1950.12.15
2,939 rows · 21,816 words · 211 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 27η
Παρασκευὴ 15 Δεκεμβρίου 1950
Προεδρία κ. Δ. Β. ΓΟΝΤΙΚΑ
(Ὥρα 6.30′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλῶ τὸν κ. Γραμματέα ν’ ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως.
§2Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. (Γραμματεὺς) (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. Ὁ βουλευτὴς κ. Ἀθανασιάδης Νόβας, ζητεῖ ἄδειαν ἀπουσίας εἰς τὸ ἐξωτερικὸν.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, ἐγκρίνεται.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρέσχε τὴν ἔγκρισὶν της εἰς τὴν αἰτουμένην ἄδειαν ἀπουσίας εἰς τὸ ἐξωτερικὸν εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Ἀθανασιάδην Νόβαν. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τά ἀκόλουθα. Τὸ Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. Α. Π. 337202]14–12–50 ἐγγράφου του διαβιβάζει τὴν ὑπ’ ἀριθ. Α. Π. 200]50 ἀναφορὰν τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἀνωτέρας Στρατιωτικῆς Διοικήσεως Ἀττικῆς–Νήσων μετὰ ποινικῆς δικογραφίας κατὰ τοῦ βουλευτοῦ Ἀθηνῶν κ. Δ. Χριστάκου, κατηγορουμένου ἐπὶ παραβάσει τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 2 καὶ 3 τοῦ Α.Ν. 509]47 καὶ ζητοῦντος τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας τούτου συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Κ. Μαρῆς, Μ. Χλουβεράκης, Κ. Καλκάνης καὶ Α. Δερδεμέζης καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ καὶ Βιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου Ἡρακλείου ζητοῦντος τὴν ταχεῖαν κατασκευὴν βαρελίων πρὸς ἐξαγωγὴν οἴνου εἰς Γερμανίαν βάσει τῆς ὑπογραφείσης ἐμπορικῆς συμφωνίας κ.λ.π. Οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων Συκιᾶς Βερροίας ἐκφράζουν τὰς εὐχαριστίας των πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ παραρτήματος Ὑπουργείου Οἰκισμοῦ καὶ Ἀνοικοδομήσεως Θεσσαλονίκης, συντελέσαντας εἰς τὴν ἐπίλυσιν τοῦ στεγαστικοῦ των προβλήματος. Ὁ Γεωργικὸς Πιστωτικὸς Συν)σμὸς Νησίστης Παλαιᾶς Ἑλλάδος, ζητεῖ τὴν χορήγησιν πιστώσεως δραχμῶν 8.500.000 ἐκ τῶν πιστώσεων τῆς γεωργικῆς ἀνασυγκροτήσεως πρὸς ἐξόφλησιν τῶν πρὸς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος ὀφειλῶν τῶν μελῶν του. Ἡ Ὁμοσπονδία Ἀναπήρων καὶ Θυμάτων πολέμων 1897–1949 Β. Ἑλλάδος ζητεῖ, ὅπως κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νέου συνταξιοδοτικοῦ Κώδικος τεθῇ ἡ προτεινομένη διάταξις «Δημόσιοι ὑπάλληλοι ἢ Ὑπάλληλοι Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου καταστάντες ἢ καθιστάμενοι ἀνάπηροι πολέμου, καθ’ ὃν χρόνον διατελοῦν ὑπάλληλοι, δύνανται τῇ αἰτήσει των νὰ τύχουν συντάξεως ἐξισουμένης πρὸς τὸ σύνολον τῶν συνταξίμων ἀποδοχῶν των, ἅμα τῇ συμπληρώσει 15ετοῦς συνταξίμου ὑπηρεσίας.» Τὸ Σωματεῖον Ἑλλήνων Ἠθοποιῶν Ἀθηνῶν διαμαρτύρεται δι’ ἐπιβληθεῖσαν βαρυτάτην φορολογίαν ἐπὶ τῶν δημοσίων θεαμάτων. Οἱ ἄνεργοι Ναούσης ζητοῦν ἄμεσον ἐπαναλειτουργίαν τοῦ Ταμείου ἀνεργίας τὴν ἐπὶ ἕξ μῆνας παράτασιν τῆς ἐπιδοτήσεώς των παρὰ τοῦ Ταμείου ἀνεργίας κ.λ.π. Ὁ Σύνδεσμος Ἐργατοτεχνιτῶν Ἀσβεστοποιΐας καὶ Λατόμων Θεσ]νίκης διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ ἀντιεργατικοῦ Α.Ν. 1543 καὶ ζητεῖ τὴν λειτουργίαν τῶν ἀσβεστοποιείων καυσίμων. Ὁ Σύλλογος τῶν ἐξ ἐπαγγέλματος φυλάκων ΟΛΠ ὁ «Ἅγιος Θωμᾶς Πειραιῶς», ζητεῖ ὅπως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Νόμου 1559 συμπεριληφθῇ ἡ ἐν τῷ ὑπομνήματί των προτεινομένη διάταξις κ.λ.π. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Δ. Λαντζούνης καταθέτει ἀναφορὰν ὑπαλλήλων Νομαρχίας Μεσσηνίας, ζητούντων ὅπως χορηγηθῇ καὶ αὖθις αὐτοῖς ἐπίδομα Νόμου 1208]38, διατηρουμένου ἐν ἰσχύϊ δι’ ὃν σκοπὸν ἐνομοθετήθη, εἰδικοῦ λογ]σμοῦ ἐξ εἰσφορῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων κατὰ παρέκκλισιν τῶν Νόμων 1500]50 καὶ 1502]50. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Π. Πέννας καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συ)σμῶν Νομοῦ Σερρῶν, ζητοῦντος ὅπως τὰ χορηγηθησόμενα πλασματικὰ δάνεια εἶναι ἀνάλογα τῆς ποιοτικῆς ἀνωτερότητος τῶν καπνῶν κ.λ.π. Ὁ βουλευτὴς Φλωρίνης κ. Γ. Ἀριστείδου καταθέτει ἀναφορὰν κατοίκων Κορησοῦ Καστορίας ἀγωνισθέντων κατὰ συμμοριτισμοῦ ζητούντων χορήγησιν ζωοτροφῶν, ἐργαλείων καὶ ἀροτριώντων ζώων, ἐνίσχυσιν χαλαζοπλήκτων ἀμπελουργῶν κ.λ.π. Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος κ. Ε. Καλαντζῆς καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Ἐπαγγελματικῶν καὶ Βιοτεχνικῶν Ὀργανώσεων Νομοῦ Φωκίδος, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν μὴ χορήγησιν δανείων εἰς τοὺς πληγέντας ἐπαγγελματίας καὶ βιοτέχνας τοῦ ὡς ἄνω Νομοῦ. Ὁ βουλευτὴς Κυκλάδων κ. Τ. Πάρρης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Βάρης Σύρου, ζητοῦντος τὴν διάθεσιν 80.000.000 δραχμῶν ἐκ τοῦ προγράμματος «Πρόνοια Ἐργασία» πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων κοινῆς ὠφελείας. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ε. Παπαδόγιαννης καὶ Ν. Σπέντζας καταθέτουν ἀναφορὰν γονέων καὶ κηδεμόνων στρατευθέντων φοιτητῶν Ἀθηνῶν, ζητούντων τὴν καθιέρωσιν μιᾶς εἰσέτι ἐξεταστικῆς περιόδου διὰ τοὺς στρατευθέντας φοιτητάς. Ὁ βουλευτὴς Φλωρίνης κ. Γ. Ἀριστείδου καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ τῶν Προέδρων τῶν Σωματείων Δικηγορικοῦ, Ἰατρικοῦ, Φαρμακοποιῶν, Ἐμπορικοῦ καὶ διαφόρων ἄλλων ὀργανώσεων Καστορίας, διαμαρτυρομένων διὰ μελετωμένην μετάθεσιν τοῦ Δημαρχοῦντος Εἰσαγγελέως Πρωτοδικῶν Τ. Ἀργυροπούλου καὶ ζητούντων ἀναστολὴν ταύτης. Ὁ βουλευτὴς Φλωρίνης κ. Γ. Ἀριστείδου καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῆς Κοινότητος Σκλήθρου Νομοῦ Φλωρίνης, ζητούντων ἀνέγεσιν 22 πυρποληθέντων οἰκιῶν των, χορήγησιν τροφίμων καὶ μεταφορικῶν μέσων εἰς τοὺς ἐπαναπατρισθέντας συμμοριοπλήκτους γεωργοὺς κ.λ.π. Ὁ βουλευτὴς Κυκλάδων κ. Π. Εὐριπαῖος καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ Ἐμπορικοῦ καὶ Βιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου Σύρου, δι’ οὗ ἐκθέτει τὰς ἀπόψεις του ὡς πρὸς τὴν θέσιν τῆς ἐπαρχιακῆς βιομηχανίας. Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Σ. Στεφανόπουλος καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ βομβοπλήκτου Γ. Δακανίλη ἰατροῦ ἐξ Ἡρακλείου Κρήτης, ζητοῦντος τὴν λῆψιν μέτρων προνοίας ὑπὲρ βομβοπλήκτων Ἡρακλείου. Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Σ. Στεφανόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Ἐπαγγελματιῶν καὶ Βιοτεχνῶν Ἀγρινίου καὶ περιχώρων, ζητούντων ἄμεσον ἐκτέλεσιν ὑδροηλεκτρικῶν ἔργων Ἀχελῴου. Ὁ βουλευτὴς Ἰωαννίνων κ. Α. Δερδεμέζης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ προέδρου Παντοπωλῶν Ἰωαννίνων, ζητοῦντος τοποθέτησιν καθηγητοῦ ἐμποριολογίας ἐν τῇ Ἐμπορικῇ Σχολῇ Ἰωαννίνων. Ὁ βουλευτὴς Ἰωαννίνων κ. Α. Δερδεμέζης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου Ἰωαννίνων ζητοῦντος χορήγησιν δανείου 3.000.000.000 δραχμῶν πρὸς κατασκευὴν τοῦ κατεστραμμένου δικτύου ὑπονόμων Ἰωαννίνων. Ἐπίσης ἀνακοινῶ τὰ ἑξῆς. Ὁ κ. Σ. Κωστόπουλος (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως, τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ἀναγκ. Ν. ὑπ’ ἀριθ. 1347)1949 «περὶ ὀργανώσεως ὑπηρεσιῶν τινῶν, τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν καὶ 2) «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων περὶ διαχειρίσεως τῆς ἀνταλλαξίμου περιουσίας καὶ ρυθμίσεως τῆς θέσεως τοῦ προσωπικοῦ τῆς
Υ.Δ.Α.Μ.Κ.».
Ὁ κ. Α. Λαμπρόπουλος (Ὑπουργὸς Γεωργίας) καταθέτει 1) σχέδια νόμων «περὶ ρυθμίσεως τοῦ τρόπου διεξαγωγῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἑλληνικῆς Ἑταιρείας Ἐξαγωγῆς Γεωργικῶν Προϊόντων καὶ 2) «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 1 τῆς Κτηνιατρικῆς Συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας» καὶ 2) τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τῆς ἀφορώσης τὴν προστασίαν τῶν ἐλαιοπυρήνων νομοθεσίας». Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς τοῦ συνοικισμοῦ Κουτρούφων τῆς κοινότητος Καρακοβουνίου εἰς τὴν Κοινότητα Κουτρούφων, ὡς χειμερινῆς κατοικίας τῶν κατοίκων αὐτῆς». Ὁ κ. Φ. Ζαΐμης (Ὑπουργὸς Οἰκισμοῦ καὶ Ἀνοικοδομήσεως) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας τοῦ Νόμου 5229)1931». Ὁ κ. Ι. Γιαννόπουλος (Ὑπουργὸς Τ.Τ.Τ.) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ συστάσεως Ταχ. Γραφείου Γʹ Τάξεως εἰς τὴν Κοινότητα Καράτουλα–Ἠλείας». Ὁ κ. Ἠ. Λαγάκος (Ὑπουργὸς Ἐργασίας) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ παροχῆς τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ Νόμου 2112 εἰς τοὺς προσθέτους ἀστυφύλακας». Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Εὐριπαῖος καταθέτει πρότασιν νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως διατάξεων τοῦ Ν.Δ. 321)47 καὶ ἐπὶ ἀπαλλοτριώσεων τοῦ Α.Ν. 823)48». Ἡ ἐπὶ τοῦ Συντονισμοῦ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1506)1950 Α.Ν. «περὶ συμπληρώσεως τοῦ Νόμου 1439)1950 «περὶ ὀργανώσεως τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ». Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων 1) «περὶ κυρώσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1500)1950 Α.Ν. «περὶ ρυθμίσεως τῶν ἐκτὸς δημοσίας ληψοδοσίας εἰδικῶν λογαριασμῶν καὶ περὶ παροχῆς ἐξουσιοδοτήσεως διὰ τὴν κατάργησιν ἢ συγχώνευσιν Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Εἰδικῶν Ταμείων κλπ.» 2) «περὶ κυρώσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1501)29–9–50 Α.Ν. «περὶ καταργήσεως τῶν περὶ καταβολῆς ἀποδοχῶν ἐνεργείας εἰς Δημοσίους Ὑπαλλήλους καὶ Ἀξιωματικοὺς καὶ Ἀνθυπασπιστὰς τοῦ Στρατοῦ Ξηρᾶς, Θαλάσσης, Ἀέρος, Λιμενικοῦ Σώματος καὶ Σωμάτων Ἀσφαλείας διατάξεων» 3) «περὶ κυρώσεως τοῦ Α.Ν. 1517) 1950 «περὶ προσαυξήσεων ἐκπροθέσμου καταβολῆς τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον χρεῶν καὶ τοῦ χρόνου ἐνάρξεως αὐτῶν» καὶ 4) «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1524)1950 Α.Ν. «περὶ καταργήσεως φορολογιῶν καὶ περὶ διατάξεών τινων τῶν φόρων εἰδῶν πολυτελείας, καταναλώσεως, κύκλου ἐργασιῶν καὶ τελῶν ψυχαγωγία». Ἡ ἐπὶ τῶν Μεταφορῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων 1) «περὶ κυρώσεως τοῦ Α.Ν. ὑπ’ ἀριθ. 1560)1950 «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τὸ προσωπικὸν τῆς Υ.Ε.Κ.Α.». 2) «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Α.Ν. 1057 τοῦ 1946, ἐνίων διατάξεων τοῦ ἐν ἰσχύϊ Κανονισμοῦ τοῦ Ταμείου Ἀλληλοβοηθείας Προσωπικοῦ τῶν ἐν Ἑλλάδι Σιδηροδρομικῶν καὶ Τροχιοδρομικῶν Ἐπιχειρήσεων, ὡς καὶ τοῦ Α.Ν. 301)1936» καὶ 3) «περὶ συστάσεως Συνεταιρισμῶν Ἀνοικοδομήσεως Σταθμῶν καὶ Ἐγκαταστάσεων Λεωφορείων ὑπεραστικῶν συγκοινωνιῶν (Π.Ε.)». Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων 1) «περὶ μονιμοποιήσεως ἡμερομισθίων ὑπαλλήλων τῆς Ἐθνικῆς Μετεωρολογικῆς Ὑπηρεσίας», 2) περὶ διατηρήσεως ἐν ἰσχύϊ τοῦ Α.Ν. 375)36 «περὶ τιμωρίας τῶν ἐγκληματικῶν ἐνεργειῶν τῶν ἀπειλουσῶν τὴν ἐξωτερικὴν ἀσφάλειαν τῆς χώρας», ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη καὶ συνεπληρώθη μεταγενεστέρως» καὶ 3) «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 847)1948 Α.Ν. «περὶ ρυθμίσεως ζητημάτων προαγωγῆς καὶ ἀρχαιότητος Ὑπαξιωματικῶν καὶ Ἀνθυπασπιστῶν τοῦ Στρατοῦ Ξηρᾶς». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ἐ. Μάντακας, Ν. Γρηγοριάδης, Α. Ζαΐμης, Γ. Γεωργιάδης, Σ. Χατζήμπεης καὶ Δ. Ντάγγας καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Α.Ν. ὑπ’ ἀριθ. 1557)1950 «περὶ ἀπονομῆς πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν συντάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. Λαμπριανίδης καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μονιμοποιήσεως ἡμερομισθίου προσωπικοῦ τῆς Ἐθνικῆς Μετεωρολογικῆς Ὑπηρεσίας». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Β. Βασιλικός, Σ. Παπάζης κ.ἄ. καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ Κώδικος Δικηγόρων». Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Γρηγοριάδης καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Α.Ν. 1565)50 «περὶ συστάσεως Ἑλληνικοῦ Ὀργανισμοῦ Τουρισμοῦ». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ι. Μιχαὴλ, Δ. Μπερδελῆς, Ε. Δενδρινός, Γ. Στρᾶτος κ. ἄ. καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Α.Ν. 1565]50 «περὶ συστάσεως ἑλληνικοῦ ὀργανισμοῦ Τουρισμοῦ». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Π. Πέννας, Β. Βύζας, Χ. Γουλόπουλος, Γ. Στρᾶτος, Κ. Καλκάνης, Θ. Δεσύλλας κ.ἄ. καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Α.Ν. 1512 τοῦ 1950 «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ Νόμου περὶ συντάξεων τοῦ ἀμάχου πληθυσμοῦ». Ὁ κ. Εὐριπαῖος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§6Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως νὰ καταθέσω μίαν πρότασιν νόμου ἀφορῶσαν τὰ καθολικὰ κτήματα τῆς Νάξου. Διὰ τοῦ νόμου 823 ἀπηλλοτριώθησαν κτήματα τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας Νάξου καὶ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τῶν καθολικῶν Νάξου κλπ. Διὰ τοῦ νόμου ὅμως ἐκείνου, διὰ τοῦ ἄρθρου 37 ἐπετράπη ὅπως: «Διὰ ἀποφάσεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ ......... (Ἀναγινώσκει).........». Ἀλλὰ διὰ τῆς ἀπαλλοτριώσεως αὐτῆς δὲν πραγματοποιεῖται ὁ σκοπὸς τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ὁ νόμος, διότι τὰ κτήματα αὐτὰ εἶναι περὶ τὰ 400 στρέμματα φυτεῖες, περὶ τὶς 2.000 ἐλαιῶνες, καὶ περὶ τὰς 1.500 ἀγριοελιῶνας. Ἑπομένως, φρονῶ, ὅτι ἂν ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 παράγραφος 5 τοῦ νόμου 729 ὁ ὁποῖος λέγει: «.... ....... (Ἀναγινώσκει).......». Ἡ διάταξις αὐτὴ τῆς προηγουμένης παραγράφου ἰσχύει λέγει ὁ νόμος 729 ὡς ἑξῆς: «............ ....... (Ἀναγινώσκει)...........». Πρέπει ἑπομένως νὰ ἐπεκταθῇ ὁ νόμος 729 καὶ εἰς τὰ ἀπαλλοτριωθέντα δυνάμει τοῦ νόμου 823 τοῦ σωματείου «ὁ Τίμιος Σταυρὸς Νάξου», διότι ἡ γενομένη ἀπαλλοτρίωσις εἶναι δῶρον ἄδωρον διὰ τοὺς χωρικοὺς τῆς Νάξου ἐφ’ ὅσον ἡ ἀποζημείωσις τῶν ἰδιοκτητῶν θὰ γίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος, ἐνῷ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου 729 ἐπὶ τῶν κτημάτων Βίγλας καὶ Δήμητρας τῆς Γορτυνίας ὁ νόμος ὁρίζει ὅτι τὸ δημόσιον ἀναλαμβάνει τὴν ἀποζημείωσιν καὶ εἰσπράττει ταύτην ἀπὸ τοὺς χωρικοὺς εἰς 5 ἐτησίας δόσεις, ἐγγραφομένης ὑποθήκης ἐπὶ τοῦ ἀπαλλοτριωμένου κτήματος ἐξαλειφομένης ἅμα τῇ ἀποπληρωμῇ της.
§7Α. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Οὐδεμίαν ἀντίρρησιν ἔχω.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὁ κ. Καλλίας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς 70 ἐπιλαχόντων σπουδαστῶν τῆς Α.Σ.Ο.Ε.Ε. ζητούντων ὅπως εἰσαχθῶσιν εἰς αὐτὴν πέραν τοῦ ἀρχικῶς ὁρισθέντος ἀριθμοῦ.
§9Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Εἰς τὰς εἰσηγητικὰς ἐξετάσεις τῆς Ἀνωτάτης Ἐμπορικῆς Σχολῆς ἔλαβον τὴν βάσιν, ἂν καὶ αὕτη εἶναι σχετικῶς μεγάλη, δηλ. 18 διὰ τὰ τρία μαθήματα, πλὴν τῶν εἰσαχθέντων καὶ 70 ἀκόμη ὑποψήφιοι. Παρὰ ταῦτα ἐπειδὴ εἶχε καθορισθῇ μικρότερος ἀριθμὸς εἰσακτέων οἱ ἐν λόγῳ ὑποψήφιοι παρέμειναν ἐπιλαχόντες. Ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει δυσχέρεια νὰ ἐκπαιδευθοῦν καὶ οἱ ὀλίγοι ἐπιλαχόντες εἰς τὴν Α.Ε.Σ., νομίζω δὲ ὅτι καὶ ἡ σχολὴ δὲν ἔχει ἀντίρρησιν θὰ ἦτο ὀρθὸν καὶ δίκαιον νὰ εἰσαχθοῦν καὶ οἱ ἐπιτυχόντες 70 ἐπιλαχόντες καὶ πρὸς τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Παιδείας ὑπουργὸν νὰ λάβῃ τὰ ἐνδεικνυόμενα μέτρα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στεφανίδης, ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§11Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψει του τὸ ἀναφερόμενον αἴτημα.
§12Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Τὸ ζήτημα τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὰ Ἀνώτατα Ἐκπαιδευτικὰ Ἱδρύματα τῶν ἐπιλαχόντων ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον. Ὁ τότε δὲ ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐδήλωσεν, ὅτι τὰ εὐεργετικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον θὰ ἦσαν τὰ τελευταῖα καὶ εἰς τὸ μέλλον θὰ ἐφηρμόζοντο οἱ κείμενοι νόμοι. Εἰδικώτερον ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐπιλαχόντας τῆς Α.Σ.Ο.Ε.Ε. μοῦ ἀνεκοινώθη ἀπὸ μίαν Ἐπιτροπὴν τῶν ἰδίων τῶν φοιτητῶν, ὅτι ὡρισμένος ἀριθμὸς ἐκ τῶν ἐπιτυχόντων δὲν προσῆλθε νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν σχολὴν καὶ ἑπομένως ὁ καθορισθεὶς ἀριθμὸς εἰσακτέων δὲν συνεπληρώθη. Ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ τὴν σχολήν, ἐὰν τοῦτο ἀληθεύῃ καὶ ἔλαβα καταφατικὴν ἀπάντησιν. Θὰ ἐγκρίνω τὴν εἰσαγωγὴν ἴσου ἀριθμοῦ ἐκ τῶν ἐπιτυχόντων.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Δερδεμέζης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Λαγκαδᾶ Δράμας, τῶν κατοίκων Μεσολογγίου, τῆς Μαρίας Χήρας Βαϊνοπούλου κατοίκου Σοφάδων καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς ἀγῶνος οἰκογενειῶν θυμάτων κατοχῆς Ἡρακλείου, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν περικοπὴν τῶν συντάξεών των.
§14Α. ΔΕΡΔΕΜΕΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ συζητηθῇ ἐκτενέστερον ὅταν ἔρθῃ πρὸς συζήτησιν ὁ νόμος περὶ συντάξεων, διότι ὑφίστανται περιπτώσεις αἱ ὁποῖαι χρήζουν ἐξετάσεως καὶ ἀδικίαι αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ παύσουν. Σήμερον εἶναι ἄκαιρος ἡ συζήτησις. Τὸ ὑπόμνημα παρακαλῶ νὰ σταλῇ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωτούζας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§16Φ. ΚΩΤΟΥΖΑΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν καὶ θὰ ἀναπτύξω τὰς ἀπόψεις μου γενικώτερον ὅταν ἔρθῃ πρὸς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ συντάξεων.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλκάνης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§18Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὅπως εἶναι ἀνθρώπινον ὑπάρχουν πολλαὶ πλάναι καὶ πολλαὶ ἀδικίαι εἰς τὸ ζήτημα τῶν συντάξεων. Συνιστῶ τὴν παροῦσαν ἀναφορὰν καὶ παρακαλῶ νὰ διαβιβασθοῦν τὰ ὑπομνήματα αὐτὰ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ὑπάρχουν πολλαὶ περιπτώσεις αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐντελῶς δικαιολογημέναι καὶ εἶναι ἔργον ὑψίστης δικαιοσύνης νὰ ἀποφευχθοῦν αἱ ἀδικίαι.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σβῶλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ προέδρου τῆς ἑνώσεως τῶν συνεταιρισμῶν Φλωρίνης πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας ζητοῦντος ἄμεσον χρηματοδότησιν τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης πρὸς χορήγησιν πλασματικῶν μεσοπροθέσμων δανείων.
§20Α. ΣΒΩΛΟΣ. Ὁ συνεταιρισμὸς αὐτὸς τῆς Φλωρίνης ἀπευθύνεται καὶ πάλιν πρὸς τὸ ὑπουργεῖον Γεωργίας ζητῶν τὴν ἐνίσχυσιν τῆς Α.Τ.Ε. πρὸς χορήγησιν μεσοπροθέσμων δανείων. Τὸ θέμα εἶχε ἔλθει καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὁ προκάτοχος τοῦ σημερινοῦ ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας ἀναγνωρίζων τὴν ἀνάγκην καὶ τὸ δίκαιον τοῦ αἰτήματος εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι εἰς θέσιν ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς αὐτὸ τὸ αἴτημα τῆς ἀγροτικῆς πίστεως. Θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ τονίσω ὅτι ἡ Ἀγροτικὴ πίστις περιοριζομένη κυρίως εἰς τὰ καλλιεργητικὰ δάνεια, δὲν λέγω ὅτι εἶναι ἀσήμαντος, ἀλλὰ εἶναι πολὺ μικρᾶς σημασίας. Ἀντιστρόφως καθ’ ἣν στιγμὴν ὁμιλοῦμεν περὶ ἀνασυγκροτήσεως τὰ μεσοπρόθεσμα δάνεια θὰ ἦσαν τὸ κύριον μέσον τῆς πραγματοποιήσεως πρὸς τὴν γεωργίαν τῆς προσπαθείας ἀνασυγκροτήσεως. Λυποῦμαι ποὺ δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ παρουσία τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας εἶναι ἀρκετὴ διὰ νὰ ἀκούσῃ καὶ διαβιβάσῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν τὴν θεμελιώδη παρατήρησιν. Δὲν θέλω νὰ ἐλέγξω κανέναν αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ἀλλὰ λέγω ὅτι πρέπει νὰ ἀντιληφθῇ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις ὅτι πρέπει νὰ καθορισθῇ ἕνα ποσὸν χρημάτων διὰ τὴν χορήγησιν μεσοπροθέσμων δανείων. Διὰ τὴν γεωργίαν θὰ εἶναι ἓν ἐκ τῶν μέσων διὰ τῶν ὁποίων καὶ τὴν ἑλληνικὴν γῆν θὰ ἀξιοποιήσητε καὶ τοὺς γεωργοὺς θὰ βοηθήσητε. Ὁ σκοπός μου εἶναι νὰ ὑψώσω φωνὴν διαμαρτυρίας ὑπὲρ τῆς ἐνισχύσεως τῶν ἀγροτικῶν τάξεων.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δερδεμέζης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§22Α. ΔΕΡΔΕΜΕΖΗΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν καὶ γνωρίζω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας ὅτι τὸ αὐτὸ παράπονον παρουσιάζεται καὶ εἰς τὸν συνεταιρισμὸν Ἰωαννίνων. Ἡ κοινότης Βρυσούλας κλπ. ζητοῦν ἐλάχιστα ποσὰ διὰ νὰ ἀνταποκριθοῦν εἰς τὰς ἀνάγκας των. 60 ἑκατ. δάνειον καὶ ἂν καὶ παρῆλθε τόσος χρόνος δὲν ἔτυχον οὐδεμιᾶς ἐνισχύσεως. Νομίζω ὅτι πρὸ ἡμερῶν ὁ κ. ὑπουργὸς μᾶς διεβεβαίωσεν ὅτι αὐτὸ τὸ ποσὸν εἶναι νὰ τὸ λάβουν αἱ ἐπιτροπαί. Ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ἐπιμένω εἶναι νὰ δοθῇ ἰδιαιτέρα προσοχή. Διότι τὰ δάνεια αὐτὰ τὰ ὁποῖα χορηγοῦνται, εἶναι ἀσυγκρίτως μικρότερα ἀπὸ τὰ δάνεια ποὺ χορηγοῦνται εἰς ἄλλας ἐπιχειρήσεις.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπυρόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§24Γ. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ θερμότατα τὴν ἀναφοράν, κ. Πρόεδρε, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, ὅπως μεριμνήσῃ διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τῶν ἀγροτῶν.
§25Α. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ πλειοδοτήσω εἰς ὅσα ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος καὶ οἱ λοιποὶ κύριοι συνάδελφοι εἶπον. Ἀτυχῶς, ὅμως, ὅπως εἶπε καὶ ὁ κ. συνάδελφος, δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ κάμω καμμίαν δήλωσιν, διότι, ἀτυχῶς, ἀκόμη τὸ ζήτημα τῶν πιστώσεων μέσων καὶ μακροπροθέσμων δανείων δὲν ἔχει κανονισθῆ. Ἡ Κυβέρνησις δὲ καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας διὰ νὰ μὴ εἴπω ὁ κ. ὑπουργός, ἀσχολοῦνται ἀπὸ πρωΐας μέχρι νυκτὸς διὰ νὰ κατορθώσουν νὰ πάρουν ἀπάντησιν περὶ τῆς ἡμέρας τῆς διαθέσεως τῶν πιστώσεων. Ἐλπίζω νὰ μὴ εἶναι μακρὰν ἡ ἡμέρα ἐκείνη, ἀλλὰ μέχρι σήμερον δυστυχῶς δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν καμμίαν συγκεκριμένην ἀπάντησιν. Ἐπιφυλάσσομαι, ὅμως, ἀσχέτως μὲ πᾶσαν ἐπερώτησιν ἢ ἄλλην ὑπόδειξιν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν μὲ ἰδιαιτέραν εὐχαρίστησιν τὴν στιγμὴν ἐκείνην.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Πάρρης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν Ε. Καλουτᾶ, Γ. Γκιβγκίνη, Ν. Λογοθέτου καὶ ἄλλων ἐκτάκτων ὑπαλλήλων τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς Γεωργίας καὶ Ἐργασίας.
§27Τ. ΠΑΡΡΗΣ. Πρόκειται περὶ μιᾶς κατηγορίας ἐφέδρων τοῦ νόμου 751, οἱ ὁποῖοι ἐτοποθετήθησαν ἀπὸ τὸ Κράτος βάσει τοῦ προϋφισταμένου νόμου 519 εἰς διαφόρους δημοσίας ὑπηρεσίας καὶ ὀργανισμοὺς δημοσίου δικαίου καὶ ἰδίως εἰς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν Σύρου. Οἱ πολεμισταὶ οὗτοι σήμερον ἀπολύονται, ἀπολυόμενοι δέ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τύχουν τῆς προστασίας τοῦ νόμου 751, καθότι δὲν ἔχουν ὑποβληθῆ εἰς τὴν διαδικασίαν τοῦ νόμου τούτου καὶ συγκεκριμένως δὲν ὑπέβαλον ἐγκαίρως τὰ πιστοποιητικὰ πρὸς διορισμόν των καὶ ὡς ἐκ τούτου θεωροῦνται ἐκπρόθεσμοι. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα καὶ ἐλπίζω νὰ δώσῃ τὴν δέουσαν νομοθετικὴν λύσιν.
§28Α. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἐπὶ τοῦ ζητήματος, κύριοι συνάδελφοι, τῶν ἐκτάκτων ὑπαλλήλων τῆς Τραπέζης οἱ ὁποῖοι προστατεύονται ὑπὸ τοῦ νόμου 751 ἔχω ἀπευθύνει πολλὰ ἔγγραφα εἰς τὴν Τράπεζαν, τὸ τελευταῖον τῶν ὁποίων εἶναι λίαν αὐστηρόν. Διότι ὁμολογῶ καὶ διαπορῶ κατὰ ποῖον τρόπον ὑπάλληλοι τῆς Τραπέζης ἔκτακτοι, πολλοὶ τῶν ὁποίων ἔχουν λάβει μέρος καὶ εἰς διαγωνισμὸν ἐσωτερικὸν κληθέντες εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ ἐπανελθόντες τιμημένοι διὰ μεταλλείων καὶ βραβείων, ἀκόμη δὲν κατώρθωσαν νὰ μονιμοποιηθοῦν. Δυστυχῶς δὲν ἔχω λάβει ἀκόμη τὴν ἀπάντησιν. Θὰ ἐπανέλθω διὰ τελευταίαν φορὰν καὶ τότε θὰ λάβω ἄλλα μέτρα.
§29Τ. ΠΑΡΡΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ κάμω μίαν διευκρίνησιν διὰ τὸν κ. ὑπουργόν. Δὲν πρόκειται περὶ πολεμιστῶν οἱ ὁποῖοι ἀρύονται δικαιώματα ἐκ τοῦ Ν. 751. Πρόκειται περὶ πολεμιστῶν, οἱ ὁποῖοι οἰκειοθελῶς προσελήφθησαν ἀπὸ τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν Σύρου καὶ συνεπεία τούτου δὲν ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν διαδικασίαν τοῦ νόμου τούτου, ὥστε νὰ ἔχουν τὰ ἐφόδια, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διορισθοῦν μετὰ τὴν ἀπόλυσίν των. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐπεκταθῇ ἡ προστασία τοῦ Ν. 751 καὶ εἰς τοὺς ὑπὸ τοῦ Ν. 519 προστατευομένους.
§30Η. ΛΑΓΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Πράγματι ὑπάρχει ἓν κενόν, διότι ὁ Ν. 751 προστατεύει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐτοποθετήθησαν εἰς τὰ ἐπιχειρήσεις διὰ τῶν Ἐπιτροπῶν τοῦ Ν. 751. Δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εὑρέθησαν ἐντὸς τῆς κατηγορίας αὐτῆς, ἀλλὰ τοποθετημένοι οὐχὶ βάσει τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, ὑπάρχει ἓν κενόν. Τὸ κενὸν δὲ αὐτὸ πληροῦται διὰ καταρτιζομένου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχει σταλῆ εἰς τὸ Γεν. Λογιστήριον, ἐλπίζω δὲ ἐντὸς τῶν προσεχῶν ἡμερῶν νὰ ἐπιληφθῇ τούτου ἡ Βουλή.
§31Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει διοίκησις εἰς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν, πῶς θὰ λύσητε ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα;
§32Η. ΛΑΓΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Κύριε συνάδελφε, εἶσθε ἐκτὸς θέματος.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δερδεμέζης ἐπὶ ἀναφορᾶς πρῴην Τριατατικῶν ὑπαλλήλων μεταταγέντων εἰς τὸν Ο.Τ.Ε. περὶ ἐπαναφορᾶς των εἰς τὴν Τριατατικὴν ὑπηρεσίαν.
§34Α. ΔΕΡΔΕΜΕΖΗΣ. Ὅπως εἶναι γνωστόν, πρὸ ἔτους, δι’ Ἀναγκαστικοῦ Νόμου ὑπήχθησαν ὡρισμένοι ὑπάλληλοι, ἀνήκοντες εἰς τὸ ὑπουργεῖον Τ.Τ.Τ. εἰς τὸν Ὀργανισμὸν Τηλεπικοινωνιῶν· εἶναι δὲ γνωστὴ ἡ ἱστορία τῆς μετατάξεώς των. Πρὸ ἡμερῶν συνῆλθε μία συνεδρίασις τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν, εἰς τὴν ὁποίαν παρευρέθησαν ὡρισμένοι ἐκ τῶν συναδέλφων. Μεταξὺ δὲ ἄλλων παραπόνων, τὰ ὁποῖα διετυπώθησαν, ἠκούσθη καὶ τὸ παράπονον ὅτι ὡρισμένοι ὑπάλληλοι ἐπιθυμοῦν νὰ ἐπανέλθουν πάλιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐπήραμε θέσιν καὶ εἶπον ἐγὼ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιστρέψουν πάλιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε σοβαρὸν νὰ δημιουργῆται ἕνας Ὀργανισμὸς καὶ κατόπιν νὰ ἀνατρέπεται. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον εἶναι δίκαιον καὶ πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ εἶναι ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ τὰ κεκτημένα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχον, ὡς ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου Τ.Τ.Τ., πρέπει νὰ τὰ ἔχουν καὶ ὡς ὑπάλληλοι τοῦ Ο.Τ.Ε., διότι εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ ἔχουν ὡρισμένα δικαιώματα καὶ μετὰ τὴν μετάταξίν των νὰ τὰ χάσουν.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλκάνης, ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§36Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τοῦ γνωστοῦ νόμου, οἱ μὲν τοῦ τεχνικοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου Τ.Τ.Τ. εἰσῆλθον αὐτοδικαίως εἰς τὸν Ο.Τ.Ε., ἐκ δὲ τοῦ διοικητικοῦ κλάδου, ὅσοι τὸ ἐζήτησαν, μὲ τὴν ἀντίληψιν ὅτι εἰσερχόμενοι εἰς τὸν Ὀργανισμόν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν μικρότερον βαθμόν, ἀλλὰ μὲ τὰ αὐτὰ προσόντα καὶ τὴν αὐτὴν βαθμολογικὴν ἐξέλιξιν καὶ κατάταξιν, ἣν εἶχον ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι. Ἤδη πληροφοροῦνται ὅτι πρόκειται νὰ γίνῃ μία βαθμολογικὴ καὶ μισθολογικὴ κατάταξις μὲ κατώτερον βαθμόν. Τούτων οὕτως ἐχόντων, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι τὰ παράπονά των εἶναι εὔλογα, δίκαια καὶ ἄξια πάσης ἐξετάσεως, νομίζω δὲ ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Τ.Τ.Τ., ὅστις ἔχει τὴν ὑπηρεσιακὴν ἐξουσίαν καὶ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν ἐποπτείαν ἐπὶ τοῦ Ὀργανισμοῦ τούτου, διότι πρόκειται καὶ περὶ ζητήματος δημοσίας τάξεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρίδῃ τὸ αἴτημα τοῦτο καὶ πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ ὑπὸ τοῦ Κράτους ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν μὲ τὸν Α ἢ Β βαθμόν, νὰ καταταγοῦν μὲ κατώτερον βαθμόν. Εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἐν καιρῷ θὰ λάβῃ τὰ ἀπαραίτητα μέτρα.
§37Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑφυπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὀφείλω νὰ δηλώσω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὁ Ο.Τ.Ε. εἶναι ὑπηρεσία δημοσία, ἐλεγχομένη ἀπολύτως ἀπὸ τὸ Κράτος καὶ εὑρισκομένη ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Κράτους. Πρέπει νὰ ἐξαλειφθῇ ἡ ἐντύπωσις ὅτι ὁ Ο.Τ.Ε. ἀποτελεῖ αὐτόνομον καὶ ἀνεξάρτητον ὑπηρεσίαν. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. συνάδελφος, ἔχω νὰ τοῦ εἴπω ὅτι τὸ πρᾶγμα μελετᾶται ὡς ἐπίσης μελετᾶται καὶ ὁ ὅλος Ὀργανισμός, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλθῃ ταχέως εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἀσφαλῶς θὰ ληφθοῦν ὅλα τὰ μέτρα νὰ μὴ ἀδικηθοῦν οἱ ὑπάλληλοι τῆς Κεντρικῆς Ὑπηρεσίας ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Α.Τ.Ε.
§38Γ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ὄχι δά, κύριε ὑπουργέ. Ὁ μισθὸς τὸν ὁποῖον παίρνει ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τοὺς μισθοὺς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Πρὸς Θεοῦ.
§39Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑφυπουργὸς Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ δὲν σημαίνει, κύριε συνάδελφε, ὅτι ὁ Ο.Τ.Ε. δὲν εἶναι δημοσία ὑπηρεσία. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀποτελῇ γενικωτέραν πεποίθησιν ὅτι καὶ ὁ Ο.Τ.Ε. εἶναι δημοσία ὑπηρεσία.
§40Γ. ΣΕΡΠΑΝΟΣ. Γνωρίζετε, κύριε ὑπουργέ, ὅτι εἰδικῶς διὰ τὸν Ο.Τ.Ε. ἔγινε νόμος διὰ τοῦ ὁποίου δίδεται εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ μὴ προσλαμβάνῃ πολεμιστὰς τοῦ νόμου 751 καὶ ἀκόμη τί μισθοὺς καὶ ἀπὸ πόσα μέρη εἰσπράττει αὐτοὺς ὁ Γενικὸς Διευθυντής; Ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ θὰ ἀσχοληθῶμεν λεπτομερέστερον ἐν καιρῷ.
§41Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Τ.Τ.Τ.). Εἶπον ὅτι ὅλα αὐτὰ δὲν ἀλλάζουν τὴν ἔννοιαν τοῦ ὅτι ὁ Ο.Τ.Ε. τυγχάνει δημοσία ὑπηρεσία.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σερπᾶνος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς ἐπιτροπῆς ἀδιαβαθμήτων ὑπαλλήλων τοῦ Δήμου Ἀγρινίου, ἀπευθυνομένης πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν.
§43Γ. ΣΕΡΠΑΝΟΣ. Θὰ ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅπως εἰς τὸν σχετικὸν νόμον τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ καταθέσῃ, λάβῃ ὑπ’ ὄψει του καὶ τὸ δίκαιον αἴτημα τῶν δημοτικῶν ὑπαλλήλων τοῦ Δήμου Ἀγρινίου δεδομένου ὅτι πρόκειται περὶ πρωτοφανοῦς ἀδικίας.
§44Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Συναινῶ καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τοῦ δικαίου αἰτήματος τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Δήμου Ἀγρινίου καὶ παρακαλῶ ὅπως ληφθοῦν καὶ ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων τούτων μέτρα σχετικῶς μὲ τὴν διαβάθμισίν των.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σερπᾶνος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τῶν Κοινοτήτων Ἀετόπετρας, Δρυμῶνος κλπ., ζητούντων τὴν συνέχισιν χορηγήσεως ἀλεύρων εἰς συμμοριοπλήκτους.
§46Γ. ΣΕΡΠΑΝΟΣ. Θὰ ἤθελα νὰ διατυπώσω πρὸς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῆς Προνοίας καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶ ὅτι ἀπὸ ὅλα τὰ χωριὰ τὰ ὁποῖα ζητοῦν νὰ πάρουν τρόφιμα ὡς συμμοριόπληκτα, ἐξῃρέθησαν τὸ Πεντάκορφον καὶ ὁ Δρυμών.
§47Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Γνωρίζομεν, κύριε ὑπουργέ, τὰς δυσχερείας τὰς ὁποίας ἀντιμετωπίζετε, ἀλλὰ παρακαλῶ ὅπως λαμβάνεται μέριμνα διὰ τοὺς κατοίκους τῶν χωρίων αὐτῶν.
§48Σ. ΧΟΥΤΑΣ (Ὑπουργὸς Προνοίας). Ἐγὼ θὰ διατάξω ἀμέσως νὰ ὑποβληθῇ κατάστασις τῶν ἀλευροδοτουμένων, ἀλλὰ σᾶς λέγω ὅτι, ἂν εἶναι ἐπαναπατρισθέντες τοῦ 49 καὶ τοῦ 50 θὰ τύχουν περιθάλψεως. Ἐὰν ὅμως εἶναι ἐπαναπατρισθέντες τοῦ 48 δὲν δύνανται νὰ τύχουν βοηθείας, διότι ὑποτίθεται ὅτι ἀποκατεστάθησαν κατὰ ἕνα τρόπον.
§49Γ. ΣΕΡΠΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ κύριε ὑπουργέ, πρόκειται περὶ δύο χωρίων, ὅπως σᾶς εἶπα, τοῦ Πεντακόρφου καὶ τοῦ Δρυμῶνος, τὰ ὁποῖα ἐξῃρέθησαν τῆς βοηθείας ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς 20 χωρία συμμοριόπληκτα.
§50Σ. ΧΟΥΤΑΣ (Ὑπουργὸς Προνοίας). Σᾶς εἶπον ὅτι ἂν εἶναι ἐπαναπατρισθέντες τοῦ 49 καὶ 50 θὰ διατάξω νὰ δοθοῦν τρόφιμα.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μανουηλίδης ἔχει τὸ λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς γονέων καὶ κηδεμόνων τῆς περιοχῆς Ὀρεστιάδος, ζητούντων ἄμεσον συμπλήρωσιν τοῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ τοῦ Γυμνασίου Ὀρεστιάδος.
§52Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Παιδείας, τελευταίως, ὅταν ἤμην εἰς τὴν Ὀρεστιάδα εἶδον ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχει ἕνα Γυμνάσιον βασανισμένον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐννέα καθηγητὰς καὶ τώρα ἔχει μείνει μόνον μὲ τρεῖς. Οἱ ἀριθμοὶ τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας δὲν συμφωνοῦν πρὸς τοὺς πραγματικοὺς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους διεπίστωσα ἐγὼ ἐπὶ τόπου. Οἱ καθηγηταὶ ὅπως σᾶς εἶπον ἔμειναν τρεῖς διότι ὁ τέταρτος ἐπεστρατεύθη. Δὲν εἶναι δυνατὸν Γυμνάσιον παραμεθόριον νὰ λειτουργήσῃ μὲ τρεῖς καθηγητάς. Αὐτὸ σημαίνει ἀγραμματοσύνη τῶν μαθητῶν. Ὁμολογῶ ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἔδειξε κατανόησιν, ἀλλὰ εὑρίσκεται πρὸ ἑνὸς κωλύματος Κυβερνητικοῦ ὅτι ἐπὶ χιλίων θέσεων κενῶν δὲν ἔχει πιστώσεις παρὰ μόνον διὰ ἑκατὸν πενῆντα θέσεις. Συνεπῶς δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὸ τὸ κενὸν νὰ θεραπευθῇ. Παρακαλῶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ παραμεθορίου περιοχῆς ἐὰν εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν διορισθησομένων νὰ ἀποσταλῇ ἕνας ἀριθμὸς καθηγητῶν καὶ ἐκεῖ.
§53Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Κύριοι Βουλευταί, καὶ ἄλλοτε μοῦ ἐδόθη ἡ ἀφορμὴ νὰ δώσω τὴν πληροφορίαν τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὸ θέμα τὸ ὁποῖον θίγει ὁ κ. συνάδελφος. Ὅπως καὶ ἄλλοτε εἶπον εἰς τὴν Βουλήν, τὰ κενὰ τοῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ εἰς τὴν Μέσην ἐκπαίδευσιν τὰ ὁποῖα ἔχομεν σήμερον ἀνέρχονται περίπου εἰς χιλίας θέσεις. Ἔναντι αὐτῶν τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ μᾶς ἐχορήγησεν πιστώσεις διὰ διορισμὸν νέων καθηγητῶν Μέσης Ἐκπαιδεύσεως μόνον 150, ὅσας ἐπιτρέπουν αἱ δυνάμεις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Κατὰ νόμον ὁ ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν ἔχει δικαίωμα ἀναμίξεως οὔτε εἰς τὸν διορισμὸν οὔτε εἰς τὴν τοποθέτησιν καθηγητῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως. Καὶ ὁ διορισμὸς καὶ ἡ τοποθέτησις αὐτῶν κατὰ τοὺς κειμένους νόμους ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου. Ἐκάλεσα τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον καὶ τοῦ ἔδωσα τὰς ἑξῆς ὁδηγίας. Ἔχομεν πιστώσεις διὰ διορισμὸν 150 νέων καθηγητῶν. Ἔχομεν τὴν δυνατότητα ἀντικαταστάσεως τῶν καθηγητῶν Μέσης Ἐκπαιδεύσεως τοὺς ὁποίους καταλαμβάνει τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας καὶ ἐξέρχονται ὑποχρεωτικῶς τῆς ὑπηρεσίας. Σύνολον 350 κενὰ τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ συμπληρωθοῦν. Τοὺς εἶπα, ὅτι ὅπως ἐγώ, ὡς ὑπουργός, δὲν ἀναμιγνύομαι εἰς τὸ ἔργον ὑμῶν καὶ δὲν δίδω σημείωμα διὰ τὴν τοποθέτησιν τοῦ Α ἢ τοῦ Β, κατ’ ἴσον λόγον θὰ ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν ἀξίωσιν ἀπὸ τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον νὰ ἐκτελῇ τὸ καθῆκον του μὲ ἀντικειμενικὴν κρίσιν. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, πρέπει νὰ ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἔχομεν χίλια κενὰ καὶ 150 διορισμούς, πάντως θὰ ὑπάρχουν μεγάλα κενά, κενὰ ὀδυνηρά. Αἱ ὁδηγίαι τὰς ὁποίας ἔδωσα εἰς τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον εἶναι αἱ ἑξῆς. Νὰ μὴ ἀντικαταστήσῃ τοὺς ἐξερχομένους διὰ διορισμοῦ νέων εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, διότι εἶναι πιθανὸν οἱ ἐξερχόμενοι νὰ ἐξέρχωνται ἐκ Γυμνασίου τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ ἀρκετὸν ἀριθμὸν καθηγητῶν διὰ νὰ λειτουργήσῃ. Ἀλλὰ δι’ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ διορισθοῦν εἰς ἀντικατάστασιν τῶν ἐξερχομένων νὰ κυττάξουν πῶς θὰ θεραπεύσουν τὰ ὑφιστάμενα κενά. Συνεπῶς ἐγὼ ἀτομικῶς δὲν δύναμαι νὰ δώσω ἄλλην ἐξήγησιν εἰς τὴν Βουλήν. Θὰ ἀναμείνω τόσον ἐγὼ ὅσον καὶ ὑμεῖς τὸ ἔργον τοῦ Ἐπαιδευτικοῦ Συμβουλίου.
§54Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Δέχομαι ὡς ὀρθὰ αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἴπατε κ. ὑπουργὲ τῆς Παιδείας, ἀλλὰ ἀποτείνομαι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ συστήσω, ὅπως αἱ 350 αὗται θέσεις πληρωθοῦν τὸ ταχύτερον. Νὰ μὴ περιμένωμεν καὶ παρέλθῃ τὸ τρέχον ἐκπαιδευτικὸν ἔτος.
§55Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Δὲν πρόκειται περὶ 350 διορισμῶν. Οἱ νέοι διορισμοὶ εἶναι δι’ ἑκατὸν πενῆντα, διότι δὲν γνωρίζομεν πότε θὰ γίνῃ ἡ ἀντικατάστασις τῶν ἐξερχομένων καθηγητῶν.
§56Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Πάντως ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν πλήρωσιν τῶν κενῶν αὐτῶν, διότι ἡ ἐκπαιδευτικὴ περίοδος παρέρχεται.
§57Δ. ΜΠΕΡΔΕΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ κανονισμοῦ τὸν λόγον.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§59Δ. ΜΠΕΡΔΕΛΗΣ. Εἶχε ληφθῆ ἡ ἀπόφασις ὅπως σήμερον ἀπαντήσῃ ὁ κύριος ὑπουργὸς διὰ τὴν ἐπερώτησιν τῶν κρασιῶν.
§60Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἔχομεν συμφωνήσει, κ. Πρόεδρε, νὰ δώσῃ ἀπάντησιν ὁ κ. ὑπουργὸς διὰ τὰ κρασιά. Εἶναι ζήτημα σοβαρώτατον.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν Δευτέραν θὰ δοθῇ ἡ ἀπάντησις.
§62Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ ἐπὶ τοῦ κανονισμοῦ. Ἔχουν κατατεθῆ ἐπερωτήσεις διὰ τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ κατάθεσις ἐγγράφων. Τοῦτο ἔγινε πρὸ μηνῶν. Πότε θὰ μᾶς δοθῇ τέλος πάντων ἀπάντησις;
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ληξάσης τῆς ὥρας ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν καὶ
ἐρωτήσεων εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Συνέχεια τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τῆς ἀφορώσης τὴν διαχείρισιν τῆς Κ.Ε.Π. Ὁ κ. Τσουδερὸς ἔχει τὸν λόγον.
§64Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐπιθυμῶ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ κάμω ὡρισμένους προσδιορισμοὺς, οἱ ὁποῖοι θὰ μᾶς βοηθήσουν εἰς την κατανόησιν ταῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος. Αἱ διάφοροι συμβάσεις, περὶ τῶν ὁποίων γίνεται λόγος ἀφοροῦν περισσότερον τὰς Κυβερνήσεις τῶν Συμμάχων καὶ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν παρὰ αὐτὴν τὴν Κοινοπραξίαν. Αὐτό, ἐὰν τὸ δεχθῶμεν, θὰ κατανοήσωμεν ἀκόμη καλλίτερον τὰ διάφορα κείμενα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἀναγνωσθοῦν. Κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου, τὰ συμμαχικὰ Κράτη εἶχον κρατήσει διὰ λογαριασμὸν των τὴν παροχὴν πετρελαιοειδῶν καὶ τὴν διανομὴν αὐτῶν. Εἶχον σχηματίσει πρὸς τοῦτο ἰδιαιτέραν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία ὥριζε τὴν ποσότητα τῶν πετρελαιοειδῶν δι’ ἑκάστην χώραν καὶ τὰ μέσα μεταφορᾶς. Μετὰ τὸν πόλεμον, εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν, τὸ σύστημα αὐτὸ ἐξηκολούθησε διὰ μέσου τῶν στρατηγείων. Ὑπὸ τὰς συνθήκας δὲ αὐτὰς ἐκανονίσθη καὶ εἰς τὴν χώραν μας τὸ ζήτημα αὐτό, ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν μέχρι τέλους σχεδὸν τοῦ 1945. Κατὰ τὸν Σ)βριον 1945, ὅτε πλέον τὰ σύμμαχα Κράτη ἀπεφάσισαν νὰ παύσῃ ἡ παρ’ αὐτῶν χορήγησις τῶν πετρελαίων, εἰδοποίησαν τὰς Κυβερνήσεις τῶν ἐνδιαφερομένων χωρῶν, διὰ μέσου τῶν Πρεσβευτῶν, περὶ τούτου καὶ καθώρισαν τὴν διαδικασίαν τῆς προμηθείας διὰ μέσου τοπικῆς κοινοπραξίας τῶν Ἑταιριῶν, αἱ ὁποῖαι ἐμπορεύονται τὸ εἶδος τοῦ ἀναγκαιοῦντος ποσοῦ πετρελαιοειδῶν. Τοιαύτη ἀνακοίνωσις ἐγένετο καὶ πρὸς ἡμᾶς, εἴχομεν δὲ ἤδη κληθῆ ἀπὸ τοῦ Μαρτίου 1945 ἀπὸ τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν τῆς ΕΜΕΛ νὰ συνεννοηθῶμεν μὲ τὴν Κοινοπραξίαν διὰ τὴν ὑπόθεσιν. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, ὅταν διεξάγεται ἡ ἐργασία σημαίνει, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἀπαιτουμένη ἐλευθερία κινήσεως εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῶν πετρελαίων. Κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου, ὁ νόμος ὁ κατοχικὸς 261]41 εἶχεν ἱδρύσει ἰδίαν ὑπηρεσίαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον Μεταφορῶν, τὴν ὑπηρεσίαν καυσίμων καὶ εἶχε σχηματισθῆ ἡ ἕνωσις διαφόρων ἑταιριῶν τοῦ εἴδους, αἱ ὁποῖαι ἔκαναν αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀποθηκεύσεως καὶ τῆς κατανομῆς τῶν καυσίμων. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν, τὸ στρατηγεῖον, καθώρισεν ἐνταῦθα ἀντιπρόσωπον, τὸν λοχαγὸν Σίμψον. Πολὺς λόγος ἐγένετο περὶ αὐτοῦ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ὡς νὰ ἐπρόκειτο περὶ ἰδικοῦ μας ὑπαλλήλου διὰ τὸν ὁποῖον ἐδικαιούμεθα νὰ κάνωμεν ἀνάκρισιν καὶ ἐπίκρισιν. Τὸ στρατηγεῖον τὸν καθώρισε, διότι εἶχεν ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτόν, γνωρίζετε δὲ ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου τὰ συμμαχικὰ Κράτη, εἰς τοιαύτας θέσεις ἐτοποθέτουν ἐφέδρους ἢ ἄλλους ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι εἶχον εἰδικότητα εἰς τὴν ἐργασίαν αὐτήν. Ἐνθυμοῦμαι ἀκόμη πρὶν λήξῃ ὁ πόλεμος εἰς τὴν Μέσην Ἀνατολήν, διεξήχθησαν μακραὶ καὶ ἠμπορῶ νὰ εἴπω σκληραὶ συνομιλίαι, μεταξὺ ἡμῶν, καὶ τῶν συμμάχων, ὡς πρὸς τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ διῳκεῖτο ἡ χώρα μας, εὐθὺς μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν. Οἱ σύμμαχοι ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἐζήτουν, ὅπως ἡ Ἑλλὰς διοικηθῇ, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον διοικεῖτο ἡ Ἰταλία ἡ ὁποία ἦτο χώρα ἐχθρική, ἡ ὁποία κατελήφθη ἀπὸ τοὺς συμμάχους καὶ αἱ συμμαχικαὶ ἀρχαὶ εἶχον κάθε δικαίωμα νὰ τὴν διοικήσουν διὰ τῶν στρατιωτικῶν ἀρχῶν. Ἡμεῖς ἀντετάξαμεν τὸ ἐπιχείρημα ὅτι εἴμεθα χώρα συμμαχικὴ καὶ ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν τὴν ἐλευθερίαν τῆς διοικητικῆς καὶ τῆς πολιτικῆς μας ἐνεργείας. Τὰς διαπραγματεύσεις αὐτὰς συνέχισε καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Παπανδρέου καὶ τελικῶς κατέληξεν εἰς μίαν συμβιβαστικὴν λύσιν. Πάντως τὰ συμμαχικὰ στρατηγεῖα τὰ ὁποῖα ἦλθαν εἰς τὴν χώραν διεφύλαξαν ὡρισμένα δικαιώματα καὶ ἐκ τούτου κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς ἀπελευθερώσεως δὲν ὑπῆρχε πλήρης ἐλευθερία διοικητικὴ καὶ κυβερνητικὴ εἰς τὴν χώραν μας. Αἱ στρατιωτικαὶ ἀρχαὶ ἔπαιξαν οὐσιαστικὸν ρόλον χάριν τῆς ἀσφαλείας καὶ νομίζω, ὅτι εἰς πολλὰς περιπτώσεις εἶχον δίκαιον νὰ ἐξακολουθοῦν νὰ διατηροῦν τὸν ρόλον αὐτόν.
§65Α. ΣΒΩΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ συγχωρεῖτε διὰ τὴν ἱστορίαν μόνον, δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀκριβὲς αὐτό. Ἡ συμφωνία τῆς Γκαζέρτας, ἡ ὁποία ἀπετέλεσε τὴν βάσιν τῆς ἐδῶ παρουσίας τῶν συμμαχικῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων, διαρκούσης τῆς ἀπελευθερώσεως, ὥριζε ρητῶς, ὅτι ἡ δημοσία τάξις ἀνήκει εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία θὰ συνεννοεῖτο ἐν ἀνάγκῃ, μὲ τὰς στρατιωτικὰς συμμαχικὰς ἀρχάς, τῶν ὁποίων ὁ ρόλος ἦτο νὰ βοηθήσῃ εἰς τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς χώρας καὶ ὄχι νὰ ἀσκήσῃ οἱανδήποτε ἁρμοδιότητα, πολλῷ μᾶλλον πολιτικὴν ἐξουσίαν. Αὐτὸ ἐνδιαφέρει κυρίως τὸν κ. Πρόεδρον, ὅτι ὑπῆρχον σχέδια τὰ ὁποῖα περιεῖχον τοιοῦτον αἴτημα τῶν συμμαχικῶν ἀρχῶν, ἀλλὰ εἰς τὴν ἀντίρρησιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εὑρίσκοντο ἐπὶ συμμαχικοῦ ἐδάφους καὶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἦτο χώρα συμμαχικὴ καὶ κυρίαρχος, ὑπεχώρησαν ἀμέσως αἱ συμμαχικαὶ ἀρχαὶ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀνέλαβε καὶ τὴν πρωτοβουλίαν καὶ τὴν εὐθύνην τῇ ἀσκήσεως τῆς διοικητικῆς πολιτικῆς ἐξουσίας ἐν τῇ χώρᾳ. Ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα τῶν σχέσεων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῶν στρατιωτικῶν ἀρχῶν διὰ τοῦ γνωστοῦ συνδέσμου LM τῶν ἀφορωσῶν τὸν ἐφοδιασμὸν τῆς χώρας, εἰς τὸν ὁποῖον ἐμπίπτουσι καὶ αἱ ὑποθέσεις τῶν καυσίμων.
§66Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι εἰς τὴν Ἰταλίαν ὑπῆρξε μία συμβιβαστικὴ λύσις τῶν δικαιωμάτων ποὺ θὰ εἶχεν εἰς τὴν χώραν μας ὁ συμμαχικὸς Στρατός. Δὲν γνωρίζω τὰς λεπτομερείας, οὔτε χρειάζονται εἰς τὴν παροῦσαν συζήτησιν. Πάντως παραδέχεσθε ὅτι ὑπῆρξαν ὡρισμένοι περιορισμοὶ ἂν ὄχι ἐκ τῆς συμφωνίας ἀλλὰ de facto, κατόπιν μάλιστα τῶν γνωστῶν ἐν τῇ χώρᾳ μας γεγονότων. Ἰδιαιτέρως ὡς πρὸς τὴν παροχὴν καὶ κατανομὴν τῶν πετρελαιοειδῶν εἰς τὴν χώραν, τὴν διετήρησε τὸ Συμμαχικὸν Στρατηγεῖον. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἔχωμεν αὐτὸ ὡς δεδομένον, πρέπει νὰ δεχθῶμεν ἐπίσης, ὅτι ἡ ἐκπροσώπησις τοῦ στρατηγείου παρ’ ὡρισμένου προσώπου ἦτο δικαίωμά του. Ἀκριβέστατα δὲ ὁ κ. Στεφανόπουλος περιέγραψε τὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο ὁ τόπος ἐκείνην τὴν στιγμὴν καὶ ὀρθότατα ὁ ἴδιος ὡς Ὑπουργὸς τῶν Μεταφορῶν, ἐνέκρινε τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Σίμψον τοῦ εἶχε παρασκευάσει διὰ τοῦ κ. Βασιλειάδου περὶ τῆς ἀποθηκεύσεως καὶ διανομῆς τῶν πετρελαίων διὰ τῆς Κοινοπραξίας. Ἂς σημειωθῇ ἐπίσης ὅτι ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἡ ΕΜΕΛ ὑπηρεσία καὶ αὐτὴ τοῦ Στρατηγείου εἰσῆγε δωρεὰν τὰ πετρελαιοειδῆ καὶ εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις τὰ διέθετε δωρεάν. Κατὰ συνέπειαν τὸ Συμμαχικὸν Στρατηγεῖον εἶχε δικαίωμα νὰ ὁρίσῃ ἀντιπρόσωπόν του καὶ δι’ αὐτοῦ τὸ ὄργανον ἀποθηκεύσεως καὶ διανομῆς τῶν πετρελαιοειδῶν. Τοιοῦτον ὄργανον προεκρίθη ἡ κοινοπραξία, ἡ ὑφισταμένη, καὶ τὴν ὁποίαν ἀπετέλουν ἑταιρεῖαι αἱ ὁποῖαι ἦσαν Συμμαχικῆς Ἐθνικότητος.
§67Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Ἐπιτρέπετε μίαν διευκρίνησιν. Εἴπατε ὅτι ὀρθῶς ὁ κ. Στεφανόπουλος καθώρισε τὴν κοινοπραξίαν...
§68Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ. Ἀπεδέχθη τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Σίμψον εἶχε λάβει σχετικῶς διὰ τὴν κοινοπραξίαν.
§69Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Τὸ ζήτημα, εἶναι αὐτό. Τὸ Συμμαχικὸν Στρατηγεῖον ὁπωσδήποτε εἶχε ἀνάγκην τῆς ἐγκρίσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως σχηματισθῇ μία κοινοπραξία, διότι τὸ Συμμαχικὸν Στρατηγεῖον, ἀνεξαρτήτως τῆς γνώμης τὴν ὁποίαν ἔχετε περὶ τοῦ Σίμψον, ὡς ἕνας σοβαρὸς Ὀργανισμὸς δὲν εἶχε καμμίαν ἐμπιστοσύνην, ὅτι ὁ οἱοσδήποτε Σίμψον θὰ ἦτο τελείως ἀνιδιοτελὴς ἐν τῇ διαχειρίσει μιᾶς τόσον μεγάλης ἀποστολῆς. Συνεπῶς ἔργον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἦτο: Πρῶτον ὑποδεικνύουσα τὸν τρόπον τῆς διαχειρίσεως καὶ διακινήσεως τῶν πετρελαιοειδῶν ἐν Ἑλλάδι, νὰ ὑποδείξῃ καὶ τὰς λύσεις, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἔπραξε. Καὶ δεύτερον ἐν τῇ καταστρώσει τοῦ πίνακος παρὰ τοῦ κ. Σίμψον νὰ ἔχῃ καὶ αὐτὴ τὴν γνώμην της, νὰ προσθέσῃ ἢ ν’ ἀφαιρέσῃ πρόσωπα ἐκ τῶν περιληφθέντων εἰς τὴν κοινοπραξίαν. Συνεπῶς ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν διατυπώνετε, ὅτι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὀρθῶς ἐνήργησεν ὁ κ. Στεφανόπουλος, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀκριβής, διότι ἐπαναλαμβάνω ἡ εὐθύνη τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἦτο μία ἐν τῇ διαχειρίσει μιᾶς τόσον σοβαρᾶς ὑποθέσεως, ὅπως ἦτο ἡ διακίνησις τῶν πετρελαιοειδῶν, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ γνώμην καὶ εὐθύνην ἀπέναντι τῶν πράξεων καὶ τῶν προτάσεων. Κατὰ τοῦτο, λοιπόν, νομίζω ὅτι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς διαφωνοῦμεν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν λύσιν, ἡ ὁποία ἐδόθη, διότι ἄλλωστε ἐὰν συμφωνήσωμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, δὲν θὰ διαφωνήσωμεν μέχρι τέλους. Ἡ ἀρχὴ ἔγινε ἐσφαλμένη καὶ ἀπὸ ἐκεῖ πρέπει ν’ ἀρχίσωμεν διὰ νὰ ἴδωμεν τὰ διαπραχθέντα σφάλματα.
§70Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ, ὅτι ἐκείνην τὴν στιγμὴν ὁ κ. Στεφανόπουλος, ὡς ὑπουργὸς τῶν Μεταφορῶν, δὲν εἶχε νὰ κάμῃ ἐκτὸς ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔκαμε καὶ τὸ ὁποῖον εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἔκαμνε πᾶς, ὅστις θὰ εὑρίσκετο εἰς τὴν θέσιν του. Εἴπομεν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ἦτο ὑπόθεσις τοῦ Στρατηγείου, ποὺ εἶχε ἐδῶ τὸν ἀντιπρόσωπόν του, ποὺ θὰ ἠδύνατο καὶ ἄνευ ἡμῶν νὰ κάμῃ ἀπ’ εὐθείας τὴν συνεννόησιν μὲ τὴν κοινοπραξίαν. Ἐν τούτοις ἀνεκοίνωσε διὰ τοῦ κ. Βασιλειάδη τὴν διευθέτησιν εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ἐὰν θέλετε ἀπὸ σεβασμὸν πρὸς τὴν τοπικὴν ἐξουσίαν, ὀρθῶς δέ, λόγῳ τῶν περιστάσεων ἐκείνων. Ὁ ὑπουργὸς ἀπεδέχθη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οὐσιαστικῶς ἀπεφάσισεν τὸ Στρατηγεῖον.
§71Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Τὸ Στρατηγεῖον τῆς Μέσης Ἀνατολῆς ἐπιβεβαιοῖ καὶ ἐγκρίνει τὴν ἀναγνώρισιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως δι’ ἐγγράφου πρὸς τὸν Σίμψον, τοῦ ὁποίου ἐγγράφου κάμνει χρῆσιν ὁ Σίμψον εἰς τὸ ἔγγραφόν του πρὸς τὴν Κοινοπραξίαν. Ἄρα τὸ Στρατηγεῖον ᾐσθάνετο τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συμφωνήσῃ μὲ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἀβιάστως ἐνεργήσασαν. Συνεπῶς αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ὁ Σίμψον εἶχεν ἐντολὴν τοῦ Στρατηγείου νὰ κάμῃ κοινοπραξίαν τῇ ἐγκρίσει τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Δεύτερον, οὐδέποτε ἐδόθη ἡ ἔννοια, ὅτι τὰ πετρελαιοειδῆ διενέμοντο δωρεὰν εἰς τὸν κόσμον. Ἐὰν ὡρισμέναι ἀρχαί, λόγῳ ἀνάγκης καὶ λόγῳ ἀπαθλιώσεως, διέταξαν τὴν δωρεὰν διανομήν, αὐτὸ τὸ ἐτακτοποίησεν ἡ ἰδία σύμβασις Βαρβαρέσου, ἡ ὁποία ἐπιμένει εἰς τὴν πληρωμήν. Δι’ αὐτὸ εἶχον κανονισθῆ καὶ αἱ τιμαί, εἰς δὲ τὰς τιμὰς ὑπῆρχε καὶ ἡ τιμὴ τσὶφ κάθε εἴδους καὶ τὰ ἔξοδα διακινήσεως καὶ τὰ ἔξοδα μετεκφορτώσεως. Συνεπῶς, ἐπειδὴ ἐλέχθη ἐπανειλημμένως, ὅτι δίδονται δωρεάν, παρακαλῶ νὰ λείψῃ ἡ ἐντύπωσις αὐτή.
§72Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ. Ἡ ἔννοια ἐκείνου ποὺ εἶπον εἶναι, ὅτι τὰ πετρέλαια παρείχοντο δωρεὰν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὴν ΕΜΕΛ, ὅπως μεταγενεστέρως τὸ ἔκαμε καὶ ἡ ΟΥΝΡΡΑ, μέχρι τέλους τοῦ 1945. Μόνον ὅταν ἐτελείωσεν ἡ ὑπόθεσις ΟΥΝΡΡΑ τότε ἀνελάβομεν τὴν προμήθειαν τῶν πετρελαιοειδῶν ἐπὶ πληρωμῇ.
§73Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελα νὰ ἐρωτήσω τὸ ἑξῆς: Ἡ συμφωνία τῆς Γκαζέρτας εἶναι ἀναμφισβήτητον γεγονός, ὅτι ἔδιδε πλήρη ἐλευθερίαν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὡς συμμαχικὸν ἔθνος. Μετὰ τὴν Δεκεμβριανὴν ἐπανάστασιν ὅμως, τὰ πράγματα παίρνουν ἄλλην μορφὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἡ μνήμη εἶναι βαρὺ φορτίον διὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἐνθυμοῦμαι ὅμως πολὺ καλὰ τὰ γεγονότα. Μετὰ τὸν Δ)βριον διηύθυνον οὐσιαστικῶς τὰ συμμαχικὰ στρατεύματα καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ ὑπακούῃ εἰς τὰς ἐντολὰς τῶν συμμαχικῶν στρατευμάτων. Ἐδῶ ὅμως παρατηρεῖται ἡ ἑξῆς ἱστορία: Εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ συναδέλφου κ. Δημάκη προχθές, παρουσιάσθη ἕνα πρᾶγμα. Ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Δημάκη προσχεδιάσθη ὑπὸ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καί, ὅταν λέγω τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἐννοῶ τὸ Κόμμα τοῦ κ. Τσαλδάρη, εἶχε διττὸν σκοπόν. Ὁ σκοπὸς εἶναι νὰ περάσουν ἀπὸ τὴν ἄμυναν εἰς τὴν ἐπίθεσιν καὶ ἀπὸ ὑπόδικοι νὰ γίνουν κατήγοροι. Καὶ δευτέρα πρόθεσις εἶναι νὰ ἐπαναληφθῇ τὸ παιγνίδι ποὺ ἐπανελήφθη μὲ τὸν Μαρκεζίνην, ἐναντίον τοῦ κ. Στεφανοπούλου λόγῳ τῆς ἀποσκιρτήσεώς του ἐκ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Δὲν ἠμποροῦμεν μετὰ 5 ἔτη νὰ ἐρχώμεθα καὶ ν’ ἀνασκαλεύωμεν τοιούτου εἴδους ὑποθέσεις. Ὑπάρχει δόλος καταφανής.
§74Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Εἶναι προσωπικὸν τὸ ζήτημα. Δὲν πρόκειται κ. Πρόεδρε, περὶ ἐπερωτήσεως ἰδικῆς μου. Καὶ αἱ δύο ἐπερωτήσεις καὶ ἡ ἰδική μου καὶ τοῦ κ. Μπικάκη συνηνώθησαν καὶ ἐπὶ τῶν δύο διεξάγεται ἡ συζήτησις. Δὲν δύναται ὁ κ. Δενδρινὸς νὰ ὁμιλῇ ὅτι ἐγένετο προηγουμένως προσύσκεψις καὶ προσυνεννόησις τοῦ Κόμματος, διότι ἡ ἐπερώτησις καὶ ἡ ἀπάντησις ἡ ἰδική μου εἶναι ἀποτέλεσμα καὶ συνέχεια τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Σακελλαρίου. Ὁ δὲ κ. Πρόεδρος, ὅταν ἐγενικεύθη ἡ συζήτησις, εἶπεν τότε, ὅτι ἐπειδὴ δὲν δύνανται ν’ ἀπαντήσουν ἐπὶ ἄλλου θέματος, εἰμὴ μόνον ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν 8 δισεκ., δέον νὰ κατατεθῇ νέα ἐπερώτησις καὶ κατόπιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις. Κατετέθη ἡ ἐπερώτησις ἡ ἰδική μου καὶ τοῦ κ. Μπικάκη. Δὲν δύνανται, λοιπόν, νὰ ὁμιλοῦν κατὰ τοιοῦτον τρόπον καὶ νὰ λέγουν ὅτι εἶναι προσυνεννόησις τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, διὰ νὰ περιέλθωμεν ἐκ τῆς ἀμύνης εἰς τὴν ἐπίθεσιν. Δὲν δύναται νὰ ὁμιλῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, κάμνω ἔκκλησιν εἰς τὰ αἰσθήματά σας. Ἀφήσατε νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις συμφώνως τῷ κανονισμῷ.
§76Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ. Ὁπωσδήποτε, κύριοι, ἔχω τὴν γνώμην παρ’ ὅλας τὰς ἀντιρρήσεις τὰς ὁποίας παρουσίασαν τινὲς ἐκ τῶν συναδέλφων, ὅτι ἡ κοινοπραξία ἐσχηματίσθη ἀπὸ τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ στρατηγείου καὶ ἐλειτούργησε συμφώνως μὲ τοὺς ὅρους ποὺ ἦσαν καθωρισμένοι ἀπὸ τὰς συμμαχικὰς Κυβερνήσεις ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποθήκευσιν καὶ διανομήν τῶν πετρελαιοειδῶν. Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ 1946 μέχρι τοῦ 1948, τὰ πετρέλαια μᾶς ἐδίδοντο ἀπὸ τὰς συμμαχικὰς ἀποθήκας τῆς Χάϊφας καὶ μεταφέρονται ἐδῶ μὲ δεξαμενόπλοια τῆς Ἐπιτροπῆς Μακιντόσχ καὶ κατόπιν τῆς ἐπίσης συμμαχικῆς Ἐπιτροπῆς Σκράϊτ. Βλέπετε, κύριοι συνάδελφοι, ἀπὸ ὅλα αὐτὰ καὶ ἀπὸ ὅσα θὰ ἐκτεθοῦν, ὅτι τὰ πάντα ἐγένοντο ὑπὸ τῶν συμμάχων καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ ἰσχυρίζεται ὅτι αὐτὰ ὅλα εἶναι σκάνδαλα εἰς βάρος Ἑλληνικῶν Ἀρχῶν. Καὶ φθάνω ἀπὸ τοῦδε εἰς ἕνα συμπέρασμα, ὅτι καὶ ἡ ὅλη συνέχεια εἰς τὴν ὑπόθεσιν, δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ σκάνδαλον καὶ ὅσον δήποτε καὶ ἂν θέλῃ κανεὶς νὰ ἀναζητήσῃ σκάνδαλον δὲν θὰ τὸ εὕρῃ. Δὲν δύναται νὰ παραδεχθῇ κανεὶς ὅτι ὑπάρχει σκάνδαλον εἰς ὑπόθεσιν εἰς τὴν ὁποίαν αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις μας συνεννοοῦντο καὶ ἀπεφάσιζαν μετὰ τῶν συμμαχικῶν κυβερνήσεων. Ὑπάρχουν πιθανὰ λάθη, ἀλλὰ ἡ προτίμησις τῆς κοινοπραξίας δὲν ἦτο ἀπ’ αὐτά, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον διέθετε τὰ μέσα ἀποθηκεύσεως καὶ διανομῆς, καὶ ἡ ἐργασία αὐτὴ ἐγένετο ὑπὸ τὸν Κυβερνητικὸν ἔλεγχον. Εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν, ἀφ’ ἑνὸς πρέπει νὰ ἐρευνήσωμεν τὸ ζήτημα πῶς ἐσχηματίσθη ἡ κοινοπραξία, πῶς ἔγιναν αἱ συμβάσεις μὲ τὴν κοινοπραξίαν, καὶ πῶς ἠσκήθη κατὰ τὴν περίοδον μετὰ τὸ 1945 ὁ ἀπαιτούμενος οἰκονομικὸς ἔλεγχος τῶν ἑταιρειῶν. Ἐρευνῶντες τὰ τρία αὐτὰ σημεῖα, θὰ φθάσωμεν εἰς ὡρισμένα λογικὰ συμπεράσματα ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος. Κατὰ τὸν Μάρτιον τοῦ 1945 τὸ στρατηγεῖον διὰ τοῦ κ. Σίμψον εἰδοποίησε τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι λήγει ἡ ἀποστολή του καὶ ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἀναλάβῃ ἄλλος τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Ἐκαλεῖτο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη νὰ προέλθῃ εἰς συνεννοήσεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος καὶ νὰ κανονίσῃ τὰς σχέσεις τῆς κοινοπραξίας καὶ τοῦ Δημοσίου. Ἔτσι λαμβάνει μέρος εἰς τὴν ὑπόθεσιν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ ἀρχίζει τὰς συνεννοήσεις διὰ τὴν σύμβασιν μὲ τὴν κοινοπραξίαν, ποὺ ὑπεδείχθη καὶ ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν συμμαχικῶν Κυβερνήσεων. Τὴν συνεννόησιν κύριοι, διεξήγαγε ὁ κ. Βαρβαρέσος. Μὲ τὸν κ. Βαρβαρέσον εἶχον πολλῶν ἐτῶν συνεργασίαν καὶ ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ἔχω θαυμάσῃ τὴν κρίσιν του, τὴν μέθοδον τῆς ἐργασίας του καὶ τὴν ἐντιμότητά του. Διαρκοῦντος τοῦ πολέμου ἡ συνεργασία μας διεκόπη καὶ ὑπῆρξε βαρεῖα ψυχρότης ἀναμεταξύ μας, αὐτὸ ὅμως εἶναι ἕνας λόγος διὰ νὰ ἔχω τὸ θάρρος νὰ λέγω αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγω, περὶ αὐτοῦ. Καὶ σήμερον ἀκόμη ἂν μοῦ παρουσίαζεν ὁ κ. Βαρβαρέσος οἱανδήποτε σύμβασιν, θὰ τὴν ὑπέγραφα εὐχαρίστως χωρὶς νὰ τὴν ἀναγνώσω. Θὰ μοῦ εἴπητε, ὅτι τὴν εἶχεν αὐτὸς διαπραγματευθῆ καὶ τὴν εἶχε καταρτίσει ὁ ἴδιος. Ἑπομένως δὲν δύναται κανεὶς εὐκόλως νὰ ρίπτῃ σκιὰς ἐπὶ μιᾶς ὑποθέσεως τὴν ὁποίαν διεπραγματεύθη ὁ κ. Βαρβαρέσος καὶ εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι θὰ ἔκανε πᾶν ὅτι ἦτο ἀνθρωπίνως δυνατὸν διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, καὶ μάλιστα ἀφοῦ τὴν διεπραγματεύθη ἐπ’ ἀρκετοὺς μῆνας. Ὁ κ. Βαρβαρέσος ὑπεβλήθη εἰς ἀνάκρισιν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, διότι γνωρίζετε, ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἐν τῇ συνεχείᾳ της ἤχθη ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων συνεπείᾳ καταγγελίας κάποιας ἐκ τῶν ἐνδιαφερομένων ἑταιρειῶν, ἡ ὁποία παρεπονεῖτο, ὅτι δὲν εἶχε περιληφθῆ εἰς τὴν κοινοπραξίαν. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε λοιπὸν νὰ ἀκουσθῇ καὶ ἡ γνώμη τοῦ ἀπόντος κ. Βαρβαρέσου καὶ πρὸς τοῦτο θὰ σᾶς ἀναγνώσω μερικὰ ἀποσπάσματα τῆς καταθέσεώς του, ἡ ὁποία ἐγένετο τὴν 15 Σεπτεμβρίου 1949 εἰς τὸ κατάστημα τῆς Πρεσβείας μας εἰς τὴν Οὐάσιγκτων, ἐνώπιον τοῦ πρώτου γραμματέως αὐτῆς κ. Α. Ι. Καψαμπέλη, κατ’ αἴτησιν τοῦ ἀνακριτοῦ τοῦ Αʹ Τμήματος Ἀθηνῶν. Ἀναγινώσκω, τώρα μόνον ἀποσπάσματα αὐτῆς: ......Ἀναγινώσκει...... Ἀπάντησις. Δὲν ἀνεμίχθην εἰς τὴν σύστασιν τῆς Κ.Ε.Π. Αὕτη συνεστήθη ὑπὸ τῶν Βρεττανικῶν Στρατιωτικῶν Ἀρχῶν καὶ ἐλειτούργησεν εὐθὺς ἅμα τῇ ἀπελευθερώσει τῆς Χώρας. Κατὰ τὴν ὑπουργίαν μου ὑπεγράφη ἁπλῶς μὲ καθυστέρησιν σύμβασις νομιμοποιοῦσα τὴν ὑφισταμένην πραγματικὴν ταύτην κατάστασιν. Οὐδένα Ἕλληνα εἰσαγωγέα πετρελαίων ἢ ἄλλον τινα ἀπέκλεισα τῆς κοινοπραξίας ταύτης, οὐδὲ προέκυψε ποτὲ τοιοῦτον ζήτημα, ἐὰν δὲ καλῶς ἐνθυμοῦμαι δὲν μοῦ ὑπεβλήθησαν παράπονα ἢ διαμαρτυρίαι ἐκ μέρους τυχὸν ἀποκλεισθέντων διὰ νὰ λάβω ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω ταῦτα. ................................... α) Σκοπὸς τῆς συμβάσεως ὡς εἶπον ἀνωτέρω ἦτο νὰ νομιμοποιήσῃ μίαν κατάστασιν de facto ὑφισταμένην, ἦτο ἑπομένως φυσικὸν ἡ νομιμοποίησις νὰ ἀνατρέξῃ εἰς τὸν χρόνον ἀφ’ οὗ ἤρξατο λειτουργοῦσα ἡ Κ.Ε.Π. ἤτοι Νοέμβριον 1944. β) Κυρία προϋπόθεσις τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως ἦτο ὅτι ἡ Κ.Ε.Π. δὲν θὰ ἐπεβάρυνε τὸ προϊὸν μὲ οὐδενὸς εἴδους κέρδος, ὑπέγραψα δὲ τὴν σύμβασιν ταύτην μόνον ὅταν ἔσχον τὴν ρητὴν διαβεβαίωσιν τῶν ἁρμοδίων Ὑπηρεσιῶν, ὅτι τοῦτο ἐξασφαλίζεται πλήρως ἐν τῇ συμβάσει. Δὲν ἐνθυμοῦμαι πῶς διετυπώθη ἐν τῇ συμβάσει ἡ περὶ ἐξόδων ρήτρα, ἡ ἐκδοχὴ ὅμως ὅτι εἰς τὸν ὅρον γενικὰ ἔξοδα (ἐὰν τοιοῦτος ὅρος ὑπάρχῃ ἐν τῇ συμβάσει) περιλαμβάνεται καὶ τὸ κέρδος εἶναι ἀντίθετον πρὸς τὴν γενικῶς παραδεδεγμένην ὁρολογίαν καὶ ἀποτελεῖ διαστροφὴν τῆς ἐννοίας τῶν λέξεων. Αἱ δαπάναι αἱ βαρύνουσαι ἑκάστην μονάδα ὡρισμένου προϊόντος εἶναι ἢ εἰδικαί, ὅταν εἶναι ἀναγκαῖαι διὰ τὴν προμήθειαν τῆς μονάδος ταύτης ὁπότε βαρύνουν ἐξ ὁλοκλήρου τὴν τιμὴν αὐτῆς (ὡς π. χ. πρῶται ὕλαι, ἐργασία, μεταφοραὶ) ἢ γενικαί, ὅταν γίνωνται διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν γενικῶν ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ ὅλου προϊόντος (ἐνοίκια, φωτισμός, θέρμανσις κ.λ.π.) ὁπότε κατανέμονται κατ’ ἀναλογίαν εἰς τὸ σύνολον τῶν ὑπὸ διαχείρισιν προϊόντων. Εἰς ἀμφοτέρας τὰς περιπτώσεις πρόκειται περὶ πραγματικῶν δαπανῶν εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλεται ἡ ἐπιχείρησις. Ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἐπιτρέπεται νὰ θεωρηθῇ καὶ τὸ κέρδος ὡς δαπάνη τῆς ἐπιχειρήσεως». «Ἐγὼ ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ παρέμβω λόγῳ διατυπωθέντων παραπόνων, ὅτι ἡ ὑπόθεσις, τὴν ἀνάγκην τῆς ὁποίας οὐδεὶς ἠμφισβήτησε, διῃωνίζετο λόγῳ μακρῶν συζητήσεων καὶ ἀναβολῶν, ἔχων δὲ τὴν γνώμην ὅτι αἱ ἐκκρεμότητες δημιουργοῦν κινδύνους καὶ εὐθύνας διὰ τὸ Δημόσιον, ἐκάλεσα τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Κ.Ε.Π. καὶ τὰς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας καὶ συνέστησα νὰ ἐπισπεύσουν τὰς συζητήσεις ἐν πνεύματι συνεργασίας καὶ ἐξυπηρετήσεως τῶν δημοσίων συμφερόντων. Τὴν σύμβασιν ὑπέγραψα ὅταν μοῦ ὑπεβλήθη παρὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν μὲ τὴν βεβαίωσιν ὅτι αἱ ὑπάρχουσαι διαφοραὶ ἤρθησαν ἱκανοποιητικῶς». Δὲν ἐμονιμοποίησα, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐνομιμοποίησα ὑφισταμένην πραγματικὴν κατάστασιν θεωρήσας ὅτι ἦτο συμφέρον εἰς τὸ Κράτος καὶ τὴν Κοινωνίαν νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ καλὴ διαχείρισις καὶ δικαία διανομή, ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Κράτους, προϊόντος ἀναγκαίου καὶ σπανίζοντος, ὅπως ἦσαν τότε τὰ ρευστὰ καύσιμα καὶ νὰ ἀποσοβηθῇ ὁ κίνδυνος νὰ περιέλθῃ τοῦτο εἰς χεῖρας τῆς κερδοσκοπίας. Εἰς τοῦτο ἀπέβλεψεν ἐξ ἀρχῆς τὸ σύστημα τῆς κοινοπραξίας. Οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὴν σύστασιν αὐτῆς κατὰ τὸν Νοέμβριον 1944 ἐξηκολούθουν νὰ ὑφίστανται ἐντελῶς ἀμετάβλητοι καὶ κατὰ τὸν χρόνον τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως, ἤτοι τὸν Αὔγουστον 1945, καθ’ ὅσον τὰ ρευστὰ καύσιμα ἐξηκολούθουν νὰ εἶναι μεταξὺ τῶν μᾶλλον σπανιζόντων εἰδῶν καὶ διὰ τὸν λόγον ἀκριβῶς τοῦτον ἐξηκολούθουν νὰ εὑρίσκωνται ὑπὸ τὴν διαχείρισιν τῶν συμμαχικῶν ἀρχῶν. Αἱ χορηγούμεναι ποσότητες ἐξηκολούθουν νὰ εἶναι τελείως ἀνεπαρκεῖς καὶ μόνον μὲ αὐστηρὸν ἔλεγχον ἠδύνατο νὰ ἐξυπηρετηθοῦν αἱ ἐπείγουσαι ἀνάγκαι τοῦ Κράτους καὶ τῆς οἰκονομίας τῆς χώρας. Ἑπομένως ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι καθ’ ὃν χρόνον ὑπεγράφη ἡ σύμβασις εἶχον ἀρθῆ οἱ ἐξαιρετικοὶ λόγοι τῆς ἐποχῆς τῆς συστάσεως τῆς κοινοπραξίας εἶναι ἐντελῶς ἀστήρικτος». Ἀλλὰ λέγει ὁ κ. Βαρβαρέσος εἰς τὴν κατάθεσίν του, καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα περιέχονται εἰς ὁλόκληρον τὸ κείμενον τῆς καταθέσεώς του. Οὕτως ὑπεγράφη, κύριοι, ἡ σύμβασις Βαρβαρέσσου τῆς 17 Αὐγούστου 1945 εἰς τὴν ὁποίαν τὸ ἄρθρον 6 ἀποτελεῖ τὴν ἀφετηρίαν τῶν ἑπομένων 2 παραρτημάτων αὐτῆς ποὺ ὑπεγράφησαν τὸν Μάρτιον τοῦ 1946. Τὸ ἄρθρον 6 ὁρίζει τὰ ἑξῆς: «... αἱ ἑταιρεῖαι οὐδενὸς κέρδους δικαιοῦνται. Συμφωνεῖται ἐν τούτοις ὅτι ἡ κατὰ τοιοῦτον τρόπον παραλαβὴ καὶ διαχείρισις τῶν ὡς ἄνω πετρελαιοειδῶν, ἀρχικῶς καθωρίσθη διὰ περιωρισμένον χρόνον, αἱ δὲ μετέχουσαι τῆς κοινοπραξίας ἑταιρεῖαι δικαιοῦνται νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὰς ἐπὶ κέρδει ἐργασίας των. Ὁ χρόνος καθ’ ὃν αἱ μετέχουσαι τῆς κοινοπραξίας ἑταιρεῖαι θὰ ἐπανέλθουν εἰς τὰς ἐπὶ κέρδη ἐργασίας των, τὸ περιθώριον κέρδους τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτὰς καθὼς καὶ πᾶσα ἄλλη λεπτομέρεια θὰ εἶναι ἀντικείμενον διαπραγματεύσεων μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν Βρεττανικῶν καὶ Ἀμερικανικῶν Ἀρχῶν». Τίθεται οὕτω ἡ ἀρχὴ, ὅτι ἡ ὑπόθεσις συνεχίζεται μεταξὺ τῶν Κυβερνήσεων. Πρὶν προχωρήσω πρέπει νὰ σημειώσω ὅτι ἡ σύμβασις δὲν ἐχάρισε φόρους εἰς τὴν κοινοπραξίαν, ἀλλὰ μόνον διὰ τὸ διάστημα ποὺ προσέφεραν δωρεὰν τὰς ὑπηρεσίας των, ἀπηλλάγησαν τῆς ἐκτάκτου εἰσφορᾶς. Ὀλίγον χρόνον κατόπιν ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἀρχίσῃ ἡ δωρεὰν παροχὴ τῶν πετρελαίων ὑπὸ τῆς ΟΥΝΡΑ εἰδοποιήθη φυσικὰ περὶ τούτου ἡ Κυβέρνησι. Ὁ τότε Ἀρχηγὸς τῆς Οὔνρα κ. Μέϊμπεν ἀπηύθυνεν ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν κ. Π. Βούλγαρην ὑπὸ χρονολογίαν 24 Σ)βρίου 1945 καὶ ἀριθ. 30761)250 εἰς τὴν ὁποίαν οὗτος μεταξὺ ἄλλων ἔγραφε καὶ τὰ ἑξῆς: «Μέχρι τοῦδε αἱ στρατιωτικαὶ ἀρχαὶ ἦσαν ὑπεύθυνοι διὰ τὸν ἐφοδιασμὸν τῆς Ἑλλάδος μὲ τὰ πετρελαιοειδῆ. Ἡ εὐθύνη ὅμως αὕτη πρόκειται νὰ τερματισθῇ τὴν 30 Σ)βρίου 1945 καὶ ἀπὸ τῆς ἡμερομηνίας αὐτῆς καὶ ἐφεξῆς νέα διευθέτησις σχεδιάζεται διὰ τὴν προμήθειαν τῶν προϊόντων αὐτῶν διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν διανομὴν αὐτῶν ἀνὰ τὴν χώραν.....». «... Ἡ Β. Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἐν συνεννοήσει μὲ τὴν Ἑλληνικὴν Κοινοπραξίαν πετρελαίου θὰ προετοιμάσῃ, μὲ πληροφορίας καὶ δικαιολογίας τὸ ὅλον πρόγραμμα τῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας μὲ πετρελαιοειδῆ. Τὸ πρόγραμμα αὐτὸ θὰ ὑποβληθῇ ταὐτοχρόνως εἰς τὴν Βρεττανικὴν καὶ Ἀμερικανικὴν Κυβέρνησιν διὰ τῶν ἐν Ἀθήναις Πρεσβειῶν των. Αἱ ὑπεύθυνοι Βρεττανικαὶ καὶ Ἀμερικανικαὶ ἀρχαὶ.... δύνανται νὰ ἐξασφαλίσουν εἰς τὰς χώρας αὐτὰς (τὰς εἰσαγούσας πετρέλαια) δικαίαν διανομὴν..........». «Δοθέντος ὅτι ἡ Οὔνρρα εἶναι ἐπὶ τοῦ παρόντος ὑπεύθυνος διὰ τὴν πληρωμὴν ὅλων τῶν προϊόντων ποῦ εἰσάγονται εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ κοινωνικοὺς σκοποὺς καὶ συνεπῶς ἐνδιαφέρεται διὰ τὸ πρόγραμμα ἀναγκῶν τῆς Ἑλλάδος, ζητεῖται ὅπως τὸ πρόγραμμα ποὺ θὰ καταρτίσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις.... ὑποβληθῇ πρὸς τὴν ἐν Ἑλλάδι ἀποστολὴν τῆς Οὔνρρα ἵνα τὸ ἐλέγξῃ καὶ τὸ σχολιάσῃ πρὸ τῆς ὑποβολῆς του εἰς τὴν Ἀμερικανικὴν καὶ Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν...». «.... Ἡ διανομὴ πετρελαιοειδῶν ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος ἐπραγματοποιεῖτο μέχρι τοῦδε διὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κοινοπραξίας πετρελαίου καὶ τὰς τοπικὰς ἀρχὰς διανομῆς.... Δοθέντος ὅτι τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπεδείχθη ἐπιτυχὲς ἀποφασίσατε ὅπως ἡ Ἐπιτροπὴ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον της ὑπὸ τὴν παροῦσαν μορφήν της....». Καὶ ἐκ τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς λοιπὸν καταφαίνεται ποία ἦτο ἡ θέσις μας ἔναντι τῶν Συμμαχικῶν Κυβερνήσεων καὶ μέχρι τῆς χρονολογίας αὐτῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἡ μεταγενεστέρα τῆς συμβάσεως Βαρβαρέσου. Ἡ ἐμπορία τῶν πετρελαιοειδῶν δὲν ἦτο ἀκόμη ἐλευθέρα καὶ ἡ διαχείρισις ἀνῆκεν εἰς τοὺς Συμμάχους. Χαρακτηριστικὸν εἶναι, ὅτι σχεδὸν ταὐτοχρόνως μὲ τὴν ἐπιστολὴν τοῦ κ. Μέϊμπεν ἐπεδόθη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 207 τῆς 7 Σεπτεμβρίου 1945 ἐπείγουσα..... ἀνακοίνωσις τῆς Ἀμερικανικῆς Πρεσβείας, ἐνισχυθεῖσα καὶ διὰ σχετικοῦ διαβήματος τῆς Βρεττανικῆς. Ἡ ἀνακοίνωσις καθώριζε τὰ εἴδη τῶν ἐφοδίων, τὰ ὁποῖα ἐφεξῆς θὰ ἐπληρώνοντο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεώς μας ἐν οἷς καὶ τὰ πετρελαιοειδῆ, εἰς δὲ τὴν παράγραφον 10 ὡρίζοντο τὰ ἑξῆς: «Ἡ πρόβλεψις τῆς συμφωνίας ὡς πρὸς τὰ ὑλικά, τὰ ὁποῖα προμηθεύονται ἐπὶ πληρωμῇ εἶναι ὅτι πληρώνονται τοῖς μετρητοῖς διὰ τῶν κανονικῶν ἐμπορικῶν ὁδῶν. Εἰς τὴν περίπτωσιν τοιούτων προμηθειῶν, εἶναι νοητὸν ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ ἀμέσως διαθέσιμον τὸ ἀπαιτούμενον πρὸς τοῦτο συνάλλαγμα. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς προμηθείας τῆς Οὔνρρα, ἡ βάσει τοῦ θεσμοῦ ἐνοικοδανεισμοῦ ἢ ἐν περιπτώσει ποὺ ἡ Ἑλλὰς θὰ ἐλάμβανε δάνειον ἢ πίστωσιν σχετικὴ συμφωνία διὰ τὴν πληρωμὴν θὰ πρέπῃ νὰ γίνῃ. Ἐπίσης εἶναι ἐπιθυμία τῆς Κυβερνήσεως τῶν Η.Π.Α. ὅπως αἱ ἐνδιαφερόμεναι ἰδιωτικαὶ ἑταιρεῖαι λαμβάνουν λογικὴν ἀμοιβὴν διὰ τὰς ὑπηρεσίας των». Ἡ Κυβέρνησις Βούλγαρη ἐνώπιον τῆς διακοινώσεως αὐτῆς συνεβουλεύθη κατ’ ἀρχὴν τὸ Κυβερνητικὸν Οἰκονομικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐξέδωσε τὴν ἑξῆς ἀπόφασίν του τὴν ὁποίαν ὁ Πρωθυπουργὸς διεβίβασεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν μὲ τὸ ὑπ’ ἀριθ. Γ.Υ.Σ. 1013 τῆς 22 Σεπτεμβρίου 1945 ἔγγραφόν του. Ἀναγινώσκω τὴν ἀπόφασιν τοῦ Κ.Ο.Σ. «Συνεδρίασις 18η τῆς 21–9–1945 ἐν τῷ Πολιτικῷ Γραφείῳ», Ἐν Ἀθήναις σήμερον τὴν 21ην Σεπτεμβρίου 1945 ἡμέραν Σάββατον καὶ ὥραν 7 μ.μ. συνῆλθεν εἰς Συνεδρίασιν τὸ Κυβερνητικὸν Οἰκονομικὸν Συμβούλιον παρόντων ἁπάντων τῶν μελῶν αὐτοῦ. ........................... Τέλος ἐλήφθησαν αἱ ἀκόλουθοι ἀποφάσεις:
ΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΝ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΝ
1. Λαβὸν ὑπ’ ὄψει τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπ’ ἀριθ. 164 τῆς 7ης Σεπτεμβρίου 1945 Διακοίνωσιν τῶν ἐνταῦθα Πρεσβειῶν Μεγάλ. Βρεττανίας καὶ Ἡνωμένων Πολιτειῶν, ἀφορῶσαν τὴν μελλοντικὴν ρύθμισιν τῆς χορηγήσεως τῶν πετρελαιοειδῶν, καὶ δι’ ἧς εἰδικώτερον προτείνεται ὅπως ἀπὸ 1ης Ὀκτωβρίου ἡ χορήγησις τῶν πετρελαιοειδῶν διενεργεῖται δι’ Ἐπιτροπῶν Προμηθειῶν ἑδρευουσῶν ἐν Βασιγκτῶνι καὶ Λονδίνῳ, πρὸς ἃς διὰ μέσου τῶν ἐνταῦθα Πρεσβειῶν τῆς Μεγάλης Βρεττανίας καὶ Ἡνωμένων Πολιτειῶν θὰ ὑποβάλλωνται τὰ ἑκάστοτε προγράμματα τῶν ἀναγκῶν μας, ἀποφασίζει: Ἀποδέχεται τὸν προτεινόμενον τρόπον χορηγίας πετρελαιοειδῶν καὶ τοὺς ἐν αὐτῷ διατυπουμένους ὅρους. Ἀναθέτει εἰς τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου Μεταφορῶν τὸν ἔγκαιρον καθορισμὸν τοῦ προγράμματος τῶν ἀναγκῶν εἰς πετρελαιοειδῆ ἐν συνεννοήσει μετὰ τῶν ἁρμοδίων Συμμαχικῶν Ἀρχῶν καὶ μὲ τὴν κοινοπραξίαν τῶν ἑταιρειῶν. Ἡ Ἐσωτερικὴ κατανομὴ τῶν πετρελαιοειδῶν, πλὴν τοῦ φωτιστικοῦ πετρελαίου διὰ τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα θὰ γίνεται διὰ Κοινοπραξίας τῶν Ἑταιρειῶν Πετρελαιοειδῶν, βάσει διατακτικῶν τῆς ἁρμοδίας Ὑπηρεσίας Καυσίμων τοῦ Ὑπουργείου Μεταφορῶν. Κατόπιν τῆς ἀποφάσεως ταύτης τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπεύθυνε τὴν ὑπ’ ἀριθ. 10351 τῆς 24 Σεπτεμβρίου 1945 ρηματικὴν ἀνακοίνωσιν πρὸς τὴν Πρεσβείαν τῆς Ἀμερικῆς (συμπεραίνω καὶ τῆς Μ. Βρεττανίας) εἰς τὴν ὁποίαν ἀναφέρεται ὅτι «..... εἰς ἀπάντησιν τῆς ἀνακοινώσεως ὑπ’ ἀριθ. 207 τῆς 7 Σεπτεμβρίου 1945 ἀφορώσης τὴν πρότασιν διὰ μίαν συμφωνίαν ἀρχομένην ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου 1945 διὰ τὴν προμήθειαν προϊόντων πετρελαίου εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν ἔχει τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Πρεσβείαν τῶν Η.Π.Α. ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις συμφωνεῖ μὲ τοὺς ὅρους τοὺς περιεχομένους εἰς τὴν ἀνωτέρω ἀναφερωμένην ἀνακοίνωσιν». Οὕτω συμφωνεῖται μεταξὺ τῶν Κυβερνήσεων αἱ Ἑταιρεῖαι τῆς Κοινοπραξίας ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου 1945 θὰ λαμβάνουν προμήθειαν διὰ τὰς ὑπηρεσίας των καὶ διὰ τὴν χρησιμοποίησιν τῶν ἀποθηκῶν των καὶ τοῦ ἄλλου ἐξοπλισμοῦ των. Ἑπομένως, ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἡ μετέπειτα συμφωνία τοῦ Μαρτίου 1946 ἁπλῶς ἐξετέλεσεν ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις. Χθὲς ἐπὶ ἄλλης ὑποθέσεως ὁ συνάδελφός μας ὀρθῶς, εἶπεν ὡς ἀρχὴν ὅτι οὐδεὶς ἐργάζεται ἄνευ κέρδους. Ὀλίγον βραδύτερον τὸν Νοέμβριον τοῦ 1945 πρώτη ἡ Ἀμερικανικὴ Πρεσβεία ἀνέστειλε τὴν ὑπὸ χρονολογίαν 25–11–45 ρηματικὴν διακοίνωσιν πρὸς τὴν Κυβέρνησίν μας εἰς τὴν ὁποίαν ὑπενθυμίζει τὴν συμφωνίαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μὲ τὰς Κυβερνήσεις τῶν συμμάχων. Τὴν διακοίνωσιν διεβίβασε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν μὲ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 11919 τῆς 30 Νοεμβρίου 1945 συνοδευτικὸν ἔγγραφον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπαναλαμβάνεται ἡ βεβαίωσις τῆς ἐπελθούσης ὡς ἄνω συμφωνίας μεταξὺ τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως καὶ τῶν Κυβερνήσεων τῆς Μ. Βρεττανίας καὶ τῶν Η.Π.Α. Ἐπάγεται δὲ τὸ ἔγγραφον τὸ ἑξῆς: «Σήμερον περιέρχεται ἡμῖν ἡ συνημμένη ἐν ἀντιγράφῳ διακοίνωσις τῆς Ἀμερικανικῆς Πρεσβείας δι’ ἧς ὑποδεικνύεται ὅτι κατόπιν τῆς ἡμετέρας ἀποδοχῆς, θὰ ἔδει νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ὑπὸ τοῦ καθ’ ὑμᾶς Ὑπουργείου ὑπογραφὴ τῆς προταθείσης εἰς τὴν συμφωνίαν μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ Κοινοπραξίας τῶν ἑταιρειῶν προσθήκης ὑπ’ ἀριθ. 1 περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἰδιωτικῶν Ἑταιρειῶν. Ταυτοχρόνως ἐδέχθημεν καὶ ταὐτόσημον διακοίνωσιν τῆς Βρεττανικῆς Πρεσβείας». Ἀναγινώσκω τώρα τὸ κείμενον τῆς Διακοινώσεως: «Ἡ Πρεσβεία τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς ἀπευθύνει τὰς προσρήσεις της πρὸς τὸ Β. Ἑλληνικὸν Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ κατόπιν ὁδηγιῶν τῆς Κυβερνήσεώς της ἔχει τὴν τιμὴν νὰ ἐπισύρῃ ἐπειγόντως τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργείου ἐπὶ τῆς κάτωθι ὑποθέσεως: Εἰς τὴν τελευταίαν φράσιν τῆς διακοινώσεως τῆς Πρεσβείας ταύτης ὑπ’ ἀριθ. 207 ἀπὸ 7ης Σεπτεμβρίου 1945, παράγραφος 10, ἐλέγετο ὅτι: «Ἡ Κυβέρνησις τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν ἐπιθυμεῖ ἐπίσης ὅπως παρασχεθῇ εἰς τὰς ἐνδιαφερομένας ἰδιωτικὰς Ἑταιρείας ἀποζημίωσις διὰ τὴν χρησιμοποίησιν τῶν ἐγκαταστάσεών των». Ἀναφερόμεθα ἐπίσης, σχετικῶς, εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἀπὸ 21 Σ)βρίου 1945 ὑπομνήματος τῆς Πρεσβείας ταύτης. Τὸ Β. Ὑπουργεῖον ἐν τῇ ἀπαντήσει τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 10351 ἀπὸ 24 Σεπτεμβρίου 1945 ἐπληροφόρησε τὴν Πρεσβείαν ὅτι: «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις συμφωνεῖ μὲ τοὺς ἐκτεθέντας ἐν τῇ προμνησθείσῃ διακοινώσει ὅρους» Τὸ Ἑλληνικὸ Ποὺλ τοῦ πετρελαίου ὑπέβαλε τὴν 3ην Ὀ)βρίου 1945 πρὸς τὸ Β. Ὑπουργεῖον Ἐφοδιασμοῦ σχέδιον περὶ τῆς τοιαύτης ἀποζημιώσεως ὑπὸ μορφὴν σχεδίου προσθήκην ὑπ’ ἀριθ. 1 εἰς τὴν ὑπογραφεῖσαν μεταξὺ Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ποὺλ συμφωνίαν τῆς 17ης Αὐγούστου 1945. Τὸ ὁριστικὸν κείμενον τῆς προσθήκης ταύτης ὑπεβλήθη πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐφοδιασμοῦ τὴν 21ην Ν)βρίου 1945. Ἡ Πρεσβεία αὕτη ἔχει ὑπ’ ὄψει της ὅτι ἡ προμνησθεῖσα προσθήκη ὑπ’ ἀριθ. 1 δὲν ἔτυχεν ἀκόμη τῆς ὑπογραφῆς τῆς Ἑλληνικῆς Β. Κυβερνήσεως καὶ ὡς ἐκ τούτου παρακαλεῖ τὸ Β. Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ προβῇ εἰς οἱασδήποτε ἐνεργείας ἤθελε κρίνει σκόπιμον ἵνα λυθῇ τὸ ζήτημα ὅσον ἔνεστι ταχύτερον. Ἡ Πρεσβεία δράττεται τῆς εὐκαιρίας ἵνα ἐπαναλάβῃ πρὸς τὸ Β. Ὑπουργεῖον τὴν διαβεβαίωσιν τῆς ὑψίστης ὑπολήψεώς της». Ἐν Ἀθήναις τῇ 25ῃ Ν)βρίου 1945». Ἐπακολουθεῖ ὀλίγον κατόπιν νεώτερον ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν πρὸς τὸ τοῦ Ἐφοδιασμοῦ μὲ ἀριθ. 221|14.1.46, τὸ ὁποῖον καὶ ἀναγινώσκω. «Ἐν Ἀθήναις τῇ 14–1–46 Ἡμέτερον 11919 ἀπὸ 30 Νοεμβρίου π. ἔ. Ἀναφερόμενοι εἰς τὸ ἀνωτέρω λίαν ἐπεῖγον ἔγγραφον ὑμῶν ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὑπογραφὴν προσθήκης περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἰδιωτικῶν ἑταιρειῶν εἰς τὴν μεταξὺ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ κοινοπραξίας Ἑταιρειῶν Πετρελαίου συμφωνίαν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν ὑμᾶς ὅπως εὐαρεστούμενοι γνωρίσητε ἡμῖν τὸ ταχύτερον δυνατὸν τὴν δοτέαν ἀπάντησιν εἰς τὰς ἐνδιαφερομένας Πρεσβείας Μ. Βρεττανίας καὶ Ἡνωμένων Πολιτειῶν, καθ’ ὅσον αὗται ὀχλῶσιν ἡμᾶς ἐπανειλημμένως αἰτούμεναι τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου λῆψιν ἀποφάσεως ὑπὸ τοῦ καθ’ ὑμᾶς Ὑπουργείου εἰς ὅ, ὡς ἀναγράφουσιν ὑπεβλήθη τὴν 3ην Ὀκτωβρίου π. ἔ. ὑπὸ τῆς κοινοπραξίας τὸ σχετικὸν σχέδιον προσθήκης ὑπ’ ἀριθ. 1.». Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις ὅταν ἡ Κυβέρνησις Σοφούλη ἦτο εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀπὸ Δεκεμβρίου 1945 μέχρι τέλους Μαρτίου τοῦ 1946. Κατόπιν τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ καὶ ἄλλων προφορικῶν ἐπανειλημμένων συνομιλιῶν ἐπὶ τοῦ θέματος μὲ τοὺς ἁρμοδίους τῶν Πρεσβειῶν δίδονται ὁδηγίαι εἰς τὸν Ὑπουργὸν τοῦ Ἐφοδιασμοῦ, κατ’ ἀρχὰς μὲν εἰς τὸν κ. Καρτάλην, μετὰ δὲ τὴν παραίτησίν του διὰ τοὺς γνωστοὺς πολιτικοὺς λόγους εἰς τὸν κ. Μαυρίκην νὰ συνεχίσουν τὰς διαπραγματεύσεις. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ἐπίσης νὰ ἀναγνώσω μερικὰ ἀποσπάσματα τῆς καταθέσεως τοῦ κ. Μαυρίκη, τὴν ὁποίαν ἔλαμεν ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ τὴν 30)11)49. Ὁ κ. Μαυρίκης, πλὴν ἄλλων λέγει καὶ τὰ ἑξῆς: «Ἅμα τῇ λήψει τῆς ἐπιστολῆς ἐνημερώθην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου τῆς ΕΦ–ΕΞ κ. Κανέλλη ὅστις καὶ μοὶ ἀνέφερεν, ὅτι ὑπάρχει ἀνειλημμένη ὑποχρέωσις Κυβερνήσεως Βούλγαρη, ἧς συμμετεῖχε καὶ ὁ κ. Βαρβαρέσσος ὡς Ἀντιπρόεδρος, ὅπως ἀναγνωρισθῇ εἰς τὴν Κ.Ε.Π. κατόπιν διαπραγματεύσεων κέρδος καὶ δὴ ἀναδρομικῶς καὶ ὅτι αἱ Ἑταιρεῖαι εἶχον ὑποβάλλει σχέδια συμβάσεων τὰ ὁποῖα ἐπεξειργάσθη ὁ κ. Κανέλλης καὶ ἦτο ἕτοιμος οὗτος νὰ ἀναπτύξῃ τὰς ἀντιρρήσεις τῆς Ἑταιρείας. Ἐνημέρωσα τὸν κ. Τσουδερὸν ὅστις μοὶ ἔδωσεν ἐντολὴν νὰ προχωρήσω εἰς τὰς διαπραγματεύσεις. «Εἰς δύο μακροτάτας συνεδριάσεις μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Ἑταιρειῶν Ἑλλήνων τε καὶ ξένων παρισταμένου καὶ τοῦ κ. Κανέλλη, ὁ τελευταῖος κατὰ τὸ ὁρισθὲν ὑπ’ ἐμοῦ σύστημα ἀνέπτυξε τὰς ἀντιρρήσεις τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς συμβάσεως. Μεθ’ ὃ ἐκάλουν τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν Ἑταιρειῶν, ὅπως ἀποδεχθοῦν τὰς ἀπόψεις τῶν Ὑπηρεσιῶν τοῦ Δημοσίου. Ἤκουσα τὰς ἀντιρρήσεις καὶ ὅπως γίνεται πάντοτε ἐν ἀπολύτῳ καλῇ πίστει ἀπεδεχόμην τὰς δικαίας ἀντιρρήσεις τῶν Ἑταιρειῶν, αἵτινες πάλιν πολλαχοῦ ἀνεγνώρισαν τὰς ἀντιρρήσεις τῆς ὑπηρεσίας καὶ τὰς ἰδικάς μου. «Ἐπειδὴ αἱ Ἑταιρεῖαι δὲν ὑπεχώρουν εἰς μικρότερα ποσοστὰ κερδῶν κατὰ τόννον καὶ ἐπέμενον ἐπὶ τοῦ δικαιώματος τῆς μεταφορᾶς τῶν κερδῶν των εἰς τὸ ἐξωτερικόν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐτόνισα ἰδιαιτέρως, μὲ ἠνώχλει ὡς Διευθυντὴν Τραπέζης διότι θὰ ἐμείωνε τὰ συναλλαγματικά μας ἀποθέματα, δηλώσας ὅτι οὐδέποτε θὰ συνίστων τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως ὑπὸ τὸν ὅρον αὐτόν, ἐνημέρωσα τὸν κ. Τσουδερὸν καὶ εἰσηγήθην διὰ λόγους τακτικῆς νὰ μὴ ὑπογράψωμεν τὴν σύμβασιν, τοσούτῳ μᾶλλον, ἐφ’ ὅσον ἐπέκειντο ἐκλογαὶ καὶ ὁ κ. Τσουδερὸς συνεφώνησε. Παρείλκυσα κατόπιν τούτου τὴν ὑπόθεσιν ἐπὶ 2 ἢ 3 ἡμέρας ὁπότε τὴν 27–3–1946 ὁ κ. Τσουδερὸς μοὶ παρέδωκεν ἀντίγραφον τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Ἐπιτετραμμένου τῆς Ἀμερικῆς κ. Ράνκιν, διαμαρτυρομένου εἰς δύο σελίδας, ὅτι ἐνῷ ἀπὸ τόσου πολλοῦ χρόνου ἀνελήφθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποχρεώσεις κέρδους εἰς τὰς Ἑταιρείας καὶ ὅτι αἱ σχετικαὶ διαπραγματεύσεις ἔλαβον τέλος χώραν, αἰφνιδίως ἐσταμάτησαν καὶ ἀπειλεῖται ἡ παραπομπή των μετὰ τὰς ἐκλογάς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη ἐντελῶς ἀπαράδεκτον. Ἀντίγραφον τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς ἀπέστειλα ὡς καὶ τὴν προηγουμένην ὁμοῦ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐφοδιασμοῦ. «Ὁ κ. Τσουδερὸς μοῦ ἐζήτησε νὰ συνοψίσω τὰς ἀντιρρήσεις τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐμοῦ καὶ ἀκούσας ὅτι κατωρθώσαμεν κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις νὰ ὑποβιβάσωμεν τὸ κέρδος εἰς ποσοστὸν στρεφόμενον περὶ τὰ 4½–5% ἐθεώρησεν ἀνεκτοὺς τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, τοσούτῳ μᾶλλον ἐφ’ ὅσον ἡ σύμβασις αὕτη ἦτο προσωρινῆς ἰσχύος μέχρι 31–12–1946 καὶ αἱ περιστάσεις οἰκονομικαὶ καὶ πολιτικαὶ ἐξηκολούθουν νὰ εἶναι δυσχερεῖς, μοὶ συνέστησε νὰ παραδώσῃ τὴν σύμβασιν ταύτην πρὸς συζήτησιν πρὸς τὸ Κυβερνητικὸν Οἰκονομικὸν Συμβούλιον». Νομίζω, ὅτι θὰ ἐπείσθητε ἐξ ὅσων λέγει ὁ κ. Μαυρίκης ὅτι ἦτο μία ἐνέργεια καθαρῶς ὑπηρεσιακὴ καὶ ὀρθή. Ὁ ὑπουργὸς μοῦ ἀνέφερε τὴν ὑπόθεσιν. Τοῦ συνέστησα νὰ συνεχίσῃ τὰς διαπραγματεύσεις, ἐν τῇ ἐννοίᾳ νὰ προσπαθήσῃ νὰ βελτιώσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον τοὺς ὅρους τοὺς ὁποίους ἐπρότεινεν ἡ κοινοπραξία. Ὁ κ. Μαυρίκης τέλος μετὰ τὴν τελευταίαν Ἀμερικανικὴν διακοίνωσιν τῆς 20 Μαρτίου 1946 καλεῖται ὅπως μετὰ τῶν ὑπηρεσιῶν συνοψίσουν καὶ μοῦ ὑποβάλουν τὴν γνώμην των ὁριστικήν. Βάσει αὐτῆς ἀποφασίζεται νὰ εἰσαχθῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Κ.Ο.Σ. Καὶ ἀναγινώσκω τὸ πρὸς ἐμὲ ἔγγραφον τοῦ κ. Ράνκιν ἀντικαθιστῶντος τὸν Πρέσβυν τῆς Ἀμερικῆς: «Κύριε Ὑπουργέ, Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀναφερθῶ εἰς ὡρισμένας συζητήσεις μεταξὺ τῆς Ἐξοχότητός σας καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Πρεσβείας μας σχετικῶς μὲ τὴν προτεινομένην συμφωνίαν μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν Ἑταιρειῶν αἵτινες ἀποτελοῦν τὴν Ἑλληνικὴν Κοινοπραξίαν Πετρελαίων, διὰ τὴν ἐπαναφορὰν τῶν ἐργασιῶν τῆς Κοινοπραξίας ἐπὶ κανονικῶν ἐμπορικῶν βάσεων. Ἡ Βρεττανικὴ καὶ Ἀμερικανικὴ Πρεσβεία ἀνέλαβον τὴν ὑποχρέωσιν τῆς παροχῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα πετρελαιοειδῶν ἀπὸ 1ης Ὀκτωβρίου 1945, ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς συμφωνίας τῆς ὑπογραφείσης μὲ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὴν 24ην Σεπτεμβρίου 1945. Ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀνέφερεν ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις συνεφώνει ἀπολύτως μὲ τὰς προτάσεις τὰς διαλαμβανομένας εἰς τὸ ὑπόμνημα τὸ ὑποβληθὲν ἀπὸ τὰς δύο Πρεσβείας, τὸ ὁποῖον προέβλεπεν ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς Κοινοπραξίας ἐπὶ κανονικῶν ἐμπορικῶν βάσεων θέλουσιν ἀρχίσει κατὰ τὴν 1ην Ὀκτωβρίου 1945. Ἀπὸ τῆς ἡμερομηνίας ταύτης, ἀντιπρόσωποι τῆς Κοινοπραξίας Πετρελαίων, ὁμοῦ μετὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ καὶ ἄλλων ὑπηρεσιῶν, καθώρισαν τὰς ἀναγκαίας λεπτομερείας. Κατὰ τὰς πληροφορίας τῆς Πρεσβείας, ἡ Ἐξοχότης Σας ἔδωσεν ὁδηγίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐφοδιασμοῦ νὰ καταστήσῃ τελικὴν τὴν ὡς ἄνω σύμβασιν καὶ ἔλαβον χώραν τελευταίως συνεδριάσεις διὰ τὸ τεχνικὸν μέρος τῆς συμφωνίας. Αἱ διαπραγματεύσεις αὗται ἔχουν ἤδη φθάσει εἰς τὸ στάδιον τῆς ἀπολύτου συμφωνίας ἐφ’ ὅλων τῶν σημείων καὶ δύνανται νὰ ἀποτελέσωσι βάσιν ἐπὶ τῆς ὁποίας αἱ Ἑταιρεῖαι αἱ ἀποτελοῦσαι τὴν Κοινοπραξίαν, εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχίσουν ἐργαζόμεναι ἐν Ἑλλάδι καὶ νὰ ἐφοδιάζουν τὴν χώραν μὲ τὰς ἀναγκαίας ποσότητας πετρελαιοειδῶν. Εἶναι συνεπῶς λίαν ἐπεῖγον ὅπως ἡ συμφωνία αὕτη μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν Ἑταιρειῶν τῆς Κοινοπραξίας Πετρελαίων ὑπογραφῇ ἄνευ καθυστερήσεως. Διότι αἱ Ἑταιρεῖαι ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ καὶ Λονδίνῳ δὲν ἐπιθυμοῦν νὰ συνεχίσουν τὰς ἐργασίας των ἐν Ἑλλάδι ἐπὶ τῶν σημερινῶν ἀορίστων βάσεων ἄνευ κερδῶν καὶ διότι καθυστέρησις ὀλίγων μόνον ἡμερῶν θὰ εἶχε πιθανῶς ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐπανάληψιν ἐξ ἀρχῆς τῶν συζητήσεων μὲ νέους ὑπαλλήλους τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ προέλθῃ ἀπὸ τὰς ἐκλογάς. Παρακαλῶ ὅθεν Ὑμᾶς, ὅπως δώσητε τὰς δεούσας ὁδηγίας εἰς τὸν Ὑπουργὸν τοῦ Ἐφοδιασμοῦ νὰ ὑπογράψῃ τὰς συμφωνίας αὐτὰς ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως».
§77Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε μίαν διακοπὴν ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ διὰ νὰ διαφωτίσω καὶ ἀπὸ μέρους μου τὴν Βουλήν, ὅσον ἀφορᾷ εἰδικῶς τὸ θέμα τοῦ κ. Μαυρίκη. Ἐπειδὴ συνέπεσε νὰ εἶμαι ὑπουργὸς κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1946, μοῦ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἐξετάσω τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Συνεζήτησα μὲ τὸν κ. Μαυρίκην καὶ πάντοτε ἔμενε μὲ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι πρέπει ἡ συμφωνία αὐτὴ νὰ διαρραγῇ καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὴν ἐξαγωγὴν διὰ λογαριασμὸν καὶ μὲ κίνδυνον τῶν ἑταιρειῶν πετρελαίων καὶ τῶν κοινοπρακτούντων καθὼς καὶ οἱασδήποτε ἀκόμη Ἑταιρείας, ἡ ὁποία θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ προβῇ εἰς τοιαύτας ἐξαγωγάς. Τὸν κ. Μαυρίκην τὸν ἐγνώριζον ἀπὸ 30)ετίας, συνειργάσθην ἐπανειλημμένως εἰς διαφόρους ἐπιτροπὰς εἰς τὸ παρελθὸν καὶ γνωρίζω καὶ τὸ ἦθος καὶ τὰς ἱκανότητάς του, καὶ ἠρώτησα τὴν γνώμην του καὶ μοῦ ἀπήντησεν ὅτι πρέπει νὰ μὴ παραταθῇ ἡ σύμβασις αὐτὴ τὴν ὁποίαν αὐτὸς ὑπέγραψεν ὡς ὑπηρεσιακὸν ὄργανον, ἔχοντας ὑπ’ ὄψει του τὴν διπλῆν συμφωνίαν, ἡ ὁποία εἶχε γίνει μὲ τὰς φιλικὰς ξένας Κυβερνήσεις, τὴν συμφωνίαν τῆς Κυβερνήσεως Βούλγαρη καὶ τὴν συμφωνίαν τῆς ἰδικῆς σας Κυβερνήσεως. Μοῦ συνέστησεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπογραφῇ καὶ νὰ μείνουν ἐλεύθερα τὰ πετρέλαια. Πέραν τούτου, ὅταν τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Συντονισμοῦ συνέταξε νέαν σύμβασιν, κατὰ τὸ 1946, παρατάσεως, ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ Ἐφοδιασμοῦ, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἐπληροφορήθην καὶ ἐζήτησα νὰ ἐξαιρεθῇ διότι δὲν ἔλαβε γνῶσιν ὁ ὑπουργὸς τοῦ Ἐφοδιασμοῦ, τότε ἐστάλη ἐπιτροπὴ ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἐμελέτησαν τὸ ζήτημα, πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνσιν τῆς μὴ παρατάσεως τῆς συμφωνίας, ἀλλὰ ἡ ἀποχώρησίς μου ἐκ τῆς Κυβερνήσεως δὲν μοῦ ἔδωσε τὴν δυνατότητα νὰ συνεχίσω τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Ὁ κ. Μαυρίκης ὑπέγραψε τὴν συμφωνίαν ὡς ὄργανον ὑπηρεσιακόν. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀποδίδεται εὐθύνη εἰς ἀνωτάτους Κρατικοὺς λειτουργούς, οἱ ὁποῖοι ἀνήλωσαν τὴν ζωήν των εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Πατρίδος κατὰ τρόπον ἄψογον, ἔντιμον καὶ ἀδιάβλητον. Ὑπέγραψε δὲ τὴν σύμβασιν αὐτὴν καίτοι οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως ἦσαν βαρύτατοι διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Οἰκονομίαν, καίτοι ἀκόμη δὲν ἐδέχετο τὴν σύμβασιν αὐτὴν ὡς καλῶς ἔχουσαν καὶ τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ὅτι καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἐφαρμογῆς τῆς συμβάσεως αὐτῆς ὑπὸ ἰδίαν του εὐθύνην, ὡς Γενικὸς Διευθυντὴς τῆς Τραπέζης δὲν ἐπέτρεψε τὴν ἐξαγωγὴν συναλλάγματος, τὴν ὁποίαν προέβλεπεν ἡ σύμβασις καὶ ἐκ τῶν 700 χιλ. δολλαρίων, τὰ ὁποῖα εἶχε δικαίωμα νὰ ἐξαγάγῃ, μόνον 170 χιλ. δολλάρια κατώρθωσε νὰ ἐξαγάγῃ ἡ κοινοπραξία. Ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναφέρω αὐτὰ τὰ γεγονότα, διὰ νὰ μὴ δημιουργοῦνται ἐσφαλμέναι ἐντυπώσεις εἰς βάρος τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τρόπον τίμιον καὶ ἄψογον ὑπηρέτησαν τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἢ ὄχι εὐθύνη ἄλλων προσώπων πολιτικῶν εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ ἐπ’ αὐτοῦ. Νομίζω δέ, ὅτι ἡ συζήτησις θὰ τὸ ἐντοπίσῃ.
§78Χ. ΓΟΡΓΙΑΣ. Τὴν 16 Σεπτεμβρίου 1946....
§79Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ διακόπτετε.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπονται αἱ διακοπαί.
§81Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ. Ἰδίως δὲν ἐπιτρέπονται, κύριε Πρόεδρε, ἀγορεύσεις ἐπὶ τῆς ἀγορεύσεώς μου. Διακοπὰς θὰ ἐδεχόμην εὐχαρίστως. Ὁπωσδήποτε, ἐνώπιον τῆς καταστάσεως ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη μὲ τὴν ἀνακοίνωσιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσα καὶ ἡ ὁποία ἀφήνει νὰ διαφαίνωνται ὡρισμέναι ἐνδεχομένως περιπέτειαι ὅσον ἀφορᾷ τὴν δυνατότητα τῆς ἀμέσου προμηθείας πετρελαιοειδῶν, ἡ ὑπόθεσις εἰσήχθη εἰς τὸ Κ.Ο.Σ. τοῦ ὁποίου ἤμην Πρόεδρος. Παραθέτω ὁλόκληρον τὸ κείμενον τοῦ ἐγγράφου παρέχοντος χρησίμους πληροφορίας καὶ σκέψεις.
«ΠΡΑΚΤΙΚΑ
ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
50ὴ Συνεδρία 27ης Μαρτίου 1946 Ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν τῷ Καταστήματι τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος σήμερον τὴν 27ην Μαρτίου 1946 ἡμέραν Τετάρτην καὶ ὥραν 6ην ἀπογευματινὴν συνῆλθεν εἰς Συνεδρίασιν κατόπιν προσκλήσεως τοῦ Προέδρου τὸ Κυβερνητικὸν Οἰκονομικὸν Συμβούλιον ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως κ. Ἐμμ. Τσουδεροῦ, παρισταμένων τῶν ὑπουργῶν κ.κ. Βοραζάνη Οἰκονομικῶν καὶ Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, Εὐελπίδη Γεωργίας καὶ Ἐφοδιασμοῦ, τῶν ὑφυπουργῶν κ.κ. Σωφρονοπούλου Οἰκονομικῶν, Μαυρίκη Ἐφοδιασμοῦ, Ζάκκα Ἐργασίας, τοῦ ὑποδιοικητοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος κ. Γρηγορίου καὶ τοῦ Γραμματέως κ. Α. Στυμφαλιάδη. Κατὰ τὴν συζήτησιν θεμάτων ἁρμοδιότητός των παρέστησαν καὶ οἱ ὑπουργοὶ κ. κ. Μαῦρος Δικαιοσύνης καὶ Παιδείας καὶ Μαχᾶς Μεταφορῶν καὶ Τ.Τ.Τ. Ἐν ἀρχῇ ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Τὸ Κυβερνητικὸν Οἰκονομικὸν Συμβούλιον λαβὸν ὑπ’ ὄψει: 1) Τὴν ἀπὸ 17–8–1945 Σύμβασιν μεταξὺ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ Κοινοπραξίας Ἑταιρειῶν Πετρελαίου καὶ εἰδικώτερον τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 6 παράγρ. 1 ἥτις ἀφορᾷ τὸν τρόπον καὶ χρόνον ἀναγνωρίσεως κέρδους, ὑπὲρ τῶν μετεχουσῶν Ἑταιρειῶν. 2) Τὰς ἀνταλλαγείσας ἐπιστολὰς μεταξὺ Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν Πρεσβειῶν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν καὶ Ἀγγλίας, ἐν σχέσει πρὸς τὸν καθορισμὸν τοῦ κέρδους. 3) Τὸ ὑπ’ ἀριθ. Γ.Υ.Σ. 1013 τῆς 22 Σεπτεμβρίου 1945 ἔγγραφον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δι’ οὗ ἐξουσιοδοτεῖ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν, ὅπως ἀνακοινώσῃ πρὸς τὰς ἐν λόγῳ Πρεσβείας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, κατόπιν γνωματεύσεως τοῦ Κ.Ο.Σ., ληφθείσης κατὰ τὴν 18ην συνεδρίασιν τῆς 21–9–45, ἀπεδέχθη τὰς συμμαχικὰς ὑποδείξεις, ἀποφαίνεται: «Ἐγκρίνει τὰ καταρτισθέντα σχέδια συμπληρωμάτων ὑπ’ ἀριθ. 1 καὶ 2 τῆς ἀρχικῆς Συμβάσεως, ὡς ταῦτα κατόπιν τῶν διεξαχθεισῶν διαπραγματεύσεων τελικῶς κατηρτίσθησαν καὶ τῶν ὁποίων ἀντίτυπον προσαρτᾶται τῇ παρούσῃ καὶ ἐξουσιοδοτεῖ τὸν ὑφυπουργὸν Ἐφοδιασμοῦ ὅπως ὑπογράψῃ τὰ συμπληρώματα ταῦτα». Φαίνεται ἐκ τῆς ἀποφάσεως, ἀλλὰ καὶ ἐξ ὅσων προηγουμένως σᾶς ἀνέπτυξα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ἦτο ὑπόθεσις, ἡ ὁποία συνεζητεῖτο καὶ ἀπεφασίζετο, μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τῶν δύο Συμμαχικῶν Κυβερνήσεων. Ἐν τῷ μεταξὺ εἶχε παρέμβει καὶ ἡ Βρεττανικὴ Κυβέρνησις. Τῆς ἐδόθη ἡ ἀπάντησις, ἡ ὁποία προσεπεκυρώθη καὶ διὰ μεταγενεστέρων ἐγγράφων, ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἐτακτοποιήθη καὶ τοιουτοτρόπως ἔληξεν ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ἀπὸ ἀπόψεως συμφωνίας καὶ ὑπεγράφησαν τὴν 28ην τοῦ μηνὸς Μαρτίου, ἀπὸ τὸν κ. Μακρίκην, ὡς ἐντεταλμένον τῆς Κυβερνήσεως, τὰ δύο παραρτήματα τῆς Συμβάσεως τοῦ κ. Βαρβαρέσου. Τὴν Σύμβασιν Μαυρίκη—ἢ ἐάν τινες προτιμοῦν Σύμβασιν Τσουδεροῦ—θὰ ἐβάρυνε πρῶτον τὸ ὅτι καθώρισεν ἀναδρομικῶς ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου 1945 τὸ κέρδος καὶ δεύτερον ἢ μᾶλλον πρῶτον, ὅτι καθώρισε κέρδος. Ἀμφότερα, ὅπως εἴδατε ἦσαν ἀνειλημμέναι ὑποχρεώσεις προηγουμένης Κυβερνήσεως καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι αὐτὸ δὲν τὸ λέγω διὰ νὰ κατηγορήσω τὴν Κυβέρνησιν αὐτήν, διότι ἀντιλαμβάνομαι πλήρως τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκετο καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ὅταν ἀπεδέχετο τὴν ἐν λόγῳ ἀνακοίνωσιν τῶν Πρεσβευτῶν τῶν Συμμαχικῶν Κρατῶν.
§82Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς Συμβάσεως Βαρβαρέσου κατὰ τὸ 1944...
§83Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ. Ἐκεῖ θὰ γυρίσωμεν τώρα;
§84Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. ... διημείφθη ἕνα ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη ὡς δεσμευτικόν. (Ἀναφέρεται εἰς τὸ ἔγγραφον Βασιλειάδη τοῦ 1944 εἰς τὸ ὁποῖον καταγράφονται αἱ ἀποφάσεις τοῦ κ. Σίμψον ἀντιπροσώπου τοῦ Βρεττανικοῦ Στρατηγείου). Δηλαδὴ πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως Βαρβαρέσσου, δὲν νομίζετε ὅτι ὑπῆρχεν ἐδῶ μία σύμβασις;
§85Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ. Τὸ ἀνέφερον αὐτὸ ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου. Καθώρισα, ὅτι ἐκείνην τὴν ἐποχὴν τὰ συμμαχικὰ στρατεύματα διηύθυνον τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, διὰ μέσου τοῦ λοχαγοῦ κ. Σίμψον, ὁ ὁποῖος κατήρτισε τὸ σχέδιον αὐτό, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὸν κ. Σ. Στεφανόπουλον, κατὰ τύπους. Ὁ κ. Βασιλειάδης ἦτο ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου Μεταφορῶν καὶ ἐχρησίμευσεν ὡς σύνδεσμος μεταξὺ τῶν Συμμάχων καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἢ τοῦ ὑπουργοῦ του, ὁ ὁποῖος κ. Βασιλειάδης καὶ αὐτὸς μετέφερε τὸ ἀντίγραφον αὐτὸ τῆς πράξεως τοῦ Συμμαχικοῦ στρατηγείου, εἰς τὸν κ. Στεφανόπουλον καὶ ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι καλῶς ἔχει.
§86Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Συνεπῶς πρόκειται περὶ συμβάσεως.
§87Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ συμβάσεως.
§88Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπῆρχεν ἔγκρισις προτάσεως τοῦ στρατηγείου περὶ κοινοπραξίας μέσων. Σύμβασις δὲν ὑπῆρχε.
§89Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ. Τὸ εἶπον, ὅτι δὲν ὑπῆρχε σύμβασις, ἀλλὰ ὑπῆρχε μία ἀναγκαία ἔγκρισις ἐκ μέρους ἡμῶν.
§90Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὅταν ὁ εἷς προτείνει καὶ ὁ ἄλλος ἀποδέχεται, νομίζω ὅτι εἶναι σύμβασις. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Μεταφορῶν τότε ἀπεδέχθη. Συνεπῶς ὑπῆρχε σύμβασις οὐσιαστικῶς τότε, διότι ὁ εἷς ἐπρότεινε καὶ ὁ ἄλλος ἀπεδέχθη.
§91Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν νομικήν σας ἄποψιν, συμφωνῶ δὲ πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον προηγουμένως, ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς ἀποφάσεως τοῦ στρατηγείου εἰς τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ἁπλῶς τὴν ἔγκρισίν του τὸ Ὑπουργεῖον Μεταφορῶν. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν τὴν ἔδιδε τὴν ἔγκρισιν ταύτην, ἐπιτρέψατέ μου νὰ φρονῶ ὅτι ἡ ἀπόφασις θὰ ἐφηρμόζετο. Κάποιαν πεῖραν ἔχω τῶν πραγμάτων καὶ γνωρίζω τὶ λέγω.
§92Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ μίαν διαφοράν, ὅτι ἡ σύμβασις Βαρβαρέσου δὲν θὰ εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δώσῃ ἀναδρομικὴν ἰσχύν, διὰ νὰ περιβάλῃ καὶ αὐτὴ τὴν διοικητικὴν πρᾶξιν τῆς διαχειρίσεως.
§93Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ. Διαφωνῶ.
§94Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Τὸ εἴπατε, ὅτι ἐπῆρεν ἀναδρομικὴν ἰσχὺν ἡ σύμβασις τοῦ κ. Βαρβαρέσου.
§95Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι τὰ γενόμενα θὰ ἐγίνοντο καὶ ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως, ὅπως εἶπεν προηγουμένως. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου καὶ νομίζω, ὅτι ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψει καὶ μερικὰ ἄλλα πράγματα ποὺ εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι καὶ πλέον σύγχρονά μας, θὰ ἰδῆτε, ὅτι ἐπ’ αὐτῶν τῶν ὑποθέσεων δὲν πρέπει νὰ ψιλολογοῦμεν. Δευτέρα κατηγορία κατὰ τῆς συμβάσεως τοῦ κ. Μαυρίκη, ἦτο, ὅτι ἔδωσεν ὑπερβολικὸν κέρδος. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν καὶ τότε, ὅπως ἠκούσατε εἰς τὴν κατάθεσιν τοῦ κ. Μαυρίκη καὶ ὅπως γίνονται καὶ σήμερον, ἡ προμήθεια ἡ ὁποία ἐδόθη ἦτο μεταξὺ 4,50% καὶ 5,50%, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο ὑπερβολικὸν κέρδος, καὶ ὑπολογιζομένου ἐπὶ τῶν τιμῶν πωλήσεως. Τὰς τιμὰς καθώριζε τὸ Κράτος διὰ τῆς ἐπὶ τούτῳ Ἐπιτροπῆς κοστολογήσεως τοῦ Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ. Φρονῶ, ὅτι τὸ κέρδος τὸ ὁποῖον ἐδόθη, ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψει καὶ τὴν ἐποχὴν ποὺ ἐδίδετο, δὲν ἦτο ὑπερβολικόν, ὅταν ἀκόμη λάβετε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι ἡ σύμβασις ἐφορολόγησε τὸ κέρδος αὐτὸ μὲ 40% δηλ. τὸ ἠλάττωσε κατὰ 40% καὶ ὅταν λάβετε ὑπ’ ὄψιν ἐπίσης, ὅτι τὸ 40% ἐπὶ τῶν ἀκαθαρίστων ἰσοδυναμεῖ μὲ φόρον 70%, ἐπὶ τῶν καθαρῶν κερδῶν τῆς κοινοπραξίας. Συνεπῶς, φρονῶ ὅτι, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψει τῶν τότε καιρῶν καὶ περιστάσεων, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψει τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον ἐγίνετο τὸ παγκόσμιον ἐμπόριον τῶν πετρελαιοειδῶν ἐκείνην τὴν ἐποχήν, ἡ προμήθεια δὲν ἦτο ὑπερβολική. Ἄλλωστε, ἡ σύμβασις, ποὺ ὑπεγράψαμεν ἦτο βραχείας διαρκείας, τὸ ἐκάμομεν δὲ ἐπίτηδες, ὥστε νὰ δώσωμεν τὴν εὐχέρειαν εἰς τὰς ἑπομένας Κυβερνήσεις νὰ φροντίσουν περὶ τῆς διορθώσεως τῆς συμβάσεως αὐτῆς. Δύναμαι δὲ νὰ εἴπω, ὅτι ἡ σύμβασις τοῦ 1949 πράγματι, καίτοι ἐβάδισεν ἐπὶ τῶν ἰδίων γενικῶν ἀρχῶν, μὲ τὴν ἰδικήν μας ἀπὸ ἀπόψεως προμηθειῶν καὶ ἄλλων τινῶν λεπτομερειῶν, ἐβελτίωσε κατὰ πολὺ τὴν σύμβασιν, τοῦτο δέ, διότι αἱ περιστάσεις ἦσαν τότε εὐνοϊκώτεραι. Ἄλλο σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον κατηγορήθη ἡ σύμβασίς μας, τοῦ Μαρτίου τοῦ 1946, εἶναι ὅτι ἐπετράπη ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ 60% τῶν κερδῶν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἦτο ἕνα σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐδώσαμεν τὴν κυριωτέραν καὶ τὴν μᾶλλον πεισματώδη μάχην. Δὲν ἦτο εὔκολον νὰ ὑποχωρήσουν αἱ Ἑταιρεῖαι, ἔδωσαν ὅμως ρητὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι καίτοι θὰ ὑπογραφῇ ἡ διάταξις αὐτὴ διὰ τὴν ἀρχήν, ἐν τούτοις δὲν θὰ ἐξαγάγουν τὸ 60% ἐκ τῶν κερδῶν των εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Πράγματι, ἐπὶ 700.000 δολ. κερδῶν, μόνον 171.000 εἰς δολλάρια καὶ λίρας, ὅπως ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν βιβλίων τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἐξήχθησαν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ὑποχρεώθησαν δὲ αἱ Ἑταιρεῖαι τῆς Κοινοπραξίας, δι’ ἐπιδεξίας ἐνεργείας τῆς Τραπέζης Ἑλλάδος, κατ’ εἰσήγησιν τοῦ κ. Μαυρίκη, ὅπως τὰ περισσευούμενα κέρδη τῶν ἑταιρειῶν διατεθοῦν διὰ τὴν ἐπέκτασιν καὶ βελτίωσιν τῶν ἐδῶ ἐγκαταστάσεών των, διότι εἰς ὡρισμένην στιγμὴν αἱ ἑταιρεῖαι ἐζήτησαν δάνεια διὰ νὰ ἐπεκτείνουν καὶ βελτιώσουν τὰς ἐγκαταστάσεις των. Ἡ Τράπεζα ἐπληροφορήθη τὸ γεγονὸς καὶ ἐπεδίωξε καὶ ἐπέτυχε νὰ μὴ δοθῇ δάνειον εἰς τὰς ἑταιρείας αὐτὰς διὰ νὰ τὰς ἐξαναγκάσῃ νὰ διαθέσουν τὰ κέρδη των, ὅπως καὶ τὰ διέθεσαν, εἰς τὴν ἐπέκτασιν καὶ βελτίωσιν τῶν ἀποθηκῶν των καὶ νὰ μὴ τὰ ἐξαγάγουν.
§96Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Τὸ ποσοστὸν τῶν 60% τὸ εὑρίσκετε ὀλίγον. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: ποῖος διέθετε;
§97Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ. Δὲν εἶπα ὀλίγον.
§98Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Ποῖος διέθετε τὸ συνάλλαγμα διὰ τὴν ἐξαγωγήν;
§99Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ. Ἡμεῖς τὸ διεθέτομεν. Ἀλλὰ εἰς ἡμᾶς ἀνῆκε τὸ ἐμπόρευμα.
§100Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Τοὺς ἐδίδαμε τὰ χρήματά μας καὶ τοὺς ἐλέγομεν: πάρετε τὸ 60% καὶ νὰ βγάζετε τὸ συνάλλαγμα ἔξω. Τὸ 40% μὲ τὴν σύμβασιν αὐτὴν τὸ διέθεσαν ποτὲ ἢ τοὺς ἐδίδατε τὸ δικαίωμα, ἂν δὲν ἔφθανεν αὐτό, νὰ αὐξάνουν τὴν τιμὴν τῶν πετρελαιοειδῶν; καί....
§101Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ. Λυποῦμαι πάρα πολύ, κύριε συνάδελφε, ὅτι ὑπῆρξα τόσον ἀσαφής, ὥστε νὰ μὴ μὲ ἐννοήσητε. Διότι δὲν δύναμαι νὰ ἀποδώσω τοῦτο εἰς ἄλλον λόγον σχετικὸν μὲ ὑμᾶς.
§102Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Εἴπατε, ὅτι ἦτο ὀλίγον τὸ 60%.
§103Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ. Δὲν εἶπα αὐτό. Τὸ 60% εἶναι τὸ ἐξαγώγιμον ποσοστὸν τοῦ κέρδους τῶν ἑταιρειῶν, καὶ ἐγὼ εἶπον, ὅτι τὰ κέρδη, ἐφ’ ὅσον λάβομεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἶναι 4½%–5½, δὲν εἶναι ὑπερβολικά.
§104Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Τὸ κέρδος εἶναι 9,4 πλὴν γενικῶν ἐξόδων, ἀποσβέσεως κλπ.
§105Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ. Θέλω νὰ ἐξηγήσω εἰς τὸν κύριον συνάδελφον, ὅτι ἐκ τῶν κερδῶν, τὰ ὁποῖα ἀπεκόμιζεν ἡ ἑταιρεία, ἐδικαιοῦτο νὰ ἐξαγάγῃ τὸ 60% καὶ ὑποχρεοῦτο νὰ καταβάλῃ τὸ 40% ὡς φορολογίαν εἰς τὸν τόπον.
§106Α. ΜΠΙΚΑΚΗΣ. Τὸ 5% βάσει τίνος ποσοῦ εἶναι;
§107Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ. Ἐπὶ τῶν τιμῶν πωλήσεως εἰς τὸ κοινόν.
§108Α. ΜΠΙΚΑΚΗΣ. Ὁ ὑπολογισμὸς εἶναι ἰδικός σας ἢ ὑπηρεσιακός, ὅτι εἶναι τὸ 5%;
§109Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ. Εἶναι ὑπηρεσιακὸς καὶ τὸν πιστεύω. Ἄλλωστε εἴδατε καὶ εἰς τὴν κατάθεσιν τοῦ κ. Μαυρίκη, αὐτὸ τὸ ποσοστὸν ἀναφέρει ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ.
§110Α. ΜΠΙΚΑΚΗΣ. Ἔχω ὅμως λεπτομερῆ ὑπολογισμὸν ἄλλης ὑπηρεσίας, ὅτι τὸ κέρδος εἶναι 11,55%.
§111Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ. Ἀγαπητέ μου, εἶμαι ἐκ τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν εἰς τὴν ἀριθμητικήν, ἀλλὰ δὲν τὴν χειρίζομαι πολὺ καλά. Ἄλλωστε γνωρίζετε ὅτι μὲ τὴν ἀριθμητικὴν ἠμπορεῖ νὰ γίνουν διάφοροι ὑπολογισμοὶ κατὰ τὴν ὄρεξιν ἑκάστου. Καὶ δι’ αὐτὸ τὰ μαθηματικὰ μπερδεύουν τοὺς ἀνθρώπους. Ἑπομένως ἐγώ, πιστεύω ἀδιστάκτως, ὅτι ὁ ὑπολογισμός, τὸν ὁποῖον μοῦ ἔκαμον, εἶναι ὀρθός. Ἐδῶ νομίζω, ὅτι τελειώνει δι’ ἐμὲ ἡ συζήτησις, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα, πῶς συνεκροτήθη ἡ κοινοπραξία καὶ πῶς ὑπεγράφησαν αἱ συμβάσεις. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ τονίσω, εἶναι ὅτι εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς συμβάσεις, καλὰς ἢ κακὰς κατ’ ἐμὲ καλάς, ὑπάρχουν ὅροι οἱ ὁποῖοι προσδιορίζουν τὸν ἔλεγχον τῶν ἑταιρειῶν αὐτῶν. Ὁ ἔλεγχος τῶν ἑταιρειῶν αὑτῶν ἐνεργεῖται ἀπὸ εἰδικοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν. Τὰ ἀποτελέσματα καὶ οἱ λογαριασμοὶ αὐτῶν βεβαιοῦνται καὶ ὑπογράφονται ἀπὸ ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ. Ὅταν ἐλεχθοῦν τοιουτρόπως ὑποβάλλονται εἰς τὸν Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος κάνει τὸν καταλογισμὸν καὶ ἐὰν τὸ ποσὸν ποὺ καταλογίζει δὲν συμφέρῃ εἰς τὰς ἑταιρείας τότε ἡ διαφορὰ ἄγεται ἐνώπιον τῆς διαιτησίας. Ὅ,τι λοιπὸν ἔλειψεν κατὰ τὴν γνώμην μου εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν εἶναι ὁ ἔλεγχος αὐτός, ἢ μᾶλλον δὲν ἐδόθη προσοχὴ εἰς τὸν ἔλεγχον ποὺ ἔγινε κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ 1947 καὶ 1948 ἐκ μέρους ὑπαλλήλων.
§112Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Ἀνεφέρατε προηγουμένως ὅτι, τὸ ζήτημα, κυρίως, εἶναι μᾶλλον ζήτημα συνεννοήσεων μεταξὺ τῶν δύο κυβερνήσεων παρὰ κυβερνήσεως πρὸς τὴν κοινοπραξίαν. Ἀνεξαρτήτως τοῦ συζητησίμου τῆς ἀπόψεως ταύτης, τοῦ κατὰ πόσον δηλαδὴ αἱ διαχειρισθεῖσαι κυβερνήσεις ἦσαν πολὺ εὐέλικτοι καὶ μὲ λίαν εὐέλικτον τὴν σπονδυλικὴν στήλην ἀπέναντι τοῦ ξένου, τὰ ὁποῖα καὶ θὰ ἀποτελέσουν στοιχεῖα συζητήσεων διὰ τὸν καταμερισμὸν εὐθυνῶν, ἤθελα νὰ ἐρωτήσω: σᾶς ἐπίεσαν οἱ Ἄγγλοι καὶ οἱ Ἀμερικανοί; Διότι τόσον καιρὸν τὸ ἐρώτημα τὸ ὁποῖον εἶχε τεθῆ εἰς τὴν κυβέρνησιν Βούλγαρη καὶ βραδύτερον εἰς τὴν κυβέρνησιν Σοφούλη περὶ ἀναγνωρίσεως κέρδους, ἦτο ζήτημα, τὸ ὁποῖον σᾶς ὑπεχρέωσε νὰ ὑπογράψητε τὴν σύμβασιν; Ναὶ ἢ ὄχι;
§113Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ. Κύριε βουλευτά, ἄλλο εἶπον. Εἶπον ὅτι ὁ κ. Βούλγαρης εἶχεν ἀποδεχθῆ τὸ αἴτημα αὐτὸ καὶ ἑπομένως ἡμεῖς εὑρισκόμεθα πλέον πρὸ μιᾶς συμμαχικῆς αἰτήσεως ὅπως ἐκτελέσωμεν τὴν συμφωνίαν αὐτήν.
§114Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Αὐτὸ ἤθελα νὰ εἴπω. Ἀνεξαρτήτως, λέγω, τῆς ἀπόψεως ταύτης, τὴν ὁποίαν ἐγὼ συζητῶ, κατὰ πόσον δὲν ἐπιφέρει εὐθύνας πολιτικὰς ὑμῖν, καὶ εἰς τὴν ἀποδεχθεῖσαν ταύτην κυβέρνησιν, σᾶς ἐρωτῶ: τὴν 31ην Μαρτίου ὑπεγράψατε δύο συμβάσεις, τὴν ὑπ’ ἀριθ. 1 καὶ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 2. Τὶ σᾶς ὑπεχρέωσε νὰ ὑπογράψητε τὴν ὑπ’ ἀριθ. 2 σύμβασιν δεδομένου ὅτι οὐδεὶς σᾶς ἠνώχλησεν. Ἀπὸ ὅ,τι ἐδιαβάσατε καὶ πρόκειται περὶ συμβάσεως, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν στιγνὴν δικτατορίαν εἰς τὴν προμήθειαν τῶν πετρελαιοειδῶν ἀπὸ τὸ ποὺλ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔκτοτε μέχρι σήμερον νέμεται τὸ πανελλήνιον;
§115Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ. Κύριε βουλευτά, πρῶτον πρόκειται περὶ δύο παραρτημάτων. Τὸ ἓν ἐξ αὐτῶν ἐρρύθμισε τὸ ζήτημα τῶν κερδῶν καὶ ἄλλας τινὰς λεπτομερείας, τὸ δεύτερον παράρτημα ἐρρύθμισε τὰς σχέσεις ἡμῶν ἀπέναντι τῶν ἑταιρειῶν, ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς προμηθείας ἔξωθεν τῶν πετρελαιοειδῶν, ἀλλὰ καὶ τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν ἐνταῦθα.
§116Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι νὰ ἀναλάβουν τὰς προμηθείας.
§117Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ. Ἀκριβῶς, ὅταν λέγω τὸ ζήτημα τῆς διαχειρίσεως εἶναι πῶς θὰ ἐπρομηθεύοντο τὰ πετρέλαια ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν πῶς θὰ τὰ μετέφερον, πῶς θὰ τὰ ἀπεθήκευον καὶ πῶς θὰ τὰ ἐπώλουν διὰ λογαριασμὸν τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως. Διότι αὐτὸ πρέπει νὰ τονισθῇ, ὅτι ἡ κοινοπραξία δὲν ἐνήργει διὰ λογαριασμόν της, ἀλλὰ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καί, καθ’ ἡμᾶς ἡ Χώρα ἀπεκόμισε καὶ κέρδη ἀπὸ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν καὶ ἠμποροῦσε νὰ ἀποκομίσῃ μεγαλύτερα. Ἀπὸ τὰς πληροφορίας ποὺ ἔχω, τὰ κέρδη εἶναι περίπου 37 δισεκατομμύρια, ἀπὸ τοὺς διαφόρους λογαριασμοὺς ποὺ ἔχουν ἀνοιχθῆ εἰς βάρος τῆς Κοινοπραξίας. Ἑπομένως ἡ ἐργασία, ἡ ὁποία ἔγινεν, ἦτο μία ἐμπορικὴ ἐργασία τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, τὴν ὁποίαν ἀνέθεσεν εἰς τὴν Κοινοπραξίαν Πετρελαίων ὡς πράκτορά του.
§118Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Καὶ ἀνελάμβανε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δίδῃ τὸ Κράτος συνάλλαγμα γιὰ νὰ φέρῃ ἡ Κοινοπραξία ἐμπόρευμα διὰ λογαριασμόν της.
§119Γ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Τέσσαρα χρόνια τὶ ἐκάνατε σεῖς;
§120Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ. Ἡμεῖς ἔπρεπε νὰ βάλωμεν τὰ κεφάλαια τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἐγένετο ἡ δουλειὰ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου.
§121Η. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν;
§122Ε. ΛΟΥΛΑΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον 19 τοῦ Κανονισμοῦ σᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ἐπιτρέπητε διακοπάς. Οἱ θέλοντες νὰ ὁμιλήσουν ἀπευθύνονται πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ οὐχὶ πρὸς τὸν ρήτορα.
§123Η. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα ἀπὸ τὸν ρήτορα νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ τὸν ἐρωτήσω.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς.
§125Η. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Δὲν ἐπιτρέπετε μίαν διακοπὴν εἰς ἐμέ, ὁ ὁποῖος διὰ πρώτην φορὰν ἠθέλησα νὰ ἐρωτήσω κάτι;
§126Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ. Ἕν οὐσιῶδες σημεῖον διὰ τὴν καλὴν λειτουργίαν τῆς Κοινοπραξίας, ἴσως μάλιστα ἐὰν εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἐφηρμόζετο ἡ σύμβασις νὰ μὴ ἐγένοντο ὅλαι αὐταὶ αἱ συζητήσεις, εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ ἐλέγχου. Εἶπον προηγουμένως πῶς ἀσκεῖται ὁ ἔλεγχος, πῶς καταλογίζεται ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν καὶ πῶς ἔχει δικαίωμα ἡ ἑταιρεία νὰ προσφεύγῃ εἰς μίαν διαιτησίαν. Κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ 1947 καὶ 1948 ἐγένοντο ἔλεγχοι ἀπὸ ὑπαλλήλους, ὅπως οἱ κ. κ. Πουλημένος καὶ Σταράκης. Μανθάνω, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ ἔχουν ἀναφερθῆ μὲ 150 τοὐλάχιστον ἀναφορὰς των εἰς τὸ ὑπουργεῖον περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαχειρίσεως τῆς Κοινοπραξίας καὶ οὐδέποτε κατὰ τὸ διάστημα ἐκεῖνο ἐκινήθη πράγματι ὁ ἔλεγχος, οὔτε ἐγένοντο παρατηρήσεις κατὰ τῆς ἑταιρείας. Ἐξ ἄλλου αὗται αὗται αἱ ἑταιρεῖαι παρατηροῦν τώρα τὸ ἑξῆς: Κατεθέταμεν τοὺς λογαριασμούς μας ἐπὶ μίαν διετίαν τακτικὰ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὑπάρχει ὅλων σχεδὸν τῶν λογαριασμῶν προέγκρισις ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν. Μετὰ παρέλευσιν διετίας λέγουν αἱ ἑταιρεῖαι καὶ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιστεύσαμεν, ὅτι οἱ λογαριασμοὶ αὐτοὶ εἶναι ἐν τάξει, ἤρχισαν νὰ γίνωνται οἱ καταλογισμοί. Ὁ πρῶτος ἔγινε μόλις τὸν Νοέμβριον 1949. Ἐὰν ὁ ἔλεγχος ἠσκεῖτο ἐπιμελῶς κατὰ τὴν διετίαν ἐκείνην καὶ ἐὰν ἐγένοντο αἱ προσήκουσαι παρατηρήσεις, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς εἰς τὰς ἑταιρείας, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὡρισμέναι δαπάναι αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ ὑπερβολήν, δὲν θὰ ἐπανελαμβάνοντο καὶ δὲν θὰ εὑρισκώμεθα σήμερον πρὸ τῶν δυσχερειῶν ἐνώπιον τῶν ὁποίων εὑρέθημεν. Αὐτὰ τὰ βεβαιώνει καὶ ὁ τότε νομικὸς Σύμβουλος τοῦ Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ, ὁ κ. Γ. Σιμωνέτος, ὁ ὁποῖος ἐξητάσθη ἐνώπιον ἀνακριτοῦ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τὴν 11.3. 1950 καὶ λέγει μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς: «Εὐθὺς ὡς ἐλάβομεν γνῶσιν τῶν ὑφισταμένων συμβάσεως ἐζήτησα ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῶν κ.κ. Νικοσία καὶ Δάρμου τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ὅρων τῶν συμβάσεων, ἵνα μετὰ ἐξονυχιστικὴν μελέτην προβῶμεν εἰς σύνταξιν σχεδίου αὐτοτελοῦς νέας συμβάσεως ρυθμιζούσης ἐξ ὁλοκλήρου τὸ θέμα. Ἡ ἄποψις αὕτη ἐγένετο δεκτὴ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν χαραχθεισῶν κατευθύνσεων διετυπώθη τὸ σχέδιον νέας συμβάσεως ἵνα τεθῇ ὡς βάσις τῶν συζητήσεων. Ἡ κατάρτισις τοῦ προσχεδίου τούτου ἐγένετο τάχιστα καὶ ἤρχισεν εὐθὺς ἀμέσως ἡ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις. Αἱ διαπραγματεύσεις ὅμως μετὰ τῆς Κοινοπραξίας ὑπῆρξαν μακραί, οἱ δὲ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἐκπρόσωποι τοῦ Δημοσίου κατέβαλλον μεγίστας καὶ ἐντατικὰς προσπαθείας διὰ νὰ διασφαλίσουν τὰ συμφέροντα τούτου. Ἀτυχῶς αἱ διαπραγματεύσεις ἔβαινον βραδέως, κυρίως, διότι παρὰ τὰς προσπαθείας τῶν ἐκπροσώπων τοῦ Δημοσίου οἱ ἐκπρόσωποι τῆς Κ.Ε.Π. ἦσαν ὑποχρεωμένοι, ὅπως ὑπεστήριζον, νὰ ζητοῦν τὴν ἔγκρισιν τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ κεντρικῶν καταστημάτων των ἀνὰ πᾶν σοβαρὸν βῆμα τῶν διαπραγματεύσεων ἐξ οὗ καὶ ἐπήρχετο σημαντικὴ βραδύτης. Ὡς ἐκ τούτου δι’ ἐπανειλημμένων προφορικῶν καὶ ἐγγράφων ἀναφορῶν μας μετὰ τοῦ κ. Νικοσία, ἐπεστήσαμεν τὴν προσοχὴν τῶν ἑκάστοτε ὑπουργῶν ἐπί τε τῶν ἀναφυουσῶν διαφωνιῶν καὶ τῆς ἀνάγκης τακτοποιήσεως τῶν σχέσεων μεταξὺ Κ.Ε.Π. καὶ Δημοσίου καὶ ὑπεβάλλομεν ἐπανειλημμένως εἰς τοὺς ὑπουργοὺς τὰ ὑφιστάμενα σχέδια συμβάσεων, ἐνῷ ἐξ ἄλλου δὲν παρελείψαμεν νὰ ἐκφέρωμεν μετὰ τοῦ κ. Νικοσία τὴν γνώμην, ὅτι θὰ ἔπρεπε τὸ ταχύτερον νὰ διαλυθῇ ἡ Κοινοπραξία λαμβανομένων τῶν ἀναγκαίων μέτρων διὰ τὴν ὁμαλὴν καὶ ἀπρόσκοπτον ἐπάνοδον εἰς τὸ ἐλεύθερον ἐμπόριον τῶν πετρελαιοειδῶν. Αὐτὰ ἀναφέρονται εἰς τὴν περίοδον μέχρι 8)βρίου 1948 καὶ ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ κυρία παρατήρησις τὴν ὁποίαν ἔκαμα, εἶναι βασιμωτάτη. Ἔλλειψεν δυστυχῶς κατὰ τὸ διάστημα τῶν δύο ἐτῶν ἀπαιτούμενος ταχὺς ἔλεγχος διὰ νὰ λειτουργήσῃ καλὰ ἡ Κοινοπραξία. Ὁ πρῶτος καταλογισμός, ὁ ὁποῖος ἐγένετο εἰς βάρος τῆς Κοινοπραξίας ἐγένετο μόλις τὸν Νοέμβριον τοῦ 1949 διὰ ποσὸν 22 δισ. Ἔκτοτε ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἰδικῆς μας ἐγένοντο 12 καταλογισμοὶ διὰ ποσὸν 4,2 δισ. Μέχρι σήμερον δὲ ἐξεδόθησαν 44 καταλογισμοὶ καὶ πράξεις δι’ ἕνα ποσὸν 11 δισεκατομμυρίων ἐν συνόλῳ. Οἱ καταλογισμοὶ αὐτοὶ ποὺ ἐπαναλαμβάνω ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐκοινοποιήθησαν τοὺς τελευταίους καιρούς, ὑπεβλήθησαν εἰς διαιτησίαν καὶ ἡ διαιτησία ἀπέδωσε μέχρι σήμερον τὸ ποσὸν τῶν 3 δισεκατομ. Δὲν γνωρίζω τὴν τύχην τῶν ὑπολοίπων ποσῶν, φυσικὰ θὰ εἶναι ἐκκρεμεῖς ἀκόμη ἐνώπιον τῆς διαιτησίας. Εἰς τὰς 30 Ἰουνίου 1950, ὅτε ἐδώσαμεν ἡμεῖς ἀναστολὴν τῆς πληρωμῆς, τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον καὶ διαιτητικῶς εἶχε καταλογισθῆ εἰς βάρος τῶν Ἑταιρειῶν ἀνήρχετο μόνον εἰς 2,6 δισ. Τὴν ἐποχὴν δὲ ἐκείνην τὸ Κράτος ἐχρεώστει ἀτόκως εἰς τὴν Ἑταιρείαν ἀπὸ πετρέλαια τὸ ποσὸν τῶν 21 δισεκατ. Ὡς γνωρίζετε, τὸ ὀρθὸν θὰ ἦτο, τὸ ποσὸν αὐτὸ νὰ εἶχε καταβληθῆ εἰς τὰς Ἑταιρείας ἐκ τῶν προτέρων, πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν πετρελαίων, ἀλλὰ μὲ τὰς γνωστὰς καθυστερήσεις τὰ πετρέλαια ἦλθον, ἀλλὰ δὲν ἔγινεν ἀμέσως ἡ καταβολὴ τῆς ἀξίας των. Εἶναι ἀρκετὰ ἰσχυρὸν τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ὅταν τὸ Κράτος ὀφείλῃ 21 δισεκατ. δύναται νὰ ἀναστείλῃ εἰς τὸν δανειστήν του τὴν πληρωμὴν χρέους 2 δισεκ. Κατὰ τὴν περίοδον τῆς ἰδικῆς μας Κυβερνήσεως, διὰ νὰ δείξω τὴν διάθεσιν τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ Κυβέρνησίς μας ἀπέναντι τῶν Ἑταιρειῶν, ἀναφέρω τὴν ὑπ’ ἀριθ. 80.086) 9754 ἀπόφασιν τῶν ὑπουργῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐφοδιασμοῦ. Ἡ ἀπόφασις αὕτη ὁρίζει: «Ἐγκρίνομεν τὴν συνέχισιν τοῦ ἐλέγχου τῆς διαχειρίσεως ἐπὶ τῆς Κ.Ε.Π. τῶν πετρελαιοειδῶν τοῦ Δημοσίου καὶ μετὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου π. ἔτους ὑπὸ τῆς, δυνάμει τῶν ὑπ’ ἀρ. 37816 τῆς 15–2–49 καὶ 66339)77)15–5–49 ἀποφάσεων τοῦ ἐξ ἡμῶν ὑπουργοῦ Ἐφοδιασμοῦ καὶ Διανομῶν, συσταθείσης ὑπηρεσίας Κρατικοῦ Ἐλέγχου τῆς Κ.Ε.Π.....». Ἐδῶ, κύριοι, τελειώνω ὅτι εἶχα νὰ εἴπω, σχετικῶς καὶ περὶ τοῦ ζητήματος τῶν ἐλέγχων καὶ εἰσέρχομαι εἰς ἕνα ἄλλο θέμα, τῆς ἐναντίον μου ἰδιαιτέρας κατηγορίας. Κατηγορήθην, ὅτι εὑρεθεὶς ἐνώπιον παραπόνων τῆς Κοινοπραξίας πετρελαίων ὑποστηριζομένων καὶ ἀπὸ τὰς συμμαχικὰς Κυβερνήσεις πρῶτον, ἔδωσα ἀναστολὴν τῆς πληρωμῆς τῶν καταλογισθέντων νὰ πληρώσουν ποσῶν καὶ δεύτερον ὅτι ὥρισα ἐπιτροπὴν συμβουλευτικὴν περὶ τῶν παραπόνων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συμπερασμάτων, τῆς ὁποίας θὰ ἐσχημάτιζα ὁριστικὴν γνώμην περὶ τῆς ὑποθέσεως, διὰ νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου ὑπεύθυνον γνώμην περὶ τοῦ ζητήματος. Διὰ νὰ ἴδητε ὑπὸ ποίας συνθήκας κατέληξα εἰς τὸ συμπέρασμα αὐτό, θὰ σᾶς ἀναγνώσω σχετικὸν ἔγγραφόν μου ὡς ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3128)23–5–1950 πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐφοδιασμοῦ, τὸ ὁποῖον λέγει: «Διευθέτησις διαφορῶν μεταξὺ Δημοσίου καὶ Κοινοπραξίας Ἑταιρειῶν Πετρελαίου. Ἐπειδὴ ἡ ἀναβολὴ τῆς διαλύσεως τῆς Κοινοπραξίας Ἑταιρειῶν Πετρελαίου, οὐ μόνον ἐπιβαρύνει κατὰ τρόπον αἰσθητὸν τὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας, ἀλλὰ γενικῶς ἡ παράτασις τῆς ὑφισταμένης ἐκκρεμότητος παρεμποδίζει τὴν πραγματοποίησιν τοῦ προγράμματος αὐξήσεως τῶν ἀποθηκῶν ὑγρῶν καυσίμων, δεδομένου ὅτι ἡ Ἀποστολὴ Δ.Ο.Σ. μᾶς ἐγνώρισε σαφῶς, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ πρὸς τὴν κατεύθυνσιν ταύτην, ἂν δὲν ρυθμισθοῦν ὅλα τὰ ἐκκρεμῆ προβλήματα, ἐπεζητήθη ἡ εὕρεσις διεξόδου ἀπὸ τὴν σήμερον ὑφισταμένην κατάστασιν. Πρὸς τοῦτο προτείνομεν τὴν σύστασιν τριμελοῦς Ἐπιτροπῆς ἀποτελουμένης ἐξ ἑνὸς ἀντιπροσώπου τοῦ Δημοσίου, ἑνὸς ἀντιπροσώπου τῆς Κοινοπραξίας καὶ τρίτου μέλους κοινῆς ἐμπιστοσύνης. Ἡ προτεινομένη Ἐπιτροπὴ θὰ ἔχῃ ἀνεπίσημον συμβουλευτικὸν χαρακτῆρα, σκοπός της δὲ θὰ εἶναι νὰ ἐξεύρῃ λύσιν ὅλων τῶν ἐκκρεμῶν προβλημάτων, τὴν ὁποίαν νὰ εἰσηγηθῇ εἰς τοὺς ἁρμοδίους ὑπουργοὺς διὰ νὰ λάβουν τὰ ἐνδεικνυόμενα μέτρα. Σᾶς ἐπισυνάπτω ὑπόμνημα τοῦ κ. Μέϊναρντ, Συμβούλου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποθέσεων τῆς Ἀμερικανικῆς Πρεσβείας πρὸς τὸν κ. Δοξιάδην, μὲ τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ὁποίου δὲν εἴμεθα σύμφωνοι, διότι οἱ ὑπουργοὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναλάβουν καμμίαν οὐσιαστικὴν ὑποχρέωσιν, πλὴν τῆς ἠθικῆς τοιαύτης, εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς θὰ καταλήξουν εἰς συμφωνίαν ἐπὶ λογικῆς βάσεως». Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀποσταλῆ τὸν Μάϊον, ἀποτελεῖ οὕτως εἰπεῖν τὴν ἑρμηνείαν τῆς ἀποφάσεως ἡ ὁποία ὑπεγράφη ὑπ’ ἐμοῦ τὸν ἑπόμενον μῆνα, ἀποδεικνύεται δὲ καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Ἀμερικανικῆς ἀποστολῆς εἰς τὴν ὑπόθεσιν. Εἶναι δὲ σαφές, ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐπιμένω, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς καθαρᾶς συμβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας ἡ γνώμη δὲν θὰ ἦτο δεσμευτικὴ τοῦ Δημοσίου, οὔτε καὶ αὐτῆς ἔδιδε τοιοῦτον χαρακτῆρα. Θὰ ἦτο δεσμευτικὴ ἐφ’ ὅσον καὶ ἐγὼ καὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἐγνωρίζαμεν ὅτι δὲν ἐστηρίζετο ἐπὶ διατάξεως νόμου. Νομίζω ἐν τούτοις, ὅτι διοικητικῶς ὁ κάθε ὑπουργὸς δύναται νὰ σχηματίζῃ Ἐπιτροπὰς διὰ νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην των, ἐπὶ ἑνὸς οἱουδήποτε θέματος τὸ ὁποῖον διαχειρίζεται. Ἡ ἀπόφασις ἡ ὁποία κατ’ ἐπανάληψιν ἔχει ἀναγνωσθῆ εἰς τὴν Βουλὴν κατ’ ἀνάγκην θ’ ἀναγνωσθῇ καὶ ἀπὸ ἐμέ, ἔχει ὡς ἑξῆς: «Θέμα: Διαφοραὶ μεταξὺ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ Κοινοπραξίας Ἐμπορίας Πετρελαιοειδῶν. Ἀπόφασις Πρὸς τὸν σκοπὸν κατατοπισμοῦ ἡμῶν ἐπὶ τῶν δυνατοτήτων τελικῆς συμβιβαστικῆς διευθετήσεως τῆς ὅλης ἐκκρεμότητος, ἥτις ἔχει δημιουργηθῆ ἐκ τῆς λειτουργίας τῆς Κοινοπραξίας Ἐμπορίας Πετρελαιοειδῶν καὶ προκειμένου νὰ εἰσηγηθῶμεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὴν λῆψιν τῶν ἐνδεικνυομένων ἀποφάσεων, μετὰ συμφωνίαν πρὸς τοῦτο τῶν ἐνδιαφερομένων Ἑταιρειῶν, Ἀποφασίζομεν: συγκροτοῦμεν ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν κ. κ. 1) Σωτ. Σολιώτη, ἀντιπροέδρου τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. 2) Θεοδ. Ἀγγελοπούλου, πρώην Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν καὶ 3) G. P. ANDERSON, εἰς ἣν ἀνατίθεται ἡ μελέτη τοῦ ὅλου ζητήματος κατόπιν καὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς σχετικῆς διαιτησίας, καὶ ἡ ἐξεύρεσις καὶ πρότασις ἡμῖν φιλικῆς λύσεως τῶν προκυψασῶν διαφορῶν, διεπομένης ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ ὀρθοῦ, τοῦ δικαίου καὶ τοῦ ἴσου. Διά τῆς συστάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς οὐδόλως δημιουργεῖται δέσμευσίς τις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἢ τῶν Ἑταιρειῶν ἢ παραίτησις ἐκ τῶν δικαιωμάτων των». Εἶναι σαφὴς ἡ ἐνέργειά μας. Ἦτο πρᾶξις ἁπλῶς διοικητική, ἢ ἡ ἀπόφασις διὰ τῆς ὁποίας ἠθέλομεν νὰ ἄρωμεν διὰ τοῦ μᾶλλον ἐφικτοῦ τρόπου τὰ παράπονα τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον, ὅτι ὁ καταλογισμὸς τῶν ὀφειλῶν τῆς Κοινοπραξίας ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει ἀδίκων δεδομένων, εἴτε ὅτι παρηρμηνεύθη ἡ σύμβασις, εἴτε ὅτι ἐμερολήπτησαν οἱ ὑπουργοὶ εἰς βάρος τῶν ἑταιρειῶν. Θέλετε τὴν προσωπικήν μου γνώμην; Προφανῶς ὑπῆρχον καταλογισμοί, οἱ ὁποῖοι θὰ ἠδύνατο νὰ λείψουν κατὰ ἄλλην ἑρμηνείαν τῆς συμφωνίας. Ἦτο ζήτημα λοιπὸν ἑρμηνείας. Ἀλλὰ πάντοτε ὁ καθ’ οὗ ὁ καταλογισμὸς παραπονεῖται χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνῃ ὅτι βασίμως παραπονεῖται. Ὡς ἐκ τῆς φύσεως ὅμως τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς ἐνόμισα καὶ ἐξακολουθῶ νὰ νομίζω, ὅτι ἡ ἀπόφασίς μου ἦτο ὀρθὴ καὶ ὅτι μία διέξοδος διὰ νὰ λείψουν αἱ παρεξηγήσεις τοσούτῳ μᾶλλον ποὺ ὅπως εἶπον εἰς τὴν ὑπόθεσιν εἶχεν ἐνδιαφερθῆ καὶ ἡ διπλωματία καὶ ἡ Ἀμερικανικὴ Ἀποστολή, καὶ ἡ ἐκκρεμότης ἐσταματοῦσε τὴν πρόοδον ὡρισμένων ἔργων ἀνασυγκροτήσεως. Πάντως ρητῶς ἀναφέρει ἡ σύμβασις, ὅτι αὕτη δὲν εἶναι δεσμευτικὴ διὰ τὸ Δημόσιον, εἶναι δὲ φανερὸν ὅτι δὲν εἶναι ἐπιδιαιτησία. Τὴν ἀπόφασιν τῆς ἀναστολῆς τῆς εἰσπράξεως τῶν καταλογισθέντων ποσῶν τὴν ἐλάβομεν κατόπιν ἐγγράφου συστάσεως τοῦ κ. Σολιώτη Αʹ Ἀντιπροέδρου Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ἀπευθυνομένου πρὸς ἡμᾶς, ὁ ὁποῖος ἦτο Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ διερρύθμιζε τὴν ὑπόθεσιν. Αὐτὸ ἀναφέρεται εἰς τὸ ἡμέτερον ἔγγραφον, ἀρ. πρ. 12744)24 τῆς 2 Αὐγούστου 1950 πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐφοδιασμοῦ διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητήσαμεν ὅπως τοῦτο ἁρμόδιον ἀπευθυνθῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν διὰ τὴν ἀναστολὴν τῆς πληρωμῆς φόρων καὶ συγκατατεθῆ εἰς τὸ μέτρον. Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἐπίσης ἀξίζει νὰ ἀναγνωσθῇ. Ἔχει ὡς ἑξῆς: «Θέμα: Ἐκτέλεσις ἀπαιτήσεων Δημοσίου κατὰ Κ.Ε.Π. Φίλε κύριε συνάδελφε, Ὡς γνωρίζετε, κατόπιν φιλικῆς παρεμβάσεως τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς καὶ τῶν Συμμάχων Πρεσβειῶν διὰ τὴν ρύθμισιν τῶν σχέσεων τοῦ Δημοσίου μετὰ τῆς Κοινοπραξίας Ἐμπορίας Πετρελαιοειδῶν, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ προγράμματος ἀποθηκεύσεως ὑγρῶν καυσίμων, συνέστησα τριμελῆ Ἐπιτροπὴν ἀποτελουμένην ἐκ τοῦ κ. Σ. Σολιώτη, Ἀντιπροέδρου τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, τοῦ κ. Θ. Ἀγγελοπούλου, πρώην καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τοῦ κ. G. P. Anderson, Ἀντιπροσώπου τῆς Κοινοπραξίας, εἰς ἣν ἀνέθεσα τὴν ἐξεύρεσιν φιλικῆς λύσεως τῶν ὑφισταμένων διαφορῶν. Ὡς μοὶ ἐγνώρισεν ὁ κ. Σολιώτης, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπελήφθη τοῦ ἔργου της, θὰ χρειασθῇ ὅμως τοὐλάχιστον δίμηνον χρονικὸν διάστημα ἵνα περατώσῃ τὴν μελέτην τῶν σχετικῶν στοιχείων καὶ δυνηθῆ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ κυρίως ἔργον της. Ὁ κ. Σολιώτης μοὶ διεβίβασεν ἐπίσης παράκλησιν τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Κοινοπραξίας, μὲ τὴν παρατήρησιν ὅτι θεωρεῖ ταύτην λογικήν, ὅπως μέχρις ὅτου ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις καταλήξουν εἰς συμπεράσματα, ἀνασταλῇ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ Δημοσίου κατὰ τῶν Ἑταιρειῶν. Ἐπειδή, νομίζω καὶ ἐγώ, ὅτι εἶναι λογικὸν νὰ ἀναμείνωμεν τὰς ὁριστικὰς ἀποφάσεις τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος, σᾶς παρακαλῶ ὅπως, ἐφ’ ὅσον σεῖς συμφωνεῖτε, ζητήσητε ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν νὰ ἀναστείλῃ προσωρινῶς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν σχετικῶν ἀπαιτήσεων τοῦ Δημοσίου κατὰ τῶν μελῶν τῆς Κοινοπραξίας». Τό ἔγγραφον αὐτὸ περιέχει καὶ ἱστορίαν τῆς ὑποθέσεως. Ὅταν ἐφύγαμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ὁ διάδοχός μας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Συντονισμοῦ κ. Σ. Στεφανόπουλος, ἐπιλαμβάνεται τοῦ ζητήματος καὶ ἀπευθύνει εἰς τὸν κ. Σολιώτην Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ κατωτέρω ἔγγραφον ὑπ’ ἀριθ. 20822)24 τῆς 4ης Ὀκτωβρίου 1950: «Θέμα: Ὑποβολὴ προτάσεων Συμβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ διαφορῶν Δημοσίου–ΚΕΠ. Ἀναφερόμενοι εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 9532)14 τῆς 10–7–1950 ἀπόφασιν τοῦ προκατόχου ἡμῶν, διὰ τῆς ὁποίας σᾶς ἀνετίθετο ἡ μελέτη τῆς ὑφισταμένης καταστάσεως, σχετικῶς μὲ τὴν Κοινοπραξίαν Ἑταιρειῶν Πετρελαιοειδῶν καὶ τὰς σχέσεις ταύτης μετὰ τοῦ Δημοσίου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ σᾶς γνωρίσωμεν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐξακολουθεῖ νὰ ἐνδιαφέρῃ ἡμᾶς ἐξαιρετικῶς καὶ ὅτι συμφωνοῦντες ἀπολύτως μὲ τὰς ἀποφάσεις τοῦ ἡμετέρου προκατόχου, ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἔχωμεν δυνατὸν τὰς γνώμας καὶ τὰς προτάσεις τῆς Τριμελοῦς Ἐπιτροπῆς, εἰς τὰς ὁποίας ἀποδίδομεν ἰδιαιτέραν σημασίαν. Παρακαλοῦμεν ὅθεν ὑμᾶς, ὅπως ἡ ἐν λόγῳ Ἐπιτροπὴ καταβάλῃ κάθε προσπάθειαν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ὑποβληθοῦν αἱ σχετικαὶ προτάσεις της ἐντὸς τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, ὡς ἀρχικῶς εἴχατε προβλέψει. Διὰ τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν προβλέπεται ὅτι ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Κοινοπραξίας κ. Anderson θὰ βραδύνῃ νὰ ἐπιστρέψῃ καὶ ὅτι ὡς ἐκ τούτου ὑπάρχει φόβος νὰ μὴ ὑποβληθῇ ἐντὸς τοῦ Ὀκτωβρίου ἡ γνωμάτευσις, παρακαλοῦμεν ὅπως μᾶς γνωρίσητε τοῦτο ἐγκαίρως, ὥστε νὰ φροντίσωμεν τὴν ὑπόδειξιν ἑτέρου, ἐκ μέρους τῆς Κοινοπραξίας, προσώπου, ὥστε νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἐκ τοῦ λόγου τούτου καθυστέρησις εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν προτάσεων τὰς ὁποίας, ἐπαναλαμβάνομεν, ἐνδιαφερόμεθα νὰ ἔχωμεν ἐντὸς τοῦ συντομωτέρου δυνατοῦ χρονικοῦ διαστήματος». Ἡ δὲ σημερινὴ Κυβέρνησις σχετικῶς μὲ τὴν ὑπόθεσιν λαμβάνει τὴν ἑξῆς ἀπόφασιν:
«Ἐν Ἀθήναις τῇ 17 Νοεμβρίου 1950
ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΝ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΝ
Λαβὸν ὑπ’ ὄψει σχετικὴν ἀπὸ 1 Νοεμβρίου 1950 πρότασιν τοῦ ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς καὶ σχετικὴν εἰσήγησιν αὐτοῦ ἀφορῶσαν τὴν κατόπιν αἰτήσεως τῆς Κοινοπραξίας Ἑταιρειῶν Πετρελαίου καὶ τῶν ἀποτελουσῶν αὐτὴν ἑταιρειῶν ἀποφασισθεῖσαν διαιτησίαν, Ἀποφασίζει α) Ἐπικυροῖ τὴν ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ Συντονισμοῦ γενομένην σύστασιν τῆς Ἐπιδιαιτητικῆς Ἐπιτροπῆς. β) Ἀναστέλλει μέχρις ἐκδόσεως ἀποφάσεων τῆς Ἐπιδιαιτητικῆς Ἐπιτροπῆς τὴν εἴσπραξιν τῶν βεβαιωμένων εἰς τὰ Δημόσια Ταμεῖα ὀφειλῶν τῶν Ἑταιρειῶν Πετρελαίου. Ἐκδῶσαν πρὸ τοῦτο τὴν ὑπ’ ἀριθ. 1116 παροῦσαν πρᾶξιν του». Ἐπομένως ἡ ἐνέργειά μου ἐκείνη, ἡ διοικητική, περὶ σχηματισμοῦ Ἐπιτροπῆς συμβουλευτικῆς ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τοῦ Δημοσίου, ἡ γενομένη ἐκ μέρους μας πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου, ἐπεκυρώθη καὶ ἀπὸ τὸν διάδοχόν μας ὑπουργὸν κ. Σ. Στεφανόπουλον καὶ ἀπὸ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας οἱ Ἀρχηγοὶ συμμετεῖχον καὶ τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου τῆς Κυβερνήσεως Πλαστήρα καὶ εἶχον συγκατατεθῇ ἔκτοτε.
§127Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Μὲ συγχωρεῖτε κ. Πρόεδρε. Δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν βεβαίως εἰς ἡμᾶς νὰ ἀνακαλέσωμεν μίαν ὑποχρέωσιν τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀναλάβῃ ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις, διότι τὸ Κράτος εἶναι ἑνιαῖον. Διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους, μετεκαλέσαμεν, καὶ διὰ τὸ ζήτημα τῆς Ὑλίκης, εἰδικὸν ὑδραυλικόν, ξένον λόγῳ ἀνειλημμένης ὑποχρεώσεως ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως Πλαστήρα. Συνεπῶς αὐτὴ ἦτο μία ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν δὲν ἠμπορούσαμεν νὰ ἀνακαλέσωμεν.
§128Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ. Εἶναι ὀρθὸν αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ ὀρθότερον θὰ ἦτο νὰ τὴν ἀνακαλέσητε ἢ κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον, νὰ τὴν ἀφήσητε νὰ πέσῃ εἰς τὸ νερό, ἐὰν εὑρίσκετε ὅτι ἦτο ἐπιζήμιος. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι θὰ ὑπῆρχε λόγος καὶ ἐκ μέρους σας διὰ νὰ κρίνητε περὶ τῆς πράξεως ἐκείνης. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, διὰ νὰ συμπληρώσω τὴν μακρὰν αὐτὴν ὁμιλίαν μου, ἔχω ἀκόμη νὰ εἴπω εἶναι ὅτι, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὅταν ἀνελάβαμεν τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1950 ἐκηρύχθημεν ἐναντίον τῆς Κοινοπραξίας. Ἐνισχύσαμεν τὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ὑπῆρχε καὶ ἡ ὁποία εἰργάζετο διὰ νὰ θέσῃ τοὺς ὅρους τῆς διαλύσεως τῆς Κοινοπραξίας, τὴν ὁποίαν νομίζω ὅτι εἶχε σχηματίσει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, τὴν ἐπιτροπὴν αὐτήν, λέγω, τὴν ἐνισχύσαμεν καὶ δι’ ἄλλων ἁρμοδίων προσώπων καὶ ὑπάρχουν ἔγγραφα περὶ τῆς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς μεταξὺ τῶν ὁποίων ἀξιόλογος εἶναι ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς περὶ διαλύσεως τῆς Κοινοπραξίας ποὺ φέρει χρονολογίαν 3–1–1950, τῆς ὁποίας πρόεδρος ἦτο ὁ κ. Πετρόπουλος τοῦ Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ. Συνεχίσαμεν δὲ τὰς προσπαθείας μας διὰ τὴν διάλυσιν αὐτῆς, καὶ ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι αἱ ἑταιρίαι Κοινοπραξίας ἦσαν ἕτοιμοι νὰ δεχθοῦν τὴν διάλυσιν. Δὲν συνηντήσαμεν ἐκ μέρους των δυσκολίας. Αἱ δυσκολίαι παρουσιάζοντο κυρίως ἀπὸ μέρους τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου, αἱ ὁποῖαι ἐφρόνουν ὅτι πρὸ παντὸς ἔπρεπε νὰ διαρρυθμισθοῦν πρῶτον ὅλαι αἱ οἰκονομικαὶ σχέσεις τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἑταιριῶν καὶ κατόπιν νὰ ἐπέλθῃ ἡ διάλυσις. Ἐγὼ εἶχον τὴν ἀντίθετον γνώμην, ἐφ’ ὅσον ἐνώπιόν μας εἴχομεν ἑταιρίας ἀρκετὰ φερεγγύους καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπρόκειτο τὴν ἑπομένην τῆς διαλύσεως νὰ δραπετεύσουν ἀπὸ τὸν τόπον, ὅπου εἶχον πολλὰ ἀκίνητα καὶ ἐγκαταστάσεις. Πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν ὅσων λέγω σχετικῶς μὲ τὴν πολιτικὴν μας νὰ διαλύσωμεν τὴν Κοινοπραξίαν ἐπικαλοῦμαι καὶ τὸ ἔγγραφόν μου ὑπ’ ἀριθ. 14954 τῆς 24 Αὐγούστου 1950, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνα πρὸ τῆς ἀναχωρήσεώς μου εἰς Ἀμερικὴν πρὸς τὸν ὑπουργὸν τοῦ Ἐφοδιασμοῦ. Ἰδοὺ τὸ περιεχόμενόν του. «Θέμα: Διάλυσις Κοινοπραξίας Πετρελαιοειδῶν. Λυποῦμαι διότι ἡ ἀναχώρησίς μου θὰ μὲ ἐμποδίσῃ νὰ παραστῶ εἰς τὴν ὑπὸ τὴν προεδρίαν σας συνεδρίασιν τοῦ Α.Σ.Α. τῆς προσεχοῦς Τετάρτης, 9 τρέχοντος, ἥτις θὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὸ θέμα τῆς διαλύσεως τῆς Κοινοπραξίας Πετρελαιοειδῶν. Ἐπωφελοῦμαι ἐν τοσούτῳ τῆς εὐκαιρίας ταύτης διὰ νὰ τονίσω ὅτι καὶ ἐγὼ θεωρῶ τὴν ἀνάγκην τῆς διαλύσεως ταύτης ὡς ἄκρως ἐπείγουσαν, δοθέντος ὅτι οἱ μὲν λόγοι οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλον τὴν δημιουργίαν τοῦ σημερινοῦ καθεστῶτος ἐμπορίας καὶ διανομῆς τῶν ὑγρῶν καυσίμων ἔχουν ἐκλείψει ἀπὸ πολλοῦ χρόνου, ἡ δὲ ἐπάνοδος εἰς τὸ προπολεμικὸν σύστημα ἐλευθέρας ἐμπορίας θὰ ἄρῃ, ὡς πιστεύω, μίαν ἀδικαιολόγητον ἐπιβάρυνσιν τῆς Ἑλληνικῆς Οἰκονομίας». Κύριοι βουλευταί, αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς διὰ νὰ βοηθήσω τὴν Βουλήν, ὅπως λάβῃ τὴν ὀρθοτέραν ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος συμφώνως πρὸς τὴν πραγματικότητα. Νομίζω ὅτι ἐδόθη πέραν τοῦ δέοντος τόνος ὀργῆς καὶ καταπλήξεως ἐκ μέρους συναδέλφων τινῶν εἰς μίαν ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία ἐπαναλαμβάνω, εἶναι μία ὑπόθεσις καθαρὰ καὶ ἀφορᾷ τὰς σχέσεις τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως μὲ τὰς Κυβερνήσεις τῶν συμμάχων. Νομίζω ὅτι εἰς τὴν ἀπόφασίν μας πρέπει νὰ φθάσωμεν μετὰ κἄποιας προσοχῆς καὶ συνέσεως. Ἀπαιτεῖται τοῦτο διότι τὸ ζήτημα εἶναι ἄξιον συνέσεως. Ὅσον ἀφορᾷ ἐμέ, δηλῶ, ὅτι εἶμαι πρόθυμος νὰ ὑποβοηθήσω εἰς τὸ κάθε τι, τὸ ὁποῖον θὰ συντελέσῃ ὅπως κάθε ὑπεύθυνος δώσῃ εὐθύνας τῶν πράξεών του. (Χειροκροτήματα).
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαζανᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§130Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν τῆς Κοινοπραξίας λαμβάνω τὸν λόγον οὐχὶ εὐχαρίστως. Ὑπὸ τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν δὲν εἶναι ἐποικοδομητικὸν διὰ τὴν κοινὴν γνώμην, ὅταν εἰς τὸ Κράτος αὐτὸ ὑπάρχουν τόσαι ἀτασθαλίαι, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ δημιουργοῦμεν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι. Ὅταν ἀκόμη ἤμουν εἰς τὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῶν καυσίμων καὶ πετρελαίου, ἐνώπιον αὐτῆς ἦσαν ἀνώτατοι ὑπάλληλοι τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ ἄλλοι, βεβαιοῦντες διαφόρους ἀτασθαλίας τῆς Κοινοπραξίας τῶν πετρελαιοειδῶν, ὁμόφωνος ἦτο ἡ γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς ἵνα, ἐνεργοῦντες πέραν τῆς ἐντολῆς ποὺ εἴχομεν, συστήσωμεν νὰ ληφθοῦν τὰ κατάλληλα μέτρα διὰ νὰ σταματήσῃ τὸ κακόν. Ὅταν ἦλθεν ἡ ἐπερώτησις κατόπιν ἑνὸς ἀγῶνος, τὸν ὁποῖον διεξήγαγεν ὁ ναύαρχος κ. Σακελλαρίου καὶ ἀξιότιμον μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, ἐπὶ μίαν τριετίαν, ἐνόμισα καθῆκον μου νὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὰς λεπτομερείας τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Διαμαρτύρομαι διὰ μίαν φωνὴν ποὺ ἠκούσθη ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης, ὅταν ὡμίλει ὁ Πρόεδρος τῆς ΕΠΕΚ διότι τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἐκτελεῖ ἕνα καθῆκον εἰς μίαν ὑπόθεσιν ἐμφανῶς ἐγκληματικήν. Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τὰς ἀπόψεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς ΕΠΕΚ, ἀλλὰ διατηρῶ τὰς ἀντιλήψεις μου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς καὶ θὰ τὰς θέσω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν καὶ θὰ εἴπω ὅτι ἐν τῇ Κοινοπραξίᾳ τῶν Πετρελαιοειδῶν ὑπάρχει μία ἀμέλεια καὶ εὐθύνη. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς ΕΠΕΚ ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ τὰ πάντα ἐκ τῆς πιέσεως τῶν συμμάχων. Πράγματι ὅταν ἦλθεν ὁ συμμαχικὸς στρατὸς ὑπὸ τὸν Σκόμπυ συνοδεύετο ὑπὸ τῆς ΕΜΕΛ, ἡ ὁποία ἦτο ἰδιότυπος ἐπιμελητεία στρατοῦ καὶ ἡ ὁποία δὲν ἐκάλυπτε μόνον τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ ἀλλὰ καὶ τοῦ λαοῦ, ὅστις εἶχε δεινοπαθήσει ὅπως ὁ ἑλληνικὸς καὶ ὁ ὁποῖος εὑρίσκετο ἐν μέσῳ ἐρειπίων. Ἐκ τοῦ ἐνδιαφέροντος τῶν συμμάχων ἡ ΕΜΕΛ μᾶς ἔφερε μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα προϊόντα καὶ τὰ πετρελαιοειδῆ. Εἰς τὴν ἀρχὴν τὰ ἔφερε δωρεὰν καὶ ἐφρόντιζε νὰ διανεμηθοῦν εἰς τὸν λαόν, τοῦτο ἔπραττε, ἐπαναλαμβάνω, ὡς ἐπιμελητεία στρατοῦ καὶ πληθυσμοῦ καὶ ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ τὸ ὄργανον ποὺ θὰ ἔκαμνε αὐτὴν τὴ δουλειά. Εἶχεν ἐντολὴν ὁ στρατηγὸς Σκόμπυ τῶν συμμάχων Κυβερνήσεων καὶ ἡ ΕΜΕΛ νὰ ἀπευθυνθοῦν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ ζητήσουν τὸ ὄργανον αὐτὸ τῆς κατανομῆς τῶν ἀγαθῶν. Ὅτι τοῦτο ὄντως οὕτως εἶχεν θὰ σᾶς ἀναγνώσω ρηματικὴν διακοίνωσιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς ΕΠΕΚ. Ἀντιπρόσωπος τῆς ΕΜΕΛ ἦτο τότε ὁ Σκόμπυ. Ὁ Σκόμπυ μεταβαίνει τότε εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον Μεταφορῶν καὶ εὑρίσκει τὸν διευθυντὴν κ. Βασιλειάδην καὶ τοῦ λέγει: Ἔχω ἐντολὴν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ μοῦ δώσῃ τὸ ὄργανον τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸ νὰ διατίθενται τὰ πετρελαιοειδῆ. Ποῖον ὄργανον ἔχομεν ἐδῶ; Ὁ Σίμψον, διὰ νὰ σχηματίσητε μίαν ἀντίληψιν ἐπ’ αὐτοῦ, διορίζεται Γενικὸς Διευθυντὴς μιᾶς τῶν 5 ἑταιριῶν, μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῆς
ΕΜΕΛ.
§131Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ. Τὸ θεωρεῖτε ἀτιμωτικὸν αὐτό;
§132Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ἀφίνω σᾶς νὰ τὸ κρίνετε. Ὀλίγους μῆνας μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τῆς ΕΜΕΛ, ἀκριβῶς εἰς τὰς 7 Σεπτεμβρίου 1945, γίνεται μία ρηματικὴ διακοίνωσις, ἐκ μέρους τῶν δύο Πρεσβειῶν Ἀγγλίας καὶ Ἡνωμένων Πολιτειῶν, πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Θὰ σᾶς τὴν ἀναγνώσω, διὰ νὰ ἴδητε τὶ ἔγινε μὲ τὴν ΕΜΕΛ, μὲ τὸν Βασιλειάδη, μὲ τὴν Κοινοπραξίαν «.... (Ἀναγινώσκει)..................». Τὸν Σεπτέμβριον, λοιπόν, 1941 ἀμφότεραι αἱ Κυβερνήσεις Ἀγγλίας καὶ Ἀμερικῆς, ἀπευθύνονται πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν διὰ τῶν ἐνταῦθα Πρεσβειῶν των καὶ λέγουν, ὅτι θέλομεν νὰ ἔχωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα μίαν Ἕνωσιν, μίαν Κοινοπραξίαν διὰ τὰ πετρέλαια καὶ τὰ προϊόντα τῶν πετρελαίων καὶ πρέπει, λέγει ἡ διακοίνωσις αὐτή, νὰ μετάσχουν εἰς αὐτὴν ὅλοι οἱ πρὸ τοῦ πολέμου ἐργαζόμενοι ὡς εἰσαγωγεῖς τῶν προϊόντων τούτων. Τοῦτο ἐγνώριζεν ὁ κ. Σίμψον. Ἐγνώριζεν ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἡ Κοινοπραξία τὴν ὁποίαν ἐπέβαλε καὶ ὁ νόμος ὁ ἑλληνικός, ὁ 1290]39 καὶ ἐξετάζει πῶς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιάσῃ τὴν ὑπάρχουσαν Κοινοπραξίαν, ὡς ὑπάρχουσαν καὶ συσταθεῖσαν τῇ ἐγκρίσει τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Καὶ κατορθώνει τοῦτο δι’ ἑνὸς ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον κάμνει ὁ Βασιλειάδης, ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ὑπουργείου Μεταφορῶν. Πῶς εἶναι δυνατόν, κύριοι, νὰ μὴ δημιουργήσῃ ὑποψίαν εἰς οἱονδήποτε ἐξ ὑμῶν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ κάμῃ ἐντύπωσιν ἕνα ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Ὑπουργεῖον Μεταφορῶν, εἰς τὴν ἀγγλικὴν γλῶσσαν μὲ μονογραφὴν τοῦ Σίμψον, τὸ ὁποῖον λέγει: «....... (Ἀναγινώσκει).......». Δὲν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν καμμίαν εὐθύνην εἰς τὸν τότε ὑπουργόν, κ. Στεφανόπουλον. Οὐδεὶς κατηγορεῖ τὸ ὅτι ἀνετέθη ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ μέρους τῆς ΕΜΕΛ καὶ τοῦ Σκόμπυ, ὅτι ἀνετέθη εἰς τὴν Κοινοπραξίαν αὐτὴν ἡ διανομὴ τῶν προϊόντων τῶν πετρελαιοειδῶν, ὑπὸ τὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας ἐτέλει τότε ἡ Χώρα. Μᾶς ἔφερον ἀγαθὰ καὶ μᾶς εἶπαν δώσατέ μας ἐπιτροπὰς, δώσατέ μας Κοινοπραξίας νὰ τὰ διανείμωμεν. Νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ σκέψις περὶ εὐθύνης, ὅταν ὁ τότε ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ κ. Στεφανόπουλος, ἀκόμη δὲν εἶχε γίνει τὸ Ὑπουργεῖον Μεταφορῶν, ἀνέθεσεν εἰς μίαν ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία ἀπετελεῖτο ἀπὸ τοὺς κ. κ. Βασιλειάδην, Μουφόπουλον καὶ Σίμψον, νὰ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον τοῦτο τῆς παραλαβῆς ἀπὸ τὴν ΕΜΕΛ τῶν ἀγαθῶν καὶ τῆς διανομῆς αὐτῶν εἰς τὸ κοινόν.
§133Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ προϋπῆρχε καὶ ὁ ὑπουργὸς ἐνέκρινε τὴν πρότασιν αὐτῆς.
§134Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ποία ἡ μομφὴ ἐναντίον σας; Ἐγὼ κ. Στεφανόπουλε κρίνω ἀντικειμενικῶς. Μὲ ὅλην τὴν ἐκτίμησιν τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸς ὑμᾶς, ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι μετὰ τὴν ρηματικὴν διακοίνωσιν μετὰ ἀπὸ 9 μῆνας, ἐκ μέρους τῶν Πρεσβειῶν ὅτι μόνον τῇ συγκαταθέσει τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς ἱδρύσεως Κοινοπραξιῶν θὰ δοθοῦν τὰ πετρέλαια καὶ μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου σας, μοῦ ἐγεννήθη ἡ ὑποψία διὰ τὸ Ὑπουργεῖον αὐτὸ καὶ θέλω νὰ μοῦ εἴπητε ἐὰν ὁ Βασιλειάδης εἶναι ἐν τάξει.
§135Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡμιλήσατε περὶ εἰσαγωγῆς, ἐνῷ ἐδῶ πρόκειται περὶ χρησιμοποιήσεως μέσων μεταφορᾶς πετρελαίου εἰσαγομένου καὶ διανεμομένου δωρεάν.
§136Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Τὸ ἐδικαιολόγησα ἐγὼ πρῶτος. Βλέπετε ὅμως ὅτι εἰς τὸ ἔγγραφον αὐτὸ αἱ δύο Πρεσβεῖαι ὁμιλοῦν περὶ ἀναγνωρίσεως τῆς Κυβερνήσεως μιᾶς Κοινοπραξίας πρὸς διανομήν, ἀλλὰ Κοινοπραξίας ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ εἰσαγωγικοῦ δικαιώματος. Διὰ τοῦ ἐγγράφου τοῦ Βασιλειάδη ἔχετε ἀναγνωρίσει ὅτι ὑπάρχει μία Κοινοπραξία πετρελαιοειδῶν, συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους ἐνῷ δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους ἐὰν πρόκειται περὶ Ἐπιτροπῆς εἰσαγωγῆς.
§137Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς διαφωτίσῃ, τῆς 20 Μαΐου 1945 πρὸς τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τότε ὑπουργὸν τοῦ Ἐφοδιασμοῦ, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει ἀπασπάσματα. «Μολονότι... (Ἀναγινώσκει).....». Συνεπῶς δὲν ὑπῆρχεν ἕως τότε οὐδεμία νομικὴ ἀναγνώρισις ὡς τὸ ὁμολογοῦν καὶ οἱ ἴδιοι. Τὸ ἔγγραφον εἶναι εἰς τὴν διάθεσίν σας.
§138Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ. Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ δὲν ἐστάλη μόνον εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Νομίζω ὅτι τὸ εἶπον καὶ ἐγώ. Ὅταν τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1945 αἱ Κυβερνήσεις αἱ συμμαχικαὶ ἀνέλαβον πλέον αὐταὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀλλοκασιὸν τῶν πετρελαιοειδῶν, ἔφυγον ἀπὸ τὴν μέση ἡ ΟΥΝΡΡΑ καὶ ἡ ΕΜΕΛ. Τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ἀνεγνώσαμεν καὶ σεῖς καὶ ἐγὼ ἀφεώρουν τὴν προπαρασκευήν. Ἐζήτησαν νὰ ἔχουν νὰ κάμνουν μὲ ὡρισμένην ὀργάνωσιν ἀπὸ ὅλα τὰ Κράτη. Εἶπον εἰς ὅλας τὰς Χώρας αἱ ὁποῖαι εἰσῆγον πετρέλαια: «Θὰ κάμετε ἕνα πούλ, μίαν ὀργάνωσιν, ἡ ὁποία θὰ συμβουλεύεται ἐμένα εἰς τὴν διανομὴν τῶν πετρελαίων». Δὲν ἦτο ἕνας καταδυναστευτικὸς ὅρος ὅστις ἀφεώρα μόνον ἡμᾶς.
§139Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Μετὰ ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι δίκαια τὰ παράπονα τῶν 10 ἑλλήνων ἐπαγγελματιῶν, οἱ ὁποῖοι ἐτέθησαν ἐκτὸς ἐργασίας, διότι ὑπῆρχε τὸ ἔγγραφον αὐτὸ τοῦ Βασιλειάδη; Δὲν γίνομαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν συνήγορος αὐτῶν, ἀλλὰ γίνομαι συνήγορος τοῦ δικαίου. Διὰ τῆς πράξεως αὐτῆς τοῦ Βασιλειάδη δὲν κατώρθωσαν νὰ ζήσουν καὶ 10 ἀκόμη ἐπαγγελματίαι τοῦ εἴδους αὐτοῦ, τοὺς ὁποίους καὶ γνωρίζετε. Καί, μέσα εἰς τὰ 5 μέλη τῆς Κοινοπραξίας εἶναι καὶ ὁ Ρέστης, ὁ ὁποῖος προπολεμικῶς δὲν διέθετε παρὰ μίαν δεξαμενὴν 250 τόννων, ἐνῷ σήμερον διαθέτει δεξαμενὰς 3500 τόννων καὶ μάλιστα νὰ ζητῇ, ὅπως καὶ τὰ πέντε μέλη, καὶ συνδρομὴν ἀπὸ τὸ σχέδιον Μάρσαλ. Εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς ἐκκρεμοῦν αἱ αἰτήσεις τῶν πέντε αὐτῶν συμμετόχων τῆς Κοινοπραξίας αὐτῆς, τῆς παρανόμου. Ἀλλὰ ὁ νόμος 1290]39 ἐπιβάλλει εἰς τὰς ἑνώσεις αὐτὰς τὴν συμμετοχὴν παντός, ὅστις ἀσκεῖ τὸ ἐπάγγελμα τοῦτο καὶ ὅμως αἱ αἰτήσεις τῶν πέντε αὐτῶν εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς τοῦ σχεδίου Μάρσαλ ἐκρίθησαν ἐρευνητέαι.
§140Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Πότε ὑπεβλήθησαν αἱ αἰτήσεις αὐταί;
§141Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Πρὸ μηνῶν.
§142Α. ΜΠΙΚΑΚΗΣ. Ἐνεκρίθησαν αἱ αἰτήσεις αὐταί. «Ἓν ἑκατομμύριον ἑπτακόσιαι χιλιάδες δολλάρια εἰς..... ............ (Ἀναγινώσκει)........». Μόνον τῆς Σόκομπελ εἶναι ὑπὸ μελέτην.
§143Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, οὕτω συνεκροτήθη ἡ Κοινοπραξία, οὕτω ἐλειτούργησε μέχρι τῆς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ καὶ Ἐφοδιασμοῦ εἶναι ὁ κ. Βαρβαρέσος. Πιέζεται διὰ νὰ κάμῃ μίαν σύμβασιν, διότι σύμβασις δὲν ὑπῆρχεν, ὑπῆρχε μόνον ἡ Κοινοπραξία ἀπὸ τὸ ἔγγραφον τοῦ Βασιλειάδη καὶ ἡ de facto λειτουργία τῆς Κοινοπραξίας. Πιέζεται ὁ κ. Βαρβαρέσος, ἠκούσατε τὴν κατάθεσιν τὴν γενομένην εἰς τὴν Ἀμερικὴν τοῦ κ. Βαρβαρέσου, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς ΕΠΕΚ, πιέζεται ἀπὸ τὴν Κοινοπραξίαν, ἀπὸ τὰς Πρεσβείας, παρακαλεῖται νὰ κάμῃ μίαν σύμβασιν καὶ νὰ διατυπώνῃ ἐν τῇ συμβάσει αὐτῇ Κράτους καὶ Κοινοπραξίας ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐγένοντο εἰς τὴν κατανομὴν τῶν πετρελαιοειδῶν. Οὐδεὶς δύναται νὰ μεμφθῇ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνέταξεν ὁ κ. Βαρβαρέσος, τὸ ἔγγραφον δὲν λέγει τίποτε περισσότερον ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνέβη ἐν τῇ πράξει, ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον de facto ἐγένετο εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Προστίθεται κάτι μὲ τέχνη, προστίθεται εἰς τὴν σύμβασιν αὐτήν, χωρὶς νὰ δίδῃ τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος κ. Τσουδερός, προστίθεται ὅτι δωρεὰν θὰ ἐργασθῆτε, διότι τοιαύτη ἦτο ἡ ἀξίωσις καὶ ἡ συμφωνία τῆς Κοινοπραξίας μὲ τὴν ΕΜΕΛ, νὰ ἐργασθῇ εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν τῆς διανομῆς δωρεὰν καὶ μόνον νὰ δικαιολογήσῃ τὰ γενικὰ ἔξοδα, προστίθεται μία φράσις ὅτι ὅταν ἀποκατασταθοῦν ἐμπορικαὶ σχέσεις, ὅταν ἀρχίσῃ νὰ ἐργάζεται ἐμπορικῶς ἡ Κοινοπραξία, βεβαίως θὰ δικαιοῦται νὰ διαπραγματευθῇ καὶ ἕνα κέρδος. Τοῦτο δίδει ἀφορμὴν εἰς συζητήσεις, εἰς συστάσεις, εἰς διαμαρτυρίας μέσῳ τῶν Πρεσβειῶν, τῆς Κοινοπραξίας καὶ γίνονται διάφορα ἔγγραφα καὶ διάφοραι διαμαρτυρίαι καὶ διάφοραι διακοινώσεις ἐκ μέρους τῶν Πρεσβειῶν. Ἀπήτουν ὅπως ἐπειδὴ ἀπὸ 1ης Ὀκτωβρίου τοῦ 1945 θ’ ἀρχίσῃ ἡ ἀποκατάστασις τῶν πραγμάτων εἰς τὴν ἐμπορίαν αὐτῶν τῶν πετρελαιοειδῶν, ἀπὸ τῆς 1ης Ὀκτωβρίου νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ρήτρα αὐτή, δηλαδὴ τὸ κέρδος τὸ ἐμπορικὸν εἰς τὴν Κοινοπραξίαν. Συζητήσεις διεξάγονται μεταξὺ τῶν ὑπουργῶν καὶ τῶν Πρεσβευτῶν διὰ νὰ καταλήξουν εἰς ἕνα πρακτικὸν ὑπ’ ἀριθ. 1, σύμβασιν ἐὰν θέλετε καὶ τὴν ὁποίαν ἀξιοῖ νὰ ὑπογράψῃ ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἡ Ἀμερικανικὴ Πρεσβεία. Ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1945 μέχρι τοῦ Μαρτίου 1946 διεξάγονται αὐταὶ αἱ συνεννοήσεις, ἄνευ ἀποτελεσμάτων. Διαδέχεται τὴν τότε Κυβέρνησιν Βαρβαρέσου–Βούλγαρη, διαδέχεται πρὸς στιγμὴν ἡ Κυβέρνησις Κανελλοπούλου καὶ μετὰ τὴν Κυβέρνησιν Κανελλοπούλου ἡ Κυβέρνησις Σοφούλη μὲ ὑπουργὸν τὸν κ. Τσουδερόν. Αἱ διαπραγματεύσεις ἐξηκολούθουν καὶ αἱ διακοινώσεις τῶν Πρεσβειῶν ἀπεστέλλοντο πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ. Μία ἀπὸ τὰς διακοινώσεις, αἱ ὁποῖαι τερματίζουν τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, εἶναι τῆς 20ῆς Μαρτίου 1946, ἡ ὁποία πρὸ ὀλίγου ἀνεγνώσθη εἰς ἡμᾶς. Εἰς αὐτὴν οἱ Βρεττανοὶ καὶ Ἀμερικανοὶ κ. (ἀναγινώσκει) Προσέξατε τὴν ἡμερομηνίαν διὰ νὰ δικαιολογήσητε τὴν σύμβασιν τῆς 28ης Μαρτίου 1946 κ. (ἀναγινώσκει)
§144Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Εἶναι πρακτικὸν τῆς 1ης Ὀκτωβρίου 1945. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ πάθῃ σχιζοφρένειαν ἡ Βουλὴ ἀπὸ τοιούτου εἴδους πληροφορίας.
§145Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Τὸ δέχομαι. Τὴν διακοίνωσιν αὐτὴν ὑπογεγραμμένην ἀπὸ τὸν Ἐπιτετραμμένον τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν ἀπέστειλε τὴν 27ην τοῦ μηνὸς κ. (ἀναγινώσκει) Μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, κ. συνάδελφοι, τῆς 20 Μαρτίου 1946, δὲν ἔχει γίνει καμμία ἀπολύτως εἰσαγωγὴ προϊόντων πετρελαίου ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐκτὸς τῶν εἰσαγωγῶν τῆς ΕΜΕΛ καὶ τῆς ΟΥΝΡΡΑ. Ἀμφότεροι δὲ οἱ ὀργανισμοὶ αὐτοὶ παρέχουν τὰ εἴδη ταῦτα δωρεὰν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δὲν ἔχει, δηλαδή, ἀρχίσει ἀκόμη νὰ γίνεται ἐμπορικὴ ἀποκατάστασις τοῦ εἴδους τούτου εἰς τὴν χώραν μας καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, συνεπῶς, νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν ἡ ρήτρα ἐκείνη, ἡ ὁποία τίθεται εἰς τὴν σύμβασιν τῆς 17 8–45 τοῦ Βαρβαρέσου μὲ τὴν Κοινοπραξίαν.
§146Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Πότε τελειώνει ἡ ΟΥΝΡΡΑ κ. συνάδελφε; Εἴπατε ὅτι πρὸ τῆς ΟΥΝΡΡΑ ἡ ΕΜΕΛ ἔφερε τὰ πετρελαιοειδῆ.
§147Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Τὸν Σεπτέμβριον 1946.
§148Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Τὸν Σεπτέμβριον 1946.
§149ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατὰ τὸ 1947–48 ποῖος διοικοῦσε;
§150Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἐπ’ αὐτοῦ.
§151Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Ἡμεῖς θέλομεν ὅπου ὑπάρχουν εὐθῦναι νὰ τεθοῦν.
§152Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Εἰς τὴν σύμβασιν ὑπ’ ἀριθ. 1 τῆς 17–8–45, ἡ ὁποία γίνεται ἐκ μέρους τοῦ κ. Μαυρίκη, ρητῶς λέγουν τὰ συμβαλλόμενα μέρη ὅτι ἀκόμα δὲν ἔχουν ἀποκατασταθῆ αἱ ἐμπορικαὶ σχέσεις καὶ ἡ ἐργασία τῆς εἰσαγωγῆς τῶν εἰδῶν αὐτῶν τοῦ πετρελαίου. Καὶ διερωτῶμαι: Διατὶ ἐδόθησαν διὰ τῆς συμβάσεως ὑπ’ ἀριθ. 1 εἰς τὴν Κοινοπραξίαν ἀναδρομικῶς κέρδη ἀπὸ τῆς 1ης Ὀκτωβρίου;
§153Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Διότι εἶχε συμφωνηθῆ τὸν Σεπτέμβριον.
§154Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Τότε, ὅταν ἐγένοντο αἱ συμβάσεις ὑπῆρχε προοπτικὴ καὶ εἰς τὰς Πρεσβείας καὶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἀπὸ 1ης Ὀκτωβρίου — ἀναφέρεται ρητῶς εἰς τὴν διακοίνωσιν τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς ἀναγνώσω — ὅτι ἀπὸ 1ης Ὀκτωβρίου θὰ ἀρχίσῃ πλέον ἡ ἐμπορία τοῦ εἴδους. Διὰ τοῦτο ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου 1945 ὁμιλοῦν, ὅτι ἀπὸ 1ης Ὀκτωβρίου θὰ ἀρχίσῃ νὰ δίδεται κέρδος καὶ νὰ ἐφαρμόζηται ὁ ὅρος τῆς συμβάσεως αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐν τῇ πράξει δὲν γίνονται ἐμπορικαὶ ἐργασίαι. Πῶς δίδονται λοιπὸν τὴν 28 Μαρτίου ἀναδρομικῶς κέρδη τεράστια εἰς τὴν Κοινοπραξίαν, τὰ ὁποῖα οὔτε ἡ σύμβασις Βαρβαρέσου, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἡ διακοίνωσις τῶν Πρεσβειῶν δίδουν; Ἡ διακοίνωσις τῶν Πρεσβειῶν, ἡ ὁποία ζητεῖ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ ὅρος ἐκεῖνος τῆς συμβάσεως Βαρβαρέσου, ἀναγκάζει τὸ Κυβερνητικὸν Οἰκονομικὸν Συμβούλιον νὰ συνέλθῃ τὴν 2–9–45. Καὶ λέγει ἡ ἀπόφασις τοῦ Κυβερνητικοῦ Οἰκονομικοῦ Συμβουλίου τῆς 21–9–45 «........... (ἀναγινώσκει) Αὐτὰ εἶπεν τότε τὸ Κυβερνητικὸν Οἰκονομικὸν Συμβούλιον, τὰ ὁποῖα ἐπικαλεῖται ἡ ἀπόφασις μίαν ἡμέραν πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς δευτέρας συμβάσεως: Εἶπεν ὅτι, μάλιστα, εἴμεθα σύμφωνοι νὰ γίνῃ ἡ Κοινοπραξία τῶν πετρελαιοειδῶν καὶ νὰ συντάξῃ πρόγραμμα διὰ νὰ ἔρχωνται τὰ προϊόντα τοῦ πετρελαίου διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου. Αὐτὴ ὅμως ἡ ἀπόφασις τῆς 28 Μαρτίου δὲν περιορίζεται μόνον εἰς τὸ νὰ δίδῃ τὰ κέρδη ταῦτα ἐντελῶς ἀδικαιολογήτως, ἀλλὰ παραχωρεῖ καὶ ἄλλα δικαιώματα. Παραχωρεῖ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κοινοπραξίαν νὰ ἐξαγάγῃ τὸ 60% τῶν κερδῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ τὸ 40% νὰ κρατηθῇ διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων. Δηλαδὴ ἐπιτρέπει τὴν ἐξαγωγὴν ὁλοκλήρου τοῦ κέρδους, ἀφοῦ τὸ 40% εἶναι φόρος. Καὶ ἐπιτρέπει τοῦτο ἡ ἀπόφασις. Ἐπιτρέπει τοῦτο ἡ ἀπόφασις καθ’ ὃν χρόνον, κεφάλαια ἐν τῷ ἐσωτερικῷ ἀλλοδαπῶν ἑταιρειῶν δὲν δύνανται νὰ τὰ θίξουν οἱ μέτοχοι οὔτε κατὰ ἓν λεπτὸν καὶ τὸ 60% τὸ ὁποῖον ἀποστέλλεται, δηλαδὴ ὁλόκληρον τὸ κέρδος, δὲν εἶναι τὸ 5% ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δίδει πᾶς ὅστις προμηθεύεται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐμπορεύματα, ὡς κέρδος ἢ προμήθειαν, διότι τὸ 5% τὸ ὑπολογίζει ἐπὶ τῆς τιμῆς τῆς καταναλώσεως τῶν εἰδῶν καὶ ἐντεῦθεν ἡ διαφορά, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ ὁμιλοῦντος καὶ ἑνὸς συναδέλφου περὶ τοῦ ὅτι ἡ Δημοσία ὑπηρεσία ὑπολογίζει εἰς 11% τὸ κέρδος. Εἰς τὴν δευτέραν ἀπόφασιν, πέραν αὐτοῦ, δίδεται ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, τὸ δικαίωμα τῆς εἰσαγωγῆς διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Κοινοπραξίας αὐτῆς παντὸς εἴδους σχετικοῦ πρὸς τὰς ἐργασίας αὐτῆς. Δὲν ἔχει ἀνάγκην πλέον ἀπὸ τὴν ἐκτίμησιν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ὑπάρχῃ ἢ ὄχι συνάλλαγμα. Ὑποχρεοῦται τὸ Κράτος νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τὴν Κοινοπραξίαν νὰ εἰσάγῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα τὰ εἴδη τὰ ὁποῖα κατὰ βούλησιν αὐτὴ θὰ ἐδικαιολόγει ἢ δικαιολογεῖ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας της. Ὑπογράφεται τοῦτο. Ὑπογράφεται ἀκόμη διὰ τῆς συμβάσεως ὁριστικῶς πλέον, κύριοι, τὸ εἰσαγωγικὸν δικαίωμα τῆς Κοινοπραξίας μονοπωλιακῶς. Τοῦτο εἶναι, δι’ ἐμέ, ἡ μεγαλειτέρα παράβασις. Διὰ τῆς δευτέρας αὐτῆς συμβάσεως τῆς 28ης Μαρτίου ὑποχρεοῦται τὸ Κράτος νὰ φέρῃ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, νὰ φέρῃ τὰ προϊόντα αὐτά, μεγίστης ἀξίας, διότι ἠκούσατε ὅτι ἡ κατανάλωσις τῶν προϊόντων τῶν πετρελαίων ὑπερέβη τὸ 1 ἑκατομ. τόννων, ὑποχρεοῦται, λέγω, τὸ Κράτος νὰ δέχεται τὴν προσφορὰν αὐτῆς καὶ μόνον αὐτῆς. Τίθεται, μόνον, μία ρήτρα ὅτι τὸ Κράτος ἐντὸς 5 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐγκρίσεως τῶν τιμολογίων δικαιοῦται νὰ ὑποβάλλῃ νέας τιμάς, ἀλλὰ τὰς νέας αὐτὰς τιμὰς ὑποχρεοῦται νὰ δίδῃ εἰς τὴν Κοινοπραξίαν καὶ ἐν ἀποδοχῇ ταύτης τῶν τιμῶν αὐτῶν νὰ ἀπαγορεύεται εἰς τὸ Κράτος νὰ χορηγῇ εἰς ἄλλους τὴν εἰσαγωγήν. Καὶ ἐρωτᾶται: Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ πλέον ὁ τρίτος αὐτός, ὁ ὁποῖος νὰ προσφέρῃ τιμὰς πετρελαιοειδῶν ὅταν γνωρίζῃ ὅτι ἡ τιμή των, ὅσον καὶ ἂν εἶναι μικροτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν προσφέρει ἡ Κοινοπραξία, ὅτι ἡ τιμὴ αὐτὴ δὲν θὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ παρὰ μόνον ἂν θέλῃ ἡ Κοινοπραξία; Μονοπώλιον, λοιπόν, ἱδρύεται καὶ ἱδρύεται μονοπώλιον εἰς ἕνωσιν εἰσαγωγέων πέντε μόνον. Ποῖος Πρεσβευτής, ποίας Κυβερνήσεως, Ἀγγλικῆς ἢ Ἀμερικανικῆς, μετὰ τόσης συμπαθείας παρακολουθοῦντες ἡμᾶς, θὰ ἠδύναντο νὰ κάμουν διακοίνωσιν, ὅπως τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1945, καὶ νὰ μᾶς λέγουν: κάμετε ἀμέσως τοὺς ὀργανισμούς σας καὶ σᾶς φέρνομεν πετρέλαια διὰ νὰ λάβητε καὶ σεῖς τὸ ἀναλογοῦν εἰς ὑμᾶς μερίδιον; εἰς ποῖον Πρεσβευτήν, εἰς ποίαν Κυβέρνησιν, θὰ ἐλέγομεν ὅτι αὐτὴ ἡ ἕνωσις ποὺ σᾶς παρουσιάζει ὁ κ. Βασιλειάδης, ἔστω τὸν Μάρτιον τοῦ 1948, εἶναι παράνομος καὶ δὲν ἐπιτρέπουν οἱ νόμοι τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους παρὰ μόνον τοιαύτας ἑνώσεις, ὅταν συμμετέχουν ἅπαντα τὰ μέλη τῶν τοιούτων ἐπαγγελματιῶν; Ἐλέχθη εἰς Πρεσβευτήν; ἐλέχθη εἰς Πρεσβείαν ἀπὸ Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ ἠρνήθη ἡ Πρεσβεία τὴν τοιαύτην ἀντίρρησιν; Ἀντιθέτως ἀποστέλλεται τὸ ἔγγραφον αὐτὸ μὲ παράκλησιν νὰ τὸ δώσῃ εἰς τὸν Ὑπουργόν. Ἰδού, παράνομος πρᾶξις, ἡ ὁποία συντελεῖται διὰ τῆς ἀναδρομικῆς ἄνευ δικαιώματος, ἄνευ οὐδενὸς δικαιώματος, ἐκ τῶν συμβάσεων, καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ὑποχρεώσεως, παροχὴ δώρων εἰς τὴν Κοινοπραξίαν, εἰς τὴν παροχὴν μονοπωλιακῆς ἐμπορίας τοῦ εἴδους τούτου εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ ὁποία ἔφερε προχθὲς ἀκόμη εἰς δίλημμα καὶ δυσχέρειαν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν εἰσαγωγὴν πετρελαιοειδῶν, βενζίνης καὶ πετρελαίου. Καὶ γνωρίζομεν τὴν λεπτομέρειαν—καὶ εὐτυχῶς παρίσταται ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας—ὅτι ἦτο Σύμβουλος εἰς τὴν Ἀμερικανικὴν Ἀποστολὴν μέχρι πρό τινος ὁ Ἄντερσον, εἶναι ὁ διὰ πολλὰ ἔτη διατελέσας Διευθυντὴς μιᾶς τοιαύτης ἑταιρείας, εἶναι Ἄγγλος ὑπήκοος καὶ ὅμως διορίζεται Σύμβουλος τῆς AMAG. Δὲν γνωρίζω διὰ ποίους λόγους ὁ Ἄντερσον οὗτος, ὁ ὁποῖος μάλιστα συμμετέσχεν εἰς τὴν ἐπιδιαιτησίαν περὶ τῆς ὁποίας θὰ εἴπωμεν.... Ἐμμ. Τσουδερός. Ὑπάρχει ἐπιδιαιτησία ἢ δὲν ὑπάρχει;
§155Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Διὰ ἐπιδιαιτησίαν, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν. Εἶναι κατάργησις τῆς διατάξεως αὐτὸ ποὺ ἐκάματε.
§156ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καθόλου.
§157Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Εἶναι κατάργησις ποινικῆς δίκης. Δὲν πρέπει νὰ παίζωμεν μὲ τὰς λέξεις....
§158ΣΤ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Σεῖς ἐκ προθέσεως μεταβάλλετε τὴν ἀλήθειαν....(Θόρυβος)....
§159Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. .... (ὁμιλῶν ἐν μέσῳ θορύβου δὲν ἀκούεται).........
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς.
§161Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ὅταν ὁ Ἄντερσον αὐτὸς ἔπαυσε νὰ εἶναι Σύμβουλος καὶ διεδέχθη τοῦτον ὁ Σύμβουλος εἰς τὰ πετρελαιοειδῆ τῆς Ἀγγλικῆς Ἀποστολῆς ὁ κ. Τίρνεϋ—ἀκούσατε μίαν λεπτομέρειαν, ἡ ὁποία εἶναι ἀπολύτως σχετικὴ μὲ τὴν ὅλην αὐτὴν ὑπόθεσιν, μὲ τὰς ἀτασθαλίας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ τῆς Κοινοπραξίας αὐτῆς—ὅταν ὁ κ. Τίρνεϋ, ὡς Σύμβουλος τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς, ἠμφισβήτησε τὸ τιμολόγιον, τὸ ὁποῖον παρουσιάσθη μὲ τὴν δικαιολογίαν ναύλων μεταφορᾶς ἐξ Ἀμερικῆς εἰς Ἑλλάδα, ἡ ἀντίρρησις ἦτο λογικὴ διότι καὶ ἡ συμφωνία αὐτὴ τοῦ κ. Μαυρίκη εἶναι ὅτι θὰ ἐδίδετο τὸ τιμολόγιον τσίφ, δηλαδὴ ἡ τιμὴ τῆς πωλήσεως εἰς τὸν τόπον τῆς παραγωγῆς σὺν τὸν ναῦλον καὶ ἐφ’ ὅσον ὁ ναῦλος δὲν εἶναι ἐξ Ἀμερικῆς, ἀλλὰ ἐκ τοῦ Περσικοῦ κόλπου ἔπρεπε ἡ τιμὴ τσίφ νὰ εἶναι μικροτέρα.
§162ΣΤ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ποῖος εἶχε τὸν ἔλεγχον ἐπὶ 4 ἔτη;
§163Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι εὑρέθημεν πρὸ τοῦ φόβου ἐλλείψεως πετρελαιοειδῶν καὶ ἐγένετο ὁ πρὸ δύο περίπου μηνῶν περιορισμὸς καταναλώσεως. Αὐτὸ ἐγένετο διότι ὁ κ. Τίρλεϋ δὲν ἐδέχετο νὰ ὑπολογισθῇ ἡ τιμὴ σὺν τοῦ ναύλου ἐκ Περσικοῦ κόλπου, ἀλλὰ ἤθελεν σὺν τοῦ ναύλου ἐξ Ἀμερικῆς. Δὲν γνωρίζω ἤδη πῶς ἐλύθη τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ παρακαλῶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν πῶς ἐλύθη τὸ ζήτημα τοῦτο.
§164Ε. ΑΒΕΡΩΦ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Τὸ ζήτημα τῆς τιμῆς τῶν πετρελαιοειδῶν δὲν ἠγέρθη μὲ τὴν Κοινοπραξίαν, ἠγέρθη μὲ τὴν ἑταιρείαν Σόκονυ καὶ ἐξ ὅσων ἐγὼ γνωρίζω καὶ ἀπὸ τὸ κεντρικὸν γραφεῖον τοῦ Σχεδίου Μάρσαλ, ἦτο παλαιὰ ἔρις μεταξὺ τοῦ γραφείου Σχεδίου Μάρσαλ καὶ τῆς ἑταιρείας Σόκονυ. Τὸ ζήτημα ἠγέρθη διότι τὸ κεντρικὸν γραφεῖον τοῦ Σχεδίου Μάρσαλ εἶχε τὴν πληροφορίαν ὅτι ἡ ἑταιρεία Σόκονυ ἐπρομήθευσε μερικὰ φορτία εἰς τὴν Δυτικὴν Εὐρώπην εὐθηνότερα ἀπὸ ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅπου δικαιολογοῦσε μεγαλύτερα ναῦλα. Τὸ ζήτημα ἔφθασεν εἰς ὀξύτητα, ἡ δὲ ἑταιρεία Σόκονυ δὲν ὑπεχώρει. Εὑρέθημεν τότε εἰς δυσχερῆ θέσιν καὶ ἐπροτιμήσαμεν νὰ λάβωμεν θέσιν ὑπὲρ τοῦ γραφείου Σχεδίου Μάρσαλ καὶ ἐλάβομεν ἀντιδημοτικὰ μέτρα παρὰ νὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὴν ἑταιρείαν αὐτὴν ποὺ δὲν ἤθελε νὰ κατεβάσῃ τὴν τιμήν. Προεκηρύξαμεν τότε καὶ διεθνῆ διαγωνισμὸν διὰ τὴν προμήθειαν πετρελαιοειδῶν ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ Κράτους πλὴν ὅμως δὲν ἐγένοντο προσφοραὶ μολονότι ὁ διαγωνισμὸς ἐδημοσιεύθη εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας τῆς Ἀγγλίας καὶ Ἀμερικῆς. Αὐτὰ ἔχων ὑπ’ ὄψει θὰ ἤθελα νὰ τονίσω, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν πετρελαιοειδῶν εἶναι ζήτημα λεπτὸν καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ εἴμεθα προσεκτικοί. Βεβαίως ἡ Κοινοπραξία δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ μόνον πέντε ἑταιρείας, ἀλλὰ καὶ ἄλλας, ὅπως τὴν Θεοδώρα, ἀλλὰ πέραν τούτου τὸ ζήτημα ἔχει πολλὰς δυσχερείας καὶ ἀπὸ τὰ ἔγγραφα ποὺ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς μᾶς τονίζουν τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ μείνῃ ἡ χώρα ἄνευ πετρελαιοειδῶν, λέγοντας αὐτὰ δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἐσημειώθησαν ἀμέλειαι καὶ δὲν προέκυψαν ζημίαι, ἀλλὰ θέλω νὰ σημειώσω πόση λεπτότης χρειάζεται εἰς τὸν χειρισμὸν τοῦ ζητήματος, ἵνα μὴ μείνῃ χωρὶς πετρελαιοειδῆ ἡ χώρα.
§165Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κατόπιν τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει θέμα.
§166Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ἐπὶ ὅσων εἴπατε, κ, Ὑπουργέ, νομίζω ὅτι δὲν ἔχετε δίκαιον νὰ βγάζετε τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ εὕρῃ μὲ τὰ δολλάρια ποὺ ἔχει πετρέλαιον εἰς τὴν διεθνῆ ἀγορὰν παρὰ μόνον ἀπὸ τὰς κοινοπρακτικὰς ἑταιρείας καὶ τοῦτο καθ’ ὃν χρόνον ἡ Ἑλλὰς καταναλίσκει τὸ 3% περίπου τῆς παγκοσμίου παραγωγῆς τῶν πετρελαιοειδῶν.
§167Ε. ΑΒΕΡΩΦ (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Δὲν εἶπον ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εὕρωμεν πετρέλαιον, εἶπον ὅτι εἰς τὴν προκηρυχθεῖσαν δημοπρασίαν εἰς ὅλον τὸν κόσμον δὲν εἴχομεν καμμίαν προσφοράν.
§168Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Αὐτὸ μεταφράζεται ὅτι δὲν ὑπάρχει πουθενὰ πετρέλαιον.
§169Ε. ΑΒΕΡΩΦ (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Αὐτὸ σημαίνει ὅτι τότε δὲν ὑπῆρχε πουθενὰ πετρέλαιον.
§170Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει αὐτὰ νὰ σημειωθοῦν, ὅτι ὑποστηρίζετε ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν πετρέλαιον παρὰ μόνον μὲ τὴν κοινοπραξίαν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Βασιλειάδης.
§171Ε. ΑΒΕΡΩΦ (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Νὰ σημειωθῇ ὅτι ὁ κ. συνάδελφος λέγει ἀνακριβείας.
§172Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ἐγὼ λέγω ὅτι εἶχεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τηλεγράφημα ἐξ Ἀμερικῆς, εἰς τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἀπήντα εἰς τὴν ζήτησιν.......(Φωναί, θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).......... Ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀνακριβές, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς δὲν ἀναγνωρίζομεν......
§173Ε. ΑΒΕΡΩΦ (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαστρεβλώνωνται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον πράγματα, τὰ ὁποῖα λέγονται. Ἐδήλωσα καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἰς ἐκείνην τὴν συγκεκριμένην δημοπρασίαν, ἡ ὁποία ἔγινεν εἰς ὅλας τὰς πετρελαιοπαραγωγοὺς χώρας, δὲν εἴχομεν καμμίαν προσφοράν. Ἐπαναλαμβάνω ὅμως ὅτι ἡ ἀποτυχία αὐτὴ δὲν σημαίνει ὅτι μονίμως δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν πετρέλαιον.
§174Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Προσθέσατε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι εἶναι λεπτὸν τὸ ζήτημα. Προσέξατε διότι ἡ ἔννοια τῶν λόγων σας εἶναι, ὅτι κινδυνεύομεν ἐὰν δὲν εἴμεθα ὑποτελεῖς οἱ Ἕλληνες εἰς τὴν κοινοπραξίαν αὐτὴν......
§175Ε. ΑΒΕΡΩΦ (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἐὰν ἤμην ὑποτελὴς ἐγώ, κύριε συνάδελφε, δὲν θὰ τῆς εἶχα ἐπιβάλει αὐτὸν τὸν αὐστηρὸν ἔλεγχον, οὔτε θὰ εἶχα προκηρύξει τὴν δημοπρασίαν. Ἡ ὑποτέλεια τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν ἀποδεικνύεται διὰ τῶν πράξεών των καὶ ὄχι διὰ τῶν λόγων των.
§176Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ, κύριοι, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ περιποιούμεθα τὴν κοινοπραξίαν κατὰ τοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ δικαιολογηθῇ ἡ κατ’ ἀναδρομὴν παραχώρησις δώρων διὰ τῆς συμβάσεως τῆς 28–3–1946, οὔτε τὰ ἄλλα δικαιώματα. Ἐδόθησαν ὅλαι αὗται αἱ παραχωρήσεις ἀτόπως θέλετε, παρανόμως λέγομεν, ἐντελῶς ἀδικαιολογήτως ἐδόθησαν εἰς τὴν κοινοπραξίαν αὐτήν. Ἐνῶ ἡ σύμβασις καὶ τὰ παραρτήματα αὐτῆς τῆς 28ης Μαρτίου λήγουσι τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1946, συνεχίζεται ἡ διαχείρισις τῶν πετρελαιοειδῶν ἐκ μέρους τῆς κοινοπραξίας βάσει αὐτῶν τῶν συμβάσεων. Καὶ ἐρωτῶ: Δὲν ἔχει εὐθύνη ἡ μετεκλογικὴ Κυβέρνησις; Δὲν ἔχει εὐθύνην τὸ Λαϊκὸν Κόμμα; Ἰδού, θὰ σᾶς δώσω τὴν ἀπάντησιν. Κατόπιν πλέον τῆς τοιαύτης ἐκ τῶν συμβάσεων ἐμπλοκῆς τοῦ Κράτους μὲ τὴν Κοινοπραξίαν, δὲν εἶναι εὔκολος τώρα ἡ λύσις τοῦ ζητήματος. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς συμβάσεως οὐδέποτε εἶχε τὸ Λαϊκὸν Κόμμα τὴν διοίκησιν, οὐδέποτε εἶχε τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ. Δὲν θέλω νὰ εἴπω τοῦτο, διὰ νὰ ἀναλάβῃ καὶ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην, ἀλλὰ λέγω ὅτι...
§177Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Δὲν ὑπῆρξεν ὁ κ. Στεφανόπουλος καὶ ὁ κ. Κάντζιας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐφοδιασμοῦ;
§178Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ἀφήσατέ με νὰ συνεχίσω.
§179Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὁ κ. Στεφανόπουλος διετέλεσεν Ὑπουργὸς ἀπὸ τὸν Μάϊον τοῦ 1946 μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου 1946, ἐνῶ τὰ γεγονότα, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖτε ὑμεῖς, εἶναι μετὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1947.
§180Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Ποῖος ἦτο Ὑπουργὸς μετὰ τὸν κ. Στεφανόπουλον;
§181Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁ κ. ὁμιλητὴς σᾶς εἶπε καθαρὰ ὅτι καὶ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἀναλαμβάνει τὰς εὐθύνας του. Ἀφήσατέ τον νὰ σᾶς τὸ εἴπῃ. Τὸ Λαϊκὸν Κόμμα δὲν ἠρνήθη, σεῖς ἀρνεῖσθε νὰ φέρητε μὲ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα τὰς εὐθύνας σας καὶ ὄχι τὸ Λαϊκὸν Κόμμα.
§182Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ὅταν λοιπὸν ἔπαθε τὴν αὐτὴν ἐμπλοκὴν ἐκ τῶν συμβάσεων αὐτῶν, ὁπότε θὰ ἔδιδε λογαριασμὸν ἡ Κοινοπραξία τῶν γενικῶν ἐξόδων εἰς τὸ Κράτος, καὶ ἠκούσατε ὅτι μόλις τὸν Νοέμβριον τοῦ 1949 ἐγένετο ὁ πρῶτος καταλογισμός, ὅταν ἐδικαιολογοῦντο μοιραῖαι ἐξατμίσεις τῶν εἰδῶν αὐτῶν.
§183ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐξατμίζονται αὐτά;
§184Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Δὲν ἐξατμίζονται, κύριοι, ὅταν εἶναι εἰς τὰς δεξαμενάς. Ὅταν δικαιολογοῦνται ὅλα αὐτὰ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουν οἱ συμμετέχοντες τῆς Κοινοπραξίας, προσπαθεῖ τὸ δύστυχο αὐτὸ Κράτος, ἔχοντας νὰ ἀντικρούσῃ καὶ τοὺς ἰσχυροὺς προστάτας τῆς Κοινοπραξίας, διότι εἶναι ὑπήκοοι Ἄγγλοι καὶ Ἀμερικανοί, προσπαθεῖ νὰ εὕρῃ τὴν λύσιν καὶ ἐπὶ διετίαν συζητεῖ, διαπραγματεύεται, συνεννοεῖται, συμβιβάζεται διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὴν περίφημον ἐκείνην σύμβασιν τοῦ Ἰανουαρίου 1948, ἡ ὁποία δὲν εἶναι σύμβασις, κύριοι, εἶναι παραχωρήσεις τοῦ Κράτους, παραχώρησις εἰς τὰς ἀξιώσεις τῆς Κοινοπραξίας αὐτῆς τῶν πετρελαιοειδῶν. Δὲν ὁμιλῶ κομματικῶς, ὁμιλῶ ὡς Ἕλλην αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ ἀκούσατέ με ὡς Ἕλληνα. Τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1949 ἀναγκάζεται τὸ Κράτος νὰ κάμῃ τὰς συμβάσεις, ἀλλὰ διὰ νὰ ξεφύγῃ ἀπὸ τὴν πλεκτάνην τὴν δημιουργηθεῖσαν ἀπὸ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο τοῦ Βασιλειάδη, μετέπειτα ἀπὸ τὰς δύο συμβάσεις τοῦ 1946, ἀναγκάζεται τότε νὰ κάμῃ ὑποχωρήσεις ὥστε μελετῶντας τὴν σύμβασιν τοῦ Ἰανουαρίου νὰ αἰσθανθῆτε ὡς Ἕλληνες πραγματικὴν ταπείνωσιν. Δέχεται τὸ Κράτος νὰ δικαιολογήσῃ δαπάνας ἡ ἑταιρεία αὐτή, αἱ ὁποῖαι δαπάναι ἐγένοντο ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου 1944 μέχρι τοῦ 1949 εἰς συσσίτια ἐργατῶν, δέχεται τὸ Κράτος ἑκατομμύρια ὁλόκληρα νὰ δικαιολογηθοῦν διὰ νοσήλεια τῶν ὑπαλλήλων τῆς Κοινοπραξίας, οἱ ὁποῖοι εἶναι γραμμένοι εἰς τὸ ΙΚΑ καὶ ἔχουν δωρεὰν νοσηλείαν. Δέχεται αὐτὴν τὴν ρήτραν τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπον, δισεκατομμυρίων. Δέχεται καὶ ἄλλας παραχωρήσεις διὰ νὰ ξεμπλέξῃ ἀπὸ τὴν πλεκτάνην, ἡ ὁποία τοῦ ἐστήθη τοῦ Κράτους μας. Ἰδοὺ διατὶ, νομίζω ὅτι δὲν δύνασθε νὰ στρέφεσθε ἐναντίον τῶν Κυβερνήσεων, οἱωνδήποτε Κυβερνήσεων, ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς 1946, διότι δὲν ἐμερίμνησαν τὴν ἑταιρείαν τῆς Κοινοπραξίας τῶν πετρελαιοειδῶν. Πρὸ ἔτους καὶ πλέον ὁ ἀξιότιμος κ. Σακελλαρίου ἐπερωτῶν τὴν Κυβέρνησιν τότε τὸν Νοέμβριον τοῦ 1949, ἐδέχθη μίαν ἐπίθεσιν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Μαύρου, ὅστις τοῦ ἐδήλωσε: «μὴν ἀνησυχῆτε, ἐτελείωσεν ἡ σύμβασις, ὑπεγράφη πρακτικὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διὰ τοῦ ὁποίου τερματίζεται πλέον ἡ συνεργασία Κράτους καὶ Κοινοπραξίας». Παρῆλθεν ἔκτοτε πλέον τοῦ ἔτους καὶ ἀνέμενον ἀπὸ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν νὰ κάμῃ τὴν ἰδίαν δήλωσιν. Γράφει ὁ ἡμερήσιος τύπος, ἐτερματίσθη ἡ συνεργασία Κράτους καὶ Κοινοπραξίας καὶ μετὰ 45 ἡμέρας δὲν ἔχομεν καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν Κοινοπραξίαν. Ἀνέμενον τοιαύτην δήλωσιν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ θὰ εἶχα πάλιν καὶ τὰς ἐπιφυλάξεις ἐὰν ἔπρεπε νὰ πιστεύσω εἰς τὴν πραγματοποίησιν αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ἐπειδὴ γράφεται εἰς τὸν τύπον ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον τερματίζεται ἡ ἐργασία αὐτὴ τῆς Κοινοπραξίας καὶ ἐλέχθη ὅτι ἀνατίθεται ἡ εἰσαγωγὴ τῶν προϊόντων τοῦ πετρελαίου εἰς οἱονδήποτε ὁ ὁποῖος θὰ εἶχε πρῶτον ἐγκαταστάσεις τοὐλάχιστον 500 τόννων δεξαμενὰς καὶ δεύτερον πλήρη ἐξοπλισμόν, λέγω εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τοῦ παρισταμένου κ. Ὑπουργοῦ ἐὰν τοιαύτη εἶναι ἡ ἀπόφασίς σας ἀφήσατε τοὐλάχιστον τὴν Κοινοπραξίαν, διότι διὰ τῆς ἀποφάσεώς σας ἀφήνετε εἰς τὰς ἑταιρείας τὸ μονοπώλιον ὄχι διὰ συμβάσεως ἀλλὰ διὰ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Διατὶ κ. Ὑπουργὲ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀπαγορεύσῃ εἰς ἕναν ὁ ὁποῖος θέλει νὰ φέρῃ ἕναν ἢ δέκα τόννους εἰς συσκευασμένα δοχεῖα τὸ πετρέλαιον; Διατὶ πρέπει νὰ ἔχῃ 500 τόννων δεξαμενὰς ὅταν ὁ Ρέστης εἶχε τὴν Κοινοπραξίαν, οὐδένα εἶχεν ἐξοπλισμόν; Καὶ ἡ Ρουμανικὴ ἑταιρεία δὲν εἶχε οὔτε ἑνὸς κιλοῦ δεξαμενὴν καὶ ἐκείνη ἀπετέλει μέλος τῆς μεγάλης αὐτῆς Κοινοπραξίας τῆς εἰσαγούσης ἕνα ἑκατομ. τόννους πετρελαίων. Πρέπει νὰ ἀφήσετε ἐλευθέραν τὴν εἰσαγωγὴν εἰς ὅλους τοὺς Ἕλληνας διὰ νὰ γίνῃ συναγωνισμός, ὁπότε θὰ εὑρεθοῦν αἱ πηγαὶ τοῦ πετρελαίου καὶ μάλιστα μὲ τιμὰς πολὺ μικροτέρας ἐκείνων τὰς ὁποίας θὰ εὕρουν οἱ εἰσαγωγεῖς οἱ διαθέτοντες 500 τόννων δεξαμενάς, ἢ τοὐλάχιστον θὰ τοὺς ἀναγκάσητε νὰ ἔχουν τὸν συναγωνισμόν.
§185Ε. ΑΒΕΡΩΦ (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἐτέθη ὁ περιορισμὸς τῶν 500 τόννων εἶναι οὐσιώδης καὶ νομίζω ὅτι οἱαδήποτε Κυβέρνησις θὰ τὸν ἔθετε. Οἱ μικροὶ εἰσαγωγεῖς ὁπωσδήποτε θὰ ἔχουν μεγαλυτέρας δαπάνας ἀπὸ ἐκείνας τὰς ὁποίας θὰ ἔχουν οἱ εἰσάγοντες μεγαλυτέρας ποσότητας καὶ ἑπομένως θὰ εἶναι εὐθηνότεροι οἱ τελευταῖοι καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἀγορᾶς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως μεταφορᾶς. Εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος ὅτι μόνον ἡ Σόκονυ καὶ ἡ Σὲλλ θὰ ἔχουσι αὐτὴν τὴν δυνατότητα, σᾶς πληροφορῶ ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὑπάρχουν εἰς τὴν Ἑλλάδα δώδεκα ἄλλα πλοῖα ἀνώτερα τῶν 500 τόννων καὶ εἶναι εὐχερέστατον νὰ κινηθοῦν αὐτὰ εἰς λιμάνια καὶ ἀπὸ ἐκεῖ νὰ διοχετεύσουν πετρέλαια εἰς οἱανδήποτε εὐκαιρίαν.
§186Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Εἶχα κ. Ὑπουργὲ μίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι εἶχε ληφθῆ τοιαύτη ἀπόφασις, ἐκπλήσσομαι ὅμως καὶ ὑποστηρίζετε τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ ὅτι τὴν ὑποστηρίζετε μὲ τὴν σκέψιν ὅτι θὰ εἴχομεν κοστολόγιον ἄλλως μεγαλύτερον. Ἡ ἄδεια τῆς εἰσαγωγῆς θὰ δοθῇ ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένης τιμῆς. Πῶς θὰ ἔχωμεν μεγαλυτέραν τιμὴν ἀπὸ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος θὰ φέρῃ μίαν μικρὰν ποσότητα πετρελαιοειδῶν; ὅταν θὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ ὑμᾶς ἡ ἄδεια εἰσαγωγῆς. Μάθετε κ. Ὑπουργὲ ὅτι προπολεμικῶς αἱ εἰσαγωγαὶ τῶν μικρῶν ποσοτήτων ἦσαν πολὺ εὐθηνότεραι τῶν μεγάλων καὶ ὄχι μόνον τοῦτο ἀλλὰ εἶχον φέρει εἰς δεινὴν θέσιν τὰς μεγάλας ἑταιρείας. Μὴ θελήσετε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ φέρετε εἰς πέρας αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν, διότι θὰ ζημιώσητε Κυβέρνησιν καὶ Δημόσιον καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι καταναλίσκουν αὐτὰ τὰ προϊόντα.
§187Ε. ΑΒΕΡΩΦ (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Προπολεμικῶς αἱ μικραὶ εἰσαγωγαὶ τὰς ὁποίας ἀναφέρετε ἐγένοντο εἰς σλέπια.
§188Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ὅλαι αἱ βιομηχανίαι εἰσήγαγον τὸ εἶδος τοῦτο ἀπ’ εὐθείας. Αὐτὸ δὲ τὸ εἶχε ζητήσει ὁ μακαρίτης διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης νὰ κάμῃ τὸ τρὰστ καὶ ἦλθε τότε ἐπισήμως τὸ Κράτος νὰ εἴπῃ ὅτι «δὲν ἐπιτρέπομεν εἰς οὐδένα νὰ φέρῃ μικρὰς ποσότητας, παρὰ μόνον εἰς τὴν Σόκονυ».
§189Ε. ΑΒΕΡΩΦ (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Βλέπετε λοιπὸν ὅτι καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶχε καθορίσῃ ὅτι θὰ ἔπρεπε διὰ τὴν εἰσαγωγὴν πετρελαιοειδῶν νὰ ὑπάρχουν ντεπόζιτα 6.000 τόννων.
§190Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Εἶναι ζήτημα ἀσφαλείας.
§191Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ἀλλά, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κ. Ὑπουργέ, θὰ ἔχετε μονοπώλιον καὶ ὄχι ἐλευθέραν εἰσαγωγήν. Ὁ οἱοσδήποτε Ἕλλην δύναται νὰ ἔχῃ 500 τόννων δεξαμενὴν καὶ σεῖς ἀπαγορεύεται εἰς μίαν βιομηχανίαν νὰ φέρῃ ὀλιγώτερα πετρέλαια. Πῶς προδικάζετε σεῖς ὅτι ἐγὼ θὰ φέρω ἀκριβωτέραν τὴν βενζίνην ἀπὸ τὴν Σέλλ;
§192Ε. ΑΒΕΡΩΦ (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Δὲν ἠξεύρω μέχρι ποῦ φθάνει ἡ εἰδικότης σας εἰς τὰ ζητήματα τῶν πετρελαιοειδῶν. Ἡ ἰδική μου εἰδικότης περιορίζεται εἰς ὅσα γνωρίζω, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ ὅλοι οἱ ἰδικοὶ μοῦ λέγουν ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ ὀρθὸν καὶ αὐτὸ ποὺ λέτε σεῖς εἶναι ἄκρως ἀντιοικονομικόν.
§193Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ποῖον συνεβουλεύθητε;
§194Ε. ΑΒΕΡΩΦ (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν γνώμην ὅτι αὕτη ἐρρύθμισε κατὰ τὸν δυνατὸν καλύτερον τρόπον τὴν διάλυσιν τῆς Κοινοπραξίας. Ἰδιαιτέρως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Σακελλαρίου νὰ μᾶς εἴπῃ μήπως ἐσφάλαμεν εἰς αὐτό.
§195Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Θὰ ἦτο κατὰ τὴν γνώμην μου εὐκταῖον νὰ ἀφήσετε ἐλεύθερον τὸν συναγωνισμόν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν περιορισμὸν τοῦ τοννὰζ εἰς 500 τονν. δὲν εἶμαι ἀντίθετος. Ἐκεῖ ποὺ εἶμαι ἀντίθετος εἶναι, ὡς πρὸς τὸν ἄρτιον τεχνικὸν ἐξοπλισμόν. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, ἄρτιον ἐξοπλισμὸν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν αἱ ἑταιρεῖαι, ποὺ λιμοκτονοῦν ἐπὶ 15 χρόνια; Δεύτερον ἔχομεν βιομηχανίας, αἱ ὁποῖαι ἔχουν τὴν δυνατότητα νὰ φέρουν τὸ πετρέλαιον, τὸ ὁποῖον τοὺς χρειάζεται. Εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς ἐπιτραπῇ, ὅταν ζητηθῇ ἄρτιος τεχνικὸς ἐξοπλισμός; Δὲν εἶναι κυρίως αὐτὸ ἐμπορία, ἀλλά, τὸ συμφέρον τὸ ἀτομικόν, τὸ ὁποῖον θὰ ρυθμίσῃ τὸ ζήτημα τῆς εἰσαγωγῆς, ὅταν αἱ μεγάλαι βιομηχανίαι προμηθεύονται μόναι των τὸ πετρέλαιον, τὸ ὁποῖον τοὺς ἀναγκαιοῖ, τότε ἀσφαλῶς ὅλαι αἱ μεγάλαι ἑταιρεῖαι θὰ ἀναγκασθοῦν νὰ ὑποκύψουν εἰς τὸν συναγωνισμὸν αὐτόν. Καὶ δι’ αὐτό, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσετε πλήρη ἐλευθερίαν εἰσαγωγῆς. Πολὺ φοβοῦμαι, σεῖς, τὸν ὁποῖον γνωρίζετε πόσον σᾶς ἐκτιμῶ καὶ σεῖς πέφτετε πολλὲς φορὲς θῦμα ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι, εἴτε ἀπὸ μωρίαν, εἴτε, διότι εἶναι οἱ ἀφανεῖς πράκτορες τῆς πολυπλόκου μαφίας τῶν πετρελαιοειδῶν τοῦ τράστ, ὅλοι αὐτοὶ κυττάζουν νὰ σᾶς ἐπηρεάσουν. Φροντίσετε λοιπὸν νὰ ἀπαλλαγῆτε ἀπὸ αὐτούς. Δώσετε πλήρη ἐλευθερίαν μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐξυπηρετεῖτε τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου.
§196Ε. ΑΒΕΡΩΦ (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Κύριοι, προβαίνω εἰς τὴν δήλωσιν, ὅτι θὰ γίνῃ ἐπίσημος πρᾶξις, ἡ ὁποία θὰ καθορίσῃ ὅτι διὰ τῶν λέξεων «ἄρτιος τεχνικὸς ἐξοπλισμός», ἐννοοῦμεν νὰ ὑπάρχῃ κάποιος ἐξοπλισμός, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιτρέπῃ τὴν διακίνησιν τῶν πετρελαιοειδῶν. Δὲν ἐννοοῦμεν πολυτελεῖς ἐγκαταστάσεις, ἀντλίας, οὔτε μηχανήματα, ἀλλά, στοιχειώδη ὀργάνωσιν, ἡ ὁποία νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν διακίνησιν. Ἐπίσης δηλῶ, ὅτι θὰ μελετήσωμεν τὸ ζήτημα τῆς καταναλώσεως, καὶ ἐὰν διαπιστώσωμεν ὅτι 500 τόννοι εἶναι πολλοί, τότε θὰ τοὺς περιορίσωμεν εἰς 250.
§197Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ἐγὼ ζητῶ ἀπόλυτον ἐλευθερίαν.
§198Ε. ΑΒΕΡΩΦ (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Τὴν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν τὴν θεωρῶ ἀντιοικονομικήν.
§199Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ἠναγκάσθη λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ μίαν ἀναγνώρισιν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὑπέγραψε μίαν σύμβασιν καὶ λέγει ὅτι τὰ ποσὰ αὐτά, τὰ ὁποῖα ὀφείλουν αἱ ἑταιρεῖαι θὰ ἀποφασίσῃ μία ἐπιτροπή, ἐὰν θὰ τὰ πληρώσουν αἱ ἑταιρεῖαι εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Καὶ συνῆλθεν αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ἔβγαλε μίαν ἀπόφασιν καὶ εἶπεν ὅτι θὰ πληρώσουν 12 ἑκατ. Ἡ ἀπόφασις αὐτὴ ἐξ αὐτῆς τῆς συμβάσεως καθωρίζετο ὡς ἀμετάκλητος καὶ τελεσίδικος μὴ ὑποκειμένη εἰς οὐδὲν ἔνδικον μέσον καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς συμβάσεως μὴ δυναμένη νὰ ἀνασταλῇ, οὔτε δι’ ἀνακοπῆς. Καὶ ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Ἐφοδιασμοῦ μὲ μίαν ἠρεμίαν, μὲ μίαν ἀμεριμνησίαν ἄνευ ὑπολογισμοῦ τῆς μεγάλης εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὡς Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος παραβιάζει κατὰ τοιοῦτον τρόπον καταφώρως τὸν νόμον καὶ θυσιάζει τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ λέγει ὅτι: «Κύριοι, ἀνέστειλα τὴν ἐκτέλεσιν ἁπλῶς». Δηλαδὴ ἐχάρησε τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐκ τῆς συμβάσεως κατόπιν τόσων ἀγώνων, τὰ ὁποῖα ἀπέκτησε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος διὰ μιᾶς ὑπογραφῆς καὶ ἐπέτρεψεν εἰς τρεῖς ἄλλους, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ Ἄντερς, ὁ τέως διευθυντὴς τῶν ἑταιρειῶν νὰ εἴπουν τὴν γνώμην των, ἵνα κατὰ τοιοῦτον τρόπον φιλικῶς λύσωμεν τὴν διαφοράν.
§200Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Τί ἐκάματε σεῖς, ὡς Ὑπουργός; Διατὶ δημοκοπεῖτε;
§201Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Κατὰ τοιοῦτον τρόπον, κύριοι, ἀντελήφθην ἐγὼ τὴν ὑπόθεσιν ἐντελῶς ἀντικειμενικῶς, ἄνευ οὐδενὸς κομματικοῦ ὑπολογισμοῦ. Διότι τὰ στοιχεῖα αὐτὰ προκύπτουν ἀναμφισβητήτως ἐξ ἐγγράφων ἀποδεδειγμένων καὶ ἡ Βουλὴ ἂς σχηματίσῃ τὴν γνώμην της.
§202Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε μετὰ πόσης προχειρότητος, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἀδυναμίας, ἐνηργεῖτο ὑπὸ τοῦ Κράτους ὁ ἔλεγχος τῆς Κοινοπραξίας, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ἐνῷ ἡ Κοινοπραξία εἰργάζετο ἀπὸ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1944, ὁ ἔλεγχος ἤρξατο κατὰ Ἰανουάριον ἢ Φεβρουάριον τοῦ 1946, τὸ δὲ συνεργεῖον τοῦ ἐλέγχου ἀπετελέσθη ἀπὸ 4 (τέσσαρας) ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐλέγξουν ἑπτακοσίους ὑπαλλήλους καὶ 250 (διακοσίους πενήντα) λογιστάς. Αὐτὸ μᾶς ἐμβάλλει εἰς τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ὁ ὅλος ἔλεγχος τῆς Κοινοπραξίας, ὡς ἔχει γίνει, εἶναι ἀτελὴς καὶ συνεπῶς καὶ οἱ καταλογισμοὶ τοῦ κ. Μακρυνικόλα, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ὑπάλληλος τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, θὰ ἀφοροῦν μόνον μέρος τῶν ὑπερβολικῶν χρεώσεων καὶ τίς οἶδε, ἐὰν αὗται δὲν εἶναι ἕνδεκα, ἀλλὰ διακόσια ἕνδεκα δισεκατομμύρια. Συνεπῶς, εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Τσουδερόν, ὅτι ὑπῆρξεν ἐγκληματικὸν τὸ Κράτος καὶ ἐγκληματικαὶ αἱ Κυβερνήσεις αἱ ὁποῖαι δὲν ἤλεγχον τὴν διακίνησιν.
§203Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ὁ κ. Μακρυνικόλας εἶναι ἐκλεκτὸς δημόσιος λειτουργὸς καὶ ἄξιος τιμῆς, κατέβαλεν ὑπερανθρώπους προσπαθείας διὰ τὴν περιφρούρησιν τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου. Ὁ ἔλεγχος τὸν ὁποῖον ἤσκησεν ὑπῆρξεν αὐστηρότατος καὶ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὸν εἰς βάρος τῆς Κοινοπραξίας καταλογισμὸν μεγάλων χρηματικῶν ποσῶν.
§204Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Μὴν ἀναλαμβάνετε, κ. Συνάδελφε, εὐθύνας διὰ κανέναν. Δὲν ἐκατηγόρησα τὸν κ. Μακρυνικόλαν, ἀλλὰ εἶπα ὅτι δὲν ἠσκήθη πραγματικὸς ἔλεγχος, διὰ τὸν λόγον, ὅτι οἱ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ κ. Μακρυνικόλα ὑπάλληλοι ἦσαν μόνον τέσσαρες καὶ οὗτος δὲν εἶναι εἰδικός, μὴ ὢν ὑπάλληλος τοῦ Γεν. Λογιστηρίου.
§205Ε. ΑΒΕΡΩΦ (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Διὰ τὸν Μακρυνικόλαν ἀναλαμβάνω ἐγὼ τὴν εὐθύνην. Ἐγὼ τὸν ἐγκατέστησα καὶ ὁ ἔλεγχος ἤρχισε καὶ ἐγένετο ἀπὸ τὸν Μάρτιον τοῦ 1949. Εἶναι πλάνη ὅτι ὑπῆρχον 4 ὑπάλληλοι ὑπὸ τὸν Μακρυνικόλαν. Ὁ Μακρυνικόλας εἶναι ἕνας ὀγκόλιθος ἠθικῆς, ἠθικώτατος ἄνθρωπος, εἶχε δὲ ὁλόκληρον ἐπιτελεῖον λογιστῶν, νομίζω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία του ἔφθασε πρὸς στιγμὴν εἰς τὴν δύναμιν τῶν 75 ἀνθρώπων. Ἐὰν σᾶς εἴπω τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ἐλέγχου του θὰ μείνετε κατάπληκτοι, ἀλλὰ μὲ αὐτὸ τὸ ζήτημα θὰ ἀσχοληθῶ κατὰ τὴν ἀγόρευσίν μου.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Σ. Κωστόπουλος, ὡς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας κ. Α. Λαμπρόπουλος, παρακαλοῦν ὅπως εἰς τὸ ψηφισθὲν σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως, τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1547]1950 Α. Ν. «περὶ συστάσεως Διευθύνσεως Γεωργικῶν Ἐφαρμογῶν καὶ Ἐκπαιδεύσεως παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ Γεωργίας», διαγραφοῦν εἰς τὸ ἄρθρον δεύτερον, σειρὰ 10 (βʹ περίπτωσις, 1ου ἐδαφίου τοῦ τροποποιημένου ἄρθρου 5) μετὰ τὰς λέξεις «μία θέσις» αἱ λέξεις «βοηθοῦ Διευθυντοῦ». Δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν ζητουμένην διόρθωσιν;
§207ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως τὸ ψηφισθὲν σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως, τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1547]1950 Α. Ν. «περὶ συστάσεως Διευθύνσεως Γεωργικῶν Ἐφαρμογῶν καὶ Ἐκπαιδεύσεως παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ Γεωργίας» διορθοῦται ὡς ἀνωτέρω.
§209ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κ. Πρόεδρε.
§210Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις. Ἡ παρελθοῦσα σύνοδος ἐτάφη μὲ τὰς συζητήσεις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῶν Φιούρων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ταφῇ ἡ παροῦσα σύνοδος μὲ τὴν ὑπόθεσιν τῶν πετρελαιοειδῶν. Νὰ μείνωμεν μέχρις ὅτου τελειώσῃ ἡ συζήτησις.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξ ἄλλου ὑπάρχει καὶ ἔλλειψις ἀπαρτίας. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν Δευτέραν καὶ ὥραν 6ην μ. μ. μὲ ἀντικείμενον Ἡμερησίας Διατάξεως, ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις. (Ὥρα 11.30′ μ. μ.)