1951.02.21
4.285 στίχοι · 34.279 λέξεις · 159 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 46η
Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 1951
Προεδρία κ. Δ. Β. ΓΟΝΤΙΚΑ
(Ὥρα 6. 55′ μ. μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Δερδεμέζης ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΔΕΡΔΕΜΕΖΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένη συνεδριάσεως.
§4Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐτέθη ἕν θέμα ἐκ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ εἷς τῶν συναρχηγῶν τοῦ Λ.Ε.Κ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον ἐκ τῆς δικονομίας τοῦ θέματος νὰ ὁμιλήσῃ καὶ ὁ ἕτερος συναρχηγὸς τοῦ Κόμματός μας, ὥστε νὰ ὁλοκληρωθῇ ἡ ἄποψις τοῦ Λ.Ε.Κ.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον ζήτημα.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Συνέχεια τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Π.Ε.Κ. (Ἐθνικῆς Προοδευτικῆς Ἑνώσεως τοῦ Κέντρου) κ. Ν. Πλαστήρας, ἔχει τὸν λόγον.
§6Ν. ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ πολύ, διότι τὰ ζητήματα εἶναι τοποθετημένα καθαρά. Οἱ δύο ἀρχηγοὶ τοῦ Λ.Ε.Κ. μετέβησαν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, ὡμίλησαν πρὸς τὸν Λαόν, ἐσχολιάσθη ἀπὸ ὅλα τὰ κόμματα ἡ ὁμιλία των καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σχολίων αὐτῶν ἐδημιουργήθη ἡ ἐντύπωσις τοῦ κινδύνου τῶν κοινοβουλευτικῶν μας θεσμῶν. Ὅταν ἐπέστρεψαν οἱ δύο ἀρχηγοὶ τοῦ Λ.Ε.Κ., ἠθέλησαν νὰ δώσουν περισσότερας ἐξηγήσεις περὶ τῶν ὅσων ἐλέχθησαν ἐκεῖ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Κανελλόπουλος ἐξέθηκε τὴν ἄποψίν του διὰ μακρῶν καὶ ἠθέλησε νὰ ἀποσαφηνίσῃ τὰ ὅσα εἶπεν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Δὲν πρόκειται νὰ ἐπαναλάβω τὰ λεχθέντα. Ἔθεσε πολιτικὸν ζήτημα καὶ ὑπενθύμισεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι Κυβέρνησις μειοψηφίας. Κατόπιν ὡμίλησεν ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκπροσωπῶν καὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἀποδεχθεὶς τὸ πολιτικὸν ζήτημα καὶ τὴν διαπίστωσιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι Κυβέρνησις μειοψηφίας. Εἰς ὅλα αὐτὰ ἔχομεν νὰ παρατηρήσωμεν, ὅτι ἡ Ε.Π.Ε. Κ. τὸ πολιτικὸν ζήτημα τὸ ἔχει θέσει ἀπὸ τῆς 28ης Αὐγούστου καὶ ὑφίσταται ἔκτοτε. Ἡμεῖς ἀνεγνωρίσαμεν ὅτι ἡ κατάστασις ἐπιβάλλει μίαν μόνον λύσιν, τὴν λύσιν τῶν ἐκλογῶν. Ἐφ’ ὅσον ἡ παροῦσα Βουλὴ δὲν μπορεῖ νὰ σχηματίσῃ μίαν Κυβέρνησιν αὐτοδύναμον ὑπάρχει πολιτικὸν ζήτημα τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης τὸ ἐθέσαμεν. Ὡς γνωστόν, μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 5ης Μαρτίου ἀνεγνωρίσθη ὅτι ἡ ἐτυμηγορία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶχε τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ σχηματισθῇ κυβέρνησις ἐκ τῶν Κομμάτων τοῦ Κέντρου. Ἡ ἱστορία εἶναι γνωστή, πῶς, δηλαδή, κατελήξαμεν εἰς τὴν παραίτησιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία εἶχε σχηματισθῆ σύμφωνα μὲ τὴν λαϊκὴν θέλησιν. Καὶ δὲν διεψεύσθησαν εἰς τὰς προβλέψεις μας, ὅτι ἡ διάδοχος Κυβέρνησις δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς δυσκόλους στιγμάς, τὰς ὁποίας διέρχεται ἡ Χώρα καὶ δι’ ἐσωτερικοὺς καὶ ἐξωτερικοὺς λόγους. Τὰ γεγονότα μετὰ ἑξάμηνον ἀπέδειξαν ὅτι εἴχομεν δίκαιον. Συνέβησαν πολλά, πάμπολλα, τὰ ὁποῖα ἔφερον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἰς ἀπόγνωσιν. Ἡ ἀγωνία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι καταφανής. Δὲν πρέπει, λοιπόν, νὰ παραταθῇ ἡ κατάστασις αὐτὴ ἐπ’ ἄπειρον. Ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ ἀντιληφθῇ τὸ Ἑλληνικὸν πρόβλημα καὶ ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὅλα τὰ μέτρα, ὥστε, ἐφ’ ὅσον ἔβλεπε ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνταπεξέλθῃ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς στιγμῆς, νὰ εἶχε προετοιμάσει τὸ ἔδαφος διὰ νέας ἐκλογάς, ὅπως ἡμεῖς εἴχομεν προτείνει, διότι πιστεύομεν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλη λύσις ἐκτὸς τῶν ἐκλογῶν. Δυστυχῶς μὲ διαφόρους ἀφορμὰς, ὅτι ἡ διεθνὴς κατάστασις δὲν ἐπιτρέπει ἐκλογὰς κλπ., ἡ Κυβέρνησις ὄχι μόνον δὲν παρεσκεύασε τὸ ἔδαφος δι’ ἐνδεχομένας ἐκλογὰς, ἀλλὰ καὶ τὰς ἐκλογὰς τὰς δημοτικάς, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κέντρου εἶχεν ὁρίσει, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾶ ἡ μνήμη, διὰ τὴν 2αν Σεπτεμβρίου, ἐπανειλημμένως τὰς ἀνέβαλε μετὰ τὴν ἰδικήν μας παραίτησιν, καὶ τελικῶς τὰς παρέπεμψεν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας, ἐνῷ στοιχειώδης ἀντίληψις ἐπέβαλεν ὅπως, ἐφ’ ὅσον ἡ Χώρα εὑρίσκετο ἐπὶ τόσα χρόνια ἄνευ αἱρετῶν δημοτικῶν ἀρχόντων, νὰ διεξαχθοῦν αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ διὰ νὰ ἀποκτήσουν οἱ Δῆμοι τοὺς ἄρχοντας ἐκείνους, τοὺς ὁποίους θὰ ἤθελε καὶ θὰ ἐξέλεγεν ὁ λαός. Οὔτε αὐτὸ ἔγινε, οὔτε, παρὰ τὰς ὑποδείξεις μας, παρεσκεύασε τὸ ἔδαφος ἡ Κυβέρνησις δι’ ἐνδεχομένας βουλευτικὰς ἐκλογάς. Ἔτσι σήμερον, ὅτε εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς καταστάσεως λίαν ἐπικινδύνου καὶ κρισίμου δὲν εἶναι ἡ Χώρα προετοιμασμένη δι’ ἐκλογάς. Ἡμεῖς, ἐμμένοντες ἀκόμη εἰς τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ἐχαράξαμεν ἀπὸ τότε, ὅτι δηλαδὴ δὲν ὑπάρχει ἄλλη λύσις τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος παρὰ ἡ διενέργεια νέων ἐκλογῶν, εὑρισκόμεθα σήμερον πρὸ δυσκόλου καταστάσεως, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσδιορισθῇ πλέον ὁ χρόνος τῆς διενεργείας ἐκλογῶν. Καὶ τοῦτο διότι ὅπως ἐτόνισα ἡ Κυβέρνησις παρέλειψε διὰ διαφόρους λόγους, νὰ ἔχῃ καθιερώσει ἕνα σύστημα ἐκλογικὸν τῇ ἐγκρίσει τῆς Βουλῆς, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖον θὰ ἐγένοντο αἱ ἐκλογαὶ ὅταν ἀπεφασίζοντο. Εἶναι δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ προτιμήσῃ εἴτε τὸ ἀναλογικὸν εἴτε τὸ πλειοψηφικὸν ἐκλογικὸν σύστημα, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔπρεπε νὰ εἶναι καθωρισμένον.
§7Α. ΣΒΩΛΟΣ. Εἶναι καθωρισμένον.
§8Ν. ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Δὲν εἶναι καθωρισμένον, διότι καὶ τὸ ἀναλογικὸν ποὺ ἰσχύει σήμερον χρειάζεται ὡρισμένας τροποποιήσεις. Διότι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀποδεχθῶμεν οἱονδήποτε ἐκλογικὸν σύστημα διὰ νὰ συμβοῦν καὶ πάλιν αἱ ἀνωμαλίαι καὶ αἱ ἀδικίαι τοῦ παρελθόντος ὥστε νὰ μὴ ἔχουν τὴν ἀπαιτουμένην γνησιότητα αἱ ἐκλογαί. Δὲν ἠμποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι αἱ ἐκλογαὶ αὗται ὑπῆρξαν γνήσιαι.
§9ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Παράδειγμα.
§10Ν. ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Ἔχω πολλὰ παραδείγματα νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ εἰς τὰ στρατιωτικὰ Τμήματα, ἔγιναν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ διασφαλίζεται τὸ στοιχεῖον τῆς γνησιότητος. Καὶ ἐξηγοῦμαι: Ὁ νόμος μὲ τὸν ὁποῖον ἔγιναν αἱ ἐκλογαὶ δὲν ἦτο ὁ ἐνδεδειγμένος, διότι δὲν ἐξησφαλίσθη ἡ μυστικότης τῆς ψήφου. Καὶ τοῦτο, διότι ἡ διαλογὴ ἐγίνετο ἐπὶ τόπου καὶ κατόπιν τὰ διάφορα ἀποτελέσματα ἐστέλλοντο εἰς τὰς διαφόρους περιοχὰς εἰς τὰς ὁποίας ἀνῆκον οἱ ὁπλῖται οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν. Φαντασθῆτε λοιπὸν τί ἔγινεν, ὅταν εἰς ἕνα Τμῆμα τὸ ὁποῖον εἶχε 50 ψηφοφόρους στρατιώτας καὶ ὁ ἕνας κατήγετο ἀπὸ τὴν Λαμίαν, ὁ ἄλλος ἀπὸ τὰ Ἰωάννινα. Πῶς εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ μυστικότης; Θέλετε καὶ ἄλλο ἀκόμη;
§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ΕΠΕΚ). Ὄχι, ὄχι.
§12Ν. ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Ἐγένοντο ἐπεμβάσεις πολλαί, αἱ ὁποῖαι ἠνάγκασαν τοὺς στρατιώτας νὰ μὴ ἐκδηλώσουν ἐλευθέρως τὴν θέλησίν των. Συνεπῶς ἡ ψηφοφορία τοῦ στρατοῦ ὡς προβλέπεται ὑπὸ τοῦ νόμου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμπνέῃ εἰς κανένα ἐμπιστοσύνην. Καὶ μόνον αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἐπιβάλλει τὴν τροποποίησιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Δὲν πρέπει βεβαίως νὰ ἀποκλεισθῇ ὁ στρατὸς ἀπὸ τῆς ψηφοφορίας, ἀλλ’ ὑπάρχει τρόπος νὰ κατοχυρωθῇ ἡ ἐλευθέρα ἐκδήλωσις τοῦ φρονήματος αὐτοῦ, ἂν οὗτοι ψηφίζουν εἰς τὰς περιφερείας εἰς τὰς ὁποίας ὑπηρετοῦν. Καὶ τότε τὸ ἀποτέλεσμα τὸ γενικὸν δὲν θὰ ἐπηρεάζεται ἐκ τῆς μὴ γνησίας ἐκδηλώσεως τοῦ φρονήματος τῶν στρατιωτικῶν, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἀνάλογον πρὸς τὸ γενικὸν ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξαχθῇ ἐκ τοῦ συνόλου τῶν ψήφων. Καὶ μόνον ἐπαναλαμβάνω διὰ τὸν λόγον αὐτὸν πρέπει νὰ τροποποιηθῇ ὁ ἰσχύων ἐκλογικὸς νόμος, σύμφωνα μὲ τὰς ἀνάγκας καὶ περιστάσεις, τὰς ὁποίας νὰ ἐκτιμήσουν τὰ διάφορα κόμματα. Πρέπει λοιπὸν νὰ ὑπάρχῃ νόμος ἐκλογικὸς ἐκ τῶν προτέρων. Διότι βάσει τοῦ νόμου αὐτοῦ θὰ προετοιμασθοῦν τὰ κόμματα διὰ τὰς προσεχεῖς ἐκλογάς. Νομίζω ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἐπ’ αὐτοῦ ἀντίρρησις. Νὰ διατὶ εἶπον ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχῃ νόμος εἰς αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι μὲ διέκοψαν καὶ μοῦ εἶπον ὅτι ὑπάρχει νόμος ἐκλογικός, διατὶ αὐτὸς ὁ νόμος ὁ ἐκλογικὸς ποὺ ὑπάρχει πρέπει νὰ τροποποιηθῇ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἡ Βουλή, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, θελήσῃ νὰ καθιερώσῃ τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα καὶ τὸ σύστημα αὐτὸ ὡς ἐφηρμόσθη ἄλλοτε πρέπει νὰ τροποποιηθῇ, ἔχει ἀνάγκην τροποποιήσεων. Ἐπαναλαμβάνω δέ, ὅτι εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν κομμάτων ἐναπόκειται νὰ φέρουν τὰς ἀντιρρήσεις καὶ νὰ ἐπιφέρουν τὰς τροποποιήσεις τὰς ὁποίας θὰ κρίνουν ὡς ἐπιβεβλημένας. Πάντως ὑπεύθυνος τῆς σημερινῆς καταστάσεως εἶναι ἡ Κυβέρνησις. Τὴν κατάστασιν αὐτὴν ἡμεῖς τὴν προεῖδομεν, καὶ εἴχομεν τονίση ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ τὴν ἀντιμετωπίσῃ. Σήμερον, ποὺ ἐτέθη τὸ πολιτικὸν ζήτημα καὶ ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀρχικῶς τὸ ἔθεσαν καὶ ἀπὸ τοὺς κυβερνῶντας οἱ ὁποῖοι τὸ ἀπεδέχθησαν, ἡ Ε.Π.Ε.Κ. συνεπὴς πρὸς τὰς ἀρχάς της καὶ τὰς διακηρύξεις της ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ τὴν ἄμεσον διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν. Καὶ αὐτὸ ἐπιθυμεῖ. Ἀλλὰ δυστυχῶς διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἀνέφερον προηγουμένως, δὲν εἴμεθα ἕτοιμοι δι’ ἐκλογάς. Καὶ ἐπειδὴ δὲν θέλομεν νὰ εἴμεθα θεωρητικοὶ καὶ ἐκτὸς τῆς πραγματικότητος, ἡ Ε.Π.Ε.Κ. προτείνει νὰ δοθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν σημερινὴν ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος, τὸν ὁποῖον ὅμως θὰ προσδιορίσῃ ἡ Βουλή, διὰ νὰ προπαρασκευάσῃ τὴν χώραν δι’ ἐκλογάς. Πρώτη ἐνέργεια εἶναι νὰ παρουσιάσῃ τὸν ἐκλογικὸν νόμον, τὸν ὁποῖον θὰ συζητήσῃ ἡ Βουλή, καὶ ὁ ὁποῖος νόμος θὰ περιέχῃ ὅλας τὰς ἀναγκαίας προϋποθέσεις, αἵτινες ἀπαιτοῦνται διὰ νὰ διεξαχθοῦν γνήσιαι καὶ ἐλεύθεραι ἐκλογαί. Μετὰ τὴν ψήφισιν αὐτήν, ἡ παροῦσα Βουλὴ πρέπει νὰ διαλυθῇ, ὡς τὸ Σύνταγμα ὁρίζει, καὶ νὰ σχηματισθῇ ὑπηρεσιακὴ κυβέρνησις διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν. Ἡ κυβέρνησις αὐτή, βεβαίως, θὰ καταρτισθῇ τῇ συγκαταθέσει ὅλων τῶν κομμάτων, θὰ εἶναι κοινῆς ἐμπιστοσύνης, καὶ θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ λάβῃ ὅλα τὰ μέτρα ὥστε νὰ διεξαχθοῦν αἱ ἐκλογαὶ ἐν πάσῃ ἐλευθερίᾳ. Ἐὰν αὐτὸ δὲν ἐπιτευχθῇ, ματαιοπονοῦμεν. Τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν πρέπει νὰ τυγχάνῃ τῆς ἐπιδοκιμασίας ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Παίζομεν τὴν τύχην τῆς χώρας εἰς στιγμὰς τόσον κρισίμους καὶ δι’ αὐτὸ ἡ Ε.Π.Ε.Κ. προτείνῃ νὰ δοθῇ εἷς περιωρισμένος χρόνος εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ προπαρασκευάσῃ, ὅπως εἶπα, τὴν Χώραν δι’ ἐκλογάς, φέρουσα τὸ ταχύτερον πρὸς ψήφισιν τὸν ἐκλογικὸν νόμον καὶ ἐνεργοῦσα ὅ,τι ἄλλο ἀπαιτεῖται διὰ νὰ εὑρεθῶμεν ἐντὸς τοῦ βραχυτέρου χρόνου, εἰς περίοδον ἐκλογῶν. Καὶ προτείνω τελικῶς, ἡ Βουλὴ νὰ θελήσῃ νὰ διακηρύξῃ ὅτι εἶναι ἀντίθετος, ἐκφράζουσα, εἰ δυνατόν, τὴν ἀπέχθειάν της κατὰ πάσης προτάσεως πρὸς ἐξωκοινοβουλευτικὴν κυβέρνησιν (χειροκροτήματα) ., ἐξωκοινοβουλευτικὴν ἢ ἀνώμαλον κυβέρνησιν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ πράξῃ αὐτὸ θὰ εἶναι ἐν τάξει καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐδημιούργησαν τὸ πολιτικὸν ζήτημα ἀλλὰ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ αἰσθανθῇ ὑπερηφάνειαν διότι ἐκ μέρους τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους ἐξεφράσθη ἡ ἀπέχθεια αὐτῆς. Πρέπει νὰ ἀντιληφθῶμεν, ὅτι εἰς τὸν τόπον αὐτὸν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δημιουργοῦνται καταστάσεις ἀνώμαλοι. Ἡ ἐξωκοινοβουλευτικὴ λύσις πρέπει νὰ ἀποδοκιμασθῇ. Εἶναι αἴτημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Αὐτὴ εἶναι ἡ τελευταία πρότασις τῆς Ε.Π.Ε. Κ. καὶ νομίζομεν ὅτι ἐπετέλεσε τὸ καθῆκον της καὶ ἐπρότεινε λύσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ δυσκολευθοῦν νὰ παραδεχθοῦν καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ τὰ κόμματα. (Χειροκροτήματα).
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἔχει τὸν λόγον.
§14Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει θέμα πολιτικὸν ναὶ ἢ ὄχι; Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὁλοκληρωθῇ ἡ θέσις τοῦ πολιτικοῦ θέματος διὰ νὰ καθορίσῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις τὴν στάσιν της. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὁλοκληρωθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ θέματος.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἕνας ἐξ ἑκάστου κόμματος λαμβάνῃ τὸν λόγον.
§16Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ ὁλοκληρωθῇ τὸ πολιτικὸν θέμα, τὸ ὁποῖον ἐτέθη, καὶ ἔπειτα οἱοσδήποτε θελήσῃ θὰ λάβῃ τὸν λόγον. Σᾶς δηλῶ δὲ ὅτι θὰ ἐπεκταθῶμεν καὶ εἰς ἄλλας πλευράς, ἐπὶ τῶν εὐθυνῶν τῆς Κυβερνήσεως.
§17Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ φοβᾶσθε τὸ θέμα;
§18Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον.
§19Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰσήλθομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ πολιτικοῦ θέματος;
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§21Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τότε ἡ σειρὰ ἡ συνήθης εἶναι νὰ καλεῖται ἕκαστος ἐκ τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων σύμφωνα μὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐμφανιζομένων φίλων του. Δὲν εἶναι ἡ σειρά μου νὰ ὁμιλήσω.
§22Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Κανελλόπουλος χθὲς ἤντλησεν ἁπλῶς τὰ συμπεράσματα ἀπὸ τὴν θέσιν τῆς κυβερνήσεως. Πρέπει νὰ ὁλοκληρώσωμεν σήμερον τὴν θέσιν τοῦ πολιτικοῦ θέματος.
§23Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς δὲν ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ θέματος. Σήμερον ὁμιλεῖ τὸ Λ.Ε.Κ. ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ θέματος καὶ ἑπομένως δὲν εἴχατε τὸ δικαίωμα νὰ σκεφθῆτε νὰ ἀρνηθῆτε εἰς τὸ Λ.Ε.Κ. νὰ ὁμιλήσῃ.
§24Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Κανελλόπουλος χθὲς δὲν ὡμίλησεν ἐπὶ πολιτικοῦ θέματος, ὑπάρχει πολιτικὸν θέμα; Τὸ θέτει ἡ Κυβέρνησις τὸ πολιτικὸν θέμα; Πρέπει νὰ διαγραφοῦν τὰ ὅρια τοῦ πολιτικοῦ θέματος. Ἐὰν ὁ κ. Κανελλόπουλος, ὡς λέγει τώρα, δὲν ὡμίλησεν ἐπὶ πολιτικοῦ θέματος, ἄρα καὶ ὁ κ. Παπανδρέου χθὲς δὲν ὡμίλησεν ἐπὶ πολιτικοῦ θέματος καὶ ἔπρεπε διὰ δηλώσεώς τινος τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς κυβερνήσεως νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν.
§25Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Προεδρ. Κυβερν.). Χθὲς δὲν παρέστην εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ἀλλὰ ἐκ τῶν πρακτικῶν ποὺ ἔχω ἐνώπιόν μου, διαβάζω εἰς τὸν λόγον τοῦ κ. Κανελλοπούλου: «Καὶ ἐπειδὴ μέχρι τοῦδε ἐστηρίζομεν τὴν Κυβέρνησιν.... (ἀναγινώσκει) ........». Καὶ μίαν ἑτέραν παράγραφον: «Κύριοι Βουλευταί, τὸ Λ.Ε.Κ. εἶναι φυσικὸν νὰ μὴ δύναται πλέον νὰ στηρίξῃ τὴν Κυβέρνησιν .... (ἀναγινώσκει)...........». Νομίζω ὅτι ὕστερα ἀπὸ αὐτὰ τὰ λόγια τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, στοιχειώδης εὐθιξία ἐπέβαλε εἰς τὸν κ. ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ τὸ πολιτικὸν θέμα, τὸ ὁποῖον ἐτέθη. Ἐὰν τὸ Λ.Ε.Κ. δηλοῖ ὅτι δὲν ὑπάρχει πολιτικὸν θέμα, οὐδεμία πρόθεσις ὑπάρχει ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ τὸ θέσῃ.
§26Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἦσθε παρὼν βεβαίως κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, διότι ἐὰν ἦσθε παρὼν θὰ ἀντελαμβάνεσθε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀντελήφθη ὁλόκληρος ἡ Βουλή. Τὸ πολιτικὸν θέμα προῆλθεν κατ’ εὐθεῖαν ἀπὸ τὴν ἐπίθεσιν τὴν ἄδικον καὶ δημοσίαν, τὴν ὁποίαν ἤσκησεν ὁ κ. ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξ ὀνόματος τῆς Κυβερνήσεως παραποιῶν δηλώσεις τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος κ. Κανελλοπούλου εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Ἐφ’ ὅσον ἐδήλωσεν ὁ κ. ἀντιπρόεδρος ὅτι δὲν ἐπιθυμοῦμεν πλέον τὴν συνεργασίαν τοῦ Λ.Ε.Κ. διότι ἀποτελεῖ κίνδυνον διὰ τοὺς ἐλευθέρους θεσμοὺς ὁ πρόμαχος αὐτὸς τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν ἀναμφιβόλως ἔθετε τὸ Λ.Ε.Κ. ἐκτὸς τοῦ συνασπισμοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος παρεῖχε τὴν ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§27Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσ.). Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγνώσετε αὐτὴν τὴν περικοπὴν διότι αὐτὴ ἡ περικοπὴ δὲν ὑπάρχει.
§28Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ἡ ἀντίληψις εἰς τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον, ὅτι ἡμεῖς ἐπιβουλευόμεθα τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας. Πῶς λοιπὸν σεῖς ποὺ ἐμφανίζεσθε ὡς προστάται τοῦ κοινοβουλευτικοῦ καθεστῶτος εἶναι δυνατὸν νὰ δέχεσθε τὰς ψήφους καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐναντίον τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ; Τοιουτοτρόπως ἐκ μέρους ὑμῶν ἐτέθη τὸ πολιτικὸν ζήτημα καὶ ἡμεῖς τὸ ἀποδεχόμεθα. Ἐτέθη δὲ κατὰ ἕνα τρόπον ὅλως ἀσυνήθη εἰς τὰ πολιτικά μας χρονικά, ἐτέθη δηλαδὴ διὰ παραποιήσεως καὶ διαστρεβλώσεως τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Κανελλοπούλου εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Ἡμεῖς δὲν εἴχομεν πρόθεσιν νὰ θέσωμεν πολιτικὸν ζήτημα, ἡμεῖς ἠθέλομεν νὰ ἔλθωμεν εἰς ἐπαφὴν μὲ τὸν ἑλληνικὸν λαόν, ὅπως εἴχομεν ὑποχρέωσιν. Καὶ ἐξεθέσαμεν τὴν τοποθέτησίν μας ἀπέναντι τῶν οἰκονομικῶν, τῶν κοινωνικῶν, τῶν πολιτικῶν προβλημάτων τοῦ τόπου. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν διενοήθη νὰ θέσῃ πολιτικὸν ζήτημα. Τὰ κείμενα τὰ ὁποῖα ἀνεγνώσθησαν ἐνώπιον ὑμῶν εἶναι σαφῆ καὶ καθαρά. Ὁ κ. Κανελλόπουλος εἶπε: διὰ νὰ ἀποφύγωμεν λύσιν ἐξωκοινοβουλευτικήν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς θεωροῦμεν μειωτικὴν διὰ τὸν πολιτικὸν κόσμον, διὰ τὴν Βουλὴν, διὰ τὸν λαόν, ἡμεῖς διὰ νὰ ἀποτρέψωμεν τὸν κίνδυνον αὐτὸν θὰ καταβάλωμεν κάθε προσπάθειαν ἵνα ἡ Βουλὴ αὐτὴ δώσῃ κυβέρνησιν ἀξίαν τῶν περιστάσεων. Σᾶς ἐρωτῶ, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὑμεῖς ὁ ὁποῖος εἶσθε ἀπὼν καὶ ὁ ὁποῖος δὲν ἐλάβατε τὴν ἀφορμὴν νὰ εἴπετε τὴν γνώμην σας διότι δὲν εἴχατε εἰσέτι τὸ ἐστενογραφημένον τοῦ λόγου τοῦ κυρίου Κανελλοπούλου ἐρωτῶ ὑμᾶς ἐὰν αὐτὴ ἡ προειδοποίησις περὶ τοῦ ἐξαιρετικοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον συνιστᾷ ἡ ἐξωκοινοβουλευτικὴ κυβέρνησις, ἐὰν αὐτὴ ἡ προειδοποίησις ἀποτελῇ υἱοθέτησιν καὶ ἀποδοχὴν ἢ δὲν ἀποτελεῖ ἀντιθέτως προειδοποίησιν διὰ νὰ ἀποφευχθῇ ὁ κίνδυνος αὐτός; Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, ὅτι ἡμεῖς ἐπισημαίνοντες τὸν κίνδυνον αὐτὸν ζητοῦμεν νὰ τὸν ἀποτρέψωμεν, ἐνῷ ὑμεῖς διὰ διαστρεβλώσεως τῶν λόγων μας, ἰσχυρίζεσθε ὅτι τὸν υἱοθετοῦμεν. Ἡμεῖς ἐπεστήσαμεν τὴν προσοχὴν ὅλων ἡμῶν διὰ νὰ ἀποφευχθῇ ὁ τρομερὸς αὐτὸς κίνδυνος, ὁ ὁποῖος εἶναι μειωτικὸς καὶ διὰ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν λαόν. Αὐτὸ ἐτονίσθη καὶ ἀνεγνώσθη ἀπὸ πάντας ποὺ ἤκουσαν ἢ ἀνέγνωσαν τὸν λόγον τοῦ κ. Κανελλοπούλου, ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ὅμως δὲν ἀνεγνωρίσθη ἡ ἀλήθεια, ἐν τούτοις τὰ κείμενα δὲν παραποιοῦνται, τὰ κείμενα μένουν. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, δὲν εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι θέτομεν πολιτικὸν θέμα, εἶσθε ἐσεῖς οἱ ἐξακολουθοῦντες νὰ ἐπιμένετε ἐπὶ τῆς παραποιήσεως καὶ τῆς παρερμηνείας, σεῖς ποὺ ἐξακολουθεῖτε νὰ μᾶς θέτετε ἐκτὸς τοῦ συνασπισμοῦ ὅστις σᾶς παρέσχε τὴν ἐμπιστοσύνη του. Ἡμεῖς δὲ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἐξ αὐτοῦ νὰ ἀντλήσωμεν ὅλα τὰ ἀναγκαῖα συμπεράσματα. Ἀλλοίμονο ἐὰν σήμερον ποὺ περιβαλλόμεθα ἀπὸ τόσας ἀπειλὰς καὶ ἀπὸ τόσους κινδύνους δὲν εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῶμεν καὶ νὰ προειδοποιῶμεν περὶ αὐτῶν. Τότε θὰ ἐκλείομεν τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸ τῆς πραγματικότητος, καὶ θὰ ἐσφαλίζομεν τὸ στόμα ἵνα εὑρεθῶμεν ἀπαράσκευοι ὅταν οἱ κίνδυνοι θὰ ἐνεφανίζοντο καὶ τότε δὲν θὰ ἔχομεν οὔτε τὰ μέσα, οὔτε τὴν δύναμιν νὰ ὑπερασπισθῶμεν ἑαυτοὺς καὶ νὰ τοὺς ὑπερνικήσωμεν. Ὅσοι μᾶς ἤκουσαν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην — καὶ μᾶς ἤκουσαν ὡς γνωρίζετε χιλιάδες ἐξ ὅλων τῶν παρατάξεων — καὶ οἱ φίλοι οἱ ἰδικοί σας, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅλοι ὅσοι μᾶς ἤκουσαν, εἰς οἱανδήποτε παράταξιν καὶ ἂν ἀνήκουν, οὐδαμῶς συνέλαβον τοιαύτην ἔννοιαν — οὐδαμῶς ἀντελήφθησαν ὅτι ἡμεῖς καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἐξετοξεύσαμεν ἀπειλὰς ἐναντίον τῶν ἐλευθέρων μας θεσμῶν. Ἀντιστρόφως εἰς ὅλους αὐτοὺς ἐπεσημάνθη ὁ ἐνδεχόμενος κίνδυνος καὶ ἅπαντες τελοῦν ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι θὰ πρέπει νὰ καταβληθῇ προσπάθεια καὶ προσπάθεια σύντονος διὰ νὰ ἀποφευχθῇ ὁ ἀναμφισβήτητος κίνδυνος. Ἐὰν ἠθέλομεν νὰ ἐθέταμεν πολιτικὸν ζήτημα δὲν θὰ τὸ ἐθέταμεν αὐτὸ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Μόνον ἡ Κυβέρνησις ἦτο δυνατὸν νὰ θέσῃ πολιτικὸν ζήτημα ἐπὶ τούτου. Ἡμεῖς ἐὰν ἐπρόκειτο, νὰ ἐθέταμεν ζήτημα πολιτικὸν θὰ τὸ ἐθέτομεν ἐπὶ ἄλλων θεμάτων, ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ θέματος, ἐπὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ Λαοῦ τῆς ὑπαίθρου καὶ τῶν πόλεων, ἐπὶ τῆς καθολικῆς οἰκονομικῆς ἐξαθλιώσεως τὴν ὁποίαν ἔχομεν διαπιστώσει ἰδιαιτέρως ὅσοι εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τῶν Ἐπαρχιῶν, καὶ τὴν ὁποίαν διεπιστώσαμεν ἀκόμη μίαν φορὰν καὶ εἰς τὴν Μακεδονίαν. Καὶ ἡ ὁποία ἐξάντλησις εἶναι ἀπόρροια τῆς ἀσυναρτήτου οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Εἴχαμε, λοιπόν, ὅλας αὐτὰς τὰς δυνατότητας νὰ θέσωμεν πολιτικὸν θέμα καὶ θὰ εὑρισκώμεθα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐν πλήρῃ συνεπείᾳ πρὸς τὰ αἰτήματα καὶ τὴν ἐντολὴν τοῦ Λαοῦ. Ἐὰν δὲν εἴχομεν θέσει τὸ πολιτικὸν ζήτημα ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ μέχρι σήμερον, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι μᾶς συνεῖχε μία ἐθνικὴ σύνεσις. Ἐνομίζομεν, ὅτι δὲν ἐδικαιούμεθα εἰς τὰς τόσας δοκιμασίας καὶ συμφορὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ προσθέσωμεν καὶ τὴν δοκιμασίαν τῆς κυβερνητικῆς κρίσεως, ἡ ὁποία ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἦτο βραχεῖα θὰ εἶχεν ὀλεθρίας διὰ τὸν τόπον συνεπείας. Καὶ ἐπὶ πλέον ἐλπίζομεν ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἀντιλαμβανομένη, ἐπὶ τέλους, τὰς εὐθύνας της, διὰ τὸ κατάντημα τοῦ τόπου, θὰ ἔδιδεν αὐτὴ τὴν ριζικὴν λύσιν καὶ μεταβολὴν, ἡ ὁποία θὰ ἱκανοποιοῦσε τὸ δημόσιον αἴσθημα. Σήμερον ὅμως εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐξαγάγωμεν ὅλας τὰς συνεπείας τῆς στάσεώς σας. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθῶμεν τὴν πρόκλησίν σας καὶ νὰ ἀπαντήσωμεν εἰς αὐτὴν. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι πλέον νὰ μὴ διστάσωμεν πρὸ τῶν συνεπειῶν, ἀλλὰ νὰ διερμηνεύσωμεν ἐδῶ τὸν πόνον καὶ τὴν ἀγωνίαν τοῦ λαοῦ τῆς ὑπαίθρου διὰ νὰ σᾶς εἴπωμεν ὅτι εἰς τὴν εὐποροῦσαν ἄλλοτε Μακεδονίαν, δὲν ὑπάρχει σήμερον οὔτε σιτάρι οὔτε ψωμί, ὅτι οἱ ἄνεργοι εὑρίσκονται εἰς τὸν δρόμον καὶ ὅτι ἔχει δημιουργηθῆ κατάστασις ἐξαθλιώσεως τοιαύτη, ἡ ὁποία πράγματι ἀπειλεῖ καὶ ὑποσκάπτει τὰ θεμέλια τῶν ἐλευθέρων μας θεσμῶν. Αὐτὴ ἡ κατάστασις, τῆς ἐξαθλιώσεως, καὶ ὄχι οἱ φανταστικοὶ κίνδυνοι, ποὺ ἐφευρίσκονται, θέτουν εἰς κίνδυνον τὸ κοινοβουλευτικὸν ἡμῶν πολίτευμα.
§29ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐσεῖς δὲν ἐκυβερνήσατε;....
§30Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὕστερα ἀπὸ 15 μῆνας δὲν εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς νὰ ἐξακολουθῶμεν, νὰ ἔχωμεν τὴν εὐθύνην...
§31ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μία ἐρώτησιν...... (κωδωνοκρουσίαι).
§32Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ διακόπτετε. Πρὸ 11 περίπου μηνῶν, ὅλοι ὅσοι παρήλασαν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, ὅλοι διεπίστωσαν αἰσιοδοξίαν ὡς πρὸς τὴν ἐξέλιξιν τῆς οἰκονομικῆς μας καταστάσεως. Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὅλοι διεπιστώσαμεν, ὅτι αἱ τιμαὶ ἀπὸ πολλῶν μηνῶν εἶχον πλέον σταθεροποιηθῆ, ὅτι εἶχε σταματήσει ἡ πώλησις τῶν χρυσῶν λιρῶν, ὅτι ὁ πληθωρισμὸς εἶχε ἀποτραπῆ καὶ ὅτι νέοι ὁρίζοντες θὰ ἠνοίγοντο εἰς τὴν ἀνασυγκρότησιν. Τί συνέβη, κύριοι Βουλευταί, ὥστε ἐντὸς τοῦ διαστήματος τῶν 11 μηνῶν, νὰ ἀντιστραφοῦν οἱ ὅροι αὐτοὶ καὶ ἀντὶ τῆς τότε αἰσιοδοξίας νὰ ἐπικρατῇ τοιαύτη ἀπαισιοδοξία, καὶ ἀντὶ τῆς τότε συνεχῶς προωθουμένης οἰκονομικῆς εὐημερίας, ἀντιστρόφως νὰ παρουσιάζεται σήμερον τὸ θέαμα τῆς οἰκονομικῆς ἐξαθλιώσεως; Βεβαίως γνωρίζω τὴν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως: Θὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι αἱ διεθνεῖς περιπλοκαὶ εἶναι ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι ἐπροκάλεσαν τὴν κατάστασιν αὐτήν. Θὰ ἀνταπαντήσωμεν ὅμως ἡμεῖς εἰς τὴν Κυβέρνησιν: Ἐὰν ἡ διεθνὴς κατάστασις ἔχει περιπλακῆ, ἀντιστρόφως ἡ ἐσωτερικὴ κατάστασις ἔχει κατὰ πολὺ βελτιωθῆ. Δὲν εὑρίσκονται πλέον οἱ ἀντάρται ἔξωθεν τῶν Ἀθηνῶν. Δὲν μεταβάλλονται πλέον τὰ χωριὰ καὶ αἱ πόλεις εἰς τέφραν καὶ εἰς ἐρείπια. Σήμερον ὑπάρχει τάξις, ἡσυχία καὶ ἀσφάλεια. Ὑπάρχει ἀκόμη ἡ ἐργασία καὶ ἡ φιλοπονία τῶν Ἑλλήνων. Καὶ ἐν τούτοις αὐτὴ δὲν ἀποδίδει καὶ δὲν τρέφει τὸν καταβάλλοντα αὐτήν. Καὶ ἡ πεῖνα καὶ ἡ ἀνεργία συνεχῶς αὐξάνουν. Ἐὰν ἐφθάσαμεν εἰς τὸ κατάντημα αὐτὸ τοῦτο βέβαια ὀφείλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν ἔλαβεν ἐγκαίρως τὰ ἐνδεδειγμένα ἀναγκαῖα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον ὅλα τὰ Κράτη, ἅμα ὡς εἶδον νὰ ζοφοῦται ὁ διεθνὴς ὁρίζων. Ἐφ’ ὅσον εὑρισκόμεθα πρὸ νέων διεθνῶν περιπλοκῶν καὶ ἐφ’ ὅσον ἠξεύρομεν ὅτι, αἱ παραγωγικαὶ βιομηχανίαι τῶν μεγάλων Κρατῶν καὶ ἰδίως τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, θὰ ἐστρέφοντο πλέον πρὸς τὴν παραγωγὴν πολεμοφοδίων καὶ πολεμικοῦ ὑλικοῦ, ὠφείλαμε καὶ ἡμεῖς νὰ λάβωμεν ἔκτοτε τὰ μέτρα μας, ὠφείλαμεν καὶ ἡμεῖς νὰ προσαρμώσωμεν πρὸς τὰς νέας συνθήκας τὴν οἰκονομίαν μας καὶ νὰ μὴ εὑρεθῶμεν ἀπαρασκεύαστοι ὅταν ἤρχισε νὰ ἐκδηλοῦται ὁ κίνδυνος. Κύριοι Βουλευταί, γνωρίζομεν τὸ πρόγραμμα τὸ ὁποῖον κατήρτησε ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, τὸ ἐπιδοκιμάζομεν καὶ τὸ ἐπικροτοῦμεν. Καὶ θὰ πράξωμεν ὅτι δυνάμεθα ἀπὸ τῆς θέσεώς μας διὰ νὰ τὸν ἐνισχύσωμεν εἰς τὴν προσπάθειάν του. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ καταρτίσεως προγράμματος. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν πρόκειται περὶ ἐκτελέσεως τοῦ προγράμματος. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ σημεῖον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐκφράζω βαθυτάτας ἀμφιβολίας. Κύριοι Βουλευταί, γνωρίζετε ὅτι τὸ πρόγραμμα ἀνασυγκροτήσεως βασίζεται ἐπὶ δύο σκελῶν. Ἐπὶ τοῦ σκέλους τοῦ καλουμένου τῆς οἰκονομικῆς σταθερότητος, καὶ ἐπὶ τοῦ σκέλους τῆς ἐκτελέσεως τῶν μεγάλων ἔργων, τῶν βασικῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα διὰ τὴν Ἑλλάδα ἀποβλέπουν εἰς ἀναδιάρθρωσιν τῆς οἰκονομίας αὐτῆς. Τὰ σκέλη ταῦτα συνυπάρχουν εἰς κάθε πρόγραμμα ἀνασυγκροτήσεως καὶ δὲν δύναται τὸ ἕνα νὰ θεωρηθῇ κεχωρισμένως ἀπὸ τὸ ἄλλο, διότι ἐφ’ ὅσον δὲν ἐξασφαλίζεται ἡ οἰκονομικὴ σταθερότης, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς δυνατότητα ἐκτελέσεως τῶν μεγάλων ἔργων. Δι’ αὐτὸ καὶ εἰς τὰ προγράμματα, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλομεν εἰς τὸν ὀργανισμὸν Εὐρωπαϊκῆς Οἰκονομικῆς Συνεργασίας, ὑπάρχουν πάντοτε δύο ὑπομνήματα, δύο μέρη. Ἕνα τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν οἰκονομικὴν σταθερότητα, νομισματικὴν καὶ δημοσιονομικὴν, καὶ ἕτερον τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν μεγάλων ἔργων. Ἀσφαλῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀντελήφθη αὐτὸ τὸ γεγονός, διότι ἄλλως δὲν ἐξηγεῖται πῶς ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ πρὸ ὀλίγων μηνῶν προσεκάλεσεν ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ ἀναλάβουν τὴν ἐκτέλεσιν μεγάλων ἔργων, ὅπως τῆς σόδας, ἀλουμίνας κλπ., ἐνῷ δὲν εἶχον ληφθῆ ὅλα τὰ ἀπαιτούμενα μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ διησφάλιζον τὴν ἐσωτερικὴν νομισματικὴν ἢ οἰκονομικὴν σταθερότητα καὶ ἄνευ τῶν ὁποίων, ἐὰν ἐπήρχετο ἡ κατάρρευσις αὐτῆς, ὁπότε θὰ ἦτο ματαία καὶ ἄκαρπος οἱαδήποτε προσπάθεια πρὸς ἐκτέλεσιν τοιούτων ἔργων. Ἀλλά, κ. Βουλευταί, θὰ μοῦ εἴπητε πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ συγκρατηθοῦν αἱ τιμαὶ καὶ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ οἰκονομικὴ σταθερότης; Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἀνακύπτει ἡ μεγάλη εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπ’ αὐτοῦ εἶναι ὑπεύθυνος ἡ Κυβέρνησις διότι δὲν ἔλαβεν ἐγκαίρως ὅλα τὰ ἐνδεδειγμένα μέτρα. Διότι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐνεφανίσθησαν αἱ διεθνεῖς περιπλοκαί, ἔπρεπε ὅπως καὶ τὰ ἄλλα κράτη, ὅπως πράττει ἡ Ἰταλία σήμερον, θὰ ἔπρεπε καὶ αὐτὴ νὰ λάβῃ τὰ ἀνάλογα μέτρα, ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συγκρατηθοῦν αἱ τιμαὶ καὶ νὰ ἐγκαθιδρυθῇ ὁ ἔλεγχος τῆς καταναλώσεως. Θὰ ἔπρεπε νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν ἔλεγχον τῶν ἐπενδύσεων θὰ ἔπρεπε ἀκόμη ἐγκαίρως νὰ λάβῃ ὅλα τὰ ἐνδεδειγμένα μέτρα διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ δημοσιονομικοῦ ἰσοζυγίου. Ἀλλὰ δὲν τὰ ἔλαβεν ὅταν ἔπρεπεν, δὲν τὰ ἔλαβεν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Θὰ μοῦ εἴπητε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθοῦν τὰ μέτρα αὐτὰ τώρα; Ἐν πρώτοις, κύριοι, αὐτὸ τὸ γεγονὸς εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπενθύμισα πρὸ ὀλίγου, ὅταν ἔλεγον ὅτι δηλαδὴ δὲν ἀρκεῖ νὰ κατασκευάζωμεν προγράμματα δὲν ἀρκεῖ νὰ χαράσσωμεν πολιτικήν, δὲν ἀρκεῖ νὰ ὑποσχώμεθα ὅτι θὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν ἔλεγχον τῶν δελτίων. Χρειαζόμεθα προπαντὸς νὰ εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ πραγματοποιῶμεν καὶ νὰ ἐφαρμόζωμεν τὰ προγράμματα καὶ τὰς ὑποσχέσεις ὅταν πρέπει καὶ ἐγκαίρως. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ οὐσιῶδες. Δὲν εἶναι δυνατὸν κύριοι, νὰ ἐφαρμοσθοῦν τὰ μέτρα αὐτὰ σήμερον. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω μεγάλας ἀμφιβολίας διότι ὅπως γνωρίζετε, ἡ οἰκονομική μας σταθερότης, κατ’ ἐξοχὴν βασίζεται ἐπὶ τῆς παραγωγῆς, ἡ ὁποία ἐνισχύεται διὰ τῆς καταλλήλου πιστοποιήσεως, καὶ ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς ἀγαθῶν, ὄχι μόνον διὰ τὴν ἱκανοποίησιν τῆς τρεχούσης καταναλώσεως, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον καὶ διὰ τὴν δημιουργίαν ἀποθεμάτων. Αὐτὰ, κύριοι, γίνονται, ὅπως εἴπομεν, κατ’ ἐξοχὴν διὰ τῆς Ἀμερικανικῆς βοηθείας. Ἀλλ’ ἡ Ἀμερικανικὴ βοήθεια τὶ ἀντιπροσωπεύει σήμερον; Ἔχει ὑποστῆ ἐπανειλημμένας μέχρι τοῦδε περικοπὰς καὶ μειώσεις. Ἐν πρώτοις ὑπέστη μίαν πρώτην περικοπὴν κατὰ τὸν παρελθόντα Σεπτέμβριον. Ἀλλὰ μετὰ τὴν πρώτην αὐτὴν περικοπὴν ἐπηκολούθησαν, κύριοι, ἀλληλοδιάδοχοι μειώσεις ἢ περικοπαί, αἱ ὁποῖαι κατὰ τοιοῦτον τρόπον περιώρισαν τὴν βοήθειαν αὐτήν, ὥστε νὰ ὑποστηρίζω, πὼς εἶναι σχεδὸν ἀδύνατον μὲ τὰς ὑπαρχούσας σήμερον διαθεσιμότητας νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν σταθερότητα τῶν τιμῶν, τὴν νομισματικὴν σταθερότητα καὶ οἰκονομικὴν σταθερότητα. Ποῖαι εἶναι αὐταὶ αἱ ἀλλεπάλληλοι μειώσεις; Ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ ἀλλεπάλληλοι περιορισμοὶ τῆς βοηθείας; Εἶναι, πρῶτον, ὅπως γνωρίζετε, τὰ δολλάρια τὰ ὁποῖα δαπανῶνται διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ ἀγόνου χρυσοῦ, ὁ ὁποῖος ἄγονος χρυσός, διὰ νὰ ἀγορασθῇ πρὸς συγκράτησιν τῆς χρυσῆς λίρας μᾶς κάμει νὰ δαπανῶμεν ἑκατομμύρια δολλαρίων, τὰ ὁποῖα ἄλλως θὰ διετίθεντο δι’ ἀγορὰν ἀγαθῶν, ἐφοδίων καὶ πρώτων ὑλῶν. Ἐὰν ὑπολογίσωμεν ὅτι κατὰ τὸ τελευταῖον τρίμηνον ἀπὸ τέλους Νοεμβρίου μέχρι τέλους Φεβρουαρίου ὅτι 1.800 000 περίπου λίρες χρυσὲς ἠγοράσθησαν, ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι ἐδῶ ἔχομεν ἕνα ποσὸν 12 ἢ 13 ἑκατομμυρίων δολλαρίων, τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθη διὰ τὴν ἀγορὰν αὐτῶν. Καὶ αὐτὸ ἀφῃρέθη ἀκριβῶς ἀπὸ τὰ ἀγαθὰ καὶ ἀπὸ τὰ ἐφόδια. Αὐτὸ ἡμεῖς τὸ θεωροῦμεν περιορισμὸν τῆς βοηθείας, διότι ἡ βοήθεια δὲν εἶναι εἰς δολλάρια δὲν εἶναι εἰς ρευστὸν χρῆμα εἶναι κατ’ οὐσίαν εἰς ἀγαθά, εἰς ἐφόδια καὶ εἰς πρώτας ὕλας. Καὶ ὁ περιορισμὸς αὐτὸς θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐξ ἴσου σοβαρὸς καὶ εἰς τὸ μέλλον ἐὰν δὲν σταματήσῃ ἡ πώλησις χρυσῶν λιρῶν καὶ ἐὰν καὶ εἰς τὸ ἑπόμενον τρίμηνον ἐξακολουθήσῃ ἡ διάθεσις συναλλάγματος πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν. Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ θεωρήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ὑπεύθυνον, διότι ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ πωλήσωμεν εἰς μίαν καὶ μόνην ἡμέραν 140 χιλ. λίρας χρυσᾶς; Εἶναι καὶ καὶ ἕνα ἀκόμη γεγονός, τὸ ὁποῖον, κύριοι, κατ’ ἐμὲ συνεπάγεται μείωσιν τῆς βοηθείας. Εἶναι τὸ περίφημον περιθώριον, τὸ ὁποῖον κρατεῖται ἀπὸ τὴν βοήθειαν τοῦ προηγουμένου ἔτους, διὰ νὰ χρησιμοποιηθῇ κατὰ τὸ ἐνδιάμεσον διάστημα μέχρι τῆς ἐγκρίσεως τοῦ προγράμματος τοῦ ἑπομένου ἔτους. Κατὰ πάγιον τρόπον τὰ δύο προηγούμενα ἔτη, τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐλαμβάνετο ὡς προκαταβολὴ ἀπὸ τὸ πρόγραμμα τοῦ ἑπομένου ἔτους. Μόνον ἐφέτος κατηργήθη αὐτὸς ὁ τρόπος καὶ θὰ κρατήσωμεν τὰ 10 ἑκατομ. δολλάρια ἀπὸ τὸ τρέχον ἔτος, τὸ ὁποῖον, ὡς γνωστόν, δὲν ἔχει τόσα πολλὰ δολλάρια διαθέσιμα. Ἐρωτῶ διὰ τίνα λόγον ἡ Κυβέρνησις, ἐδέχθη τὴν παρέκκλισιν αὐτὴν ἡ ὁποία μειώνει τὴν δυνατότητα προμηθείας ἀγαθῶν κατὰ τὸ ἀνάλογον ποσὸν τῶν 10 ἑκατομ. δολλαρίων; Ἀλλά, κύριοι, ὑπάρχει καὶ ὁ τρίτος λόγος τῆς περικοπῆς, ἴσως ὁ σημαντικώτερος. Εἶναι ἡ συνεχὴς ὕψωσις τοῦ ἐπιπέδου τῶν τιμῶν. Καὶ ἐδῶ ἀρχίζει ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀντελήφθη τὸν διεθνῆ ὁρίζοντα νὰ ζοφοῦται ἀντὶ νὰ σπεύσῃ ὅπως ἔσπευσαν ἄλλαι χῶραι, καὶ ἰδίως ἡ Ἰταλία νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν βοήθειαν διὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἀγαθῶν πρὸς σχηματισμὸν ἀποθεμάτων καὶ διὰ τὴν τρέχουσαν κατανάλωσιν, ἀντιθέτως ἀφέθη εἰς τὴν μακαριότητα καὶ τὴν ἀμεριμνησίαν, ἀφήνουσα εἰς τὰ γεγονότα νὰ κατευθύνουν τὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν της. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι συνεχῶς θὰ μειοῦται ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου καὶ θὰ περιορίζηται ἡ βοήθεια δηλαδὴ ἡ ἀγοραστικὴ ἀξία τῶν δολλαρίων ταύτης ἐφ’ ὅσον ἀνέρχονται αἱ διεθνεῖς τιμαὶ θὰ καθίσταται μικροτέρα καὶ συνεπῶς, τὰ ἀγαθὰ τὰ ὁποῖα θὰ εἰσάγωμεν θὰ εἶναι ὀλιγώτερα, ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα προεβλέψαμεν ἀρχικῶς ἢ τῶν ὁποίων εἴχομεν ἀνάγκην. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐφθάσαμεν εἰς τὴν σημερινὴν ἐξαθλίωσιν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους κυρίως ἀνέρχονται αἱ τιμαί. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν, πρὸ τῆς ἀδιαφορίας τῆς Κυβερνήσεως, τὴν Ἀμερικανικὴν Ἀποστολὴν νὰ ἔλθῃ νὰ μᾶς ὑποδείξῃ καὶ νὰ ἐπιβάλῃ προγράμματα ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις περὶ ἄλλα τυρβάζουσα καὶ μεριμνῶσα, δὲν εἶχε τὸν καιρὸν νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὸν καταρτισμὸν προγράμματος. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τοῦ Λ.Ε.Κ.). Δὲν εἶχε τὸν καιρὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τοιαῦτα πράγματα. Ἀλλὰ μήπως ἡ Κυβέρνησις ἐφρόντισε τοὐλάχιστον νὰ δείξῃ κατανόησιν πρὸς τὴν δυστυχίαν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, μήπως ἐφρόντισε νὰ παράσχῃ εἰς αὐτόν, μίαν διοίκησιν χρηστήν, ἡ ὁποία θὰ ἀνεκούφιζεν ἔν τινι μέτρῳ καὶ θὰ ἱκανοποίει τὸ κοινὸν αἴσθημα; Εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἔπειτα ἀπὸ τὴν μακρὰν δοκιμασίαν ποὺ διῆλθε, ἔχει πλέον ἀποκτήσει πολιτικὴν ὡριμότητα ἡ ὁποία τὸν ἔχει ἀποτρέψει ἀπὸ τὰς παλαιὰς μορφὰς τῆς πολιτικῆς συναλλαγῆς. Καὶ ἐκεῖνο ποὺ ἀπαιτεῖ κυρίως σήμερον εἶναι μία χρηστὴ καὶ δικαία διοίκησις. Ἀλλ’ αὐτὴν οὐδέποτε ἐφρόντισεν ἡ Κυβέρνησις νὰ τὴν δώσῃ στὸν ἑλληνικὸν λαόν. Καὶ σήμερον ὁ λαὸς αὐτὸς ὁ ταλαιπωρημένος, ὁ λαὸς αὐτὸς ὁ ἐξαθλιωμένος τὶ βλέπει περὶ αὐτόν; Βλέπει νὰ ἀπολύωνται ὁμαδικῶς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦν ἔστω καὶ ὡς ἔκτακτοι εἰς διαφόρους ὀργανισμοὺς καὶ νὰ ἀντικαθίστανται διὰ διορισμῶν ὁμαδικῶν, χωρὶς νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν οὔτε ὡρισμένα προσόντα, οὔτε εὐδόκιμος προϋπηρεσία, ἐκείνων οἵτινες εἶχον προϋπηρετήσει καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὡρισμένα δικαιώματα ἔστω καὶ ἂν εἶναι ἔκτακτοι. Βλέπει ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἐπίσης προσφυγὰς ἐπὶ προσφυγῶν εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ἐκείνων διὰ τοὺς ὁποίους προβλέπει ὁ νόμος 751, καὶ εἰς τοὺς ὁποίους ὀφείλει τόσα ἡ πατρίς. Βλέπει ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ὅτι ἐξακοντίζονται ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ ἄλλο διάφοροι μικρο–ὑπάλληλοι, ἀγρονόμοι, ταχυδρομικοὶ καὶ ἄλλοι, διὰ νὰ ἐξαναγκασθοῦν εἰς παραίτησιν καὶ νὰ ριφθοῦν εἰς τὴν ἀθλιότητα. Βλέπει ἀκόμη ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ὅτι ἡ κομματικὴ συναλλαγὴ ἔφθασε καὶ εἰς αὐτὰ τὰ πιστωτικὰ ἱδρύματα, ὅτι ἀκόμη καὶ ἡ διοίκησις τῶν μεγάλων πιστωτικῶν ἱδρυμάτων καὶ αὐτὴ κατέστη ἀντικείμενον συναλλαγῆς. Ἠκούσαμεν τὰ ὀνόματα ὡρισμένων προσώπων. Τὰ τιμῶμεν καὶ δηλοῦμεν ὅτι τὰ εὑρίσκομεν ἀπολύτως ἱκανὰ καὶ ἐνδεδειγμένα διὰ τὰς θέσεις αὐτάς. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὅμως ἐκυκλοφόρησεν ὅτι περὶ τὰ πρόσωπα αὐτὰ ἐνηργήθη συναλλαγὴ καὶ παζάρεμα, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὁλόκληρος αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις ἔχει διμιουργήσει εἰς τὸν λαὸν τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι εὑρισκόμεθα ἐνώπιον μιᾶς πρωτοφανοῦς συναλλαγῆς. Ἐὰν νομίζητε ὅμως, ὅτι μόνον εἰς αὐτὰς τὰς παραλείψεις καὶ τὰς κομματικὰς μικρότητας περιορίζεται ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως, ὀφείλω νὰ σᾶς ἐξαγάγω ἀπὸ αὐτὴν τὴν πλάνην. Διότι περὶ αὐτὰ μὲν ἠσχολεῖτο ἐπιμόνως ἀλλ’ ἐγκατέλειπε καὶ παρέβλεπε ἐξ ἴσου ἐπιμόνως ὅλα τὰ μεγάλα ζητήματα ποὺ ἐνδιαφέρουν τὸν τόπον. Καὶ ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν, ποῦ εὑρίσκεται τὸ ζήτημα τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως, διὰ τὸ ὁποῖον συνετελέσθη ἕνα πρῶτον βῆμα καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἔκτοτε ἐσταμάτησε; Ποῦ εὑρίσκεται τὸ ζήτημα τοῦ Κώδικος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τόσας ἐστηρίξαμεν ἐλπίδας; Ποῦ εὑρίσκεται ἡ περίφημος ἀποζημίωσις τῶν μικροκαταθετῶν, τὸ μέτρον τῆς προστασίας τῶν ἀδικηθέντων ἀπὸ τὸν πληθωρισμὸν διὰ τῆς φορολογίας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὠφελήθησαν ἐξ αὐτοῦ; Ἐπιθυμῶ ἀκόμη νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν τί ἔκαμε μὲ τὴν φορολογικὴν ἡμῶν πολιτικήν; πῶς κατώρθωσε νὰ παρεκκλίνῃ ἀπὸ τὴν γραμμήν, ἡ ὁποία ἐχαράχθη καὶ ἡ ὁποία ἀπέληγεν εἰς ἕνα εἶδος εἰρηνεύσεως μεταξὺ τοῦ φορολογουμένου πολίτου καὶ τοῦ φορολογοῦντος Κράτους; Διατὶ ἦλθε νὰ ἀνατρέψῃ τὰς προϋποθέσεις τῆς εἰρηνεύσεως αὐτῆς ἐπαναφέρουσα τὰ περίφημα τεκμήρια; Καὶ πῶς νὰ μὴν ἀναμνησθῶ τῆς περιφήμου πράξεως ἐπὶ τῆς φορολογίας τῶν εὐπόρων, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις κατέφερε κτύπημα ἰσχυρὸν κατὰ τοῦ γοήτρου τοῦ Κράτους, ἀφοῦ ἐνεφάνισε τὸ Κράτος παραβαῖνον ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ἔδωσεν εἰς τοὺς φορολογουμένους; Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτά. Ἤθελα ἀκόμη νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν τί ἔγινε μὲ τὸ περίφημον πιστωτικὸν καὶ τραπεζιτικὸν ζήτημα. Γνωρίζετε, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο, δὲν δύναται νὰ περιορισθῇ εἰς μόνην τὴν ἔκθεσιν τῶν τριῶν ξένων εἰδικῶν. Πρέπει νὰ τεθῇ κατὰ τρόπον γενικώτερον, καὶ μὲ ἀνάγκην ὁλοκληρώσεως καὶ συμπληρώσεως, διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ εὐθηνὸν χρῆμα καὶ ταὐτοχρόνως διὰ νὰ γίνεται δικαιοτέρα ἡ κατανομὴ τῶν πιστώσεων. Ἀντ’ αὐτοῦ ἀφήσαμεν τὰ πράγματα εἰς τὴν τύχην των καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ποῖον ὑπῆρξεν; Νὰ ἔλθῃ ἡ Ἀμερικανικὴ Ἀποστολὴ καὶ νὰ μᾶς ἐπιβάλῃ αὐτὴ πρόγραμμα καὶ αὐτὴ ἀπόψεις. Καὶ ἀπεδέχθημεν τὰς ἀπόψεις αὐτὰς χωρὶς διαμαρτυρίαν καὶ ἰδιαιτέρως τὴν ἄποψιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ὁμιλεῖ περὶ ἀνάγκης περιορισμοῦ αὐθαιρέτου καὶ γενικοῦ τῶν τραπεζιτικῶν πιστώσεων. Ὀφείλω νὰ προειδοποιήσω τὴν Κυβέρνησιν, περὶ ἑνὸς ἀκόμη κινδύνου, ἔστω καὶ ἂν πρόκηται νὰ θεωρηθῶ διὰ τοῦτο ὅτι καὶ πάλιν ἀπειλῶ τοὺς φιλελευθέρους θεσμοὺς καὶ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ὅτι ἐὰν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀντιμετωπίσῃ τὸ ζήτημα τοῦ πιστωτικοῦ πληθωρισμοῦ καὶ ὄχι διὰ μιᾶς ἀνακατανομῆς τῶν πιστώσεων σύμφωνα μὲ τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας, ὅτι γρήγορα ἡ ἀνεργία θὰ ἐξαπλωθῇ καὶ γρήγορα ἡ δυστυχία θὰ ἐπαυξηθῇ. Ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου θὰ προέλθῃ ὁ κίνδυνος τῶν ἐλευθέρων θυσιῶν τὸν ὁποῖον φοβεῖται ἡ Κυβέρνησις καὶ ὄχι ἀπὸ τὰ φάσματα τὰ ὁποῖα αὐτὴ ἐδημιούργησε διὰ νὰ ἀποτρέψῃ τὴν προσοχὴν τοῦ λαοῦ ἀπὸ τὰ ζωτικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα τὸν ἀπασχολοῦν καὶ τὸν ἐνδιαφέρουν σήμερον. (Χειροκροτήματα). Ἀλλ’ ὅτι ἡ δυσφορία, ἡ ἀγωνία τῆς ὑπαίθρου καὶ τῶν πόλεων ἔγινε προφανῶς ἀντιληπτὴ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, δι’ ἐμέ, δὲν ὑπάρχει καμμιὰ ἐπ’ αὐτοῦ ἀμφιβολία. Καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι βαρυτέρα ἡ εὐθύνη της. Διότι, ἐνῷ ἀντελήφθη ποῦ ὁδηγεῖ αὐτὴ ἡ ἀνέχεια καὶ ἡ ἐξαθλίωσις, ἐν τούτοις δὲν ἐσκέφθη νὰ λάβῃ ὡρισμένα μέτρα, ἀλλ’ ἀνέμενε ἀσχολουμένη περὶ τὰ κομματικὰ καὶ τὰ μικρά. Ἡ Κυβέρνησις ἀσφαλῶς ἀντιλαμβάνεται τὰς ἀπωτέρας συνεπείας τῆς πολιτικῆς αὐτῆς. Διότι δὲν τολμᾷ νὰ προκηρύξῃ ἐκλογὰς δημοτικάς, δὲν τολμᾷ νὰ δώσῃ εἰς τὸν λαὸν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέξῃ ὁ ἴδιος τοὺς ἄρχοντας αὐτοῦ. Διατί; Διότι φοβεῖται ἀκριβῶς, καὶ δικαίως ὅτι ἡ δυσφορία τοῦ λαοῦ μπορεῖ νὰ στρέψῃ αὐτὸν πρὸς ἄλλας ἐπικινδύνους κατευθύνσεις. Καὶ ἄλλη ἀκόμη, κύριοι, ἀπόδειξις ὅτι ἡ Κυβέρνησις φοβεῖται τὰς συνεπείας τῆς δημιουργηθείσης ἀφορήτου καταστάσεως, εἶναι ὅτι δὲν ἀποτολμᾷ τὰς γενικὰς ἐκλογάς, ποὺ ἀποτελοῦν τὴν μόνην λύσιν τοῦ δράματος αὐτοῦ, τὰς ἐκλογὰς μὲ πλειοψηφικόν, διὰ τὰς ὁποίας προβάλλει τοὺς γενικωτέρους κινδύνους. Καὶ ἐρωτῶμεν χωρὶς νὰ εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ἁρμόδιοι παράγοντες διὰ νὰ καθορίσωμεν ὅτι ὑπάρχει δυνατότης ἐκλογῶν: Μετὰ τρεῖς μῆνας, μετὰ τέσσαρας, μετὰ ἕξ μῆνας εἶναι βεβαία ἆραγε ὅτι ἡ κατάστασις ἡ διεθνὴς δὲν θὰ καταστῇ κρισιμωτέρα καὶ δὲν θὰ εἶναι ἆραγε τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἀκόμη δυσκολώτερον νὰ καθορίσωμεν τὴν στάσιν μας; Ἀλλὰ διατὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ὥστε φοβούμεθα τὰς ροπὰς τοῦ λαοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ, τοῦ λαοῦ ὁ ὁποῖος ἕως χθὲς ἔχυνε τὸ αἷμα του καὶ ἐθυσίαζε τὸ πᾶν διὰ τὰ ἰδανικά του καὶ διὰ τὴν πατρίδα; Πῶς ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ ὑποπτευώμεθα ὅτι εἶναι δυνατὸν λόγῳ τῆς ὑφισταμένης δυσφορίας νὰ κλίνῃ ὁ λαὸς πρὸς ἄλλην ἐπικίνδυνον κατεύθυνσιν; Αὐταὶ εἶναι αἱ εὐθῦναι τῆς Κυβερνήσεως καὶ αὐτὰς καταλογίζομεν εἰς αὐτήν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν ἔχῃ εὐθύνας ἡ Κυβέρνησις ἐὰν ὁ τιμάριθμος ἀνεβαίνῃ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν ἔχῃ εὐθύνας ἐὰν σήμερον ἡ ἀνεργία ἐξαπλοῦται καὶ ἐὰν ἡ ἐξαθλίωσις ὡς φάσμα ἀπειλεῖ καὶ τὰς πόλεις καὶ τὴν ὕπαιθρον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πωλοῦνται τόσες χιλιάδες λίρες χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις. Καὶ αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους ἡμεῖς δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ ἐξακολουθήσωμεν παρέχοντες τὴν ὑποστήριξίν μας πρὸς αὐτήν. Κύριοι, ἀναμφισβητήτως ἡ ἀγωνία, ἡ δυσφορία τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι τοιαύτη, ὥστε σήμερον πραγματικῶς νὰ εὑρισκώμεθα πρὸ ἀπειλῆς καὶ πρὸ κινδύνου. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ἀναφέρω ἀριθμοὺς διὰ νὰ ἴδητε μέχρι ποίου σημείου ἀνῆλθεν ὁ τιμάριθμος καὶ μέχρι ποίου σημείου ἀνέρχεται ἡ κυκλοφορία. Δὲν θὰ σᾶς κουράσω, τοὺς γνωρίζετε τοὺς ἀριθμούς. Ἡ μᾶλλον τοὺς ζῆτε καὶ σεῖς ὅπως ὅλοι ἡμεῖς τὴν δυστυχίαν καὶ τὸ δρᾶμα τοῦ λαοῦ, τὴν ἀγωνίαν του καὶ τὴν ἐξαθλίωσίν του. Ἀλλά, κύριοι δι’ αὐτὰ δὲν μπορεῖ νὰ μὴν ὑπάρχῃ ἕνας ὑπεύθυνος. Δὲν μπορεῖ νὰ ὑπέχουν τὰς εὐθύνας αἱ διεθνεῖς συνθῆκαι. Ἀλλοίμονόν μας ἐὰν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον μεταθέτωμεν πάντοτε πρὸς τὰ ἔξω τὰς εὐθύνας τὰς ἰδικάς μας. Δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ ἐξακολουθήσωμεν νὰ παραβλέπωμεν τὴν ἀγωνίαν καὶ τὰ αἰτήματα τοῦ λαοῦ. Καὶ ἐκεῖ ἀκριβῶς τὸ ΛΕΚ, ἔρχεται νὰ διατυπώσῃ τὰς σκέψεις του. Τὰς διετύπωσα ἤδη καθαρὰ καὶ ἁπλᾶ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Διότι, κύριοι, τὶ ζητοῦμεν; Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλοῦν καὶ δὲν εἶναι καθόλου πολύπλοκον. Λέγομεν ὅτι ἐνώπιον τῆς δυσχερεστάτης καταστάσεως διὰ νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ἀνταποκριθῶμεν πρὸς αὐτὴν καὶ τὰς ἀπαιτήσεις της, ἔχομεν ὑποχρέωσιν, ὄχι, ὅπως ἐλέχθη, νὰ καταρτίσωμεν Κυβέρνησιν ἐξωκοινοβουλευτικήν, ἀλλὰ διὰ νὰ διευρύνωμεν καὶ νὰ καταστήσωμεν ἰσχυροτέραν τὴν Κυβέρνησιν. Πρέπει ὅμως ἡ σύνθεσις καὶ ἡ πολιτικὴ αὐτὴ νὰ βασίζεται ἐπὶ ἄλλων κριτηρίων καθαρῶς ἐξωκομματικῶν, ἐπὶ τῆς ἱκανότητος δηλαδή, τῆς ἐπαρκείας καὶ τῆς ἀποδόσεως ἑκάστου. Ἐζητήσαμεν κύριοι, ἀκόμη, ἐν ὀνόματι τῶν κρισίμων περιστάσεων, ὅπως χαραχθῇ μία κοινὴ πολιτικὴ δημοσιονομική, οἰκονομικὴ καὶ κοινωνικὴ ἡ ὁποία θὰ ἐφαρμόζηται καὶ θὰ πραγματοποιῆται, χωρὶς τοῦ γνωστοῦ μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν ἀνταγωνισμοῦ, μὲ πλήρη ἁρμονίαν καὶ ἑνότητα. Καὶ ἀκόμη ἐζητήσαμεν τὴν ἄμεσον ἀποκατάστασιν τῆς αὐτοδιοικήσεως. Διότι νομίζομεν, ἡμεῖς τοὐλάχιστον, ὅτι εἶναι καιρὸς πλέον νὰ τελειώσωμεν μὲ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν τοῦ διορισμοῦ τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν ἀρχόντων. Ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν ὅτι εἶναι ἀνάγκη τὸ ταχύτερον νὰ προβῶμεν εἰς ἐκλογὰς δημοτικὰς καὶ κοινοτικάς. Καὶ ἐδῶ ἐὰν θέλωμεν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν δεῖγμα τοῦ ὑπερκομματικοῦ πνεύματος ποὺ ζητοῦμεν νὰ μᾶς διέπῃ. Πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος τὰς ἐκλογὰς αὐτὰς νὰ διακηρύξωμεν ὅτι δὲν θεωροῦμεν ὡς ἀντικείμενον ἀνταγωνισμοῦ κομματικοῦ καὶ νὰ ἔχωμεν ἐπίσης τὴν δύναμιν νὰ δεχθῶμεν ὅτι εἰς τὰς μεγάλας πόλεις, ὅπου χρειάζονται δήμαρχοι ἱκανοὶ καὶ ἐπαρκεῖς, ὅτι ἐκεῖ τὰ κόμματα τὰ ἐθνικῶς σκεπτόμενα, θὰ ὑποδείξουν δημάρχους οἱ ὁποῖοι πραγματικῶς θὰ εἶναι ἄξιοι, ἀλλὰ καὶ κοινῆς ἐμπιστοσύνης. Αὐτὸ ἡμεῖς ἐννοοῦμεν ὅταν ὁμιλοῦμεν περὶ πνεύματος ὑπερκομματικοῦ καὶ αὐτὰ ἐζητήσαμεν ἀπὸ μίαν Κυβέρνησιν ἡ ὁποία θὰ ἐμφορῆται ἀπὸ τὸ πνεῦμα αὐτό. Αὐτά, κύριοι εἶναι, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μὲ ἁπλότητα καὶ σαφήνειαν ἐζητήσαμεν καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἐμμένωμεν. Ὅπως βλέπετε, δὲν ἐνέχουν τίποτε τὸ ὁποῖον νὰ ἀπειλῇ τοὺς ἐλευθέρους μας θεσμούς. Ἀντιθέτως ἐξυψώνουν τὸν πολιτικὸν κόσμον μέχρι τοῦ ἡρωϊσμοῦ καὶ τῆς αὐτοθυσίας τοῦ ὑπερόχου Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Αὐτὰ ἐζητήσαμεν καὶ ζητοῦμεν. Διότι, πιστεύομεν, ὅτι ἐὰν πραγματοποιηθοῦν καὶ υἱοθετηθοῦν, τότε μόνον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν προσήκουσαν ἀντιμετώπισιν τῶν κρισίμων περιστάσεων. Καὶ ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι ἡμεῖς τοὐλάχιστον θὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία θὰ τὰ πραγματοποιήσῃ, ἔστω καὶ ἐὰν ἡμεῖς δὲν συμμετέχομεν εἰς αὐτήν. Ἀλλά, κύριοι, ἐλέχθη χθὲς ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως: «Ποῖοι εἶσθε σεῖς, οἱ ὁποῖοι μὲ τόσας εὐθύνας εἰς τὸ παρελθὸν ἔρχεσθε σήμερον νὰ μᾶς ὑποδείξητε αὐτὰ τὰ πράγματα;» Ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω, διὰ νὰ τὸν καθησυχάσω ὅτι, δὲν μονοπωλοῦμεν οὔτε πατριωτισμὸν οὔτε τὴν διδασκαλίαν τῆς ἀρετῆς. Γνωρίζομεν ὅτι ὑπέχομεν εὐθύνας καὶ ἡμεῖς διὰ τὸ παρελθόν. Ἀναμφιβόλως μετέσχομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὁποίαν ὑπαινίσσεται καὶ ἡ ὁποία ἐὰν διέπραξε καὶ σφάλματα ἐν τούτοις ἀντιμετώπισεν ἕνα ἐκ τῶν μεγαλυτέρων κινδύνων ποὺ ἔχει ἀντιμετωπίσει μέχρι τοῦδε ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Θὰ ἠδύνατο ὅμως νὰ στραφῇ καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, ὁ ὁποῖος μετεῖχε τότε τῆς τοιαύτης Κυβερνήσεως καὶ νὰ τοῦ θέσῃ τὸ ἴδιον ἐρώτημα. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ἀκριβῶς τὰ σφάλματα τοῦ παρελθόντος καὶ ἡ ἐκ τούτων πεῖρα καὶ ἡ διδασκαλία, ἀλλὰ προπαντὸς ἡ συνείδησις, ὅτι οἱ σημερινοὶ κίνδυνοι εἶναι πολὺ μεγαλύτεροι ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ὁποίους ποτὲ διατρέξαμεν, ὡς ἔθνος, αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπέβαλε νὰ σκεφθῶμεν κατὰ τρόπον διαφορετικόν. Ἐδιδάχθημεν καὶ ἡμεῖς ἀπὸ τὸ παρελθόν. Ὁμολογοῦμεν τὰ σφάλματά μας. Σήμερον δὲ αἱ περιστάσεις εἶναι τόσον κρίσιμοι, ὥστε αἰσθανόμεθα τὸν ἑαυτόν μας ὑποχρεωμένον νὰ ἀρθῶμεν ὑπεράνω τῶν συνήθων μικροτήτων τοῦ παρελθόντος, καίτοι εἴμεθα ἀποφασισμένοι πρὸς τοῦτο, διότι ἡμεῖς τοὐλάχιστον ἔχομεν συνειδητοποιήσει πλήρως τὰς κρισίμους περιστάσεις τὰς ὁποίας διέρχεται ὁ κόσμος καὶ ἡ πατρίς μας καὶ τρέμομεν μήπως ἡ σύγκρουσις τῶν δύο κόσμων καταλήξει εἰς τὴν κάμψιν τῶν ἐλευθέρων λαῶν. Αὐτὸ δὲ τὸ ὑπερκομματικὸν πνεῦμα εἶναι τὸ ἐλάχιστον τὸ ὁποῖον, ἡμεῖς ὡς πολιτικὸς κόσμος, δυνάμεθα νὰ προσφέρωμεν εἰς τὴν σκληρῶς χειμαζομένην πατρίδα μας καὶ εἰς τὴν ἀνθρωπότητα. Ἐπειδὴ πιστεύομεν εἰς τοῦτο, δι’ αὐτὸ νομίζομεν ὅτι αἱ προβαλλόμεναι ἀντιρρήσεις δὲν προέρχονται παρὰ ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν συνειδητοποίησαν εἰσέτι ἐπαρκῶς τὸν κίνδυνον τὸν ὁποῖον διατρέχει ὁ ἐλεύθερος κόσμος. Ἐὰν καὶ αὐτοὶ ἀντελαμβάνοντο τὴν γενικωτέραν κατάστασιν, ὅπως καὶ ἡμεῖς, ἀναμφιβόλως θὰ κατέληγον εἰς τὰ αὐτὰ μὲ ἡμᾶς συμπεράσματα. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ τονίσω εἶναι τὸ ὅτι ἀναμφιβόλως οἱ ἐπικριταί μας δύνανται νὰ ἀμφισβητοῦν τὴν ὀρθότητα τῶν ἀντιλήψεών μας, τὰς ὁποίας ἐξεθέσαμεν μὲ σαφήνειαν καὶ μὲ καλὴν πίστιν. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ δὲν δύναμαι νὰ ἀναγνωρίσω εἰς αὐτοὺς εἶναι τὸ νὰ προβάλλουν τοὺς ἑαυτούς των ὡς ἡρωϊκοὺς ὑπερασπιστὰς τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν καὶ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος, ἡμᾶς δὲ νὰ κατηγοροῦν ὡς δῆθεν ἐχθροὺς ἐπικινδύνους. Ἂς στρέψουν, κύριοι αὐτοί, τὰ βλέμματά των πρὸς τὸ παρελθόν των καὶ ἂς ἔλθουν νὰ μᾶς εἴπουν ἐὰν δὲν ὑπῆρξαν αὐτοὶ ἀρχηγοὶ ἐπαναστάσεων, αἱ ὁποῖαι κατέλυσαν τὸν Κοινοβουλευτισμόν, ἐὰν δὲν ὑπῆρξαν σύμβουλοι πολιτικοὶ τῶν ἐπαναστάσεων αὐτῶν, ἐὰν δὲν ὑπῆρξαν Ὑπουργοὶ καθεστώτων καθαρῶς δικτατορικῶν, ἐὰν δὲν συνειργάσθησαν κατὰ ἕνα ὡρισμένον τρόπον μὲ δικτατορίας καὶ μὲ ἐξωκοινοβουλευτικὰ κατασκευάσματα. Ἐλπίζομεν καὶ εὐχόμεθα νὰ προσῆλθον πλέον εἰλικρινῶς εἰς τὸ στρατόπεδον τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ. Αὐτὸ ὅμως δὲν τοὺς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ὀρθώνωνται κατήγοροι ἀπέναντι τοῦ κ. Κανελλοπούλου καὶ ἐμοῦ. (Χειροκροτήματα). Ἔχομεν τίτλους ἀναφαιρέτους καὶ ἀκαταλύτους διὰ τὴν ὑπεράσπισιν τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν καὶ τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ τίτλους τοὺς ὁποίους οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ. Ὑπῆρχον βέβαια, πολλοὶ οἱ ὁποῖοι, ὅταν ἡ δικτατορία προήρχετο ἀπὸ τὴν ἀντίθετον παράταξιν, δὲν παρέλειπον νὰ τὴν πολεμήσουν, ἀλλ’ ὅταν προήρχετο ἀπὸ τοὺς ἰδικούς των, ἔσπευδον νὰ τὴν ὑποστηρίξουν. (Χειροκροτήματα). Ἡμεῖς ὅμως οὐδεμίαν ἀπολύτως δικτατορίαν, ὁποθενδήποτε καὶ ἂν προήρχετο, ἠνέχθημεν. Ὅλας τὰς ἐπολεμήσαμεν καὶ δι’ αὐτὸ ἐδιώχθημεν. Διὰ τὸν λόγον αὐτόν, ἐπαναλαμβάνω ὅτι, μόνον παραποίησις καὶ σκευωρία ὑπάρχει εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν ἱστορίαν τοῦ κινδύνου τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν μας. Εἶναι βέβαιον, ὅτι καὶ ἡμεῖς θὰ ὑπερασπισθῶμεν τὸν Κοινοβουλευτισμόν, ὅπως καὶ ἄλλοτε ἐπράξαμεν. Καὶ τοῦτο ἀκριβῶς ἀποτελεῖ ἐγγύησιν διὰ τὸν λαόν. Ὁ λαὸς οὐδέποτε θὰ πιστεύσῃ ὅτι ἡμεῖς ἀπειλοῦμεν τὸν Κοινοβουλευτισμὸν καὶ ὅτι θὰ τὸν σώσουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὸν κατέλυσαν ἄλλοτε. Δὲν παρέχομεν εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ ἐμφανίζωνται ἐνώπιόν μας ὡς προστάται καὶ ἥρωες. Δὲν τοὺς ἀναγνωρίζομεν τοὺς τίτλους αὐτοὺς λόγῳ τοῦ παρελθόντος των. Ἀντιθέτως ἔχομεν ἡμεῖς τὸ δικαίωμα, καὶ ὁ λαὸς θὰ μᾶς πιστεύσῃ, νὰ διακηρύξωμεν, ὅτι οὐδέποτε θὰ πράξωμέν τι τὸ ὁποῖον θὰ πρόκηται ἔστω καὶ ἁπλῶς, νὰ μειώσῃ τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ. Κύριοι, δὲν εἶναι δυνατόν, κατόπιν τῶν ὅσων σᾶς ἐξέθεσα, νὰ ἐξακολουθήσωμεν παρέχοντες τὴν ἐμπιστοσύνην μας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπειδὴ αἱ περιστάσεις εἶναι δειναί, εἶναι κρίσιμοι. Θὰ εἴπωμεν ἀκόμη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι πραγματικῶς ὑπάρχουν, ἂς μὴ προσπαθοῦν νὰ προσθέσουν καὶ φανταστικοὺς κινδύνους τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν. Δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀποστρέψουν δι’ αὐτοῦ τὴν προσοχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀπὸ τὴν θλιβερὰν πραγματικότητα, ἡ ὁποία τὸν κρατεῖ ἐν συνεχεῖ ἀγωνίᾳ. Διὰ μιᾶς τοιαύτης τακτικῆς οὔτε ἡμεῖς θὰ ζημιωθῶμεν, ἀλλ’ οὔτε καὶ αὐτοὶ θὰ ὠφεληθοῦν. Ἀλλὰ εἰς τὸν λαὸν αὐτόν, τὸν κατ’ ἐξοχὴν ὑγιᾶ καὶ εὐαίσθητον, μία τοιαύτη ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τακτικὴ ἠμπορεῖ νὰ τὸν ὁδηγήσῃ εἰς ἀντίθετον τοῦ ἐπιδιωκομένου ἀποτέλεσμα. Ὁ λαός, ὑπὸ τὸ κράτος τῆς εὐαισθησίας καὶ τοῦ ψυχορρήτου, τὸ ὁποῖον τὸν διακρίνει ὅταν βλέπῃ τὴν τακτικήν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ καθαρὸν ἐμπαιγμὸν διὰ τὴν δυστυχίαν του, τότε, λέγω, ὁ λαὸς αὐτός, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τραπῇ πρὸς ἄλλους καὶ ἀπροσδοκήτους δρόμους, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ὠφελήσουν οὔτε τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε ἡμᾶς. Δι’ αὐτὸ λέγομεν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἂς μὴ ἐφευρίσκῃ φανταστικοὺς κινδύνους, ἀρκοῦν οἱ πραγματικοὶ κίνδυνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄμεσοι καὶ ἐπείγοντες καὶ νὰ φροντίσῃ νὰ παραχωρήσῃ τὴν θέσιν της εἰς μίαν Κυβέρνησιν ἱκανωτέραν. Δέν νομίζω ὅτι θὰ θελήσῃ νὰ εἶναι Κυβέρνησις ὑπὸ προθεσμίαν, ὡς προηγουμένως προέτεινεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ε.Π.Ε.Κ. Σήμερον χρειάζεται Κυβέρνησις ἡ ὁποία ὁριστικῶς καὶ διὰ μακρὸν χρόνον νὰ ἀντιμετωπίσῃ ζωτικὰ προβλήματα τοῦ τόπου. Συνέλθετε οἱ κυβερνῶντες τὴν Ἑλλάδα, καὶ μάλιστα ταχέως, διότι αὔριον ἴσως θὰ εἶναι ἀργά. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πλευρᾶς τοῦ Λ.Ε.Κ).
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος κ. Τσαλδάρης ἔχει τὸν λόγον.
§34Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁμολογῶ ὅτι ἀνερχόμενος εἰς τὸ βῆμα, αἰσθάνομαι ἔντονον θλῖψιν. Κατὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία αἰφνιδιαστικῶς ἐγένετο χθές, εἶναι προφανὲς ὅτι ἐκ μέρους τοῦ νέου ἐν τῇ Βουλῇ σχηματισμοῦ, τοῦ Κόμματος τῶν Λαϊκῶν Ἑνωτικῶν, ἐτέθη εἰς ὅλους ἡμᾶς ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἐκληφθῇ ὡς πρότασις δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ τὸ ἐρώτημα τοῦτο ἐπεβεβαίωσε, δι’ ὅσων μᾶς εἶπεν χθὲς ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Σήμερον ὅμως τί παρατηροῦμεν; Οἱ μὲν χθὲς ἐξαγγέλλοντες τὴν ἀρχὴν μομφῆς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἄρσεως τῆς ἐμπιστοσύνης, λέγουν ὅτι δὲν εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔθεσαν ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἡ Κυβέρνησις ἐρωτηθεῖσα παρ’ ἐμοῦ εἶπε διὰ τοῦ στόματος τοῦ Προέδρου αὐτῆς, ὅπως νομίζω, διότι οἱ λόγοι του δὲν ἦσαν πολὺ σαφεῖς, ὅτι «ἐὰν δὲν ἐτέθη ζήτημα ἐμπιστοσύνης, δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ τὸ θέσωμεν». Τοῦτο λέγει ἡ Κυβέρνησις. Περὶ τίνος τότε, κύριοι, συζητοῦμεν; (Χειροκροτήματα). Ἔχομεν ἢ δὲν ἔχομεν Κυβέρνησιν; Ἔχομεν ἢ δὲν ἔχομεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης; Πραγματικῶς εὑρισκόμεθα πρὸ παραδοξότητος. Καὶ δὲν γνωρίζομεν οὕτω ποῖον εἶναι τὸ θέμα τῆς συζητήσεως. Ἐὰν δὲν πρόκηται, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἀνέλθωμεν ἐπὶ τοῦ βήματος διὰ νὰ ἐλέγξωμεν ἁπλῶς τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, αὐτὸ τοὐλάχιστον διὰ λογαριασμὸν ἰδικόν μας, τὸ ἔχομεν πράξει ἐπανειλημμένως ὑπὸ μορφὴν ὀξυτάτην, ἐντονώτερον δὲ κατὰ τὸν τελευταῖον μῆνα καὶ κατὰ ποικίλους τρόπους. Ἤδη ὑποβληθεῖσαι ὑπὸ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὑπάρχουν ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐπερωτήσεις διὰ τὸ ζήτημα τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ σίτου. Πρόκειται περὶ ἐλέγχου ἐπὶ οὐσιώδους καὶ σοβαρωτάτου ζητήματος. Καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν δυνηθῇ νὰ καλύψῃ τὰς εὐθύνας της ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, θὰ εὑρεθῇ ἀσφαλῶς πρὸ προτάσεως μομφῆς. Προχθὲς ἀκόμη ἐγένετο συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ζακχάρεως καὶ ἐνῷ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδέχετο ὅτι διετυπώθη μομφὴ ἀπὸ μέρους ἐμοῦ, ἐνῷ ἐγὼ ἀντιθέτως ἐτόνισα ὅτι δὲν διετυπώθη μομφή, ἐν τούτοις ἄφινε τοὺς φίλους του ἐλευθέρους νὰ ψηφίσουν ὅπως θέλουν ἐπὶ ζητήματος μομφῆς, ὅπως τὸ ἐξελάμβανεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ζητήματος ἀφορῶντος συνυπουργόν του. Αὐτά, κύριοι συνάδελφοι, ἀποτελοῦν νέα ἤθη καὶ ἔθιμα. Οὕτω πολλοὶ ἐκ τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν χθὲς καὶ σήμερον, ἀνέπτυξαν ὅτι εὑρέθησαν πρὸ γεγονότων ἀήθων, τὰ ὁποῖα ὑπενθυμίζουν ὀλίγον τὸν μετακληθέντα τελευταίως ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Δημοσίων Ἔργων βροχοποιόν. (Χειροκροτήματα). Ἐδημιουργήθη ἀρκετὸς θόρυβος, ἐκτοξεύονται μερικὰ βλήματα, προκαλεῖται ἴσως καὶ ὀλίγη βροχή, ἀλλ’ ἀτυχῶς ἡ βροχὴ δὲν πίπτει εἰς τὴν αὐλήν μας. (Χειροκροτήματα).
§35Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρ. Κυβερν.). Κακῶς ἀντελήφθητε, τὸ ἐδήλωσα κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως, ὅτι ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατόπιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ συναρχηγοῦ τοῦ Λ.Ε.Κ., ὀρθῶς ὠθούμενος ἀπὸ Κοινοβουλευτικὴν εὐθιξίαν ἔθεσαν τὸ ζήτημα τὸ πολιτικόν. Ἐὰν ὅμως οἱ Λ.Ε.Κ. λέγουν ὅτι δὲν τίθεται ζήτημα, σᾶς εἶπον ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει καμμίαν πρόθεσιν νὰ τὸ θέσῃ. Ἀλλὰ παρ’ ὅλην τὴν παρεξήγησιν, ἡ ὁποία ἐνδεχομένως συνέβη χθές, νομίζω ὅτι ὁ ἕτερος τῶν συναρχηγῶν τοῦ Λ.Ε.Κ. ἀπόψε τοὐλάχιστον ἔθεσε καθαρὰ ζήτημα μομφῆς ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως.
§36Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ (Ἀντ. Κυβ.). Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἀπόντων, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ δημοσιογραφικῆς συζητήσεως, θὰ ἐπετρέπετο ἡ διάρκεια αὐτῆς τῆς παρεξηγήσεως. Πρόκειται περὶ παρόντων τοὺς ὁποίους παρακαλοῦμεν νὰ δηλώσουν σαφῶς, ἔθεσαν, ἢ δὲν ἔθεσαν ζήτημα ἐμπιστοσύνης;
§37Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐτέθη ὁπωσδήποτε ζήτημα πολιτικὸν τῇ ὑπαιτιότητι ὑμῶν κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸ ζήτημα ἐγένετο ἀποδεκτὸν καὶ ὑφ’ ἡμῶν.
§38Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Βλέπετε, κύριοι βουλευταί, ὅτι δικαίως ἐχαρακτήρισα τὸ πρᾶγμα, ὡς τὸ ἐχαρακτήρισα. Καὶ εἰς τὴν τελευταίαν αὐτὴν ἀκόμη διακοπὴν διεπιστώθησαν μόνον ὅσα εἶπον ἐγώ. Κύριοι συνάδελφοι, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν ἤμην διατεθειμένος ἀπόψε δι’ ἐπίθεσιν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν θὰ ἠθέλετε ν’ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον, θὰ τὸ ἐδεχόμην εὐχαρίστως. Δὲν εἶχα ἀντιμετωπίσει πραγματικὴν ἐπίθεσιν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ τῆς καταλογίσω ὁλόκληρον τὸ κομβολόγιον τῶν πράξεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἐμπίπτουν εἰς τὴν ἔννοιαν ἀντιλαϊκῶν ἐνεργειῶν. Δὲν θὰ ἐδίσταζα ἀκόμη νὰ εἴπω, καὶ πράξεων ἢ παραλείψεων, αἱ ὁποῖαι ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἐπιβλαβεῖς καὶ εἰς αὐτὰ ἀκόμη τὰ διεθνοῦς μορφῆς συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος. Σᾶς εἶπον πρὶν ὅτι δὲν ἀντιμετώπιζα τὸ ἐνδεχόμενον νὰ ἀναπτύξω ἀπόψε ὅλα αὐτὰ τὰ θέματα, θέματα ἐπὶ τῶν ὁποίων πάντοτε καὶ κυρίως ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου καὶ ἐντεῦθεν εἴχομεν τὸ προβάδισμα ἔναντι τῶν ὀψίμων παραπόνων τῶν διατυπωθέντων ὑπὸ τοῦ Λ.Ε.Κ., ἢ τῶν παλαιῶν παραπόνων τῶν διατυπωθέντων ὑπὸ τῆς Ε.Π.Ε.Κ. Ὑπενθυμίζω δηλαδή, ὅτι ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὸ Λαϊκὸν κόμμα καὶ ἐγώ, ὡς Ἀρχηγὸς αὐτοῦ ἐν προκειμένῳ, ὡς πρὸς τὴν ἀσκηθεῖσαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐν γένει πολιτικὴν ἦτο θέσις ὀξυτάτης ἀντιπολιτεύσεως μὲ σκοπὸν νὰ καταλήξῃ εἰς πρότασιν μομφῆς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπάρχει τὸ θέμα τῆς στερήσεως μεγάλου τμήματος τῆς Ἑλλάδος καὶ αὐτοῦ τοῦ ψωμιοῦ, λόγῳ τῆς κακῆς διαχειρίσεως τοῦ ζητήματος τῆς συγκεντρώσεως ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς διαθέσεως ἀφ’ ἑτέρου τῶν σχετικῶν ἀποθεμάτων. Διότι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐφροντίζαμεν νὰ δημιουργήσωμεν ἀποθέματα, βάσει τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων ἀγαθῶν διὰ νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ πρόβλημα τῆς σταθερότητος τῶν τιμῶν, εἶναι πράγματι ὀδυνηρὸν νὰ σκέπτεται κανείς, ὅτι ἡ διαχείρισις καὶ αὐτῶν τῶν προϊόντων ποὺ εἴχομεν μέσα εἰς τὸν τόπον μας, ἔγινε κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος πράγματι ἀποδεικνύει ὄχι μόνον πλήρη ἔλλειψιν παρακολουθήσεως τοῦ ζητήματος ἐκ μέρους τῶν διαχειρισθέντων τοῦτο Ὑπουργῶν, ἀλλὰ ἐν πολλοῖς ἀμέλειαν, ἡ ὁποία ἤγαγεν εἰς τὸ οἰκτρὸν ἀποτέλεσμα νὰ ἴδωμεν τὴν τιμὴν τοῦ σίτου ἀνερχομένην εἰς τρεῖς, τέσσαρας καὶ πέντε χιλιάδας καὶ ὡρισμένας περιοχὰς στερουμένας καὶ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου. Κύριοι βουλευταί, δὲν ἤθελον σήμερον νὰ θίξω αὐτὰ τὰ ζητήματα, ἀναγκάζομαι ὅμως νὰ τὸ πράξω κατόπιν τῶν ὅσων ἐλέχθησαν καὶ νὰ εἴπω, ἀφοῦ δὲν λύεται τὸ πρόβλημα τοῦ ἂν ἐτέθη καὶ ἀπὸ ποῖον ἐπὶ τέλους ἐτέθη τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ καλύψωμεν σήμερον δι’ ἐμπιστοσύνης ἢ ἀνοχῆς οἱασδήποτε μορφῆς, τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν δημιουργήσασαν κατάστασιν πραγματικοῦ ἀδιεξόδου. Τὸ δημιουργηθὲν ἀδιέξοδον δὲν ἐντοπίζεται μόνον εἰς τὰ διάφορα οἰκονομικὰ ζητήματα ἢ τὰ γενικώτερα ἐθνικά. Ἐδημιουργήθη καὶ πολιτικὸν ἀκόμη ἀδιέξοδον διὰ τῶν διαφόρων ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐνίοτε τῆς ἀβουλίας της διὰ τὴν χάραξιν πολιτικῆς. Κύριοι βουλευταί, σήμερον ἡ Ἑλλὰς εἶναι περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλην φορὰν ἀσφαλὴς καὶ δὲν κινδυνεύει ὥστε τὸ τροπάριον αὐτὸ τὸ πολὺ τετριμμένον νὰ μὴ δύναται πλέον νὰ ἔχῃ ἀπήχησιν. Εἴμεθα ὅμως ὑποχρεωμένοι νὰ ἀντιμετωπίσωμεν σήμερον μίαν κατάστασιν ἐκ τῆς Βουλῆς προερχομένην. Καὶ ἀπ’ αὐτὴν λαμβάνων ἀφορμὴν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ καυτηριάσω τὰ ὅσα ἐλέχθησαν ἐν Θεσ)νίκῃ, ἔστω καὶ διότι ἐλέχθησαν κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δημιουργεῖ παρεξηγήσεις. (Χειροκροτήματα). Δὲν εἶναι δυνατὸν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι προέρχονται καὶ προῆλθον πάντοτε ἐκ τοῦ λαοῦ νὰ παρασύρωνται εἰς σκέψεις—δὲν ἠξεύρω ἀπὸ ποῖον πλέγμα συλλογισμῶν—ὡς ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν εἰς Θεσ)νίκην. Αὗται, ὁσονδήποτε καὶ ἂν θέλουν οἱ ἴδιοι νὰ τὰς ἀνατρέψουν, ὁσονδήποτε καὶ ἂν θέλουν ἐκ τῶν ὑστέρων τοὐλάχιστον νὰ ὑποστηρίξουν ὅτι εἶναι ἀποτέλεσμα παρεξηγήσεως, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι προεκάλεσαν τὴν ἐντύπωσιν, ἡ ὁποία πράγματι χθὲς καὶ σήμερον συζητεῖται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ ἐντύπωσις αὐτὴ ὁλοκλήρου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ τῆς κοινῆς γνώμης, διερμηνεύεται ἀπὸ ὁλόκληρον τὸν τύπον. Ἐσυνήθισα, κύριοι συνάδελφοι, νὰ λέγω πάντοτε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πιστεύω, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα βαθύτατα αἰσθάνομαι. Τὸ θέμα, ἑπομένως, εἶναι διττόν. Ἔχομεν πρῶτον τὰς φράσεις τὰς ἀτυχεῖς, αἵτινες ἐξετοξεύθησαν ἐν Θεσ)νίκῃ. Αὗται ὁσονδήποτε ἀβασανίστως καὶ ἐὰν μετατραποῦν, ἢ ὁσονδήποτε καὶ ἐὰν ἀπαμβλυνθοῦν μὲ ὅσα ἔπειτα ἐλέχθησαν, εἶναι φράσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξέφυγον προφανῶς τοῦ ἕρκους τῶν ὀδόντων των. Τὸ θέμα δι’ ἐμὲ μετὰ τὴν συζήτησιν καὶ τὰς ἑκατέρωθεν ἐξηγήσεις ἐτερματίσθη. Ὑπάρχει ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, δεύτερον θέμα, τὸ κυβερνητικὸν δηλαδὴ ζήτημα, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως κυρίως ἐμφανίσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία, στερουμένη τοῦ θάρρους ἀναλήψεως ὡρισμένων εὐθυνῶν καὶ πρωτοβουλίας, ἀφίνει εἰς ἐκκρεμότητα τὰ διάφορα ζητήματα, ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐνεφάνισε σήμερον καὶ ὁ πρὸ ἐμοῦ, κατελθὼν τοῦ βήματος. Ἡ Κυβέρνησις ἀφίνει ὅλα αὐτὰ τὰ θέματα ἐν πλήρει ἐκκρεμότητι, παρακολουθοῦσα ταῦτα μὲ πρωτοφανῆ μακαριότητα. Καὶ πράττει οὕτως ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν ἔχει τὸ θάρρος τὸ πολιτικὸν νὰ τὰ ἀντιμετωπίσῃ. Ἡ ἔλλειψις τοῦ ἐπιβαλλομένου θάρρους ὀφείλεται βεβαίως εἰς τὴν συναίσθησιν ὅτι εἶναι Κυβέρνησις μειοψηφίας βασιζομένης ἐπὶ τῆς ὑποστηρίξεως ἄλλων κομμάτων. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς Κυβερνήσεως μειοψηφίας τῆς βασιζομένης ἐπὶ τῆς ὑποστηρίξεως ἄλλων κομμάτων ὑπάρχει ὡρισμένον περιθώριον ἐνεργειῶν, τὸ ὁποῖον αἱ Κυβερνήσεις αὗται δὲν δύνανται νὰ παραβοῦν, διότι ἐὰν τὸ παραβοῦν, τότε αὗται μεταβάλλονται εἰς δικτατορικὰς Κυβερνήσεις καὶ δὲν δικαιοῦνται νὰ κατηγορήσουν ὅσους τυχὸν καλῶς ἢ κακῶς ἀφῆκαν νὰ ἐννοηθῇ ὅτι τρέφουν τοιαύτας σκέψεις. Ἡ Κυβέρνησις ὅταν δὲν βασίζεται ἐπὶ ἰδίας δυνάμεως τῆς Βουλῆς ἀλλὰ ἐπὶ τῆς ψήφου ὡρισμένων κομμάτων, ἢ ὡρισμένων σχηματισμῶν, τότε δὲν δύναται νὰ δρᾷ ἐν ἀπολύτῳ ἀπολυταρχικῷ δικαιώματι, ὥστε νὰ ἀνατρέπῃ τὰ πάντα, διότι οὕτω πως ἔδοξεν εἰς τὰ γραφεῖα τὰ κομματικά της. Ἐὰν οἱ ἄλλοι κύριοι, εἴτε οἱ χθὲς ὡμιλήσαντες, εἴτε ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ε.Π.Ε.Κ. δὲν ἔφθασαν μέχρι τοῦ σημείου νὰ θέσουν πρὸ τῆς Βουλῆς, ὄχι ἀσφαλῶς μὲ πρόθεσιν καταλήψεως τῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ μὲ πνεῦμα καθαρὸν πόνου καὶ θλίψεως, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀπὸ μίαν ἰσχυρὰν Κυβέρνησιν, προερχομένην ἐκ τῆς Βουλῆς, οὐδὲ ἡ Κυβέρνησις κατανοεῖ τοῦτο, τότε τὸ ζήτημα τὸ Κυβερνητικὸν τίθεται σαφῶς παρ’ ἡμῶν. Ἐὰν οἱ Κυβερνῶντες δὲν ἀντιλαμβάνωνται τὴν ἀνάγκην τῆς παρουσίας ἰσχυρᾶς Κυβερνήσεως, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀσφαλῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύσουν περαιτέρω αἱ σκέψεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ὑπὸ ἄλλας περιστάσεις μᾶς ἤγαγον εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ δώσωμεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀπόκειται ἑπομένως εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἢ νὰ δώσῃ τὰ δείγματα αὐτὰ καὶ νὰ παράσχῃ ἀναγκαίας ἐγγυήσεις ἢ ἄλλως νὰ δρέψῃ τοὺς καρποὺς μιᾶς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων μηνῶν ἄνευ πραγματικῆς κατανοήσεως τοῦ πόνου τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. (Χειροκροτήματα).
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σοφιανόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§40Ι. ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί. Φαίνεται, ὅτι μετὰ τὰς παλινδρομήσεις ποὺ ἐσημειώθησαν τόσον ἐκ μέρους τοῦ Λ.Ε.Κ. ὅσον καὶ τῆς Κυβερνήσεως, εἰσήλθομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ, καὶ κατὰ τύποις καὶ κατ’ οὐσίαν, τεθέντος ἤδη ἀπὸ τῆς χθὲς ζητήματος ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Εἰς τὴν ὅλην συζήτησιν ἀφορμήν, ὅπως γνωρίζετε, ἔδωσαν αἱ ἀνακοινώσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμαν οἱ δύο συναρχηγοὶ τοῦ Λ.Ε.Κ. εἰς Θεσσαλονικεῖς, ἀνακοινώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπευθυνθεῖσαι ἀπὸ τῆς δευτέρας Πρωτευούσης τῆς Ἑλλάδος, τῆς Θεσσαλονίκης, εἰς τὴν ἐν Ἀθήναις ἑδρεύουσαν Κυβέρνησιν, εἶχον κάποιον τόνον ἀξιόμεμπτον καὶ περιεχόμενον τηλεσιγραφικόν. Οἱ δύο ἀρχηγοὶ τοῦ Λ.Ε.Κ. ἔμπλεοι ἀγανακτήσεως διὰ τὴν ταλαιπωρίαν εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεβλήθη ἀπό τινος ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἀπὸ τὴν σημειωθεῖσαν, δυστυχῶς, κυβερνητικὴν ἀστάθειαν, ἔμπλεοι ἀγανακτήσεως, λέγω, διὰ τὸ δρᾶμα εἰς τὸ ὁποῖον περιέστη ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία οἱ δύο, λέγω, ἀρχηγοὶ τοῦ Λ.Ε.Κ., ἀπηύθυνον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑστάτην ἔκκλησιν: ἢ διευρύνεις τοὺς κόλπους σου εἰσδεχομένη καὶ ἡμᾶς καὶ ἄλλους ἱκανούς, ἢ μοιραίως θὰ καταλήξῃ ὁ τόπος εἰς κἄποιαν ἀνώμαλον λύσιν, καὶ ἡ ἀνωμαλία τὴν ὁποίαν ὑπηνέχθησαν, μᾶλλον, σαφῶς διετύπωσαν, δὲν ἦτο ἡ λύσις τοῦ ἐξωκοινοβουλευτικοῦ μόνον Πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ ἡ λύσις τῆς ἐξωκοινοβουλευτικῆς συνθέσεως ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ἔλεγον, τοὐλάχιστον, ὅτι δὲν ὑπάρχει τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον θὰ συγκεντρώσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν κομμάτων, τὸ πρόσωπον τοῦ ἱκανοῦ καὶ σοβαροῦ Πρωθυπουργοῦ, τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο κάπως νοητὸν καὶ ἁπλῶς θὰ μᾶς ἀναπολοῦσαν τὰς ἡμέρας τῆς τετραετίας, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοτε ἀνετέθησαν ἐπανειλημμένως τὰ καθήκοντα τοῦ Πρωθυπουργοῦ εἰς ἐξωκοινοβουλευτικὸν πρόσωπον, ὡς τὸν ἀποθανόντα Διομήδην. Ἀλλὰ οἱ κ.κ. συναρχηγοὶ τοῦ Λ.Ε.Κ. δὲν μᾶς ὡμίλησαν περὶ τοιαύτης λύσεως, ἀλλὰ αὐτόχρημα περὶ λύσεως «ἐξωκοινοβουλευτικῆς, Κυβερνητικῆς συνθέσεως». Ὁσονδήποτε καὶ ἐὰν θελήσουν νὰ μειώσουν τὴν ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν τὴν παρασχεθεῖσαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, θὰ καταστῇ ἀδύνατον νὰ τοὺς παρακολουθήσωμεν καὶ ἡμεῖς καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰς τὸν κατήφορον ποὺ ἐφέρθησαν, θλίβομαι δὲ ἰδιαιτέρως ὅτι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐπήγασαν ἀπὸ τὴν λαϊκὴν θέλησιν δὲν ἀντελήφθησαν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκστομήσουν λόγους, ἔστω καὶ ἁπλῶς παρεξηγησίμους. Ἀλλά, κύριοι, διατὶ δὲν ἀντελήφθησαν οἱ δύο κ.κ. συναρχηγοὶ τοῦ Λ.Ε.Κ. ὅτι εἶναι κάπως ὄψιμος ἡ μετάνοια διὰ τὴν ἀπόσυρσιν τῆς ἐμπιστοσύνης ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὁποίαν αὐτοὶ πρῶτοι ἐστήριξαν. Καὶ διὰ μὲν τὸν ἐκ τῶν συναρχηγῶν τοῦ Λ.Ε.Κ. κ. Κανελλόπουλον θὰ εἶχα νὰ παρατηρήσω ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ποὺ ἐνεφανίσθησαν τὰ Κυβερνητικὰ σχήματα εἰς τὴν Βουλὴν τῆς 5 Μαρτίου ἔδωκεν ἐν συνεχείᾳ ψῆφον ἐμπιστοσύνης μὲ μίαν ἐξαίρεσιν ὅτι κατωνόμασε κάποτε μὲ ὕφος στομφῶδες καί, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ἀπρεπές, τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ε.Π.Ε.Κ., ὡς «ἐθνικῶς ἀπαράδεκτον». Δὲν γνωρίζω ποῖα εἶναι τὰ ἐλαττώματα καὶ ποῖαι αἱ πράξεις ἢ παραλείψεις ποὺ βαρύνουν τὸν ἀρχηγὸν τῆς ΕΠΕΚ εἰς ὅλην του τὴν δημοσίαν ζωήν, ἀλλὰ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι μόνον ὡς «ἐθνικῶς ἀπαράδεκτος» δὲν ἠμπορεῖ νὰ χαρακτηρισθῇ. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ὁ κ. Κανελλόπουλος θὰ ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῇ ὅτι παρέσχεν ἐν συνεχείᾳ τὴν ἐμπιστοσύνην του καὶ εἰς τὴν προτελευταίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία συνεπήχθη, ὡς μὴ ὤφειλεν, ἀπὸ τὰ τρία κόμματα, δηλαδὴ τὸ κόμμα τῶν Φιλευλευθέρων, τὸ Δημοκρατικὸν Σοσιαλιστικὸν κόμμα καὶ τὸ Λαϊκὸν κόμμα. Ὄταν ἡμεῖς κατεψηφίσαμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, διότι ἰσχυρίσθημεν καὶ ἀπεδείξαμεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι μία σύνθεσις τοιαύτη ἀπετέλει μίαν, ἂς τὸ εἴπω, ἀήθη καὶ ἀπρεπῆ ἕνωσιν κατηγορούντων καὶ κατηγορουμένων. Ὁ κ. Κανελλόπουλος δὲν ἐνόμισεν ὅτι, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὴν εὐθιξίαν αὐτήν. Ἀντιθέτως ὑπερεψήφισε τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης καὶ τοιουτοτρόπως ἐπέτυχε νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Ν. Ὑόρκην ὡς ἀρχηγὸς τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας εἰς τὸν Ο.Η.Ε. Ὄσον ἀφορᾷ τὸν ἕτερον ἐκ τῶν συναρχηγῶν, τὸν κ. Στεφανόπουλον, θὰ εἶχα μὲ ὅλην τὴν συμπαθῆ διάθεσιν ποὺ τρέφω καὶ ἀπέναντί του νὰ τοῦ εἴπω μερικὰ πράγματα. Κύριε Στεφανόπουλε, καὶ ὑμῶν ἡ μετάνοια εἶναι κάπως ὄψιμος. (Χειροκροτήματα). Διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι συμμετείχατε καὶ σεῖς ὡς Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον τετραετίαν, εἰς ὅλα τὰ Κυβερνητικὰ σχήματα τῆς περασμένης Βουλῆς, ἀλλὰ ἐδώσατε τὴν ἐμπιστοσύνην σας κατὰ ἔμμεσον ἢ ἄμεσον τρόπον καὶ εἰς ὅλας τὰς Κυβερνήσεις τὰς μέχρι τῆς ὥρας. Ἀλλ’ ἡ σημερινὴ διάθεσίς σας νὰ ἄρητε τὴν ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἀφίνει φυσικὰ εἰς τὸ νοῆμον Ἑλληνικὸν κοινὸν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἀφ’ ἧς στιγμῆς, ἐνδεχομένως δὲν ἠμπορέσατε νὰ εἰσπηδήσητε εἰς τὸ Κυβερνητικὸν συγκρότημα, ἀπεφασίσατε νὰ ρίψητε κατ’ αὐτῆς τὸ «πάρθιον βέλος σας». (Χειροκροτήματα). Κύριοι, δὲν ἔχω τὴν διάθεσιν νὰ μειώσω τὴν προσωπικότητα, οὐδενός, διότι ἀπὸ παλαιοτέραν κοινοβουλευτικὴν παράδοσιν, νομίζω ὅτι, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀμοιβαῖος σεβασμὸς τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ νομίζω ὅτι μερικαὶ ἀλήθειαι λεγόμεναι ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ καὶ σαφηνείᾳ εἶναι ἡ μόνη ὁδὸς διὰ τῆς ὁποίας κάποτε θὰ σηκώσωμεν τὸ ἐπίπεδον τοῦ Κοινοβουλίου εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ ἂς εἰσέλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας, διὰ νὰ παρατηρήσωμεν τὰ ἑξῆς εἰς τοὺς κυρίους συναρχηγοὺς τοῦ Λ.Ε.Κ., οἱ ὁποῖοι ἐπροκάλεσαν τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία φυσικὸν ἦτο νὰ λάβῃ τὰς διαστάσεις πού ἔλαβε μετὰ τὴν δευτέραν ἐπέμβασιν τοῦ συναρχηγοῦ κ. Στεφανοπούλου καὶ μετὰ τὴν τελευταίαν ἀγόρευσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος κ. Τσαλδάρη, τὸν ὁποῖον ὀφείλω νὰ συγχαρῶ, διότι ἀπηύθυνε τόσον εἰς τὸ Λ.Ε.Κ. ὅσον καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν εὐστόχους παρατηρήσεις. Μὲ χωρίζει ἄβυσσος ἰδεῶν καὶ κατευθύνσεων ἀπὸ τὸν κ. Τσαλδάρην, ἀλλὰ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἀπόψε ὑπῆρξεν ὁ εὐστοχώτερος τῶν ρητόρων, διότι ἠρώτησεν, ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει ζήτημα ἐμπιστοσύνης; Διότι τί ἐσημειώθη κύριοι; Μία ἀντιπολίτευσις ἐκάκισε τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἔθεσε χθὲς καθαρὰ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον ἀπεδέχθη, ὅπως ὤφειλε νὰ ἀποδεχθῇ ἐκ λόγων κοινοβουλευτικῆς εὐθιξίας, ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ στόματος τοῦ Ἀντιπροέδρου της. Καὶ σήμερον εἰς διάστημα μόλις 24 ὡρῶν τί σημειοῦται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν; Σημειοῦται μία ὑπαναχώρησις ἀπὸ τὸ Λ.Ε.Κ., ἰσχυρισθὲν ὅτι δὲν ἔθεσε ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ ἄλλη μία ὑπαναχώρησις ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐπωφελεῖται τῆς μεταμελείας τοῦ ΛΕΚ διὰ νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ὅτι δὲν ἔχει ἀντίρρησιν εἰς τὸ νὰ θεωρήσῃ τὸ ζήτημα ὡς μὴ τεθέν. Θὰ ἤθελα ὅμως νὰ ἐρωτήσω τοὺς δύο κ.κ. συναρχηγοὺς τοῦ Λ.Ε.Κ.: Σοβαρῶς ἐσκέφθησαν νὰ θέσουν πολιτικὸν ζήτημα, ναὶ ἢ ὄχι; Ἐὰν ναί, δὲν τοὺς ἐπιτρέπεται νὰ λέγουν σήμερον, καὶ τὸ εἶπον, ὅτι ἡμεῖς ἠθέλαμεν ἁπλῶς νὰ κακίσωμεν τὴν σκευωρίαν ποὺ ἐχαλκεύθη εἰς βάρος μας ὅτι ἐπεβουλεύθημεν τοὺς ἐλευθέρους θεσμοὺς καὶ δὲν ἐθέσαμεν πολιτικὸν ζήτημα. Ἀλλὰ παράλληλα θὰ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω καὶ τὴν Κυβέρνησιν πῶς ὅταν χθὲς ἐδέχθη ἀπὸ στοιχειώδη πολιτικὴν εὐθιξίαν τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης, σήμερον διὰ τοῦ στόματος τοῦ κ. Προέδρου της μᾶς εἶπεν ὅτι ἐὰν τὸ Λαϊκὸν Ἑνωτικὸν κόμμα ἀποσύρῃ τὴν πρότασίν του δὲν ἔχει καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ θεωρήσῃ τὸ ζήτημα λῆξαν. Τί τὰ θέλετε ὅμως, ἐὰν τόσον οἱ συναρχηγοὶ τοῦ Λ.Ε.Κ., ὅσον καὶ ἡ Κυβέρνησις, δὲν αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην νὰ σοβαρευθοῦν, ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἀντιθέτως αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην νὰ ἀντικρύσῃ μὲ τὴν δέουσαν σοβαρότητα τὰς περιστάσεις. Ἐφ’ ὅσον συνεπῶς ἀποβαίνει ἀναπότρεπτον νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ τεθέντος ζητήματος ἐμπιστοσύνης εἶναι εὐτύχημα ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τὸ δεύτερον τμῆμα τοῦ σημερινοῦ λόγου τοῦ κ. Στεφανοπούλου, ποὺ ἀπετέλεσε καὶ τὸν οὐσιαστικὸν χαρακτηρισμὸν τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἀνεπαρκοῦς εἶπεν ὅτι θεωρεῖ τὸ ζήτημα πλέον ὡς τεθέν. Ἐπείσθη πλέον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, ὅτι ἀναποτρέπτως εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ συζητήσωμεν τὸ τεθὲν ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν θὰ πρέπει βέβαια κ. βουλευταὶ νὰ ἀναμένεται ἀπὸ τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ καταλέγωμαι, ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ἀπέναντι Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν καὶ σήμερα ἀλλὰ καὶ παλαιότερα ὡς τμῆμα προγενεστέρων ὁμοειδῶν Κυβερνητικῶν σχημάτων, κατεδικάσαμεν ἐπανειλημμένως, διότι ἐθεωρήσαμεν καὶ θεωροῦμεν καὶ τὰ προηγούμενα σχήματα, ἀλλὰ καὶ τὸ σημερινὸν τοιοῦτον ὡς ἀπολύτως καὶ ἀπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἀνεπαρκῆ διὰ νὰ καλύψουν τὰς ἀνάγκας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Καὶ θὰ ἔχετε ἤδη πεισθῆ ὅτι δὲν μᾶς ἱκανοποιεῖ κανενὸς εἴδους ἀνασχηματισμὸς καὶ ὅτι ἐπιμένομεν εἰς τὴν ἀνάγκην τοῦ ἀναβαπτίσματος εἰς τὴν λαϊκὴν θέλησιν καὶ μάλιστα τὸ ταχύτερον. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ε.Π.Ε.Κ. κατὰ κάποιαν συγκατάθεσιν, ὁμολογῶ συνταγματικῶς τοὐλάχιστον ἀκατανόητον, μᾶς εἶπεν ὅτι πρέπει βέβαια νὰ προβῶμεν εἰς ἐκλογάς, ἀλλ’ ὅτι θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ μεσολαβήσῃ κάποιον χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον θὰ πρέπει νὰ κατέλθωμεν εἰς τὰς ἐκλογάς, μεθ’ ὅ, ἀφοῦ δηλαδὴ ψηφισθῇ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα, νὰ παρουσιασθῶμεν εἰς τὰς κάλπας. Κἄτι τι τὸ συνταγματικῶς ἄηθες καὶ πρὸ παντὸς σόλοικον ἐνυπάρχει εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Π. Ε.Κ. Τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Π.Ε.Κ. διέφυγε τοῦτο: ὅτι ἐὰν κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 ἐπιτρέπεται ἡ αὐτοδιάλυσις τῆς Βουλῆς ἀποφάσει τοῦ ἰδίου Σώματος, ἀντιθέτως κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, τὸ ὁποῖον καὶ ἰσχύει, τὴν διάλυσιν τοῦ Σώματος ἀποφασίζει καὶ ἀπαγγέλλει ὁ Βασιλικὸς παράγων καὶ μόνον, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν δὲν ἔχει παρὰ νὰ σφιγμομετρήσῃ τὴν κοινὴν γνώμην καὶ ἂν ἀντιληφθῇ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ νὰ τερματίσῃ τὸν ἄδοξον βίον της, καὶ χωρήσῃ εἰς τὴν προκήρυξιν ἐκλογῶν ἐντὸς τῶν νομίμων Συνταγματικῶν προθεσμιῶν. Συνεπῶς, ἀπὸ συνταγματικῆς ἀπόψεως, ὑπάρχει κἄτι τὸ ἄηθες καὶ ἀπαράδεκτον εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Π.Ε.Κ. Ἀλλὰ ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας ἐξεταζομένη ἡ πρότασις αὐτὴ δὲν εὐσταθεῖ, οὔτε καλύπτει τὰς ἀνάγκας τῆς στιγμῆς, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀποκλείει τὴν δυνατότητα τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐκλογῶν μὲ πλειοψηφικὸν σύστημα. Ἀλλά, κύριοι, διατὶ μᾶς διαφεύγει ὅτι σήμερον ἰσχύει τὸ ἀναλογικὸν σύστημα. Διερωτῶμαι δὲ κατὰ τὶ θὰ ἔχῃ νὰ ὑποβοηθήσῃ τὴν προαγωγὴν τῶν Ἑλληνικῶν πραγμάτων καὶ τὴν περαιτέρω ἀποσαφήνισιν τῆς πολιτικῆς καταστάσεως τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ μοιραίως εἰς τὴν πόλωσιν τῶν δύο κόσμων, εἰς τὴν ραγδαίαν σύγκρουσίν των, εἰς τὴν ἀνάφλεξιν τῶν παθῶν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ ἐξακολουθητικὴ ἐφαρμογὴ τοῦ ἰσχύοντος ἀναλογικοῦ συστήματος, θὰ μᾶς ὑπεβοήθει εἰς τὴν διευκρίνησιν τῆς πολιτικῆς καταστάσεως, τὸν κατευνασμὸν τῶν παθῶν καὶ τὴν ἐσωτερικὴν εἰρήνευσιν ποὺ θὰ μᾶς ἐπέτρεπε νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰ ἐπείγοντα Ἑλληνικὰ προβλήματα ἐν πνεύματι καλοπίστου συνεργασίας τῶν ὁμοειδῶν τοὐλάχιστον κομμάτων ποὺ θὰ προήρχοντο ἀπὸ τὰς ἐκλογάς; Εἶπα, κύριοι, καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ πλειοψηφικοῦ συστήματος δὲν θὰ εἶχεν καμμίαν σημασίαν διότι τὸ ἴδιο βράδυ τῆς Κυριακῆς τῶν ἐκλογῶν θὰ μετεβάλετο κατ’ ἀποτέλεσμα τοὐλάχιστον εἰς ἀναλογικόν. Ποίαν πρακτικὴν σημασίαν θὰ εἶχε νὰ ἐκαλύπτοντο τὰ ὁμοειδῆ κόμματα ὑπὸ κάποιαν ὀμβρέλλαν, καὶ εὐθὺς μετὰ τὴν ἐκλογὴν νὰ ἀποσχισθοῦν τῆς συνεργασίας ἐπανερχόμενα εἰς τὴν ἰδιοτυπίαν των ὡς αὐτοτελῶν ὀργανισμῶν; Διατὶ λοιπόν, προκειμένου νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα νὰ μὴ φθάσωμεν ἀπὸ τοῦδε εἰς τὸ ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς ὑποδεικνύει πρῶτον τὸ ὑπάρχον νομικὸν καθεστώς, δηλ. τῆς ἰσχύος τοῦ Νόμου περὶ ἀναλογικῆς ἐκλογῆς καὶ δεύτερον ἡ ἀπόλυτος ἐπίγνωσις τούτου, ὅτι εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχὴν δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ φαντασθῇ κανεὶς ὅτι καὶ εἰς τὸν τόπον αὐτόν, ὅπως καὶ εἰς κάθε πολιτικῶς προηγμένον τόπον, εἶναι δυνατὸν καὶ νοητὸν τὸ 51% τῶν ἐκλογέων νὰ ἐπιβάλλῃ τὰς θελήσεις του εἰς τὸ ὑπόλοιπον 49%. Ἐὰν κύριοι, θὰ ἐπρόκειτο, ὅπως καὶ ἄλλοτε ἀνέπτυξα περὶ τῆς ἐκλογῆς κατ’ εὐθεῖαν ἀπὸ τὸν Λαὸν Ἀνωτάτου Ἄρχοντος, ὅπως συμβαίνει εἰς μερικὰ πολιτεύματα, καὶ συγκεκριμένως εἰς τὸ Ἀμερικανικόν, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἀμέσου ἐκλογῆς ἔστω καὶ μόνου τοῦ Πρωθυπουργοῦ, διότι τὸ Σύνταγμα τυχὸν θὰ ὑπηγόρευε τὴν ἄμεσον ἐκλογήν του εἶναι αὐτονόητον, ὅτι ἡ ἐκλογὴ αὐτὴ δὲν θὰ ἠμποροῦσε νὰ γίνῃ, παρὰ μόνον μὲ τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα. Ὅταν ὅμως πρόκειται περὶ ἐκλογῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία πρέπει νὰ περιλαμβάνῃ εἰς τοὺς κόλπους της ὅλας ἀνεξαρτήτως τὰς πολιτικὰς ἀποχρώσεις ἑνὸς τόπου, ἄλλο σύστημα, ἐκτὸς τοῦ ἀναλογικοῦ δὲν εἶναι οὔτε δυνατὸν, οὔτε νοητόν. Ἐκεῖνο συνεπῶς, τὸ ὁποῖον θὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς Ε.Π.Ε.Κ. εἶναι τοῦτο ὅτι ἐὰν παρουσιάζῃ ἐλαττώματα τινὰ τὸ ἰσχῦον ἀναλογικὸν σύστημα θὰ ἔπρεπε βέβαια νὰ βελτιωθῇ, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀπεικονίζῃ ἡ ἐκλογὴ τὴν γνησίαν θέλησιν τοῦ λαοῦ ἀλλὰ πάντως θὰ πρέπει νὰ παραμείνῃ ὡς τὸ μόνιμον σύστημα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον θὰ πρέπει νὰ διαπαιδαγωγῆται ὁ Ἑλληνικὸς Λαός. Ἐὰν ἀπὸ τὸ ἀναλογικὸν σύστημα τῆς ἐκλογῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ ἰσχυρὸν κόμμα, αὔταρκες διὰ νὰ διεκδικήσῃ τὴν διακυβέρνησιν τοῦ τόπου, πάντως θὰ εἶναι δυνατὸν τὰ ὁμοειδῆ καὶ κατ’ οὐσίαν συγγενῆ κόμματα νὰ ἀπαρτίσουν αὔταρκες καὶ σταθερὸν κυβερνητικὸν σχῆμα ποὺ θὰ εἶναι εἰς θέσιν μὲ καλόπιστον συνεργασίαν νὰ ἀντιμετωπίσουν ἀποτελεσματικῶς τὰ προβλήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἀλλὰ κύριοι ἀφοῦ εἰσήλθομεν κατ’ ἀνάγκην εἰς τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως, ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν: Αἰσθάνεται τοὺς ὤμους της ἱκανοὺς νὰ βαστάσῃ τὸ βάρος τῶν εὐθυνῶν, ποὺ τῆς προσπορίζουν τὰ βαρύτατα ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ προβλήματα; Δὲν νομίζω, ὅτι ἡ ἰδία ἔχει τὴν ἀντίληψιν, ὅτι οἱ ὦμοι της εἶναι ἱκανοὶ νὰ βαστάσουν τὰ βάρη αὐτά. Συνεπεῖς — ὅπως εἶπον καὶ εἰς τὴν προηγουμένην μου ὁμιλίαν εἰς τὴν Βουλὴν αὐτήν, ἀναγόμενος εἰς γενικωτέραν ἐπισκόπησιν τῆς ὅλης καταστάσεως—θὰ πρέπῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ συναίσθησιν τῶν βαρειῶν εὐθυνῶν της, νὰ ἀντιληφθῇ, ὅτι πρέπει αὐτὴ πρώτη νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα τὴν ἀνάγκην τῆς διευκρινήσεως τῆς καταστάσεως, διὰ τῆς προσφυγῆς εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, μόνον ἱκανὸν νὰ ρυθμίσῃ τὴν διαφοράν, νὰ ἀποδώσῃ τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι καὶ νὰ ἀναβιβάσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα τῆς ἐμπιστοσύνης του, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ὑπάρχῃ καμμιὰ εὐθύνη παρωχημένης καταστάσεως καὶ κανένα βάρος ἁμαρτωλῆς ἢ ἀνεπαρκοῦς διαχειρίσεως τῶν κοινῶν. Κύριοι, ἡ συζήτησις αὐτὴ πρέπει νὰ τερματισθῇ μὲ ἀσφαλὲς καὶ πρὸ παντὸς καθαρὸν συμπέρασμα. Ἐὰν τὸ συμπέρασμα θὰ εἶναι δυσμενὲς διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἠμπορεῖ νὰ φθάσωμεν εἰς κάποιο ἄλλο ἴσως Κυβερνητικὸν σχῆμα, ἑδραιότερον, διότι θὰ διαθέτει εὐρυτέραν βάσιν, ἀπὸ ἐκείνην ποὺ διαθέτει τὸ σημερινὸν κυβερνητικὸν συγκρότημα, περισσότερον αὐτοδύναμον, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν φρασεολογίαν τῶν κ. συναρχηγῶν τοῦ Λ.Ε.Κ. Ἀλλὰ κύριοι, μὴ πλανώμεθα ὅ,τι ἠδύνατο νὰ ἀποδώσῃ ἡ Βουλὴ αὐτὴ τὸ ἀπέδωσε. Ἡ θέσις τῶν κομμάτων καὶ τῶν μερίδων εἶναι γνωστή. Τὸ συμβιβαστὸν καὶ ἀσυμβίβαστον τῶν κομμάτων εἶναι ἐπίσης γνωστόν. Ἐὰν ὑπάρχῃ κάτι, τὸ ὁποῖον ποθεῖ ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται σήμερον εἰς μίαν κατάστασιν ἀβεβαιότητος, ἀγωνίας καὶ ἀπαθλιώσεως εἰς μίαν κατάστασιν πραγματικῆς πείνης, εἶναι τοῦτο: νὰ περιβάλλῃ μὲ τὸ νέον χρῖσμα του ἐκείνους εἰς τοὺς ὁποίους ἐννοεῖ νὰ ἐμπιστευθῇ τὰς τύχας του, καὶ μάλιστα χωρὶς καμμίαν χρονοτριβήν. (Χειροκροτήματα).
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μανιαδάκης ἔχει τὸν λόγον.
§42Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐντὸς 10 μόνον μηνῶν ἀφ’ ἧς συνεκροτήθη ἡ παροῦσα Βουλὴ καλούμεθα διὰ 5ην φορὰν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν πολιτικὴν κρίσιν. Αἱ συχναὶ αὐταὶ ἐναλλαγαὶ κυβερνήσεων χωρὶς νὰ κατορθώνωμεν ποτὲ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν κυβέρνησιν ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἀπαιτοῦν αἱ κρίσιμοι διὰ τὴν πατρίδα μας περιστάσεις εἶναι ἡ κυρία αἰτία ἡ ὁποία ἔχει καταρρίψῃ τὸ κῦρος τῆς παρούσης Βουλῆς ἀπέναντι τοῦ λαοῦ. Κύριοι, αἱ στιγμαὶ τὰς ὁποίας διερχόμεθα καὶ τὰ τεράστια προβλήματα, οἰκονομικά, δημοσιονομικά, στρατιωτικά, κοινωνικά, συμμαχικά, τὰ ὁποῖα πρόκεινται πρὸ ἡμῶν καὶ ζητοῦν ἐπειγούσας λύσεις καθιστοῦν ἀπείρως τραγικωτέραν τὴν ὅλην κατάστασιν καί μᾶς δημιουργοῦν μελαγχολικὰς σκέψεις, ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον διεχειριζόμεθα τὰ κοινὰ τὰ ὁποῖα μᾶς ἐνεπιστεύθη ὁ Ἑλληνικὸς Λαός. Δὲν νομίζομεν συνεπῶς ὅτι τὸ κύριον θέμα εἶναι, τὶ εἶπον καὶ τὶ δὲν εἶπον εἰς τὴν Θεσ)νίκην οἱ κ.κ. Κανελλόπουλος καὶ Στεφανόπουλος καὶ δὲν δικαιολογεῖται νὰ δώσωμεν περαιτέρω σημασίαν καὶ ἀξίαν εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον ὁ κ. Κανελλόπουλος ἠρνήθη χθὲς ὅτι οἱ λόγοι του εἶχαν τὴν σημασίαν τὴν ὁποίαν τοὺς ἀπεδώσαμεν. Ὁ κ. Κανελλόπουλος ἐφέρετο εἰπὼν εἰς τὴν Θεσ)νίκην «ὅτι θὰ ἀναγκασθῇ πολὺ συντόμως ἡ Βουλὴ νὰ στηρίξῃ κυβέρνησιν ἐξωκοινοβουλευτικῆς συνθέσεως» καὶ ἡ φράσις του αὕτη ἐθεωρήθη ὅτι ὑποκρύπτει ἀνωμάλους πολιτικὰς ἐξελίξεις ὄχι μόνον, ἀλλὰ καὶ συνέργειαν καὶ ἀνάμιξιν εἰς αὐτὰς παραγόντων ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡμεῖς πρῶτοι ἐξεπλάγημεν ἀπὸ τοὺς λόγους αὐτούς, διότι γνωρίζομεν ὅτι οἱ κ.κ. συναρχηγοὶ τοῦ Λ.Ε.Κ. δὲν εἶναι φτιαγμένοι ἀπὸ ὕφασμα διὰ δυναμικὰς λύσεις. Καὶ δι’ αὐτὸ κατελήξαμεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι καὶ ἂν ἀκόμη εἶπον τὰ ὅσα φέρονται εἰπόντες δὲν ἦσαν τίποτε ἄλλο παρὰ δυναμισμὸς εἰς τὰ λόγια, διὰ νὰ διευκολύνουν τὴν εἴσοδόν των εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ ψαρέψουν περαιτέρω ὀπαδούς. Διότι καὶ αὐτὸ τὸ περίεργον φαινόμενον παρουσίασε τὸ νεοκατασκευασθὲν συγκρότημα τοῦ Λ.Ε.Κ. Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος νὰ ἀγρεύῃ ὀπαδοὺς ἐξ ὅλων τῶν κομμάτων, διότι δὲν εἶναι κόμμα προελθὸν ἐξ ἐκλογῶν καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος νὰ διαπραγματεύεται μὲ τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ ἀφήνῃ νὰ καλλιεργῆται ἡ ἰδέα ὅτι ἐπίκειται ἡ εἴσοδός του πρὸς συμπλήρωσιν καὶ δημιουργίαν τῆς αὐτοδυνάμου κυβερνήσεως. Τὸ νὰ τοὺς ἐκλάβῃ κανεὶς ὡς ἀνθρώπους δυναμικῶν λύσεων θὰ εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴν λογικήν, ἔξω ἀπὸ τὴν πραγματικότητα, τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν ἱστορίαν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, διότι ὅταν τὸ διεθνὲς κλῖμα δὲν ἀνεμιγνύετο εἰς τὰ ἐσωτερικά μας καὶ εἴμεθα ἐλεύθεροι νὰ κανονίσωμεν τὰ τοῦ οἴκου μας, ἔστω καὶ διὰ προσωρινῶν δυναμικῶν λύσεων ὅπως ἐκάναμεν τὸ 1936–1941, ὁπότε δι’ ὑπερκομματικῆς πραγματικῶς κυβερνήσεως ἐπρολάβαμεν τὴν ἀναρχίαν διὰ διὰ νὰ συντάξωμεν καὶ ὁδηγήσωμεν τὴν Ἑλλάδα ἐκεῖ ποὺ τὴν ὡδηγήσαμεν, δηλαδὴ εἰς τὴν δόξαν καὶ εἰς τὴν νίκην, αὐτοὶ οἱ κύριοι συνεπεῖς πρὸς τοὺς ἑαυτούς των καὶ πρὸς τὴν ἰδεολογίαν των ἐπῆραν θέσιν ἐναντίον τῆς πειθαρχημένης τότε διακυβερνήσεως τοῦ Ἰωάννου Μεταξᾶ.
§43Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Πρὸς τιμήν των.
§44Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ. Ἀλλὰ ἀφοῦ δὲν εἶχον τὴν δυναμικότητα διατὶ νὰ τοὺς παρεξηγοῦμεν. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι σήμερον ὅτε ἡ διεθνής μας τοποθέτησις μᾶς ἐπιβάλλει νὰ εὐθυγραμμισθῶμεν πρὸς τοὺς ἄλλους ἐλευθέρους λαούς, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ εἴμεθα ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν παράταξιν ἐκείνην ἀπὸ τὴν ὁποίαν νὰ βοηθηθῶμεν εἰς τοὺς σκληροὺς ἀγῶνας, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἀναμένουν διὰ τὴν ἐπιβίωσιν τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, πῶς εἶναι, λέγω δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν ὅτι οἱ κ.κ. Κανελλόπουλος καὶ Στεφανόπουλος εἶναι τόσον πολὺ ἐκτὸς τόπου καὶ χρόνου ὥστε νὰ ἐπιθυμοῦν νὰ ἐπιδιώκουν σήμερον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπέρριπτον τότε; Ἐντεῦθεν προκύπτει καθαρὰ ὅτι ὀλίσθημα γλώσσης ὑπῆρξεν ἡ ὅλη ὑπόθεσις καὶ ὑστεροβουλία κομματικὴ πολὺ εὐθηνή, διότι ὅταν ἀπηλπίσθησαν μὲ τὰς διαπραγματεύσεις νὰ πάρουν τὴν Κυβέρνησιν τῶν κ.κ. Βενιζέλου–Παπανδρέου ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐζήτουν ὥστε νὰ γίνουν συνεταῖροι, καὶ ἡ ὑπομονή των ἐξηντλήθη, διότι οἱ ὑπουργοθῆραι ἤρχισαν νὰ ἀπογοητεύωνται τότε αἰφνιδίως ἀντελήφθησαν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχει ἀντιληφθῆ καὶ ὁ τελευταῖος Ἕλλην πολίτης, δηλαδὴ τὴν ἀνεπάρκειαν καὶ τὸ ἀσύμφορον τῆς σημερινῆς κυβερνήσεως καὶ ἀντὶ νὰ διακηρύξουν αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν ὡς εἶχον ὑποχρέωσιν καὶ ὅπως καὶ ἡμεῖς καὶ ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἔχουν κάμει ἐπανειλημμένως, ἐπροτίμησαν εἰς κάποιαν στενὴν κομματικὴν των συναναστροφὴν εἰς κάποιο θέατρο καὶ εἰς κἄποιο γεῦμα τῆς Θεσσαλονίκης, ἐπροτίμησαν ἐκεῖ νὰ διακηρύξουν ὅτι αἰφνιδίως ἀνεκάλυψαν ὅτι τὸ κυβερνητικὸν σχῆμα Βενιζέλου–Παπανδρέου τὸ ὁποῖον μὲ τὴν συμμετοχήν των θὰ ἐγένετο ἐπαρκές, μὲ τὴν μὴ συμμετοχήν των κατέστη ἀνεπαρκὲς καὶ πρέπει νὰ πέσῃ. Κύριοι Βουλευταὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι κἄτι γνωρίζω καὶ ἐγὼ ἀπὸ δυναμικὰς λύσεις καὶ ἀπὸ ἀποφασιστικὴν καὶ ὑπερκομματικὴν ἀντιμετώπισιν τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων. Βάσει αὐτῆς τῆς πείρας, βάσει αὐτῶν τῶν περγαμηνῶν θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω δύο τινά. Τὸ πρῶτον εἶναι, ὅτι ἡ σημερινὴ ἐποχὴ δὲν προσφέρεται διὰ τοιούτου εἴδους πειραματισμούς.
§45Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Καμμία ἐποχὴ δὲν προσφέρεται εἰς τοιούτους πειραματισμούς.
§46Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Γνώμη σας κ. συνάδελφε.
§47Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Μάλιστα αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου.
§48Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Ἄνευ ὅμως αὐτῶν τῶν πειραματισμῶν δὲν θὰ ἐφθάναμεν ἐκεῖ ὅπου ἐφθάσαμεν τὸ 1940. Ἡ σημερινὴ λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω ἐποχὴ δὲν προσφέρεται διὰ τοιούτου εἴδους πειραματισμοὺς καὶ ὅτι θὰ εἶναι ὀλεθρία διὰ τὸν τόπον οἱαδήποτε ἐκτροπὴ ἐκ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἠμπορεῖ νὰ παίξῃ τὴν ὕπαρξίν της μὲ ἀποκλίσεις ἀπὸ τὰς βασικὰς ἐκείνας ἀρχὰς τὰς ὁποίας διακηρύττουν καθ’ ἑκάστην οἱ κυβερνῆται τῶν ἐλευθέρων λαῶν καὶ προτάσσουν εἰς τὸ ὁλοκληρωτικὸν Κρεμλῖνον. Δὲν ἐδιδάχθησαν τίποτε οἱ κ. συναρχηγοὶ τοῦ Λ.Ε.Κ. ἀπὸ τὴν εἴσοδόν μας εἰς τὴν Βουλὴν; Δὲν ἐδιδάχθησαν ἀπὸ τὸ ὕφος τῶν σεμνῶν παρθένων τὸ ὁποῖον τηροῦν ὡρισμένοι τῆς πτέρυγος αὐτῆς; Ἢ εἶναι τόσον ἀφελεῖς νὰ νομίζουν ὅτι ἂν ὑπῆρχον περιθώρια παρεκκλίσεως θὰ ἦσαν αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκαλοῦντο νὰ παίξουν τὸν ρόλον διὰ τὸν ὁποῖον δὲν εἶναι γεννημένοι; Διὰ νὰ παίξῃς τὸν ρόλον αὐτὸν χρειάζονται προσόντα καὶ δὲν ἀρκεῖ νὰ φαντασθῇς ἢ νὰ ἰδῇς εἰς τὸν ὕπνον σου ὅτι ἀπὸ τὴν μίαν ἡμέραν ἕως τὴν ἄλλην ἔγινες δυναμικός. Ἀφίνω εἰς ὑμᾶς κύριοι βουλευταὶ νὰ κρίνετε ἐὰν αἱ ὑποβληθεῖσαι ὑποψηφιότητες προσωπικοτήτων ἔχουν τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τοὺς ρόλους αὐτοὺς προσόντα. Ἂς ἀντιπαρέλθωμεν συνεπῶς τὸ παραπεσὸν αὐτὸ θέμα καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ κύριον θέμα τῆς ἀνεπαρκείας ἢ μὴ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν εἰς τὴν ζωὴν τῶν ἀτόμων ἡ ἀλήθεια ἀποτελῇ ἀρετήν, διὰ τὴν ζωὴν τῶν Ἐθνῶν ἡ ἀλήθεια ἀποτελεῖ ἀνάγκην ἐπιτακτικήν. Ἰδιαιτέρως διὰ τοὺς πολιτικοὺς ἰσχύει διὰ μέσου τῶν αἰώνων τὸ ἀξίωμα ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὴς πολιτικὸς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος χάριν τοῦ ἰδίου του συμφέροντος ἀποφεύγει νὰ λέγῃ εἰς πᾶσαν στιγμὴν τὴν ἀλήθειαν εἰς τὸν λαόν. Καὶ ἐν προκειμένῳ ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι καμμία κυβέρνησις ἀπὸ ὅσας ἐσχηματίσθησαν μέχρι σήμερον ἀπὸ τὴν παροῦσαν Βουλὴν δὲν ἀνταπεκρίθη πλήρως εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐποχῆς. Πολὺ ἀργὰ ἀντελήφθησαν οἱ κ. κ. συναρχηγοὶ τοῦ Λ. Ε. Κ. ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχει ἀντιληφθῆ ὁ τελευταῖος Ἕλλην καὶ τὸ ὁποῖον πολλοὶ συνάδελφοι ἐπανειλημμένως ἔχουν τονίσει εἰς τὴν Βουλὴν ἐξ ἀφορμῆς διαφόρων θεμάτων καὶ ἐπερωτήσεων ἀκόμη, διότι κατήντησαν αἱ ἐπερωτήσεις νὰ ἔχουν τόσην οὐσίαν καὶ νὰ θίγουν τόσον τὰ προβλήματα ὥστε νὰ διαφαίνεται ὅτι δὲν πᾶμε καθόλου καλά. Ἡμεῖς ἀπὸ τὸν Ἀπρίλιον, ὅτε ἐσχηματίσθη ἡ πρώτη Κυβέρνησις ἐκ τῶν ἐκλογῶν τῆς 5ης Μαρτίου ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς ἐπεστήσαμεν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἐπαθλίωσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ Ἑλληνικὸς Λαός. Εἴχομεν τότε τονίσει ὅτι εἶναι τόση ἡ ἐπαθλίωσις ὥστε καθήμεθα ἐπὶ κοινωνικοῦ ἡφαιστείου ἑτοίμου νὰ ἐκραγῇ μὲ τὰς βαρυτάτας τῶν συνεπειῶν διότι τὸ τρίτον τοῦ πληθυσμοῦ ἔχει εἰσόδημα λιμοκτονίας. Σήμερον τὰ προβλήματα αὐτὰ κατέστησαν ἀκόμη ὀξύτερα καὶ ἡ ὀγκουμένη ἀγανάκτησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ βαρύνει καὶ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν ἡ ὁποία δὲν κατώρθωσε νὰ δώσῃ ὀρθὰς καὶ ἐπιτυχεῖς λύσεις. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἐσημειώθησαν τὰ γεγονότα τῆς Κορέας, πρῶτοι ἡμεῖς διεγνώσαμεν τὸ τί ἐπρόκειτο νὰ ἐπακολουθήσῃ, ὅτι ἤλλαξε ἡ τακτικὴ τῶν συμμάχων καὶ ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς τὸ στάδιον τῆς προπαρασκευῆς τῶν ἐλευθέρων λαῶν πρὸς ἄμυναν καὶ ὅτι ἔπρεπε συνεπῶς νὰ ἀντικατασταθοῦν τὰ μακρόπνοα προγράμματα τῆς ἀνασυγκροτήσεως, μὲ ἄλλα πρακτικώτερα ἀμέσου χρησιμότητος καὶ ἀποδόσεως. Ἀλλὰ διὰ νὰ γίνουν ὅλα αὐτὰ χρειάζονται ἰσχυραὶ κυβερνήσεις αἱ ὁποῖαι νὰ πιστεύουν εἰς τὸ ἔργον αὐτό. Εἶναι περιττόν, εἶναι μάταιον νὰ ἀναζητῇ καὶ νὰ συλλαμβάνῃ ἡ ἀστυνομία τὸν Μπελογιάννην, τὴν Ἰωαννίδου καὶ τοὺς ἄλλους ἀντιπροσώπους τοὺς ὁποίους ἐξαπέστειλεν ἢ ὥρισεν ἐδῶ ὁ Ζαχαριάδης. Ἡμεῖς κάμνομεν τὸ πᾶν ὥστε νὰ δημιουργήσωμεν ἐδῶ ἀπείρους Μπελογιάννηδες καὶ Βλαντάδες ὥστε νὰ καθίσταται προβληματικὴ καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ μαχητικότης τοῦ λαοῦ μας καὶ ἡ πλήρης καὶ ἀνάλογος πρὸς τὰς περιστάσεις προπαρασκευὴ τοῦ Ἔθνους διὰ ὑπὲρ τὸν τῶν ὅλων ἀγῶνα. Κύριοι, αἱ μᾶζαι εὑρίσκονται ἐν ἀγανακτήσει. Εὑρίσκονται εἰς ἐπαναστατικὴν ἀγωνιώδη πορείαν. Καὶ εἰς τὴν πορείαν των αὐτὴν τυχαίως ἐσταμάτησαν κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 5ης Μαρτίου εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Ε.Π.Ε.Κ. Ἐσταμάτησαν ἐκεῖ προσωρινῶς. Ἔκαμαν ὡριαίαν στάσιν, ὅπως λέγουν οἱ στρατιωτικοί, διὰ νὰ ἐξακολουθήσουν ἴσως πρὸς χειρότερον κατήφορον, ἐὰν δὲν δημιουργηθῇ ἡ ἰσχυρὰ ἐκείνη κυβέρνησις ἡ ὁποία νὰ σταματήσῃ τὸν ἐπικίνδυνον κατήφορον τῶν μαζῶν καὶ νὰ τοὺς ἐπιστρέψῃ πρὸς τὰ ὀπίσω, ὥστε ὅλοι μαζὶ νὰ εὑρεθῶμεν ἐπὶ τῶν ἐπάλξεων τῶν ἐθνικῶν ἰδεωδῶν, ὅταν ἐπιστῇ ἡ στιγμή, ὅπως ἔγινεν τὴν 28ην Ὀκτωβρίου 1940. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ σταματήσωμεν τὴν ἀνοχήν μας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τόσον ἡμεῖς, ὅσον καὶ τὸ κόμμα τοῦ κ. Τουρκοβασίλη τὸ ὁποῖον ἐπίσης ἐκπροσωποῦμεν. Ἄλλο θέμα εἶναι ἂν μὲ τὸ μονοπώλιον τῶν συζητήσεων τοῦ Λ.Ε.Κ. καὶ τὴν ἀπότομον διακοπὴν τῶν διαπραγματεύσεων ἡ Κυβέρνησις ἠφνηδιάσθη χωρὶς προηγουμένως νὰ ἔχῃ προπαρασκευασθῇ διάδοχος κατάστασις. Ἔργον τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ καταψήφισις καὶ ἡ ἀνατροπὴ ὑπαρχουσῶν κυβερνήσεων. Εἶναι κυρίως ἡ θετικὴ συμβολὴ εἰς τὴν δημιουργίαν ἄλλων καλυτέρων λύσεων ἀνταποκρινομένων πληρέστερον εἰς τὰς παρούσας συνθήκας καὶ δι’ αὐτὸ δὲν διστάζομεν νὰ εἴπωμεν ὅτι ἴσως νὰ ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς τοιαύτη μία Κυβέρνησις Οἰκουμενικὴ ἢ εὐρυτάτου συνασπισμοῦ, ἡ ὁποία νὰ ἐσχηματίζετο ἀπὸ ὅλα τὰ κόμματα, τὰ κόμματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα καθαρὰ ἀνοικτά, ἀνεπιφύλακτα πιστεύουν ὅτι πρέπει ὄχι μόνον νὰ προπαρασκευάσωμεν τὸ Ἔθνος ἐναντίον τῆς ἐπιβουλῆς ἀπὸ τοὺς κινδύνους τοῦ σιδηροῦ παραπετάσματος, ἀλλὰ καὶ νὰ δημιουργήσωμεν τὰς ἐσωτερικὰς ἐκείνας μεταρρυθμίσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐλαφρύνουν τὴν ὑποφέρουσαν μᾶζαν ἀπὸ τὴν ἀγωνίαν καὶ τὸν βραχνᾶν ποὺ τὴν πιέζει ὥστε ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμὴ τοῦ ὑπὲρ πάντων ἀγῶνος, νὰ ξεσηκωθῇ ὁ λαός, ὅπως ξεσηκώθηκε τὴν 28ην Ὀκτωβρίου τοῦ 1940. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν λύσιν αὐτὴν θεωρῶ τιμιωτέραν, ἀσφαλεστέραν καὶ περισσότερον ἐξυπηρετικὴν τῶν σημερινῶν στιγμῶν τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ταχυτάτην διενέργειαν νέων ἐκλογῶν. Ἡ σημερινὴ Βουλὴ ἀπὸ τῶν πρώτων την στιγμῶν παρουσίασε μίαν πρωτοφανῆ κατάτμησιν πολιτικῶν δυνάμεων. Τοῦτο ἐπηύξησε τὸν κομματισμὸν καὶ τὴν συναλλαγήν. Καὶ ὡς νὰ μὴ ἤρκει τοῦτο παρουσίασεν ἐπὶ πλέον καὶ μάλιστα εἰς εὐρεῖαν κλίματα καὶ τὸ θλιβερὸν θέαμα τῶν μεταπηδήσεων βουλευτῶν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς κόμματος εἰς τὸ ἄλλο. Εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ ἀντίληψις ἐνίων ἐκ τῶν κ. κ. συναδέλφων οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι μετὰ τὴν ἐκλογὴν των ἀποκτοῦν ἀνεξάρτητον τῆς βουλήσεως τῶν ψηφοφόρων των ὀντότητα καὶ οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι ἠμποροῦν νὰ ἀκολουθήσουν ὁρμώμενοι ἀπὸ μικροδιαφορὰς ἢ καὶ ἄνευ αὐτῶν, ἠμποροῦν λέγω νὰ ἀκολουθήσουν κατεύθυνσιν ἄσχετον μέ τὴν ἐντολὴν ἐκείνων ποὺ τοὺς ἔστειλαν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀποτελεῖ καθ’ ἡμᾶς χαρακτηριστικὴν νόθευσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ μας πολιτεύματος ἡ τοιαύτη μεταστάθμευσις τῶν κοινοβουλευτικῶν ἀνδρῶν ἀπὸ κόμματος εἰς κόμμα. Δι’ αὐτὸ πιστεύομεν καὶ ὑποστηρίζομεν ὅτι ὅπως σήμερον εἶναι συντεθειμένη ἡ Βουλὴ κάθε ἄλλο παρὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠθέλησεν ὁ λαὸς ἐκφράζῃ. Ἐὰν εἰς αὐτὸ προσθέσωμεν ὅτι καὶ ἡ λαϊκὴ θέλησις ὑπέστη καὶ αὐτὴ σοβαροὺς διαχωρισμούς, διότι πολλὰ ἐδιδάχθη ἀπὸ τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἐκυβερνήθημεν τὸ ἔτος αὐτό, ἀγόμεθα μοιραίως εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι δὲν ἀποτελοῦμεν σήμερον τὸ κάτοπτρον τῆς λαϊκῆς θελήσεως καὶ ὅτι πρέπει νὰ ὁδεύσωμεν πρὸς τὴν λαϊκὴν κολυμβήθραν ἵνα βαπτισθῶμεν καὶ ἐκκαθαρίσωμεν τὴν θέσι μας. Ἐὰν ἀνατραπῇ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἢ καὶ ἐὰν δὲν ἀνατραπῇ ἀκόμη, μία εἶναι ἡ ἔντιμος, πραγματικὴ καὶ ρωμαλέα λύσις. Ἡ προσφυγὴ εἰς τὰς κάλπας. Εἴτε αὐτὸ συμφέρει εἰς ἕνα ἕκαστον ἐξ ἡμῶν εἴτε ὄχι. Μόνον ἡ ὁδὸς αὕτη εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ μᾶς σώσῃ ἀπὸ τὴν πλήρη ἀνυποληψίαν πρὸς τὴν ὁποίαν συρόμεθα καὶ θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς ἕνα ἕκαστον ἐξ ἡμῶν νὰ δείξῃ εἰς τὸν λαὸν ὅτι ὑπεράνω τῶν ἀτιμιῶν του συμφερόντων καὶ ἐπιδιώξεων ἔθεσε τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας, τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Σ.Κ.Ε.Λ.Δ. κ. Σβῶλος ἔχει τὸν λόγον.
§50Α. ΣΒΩΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ τὰ μέχρις ὥρας λεχθέντα ἀπὸ ὡρισμένας πλευρὰς ἤδη ἀνέκυψαν ὡρισμένα συνθήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ μία ἐξήγησις διὰ νὰ ἠμπορῇ περαιτέρω νὰ διεξαχθῇ χρήσιμος συζήτησις. Σύνθημα πρῶτον, προσφιλὲς εἰς τὸ ΛΕΚ, ἀλλὰ καὶ κάπως ἀποδεκτὸν καὶ ἀπ’ ἐδῶ καὶ ἀπ’ ἐκεῖ, ἀπὸ διαφόρους πλευράς, εἶναι ἡ λεγομένη ὑπερκομματικὴ Κυβέρνησις. Κύριοι Βουλευταί, ζοῦμεν μέσα εἰς κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἢ ζοῦμεν ἔξω ἀπὸ αὐτό; Ἐὰν ζοῦμεν μέσα εἰς κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶναι ἐσωτερικὴ ἀντίφασις ἡ ἔννοια τῆς λεγομένης ὑπερκομματικῆς Κυβερνήσεως, διότι ὅλοι ἠξεύρομεν ὅτι στοιχεῖον τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἀπαραίτητον, οὐσιῶδες, βασικὸν, ὀργανικόν, εἶναι τὸ κόμμα καὶ ἡ ἐξ αὐτοῦ πηγάζουσα κυβέρνησις. Τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ἡ κομματικὴ κυβέρνησις πρέπει νὰ κομματίζηται, νὰ εἶναι φαύλη, νὰ θέτῃ τὰ κομματικά της συμφέροντα ὑπεράνω τῶν συμφερόντων τῆς χώρας. Ἐὰν μία συγκεκριμένη κυβέρνησις παρουσιάζῃ αὐτὸ τὸ ἐλάττωμα, εἶναι ἀπολύτως καταδικαστέα, ἀλλ’ ἀπὸ αὐτὸ δὲν συνάγεται ὅτι εἶναι δυνατὴ ἡ πραγματοποίησις ἀληθοῦς ὑπερκομματικῆς κυβερνήσεως διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι κάθε κόμμα ἔχει τὸ πρόγραμμά του καὶ θὰ ἦτο ἀνάξιον ἑαυτοῦ ἕνα κόμμα, τὸ ὁποῖον ἐκλέγεται ἀπὸ τὸν λαὸν βάσει ὡρισμένων ἰδεῶν, ἐὰν ἔλεγεν ὅτι ἐγκαταλείπει τὰς προγραμματικάς του διαφορὰς ἀπὸ τὰ ἄλλα κόμματα καὶ ὅλοι μαζὶ ὑποστηρίζομεν κάτι τι ἔξω τῶν κομμάτων, κάτι ποὺ λέγεται ὑπερκομματικὴ κυβέρνησις. Διαφωνῶ ἀπολύτως καὶ πρὸς τὴν ἔννοιαν καὶ πρὸς τὸν σκοπόν. Τὰ λεγόμενα περὶ ὑπερκομματικῆς κυβερνήσεως ὑπῆρξαν πάντοτε ὁ πρόλογος τῶν ἐξωκοινοβουλευτικῶν λύσεων, διότι ἁπλούστατα ἐφ’ ὅσον ὑπερκομματικαὶ λύσεις δὲν γίνονται ἢ γίνονται ψευδῶς, διότι οὔτε κἂν ἡ δικτατορία εἰς τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ πρὸ ὀλίγον κατελθὼν τοῦ βήματος ἦτο ὑπερκομματική, λέγω ὅτι εἶναι εἴσοδος εἰς ἀνωμάλους λύσεις. Καὶ δι’ αὐτὸ ὀφείλομεν νὰ τὴν ἀποκρούσωμεν καὶ νὰ τὴν πολεμήσωμεν. Ἄλλο θέμα εἶναι ἡ συμφωνία πολλῶν κομμάτων ἐπὶ ὡρισμένου ἐλαχίστου προγράμματος ὅπως ἐπίσης ἄλλο ζήτημα εἶναι ἡ ἀνύψωσις τοῦ πολιτικοῦ βίου εἰς καθαρότητα καὶ ἀρετὴν ὅπως ἀπαιτοῦμεν ὅλοι καὶ ὅπως ἀπαιτοῦν μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ρήτορας καὶ ἰδίως τοῦ ΛΕΚ. Βέβαια ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ καθαρότης εὑρίσκεται μὲ ὑποκειμενικὰ κριτήρια, ἀλλὰ θὰ ἠδύνατο νὰ ἐρωτηθῇ ἡ ἡγεσία τοῦ ΛΕΚ, ἐὰν εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν δὲν ἀναγνωρίζῃ ἀρετήν, ποίαν ἔννοιαν εἶχεν ἡ ἕως χθὲς δημοσίᾳ γνωστὴ διαπραγμάτευσις περὶ συμμετοχῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτήν; Μὲ ἠλαττωμένης ἀρετῆς συνεργάτας δὲν διαπραγματεύεται κανεὶς συνεργασίαν. Δεύτερον σύνθημα, ποὺ κυκλοφορεῖ εἶναι ἡ κυβέρνησις τῶν ἐκλεκτῶν, τῶν ἱκανῶν ἀνθρώπων, τῶν μοναδικῶν. Θὰ ἔλεγα, τὸ τρὰστ τῶν ἐγκεφάλων, δανειζόμενος μίαν ἔκφρασιν ἀπὸ ἀλλοῦ ὅπου ὑπῆρξεν τοιοῦτον ἐξωϋπουργικὸν σύνολον εἰδικῶν. Κύριοι, τρέφω κάποιαν ὑποψίαν πρὸς αὐτὰς τὰς ἰδέας, ὄχι διότι δὲν τιμῶ ἐκείνους ποὺ ὑπερέχουν ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ διότι ἕνας μόνος τρόπος ὑπάρχει· αὐτὸ τὸ πλεονέκτημα νὰ χρησιμοποιηθῇ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν κοινῶν συμφερόντων χωρὶς νὰ δημιουργῇ τὰ ἐλαττώματα, ποὺ δημιουργεῖ ἡ ὑπερκομματικὴ κυβέρνησις, δηλαδὴ τὴν κατολίσθησιν πρὸς τὸν ἕνα: Εἶναι μόνον ἡ ἀνακατάταξις τῶν πολιτικῶν δυνάμεων διὰ τῆς ἐλευθέρας ψήφου τοῦ λαοῦ, δηλαδὴ ἡ ὤθησις τοῦ λαοῦ νὰ ἐκλέξῃ τοὺς καλυτέρους. Καὶ ἠξεύρω ὅτι κατακρίνεται τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα διότι δὲν δίδει πάντοτε ἡ ἐκλογὴ τὴν προτίμησιν εἰς τοὺς ἀρίστους, ἀλλὰ εἰς πολλοὺς μετρίους. Προσωπικὰ προτιμῶ ἕνα σύνολον μετρίων ἀνθρώπων ἀπὸ ἕνα διακεκριμένον Καίσαρα. Ἡ πεῖρα τῆς Ἑλλάδος ὑπάρχει καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Καὶ ἔργον τῶν κομμάτων, τοῦ τύπου καὶ ὅλων ἡμῶν εἶναι νὰ καλλιεργήσωμεν τὴν κοινὴν γνώμην κατὰ τρόπον, ὥστε ὁ ἐκλογεὺς πράγματι νὰ ἀποκτήσῃ συνείδησιν τῆς σοβαρότητος τῆς πράξεώς του καὶ νὰ συνειθίσῃ ὄχι μόνον εἰς τὴν προτίμησιν ἑνὸς κόμματος, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν προτίμησιν μεταξὺ τῶν προσώπων τοῦ κόμματος, διὰ νὰ ἐκλέξῃ ὅσον εἶναι δυνατὸν καλυτέρους. Ἀλλὰ μέχρις ἑνὸς σημείου, ἐὰν κάνωμεν μίαν ἀπογραφήν, μᾶλλον θὰ πεισθῶμεν ὅτι ὑπάρχει μία σχετικὴ πρόοδος εἰς τὸ θέμα αὐτὸ τὰ τελευταῖα 40–50 χρόνια. Ἡ ἀτομικὴ ποιότης τῶν βουλευτῶν εἶναι κατὰ μέσον ὅρον καλυτέρα ἀπὸ ὅ,τι ἦτο πρὸ 1–2 γενεῶν, διότι ὑπάρχει μία γενικωτέρα πρόοδος εἰς τὸν δημόσιον βίον, καὶ ἕνα ξύπνημα τοῦ κριτηρίου τοῦ λαοῦ. Μετὰ ταῦτα, κύριοι βουλευταί, θὰ ἤθελα νὰ εἴπω ὅτι διὰ τὴν ἀντίληψίν μου καὶ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκπροσωπῶ, τὸ οὐσιαστικώτερον ζήτημα τῆς παρούσης συζητήσεως δὲν εἶναι τόσον ἡ θέσις ἀπέναντι τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ὅσον ἡ θέσις τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου ἀπέναντι τοῦ γενικωτάτου ζητήματος, ποὺ ἐξ ὡρισμένων ἀφορμῶν ἐτέθη ἐνώπιόν της. Κύριοι Βουλευταί, τὰ γεγονότα σᾶς εἶναι γνωστά, ἀλλὰ πέραν τῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ ΛΕΚ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην καὶ πέραν τῶν ἐξηγήσεων, τὰς ὁποίας ἠθέλησε νὰ δώσῃ ἐδῶ, κανεὶς δὲν ἀγνοεῖ ὅτι ὑπάρχει ἕνας διαρκὴς καὶ πάγιος ψίθυρος γύρω ἀπὸ τὸ θέμα αὐτό. Ὑπάρχει μία διαρκὴς τριβὴ οἱασδήποτε κυβερνήσεως κατ’ ἐπίκλησιν τῶν αἰωνίων κινδύνων τῆς χώρας καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ εὑρεθοῦν ἄλλαι λύσεις, διότι τὸ Κοινοβούλιον δὲν δύναται νὰ τὰς δώσῃ ἢ ἀλλέως διότι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ δώσῃ κάθε φορὰ καλυτέραν Κυβέρνησιν τῆς ὑπαρχούσης μὴ καλῆς. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι ἡ Βουλή, τὸ πρῶτον πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἔχει ἀπέναντι ἑαυτῆς καὶ τοῦ λαοῦ ὡς ὑποχρέωσιν εἶναι νὰ λάβῃ μίαν θέσιν τῶν προβλέψεων ποὺ ἐξηνέχθησαν καὶ ἔναντι οἱασδήποτε ἰδίας λύσεως ἐξωκοινοβουλευτικῆς. Δὲν θέλω νὰ ἀδικήσω περισσότερον τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τοῦ ΛΕΚ. Αἱ ἐξηγήσεις του ἔχουν τὴν σημασίαν των.
§51Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἐξακολουθήσητε νὰ μὲ ἀδικῆτε.
§52Α. ΣΒΩΛΟΣ. Νομίζω ὅτι σεῖς περισσότερον ἀδικήσατε τὸν ἑαυτόν σας. Καὶ δι’ αὐτὸ περισσοτέραν σημασίαν δίδω εἰς τὰς ἐξηγήσεις, ποὺ ἐδώσατε, παρὰ εἰς τὸν λόγον σας αὐτὸν καθ’ ἑαυτόν. Αἱ δηλώσεις σας, κύριε Ἀρχηγέ τοῦ ΛΕΚ, ἔχουν τὴν σημασίαν, ἔστω καὶ ἐὰν εἰς μεγάλο μέρος των τὰς ἀπηρνήθητε χθές. Παραμένουν ὅμως δύο πράγματα μὲ οὐσιαστικὴν βαρύτητα. Διεκηρύξατε ὅτι κινδυνεύει τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἐὰν ἐξ ἀδυναμίας τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ὡς ἐξ ἀδυναμίας διενεργείας ἐκλογῶν, προκύψῃ αὐτὸ ποὺ φοβεῖσθε, ὡς λέγετε, ὅτι θὰ γίνῃ, ὅτι δηλ. θὰ ἀναγκασθῇ ἡ Βουλὴ νὰ στηρίξῃ διὰ τῆς ψήφου της μίαν κυβέρνησιν ἐξωκοινοβουλευτικῆς συνθέσεως. Καὶ ὅταν ὡμιλούσατε χθὲς σᾶς διέφυγε μία σκέψις ὅτι ἐπὶ τέλους ἐὰν ψηφισθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν μία τοιαύτη κυβέρνησις, δὲν ὑπάρχει παράβασις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος.
§53Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἀνεγνώσητε τὰ πρακτικὰ θὰ ἴδητε ὅτι εἶπα τὰ ἑξῆς: ὅτι δὲν ἀποτελεῖ κίνδυνον τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ ἡ σύστασις κυβερνήσεως μὲ ἐξωκοινοβουλευτικὴν σύνθεσιν, κυβερνήσεως βασιζομένης ἐπὶ τῆς ψήφου καὶ τοῦ ἐλέγχου τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὅτι ἀποτελεῖ μείωσιν ἠθικὴν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ αὐτὸ δὲν τὸ εἶπα χθές, ἀλλὰ τὸ ἐτόνισα εἰς τὴν Θεσσαλονίκην καὶ νομίζω ὅτι καὶ σεῖς ὅπως καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅπως καὶ ὁ κ. Μανιαδάκης, ὠφείλατε ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς νὰ μελετήσετε τὰς φράσεις καὶ νὰ μὴ ἀποκόπτετε ἀπὸ τὰς φράσεις αὐτὰς ὡρισμένας λέξεις διὰ νὰ παίζετε τὸ δημαγωγικόν σας παιγνίδιον.
§54Α. ΣΒΩΛΟΣ. Δημαγωγίαν ξέρετε ὅτι δὲν εἶμαι ἱκανὸς νὰ κάμω. Ἐὰν θεωρῆτε ὅτι δημαγωγῶ, σᾶς ἀπαντῶ ὅτι διὰ τὴν ἀξίαν αὐτὴν εἶμαι ὁ τελευταῖος ποὺ θὰ κρεμασθῶ κατὰ τὴν λαϊκὴν παροιμίαν. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ θέμα εἶναι ἀπὸ ποῦ διακρίνετε τὸν κίνδυνον καὶ πῶς τὸν ὑποδέχεσθε. Ἐνῷ ἔπρεπεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς νὰ φέρετε ἕνα τέτοιο ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ἀγωνισθῶμεν ὅλοι μαζί. Σεῖς τί ἐκάματε; Τὸ συζητεῖτε δημοσίᾳ ἔξω τῆς Βουλῆς, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἱκανὸν νὰ ἐνσπείρῃ καὶ τὴν ἀνησυχίαν καὶ τὴν ἀγωνίαν καὶ μάλιστα εἰς τὴν εὐπαθεστάτην κοινὴν γνώμην τῆς Βορείου Ἑλλάδος. Καὶ ἀπόδειξις εἶναι ὁ συναγερμὸς τῶν πολιτικῶν κομμάτων. Ἀλλὰ τὸ δεύτερον καὶ σπουδαιότερον εἶναι ὅτι ἀκόμη καὶ τώρα ὑποστηρίζετε ὅτι δὲν θὰ ἀπετέλει παράβασιν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ ἡ ὕπαρξις ἐξωκοινοβουλευτικῆς κυβερνήσεως. Κύριοι βουλευταί, εἰς τὴν χώραν μας ὑπάρχουν δύο τέτοιες αὐτοκτονίες τοῦ Κοινοβουλίου. Πρῶτον, ὅταν παραπλανηθεῖσα ἡ Βουλὴ τὸ 1925 περιέβαλε τὸν περίφημον στρατηγὸν Πάγκαλον μὲ τὸν κοινοβουλευτικὸν μανδύαν διὰ νὰ ἐξευτελίσῃ κάθε ἔννοιαν κράτους καὶ δημοκρατίας. Καὶ δεύτερον, ὅταν ἡ Βουλὴ ἐδέχθη νὰ δώσῃ τὸ 1936 ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸν Μεταξᾶν. Ποίαν χρῆσιν ἔκαμον τῆς ἐξουσίας αὐτοὶ οἱ ἐξωκοινοβουλευτικοὶ ἄνδρες ἐξ ὧν μάλιστα ὁ Μεταξᾶς, ἦτο καὶ ἀρχηγὸς ἑνὸς μικροῦ κόμματος, ποίαν χρῆσιν ἔκαμαν οἱ δύο αὐτοὶ ἄνθρωποι, τὸ γνωρίζετε ὅλοι καὶ εἶναι περιττὸν νὰ τὸ ἐπαναλάβω. Δὲν εἶναι ἀκίνδυνον, μία ἐξωκοινοβουλευτικῆς συνθέσεως κυβέρνησις νὰ τύχῃ τῆς ψήφου τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, διδομένης καλοπίστως. Διότι δὲν ὑπάρχει καμμία ἐγγύησις ὑπὲρ τῶν ἐξουσιῶν, ποὺ θὰ τῆς δώσῃ ἡ Βουλή. Καὶ ἐὰν τὸ δὶς ἐξαμαρτεῖν οὐκ ἀνδρὸς σοφοῦ, τὸ τρὶς ἐξαμαρτεῖν δὲν εἶναι ἴδιον μιᾶς Βουλῆς, ἡ ὁποία νοιάζεται διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, καὶ σέβεται ἑαυτήν. Δι’ αὐτὸ ἐπιμένω ὅτι τὸ θέμα τῆς ὁμοφώνου στάσεως τῆς Βουλῆς ἀπέναντι οἱασδήποτε τοιαύτης προθέσεως, δὲν τὴν ἀποδίδω εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τοῦ ΛΕΚ διότι θέλω νὰ πιστεύω ὅτι εἶναι εἰλικρινὴς ὅταν δηλώνῃ ὅτι θὰ ἀγωνισθῇ διὰ τοὺς δημοκρατικοὺς θεσμοὺς, εἶναι τὸ σπουδαιότερον ὅλων καὶ τὸ πλέον κρίσιμον διὰ τὴν χώραν. Διότι πάντως τὸ θέμα ὑπάρχει. Ἀλλὰ πέραν τῆς ἀρχῆς διερωτῶμαι, ἐὰν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἐξακολουθῇ νὰ ἀποτυγχάνῃ ἢ ἐὰν δὲν μᾶς ἀρέσῃ, ποῖος καὶ πῶς θὰ δημιουργήσῃ τὴν κυβέρνησιν τῆς ἐξωκοινοβουλευτικῆς συνθέσεως; Διότι ὑπάρχει καὶ ὁ ἕτερος παράγων, ὁ ὁποῖος παίζει ρόλον εἰς τὴν ὀνομασίαν καὶ τὴν παῦσιν τῶν κυβερνήσεων. Ἀλλὰ πῶς προεικάζεται ἡ συγκατάθεσίς του εἰς τοιαύτας λύσεις; Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, μολονότι ἡ πολιτικὴ συζήτησις ἐνδιαφέρει τὴν Βουλήν, τὸ πρῶτον ὅμως θέμα ποὺ τὴν ἐνδιαφέρει εἶναι αὐτό. Δὲν λέγω, ὅτι δὲν ἐνδιαφέρει καὶ τὸ ἄλλο. Εἴτε ἐτέθηκε εἴτε δὲν ἐτέθηκε, εἶναι κάτι τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ συζητηθῇ. Λέγω, εἴτε ἐτέθηκε εἴτε δὲν ἐτέθηκε, κ. συνάδελφοι, διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον, ποὺ εἶμαι σχετικῶς νεώτερος στὸν Κοινοβουλευτικὸν βίον, ἀλλ’ ἔχω ἀκούσει καὶ ἔχω διαβάσει, πῶς διεξήγοντο τοιούτου εἴδους συζητήσεις εἰς παλαιοτέρας Βουλάς, εὑρίσκω ὀλίγον τι ἀήθη αὐτὰ, ποὺ συμβαίνουν. Πρῶτον μέν, ποτὲ πολιτικὸν ζήτημα δὲν τίθεται ἐμμέσως εἴτε «μεμασημένως» (διὰ νὰ μεταχειρισθῶ μίαν λέξιν κατὰ τὸ ἥμισυ καθαρεύουσαν καὶ κατὰ τὸ ἥμισυ δημοτικὴν). Τὸ πολιτικὸν ζήτημα, τοὐλάχιστον εἰς τὴν παροῦσαν Βουλήν, καθ’ ὅσον ἠξεύρω, μίαν φορὰν ἐτέθη ἀπ’ εὐθείας, ὅταν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, σαφῶς καὶ ρητῶς ἐπὶ ἑνὸς συγκεκριμένου ζητήματος, τοῦ διορισμοῦ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης ἔθεσε πολιτικὸν ζήτημα καὶ καθαρά, σαφῶς, ἀπεριφράστως καὶ συγκεκριμένως ἐζήτησε τὴν παραίτησιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ καὶ ἡ στάσις τῆς Κυβερνήσεως εἴθισται πάντοτε στὰ θέματα αὐτά, νὰ εἶναι, ὄχι ἁπλῶς εὔθικτος, ἀλλὰ καὶ σαφὴς καὶ ἀνυποχώρητος. Στὴν προκειμένην περίπτωσιν, εἶχα τὴν ἐντύπωσιν, ὅταν ἐδιάβαζα τὰ πρακτικὰ, ὅτι ὄντως ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ ΛΕΚ ἔθεσε πολιτικὸν ζήτημα. Ἡ ἔλλειψις τῆς ἀγορεύσεώς του εἶναι ἀλλοῦ. Ὅτι δὲν τὸ ἐδικαιολόγησε σαφῶς, ἀλλὰ τώρα μόνον ἐσκέφθηκεν ἐξ ἀφορμῆς τῆς στάσεως, τὴν ὁποῖαν ἐπῆρε ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὕρῃ δικαιολογίαν διατὶ θέτει πολιτικὸν ζήτημα, ἢ μᾶλλον νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι μόνον ἡ Κυβέρνησις ἔθεσε τοιοῦτον ζήτημα. Κύριοι συνάδελφοι, εἴθισται, ὅταν ἀντιπολιτευώμεθα τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὴν ἐξαντλοῦμεν ἐπὶ παντὸς ζητήματος κριτικῆς καὶ ἐλέγχου. Ἡ κλῖμαξ τῆς κριτικῆς καὶ τοῦ ἐλέγχου ποικίλλει ἀναλόγως τοῦ ζητήματος καὶ τοῦ τόνου, τὸν ὁποῖον τὸ ἐλέγχον κόμμα δίδει εἰς αὐτό, ἀλλὰ ὅταν καταλήγῃ εἰς τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὕστερα ἀπὸ ἕνα σωρείτην σφαλμάτων, ἐπιβάλλεται, νὰ ἄρωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην μας, ἢ νὰ προκαλέσωμεν τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον νὰ κάμῃ τὸ ἴδιον, τότε νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται σαφὴς πρότασις, συγκεκριμένη, ἐξ ἀφορμῆς συγκεκριμένου πράγματος. Βέβαια, οἱ κ. κ. Ἀρχηγοὶ τοῦ ΛΕΚ, ὁ χθεσινὸς ἀγορητής, καὶ ὁ σημερινός, ἀνέφεραν ἀλληλοσυμπληρωνόμενοι, ὡρισμένα πράγματα, ἐπέμειναν λ. χ. ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν ἀρχόντων. Δὲν πρόκειται νὰ κάμω τὸν δικηγόρον τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι πασίγνωστοι αἱ ἀντιθέσεις μας εἰς τὸ θέμα αὐτό. Εἶναι πασίγνωστος ἀπαίτησίς μας νὰ γίνουν αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαί. Ἀλλὰ διερωτῶμαι. Αὐτοὶ οἱ ἀντικαθιστώμενοι σήμερον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοπικοὶ ἄρχοντες ἦσαν ἄραγε αἱρετοὶ καὶ ἔκαμε σκανδαλώδη ἐπέμβασιν ἡ Κυβέρνησις ἀντικαθιστῶσα ἐκείνους ποὺ διωρίσθησαν πέρυσι ἢ προπέρυσι, δι’ ἄλλων ἰδικῆς της προτιμήσεως; Ὅσον ἀντιτίθεμαι εἰς ἐκείνους, ποὺ διωρίσθησαν πέρυσι ἢ προπέρυσι, ἄλλο τόσον ἀντιτίθεμαι καὶ εἰς ἐκείνους ποὺ διορίζονται σήμερον, εἰς ἀντικατάστασιν αὐτῶν. Ἀλλὰ δὲν θὰ μοῦ ἤρκει τοῦτο διὰ νὰ ἄρω τὴν ἐμπιστοσύνην μου, ἐὰν τὴν εἶχα δώσει στὴν Κυβέρνησιν. Ὑπάρχει ἕνα μεγάλο θέμα, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ κ. Στεφανόπουλος. Ἡ ἀποτυχία τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Οἰκονομικὴν πολιτικήν. Εἶναι ἡ ἐγκατάλειψις τῶν μαζῶν εἰς τὴν ἐξαθλίωσιν, ἡ οἰκονομικὴ κρίσις, τὴν ὁποίαν περνᾶ ὁ τόπος, ἡ ἀνεργία, τὸ ζοφερὸν μέλλον καὶ ἡ ζοφερὰ προοπτική, ποὺ διανοίγεται ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς διὰ τὸν λαόν. Ἄ! κύριοι συνάδελφοι, λυποῦμαι ἀντὶ νὰ χαίρω, διότι ὅσα λέγομεν ἡμεῖς, ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμὴν ποὺ μπήκαμε στὴ Βουλή, ἐπισημαίνοντες ὄχι τοὺς φανταστικοὺς ἢ πραγματικοὺς κινδύνους τῶν κοινωνικῶν ἀνατροπῶν, ἀλλ’ αὐτὴν καθ’ ἑαυτὴν τὴν ἀθλίαν κατάστασιν, ποὺ δὲν εἶναι ἀνεκτὴ εἰς οὐδεμίαν δημοκρατίαν, ὅσα ἐμεῖς λέγομεν καὶ τονίζομεν διὰ τὴν κατάστασιν τοῦ ἀγροτικοῦ, τοῦ ἐργατικοῦ κόσμου, τῶν μικροεπαγγελματιῶν, καὶ διὰ πλεῖστα ὅσα ζητήματα εἰς τὰ ὁποῖα προσεπαθήσαμεν κατὰ τὸ δυνατὸν νὰ ἐπηρεάσωμε τὴν πολιτικὴν τῶν Κυβερνήσεων, διότι δὲν ἀκολουθοῦμεν τὴν πολιτικὴν τῆς ὁλοκληρώσεως τῆς ἐξαθλιώσεως, διὰ νὰ κερδίσωμεν ἡμεῖς, λυποῦμαι ἀντὶ νὰ χαίρω, διότι αὐτὰ τὰ συνθήματα, αὐτὴ ἡ κριτική, αὐτὸς ὁ πόνος ὁ δικός μας μόλις τώρα φαίνεται νὰ γενικεύεται καὶ δὲν εἶναι καθόλου βέβαιον ὅτι ἡ ὄψιμος αὐτὴ συγκίνησις εἶναι εἰλικρινής. Δὲν ἠμπορῶ βέβαια, κύριοι βουλευταί, νὰ ἐτάζω καρδίας καὶ νεφρούς. Μοῦ φθάνει ὅτι σήμερον ἐπαναλαμβάνονται τόσον ἐντόνως ὅλα περίπου ὅσα ἐλέχθησαν καὶ πρίν, ἀπὸ τὸν ἔχοντα τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀπασχολῇ, μοῦ φθάνει ὅτι δι’ οἱονδήποτε λόγον καὶ ἄλλοι ᾐσθάνθησαν τὴν ἀνάγκην καὶ «ἔβαλαν τὸν δάκτυλον ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων». Ἀλλὰ τὸ θέμα εἶναι πῶς θὰ διορθωθῇ αὐτὴ ἡ κατάστασις. Ἔ. κύριοι, ἐὰν πιστεύετε, ὅτι μὲ μίαν ἁπλῆν ἀλλαγὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δή, ἐνδεχομένως, μὲ τὴν εἴσοδον ἀξιοτίμων προσώπων, ὅπως εἶναι οἱ ἀρχηγοὶ τοῦ Λ.Ε.Κ. ἢ καὶ ἄλλων στελεχῶν αὐτοῦ, ὅτι μὲ αὐτὸ καὶ μόνον θὰ διορθωθοῦν τὰ πράγματα, ὑποτιμᾶτε ἄλλον παράγοντα, ὁ ὁποῖος κυρίως εἶναι εἰς τὴν βάσιν τῆς κριτικῆς μας ἐναντίον ὅλων τῶν Κυβερνήσεων, ποὺ πέρασαν ἕως τώρα. Ὑποτιμᾶτε τὸν παράγοντα τοῦ προγράμματος καὶ τοῦ φορέως τοῦ προγράμματος. Διότι δὲν εἶναι πᾶς τις ὁ κατάλληλος φορεὺς ἑνὸς ἀληθοῦς λαϊκοῦ προγράμματος, ὁσονδήποτε καὶ ἐὰν λέγῃ ἢ καὶ ἐὰν τὸ θέλῃ. Διότι ἁπλούστατα ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ὄπισθεν ὅλων τῶν ὁμάδων, ποὺ διαδέχονται ἀλλήλας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὑπάρχουν αἱ αὐταὶ οἰκονομικαὶ καὶ κοινωνικαὶ δυνάμεις ἐναντίον τῶν ὁποίων ἡμεῖς μαχόμεθα, τὰς ὁποίας κατηγοροῦμεν καὶ καταδικάζομεν καὶ τῶν ὁποίων ζητοῦμεν τὴν ὁριστικὴν παραμέρισιν ἀπὸ τὸν βίον τῆς δημοκρατίας. Ἑπομένως, ἐὰν εἶναι ἐπαρκὴς λόγος, δι’ οἱονδήποτε κόμμα, ποὺ εἶχε δώσει τὴν ἐμπιστοσύνην του, νὰ τὴν ἄρῃ, διότι δὲν ἐπέτυχεν εἰς τὴν οἰκονομικὴν της πολιτικὴν ἡ Κυβέρνησις, ἡμεῖς δὲν θὰ εἴχομεν νὰ παρατηρήσωμεν τίποτε ἄλλο παρὰ μόνον, ὅτι καὶ πάλιν ἐπὶ ματαίῳ ἀναμένομεν νὰ εὑρεθῇ ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ βγοῦμε ἀπὸ τὸ οἰκονομικὸν ἀδιέξοδον. Ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, ὁ τρόπος δὲν εἶναι τὸ οἱονδήποτε μπάλωμα τῆς Κυβερνήσεως διὰ τυχὸν καλυτέρων ὑπουργῶν ἀπὸ τοὺς σημερινοὺς ἐκ τῆς παρούσης Βουλῆς. Ὁ τρόπος αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος. Ὁ μόνος κατάλληλος τρόπος εἶναι ἐὰν ὁ λαὸς ἐκαλεῖτο νὰ ἐκλέξῃ νέον πρόγραμμα καὶ ὄχι ἁπλῶς τὸ Α ἢ Β κόμμα τῆς αὐτῆς περίπου ὁμοιογενείας. Δι’ αὐτὸ ἡμεῖς ὑπήρξαμεν πάντοτε ὑπὲρ τῆς διενεργείας τῶν ἐκλογῶν ὡς διεξόδου ἀπὸ μίαν πολιτικὴν καχεξίαν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς πρῶτοι πρὸ καιροῦ ἐπεσημάναμεν. Διότι ὄντως ἐντὸς 8 μηνῶν εἴχομεν μιὰν διαδοχὴν Κυβερνήσεων ἄνευ βελτιώσεως τῶν πραγμάτων. Τοῦτο ἀποτελεῖ καχεξίαν, δεδομένου μάλιστα, ὅτι μόνον εἰς μερικά, πολιτικῆς φύσεως καὶ δευτερεύοντα σημεῖα, ὑπῆρξε διάστασις μεταξὺ τῶν κομμάτων, ποὺ ἀπετέλεσαν ἕως τώρα τὰς Κυβερνήσεις. Ἐνῷ δι’ ἡμᾶς ὑπάρχει διάστασις μεταξὺ ἑνὸς κόσμου καὶ ἑνὸς ἄλλου. Καὶ τὴν διάστασιν αὐτὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἄρουν οὔτε ἐξωκοινοβουλευτικαὶ Κυβερνήσεις, οὔτε ἀλλαγὴ ὡρισμένων ὑπουργῶν εἰς τὸν θῶκον τὸν Κυβερνητικόν, ἀλλὰ μόνον ἡ ἐτυμηγορία τοῦ λαοῦ ἐπὶ τῇ βάσει προγραμμάτων καὶ ἰδεολογικῶν τάσεων διὰ νὰ προκύψουν οἱ νέοι φορεῖς δράσεως ὑπὲρ τοῦ λαοῦ. Κύριοι βουλευταί, ἡ ἰδική μας στάσις ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι ἄγνωστος. Δὲν τῆς ἐξεφράσαμεν ποτὲ τὴν ἐμπιστοσύνην μας. Καὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, ποὺ ἐσχηματίσθη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ὄχι μόνον δὲν εὕρομεν λόγους διὰ νὰ πεισθῶμεν ὅτι πρέπει νὰ ἀλλάξωμεν στάσιν, ἀλλὰ ἀντιθέτως ἔσχομεν πολλοὺς λόγους νὰ πεισθοῦμε ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος Κυβέρνησις μιᾶς δημοκρατουμένης χώρας. Δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος Κυβέρνησις κατὰ τὴν ἀντίληψιν τὴν ἰδικήν μας, εἰς τὴν ὁποίαν ἴσως δὲν θὰ συμφωνοῦσαν τὰ ἄλλα κόμματα, διότι ἐπιτρέπει ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἰδικῆς της ἐξουσίας νὰ ἀσκῆται μία καταπιεστικὴ πολιτικὴ ὄχι μόνον γενικωτέρα ἐναντίον τῆς ἀριστερᾶς καὶ ὡρισμένων δημοκρατικῶν στοιχείων, ἀλλὰ καὶ εἰδικώτερον ἐναντίον τοῦ κόμματος τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἡγοῦμαι. Ἡ Κυβέρνησις γνωρίζει, κ. βουλευταί, καὶ ἔχω καθῆκον νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ τὴν ἰδικήν σας κατανόησιν, ἡ Κυβέρνησις γνωρίζει ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ποὺ ὁμιλῶ, στελέχη τοῦ κόμματός μας, εὑρίσκονται εἰς τὰς φυλακὰς ἢ ὑπὸ δίωξιν ἢ καταδικασμένα εἰς θάνατον, παρὰ τὴν ἀπόλυτον πεποίθησιν τὴν ἰδικήν μας (καὶ ὑποθέτω ὅτι τὴν συμμερίζεται καὶ ἡ Κυβέρνησις) ὅτι εἶναι ἀθῶοι ἄνθρωποι, ἀλλὰ κύπτουν ἁπλῶς ὑπὸ τὸ βάρος τῶν περιφήμων ἐξαιρετικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα μὲ τόσην στοργὴν διατηροῦνται, ἐνῷ οὐδεὶς ἀπολύτως σκοπὸς συνηγορεῖ ὑπὲρ αὐτοῦ. Καὶ ἐπὶ πλέον ἡ Κυβέρνησις θὰ δεήσῃ κάποιαν στιγμήν, νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ἕνα θέμα ἀρχῆς, τὸ ὁποῖον σᾶς ἐνδιαφέρει ὅλους καὶ ὄχι μόνον ἡμᾶς καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει ἔλθει ἐνώπιόν σας διὰ μιᾶς ἐπερωτήσεώς μας. Παραδέχεται ἡ Κυβέρνησις—ἡ Βουλή, εἶμαι βέβαιος, δὲν θὰ τὸ παραδεχθῇ—ὑπὸ τὴν ἠθικὴν καὶ πολιτικήν της εὐθύνην νὰ ὑπάρχῃ ἐναντίον τῆς ἡγεσίας πολιτικῶν κομμάτων καὶ ἐναντίον πολιτικῶν ἀνδρῶν ἕνα εἶδος κατασταλτικῆς λογοκρισίας ἐκ μέρους στρατιωτικῶν ἀρχῶν; Ποία ἐλευθερία πολιτικοῦ βίου ὑπάρχει εἰς τὴν χώραν αὐτὴν καὶ διὰ ποῖα λαϊκὰ δίκαια καὶ ποίας λαϊκὰς ἐλευθερίας θὰ ἀγωνισθῶμεν ὅταν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ σημερινοῦ καθεστῶτος καὶ ὑπὸ τὴν ἠθικὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, καθίσταται δυνατὸν δι’ ἕνα ἄρθρον ἢ διὰ μίαν δήλωσιν πολιτικοῦ ἡγέτου ἢ βουλευτοῦ νὰ ἀσκῆται ἐναντίον του δίωξις ἐπὶ παραβάσει νόμων, τῶν ὁποίων τὰ ἀδικήματα συνεπάγονται καὶ τὴν θανατικὴν ποινὴν καὶ δικάζονται ἀπὸ ἔκτακτα στρατοδικεῖα; Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἐὰν αὐτὸ λέγεται ἐλευθερία καὶ δημοκρατία.
§55Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Φοβοῦμαι ὅτι παρασύρεσθε ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§56Α. ΣΒΩΛΟΣ. Δὲν θέλω νὰ μοῦ δώσητε μαθήματα, κ. συνάδελφε. Εἶμαι ἀρκετὰ δάσκαλος ὥστε νὰ ἠμπορῶ νὰ μὴ βγαίνω ἀπὸ τὸ θέμα μου. Ὀφείλω νὰ σᾶς ἐξηγήσω διατὶ ἡ δυσπιστία μας, ὑπὸ τὴν τυπικὴν ἔννοιαν τοῦ ὅρου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ηὐξήθη ἐν τῷ μεταξὺ ὄχι μόνον διὰ τοὺς γενικοὺς λόγους τῆς ἀποτυχίας ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς συγκεκριμένους λόγους ποὺ ἀνέφερα, λόγους ἀναγομένους εἰς τὴν ὕπαρξιν ἀληθοῦς δημοκρατικοῦ πολιτεύματος εἰς τὴν χώραν μας. Κύριοι Βουλευταί, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ὅταν νοσῇ ἡ πολιτικὴ κατάστασις καθ’ οἱανδήποτε ἐκδοχὴν θέλετε, διότι ὑπάρχει μία Κυβέρνησις μειοψηφίας καὶ ἐνδεχομένως τὰ κόμματα δὲν θὰ θελήσουν νὰ τὴν στηρίξουν πλέον, ἕνα πρᾶγμα πρέπει νὰ μᾶς συνενώσῃ ὅλους: Ὅτι αἱ λύσεις πρέπει νὰ ζητηθοῦν εἴτε ἐντὸς τῆς Βουλῆς, εἴτε ἐντὸς τοῦ πολιτεύματος. Καὶ ἐὰν ἡ ἐντὸς τῆς Βουλῆς λύσις δὲν εἶναι δυνατή, ὑπάρχει ἡ νόμιμος, ἡ καθαρά, ἡ γενναία λύσις καὶ διέξοδος, τῶν ἐκλογῶν. Ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ε.Π.Ε.Κ. εἶπεν ὅτι ὁ ἐκλογικὸς νόμος παρουσιάζει ἀτελείας. Δὲν ἀντιλέγω. Ἀλλά, κ. βουλευταί, εἰς τὸ θέμα αὐτό, πρέπει δύο πράγματα νὰ θέσωμεν ὡς θεμέλιον τῆς οἱασδήποτε σκέψεώς μας. Τὸ πρῶτον ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐπιτρέπεται, ἀλλὰ θὰ ἀποτελέσῃ προοίμιον πάρα πολὺ μεγάλων κινδύνων διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἡ τυχὸν ἐπαναφορὰ τοῦ πλειοψηφικοῦ συστήματος καὶ ἡ ἐγκατάλειψις τῆς ἀναλογικῆς. Ἡ ἡμέρα ἐκείνη κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ διεξαχθοῦν ἐκλογαὶ μὲ σύστημα πλειοψηφικόν, θὰ εἶναι ἡμέρα, πού, ὅπως λέγει ὁ Θουκιδίδης, «θὰ ἄρξῃ μεγάλων κακῶν τοῖς Ἕλλησι». Τὸ δεύτερον θέμα εἶναι ὅτι πρέπει, ἐπὶ τέλους, ὅταν ὁμιλοῦμεν περὶ ἐκλογῶν, νὰ ἐννοοῦμεν, ὡς πολιτικὸς κόσμος σεβόμενος τὸν ἑαυτόν του, ὅτι ἐκλογαὶ λέγονται ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι ἐνεργοῦνται ἐλευθέρως, ἀβιάστως, ὑπὸ κλῖμα γαλήνης καὶ ἀσφαλείας τοῦ ἐκλογέως. Ἀλλ’ ἐκλογαὶ ὑπὸ τὴν σημερινὴν κατάστασιν, ποὺ κόσμος ὁλόκληρος δὲν τολμᾷ νὰ πλησιάσῃ τοὺς ἡγέτας νομίμων κομμάτων τῆς χώρας διότι φοβεῖται τὰς συνεπείας, τὴν δίωξιν, τὴν καχυποψίαν τῶν Ἀρχῶν, ἐκλογαὶ μὲ νόμον 509 καὶ μὲ στρατοδικεῖα καὶ μὲ ἐξορίας, θὰ εἶναι παρῳδία ἐκλογῶν. Καὶ δὲν θέλω νὰ φαντασθῶ ὅτι μία Κυβέρνησις προεδρευομένη ὑπὸ τοῦ υἱοῦ τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, θὰ ἐδέχετο νὰ ἀμαυρώσῃ τὸ παλαιὸν κῦρος τῶν Φιλελευθέρων κατὰ ἕνα τέτοιον τρόπον. Κύριοι Βουλευταί, συγκεφαλαιώνω: ἡ στάσις ἡ ἰδική μας ἐπὶ τοῦ γενικοῦ ζητήματος τῆς ἀμύνης τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν δὲν ἐπιδέχεται καμμίαν ἀμφισβήτησιν οὐδὲ συμβιβασμόν. Νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ ἐν προκειμένῳ μία ὁμόθυμος ἐκδήλωσις τῆς Βουλῆς. Καὶ λυποῦμαι ὅτι τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς δὲν ἠθέλησε νὰ φέρῃ ἐνώπιον τοῦ Σώματος μίαν ἰδιαιτέραν δήλωσιν ποὺ ἡμεῖς καὶ πολλοὶ συνάδελφοι ὑπεβάλαμεν μαζὶ μὲ σχέδιον προτάσεως, ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή. Διότι νομίζω ὅτι εἶναι πάρα πολὺ χρήσιμον ὁλόκληρος ἡ Βουλή, διὰ μιᾶς ἀποφάσεώς της, ποὺ θὰ ἔχῃ πανηγυρικὸν χαρακτῆρα, νὰ διαδηλώσῃ τὴν ἀντίθεσίν της πρὸς πᾶσαν ἀπόπειραν παρεκβάσεως ἀπὸ τὸ πολίτευμα, ἀντίθεσιν ποὺ θ’ ἀκουσθῇ ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμον καὶ ἐκτὸς τῆς χώρας, ἀντίθεσιν ποὺ θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ συγκεκριμένον πολιτικὸν ζήτημα, ἐὰν εἶναι ὄντως τεθειμένον καὶ ἐὰν πρόκηται νὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις, ἡ στάσις τοῦ κόμματός μας εἶναι ἤδη καθωρισμένη ἐκ τῆς προηγουμένης ψήφου τὴν ὁποίαν ἐδώσαμεν ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως. (Χειροκροτήματα).
§57Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Καὶ ἄλλοτε εἶχα, κ. βουλευταί, τὴν εὐκαιρίαν νὰ τονίσω ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπὸ βαθυτέραν πολιτικὴν κρίσιν. Νομίζω δὲ ὅτι καὶ οἱ παρερμηνευθέντες λόγοι τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Λ.Ε.Κ. εἰς τὴν Θεσσαλονίκην αὐτὸ πιστοποιοῦν, ὅτι εὑρίσκεται, δηλαδή, ἡ χώρα εἰς βαθυτέραν πολιτικὴν κρίσιν. Ἀλλὰ θὰ πρέπει ἴσως νὰ ἀναδράμωμεν εἰς τὸ παρελθὸν διὰ νὰ ἀνεύρωμεν πῶς προεκλήθη ἡ βαθυτέρα αὐτὴ κρίσις. Ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου κ. Μανιαδάκης ἔδωσε μίαν παραστατικὴν εἰκόνα ὅταν εἶπεν ὅτι ἕνας κόσμος εὑρισκόμενος ἐν πορείᾳ ἐστάθη πρὸς στιγμὴν καὶ ὑπεστήριξε τὴν Ε.Π.Ε.Κ. καὶ τὸν ἀρχηγόν της καὶ ὅτι πολιτικὴ σώφρων τῆς χώρας θὰ ἦτο τὸν κόσμον αὐτὸν νὰ ἀναστρέψωμεν πρὸς ἡμᾶς. Πράγματι τοῦτο εἶναι περίπου, ἀληθές. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐπράξαμεν τὸ ἀντίθετον, εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν καταγγέλλομεν τὴν Ε. ΠΕ.Κ. ὡς ἐθνικῶς ἀπαράδεκτον, τὸν κόσμον αὐτόν, τὸν ἐν πορεία τον στέλλομεν πρὸς τοὺς ἐχθρούς μας, πράττοντες τὸ ἀντίθετον ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνεβούλευσεν ὁ κ. Μανιαδάκης Ὅταν κόμμα, τὸ ὁποῖον συνεκέντρωσε σχεδὸν 300 χιλ. ψήφους, ἐπιχειρήσωμεν νὰ τὸ θέσωμεν εἰς τὸ περιθώριον τοῦ πολιτικοῦ βίου, δημιουργοῦμεν βαθυτέραν πολιτικὴν κρίσιν. Δὲν ὑπάρχει τότε διέξοδος πολιτικὴ καὶ ἐπισημαίνονται οἱ κίνδυνοι τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κ. Κανελλόπουλος. Ὑπῆρξε πράγματι σφάλμα πολιτικὸν τὸ νὰ γίνουν ἀκουστοὶ οἱ ψιθυρισμοὶ ἐκτὸς τοῦ κοινοβουλίου προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀναμιγνύονται ἐκ τῶν παρασκηνίων εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ τὰ ὁποῖα ἐπεδίωξαν νὰ τεθῇ ἐκτὸς τῆς πολιτικῆς ἕνα κόμμα ὅπως ἡ Ε.Π.Ε.Κ. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης δὲν εὑρίσκει ἡ Ἑλλὰς ἰσοζύγιον εἰς τὴν κυβερνητικήν της σύνθεσιν. Οἱ δύο ἀρχηγοὶ οἱ εὑρισκόμενοι ἐν τῇ Κυβερνήσει περιπίπτουν ἀπὸ μιᾶς περιπετείας εἰς ἄλλην. Ἐπῆραν τὸ Λαϊκὸν κόμμα ὡς συνεργάτην, μετὰ δύο μῆνας ἐδημιούργησαν κρίσιν διὰ νὰ ἀπαλλαγοῦν τῆς συνεργασίας. Σήμερον, ἐνῷ ἐπεδιώχθη νὰ διαιρεθῇ τὸ Λαϊκὸν κόμμα εἰς δύο μερίδας καὶ ἡ μία μερὶς νὰ χρησιμεύσῃ διὰ νὰ καταστῇ ἡ Κυβέρνησις αὐτοδύναμος, ἡ Κυβέρνησις τίθεται ὑπὸ κατηγορίαν ἀπὸ τὴν μερίδα ἀκριβῶς αὐτήν. Ἐὰν ὑπῆρχεν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἀποβλέψαμεν ὅλοι μαζὶ εὐθὺς μετὰ τὰς ἐκλογάς, ἡ Κυβέρνησις τῶν τριῶν προοδευτικῶν κομμάτων, ἡ λεγομένη τοῦ Κέντρου, καὶ ἐδημιουργεῖτο πολιτικὴ κρίσις, θὰ ὑπῆρχε κίνδυνος καμμιᾶς ἐκτροπῆς; Βεβαίως ὄχι, διότι ὑπάρχει ἄλλη κοινοβουλευτικὴ μερὶς νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐξουσίαν. Διατὶ σήμερον ὑπάρχει κίνδυνος; Διότι θέτομεν ἕνα ἀκόμη ἐκτὸς τῆς πολιτικῆς ζωῆς καὶ φοβούμεθα νὰ πᾶμε εἰς τὰς ἐκλογάς. Διότι εἴδομεν ποίας ὑποδοχῆς ἔτυχεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ε.Π.Ε.Κ. εἰς τὴν Μακεδονίαν. Καὶ ὅταν ἴδωμεν τοιαύτην στροφὴν τῆς λαϊκῆς Κοινῆς Γνώμης, φοβούμεθα νὰ πᾶμε εἰς τὰς ἐκλογὰς μήπως ὁ κ. Πλαστήρας ἀντὶ νὰ ἔλθῃ μὲ 40 ἔλθῃ μὲ 140 βουλευτὰς εἰς τὴν Βουλήν. Ἔτσι ἐδημιουργήθη ἡ πολιτικὴ κρίσις καὶ τὰ πολιτικὰ σφάλματα καὶ ἔρχεται ὁ κ. Κανελλόπουλος καὶ ὁμιλεῖ περὶ ὑπερκομματικῆς Κυβερνήσεως τώρα ποὺ ἔγινε συναρχηγὸς κόμματος. Δὲν θέλει κομματικήν, θέλει ὑπερκομματικὴν Κυβέρνησιν. Ὅταν ἦτο ἀρχηγὸς ὁμάδος ἤθελε τὴν μονοκομματικὴν ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς Κυβερνήσεως τῆς σημερινῆς. Ἄλλα ἐσκέπτετο τότε, ἄλλα τώρα. Τότε ἔπρεπε νὰ εἶναι κομματικὴ καὶ τώρα ἔπρεπε νὰ εἶναι ὑπερκομματική. Καὶ πῶς θὰ πραγματοποιηθοῦν οἱ φιλολογικοὶ ὑπερκομματισμοὶ τῶν διαφόρων προσώπων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποτελέσουν αὐτὴν τὴν ὑπερκομματικὴν Κυβέρνησιν; Δὲν εἶναι καλλίτερον νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας τὰς ροπὰς τῆς Κοινῆς γνώμης. Τὴν προοδευτικὴν καὶ συντηρητικὴν καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι κάνομεν Κυβέρνησιν ἀπὸ τὰ κόμματα τῶν προοδευτικῶν πού ἔχουν ἓν πρόγραμμα καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὰ κόμματα ποὺ ἀνήκουν εἰς τὴν μίαν ροπὴν ἢ τὴν ἄλλην νὰ ἐκλέξουν τοὺς συνεργάτας των; Ἰδοὺ πὼς ἐφθάσαμεν εἰς τὴν νέαν κρίσιν. Καὶ εἶναι βεβαίως μελαγχολικὸν τὸ θέαμα ὅτι πλήττεται ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὸ Λ.Ε.Κ. εἰς τὸ ὁποῖον ἤθελε νὰ στηριχθῇ. Ἡμεῖς, εὑρισκόμενοι εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, αἰσθανόμεθα τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴμεθα συνεπεῖς, πρὸς τὸν ἑαυτόν μας. Εἰς πᾶσαν στιγμὴν πολιτικοῦ θέματος, εἴμεθα ἀντίθετοι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὄχι διότι τὸ πολιτικὸν θέμα τὸ θέτει τὸ Λ.Ε.Κ. Ἡμεῖς θὰ παραμείνωμεν ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ καλύψωμεν μὲ τὰς εὐθύνας μας τὰς εὐθύνας τῆς Κυβερνήσεως. Οἱαδήποτε ἐξαιρετικὰ πράγματα καὶ ἐὰν συνέβησαν, πράγματι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε τὴν ἱκανότητα νὰ τὰ ἀντιμετωπίσῃ ὡς ἔπρεπε. Ὑστέρησε καὶ κατὰ τοῦτο: Ἔπρεπε ἐσπευσμένως νὰ λάβῃ ἐνεργὸν μέρος διὰ τὸ ζήτημα τῆς διατροφῆς τῶν ἐφοδίων καὶ νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς τὸ παράδοξον τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἀνέμενε, νὰ μείνῃ ὁ τόπος χωρὶς ἄρτον. Αὐτὸ ἐσημειώθη εἰς τὴν Ἑλλάδα διαρκούσης τῆς τυραννικῆς περιόδου. Δὲν νομίζω ὅτι εἴμεθα ἱκανοποιημένοι οὔτε ἀπὸ ἀπόψεως στρατιωτικῆς προπαρασκευῆς τῆς χώρας. Βεβαίως ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει προθέσεις ἀπειλητικὰς ἐναντίον οὐδενὸς λαοῦ. Δὲν θέλει τίποτε περισσότερον ἀπὸ εἰρήνην καὶ ἡσυχίαν, ἀλλὰ εἶναι ὑποχρεωμένη ἀκριβῶς διὰ νὰ μὴ ἐκληφθῇ ὡς ἀσθενὴς εὔκολος στόχος, νὰ συγκροτηθῇ στρατιωτικῶς. Εὑρισκόμεθα ἐν καθυστερήσει καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐφοδιασμοῦ τοῦ στρατοῦ μας. Δικαιοῦται ἡ Ἑλλὰς νὰ τύχῃ τοὐλάχιστον τόσων ἐφοδίων ὅσα εἶχεν ὅταν μᾶς ἐπετέθη ἡ φασιστικὴ Ἰταλία. Ἀλλὰ δὲν ἔχει οὔτε τὸ ἥμισυ τῶν ἐφοδίων ἐκείνων. Εὑρισκόμεθα ἐν καθυστερήσει καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν ἡλικιῶν. Ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικοῦ προγράμματος ὅπως διετυπώθη καὶ ἀπὸ τὴν Ἀμερικανικὴν Ἀποστολὴν βεβαίως θὰ ἀπῃτεῖτο διὰ τὴν πραγματοποίησιν αὐτοῦ τοῦ κοινωνικοῦ προγράμματος, μία προοδευτικὴ μὴ σοσιαλιστικῆς τάσεως Κυβέρνησις. Ἀσφαλῶς πρέπει νὰ ληφθοῦν μέτρα ὥστε ὁ κομμουνισμὸς νὰ μὴ εὑρίσκῃ ἐπιχειρήματα διὰ νὰ παρασύρῃ τὸν πληθυσμόν μας. Μόνον τὰ ὄργανα τῆς Ἀσφαλείας δὲν δύνανται νὰ πολεμήσουν τὸν κομμουνισμόν. Διὰ τὸν σκοπὸν αὐτὸν πρέπει νὰ μὴ ὑπάρχουν προνομιοῦχοι μερίδες τῆς κοινωνίας αἱ ὁποῖαι πραγματοποιοῦν ὑπέρογκα κέρδη καὶ ἐκμεταλλεύονται τὰς κατωτέρας τάξεις τοῦ λαοῦ μὲ τὰς εἰσαγωγὰς καὶ τὸ συνάλλαγμα. Ἐπίσης μεταξὺ τῶν δύο συναρχηγῶν τοῦ Λ.Ε.Κ. παρετηρήθη μία ἀσυμφωνία. Ὁ κ. Κανελλόπουλος εἰς τὴν Θεσ) νίκην εἶπεν ὅτι, ἀποκλείονται ἐκλογαί, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ κίνδυνον, ὁ δὲ κ. Στεφανόπουλος εἶπεν ὅτι ὡς μόνην διέξοδον πρέπει νὰ θεωρήσωμεν τὰς ἐκλογάς.
§58Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμία ὑπάρχει διαφωνία γνωμῶν ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου θέματος. Καὶ οἱ δύο πιστεύομεν, καθὼς καὶ ὅλα τὰ μέλη τοῦ Λ.Ε.Κ. ὅτι ἡ καλλιτέρα λύσις θὰ ἦσαν αἱ ἐκλογαί. Αὐτὸ ἐτόνισα καὶ ἐγὼ εἰς τὸν λόγον μου ἐν Θεσ)νίκῃ. Ἡ μόνη φράσις τὴν ὁποίαν προσέθεσα—ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς εἶναι—«ἂν ὑπάρχουν αἱ προϋποθέσεις διὰ τὴν ἐνέργειαν ἐκλογῶν.» Ἐὰν ὑπάρχουν—καὶ ἀκριβῶς προβαίνομεν εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν τοῦ σπουδαίου τούτου στοιχείου—θὰ ταχθῶμεν ὑπὲρ τῆς διενεργείας τῶν ἐκλογῶν. Ἀλλ’ οἱ παράγοντες οἱ ὁποῖοι συνιστοῦν τὴν δυνατότητα ἢ μὴ τῆς διενεργείας ἐκλογῶν ἀμέσως, εἶναι παράγοντες συνδεδεμένοι μὲ τὴν διεθνῆ, μὲ τὴν παγκόσμιον κατάστασιν.
§59Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Δεκεμβρίου καὶ πρότερον ἐγένετο λόγος ὅτι αἱ διεθνεῖς συνθῆκαι δὲν ἐπιτρέπουν τὴν διεξαγωγὴν νέων ἐκλογῶν. Εἰς τὸ μεταξὺ διάστημα ἔγιναν ἐκλογαὶ εἰς τὰς Ἡν. Πολιτείας τῆς Ἀμερικῆς, αἱ ὁποῖαι διεξήγαγον καὶ πόλεμον εἰς τὴν Κορέαν. Ἀπὸ τότε μέχρι σήμερον νομίζω ὅτι θὰ ἠδύναντο νὰ εἶχον διεξαχθῆ ἐκλογαὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δὲν εἶναι μόνον ἡ ἀμφισβήτησις τῆς ἑρμηνείας τῶν ἐκλογῶν τῆς 5ης Μαρτίου, ἡ ὁποία μᾶς ὠθεῖ εἰς τὴν διενέργειαν τῶν νέων ἐκλογῶν, ἀλλὰ εἶναι καὶ ὁ διαχωρισμὸς ἐντὸς τῶν κόλπων τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Αὐτὸς χρήζει μιᾶς λαϊκῆς ἐπικυρώσεως. Πόσον εἶναι τὸ ποσοστὸν τῶν ἐκλογέων, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν τὸ Λαϊκὸν κόμμα καὶ πόσοι ἠκολούθησαν τὴν μίαν μερίδα ἢ τὴν ἄλλην; Ἀλλά, ἐκτὸς αὐτοῦ, ἐπιβάλλεται νὰ προσφύγωμεν εἰς νέας ἐκλογὰς διὰ μίαν νέαν λαϊκὴν προσεπικύρωσιν τῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία ὑφίσταται ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Ἐλπίζομεν ὅτι θὰ συμφωνήσητε, ὅτι ἡ προκήρυξις ὅτι τὸ α κόμμα ἢ τὸ β εἶναι ἐθνικὸν εἶναι ἀπαράδεκτος καὶ ὅτι μόνον βλάβην ἠμπορεῖ νὰ φέρῃ εἰς τὴν ὁμαλὴν ἐξέλιξιν τῶν πολιτικῶν πραγμάτων εἰς τὴν Χώραν μας. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα ἀσφαλῶς εἶναι τὸ νόμιμον τὸ ἀναλογικὸν ὁσασδήποτε δυσχερείας διὰ τὴν συγκρότησιν Κυβερνήσεως καὶ ἐὰν παρουσιάζῃ. Αὐτὸ δὲν εἶναι τόσον καίριον ἐλάττωμα, διότι ἔχει ἄλλα πλεονεκτήματα τὸ ἀναλογικὸν σύστημα, εἶναι τρόπον τινὰ συντηρητικὸν καὶ εἶναι ὑπὲρ τοῦ ὑφισταμένου καθεστῶτος καὶ πρέπει νὰ τύχῃ προτιμήσεως. Διὰ τοῦτο θὰ ἔπρεπε νὰ προτιμηθῇ καὶ ἐξ ἄλλου λόγου, διότι ἀναγκάζει νὰ ἔλθουν εἰς συνεργασίαν τὰ κόμματα διὰ τὴν ὁποίαν χρειάζεται κάποια πίεσις εἰς τοὺς Ἕλληνας οἱ ὁποῖοι εἴμεθα πολὺ ἀτομισταὶ καὶ ἐγωπαθεῖς, μᾶς ἀναγκάζει εἰς συνεργασίαν, εἰς συμβιβασμόν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐξυπηρετεῖ καὶ γενικώτερον τὰς διαφόρους ροπὰς τῆς δημοσίας γνώμης. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι κυβερνητικὴ κρίσις δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ σᾶς πτοήσῃ. Νὰ βαδίσητε εἰς αὐτήν. Τὴν εὐθύνην ὑπάρξεως τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἔχει τὸ Λαϊκὸν κόμμα. Χάρις εἰς τὸ Λαϊκὸν κόμμα εὑρίσκονται οἱ δύο Ἀρχηγοὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Τὴν ὥραν ποὺ ἀποσύρει τὴν ἐντολήν, ἡ Κυβέρνησις θὰ πέσῃ. Δὲν θὰ εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ τὴν στηρίξωμεν.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Τσάτσος.
§61Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἀπροσδόκητον εἶναι κύριοι βουλευταὶ τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον προέκυψε, διότι πολιτικὸν ζήτημα ὀφείλει νὰ προκύπτῃ διὰ λόγους ὀργανικοὺς ὑφισταμένους, διαπιστουμένους κατὰ τὴν κοινοβουλευτικὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία θὰ διεξαχθῇ, λόγοι οἱ ὁποῖοι θὰ ὁδηγήσουν τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς νὰ δεχθῇ τὴν μία ἐκ τῶν δύο ὑποστηριζομένων ἀπόψεων. Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ὅμως, τί ἔχει συμβῇ; Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν συνῆλθε νεοπαγὲς κόμμα εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς Β. Ἑλλάδος, οἱ συναρχηγοὶ τοῦ νεοπαγοῦς κόμματος ἐξεφώνησαν λόγους, οἱ λόγοι αὐτοὶ ἀπετέλεσαν ἀντικείμενον συζητήσεως ὅσον ἀφορᾷ ἕνα θέμα τὸ ὁποῖον δὲν ἀφορᾷ εὐθύνας τῆς Κυβερνήσεως. Διότι τὸ θέμα τὸ ὁποῖον προεκάλεσε τὴν συζήτησιν ἦτο ποῖον; Ἐὰν ἡ στάσις τὴν ὁποίαν ἐτήρησαν οἱ δύο ἀρχηγοὶ τοῦ Λ.Ε.Κ. ἦτο στάσις, ἡ ὁποία νὰ δημιουργῇ κινδύνους διὰ τὰς δημοκρατικὰς ἐλευθερίας, ἢ ὄχι. Καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τοῦ Λ.Ε.Κ πιστεύουν ὅτι αἱ φράσεις των παρεξηγήθησαν καὶ συμπίπτει τὸ σύνολον τοῦ ὑπολοίπου πολιτικοῦ κόσμου νὰ ἔχῃ συμφωνήσῃ εἰς τὴν τοιαύτην παρεξήγησιν, ἐκ τῶν ὑστέρων συνεφώνησε, ὄχι ἐκ τῶν προτέρων. Πῶς τώρα τὸ θέμα αὐτό, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι θέμα κυβερνητικῆς εὐθύνης ἄγει εἰς πολιτικὸν ζήτημα, εἶναι τὸ κατ’ ἐμὲ ἀπροσδόκητον καὶ παράδοξον τῆς παρούσης συζητήσεως.
§62Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ χαρακτηρίσετε ὡς παράδοξον τὸ φαινόμενον τὸ ὁποῖον σημειοῦται, διότι ἀσχέτως τῶν ἄλλων λόγων, οἱ ὁποῖοι προϋπῆρχον καὶ οἱ ὁποῖοι συνδέονται μὲ τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως, λόγους τοὺς ὁποίους ἀποσιωπῶμεν διὰ ν’ ἀποφύγωμεν λόγῳ Ἐθνικῆς συνέσεως τὴν κρίσιν τὴν κυβερνητικήν, ἐδημιουργήθη θέμα μομφῆς τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τοῦ Λ.Ε.Κ., ἀπέναντι τοῦ κόμματος τὸ ὁποῖον στηρίζει τὴν Κυβέρνησιν. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος ἐξεφράσθη καὶ δὴ καθ’ ὃν βίαιον τρόπον ἐξέφρασε τὴν μομφὴν ἀπέναντι τοῦ Λ.Ε.Κ., δὲν ἦτο νοητὸν τὸ Λ.Ε.Κ. ὑποστὰν τὴν μομφὴν αὐτὴν νὰ εἶναι χρήσιμον ὡς βάθρον τῆς Κυβερνήσεως.
§63Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ Ἑνωτικοῦ κόμματος, ἤκουσα μὲ προσοχὴν τὴν διακοπὴν σας, ἀλλὰ ἐπιτρέψατέ μου νὰ πιστεύω, ὅτι ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος διαδηλοῖ τὰ ἐθνικὰ αἰσθήματα τὰ ὁποῖα ἀνέκαθεν καὶ διὰ λόγων καὶ διὰ πράξεων ἔχετε διαδηλώσει, δὲν εἶναι δυνατόν, διότι διετυπώθη μία τοιαύτη μομφὴ ἐναντίον του νὰ προκαλῇ Κυβερνητικὴν κρίσιν ἐὰν δὲν ἀναφέρεται εἰς γεγονότα ἄλλα ἄσχετα πρὸς τὸ θέμα αὐτὸ τῆς μομφῆς, τὰ ὁποῖα ὀφείλουν νὰ τὸν ἔχουν ὁδηγήσει, ἢ εἰς τὴν ἐμμονὴν νὰ ὑποστηρίζῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἢ εἰς τὴν ἀπόφασιν ν’ ἀνατρέψῃ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀπροσδόκητον, εἶναι ὅτι θέμα μὴ ἀναγόμενον εἰς πράξεις, ἢ παραλείψεις τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ἀναγόμενον εἰς προγραμματικὰς ἀρχὰς ἑνὸς κόμματος, μὴ μετέχοντος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλέσῃ θέμα Κυβερνητικόν. Διότι βεβαίως ἐτονίσθη πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπὸ πρόσωπα ἐγκυρώτερα ἐμοῦ, ἀποτελεῖ ἀνωμαλίαν τὸ νὰ μετέχουν εἰς Κυβέρνησιν κόμματα τῶν ὁποίων ἡ ἀριθμητικὴ κοινοβουλευτικὴ δύναμις δὲν εἶναι ἐπαρκὴς διὰ νὰ στηρίξῃ αὐτάρκη πλειοψηφίαν Ἀλλὰ αὐτὸ ὑπῆρξεν ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν, αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ ἐκδήλωσις τῆς συνθέσεως τῆς πολιτικῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ θὰ ἔπρεπε ὅλοι νὰ καταβάλωμεν μίαν προσπάθειαν μὲ αὐτὰ τὰ δεδομένα, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ πραγματικά, τὰ πρόσφατα δεδομένα, νὰ δώσωμεν εἰς τὴν πολιτικὴν ζωὴν μία διέξοδον, μίαν διέξοδον, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τὸ νὰ ὑπάρχῃ μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ν’ ἀντιμετωπίζῃ τὰ προβλήματα κατὰ τὸν καλλίτερον δυνατὸν τρόπον. Τὸ ὅτι ὅμως τὸ θέμα τῆς στάσεως τοῦ Λ.Ε.Κ. τῆς παρεξηγηθείσης, ἢ μὴ παρεξηγηθείσης, ἔναντι τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος τῆς χώρας, ἦτο δυνατὸν νὰ προκαλέσῃ θέμα ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Βουλήν, αὐτὸ δὲν δύναμαι νὰ τὸ παραδεχθῶ. Θέμα ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Βουλὴν δύναται νὰ προκαλέσῃ μία πρᾶξις ἢ παράλειψις αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐὰν ὑπῆρχε παρεξήγησις, τί θὰ ἦτο τὸ φυσικόν, τί θὰ ἦτο τὸ ἐνδεδειγμένον; Νὰ δηλωθῇ ὅτι πρόκειται περὶ παρεξηγήσεως καὶ νὰ ἀρθῇ ἡ παρεξήγησις. Ἡ θέσις τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος καὶ ἡ συνεπεία τῆς ἐκ τῆς τοιαύτης αἰτίας προκύψασα θέσις τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, μετὰ γεγονότων τὰ ὁποῖα ἐπίσης ὁδηγοῦν εἰς τὴν δημιουργίαν πολιτικοῦ ζητήματος, εἶναι κάτι τὸ περίεργον, διότι ἐὰν ὑπῆρχον ἄλλα πολιτικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψει καὶ αὐτὰ τὰ ἄλλα πολιτικὰ γεγονότα, εἶναι ἐπαρκῆ διὰ νὰ ὁδηγήσουν εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἐμπιστοσύνης, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀρθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη διότι φρονεῖ ὁ ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ γνώμη τοῦ Λ.Ε.Κ. ἔναντι τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ ἀλλὰ ἔπρεπε ν’ ἀρθῇ, εὐθέως καὶ μόνον ἐκ τῶν λόγων αὐτῶν τῶν ἀντικειμενικῶν.
§64Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Τὸ θέμα τὸ πολιτικόν, μέχρις ὅτου ὁμιλήσει ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος δὲν εἶχεν ἀποσαφηνισθῆ ἐὰν ἐτέθη, ἢ δὲν ἐτέθη. Ἀπὸ μέρους μὲν τῶν ἀρχηγῶν τοῦ Λ.Ε.Κ. ὑποστηρίζεται, ὅτι ἐτέθη ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποστηρίζεται, ὅτι δὲν ἐτέθη ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ἀπὸ μέρους τοῦ Λ.Ε.Κ. Τὸ θέμα ἐτέθη ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ὁ ὁποῖος σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς ἀπεσαφήνισε τὴν κατάστασιν τὴν πολιτικήν, ἀλλὰ κατὰ τὴν πορείαν τῆς ἀποψινῆς συζητήσεως, λέγων ὅτι ὁπωσδήποτε ἡ γραμμὴ τοῦ Λ.Ε.Κ. ἦτο ἀπὸ μακροῦ τοιαύτη, ὥστε νὰ καταλήξῃ εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἐπεισοδιακῶς δυστυχῶς ἦλθε τὸ θέμα αὐτὸ καθ’ ὃν τρόπον ἦλθεν ἀσαφῆ καὶ ἠναγκάσθη ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν θέσιν τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, δηλαδὴ τοῦ ζητήματος ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἔτσι ἐξελίχθη ἡ συζήτησις καὶ οὕτως ἔχουν τὰ πράγματα καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι ὅπως τὰ τοποθετεῖτε, ὅτι προεκλήθη τὸ θέμα τῆς ἐμπιστοσύνης ἐκ τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος μεταξὺ τῶν ἀρχηγῶν τοῦ Λ.Ε.Κ. καὶ τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου.
§65Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Φρονῶ ὅτι δὲν τοποθετεῖτε καλῶς τὸ ζήτημα, διότι τὰ πράγματα ἔχουν οὕτω. Ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως χαρακτηρίσας τὰς ἀγορεύσεις τῶν δύο ἀρχηγῶν τοῦ Λ.Ε.Κ., εἶπεν ὅτι μετὰ τὰ λεχθέντα ἡ ὑποστήριξις τῆς Κυβερνήσεως ἐκ μέρους τοῦ Λ.Ε.Κ. εἶναι ἀπαράδεκτος, διότι τὸ κόμμα αὐτὸ ἀποτελεῖ πλέον κίνδυνον.
§66Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσ.). Δὲν εἶναι ἁπλῶς ἀνακριβὴς αὐτὴ ἡ διατύπωσις. Οὐδαμοῦ ἐδημοσιεύθη αὐτό.
§67Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ποῖον;
§68Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσ.). Αὐτὰ ποὺ λέγετε ὡς δηλώσεις μου. Εἶχον εἴπει χαρακτηρισμοὺς αὐστηροτέρους, ἀλλ’ αὐτὸ ποὺ λέγετε, οὔτε τὸ εἶπα οὔτε ἐδημοσιεύθη.
§69Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Φυσικὸν ἑπομένως ἦτο τὸ Λ. Ε. Κ. ν’ ἀποσύρῃ τὴν ἐμπιστοσύνην του ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ δηλώσῃ ὅτι εἶναι πολιτικῶς ἀπαράδεκτον μὲ μειωμένην τοιαύτην θέσιν νὰ ἐξακολουθῇ παρέχον τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Μετὰ τοῦτο λόγοι πολιτικῆς εὐθιξίας εὐλόγου καὶ δεδικαιολογημένης ἐπέβαλλον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ δηλώσῃ ἐὰν ἐστήριζε τὴν ὕπαρξίν της ἐπὶ μόνης τῆς συνδρομῆς τοῦ Λ.Ε.Κ., νὰ δηλώσῃ ὅτι θέτει ζήτημα πολιτικὸν διὰ νὰ κριθῇ ὅπως καὶ ἐτέθη ὑπ’ αὐτῆς, διὰ νὰ κριθῇ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀπολαμβάνῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, δεδομένου ὅτι ἀνεξαρτήτως τῆς ἄλλης ἀντιπολιτεύσεως, προστίθεται εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν καὶ ἡ μερὶς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος.
§70Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι, νομίζω ὅτι, ἐὰν ἔθεσα τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ τὸ ἐχαρακτήρισα ὡς παράδοξον δὲν ἠθέλησα νὰ τὸ χαρακτηρίσω ὡς παράδοξον ἁπλῶς, διὰ νὰ εἶμαι ὁ ἱστοριογράφος τῆς πολιτικῆς αὐτῆς συζητήσεως. Ἠθέλησα νὰ τὸ χαρακτηρίσω ὡς ἀπρόσδεκτον καὶ παράδοξον, διότι τὸ ἀπρόσδεκτον τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος τοποθετεῖ τὸ ὅλον νόημα τῆς διεξαγομένης συζητήσεως. Κατὰ τὴν παροῦσαν στιγμὴν οὐδεὶς θὰ ἐπεθύμει τὴν κυβερνητικὴν κρίσιν, τὸ ἐτόνισε πρῶτος ὁ εἷς ἐκ τῶν δύο ἀρχηγῶν τοῦ Λ.Ε.Κ., ὁ κ. Κανελλόπουλος. Τὸ ὑπέμνησεν καὶ ἐπέμεινεν ἐπὶ μιᾶς μεταθέσεως τοῦ ζητήματος, ὅπως τοὐλάχιστον τὸ ἀντελήφθην ἐγώ. Δηλαδὴ εἶχον τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ὅταν ἕνα κόμμα λέγει ὑπὸ τοιούτους ὅρους: αἴρομεν τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἢ περίπου λέγει τοῦτο, τοῦτο σημαίνει ὅτι ἐκεῖνος πρὸς ὃν εἶχεν εἰς τὸ παρελθὸν ἐκφρασθῆ ἡ ἐμπιστοσύνη καὶ ὁ ὁποῖος παραμένει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐξεφράσθη ἡ τοιαύτη ἐμπιστοσύνη πρὸς αὐτόν, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν τὴν στοιχειώδη νὰ θεωρήσῃ ὅτι ἐτέθη πολιτικὸν ζήτημα. Ὁ κ. Κανελλόπουλος, ἠθέλησε νὰ ἀντιστρέψῃ τὸ ζήτημα καὶ ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ναὶ μὲν εἶπεν ὅτι αἴρει τὴν ἐμπιστοσύνην, ἀλλὰ αὐτὸ τοῦτο ἦτο ἡ ἄφευκτος συνέπεια μιᾶς συζητήσεως, ἡ ὁποία δὲν ἀφορᾷ τὰς εὐθύνας μιᾶς Κυβερνήσεως. Τὸ θέμα εἶναι ὅτι ἐδημιουργήθη μία πολιτικὴ κρίσις μὴ ἀναφερομένη εἰς ἐκεῖνα τὰ ὀργανικὰ αἴτια, εἰς τὰ ὁποῖα ὀφείλεται νὰ δημιουργῆται ἡ πολιτικὴ συζήτησις. Διότι ἡ πολιτικὴ συζήτησις ὀφείλει νὰ ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν ὕπαρξιν ὡρισμένων ὀργανικῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα ἐν προκειμένῳ δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ὅτι ὑφίσταντο προηγουμένως, διότι ἐὰν ὑφίσταντο πράγματι τὸ πολιτικὸν ζήτημα θὰ εἶχε τεθῇ. Δὲν εἶναι παραδεκτὸν ἓν πολιτικὸν κόμμα νὰ λέγῃ ἐκ μιᾶς ἀφορμῆς, ἡ ὁποία αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴ δὲν ἀποτελεῖ λόγους ἄρσεως τῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι αἴρει τὴν ἐμπιστοσύνη, διότι ἀναφέρεται εἰς ἄλλα αἴτια, τὰ ὁποῖα προϋπῆρχον καὶ τὰ ὁποῖα ὅταν προϋπῆρχον δὲν προεκάλεσαν κατὰ τὴν ἰδίαν του κρίσιν τὴν πολιτικὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν δηλαδὴ νὰ εἶναι τόσον συμβιβαστικὸν, ὅταν νομίζῃ ὅτι ὑπάρχει λόγος νὰ πέσῃ μία Κυβέρνησις, ὥστε ἐὰν παραμείνῃ νὰ προκύψῃ ἕνα ζήτημα, τὸ ὁποῖον αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ δὲν εἶναι ἱκανὸν νὰ φέρῃ τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ προκαλέσῃ τὴν πολιτικὴν συζήτησιν. Ἀλλά, κύριοι ἐὰν αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος πάντως παραμένει ὅτι οὐσία του δὲν εἶναι μία οἱαδήποτε συγκεκριμμένη ἐπίκρισις τῆς Κυβερνήσεως, διότι πράγματι ὁ ἕτερος τῶν ἀρχηγὸν τοῦ Λ.Ε.Κ., ὁ κ. Στεφανόπουλος ἀνέφερεν ἐν συνόψει γενικάς τινας ἐπικρίσεις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, τὰς ὁποίας δὲν ἀντελήφθην θεμελιουμένας εἰς συγκεκριμένας αἰτιάσεις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλά, ἀποτελοῦν μίαν γενικὴν φρασεολογίαν, ἡ ὁποία δὲν νομίζω ὅτι ἔχει τὴν συγκεκριμένην μορφὴν μιᾶς μομφῆς, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν πράγματι νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ διατηρήσῃ τὴν θέσιν της. Παραμένει θέμα συζητήσεως ἡ ἄποψις, ἡ ὁποία προεκάλεσε τὴν παρεξήγησιν, φράσις τοῦ κ. Κανελλοπούλου. Ὁ κ. Κανελλόπουλος γνωρίζει πόσον τὸν τιμῶ καὶ πόσον ὑπολήπτομαι τὴν ἰδιαιτέραν φιλίαν, ἡ ὁποία μὲ συνδέει μὲ αὐτὸν καὶ δι’ αὐτὸ δὲν θὰ μὲ παρεξηγήσῃ ὅτι δήποτε καὶ ἐὰν εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλά, γνωρίζει ὅτι θὰ ὁμιλήσω εἰλικρινῶς καὶ μὲ ἀμετάβλητα τὰ φιλικά μου πρὸς αὐτὸν αἰσθήματα. Νομίζω ὅτι ὑπεστήριξε μίαν ἄποψιν ἡ ὁποία δὲν εἶναι κἂν ὀρθή, ἐπὶ τῇ βάσει ὅλων τῶν σκέψεων, ἀπὸ τὰς ὁποίας διέπεται ἡ πολιτικὴ τοῦ ζητήματος μέχρι σήμερον. Διότι τί σημαίνει ἐὰν θεωρῇ ὅτι ἀποτελεῖ μείωσιν διὰ τὸν πολιτικὸν κόσμον, ὁ σχηματισμὸς μιᾶς Κυβερνήσεως μὲ σύνθεσιν ἐξωκοινοβουλευτικήν; τί σημαίνει ὅταν ταὐτοχρόνως δὲν λέγει ὅτι θὰ ἀντιταχθῇ, θὰ ἀντιταχθῇ μὲ ὅλας του τὰς δυνάμεις κατὰ μιᾶς τοιαύτης Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία θὰ ἀποτελέσῃ μίαν ἀνορθογραφίαν μέσα εἰς τὴν πολιτικὴν φορὰν ποὺ διέπει ὁλόκληρον τὸν κόσμον, διότι ὅταν μαχόμεθα διὰ τὴν δημοκρατίαν αὐτὴ ἡ ὑπερκομματικῆς καὶ ἐξωκοινοβουλευτικῆς συνθέσεως Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ κυβερνᾷ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὰς κρισίμους ὥρας δὲν θὰ εἶναι Κυβέρνησις ἡ ὁποία θὰ εἶναι δυνατὸν πράγματι νὰ διέπεται ἀπὸ τὰς ἀρχὰς ἐκείνας ἐν ὀνόματι τῶν ὁποίων θὰ ἀγωνίζωνται ὅλοι οἱ Λαοί, ὅσοι θὰ μάχωνται μὲ ἡμᾶς διὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις τοῦ κόσμου.
§71Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι παρὰ τὴν φιλίαν σας, οὔτε σεῖς δὲν ἐλάβατε τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσητε τὸ κείμενον, ἀλλά, οὔτε κἂν ἐλάβατε τὸν κόπον νὰ προσέξητε τὰ ὅσα εἶπον χθές, διότι ἀκριβῶς τὰ ὅσα λέτε μὲ τόσην πεποίθησιν ὅτι πράγματι παρέλειψα, αὐτὰ ἀκριβῶς εἶπον εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Δηλαδὴ κατὰ λέξιν ὅτι: τὸ Λ.Ε.Κ. θὰ πράξῃ τὸ πᾶν, διὰ νὰ μὴ φθάσωμεν ἕως ἐκεῖ. Κύριε Τσάτσο, ἐπικαλοῦμαι τὴν παλαιὰν φιλίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, διὰ νὰ ὁμολογήσητε ἀπὸ τοῦ βήματος εἰς πεῖσμα τῶν ὅσων διεκήρυξεν ὁ ἀρχηγός σας, ὅτι ἡ ἀλήθεια εὑρίσκεται μὲ τὸ μέρος μου, ἐὰν θέλετε νὰ εἶσθε πράγματι εἰλικρινής, ὅπως ὑπήρξατε πάντοτε εἰς τὴν ζωήν σας.
§72Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς ἐρωτήσω. Ἐὰν ἀφοῦ καταβάλλετε αὐτὰς τὰς προσπαθείας καταλήξῃ ἡ κατάστασις εἰς τὴν δημιουργίαν μιᾶς τοιαύτης Κυβερνήσεως ποία θὰ εἶναι ἡ στάσις σας;
§73Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἀπήντησα: Θὰ πράξωμεν πᾶν τὸ δυνατόν, διὰ νὰ μὴ φθάσωμεν ἕως ἐκεῖ. Σᾶς ἔφερον προφανῶς εἰς ψυχικῶς δύσκολον θέσιν. Ἀλλά, ἦτο περιττὸν νὰ ἀνέλθετε ἐπὶ τοῦ βήματος αὐτοῦ καὶ νὰ ὁμιλήσητε, διότι ἦτο μοιραῖον νὰ ἐκτεθῆτε εἰς αὐτὴν τὴν ψυχικῶς δύσκολον θέσιν.
§74Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εἶμαι κριτὴς ἐπαρκῶς τοῦ πότε δικαίως ἢ ἀδίκως ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα καὶ κάποτε εἶμαι δίκαιος κριτὴς περὶ αὐτοῦ καὶ προκειμένου περὶ ἄλλου. Καὶ συνεχίζω. Ἐπαναλαμβάνω ἐν προκειμένῳ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνάγκη ὁ πολιτικὸς κόσμος νὰ γνωρίζῃ, εἶναι ὅτι εἰς τὸν τόπον αὐτὸν ὑπάρχει ἡ ἀπόφασις νὰ μὴ ὑπάρξῃ τὸ ἐνδεχόμενον αὐτὸ καὶ νὰ ὑπάρξῃ ἔναντι τοῦ ἐνδεχομένου τούτου μία ἀπόλυτος ἄρνησις, ἀπόλυτος, διότι ἡ ὕπαρξις μιᾶς τοιαύτης Κυβερνήσεως σημαίνει ἀντίθεσιν τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὸ παρελθὸν πρὸς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ συμφωνῇ, σημαίνει μίαν ἀντίφασιν πρὸς τὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ διεξάγῃ. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, κ. ἀρχηγὲ τοῦ Λ.Ε.Κ., ἐπιτρέψατέ μου νὰ πιστεύω ὅτι καὶ σεῖς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύετε ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ θὰ ἦτο μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ εἶχεν ἔστω καὶ ὡς ἔσχατον μέσον χρησιμότητα εἰς οἱανδήποτε περίπτωσιν, —καὶ εἰς αὐτὸ ἔγκειται ἡ ἀντίθεσίς μας, εἰς οἱανδήποτε περίπτωσιν—δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ τοιαύτη Κυβέρνησις ἢ ἐξωκοινοβουλευτική, ἢ ὑπερκομματικὴ νὰ ὑπάρξῃ ὡς Κυβέρνησις Ἑλληνική, ἀγωνιζομένη εἰς τὸ πλευρὸν τῶν Δημοκρατιῶν. Κύριε ἀρχηγὲ τοῦ Λ.Ε.Κ. καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ εἶμαι ἀπολύτως. Εἶμαι ἀπολύτως........
§75ΑΘ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Δὲν θὰ ἠμποροῦσε νὰ ὑπάρξῃ λόγῳ τῆς συνθέσεώς της, ἢ λόγῳ τῆς προελεύσεώς της;
§76Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Καὶ διὰ τὰ δύο, κύριε συνάδελφε, καὶ θὰ σᾶς ἐξηγήσω εὐθύς, διατὶ καὶ διὰ τὰ δύο.
§77ΑΘ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Διότι τὸ παρελθὸν μᾶς διδάσκει, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς μεγάλας συγκρούσεις, ὑπὸ οἱονδήποτε καθεστὼς καὶ ὑπὸ οἱανδήποτε Κυβερνητικὴν κατάστασιν καὶ ἐὰν εὑρίσκετο, ἐτάχθη μὲ τὸ μέρος τῶν πεπολιτισμένων λαῶν, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται καὶ ἐπιμένουν καὶ ἀγωνίζονται ὑπὲρ τοῦ πνεύματος τοῦ δικαίου καὶ τοῦ πολιτισμοῦ.
§78Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε βουλευτὰ ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας, μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν ἀπάντησιν εἰς τὴν διακοπήν σας, ποὺ μοῦ δίδει ἀφορμὴν νὰ λάβω θέσιν εἰς ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον ἀνάγεται μὲν εἰς τὸ παρελθόν, ἀλλὰ καὶ τὸ ὁποῖον χρήσιμον εἶναι ὅλοι νὰ ἔχουν λάβει θέσιν. Θεωρῶ, ὅτι ἀποτελεῖ πράγματι τίτλον τιμῆς διὰ τὸν Δικτάτορα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅτι εὑρεθεὶς πρὸ τοῦ διλήμματος νὰ ἐκλέξῃ μίαν ὁδόν, ἡ ὁποία ἦτο ἡ ὁδὸς πρὸς τοὺς φυσικοὺς τοῦ καθεστῶτος συμμάχους του χώρας, δηλ. τὰς φασιστικάς, καὶ νὰ ἐκλέξῃ τὴν ἄλλην ὁδόν, ἡ ὁποία ἦτο σύμφωνος πρὸς τὰς ἱστορικὰς παραδόσεις τοῦ Ἔθνους, δὲν ἐδίστασε καὶ αὐτός, ὅπως δὲν ἐδίστασε καὶ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς—καὶ τὸ θεωρῶ τιμήν του—τὸ λέγω αὐτὸ ἐγώ, ὁ ὁποῖος ὑποθέτω, ὅτι ἐξ ὅλων τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, συμμερίζομαι τὴν μοῖραν 3 ἢ 4 ποὺ ὑπέστημεν τὰς ἀπηνεῖς διώξεις τοῦ καθεστῶτος ἐκείνου, ἐγὼ δὲ προσωπικῶς, μὲ βαρείας δι’ ἐμὲ συνεπείας. Ἀλλὰ ἐνῷ δὲν ἔχω τὴν δυσκολίαν νὰ ἀναγνωρίσω τὸν τίτλον αὐτόν, δὲν ἔχω καὶ τὴν ἀφέλειαν νὰ νομίζω, ὅτι τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο, δὲν ὑπῆρξε μία ἀφετηρία δυσχερειῶν. Εἰς τὴν ὕπαρξιν τοιούτου καθεστῶτος ἐν Ἑλλάδι ὀφείλονται ἐν πολλοῖς αἱ ἐπακολουθήσασαι ἀνωμαλίαι καὶ πιστεύω, ὅτι εἰς τὴν ὕπαρξιν ἐκείνου τοῦ καθεστῶτος ὀφείλονται ἐν πολλοῖς καὶ αἱ μετέπειτα περιπέτειαι. Οἱ δὲ ἀγῶνες δὲν διεξάγονται εἰς μίαν καὶ μόνην στιγμήν, διεξάγονται μέσα εἰς τὴν πάροδον τοῦ χρόνου καὶ δὲν θεωρῶ, ὅτι ὑπῆρξεν ἐν τῷ συνόλῳ συντελεστὴς ὠφελιμώτερος, ἀπὸ ὅ,τι θὰ ἦτο ἓν ἄλλο καθεστώς. Καὶ δὲν θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ ἄρνησις πρὸς τὸν ἐχθρὸν ἦτο προσωπική, ἦτο προσωπικὸν ἔργον τοῦ Δικτάτορος. Εἶπεν καὶ αὐτός, ὅ,τι εἶπεν ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς Λαός. (Χειροκροτήματα). Δι’ αὐτὸ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι προνόμιον τοῦ ἰδικοῦ του καθεστῶτος, ὥστε νὰ ἐπικαλούμεθα τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο, ὡς δεῖγμα ἱκανότητος διὰ τὴν καταπολέμησιν ἑνὸς ἐξωτερικοῦ ἐχθροῦ. Κύριοι Συνάδελφοι, ἐγὼ πιστεύω, ὅτι τὸ πολιτικὸν θέμα, τὸ ὁποῖον ἐτέθη περιορίζεται εἰς αὐτό. Δύο εἶναι τὰ θέματα καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν συνείδησιν τῆς Βουλῆς νὰ μετατεθῇ ἡ συζήτησις. Ἡ συζήτησις ἡ ὁποία διεξάγεται ἐνώπιον ἡμῶν ὀφείλει νὰ ἔχῃ τὸ νόημα τῆς στάσεως—ὅπως ἀπεσαφηνίσθη καὶ ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Λ.Ε.Κ., ὁ ὁποῖος ὡς ἐσχάτην λύσιν ἐδέχθη τὴν λύσιν αὐτὴν τὴν ὁποίαν θὰ προσπαθήσῃ νὰ ἀποφύγῃ, ὅπως εἶπεν.
§79Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ ἐξακολουθεῖτε διαστρέφοντες τοὺς λόγους μου. Οὐδέποτε εἶπον, ὅτι τὴν δέχομαι ὡς ἐσχάτην λύσιν. Δὲν τὴν δέχομαι οὔτε ὡς ἐσχάτην λύσιν. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ λέγετε πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶπον.
§80Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε ἀρχηγὲ τοῦ Λ.Ε.Κ. μὲ συγχωρεῖτε.......
§81Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σταματήσῃ ἡ τακτικὴ αὐτή, τῆς διαστροφῆς καὶ τῆς συκοφαντίας.
§82Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε. Δὲν ἔχετε ποτὲ τὸ δικαίωμα νὰ τὸ λέγετε σεῖς αὐτό, διότι, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς: ὅτι ἀντὶ νὰ ἔχετε τὴν εὐκολίαν νὰ ἀποκαλῆτε συκοφάντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καλῶς ἀντελήφθησαν τοὺς πρώτους λόγους σας καὶ εἶναι πρόθυμοι νὰ δεχθοῦν ὡς ἐξήγησιν τὴν διαβεβαίωσιν, τὴν ὁποίαν κάμετε ἐκ τῶν ὑστέρων, ἀντὶ νὰ τοὺς ἀποκαλῆτε συκοφάντας, ἔπρεπε νὰ τοὺς θεωρῆτε φίλους. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα, κύριε Πρόεδρε, τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους εἴπατε καὶ οἱ ὁποῖοι εἶχον ἕνα ὡρισμένον νόημα, τὸ ὁποῖον ἀντελήφθη ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς καὶ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς τύπος, νὰ τοὺς θεωρῆτε ὅτι ἀποτελοῦν παρεξήγησιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησίς μου, διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε τὸ ἑξῆς: εἶμαι ἀπολύτως πρόθυμος, κύριε Πρόεδρε, νὰ δεχθῶ τὴν ἐξήγησιν τὴν ὁποίαν δίδετε σήμερον, ἀλλὰ ὅταν θέλετε νὰ εἴπετε, ὅτι εἶμαι συκοφάντης, θὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἴπατε λέξεις, τῶν ὁποίων δὲν εἴχατε ἴσως ὑπολογίσει τὸ πλῆρες νόημα καὶ τώρα ἀντιλαμβανόμενος τὴν ἀντίδρασιν μεταβάλλεται τὴν στάσιν, τὴν ὁποίαν εἴχατε ἀρχικῶς τηρήσει. (Χειροκροτήματα). Ἐκάματε λάθος εἰς τὴν διεύθυνσιν, ἐὰν νομίζετε, ὅτι εἰς οἱονδήποτε ἀξίωμα καὶ ἂν ἀνήλθατε καὶ οἱασδήποτε μερίδος καὶ ἂν εἶσθε ἀρχηγός, ὅτι εἴχατε τὸ δικαίωμα ἢ τὸ ἀνάστημα νὰ ἀποκαλέσητε ἐμὲ συκοφάντην.
§83Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Νὰ ἀνακληθῇ ἡ φράσις.
§84Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀνακληθῇ ἡ φράσις.
§85Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος ὀφείλει νὰ τὸν ἀνακαλέσῃ εἰς τὴν τάξιν.
§86Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ δώσω ἀπάντησιν. Ἐθίγητε καὶ ἐθίγητε δικαίως ἀπὸ μίαν λέξιν τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθην καὶ εἴχατε τὴν ἀξίωσιν, νὰ μὴ θίγωμαι ἐγὼ καὶ νὰ μὴ θεωρεῖται δικαία ἡ ἀγανάκτησίς μου, ὅταν ἐπὶ 4 ἡμέρας συνεχῶς, γίνεται μία συστηματικὴ προσπάθεια παρερμηνείας καὶ διαστροφῆς λόγων, τοὺς ὁποίους σαφέστατα διετύπωσα εἰς τὴν Θεσ)νίκην. Δὲν σᾶς ἔδωσα ἐξηγήσεις, ἀλλὰ ἀνέφερον ἁπλῶς καὶ μόνον φράσεις λεχθείσας εἰς τὴν Θεσ)νίκην καὶ ἑπομένως δὲν εἴχατε τὸ δικαίωμα νὰ φθάσητε μέχρι τοῦ σημείου, σεῖς ὁ ὁποῖος μὲ γνωρίζητε περισσότερον παντὸς ἄλλου εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, δὲν εἴχατε τὸ δικαίωμα νὰ φθάσητε μέχρι τοῦ σημείου νὰ εἴπητε ὅτι δέχομαι ὡς ὑστάτην λύσιν τὴν ἐξωκοινοβουλευτικὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν τὸ εἶπον, οὔτε θὰ τὸ εἴπω ποτέ. Καὶ ἑπομένως, ὅταν φθάνετε σεῖς εἰς σημεῖον, τὸ ὁποῖον εἶναι πέραν ἐκείνου εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασεν ὁ ἀρχηγός σας καὶ Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μὲ τὸν ὁποῖον δὲν εἶχον ποτὲ τόσας σχέσεις, ὅσας εἶχον μαζύ σας, εἶχον, νομίζω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω: αὐτὸ ἀποτελεῖ συκοφαντίαν, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς πνευματικῆς καὶ πολιτικῆς συκοφαντίας, δηλ. τῆς ἀποδόσεως ἐννοιῶν ἀντιθέτων πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ρητῶς ὑπάρχουν γεγραμμένα. Δὲν ἠθελήσατε νὰ προσέξητε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι γεγραμμένα καὶ αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅπως ἀποδεικνύεται, τὰ ἀναγιγνώσκετε.
§87Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔλαβον ἕνα κείμενον τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα πολλάκις. Τώρα εἴπατε πρίν, ὅτι δὲν ἔπρεπε ἐγὼ νὰ χαρακτηρίσω ὡς ἐχαρακτήρισα τὴν ἔννοια τῶν λόγων σας, νὰ τοὺς ἑρμηνεύσω ὡς τοὺς ἡρμήνευσα. Κύριε ἀρχηγὲ τοῦ Λ.Ε.Κ. ἐγὼ συνεμερίσθην τὴν ἑρμηνείαν, ἡ ὁποία συμπίπτει καὶ εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐδέχθη ἀπὸ τῆς ἄκρας Ἀριστερᾶς μέχρι τῆς ἄκρας Δεξιᾶς ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ καὶ τὴν ὁποίαν πλὴν μιᾶς ἐφημερίδος νομίζω, ἐδέχθη ὁλόκληρος ὁ τύπος. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, ἐφ’ ὅσον συμμερίζομαι μίαν τοιαύτην ἑρμηνείαν τῶν λόγων σας καὶ τὴν συμμερίζομαι, δεχόμενος τὴν διαβεβαίωσιν ποὺ ἐκάματε σήμερον, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τώρα κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως.....
§88Δ. ΤΣΟΥΜΠΑΣ. ..... (ὁμιλῶν ἀπὸ τῆς θέσεώς του, ἐν μέσῳ θορύβου, δὲν ἀκούεται)....
§89Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Καθήσατε κάτω. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω, δὲν δέχομαι τὴν συζήτησιν μαζί σας. Ἐφ’ ὅσον συνεμερίσθην τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἐδέχθησαν ὅλα τὰ πολιτικὰ κόμματα, ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων σας, δέχομαι νὰ μοῦ εἴπετε ὅτι σφάλλω, ὅτι σφάλλομεν ὅλοι. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον δὲν δύνασθε νὰ μοῦ εἴπητε εἶναι ὅτι ἡ ἀπόδοσις μιᾶς ἐννοίας εἰς τοὺς λόγους σας, τὴν ὁποίαν μία μεγίστη μερὶς συνεμερίσθη, ὅτι ἀποτελεῖ συκοφαντίαν. Εἶμαι βέβαιος ὅτι σεῖς ὁ ἴδιος δὲν θὰ θελήσητε, μέσα εἰς τὴν συνείδησίν σας, νὰ ἐπιμείνητε εἰς μίαν φράσιν τὴν ὁποίαν δὲν θεωρῶ ἀνταποκρινομένην οὔτε εἰς τὸ ἦθός σας οὔτε εἰς τὰς συνηθείας σας.
§90Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ δὲν ἀφορᾶ τὰς προθέσεις σας· ἐγὼ αἰσθάνομαι τὸν ἑαυτόν μου ὑποκειμενικῶς συκοφαντούμενον, ὅταν χαρακτηρίζωμαι ὡς ὑποστηρίζων πράγματα ἀποκλείνοντα ἀπὸ τὴν δημοκρατικὴν καὶ κοινοβουλευτικὴν γραμμήν.
§91ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μετενόησες.
§92Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, μὲ κάποιαν εὐπρέπειαν μεγαλυτέραν νὰ μὲ ἀκούετε. Τὸ ὅτι συνησπίσθησαν—χωρὶς βεβαίως νὰ προηγηθῇ προσυνεννόησις—οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων ἀπὸ τοῦ κ. Χρηστάκου μέχρι τοῦ κ. Μανιαδάκη, τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ ἐπιχείρημα διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν αἱ διαθέσεις των δὲν εἶναι διαθέσεις, ἁπλούστατα, ἀντικειμενικῆς ἐξετάσεως πραγμάτων ἀφορώντων τὴν ἡγεσίαν ἑνὸς ἄλλου καὶ δὴ διαρκῶς ἐνδυναμουμένου κόμματος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ παρεσύρθησαν, ἐνδεχομένως, τινὲς ἐκ τῶν Κυρίων, ὅπως καὶ σεῖς ἐνδεχομένως, ἀπὸ τὴν πρώτην ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν ἔσπευσε νὰ δώσῃ τὴν πρωΐαν τῆς Δευτέρας, πρὶν ἢ ἀναγνώσῃ τὸ κείμενον ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ὅπως τὴν ἑπομένην τῶν ἐκλογῶν, σπεύδων καὶ ἀντιφάσκων πρὸς τὴν πραγματικότητα τὴν ἐκλογικήν, διεκήρυξε τὴν ψευδῆ ἐντύπωσιν ὅτι νικητὴς τῶν ἐκλογῶν—ἦτο ἡ φράσις του—ἀνεδείχθη ὁ κ. Νικόλαος Πλαστήρας, ἔτσι ἔσπευσε καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν νὰ δημιουργήσῃ ἐντυπώσεις (θόρυβος), ἔτσι ἔσπευσε καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν νὰ δημιουργήσῃ ἐντυπώσεις. Διότι, ὅπως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ—ὁμιλῶ ἀντικειμενικῶς—ὅπως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς ἱστορικὴ ἀλήθεια ὅτι νικητὴς τῶν ἐκλογῶν εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος συγκεντρώνει 270.000 ψήφων, ἔναντι 1.600.000, ἔτσι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ὡς ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὴν πραγματικότητα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξε τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν, σπεύδων ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν δημιουργίαν ἐντυπώσεων καὶ πίπτων ἔπειτα ὁ ἴδιος εἰς τὴν παγίδα τῶν ἐντυπώσεων τὰς ὁποίας προηγουμένως ἐδημιούργησε. (Χειροκροτήματα).
§93Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ (Ἀντ. Κυβ.). Εὑρίσκεται ὑπὸ τὸ κράτος εὐλόγου νευρικότητος ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Ἑνωτικοῦ κόμματος. Τὸ ἀκριβὲς κείμενον τὸ ὁποῖον ὁ ἴδιος ἀνέγνωσεν ἀπὸ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, τοῦ λόγου του εἰς τὴν Θεσ)νίκην, ἀποτελεῖ πάντοτε τὴν καταδίκην του, ὅσον καὶ ἂν ὀνομάζῃ συκοφαντίαν τῶν ἄλλων καὶ σκευωρίαν ὅλου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τὸν καταλογισμὸν τῆς εὐθύνης του, τὴν ἐπανάληψιν τῶν λεχθέντων. Διότι ἰδοὺ τί εἶπεν: (Ἀναγινώσκει) ...................» Ἡ Βουλὴ θὰ ὑποχρεωθῇ.............................»
§94ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπὸ ποῖον;
§95Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ (Ἀντ. Κυβ.). Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ παύσῃ πλέον αὐτὴ ἡ ἀφελὴς διαμαρτυρία περὶ συκοφαντίας. «Ἡ Βουλὴ θὰ ὑποχρεωθῇ ἐντὸς ἐλαχίστου χρόνου (ἀναγινώσκει).........»
§96ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΤΟΥ ΛΕΚ. Νὰ διαβάσετε καὶ παρακάτω.
§97Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ (Ἀντιπρ. Κυβερν). Ἀναγινώσκει ὁλόκληρον τὸ κείμενον. Αὐτὰ ποὺ εἶπα δὲν σημαίνουν μείωσιν (ἀναγινώσκει). Ἐκτός, ἂν δὲν κατορθώνετε νὰ ἐννοήσητε τὸ κείμενόν σας. (Γέλωτες, χειροκροτήματα). «Θὰ πράξω τὸ πᾶν διὰ νὰ μὴ φθάσωμεν (ἀναγινώσκει) Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως» (Θόρυβος ἐκ τῆς πλευρᾶς τοῦ Λ.Ε.Κ.). Ὅσον καὶ ἂν κραυγάζετε, τὸ κείμενον παραμένει καὶ εἶναι ἡ καταδίκη σας. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Ὅταν ἓν πολιτικὸν κόμμα προβαίνῃ εἰς τὴν διαπίστωσιν καὶ εἰς τὴν πρόβλεψιν ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ὑποχρεωθῇ ἐντὸς ἐλαχίστου χρόνου νὰ διαπιστώσῃ τὴν ἀδυναμίαν της καὶ νὰ στηρίξῃ Κυβέρνησιν Ἔξω–Κοινοβουλευτικῆς συνθέσεως, εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ ἡ προσθήκη ὅτι «ἡμεῖς, θὰ προσπαθήσωμεν νὰ τὸ προλάβωμεν. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει καμμία προσθήκη ὅτι, ἂν τοῦτο συνέβαινε, τὸ Λ.Ε.Κ. θὰ ἵστατο ὄρθιον καὶ ἀντιμέτωπον. Αὐτό, προστίθεται ἐκ τῶν ὑστέρων. Ἐκ τῶν προτέρων, ὑπάρχει τοῦτο μόνον ὅτι, «Θὰ προσπαθήσῃ νὰ τὸ προλάβῃ». Καὶ τοῦτο σημαίνει: Θέτομεν ὅρους πρὸς συμμετοχήν μας εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν οἱ ὅροι τῆς συμμετοχῆς μας δὲν γίνουν δεκτοί, δὲν θὰ πταίωμεν ἡμεῖς διότι ἡ Βουλὴ θὰ ὑποχρεωθῇ ἀναγνωρίζουσα τὴν ἀδυναμίαν της νὰ στηρίξῃ Κυβέρνησιν ἔξω–Κοινοβουλευτικῆς συνθέσεως. Δι’ ὅσους γνωρίζουν ἀνάγνωσιν καὶ ἔχουν στοιχειώδη κατανόησιν τῶν κειμένων, τοῦτο σημαίνει: Ὑπαγορεύομεν ὅρους, ἐὰν δὲν τοὺς δεχθῆτε, εἶναι μοιραία ἡ πτῶσις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ ἐξαναγκασμὸς τῆς Βουλῆς νὰ δεχθῇ ἐξωκοινοβουλευτικὴν Κυβέρνησιν.
§98Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν, πρέπει νὰ εἶναι τὸ συμπέρασμα τῆς διεξαχθείσης συζητήσεως, εἶναι ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται μετάθεσις τοῦ ζητήματος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφευρεθοῦν ἐπικρίσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ ὁδηγήσουν εἰς τὸ συμπέρασμα τῆς ἄρσεως ἢ μὴ ἄρσεως τῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἐτέθη, εἶναι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον συνεζητήθη, εἶναι τὸ θέμα, χάριν τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ διαιρεῖται αὐτὴν τὴν στιγμήν. Καὶ εἶναι τὸ θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου οἱ πράγματι ὑπεύθυνοι πολιτικοὶ ἄνδρες ὀφείλουν νὰ διακαθορίσουν τὴν ἔννοιαν τῆς ψήφου τὴν ὁποίαν θὰ δώσουν. (Χειροκροτήματα).
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσιριμῶκος ἔχει τὸν λόγον.
§100Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὁμολογῶ ὅτι ἐδοκίμασα κάποιαν κόπωσιν παρακολουθῶν τὸν προλαλήσαντα συνάδελφον, ἀναπτύσσοντα τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους θεωρεῖ ὅτι ἡ τοποθέτησις τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος εἶναι ἀπαράδεκτος. Ὁμολογῶ, λέγω, ὅτι ἐδοκίμασα κάποιαν κόπωσιν, διότι ὁπωσδήποτε καὶ ἂν κριθῇ ἡ τοποθέτησις τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος καὶ ὁπωσδήποτε καὶ ἂν λυθῇ ἡ διεκδίκησις μεταξὺ τῶν δύο κομμάτων τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος περὶ τοῦ ποῖος πραγματικῶς ἔθεσε τὸ ζήτημα, τὸ πολιτικὸν ζήτημα ὑπάρχει. Καί, ἑπομένως ὅταν θέλῃ κανεὶς πράγματι νὰ πείσῃ καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τὴν κοινὴν γνώμην ὁλόκληρον ὅτι ἡ Βουλὴ ἀσχολεῖται ρεαλιστικῶς ἐπὶ τῶν θεμάτων τὰ ὁποῖα τίθενται, εἶναι καλὸν νὰ περάσῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ὑπαρχόντων ζητημάτων καὶ νὰ μὴ ἀμφισβητῇ τὴν ὕπαρξίν των. Πέραν τούτου ὅμως, ὁμολογῶ, ὅτι θεωρῶ ὅτι μὲ ὠφέλησεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ προλαλήσαντος συναδέλφου. Διότι πιστεύω καὶ ἐγώ, ὅπως καὶ τὸ Κόμμα μου, τοῦ ὁποίου τὰς γνώμας τὰς συνολικὰς ἐξέφρασε πρὸ ὀλίγου ὁ Πρόεδρος ὅτι ὑπάρχει πρὸ παντὸς τὸ θέμα τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν, τὸ θέμα τοῦ κοινοβουλίου καὶ τοῦ κινδύνου τῆς ἐκτροπῆς. Νομίζομεν ὅτι ὑπάρχουν δύο θέματα χωριστά. Τὸ πρῶτον εἶναι τὸ γενικὸν αὐτὸ θέμα καὶ τὸ δεύτερον εἶναι τὸ πολιτικὸν θέμα. Καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων πραγμάτων, τὰ ὁποῖα προσάπτομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἶναι, ὅτι δυστυχῶς δὲν ἠθέλησε—καὶ δὲν θέλει — νὰ τὰ διαχωρίσῃ. Διότι πιστεύω ὅτι ἐὰν ἀπὸ τὴν ὑπόθεσιν τῶν κινδύνων τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἶναι δυνατὸν νὰ κατηγορηθῇ—ὄχι ἀπὸ ἐμέ, διότι δὲν εἶναι σκοπός μου—τὸ Λ.Ε.Κ., ὅτι προσπαθεῖ νὰ ἐπωφεληθῇ τῶν κινδύνων αὐτῶν διὰ νὰ μετάσχῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νομίζω ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ μία ἀντίστροφος κατηγορία, ὅτι τῆς ὑποθέσεως τῶν κινδύνων τῆς ἐκτροπῆς ἐκ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος προσπαθεῖ νὰ ἐπωφεληθῇ ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ ταυτίσῃ τὸν ἑαυτόν της μὲ τοὺς θεσμοὺς καὶ νὰ δώσῃ εἰς τὴν ψῆφον ἐμπιστοσύνης τὸ νόημα τῆς ὑπερασπίσεως τῶν θεσμῶν. Ἀλλ’ ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ὑπάρχει διάκρισις μεταξὺ τῶν θεσμῶν καὶ τῆς συγκεκριμένης κυβερνήσεως. Καὶ ἂν ἀρνούμεθα, κ. Πρόεδρε καὶ κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἀρνούμεθα ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀπειλὴ κατὰ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, εἶναι διότι δὲν ὑπάρχει ποτὲ κυβέρνησις τελευταία. Εἶσθε πάντοτε προτελευταία καὶ τὸ κοινοβούλιον ἔχει χρέος νὰ δώσῃ καὶ ἄλλην Κυβέρνησιν μεθ’ ὑμᾶς. Ἐὰν δὲν δύναται νὰ δώσῃ ἄλλην Κυβέρνησιν μεθ’ ὑμᾶς δὲν ὑπάρχουν λόγοι ἱκανοὶ διὰ νὰ ἐμποδίσουν τὴν προσφυγὴν εἰς τὸν λαόν. Ὑπάρχουν λόγοι πρόσθετοι σήμερον, ὑπάρχει ἡ κρίσις τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ἡ ὁποία κάμνει ὥστε τὸ νεοπαγὲς κόμμα νὰ ἔχῃ ὁσηνδήποτε ἠθικὴν δύναμιν λέγει, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ ἀμφισβητουμένην ἀριθμητικὴν δύναμιν. Διότι τὴν ἀριθμητικὴν δύναμιν τὴν ἀπέκτησεν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου καὶ πρέπει τὸ ἴδιον νὰ ἀδημονῇ νὰ φθάσῃ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, διὰ νὰ ἴδῃ ἐὰν ὁ λαὸς θὰ τοῦ ἀποδώσῃ τοὐλάχιστον τὴν αὐτὴν ἀριθμητικὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησεν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου—καὶ μόλις τὴν ἀπέκτησε, μάλιστα, ἐπιθυμεῖ νὰ γίνῃ ὁ ρυθμιστὴς τῆς καταστάσεως ἐντὸς ἢ καὶ ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου. Ἔτσι ἡμεῖς χωρίζομεν τὰ ζητήματα καὶ ἠθελήσαμεν διὰ μιᾶς προτάσεως γενικῆς μορφῆς νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, πρῶτον ἐπὶ τοῦ γενικοῦ θέματος, διὰ νὰ δώσῃ ἐξ ἀφορμῆς τῶν ὅσων ἐλέχθησαν—καὶ θὰ ἔλθω ἐπὶ τῆς ἑρμηνείας τῶν λόγων τοῦ κ. Κανελλοπούλου—νὰ δώσῃ μίαν ἀπάντησιν ὄχι εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Λ.Ε.Κ., ἀλλὰ εἰς τὰς φήμας, τοὺς ψιθύρους ἢ τὰς ἀνησυχίας σύσσωμος ἡ Βουλή, ὡς εἷς ἄνθρωπος—καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι τὴν πρότασιν αὐτὴν θὰ τὴν ἐψήφιζε καὶ τὸ Λ.Ε.Κ.—μίαν ἀπάντησιν τοιαύτην, ἡ ὁποία θὰ ἔλεγε πρὸς τοὺς ψιθύρους καὶ τὰς φήμας, ὅτι ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος, ὁλόκληρος ἡ Βουλή, ἀνθίσταται πρὸς πᾶσαν ἔννοιαν ἐκτροπῆς ἐκ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἢ δημιουργίας ἐξωκοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως. Ἀτυχῶς μᾶς ἀπηντήθη ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅτι ὑπάρχοντος πολιτικοῦ θέματος.......
§101Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ἀντ. Κυβ.). Κύριε συνάδελφε, εἶναι ἡ ἐπιταγὴ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ὄχι ἡ θέλησις τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ἄρθρον 53 γράφει τὰ ἑξῆς: «Αἱ προτάσεις ἐμπιστοσύνης καὶ προτάσεις δυσπιστίας συζητοῦνται κατὰ προτίμησιν οἱουδήποτε ἄλλου θέματος». Ἦτο, ἑπομένως, πιστὴ τήρησις τοῦ Κανονισμοῦ.
§102Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, κ. Πρόεδρε, ἀλλ’ ἔχω τὴν ἐντύπωσιν—καί, ὑποθέτω, ὅτι τὴν ἐντύπωσιν αὐτὴν συμμερίζονται πολλοὶ συνάδελφοι καί, ἰδίως, πολλὰ ἐκ τῶν μελῶν τῆς Ε.Π.Ε.Κ., τὰ ὁποῖα συνυπέγραψαν τὴν πρότασιν μεθ’ ἡμῶν—ὅτι τὸ θέμα τὸ πολιτικὸν εἶναι δευτερογενές, ὅτι ἀφορμὴ ὑπῆρξαν αἱ δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀνεφέροντο εἰς τοὺς γενικωτέρους κινδύνους τοῦ πολιτεύματος καὶ δὲν θὰ ἦτο διόλου ἄσκοπον ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐδέχετο νὰ προταχθῇ πολὺ μικρὰ συζήτησις ἐπὶ μιᾶς προτάσεως, ἡ ὁποία εἴμεθα βέβαιοι ὅτι θὰ συνεκέντρωνε τὴν ὁμοφωνίαν τῶν βουλευτῶν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν εἶπον ὅτι ἦτο παράτυπος ἡ ἄρνησίς σας, ἀλλ’ ὅτι δυσχεραίνεται ἡ συζήτησις διότι συνδέονται δύο πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνισομερῆ εἰς τὴν σημασίαν τῶν κρίσεών μας. Κύριοι Βουλευταί, ὡς πρὸς τὸ πολιτικὸν θέμα ὁ Πρόεδρος τοῦ κόμματός μας καθώρισε τὴν στάσιν μας. Δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι καὶ διαφορετικά. Θὰ ἔλεγα μόνον ὅτι δι’ ἡμᾶς τὸ πολιτικὸν αὐτὸ πρόβλημα εἶναι μόνιμον καὶ παλαιόν. Καὶ νομίζω, ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ προσπάθεια ἑνὸς νεοπαγοῦς κόμματος νὰ μεταβάλῃ ἕνα τμῆμα καὶ τῶν ἰδικῶν του εὐθυνῶν εἰς κριτικὴν καὶ πολεμικὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, μεταβάλλον τὴν τοποθέτησιν τῶν ζητημάτων ὡς ὑπῆρχον. Δὲν νομίζω, δηλαδή, ὅτι ἡ μεταφορὰ ἐκ τῶν πρώτων ἑδράνων τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος εἰς τὰ νῶτα τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἀρκεῖ διὰ νὰ παρασταθῇ ἐδῶ ὅτι εἰσῆλθε μία φρέσκη δύναμις πολιτική, ἡ ὁποία τώρα διὰ πρώτην φορὰν θέτει τὰ προβλήματα, τὰ ὁποῖα ἀντιλαμβάνεται ὡς ἐν ἀποκαλύψει, ὡς διὰ πρώτην φορὰν δυνάμενα νὰ τεθοῦν—καὶ τὰ ὁποῖα ὅλα ἐγεννήθησαν κατὰ τὸ τελευταῖον ἑνδεκάμηνον. Ἐπὶ τέσσαρα ἔτη διηυθύναμεν τὴν πολιτικὴν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο κυρίως ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἐπὶ τέσσαρα ἔτη ἐθέτομεν τὰς βάσεις τῆς χρησιμοποιήσεως τῆς Ἀμερικανικῆς βοηθείας καὶ μόνον διότι ἐπὶ ἕνδεκα μῆνας ἐστερήθη ἡ χώρα τῶν ὑπηρεσιῶν μας ὡς Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ εὑρίσκομεν ὅτι ἐγεννήθησαν νέα προβλήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκεῖνα ποὺ σήμερον δημιουργοῦν τὰς δυσχερείας εἰς τὸν τόπον. Νομίζομεν, λοιπόν, ὅτι τὰ πολιτικὰ καὶ τὰ οἰκονομικὰ προβλήματα προϋπῆρχον τῆς ἱδρύσεως τοῦ ΛΕΚ-καὶ δὲν εἴμεθα ἀναμφισβητήτως σύμφωνοι, εἰς τὸν πρῶτον κατὰ τὸν ὁποῖον ἀντιμετωπίσθησαν μέχρι σήμερον. Ἀλλὰ νομίζομεν ὅτι τὸ πρόβλημα αὐτὸ εἶναι δευτερεῦον. Νομίζομεν ὅτι τὸ πρόβλημα τῶν κινδύνων τοῦ πολιτεύματος εἶναι τὸ πρωτεῦον καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ θὰ ἤθελα, διὰ νὰ εἶμαι δίκαιος, νὰ εἴπω ὅτι ἡ ἀντίδρασις τῶν Ἀρχηγῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐναντίον τῆς ὑπονοίας ὅτι ἐλέχθησαν πράγματα ἐνισχύοντα τοὺς κινδύνους αὐτοὺς εἶναι ἐπαινετή. Πιστεύω ὅτι καὶ ἂν οἱ Ἀρχηγοὶ τοῦ Λ.Ε.Κ. εἶχον τὴν γνώμην ὅτι ἠδικήθησαν, πάλιν ὀφείλουν νὰ ἀναγνωρίσουν εἰς τοὺς ἡγέτας τῆς Κυβερνήσεως, ἐπειδὴ δὲν εἶναι μόνον ἀρχηγοὶ κομμάτων, ἀλλ’ ἐκπροσωποῦν τὴν Κυβέρνησιν, δηλαδὴ τὸν λαὸν τῆς χώρας, τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ὅτι ὤφειλον νὰ ἀντιδράσουν κατὰ τρόπον ὀξύν, διότι εἶχον ὑποχρέωσιν, ὡς Κυβέρνησις, νὰ εἴπουν ὅτι ἀνθίστανται εἰς τὰς ἰδέας αὐτάς, αἱ ὁποῖαι καθ’ ὑπόνοιαν ἐξεδηλώθησαν ἐκ μέρους τῶν ἀρχηγῶν τοῦ Λ.Ε.Κ. Ἀλλά, νομίζω, ὅτι τὸ πρόβλημα, ἐὰν περιορισθῇ εἰς τὸ νὰ γίνῃ συζήτησις ἢ διάλογος μεταξὺ τῶν ἀρχηγῶν τοῦ Λ. Ε.Κ. καὶ τῶν διαδεχομένων ἀλλήλους εἰς τὸ βῆμα ρητόρων —διάλογος, ὁ ὁποῖος ἔχει τοῦτο τὸ θλιβερόν, ὅτι μεταβάλλεται εἰς ἀμοιβαίας παρεξηγήσεις καὶ εἰς ἀμοιβαίας ἀντεγκλήσεις..... Νομίζω ὅτι τὸ στάδιον αὐτὸ πρέπει νὰ παρέλθῃ καὶ ἀντὶ νὰ γίνῃ αὐτὸς ὁ διάλογος, νὰ γίνῃ μία σοβαρὰ σκέψις ἐπὶ τοῦ τί πρέπει νὰ εἴπωμεν ἐν σχέσει μὲ τὸ πρόβλημα αὐτό. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λ.Ε.Κ. ἠξίωσεν ἀπὸ προηγουμένους ρήτορας καὶ νὰ εἶναι δίκαιοι καὶ ὀρθῶς νὰ ἀναγινώσκουν τὰ κείμενα καὶ εὐπρέπειαν νὰ δείξουν καὶ ἄλλα πολλά. Ἀλλὰ χωρὶς νὰ ἔχω τὴν πεῖραν τὴν εἰδικὴν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βήματος καὶ τῆς κοινοβουλευτικῆς ἱστορίας ἔχω ἀπὸ ἱστορικὴν περιέργειαν ἀναδιφήσει μερικοὺς παλαιοὺς τόμους συζητήσεων τῆς Βουλῆς, ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι οὐδέποτε ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἕνας ἀρχηγὸς κόμματος τοῦ ὁποίου ἔστω παρεξηγήθησαν οἱ λόγοι ἀπὸ ὅλα τὰ κόμματα, ἀνῆλθεν, εἰς τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς καὶ ἀπηύθηνεν ἀπ’ εὐθείας κατὰ πρόσωπον πρὸς ὅλα τὰ κόμματα πρὸς ὅλους τοὺς βουλευτὰς αὐτὰς τὰς βαρείας κατηγορίας τὰς ὁποίας ἀπηύθυνεν εἰς αὐτὸ τὸ ὕφος ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λ.Ε.Κ. Εἶπε πρὸς ὅλους μας ὅτι ἐσκεμμένως διεστραβλώσαμε τὰ λεγόμενά του, ὅτι ἐσκευωρήσαμεν ἐναντίον του καὶ ὅτι ὅλα αὐτὰ ποὺ ἔγιναν ἔτεινον εἰς μίαν ἐπίθεσιν καθ’ ὁλοκλήρου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ παρεξήγησις δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἐὰν ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λ.Ε.Κ. ἀνεγνώριζε τὴν καλήν μας πίστιν πρὸς αὐτὸν καὶ ἔλεγεν ὅτι, κύριοι, δὲν δέχομαι ὅτι ἠμπορεῖ νὰ παρεξηγηθῇ τὸ κείμενον τοῦ λόγου μου καὶ ὅτι τείνει πρὸς ἀντιδημοκρατικοὺς σκοποὺς ἔστω καὶ ἐὰν τὸ γράμμα τοῦ κειμένου μου εἶναι παρεξηγήσιμον, τὸ πνεῦμα τὸ ἰδικόν μου εἶναι τοιοῦτον ὥστε δὲν πρέπει νὰ γίνῃ παρεξήγησις. Καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐν ἑνὶ στόματι ὅλοι ὄχι μόνον δὲν θὰ κατηγόρουν τὸν κ. ἀρχηγὸν τοῦ Λ.Ε.Κ. ἀλλὰ θὰ ἐξεφράζαμεν τὴν χαράν μας κατὰ τρόπον πανηγυρικὸν διότι πιστεύομεν ὅτι διὰ νὰ ὑπάρχουν οἱ κοινοβουλευτικοὶ θεσμοὶ χρειάζεται ἡ θέλησις ὅλων καὶ ἰδίως ἐκείνων ποὺ εὑρίσκονται εἰς τὴν πτέρυγα τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Λ.Ε.Κ. Καὶ καμμίαν ὄρεξιν δὲν θὰ εἴχομεν νὰ σκευωρήσωμεν μὲ κανένα, διότι ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν ὅλοι ὅσοι εἶναι παρόντες ἐν τῇ Βουλῇ ἀπὸ τοῦ κ. Μανιαδάκη μέχρι τοῦ κ. Χρηστάκου νὰ ἔχουν τὴν αὐτὴν μὲ ἡμᾶς πίστιν εἰς τοὺς δημοκρατικοὺς θεσμούς. Εἶναι δυνατὸν ἡ πολιτικὴ τοῦ ἰδικοῦ μου κόμματος νὰ ἔχῃ διαβληθῇ ἢ δικαίως ἢ ἀδίκως νὰ κατηγορῆται. Ἀλλοίμονον ἐὰν ὅταν ἕνας τόπος εἶναι φθασμένος εἰς τὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ὁ ἰδικός μας τόπος, ἐὰν τὰ κόμματα ὅλα ἀνεξαιρέτως εἶχον τὸ θάρρος νὰ ἐμφανισθοῦν ἐνώπιον τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ νὰ εἴπουν, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν διέπραξα κανένα λάθος εἰς τὴν ἱστορίαν. Ἀλλὰ ἕνα πρᾶγμα δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ προσάψῃ εἰς τὸ ἰδικόν μας κόμμα. Ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ ὅτι ἔχει διαπράξει σφάλματα ἀλλὰ καὶ τὰ σφάλματα τὰ διέπραξεν ἀπὸ τὸ πάθος τῆς δημοκρατίας ἀπὸ τὸ ὁποῖον κατείχετο πάντοτε (χειροκροτήματα). Ἐγὼ ὅμως ἀπέφυγα οἱανδήποτε νύξιν προσωπικὴν καὶ νομίζω ὅτι δὲν κερδίζει τίποτε τὸ κοινοβούλιον ἀπὸ τὰ προσωπικὰ αὐτὰ ἢ ἀπὸ τὰς ἀντιθέσεις τὰς καθαρῶς κομματικάς, διότι ἀλλοίμονον ἐὰν ὅλοι εὑρίσκομεν ὅτι ἔχομεν πολιτευθῆ καλά, τότε διατὶ διαφωνοῦμεν; Καλὸν εἶναι αὐτὰ νὰ τὰ ἐκθέτωμεν ἐνώπιον τοῦ λαοῦ πρὶν μᾶς ψηφίσῃ καὶ κατόπιν νὰ συζητῶμεν τὰ θέματα αὐτά. Ἔλεγον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἦτο ἀπολύτως ἐπαινετὴ ἡ ἀντίδρασις τῆς Κυβερνήσεως εἰς τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι διεγράφησαν, ἢ ἐπὶ τέλους εἰς τὴν ἔννοιαν ἡ ὁποία ἀπεδόθη εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Λ.Ε.Κ. Ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε εἴτε μία ἀγόρευσις εἰς τὴν Θεσ)νίκην, εἴτε διαδόσεις, εἴτε ψίθυροι νὰ μᾶς κάμνουν ὅλους νὰ ἀγανακτῶμεν καὶ νὰ ἀντιδράσωμεν ἀμέσως κατ’ αὐτὸν τὸν ὀξὺν τρόπον σημαίνει ὅτι κάτι ὑπάρχει τὸ κακὸν εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἄμοιρος εὐθυνῶν ἡ Κυβέρνησις. Δὲν πιστεύω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ νὰ ἐξευτελίσῃ τὸ κοινοβούλιον, ἀκόμη θὰ ἔλεγα ὅτι δὲν εἶναι ἄξιον ἐξευτελισμοῦ τὸ κοινοβούλιον αὐτό. Διότι ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμὴν ποὺ συνῆλθε ἕνα κοινοβούλιον τὸ ὁποῖον ἐκλέγεται ὕστερα ἀπὸ χρόνια ἐθνικῶν περιπετειῶν, τὸ ὁποῖον ἐκλέγεται ὕστερα ἀπὸ τοιαύτας ἀντιθέσεις μεταξὺ τῶν κομμάτων τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο καὶ εἰς τὴν προηγουμένην Βουλήν, ἕνα τέτοιο κοινοβούλιον ἠδύνατο νὰ φοβηθῇ κανεὶς ὅτι θὰ παρίστανε ἕνα θέαμα ἄξιον ἀνησυχίας, διότι μὲ τὰ πάθη, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν μεταξὺ τῶν κομμάτων ἀκόμη καὶ τῆς Βουλῆς τοῦ 1946, θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι θὰ ἔπρεπε ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ ὑπάρχῃ μία ἔκρηξις μέσα εἰς τὴν Βουλὴν τῶν παθῶν αὐτῶν. Ἐν τούτοις ἔχω τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἡ μεγάλη πλειοψηφία τῶν βουλευτῶν ποὺ εὑρέθησαν ἐδῶ εἶχον συνείδησιν τῶν εὐθυνῶν των ἀπέναντι τοῦ λαοῦ καὶ πλὴν 1– 2 ἐπεισοδίων, τὰ ὁποῖα μὲ τὴν πάροδον τοῦ χρόνου καθίστανται ἀσήμαντα, αἱ συζητήσεις διεξήχθησαν κατὰ τὸν ἄριστον τρόπον καὶ ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι τὰ κόμματα τῆς ἀντιπολιτεύσεως καμμίαν ἐκ τῶν παλαιῶν μεθόδων δὲν μετεχειρίσθησαν, εἴτε κωλυσιεργίας, εἴτε οἱασδήποτε ἄλλης μορφῆς ἐνεργείας, αἱ ὁποῖαι πράγματι καταβιβάζουν τὸ ἐπίπεδον τοῦ κοινοβουλίου ἀκόμη καὶ ἔναντι νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα μάλιστα κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ἐξυπηρετοῦν κομματικοὺς σκοποὺς καὶ ἐναντίον τῶν ὁποίων ἠδύναντο νὰ μεταχειρισθοῦν οἱανδήποτε μέθοδον. Καὶ λέγω, ὅτι ἕνα τοιοῦτον κοινοβούλιον, νομίζω, ὅτι ἐστάθη ἀπολύτως εἰς τὸ ὕψος του ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν εὐθυνῶν του, οὔτε πιστεύω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ νὰ τὸ ἐξευτελίσῃ, ἀλλὰ ὑπάρχουν μερικὰ ἄλλα πράγματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἔχει εὐθύνας. Ἐτονίσαμεν καὶ θὰ τονίσωμεν καὶ πάλιν εἰς τὸ μέλλον τὴν εὐθύνην πρῶτον, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῆς καταχρήσεως τῶν Ἀναγκαστικῶν νόμων. Δὲν πρέπει νὰ ἀπορῇ ἡ κυβέρνησις ὅτι γίνεται λόγος περὶ ἐξωκοινοβουλευτικῶν κυβερνήσεων, διότι ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ τοιοῦτος λόγος ὅταν ἀποφεύγῃ νὰ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ νομοθετεῖ ἔξω τῆς Βουλῆς Καὶ ὅταν δείχνῃ κανεὶς τὸν δρόμον τῶν Ἀναγκαστικῶν νόμων, ὅταν δείχνῃ τὸν δρόμον ὅτι δύνανται αἱ κυβερνήσεις νὰ νομοθετοῦν βάσει ὑποτιθεμένης ἀνάγκης, ἀπ’ ἐκεῖ καὶ κάτω δὲν πρέπει ν’ ἀπορῇ διότι ὑπάρχουν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν ὅτι αὐτὸ δύναται νὰ γίνῃ καὶ κάπως μονιμώτερον καθεστώς, διότι ἴσως οἱ Ἀναγκαστικοὶ νόμοι γίνονται καὶ τελειότεροι. Δὲν θὰ λησμονίσω, κύριοι βουλευταί, ὅτι θεμελιώδη ζητήματα ἐλύθησαν δι’ ἀναγκαστικῶν νόμων καὶ μάλιστα ὀλίγας ἡμέρας πρὶν ἀνοίξῃ τὸ Κοινοβούλιον, ὄχι ἡ παροῦσα σύνοδος, ἀλλὰ πρὶν κάμῃ ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν της ἡ Βουλή. Ἐψηφίσθη τοιουτοτρόπως ὡς ἀναγκαστικὸς νόμος ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐρρύθμισε τὸ ζήτημα τοῦ ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Δὲν ἔχω γνώμην ἐπὶ τῆς οὐσίας, διότι θὰ τὸν γνωρίσω τὸν νόμον ἐὰν εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν, ἀλλὰ δὲν ἦτο ὀρθόν, οὔτε ἔπρεπε τὴν παραμονὴν τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς νὰ ψηφισθῇ αὐτὸς ὁ θεμελιώδης καὶ μεγάλης σημασίας νόμος. Δὲν εἶναι ἀξία ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ ἀντιμετωπίσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα καὶ δὲν εἶναι ἀξία νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ θεμελιωδῶν ζητημάτων. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος ἔχει ὡρισμένην εὐθύνην καὶ γνωρίζω ὅτι δὲν χωρεῖ κομματισμὸς ἢ ἰδιαιτέρα πολιτικὴ ἀπόχρωσις, ἀλλὰ χωρεῖ μόνον σκέψις τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος καὶ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ κατέληγεν εἰς τὰς καλυτέρας τῶν σκέψεων ἐπὶ τῶν σημείων αὐτῶν. Δεύτερον, νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρέλειψε νὰ ἐνημερώσῃ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν θεμελιωδῶν ζητημάτων. Χθὲς ἠκούσαμεν ἀπὸ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἱκανοποιήθημεν ὅτι ἐντὸς τῶν ἡμερῶν θὰ φέρῃ τὸ ζήτημα τῆς ἀνασυγκροτήσεως. Ἀλλὰ μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς ὁ προϋπολογισμὸς, ὁ ὁποῖος κάποτε κατετέθη, δὲν συνεζητήθη καὶ ἀκόμη βλέπομεν τὰ περίφημα δωδεκατημόρια. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ μόνον ἕνα χρόνο μετὰ τὴν ἐκλογήν μας ἀρχίζομεν νὰ συζητῶμεν περὶ ἀνασυγκροτήσεως καὶ ἐλπίζομεν νὰ λυθῇ τὸ θεμελιῶδες ζήτημα τῆς ἀνασυγκροτήσεως. Καὶ ὅπως διὰ τὴν ἀνασυγκρότησιν, ἔτσι ἔγινε καὶ διὰ τὰ θέματα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Ἔχομεν παρατηρήσει ὅτι τὰ μόνα θέματα τὰ ὁποῖα εἶναι ἔξω τῆς ἁρμοδιότητος σχεδὸν τῆς Βουλῆς, εἶναι τὰ μεγάλα Ἐθνικὰ θέματα. Καὶ διερωτῶμαι· εἶναι ἀφελεῖς, εἶναι τρελλοὶ ἆρά γε εἰς τὰς χώρας τῆς Δημοκρατίας, ποὺ τὰ θέματα αὐτὰ τὰ φέρουν ὑπὸ συζήτησιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν καὶ ἀκούονται διάφοροι γνῶμαι καὶ τελικῶς σχηματίζεται ἑνιαία θέλησις ἐναντίον ἐχθρῶν καὶ φίλων, ἑνὸς ἐλευθέρου λαοῦ, καὶ συζητοῦν ἐλεύθερα διὰ τὰς κατευθύνσεις αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἀκολουθηθοῦν; Διὰ ποῖον λόγον εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν διὰ κάθε θέμα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ἡ Κυβέρνησις αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην νὰ ἔχῃ τὴν σύμφωνον γνώμην τῆς πλειοψηφίας τοὐλάχιστον τῆς Βουλῆς; Διατὶ εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Βουλὴν διὰ πᾶσαν λεπτομέρειαν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, γίνεται συζήτησις; Διατὶ εἰς ὅλας τὰς Βουλὰς καὶ τὸ Κογκρέσσον ἀκόμη, γίνονται αὐτά; Εἶναι ἀδυναμία τῆς Δημοκρατίας; Ὄχι, εἶναι δύναμις τῆς Δημοκρατίας, διότι αἰσθάνεται ὁ λαὸς ὅτι δὲν γίνονται πίσω ἀπὸ τὴν πλάτην του πράγματα τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ στραφοῦν ἐναντίον του. Ὁ λαὸς ὁ ἴδιος συμμετέχει εἰς τὴν διαμόρφωσιν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς καὶ γνωρίζει ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀποφασίζει ἡ πλειοψηφία εἶναι σύμφωνον πρὸς τὰ Ἐθνικὰ συμφέροντα τῆς χώρας.
§103Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Τὰς συζητήσεις τὰς προκαλεῖ ἡ ἀντιπολίτευσις καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων. Ὅταν θέλουν νὰ φέρουν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν συζήτησιν ἐπὶ οἱουδήποτε θέματος, ἔχουν τὴν εὐχέρειαν νὰ τὸ κάμουν.
§104Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μεταξὺ καθημερινῆς ψηφοφορίας καὶ ἐνημερώσεως τῆς Βουλῆς ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασις. Δεύτερον, δὲν τίθενται μόνον τὰ ζητήματα ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ ἰδία ἡ Κυβέρνησις αἰσθάνεται πολὺ συχνὰ τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπικοινωνῇ μὲ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, νὰ κάμνῃ ἀνακοινώσεις καὶ δηλώσεις ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν καὶ νὰ δίδῃ ἐξηγήσεις λεπτομερειακάς. Δὲν εἶναι μόνον ἴδιον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπερωτᾶ ὅταν εὑρίσκῃ κάτι ὡς κακῶς ἔχον. Ἀπὸ τὴν ὥραν ποὺ δὲν ἔχει τὰ στοιχεῖα νὰ κρίνῃ ὅτι κάτι εἶναι κακόν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ μίαν ἔκθεσιν τῶν πραγμάτων ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ σιωπήσῃ εἰ δυνατόν, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην της. Τρίτος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον νομίζω ὅτι φέρει εὐθύνην ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις διὰ τὴν ὅλην ἀτμόσφαιραν ἡ ὁποία ἔχει δημιουργηθῆ καὶ τοὺς κινδύνους νὰ ἀνατραπῇ, εἶναι ὅτι πρώτη ἡ ἰδία ἐδημιούργησε τὸ θέμα τῆς ἀλλαγῆς τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος εἰς πλειοψηφικόν. Ἄ! Κύριοι Βουλευταί, αὐτὸ τὸ θέμα τῆς ἀλλαγῆς τοῦ συστήματος τοῦ ἐκλογικοῦ, ἀναλόγως τῶν ἰδικῶν μας σκέψεων, ποῖον θὰ εἶναι τὸ κλῖμα ὑπὸ τὸ ὁποῖον θὰ γίνουν αἱ ἐκλογαί, ποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ ὠφελήσῃ καὶ ποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ βλάψῃ, αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, νομίζω ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ κριθῇ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι εἶναι βαρυτάτη ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως ποὺ ἤνοιξε κἂν τὴν συζήτησιν περὶ πλειοψηφικοῦ. Ἐὰν σήμερον εὑρισκώμεθα μέσα εἰς μίαν Βουλήν, ἡ ὁποία, δίδει πράγματι τὴν εἰκόνα τῆς ἀμβλύνσεως τῶν παθῶν, αὐτὸ τὸ ὀφείλομεν εἰς τὴν ἀναλογικήν. Βεβαίως, δὲν πρόκειται ἡμεῖς νὰ ἱκανοποιηθῶμεν διὰ τὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ ὅλον σύστημα τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν ὅπως ἐξέθεσεν ὁ Πρόεδρος τοῦ κόμματός μας, ἀλλὰ θεωροῦμεν ὡς μίαν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως ὅτι χάρις εἰς τὸ ἀναλογικὸν σύστημα εἶναι δυνατὸν νὰ συνυπάρχουν ὁ κ. Μανιαδάκης μὲ τὸν κ. Χριστάκον ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ περιβάλλοντος.
§105Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Ὅλο μαζὶ μὲ τὸν Χριστάκο μὲ βάζετε. (Γέλωτες).
§106Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Μανιαδάκη, διὰ νὰ σᾶς ἱκανοποιήσω, δηλῶ ἐὰν θέλετε, ὅτι εἶναι ἀγαθὸν διὰ τὸν τόπον ὅτι συνυπάρχετε σεῖς μὲ ἐμέ, διότι ἡ ἰδική μου ἀντίθεσις καὶ πρὸς τὰς ἰδέας τὰς ὁποίας ἐξεφράσατε καὶ πρὸς τὸ καθεστὼς τὸ ὁποῖον ὑπηρετήσατε, εἶναι ἀπόλυτος, χωρὶς οὐδὲν ἐλαφρυντικὸν, οὔτε δι’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Τσάτσος. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθω εἰς ἱστορικὴν συζήτησιν. Ἡ ἔννοια τῆς συνυπάρξεως ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ δὲν εἶναι ἔννοια οὔτε ἀμοιβαίας συγγνώμης οὔτε ἀμοιβαίας συμφωνίας ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ἡ ἔννοια τῆς συνυπάρξεως ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ εἶναι τῆς ἀνταλλαγῆς ἢ τῆς ἀντιθέσεως τῶν ἀπόψεων, αἱ ὁποῖαι ἐκτίθενται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ βάσει τῶν ὁποίων λαμβάνει ἕκαστος ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Καὶ ἡ ἔννοια τῆς συνυπάρξεως ἐπὶ τῶν μεγάλων ἐθνικῶν ζητημάτων εἶναι νὰ ὑπάρχῃ ἑνότης τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Αὐτὸ ἐνομίσαμεν ὅτι ὑπῆρξεν ἕν ἀγαθὸν καὶ νομίζομεν ὅτι τὸ ἀγαθὸν αὐτὸ θὰ ἐμεγάλωνεν, ἐὰν ἐντὸς ὀλίγου χρονικοῦ διαστήματος ἐβαδίζομεν πρὸς νέας ἐκλογάς, πάλιν βάσει τοῦ αὐτοῦ συστήματος, διὰ τὸν λόγον ὅτι ὕστερα ἀπὸ ἕνα χρονικὸν διάστημα θὰ ἦτο δυνατὸν αὐτὴ ἡ ἀναβάπτισις εἰς τὴν λαϊκὴν θέλησιν νὰ ὡδήγει εἰς τὴν ὁριστικὴν ἀνακατάταξιν τῶν δυνάμεων τῶν πολιτικῶν. Καὶ τότε θὰ ἴδωμεν ἐὰν ἡ διάσπασις τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν θέλησιν τῶν ψηφοφόρων του καὶ ἐὰν οὗτοι πᾶνε πρὸς τὸ ΛΕΚ ἢ θὰ ἀπέλθουν ἀπὸ τὸ ΛΕΚ. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι μεγάλη, διότι ἐδημιούργησε τὴν συζήτησιν μὲ τὸ πλειοψηφικόν, διότι δὲν πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ παραγνωρίζῃ ὅτι δὲν εἶναι μόνον αἱ ἐξωκοινοβουλευτικαὶ λύσεις, ποὺ εἶναι ἐπικίνδυνοι διὰ τὸν τόπον, εἶναι τὰ ἀκουόμενα σχέδια περὶ ψηφίσεως δι’ Ἀναγκαστικοῦ νόμου τοῦ πλειοψηφικοῦ, μετὰ τὴν τυχὸν διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς διενεργείας τῶν ἐκλογῶν μὲ πλειοψηφικὸν πρὸς μίαν συγκεκριμένην κατεύθυνσιν πρὸς δῆθεν σωτηρίαν τῆς χώρας μὲ τὸ πλειοψηφικόν, τὸ ὁποῖον θὰ δημιουργήσῃ τὴν πόλωσιν τῶν δύο κόσμων, περὶ τῆς ὁποίας ἔκαμον λόγον προλαλήσαντες ρήτορες. Αὐτὸς ὁ κίνδυνος σήμερον ἄγει εἰς κίνδυνον ἐθνικόν, διότι δὲν εἶναι δυνατόν, ἐὰν μὲ τὴν σημερινὴν κατάστασιν βαδίσωμεν πρὸς αὐτὴν τὴν λύσιν, μὲ τὰ συγκεκριμένα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα αἱ λύσεις αὐταὶ ἀφοροῦν, δέν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς ἑτέραν δικτατορίαν, ὄχι διότι θὰ τὸ θέλουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ τὸ κάμουν, ἀλλὰ θὰ ἀναγκασθοῦν, διότι μὲ τὸ πλειοψηφικόν, οἱονεὶ κοινοβουλευτικὴν δικτατορίαν μὲ τὸν ἀντίπαλον κόσμον ἔξω τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ καταφύγουν εἰς πιεστικώτατα μέτρα, διὰ νὰ διατηρήσουν μίαν Βουλήν, ἡ ὁποία οὐσιαστικῶς θὰ εἶναι μονόπλευρος, εἰς στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν γίνεται λόγος περὶ ἐθνικῆς ἑνότητος ἐνώπιον ἐπερχομένων κινδύνων. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν γίνεται λόγος περὶ τῆς ἑνότητος αὐτῆς, ἀπὸ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἀντιλαμβάνονται τὴν ἐθνικὴν σωτηρίαν κατὰ τρόπον SUI GENERIS, ὅπως ὁ μακαρίτης Μεταξᾶς γίνεται λόγος περὶ μονοπλεύρου κυβερνήσεως, τὴν στιγμὴν ποὺ χρειάζεται τὸ πλῆθος τῶν ἀποχρώσεων, τὸ πλῆθος τῆς κοινῆς γνώμης νὰ εἶναι σύμφωνον ἐπὶ τῶν μεγάλων ζητημάτων.
§107Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Ἡ κυβέρνησις τῶν βουνῶν ἄφησε νὰ μᾶς κτυπήσουν ἐν τῶν νώτων, ὅταν ἡμεῖς ἐμαχώμεθα ἐναντίον τῶν Γερμανῶν.........
§108Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀφῆστέ τα αὐτά. Ἄς λησμονήσωμεν καὶ τὸ ἰδικόν σας παρελθόν.
§109Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Δὲν εἶσθε σεῖς ὁ ἐνδεδειγμένος ἵνα ἀναλάβητε τὴν ὑποστήριξιν τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν. Διότι σεῖς ἐστράφητε κατὰ τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν καὶ ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος καὶ μάλιστα εἰς κρισίμους στιγμάς. (Θόρυβος καὶ κωδωνοκρουσίαι).
§110Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε συνάδελφε ἔχω νὰ σᾶς ἀπαντήσω τοῦτο....
§111Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Νομίζω ὅτι τὸ ὕφος σας ἀποτελεῖ πρόκλησιν.
§112Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐγὼ ἐπολέμησα κατὰ τῶν ἐχθρῶν τῆς χώρας, οὐδέποτε ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος. Ὑπάρχουν καὶ ὅρια....
§113Σ. ΧΟΥΤΑΣ. (Ἐν μέσῳ κωδωνοκρουσιῶν καὶ θορύβου). Ἐβλήθημεν ἐκ τῶν ὄπισθεν ἐξ ὑμῶν ἐν συνεννοήσει μὲ τοὺς ἐχθροὺς τῆς Ἑλλάδος....
§114Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (ἐν ὀργῇ). Κύριε Χούτα, εἶσθε συκοφάντης, εἶσθε πρόστυχος συκοφάντης.
§115Σ. ΧΟΥΤΑΣ (ἐν ὀργῇ). Εἶσθε ἀνάξιος νὰ κατέχητε αὐτὸ τὸ βῆμα, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀνακαλέσετε ἢ νὰ κατέλθετε τοῦ βήματος............
§116Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μοῦ λέτε ὅτι ἐστράφην κατὰ τῆς Ἑλλάδος. (Συνεχίζεται ὁ θόρυβος καὶ αἱ ἀντεγκλήσεις. Κωδωνοκρουσίαι).
§117Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Ἀποτελεῖ προσβολὴν κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἡ παρουσία σας ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Χούτα.
§119Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε, κ. Πρόεδρε, νὰ μὴ μὲ ἀφήσετε νὰ ὁμιλήσω...
§120Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀφήσατε τὸν ρήτορα (ἐννοεῖ τὸν κ. Τσιριμῶκον) νὰ ὁμιλήσῃ........ (Ἐν μέσῳ θορύβου καὶ φωνῶν ἐγείρεται ἐκ τῆς θέσεώς του ὁ κ. Δενδρινός).
§121Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Ἡ διακοπή μου δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν διακοπὴν τοῦ κ. Χούτα. Θέλω νὰ τονίσω τὸ ἑξῆς: Δὲν εἶναι ἀναμφισβήτητον γεγονὸς ὅτι τὸ ἀναλογικὸν σύστημα ἀνταποκρίνεται πλήρως πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι, ἂν πᾶμε πρὸς διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθουν σημαντικαὶ μεταβολαὶ μεταξὺ τῶν κομμάτων. Καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται νὰ ἐπέλθουν μεταβολαὶ σημαντικαὶ τῶν δυνάμεων πρὸς τί ζητεῖτε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς; Σήμερα ἤλλαξαν τὰ πράγματα, δὲν ὑπάρχουν οἱ ἴδιες προϋποθέσεις ποὺ ὑπῆρχαν, ὅταν τὸ Λαϊκὸν κόμμα εἶχε θέσει πολιτικὸν ζήτημα.
§122Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἤθελα νὰ παρακαλέσω τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων οἱ ὁποῖοι ἐμφανίζουν τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα ὡς τὸ σωτήριον μέσον καὶ φάρμακον, νὰ μᾶς δηλώσουν ἂν εἶναι διατεθειμένοι νὰ κατέλθουν μὲ πλειοψηφικὸν σύστημα εἰς τὰς ἐκλογὰς αὐτοτελῶς καὶ νὰ ζητήσουν τὴν ψῆφον τοῦ λαοῦ διὰ νὰ σχηματίσουν Κυβέρνησιν ἰσχυρὰν ἢ θὰ κάμουν παρόμοιες ἑνώσεις, δηλ. ἐκεῖνο ποὺ θὰ γίνῃ τὴν Κυριακὴν τὸ βράδυ θὰ τὸ κάμουν πρὸ δύο μηνῶν μὲ τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα μὲ ὅλα τὰ ἐλαττώματά του καὶ τὰς ἀδυναμίας του;
§123Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριοι βουλευταί τὰ ἐπιχειρήματα ἐναντίον τοῦ πλειοψηφικοῦ συστήματος, τὰ ἄπειρα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν, δὲν ἐννοῶ νὰ τὰ ἀναπτύξω ὅλα. Ἄλλωστε τὰ ἔχει ἀναπτύξει ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ συμμερίζομαι τὴν ἄποψιν, ποὺ εἶχε τότε ἐκθέσει. Δὲν νομίζω, ὅτι μηχανικῶς δημιουργοῦνται αἱ μεγάλαι πολιτικαὶ δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι θὰ κατέλθουν εἰς τὰς ἐκλογὰς μὲ πλειοψηφικόν. Θὰ εἶναι δυνάμεις σύμμαχοι, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶναι εὔκολον νὰ διαλυθοῦν τὴν ἑπομένην ἡμέραν, διότι ὑπάρχουν διαφωνίαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνακύψουν τὴν ἑπομένην ἡμέραν, καὶ μία Βουλή, ποὺ θὰ τὴν ἔχετε ἐκλέξει μὲ τὸ πλειοψηφικόν, εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ εἰς Βουλὴν ἐξηλεγμένων οἱονεὶ μὲ τὸ ἀναλογικόν, μὲ μίαν μόνον διαφοράν, ὅτι θὰ ἔχουν ἐκλείψει ἀπὸ μέσο ἀπὸ τὴν Βουλὴν αὐτὴν οἱ ἐκπρόσωποι ὅλων τῶν μικρῶν κομμάτων, καὶ ἁπλῶς θὰ μείνῃ Βουλὴ τῶν ὑπολοίπων κομμάτων, ποὺ θὰ ἔχουν ἐκλεγῇ μὲ τὸ πλειοψηφικόν.
§124Λ. ΣΠΑΗΣ. Νομίζω, ὅτι καὶ μὲ τὸ ἀναλογικὸν σύστημα ἠμπορεῖ νὰ γίνουν ὁμαλαὶ ἐκλογαὶ καὶ νὰ σχηματισθῇ ἰσχυρὰ Κυβέρνησις, ὅπως ἐγένετο τὸ 1946 μὲ τὸ Λαϊκὸν κόμμα.
§125Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Αὐτὸ ἀποδεικνύει ὅτι ἡ ΕΠΕΚ εἶναι αἰσιόδοξος, διὰ τὴν ἔκβασιν τῶν ἐκλογῶν. Τέταρτον θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου, νομίζω, ὅτι ὑπάρχουν κυβερνητικαὶ εὐθῦναι, κύριοι βουλευταί, εἶναι τὸ θέμα τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν. Ὁμολογῶ, ὅτι ἐξεπλάγην, ὅταν οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ ΛΕΚ διεμαρτυρήθησαν, διότι ἡ Κυβέρνησις, πλήττουσα τὴν αὐτοδιοίκησιν, μετέβαλε τὴν σύνθεσιν τῶν Δημοτικῶν καὶ Κοινοτικῶν Συμβουλίων εἰς τὴν Βόρειον Ἑλλάδα. Δηλαδή, ἁπλοελληνιστί, διώχνουμε μερικοὺς Λαϊκοὺς, οἱ ὁποῖοι σήμερον θὰ ἰσχυρίζωνται ὅτι εἶναι Λαϊκοὶ ἑνωτικοὶ, καὶ ἐβάλαμε μερικοὺς ἄλλους ὀπαδοὺς τοῦ κ. Παπανδρέου. Καὶ αὐτὸ πρὸς προστασίαν τῆς λαϊκῆς αὐτοδιοικήσεως. Θὰ ἤθελε τὸ ΛΕΚ νὰ ὑπενθυμίσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι καὶ ὅταν ὑποστηρίξῃ ἕνα κόμμα τὴν Κυβέρνησιν ὁλόκληρον, μετέχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δηλαδὴ τοὺς ὀπαδούς του θὰ πρέπει νὰ τοὺς σέβεται ἡ Κυβέρνησις. Κύριοι βουλευταί, τὸ λάθος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὅτι ἐνῷ ἠδύνατο νὰ σεβασθῇ τὴν λαϊκὴν αὐτοδιοίκησιν, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ σήμερον μομφὴν ἐκ μέρους τοῦ ΛΕΚ, ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν διενέργειαν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι τὸ μόνον μέσον τὸ ὁποῖον ὑπάρχει διὰ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς αὐτοδιοικήσεως, εἶναι ἡ διενέργεια δημοτικῶν ἐκλογῶν. Ἐρωτῶ λοιπόν, διατὶ δὲν ἔγιναν αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαί; Ἐλέχθη, ὅτι ἐξαιρετικαὶ συνθῆκαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελεῖ ἡ Ἑλλάς, ἢ καὶ οἱ κίνδυνοι τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐπιτρέπουν διενέργειαν ἐκλογῶν. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ἡ Ἀμερική, ἡ ὁποία ἔχει τὸ βάρος τοῦ πολέμου ἐν Κορέᾳ, ἄφησε νὰ γίνουν ἐκλογαὶ βουλευτικαὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου αὐτοῦ καὶ μόλις ἐξερράγη ὁ πόλεμος αὐτός. Λέγω λοιπὸν διὰ ποῖον λόγον μία χώρα ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἤδη ἐν πολέμῳ δύναται νὰ κάμῃ ἐκλογὰς καὶ βουλευτικῶν ἀρχόντων, καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ ἐκλογὰς μία χώρα, ὡς ἡ Ἑλλάς, ἡ ὁποία ἔχει ἐκλέξει τὴν παροῦσαν Βουλὴν ἀπὸ τῆς 5 Μαρτίου τοῦ 1950 καὶ ἤδη εὑρισκόμεθα εἰς τὸ 1951; Τὸ ὅτι δὲν ἐνεργεῖ ἐγκαίρως ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἀποτελεῖ ἐλαφρυντικὸν καὶ οὐδεὶς λόγος ὑπῆρχε διὰ νὰ μὴ γίνουν αἱ δημοτικαὶ καὶ κοινοτικαὶ ἐκλογαί. Καὶ ἐρωτᾶμε, διατί ὅταν εὑρίσκωμεν ὅτι καθ’ ὅλην αὐτὴν τὴν διάρκειαν δὲν ὑπάρχει λόγος ἢ τρόπος νὰ γίνουν ἐκλογαί, εὑρίσκομεν ὅτι ἡ διέξοδος ἀπὸ τὴν κατάστασιν αὐτὴν εἶναι αἱ βουλευτικαὶ ἐκλογαί, καὶ πρέπει νὰ βαδίσωμεν ὅλοι μαζὺ πρὸς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς καὶ ἐν τῷ μεταξὺ δὲν ἔχομεν εὕρει ὅτι εἶναι χρήσιμον νὰ γίνουν δημοτικαὶ ἐκλογαί. Τὸ πέμπτον θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπίσης νομίζω ὅτι ὑπάρχει εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ὅτι σήμερον αἱ διαμαρτυρίαι μας διὰ τοὺς κινδύνους τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, κινδυνεύουν, νὰ πέσουν εἰς τὸ κοινόν, διότι, πέραν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ποὺ εἶναι τύπος ἔν τινι μέτρῳ, ὑπάρχει ἡ οὐσία τοῦ Κράτους δικαίου περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν. Δὲν κάμνω καμμίαν σύγκρισιν φυσικὰ μεταξὺ τῆς δικτατορίας καὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Διότι ἀπὸ τὴν σημερινὴν κατάστασιν ὑπάρχει μία διέξοδος, τῶν ἐκλογῶν, ἐνῷ ἀπὸ μίαν δικτατορικὴν κατάστασιν δὲν ὑπάρχει διέξοδος. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι τότε μόνον εἰς τὰς ἐκκλήσεις τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ὑπὲρ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ὑπάρχει πλήρης καὶ τελεία ἀπήχησις, ὅταν αἱ ἐκκλήσεις αὗται ἐκφράζωνται ἐκ μέρους μιᾶς Κυβερνήσεως ἡ ὁποία ἔχει πλήρως καὶ τελείως ἀποκαταστήσει τὰς ἐλευθερίας ἐν τῇ χώρᾳ. Διότι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶναι μέσον καὶ ὁ σκοπὸς εἶναι ἡ ἀτομικὴ ἐλευθερία διὰ τῆς ὁποίας δύναται ὁ πολίτης νὰ διεκδικήσῃ τὰ δικαιώματά του καὶ τὸ ψωμί του. Θὰ ἔλεγα εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅ,τι εἶπεν ἕνας ἱστορικὸς διὰ τὸν Ναπολέοντα. Ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἀμυνθῇ κατὰ τοῦ ἐπερχομένου Λουδοβίκου, διότι ἐπειδὴ ὁ ἴδιος εἶχε μεταβληθῆ εἰς αὐτοκράτορα, εἶχεν ἀρχίσει νὰ φοβῆται τὸν λαόν, δὲν ἠδύνατο νὰ εὕρῃ τὴν ψυχικὴν δύναμιν νὰ κάμῃ ἔκκλησιν πρὸς τὸν λαὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐκδιώξει τοὺς Λουδοβίκους. Δὲν ἦτο πλέον ὁ Ναπολέων ὁ στρατιώτης τῆς ἐπαναστάσεως, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὸν λαόν. Τὸν ἐφοβεῖτο. Πρέπει, λοιπόν, ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας καὶ νὰ ἔχῃ τὴν πίστιν καὶ τὴν ἀπόφασιν νὰ τὰς ὑπερασπίσῃ διὰ νὰ πείσῃ τὸν λαὸν ὅτι ἀξίζει νὰ ἀγωνίζεται καὶ νὰ πεθαίνῃ διὰ τὸ ἐλεύθερον πολίτευμα τῆς χώρας (Χειροκροτήματα).
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Τσιριμῶκον νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν ἀπευθυνθεῖσαν ἐναντίον τοῦ κ. Χούτα φράσιν ὅτι εἶναι συκοφάντης.
§127Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Θὰ ἀνακαλέσω ὅτι εἶναι συκοφάντης, ἐὰν ἀνακαλέσῃ ὅτι ἔπληξα ἐκ τῶν νώτων τὴν Πατρίδα.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶπεν αὐτό.
§129Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὸ εἶπεν.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ καὶ τοὺς δύο συναδέλφους νὰ ἀνακαλέσουν τὰς φράσεις των.
§131Δ. ΙΩΑΝΝΟΥ. Νομίζω ὅτι τὰ ὅσα ἐλέχθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Χούτα εἶναι πολὺ ὀρθὰ διότι παρέστην μάρτυς εἰς μίαν ...... (Θόρυβος Κωδωνοκρουσίαι). Ὁ κ. Τσιριμῶκος δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ εὑρίσκεται ἐντὸς τῆς Βουλῆς καθ’ ἣν στιγμὴν μετεῖχε Κυβερνήσεως ἡ ὁποία ἐγέμισε τὰς χαράδρας τῆς Ἑλλάδος μὲ πτώματα Ἑλλήνων ... .... (Θόρυβος Κωδωνοκρουσίαι) ....
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ κ. συνάδελφε, δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
§133Δ. ΙΩΑΝΝΟΥ. Εἰς μίαν μάχην τῆς Νεράϊδας ...... (Θόρυβος–Κωδωνοκρουσίαι. Ὁ κ. Ἰωάννου συνεχίζει ὁμιλῶν μὴ ἀκουόμενος) ...
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χούτας ἔχει τὸν λόγον.
§135Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, θὰ ἀναφέρω ἁπλῶς ἕνα γεγονὸς ἐξηκριβωμένον, βεβαιωμένον ἀπολύτως καὶ ἡ Βουλὴ θὰ δύναται κατόπιν αὐτοῦ νὰ κρίνῃ κατὰ πόσον ἐγὼ ἔθιξα ἀδίκως τὸν κ. Τσιριμῶκον. Ὅταν τὰ ὑπ’ ἐμὲ τμήματα τῶν Ἐθν. Ἀντ. ὁμάδων Βάλτου τὴν 9ην Ὀκτωβρίου 1943 εἶχον σκληρὰν εἰς Μακρυνόρος Ἄρτης μάχην ἐναντίον τῶν Γερμανικῶν δυνάμεων, τὴν 13ην εὐθὺς τουτέστιν ὡς ἔληξεν ἡ μάχη αὐτὴ τῶν ὑπ’ ἐμὲ ἐθνικῶν ἀνταρτικῶν τμημάτων ἐναντίον τῶν Γερμανῶν ὑπέστην ἐπίθεσιν εἰς τὴν θέσιν Τρίκλινον παρὰ τὸν Ἀχελῶον, ἀπὸ τὰ τμήματα τοῦ Ε. Λ.Α.Σ. καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. Τσιριμῶκος εὑρίσκετο εἰς ἐλαχίστην ἀπόστασιν μετέχων τῆς Κυβερνήσεως τῶν βουνῶν, τῆς ψευδοκυβερνήσεως τῆς λεγομένης ΠΕΕΑ. Καὶ ἐμάχοντο ὑπὸ τὴν καθοδήγησιν τόσον αὐτοῦ ὅσον καὶ ἄλλων συντρόφων του, τὰ τμήματα αὐτὰ τοῦ ΕΛΑΣ ἐναντίον ἡμῶν, μαχομένων ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος. Τὸ γεγονὸς δὲν ἐπιδέχεται ἀμφισβήτησιν. Καὶ ἐὰν τὸ ὅτι ἐξέθεσα εἰς τὴν Βουλὴν ἕνα πραγματικὸν γεγονὸς τοῦτο δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἔθιξε τὸν βουλευτὴν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔλαβεν μέρος ἐνεργὸν εἰς τὴν ἐναντίον μας ἐκείνην ἐπίθεσιν, τότε ἀσφαλῶς, ἐὰν οὕτως κρίνῃ ἡ Βουλή, θὰ συμφωνήσω καὶ ἐγὼ μὲ τὴν Βουλὴν ὅτι τουτέστιν ἀδίκως ἔθιξα τοῦτον. Νομίζω ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία τῆς μεταπολεμικῆς Ἑλλάδος, τοὐλάχιστον ἡ πλειοψηφία αὐτῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ ὅτι ἀδίκως ἐξέθεσα τὸ γεγονὸς καὶ ἀδίκως ἐπανέφερα εἰς τὴν μνήμην σας μίαν περίπτωσιν ἡ ὁποία θὰ πρέπει πάντοτε νὰ ἀναφέρεται διὰ νὰ ἀποτελῇ δίδαγμα διὰ τὸ μέλλον, νὰ ἀποτελῇ ἀσφαλὲς κριτήριον δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ὑπεραμυνθοῦν δῆθεν τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν, ἐνῷ εἶναι γεγονὸς ὅτι ἐναντίον ἀκριβῶς τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν ἐπολέμησαν καὶ ἐναντίον αὐτῆς τῆς Ἑλλάδος ἐμάχοντο εἰς τὸ παρελθὸν (χειροκροτήματα).
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσιριμῶκος ἔχει τὸν λόγον.
§137Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, μόνον τὰ ὀλίγα χειροκροτήματα τὰ ὁποῖα ὑπεδέχθησαν τὸν ἐπίλογον τοῦ κ. Χούτα μὲ ἀναγκάζουν νὰ λάβω τὸν λόγον. Τὸ νομίζω ἄηθες, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις, ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς χωρὶς νὰ κρίνῃ ἐπὶ μιᾶς ὕβρεως νὰ ἀκούῃ τὴν ἔκθεσιν ἑνὸς γεγονότος ἀπὸ ἕνα βουλευτὴν καὶ ἀποφασίζει κατὰ πλειοψηφίαν. Πῶς εἶναι ὅμως δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ ἄνευ ὅλων τῶν στοιχείων, ἐπὶ ἑνὸς γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν εἷς τῶν ἀγορητῶν; Εἶναι τόσον ἀσθενὴς ὅμως ἡ μνήμη τοῦ κ. ἀγορητοῦ ὥστε τοποθετεῖ τὴν ἵδρυσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ἐθνικῆς Ἀπελευθερώσεως, τῆς λεγομένης Κυβερνήσεως τοῦ βουνοῦ τὸ 1943, ἐνῷ ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ ἱδρύθη τὸ 1944.
§138Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Εἴσαστε καὶ Ὑπουργός.
§139Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι Κύριε. Ὅταν ἔγινεν ἡ συμπλοκὴ τὸ 1943 τῶν τμημάτων τῶν ἀνταρτικῶν τοῦ Ζέρβα μὲ τὰ τμήματα τοῦ ΕΛΑΣ, ἐγὼ εὑρισκόμην εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ μετὰ θὰ ἐπήγαινον εἰς τὸ Κάϊρον ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Ἐθνικῆς Ἐπιτροπῆς νὰ ἐργασθῶ ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Ἑνότητος ὅλων τῶν Ἑλλήνων. Ὑπερημύνθην τόσον τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ ὥστε ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἀείμνηστος Σοφούλης, μὲ ἐκάλεσε νὰ συζητήσωμεν μαζὶ κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ σταματήσῃ ὁ ἔνοπλος αὐτὸς ἀδελφοκτόνος καυγᾶς ποὺ ἤρχισεν εἰς τὰ βουνά. Καὶ τῇ ἐπεμβάσει ἐμοῦ καὶ τοῦ Σοφούλη ἐφθάσαμεν εἰς τὴν συμφωνίαν τοῦ .........., καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Ἑπομένως κύριε Χούτα μὴ προσπαθῆτε νὰ παρασύρητε τὴν Βουλὴν βάσει μιᾶς ἐντυπώσεως, εἰς βάρος ἑνὸς ἀνθρώπου, τοῦ ὁποίου τὰς προσπαθείας ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Ἑνότητος, γνωρίζει τοὐλάχιστον ἡ μισὴ Βουλή, ὅσοι θέλουν ἂς τὸ ἀναγνωρίσουν καὶ ὅσοι δὲν θέλουν ἂς μὴ τὸ ἀναγνωρίσουν, γνωρίζει λέγω, μὲ ποῖον πάθος εἰργάσθην, διὰ νὰ μὴ καταλήξωμεν εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον κατελήξαμεν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, ἐκτὸς τοῦ οἱουδήποτε ἐγκλήματος τὸ ὁποῖον μοὶ προσάπτετε, βάσει στοιχείων ἢ μή εἴπατε μίαν φράσιν ἐδῶ, ὅτι ἐν συνεννοήσει μετὰ τῶν ἐχθρῶν τῆς Πατρίδος ἔπληξα τὴν Ἑλλάδα ἐκ τῶν ὄπισθεν. Σᾶς λέγω ὅτι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ὁσονδήποτε καὶ ἂν λέγεται ἀπὸ πεῖσμα πολιτικὸν καὶ ποῦ φαίνεται ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἔχει αὐτὸ τὸ πεῖσμα, ἐγὼ τὸ ἀποκαλῶ συκοφαντίαν. Εἶπον ὅτι εἶμαι πρόθυμος νὰ ἀνακαλέσω τὴν λέξιν «συκοφάντης», ἐὰν ἀνακαλέσετε τὰς λέξεις ποὺ εἴπατε ὅτι, «ἐν συνεννοήσει μετὰ τῶν ἐχθρῶν τῆς Πατρίδος ἔπληξα τὴν Ἑλλάδα ἐκ τῶν ὄπισθεν». Αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπατε, δὲν πρόκειται νὰ τὸ ἀποδεχθῶ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο οἱοσδήποτε καὶ μὲ οἱονδήποτε τρόπον καὶ ἐὰν ἤθελε νὰ τὸ ἐπιβάλῃ, διότι δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ, ὅτι ἐγὼ, ὁ Ἠλίας Τσιριμῶκος, ἔπληξα τὴν Ἑλλάδα ἐκ τῶν ὄπισθεν (Χειροκροτήματα).
§140Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Ἐγὼ ἐδήλωσα ὅτι τὰ τμήματα τοῦ ΕΛΑΣ ἐπετέθησαν ἐναντίον ἡμῶν ἐν συνεννοήσει μὲ τοὺς κατακτητὰς τῆς Πατρίδος. Δὲν ἐδήλωσα μεμονωμένως διὰ τὸν κ. Τσιριμῶκον. Εἶναι ὅμως γεγονός, ὅτι τὰ τμήματα τοῦ Ε.Λ. Α.Σ. τὸ 1943 καὶ 1944 καθωδηγοῦντο ἀπὸ μίαν πολιτικὴν ἡγεσίαν, ἡ ὁποία εἶχε λάβει τὴν μορφὴν τῆς Κυβερνήσεως τῶν βουνῶν, τὴν λεγομένην Π.Ε.Ε.Α., εἰς τὴν ὁποίαν μετεῖχεν ὁ κ. Τσιριμῶκος. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά, (θόρυβος Κωδωνοκρουσίαι).
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χριστάκος ἔχει τὸν λόγον.
§142Δ. ΧΡΙΣΤΑΚΟΣ. Διερωτῶμαι, κύριοι βουλευταί, μήπως οὐχὶ ἀτόπως, μήπως οὐχὶ ἀκαταλλήλως, ὑπὸ τῶν χθεσινῶν ὁμιλητῶν, ἀφ’ ἑνός, δηλαδή, ὑπὸ τοῦ ἐκ τῶν συναρχηγῶν τοῦ Λ.Ε.Κ., κ. Κανελλοπούλου καί ἀφ’ ἑτέρου, ὑπὸ τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐγένετο κατ’ ἐπανάληψιν μνεία τοῦ γνωστοῦ ἥρωος τοῦ μεγάλου σοφοῦ Ἱσπανοῦ συγγραφέως Θερβάντες. Διότι δυστυχῶς, παρὰ τὴν σοβαρότητα τῆς συζητήσεως ἐξεδηλώθη καὶ δονκιχωτισμός, καθ’ ὅσον νομίζω, ὅτι δονκιχωτισμὸν ἀποτελεῖ ἡ ἔκφρασις τοῦ ἀξιοτίμου συναρχηγοῦ τοῦ Λ.Ε.Κ., ὅστις ἀνέφερε τὸ ὄνομά μου κατὰ συνάρτησιν πρὸς τὸ τοῦ κ. Μανιαδάκη, εἰπών, ὅτι ἀνήκω μετ’ αὐτοῦ εἰς τὰς ἐθνικὰς δυνάμεις, μὲ εἰσαγωγικά. Δὲν γνωρίζω μὲ ποῖον δικαίωμα εἷς βουλευτὴς, ἐκλεγεὶς ὑπὸ τοῦ λαοῦ, δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὅτι ἀνήκει εἰς δυνάμεις ἐθνικάς, μὲ εἰσαγωγικά, δηλαδὴ ἀντεθνικάς, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν πράγματι ἀποτελεῖ ἐκπρόσωπον τοῦ Ἔθνους καὶ δικαιοῦται ἐν ὀνόματι τοῦ Ἔθνους, τὸ ὁποῖον τὸν ἐτίμησε διὰ τῆς ψήφου του καὶ τὸν ἔστειλεν ἐν τῇ Βουλῇ, δικαιοῦται λέγω, ἐν ὀνόματι ὅλων αὐτῶν, νὰ κατέχῃ τὸ βῆμα τοῦτο, νὰ ἐκπροσωπῇ τὸ Ἔθνος, νὰ ἀγορεύῃ καὶ νὰ ἀναπτύσσῃ τὰς ἀπόψεις του καὶ νὰ συμμετέχῃ εἰς ὅλας τὰς λειτουργίας τοῦ σώματος τῆς Βουλῆς. Ἀποτελεῖ κατὰ τὴν ἐπιεικεστέραν ἔκφρασιν τὸ πρᾶγμα δι’ ἐμέ, δονκιχωτισμόν, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπέπεσεν ὁ ἀξιότιμος συναρχηγὸς τοῦ Λ.Ε.Κ. κατὰ τὴν χθεσινὴν ὁμιλίαν του καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐπροχώρησε περαιτέρω, ἀλλά, ἐξέφρασε γνώμας, δὲν ἔχω στοιχεῖα ἄλλα παρ’ αὐτοῦ, νὰ τοῦ ἀπαντήσω. Ὀφείλω ὅμως νὰ δηλώσω ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου τούτου βήματος, ὅτι ἡ ἀντίληψις τῶν ἐθνικῶν καθηκόντων δὲν μᾶς ἀπολείπει, δὲν ἀπολείπει συγκεκριμένως ἐμέ. Ἀσχέτως ἐὰν ἡ ἀντίληψις αὐτὴ διΐσταται βασικῶς πρὸς ἀντιλήψεις ἄλλων, οἱ ὁποῖοι, ἐν ὀνόματι μιᾶς παρεξηγημένης, διὰ νὰ μὴ εἴπω βαρυτέρας λέξεις, ἐθνικοφροσύνης, θέλουν νὰ μονοπωλήσουν τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ Λαοῦ. Μετὰ τὸν σύντομον αὐτὸν πρόλογον ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου θέλω νὰ τονίσω ἐξ ὑπαρχῆς ὅτι δὲν εἴμεθα ἡμεῖς, δὲν θὰ εἶμαι ἐγώ, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐκφράσῃ ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Τοῦτο εἶναι γεγονὸς αὐτόδηλον, καταδειχθὲν καὶ κατὰ τὰς προηγουμένας συγκρούσεις τῶν διαφόρων Κυβερνήσεων, εἰς τὰς ὁποίας, ἁπάσας σχεδόν, συμμετεῖχον καὶ οἱ ἤδη ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν ἀξιότιμοι κ.κ. ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων καὶ ἀρχηγὸς τοῦ Δημ. Σοσ. κόμματος. Καὶ δὲν θὰ εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκφράσουν τὴν ἐμπιστοσύνην των πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι, δυστυχῶς, ἡ Κυβέρνησις παρὰ τοὺς πολλοὺς καὶ διαφόρους λόγους, τοὺς ἀφθόνους καὶ πομπώδεις, δὲν ἀνταπεκρίθη εἰς τὰς προσδοκίας καὶ τοῦ λαοῦ καὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, τὴν σύμφωνον ἄλλως τε καὶ πρὸς ἄλλας γνώμας πολλῶν βουλευτῶν. Παρὰ πολλῶν ἐκ τῶν προλαλησάντων πολλὰ ἐμνημονεύθησαν βαρύνοντα τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας. Εἰς τὰ πολλὰ αὐτὰ ἠμποροῦν νὰ προστεθοῦν καὶ πάμπολλα ἄλλα. Ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον ἰδιαζόντως θέλω νὰ ἐξάρω εἶναι τοῦτο: Ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως τῶν δύο συνεργαζομένων κομμάτων, Φιλελευθέρων καὶ Δημ. Σοσιαλιστικοῦ ὡδηγήθη ὁ λαὸς εἰς τὸ ἀπόλυτον τῆς ἀπαθλιώσεως διὰ πείνης, διὰ στερήσεων, δι’ ἀνεργίας, τὰ ὁποῖα ὅλα αὐτὰ δὲν ἀποτελοῦν ἄλλο τι παρὰ ἄθροισμα θρήνων, γόων καὶ ὀδυρμῶν εἰς ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ ἀπὸ τῶν βορειοτέρων ἐπαρχιῶν μέχρι τῶν νοτιωτάτων τοιούτων καὶ τῶν νήσων. Δὲν εἶναι ἡ κατάστασις, ἡ δυσχερὴς ἔστω ἀπό τε διεθνοῦς καὶ ἐσωτερικῆς ἀπόψεως, ἡ δικαιολογία, ὑπαίτιος κυρίως, εἶναι κατὰ τὴν ἐμὴν τοὐλάχιστον γνώμην, ἡ Κυβερνητικὴ ἀδιαφορία καὶ ἡ τάσις της εἰς ὅλα τὰ μέτρα νὰ ἐξυπηρετῇ μόνον τὴν ἰθύνουσαν ὀλιγαρχικὴν πλουτοκρατικὴν τάξιν καὶ νὰ ἀδιαφορῇ πρὸς τὸν Λαόν, περιοριζομένη μόνον εἰς πομπώδεις λόγους ὑπὲρ λαϊκῶν συμφερόντων, μηδέποτε δὲ πράττουσα ἔργα, ἴσως καὶ πόρρωθεν τὸν λαὸν ἐξυπηρετοῦντα. Καὶ τοῦτο μόνον, ἡ λαϊκὴ αὕτη ἀπαθλίωσις, εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ σοβαρώτερα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ καταλογισθοῦν εἰς τὸ παθητικὸν τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ κοντὰ εἰς αὐτὰ δὲν ὑπάρχουν καὶ πολλὰ ἄλλα; Ἐμνημονεύθησαν, ὅπως εἶπον προηγουμένως, καὶ ἀνεφέρθησαν πολλά. Εἰς ταῦτα, θὰ προσθέσω ὅτι βαρύνουν τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐγκληματικαὶ παραλείψεις, αἱ ὁποῖαι ἐπαυξάνουν τὰ δάκρυα, τὸν πόνον, τὴν ἀγωνίαν τοῦ Λαοῦ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς ἐνῶ ἠκούσμεν ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὰς ἐκλογὰς τὰς παρελθούσας, τῆς 5ης Μαρτίου 1950, ἀπὸ ὅλας τὰς διευθύνσεις, ἀπὸ τὰ ἑδώλια ἐκεῖνα, διαφόρων συγκροτήσεων, Κυβερνήσεις, εἰς ἅς ἁπάσας συμμετεῖχον καὶ οἱ ἤδη ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν, ἐνῶ ἠκούομεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἰσῆλθεν εἰς ὁδὸν γαλήνης, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ βαδίσῃ πρὸς ἀνασυγκρότησιν, ὅτι τὰ πάντα ἐγγυῶνται μίαν ὁμαλότητα, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς ὑπὸ τὸ φάσμα, ἔστω μιᾶς διεθνοῦς κρίσεως καὶ ἕνεκα ἑνὸς πολέμου διεξαγομένου εἰς τὴν Ἄπω Ἀνατολήν, δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἡ διατήρησις χιλιάδων ἀνθρώπων ἐν ἐξορίᾳ, ἡ διατήρησις ἀνθρώπων ἐν φυλακαῖς, ἡ διατήρησις ἀνθρώπων ἐν ἀπογνώσει, χωρὶς καὶ αὐτὰ τὰ ἐλάχιστα χαρακτηρισθέντα μέτρα τῆς ἐπιεικείας, τὰ ἀρχικῶς ἐμφανισθέντα καὶ ἐπανειλημμένως διαλαληθέντα, νὰ λάβουν μίαν πνοὴν ἐφαρμογῆς, νὰ ἀχθοῦν εἰς ὁδὸν πραγματοποιήσεως. Εἰς τὸν ὄγκον τῶν πολλῶν καὶ πιεστικῶν αὐτῶν λαϊκῶν ἀπαθλιώσεων δὲν διαβλέπομεν ἀκτῖνα φωτός. Ἐκτὸς ἐὰν κύριοι βουλευταί, ὡς πρὸς τὴν τακτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, θεωρήσωμεν ὡς ἀκτῖνα φωτός, φωτὸς λίαν ἀμφιβόλου, μίαν προετοιμασίαν, ἕνα ταξίδι, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθη ἢ ὠνειροπόλησεν — νὰ εἴπω καλύτερον — ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῆς προσφάτου καὶ γνωστῆς εἰς ὅλους συνεντεύξεώς του εἰς τὴν Ἀγγλικὴν ἐφημερίδα Νταίηλυ Μαίηλ. Μᾶς ὑπεσχέθη παρασκευὴν διὰ ταξίδιον πολεμικὸν πρὸς τὸν Δούναβιν καὶ ἐνδεχομένως καὶ ἔτι πέραν, πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τῆς Μάγχης, διὰ τοῦ Ἐθνικοῦ Στρατοῦ. Ἐὰν δὲν εἶναι ἐσφαλμέναι αἱ γεωγραφικαί μου γνώσεις, Νοτίως τοῦ Δουνάβεως εὑρίσκεται πολὺς χῶρος καὶ μεγάλη ἔκτασις, ἐκτὸς τῆς Θράκης τῆς Ἑλληνικῆς καὶ Τουρκικῆς, Δυτικῶς καὶ Ἀνατολικῶς κατ’ ἄλλον ὅρον. Ἀνερχόμεθα εἰς τὴν Α. Ρωμηλίαν, θὰ διέλθωμεν τὸν Αἷμον, ὁλόκληρον, τὴν παλαιὰν Βουλγαρίαν καὶ ἔτσι θὰ φθάσωμεν εἰς τὸν Δούναβιν. Ἐὰν δὲ θελήσωμεν εἰς ἄλλο σημεῖον νὰ τὸν συναντήσωμεν, ἴσως μέχρι τῶν πηγῶν αὐτοῦ ἐκ τοῦ Μέλανος Δρυμοῦ, ἀπὸ τὰς ὁποίας πηγάζει, θὰ πᾶμε πολὺ μακρύτερα. Μήπως αὐτὴ ἡ ἀκτὶς τοῦ ἀμφιβόλου φωτὸς ἐρρίφθη διὰ νὰ φωτίσῃ τὴν ἀπαθλίωσιν καὶ νὰ ἀνοίξῃ διέξοδον εἰς τὴν τοιαύτην ἀπαθλίωσιν, τὴν λαϊκήν; Δὲν γνωρίζω. Πάντως εἰς ἡμᾶς ἡ συνέντευξις αὐτή, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσα, καὶ ὄχι μόνον εἰς ἐμέ, καὶ εἰς πολλοὺς ἄλλους, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὴν ἀκόμη τὴν Βρεττανίαν, ἔκαμε τοιαύτην ἐντύπωσιν καταπληκτικήν, διὰ τὴν ὁποίαν, ἀσχέτως ἄλλων ἐξηγήσεων, αἱ ὁποῖαι ἠμποροῦσαν νὰ δοθοῦν, πρέπει νὰ προστεθῇ τοῦτο: Εἶναι τρομερόν, ἐνῷ ζητοῦμεν ἀνασυγκρότησιν, ἐνῷ ζητοῦμεν εἰρήνην, ἐνῷ ζητοῦμεν ἐπὶ τέλους ὁ διεθνὴς ὁρίζων, ὅσον καὶ ἂν εἶναι θολωμένος, νὰ μὴ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς πόλεμον, ἀπὸ χώραν μικρὰν—ὡς ἡ ἰδική μας, ἡ ὁποία πρὸ παντὸς ἔχει ἀνάγκην τῶν ἀγαθῶν τῆς εἰρήνης—νὰ ἐκτοξεύωνται τοιαῦται ἐκδηλώσεις ἀπειλῶν καὶ νὰ γίνωνται τοιαῦται προειδοποιήσεις. Τὸ ἀναφέρω τοῦτο ὡς χαρακτηριστικὸν τῆς Κυβερνητικῆς νοοτροπίας, ἡ ὁποία δεινὰ μόνον ἐπεσώρευσεν καὶ εἰς τὰ δεινὰ τοῦ Λαοῦ καὶ ἄλλα θέλει νὰ προσθέσῃ, ἔστω καὶ ἐὰν τὰ δεχθῶμεν ὡς ἁπλᾶ ὀνειροπολήματα. Νομίζω, ὅτι τὰ ὅσα εἶπον εἶναι ἀρκετά, διὰ νὰ δείξουν ἐξ ὀλίγων — ἐξ ἐλαχίστων—ἔναντι τῶν μεγίστων, τὴν θέσιν μας — τὴν θέσιν μου, διὰ νὰ ὁμιλήσω στενώτερον — ἔναντι τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἀποκρουστικὴν καὶ ἀποδοκιμαστικὴν κατ’ αὐτῆς. Ὅμως ὑπάρχει ἕνα ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον δέον νὰ ἐφελκύσῃ ἰδιαζόντως τὴν προσοχὴν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ὁ τρόπος καθ’ ὃν προέκυψε τὸ ζήτημα τῆς ἐκφράσεως τῆς ἐμπιστοσύνης ἢ δυσπιστίας— ὅπως λέγει ὁ κανονισμὸς—πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ συνδεδεμένον πρὸς αὐτὴν ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι—κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην—ζήτημα οὐσιῶδες, εἶμα δὲ καὶ στενώτατα συνδεδεμένον, δυνάμενον νὰ χαρακτηρισθῇ, ἢ μᾶλλον ἔχον τὸν χαρακτῆρα τοῦ παρεμπίπτοντος. Καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ἐπὶ τοῦ ὅρου πού μετεχειρίσθην, δηλ. τοῦ χαρακτῆρος τοῦ παρεμπίπτοντος, διότι τὸ ζήτημα ἔχει νομικὴν σημασίαν. Καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ θὰ εἴπω τινά, τὰ ὁποῖα θὰ μὲ φέρουν εἰς διαφωνίαν πρὸς ἀπόψεις, τὰς ὁποίας ὀλίγον προηγουμένως ρητῶς εἶχεν ὑποστηρίξει ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Προεκλήθη τὸ ζήτημα ἐκ τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι ἐξεφωνήθησαν τὴν παρελθοῦσαν Κυριακήν, 18ην τρέχοντος εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναρχηγῶν τῆς δικεφάλου ἡγεσίας τοῦ νεοπαγοῦς Λ.Ε.Κ., καὶ ὁμοθύμως ὁ πολιτικὸς κόσμος, μὴ ἐξαιρουμένου καὶ τοῦ φίλου μου κ. Μανιαδάκη, μὴ ἐξαιρουμένου καὶ ἐμοῦ — ὁ ὁποῖος παρεκλήθην καὶ ἔκαμα δημοσίως δηλώσεις τινὰς — ὁμοθύμως ἀπεδοκίμασεν ὡρισμένας περικοπὰς τοῦ λόγου, ἐκείνου καὶ ἰδιαζόντως τὴν περικοπὴν ἐκείνην τοῦ λόγου, ποὺ ἀνεφέρετο εἰς ἐξωκοινοβουλευτικὰς λύσεις. Καὶ κατόπιν τῶν δηλώσεων αὐτῶν, ποὺ ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὰς Ἀθηναϊκὰς ἐφημερίδας, καὶ ἀναμφισβητήτως εἰς ὅλας τὰς Ἐπαρχιακάς, κατόπιν τῶν δηλώσεων αὐτῶν, προεκλήθη τὸ ζήτημα, τὸ ἐμφανισθὲν εἰς τὴν Βουλήν, ἐξ ἀφορμῆς πρωτοβουλίας τοῦ ἐκ τῶν συναρχηγῶν τοῦ Λ.Ε.Κ. κ. Κανελλοπούλου. Καὶ ἐρχόμεθα τώρα καὶ παρακάμπτομεν τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἐντοπιζόμεθα εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐκφράσεως ἐμπιστοσύνης ἢ δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν εἶναι ὀρθὸν τοῦτο καὶ δὲν εἶναι κατὰ τὴν γνώμην μου σύμφωνος πρὸς τὸν κανονισμὸν ἡ τακτικὴ αὐτή. Ἀλλά, πρὶν ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα ἀπὸ τῆς νομικῆς πλευρᾶς, ἀνάγκη ὀλίγα τινὰ νὰ εἴπω ἐπὶ τῆς οὐσίας. Εἶναι πράγματι ἀξία προσοχῆς ἰδιαζούσης παρὰ τῆς Βουλῆς, ἡ περικοπὴ ἐκείνη τοῦ λόγου τοῦ κ. Κανελλοπούλου, ἡ προκαλέσασα ὅλα τὰ κατόπιν γνωστά, τὰ ὁποῖα ἐν συντομίᾳ ἀνέφερεν. Νομίζω εἶναι ἀξία ἰδιαζούσης προσοχῆς, διότι, ἀσχέτως πρὸς ὅλα τὰ καρυκεύματα, ἀσχέτως πρὸς τὰς ἐπεξηγήσεις, τὰς ἑρμηνείας τὰς διαστολάς, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐκ τῆς πλευρᾶς τοῦ Λ. Ε.Κ., ὅμως τὰ κείμενα βοοῦν ἀφ’ ἑαυτῶν. Καὶ ἡ φράσις, ἡ ὁποία μᾶς ἐνδιαφέρει, ἔχει ἐπὶ λέξει οὕτω, κατ’ ἀναμφισβήτητον παραδοχὴν καὶ ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ τοῦ εἰπόντος κ. Κανελλοπούλου: «Ἡ Βουλὴ (ἀναγινώσκει) θὰ ὑποχρεωθῇ ἐντὸς ἐλαχίστου χρόνου νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν ἀδυναμίαν της, ὅπως δώσῃ Κυβέρνησιν εἰς τὸν τόπον, καὶ θὰ δεχθῇ νὰ στηρίξῃ Κυβέρνησιν ἐξωκοινοβουλευτικῆς συνθέσεως». Αὐτὰ ἐλέχθησαν ἐπὶ λέξει. Προσέξατε, κύριοι Βουλευταί. Ἡ Βουλὴ «θὰ ὑποχρεωθῇ». Θὰ ὑποχρεωθῇ — τὸ τονίζω ἰδιαιτέρως —δηλαδὴ θὰ ἐξαναγκασθῇ, Πῶς; Διὰ δυνάμεως τόσον πιεστικῆς, διὰ δυνάμεως τόσον ἰσχυρᾶς, ὥστε νὰ καταστῇ αὕτη ἀκαταγώνιστος ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας.
§143Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Τοιαύτας δυνάμεις κ. Χριστάκο, δὲν γνωρίζει ἡ Δημοκρατία. Μόνον τὰ καθεστῶτα, ποὺ πρεσβεύετε σεῖς, διαθέτουν τοιαύτας δυνάμεις.
§144Δ. ΧΡΙΣΤΑΚΟΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, διότι δὲν μὲ ἀντελήφθητε, τί θέλω νὰ εἴπω. Αὐτὸ ἐλέχθη. Καὶ αὐτὸ σημαίνει ἐξαναγκασμόν. Πῶς τώρα θέλετε ἐγώ, κύριοι, νὰ δεχθῶ πᾶσαν ἄλλην αἰτιολογίαν, ἡ ὁποία ἠθέλησε νὰ σκεπάσῃ, νὰ διορθώσῃ, ἢ ὁπωσδήποτε νὰ διευκρινίσῃ καὶ νὰ δώσῃ μίαν διέξοδον; Εἶναι πρόδηλον, ὅτι ἡ διευκρίνισις αὐτή, οὕτω γενομένη, δηλοῖ ἐνδιάθετον ἐπιθυμίαν τοῦ εἰπόντος καὶ φυσικὰ καὶ τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον οὗτος ἐκπροσωπεῖ, καὶ ἔρωτα πρὸς τὰς λύσεις τὰς δυναμικάς, τὰς δικτατορικάς, τὰς ἀνωμάλους. Καὶ αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ ἡ Βουλὴ νὰ τὸ παρέλθῃ ἀπαρατήρητον. Ἐὰν δὲ εἰς ταῦτα προσθέσω, κύριοι βουλευταί, καὶ τοῦτο: Ὅτι ὁμιλῶν τὴν ἑπομένην—χθὲς—ἐνώπιον τοῦ Σώματος ὁ κ. Κανελλόπουλος προσέθεσε: «δὲν ἀπολογοῦμαι, ἀλλὰ ἀπαγγέλλω κατηγορίαν», λαβὼν τὴν θέσιν εἰσαγγελέως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καταλαμβάνετε, κατὰ μείζονα λόγον, πόσον ἔντονος ὑπῆρξεν ἡ ἐνδιάθετος αὐτὴ κατεύθυνσις πρὸς ἀπειλὴν καὶ πρὸς ἔρωτα εἰς λύσεις ἀνωμάλους καὶ δικτατορικάς. Καὶ μία Βουλή, ἀντιπροσωπεύουσα τὸ Ἔθνος, μία Βουλή, ἀποτελοῦσα, ὡς ἐπιβάλλεται φρούριον τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ κυριάρχου Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, τῶν Δημοκρατικῶν ἐλευθεριῶν, ὑπὲρ τῶν δημοκρατικῶν ἐλευθεριῶν, ὑπὲρ τῶν ὁποίων, ἀξιότιμε κύριε συνάδελφε, καὶ ἐγὼ μετ’ ἴσου πρὸς ὑμᾶς ζήλου ἐπιθυμῶ ν’ ἀγωνίζωμαι, δὲν δύναται νὰ ἀνεχθῇ τὸ τοιοῦτον.
§145Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Δὲν τὸ πιστεύω.
§146Δ. ΧΡΙΣΤΑΚΟΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ μὴ τὸ πιστεύετε, ἀλλὰ ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν μαγικὴν ράβδον, διὰ νὰ σᾶς μεταδώσω τὴν πίστιν μου. Κατόπιν τούτου γεννᾶται τὸ ζήτημα ἂν εἶναι ὀρθὸν νὰ βαδίσῃ ἡ Βουλὴ κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὴν ἔκφρασιν ἐμπιστοσύνης, ἢ δυσπιστίας, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ παραλείψῃ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐὰν τὸ πράξῃ, νομίζω ὅτι, ἀσεβεῖ καὶ πρὸς τὸν λαὸν καὶ πρὸς ἑαυτὴν ὡς Σῶμα Ἐθνικόν. Πρέπει τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ λυθῇ ὡς ζήτημα παρεμπῖπτον καὶ μετὰ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἄλλο. Σᾶς ἐξήγησα προηγουμένως ποία εἶναι ἡ θέσις μου ἔναντι τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἑπομένως οὐδεμία παρεξήγησις ἠμπορεῖ νὰ δοθῇ εἰς τοὺς λόγους μου, ὅτι ἀναλαμβάνω ἔστω καὶ πόρωθεν συνηγορίαν τινὰ διὰ τὸ Κυβερνητικὸν παρελθὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ Κυβερνητικοῦ ἔργου. Ὅμως τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει νὰ προηγηθῇ, διότι ἄλλως δίδεται ἱκανοποίησις εἰς τὴν τοιαύτην ἀπειλήν, τὴν ὁποίαν ἐξήγγειλε τὸ Λ.Ε.Κ., καὶ τοῦ λέγομεν, ὅτι ὡραῖα τὰ εἴπατε. Καὶ ἐρχόμεθα τώρα, παρὰ τὰ ὅσα εἴπατε καὶ παρὰ τὰς ἀπειλάς, νὰ στραφῶμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ λογοδοτήσῃ καλύπτοντες ὅλους ὑμᾶς. Καὶ τώρα ἂς ἔλθωμεν ἐν ὀλίγοις εἰς τὴν νομικὴν ἄποψιν τὸ προγράμματος. Εἶναι τοῦτο ἐπιτετραμμένον κατὰ τὸν Κανονισμόν; Ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀναγνώσας μίαν περίοδον τοῦ ἄρθρου 53 τοῦ Κανονισμοῦ, εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν. Ἡ φράσις ἔχει ἐπὶ λέξει οὕτω εἰς τὸ ἄρθρον 53 «Αἱ προτάσεις ἐμπιστοσύνης καὶ αἱ προτάσεις δυσπιστίας.... (ἀναγινώσκει) ....... συζητοῦνται κατὰ προτίμησιν οἱουδήποτε ἄλλου θέματος». Δὲν πρόκειται ἐδῶ, κύριοι, περὶ ξεχωριστοῦ θέματος. Εὑρίσκονται τὸ ἓν ἐν συναρτήσει πρὸς τὸ ἄλλο, καὶ ὅπως ἔθηκε τὰ ζητήματα ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὅπως ἔθηκε τὸ ζήτημα ὁ ἀξιότιμος συναρχηγὸς τοῦ Λ.Ε.Κ., εὑρίσκονται ἐν στενῇ συναρτήσει, καὶ τὸ ἕνα προεκάλεσε τὸ ἄλλο. Ἐὰν λάβετε τὸ ἄρθρον 53 ἐν τῷ συνόλῳ του, θὰ ἴδητε ὅτι λέγει πρὸ τῆς φράσεως αὐτῆς: Ἡ συζήτησις γίνεται κατὰ τὰς ἐν ἄρθρῳ 36 καὶ ἑπομένας διατάξεις. Ἐὰν δὲ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ εἰς ὃ παραπέμπει ἡ διάταξις αὐτὴ ἄρθρον 36 καὶ ἑπόμενα, δηλαδὴ 37, 38 κ.λ.π., θὰ ἴδωμεν ὅτι λέγονται τά ἑξῆς: Εἰς τὸ ἄρθρον 36 ἐν τέλει: «Ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται πρῶτον μὲν ...... (ἀναγινώσκει) ......... περὶ τῶν παρεμπιπτόντων ζητημάτων, εἶτα δὲ περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου. Ἡ διάταξις αὕτη ἐφαρμόζεται ἐπὶ παντὸς παρεμπίπτοντος ζητήματος». Ἔρχεται δὲ τὸ 37 διασαφηνίζον ἔτι περισσότερον τὸ θέμα, ὅπου ἀναγράφονται τὰ ἀκόλουθα: «Ἐπὶ συνθέτων ζητημάτων ὁ Πρόεδρος .... (ἀναγινώσκει) .... ἀπαγγέλλει οἴκοθεν τὸ διαιρετόν. Τὸ διαιρετὸν ἀπαγγέλλεται ὡσαύτως ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῇ αἰτήσει παντὸς βουλευτοῦ. Ὑπαρχούσης δ’ ἀντιρρήσεως ὡς πρὸς τὸ διαιρετόν, ἀποφαίνεται περὶ τούτου ἡ Βουλή». Ἐάν, λοιπόν, λάβωμεν τὰς διατάξεις ταύτας ἐν τῇ συναρτήσει, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ὁ κανονισμὸς δίδει, πρέπει νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ πιστεύω ἀπολύτως, ὅτι ἔχομεν ἕνα παρεμπίπτον ζήτημα, τὸ ζήτημα τῶν αἰτιάσεων, περὶ τῶν ὁποίων προλαβόντως ὡμίλησα, τῶν ἐκδηλωθεισῶν ὑπὸ τοῦ Λ.Ε.Κ. διὰ τοῦ στόματος τοῦ ἐκ τῶν συναρχηγῶν του κ. Κανελλοπούλου, εἰς τὴν Θεσ)νίκην, καὶ ἐν συναρτήσει κατόπιν τὸ ζήτημα τῆς ἐκφράσεως ἐμπιστοσύνης, ἢ δυσπιστίας, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Πιστεύων εἰς τὴν ὀρθότητα τῆς ἀπόψεως ταύτης καὶ ὑπὸ τὴν οὐσιαστικὴν καὶ ὑπὸ τὴν νομικὴν τῆς ἔννοιαν, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω — ἐπιτρέπεται δὲ καὶ πρότασις ἐν τούτῳ κατὰ τὸν Κανονισμὸν ὑπὸ ἑνὸς Βουλευτοῦ — ἔχω δὲ πρότασιν τὴν ὁποίαν συνυπέγραψε καὶ ὁ συνάδελφός μου κ. Δημόπουλος, ὅπως δυνάμει τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ ἡ ὁποία δέον νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀποτελοῦσα τὸ παρεμπίπτον ζήτημα, ἀποφανθῇ πρῶτον ἡ Βουλὴ ἐπ’ αὐτοῦ καὶ κατόπιν καταλήξῃ εἰς τὸ ζήτημα ν’ ἀποφανθῇ περὶ ἐκφράσεως ἐμπιστοσύνης, ἢ δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ δὲ πρότασις, τὴν ὁποίαν διετύπωσα καὶ ἡ ὁποία ἀφορᾷ εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος, οὐχὶ προσωπικοῦ — ἀποφεύγεται τελείως τὸ ζήτημα αὐτὸ — ἀλλὰ εἰς τὴν οὐσίαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ λάβῃ θέσιν ἡ Βουλὴ ὡς Σῶμα ἀντιπροσωπεῦον τὸ Ἔθνος ἔχει ὡς ἀκολούθως:
ΠΡΟΤΑΣΙΣ
Πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων
Ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων
ΛΑΒΟΥΣΑ ΥΠ’ ΟΨΙΝ
1) Ὅτι ὑπὸ τοῦ ἐκ τῶν συναρχηγῶν τοῦ Λαϊκοῦ Ἑνωτικοῦ κόμματος καὶ μέλους τοῦ Σώματος βουλευτοῦ ἐξ Ἀθηνῶν κ. Παναγ. Κανελλοπούλου κατὰ τὸν ἐν Θεσσαλονίκη ἐκφωνηθέντα ὑπ’ αὐτοῦ πολιτικὸν λόγον τῆς 18ης τρέχοντος Φεβρουαρίου διεκηρύχθη τὸ καινοφανὲς δόγμα, καθ’ ὃ εἰς ἣν περίπτωσιν δὲν σχηματισθῇ Κυβέρνησις κατὰ τὰς ὑποδείξεις αὐτοῦ καὶ τοῦ κόμματός του, «ἡ Βουλὴ θὰ ὑποχρεωθῇ ἐντὸς ἐλαχίστου χρόνου νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν ἀδυναμίαν της, ὅπως δώσῃ Κυβέρνησιν εἰς τὸν τόπον, καὶ θὰ δεχθῇ νὰ στηρίξῃ Κυβέρνησιν ἐξωκοινοβουλευτικῆς συνθέσεως». 2) Ὄτι ἡ καινοφανὴς αὕτη διακήρυξις διὰ τοῦ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς λόγου τοῦ ἰδίου συναρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Ἑνωτικοῦ κόμματος τῆς 20 Φεβρουαρίου ἐνισχύθη καὶ ὑπερηκοντίσθη διὰ τῆς δηλώσεως αὐτοῦ ὅτι, ὁμιλῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν ἀπολογεῖται, ἀλλ’ ἀπαγγέλλει «κατηγορητήριον».
ΚΡΙΝΟΥΣΑ:
Ὄτι τοιαῦται δηλώσεις καὶ διακηρύξεις ἀντίκεινται πρὸς τὰ ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ ἐκ τῶν Κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων ἀπορρέοντα καθήκοντα καὶ δικαιώματα τοῦ Σώματος, συμφώνως πρὸς τὰ ὁποῖα μόνον ἐκ τῆς λελογισμένης ψήφου αὐτοῦ ἀπορρέουν καὶ ἐπιβάλλεται νὰ ἀπορρέουν αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις τῆς Χώρας, πᾶσα δὲ παρέκκλισις, πολλῷ δὲ μᾶλλον πᾶσα ἐνέργεια ἐπιβολῆς πρὸς ὑποχρέωσιν εἰς τοιαύτην παρέκκλισιν, διακηρυττομένη μάλιστα ὑπὸ μέλους τοῦ Σώματος, ἀποτελεῖ ἔκφρασιν περιφρονήσεως καὶ ἀσεβείας πρὸς τὸ Σῶμα, ἅμα δὲ ὑπονόμευσιν τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ ἐξώθησιν εἰς λύσεις ἀντιδημοκρατικάς, φασιστικὰς καὶ δικτατορικάς.
ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:
Ἀποδοκιμάζει τὴν ἐν Θεσσαλονίκῃ γενομένην τὴν 18ην τρέχοντος Φεβρουαρίου ἐν δημοσίᾳ ὁμιλίᾳ διακήρυξιν ὑπὸ τοῦ ἐκ τῶν συναρχηγῶν τοῦ Λαϊκοῦ Ἑνωτικοῦ κόμματος βουλευτοῦ ἐξ Ἀθηνῶν κ. Παναγ. Κανελλοπούλου περὶ τοῦ ὅτι «ἡ Βουλὴ θὰ ὑποχρεωθῇ ἐντὸς ἐλαχίστου χρόνου νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν ἀδυναμίαν της, ὅπως δώσῃ Κυβέρνησιν εἰς τὸν τόπον, καὶ θὰ δεχθῇ νὰ στηρίξῃ Κυβέρνησιν ἐξωκοινοβουλευτικῆς συνθέσεως». Ἐν Ἀθήναις τῇ 21ῃ Φεβρουαρίου 1951. Οἱ Προτείνοντες Βουλευταὶ ΔΙΟΝ. Ι. ΧΡΙΣΤΑΚΟΣ Βουλευτὴς Ἀθηνῶν ΙΩΑΝ. ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ Μεσσηνίας» Κάμνω τὴν πρότασιν ταύτην καὶ παρακαλῶ νὰ καταχωρηθῇ εἰς τὰ πρακτικά. Καὶ δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξα εἰς ὑμᾶς κύριοι βουλευταί, νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἔχει τὴν ἔννοιαν τοῦ παρεμπίπτοντος. Καθ’ ἃ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ προκύπτει, πρέπει ν’ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, μεθ’ ὃ νὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ ἔκφρασις ἐμπιστοσύνης ἢ δυσπιστίας τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔκφρασιν ἐγὼ δὲν θὰ εἶμαι ἐκεῖνος, ποὺ θὰ ταχθῶ πρὸς τὸ μέρος τῆς ἐμπιστοσύνης, ἀλλά, δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκα, θὰ ἐκφράσω δυσπιστίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλαντζῆς ἔχει τὸν λόγον.
§148Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἴσως διότι ἔχομεν τὴν τιμήν, ἀλλὰ καὶ τὴν βαρεῖαν εὐθύνην ν’ ἀντιπροσωπεύωμεν ἰδιαιτέρως περιοχάς, αἱ ὁποῖαι κατ’ ἐξοχὴν ἐδοκιμάσθησαν ἀπὸ τὸ σύγχρονον δρᾶμα τοῦ συμμοριτισμοῦ, ἐθεώρησα κατὰ συνείδησιν παρὰ τὸ προκεχωρημένον τῆς ὥρας καὶ τὴν ἐξάντλησιν τοῦ θέματος μετὰ τὰς ἀγορεύσεις τῶν κ. συναδέλφων καὶ ἀρχηγῶν, ἐθεώρησα καθῆκον ἠθικῆς τάξεως ἀπέναντι τοῦ πληθυσμοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος δι’ ἡμᾶς πράγματι ἀποτελεῖ τὴν πρωτοπορείαν εἰς τὰς θυσίας κατὰ τὸν ἐπικὸν ἀγῶνα τῆς φυλῆς μας, νὰ λάβω τὸν λόγον. Καὶ ἀναφέρομαι εἰς τὸ εἰδικώτερον θέμα τῶν συμμοριοπλήκτων, διότι δυστυχῶς ἀπὸ τετραμήνου καὶ συγκεκριμένως ἀπὸ τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου πᾶσα κυβερνητικὴ ἀντίληψις σχέσιν ἔχουσα μὲ τὴν συναίσθησιν τῶν βασικῶν προβλημάτων τοῦ πολυτίμου αὐτοῦ τμήματος τῆς Πατρίδος μας, ἀνεκόπη. Πιστεύω, κ. συνάδελφοι, ὅτι τιθεμένου τοῦ ὅλου ἔργου τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τομεῖς δράσεως, ὑπὸ ἔλεγχον, ἀφ’ ἧς ἐτέθη ζήτημα ἐμπιστοσύνης, πιστεύω ὅτι τὸ πρόβλημα αὐτό, κατ’ ἐξοχὴν κοινωνικὸν πρωτίστης σημασίας, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποτελέσῃ καὶ τὴν λυδίαν λίθον ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ἐκρίνετο ἡ ὅλη πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Δυστυχῶς, παρὰ τὰς ἐξαγγελίας, ἐπὶ τῶν ὁποίων νομίζομεν ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ συνέχεια κυβερνητικῆς εὐθύνης, ἀπὸ τοῦ μηνὸς Μαΐου παρὰ τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ ὅτι ἡ αὐτοστέγασις θὰ ἀπετέλει πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τὴν ἔναρξιν ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου τοῦ ἔργου αὐτοῦ καὶ τὴν ἐξαγγελίαν τῶν πρώτων πιστώσεων τῶν 320 δισεκατομμυρίων, ὅταν ταῦτα ἀπερροφήθησαν ἔπαυσεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ ὑπάρχῃ συνέχεια κυβερνητικῆς πολιτικῆς. Δηλαδὴ κατὰ μῆνα Νοέμβριον ἐξηντλήθησαν τὰ 320 δισεκατομμύρια διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς τῆς αὐτοστεγάσεως ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐφεξῆς, ὅπως καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν κ. συναδέλφων μετὰ τῶν ὁποίων μετέσχομεν ἐπανειλημμένων συσκέψεων καὶ διαβημάτων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἔχουν διαπιστώσει, τὸ ἔργον αὐτὸ οὐσιαστικῶς, ἐπαναλαμβάνω, διεκόπη. Ὁμολογοῦμεν ὅτι ἀνεμένομεν μετ’ ἰδιαιτέρου ἐνδιαφέροντος μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ μῆνα Δεκέμβριον, ὅτι θὰ ἐξηγγέλλοντο ἅμα τῇ συντάξει τοῦ προγράμματος τῆς οἰκονομικῆς βοηθείας διὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον αἱ ἐπ’ αὐτοῦ ἀποφάσεις Κυβερνήσεως, ἀνεμένομεν, ἐπαναλαμβάνω, μετ’ ἀγωνίας τὴν ἐκδήλωσιν τῆς κυβερνητικῆς πολιτικῆς. Δυστυχῶς καὶ κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προγράμματος τοῦ νέου ἑξαμήνου ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ δὲν ἐξηγγέλθη ἐὰν θὰ συνεχισθῇ ἢ οὐ ἡ διαγραφεῖσα καὶ ἐπικροτηθεῖσα παρ’ ὅλων τῶν πολιτικῶν παρατάξεων πολιτικὴ ἐπὶ τῶν κεντρικῶν σημείων, τῶν ἀφορώντων τὴν στέγασιν καὶ γεωργικὴν ἀποκατάστασιν τῶν συμμοριοπλήκτων. Καὶ συγκεκριμένως μέχρι τῆς στιγμῆς, ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ν)βρίου, ἐπαναλαμβάνω, διακοπείσης πάσης στεγαστικῆς προσπαθείας, δὲν ἀναγγέλλεται οὔτε ἀνηγγέλθη ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἐὰν ἐξησφαλίσθησαν τὰ οἰκονομικὰ μέσα, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον κρατεῖ, ὡς γνωρίζουν ὅλοι οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ προερχόμενοι ἐκ τῶν περιοχῶν τῶν 700.000 συμμοριοπλήκτων, κρατεῖ εἰς ἀγωνιώδη κατάστασιν τοὺς ἐν λόγῳ πληθυσμούς. Δι’ ἡμᾶς κύριοι συνάδελφοι, ὅταν πρόκειται διὰ τὸ θέμα τῶν συμμοριοπλήκτων, τὸ ὁποῖον μὲ λόγους τοὐλάχιστον ἐμφανίζεται ὅτι ἀποτελεῖ τὸ ἠθικὸν πρόβλημα τοῦ τόπου, τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 1, προτασσόμενον πάσης ἀνασυγκροτήσεως, τὸ ὁποῖον ἐμφανίζει τοὺς πληθυσμοὺς αὐτοὺς ἔχοντας ἀνάγκην ἀποκαταστάσεως καὶ ὄχι ἀνασυγκροτήσεως, Κυβέρνησις ἡ ὁποία ἐπὶ ἕνα χρόνον ἤδη καὶ ἰδιαιτέρως, κατὰ τὸ τελευταῖον τετράμηνον — τὸ τονίζω τοῦτο — δὲν προωθεῖ τὸ διακεκριμένον κοινωνικὸν ζήτημα εἰς τὸ στάδιον τῆς ὁλοκληρώσεως τῆς ἀποκαταστάσεως, θὰ μᾶς ἐπιτραπῇ, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἐπαναλάβωμεν καὶ πάλιν ὅτι δὲν δικαιοῦται νὰ λέγῃ ὅτι συντάσσει, ἀναμορφώνει ἢ τροποποιεῖ προγράμματα ἀνασυγκροτήσεως τοῦ τόπου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ ὅτι ἀσκεῖται πολιτικὴ ἀνασυγκροτήσεως ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς καὶ πολιτικῆς ζωῆς τοῦ τόπου ἐφόσον ἓν τμῆμα, ἀντιπροσωπεῦον τὸ ⅒ σχεδὸν τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος, τμῆμα, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν ἱεραρχίαν τῶν θυσιῶν προηγεῖται παντὸς ἄλλου, εὑρίσκεται ἀκόμη εἰς τὸ στάδιον τῆς ἀπαθλιώσεως καὶ ἀντιμετωπίζει ζήτημα συντηρήσεως, ζήτημα δηλαδὴ ἄρτου, ὅπως γνωρίζουν ὅσοι ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων ἀντιπροσωπεύουν τὰς περιοχὰς αὐτάς. Πῶς εἶναι δυνατόν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ τονίζεται ὅτι διατίθενται ἐκ τοῦ σχεδίου Μάρσαλ πιστώσεις καί ἐν γένει βοήθειαι ἀφορῶσαι τὴν Ἀνασυγκρότησιν, τὴν αὔξησιν τῆς παραγωγῆς καὶ τὴν κάλυψιν ὅλων τῶν ἄλλων τομέων τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος, ὅταν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν προμετωπίδα τῶν φροντίδων της δὲν τοποθετεῖ τὸ πρόβλημα αὐτό; Ἐπειδὴ ἀνέκυψε τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐθεωρήσαμεν, ὅπως εἶπον καὶ ἐν ἀρχῇ, ὅτι θὰ ἦτο παράλειψις ἐκ μέρους μας ἐὰν καὶ πάλιν διὰ μίαν ἀκόμη φοράν, μετὰ σειρὰν παραστάσεων καὶ διαμαρτυριῶν, ὅταν κρίνεται ἐν τῷ συνόλῳ τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως καὶ προκειμένου ἐπ’ αὐτοῦ νὰ ἀποφανθῇ τὸ Σῶμα, δὲν ἐνεφανίζομεν τὴν τακτικὴν αὐτήν, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν ἐπιεικεστέραν δυνατὴν ἔκφρασιν, τῆς ἀδιαφορίας, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξεν ἡ παροῦσα κυβέρνησις ὡς πρὸς τὸ ζήτημα αὐτὸ κατὰ τὸ τελευταῖον τετράμηνον. Νομίζομεν ὅτι καὶ τὸ γεγονὸς αὐτὸ θὰ ἔχῃ μεγάλην σημασίαν εἰς τὴν συνείδησιν τῶν κ. συναδέλφων ὅσον ἀφορᾷ τὴν θέσιν των ἀπέναντι τοῦ πολιτικοῦ θέματος. Αὐτὰ ἤθελα ἐν πάσῃ δυνατῇ συντομίᾳ νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν συμμοριοπλήκτων ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ πολιτικὸν θέμα, χωρὶς νὰ ἀναφερθῶ εἰς τὰ ἐπὶ μέρους ζητήματα ὅπως τὸ ζήτημα τῆς ὁλοκληρώσεως τοῦ ἐξοπλισμοῦ τῶν συμμοριοπλήκτων, τὸ ὁποῖον οὐσιαστικῶς ἐσταμάτησεν ἀπὸ τοῦ φθινοπώρου, ἢ τὸ ζήτημα τῆς συντηρήσεως καὶ περιθάλψεως αὐτῶν ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ὑπόσχεσίν της ἐτήρησεν, ὅτι θὰ ἐξησφάλιζε τὰ μέσα τῆς τροφοδοσίας αὐτῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ χειμῶνος. Θέλω νὰ πιστεύω ὅτι οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ περαιτέρω κυβερνητικὴ ἐξέλιξις, πᾶσα Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ εὑρίσκεται κατὰ τὰς προσεχεῖς ἡμέρας εἰς τὴν ἀρχήν, θὰ θεωρήσῃ πλέον ζήτημα τιμῆς δι’ αὐτὴν τὴν ἠθικὴν τακτοποίησίν της ἔναντι τοῦ πληθυσμοῦ αὐτοῦ, ὡς πρὸς τὸν ὁποῖον τηρεῖται ἄκρα σιγὴ ἀπὸ τετραμήνου ἤδη. Ὅταν γίνεται συζήτησις δι’ ὅλους τοὺς ἄλλους τομεῖς τῆς ἐσωτερικῆς ὀργανώσεως τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς τοῦ τόπου, διὰ τὸ βραχυπρόθεσμον, τὸ μονοετὲς καὶ τὸ τριετὲς πρόγραμμα, καὶ ἔπαυσε πλέον νὰ γίνεται κάθε συζήτησις διὰ κεφαλαιῶδες κοινωνικὸν ζήτημα ὅπως εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ὁλοκληρώσεως τῆς στεγάσεως τῶν συμμοριοπλήκτων καὶ πυροπαθῶν καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς βραχυπροθέσμου πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν τοῦ μακροπροθέσμου τριετοῦς προγράμματος, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ μεταφέρωμεν τὴν φωνὴν τῆς ἀγανακτήσεως καὶ τῆς ἀπογοητεύσεως, ἡ ὁποία συνέχει τοὺς ἐν λόγῳ πληθυσμούς, ἐν ὄψει μάλιστα, πολλαχόθεν διαπιστουμένης ἀνάγκης συσφίγξεως καὶ συμπυκνώσεως τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος (χειροκροτήματα).
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζάκκας ἔχει τὸν λόγον.
§150Α. ΖΑΚΚΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, εὑρισκόμεθα πρὸ πολιτικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατὰ ἕνα τρόπον βεβαίως πολὺ περίεργον. Συνήθως, τῆς Βουλῆς εὑρισκομένης ἐν δράσει, τὰ πολιτικὰ ζητήματα πρέπει νὰ ἔρχωνται φυσιολογικά, δηλαδὴ μετὰ συζήτησιν τῶν ἐπερωτήσεων ἢ ἐπὶ τῇ βάσει προτάσεων γενομένων κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Μολονότι ἡ Βουλὴ λειτουργεῖ ἐγένετο εἰς τὴν Θεσ)νίκην μία πολιτικὴ ὁμιλία ἀπὸ τοὺς δύο ἀρχηγοὺς τοῦ νέου κόμματος, τοῦ Λ.Ε.Κ., ἡ ὁποία εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν σημερινὴν συζήτησιν καὶ νὰ καλούμεθα νὰ ἀποφανθῶμεν περὶ τῆς τύχης τῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως εὐτύχημα εἶναι ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτήν, τόσον ὁ ὁμιλήσας ἐν Θεσ)νίκῃ, καί, κατὰ τὴν γνώμην του, παρεξηγηθείς, διεκήρυξε τὴν δημοκρατικήν του πίστιν καὶ τὴν ἀφοσίωσίν του πρὸς τοὺς κοινοβουλευτικοὺς θεσμούς, ὅσον καὶ διάφοροι ἄλλοι ρήτορες εὗρον καὶ αὐτοὶ τὴν εὐκαιρίαν νὰ διαδηλώσουν τὴν προσήλωσίν των πρὸς τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα. Αὐτὸ εἶναι τὸ μόνον κέρδος τῆς ὑποθέσεως νομίζω. Ἀλλὰ καλὸν εἶναι αὐτὴ ἡ περιπέτεια, ἡ ὁποία μᾶς ἀπασχολεῖ, νὰ ἐξετασθῇ ὀλίγον καὶ εἰς τὸ βάθος της. Ὁ ἐν Θεσ)νίκῃ ὁμιλήσας ἀρχηγὸς τοῦ Λ.Ε.Κ. κατηγορεῖται δι’ ἔλλειψιν σεβασμοῦ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς θεσμούς. Εἶναι μήπως ὁ μόνος ἄξιος τοιαύτης κατηγορίας; Δὲν ἔχουν προηγηθῆ καὶ ἄλλαι πράξεις ἀφ’ ἧς συνεκροτήθη ἡ Βουλὴ τῆς 5ης Μαρτίου, αἱ ὁποῖαι ἐξηγοῦν πλήρως διατὶ ἐφθάσαμεν ἐκεῖ ποὺ ἐφθάσαμεν; Ὅλοι ἐνθυμεῖσθε ὅτι πρὶν ἢ συνέλθῃ ἡ παροῦσα Βουλὴ εἰς Σῶμα συνεκροτήθη Κυβέρνησις ἡ ὁποία χωρὶς κἂν νὰ ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, ἔσπευσε νὰ κάμῃ τὸν νόμον περὶ ἐθνικῆς ἀμύνης, νόμον σπουδαιότατον, ὁ ὁποῖος ἐξεταζόμενος εἰς τὴν οὐσίαν, πείθει, ὅτι εἶναι ἢ δὲν εἶναι σκόπιμος. Ἠμποροῦσεν ὅμως καὶ ἔπρεπε τὸ τόσον σπουδαῖον αὐτὸ νομοθέτημα νὰ προταθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἐγκριθῇ ἀπὸ αὐτήν. Παρὰ ταῦτα, ὁ νόμος αὐτὸς ἔγινεν ὡς ἔγινε καὶ αἱ διατάξεις, τὰς ὁποίας διαλαμβάνει, θέτουν τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ἔξω παντὸς δικαιώματος ἐπὶ στρατιωτικῶν πραγμάτων. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅ,τι ἔγινεν, ἔγινεν ἐπὶ κακῷ, ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἕνα βαρὺ πλῆγμα κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἡ ὁποία ὄχι μόνον ἀπεστερήθη σοβαρωτάτου δικαιώματός της ἀλλὰ καὶ ἐν συνεχείᾳ δὲν ἐκρίθη καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ μὴ κρίνεται ἀξία νὰ ἐπιληφθῇ τῆς κυρώσεως τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ, διότι δὲν ἀπεστάλη εἰσέτι εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς συζήτησιν, ἐπεξεργασίαν καὶ ψήφισιν. Ἀλλὰ μήπως κατόπιν ἡ Κυβέρνησις ἡ ἀποκληθεῖσα τοῦ Δημοκρατικοῦ κέντρου ἐπέδειξε τὸν ἐπιθυμητὸν σεβασμὸν πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς Ἐθνιτῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ τὴν δημοκρατικὴν πίστιν; Τί ἦτο ἐκείνη ἡ πρωτοβουλία της, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτει, μὲ πλῆθος ὑπογραφῶν νὰ κυρωθοῦν μονομιᾶς, τὸ Σχέδιον Συντάγματος, τὰ ψηφίσματα καὶ οἱ νόμοι τῆς παρελθούσης Βουλῆς, ποὺ ἐγκριθέντα μὲ τὴν ψῆφον 20 τὸ πολὺ ἀνθρώπων, ἐξακολουθοῦν κακῶς νὰ δεσμεύουν καὶ σήμερον τὴν ζωὴν τῆς χώρας, νὰ θίγουν καιρίως τὰς ἐλευθερίας καὶ νὰ θέτουν ἐν κινδύνῳ τὴν ζωὴν τῶν πολιτῶν, πολλοὶ τῶν ὁποίων παραπέμπονται νὰ δικάζωνται μὲ διαδικασίαν οὐχὶ συνήθη; Καὶ ἡ κακὴ αὐτὴ πρωτοβουλία ἐξεδηλώθη εἰς ἐποχήν, ποὺ δὲν ὑπῆχε κίνδυνος ἐσωτερικός, ὅπως τότε ποὺ ἠμποροῦσαν νὰ δικαιολογηθοῦν τὰ ἔκτακτα μέτρα καὶ ἡ ἔκτακτος διαδικασία. Καὶ ὄχι ὀλίγον συνέτεινεν εἰς τὸ νὰ κλονισθῇ ὁ ἀπόλυτος σεβασμὸς πρὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ τὰ δημοκρατικὰ ἰδανικά. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα ἐπῆρε κατόπιν κατήφορον, διότι ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς εἰς τὴν παροῦσαν σύνοδόν της, βλέπουν τὸ φῶς νομοθετήματα σπουδαιοτάτου περιεχομένου, ὑπὸ μορφὴν Ἀναγκ. Νόμων. Αὐτὸ βεβαίως δὲν μαρτυρεῖ πίστιν πρὸς τὴν Δημοκρατίαν καὶ εἶναι ἐν ἀπολύτῳ ἀντιθέσει πρὸς τὰ αἰσθήματα τῆς μεγάλης πλειοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία ἀκριβῶς θέλει τοὺς ἐκπροσώπους της, οἱ ὁποῖοι ἐκλέγονται ἐλευθέρως, νὰ ἐπιλαμβάνωνται καὶ τῆς νομοθετικῆς ρυθμίσεως τῶν θεμάτων ποὺ ἐνδιαφέρουν τὴν δημοσίαν, κοινωνικὴν καὶ οἰκονομικὴν ζωήν. Πάντως ἂς χαιρετήσωμεν ὡς ἕνα ἀγαθὸν ἀπόκτημα τὸ ὅτι ἐκ τῆς σημερινῆς περιπετείας, ὅλοι ἐκηρύχθημεν ὑπὲρ τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν καὶ τῶν δημοκρατικῶν ἰδανικῶν καὶ κατὰ τῶν ἐξωκοινοβουλευτικῶν κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐμφανίζονται κατ’ ἀρχὰς ὡς κυβερνήσεις σωτηρίας διὰ νὰ καταλήξουν κατόπιν εἰς βλαβερὰς καὶ ἀνελευθέρους δικτατορίας. Τώρα βεβαίως ἡ περιπέτεια αὐτὴ ἔδωσεν ἀφορμὴν εἰς τὸ νὰ ἀναπτυχθοῦν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διάφοροι ἰδέαι καὶ αἰσθήματα ὑπὲρ τῶν πασχουσῶν λαϊκῶν τάξεων καὶ ἐναντίον τῆς ἀπαθλιώσεως τοῦ πληθυσμοῦ. Ὅλοι ἐτόνισαν ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθοῦν μέτρα ὑπὲρ τῶν ἐργαζομένων ἐργατῶν, ἀγροτῶν καὶ ἐπαγγελματιῶν. Ὅλα αὐτὰ λέγονται τώρα, ἀλλὰ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐξεδηλώθησαν ἀπὸ τὴν Θεσ)νίκην ὡς προστάται τῶν λαϊκῶν τάξεων λησμονοῦν, ὅτι μετεῖχον τῆς Κυβερνήσεως τῆς τετραετίας. Θὰ μᾶς ἀντιτάξουν βεβαίως ὅτι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑπῆρξεν ἕνας ἐχθρός, τὸν ὁποῖον ὤφειλαν νὰ καταπολεμήσουν. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν αἱ μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 31 Μαρτίου 1946 κυβερνήσεις ἐδείκνυαν στοργὴν πρὸς τὰς λαϊκὰς τάξεις ἐὰν θὰ εἶχον νὰ καταπολεμήσουν τὸν ἐχθρὸν αὐτὸν ἢ ἐὰν ὁ ἐχθρὸς αὐτὸς θὰ ἦτο τόσης ἐκτάσεως, ὥστε νὰ μὴ ἀφίνει εἰς τὰς Κυβερνήσεις τὸν καιρὸν νὰ ἐνδιαφερθοῦν διὰ τὰς λαϊκὰς τάξεις. Γεγονὸς ὅμως εἶναι ὅτι οἱ πάντες εἶναι ὑπὲρ τοῦ Λαοῦ, ἀλλὰ ὑπὸ δύο ὅρους, εἴτε ὅταν εἶναι προεκλογικὴ ἡ περίοδος, εἴτε ὅταν εἶναι ἐν τῇ Βουλῇ, ἐκτὸς ὅμως τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν εἶναι ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἀντιπολίτευσίν των τὴν στηρίζουν εἰς τὸ αἴσθημά των ὑπὲρ τῶν πασχόντων. Ὅταν εἶναι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὐδεὶς ἐνθυμεῖται ὅτι ὑπάρχουν καὶ πάσχοντες καὶ μάλιστα πολλοὶ πάσχοντες. Ἐπέρασαν 4 χρόνια, κατὰ τὸ πλεῖστον τῶν ὁποίων ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις ἐπέτρεπε τὴν δημιουργίαν καλυτέρων προϋποθέσεων διὰ τοὺς ἐργαζομένους. Οὐδεὶς ἐνδιεφέρθη τὸ πῶς οἱ ἐργάται θὰ ἠμποροῦσαν νὰ ἐπιτύχουν αὔξησιν τῶν ἡμερομισθίων των. Καὶ ὄχι μόνον δὲν ἐλήφθη σχετικὴ πρόνοια, ἀλλ’ ἀντιθέτως ὁ γνήσιος συνδικαλισμὸς τὸν ὁποῖον εὗρον αἱ μετὰ τὸν Μάρτιον 1946 Κυβερνήσεις καὶ ὁ ὁποῖος ἠδύνατο καὶ τὰ συμφέροντα τῶν μισθωτῶν νὰ προστατεύσῃ καὶ τὸ σύνολον νὰ ὠφελήσῃ, βοηθῶν εἰς τὴν συγκράτησιν τῶν τιμῶν καὶ τὴν αὔξησιν τῆς παραγωγῆς, ὁ συνδικαλισμὸς λέγω αὐτὸς ἐστραγγαλίσθη εὐθὺς ἀπὸ τὴν πρώτην μετεκλογικὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀπὸ ἐτῶν οἱ ἐργαζόμενοι ἐκπροσωποῦνται ἀπὸ πρόσωπα τὰ ὁποῖα πολὺ ὀλίγον ἐνδιαφέρονται διὰ τὰ ζητήματα αὐτὰ καὶ στεροῦνται κύρους. Ἔπειτα οὐδεὶς ἐσκέφθη ὅτι ὑπάρχουν αἱ κοινωνικαὶ ἀσφαλίσεις, ὅτι ἔχασαν τὰ προπολεμικὰ ἀποθέματά των, ὅτι αὐτὰ ἔπρεπε νὰ τοὺς ἀποδοθοῦν, διὰ νὰ ἀνασυγκροτηθῇ ὁ μεγάλος αὐτὸς θεσμός, ὁ ὁποῖος, ἂν εἶχεν ἀνασυγκροτηθῆ, ἕνα μεγάλο μέρος τῆς λαϊκῆς δυστυχίας θὰ ἦτο εἰς θέσιν ἐπαρκῶς νὰ ἀντιμετωπίσῃ. Ἐπὶ πλέον, τὰ δισεκατομμύρια ποὺ μεταπολεμικῶς συσσωρεύονται εἰς τὰς ἀσφαλίσεις, ἀφέθησαν νὰ ἀφήνωνται εἰς τὰς Τραπέζας μὲ 3%– 4% τελευταίως καὶ μὲ 5% τόκον, ἐνῷ αἱ Τράπεζαι τὰ ἔδιδον μὲ τόκον 25–30%. Ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ἐπωλοῦσε χρυσὰς λίρας εἰς πάντας, αἱ κοινωνικαὶ ἀσφαλίσεις ὅμως δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ διαφυλάξουν τὴν ἀγοραστικὴν δύναμιν τῶν ἀποθεματικῶν των. Αὐταὶ ἦσαν ὑποχρεωμέναι νὰ κρατοῦν τὰ ἀποθεματικά των εἰς δραχμάς, νὰ τὰς ἔχουν τὰς δραχμὰς αὐτὰς εἰς τὴν Τράπεζαν ἀντικείμενον, ὅπως προεῖπον, τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν ὀλίγων. Ὁ κ. Στεφανόπουλος, ὁ ἕτερος ἀρχηγὸς τοῦ Λ.Ε.Κ. ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ καὶ διάφοροι ἄλλοι ρήτορες, ἐπέκριναν δριμύτατα τὴν Κυβέρνησιν διότι δὲν ἔλαβε τὰ πρέποντα μέτρα πρὸς βελτίωσιν τῆς θέσεως τῆς ἀγροτικῆς καὶ ἐργατικῆς τάξεως. Πότε ὅμως ὁ ἐν λόγῳ ἀρχηγὸς τοῦ ΛΕΚ καὶ ἐπὶ ἔτη Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ἐσκέφθη τὴν ἐργατικὴν καὶ ἀγροτικὴν τάξιν; Σήμερον τὰ ζητοῦν ὅλα αὐτὰ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν; Ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν δὲν τὴν ἐψήφισα βέβαια διὰ τοὺς λόγους ποὺ σᾶς προεξέθεσα τοὺς ὁποίους μάλιστα ἐτόνισα ὡς δικαιολογίαν ὅταν πρὸ μηνῶν τῆς ἠρνήθην ψῆφον καὶ οὔτε θὰ τὴν ψηφίσω τώρα. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἐπικρίνοντας ἔχουν τὸ δικαίωμα τῆς τοιαύτης ἐπικρίσεως. Τοῦτο διὰ νὰ εἴμεθα δίκαιοι. Ἐγὼ πάντως δὲν θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως ὄχι μόνον διότι δὲν εἶναι καλή, διότι καὶ αὐτὴ καταλέγεται εἰς τὰς Κυβερνήσεις ποὺ διαπνέονται ἀπὸ ἐχθρότητα καὶ φοβίαν κατὰ τῶν πολλῶν καὶ τῶν δικαίων των. Καὶ μὲ τὸ πνεῦμα αὐτό, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ καλὴ Κυβέρνησις διὰ τὰ λαϊκὰ συμφέροντα. Μὴ πλανᾶσθε περὶ τούτου. Τὰ φιλολαϊκὰ μέτρα ὅλοι τὰ γνωρίζουν, ἡ ἐφαρμογή των ὅμως δὲν θέλει ἐξάρτησιν ἀπὸ τοὺς ὀλίγους καὶ ἰσχυροὺς οὔτε ὑποταγὴν εἰς τὴν «ἐθνικοφροσύνην» τοῦ τελευταίου καιροῦ καὶ ἐπὶ πλέον προϋποθέτει συνείδησιν ἐλευθερίας εἰς τοὺς Κυβερνῶντας. Ἐπιτρέπεται ποτὲ νὰ συμβαίνῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συμβαίνει σήμερον; Νὰ μὴ ὑπάρχουν δηλαδὴ γνήσιοι ἀντιπρόσωποι τῶν ἐργαζομένων, οἱ ὁποῖοι λόγῳ τῆς δράσεώς των, τῆς συνδικαλιστικῆς, θὰ γνωρίζουν τὴν ζωὴν τῶν ἐργοστασίων καὶ συνεπῶς θὰ εἶναι οἱ συμπαραστάται τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ὁποῖοι θὰ τὴν φωτίζουν ὡς πρὸς τὴν συμπίεσιν τῶν τιμῶν καὶ ἐπὶ τοῦ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ αὐξάνεται ἡ παραγωγικότης τῆς χώρας; Τοιαύτην βοήθειαν δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὴν περιμένετε ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους τῶν Ὑπουργείων, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουν τὴν ἐσωτερικὴν ζωὴν τῆς παραγωγῆς καὶ συνεπῶς δὲν ἠμποροῦν νὰ φωτίσουν τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῶν ἐν λόγῳ θεμάτων. Ἔπειτα λατρεύετε καθ’ ὑπερβολὴν τὴν ἀτομικὴν πρωτοβουλίαν, καὶ συνεπῶς δὲν θέλετε ἢ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ βάλετε χαλινοὺς εἰς τοὺς ἐργοδότας, καὶ ἔτσι αἱ τιμαὶ τῶν βιομηχανικῶν προϊόντων δὲν εἶναι προσιταὶ εἰς τοὺς ἐργάτας καὶ εἰς τὸν ἀγροτικὸν κόσμον. Ἀλλὰ τότε πῶς ἠμπορεῖτε νὰ ἀξιώσητε ἀπὸ τοὺς ἀγρότας νὰ δώσουν τὰ ἀγροτικά των προϊόντα εὐθηνότερα καὶ νὰ ἐπιτύχητε διευκόλυνσιν τῶν ἐξαγωγῶν; Προχωρεῖτε οἱ μετεκλογικοὶ κυβερνῆται ὅλοι μὲ μίαν αἰσιοδοξίαν, μὲ ἠχηρὰς φράσεις ὅτι θὰ βελτιώσητε τὸ βιοτικὸν ἐπίπεδον τοῦ λαοῦ, χωρὶς ὅμως νὰ τὸν ἀφήνετε νὰ ὀργανώνεται γνήσια καὶ δημοκρατικὰ καὶ νὰ θέλετε τοὺς ἐπαγγελματικοὺς ἐκπροσώπους του ὡς συνεργάτας σας, διὰ νὰ ἠμπορέσητε νὰ προχωρήσητε. Δὲν πταίει μόνον ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, πταίει ἡ φοβία ἡ ὁποία κατέχει τοὺς περισσοτέρους ἐξ ὑμῶν, ἡ ὁποία δὲν σᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἴδητε τοὺς συνανθρώπους σας μὲ στοργὴν καὶ ν’ ἀσφαλίσητε τὴν συνδρομὴν τῶν πολλῶν καὶ ἀδόλων καὶ ὄχι τῶν ὀλίγων καὶ ἰδιοτελῶν. Ἐφ’ ὅσον θὰ προχωρῆτε ἔτσι, μὲ οἱονδήποτε ἀνασχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν θὰ ἠμπορέσητε νὰ βελτιώσητε τὴν τύχην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο. Λέγεται κατὰ κόρον ὅτι ἡ ἀνασυγκρότησις κινδυνεύει νὰ ναυαγήσῃ λόγῳ τῆς κρισιμότητος τῶν περιστάσεων. Τὴν κρισιμότητα ὅμως αὐτήν, ἐὰν ἡ χώρα αὐτὴ θέλῃ, ὅπως καὶ πρέπει κατ’ ἐμέ, νὰ φανῇ φιλειρηνική, εἶναι δυνατὸν κάλλιστα νὰ τὴν ἐλαττώσωμεν σημαντικώτατα καὶ νὰ δυνηθῶμεν νὰ βελτιώσωμεν τὴν θέσιν πολλῶν ἀνθρώπων. Ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν κάμνομεν παρὰ μόνον ὅ,τι ἀπαιτεῖται διὰ νὰ αὐξάνῃ ἡ λαϊκὴ δυστυχία, τοῦτο εἶναι ποὺ αὐξάνει καὶ θὰ αὐξάνῃ τὴν κρισιμότητα τῶν περιστάσεων. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς φοβίζῃ ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον καὶ θὰ παρεμποδίζῃ νὰ συμπεριληφθῆτε ὡς στοργικὴ πρὸς τὸν Λαὸν Κυβέρνησις. Ἂς ἔλθωμεν τώρα εἰς τὸ θέμα, ἂν πρέπῃ νὰ γίνουν ἐκλογαί. Ἐγὼ θὰ καταψηφίσω τὴν Κυβέρνησιν διότι ἔχω ὡρισμένας ἀρχάς, χάρις τῶν ὁποίων μάλιστα ἔφυγα ἀπὸ τὸ κόμμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἐξελέγην, ὅταν διεπίστωσα ὅτι τοῦτο τὰς ἀπεμπόλησεν. Καὶ θὰ ἤθελα ἡ καταψήφισις τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὁδηγήσῃ εἰς ἐκλογὰς χωρὶς ἐξ αὐτῶν νὰ προσδοκῶ σπουδαίας μεταβολὰς εἰς τὴν σύνθεσιν τῆς νέας Βουλῆς, ἐκτὸς ἐὰν διεξαχθοῦν αὗται μὲ πλήρη ἐλευθερίαν, ὁπότε, πιστεύω, ὅτι θὰ ἐνισχυθοῦν τὰ κόμματα ποὺ πράγματι θέλουν νὰ βελτιώσουν τὴν θέσιν τῶν λαϊκῶν τάξεων. Μὲ τὸ πνεῦμα αὐτό, θὰ ἀρνηθῶ τὴν ψῆφον μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ὅσοι ὅμως τὴν κατακρίνουν χωρὶς νὰ θέλουν ἀπολύτως ἐλευθέρας ἐκλογάς, δὲν πρέπει νὰ προσδοκοῦν ὅτι μὲ ἄλλους συνδυασμοὺς θὰ καταρτίσουν Κυβέρνησιν καλλιτέραν διὰ τὸν Λαόν. Διότι θὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ αὐτὴ νὰ θέλῃ τοὺς ἀντιπάλους της ὑπὸ καὶ μὲ τοὺς πολλοὺς ὑποφέροντας τὰς ἀδικίας θὰ εἶναι καὶ αὐτὴ ἐχθρὰ τοῦ λαοῦ, διότι θὰ φοβῆται τὸν λαὸν καὶ οὐδέποτε θὰ πράξῃ κάτι ὑπὲρ τοῦ λαοῦ.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαθανάσης ἔχει τὸν λόγον.
§152Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Δὲν ἦτο, κύριοι βουλευταί, ἡ πόθεσίς μου νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἐὰν ἔλαβον τοῦτον εἰς τοιαύτην ὥραν, τοῦτο τὸ πράττω διὰ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς ἀληθείας ὡρισμένων ἀπόψεων αἱ ὁποῖαι ὑπεστηρίχθησαν καὶ μία τῶν ἀπόψεων αὐτῶν ὑπῆρξεν, ὅτι ἐγεννᾶτο ζήτημα πολιτικὸν ἐξ ὡρισμένων φράσεων, αἱ ὁποῖαι ἐλέχθησαν μακρὰν τῶν Ἀθηνῶν εἰς τὴν Πρωτεύουσαν τῆς Β. Ἑλλάδος ὑπὸ τοῦ ἑνὸς τῶν Ἀρχηγῶν τοῦ Λ.Ε.Κ. κατὰ τὴν ἐκεῖ ἀνάπτυξιν τοῦ πολιτικοῦ προγράμματος. Τὸ σοβαρὸν αὐτὸ γεγονός, κύριοι, ἐκρίθη παραδόξως ἄξιον νὰ ἀποτελέσῃ ὡς διεμορφώθη καὶ διεσκευάσθη ἐδῶ θέμα πολιτικόν. Διότι, κύριοι συνάδελφοι, τί συνέβη κατὰ τοὺς ἐδῶ ἐμπνευστάς; Ἕνας μεγάλος καὶ ἀπροσδόκητος κίνδυνος ἔσπευσαν νὰ διακηρύξουν, ἠπείλησε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, τὴν παρελθοῦσαν Κυριακήν, τὰς ἐλευθερίας καὶ τοὺς φιλελευθέρους δημοκρατικοὺς θεσμοὺς τῆς χώρας. Καθ’ ἣν στιγμὴν καὶ καθ’ ἣν ἡμέραν, ὁλόκληρος ὁ ἑλληνικὸς Λαὸς ἀμέριμνος καὶ ἀνύποπτος ἀπελάμβανε τῆς ἀναπαύσεως τῆς Κυριακῆς ἀργίας, ὁ δὲ λαὸς τῆς Βορείου Ἑλλάδος καὶ ἰδιαιτέρως τῆς Πρωτευούσης αὐτῆς κατήρχοντο εἰς πρωτοφανῆ συναγερμὸν καὶ εἰς ἀκράτητον ἐνθουσιασμόν, κατήρχετο ἐπιβαίνων ὑπερπεντακοσίων αὐτοκινήτων κατὰ μάζας ὑπερβαινούσας τὰς 800 ἄτομα ποῦ; Εἰς ἀπόστασιν 20 χιλιομέτρων ἀπὸ τῆς πόλεως διὰ νὰ ὑποδεχθῇ τοὺς δύο πολιτικοὺς ἀρχηγοὺς τοῦ Λ.Ε.Κ. Καὶ ἔτρεχε κύριοι βουλευταί, καὶ συνέρρεεν ὁ κόσμος αὐτὸς ἐν ἀκρατήτῳ ἐνθουσιασμῷ ὅλως ἀνύποπτος καὶ χωρὶς νὰ ἀντιληφθῇ, ὅτι οἱ δύο αὐτοὶ πολιτικοὶ ἀρχηγοὶ δὲν μετέβαινον εἰς Θεσσαλονίκην, διὰ νὰ ἐκθέσουν τὰς πολιτικὰς αὐτῶν σκέψεις καὶ τὰς προγραμματικὰς αὐτῶν ἀρχάς, ἀλλὰ μετέβαινον ἐκεῖ, διὰ νὰ ὀργανώσουν μίαν συνωμοσίαν κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ πάντες ἡμεῖς ἡ τριακοντὰς βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἠκολουθήσαμεν αὐτοὺς εἴμεθα τὰ ὄργανα τῆς συνωμοσίας αὐτῆς καὶ τῆς ὑπονομεύσεως τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἀνύποπτος μᾶς ὑπεδέχετο. Καὶ δὲν ἠδυνήθη κύριοι νὰ ἀντιληφθῇ τοῦτο ὁ λαὸς τῆς πρωτευούσης τῆς Βορείου Ἑλλάδος, ὄχι μόνον τότε, ὅταν ὑπεδέχετο τοὺς δύο ἀρχηγοὺς καὶ τοὺς ἀκολουθοῦντας αὐτοὺς ὀπαδοὺς δὲν τὸ ἀντελήφθη, δυστυχῶς δι’ αὐτόν, οὔτε βραδύτερον, οὔτε ὅταν συνωθεῖτο εἰς τὰς αἰθούσας τῆς ὑποδοχῆς διὰ νὰ χαιρετίσῃ αὐτούς, οὔτε ὅταν ἐν τῷ μέσῳ χειροκροτημάτων καὶ ζητωκραυγῶν τοὺς παρηκολούθει ἀγορεύοντας καὶ ἐκθέτοντας τὰς ἀπόψεις αὐτῶν. Ἀλλ’ οὔτε τότε ὅταν ἐλέχθησαν αἱ φράσεις αὗται, οὔτε τότε ἠδυνήθη νὰ ἀντιληφθῇ ὁ λαὸς τῆς Βορείου Ἑλλάδος τὸν κίνδυνον αὐτὸν τῶν ἐλευθεριῶν του. Καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ τὸ ἀντιληφθῇ, ὄχι μόνον τότε, ἀλλ’ οὔτε βραδύτερον τὸ ἑσπέρας τῆς ἡμέρας αὐτῆς, ὅταν παρεκάθητο εἰς ἕνα γεῦμα, εἰς τὸ ὁποῖον παρεκάθησαν 480 ἀντιπρόσωποι τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἤκουσαν πάλιν αὐτοὺς τοὺς ἀρχηγοὺς ἐκθέτοντας τὰς ἀπόψεις των ἐπὶ τῶν πολιτικῶν θεμάτων. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐκεῖνοι οὔτε τὴν ἡμέραν ἐκείνην τὸ ἀντελήφθησαν, οὔτε τὴν ἑπομένην ἡμέραν οὔτε ὁ τύπος τῆς Βορείου Ἑλλάδος ἠδυνήθη νὰ ἀντιληφθῇ διὰ νὰ ἀναγράψῃ ἔστω καὶ μίαν παρατήρησιν, ἐπὶ τῶν λεχθέντων οὔτε καὶ κατὰ τὰς μετέπειτα ἡμέρας, ὅμως εὑρέθη εἰς τὰς Ἀθήνας εἷς ἄγρυπνος φρουρὸς τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν, ὁ ὁποῖος ἀντελήφθη τὸν κίνδυνον αὐτὸν τὸν ἀπειλοῦντα τοὺς δημοκρατικοὺς καὶ φιλελευθέρους θεσμοὺς τῆς χώρας καὶ αὐτὸς ἦτο ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἔσπευσε πρὶν ἢ πληροφορηθῇ πλήρως τὰ συμβάντα, ἢ μᾶλλον διότι ἐπληροφορήθη ἀκριβῶς τὰ συμβάντα, ἔσπευσε νὰ ἀποκαλύψῃ τὴν φοβερὰν αὐτὴν συνωμοσίαν νὰ κρούσῃ τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου καὶ νὰ καλέσῃ εἰς συναγερμὸν καὶ εἰς ἄγρυπνον ἐπιστράτευσιν τίνας κύριοι; Ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκ τοῦ μακροῦ των παρελθόντος, δὲν εἶχον τίποτε ἄλλο νὰ ἐπιδείξουν παρὰ τὴν ἔλλειψιν σεβασμοῦ πρὸς τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας καὶ πρὸς τοὺς Συνταγματικοὺς θεσμοὺς τῆς χώρας καὶ ἐν συναυλίᾳ μετ’ αὐτῶν προέβη εἰς καταπληκτικὰς δηλώσεις, ἐνῷ ὀρθὸν θὰ ἦτο καὶ ἄξιον σοβαροῦ πολιτικοῦ ἀνδρός, νὰ ἀναμείνῃ τὴν διευκρίνησιν τῶν πραγμάτων καὶ τότε νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τούτων. Καὶ ἔπρεπε νὰ ἀναμείνῃ διότι ἐπὶ τέλους δὲν εὑρίσκετο ὁ «HANNIBAL ANTE PORTAS», ἔπρεπε νὰ ἀναμείνῃ μετὰ δύο ἡμέρας, ὁπότε θὰ ἤρχοντο οἱ πολιτικοὶ ἀρχηγοὶ νὰ προκαλέσουν τὴν συζήτησιν ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ἤρεμον καὶ σοβαρὰν ἀποσαφήνισιν τοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξε, ὄχι μόνον διότι δὲν ἐγνώριζεν ποίας συνεπείας εἶχε τὸ πρᾶγμα ἀλλὰ διότι ἐνόμισε, ὅτι ἔπρεπε νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν τόσον ἀφελῆ αὐτὴν ἐφευρετικότητα, διὰ νὰ διασκεδάσῃ τὰς ἐντυπώσεις αἱ ὁποῖαι παρήχθησαν ἐκ τῆς πολυανθρώπου συγκεντρώσεως τῆς Θεσσαλονίκης, διὰ νὰ περισπάσῃ τὴν κοινὴν γνώμην πρὸς ἄλλην κατεύθυνσιν. Ἀλλ’ ὁ εὐφυὴς ἑλληνικὸς λαός, ὁ ὁποῖος ἀντελήφθη ἀμέσως τὸ τέχνασμα καὶ ὁποῖος δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ παρασύρεται ἀπὸ τοιαῦτα τεχνάσματα τῆς εὐθηνῆς κοινῆς δημοκρατίας, ἀντελήφθη τὰ πράγματα καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον οὐδεὶς συνεκινήθη καὶ οὐδεὶς ἐταράχθη. Ἐκεῖνοι, ποὺ συνεκινήθησαν καὶ συνεταράχθησαν, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, ἐκ τῶν πληροφοριῶν τῆς παλλαϊκῆς ὑποδοχῆς ἔχασαν τὴν ψυχραιμίαν των καὶ περιῆλθον εἰς τοιαύτην σύγχυσιν, ὥστε νὰ προβοῦν εἰς μίαν τοιαύτην διαστρέβλωσιν τῶν πραγμάτων καὶ τῶν λεχθέντων.
§153Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Τὶ εἶναι αὐτὰ, ποὺ λέγετε κ. συνάδελφε; μᾶς περνᾶτε γιὰ μισὸ μερδικό;
§154Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Δὲν σᾶς παρεξηγῶ κ. συνάδελφε διότι εἶναι πρώτη φορὰ ποὺ βλέπετε τὰ ἑδώλια αὐτά. Πρέπει, κύριοι, νὰ ὁμολογήσουν οἱ κύριοι πολιτικοὶ ἀρχηγοὶ οἱ ὁποῖοι ἀπηύθυναν καθ’ ἡμῶν ὅλως ἀμελετήτως, ὅλως ἐπιπολαίως, ὅλως ἀσυλλογίστως, μίαν τόσον βαρεῖαν μομφήν, μίαν τόσον βαρεῖαν ὕβριν, ὅτι ἡμεῖς, τῶν ὁποίων τὸ πολιτικὸν παρελθὸν δὲν τοὺς παρέχει οὐδὲν δικαίωμα διὰ νὰ μᾶς ἀποδώσουν ὁμοίαν σκέψιν καὶ εὐθύνην καὶ νὰ μᾶς χαρακτηρίσουν ὡς ὑπονομευτὰς τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν. Πρέπει νὰ ὁμολογήσουν ὅτι περιέπεσαν εἰς ἕνα βαρύτατον σφάλμα. Διότι δὲν ἔχει κανεὶς τὸ δικαίωμα κατὰ μείζονα λόγον τινὲς ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι μᾶς ἀπέδωκαν τοιαύτην μομφήν, τοιαύτην ὕβριν, νὰ ἐμφανίζουν τίτλους τοιούτων κατηγοριῶν. Δὲν ὑπῆρξε, κύριοι, αὐτὸ τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐπροκάλεσε τὸ πολιτικὸν θέμα. Τὸ πολιτικὸν θέμα ὑπῆρχε πάντοτε, καὶ εἰς μίαν Κυβέρνησιν μάλιστα ἡ ὁποία, ὡς ἐκ τῆς συνθέσεώς της, ἀποτελεῖ Κυβέρνησιν μὴ ἱκανοποιοῦσαν τὰς ἀπαιτήσεις τῆς κοινοβουλευτικῆς πλειοψηφίας. Καὶ ἀσφαλῶς ὑπῆρχον πλεῖστα ὅσα ἄλλα ζητήματα τὰ ὁποῖα θὰ ἐδημιούργουν πολιτικὸν θέμα. Ἄλλα ἦσαν τὰ αἴτια, πλεῖστα ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἐδικαιολόγουν τὴν Κυβερνητικὴν κρίσιν. Τὸ θέμα αὐτὸ τὸ παραμπεσὸν τῆς Θεσσαλονίκης ὑπῆρξε ἐπίτηδες παρασκευασθὲν ὡς ἕν ἐκ τῶν αἰτίων· κυρίως ὑπῆρξε μία ἀφορμὴ πρὸς ἄκαιρον δημιουργίαν τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, πάντως ὅμως ἡ ὑπαιτιότης τῆς ἀκαίρου ἐμφανίσεως τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος δὲν ὀφείλεται εἰς τὸ Λ.Ε.Κ. ἀλλ’ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐκ προθέσεως τὸ ἐδημιούργησαν. Κύριοι, ἐλέχθη ὅτι: Μὰ ποῖα ἦσαν τὰ ἄλλα ζητήματα τὰ ὁποῖα κυρίως ἔπρεπε νὰ ἀπασχολήσουν τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἀποτελέσουν ἐπίκρισιν τῆς Κυβερνήσεως; Πλεῖστα ὑπῆρχον. Ὑπόγει διάχυτον εἰς ὁλόκληρον τὸν λαὸν τὸ φάσμα τῆς πείνης, τὸ ὁποῖον ὀφείλεται ὄχι εἰς τὴν ἔλλειψιν τοῦ σίτου ἀλλὰ εἰς τὴν ἀπρονοησίαν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ προνοήσουν περὶ αὐτοῦ. Εἶναι ἀκόμη τὸ ζήτημα τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων εἰς ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς διοικήσεως. Εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν Κοινοτικῶν Συμβουλίων καί, ἂν δὲν γνωρίζῃ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, ἂς ζητήσῃ ἀπὸ τοὺς Νομάρχας της νὰ τῆς ὑποβάλουν καταστάσεις τῶν γενομένων μεταβολῶν καὶ τότε θὰ ἐκτιμήσῃ ποίαν βαρύτητα ἔχουν οἱ λόγοι μας. Ὑπῆρχον καὶ ἄλλοτε ὅλα αὐτὰ τὰ προβλήματα ἀλλὰ ἀντιμετωπίζοντο, ἐν τῷ μέτρῳ τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, κατὰ ἕνα τρόπον ὁ ὁποῖος δὲν ἐνεφάνιζε τὴν κατάστασιν αὐτῆς τῆς γενικῆς δυσφορίας καὶ ἀγανακτήσεως ἡ ὁποία ἐμφανίζεται εἰς ὁλόκληρον τὴν χώραν. Δὲν φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει πλούσια τὰ μέσα νὰ ἀντιμετωπίσῃ αὐτὰ τὰ ζητήματα, ἀλλ’ εἶναι ἀξία ἐπικρίσεως δι’ ἐκεῖνα τὰ ζητήματα διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἔλαβεν τὴν προσήκουσαν πρόνοιαν νὰ τὰ ἀντιμετωπίσῃ ἐγκαίρως, ὅπως εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ σίτου καὶ τῶν διαφόρων ἄλλων ἐφοδίων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐξησφάλιζε τὴν διὰ δελτίων διανομήν, ὅπως ἐπίσης εἶναι καὶ τὸ ζήτημα τῆς διαφυγῆς τῶν τιμῶν καὶ τῆς ὑψώσεως τοῦ κόστους τῶν ἐκ τῆς γενικῆς ὑπερτιμήσεως τῶν διαφόρων εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης. Εἶναι τὸ ζήτημα τῆς καθυστερημένης καὶ ἀνεπαρκοῦς χρηματικῆς ἐνισχύσεως τῶν γεωργῶν. Εὑρισκόμεθα, κύριοι, εἰς μῆνα Φεβρουάριον καὶ δὲν ἔχουν λάβει οἱ καπνοπαραγωγοὶ τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὴν σπουδαιοτέραν τάξιν τοῦ μεγαλυτέρου ἐθνικοῦ μας προϊόντος, δὲν ἔχουν λάβει οὔτε τὰ πλασματικὰ δάνεια, δὲν ἔχουν λάβει δάνεια οὔτε μέσης προθεσμίας οὔτε μακροπρόθεσμα διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἠδύναντο νὰ ἐνισχύσουν τὸν γεωργικόν των ἐξοπλισμόν, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν βασικὴν προϋπόθεσιν πρὸς ἐνίσχυσιν καὶ αὔξησιν τῆς παραγωγῆς. Αὐτὰ ἦσαν τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύνατο νὰ προκαλέσουν, ἀναποφεύκτως, τὴν κρίσιν τὴν Κυβερνητικήν. Ἐλέχθη, ὅμως, καὶ τοῦτο: Ποία εἶναι ἡ ἐξωκοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις τὴν ὁποίαν σεῖς κατηγοροῦντες τὴν Βουλήν, θέλετε νὰ φέρετε; Ἀλλὰ ποῖος εἶπεν αὐτό; Ποῖος ἐξ ὑμῶν τὸ ὑπεστήριξε; Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐκ προνοίας, ριζικῶς καὶ κατὰ βάσιν ἀποκρούσαμεν, μᾶς ἀποδίδετε ὡς μομφὴν καὶ ὡς κατηγορίαν, ὅτι ἡμεῖς τὸ ἐπιδιώξαμεν; Ἐὰν ἐπρόκειτο, κύριοι, περὶ Κυβερνήσεως ἡ ὁποία θὰ εἶχεν μόνον τὸν Πρόεδρον αὐτῆς ἐξωκοινοβουλευτικόν, ὑπεστηρίξατε σεῖς τότε ὅτι δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὅτι ὑπάρχει παρέκκλισις ἐκ τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἐγώ, κύριοι, ὀφείλω νὰ εἴπω καὶ ἀδιστάκτως τὸ πιστεύω, ὅτι αἱ τοιαῦται περιπτώσεις ἀποτελοῦν παρέκκλισιν ἐκ τοῦ Συντάγματος. Διότι, κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ καθ’ ὅλα τὰ Συντάγματα τὰ ἰσχύοντα καί, ρητῶς, κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, αἱ κυβερνήσεις λαμβάνουν τὴν μορφὴν καὶ τὸ ὄνομα αὐτῶν ἐκ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐκεῖνος ποὺ δίδει τὴν μορφὴν καὶ τὸ ὄνομα εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἑπομένως, Κυβέρνησις ἐξωκοινοβουλευτικῆς συνθέσεως εἶναι καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία ἔχει, ἔστω καὶ τὸν Πρόεδρον μόνον ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου πρόσωπον ὁσονδήποτε καὶ ἂν ὑπῆρξε τοῦτο ἀποτέλεσμα ἀνάγκης ἐνίοτε.
§155ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νέα θεωρία εἶναι αὐτή;
§156Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Διὰ τὰς συνταγματικάς σας μελέτας, βεβαίως, εἶναι νέα καὶ θὰ ἐξακολουθῇ νὰ εἶναι νέα. Ἐλέχθη καὶ μᾶς ἀπεδόθη καὶ ἄλλη ἐπίκρισις. Μᾶς εἶπον: σεῖς ἐπιδιώξατε νὰ κάμετε μίαν ὑπερκομματικὴν Κυβέρνησιν, δηλ. ἐπεδιώξατε μίαν οὐτοπίαν. Ἔ, κύριοι, μαρτυρεῖ δεινὴν ἄγνοιαν καὶ ἔλλειψιν συναισθήσεως τῶν κρισίμων περιστάσεων τὰς ὁποίας διερχόμεθα, ὅτι μίαν τοιαύτην Κυβέρνησιν τὴν ὁποίαν προβάλλομεν πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν μεγάλων προβλημάτων σήμερον, ἀποτελεῖ οὐτοπίαν, μία Κυβέρνησιν τὴν ὁποίαν προβάλλομεν ἡμεῖς ἰσχυράν, δυνατήν, ἔχουσαν αὐτοδύναμον ἐνέργειαν, διὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰ μεγάλα προβλήματα εἰς μίαν κατάστασιν κρίσιμον, ὄχι μόνον τῆς στρατιωτικῆς ἀμύνης τῆς χώρας ἀλλὰ καὶ τῆς ἐσωτερικῆς τοιαύτης, διότι οὐδεμία ἄμυνα ἐξωτερικὴ δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἂν ἐσωτερικῶς δὲν ἀντιμετωπισθοῦν αὐτὰ τὰ προβλήματα καὶ τότε μόνον θὰ εἶναι πλήρης ἡ ὀργάνωσις τῆς ἀμύνης μας ὅταν καὶ ἡ τάξις ἡ ἐσωτερικὴ διασφαλισθῇ. Διότι διπλοῦς εἶναι ὁ κίνδυνος, εἶναι κίνδυνος ἐξωτερικὸς ἀλλὰ εἶναι καὶ κίνδυνος ἐσωτερικὸς πού ἔχει τὰς ρίζας του ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς Ἐπικρατείας ποῦ στηρίζεται εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς δυστυχίας τῶν πτωχοτέρων τάξεων. Ἀλλὰ τὶ ὑπερκομματικὴ θὰ εἶναι ἡ Κυβέρνησις αὐτή, ὅταν θὰ ἀποτελεῖται ἀπὸ κόμματα; Βεβαίως, ἀπὸ κόμματα θὰ ἀποτελεῖται διότι τὸ πολιτικὰ κόμματα εἶναι στοιχεῖα τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματός μας, ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ θὰ κάμῃ μίαν πολιτικὴν ὑπερκομματικὴν γενικὴν ἐκ συμφώνου ἐπὶ τῶν κεφαλαιωδῶν ζητημάτων τὰ ὁποῖα σήμερον ἀπασχολοῦν τὴν χώραν καὶ ἐμπνεομένη μόνον ἀπὸ τὴν ἐθνικὴν ἀντίληψιν τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος εἰς ὅλα τὰ ζητήματα, εἰς ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς Διοικήσεως, θὰ τὰ λύῃ μὲ κριτήρια οὐχὶ κομματικὰ ἀλλὰ μὲ μίαν εὐθεῖαν ὑπερκομματικὴν πνοὴν καὶ γραμμὴν ἡ ὁποία θὰ ἀποσβέννῃ τὰς μεταξὺ τῶν μετεχόντων εἰς αὐτὴν κομμάτων ὑφισταμένας κομματικὰς ἀντιθέσεις. Αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν ἐννοοῦμεν ἡμεῖς. Ἀλλὰ μᾶς ἀπηύθυναν ἐκ τῆς ἄλλης πτέρυγος τῆς ἀριστερᾶς καὶ τὴν ἐπίκρισιν ὅτι: σεῖς, τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν τὴν θεωρεῖτε ἀξίαν τῶν περιστάσεων καί, ἑπομένως, μὲ μίαν Κυβέρνησιν ἡ ὁποία εἶναι ὅπως ἡ παροῦσα χρεωκοπημένη κομματικῶς, μὲ αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν, θέλετε νὰ συνεργασθῆτε; Κύριοι, οὐδέποτε ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν ὅτι τὰ ἀποτελοῦντα τὴν Κυβέρνησιν, κόμματα εἶναι ἐστερημένα πολιτικῆς ἀρετῆς. Ἡμεῖς, ὑπεστηρίξαμεν τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι πρέπει νὰ παραμερισθοῦν αἱ κομματικαὶ συναλλαγαί, αἱ ἐπιρροαὶ τὰς ὁποίας ὑφίστανται αἱ ἀνίσχυροι Κυβερνήσεις ἐκ μέρους τῶν ὀπαδῶν αὐτῶν, διὰ νὰ συγκρατήσουν τοὺς ὀπαδοὺς τῶν κομμάτων των. Ὅταν ἔχωμεν, ὅμως, μίαν τοιαύτην ἰσχυρὰν Κυβέρνησιν, ὁπλισμένην καὶ μὲ δύναμιν ἀλλὰ καὶ μὲ θέλησιν, τότε θὰ ἔχωμεν μίαν Κυβέρνησιν ἡ ὁποία θὰ δύναται νὰ εἶναι ὑπερκομματική. Δὲν ἀρνούμεθα λοιπὸν οὔτε ἀμφισβητήσαμεν τὴν ἀρετὴν τῶν Κυβερνήσεων ὅπως οὐδενὸς ἀδιακρίτως πολιτικοῦ ἀνδρός. Ἡμεῖς ἀπεδείξαμεν καὶ ἐθεωρήσαμεν ἀναγκαῖον νὰ εἴπωμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ περιλάβῃ εἰς τὸν κόλπον της στοιχεῖα τὰ ὁποῖα θὰ τὴν καταστήσουν αὐτοδύναμον. Δέν ἐξεδηλώσαμεν ποτὲ ἐπιθυμίαν ἢ παράκλησιν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ οὐδέποτε ἐκάμαμεν συζήτησιν περὶ Ὑπουργείου. Δι’ ἡμᾶς εἶναι ἀδιάφορον ποῖος θὰ πραγματοποιήσῃ τὸ κοινὸν αὐτὸ ἀνταποκρινόμενον εἰς τὰς περιστάσεις πρόγραμμα, τῆς ἐθνικῆς κοινωνικῆς καὶ οἰκονομικῆς σωτηρίας τοῦ τόπου. Ἡμεῖς θὰ παράσχωμεν πᾶσαν τὴν ὑποστήριξίν μας εἰς μίαν τοιαύτην Κυβέρνησιν εἴτε μετέχοντες εἴτε μή. Ἀρκεῖ νὰ εὑρεθῶμεν σύμφωνοι ἐπὶ τῆς γραμμῆς αὐτῆς ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐμένομεν καὶ θὰ ἐμμένωμεν.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐπειδὴ ἐξηντλήθη ὁ κατάλογος τῶν ἐγγεγραμμένων διὰ νὰ ὁμιλήσουν, θέλετε νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν δι’ αὔριον ὁπότε θὰ ἀπαντήσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ ψηφοφορία;
§158ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6 μ.μ. μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως συνέχειαν τῆς συζητήσεως καὶ ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως ἐκφράσεως δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. (Ὥρα 1.45′ πρωϊνή)