1951.05.15
2,926 rows · 22,137 words · 105 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 77η
Τρίτη 15 Μαΐου 1951
Προεδρία κ. Δ. Β. ΓΟΝΤΙΚΑ
(Ὥρα 7.15′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ὁ βουλευτὴς Λέσβου κ. Α. Πανσέληνος ζητεῖ ἄδειαν ἵνα ἀπουσιάσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐπὶ 1½ μῆνα.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, ἐγκρίνεται.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρέσχε τὴν ἔγκρισίν της διὰ τὴν χορήγησιν ἀδείας εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Α. Πανσέληνον. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς κάτωθι ἐπιστολάς: Πρὸς τὸν Κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων. Κύριε Πρόεδρε, Οἱ κατωτέρω βουλευταί, ἀνήκοντες εἰς τὸ Πολιτικὸν Κόμμα τῶν Ἀριστερῶν Φιλελευθέρων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ δηλώσωμεν ὑμῖν καὶ παρακαλοῦμεν, ὅπως ἀνακοινωθῇ τοῦτο καὶ εἰς τὴν Βουλήν, εἰς πρώτην αὐτῆς συνεδρίασιν, ὅτι, ἐφεξῆς ἐπαύσαμεν νὰ θεωρῶμεν ὡς ἐκπροσωποῦντα ἐν τῇ Βουλῇ καὶ τὰς γνώμας τοῦ ἰδικοῦ μας Κόμματος τὸν βουλευτὴν Ἀθηνῶν κ. Ἰωάννην Σοφιανόπουλον, ἐπίσης, ὅτι τοῦ λοιποῦ οὐδεμίαν σχέσιν πρὸς ἡμᾶς ἔχει οὗτος, καὶ τὰς γνώμας τοῦ Κόμματος καὶ τῆς ἐν τῇ Βουλῇ Ὁμάδος τῶν Ἀριστερῶν Φιλελευθέρων θέλει ἐκπροσωπεῖ πλέον ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Νεόκοσμος Γρηγοριάδης καὶ τούτου ἀπόντος, ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς καὶ Νήσων κ. Σταμάτης Χατζήμπεης. Βουλευτὴς Σερρῶν, Ν. Γρηγοριάδης Βουλευτὴς Πειραιῶς, Στ. Χατζήμπεης Βουλευτὴς Πειραιῶς, Ἐμμ. Μάντακας Βουλευτὴς Ἀθηνῶν, Φ. Χατζήμπεης Βουλευτὴς Ἀθηνῶν, Ἀνδρ. Μπικάκης Διὰ τὸν βουλευτὴν Θεσσαλονίκης κ. Λεωνίδαν Καραμαούναν, ὁ ἐξουσιοδοτημένος ἐπὶ τούτῳ βουλευτὴς Σερρῶν Ν. Γρηγοριάδης. Ἀθῆναι 1 Μαΐου 1951 Πρὸς Τὸν Κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων Ἐνταῦθα. Ἀξιότιμε Κύριε Πρόεδρε, Ἔχω τὴν τιμήν, κατὰ τροποποίησιν προγενεστέρας δηλώσεώς μου, νὰ φέρω εἰς γνῶσιν ὑμῶν καὶ δι’ ὑμῶν εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐν τῇ ἰδιότητί μου τοῦ βουλευτοῦ Ἀθηνῶν, παραμένω ἐφεξῆς ἀπολύτως ἀνεξάρτητος ἀριστερός, τερματιζομένης πάσης συμπράξεώς μου μεθ’ οἱουδήποτε ἄλλου Κόμματος ἢ Κοινοβουλευτικῆς Ὁμάδος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 11ῃ Μαΐου 1951.
Μετ’ ἐξαιρέτου τιμῆς
ΔΙΟΝ. Ι. ΧΡΙΣΤΑΚΟΣ
Βουλευτὴς Ἀθηνῶν Πρὸς Τὸν Κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων Ἐνταῦθα. Ἀξιότιμε Κύριε Πρόεδρε, Ἔχω τὴν τιμήν, τροποποιῶν προηγουμένην δήλωσίν μου, νὰ γνωστοποιήσω εἰς ὑμᾶς καὶ δι’ ὑμῶν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὡς βουλευτὴς Μεσσηνίας παραμένω ἐφ’ ἑξῆς ἀπολύτως ἀνεξάρτητος ἀριστερός, τιθεμένου τέρματος εἰς πᾶσαν σύμπραξίν μου πρὸς οἱονδήποτε ἄλλο Κόμμα ἢ Κοινοβουλευτικὴν Ὁμάδα. Ἐν Ἀθήναις τῇ 12ῃ Μαΐου 1951.
Μετὰ πάσης τιμῆς
ΙΩΑΝ. ΧΡ. ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
Κύριοι Βουλευταί, καταθέτω τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς χρήσεως 1951–52 μετὰ τῆς ἐπ’ αὐτοῦ ἐκθέσεως τῆς ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ τυπωθῇ θὰ διανεμηθῇ, ἵνα λάβητε γνῶσιν. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ι. Μποῦτος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ἡ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς διαρκὴς Ἐπιτροπή, καταθέτει πρότασιν «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τὸ Λογιστικὸν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Οἱ κ. κ. Σ. Βενιζέλος (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν καὶ Ἐθνικῆς Ἀμύνης) καὶ Γ. Μαῦρος (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν) καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπογραφείσης ἐν Καΐρῳ τὴν 24ην Ἀπριλίου 1950 μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Αἰγύπτου συμφωνίας περὶ ἐναερίων συγκοινωνιῶν». Οἱ κ. κ. Σ. Βενιζέλος (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν) καὶ Δ. Παπαμιχαλόπουλος (Ὑφυπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης) καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπογραφείσης ἐν Βηρυτῷ τὴν 6ην Σεπτεμβρίου 1948 συμφωνίας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Λιβάνου περὶ ἀεροπορικῶν μεταφορῶν». Ὁ κ. Γ. Μαῦρος (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν) καταθέτει σχέδια νόμων: 1) «Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Μεγάλης Βρετανίας καὶ Ἑλλάδος συμφωνίας περὶ ἀμοιβαίας ἀπαλλαγῆς τῶν κερδῶν τῶν ἀεροπορικῶν ἐπιχειρήσεων ἀπὸ τοῦ φόρου εἰσοδήματος πρὸς ἀποφυγὴν τῆς διπλῆς φορολογίας». 2) «Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Γαλλίας καὶ Ἑλλάδος συμφωνίας περὶ ἀμοιβαίας ἀπαλλαγῆς τῶν κερδῶν τῶν ναυτιλιακῶν καὶ ἀεροπορικῶν ἐπιχειρήσεων ἀπὸ τοῦ φόρου εἰσοδήματος πρὸς ἀποφυγὴν διπλῆς φορολογίας». 3) Περὶ ἐπεκτάσεως εἰς Δωδεκάνησον τῆς ἰσχυούσης ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι νομοθεσίας καὶ ἀφορώσης τὸ Μ. Τ.Π.Υ.» καὶ 4) «Περὶ ἐγκρίσεως τῶν κατὰ τά, πρὸ τοῦ 1950)51, οἰκονομικὰ ἔτη πραγματοποιηθεισῶν δαπανῶν ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν καὶ τῆς ἐγγραφῆς τῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τούτου, οἰκονομικοῦ ἔτους 1950–51». Ὁ κ. Ι. Γκλαβάνης (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Α. Ν. 405)36 καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ Ν. Δ. 135)1946». Ὁ κ. Α. Λαμπρόπουλος (Ὑπουργὸς Γεωργίας) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1461) 1951 Α.Ν. «περὶ παρατάσεως τῆς λειτουργίας Ἀγροτικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Σ. Πολυζωγόπουλος, Γ. Γεώργας καὶ Δ. Τσούμπας καταθέτουσι προτάσεις νόμων 1) «περὶ διευκολύνσεως τῆς ἐξαγωγῆς τῆς σταφίδος καὶ ρυθμίσεως τοῦ τρόπου ἐκτελωνισμοῦ ἐμπορευμάτων τοῦ Α. Σ. Ο.», 2) «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων 85)1943 καὶ 1373)44 καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων» καὶ 3)
«περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ἀποσπάσεως ὑπαλλήλων τοῦ
Α.Σ.Ο.».
Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ε. Λουλακάκης, Ι. Σπηλιωτόπουλος, Δ. Ντάγγας, Δ. Ἀλιπράντης, Θ. Κιζάνης, Σ. Νικολαΐδης, Ι. Μελᾶς, Ε. Δενδρινός, Ι. Χαβούτης κ. ἄ. καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῆς κειμένης περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἀχρηστευθέντων λεμβούχων καὶ ναυτοξυλουργῶν κειμένης νομοθεσίας». Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνακοινοῖ, συμφώνως τῇ διατάξει τῆς παραγράφου 3 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1619)1951 νόμου «περὶ κυρώσεως, τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθμ. 1532)50 Α. Ν. «περὶ τῶν ὑπὲρ τρίτων προσθέτων φόρων» τὰς κατωτέρω ὑπ’ ἀριθμ. 9863, 9864, 9865, 9866, 9867, 9868, καὶ 9869 ἀπὸ 11 Μαΐου 1951 προτάσεις του πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐξ Ὑπουργῶν τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ αὐτοῦ ὡς ἄνω νόμου, «περὶ καταργήσεως ἐπιβληθεισῶν φορολογιῶν ὑπὲρ 1) τοῦ Ταμείου Ἐπικουρικῆς Ἀσφαλίσεως Ἀρτοποιῶν, 2) τοῦ Ταμείου Ἐπικουρικῆς Ἀσφαλίσεως Προσωπικοῦ τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν Οἰνοποιΐας, Ζυθοποιΐας καὶ Οἰνοπνευματοποιΐας», 3) τοῦ Ταμείου Ἐπικουρικῆς Ἀσφαλίσεως προσωπικοῦ τῆς Ἀνωνύμου Ἑλληνικῆς Ἑταιρείας Ὑδάτων, 4) τοῦ Ταμείου Ἐπικουρικῆς Ἀσφαλίσεως Ὑπαλλήλων Φαρμακεμπορικῶν Ἐργασιῶν, 5) τοῦ Ταμείου Ἐπικουρικῆς Ἀσφαλίσεως Προσωπικοῦ Ὀργανισμοῦ Κοινωνικῆς Ἀσφαλίσεως, 6) τοῦ Ταμείου Ἐπικουρικῆς Ἀσφαλίσεως Ὑπαλλήλων καὶ Ὑπηρετικοῦ Προσωπικοῦ τῶν Ἑταιρειῶν Τσιμέντων καὶ 7) τοῦ Ταμείου Ἐπικουρικῆς Ἀσφαλίσεως Χημικῶν. Πρὸς Τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νόμου 1619)1951 ἐξ Ὑπουργῶν Ἐπιτροπήν. Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ Ν. Διατάγματος 135)1946 «περὶ Ταμείου Ἐπικουρικῆς Ἀσφαλίσεως Ἀρτοποιῶν» ἐπεβλήθησαν ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τούτου ἐκτὸς τῶν ἄλλων εἰσφορῶν καὶ αἱ κάτωθι φορολογίαι: α) Εἰσφορὰ ἐφ’ ἑκάστου χιλιογράμμου εἰσαγομένου ἀλλοδαποῦ σίτου, ἐγχωρίου σίτου συγκεντρωμένου ὑπὸ τῆς ΚΥΔΕΠ ἢ ἄλλης πρὸς τοῦτο ἐξουσιοδοτουμένης ὑπηρεσίας καὶ τοῦ ἐγχωρίου σίτου τοῦ προερχομένου ἐκ τῆς ἐλευθέρας ἀγορᾶς καὶ ἀλεθομένου ὑπὸ τῶν ἀλευροβιομηχάνων. Εἰς τὴν αὐτὴν εἰσφορὰν ὑπόκειται καὶ πᾶν εἶδος προσμιγνυόμενον μετὰ τοῦ σίτου καὶ χρησιμοποιούμενον ἐν τῇ παρασκευῇ τοῦ ἄρτου. β) Εἰσφορὰ ἐφ’ ἑκάστου χιλιογράμμου ἀλεύρων ἐκ τῶν εἰσαγομένων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Αἱ ὡς ἄνω εἰσφοραὶ καθορίζονται ἑκάστοτε διὰ κοινῆς ἀποφάσεως τῶν Ὑπουργῶν Ἐμπορίου καὶ Οἰκονομικῶν, μετὰ ἠτιολογημένην πρότασιν τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τοῦ ταμείου. Αὗται καθωρίσθησαν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 26547)1949 κοινῆς ἀποφάσεως εἰς δραχμὰς 4.76 κατὰ χιλιόγραμμον σίτου καὶ δραχ. 6 κατὰ χιλιόγραμμον ἀλεύρων. Λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ Ταμεῖον τοῦτο ἀποτελεῖ ἐπικουρικὴν ἀσφάλισιν μιᾶς ἐπαγγελματικῆς τάξεως, τὰ μέλη τῆς ὁποίας ἔχουσι κυρίαν ἀσφάλισιν παρὰ τῷ Ταμείῳ Ἀσφαλίσεως Ἐπαγγελματιῶν καὶ Βιοτεχνῶν (ΤΕΒΕ), ὑπὲρ τοῦ ὁποίου μάλιστα δὲν ὑφίστανται κοινωνικοὶ πόροι, δὲν δικαιολογεῖται ἡ ὕπαρξις κοινωνικῶν φόρων ὑπὲρ τοῦ ταμείου ἐπικουρικῆς ἀσφαλίσεως τῶν ἀρτοποιῶν, ὅπερ ἐὰν θέλῃ νὰ διατηρηθῇ δέον νὰ λειτουργῇ ἐπὶ τῇ βάσει εἰσφορῶν μόνον τῶν μελῶν του. Διατηρουμένων τῶν ὡς ἄνω πόρων ὑπὲρ τοῦ Ταμείου Ἐπικουρικῆς Ἀσφαλίσεως Ἀρτοποιῶν, εὐλόγως θὰ ἠδύναντο νὰ ἐγερθῶσιν ἀξιώσεις ἐπιβολῆς παρεμφερῶν κοινωνικῶν πόρων ὑπὲρ ἐπικουρικῶν ἀσφαλιστικῶν ὀργανισμῶν ἄλλων ἐπαγγελματικῶν τάξεων (π. χ. παντοπωλῶν—ὑποδηματοποιῶν—δικηγόρων — χημικῶν κλπ.), πρᾶγμα ὅπερ ἐπιφέρει ἀναστάτωσιν εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους, ἐπιβαρύνει τὴν κοινωνίαν, δυσχεραίνει τὰς συναλλαγὰς καὶ αὐξάνει τὸ κόστος τῶν ἀγαθῶν. Προτείνομεν ὅθεν τὴν συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ νόμου 1619)1951 κατάργησιν τῶν διὰ τοῦ ἄρθρου 15 παράγραφος 1 περιπτώσεων α καὶ β τοῦ Ν. Δ)τος 135)1946 ἐπιβληθεισῶν εἰσφορῶν ἐπὶ τοῦ σίτου καὶ ἀλεύρων ὑπὲρ τοῦ Ταμείου Ἐπικουρικῆς Ἀσφαλίσεως Ἀρτοποιῶν. Ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω παρακαλοῦμεν ὅπως ἀποφανθῇ ἡ ὑμετέρα Ἐπιτροπή. Ἐν Ἀθήναις τῇ 11 Μαΐου 1951
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΑΥΡΟΣ
Πρὸς Τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νόμου 1619)1951 ἐξ Ὑπουργῶν Ἐπιτροπὴν Ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι ὑπὲρ τοῦ Ταμείου Ἐπικουρικῆς Ἀσφαλίσεως Προσωπικοῦ τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν Οἰνοποιΐας, Ζυθοποιΐας καὶ Οἰνοπνευματοποιΐας ὑφίστανται οἱ κάτωθι κοινωνικοὶ πόροι. α) Εἰσφοραὶ δραχμῶν δύο (2) κατὰ χιλιόγραμμον ἀνύδρου οἰνοπνεύματος πάσης φύσεως παραγομένου ὑπὸ οἰνοπνευματοποιῶν βʹ κατηγορίας. β) Εἰσφοραὶ εἴκοσι (20) λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ ἀποταμιευομένου οἴνου καὶ γ) Συνεισφορὰ τῶν ἑταιρειῶν οἰνοποιΐας, ζυθοποιΐας καὶ οἰνοπνευματοποιΐας ἴση πρὸς τρία ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν (3%) ἐπὶ τῶν μηνιαίων ἀποδοχῶν ἑκάστου ἠσφαλισμένου. Ἐπειδὴ τὸ Ταμεῖον τοῦτο ἀσκεῖ ἐπικουρικὴν ἀσφάλειαν, καθ’ ἡμᾶς ἐπιβάλλεται ὅπως τὰ ἔσοδα αὐτοῦ στηρίζωνται ἀποκλειστικῶς ἐπὶ εἰσφορῶν τῶν παρ’ αὐτῷ ἠσφαλισμένων προσώπων, μὴ δικαιολογημένης τῆς καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, ἄμεσον ἢ ἔμμεσον, φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως τῆς κοινωνίας. Τοιαύτην δὲ ἐπιβάρυνσιν ἀποτελεῖ ἀσφαλῶς, ἐκτὸς τῶν ὡς ἄνω εἰσφορῶν, ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος καὶ τοῦ οἴνου, καὶ ἡ ἐργοδοτικὴ εἰσφορὰ τῶν περὶ ὧν πρόκειται Ἑταιρειῶν, αἵτινες δικαιούμεναι νὰ ὑπολογίζωσι ταύτην εἰς τὰ γενικὰ ἔξοδά των ἐπιρρίπτουσι τελικῶς τὴν δαπάνην ἐπὶ τῆς καταναλώσεως καὶ τοιουτοτρόπως ἐπέρχεται αὔξησις τῆς τιμῆς τῶν παρὰ τῶν ἐπιχειρήσεων αὐτῶν παραγομένων προϊόντων, μὲ γενικώτερον ἀποτέλεσμα τὴν ἀκρίβειαν τοῦ βίου. Ἑπόμενοι τῶν ἀνωτέρω προτείνομεν τὴν συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ νόμου 1619)1951 κατάργησιν τῶν διὰ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου 1232)1944 καὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 209838 καὶ 26470)44 κοινῆς ἀποφάσεως τῶν Ὑπουργῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐργασίας ἐπιβληθεισῶν εἰσφορῶν ἐπὶ τοῦ ἀνύδρου οἰνοπνεύματος καὶ τοῦ ἀποταμιευομένου οἴνου ὡς καὶ τῆς ἐργοδοτικῆς συνεισφορᾶς περὶ ἧς ἡ παράγραφος 1 τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Α. Ν. 1654)1939. Ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω παρακαλοῦμεν ὅπως ἀποφανθῇ ἡ ὑμετέρα Ἐπιτροπή. Ἐν Ἀθήναις τῇ 11 Μαΐου 1951
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΑΥΡΟΣ
Πρὸς Τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νόμου 1619)1951 ἐξ Ὑπουργῶν Ἐπιτροπήν. Ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι ὑπὲρ τοῦ Ταμείου Ἐπικουρικῆς Ἀσφαλίσεως Προσωπικοῦ τῆς Ἀνωνύμου Ἑλληνικῆς Ἑταιρείας Ὑδάτων, ἐπεβλήθησαν ἐκτὸς τῶν ἄλλων πόρων αὐτοῦ καὶ οἱ ἑξῆς κοινωνικοὶ πόροι: α) Εἰσφορὰ τῆς Ἀνωνύμου Ἑλληνικῆς Ἑταιρείας Ὑδάτων ἴση πρὸς (3%) τρία ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῶν ἀποδοχῶν τῶν ἐργατῶν καὶ ὑπαλλήλων τῆς ἑταιρείας (παράγρ. 2 τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Α.Ν. 1740)1939 «περὶ συστάσεως Ταμείου Ἐπικουρικῆς Ἀσφαλίσεως προσωπικοῦ τῆς Ἀνωνύμου Ἑλληνικῆς Ἑταιρείας Ὑδάτων», (Φ.Ε.Κ. 197)1939) καὶ β) ποσοστὸν (1%) ἓν ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ παντὸς ἐκδιδομένου ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας Ὑδάτων λογαριασμοῦ ὑδροληψίας βαρῦνον τὸν ὑδρολήπτην (ἄρθρον 1 τοῦ Ν.Δ. 1068) 1942 καὶ ὑπ’ ἀριθ. 3155)1942 ἀπόφασις Ὑπουργοῦ Συγκοινωνίας). Δεδομένου ὅτι τὸ ὡς ἄνω Ταμεῖον ἀσκεῖ ἐπικουρικὴν ἀσφάλισιν, καθ’ ἡμᾶς δέον ὅπως τοῦτο βασίζηται ἀποκλειστικῶς ἐπὶ τῶν εἰσφορῶν τῶν ἠσφαλισμένων προσώπων καὶ μὴ ἐπιβαρύνῃ ἀμέσως ἢ ἐμμέσως τὸ καταναλωτικὸν κοινόν. Ἄμεσον ἐπιβάρυνσιν τῆς κοινωνίας ἀποτελεῖ τὸ ἐφ’ ἑκάστου λογαριασμοῦ ὑδροληψίας ἐπιβαλλόμενον ποσοστὸν 1%, ἔμμεσον δὲ τοιαύτην ἡ ἐπὶ τῶν ἀποδοχῶν τῶν ἠσφαλισμένων συνεισφορὰ τῆς Ἑταιρείας, ἥτις ὑπολογίζουσα τὴν ἀνωτέρω δαπάνην ἐπὶ τῶν γενικῶν ἐξόδων της ἐπιρρίπτει τελικῶς ταύτην ἐπὶ τοῦ συνόλου. Προτείνομεν ὅθεν τὴν συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ νόμου 1619)1951 κατάργησιν τῶν κοινωνικῶν πόρων τῶν ἐπιβληθέντων διὰ τῶν διατάξεων τῆς παραγρ. 2 τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Α.Ν. 1740)1939 καὶ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Δ. 1068)1942. Ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω παρακαλοῦμεν ὅπως ἀποφανθῇ ἡ ὑμετέρα ἐπιτροπή. Ἐν Ἀθήναις τῇ 11 Μαΐου 1951
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΑΥΡΟΣ
Πρὸς Τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νόμου 1619)1951 ἐξ Ὑπουργῶν Ἐπιτροπήν. Ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι διὰ τοῦ νόμου 581)1943 «περὶ ἱδρύσεως Ταμείου Ἐπικουρικῆς Ἀσφαλίσεως Ὑπαλλήλων Φαρμακεμπορικῶν Ἐργασιῶν» ἔχουσι ἐπιβληθῆ, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἐσόδων αὐτοῦ, οἱ κάτωθι κοινωνικοὶ πόροι: α) Συνεισφορὰ τῶν ἐργοδοτῶν (Φαρμακείων, Φαρμακεμπορείων Φαρμακαποθηκῶν, Βιομηχανιῶν, Πρατηρίων καὶ Ἀντιπροσωπειῶν φαρμακευτικῶν εἰδῶν καὶ εἰδικοτήτων) ἴση πρὸς 5% ἐπὶ τῶν πάσης φύσεως ἀποδοχῶν τῶν ἠσφαλισμένων. β) Συνεισφορὰ τῶν φαρμακείων, ἅτινα δὲν ἀπασχολοῦσιν ὑπαλλήλους, ὁριζομένη δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐργασίας. γ) Συνεισφορὰ 3% ἐπὶ τῆς τιμῆς τῆς ἰσχυούσης κρατικῆς διατιμήσεως πάσης χονδρικῆς πωλήσεως εἰδικοτήτων ἐνεργουμένης ὑπὸ τῶν βιομηχάνων καὶ παρασκευαστῶν φαρμακευτικῶν προϊόντων ὡς καὶ ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων φαρμακευτικῶν εἰδῶν καὶ εἰδικοτήτων. Ὁ πόρος οὗτος εἰσπράττεται κατόπιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 20251)45 ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐργασίας δι’ ἐνσήμων ἐπικολλημένων ἐπὶ τῶν ἰδιοσκευασμάτων. Αἱ ὡς ἄνω εἰσφοραὶ βαρύνουσαι τὰς ἐπιχειρήσεις παραγωγῆς καὶ ἐμπορίας φαρμακευτικῶν προϊόντων, τόσον ὑπὸ τὴν μορφὴν ἐργοδοτικῆς εἰσφορᾶς ὅσον καὶ ὡς ποσοστὸν ἐπὶ τῆς τιμῆς τῶν παρασκευαζομένων φαρμακευτικῶν εἰδῶν, ἔχουσιν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐπαύξησιν τοῦ κόστους παραγωγῆς τῶν ἐπιχειρήσεων αὐτῶν, ἐμφανιζομένην εἰς τὰς τιμὰς διαθέσεως τῶν φαρμάκων. Εἰδικῶς ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἰσφορὰν τῶν φαρμακείων, ἅτινα δὲν ἀπασχολοῦσιν ὑπαλλήλους ἠσφαλισμένους εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν Ταμεῖον, παρατηροῦμεν ὅτι αὕτη τυγχάνει, ὡς ἀφ’ ἑαυτῆς μαρτυρεῖ καθ’ ὁλοκληρίαν ἀδικαιολόγητος, δι’ ὃ καὶ ἔχει προκαλέσει συνεχεῖς διαμαρτυρίας τῶν ἐνδιαφερομένων. Ὁ Πανελλήνιος Φαρμακευτικὸς Σύλλογος δι’ ἐγγράφων του ἐπανειλημμένως ἐζήτησε τὴν κατάργησιν ἁπασῶν τῶν ἐπιβαρύνσεων τῶν φαρμακευτικῶν ἐπιχειρήσεων ὑπὲρ τοῦ ὡς ἄνω Ἐπικουρικοῦ Ταμείου. Δοθέντος, ὅτι προκειμένου περὶ ἐπικουρικῆς ἀσφαλίσεως δέον νὰ γίνῃ δεκτόν, ὅτι αὕτη δύναται νὰ λειτουργήσῃ μόνον ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι τὰ βάρη της θὰ φέρωσιν ἀποκλειστικῶς οἱ ἐκ ταύτης ἀμέσως ὠφελούμενοι καὶ κατ’ οὐδένα τρόπον ἕτεραι τάξεις τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου, ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι οἱ ὑπὲρ τοῦ Ταμείου Ἐπικουρικῆς Ἀσφαλίσεως Ὑπαλλήλων Φαρμακεμπορικῶν Ἐργασιῶν ἐπιβληθέντες διὰ τῶν διατάξεων τῶν παραγράφων 2, 3 καὶ 5 τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου 581]43 ὡς ἄνω κοινωνικοὶ πόροι δέον νὰ καταργηθῶσιν. Ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω παρακαλοῦμεν ὅπως ἀποφανθῇ ἡ ὑμετέρα Ἐπιτροπή. Ἐν Ἀθήναις τῇ 11ῃ Μαΐου 1951
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΑΥΡΟΣ
Πρὸς Τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νόμου 1619]51 ἐξ Ὑπουργῶν Ἐπιτροπήν. Ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι δυνάμει τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος 98]42 συνεστήθη τὸ Ταμεῖον Ἐπικουρικῆς Ἀσφαλίσεως Προσωπικοῦ τῶν Ὀργανισμῶν Κοινωνικῆς Ἀσφαλίσεως, σκοπὸς τοῦ ὁποίου εἶναι ἡ ἐπικουρικὴ ἀσφάλισις τοῦ παρὰ τῷ Ἱδρύματι τῶν Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων, κατὰ κυρίαν ἀσφάλισιν διὰ τὴν περίπτωσιν ἀναπηρίας, γήρατος καὶ θανάτου ἀσφαλιζομένου προσωπικοῦ τῶν Ὀργανισμῶν Κοινωνικῆς Ἀσφαλίσεως, τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας. Ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τούτου, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἐσόδων, ἔχουσιν ἐπιβληθῆ οἱ κάτωθι κοινωνικοὶ πόροι: α) Μηνιαία εἰσφορὰ τῶν Ὀργανισμῶν Κοινωνικῆς Ἀσφαλίσεως, ὧν τὸ προσωπικὸν ὑπάγεται εἰς τὴν ἀσφάλισιν τοῦ ἀνωτέρω Ταμείου, ὁριζομένη εἰς 2% ἐπὶ τῶν ἀποδοχῶν τοῦ ἀσφαλιζομένου προσωπικοῦ ἑκάστου ἀσφαλιστικοῦ ὀργανισμοῦ. β) Ποσοστὸν ἐξ ἡμίσεος τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῶν κατ’ ἔτος πραγματοποιουμένων ἐσόδων ἑκάστου τῶν ἐν τῷ προηγουμένῳ ἐδαφίῳ ἀναφερομένων ὀργανισμῶν. Κρίνοντες τὸν χαρακτῆρα τῶν ὡς ἄνω ἐσόδων, παρατηροῦμεν, ὅτι ταῦτα, καίτοι ἐμφανίζονται ὑπὸ διαφορετικὴν μορφήν, ἀποτελοῦσι κατ’ οὐσίαν διπλῆν φορολογίαν τῶν Ὀργανισμῶν Κοινωνικῆς Ἀσφαλίσεως, οἵτινες ὑποχρεοῦνται νὰ εἰσφέρωσιν ὑπὸ τὴν μορφὴν τόσον τῆς ἐργοδοτικῆς εἰσφορᾶς, ὅσον καὶ τοῦ καθωρισμένου ποσοστοῦ 0,50% ἐπὶ τῶν πραγματοποιουμένων εἰσπράξεων. Τὸ βάρος ὅμως τῆς φορολογίας ταύτης φέρουσι κατ’ ἀρχὴν τὰ παρὰ τοῖς Ἀσφαλιστικοῖς Ταμείοις ἠσφαλισμένα πρόσωπα, ἅτινα εἰσφέρουσιν εἰς τὰ ἔσοδα αὐτῶν. Λαμβανομένου δὲ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἅπαντες σχεδὸν οἱ λειτουργοῦντες σήμερον Ἀσφαλιστικοὶ Ὀργανισμοὶ ἔχουσι πόρους ἐκ ποικίλων φορολογιῶν καὶ ἐργοδοτικῶν εἰσφορῶν, πρόδηλον καθίσταται, ὅτι ἡ ὑπὲρ τοῦ κρινομένου Ἐπικουρικοῦ Ταμείου ἐπιβάρυνσις μετατίθεται ἐπίσης ἐπὶ εὐρυτάτων στρωμάτων τῆς Κοινωνίας. Δοθέντος, ὅτι προκειμένου περὶ ὀργανισμῶν ἐπικουρικῆς ἀσφαλίσεως δέον, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, νὰ γίνῃ δεκτὴ καὶ ἰσχύσῃ ἡ ὑγιὴς ἀρχή, καθ’ ἣν οὗτοι δύνανται νὰ λειτουργήσωσι μόνον ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι τὰ βάρη αὐτῶν θὰ φέρωσιν ἀποκλειστικῶς τὰ παρ’ αὐτοῖς ἠσφαλισμένα πρόσωπα καὶ κατ’ οὐδένα τρόπον, ἄμεσον ἢ ἔμμεσον, ἕτεραι τάξεις τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου, μὴ ὠφελούμεναι ἐκ τῆς ἀσφαλίσεως, καταλήγομεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι καὶ τὸ Ταμεῖον Ἐπικουρικῆς Ἀσφαλίσεως Προσωπικοῦ τῶν Ὀργανισμῶν Κοινωνικῆς Ἀσφαλίσεως, ὀφείλει νὰ βασίζεται μόνον ἐπὶ τῶν εἰσφορῶν τῶν παρ’ αὐτῷ ἠσφαλισμένων. Προτείνομεν ἑπομένως τὴν συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ νόμου 1619]42 κατάργησιν τῶν ἐν ἄρθρῳ 5 ὑπὸ στοιχεῖα δʹ καὶ εʹ τοῦ Ν. Δ. 980)51 ἀναφερομένων πόρων, ἤτοι τῆς μηνιαίας εἰσφορᾶς τῶν Ὀργανισμῶν Κοινωνικῆς Ἀσφαλίσεως καὶ τοῦ ποσοστοῦ 0,50% ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων τῶν Ὀργανισμῶν αὐτῶν. Ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω παρακαλοῦμεν ὅπως ἀποφανθῇ ἡ ὑμετέρα Ἐπιτροπή. Ἐν Ἀθήναις τῇ 11 Μαΐου 1951
Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
Γ. ΜΑΥΡΟΣ
Πρὸς τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Νόμου 1649)1951 ἐξ Ὑπουργῶν Ἐπιτροπήν. Ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι ὑπὲρ τοῦ Ταμείου Ἐπικουρικῆς Ἀσφαλίσεως Ὑπαλλήλων καὶ Ὑπηρετικοῦ προσωπικοῦ τῶν Ἑταιρειῶν Τσιμέντων ὑφίστανται, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἐσόδων του, οἱ κάτωθι κοινωνικοὶ πόροι: α) Ποσοστὸν 2% ἐπὶ τῆς ἑκάστοτε τιμῆς πωλήσεως τσιμέντων βαρῦνον τὴν κατανάλωσιν. β) Εἰσφορὰ τῶν ἑταιρειῶν τσιμέντων ἓξ ἐπὶ τῆς ἑκατὸν (6%), ἐπὶ τῶν πάσης φύσεως τακτικῶν ἀποδοχῶν τῶν ἀσφαλιζομένων προσώπων. Ἡ εἰσφορὰ αὕτη κατόπιν τῶν ὑπ’ ἀριθ. 43822]Σ. 1087)5–10–1949 καὶ 43821]Σ. 1089) 5–10–1949 ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐργασίας κατενεμήθη μεταξὺ τοῦ ταμείου (4,5%) καὶ τοῦ παρ’ αὐτῷ συσταθέντος λογαριασμοῦ Προνοίας Ὑπαλληλικοῦ καὶ Ὑπηρετικοῦ Προσωπικοῦ ἑταιρειῶν τσιμέντων (1,5%). Ἐπειδὴ παρὰ τοῦ ἀνωτέρω ταμείου σκοπεῖται ἡ ἐπικουρικὴ ἀσφάλισις προσώπων ἐξυπηρετουμένων κατὰ κυρίαν ἀσφάλισιν ἀπὸ τὸ Ἵδρυμα Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων, δέον νὰ ἰσχύσῃ ἡ γενικὴ περὶ τοιούτων ὀργανισμῶν ἀρχή, καθ’ ἣν ἡ ἐπικουρικὴ ἀσφάλισις ὡρισμένης τάξεως κατ’ οὐδένα τρόπον ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιβαρύνῃ, ἀμέσως ἢ ἐμμέσως, τὴν κοινωνίαν, ἀλλὰ τοὐναντίον ὀφείλει νὰ λειτουργῇ ἐπὶ τῇ βάσει προσωπικῶν εἰσφορῶν τῶν ἐξ αὐτῆς ὠφελουμένων προσώπων. Ἐπειδὴ τόσον ἡ ἐπὶ τῆς τιμῆς πωλήσεως τσιμέντων κράτησις 2%, βαρύνουσα ἀμέσως τὸ καταναλωτικὸν κοινόν, ὅσον καὶ ἡ ἐπὶ τῶν ἀποδοχῶν τῶν ἠσφαλισμένων ὑπολογιζομένη ἐργοδοτικὴ εἰσφορά, ἥτις ἐπαυξάνει τὰς γενικὰς δαπάνας τῶν ἑταιρειῶν τσιμέντων καὶ τοιουτοτρόπως συντελεῖ εἰς τὴν διαμόρφωσιν τῆς τιμῆς πωλήσεως τοῦ προϊόντος τούτου, ἀποτελοῦσι φορολογικὰς ἐπιβαρύνσεις τῆς κοινωνίας, δέον κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν νὰ καταργηθῶσιν. Προτείνομεν ὅθεν τὴν κατάργησιν α) τοῦ ἄρθρου μόνου τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος 1924)1942 καὶ β) τῆς περιπτώσεως βʹ τῆς παραγράφου 1 τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Α.Ν. 895)1937, ὡς αὕτη ἐτροποποιήθη διὰ τῆς περιπτώσεως βʹ. τῆς παραγράφου 1 τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος 1766)1942 καὶ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 43822]Σ. 1087) 5–10–1949 καὶ 43821]Σ. 1089)5–10–1949 ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐργασίας, δι’ ὧν ἐπιβάλλονται κοινωνικαὶ εἰσφοραὶ ὑπὲρ τοῦ ταμείου ἐπικουρικῆς ἀσφαλίσεως ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετικοῦ προσωπικοῦ ἑταιρειῶν τσιμέντου. Ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω παρακαλοῦμεν ὅπως ἀποφανθῇ ἡ ὑμετέρα Ἐπιτροπή. Ἐν Ἀθήναις τῇ 11 Μαΐου 1951
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΑΥΡΟΣ
Πρὸς τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Νόμου 1619)1951 ἐξ Ὑπουργῶν Ἐπιτροπήν. Ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι διὰ τοῦ Ν. Δ. 906)1941 «περὶ ἱδρύσεως Ταμείου Ἐπικουρικῆς ἀσφαλίσεως Χημικῶν» ἐπεβλήθησαν ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τούτου, μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐσόδων καὶ οἱ κάτωθι κοινωνικοὶ πόροι: α) Μηνιαία εἰσφορὰ τοῦ ἐργοδότου τοῦ ἀπασχολοῦντος χημικόν, ὁριζομένη εἰς δραχμὰς διακοσίας (200) δι’ ἕκαστον ἠσφαλισμένον χημικόν, ὑφ’ οἱανδήποτε ἰδιότητα καὶ ἂν ὑπηρετῇ οὗτος ἐν τῇ ἐπιχειρήσει. β) Εἰσφορὰ δραχμῶν δέκα πέντε (15) ἀνὰ 1000 χιλ)μα ἐπὶ τοῦ παραγομένου τσιμέντου. γ) Εἰσφορᾶς ἐκ δραχμῆς μιᾶς (1) κατὰ χιλιόγραμμον ἀνύδρου οἰνοπνεύματος ἐν γένει, διατιθεμένου παρ’ οἰνοπνευματοποιῶν βʹ κατηγορίας, εἰσπραττομένη δι’ εἰδικοῦ ἐνσήμου ἐπὶ τῶν ἀδειῶν μεταφορᾶς τοῦ καθαροῦ οἰνοπνεύματος καὶ ἐπὶ τῶν ἀδειῶν μετουσιώσεως τοῦ μετουσιουμένου οἰνοπνεύματος ἐν γένει. δ) Εἰσφορὰ δραχμῆς μιᾶς (1) κατὰ χιλιόγραμμον παραγομένης νωπῆς ζύμης ἀρτοποιΐας. ε) Εἰσφορὰ δραχμῶν εἴκοσι (20) κατὰ τόννον ἐπὶ τῶν παραγομένων ἢ εἰσαγομένων ὀξέων. Αἱ ὡς ἄνω εἰσφοραί, ἀναπροσαρμοσθεῖσαι διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 50903)6531)6–3–1948 καὶ 5242)410)11–7–1946 κοινῶν ἀποφάσεων τῶν Ὑπουργῶν Ἐργασίας καὶ Οἰκονομικῶν, ἀντιστοίχως εἰς δραχμὰς 16.000, 300, 20, 30 καὶ 400, ἀποτελοῦσι φορολογίαν τῆς κοινωνίας, καθ’ ὅσον αἱ μὲν ἐπὶ τῶν τεσσάρων προϊόντων (τσιμέντου, οἰνοπνεύματος, νωπῆς ζύμης καὶ ὀξέων) εἰσφοραὶ βαρύνουσιν ἀμέσως ταῦτα, ἐπαυξάνουσαι τὴν τιμὴν διαθέσεως αὐτῶν, ἡ δὲ ἐργοδοτικὴ εἰσφορά, ὑπολογιζομένη εἰς τὰ γενικὰ ἔξοδα τῶν ἀπασχολουσῶν χημικοὺς ἐπιχειρήσεων, μετατίθεται τελικῶς ἐπὶ τῶν ἀγοραζόντων προϊόντα ἢ τῶν ποιούντων χρῆσιν τῶν ὑπηρεσιῶν τοιούτων ἐπιχειρήσεων. Δεδομένου, ὅτι προκειμένου περὶ ὀργανισμῶν ἐπικουρικῆς ἀσφαλίσεως, οὗτοι δύνανται νὰ λειτουργήσωσι μόνον ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι τὰς δαπάνας των θὰ φέρωσιν ἀποκλειστικῶς τὰ παρ’ αὐτοῖς ἠσφαλισμένα πρόσωπα καὶ κατ’ οὐδένα τρόπον, ἄμεσον ἢ ἔμμεσον ἕτεραι τάξεις τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου, οὐδεμίαν ὠφέλειαν ἐκ τῆς ἀσφαλίσεως καρπούμενοι, δέον νὰ καταργηθῶσιν οἱ ὑπὲρ τοῦ Ταμείου Ἐπικουρικῆς Ἀσφαλίσεως Χημικῶν ὑφιστάμεναι φορολογίαι, αἵτινες ἔχουσιν ἐπιβληθῆ διὰ τῶν διατάξεων τῶν περιπτώσεων βʹ, ζʹ, ηʹ, θʹ καὶ ιʹ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Νομοθ. Διατάγματος 906)1941. Ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω παρακαλοῦμεν ὅπως, ἀπαφανθῇ ἡ ὑμετέρα Ἐπιτροπή. Ἐν Ἀθήναις τῇ 11 Μαΐου 1951
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΑΥΡΟΣ
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§6Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Κύριοι Βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις παρακαλεῖ τὴν Βουλήν, ὅπως ἐγκρίνῃ τὴν ἀναβολὴν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος μέχρι τῆς 25ης Ἰουνίου. Κατὰ τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη νὰ θεωρήσῃ ὡς λήξασαν τὴν Σύνοδον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἦτο ἀπολύτως συνταγματικόν. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ἀπόφασις αὐτὴ τῆς Κυβερνήσεως προεκάλεσε δριμείας καὶ σοβαρὰς ἀντιρρήσεις ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἡ Κυβέρνησις, σεβομένη τὴν θέλησιν μιᾶς μερίδος τοῦ Κοινοβουλίου, ἀπεφάσισε νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν τὴν τακτὴν ἡμέραν καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναβολὴν αὐτήν, τὴν ὁποίαν θὰ χρησιμοποιήσῃ τόσον πρὸς κατάρτισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅσον καὶ διὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος. Ἡ Κυβέρνησις κάμνει τὴν δήλωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι, κατὰ τὸ διάστημα αὐτό, θὰ κάμῃ χρῆσιν Ἀναγκαστικῶν νόμων μετὰ μεγάλης φειδοῦς καὶ μόνον εἰς περιπτώσεις πραγματικῆς ἐπειγούσης ἀνάγκης. Παρακαλῶ, ὅπως ἡ πρότασις αὐτὴ τῆς Κυβερνήσεως τύχῃ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Σώματος. (Χειροκροτήματα).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Π.Ε.Κ. ἔχει τὸν λόγον.
§8Ν. ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλλει τὴν αἴτησιν νὰ διακοποῦν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς μέχρι τῆς 25ης Ἰουνίου, μὲ τὴν δήλωσιν ἐπίσης ὅτι θὰ ὑπάρξῃ φειδὼ εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν Ἀναγκαστικῶν νόμων, ἡ Ε.Π.Ε.Κ. θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ δίδῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Θὰ παρακαλέσωμεν ὅμως, ὑποβάλλομεν δὲ τοῦτο ὡς πρότασιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἦτο δυνατόν, ἔστω καὶ εἰς τὴν χρησιμοποίησιν τῶν Ἀναγκαστικῶν νόμων μετὰ φειδοῦς, νὰ δεχθῇ μίαν Διακομματικὴν Ἐπιτροπήν, ἁπλῶς ἐξελεγκτικήν, ἄνευ ἄλλης ἁρμοδιότητος καὶ μόνον ἁπλῆς, μήπως τυχὸν Ἀναγκαστικός τις νόμος, ἐρχόμενος εἰς ἐμφάνισιν, εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλέσῃ ἐκ μέρους τῶν κομμάτων ἀντιρρήσεις σοβαράς. Ὡς πρότασις γίνεται τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν τὴν δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ἔδωσε τὸν λόγον, ὅτι θὰ ἐκδώσῃ Ἀναγκαστικοὺς νόμους μετὰ φειδοῦς, ἡ Ε.Π.Ε.Κ. θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ δίδῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λ.Ε.Κ. ἔχει τὸν λόγον.
§10Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ Λ.Ε.Κ. ἀντιτίθεται εἰς τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἡ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς θὰ ἦτο δικαιολογημένη, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχεν ἀνάγκην, ἢ δὲν ἐνόμιζε, ἔστω κακῶς, ὅτι ἔχει ἀνάγκην, νὰ λύσῃ προβλήματα ἀπαιτοῦντα τὴν ἔκδοσιν νόμων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἀποψινῆς ὁμολογίας τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δηλώσαντος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐκδώσῃ Ἀναγκαστικοὺς νόμους, ὑποσχεθέντος βεβαίως ὅτι θὰ ἐκδώσῃ μόνον ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖοι, δηλώσαντος ὅμως πάντως ρητῶς, ὅτι θὰ ἐκδώσῃ Ἀναγκαστικοὺς νόμους, ἀσχέτως λέγω καὶ τῆς ὁμολογίας αὐτῆς, τὸ γεγονὸς ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῆς ληξάσης σήμερον διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, διακοπῆς ἑνὸς μηνός, ἐδημοσιεύθησαν 25 Ἀναγκαστικοὶ νόμοι, ἐκ τῶν ὁποίων εἶναι ζήτημα, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, ἐὰν 2 ἢ 3 εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθοῦν ὡς ἐπείγοντες, ἀρκεῖ διὰ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς ὅλους ὅσοι ἔχουν πράγματι συνείδησιν τῆς ἀποστολῆς αὐτῶν ὡς βουλευτῶν, νὰ μὴ ἐγκρίνουν τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως διακοποῦν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Ὑπάρχει πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως ὅπως ἀντιμετωπίσῃ καὶ τὴν πρόθεσιν αὐτὴν ἐξεδήλωσε κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας, προβλήματα συνδεόμενα μὲ τὴν λειτουργίαν τῶν Ἀσφαλιστικῶν Ταμείων, μὲ τὴν λειτουργίαν καὶ ὀργάνωσιν τοῦ μέσου συγκοινωνίας, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται αὐτοκίνητον, ὑπάρχει πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως ὅπως ἀντιμετωπίσῃ προβλήματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι διόλου ἐπείγοντα, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ἐκείνην, ὥστε νὰ ἐπιβάλλῃται ἡ ἔκδοσις Ἀναγκαστικῶν νόμων. Ὑπάρχει ἑπομένως ἡ πρόθεσις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς φυσικῆς καὶ κανονικῆς νομοθετικῆς πρωτοβουλίας. Καὶ πῶς; Ἐνῷ ἔχει αὐτὴν τὴν πρόθεσιν, πρόθεσιν ἐκδηλωθεῖσαν κατὰ τὰς τελευταίας συνεδριάσεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ζητεῖ ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ καταργήσῃ ἡ ἰδία ἑαυτὴν καὶ νὰ δηλώσῃ διὰ τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ζητεῖ ἀπὸ σᾶς, νὰ δηλώσῃ ὅτι εἶναι περιττὴ καὶ ἄχρηστος ὡς Σῶμα νομοθετικόν. (Χειροκροτήματα). Ὑπάρχουν, ἄλλωστε, καὶ Ἀναγκαστικοὶ νόμοι, τῶν ὁποίων ἡ ἐπικύρωσις ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπείγει, ὅπως εἶναι ὁ Ἀναγκαστικὸς νόμος ὁ ἀναφερόμενος εἰς τὸ μέγα πρόβλημα τῶν συντάξεων, καὶ εἶναι περίεργον, πῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν σκέπτεται, ὅτι ἔχει μίαν ἰδιαιτέραν εὐθύνην, εὐθύνην, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ συνδέσῃ μὲ μίαν ἰδιαιτέραν πολιτικὴν εὐθιξίαν, ὅπως ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὸ ταχύτερον νὰ συζητήσῃ ἐν ὁλομελείᾳ τὸ κρίσιμον αὐτὸ θέμα τῶν συντάξεων. Κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν Συνταγματικὴν τάξιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἔχομεν κατὰ τρόπον ἀσυγχώρητον παρεκκλίνει. Τὸ γεγονὸς ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τετραετίαν, ἢ μᾶλλον κατὰ τὴν περίοδον τῆς ζωῆς τῆς Βουλῆς τοῦ 1946 ἐσημειώθησαν παρεκκλίσεις ἀπὸ τῆς ὀρθοδόξου συνταγματικῆς γραμμῆς, τὸ γεγονὸς αὐτὸ δὲν δημιουργεῖ προηγούμενον ἐπὶ τοῦ ὁποίου δικαιοῦται νὰ στηριχθῇ ἡ Βουλή. Αἱ παρεκκλίσεις αὗται ἦσαν ἄλλαι μὲν τοιαύτης φύσεως, ὥστε ὑπηγορεύοντο καὶ ἐπεβάλλοντο ὑπὸ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, ἄλλαι δὲ ἦσαν πράγματι ἀσυγχώρητοι καὶ πρέπει ἡμεῖς οἱ ἴδιοι νὰ φροντίσωμεν, ὅπως μὴ περιπέσωμεν ἐκ νέου εἰς σφάλματα, ὅπως ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα διεπράχθησαν κατὰ τὴν τετραετίαν τῆς προηγουμένης Βουλῆς. Ἀλλὰ, ἐπὶ τέλους, κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ βίου τῆς προηγουμένης Βουλῆς ἐμαίνετο ὁ ἀγὼν τῶν συμμοριτῶν καὶ ἔκτακτοι περιστάσεις ἐκράτουν εἰς τὸν τόπον μας. Ἐπίσης, τέλος, ἡ προηγουμένη Βουλὴ ἦτο ἀναθεωρητική· εἶχε μίαν ηὐξημένην ἁρμοδιότητα καὶ δικαιοδοσίαν καὶ εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις, δυστυχῶς ὄχι εἰς ὅλας, προέβη, ὅπως εἶχε τὸ δικαίωμα, εἰς τὴν σύστασιν ἐπιτροπῶν νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, αἱ ὁποῖαι ἐπιτροπαὶ συνέβαλον εἰς τὸ ἔργον τὸ νομοθετικὸν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ σημερινὴ Βουλὴ δὲν δικαιοῦται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κειμένου Συντάγματος νὰ προβῇ εἰς σύστασιν τοιούτων ἐπιτροπῶν καὶ νὰ μεταθέσῃ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ ἰδία, ὡς σύνολον, καθῆκον νὰ ἐπιτελῇ, νὰ μεταθέσῃ τοῦτο εἰς μίαν στενωτέραν ἐκπροσώπησιν τῆς Βουλῆς. Ἐπαναλαμβάνω, ἀξιότιμοι κ. κ. συνάδελφοι, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν αὐστηρὰν συνταγματικὴν τάξιν καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, παρακαλῶ καὶ ἰδιαιτέρως τοὺς ἀξιοτίμους κ. κ. ἀρχηγοὺς τῆς Κυβερνήσεως, τὸν Πρόεδρον καὶ Ἀντιπρόεδρον αὐτῆς, ὅπως ἀνακαλέσουν τήν, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, πρόχειρον σκέψιν τὴν ἐξαγγελθεῖσαν ἀπόψε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, σκέψιν πρόχειρον, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ συνέχειαν τῶν προχείρων σκέψεων, αἱ ὁποῖαι ἐξηγγέλθησαν καὶ κατὰ τὰς προηγουμένας ἑβδομάδας, νὰ ἀνακαλέσουν, λέγω, τὴν πρόχειρον αὐτὴν σκέψιν καὶ νὰ συμβάλουν, πρῶτοι αὐτοί, ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἑπομένως τῆς πλειοψηφίας, εὑρισκόμενοι, νὰ συμβάλουν εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς Συνταγματικῆς τάξεως. Ἀπορῶ πῶς, μάλιστα, ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ε.Π.Ε.Κ., ὁ ὁποῖος δὲν συμμερίζεται καὶ τὰς κυβερνητικὰς εὐθύνας, ὁ ὁποῖος τύποις συνεργάζεται μὲ τὴν Κυβέρνησιν, ἐνῷ κατ’ οὐσίαν ἀποτελεῖ ἀντιπολίτευσιν, ὁ ὁποῖος κρίνει, καὶ ἐν πολλοῖς ὀρθῶς, πολλὰ τῶν ἔργων τῆς Κυβερνήσεως, πῶς ἠρκέσθη εἰς μίαν εὔκολον φράσιν ἀφέσεως καὶ ἀνέσεως ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν πρόκειται ἄλλωστε, κύριοι συνάδελφοι, μόνον περὶ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἀποσπᾷ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὴν Βουλήν, δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἢ παροῦσα εἶναι ἢ ὄχι ἱκανὴ καὶ ἀξία νὰ χειρισθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο, πρόκειται περὶ δικαιώματος τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἐκ τοῦ Συντάγματος, πρόκειται περὶ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχετε σεῖς ἐκ τοῦ Συντάγματος τὴν δυνατότητα νὰ παραχωρήσητε εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Κυβέρνησις σᾶς ζητεῖ κάτι τὸ ὁποῖον εἶναι ἀντισυνταγματικόν, σᾶς ζητεῖ νὰ δώσητε ρητῶς εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα, ὅπως νομοθετῇ. Κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι τὰ πρόσωπα, δὲν εἶναι οἱ ἰσχυροὶ ἄνδρες, δὲν εἶναι αἱ μεγάλαι προσωπικότητες ποὺ ἑδραιώνουν συντηροῦν καὶ στηρίζουν τὴν Δημοκρατίαν. Ἄς ἐνθυμηθῶμεν τὸν Ἀριστοτέλην. Οἱ θεσμοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὴν βάσιν τῆς δυνάμεως τῆς Δημοκρατίας. Καὶ ἔχομεν καθῆκον, ὕστερα ἀπὸ ταλαιπωρίαν καὶ ἐθνικὴν περιπέτειαν πολλῶν ἐτῶν, νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὴν πλήρη ἰσχὺν τῶν θεσμῶν, οἱ ὁποῖοι προβλέπονται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ οἱ ὁποῖοι κυροῦνται ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς παραδόσεως. Οἱ ἰσχυροὶ ἄνδρες, αἱ μεγάλαι προσωπικότητες, εἶναι γεννήματα τῆς τύχης. Οἱ θεσμοὶ προέρχονται ἀπὸ τὴν ἱστορικὴν συνείδησιν τοῦ Ἔθνους. Ἐὰν κατορθώσωμεν καὶ στερεώσωμεν τοὺς θεσμούς, τότε θὰ ἀνορθώσωμεν καὶ θὰ στερεώσωμεν τὸ Ἔθνος. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη, ἀγαπητοὶ συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις δὲν προέβαινεν εἰς τὴν δήλωσιν εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ἐπισήμως, ὅτι θὰ ἐκδώσῃ Ἀναγκαστικοὺς νόμους, καὶ ἄν ἀκόμη προέβαινεν ἀντιθέτως εἰς τὴν ρητὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι δὲν θὰ οἰκειοποιηθῇ τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς ἡμᾶς, καὶ πάλιν τὸ Λ.Ε.Κ. δὲν θὰ ἀπεδέχετο τὴν πρότασιν περὶ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Καὶ δὲν θὰ ἀπεδέχετο τὴν πρότασιν αὐτήν, διὰ λόγους συνδεδεμένους μὲ τὴν περιπέτειαν τὴν ἠθικὴν τὴν ὁποίαν ὑπέστη τὸ Κοινοβούλιον, τὴν ὁποίαν ὑπέστη ἡ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν ὑπέστησαν οἱ θεσμοὶ κατὰ τὸ διάστημα τῶν δύο τελευταίων ἑβδομάδων. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προέβη εἰς ὑπαινιγμὸν ὅσον ἀφορᾷ τὴν σκέψιν, ἡ ὁποία εἶχε συλληφθῆ καὶ ἐξαγγελθῆ, περὶ λήξεως τῆς συνόδου τῆς Βουλῆς. Ἡ σκέψις αὕτη, ἐξαγγελθεῖσα ὅπως ἐξηγγέλθη, προκαλέσασα τὴν ἀντίδρασιν τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν ἐκ μέρους καὶ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ τοῦ τύπου καὶ ὁλοκλήρου τῆς κοινῆς γνώμης, προεκάλεσε τὴν ἀντίδρασιν καὶ αὐτῶν τούτων τῶν περισσοτέρων βουλευτῶν τῶν Κυβερνητικῶν κομμάτων, ἡ σκέψις αὐτὴ ἐμείωσε τὸ κῦρος τοῦ Σώματος καὶ ἐμείωσεν, ἰδίως, τὸ κῦρος τῆς Κυβερνήσεως τῆς βασιζομένης ἐπὶ τῆς Βουλῆς. Βεβαίως εἶναι εὐτυχὲς τὸ γεγονὸς καὶ συγχαίρω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν Κυβέρνησιν διὰ τοῦτο· εἶναι εὐτυχὲς τὸ γεγονὸς ὅτι, ἔστω καὶ ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς κοινῆς γνώμης καὶ τοῦ τύπου, ἡ Κυβέρνησις ἀνεκάλεσε τὴν πρώτην αὐτῆς σκέψιν, ἐγκατέλειψε δηλαδὴ τὴν ἰδέαν ὅπως κηρύξῃ διὰ Διατάγματος λήξασαν τὴν παροῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ ἡ ζημία, ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς, παρὰ ταῦτα, ἐπῆλθε καὶ ἔχομεν καθῆκον, κύριοι συνάδελφοι, καὶ κατ’ ἐξοχὴν ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία ὑπῆρξεν ὑπεύθυνος διὰ τὴν ζημίαν αὐτήν, ἔχομεν καθῆκον, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅλοι μας νὰ μειώσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον τὴν ἐπελθοῦσαν ζημίαν. Ἐδημιουργήθη καὶ ἐδημιουργήθη ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐσκέφθη ὅτι τὸ Σῶμα εἶναι περιττόν, ἡ ὁποία ἐσκέφθη νὰ ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Α.Μ. τοῦ Βασιλέως Διάταγμα λήξεως τῆς Συνόδου συνδεδυασμένον μὲ τὴν ρητὴν δήλωσιν περὶ διαλύσεως μετὰ τρίμηνον, ἐδημιουργήθη, λέγω, μία βαρεῖα πολιτικὴ ἀνωμαλία. Ἡ Κυβέρνησις, ἐσκέφθη κατ’ οὐσίαν τὴν κατάργησιν τῆς Βουλῆς, τὴν κατάργησιν ἀπὸ τοῦδε τοῦ Κοινοβουλίου, τὴν κατάργησιν τοῦ Κοινοβουλίου 4–5 μῆνας πρὸ τῶν νέων ἐκλογῶν. Αὐτὸ ἀπετέλεσεν ἕνα βαρὺν χαρακτηρισμόν, ἀξιότιμε κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἀπέναντι τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος. Κατ’ οὐσίαν ἐξηγγείλατε διὰ τῆς σκέψεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν, ἔστω, ἀνεκαλέσατε, ἡ ὁποία ὅμως ἐξηγγέλθη δυστυχῶς, ἐξηγγείλατε, ὅτι τὸ Σῶμα αὐτὸ εἶναι περιττόν, ὅτι δὲν ἔχετε ἀνάγκην τῆς νομοθετικῆς του ἐργασίας καὶ ὅτι, ἐπίσης, δὲν θέλετε τὸν ἔλεγχόν του. Αὐτὸ ἀπετέλει καὶ τυπικήν, ἀλλὰ κυρίως οὐσιαστικὴν παρέκκλισιν ἀπὸ τῆς αὐστηρᾶς ἢ μᾶλλον, ὄχι μόνον ἀπὸ τῆς αὐστηρᾶς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἁπαλῆς δημοκρατικῆς ὁδοῦ. Ὅταν τὸν παρελθόντα Ἰανουάριον, ὁμιλῶν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, ἐθεώρησα καθῆκον μου νὰ προβλέψω, ὅτι ἡ παράτασις τοῦ βίου μιᾶς Κυβερνήσεως μειοψηφίας ἐγκυμονεῖ κινδύνους διὰ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, δὲν προέβλεψα, ἔστω, τὴν συγκεκριμένην αὐτὴν ἀπόπειραν, ἡ ὁποία ἐγένετο, ὅπως μία Κυβέρνησις Κοινοβουλευτικὴ καταργήσῃ τὴν Βουλήν, προέβλεψα ὅμως μίαν ἠπιωτέραν περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὴν ἐχαρακτήρισα ὡς ἐπικίνδυνον καὶ ἀποκρουστέαν, τὴν περίπτωσιν μιᾶς Ἐξωκοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως βασιζομένης ἐπὶ τῆς Βουλῆς. Προέβλεψα, ὅμως, πάντως, ὅτι ἡ παράτασις τοῦ βίου μιᾶς Κυβερνήσεως μειοψηφίας ἄγει μοιραίως, ἔστω καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις—πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον παραδέχομαι — ἄγεται ἀπὸ καλὰς προθέσεις πρὸς ἀνωμαλίας. Διότι ἡ Κυβέρνησις, ὑποχρεωμένη νὰ στηρίζεται ἐπὶ κομμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν μετέχουν τῆς Ἐθνικῆς καὶ Κυβερνητικῆς εὐθύνης, εἶναι ἠναγκασμένη νὰ δέχηται τῶν κομμάτων αὐτῶν τὰς οἱασδήποτε ἐκβιαστικὰς ὑποδείξεις, καλῆς πίστεως καὶ καλῆς προθέσεως ἐκβιαστικὰς ὑποδείξεις, ἀλλ’ ὑποδείξεις ἀντιτιθεμένας ἐν πολλοῖς πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν ἀντικειμενικὸν τοῦ Κυβερνητικοῦ ἔργου. Δὲν εἶναι νοητὴ ἡ ὕπαρξις Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δὲν εἶναι αὐτοδύναμος, πέραν ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος. Ἦτο μοιραῖον νὰ συλλάβῃ ἡ Κυβέρνησις, ἐνώπιον τοῦ ἀδιεξόδου εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο, νὰ συλλάβῃ λύσεις ἀνωμάλους καὶ νὰ ἐπιχειρήσῃ τὴν ἐπιβολὴν αὐτῶν διὰ νὰ συμβιβάσῃ τὰ ἀσυμβίβαστι, διὰ νὰ συμβιβάσῃ τὸ Κυβερνητικὸν πνεῦμα μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Διότι εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ συμβιβάζῃ—καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ μίαν βαρυτάτην ἀντινομίαν—τὴν Κυβερνητικὴν πρόθεσιν μὲ τὴν πρόθεσιν τὴν ἀντικυβερνητικήν, τὴν ὁποίαν ἐνσαρκώνει τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον τύποις δίδει τὴν ψῆφον ἐμπιστοσύνης του εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Κύριοι βουλευταί, ἔχομεν ὑποχρέωσιν, καὶ ἐπαναλαμβάνω, τὴν ὑποχρέωσιν αὐτὴν ἔχει κυρίως ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἀνορθώσωμεν τὸν κλονιζόμενον θεσμὸν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀναγνώσατε μὲ ψυχραιμίαν τὰς ἐφημερίδας. Ἴδετε τί γράφουν περὶ τῆς Βουλῆς—κακῶς, κάκιστα. Παρακολουθήσατε—καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὸ ἐπράξατε—τὰ σχόλια, τὰ ὁποῖα ἐκ καλῆς ἔστω προθέσεως, ἀλλ’ ἐξ ἀγνοίας ἔχουν διατυπωθῆ ἐν σχέσει, πρὸς τὸ ἔργον τοῦ βουλευτοῦ καὶ πρὸς τὴν βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν. Κύριοι, ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἀντιδράσωμεν εἰς τὸ πνεῦμα αὐτὸ τῆς μειώσεως τῆς Βουλῆς, τῆς μειώσεως τῆς ἀξιοπρεπείας ὅλων μας, τῆς μειώσεως τῆς ἀξιοπρεπείας ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου εἴμεθα ἐκπρόσωποι. (Χειροκροτήματα). Ἐπωφελοῦμαι τῆς εὐκαιρίας αὐτῆς διὰ νὰ διακηρύξω ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου αὐτοῦ βήματος, ὅτι αἱ εὔκολοι αὐταὶ κρίσεις, αἱ ὁποῖαι διατυποῦνται εἰς ὡρισμένας, εὐτυχῶς, καὶ ὄχι εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἔργον τῶν βουλευτῶν καὶ ἐν σχέσει πρός τὴν δῆθεν μεγάλην ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν λαμβάνουν, ἀποζημίωσιν δῆθεν δυσανάλογον πρὸς τὴν ἀποστολήν, τὴν ὁποίαν ἐπιτελοῦν, ἔχω ὑποχρέωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ διακηρύξω, ὅτι αἱ εὔκολοι αὐταὶ κρίσεις εἶναι ἐσφαλμέναι καὶ νὰ δηλώσω, ὅτι οἱ Ἕλληνες βουλευταί, ἐξαιρέσει ἐλαχίστων οἱ ὁποῖοι ἔχουν περιουσίαν, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὴν καταναλίσκουν ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς των προσπαθείας καὶ φιλοδοξίας, ἁγνῆς ἄλλωστε φιλοδοξίας, οἱ περισσότεροι, τὰ 9]10 τῶν Ἑλλήνων βουλευτῶν εἶναι πάμπτωχοι Ἕλληνες, Ἕλληνες τῆς Ἑλληνικῆς ἐπαρχίας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν κἂν τὴν δυνατότητα νὰ ζήσουν εἰς τὰς Ἀθήνας, δὲν ἔχουν κἂν τὴν δυνατότητα νὰ φάγουν εἰς τὰ ἑστιατόρια τῶν Ἀθηνῶν, δὲν ἔχουν τὴν δυνατότητα νὰ στεγασθοῦν εἰς ἓν σχετικῶς ἀξιοπρεπὲς ξενοδοχεῖον. (Χειροκροτήματα). Πρέπει, ἐπὶ τέλους, νὰ σταματήσῃ αὐτὴ ἡ δημοκοπία εἰς βάρος ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν λέξιν—τὴν λέγω ὑπὸ τὴν καλλιτέραν δυνατὴν αὐτῆς ἔννοιαν—εἶναι οἱ περισσότερον παντὸς ἄλλου μοχθοῦντες ἀχθοφόροι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Εἶναι οἱ ἀχθοφόροι, οἱ ὁποῖοι αἴρουν εἰς τοὺς ὤμους των τὰς ἀνάγκας καί, πολλάκις, καὶ τὰς ἁμαρτίας τῶν ἐκλογέων των. Ἀπέναντι αὐτῆς τῆς κακῆς τακτικῆς ὡρισμένης μερίδος τοῦ τύπου, ἡ ὁποία αὔριον θὰ ἐκστρατεύσῃ ἐναντίον μου διὰ τὰς φράσεις, τάς ὁποίας μὲ βαθεῖαν εἰλικρίνειαν αὐτὴν τὴν στιγμὴν θεωρῶ καθῆκον μου νὰ ἐκστομίσω, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀντιταχθῶ, Αἱ κρίσεις, αἱ ὁποῖαι διατυποῦνται, πρέπει νὰ εὕρωσιν ἀντιμέτωπον τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ὑπεύθυνος διὰ τὴν Βουλήν. Καί, καθ’ ἣν στιγμὴν ὑφίσταται ἡ Βουλὴ αὐτὴν τὴν μείωσιν ἐκ μέρους ἀνευθύνων παραγόντων, ἐκ μέρους προσώπων, τὰ ὁποῖα ἔχουν συστηματικὴν τὴν διάθεσιν τῆς κατακρίσεως, συστηματικὴν τὴν διάθεσιν τῆς μειώσεως τῶν θεσμῶν καὶ τῶν προσώπων, ἀπέναντι αὐτῆς τῆς προσπαθείας, ἡ Κυβέρνησις τί πράττει; Ἡ Κυβέρνησις ἔρχεται, μετὰ ἑνὸς μηνὸς διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ λέγει εἰς τὴν Βουλήν: Ἐπικυρώσατε τὰ ὅσα γράφουσιν ὡρισμέναι ἐφημερίδες! Ἐπικυρώσατε τὰ ὅσα συζητοῦνται ἀνευθύνως εἰς τὰ καφενεῖα! Ἐπικυρώσατε τὰ ὅσα κακῶς λέγονται εἰς βάρος τῆς Βουλῆς! Ἀναγνωρίσατε, σᾶς λέγει ἡ Κυβέρνησις αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅτι εἶσθε περιττοί· ἀναγνωρίσατε, ὅτι εἶσθε ἄχρηστοι. Ἀφήσατέ μας μόνους νὰ νομοθετῶμεν, ἀφήσατέ μας νὰ κρίνωμεν ποῖα ἐκ τῶν νομοθετημάτων εἶναι ἀναγκαῖα καὶ ποῖα ὄχι. Διότι οὔτε κἂν αὐτὸ δὲν ἐσκέφθη ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἐμφανισθῇ, δηλαδή, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καί, μετὰ ἑνὸς μηνὸς διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, νὰ μᾶς εἴπῃ τοὐλάχιστον «ἔχω ὑπ’ ὄψει μου νὰ περάσω τοὺς Α, Β καὶ Γ Ἀναγκαστικοὺς Νόμους», νὰ ὁμιλήσῃ κατὰ τρόπον συγκεκριμένον, νὰ σεβασθῇ τὴν κρίσιν καὶ τὴν συνείδησιν τῶν βουλευτῶν. Κύριοι Βουλευταί, εἶμαι βέβαιος, ὅτι σχεδὸν ὅλοι συμμερίζεσθε τὰ ὅσα λέγω κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτήν. Γνωρίζει καὶ ἡ Κυβέρνησις, γνωρίζουν καὶ οἱ ἀξιότιμοι Ἀρχηγοὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως γνωρίζω καὶ ἐγώ, ὁ ὁποῖος εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὁμιλήσω μετὰ βουλευτῶν καὶ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ τῆς Ε.Π.Ε.Κ. καὶ ἄλλων Κομμάτων, ὅτι οἱ περισσότεροι τῶν βουλευτῶν δὲν συμφωνοῦν πρὸς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἐκάματε καὶ πρόκειται νὰ κάμητε κακὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχετε ὡς Κυβέρνησις, ἀπαιτοῦντες ὅπως κλείσῃ ἡ Βουλή. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτὰς νὰ ὑπάρξῃ κοινοβουλευτισμός. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτὰς νὰ λειτουργήσῃ κανονικῶς τὸ πολίτευμα. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτὰς οἱ ἀξιότιμοι κ. κ. συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ πρωΐας μέχρι νυκτὸς ἐργάζονται ὑπὸ τὴν Α ἢ Β μορφήν, διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ λαοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσωσιν ἔχοντες τὸ κῦρος ἐκεῖνο, τὸ ἔστω μειωμένον—διότι συνέβησαν τόσα ἐν τῷ μεταξύ, τὰ ὁποῖα ἐμείωσαν τὸ κῦρος μας—τὸ ἔστω μειωμένον κῦρος, λέγω, μὲ τὸ ὁποῖον ἀντιμετωπίζουν τὴν ἀχάριστον προσπάθειαν τῆς καθημερινῆς των ζωῆς. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν σκέψιν, τὴν ὁποίαν συνέλαβεν, ὅπως ἀνεκάλεσε καὶ τὴν προηγουμένην—καὶ τὴν συγχαίρω διὰ τὴν ἀνάκλησιν τῆς προηγουμένης—ἐὰν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν σκέψιν αὐτήν, τοὐλάχιστον νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἀφήνει ἐλευθέρους τοὺς βουλευτάς, τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὰ κυβερνητικὰ κόμματα—παρακαλῶ καὶ τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τῆς Ε.Π.Ε.Κ. νὰ δηλώσῃ τὸ ἴδιον ἐν σχέσει πρὸς τὰ μέλη τῆς Ε.Π.Ε.Κ.—καὶ νὰ μὴ συνδέσῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ θέμα τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς χαράξεως, ἑπομένως, μιᾶς ἀντισυνταγματικῆς ὁδοῦ διακυβερνήσεως τῆς Χώρας, νὰ μὴ συνδέσῃ τὸ θέμα τοῦτο μὲ θέμα πολιτικόν. Κύριοι Βουλευταί, ἡ περιπέτεια τῶν δύο τελευταίων ἑβδομάδων ὑπῆρξε βαρεῖα. Ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν ἤδη τὰς συνεπείας, αἱ ὁποῖαι προεκλήθησαν ἀπὸ τὴν περιπέτειαν αὐτήν. Πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, ὅτι δὲν θὰ ἐσκεπτόμην ὡς πράγματι ἀναγκαίας νέας ἐκλογάς, ἐὰν δὲν εἶχε σημειωθῆ κατὰ τὸ διάστημα τῶν δύο τελευταίων ἑβδομάδων ἡ περιπέτεια, τὴν ὁποίαν ὑπαινίσσομαι. Ἐπίστευα καὶ ἐν πολλοῖς πιστεύω ἀκόμη ἀπὸ ἀπόψεως ἀντικειμενικῶν δεδομένων—δὲν ἐξετάζω τὰς ὑποκειμενικὰς διαθέσεις, αἱ ὁποῖαι δυστυχῶς πάντοτε εἶναι ἐκεῖναι, ποὺ διαταράσσουν τὰ ἀντικειμενικὰ δεδομένα—ἐπίστευα καὶ ἐξακολουθῶ νὰ πιστεύω, ἐν μέρει, ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ ἦτο δυνατὸν καὶ ἴσως εἶναι ἀκόμη δυνατὸν νὰ δώσῃ εἰς τὸν τόπον Κυβέρνησιν σχετικῶς σταθεράν. Ὅταν ζητῶμεν ἀπολύτως σταθερὰν Κυβέρνησιν, ζητοῦμεν κάτι τὸ ἱστορικῶς ἀδύνατον. Ἀλλὰ σχετικῶς σταθερὰν Κυβέρνησιν καὶ σχετικῶς καλήν. Διότι καὶ ἡ ἀξία μιᾶς Κυβερνήσεως ἀποτελεῖ συνάρτησιν τοῦ πολυπλόκου τῶν προβλημάτων, τὰ ὁποῖα ἀντιμετωπίζει ἑκάστοτε τὸ Ἔθνος καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀπαιτήσῃ κανεὶς τὴν ὕπαρξιν μιᾶς ἀρίστης Κυβερνήσεως, ὅταν τοιαῦται εἶναι αἱ συνθῆκαι αἱ ἐσωτερικαὶ καὶ ἐξωτερικαί, αἱ ὁποῖαι περισφίγγουν τὴν χώραν καὶ αἱ ὁποῖαι ἑπομένως περισφίγγουν καὶ τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας. Ἐνῷ, ὅμως, ἐπίστευον τοῦτο, σήμερον μετὰ τὴν παρεμβληθεῖσαν ἠθικὴν περιπέτειαν, διὰ τήν ὁποίαν εἶναι ὑπεύθυνος ἡ Κυβέρνησις, ἀντιμετωπίζω, ἐγὼ καὶ τὸ Λαϊκὸν Ἑνωτικὸν Κόμμα, κατὰ τρόπον οὐσιαστικῶς διάφορον πλέον τὸ ζήτημα τῶν ἐκλογῶν. Θεωροῦμεν καὶ ἡμεῖς πλέον τὰς ἐκλογὰς ὄχι ἁπλῶς ὡς κάτι τὸ ἐνδεχόμενον, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποφέρῃ ἀγαθοὺς καρπούς, ἀλλὰ ἀντιμετωπίζομεν καὶ ἡμεῖς πλέον τὰς ἐκλογὰς ὡς ἀναγκαίας. Ἀλλὰ ποίας ἐκλογάς; Ἐκλογάς, αἱ ὁποῖαι θὰ διενεργηθῶσι μὲ ποῖον σύστημα καὶ ὑπὸ ποίαν μορφήν; Τὸ πρόβλημα, ὅπως ἀντιλαμβάνεσθε, εἶναι καίριον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλῶμεν περὶ ἐκλογῶν, χωρὶς νὰ ἔχωμεν συνείδησιν συγκεκριμένην καὶ θετικήν, διότι αἱ ἀοριστίαι, ὅταν ἀσκῶμεν ὑπεύθυνον ἐθνικὸν ἔργον, δὲν ἐπιτρέπονται χωρὶς νὰ ἔχωμεν συνείδησιν θετικὴν καὶ συγκεκριμένην τῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ ἡ Α ἢ Β πρᾶξις μας, ἡ διενέργεια δηλαδὴ ἐκλογῶν μὲ τὸ Α ἢ Β σύστημα. Τὸ Λαϊκὸν Ἑνωτικὸν Κόμμα ἔχει διακηρύξει ἐπανειλημμένως καὶ διακηρύσσει καὶ σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διὰ τῶν χειλέων μου, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συλλάβῃ ὡς ἐθνικῶς χρησίμους τὰς ἐκλογὰς παρὰ μόνον ἐὰν διενεργηθῶσι μὲ τὸ σύστημα τὸ πλειοψηφικὸν (χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς). Καὶ ὄχι μόνον θεωρεῖ τὸ Λαϊκὸν Ἑνωτικὸν Κόμμα, ὅτι δὲν κρίνει ἐθνικῶς χρησίμους τὰς ἐκλογὰς μὲ ἄλλο σύστημα, ἀλλὰ κρίνει ἀναγκαίας καὶ ἰδιαιτέρως χρησίμους τὰς ἐκλογάς, καὶ μάλιστα ἐκλογάς, αἱ ὁποῖαι θὰ ἔπρεπε τάχιστα νὰ διενεργηθῶσι χωρὶς νὰ παρεμβληθῶσιν αὐτὰ τὰ κενὰ τοῦ χρόνου, τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις, μὲ πλειοψηφικόν. Κύριοι συνάδελφοι, νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τοὺς ἀξιοτίμους Ἀρχηγοὺς τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὑπόσχεσιν τὴν ὁποίαν ἐπισήμως ἔδωσα πρὸ μηνῶν; Λυποῦμαι, διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ πράξω. Γνωρίζει ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, τὸ ἔχουν ἀναγράψει καὶ αἱ ἐφημερίδες, ἀλλ’ ἔχω κι’ ἐγὼ καθῆκον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπισήμως νὰ δηλώσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν, ἴσως, σκέψεων, αἱ ὁποῖαι ἐὰν ἀνεπτύσσοντο, θὰ προεκάλουν τὴν προσοχὴν μας, αἱ ὁποῖαι ὅμως δὲν ἀνεπτύχθησαν, περιέπεσεν εἰς μίαν βαρεῖαν ἀνακολουθίαν. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 5ης Σεπτεμβρίου τοῦ 1950 ἐδήλωσεν ἐξ ὀνόματος ὄχι μόνον τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἀλλὰ καὶ ἐξ ὀνόματος τοῦ Δ.Σ.Κ. τὰ ἑξῆς: «Ἐπιθυμῶ νὰ κάμω ἐπίσης λόγον καὶ περὶ τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν πταίῃ ἡ Ἀναλογικὴ διὰ τὴν δυσχέρειαν τοῦ σχηματισμοῦ σταθερῶν Κυβερνήσεων. Γεγονὸς πάντως εἶναι, ὅτι σήμερον ἔχει πλέον διαμορφωθῆ κοινὴ συνείδησις διὰ τὴν ἀνάγκην πλειοψηφικοῦ συστήματος, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου πάντοτε προσωπικῶς εἶχον ταχθῆ. Ἀπετέλεσε συνήθειαν τοῦ παρελθόντος, ὅπως τὰ ἐκλογικὰ συστήματα καθιερῶνται εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι πρέπον. Τὸ ἐκλογικὸν σύστημα πρέπει νὰ εἶναι γνωστὸν καὶ εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον καὶ εἰς τὸν λαὸν ἀπὸ μακρᾶς ἀποστάσεως, διὰ νὰ συντελῆται ἀνέτως ἡ ἔγκαιρος προσαρμογὴ τοῦ πολιτικοῦ βίου. Ἡ Κυβέρνησις, περιβαλλομένη μὲ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, θὰ χωρήσῃ εἰς τὴν καθιέρωσιν τοῦ πλειοψηφικοῦ συστήματος».
§11Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν, κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος;
§12Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§13Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Γνωρίζετε πολὺ καλά, ὅτι ἀπὸ τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1946 ἤμην κεκηρυγμένος ὑπὲρ τοῦ πλειοψηφικοῦ συστήματος καὶ ἐν συνεχείᾳ διὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1950, καθ’ ἣν ἐποχὴν δὲν ἠξεύρω ἂν σεῖς ἠθέλατε τὸ πλειοψηφικόν.
§14Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντοτε, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως.
§15Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Πολὺ καλά. Δὲν τὸ ἀμφισβητῶ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ὅμως νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν. Τὰ πράγματα μεταβάλλονται. Καὶ ἂν τὸ πλειοψηφικὸν εἶχεν ἔκτοτε ἐφαρμοσθῆ εἰς τὴν χώραν, εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ πολιτικὴ σύνθεσις νὰ ἦτο διαφορετική. Ἐρωτῶ ὅμως σήμερον, ὅπως διεμορφώθη ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς χώρας, εἰς τί δύναται νὰ μᾶς ἐξυπηρετήσῃ τὸ πλειοψηφικόν; Διότι θὰ ὑπάρξῃ συνεργασία τῶν κομμάτων. Τὰ κόμματα τὴν ἑπομένην τῶν ἐκλογῶν θὰ χωρίσουν πάλιν. Κατὰ συνέπειαν θὰ ἔχωμεν τὴν αὐτὴν εἰκόνα, τὴν ὁποίαν ἔχομεν καὶ σήμερον, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι ὡρισμένα μικρὰ κόμματα τῆς μειοψηφίας δὲν θὰ ἐκπροσωποῦνται εἰς τὴν Βουλήν. Νομίζω ὅτι, μὲ τὸ νέον σύστημα τὸ ὁποῖον προτείνομεν, ἠμποροῦμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα, χωρὶς νὰ ἀποκλείσωμεν καὶ τὴν ἐκπροσώπησιν τῆς μειοψηφίας. Τὸ πρᾶγμα εἶναι οὐσιῶδες, δι’ αὐτὸ ἤθελον νὰ σᾶς εἴπω διατί ἀκριβῶς σήμερον ἀνεθεώρησα τὰς σκέψεις μου ἐκείνας.
§16Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὴν διακοπήν. Πράγματι, ἦτο ἀναγκαῖον νὰ προβῆτε εἰς τὴν δήλωσιν εἰς τὴν ὁποίαν προέβητε, διότι ἡ ἀνακολουθία ἡ ὁποία ἐσημειώθη μέσα εἰς διάστημα 10 μηνῶν, δηλαδὴ ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς σημερινῆς Κοινοβουλευτικῆς πραγματικότητος, ἔχρῃζε κάποιας ἐπεξηγήσεως. Πρέπει ταὐτοχρόνως νὰ ὁμολογήσω, ἀφοῦ σᾶς εὐχαριστήσω διὰ τὴν ἐξήγησιν τὴν ὁποίαν ἐδώσατε, ὅτι δὲν θεωρῶ τὴν ἐξήγησιν αὐτὴν ἐπαρκῆ. Ἔχει μίαν βάσιν ὁ συλλογισμός σας, ἀλλ’ ἡ βάσις αὐτὴ δὲν εἶναι ἐπαρκής. Ἐάν, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, παραδεχθῶμεν, ὅτι εἴτε μὲ πλειοψηφικόν, εἴτε μὲ ἀναλογικήν, εἴτε μὲ τὸ 20%, εἴτε μὲ τὰ τρία κόμματα, τὰ ὁποῖα πρέπει κατὰ σειρὰν ἐρχόμενα νὰ μονοπωλήσωσι τὰς ψήφους, ἢ μᾶλλον τὰς ἕδρας τῆς δευτέρας καὶ τρίτης κατανομῆς, ἐὰν παραδεχθῶμεν κατ’ ἀρχήν, ὅτι μὲ οἱονδήποτε τῶν συστημάτων αὐτῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ κάτι οὐσιωδῶς διάφορον ἐκείνου τὸ ὁποῖον σήμερον ὑπάρχει ἐνώπιόν μας, τότε, ἀξιότιμε κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἀπορῶ πῶς συζητεῖτε περὶ ἐκλογῶν. Τότε ἀπορῶ πῶς σεῖς καὶ ὁ ἀξιότιμος κύριος Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι ἁπλῶς ὑπεύθυνοι Κυβερνῆται τῆς χώρας, ἀλλ’ ὑπεύθυνοι διαχειρισταὶ τῆς ζωῆς δύο κομμάτων ἐχόντων παράδοσιν, πῶς φθάνετε νὰ προτείνετε κάτι, μόνον καὶ μόνον διότι ἓν ἄλλο κόμμα, κόμμα τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ ἓν μικρὸν ποσοστὸν τῆς Βουλῆς, κόμμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἄξιον τιμῆς, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ μικρὸν ποσοστὸν τῆς Βουλῆς, ἀπαιτεῖ ὁπωσδήποτε καὶ δι’ οἱουδήποτε συστήματος τὰς ἐκλογάς; Ἐγώ, ἀξιότιμε κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, πιστεύω, ἀντιθέτως, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ ἔχουν χρησιμότητα μὲ πλειοψηφικόν. Ἐὰν ἐπίστευον, ὅπως πιστεύετε σεῖς, ὅτι ἡ εἰκὼν τῆς Βουλῆς θὰ εἶναι περίπου ἡ αὐτή, ὅτι ἡ σύνθεσις ἡ πολιτικὴ τοῦ Σώματος θὰ εἶναι περίπου ἡ αὐτή, θὰ ἀνελάμβανον τὴν ἠθικὴν εὐθύνην, καὶ θὰ ἀνελάμβανον τὴν ἠθικὴν εὐθύνην, μὲ τὴν στοιχειώδη γενναιότητα τῆς ἡγεσίας, διότι ἡ ἡγεσία πρέπει νὰ ἔχῃ γενναιότητα καὶ νὰ μὴ παρασύρηται ἀπὸ τὰ γεγονότα καὶ ἀπὸ τὰς ὑποδείξεις τῆς μειοψηφίας, θὰ ἀνελάμβανον τὴν εὐθύνην καὶ θὰ ἔλεγον, ὅτι, Ἑλληνικὲ λαέ, αἱ ἐκλογαὶ δὲν θὰ γίνουν, διότι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνουν. Δὲν τὸ εἴπατε ὅμως αὐτό. Οἱ συλλογισμοί, τοὺς ὁποίους ἀπόψε ἀνεπτύξατε, ἔρχονται εἰς πλήρη πολιτικὴν καὶ ἠθικὴν ἀντίφασιν πρὸς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν κάμνετε πρὸς τὸ Ἔθνος, ὅπως περάσῃ, ὄχι ἁπλῶς ἀπὸ τὸν σάλον ἐκλογῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ προεκηρύσσοντο σήμερον, διὰ νὰ διεξαχθῶσι μετὰ 45 ἡμέρας, ἀλλ’ ἀπὸ τὸν σάλον ἐκλογῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ γίνουν τὸν Σεπτέμβριον ἢ τὸν Ὀκτώβριον, δημιουργουμένου ἐν τῷ μεταξὺ χάσματος ἱστορικοῦ, ἑνὸς κενοῦ, μιᾶς περιόδου ἀπραξίας, ἀβουλίας καὶ κομματικῆς μόνον προσπαθείας αὐτῶν τούτων τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι, φυσικὸν εἶναι, ἀνθρώπινον εἶναι κατὰ τὸ διάστημα τῶν μηνῶν αὐτῶν, νὰ σκέπτωνται περισσότερον τὴν αὐριανήν των τύχην ὡς ἐκλεκτῶν καὶ πάλιν τοῦ λαοῦ, παρὰ τὴν σημερινήν των ἰδιότητα ὡς ὑπουργῶν. Ἐγὼ πιστεύω, ἀντιθέτως, καὶ τὸ Λ.Ε.Κ. ἐν γένει πιστεύει ἀντιθέτως, ὅτι τὸ πλειοψηφικὸν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβάλῃ τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἤχθη ὁ τόπος καὶ ἤχθη ὁ τόπος εἰς τὴν κατάστασιν αὐτήν, κυρίως λόγῳ τῆς μειώσεως τῆς σημασίας τῆς σημερινῆς Βουλῆς, μειώσεως εἰς τὴν ὁποίαν ἐπρωτοστάτησεν ἡ Κυβέρνησις. Ἡμεῖς πιστεύομεν ὅτι διὰ τοῦ πλειοψηφικοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθῶσιν αἱ προϋποθέσεις μιᾶς οὐσιαστικῆς ἀναμορφώσεως τοῦ πολιτικοῦ μας βίου. Ἡμεῖς πιστεύομεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ τοῦ πλειοψηφικοῦ νὰ δημιουργηθῇ ἢ νὰ δημιουργηθῶσι δύο καὶ τρεῖς παρατάξεις, παρατάξεις αἱ ὁποῖαι θὰ ἀπαρτίζωνται ἀπὸ διάφορα βεβαίως κόμματα, κόμματα τὰ ὁποῖα ὅλα εὑρίσκονται αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα, κατερχόμενα ἀπὸ κοινοῦ εἰς τὰς ἐκλογάς, θὰ δημιουργήσωσι νέαν ἀφορμὴν ἑνότητος μεταξύ των, θὰ ἀντλήσουν ἀπὸ τὴν ψῆφον τοῦ λαοῦ τὴν δυνατότητα τῆς περαιτέρω συνεργασίας των, ἢ μᾶλλον θὰ δεχθοῦν ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ λαοῦ τὴν ἐπιταγὴν τὴν συγκεκριμένην τῆς περαιτέρω συνεργασίας των. Βεβαίως, ἀξιότιμε κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, συνομολογῶ μαζύ σας, ὅτι τίποτε δὲν εἶναι βέβαιον, ὅτι καὶ οἱ συνασπισμοὶ οἱ ὁποῖοι τυχὸν θὰ ἐσχηματίζοντο προεκλογικῶς εἶναι δυνατὸν μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἢ ἀμέσως, ἢ ἀργότερα, μᾶλλον ἀργότερα καὶ ὄχι ἀμέσως, νὰ διαλυθοῦν, νὰ ἀποσυντεθοῦν. Αὐτὸ ὅμως θὰ εἶναι λάθος τῆς ἡγεσίας. Πάντως, αἱ πιθανότητες ἀποσυνθέσεως ἑνὸς συνασπισμοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ἐβαπτίζετο εἰς τὴν κολυμβήθραν τῆς λαϊκῆς βουλήσεως, αἱ πιθανότητες τῆς ἀποσυνθέσεως ἑνὸς τοιούτου συνασπισμοῦ εἶναι ἀσυγκρίτως μικρότεραι ἀπὸ τὰς πιθανότητας ἀποσυνθέσεως τῶν συνασπισμῶν ἐκείνων τῶν κυβερνητικῶν, οἱ ὁποῖοι σχηματίζονται, οἱ ὁποῖοι σφυρηλατοῦνται εἰς τὰ παρασκήνια τὰ πολιτικά, χωρὶς κατ’ οὐσίαν νὰ μετέχῃ ὁ λαὸς εἰς τὴν ἀπόφασιν περὶ συνεργασίας τῶν κομμάτων. Ἔχει τοὐλάχιστον καὶ αὐτὴν τὴν ἠθικὴν βάσιν ἡ συνεργασία ἡ κυβερνητικὴ κομμάτων τὰ ὁποῖα κατῆλθον ἀπὸ κοινοῦ εἰς τὰς ἐκλογάς, ἔχει τὴν ἠθικὴν αὐτὴν βάσιν, ὅτι ἡ συνεργασία αὐτὴ βασίζεται ἐπὶ τῆς θελήσεως αὐτοῦ τούτου τοῦ λαοῦ καὶ δὲν προκύπτει ἀπὸ κομματικὰ συμφέροντα ἢ διαπραγματεύσεις, συμβιβασμοὺς καὶ ἀμοιβαίας παραχωρήσεις σημειουμένας μετὰ τὰς ἐκλογὰς εἰς τὰ σκοτεινὰ παρασκήνια τῶν κομμάτων μας. Ὑπάρχει λοιπόν, ἀξιότιμε κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι συμμερίζομαι τὴν δυσπιστίαν σας καὶ ὡς πρὸς τοὺς συνασπισμούς, οἱ ὁποῖοι θὰ κατήρχοντο προεκλογικῶς εἰς τὰς ἐκλογὰς ἡνωμένοι, παρὰ τὸ ὅτι συμμερίζομαι τὴν δυσπιστίαν σας αὐτήν, ὑπάρχει ἐν τούτοις μία σοβαρὰ βάσις προτιμήσεως τοῦ πλειοψηφικοῦ, διότι ἀφ’ ἑνὸς σφυρηλατεῖ ἑνότητα ἐκ τῶν προτέρων διὰ τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ, καὶ δεύτερον διότι δημιουργεῖ μεγαλυτέρας πιθανότητας διατηρήσεως τῆς ἑνότητος αὐτῆς. Δι’ αὐτό, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, τὸ Λαϊκὸν Ἑνωτικὸν Κόμμα, ἐπιμένει εἰς τὴν προτίμησιν ὡς ἐκλογικοῦ συστήματος τοῦ πλειοψηφικοῦ καὶ ὄχι μόνον ἐπιμένει εἰς τὸ πλειοψηφικὸν καὶ ἐπιμένει πιστεῦον, ὅτι ἐξ αὐτοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ ἡ ἀναμόρφωσις τοῦ πολιτικοῦ μας βίου ἀλλ’ ἐπιμένει ἐπίσης, ὅτι ἐὰν δὲν θεσπισθῇ τὸ πλειοψηφικόν, ὅπως ἐδήλωσα ἐπανειλημμένως εἰς τὸν τύπον, θὰ ἀπετέλει ἡ διενέργεια ἐκλογῶν ματαιοπονίαν τοῦ Ἔθνους. Καὶ ἡ ἐθνικὴ ἡγεσία, ἡ πολιτικὴ τοῦ τόπου ἡγεσία, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ Ἔθνος κουρασμένον, Ἔθνος ἐξησθενημένον, Ἔθνος τὸ ὁποῖον δυστυχεῖ, Ἔθνος τὸ ὁποῖον ἐξακολουθεῖ νὰ ἀντιμετωπίζῃ κινδύνους, νὰ ὑποβάλῃ ἕνα τοιοῦτον ὑπέροχον, ἀλλὰ πτωχὸν Ἔθνος εἰς ταλαιπωρίας ἀδίκους, εἰς ματαιοπονίας. Κύριοι βουλευταί, λυποῦμαι διότι πρέπει νὰ προβῶ εἰς μίαν ὁμολογίαν, ἡ ὁποία ὁμολογία δὲν ἀποτελεῖ ὁμολογίαν συνδεομένην μὲ τὴν συνείδησιν τοῦ Α ἢ Β ἀρχηγοῦ κόμματος, ἀλλ’ ὅλων, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων. Λυποῦμαι, διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ προβῶ εἰς μίαν ὁμολογίαν, τὴν ἀκόλουθον. Οἱ πολιτικοὶ ἡγέται δυστυχῶς, ὑπὸ τὴν πίεσιν περιστάσεων καὶ σκοπιμοτήτων, τὰς ὁποίας κακῶς κρίνομεν καὶ κακῶς ἐπιτιμῶμεν, πολλάκις προβαίνομεν εἰς τὴν διατύπωσιν πολλῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν σκεπτόμεθα, καὶ ἀποσιωπῶμεν πολλὰ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα σκεπτόμεθα. Εἶμαι σχεδὸν βέβαιος, ὅτι εἰς τὴν συνείδησιν ὅλων τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πολιτικῶν ἀρχηγῶν, ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει εἰς τὴν συνείδησιν τῶν κυρίων βουλευτῶν, ὑπάρχει μία ἀντινομία μεταξὺ ὡρισμένων τάσεων, τὰς ὁποίας ἡ σκέψις των ἔχει ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν στιγμῶν εἰλικρινείας καὶ τάσεων τὰς ὁποίας ἡ σκέψις τῶν ἐκδηλώνει δημοσίᾳ ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν μιᾶς καλῶς ἢ κακῶς ἐκτιμωμένης σκοπιμότητος. Θὰ προσπαθήσω ἀπόψε, καὶ προσπαθῶ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, νὰ ὁμιλήσω περισσότερον ὡς πολίτης καὶ ὀλιγώτερον ὡς πολιτικὸς ἀρχηγός. Ὁ πολίτης δὲν ἔχει συμφέροντα, εἶναι φορεὺς καθηκόντων, διότι ἔχει καὶ ἐλάχιστα δικαιώματα. Ὁ πολιτικὸς ἀρχηγὸς ἔχει πάρα πολλὰ δικαιώματα καὶ ἐπηρεάζεται ὑπὸ τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν καὶ ἔχει καὶ πολλὰ συμφέροντα, διότι ἔχει κόμμα, διότι ἔχει ὀπαδούς, διότι ἔχει νὰ ἐξυπηρετήσῃ σκοπιμότητας, διότι θέλει νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν κοινὴν γνώμην καὶ πολλάκις ζητεῖ νὰ τὴν ἐπηρεάσῃ προβαίνων εἰς δηλώσεις καὶ ἐκδηλώσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν συμπίπτουν ἀπολύτως πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σκέπτεται καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λογίζεται. Ὡς πολίτης, καὶ ἡ ἔννοια τοῦ πολίτου εἶναι ἀνωτέρα ἀπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ πολιτικοῦ ἀρχηγοῦ καὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἡ ἔννοια τοῦ πολίτου, ἔτσι ὅπως τὸν πολίτην τὸν διεμόρφωσεν ἡ πόλις τῶν ἀρχαίων Ἀθηνῶν, εἶναι πολὺ ἀνωτέρα ὅλων τῶν τίτλων, τοὺς ὁποίους ἔχομεν. Ὡς πολίτης σᾶς δηλῶ ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἡγεσία τοῦ τόπου ὁδηγεῖ τὸν λαὸν καὶ τὸ Ἔθνος, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ κἂν ποῖος εἶναι ὁ ἀντικειμενικὸς σκοπός, πρὸς μίαν ματαιοπονίαν ἐφ’ ὅσον σκέπτεται ἐκλογὰς χωρὶς πλειοψηφικόν. Βεβαίως ἠμπορεῖ νὰ σημειωθοῦν ὡρισμέναι μεταβολαὶ εἰς τὰς σχέσεις καὶ τὴν ἀναλογίαν τῆς δυνάμεως τῶν διαφόρων κομμάτων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, κύριοι, αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ πρόβλημα τόσον κρίσιμον κατὰ τὴν μεγάλην αὐτὴν ὥραν τῆς δυστυχίας τοῦ λαοῦ καὶ τῶν κινδύνων, οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦν τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς ἀνθρωπότητος. Ἐὰν τὸ Λαϊκὸν Κόμμα θὰ ἔχῃ περισσοτέρους ἢ ὀλιγωτέρους βουλευτὰς ἀπὸ τὸν Λαϊκὸν Ἑνωτικὸν Κόμμα, ἐὰν τὰ δύο κόμματα, τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἢ ἡ ΕΠΕΚ θὰ ἔχῃ περισσοτέρους ἢ ὀλιγωτέρους, διὰ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦ προβαδίσματος τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου ἐκ τῶν δύο κυρίων ἀρχηγῶν, αὐτὰ τὰ προβλήματα βεβαίως ἐν ὥρᾳ εἰρήνης καὶ εὐημερίας θὰ ἀπετέλουν οὐσιώδη προβλήματα καὶ θὰ ἔπρεπε περὶ τὰ προβλήματα αὐτὰ νὰ γίνῃ συναγερμὸς τῶν ψυχῶν, ἀλλὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν τῶν ἐξωτερικῶν κινδύνων, τὰ προβλήματα αὐτὰ εἶναι μικρά, εἶναι ἐλάχιστα, εἶναι ἀσήμαντα. Τὰ δύο αὐτὰ προβλήματα καὶ προέταξα τὸ πρόβλημα τὸ ἰδικόν μας, διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ ὁμιλῶν μόνον διὰ τὸ πρόβλημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων καὶ τὴν ΕΠΕΚ, τὰ δύο αὐτὰ προβλήματα, ἀφοροῦν τὴν παλαιὰν Βενιζελικὴν καὶ τὴν παλαιὰν ἀντιβενιζελικὴν οἰκογένειαν, δύο οἰκογενείας ἀξιοσεβάστους, ἀλλὰ δύο οἰκογενείας τῶν ὁποίων τὰ κριτήρια τῆς ζωῆς δὲν συμπίπτουν μὲ τὰ κριτήρια τῆς ζωῆς τοῦ Ἔθνους κατὰ τὸ 1951. (Χειροκροτήματα). Κατ’ οὐσίαν λοιπόν, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν γίνουν ἐκλογαὶ μὲ τὴν ἀναλογικὴν ἢ ἐὰν γίνουν ἐκλογαὶ μὲ οἱονδήποτε σύστημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐβασίζετο ἐπὶ τῆς ἀναλογικῆς, τὰ μόνα προβλήματα, τὰ ὁποῖα θὰ λυθοῦν σᾶς βεβαιῶ ἀπὸ τοῦδε καὶ βεβαιῶ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, διότι θὰ ἐγκαλέσῃ ὅλους μας ἐὰν τὸν ὁδηγήσωμεν εἰς αὐτὴν τὴν ματαιοπονίαν, θὰ εἶναι ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ ἐσωτερικοῦ βίου ὡρισμένων Κομμάτων ἢ ὡρισμένων οἰκογενειῶν Κομμάτων. Κύριοι βουλευταί, θὰ ἤθελα νὰ μάθω κατὰ τί θὰ μετεβάλλοντο αὔριον μετὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ μάλιστα ὕστερα ἀπὸ 4–5 μηνῶν ἱστορικὸν κενόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπληροῦτο μόνον μὲ κομματικὰς κατ’ ἀνάγκην ἐνεργείας, κατὰ τί θὰ μετεβάλλετο ἡ Ἐθνικὴ τύχη, κατὰ τί θὰ μετεβαλλόμεθα ἡμεῖς ἐὰν προσετίθεντο 5–6 βουλευταὶ εἰς τὸ ἕνα Κόμμα ἢ ἀφῃροῦντο ἀπὸ τὸ ἄλλο, κατὰ τί θὰ μετεβάλλετο οὐσιωδῶς ἡ εἰκὼν τοῦ Ἔθνους; Πιστεύετε πράγματι, ὅτι ἡ σωτηρία τοῦ Ἔθνους ἐξαρτᾶται ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἐνεργείας; Ἁπλούστατα, κύριοι, τὰ ἴδια προβλήματα ἐὰν κάμωμεν τὰς ἐκλογὰς μὲ ἀναλογικὴν ἢ μὲ τὰ προτεινόμενα νόθα συστήματα, τὰ ἴδια προβλήματα θὰ μᾶς ἀπασχολοῦν μετὰ τὰς ἐκλογάς, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀπασχολοῦν καὶ σήμερον. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον θὰ παρεμβληθῇ θὰ εἶναι μία περίοδος ἀλληλοεξυβρίσεως. Θὰ ἀνεβοῦμεν εἰς τὰ μπαλκόνια καὶ θὰ εἴπωμεν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἡ ἐκλογικὴ πάλη ἐπιτάσσει.
§17Π. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ. Εἶναι ἀπαραίτητον;
§18Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀγαπητὸν καὶ σεβαστὸν φίλον κ. Μουτζουρίδην, ὅτι χωρὶς νὰ εἶναι ἀπαραίτητον, αὐτὸ συμβαίνει.
§19Π. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ. Οἱ Ἀρχηγοὶ πρέπει νὰ δώσετε τὸ παράδειγμα καὶ νὰ μὴ καταλήξωμεν εἰς αὐτό.
§20Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν σύστασίν σας πράγματι, βασιζομένην ἐπὶ μακρᾶς πείρας, τὴν δέχομαι εὐγνωμόνως, ἀλλὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι ὁσονδήποτε καὶ ἂν προσπαθήσω ἐγὼ καὶ ὁσονδήποτε καὶ ἂν προσπαθήσουν οἱ ἀρχηγοὶ ὅλων τῶν Κομμάτων νὰ ἐφαρμόσουν αὐτό, τὸ ὁποῖον συνιστᾶτε, ἡ πάλη ἡ ἐκλογικὴ θὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν ἐξάρθρωσιν τῶν διανοημάτων καὶ τῶν λόγων μας. Καὶ ὁ λαός, ὁ ὁποῖος ἔχει παρακολουθήσει ἐπανειλημμένως αὐτὰς τὰς ἐκτροπάς, θὰ αἰσθανθῇ ἀκόμη μεγαλυτέραν ἀμφιβολίαν περὶ τῆς χρησιμότητος ἡμῶν ὡς βουλευτῶν, ὅταν ἴδῃ ὅτι κάμνομεν ὅλην αὐτὴν τὴν ἱστορίαν μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ νὰ ἀλληλοεξυβρισθῶμεν καὶ διὰ νὰ προβῶμεν μετὰ ταῦτα εἰς τὴν συγκρότησιν Κυβερνήσεως συνασπισμοῦ μαζί. Καὶ γνωρίζετε ἄριστα, ὅτι αὐτὰ συμβαίνουν συχνότατα, ὅταν οἱ πολιτικοὶ ἀρχηγοί, οἱ ὁποῖοι προέβησαν εἰς τὴν ἐκστόμισιν βαρυτάτων ἐκφράσεων, κάθηνται ἔπειτα εἰς τὰ Ὑπουργικὰ ἑδώλια μαζί, γελοῦν, ἀστειεύονται δι’ ὅλα ἐκεῖνα διὰ τὰ ὁποῖα ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν γελᾷ καὶ δὲν ἀστειεύεται. (Χειροκροτήματα).
§21Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἐὰν παρηκολουθούσατε μίαν ἐκλογὴν Προέδρου εἰς τὰς Ἡνωμ. Πολιτείας, δὲν θὰ τὰ ἐλέγατε αὐτά.
§22Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρηκολούθησα Προεδρικὰς ἐκλογὰς διότι συνέβη νὰ εὑρεθῶ τὸ 1948 εἰς τὴν Ἀμερικήν. Δυστυχῶς καὶ ἐκεῖ εἶναι βαρύταται αἱ φράσεις, αἱ ὁποῖαι ἐκστομίζονται. Κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς, τὰς γερουσιαστικὰς καὶ τὰς δημοτικάς, ὡς καὶ ἑνὸς τμήματος τῶν βουλευτικῶν εἰς τὰς Ἡνωμ. Πολιτείας, ὅταν ἤμην ἐκεῖ ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ 1950, εἶναι ἀσύλληπτον τὸ τὶ ἐλέχθη καὶ τὸ τὶ ἐγράφη. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀνανεωθῇ ἡ Γερουσία καὶ νὰ ἀνανεωθοῦν ἡ Βουλὴ καὶ αἱ Δημοτικαὶ Ἀρχαί.
§23Π. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ. Ἀπὸ τὰς Ἀθήνας ἦλθεν ὁ πολιτισμός.
§24Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐπαναλαμβάνω, μετὰ τὰς παρεκβάσεις, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἀναγκαῖαι καὶ εἰς τὰς ὁποίας μὲ παρώθησεν ὁ ἀγαπητὸς ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας συνάδελφος, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἀποτελοῦν πραγματικὴν ματαιοπονίαν τοῦ Ἔθνους αἱ ἐκλογαί, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐγένοντο μὲ οἱονδήποτε ἄλλο σύστημα, ἐκτὸς τοῦ πλειοψηφικοῦ. Δὲν θὰ ἀναλύσω σήμερον τὰς σκέψεις τοῦ Λ.Ε.Κ. ἐπὶ τῶν συστημάτων, τὰ ὁποῖα λέγονται σύστημα Ζαΐμη, καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι ἀπέναντί μου ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας ἢ σύστημα Καρτάλη, ὁ ὁποῖος αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν εὑρίσκεται ἐν τῇ αἰθούσῃ. Γινόμεθα ὅλοι ἐφευρέται συστημάτων, χωρὶς νὰ ἔχωμεν πλήρη τὴν συνείδησιν τῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας θὰ εἶχεν ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν τῶν περιέργων συστημάτων, τὰ ὁποῖα βασίζονται ἀφ’ ἑνὸς ἐπὶ τῆς ἀναλογικῆς, χωρὶς ὅμως νὰ ἔχουν καὶ τὰ πλεονεκτήματα τὰ ἠθικὰ καὶ οὐσιαστικὰ τοῦ πλειοψηφικοῦ. Ἀξιότιμοι, κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἴμεθα δογματικῶς προσκεκολλημένοι εἰς τὸ Α ἢ Β σύστημα. Γνωρίζομεν, ὅτι καὶ τὸ πλειοψηφικὸν καὶ ἡ ἀναλογικὴ ἔχουν προτερήματα καὶ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα αὐξομοιοῦνται ἀναλόγως τῶν περιστάσεων. Ἡ σημερινὴ ἐποχή, ἐποχὴ κατακερματισμοῦ τῶν κομματικῶν δυνάμεων καὶ ταὐτοχρόνως δυσχερὴς ἀπὸ ἀπόψεως ἐσωτερικῆς ζωῆς καὶ ἐξωτερικῶν κινδύνων, εἶναι τοιαύτη ἐποχή, ὥστε εἶναι σκόπιμον ἡ σκέψις νὰ στρέφεται πρὸς τὸ πλειοψηφικόν. Εἰς ἄλλας ἐποχὰς θὰ ἦτο φυσικώτερον, ἡ σκέψις νὰ ἐστρέφετο πρὸς τὴν ἀναλογικήν. Καὶ τὰ δύο συστήματα ἔχουν τὰ πλεονεκτήματα καὶ τὰ ἐλαττώματά των. Τὰ νόθα ὅμως συστήματα εἶναι ὁπωσδήποτε ἀπορριπτέα. Προβαίνω εἰς τὴν παρατήρησιν αὐτὴν ἐξ ἀφορμῆς μιᾶς δηλώσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι τὸ σύστημα τοῦ 20% εἶναι δικαιότερον ἀπὸ τὸ σύστημα τὸ πλειοψηφικόν, καὶ τὸ εἶπεν αὐτὸ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπαντῶν εἰς ὡρισμένας δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Ἐὰν ἀναγνωρίζωμεν, λέγω, ὅτι εἶναι δικαιότερον, αὐτὸ ἀποτελεῖ μίαν σκέψιν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἐπαρκῶς ἐλεγχθῆ. Διότι μὲ τὸ 20%, ἐὰν ἕνα καὶ μόνον κόμμα πάρῃ τὸ 20% καὶ ὅλα τὰ ἄλλα πέσουν κάτω τοῦ 20%, τότε εἰς τὴν Βουλήν, ἀξιότιμε κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, τὴν πλειοψηφίαν θὰ τὴν ἔχῃ τὸ ⅕ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὴν πλειοψηφίαν θὰ τὴν ἔχουν κατὰ τρόπον αὐθαίρετον καὶ τεχνικὸν μόνον οἱ ἐκπροσωποῦντες τὸ ⅕, ἐνῷ μὲ τὸ πλειοψηφικὸν καὶ αὐτὸ πάντοτε ἐλέγομεν, ὅτι εἶναι θεωρητικῶς ἕνα μειονέκτημα, ἀλλ’ εἶναι ἀσυγκρίτως μικρότερον. Τὴν πλειοψηφίαν θὰ τὴν ἔχῃ μία παράταξις, ἡ ὁποία θὰ συνεκέντρωνε τὸ 38%, τὸ 40%, τὸ 45%, ἀλλ’ ὄχι τὸ 20%.
§25Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Μὴν εἰσέρχεσθε εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν, διότι ἄλλως ἔχουν τὰ πράγματα. Βασίζεσθε ἐπὶ ἐσφαλμένων βάσεων.
§26Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ἐγώ, ἀλλὰ σεῖς.
§27Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Δὲν δύνασθε νὰ γνωρίζετε ποῖαι εἶναι αἱ σκέψεις μου. Σᾶς λέγω, ὅτι βασίζεσθε ἐπὶ ἐσφαλμένων βάσεων.
§28Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τόσον ἁπλῆ ἡ σκέψις μου καὶ τὴν ὁμολογῶ ἐνώπιον ὅλων τῶν συναδέλφων καὶ βλέπω, ὅτι συγκατανεύουν οἱ περισσότεροι.....
§29ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ὄχι.
§30Ν. ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ συζητήσωμεν δι’ ἐκλογικὰ συστήματα, διότι δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον θέμα.
§31Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ λέγετε, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ σκέψις μου. Διὰ νὰ τὸ εἴπητε αὐτό, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ σκέψις μου, πρέπει ν’ ἀποκαλύψετε τὸ λάθος τῶν σκέψεών μου καὶ ν’ ἀποδείξετε τὴν ὀρθότητα τῶν ἰδικῶν σας.
§32Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Γνωρίζετε ὅτι δὲν θὰ μείνωμεν εἰς τὰ 20%, ἄλλωστε καὶ τὸ σχέδιον τοῦ κ. Ζαΐμη λέγει ὅτι θὰ κατέλθωμεν ἕως ὅτου συναντήσωμεν καὶ τὸ τρίτον Κόμμα.
§33Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Δέν τὸ ἔχετε μελετήσει ἐπαρκῶς. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλον νὰ τὸ συζητήσωμεν αὐτὴν τὴν στιγμήν.
§34Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφόσον δὲν πρόκειται ἁπλῶς περὶ τοῦ 20%, ἀλλὰ πρόκειται περὶ περισσότερον πολυπλόκου συστήματος, ν’ ἀναβάλωμεν τὴν ἐξήγησιν τοῦ συστήματος αὐτοῦ, ἡ ὁποία ἐξήγησις θὰ ἔπρεπεν ἤδη νὰ ἔχῃ δοθῆ, διότι ὅλος ὁ τύπος καὶ ὅλος ὁ λαὸς ὁμιλοῦν περὶ ἐκλογικοῦ συστήματος καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην τῆς προβολῆς τοῦ συγκεκριμένου αὐτοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος. Ἀντιθέτως ἡ Κυβέρνησις παρουσιάζει βαθύτατον διχασμὸν ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα. Εἴθισται εἰς τοιαῦτα ζητήματα ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ τὴν πρωτοβουλίαν καὶ ὄχι ν’ ἀφήνῃ τοὺς βουλευτὰς ἐκθέτους εἰς μίαν Διακομματικὴν Ἐπιτροπὴν διὰ ν’ ἀποφασίσουν ἐπὶ ἐκείνων τῶν ζητημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ κυβερνητικὴ ἡγεσία ἔπρεπε ν’ ἀποφασίσῃ καὶ τὰ ὁποῖα, κυρίως, ἡ πολιτικὴ ἡγεσία θὰ ἔπρεπε νὰ ὑποδεικνύῃ εἰς τὸ Ἔθνος.
§35Ν. ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει λάβει τὴν ἀπόφασιν νὰ συγκαλέσῃ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων εἰς ἰδιαιτέραν σύσκεψιν διὰ νὰ κανονίσουν τὰ ζητήματα τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου.
§36ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡμεῖς τί εἴμεθα;
§37Ν. ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Κατ’ ἀρχὴν θὰ συζητηθῇ καὶ κατόπιν θὰ φέρῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν, διότι αἱ Ἐπιτροπαὶ αἱ Διακομματικαὶ συζητοῦν, ἀλλὰ δὲν καταλήγουν εἰς τίποτα. Συζητοῦν μία φορὰ τὴν ἑβδομάδα καὶ δὲν καταλήγουν εἰς κανένα ἀποτέλεσμα. Νομίζω ὅτι ἐδέχθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν λύσιν αὐτήν, νὰ συζητήσουν πρῶτον ὅλας τὰς λύσεις οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων καὶ κατόπιν νὰ καθορισθοῦν αἱ ἀρχαὶ διὰ νὰ διατυπωθοῦν καὶ νὰ παρουσιασθῇ τὸ σχέδιον νόμου εἰς τὴν Βουλήν.
§38Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ὡρισμένοι ἐκ τῶν κ.κ. συναδέλφων παρεξήγησαν τὴν πρόθεσιν αὐτοῦ τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων. Δὲν γνωρίζω ποία εἶναι ἡ πρόθεσις ἀκριβῶς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐὰν ἀντιλαμβάνωμαι καλῶς, οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων ἐὰν συνέλθουν, καὶ δὲν εἶναι κάτι τὸ ἄτοπον, τὸ δημοκρατικῶς ἄτοπον, νὰ συνέλθουν εἰς σύσκεψιν, ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ συζητήσουν καὶ νὰ προβοῦν εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν σκέψεών των καὶ ἰδού, ὅτι προέκυψεν ἀπόψε ἡ ἀνάγκη μιᾶς τοιαύτης ἐκκαθαρίσεως, διότι δὲν ἐγνώριζον τὰς λεπτομερείας τοῦ σχεδίου τοῦ κ. Ζαΐμη, θὰ ἐκκαθαρίσουν, λοιπόν, τὰς σκέψεις των καὶ ἔπειτα αἱ σκέψεις, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ἐκκαθαρισμέναι θὰ ἐμφανισθοῦν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Πράγματι ἡ Διακομματικὴ Ἐπιτροπή, συμμερίζομαι τὴν ἄποψιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Π.Ε.Κ., ἡ Διακομματικὴ Ἐπιτροπὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐξακολουθήσῃ θετικῶς καὶ ἀποδοτικῶς, τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον τῆς ἀνετέθη. Ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος εἶναι δυνατὸν ἀφοῦ ἡ ἡγεσία ἀναλάβῃ ὡρισμένην εὐθύνην, ἀφοῦ ἡ ἡγεσία εἴπῃ κατὰ τρόπον σαφῆ τί θέλει, νὰ λάβῃ τὰ ὁριστικὰς ἀποφάσεις. Διότι τὸ νὰ στέλλωμεν τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὸ κόμμα μας διὰ νὰ κάμουν συζήτησιν ἐφ’ ὅλων τῶν συστημάτων καὶ νὰ μεταβάλλωμεν τὴν Διακομματικὴν Ἐπιτροπὴν εἰς μίαν μικρὰν Ἀκαδημίαν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ μελετηθοῦν ὅλα τὰ ἐκλογικὰ συστήματα, αὐτὸ ἀποτελεῖ κάτι τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ὀρθόν. Ἡ ἡγεσία ὀφείλει νὰ κατευθύνῃ, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος οἱ βουλευταὶ δὲν ἔχουν καμμίαν ὑποχρέωσιν νὰ προσαρμοσθοῦν εἰς τὰς τυχὸν ἐσφαλμένας ὁδηγίας τῆς ἡγεσίας. Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὀρθῶς περετήρησεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἀνάλυσιν τοῦ θέματος τῶν ἐκλογικῶν συστημάτων, ἀλλ’ ἦτο ἀπαραίτητον διὰ τὴν συγκρότησιν τῶν καθαρῶς πολιτικῆς σημασίας σκέψεων, τὰς ὁποίας ἐξέθεσα ἀπόψε, νὰ προβῶ εἰς ὑπαινιγμοὺς ἀναφερομένους εἰς τὰ ἐκλογικὰ συστήματα. Κύριοι βουλευταί, καταλήγων λέγω, ὅτι τὸ Λ.Ε.Κ. θεωρεῖ κατόπιν τῆς τελευταίας περιπετείας, διὰ τὴν ὁποίαν εἶναι ὑπεύθυνος ἡ Κυβέρνησις, ἀναγκαίας τὰς ἐκλογάς. Ἀλλὰ θεωρεῖ, ὅτι ἡ ἀναγκαιότης τῶν ἐκλογῶν προϋποθέτει ἀφ’ ἑνὸς τὸ πλειοψηφικὸν ὡς μόνην πηγὴν ἀπὸ τὴν ὁποίαν δύναται νὰ προκύψῃ κάποια νέα συγκρότησις τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ προϋποθέτει ἀφ’ ἑτέρου τὴν ταχυτάτην διενέργειαν τῶν ἐκλογῶν. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη ἡ ἀπώλεια τοῦ χρόνου 4–5 μηνῶν. Τὸ Λ.Ε.Κ. θεωρεῖ ἀναγκαίας τὰς ἐκλογὰς ὑπὸ τὰς δύο αὐτὰς προϋποθέσεις. Ὁ ἀξιότιμος κύριος Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως— καὶ θεωρῶ ἀναγκαῖον ὅπως συνδέσω τὸν ἐπίλογόν μου μὲ τὴν δήλωσιν αὐτὴν τοῦ κυρίου Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως—ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Θεσσαλονίκην εἶπε τὴν φράσιν: «Αἱ ἐκλογαὶ δὲν εἶναι ἀπαραίτητοι, ἀλλ’ εἶναι ἀναπόφευκτοι». Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι ἂν ἡ ἡγεσία τοῦ τόπου δὲν θεωρῇ ἀπαραιτήτους τὰς ἐκλογὰς, τότε ἔχει καθῆκον νὰ τὰς καταστήσῃ καὶ μὴ ἀναποφεύκτους· διότι, ἂν δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ κατευθύνῃ, τότε δὲν εἶναι ἡγεσία. Ἡμεῖς πιστεύομεν, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ εἶναι ἀναγκαῖαι καὶ ὄχι ἁπλῶς ἀναπόφευκτοι, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν τοῦ πλειοψηφικοῦ. Ἄν δὲν εἰσαχθῇ τὸ πλειοψηφικὸν—καὶ κάμνω ἔκκλησιν πρὸς ὅλους καὶ ἰδίᾳ πρὸς τὰ Κυβερνητικὰ Κόμματα, ὅπως συνδέσουν τὰς ἐκλογὰς μὲ πλειοψηφικὸν—ἂν δὲν εἰσαχθῇ τὸ πλειοψηφικόν, τὸ Λ.Ε.Κ. θεωρεῖ καθῆκόν του νὰ εἴπῃ κατὰ τρόπον σαφῆ, κατηγορηματικὸν καὶ ἠθικῶς εἰλικρινῆ καὶ γενναῖον, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ θὰ ἀποτελέσουν σφάλμα καὶ ματαιοπονίαν τοῦ Ἔθνους. (Χειροκροτήματα).
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἔχει τὸν λόγον.
§40Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μὲ καταπληκτικὴν ἀφέλειαν ἔθεσε πρὸ τοῦ Σώματος ἐρώτημα ἀπέχον παρασάγγας τῆς πραγματικῆς καταστάσεως. Ὁμολογῶ, ὅτι μὲ ἐκπλήσσει ἡ εὐκολία μὲ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς στιγμὰς τοιαύτας νομίζει, ὅτι δύναται ἄλλοτε μὲν νὰ ἐξαπολύῃ τοὺς ἀσκοὺς τοῦ Αἰόλου καὶ ἔπειτα νὰ κατασιγάσῃ ὅλα τὰ δημιουργηθέντα ἐκ τῶν πεπλανημένων ἀντιλήψεών του ζητήματα. Ἡ εὐκολία αὐτὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ὡς ἐπιτρέπουσα εἰς αὐτὴν νὰ βασισθῇ ἐπὶ τῆς δηλώσεως εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐζήτησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς 40 ἡμερῶν ἀναβολὴν μετὰ 40 ἄλλων ἡμερῶν διακοπήν, ἡ ὁποία λήγει σήμερον μέ τὴν δήλωσιν, ὅτι διαρκούσης ταύτης, θὰ ἐκδίδῃ Α. Νόμους, διὰ νὰ ἀνατρέψῃ δηλαδὴ ὅ,τι ὑφίσταται καὶ νὰ δημιουργήσῃ καταστάσεις, αἱ ὁποῖαι προσβάλλουν ὁλόκληρα κοινωνικὰ συγκροτήματα, ἢ νὰ ἀνατρέψῃ ὑφισταμένους θεσμούς, ἄνευ οὐδενὸς ἐλέγχου καὶ οὐδεμιᾶς ἐγγυήσεως, ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας προβλέπει τὸ Πολίτευμά μας. Μὲ εἰλικρίνειαν, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς πρέπει νὰ καταλογισθῇ εἰς τὸ ἐνεργητικὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἶπεν, ὅτι θὰ ἐκδίδῃ Ἀναγ. Νόμους. Κύριοι βουλευταί, κρίνονται τὴν ἐποχὴν αὐτὴν συμφέροντα πολλῶν ὁμάδων, τὰ ὁποῖα ἐμνημονεύθησαν ὑπὸ τοῦ προλαλήσαντος. Ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητῶνται ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ, χωρὶς νὰ ἔλθουν εἰς τὴν ἀνοικτὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς. Ὅταν ὑπάρχῃ νομοθετικὴ ἐργασία ἐκκρεμής, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραγκωνίζητε, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, τὴν Βουλὴν καὶ νὰ οἰκειοποιῆσθε τὸ ἔργον της καὶ τὴν ἀποστολήν της, νομοθετοῦντες ἔξω τῆς αἰθούσης ταύτης. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδίδετε Ἀναγκ. Νόμους ἐπὶ τοῦ θέματος ὁλοκλήρου συγκοινωνιακῆς πολιτικῆς, ἐχούσης κατ’ ἐξοχὴν κοινωνικὸν περιεχόμενον. Ἐξεδόθη Α. Ν. ἐπὶ τοῦ ἰατρικοῦ κώδικος χωρὶς νὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν αἱ τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ὑπὸ τῆς Κοιν. Ἐπιτροπῆς. Ἐκκρεμεῖ πρὸς κύρωσιν Ἀν. Νόμος περὶ συντάξεων, ὁ ὁποῖος ἔχει προκαλέσει τόσην συγκίνησιν καὶ ἀναταραχὴν εἰς συμπαθεῖς ἀπομάχους τῆς κρατικῆς ζωῆς, ὅπως ἐκκρεμεῖ ὁμοίως ὁ Ἀν. Νόμος περὶ συντάξεων τῶν θυμάτων τοῦ ἀμάχου πληθυσμοῦ καὶ τόσα ἄλλα νομοθετήματα ἀφορῶντα ζωτικὰ καὶ βασικὰ ζητήματα τῆς ζωῆς τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Ἔθνους. Κρίνεται, ἐρήμην τῆς Βουλῆς, ἡ τύχη τῶν Ἀσφαλιστικῶν Ταμείων. Ἐν ὄψει τοιαύτης ἐκκρεμότητος καὶ τόσων ζητημάτων, ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν δήλωσιν, ὅτι θὰ ἐκδίδῃ αὐτὴ Α. Νόμους καὶ ζητεῖ νὰ συγκατατεθῶμεν, ὅπως ἀσκῇ μόνη τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ ἄνευ ἐλέγχου. Φρονῶ, κύριοι βουλευταί, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτὰς νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν της, ἔπειτα μάλιστα ἀπὸ τὴν προηγηθεῖσαν τακτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν περίοδον τῆς τελευταίας διακοπῆς. Πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ν’ ἀναγνωρίσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ μάλιστα Κυβέρνησιν μειοψηφίας, ὅπως ὁ Ἀρχηγὸς αὐτῆς κατ’ ἐπανάληψιν ἀνεγνώρισεν, ἔστω καὶ ἂν αὕτη βασίζεται καὶ ἐπὶ τῆς συνεργασίας καὶ ἑτέρου κόμματος τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον ὅμως παραμένει ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως, ἴσως διότι δι’ ἄλλους λόγους, δὲν κρίνεται συμφέρουσα ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἡ εἴσοδός του εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Εὑρισκόμεθα οὕτω πρὸ ἑνὸς κεκαλυμμένου καὶ θὰ ἔλεγον, ἐπαναλαμβανομένου πειράματος, τὸ ὁποῖον ἤρχεσε μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 5ης Μαρτίου. Ἐπειδὴ ὑπάρχουν ἴσως βασικαὶ διαφοραὶ ἀντιλήψεων μεταξὺ τοῦ Κόμματος Φιλελευθέρων καὶ τῆς Ε.Π.Ε.Κ., τοὐλάχιστον εἰς τὰ πρὸ τοῦ λαοῦ προβαλλόμενα συνθήματα, φαίνεται, ὅτι δὲν κρίνεται συμφέρον ἢ σκόπιμον διὰ τὴν Ε.Π.Ε.Κ. νὰ εἶναι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ μάλιστα δύναται αὕτη ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐπιβάλῃ ἐπ’ αὐτῆς τὰς ἀντιλήψεις της εἰς πλεῖστα ὅσα θέματα. Δὲν ἀγνοεῖ δὲ ἡ Βουλή, ὅτι καὶ νόμοι ψηφισμένοι ἀπὸ τὸ Σῶμα δὲν ἐδημοσιεύθησαν ἀκόμη, διότι ἡ ἡγεσία ἢ βουλευταὶ τῆς Ε.Π.Ε.Κ. ἐπεζήτησαν τοῦτο.
§41Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἠμπορεῖτε νὰ ἀναφέρετε συγκεκριμένον παράδειγμα; Ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα, οὐδεμία πίεσις ὑπῆρξεν ἐκ μέρους τῆς Ε.Π.Ε.Κ. Δύο μόνον πράγματα ἐζήτησεν ἡ Ε.Π.Ε.Κ. δημοτικὰς ἐκλογάς, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, καὶ βουλευτικάς. Πέραν τούτου, δὲν ὑπέβαλεν οὐδὲν ἄλλο αἴτημα.
§42Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐψηφίσθησαν νόμοι ἀφορῶντες μέτρα ἔναντι διαφόρων προσώπων ἢ ὁμάδων καὶ οἱ νόμοι αὐτοὶ δὲν ἐδημοσιεύθησαν.
§43Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Τοὐναντίον ἡ Ε.Π.Ε.Κ. ἐζήτησε δημοσίευσιν. Τὸ παράδειγμα αὐτὸ εἶναι εἰς βάρος σας.
§44Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Ἐψηφίσθησαν 3 νόμοι ἐν συναρτήσει, περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1504, ὁ νόμος περὶ ἀποφυλακίσεως τῶν...... καὶ ὁ νόμος διὰ τοὺς δοσιλόγους. Οἱ νόμοι οὗτοι ἐψηφίσθησαν πρωτοβουλίᾳ τῶν 2 πτερύγων, ἀπὸ δὲ τὴν Ε.Π.Ε.Κ. δὲν ἠσκήθη οὐδεμία πίεσις.
§45Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἀναμένω, πραγματικῶς, ὁμολογίαν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τόσον λεπτοῦ καὶ εὐπαθοῦς ζητήματος. Δύναμαι, ὅμως, νὰ ἐρωτήσω, ἂν ἐδημοσιεύθησαν ἢ ὄχι οἱ ψηφισθέντες νόμοι καὶ διατὶ δὲν ἐδημοσιεύθησαν.
§46Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Διὰ τοὺς νόμους αὐτοὺς ὡρισμένοι βουλευταὶ τῆς Ε.Π.Ε.Κ. ἐζήτησαν τὴν δημοσίευσίν των, ἀνεστάλη ὅμως ἡ δημοσίευσίς των, διότι κατὰ τὴν ψήφισιν τῆς πρωϊνῆς ὥρας τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς, ὅτε ἐψηφίζοντο, παρεισέφρυσαν διατάξεις προσωπικοῦ χαρακτῆρος.
§47Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Περιελήφθησαν τοιαῦται διατάξεις καὶ εἰς τοὺς τρεῖς νόμους;
§48Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Καὶ εἰς τοὺς τρεῖς. Ἐπειδὴ ἐπιθυμία τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ τοὺς δημοσιεύσῃ, δηλῶ, ὅτι θὰ τοὺς δημοσιεύσῃ παραλείπουσα τὰς προσωπικὰς διατάξεις, αἵτινες παρεισέφρυσαν. (Χειροκροτήματα).
§49Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Μόνον εἰς τὸν ἕνα νόμον περιελήφθησαν διατάξεις ρυθμίζουσαι τὴν ὀργάνωσιν ὡρισμένης δημοσίας ὑπηρεσίας.
§50Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅπως ἐπίσης εἶναι γνωστόν, ὅτι οἱ δύο νόμοι οἱ ἀφορῶντες τὰ μέτρα ἐπιεικείας ὑπὲρ τῶν δρασάντων ἀνατρεπτικῶς ἰσχύουν ἀπὸ μηνῶν ὡς ἀναγκαστικοὶ νόμοι, ἐνῷ τὸ ἄλλο νομοθέτημα περὶ τῶν μετασχόντων εἰς τὴν ἀντισυμμοριακὴν δρᾶσιν δὲν ἴσχυσεν οὔτε ἰσχύει. Κακῶς, ἑπομένως, καὶ ἄνευ δικαιολογίας συνεδυάσθη ἡ ἀναστολὴ τῆς δημοσιεύσεως τῶν νόμων τῆς μιᾶς κατηγορίας, μὲ τὴν ἀναστολὴν τῆς δημοσιεύσεως τοῦ ἑτέρου νομοθετήματος, κατὰ τοῦ ὁποίου μάλιστα δὲν προσάπτεται μομφὴ ἱκανοποιήσεως προσωπικῶν ἐπιδιώξεων. Ἀνέφερα τὰ παραδείγματα αὐτά, κύριοι βουλευταί, ἵνα καταφανῇ ἡ τακτικὴ τῆς Κυβερνήσεως παραμεριζούσης ἐντελῶς τὰ αἰσθήματα τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὸ νομοθετικὸν Σῶμα. Ἡ τακτικὴ αὐτὴ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἔτι ἀπαράδεκτος, ὅταν αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζῃ, ὅτι εἶναι Κυβέρνησις μειοψηφίας. Ἐνῷ ἔχομεν αὐτὰ τὰ δεδομένα ἐκδηλώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐμφανίζεται οὗτος διὰ νὰ εἰσηγηθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ τὸ θέμα τῆς ἀναβολῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ἀπασχολοῦν τὴν Βουλὴν καὶ τὸν λαὸν ζήτημα δὲν εἶναι ἂν ἡ Βουλὴ θὰ διακόψῃ ἢ ὄχι τὰς ἐργασίας της. Τὸ θέμα εἶναι δι’ ἡμᾶς, διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι παρὰ τὰς δηλώσεις σας ὑπαναχωρεῖτε ἑκάστοτε, ὅτι συχνὰ θέτετε τὸ θέμα αὐτὸ καὶ ἀκολούθως ἐμφανίζεσθε ἀποφεύγων τὴν διενέργειαν ἐκλογῶν. Κατόπιν αὐτοῦ ἐρωτᾶται, ἂν δύναται ἡ Βουλὴ ἢ οὔ νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην ἐπὶ τὴν ἀνάληψιν ἐκ μέρους σας ὡρισμένων ὑποχρεώσεων.
§51Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Πῶς βγάζετε τὰ αὐθαίρετα αὐτὰ συμπεράσματα.;
§52Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ ἤθελα, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ κάμητε μίαν κατηγορηματικὴν δήλωσιν, ἂν ὁ τόπος πρέπει νὰ ἀχθῇ τὸ ταχύτερον εἰς ἐκλογὰς καὶ ἂν ὁ Σεπτέμβριος εἶναι ἀνάγκη νὰ μᾶς εὕρῃ μὲ ἐνεργηθείσας τὰς ἐκλογάς. Εἶσθε διατεθειμένοι νὰ κάμητε τὴν δήλωσιν αὐτὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Ἄλλως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήνετε τὴν ἀβεβαιότητα ἐπὶ πέντε ὁλοκλήρους μῆνας καὶ νὰ προκαλῆτε χάος, χωρὶς ἐπὶ τέλους νὰ παρέχητε τὴν βάσιν, διὰ νὰ καταλήξωμεν εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα. Καὶ ἐρωτῶ καὶ πάλιν, εἶσθε διατεθειμένος νὰ κάμητε τὴν δήλωσιν αὐτήν;
§53Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Τί δήλωσιν θέλετε νὰ σᾶς κάμω;
§54Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Βλέπω ὅτι θέλετε νὰ ἀποφύγητε τὴν ἐκκαθάρισιν.
§55Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι διατεθειμένη ἐντὸς τοῦ Σεπτεμβρίου νὰ κάμῃ ἐκλογάς. Ἐὰν ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς Χώρας συμφωνήσῃ, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν καὶ αὐτὴν τὴν στιγμήν, δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἀντιταχθῇ. Θέλετε αὔριον τὰς ἐκλογάς; Αὔριον. Ἀλλὰ νὰ τὸ εἴπητε.
§56Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀτόπως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀναμιγνύει τὸ κατ’ ἀρχὴν ζήτημα τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν μὲ τὴν συμφωνίαν ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ, διότι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν εὐθύνην τῆς ἀσκήσεως αὐτῆς. Πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ, ἐὰν θὰ ὁδηγήσῃ τὸν τόπον εἰς ἐκλογάς, ὅπως διεκήρυξε. Τὸ ἐκλογικὸν σύστημα εἶναι ὑπόθεσις τῆς Βουλῆς. Ὅπως ὀρθῶς ἐτόνισεν ὁ κ. Κανελλόπουλος, τὴν κἄπως θεωρητικὴν ὁμιλίαν τοῦ ὁποίου, ἐν προκειμένῳ, ἐπιθυμῶ νὰ ἁπλοποιήσω, ὑπάρχει καὶ ἐν τούτῳ ὑποχρέωσις τῆς Κυβερνήσεως νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατεύθυνσιν. Ποῖον σύστημα θέλει ἡ Κυβέρνησις; Εἰς διακοπὴν τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Κανελλοπούλου εἴπατε, ὅτι μελετᾶτε τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἡ Κυβέρνησις ἐπροκάλεσε τὴν σύστασιν Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνετέθη ὅπως ὑποδείξῃ τροποποίησιν τοῦ ἰσχύοντος ἐκλογικοῦ συστήματος. Ἐκ τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ἀποδεικνύεται, ὅτι τῆς ἐπεβλήθη δυσχερὲς ἔργον ὑπὸ δυσχερεστάτας συνθήκας, διότι ἔχει ἐγκαταλειφθῆ χωρὶς κατευθύνσεις ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς λέγω ὅτι, ἐφ’ ὅσον διευκρινισθοῦν αἱ κυβερνητικαὶ ἀποφάσεις ἢ διαθέσεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς διενεργείας τῶν ἐκλογῶν, τὸ ζήτημα τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος ἀποβαίνει ἁπλοῦν καὶ εὐχερὲς θέμα. Θὰ ὑποβληθῇ ἐκ μέρους ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζομεν τὸ πλειοψηφικόν, πρότασις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Θὰ ὑποβάλητε καὶ σεῖς ἄλλην πρότασιν καὶ ἡ Βουλὴ θὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῶν δύο προτάσεων καὶ θὰ ἀποφασίσῃ. Εἰς τὰς ἐφημερίδας δηλώνετε, ὅτι θέλετε τὴν ἀναβολὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ προπαρασκευάσητε τὰς ἐκλογὰς καὶ νὰ καταρτίσητε τὸν προϋπολογισμόν, καὶ σήμερον ὡμιλήσατε μόνον περὶ τοῦ ἑνὸς σκέλους.
§57Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Νομίζω, ὅτι δὲν μὲ παρηκολουθήσατε. Εἶπον καὶ διὰ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ διὰ τὰς ἐκλογάς.
§58Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐὰν τὸ εἴπατε, ἔχει καλῶς. Περαιτέρω εἶναι ἰδικόν σας ἔργον δι’ οἱασδήποτε ἐνεργείας νὰ δημιουργήσητε εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὸ αἴσθημα, ὅτι ἔχει ἰσχυρὰν Κυβέρνησιν. Ἀλλά, ἰσχυρὰν Κυβέρνησιν δὲν ἠμπορεῖτε νὰ δίδετε, παρὰ βασιζόμενος καὶ ἐπὶ ἄλλων κομμάτων, μετὰ τῶν ὁποίων δὲν δύνασθε νὰ συνεργασθῆτε ἐμφανῶς ἐντὸς τῆς Κυβερνήσεως, προτιμῶντες νὰ ἔχητε τὴν βοήθειαν κόμματος παραμένοντος ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως. Κύριοι βουλευταί, νομίζω, ὅτι ἡ ἀναβολὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, δὲν δύναται παρὰ νὰ δημιουργήσῃ εἰς ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος τὴν ἀντίληψιν τῆς φυγοπονίας ἀπὸ μέρους τοῦ Σώματος. Δὲν εἶναι δυνατόν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπὶ 40 ὁλοκλήρους ἡμέρας ἔχομεν τὴν Βουλὴν ἐν διακοπαῖς, νὰ ἀποδεχθῶμεν καὶ νέαν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἠθικὴ δικαιολογία δι’ οὐδένα ἐξ ἡμῶν, διὰ νὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, ἀναβολῆς ἡ ὁποία καθιστᾷ κατ’ οὐσίαν ἀνύπαρκτον τὸ Σῶμα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιβάλωμεν δι’ ἐμπιστοσύνης τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν περίοδον αὐτὴν τῶν διακοπῶν, δοθέντος ὅτι, τοὐλάχιστον διὰ τῶν μέχρι τοῦδε δηλώσεων, ἀφῆκε νὰ νοηθῇ σαφῶς ὅτι δὲν ἔχει ὡς πρόγραμμα τὴν πορείαν πρὸς τὴν τόνωσιν καὶ ἐξύψωσιν τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος, ἀλλ’ ἐπιδιώκει διὰ τῶν διαφόρων παρατάσεων νὰ ἐκμεταλλευθῇ ἐμφανισθησομένας τυχὸν συνθήκας, διὰ νὰ ματαιώσῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον αὐτὴν τὴν στιγμὴν δηλώνει. Νομίζω ἑπομένως ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἀφήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐλευθέρους τοὺς φίλους της νὰ κρίνουν καὶ νὰ ψηφίσουν κατὰ συνείδησιν, ἢ ἄλλως νὰ δηλώσῃ σαφῶς ὅτι θεωρεῖ τοῦτο ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης διὰ νὰ γνωρίζωμεν ἂν ὑπάρχουν βουλευταί, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ μὴ ἐργάζωνται ἐπὶ ὀγδοήκοντα ἡμέρας, καὶ ἂν ὑπάρχουν βουλευταὶ πιστεύοντες ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀποδίδῃ τὸ ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐκλήθη. Αὐτὸ εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ἀναμένομεν τὴν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ καθορίσωμεν περαιτέρω τὴν στάσιν τοῦ Κόμματός μας. (Χειροκροτήματα).
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Σβῶλος ἔχει τὸν λόγον.
§60Α. ΣΒΩΛΟΣ. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι, διὰ μέσου τῆς βραχυλόγου δηλώσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Βουλὴ ἤκουσεν ἀπόψε τὸν ἐπιτάφιόν της. Δὲν ἐξεπλάγην διὰ τὴν ἀντίληψιν, ποὺ ἔχει ἡ Κυβέρνησις, περὶ τῆς χρησιμότητος τῆς παρουσίας τῆς Βουλῆς. Ἔδειξε πάντοτε τὴν ὑποτίμησίν της πρὸς τὸ Σῶμα. Ἀπὸ ἀναβολῆς εἰς ἀναβολὴν καὶ ἀπὸ διακοπῆς εἰς διακοπὴν καί, μὲ τὸ σύστημα τῶν σχέσεων, ποὺ ἔχουν καθιερωθῆ μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, ἡ Βουλή, δὲν κατώρθωσε νὰ ἀποδείξῃ τὴν χρησιμότητα, ἕνεκα τῆς ὁποίας ὑπάρχει, οὔτε εἰς τὸν τομέα τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, οὔτε, ὅπερ καὶ τὸ σπουδαιότερον, εἰς τὸν τομέα τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ἀλλ’ ἐκεῖνο ποὺ εἶναι ἀκόμα χειρότερον εἶναι ὅτι ἡ Βουλὴ ἡ ἴδια κατέλυσεν ἑαυτήν, ὅτι αὐτοκατελύθη διότι ἐδέχθη τὴν κατάλυσίν της ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ὑπεγραμμίσθη καὶ εἶναι γνωστόν, ὅτι κατὰ κανόνα, ἀπὸ ἑνὸς ἔτους ἤδη, τὸ μέγιστον μέρος τῶν νομοθετημάτων, εἶναι Ἀναγκαστικοὶ νόμοι καὶ ἕνα μέγα μέρος τοῦ λεγομένου νομοθετικοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς, εἶναι ἁπλῶς καὶ μόνον ἡ κύρωσις τῶν Ἀναγκαστικῶν νόμων, ἔργον ἀχάριστον, οὐχὶ μόνον διότι εἶναι μειωτικὸν αὐτὸ καθ’ ἑαυτό, νὰ ἔρχεται ἡ Βουλὴ καὶ νὰ ἐπικυρώνῃ ἐκ τῶν ὑστέρων νομοθετήματα, ἐν ἀγνοίᾳ της τεθέντα εἰς ἐφαρμογὴν ἀλλὰ καὶ διότι τὸ γεγονὸς ὅτι ἐφαρμόζονται τὰ νομοθετήματα αὐτά, ἀποτελοῦν μίαν δέσμευσιν τῆς ψήφου καὶ τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ τῆς Βουλῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἄλλα ἔργα τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ εἰς τὸν ἔχοντα τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ, δίδεται ἡ εὐκαιρία, νὰ ὑπογραμμίσῃ, πόσον μηδαμινὴ ὑπῆρξεν ἡ χρησιμοποίησις τῆς Βουλῆς, ὡς Πολιτικοῦ Σώματος, ὡς παράγοντος τοῦ Δημοσίου βίου. Πράγματι, πότε, λόγου χάριν, ἡ Βουλὴ αὐτὴ συνεζήτησε, ἔστω καὶ ἀκροθιγῶς, θέματα σοβαρά, ζωτικῆς σημασίας, διὰ τὸ παρὸν καὶ διὰ τὸ μέλλον τοῦ Ἔθνους, θέματα ὅπως εἶναι, διὰ νὰ πάρω ἕνα ἀπὸ τὰ πρώτης σημασίας θέματα, ἡ ἐξωτερικὴ Πολιτική. Ἀκοῦμε, διαβάζομεν εἰς τὰς ἐφημερίδας, πότε πιὸ συγκεκριμένα, πότε ἀόριστα, ὡρισμένες σκέψεις ἢ ἐνέργειες, ἴσως καὶ ἀποφάσεις τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε προκειμένου περὶ τοῦ Ἀτλαντικοῦ Συμφώνου, εἴτε περὶ τοῦ Μεσογειακοῦ Συμφώνου, εἴτε περὶ τοιούτων ἢ τοιούτων δεσμεύσεων πρὸς ἄλλας δυνάμεις. Οὐδέποτε ἡ Βουλὴ ἠρωτήθη, οὐδέποτε ἐτηρήθη ἐνήμερη καὶ οὐδέποτε τῆς ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ πῇ τὴν γνώμην της. Εἶναι ἆρα γε συμφέρουσα εἰς τὸ Ἔθνος ἡ τοιαύτη πολιτικὴ τῶν διεθνῶν δεσμεύσεων; Εἶναι ὀρθαὶ αἱ ἐνέργειαι ἢ αἱ σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως; Μήπως δὲν εἶναι; Μήπως εἶναι ἐπιβλαβεῖς νέαι δεσμεύσεις; Ἢ τί πρέπει νὰ κάμωμεν ὡς χώρα ἀνεξάρτητος, ἔχουσα ἰδικά της συμφέροντα νὰ προστατεύσῃ; Δὲν ὑπάρχει Βουλὴ εἰς τὰς δημοκρατικὰς χώρας ὅλου τοῦ κόσμου ποὺ νὰ μὴ συζητοῦνται ἐντὸς αὐτῆς τοιαῦτα θέματα. Δὲν νομίζω, ὅτι ἔχει γίνει ποτὲ τοιαύτη συζήτησις εἰς τὴν ἰδικήν μας Βουλήν. Ξέρω τὴν ἀπάντησιν ἡ ὁποία θὰ μοῦ δοθῇ. Διετυπώσατε μίαν ἐπερώτησιν. Ἀλλὰ ἔχετε πεῖραν τὶ σημαίνει ἐπερώτησις ἀπὸ ἀπόψεως προσδιορισμοῦ τοῦ χρόνου, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἔλθῃ ἡ σειρά της νὰ συζητηθῇ. Καὶ ἐπὶ πλέον δὲν ἀποκλείεται λόγῳ τῆς λύσεως τοῦ θέματος ἡ κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει μόνη της νὰ θέτῃ τὰ ζητήματα καὶ νὰ διαφωτίζῃ τὴν Βουλήν, διὰ νὰ ἴδῃ ἂν αἱ σκέψεις της, καὶ ἡ πολιτική της ἐφάπτεται καὶ τῆς κοινῆς γνώμης καὶ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ὄχι νὰ ἀναλαμβάνῃ ὑποχρεώσεις ἐρήμην τῆς Βουλῆς. Ἄλλο θέμα ἐπίσης σπουδαῖον, εἶναι ἡ ἀνασυγκρότησις. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶχεν ὑποσχεθῆ μίαν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Δὲν ἔγινε. Ποῖος πταίει; Γεγονὸς εἶναι, ὅτι, ἐπὶ τοιούτων σπουδαίων ζητημάτων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐξαρτᾶται τὸ οἰκονομικὸν καὶ κοινωνικὸν μέλλον τῆς χώρας, ἡ Βουλὴ περιμένει μόνον ἀπὸ τὴν τριμηνιαίαν ἔκθεσιν τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ, νὰ σχηματίσῃ μίαν γνώμην καὶ δὲν εἶχε ποτὲ τὴν εὐκαιρίαν νὰ συζητήσῃ μὲ τοὺς ἁρμοδίους διαχειριστὰς τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, καὶ νὰ ἀποδείξῃ, νὰ διορθώσῃ τὰ στραβὰ ἢ ἁπλῶς νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της, ἢ νὰ πεισθῇ ὅτι τὰ πάντα γίνονται καλῶς. Καί προφανῶς μὲ τὴν ἀναβολὴν τῶν ἐργασιῶν, δὲν θὰ γίνῃ ποτὲ οὔτε αὐτὴ ἡ συζήτησις. Νομίζω, ὅμως, ὅτι κορωνὶς τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ ἔργου τοῦ κυριάρχου αὐτοῦ ζητήματος, τῆς Βουλῆς, εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὠνομάσθη τελευταία περιπέτεια τῶν 15 ἢ 20 ἡμερῶν, δηλαδὴ ἡ ἐξαγγελθεῖσα ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως νὰ κηρύξῃ λήξασαν τὴν Τακτικὴν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, διὰ Διατάγματος, ἐνῶ ἐκκρεμοῦν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, πολλὰ καὶ σοβαρώτατα νομοθετήματα εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ δοθῇ μία λύσις. Ἀνεφέρθη ἤδη τὸ θέμα τῶν συντάξεων. Εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ κανείς, ὅτι, τὸ κείμενον αὐτό, τὸ ὁποῖον, κύριοι συνάδελφοι, ἐτροποποιήθη ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, συμφωνοῦντος καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, θὰ κυρωθῇ καὶ πάλιν διὰ νέου Ἀναγκαστικοῦ νόμου; Εἶναι τοῦτο μία τραγικὴ εἰρωνεία, εἰς βάρος τῆς ἐννοίας, τῆς συνταγματικότητος, τῆς κοινοβουλευτικότητος καὶ τῆς χρησιμότητος τῆς Βουλῆς. Εἶναι καὶ ἄλλα θέματα, ἡ συγχώνευσις τῶν κλαδικῶν ταμείων, ἡ ὀργάνωσις τῆς συγκοινωνίας δι’ αὐτοκινήτων καὶ ἄλλα. Καὶ τέλος, εἶναι τὸ μεγάλο θέμα, τὸ ὁποῖον ἀπετέλεσε θέμα διαμάχης μεταξὺ Ἀντιπολιτεύσεως καὶ Κυβερνήσεως, ἡ ψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Κύριοι βουλευταί, θὰ γνωρίζετε ἴσως, ὅτι, ὁ τελευταῖος Προϋπολογισμὸς τῆς χώρας αὐτῆς, ἡ ὁποία μ’ ὅλα ταῦτα κυβερνᾶται συνταγματικῶς καὶ δημοκρατικῶς, ὁ τελευταῖος, προϋπολογισμός, ποὺ ἐψηφίσθη ἀπὸ τὴν Βουλήν, εἶναι τοῦ ἔτους 1934. Ἐπέρασαν 17 χρόνια, χωρὶς νὰ ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ προϋπολογισμόν. Εἶναι μεγάλο διάστημα. Τὰ πράγματα ἔφεραν ἔτσι τὴν κατάστασιν, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ Βουλή. Ἀλλά, ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, ἀπὸ τὸ 1946, δὲν νομίζει καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀλλὰ καὶ ἡ Βουλή, διότι ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὰς εὐθύνας μας, δὲν νομίζει, ὅτι ἔπρεπε καὶ πρέπει νὰ ἔχωμε μπῆ ἐπὶ τέλους, εἰς μίαν στοιχειώδη Κοινοβουλευτικὴν ζωήν; ὅτι δηλ. ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ψηφίσῃ μετὰ συζήτησιν τὸν Προϋπολογισμόν; Καὶ πότε θὰ τὸν ψηφίσῃ, ἐὰν κηρυχθῇ ἡ λῆξις τῆς τακτικῆς Συνόδου; Ἀνεπτύχθησαν καὶ ἀπὸ κυβερνητικῆς πλευρᾶς καὶ ἀπὸ συναδέλφους, διάφορα ἐπιχειρήματα, διὰ νὰ δικαιολογήσουν τὰ ἀδικαιολόγητα: Ὅτι, ἐφ’ ὅσον τὸ Σύνταγμα, ὁρίζει τακτὴν διάρκειαν τῆς συνόδου, ἠμπορεῖ ὁ Βασιλεὺς νὰ κηρύξῃ τὴν λῆξιν της μόλις λήξῃ τὸ ἐλάχιστον ὅριον. Καὶ ἐρωτῶ: Δὲν ὑπάρχει καμμία συσχέτισις τοῦ ἔργου αὐτοῦ τῆς Βουλῆς, τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ μὲ τὴν διάρκειαν τῆς συνόδου; Δὲν ἑρμηνεύεται, κύριοι συνάδελφοι τὸ Σύνταγμα ἔτσι, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἱστορικὴν δικαιολογίαν τῶν θεσμῶν. Ἠμπορεῖ νὰ λήξῃ ἡ τακτικὴ σύνοδος χωρὶς νὰ ἔχῃ ψηφισθῆ ὁ Προϋπολογισμός; Ὄχι. Καὶ ἐὰν διαμαρτύρωμαι, διότι δὲν τηρεῖται τὸ Σύνταγμα δὲν τὸ κάμνω μόνον ἀπὸ μίαν θεωρητικὴν ὀρθοδοξίαν, ἂν καὶ ἔχῃ καὶ αὐτὴ σημασίαν, ἀλλὰ διότι ἀμύνομαι τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω καὶ τὸ ὁποῖον θέλει νὰ ἐλέγξῃ τὴν διάθεσιν τῶν δαπανῶν καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν φόρων ποὺ πληρώνει ὁ λαός. Εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ εἶναι ἀδιάφορος εἰς τὸ γεγονός, ὅτι γίνεται ἀπόπειρα νὰ κλείσῃ ἡ Βουλὴ διὰ τῆς κηρύξεως τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, χωρὶς νὰ ἔχῃ συζητηθῆ ὁ Προϋπολογισμός;
§61Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἶναι τακτικὴ ἡ παροῦσα σύνοδος;
§62Α. ΣΒΩΛΟΣ. Εἶναι.
§63Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Τότε εἶναι δευτέρα τακτικὴ σύνοδος ἐντὸς τοῦ ἔτους.
§64Α. ΣΒΩΛΟΣ. Ὄχι, εἶναι τακτικὴ ὡς πρὸς τὸ ἔτος, πρὸ τῆς λήξεως τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἔχῃ ψηφισθῆ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἐπιόντος ἔτους. Ἐρωτῶ λοιπόν. Εἶναι δυνατὸν νὰ σταθῇ ἡ Βουλὴ ἀδιάφορος, εἰς ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἓν ἐκ τῶν κυριωτέρων ἔργων της καὶ μία ἐκ τῶν ἐγγυήσεων ὑπὲρ τοῦ λαοῦ εἰς μίαν δημοκρατίαν; Δὲν θὰ ἀνατρέξω εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος. Θὰ ἤθελον, ὅμως, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ διακεκριμένος ἐπιστήμων καὶ ἠξεύρει τὶ ἰσχύει εἰς ἄλλας δημοκρατουμένας χώρας, θὰ ἤθελα νὰ μᾶς εἴπῃ καὶ θὰ ἦτο πρὸς στιγμὴν ἀνεκτὸν τὸ φαινόμενον αὐτό, εἰς τὸν δημόσιον βίον λ.χ. τῆς Βρεταννικῆς Κοινοπολιτείας. Εἶναι ἀνατροπὴ παραδεδεγμένων πραγμάτων. Καὶ εἶναι πάγιον τὸ πολιτικὸν συμφέρον, ποὺ εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ συμφέρον τοῦ λαοῦ τοῦ ἰδίου, νὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς ἀπὸ τὸ Σῶμα. Διότι, ἐπὶ τέλους, ὁ προϋπολογισμὸς τροφοδοτεῖται ἀπὸ ἔσοδα τοῦ λαοῦ καὶ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἕνας ἔλεγχος ἐπὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν διατίθενται τὰ ἔσοδα αὐτά. Δὲν φθάνω μέχρι τοῦ ἀπωτάτου ὁρίου, ποὺ θὰ ἠμποροῦσε νὰ δικαιολογηθῇ νομικῶς ἀπὸ μίαν συνταγματικὴν ὀρθοδοξίαν, ὅτι ὁ πολίτης δικαιοῦται καὶ νὰ ἀρνηθῇ ἀκόμη τὴν καταβολὴν φόρου, τοῦ ὁποίου τὸ ἔσοδον εἶναι ἐγγεγραμμένον εἰς προϋπολογισμὸν μὴ ἐγκεκριμένου ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι αὐτὸ θὰ ἦτο κατάληψις ἐπαναστατικὴ καὶ φυσικὰ προέχει τὸ συμφέρον νὰ ζήσῃ τὸ Κράτος. Ἀλλὰ ἡ Συνταγματικὴ ὀρθοδοξία αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορικὴ δικαιολογία ἕνεκα τῆς ὁποίας γίνεται ὑποβολὴ καὶ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπὸ τὴν Βουλήν. Διερωτῶμαι λοιπόν, χωρὶς κἂν ὑποβεβλημένον προϋπολογισμόν, πῶς ἡ Κυβέρνησις, μετὰ τεσσαρακονθήμερον διακοπὴν τῆς Βουλῆς, ἔρχεται νὰ ζητήσῃ νέαν 40θήμερον διακοπήν; Ὁμιλῶ περὶ διακοπῆς διότι ὑποθέτω ὅτι ἡ ἔννοια τῆς ἀναβολῆς ποὺ μετεχειρίσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἰσοῦται μὲ τὴν διακοπήν· διότι ἀναβολὴν μόνον τῆς ἐνάρξεως ἢ συνεχείας τῆς συνόδου δύναται νὰ κάμῃ ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων· ἡ Βουλὴ ὅμως δικαιοῦται νὰ διακόψῃ ἡ ἰδία τὰς ἐργασίας της. Ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἶναι ἐκκρεμὲς καὶ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα ἐὰν φυσικὰ κρατήσῃ ἡ ἀρχή, ὅτι ἐν ὄψει προσεχῶν ἐκλογῶν, ὅπως θέλει ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ συμπολιτευομένη πρὸς αὐτὴν ἀντιπολίτευσις, ἡ ΕΠΕΚ, ἐὰν πρόκειται ἐν ὄψει τόσων προσεχῶν ἐκλογῶν νὰ ψηφισθῇ νέος καὶ διάφορος ἐκλογικὸς νόμος. Ὀρθῶς σπεύδομεν πρὸς ἐκλογάς, ὄχι διὰ νὰ καθορισθῇ τὸ προβάδισμα τοῦ Α ἢ τοῦ Β Ἀρχηγοῦ, ἀλλὰ διὰ νὰ προκύψῃ ἡ νέα πολιτικὴ ἡγεσία καὶ διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἡ εὐθυγράμμισις τοῦ αὐριανοῦ Κοινοβουλίου πρὸς τὴν λαϊκὴν θέλησιν, ἡ εὐθυγράμμισις ποὺ λείπει σήμερα· τὰ ἀποτελέσματα ὅμως αὐτὰ προϋποθέτουν ἐλεύθερον κλῖμα ἐκλογῶν, χωρὶς ἔκτακτα μέτρα, νόμου 509 καὶ στρατοδικεῖα, μὲ πλήρη ἐλευθεροτυπίαν καὶ μὲ ἄλλους ὅρους. Καὶ ἐν πρώτοις: Κύριοι βουλευταί, ὑπῆρξε σκέψις τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἄλλοτε, διὰ τὴν ὁποίαν τὸν ἐχειροκροτήσαμεν καὶ ἡμεῖς—καὶ πρέπει νὰ εἶναι παγία σκέψις— ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, δὲν εἶναι κἂν δημοκρατικόν, μὲ τὴν βαθυτέραν ἔννοιαν τῆς λέξεως, νὰ ψηφίζεται κάθε φορὰ ἐκλογικὸς νόμος, ἐν ὄψει ἐκλογῶν ποὺ θὰ γίνουν μετὰ 5 ἑβδομάδας· καὶ διότι ἡ διαμόρφωσις τῆς πολιτικῆς ζωῆς τῆς χώρας, πρέπει ἐγκαίρως ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον δηλ. εἰς τὸ σύστημα ἀριθμητικῆς μετρήσεως τῶν πολιτικῶν δυνάμεων καὶ ὁ πολιτικὸς κόσμος πρέπει νὰ προφθάσῃ νὰ προσαρμοσθῇ πρὸς οἱονδήποτε νέον σύστημα καὶ ἐπὶ τέλους δὲν ὑπάρχει οὔτε εἰς τὸν μεμονωμένον βουλευτὴν καὶ εἰς τὸ Κόμμα, οὔτε εἰς τὸ Σῶμα ποὺ ψηφίζει τὸν νέον ἐκλογικὸν νόμον δὲν ὑπάρχει ἡ ἀναγκαία ἀντικειμενικότης, τὴν ὁποίαν δημιουργεῖ ἡ ψυχολογικὴ ἠρεμία ἐκ τῆς ἀποστάσεως τῶν ἐκλογῶν. Ἐὰν θέσετε σήμερον τὴν Βουλὴν καὶ τὰ Κόμματα ἐνώπιον τοῦ προβλήματος μεταβολῆς τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, διὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ Σεπτεμβρίου διερωτῶμαι, πόσοι ἀπὸ τοὺς Βουλευτὰς θὰ αἰσθανθοῦν πράγματι ἐλεύθεροι καὶ ἀνεπηρέαστοι ἀπὸ οἱανδήποτε ὑποκειμενικὴν σκέψιν διὰ νὰ κρίνουν τὸ ἐκλογικὸν σύστημα μὲ τὸ ὁποῖον θὰ ἀγωνισθοῦν μετὰ δύο ἑβδομάδας ἢ μετὰ δύο μῆνας.
§65Ε. ΛΟΥΛΑΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ σχέδιον Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐξεπόνησεν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, εἴχομεν προβλέψει τὴν περίπτωσιν αὐτὴν καὶ ἐδίδομε τὸ δικαίωμα μόνον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ ποῖον ἐκλογικὸν σύστημα θὰ ἐφηρμόζετο κατὰ τὰς μεταπροσεχεῖς ἐκλογάς.
§66Α. ΣΒΩΛΟΣ. Ὀρθότατα. Δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει τοιαύτη δέσμευσις συνταγματική, ἀλλὰ νομίζω ὅτι μέσα εἰς τὴν οἰκονομίαν ἑνὸς εὐρρύθμως λειτουργοῦντος πολιτεύματος πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἕνας τέτοιος κανών, ἐφ’ ὅσον ἄλλωστε δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνωτέρα ἀνάγκη νὰ γίνουν αἱ ἐκλογαὶ λ.χ. τὸν Σεπτέμβριον καὶ ὄχι τὸν Ἰανουάριον. Δὲν θὰ ὁμιλήσω διὰ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα αὐτὸ καθαυτό, διότι ὡς ὀρθῶς ὑπεγραμμίσατε τῆς ἀποψινῆς συζητήσεως κύριον ἀντικείμενον δὲν εἶναι ἡ ἐκλογικὴ νομοθεσία, καὶ μία τοιαύτη συζήτησις πρέπει νὰ γίνῃ μὲ κάποιαν συστηματικότητα καὶ ὄχι παρεμπιπτόντως. Διαφωνῶ ὅμως κ. Πρωθυπουργέ, ἐπὶ τῆς ἰδέας τὴν ὁποίαν ἔχετε ἐξαγγείλει νὰ ζητήσητε ἀπὸ τὰ κόμματα εἰς μίαν σύσκεψιν ὑπὸ τὴν προεδρίαν σας νὰ ἀποφανθοῦν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ὄχι διότι εἶναι κακὸν νὰ ἀνταλλάσσουν σκέψεις τὰ κόμματα μὲ τὴν ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν ἐπὶ οἱουδήποτε θέματος· κάθε ἄλλο· τὸ θεωρῶ μάλιστα ὡς ἕνα ἀγαστὸν τρόπον συνεργασίας μεταξὺ Βουλῆς καὶ Κυβερνήσεως, ἀλλὰ διότι πρόκειται περὶ θέματος τὸ ὁποῖον ἐκφράζει αὐτὴν ταύτην τὴν οὐσίαν τοῦ ἐλευθέρου πολιτεύματος καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ συζητηθῇ δημοσίᾳ. Πολὺ ὀλίγα πράγματα μένουν, ἕνεκα τῶν ὁποίων θὰ ἤξιζε νὰ μαχώμεθα διὰ τὸ πολίτευμα αὐτό, ἐὰν ἐξαιρέσωμεν τῆς δημοσίας συζητήσεως τὸν ἐκλογικὸν νόμον. Ἕνα τοιοῦτον θέμα, εἶναι θέμα τοῦ Κοινοβουλίου ὁλοκλήρου. Οὔτε οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων ἠμποροῦν νὰ δεσμεύσουν τὰ κόμματα ἐν προκειμένῳ, οὔτε αὐτὰ νὰ δεσμευθοῦν ἀπέναντι μιᾶς δημοσίας συζητήσεως. Καὶ δὲν εἶναι ὀρθὴ τοιαύτη τακτικὴ οὔτε ἀπέναντι τοῦ λαοῦ ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ διαφωτισθῇ ἐπὶ τῶν ἐπιχειρημάτων ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης τῶν συγκρουομένων ἀπόψεων. Δὲν εἶναι σωστὸν νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ δυνατότης ἀπὸ τὸν λαὸν νὰ παρακολουθήσῃ τὸ θέμα.
§67Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Νομίζω, ὅτι οὐδέποτε ἐλέχθη, ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος δὲν θὰ γίνῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ ἀνταλλαγὴ ὅμως τῶν σκέψεων τῶν πολιτικῶν Ἀρχηγῶν ἠμποροῦσε νὰ προωθήσῃ τὸ ζήτημα διὰ νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της καὶ ἡ Κυβέρνησις ποῖαι εἶναι αἱ διάφοροι ἀπόψεις τῶν Ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, εἰς τρόπον ὥστε νὰ καταρτίσῃ κατόπιν ἕνα σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον θὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν νομίζω ὅτι ἐγένετο ποτὲ σκέψις νὰ ἀποφασισθῇ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα ἀπὸ τὴν σύσκεψιν τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων.
§68Α. ΣΒΩΛΟΣ. Ἔχει λεχθῆ κάτι περισσότερον τούτου. Ἔχει συζητηθῆ ἡ σκέψις τῆς δι’ Ἀναγκαστικοῦ Νόμου μεταβολῆς τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος ὑπὸ τὴν αἵρεσιν, νὰ ἔχουν συμφωνήσει οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων.
§69Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Εἶχε γίνει καὶ ἡ ἑξῆς δήλωσις, ὅτι καὶ ἐὰν ἡ πλειοψηφία τῶν Ἀρχηγῶν ἀποφασίσῃ τὸ Α ἢ Β ἐκλογικὸν σύστημα, τότε ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐκδώσῃ Ἀναγκαστικὸν Νόμον.
§70Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Δὲν εἴπομεν ποτὲ αὐτό.
§71Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Ἔχετε μίαν συνήθειαν κ. Πρόεδρε, ὁσάκις λέγετε κἄτι, τὴν ἑπομένην νὰ τὸ ἀναιρῆτε.
§72Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Μὲ συγχωρεῖτε κ. Μαντᾶ. Ἠμπορεῖτε νὰ λέγετε, ὅ,τι θέλετε ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως. Μὲ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἴχομεν εἴπει, ὅτι ὁπωσδήποτε τὸ ζήτημα τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου θὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν.
§73Α. ΣΒΩΛΟΣ. Ἀποκρούω τὴν σύσκεψιν διότι καὶ ἐὰν ἀκόμη ὑπάρξῃ ὁμοφωνία ὅλων τῶν Κομμάτων καὶ ὄχι μόνον τῶν Ἀρχηγῶν, πάλιν πιστεύω, ὅτι ἄνευ συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀλλάξῃ ὁ ἐκλογικὸς νόμος. Τὴν ἀποκρούω τὴν σύσκεψιν περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖτε, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου τὰς γνώμας τῶν Κομμάτων τὰς γνωρίζετε, γνωρίζετε τί πρεσβεύουν. Ἄλλως τε καὶ ἀπὸ τὴν ἕδραν αὐτὴν ὅσοι παρήλασαν ἢ θὰ παρελάσουν, περίπου θὰ σᾶς ἐπαναλάβουν τὰς προτιμήσεις διὰ τὸ Α ἢ Β ἐκλογικὸν σύστημα. Ἀλλὰ ἐὰν πρόκειται νὰ ἀποστῶμεν τοῦ ἰσχύοντος συστήματος, πρέπει τὴν συζήτησιν αὐτὴν νὰ τὴν κάμωμεν μετὰ μίαν εἰσήγησιν ὑπεύθυνον τῆς Κυβερνήσεως. Σεῖς εἶσθε κατὰ κύριον λόγον ὁ ἔχων τὴν νομοθετικὴν πρωτοβουλίαν κατὰ τὸ Σύνταγμά μας. Καὶ νὰ τὴν κάμωμεν τὴν συζήτησιν ὑπὸ τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος τὸ ἄπλετον, διὰ νὰ πεισθῇ καὶ ὁ λαὸς περὶ τῆς ἀνάγκης ἢ μὴ ἀλλαγῆς τοῦ συστήματος. Καὶ ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ Κόμμα, τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, ἀποκρούει ἀπολύτως καὶ τὴν καθιέρωσιν τοῦ πλειοψηφικοῦ συστήματος καὶ τὴν καθιέρωσιν τῆς σχεδιαζομένης, μεταβολῆς τῆς ἀναλογικῆς, ἡ ὁποία προσφυῶς ὠνομάσθη ὑπὸ τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως τέχνασμα, ἐκ τοῦ πονηροῦ, προσθέτω ἐγώ. Διότι, ἐὰν πρόκειται, κύριοι βουλευταί, νὰ διατηρήσωμεν μόνον κατὰ τύπους τὸν ὅρον τῆς ἀναλογικῆς λέγοντες, ὅτι ἔχομεν ἕνα σύστημα δικαιοσύνης, ἐκλογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον προστατεύει τὴν μειοψηφίαν, ἀλλὰ διὰ τῶν ἀλλοιώσεων ποὺ θὰ τοῦ κάνωμεν διὰ τῆς καθιερώσεως πριμοδοτήσεως ὑπὲρ οἱουδήποτε πλειοψηφοῦντος Κόμματος, νὰ ἐπιτύχωμεν τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν ἄλλων Κομμάτων ἀπὸ τὴν δευτέραν κατανομήν, ἐὰν πρόκειται δι’ αὐτῶν τῶν μέσων νὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν τεχνητὴν ἐνίσχυσιν ἑνὸς σχετικῶς πλειοψηφοῦντος Κόμματος καὶ εἰς τὸν ἐξαφανισμὸν τῶν μικρῶν Κομμάτων, τότε εἶναι προτιμοτέρα ἡ καθιέρωσις τοῦ καθαρῶς πλειοψηφικοῦ.
§74Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὁ ἀποκλεισμὸς τῶν μικρῶν Κομμάτων ἀπὸ τῆς δευτέρας καὶ τρίτης κατανομῆς ὑπάρχει εἰς τὸ ἰσχῦον ἐκλογικὸν σύστημα.
§75Α. ΣΒΩΛΟΣ. Μὰ ἐδῶ καθιερώνεται σκοπίμως ὑπερβολικὸν ποσοστὸν ψήφων.
§76Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὑπάρχει μία συνήθεια, ὅτι θέτομεν περιορισμοὺς διὰ ν’ ἀποκλείσωμεν τὰ μικρὰ Κόμματα, ἄλλως πως δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ σταθερὰ Κυβέρνησις.
§77Α. ΣΒΩΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε ἐθίξατε τὴν Ἀχίλλειον πτέρναν τοῦ ζητήματος. Σήμερα διὰ τοῦ σχεδίου σας ζητεῖται κάτι ἐντελῶς διάφορον, δηλ. ἡ τεχνητὴ ἐνίσχυσις διὰ κλοπῆς ψήφων, τῶν λεγομένων μεγάλων κομμάτων καὶ τοῦτο εἶναι ἀντιδημοκρατικὸν καὶ ἀντίθετον πρὸς τὴν καθολικὴν ψῆφον, ἀλλ’ εἶναι ἐπὶ πλέον καὶ στεῖρον μέτρον, διότι ἀποβλέπει νὰ συντηρήσῃ βιαίως καὶ λαθραίως παρηκμασμένας δυνάμεις μόνον καὶ μόνον διὰ ν’ ἀποκεφαλίσῃ τὰ ἀριστερὰ Κόμματα, δηλ. τὴν ζωὴν καὶ τὴν πρόοδον τοῦ λαοῦ. Ματαίως ὅμως θὰ τὸ ἐπιχειρήσετε. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ πλειοψηφικόν, οὐδέποτε ἀπεδείχθη ἱστορικῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅτι ἐξησφάλισε σταθερὰν Κυβέρνησιν. Θὰ σᾶς ἀναφέρω παραδείγματα. Αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1920 αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1923, τῆς 4ης Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Διελύθησαν εἰς τὰ ἐξ ὧν συνετέθησαν αἱ πλειοψηφίαι τῶν Σωμάτων αὐτῶν μολονότι εἶχον ἐκλεγῆ μὲ τὸ πλειοψηφικόν. Διατί; Διότι τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα, τὸ γνήσιον, προϋποθέτει αὐτὸ ποὺ λέγεται ἑνιαῖον καὶ μοναδικὸν ρεῦμα καὶ ἑνιαία ἡγεσία εἴτε ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ἑνὸς προσωπικοῦ κόμματος μὲ τὸν μεγάλον ἡγέτην, ὅπως ἦτο ὁ ἀείμνηστος πατήρ σας, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἢ τὸ σύστημα δύο μεγάλων κομμάτων, τὰ ὁποῖα ἠμπορεῖ νὰ μὴ ἔχουν μεγάλους ἡγέτας ἐπὶ κεφαλῆς, ἀλλ’ ἐκφράζουν γενικῶς ἀσπαστὰς διαφορετικὰς τάσεις. Εἴπατέ μου ἐὰν ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας τοιαύτην περίπτωσιν σήμερον.
§78Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Εἰς τὸ 1923 εἶχον ἀποχὴν ὅλα τὰ μεγάλα κόμματα καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν εἶναι αὐτὸ παράδειγμα οὔτε καὶ τὸ 1928 ἀποτελεῖ παράδειγμα νομίζω, διότι τὸ ἀντίθετον συνέβη, διότι ἐκράτησεν ἡ Βουλὴ τότε ἐπὶ μίαν τετραετίαν ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ κ. Βενιζέλου. Εἰς τὰ 1923 ὑπῆρχεν ἀποχὴ τῶν κομμάτων καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπῆρχε τοιαύτη δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλῆτε περὶ Βουλῆς, ἡ ὁποία ἠμποροῦσε νὰ κρατήσῃ ἐπὶ μίαν τετραετίαν.
§79Α. ΣΒΩΛΟΣ. Σᾶς λέγω, δι’ ὅσους ἐξακολουθοῦν νὰ θέλουν τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα, ὅτι πρέπει νὰ εἶναι πάρα πολὺ ἐπιφυλακτικοὶ προκειμένου νὰ τὸ ἐφαρμόσουν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὄχι, ἁπλῶς, διὰ πολλοὺς ἄλλους λόγους, τοὺς ὁποίους, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, θὰ ἀναπτύξωμεν, ἀλλὰ καὶ διότι ἔχει ἀποδειχθῆ ἀπὸ τὴν ἱστορίαν τοῦ πλειοψηφικοῦ, ὅτι δὲν δίδει κἂν σταθερὰς Κυβερνήσεις, πλὴν μόνον ὅταν, ὅπως εἰς τὰ 1928, ὑπάρχῃ ἕνας ἡγέτης καὶ ἕνα ρεῦμα πολὺ μεγάλον, ὁπότε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διασπασθῇ ἡ πλειοψηφία. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν εἶναι νὰ φέρῃ τὸ ταχύτερον εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχέδιον εἰς τὸ ὁποῖον θὰ καταλήξῃ, ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἐκλογικὸν νόμον. Ἐὰν θέλῃ νὰ μάθῃ ἑνὸς ἑκάστου κόμματος τὰς γνώμας, ἂς ἐρωτήσῃ ἕν ἕκαστον κόμμα, ἄλλως τε τὰς γνωρίζει. Ἠξεύρει π.χ., ὅτι ἡμεῖς οἱ σοσιαλισταὶ μὲ τὰς μικράς μας δυνάμεις, εἴμεθα ὑπὲρ τῆς ἀναλογικῆς, ἠξεύρει ἐπίσης ὅτι καὶ ἄλλα κόμματα ἠμποροῦν νὰ σκέπτωνται καθ’ ὅμοιον τρόπον, ὅπως ἠξεύρει ὅτι τὸ Λ.Ε.Κ. εἶναι ὑπὲρ τοῦ πλειοψηφικοῦ καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἀλλὰ πάντως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν εἶναι μία συζήτησις πλήρης ὑπὸ τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος μέσα εἰς τὴν Βουλήν. Πέραν αὐτοῦ, θὰ δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ ἐξαντλήσωμεν τὸ θέμα εἰς τὴν οὐσίαν, διότι πολλὰ πράγματα ποὺ ἀφοροῦν τὸ μέλλον τῆς χώρας αὐτῆς, κ. βουλευταί, ἤρτηνται κατὰ τὴν βαθυτάτην μου πεποίθησιν, ἀκριβῶς ἀπὸ τὰς ἐκλογάς, ποὺ πρόκειται νὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀπὸ τὸ σύστημα, μὲ τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ τὰς κάμῃ, ἀλλὰ δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῆς τῆς ἀπόψεως. Θέλω νὰ τονίσω μόνον εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἡ ἄποψίς της, ὅτι πρέπει ἡ πλειοψηφία, τὴν ὁποίαν διαθέτει δυστυχῶς διὰ τῆς ὑποστηρίξεως καὶ τῆς Ε.Π.Ε.Κ., νὰ τῆς δώσῃ τὴν εὐχέρειαν διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, κατὰ βάθος εἶναι ὄχι μόνον ἀντικοινοβουλευτική, ἀλλὰ καὶ ἀντιδημοκρατικὴ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι ὑποτιμᾷ ἀκόμη μίαν φορὰν τὴν χρησιμότητα τῆς παρουσίας τῆς Βουλῆς. Διότι ὅσα λέγονται, φυσικὰ μετὰ μεγάλης δόσεως δημαγωγίας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἕνα κριτικὸν πνεῦμα, τὸ ὁποῖον τροφοδοτεῖται ἀπὸ τὸ φαινόμενον τῶν σχέσεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, ὅσα λέγονται περὶ τῆς πενιχρᾶς χρησιμότητος τοῦ Σώματος αὐτοῦ καὶ περὶ τῆς ὑπεροχῆς ἄλλων συστημάτων διακυβερνήσεως ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐλλείπει αὐτὴ ἡ πολυτέλεια ἢ κατὰ τὸ ἥμισυ ἄχρηστος, ὅσα λέγονται δὲν εἶναι μὲν δι’ ἡμᾶς, παραδεκτά, διότι ἀντιθέτως ἔχομεν καθῆκον νὰ ὑπεραμυνώμεθα τοῦ Κοινοβουλίου, δὲν εἶναι λέγω ἀνεκτά, δὲν εἶναι καὶ ἀκριβῆ, ἀλλά, καθίστανται πιστευτὰ εἰς ἕνα κόσμον, ὁ ὁποῖος πλήττεται ἀπὸ ἄπειρον δυστυχίαν καὶ ὁ ὁποῖος παλαίει ἐναντίον πραγματικῶν δυσκολιῶν, ἀκριβῶς διότι ἡ Βουλὴ παρουσιάζει τὸ θέαμα μιᾶς μηχανῆς αὐτοκινήτου ποὺ πολὺ συχνὰ σταματᾷ εἰς τὸν δρόμον διότι ὁ σωφὲρ πάει νὰ φάῃ ἢ νὰ πιῇ κάπου. Καὶ ὁμιλῶ διὰ τὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, διὰ νὰ τονίσω πόσον μεγάλον εἶναι τὸ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως ὄχι νὰ ἐπιδιώκῃ πῶς τυχὸν νὰ ἀπαλλαγῇ εὐκόλως ἀπὸ τὴν παροῦσαν Βουλήν, εἴτε διὰ νὰ νομοθετήσῃ μόνη της, εἴτε διὰ νὰ μὴ ἔχῃ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἀντιθέτως νὰ χρησιμοποιήσῃ ὅλας τὰς δυνάμεις ποὺ ἔχει ἡ Βουλὴ καὶ τὸ κῦρος τὸ ἠθικὸν καὶ τὴν ἐπιβολὴν ποὺ ἠμπορεῖ νὰ ἀσκήσῃ εἰς τὸν λαόν, διὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ αὐτὰ τὰ βαρειὰ προβλήματα τῆς δυστυχίας τῆς ζωῆς τῶν μεγάλων λαϊκῶν μαζῶν. Ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοῇ, ὅτι ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν ἐποχήν, ποὺ πρόκειται νὰ τῆς λείψῃ καὶ ὁ ἔλεγχος ποὺ γίνεται ἀπὸ ἡμᾶς ἐπὶ τῶν πράξεων ἢ ἐπὶ τῶν παραλείψεών της πλεῖστα ὅσα λαϊκὰ προβλήματα ὀγκοῦνται ἐνώπιον τῆς χώρας, προβλήματα, ποὺ ζητοῦν κάποιαν λύσιν. Ἤδη, προχθὲς ὑπῆρξεν ἕνα ὀξὺ ζήτημα ἀνεργίας εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, τὸ ὁποῖον ἐκράτησε καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐργασίας ἐπὶ τόπου διὰ νὰ ἴδῃ ἐὰν θὰ εὕρῃ μίαν λύσιν καὶ ἀλλοίμονον, ἐὰν τὸ πρᾶγμα αὐτὸ ἐπεκταθῇ πάρα πέρα εἰς μίαν χώραν, ἡ ὁποία οἰκονομικῶς εἶναι τόσον εὐπαθής, ὅπως εἶναι ἡ Β. Ἑλλὰς ὁλόκληρος. Διότι καὶ μεγάλο μέρος τῆς ὑπαίθρου ὑποφέρει ἀπὸ κρίσιν γεωργικῶν προϊόντων καὶ γενικώτερον ἀπὸ δυστυχίαν. Ἐθίγη ὑπὸ ἄλλων ὁμιλητῶν, πρὸ ἐμοῦ, τὸ θέμα τῆς νομοθεσίας περὶ αὐτοκινήτων καὶ αὐτοκινητιστῶν, τὸ θέμα ἄλλων ἀναγκαστικῶν νομοθετημάτων ποὺ παίρνουν μίαν μορφὴν ἐπείγουσαν. Ὅλα αὐτὰ δι’ ἐμέ, κ. βουλευταί, ἔχουν τὴν ἑξῆς σημασίαν, ὄχι ἁπλῶς ὅτι παίρνομεν ἕνα δρόμον, ποὺ ὅλοι τὸν δεχόμεθα ὡς ἀντισυνταγματικόν, ἀλλά, κυρίως, ὅτι δὲν ἀφήνεται μία φυσικὴ διέξοδος τοῦ λαϊκοῦ παραπόνου, τῆς λαϊκῆς ἀνάγκης, τῶν λαϊκῶν τάξεων διὰ μέσου τοῦ Κοινοβουλίου πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Δὲν ἀγνοεῖτε τὸ γενικώτερον πρόβλημα τῆς ἐργατικῆς τάξεως. Δὲν ἀγνοεῖτε τὰ προβλήματα τῶν ἀγροτῶν. Δὲν ἀγνοεῖτε τὴν λαϊκὴν δυστυχίαν. Καὶ ὅσον περισσότερον θὰ στομώσετε τὴν ὁδὸν τῆς ἀνόδου τῶν λαϊκῶν αἰτημάτων πρὸς τὴν Πολιτείαν, πρὸς τὴν κορυφὴν τῆς Πολιτείας διὰ μέσου ἑνὸς δημοκρατικοῦ ἀγωγοῦ, ὅπως εἶναι τὸ Κοινοβούλιον, τόσον μεγαλύτερον κακὸν κάμνετε εἰς τὸ ἴδιον αὐτὸ τὸ πολίτευμα. Αὐτὴ εἶναι ἡ σωστὴ ἄποψις τῆς λεγομένης συνταγματικότητος ἢ ἀντισυνταγματικότητος τῶν μέτρων σας. Διότι οὐσιαστικὴν σημασίαν ἔχει, ποῖα κοινωνικὰ καὶ πολιτικὰ φαινόμενα ὑπάρχουν πίσω ἀπὸ τὰς παραβάσεις τοῦ Συντάγματος καὶ ποῖος εἶναι ὁ ἀντίκτυπος ἐξ αὐτῶν καὶ ποία εἶναι ἡ προοπτικὴ τοῦ μέλλοντος. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, νομίζω, ὅτι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, κ. βουλευταί, ἔχει καθῆκον, αἰρόμενος ὑπὲρ τὴν ἰδίαν του θέσιν, νὰ ἐπισημάνῃ ἕνα κίνδυνον διὰ τὸ μέλλον διότι ἔχομεν εὐθύνας ὅλοι, ἀδιάφορον, ἐὰν τὰς εὐθύνας τῆς διαχειρίσεως τῆς ἐξουσίας τὰς συγκεντρώνει ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Δὲν εἴμεθα ἀνεύθυνοι καὶ ἡμεῖς ὡς Σῶμα, τοὐλάχιστον κατὰ τοῦτο, ὅτι ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἀγωνιζώμεθα μέχρι τοῦ τελευταίου δυνατοῦ ὁρίου, διὰ νὰ διατηρήσωμεν ὅ,τι τὸ πολίτευμα δίδει ὡς στοιχειώδη ἐγγύησιν προστασίας τῶν λαϊκῶν συμφερόντων. Καὶ ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ ἐκλογῶν, τὰς ὁποίας θέλομεν ὅλοι καὶ τὰς θέλομεν εἰλικρινῶς, πρέπει νὰ ἠξεύρωμεν εἰς τί ἀκριβῶς θὰ ἀποβλέψουν αἱ ἐκλογαὶ αὐταί, διότι δι’ ἡμᾶς αἱ ἐκλογαί, ὅπως εἶπα, θὰ εἶναι μία προσπάθεια πραγματικῆς ἀλλαγῆς, πραγματικῆς ἀνυψώσεως ἑνὸς νέου λαϊκοῦ ρεύματος, διότι ἡμεῖς πιστεύομεν, ὅτι ἀπὸ μίαν γνησίαν ἐκλογήν, ἀπὸ μίαν ἐλευθέραν ἐκλογήν, ἀπὸ μίαν ἀβίαστον ἐκλογήν, ἀπὸ μίαν ἐκλογὴν μὴ καταπιεζομένην ἀπὸ μέτρα πιεστικά, ἀπὸ μίαν τοιαύτην ἐκλογήν, δύναται νὰ προκύψῃ ἡ ἀνατολὴ νέου πολιτικοῦ βίου διὰ τὴν Ἑλλάδα, γονίμου, δημιουργικοῦ μέσα εἰς τὰ λαϊκὰ πλαίσια, τὰ δημοκρατικὰ καὶ τὰ ἐθνικά. Καὶ νομίζω, ὅτι συμφέρον ὑπάρχει ἀντὶ νὰ κλείσωμεν τὸν δρόμον αὐτὸν διὰ βιαίων ἢ ὑπούλων μέσων, νὰ τὸν ἀφήσωμεν ἀνοικτόν, διότι ἀποτελεῖ τὴν μόνην ἐγγύησιν ἑνὸς καλυτέρου μέλλοντος διὰ τὴν χώραν αὐτήν. Ἐὰν αὐτὴ ἡ προοπτικὴ λείψῃ ἀπὸ τὰς μελλούσας ἐκλογάς, κ. βουλευταί, ὅπως καὶ ἐὰν γίνουν, μὲ οἱονδήποτε σύστημα, οὐσιαστικήν, ριζικὴν μεταβολήν, ποὺ νὰ ἔχῃ πραγματικὴν ἐθνικὴν καὶ λαϊκὴν σημασίαν, δὲν θὰ ἔχουν αἱ ἐκλογαί. Ἐνῷ, ἀντιθέτως, ἐὰν δοθῇ ἡ εὐκαιρία εἰς τὸν λαὸν νὰ εἴπῃ εἰλικρινὰ καὶ κατὰ τρόπον γόνιμον τὶ πράγματι θέλει, διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν βασικῶν του προβλημάτων, θὰ ἔχωμεν κάμει τὸ πιὸ δημιουργικὸν ἔργον γιὰ τὸν βίον τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, ὅπως εἶπα ἤδη, θέλομεν καὶ ἡμεῖς τὰς ἐκλογὰς καὶ περισσότερον οἱουδήποτε ἄλλου κόμματος, ἀλλ’ ὑπὸ τοὺς ὅρους ποὺ σᾶς εἶπα καὶ οἱ ὁποῖοι ἄγουν εἰς ὡρισμένα ἐπιβεβλημένα συμπεράσματα καὶ γενικῶς καὶ διὰ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς νὰ ἐκδίδῃ Α. Νόμους κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Ἠξεύρετε, ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ ἐὰν θέλῃ, τοιαύτην ἄδειαν δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς δώσῃ, διότι δὲν ὑπάρχει θεσμὸς τοιοῦτος, ὁ ὁποῖος νὰ σᾶς ἐπιτρέπῃ νὰ ζητῆτε τοιαύτην ἄδειαν. Ἀλλά, θὰ ἔλεγον καὶ ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως, διατί ζητεῖτε τὴν ἄδειαν αὐτήν, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως; Ὁ ἀείμνηστος πατήρ σας, διεξάγων τὸν παγκόσμιον πόλεμον εἰς τὸ 1917, ἐζήτησε καὶ ἐπέτυχεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν τρεῖς διαδοχικοὺς νόμους εὐρείας ἐξουσιοδοτήσεως, μὲ πλαίσια μέσα εἰς τὰ ὁποῖα ἠμπόρεσε διὰ Ν. Διαταγμάτων καὶ παρούσης τῆς Βουλῆς, πολλὰς φοράς, ἐκδιδομένων, ἠμπόρεσε ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὰς στρατιωτικάς, οἰκονομικὰς καὶ πολιτικὰς ἀνάγκας τῆς χώρας. Ὑπῆρξε μία καινοτομία ἀνάγκης, θεωρηθεῖσα ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος καὶ πάντως καινοτομία δεικνύουσα τὸν σεβασμόν, ποὺ εἶχε πρὸς τὸ Σῶμα τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων τότε, τὸ ὁποῖον κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐπανελθόν, ὅπως ἐπανῆλθεν ἀπὸ τὴν ἐπανάστασιν τῆς Θεσσαλονίκης, θὰ ἠμποροῦσεν, ἴσως, νὰ φερθῇ καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ κυβερνήσῃ δι’ Α. Νόμων. Δὲν τὸ ἔκαμεν ὅμως αὐτό. Ἐνῷ, ἴσως, θὰ εἶχε καὶ κάποιαν δικαιολογίαν. Ἔκαμνε ἕνα μεγάλον πόλεμον ἡ Ἑλλάς, ἦτο ἐμπεπλεγμένη μέχρι κορυφῆς εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν καὶ ἐν τούτοις ἐτήρησε τὸν σεβασμὸν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἐζήτησε μίαν διὰ νόμου ἐξουσιοδότησιν εὐρεῖαν μέν, ἀλλὰ καθωρισμένην εἰς σκοποὺς καὶ θέματα. Διατί δὲν σκέπτεσθε, ἐὰν πράγματι ἔχετε ἀνάγκην νὰ ἀντιμετωπίσετε ὡρισμένα προβλήματα, νὰ ζητήσετε ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τέλους νὰ ψηφίσῃ νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ σᾶς παράσχῃ τοιούτου εἴδους ἐξουσιοδότησιν ἐντὸς ὡρισμένων πλαισίων; Ἀλλά, δὲν εἶναι ἀκόμη καλύτερον, κ. Πρόεδρε, νὰ χρησιμοποιήσετε τὴν Βουλήν, διὰ νὰ σᾶς δώσῃ μίαν βοήθειαν εἰς τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα θέλετε νὰ κάμετε ἀντὶ νὰ τὴν στέλλετε πάλιν εἰς ἄδειαν; Ὄλαι αἱ διαδοχικαὶ Κυβερνήσεις—δὲν ὁμιλῶ μόνον διὰ τὴν ἰδικήν σας, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς προηγουμένας—εἰς τὸ θέμα τῶν Α. Ν., κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἔδωσαν τὰς χειροτέρας ἐξετάσεις. Δὲν ἔπεισαν σχεδὸν ποτέ, οὔτε τὴν κοινὴν γνώμην, οὔτε τὰ δικαστήρια, οὔτε τὴν Βουλήν, περὶ τῆς ἐπειγούσης ἀνάγκης νὰ νομοθετῶσι κατὰ τρόπον ἀποτελοῦντα παράβασιν καὶ τῶν τύπων καὶ τῆς οὐσίας τοῦ Συντάγματος. Δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ εἰς παραδείγματα, διότι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποτελέσῃ θέμα Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου ἡ διαπίστωσις τῆς ἀναγκαιότητος τῶν Α. αὐτῶν Ν., ἀλλ’ εἶναι γενικὴ ἐντύπωσις, ὅτι κατὰ κανόνα ἐγένετο κατάχρησις τῆς ἐκδόσεως Α.Ν. ἐπὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν παρουσιάζουν τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἐπείγοντος, οὔτε κἄν, κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἀνάγονται εἰς τὴν Ἀνασυγκρότησιν πολλὰς φοράς. Διότι, ἐπὶ τέλους, εἶχε γίνει δεκτόν, ὅπως θὰ ἐνθυμοῦνται τὰ μέλη τῆς παλαιᾶς Βουλῆς καὶ ἀπὸ τὰ Δικαστήρια, ὅτι ἐπὶ θεμάτων Ἀνασυγκροτήσεως χωρεῖ ἡ παρέκκλισις τοῦ Α. νόμου. Ἀσχέτως δὲ τοῦ ὅτι πλεῖστα ὅσα θέματα ἐθεωρήθησαν ὡς ἀναγόμενα εἰς τὴν Ἀνασυγκρότησιν, κατὰ τρόπον λίαν σοφιστικόν, σήμερον δὲν πρόκειται πλέον διὰ τὰ θέματα αὐτά. Πῶς θέλετε, λοιπόν, ἡ Βουλὴ νὰ σᾶς ἐμπιστευθῇ τὴν ἔκδοσιν Α. νόμων, ἐκτὸς τοῦ ὅτι νομικῶς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ τὸ κάμῃ; Καὶ διατί, ἀκόμη, ἐν ὄψει τόσων μεγάλων λαϊκῶν αἰτημάτων, δὲν θέλετε τὰς δημοκρατικὰς μεθόδους, ἀλλὰ τὴν αὐταρχικὴν παρεκτροπὴν τοῦ ἀναγκαστικοῦ νόμου, ὄχι κἄν διὰ νὰ λύσετε τὰ ζητήματα, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴν ἐνοχληθῆτε ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ τὰ ἀφήσετε ἄλυτα; Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν εἶναι ἐπιτυχὴς οὐδὲ κἂν ἡ μετριάζουσα, δῆθεν, τὸ πρᾶγμα πρότασις τοῦ συμμάχου τῆς Κυβερνήσεως ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῆς ΕΠΕΚ περὶ διακομματικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία νὰ συνεργασθῇ μὲ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Κύριοι βουλευταί, ἢ ἡ Βουλὴ ἀσκεῖ δικαιώματα ἤ, ἐκεῖ ὅπου δὲν ἀσκεῖ δικαιώματα, ἀσκεῖ ἁπλῶς ἔλεγχον. Τὸ νὰ συμβουλεύῃ ἡ Βουλὴ δι’ ἐπιτροπῆς τὴν Κυβέρνησιν, προκειμένου περὶ νομοθετικῆς ἐξουσίας, δὲν εἶναι ἐπιτρεπτόν, οὔτε διὰ τὸ γόητρον τῆς Βουλῆς, οὔτε διὰ τὴν οὐσίαν τοῦ πολιτεύματος. Διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ γίνεται, παρὰ τὴν συμβουλὴν τῆς Ἐπιτροπῆς, θὰ εἶναι μειωτικὸν διὰ τὴν Βουλήν, ἐνῷ εἰς οὐδὲν θὰ πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν Κυβέρνησιν. Κύριοι βουλευταί, ἔχω καὶ ἕνα ἄλλο θέμα ποὺ θέλω νὰ θίξω, ἐπειδὴ ἀνεκινήθη τὸ ζήτημα καὶ εἰς τὸν τύπον καὶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, τὸ θέμα τοῦ χαρακτῆρος τῆς μελλούσης Βουλῆς. Ἐλέχθη, ὅτι ἡ μέλλουσα Βουλὴ θὰ εἶναι ἀναθεωρητική, διότι ἀναγνωρίζεται ἡ ἀνάγκη νὰ ἀποκτήσωμεν ἕνα σύγχρονον Σύνταγμα. Εἶμαι σύμφωνος. Ἀλλ’ ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ διερωτῶμαι, διατὶ καὶ εἰς τὸ θέμα αὐτὸ δὲν θέλετε νὰ χρησιμοποιήσετε ἀκριβῶς τὴν λειτουργίαν τῆς Βουλῆς, μέχρι τῆς ὥρας, ποὺ θὰ διαλυθῇ, διὰ νὰ προπαρασκευάσῃ τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον, τηροῦσα τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ Συντάγματος περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος; Διατὶ θέλετε νὰ προτιμήσετε κάτι τὸ ἀνώμαλον, δηλαδὴ τὸ Διάταγμα τῆς προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν μέλλουσαν Βουλὴν ὡς ἀναθεωρητικήν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον παραβιάζει τὸ Σύνταγμα, διότι, ἁπλούστατα, προβλέπετε τὴν σχετικὴν διαδικασίαν τῆς ἀναθεωρήσεως καὶ ἄρα πρέπει νὰ τηρηθῇ; Διατὶ θὰ θελήσετε διὰ Διατάγματος νὰ χαρακτηρίσετε τὴν Βουλὴν ὡς ἀναθεωρητικήν, ἐνῷ ἔχετε διαδικασίαν προβλεπομένην ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ὁρίζει εἰς πρῶτον στάδιον τὸν καθορισμὸν τῶν ἀναθεωρητικῶν διατάξεων, ποὺ ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ ἡ παροῦσα Βουλή, μετὰ δὲ τὴν λῆξιν τοῦ ἔργου αὐτοῦ διαλύεται αὐτοδικαίως, ὅπως λέγῃ τὸ Σύνταγμα, καὶ προκηρύσσονται ἐκλογαί, καὶ εἰς δεύτερον στάδιον γίνεται ἡ ἀναθεώρησις ἀπὸ τὴν νέαν Βουλήν; Διατί, διερωτῶμαι, νὰ μὴ ἀκολουθήσωμεν ὁμαλὴν διαδικασίαν, ἡ ὁποία συμπίπτει καὶ μὲ τὸ συμφέρον, ποὺ ὑποστηρίζετε νὰ γίνουν ἐκλογαὶ τὸ φθινόπωρον, τὸν Σεπτέμβριον ἢ τὸν Ὀκτώβριον, διατὶ ἀντ’ αὐτοῦ προτιμᾶτε τὸ πραξικόπημα; Ἡ Βουλὴ θὰ ἐργασθῇ καὶ ἐναπόκειται ἢ εἰς τὰ ἀποτελοῦντα τὴν Κυβέρνησιν κόμματα ἢ εἰς οἱονδήποτε ἄλλο, νὰ κάμουν ἕνα προσχέδιον ἀναθεωρητέων διατάξεων, νὰ τὸ φέρουν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τὸ συζητήσωμεν, διὰ νὰ καθορισθῇ ποῖαι διατάξεις θὰ ἀναθεωρηθοῦν. Διερωτῶμαι διατί, κ. Πρόεδρε, δὲν θέλετε νὰ χρησιμοποιήσετε τὴν Βουλήν, ὡς παράγοντας τοῦ πολιτεύματος, ἐπιδεικνύοντες καὶ τὸν σεβασμόν σας πρὸς τὸ Σύνταγμα, ποὺ τὸ ἐπικαλεῖται καὶ ὁ τελευταῖος δικολάβος, ἐνώπιον τοῦ τελευταίου εἰρηνοδικείου τῆς χώρας; Πρόκειται ἄλλωστε περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐμποδίζουν εἰς τίποτε τὴν Κυβερνητικὴν πρωτοβουλίαν εἰς ἄλλα θέματα. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριοι βουλευταί, εἶμαι ἀπολύτως ἐναντίον καὶ τῆς ζητουμένης διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς πορείας πρὸς οἱανδήποτε μεταβολὴν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ἄνευ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς. Ἐπὶ πλέον δέ, εἰσηγοῦμαι εἰς τὴν Βουλὴν τὴν σκέψιν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ μελετήσῃ, δηλαδὴ νὰ χρησιμοποιηθῇ τὸ ἀπομένον διάστημα τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ὡς προβαθμὶς τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, συμφώνως μὲ τὰς κειμένας διατάξεις. Ἀλλά, κυρίως, κάμνω ἔκκλησιν πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ μὴ δεχθῇ νὰ αὐτοκαταλυθῇ. Φοβᾶμαι ὅτι ἡ φωνή μου εἶναι ὄχι φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, διότι γνωρίζω ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν συναδέλφων σκέπτονται ὅπως ἐγώ, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἐπὶ ματαίῳ, διότι ἡ Κυβέρνησις θὰ ζητήσῃ, ἀπὸ τὰ κόμματα ποὺ τὴν ἀπαρτίζουν καὶ ἀπὸ τὴν ΕΠΕΚ ποὺ τὴν ὑποστηρίζει, τὴν ψήφισιν τῆς προτάσεώς της. Ἀλλά, τοὐλάχιστον, ἂς μείνῃ ἡ ἱκανοποίησις εἰς ἕνα μικρὸν κόμμα σὰν τὸ ἰδικόν μας, τοῦ ὁποίου ὁ πρῶτος ἱστορικὸς ρόλος εἶναι νὰ λέγῃ μερικὲς ἀλήθειες ποὺ τὰ μεγάλα καὶ βεβαρυμένα ἀπὸ μίαν κακὴν κληρονομίαν κόμματα δὲν ἠμποροῦν νὰ τὸ κάμουν, ἂς μείνῃ λέγω δι’ ἡμᾶς ἡ ἱκανοποίησις νὰ ὑψώνωμεν μίαν φωνὴν διαμαρτυρίας ἐναντίον τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ Κοινοβουλίου, ὡς παράγοντος τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, μὲ τὴν πλήρη πεποίθησιν ὅτι, ἐὰν ἀφήσετε νὰ κατέβουμε τὴν σκάλα τῆς ὑποτιμήσεως τῆς Βουλῆς, θὰ κρημνίσωμεν τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα. Καὶ ἡμεῖς πιστεύοντες, ὅτι ἐκπροσωποῦμεν τὴν συνείδησιν καὶ τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος πάλλεται ἀπὸ ἐνθουσιασμὸν διὰ τὴν δημοκρατίαν, δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι ὄχι μόνον νὰ συμπράξωμεν ἢ νὰ ἀνεχθῶμεν αὐτὴν τὴν ὑποτίμησιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ θὰ ἐξακολουθήσωμεν ἀγωνιζόμενοι ἐναντίον της πάσῃ δυνάμει. Ἂς μᾶς ἀρνοῦνται οἱ μεγάλοι τὸ δικαίωμα τῆς ζωῆς. Πιστεύομεν ὅτι ὄχι μόνον εἴμεθα χρήσιμοι εἰς τὴν Πολιτικὴν τῆς χώρας, ἀλλ’ εἴμεθα καὶ ἀπαραίτητοι. Διότι εἴμεθα οἱ φύλακες τῆς Δημοκρατίας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Μανιαδάκης ἔχει τὸν λόγον.
§81Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ ἀναβολῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς μέχρι τῆς 25ης Ἰουνίου, ἡμεῖς ἀπαντῶμεν εὐθέως ὄχι, διότι δὲν ἐπιθυμοῦμεν κατ’ οὐδένα τρόπον νὰ ὑποβοηθήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τοὺς προδιαγεγραμμένους καὶ ἀνομολογήτους σκοπούς, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει νὰ θέσῃ εἰς ἐφαρμογὴν κατὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον τρόπον, μὲ σκοπὸν ἢ νὰ μὴ κάμνῃ καθόλου ἐκλογάς, ἢ νὰ τὰς διεξαγάγῃ ὅταν αὕτη κρίνῃ ὅτι τὴν συμφέρουν αἱ ἐκλογαὶ καὶ μὲ σύστημα, μὲ τὸ ὁποῖον αὐτὴ θὰ κρίνῃ ὅτι τῆς ἀποφέρει κομματικὰ ὀφέλει. Μόνον, ἐὰν θέσωμεν αὐτὴν τὴν προϋπόθεσιν, θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξηγήσωμεν τὴν ἀντινομίαν, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐνῷ εἰς τὰς 3 Μαΐου, εἰς στιγμὰς μεγάλης εἰλικρινείας καὶ πατριωτισμοῦ, ὁμολογεῖ ὅτι «τὴν λύσιν τοῦ πολιτικοῦ προβλήματος μόνον αἱ ἐκλογαὶ δύνανται νὰ τὴν δώσουν.............», ὅμως τὴν ἑπομένην, δηλαδὴ εἰς τὰς 4 Μαΐου, ἐξέδωκε τὸ γνωστὸν ἀνακοινωθέν, κατὰ τὸ ὁποῖον, κατόπιν συνεννοήσεως τοῦ Προέδρου καὶ Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὸν στρατηγὸν Πλαστήραν, ἀπεφασίσθη ὅπως θεωρηθῇ λήξασα ἡ παροῦσα Βουλή, διὰ Β. Δ., δοθέντος ὅτι αἱ ἐκλογαὶ θὰ διεξαχθῶσιν ἐντὸς τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου».
§82Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ποῦ βλέπετε τὴν ἀντινομίαν καὶ τὴν διαφορὰν εἰς τὰς δηλώσεις μου;
§83Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Ἡ ἀντινομία, κ. Πρόεδρε, εἶναι πλήρης καὶ σαφής, διότι ἐνῷ εἰς τὰς 3 Μαΐου ὁμολογεῖτε, «ὅτι μόνον αἱ ἐκλογαὶ δύνανται νὰ δώσουν τὴν λύσιν τοῦ πολιτικοῦ προβλήματος, καὶ αὐτὸ σημαίνει, ὅτι θὰ εἰσηγηθῆτε, ὡς ὑπεύθυνος Σύμβουλος, τὴν ἄμεσον διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν διενέργειαν τῶν ἐκλογῶν ἐντὸς τῶν συνταγματικῶν προθεσμιῶν, ὅμως διὰ τοῦ ἀνακοινωθέντος τῆς 4ης Μαΐου, τὴν ἑπομένην, ἀναβάλλετε τὰς ἐκλογὰς διὰ τὸν μῆνα Σεπτέμβριον, δηλαδὴ μετὰ πεντάμηνον.
§84Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ποῦ τὸ βρήκατε τὸ πεντάμηνον;
§85Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Δεδομένου, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι αἱ δηλώσεις σας ἔγιναν εἰς τὰς 3 Μαΐου, ἔχομεν ἀκριβῶς 5 μῆνας μέχρι Σεπτεμβρίου συμπεριλαμβανομένου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡμεῖς δεχόμεθα ὡς ἀπολύτως ὀρθὴν τὴν διαπίστωσιν τοῦ κ. Προέδρου, ὅτι ἐκεῖ ποὺ ἔχομεν φθάσει, δὲν ὑπάρχει ἄλλη λύσις ἀπὸ τὰς ἐκλογὰς καὶ ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Πρόεδρος, ὡς ὑπεύθυνος σύμβουλος τοῦ Στέμματος, τὸ διαπιστώνει, καὶ ἡ πλειονότης τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τὸ δέχεται, νομίζω, ὅτι εὑρισκόμεθα ἐνώπιον κλασσικῆς περιπτώσεως, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει εἰς τὸν Ρυθμιστὴν τοῦ Πολιτεύματος, νὰ ἀσκήσῃ τὴν ὑψηλοτέραν καὶ λεπτοτέραν προνομίαν του, νὰ διαλύσῃ, δηλαδή, τὴν παροῦσαν Βουλὴν καὶ νὰ μᾶς στείλῃ εἰς τὸν λαόν, ἁρμόδιον νὰ ἀποφανθῇ καὶ νὰ λύσῃ τὸ πολιτικὸν ἀδιέξοδον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχομεν περιέλθει. Τώρα, τὸ διατὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἀδιέξοδον αὐτὸ καὶ διατὶ τόσον συντόμως ἠχρηστεύθη ἡ παροῦσα Βουλή, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ δώσῃ Κυβερνήσεις αὐτοδυνάμους εἰς τὸν τόπον, θὰ τὸ ἀνεύρωμεν, ἂν ἐνθυμηθῶμεν τί ἔχει συμβῆ εἰς τὸ πρόσφατον παρελθόν. Πάντως ὑμεῖς, κ. Πρόεδρε καὶ κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἶσθε ἐκ τῶν ὑπευθύνων, διότι καὶ οἱ δύο ἔχετε ὑπογράψει τὸ περίφημον ἐκεῖνο πρωτόκολλον τῆς 12ης Μαρτίου, διὰ τοῦ ὁποίου, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ὀρθῆς ἑρμηνείας τοῦ νοήματος τῶν ἐκλογῶν τῆς 5ης Μαρτίου, ἐθέσατε μαζὶ μὲ τὸν στρατηγὸν Πλαστήραν, πρὶν ἀκόμα συγκεντρωθοῦν τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν, τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, τὴν σπονδυλικὴν στήλην τοῦ ἀστικοῦ καθεστῶτος, διὰ τῆς πολιτικῆς σας ἐκείνης πράξεως, ὑπὸ πολιτικὴν καὶ ἠθικήν, δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἀπομόνωσιν. Ὅταν, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, τὸ Λαϊκὸν Κόμμα εἶχε τὴν ἀπόλυτον πλειοψηφίαν, ὄχι μόνον δὲν σᾶς ἠγνόησεν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐμοίρασε μαζί σας τὴν Κυβέρνησιν καὶ σᾶς ἔδωσε τὰ σοβαρώτερα τῶν Ὑπουργείων. Τοὐναντίον, σεῖς ἐπεχειρήσατε νὰ μονοπωλήσητε τὴν ἐξουσίαν ὑπὲρ ὡρισμένης παρατάξεως, διότι καὶ οἱ τρεῖς οἱ ὁποῖοι ἔχετε ὑπογράψει τὸ περίφημον ἐκεῖνο πρωτόκολλον, συμβαίνει νὰ προέρχεσθε ἀπὸ τὴν ἰδίαν παλαιοβενιζελικὴν παράταξιν. Ὅταν ἀπεμονώσατε τὸ ἐκ τῶν ἐκλογῶν τῆς 5ης Μαρτίου, παρὰ τὴν φθορὰν ἐκ τῆς ἀσκήσεως τῆς ἐξουσίας, ἐξελθὸν πρῶτον κόμμα, τὸ Λαϊκόν, δὲν ἐσκέφθητε ὅτι ἀπομονώνετε τὸν μισὸν πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος εἰς μίαν ἐποχὴν ἐξαιρετικὴν διὰ τὴν Πατρίδα μας.
§86Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Νομίζω, ὅτι δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὰ γεγονότα αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε αὐτὴν τὴν στιγμήν. Διότι τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, ὄντως, μὲ τὴν συνεργασίαν ὡρισμένων κομμάτων ἀπέκτησε, διὰ τῶν ἐκλογῶν, τὴν ἀπόλυτον πλειοψηφίαν καὶ ἤσκησε τὴν ἐξουσίαν. Μὴ λησμονῆτε δέ, ὅτι εἰς τὴν ἀρχήν, ὅταν ἐσχηματίσθη ἡ πρώτη Κυβέρνησις τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, μᾶς ἐζητήθη ἡ συνδρομή μας καί, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἴμεθα οἱ τρεῖς Ἀρχηγοὶ τῆς τότε Ε.Π.Ε., οἱ ὁποῖοι ἐδέχθημεν νὰ λάβωμεν μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Καὶ ὅταν ἀνέλαβεν ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ ἐσχημάτισε Κυβέρνησιν, μᾶς εἶπεν ὁ κ. Τσαλδάρης τότε «τί θέλετε νὰ κάμετε;» λέγομεν: «θέλομεν νὰ μείνωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ὑπὸ ποίας προϋποθέσεις;» Μᾶς ἀπαντᾷ: «ὅπως εἶσθε τώρα, ὡς Ὑπουργοὶ ἄνευ χαρτοφυλακίου». Καὶ εἴπομεν τότε ὅτι, ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, δὲν ἔχομεν κανένα λόγον νὰ μείνωμεν ὡς Ὑπουργοὶ ἄνευ χαρτοφυλακίου. Ἔκτοτε, τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἔχασε τὴν πλειοψηφίαν του καὶ ἠναγκάσθη νὰ ἔλθῃ εἰς συνεργασίαν μὲ τὰ ἄλλα Κόμματα, ὅπως καὶ ἡμεῖς. Δὲν νομίζω, λοιπόν, ὅτι ὑπάρχει παραλληλισμὸς καὶ ὅτι εὐσταθοῦν αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε.
§87Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Πάντως, τὸ Λαϊκὸν Κόμμα εἶχε τὴν πλειοψηφίαν.
§88Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἐπιθυμῶ, πρῶτον, νὰ ἐπιβεβαιώσω ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν περίοδον ἀμέσως μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 31ης Μαρτίου. Πράγματι, ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος τότε μᾶς προσέφερε συμμετοχὴν ἄνευ χαρτοφυλακίου! Καὶ οἱ τρεῖς ἐνομίσαμεν, ὅτι ἡ τιμὴ ἦτο ὑπέρμετρος καὶ δὲν ἀντείχομεν εἰς τὴν ἀποδοχήν της. Ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἠθέλησα νὰ σᾶς ἀπαντήσω καὶ ἔλαβον τώρα τὸν λόγον, εἶναι ἡ διαφωνία μου πρὸς τοὺς χαρακτηρισμούς, εἰς τοὺς ὁποίους προέβητε. Εἴπατε, ὅτι τὸ πρακτικὸν τῆς 12ης Μαρτίου ἐσήμαινεν ἠθικὸν ἀποκλεισμὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Ὁ χαρακτηρισμός, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἶναι ἀπολύτως ἀνακριβής. Ὅταν ἓν Κόμμα τῆς Βουλῆς δὲν μετέχῃ εἰς μίαν Κυβέρνησιν, δὲν τοποθετεῖται οὔτε εἰς ἠθικήν, οὔτε εἰς πολιτικὴν ἀπομόνωσιν. Ἁπλῶς, τοποθετεῖται εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν. Ἄλλως, αἱ ἀντιπολιτεύσεις θὰ ἐσήμαινον ἠθικὰς καὶ πολιτικὰς ἀπομονώσεις. Ἰδοὺ διατί, νομίζω, ὅτι ὁ ἀρχικὸς χαρακτηρισμὸς εἶναι ἀτυχής. Καὶ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐπηκολούθησαν, διεπίστωσαν, ὅτι αὐτὸ δὲν συνέβαινε τὴν 12ην Μαρτίου. Διότι ἐπηκολούθησε συνεργασία τῶν δύο Κομμάτων μὲ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα—πρᾶγμα τὸ ὁποῖον σημαίνει, ὅτι καὶ κατὰ τὴν γνώμην τῶν Κομμάτων, τὰ ὁποῖα βραδύτερον συνειργάσθησαν, δὲν ὑπῆρχε περίπτωσις ἠθικοῦ ἀποκλεισμοῦ. Ὑπῆρχεν ἁπλῶς περίπτωσις πολιτικῆς συνεργασίας ἢ μὴ συνεργασίας. Ἐὰν κατόπιν συνέβη ἡ διάσπασις ἐκείνης τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ὠφείλετο τοῦτο εἰς ἰδικάς μας προκαταλήψεις ἢ κακὴν θέλησιν, ἀλλ’ εἰς ἄλλα ἀτυχῆ περιστατικά, τὰ ὁποῖα ἐπηκολούθησαν. Ἰδοὺ διατί, νομίζω, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν οὔτε ἀκριβής, οὔτε εὐτυχὴς ὁ χαρακτηρισμός σας.
§89Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Ἁρμόδιος νὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῶν ὅσων ὑμεῖς ἰσχυρίζεσθε, νομίζω ὅτι εἶναι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, διότι ἐγὼ δὲν εἶμαι συνήγορος κανενός, ἐγὼ ἁπλῶς κάμνω ὡρισμένας ἀληθεῖς διαπιστώσεις καὶ ἀντικειμενικὰς κρίσεις ἐπὶ γεγονότων τὰ ὁποῖα, ὡς κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζετε, ἔχουν λάβει χώραν καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν δύναμαι, διὰ πολλοὺς καὶ διαφόρους λόγους, νὰ κάμω ἀνοικτὴν συζήτησιν διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι τὰ ὅσα λέγω εἶναι ἀληθῆ μέχρι κεραίας καὶ ἔχουν βάσιν. Δι’ ἡμᾶς τὸ πρωτόκολλον τῆς 12ης Μαρτίου ἀποτελεῖ τὴν θανατικὴν βολὴν τῆς Βουλῆς τῆς 5ης Μαρτίου καὶ τὴν βασικὴν αἰτίαν ὅλων τῶν μετέπειτα ἀνωμαλιῶν καὶ τοῦ πολιτικοῦ ἀδιεξόδου εἰς τὸ ὁποῖον ἔχομεν περιέλθει. Καὶ τὸ ὅτι ἐπὶ 9 ὁλοκλήρους μῆνας κυβερνώμεθα ἀπὸ Κυβέρνησιν μειοψηφίας εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπέρ ποτε ἀπῃτεῖτο ἰσχυρὰ Κυβέρνησις καὶ τὸ ὅτι σχεδὸν ἔχει ἐκμηδενισθῆ ὁ Κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος καὶ τὸ ὅτι ὑπαρχούσης Βουλῆς ἐκδίδονται ὁλόκληροι δεκάδες Ἀναγκαστικῶν Νόμων, οἱ ὁποῖοι οὐδὲ κἂν προσάγονται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ὅτι ὑπάρχει πληθώρα παλαιοτέρων Ἀναγκαστικῶν Νόμων, οἱ ὁποῖοι ἔδει νὰ ὑποβληθοῦν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὅμως οὐδεὶς ὑπεβλήθη καὶ τὸ ὅτι καὶ ὡς Σῶμα καὶ ὡς βουλευταὶ ἔχομεν ξεπέσει εἰς τὴν κοινὴν ἀντίληψιν, ὥστε ὁ λαὸς νὰ ὁμιλῇ μὲ περιφρόνησιν διὰ τοὺς βουλευτὰς καὶ τὸ ὅτι ὁ τύπος, οὔτε παρακολουθεῖ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς οὔτε ἐμπνέεται καὶ καθοδηγεῖται ἀπὸ αὐτάς, ὅπως συνέβαινεν εἰς ὡραίας ἄλλας ἐποχάς, καὶ τὸ ὅτι ἡ Βουλὴ συνεδριάζει ἐν πολλοῖς ὄχι μόνον μὲ κενὰ τὰ ἑδώλια, ἀλλὰ καὶ μὲ κενὰ τὰ λαϊκὰ θεωρεῖα, ἐξαιρουμένων ἐλαχίστων συνεδριάσεων. Ὅλα αὐτὰ εἶναι φαινόμενα τὰ ὁποῖα ὀφείλονται εἰς τὸ ἀτυχὲς ἐκεῖνο πρωτόκολλον τῆς 12ης Μαρτίου, μὲ τὸ ὁποῖον ἠχρηστεύσατε καὶ ἐνεκρώσατε τὸν μισὸν πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους του καὶ φαίνεται δυστυχῶς, ὅτι ἡ κατεύθυνσις αὐτὴ ἐξακολουθεῖ καὶ σήμερον νὰ σᾶς καθοδηγῇ καὶ νὰ σᾶς ἐπηρεάζῃ. Εἰς τὸ 1951, ἔπειτα ἀπὸ τόσον αἷμα, τὸ ὁποῖον ἐχύθη εἰς τοὺς ἰδεολογικοὺς ἀγῶνας τῆς φυλῆς, σεῖς ἐσκέφθητε, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ συνάξετε περὶ τὸ πρόσωπόν σας, τοὺς παλαιοὺς ὀπαδοὺς τοῦ ἀειμνήστου πατρός σας χωρὶς νὰ σκεφθῆτε, ὅτι ἡ σύναξις αὐτὴ θὰ δημιουργήσῃ αὐτομάτως τὴν ἀνασύναξιν, μὲ ὅλας τὰς συνεπείας, τοῦ παλαιοῦ ἐθνοφθόρου διχασμοῦ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ ἐπαναβίωσις τοῦ παλαιοῦ διχασμοῦ καὶ τῶν παλαιῶν παρατάξεων καὶ ἡ συντριβὴ τῶν ὑγιῶν ροπῶν, τὰς ὁποίας ἐκφράζουν ἔστω καὶ ὑποτυπωδῶς πολλὰ τῶν λεγομένων μικρῶν Κομμάτων, ἀποτελεῖ τὴν χειροτέραν ὑπηρεσίαν πρὸς τὸ Ἔθνος, ἀποτελεῖ ὕβριν πρὸς τὸ χυθὲν αἷμα, ἀποτελεῖ ἀδυνάτισμα τοῦ συνεχιζομένου ἀγῶνος διὰ τὴν ἐπιβίωσιν τῆς Φυλῆς. Ἡμεῖς ἐκπροσωποῦμεν μικρὸν μὲν Κόμμα, τὸ ὁποῖον ὅμως πιστεύει εἰς μεγάλας ἰδέας καὶ εἶναι τοὐλάχιστον ἀρνητικὸν τὸ νὰ ἐπιχειρῆτε νὰ ἐπαναφέρετε τὶς μάζες εἰς τὸν ἐπάρατον διχασμόν, ἵνα ἐκεῖθεν ἐκ τοῦ τάφου ἐμπνευσθοῦν καὶ φρονηματισθοῦν διὰ τὰ τεράστια προβλήματα τῆς σημερινῆς ἐποχῆς χάριν τῶν ὁποίων τόσον ἐχύθη αἷμα. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλους λόγους, κύριοι βουλευταὶ ἐπιβάλλεται ἡ ἄμεσος διάλυσις τῆς παρούσης Βουλῆς καὶ ἡ διενέργεια νέων ἐκλογῶν, διότι ὅπως ἐτόνισα καὶ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς τῆς 28ης Φεβρουαρίου ὅταν ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ ἀναφυέντος θέματος ἐξ ἀφορμῆς τῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ δηλώσεων τῶν συναρχηγῶν τοῦ Λ.Ε.Κ., ἡ σύνθεσις τῆς παρούσης Βουλῆς ἔχει τελείως νοθευθῆ καὶ δὲν ἐκφράζει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤθελαν οἱ ψηφοφόροι. Ἔχομεν ἀθρόας μεταπηδήσεις βουλευτῶν, ἀπὸ τοῦ ἑνὸς Κόμματος εἰς τὸ ἄλλο, ἔχομεν ἀποσπάσεις καὶ μετασταθμεύσεις ὁλοκλήρων φαλάγγων βουλευτῶν, χωρὶς νὰ ἐρωτηθοῦν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τοὺς ἐψήφισαν καὶ τέλος ἔχομεν μεγάλους διαφορισμοὺς εἰς τὰς λαϊκὰς μάζας, εἴτε ὑπέρ, εἴτε καθ’ ὡρισμένων μικρῶν ἢ μεγάλων Κομμάτων. Ἕνεκεν ὅλων αὐτῶν τῶν λόγων καταλήγομεν, ἐπαναλαμβάνοντες, ὅτι συμφωνοῦμεν ἀπόλυτα μὲ τὰς διαπιστώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι μόνον αἱ ἐκλογαὶ θὰ λύσουν τὸ πολιτικὸν ἀδιέξοδον καὶ θὰ ξεκαθαρίσουν τὰς δημιουργηθείσας νόθους καταστάσεις. Ἡ ἀληθὴς Δημοκρατία, τὴν ὁποίαν πολλοὶ ἐξ ἡμῶν διαρκῶς ἐπικαλεῖσθε καὶ ὑπὲρ τῆς ὁποίας κόπτεσθε, φρονοῦμεν, ὅτι ὑπέρ ποτε τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἐπιβάλλει εἰς τὸν ρυθμιστὴν τοῦ Πολιτεύματος νὰ ἀσκήσῃ τὸ ἀνώτερον τῶν δικαιωμάτων του καὶ νὰ μᾶς παραπέμψῃ εἰς τὸν λαὸν μόνον ἁρμόδιον νὰ δώσῃ τὴν λύσιν. Τούτου τεθέντος, προβάλλεται ἤδη τὸ ἐρώτημα πότε πρέπει νὰ γίνουν αἱ ἐκλογαί, ὑπὸ ποῖον ἐκλογικὸν σύστημα καὶ μὲ ποίαν Κυβέρνησιν. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου αἱ ἀπόψεις μας εἶναι σαφεῖς. Ἐφ’ ὅσον διὰ τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως ἔχει δημιουργηθῆ πλήρης ψυχολογία προεκλογική, ἐπιβάλλεται ἡ ἄμεσος διάλυσις τῆς Βουλῆς καὶ ὁ σχηματισμὸς ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν διενέργειαν τῶν ἐκλογῶν. Ζητοῦμεν ὑπηρεσιακὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν διενέργειαν τῶν ἐκλογῶν, διότι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀφήσωμεν τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν νὰ τὰς διεξαγάγῃ. Ἐὰν δεχθῶμεν τὰς ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι χάριν τῆς ἀνασυγκροτήσεως πρέπει νὰ ὑπάρξῃ πολιτικὴ Κυβέρνησις, τότε πρέπει νὰ εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου δὲν θὰ ὑπάρχουν χρήματα διὰ τὴν ἀνασυγκρότησιν, διότι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀνοίξῃ τὶς μπουκαπόρτες τῶν ταμείων, διὰ νὰ προπαρασκευάσῃ τὰς ἐκλογάς της. Ὡς πρὸς τὸ ἐκλογικὸν σύστημα ἐπιφυλασσόμεθα νὰ εἴπωμεν τὴν γνώμην μας ὅταν προσκομισθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, καίτοι κατ’ ἀρχὴν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι συμφωνοῦμεν μὲ τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐφαρμοσθὲν σύστημα τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν ἐκλογῶν, τὸ ὁποῖον καὶ τὴν πλειοψηφίαν τοῦ 50+1 τὴν εὐνοεῖ ἀλλὰ καὶ τὴν μειοψηφίαν δὲν τὴν ἐξαφανίζει, ὥστε νὰ ἔχουν καὶ τὰ μικρὰ κόμματα τῆς ἀριστερᾶς τὴν ἀντιπροσώπευσίν των εἰς τὴν μέλλουσαν Βουλὴν καὶ νὰ μὴ ἀνησυχοῦν. Τὸ λεγόμενον σύστημα Καρτάλη καὶ σύστημα Ζαΐμη δὲν τὰ ἐννοῶ, διότι μέχρι σήμερον ἐγνώριζα, ὅτι πριμοδοτήσεις δίδονται μόνον διὰ τὴν ἐξαγωγὴν προϊόντων εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ ὄχι διὰ τὴν ἀνάδειξιν βουλευτῶν. Καὶ διὰ νὰ τελειώνω, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὄχι μόνον δὲν πρέπει νὰ φοβούμεθα ἀπὸ τὰς συχνὰς ἐκλογὰς καὶ νὰ τὰς ἀποφεύγωμεν, ἀλλὰ τοὐναντίον πρέπει νὰ τὰς χρησιμοποιῶμεν, διότι εἶναι ὁ καλύτερος καὶ δημοκρατικώτερος τρόπος διὰ νὰ ἀναδειχθοῦν ἀντιπρόσωποι καλλίτεροι ἡμῶν. (Χειροκροτήματα.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Γρηγοριάδης, Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Ἀριστερῶν Φιλελευθέρων, ἔχει τὸν λόγον.
§91Ν. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, εἰς τὸ βῆμα μὲ φέρει καὶ μία ἀνάμνησις ἀπὸ τὴν πολιτικὴν σχολὴν εἰς τὴν ὁποίαν εἴχομεν τὴν τιμὴν νὰ φοιτήσωμεν, τὴν Σχολὴν τοῦ Ἐλ. Βενιζέλου. Ἀπὸ ἐκείνην ἀπεφοίτησα καὶ τὰς παραδόσεις της συνεχίζω, κατ’ ἐμέ, καλῶς. Εἶχεν εἴπει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι θὰ φέρῃ εἰς τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν καὶ μερικοὺς Ἀναγκαστικοὺς Νόμους καὶ ἔτσι θὰ συνεχίσῃ τὸ προηγούμενον ποὺ εἶχε, νὰ διοικῇ δι’ Ἀναγκαστικῶν Νόμων τὸ Κράτος. Καὶ αὐτὴ καὶ αἱ προηγούμεναι Κυβερνήσεις συνεχίζουν τὸ ἔργον τῆς Παλαιᾶς Βουλῆς. Ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος ὅμως τὴν ἐποχὴν τοῦ 1917 μὲ πόλεμον ἐξωτερικὸν καὶ ἀνταρσίες ἐσωτερικὲς τὴ μία πίσω στὴν ἄλλην, εἶχεν ὅλους τοὺς λόγους νὰ χειρισθῇ ἀλλοιῶς τὰ ζητήματα. Ἀλλ’ ἐπροτίμησε τὴν Κοινοβουλευτικὴν λύσιν πάντα, καὶ ὠνόμασε τὴν Βουλὴν «Παλλάδιόν του Ἱερὸν» εἰς τὰ 1917. Ὅταν δὲ κάποτε εἰς τὸ διάστημα τῆς πολιτικῆς του ζωῆς ἠθέλησε νὰ φέρῃ καὶ νομοθετικὰ διατάγματα ὅπως ἐλέγοντο τότε οἱ Α.Ν., πρὸς ἔγκρισιν εἰς τὴν Βουλήν, εἶπε καθαρὰ καὶ ἀπερίφραστα μέσα στὴν Βουλήν: «Πράγματι ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν». Ὥστε πραγματικῶς τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα καὶ οἱ Α.Ν. δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ συμπύκνωσις ἁμαρτιῶν, δυστυχῶς. Ἄλλοτε, τοὐλάχιστον, οἱ Α.Ν. ἐγένοντο καὶ μὲ κάποιαν ἀνοχὴν τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὰς διακοπὰς ἐγένετο κάποια ἐπιτροπή, λεγομένη Ἐξουσιοδοτήσεως μικτὴ ἀπὸ ὅλα τὰ κόμματα, ὄχι σὰν τὴ σημερινὴ τὴ διακομματικὴ λεγόμενη Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐχειρίζετο νομοθετικὴν ἐξουσίαν κατ’ ἐξουσιοδότησιν τῆς Βουλῆς, ὥστε οἱ Α.Ν. κατόπιν τῆς ἐγκρίσεώς της καὶ ὅπως τοὺς ἐνέκρινεν αὐτή, παρουσιάζοντο καὶ ἦσαν πραγματικὴ ἀπήχησις τῆς γνώμης ὅλων τῶν Κομμάτων. Καὶ πάλιν ὅμως ἐτροποποιοῦντο πολλάκις κατὰ τὴν ἔγκρισίν των ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία δὲν ἐβράδυνε ποτέ. Ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Κανελλόπουλος, ὅτι τώρα δὲν ἔχει κἂν τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ μεταβιβάζῃ τὰ δικαιώματά της εἰς ἄλλους, πολὺ δὲ περισσότερον τώρα, ὅταν ἡ Κυβέρνησις εἶναι Κυβέρνησις μειοψηφίας. Δὲν ἔχει δὲ δικαίωμα νὰ τὸ κάμῃ αὐτὸ διότι δὲν μᾶς ἔχει ἐνθαρύνει καὶ ἀπὸ τὰ προηγούμενα. Ἐνθυμούμεθα ὅτι πάντοτε τὴν Βουλὴν τὴν θεωροῦσε ὡς κάτι πάρεργον καὶ ἐπωφελεῖτο μιᾶς στιγμῆς ἀπὸ τὰς διακοπὰς διὰ νὰ ἐκδώσῃ σωρείαν Α.Ν. οἱ ὁποῖοι κάθε ἄλλο, παρὰ ἐποικοδομητικὰ ἐν τῷ συνόλῳ των ἀπέβησαν, καὶ ἰδίως ἦσαν νόμοι περιορισμοῦ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ. Ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος καὶ τὴν ἐποχήν, ποὺ πολεμοῦσε ἡ Ἑλλὰς συναντῶσα πανταχόθεν ἀντιδράσεις ἐνόπλους καὶ στασιαστικάς, δὲν ἔπαυσε νὰ ἔχῃ πεποίθησιν εἰς τὸ ἱερόν του Παλλάδιον. Σήμερον φαίνεται ὅτι ἄλλαξαν οἱ χρόνοι καὶ οἱ καιροί. Καὶ ἔτσι χωρὶς νὰ θέλω νὰ μακρυγορήσω, ἔχομεν τὸν φόβον ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ προσπαθήσῃ νὰ ἐκδώσῃ Α. Ν. ὄχι μόνον αὐτοὺς τοὺς 25, τοὺς ὁποίους, ὅπως εἶπε ὁ κ. Κανελλόπουλος, ἔχει ἐκδώσει κατὰ τὸ διάστημα ποὺ ἀπουσίαζε ἡ Βουλή. Καὶ οἱ νόμοι αὐτοὶ εἶναι οἱ Ἀναγκαστικοί. Θὰ εἶναι ἀσφαλῶς πολλοί. Μεταξὺ ἄλλων, ἕνας καὶ ὁ ἐκλογικὸς λεγόμενος νόμος, ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζει ἀκόμη κανεὶς τὶ θὰ εἶναι. Ἕνας λέγει, ὅτι θὰ καθιερώσῃ τὸ πλειοψηφικὸν ἐκλογικὸν σύστημα, ἄλλος τὸ ἀναλογικόν, μὲ σύμπραξιν κομμάτων, ἕνας στὴ Γαλλικὴ κολυμβήθρα ἐκλογῶν βαφτισμένος καὶ ἕνας δὲν ἠξεύρω σὲ ποιὰν ἄλλην. Καὶ μάλιστα ἔχει ἐπιστρατευθῆ καὶ ἡ σοφία ἡ Γαλλικὴ διὰ πράγματα ποὺ δὲν ἔχει κἂν παραδεχθῆ ἡ Γαλλία, ἐνῷ προχειρότερον καὶ ὡραιότερον εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς υἱοθετεῖ ὁ κύριος μόνιμος Ἀντιπρόεδρος ὅλων τῶν Κυβερνήσεων, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ἑξῆς: Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φέρω 11 βουλευτὰς εἰς πρώτην κατανομὴν καὶ νὰ ἔχω, μετὰ τὴν τελευταίαν κατανομὴν καὶ τὴν βοήθειαν τῶν στρατιωτικῶν τμημάτων, 34 τὸ ὅλον καὶ νὰ γίνωμαι ἔτσι Ἀντιπρόεδρος ὅλων τῶν Κυβερνήσεων; Ἐὰν δεχθῶμεν, ὅτι ὑπάρχει ὁ φόβος νὰ ἔλθῃ καὶ αὐτὸς ὁ ἐκλογικὸς νόμος ὡς Α.Ν. μὲ τὴν παῦσιν τῆς Βουλῆς ἢ μὲ τὴν διάλυσίν της, τότε ὡρισμένως πρέπει ἀπὸ τώρα νὰ λεχθῇ καὶ εἰς τὴν Βουλήν, διότι ἴσως δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἄλλη εὐκαιρία νὰ λεχθῇ, ὅτι δὲν εἶναι διόλου ὀρθὸ τὸ ἐκλογικὸν μέτρον, αὐτὸ ποὺ χρειάζεται διὰ τὴν βολιδοσκόπησιν τῆς κοινῆς γνώμης. Σχετικῶς μὲ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα, μὲ τὴν ἀναλογικήν, ἐπροτείναμε οἱ Ἀριστεροὶ Φιλελεύθεροι, ὅτι τὸ δίκαιον ἐκλογικὸν σύστημα, θὰ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ γενικὸν ἐκλογικὸν μέτρον καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ὅπως ἐπρότεινεν ἡ ὁμὰς ἐν τῇ Βουλῇ τοῦ κόμματος τῶν Ἀριστερῶν Φιλελευθέρων. Εἶναι δὲ τὸ μέτρον αὐτό, ὄχι νὰ εἶναι βουλευτὴς κανεὶς μὲ 3.000 ψήφους σὲ μιὰ ἐπαρχία καὶ νὰ μὴ εἶναι εἰς τὴν Ἀθήνα μὲ 8.500 ψήφους, ὄχι νὰ εἶναι ἄλλο μέτρον εἰς τὴν Ζάκυνθο καὶ ἄλλο μέτρον εἰς τὴν Ἀθήνα ἢ τὴν Θεσσαλονίκη, ἀλλὰ κοινὸ τὸ ἐκλογικὸ μέτρο σὲ ὅλη τὴν περιφέρεια τοῦ Κράτους. Δηλαδὴ τὸ πηλίκον τῆς διαιρέσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ψηφιζόντων σὲ ὅλο τὸ Κράτος διὰ τοῦ ὁλικοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Εἶναι τὸ μέτρον σωστὸ καὶ τὸ ἀπόλυτα δίκαιο μέτρον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λάβῃ κανένας ὑπ’ ὄψει, γιατὶ καὶ καμμία περιφέρεια δὲ στερεῖται ἀντιπρόσωπο βουλευτή. Ἄλλως, θὰ εἶναι 11 βουλευταὶ ἡ πρώτη κατανομὴ καὶ 34 ἡ τρίτη κατανομή. Λείπουν ἔτσι καὶ δεύτερη καὶ τρίτη κατανομὴ καὶ ἀμέσως, τὴν τρίτην ἡμέρα μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἔχουμε τὰ ὁριστικὰ ἀποτελέσματα. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκδοσιν τῶν νόμων, σήμερα τίποτε ἄλλο δὲν γίνεται παρὰ μεταβιβάζεται ἡ σκέψις τῆς κυβερνήσεως εἰς τὸ Ἐθνικὸν τυπογραφεῖον πρὸς ἐκτύπωσιν τῶν θελήσεών της, Προκειμένου δὲ περὶ ἐκλογῶν, ἐξακολουθοῦν ἀκόμη νὰ ἰσχύουν καὶ σήμερον νόμοι ποὺ περιορίζουν τὶς ἐλευθερίες τοῦ λαοῦ καὶ θὰ κάνουμε ἴσως ἔτσι καὶ νέους νόμους ἀναγκαστικούς, ποὺ θὰ ἐνισχύουν τοὺς παληούς. Θὰ κάνουμε ἐκλογὰς μὲ ἀναγκαστικοὺς νόμους, ὅπως ὁ νόμος 509. Γι’ αὐτό, νομίζω, πὼς ὁ μόνος δικαιολογημένος καὶ δίκαια καμωμένος ἀναγκαστικὸς νόμος θὰ εἶναι ἐκεῖνος ποὺ καταργεῖ τὸν Α.Ν. 509. Ἐξ ἄλλου ὑπάρχει καὶ ὁ μεγάλος φόβος, ἐὰν τώρα διαλυθῇ ἡ Βουλή, ὅπως ἄλλως τε τὰ περισσότερα κόμματα ἀπαιτοῦν καὶ ἡμεῖς τὸ ἀσπαζόμεθα, ἐὰν διαλυθῇ ἡ Βουλή, ὑπάρχει ὁ φόβος νὰ παρασυρθῇ τὸ Κράτος σὲ ἐξωτερικοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαριθμήσῃ κανένας ἀπὸ τώρα καὶ νὰ προλάβῃ καὶ τῶν ὁποίων ἡ εὐθύνη εἶναι βαρυτάτη. Ἀλλὰ μὲ τὸν τρόπον αὐτόν, τοῦ νὰ μὴ ἀφήνωμεν τὴν Βουλὴν νὰ κάμῃ τὴν ἐργασίαν της, Βουλὴν ἡ ὁποία οὐδέποτε ἠρνήθη τὴν σύμπραξίν της μὲ τὴν Κυβέρνησιν, μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν περιορίζεται καὶ καταργεῖται ἡ πολυτιμοτάτη σημασία τοῦ ἐλέγχου. Βέβαια διὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα ἱδρύονται τώρα, οἱ νόμοι εἶναι πολυτιμότατοι καὶ πρέπει φυσικὰ ὅλη ἡ προσοχὴ νὰ δίδεται διὰ τὴν νομοθεσίαν. Ἀλλὰ διὰ Κράτη ποὺ ὑπάρχουν ἐδῶ καὶ 130 χρόνια, καὶ διὰ κράτη ποὺ ἔχουν τόσην πολυνομίαν, ὅπως ἐμεῖς, δηλ. πραγματικὸν κυκεῶνα νόμων, ἡ προσθήκη νέων νόμων δὲν εἶναι τόσης σημασίας. Εἶναι καὶ αὐτοὶ κἄποτε ἀναγκαῖοι, ἀλλ’ ὄχι τόσον ζωτικῆς σημασίας, ὅσης εἶναι ὁ ἔλεγχος. Ὁ ἔλεγχος εἶναι τὸ κυριώτατον πρᾶγμα· τὸ πᾶν. Αὐτὸς στηρίζει τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας καὶ μὲ τὸν ἔλεγχον κατορθώνεται νὰ διοικῆται τὸ Κράτος. Ἐὰν ἐφαρμοσθῇ πραγματικὸς ἔλεγχος δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ εὔκολα νὰ ἐπαναληφθῇ ἐκεῖνο ποὺ ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, ὅτι δημοκρατία θὰ πῇ αἱ μειονοψηφίαι νὰ κυβερνοῦν καὶ αἱ πλειοψηφίαι νὰ μὴ ἐλέγχουν. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐνῷ ἡ Βουλὴ οὐδέποτε ἠρνήθη νὰ ἐκτελέσῃ ὅ,τι ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις καὶ μὲ τὸ παραπάνω ἔκανε τὸ καθῆκον της, ἔχει δημιουργηθῆ κατάστασις ποὺ μὲ τὴν ὑπονόμευσιν τῆς Βουλῆς ὑπονομεύεται αὐτὸς ὁ κοινοβουλευτισμός. Μὲ τὰ συστήματα αὐτά, μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι σύμφωνος καὶ ὁ κ. Μανιαδάκης, θὰ ἠμπορῇ καὶ θὰ ἔχῃ τὴν εὐκαιρίαν καμμιὰ φορὰ ὁ κ. Μανιαδάκης νὰ μᾶς πῇ, καὶ χωρὶς Βουλήν, τὰς ὡραίας ἐκείνας εὐφυΐας τὰς ὁποίας ξεφουρνίζει καὶ σήμερα, ὡς πολιτικὰ θέσφατα. Φοβεῖται τὸν ἔλεγχον ἡ Κυβέρνησις; Ἐὰν πράγματι τὸν φοβεῖται, τότε ματαιοπονεῖ διότι θὰ γίνεται ὁ ἔλεγχος ἀπὸ στρώματα πλέον ἀνεύθυνα καὶ ἀπὸ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι κάθε ἄλλο παρὰ δημιουργικὴν ἐργασίαν κάμνουν καὶ ἀλλοίμονον εἰς τὸ Κράτος ἐὰν ἀφεθῇ εἰς τὰς ἀποφάσεις τῶν τριόδων. Τότε προέρχονται αἱ ἀναστατώσεις καὶ τῶν ἀναστατώσεων αὐτῶν εἴμεθα ἡμεῖς ἰδίως ὑπεύθυνοι. Διότι τὸ μόνον φάρμακον ποὺ ἔχομεν διὰ τὴν ἐξύψωσιν τοῦ Κράτους εἶναι ὁ Κοινοβουλευτισμός. Καὶ ἐν τούτοις ὁ Κοινοβουλευτισμὸς ὑπονομεύεται ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ ἔπρεπε νὰ τὸν θεωροῦν ἱερόν του Παλλάδιον. Συμφωνοῦμεν καὶ ἡμεῖς ὅτι πρέπει μιὰ καὶ ἔγινεν ἔτσι τὸ πρᾶγμα, πρέπει νὰ γίνουν ἐκλογαί, ἀλλὰ μὲ ὑγιὲς ἀναλογικὸ σύστημα. Ὅπως προσπαθῆτε νὰ φέρετε σεῖς τὰ πράγματα, μιὰ ὁ ἕνας νὰ ἔρχεται καὶ μιὰ ὁ ἄλλος, κάθε ἄλλο παρὰ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴν ἀναλογικήν. Ἄλλο οὐσιῶδες εἶναι ὅτι διοικεῖτε μὲ τὸν νόμον 509, δηλαδὴ μὲ τὸν στρατιωτικὸν νόμον εἰς τὴν πραγματικότητα. Εἶναι σὰν νὰ ἔχῃ κηρυχθῇ εἰς ὅλον τὸ Κράτος ὁ στρατιωτικὸς νόμος. Τερματίζων τὸν λόγον μου ἀναφέρομαι εἰς τὰ λόγια τοῦ Καβούρ, τοῦ ἑνωτοῦ τῆς Ἰταλίας, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο τίποτε ἄλλο παρὰ ἀξιωματικὸς τοῦ μηχανικοῦ, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος κατώρθωσε νὰ γίνῃ πολιτικώτερος τῶν πολιτικῶν, ἀποβαλὼν τὰ δαιμόνια τῆς στρατοκρατίας καὶ τῆς δι’ Ἀναγκαστικῶν Νόμων διοικήσεως. Αὐτὸς εἶπε τὸ ἀθάνατον ἐκεῖνο, ὅτι μὲ στρατιωτικὸν νόμον διοικοῦν οἱ βλάκες. Τὸν χαρακτηρισμὸν ἀφήνω μόνον εἰς τοὺς μὴ θέλοντας τὸν Κοινοβουλευτισμόν. Πράγματι καὶ ἡμεῖς φρονοῦμεν ὅτι πρέπει νὰ διαλυθῇ αὐτὴ ἡ Βουλή. Θεωροῦμεν ὀλέθριον τὸ σύστημα αὐτὸ κατὰ τὸ ὁποῖον μὲ παῦσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς κανονίζομεν μὲ Ἀναγκαστικοὺς Νόμους ὅλα τὰ ζητήματα. Βουλὴ δὲ δεχομένη κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὸν ἐξευτελισμόν της, καὶ δεχομένη νὰ γίνῃ ὄργανον ἀνεπιθυμήτων σκοπῶν καὶ νὰ προλειάνῃ τὸ ἔδαφος διὰ νέας δικτατορίας, ἡ Βουλὴ αὐτὴ πράγματι ἀξίζει διαλύσεως καὶ αὐτὸ εὐχόμεθα νὰ γίνῃ τὸ ταχύτερον καὶ ἡμεῖς. (Χειροκροτήματα).
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Ρέντης ἔχει τὸν λόγον.
§93Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Εἶμαι καὶ ἐγώ, κύριοι βουλευταί, ἀντίθετος πρὸς τὸ αἴτημα τῆς Κυβερνήσεως ὅπως διακόψῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς καὶ ὅπως ἐκδίδῃ ἀναγκαστικοὺς νόμους κατὰ τὸ διάστημα τῆς διακοπῆς αὐτῆς. Οἱ λόγοι ἐξετέθησαν ἀπὸ τοὺς προλαλήσαντας ἀρχηγοὺς καὶ ἐν συνόψει θὰ ἀναφέρω, ὅτι ὑφίσταται ὄγκος σπουδαιοτάτης νομοθετικῆς ἐργασίας νὰ τεθῇ ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς καὶ ὅτι ἡ μέθοδος τῶν ἀναγκαστικῶν νόμων δὲν ταυτίζεται ἀπολύτως πρὸς τὸ πολίτευμα καὶ πρὸς τὰς ἀνάγκας αὐτῆς τῆς στιγμῆς. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ αἴτημα τῆς Κυβερνήσεως, αὐτὴν τὴν στιγμὴν προβαλλόμενον, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ μίαν ἄλλην γωνίαν, ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῆς ἀποφάσεως περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς καὶ ἐνεργείας ἐκλογῶν. Τὸ αἴτημα τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι σήμερον μία, κατὰ τὴν διάρκειαν ὁμαλῆς περιόδου, διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Οὐσιαστικῶς τὸ αἴτημα τῆς Κυβερνήσεως ταυτίζεται μὲ τὴν ἀπὸ σήμερον διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Καὶ νομίζω, ὅτι οἱ ἀρχηγοὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξετάσουν τὸ θέμα ὀλίγον βαθύτερον, ἐὰν μετὰ τὴν οὐσιαστικὴν προκήρυξιν τῶν ἐκλογῶν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις πρέπει νὰ κατέχῃ τὴν ἐξουσίαν μὲ ἐνισχυμένην ἐξουσίαν, μάλιστα τοῦ νὰ ἐκδίδῃ ἀναγκαστικοὺς νόμους καὶ νὰ μὴ τελῇ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς ἐπὶ διάστημα τεσσάρων μηνῶν; Ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως τὸ αἴτημα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀπαράδεκτον ἔστω καὶ ἂν συγκεντρώνῃ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, διότι δὲν εἶναι θέμα πλειοψηφίας ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς σήμερον. Αἱ ἐκλογαί, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ διεξαχθοῦν δὲν ἔρχονται εἰς τὸ τέρμα τοῦ φυσιολογικοῦ βίου τῆς Βουλῆς. Αἱ ἐκλογαὶ γίνονται δυνάμει τῆς ἐξαιρετικῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία, παρέχει προνομίαν εἰς τὸ Στέμμα νὰ διαλύῃ τὴν Βουλὴν καὶ πρὸ τῆς παρόδου τῆς 4ετοῦς θητείας της. Συνεπῶς, ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἀπαγγέλλεται ἔστω καὶ ἐναντίον τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι θέμα τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς τὸ νὰ δημιουργηθῇ Κυβέρνησις προεκλογική, ἡ ὁποία νὰ εἶναι κομματικὴ καὶ ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἐκδόσεως Α. Ν. κατὰ τὸ διάστημα τῶν τεσσάρων αὐτῶν μηνῶν. Τὸ Πολίτευμα, τὸ ἐλεύθερον, κατὰ τοῦτο διαφέρει τῶν ἄλλων πολιτευμάτων, ὅτι παρέχει ἐγγυήσεις εἰς τὰς ἑκάστοτε μειοψηφίας. Τὰ ἐλεύθερα πολιτεύματα διακρίνονται ὄχι διότι ἐνισχύουν τὰ δικαιώματα τῶν πλειοψηφιῶν, ἀλλὰ διότι προστατεύουν τὰς μειοψηφίας καὶ τὰς ἀντιπολιτεύσεις. Προκειμένου δὲ νὰ διεξαχθοῦν ἐκλογαί, αἱ μειοψηφίαι ἔχουν ἀνάγκην προστασίας ἐκ μέρους τοῦ πολιτεύματος, προστασίας ἐκ μέρους τοῦ καθεστῶτος, ἐκ μέρους τοῦ Στέμματος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν τὸ δικαίωμα αὐτομάτου διαλύσεως τῆς Βουλῆς διὰ νὰ εὐνοηθῇ ἕνα ὡρισμένον κόμμα, νὰ τοῦ δοθῇ τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ὄχι ἐντὸς 45 ἡμερῶν, ἀλλὰ μετὰ 4 μῆνας καὶ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν θέσιν του τὴν κομματικὴν εἰς βάρος τῶν ἄλλων κομμάτων. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ αἴτημα τοῦτο τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ ἀποσυρθῇ καί νὰ σπεύσῃ νὰ εἰσαγάγῃ τὸν νόμον, τὸν ἐκλογικόν, νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα μὲ ποῖον ἐκλογικὸν σύστημα θὰ γίνουν αἱ ἐκλογαί, τὸ ταχύτερον, καὶ νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ γίνουν ἐκλογαί. Ἄλλως θὰ δημιουργηθῇ κακὸν προηγούμενον. Δύναται αὐτὸ τὸ ἴδιον νὰ ἐπαναληφθῇ ἄλλως τε καὶ εἰς βάρος τῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι σήμερον εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ θὰ ἔχουν τὴν εὐθύνην ἑνὸς τοιούτου προηγουμένου, δὲν γνωρίζομεν μὲ ποίας συνεπείας. Τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξηγγέλθη, ὅτι ὁ Βασιλεὺς θὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ δικαιώματός του εἰς τακτὴν ἡμερομηνίαν κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας τοῦ Σεπτεμβρίου, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης εὑρισκόμεθα εἰς προεκλογικὸν στάδιον, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ Βουλὴ οὐσιαστικῶς δὲν ὑφίσταται. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ὑφίσταται, δὲν σημαίνει, ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶναι κομματική, ἡ ὁποία θὰ κατέλθῃ εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ ἡ ὁποία ζητεῖ 4 μῆνας διὰ νὰ ἐνισχυθῇ ἔτι περισσότερον κομματικῶς. Ἐὰν οἱ ἀρχηγοὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως θέσουν τὸ ζήτημα οὕτω, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἀποσυρθῇ τὸ αἴτημα τῆς Κυβερνήσεως, ἢ θὰ ὁρισθῇ ἄλλη ἡμέρα ἐκλογῶν μὲ ἕνα μικρὸν διάστημα, τόσον, ὅσον ἀπαιτεῖται διὰ νὰ ψηφισθῇ ὁ ἐκλογικὸς νόμος. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἀνεμίχθη ἀπόψε, δὲν πρέπει νὰ ἀποσιωπήσωμεν τὰς συμφορὰς, τὰς ὁποίας ὑπέστη ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τὸ σύστημα τῶν 2 κομμάτων. Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἐπιρρεπεῖς εἰς τὸν κομματικὸν ἀνταγωνισμὸν καὶ ἔρχεται πάντοτε μεταξὺ τῶν δύο κομμάτων εἰς ἔνοπλον ρῆξιν. Τοῦτο συνέβη συχνὰ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ εἴχομεν ἐνόπλους ρήξεις μεταξὺ τῶν 2 κομμάτων ὅταν ἐλειτούργει τὸ σύστημα τοῦτο. Οὐδέποτε συνέβη τοῦτο ὅταν ἐλειτούργει ἡ ἀναλογική. Εἴχομεν ἀγριότητας εἰς τὰς συζητήσεις καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἀνατροπὰς τοῦ καθεστῶτος ἐπανειλημμένως ἀλλὰ δὲν εἴχομεν, ὅταν ἡ Βουλὴ ἦτο συντεθειμένη κατόπιν ἐφαρμογῆς τοῦ ἀναλογικοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος ἀπὸ περισσότερα κόμματα. Τὸ ἐλάττωμα τὸ ἰδικόν μας εἶναι, ὅτι δὲν ἐρχόμεθα εὐκόλως εἰς συνεργασίαν καὶ διὰ τῆς ἀναλογικῆς ὑποχρεούμεθα νὰ ἔλθωμεν πρὸς συνεργασίαν. Ἄλλοι εἶναι οἱ Ἀγγλοσάξωνες. Καὶ εἰς τὰς ἐμφυλίους ρήξεις, ἡ ἱστορία μαρτυρεῖ πόσον ἐπιρρεπεῖς εἴμεθα ἡμεῖς. Θὰ ἐθεωροῦσα ἔγκλημα τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ συστήματος τῶν δύο κομμάτων, τὴν ἀναβίωσιν τοῦ Ἐθνικοῦ διχασμοῦ μὲ ὅλα τὰ ἐπακόλουθα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ. Δὲν εἶναι δὲ ἡ ἀναλογικὴ ἀφορμὴ τῶν δυσχερειῶν εἰς τὰς ὁποίας προσέκρουσεν ἡ σημερινὴ Βουλὴ, ὅσον ἀφορᾷ τὸν σχηματισμὸν βιωσίμου Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον πταίει, εἶναι ἄλλοι συντελεσταί, εἶναι ἡ παρερμηνεία τῆς ἐννοίας τῶν ἐκλογῶν τῆς 5 Μαρτίου τοῦ 1950. Εἶναι ἡ παραγνώρισις τῶν ροπῶν καὶ τῶν τάσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ὁ ἐκλογικὸς ἀγὼν ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ θὰ διεξαχθῇ ὄχι ἐπὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ὁ ἀξιότιμος συναρχηγὸς τοῦ Λ.Ε.Κ. Ἀλλοίμονον ἐὰν ἦσαν προσωπικὰ τὰ θέματα. Τὰ θέματα εἶναι καθαρῶς ἰδεολογικὰ καὶ ἐπ’ αὐτῶν θὰ ἀποφανθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνωμαλία ἡ ὁποία προῆλθε, γνωρίζετε πῶς ἐγένετο, διότι ὡρισμένα κόμματα, τὰ ὁποῖα ἐθεωρήθησαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ τεθοῦν ἐκτὸς πολιτικῆς συναλλαγῆς, ἐτέθησαν καὶ ἀφοῦ ἐτέθη τὸ ἕνα κόμμα, κατόπιν προσετέθη καὶ τὸ ἄλλο. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Μανιαδάκης, ὅτι τὸ πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο, ἔθετε ἐκτὸς πολιτικῆς συναλλαγῆς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα. Τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἐτέθη ἐκτὸς πολιτικῆς συναλλαγῆς βραδύτερον, ὅταν ἀπεμακρύνθη ἀπὸ τὴν Κεβέρνησιν καὶ ἔχομεν δύο μερίδας τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, καὶ ἔχομεν ἀκόμη καὶ τὴν ἄκραν ἀριστεράν. Εἶναι τρία κόμματα ἐκτὸς πολιτικῆς συναλλαγῆς καὶ ἐντὸς τῆς παρούσης Βουλῆς. Ὥστε οὔτε ὁ θρυμματισμὸς τῶν Κομμάτων εἶναι συνεπῶς ἀφορμὴ τῆς σημερινῆς ἀκυβερνησίας, οὔτε ἡ ἀναλογική. Διόρθωσις τῆς ἀναλογικῆς διὰ νὰ ἔχῃ ὀλίγον πλειοψηφικὸν θὰ παρουσιάσῃ τὰς ἐπικινδύνους ψήφους. Μὴ νομίζετε, ὅτι ἐξασθενεῖται τὸ Κ.Κ. δι’ αὐτῆς τῆς μεθόδου καὶ δὲν εἶναι ὁ τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου ἀποβλέπομεν εἰς τὴν μείωσιν τῆς δυνάμεως τοῦ Κ.Κ. Ἡ δυνατότης δημιουργίας μικρῶν Κομμάτων τὰ ὁποῖα νὰ δύνανται νὰ παρουσιασθοῦν αὐτοτελῶς ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, πλήττει περισσότερον τὸ Κ.Κ. ἀπὸ ὅ,τι θὰ τὸ πλήξῃ ἐὰν ἐξαναγκασθοῦν ὅλα νὰ παρουσιασθοῦν μαζὶ διὰ νὰ παρουσιάσουν τὸ 15%. Διότι δὲν εἶναι ὅλοι οἱ ἀριστεροὶ ἰδική του δύναμις. Ἀπὸ ὅσους ἀποτελοῦν τὸ Ε.Α.Μ. καὶ τὸν Ε.Λ.Α.Σ. μία μικρὰ δύναμις εἶναι κομμουνισταί, οἱ ἄλλοι παρεσύρθησαν δι’ ἄλλους λόγους καὶ αὐτοὶ οἱ ἄλλοι εἶναι οἱ σοσιαλισταί, εἶναι καὶ οἱ κατατρεγμένοι ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς καὶ τοὺς Ἰταλοὺς κατακτητάς. Οὗτοι, ὅταν ἔχουν τὴν δυνατότητα νὰ ἐξελιχθοῦν εἰς αὐτοτελῆ Κόμματα, ἀναπτύσσονται εἰς δεδομένην στιγμήν, ὡς αὐτοτελῆ τοιαῦτα. Ἐν ἄλλοις λόγοις, γίνεται μία φυσιολογικὴ ἀποσύνθεσις τοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου, εἰς τὰς γενομένας δηλώσεις. Ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐμφανίζεται τὸ φαινόμενον αὐτὸ ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ Κύριοι, χρειάζεται μία πολὺ προσεκτικὴ ἐξέτασις τοῦ τί ὠφελεῖ καὶ τοῦ τί βλάπτει. Δὲν νομίζω συνεπῶς, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀλχημεία τῆς μεταβολῆς τοῦ ἀναλογικοῦ συστήματος εἰς πλειοψηφικόν, ἠμπορεῖ νὰ ἀποδώσῃ τίποτε. Ἐζήτησεν ὁ κ. Κανελλόπουλος τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα. Τί νομίζει δηλαδή; Εἶναι πράγματι πεποίθησίς του, ὅτι θὰ κυριαρχήσῃ τὸ Λ.Ε.Κ. ἐπὶ τῆς παρατάξεως τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἐν γένει; Ἔχει δεδομένα τόσον ἰσχυρά; Εἶναι ὀλίγον ἀμφίβολον, ἐὰν δύναται νὰ τὸ ἐπιτύχῃ τοῦτο καὶ μοῦ κάμνει ἐντύπωσιν ἡ ἐπιμονή, μὲ τὴν ὁποίαν ἐπαναλαμβάνει τὸ αἴτημα περὶ καθιερώσεως τοῦ πλειοψηφικοῦ συστήματος. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Πῶς θὰ γίνῃ συγχώνευσις τοῦ Κόμματος φέρ’ εἰπεῖν, τῶν Φιλελευθέρων, ἐνῷ ὑπάρχει ἰδεολογικὴ διαφορὰ ἐντὸς Κόμματος, ὅταν ὑπάρχουν, ἀριστερὰ καὶ δεξιὰ πτέρυξ καὶ ἡ μία δὲν ἀνέχεται τὴν ἄλλην; Πῶς θέλετε νὰ ἐπιβληθῇ ἕνας Ἀρχηγός, ὅταν δὲν ἔχῃ τὸ κῦρος ἀπέναντι τῆς κοινῆς γνώμης, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται; Δὲν νομίζω, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ μέθοδος τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν, πολὺ περισσότερον, διότι ὕστερα ἀπὸ μίαν μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, εἰσερχόμεθα τώρα εἰς τὸν ὁμαλὸν Κοινοβουλευτικὸν βίον. Σήμερον ἔχομεν ἀνάγκην νὰ δημιουργηθοῦν ρεύματα τῆς κοινῆς γνώμης καὶ νὰ ἐκπροσωπηθοῦν καὶ Κόμματα καὶ παρατάξεις μὲ πρόσωπα καὶ ἄτομα πολιτικὰ ἱκανά. Μόνον οὕτω θὰ φθάσωμεν νὰ ἀποκρυσταλλώσωμεν τὸν καινούργιον μας πολιτικὸν βίον καὶ θὰ πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὸν κόσμον ἐλεύθερον νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν προτίμησίν του. Ἐὰν τὸν ἐπηρεάσωμεν, ὅτι ἐὰν δὲν συγκεντρώσῃ τὸ 30%, δὲν γίνεται τίποτε, βεβαίως γυρίζομεν πρὸς τὰ ὀπίσω. Θὰ πᾶμε εἰς τὴν ὀξύτητα τὴν παλαιὰν καὶ θὰ πᾶμε τὸν τόπον μας ὀπίσω εἰς τὸ 1915–20–30, μὲ ἀσφαλῆ βλάβην τῆς χώρας καὶ ἀσφαλῆ ὀπισθοδρόμησιν τῆς πολιτικῆς μας ἐξελίξεως. Θέλετε νὰ βάλωμεν τὸ πλειοψηφικόν; Θὰ ἔχωμεν σύστημα δύο Κομμάτων, μὲ κίνδυνον ὁ ἀνταγωνισμὸς ποὺ θὰ δημιουργηθῇ νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὰ ἄκρα, ὅπως ἐφθάσαμεν εἰς τὰ ἄκρα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν δεκαετίαν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω, ὅτι τὸ αἴτημα τῶν ἀντιπολιτευομένων τὴν Κυβέρνησιν Κομμάτων, ὀφείλει νὰ συγκεντρωθῇ εἰς τὸ νὰ ἐξακολουθήσουν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, μὲ μόνον σκοπὸν τὴν συζήτησιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, τὴν ταχυτέραν δημοσίευσιν τοῦ διατάγματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ἐντὸς 45 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ διατάγματος διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν. Προτιμότερον δὲ θὰ ἦτο νὰ ζητήσωμεν ὅπως, Ὑπηρεσιακὴ καὶ ὁπωσδήποτε ἀχρωμάτιστος Κυβέρνησις, διεξαγάγῃ τὰς ἐκλογάς, ἡ ὁποία νὰ ἐγγυᾶται τὴν γνησίαν ἐκδήλωσιν τῶν αἰσθημάτων τοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα).
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Ἀντωνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§95Α. ΖΑΚΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἴμεθα 25 βουλευταὶ ἐν ὅλῳ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ συνεχισθῇ ἡ συνεδρίασις οὕτω.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ συνεχίσωμεν.
§97Α. ΖΑΚΚΑΣ. Νὰ κάμωμεν μίαν διακοπήν, νὰ πᾶμε διὰ φαγητὸν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ συνεχίσωμεν χωρὶς διακοπήν.
§99Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, γεγονὸς εἶναι, ὅτι ἀπουσιάζουν οἱ βουλευταὶ αὐτὴν τὴν στιγμήν, δὲν ἠξεύρω δὲ διατὶ φεύγουν. Πάντως, ἐλλείψει ἀπαρτίας, θὰ πρέπει νὰ διακόψητε καὶ νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ συνεδρίασις, εἴτε μετὰ μίαν ὥραν, εἴτε αὔριον.
§100Η. ΛΑΓΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἴσως οἱ κ. βουλευταὶ νὰ ἐπῆγαν νὰ φάγουν καὶ νὰ ἐπανέλθουν.
§101Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ φαινόμενον εἶναι πρωτοφανές, νὰ καλοῦμαι νὰ ὁμιλήσω πρὸ κενῶν ἑδωλίων καὶ μάλιστα ἐνῷ ἀπουσιάζει καὶ ἡ Κυβέρνησις. Νομίζω, ὅτι πρέπει, ἐὰν ἔχετε τὸν ἐλάχιστον σεβασμὸν πρὸς τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, νὰ διακόψετε τὴν συνεδρίασιν διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν καὶ ἡμεῖς νὰ εἴπωμεν τὴν γνώμην μας ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ καὶ ὄχι πρὸ κενῶν ἑδρῶν.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ διακόψω. Θὰ συνεχίσωμεν.
§103Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ αὐτό.
§104Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καταθέτω αἴτησιν δέκα βουλευτῶν, δι’ ἧς ἐνίστανται διὰ τὴν συνέχισιν τῆς συνεδριάσεως, λόγῳ ἐλλείψεως ἀπαρτίας.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ διαπιστοῦται ἔλλειψις ἀπαρτίας, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις, λόγῳ ἐλλείψεως ἀπαρτίας, δι’ αὔριον τὸ ἀπόγευμα καὶ ὥραν 6ην μ. μ., μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως, συνέχειαν τῆς συζητήσεως καὶ ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς Κυβερνήσεως περὶ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. (Ὥρα 11.05′ μ. μ.).