῆς Κυβερνήσεως. Ἐρωτᾶται: Εἶναι αὐτὸς ὁ τρόπος, ὁ ὁποῖος μᾶς δίδει τὸ μέτρον τῆς ἱκανότητος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ μέτρον δηλαδὴ τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν δυσχερῶν, τῶν πράγματι δυσχερῶν στιγμῶν, τὰς ὁποίας διερχόμεθα; Δὲν νομίζομεν, διότι ἐνῷ πράγματι ὤφειλε καὶ ὀφείλει καὶ δὲν μᾶς μένει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προσπαθεῖ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν δυσχέρειαν τῶν στιγμῶν καὶ ἰδιαίτατα τὸ μεγάλο θέμα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται πρὸ ἡμῶν, ἐξ αἰτίας τῆς νέας Ἀμερικανικῆς πολιτικῆς εἰς τὸ θέμα τῆς βοηθείας. Ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔπρεπε καὶ θὰ ὤφειλε νὰ παρουσιάσῃ μίαν ἀντιμετώπισίν των οὐχὶ κατὰ τρόπον πρόχειρον. Ἡ ἀντιμετώπισις τῶν δυσχερῶν αὐτῶν στιγμῶν, δὲν γίνεται κατὰ τρόπον συμπτωματικὸν καὶ διὰ νομοσχεδίων ἐντελῶς ἀσχέτων μὲ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν δυσχερῶν στιγμῶν, τὰς ὁποίας διερχόμεθα. Ὀφείλει καὶ πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ παρουσιάσῃ τὸ ταχύτερον ἕνα συνολικὸν σχέδιον, ἕνα σχέδιον τὸ ὁποῖον θὰ προβλέπῃ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον σκέπτεται πράγματι νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς δυσχερεῖς στιγμὰς τὰς ὁποίας διέρχεται ἡ χώρα καί, ὅταν πράξῃ τοῦτο, τότε θὰ εἴπωμεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι πράττει τὸ καθῆκόν της καὶ ὡς Κυβέρνησις καὶ ἔναντι τῶν δυσχερῶν αὐτῶν στιγμῶν. Διὰ τοῦτο, παρ’ ὅλον ὅτι ἐκτιμῶμεν τὴν δυσχέρειαν τῶν στιγμῶν τὰς ὁποίας διερχόμεθα, ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς φέρῃ τὰ μέτρα ἐκεῖνα τὰ καθολικά, μὲ τὰ ὁποῖα σκέπτεται νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς δυσχερεῖς αὐτὰς στιγμάς. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, εἴμεθα ἀντίθετοι ὡς πρὸς τὴν παράγραφον 2 καὶ παρακαλοῦμεν, τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ τὴν ἀπαλείψῃ.
§179Ι. ΜΟΓΓΟΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν δὲν εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ θὰ διετίθετο διὰ τὴν Λαϊκὴν στέγην διότι, ἁπλούστατα, εἰς τὴν Εἰσηγητικὴν Ἔκθεσιν δὲν εἶχε λεχθῆ αὐτό. Διὰ τοῦτο διεγράψαμεν τὴν παράγραφον 2 τοῦ ἄρθρου 5, πάντως, ὅμως, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ὀφείλει νὰ καταθέσῃ νομοσχέδιον αὐτοτελὲς διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ὁρίζεται ὅτι τὸ ποσοστὸν τῶν ἐνοικίων θὰ καταβληθῇ διὰ τὴν στέγην. Διότι, κύριοι βουλευταί, ὑπάρχει καὶ ἄλλο ζήτημα. Εἶναι τὸ ζήτημα τῶν παραπηγματούχων, τῶν προσφύγων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ταλαιπωροῦνται ἐπὶ 30 ὁλόκληρα ἔτη παραμένοντες εἰς τὰ παραπήγματα. Ἡ διατήρησις τῶν παραπηγμάτων αὐτῶν ὑποβιβάζει τὸν πολιτισμὸν τῆς χώρας μας καὶ ἀφήνει στίγμα ἀνεξίτηλον εἰς τὸν τόπον μας. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν: Ἔχει ἐγγραφῆ κονδύλιον 80 δισεκατομμυρίων διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὰ παραπήγματα. Ἐρωτῶ: Πῶς ἀντιμετώπισαν τὸ ζήτημα τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων, οἱ ὁποῖοι παραμένουν εἰς τὰ παραπήγματα ἐπὶ τριάκοντα ὁλόκληρα ἔτη;
§180Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Ὡμιλήσαμεν περὶ ἐπιστήμης καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὰς παράγκας τῶν προσφύγων. Ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν, θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπαίθρου καὶ θὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις περὶ τῆς ἐγκαταλείψεως τῶν ἐπαρχιῶν. Τὸ ζήτημα, βεβαίως, δὲν εἶναι αὐτό. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀρχίζωμεν ἀπὸ ἕνα θέμα καὶ νὰ τελειώνωμεν εἰς τὴν ἄλλην ἄκρην, διότι ὅλα αὐτὰ τὰ θέματα συνδέονται μεταξύ των. Ἐγὼ θέλω αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ πληροφορηθῶ, ἂν ἡ ἀντιπολίτευσις κατ’ ἀρχὴν συμφωνῇ εἰς φορολογίαν τῶν ἐνοικίων τῶν οἰκοδομῶν διὰ τὴν ἀνασυγκρότησιν. Ἡ τεχνική, ἐὰν θὰ τὸ λύσωμεν σήμερον ἢ θὰ τὸ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον, εἶναι θέμα δευτερεῦον. Συμφωνεῖ ἡ ἀντιπολίτευσις εἰς μίαν φορολογίαν πρὸς χάριν τῆς ἀνασυγκροτήσεως, ναὶ ἢ οὔ;
§181Χ. ΤΟΥΝΤΑΣ. Ὑπῆρξα μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἐτάχθησαν ὑπὲρ τῆς διαγραφῆς τῆς δευτέρας παραγράφου. Μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν δηλῶ, ὅτι αἴρω τὰς ἀντιρρήσεις μου, διότι ὅπως σᾶς εἶναι γνωστόν, ὑπὸ τὴν στέγην τοῦ ἐνοικιοστασίου ἐστεγάσθησαν, δυστυχῶς καὶ ἀπὸ ἀδυναμίαν, ἴσως, εὑρέσεως τῶν ὀρθῶν κριτηρίων διαχωρισμοῦ ἢ ἀπὸ οὐχὶ ὀρθὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ πράγματος, καὶ τάξεις ἐνοικιαστῶν αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν δεκτικαὶ πρυστασίας καὶ αἱ τάξεις αὗται ἐπροστατεύθησαν ὄχι μόνον εἰς βάρος τῶν ἰδιοκτητῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ δημοσίου τὸ ὁποῖον, ἀφ’ ἧς ἐψηφίσθη τὸ ἐνοικιοστάσιον καὶ μέχρι σήμερον, βλέπει ἐκμηδενιζόμενον τὸ εἰσόδημα τῶν οἰκοδομῶν καί, συνεπῶς, ἐκμηδενιζομένην καὶ τὴν φορολογίαν τοῦ εἰσοδήματος ἐξ οἰκοδομῶν. Ἀπὸ ταύτης τῆς ἀπόψεως ἡ διάταξις εἶναι ὀρθοτάτη καί, δύναμαι νὰ προσθέσω, ὅτι ἔχει ἀκριβῶς καὶ τὰ ἐπιστημονικὰ κριτήρια καὶ δύναται νὰ ἀνθέξῃ εἰς τὰ τοιαῦτα κριτήρια, διότι ὅπως θὰ ἴδητε εἰς τὴν διατύπωσιν, ἡ εἰσφορὰ αὕτη δύναται νὰ ἐπιβάλλεται ἐπὶ πασῶν ἢ ὡρισμένων μόνον κατηγοριῶν μισθωτῶν. Κατὰ συνέπειαν, ἔχομεν καὶ ἕνα διαχωρισμὸν ὁ ὁποῖος συνάπτεται μὲ τὸ ἐπιστημονικῶς ὀρθὸν μιᾶς φορολογίας. Ἡ ἀντίρρησίς μου, ἀγαπητοὶ συνάδελφοι, προῆλθεν ἐξ ἄλλης αἰτίας· ἡ ἀντίρρησίς μου ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι διὰ μέσου τῆς διατάξεως αὐτῆς βλέπω ματαιουμένην, ἐνδεχομένως, μίαν ἐπίλυσιν ὑπὲρ τῶν μικροϊδιοκτητῶν, διότι νομίζω, ὅτι ἦτο δυνατὸν ἡ τοιαύτη σκέψις ἐπιβαρύνσεως αὐτῶν τῶν τάξεων μισθωτῶν νὰ γίνῃ πρὸς ὄφελος τῶν μικροϊδιοκτητῶν καὶ ἐνθυμίζω τὴν ἐπίλυσιν τὴν ὁποίαν μᾶς εἶχε δώσει τὸ ἐνοικιοστάσιον Τσιτσεκλῆ τὸ 1926 διὰ τῆς δημιουργίας ταμείου καί, οὕτω, ἐγένετο ἐπιδότησις τῶν ἐκμισθωτῶν μικρῶν ἰδιοκτησιῶν. Ἐὰν δώσωμεν μίαν εὔρυνσιν εἰς τὴν ratio τῆς διατάξεως, τοὐτέστιν, ἐὰν ἐνισχύσωμεν τὴν ἀνασυγκρότησιν, συγχρόνως δὲ ἐὰν ἠδυνάμεθα ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ἐπιτύχωμεν μίαν λύσιν, ὅπως αὐτὴν ποὺ εἶπον, μὲ ἕνα ταμεῖον ἢ οἱονδήποτε ὀργανισμόν, ὁ ὁποῖος θὰ ἱδρυθῇ πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν, ἐγὼ θὰ ἤμην εὐτυχὴς νὰ τὴν ἴδω ψηφιζομένην αὐτὴν τὴν διάταξιν καί, ἐπὶ ταύτῃ τῇ αἰτίᾳ, αἴρω τὰς ἀντιρρήσεις μου τὰς ὁποίας διετύπωσα εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν.
§182Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἐγὼ δὲν ἐψήφισα ὑπὲρ τῆς ἀπαλείψεως τῆς διατάξεως διότι ἐθεώρησα ὅτι δὲν εἶχε καμμίαν πρακτικὴν σημασίαν. Ὅταν ἀναγνωρίζωμεν τὴν ἀνάγκην τῆς φυρολογίας τῆς ἀμέσου ἀποδόσεως, εἶναι εὐκολώτατον εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατ’ ἄλλον τρόπον, δι’ ἄλλης ὁδοῦ, νὰ ἐπιτύχῃ τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα. Ἀντιτίθεμαι ἀπολύτως πρὸς ὅλα αὐτὰ τὰ ταμεῖα ἐνοικιοστασίου καὶ ὅλα τὰ συστήματα τῆς κατὰ τοιοῦτον τρόπον δημιουργίας λαϊκῆς στέγης, διότι, ὑποθέτω, ὅτι δι’ αὐτῶν τῶν μεθόδων θὰ χρειασθοῦν περισσότεραι δαπάναι διὰ τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν τὰ ὁποῖα προτίθεται ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσπράξῃ. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα κατ’ ἄλλον τρόπον, οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις ἡ ὁποία θὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν ψυχολογίαν τῶν ἐκμισθωτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν τὴν ἀντίληψιν ὅτι οἱ μισθωταὶ πληρώνουν μεγαλείτερον ἐνοίκιον.
§183Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Ἐπειδὴ νομίζω ὅτι ἐδόθησαν μερικαὶ ἐξηγήσεις διὰ τὸν σκοπὸν τοῦ ἄρθρου 5, ἐξηγήσεις αἱ ὁποῖαι ἴσως νὰ μὴ εἶχον δοθῆ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, νομίζω ὅτι ἐνδεχομένως, θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ παραπέμψωμεν ἐκ νέου εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τὸ ἄρθρον αὐτό.
§184Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκτὸς τοῦ ὅτι τὸ πρῶτον σήμερον ἐλέχθη ὅτι ἡ φορολογία αὐτὴ πρόκειται νὰ διατεθῇ διὰ τὴν λαϊκὴν στέγην...
§185Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλέχθη καὶ ἀνεκλήθη.
§186Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. ...... εἰς ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Κανελλοπούλου, ἀπευθυνθεῖσαν πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ, ἐὰν δύναται νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ πρόκειται νὰ διατεθῇ διὰ τὴν λαϊκὴν στέγην, ἠκούσατε ὅλοι, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ἀπήντησε «καὶ διὰ τὴν λαϊκὴν στέγην». Τοῦτο τί προδίδει; Ὅτι ἡ θεωρία τῆς λαϊκῆς στέγης ἐφευρίσκεται αὐτὴν τὴν στιγμὴν μὲ ἀπόλυτον προχειρολογίαν, διὰ νὰ περάσῃ ἡ διάταξις καὶ ὅτι τὸ ποσὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀντιεπιστημονικὸν πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ ὡς φορολογία, θὰ πάῃ εἰς τὸν κορβανᾶν τοῦ δημοσίου προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν πράγματι ἡ Κυβέρνησις ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν λαϊκὴν στέγην, δὲν ἔχει παρὰ νὰ φέρῃ πρὸς κύρωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Ἀναγκαστικὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐμνημόνευσεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡλοκληρωμένον μὲ ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέτρα εἴτε ἀπωτέρας εἴτε ἀμέσου φορολογικῆς ἀποδόσεως, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιτρέψουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προχωρήσῃ βάσει γραμμῆς προγραμματισμένης εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν στερουμένων στέγης. Τὸ νὰ ἐμφανίζωνται ὅμως οἱ ἀξιότιμοι κύριοι Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείων τῆς Κυβερνήσεως, τὴν τελευταίαν ὥραν τῆς ἐπιψηφίσεως νομοσχεδίου περὶ τοῦ ἐνοικιοστασίου καὶ νὰ ἐνθυμοῦνται τὴν λαϊκὴν στέγην — ὁ εἷς τὴν ἐνθυμεῖται ἰσχυριζόμενος ὅτι ὁλοκληρωτικῶς ἡ φορολογία πρόκειται νὰ διατεθῇ διὰ τὴν λαϊκὴν στέγην, ὁ ἄλλος «καὶ διὰ τὴν λαϊκὴν στέγην»! — τοῦτο δίδει, νομίζω, τὸ μέτρον κρίσεως εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν περὶ τῆς προχειρότητος μὲ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἀντιμετωπίζει τοιαῦτα θεμελιώδη ζητήματα, τὰ ὁποῖα θίγουν αὐτὰς ταύτας τὰς λαϊκὰς τάξεις.
§187Μ. ΧΛΟΥΒΕΡΑΚΗΣ. Μεγαλυτέραν σημασίαν ἔχουν τὰ ἔργα ἀνασυγκροτήσεως ἀπὸ τὴν λαϊκὴν στέγην.
§188Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἔκτακτον ἔσοδον τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκ τῆς φορολογίας αὐτῆς δὲν εἶναι 50 δισεκατομμύρια, εἶναι περίπου 20 δισεκατομμύρια, διότι τὰ ἄλλα 30 εἶναι ἡ κανονικὴ φορολογία τοῦ φόρου οἰκοδομῶν. Μὲ αὐτὰ λέγει ἡ Κυβέρνησις ὅτι θὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ φλέγον ζήτημα τῆς λαϊκῆς στέγης. Ἐὰν πραγματικῶς θέλῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ἔχει νὰ ἐκλέξῃ ἄλλην ὁδόν, ἡ ὁποία θὰ στεγάσῃ πλείστους ὅσους ἀστέγους. Ἔχει τὰ διαθέσιμα τῶν Ταμείων, τὰ ὁποῖα ἀνήρχοντο εἰς τὸ τέλος τοῦ 1950, εἰς 900 δισεκατομμύρια καὶ εἰς τὸ τέλος τοῦ 1951 θὰ ἀνέλθουν εἰς 1.200 δισεκατομμύρια. Ἐὰν δὲν δοθῇ εἰς τὰς Τραπέζας παρὰ ἕνα μέρος τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ, διὰ νὰ τὸ τοκίζουν αἱ Τράπεζαι πρὸς 20%, καὶ τὸ ὑπόλοιπον δοθῇ εἰς τοὺς ἐργαζομένους μὲ ἕνα τόκον 5%, ἔτσι θὰ στεγάζωνται 16.000 οἰκογένειαι καὶ ὄχι 500 μὲ τὰ 20 δισεκατομμύρια, ὅπως λέγει ἡ Κυβέρνησις. Ἔτσι ἀντιμετωπίζονται τὰ ζωτικὰ προβλήματα καὶ ὄχι μὲ προχειρολογίας.
§189Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ράλλης μᾶς ἔδωσε τὸ κλειδὶ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τῆς Ἑλληνικῆς πιστοδοτήσεως.
§190Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ ὅλον θέμα ἐδημιουργήθη καὶ ἐπροκάλεσε τὴν μακρὰν αὐτὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἦτο ἐνδιαφέρουσα, ἐκ τοῦ ὅτι τὸ ζήτημα παρουσιάσθη ἀντικανονικῶς. Ἄς ἀποσύρῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ ἄρθρον 5 καὶ νὰ τὸ φέρῃ μὲ νεώτερον νομοσχέδιον διὰ νὰ τελειώνωμεν.
§191Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Ἀποδέχομαι τὴν πρότασιν τοῦ κ. συναδέλφου.
§192Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ δηλώσετε ἐὰν ἀποδέχεσθε τὴν τροπολογίαν μου ὅσον ἀφορᾷ τὴν προθεσμίαν τῆς ἰδιοκατοικήσεως.
§193Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Τὸ Ν.Δ. 1107 τοῦ 1949 ἔχει τὴν ἑξῆς διάταξιν: «Ἐπὶ τρεῖς μῆνας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος, χορηγεῖται νέα προθεσμία πρὸς ἄσκησιν τοῦ κατὰ τὰς κειμένας διατάξεις ἀναγνωριζομένου δικαιώματος ἰδιοκατοικήσεως ἢ ἰδιοχρήσεως». Αὐτὸ ἐπανελήφθη καὶ εἰς ἄλλο Ν.Δ. Νομίζω ὅτι ἔργον δικαιοσύνης εἶναι νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν ἐπανάληψιν τῆς διατάξεως ταύτης καὶ εἰς τὸ παρὸν νομοσχέδιον.
§194ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§195Ι. ΜΟΓΓΟΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν ἰδικήν μου τροπολογίαν, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι καταργεῖται τὸ ἄρθρον 73 τοῦ Ν.Δ. 1940) 1951 ἀφ’ ἧς ἴσχυσε, τὴν δέχεσθε; Δι’ αὐτοῦ ἐξῃρέθησαν ἀπὸ τῆς προστασίας τοῦ ἐνοικιοστασίου ὡρισμένα καταστήματα ἀνήκοντα εἰς τοὺς Δήμους.
§196Σ. ΛΙΒΑΔΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκατοικήσεως πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρέπει νὰ διευκολυνθοῦν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι στεροῦνται στέγης ἀπὸ τὴν πρώτην Ἰανουαρίου. Διότι ἐδῶ καὶ δέκα ἡμέρας, μοῦ περιέπεσεν εἰς τὴν ἀντίληψίν μου ἄνθρωπος, ποὺ ἐπῆγε καὶ ἐκάθισε εἰς τὸ Ξενοδοχεῖον διὰ νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἔχει στέγην.
§197ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ παρατείνωμεν τὴν προθεσμίαν.
§198Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἡ πρώτη παράγραφος ὑπάρχει εἰς τὸ ἰσχῦον ἐνοικιοστάσιον, ὅτι δύναται διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ αὐξάνωνται τὰ ἐνοίκια.
§199Ι. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, τὴν τροπολογίαν τοῦ 6 τὴν ἀποδέχεσθε;
§200Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὄχι.
§201Ι. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐπίσης ἐζήτησα νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἰδιοκατοίκησις εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι πυροπαθεῖς, συμμοριόπληκτοι καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴν καὶ ἔχουν ζήσει εἰς τὴν Ἑλλάδα.
§202Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἠμπορεῖ νὰ ἔχετε δίκαιον. Δὲν ἠμπορῶ νὰ δεχθῶ οὐσιαστικὰς διατάξεις. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ τὰς ὑποβάλετε καὶ θὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν.
§203Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, μίαν τροπολογίαν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἀφορᾷ οὐσιαστικὴν διάταξιν τὴν ἀποδέχεσθε;
§204Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Δὲν τὴν ἀποδέχομαι.
§205Μ. ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ. Εἶναι ἡ ἰδία τροπολογία, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸν νόμον τοῦ 1947. (Θόρυβος)
§206Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν σπουδῇ, τοιαῦται διατάξεις νὰ ψηφίζωνται. Ἐγὼ ἀποδέχομαι ὡρισμένας τροπολογίας, ἀλλὰ πρέπει καὶ ἡ Βουλὴ νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν. Θὰ παρακαλέσω, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ δημιουργηθῇ καὶ ζήτημα γενικώτερον, διὰ νὰ εἶμαι ἐν τάξει, λέγω τὸ ἑξῆς: Μοῦ κατέθεσαν μίαν εἰδικὴν διάταξιν διὰ τῆς ὁποίας καταργεῖται εἷς ἄλλος νόμος, ὄχι τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης, ἀλλὰ τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν. Καταργεῖται τὸ ἐνοικιοστάσιον ἀπὸ ὡρισμένα καταστήματα ἀνήκοντα εἰς τοὺς Δήμους. Προσετέθη τὸ ἄρθρον 73 εἰς τὸν Α.Ν. 1910]51, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξῃρέθησαν τῶν διατάξεων τοῦ ἐνοικιοστασίου οἱ χῶροι τῶν δημοσίων καὶ κεντρικῶν ἀγορῶν. Ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι ἀληθές, ὅτι εἰσήχθη εἰς ἕνα νόμον ὄχι τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης καὶ τελείως ἄσχετον μὲ τὸ ἐνοικιοστάσιον, ἄνευ συμπράξεως τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐπιπροσθέτως εἶχεν, ληφθῆ εἰδικὴ πρόνοια διὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου 1370]49, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν ἐξουσιοδοτήσεως τῆς τότε Βουλῆς καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν διάταξιν «Οἱ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον.... (ἀναγινώσκει)......». Ἐνῷ λοιπὸν ὑπῆρξεν αὐτὴ ἡ προστασία διὰ τοὺς μισθωτὰς αὐτῶν τῶν καταστημάτων, ἡ εἰδικὴ αὐτὴ προστασία εἰς νόμον ἐνοικιοστασιακόν, περιέργως εἰς νόμον τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν, περιελήφθη μία διάταξις, ποὺ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ οἱ ἐνοικιασταὶ στεροῦνται τῶν μισθωτικῶν των δικαιωμάτων. Νομίζω, ὅτι πρέπει ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ τὸ ἀντιμετωπίσῃ μὲ καλοπιστίαν. Ἀποδέχομαι, ὅτι χειμάζονται αὐτοὶ οἱ δῆμοι καὶ αἱ κοινότητες ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ εὑρεθῇ μία μέση λύσις. Νὰ τοὺς προστατεύσωμεν ἐνοικιοστασιακῶς ἀλλὰ νὰ αὐξήσωμεν τὰ μισθώματα ὥστε, καὶ οἱ Δῆμοι κάτι νὰ εἰσπράξουν διὰ νὰ ἀνταποκριθοῦν πρὸς τὰς ἀνάγκας των.
§207Ι. ΜΟΓΓΟΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν ἐξαιρέσεις καὶ διακρίσεις μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων, κύριε Ὑπουργέ.
§208Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ μπῶ εἰς μίαν ἄλλην συζήτησιν, διότι δὲν νομίζω ὅτι εἰδικοὶ λόγοι ὑπάρχουν διὰ τὴν χρησιμοποίησιν, καὶ ὅτι τὰ μίσθια τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦνται διὰ καταστήματα δὲν εὑρίσκονται ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας.
§209Ι. ΜΟΓΓΟΓΙΑΝΝΗΣ. Δι’ ὅλα τὰ καταστήματα καὶ ὄχι διὰ τὰ δημοτικά. Τὸ ἐνοικιοστάσιον ἔχει γενικὴν γραμμήν, κύριε Ὑπουργέ. Προτείνω τὴν ἑξῆς διατύπωσιν τῆς τροπολογίας: «... (ἀναγινώσκει)......».
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ ὅπως ἡ τροπολογία, ὡς διετυπώθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, γίνῃ δεκτὴ ὡς ἄρθρον 5;
§211ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6ον. Δεκτόν. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων ἔληξε. Τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο δεκτὸν ἑπομένως καὶ κατ’ ἄρθρον. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὸ σχέδιον νόμου καὶ εἰς τὸ σύνολον, ὡς ἐτροποποιήθη;
§213ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ἐνοικιοστασίου καὶ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 845]48 καὶ 1349]49 νόμων καὶ χορηγήσεως ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς τροποποίησιν αὐτῶν κλπ.», ὡς ἐτροποποιήθη. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ὅπως μὲ ἐξουσιοδοτήσῃ καὶ ἐπικυρώσω ὑπ’ εὐθύνην μου τὰ πρακτικὰ τῆς συζητήσεως τοῦ τελευταίου ψηφισθέντος νομοσχεδίου.
§215ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως τὰ πρακτικὰ τῆς συζητήσεως τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχεδίου ἐπεκυρώθησαν ὑπ’ εὐθύνην μου. Παρὰ πολλῶν βουλευτῶν, τόσον τῆς συμπολιτεύσεως, ὅσον καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὑπεβλήθη ἡ παράκλησις ὅπως λυθῇ ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν.
§217ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ., μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως, ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις. (Ὥρα 11.55′ μ. μ.).