1951.02.06
2.366 στίχοι · 18.005 λέξεις · 142 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 36η
Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 1951
Προεδρία κ. Δ. Β. ΓΟΝΤΙΚΑ
(Ὥρα 6,15′ μ. μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ἀ. Δερδεμέζης ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΔΕΡΔΕΜΕΖΗΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Κύριοι Βουλευταί, ἡ Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ συναλλάγματος περατώσασα τὸ ἔργον της ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της, ἡ ὁποία ἀφοῦ τυπωθῇ θὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς κ. κ. βουλευτάς. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ἀ. Γεροκωστόπουλος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κ.λ.π.
§4Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλ)νίας κ. Γ. Σερπᾶνος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Βιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου Ἀγρινίου διαμαρτυρομένου διὰ περιορισμὸν πιστώσεων εἰσαγωγικοῦ καὶ ἐσωτερικοῦ ἐμπορίου. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλ)νίας κ. Γ. Σερπᾶνος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τοῦ Συνδέσμου ὑπαλλήλων Δήμου Μεσολογγίου διαμαρτυρομένου κατὰ καταρτισθέντος κώδικος Δημοτικῶν ὑπαλλήλων καταργοῦντος κεκτημένα δικαιώματα κλπ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλ)νίας κ. Γ. Σερπᾶνος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τοῦ Συλλόγου Παντοπωλῶν, Ἀγρινίου διαμαρτυρομένου διὰ μελετωμένην προκαταβολὴν 10% ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν διανεμομένων τροφίμων. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλ)νίας κ. Γ. Σερπᾶνος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Ἀγρινίου διαμαρτυρομένου διὰ διάταξιν τοῦ νέου ποινικοῦ κώδικος καθ’ ἣν ἀπαγορεύεται ἡ ἐξαγορὰ ποινῶν ἀγορανομικῶν ἀδικημάτων. Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Κ. Καλλίας καταθέτει ἀναφορὰν Ἀγγελικῆς χήρας Περικλέους Περρωτῆ, Εὐθυμίας θυγατρὸς Περρωτῆ, Μαρίας θυγατρὸς Περρωτῆ καὶ Ἑλένης θυγατρὸς Περρωτῆ καὶ Ἀριέτας Δημητρίου Βουλπιώτη κατοίκων Ἀθηνῶν παραπονουμένων διὰ τὴν κατάργησιν τῆς βουλευτικῆς των χορηγίας καὶ ζητούντων τὴν ἐπανόρθωσιν τῆς ἀδικίας. Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Γ. Βογιατζῆς καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προμηθευτικοῦ καὶ Καταναλωτικοῦ Συνεταιρισμοῦ Δημοσίων Ὑπαλλήλων Χαλκίδος, ζητοῦντος τὴν χορήγησιν ἀτελείας διὰ τὰ εἴδη ἐνδύσεως, ὑποδήσεως κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀττ)τίας κ. Ν. Μπουραντᾶς καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἐθνικῆς Ἑνώσεως ἐργατοτεχνιτῶν καθαριότητος Δήμου Θεσσαλονίκης, ζητούσης καθορισμὸν ἡμερομισθίου ὁδοκαθαριστοῦ εἰς 25.000 δραχμάς, τῶν τεχνιτῶν καὶ ὁδηγῶν αὐτοκινήτων εἰς 35.000 δραχμάς, καθορισμὸν δύο ἡμερῶν κατὰ μῆνα μὲ πλήρεις ἀποδοχὰς ὡς ἡμερῶν ἀναπαύσεως κλπ. Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Ἀθανασιάδης–Νόβας καταθέτει ἀναφορὰν 500 κατοίκων τοῦ χωρίου Γρηγορίου Ναυπακτίας ζητούντων ἀνοικοδόμησιν τοῦ χωρίου των εἰς τὸν παραχωρηθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Ἀεροπορίας χῶρον τοῦ ἀεροδρομίου Μεσολογγίου. Ὁ βουλευτὴς Φθιωτ)δος κ. Ε. Καλλαντζῆς καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Σπερχιάδος ζητοῦντος ἄμεσον ἔναρξιν ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων Σπερχειοῦ πρὸς ἀποσόβησιν τῶν ἐκ πλημμυρῶν καταστροφῶν. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Α. Ἀντωνόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως πολεμιστῶν πολέμου 1940–41 ἐπαφῆς πρόσω Νομοῦ Ἀχαΐας διαμαρτυρομένης δι’ ἀπόλυσιν τοῦ πολεμιστοῦ ὑπαλλήλου τῆς ΥΕΚΑ Κ. Ἀθανασοπούλου. Ὁ βουλευτὴς Πρεβέζης καὶ Ἄρτης κ. Λ. Σπαῆς καταθέτει ἀναφορὰν Προέδρου Πολυτέκνων Ἄρτης ζητούντων τήρησιν εἰδικῶν νόμων προστασίας πολυτέκνων καὶ ἀπαλλαγὴν ἐκπαιδευτικοῦ τέλους βάσει ἀπορίας. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικ)τίας κ. Δ. Βουρδουμπᾶς καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως πολεμιστῶν πολέμου 1940–41 ἐπαφῆς πρόσω Νομοῦ Ἀχαΐας διαμαρτυρομένης δι’ ἀπόλυσιν πολεμιστοῦ ὑπαλλήλου Κ. Ἀθανασοπούλου. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικ)τίας κ. Δ. Βουρδουμπᾶς καταθέτει ἀναφορὰν ἀκτημόνων κατοίκων οἰκογενειαρχῶν Σκάλας Ὠρωποῦ (Ἀττικῆς) ζητούντων ἀγροτικὴν ἀποκατάστασιν. Τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν ἀνακοινοῖ: α) ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 2554)17.1.51 ἀποφάσεώς του παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ δημοσίου διὰ τὴν παρὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος χορήγησιν δανείου δραχμῶν 200 ἑκατομ. εἰς τοὺς πληγέντας ἐργολάβους Νομοῦ Ρεθύμνης. β) Ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 328081)17.1.51 ἀποφάσεώς του παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Δημοσίου διὰ τὴν παρὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ὑπ)μα Ἰωαννίνων, χορήγησιν δανείου δραχμ. 150 ἑκατ. εἰς 25 πληγέντας ἐπαγγελματίας καὶ βιοτέχνας ἐπαρχίας Πωγωνίου. γ) Ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 331691)17.1.51 ἀποφάσεώς του παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Δημοσίου διὰ τὴν παρὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος χορήγησιν δανείου δραχμ. 1 δισεκατομμυρίου εἰς τοὺς πληγέντας ἐπαγγελματίας καὶ Βιοτέχνας τοῦ Νομοῦ Λασηθίου. δ) Ὅτι, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 328080)17.1.51 ἀποφάσεώς του, παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Δημοσίου διὰ τὴν παρὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, μέσῳ τοῦ ὑποκαταστήματος αὐτῆς Ἰωαννίνων, χορήγησιν δανείου δραχμῶν 370 ἑκατομμυρίων εἰς πληγέντας 37 ἐπαγγελματίας καὶ βιοτέχνας ἐπαρχίας Κονίτσης. ε) Ὅτι, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 3985)8.1.51 ἀποφάσεώς του, παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τοῦ Ταμείου Συντάξεων Νομικῶν διὰ τὴν παρὰ τούτου χορήγησιν δανείου δραχμῶν 30 ἑκατομ. εἰς τὸν Δικηγορικὸν σύλλογον Καστορίας καὶ τὸ Ταμεῖον Προνοίας δικηγόρων Καστορίας. στ) Ὅτι, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 16092)17.1.51 ἀποφάσεώς του παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Δημοσίου διὰ τὴν παρὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος χορήγησιν δανείου δραχμ. 4 δισεκατομμυρίων εἰς τοὺς πληγέντας ἐπαγγελματίας καὶ βιοτέχνας τοῦ Νομοῦ Ἡρακλείου Κρήτης. ζ) Ὅτι, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 316801)17.1.51 ἀποφάσεώς του, παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Δημοσίου διὰ τὴν παρὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος χορήγησιν δανείου δραχμῶν 8 ἑκατομμυρίων ὑπολοίπου τοῦ ἐγκριθέντος διὰ σχετικῶν ἀποφάσεων τῆς Νομισματικῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ Κυβερνητικοῦ οἰκονομικοῦ Συμβουλίου, δανείου δραχμῶν 300 ἑκατομ. εἰς πληγέντας δικηγόρους Ρεθύμνης. η) Ὅτι, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 315261)17.1.51 ἀποφάσεώς του, παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Δημοσίου διὰ τὴν παρὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος χορήγησιν δανείου μέχρι ποσοῦ δραχμῶν 500 ἑκατομ. εἰς τοὺς πληγέντας ἐπαγγελματίας καὶ βιοτέχνας τῆς κωμοπόλεως Ἀνωγείων Μυλοποτάμου. θ) Ὅτι, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 331617)17.1.51 ἀποφάσεώς του, παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Δημοσίου διὰ τὴν παρὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος χορήγησιν δανείου δραχμῶν 675 ἑκατομ. εἰς τοὺς πληγέντας ἐν ἐνεργείᾳ δικηγόρους τοῦ Νομοῦ Λασηθίου. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικ)τίας κ. Δ. Βουρδουμπᾶς καταθέτει ἀναφορὰν γονέων καὶ κηδεμόνων μαθητῶν Α καὶ Β Δημοτ. Σχολείων Σπάτων Ἀττικῆς, ζητούντων ἄμεσον συμπλήρωσιν τῶν κενῶν θέσεων τῶν δύο Δημ. Σχολείων Σπάτων διὰ τῆς ἀνακλήσεως τῶν ἀποσπάσεων τῶν ἐξ αὐτῶν ἀποσπασθέντων δημοδιδασκάλων Δ. Νατσούλη, Εἰρήνης Φωκᾶ, Εὐαγγελίας Τσουρλάκη καὶ Ἀγγελικῆς Κουλουτούρου. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Α. Σβῶλος καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἐθνικῆς Ἑνώσεως αἰχμαλώτων πολέμου Β. Ἑλλάδος, διαμαρτυρομένης ὅτι ἐνῷ τὰ μέλη αὐτῆς διετέλεσαν ἐπὶ πενταετίαν αἰχμάλωτοι πολέμου ἐν Ἰταλίᾳ καὶ Γερμανίᾳ καὶ ἐπανελθόντες εὗρον κατεστραμμένην τὴν οἰκονομικήν των κατάστασιν, δὲν τοὺς ἐχορηγήθη βοήθεια κλπ. καὶ ζητούσης τὴν ἀγροτικὴν ἀποκατάστασιν καὶ χορήγησιν ἀροτριώντων ζώων. Ὁ βουλευτὴς Αἰτ)νίας κ. Γ. Μπουρδάρας καταθέτει ἀναφορὰν γονέων μαθητῶν σχολείου Φουρνᾶς Εὐρυτανίας, ζητούντων ἀποστολὴν διδασκάλων. Ὁ βουλευτὴς Φλωρίνης κ. Γ. Ἀριστείδου καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Κλεισούρας, ζητοῦντος ἀποστολὴν 2.000 μέτρων σωλήνων πρὸς κατασκευὴν τοῦ κατεστραμμένου ὑδραγωγείου των, τοποθέτησιν Εἰρηνοδίκου καὶ Εἰρηνοδικειακοῦ Γραμματέως, κατασκευὴν τῶν ἑτοιμορρόπων κωδωνοστασίων τῶν ναῶν των κ.λ.π. Οἱ βουλευταὶ Ἠλείας κ. κ. Σ. Πολυζωγόπουλος καὶ Δ. Τσούμπας καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Συν)σμῶν Λεχενῶν καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Στρουσίου, ζητούντων ἄμεσον διεύρυνσιν τῶν ὀχθῶν τοῦ Πηνειοῦ ποταμοῦ πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ἐκ πλημμυρῶν καταστροφῶν. Ὁ βουλευτὴς Κεφαλληνίας καὶ Ἰθάκης κ. Γ. Ρουχωτᾶς καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῶν πολυτέκνων Κεφαλληνίας, διαμαρτυρομένων δι’ ἐπιβληθεῖσαν διὰ τοῦ νόμου 1556)50 εἰσφορὰν εἰς τοὺς μαθητὰς Γυμνασίου καὶ ζητοῦντος, ὅπως τὰ τέκνα τῶν πολυτέκνων ἀπαλλαγῶσιν πάσης εἰσφορᾶς. Ὁ βουλευτὴς Φθιωτ)δος κ. Ε. Καλλαντζῆς καταθέτει ἀναφορὰν βαμβακοκαλλιεργητῶν Πολυδρόσου Παρνασσίδος, ζητούντων καθορισμὸν μεγαλυτέρας τιμῆς βάμβακος, καθορισμὸν ἐτησίας δόσεως πρὸς ἀπόσβεσιν χρεῶν, ἐπέκτασιν τῶν προστατευτικῶν μέτρων τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν διὰ τοὺς σιτοπαραγωγοὺς κλπ. Ὁ βουλευτὴς Φλωρίνης κ. Γ. Ἀριστείδου καταθέτει ἀναφορὰν κατοίκων Λεχώβου Νομοῦ Φλωρίνης, ζητούντων ἀνακατασκευὴν κατεστραμμένου ὑδραγωγείου των, σχολείου των κ.λ.π. Ἀπαντήσεις τῶν διαφόρων Ὑπουργείων ἐπὶ ἐρωτήσεων κ. κ. βουλευτῶν. Ι. Ὑπουργείου Ἐθν. Ἀμύνης. Αʹ) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 78 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Τσάτσου. Μελετᾶται ἡ λῆψις νομοθ. μέτρου περὶ ἀντικαταστάσεως τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 2 Ν. Δ. 1140) 1949 τοὐτέστι περὶ μετατάξεως εἰς τὴν κατάστασιν πολεμικῆς διαθεσιμότητος τῶν ἀναπήρων Ἀνθ)γῶν Ν. 2588)21, Ν. Δ. 709)41 καὶ 835)48 τῶν προερχομένων ἐκ μονίμων Ὑπαξ)κῶν, Λοχιῶν ἢ Ἐπιλοχιῶν ἢ ἐξ ἐθελοντῶν ἢ ἀνακατεταγμένων Ὑπαξ)κῶν Λοχιῶν, Ἐπιλοχιῶν ὡς καὶ ἐξ ἐφέδρων Ὑπαξ)κῶν, ἐφ’ ὅσον ἔχουσι βαρεῖαν ἀναπηρίαν 100%.
Ἀθῆναι τῇ Δεκεμβρίου 1950
Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ
Βʹ) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 55 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Λ. Βρεττάκου: 1. Συνεπείᾳ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 817797)52007)5–10–50 γνωμοδοτήσεως τοῦ Νομικοῦ Γραφείου τοῦ ΓΕΣ (Συν)χης Στρατ. Δικαιοσύνης Κ. Ἀθανασούλης) διὰ τῆς ὁποίας ἐκρίθη ὅτι οἱ ἔφεδροι τῆς Χωρ)κῆς (πλὴν τῶν ἄνευ θητείας χωρ)κων) δὲν δικαιοῦνται τῆς προστασίας τοῦ Ν. 751 ὡς προερχόμενοι ἐκ τῶν μονίμων στελεχῶν ταύτης, ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Νόμου ἔπαυσε χορηγοῦσα πιστοποιητικὰ πρὸς αὐτούς. 2. Εἰς τὸ καταρτισθὲν νομοσχέδιον «περὶ προστασίας ἐφέδρων» ἔχει περιέλθει διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας οἱ ἔφεδροι χωρ)κες ἂν καὶ προερχόμενοι ἐκ μονίμων, θὰ τυγχάνωσι τῆς προστασίας τοῦ νόμου ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι δὲν θὰ λαμβάνωσι σύνταξιν ἄνω τῶν 500.000 δραχμῶν. Ἀναμένεται ἤδη ἡ κατάθεσις εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργ. Ἐργασίας καὶ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου. 3. Παραλλήλως ὅμως ἡ Β4)Γ.Ε.Σ. ᾐτήσατο μέσῳ τοῦ Β7)Γ.Ε.Σ. (Νομικοῦ γραφείου), ὅπως προκληθῇ γνωμοδότησις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τοῦ Κράτους (ὑπ’ ἀριθ. 763763)9.12.50 ἔγγραφον τῆς Β4)Γ.Ε.Σ.) ἵνα ὑπάρξῃ καὶ ἐπισημοτέρα γνώμη ἐπὶ τοῦ ἀναφυέντος ζητήματος. Τὸ Β7)Γ.Ε.Σ. διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 818473)18.12.50 ἐγγράφου του ἐζήτησε τὴν ἔκδοσιν τῆς ὡς ἄνω γνωμοδοτήσεως ἥτις καὶ ἀναμένεται ἤδη. 4. Τέλος ἐγένετο τὸ ὑπ’ ἀριθ. Ε.Π. 441858)16.12.50 ἔγγραφον Γ.Ε.Σ.)Β4 πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐργασίας ὑπογραφὲν ὑπ’ ἐμοῦ, δι’ οὗ ἐζητήθη ἡ ἐπίσπευσις τῆς καταθέσεως εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ ὡς ἄνω νομοσχεδίου βάσει τοῦ ὁποίου θέλουσιν ἐπιλυθῇ πλεῖστα παρόμοια ζητήματα. Ἀθῆναι τῇ Δεκεμβρίου 1950
Ὁ Ὑπουργὸς
Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ
ΙΙ. Ὑπουργείου Μεταφορῶν (Γεν. Διευθ. Αὐτοκιν.). Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 63 ἐρωτήσεως, τοῦ βουλευτοῦ κ. Τ. Πάρρη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 205221)30.12.1950 γενικῆς ἡμῶν κανονιστικῆς ἀποφάσεως, ἐλήφθη μέριμνα ἱκανοποιήσεως τῶν αἰτημάτων τῶν πληγέντων αὐτ)στῶν, ἅτινα ἐκκρεμοῦσι παρὰ τῇ ἡμετέρα ὑπηρεσίᾳ ἐφ’ ὅσον διὰ τυπικοὺς μόνον λόγους δὲν ἐδικαιώθησαν νὰ θέσωσι εἰς κυκλοφορίαν τὰ νέα αὐτῶν λεωφορεῖα εἰς ἀντικατάστασιν τῶν ἀπολεσθέντων κατὰ τὴν πολεμικὴν περίοδον.
Ὁ Ὑπουργὸς
Ν. ΕΞΑΡΧΟΣ
Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Μπερδελῆς, Δ. Παπασπύρου καὶ Γ. Λαζανᾶς καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τῆς ἀφορώσης τὴν προστασίαν τῶν ἐλαιοπυρήνων νομοθεσίας».
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ ΤΗΣ ΝΟΜΟΘ. ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Βʹ συζήτησις κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου μόνου τοῦ ἀπὸ 9.3.1948 ΜΔ. Ψηφίσματος».
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου μόνου τοῦ ἀπὸ 9.3.1948 ΜΔ. Ψηφίσματος». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τῆς ἀφορώσης τὴν προστασίαν τῶν ἐλαιοπυρήνων νομοθεσίας».
§8Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶχεν ἀναγραφῆ καὶ πρὸ τῶν ἑορτῶν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ παρακλήσει τῆς Βουλῆς ἔγινε δεκτὸν νὰ παραπεμφθῇ, ἡ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τροπολογία εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Γεωργίας πρὸς ἐναρμονισμόν.
§9Μ. ΧΛΟΥΒΕΡΑΚΗΣ. Δὲν ἔχει ἐπεξεργασθῆ ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν.
§10Α. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Γεωργίας). Σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρον 69 τοῦ Κανονισμοῦ εἰσάγεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἶναι ἀσήμαντον τὸ πρᾶγμα.
§11Μ. ΧΛΟΥΒΕΡΑΚΗΣ. Ἀναστάτωσιν φέρει μόνον εἰς τοὺς βιομηχάνους. Πάντως πρέπει νὰ περάσῃ πρῶτα ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν Γεωργίας καὶ μετὰ ἀπὸ τὴν Βουλήν.
§12Α. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Γεωργίας). Εἰς τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἐπέρασεν ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Εἶναι μία ἐκκρεμότης, ἡ ὁποία βασανίζει τὸ Ὑπουργεῖον.
§13Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπεῖγον εἶναι τὸ νομοσχέδιον. Ἄς πάῃ ὅμως εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ἀφοῦ ἐπέρασαν 6 μῆνες ἂς περάσουν καὶ 6 ἡμέρες ἀκόμη.
§14Α. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Γεωργίας). Ἀποδέχομαι νὰ πάῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ πάῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν;
§16ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Γεωργίας ἐκ νέου τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τῆς ἀφορώσης τὴν προστασίαν τῶν ἐλαιοπυρήνων νομοθεσίας». Βʹ συζήτησις κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 847)1948 Α. Ν. «περὶ ρυθμίσεως ζητημάτων προαγωγῆς καὶ ἀρχαιότητος ὑπαξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν τοῦ Στρατοῦ Ξηρᾶς».
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 847)1948 Ἀναγκαστικοῦ Νόμου «περὶ ρυθμίσεως ζητημάτων προαγωγῆς καὶ ἀρχαιότητος ὑπαξιωματικῶν καὶ Ἀνθυπασπιστῶν Στρατοῦ Ξηρᾶς». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Α. Ν. 1508)1950 «περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων». Ὁ κ. Γεωργιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§20Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἕνα ἀπὸ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀντίθετα πρὸς τὰς δημοκρατικὰς ἀρχάς, εἶναι καὶ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Ἡ θεμελιώδης ἀρχὴ μιᾶς ἐλευθέρας καὶ δημοκρατικῆς πολιτείας εἶναι ἡ ἐλευθέρα ἐνάσκησις τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος, τῶν πολιτῶν. Πᾶν πρόσκομμα, τὸ ὁποῖον παρεμβάλλεται εἰς τὴν ἐλευθέραν ἐνάσκησιν τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος, εἶναι πρόσκομμα ἀνελεύθερον καὶ τυραννικόν. Ὅταν ἔχωμεν τὴν παγίαν νομοθεσίαν, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει εἰς πάντα Ἕλληνα πολίτην νὰ ἐνασκῇ τὸ ἐκλογικὸν δικαίωμα ἐκεῖ ἔνθα κατοικεῖ ἀπὸ ὡρισμένον χρόνον ἀπὸ διετίας, εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν ἀρχὴν αὐτὴν τῆς ἰσονομίας, ἡ ἀπαγόρευσις τῆς ἀσκήσεως τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος εἰς τὰς πόλεις Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ Θεσσαλονίκης Τί θεσπίζεται διὰ τοῦ ὑπὸ κύρωσιν ὑπ’ ἀριθ. 1508 ἀναγκαστικοῦ αὐτοῦ νόμου περὶ ἀναθεωρήσεως ἐκλογικῶν καταλόγων; Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς Ἕλληνας πολίτας οἱ ὁποῖοι κατοικοῦν ἐπὶ μίαν πενταετίαν καὶ σχεδὸν δεκαετίαν εἰς τὰς πόλεις Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ Θεσσαλονίκης νὰ ἐνασκήσουν αὐτόθι τὸ ἐκλογικὸν αὐτῶν δικαίωμα καίτοι εἶναι ἤδη ἐγγεγραμμένοι εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους τῶν πόλεων τούτων διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως αὐτῆς; Παρεμποδίζεται ὁπωσδήποτε ἡ ἄσκησις τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος, διότι εἶναι φανερὸν ὅτι δὲν δύναται ὁ πτωχὸς κάτοικος Ἀθηνῶν νὰ μεταβῇ εἰς τὸν τόπον τῆς καταγωγῆς π. χ. εἰς τὴν Κομοτινήν, ἢ εἰς τὴν Κρήτην, ἢ εἰς τὰς Ἰονίους νήσους νὰ ψηφίσῃ.
§21Κ. ΚΟΤΖΙΑΣ. Ὅλοι οἱ κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῆς Θεσσαλονίκης εἶναι ἐκλογεῖς μόνον τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῆς Θεσσαλονίκης. Οἱ ἄλλοι οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι, δὲν πᾶνε εἰς τὰς περιφερείας των νὰ ψηφίσουν; Δηλαδὴ μόνον δι’ αὐτοὺς ὑπάρχει τὸ ἀντισυνταγματικόν, διὰ τοὺς ἄλλους τοὺς κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν, οἱ ὁποῖοι ἀσκοῦν τὸ δικαίωμά των εἰς ἄλλας πόλεις, ἀποτελεῖ ἀντισυνταγματικὴν πρᾶξιν ὅταν τοὺς δίδῃς τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίσουν εἰς τὰς περιφερείας των;
§22Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε ἀφορᾶ κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν πρὸ 2 καὶ 3 ἐτῶν ἐγκατεστημένους, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ὑποχρεωθῇ εἷς κάτοικος ἐν Ἀθήναις ἀπὸ πενταετίας ἢ ἑπταετίας νὰ μὴ ἐνασκήσῃ τὸ ἐκλογικόν του δικαίωμα ἐν Ἀθήναις. Ἡ θλιβερὰ διὰ τὸ Κράτος καὶ καταθλιπτικὴ διὰ τοὺς πολίτας συνέπεια εἶναι, ὅτι τὰ κόμματα τὰ ὁποῖα διαθέτουν ἰσχυρὰ οἰκονομικὰ μέσα, θὰ μεταφέρουν τοὺς ἐκλογεῖς εἰς τὰς διαφόρους πόλεις τῆς Ἑλλάδος, ἐνῷ τὰ ἄλλα κόμματα τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν σχέσιν πρὸς οἰκονομικὰ συγκροτήματα, δὲν θὰ ἔχουν τὴν εὐχέρειαν τῆς μεταφορᾶς τῆς ψηφοφορίας εἰς τὰς περιφερείας αὐτῶν διὰ νὰ ψηφίσουν πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ, ἡ ἀνισότης μεταξὺ τῶν κομμάτων κατὰ τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, ἀλλὰ καὶ πρᾶξιν ἀνήθικον ἀπαγορευομένην ἀπὸ τὸν ἐκλογικὸν νόμον, χωρὶς ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη νὰ δύναται νὰ κατισχύσῃ τῶν δολίων τεχνασμάτων τῶν κομματαρχῶν. Ἀλλὰ ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ἀντισυνταγματικὸς ὄχι μόνον διότι καθιστᾷ ἔργον ἀδύνατον τὴν ἐκπλήρωσιν ἑνὸς ἱεροῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἶναι συγχρόνως καὶ καθῆκον ἀλλὰ καὶ διότι δὲν ἐπιτρέπει μόνον εἰς τοὺς κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν Πειραιῶς καὶ τῆς Θεσσαλονίκης νὰ ψηφίσουν αὐτόθι, ἐνῷ ὁ καταγόμενος ἐκ Καλαμῶν δικαιοῦται νὰ ψηφίσῃ εἰς τὴν πόλιν τῶν Τρικκάλων καὶ ὁ καταγόμενος ἐκ Κομοτινῆς νὰ ψηφίσῃ εἰς Δράμαν, ἢ ὁ καταγόμενος ἐκ Δράμας εἰς Ἰωάννινα καὶ ὁ ἐκ Χανίων εἰς Κομοτινήν. Ἐὰν ὁ νομοθέτης ἤθελε νὰ εἶναι συνεπὴς πρὸς μίαν γραμμὴν νομικῆς σκέψεως ἔπρεπε νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ εἰς κανένα πολίτην νὰ ψηφίσῃ εἰς περιφέρειαν ἄλλην ἀπὸ ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν ἐγεννήθη. Ἡ διάκρισις ὅμως αὕτη, ἡ ὁποία ἀποκαλύπτει προφανεῖς κομματικοὺς σκοπούς, εἶναι ἀντισυνταγματικὴ ἀντιβαίνουσα εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσότητος τῶν Ἑλλήνων ἔναντι τῶν νόμων, διότι οἱ μὲν κατοικοῦντες ἐν Ἀθήναις καὶ ἐξ ἄλλων μερῶν καταγόμενοι δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίσουν ἐν Ἀθήναις, ἐνῷ οἱ κάτοικοι π. χ. τῶν Καλαμῶν, οἱ ὁποῖοι κατάγονται ἐκ Κρήτης, δύνανται νὰ ψηφίσουν ἐν Καλάμαις.
§23Δ. ΜΠΕΡΔΕΛΗΣ. Διὰ ποῖον λόγον οἱ περισσότεροι ἐκ τῶν ψηφοφόρων αὐτῶν θέλουν νὰ ἐγγραφοῦν εἰς Ἀθήνας;
§24Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Διότι αἱ Ἀθῆναι, ὁ Πειραιεὺς καὶ ἡ Θεσσαλονίκη ἀπετέλεσαν τὸ κέντρον τῆς ἀστυφιλίας καὶ ἑπομένως ἀπὸ πολλοῦ χρόνου οἱ ἄνθρωποι ἦλθον καὶ ἐγκατεστάθησαν εἰς τὰ μεγάλα αὐτὰ κέντρα. Κατὰ συνέπειαν θὰ εἶναι λίαν δυσχερὲς εἰς αὐτοὺς νὰ μεταβοῦν νὰ ψηφίσουν ἐξ Ἀθηνῶν εἰς τὰ μέρη, ἀπὸ τὰ ὁποῖα κατάγονται. Ἀπὸ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς, Κύριοι συνάδελφοι, ὁρμώμενος ἐμμένω εἰς τὴν καταψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἀντισυνταγματικοῦ διότι παρεμποδίζει σοβαρῶς τὴν ἐνάσκησιν τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος καὶ διότι δημιουργεῖ ἀνισότητας μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι μετοικοῦν εἰς διαφόρους περιφερείας τῆς Χώρας. Ὅταν λέγωμεν ὅτι ἔχομεν δημοκρατίαν, ἐννοοῦμεν ἰσότητα εἰς πᾶσαν ἐκδήλωσιν μεταξὺ ὅλων τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν καὶ εὐχέρειαν ἐλευθερίας ἐνασκήσεως τῶν νομίμων αὐτῶν δικαιωμάτων. Ὅταν ἔχωμεν ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος οὐσιαστικῶς παρακωλύει τὴν ἐνάσκησιν τοῦ μόνου θεμελιώδους πολιτικοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Ἕλλην πολίτης, τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἔχομεν δημοκρατικὸν πολίτευμα, οὔτε λαϊκὰς ἐλευθερίας. Δὲν ἔχομεν ἐλεύθερον πολίτευμα καὶ ἰσονομίαν.
§25Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἡ βάσις ἑνὸς δημοκρατικοῦ πολιτεύματος εἶναι κατὰ τὴν γνώμην μου οἱ ἐλεύθερες ἐκλογές. Καὶ ἐλεύθερες ἐκλογὲς θὰ πῇ ἀδιάβλητοι ἐκλογικοὶ κατάλογοι. Μὲ τὴν εὐκαιρίαν τοῦ ἀναγκαστικοῦ νόμου ὁ ὁποῖος τίθεται σήμερον πρὸς ψήφισιν ἐνώπιόν μας, θέλω νὰ ἐξετάσω κάπως εὐρύτερα τὸ ζήτημα τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησεν ἐπανηλειμμένως ὅλας τὰς Κυβερνήσεις μετὰ τ... ἀπελευθέρωσιν. Ἅμα τῇ ἀπελευθερώσει, ἐπὶ Κυβερνήσεως Βούλγαρη, συνεστήθη μία διακομματικὴ Ἐπιτροπὴ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐξαφανισθῆ λόγῳ τοῦ πολέμου καὶ τῆς κατοχῆς. Προσῆλθον ἀντιπρόσωποι ὅλων τῶν πολιτικῶν κομμάτων καὶ ἐκεῖ ἐγένετο ἀποδεκτὸν καὶ ἡ ὑπηρεσία ἡ ἰδία τὸ εἰσηγήθη ὅτι ἔπρεπε νὰ καταρτισθοῦν νέοι ἐκλογικοὶ κατάλογοι. Αὐτὰ συνέβαινον κατὰ μῆνα Αὔγουστον 1945. Τότε εἶχον τὴν τιμὴν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐκείνην νὰ ὑποβάλω μίαν πρότασιν ὅπως οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι γίνουν διὰ τοῦ συστήματος τῆς ἀπογραφῆς. Δυστυχῶς, καίτοι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Γουναράκης, εὗρεν τὴν πρότασιν αὐτὴν καλὴν ἢ μᾶλλον ἀρίστην, διότι διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ θὰ ἀποκτούσαμεν ἀδιαβλήτους ἐκλογικοὺς καταλόγους, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἠρνήθησαν καὶ κατεπολέμησαν τὴν πρότασιν αὐτήν, διότι θὰ εἶχον ὡς συνέπειαν τὴν ἀναβολὴν ἐπὶ 6μηνον τῶν ἐκλογῶν. Ἐγένετο τότε μία ἀναθεώρησις τῶν καταλόγων τοιαύτη, ὥστε ὅταν ἐφθάσαμεν εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1946 οἱ ἐλθόντες ἐδῶ ξένοι παρατηρηταὶ ὡμολόγησαν εἰς τὴν ἔκθεσίν των ὅτι «......................... .................... (Ἀναγινώσκει)...........». Ἐνῷ εἰς τοὺς καταλόγους τότε εὑρίσκοντο ἐγγεγραμμένοι ἐκλογεῖς 2.211.891, οἱ ξένοι παρατηρηταὶ ἐδέχοντο ὅτι μόνον 1.850.000 ἔπρεπε νὰ ἦσαν ἐγκύρως ἐγγεγραμμένοι. Αὐτοὶ ἦσαν οἱ κατάλογοι, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐγένοντο αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1946 καὶ κατόπιν τὸ δημοψήφισμα. Μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἐκείνας καὶ πάλιν ἐγένοντο ἀλεπάλληλοι ἐκκαθαρίσεις τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, πάλιν ἠμφισβητεῖτο τὸ κῦρος αὐτῶν καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1950. Μετὰ τὰς ἐκλογὰς αὐτὰς ἔρχεται ἕνας ἀναγκαστικὸς νόμος, δὲν γνωρίζω διὰ ποῖον λόγον καὶ λέγει ὅτι θὰ διαγραφοῦν ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν κάτοικοι πρὸ τῆς 28 Ὀκτωβρίου 1940, εἰς τὰς πόλεις Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ Θεσσαλονίκης. Δυστυχῶς ἡ Βουλὴ δὲν ἤκουσεν οὔτε τὸν Πρόεδρον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, οὔτε τοὺς κυρίους εἰσηγητὰς νὰ μᾶς εἴπουν ποῖοι ἦσαν οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ κάμῃ τὸν ἀναγκαστικὸν αὐτὸν νόμον. Κύριοι, νομίζω ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ἄδικος καὶ ἀντισυνταγματικὸς. Κατ’ ἔτος τὴν 4ην Ἰανουαρίου, δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς κάθε πολίτην νὰ μεταφέρῃ τὰ πολιτικά του δικαιώματα. Καὶ ἐρωτῶ: Κατὰ ποίαν λογικὴν κατὰ ποίαν ἠθικήν, θὰ ἀπαγορεύσω εἰς ἕνα ἄνθρωπον ὁ ὁποῖος ἔχει ἐγκατασταθῆ εἰς τὰς Ἀθήνας ἀπὸ τοῦ 1941 νὰ γίνῃ δημότης Ἀθηναίων. Ἐδημιούργησεν ἐργασίαν, ἀπέκτησε περιουσίαν, ἐργάζεται ἐδῶ. Πῶς θὰ τοῦ πῆτε ὅτι, ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἐγκατεστημένος πρὸ τοῦ 1940 δὲν δύναται νὰ εἶναι δημότης Ἀθηνῶν ἢ Θεσσαλονίκης.
§26Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Διότι δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένος δημότης τοῦ δήμου.
§27Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Κάθε δημότης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μεταφέρῃ τὰ δικαιώματά του ἢ ὄχι;
§28Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἐγκατέλειψαν τὰς ἐπαρχίας καὶ παραμένουν ἐδῶ μὲ τὸ ἐνοικιοστάσιον, χωρὶς νὰ πληρώνουν τίποτε, πρέπει νὰ ἐπιστρέψουν εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ τὰ χωρία των, νὰ ἐπανδρώσουν τὴν ὕπαιθρον.
§29Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέτε, ἐὰν θὰ ἀποτελοῦσε μίαν γενικὴν ἀρχήν, θὰ μποροῦσε νὰ μὲ εὕρῃ σύμφωνον. Ἀλλὰ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς ξεκινᾶτε σεῖς κ. Μαντᾶ, ὅταν θέλετε νὰ ἐκδιώξετε ἀπὸ τὰς πόλεις τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς; Δὲν νομίζω. Ὑπάρχουν ἄλλοι τρόποι μὲ τοὺς ὁποίους θὰ μποροῦσε μία Κυβέρνησις νὰ ἐπιτύχῃ τοῦτο. Τὸν Ἰανουάριον εἶναι δικαίωμα παντὸς πολίτου νὰ μεταφέρῃ τὰ ἐκλογικά του δικαιώματα. Ἐρωτῶ: Εἷς νέος, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἡλικίαν 12 ἐτῶν καὶ ἡ οἰκογένειά του ἐπλήγη λόγῳ τοῦ πολέμου καὶ ἦλθεν εἰς τὰς Ἀθήνας, ἐσπούδασεν εἰς τὰς Ἀθήνας, ἀπέκτησε ἐπάγγελμα εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ σήμερον εἶναι 23 ἐτῶν θὰ τοῦ εἴπετε ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ψηφίσῃ ἐδῶ, ἀλλὰ ὅτι πρέπει νὰ πάῃ νὰ ψηφίσῃ εἰς τὸ Καρπενῆσι π. χ, διότι ἡ οἰκογένειά του κατάγεται ἀπὸ ἐκεῖ;
§30Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Ἕτερον ἑκάτερον. Ἀπὸ τοῦ 1941 καὶ ἐντεῦθεν δὲν κατέφυγον ἐδῶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶχον σκοπὸν μονίμως νὰ ἐγκατασταθοῦν, ἀλλ’ ἦλθον προσωρινῶς δι’ εἰδικοὺς σκοπούς. Δὲν ἠμποροῦμεν αὐτοὺς νὰ τοὺς δεχθῶμεν.
§31Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἐὰν ταράττεσθε ἐσεῖς ἀπὸ αὐτὸ τὸ χάσμα, ἡμεῖς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητῶμεν ἐδῶ αὐτὰ ποὺ λέτε περὶ ἀντικομμουνιστικοῦ ἀγῶνος καὶ ἐθνικοφροσύνης.
§32Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Εἶναι ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν ἐβάλατε εἰς τοὺς καταλόγους, οἱ ἀποσυμφορηθέντες. Νὰ πᾶνε εἰς τὰς ἐπαρχίας των νὰ ψηφίσουν. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μεταβάλλετε τὸ ἀποτέλεσμα τῶν Ἀθηνῶν, τοῦ Πειραιῶς καὶ τῆς Θεσσαλονίκης.
§33Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἐρωτῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν ἔχῃ τὴν καλωσύνην νὰ μοῦ ἀπαντήσῃ: Πῶς, εἷς νέος ἐγκατασταθεὶς εἰς τὰς Ἀθήνας 15 ἐτῶν τὴν 29.11.1940 καὶ σήμερον ἔχει τὴν ἡλικίαν νὰ ἀπαιτήσῃ ψῆφον, πῶς τὸν διαγράφομεν;
§34Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ὄταν ἔλθῃ ἡ σειρά μου νὰ ὁμιλήσω, θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§35Α. ΔΕΡΔΕΜΕΖΗΣ. ....... (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος)........ Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνεγράφησαν εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους τῶν Ἀθηνῶν, δὲν διεγράφησαν ἀπὸ τὰς πόλεις καὶ τὰ χωριὰ τῆς Ἠπείρου.
§36Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Οἱ διαγραφέντες σήμερον, διεγράφησαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου.
§37Κ. ΚΟΤΖΙΑΣ. Μίαν ἀποσαφήνισιν. Αἱ ἐφημερίδες ἀνέγραψαν ὅτι διεγράφησαν ἐκ τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων 15.000. Μήπως μεταξὺ αὐτῶν τῶν ἐπαναγραφέντων εἶναι καὶ ἡ περίπτωσις τὴν ὁποίαν ἀναφέρετε;
§38Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ὄχι, κύριε Κοτζιᾶ. Καὶ ἀπορῶ, πῶς σεῖς, ὁ ὁποῖος ἔχετε τόσην πεῖραν τῶν πραγμάτων, κάμνετε αὐτὴν τὴν παρατήρησιν. Δέκα πέντε χιλιάδες εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διεγράφησαν. Ἄλλοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐγκατεστημένοι πρὸ τῆς 28.10.1940. Κύριοι, νομίζω ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ἀντισυνταγματικός. Ὁ νόμος αὐτός, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ γεννᾷ τὴν ὑποψίαν εἰς κάθε πολίτην ὅτι γίνεται λόγῳ τοῦ ὅτι ὑπῆρξαν δυσμενῆ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν, διὰ τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα σήμερον κυβερνοῦν, εἰς τὰς πόλεις αὐτὰς τὰς τρεῖς ἰδιαιτέρως. Ἀλλὰ νὰ εἶναι βέβαιοι οἱ κυβερνῶντες ὅτι καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν νέων ἐκλογῶν δὲν θὰ εἶναι καλύτερα, ὁσασδήποτε χιλιάδας πολιτῶν καὶ ἐὰν θέλουν νὰ διαγράψουν ἀπὸ τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ντάγγας ἔχει τὸν λόγον.
§40Δ. ΝΤΑΓΓΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁμολογῶ ὅτι τὸ ζήτημα διὰ τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ σᾶς ὁμιλήσω καὶ τὸ ὁποῖον ρυθμίζει ὁ Α. Ν. 1508, εἶχεν ἀνακινηθεῖ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 15 Μαΐου 1950, ἥτις ἐπεξειργάζετο τὸ σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον ἐπῆρε τελικῶς τὸν ἀριθμὸν 1432. Ὁ κ. Καλκάνης μετέχων τότε τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης, εἶνεν εἰσηγηθῆ τὴν καταπολέμησιν τῆς ἀστυφιλίας καὶ ὡς μέσον πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν ἐπρότεινε τὴν διαγραφὴν τῶν ἐκλογέων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν εἰς τὰς μεγάλας πόλεις εἰς τὰς ἐκλογὰς τῆς 5 Μαρτίου καὶ εἶχον λάβει ἐκλογικὰ βιβλιάρια κατὰ τὸ 1949 καὶ τὸ 1950. Ὁ τότε πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ νῦν ἐπὶ τῆς Ἀνοικοδομήσεως Ὑπουργὸς κ. Ζαΐμης ἀντετάχθη πρὸς τὴν πρότασιν καὶ εἶπε τὰ ἑξῆς ἐπὶ λέξει: «Ὅσον προχωροῦμεν εἰς τὴν ὁμαλότητα, πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς παγίας διατάξεις τοῦ Νόμου, ἀπαιτούσας διετῆ ἐγκατάστασιν πρὸς ἀπόκτησιν ἐκλογικοῦ δικαιώματος καὶ μεταδημότευσιν», διότι τὴν μόνιμον ἐγκατάστασιν ἀπαιτεῖ ὁ Νόμος ὡς στοιχεῖον λήψεως ἐκλογικοῦ βιβλιαρίου εἰς τὸν τόπον ἔνθα κατοικεῖ κανείς. Ἡ μόνιμος ἐγκατάστασις ἄνευ χρονικοῦ περιορισμοῦ εἶναι ἀρκετὸν στοιχεῖον διὰ νὰ παράσχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου. Ἐὰν οἱ προγενέστεροι Νόμοι περιέλαβον διάταξιν ὅτι μόνον οἱ πρὸ τῆς 28.10.1940 ἐγκατασταθέντες εἰς τὰς μεγάλας πόλεις ἔχουν δικαίωμα ψήφου, τοῦτο ἀποτελεῖ γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἡ περασμένη Βουλὴ διὰ τοῦ Νόμου 1381)29.12.1949 ἀνέτρεψε διὰ τῆς παροχῆς δικαιώματος ψήφου καὶ εἰς τοὺς μέχρι 31.12.1945 ἐγκατασταθέντας. Σημειώνω ὅτι εἶναι ἄξιον πολλῆς περιεργείας τὸ γεγονὸς ὅτι ὕστερα ἀπὸ ἕνα χρόνον ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ ζητεῖ τὴν ἀνατροπὴν μιᾶς καταστάσεως τὴν ὁποίαν ἔκρινεν ἡ Βουλὴ τοῦ 1946 ὡς καλῶς δημιουργηθεῖσαν καὶ θέλει ν’ ἀποστῇ τῆς βάσεως τὴν ὁποίαν ἡ ἰδία ἔχει θέσιν διὰ τοῦ Ν. 1381)1949. Καὶ εὐλόγως προβάλλεται τὸ ἐρώτημα: ποῖοι οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλον τότε τὴν ἔκδοσιν τοῦ Α. Ν. 1508 καὶ ποῖοι λόγοι ἐπιβάλουν τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου τούτο; Εἶναι γεγονὸς ὅτι ὁ νόμος 1508 ἐξεδόθη τὴν 16ην Ὀκτωβρίου 1950 καὶ μάλιστα εἰς παραμονὰς ἐκλογῶν δημοτικῶν, αἱ ὁποῖαι, ὅπως ἐνθυμεῖσθε, εἶχον προκηρυχθῆ τότε διὰ τὸν Σεπτέμβριον, ὑπουργοῦντος τοῦ κ. Γιαννοπούλου. Εὐλόγως ἐκρίθη τότε ὅτι ἡ ἐσπευσμένη ἔκδοσις τοῦ νόμου 1508 δὲν ἀπέβλεπε εἰς τίποτε ἄλλο παρὰ εἰς τὴν δημιουργίαν παραπόνων ἐκ μέρους τῶν ἀντιπολιτευομένων τὴν Κυβέρνησιν τότε κομμάτων καὶ ἐξεύρεσιν προσχήματος διὰ τὴν ἀναβολὴν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν. Γεγονὸς εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀνέβαλε μέχρι τοῦδε τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς καὶ δὲν ἠξεύρομεν πότε σκέπτεται νὰ τὰς ὁρίσῃ. Ἀλλ’ ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἐπανέλθωμεν διότι ὑπάρχει ἐκκρεμὴς ἐπερώτησίς μας εἰς τὴν Βουλήν. Ποίους λόγους ἐπικαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργός, εἰσηγούμενος τὴν κύρωσιν τοῦ Α. Ν. 1508; τὴν ἀστυφιλίαν, τὸ κτύπημα αὐτῆς. Καὶ εὐλόγως διερωτώμεθα διὰ τῆς στερήσεως τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος θὰ ὑποχρεωθοῦν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐγκατασταθῆ πρὸ τοῦ 1945 εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ καὶ τὴν Θεσσαλονίκην καὶ ἰδίᾳ διὰ τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ ἐκλογικοῦ των βιβλιαρίου καὶ μόνον θὰ πᾶνε εἰς τὰ χωρία ἐκεῖνα ἀπὸ τὰ ὁποῖα κατάγονται διὰ νὰ ψηφίσουν; Εἶναι πολὺ ἀφελὲς νὰ πιστευθῇ τοῦτο διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποχρεωθῇ καὶ ἂν ἀκόμη ἔχει τὴν δυνατότητα ὁ ἐγκατασταθεὶς μονίμως εἰς τὰ μεγάλα κέντρα πρὸ τοῦ 1945 διὰ μόνην τὴν ἡμέραν τῶν ἐκλογῶν καὶ διὰ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ ἐκλογικοῦ του δικαιώματος νὰ μεταβῇ εἰς τὸ χωριό του. Πρῶτον διότι δὲν ἔχει τὰ μέσα νὰ πάῃ καὶ δεύτερον διότι δὲν ἠξεύρει τί κλῖμα θὰ εὕρῃ ἐκεῖ. Θὰ κτυπήσωμεν τὴν ἀστυφιλίαν! Καὶ ἔρχεται ὡς ἐπῳδὸς τὸ ἐπιχείρημα αὐτό. Καὶ ἐρωτῶ: Θὰ πρέπει νὰ λησμονήσωμεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 53 παράγραφος 3 τοῦ νόμου «περὶ ἐνοικιοστασίου», ἡ ὁποία προστατεύει τὰς συμβάσεις μισθώσεως συναφθείσας πρὸ τῆς 5 Ὀκτωβρίου 1947 ἐπὶ καταβολῇ τοῦ 100πλασίου τοῦ βασικοῦ μισθώματος τότε καὶ ἂν διαταχθῇ ἡ ἀξίωσις ὁ ἀποβαλλόμενος ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναστολὴν ἐκτελέσεως τῆς ἐξωστικῆς ἀποφάσεως μέχρι λήξεως τοῦ ἐνοικιοστασίου;
§41Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Καταβάλλει ὅμως τὸ ἑκατονταπλάσιον.
§42Δ. ΝΤΑΓΓΑΣ. Συμφωνῶ καὶ ἐρωτῶ: ὅταν ἔχῃ τὴν αὐτὴν προστασίαν ἀπὸ τὸ ἐνοικιοστάσιον καὶ ὅταν τὸ ἴδιο τὸ Κράτος τοῦ παρέχει τὸ δικαίωμα στέγης καὶ ἐργασίας εἰς τὸν τόπον αὐτὸν, κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ὑποχρεώσωμεν τὸν οἱονδήποτε Ἕλληνα πολίτην δικαιούμενον νὰ κατοικῇ ἐλευθέρως εἰς τὰς πόλεις Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ Θεσσαλονίκης νὰ φύγῃ ἢ νὰ χάσῃ τὸ ἐκλογικόν του δικαίωμα, ἐὰν δὲν ἠμπορέσῃ νὰ πάῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἀπὸ τὴν ὁποίαν κατάγεται, διὰ νὰ ψηφίσῃ;
§43Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Δυνάμει τοῦ 2128 Διατάγματος ἤρθη τὸ δικαίωμα αὐτὸ καὶ δὲν ἐκτελοῦνται αἱ ἀποφάσεις, αἱ ἐξωστικαὶ ἀποφάσεις διὰ πρὸ τῆς 5.10.1947 μισθωτάς.
§44Δ. ΝΤΑΓΓΑΣ. Δὲν ἐκτελοῦνται αἱ ἀποφάσεις —ἐὰν θέλετε νὰ κάμωμεν νομικὴν συζήτησιν δὲν ἔχω καμμίαν δυσχέρειαν— ἐπικαλοῦμαι ὅμως ἐπιχειρήματα καὶ δὲν ἐξαντλοῦμαι εἰς νομικὰς λεπτομερείας.
§45Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Ὁ νόμος αἴρει τὴν προστασίαν.
§46Δ. ΝΤΑΓΓΑΣ. Δὲν αἴρει. Ὅταν ὁ νόμος 845 καὶ ὁ νόμος 1349, ἔστω ἀντὶ τοῦ ἐπηυξημένου μισθώματος, παρέχουν τὴν προστασίαν στέγης. Πῶς ὑποστηρίζετε ὅτι αἴρει τὴν προστασίαν ταύτην;
§47Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τί σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ νόμου περὶ ἐνοικιοστασίου καὶ τοῦ διοικητικοῦ μέτρου περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖτε;
§48Δ. ΝΤΑΓΓΑΣ. Πῶς δὲν ἔχει σχέσιν, ἔχει πάρα πολὺ σχέσιν. Ὅταν μοῦ παρέχεται ἡ προστασία νὰ παραμείνω εἰς τὰς Ἀθήνας, πῶς μέ ὑποχρεώνετε, ἐὰν δὲν ἔχετε κακὴν πρόθεσιν τείνουσαν νὰ μὲ στερήσητε τοῦ δικαιώματος τῆς ψήφου, νὰ ψηφίσω εἰς τὸ χωρίον μου; Ἀλλὰ ἐὰν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, κύριοι βουλευταί, ἀνῆλθον ὄχι διὰ νὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον ὅλοι οἱ προλαλήσαντες κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὸς καὶ ἀντιδημοκρατικὸς ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος παρέχει τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταδυναστεύῃ τὴν ἀντιπολίτευσιν, διότι ἐκεῖ τείνει ὁ Α. Ν. 1508)1950, ἀλλ’ ἔρχομαι νὰ ἐπικαλεσθῶ ἀπόψεις ἡγετικοῦ στελέχους τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων κ. Ζαΐμη, ὁ ὁποῖος καὶ τότε εἶπε καὶ πολλάκις ἐπανέλαβεν ἔκτοτε τὸ βάσιμον τῶν ἀπόψεών μου, ἀλλὰ καὶ νὰ προσθέσω, ὅτι καὶ οἱ ξένοι ἐμπειρογνώμονες, ὅταν ἐψηφίζετο ὁ νόμος 1381 κατεσπευσμένως ἀπὸ τῆς παρελθούσης Βουλῆς, εἶχον ταχθῆ ὑπὲρ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν παγίων διατάξεων τοῦ νόμου, αἱ ὁποῖαι λέγουν ὅτι ἐπὶ μίαν διετίαν ἐάν τις κατοικήσῃ μονίμως εἰς ὡρισμένον μέρος, ἔχει δικαίωμα νὰ εἶναι ἐκλογεὺς εἰς τὴν περιοχὴν ἐκείνην. Ὁ νόμος 1381 ποὺ ἀνατρέπεται ἐψηφίσθη τὴν 29 Δεκεμβρίου 1949 καὶ ἔκτοτε παρενεβλήθησαν μόνον αἱ ἐκλογαὶ τῆς 5 Μαρτίου 1950. Ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι σαφής. Ἔρχεται νὰ στερήσῃ Ἕλληνας πολίτας τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος, δι’ ὃ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον δι’ ἡμᾶς εἶναι ἀπαράδεκτον ἐφ’ ὅσον διαπιστώνεται ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν προβαίνει εἰς τὴν εἰσήγησίν του ἀπὸ ἐλατήρια τείνοντα εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν γενικωτέρου σκοποῦ. Ἀλλοίμονον ἐὰν ἀδιαμαρτυρήτως ἀφήσωμεν νὰ ψηφισθῇ τοιοῦτον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καταρρακώνει κάθε ἔννοιαν δημοκρατίας καὶ ἐλευθερίας ὡς καὶ κάθε ἔννοιαν ἰσότητος εἰς τὸν τόπον αὐτὸν ὑπὲρ τῆς ὁποίας εἴμεθα τεταγμένοι νὰ ἐπιμείνωμεν, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον μας καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον μᾶς ἔστειλεν ὁ λαὸς εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἀκριβῶς διὰ νὰ προστατεύωμεν τὰς ἐλευθερίας του καὶ τὰ συνταγματικά του δικαιώματα.
§49Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Ὁ νόμος 392 τοῦ 1945, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν Πλαστήρα, λέγει τὸ ἑξῆς: «Δικαίωμα ψήφου...... (ἀναγινώσκει) .........». Ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις ἀποκατέστησε μίαν ἀδικίαν.
§50Δ. ΝΤΑΓΓΑΣ. Ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι κειμένους νόμους καὶ ἐπικαλοῦμαι καὶ τὸν νόμον 1381 τῆς παρελθούσης Βουλῆς. Ἔχομεν μίαν κατάστασιν δημιουργηθεῖσαν διὰ τοῦ 1381 νόμου. Ἐν ὄψει τῶν ἀπόψεων τῆς παρελθούσης Βουλῆς καὶ ὅλων τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα τότε ἐξητάσθησαν, παρεμβάλλεται τὸ γεγονὸς τῶν ἐκλογῶν τῆς 5ης Μαρτίου καὶ ἔρχεται ὁ ὑπὸ κρίσιν νόμος νὰ ἀνατρέψῃ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν τούτων κατὰ διάφορον τρόπον ἑρμηνεύων ταῦτα καὶ τείνων ποῦ; Εἰς τὸ νὰ στερήσῃ Ἕλληνας πολίτας τοῦ ἀναφαιρέτου δικαιώματος τῆς ψήφου. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ.........
§51Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Νὰ ἀποκαταστήσῃ τὸ δίκαιον.
§52Δ. ΝΤΑΓΓΑΣ. Δὲν ὑπάρχει περίπτωσις ἀποκαταστάσεως δικαίου. Εἶναι καταδυνάστευσις εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο χιλιάδων πολιτῶν καὶ δὲν πρέπει νὰ λέγεται τοῦτο. Διότι ὁτιδήποτε μέτρον καὶ ἂν θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐφαρμόσῃ τεῖνον εἰς τὴν στέρησιν τῶν ἐκλογικῶν δικαιωμάτων 50.000 περίπου Ἑλλήνων πολιτῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὸν οὔτε καὶ νὰ μεταβάλλῃ τὸν ροῦν τῶν γεγονότων.
§53Ε. ΛΟΥΛΑΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Τὸ ἄρθρον 21 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ὁρίζει ρητῶς ὅτι αἱ ἰδεολογικαὶ συζητήσεις ἀπαγορεύονται.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ εἶπα κατ’ ἐπανάληψιν.
§55Ε. ΛΟΥΛΑΚΑΚΗΣ. Τὸ εἴπατε, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐπεβάλετε. Καὶ ὅταν ἀκόμη τὸ ἐπιτρέπῃ ὁ ρήτωρ, πρέπει νὰ παρεμβαίνετε σεῖς, οὕτως ὥστε νὰ ἐπικρατῇ τάξις εἰς τὴν Βουλήν.
§56Δ. ΝΤΑΓΓΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὸ ζήτημα εἶναι σαφές. Ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ἀντισυνταγματικός, εἶναι ἀντιδημοκρατικὸς καὶ ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ στερήσῃ ἀπὸ ἐκλογεῖς ἐγγεγραμμένους καὶ ἀσκήσαντας ἤδη τὸ δικαίωμά των, τὸ ἀναφαίρετον δικαίωμα τῆς ψήφου. Εἰς τὸν Πειραιᾶ διεγράφησαν μὲ τὸν τελευταῖον νόμον περὶ τοὺς 9.600 ψηφοφόρους, εἰς τὰς Ἀθήνας περὶ τοὺς 18.000 καὶ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην περὶ τὰς 15.000 πολιτῶν. Ὡμίλησα καὶ προηγουμένως διὰ τὸν νόμον 1432, διότι τὸ ἄρθρον 13 τοῦ νόμου προβλέπει μίαν ἐκκαθάρισιν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι οὐχὶ κανονικῶς εἶχον πάρει ἐκλογικὸν βιβλιάριον καὶ ἦσαν δῆθεν κάτοικοι πρὸ τοῦ 1945. Ἀνεξαρτήτως τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον ἐφαρμόζεται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ νόμου 1432, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω ὑπευθύνως νὰ σᾶς ἀνακοινώσω, εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὅτι ἐκ τῶν πολλῶν χιλιάδων ἐκλογικῶν βιβλιαρίων τοῦ Πειραιῶς, μόνον τὰ 600 ἐθεωρήθησαν ὅτι ἔχουν ἐκδοθῆ κατὰ παράβασιν τῶν διατάξεων τοῦ Ν. 1381. Πλὴν ὅμως καὶ ὅσοι ἐνδιαφερόμενοι ἔλαβον γνῶσιν καὶ ἤσκησαν ἐνστάσεις ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, ἐδικαιώθησαν καὶ διετήρησαν τὰ βιβλιάρια. Συνεπῶς οὐδεμία ἀνωμαλία εἶχε δημιουργηθῆ εἰς τὴν πραγματικότητα καὶ καλῶς ἔλαβον ἐκλογικὰ βιβλιάρια ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν καὶ καλῶς ἐψήφισαν. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, καὶ πρέπει νὰ ἀπορριφθῇ.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φ. Χατζήμπεης ἔχει τὸν λόγον.
§58Φ. ΧΑΤΖΗΜΠΕΗΣ. Κύριοι βουλευταί, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐντόνως διὰ τὴν ἔναντι τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας περιφρόνησιν, τὴν ὁποίαν συνεχίζει ἐπιδεικνύουσα καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, μὲ τὴν ὑποβολὴν πρὸς ἔγκρισιν —καὶ πάντα μετὰ μεγάλην καθυστέρησιν— νόμων ὑψίστης σημασίας, ὡς ἀναγκαστικῶν. Ἀφοῦ οἱ νόμοι οὗτοι τεθοῦν ἐν λειτουργίᾳ, ἐπιτελέσουν δὲ καὶ τὸν προορισμόν των, τότε ἡ μεγάλως σεβομένη τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς Κοινοβουλευτικοὺς θεσμοὺς Κυβέρνησις, σπεύδει διὰ τὴν ἱστορίαν —καὶ κατόπιν ἑορτῆς— νὰ τοὺς φέρῃ πρὸς ἔγκρισιν εἰς τὴν Βουλήν. Κολοσσιαῖα ζητήματα ἀπολύτως ἐφαπτόμενα μὲ τὰς ἱερὰς καὶ συνταγματικῶς κατοχυρωμένας λαϊκὰς ἐλευθερίας μας, ὅπως τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου, ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπασχολήσουν διεξοδικώτατα τὴν Ἐθνικήν μας Ἀντιπροσωπείαν, νομοθετοῦνται ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τίθενται ἀμέσως καὶ χωρὶς νὰ περάσουν ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐν ἐνεργείᾳ, ὡς νόμοι ἀναγκαστικοί. Οὕτω, διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, μόνον εἰς τὰς Ἀθήνας ἐπετεύχθη ἡ διαγραφὴ 18.000 πολιτῶν καὶ μάλιστα πολιτῶν ψηφισάντων κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 5ης Μαρτίου 1950. Αὐτὸς φυσικὰ ἦτο καὶ ὁ ἀποκλειστικὸς σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως. Ἔρχεται ὁ σχετικὸς νόμος πρὸς ἔγκρισιν εἰς τὴν Βουλήν. Καλούμεθα λοιπὸν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ περιβάλωμεν μὲ τὴν νομοθετικήν μας ἔγκρισιν τὸν Α.Ν. 1508) 1950 «Περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων» ἐνῷ ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι γνωστὸν πῶς εἶναι σαφῶς ἀντισυνταγματικὸς καὶ βαθύτατα ἀντιλαϊκὸς ἐπὶ πλέον δὲν ὑποβάλλεται καὶ χωρὶς τὴν ἀπαραίτητον ἔκθεσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἴσως βέβαια λόγῳ τοῦ ἐξαιρετικῶς κατεπείγοντος τοῦ χαρακτῆρος του. Ἀποκλειστικὸς σκοπὸς δὲ τῆς κατεσπευσμένης κατασκευῆς αὐτοῦ τοῦ νόμου καθὼς τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, εἶναι ἡ πάσῃ θυσίᾳ νόθευσις τοῦ ἐκλογικοῦ φρονήματος τοῦ Λαοῦ, διὰ τῆς στερήσεως τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος ἀπὸ δεκάδας χιλιάδων πολιτῶν. Δὲν μᾶς ἐξηγεῖ δὲ τέλος πάντων ἡ Κυβέρνησις ποία εἶναι αὐτὴ ἡ κατεπείγουσα καὶ ἀναπόφευκτος ἀνάγκη, ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς ὁποίας ἠναγκάσθη νὰ κατασκευάσῃ τὰς παραμονὰς τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς τὸν Ἀναγκαστικὸν αὐτὸν Νόμον. Ἡ Κυβέρνησις ἰσχυρίζεται ὅτι λόγῳ τῆς μετατοπίσεως πλήθους πολιτῶν ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας εἰς τὸ κέντρον, ἠλλοιώθησαν δῆθεν τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογικῶν συλλόγων τοῦ κέντρου καὶ τῶν ἐπαρχιῶν. Καὶ ἐπειδὴ ἡ κατάστασις δὲν ἔπερνε πιὰ καμμίαν ἀναβολὴν καὶ δὲν ἠμποροῦσε νὰ περιμένῃ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, κατέφυγε τελευταίως εἰς τὴν πολὺ προσφιλῆ τῆς μέθοδον τῆς ἐκδόσεως δηλαδὴ τοῦ νόμου ὡς Ἀναγκαστικοῦ. Ταῦτα ὑποστηρίζουσα ἡ Κυβέρνησις ἐμφανίζεται ὡς ὑποτιμῶσα πλήρως ἐκτὸς ὅλων τῶν ἄλλων καὶ τὴν στοιχειώδη ἀκόμη νοημοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἄριστα γνωρίζει, ὅτι τὰ Κυβερνητικὰ κόμματα, κατατρομοκρατηθέντα κυριολεκτικῶς ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν τῆς 5 Μαρτίου, πού, παρὰ τὰς γνωστὰς συνθήκας, ἔφεραν τὴν δημοκρατικὴν ἀριστερὰν πρώτην ἀπ’ ὅλα τὰ ἄλλα κόμματα ἰδιαιτέρως εἰς τὰ μεγάλα ἀστικὰ κέντρα, ἐσοφίστηκαν αὐτὸν τὸν νόμον διὰ νὰ ἐλαττώσουν τὴν δύναμιν τῆς δημοκρατικῆς ἀριστερᾶς, κατὰ τὴν γνώμην των, ὥστε νὰ δυνηθοῦν νὰ ἀναβάλουν τὸν μαθηματικῶς ὑπολογισμένον καὶ βέβαιον ἀφανισμὸν των ἀπὸ τὴν πολιτικὴν σκηνὴν τῆς Χώρας εἰς τὰς μελλούσας ἐκλογάς.
§59Χ. ΨΑΡΡΟΣ. Κάπου θὰ ψηφίσουν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι.
§60Φ. ΧΑΤΖΗΜΠΕΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἐπ’ αὐτοῦ. Ἡ Κυβέρνησις ἰσχυρίζεται ὅτι πρέπει ὅλοι αὐτοὶ νὰ πᾶνε νὰ ψηφίσουν εἰς τοὺς τόπους τῆς καταγωγῆς των παραβλέπει δὲ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἰς τελευταίαν ἀνάλυσιν, εὑρισκόμενοι πέντε χρόνια τώρα καὶ πάρα πάνω, εἰς τὰ μεγάλα ἀστικὰ κέντρα, κατώρθωσαν κατὰ κάποιον, στοιχειώδη ἔστω τρόπον νὰ συντηροῦνται. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ ξανασταλοῦν μὲ τὸ ζόρι στὰ χωριὰ των; Μήπως ντύνονται καὶ τρέφονται ἀπὸ τὸν κρατικὸν προϋπολογισμὸν ὥστε νὰ ἔχῃ ἔστω τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ φροντίσῃ νὰ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ αὐτούς; Ἢ μήπως μετέτρεψε ξαφνικὰ καὶ ὡς διὰ μαγείας τὰς πολυπαθεῖς μας ἐπαρχίας εἰς ἐπίγειον παράδεισον, ὥστε νὰ βιάζεται νὰ τοὺς ἐξαποστείλῃ πίσω τὸ ταχύτερον; Ἀσφαλῶς τίποτε ἀπ’ ὅλα αὐτὰ δὲν συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἁπλούστατα ἡ Κυβέρνησις ἐνδιαφέρεται νὰ στερήσῃ τοῦ δικαιώματος τῆς ψήφου δεκάδας χιλιάδων ψηφοφόρων, ποὺ φοβᾶται ὅτι δὲν εἶναι ὑποστηρικταὶ τῆς πολιτικῆς της. Διότι, κύριε Ψαρρέ, τὴν ἡμέραν τῶν ἐκλογῶν, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν θὰ ἔχουν τὴν δυνατότητα καὶ τὰ μέσα νὰ μεταβοῦν εἰς τὰ χωριὰ των καὶ νὰ ψηφίσουν. Ἔτσι φαντάζεται πὼς θὰ ἐπιπλεύσῃ ἡ Κυβέρνησις σὲ καινούργιες ἐκλογές.
§61ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τοὺς ἀποστέλλει τὸ κόμμα, κύριε συνάδελφε.
§62Φ. ΧΑΤΖΗΜΠΕΗΣ. Ἐπίσης ἕνα ἄλλο ἐπιχείρημα τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ὅτι δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο, ἀλλὰ προσπαθεῖ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν γνωστὸν νόμον τοῦ 1945 ὁ ὁποῖος ὁρίζει ὅτι ἔχουν δικαίωμα ψήφου οἱ καταφυγόντες εἰς τὰ μεγάλα ἀστικὰ κέντρα ἐφ’ ὅσον εἶχον ἐγκατασταθῆ εἰς αὐτὰ πρὸ τῆς 28)10)1940. Ἀλλὰ ὁ νόμος 1381 ὁ ὁποῖος ἴσχυσεν εἰς τὰς περασμένας ἐκλογάς, καὶ αὐτὸ ἔχει μεγάλην σημασίαν, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ἡ συγχρονισμένη ἔκδοσις τοῦ νόμου 392)45 τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐπικαλεῖται. Διότι ἀπὸ τὸ 1945 ἕως τὸ 1950 ἔχουν περάσει καὶ ἄλλα 5 χρόνια ἀκόμη — περισσότερα ἀπὸ πολλὰ γιὰ μᾶς — ὥστε ἀπόλυτα νὰ δικαιολογῆται ἡ συγχρόνισις τοῦ νόμου καὶ ἡ μετάθεσις τοῦ ὁρίου ἀπὸ τὸ 1940 εἰς τὸ 1945. Πῶς τώρα ἡ Κυβέρνησις θέλει μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 5 Μαρτίου νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν νόμον 392)1945 καὶ νὰ μᾶς γυρίσῃ πέντε χρόνια πίσω;
§63Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Διότι δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους οὔτε εἰς τὰ μητρῶα. Αὐτὸ λέγει ὁ νόμος.
§64Φ. ΧΑΤΖΗΜΠΕΗΣ. Διὰ νὰ γίνῃ ἡ ἐγγραφή, ἡ ὁποία ἔγινε ἀπὸ τοὺς δικαστικοὺς ἀντιπροσώπους, ὅλα αὐτὰ ἐξητάσθησαν. Οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ θέσῃ ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ μόνιμον ἐκτόπισιν ἢ ὑπὸ μόνιμον περιορισμόν, δεκάδας χιλιάδων πολιτῶν εἰς τὰς ἐπαρχίας των, ἁπλῶς καὶ μόνον, διὰ νὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίσουν. Δι’ αὐτὸ νομίζομεν ὅτι, ἐκτὸς ὅλων τῶν ἄλλων λόγων, πρέπει ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ δώσῃ ἕνα γερὸ μάθημα εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς ὅλους ὅσους φιλοδοξοῦν νὰ κυβερνοῦν καὶ νὰ νομοθετοῦν δι’ Ἀναγκ. Νόμων, ἀπορρίπτουσα τὸν ὑπὸ κρίσιν νόμον. Διότι ἀκόμη ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι σαφῶς ἀντισυνταγματικὸς καὶ βαθύτατα ἀντιλαϊκός. Εἶναι καθῆκον δὲ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας νὰ ἐπαναφέρῃ ἐν λειτουργίᾳ τὸν νόμον 1381 ποὺ ἴσχυσε καὶ εἰς τὰς προηγουμένας ἐκλογάς, ἐπανεγγραφομένων ὅλων τῶν διαγραφέντων μὲ τὴν ἀναθεώρησιν πολιτῶν, εἰς τὴν Ἀθήνα, τὸν Πειραιᾶ καὶ τὴν Θεσσαλονίκην, οἵτινες μάλιστα ἐψήφισαν εἰς τὰς ἐκλογὰς τῆς 5ης Μαρτίου. Ἔτσι μόνον θὰ βεβαιωθῇ ὁ λαός, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἐπετέλεσε τὸ καθῆκον της ἀπέναντί του. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπακωνσταντίνου ἔχει τὸν λόγον.
§66Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Θέτω ὡς αὐτονόητον προϋπόθεσιν ὅτι οἱ μετέχοντες εἰς τὴν συζήτησιν καὶ οἱ λοιποὶ συνάδελφοι ἐνδιαφέρονται προκειμένου περὶ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ τοῦ ἀφορῶντος τὴν συζήτησιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ τὸ δικαίωμα τῆς συμμετοχῆς εἰς τὰς ἐκλογὰς ὅλων τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων χωρὶς νὰ προσδοκοῦν ἐκ τῆς διαγραφῆς ἢ μὴ διαγραφῆς ὠφέλη οἱαδήποτε κομματικά, οἷα ἀφήνει νὰ ὑπονοηθοῦν ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος. Βασικὸν στοιχεῖον τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἐλευθέρου ἀντιπροσωπευτικοῦ πολιτεύματος, εἶναι ἀσφαλῶς ἡ σύνταξις ἀνοθεύτων ἐκλογικῶν καταλόγων καὶ ἡ παροχὴ τῆς εὐκαιρίας τῆς συμμετοχῆς εἰς τὰς ἐκλογὰς τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι μεγαλυτέραν σημασίαν διὰ τὴν ἐφαρμογὴν ἑνὸς ἐλευθέρου πολιτεύματος ἔχει ὁ ἀληθὴς σεβασμὸς πρὸς τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν οὐσίαν τοῦ πολιτεύματος. Καὶ μόνον ἐκεῖνοι δύνανται νὰ ὁμιλοῦν περὶ σεβασμοῦ εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν, ὅσοι καὶ ἐμπράκτως ἔδωσαν δείγματα σεβασμοῦ πρὸς τὸ ἐλεύθερον πολίτευμα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλοῦν ἐν ὀνόματι τῆς δημοκρατίας καὶ νὰ ἐπιζητοῦν τὸν σεβασμὸν πρὸς τὸ ἐλεύθερον πολίτευμα ὅσοι εἰς πᾶσαν δοθεῖσαν περίστασιν κατερρύπανον καὶ κατεσπίλωσαν τὸ ἐλεύθερον πολίτευμα καὶ ἠσέβησαν εἰς τὸ ἐλεύθερον πολίτευμα, ὅταν μάλιστα πρόκειται περὶ ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι δὲν ἐσεβάσθησαν ὄχι μόνον τὴν Ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν, ἀλλ’ οὔτε τὴν ζωήν των, οὔτε κἂν καὶ αὐτὴν τὴν ἀνθρωπίνην ἀξιοπρέπειαν παντὸς πολίτου, ὁ ὁποῖος εἰς οὐδὲν ἄλλο ἔπταισε παρὰ μόνον ἐθεωρήθη ὅτι θὰ ἀπετέλει ἐμπόδιον μεθαύριον μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ κατακτητοῦ εἰς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον παντοῦ ἐθεμελιώθη ἐπὶ τοῦ αἵματος. Μόνον λοιπὸν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πάντοτε ἐπίστευσαν εἰς τὸ ἐλεύθερον πολίτευμα, μόνον ἐκεῖνοι ἠμποροῦν νὰ ὁμιλοῦν ἐπ’ ὀνόματι τῆς Ἐλευθερίας. Ἀπετέλεσεν, κύριοι συνάδελφοι, θέμα τὸ ὁποῖον ἐπὶ πολλὰ ἔτη συζητεῖται, ἡ σύνταξις ἀνοθεύτων ἐκλογικῶν καταλόγων καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτὴς νομίζω ὅτι ἐχρημάτισε κάποτε καὶ μέλος μιᾶς Ἐπιτροπῆς, διότι ἐμνήσθη τῆς στάσεως τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Νομίζω, ὅτι ἐχρημάτισε μέλος μιᾶς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία μετεβίβαζε τὰς ἀπόψεις τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος πρὸς τοὺς Κυβερνώντας τὴν Χώραν περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ γνησιότης τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων. Καὶ θὰ ἤθελα νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ὅτι τὸ Λαϊκὸν κόμμα εἶχε φθάσει εἰς τὸ σημεῖον νὰ προτείνῃ καὶ τὸν ἐμβαπτισμὸν τοῦ δακτύλου εἰς ἀνεξίτηλον ὑγρὸν διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ γνησιότης τῶν ἐκλογῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν ὁ κ. Βουλευτὴς ὁ ὁποῖος μετεῖχε μιᾶς τοιαύτης ἐπιτροπῆς νὰ λησμονῇ τὴν στάσιν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος.
§67Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἀναμφισβήτητον αὐτό, διότι καὶ τότε πάλιν ὑπῆρχε μία ἀνωμαλία εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους. Ὅπως ὅμως εἶναι ἀναμφισβήτητον αὐτὸ ἔτσι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὅταν ἐπρότεινα τὴν πρότασίν μου περὶ ἀπογραφῆς εἰς τὸ 1945, τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἀντετάχθη ἀπολύτως εἰς τὴν πρότασίν μου ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐγένετο δεκτὴ καὶ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ κόμματα.
§68Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Καὶ ἐπειδὴ ἡ ἐξέλιξις τῆς συζητήσεως μᾶς ἔφερε εἰς τὸ 1945, χωρὶς αὐτὸ νὰ εἶναι ἀπαραίτητον, θὰ ἤθελα νὰ ὑπενθυμίσω ὅτι καὶ τότε τὸ Λαϊκὸν κόμμα ἐπεζήτησε τὴν ταχεῖαν ἀνασύνταξιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων καὶ δὲν θέλω νὰ ὑπενθυμίσω, διότι θὰ ἀπετέλει αὐτὸ καὶ ὕβριν καὶ προσβολήν, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὡμίλουν καὶ ἐκόπτοντο ὑπὲρ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀπογραφῆς ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠθέλησαν καὶ δὲν ἐσκέπτοντο νὰ λάβουν μέρος εἰς τὰς ἐκλογὰς τῆς 31 Μαρτίου 1946. Δὲν θὰ εἶχεν ἄδικον λοιπὸν τὸ Λαϊκὸν κόμμα καὶ ὅλα τὰ Ἐθνικόφρονα κόμματα τὰ ὁποῖα ἐπέσπευδον τὴν διενέργειαν τῶν ἐκλογῶν, ἐὰν δὲν εἶχον ἐμπιστοσύνην ἐπὶ τοῦ ἀληθοῦς καὶ τοῦ εἰλικρινοῦς τῆς ὑποθέσεως ἐκείνων οἱ ὁποῖοι διὰ παντὸς τρόπου ἐπεζήτουν νὰ ἀπομακρύνουν τὴν ἡμέραν τῆς λαϊκῆς ἐτυμηγορίας. Κύριοι συνάδελφοι εἶπον καὶ προηγουμένως ὅτι βάσις ἀληθὴς τοῦ ἐλευθέρου ἀντιπροσωπευτικοῦ πολιτεύματος εἶναι ἡ ὕπαρξις ἀντιθέτων ἐκλογικῶν καταλόγων καὶ ἡ εὐχέρεια τῆς συμμετοχῆς τῶν πολιτῶν εἰς τὰς ἐκλογάς. Καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα οἱ βουλευταὶ ἀντιπροσωπεύουν τὸ ἔθνος καὶ τὸ Σύνταγμα συνέδεσε τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους μὲ μίαν ὡρισμένην περιφέρειαν καὶ πάντοτε οἱ ἐκλογικοὶ νόμοι ἀπὸ τῆς δημιουργίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους συνέδεσαν τὴν ἄσκησιν τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος μὲ τὴν οὐσιαστικὴν ἐγκατάστασιν εἰς ὡρισμένον τόπον. Τοῦτ’ ἔστιν συνέδεσε τὴν ἄσκησιν τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος μὲ τὴν ὕπαρξιν πραγματικοῦ συμφέροντος τοῦ πολίτου τοῦ ἀσκοῦντος τὸ ἐκλογικὸν δικαίωμα εἰς τὴν περιφέρειαν εἰς τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ τὸ ἐκλογικὸν δικαίωμα. Καὶ ὁ προλαλήσας συνάδελφος ὑπενθύμισε ὅτι πράγματι ὑπάρχει εἰς τὴν ἐκλογικὴν νομοθεσίαν μας διάταξις ἡ ὁποία ὁρίζει ὅτι οἱ μὴ ἐγγεγραμμένοι εἰς τὰ μητρῶα τῶν ἀρρένων τοῦ Δήμου ἢ τῆς Κοινότητος ποὺ θέλουν νὰ ἀσκήσουν τὰ ἐκλογικὰ δικαιώματα δὲν δύνανται νὰ ἀσκήσουν ταῦτα καὶ ἀπαιτεῖται ἀντιθέτως νὰ ἔχουν ἐγκατασταθῆ εἰς τὸν τόπον αὐτὸν καὶ νὰ ἔχουν ἐπὶ πλέον ἀποκτήσει καὶ τὴν δημοτικότητα πρὸ μιᾶς τοὐλάχιστον διετίας. Ἡ διετία δὲν πρέπει νὰ λαμβάνεται ὡς χρόνος αὐστηρῶς δεδομένος καὶ μὴ ἐπιδεχόμενος μεταβολήν. Ἡ διετία εἰς ἐποχὰς ὁμαλάς, ἐδείκνυε πράγματι ὅτι ὁ θέλων νὰ ψηφίσῃ καὶ ἐγκατεστημένος εἰς ὡρισμένον τόπον εἶχεν οὐσιαστικῶς τὴν εὔνοιαν τῆς μονίμου ἐγκαταστάσεως. Ὑπὸ τὰς συνθήκας ὅμως ὑπὸ τὰς ὁποίας διετέλει ἡ Χώρας μας ἀπὸ τοῦ 1940, νομίζω ὅτι οὐδεὶς καλόπιστος συζητητὴς εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ καὶ ἀποδείξῃ ὅτι τυχαία παραμονὴ εἰς τὰς μεγάλας πόλεις πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι δι’ οἱανδήποτε λόγον ἐγκατέλειψαν τὸ χωρίον τους καὶ τὴν ὕπαιθρον εἶναι δυνατὸν νὰ σημαίνῃ ἐπιθυμίαν μονίμου ἐγκαταστάσεως εἰς τὸν τόπον αὐτόν. Καὶ ἡ ἐκλογικὴ νομοθεσία συνέδεσε τὴν ἄσκησιν τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος μὲ τὴν πρόθεσιν μονίμου ἐγκαταστάσεως καὶ τῆς ἀποκτήσεως πραγματικοῦ συμφέροντος εἰς τὸν τόπον ὅπου πρόκειται νὰ ἀσκήσῃ τὰ δικαιώματά του ὁ ψηφοφόρος. Δὲν εἶναι λοιπὸν παράδοξον ὅτι ὁ ἐκλογικὸς νόμος τοῦ στρατηγοῦ Πλαστήρα τοῦ 45 ἐξήρτησε τὴν ἐνάσκησιν τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος ἀπὸ τὴν νόμιμον ἐγκατάστασιν πρὸ τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1940 πρὸ δηλαδὴ τῆς περιόδου τῆς ἀνωμάλου κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ πολῖται ὄχι ἐξ ἰδίας προαιρέσεως, ἀλλὰ ἐκ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων εὑρέθησαν ὑποχρεωμένοι νὰ ἐγκαταλείψουν τὸ τόπον ...........
§69ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ ψηφίσουν αὐτοί;
§70Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Εἶπον ὅτι ἡ ἄσκησις τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος καὶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν νόμον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν νομοθεσίαν εἶναι συνδεδεμένη μὲ τὴν μόνιμον ἐγκατάστασιν εἰς ὡρισμένον τόπον καὶ μὲ τὴν πρόθεσιν τῆς μονίμου παραμονῆς καὶ ἀποκτήσεως συμφερόντων εἰς τὸν τόπον αὐτόν. Καὶ θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο μία παρένθεσις. Κακίζω τὸν τρόπον ἐκθέσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ. Δὲν νομίζω ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη σπουδῆς εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ νόμου αὐτοῦ οὔτε ἐπρόκειτο νὰ παρακαμφθῇ ἀνάγκη ἀναπότρεπτος. Ἐδῶ ὅμως δὲν πρόκειται νὰ κριθῇ ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐξεδόθη ὁ νόμος αὐτός, ἀλλὰ ἂν πρέπει νὰ κυρωθῇ, ἂν πρέπει νὰ ἰσχύσῃ τὸ νομοθέτημα τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη ἀνωμάλως τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἐλέχθη ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς διακρίνει μεταξὺ τῶν μεγάλων ἀστικῶν κέντρων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ Θεσσαλονίκης καὶ τῆς ὑπολοίπου Ἑλλάδος καὶ ὅτι μόνον εἰς τὰς τρεῖς αὐτὰς πόλεις θέτει ὡς ἀπαραίτητον προϋπόθεσιν τὴν μόνιμον ἐγκατάστασιν τῶν μὴ ἐγγεγραμμένων εἰς τὰ μητρῷα ἀρρένων, τὴν ἐγκατάστασιν αὐτῶν ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1940. Ἁπλῆ ἀνάγνωσις τοῦ νομοθετήματος πείθει ὅτι δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Α.Ν. τίθεται σαφὴς διάταξις. Δηλαδὴ ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν διάταξιν τοῦ νομοθετήματος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 45 κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ μὴ ἐγγεγραμένοι εἰς τὰ μητρῷα τῶν ἀρρένων, πρέπει νὰ ἔχουν ἐγκατασταθῆ εἰς τὸν τόπον ποὺ προτίθενται νὰ ἀσκήσουν τὸ ἐκλογικὸν των δικαίωμα πρὸ τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1940. Αὐτὸ ἰσχύει δι’ ὅλην τὴν Χώραν. Κατ’ ἐξαίρεσιν διὰ τὰς Ἀθήνας–Πειραιᾶ καὶ Θεσσαλονίκην ἐπεβλήθη ἀναθεώρησις τῆς παρὰ τὴν διάταξιν αὐτὴν γενομένης ἀναθεωρήσεως τοῦ 49. Τοῦτο εἰδικῶς περιλαμβάνει ὁ νόμος αὐτὸς διὰ τὰς τρεῖς αὐτὰς περιφερείας. Ἡ βάσις ὅμως ἡ γενικὴ εἶναι μία καὶ ὁμοιόμορφος εἰς ὁλόκληρον τὴν Χώραν. Δὲν νομίζω κ. συνάδελφοι ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἀποσκοπεῖ νὰ ἀποστερήσῃ τὸ ἐκλογικὸν δικαίωμα ἀπὸ ἀνθρώπους μὴ δυναμένους νὰ προσφύγουν εἰς τὸν τόπον τῆς καταγωγῆς των διὰ νὰ ἀσκήσουν τὸ δικαίωμά τους. Διότι ἡ πεῖρα μᾶς ἔχει διδάξει ὅτι τὰ κόμματα τὰ περισσότερον προσκείμενα, τὰ περισσότερον εὑρισκόμενα εἰς τὴν ἀριστεράν, αὐτὰ ἔχουν τὴν καλλιτέραν ὀργάνωσιν καὶ τοὺς ἰσχυροτέρους οἰκονομικοὺς πόρους, μὲ τοὺς ὁποίους τοὺς ἐπιτρέπεται νὰ ἀσκοῦν τὴν ἐκλογικὴν προπαγάνδαν, τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι δυνατὸν ἐξ ἴσου νὰ ὀργανώσουν τὰ ἀστικὰ κόμματα, καὶ ἐπὶ πλέον τοὺς ἐπιτρέπει νὰ ἐξαποστείλουν τοὺς ψηφοφόρους των πρὸς ἄσκησιν τοῦ ἐκλογικοῦ των δικαιώματος ὁπουδήποτε τῆς Χώρας, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποστείλουν καὶ ἄλλους πρὸς ἄσκησιν ἄλλων πράξεων, αἱ ὁποῖαι δὲν προβλέπονται ἀπὸ τοὺς ἐκλογικοὺς νόμους, ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς ποινικοὺς νόμους. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ καταλήξω στὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς θεραπεύει πραγματικὴν ἀνάγκην, καὶ πρέπει νὰ τύχῃ τῆς ἀποδοχῆς τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ψήφου τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι πράγματι πιστεύουν εἰς τὴν δημοκρατίαν καὶ οἱ ὁποῖοι πράγματι σέβονται τὸ ἐλεύθερον πολίτευμα.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Χρηστᾶκος ἔχει τὸν λόγον.
§72Δ. ΧΡΙΣΤΑΚΟΣ. Ἐὰν θελήσωμεν, κ. Βουλευταί, νὰ δώσωμεν περιεχόμενον εἰς τὴν φράσιν «Ἀναγκαστικὸς νόμος», ἐν σχέσει πρὸς τὸ προκείμενον ὑπὸ κύρωσιν νομοθέτημα, τοῦτο ἠδύνατο νὰ συνοψισθῇ εἰς ἀναγκασμὸν πνευμάτων καὶ συνειδήσεων. Διότι δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, πράγματι, τὸ νομοθέτημα τοῦτο τὸ ἀναγκαστικὸν παρὰ ἕνα νομοθέτημα τροχάδην γενόμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως χωρὶς λόγον καὶ χωρὶς ἀνάγκην, διὰ νὰ πιέσῃ πνεύματα καὶ συνειδήσεις. Παρὰ τῶν προλαλησάντων συναδέλφων, ἀνεπτύχθησαν ἁδρότατα ἐπιχειρήματα ἐναντίον τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον φέρεται πρὸς κύρωσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Δὲν θὰ ἐπαναλάβω τὰ ἴδια πράγματα, ἀλλὰ θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας εἰς ἕνα σοβαρώτατον σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εἶδον εὐχαρίστως, ὅτι ὑπάρχει ὁμοφωνία καὶ παρ’ ἐκείνων ἀκόμη, ὡς ὁ προηγουμένως κατελθὼν τοῦ βήματος ἀξιότιμος συνάδελφος, ὑπάρχει ὁμοφωνία ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν καὶ ἀντίληψιν, δηλαδὴ ὅτι κριτήριον διὰ τὴν ἀπόκτησιν ἐκλογικοῦ δικαιώματος ἑνὸς ἐλευθέρου πολίτου εἰς ἕνα τόπον, καὶ ἀπόκτησιν ἐκλογικοῦ βιβλιαρίου εἰς τὰς μεγάλας πόλεις καὶ συγκεκριμένως διὰ τὰς Ἀθήνας, Θεσσαλονίκην καὶ Πειραιᾶ, ὅπου ἀναφέρεται τὸ νομοσχέδιον, κριτήριον εἶναι ἡ μόνιμος ἐγκατάστασις. Ποῖος θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ, διὰ νὰ κρίνωμεν τί εἶναι αὐτὸ ποὺ λέγομεν «μόνιμος ἐγκατάστασις»; Μοῦ φαίνεται ὅτι καὶ ἀπὸ νομικῆς καὶ ἀπὸ οὐσιαστικῆς ἀπόψεως, τὸ ἀσφαλέστερον κριτήριον εἶναι, ἀφ’ ἑνὸς ἡ δικονομία ἢ αἱ δικονομίαι, καὶ ὅταν λέγω αἱ δικονομίαι ἐννοῶ καὶ τὴν πολιτικὴν καὶ τὴν ποινικήν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸ Σύνταγμα. Διότι κατ’ ἀμφοτέρας τὰς δικονομίας, πολιτικὴν καὶ ποινικήν, ὁδηγὸς εἰς τὴν διαδικαστικὴν ἐνέργειαν, στρεφομένην κατά τινος ἀτόμου, εἰς μίαν ἀγωγήν, φερ’ εἰπεῖν, εἶναι ἡ κατοικία. Κατοικία δὲ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ὁ τόπος τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ ἀτόμου. Ἐὰν δὲ ἀναζητήσω ἀνάλογόν τι εἰς τὸ Σύνταγμα, εὑρίσκω ἄρθρον, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ἡ κατοικία ἑκάστου εἶναι ἄσυλον. Λοιπὸν μὲ βάσιν αὐτὰ τὰ δύο νομικὰ κριτήρια, θέλω εἰς τοῦτο νὰ καταλήξω. Ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τῆς κατοικίας, τοῦ τόπου τῆς ἐκλογῆς, τῆς ἐγκαταστάσεως ἑνὸς ἀτόμου εἰς τὴν πρωτεύουσαν σημαίνει τὸ ὑποκειμενικὸν στοιχεῖον, δηλαδὴ ἡ θέλησις τοῦ προσώπου. Ἐγὼ θέλω, σήμερον, νὰ φύγω ἐξ Ἀθηνῶν ἢ ἐκ Πειραιῶς ἢ ἐκ Θεσσαλονίκης καὶ νὰ ἐγκατασταθῶ εἰς τὴν Ἀλεξανδρούπολιν. Ὑπάρχει κανένα κώλυμα συνταγματικὸν ἢ νομικόν, διὰ νὰ δημιουργήσω ἐκεῖ συνθήκας μονίμου ἐγκαταστάσεως; Ἐφ’ ὅσον δὲ δημιουργήσω συνθήκας μονίμου ἐγκαταστάσεως, κατὰ ποίαν λογικὴν θὰ στερηθῶ τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου, τὸ δικαίωμα τὸ βασικόν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ ἐνήλικος Ἕλλην πολίτης; Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον μάλιστα φρονῶ, ὅτι ὄχι μόνον διάστημα δέκα ἐτῶν, ὅπως εἶναι ἀπὸ τοῦ 1940 μέχρι τῆς τελευταίας ἐφαρμογῆς τοῦ ἐν προκειμένῳ Α. Ν., ἀλλὰ καὶ δύο ἐτῶν ἀκόμη εἶναι πολύ. Διότι εἶναι πιθανὸν σήμερον νὰ συλλάβῃ κανεὶς τὴν ἰδέαν, ἐπειδὴ τὰ συμφέροντά του τὸ ἐπιβάλλουν, ὅτι πρέπει μονίμως νὰ ἐγκατασταθῇ εἰς τὴν Α ἢ Β πόλιν ἢ κωμόπολιν ἢ χωρίον, καὶ ἀπὸ τῆς ἑπομένης νὰ θεωρηθῇ ὅτι εἶναι μονίμως ἐγκατεστημένος ἐκεῖ. Θὰ μοῦ εἴπητε: μόνον τὸ ὑποκειμενικὸν κριτήριον πρέπει νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν, ἢ πρέπει καὶ ἀντικειμενικῶς, δηλαδὴ καὶ ἀπὸ γεγονότα καὶ ἐκδηλώσεις, νὰ πειθώμεθα ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐκφράζεται ὑπὸ τοῦ προσώπου, ὡς ἀπαιτοῦν τὴν μόνιμον ἐγκατάστασίν του, διαπιστοῦται καὶ ἐξ ἐξωτερικῶν πραγμάτων; Βέβαια δὲν δύναται νὰ ἀποκλείσῃ κανεὶς τὸ τελευταῖον. Καὶ ἴσως ἐκεῖ ἠμπορεῖ νὰ δικαιολογηθῇ καὶ ἕνας καθορισμὸς προθεσμίας. Ἀλλὰ δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ: Προθεσμία 10 ἐτῶν ἢ μᾶλλον 11 ἐτῶν, ὥστε νὰ ὑπάρξῃ τὸ ἀντικειμενικὸν αὐτὸ κριτήριον, εἶναι κάτι τι ἀκατανόητον καὶ νομικῶς καὶ οὐσιαστικῶς. Ἕξ μῆνες, ἓν ἔτος, δύο ἔτη τέλος πάντων, διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν ἀπόδειξιν τῆς μονίμου ἐγκαταστάσεως. Καὶ νὰ ἐρχώμεθα ὕστερα ἀπὸ ὅλα αὐτὰ καὶ νὰ λέγωμεν, ὅτι ἂν δὲν εἶσαι πρὸ τῆς 28.10.1940 ἐγκατεστημένος, δὲν ἠμπορεῖς νὰ θεωρηθῇς ὅτι δύνασαι νὰ ἔχῃς τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃς ἐκλογικὸν βιβλιάριον εἰς τὸν τόπον, ποὺ εἶσαι ἐγκατεστημένος. Ὅλα αὐτὰ καταδεικνύουν, ὅτι τὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἔρχεται πρὸς κύρωσιν, πρὸ τῆς Βουλῆς, πρὸς κύρωσιν τώρα τυπικήν, ἀφοῦ ἐφηρμόσθη καὶ ἔφερε τόσα κακά, ὅτι αὐτὸ τὸ νομοθέτημα εὑρίσκεται εἰς σπουδαίαν ἀντίθεσιν καὶ πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τῆς κειμένης νομοθεσίας, ἀλλὰ καὶ πρὸς αὐτὰς τὰς βασικὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Δημιουργεῖ ἀκόμη καὶ ἀνισότητα μεταξὺ τῶν πολιτῶν, διότι εἰς ἄλλους παρέχει τὴν εὐχέρειαν ἀποκτήσεως ἐκλογικῶν βιβλιαρίων, εἰς ἄλλους δὲ δὲν ἐπιτρέπει παρὰ μετὰ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν μονίμου ἐγκαταστάσεως. Θὰ προσθέσω ἀκόμη καὶ τοῦτο: ἔρχονται αἱ ἐκλογαὶ καὶ ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς στρατιώτας νὰ ψηφίσουν, ὅπου εὑρίσκονται. Ἐγὼ φυσικὰ δὲν ἀντιτάσσομαι εἰς τοῦτο, ἀλλὰ λέγω, ἀφοῦ δύνανται οἱ στρατιῶται νὰ ψηφίζουν ὅπου εὑρίσκονται δὲν πρέπει νὰ ψηφίζουν οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἐγκατεστημένοι εἰς μίαν πόλιν; Ἀλλὰ ἐκτὸς τῶν στρατιωτῶν ψηφίζουν καὶ οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ψηφίζουν ὅπου εὑρίσκονται.
§73Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Δὲν ψηφίζουν οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι ὅπου εὑρίσκονται, παρὰ μόνον οἱ δικαστικοὶ ἀντιπρόσωποι.
§74Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Σᾶς πληροφορῶ ὅτι κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς ὅλοι οἱ δικασταί, οἱ ἀστυφύλακες καὶ χωροφύλακες δὲν ἐψήφισαν.
§75Δ. ΧΡΙΣΤΑΚΟΣ. Τὸ παράδειγμα τῶν στρατιωτῶν καὶ τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων — δικαστικῶν ἀντιπροσώπων — τὸ ἀνέφερον διὰ νὰ δείξω τὸ πνεῦμα τῆς νομοθεσίας, τὸ ὁποῖον ἦτο ἔκπαλαι νὰ διευκολύνῃ τὴν ἄσκησιν τοῦ δικαιώματος τῆς ψήφου. Πῶς τώρα εἰς αὐτὸ τὸ δικαίωμα θὰ βάλωμεν κριτήρια καὶ θὰ τὸ ἐξαρτήσωμεν ἀπὸ τὴν μόνιμον, ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, ἐγκατάστασιν τοῦ πολίτου εἰς μίαν πόλιν; Αὐτὸ τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ Α. Ν. γίνεται δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὸ πνεῦμα τῆς νομοθεσίας καὶ δὲν συμβαδίζει οὔτε μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ διατάγματος, δηλαδὴ ὁ Α. Ν. ἐπιβάλλει ἐξαναγκασμὸν εἰς τοὺς πολίτας καὶ ἀντίκειται εἰς σαφεῖς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους τίθεμαι ἐνάντιος τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀπορριφθῇ. Δὲν πρέπει μάλιστα νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἡ ἀπόρριψις τυχὸν τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἀνατρέψῃ δημιουργηθεῖσαν κατάστασιν, ἀπεναντίας θὰ ἐπαναφέρῃ κατάστασιν καλῶς δημιουργημένην πρὸ τῆς διαγραφῆς, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν σημασίαν διὰ τὸ ζήτημα αὐτό.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Τσιριμῶκος ἔχει τὸν λόγον.
§77Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, παρὰ ὀλίγα λεπτὰ τῆς ὥρας. Φοβοῦμαι ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ εἴπω δὲν εἶναι παρὰ μία διαμαρτυρία, διότι ὅ,τι ἔγινε μὲ τὸν Α. Ν. πρόκειται ἡ πλειοψηφία νὰ τὸ ἐπικυρώσῃ. Εἶναι εὔκολον νὰ ἀνατρέπωνται πράγματα τὰ ὁποῖα ἔχουν ἄλλην σημασίαν καὶ ἄλλην ἀξίαν. Εἶναι δύσκολον ὅμως νὰ ἀνατρέπωνται πράγματα, τὰ ὁποῖα ἔγιναν μόνον καὶ μόνον, διότι ἀνταποκρίνονται εἰς τὰ ἐκλογικὰ καὶ πολιτικὰ συμφέροντα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν Κυβέρνησιν. Μ’ ὅλα ταῦτα ἡ διαμαρτυρία ὀφείλει νὰ διατυπωθῇ ἔστω καὶ χάριν τῆς ἱστορίας ὅτι δὲν παρῆλθεν ἄνευ διαμαρτυρίας μία πρᾶξις ἡ ὁποία προσέβαλε θεμελειώδη συνταγματικὰ δικαιώματα καὶ ἡ ὁποία προσβάλει τὴν νοημοσύνην τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ ἀκόμη τὸ στοιχειῶδες αἴσθημα τῆς ἀξιοπρεπείας τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐσυνήθισαν νὰ μάχωνται κατὰ τὰς ἐκλογὰς κατὰ τρόπον ποὺ τοὺς τιμᾷ. Καὶ ἔχομεν τὸ ἱστορικὸν παράδειγμα τοῦ μεγάλου ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων ὅστις κατὰ τὸ 1920 ἔκαμεν ἐλευθέρας ἐκλογάς, χωρὶς νὰ κάμῃ νόμους, οἱ ὁποῖοι διὰ τοιούτων μεθόδων ὡς αἱ τοῦ παρόντος νομοθετήματος νὰ μεταβάλουν τὰ ἀποτελέσματα καὶ ἐδέχθη νὰ χάσῃ τὰς ἐκλογὰς παρὰ νὰ μεταχειρισθῇ τοιούτου εἴδους τεχνάσματα διὰ νὰ κερδίσῃ τὰς ἐκλογάς. Ἐκ τοῦ γεγονότος καὶ μόνον ὅτι τίθεται ἐκ μέρους τοῦ νομοθετήματος ἡ χρονολογία τῆς 28ης Ὀκτωβρίου 1940 ὡς τέρμα μετακινήσεως τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν ἐντὸς τῆς Χώρας μετὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει δικαίωμά τις νὰ ἀλλάξῃ τὸν τόπον εἰς τὸν ὁποῖον ἔχει τὰ ἐκλογικά του δικαιώματα, ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο παραγνωρίζει στοιχειώδεις ἀληθείας ἐν σχέσει μὲ τὸ ἱστορικὸν γίγνεσθαι τῶν Ἐθνῶν, διότι ὅταν μία κυβέρνησις καθορίζει μετὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ πολέμου τῆς 28.10.40 εἶναι ἀδύνατος ἡ μεταβολὴ τῆς κατοικίας τῶν πολιτῶν, τοῦτο σημαίνει ὅτι παραγνωρίζει τὴν πραγματικότητα καὶ τὸ ὅτι ὁ πόλεμος ἐδημιούργησε καταστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπέβαλον τὴν ἀλλαγὴν τῆς κατοικίας τῶν πολιτῶν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, κύριοι, ὅτι ὁ πόλεμος ἐδημιούργησε τὴν ἀνάγκην μεταβολῆς κατοικίας τῶν πολιτῶν, διότι διήρκεσε μίαν ὁλόκληρον 10ετίαν κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ πολίται ἦσαν ἠναγκασμένοι διὰ νὰ ζήσουν νὰ δημιουργήσουν μιὰ δουλειὰ καταφεύγοντες εἰς ἄλλους τόπους ἀπὸ ὅπου εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπανέλθουν καὶ πάλιν ἐκεῖ ὅπου προηγουμένως καὶ πρὸ ἐτῶν εἶναι ἐγκατεστημένοι. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραγνωρισθῇ ἡ πραγματικότης; Ἡ μεταβολὴ τῆς κατοικίας προῆλθε ἐκ τῆς ἀνάγκης καὶ εἶναι πραγματικότης μὴ δυναμένη νὰ μεταβληθῇ. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ δὲν δύναται νὰ παροραθῇ. Τὸ ἄλλο ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον τὸ πρῶτον τώρα τὸ ἐμφανίζει ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὅτι θέλει νὰ καταπολεμήσῃ τὴν ἀστυφιλίαν ἀλλὰ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο θεωρεῖ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀνόητον. Πῶς εἶναι δυνατόν, κύριοι βουλευταί, προκειμένου νὰ διαλέξῃ ὁ ἐκλογεὺς μεταξὺ ψωμιοῦ του καὶ τοῦ ἐκλογικοῦ του δικαιώματος νὰ διαλέξῃ τὸ ἐκλογικὸν δικαίωμα διότι τοῦτο ἀρέσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Θὰ προτιμήσῃ ἀσφαλῶς τὸ ψωμί του διότι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πράξῃ ἄλλως. Τοῦτο δημιουργεῖ τὴν ἀνισότητα διότι ἐκεῖνος ποὺ θὰ ἔχῃ χρήματα θὰ κάμῃ ἕνα ταξεῖδι κατὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ θὰ ψηφίσῃ εἰς τὸν τόπον του, καὶ θὰ ἀσκήσῃ οὕτω τὸ ἐκλογικόν του δικαίωμα ἐνῷ ὁ δυστυχὴς ὁ μεροκαματιάρης ὁ ὁποῖος θὰ θέλῃ νὰ ψηφίσῃ θὰ χάσῃ τὴν ψῆφον του διότι δὲν ἔχει τὰ χρήματα νὰ μεταβῇ εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφοφορρίας του. Κύριοι βουλευταί, τὸ ἐπιχείρημα τὸ οὐσιῶδες τὸ ὁποῖον δὲν ἀνεφέρθη ἐπισήμως τὸ ὁποῖον ὅμως ἐννοεῖται εἶναι ὅτι ὑπάρχει ἡ ὑπόνοια ὅτι οἱ πολῖται αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι διεγράφησαν ἀπὸ τοὺς ἐκλογικούς καταλόγους Ἀθηνῶν, Πειραιῶς, Θεσσαλονίκης εἶναι δευτέρας ποιότητος, ἢ κακῆς ποιότητος πολῖται καὶ δὲν πειράζει καὶ ἐὰν δὲν ψηφίζουν ἢ μᾶλλον δὲν πρέπει νὰ ψηφίζουν. Κύριοι βουλευταὶ τὸ ἐπιχείρημα εἶναι ἀπαράδεκτον καὶ οὔτε ὡς ἀστεῖον θὰ ἔπρεπε εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας νὰ ἐννοηθῇ. Διότι οἱ νόμοι καθορίζουν ρητῶς ποῖοι στεροῦνται τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν καὶ ποῖοι στεροῦνται τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγεσθαι. Ὄταν ἕνας πολίτης δὲν ἔχῃ στερηθῆ κατὰ τοὺς παγίους νόμους τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν, δὲν δύναται νὰ θεωρῆται ἀπὸ κανέναν ὡς δευτέρας ἢ τρίτης τάξεως πολίτης καὶ νὰ ὑπάρχῃ ἐκ μέρους τοῦ Κράτους ὄχι στέρησις πλέον τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν, ἀλλὰ κλοπή, ὑπεξαίρεσις τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν τοῦ πολίτου, τὸν ὁποῖον μία μερὶς τὸν θεωρεῖ δευτέρας ἢ τρίτης ποιότητος. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀριθμὸς πολιτῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις ἢ τὰ Κυβερνητικὰ κόμματα θέλουν νὰ στερήσουν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν, εὐθέως ὀφείλουν νὰ τὸ εἴπουν καὶ νὰ τὸ ἐπιδιώξουν διὰ νὰ δείξουν ὅτι κατὰ τὴν ἰδικήν των ἀντίληψιν τῆς Δημοκρατίας δύνανται νὰ στεροῦνται πολῖται τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν μόνον καὶ μόνον διότι εἰς τὴν πλειοψηφίαν δὲν ἀρέσει ἡ ποιότης τῶν πολιτῶν αὐτῶν. Δι’ ἑνὸς νόμου οἱ πολῖται ἔχουν τὰ αὐτὰ δικαιώματα ἐφ’ ὅσον κατὰ νόμον δὲν ἔχουν τιμωρηθῆ καὶ στερηθῆ τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν. Καί, νομίζω, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀποτελῇ ἠθικὴν βάσιν διὰ τὸν νόμον, ἀποτελεῖ μ’ ὅλον τοῦτο τὴν πραγματικὴν βάσιν τοῦ νόμου. Διότι, κ. βουλευταί, διατελεῖ ἡ Κυβέρνησις μὲ τὴν αὐταπάτην, ὅτι, στεροῦσα τοῦ δικαιώματος τῆς ψήφου ὀλίγας χιλιάδας πολιτῶν, μεταβάλλει τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν. Καὶ διὰ νὰ μεταβάλῃ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν πλήττει καιρίως βασικὸν συνταγματικὸν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ ἐλευθερία τῆς κινήσεως, ἡ ὑποχρεωτικὴ κατοικία καὶ ἡ ὑποχρεωτικὴ ἐργασία εἰς ἕνα ὡρισμένον τόπον. Αὐτὸ εἶναι ἀντίθετον πρὸς τὴν βάσιν τοῦ Δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Τὸ δικαίωμα τῆς κινήσεως ὑπῆρξεν ἕνα δικαίωμα συνταγματικὸν κτηθὲν δι’ ἀγώνων. Δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε ἐμμέσως οὔτε ἀμέσως νὰ τὸ στερηθῇ οὐδεὶς πολίτης Ἕλλην δι’ εὐθηνοὺς σκοποὺς καὶ δι’ αὐταπάτας, ἐπαναλαμβάνω, κυβερνητικάς. Διότι ἔχομεν παρατηρήσει καὶ ἀπὸ τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν εἰσήχθη καὶ ἐψηφίσθη —κατ’ ἀνάγκην καὶ ἐκεῖνος μὲ συνοπτικὴν διαδικασίαν — ὁ νόμος περὶ δημοτικῶν ἐκλογῶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκει νὰ κερδίσῃ τὰς ἐκλογάς. Θὰ ἔπρεπε μᾶλλον νὰ προσέχῃ καὶ νὰ ἐπιδιώξῃ νὰ κερδίσῃ τοὺς ἐκλογεῖς, διότι αἱ ἐκλογαὶ δὲν κερδίζονται ποτὲ μὲ τοιούτου εἴδους τεχνάσματα. Εἶναι πρακτικώτερον ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀσκήσῃ μίαν πολιτικήν, μὲ τὴν ὁποίαν θὰ ἑλκύσῃ τὰς ψήφους τῆς πλειοψηφίας τοῦ λαοῦ. Διότι 10 χιλ. ἐδῶ καὶ 15 χιλ. ἐκεῖ, ἐὰν στερηθοῦν τοῦ δικαιώματος, ἀντικαθίστανται καὶ ἡ πρᾶξις αὐτὴ τῆς θελήσεως νὰ στερηθοῦν 50 χιλ. τῆς ψήφου των δημιουργεῖ ἐχθροὺς τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀντικαταστήσουν καὶ θὰ πολλαπλασιάσουν αὐτοὺς τοὺς ὁποίους στερεῖτε σεῖς τοῦ δικαιώματος τοῦ ψηφίζειν.
§78Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Προεξοφλεῖτε δηλαδή, ὅτι οἱ ἐν Ἀθήναις ἐγγεγραμμένοι εἶναι κομμουνισταί.......
§79Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Σεῖς τὸ εἴπατε δὶς καὶ τὸ ἤκουσα. Αὐτὸ τὸ εἴπατε καὶ αὐτὸ ὑπονοεῖτε καὶ αὐτὸ ἐπιθυμεῖ ἡ Κυβέρνησις καὶ αὐτὸ ἀποδεικνύεται ἐπισήμως καὶ ἀνεπισήμως. Τὸ μόνον αἰσιόδοξον σημεῖον τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ τοῦ Ἀναγκαστικοῦ Νόμου ἢ μᾶλλον ἡ μόνη στιγμὴ αἰσιοδοξίας, τὴν ὁποίαν ἐδοκιμάσαμεν ἦτο ὅταν ἐνομίσαμεν ὅτι αὐτὴ ἡ ἐσπευσμένη δημοσίευσις τοῦ Ἀναγκαστικοῦ Νόμου, τὴν ὁποίαν δὲν εἴχατε καμμίαν ἀνάγκην νὰ κάμετε διότι ἠμπορούσατε καὶ σήμερον νὰ τὸν ψηφίσετε, ἐσήμαινεν ἴσως ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ πάῃ πρὸς τὰς ἐκλογὰς καὶ λαμβάνει προφυλακτικὰ μέτρα. Ἐνομίσαμεν ὅτι ἦτο ἡ χελιδών, ἡ ὁποία ἔφερεν τὸ ἔαρ τῶν νέων ἐκλογῶν.
§80Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Τὶς θέλετε τὶς ἐκλογές;
§81Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Θέλω τὰς ἐκλογὰς ἀλλὰ ἐλευθέρας. Ἀλλὰ θὰ τὰ εἴπωμεν αὐτὰ διὰ τῆς ἐπερωτήσεως, ἡ ὁποία ἐλπίζω νὰ ἔλθῃ κάποτε εἰς τὴν Βουλήν.
§82Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσ.). Τότε εἶσθε αἰσιόδοξος.
§83Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Βεβαίως. Καὶ ὁ μόνος ποὺ δικαιοῦσθε νὰ εἶσθε ἀπαισιόδοξος εἶσθε σεῖς. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἡμεῖς, κύριε Πρόεδρε ἐνομίσαμεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀποτελεῖ χελιδόνα, ἡ ὁποία φέρει τὸ ἔαρ τῶν νέων ἐκλογῶν. Δυστυχῶς ἀποδεικνύεται ὅτι ἀποτελεῖ κόρακα, ὁ ὁποῖος περιίπταται τοῦ πτώματος τῶν ἐκλογῶν τῆς 5ης Μαρτίου τοῦ 1950 (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§84Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερ.). Κύριοι βουλευταί, ὅσοι παρήλασαν ἀπὸ τὸ βῆμα, ἀντίθετοι πρὸς τὸν ὑπὸ κρίσιν Ἀναγκαστικὸν Νόμον, διεκήρυξαν ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ στέρησις τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος ἀπὸ ὡρισμένους ἐκλογεῖς. Ἐλπίζω ὅτι τόσον οἱ ἀξιότιμοι κ. βουλευταί, ὅσον καὶ πᾶς ὅστις θὰ ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ ἢ ἤκουσε τοὺς λόγους τῶν ἀξιοτίμων ρητόρων, θὰ δεχθῇ ὅτι κανεὶς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπηρεάζῃ τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως παρὰ μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπευθύνως τὴν ἐκπροσωποῦν. Βεβαίως τοὺς χρησιμεύουν εἴτε ὡς ρητορικὸν σχῆμα, εἴτε ὡς βάσις μιᾶς ἀγορεύσεως, ἡ ὁποία ἀποβλέπει εἰς ἄλλους σκοποὺς καὶ ὄχι εἰς τὴν καταπολέμησιν τοῦ νομοσχεδίου. Κύριοι βουλευταί, δύο εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ὅλοι οἱ προαγορεύσαντες κύριοι συνάδελφοι ἐπεκαλέσθησαν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ πρῶτον, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ὁ Ἀναγκαστικός, τοῦ ὁποίου ἐπιζητοῦμεν τὴν κύρωσιν, εἶναι ἀντισυνταγματικός. Διατί; Διότι τάχα στερεῖ τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος ἀριθμὸν ἐκλογέων. Εἶναι ἀντισυνταγματικὸς ἐπίσης, ἂν θέλετε εἶναι ἀντιδημοκρατικὸς καὶ ἀντιλαϊκός, διότι παρεμποδίζει τὴν κίνησιν τῶν πολιτῶν ὁπουδήποτε ἐντὸς τῆς Χώρας. Κύριοι βουλευταί, διὰ νὰ κρίνωμεν τὴν ἀξίαν τοῦ κρινομένου νομοσχεδίου, πρέπει νὰ ξεκαθαρίσωμεν σαφῶς τὰ πράγματα. Τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν, τὴν ἰδιότητα τοῦ ἐκλογέως εἴτε εἰς βουλευτικάς, εἴτε εἰς δημοτικὰς ἐκλογάς, τὴν καθορίζει τὸ Σύνταγμα. Οὐδεμία διάταξις τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου, δὲν στερεῖ κανένα ἐκλογέα τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν. Δὲν ὑπάρχει διάταξις εἰς τὸ σχέδιον νόμου, ἡ ὁποία νὰ λέγῃ ὅτι ὁ Α. ἢ ὁ Β. πολίτης ἢ ἡ Α. ἢ ἡ Β. κατηγορία πολιτῶν δὲν ἔχει δικαίωμα ψήφου. Καμμία τοιαύτη διάταξις δὲν ὑπάρχει. Τὸ Σύνταγμα καθορίζει ποῖοι Ἕλληνες ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν. Ἀλλὰ κύριοι βουλευταί, ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ὅπως καὶ εἰς ὅλον γενικῶς τὸν πεπολιτισμένον κόσμον, ὅπου ὑπάρχουν ἐκλογικὰ συστήματα, ὑπάρχει μία ὀργάνωσις τοῦ τρόπου ἐκλογῆς. Καὶ ἕνα μέρος τοῦ τρόπου ἐκλογῆς εἶναι καὶ ἡ σύνταξις τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων ὁ καθορισμὸς δηλαδὴ τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι εἰς δεδομένον χρόνον καὶ ἐκ δεδομένου τόπου ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν, ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ ψηφίζειν. Καὶ ἠκούσατε ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀνέκαθεν τὸ δικαίωμα τῆς ἐγγραφῆς εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους οἱουδήποτε Δήμου, οἱασδήποτε Κοινότητος, ἐξηρτήθη πάντοτε ἀπὸ ὡρισμένον χρόνον ἐγκαταστάσεως τοῦ πολίτου εἰς τὸν Δῆμον ἢ τὴν Κοινότητα, τῆς ὁποίας ἐπιθυμεῖ νὰ ἀποτελέσῃ δημότην καὶ ἐκλογέα. Συνεπῶς ἐὰν ὁ χρόνος αὐτὸς καθορίζεται βραχὺς ἢ μακρός αὐτὸ εἶναι ζήτημα οὐσίας, ζήτημα σταθμίσεως πραγματικῶν γεγονότων, πραγματικῶν ἀναγκαιοτήτων ἂν θέλετε καλλίτερον — ὄχι ὅμως καὶ ζήτημα συνταγματικότητος ἢ ὄχι. Διότι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατὶ εἶναι συνταγματικὸς ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ὁρίζει ὅτι διὰ νὰ ἐγγραφῇς εἰς τὸν ἐκλογικὸν κατάλογον πρέπει νὰ ἔχῃς ἐγκατασταθῆ εἰς τὸν τόπον αὐτὸν δύο ἢ τρία χρόνια καὶ εἶναι ἀντισυνταγματικὸς ὅταν τὰ τρία τὰ κάμετε δεκατρία. Διατί;
§85Α. ΣΒΩΛΟΣ. Νομίζω ὅτι κάμνετε τὴν ἑξῆς σύγχυσιν. Βεβαίως ὅλα τὰ συντάγματα παραπέμπουν διὰ τὸν καθορισμὸν προσόντων καὶ τρόπον τῆς ἐκλογῆς εἰς τὸν νόμον, ἀλλὰ ὅσον πιὸ παράλογα προσόντα ἔχει ὁ νόμος, ἢ ὅσον παραλόγους ἀπαιτήσεις ἔχει, τόσον περισσότερον θὰ εἶναι ἀντισυνταγματικός. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐγκατάστασιν, βεβαίως ὅλαι αἱ νομοθεσίαι ἀπαιτοῦν ἕνα ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα ἐγκαταστάσεως. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: Ἐξομοιοῦται ἡ περίπτωσις τοῦ νόμου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος τώρα ἀπαγγέλλει ἕνα εἶδος μειώσεως τοῦ ἐκλογέως, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ἐγκατεστημένος μετὰ τὴν 28 Ὀκτωβρίου εἰς τὰς Ἀθήνας–Πειραιᾶ– Θεσσαλονίκην εἶναι τὸ ἴδιον πρᾶγμα μὲ τὸν πάγιον καθορισμὸν δι’ ὅλην τὴν χώραν τοῦ προσόντος τῆς διαμονῆς; Εἶναι τὸ ἴδιον πρᾶγμα ὅταν ὁ νόμος λέγῃ ὅτι, διὰ νὰ εἶσαι ἐκλογεὺς τοῦ Δήμου ἢ τῆς Κοινότητος, πρέπει νὰ εἶσαι δημότης 2 ἢ 3 χρόνια, εἶναι τὸ ἴδιον πρᾶγμα ὅτι οἱ πρὸ τῆς 28 Ὀκτωβρίου ἐγκατασταθέντες αὐτοὶ θὰ πρέπει νὰ ψηφίσουν ἐδῶ;
§86Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερ.) Λυποῦμαι πολὺ διότι ἀναγκάζομαι εἰς τὸν διαπρεπῆ τέως καθηγητὴν τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου νὰ ἐπαναλάβω τοῦτο, ὅπερ καὶ προεῖπον. Δὲν πρέπει νὰ κάμωμεν σύγχυσιν τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὸ σύνταγμα καὶ τῆς ἐννοίας τῆς σκοπιμότητος, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκει ὁ νόμος.
§87Ι. ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς κομματικῆς σκοπιμότητος νὰ εἴπητε.
§88Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερ.). Κατὰ τὴν ἀντίληψίν σας καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν τὸ πιστεύεται. Τὴν ἐκλογικὴν σκοπιμότητα σεῖς ὑποστηρίζετε. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐγὼ σᾶς ἤκουσα μυδραλλιοβολοῦντα τὸ νομοσχέδιον αὐτό· διατὶ ταράσσεσθε ὅταν ἀποδεικνύωνται ἔωλα τὰ ἐπιχειρήματά σας; Ἀπὸ ἀπόψεως ἀντισυνταγματικότητος, οὐδεμία ἀντισυνταγματικότης εἰς τὸ νομοσχέδιον. Δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι δὲν εἶναι σκόπιμος ὁ καθορισμὸς τῆς 10ετίας. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου μόνον ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν, ὄχι ἐπὶ τῆς ἀντισυνταγματικότης. Τοῦτο δὲ τοσοῦτον μᾶλλον, καθ’ ὅσον δὲν εὐσταθεῖ οὔτε ἡ ἄλλη αἰτίασις ὅτι τάχα τὸ νομοσχέδιον παρεμποδίζει τὴν κίνησιν τοῦ πληθυσμοῦ ἐντὸς τῆς χώρας. Δὲν παρεμποδίζει καθόλου τὴν κίνησιν τοῦ πληθυσμοῦ ὁπουδήποτε, μόνον διὰ τὰς 3 μεγάλας πόλεις καὶ δι’ οὓς λόγους θὰ ἐκθέσω, ὁ νόμος λέγει ὅτι δὲν δύνασαι νὰ ἀποκτήσῃς ἐκλογικὰ δικαιώματα εἰς τὰς πόλεις Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ Θεσσαλονίκης ἐὰν δὲν ἔχῃς ἐγκατασταθῆ εἰς αὐτὰς πρὸ τοῦ πολέμου τοῦ 1940.
§89Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Νομίζω ὅτι ὅταν κάμνετε τὴν διάκρισιν αὐτήν, ἐννοεῖτε τὴν ἀναθεώρησιν διὰ τὰς 3 πόλεις.
§90Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐσωτ.). Μὴ ἀνυπομονῆτε σιγὰ–σιγὰ θὰ ἔλθουν ὅλα. Κύριοι βουλευταί, οἱ νόμοι οἱ ὁποῖοι ἐξεδόθησαν μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν ἀπὸ τοῦ 1945 καὶ ἐντεῦθεν καὶ οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐξεδόθησαν ἐπὶ Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς ΕΠΕΚ, οἱ ὀπαδοὶ τοῦ ὁποίου κόπτονται σήμερον ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ὅλοι αὐτοὶ οἱ νόμοι ἔχουν διάταξιν, τὴν ὁποίαν οἱ κ. κ. συνάδελφοι ὀνομάζουν παγίαν. Τὴν διάταξιν τῆς διετίας τὴν εἶχεν αὐξήσει εἰς πενταετίαν καὶ ἀπὸ τοῦ 1945 εἶπεν ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὅτι εἰς τὰς τρεῖς αὐτὰς πόλεις διὰ νὰ ἐγγραφοῦν πρέπει νὰ ἔχουν ἐγκατασταθῆ πρὸ τῆς 28.10.1940. Ἰδοὺ ὅτι ἡ διετία ἔγινε πενταετία χωρὶς ποτὲ νὰ προβάλῃ τὴν αἰτίασιν ὅτι ἡ μεταβολὴ αὐτὴ τοῦ χρόνου εἶναι ἀντισυνταγματική, ἀντιλαϊκή, ἀντιδημοτική.
§91Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ποίας ἡμερομηνίας εἶναι ὁ νόμος;
§92Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐσωτ.). Εἶναι τοῦ 1945, εἶναι ὁ 382 τοῦ 1945. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸν μῆνα ἐκδόσεώς του.
§93Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Διότι ἡ Κυβέρνησις Πλαστήρα τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1945 ἔφυγε.
§94Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐσωτ.). Ἐλέχθη πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τὸν κ. Δημάκην. Λοιπόν, ὅλοι αὐτοὶ οἱ νόμοι ὁρίζουν ὡς βάσιν τὸ 28.10.1940. Διατί; Διότι ἀπὸ τὴν ἔκρηξιν τοῦ πολέμου ἐκείνου μέχρι καὶ σήμερον ὑπάρχει μία μεγάλη ἀνωμαλία εἰς τὴν κίνησιν τοῦ πληθυσμοῦ πρὸς τὰς τρεῖς μεγάλας πόλεις. Μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὑπῆρχε μία ὁμαλὴ ἐξέλιξις τῆς κινήσεως τοῦ πληθυσμοῦ καὶ διὰ τοῦτο ὅλαι αἱ νομοθεσίαι ἀπὸ τοῦ 1945 καὶ ἐντεῦθεν ἔθεσαν ὡς βάσιν τὴν χρονολογίαν ἐκείνην. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν περίοδον ἀπὸ τοῦ 1945 καὶ ἐντεῦθεν, δηλαδὴ μέχρι τοῦ 1940–1945 ἡ κίνησις αὐτὴ ἡ ἀνώμαλος ὀφείλεται εἰς δύο παράγοντας: 1) Εἰς τὸ ὅτι λόγῳ τῆς κατοχῆς ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδύναντο νὰ ζήσουν ἀσφαλεῖς εἰς τὰς ἐπαρχίας ἤρχοντο εἰς τὰς Ἀθήνας, καὶ ἀπὸ τοῦ 1945 καὶ ἐντεῦθεν εἰδικώτερον, διότι λόγῳ τοῦ ἀνταρτικοῦ κινήματος οἱ ἄνθρωποι εὕρισκον περισσοτέραν ἀσφάλειαν εἰς τὰς Ἀθήνας. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ ὁ ἀναγκαστικὸς νόμος, τοῦ ὁποίου ἡμεῖς ζητοῦμεν τὴν κύρωσιν ἀπὸ τὴν Βουλήν, θέτει ὡς βάσιν τὴν 28.10.1940, διότι πιστεύομεν ὅτι μόνον μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἡ κίνησις τοῦ πληθυσμοῦ ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς φυσιολογικὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ μας.
§95Α. ΖΑΚΚΑΣ. Τί θὰ πῇ αὐτό;
§96Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐσωτ.). Σᾶς ἐξήγησα ὅτι ἀπὸ τοῦ 1940–45 ἡ κίνησις τοῦ πληθυσμοῦ πρὸς τὰς μεγάλας πόλεις δὲν ὑπῆρξε φυσιολογική. Διότι ὠθήθησαν πρὸς τὰς πόλεις Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ Θεσσαλονίκης ἄνθρωποι καὶ διὰ λόγους ἀσφαλείας καὶ διὰ λόγους ἀνάγκης καὶ συνεπῶς ὑπάρχει μία ἀνώμαλος κατάστασις. Λέγουν ὅτι τάχα ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκει τὴν στέρησιν τοῦ δικαιώματος ἐκλογῆς τοῦ προσώπου αὐτῶν διὰ νὰ ἀρυσθῇ ἐκλογικὰ ὀφέλη. Κύριοι βουλευταί, οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι χρησιμοποιοῦνται καὶ διὰ τὰς ἐκλογὰς βουλευτῶν καὶ διὰ τὰς ἐκλογὰς δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν ἀρχῶν. Ἂς ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα τοῦ ποῖα ἐκλογικὰ ὀφέλη δύναται νὰ ἀρυσθῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ. Πρῶτον, ἂς ἐξετάσωμεν τοῦτο: ὁ ἀριθμὸς τῶν διαγραφέντων ἀνήκει εἰς ἓν κόμμα καὶ εἰς ποῖον, ἢ ἀνήκουν οἱ διαγραφέντες εἰς πλείονα; Οἱ ἀριθμοὶ τοὺς ὁποίους ἔχω, εἶναι οἱ ἑξῆς: Λάβετε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι ὁ νόμος, τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν τὴν κύρωσιν, ζητεῖ τὴν ἀναθεώρησιν μόνον τῶν παραρτημάτων τῶν ἐκλογικῶν, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο κατὰ τὸ 1950. Λοιπόν, οἱ ἀριθμοὶ εἶναι οἱ ἑξῆς: Εἰς τὴν περιφέρειαν πρώην Δήμου Ἀθηναίων μὲ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ 1950 εἰς τὰ παραρτήματα εἶχον ἐγγραφῆ 17.456 νέοι ἐκλογεῖς. Μὲ τὸν νόμον αὐτὸν ἐνεγράφησαν μόνον 5.760, πλεόνασμα 11.600 περίπου. Εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Δήμου Πειραιῶς σύνολον ἐγγραφέντων κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ 1950, 9.924 ἐγγραφέντες σύμφωνα μὲ τὸν Α. Ν. 1508, 4264 διαφορὰ 5.660. Σύνολον διὰ τὰς δύο αὐτὰς πόλεις 16.000 –17.500 ἐκλογεῖς. Αἱ 17.500 αὐτοὶ ἐκλογεῖς εἰς ποῖον κόμμα ἀνήκουν, κατὰ τὴν γνώμην μου, κύριοι βουλευταί, εἰς πολλὰ κόμματα διότι πιστεύω ὅτι ἡ ἀντιφυσιολογικὴ αὐτὴ συρροὴ πολιτῶν εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ Πειραιᾶ, ὀφείλεται εἰς τρεῖς λόγους: Πρῶτον εἰς τὴν ἀνάγκην εὐχερεστέρου βίου ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς, δεύτερον ἦσαν οἱ φεύγοντες λόγῳ τῶν ἀνταρτῶν, οἱ ὁποῖοι εὕρισκον ἀσφάλειαν εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ τρίτη κατηγορία ἦτο ἡ τῶν εὐσυνειδήτων ἀριστερῶν, οἱ ὁποῖοι διὰ λόγους ἀσφαλείας ἰδικῆς των ἦλθον εἰς τὰς Ἀθήνας. Ἐφ’ ὅσον εἰς τοὺς τρεῖς αὐτοὺς λόγους ὀφείλεται ἡ συρροὴ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν εἰς τὰς μεγάλας πόλεις, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ κανεὶς ὅτι καὶ οἱ 17.500 ἐκλογεῖς αὐτοὶ εἶναι ἀριστεροὶ καὶ ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ τοὺς στερήσῃ τοῦ δικαιώματος τοῦ ψηφίζειν διὰ ἐκλογικὰ ὠφέλη; Ἑπομένως ἡ ἀντίθετος αἰτίασις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὴν ἄποψιν αὐτὴν νομίζω ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀσταθής. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν καὶ πρακτικῶς τὸ ἀποτέλεσμα. Θὰ γίνουν αἱ ἐκλογαὶ μὲ τὸν ἀναλογικὸν σύστημα, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς σταθερῶς κρίνοντες πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθῇ τὸ ζήτημα, διότι αὐτὸν τὸν νόμον ἔχομεν σήμερον. Ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον αἱ ἐκλογαὶ αἱ βουλευτικαὶ πρόκειται νὰ γίνουν μὲ ἀναλογικὸν σύστημα οἱ ἐκλογεῖς ὁπουδήποτε καὶ ἐὰν ψηφίσουν, οὐδεμίαν ἀλλοίωσιν τοῦ ἐκλογικοῦ ἀποτελέσματος φέρουν, διότι μὲ τὴν πρώτην, δευτέραν καὶ τρίτην κατανομὴν ἕκαστον κόμμα θὰ λάβῃ τόσας βουλευτικὰς ἕδρας ὅσας αὐστηρῶς κατὰ μαθηματικὸν ὑπολογισμὸν ἀναλογοῦν εἰς τὸ σύνολον τῶν ψήφων τὰς ὁποίας θὰ λάβῃ καθ’ ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν. Βεβαίως εἶναι δυνατὸν ὁ ἀριθμὸς βουλευτῶν τοὺς ὁποίους θὰ λάβῃ εἰς τὴν Αʹ ἢ Βʹ περιφέρειαν νὰ μειωθῇ, τοῦτο ὅμως ἀφορᾷ προσωπικὸν συμφέρον καὶ ἐὰν κόπτωνται οἱ ἀντίθετοι ὁμιλοῦντες ἴσως διὰ προσωπικὸν συμφέρον, ἔχει καλῶς, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ εἴπωσι ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκει τὸ γενικὸν κομματικὸν συμφέρον της, τὴν νόθευσιν τοῦ ἐκλογικοῦ ἀποτελέσματος. Ἐὰν αἱ ἐκλογαὶ γίνουν μὲ τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα καὶ δεχθῶ τὴν ἄποψιν τῶν συναδέλφων τῆς ἀριστερᾶς ὅτι τάχα οἱ 17.500 αὐτοὶ ἐκλογεῖς εἶναι φίλοι ἰδικοί των καὶ ἑπομένως ἡμεῖς ἀποβλέποντες νὰ ἐνεργήσωμεν τὰς ἐκλογὰς μὲ πλειοψηφικὸν σύστημα ἐπιδιώκομεν διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ νὰ ἀπομακρύνωμεν αὐτοὺς ἀπὸ τὸν ἐκλογικὸν σύλλογον τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἑπομένως κόπτονται λέγοντες ὅτι «αὐτὸ τὸ πρᾶγμα νοθεύει τὰς ἐκλογάς, αὐτὸ τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀντισυνταγματικόν, θέλετε διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ νὰ ἐπιτύχητε ἀντίθετον πρὸς τὴν λαϊκὴν θέλησιν ἐκλογικὸν ἀποτέλεσμα», νομίζω κύριοι βουλευταί, ὅτι ἐὰν τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ εἶχε πραγματικὴν βάσιν τότε θὰ ὑπεστήριζον μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς μου ὅτι ἀκριβῶς διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν ἐλευθέρας ἐκλογὰς πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸν νόμον. Διότι εἶναι ἀκατανόητον, πῶς ἄνθρωποι ἐπήλυδες εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ χωρὶς οὐδὲν πάγιον οἰκονομικὸν συμφέρον, ἴσως–ἴσως μὲ πάγιον ἀντεθνικὸν πολιτικὸν συμφέρον (χειροκροτήματα), πῶς θὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς αὐτούς, διὰ τῆς πλαγίας αὐτῆς, τῆς μὴ ἠθικῆς, τῆς μὴ πολιτικῶς εὐπρεποῦς μεθόδου, νὰ ἀλλοιώσουν αὐτοὶ τὸ ἐκλογικὸν ἀποτέλεσμα. Ἑπομένως, εἴτε μὲ τὴν μίαν ἄποψιν θέλετε νὰ ταχθῆτε εἴτε μὲ τὴν ἄλλην ἄποψιν ὁ νόμος αὐτὸς ἐξυπηρετεῖ κατὰ τὸν καλύτερον δυνατὸν τρόπον τὰ λαϊκὰ συμφέροντα καὶ ἐξασφαλίζει τὸ γνήσιον πολιτικὸν φρόνημα εἰς οἱανδήποτε στιγμήν. Ἐλέχθη, κύριοι βουλευταί, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἐνεγράφησαν εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους, καθ’ ὃν τρόπον ἐνεγράφησαν τὸ 1950 εἶναι ἄνθρωποι πτωχοὶ οἱ ὁποῖοι ὅταν προκηρυχθοῦν αἱ ἐκλογαὶ δὲν ἔχουν τὰ οἰκονομικὰ μέσα νὰ μεταβοῦν εἰς τοὺς τόπους τῆς καταγωγῆς των νὰ ψηφίσουν καὶ συνεπῶς ἐμμέσως θὰ στερηθοῦν τοῦ ἐκλογικοῦ των δικαιώματος τοῦ ψηφίζειν, ἐκτὸς ἐὰν ἀνήκουν εἰς κόμματα τὰ ὁποῖα εἶναι πλούσια, εἰς ἰσχυροὺς οἰκονομικῶς πολιτικοὺς ὀργανισμοὺς οἱ ὁποῖοι διαθέτουν τὰ μέσα τῆς μεταφορᾶς των. Κύριοι βουλευταί, καὶ τὴν ἄποψιν αὐτὴν τὴν ἀντιμετωπίζομεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων μὲ τὸ ὅτι ὁ ἐκλογικὸς νόμος ἀπαγορεύει μὲ αὐστηρὰς ποινὰς τὴν ὁμαδικὴν μεταφορὰν τῶν ἐκλογέων. Ἑπομένως, οὐδὲν κόμμα, εἶναι δυνατὸν νὰ κάμῃ ὁμαδικὰς μεταφορὰς ἐκλογέων ἀπὸ τὰς Ἀθήνας καὶ τὰς Ἐπαρχίας.
§97Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Δὲν εἶναι σοβαρὰ αὐτά, κύριε Ὑπουργέ. Διατὶ κατηργήθησαν τὸ προνόμια;
§98Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐσωτ.). Εἶναι σοβαρά· δὲν ἀποκλείεται φυσικὰ μεμονωμένοι πολιτευόμενοι νὰ προβοῦν καὶ προβαίνουν εἰς μεταφορὰς ἐκλογέων εἰς τὰς πατρίδας των, ἀλλὰ κόμμα οὐδὲν θὰ τὸ κάμῃ.
§99Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἡ οὐσία μᾶς ἐνδιαφέρει.
§100Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐσωτ.). Ἡ οὐσία εἶναι ὅτι ὁ πλοῦτος, τοὐλάχιστον ὁ πλοῦτος ὁ χρησιμοποιούμενος διὰ προπαγάνδαν εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀριστερὰν καὶ ὄχι εἰς ἡμᾶς, ἐλπίζω δὲ ταχέως ὡς ὑπεύθυνος ὑπουργὸς νὰ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν καὶ περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν λεγομένων μου. Ὑπομονὴ καὶ ὅλα θὰ ἔλθουν εἰς φῶς, ὁ πλοῦτος εἶναι ἐκεῖ, δὲν εἶναι εἰς ἡμᾶς καὶ πλοῦτος πολύς, πλοῦτος χρυσός, πλοῦτος ὕποπτος. (Χειροκροτήματα). Θὰ ἔλθῃ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ συζητήσωμεν καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἐδῶ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὁ νόμος, κύριοι βουλευταί, ἐξετελέσθη, αἱ διαγραφαὶ ἐγένοντο, ἡ ἠθικὴ τάξις ἀπεκατεστάθη, ἡ πολιτικὴ ἀνάγκη διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀπὸ ἀπόψεως Κυβερνητικῆς πρωτοβουλίας ἐγένετο, εἰς τὴν Βουλὴν ἀπομένει νὰ ἐκτελέσῃ καὶ ἐκείνη τὸ καθῆκον της.
§101Ν. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Ἡ δημοκρατία τί λέγει;
§102Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐσωτερ.). Ὁμιλῶ περὶ δημοκρατίας! Εἶναι πολύ μακρὰν τῆς πραγματικότητος ὁ οἱοσδήποτε εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὁ ὁποῖος θὰ ἤθελε νὰ διδάξῃ ἐμὲ περὶ τῆς δημοκρατίας. Ἕν εἶναι τὸ ἀληθὲς ὅτι ἡμεῖς οἱ πραγματικοὶ Δημοκράται ἔχομεν τελείως ἀντίθετον ἄποψιν περὶ τῆς Δημοκρατίας ἀπ’ ὅ,τι ἔχουν ἐκεῖνοι. Ποία εἶναι ἡ διαφορά, εἶναι εἰς ὅλους γνωστή. Ψηφίζοντες, κύριοι βουλευταί, τὸν ὑπὸ κρίσιν νόμον ἐξυπηρετεῖτε τὸν ὁμαλὸν πολιτικὸν βίον τοῦ τόπου. (Χειροκροτήματα).
§103Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Μοὶ ὑποσχεθήκατε μίαν ἀπάντησιν εἰς μίαν ἐρώτησίν μου.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐτερματίσθη. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ δέχεται τὸ νομοσχέδιον;
§105ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Α. Ν. 1508)1950 «περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Α. Ν. 1489)1950 «περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἁρμοδιότητος τῶν Νομαρχῶν». Ὁ Εἰσηγητὴς κ. Ε. Καλαντζῆς ἔχει τὸν λόγον.
§107Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Θὰ προσπαθήσω νὰ εἶμαι σύντομος κατόπιν τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅτι ἀποδέχεται τὰς τροπολογίας τὰς ὁποίας ἐπέφερε ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή. Ἐπιθυμῶ ἐκτελῶν οἱονεὶ ἐντολὴν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς νὰ μεταφέρω τὰς ἀπόψεις αὐτὰς ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοθετήματος. Ὁ λόγος αὐτὸς μὲ ὑπεχρέωσε κατὰ τὴν σύνταξιν τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεώς μου νὰ τονίσω ὅτι ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν διατηρεῖ ἐπιφυλάξεις ὡς πρὸς τὸ ἐὰν ὁ ἐπιδιωκόμενος ἀντικειμενικὸς σκοπὸς τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως ἐπιτυγχάνεται διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν Α. Ν. Εὐθὺς μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 5 Μαρτίου ὁ ἀξιότιμος ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατέθεσεν ὡς νομοσχέδιον τὸν ὑπὸ κύρωσιν Α. Ν. ὡς καὶ τρία ἄλλα συναφῆ νομοσχέδια τὰ κληθέντα διοικητικὰ νομοσχέδια ὅπως τὸ περὶ τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, περὶ διοικητικῶν συμβουλίων καὶ ὅταν ἐτίμησε διὰ τῆς παρουσίας του τὰς ἐργασίας τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐδήλωσεν ὅτι τὰ ἐν λόγῳ νομοσχέδια ἀποτελοῦν ἑνιαῖον σύνολον καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ συσχετίσῃ τὸ ἓν πρὸς τὸ ἄλλο. Μεταξὺ τῶν 4 διοικητικῶν αὐτῶν νομοσχεδίων εἶναι καὶ ὁ ὑπὸ κύρωσιν Α. Ν. Τότε κατὰ τὴν γενομένην συζήτησιν ἐξητάσθη ἡ ἄποψις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως μὴ ἀχθοῦν ὑπὸ κύρωσιν ἐνώπιον τοῦ Σώματος δεδομένου ὅτι τὰ διοικητικὰ προβλήματα τῆς Χώρας, δέον νὰ σχετισθοῦν μὲ τὰς γενικὰς γραμμὰς τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς διοικήσεως τῆς Χώρας. Ἐθεωρήθη ὅτι καὶ ὁ ὑπὸ κύρωσιν Α.Ν. ἀποτελεῖ κλῶνον οἱονεὶ τοῦ κορμοῦ τῆς διοικήσεως καὶ ἀπεσύρθησαν ὅλα τὰ ἐν λόγῳ διοικητικὰ νομοσχέδια ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, πλὴν ὅμως κατὰ τὰς διακοπὰς ἐξεδόθη ὁ ὑπὸ κύρωσιν Α. Ν. «περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἁρμοδιότητος τῶν νομαρχῶν» ὡς Α. Ν. Κατ’ ἀκολουθίαν καὶ ἡμεῖς καὶ τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς θὰ εἴμεθα ἐν ἀνακολουθίᾳ ἐὰν δὲν ἐφέρομεν εἰς γνῶσιν τοῦ Σώματος ὅτι θεωροῦμεν τὸν ὑπὸ κρίσιν Α. Ν. ὡς μέρος τοῦ ὅλου διοικητικοῦ προβλήματος καὶ ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν πρὸς τὸ Σῶμα ὅτι ὁ ὑπὸ κύρωσιν Α. Ν. ἐπιτυγχάνει τὴν διοικητικὴν ἀποκέντρωσιν ἡ ὁποία κατὰ τὴν ρῆσιν τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ ἀποτελεῖ συνάρτησιν τῆς συντελουμένης ἀνασυγκροτήσεως τοῦ τόπου. Ἀφ’ ὅτου μετὰ τοὺς ἀγῶνας τοῦ 1821 ἐνεφανίσθη ἡ πρώτη μορφὴ τοῦ ἐλευθέρου ἡμῶν Κράτους ἀναφέρεται τὸ πρόβλημα τῆς διοικήσεως καὶ ἀπετέλεσε ζήτημα τῆς πρώτης πολιτικῆς συντάξεως τοῦ τόπου μας καὶ παρεχωρήθη ἀργότερον τὸ Σύνταγμα ὡς μία καταπράϋνσις εἰς τὰ παφλάζοντα τότε πάθη τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ νὰ μὴ παρέλθῃ ὅμως πολὺς καιρός, ἀπὸ τῆς δευτέρας μεταπολιτεύσεως τοῦ 1862, ὁπότε ἤρχισε νὰ γίνηται λόγος εἰς τὸν τόπον αὐτὸν περὶ τῆς ἀποκεντρώσεως. Εἰς ὅλα τὰ πολιτικὰ προγράμματα τῶν πολιτικῶν κομμάτων ἑκάστοτε καὶ εἰς ὅλας τὰς ἀνωμάλους περιόδους τοῦ τόπου μας, ἀναφέρεται ἡ ἀποκέντρωσις ἐν τῇ διοικήσει ὡς πανάκεια τοῦ διοικητικοῦ προβλήματος τοῦ τόπου. Ὁ θεσμὸς τῶν νομαρχῶν ὅπως ἐτονίσθη μὲ ἔμφασιν δὲν εἶναι νέος, εἶναι μία μονὰς τῆς διοικήσεως περὶ τὴν ὁποίαν περιστρέφεται ἡ διοικητικὴ ὀργάνωσις τοῦ τόπου. Ἡ ἀποκέντρωσις δὲν εἶναι ὅρος ὁ ὁποῖος εἰσήχθη μεταπολεμικῶς. Ἀπὸ τότε ποὺ ὁ ρόλος τοῦ Κράτους ἔπαυσε νὰ εἶναι ὁ γνωστὸς ρόλος φύλακος τῆς νυκτὸς καὶ τὸ Κράτος ἀπὸ τὴν ἐξέλιξιν τὴν κανονικὴν καὶ τὴν οἰκονομικήν, ἀναμιγνύεται πλέον καὶ παρεμβαίνει κατὰ τρόπον ἀποφασιστικὸν εἰς τὴν κοινωνικὴν πολιτιστικὴν καὶ οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἀτόμου, ἡ διοίκησις ἀσκεῖ ἀποφασιστικὴν ἐπίδρασιν εἰς τὴν καθόλου κοινωνικὴν οἰκονομίαν καὶ πολιτικὴν ζωὴν τοῦ τόπου. Καὶ ὅ,τι ἐλέχθη ἄλλοτε, κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς διοικήσεως τῆς Βουλῆς, ἰσχύει ὡς ἀπεριόριστος ἀλήθεια καὶ πραγματικότης δι’ ὅλους τοὺς χρόνους καὶ δι’ ὅλους τοὺς Λαούς. Ὅτι, δηλαδή, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον περισσότερον καὶ διαρκῶς καὶ ἀνελλιπῶς ἀπασχολεῖ τὸν πολίτην εἶναι ἡ διοίκησις. Ἀπ’ αὐτὴν ἐξαρτᾶται ἡ ἀνύψωσις τῶν θεσμῶν καὶ ἡ πτῶσις αὐτῶν, ἡ ἐφαρμογὴ ἢ μὴ τῶν Νόμων, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἀκόμη οἱ Λαοὶ ἄγονται εἰς ἐπαναστάσεις. Ἀφ’ ἧς, ὅμως, ἀπὸ τὸν πρῶτον παγκόσμιον πόλεμον, ἰδιαιτέρως εἰς τὸν τόπον μας, ἀπὸ τὴν μικρασιατικὴν συμφοράν, ἐδόθη μία ὁριστικὴ μορφὴ εἰς τὴν κρατικὴν ἔκτασιν, τὸ θέμα εἰδικώτερον τῆς κεντρικῆς καὶ περιφερειακῆς διοικήσεως καὶ τὸ πρόβλημα τῆς ἑνοποιήσεως τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τῆς Χώρας ἔχει τεθῆ ἐκ τῶν πραγμάτων. Καὶ θὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι ἀπὸ τότε, ἀπὸ τοῦ 1923, ὁ ἀξιότιμος σημερινὸς Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἠθέλησε τότε νὰ θέση εἰς ἐφαρμογὴν σκέψεις, ὑπὸ τύπον πλέον νομοθετήματος, περὶ τῆς περιφερειακῆς ὀργανώσεως τῆς διοικήσεως, προτάσσων εἰς τὸ πρόβλημα τὸ θέμα τῆς αὐτοδιοικήσεως. Δυστυχῶς, αἱ περιστάσεις καὶ τότε καὶ ἰδιαιτέρως τὰ προβλήματα τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησεν ἡ πύκνωσις τοῦ ἑλληνισμοῦ εἰς τὸν ἐλεύθερον χῶρον τῆς ἐπικρατείας δὲν ἐπέτρεψαν νὰ ἴδῃ τὸ φῶς τῆς πραγματικότητος ἡ προσπάθεια τῆς περιφερειακῆς ὀργανώσεως τῆς διοικήσεως, ἐν συσχετίσει ἀποκεντρώσεως καὶ αὐτοδιοικήσεως. Ἔκτοτε ἡ μέριμνα ἐστράφη πρὸς τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ θεσμοῦ τῶν Γενικῶν Διοικήσεων καὶ ἐπηκολούθησαν τὰ γνωστὰ νομοθετήματα μέχρι τοῦ τελευταίου πολέμου. Μεταπολεμικῶς, θὰ μᾶς ἐπιτραπῇ, κύριοι συνάδελφοι, νὰ διατυπώσωμεν τὴν ταπεινὴν προσωπικήν μας γνώμην, ὅτι ἀφοῦ τὸ πρόβλημα τῆς διοικήσεως εἶναι τόσον πολὺ συνδεδεμένον μὲ τὴν ἐπιδιωκομένην ἀνασυγκρότησιν καὶ ἀσκεῖ ἀποφασιστικὴν ἐπίδρασιν εἰς τὴν κοινωνικὴν καὶ οἰκονομικὴν κατάστασιν ἑνὸς τόπου, θὰ ἦτο πολὺ εὔλογον καὶ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἀνέμενε τοῦτο, τὸ σύνολον τῆς πολιτικῆς ἡγεσίας νὰ διαγράψῃ ἕνα ἑνιαῖον πρόγραμμα διοικητικῆς ἀνασυγκροτήσεως τοῦ τόπου, κατόπιν τῆς ὁμολογουμένως ἐπελθούσης ἐξαρθρώσεως κατὰ τὴν κατοχικὴν περίοδον τοῦ διοικητικοῦ σχήματος. Θὰ σᾶς ἀναφέρω χαρακτηριστικῶς ὅτι μέχρι τοῦ 1940 εἴχομεν 32 Νομοὺς καὶ σήμερον ἔχομεν 49, διὰ νὰ μὴ προχωρήσω εἰς τὸ κύτταρον τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως εἰς τοὺς Δήμους καὶ τὰς Κοινότητας καὶ νὰ ἀναφέρω καὶ ἄλλας μεταβολὰς εἰς τὴν διοικητικὴν διάρθρωσιν τῆς Χώρας, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον κατὰ τὴν κατοχὴν καὶ ὁμολογουμένως προσέλαβον μίαν μορφήν, ὅπως ἐλέχθη καὶ ἄλλοτε, μεταβολῶν καὶ μεταρρυθμίσεων ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς μπακλαβαδοποιήσεως τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τῆς Χώρας μας. Διὰ τὸν διοικητικὸν τομέα τῆς Χώρας θὰ προσεδόκα ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς τὴν ὕπαρξιν ἑνὸς ἑνιαίου προγράμματος διὰ νὰ μὴ σημειωθοῦν αἱ αὐταὶ ἀνακολουθίαι, αἱ ὁποῖαι ἐσημειώθησαν ἀπὸ τοῦ 1946 καὶ ἐντεῦθεν, ὁπότε, ὡς γνωστόν, ἤρξατο ἡ μελέτη τοῦ διοικητικοῦ συστήματος καὶ ἐπεκράτησεν ἡ ἄποψις ὅτι προκειμένου νὰ προσδιορίσωμεν τὰ τῆς κεντρικῆς καὶ περιφερειακῆς διοικήσεως ὑποτίθεται ὅτι προηγουμένως θὰ ἀπαντήσωμεν εἰς τὸ ἐρώτημα ποία εἶναι ἡ περιφερειακὴ μονὰς περὶ τὴν ὁποίαν θὰ περιστραφῇ καὶ θὰ ὀργανωθῇ ἡ διοίκησις καὶ κατὰ δεύτερον λόγον ποῖαι αἱ μεταβιβαστέαι ἁρμοδιότητες. Εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἐπεκράτησεν ἀπὸ τοῦ 1946–47 ἡ ἄποψις τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τῆς Χώρας εἰς Γενικὰς Διοικήσεις. Καὶ ὅπως ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, κατὰ τὰς συζητήσεις τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἀπεδόθη κεφαλαιώδης σημασία εἰς τὸ πρόγραμμα τῆς ὀργανώσεως τῆς διοικήσεως καὶ κατετέθη σχέδιον ψηφίσματος ἵνα πλέον ἡ ἀποκέντρωσις ὡς ἀρχὴ κατοχυρωθῇ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τῆς Χώρας εἰς Γενικὰς Διοικήσεις. Καὶ ἐνεφανίσθη ὅτι ἡ ἄποψις αὐτὴ υἱοθετεῖται ἀπὸ τοὺς ἰσχυροτέρους πολιτικοὺς ὀργανισμούς, ἀπὸ τὰ δύο μεγάλα κόμματα ἐξηγγέλθη ὡς πρόγραμμα καὶ ἦτο ἕτοιμον τὸ νομοσχέδιον. Συνεδυάζετο ὅμως τότε τὸ θέμα τοῦτο μὲ τὸ θέμα τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Σήμερον ἡ ἀντίληψις αὐτὴ ἐγκατελείφθη. Ἡ σκέψις περὶ τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως κατὰ Γενικὰς Διοικήσεις φαίνεται ὅτι ἀτονεῖ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ προηγουμένη τῆς παρούσης ἐξέδωκε τὸν Ἀναγκαστικὸν αὐτὸν νόμον, κακῶς καθ’ ἡμᾶς, νόμον ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ λεπτομέρειαν τοῦ ὅλου διοικητικοῦ προβλήματος καὶ ἀφήνει τὸ θέμα τῆς διοικητικῆς ἀπὸ ἀπόψεως διαιρέσεως ἑνότητος τῆς Χώρας, θέμα τὸ ὁποῖον ἡμεῖς πιστεύομεν ὅτι εἶναι προϋπόθεσις βασική, τολμῶ νὰ εἴπω, δι’ αὐτὴν ταύτην τὴν ἐθνικὴν ἑνότητα. Λέγω ὅτι διασφαλίζει διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ τὴν ἀποκέντρωσιν καὶ δὲν κατοχυρώνει τὴν μονάδα τῆς ἀποκεντρουμένης διοικήσεως. Εἶναι αὐτὴ περὶ τὴν ὁποίαν καὶ πρὸς τὴν ὁποίαν θὰ στραφῇ ἡ ἔμπρακτος πλέον ὀργάνωσις, κατοχύρωσις, ἐξοπλισμὸς τῆς διοικήσεως, ἵνα πράγματι ἀστικῶς ἀποδώσῃ ἡ ἀποκέντρωσις καὶ δώσῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀντιλαμβανόμεθα ὅλοι μας καὶ ζητεῖ ὁ Ἕλλην πολίτης. Θέλω νὰ πιστεύω ὅτι εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τῶν ἐπιφυλάξεων τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ὡς πρὸς τὸ ἐὰν ἐπιτυγχάνηται ὁ ἀντικειμενικὸς σκοπὸς τῆς ἀποκεντρώσεως, ἡ ἑνότης τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως, τὸ τονίζω, ἀποτελεῖ τὴν βάσιν ἐπὶ τῆς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ στηριχθῇ μία ὀργάνωσις διοικητική. Συνεπῶς τὰ παράλληλα αὐτὰ διοικητικὰ σχήματα τοῦ Νομάρχου καὶ τοῦ Γεν. Διοικητοῦ ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι ἀντίθετα πρὸς τὰ δεδομένα τῆς ὀργανικῆς νομοθεσίας, δηλαδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδέχηται ὁ Νομοθέτης, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν δύο παράλληλα διοικητικὰ ὄργανα, ἢ δύο παράλληλοι διοικητικαὶ μονάδες, ὅπως εἶναι ἡ Νομαρχία καὶ ἡ Γενικὴ Διοίκησις, ἐφ’ ὅσον εἶναι γνωστόν, ὅτι ὁ Νομὸς εἶναι ἐλάσσων περιφέρεια καὶ ἐμπεριέχεται εἰς τὴν εὐρυτέραν τοιαύτην τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Ἡμεῖς τοὐλάχιστον πιστεύομεν, ὅτι εἶναι μία ἀδυναμία τῆς Κυβερνήσεως νὰ δώσῃ μίαν ἀπάντησιν τώρα, εἰς τὸ βασικὸν αὐτὸ ἐρώτημα, ἐὰν δηλαδὴ θὰ χωρήσῃ εἰς τὴν ἑνοποίησιν τῆς διοικητικῆς μορφῆς τῆς Χώρας. Ἡ δευτέρα ἀμφιβολία, διὰ νὰ σημειώσω τὰς κυριωτέρας ἐξ αὐτῶν, εἶναι ἐὰν καὶ κατὰ πόσον καὶ ἐὰν ἀκόμη ἀποκολλήσωμεν ἀπὸ τὸ ὅλον πρόβλημα τῆς Διοικήσεως τὸ θέμα τοῦ Νομάρχου καὶ τῆς ἁρμοδιότητος αὐτοῦ νὰ χωρίσωμεν νομοθετικῶς τοὐλάχιστον, διὰ νομοθετικῆς διατάξεως τὰς ἁρμοδιότητας, τίθεται ὑπὸ τὴν βάσανον τῆς συνειδήσεώς μας, ἐὰν ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας, τὰς ὁποίας ὅλοι μας ἔχομεν ὑπ’ ὄψει μας, ὑπὸ τὰς ὁποίας τελοῦν αἱ περιφερειακαὶ Διοικήσεις, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ καταστήσωμεν τὸν Νομάρχην Ὑπουργόν, ἐφ’ ὅσον μεταβιβάζομεν εἰς αὐτὸν ἁρμοδιότητας Ὑπουργοῦ, ἐὰν ἐπαναλαμβάνω δὲν ἀποτελῇ ἀντιφάσκουσαν παρανομίαν. Ἐὰν δὲν ἀποτελῇ παραφθορὰν τῆς ἐννοίας τῆς ὑποστάσεως τῆς Ὑπουργικῆς ἁρμοδιότητος, ὅταν μεταβιβάζωμεν εἰς τὸν Νομάρχην φερ’ εἰπεῖν τῆς Εὐρυτανίας, στερούμενον καὶ ἑνὸς ὑπαλλήλου, —ἐὰν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἔχουν τὰ πράγματα— δὲν διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ κλονίσωμεν πλέον ἀπολύτως τὸ ὄνειρον, τὴν ἐλπίδα μὲ τὴν ὁποίαν— ὅπως ἐτόνισα καὶ προηγουμένως— ὄχι σήμερον, διότι τὸ τονίζω, οὗτος ὁ θεσμὸς τοῦ Νομάρχου —διότι ἐλέχθη καὶ δυστυχῶς ὑπὸ στόματος μέλους Συμμαχικῆς Ἀποστολῆς εἰς πρόσφατον συνέδριον, ὅτι πρόκειται περὶ νέου θεσμοῦ— ὁ τόπος αὐτὸς ζῇ ὑπὸ τοὺς θεσμοὺς αὐτοὺς ἀπὸ μιᾶς 10ετίας καὶ πλέον. Ἐλέχθη λοιπόν, ὅτι διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἀπολέσῃ ὁ λαὸς τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ τὴν ἐλπίδα ἐπὶ τὸν θεσμὸν αὐτὸν— ὅταν ἐμφανίζωμεν τὸν Νομάρχην Εὐρυτανίας τύποις εἰς τὰ χαρτιὰ ὡς Ὑπουργόν, ἐν τοῖς πράγμασι δὲ μὴ δυνάμενον νὰ διεκπεραιώσῃ οὔτε μίαν αἴτησιν καὶ νὰ τὴν ὑποβάλῃ εἰς τὸν ἁρμόδιον πρὸς τοῦτο Ὑπουργόν. Κύριοι βουλευταί, ὑπηνίχθη προηγουμένως, περὶ ἑνιαίου προγράμματος τοῦ συνόλου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου διὰ τὸ Διοικητικὸν πρόβλημα τῆς χώρας, ἀλλὰ γεννῶνται ἄπειρα ἐρωτήματα καὶ ἀμφιβολίαι ὄχι ἁπλῶς θεωρητικαί, ἀλλὰ ἐκπηγάζουσαι ἀπὸ τὴν στυγνὴν γύρω μας πραγματικότητα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λέγωμεν, ὅτι ἐπιτυγχάνεται, ὅπως λέγει ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς εἰς τὴν εἰσηγητικὴν του ἔκθεσιν, ἡ ἀποκέντρωσις καὶ συνεπῶς, λέγει, ἡ Διοικητικὴ ἀναδιοργάνωσις τοῦ τόπου. Ὅταν πᾶμε νὰ λέμε διὰ κλωνάρια, ἔχομε τὸν κορμόν. Διὰ νὰ ἀντιμετωπίσωμε τὸ πρόβλημα τῆς ἀναμορφώσεως τῆς κεντρικῆς διοικήσεως, νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι ἀσχέτως ἐκδόσεως νόμων ἀναγκαστικῶν, περὶ συγχωνεύσεως Ὑπουργείων ὅτι πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθῇ κατ’ ἀρχὴν τὸ κεντρικὸν θέμα, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς Δημοκρατίας, διὰ τὴν ὁποίαν εἶναι βαρὺς ὁ κλῆρος, τὸ πρόβλημα τῆς διοικήσεως νὰ στηρίζηται ἀκινδύνως, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τὸν Ὑπουργὸν ἁρμόδιον εἰς πρῶτον καὶ τελευταῖον βαθμὸν, ἁρμόδιον δι’ ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι τουλάχιστον προκαλοῦν τὸν γέλωτα. Θὰ ἦτο ἴσως ὄχι πρόσφορον, διὰ τὸ ἀκατάλληλον τῆς ὥρας, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον, διὰ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι καὶ ἄλλα ἐκτὸς αὐτῶν ἐρωτήματα ἐγεννήθησαν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Ἡ κατάστασις τῆς περιφερειακῆς διοικήσεως πρῶτον ἀπὸ ἀπόψεως πολυμορφίας, Ὑπουργὸς Βορείου Ἑλλάδος, Νομάρχης, Γενικὸς Διοικητής. Τὸ Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν, κύριοι συνάδελφοι, ἔχει 1350, ὑποθέτω, ὑπαλλήλους καὶ ἔχει κενὰς ὀργανικὰς 400 θέσεις περίπου. Καὶ ἐρωτᾶται, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλοῦμεν σοβαρῶς περὶ ἐπιτυχοῦς ἀποκεντρώσεως, μὲ αὐτὴν τὴν τραγικὴν εἰκόνα τὴν ὁποίαν, γνωρίζετε καὶ ζῆτε; Τὸ τρίτον καὶ σοβαρώτερον εἶναι, ὅτι οἱ ἀναγκαστικοὶ αὐτοὶ νόμοι ἀνομολογοῦν, ὅτι δὲν ὑπάρχει προσωπικὸν ἔμψυχον, διὰ νὰ ἐνασκήσῃ τὰς ἁρμοδιότητας αὐτάς, ποὺ τοῦ ἐμπιστεύεται ὁ νομοθέτης. Ἔχουν ἐπιπροσθέτως διατάξεις διὰ τῶν ὁποίων λέγουν: Ἀναθέτομεν τὴν ἐνάσκησιν τῶν ἁρμοδιοτήτων αὐτῶν εἰς τὰ περιφερειακὰ ὄργανα τῶν ἐπὶ μέρους Ὑπουργείων. Ἀνομολογεῖ, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἐπιτελικὴ ὀργάνωσις περὶ τὴν ὁποίαν θὰ περιστρέφηται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς εὐρύτητος τῶν ἁρμοδιοτήτων τοῦ Νομάρχου, χωρὶς ὅμως νὰ δίδῃ τὴν ἀπάντησιν καὶ προσφεύγει εἰς τὴν εὔκολον λύσιν τῆς ἐπιπροσθέτου ἐπιβαρύνσεως τῶν περιφερειακῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως μὲ τὴν ἐνάσκησιν τῶν ἁρμοδιοτήτων αὐτῶν.
§108Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Αἱ γενικαὶ διοικήσεις πρόκειται νὰ καταργηθοῦν, ἐὰν εἰς τὸ νομοσχέδιον περιλαμβάνωνται, εἶναι ἐπειδὴ δὲν κατηργήθη ἀκόμη. Ἅμα καταργηθῇ αὐτομάτως παύουν.
§109Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Ἐὰν ἔχωμεν τὰς Γενικὰς Διοικήσεις, κύριε Ὑπουργέ, καὶ ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ἦτο ὁ δευτερεύων διατάκτης, προκειμένου περὶ Νομαρχῶν δὲν ὑπάρχει κἂν οὔτε ἡ δυνατότης αὐτὴ καὶ ἀντιλαμβάνεσθε ποία θὰ εἶναι ἡ τύχη ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς ἠθικῆς ἀποκεντρώσεως διὰ τὰς Νομαρχίας, οὕτω πως συντεθειμέναι σήμερον, ἀπὸ ἀπόψεως ἐμψύχου ὑλικοῦ καὶ ἐν πλήρει οἰκονομικῇ ἀδυναμίᾳ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, διὰ νὰ ἀνταποκριθῇ καὶ εἰς τὴν ἔκκλησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐφ’ ὅσον τελικῶς καὶ ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσηγηθῇ πρὸς τὸ Σῶμα τὴν μὴ κύρωσιν τοῦ ἀναγκαστικοῦ νόμου. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ γνώμη μας εἶναι, ὅτι ἀναγκαστικὸς νόμος δέον νὰ κυρωθῇ μὲ ἐπουσιώδεις τινὰς τροπολογίας, ποὺ ἐπέφερεν ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ κυρίως ἀναφερομένας εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τὴν ἠθικὴν τοῦ ἐμψύχου ὑλικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει καὶ συνταγματικὴ ἀκόμη κατοχύρωσις τῆς ἀρχῆς τῆς ἀποκεντρώσεως. Κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1946, ἔκρινεν ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, ὅτι τουλάχιστον πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἡ νομοθετικὴ κατοχύρωσις αὐτῆς τῆς ἀποκεντρώσεως, διὰ τῆς συστάσεως τοῦ Συμβουλίου τοῦ προβλεπομένου ὑπὸ ἀναγκαστικοῦ νόμου. Μὲ αὐτὰς τὰς τροποποιήσεις εἰσάγει ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ προτείνει τὴν κύρωσιν τοῦ ἐν λόγῳ ἀναγκαστικοῦ νόμου, μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ριζικὴ ἀντιμετώπισις τοῦ διοικητικοῦ προγράμματος, κατόπιν τῆς ἀρξαμένης συγχωνεύσεως τῶν Ὑπουργείων, ὄχι ὑπὸ τὴν δοθεῖσαν ἔννοιαν τῆς Κυβερνήσεως τῆς ὑποδείξεως οἰκονομιῶν, ἀλλ’ ὅτι θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ βελτίωσις τῆς κρατικῆς μηχανῆς. Μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ὑπάρχει σοβαρὰ ἀντιμετώπισις τοῦ διοικητικοῦ ζητήματος ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν κύρωσιν τοῦ ἀναγκαστικοῦ νόμου, ὡς πρῶτον βῆμα πρὸς ἕνα μέγα σκοπόν.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Παπαρρηγόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§111Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Εἰσηγητὴς, δὲν ὑπολείπεται εἰς ἐμὲ παρὰ νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις. Γνωρίζετε ὅλοι ὅτι ἐσχάτως ἔλαβε χώραν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Νομοῦ Ἀχαΐας, τὰς Πάτρας, συνέδριον τῶν Νομαρχῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνεπτύχθησαν ἐν πλήρει ἐκτάσει ὅλαι αἱ ἀπόψεις καὶ γνῶμαι τῶν κ.κ. Νομαρχῶν καὶ συνέδρων ἐπὶ τῶν πορισμάτων ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε ἐφαρμογῆς τοῦ ἀναγκ. νόμου, τοῦ ὁποίου ἐπιδιώκεται ἡ κύρωσις. Τὰ συμπεράσματα εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξε τὸ συνέδριον ἐκεῖνο, ὑπῆρξαν σημαντικώτατα, δύναμαι δὲ νὰ εἴπω ὅτι ἐσημείωσε τοῦτο πλήρη ἐπιτυχίαν. Εἶχον ἑπομένως τὴν ἀντίληψιν καὶ ἀνέμενον ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις νομίζω ἀνάλογον διαβεβαίωσιν παρέσχε σχετικῶς μὲ τὴν υἱοθέτησιν τῶν συμπερασμάτων ἐκείνων, ὅτι δὲν θὰ ἐπεσπεύδετο ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, πρὶν εἰσαχθοῦν δι’ αὐτοῦ ὑπὸ τύπον ἔστω τροπολογιῶν, ὅλαι αἱ ὑποδείξεις τοῦ συνεδρίου Νομαρχῶν αἱ ὁποῖαι καὶ μόνον θὰ ἐξυπηρέτουν οὐσιαστικῶς τὴν ἔννοιαν πραγματικῆς ἀποκεντρώσεως καὶ θ’ ἀπετέλουν μεταβίβασιν πραγματικὴν ἁρμοδιοτήτων εἰς τοὺς Νομάρχας. Ἐσημειώθη ὑπὸ τῆς παμψηφίας τῶν συνέδρων, ὅτι ὁ ἀναγκ. νόμος περὶ ἁρμοδιοτήτων τοῦ Νομάρχου, δὲν παρέχει πραγματικῶς εἰς αὐτοὺς καμμίαν ἁρμοδιότητα. Ἐλέχθη ὑπὸ κάποιον ἐκ τῶν κυρίων Νομαρχῶν ὅτι ἡ μόνη ἁρμοδιότης ἡ ὁποία μεταβιβάζεται εἰς αὐτὸν εἶναι ἡ ἔγκρισις κανονικῶν ἀδειῶν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Νομαρχίας. Ἐτονίσθη δὲ χαρακτηριστικῶς ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἁρμοδιότητος ταύτης, ὑπῆρξεν ὅτι οἱ ὑπάλληλοι οἱ λαμβάνοντες ἄδειαν καὶ ἀναχωροῦντες ἐκ τῆς ἕδρας των πρὸς τὸν Κέντρον δὲν ἐπανέρχονται λαμβάνοντες ἀπὸ τὸ Κέντρον παράτασιν τῶν ἀδειῶν των χωρὶς μάλιστα νὰ εἰδοποιῆται ὁ Νομάρχης. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἄρθρον 1 λέγει: «Οἱ Νομάρχαι ἔχουν ὅλας τὰς ἁρμοδιότητας τὰς ὁποίας ἤσκουν μέχρι τοῦδε οἱ Γεν. Διοικηταὶ δυνάμει τῶν κειμένων διατάξεων: .................................. Καθὼς ὅμως ἐλέχθη ἀπὸ τὸν πρῶτον ὁμιλητὴν εἰσηγητὴν σύνεδρον τοῦ συνεδρίου τῶν Νομαρχῶν ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἀόριστος ὥστε ἀποτελεῖ ἐμπαιγμὸν διὰ τοὺς Νομάρχας. Διότι οὐδεὶς γνωρίζει οὔτε ποῖαι εἶναι αἱ εἰς τοὺς Γεν. Διοικητὰς παρεχόμεναι ἁρμοδιότητες οὔτε τοὺς νόμους ποὺ τὰς παρέχουν. Γίνεται τώρα μία ἐργασία εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ ταξινομηθοῦν οἱ Νόμοι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς παρασχεθείσας εἰς τὸ συνέδριον ἀνέρχονται εἰς 187 ἢ 167, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Καὶ ὁμιλοῦν ἔπειτα περὶ μεταβιβάσεως ἁρμοδιοτήτων τῶν Γεν. Διοικητῶν εἰς τοὺς Νομάρχας! Μέχρι στιγμῆς δηλαδὴ δὲν ἔχει ἐφαρμοσθῆ τίποτε. Μένει ὁ νόμος κενὴ λέξις; Εἶναι μία στάχτη στὰ μάτια τοῦ κόσμου. Τόση ὑπῆρξεν εἰς Πάτρας ἡ περιέργεια καὶ ἡ ἀπορία ἀλλὰ καὶ ἡ ἀγανάκτησις τοῦ λαοῦ τῶν Πατρῶν ἐκ τῆς ἀποκαλύψεως ταύτης, ὥστε ὅλαι αἱ ἐπαγγελματικαὶ καὶ ἐπιστημονικαὶ τάξεις τῶν Πατρῶν, διεμαρτυρήθησαν διὰ τηλεγραφημάτων, διότι κατεδείχθη ὡς εἶπον, εἰς τὸ συνέδριον ἐκεῖνο, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀποκεντρώσεως ὑπὸ τὴν πραγματικὴν καὶ οὐσιαστικὴν ἔννοιαν αὐτῆς. Ἐλέχθησαν καὶ πολλὰ ἄλλα περίεργα τὰ ὁποῖα καὶ ἐμὲ ἔπεισαν ὅτι ὁ Νόμος αὐτὸς δὲν πρόκειται νὰ ἔχῃ οὐσιαστικὰ ἀποτελέσματα προάγοντα τὴν ἀποκέντρωσιν. Εἰς τὸ συνέδριον τῶν Πατρῶν ἐτονίσθη ἀκόμη ἡ ἀνάγκη τῆς καταργήσεως τῶν Γεν. Διοικητῶν. Ἀνεκοινώθη μάλιστα ὅτι ἔχει ἀποφασισθῆ ἡ κατάργησις αὕτη. Ἐλέχθη, καὶ πολὺ ὀρθῶς, ὅτι εἶναι ἀκατανόητος αὐτὴ ἡ δῆθεν μεταβίβασις τῶν ἁρμοδιοτήτων εἰς τοὺς Νομάρχας, μὲ τὴν διατήρησιν τῶν Γεν. Διοικητῶν, διότι δημιουργεῖται μία σύγχυσις, ἄγουσα εἰς ἐκμηδένισιν τῆς ἁρμοδιότητος τῶν Νομαρχῶν, ὅταν αἱ πράξεις ἢ ἀποφάσεις των ὑπάγωνται εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ καὶ περαιτέρω μᾶλλον εἰς τὴν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐτέθη καὶ συνεζητήθη ἐκεῖ περαιτέρω τὸ ζήτημα κατὰ πόσον ἡ κύρωσις τῆς ἀποφάσεως τῶν Νομαρχῶν ὑπὸ τοῦ Γεν. Διοικητοῦ ἢ τοῦ Ὑπουργοῦ ἀφορᾷ τὴν νομιμότητα ἢ σκοπιμότητα, διότι ὑπεστηρίχθη ὅτι ἡ ἔγκρισις τοῦ Γ. Διοικητοῦ ἀφορᾷ μόνον τὴν σκοπιμότητα. Κατεδείχθη ὅμως ὅτι ἐκτείνεται αὕτη καὶ εἰς τὴν σκοπιμότητα εἰς τρόπον ὥστε κατήντησεν οὐσιαστικῶς ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Νομάρχου ἀνύπαρκτος. Ἐλέχθη καὶ ὅτι οἱ πολῖται, δὲν ἔνοιωσαν ἀκόμη οὔτε σκιὰν τῆς λεγομένης ἀποκεντρώσεως καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ ἀπευθύνωνται διὰ τὰς μικροτέρας ὑποθέσεις των εἰς τὸ Κέντρον. Ἀνεκαλύφθη ὅτι ἐκτὸς τῶν Ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν, αἱ ὁποῖαι πραγματικῶς ἔχουν ἐνστερνισθῆ καὶ συμβάλλουν εἰς τὴν οὐσιαστικοποίησιν τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀποκεντρώσεως, τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα, ἀντιδροῦν πεισμόνως, λόγῳ μιᾶς ἐνσυνειδήτου ἀπεχθείας ἥτις ἔχει δημιουργηθῆ εἰς αὐτὰ κατὰ τὴν μακρὰν ἐφαρμογὴν τοῦ συγκεντρωτικοῦ συστήματος, κατὰ πάσης ἐκχωρήσεως οἱασδήποτε ἁρμοδιότητος πρὸς τοὺς Νομάρχας. Ἐλέχθη ὅτι στέλλονται ἐπιθεωρηταὶ διὰ νὰ ἐνεργήσουν ἀνάκρισιν καθ’ ἑνὸς ὑπαλλήλου, οἱ ὁποῖοι ἀγνοοῦν τελείως τοὺς Νομάρχας, ἀπαξιοῦντες νὰ ἀναγγείλουν κἂν τὸν σκοπὸν τῆς ἐπισκέψεώς των. Ἀρκοῦνται νὰ ζητήσουν τὰς πολυτίμους πληροφορίας ποὺ εἶναι εἰς θέσιν νὰ τοῖς παράσχουν οἱ Νομάρχαι καὶ ἀναχωροῦν χωρὶς νὰ ἀνακοινώσουν τὴν ἔκθεσίν των εἰς αὐτὸν τὸν μόνον ἁρμόδιον. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, λέγουν οἱ Νομάρχαι, τί θέλετε νὰ κάμωμεν;
§112Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ὅλα αὐτὰ εἶναι ζητήματα διοικητικῆς φύσεως —ὡμιλήσατε ἐπὶ τοῦ νόμου.
§113Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ συνέδριον, κύριε Ὑπουργέ, κατέληξεν εἰς ὡρισμένας προτάσεις καὶ ὑποδείξεις, δι’ ὡρισμένας τροποποιήσεις τοῦ νόμου αὐτοῦ ἡ δὲ Κυβέρνησις ὤφειλε, ἐφ’ ὅσον καὶ ὑμεῖς, κύριε Ὑπουργέ, ἐδέχθητε ταύτας, καὶ τὰς ἐκρίνατε κατὰ μέγα μέρος ὡς πραγματικῶς ὀρθάς, νὰ τὰς υἱοθετήσῃ καὶ νὰ τὰς ἐφαρμόσῃ.
§114Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ συνεδρίου οἱ ἐκπρόσωποι τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς διὰ τὰ διοικητικὰ ζητήματα εἶπον ὅτι: ἡ Ἀμερικανικὴ Ἀποστολὴ παρηκολούθησε μὲ ἐνδιαφέρον τὰ θέματα καὶ θὰ τὰ μελετήσῃ. Θὰ τὰ μελετήσωμεν καὶ ἡμεῖς καὶ θὰ ὑποβάλωμεν ἓν νομοσχέδιον.
§115Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ συμπερασμάτων καὶ ὑποδείξεων, αἱ ὁποῖαι ἐλήφθησαν παμψηφεὶ ὑπὸ τοῦ συνεδρίου, αὗται δὲ θὰ ἠδύναντο νὰ ἔλθουν ὡς τροπολογίαι εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ἡ κύρωσις αὕτη σημαίνει ὅτι παραπέμπονται εἰς τὰς καλένδας τὰ συμπεράσματα καὶ αἱ προτάσεις τοῦ συνεδρίου αὐτοῦ, ὅπως συνέβη καὶ μὲ τὰς ὑποδείξεις τοῦ, προηγουμένου αἱ ὁποῖαι ἔμειναν στὰ χαρτιά, πρᾶγμα διὰ τὸ ὁποῖον διεμαρτυρήθη καὶ τὸ συνέδριον τῶν Νομαρχῶν παμψηφεί. Διεμαρτυρήθησαν καὶ σᾶς εἶπον τὶ τὸ θέλατε τὸ συνέδριον καὶ τὸ ἐκάματε; Σήμερον μᾶς καλεῖτε νὰ σᾶς εἴπωμεν ἐκ νέου τὰ συμπεράσματα ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου αὐτοῦ καὶ σᾶς εἶπε ἐν πλήρει παμψηφίᾳ τὸ συνέδριον τῶν Νομαρχῶν μειοψηφούντων ἑνὸς ἢ δύο ὅτι αὐτὸς ὁ νόμος ἀποτελεῖ φαινάκην, δὲν παρέχει εἰς τὴν πραγματικότητα καμμίαν ἁρμοδιότητα εἰς τοὺς Νομάρχας. Εἶπον σᾶς κάμνομεν νέας ὑποδείξεις, σᾶς λέγομεν ἀκριβῶς τί προκύπτει, θέλετε νὰ τὰς ἐφαρμόσητε, ἐφαρμόσετέ τας. Διατὶ δὲν φέρετε αὐτὰ τὰ πράγματα ὡς τροπολογίας, κρατήσατε ἕνα μῆνα τὸν νόμο, ποῖος ὁ λόγος τῆς σπουδῆς πρὸς κύρωσιν, ὁ νόμος ἐφαρμόζεται, τί σημασίαν θὰ ἔχῃ ἐὰν ἔλθῃ μετὰ ἕνα μῆνα. Θὰ συνεννοηθῆτε μὲ τὴν Κυβέρνησιν καὶ θὰ τὰ φέρητε ὑπὸ τύπον τροπολογίας, ἢ ὑπὸ τύπον νέου νόμου.
§116Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ποῖος μᾶς ἐμποδίζει νὰ τὸ κάμωμεν;
§117Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ. Σᾶς ἀναφέρω, κύριοι συνάδελφοι, μίαν ἄλλην παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ Νόμου. Λέγει π. χ. τὸ ἄρθρον 18: «Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς .................... ........ (Ἀναγινώσκει) ..........». Τοῦτο σημαίνει, κύριοι, ὅπως παρετηρήθη ἀπὸ τὸ συνέδριον, ὅτι οὐσιαστικῶς πάλι παραμένει τὸ παλαιὸν καθεστώς. Διότι μετατοπίζεται τὸ κέντρον εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν Βορείου Ἑλλάδος καὶ ἔτσι τὸ ζήτημα τῆς ἀποκεντρώσεως τῶν Νομαρχῶν παραμένει ἄνευ σημασίας, τοὐλάχιστον διὰ τοὺς Νομάρχας τοὺς ὑπαγομένους εἰς τὴν Βόρειον Ἑλλάδα. Ἐλέχθη μία ἄλλη παρατήρησις οὐσιωδεστάτη, λέγει π. χ. τὸ ἄρθρον 7: «Διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων ....... ........ (Ἀναγινώσκει) ..........». Ἰδοὺ τί συμβαίνει μὲ τὴν διάταξιν αὐτήν, τί ἀνωμολογήθη εἰς τὸ συνέδριον ἐκεῖνο καὶ ἀπὸ τὸν ἐκπρόσωπον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ σύστασις τῶν συμβουλίων δὲν ἤρξατο κἂν νὰ λαμβάνῃ οὐσιαστικὴν μορφὴν λόγῳ ἐλλείψεως προσωπικοῦ καὶ δὲν πρόκειται τὰ συμβούλια αὐτὰ νὰ λειτουργήσουν τοὐλάχιστον εἰς πολὺ μακρὸν χρονικὸν διάστημα λόγῳ ἐλλείψεως προσωπικοῦ. Κατὰ συνέπειαν, κύριοι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλοῦμεν περὶ ἀποκεντρώσεως, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμφανίζωμεν νομοσχέδιον, ὅτι δῆθεν μεταβιβάζομεν ἁρμοδιότητας εἰς τοὺς Νομάρχας, ἐνῷ πρόκειται περὶ ἀνυπάρκτων πραγμάτων. Βεβαίως, ἐὰν θέλωμεν, κύριε Ὑπουργέ, πράγματι νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν θεσμὸν τῆς ἀποκεντρώσεως, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸν ἐφαρμόσωμεν διὰ μιᾶς, θὰ τὸν ἐφαρμόσωμεν βαθμιαίως. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ μέχρι τοῦ σημείου νὰ ψηφίζωμεν ὡς Α.Ν., ἕνα νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον δὲν παρέχει οὐδεμίαν ἁρμοδιότητα εἰς τὸν Νομάρχην, ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασις. Παρακαλῶ, ὅθεν, διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν τὸν κύριον Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος ἀντελήφθη ἄλλωστε, ὅτι αἱ ἐκδηλώσεις τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ Νομοῦ Ἀχαΐας, δὲν νομίζω, ὅτι ἀπηχοῦν τὴν θέλησιν καὶ τὸ παράπονον τοῦ λαοῦ, μιᾶς μόνον πόλεως, ἑνὸς Νομοῦ, ἀλλ’ ἀποτελεῖ τὴν γνώμην ὁλοκλήρου τῆς ὑπαίθρου, ὁ ὁποῖος ἀξιοῖ πραγματικὴν εἰσαγωγὴν καὶ πραγματικὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀποκεντρώσεως, ὥστε νὰ δυνηθῇ ὁ πολίτης πράγματι νὰ λύσῃ τὰ ζητήματά του ἐπὶ τόπου, νὰ μὴ ἀναγκάζηται διὰ τὴν ἐλαχίστην ὑπόθεσιν νὰ ἔρχηται εἰς τὰς Ἀθήνας ν’ ἀπασχολῆται, ἢ ν’ ἀπασχολοῦνται οἱ βουλευταὶ ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας. Ὅλα τὰ ζητήματα αὐτὰ ἔπρεπε νὰ λύωνται ἐπὶ τόπου. Παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργέ, νὰ μὴ σπεύσητε εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ νομοθετήματος τούτου ὅπως ἔχει, ἔστω καὶ μὲ τὰς τροποποιήσεις τὰς ὁποίας μᾶς εἶπεν ὁ κύριος Εἰσηγητής, διότι αἱ τροπολογίαι αὐταὶ εἶναι ἐντελῶς ἀσήμαντοι. Ἐὰν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις πράγματι νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸν σκοπὸν τῆς ἀποκεντρώσεως, νὰ μὴ σπεύσῃ εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοθετήματος, ἀλλὰ νὰ τὸ εἰσαγάγῃ μαζὶ μὲ τὰ πορίσματα καὶ τὰς ὑποδείξεις τοῦ συνεδρίου τῶν Νομαρχῶν.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαδόγιαννης, ἔχει τὸν λόγον.
§119Ε. ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὴν παράκλησιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα σύντομοι καὶ δὲν θὰ εἴπω, παρὰ μόνον ὀλίγα τινά. Νομίζω καθῆκον μου ν’ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα τοῦτο διὰ νὰ ἐπικροτήσω τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοθετήματος, διότι πιστεύω ὅτι ἀποτελεῖ ἕνα βῆμα πρὸς τὴν ἀποκέντρωσιν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ Πανελλήνιον πόθον, ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ κανεὶς καὶ μίαν ἀρχὴν προγράμματος ὅλων τῶν Κομμάτων τῆς χώρας, ὄχι μόνον τῆς παρούσης ἐποχῆς ἀλλὰ καὶ παλαιοτέρων τοιούτων καὶ ἕνεκα τούτου θὰ τὸ ψηφίσω. Ἐὰν ἀνέρχωμαι εἰς τὸ βῆμα τὸ κάμνω κατὰ δεύτερον λόγον, νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὰς ἀπόψεις τὰς ὁποίας ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ προσέθεσεν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν βελτίωσιν τῶν ὑπαλλήλων, διότι γνωρίζω ἀπὸ τὴν μακρὰν πεῖραν τὴν ὁποίαν διαθέτω, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει μίαν ἱεραρχίαν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι προσέφερον πολλὰς ὑπηρεσίας εἰς τὴν Πατρίδα. Πιστεύω ἀπολύτως καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπετέλεσαν ἕνα θερμοκήπιον εἰς τὸ ὁποῖον ἀνεπτύχθησαν καὶ ἕνα φυτώριον ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐξεπορεύθησαν πολλοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι καὶ σήμερον κατέχουν ἀνωτάτας ὑπηρεσίας, ὄχι μόνον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλα Ὑπουργεῖα, Τραπέζας καὶ Ἱδρύματα, καὶ νομίζω ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν ἐξακολουθοῦν νὰ τηροῦν τὴν παράδοσιν τὴν Ἐθνικήν, τὴν παράδοσιν τὴν ἠθικήν, τὴν παράδοσιν τῆς ἀνωτερότητος καὶ τὴν παράδοσιν τῆς ἀκομματίστου διοικήσεως. Ἕνεκα τούτου νομίζω ὅτι ἔχει καθῆκον ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία πᾶσαν διάταξιν σχετικὴν μὲ τὴν βελτίωσιν τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν νὰ τὴν ψηφίσῃ εὐχαρίστως καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ μὴ φέρῃ οὐδεμίαν ἀντίρρησιν εἰς τὰς προτάσεις καὶ τὰς τροπολογίας. Γενικώτερον ἔχω νὰ εἴπω, ὅτι ἀπὸ τὴν μακρὰν πεῖραν τὴν ὁποίαν ἔχω ἐν τῇ διοικήσει, ὅταν ὁ Νομάρχης καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἵστανται εἰς τὴν θέσιν των, νομίζω ὅτι ὑπάρχει χρηστὴ διοίκησις εἰς τὸν τόπον. Οἱ δύο αὐτοὶ ἐκπρόσωποι τοῦ Κράτους ὅταν εὑρίσκωνται εἰς τὸ ὕψος τῶν ἀξιωμάτων τὰ ὁποῖα φέρουν καὶ ὅταν ὑπάρχῃ μεταξύ των μία ἐπαφὴ καὶ συνεργασία διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν Νόμων, εἶναι δυνατὸν νὰ φέρουν ὁλόκληρον τὴν Διοίκησιν μέσα εἰς τὰ ὅρια τῆς νομιμότητος καὶ μέσα εἰς τὰ ὅρια τῆς ἀποδόσεως χρηστῆς Διοικήσεως. Δι’ αὐτὸ θὰ ἔπρεπε νὰ δώσωμεν μεγαλυτέραν σημασίαν εἰς τὸ ζήτημα τοῦ θεσμοῦ τῶν Νομαρχῶν. Καὶ βέβαια ἔχομεν ἕναν πρόσφατον νόμον, ὁ ὁποῖος δίδει ἐλπίδας. Ἐγὼ ἀτυχῶς ἔχω φόβους, ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἔχω μίαν παρατήρησιν, νὰ κάμω. Νομίζω, ὅτι ἔπρεπεν, ὄχι κατ’ ἀνάγκην, ἀλλ’ ἐκ τῶν μονίμων ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅσοι ἀναδεικνύονται κατὰ τὸ στάδιον τῆς σταδιοδρομίας των ὅτι ἀναπτύσσουν πρωτοβουλίαν καὶ πολιτικότητα, θὰ ἔπρεπεν, ὄχι λέγω κατ’ ἀνάγκην, ἀλλὰ εἷς ἀριθμὸς ἐξ αὐτῶν νὰ εἰσέρχηται εἰς τὸ Σῶμα τῶν Νομαρχῶν, διότι διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἡ Διοίκησις θὰ ἀποκτήσῃ Νομάρχας ὡς κατάλληλα ὄργανα διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐξασφαλίζηται ἡ χρηστὴ καὶ ἡ ἀκομμάτιστος διοίκησις. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλοι διὰ τὸ ἀξίωμα τοῦ Νομάρχου ὅλοι οἱ ἐπιτυγχάνοντες Διευθυνταὶ Νομαρχιῶν, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν μόνον ὅσοι θὰ ἀποδειχθῶσιν ἐν τῇ πράξει ὄχι μόνον ὅτι εἶναι ἐγκρατεῖς τῆς νομοθεσίας, ἀλλὰ ὅτι μετὰ χρηστότητος δύνανται ν’ ἀναπτύξουν πρωτοβουλίαν καὶ μετὰ λεπτότητος νὰ ἀσκήσουν τὸ λειτούργημα τοῦ Νομάρχου, ὡς ἐμφορούμενοι μὲ εὐρύτητα ἀντιλήψεως, ἀπομακρυνόμενοι κάπως τῆς γραφειοκρατικῆς προσηλώσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη παρατήρησις, τὴν ὁποίαν εἶχα νὰ κάμω. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ σημερινοῦ νομοθετήματος, ὁμολογῶ ὅτι εἶναι κάπως συγκεχυμένη ἡ κατάστασις. Διατηροῦνται οἱ Γενικοὶ Διοικηταὶ καὶ ταὐτοχρόνως αἱ ἁρμοδιότητές των δίδονται εἰς τοὺς Νομάρχας. Δημιουργεῖται ἐντεῦθεν μίαν σύγχυσις ἥκιστα συντελεστικὴ διὰ τὴν ἐξασφάλισιν σταθερᾶς διοικήσεως. Τώρα ἔχομεν μίαν δήλωσιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὅτι πρόκειται νὰ γίνῃ κατάργησις τῶν Γενικῶν Διοικήσεων.
§120Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Τὸ λέγει ὁ νόμος.
§121Ε. ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ μέχρι τῆς ὥρας δὲν ἐφαρμόζεται. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον ἡ ἀποκέντρωσις, ἡ ὁποία ἐγκαινιάζεται, θὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον προσδεκῶμεν καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζει πολλὰς ἐλπίδας ἡ Κυβέρνησις. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι, διὰ νὰ ἔχωμεν τὸ ἀγαθὸν αὐτὸ ἀποτέλεσμα, πρέπει νὰ ὀργανώσωμεν τὰς Νομαρχίας. Σήμερον ἔχομεν τὰς Γενικὰς Διοικήσεις. Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς, κύριοι, εἰς τὴν ἕδράν του εἶναι ἓν εἶδος Πρωθυπουργοῦ καὶ ἀντιμετωπίζει τὴν λύσιν ὅλων τῶν προβλημάτων ὅλων τῶν Ὑπουργείων. Εἶναι πανυπουργός. Ἀλλὰ διὰ νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον του ἔχει πλησίον του ὑπαλλήλους ὅλων τῶν ἁρμοδιοτήτων καὶ ὅλων τῶν εἰδικοτήτων, ὅλων τῶν Ὑπουργείων. Τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίων Ἔργων, τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, τῶν Τ.Τ.Τ. κ.λ.π. ἀνεξαρτήτως ἀπὸ ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα ἔχει ἀντιπροσώπους εἰς τὰς Γεν. Διοικήσεις καὶ ἔχει τοὺς συμβούλους του, τῶν ὁποίων τὴν γνώμην λαμβάνων, ἀποφαίνεται κατὰ τρόπον ὁπωσδήποτε νόμιμον καὶ ἱκανοποιητικὸν διὰ τὴν Διοίκησιν. Σήμερον καταργοῦμεν τὸν Γενικὸν Διοικητὴν καὶ δίδομεν ἁπάσας τὰς ἁρμοδιότητας καὶ ὅλα τὰ δικαιώματά του εἰς τὸν Νομάρχην. Ὁ Νομάρχης διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον του ἔχει ἀνάγκην νὰ ἀποκτήσῃ ὁμοίως ὑπαλλήλους—συμβούλους, ἰσαρίθμους καὶ ὅλων τῶν ἁρμοδιοτήτων τῶν Ὑπουργείων. Ἀλλὰ τοιούτους ὑπαλλήλους δὲν βλέπω τὸ Κράτος, διατεθειμένον, ὑπὸ τὰς σημερινὰς οἰκονομικὰς συνθήκας νὰ τοῦ δώσῃ. Αὐτὴ εἶναι μία ἄλλη σοβαρωτάτη παρατήρησις, τὴν ὁποίαν εἶχον νὰ κάμω καὶ ἡ ὁποία δημιουργεῖ ἕνα φόβο ὅσον ἀφορᾷ τὴν τύχην τοῦ νομοθετήματος, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν καὶ 49 Νομαρχίας. Τὸ νὰ ἔχωμεν ἱκανοὺς Γεν. Διοικητὰς 5–10 ἢ Νομάρχας 5–10, τὸ ἀντιλαμβάνομαι. Ἀλλὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας 49 Νομάρχας ἱκανούς, οἱ ὁποῖοι νὰ εἶναι ἐντριβεῖς τῆς κειμένης νομοθεσίας, ἡ ὁποία ὅπως γνωρίζομεν ὅλοι εἶναι πολυδαίδαλος. Γεννᾶται ἐντεῦθεν ἕνας φόβος καὶ μία ἐπιφύλαξις. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐφ’ ὅσον τὸ νομοθέτημα θὰ ψηφισθῇ, νομίζω ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ Κυβέρνησις ὁλόκληρος πρέπει νὰ ἠξεύρουν τὸν τρόπον ὥστε νὰ ὀργανωθοῦν πληρέστερον αἱ Νομαρχίαι, διότι ἄλλως εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἀχθῇ εἰς αἴσιον πέρας τὸ ἔργον τοῦ Νομάρχου καὶ γενικῶς τῆς ἀποκεντρώσεως τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκει τὸ νομοθέτημα, ἐφ’ ὅσον θὰ κρατήσωμεν τὰς Νομαρχίας μὲ τοὺς φιλοτίμους μὲν ἀλλ’ ὀλιγαρίθμους καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὄχι καὶ τόσον ἐγκρατεῖς τῆς νομοθεσίας ὑπαλλήλους, τοὺς ὁποίους σήμερον ἔχουν. Αὐτὴ εἶναι μία ἄλλη παρατήρησις τὴν ὁποίαν εἶχον νὰ κάμω καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§122Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ἡ ὁποία μὲ εὑρίσκει ἀπολύτως σύμφωνον.
§123Ε. ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ὀλιγοστεύσουν αἱ Νομαρχίαι διότι δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ καλοὺς Νομάρχας νὰ ἀποκτήσωμεν ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ δώσωμεν χρηστὴν καὶ συγχρονισμένην διοίκησιν εἰς τὸν πολίτην. Ἀλλὰ πρέπει νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς. Αὐτὸ τὸ γεγονὸς θὰ γίνῃ ἀντικείμενον ἐκμεταλλεύσεως. Δυστυχῶς ὅλοι μας γνωρίζομεν ὅτι καμμία Ἐπαρχία δὲν θέλει νὰ χάσῃ τὰ δικαιώματά της καὶ ἕνας νόμος δὲν θὰ δεχθῇ νὰ ἴδῃ τὴν διάλυσίν του καὶ τὴν συγχώνευσίν του ἢ τὴν ἕνωσίν του μὲ ἄλλον νόμον. Δι’ αὐτὸ δὲν ἠξεύρω τί εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ ἐν προκειμένῳ. Βεβαίως, τὸ νομοθέτημα ἔχει ἕνα καλὸν σκοπὸν καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἀποτελεῖ ἕνα βῆμα πρὸς τὴν ἀποκέντρωσιν καὶ θέλω νὰ ἐλπίζω ὅτι ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς του θὰ καταστοῦν ἔκδηλα τὰ ἐλαττώματα καὶ θὰ ἔλθουν ἄλλοι νόμοι, οἱ ὁποῖοι θὰ συμπληρώσουν τὰς ἀτελείας του διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἔχωμεν μίαν χρηστοτέραν διοίκησιν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ θέματος ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ οὐδεμία ἀντίρρησις εἰς τὴν πρότασιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἐκ τῆς ἐπαφῆς μου μετὰ τῶν ὑπηρεσιῶν του, διότι καὶ ἐγὼ προέρχομαι ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον αὐτό, ἔχω πεισθῆ ἀπολύτως ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔχουν ὑψηλοτέραν ἀντίληψιν τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς ἀποστολῆς των καὶ ἐξυπηρετοῦντες αὐτοὺς ἐξυπηρετοῦμεν τὸ γενικὸν συμφέρον.
§124Ε. ΛΟΥΛΑΚΑΚΗΣ. Θὰ ἠθέλωμεν νὰ ἀκούσωμεν ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν μίαν δήλωσιν ὅτι θὰ μᾶς φέρῃ ἐντὸς μηνὸς νέον νομοσχέδιον εἰς τὸ ὁποῖον νὰ προβλέπωνται ὅλα ἐκεῖνα τὰ πορίσματα εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξε τὸ Συνέδριον τῶν Νομαρχῶν, διότι πράγματι ὁ ἀναγκαστικὸς νόμος, τὸν ὁποῖον καλούμεθα νὰ κυρώσωμεν, εἶναι μία φενάκη διὰ τὴν ἀποκέντρωσιν καὶ κάμνω τὴν δήλωσιν αὐτὴν εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι παρ’ ὀλίγον νὰ εἴχωμεν ὑποβάλει πρότασιν ἐλλείψεως ἀπαρτίας ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν.
§125Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Κύριοι Βουλευταί, θὰ ἠδυνάμην διὰ μακρῶν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ θέματος τὸ ὁποῖον καὶ εὐρύτητα ἐξετάσεως ἔχει καὶ ἀντικείμενον πίστεως δι’ ἐμὲ ἀποτελεῖ. Ἔχω πλήρη συναίσθησιν ὅτι τὸ νομοθέτημα αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ τὸ ἅπαντον, οὔτε τὴν ὁλοκλήρωσιν τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως. Δὲν δύναται ὅμως κανεὶς συζητητὴς νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ἀποτελεῖ τὴν ἀρχήν. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ εἴπω ὅτι ἀποτελεῖ τὸ θεμέλιον τοῦ ὅλου οἰκοδομήματος τῆς ἀποκεντρώσεως. Τὸ Συνέδριον τῶν Νομαρχῶν τὸ παρηκολούθησα ὡς Πρόεδρος αὐτοῦ. Τὰ πορίσματά του δὲν εἶναι βέβαια ὅλα ἀντικείμενον νομοθετικῆς μερίμνης. Τὰ περισσότερα ἐξ αὐτῶν εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπευθοῦν καὶ νὰ ἱκανοποιηθοῦν ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίσῃ ὅτι πρέπει νὰ θεραπευθοῦν καὶ νὰ ἱκανοποιηθοῦν, εἴτε δι’ ἁπλῶν πράξεων τῆς Διοικήσεως, εἴτε δι’ ἐκδόσεως Βασιλικῶν Διαταγμάτων. Βεβαίως τόσον ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νά σᾶς ὁμιλῇ, Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς τὸ Συνέδριον τῶν Νομαρχῶν ἐδήλωσεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις λαμβάνει ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὰ πορίσματα τοῦ Συνεδρίου τῶν Νομαρχῶν, ὅσον, ὅπως εἶπον, καὶ ἡ Ἀμερικανικὴ Ἀποστολὴ διὰ τῶν ἐκπροσώπων της ἐκεῖ, εἶπεν ὅτι ἀποδίδει μεγάλην σημασίαν εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ Συνεδρίου καὶ λαμβάνει ἰδιαιτέρως ὑπ’ ὄψιν τὰ πορίσματά του τὰ ὁποῖα θὰ μελετήσῃ καὶ ἐκείνη καὶ ἐν συνεργασίᾳ μὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ λάβουν τὰ μέτρα εἴτε τὰ νομοθετικὰ εἴτε τὰ διοικητικά, τὰ ὁποῖα θὰ συντελέσουν εἰς τὴν προαγωγὴν τοῦ θεσμοῦ τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως. Αὐτὰ ἐν ὀλίγοις, διὰ νὰ μὴ μακρυγορήσω περισσότερον. Ὡς πρὸς τὰς τροπολογίας τῆς Ἐπιτροπῆς, τὰς δέχομαι. Εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Κρήτης, τὴν ἀφορῶσαν τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, ὄχι μόνον δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, ἀλλὰ καὶ ὑπερβάλλω εἰς ἔπαινον ἀφορῶντα τοὺς διοικητικοὺς ὑπαλλήλους. Πραγματικῶς οἱ ὑπάλληλοι αὐτοί, χωρὶς νὰ θέλω νὰ ὑποτιμήσω τὴν ἀξία τὴν ἐργατικότητα καὶ φιλοπονίαν καὶ νομιμοφροσύνην τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων, εὑρίσκονται εἰς μίαν ἔναντι τοῦ Κράτους ἐντελῶς μειονεκτικὴν θέσιν. Εἶναι ὀλιγάριθμοι καὶ ἡ ἐργασία των μεγάλη. Ὅ,τι δήποτε θελήσει τὸ Κράτος νὰ ἐνεργήσῃ καὶ δὲν ἔχει ἄλλο ὄργανον, εἰς τὰς Νομαρχίας ἀπευθύνεται. Τὸ προσωπικὸν τῶν Νομαρχιῶν εἶναι πολὺ ἐλλιπές. Ἐν τούτοις ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ὑποχρεώσεις ποὺ τοῦ ἐπιβάλλει τὸ Κράτος. Οἱ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι, αὔριον, παρ’ ὅλον τὸν ὄγκον τῆς ἐργασίας καὶ τὸν γλίσχρον μισθὸν των, οὐδέποτε ἀπήργησαν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας τὸ κακίζω — αὐτὸ εἶναι ἄλλο θέμα διὰ τὸ ὁποῖον ἐπιφυλάσσομαι ἐν καιρῷ νὰ εἴπω τὰς γνώμας μου. Ἀλλ’ ἕνας κλάδος ὑπαλλήλων, ὁ ὁποῖος, παρ’ ὅλας τὰς ἀντιξόους περιστάσεις ποὺ διανύει τὸ Κράτος καὶ τὰς ἀπεργίας, ἐστάθη πιστὰ εἰς τὸ πλευρὸν τοῦ Κράτους καὶ οὐδέποτε ἀπήργησε, νομίζω ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ καὶ ἐκεῖνο τὴν ἐκδήλωσιν ἀναλόγου στοργῆς ἐκ μέρους τοῦ Κράτους. Οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ εἶχον ἕν ἐπίδομα, τὸ ὁποῖον ἐστηρίζετο εἰς εἰδικὸν νόμον, ἀλλὰ μὲ τὴν γενικὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν κατάργησιν τῶν φόρων ὑπὲρ τρίτων, κατηργήθη καὶ τὸ ἐπίδομα αὐτό, Εἶμαι διατεθειμένος νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν οἰκονομικὴν βελτίωσιν τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν, ἴσως καὶ διὰ τῆς ἐπαναφορᾶς ἐν ἰσχύϊ τοῦ εἰδικοῦ αὐτοῦ πόρου. Ἀλλ’ ὡς ἐκπροσωπῶν τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῷ συνόλῳ της σήμερον, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ τὴν τροπολογίαν, ὡς ἔχει διατυπωθῆ ἀπὸ τὴν Κοιν. Ἐπιτροπήν. Ἡ διατύπωσις τῆς Κοινοβ. Ἐπιτροπῆς ἔχει οὕτω: «Κατ’ ἐξαίρεσιν .... .... (ἀναγινώσκει) ......» Δὲν δύναμαι, κύριοι βουλευταί, νὰ τὸ δεχθῶ αὐτὸ ἐγώ, ὁ ὁποῖος μὲ τόσον ἐνθουσιασμὸν καὶ πίστην ὡμίλησα ὑπὲρ τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων καὶ ὑπὲρ τῆς ἀνάγκης τῆς βελτιώσεως τῆς οἰκονομικῆς των θέσεως. Διότι ἡ διατύπωσις ὡς ἔχει, ἐὰν γίνῃ δεκτή, θὰ ἐπιφέρῃ μίαν ἀναστάτωσιν εἰς τὴν ὅλην οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Προτείνω τὴν ἑξῆς διατύπωσιν, ἡ ὁποία ἐλπίζω ὅτι καὶ τοὺς κυρίους βουλευτὰς θὰ ἱκανοποιήσῃ. Ἐκεῖ ποὺ λέγει «κατ’ ἐξαίρεσιν κλπ. διατηρεῖται ἐν ἰσχύϊ», τὸ «διατηρεῖται ἐν ἰσχύϊ» τὸ ἀντικαθιστῶ: «δύναται διὰ Β.Δ. ἐκδιδομένου προτάσει τῶν Ὑπουργῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν νὰ τεθῇ ἐν ἰσχύϊ κλπ. ὁ νόμος αὐτὸς» οὕτως, ὥστε ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἴδῃ, ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ συνθῆκαι καὶ ὁ τρόπος τῆς ἀσκήσεως τῆς οἰκονομικῆς τῆς πολιτικῆς, τὸν ὁποῖον ὅλοι ἀντιλαμβάνεσθε, τῆς καθιστοῦν ἐφικτὴν τὴν θέσιν εἰς ἰσχὺν τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ, νὰ τὸ θέσῃ. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους βουλευτὰς νὰ δεχθοῦν τὴν διατύπωσιν αὐτὴν καὶ νὰ τελειώνωμεν.
§126Ε. ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ. Διαφωνοῦμεν.
§127Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν διαφωνῆτε, δὲν δέχομαι τὴν τροπολογίαν καὶ, ἑπομένως, ἀντὶ νὰ βοηθήσετε τὸ θέμα τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, τὸ καταστρέφετε. Ἐπ’ αὐτοῦ νὰ εἴμεθα σαφῶς ἐξηγημένοι. Διὰ τῆς ἰδικῆς μου διατυπώσεως παρέχεται ἡ εὐχέρεια καὶ σήμερον καὶ αὔριον, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ τὸ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις.
§128Ε. ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τορπιλλίζετε ....
§129Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ τορπιλλίσουν τὸ θέμα, θὰ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν δέχονται τὴν διατύπωσιν αὐτήν.
§130Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, θέλω νὰ μᾶς παράσχετε τὴν βεβαίωσιν, ὅτι τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα αὐτὸ θὰ ἐκδοθῇ ὑπ’ εὐθύνην σας.
§131Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Θέλετε νὰ ἀστειευώμεθα, ἢ σοβαρολογοῦμεν; Μόνος μου νὰ ἐμπροσωπήσω τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῷ συνόλῳ της δὲν ἠμπορῶ, διότι εἶναι ζήτημα ὄχι μόνον Ὑπουργοῦ Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀσκήσεως τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ὁ ὁποῖος τρόπος γνωρίζετε καλῶς πῶς καθορίζεται. Ἐὰν ἐξηρτᾶτο ἀπὸ ἐμέ, εὐχαρίστως μὲ τὰ δύο μου χέρια νὰ τὸ ὑπογράψω.
§132Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὁμοφώνως ἡ Κοινοβ. Ἐπιτροπὴ ἐτόνισε τὴν ἀνάγκην τῆς οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως ....
§133Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Εἰς ἐμὲ θὰ διδάξετε τὴν ἀνάγκην αὐτήν; Τὸ διεδήλωσα αὐτὸ παντοῦ — καὶ εἰς τὸ Συνέδριον τῶν Νομαρχῶν, εἰς τὰς Πάτρας, καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, ποὺ παρουσιάσθη ἐνώπιόν μου, τὸ εἶπον. Τὸ πιστεύω περισσότερον ἀπὸ τὸν καθένα ὡς μίαν ἐθνικὴν ἀνάγκην. Λύσατέ μας τὰ χέρια νὰ τὸ κάμωμεν. Δώσατέ μας τὴν νομικὴν εὐχέρειαν. Σήμερον δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ κάμωμεν.
§134Ε. ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ἔπρεπε, ἐφόσον θεωρεῖ ἑαυτὸν ἀλληλέγγυον μὲ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ εἶχε λύσει τὸ πρόβλημα πρὶν παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας.
§135Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Κύριοι Βουλευταί, εἴμεθα εἰς τὸν ἕβδομον μῆνα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν ἔχομεν, ὡς Κυβέρνησις, τὴν δυνατότητα νὰ τὸν ἀνατρέψωμεν. Πῶς θέλετε νὰ ὁμιλήσωμεν σαφέστερα; Πονῶ πιὸ πολὺ ἐγὼ ἀπὸ τὸν καθένα σας τὴν θέσιν τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων. Ἐπίσης, κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχουν μερικὰ γραμματικὰ λάθη εἰς τὸ κείμενον. Εἰς τὸ ἄρθρον 9 π.χ. «Συνιστᾶται παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ Ἐσωτερικῶν.....» λείπει μία λέξις «Κρατικῆς διοικήσεως καὶ Τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως». Θὰ παρακαλέσω νὰ διορθωθῇ. Ἐπίσης εἰς τὸ ἄρθρον 4, σειρὰ τετάρτη, ἀντὶ «κατὰ τὸ ἄρθρον 8» εἶναι: «κατὰ τὸ ἄρθρον 7». Παρακαλῶ, ὅπως γίνῃ δεκτὸς ὁ Α. Ν., μὲ τὰς τροπολογίας τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὴν ἰδικήν μου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ: Δέχεται τὸ νομοσχέδιον;
§137ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως, τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Α. Ν. 1489)1950 «περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἁρμοδιότητος τῶν Νομαρχῶν», ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ. Βʹ συζήτησις κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Μεγάλης Βρεταννίας συμφωνίας διακανονισμοῦ τῶν δαπανῶν τῶν τριῶν Βρεταννικῶν Ὀργανωτικῶν Ἀποστολῶν Στρατοῦ, Ναυτικοῦ καὶ Ἀεροπορίας».
§139ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Μεγάλης Βρεταννίας συμφωνίας διακανονισμοῦ τῶν δαπανῶν τῶν τριῶν Βρεταννικῶν Ὀργανωτικῶν Ἀποστολῶν Στρατοῦ, Ναυτικοῦ καὶ Ἀεροπορίας». Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§141ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6ην μ.μ., μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως, ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 10.20′ μ.μ.).