1951.02.19
1.631 στίχοι · 12.316 λέξεις · 62 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 44η
Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 1951.
Προεδρία κ. Δ. Β. ΓΟΝΤΙΚΑ
(Ὥρα 6.30′ μ. μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Γεροκωστόπουλος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ὁ Ὑφυπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης κ. Παπαμιχαλόπουλος ζητεῖ ὅπως εἰς τὸ κατὰ τὴν συνεδρίασιν ΜΒʹ. (15.2.51) ψηφισθὲν σχέδιον νόμου «περὶ τρόπου ρυθμίσεως ὁριστικῆς σειρᾶς ἀρχαιότητος ἐνίων μαχίμων ἀξιωματικῶν Β. Ν. περὶ μονιμοποιήσεως ἐφέδρων βαθμοφόρων Β.Ν. καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων» συμπεριληφθοῦν αἱ ἐκ παραδρομῆς παραλειφθεῖσαι παράγραφοι 6, 7 καὶ 8 τοῦ ἄρθρου 5 ἔχουσαι οὕτω: 6. Εἰς τὸ ἄρθρον 69 παράγραφος 2 ἡ λέξις «προπολεμικὴ» διορθοῦται εἰς «πολεμικήν». 7. Εἰς τὸ ἄρθρον 87 ἡ παράγραφος 2 ἀντικαθίσταται διὰ τῶν ἑξῆς: «2. Οἱ ὀργανικοὶ ἀριθμοὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν διαχειριστῶν φάρων ὁρίζονται εἰς ἀρχικελευστὰς 1 κελευσταὶ 2». 8. Ὅπου ἐν τῷ νόμῳ 1629 ὁρίζεται δίμηνος προθεσμία πρὸς ἔκδοσιν Β. Δ. αὐξάνεται αὕτη εἰς ἑξάμηνον. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν αἰτουμένην διόρθωσιν;
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως τὸ περὶ οὗ πρόκειται σχέδιον νόμου διορθοῦται ὡς ἀνωτέρω. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή. Δέχεται τὴν ἀντικατάστασιν τῶν κ. κ. Κ. Μητσοτάκη καὶ Λ. Μακκᾶ εἰς τὴν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπὴν διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῶν πετρελαιοειδῶν διὰ τῶν κ. κ. Γ. Ρουχωτὰ καὶ Νικ. Ἐξάρχου;
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ὡς ἄνω ἀντικατάστασιν εἰς τὴν ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν πετρελαιοειδῶν. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Δερδεμέζης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§8Α. ΔΕΡΔΕΜΕΖΗΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Τὸ Ὑφυπουργεῖον Στρατιωτικῶν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 537157)5.11.50 ἐγγράφου του διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἀνωτέρας Στρατιωτικῆς Διοικήσεως Ἀθηνῶν–Νήσων ζητοῦντος τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἠλία Τσιριμώκου συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος, κατηγορουμένου ἐπὶ παραβάσει τῶν ἄρθρων 2 καὶ 3 τοῦ Α. Ν. 509)1947 «περὶ μέτρων ἀσφαλείας τοῦ Κράτους κλπ.». (Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν). Ὁ βουλευτὴς Αἰτ)νίας κ. Γ. Σερπᾶνος καταθέτει ἀναφορὰς τῶν Προέδρων Ἐμπορικοῦ Ἐπιμελητηρίου Ἀγρινίου, Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Ἀγρινίου, Συν)σμῶν Καπνοπαραγωγῶν Ἀγρινίου, Συν)σμῶν Καπνοπαραγωγῶν Ζαπαντείου Ἀγρινίου, Συν)σμοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου Ἀγρινίου, Συν)σμοῦ Νέας Βόρανης Ἀγρινίου, Συν)σμοῦ Καπνοπαραγωγῶν Χαλικίου Ἀγρινίου, Παναιτωλίου Ἀγρινίου, Αʹ καὶ Βʹ Παραβόλας Ἀγρινίου, Ἀφράτα Ἀγρινίου, Καστρακίου Ἀμφιλοχίας, Στάνου καὶ Σπάρτου Βάλτου, ζητούντων χρηματοδότησιν τῶν καπνοβιομηχανιῶν διὰ τὴν ἀγορὰν καπνῶν ἐσωτερικῆς καταναλώσεως Αἰτωλοακαρνανίας ἐσοδείας 1945 καὶ παλαιοτέρων. Ὁ βουλευτὴς Ἡρακλείου Κρήτης κ. Γ. Ἀνδρουλαάκης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ πολιτικοῦ συνταξιούχου Χ. Τσιμπογιάννη κατοίκου Ἡρακλείου Κρήτης ζητοῦντος ἐξαίρεσιν τῆς ἐπιτάξεως τῶν οἰκιῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ συνταξιούχων. Ὁ βουλευτὴς Ρεθύμνης κ. Ε. Παπαδόγιαννης καταθέτει ἀναφορὰν ἐργολάβων φορτοεκφορτώσεων ἰδιοκτητῶν φορτηγίδων λιμένος Πειραιῶς ζητούντων τὴν ρύθμισιν τῶν ἀναφυέντων μεταξὺ αὐτῶν καὶ ΟΛΠ ζητημάτων σχετικῶς μὲ τὴν παραχώρησιν τῶν πλωτῶν μέσων κ. λ. π. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Δ. Λαντζούνης καταθέτει ἀναφορὰν 60 ἀπολυθέντων ὁδηγῶν, τεχνιτῶν καὶ ὑπαλλήλων ΥΕΚΑ Καλαμῶν διαμαρτυρομένων διὰ καθυστέρησιν δεδουλευμένων ἀποδοχῶν τῶν τριῶν μηνῶν ὡς καὶ τοῦ δώρου ἐπὶ ταῖς ἑορταῖς τῶν Χριστουγέννων καὶ τοῦ νέου ἔτους. Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Ε. Μπακλατζῆς καταθέτει ἀναφορὰν ἐπιλαχόντων εἰς τὰς εἰσιτηρίους ἐξετάσεις τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσ)νίκης, ζητούντων τὴν καθ’ ὑπέρβασιν εἰσαγωγήν των. Ὁ βουλευτὴς Θεσ)νίκης κ. Α. Κωστόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν Δημοτικῶν καὶ Κοινοτικῶν ὑπαλλήλων ζητούντων μισθολογικὴν ἐξέλιξιν τῶν γραφείων τῶν Δήμων κ. λ. π. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Δ. Λαντζούνης καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῆς κωμοπόλεως Μελιγαλᾶ διαμαρτυρομένων διὰ τὴν τελείαν ἐγκατάλειψίν των καὶ ζητούντων ἄμεσον παραχώρησιν τῶν ἀναγκαίων σωλήνων καὶ πιστώσεων πρὸς ὕδρευσιν τῆς πόλεως προσέτι δὲ ὅπως τοῖς ἐπιτραπῇ ἡ χρῆσις τῶν δύο μηχανῶν δυνάμεως 50 ἵππων μετὰ τῶν γεννητριῶν τοῦ ἐν Μελιγαλᾷ Ὑγειονομικοῦ σταθμοῦ διὰ τὸν ἠλεκτροφωτισμὸν τῆς κωμοπόλεως. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Α. Ἀγγελούσης καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῆς Κοινότητος Δήμητρας–Φυλλίδος–Σερρῶν, ζητούντων ἄμεσον παροχὴν ἐνισχύσεως ἐκ μέρους τοῦ Κράτους διὰ τὴν ἀνέγερσιν νέων καὶ ἐπισκευὴν τῶν ἑτοιμορρόπων οἰκιῶν τοῦ χωρίου των. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Α. Ἀντωνόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν ἀγοραστῶν ἀκινήτων κατὰ τὴν περίοδον τῆς κατοχῆς περιφερείας Δήμου Δύμης ζητούντων ἀκύρωσιν ἢ τροποποίησιν τοῦ Α. Ν. 1323)49. Ὁ βουλευτὴς Ἀργ)νθίας κ. Γ. Γεώργας καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Πολυτέκνων Κορινθίας, ζητούσης ἄρσιν ἐπιβληθείσης μαθητικῆς εἰσφορᾶς δυνάμει τοῦ Α.Ν. 1556)50. Ὁ βουλευτὴς Ἀργ)νθίας κ. Γ. Γεώργας καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τοῦ Συλλόγου ξυλουργῶν καὶ ἐπιπλοποιῶν Κιάτου, διαμαρτυρομένου διὰ μεροληπτικὴν διανομὴν ξυλείας κόντρα–πλακὲ εἰς Σύλλογον Κιάτου κλπ. Ὁ βουλευτὴς Φθιωτ)δος κ. Α. Κρανιᾶς δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ τομεάρχου ἀνοικοδομήσεως Θεοχαροπούλου κωλυσιεργοῦντος ἀπὸ ἑξαημέρου νὰ παραδώσῃ τὴν διεύθυνσιν τοῦ γραφείου παρὰ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 7687)2181 Δ)γὴν Ὑπουργείου Προνοίας. Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος κ. Α. Κρανιᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν Βυρσοδεψῶν Ἀμφίσσης διαμαρτυρομένων δι’ ἀπαγόρευσιν ἐξαγωγῆς ἐξ Ἀθηνῶν ἀκατεργάστων δερμάτων εἰς νομὸν Φωκίδος. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Δ. Λαντζούνης καταθέτει ἀναφορὰν Παλαιοημερολογητῶν Μεσσηνίας, Λακωνίας καὶ Ἀρκαδίας διαμαρτυρομένων διὰ συνεχιζομένην δίωξίν των. Ὁ βουλευτὴς Ρεθύμνης κ. Ε. Παπαδόγιαννης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Ρεθύμνης διαμαρτυρομένου διὰ τοὺς ὑπὸ τῆς Οἰκονομικῆς Ἐφορείας ἐπιβαλλομένους δυσβαστάκτους φόρους. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Δ. Λαντζούνης, καταθέτει ἀναφορὰν καπνοπωλῶν Θουρίας, Μικρομάνης, Ἀσπροχώματος, Κορώνης καὶ παραλίας Καλαμῶν ζητούντων κατάργησιν τοῦ Νόμου 1324 καὶ ἐλευθερίαν πωλήσεως σιγαρέττων. Ὁ βουλευτὴς Αἰτ)νίας κ. Κ. Τσιτσάρας, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Λ. Σερεμέτη κατοίκου Ναυπάκτου διαμαρτυρομένου διὰ τὴν μὴ εἰσέτι ἀποζημίωσίν του διὰ τὸ ἐπιταχθὲν ὑπὸ τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν αὐτοκίνητόν του καὶ καταστραφὲν κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἀντισυμμοριακοῦ ἀγῶνος. Οἱ Πρόεδροι τῶν Κοινοτήτων Πλατέως, Τσιναφόρου, Λιανοβερίου, Κορυφῆς Τρικάλων κλπ. διαμαρτύρονται διὰ μελετωμένην κατάργησιν Ὑπουργείου Β. Ἑλλάδος. Ὁ Παγκτηματικὸς Σύνδεσμος Θεσ)νίκης ζητεῖ μείωσιν τῶν φόρων ἐπὶ τῶν εἰσοδημάτων τῶν οἰκοδομῶν, κατάργησιν τοῦ φόρου πολεμικῆς εἰσφορᾶς ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, κατάργησιν τῶν παραβόλων τῶν ἐφέσεων κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν Ἐκ. Ἐπιτροπῶν κλπ. Ἀπάντησις τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης εἰς ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Ἐμμ. Παπαδόγιαννη. 1. Ἡ διάταξις τῶν Μονάδων τοῦ Στρατοῦ δὲν ἀποτελεῖ θέμα συζητήσεως εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ μέτρον ἐπιβαλλόμενον ἐκ τῶν ἀναγκῶν ἀμύνης τῆς χώρας. Ἄλλως τε ἡ διάταξις τῶν μονάδων ἤδη δὲν εἶναι σταθερά, ἀλλὰ μεταβάλλεται ἀναλόγως τῆς καταστάσεως. 2. Συνεπῶς ἡ Στρατ. Ὑπηρεσία δὲν δύναται νὰ παράσχῃ ὑποσχέσεις διὰ τὴν στάθμευσιν μονάδων πρὸς ἐξυπηρέτησιν κοινωνικῶν ἀναγκῶν.
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ
Ὁ κ. Δ. Παπαμιχαλόπουλος (Ὑφυπ. Ἐθνικ. Ἀμύνης) καταθέτει σχέδια νόμων. 1) «Περὶ τῆς Ἑλληνικῆς Στρατιωτικῆς Ἀστυνομίας». 2) «Περὶ στρατιωτικῶν ὑποχρεώσεων τῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς καταταγέντων εἰς τὸ Πυροσβεστικὸν Σῶμα στρατευσίμων τῶν κλάσεων 1940– 1945». 3) «Περὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 888)1949 Α.Ν. «περὶ καθορισμοῦ ὅπλων καὶ Σωμάτων τοῦ Στρατοῦ Ξηρᾶς». Ὁ κ. Η. Λαγάκος (Ὑπ. Δικαιοσύνης) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ ἱδρύσεως Ταμείου Ἐπικουρικῆς Ἀσφαλίσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ταμείου Συντάξεων Νομικῶν». Οἱ κ.κ. Σ. Κωστόπουλος (Ὑπ. Οἰκονομικῶν) καὶ Η. Λαγάκος (Ὑπ. Δικαιοσύνης) καταθέτουν σχέδιον νόμου «περὶ διακανονισμοῦ ἀνεκτελέστων συμβάσεων προμηθειῶν τοῦ Δημοσίου». Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν) καταθέτει σχέδια Νόμων. 1) «Περὶ ρυθμίσεως ζητημάτων τινῶν ἀφορώντων τὰς προαγωγὰς Ἀξιωματικῶν τῆς Χωροφυλακῆς». 2) «Περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ Α.Ν. 772)1948 «περὶ προαγωγῶν Ἀξιωματικῶν Χωροφυλακῆς» κυρωθέντος καὶ τροποποιηθέντος διὰ τοῦ Ν.
Δ. 1173)1949».
3) «Περὶ κυρώσεως τοῦ Α. Ν. 1327)1949 «περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ ἀντικαταστάσεως διατάξεων τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 320)47 Ν.Δ. «περὶ τακτοποιήσεως τῆς θέσεως τῶν Ἀνθυπομοιράρχων». 4) «Περὶ κυρώσεως τοῦ Α.Ν. 1363) 1949 «περὶ διακανονισμοῦ τῆς σειρᾶς ἀρχαιότητος τῶν Ἀξιωματικῶν Χωροφυλακῆς». 5) «Περὶ κυρώσεως τοῦ Α. Ν. 1400)1950 «περὶ ἀπονομῆς ἠθικῶν ἀμοιβῶν εἰς τοὺς Στρατιωτικοὺς τῆς Χωροφυλακῆς διὰ διακεκριμένας πράξεις». 6) «Περὶ κυρώσεως τοῦ Ἀναγκαστικοῦ Νόμου 1483)1950 «περὶ διατάξεών τινων ἀφορωσῶν εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς Σχολῆς Ἀξιωματικῶν Χωροφυλακῆς». 7) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 29 Ὀκτωβρίου 1948 Διατάγματος «περὶ καθορισμοῦ τῆς ὀργανικῆς δυνάμεως τῆς Χωροφυλακῆς». 8) «Περὶ διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τὸ Σῶμα τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων» καὶ 9) «Περὶ τῆς Δημοτικῆς Ἐπιχειρήσεως Ἀεριόφωτος Ἀθηνῶν». Οἱ κ.κ. Ν. Μπακόπουλος (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν) καὶ Η. Λαγάκος (Ὑπ. Δικαιοσύνης) καταθέτουσι σχέδιον Νόμου. «Περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 86 τοῦ Α. Ν. τῆς 7)8–6–1935 «περὶ ὀργανισμοῦ Χωροφυλακῆς». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ν. Μπουραντᾶς καὶ Κ. Ἀποσκίτης καταθέτουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ Κώδικος περὶ δικηγόρων». Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Ζίγδης καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως κτηματολογικῶν γραφείων ἐν Ρόδῳ καὶ Κῷ ὀργανικῆς συνθέσεως τοῦ προσωπικοῦ αὐτῶν καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων» Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Λαζανᾶς, Λ. Σπαῆς, Π. Μουτζουρίδης καὶ Δ. Λαντζούνης καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως των διατάξεων τῆς ἀφορώσης τὴν προστασίαν τῶν ἐλαιοπυρήνων νομοθεσίας». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Π. Μουτζουρίδης, Κ. Παπακωνσταντίνου καὶ Λ. Βρεττάκος καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῶν Δήμων κ.λ.π.». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Κρανιᾶς, Α. Δερδεμέζης, Ν. Μπουραντᾶς, Δ. Τσούμπας, Ν. Σπεντζάρης κ.ἄ. καταθέτουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Κώδικος καταστάσεως Δημοτικῶν καὶ Κοινοτικῶν ὑπαλλήλων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Κρανιᾶς, Ν. Μπουραντᾶς, Δ. Τσούμπας Σ. Πολυζωγόπουλος, Γ. Κακαγιάννης κ. ἄ. καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Κώδικος Καταστάσεως Δημοτικῶν καὶ Κοινοτικῶν ὑπαλλήλων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Λ. Βρεττάκος, Ι. Λύρας, Σ. Πολυζωγόπουλος, Κ. Καλαμαρᾶς κ.ἄ. καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Κώδικος καταστάσεως Δημοτικῶν καὶ Κοινοτικῶν ὑπαλλήλων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Κ. Ρέντης, Κ. Μανέτας, Ἀλ. Σβῶλος, Α. Μπικάκης κ.ἄ. καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Α.Ν. 1557 «περὶ στρατιωτικῶν καὶ πολιτικῶν συντάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Τσιτσάρας καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἐπαναφορᾶς ἐν ἰσχύϊ τοῦ ἄρθρου 23 τῆς συμβάσεως «περὶ συστάσεως καὶ λειτουργίας τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης τῆς κυρωθείσης διὰ τοῦ Νόμου 4332 τῆς 10)16 Αὐγούστου 1929».
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὁ κ. Σβῶλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς του ἀπευθυνομένης πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας σχετικῶς μὲ τοὺς ἐγκατεστημένους εἰς τὸν συνοικισμὸν Γουμενίτσης Κιλκίς.
§10Α. ΣΒΩΛΟΣ. Τὸ θέμα συνάπτεται μὲ τὴν γενικωτέραν συζήτησιν τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον μετ’ ὀλίγον θὰ ἀναπτύξω εἰς μίαν ἐπερώτησίν μου καὶ ἴσως τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀπαντήσῃ.
§11Α. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Γεωργίας). Ἐξετάζεται τὸ ζήτημα παρὰ τῆς Ὑπηρεσίας καὶ συντόμως θὰ ἔχωμεν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν καὶ θὰ ἀνακοινώσω. Πάντως ὑπάρχουν μερικαὶ περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐμφανίζουν δυσχερείας.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλλίας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς του ἀπευθυνομένης πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Συγκοινωνιῶν σχετικῶς μὲ τὴν καθυστέρησιν τῆς τοποθετήσεως αὐτοκινηταμαξῶν εἰς τὴν γραμμὴν Ἀθηνῶν–Χαλκίδος.
§13Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πολὺ πρὶν ἀφιχθοῦν αἱ πρῶται αὐτοκινητάμαξαι εἶχε δοθῆ ὑπόσχεσις, ὅτι δύο ἐξ αὐτῶν καὶ δὴ ἐκ τῶν πρώτων θὰ διετίθεντο εἰς τὴν γραμμὴν Ἀθηνῶν–Χαλκίδος. Ἀλλὰ ἐνῷ παρελήφθησαν ἀρχικῶς δύο καὶ μετὰ ταῦτα καὶ ἄλλαι αὐτοκινητάμαξαι, οὐδεμία διετέθη εἰς τὴν γραμμὴν Χαλκίδος. Παρὰ τὴν ἀπ’ ἀρχῆς δοθεῖσαν ὑπόσχεσιν, οὐδεμία διετέθη, ἐπαναλαμβάνω, διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς γραμμῆς Ἀθηνῶν–Χαλκίδος ἐνῷ διετέθησαν ἄλλαι εἰς ἄλλας γραμμάς. Καὶ ἐν τούτοις διὰ τὴν τοποθέτησιν αὐτοκινηταμαξῶν εἰς τὴν γραμμὴν Ἀθηνῶν–Χαλκίδος συνηγοροῦν λόγοι ὄχι μόνον συγκοινωνιακοὶ ὑπὸ τὴν συνήθη ἔννοιαν, ἀλλὰ καὶ τουριστικοί. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Συγκοινωνιῶν νὰ δώσῃ τὰς δεούσας ἐξηγήσεις διὰ τὴν παράλειψιν καὶ νὰ μᾶς ἀνακοινώσῃ τὶ σκέπτεται νὰ πράξῃ.
§14Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Συγκ.). Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν σήμερον νὰ δώσω τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας. Θὰ δώσω ἀπάντησιν εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζήμπεης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς του ἀπευθυνομένης πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς Γεωργίας καὶ Β. Ἑλλάδος σχετικῶς μὲ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν τῶν χωρίων Καρυδιᾶς καὶ Θρυλλωρίου Κομοτινῆς.
§16Σ. ΧΑΤΖΗΜΠΕΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διὰ ποῖον λόγον ἐκτοπίζονται 40 Ἑλληνικαὶ οἰκογένειαι ἀγροτῶν ἀπὸ γῆν τὴν ὁποίαν καλλιεργοῦν ἐπὶ ἔτη διὰ νὰ ἱκανοποιηθοῦν δύο ἢ τρεῖς Μουσουλμᾶνοι μεγαλοϊδιοκτῆται. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅπως ἐπαναφέρῃ τοὺς ἀπομακρυνθέντας καλλιεργητὰς εἰς τοὺς κλήρους των, οἵτινες ἐχορηγήθησαν εἰς αὐτοὺς δι’ ἀποφάσεως τοῦ Γεωργικοῦ Γραφείου Ροδόπης τὸ ἔτος 1937.
§17Α. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργ.). Σᾶς πληροφορῶ ὅτι διέταξα τὸν Διευθυντὴν τῆς Γεωργίας νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως, νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα καὶ νὰ ἐγκαταστήσῃ τοὺς δικαιουμένους κλήρου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Β. Ἑλλάδος δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω πληροφορίας, διότι τοῦτο ἀφορᾷ τοῦτον.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 32 τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σβῶλος.
§19Α. ΣΒΩΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω νὰ διαβιβασθοῦν τὰ πρακτικὰ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ ζήτημα τῶν συντάξεων τοῦ ἀμάχου πληθυσμοῦ εἶναι γενικὸν καὶ θὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διότι θὰ ἔλθῃ πρὸς κύρωσιν ὁ ἀναγκαστικὸς νόμος. Τὸ μόνον εἶναι νὰ λάβῃ γνῶσιν ἀπὸ τοῦδε ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ παραπόνου αὐτοῦ τῶν πολεμοπαθῶν Ναούσης.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σβῶλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συν)σμῶν Ἀμυνταίου ἀπευθυνομένης πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς Συντονισμοῦ, Βιομηχανίας καὶ Γεωργίας σχετικῶς μὲ τὴν ἵδρυσιν ἐργοστασίου ἀζώτου.
§21Α. ΣΒΩΛΟΣ. Πρόκειται περὶ μιᾶς ἀναφορᾶς τῶν γεωργικῶν συνεταιρισμῶν τῆς περιφερείας Ἀμυνταίου, τῆς Κεντρικῆς Μακεδονίας, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ τῇ πληροφορίᾳ ὅτι τὸ μελετώμενον ἐργοστάσιον Ἀζώτου θὰ ἀνατεθῇ εἰς ἰδιωτικὴν Ἐπιχείρησιν, διαμαρτύρονται καὶ ζητοῦν νὰ ἀνατεθῇ ἀντ’ αὐτῆς εἰς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν ἢ συνεταιριστικὰς ὀργανώσεις. Δὲν ἠξεύρω μέχρι ποίου σημείου ἔχει προχωρήσει ἡ ὑπόθεσις τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ἐργοστασίου ἀζώτου καὶ ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του ἰδιωτικὴν ἐπιχείρησιν ἢ ὄχι. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι θέμα γενικωτέρας κατευθύνσεως καὶ εἶναι φυσικὸν ἀπὸ τῆς ἰδικῆς μας πλευρᾶς νὰ συνηγοροῦμεν, ὅπως μία τοιαύτη Ἐπιχείρησις, ἡ ὁποία κατ’ ἀνάγκην εἶναι δημοσίου συμφέροντος καὶ Δημοσίου χαρακτῆρος καὶ θὰ λειτουργήσῃ διὰ χρημάτων τοῦ Δημοσίου, νὰ ἀνατεθῇ εἰς ὀργανώσεις κοινωφελοῦς χαρακτῆρος, ὅπως εἶναι ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα ἐν συνεργασίᾳ μὲ τὰς Ἑνώσεις Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν τῆς περιφερείας αὐτῆς. Αὐτὸ εἶναι τὸ αἴτημα τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπ’ εὐθείας καὶ διὰ ἡμῶν. Καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ νὰ μᾶς εἴπῃ τὰς σκέψεις του ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ.
§22Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν νομίζω καὶ ἐγὼ ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα καὶ ἡ Ἕνωσις τῶν Συνεταιρισμῶν, μία τόσον σοβαρὰ ἐπιχείρησις δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀποτελῇ μίαν ἰδιωτικὴν ἐπιχείρησιν. Εἶναι τὸ ζήτημα γενικώτερον καὶ αὐτὴ ἡ διάδοσις—καὶ πολλὲς φορὲς αἱ διαδόσεις ἀποδεικνύονται ἀληθεῖς—αὐτὴ ἡ κυκλοφοροῦσα διάδοσις, ὅτι γίνεται σκέψις καὶ μελέτη νὰ εἶναι ἰδιωτικὴ ἐπιχείρησις, παρακαλῶ νὰ διαψευσθῇ, διότι εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι μία ὀργάνωσις, ὅπως ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα, θὰ ἐκτελέσῃ πολὺ καλλίτερον τὴν ἐπιχείρησιν αὐτήν, ἡ ὁποία εἶναι κοινωφελής, καὶ ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἀνατεθῇ εἰς ἕνα κοινωφελῆ Ὀργανισμόν.
§23Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ (Ἀντ. Κυβ.). Κύριοι βουλευταί, τὸ ἐργοστάσιον ἀζώτου εὑρίσκεται εἰς τὸ τριετὲς πρόγραμμα, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸ τρέχον οἰκονομικὸν ἔτος. Δὲν πρόκειται, ἑπομένως, ἐντὸς τῶν ὑπολειπομένων τεσσάρων μηνῶν νὰ ληφθῇ σχετικῶς ἀπόφασις διὰ τὸν τρόπον τῆς ἐκτελέσεως. Ἡ προσωπική μου γνώμη εἶναι ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἐπιχειρήσεως τοῦ ἀζώτου, ἀλλὰ εἶναι μία γνώμη, ἡ ὁποία θὰ συζητηθῇ ἐν καιρῷ καὶ μὲ τὴν Κυβέρνησιν καὶ μὲ τὴν Ἀποστολήν. Ἀπόφασις μέχρι πέρατος τοῦ τρέχοντος οἰκονομικοῦ ἔτους ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος δὲν πρόκειται νὰ ληφθῇ. Εἰς τὸ ἐτήσιον πρόγραμμα ὑπάρχουν τὰ γνωστὰ ἔργα ἀνασυγκροτήσεως τοῦ Ἀλιβερίου, Λάδωνος, Βόδα καὶ Λούρου. Καὶ προσετέθησαν τὸ λιγνιτωρυχεῖον καὶ μπριγετοποιεῖον Πτολεμαΐδος καὶ τὸ θερμοηλεκτρικὸν Πτολεμαΐδος. Ἐλπίζω ὅτι τὴν προσεχῆ Δευτέραν θὰ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐξουσιοδοτεῖ τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων Πτολεμαΐδος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησίς μου.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζίγδης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεώς του ἀπευθυνομένης πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν Συντονισμοῦ σχετικῶς μὲ τὴν ὑποβολὴν ἐκθέσεως ὑπ’ αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ προγράμματος Ἀνασυγκροτήσεως.
§25Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα τῆς Ἀνασυγκροτήσεως τὸ μεγαλείτερον ἴσως θέμα, τὸ ὁποῖον ἀντιμετωπίζει ἡ χώρα αὐτή, ὑπῆρξε πάντοτε ἕνα ἀπὸ τὰ ἀτυχέστερα ὄχι ἀπὸ ἀπόψεως ἐνδιαφέροντος, ἀλλὰ εὐκαιρίας συζητήσεώς του ἀπὸ τὴν Βουλήν. Καθ’ ὅλην τὴν παρελθοῦσαν τετραετίαν, οὐδέποτε συνεζητήθη. Κατὰ τὴν παροῦσαν Βουλὴν ἐπανειλημμένως ἐξεφράσθη ἀπὸ περισσοτέρας πλευρὰς τῆς Βουλῆς ἡ ἐπιθυμία ὅπως συζητηθῇ καὶ ἐπανειλημμένως οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ τοῦ Συντονισμοῦ ὑπεσχέθησαν ὅτι θὰ ἔφερον εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς συζήτησιν τοῦτο. Ἐν τούτοις, οὐδὲν τοιοῦτον ἐγένετο μέχρι σήμερον. Ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ εἶχε κάπως κουρασθῆ μὲ τὰς ἐπανειλημμένας ὑποσχέσεις τῶν Ὑπουργῶν τοῦ Συντονισμοῦ ὅτι θὰ ἔφερον τὸ θέμα, ἐθεωρήθη ὅτι ἦτο ἀναγκαῖον, ὅταν ἐψηφίζετο ὁ περὶ ὀργανώσεως τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ Νόμος, ὁ 1439 τὸν Ἰούνιον τοῦ παρελθόντος ἔτους, νὰ προστεθῇ ἡ διάταξις διὰ τῆς ὁποίας ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν, κατὰ τρίμηνον, νὰ ἀναφέρῃ εἰς τὴν Βουλήν, νὰ προβαίνῃ εἰς ἔκθεσιν λεπτομερῆ ἐπὶ τοῦ προγράμματος καὶ τῆς προόδου τοῦ ἔργου τῆς Ἀνασυγκροτήσεως. Παρῆλθον δυστυχῶς περισσότεροι τῶν ἕξ μηνῶν χωρὶς τοιαύτη ἔκθεσις νὰ κατατεθῇ, ἢ μᾶλλον νὰ γίνῃ, διότι περὶ προφορικῆς ἐκθέσεως πρόκειται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐπειδή, Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, τὸ θέμα τῆς Ἀνασυγκροτήσεως ἤ, ἐὰν θέλετε ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας ἐν τῷ συνόλῳ της, ἰδίως κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας, ἐμπνέει μεγάλας ἀνησυχίας, ὄχι μόνον εἰς τὴν Βουλὴν ἀλλὰ εἰς ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος, διὰ τοῦτο θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μᾶς δηλώσητε ἐὰν θὰ θελήσῃ, θὰ ἔλεγα, νὰ καινοτομήσῃ, ἀλλὰ δυστυχῶς εἶναι ὑποχρέωσίς σας ἀπορρέουσα καὶ ἀπὸ τὸν νόμον ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος, νὰ μᾶς εἴπετε πότε θὰ φέρετε τὸ θέμα αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς συζήτησιν συστηματικήν, ἐξονυχιστικήν, διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι εἰς τὴν μεγάλην προσπάθειαν ποὺ καταβάλλετε, χρειάζεται ὅπως ἔχετε συμπαραστάτην σας ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν καὶ διότι πολὺ φοβοῦμαι ὅτι κατὰ τοὺς μῆνας τοὺς προσεχεῖς παίζεται ὄχι μόνον ἡ τύχη τῆς Ἀνασυγκροτήσεως, ἀλλά, ἐὰν ἡ φράσις δὲν ἦτο ὑπερβολική, ἡ τύχη αὐτῆς ταύτης τῆς οἰκονομικῆς ὑποστάσεως τῆς χώρας.
§26Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Ἐπιθυμῶ νὰ ἐκφράσω τὰς θερμάς μου εὐχαριστίας πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ὁ ὁποῖος ἐζήτησε νὰ ἔλθῃ τὸ θέμα τῆς ἀνασυγκροτήσεως εἰς τὴν Βουλὴν ὡς συνολικὸν θέμα καὶ ὄχι ἐπεισοδιακῶς. Εἶμαι εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Βουλῆς νὰ ὁρίσωμεν ἀπὸ τοῦδε ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ γίνῃ ἡ πλήρης συζήτησις τοῦ θέματος. Ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς παράσχω προσθέτως καὶ τὰς ἀκολούθους πληροφορίας. Ἐλπίζω μέχρι τέλους τῆς ἑβδομάδος νὰ ἀνακοινωθῇ εἰς ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἓν τεῦχος τὸ ὁποῖον θὰ περιέχῃ μαζὶ μὲ τὰς γενικὰς κατευθύνσεις τοῦ Ὑπουργείου μου, ὅπως ἐξετέθησαν εἰς μίαν συνέντευξίν μου πρὸς ἀμερικανοὺς δημοσιογράφους, τὴν προγραμματικὴν εἰσήγησιν τοῦ τριετοῦς προγράμματος, ἐπειδὴ ἡ συνολική του ἐκτύπωσις θὰ βραδύνῃ ἀκόμη ἐπὶ ὀλίγας ἑβδομάδας. Τὰς ἐπιστολὰς αἱ ὁποῖαι ἀντηλλάγησαν μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἀμεκανικῆς Ἀποστολῆς διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ τρέχοντος ἐτησίου προγράμματος, καθὼς καὶ τοὺς πίνακας τῶν δαπανῶν δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος, μὲ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα ἀναλυτικὰ στοιχεῖα δι’ ἕκαστον κεφάλαιον δαπανῶν εἰς δολλάρια καὶ δραχμάς. Καθὼς ἐπίσης καὶ τὸ κοινὸν ἀνακοινωθὲν τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ εἶναι δυνατὸν ἑπομένως νὰ ἔλθουν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅλοι οἱ κύκλοι τῆς πρωτοβουλίας καὶ εὐθύνης τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ—γενικαὶ κατευθύνσεις, τριετὲς πρόγραμμα, ἐτήσιον πρόγραμμα, ἄμεσος οἰκονομικὴ πολιτικὴ—εἰς τρόπον ὥστε ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν θεμάτων νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις. Μὲ τὴν εὐκαιρίαν αὐτὴν ἐπιθυμῶ νὰ παράσχω καὶ τὰς ἑξῆς πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν. Πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν μας, ἡ Βουλὴ μοῦ ἐξεδήλωσε τὴν ἐμπιστοσύνην της μὲ τὴν ἀνάθεσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ, τοῦ δικαιώματος νὰ συντάξῃ νέον ὀργανισμὸν τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ. Ἔδωκε προθεσμίαν τότε δύο μηνῶν. Μοῦ ἤρκεσε προθεσμία ἑνὸς μηνός. Τὴν 10ην Φεβρουαρίου ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ὁ νέος Ὀργανισμός. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νέου Ὀργανισμοῦ, συνεκροτήθη τὸ ὑπηρεσιακὸν Συμβούλιον τοῦ Ὑπουργείου μου, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκε τὰς ἀποφάσεις του καὶ αἱ ἀποφάσεις εὑρίσκονται ἤδη ὑπὸ ἐκτέλεσιν, εἰς τρόπον ὥστε ἡ ἐκκρεμότης ἡ ὁποία ὑπῆρχεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Συντονισμοῦ ἔληξεν ὁριστικῶς. Ὑπάρχει πλέον Ὑπουργεῖον, μὲ ὁριστικὴν ἔνταξιν τῶν ὑπαλλήλων του. Παρέχω τὴν πληροφορίαν ὅτι περίπου τὸ ἥμισυ τοῦ ὑπαλληλικοῦ προσωπικοῦ δὲν ἐθεωρήθη περαιτέρω χρήσιμον. Περιωρίσθη ὁ ἀριθμὸς τοῦ ὑπαλληλικοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου μου περίπου εἰς τὸ ἥμισυ (χειροκροτήματα). Ἐπειδὴ ἐλέχθη ὅτι κομματικὸν πνεῦμα διέπει τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ παρέχω τὴν πληροφορίαν ὅτι ἐπὶ κεφαλῆς τῶν Γενικῶν Διευθύνσεων τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ ἔθεσα ὑπαλλήλους τοὺς ὁποίους ἐγνώρισα διὰ πρώτην φορὰν ὅταν τοὺς ἐκάλεσα νὰ ἀναλάβουν τὸ ἔργον. Τόσον κομματικὰ ἦσαν τὰ κριτήρια τῆς ἐπιλογῆς των. Συνέβη τὸ ἴδιον καὶ μὲ τὰ περισσότερα μέλη τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς Δημοσίας Ἐπιχειρήσεως Ἠλεκτρισμοῦ. Ἐκτὸς τοῦ διακεκριμένου προέδρου τοῦ συμβουλίου, τοῦ φίλου μου κ. Ἀναργύρου Δημητρακοπούλου, πρὸς τὸν ὁποῖον εἶμαι βέβαιος ὅτι ὑπάρχει πάγκοινος σεβασμὸς διὰ τὸ ἐξαίρετον ἦθός του, συνέβη τὰ ἄλλα μέλη νὰ μὴ γνωρίζω προσωπικῶς καὶ εἰς ἐξ αὐτῶν, ὅταν ἦλθε κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ὀρκωμοσίας, ἠμποδίζετο εἰς τὴν θύραν διότι δὲν ἦτο γνωστὸς οὔτε εἰς τὸ γραφεῖον μου, οὔτε εἰς ἐμέ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ πιστεύσῃ ὅτι ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Συντονισμοῦ μὲ πλήρη συνείδησιν τῆς εὐθύνης ὅτι, ἀνώτερον ἐθνικὸν πνεῦμα, ἔπρεπε νὰ ἐμπνέῃ τὰς ἀποφάσεις μου. Καὶ πρέπει ἐπίσης νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι συνήντησα, ὅταν εἰσῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Συντονισμοῦ μίαν μεγάλην δυσχέρειαν. Οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἀντικαθίσταντο ἐνόμισαν ὅτι ἐδικαιοῦντο νὰ ὠθήσουν τοὺς ὑπαλλήλους εἰς ὑπηρεσιακὸν Κίνημα, διὰ νὰ ματαιώσουν τὴν ἔγκαιρον σύνταξιν τοῦ προγράμματος καὶ τὴν ἔγκαιρον ὑποβολήν του εἰς τὸν Ὀργανισμὸν τῶν Παρισίων. Τόσον ἀθέμιτα μέσα ἐχρησιμοποίησαν διὰ νὰ ματαιώσουν τὸ ἔργον μου, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο ἔργον προσωπικὸν, ἀλλὰ ἐθνικόν. Δὲν ὡμίλησα τότε, διότι θὰ ἐνομίζετο ὅτι ἡ διαμαρτυρία μου ἦτο ὁμολογία ἀδυναμίας. Ἐσιώπησα, ἐπεκαλέσθην τὴν συνεργασίαν διακεκριμένων ἀνδρῶν, τὸ ἔργον συνετελέσθη. Καὶ τώρα, ὅτε τὸ ἔργον ἔχει συντελεσθῆ, δύναμαι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ καταγγείλω δημοσίᾳ τὰ ἀπαράδεκτα ἀθέμιτα μέσα, τὰ ὁποῖα ἐχρησιμοποίησαν ἐναντίον τοῦ ἐθνικοῦ ἔργου (χειροκροτήματα).
§27Α. ΖΑΚΚΑΣ. Ἀσφαλῶς ἡ πρόθεσίς σας νὰ δώσητε ἓν τεῦχος εἰδικὸν εἰς τοὺς βουλευτὰς πρὸς διαφώτισίν των εἶναι ἀξία παντὸς ἐπαίνου, ἀλλὰ θὰ παρεκάλουν πολὺ εἰς τὸ τεῦχος αὐτὸ νὰ περιληφθοῦν καὶ στοιχεῖα ἀφορῶντα τὸ τί ἔγινεν εἰς τὸ παρελθὸν διὰ τὴν ἀνασυγκρότησιν, διότι αὐτὰ ποὺ εἴπατε ἀφοροῦν τὸ μέλλον.
§28Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Κύριε συνάδελφε, ὑπάρχουν ἐκδόσεις τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ ἀφορῶσαι τὸ παρελθόν. Ἐγὼ θὰ κάμω ἀπογραφὴν τῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν παρέλαβον. Δὲν πρόκειται νὰ λογοδοτήσω διὰ τὸν κατακλυσμὸν τοῦ Νῶε, θὰ λογοδοτήσω διὰ τὰς ἡμέρας μου. Καὶ ἐπιθυμῶ ἐπίσης νὰ παράσχω καὶ τὴν ἀκόλουθον πληροφορίαν εἰς τὴν Βουλὴν. Ὅταν ἐπρόκειτο νὰ συνταχθοῦν τὰ προγράμματα τῆς τριετίας καὶ τοῦ τρέχοντος οἰκονομικοῦ ἔτους, δὲν συνήντησα μόνον τὰς ὑπηρεσιακὰς δυσχερείας τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ὁμαδικῶς παρῃτοῦντο, ἢ παρέμενον, ἀλλὰ ἀπέκρυπτον τὰ στοιχεῖα, διότι δῆθεν ὑβρίσθησαν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπου, ἐν τούτοις, ἀγνώστους μου αὐτοὺς μόνον ἐγὼ τοὺς εἶχα ὑπερασπίσει. Συνήντησα δυστυχῶς μίαν γενικωτέραν πολεμικὴν μειοδοτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐχλεύαζον τὴν προσπάθειάν μου νὰ ἐπιτύχω τὴν συνέχειαν τῆς ἀνασυγκροτήσεως, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ὅρον βιωσιμότητος τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ μέλλον. Ἀνεγράφετο τότε εἰς τὸν τύπον μὲ τὰς ὑπογραφὰς ὑπευθύνων δημοσίων ἀνδρῶν καὶ διεκηρύσσετο ὅτι ἀπετέλει ἰδικήν μου μεγαλομανίαν καὶ ἔλλειψιν εἰδικότητος καὶ θετικότητος ἡ ἐπιμονή μου, ὅπως εἰς μίαν περίοδον πολεμικῆς οἰκονομίας, διεκδικήσω ἐπίσης τὴν συνέχειαν τῆς ἀνασυγκροτήσεως. Καὶ ἐπάλαισα σκληρῶς ἐναντίον τοῦ πνεύματος αὐτῶν τῶν μειοδοσιῶν. Ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου αὐτοῦ βήματος ἐκφράζω τὴν λύπην μου, διότι ἐπὶ θέματος κατ’ ἐξοχὴν ἐθνικοῦ διεπιστώθη ἔλλειψις ἑνιαίου μετώπου καὶ ὑπονόμευσις τῆς ἐθνικῆς προσπαθείας μου. Καὶ ὅμως ὅπως εἰς τὸν πολεμικὸν ἀγῶνα τῶν συνόρων ἐπιβάλλεται μέτωπον ἑνιαῖον, καθ’ ὅμοιον τρόπον καὶ εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς βιωσιμότητος τοῦ μέλλοντος δὲν ἐπιτρέπεται μειοδοσία, ἐπιβάλλεται ἑνιαῖον ἐθνικὸν μέτωπον, τὸ ὁποῖον νὰ ὑπερασπίσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ζωῆς τῆς Ἑλλάδος καὶ διὰ τὸ παρὸν καὶ διὰ τὸ μέλλον (χειροκροτήματα). Αἰσθάνομαι εὐτυχὴς διότι οἱ ἀγῶνες μου ἐδικαιώθησαν Ἐντὸς τῶν περιωρισμένων ὁρίων, τὰ ὁποῖα εἶχον ὑπολειφθῆ διὰ τοὺς ὀλίγους ἀκόμη μῆνας τοῦ τρέχοντος οἰκονομικοῦ ἔτους, ἀνεγνωρίσθη ἡ ἀνάγκη τῆς ἀνασυγκροτήσεως καὶ δὲν περιελήφθη εἰς τὸ ἐτήσιον πρόγραμμα μόνον τὸ Ἀλιβέρι, ὅπως ὑπεστηρίζετο ἀπὸ ὑπευθύνους ἀνθρώπους εἰς τὸν τύπον, περιελήφθησαν ὁ Βόδας καὶ ὁ Λάδων καὶ ὁ Λοῦρος, ἀκόμη καὶ ἡ Πτολεμαῒς, ὡς λιγνιτωριχεῖον, ὡς μπρικετοποιεῖον καὶ ὡς θερμοηλεκτρικὸν ἐργοστάσιον. Ἐκφράζω ἀπὸ τοῦ ἐθνικοῦ τούτου βήματος τὰς εὐχαριστίας μου πρὸς τὴν Ἀμερικανικὴν Ἀποστολήν, ἡ ὁποία ἀνεγνώρισε τὴν βασιμότητα τοῦ αἰτήματος καὶ ἠθέλησε νὰ μείνῃ σύμφωνος ὅτι τὸ πρόγγραμμα τῆς Ἑλλάδος δὲν δύναται νὰ εἶναι μόνον πρόγραμμα ἐφημέρου ζωῆς, ἐπιουσίου ἄρτου, ἀλλὰ πρόγραμμα ταὐτοχρόνως παρόντος καὶ μέλλοντος. Μόνον τοιουτοτρόπως διατηρεῖται τὸ πνεῦμα τῆς αὐτοπεποιθήσεως, τὸ ἠθικὸν τοῦ Λαοῦ μας, ὁ ὁποῖος μαχόμενος διὰ νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν γενικὴν ὑπόθεσιν τῆς Ἐλευθερίας, θὰ γνωρίζῃ ταὐτοχρόνως ὅτι ὑπερασπίζει ὄχι μόνον μίαν ἐφήμερον, ἀλλὰ μίαν αἰωνίαν Ἑλλάδα. (Χειροκροτήματα). Εὐχαριστῶ καὶ πάλιν τὸν ἀγαπητὸν συνάδελφον, ὁ ὁποῖος μοῦ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὰς τὰς συντόμους ἐξηγήσεις. Εἶμαι εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Βουλῆς νὰ ὁρίσῃ τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ συζητηθῇ εὐρύτερον τὸ θέμα τῆς Ἀνασυγκροτήσεως καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ δώσῃ ὅλας τὰς ἐξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ συζητηθοῦν διὰ νὰ ἐπακολουθήσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι ἀποτελεῖ ὑπέρτατον καθῆκον ὅλων ἡμῶν, νὰ σχηματισθῇ τὸ ἑνιαῖον μέτωπον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς βιωσιμότητος τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ μέλλον. (Χειροκροτήματα).
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Ζάρας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ προέδρου τῆς Κοινότητος Κρεσταίνων καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Ὁμοσπονδίας Ἐπαγγελματιῶν καὶ Βιοτεχνῶν Ὀλυμπίας, σχετικῶς μὲ τὴν μετάθεσιν τῆς ἕδρας τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ Ὀλυμπίας ἐκ Κρεσταίνων εἰς Ἀνδρίτσαιναν.
§30Γ. ΖΑΡΑΣ. Εἶναι σαφὴς ἡ ἐρώτησίς μου. Ἡ ἐπαρχία Ὀλυμπίας ἔχει ἐγκαταλειφθῆ εἰς τὴν τύχην της. Σχολεῖα μένουν κλειστά, διδάσκαλοι δὲν ὑπάρχουν, σὲ κάθε κοινότητα δὲν ὑπάρχει σχολεῖον εἰς τὸν 20ον αἰῶνα καὶ τρέχουν τὰ παιδιὰ ἀπὸ τὸ ἕνα ἄκρον εἰς τὸ ἄλλο. Πρέπει νὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασις ἀπὸ ἀπόψεως παιδείας καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν αὐτήν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλκάνης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς διεζευγμένων θυγατέρων πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν συνταξιούχων, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν μελετωμένην περικοπὴν τῶν συντάξεων.
§32Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδή, δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς λόγῳ τῶν ἀσχολιῶν του, παρακαλῶ νὰ τοῦ διαβιβασθοῦν τὰ πρακτικά. Αἱ διεζευγμέναι θυγατέρες τῶν πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν συνταξιούχων μοὶ ὑπέβαλον τὴν παράκλησιν, ἵνα τροποποιηθῇ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ὁ νόμος περὶ συντάξεων. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι αἱ θυγατέραι τῶν πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν συνταξιούχων αἱ δικαιούμεναι μιᾶς συντάξεως λόγῳ τῆς μακρᾶς ὑπηρεσίας τοῦ πατρός των κατὰ τοὺς κειμένους νόμους δὲν εἶναι κατ’ οὐδεμίαν ἐκδοχὴν ὀρθόν, διότι ἐνυμφεύθυσαν καὶ μετὰ τὴν νύμφευσιν, λόγῳ ὑπαιτιότητος τοῦ συζύγου διεζεύχθησαν — ἂν ὑποτεθῇ δηλαδὴ ὅτι εἶχε καταστῆ ὁ βίος αὐτῶν ἀβίωτος ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ συζύγου των— θὰ ἦτο ὀδυνηρὸν σκληρὸν καὶ δὲν νομίζω ὅτι ὀφείλουν νὰ συζοῦν μετ’ αὐτῶν, ἐφ’ ὅσον ἡ συμπεριφορὰ τοῦ συζύγου των, ὑπῆρξε βάναυσος καὶ σκληρά. Ἢ ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ὑπομείνουν τοὺς βασανισμοὺς καὶ τὰ ξυλοκοπήματα τῶν συζύγων των, ἢ ἔπρεπε νὰ στερηθοῦν τῆς συντάξεώς των. Δὲν εἶναι κατ’ οὐδένα λόγον ὀρθόν, δὲν συνάδει τὴν λογικὴν τὸ γεγονὸς ὅτι διὰ νὰ μὴ στερηθοῦν τῆς συντάξεώς των, ἔπρεπε νὰ κύπτουν ὑπὸ τὸ βάρος τῶν βασανισμῶν, τῆς βαρβαρότητος, τῆς ἀγριότητος τῶν συζύγων των. Δὲν νομίζω πῶς εἶναι τοῦτο δυνατὸν νὰ στηριχθῇ εἰς καμμίαν ἀπολύτως λογικήν. Πῶς εἶναι δυνατόν, πᾶς λογικὸς ἄνθρωπος νὰ εἴπῃ: Πῶς ἀφοῦ μία κοπέλλα ἔτυχε νὰ ὑπανδρευθῇ καὶ μετ’ ὀλίγον χρονικὸν διάστημα νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ὁ σύζυγός της τὴν ἐβασάνιζε κατὰ ἕναν οἱονδήποτε τρόπον, πῶς εἶναι δυνατὸν λέγω, διότι τρώγει ξύλο νὰ πρέπῃ νὰ ὑπομένῃ διότι φοβᾶται ὅτι θὰ χάσῃ τὴν σύνταξίν της; Αὐτὰ τὰ πράγματα ἀντίκεινται εἰς τὴν στοιχειώδη λογικήν, δὲν νομίζω ὅτι οἱ νόμοι αὐτοὶ νὰ στηρίζωνται εἰς μίαν ὁποιανδήποτε συγκέντρωσιν τῶν διαφόρων γεγονότων. Εἰς τοὺς Νόμους πρέπει νὰ βασιλεύῃ καὶ νὰ κυριαρχῇ ἡ λογική, λέγει ὅτι ἐφ’ ὅσον ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ συζύγου, ἢ κοινῆς αὐτῶν ὑπαιτιότητος διελύθη ὁ γάμος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ ἡ γυνὴ εἰς τοὺς δρόμους χωρὶς σύνταξιν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλκάνης, ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ συνταξιούχου δημοδιδασκάλου Β. Κίτσου, διαμαρτυρομένου διότι δὲν ὑπολογίζεται ὡς συντάξιμος χρόνος ὁ διανυθεὶς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ὁρίου ἡλικίας.
§34Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Καὶ πάλιν κύριοι συνάδελφοι, ἡ διάταξις τοῦ Νόμου δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν λογικήν. Ὑπάρχει ὡρισμένος διδάσκαλος, ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ καταληφθῇ ὑπὸ τοῦ ὁρίου ἡλικίας. Ἡ ὑπηρεσία δὲν τὸν ἔθετεν ἐκτὸς ὑπηρεσίας. Ἐξηκολούθει νὰ παραμένῃ ὁ ἴδιος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Διὰ νὰ ἀποχωρήσῃ ἔπρεπε νὰ ἐκδοθῇ διάταγμα τῆς ἀποχωρήσεως, λόγῳ ὁρίου ἡλικίας, ἀλλὰ τὸν ὑποχρέωνε νὰ μένῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐπὶ ἕν χρονικὸν διάστημα μακρόν, Φυσικὸν ἦτο ὅτι παρεῖχε τὰς ὑπηρεσίας του εἰς τὸ Κράτος. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ Κράτος τὸν ὑποχρέωσε νὰ μείνῃ καὶ ὅτι ὁ χρόνος αὐτὸς ὁ πραγματικός, ὁ ἐκ τῆς συμβάσεως τοῦ Κράτους διανυθείς, ὅτι δὲν εἶναι χρόνος συντάξιμος; Ἐπαναλαμβάνω ὅτι, οἱ Νόμοι στηρίζονται ἐπὶ τῆς λογικῆς καὶ μόνον. Νομίζω, ὅτι δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ περιληφθῇ καὶ ὁ χρόνος αὐτὸς ὡς συντάξιμος.
§35Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Ἄν καὶ δὲν ἔχω ἁρμοδιότητα θὰ ἤθελον νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ ἐγερθέντος ζητήματος. Εἰς μὲν τὸ πρῶτον ζήτημα γίνεται μία σύγχυσις. Ἡ κατάργησις τῆς συντάξεως δὲν εἶναι συνέπεια τοῦ διαζυγίου. Ἡ κατάργησις τῆς συντάξεως εἶναι συνέπεια τοῦ γάμου, τὸν ὁποῖον ἔκαμε ἡ ἐν λόγῳ. Τὸ διαζύγιον ἐπηκολούθησε μετὰ τοῦτον καὶ τότε ἕνας νόμος τοῦ 1935 εἶπε: διὰ τὰς διαζευγμένας δὲν δίδω σύνταξιν. Δὲν εἶναι συνεπῶς, ὅπως ὑπεστήριξεν ὁ κ. Καλκάνης τὸ διαζύγιον ἀφορμὴ τῆς συντάξεως. Ἐστερήθη τῆς συντάξεως, εὐθὺς ὡς ἦλθεν εἰς γάμον κατὰ τοὺς κειμένους νόμους. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ζήτημα τοῦ διδασκάλου δὲν εἶναι κατάστασις, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν ὁ νέος νόμος 1587. Ὑπῆρχε ἡ κατάστασις αὐτή. Ὅταν ἕνας ὑπάλληλος ὑπηρετεῖ πέραν τοῦ ὁρίου ἡλικίας τὰ ἔτη ἐκεῖνα τῆς ὑπηρεσίας, δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν ὡς συντάξιμα.
§36Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω μίαν ἐξήγησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν καίτοι δὲν ἔχω ἁρμοδιότητα, ἐφ’ ὅσον θεωρεῖται ὁ πατήρ τοῦ νόμου. Λέγει οὗτος ὅτι ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ἐπηκολούθησεν ἕνας γάμος παύει ἡ σύνταξις. Πολὺ καλά. Ἀλλὰ λέγω καὶ ἐγὼ τοῦτο, ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ἐπηκολούθησε ἕνας γάμος καὶ τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἐξεδηλώθη μία βάναυσος διαγωγὴ τοῦ συζύγου, ἡ ὁποία ἐξηνάγκασε τὴν σύζυγον νὰ διαλύσῃ τὸν γάμον, ἕπεται ἐξ αὐτοῦ, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἐνυμφεύθη, διὰ μίαν καὶ μόνην ἡμέραν ὅτι θὰ πρέπῃ νὰ στερηθῇ τῆς συντάξεώς της; Ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον οἱ νόμοι στηρίζονται ἐπὶ τῆς λογικῆς ἀνάγλυφος εἶναι καὶ ἡ εἰκὼν τῆς πραγματικότητος. Ἐπίσης λέγω καὶ τοῦτο: Εἰς ποίαν λογικὴν θὰ στηριχθῇ τὸ γεγονός, ἐφ’ ὅσον δὲν μοῦ δίδεις τὸ δικαίωμα νὰ φύγω ἀλλὰ μὲ διατάσσεις νὰ παραμείνω εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ παραμένω, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν ὅτι ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας ποὺ μοῦ ἐπιβάλλεις —κράτος—νὰ παραμένω ἕνα, δύο χρόνια, ὅτι ὁ χρόνος αὐτὸς δὲν θὰ ὑπολογισθῇ συντάξιμος; Δὲν εἶναι πραγματικὰ ἔτη αὐτά; εἶναι κατώτερα; Τί εἴδους ὑποχρέωσις εἶναι; Κύριοι, οἱ νόμοι στηρίζονται ἐπὶ τῆς λογικῆς. Ὅταν ἐκλείψει ἀπὸ τὸν νόμον ἡ λογικὴ παύει νὰ εἶναι νόμος.
§37Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς συμφωνεῖ νὰ κάμωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς Ἀνασυγκροτήσεως τὴν προσεχῆ Παρασκευήν.
§38Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ὑπ. Συντονισμοῦ). Κύριοι, μένομεν σύμφωνοι τὴν προσεχῆ Παρασκευὴν νὰ ὁρίσωμεν ὡς ἡμέραν συζητήσεως τοῦ θέματος τῆς Ἀνασυγκροτήσεως.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Στεφανόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς κατοίκων Παλαιᾶς Μανωλάδος, ζητούντων τὴν προαγωγὴν τοῦ μονοταξίου σχολείου εἰς διτάξιον.
§40Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ κάτοικοι μιᾶς περιφερείας ὑπέβαλλον μίαν αἴτησιν καὶ ζητοῦν νὰ διορισθῇ ἕνας διδάσκαλος ἀκόμη εἰς τὴν περιφέρειαν αὐτήν, διότι ὑπάρχουν 185 μαθηταὶ καὶ εἷς διδάσκαλος. Συνιστῶ θερμῶς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας τὴν αἴτησιν, διότι πρόκειται περὶ μεγάλου ἀριθμοῦ μαθητῶν καὶ φυσικὸν εἶναι καὶ ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσῃ ἕνας διδάσκαλος εἰς τὴν στοιχειώδη ἱκανοποίησιν τῶν πρωταρχικῶν ἀναγκῶν τῆς περιφερείας αὐτῆς.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὁ κ. Α. Σβῶλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐπερωτήσεώς του ἀπευθυνομένης πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, σχετικῶς μὲ τὴν ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων, καλλιεργητῶν, πρὸς τὴν ὁποίαν συσχετίζονται καὶ συζητοῦνται ταὐτοχρόνως αἱ ὑπ’ ἀριθμὸν 3 τοῦ κ. Παπασπύρου καὶ 125 τοῦ κ. Βουρδουμπᾶ ἐν τῇ ἡμερησία διατάξει ἐπερωτήσεις ὡς ἔχουσαι τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον. Ἐπίσης κύριοι συνάδελφοι, ὑπεβλήθη πρότασις δεόντως ὑπογεγραμμένη περὶ γενικεύσεως τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἐν λόγῳ περιπτώσεων. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή. Δέχεται τὴν γενίκευσιν;
§42ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σβῶλος ἔχει τὸν λόγον.
§44Α. ΣΒΩΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ ἐπερώτησις μὲ τὴν ὁποίαν θὰ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω δὲν ἔχει βέβαια τὸν ἐριστικὸν χαρακτῆρα, τῆς τελευταίας ἐπερωτήσεως, ποὺ ἀπασχόλησε ἐπὶ τόσας συνεδριάσεις τὴν Βουλήν. Ἀποβλέπει κυρίως καὶ κατὰ πρῶτον λόγον, νὰ προκαλέσῃ διὰ τῆς συζητήσεως μίαν βαθυτέραν συνειδητοποίησιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς σημασίας ἑνὸς σοβαροῦ, σοβαροτάτου, κοινωνικοῦ ζητήματος. Τὰ ζητήματα, ποὺ ἐνδιαφέρουν τὴν ἀγροτικὴν τάξιν κύριοι συνάδελφοι, ὅπως ξέρετε, εἶναι πολλά. Εἶναι ζητήματα προστασίας τῆς τιμῆς τῶν προϊόντων, ζητήματα ἐξαγωγῶν, ζητήματα ἐπιπέδου ζωῆς τῶν ἀγροτῶν, ζητήματα ἀγροτικῆς ἀσφαλίσεως τῶν προϊόντων, ζητήματα ἐπεκτάσεως τῶν κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων εἰς τὴν ὕπαιθρον, καὶ πολλὰ ἄλλα. Ἡ Βουλὴ πολλάκις ἔχει ἀσχοληθῆ μὲ ὡρισμένα ἐξ αὐτῶν τῶν ζητημάτων καὶ θὰ ἔχῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀσχοληθῇ καὶ μὲ τὰ ὑπόλοιπα. Ὑπὲρ τὰ ζητήματα αὐτὰ ὅμως, ἢ ἂν θέλετε πρὸ τῶν ζητημάτων αὐτῶν, ὑπάρχει καὶ ἕνα ζήτημα γῆς διὰ τοὺς ἀγρότας. Διότι οἱ γεωργοὶ χρησιμοποιοῦν ὡς πρῶτον κεφάλαιον τὴν γῆν. Ἡ ἐντύπωσις ὅτι ὑπάρχει στενότης γῆς καὶ ὅτι ὑπάρχει ἕνας σοβαρὸς ἀριθμὸς γεωργῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν γῆν ἰδικήν των πρὸς καλλιέργειαν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ εἶναι γενικὴ εἰς τὴν Βουλήν. Τοῦτο προκύπτει καὶ ἀπὸ τὴν ἀρκετὰ μεγάλην σειρὰν ἀναφορῶν, ἐρωτήσεων ἢ ἐπερωτήσεων, αἱ ὁποῖαι ἔχουν περίπου τὸ αὐτὸ περιεχόμενον, δηλαδὴ τὸ παράπονον τῶν ἀκτημόνων καὶ τὸ αἴτημα τῆς χορηγήσεως εἰς αὐτοὺς κλήρου, εἴτε ἀπὸ τὴν μίαν κατηγορίαν γαιῶν, εἴτε ἀπὸ τὴν ἄλλην κατηγορίαν. Ἔπειτα καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας εἰς τὴν ἀπάντησιν, ποὺ εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μοῦ κάμῃ ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου, κάθε ἄλλο παρὰ παραγνωρίζει τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν σοβαρότητα τῆς ἐκτάσεως τοῦ ζητήματος. Καὶ νομίζω, ὅτι, οἱοσδήποτε ἀπὸ ἡμᾶς διατρέξει ὀλίγον τὴν ἐπαρχίαν, θὰ ἀντιληφθῇ τὸ ζήτημα αὐτό. Εἶναι χαρακτηριστικόν, ὅτι καὶ πλεῖστοι ὅσοι ἀπὸ τοὺς Νομάρχας τῶν Βορείων ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν τῆς Χώρας, τοὺς ὁποίους ἐπεσκέφθην καὶ ἠρώτησα ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἀναγνωρίζουν πράγματι τὴν ὕπαρξιν ἑνὸς σοβαροῦ ἀριθμοῦ ἀκτημόνων καλλιεργητῶν. Πῶς προέκυψε τὸ ζήτημα αὐτό, τὸ ξεύρει ἐπίσης ἡ Βουλή, διότι εἶναι πολὺ ἁπλοῦν. Ἀφ’ ἑνὸς εἶναι ἡ αὔξησις τοῦ πληθυσμοῦ, ἡ ὁποία εἶναι εὐτυχὲς γεγονός, ἀλλὰ ἔχει καὶ τὰς δημογραφικὰς καὶ κοινωνικὰς συνεπείας της καὶ ἡ κατάτμησις τῶν ἀρχικῶν κλήρων, οἱ ὁποῖοι διενεμήθησαν διὰ τῶν ἀπαλλοτριώσεων τῆς τελευταίας 30ετίας καὶ διὰ τῆς ἀγροτικῆς ἀποκαταστάσεως. Καὶ τέλος ὑπάρχει καὶ κατηγορία ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ συνδεθοῦν περισσότερον μὲ τὴν γῆν, διότι δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ βιοπορισθοῦν ἄλλως πῶς. Εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν ἀνήκουν ἀνάπηροι τῶν τελευταίων πολέμων, νέοι πρόσφυγες, ἔφεδροι καὶ ἄλλοι πολῖται οἱ ὁποῖοι ζητοῦν μίαν οἰκονομικὴν ἀποκατάστασιν. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ὑπάρξεως ἀκτημόνων, τῶν ὁποίων τὸν ἀκριβῆ ἀριθμὸν μόνον τὸ Ὑπουργεῖον ἠμπορεῖ νὰ μᾶς δώσῃ διότι οὐδεὶς βουλευτὴς ἠμπορεῖ νὰ γυρίσῃ τὴν Ἑλλάδα ὁλόκληρον καὶ νὰ κάμῃ ἀπογραφήν, ἡ συνέπεια τῆς ὑπάρξεως ἑνὸς ἀριθμοῦ ἀκτημόνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἀπασχόλησιν ἢ οἱ ὁποῖοι ἔχουν μίαν γελοίαν ἔκτασιν κλήρου γῆς, εἶναι ἡ φτώχεια, ποὺ ἐπικρατεῖ στὰ περισσότερα τμήματα τῆς ὑπαίθρου, ἡ πτῶσις τῆς στάθμης τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου, διότι δὲν ὑπάρχει ἀγοραστικὴ δύναμις, καὶ ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα τὸ κατηφόρισμα πρὸς τὰ ἀστικὰ κέντρα, τὸ φαινόμενον τοῦ παρασιτισμοῦ εἰς τὰς πόλεις. Φαινόμενον, ποὺ εἶναι πολὺ ἐντονώτερον εἰς ὡρισμένας ἐπαρχιακὰς πόλεις. Στὴν Ἀθήνα, ἡ ὁποία ἔχει τὴν δύναμιν ἂν ὄχι νὰ ἀπορροφᾷ ἀλλὰ ὁπωσδήποτε νὰ συντηρῇ ἕναν ἀριθμὸν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι κατέρχονται ἀπὸ τὰ χωριά, δὲν εἶναι ἴσως τόσον αἰσθητόν. Ἀλλὰ αἱ ἄλλαι πόλεις, ὅπως ἡ Θεσσαλονίκη λόγου χάριν ποὺ δὲν ἔχουν τὴν οἰκονομικὴν ζωτικότητα τῶν Ἀθηνῶν, ἐνῷ ἔχουν ἕνα στοιχεῖον παρασιτικόν, δὲν κατορθώνουν οὔτε στοιχειωδῶς κἂν νὰ τὸ συντηρήσουν, διὰ νὰ ζήσῃ. Πάντως εἶναι ἔκδηλος ἡ τάσις τῆς λεγομένης ἀστυφιλίας, τὴν ὁποίαν διὰ νὰ πολεμήσητε δὲν θὰ ἀρκοῦσαν αἱ διατάξεις τοῦ τελευταίου νόμου, ποὺ ἐψηφίσθη, παρὰ τὴν ἀντίρρησίν μας, ἐν σχέσει μὲ τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους καὶ μὲ τοὺς ἐγκατασταθέντας εἰς πόλεις πρὸ ἢ μετὰ ὡρισμένην ἡμερομηνίαν. Ὑπάρχει βέβαια, κύριοι συνάδελφοι, μία ἄμεσος καὶ πρόχειρος ἀπάντησις, ὅτι τὸ πλεονάζον τοῦ ἀγροτικοῦ μας πληθυσμοῦ, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει, κατ’ ἐμὲ εὐτυχῶς, ἡ διέξοδος τῆς μεταναστεύσεως, θὰ τὸ ἀπορροφήσῃ ἡ ἐκβιομηχάνισις τῆς χώρας. Οὐδεὶς περισσότερον ἡμῶν συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ἐκβιομηχανίσεως τῆς χώρας, καὶ δι’ ὅλους τοὺς γενικοὺς λόγους, ἀλλὰ καὶ διότι ξεύρομε, ὅτι πράγματι, ἐὰν ἐπετύγχανε καὶ δὴ ἂν ἐπιτύχῃ ἐγκαίρως θὰ ἀπορροφήσῃ ἀρκετὰ γρήγορα ἕνα ποσοστὸν ἀλλὰ μόνον ἕνα ποσοστὸν τοῦ πλεονάζοντος ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ. Κύριοι συνάδελφοι, πρὸ ὀλίγου ἠκούσαμε τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὁμιλοῦντα διὰ τὸ νέον τριετὲς πρόγραμμα τῆς ἀνασυγκροτήσεως τῆς χώρας Ἔχομεν τὰς ἐπιφυλάξεις μας μέχρις οὗ ἀκούσωμεν καὶ συζητήσωμεν λεπτομερέστερον περὶ τίνος πρόκειται, διὰ νὰ κρίνωμεν ἐὰν πράγματι ἡ ἐκβιομηχάνισις, ὅπως ἐλπίζω καὶ θέλω νὰ ἐλπίζω, θὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἀποτελέσῃ, μὲ τὰ περιωρισμένα χρηματικὰ μέσα, ποὺ θὰ διαθέσῃ τὸ σχέδιον ἀνασυγκροτήσεως, ἐὰν θὰ ἀποτελέσῃ μίαν πραγματοποίησιν καὶ δὴ σύντομον. Διότι θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι ὅ,τι ἐλέχθη πρὸ ὀλίγου ἀπὸ ἕνα ἄλλον Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ, ὅτι ἡ ἐκβιομηχάνισις ἀνήκει πλέον στὸν κόσμον τῶν ὀνείρων, ἀποτελεῖ ὑπερβολήν. Διότι ἀλλοίμονον ἐὰν ἡ ἀνάπτυξις τῆς βιομηχανίας μας ἀνήκει στὸν κόσμον τῶν ὀνείρων. Δὲν θέλομεν νὰ πιστεύωμεν ὅτι ἀνήκει στὸν κόσμον τῶν ὀνείρων, ἀλλὰ θέλομεν νὰ ἐργασθῶμεν ὅσον ἠμποροῦμεν καὶ νὰ δοῦμε ποιὰ θὰ εἶναι ἡ ἔκτασις τῆς πραγματοποιήσεως αὐτῆς. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν εὐνοϊκωτέραν περίπτωσιν, κ. συνάδελφοι, ἀφ’ ἑνὸς δὲν ἠξεύρομεν τὶ ποσὸν τοῦ πλεονάζοντος ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ θὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἀπορροφήσῃ ἡ ἐκβιομηχάνισις καὶ ἀφ’ ἑτέρου, ὅσο προχωρεῖ ἡ τεχνικὴ πρόοδος, ἐργατικαὶ χεῖρες θὰ ἀπασχολοῦνται μᾶλλον ὀλιγώτεραι, παρὰ ἄλλοτε, ποὺ ἡ βιομηχανία ἦτο περισσότερον χειροκίνητος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, ὅτι θὰ μείνῃ ὁπωσδήποτε ἕνα πλεονάζον τμῆμα τοῦ ἀγροτικοῦ μας πληθυσμοῦ, διότι ἡ αὔξησις τῶν γεννήσεων συνεχίζεται μὲ τὸν αὐτόν, ἀρκετὰ ὑψηλὸν ρυθμόν. Ἐπὶ πλέον, κ. συνάδελφοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλῶμεν θεωρητικῶς περὶ τῆς ἐκβιομηχανίσεως ὡς ἀπορροφητῆρος τοῦ πλεονάζοντος ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ καθ’ ὅλην τὴν χώραν. Διότι ἡ ἄνισος κατανομὴ τῆς βιομηχανίας ἀνὰ τὴν χώραν δίδει μίαν εἰκόνα τραγικῶς ὀδυνηράν. Ἀπὸ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα διαβάζω εἰς τὸ Δελτίον τοῦ Ἐμπορικοῦ καὶ Βιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου Θεσσαλονίκης, τὸ ὁποῖον εἶναι ἕνα ἀξιόλογον φύλλον, ἐξάγεται ὅτι τὰ 62% τῆς βιομηχανικῆς δυναμικότητος τῆς χώρας εἶναι συγκεντρωμένα εἰς τὴν περιοχὴν τῆς πρωτευούσης, τὰ 10% εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Θεσσαλονίκης, τὰ 2% εἰς τὸν Βόλον κλπ. Καὶ ἐρωτῶ, τί θὰ γίνῃ ὁ πλεονάζων ἀγροτικὸς πληθυσμὸς τῶν βορείων ἐπαρχιῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ πλέον πυκνὸς καὶ ποὺ μόλις τὰ 10% τῆς βιομηχανίας εὑρίσκονται εἰς τὴν περιφέρειαν ἐκείνην; Τὸ θέμα βεβαίως δὲν τίθεται κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον διὰ τοὺς πληθυσμοὺς οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται πέριξ τῆς εὐτυχοῦς πρωτευούσης τῆς χώρας. Ἑπομένως, ἀσχέτως τοῦ ρόλου τὸν ὁποῖον θὰ παίξῃ ἡ ἐκβιομηχάνισις, τὸ πρόβλημα μιᾶς νέας ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν ὑπάρχει, εἶναι τεθειμένον καὶ διὰ τὸ μέλλον καὶ εἶναι καθῆκον τῆς Βουλῆς νὰ τὸ ἀντιμετωπίσῃ, οὕτως ὥστε νὰ βοηθήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ τὴν παρωθήσῃ εἰς μίαν ἀρχὴν λύσεως. Καὶ ἡ ἐπερώτησίς μου αὐτὸ ἀφορᾷ. Εἶναι περιττὸν νὰ ἀναπτύξω, κ. βουλευταί, ποίαν σημασίαν ἔχει ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων εἰς αὐτονόμους καλλιεργητάς. Σημασίαν οἰκονομικήν, κοινωνικήν, πολιτικὴν καὶ ἐθνικήν. Ἡ σημασία αὐτὴ εἶναι πασίγνωστος καὶ δὲν ἀμφισβητεῖται ἀπὸ κανένα. Φυσικὰ θὰ ἐρωτηθῇ: θὰ ὑπάρξουν γαῖαι πρὸς ἀποκατάστασιν; Εἰς τὸ θέμα αὐτὸ πλήρη ἀπογραφὴν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχῃ ἕνας βουλευτής, διότι τοῦτο εἶναι θέμα ἐρεύνης τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους. Ἡμεῖς, γενικῶς, γνωρίζομεν ὅτι δημιουργοῦνται νέαι γαῖαι ἀπὸ ἐγγειοβελτικὰ ἔργα, ἀποστραγγίσεις κλπ. καὶ ὅτι ἠμποροῦν καὶ πρέπει νὰ γίνωνται τοιαῦτα ἔργα καὶ αὐτὰ διευκολύνει ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα, τὸ Σχέδιον Μάρσαλ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας. Ὑπάρχουν καὶ γαῖαι δημόσιαι, τὰς ὁποίας ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς νομοθεσίας, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας ἠμπορεῖ νὰ χρησιμοποιήσῃ πρὸς ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων ἀλλὰ αὗται δὲν ἐπαρκοῦν. Ὑπάρχουν περιπτώσεις ἐξαγορᾶς ἰδιωτικῶν κτημάτων, ἀλλὰ καὶ αὐταὶ εἶναι ἀνεπαρκεῖς καὶ ὑπάρχουν καὶ τὰ μοναστηριακὰ καὶ ἐκκλησιαστικὰ κτήματα. Ἐλπίζω ὅτι εἰς τὸ θέμα αὐτὸ ἡ στάσις τῆς Ἐκκλησίας θὰ εἶναι στάσις κατανοήσεως ἑνὸς κοινωνικοῦ προβλήματος καὶ νομίζω ὅτι ἡ Ἐκκλησία θὰ διευκολύνῃ τὸ Κράτος εἰς τὴν χρησιμοποίησιν τῶν γαιῶν αὐτῶν, πρὸς ἕνα σκοπὸν τοῦ ὁποίου τὴν κοινωνικὴν σημασίαν δὲν ὑποτιμᾷ καὶ ἡ Ἐκκλησία, ἤτοι τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων. Νομικὸν κώλυμα δι’ ἀπαλλοτρίωσιν ἐν ἀνάγκῃ τῶν γαιῶν αὐτῶν δὲν ὑπάρχει, διότι ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἔχει λυθῆ τὸ ζήτημα ὑπὲρ τοῦ ἀπαλλοτριωτοῦ τῶν κτημάτων αὐτῶν. Ἐλπίζω ὅμως ὅτι δὲν θὰ παραστῇ ἀνάγκη χρησιμοποιήσεως τῶν αὐστηρῶν μέτρων, ἀλλὰ ὅτι τὸ Κράτος καὶ ἡ Ἐκκλησία θὰ συνεννοηθοῦν πρὸς εὕρεσιν λύσεως, διότι ἡ ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δὲν ὑπῆρξε ποτὲ θεσμός, ὁ ὁποῖος ἔθεσε τὰ ὑλικά του συμφέροντα ὑπεράνω τῶν συμφερόντων τῶν πτωχῶν πιστῶν. Πέραν τούτου ὑπάρχουν τὰ ἰδιωτικὰ κτήματα. Ὑπάρχουν μεγάλα κτήματα τσιφλίκια, τὰ ὁποῖα διατηροῦνται εἴτε διότι ἀνήκουν εἰς ἀλλοδαποὺς εἴτε διότι συμβατικῶς ἔχουν ἐξαιρεθῆ τῆς ἀπαλλοτριώσεως, εἴτε διὰ διαφόρους ἄλλους λόγους. Ὑπάρχουν ἐπίσης ἐκτάσεις σοβαροὶ εἰς τὴν Βόρειον Ἑλλάδα, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἀγροί, ἀλλὰ οὔτε δάση καὶ αἱ ὁποῖαι, κατὰ τοὺς εἰδικούς, δι’ ἐκχερσώσεων, θὰ ἀποδώσουν γαίας. Καὶ νομίζω ὅτι θὰ ἠμποροῦσε, δι’ ὡρισμένης προσπαθείας τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας, τὰς θαμνώδεις ἐκτάσεις καὶ τὰ θαμνώδη δάση νὰ καταστήσῃ γαίας καλλιεργησίμους. Τὸ θέμα τῆς ἰδιωτικῆς καλλιεργείας αὐτῶν τῶν ἐκτάσεων πρέπει νὰ ἀπασχολήσῃ τὸ Κράτος. Εἰς ὁλόκληρα βουνά, τὰ Πιέρια, ὑπάρχουν ἐκτάσεις δυνάμεναι νὰ χρησιμοποιηθοῦν δι’ ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων, αἵτινες ἀνήκουν εἰς πέντε ἢ ἕξ ἰδιοκτήτας. Ὑπάρχει ἐπίσης ἄνισος κατανομὴ τῶν ἐλαιοδένδρων. Ὑπάρχουν χωρία εἰς τὰ ὁποῖα ὅλα σχεδὸν τὰ ἐλαιόδενδρα ἀνήκουν εἰς ἕνα ἢ δύο, ἐνῷ ὅλοι οἱ ἄλλοι γεωργοὶ ἔχουν ἐλάχιστον πολλοστημόριον τοῦ συνόλου τῶν ἐλαιοδένδρων. Ὑπάρχουν ἐπίσης οἱ γεωπονικοὶ κλῆροι. Δὲν λέγω ὅτι κακῶς παρεχωρήθησαν, ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ μήπως λόγῳ τῆς σημερινῆς στενότητος θὰ ἔπρεπε νὰ διατεθοῦν ἐν μέρει ὑπὲρ τῆς ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων ἀγροτῶν. Καὶ τέλος ὑπάρχουν ἰδιωτικὰ ὑπολείμματα παλαιῶν ἀπαλλοτριωθέντων κτημάτων, τὰ ὁποῖα πέραν ἑνὸς ὡρισμένου ὁρίου στρεμμάτων θὰ πρέπει νὰ χρησιμοποιηθοῦν πρὸς ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων γεωργῶν. Ποῖον εἶναι αὐτὸ τὸ ὅριον, εἶναι βεβαίως θέμα ποὺ θὰ κριθῇ κατὰ περιφερείας καὶ κατὰ τὸ εἶδος τῆς καλλιεργείας. Ὑπάρχουν λοιπόν, ἔστω καὶ περιωρισμέναι διαφόρων κατηγοριῶν ἰδιωτικαὶ ἐκτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἠμποροῦν νὰ χρησιμοποιηθοῦν διὰ τὸν σκοπὸν τῆς ἐγκαταστάσεως ἀκτημόνων παραλλήλως πρὸς τὴν διάθεσιν δημοσίων γαιῶν ἢ νέων γαιῶν ἐξ ἐγγειοβελτικῶν καὶ ἀρδευτικῶν ἔργων. Τὸ σύνολον τῶν διαθετέων γαιῶν πρέπει ν’ ἀποτελέσῃ ἕνα πρόγραμμα ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἡ κατάρτισις τοῦ προγράμματος τούτου εἶναι τὸ πρῶτον ἔργον τῆς Κυβερνήσεως ἂν θέλῃ ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὸ ζήτημα. Προκειμένου τώρα περὶ τῶν ἰδιωτικῶν γαιῶν ἀνακύπτει τὸ θέμα ἂν πρέπει νὰ ἐξαγορασθοῦν διὰ χρημάτων ἢ ἐὰν εἶναι ἀδύνατον τοῦτο, ἂν πρέπει καὶ δύνανται νὰ ἀπαλλοτριωθοῦν διὰ τῆς συνήθους καὶ γνωστῆς ὁδοῦ. Τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας εἰς τὴν ἀπάντησιν, ἡ ὁποία δὲν ὑποθέτω ὅτι ἔχει συνταχθῇ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν, ἀλλὰ ἀπὸ τὰς ὑπηρεσίας του, ἀφοῦ ἔκαμε μίαν ἀνώφελον ἀνάπτυξιν τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀπαλλοτριώσεως ἀπὸ ἀπόψεως συνταγματικῆς καὶ προστασίας τῆς ἰδιοκτησίας, ὡσὰν νὰ ἐπρόκειτο περὶ ἀγνώστων πραγμάτων, ἀντιτάσσει ὡρισμένας ἀντιρρήσεις ὡς πρὸς τὸ νόμιμον τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος, θὰ ἀντικρούσω τὰς ἀντιρρήσεις. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ἀπάντησις τοῦ Ὑπουργείου ἐπικαλεῖται τὸ κῦρος τῆς γνώμης ὡρισμένων νομικῶν ἀξίας, τοὺς ὁποίους καὶ ἐγὼ ὑπολήπτομαι καὶ ἐπειδὴ εἰς τὸ τέλος μετὰ προφανῆ ἀναδίφησιν ἀνεκάλυψεν ὅτι καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος πρὸ 33 ἐτῶν εἰς μίαν μελέτην μου ἔχω ἐκφράσει ἕνα δισταγμὸν ὡς πρὸς ἕνα ὡρισμένον σημεῖον τῆς τότε ἐφαρμοσθείσης διαδικασίας ὑπὸ ἀπόψεως συνταγματικῆς καὶ ἐπικαλεῖται ἐναντίον μου καὶ τὴν ἰδίαν μου γνώμην εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ τοῦ νομικοῦ αὐτοῦ ζητήματος. Κύριοι βουλευταί ἀπὸ ἀπόψεως Συντάγματος τοῦ 1911, ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ὁποίου θὰ γίνῃ ἡ ἀπαλλοτρίωσις, τὰ στοιχεῖα τῆς νομιμότητος οἱασδήποτε ἀπαλλοτριώσεως εἶναι τὰ ἑξῆς: Πρῶτον πρέπει νὰ ὑπάρχῃ δημοσία ὠφέλεια. Τοῦτο, ἐν προκειμένῳ, δὲν ἀμφισβητεῖται ὅτι συντρέχει. Δεύτερον πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀποζημίωσις τοῦ ἰδιοκτήτου. Καὶ τοῦτο δὲν ἀμφισβητεῖται. Τρίτον, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ δικαστικὸς προσδιορισμὸς τῆς ἀποζημιώσεως, λόγῳ ἐγγυήσεως πρὸς τὸν πωλητήν. Καὶ τέταρτον, πρέπει νὰ καταβληθῇ ἡ ὁρισθησομένη ἀποζημίωσις πρὸ τῆς καταλήψεως τοῦ κτήματος. Ταῦτα πάντα δὲν ἀμφισβητοῦνται. Τὰ ἐπίμαχα σημεῖα εἶναι ἄλλα. Ἐν πρώτοις τί εἶναι ἡ ἀποζημίωσις; Τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου λέγει, ὅτι ἡ ἀποζημίωσις ἔχει τὴν ἔννοιαν τῆς ἐν τῷ Ἀστικῷ Δικαίῳ ἀπαντώσης λέξεως «διαφέρον». Ἀλλ’ ἐὰν ταυτίζεται μὲ τὸ διαφέρον περιλαμβάνει ἆραγε καὶ τὸ ἀρνητικὸν διαφέρον; Καὶ τὸ διαφυγὸν κέρδος; Τοιοῦτον τι ὅμως ποτὲ δὲν ἐπελήφθη τὸ Σύνταγμα οὔτε ὑπεστήριξε κανεὶς καθ’ ὅσον γνωρίζω. Ἀλλοίμονον ἂν ἔχῃ τοιαύτην ἔκτασιν κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡ ἀποζημίωσις ἐν περιπτώσει ἀπαλλοτριώσεως. Ἐπὶ πλέον τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας, ἔκαμεν ἕνα λάθος. Νομίζω ὅτι, ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος ἡ ἀποζημίωσις εἶναι κατὰ συνταγματικὴν ἐπιταγὴν πλήρης, καὶ ὡς τοιαύτην ἐννοεῖ τὸ Ὑπουργεῖον μόνον τὴν εἰς μετρητὰ καταβολὴν τῆς ἀποζημιώσεως. Τὸ λάθος εἶναι διπλοῦν. Διότι τὸν ὅρον «πλήρη ἀποζημίωσιν» δὲν τὸν περιλαμβάνει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Τὸν περιέλαβε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 κατόπιν ἰσχυρᾶς πιέσεως εἰς τὴν Βουλήν, τοῦ κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων καὶ τοῦ Μιχαλακοπούλου, οἱ ὁποῖοι ἐτάχθησαν ὑπὲρ τῆς ὅσον ἔνεστι μείζονος προστασίας τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ ἔτσι διὰ πρώτην φορὰν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 περιέλαβε τὰς λέξεις «πλήρης ἀποζημίωσις» κατ’ ἀντίδρασιν πρὸς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 τὸ ὁποῖον ὡμίλει ἁπλῶς περὶ ἀποζημιώσεως καὶ ἐπέτρεπεν, ἑπομένως εἰς τὸν νόμον νὰ καθορίσῃ τὴν ἔκτασιν τῆς ἀποζημιώσεως. Ἔτσι δὲν ἀπηγορεύθη εἰς τὴν νομοθεσίαν νὰ ἀναθέσῃ εἰς ἁρμόδια ὄργανα τὴν ἀποζημίωσιν βάσει, λόγου χάριν, τῆς ἐτησίας προσόδου τοῦ κτήματος καθ’ ὡρισμένην ἐποχήν, ἄνευ πολεμικῶν ὑπερτιμήσεων. Ἔναντι τῶν παραπόνων τῶν ἰδιοκτητῶν ὅτι ἦτο μικρὰ ἡ τοιαύτη ἀποζημίωσις, καὶ διὰ τῆς πιέσεως τῶν συντηρητικῶν στοιχείων τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τοῦ 1927, ἐτέθη εἰς τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο, ὁ ὅρος «πλήρης ἀποζημίωσις» ποὺ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 δὲν ὑπάρχει. Σημειωτέον, ὅτι ὅταν ἐπανῆλθεν ἐν ἰσχύϊ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 διὰ τοῦ ψηφίσματος τῆς 10 Ὀκτωβρίου 1935 τῆς Εʹ Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ἐνῷ διετηρήθησαν ἐν ἰσχύϊ ἄλλαι διατάξεις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 δὲν διετηρήθη ἡ διάταξις περὶ πλήρους ἀποζημιώσεως, ἀλλ’ ἐπανεφέρθη ὡς εἶχε τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ἄλλο λάθος τοῦ Ὑπουργείου εἶναι, ὅτι νομίζουν ὅτι, ὅταν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ὁμιλῇ περὶ καθορισμοῦ τῆς ἀποζημιώσεως διὰ δικαστικῆς ὁδοῦ, ἐννοεῖ μόνον τὰ τακτικὰ δικαστήρια. Ἀλλά, μόνον τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, ἀκριβῶς διὰ νὰ περιορίσῃ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ νομοθέτου, ὥρισεν ὅτι ἡ ἀποζημίωσις προσδιορίζεται ὑπὸ τῶν τακτικῶν Δικαστηρίων. Ὁ δὲ ὅρος «δικαστικὴ ὁδὸς» σημαίνει κάλλιστα καὶ τὰ διοικητικὰ δικαστήρια. Ὅταν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ἔθεσε τὸν ὅρον «δικαστικὴ ὁδὸς» καὶ ἔπραξε πολὺ ὀρθῶς, ἐπέτρεψεν εἰς τὴν νομοθεσίαν νὰ ὁρίσῃ ἁρμόδια ὄργανα διάφορα τῶν Πρωτοδικείων καὶ τῶν Ἐφετείων, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε διὰ τῆς συμμετοχῆς καὶ δικαστῶν. Ἔτσι ἡ νομοθεσία ὥρισε τὰς γνωστὰς ἐκδικαστικὰς Ἐπιτροπὰς ἀπαλλοτριώσεως, χωρὶς νὰ παραβιάσῃ οὔτε τὸ γράμμα οὔτε τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 συντηρητικώτερον ὡμίλησε περὶ τακτικῶν δικαστηρίων διὰ νὰ ἀποκλείσῃ τὰς Ἐπιτροπὰς ἀπαλλοτριώσεως ὡς ὄργανον καθορισμοῦ τῆς ἀποζημιώσεως. Τέλος τὸ Ὑπουργεῖον νομίζει ὅτι ἀποζημίωσις εἶναι μόνον ἡ καταβαλλομένη εἰς δραχμάς, ἄρα ὅτι ἀποκλείεται ἡ καταβολὴ τῆς ἀποζημιώσεως δι’ ὁμολογιῶν. Ἡ τοιαύτη καταβολὴ θὰ ἦτο παράβασις τοῦ Συντάγματος. Κύριοι Βουλευταί, ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ ἀπὸ τοῦ 1917 μέχρι τοῦ 1922, εἶδον τὸ φῶς 4 νόμοι σχετικοὶ μὲ τὴν ἀγροτικὴν ἀποκατάστασιν δι’ ἀπαλλοτριώσεως. Πρῶτος ἦτο ὁ νόμος 1072)1917, ὁ ὁποῖος, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐπεκύρωσε τὸ Διάταγμα τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως Βενιζέλου εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Δεύτερος ἦτο ὁ νόμος 1686)1919. Τρίτος ἦτο ὁ νόμος 2052)1920 ἔργον τοῦ μακαρίτου Καφαντάρη. Καὶ τέταρτος ὁ νόμος 2922, ἔργον τοῦ Τερτίπη, Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας. Ἐάν, ἐπιμένω, εἰς τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν νόμων, εἶναι διότι τὸ Ὑπουργεῖον ἔκαμεν ἕνα σφάλμα ἀσυγχώρητον. Αὐτοὶ οἱ τέσσαρες νόμοι ἐψηφίσθησαν ἀπὸ τὴν Βουλὴν οἱ μὲν τρεῖς πρῶτοι ἀπὸ τὴν Βουλὴν τῆς 31 Μαΐου 1915, κατὰ τρόπον τελείως συνταγματικὸν καὶ τῇ συμπράξει τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ὁποία ἔλαβε μέρος εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ὁ τελευταῖος δὲ Νόμος τοῦ 1922 ἐψηφίσθη ἀπὸ τὴν τρίτην Συντακτικὴν Συνέλευσιν, ἡ ὁποία ἐξελέγη κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 1ης Νοεμβρίου 1920. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἐπαναστατικὰ προϊόντα οἱ νόμοι αὐτοί, ὅπως ἰσχυρίζεται τὸ Ὑπουργεῖον. Κάθε ἄλλο. Εἶναι συνήθεις νόμοι. Οὔτε δύναται νὰ λεχθῇ ὅτι, εἶναι πρᾶξις ηὐξημένου, ὡς ἰσχυρίζεται τὸ Ὑπουργεῖον, τυπικοῦ κύρους. Ἁπλούστατα, οἱ νόμοι αὐτοὶ ἡρμήνευσαν τὸ τότε ἰσχῦον τὸ καὶ σήμερον ἰσχῦον ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ἐδέχθησαν ὅτι ἡ ἀποζημίωσις δύναται νὰ καταβάλληται καὶ εἰς ὁμολογίας. Καὶ ὅπως γνωρίζετε, ὅλαι αἱ ἀπαλλοτριώσεις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἔγιναν διὰ τῆς ἐκδόσεως ὁμολογιῶν 6% καὶ διὰ καταβολῆς τῶν ὁμολογιῶν αὐτῶν ἀντὶ ἀποζημιώσεως. Καὶ δὲν ἦτο — οὔτε εἶναι — δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως. Θέλω νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ὅτι εἰς ὅσας χώρας καὶ τῆς Κεντρικῆς καὶ τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης, δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως, ἔγιναν ἀπαλλοτριώσεις πρὸς ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, ἡ ἀποζημίωσις κατὰ κανόνα κατεβλήθη δι’ ὁμολογιῶν. Οὐδαμοῦ διενοήθησαν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ καταβάλληται πάντοτε ἀναγκαστικῶς ἡ ἀποζημίωσις εἰς χρῆμα. Διότι τοιαύτη ἀπαίτησις θὰ ἐσήμαινε ματαίωσιν ἑνὸς τόσον μεγάλου ἔργου. Ἀλλ’ ἐξ ἄλλου, ὅταν λέγωμεν ὁμολογίας πρέπει νὰ ἔχωμεν συνείδησιν ὅτι αἱ ὁμολογίαι πρέπει νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν ἀσφαλεῖς καὶ ἠγγυημέναι. Νὰ εἶναι π.χ. δεκταὶ εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον διὰ πληρωμὴν φόρων εἴτε ἀπεριορίστως εἴτε μὲ κάποιον περιορισμὸν καὶ ἐν γένει νὰ ἔχουν ἀξίαν σταθεράν, ὥστε ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει πάρει ὁμολογίας, ἀντιπροσωπευούσας ὡρισμένην ἀξίαν νὰ ἠξεύρῃ ὅτι θὰ διατηρήσῃ τὴν ἀξίαν αὐτὴν εἰς τὴν περιουσίαν του ἢ τοὐλάχιστον τὸ μέγιστον μέρος αὐτῆς. Ἡ ἀξίωσις ὅμως ὅπως ὁ ἰδιοκτήτης τῆς γῆς εὑρίσκεται εἰς μίαν προνομιοῦχον θέσιν, ἀπέναντι οἱουδήποτε ἄλλου πολίτου, προσφέροντος μικρὰν ἢ μεγάλην θυσίαν πρὸς τὸ Κράτος, ἐκείνου λ.χ. ὁ ὁποῖος ἔδωσε τὰ ζῶα του ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατεύσεως ἢ τὸ αὐτοκίνητόν του οὐσιαστικῶς χωρὶς ἀποζημίωσιν ἢ ἀκόμη ἐκείνου, ὁ ὁποῖος λαμβάνει μίαν σύνταξιν διότι ἔχασε τὸ παιδί του, ἄν καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἰσοφαρισθῇ ἡ ἀπώλεια τὴν ὁποίαν ὑπέστη, ἡ ἀξίωσις λέγω αὐτὴ νὰ μὴ ὑποστῇ ὁ ἰδιοκτήτης τῆς γῆς καμμίαν θυσίαν διὰ τὴν ἐπιτυχίαν ἑνὸς μεγάλου κοινωνικοῦ σκοποῦ, ἡ ἀξίωσις αὐτὴ εἶναι ὑπερβολική, διότι ἀποτελεῖ προνόμιον μιᾶς μόνον κατηγορίας πολιτῶν καὶ μιᾶς μόνον κατηγορίας εἰσφορῶν ὑπὲρ τοῦ συνόλου. Αὐτοὶ οἱ λόγοι ὤθησαν καὶ τοὺς νομοθέτας τῶν Νόμων ἐκείνων εἰς τὴν καθιέρωσιν τοῦ συστήματος τῶν ὁμολογιῶν, κατὰ τοῦ ὁποίου, καθὼς ἠξεύρω, ἠκούσθησαν τότε ἀντιρρήσεις μόνον ἀπὸ κατ’ ἐξοχὴν συντηρητικοὺς ἀνθρώπους, ἀντιταχθέντας κατ’ οὐσίαν εἰς τὴν ἀγροτικὴν μεταρρύθμισιν τοῦ 1917. Ἀλλὰ καθὼς λέγομεν τοιαῦται ἀντιρήσεις δὲν ἔφεραν ἐμπόδιον εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν Νόμων αὐτῶν, οὔτε ἀντετάχθησαν τὰ Δικαστήρια, οὔτε, καθόσον ἠξεύρω, ἐδημιουργήθη ἀνάλογος τρικυμία περὶ τὸ θέμα αὐτό. Βέβαια σήμερον ἠμπορεῖ νὰ λεχθῇ ὅτι τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ἔχει μείζονα εὐχέρειαν νὰ κρίνῃ πράξεις τῆς Διοικήσεως καὶ νὰ θεωρῇ τὸν σχετικὸν νόμον ἀνεφάρμοστον ὡς ἀντισυνταγματικόν. Ἀλλὰ πᾶς νόμος διατρέχει τὸν κίνδυνον αὐτόν. Δὲν νομίζω ὅμως ὅτι ἐσταμάτησε ποτὲ ὁ Νομοθέτης ὅταν εὑρίσκεται ἐνώπιον τόσον σοβαροῦ κοινωνικοῦ ζητήματος, δὲν νομίζω ὅτι ἐσταμάτησεν ἀπὸ τὸν φόβον ὅτι ἐνδέχεται τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας νὰ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην. Καὶ τὰ τακτικὰ δικαστήρια θὰ ἠδύναντο, κατὰ τὸ 1917, νὰ εὕρουν εὐκαιρίαν νὰ θεωρήσουν ἀντισυνταγματικὴν τὴν νομοθεσίαν περὶ ὁμολογιῶν. Ἀλλὰ δὲν ἔγινε τέτοιο πρᾶγμα. Νομίζω ὅτι ὑποτιμᾶται τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ἐν προκειμένῳ. Διότι εἶναι ἀδύνατον ἕνα Δικαστήριον ἔχον συνείδησιν τῆς ἀνωτέρας του ἀποστολῆς νὰ μὴ παρακολουθῇ τὰ πράγματα καὶ νὰ μὴ ἀντιλαμβάνεται τὴν ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην τοῦ Κράτους ὅταν εὑρίσκεται ἐνώπιον αὐτῶν τῶν ζητημάτων καὶ πρέπει νὰ δώσῃ μίαν λύσιν. Διότι παραμέρισις ζητημάτων αὐτοῦ τοῦ εἴδους, κύριοι βουλευταί, δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ συσσωρεύῃ δυναμίτιδα εἰς τὰ θεμέλια τοῦ καθεστῶτος, τοῦ ὁποίου ὑπεραμύνεσθε. Καὶ τουλάχιστον ὅσοι φοβοῦνται διὰ τὸ καθεστὼς αὐτό, θὰ εἶχον περισσοτέραν ὑποχρέωσιν νὰ σκεφθοῦν πῶς διὰ τολμηρῶν λύσεων θὰ προλάβουν τὸν κίνδυνον ποὺ μὲ τόσα ἄλλα μέσα προσπαθοῦν νὰ συγκρατήσουν. Μοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴν τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐνθυμηθῇ μίαν γνώμην, τὴν ὁποίαν διετύπωσα πρὸ 33 ἐτῶν εἰς μίαν μελέτην μου, ὅπου μὲ τρεῖς σειρὰς λένω ὅτι ἴσως ἕνας αὐστηρὸς ἑρμηνευτὴς τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἀποζημίωσις καταβάλλεται πρὸ πάσης καταλήψεως τοῦ κτήματος, θὰ εὕρισκεν ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης, λαμβάνων εἰς ὁμολογίας καὶ οὐχὶ εἰς χρῆμα τὴν ἀποζημίωσιν, δὲν εὑρίσκεται πλήρως ἐντὸς τοῦ πνεύματος τῆς προστασίας τοῦ Συντάγματος. Ἐκολακεύθην, κύριοι βουλευταί, διότι εἶδον τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐπικαλῆται τὴν παλαιὰν γνώμην ἑνὸς νεαροῦ τότε ἐπιστήμονος, ἔστω καὶ ἂν ἐν παρόδῳ τὴν διετύπωσα. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ τιμὴ μοῦ ἔγινε διὰ πρώτην φορὰν κατὰ τὴν διάρκειαν 30 περίπου ἐτῶν, ποὺ εἴτε ὡς πολίτης, εἴτε ὡς Ἀκαδημαϊκὸς διδάσκαλος, εἴτε ὡς βουλευτής, εἴτε ὡς πολιτευόμενος εἰς πλείστας ὅσας περιπτώσεις συνταγματικῶν συζητήσεων καὶ συνταγματικῶν παραβάσεων δὲν ἔλειψα ποτέ, ὅπως περίπου αἱ χῆνες τοῦ Καπιτωλίου ποὺ ἐξυπνοῦσαν εἰς κάθε κίνδυνον, νὰ βάζω τὶς φωνὲς ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος, χωρὶς ὅμως ποτὲ νὰ εἰσακουσθῇ ἡ γνώμη μου, εἴτε πρὶν εἴτε κατόπιν τῆς παραβάσεως. Διότι ἀντίθετα πολιτικὰ συμφέροντα ἔπνιγαν τὴν συνταγματικὴν ἀλήθειαν. Τώρα τὸ ζήτημα πρόκειται νὰ κριθῇ ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς γνώμης μου, τὴν ὁποίαν διετύπωσα πρὸ τριακονταετίας καὶ πλέον. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἕνας ἐπιστήμων ἔχει δικαίωμα νὰ μεταβάλῃ γνώμην ὅταν ἴδῃ ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὰ πράγματα καὶ εὑρισκόμεθα σήμερον πρὸ μιᾶς ἀνάγκης καὶ τὴν ἀνάγκην ὀφείλομεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν μὲ τολμηρὰς λύσεις. Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ἀπεφάνθη ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὴ ἡ καταβολὴ τῆς ἀποζημιώσεως δι’ ὁμολογιῶν καὶ ὅτι ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ δοθῇ χρῆμα ρευστὸν διὰ νὰ ἀποζημιωθοῦν οἱ ἰδιοκτῆται, πρᾶγμα ποὺ θὰ σημαίνῃ ματαίωσιν τοῦ μέτρου, φυσικὰ θὰ ἰσχύσῃ ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν, ἀλλὰ θὰ ἔχουν κάμει καὶ τὸ Κράτος καὶ ἡ Βουλὴ τὸ καθῆκον των ἀπέναντι τοιούτου ζητήματος. Καὶ πιστεύω ὅτι θὰ ἔχουν ἐμπνεύσει καὶ εἰς τὰ δικαστήρια τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἔτσι θὰ πρέπῃ νὰ ἑρμηνεύηται τὸ Σύνταγμα. Διότι δὲν ἔγινε τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ Νόμοι ὡς αὐτοσκοπός, ἀλλὰ διὰ νὰ διευκολύνουν καὶ νὰ ρυθμίζουν καὶ νὰ προάγουν τὸν ὁμαδικὸν βίον τῶν ἀνθρώπων. Καὶ δι’ αὐτὸ πιστεύω ὅτι εἰς τὴν ἑρμηνείαν θὰ πρυτανεύσῃ ἕνα πνεῦμα ρεαλιστικόν, ἕνα πνεῦμα κοινωνικὸν καὶ ἐθνικὸν ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἄλλωστε πολλὲς φορὲς τὰ Δικαστήρια ἔδειξαν ὅτι ἐμπνέονται. Θέλετε ἕνα πρόσφατον παράδειγμα; Ἰδοὺ ὁ Ἄρειος Πάγος, ὁ ὁποῖος παρὰ πᾶσαν ἐπιφύλαξιν, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ διὰ τὴν δυνατότητα ἐκδόσεως ἀναγκαστικῶν νόμων—καὶ ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὁμιλῇ ἔχει βασικὴν ἀντίθεσιν—εἰς τὸ θέμα περὶ ἀγοραπωλησιῶν ἐπὶ κατοχῆς, εἶπεν ὅτι εἶναι πολιτικὸν θέμα ἡ κρίσις περὶ τοῦ ἐπείγοντος καὶ δὲν εἶναι ἔργον μου νὰ τὸ ἐξετάσω. Ἔτσι διέσωσε ἕνα νομοθέτημα ἀνώμαλον ἀλλὰ μεγάλης κοινωνικῆς ἀνάγκης. Πρᾶγμα ποὺ δείχνει ὅτι καὶ τὰ δικαστήρια ἐμπνέονται ἀπὸ τὴν πραγματικότητα ὅταν πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσουν μεγάλας λύσεις μεγάλων κοινωνικῶν ζητημάτων καὶ δι’ αὐτὸ πιστεύω ὅτι ἐὰν τὰ μόνα ἐμπόδια τῆς νέας ἀγροτικῆς ἀποκαταστάσεως εἶναι τὰ νομικά, ἡ Βουλὴ δὲν θὰ πρέπῃ νὰ διστάσῃ νὰ τὰ ὑπερπηδήσῃ, ἀφοῦ ἄλλως τε τοιαύτη εἶναι καὶ ἡ εὐχὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, ἀνθρώπου ποὺ ἔτυχε νὰ ἔχῃ καὶ συνδέσμους μὲ τὴν Ἀγροτικὴν τάξιν τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλά, κ. βουλευταί, πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ πρᾶγμα ταχέως κατὰ τρόπον πρακτικὸν καὶ γενναῖον. Θὰ ἠμποροῦσα ἀκόμη νὰ ἐπικαλεσθῶ ἔστω καὶ ἐπικουρικῶς ἕνα ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον παρατρέχει ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 εἶχε μίαν ἐξαίρεσιν ὡς πρὸς τὴν προστασίαν τῆς ἰδιοκτησίας, διὰ τοῦ περιφήμου ἄρθρου 119 τὸ ὁποῖον ἐπέτρεπεν, ἐπὶ μίαν πενταετίαν, μίαν παρέκκλισιν ἀπὸ τὰς συνταγματικὰς διατάξεις χάριν τῆς ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων προσφύγων, κτηνοτρόφων κλπ. Αὐτὸ τὸ ἄρθρον καταργηθέντος τοῦ Συντάγματος ἐκείνου συγκατηργήθη ἐπίσης. Ἐν τούτοις ἡ Δʹ συντακτικὴ πρᾶξις τῆς 14 Ὀκτωβρίου 1935 ὥρισεν ὅτι νόμοι καὶ διατάγματα ἐκδοθέντα κατ’ ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 119 τοῦ καταργηθέντος Συντάγματος διατηροῦσι τὴν ἰσχὺν αὐτῶν μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ἰδίου Συντάγματος. Ἄρα καὶ σήμερον ἑπομένως ἰσχύουν αἱ περὶ ὧν πρόκειται διατάξεις ὡς διατάξεις νόμου, δυνάμει τῆς Συντακτικῆς Πράξεως καὶ θὰ ἰσχύουν μέχρι τῆς δημιουργίας τοῦ νέου Συντάγματος, τοῦ ὁποίου δυστυχῶς ἡ ἐπιψήφισις ἀπὸ τότε ἕως τώρα, παρὰ τὰς ἀποπείρας αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, δὲν ἐπραγματοποιήθη. Διερωτῶμαι, διατὶ αὐταὶ αἱ διατάξεις δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐφαρμοσθοῦν καὶ σήμερον, διατάξεις ἱκαναὶ νὰ διευκολύνουν τὴν ἀποκατάστασιν ἀγροτῶν προσφύγων κλπ. Σημειώσατε κ. βουλευταί, ὅτι ἡ Δʹ Συντακτικὴ Πρᾶξις τοῦ 1935 δὲν ἔχει μεταγενεστέρως καταργηθῆ.
§45Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Σέβομαι τὴν γνώμην σας θὰ μὲ ἐπηρεάσῃ πολύ. Ὅταν λέγετε ὅτι οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐκδοθῆ ἢ διατάγματα βάσει τοῦ ἄρθρου 119 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 τηροῦνται ἐν ἰσχύϊ, φρονεῖτε ὅτι βάσει τοῦ ἄρθρου 119 τὸ ὁποῖον ἐθέσπισε μίαν παρέκκλισιν ἀπὸ τὸ ἄρθρον 19 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 ἢ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, δύνανται καὶ σήμερον νὰ ἔχουν ἐφαρμογὴν πρὸς νέας ἀπαλλοτριώσεις κατὰ παρέκκλισιν; Σᾶς ὑπενθυμίζω τὸ ἑξῆς: Ὅτι ἡ παρέκκλισις αὐτὴ ἐδόθη διὰ μίαν πενταετίαν, ἡ ὁποία ἔληξεν εἰς τὰς 2 Ἰουνίου 1932. Ἑπομένως ὅ,τι ἀπηλλοτριώθη μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης καλῶς ἀπηλλοτριώθη. Τὰ ἄλλα ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ....
§46Α. ΣΒΩΛΟΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ εἶναι τὸ ἐπιχείρημά μου ἐὰν τὸ ἄρθρον 119 ἴσχυεν, ὅταν ἔγινε ἡ Δʹ συντακτικὴ πρᾶξις τοῦ 1935 τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο διαφορετικόν. Τὸ ἄρθρον ὅμως τοῦτο ἔχει παύσει νὰ ἰσχύῃ ἀπὸ τοῦ 1932. Ἑπομένως καὶ εἰς τὰ 1935 τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἴσχυε. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ εἶχε συμπαρασύρῃ εἰς τὴν ἄβυσσον καὶ τὰ συμφώνως πρὸς αὐτὸ ἐκδοθέντα Νομοθετήματα καὶ τὰ Διατάγματα. Ἀλλὰ διὰ νὰ διατηρηθοῦν καὶ ἐφεξῆς ὥρισεν ἡ Δʹ Συντακτικὴ πρᾶξις ὅσα ὥρισε. Φυσικὰ διατηροῦνται ὡς ἁπλοῖ νόμοι, ἄρα δύνανται νὰ καταργηθοῦν. Ἂν ἡ γνώμη αὐτὴ δὲν εἶναι ὀρθή, διερωτῶμαι ποίαν ἔννοιαν ἔχει ἡ ἐφαρμογὴ τῶν συνεπειῶν τοῦ ἄρθρου 119 διὰ μιᾶς Συντακτικῆς πράξεως; Ἀπαντᾶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ὑπῆρχαν ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις διὰ τὰς ὁποίας διατηρεῖται ἡ ἰσχὺς τῶν νόμων αὐτῶν μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νέου Συντάγματος. Ἀλλ’ ἡ διατήρησις εἶναι ἀορίστου χρόνου. Ἠμπορεῖ νὰ γεννηθῇ ἀμφιβολία, ἀλλ’ ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ κύριον ἐπιχείρημά μου ἀλλὰ τὸ ἀναφέρω ὅπως εἶναι ἐπικουρικῶς. Θὰ ὑποστηρίξω ὅμως αὐτὰ ποὺ λέγω ὡς πρὸς τὸ δυνατὸν τῆς σημερινῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων αὐτῶν διὰ τὸν ἑξῆς λόγον: διότι ἀφοῦ ἦσαν διατάξεις τῶν ὁποίων τυπικῶς εἶχε λήξει ἡ χρονικὴ ἰσχὺς καὶ ἐξεδόθη μία Συντακτικὴ πρᾶξις, δηλαδὴ ἕνα κείμενον ηὐξημένου τυπικοῦ κύρους, τὸ ὁποῖον ἰσχύει καὶ σήμερον — διότι ἐνῷ θὰ ἠδύνατο σύμφωνα μὲ τὸ Βʹ ψήφισμα τῆς 3ης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τῆς 29 Ἀπριλίου 1936 νὰ ἔχῃ καταργηθῆ ἢ μεταβληθῆ διὰ νομοθετικοῦ διατάγματος, μετὰ γνώμην τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν κατηργήθη οὔτε ἐτροποποιήθη. Θὰ ἠδυνάμην, λέγω, νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι ἰσχυούσης ἀκόμη τῆς Δʹ Συντακτικῆς πράξεως τοῦ 1935 ὑπάρχει κανὼν ὑπερτέρου κύρους μονιμοποιήσας τοὺς νόμους ἐκείνους καὶ τὰ διατάγματα μέχρι καταργήσεως δι’ ἄλλου νόμου ἢ μέχρι τοῦ νέου Συντάγματος. Καὶ διὰ τὴν λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος θὰ ἠμποροῦσε θαρραλέως ἡ Κυβέρνησις νὰ τὰ χρησιμοποιήσῃ ἐὰν δὲν ἤθελε νὰ πεισθῇ ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα βασικώτερα ἐπιχειρήματα ποὺ εἶχα τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀναπτύξω. Πάντως κ. βουλευταί, ἔθεσα τὸ ζήτημα κυρίως εἰς τὴν ὀρθὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος καὶ διὰ τὸ ὀρθὸν τῆς ἑρμηνείας αὐτῆς ἐπεκαλέσθην τὸ προηγούμενον τῶν τεσσάρων νόμων μιᾶς ὁμαλῆς, νομοθετικῆς περιόδου, νόμων οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσθησαν ἀπὸ δύο διαφόρους Βουλάς, ἀπὸ διάφορα κόμματα καὶ διὰ τοὺς ὁποίους καθόσον ἠξεύρω δὲν ἐγεννήθη ἀμφιβολία, ὡς πρὸς τὴν Συνταγματικότητα. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νόμων αὐτῶν ἀπηλλοτριώθησαν μέχρι τῆς Συνταγματικῆς πράξεως Πλαστήρα τοῦ 1923 περὶ τὰ 71 ἀγροκτήματα, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν νομίζω ὅτι ἐγεννήθη ζήτημα, ἀπὸ ἀπόψεως συνταγματικῆς. Διότι καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 τὸ ὁποῖον ὑπῆρξε προστατευτικώτερον τῆς ἰδιοκτησίας δὲν ἔθιξε τὰ γενόμενα εἰς τὸ παρελθόν, ἀλλὰ τὰ ἀνεγνώριζεν ὡς καλῶς γενόμενα. Κύριοι Βουλευταί, τὸ θέμα εἶναι καὶ σπουδαῖον καὶ ἐπεῖγον. Πρὸ 35 περίπου ἐτῶν, τὸ ἠξεύρομεν, εἰς τὴν μαύρην γῆ τῆς Ἑλληνικῆς ὑπαίθρου ἐχάραξε μία καινούργια αὐγή, ἀνέτειλεν ἕνας καινούργιος ἥλιος προόδου καὶ ἐξανθρωπισμοῦ. Ἡ πρόοδος ὑπῆρξε σημαντική, ἀλλὰ δὲν ἔχει ὁλοκληρωθῆ. Νομίζω ὅτι ἔργον καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ βοηθήσουν μὲ τόλμην καὶ μὲ συνείδησιν τῆς μεγάλης σημασίας τοῦ θέματος πρὸς ὁλοκλήρωσιν ἑνὸς ἔργου, τὸ ὁποῖον ὅσον περισσότερον ἐπεκταθῆ, τόσον περισσότερον θὰ ἀνεβάσῃ, ὄχι μόνον τὴν βιωτικὴν στάθμην τοῦ Λαοῦ τῆς ὑπαίθρου ἀλλὰ καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν στάθμην τοῦ πολιτισμοῦ τῆς χώρας μας (Χειροκροτήματα).
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουπαροῦσος ἔχει τὸν λόγον.
§48Ν. ΚΟΥΠΑΡΟΥΣΟΣ. Ἡ ἐπερώτησις τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν εἰς ἀγροκτήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαλλοτριωθοῦν εἶναι ἀπολύτως συνδεδεμένη μὲ τὸ δημογραφικὸν πρόβλημα τῆς χώρας, εἶναι ἀπολύτως συνδεδεμένη μὲ αὐτὸ τὸ ζήτημα τῆς ἐπιβιώσεως τῆς Ἑλληνικῆς Φυλῆς. Ὅσοι καταγόμεθα ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας καὶ ἀντιπροσωπεύομεν τὴν ὕπαιθρον, εἰδικῶς ἡμεῖς δὲ οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Βορείου Ἑλλάδος, πιστεύσατε ὅτι, δὲν τολμῶμεν ἢ μᾶλλον στενοχωρούμεθα νὰ πηγαίνωμεν εἰς τοὺς νομούς μας, καὶ διότι ἔχουν ἐρημωθῆ οὗτοι ἀπολύτως, τόσον ἀπὸ τὸν ἐμφύλιον σπαραγμὸν ὅσον καὶ ἀπὸ τὴν ἀνωδίαν τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων, ὅσον καὶ ἀπὸ τὸ στενὸν γράμμα τοῦ Συντάγματος καὶ τὴν μὴ ἐφαρμογὴν τῶν νόμων τῆς ἐκμισθώσεως, ὥστε τὸ Κράτος νὰ ἀποκαταστήσῃ σχεδὸν ἀκτήμονας εἰς κλήρους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀκαλλιέργητοι σχεδὸν εἰς κλήρους οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν εἰς πλουσίους γεωκτήμονας, εἰς κλήρους, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν βοσκοτόπους καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ καλλιεργηθοῦν, εἰς κλήρους οἱ ὁποῖοι εἶναι διαφόρων Μονῶν καὶ ἐκκλησιῶν καὶ τοὺς ὁποίους ἕνα καλῶς πολιτισμένον Κράτος εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ τοὺς ἀποδώσῃ εἰς τοὺς ἀνέργους καὶ ἀκτήμονας ἀγρότας στρατευσίμους. Κύριοι βουλευταί, σεῖς ἰδιαιτέρως ποὺ κατάγεσθε ἀπὸ τὴν νότιον Ἑλλάδα καὶ ἀντιπροσωπεύετε οὐχὶ ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς ἔχοντας σχέσιν μὲ τὴν γῆ, δὲν ἠξεύρετε ὅτι ἀποκατεστάθησαν ἀγροτικῶς πρὸ ἐτῶν μὲ κλῆρον κατὰ μέσον ὅρον 30–40 στρεμμάτων. Ἐπειδὴ δὲ συνήθως οἱ γεωργοὶ γεννοβολοῦν ἐνῷ οἱ ἀστοὶ δὲν γεννοβολοῦν ὁ κλῆρος αὐτὸς κατετμήθη καὶ ἐσμηκρύνθη εἰς 10 σχεδὸν στρέμματα. Δι’ αὐτὸ παρατηρεῖται καὶ μία ἔξοδος τοῦ πληθυσμοῦ ἐκ τοῦ νομοῦ Κοζάνης σταθερὰ πρὸς τὰ ἀστικὰ κέντρα, πρὸς τὴν Θεσσαλονίκην καὶ τὰς Ἀθήνας καὶ παρουσιάζεται αὐτὴ ἡ μεγάλη ἀστυφιλία. Τὸ περίεργον ὅλων ὅτι συζητεῖται ἐδῶ εἰς τὰς Ἀθήνας εἰς τὰ καφενεῖα καὶ τοὺς δρόμους ἀπὸ καφενοβίους τί μέτρα θὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἐκδιώξῃ τῶν Ἀθηνῶν ὅλους τοὺς ἐπαρχιώτας οἱ ὁποῖοι δὲν ἠμποροῦν νὰ ζήσουν εἰς τὸ χωρίον των καὶ καταφεύγουν εἰς τὰς πόλεις πρὸς ἐξεύρεσιν ἐργασίας. Αἱ προηγούμενοι Κυβερνήσεις ὡς καὶ ἡ σημερινὴ δὲν ἀντελήφθησαν τὸ μέγεθος τῆς καταστροφῆς, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ὕπαιθρον, οὔτε τὴν ἐξαθλίωσιν τῶν χωρικῶν. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ζήσῃ ὁ ἀγρότης πλέον μὲ κλῆρον 5–10 στρεμμάτων πολὺ δὲ περισσότερον χωρὶς κλῆρον. Ἀπὸ διετίας συζητήσεις γίνονται καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ταύτης καὶ οἱ πάντες παρεδέχθησαν τοῦτο, ὅτι ὁ στενὸς χῶρος τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι ἀρκετὸς διὰ τὴν ἐπιβίωσιν τῆς Ἑλληνικῆς Φυλῆς. Τοῦτο ἀντελήφθησαν καὶ αὐτοὶ οἱ φίλοι μας οἱ Ἀμερικανοὶ καὶ μάλιστα ἐπροτάθη ὅτι νὰ πρέπει νὰ στείλωμεν ἐργάτας εἰς τὸ Κράτος τοῦ Ἰσραὴλ καὶ εἰς τὰ Κράτη τῆς Ἀφρικῆς. Ὑπεστηρίχθη δὲ ὅτι τὸ δημογραφικόν μας πρόβλημα θὰ ἐλύετο διὰ τῆς ἐκβιομηχανοποιήσεως τῆς χώρας μας. Ἀλλὰ ἐνῷ ὑπεστήριζον τὴν ἐκβιομηχανοποίησιν ταύτην, ἕνα πρωΐ πέρυσι οἱ Ἀμερικανοὶ εἶπον ὅτι ἀλλάζουν γνώμην καὶ δὲν δύνανται νὰ ὑποστηρίξουν τὴν μεγάλην ἐκβιομηχανοποίησιν τῆς χώρας. Πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν ὑπεστήριζον ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡμέρα καθ’ ἣν οἱ Ἀμερικανοὶ καὶ οἱ Εὐρωπαῖοι θὰ ἐγκατέλειπον τὸ σχέδιον τῆς ἐκβιομηχανοποιήσεως τῆς Ἑλλάδος, διότι δὲν τοὺς συμφέρει. Καὶ ἀνήγγειλαν τὴν ὑποστήριξιν τῆς μικρᾶς βιομηχανίας καὶ σχετικῶς τῆς γεωργίας καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνσιν σήμερον βαδίζομεν. Ἡ Ἑλλὰς κύριοι βουλευταί, μετὰ δύο νικηφόρους πολέμους κατὰ τοὺς ὁποίους ἐπολεμοῦσεν ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ κόσμου ὅλου, εὑρέθη προδομένη ἀπὸ τοὺς συμμάχους. Κατὰ τὸν πρῶτον πόλεμον εἰς τὴν Μ. Ἀσίαν. Εὑρῆκαν μίαν δικαιολογίαν καὶ μᾶς ἔρριψαν 1.500.000 πρόσφυγας ἐδῶ. Ἕνα εἶναι γεγονός, ὅτι μᾶς ἐγκατέλειψαν. Κατὰ τὸν δεύτερον νικηφόρον πόλεμον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπολεμήσαμεν μόνον ἡμεῖς μὲ τοὺς Ἄγγλους καὶ ἐνικήσαμε σωστὸ θαῦμα δι’ ὅλον τὸν κόσμον μᾶς ἐγκατέλειψαν καὶ πάλιν, μόλις δὲ τὴν τελευταίαν στιγμὴν μᾶς ἐβοήθησαν ὅταν ἐκινδυνεύσαμε νὰ χαθοῦμε καὶ μὲ τὴν ὀλίγην βοήθειαν ποὺ μᾶς ἔδωσαν ἐσώσαμεν διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν τὴν Εὐρώπην ὁλόκληρον ἀπὸ τὸν κομμουνισμόν. Καὶ καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν αὐτῆς τῆς 3ετίας δὲν ἔγινε τίποτε ἄλλο παρὰ ὅλα αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια δολλάρια τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὰ χαρτιὰ ὅτι ἦλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀπὸ αὐτὰ ὅλα, μόνον ψυχεῖα ἐπῆραν τὸν δρόμον πρὸς τὴν ἐπαρχίαν καὶ ἐδόθησαν τὰ ἑκατομμύρια αὐτὰ δολλάρια τὰ περισσότερα εἰς τὴν δασμοδίαιτον βιομηχανίαν καὶ εἰς ἄλλας ὑπόπτους ἐπιχειρήσεις. Καὶ ἄλλοτε συνεζητήσαμεν διὰ τὴν ὕπαιθρον ὅτι χρειάζονται ἑβδομάδες ὁλόκληροι διὰ νὰ ἐκθέσωμεν τὰ ζητήματά της, ἂν ὄχι μῆνες. Ὁ χωρικὸς ἐν τῷ μεταξὺ πεινᾷ, ὑποφέρει καὶ πεθαίνει ἀπὸ τὴν πεῖνα καὶ ἀπὸ τὰς λοιμώδεις νόσους, ἀπὸ τὴν φυματίωσιν. Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ἐπειδὴ εἶμαι φαρμακοποιὸς ὅτι τὰ 80% τῶν συνταγῶν τὰς ὁποίας ἐκτελοῦμεν εἰς τὰ φαρμακεῖα εἶναι συνταγαὶ φυματιώντων. Τὰ 80% τῶν χωρικῶν εἶναι ἢ φυματικοὶ ἢ προφυματικοὶ. Ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ διατρέχει κίνδυνον ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ ζητήματος καὶ δι’ αὐτὸ ἤρχισε νὰ ἐρημοῖ ἡ ὕπαιθρος. Καθημερινῶς ἀγροτόπαιδα ἀποστρατευόμενα δὲν πηγαίνουν εἰς τὸ χωρίον των, ἀλλά, κατέρχονται εἰς τὰς πόλεις. Δὲν εἶμαι νομικὸς διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν νομικὴν ἄποψιν τοῦ ζητήματος τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης ἔχω ὅμως ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν προλαλήσαντα κ. Σβῶλον, διότι ὄντως εἶναι μία κορυφὴ ἐπιστημονικὴ ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν καὶ πιστεύω εἰς ὅσα λέγει αὐτός, ὅτι εἶναι σωστὰ καὶ ἐφαρμόσιμα. Ἀλλὰ πιστεύω ἀκόμη ὅτι χρειάζονται πιὸ ἡρωϊκὰ καὶ ἀποφαστικὰ μέτρα νὰ ληφθοῦν σήμερον, εἰς τὰς ἱστορικὰς αὐτὰς στιγμὰς κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ κινδυνεύει καὶ ἀναδασμὸς ἀκόμη τῆς γῆς δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ πρὸς σωτηρίαν τῆς ὑπαίθρου, ὄχι μόνον ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν ἐναπομεινάντων τσιφλικίων τῶν κοινοτικῶν καὶ τῶν δημοσίων ἀγρῶν, ἢ ἀπαλλοτρίωσις τῶν βοσκῶν καὶ τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων καὶ πάσης ἄλλης μεγάλης ἐναπομεινάσης ἰδιοκτησίας δὲν ἀρκεῖ νὰ λύσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ζήτημα. Θὰ πρέπει νὰ γίνῃ ἐπιπροσθέτως σήμερον ἕνας εὐρύτατος ἀναδασμὸς τῆς γῆς εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν πολιτικὴν ἰσότητα καὶ δικαιοσύνην, ἐὰν θέλωμεν ὅλοι μας νὰ ἀποβλέψωμεν ὑπὲρ τῆς ἐπιβιώσεως τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ δικαιοσύνη ὅταν ὁ Θεσσαλὸς ἀγρότης ἔχει 70 στρέμματα κλήρου ἐνῷ ὁ ἀγρότης τῆς Κοζάνης ἔχει μόνον 5–10 στρέμματα. Ὁ ἀναδασμὸς λοιπὸν ἔχει μεγαλυτέραν σημασίαν ἀπὸ τὴν ἀναγκαστικὴν ἐκμίσθωσιν ἥτις βέβαια ἐπιβάλλεται ἀλλὰ καὶ δὲν λύει ὁλοτελῶς τὸ ζήτημά μας. Μόνον μὲ τοιαῦτα ἡρωϊκὰ φάρμακα εἶναι δυνατὸν νὰ σώσωμεν τὴν Ἑλληνικὴν φυλήν, νὰ σώσωμεν τὸν ἀγροτικὸν κόσμον τῆς χώρας. Τί μᾶς πειράζει νὰ ἀπαλλοτριώσωμεν ὅλας τὰς κοινοτικὰς βοσκὰς καὶ ὅλας τὰς βοσκὰς τοῦ Δημοσίου καὶ ὅλας τὰς βοσκὰς τῶν ἰδιοκτητῶν, αἵτινες εἶναι ἐπιδεκτικαὶ καλλιεργείας; Κατὰ τοὺς ἡρωϊκοὺς χρόνους, θὰ ἰδῆτε ἀπὸ τὸν Ὅμηρον ὅτι ἔλαβον μέρος εἰς τὸν πόλεμον ἐναντίον τῆς Τροίας ὅλοι οἱ ζῶντες εἰς τὰ Πιέρια ὄρη καὶ εἰς τὰ Καμπούνια Ὄρη. Ὅλα αὐτὰ τὰ βουνὰ εἶναι ἔρημα λόγῳ τοῦ ἐμφυλίου σπαραγμοῦ καὶ διότι τὸ Κέντρον οὐδέποτε ἐστράφη πρὸς αὐτὰ καὶ οὐδέποτε οἱ γεωπόνοι ἐμελέτησαν κατὰ πόσον τὰ βουνὰ αὐτὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδώσουν πλοῦτον εἰς τὴν χώραν μας. Διὰ ποῖον λόγον νὰ μὴ ἀποκαταστήσωμεν τοὺς ἀγρότας μας εἰς τὰ βουνὰ αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶναι σήμερον ἔρημα; Διατὶ νὰ μὴ ἀπαλλοτριώσωμεν καὶ ἀποκαταστήσωμεν τοὺς ἀγρότας εἰς τὰ μοναστηριακὰ κτήματα, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλα αὐτὰ μένουν ἔρημα καὶ ἀκαλλιέργητα μὴ ἀποδίδοντα τίποτε εἰς τὴν Ἐθνικὴν Οἰκονομίαν; Διὰ ποῖον λόγον νὰ διατηρήσωμεν ἀκόμη τσιφλίκια, 500, 1.000 καὶ 2.000 στρεμμάτων, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀγρότης ὁ ὁποῖος ἐπολέμησε κατὰ τὸν ἐμφύλιον σπαραγμὸν καὶ κατὰ τὸ 1940, δὲν ἔχει οὔτε ἕνα στρέμμα γῆς; Πῶς αὐτὸς θὰ πολεμήσῃ καὶ πάλιν διὰ νὰ σώσῃ τὴν Ἑλληνικὴν φυλήν; Αὐτὰ εἶναι τεράστια ἐρωτήματα τὰ ὁποῖα δι’ ἐμὲ εἶναι ἀνεξήγητον διατὶ δὲν λύονται. Διὰ ποῖον λόγον ἡμεῖς οἱ βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον καταγόμεθα ἀπὸ τὴν ὕπαιθρον χώραν, διὰ ποῖον λόγον νὰ συνδέσωμεν τὴν τύχην μας μὲ τοὺς καλογήρους καὶ τοὺς πλουσίους καὶ δὲν λαμβάνομεν τέλος πάντων ἕνα μέτρον γενικὸν, σωτήριον, διὰ νὰ ἀποκαταστήσωμεν τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς, τοὺς στρατιώτας τοὺς ὁποίους θέλομεν αὔριον νὰ τοὺς στείλωμεν εἰς τὴν Κορέαν νὰ πολεμήσουν; Πῶς θὰ πολεμήσουν τὰ παιδιὰ αὐτὰ ὅταν σκεφθοῦν ὅτι ὅταν γυρίσουν πίσω δὲν θὰ βροῦν τίποτε; Ἂς μὴ λησμονοῦμεν ὅτι τὸ ἰδεῶδες τῆς Μεγάλης Ἑλλάδος, κύριοι, κατώρθωσαν οἱ σύμμαχοι νὰ τὸ χάσωμεν. Οὔτε Κωνσταντινούπολιν, οὔτε μεγάλη Ἑλλάς, οὔτε ὄνειρα ἐπανιδρύσεως τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας σκεπτόμεθα σήμερον. Ἂς συνέλθωμεν, κύριοι, διότι ἀπαιτεῖται κάτι τὸ ριζοσπαστικὸν, κάτι τι τὸ ἡρωϊκὸν, κάτι τι τὸ ἱστορικὸν διὰ νὰ λυθῇ τὸ δημογραφικὸν πρόβλημα τῆς χώρας μας. Αὐτὸ τὸ ζήτημα πρέπει νὰ τὸ λύσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐὰν θέλῃ νὰ λέγεται Κυβέρνησις Σοσιαλιστικὴ κατὰ τὸν κ. Παπανδρέου ἢ Φιλελευθέρα κατὰ τὸν κ. Σ. Βενιζέλον. Καὶ ὁ Σοσιαλισμὸς καὶ ὁ Φιλελευθερισμὸς, ἀπαιτοῦν τὴν ἀπαλλοτρίωσιν καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων ἀγροτῶν. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσω ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις θὰ θελήσῃ νὰ προβῇ εἰς μίαν τοιαύτην ἐνέργειαν, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν μόνον εἰς τὸν νομόν μου ἐξαπέστειλεν αὐτὸ τὸ Κράτος 16000 ἐντάλματα ἐναντίον τῶν ἀκτημόνων ἢ μικροακτημόνων γεωργῶν, διὰ χωράφια τὰ ὁποῖα εἶναι ἰδικά των καὶ ζητεῖ ὑπέρογκα ἐνοίκια; διότι τὰ θεωρεῖ κρατικά; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ περιμένῃ κανεὶς ἀπὸ μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐπισείει τὸ φάσμα τῆς φυλακῆς εἰς 16.000 ἀγρότας νὰ λάβῃ μέτρα εὐεργετικά, καὶ σωτήρια καὶ ἀντισυνταγματικὰ, ἂς ποῦμεν, ἀλλὰ μὲ τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ σώσῃ τὴν χώραν μας; Ἐγὼ, κ. Βουλευταί, εἶμαι τελείως ἀπηλπισμένος. Ἐὰν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα ἀνῆλθον οὐχὶ νὰ συστήσω λύσιν συνταγματικήν, ὅπως ἐπρότεινεν ὁ κ. Σβῶλος, οὔτε διότι περιμένω λύσιν ἀπὸ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ἀνέβηκα εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐναντίον τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία εἶναι ὑπεύθυνος ἐνώπιον τοῦ λαοῦ τῆς ὑπαίθρου χώρας, τὸν ὁποῖον ἀφήνει νὰ πεινᾷ. Ἐὰν σήμερον κάθεται οὗτος ἥσυχα διότι δὲν τὸν ἀφήνουν οἱ μπαγιονιέτες νὰ κατέβῃ, θὰ κατέβῃ αὔριον μὲ ἄλλην σημαίαν τὴν ὁποίαν θὰ ἴδητε ἐντὸς ὀλίγου. Ἡ Κυβέρνησις ἂς συνέλθῃ. Ὑπέχει ἱστορικὴν εὐθύνην, διὰ τὴν ἐπιβίωσιν τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, ἥτις θὰ σωθῇ τότε μόνον ὅταν ὅλοι μας στρέψωμεν τὰ βλέμματά μας πρὸς τὸν ἀγρότην τὸν στυλοβάτην τοῦτον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ τῆς εὐδαιμονίας τῆς Ἑλληνικῆς Φυλῆς.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§50Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριοι Βουλευταί... Ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1909 κατήργησε τὸ καθεστὼς τῆς φεουδαρχίας εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἔδωσε ἕνα πλῆγμα ἐναντίον τῶν μεγάλων κτηματιῶν καὶ τσιφλικάδων, ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἐπὶ ἑκατονταετίας ὁλοκλήρους ἐνέμοντο τὴν ὕπαιθρον χώραν τῆς Ἑλλάδος. Ἀπὸ τότε κατηργήθησαν μεγάλα τσιφλίκια καὶ οἱ ἀκτήμονες γεωργοὶ ἀπέκτησαν δικαιώματα ἐπὶ τῆς ὑπαίθρου χώρας. Τὸ 1923 ἔγινε τὸ δεύτερο βῆμα διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων καὶ διενεμήθησαν τὰ ὑπόλοιπα τσιφλίκια εἰς τοὺς ἀκτήμονας. Πλὴν ὅμως λόγῳ διαφόρων νόμων ἢ καὶ ἐκ τῶν περιστάσεων, παραμένουν ἀδιανέμητα καὶ ἄλλα μεγάλα τσιφλίκια εἰς τὴν Ἠπειρωτικὴν Ἑλλάδα κυρίως, τὰ ὁποῖα ἀναμένουν σήμερον νὰ διανεμηθοῦν εἰς τοὺς ἀκτήμονας γεωργούς. Τοῦτο εἶναι ἔργον μιᾶς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία κατανοεῖ τὰς ἀνάγκας τῶν ἀγροτῶν, ἡ ὁποία θέλει νὰ κρατήσῃ τοὺς ἀγρότας εἰς τὴν ὕπαιθρον χώραν ὡς στρατιώτας τῆς οἰκονομίας τοῦ τόπου. Εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς νὰ κατανοήσῃ τὴν ἀνάγκην ὅτι ἦλθεν ὁ καιρὸς νὰ κάμῃ τὸ τρίτον βῆμα διὰ τὴν ὁλοκλήρωσιν τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων. Ἐφ’ ὅσον δὲ νομομαθὴς τῆς περιωπῆς τοῦ καθηγητοῦ κ. Σβώλου, λέγει, ὅτι δὲν ὑπάρχει Συνταγματικὸν κώλυμα πρὸς τοῦτο, νομίζω ὅτι ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκτελέσῃ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ νὰ καταργήσῃ ὁριστικῶς πλέον ἀπὸ τὴν χώραν τὰ μεγάλα τσιφλίκια καὶ νὰ τὰ διαθέσῃ εἰς τοὺς ἀκτήμονας παραγωγούς. Ἡμεῖς εἰς τὰς νήσους δὲν ἔχομεν μεγάλα τσιφλίκια καὶ δὲν μᾶς ἀπασχολεῖ τὸ πρόβλημα αὐτὸ τῆς διανομῆς τῶν μεγάλων γαιῶν. Ἔχομεν ὅμως «μοναστηριακὰ» κτήματα. Ἔχομεν μίαν μεγάλην μονὴν χιλίων περίπου ἐτῶν, ἡ ὁποία ἔχει, εἰς τὴν διάθεσίν της περὶ τὰ 5.000–6.000 στρέμματα, τὰ ὁποῖα παραμένουν ἀκαλλιέργητα ἢ κατὰ ἕνα τμῆμα τὰ ἐκμεταλλεύονται οἱ ὀλίγοι καλόγηροι ἢ συγγενεῖς τῶν καλογήρων, οἱ ὁποῖοι δὲν μένουν κἂν εἰς τὴν μονήν, ἀλλὰ εἶναι διασκορπισμένοι ἀνὰ τὴν νῆσον. Τὰ στρέμματα αὐτὰ δὲν εἶναι ἱκανὰ νὰ συντηρήσουν τὴν ἱστορικὴν αὐτὴν μονὴν, ἡ ὁποία διαθέτει ψηφιδωτὰ τὰ καλλίτερα τὰ ὁποῖα ἔχομεν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ τὰ ὁποῖα πίπτουν συνεχῶς, διότι δὲν δύναται νὰ συντηρήσῃ τὴν μονὴν ἡ μεγάλη αὐτὴ περιουσία. Ὅλα αὐτὰ τὰ κτήματα παραμένουν ἢ ἀκαλλιέργητα ἢ εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, ὁ ὁποῖος δὲν μένει ἐκεῖ, ἀλλὰ πηγαίνει καὶ εἰσκομίζει τοὺς καρπούς. Νομίζομεν, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος, τὸ ὁποῖον προβλέπει τὸ νομοθετικὸν διάταγμα τοῦ 1947, ὥστε νὰ ἐπεκταθῇ ταχύτατα ἡ ἀναγκαστικὴ μίσθωσις, εἰς τρόπον ὥστε τὰ μοναστηριακὰ αὐτὰ κτήματα νὰ καταστοῦν παραγωγικά. Τὸ θέμα τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων, νομίζομεν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας πρέπει νὰ τὸ ἀντιμετωπίσῃ ταχύτατα. Εἰς τὰς νήσους ἔχομεν ἐπίσης ἕνα ἄλλο πρόβλημα, τὸ ὁποῖον θὰ βοηθήσῃ πολὺ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς καὶ παρακαλῶ νὰ προσέξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας τὸ πρόβλημα τοῦτο. Τὰ βουνά μας τὰ ὁποῖα ἢ ἀνήκουν εἰς τὰς κοινότητας ἢ εἰς τὸ Δημόσιον ἢ εἰς τὰ Μοναστήρια εἶναι γεμᾶτα ἀπὸ ἀγριεληὲς καὶ ἀγριαχλαδιές. Ἐπειδὴ αἱ ἐκτάσεις αὗται δὲν ἀνήκουν εἰς ἰδιώτας, οὐδεὶς ἐνδιαφέρεται νὰ πάῃ νὰ μπολιάσῃ αὐτὰ τὰ δένδρα καὶ παραμένουν χιλιάδες δένδρων, χωρὶς νὰ ἀποδίδουν οὔτε ὀκᾶν καρποῦ. Νομίζομεν ὅτι πρέπει νὰ διατεθοῦν ὀλίγα χρήματα ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας καὶ νὰ σχηματισθοῦν μεταβατικαὶ σχολαὶ ἐμβολιασμοῦ ποὺ θὰ πηγαίνουν εἰς ὅλα τὰ βουνὰ τῆς Ἑλλάδος νὰ ἐμβολιάζουν αὐτὰ τὰ δένδρα καὶ νὰ τὰ μεταβάλλουν εἰς παραγωγικά. Ὅπως μᾶς ἐνδιαφέρει τὴν γῆν νὰ τὴν ἀποκτήσουν οἱ ἀκτήμονες καί νὰ τὴν καταστήσουν παραγωγικήν, ἔτσι μᾶς ἐνδιαφέρει καὶ τὰ δένδρα τὰ ἄγρια, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν σκορπισμένα εἰς ὁλόκληρον τὴν χώραν νὰ καταστοῦν παραγωγικά.
§51Μ. ΧΛΟΥΒΕΡΑΚΗΣ. Ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἔχει δικαίωμα νὰ κάμῃ τοιαύτας μεταβατικὰς σχολάς.
§52Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ κάμῃ αὐτὰς τὰς σχολάς, διότι σήμερον ἔγιναν μὲν εἰς τὴν Χίον μερικοὶ ἐμβολιασμοὶ 50–100 δένδρων ἐνῷ ἡμεῖς ζητοῦμεν συστηματικὸν ἐμβολιασμόν. Ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχουν ἐκτάσεις ἀκαλλιέργητοι νὰ δοθοῦν εἰς τοὺς παραγωγοὺς καὶ ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχουν ἐκτάσεις, ἀλλὰ ὑπάρχουν δένδρα ἄγρια νὰ ἐξημερωθοῦν. Τὸ ζήτημα προκειμένου διὰ τὰς νήσους ἐντοπίζεται εἰς τὸν ἐμβολιασμὸν τῶν ἀγρίων δένδρων. Ἐπίσης εἰς τὰς νήσους ἔχομεν ἕνα πρόβλημα, συναφές. Δυστυχῶς λόγῳ τῆς καχεξίας τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς, ὁ κόσμος ἐγκαταλείπει τὰ χωρία του καὶ ἔρχεται εἰς τὰς πόλεις καὶ ἄλλοι θέλουν νὰ γίνουν κρατικοί, ἄλλοι μεταπρᾶται καὶ ἄλλοι ἐγκαταλείπουν τὰ χωρία τους ἁπλῶς καὶ καταβαίνουν εἰς τὰς πόλεις, καὶ τὰ κτήματα τὰ ὁποῖα ἔχουν δὲν τὰ ἐνοικιάζουν συνήθως εἰς τοὺς συγχωριανούς των, ἀλλὰ τὰ ἀφήνουν ἐκεῖ, διὰ νὰ τὸ ἔχουν δίπορτο. Ἐν τῷ μεταξὺ τὰ κτήματα παραμένουν ἀκαλλιέργητα καὶ ὁλόκληροι ἐκτάσεις γῆς εἰς τὰ χωρία, εἰς τὰς νήσους παραμένουν ἀκαλλιέργητοι. Καὶ ὑπάρχουν γεωργοί, πρόσφυγες κυρίως καὶ ἐντόπιοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν διάθεσιν νὰ ἐργασθοῦν, ἀλλὰ δὲν διαθέτουν χρήματα καὶ δὲν ἐργάζονται καὶ παραμένουν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἀδρανεῖς εἰς τὰ καφενεῖα, τῶν χωρίων καὶ μένουν τεράστιαι ἐκτάσεις ἀκαλλιέργητοι. Ἐπειδὴ σήμερον ἡ γῆ μὲ τὴν σημερινὴν ἀντίληψιν πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὴν διάθεσιν τῆς κοινωνίας, διὰ νὰ βοηθήσῃ τὸν πληθυσμὸν διὰ νὰ ζήσῃ, καὶ ἐπειδὴ εἶναι ἐθνικὴ ἀνάγκη αὐτὸν τὸν πληθυσμὸν νὰ τὸν κρατήσωμεν εἰς τὰ χωρία του, νομίζω, ὅτι, δίπλα εἰς ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ λάβῃ ὡς ἀποτέλεσμα τῆς σημερινῆς συζητήσεως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, πρέπει νὰ σκεφθῇ καὶ τὸ πρόβλημα αὐτό, καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι: Οἱ ἀποδημοῦντες ἐκ τῶν χωρίων των ὀφείλουν νὰ ἐνοικιάζουν τὰ κτήματά των. Καὶ ἂν δὲν τὸ κάμουν ὀφείλει ἡ Κοινότης νὰ τὸ ἐνοικιάσῃ. Αὐτὸ δὲν εἶναι κάτι τι τὸ νέον. Αὐτὸ τὸ ἔκαμαν οἱ Ἰταλοὶ, οἱ ὁποῖοι εἶναι σοφοὶ εἰς τὰ ζητήματα τῆς Γεωργίας, εἰς τὴν Δωδεκάνησον. Ἔλεγαν ὅτι: Ἐὰν ἐγκαταλείψῃς τὰ κτήματά σου τρία χρόνια, θὰ τὰ πάρῃ τὸ Δημόσιον. Ἡμεῖς ἂς εἴπωμεν ὅτι: Ἐκεῖνος ποὺ ἀποδημεῖ ἀπὸ τὸ χωριό του καὶ πηγαίνει διὰ νὰ ἐγκατασταθῇ εἰς τὴν πόλιν καὶ ἐγκαταλείπει τὰ χωράφια του, ὀφείλει νὰ τὰ ἐνοικιάζῃ. Ἐὰν αὐτὸς δὲν τὰ ἐνοικιάσῃ τότε πρέπει ἡ Κοινότης νὰ λάβῃ μέτρα διὰ νὰ τὰ ἐνοικιάσῃ, διὰ νὰ μὴ παρατηρῆται τὸ φαινόμενον ποὺ παρατηρεῖται σήμερον.
§53Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Ὀθωμανικὸς νόμος περὶ γαιῶν τὰ κατελάμβανε τὰ κτήματα ἐὰν ἔμεναν ἀκαλλιέργητα ἐπὶ τριετίαν.
§54Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Ἡμεῖς προτείνομεν νὰ μὴ τὰ καταλάβῃ κανείς, ἀλλὰ νὰ τὰ ἐνοικιάζωμεν, διότι εἰς τὴν ὕπαιθρον παρατηρεῖται τὸ φαινόμενον νὰ μᾶς λέγουν ἄνθρωποι μὲ ὀλίγα χωράφια, δώσατέ μας, μεσολαβήσατε εἰς τὴν γειτονικὴν κοινότητα νὰ μᾶς δώσουν χωράφια διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ δώσωμεν καὶ καρπὸν εἰς τοὺς ἄλλους.
§55Α. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Γεωργίας). Τὰ κτήματα τῶν κοινοτήτων διατὶ δὲν φροντίζουν νὰ τὰ μισθώσουν ἀναγκαστικῶς;
§56Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Αἱ κοινότητες τὰ μισθώνουν εἰς τοὺς κτηνοτρόφους, ἀλλὰ αἱ κοινότητες δὲν ἔχουν κτήματα πρὸς καλλιέργειαν. Τὰ πρὸς καλλιέργειαν κτήματα εἶναι μοναστηριακὰ, τὰ ὁποῖα δέον νὰ μισθώνωνται ὑποχρεωτικῶς εἰς ἀκτήμονας γεωργοὺς ἢ ἀνήκουν εἰς ἀποδημοῦντας κατοίκους τοῦ χωρίου ποὺ τὰ ἐγκαταλείπουν ἀκαλλιέργητα. Εἶναι μέγας ἀριθμὸς στρεμμάτων ποὺ παραμένουν ἀκαλλιέργητα ἕνεκα τῆς αἰτίας αὐτῆς. Νομίζομεν ὅτι ἀξίζει τὸν κόπον, κύριε Ὑπουργέ, νὰ τὸ δῆτε καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα, διότι εἶναι ἕνα πρόβλημα σοβαρὸν ποὺ ἀπασχολεῖ τὰς νήσους καὶ τοὺς ἀκτήμονας γεωργούς των.
§57Ν. ΒΕΗΣ. Μόνον ἡ Ἁγία Μονὴ εἶναι εἰς τὴν Χῖον;
§58Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Πολλαὶ Μοναὶ ὑπάρχουν ἐν Χίῳ, ἀλλ’ ἀνέφερα συγκεκριμένως μίαν μόνην Μονήν. Συμπερασματικῶς τονίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ δοθῇ τὸ ταχύτερον τὸ Ἐκτελεστικὸν Διάταγμα τοῦ Ν. Δ. 327)47 νὰ εὑρεθοῦν πιστώσεις διὰ τὴν ὀργάνωσιν μεταβατικῶν συνεργείων ἐμβολιασμοῦ τῶν ἀγρίων δένδρων τῶν ἐγκατεσπαρμένων εἰς τὰ βουνὰ τῆς χώρας καὶ νὰ μελετηθῇ ἡ εἰδικὴ περίπτωσις τῆς ὑποχρεωτικῆς μισθώσεως τῶν κτημάτων τῶν ἀποδημούντων χωρικῶν εἰς ἀκτήμονας γεωργούς.
§59Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ὁ ἀγροτικὸς πληθυσμὸς ἔβλεπε τὸ θέαμα τῆς Βουλῆς τὴν στιγμὴν αὐτὴν θὰ ἀπεγοητεύετο. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ λύσετε τὴν συνεδρίασιν.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, θέλετε νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν δι’ αὔριον καὶ νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως διὰ τοὺς ἀκτήμονας καλλιεργητὰς τὴν προσεχῆ Παρασκευήν.
§61ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ. μ. μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 9.45′ μ. μ.)