1950.07.27
3.092 στίχοι · 23.644 λέξεις · 209 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 66η
Πέμπτη 27 Ἰουλίου 1950
Προεδρία κ. Δ. Β. ΓΟΝΤΙΚΑ
(Ὥρα 7.30′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ι. Μποῦτος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κ. Θ. Δεσύλλας αἰτεῖται ἄδειαν ἀπουσίας προκειμένου νὰ ἀναχωρήσῃ διὰ τὸ ἐξωτερικόν.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, ἐγκρίνεται.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρέσχε τὴν ἔγκρισίν της διὰ τὴν χορήγησιν ἀδείας ἀπουσίας εἰς τὸ ἐξωτερικὸν εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Θ. Δεσύλλαν. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Κ. Μαρῆς ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφοράς, κ.λ.π.
§6Κ. ΜΑΡΗΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Α. Μαυρίδης καταθέτει ἀναφορὰν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν Πεπονιᾶς Σερρῶν, ζητούντων ἄρσιν καταβαλλομένων μισθωμάτων διὰ τὰ κατεχόμενα παρ’ αὐτῶν Μουσουλμανικὰ κτήματα Πεπονιᾶς, ἀναστολὴν διώξεως δι’ ὀφειλόμενα ἐνοίκια κλπ. Ὁ βουλευτὴς Κυκλάδων κ. Π. Εὐριπαῖος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου Ἑρμουπόλεως, ζητοῦντος οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τοῦ Δήμου πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν ἀναγκῶν μεταφορᾶς ὕδατος πρὸ ὕδρευσιν τῶν κατοίκων τῆς πόλεως. Οἱ βουλευταὶ Σερρῶν κ. κ. Α. Μαυρίδης καί Κ. Ἀλεξανδρίδης καταθέτουν ἀναφορὰν κατοίκων κωμοπόλεως Ροδολείβους Σερρῶν, ζητούντων ἄμεσον τοποθέτησιν καθηγητῶν εἰς τὸ ἐκεῖ Γυμνάσιον. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Χριστάκος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Π. Παπατριανταφύλλου, κατοίκου Φλωρίνης καὶ προσωρινῶς Θεσσαλονίκης διαμαρτυρομένου κατὰ τῆς αὐθαιρέτου καταλήψεως τῆς ἐν Φλωρίνῃ οἰκίας του ὑπὸ τοῦ Δ)ντοῦ τῶν ἐν Φλωρίνῃ Φυλακῶν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Θεσ)νίκης κ. Α. Κωστόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Γεωργικοῦ Πιστωτικοῦ Συν)σμοῦ Λαχανοκαλλιεργητῶν Θεσ)νίκης, ζητοῦντος παραχώρησιν ἀνταλλαξίμων λαχανοκήπων εἰς ἀκτήμονας καλλιεργητὰς Θεσσαλονίκης ἐπὶ καταβολῇ ὡρισμένου τιμήματος κλπ. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Α. Μαυρίδης καταθέτει ἀναφορὰν κατοίκων Γαζωρίου ζητούντων ἀπόδοσιν τῶν οἰκοπέδων τῶν καταληφθέντων ὑπὸ τῶν Βουλγαρικῶν ἀρχῶν κατοχῆς κατὰ τὸ ἔτος 1942, πρὸς ἀνέγερσιν οἰκίσκων καὶ ἐγκατάστασιν μεταναστῶν ἐκ Παλαιᾶς Βουλγαρίας κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Ι. Γιαννόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Προέδρων καὶ Κοινοτήτων Χάβαρι, Καλυβίων, Κρυονερίου κλπ. διαμαρτυρομένων διὰ μελετωμένην κατάργησιν μονοπωλίου Κοινότητος Χάβαρι. Ὁ βουλευτὴς Ἀργ)νθίας κ. Κ. Παπακωνσταντίνου καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου ὑπαλλήλων Δήμου Πατρέων, διαμαρτυρομένων διότι διὰ τοῦ νέου κώδικος τῶν δημοτικῶν ὑπαλλήλων ἀναστέλλεται ἡ βαθμολογικὴ ἐξέλιξις τῶν μὴ πτυχιούχων ὑπαλλήλων πέραν τοῦ βαθμοῦ τοῦ Εἰσηγητοῦ. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Δ. Λαντζούνης καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Προέδρων τῶν Κοινοτήτων Ἀβίας, Ἁλμυροῦ, Σελίτσης καὶ Πηγαδίων τέως Δήμου Ἀβίας, ζητούντων ὅπως ὁλόκληρος ὁ Δῆμος Ἀβίας ὑπαχθῇ ἐκλογικῶς εἰς τὸν Νομὸν Μεσσηνίας, ἄμεσον καθορισμὸν τῆς τιμῆς τῶν ἐλαιοπυρήνων εἰς δραχμὰς 520 κατ’ ὀκᾶν διὰ τὴν παραγωγὴν τοῦ ἔτους 1949–50 κλπ. Ὁ βουλευτὴς Κοζάνης κ. Δ. Ζησόπουλος καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ Ἐμποροεπαγγελματικοῦ Συλλόγου Τσοτυλίου, ζητοῦντος ἄμεσον μείωσιν ἐπιβληθείσης φορολογίας. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Κ. Παπακωνσταντίνου (Ἀργολιδοκορινθίας) Α. Ἀντωνόπουλος καί Β. Παπαρρηγόπουλος (Ἀχαΐας) καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Πολεμιστῶν Πολέμου 1940–41 ἐπαφῆς πρόσω Νομοῦ Ἀχαΐας, διαμαρτυρομένης κατὰ Ὑπουργοῦ Μεταφορῶν διὰ τὴν γενομένην ἀπόλυσιν ἐκ τῆς Υ.Ε.Κ.Α. Πατρῶν τοῦ Κ. Ἀθανασοπούλου. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Α. Μαυρίδης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου καὶ γεωργῶν κατοίκων Κοιμήσεως Συντικῆς Σερρῶν, ζητούντων τὴν διανομὴν τῆς ἐξ 600 στρεμμάτων ἐκτάσεως κειμένης εἰς θέσιν Τσακέρζικα, ὡς καὶ τῆς ὑπολοίπου ἐκτάσεως τῆς λίμνης Κερκύνης. Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Ἀθηνῶν διαμαρτύρεται διὰ τὰς γενομένας τροπολογίας εἰς τὰ νομοσχέδια περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Κώδικος περὶ Δικηγόρων καὶ καταργήσεως τῶν Νόμων 899)1946 καὶ 287)1947. Ὁ κ. Ε. Τσουδερὸς (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως πράξεων Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀφορωσῶν τὸ Ὑπουργεῖον Συντονισμοῦ». Ὁ κ. Χ. Ψαρρὸς (Ὑπουργὸς Μεταφορῶν) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 26 Ἰουνίου 1950 συμβάσεως μεταξὺ τῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρίας Μεταφορῶν καὶ τῶν Ἑλληνικῶν Ἠλεκτρικῶν Σιδηροδρόμων «περὶ ἐκχωρήσεως καὶ μεταβιβάσεως τοῦ Σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Κηφισσίας ὑπὸ τῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρίας Μεταφορῶν Α. Ν. εἰς τοὺς Ἑλληνικοὺς Ἠλεκτρικοὺς Σιδηροδρόμους Α. Ν. καὶ τῆς ἀπὸ 27 Ἰουλίου συμπληρωματικῆς ὑπ’ ἀριθ. 2 συμβάσεως τῆς ἀπὸ 17 Ὀκτωβρίου 1925 συμβάσεως «περὶ προμηθείας ἠλεκτρισμοῦ καί περὶ μεταφορῶν». Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τῶν ἀποδοχῶν τῶν ὑπαλλήλων τῆς Γραμματείας τῶν Δικαστηρίων καὶ τῶν Εἰσαγγελιῶν» καὶ περὶ τροποποιήσεως τοῦ Α. Ν. 128)36 «περὶ ὀργανώσεως τῆς Γραμματείας τῶν Δικαστηρίων κλπ.». Ἡ ἐπὶ τῶν Θρησκευμάτων καὶ Ἐθνικῆς Παιδείας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 25.11.46–10.1.1947 Β. Δ. «περὶ κωδικοποιήσεως διατάξεων περὶ Σχολιατρικῆς Ὑπηρεσίας». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Θ. Δεσύλλας καὶ Σ. Βελλιανίτης καταθέτουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ κώδικος περὶ Δικηγόρων». Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Ἔξαρχος καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προστασίας εἰδικῆς κατηγορίας οἰκοδομημάτων καὶ ἔργων τέχνης μεταγενεστέρων τοῦ 1830». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Καλαντζάκος καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Α. Ν. 1369) 49 «περί τῶν Ὑγειονολόγων Ἰατρῶν κλπ.». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Θ. Κιζάνης, Ν. Ἔξαρχος, Γ. Πλατῆς, καὶ Ν. Βέης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας τοῦ νόμου 5269)1931». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Δημάκης, Α. Δερδεμέζης, Ι. Λύρας, Γ. Ράλλης, Α. Κρανιᾶς, Λ. Βρεττάκος κ. ἄ. καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν κατὰ παρέκκλισιν τῶν διὰ τῶν διατάξεων περὶ προαγωγῶν ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ ὁριζομένων, γενομένων προαγωγῶν ὀργάνων Δημοσίας Ἀσφαλείας». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Τσουδερὸς, Ε. Κοθρῆς καὶ Κ. Μαρῆς, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προστασίας στρατευθέντων φαρμακοποιῶν». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ι. Προκοπάκης, Ε. Λασκαλάκης καὶ Ε. Κοθρῆς, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Α. Ν. 1369)49 περί Ὑγειονολόγων Ἰατρῶν τῶν Ὑγειονομικῶν Ὑπηρεσιῶν ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Ὑγιεινῆς». Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Θανόπουλος καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προστασίας στρατευθέντων Φαρμακοποιῶν». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Κ. Βασαρδάνης, Ι. Κώνστας, Α. Ἀντωνίου καὶ Σ. Ἀλλαμανῆς, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῶν ἀποδοχῶν, τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Γραμματείας τῶν Δικαστηρίων καὶ Εἰσαγγελιῶν κλπ.». Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. Βρεττάκος, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ρυθμίσεως διὰ Β. Διαταγμάτων τῶν ἀποδοχῶν Δημοσίων ἐν γένει ὑπαλλήλων κλπ. καὶ τῶν ἐκτὸς Δημοσίας ληψοδοσίας εἰδικῶν Λογαριασμῶν». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Κ. Ρέντης καὶ Β. Στεφανόπουλος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων «περί φορολογίας καθαρῶν προσόδων».
§7Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ 15 ἡμερῶν ζητῶ συνεχῶς τὸν λόγον διὰ νὰ ὁμιλήσω πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἐθνικῆς ἀσφαλείας καὶ ἡ Κυβέρνησις μὲ διαφόρους προφάσεις ἐμποδίζει τὴν σπουδαιοτάτην αὐτὴν συζήτησιν. Εἶναι λυπηρὸν κύριοι βουλευταί, νὰ ἐμποδίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ ἑνὸς τοιούτου θέματος καθ’ ἣν στιγμὴν ὅλα τὰ Κράτη τῆς Δύσεως, μετὰ τὰ δραματικὰ γεγονότα τῆς Κορέας, συνεκέντρωσαν ὅλην τὴν προσοχὴν αὐτῶν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐθνικῆς των ἀσφαλείας. Ὅλα τὰ ξένα Κράτη ὁμιλοῦν ἰδιαιτέρως περὶ Ἑλλάδος, καὶ περὶ τῶν κινδύνων οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦν τὴν Ἑλλάδα, ἐνῷ ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες ἀδιαφοροῦμεν τελείως διὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ μὲ φακιρικὴν μακαριότητα ἀναμένομεν τὸ μοιραῖον. Τὰ γεγονότα τῆς Κορέας κύριοι βουλευταί, μᾶς ὑποχρεώνουν νὰ ἀλλάξωμεν τρόπον σκέψεως καὶ νὰ προετοιμαζώμεθα χωρὶς ὥρας καθυστέρησιν διὰ τὴν ἀσφάλειάν μας καί νὰ ἐνισχύωμεν τὸ Κράτος καὶ ὄχι τὴν 5ην φάλαγγα, ἡ ὁποία τόσον φοβερὸν καὶ τρομερὸν ρόλον ἔπαιξεν ἐν Ν. Κορέᾳ καὶ ἥτις συνετέλεσε σπουδαίως διὰ τὴν πτῶσιν τοῦ ἠθικοῦ τῶν ἀμυνομένων καὶ διὰ τὴν διάλυσιν τῆς ἀμύνης των. Ἐδῶ ἡ Κυβέρνησις περὶ οὐδενὸς ἄλλου σχεδὸν θέματος ἀσχολεῖται παρὰ μόνον μὲ τοὺς κομμουνιστάς. Μέτρα ἐπιεικείας, τροπολογίαι ἐπὶ τῶν μέτρων, νοσηλεῖαι κατ’ οἶκον κλπ. Εἶναι καιρὸς νὰ τεθῇ τέρμα. Θὰ παρακαλέσω κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ἐφ’ ὅσον ἀπουσιάζουν ἀπόψε τὰ ἡγετικὰ στελέχη τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μοῦ δώσετε τὸν λόγον αὔριον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνεχθῶμεν περαιτέρω ἀναβολὴν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Παρακαλῶ νὰ λάβητε τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς δι’ αὔριον. Ἐννοεῖται καὶ ἄλλοτε εἶχεν ἀποφασίσει ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Δυστυχῶς ἀνεβλήθη καὶ ὅπως μὲ ἐβεβαιώσατε κ. Πρόεδρε ἀνεκλήθη ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς μὲ τὴν συνδρομὴν τῆς πτέρυγος ἐκείνης. Ἀλλοίμονον ἂν περιμένωμεν τὴν συγκατάθεσιν τῶν ἐκπροσώπων τοῦ κομμουνισμοῦ διὰ νὰ συζητήσωμεν τὸ θέμα τῆς ἐθνικῆς ἀσφαλείας μας.
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις ἀπόψε.
§9Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ παρίσταται ἡ Κυβέρνησις, Πρόεδρος καὶ Ἀντιπρόεδρος αὐτῆς, διότι θὰ θέσω ὡρισμένα ἐρωτήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἀξιώσω ἄμεσον ἀπάντησιν. Ἐφ’ ὅσον ἀπουσιάζουν θὰ ὁμιλήσω αὔριον καί παρακαλῶ νὰ παρίστανται τὰ ἡγετικὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως.
§10Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐλήφθη ἀπόφασις ὅπως αὔριον γίνῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Τουρκοβασίλης;
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπόφασις τῆς Βουλῆς δὲν ἐλήφθη. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν:
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Αʹ συζήτησις κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεών τινων ἐν τῇ κειμένῃ περὶ ἱδρύσεως καὶ ἐπεκτάσεως βιομηχανιῶν νομοθεσίᾳ».
§12ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεών τινων ἐν τῇ κειμένῃ περὶ ἱδρύσεως καὶ ἐπεκτάσεως βιομηχανιῶν νομοθεσίᾳ». Μόνη συζήτησις κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τῆς προτάσεως νόμου «περὶ παρασκευῆς καί διαθέσεως παρὰ τοῦ Αὐτονόμου Σταφιδικοῦ Ὀργανισμοῦ χυμοῦ ἐκ χλωρᾶς Κορινθιακῆς σταφίδος».
§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτή, δεκτή.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὴ εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἡ πρότασις νόμου «περὶ παρασκευῆς καὶ διαθέσεως παρὰ τοῦ Αὐτονόμου Σταφιδικοῦ Ὀργανισμοῦ χυμοῦ ἐκ χλωρᾶς σταφίδος». Μόνη συζήτησις κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προστασίας εἰδικῆς κατηγορίας οἰκοδομημάτων καὶ ἔργων μεταγενεστέρων τοῦ 1830», ὡς ἐτροποποιήθη παρὰ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§16ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ προστασίας εἰδικῆς κατηγορίας οἰκοδομημάτων καὶ ἔργων τέχνης μεταγενεστέρων τοῦ 1830», ὡς ἐτροποποιήθη παρὰ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Μόνη συζήτησις κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διοικήσεως τοῦ Ὀργανισμοῦ ἐκδόσεως σχολικῶν βιβλίων», ὡς ἐτροποποιήθη παρὰ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ διοικήσεως τοῦ Ὀργανισμοῦ ἐκδόσεως σχολικῶν βιβλίων», ὡς ἐτροποποιήθη παρὰ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Βʹ συζήτησις κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 150 τοῦ 1948 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου».
§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 150 τοῦ 1948 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ρυθμίσεως διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων τῶν ἀποδοχῶν δημοσίων ἐν γένει ὑπαλλήλων κλπ., ὡς καὶ τῶν ἐκτὸς δημοσίας ληψοδοσίας εἰδικῶν λογαριασμῶν». Ὁ κ. Ἀλλαμανῆς, ὡς Εἰσηγητής, ἔχει τὸν λόγον.
§22Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον θίγει τρία σοβαρὰ θέματα τὸ πρῶτον ἀφορᾷ τὸ νέον μισθολόγιον τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, τὸ δεύτερον τὰς συντάξεις καὶ τὸ τρίτον τὴν δυνατότητα τῆς καταργήσεως τῶν εἰδικῶν λογαριασμῶν καὶ Ταμείων. Ἀποτελεῖ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἀναγκαῖον συμπλήρωμα τοῦ κατατεθέντος προχθὲς προϋπολογισμοῦ, ἀκριβῶς δὲ εἰπεῖν, ἀποτελεῖ τρόπον τινὰ θεμέλιον ἐφ’ οὗ ἑδράζεται ὁ προϋπολογισμός. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκθέτων συνοπτικῶς τὰς ἀπόψεις του ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔθιξε καὶ τὰ θέματα αὐτά. Ἡ κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπεξειργάσθη εἰς τὰς δύο αὐτὰς συνεδριάσεις τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον καὶ ἐχαιρέτησε μὲ ἰδιαιτέραν χαρὰν τὰ δύο πρῶτα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, διότι πράγματι μὲ τὰς διατάξεις αὐτὰς τίθεται τέρμα εἰς μίαν μακρὰν ἀνωμαλίαν, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ εἰς τὸ θέμα τῶν μισθῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῶν ὑπαλλήλων Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου. Διότι δὲν εἶναι ἄγνωστον εἰς κανένα τὸ τί συμβαίνει μὲ τοὺς μισθοὺς τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, ὅτι ὑπάλληλοι δηλ. κατέχοντες τὴν αὐτὴν θέσιν δύνανται ν’ ἀμείβωνται κατὰ πολὺ ἄνισον καὶ διαφορετικὸν τρόπον, ἀναλόγως τῆς ὑπηρεσίας εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκοντο. Καὶ ἀποτελεῖ, κοινὸν αἴτημα καὶ ἐπιτακτικόν, ἡ ἐκκαθάρισις τῆς ἀνωμαλίας αὐτῆς καὶ ἡ καθιέρωσις ἑνὸς μισθολογίου τὸ ὁποῖον θὰ ἔπαυε νὰ δημιουργῇ προνόμια δι’ ὡρισμένους ὑπαλλήλους οἱ ὁποῖοι ὑπὸ τύπον ἐπιδομάτων, ἢ ἄλλων ἰδιαιτέρων ἀμοιβῶν, καὶ τὸν προϋπολογισμὸν ἐταλαιπώρουν καὶ ἐδημιούργουν τὸ αἴσθημα τῆς ἀδικίας εἰς τοὺς συναδέλφους των. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀκριβῶς καὶ ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ παμψηφεὶ ἀπεδέχθη καὶ εἰσηγήθη τὴν παραδοχὴν τῶν δύο πρώτων ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου. Ὑπῆρξεν, ἐξ ἀντιθέτου, ἐντονωτάτη ἡ δυσφορία καὶ θὰ ἔλεγον ἀκόμη πολὺ δυσάρεστος ἡ ἔκπληξις τὴν ὁποίαν ἐδοκίμασεν ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, ὅταν ἐχρειάσθη νὰ ἀπασχοληθῇ μὲ τὸ ἄρθρον 3ον τοῦ νομοσχεδίου, διότι διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, κύριοι συνάδελφοι, καθηλοῦνται αἱ συντάξεις εἰς τὸ σημερινὸν ἐπίπεδον, ἐνῷ δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ὑποθέτω δὲ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, ὁ ὁποῖος νὰ μὴν ἔχῃ πρὸ πολλοῦ ἀναγνωρίσῃ πόσον δίκαιον εἶναι τὸ αἴτημα τῶν συνταξιούχων νὰ τύχουν κάποιας προσοχῆς ἐκ μέρους τοῦ Κράτους καὶ ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἱκανοποιηθῶσιν πλήρως τοὐλάχιστον νὰ μὴ παραμείνωσιν εἰς τὸ σημερινὸν ἐπίπεδον τῶν γλισχροτάτων καί ἀνεπαρκῶν συντάξεων. Ἀρχικῶς ἐρρίφθη ἡ ἰδέα εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς τὴν Βουλήν, νὰ διατυπωθῇ ἔντονος ἡ δυσφορία καὶ ἡ ἀντίθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς τὸ ἄρθρον αὐτό. Ἐνομίσθη ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπεν ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ τροποποιήσῃ ἢ ἀπορρίψῃ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὴν εὐθύνην τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσιονομικῶν πραγμάτων τῆς Χώρας καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἄχρι τῆς στιγμῆς τοὐλάχιστον, δὲν εἶχον τὰ στοιχεῖα βάσει τῶν ὁποίων θὰ ἔκρινον ἂν ὑπῆρχον ἢ ὄχι περιθώρια νὰ ἱκανοποιηθῇ ἢ ὄχι τὸ δίκαιον αἴτημα τῶν συνταξιούχων. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὑπῆρξε τοῦ ὁμιλοῦντος τὴν στιγμὴν αὐτὴν πρὸς ὑμᾶς, σκέψις καὶ πρότασις πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ χωρήσωμεν εἰς μίαν πρακτικωτέραν ἐκδήλωσιν. Ἐπρότεινα πράγματι εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἐφ’ ὅσον ἀπὸ τῆς Κυβερνητικῆς πλευρᾶς προβάλλεται ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ λόγους δημοσιονομικοὺς καὶ ἄλλους νὰ χωρήσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν αὔξησιν τῶν συντάξεων πρὶν ἢ συντελεσθῇ καὶ ἡ ἐκκαθάρισις αὐτῶν ὑπὸ τὰς διαφόρους χαριστικὰς κλπ. διατάξεις, ὅτι θὰ ἦτο εὐκταῖον καὶ ἐνδεδειγμένον νὰ κατοχυρώσωμεν νομοθετικῶς καὶ τὸ δικαίωμα τῶν συνταξιούχων καὶ τὴν ἀντίστοιχον ὑποχρέωσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐντὸς εὐλόγου χρονικοῦ διαστήματος κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν προϋπόθεσιν τὴν ζητουμένην, δηλ. τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν συντάξεων, νὰ δοθῇ ἡ ἀξιουμένη αὔξησις τῶν συντάξεων. Καὶ πράγματι, κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, τὰ παριστάμενα τότε μέλη ἔμειναν σύμφωνα ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου αὐτῆς, δηλ. νὰ προστεθῇ ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 3 διάταξις, καθ’ ἣν μετὰ παρέλευσιν ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος θὰ ἐπήρχετο πλέον αὐτομάτως ἡ αὔξησις τῶν συντάξεων καὶ ἀπὸ τῆς ὑποχρεώσεως αὐτῆς δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποστῇ ἡ Κυβέρνησις παρὰ μόνον διὰ νομοθετικοῦ μέτρου τὸ ὁποῖον θὰ ἐκαλεῖτο ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ. Ἐγένετο συζήτησις τότε περὶ τοῦ χρονικοῦ διαστήματος ποὺ θὰ ἦτο ἀπαραίτητον διὰ τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς συνταξιοδοτικῆς νομοθεσίας καὶ ἐν συνεχείᾳ τὴν αὔξησιν τῶν συντάξεων. Ὅταν καθυστερήσαντα μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς προσῆλθον, ἐζήτησαν νὰ ἐνημερωθοῦν ἐπὶ τῶν συζητουμένων καὶ ὑπῆρξαν τινὰ ἐξ αὐτῶν τὰ ὁποῖα ἐπέμενον ἐπὶ τοῦ ὅτι θὰ ἔπρεπε ν’ ἀπαλειφθῇ τελείως ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3 καὶ ἐζήτησαν νὰ κατοχυρωθῇ ἡ ἄποψίς των αὐτὴ εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ ἐπεφυλάχθησαν τὴν γνώμην των αὐτὴν νὰ τὴν ἀναπτύξουν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐτερματίσθη, ἂν δὲν ἀποτῶμαι, εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἡ συνεδρίασις καὶ ἐκρίναμεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προχωρήσωμεν πρὶν ἢ κληθῇ καὶ ἀκουσθῇ καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Πράγματι, εἰς τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν, ἐκλήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἔδωσε τὰς ἐξηγήσεις ποὺ ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ δώσῃ. Μᾶς ἐτόνισε δηλ. ὅτι διὰ νὰ χωρήσῃ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν συντάξεων ἀπὸ σήμερον, θὰ ἔπρεπε νὰ αὐξήσῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ αὐτὸ τὸ ἔλλειμμα θὰ ἐκαλύπτετο ἀπὸ τὴν Ἀμερικανικὴν βοήθειαν, ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν ποὺ προωρίζετο διὰ τὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς Χώρας καὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἦτο ἁπλῶς ζήτημα ἐπιθυμίας τῆς Κυβερνήσεως νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν αὔξησιν τοῦ ἐλλείμματος εἰς βάρος τοῦ προγράμματος ἀνασυγκροτήσεως ......
§23Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Πόσον θὰ ηὔξανε τὸ ἔλλειμμα;
§24Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι θὰ ἦσαν μερικαὶ ἑκατοντάδες δισεκατομμυρίων. Δὲν εἶμαι πρόχειρος, πάντως ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι θὰ ἔπρεπε....
§25Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Εἶναι 180 δισεκατομμύρια.
§26Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Δέχομαι τὴν πληροφορίαν, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἂν εἶναι ἀκριβὴς ἀπολύτως.
§27Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Ὁ Προϋπολογισμὸς ἔπρεπε νὰ ἰσοσκελισθῇ εἰς βάρος τῆς τάξεως τῶν συνταξιούχων;
§28Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐχρειάσθη νὰ ἀντιμετωπίσῃ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐπὶ μέρους ὑπουργείων καὶ νὰ περικόψῃ 1500 δισεκατομ. καὶ αὐτὴ ἦτο ἡ μάχη τὴν ὁποίαν ἔδωσε διὰ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐπὶ μέρους ὑπουργείων, ὅταν ἀπὸ κοινοῦ.......................
§29Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀληθὲς καὶ ἀναγνωρίζομεν τὸν ἀγῶνα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε εἰς βάρος μιᾶς τοιαύτης τάξεως πολιτικῶν νὰ γίνῃ ἰσοσκέλισις; τί θὰ γίνουν οἱ συνταξιοῦχοι; Θὰ περιμένουν νὰ παρέλθῃ τὸ τρίμηνον; ἀλλ’ ὅταν παρέλθῃ τὸ τρίμηνον, πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχουν συνταξιοῦχοι καὶ θὰ ἔχουν ἀποθάνει. Ἑπομένως, θὰ ἠδύνατο νὰ λάβῃ μίαν πρόβλεψιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἑνὸς μικροῦ κονδυλίου διὰ τὰ ἔξοδα τῆς κηδείας των. Καὶ αὐτό, δὲν λέγεται διὰ καμμίαν ἐκμετάλλευσιν.
§30Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Νὰ μὴ λέγωμεν ὑπερβολάς, ἀλλὰ νὰ προσεγγίζωμεν πρὸς τὴν πραγματικότητα. Ἀναμφισβητήτως αἱ συντάξεις δὲν εἶναι πλήρεις, ἀλλ’ ὄχι δὰ καὶ κηδεῖες. Ἐπιβάλλεται βεβαίως, νὰ αὐξηθοῦν αἱ συντάξεις διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ κατέβαλλον εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῆς ὑπηρεσίας των καὶ διότι εἶναι οἱ ἀγωνισταὶ τῆς Μεγάλης Ἑλλάδος, ἀλλὰ νὰ μὴ λέγωμεν ὑπερβολάς.
§31Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ διαφεύγῃ τὴν προσοχὴν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως καλεῖται νὰ καταβάλῃ ὄχι ἁπλῶς τὴν διαφορὰν ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὴν σημερινὴν αὔξησιν τοῦ μισθολογίου, ἀλλὰ καλεῖται νὰ ἀντιμετωπίσῃ καὶ τὴν αὔξησιν τὴν ὁποίαν αἱ προκάτοχοι Κυβερνήσεις δὲν ἔδωσαν.
§32Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἐψέξαμεν καὶ τότε τὴν Κυβέρνησιν.
§33Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σύγκρισις, κ. συνάδελφε, διὰ νὰ προέρχεται ἀπὸ ὑμᾶς, ἐντελῶς ἀντικειμενικόν, ὡς γνωρίζω, κριτὴν τῶν πραγμάτων, θὰ ὤφειλε νὰ εἶναι πληρεστέρα.
§34Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Δὲν ἐτελείωσα ἀκόμη, κ. συνάδελφε.
§35Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, διότι ἦτο μία αἰχμὴ ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ μετέχω καὶ ἐγώ. Καὶ ἡ εἰσήγησίς σας, διὰ νὰ εἶναι πλήρης, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἐπιπροσθέτως ἐκτιμήσει τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐτέλει ἡ τότε Κυβέρνησις, καὶ τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας τελεῖ ἡ σημερινή. Χάριν δ’ αὐτῆς τῆς ἐκτιμήσεως εἶναι, νομίζω, ἀνάγκη νὰ κάμετε μίαν μικρὰν ἀναδρομήν, ἀλλοιῶς θὰ ὑποχρεωθῶμεν νὰ τὴν κάμωμεν ἡμεῖς.
§36Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Θὰ εἶχε κάποιαν ἀξίαν ἡ κριτική, ἡ ἀσκουμένη κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν —καὶ εἶναι πιθανὸν νὰ προκύψῃ ἀπὸ συναδέλφους ποὺ θὰ μὲ ἀκολουθήσουν εἰς τὸ βῆμα— ἐὰν ἠδύνατο νὰ καταλογισθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἠμποροῦσε νὰ προχωρήσῃ περαιτέρω εἰς οἰκονομίας τῶν διαφόρων Ὑπουργείων καὶ δὲν τὸ ἔπραξε. Διότι, ἐπαναλαμβάνω, μόνον ἀπὸ τοιαύτην πηγὴν εἶχε τὴν εὐχέρειαν, εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀντλήσῃ τοὺς πόρους διὰ τὴν αὔξησιν τῶν συντάξεων. Ὀφείλομεν νὰ ἀντιληφθῶμεν αὐτό. Δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ αὐξήσῃ τὸ ἔλλειμμα εἰς βάρος τῶν δραχμῶν τῆς ἀνασυγκροτήσεως. Ἐὰν ἡ Βουλὴ κρίνῃ ἢ ὅσοι θὰ μὲ ἀκολουθήσουν πείσουν τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ ἐπέτυχε νὰ περικόψῃ 1.500 δισεκατομμύρια ἀπὸ τὸν προϋπολογισμοὺς τῶν ἐπὶ μέρους Ὑπουργείων, ἠδύνατο καὶ περαιτέρω νὰ φθάσῃ καὶ δὲν τὸ ἔπραξε, τότε θὰ ὑπάρχῃ ἀναμφισβητήτως εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§37Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Σεῖς, κύριε συνάδελφε, νομίζω, δὲν εἶσθε ἀπολογητὴς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§38Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Εἶμαι εἰσηγητής.
§39Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νομίζω, ἀφοῦ ὁμιλήσετε σεῖς καὶ ἄλλοι ποὺ ἔχουν τὰς ἀντιρρήσεις των, θὰ ἔλθῃ νὰ θέσῃ τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των βάσει τῶν ἰδικῶν του ἀπόψεων καὶ τῶν ἰδικῶν του προσπαθειῶν. Νομίζω ὅτι δὲν εἶσθε ἀπολογητής, ἀλλ’ ἀφοῦ παρουσιάζεσθε ὡς ἀπολογητὴς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡμεῖς, ἔχομεν νὰ εἴπωμεν τὸ ἑξῆς ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου καὶ μόνον: Περὶ τίνος πρόκειται; Περὶ ὑπάρξεως ἢ μὴ ὑπάρξεως ἐλλείμματος; Ἔλλειμμα ὑπάρχει, ὅπως ξεύρετε, βάσει τοῦ ἀνακοινωθέντος προϋπολογισμοῦ. Ἐξηρτᾶτο ὅμως ἐὰν τὸ ἔλλειμμα θὰ ἦτο Χ ἢ μεῖον Χ. Καὶ πράγματι ἡ μὲν προσπάθεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπέτυχεν, ὥστε τὸ ἔλλειμμα νὰ φθάσῃ εἰς τὰ 400 δισεκατομμύρια, οὐδεὶς ὅμως ἔθεσεν ὅρους εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ μπορῇ νὰ φθάσῃ καὶ εἰς τὰ 600 δισεκατομμύρια, ὅπως ὁ ἴδιος μᾶς ἀνεκοίνωσεν. Ἐδῶ εἶναι τὸ θέμα, ἐδῶ εἶναι ἡ ἄδικος κρίσις, ἡ ἄδικος ἀπόφασις ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Θίγω τὸ θέμα αὐτὴν τὴν στιγμὴν μόνον καὶ μόνον ἐπειδὴ δὲν θὰ ἤθελα νὰ σᾶς ἴδω σᾶς ἀπολογούμενον διὰ λογαριασμὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§40Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Ἐγὼ εἰσηγοῦμαι τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐπειδὴ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ἔχει πάρει μίαν ὡρισμένην μορφὴν κατὰ τὴν ἐπεξεργασίαν του, ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἐθεώρησα καθῆκον νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν εἰς ποίας σκέψεις ἐστηρίχθη ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ἔφθασεν εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτήν. Νομίζω, ὅμως, κύριε Ἀρχηγὲ τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος, ὅτι εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ποὺ ἐθίξατε ὑπάρχει ἤδη ἡ ἀπάντησις καὶ ἀπὸ μέρους μου καὶ ἀπὸ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν προηγουμένην, τὴν προχθεσινοβραδυνὴν συνεδρίασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ ἐλλείμματος εἰς βάρος τῶν δραχμῶν τῆς Ἀνασυγκροτήσεως, δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ γίνῃ ἀπὸ τοὺς συμβούλους μας διὰ καταναλωτικὰς ἀνάγκας, τοιαῦται δὲ θεωροῦνται αἱ ἀνάγκαι τῶν συνταξιούχων.
§41Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Ἁπλῆ καταναλωτικὴ ἀνάγκη εἶναι αὐτό, κύριε συνάδελφε;
§42Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ἠθικὸν καὶ κοινωνικὸν πρόβλημα ὑψίστης σημασίας τὸ ἀναγάγομεν εἰς μπεζαχτᾶν — αὐτὸ εἶναι τὸ οἰκτρὸν κατάντημά μας.
§43Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. (Ὑπ. Συντονισμοῦ). Κύριε Ἀρχηγὲ τοῦ Ἐθνικοῦ κόμματος, ἡ ὀργή σας εἶναι ἀπολύτως δικαιολογημένη, θὰ παρεκάλουν ὅμως, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς κοινῆς συζητήσεως, νὰ τελειώσῃ ὁ κ. εἰσηγητής, νὰ εἴπητε σεῖς κατόπιν αὐτὰ τὰ πράγματα δημοσίᾳ καὶ νὰ ἀπαντήσω τελευταῖος.
§44Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὅπως εἴδατε, ἐγὼ ἔθεσα ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς διακοπῆς σας, τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των. Εἶπα εἰς τὸν κ. εἰσηγητὴν νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν εἰσήγησίν του καὶ νὰ μὴ μεταβληθῇ εἰς ἀπολογητήν σας, διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι σεῖς ὁ ἴδιος εἶσθε ἱκανὸς νὰ ἀπολογηθῆτε πρὸς τοὺς ἐπικριτάς σας.
§45Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Εἶναι ἀναμφισβητήτως καλωσύνη σας.
§46Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Μεθ’ ὅσα, λοιπόν, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν δευτέραν συνεδρίασιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι δηλαδή, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῶν ὑπαρχόντων πόρων νὰ ἀντιμετωπίσῃ αὔξησιν τῶν συντάξεων —ἐκλήθη δὲ νὰ δηλώσῃ τοῦτο ὑπευθύνως καὶ ἐγένετο εἰδικὴ μνεία εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Ἐπιτροπῆς— καὶ ὅτι, ἐὰν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐχώρει εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρ. 3 τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἀνετρέπετο ἄρδην ὁ κατατεθεὶς προϋπολογισμὸς καὶ θὰ ἐματαιοῦτο ὁριστικῶς καὶ ἡ ἀπόφασις διὰ τὴν καθιέρωσιν τοῦ νέου μισθολογίου τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, χωρὶς τοῦτο νὰ σημαίνῃ ὅτι θὰ ἐδημιουργοῦντο αἱ προϋποθέσεις διὰ νὰ αὐξηθοῦν αἱ συντάξεις. Κατόπιν, λέγω, αὐτῆς τῆς ὑπευθύνου δηλώσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἡ Ἐπιτροπή, ἀφοῦ ἀπέρριψε πρότασιν περὶ ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, παμψηφεὶ ἀπεδέχθη πρότασίν μου, ὡς Εἰσηγητοῦ, διὰ τῆς ὁποίας προσετίθετο ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 3 διάταξις σύμφωνα μὲ τὴν ὁποίαν μετὰ παρέλευσιν τετραμήνου ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου αὐτοῦ αὐτομάτως θὰ ἐπανερχώμεθα εἰς τὸ πρὸ μακροῦ καταργηθὲν νομοθετικὸν καθεστὼς τῆς ἀναλογίας τοῦ 80% τῶν συντάξεων ἐν σχέσει μὲ τὸ ἑκάστοτε ἰσχῦον μισθολόγιον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων.
§47Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ θὰ ἤθελα νὰ ἐξηγηθῇ κατὰ τρόπον σαφῆ καὶ καταληπτὸν ἀπὸ ὅλους, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ διὰ τῆς πλειοψηφίας της διώρθωσεν ἕνα κακὸν καθεστώς, τὸ ὁποῖον εἶχε δημιουργηθῆ ἀπὸ τὴν προηγουμένην Κυβέρνησιν. Διότι εἰς τὰς ἐφημερίδας τὴν ἑπομένην ἐγράφη καὶ ἀπὸ τὸ ραδιόφωνον ἀκόμη ἀνεκοινώθη ὅτι ἡμεῖς ἐψηφίσαμεν ἐναντίον τῶν συνταξιούχων, ἐνῷ ἡμεῖς διωρθώσαμεν ἓν κακὸν ποὺ εἶχε κάμει ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις. Μίαν δολοφονίαν τῶν συνταξιούχων ἡμεῖς τὴν διωρθώσαμεν καὶ ὅμως ἀνεφέρθησαν ἐστιγματισμένα τὰ ὀνόματά μας, διὰ νὰ ἀνακηρυχθοῦν ὡς εὐεργέται τοῦ κόσμου τῶν συνταξιούχων οἱ ἄνθρωποι, ποὺ τοὺς ἐδολοφόνησαν μὲ τὴν προηγουμένην ἀπόφασιν. (Χειροκροτήματα).
§48Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Κατὰ ποῖον τρόπον;
§49Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῆς μὴ παραχωρήσεως καὶ εἰς αὐτοὺς τῆς αὐξήσεως τοῦ 30%. (Θόρυβος–Κωδωνοκρουσίαι).
§50Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ διακοπὴ τοῦ κ. Γιαννοπούλου μοῦ παρέχει τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω, ὅτι δυνάμεθα νὰ διεκδικήσωμεν βασίμως τὴν τιμήν, ἡ ὁποία προσήκει εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι τολμοῦν καὶ δὲν ὀρρωδοῦν νὰ ἀναλώσουν καὶ τὴν δημοτικότητά των ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντός των, ὅπως αὐτοὶ τὸ ἀντιλαμβάνονται.
§51Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Ἔχετε λάθος εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν. Εἴπατε προηγουμένως ὅτι, ἐὰν ἐψηφίζατε τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 3, θὰ συνέβαιναν τρομερὰ πράγματα εἰς τὴν Χώραν, — δὲν θὰ κατετίθετο ὁ προϋπολογισμός, θὰ ἀνεστέλετο ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου μισθολογίου τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Τὸ ζήτημα δὲν νομίζω ὅτι ἔχει αὐτὴν τὴν μορφήν. Ἐὰν κατεψηφίζετο τὸ ἄρθρον 3 θὰ ἠναγκάζετο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀναγνωρίσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του πρὸς τοὺς συνταξιούχους καὶ νὰ προσαρμόσῃ τὴν διάταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ σύμφωνα μὲ τὰς ὑποχρεώσεις του αὐτάς, τὰς ὁποίας ἔχει ἔναντι τῆς τάξεως τῶν συνταξιούχων. Τίποτε ἄλλο δὲν θὰ συνέβαινε.
§52Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Πιστεύω ὅτι ἡ ἀπόφασις περὶ ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, λαμβανομένης ἀπὸ τὴν Βουλὴν σήμερον, δὲν θὰ ὡδήγει κατ’ ἐλάχιστον εἰς τὴν λύσιν του τὸ ζήτημα τῶν συντάξεων καὶ μὲ τὴν πεποίθησιν ἀκριβῶς αὐτὴν ἐχωρήσαμεν οὐχὶ εἰς ἀπάλειψιν, ἡ ὁποία οὐδὲν θὰ προσεκόμιζεν εἰς τοὺς συνταξιούχους, ἀλλ’ οὔτε εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἀλλ’ ἀντιθέτως εἰς τὴν τροποποίησιν, ποὺ προτείνομεν καὶ μὲ τὴν ὁποίαν ἐπαναφέρομεν ἕνα καθεστὼς τίμιον καὶ ὑποσχόμενον εἰς τοὺς συνταξιούχους ὅτι θὰ δικαιοῦνται νὰ λάβουν ὡς σύνταξιν τὰ 80% τοῦ ἑκάστοτε μισθολογίου καὶ αὐτὸ τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον εἶχε καταργηθῆ, τὸ ἐπαναφέρομεν ἐν ἰσχύϊ καὶ διεκδικοῦμεν τὴν τιμὴν ὅτι ἐτολμήσαμεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν δημαγωγίαν καὶ τὴν δημοκοπίαν. (Χειροκροτήματα).
§53Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Καὶ θὰ εἴχωμεν ἔλλειμμα ἀντὶ 406 δισεκατομμύρια, 600 δισεκατομμύρια.
§54Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Μὴ μὲ ἀναγκάζετε, κύριε Δημάκη, νὰ σᾶς ἐπαναλάβω ὅτι οἱ ψηφίσαντες ὑπὲρ τῆς ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρου εἰς τὴν δευτέραν συνεδρίασιν κατὰ μέγα μέρος εἶχον συμφωνήσει εἰς τὴν πρώτην συνεδρίασιν διὰ τὴν διατήρησιν τοῦ ἄρθρου μὲ τὴν τροποποίησιν ποὺ ἐπροτείναμεν. Τὰ πρακτικὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐὰν ἐτηρήθησαν ἐπιμελῶς, θὰ ἔλθουν εἰς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ αὐτοῦ.
§55Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ἐπειδὴ ἔλαβα καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, διακόψας ὑμᾶς εἰς ἕνα σημεῖον τῆς ἀναπτύξεως τῆς εἰσηγήσεώς σας καὶ ἐπειδὴ εἶδα ὅτι, ἐν τῇ ρύμῃ τοῦ λόγου σας, ἔτσι ἐπιθυμῶ νὰ πιστεύω, ἐψέξατε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δεικνύουν ἐνδιαφέρον διὰ τὴν τάξιν τῶν συνταξιούχων καὶ παρασυρόμενος τοὺς κατελογίσατε τάσιν δημαγωγικὴν ἢ δημοκοπικὴν δι’ αὐτὸ ἀναγκάζομαι καὶ πάλιν νὰ σᾶς διακόψω.
§56Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Ἡμεῖς ἐγίναμεν στόχος.
§57Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Μὲ τὸ νὰ γίνητε, κύριε συνάδελφε, σεῖς στόχος, δὲν νομίζω ὅτι θὰ πρέπει νὰ εἶναι ὡς ἀναγκαία συνέπεια, ὅτι ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι εἴμεθα ὑπέρμαχοι τῶν ἀκαταλύτων καὶ ἀπαραγράπτων δικαιωμάτων τῶν συνταξιούχων, δημοκοποῦμεν. Αὐτὸ ποὺ κάνομεν εἶναι πίστις μας, κύριε συνάδελφε. Πιστεύομεν, ὅτι τὸ Κράτος διὰ νὰ ὑπάρξῃ δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἐπιτύχῃ ἂν δὲν εἶναι δίκαιον. Δίκαιον καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν καὶ πρὸς ὅλας τὰς κατευθύνσεις. Ἐδῶ γίνεται μία ἄνευ προηγουμένου ἀδικία καὶ τὴν ἀδικίαν αὐτὴν ζητοῦμεν, ἐπιμένομεν καὶ θὰ ἐπιμένωμεν νὰ ἐξαλειφθῇ. Θὰ ἐπιμείνωμεν ὅπως προσπαθήσῃ ἡ Κυβέρνησις δι’ ὅλων τῶν τρόπων καὶ δι’ ὅλων τῶν μέσων, ἐξανεμίζουσα αὐτὰς τὰς δικαιολογίας, τὰς ὁποίας σεῖς φέρετε μὲ τὸν τρόπον σας εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τῶν ὁποίων προσπαθεῖτε νὰ καλύψητε κάποιο δῆθεν μυστήριον, ἡμεῖς, λέγω, γνωστὸν τοῦτο εἰς πάντας, ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξαρθῇ εἰς τὸ ὕψος της καὶ νὰ ἐξαλείψῃ τὴν ἀδικίαν. Δὲν εἶναι οὔτε θέμα δημαγωγίας οὔτε θέμα δημοκοπίας, εἶναι θέμα ἠθικῆς τάξεως καὶ ὑψίστου ἐθνικοῦ καὶ κοινωνικοῦ ἐνδιαφέροντος καὶ διὰ τοῦτο ἐπικαλούμεθα τὴν κατανόησιν τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν πρόκειται συνεπῶς περὶ δημοκοπίας, οὔτε περὶ δημαγωγίας, κύριε συνάδελφε, καὶ ἠδικήσατε τὸν ἑαυτόν σας εἰπόντες, ὅσα εἴπατε.
§58Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Ματαιοπονεῖτε ἐπιμένοντες νὰ ἐμφανίσητε ἑαυτοὺς φανατικωτέρους ὅλων τῶν ἄλλων Ἑλλήνων εἰς ὅτι ἀφορᾷ τὸ θέμα τῶν συνταξιούχων. Ὑποθέτω ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει κανείς, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην καὶ ἀρχόμενος τῆς εἰσηγήσεώς μου εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἔλεγον: «Ἀπηχῶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὰ αἰσθήματα ὄχι μόνον τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ ὁλοκλήρου τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ διαδηλῶν τὴν δυσφορίαν καὶ τὴν ἀγανάκτησιν διὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 3». Εἶναι περιττόν, κύριε Ἀρχηγὲ τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος, νὰ ἐπιμένητε ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Δὲν ὑπάρχει καμμία διαφωνία.
§59Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Εὐτυχῶς ποὺ δὲν ὑπάρχει καμμία διαφωνία. Εὐτυχῶς ποὺ δὲν εἶμαι μόνος, εἶναι τὸ σύνολον τῆς Βουλῆς, εἶναι τὸ σύνολον τοῦ λαοῦ, πιστεύω δὲ καὶ τὸ σύνολον τῆς Κυβερνήσεως. Μία μόνον ὑπάρχει διαφορὰ ἀντιλήψεως, ἡ ὁποία διαπνέει τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀντιλήψεως ἡ ὁποία καθοδηγεῖ ἡμᾶς. Ἐὰν εἴμεθα Κυβέρνησις, θὰ εὑρίσκαμεν τὸν τρόπον νὰ λύσωμεν τὸ θέμα αὐτό.
§60Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Τὸ αἴσθημα τῆς εὐθύνης εἶναι κάπως ἐντονώτερον ὅταν ἀσκῇ κανεὶς διοίκησιν.
§61Γ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Δι’ ἡμᾶς τοὺς 7, οἱ ὁποῖοι ἐστιγματίσθημεν διὰ τὴν ψήφισιν τῆς τροπολογίας τοῦ νομοσχεδίου, μᾶς ἔκαμε κατάπληξιν τὸ γεγονός, ὅτι μίαν ὥραν μετὰ τὸ πέρας τῆς συνεδριάσεως τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ὁ ραδιοφωνικὸς σταθμὸς Ἀθηνῶν ἔδιδε περιληπτικῶς τὸ τί ἐψήφισεν ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ παραδόξως δὲν ἀνέφερε τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ἐπροτείναμεν: Ὅτι ἐὰν ἐντὸς 4 μηνῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θελήσῃ νὰ αὐξήσῃ τὰς συντάξεις, ἡ διάταξις καταργεῖται αὐτομάτως. Καὶ τὴν ἑπομένην παραδόξως πάλιν ὅλαι αἱ ἐφημερίδες ἐδημοσίευσαν τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἐπιτροπῆς χωρὶς νὰ ἀναφέρουν τὴν τροπολογίαν αὐτὴν ἡμῶν τῶν 7, οἱ ὁποῖοι ἐστιγματίσθημεν καὶ τῶν ὁποίων γενικῶς εἶναι γνωστὴ ἡ ἱστορία των καὶ ὅτι ἦσαν πάντοτε παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ λαοῦ μας. Ἐδῶ εἶναι ἡ ἀγανάκτησίς μας, ἐδῶ εἶναι ἡ δημαγωγία. Ποῖος τὴν ἔκαμε δὲν γνωρίζω.
§62Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν συμφωνοῦμεν, κύριε συνάδελφε, μὲ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι σᾶς ἐστιγμάτισαν. Καθόλου δὲν συμφωνοῦμεν, οὔτε μὲ τὸ πνεῦμα μὲ τὸ ὁποῖον ἀνεκοινώθη τὸ θέμα, οὔτε ἀκόμη καὶ μὲ τὴν ἀφορμήν, ἡ ὁποία ἠνάγκασε, δὲν γνωρίζω ποίους, νὰ ἀνακοινώσουν ὅσα ἀνεκοίνωσαν εἰς τοὺς ἐν δικαίᾳ ἀγανακτήσει εὑρισκομένους συνταξιούχους. Νομίζω, ὅτι ἐγένετο ἕνα λάθος, ὅτι ὑπῆρξε μία σπουδὴ καὶ ὀφείλομεν νὰ καταλογίσωμεν αὐτὴν τὴν σπουδὴν εἰς βάρος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐδημοσίευσαν τὰ ὅσα ἐδημοσίευσαν. Ἀντιθέτως ἔχομεν νὰ εἴπωμεν, καὶ τὸ λέγω καὶ τὸ τονίζω τοῦτο, ὅτι σεῖς ἐκάματε ὅ,τι ἠμπορούσατε νὰ κάμετε ὕστερα ἀπὸ τὴν ὡς ἀποδεικνύεται, κάποιαν ἐξάρτησίν σας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Δυστυχῶς ὅμως παρατηροῦμεν μετὰ λύπης ἀπόψε, ὅτι εἶσθε καὶ μένετε ἐξακολουθητικῶς ὑπὸ τὸν ἐπηρεασμόν, ἂν μὴ ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως, τοὐλάχιστον τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§63Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Ὑποθέτω, κύριε Ἀρχηγὲ τοῦ Ἐθνικοῦ κόμματος, ὅτι καὶ ἐμὲ ἀδικεῖτε καὶ τὸν ἑαυτόν σας, διότι αὐτὴ δὲν εἶναι ὑπόθεσίς μου καὶ ὑπόθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ὑπόθεσις τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ τῆς Κυβερνήσεως ὁλοκλήρου. Ἔλεγα λοιπὸν καὶ ὑπεστήριζα ὅτι ἡ μόνη δυνατὴ λύσις, ἡ μόνη πρακτικὴ λύσις, ἡ ὁποία θὰ ὡδήγει εἰς τὴν ὁριστικὴν διευθέτησιν τοῦ ζητήματος τῶν συνταξιούχων καὶ τὴν ἱκανοποίησιν τοῦ αἰτήματός των, ἦτο ἡ προσθήκη τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέφερα εἰς τὸ ἄρθρον 3.
§64Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Κατὰ τὴν ἀντίληψίν σας.
§65Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Ἐδῶ εὑρίσκομαι διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὰς ἰδικάς μου ἀντιλήψεις καὶ ὄχι τὰς ἰδικάς σας. Δὲν εἶναι βάσιμος ἡ ὑπόνοια ἡ ὁποία διετυπώθη ἀπὸ τὸν συνάδελφον κ. Χούταν ὅτι θὰ εὑρεθῇ τρόπος τὸ τετράμηνον νὰ γίνῃ εἰκοσιτετράμηνον, διότι μὲ τὴν διατύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἡ Ἐπιτροπὴ προέκρινε, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ματαιώσῃ τὴν ἱκανοποίησιν ἐντὸς τῆς τακτῆς αὐτῆς προθεσμίας τοῦ αἰτήματος αὐτοῦ τῶν συνταξιούχων χωρὶς νὰ ἐρωτηθῇ καὶ χωρὶς νὰ ἐγκρίνῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, προβλέπεται δὲ ὅτι κατὰ τὴν λῆξιν τοῦ τετραμήνου ἡ Βουλὴ θὰ συνεδριάζῃ. Πέραν δὲ αὐτοῦ εἶδε τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος δήλωσις ἐκπροσώπου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ καταβληθῇ προσπάθεια νὰ μὴ ἐξαντληθῇ ὁλόκληρον τὸ τετράμηνον. Καὶ ἀφοῦ ἐγκαταλείψω τὸ τόσον εὐαίσθητον αὐτὸ θέμα, θὰ εἰσέλθω δι’ ὀλίγων εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ὑπολοίπων ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου τὰ ὁποῖα ἐπίσης θίγουν ἕνα κατ’ ἐξοχὴν σοβαρὸν καὶ ζωτικὸν θέμα. Ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἀποτελεῖ μίαν πληγὴν ἀνοικτὴν ἡ διατήρησις τῶν διαφόρων εἰδικῶν λογαριασμῶν δεδομένου ὅτι πρὸ πολλοῦ ἔπαυσαν νὰ ἱκανοποιοῦν τὴν ἀνάγκην καὶ νὰ ἀνταποκρίνωνται εἰς τὸν σκοπὸν καὶ τὸν προορισμὸν διὰ τὸν ὁποῖον συνέστησαν καὶ οἱ πόροι των δὲν διατίθενται προπαντὸς παρὰ διὰ νὰ καλύπτουν τὸ μισθολόγιον τοῦ προσωπικοῦ των. Ἐπρότεινε κατὰ συνέπειαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν κατάργησιν τῶν νομικῶν προσώπων καὶ λογαριασμῶν. Ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ δὲν ὑπῆρξεν ἀντίρρησις ἀπὸ καμμίαν πλευρὰν τῆς κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία ἀπεδέχθη πρότασίν μου, ὅπως ἡ κατάργησις μὴ γίνῃ αὐτομάτως ὅπως προεβλέπετο εἰς τὸ νομοσχέδιον ἀλλὰ δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δημοσιευομένης εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦτο διὰ νὰ μὴ καταληφθοῦν ἐξ ἀπήνης ἀνύποπτοι τρίτοι ἔχοντες δοσοληψίας μὲ τοὺς εἰδικοὺς αὐτοὺς λογαριασμούς. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ὑπῆρξαν ἀντιρρήσεις διὰ τὰ τελευταῖα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου καὶ δὴ τὸ ἄρθρον 9, αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ προβλέπει τὴν δυνατότητα καταργήσεως γενικῶς ὀργανισμῶν νομικῶν προσώπων δημοσίου δικαίου, εἰδικῶν ταμείων κ.λ.π. Ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν πραγματοποίησιν τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ θέσπισις τῆς διατάξεως αὐτῆς ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὴν ἰδίαν ἀφετηρίαν, ἀπὸ τὴν ἐπιστημονικὴν διαπίστωσιν ὅτι πρέπει ὁ προϋπολογισμὸς καὶ αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι νὰ ἔχουν ἑνιαίαν τὴν ἐμφάνισίν των. Ἠκούσθησαν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἀντιρρήσεις καὶ μεταξὺ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι συμμερίζονται τὴν ὀρθότητα τῶν ἀντιλήψεων αὐτῶν εἶναι καὶ ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ πρὸς ὑμᾶς, καὶ ἐὰν τὰς μεταφέρω ἐδῶ εἶναι διὰ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τοῦ σημείου ὅτι ὑπάρχουν νομικὰ πρόσωπα καὶ ὀργανισμοὶ οἱ ὁποῖοι ἐπετέλεσαν προορισμὸν σοβαρώτατον, ἐξακολουθοῦν νὰ τὸν ἐπιτελοῦν καὶ ἡ κατάργησίς των θὰ ἦτο κατὰ πάντα ἀδικαιολόγητος. Συνιστῶμεν, λοιπόν, εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ χωρήσῃ μετὰ λελογισμένης συνέσεως εἰς τὴν κατάργησιν τῶν νομικῶν προσώπων δημοσίου δικαίου. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποδεχθῇ τὴν διάταξιν —ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν τὴν ἀπεδέχθη— προτείνω ὅπως τὰ Βασιλικὰ Διατάγματα διὰ τῶν ὁποίων θὰ καταργοῦνται τὰ νομικὰ πρόσωπα, ἐκδίδονται προτάσει ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ ὄχι προτάσει μόνον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὑπ’ αὐτὰς τὰς προϋποθέσεις εἰσηγοῦμαι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. (Χειροκροτήματα).
§66Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τὸ ἄρθρον 10 δὲν ἔχετε νὰ μᾶς εἴπητε τίποτα; Τὸ πρῶτον σχέδιον νόμου δὲν εἶχε ἄρθρον 10, ἡ ἀνατύπωσις ἔχει ἕνα ἄρθρον 10 κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ ἐξερχόμενοι ἀξιωματικοὶ μέχρι τέλους τοῦ 51 λαμβάνουν ἀπὸ τὸ Ταμεῖον βοήθημα βάσει τοῦ παλαιοῦ μισθολογίου. Αὐτὸ θὰ τοὺς ἀναγκάσῃ νὰ μὴ ἐξέλθουν ποτὲ ἀπὸ τὸ στράτευμα.
§67Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ ἄρθρον 10 εἰσάγεται ἀντικανονικῶς, διότι εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ ἑπομένως, ἄσχετον πρὸς τὸ νομοσχέδιον.
§68Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Ἡ τροπολογία μᾶς ἦλθε περὶ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἦτο ὑπογεγραμμένη καὶ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν κ. Καρτάλην. Ἐδῶ εἶναι οἱ Ὑπουργοὶ διὰ νὰ δώσουν τὰς ἐξηγήσεις των.
§69Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἐπροτάθη ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης μία τροπολογία τὴν ὑπέγραψα καὶ ἐγὼ καὶ τὴν κατεθέσαμεν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καθ’ ἣν ὥραν συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον.
§70Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θέλω νὰ παρατηρήσω ὅτι εἰς ἕνα ἄσχετον νομοσχέδιον μὲ τὸν στρατὸν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προστίθενται διατάξεις ἄλλου Ὑπουργείου. Ἐὰν θέλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἠμπορεῖ νὰ τὸ φέρῃ μὲ ἄλλο νομοσχέδιον, κατὰ τὸν κανονισμόν, αὐτὸ ποὺ ἔγινε δὲν ἐπιτρέπεται. (Θόρυβος)...
§71Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ (Ὑπ. Ἐθνικῆς Ἀμύνης). Κύριε συνάδελφε, εἶναι περιττὸν νὰ ἀγανακτῆτε, οὐδὲν ἔγινεν ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ. Ἐδόθη μία τροπολογία ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τὴν ὁποίαν ἐπεξειργάσθη τὸ Ἐπιτελεῖον προηγουμένως, πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν ἔφερε ἐνώπιον τοῦ Σώματος καὶ τὸ Σῶμα θὰ ἀποφασίσῃ ἐὰν θὰ γίνῃ δεκτὴ ἢ ὄχι ἡ τροπολογία αὐτή. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλοῦν καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ δημιουργήσῃ τόσον σάλον καὶ διαμαρτυρίας.
§72Ι. ΚΩΝΣΤΑΣ. Συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον αὐτὸ οἱ μὲν ἀξιωματικοὶ οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξέλθουν μέχρι τέλους τοῦ 1951 θὰ λαμβάνουν ἀπὸ τὸ Ταμεῖον ἀλληλοβοηθείας 15 ἑκατομμύρια δραχμ. ἐνῷ ὅσοι θὰ ἐξέλθουν μετὰ θὰ λαμβάνουν 45 ἑκατομ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἠθικὸν οὔτε δίκαιον καὶ πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον καὶ νὰ γίνῃ εἰδικὸν νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον νὰ κανονίζῃ αὐτά. Δὲν ἔχει καμμίαν θέσιν ἡ διάταξις αὐτὴ εἰς τὸ νομοσχέδιον.
§73Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ τροπολογία εἰσάγεται κατόπιν μελέτης τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου καὶ εἶναι δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ τὴν ἀποδεχθῇ ἢ νὰ τὴν ἀπορρίψῃ.
§74Γ. ΖΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ συνταξιοῦχοι περιεφρονήθησαν καὶ κατεδικάσθησαν εἰς τὸν ἐκ πείνης θάνατον, διότι ἔπραξαν τὸ βαρὺ ἁμάρτημα νὰ ἀναλώσουν τὴν ζωήν των ὑπὲρ τῆς Πατρίδος καὶ δὲν διαθέτουν νῦν τὸ ὅπλον τῆς ἀπεργίας, ἡ δὲ Α.Δ.Ε.Δ.Υ. τοὺς ἐκήρυξε κακῶς, ἐκτὸς συναδελφικῆς ἀλληλεγγύης.
§75Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ἄρθρον 10 τὸ ἐδέχθη ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή. Τὸ δέχεσθε καὶ σεῖς; Ἐὰν τὸ δέχεσθε νὰ γίνῃ δεκτὸν ἐφ’ ὅσον ἐπέρασε καὶ ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν Ἐθνικῆς Ἀμύνης.
§76Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος διαμαρτύρομαι πρὸς ὑμᾶς κ. Πρόεδρε, διὰ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ συζήτησις.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει καλῶς.
§78Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. Ὄχι «ἔχει καλῶς», κ. Πρόεδρε. Μὲ συγχωρεῖτε πολύ, αὐτὸ εἶναι ἔλλειψις σεβασμοῦ ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον.
§79Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Θὰ παρακαλέσω ἡ συζήτησις νὰ διεξαχθῇ μὲ κάποιαν τάξιν. Διότι ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἤκουσα κἂν τὶ ζητοῦν οἱ διάφοροι ρήτορες. Καὶ δεδομένου ὅτι τὸ θέμα ἔχει κάποιαν σοβαρότητα, νομίζω ὅτι πρέπει ἕκαστος βουλευτὴς νὰ ὁμιλῇ μετὰ τὸν ἄλλον. Αὐτὴ ἡ ἀτμόσφαιρα θυέλλης δὲν φαντάζομαι νὰ προάγῃ τὴν ἀντικειμενικὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§80Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶναι ζήτημα Κανονισμοῦ, πρέπει νὰ πάῃ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Μὲ συγχωρεῖτε ποὺ φωνάζω, ἀλλὰ ἔτσι ἔχει τὸ πρᾶγμα.
§81Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Δὲν θὰ ἔλθω εἰς ἀντιδικίαν μαζί σας, ἀλλ’ εἶναι ἀπορίας ἄξιον διατὶ ἀγανακτεῖτε κ. συνάδελφε!
§82Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ κάνετε τροπολογίας εἰς ἕνα νομοσχέδιον ἄσχετον μὲ τοὺς στρατιωτικούς.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει δικαίωμα ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ κάμῃ τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν θέλει.
§84Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Κύριε συνάδελφε, ἐὰν ἡ ἐπιθυμία σας εἶναι νὰ παραπεμφθῇ ἡ τροπολογία εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν Ἐθνικῆς Ἀμύνης τόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὅσον καὶ ἐγὼ δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κιζάνης ἔχει τὸν λόγον.
§86Θ. ΚΙΖΑΝΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι. Μετὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἔρχεται εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον διὰ τὸ ὁποῖον ἔκαμεν εἰσήγησιν ὁ κ. Ἀλλαμανῆς. Ὁμιλῶν πρὸ ἡμερῶν, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν συντάξεων ἔλεγον τότε εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἐγκαταλελειμμένη τάξις τῶν συνταξιούχων τόσον ἀπὸ τὸν προκάτοχον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅσον καὶ ἀπὸ τὸν σημερινὸν εἶναι ἀπαράδεκτος τόσον ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὅσον καὶ ἀπὸ τὴν κοινὴν γνώμην. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγκαταλείπεται ἡ τάξις τῶν συνταξιούχων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἠνάλωσαν ἑαυτοὺς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀνεκτὸν τὸ θέαμα τὸ προχθεσινόν, ὅπου οἱ στρατηγοὶ καὶ οἱ ναύαρχοι τῆς Ἑλλάδος καὶ οἱ ἀνώτατοι δικαστικοὶ λειτουργοὶ καὶ Διοικητικοὶ ὑπάλληλοι ἀπωθοῦντο ἀπὸ τὴν χωροφυλακήν, ἔξωθεν τῶν προπυλαίων τῆς Βουλῆς. Λυποῦμαι διότι δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν αἴθουσαν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ πιστεύω ἀπολύτως, ὅτι ἂν ὁ στρατηγὸς Πλαστήρας δὲν ἦτο Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀσφαλῶς θὰ μετεῖχεν, ἂν μὴ θὰ ἡγεῖτο τῆς διαμαρτυρίας τῶν συνταξιούχων, διότι δὲν θὰ ἐγκατέλιπε τότε τοὺς συμπολεμιστάς του εἰς τὴν δικαίαν διαμαρτυρίαν των. Σήμερον ἡ τάξις τῶν συνταξιούχων, σύρεται εἰς τὰ διάφορα ταμεῖα τὴν πρώτην ἑκάστου μηνὸς διὰ νὰ εἰσπράξῃ ὅπως εἶπον καὶ ἄλλοτε, τὰ ὀλίγα ἐφθαρμένα χαρτονομίσματα δεῖγμα καὶ αὐτὸ τῆς κακομοιρίας τοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι συντάξεις πείνης, εἶναι συντάξεις θανάτου καὶ δὲν πιστεύω ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ θέλῃ νὰ λύσῃ τὸ δημογραφικὸν πρόβλημα τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν ἐξαφάνισιν τῶν συνταξιούχων. Ὅπως δὲν πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἔφερε τὸν Προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Βουλήν, μὲ ἕνα ἀριθμὸν τρισεκατομμυρίων, καβαλιστικὸν ἀριθμόν, ὁ ὁποῖος ἔφερε τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Βουλὴν μὲ ἔλλειμμα 400 δισεκ. καὶ μὲ ἕνα ἀποθεματικὸν 380 ἑκατομ. δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ἢ θὰ ἦτο μεγάλη ἡ ζημία, ἂν τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ τῶν 400 δισεκ. ηὔξανεν εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 480 δισεκατομμυρίων, ἢ ὅσον ποσὸν θὰ ἀπητεῖτο διὰ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν συνταξιούχων. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν γνωρίζω ἂν οἱ κύριοι οἰκονομολόγοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπεξεργασθοῦν τελικῶς τὸν προϋπολογισμόν, θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσουν τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς θὰ καταλήξῃ εἰς ὃ ἐλπίζω ὅτι θὰ καταλήξῃ, ἀλλ’ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία θεωρεῖ ἀπαράδεκτον τὸ ὅτι δὲν διατίθεται ἕνα ποσὸν ὀλίγων δισεκατομμυρίων διὰ τὴν ἀνακούφισιν τῶν συνταξιούχων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὅπως εἴπομεν ἠνάλωσαν τοὺς ἑαυτούς των εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Πατρίδος. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δηλωθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι θὰ ἔπρεπεν εἰς τὰ αἰτήματά των τὰ δίκαια, νὰ προτάξουν τὸ αἴτημα τῆς αὐξήσεως τῶν συντάξεων, διὰ νὰ ἀποδώσουν τὰ τροφεῖα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἐξεπαίδευσαν, τοὺς ἀνέθρεψαν καὶ τοὺς ἐξέμαθον τὸ Α τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς κατετάγησαν νὰ ὑπηρετήσουν τὸ Κράτος. Καὶ ἕνα ἄλλο τὸ ὁποῖον θὰ ἤθελον νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι τοῦτο. Μὲ τὸ παράδειγμα τὸ ὁποῖον δίδει ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δίδει εἰς τοὺς σημερινοὺς ὑπαλλήλους τὸ δικαίωμα νὰ σκεφθοῦν κάπως βαθύτερα, ὅτι τὰ γεράματά των δὲν πρόκειται νὰ τὰ ἐξασφαλίσουν διὰ τῆς συντάξεως τοῦ Κράτους, ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ λάβουν μέτρα, καθ’ ὃν χρόνον θὰ εὑρίσκωνται ἐν ὑπηρεσίᾳ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι πολὺ σοβαρὸν καὶ ἠθικῶς ἀπαράδεκτον. Πιστεύω ὅτι τόσον ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ θελήσουν τὴν τελευταίαν στιγμὴν νὰ διαθέσουν εἴτε ἐκ τοῦ ἀποθεματικοῦ, εἴτε διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἐλλείμματος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ποσόν τι δισεκατομμυρίων διὰ νὰ ἀνακουφίσουν τὴν τάξιν τῶν συνταξιούχων, οἱ ὁποῖοι πράγματι ὑποφέρουν ἀδίκως. Δὲν θεωρῶ δὲ ἄξιον οὔτε τὸν ἀρχηγὸν τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ διαπράξουν τοιοῦτον σφάλμα, ἀδίκημα κατὰ τῆς τάξεως τῶν συνταξιούχων, οἱ ὁποῖοι στηρίζουν σήμερον τὸ κοινωνικὸν καθεστώς. (Χειροκροτήματα).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Σοσιαλιστικοῦ κόμματος ἔχει τὸν λόγον.
§88Α. ΣΒΩΛΟΣ. Ὅτι εἶναι νευραλγικὰ κ. βουλευταί, τὰ θέματα τὰ ὁποῖα συζητοῦμεν ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Αὐτὸ ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὸ ζωηρὸν ἐνδιαφέρον τῆς Βουλῆς καὶ τῆς κοινῆς γνώμης. Ὅτι ὅμως πρέπει νὰ τὰ συζητῶμεν μὲ πᾶσαν δυνατὴν ἀντικειμενικότητα ἐπίσης εἶναι βέβαιον καὶ λόγῳ τῆς σοβαρότητος τῶν ζητημάτων καὶ λόγῳ τοῦ καθήκοντος ποὺ ἔχομεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι ποτὲ δὲν εἶναι εὐτυχὴς ἡ θέσις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὅταν τὰ οἰκονομικὰ μιᾶς χώρας νὰ εὑρίσκωνται εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν. Ἡ κριτικὴ τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ κάμω ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου θὰ διέπεται ἀπὸ ἀντικειμενικότητα. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν δὲν ἔχει ὡρισμένας ἰδέας αἱ ὁποῖαι πηγάζουν ἀπὸ τὴν γενικωτέραν τοποθέτησιν ἀπέναντι τῶν ζητημάτων τὰ ὁποῖα κατὰ βάθος εἶναι κοινωνικὰ ζητήματα καὶ ζητήματα κοινωνικῆς δικαιοσύνης. Ἓν τῶν ζητημάτων αὐτῶν εἶναι τὸ τῆς ἀμοιβῆς τῶν μισθωτῶν τοῦ Κράτους καὶ τὸ ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα τῆς συντηρήσεως ἐκείνων ποὺ ὑπηρέτησαν τὸ Κράτος, δηλαδὴ τὸ ζήτημα τῶν μισθοβιώτων ὑπαλλήλων καὶ τὸ ζήτημα τῶν συνταξιούχων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὀρθῶς ἐζήτησεν ἐξουσιοδότησιν, ἀδιαφόρως ἐὰν ἔκαμε χρῆσιν αὐτῆς πρὶν ψηφισθῇ καὶ μᾶς ἀνεκοίνωσε μὲ τὸν κατατεθέντα προϋπολογισμὸν τὸ μισθολόγιον τῶν πολιτικῶν στρατιωτικῶν καὶ ἄλλων ὀργάνων τοῦ Κράτους. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ μισθολογίου εἶναι βέβαια κάπως πρωθυστέρα διότι ἀποτελεῖ τμῆμα τῆς ἐκθέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ φυσικὰ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ διεξαχθῇ ἐκτὸς τῶν πλαισίων τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τοῦτο ὅμως δὲν ἀποτελεῖ μερικὰς παρατηρήσεις αἱ ὁποῖαι συνδέονται ἔμμεσα πρὸς τὴν ὅλην θέσιν ποὺ παίρνει τὸ Κράτος διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀπέναντι τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν συνταξιούχων. Ἤδη ἔχετε τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ὑπάρχει ἕνα ζωηρὸν παράπονον εἰς τοὺς κατωτέρους βαθμοὺς τῆς πολιτικῆς καὶ στρατιωτικῆς ἱεραρχίας διὰ τὸ καθορισθὲν μισθολόγιον καὶ τὴν περικοπὴν τῶν ἐπιδομάτων. Ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὁμιλῇ θεωρεῖ κρατικὴν εἰρωνίαν ὅτι εἰς τὸ τελευταίως ἀνακοινωθὲν μισθολόγιον ὑπάρχει μισθὸς κλητῆρος 350.000 δραχμῶν κατὰ μῆνα.
§89Π. ΚΑΛΠΑΚΤΣΟΓΛΟΥ. Νὰ θεσπισθῇ κατώτερος μισθὸς τουλάχιστον 700–800 χιλιάδες. Εἰς τὸν 20ὸν αἰῶνα νὰ ἀμείβεται ἄνθρωπος μὲ 300–400 χιλιάδες εἶναι ἀπαράδεκτον. Ὅλα τὰ λυμαίνονται αἱ Τράπεζαι.
§90Α. ΣΒΩΛΟΣ. Παράπονα διετυπώθησαν ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὰ ὄργανα τῆς δημοσίας τάξεως ὅτι ὄχι μόνον δὲν βελτιοῦνται αἱ ἀποδοχαί των ἀλλὰ διὰ τῶν καθιερωμένων βασικῶν μισθῶν ἄνευ ἐπιδομάτων ἢ προσθέτων ἀποδοχῶν μειοῦνται. Καὶ τοῦτο καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ τάσις τοῦ νέου μισθολογίου διακηρύσσεται ὅτι εἶναι τοὐλάχιστον ἡ βελτίωσις τῶν ὑπαλληλικῶν μισθῶν. Δὲν εἶναι παραδεκτὸν νὰ ἔχετε ὄργανα τῶν ὁποίων τὴν στιγμὴν αὐτὴν μειοῦνται αἱ ἀποδοχαί. Ὅπως δὲν εἶναι σωστὸν εἰς ἐποχὴν τόσης δυσκολίας τῆς ζωῆς νὰ ἔχετε τόσας διαβαθμίσεις μισθῶν ἐνῷ αἱ ἀνάγκαι τῆς ἐπιβιώσεως εἶναι ἀκόμη τόσον σκληραὶ ὥστε ἡ ἱκανοποίησίς των πρέπει νὰ εἶναι ὅσον εἶναι δυνατὸν περισσότερον γενικὴ καὶ ἴσως, διότι ἡ δυσκολία τῆς ζωῆς δὲν ἔχει πολλὰς διαβαθμίσεις καὶ ἀφορᾷ ὅλους ἐξ ἴσου. Γνωρίζω ὅτι ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις κατὰ πάσης βελτιώσεως τῶν μισθῶν. Εἶναι σωστὸν νὰ συζητηθοῦν αἱ ἀντιρρήσεις αὐταί. Πρώτη ἀντίρρησις ἡ ὁποία δὲν εἶναι καλῆς πίστεως εἶναι ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ζητοῦν βελτίωσιν τῶν ἀποδοχῶν τῶν ἐν ἐνεργείᾳ μισθωτῶν καὶ τῶν συνταξιούχων κάμνουν εὔκολον πολιτικὴν δημαγωγίας ἐπειδὴ πρόκειται περὶ μεγάλου ἀριθμοῦ προσώπων. Ἡμεῖς ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ εἴμεθα συνηθισμένοι νὰ ὑποστηρίζωμεν πᾶν μέτρον τὸ ὁποῖον τείνει εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν πολλῶν καὶ νὰ ἀντιπαρερχώμεθα τὴν κριτικὴν ὅτι δημαγωγοῦμεν. Ἀλλ’ εἶναι ὀρθὸν νὰ σημειωθῇ ὅτι δὲν ὑπῆρξε Κυβέρνησις μεταπολεμικὴ ποὺ δὲν ἀνεγνώρισεν ὅτι τὸ ὑφιστάμενον μισθολόγιον, εἶναι μισθολόγιον πείνης καὶ ὅτι δὲν καλύπτει οὔτε τὸ 65% τοῦ προπολεμικοῦ. Καὶ εἰς ἀκόμη χειροτέραν κατάστασιν εἶναι αἱ συντάξεις. Αὐτὰ ἐπαναλαμβάνονται κατὰ κόρον ὄχι μόνον ἀπὸ κοινοβουλευτικοὺς ἄνδρας ποὺ θὰ εἶχον συμφέρον νὰ φανοῦν εὐχάριστοι πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ἀλλὰ καὶ ἀπὸ μὴ πολιτικοὺς ἐν ἐνεργείᾳ, ὥστε τὸ ἐπιχείρημα περὶ δημαγωγίας εἶναι ἁπλῶς φαρισαϊκὸν καὶ δὲν εὐσταθεῖ. Δευτέρα ἀντίρρησις εἶναι ἡ ἑξῆς: «Ὅταν ὁλόκληρος ἡ χώρα ἰδίᾳ εἰς τὴν ὕπαιθρον ζῇ μίαν ζωὴν ἐξαθλιωμένην, ὅταν ἑκατοντάδες χιλιάδων ἀγροτῶν ἔχουν τὰ προϊόντα των ἀδιάθετα, ὅταν χιλιάδες ἐπαναπατριζόμενοι δὲν ἔχουν τὰ μέσα τῆς στοιχειώδους ζωῆς εἶναι πάλιν τυχερὸς ὁ δημόσιος ὑπάλληλος καὶ ὁ συνταξιοῦχος ποὺ παίρνουν ἔστω καὶ μικρὸν ποσὸν καὶ ἐξασφαλίζουν τὴν ζωήν των, ἐνῷ τὸ Κράτος δὲν ἔχει ἐξασφαλίσει εἰσόδημα εἰς τὸν ἀγρότην ποὺ μάχεται μὲ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως ἢ εἰς τὸν πρόσφυγα ἢ εἰς ἄλλους βιοπαλαιστάς. Καὶ λέγουν, ἀκριβῶς δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ὑπάρχει καὶ ἡ ροπὴ τῶν Ἑλλήνων πρὸς τὰς δημοσίας θέσεις.
§91Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Ὁ ἀγρότης ἔχει σπίτι ἐνῷ ὁ ὑπάλληλος δὲν ἔχει.
§92Α. ΣΒΩΛΟΣ. Κανεὶς περισσότερον ἐμοῦ δὲν ἔχει τονίσει ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ λῆψις μέτρων πρὸς βελτίωσιν τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου τῶν ἀγροτῶν, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ μὴ ληφθοῦν μέτρα συστηματικὰ βελτιώσεως τοῦ ἐπιπέδου τῆς ζωῆς τῶν μισθοβιώτων. Οἱ ὑπάλληλοι εἶναι ὄργανα τοῦ Κράτους, καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ στερηθῆτε τῶν ὀργάνων ποὺ συνιστοῦν τὸν μηχανισμὸν τῆς ἐξουσίας. Τὰ ὄργανα εἶναι ἄνθρωποι. Καὶ τότε δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ τὰ καταδικάσητε εἴτε εἰς τὴν πεῖνα εἴτε εἰς τὴν στέρησιν στοιχειωδῶν ἐφοδίων διὰ τὴν ζωὴν των καὶ τῶν οἰκογενειῶν των. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἀντιταχθῇ ὅτι ὑπάρχει ἕνα πρόβλημα διαρθρώσεως τῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν. Ποῖος θὰ τὸ ἠρνεῖτο, κύριοι συνάδελφοι; Κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι ἀπὸ τὰς λεγομένας «συγγενεῖς» νόσους, εἶναι νόσημα τὸ ὁποῖον ἔχει γεννηθῆ μὲ τὴν ὕπαρξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ὑφέρπει εἰς ὅλας τὰς περιόδους κἄποτε ὀλιγώτερον ὀξὺ κἄποτε μὲ κἄποιαν βελτίωσιν, ὑπάρχει ὅμως τὸ πρόβλημα. Πότε θὰ τὸ λύσωμεν καὶ ἑπομένως θ’ ἀντιμετωπίσωμεν καὶ τὸ δημοσιοϋπαλληλικὸν ζήτημα κατὰ τρόπον λογικώτερον, ἀποδοτικώτερον, παραγωγικώτερον καὶ δικαιώτερον; Ὑπαινίσεται ἤδη ἡ εἰσήγησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἡ γενομένη προχθὲς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὑπαινίσσεται ὅτι θὰ ληφθοῦν μέτρα διοργανώσεως τῶν Ὑπηρεσιῶν καὶ φυσικὰ καὶ ἐν τῷ πνεύματι μιᾶς οἰκονομικωτέρας διοργανώσεως. Διερωτῶμαι ποῖος ποτὲ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔδωκεν αὐτὴν τὴν ὑπόσχεσιν; Εὔχομαι ὁ σημερινὸς Ὑπουργὸς νὰ δυνηθῇ νὰ καταπιασθῇ μὲ τὸ βαρὺ καὶ δυσχερέστατον αὐτὸ ζήτημα καὶ νὰ τὸ λύσῃ.
§93Δ. ΜΠΑΡΜΠΑΛΙΑΣ. Εἴπατε, ἀρχόμενος τοῦ λόγου σας, ὅτι ἡ ἐμφάνισις προϋπολογισμοῦ προϋποθέτει οἰκονομικὴν δυνατότητα τοῦ Κράτους. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὅταν πρὸ μηνὸς περίπου ἀνεκινήθη ἐν τῇ Βουλῇ τὸ ζήτημα τῶν συντάξεων ὑπὸ τοῦ συναδέλφου κ. Κιζάνη, ἡ Κυβέρνησις ἐβεβαίου διὰ τοῦ στόματος τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου αὐτῆς ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς «ὅτι τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων θεωρεῖ ἑνιαῖον καὶ ἀναπόσπαστον μὲ τὸ τῆς αὐξήσεως τῶν συντάξεων». Καὶ ἐρωτᾶται εὐλόγως, δὲν ἐγνώριζεν ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἐγνώριζεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ μηνὸς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους; Πρόκειται ἑπομένως, ὄχι ὅπως εἴπατε περὶ εἰρωνίας ἀλλὰ περὶ σκληροῦ ἐμπαιγμοῦ, τῆς τάξεως τῶν συνταξιούχων ἥτις ἠξίου καὶ ἤξιζε τῆς ὁλοκληρωτικῆς στοργῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἀνθ’ ὧν ὑπὲρ πατρίδος εἰργάσατο.
§94Α. ΣΒΩΛΟΣ. Ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη ἀντίρρησις ἀφορῶσα εἰδικώτερον τὴν σύνθεσιν τοῦ ὑπαλληλικοῦ προσωπικοῦ καὶ τοῦ κόσμου τῶν συνταξιούχων. Τὸ ἐπιχείρημα ἀνάγεται ἤδη εἰς τὴν ἱστορίαν. Λέγεται καὶ εἶναι ἀκριβὲς ὅτι ἡ σύνθεσις τοῦ δημοσιοϋπαλληλικοῦ προσωπικοῦ δὲν εἶναι ποιοτικῶς ἡ καλυτέρα δυνατὴ καὶ ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ μία ἐκκαθάρισις διὰ νὰ μείνῃ μόνον ὅ,τι ὑγιὲς καὶ ἀποδοτικὸν ὑπάρχει καὶ πρέπει νὰ μείνῃ. Λέγεται ἐπίσης ὅτι οὔτε ἡ ἄνθησις τοῦ κόσμου τῶν συνταξιούχων εἶναι ἀπολύτως δικαιολογημένη, διότι ἔχουν παρεισφρύσει χαριστικαὶ διατάξεις, ἔχουν παρεισφρύσει διατάξεις ὑπὲρ τῶν ἀλεξιπτωτιστῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι δὲν ἐδικαιολογεῖτο νὰ ἀπολαμβάνουν συντάξεως, ὅπως δικαιολογοῦνται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὰ ἔτη τῆς ἀποδοτικότητός των τὰ ἠνάλωσαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Χώρας, ὥστε νὰ δικαιοῦνται μαζὶ μὲ τὴν ἠθικὴν ἀναγνώρισιν μιᾶς εὐόρκου ὑπηρεσίας καὶ μιᾶς ὑλικῆς διὰ τὸ γῆρας των προστασίας. Τὰ γνωρίζω ἐκ πείρας μακρᾶς καὶ τὰ δύο αὐτὰ ἐπιχειρήματα, διότι μοῦ συνέβη νὰ μετάσχω ὑπὸ διαφόρους ἰδιότητας Ἐπιτροπῶν ποὺ ἐπελήφθησαν τῶν θεμάτων αὐτῶν. Δυστυχῶς τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε σχεδὸν πάντοτε μηδαμινόν. Ὄχι μόνον διότι δὲν εἶναι εὔκολον τὸ ἔργον. Οὔτε διότι ὁσάκις ἐπεχειρήθη δὲν κατέληξεν εἰς κἄποια ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ διότι λίαν ταχέως ἀνετρέποντο τὰ ἀποτελέσματα. Εἰς τὰ 1924 ὑπὸ τὴν Προεδρίαν τοῦ Ἀθανασίου Εὐταξία εἶχε συσταθῆ μετὰ πολλῶν ἐλπίδων μία Ἐπιτροπὴ Οἰκονομιῶν, τῆς ὁποίας ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὁμιλῇ ἦτο μέλος. Καὶ εἰργάσθη ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ ἐπὶ ἓν ἔτος. Πράγματι ἐγένετο μία ἀξιόλογος ἐργασία καὶ διαρρύθμισις καλλιτέρα καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ τῶν συντάξεων καὶ γενικῶς ἕνα ἔργον οἰκονομιῶν εἰς τὸν κρατικὸν προϋπολογισμόν. Κατεβλήθη μάλιστα προσπάθεια ἀπὸ τὴν τότε Δʹ Ἐθνικὴν Συνέλευσιν νὰ κατοχυρωθῇ καὶ συντακτικῶς τὸ ἔργον αὐτὸ ὥστε νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ μεταβληθῇ διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ. Δὲν ἐπέρασεν, κύριοι συνάδελφοι, ἓν ἔτος καὶ ἔγινε χοῦς καὶ σπονδὴ τὸ ἔργον αὐτό, καὶ ἀμφιβάλω ἂν τὸ ἐνθυμοῦνται ὄχι οἱ σύγχρονοι, ἀλλὰ οὔτε κἂν οἱ παλαιότεροι. Ἀνετράπησαν ὅλα τὰ συμπεράσματα, ἐπανήλθομεν εἰς τὰ ἴδια καὶ δὲν ἐπανελήφθη ἡ προσπάθεια. Ἂς μὴ ἐπιρρίπτωμεν λοιπὸν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τὰς ἀδυναμίας τῶν Βουλῶν καὶ τῶν Κυβερνήσεων. Γνωρίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει συστήσει μίαν Ἐπιτροπὴν διὰ τὰς συντάξεις. Εὔχομαι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν καλὴν ἐπιτυχίαν. Ἀλλὰ διερωτῶμαι μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἐὰν ἐξέλθῃ ἡ αἵρεσις καὶ ὅταν ἐξέλθῃ ἡ αἵρεσις τῆς ἐκκαθαρίσεως, διότι καὶ τὰ δύο εἶναι ἄδηλα, διερωτῶμαι μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης τί γίνεται, ἡ παγία ἀναγνώρισις ἐκ μέρους ὅλων τῶν κυβερνήσεων ἀνεξαιρέτως, ἀπὸ τεσσάρων καὶ πλέον ἐτῶν, ὅτι οἱ συνταξιοῦχοι ἔχουν δίκαιον ζητοῦντες βελτίωσιν τῶν συντάξεών των; Κύριοι βουλευταί, νομίζω ὅτι αἱ Κυβερνήσεις εἴτε ἀποτελοῦνται ἀπὸ πολιτικοὺς ἄνδρας καὶ μάλιστα, πολὺ περισσότερον ὅταν ἀποτελοῦνται ἀπὸ πολιτικοὺς ἄνδρας, εἴτε ἀποτελοῦνται ἀπὸ ἐξωκοινοβουλευτικὰ πρόσωπα, νομίζω ὅτι ἀκολουθοῦν πολιτικὴν πλήρη κινδύνων, ὅταν βεβαιώνουν ἐνώπιον τοῦ Λαοῦ, διὰ ζητήματα ποὺ ἐνδιαφέρουν εὐρείαν κατηγορίαν ἀνθρώπων ὅτι ἔχουν δίκαιον εἰς ἕνα στοιχειῶδες αἴτημά των καὶ ἔπειτα, ἀπὸ διαφόρους προφάσεις ἢ ἔστω καὶ ὑπὸ μίαν μόνον, τὴν τοῦ Μενίπου, ἀφίνουν ἀνεκτέλεστον τὴν ὑπόσχεσιν ποὺ ἔδωσαν διὰ τὴν ἐπανόρθωσιν τῆς ἀδικίας. Δὲν ὑπάρχει βαρύτερον πλῆγμα κατὰ τοῦ Κράτους ἀπὸ τὴν ἀθέτησιν τοιούτων πανηγυρικῶν βεβαιώσεων. Δέχομαι κ. βουλευταὶ ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν καὶ δὲν πρέπει νὰ πάρουμε χρήματα ἀπὸ τὴν Ἀνασυγκρότησιν διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν συνταξιούχων. Ἀλλὰ θὰ πάρωμε καὶ ἔχομε πάρει δι’ ἄλλας ἀνάγκας. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ λέγωμεν ὅτι μόνον διὰ τοὺς συνταξιούχους δὲν πρέπει νὰ πάρωμεν. Καὶ ἐπὶ τέλους τί πρέπει νὰ γίνῃ; Θέλετε νὰ ἐνδύσωμεν τρίχινον σάκκον τοὺς ἐργαζομένους καὶ τοὺς συνταξιούχους καὶ νὰ καθορίσωμεν τὸ διαιτολόγιόν των εἰς ἀκρίδας καὶ μέλι ἄγριον χάριν τῆς ἀνασυγκροτήσεως; Συμφωνῶ. Θὰ ἦτο μία γενναία πολιτικὴ νὰ πείσωμεν τὸν λαὸν νὰ στερηθῇ σήμερα ἀνοίγοντάς του τὴν προοπτικὴν ἑνὸς ροδίνου καὶ εὐτυχεστέρου μέλλοντος. Ἀλλ’ ὑπὸ ἕνα ὅρον, τοῦ ὁποίου εἶναι ἀδύνατον νὰ μᾶς διαφεύγῃ καὶ ἡ κοινωνικὴ καὶ ἡ ἠθικὴ καὶ ἡ πολιτικὴ σημασία: Ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς γενικότητος καὶ τῆς ἀναλογίας τῶν θυσιῶν. Καὶ ὅταν ἔχετε αὐτὴν τὴν κραυγαλέαν ἀνισότητα μεταξὺ ἑνὸς κόσμου τόσον ὑλικῶς εὐδαίμονος, ὥστε δὲν ξαίρει πῶς νὰ ἀποταμιεύσῃ ἀσφαλῶς τὰ κέρδη του οὔτε πῶς νὰ ἐπενδύσῃ τὰ κεφάλαιά του καί ἑνὸς πλήθους ἀνθρώπων εἰς τὴν ὕπαιθρον καὶ τὰς πόλεις ποὺ ζοῦν μίαν ζωὴν στερήσεων πενίας ἢ καὶ πείνης, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐφαρμόσητε τέτοια θεωρήματα διότι ἡ ἀδικία καὶ ἡ ἀνισότης εἶναι ἀνήθικοι καὶ ἀντικοινωνικοὶ καὶ πάντως δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὰς ἐφαρμόσητε ἀκινδύνως. Ἀλλὰ διατὶ νὰ θυσιάσωμεν ἢ τὴν ἀνασυγκρότησιν ἢ τοὺς ἐργαζομένους; Ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρουσιάζῃ τὸν προϋπολογισμὸν μὲ ἔλλειμμα προϋπολογιζόμενον εἰς 400 δισεκατομμύρια, ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα θὰ εἶχε κανεὶς ἐναντίον οἱασδήποτε προσθέτου αὐξήσεως διὰ τὴν κάλυψιν δαπανῶν χάριν τῶν συνταξιούχων ἢ τῶν ὑπαλλήλων ἐξασθενοῦν σοβαρῶς. Ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς παρουσίαζε ἕνα προϋπολογισμὸν ἰσοσκελισμένον, ὁ ὁποῖος θὰ ἐκινδύνευε νὰ ἀνατραπῇ ἀπὸ μίαν πρόσθετον δαπάνην, θὰ ἦτο δύσκολος ἡ ἐπιχειρηματολογία μας. Ἀλλ’ ὅταν ὑπάρχῃ ἤδη τὸ ἔλλειμμα τῶν 400 δισεκατομμυρίων καὶ εὔχομαι νὰ μείνῃ τόσον, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναγνωρίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἐὰν ηὐξάνετο κατὰ ἕνα ποσοστὸν τὸ ὁποῖον θὰ ἀπαιτηθῇ διὰ τὴν κάλυψιν μιᾶς αὐξήσεως τῶν μισθῶν καὶ τῶν συντάξεων, δὲν θὰ ἀνετρέπετο, ἐπὶ τέλους, τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ;
§95Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει τὰ κονδύλια διὰ τὴν δημοσίαν ὑγιεινήν;
§96Α. ΣΒΩΛΟΣ. Μάλιστα. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἄλλο θέμα καὶ δὲν εἰσέρχομαι εἰς αὐτό, διότι ὅπως εἶπον, δὲν ἠμποροῦμεν τώρα παρεπιμπτόντως νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν ὅπως κατετέθη καὶ τὰ διάφορα κονδύλια τῶν δαπανῶν. Θὰ εἶχον πολλὰ νὰ εἴπω καὶ διὰ τὸ κονδύλιον τῆς δημοσίας ὑγιεινῆς καὶ διὰ ἄλλα πολλὰ ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ ἔσοδα καὶ διὰ τὴν φορολογίαν καὶ διὰ τὰς στρατιωτικὰς δαπάνας. Ἀλλ’ αὐτὸ σημαίνει συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐνῷ σήμερον συζητεῖται τὸ μισθολόγιον καὶ αἱ συντάξεις. Καὶ εἶναι ἀμφότερα τὰ ζητήματα, ἐξίσου μὲ τὸ θέμα τῆς ὑγείας, κοινωνικὰ ζητήματα καὶ ἡ ἀντιμετώπισίς του δὲν γίνεται μὲ ἀντιρρήσεις καὶ συγκρίσεις ἀλλὰ μὲ θαρραλέαν πολιτικὴν δικαιοσύνης. Διότι ἢ ἔχει τὸ Κράτος μίαν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῶν συνταξιούχων καὶ τότε πρέπει νὰ τὴν ἐκπληρώσῃ κατὰ τὸ δυνατὸν ἐπαρκῶς, ὅπως προσπαθεῖ νὰ τὸ κάμῃ διὰ τοὺς Δημοσίους Ὑπαλλήλους ἢ θὰ ἔπρεπε ἐν ὀνόματι τῆς αὐτῆς λογικῆς νὰ ἀρνηθῇ καὶ οἱανδήποτε βελτίωσιν τῶν ἀποδοχῶν τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ δὲν εἶδον ποτὲ καμμίαν Κυβέρνησιν νὰ ἀρνῆται τὴν ἀνάγκην τῆς βελτιώσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων. Καὶ παρεμβάλλεται ἔτσι ὁ πειρασμὸς μιᾶς παρατηρήσεως. Ὡς πρὸς τοὺς Δημοσίους Ὑπαλλήλους ὀρθῶς ἡ Κυβέρνησις ἔστω καὶ μὲ τόσην καθυστέρησιν, τόσην ἀνισότητα ποὺ παρουσιάζει τὸ μισθολόγιον καὶ μὲ τόσας ἄλλας ἐλλείψεις τὰς ὁποίας δὲν συζητοῦμεν ἐπὶ τέλους, ὀρθῶς λέγω, συμμορφώνεται πρὸς τὴν ἀνάγκην καὶ πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις της καὶ δέχεται μίαν βελτίωσιν διότι ἀναγνωρίζει ὅτι εἶναι δίκαιον τὸ αἴτημα. Ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἀσκοῦν καί ἠμποροῦν νὰ ἀσκήσουν πίεσιν οἱ Δημόσιοι Ὑπάλληλοι διὰ τὰ δικαιώματά των καὶ ἔτσι ἡ ὑποχώρησις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πιὸ εὔκολη. Διὰ τοὺς συνταξιούχους ἀναγνωρίζεται ἐξίσου τὸ δίκαιον καὶ ἡ ἀνάγκη, ἀναγνωρίζεται μετ’ ἴσης εἰλικρινείας ἐκ μέρους ὅλων τῶν Κυβερνήσεων, ἀλλὰ οἱ συνταξιοῦχοι οὔτε εἰς τὰς γραμμὰς τῶν τροχιοδρόμων ἠμποροῦν νὰ ἐξαπλωθοῦν οὔτε κραδαίνοντες ράβδους νὰ ἐμφανισθοῦν ἀπειλοῦντες ἀπεργίαν, οὔτε τίποτε ἄλλο ἠμποροῦν νὰ κάμουν διὰ νὰ πιέσουν καί αὐτοί. Ἀλλὰ εἶναι γενναῖον, κύριοι Βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις νὰ παραμένῃ ἀδιάφορος καὶ σκληρὰ ἀπέναντι τῶν δικαίων αἰτημάτων ἑνὸς κόσμου ἀδυνάτων ἀνθρώπων, ἀνθρώπων ποὺ δὲν ἠμποροῦν νὰ τὴν ἀπειλήσουν ἢ νὰ τὴν πιέσουν; Δὲν θὰ ἐξάρω τὴν σημασίαν τοῦ ζητήματος τῶν συνταξιούχων διότι πολλὰ ἐλέχθησαν σχετικὰ οὔτε θὰ τονίσω ὅτι ἀποτελεῖ μίαν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἐγκαταλειφθοῦν ἀβοήθητοι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἐγήρασαν εἰς τὰ σκονισμένα γραφεῖα τῶν ὑπηρεσιῶν, οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἐγήρασαν εἰς τὴν ἕδραν τῶν ἐπαρχιακῶν δικαστηρίων, οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἠνάλωσαν τὴν δραστηριότητά των εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν, οὔτε θὰ ἐπισημάνω τὸν κίνδυνον, ὅτι δὲν θὰ ἠμπορῆτε νὰ ἔχετε στρατολογίαν ἀποδοτικῶν καὶ φιλοδόξων στοιχείων διὰ τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας, ὅταν τοὺς δείχνετε ποίαν οἰκονομικὴν ἐγκατάλειψιν θὰ εὕρουν, ὅταν θὰ ἔλθῃ τὸ γῆρας καί ἡ ἀποστράτευσις τοὺς καταλάβῃ. Μὴ ἐκπλήττεσθε, κύριοι βουλευταί, διότι προϊόντος τοῦ χρόνου ἡ ποιότης τῶν στρατολογουμένων ὑπαλλήλων μένει στάσιμος ἀντὶ νὰ ἀνέρχεται, ἐνῷ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀνέρχεται, διότι, ὅσον περισσότερον αὐξάνει ὁ ρόλος τοῦ Κράτους διὰ τῆς ἐπεμβάσεώς του εἰς τὰ οἰκονομικὰ καὶ κοινωνικὰ ζητήματα, τόσον περισσότερον θὰ ἔπρεπε νὰ προσελκύωνται οἱ ἀριστεῖς κάθε γενεᾶς καὶ νὰ ἔρχωνται πρὸς τὸ Κράτος διὰ νὰ τὸ ὑπηρετήσουν. Εἶναι ἕνα κίνητρον καὶ ἡ εὐγενὴς φιλοδοξία, καὶ πολλοὶ τὴν ἠκολουθήσαμεν. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ. Καὶ ἂν δὲν βλέπω σήμερον ἀνάλογον προθεσμίαν πρὸς τὰ δημόσια λειτουργήματα ἱκανῶν νέων εἷς ἐκ τῶν λόγων τῆς ἀπροθυμίας εἶναι ἀσφαλῶς καί τὸ φάσμα τῆς δυστυχίας, ποὺ ἔχει μπροστά του ὁ ἐπίδοξος ὑπάλληλος ἢ δικαστής. Εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἐξήγησα διὰ ποίους λόγους εἶχον προτείνει τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου, ἐν γνώσει τῆς δυσκολίας ποὺ θὰ εὑρίσκετο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὄχι διότι δέχομαι νὰ τὸν φέρωμεν εἰς δύσκολον θέσιν, διότι καθ’ ἕνας καταλαβαίνει πόσον βαρὺς εἶναι ὁ ρόλος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ πρέπει πᾶς τις νὰ τὸν σέβεται καί νὰ τὸν βοηθῇ, ἀλλὰ διότι ἠθέλησα διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ νὰ ἀποδείξω πρῶτον, ὅτι πρέπει ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ διαμαρτυρηθῇ διὰ τὴν τοιαύτην ἀντιμετώπισιν τοῦ ζητήματος καὶ δεύτερον, ὅτι πρέπει νὰ πεισθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις ὅτι, ἐκ τοῦ συνόλου τοῦ ποσοῦ τῶν ἐσόδων τὰ ὁποῖα διαθέτει διὰ τὴν ἀνταμοιβὴν τῶν ὑπηρετούντων καὶ ὑπηρετησάντων τὸ Κράτος ἔπρεπε νὰ κάμῃ μίαν κατανομὴν τοιαύτην, ὥστε νὰ μὴ ἀφήσῃ ἀνικανοποίητα τὰ αἰτήματα τῶν συνταξιούχων. Ἤθελα νὰ ὑποδείξω ὅτι εἶναι κρατικὴ ἀνάγκη νὰ αὐξηθοῦν αἱ συντάξεις κατὰ ἕνα ποσοστὸν λογικὸν καὶ πρὸς τοῦτο ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ εὕρῃ τοὺς πόρους, ὅπως εὑρίσκει τούτους δι’ ἄλλους σκοποὺς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἢ ἀλλέως, ἤθελα νὰ τονίσω, ὅτι ἐὰν ἡ ἀνάγκη αὐτὴ δὲν εἶναι κρατικὴ πρέπει τὸ Κράτος νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ διακηρύξῃ ὅτι δὲν χρειάζεται ἀντιμετώπισιν τὸ ζήτημα καὶ ὅτι ἀδιαφορεῖ ἂν θὰ ἀποθάνουν ἀπὸ τὰς στερήσεις ὅσοι τὸ ὑπηρέτησαν εἰς τὸ παρελθόν. Ἀλλ’ αὐτὸ ἀποτελεῖ ἄρνησιν τῆς ἀποστολῆς τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν θὰ εἶναι βέβαια ἡ μόνη. Εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔγιναν ἀπεργίαι Δημοσίων Ὑπαλλήλων ἰδίως κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν εἰς βαθμὸν καί ἔκτασιν πρωτοφανῆ δι’ οἱανδήποτε ἄλλην χώραν τῆς Εὐρώπης καὶ ἔγιναν ἀνεκταὶ ἀπὸ τὰς Κυβερνήσεις. Τοῦτο σημαίνει ὅτι ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει ἕνα ζήτημα πολὺ βαθύτερον, τοῦ ὁποίου ἡ ἀντιμετώπισις ἐπιβάλλεται καί κατά τινα τρόπον γίνεται ἀτελῶς διὰ τοῦ νέου μισθολογίου.
§97Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὑπάρχει ἀνυπαρξία Κυβερνήσεων.
§98Α. ΣΒΩΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἕνα ἐπιχείρημα. Ἀλλ’ αἱ ἀπεργίαι ἔγιναν κατὰ τὸ πλεῖστον καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ Στρατιωτικοῦ νόμου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει ὅτι τὰ ζητήματα ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε δὲν ἀπετολμήθη νὰ ἀντιμετωπισθοῦν διὰ μιᾶς εὐκόλου ἀπαγορεύσεως ἢ μιᾶς εὐκόλου καταστολῆς. Πρέπει λοιπὸν νὰ συμπεράνωμεν ὅτι μόνον διὰ τοὺς συνταξιούχους αἱ Κυβερνήσεις πρέπει νὰ μένουν ἀπαθεῖς;
§99Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Σεῖς θεωρεῖτε, κύριε Πρόεδρε, δυνατήν, τὴν μετὰ τετράμηνον ἱκανοποίησιν τοῦ αἰτήματος τῶν συνταξιούχων;
§100Α. ΣΒΩΛΟΣ. Τὴν θεωρῶ ἀναγκαίαν. Τὴν δυνατότητα τῆς ἱκανοποιήσεως θὰ τὴν δημιουργήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ὅπως λ. χ. ἡ στρατιωτικὴ ἡγεσία λέγει ὅτι διὰ τὸν στρατὸν χρειάζεται τόσας δαπάνας καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εὑρίσκει πῶς θὰ τὰς καλύψῃ ἢ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ζητεῖ ὡρισμένον μισθολόγιον διὰ τοὺς δικαστικοὺς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εὑρίσκει τὰ μέσα νὰ τὸ ἱκανοποιήσῃ, ἔτσι καὶ διὰ τὸ θέμα τῶν συνταξιούχων πρέπει νὰ γίνῃ συνείδησις ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀντιμετωπισθῇ. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέραν εἶναι ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἡ λύσις τοῦ ζητήματος.
§101Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Λόγῳ τῆς εἰδικότητός σας θεωρεῖτε δυνατὴν τὴν μετὰ τετράμηνον ἱκανοποίησιν τοῦ αἰτήματος καὶ ἐὰν εἶναι αὕτη δυνατὴ μετὰ τετράμηνον, διατί δὲν εἶναι ἀπὸ σήμερον δυνατή;
§102Α. ΣΒΩΛΟΣ. Ἐγὼ τὴν θεωρῶ ἀναγκαίαν εἰς πᾶσαν περίπτωσιν. Ἐὰν εἶναι δυνατὴ μετὰ τετράμηνον ἐρωτήσατε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διατὶ δὲν εἶναι καὶ σήμερα.
§103ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχει καμμία ἐγγύησις;
§104Α. ΣΒΩΛΟΣ. Ἐὰν δὲν μεσολαβήσῃ ἄλλη νομοθετικὴ πρᾶξις ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου διὰ τῆς τροπολογίας τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς θὰ φέρῃ αὐτομάτως τὴν αὔξησιν τῶν σημερινῶν συντάξεων μετὰ τετράμηνον, διὰ τῆς ἀναπροσαρμογῆς τῶν συντάξεων πρὸς τὰ 80% τοῦ νέου μισθολογίου. Διὰ νὰ μὴ λειτουργήσῃ αὐτὴ ἡ αὐτόματος αὔξησις θὰ ἔπρεπε πρὸ τῆς λήξεως τοῦ τετραμήνου νὰ παρεμβληθῇ νέα ἀντίθετος νομοθετικὴ πρᾶξις. Δὲν φαντάζομαι βέβαια ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ θελήσῃ νὰ ματαιώσῃ τοὐλάχιστον τὴν μελλοντικὴν αὐτὴν αὔξησιν ἢ νὰ παρατείνῃ τὸ τετράμηνον.
§105Α. ΚΑΡΑΘΟΔΩΡΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐγγυήσεις εὔχομαι νὰ μακροημερεύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει καμμία ἐγγύησις ὅτι θὰ εἶναι ἐκεῖνος ὅστις θὰ ἀναλάβῃ τὰς εὐθύνας. Ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρασκευάζει καθ’ ὃν τρόπον παρασκευάζει τὸν προϋπολογισμόν, ποία ἐγγύησις ὑπάρχει ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἡ δυνατότης καὶ ἡ εὐχέρεια νὰ ἱκονοποιήσῃ τὸ αἴτημα αὐτό.
§106Α. ΣΒΩΛΟΣ. Δὲν θέλω νὰ ὑπεραμυνθῶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ διατάξεως νόμου, τῆς ὁποίας ἡ ἐφαρμογὴ δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν σημερινὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἀλλὰ ἀπὸ τὸν οἱονδήποτε Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ θέμα εἶναι ἄλλο. Ἐὰν ὁ σημερινὸς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν λῆξιν τοῦ τετραμήνου εἴτε ἕνας διάδοχός του εὑρεθῇ πρὸ οἰκονομικῆς ἀδυναμίας τί θὰ γίνῃ; Ὁ φόβος μου εἶναι εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν μήπως καταφύγῃ εἰς νέαν ἀντίθετον διάταξιν. Καὶ διὰ μὲν τῆς Βουλῆς θὰ εἶναι εὔκολον νὰ τὴν ἐπιτύχῃ, δὲν ξέρω ὅμως ἂν δὲν θὰ θελήσῃ νὰ καταφύγῃ εἰς ἄλλην ὁδόν, τὴν περίφημον ὁδὸν τῶν ἀναγκαστικῶν νόμων. Κύριοι βουλευταί, ἔρχομαι τώρα εἰς ἄλλο ζήτημα. Ἔχω ἀντίρρησιν βασικὴν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως εἰδικῶν ταμείων καί νομικῶν προσώπων. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἕλκει τὴν θεωρητικήν του καταγωγὴν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς ἑνότητος τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ ὁποία ἀντιτίθεται εἰς τὴν ὕπαρξιν χωριστῶν προϋπολογισμῶν, χωριστῶν ὀργανισμῶν. Τοιοῦτοι ὀργανισμοὶ ὑπῆρχον καὶ ὑπάρχουν παρ’ ἡμῖν πολλοί. Τὰ διάφορα εἰδικὰ ταμεῖα, οἱ εἰδικοὶ λογαριασμοί, τὰ διάφορα νομικὰ πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ μὴ λησμονεῖτε, δὲν ἔχουν ἱδρυθῇ αὐθαιρέτως ἀλλὰ διὰ νόμων. Καὶ ἑπομένως ἂν ὑπῆρξεν κἄτι κακὸν εἰς τὴν διάσπασιν τῆς ἑνότητος τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ κακὸν αὐτὸ τὸ ἔχει κάμει ἡ ἰδία ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Καὶ ἐξ ἄλλου τὴν Διοίκησιν, τὴν ὀργάνωσιν τῶν Ταμείων αὐτῶν καί τὴν ἐπίβλεψιν δὲν τὴν ἔχουν ἀνεύθυνοι ἄνθρωποι, ἀλλὰ πάλιν οἱ ὑπουργοὶ εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ὁποίων ὑπάγεται κάθε Ταμεῖον, αἱ κρατικαὶ ὑπηρεσίαι, αἱ Κυβερνήσεις. Ἔρχεται τώρα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καί ἐν ὀνόματι τῆς ἀρχῆς τῆς ἑνότητος τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ διὰ νὰ ἐξοικονομήσῃ 21 δισεκατομμύρια ὅπως μᾶς ἐξέθεσε ζητεῖ καὶ θέλει νὰ λάβῃ μίαν γενικὴν ἐξουσιοδότησιν νὰ καταργήσῃ διὰ διαταγμάτων οἱονδήποτε εἰδικὸν λογαριασμόν, Ταμεῖον ἢ Νομικὸν πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου, οἱονδήποτε τοιοῦτον ὀργανισμόν. Διὰ τοὺς λεγομένους εἰδικοὺς λογαριασμοὺς δὲν θὰ εἶχα ἐπιφύλαξιν. Καὶ ἄνευ τῶν ἐξηγήσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πᾶς τις θὰ ἀντελαμβάνετο ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀκίνδυνον. Διὰ τὰ Ταμεῖα καὶ τὰ Ν.Π.Δ.Δ. θὰ ἠμποροῦσε νὰ γίνῃ κατ’ ἀρχὴν συζήτησις. Ἀλλὰ περὶ ποίων Ταμείων καὶ Νομικῶν προσώπων πρόκειται; Ποῖα θὰ καταργηθοῦν; Δὲν εἶδα τοιαύτην διατύπωσιν χωρὶς ἀντίστοιχον διαφώτισιν τῆς Βουλῆς εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, περὶ τῶν συγκεκριμένων περιπτώσεων καὶ τῶν συγκεκριμένων σκέψεων τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἄν ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις μᾶς ἔδιδεν τὰ στοιχεῖα διὰ νὰ μάθωμεν πρῶτον ποῖα καὶ πόσα εἶναι τὰ Ταμεῖα, τὰ Ν.Π.Δ.Δ. καὶ διὰ νὰ κρίνωμεν μὲ ποῖα κριτήρια ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἢ ἡ Κυβέρνησις θὰ καταργήσῃ αὐτὰ καί ποῖα ἢ πόσα περίπου, ἂν δηλαδὴ ἔστω καὶ ἐνδεικτικῶς ἐγνωρίζαμε τὶ ἔχει κατὰ νοῦν ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἠμπορούσαμεν νὰ κρίνωμεν ἂν θὰ πρέπει νὰ δώσωμεν τὴν ἐξουσιοδότησιν. Ταμεῖα εἶναι καί τὰ Λιμενικὰ καὶ Ν.Π.Δ.Δ. εἶναι τὰ Πανεπιστήμια καὶ πλεῖστοι ἄλλοι ὀργανισμοί. Βέβαια δὲν θὰ εἶναι παράφρων οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὥστε νὰ καταργήσῃ συλλήβδην τοιούτου εἴδους νομικὰ πρόσωπα καὶ Ταμεῖα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν μίαν διάταξιν τῆς ὁποίας δὲν ἠξέρομεν οὔτε κατὰ προσέγγισιν τὴν πιθανὴν ἔκτασιν τῆς ἐφαρμογῆς. Ἀλλὰ θ’ ἀπασχοληθῶ εἰδικώτερον, κύριοι βουλευταί μὲ τὰ εἰδικὰ Ταμεῖα. Ὑπάρχουν πολλὰ καὶ ἡ ὕπαρξίς των ὅπως εἶπα ἠμπορεῖ νὰ μὴ συμβιβάζεται μὲ τὰς θεωρητικὰς ἀρχὰς τὰς ὁποίας ξέρουμε. Καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος ὅταν ἐδίδασκον περὶ προϋπολογισμοῦ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον ἐξῆρα τὴν σημασίαν τῆς ἑνότητος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Προσέθετον ὅμως καί τότε ὅτι ὑπάρχουν εἰς τὴν Ἑλλάδα πλεῖστα Ταμεῖα ποὺ οὔτε ἐπιβλαβῆ οὔτε κἂν ἄχρηστα εἶναι. Καὶ ὁ λόγος, κύριοι βουλευταί, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἤμην κατ’ ἀρχὴν ἐχθρὸς παντὸς εἰδικοῦ Ταμείου, εἶναι ὅτι ἀποτελοῦν μίαν μορφὴν αὐτοδιοικήσεως καὶ ἀποκεντρώσεως, δηλαδὴ μίαν μορφὴν ἐπιμελείας τοπικῶν συμφερόντων διὰ τοπικῶν δυνάμεων καί κατὰ βάσιν διὰ τοπικῶν πόρων. Εἰς ἕνα Κράτος ὅπως εἶναι τὸ Ἑλληνικὸν τοῦ ὁποίου ἡ πολιτικὴ καὶ διοικητικὴ διοργάνωσις εἶναι ἄκρως συγκεντρωτικὴ ὅπως τὸ ξέρετε, εἰς ἕνα Κράτος εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ δικτατορία τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπάρχει ὅμως ἡ δικτατορία τοῦ μηχανισμοῦ ποὺ σιγὰ–σιγὰ ἀνδρώθηκε καὶ ὀνομάζεται γενικὴ Διεύθυνσις Δημοσίου Λογιστικοῦ, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἐξεγείρεται κανεὶς πρὸ τοῦ φαινομένου ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἢ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον κάμνουν μίαν ἱεράρχησιν τῶν κρατικῶν ἀναγκῶν μὲ ἰδικά των κριτήρια, τὰ ὁποῖα ἠμπορεῖ νὰ εἶναι καλὰ δημοσιονομικῶς ἀλλὰ ἀγνοοῦν καὶ περιφρονοῦν τὰς τοπικὰς ἀνάγκας ἢ τὰς μερικωτέρας ἀνάγκας αἱ ὁποῖαι ἐν τούτοις εἶναι τὸ μεγαλύτερον μέρος τῶν ἀναγκῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοῦ λαοῦ τῆς Ἐπαρχίας. Κύριοι βουλευταί, ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ μία συζήτησις περὶ τῆς καταστάσεως τῶν Ἐπαρχιῶν. Λυποῦμαι ὅτι δὲν ἔγινεν ἡ συζήτησις αὐτή. Ἔπρεπε νὰ γίνῃ διὰ νὰ τονισθῇ τοῦτο: Ἡ μεγίστη κακομοιριά, ἡ μεγίστη ἀνισότης καί ἡ μεγίστη ὑποτέλεια, θὰ ἔλεγον, τοῦ μεγαλυτέρου μέρους τῶν Ἐπαρχιῶν εἰς τὴν Πρωτεύουσαν. Ἐὰν ὑπάρχῃ μία δυσφορία τοῦ κόσμου τῶν Ἐπαρχιῶν ἡ ὁποία πολλὲς φορὲς φθάνει εἰς ὀξύτητα, εἰς ὑπερβολήν, εἰς ἕνα εἶδος μίσους κατὰ τῆς Πρωτευούσης, εἶναι διότι βλέπει ὁ κόσμος αὐτὸς πόσον εἶναι ἀδικημένος καὶ πόσον εἶναι παραμελημένος. Ἔναντι τῆς παραμελήσεως αὐτῆς δὲν λέγω ὅτι ἀποτελεῖ πανάκειαν ἡ ὕπαρξις εἰδικῶν ταμείων δι’ εἰδικοὺς τοπικοὺς σκοπούς, ἀλλὰ λέγω ὅτι ἡ κατάργησις τῶν εἰδικῶν Ταμείων συλλήβδην, ἀντὶ μιᾶς καλυτέρας ὀργανώσεώς των καὶ μιᾶς ἐπιμελεστέρας παρακολουθήσεώς των ἀποκόπτει μίαν ἐλπίδα καὶ μίαν παρηγορίαν ὅτι θὰ ἠμποροῦσαν καὶ αἱ ἐπαρχίαι ἢ οἱ ἐπαρχιακοὶ σκοποί ἢ αἱ τοπικαὶ ἀνάγκαι νὰ εὕρουν κἄποιον ἀντιλήπτορα τῶν ἀναγκῶν των προερχόμενον ὄχι ἀπὸ τοὺς παντοδυνάμους αὐτοκράτορας τοῦ Γεν. Λογιστηρίου ἀλλ’ ἀπὸ ἕνα ἰδιαίτερον προϋπολογισμόν.
§107ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὐδοκιμήσῃ ἡ Ἐπαρχία ἂν δὲν εἰσαγάγωμεν Νομαρχιακὴν αὐτοδιοίκησιν.
§108Α. ΣΒΩΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, ἀλλὰ πάντως ἔχω δίκαιον λέγων ὅτι ἡ φροντὶς δι’ εἰδικοὺς σκοποὺς μὲ εἰδικὰ Ταμεῖα εἶναι μία μορφή, ἕνα εἶδος αὐτοδιοικήσεως εἴτε ἐλλείψει καλυτέρας εἴτε ἐὰν ὑπάρξῃ νομαρχιακὴ αὐτοδιοίκησις. Δι’ αὐτὸ καὶ πιστεύω ὅτι ὑποχρέωσις εἶναι νὰ βελτιώσωμεν αὐτὴν τὴν μορφὴν ἐξυπηρετήσεως εἰδικῶν σκοπῶν, νὰ μὴ τὴν κατανοήσωμεν ὅμως συλλήβδην, νὰ μὴ τὴν κόψωμεν μὲ τὸ μαχαῖρι. Φυσικὰ ἂν ἕνα εἰδικὸν Ταμεῖον ἔχει ἐκπληρώσῃ ἤδη τὸν σκοπόν του ἢ ἂν δὲν ἔχῃ πόρους πρέπει νὰ καταργηθῇ. Ἀλλ’ αἱ ἀντιρρήσεις μου, ὅπως θὰ ἀντιληφθῆτε εἶναι ἀντιρρήσεις ἀρχῆς καὶ ἀντιρρήσεις κατόπιν ἐκτάσεως τῆς ἐξουσιοδοτήσεως ἡ ὁποία ζητεῖται ἐδῶ, καὶ τὴν ὁποίαν θὰ ἐψήφιζα ἂν τοὐλάχιστον εἶχα μίαν ἔκθεσιν ἡ ὁποία νὰ ἔλεγεν τί περίπου ἔχει ὑπ’ ὄψιν της ἡ Ὑπηρεσία καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσηγούμενος τὸ μέτρον αὐτό. Ὁ ἴδιος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ὑπῆρξεν εἰς θέσιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς διαφωτίσῃ εἰς τὸ θέμα αὐτό. Κανεὶς δὲ ἐξ ἡμῶν δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ πόσα, ποῖα καὶ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται τὰ εἰδικὰ Ταμεῖα. Λάθος κάποιου ἁρμοδίου. Διότι τὰ Ταμεῖα αὐτὰ δὲν εἶναι ἀδέσποτα. Ὑπάγονται εἰς τὴν ἐποπτείαν ἑνὸς Ὑπουργείου. Δὲν ἦτο τόσον δύσκολον ἀπὸ τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα νὰ συγκεντρωθῶσιν διὰ μιᾶς ἀπογραφῆς ὅλα τὰ στοιχεῖα ποὺ ἀφοροῦν τὰ Ταμεῖα ὥστε νὰ γνωρίζωμεν τὶ πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν.
§109ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μήπως μετὰ πρότασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου θὰ ἐξησφαλίζετο κάτι καλύτερον.
§110Α. ΣΒΩΛΟΣ. Δὲν μοῦ φθάνει αὐτό, κ. συνάδελφε, διότι ἡμεῖς ἀναλαμβάνομεν τὴν εὐθύνην τῆς ἐξουσιοδοτήσεως διὰ τὴν κατάργησιν τῶν ὀργανισμῶν αὐτῶν, δηλ. ἡμεῖς ὡς Βουλή, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν ἱδρύσει κατὰ τὸ πλεῖστον τὰ Ταμεῖα αὐτά, διότι καθὼς εἶπα ὅλα ἔχουν ἱδρυθῆ δυνάμει νόμων, δὲν πιστεύω δὲ ὅτι εἰδικὰ Ταμεῖα ἐννοοῦνται τὰ σωματειακῆς φύσεως λ.χ. τὰ ταμεῖα ἀλληλοβοηθείας. Ἀφίνω ὅτι ἀμφιβάλλω ἀκόμη καὶ ἂν τὸ ἐνεργητικὸν τὸ ὁποῖον θὰ παραλάβῃ καθαρὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θ’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς προσδοκίας του. Διότι τὰ Ταμεῖα αὐτὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴν ἔχουν ὑποχρεώσεις. Κατὰ πληροφορίας δέ, ποὺ ἔχω, θὰ ἀντιμετωπίσωμεν καὶ ἕνα πρόβλημα προσωπικοῦ τῶν Ταμείων αὐτῶν, τὸ ὁποῖον ἐὰν ἡ πληροφορία μου εἶναι ἀκριβής, ἀνέρχεται εἰς 50.000 πρόσωπα. Βεβαίως δὲν θὰ καταργηθοῦν σήμερον τὰ Ταμεῖα καὶ τὰ Ν.Π.Δ.Δ. οὔτε θὰ καταργηθοῦν ἀθρόως. Ἀλλὰ εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας, ὡς ποῦ φθάνει, ὡς ποῦ ἀκοντίζει ἡ Βουλὴ δίδουσα τὴν ἐξουσιοδότησιν. Δὲν νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν ποὺ ὑπάρχει ἤδη ἕνα ἀφανὲς καὶ ἕνα ἐμφανὲς πρόβλημα ἀπασχολήσεως πλείστων ὅσων κατηγοριῶν, καὶ μάλιστα ὄχι χειροβιώτων ἀνθρώπων, ὅτι πρέπει νὰ προσθέσωμεν ἕνα νέον κῦμα ἀνέργων χιλιάδων δηλαδὴ διανοητικῶν ἐργατῶν διὰ νὰ αὐξήσωμεν τὸ καταθλιπτικὸν βάρος τῶν ἄλλων, ποὺ ὑπάρχουν ἤδη. Ὑπεστηρίχθη, ὡς ἐγγύησις, ὅτι θὰ ἔπρεπε περὶ τῆς καταργήσεως Ταμείων ἢ Ν.Π.Δ.Δ. νὰ γνωμοδοτήσῃ τὸ Συμβούλιον τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ, ὅπως θὰ γνωμοδοτήσῃ διὰ τὴν ἀνασυγκρότησιν. Ἡ ὁμοιότης ὅμως μεταξὺ τῶν δύο θεμάτων δὲν ὑπάρχει. Τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο, ποὺ κατὰ τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ἐνομοθετήθη, σκοπὸν ἔχει νὰ γνωμοδοτῇ καὶ νὰ συμβουλεύῃ μονίμως τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τοῦ προβλήματος τῆς Ἀνασυγκροτήσεως καὶ νὰ μεταβιβάζῃ μέχρι τοῦ Ὑπουργείου τὰς ἀπόψεις τοῦ ἐργαζομένου κόσμου, τὸν ὁποῖον κατὰ μέγιστον λόγον, ἐνδιαφέρει ἡ ἀνασυγκρότησις. Ἐδῶ, ὅμως, θὰ εἶναι ἄτοπον νὰ ζητήσωμεν τὴν γνωμοδότησιν ἑνὸς τοιούτου Συμβουλίου. Διότι ἐφ’ ἅπαξ θὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ ἐπέμβασις τοῦ Κράτους καὶ τὰ Ταμεῖα θὰ διαλυθοῦν. Θὰ ἠμποροῦσε τὸ πολὺ νὰ ψηφισθῇ μία τροπολογία ὑποχρεοῦσα τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ ζητῇ προηγουμένως τὴν γνώμην τῶν πλησιέστερον ἐνδιαφερομένων κοινωνικῶν ὀργανώσεων, αἱ ὁποῖαι ἔχουν σχέσιν μὲ τὰ ὑπὸ κατάργησιν Ταμεῖα. Ἀλλὰ εἰς τί ὠφελεῖ ὅταν ὑπάρχῃ ἕνα ζήτημα ἀρχῆς διὰ τὴν Βουλήν; Ἡ ἰδική μου ἀντίρρησις εἶναι ὅτι δὲν ὑπάρχει πρόγνωσις περὶ τῆς ἐκτάσεως, τὴν ὁποίαν θὰ πάρῃ τὸ μέτρον αὐτὸ καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ καταψηφίσω. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν τελευταίαν διάταξιν, περὶ τῆς ὁποίας γίνεται λόγος ἐδῶ, διὰ τὴν ρύθμισιν τῶν Ταμείων Ἀλληλοβοηθείας τῶν Ἀξιωματικῶν...
§111ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπεσύρθη.
§112Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἀπεσύρθη.
§113Α. ΣΒΩΛΟΣ. Χαίρω πολύ, διότι ἀπαλλάσσομαι τοῦ κόπου νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐπ’ αὐτοῦ. Τὸ κύριον σημεῖον τῆς σημερινῆς συζητήσεως, κύριοι βουλευταί, συγκεντροῦται ὄχι εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ μισθολογίου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ συζητήσωμεν ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, ἀλλ’ εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῶν συντάξεων. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἡ Βουλὴ νὰ μείνῃ ἀσυγκίνητος πρὸ τοῦ ζητήματος, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ θελήσῃ τὰς θυσίας, ποὺ πρέπει νὰ καταβάλωμεν διὰ τὴν ἀνασυγκρότησιν, νὰ τὰς ἐπιβάλῃ μονομερῶς εἰς τὸ ἀσθενέστερον στοιχεῖον τοῦ ἐργαζομένου Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ εἰς τὸ συμπαθέστερον τμῆμα τῶν ἀνθρώπων ποὺ ζοῦν ἀπὸ ἕνα καθωρισμένον καὶ πεπερασμένον εἰσόδημα. Τέτοια ἀδιαφορία, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ὀλιγώτερον, δὲν θὰ ἦτο γενναία καὶ δὲν θὰ ἦτο ἀξία τῶν ἀπαιτήσεων ποὺ ἔχει ἀπὸ ἡμᾶς ὁ λαός. (Χειροκροτήματα).
§114Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νομοσχεδίου δι’ ἧς παρέχεται εἰς τὸν ἑκάστοτε Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸ δικαίωμα συγχωνεύσεως ἢ καταργήσεως νομικῶν προσώπων δημοσίου δικαίου, εἰδικῶν ταμείων καὶ ὀργανισμῶν ἐγκυμονεῖ μεγίστους κινδύνους, διότι ἐκ τῆς ἀνεξελέγκτου κρίσεως ἑνὸς Ὑπουργοῦ ἐξαρτᾶται ἡ διατήρησις ἢ ἡ κατάργησις νομικῶν προσώπων καὶ ὀργανισμῶν μεγίστης κοινωνικῆς σημασίας καὶ σκοπιμότητος. Οἱ φόβοι τοὺς ὁποίους ἐξεφράσατε ἐξ ἀφορμῆς τῆς εὐρείας αὐτῆς ἐκτάσεως νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως εἶναι βάσιμοι καὶ δι’ αὐτὸ ἐπιβάλλεται ἡ θέσπισις φραγμῶν εἰς μίαν τοιαύτην δικαιοδοσίαν. Προτείνω συνεπῶς ὅπως προβλεφθῇ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἡ ὕπαρξις ἑνὸς συλλογικοῦ γνωμοδοτικοῦ ὀργάνου ἀπαρτιζομένου ἐκ τῶν ἐκπροσώπων τῶν κυριωτέρων ἐργατικῶν, ἀγροτικῶν καὶ ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων ὁμοίου πρὸς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐθεσπίσθη εἰς τὸ ψηφισθὲν πρὸ ἡμερῶν νομοθέτημα περὶ ὀργανώσεως τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ. Φρονῶ ὅτι διὰ τῆς ἀποδοχῆς τῆς τροπολογίας αὐτῆς καὶ συμπληρώσεως τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου θὰ ἐξασφαλισθοῦν ὅλαι αἱ ἐγγυήσεις, διότι τὸ Συλλογικὸν αὐτὸ ὄργανον ποὺ θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ τὰς εἰδικὰς οἰκονομικὰς καὶ κοινωνικὰς συνθήκας ὑφ’ ἃς ὑφίσταται καὶ λειτουργεῖ ἕκαστον ταμεῖον ἢ ὀργανισμός, θὰ γνωμοδοτῇ κατὰ τρόπον κοινωνικῶς ἐπωφελῆ ὑπὲρ τῆς καταργήσεως ἢ διατηρήσεως ἢ συγχωνεύσεώς του. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι δημιουργεῖ σοβαρὰς ἀνησυχίας διὰ τὸ μέλλον πολλῶν κοινωφελῶν ὀργανισμῶν ἡ διάταξις αὐτὴ ἡ θεσπίζουσα τὴν εὐρυτάτην αὐτὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Κάντζιας ἔχει τὸν λόγον.
§116Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Ὀρθῶς, κύριοι βουλευταί, τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον συνεκέντρωσε τὴν προσοχὴν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, διότι πρόκειται περὶ μιᾶς ἐξουσιοδοτήσεως, τοσαύτης σημασίας, διὰ τῆς ὁποίας ὁ Ὑπουργὸς θὰ καθορίσῃ τὸ μισθολόγιον τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, θὰ τακτοποιήσῃ τοὺς διαφόρους εἰδικοὺς λογαριασμοὺς καὶ θὰ ρυθμίσῃ τὰ τῶν Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου. Εἶναι προβλήματα, τὰ ὁποῖα ἀπησχόλησαν τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρον τὴν κοινὴν γνώμην ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν. Ἡ ἐξουσιοδότησις, ἡ ὁποία ζητεῖται ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν τακτοποίησιν τῆς μισθοδοσίας τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων εἶναι βεβαίως θέμα τοιαύτης εὐρύτητος, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ὑπερβολὴ νὰ ὑποστηρίξωμεν ὅτι ἐκ τῆς τακτοποιήσεως τοῦ θέματος αὐτοῦ πρόκειται νὰ τεθοῦν αἱ βάσεις τῆς ὁμαλῆς λειτουργίας τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν ἔχομεν βέβαια τὸ δικαίωμα ἢ μᾶλλον δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως αὐτῆς νὰ κρίνωμεν ὁλόκληρον τὸ θέμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐν τούτοις θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναφερθῶμεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν, δεδομένου ὅτι τὸ θέμα τῆς μισθοδοσίας τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων συνδέεται ἀπολύτως μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Βεβαίως, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ προθυστέρως εἰσάγεται πρὸς συζήτησιν, διότι θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ψηφισθῆ πρὶν τῆς καταθέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, καθ’ ὅσον βάσει αὐτῆς τῆς ἐξουσιοδοτήσεως θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ καταρτίσῃ τὸ νέον μισθολόγιον καὶ ἑπομένως νὰ συντάξῃ τὸν προϋπολογισμόν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν τῇ ἀνάγκῃ νὰ καταθέσῃ τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Βουλήν, προέβη εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ μισθολογίου. Βεβαίως τὸ νομοσχέδιον ἔχει κατατεθῆ ἀπὸ καιροῦ εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ ἐπεξειργάζετο ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ διὰ τῆς ἐπιψηφίσεώς του, ἔστω καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων τακτοποιεῖται τυπικῶς. Θὰ ἤθελον, κ. συνάδελφοι, νὰ θίξω τὸ ἑξῆς ζήτημα: Φοβοῦμαι ὅτι τὸ μέγα αὐτὸ θέμα τῆς νέας ρυθμίσεως τοῦ μισθολογίου καὶ ἑπομένως ἡ ὁμαλὴ λειτουργία τῆς κρατικῆς μηχανῆς, ἡ ὁμαλὴ λειτουργία τῆς διοικήσεως, δὲν ἐπιτυγχάνεται διότι οἱ μισθοὶ τοὺς ὁποίους καθορίζει τὸ νέον μισθολόγιον, τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὸν κατατεθέντα προϋπολογισμόν, κυρίως τῶν κατωτέρων ὑπαλλήλων, εἶναι μικροὶ καὶ εἰς πολλὰς περιπτώσεις μικρότεροι τῶν προηγουμένων. Εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ νέων ἀνωμαλιῶν καὶ ἡ ὑπόθεσις τῆς ἀναδιοργανώσεως τῆς Διοικήσεως δὲν λύεται καὶ πάλιν καὶ θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ ἀσχοληθῶμεν μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐκ νέου καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ κοινὴ γνώμη. Δὲν θὰ ἐπεκταθῶ εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως διὰ νὰ δώσω παραδείγματα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ κυρίως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, παραδείγματα ἀνωμαλιῶν καὶ ἀδικιῶν, αἱ ὁποῖαι παρατηροῦνται διὰ τοῦ νέου μισθολογίου εἰς ὅλους σχεδὸν τοὺς κατωτέρους βαθμοὺς τῆς ὑπαλληλικῆς ἱεραρχίας, ἀλλὰ θὰ περιορισθῶ εἰς παραδείγματα, ὡρισμένων κλάδων διὰ νὰ δώσω ἀφορμὴν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ σκεφθῇ κατὰ τίνα τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ τακτοποιηθοῦν αἱ ἀνωμαλίαι καὶ αἱ ἀδικίαι αὐταί. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν κλάδον τῶν ὑπαλλήλων τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων δὲν θὰ θελήσω νὰ ἀσχοληθῶ, διότι οὔτε καὶ χρόνος ὑπάρχει καὶ ἡ Βουλὴ ἐκουράσθη ἀπὸ τοὺς προηγουμένους ρήτορας. Θὰ περιορισθῶ λοιπὸν κυρίως εἰς ὡρισμένας κατηγορίας μισθωτῶν κρατικῶν ὀργάνων, ἐκείνων ποὺ δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ διαμαρτυρηθοῦν, ἐκείνων ποὺ λόγῳ τῆς θέσεώς των καὶ λόγῳ τοῦ λειτουργήματός των δὲν δύνανται οὔτε νὰ κατέλθουν εἰς ἀπεργίαν, οὔτε ὑπόμνημα διαμαρτυρίας νὰ ὑποβάλουν, δηλαδὴ περὶ τῶν ἀνδρῶν τῶν δύο Σωμάτων Ἀσφαλείας καὶ τοῦ Πυροσβεστικοῦ Σώματος. Καὶ θίγω τοῦτο τὸ ζήτημα εἰδικῶς, κ. Ὑπουργέ, διότι εἶχα κάμει καὶ μίαν ἐπερώτησιν εἰς τὴν ὁποίαν ἀπηντήσατε, ὅτι εὐθὺς ἅμα τῇ καταθέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ τακτοποιηθῇ καὶ τὸ ζήτημα τῆς μισθοδοσίας τῶν ἀνδρῶν τῶν Σωμάτων Ἀσφαλείας καὶ θὰ τακτοποιηθῇ, κατὰ τρόπον μᾶλλον ἱκανοποιητικόν, ὡς λέγετε εἰς τὴν πρὸς ἐμὲ ἀπάντησίν σας. Ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν μόνον ἕνα παράδειγμα διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε, κ. βουλευταί, πρὸ ποίου ἀδιεξόδου φέρομεν τὰ Σώματα Ἀσφαλείας, τοὺς ἄνδρας των, οἱ ὁποῖοι διακινδυνεύουν καθημερινῶς τὴν ζωήν των.
§117Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Θὰ σᾶς εἴπω χειρότερον παράδειγμα, κ. συνάδελφε. Δὲν πρόκειται αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἀναφέρωμεν παραδείγματα.
§118Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ἀναφέρω μερικοὺς ἀριθμούς. Σήμερον ὅλοι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, καὶ οἱ ἄνδρες τῶν Σωμάτων Ἀσφαλείας λαμβάνουν εἰς πλείστας περιπτώσεις τὸν μισθὸν τοῦ ἀνωτέρου βαθμοῦ ἢ μᾶλλον ἔχουν τὴν οἰκονομικὴν προαγωγήν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καταργεῖται διὰ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νόμου. Συνέβαινε δὲ τὸ ἑξῆς: Ἕνας ἐνωμοτάρχης ἢ ἀρχιφύλαξ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἀστυνομίαν Πόλεων, ὁ ὁποῖος ἔχει 3 παιδιά, πρᾶγμα συνηθέστατον, ἢ 2 παιδιὰ καὶ ἀκόμη 15 χρόνια ὑπηρεσίαν μὲ τὰ πρόσθετα ἐπιδόματα, δηλαδὴ τὸ ἐπίδομα φθορᾶς ἱματισμοῦ, τὸ ἐπίδομα τὸ πολεμικόν, μὲ τὸ 30% τὸ ὁποῖον ἐδόθη ὑπὸ μορφὴν αὐξήσεως ἀπὸ τὴν προηγουμένην Κυβέρνησιν, ἀπεκόμιζεν ἕνα μισθὸν 897.000 μὲ 3 παιδιά, ἢ 868.000 μὲ δύο παιδιά. Ἐξ αὐτῶν ἐὰν ἀφαιρέσωμεν 70.000 δραχ. διὰ κρατήσεις, ἔχομεν καθαρὰς ἀποδοχὰς 830.000 δρχ. περίπου. Διὰ τοῦ νέου μισθολογίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ἐνωματάρχης καὶ ὁ ἀρχιφύλαξ παίρνουν 870.000 δραχ. μὲ κρατήσεις ἐφ’ ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ, διότι αἱ κρατήσεις ἀναφέρονται εἰς τὸν ὀργανικὸν μισθόν, ὁπότε θὰ καταλήγῃ νὰ ἀποκομίζῃ 720.000 δρχ. Δὲν εἶναι ἐξαίρεσις τὸ γεγονὸς τοῦτο, κ. συνάδελφοι, εἶναι σχεδὸν γενικὸς κανών, ἰδίως εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὕπανδροι καὶ ἐλάμβανον καὶ τὰ ἐξ οἰκογενειακῶν λόγων ἐπιδόματα. Εἶναι σχεδὸν τὸ μέγιστον μέρος τῶν ἀνδρῶν τῶν Σωμάτων Ἀσφαλείας, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἰκογενειάρχαι καὶ ἡ κατάστασίς των καθίσταται σήμερον ἔτι τραγικωτέρα ἀπὸ ὅ,τι ἦτο προηγουμένως. Εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου, καὶ θέλω νὰ προσέξητε τοῦτο, ἀναφέρω 4 αὐτοκτονίας ποὺ ἔγιναν διὰ λόγους οἰκονομικοὺς εἰς Ἀθήνας καὶ Πειραιᾶ, τελευταίως δὲ ηὐξήθησαν εἰς πέντε–ἕξ τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα ἔχω ἐδῶ διὰ νὰ μὴ νομίζετε ὅτι μιλῶ ἀορίστως καὶ διὰ λόγους ἐντυπώσεως. Τοῦτο ἀποτελεῖ τρανὴν ἀπόδειξιν τῆς τραγικῆς οἰκονομικῆς θέσεως εἰς τὴν ὁποίαν ἔχουν περιέλθει. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξωμεν ὅτι θὰ δημιουργήσωμεν Κράτος, ὅτι θὰ δημιουργήσωμεν ἀνασυγκρότησιν, ὅτι θὰ δημιουργήσωμεν μίαν ὠργανωμένην κοινωνίαν χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἐξασφαλίσει τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὸ πλῆγμα, τὸ ὁποῖον καταφέρεται βάσει τοῦ νέου μισθολογίου κατὰ τῶν ὀργάνων τῆς ἀσφαλείας εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν ἀξιώσεις νὰ ἐπιδεικνύουν συνεχῶς τὴν ἀφοσίωσιν καὶ τὴν αὐτοθυσίαν, τὴν ὁποίαν ἔδειξαν εἰς τὸ παρελθόν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ θελήσῃ νὰ τακτοποιήσῃ τὸ μέγα τοῦτο θέμα τῶν κατωτέρων ὑπαλλήλων καὶ ἰδίως τῶν ἀνδρῶν τῶν Σωμάτων Ἀσφαλείας, διότι οὕτω προσφέρει μίαν γενικωτέραν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ ἐπίδρασιν καὶ εἰς τὴν καθόλου ὀργάνωσιν τοῦ Κράτους καὶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς οἰκονομίας μας καὶ εἰς τὴν ἀνασυγκρότησιν ποὺ μὲ τόσην στοργὴν περιβάλλομεν ὅλοι καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις. Διὰ τὸ ζήτημα τῶν ἐκτάκτων ὑπαλλήλων τί νὰ εἴπω; Ἐδῶ ἕνας κόσμος ὁλόκληρος χιλιάδων ἀνθρώπων ἢ πρόκειται νὰ ἀποχωρήσῃ ἢ νὰ πεθάνῃ τῆς πείνας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν νὰ ἐξακολουθοῦν νὰ διαβιοῦν ὑπὸ τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας τοὺς ἀναγκάζει νὰ διαβιώσουν τὸ νέον ὕψος τοῦ μισθολογίου, διότι ναὶ μὲν εἰς τὸ παρελθὸν ἐλάμβανον χαμηλὰς ἀποδοχάς, ἀλλὰ εἶχον καὶ τὰς ὑπερωρίας, εἶχον καὶ 2–3 ἐπιδόματα, τὰ ὁποῖα τοὺς ἐπέτρεπον μίαν αὔξησιν μισθοῦ καὶ κατώρθωναν τέλος πάντων μὲ τὸν χαμηλὸν αὐτὸν μισθὸν νὰ ἀντιμετωπίζουν τὰς ἀνάγκας των. Διότι προκειμένου περὶ ἐκτάκτων ὁ βασικὸς μισθὸς μὲ τὸ νέον μισθολόγιον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς ἐπιτρέψῃ νὰ ζήσουν οὔτε μίαν ἑβδομάδα τὸν μῆνα καὶ εἶναι φυσικὸν νὰ ἀναγκασθοῦν νὰ ἀποχωρήσουν τῆς ὑπηρεσίας, διότι τὴν ὁδὸν αὐτὴν ἐκβιάζονται νὰ ἀκολουθήσουν. Καὶ ὑποστηρίζεται μεταξὺ τῶν κύκλων τῶν ὑπαλληλικῶν ὅτι διὰ τὸν σκοπὸν αὐτόν, δηλαδὴ διὰ νὰ ἀποχωρήσουν τῆς ὑπηρεσίας ἐγένετο, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐκτάκτους, ἡ μισθολογικὴ αὐτὴ διαρρύθμισις καὶ οὕτω ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ τὴν εὐχέρειαν νὰ προσλάβῃ κομματικοὺς φίλους της ἐπὶ συμβάσει. Αὐτὸ δὲν θέλω νὰ τὸ παραδεχθῶ, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τοὐλάχιστον εἰς τὸ θέμα αὐτὸ τῶν ἐκτάκτων ὑπαλλήλων, νὰ δώσῃ ἕνα τέρμα συντομώτατα ἢ νὰ τοὺς μονιμοποιήσῃ ἢ νὰ τοὺς δώσῃ μίαν δυνατότητα διαβιώσεως, ἔστω εἰς τὸ χαμηλὸν ἐπίπεδον ποὺ δίδεται καὶ εἰς τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους.
§119Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε συνάδελφε, παρακαλῶ νὰ μοῦ δώσητε μίαν πληροφορίαν. Ἐδῶ μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθολογίου γίνεται ἐπιβάρυνσις 300 δισεκατομμυρίων. Φαντάζομαι ὅτι εἶναι ποσὸν ὄχι τόσον εὐκαταφρόνητον, τὴν στιγμὴν ποὺ τὸ ποσὸν διὰ τὴν δημοσίαν ὑγείαν τῶν 7½ ἑκατομμυρίων ἀνθρώπων εἶναι 125 δισεκατομμύρια. Τί ὑποστηρίζετε, ὅτι τὰ 300 αὐτὰ δισεκατομμύρια ἔπρεπε νὰ γίνουν 900 δισεκατομμύρια, ἢ μήπως αὐτὰ τὰ 300 δισεκατομμύρια ἐδόθησαν χαριστικῶς εἰς ὡρισμένας τάξεις ὑπαλλήλων, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἀναφέρωμεν; Διότι δὲν νομίζω ὅτι προάγει τὸ ζήτημα νὰ χύνωμεν δάκρυα διὰ τοὺς δυστυχεῖς, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὸ κουράγιο νὰ λέγωμεν καὶ δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀμείβονται περισσότερον, ἐκτὸς ἐὰν ὑποστηρίζετε ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 300 δισεκατομμυρίων εἶναι ἀνεπαρκὲς καὶ πρέπει νὰ γίνῃ καὶ ἐγὼ δὲν ἠξεύρω πόσον.
§120Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Φυσικωτάτη ἐρώτησις, κ. συνάδελφε, ἀλλ’ ὅπως ξεύρετε δὲν κάμνομεν τώρα ἀνάλυσιν καὶ κριτικὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Βέβαια, ἡ ἀνάπτυξις τοῦ μισθολογίου εἰς τοὺς ἀνωτάτους βαθμοὺς εἶναι ἀρκετή, δὲν ἠμπορῶ, νὰ εἴπω ἱκανοποιητική, ἀλλὰ πάντως εἶναι ὑψηλή. Δὲν ἠμπορῶ, λοιπόν, νὰ ζητήσω τὴν περικοπὴν καὶ τῶν ἀνωτάτων ὑπαλλήλων. Ἕνα φοβοῦμαι....
§121Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Νὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ ἀναλάβωμεν τὰς εὐθύνας.
§122Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ὁλοκληρώσω τὴν σκέψιν μου. Ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν βέβαια δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀποδείξω, διότι δὲν ἔχω τοὺς ἀριθμοὺς καὶ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα φαντάζομαι ὅτι δὲν ἔχει οὔτε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχω τὴν γνώμην, λέγω, ὅτι ἡ πραγματικὴ ἐπιβάρυνσις δὲν πρέπει νὰ εἶναι 300 δισεκατομμύρια μὲ τὸ μισθολόγιον ποὺ ἐμφανίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ θὰ σᾶς ἐξηγήσω διατὶ μὲ τοὺς ὀργανικοὺς μισθοὺς ἴσως ἡ ἐπιβάρυνσις νὰ ἀνέρχεται εἰς τὰ 300 δισεκατομμύρια, ἀλλ’ ἄν ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν αἱ οἰκονομίαι, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἐκ τῆς νέας διαρρυθμίσεως....
§123ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Λέτε νὰ μὴ τὸ σκέφθηκε αὐτὸ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν;
§124Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Δὲν ἠμπορεῖ ὅμως νὰ τὸ ὑπολογίσῃ. Αἱ οἰκονομίαι ἐκ τῶν Ἐπιτροπῶν, ἐκ τῶν ὑπερωριῶν, ἐπιδομάτων, συνεργείων καὶ εἰδικῶν λογαριασμῶν διαφόρων Ὑπουργείων, μερικοὶ ἐκ τῶν ὁποίων θὰ εἰσαχθοῦν τώρα εἰς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ αἱ ὁποῖαι ἐπιβαρύνσεις ἐβάρυνον πρότερον τοὺς εἰδικοὺς αὐτῶν λογαριασμοὺς χωρὶς νὰ ἀναφέρωνται ὡς μισθοδοσίαι ἐπεβάρυνον ἐν τελευταίᾳ ἀναλύσει τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ ποσὸν πολὺ μεγαλύτερον τῶν 300 δισεκατομμυρίων. Διότι καὶ αἱ ὑπερωρίαι καὶ αἱ συμπληρωματικαὶ αὐταὶ ἀμοιβαί, αἱ ὁποῖαι ἐχορηγοῦντο εἰς κατωτάτους καὶ ἀνωτάτους ὑπαλλήλους ὅλων τῶν Ὑπηρεσιῶν, κεντρικῶν καὶ περιφερειακῶν καὶ τὸ ἐπίδομα τῶν τεχνικῶν, τὸ ὁποῖον περικόπτεται καὶ αὐτό, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι κατώτερον τῶν 300 δισεκατομμυρίων, εἶναι πολὺ ὑψηλότερον. Ἐγὼ ἔκαμα ἕνα λογαριασμὸν κάποτε καὶ ἐπελόγισα ὅτι φθάνουν τὰ 500 δισεκατομμύρια. Τόσα κατέβαλε τὸ Κράτος καὶ ὁ Λαὸς δι’ ὅλας αὐτὰς τὰς προσθέτους ἀμοιβάς, εἴτε ὑπὸ μορφὴν συμμετοχῆς εἰς Συμβούλια, εἴτε ὑπὸ μορφὴν ὑπερωριῶν καὶ λοιπῶν ἐπιδομάτων. Δι’ αὐτό, ὑποστηρίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει πραγματικὴ ἐπιβάρυνσις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀνερχομένη μάλιστα εἰς 300 δισεκατομμύρια. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θὰ ἠμπορῇ νὰ μοῦ ἀπαντήσῃ μετὰ βεβαιότητος ἐπ’ αὐτοῦ.
§125Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Κύριε συνάδελφε, εἶσθε τόσον μακρὰν τῶν ἀριθμῶν, ὥστε νομίζω ὅτι μὲ ἀπορίαν ἤκουσεν ἡ Βουλὴ τὰ ὅσα εἴπατε. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπίας τὴν πλήρη μελέτην τοῦ πράγματος καὶ ἐλπίζω τότε ἢ νὰ μὴ εἶσθε παρὼν ἢ νὰ ἔχῃ ξεχάσει ἡ Βουλὴ τὰ ὅσα εἴπατε.
§126Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Περὶ τίνος πρόκειται, κ. Ὑπουργέ;
§127Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Περὶ τοῦ ὕψους τῶν 600 δισεκατομμυρίων ὡς ἐπιπροσθέτων ἀμοιβῶν.
§128Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Εἶναι ὑψηλότερον ἢ χαμηλότερον;
§129Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Πολὺ χαμηλότερον.
§130Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Εὔχομαι νὰ εἶναι χαμηλότερον καὶ ἂς πλανηθῶ ἐγώ. Δὲν ἀνέφερα τὸ κονδύλιον ὡς ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ νὰ ἐκτεθῶ, ὡς φαντάζεται ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐγώ, ὡς βουλευτής, μὲ τὰ ἐλλιπῆ στοιχεῖα ποὺ ἔχει κάθε βουλευτής, ἐκτιμῶ τὴν κατάστασιν, δὲν ἔχω ὑπεύθυνα στοιχεῖα. Πάντως θὰ εἶμαι παρών, κ. Ὑπουργέ, καὶ θὰ σᾶς ἀκούσω καὶ θὰ σᾶς ἀντιμετωπίσω, διότι δὲν μὲ θίγει τὸ ἐὰν σφάλλω εἰς ἕνα τέτοιον ἀριθμόν. Ἕν μόνον φοβοῦμαι, κ. Ὑπουργέ, ὅτι δὲν θὰ κατορθώσετε ποτὲ οὔτε σεῖς, οὔτε ἄλλος οἱοσδήποτε Ὑπουργός, νὰ εὕρετε τὸν ἀκριβῆ ἀριθμόν. Αὐτὸ εἶναι δυστυχῶς τὸ μυστικόν. Καὶ τὸν ἀριθμὸν ποὺ θὰ φέρετε θὰ σᾶς τὸν ἀμφισβητήσω ἐγώ, κ. Ὑπουργέ, διότι δὲν θὰ κατορθώσετε νὰ συλλάβετε τὸν ἀκριβῆ ἀριθμόν. Διότι ὅλα τὰ ποσὰ αὐτὰ δὲν κατεβάλλοντο πάντοτε ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ κατεβάλλοντο καὶ ἀπὸ εἰδικοὺς λογαριασμούς, ἀπὸ εἰδικὰς εἰσφοράς, μυρίας ὅσας εἰδικὰς εἰσφοράς, τὰς ὁποίας εἶχεν δημιουργήσει καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐφοδιασμοῦ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνίας καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Μεταφορῶν καὶ ὅλα γενικῶς τὰ Ὑπουργεῖα, ἀπὸ τὰς ὁποίας κυρίως κατεβάλοντο αἱ πρόσθετοι ἀμοιβαὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Αὐτὰς δὲ τὰς εἰδικὰς εἰσφορὰς καὶ τοὺς εἰδικοὺς λογαριασμοὺς δὲν θὰ κατορθώσῃ ποτὲ οὔτε ὁ σημερινὸς ἄξιος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, οὔτε οἱοσδήποτε ἄλλος, νὰ ἀνεύρῃ. Καὶ δι’ αὐτὸ οἱ ἀριθμοί, ποὺ θὰ φέρῃ μεθαύριον, δὲν θὰ εἶναι οἱ ἀνταποκρινόμενοι εἰς τὴν ἀλήθειαν, ἐφ’ ὅσον οἱ ἀριθμοὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συλληφθοῦν.
§131Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἡ ἔκθεσις Καλέλη ὁμιλεῖ περὶ αὐτῶν ὅπως τὰ λέγετε σεῖς.
§132Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Προσπαθεῖτε, κ. Ὑπουργέ, διὰ τοῦ ἄρθρου 9 νὰ συλλάβετε τὸ ποσὸν αὐτὸ καὶ τὸ φθάνετε εἰς τὰ 21 δισεκατομμύρια, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει τὰ 21 δισεκατομμύρια εἶναι πρόχειρος ἀριθμὸς ὅπως καὶ σεῖς ὡμολογήσατε καὶ ἀσφαλῶς δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν πραγματικότητα. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρόβλημα, τὸ δύσκολον καὶ πολύπλοκον, κ. Ὑπουργέ, τῆς μισθοδοσίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τοῦ ὕψους τῆς ἐπιβαρύνσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῆς κοινωνίας γενικώτερον.
§133Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὸ ἐκάμαμε πολύπλοκον διότι αὐτὸ μᾶς συνέφερεν, ἀλλὰ αὐτὸ θὰ μᾶς φάῃ. Εἶναι ἁπλούστατον.
§134Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Παρακαλῶ, ἐν πάσει περιπτώσει, τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ ἀναθεωρήσῃ τὴν ἀπόφασιν ὅσον ἀφορᾷ τὰ Σώματα Ἀσφαλείας, διότι μὲ αὐτὰ θὰ ἀντιμετωπίσῃ καὶ τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν ἡσυχίαν τοῦ τόπου. Καὶ εἶναι οἱ ἄνθρωποι τῶν Σωμάτων αὐτῶν ἐκεῖνοι, ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπεργήσουν, οὔτε νὰ πέσουν εἰς τὶς γραμμὲς τοῦ τράμ, οὔτε νὰ κάμουν διαδήλωσιν. Δι’ αὐτὸ ὑπεραμύνομαι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τὴν δύναμιν νὰ ὑποστηρίξουν τὰς ἀπόψεις των, ὅπως ἄλλαι κατηγορίαι.
§135Γ. ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ. Μοῦ ἐπιτρέπετε, κ. συνάδελφε; Ἡ ἐρώτησίς μου ἀφορᾷ μίαν παράλειψίν σας, ἡ ὁποία σᾶς διέφυγε λόγῳ παρεμβολῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀνεφέρατε ὅτι ἕνας ἐνωμοτάρχης μὲ ὡρισμένα χρόνια ὑπηρεσίας καὶ τρία τέκνα ἐλάμβανεν ἐκ τοῦ δημοσίου 890.000 δραχμῶν.
§136Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Χωρὶς οἰκονομικὴν προαγωγήν. Ἡ διαφορὰ τώρα εἶναι μεγαλυτέρα.
§137Γ. ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ. Καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν 60.000 περίπου κρατήσεων ἐλάμβανε καθαρὰς ἀποδοχὰς 830.000 Θέλει νὰ συμπληρώσετε, κ. συνάδελφε. Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ἐπὶ τοῦ νέου μισθολογίου.......
§138Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Φθάνει στὶς 720.000, τὸ εἶπον. Τὸ ἴδιον συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς ἀρχιφύλακας καὶ ἀρχιπυροσβέστας. Εἶναι πράγματι τραγικωτέρα ἡ θέσις των ἀπὸ πρίν. Καὶ τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ μέγα ζήτημα, τὸ ζήτημα ποὺ συνεκίνησε τὴν Βουλήν, συνεκίνησε τὴν κοινωνίαν, τὸ ζήτημα αὐτὸ ποὺ κρατεῖ ὑποθέτω ἐν ἀγωνίᾳ καὶ αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν. Εἶναι τὸ ζήτημα τῶν συντάξεων. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἀναφέρει ὁ κ. Ὑπουργὸς «ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει ὅτι παρὰ πᾶσαν εἰλικρινῆ αὐτῆς ἐπιθυμίαν, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1950–51 ἐμφανίζει τρωτὸν καὶ κενὸν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπὲρ τῆς τάξεως τῶν συνταξιούχων πρόνοιαν, ὀφειλόμενον εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν Δημοσίων ἐσόδων καὶ ἀδυναμίαν χρησιμοποιήσεως ὑπὲρ αὐτῶν τῶν διὰ τὴν παραγωγικὴν ἱκανότητα τῆς χώρας προοριζομένων κεφαλαίων». Ἀναγνωρίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν γενναιότητα, ἀναγνωρίζω γενναιότητα, διότι τὸν παρηκολούθησα εἰς ὡρισμένας ἐκδηλώσεις του καὶ ὡς Ὑπουργοῦ καὶ ὡς ἀτόμου. Δι’ αὐτὸ ἐλυπήθην, διότι ἕνας γενναῖος ἄνθρωπος ἠναγκάσθη νὰ διατυπώσῃ τὸ σημεῖον αὐτὸ τῆς ἐκθέσεως, καθ’ ὃν τρόπον τὸ διετύπωσε, δικαιολογῶν τὸ ζήτημα τῆς μὴ αὐξήσεως τῶν συντάξεων. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχα τὴν ἀξίωσιν ἀπὸ σᾶς νὰ φέρετε εἰς πέρας τὸ θέμα αὐτὸ καὶ νὰ τὸ λύσετε ἱκανοποιητικῶς διὰ τοὺς συνταξιούχους κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ νὰ μὴ εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμετε αὐτὴν τὴν διατύπωσιν καὶ νὰ δικαιολογήσετε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν μὴ ἱκανοποίησιν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἠθικοῦ αἰτήματος. Διότι τὸ αἴτημα τῆς τακτοποιήσεως τῶν συνάξεων δὲν εἶναι μόνον οἰκονομικὸν αἴτημα τῶν συνταξιούχων, ἀλλὰ εἶναι ἠθικὸν αἴτημα ὁλοκλήρου τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας. Κατηγορήθημεν προηγουμένως ἀπό τινας κυρίους συναδέλφους καὶ μάλιστα κατὰ τρόπον μὴ ἐπιτρεπόμενον «ὅτι σεῖς ποὺ ἐπνίξατε τὸ δίκαιον τῶν συνταξιούχων, τολμᾶτε τώρα νὰ μιλᾶτε ὑπὲρ τῶν συνταξιούχων». Κύριε Γιαννόπουλε, δὲν περίμενα ἀπὸ σᾶς τὴν διατύπωσιν αὐτήν.
§139Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπήρξατε σεῖς οἱ μοναδικοὶ ὑπερασπισταί, ὑπήρξαμεν καὶ ἡμεῖς ὑπερασπισταὶ καὶ διεβλήθημεν ἡμεῖς ὅτι ἐψηφίσαμεν ἐναντίον τῶν συνταξιούχων καὶ ἡ διαβολὴ αὐτὴ ἔκαμε τοὺς συνταξιούχους νὰ μᾶς ἀπευθύνουν καὶ ἔγγραφα καὶ νὰ μᾶς ἀποκαλοῦν ἐστιγματισμένους. Καὶ αὐτὸ διεδόθη διὰ τοῦ ραδιοφώνου καὶ τῶν ἐφημερίδων. Ἐὰν σεῖς τὸ ἐγκρίνετε.........
§140Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Καθόλου δὲν τὸ ἐγκρίνω, δεδομένου ὅτι δὲν εἶμαι ποσῶς ὑπεύθυνος τῶν ἀνακοινώσεων καὶ δημοσιεύσεων αὐτῶν, ἐφ’ ὅσον μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνεδριάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς μὲ οὐδένα ἐπεκοινώνησα.
§141Α. ΣΒΩΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, διεμαρτυρήθην καὶ ἐγὼ ἐναντίον τῶν ὀργανώσεων τῶν συνταξιούχων διὰ τὰ δημοσιεύματα αὐτά, μὲ τὰ ὁποῖα κατεφέρθησαν ἐναντίον βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν κατὰ συνείδησιν ὡς ἐψήφισαν. Ἐάν, κύριοι, διαιρούμεθα μέσα εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ἐπιτρέπομεν εἰς κανένα νὰ ὑποτιμᾷ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν κατὰ τὸν Αʹ ἢ Βʹ τρόπον ἢ νὰ προτιμᾷ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν ἀντιθέτως. Κατὰ συνέπειαν ἡ γνώμη μας πρέπει νὰ εἶναι σεβαστὴ καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς.
§142Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Μάλιστα, συμφωνῶ.
§143Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἠθικῶς ἀπαράδεκτον τοῦτο, ἡ ψῆφος τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν παρουσιάσθη δημοσίᾳ, μίαν ὥραν μετὰ τὸ τέρμα τῆς συζητήσεως, ἐντελῶς διεστραμμένη.
§144Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Ὁ ραδιοφωνικὸς σταθμὸς τῆς Κυβερνήσεως τὴν μετέδωσεν. Τί εὐθύνην ἠμπορεῖ νὰ ἔχωμεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι μάλιστα ὡς ἀντιπολιτευόμενοι βουλευταὶ δὲν ἔχομεν καὶ καμμίαν δυνατότητα ἐπηρεασμοῦ τοῦ Κρατικοῦ Ραδιοφωνικοῦ Σταθμοῦ, διότι ἡ μετάδοσις ἦτο μετάδοσις Κυβερνητική. Πῶς ἀφήνετε λοιπὸν ὑπαινιγμοὺς ἐναντίον μας;
§145Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ εἴπετε ὅτι ἀπευθύνω τὴν μομφὴν ἐναντίον σας, ἀλλ’ ἀπευθύνω μομφὴν διότι διεπράχθη διαστρέβλωσις τῆς ἀποφάσεως, διότι τὸ πρᾶγμα εἶχε δημοκοπικὴν ἐκμετάλλευσιν. Οὐδὲν τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐψήφισεν ἐναντίον τῆς αὐξήσεως τῶν συντάξεων. Τὰ μὲν Κυβερνητικὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, εὑρεθέντα πρὸ τῆς ρητῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἐὰν ἐπέμενον εἰς τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου θὰ ἠμποδίζετο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ τὸν προϋπολογισμόν, ἐνόμιζον ὅτι δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα αὐτὸ νὰ ἐμποδίσουν τὴν κατάθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δι’ αὐτὸ εὑρήκαμεν τὸν τρόπον διὰ παρενθέσεως διατάξεως, ἡ ὁποία αὐτομάτως ἐντὸς τετραμήνου τοὺς ἐξασφαλίζει ὥστε νὰ ἔλθῃ τὸ θέμα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἡ μόνη ἁρμοδία νὰ κρίνῃ. Ἑπομένως τὸ παράπονόν μας εἶναι διπλοῦν ἐναντίον αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐσκεμμένως ἔδωσε ψευδῆ εἴδησιν καὶ ἐναντίον τῶν ὀργανώσεων τῶν συνταξιούχων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο θύματα αὐτῆς τῆς δημοκοπικῆς ἐκ προθέσεως διαστρεβλώσεως τῆς ἀληθείας. Δὲν ἀνεμένομεν ἀπὸ τοὺς συνταξιούχους νὰ ἐκφρασθοῦν κατὰ τὸν τρόπον ποὺ ἐξεφράσθησαν ἐναντίον μας, διότι ἡ στάσις μας ὑπεχρέωσε τὸν Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ τροπολογίαν καὶ νὰ δεχθῇ, ὅτι τὸ θέμα δὲν ἔκλεισε.
§146Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Τὸ θέμα θὰ λυθῇ ἀπόψε εἰς τὴν Βουλὴν διὰ ψηφοφορίας.
§147Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Στεφανόπουλον νὰ εἴπῃ ἐὰν μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπὸ τὰ ψηφίσαντα ὑπὲρ τῆς ἀπαλείψεως τῆς τροπολογίας δὲν εἶχον δεχθῆ ἤδη τὴν λύσιν τῆς συμπολιτεύσεως. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ τιμὴ τῆς δημιουργίας τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἀνήκει εἰς τὸν κ. Σβῶλον, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι, κύριοι, κατὰ συνείδησιν δὲν ἠμπορῶ......
§148Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ὅταν ἦλθα εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἐζήτησα νὰ διακόψωμεν λόγῳ τῆς ὥρας, διότι ἀκριβῶς ἤθελα νὰ θέσω τὸ ζήτημα τὴν ἑπομένην ὅπως καὶ τὸ ἔθεσα. Τὸ ἐνθυμεῖσθε αὐτό, κ. συνάδελφε. Ἑπομένως δὲν ἔθεσε τὸ ζήτημα μόνον ὁ κ. Σβῶλος ἀλλὰ καὶ ἐγὼ ζητήσας μάλιστα τὴν διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην.
§149Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Δὲν ζητῶ μόνον εὐθύνας, ἀλλὰ λέγω ὅτι παρεσύρθησαν καὶ αἱ ὀργανώσεις τῶν συνταξιούχων.
§150Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Εἰς αὐτὸ συμφωνῶ μαζί σας. Πάντως ἡ ἀνακοίνωσις δὲν ἔγινεν ἀπὸ ὄργανον τὸ ὁποῖον ἐπεδίωκε δημοκοπίαν, ἔγινεν ἀπὸ τὸν Κρατικὸν Ραδιοφωνικὸν Σταθμόν μετὰ μίαν ὥραν, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ γεννῶνται ζητήματα μεταξὺ τῶν βουλευτῶν καὶ νὰ διχάζουν τὴν Βουλὴν κατὰ τρόπον μὴ ἐπιτρέποντα. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε τώρα νὰ θέσω τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα τῶν συντάξεων. Εἶχον τὴν ἀξίωσιν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ λύσῃ τὸ θέμα ὡς τὸ ἔλυσεν. Ὤφειλε νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ ζήτημα καὶ νὰ ἀξιώσῃ τὴν τακτοποίησιν τῶν συντάξεων σύμφωνα μὲ τὸν ὑφιστάμενον νόμον καὶ ἀναλόγως τοῦ ὕψους τοῦ νέου μισθολογίου.
§151Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ δὲν τὸ ἔκαμεν ἡ Λαϊκὴ Κυβέρνησις αὐτὸ ὅταν ἔκαμε τὰς αὐξήσεις τοῦ 30% εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους;
§152Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Νὰ σᾶς ἀπαντήσω ἀμέσως. Δὲν πρόκειται περὶ Κυβερνήσεως τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, πρόκειται περὶ τῆς προηγουμένης συμμαχικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία προεδρεύετο ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων. Ἡ Βουλή, ὡς ἐνθυμεῖσθε, δὲν ἐδέχθη τότε οὔτε τὴν διαρρύθμισιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τότε ἡ Κυβέρνησις καὶ θὰ ἐνθυμεῖσθε, κύριοι συνάδελφοι, ποίας δριμυτάτας ἐπιθέσεις ὑπέστη ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐκ μέρους συμπολιτευομένων καὶ ἐκ μέρους ἀντιπολιτευομένων βουλευτῶν διὰ τὸ ζήτημα τῶν συντάξεων, ὥστε ἠναγκάσθη νὰ μὴ προσέρχεται εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς λόγῳ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδίδεται μομφὴ ἢ κατηγορία κατὰ τῶν βουλευτῶν τῆς περιόδου ἐκείνης, διότι οἱ βουλευταὶ ἐπετέλεσαν τὸ καθῆκον των ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις εἶχον ὑπ’ ὄψει των ὅτι ἡ τοιαύτη διάταξις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ποτὲ ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τοῦτο τὸ 30% δὲν τὸ ἔδωσε τότε ὡς αὔξησιν μισθοῦ, ἀλλ’ ὡς αὔξησιν ὑπὸ μορφὴν ἐπιδόματος καὶ ἀκριβῶς ἔκαμε τοῦτο διὰ νὰ ἀποφύγῃ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν Βουλὴν εἰς τὸ θέμα τοῦτο. Ἔχετε λοιπὸν ἄδικον νὰ κατηγορῆτε τοὺς βουλευτάς, εἴτε συμπολιτευομένους, εἴτε ἀντιπολιτευομένους, τῆς προηγουμένης Βουλῆς, νὰ τοὺς κατηγορῆτε ὅτι δὲν ἐπέδειξαν τὸ οἷον ἔπρεπε ἐνδιαφέρον. Τὸ αἴτημα τοῦτο δὲν εἶναι μόνον αἴτημα τῶν συνταξιούχων εἶναι αἴτημα ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος.
§153Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ὁ κ. Γιαννόπουλος ὁ ὁποῖος σᾶς διέκοψε νομίζω ὅτι ἐνθυμεῖται καλῶς ὡς καὶ πλεῖστοι ὅσοι βουλευταὶ ὡς καὶ ἀρχηγοὶ κομμάτων εὑρισκομένων εἴτε ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει εἴτε ἐν τῇ συμπολιτεύσει ὅτι δὲν ἠνέχθησαν τὴν πρᾶξιν ἐκείνην τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀδιαμαρτυρήτως, ὑπάρχουν δὲ καὶ ἔγγραφοι διαμαρτυρίαι. Συνεπῶς δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ δικαιολογοῦμεν τὴν σημερινὴν προσπάθειαν τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπάνω εἰς ἐκεῖνο τὸ κακὸν προηγούμενο τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις. Θὰ πρέπει τοῦτο νὰ διασαφηνισθῇ, ἐὰν ἡμεῖς εὑρισκόμεθα ἐν δικαίῳ ζητοῦντες τὴν αὔξησιν τῶν συντάξεων ἢ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἐπιμένει ἀρνούμενος, τοποθετῶν τὴν ἄρνησίν του εἰς τὸ θάρρος ποὺ ἔχει ν’ ἀναλαμβάνῃ τὴν εὐθύνην τῆς ἀδίκου καὶ ἀνίσου μεταχειρίσεως τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν.
§154Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Ἀνεξαρτήτως τοῦ ἀποτελέσματος τῆς συζητήσεως φαντάζομαι ὅτι θὰ ὁμολογεῖτε ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ ἔχει τὸ θάρρος τῆς γνώμης της καὶ δὲν προσπαθεῖ διὰ τῆς μεθόδου τῶν ἐπιδομάτων νὰ μὴ ἀντικρύσῃ τὴν κατάστασιν ἐπὶ ζητήματος βασικοῦ.
§155Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι ἐπ’ αὐτοῦ, σᾶς θαυμάζομεν διὰ τὸ θάρρος σας καὶ ἐκπλήσσομαι μάλιστα, σᾶς εὔχομαι δὲ νὰ τὸ ἔχετε μέχρι τέλους. Προσέξατε ὅμως μὴ σᾶς ἐγκαταλείψῃ, ὅπως καὶ ἄλλοτε σᾶς ἐγκατέλειψεν.
§156Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ συνταξιοῦχοι σᾶς συλλυποῦνται διὰ τὸ θάρρος αὐτό. (Θόρυβος).
§157Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι .... (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§158Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παύσατε σεῖς μὲ τὰ προσωπικά σας. (Κωδωνοκρουσίαι).
§159Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν εὐθύνην διὰ τὰς παραλείψεις τοῦ ἔτους 1949 τὴν φέρει καὶ τὸ Λαϊκὸν κόμμα ἀλλὰ καὶ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων καὶ ἐγὼ καὶ τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ἠναγκάσθημεν νὰ παραλείψωμεν πέρυσι τὸν Ἰούνιον τοῦ 1949, τὸ χρέος μας ἀπέναντι τῶν συνταξιούχων, τοὺς γνωρίζει ὁλόκληρος ἡ Ἑλλάς. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην δὲν ἦτο δυνατὴ ἡ μείωσις τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις σήμερον ἐπιχειρεῖ, δὲν ἦτο δυνατὴ ἡ μείωσις τῶν δαπανῶν διὰ τοὺς συμμοριοπλήκτους, διότι ἡ Κυβέρνησις φέρεται ὅτι ἐπραγματοποίησεν οἰκονομίας εἰς τομεῖς οἱ ὁποῖοι αὐτομάτως ἔπαυσαν νὰ ὑπάρχουν καὶ τέλος ἡ Κυβέρνησις πέρυσι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μειώσῃ ἢ νὰ καταργήσῃ τὰς ἐπιδοτήσεις αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἀρρήκτως συνδυασμέναι μὲ τὴν ἀναπροσαρμογὴν τοῦ νομίσματος. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔκαμε προσπάθειαν σοβαρὰν ἀναμφισβητήτως καὶ τιμῶ τὴν προσπάθειάν του, ἀλλ’ ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ θεωρήσῃ, ὡς ἔκαμε καὶ κατὰ τὴν χθεσινήν του ἀγόρευσιν, ἡ ὁποία εἶχε καὶ σαφήνειαν καὶ συντομίαν, νὰ μὴ θεωρήσῃ ὡς κατόρθωμα τὰς μειώσεις εἰς τὰς ὁποίας προέβη. Αἱ μειώσεις ἀφοροῦν τρεῖς τομεῖς ἐκ τῶν ὁποίων οἱ δύο τοὐλάχιστον ἔπαυσαν αὐτομάτως ὑφιστάμενοι. Ὁ στρατιωτικὸς τομεὺς δὲν ἔπαυσε βεβαίως ὑφιστάμενος, καὶ ὡς πρὸς αὐτὸν ἔχω βασικὰς ἀμφιβολίας ἐὰν ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις μὲ τόσην εὐκολίαν νὰ μειώσῃ τὰς δαπάνας. Ἔκαμε λοιπὸν προσπάθειαν ὁ κ. Ὑπουργὸς πράγματι σοβαράν, καὶ ἡ προσπάθεια αὐτὴ ἐξάγεται καὶ ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν τὸν ὁποῖον παρουσίασεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἀπὸ τὸ μισθολόγιον, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ὁμιλίαν μὲ τὴν ὁποίαν συνώδευσε χθὲς τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡ προσπάθεια ὅμως αὐτὴ δὲν εἶναι πλήρης. Καὶ ὄχι μόνον δὲν εἶναι πλήρης, ἀλλ’ ἔχει κενὰ τὰ ὁποῖα χαρακτηρίζονται ὑπὸ τῆς ἀδικίας, οὐχὶ ἁπλῶς ἀπὸ παραλείψεις τεχνικάς, διότι ὑπάρχουν καὶ τεχνικαὶ παραλείψεις συγγνωσταί, ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἀδικίαι αἱ ὁποῖαι κατ’ ἐμὲ εἶναι ἠθικῶς ἀσύγγνωστοι. Ἡ μία ἀδικία εἶναι ἐκείνη περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. Κάντζιας καὶ ἡ ὁποία ἀφορᾷ ὡρισμένας κατηγορίας κατωτέρων ὑπαλλήλων καὶ εἰδικώτερον λειτουργοὺς τῶν Σωμάτων Ἀσφαλείας. Θὰ ἔπρεπεν ἴσως, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, νά μειώσητε ἐν ἀνάγκῃ κατά τι τὰς αὐξήσεις τῶν μισθῶν τῶν ἀνωτέρων καὶ ἀνωτάτων ὑπαλλήλων διὰ νὰ μὴ ἀναγκασθῆτε νὰ ἀδικήσητε τὰς ὡρισμένας αὐτὰς κατηγορίας, εἰς βάρος τῶν ὁποίων ἀντὶ αὐξήσεως γίνεται ἀκριβῶς μείωσις τῶν σήμερον λαμβανομένων ἀποδοχῶν. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἐπέσατε ἔξω, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ δὴ ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς. Δὲν ἐπιτρέπεται ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν ἀνωτάτων καὶ ἀνωτέρων ὑπαλλήλων νὰ ἐξασφαλίζεται διὰ τῆς μειώσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν ἐνωμοταρχῶν, τῶν ἀρχιφυλάκων καὶ τῶν πυροσβεστῶν. Αὐτὸ λοιπὸν ἀποτελεῖ λάθος ἠθικόν. Ἱκανοποιεῖτε ἁπλούστατα μίαν τάξιν ὑπαλλήλων καὶ δὴ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι σᾶς περιβάλλουν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ γενικώτερον ἐκείνους οἱ ὁποῖοι περιβάλλουν ὅλους τοὺς Ὑπουργοὺς εἰς τὰ Ὑπουργεῖα των, καὶ παραμελεῖτε ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν ἀποτελοῦν ἄμεσα ὄργανά σας δυνάμενα νὰ ἀσκήσουν ἐφ’ ὑμῶν πίεσιν. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως διορθώσῃ τὸ λάθος αὐτό. Τὸ δεύτερον οὐσιῶδες λάθος εἶναι τὸ συνδεόμενον μὲ τὸ ζήτημα τῶν συντάξεων, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησαν οἱ κ. κ. Κιζάνης, Σβῶλος καὶ Κάντζιας. Νομίζω ὅτι τὸ θέμα τῶν συντάξεων, δὲν τὸ ἀντιμετώπισεν ἡ Κυβέρνησις σοβαρῶς. Πέρυσι ἠναγκάσθημεν νὰ μὴ δώσωμεν καὶ σὲ συνταξιούχους....
§160Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν εἴχατε τὸ θάρρος ὅμως νὰ φέρετε τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν.
§161Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς συνεχάρη ὁ κ. Ζέρβας καὶ εἶπεν, ὅτι σᾶς θαυμάζει διὰ τὸ θάρρος τὸ ὁποῖον εἴχατε ἐσεῖς, ἄλλος δὲ συνάδελφος εἶπεν, ὅτι σᾶς λυπεῖται διὰ τὸ θάρρος τοῦτο. Ἐγὼ εὑρισκόμενος εἰς τὴν μέσην, οὔτε σᾶς θαυμάζω, οὔτε σᾶς λυποῦμαι. Πάντως ἡμεῖς πέρυσι, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀντιμετωπίσαμεν ἐν ὥρᾳ κρισίμου κινδύνου, ἕνα πρόβλημα Δημοσίων Ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ ἐργασθοῦν περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι εἰργάζοντο, ἰδίᾳ οἱ ταμειακοί, οἱ ἐφορειακοὶ καὶ οἱ τελωνειακοί, διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ καὶ ἔργον μεγαλύτερον. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ τὸ ἐπιτύχωμεν αὐτό. Καὶ ἐγὼ συνομολογῶ μὲ τὸν κ. Σβῶλον, ὅτι εἶναι εὐκολώτερον νὰ μᾶς πιέσουν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ὄχι μόνον διότι ἔχουν δίκαιον, ἀλλὰ τεχνικῶς ὑπάρχει μεγαλυτέρα εὐχέρεια πιέσεως. Ἐνῷ οἱ συνταξιοῦχοι δυστυχῶς δὲν ἔχουν τὴν τεχνικὴν αὐτὴν εὐχέρειαν τῆς πιέσεως. Εἴχομεν ταὐτοχρόνως μεγάλας στρατιωτικὰς δαπάνας, προβλήματα συμμοριοπλήκτων καταπληκτικά, τὰ ὁποῖα μάλιστα δὲν ἦσαν συνδεδεμένα μὲ παραγωγικὰς δαπάνας. Διότι ὀρθῶς ἐτονίσατε, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, χθές, ὅτι τὸ πρόβλημα τῶν συμμοριοπλήκτων σήμερον, εἶναι συνυφασμένον μὲ παραγωγικὰς δαπάνας. Θὰ δώσετε χρήματα διὰ νὰ ἀξιοποιηθῇ ἡ ἐργασία τῶν ἐπιστρεφόντων εἰς τὰ χωρία των συμμοριοπλήκτων, ἐνῷ ἡμεῖς ἐδίδομεν χρήματα καὶ δὴ πολὺ περισσότερα διὰ νὰ τοὺς δώσωμεν τὸ ψωμὶ καὶ τὰ στοιχειώδη μέσα συντηρήσεως εἰς τὰς πόλεις ποὺ εἶχαν καταφύγει. Καὶ τέλος ἔχομεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ πρόβλημα τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν ἀναπροσαρμογὴν τῆς δραχμῆς τὸ ὁποῖον νομίζω θὰ συνομολογήσητε, ὅτι ἐλύθη κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1949 κατὰ τρόπον εὐτυχέστερον ἐκείνου κατὰ τὸν ὁποῖον λύετε σεῖς σήμερον τὰ προβλήματα τῶν τιμῶν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐκάμαμεν ἔστω μίαν παράλειψιν. Βαρεῖα μὲν ἡ παράλειψις, σημειωθεῖσα ὅμως ἐν μέσῳ δυσχερεστάτων ἐθνικῶν συνθηκῶν. Εἶναι ἀνάγκη σεῖς νὰ τὴν ἐπαναλάβητε; Ἢ νομίζετε, ὅτι εἶναι θάρρος ἠθικὸν νὰ εἴπητε, ὅτι αὐτὴ δὲν εἶναι ἁπλῆ παράλειψις ἡ ὁποία ἐγένετο σιωπηρῶς καὶ ὑπὸ τύπον μὴ χορηγήσεως ἐπιδόματος, ἀλλ’ εἶναι θαρραλέα παράλειψις ἡ ὁποία γίνεται φανερὰ εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, δηλωμένου ρητῶς ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι μόνον οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι θὰ πάρουν αὔξησιν, ἐνῷ οἱ συνταξιοῦχοι δὲν θὰ πάρουν; Ἀναγνωρίζω, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι εὑρίσκεσθε ἐνώπιον δυσχερεστάτων προβλημάτων, ἀναγνωρίζω ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ δώσητε τὰς ζητουμένας ὑπὸ τῶν συνταξιούχων αὐξήσεις. Νομίζω ὅμως, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ καταβάλητε καὶ δὴ ἐπὶ τῇ βάσει ὑποσχέσεων καὶ ἐπαγγελιῶν, τὰς ὁποίας καὶ εἰς τὰς ἐκλογὰς διετύπωσαν οἱ ἀρχηγοὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἔπρεπε νὰ καταβάλετε προσπάθειαν νὰ συνδυάσετε τὰ πράγματα. Νὰ δώσετε ὀλιγωτέρας αὐξήσεις εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, διὰ νὰ συνδυάσετε τὰς αὐξήσεις αὐτῶν μὲ κάποιαν αὔξησιν τῶν συντάξεων—δὲν λέγω μὲ τὴν ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τῶν νόμων οἱ ὁποῖοι ὁρίζουν τὸ ποσοστὸν τῆς σχέσεως τῶν συντάξεων καὶ τῶν μισθῶν— ἀλλὰ μὲ μίαν ἔστω μικροτέραν αὔξησιν. Θὰ ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ γίνῃ μιὰ προσπάθεια. Δυστυχῶς δὲν ἐγένετο. Γνωρίζω ὅτι τὸ θέμα εἶναι κρισιμώτατον, γνωρίζω ὅτι αἱ ἀντιρρήσεις συνδέονται μὲ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ παρακολουθοῦν τὰ οἰκονομικά μας, ἀλλ’ ἐκάμαμεν μίαν οὐσιώδη παράλειψιν, ὅτι δὲν ἐφροντίσαμεν ταὐτοχρόνως —διότι τὰς ἀντιρρήσεις αὐτὰς τὰς ὑπέστημεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν ἰδικήν σας θέσιν, δικαίας ἀντιρρήσεις— ὅτι δὲν προέβημεν εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν συντάξεων. Καὶ σᾶς συνιστῶ νὰ προβῆτε τάχιστα εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν συντάξεων, διότι εἶναι ζήτημα ἐὰν ἄνευ τῆς ἐκκαθαρίσεως αὐτῆς, θὰ ἐγκριθοῦν αὐξήσεις. Ἑπομένως τὸ πρῶτον ἔργον τὸ ὁποῖον ἔχετε ἀμέσως νὰ ἐπιτελέσητε, εἶναι ἡ ταχίστη δυνατὴ ἐκκαθάρισις τοῦ προβλήματος τῶν συντάξεων. Εἶμαι βέβαιος ὅτι μόλις τὸ πραγματοποιήσητε αὐτό, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσετε καὶ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν συντάξεων. Καὶ εἶχε γίνει πέρυσι μιὰ προεργασία οὐσιώδης καὶ εἰς τὸ Γενικὸν Ἐπιτελεῖον ἐν σχέσει μὲ τὰς συντάξεις τῶν ἀξιωματικῶν καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν σχέσει πρὸς τὰς συντάξεις τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων. Βασισθῆτε ἐπὶ τῆς προεργασίας αὐτῆς καὶ συμπληρώσατέ την. Εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὴν εἴχατε ἤδη πραγματοποιήσει εἰς τοὺς τρεῖς μῆνας ποὺ εὑρίσκεσθε εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ τότε θὰ ἦσθε εἰς θέσιν νὰ προβῆτε σήμερον καὶ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν συντάξεων. Ἐὰν δὲν τὸ κάμετε αὐτό, θὰ εἶναι δυσχερέστατον νὰ πείσητε τοὺς ἁρμοδίους ξένους συμβούλους μας καὶ φίλους, νὰ ἐπιτρέψουν τὴν αὔξησιν τῶν συντάξεων. Διότι ἔχει δημιουργηθῆ χάος, μέσα εἰς τὸ ὁποῖον κινεῖται ἡ ἔννοια τῆς συντάξεως ἐν Ἑλλάδι. Ἀπαιτοῦν οἱ ξένοι σύμβουλοί μας νὰ δαμάσωμεν αὐτὸ τὸ χάος. Δαμάσατέ το καὶ τὸ πρόβλημα λύεται ἀφ’ ἑαυτοῦ.
§162Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὑπάρχει προεργασία ἐκκαθαρίσεως τῶν συντάξεων;
§163Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§164Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς πῶ ὅτι δὲν ὑπάρχει καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ τὸ βαρύτερον ἔγκλημα, τὴν εὐθύνην τοῦ ὁποίου φέρει ὁ πολιτικὸς κόσμος, ὁ ὁποῖος ἐστάθη ἄνανδρος, δὲν ἠθέλησεν νὰ βάλῃ τὸ ἀναμμένο σίδερο στὴ φωτιά. Σᾶς δηλῶ ὑπευθύνως ὅτι δὲν ἐτόλμησε κανεὶς διὰ τοὺς γνωστοὺς λόγους νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τῶν συντάξεων. Εἶναι καιρὸς νὰ σταματήσῃ αὐτὴ ἡ πολιτική, διότι δὲν κάμνομε τίποτε ἄλλο παρὰ ν’ ἀπατώμεθα καὶ νὰ ὁδηγούμεθα εἰς τὸ βάραθρον. Τὸ πρόβλημα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῶν συντάξεων, πρέπει νὰ συζητηθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ κάθε κόμμα καὶ κάθε βουλευτὴς νὰ πῇ τὶς γνῶμες του καὶ νὰ ἀναλάβῃ τὶς εὐθύνες του. Διότι ἀποτελεῖ τὸ ὀλιγώτερον ἀφέλειαν νὰ βαδίζωμεν σὲ ἀνασυγκρότησιν μὲ κρατικὴν μηχανὴν ἐξηρθρωμένην καὶ διαλελυμένην.
§165Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐγένετο μία προεργασία.
§166Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὴν ξεύρω, ἔλαβον καὶ ἐγὼ μέρος...
§167Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο ἂν δὲν εἶναι πλήρης. Αὐτὸ εἶναι θέμα τὸ ὁποῖον θὰ ἐξετάσῃ ὁ κ. Ὑπουργός.
§168Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχει τίποτε σᾶς διαβεβαιῶ ἐπισήμως...
§169Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἐγὼ τοὐλάχιστον τὸ εἶδα προσωπικῶς. Ἐὰν αὐτὸ δὲν εἶναι πλῆρες, ἂς συμπληρωθῇ.
§170Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῶν συνταξιούχων δὲν περιορίζεται μόνον εἰς τὸ ὕψος τῶν συντάξεων. Δὲν γνωρίζω ποῖος κακὸς δαίμων ἠνάγκασε τὴν Κυβέρνησιν νὰ συμπεριφερθῇ μετὰ τόσης σκληρότητος ἔναντι αὐτῆς τῆς ἀτυχοῦς τάξεως, ἔναντι τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀφιέρωσαν τὴν ζωήν των εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Πατρίδος. Ἐν συνεχείᾳ ἔρχεται τὸ νομοσχέδιον περὶ πολυθεσίας, τοῦ κ. ἐπὶ τοῦ Συντονισμοῦ Ὑπουργοῦ, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι πρόκειται νὰ συζητηθῇ κατὰ τὰς προσεχεῖς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τοῦ ὁποίου δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς συνταξιούχους νὰ κατέχουν θέσιν ἐκτάκτου εἴτε ἡμερομισθίου ὑπαλλήλου εἰς Δημοσίους Ὀργανισμοὺς Δημοσίου Δικαίου Τραπέζας κλπ. Εἰς ἣν δὲ περίπτωσιν συνεχίσουν κατέχοντες τοιαύτην θέσιν ἀναστέλλεται τὸ ἐπὶ τῆς συντάξεως δικαίωμά των. Ὅπως γνωρίζετε τὸ μεγαλύτερον μέρος τῶν συνταξιούχων κατώρθωσε νὰ προσληφθῇ εἰς τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας μὲ ἕνα μικρὸν μισθὸν κάτω τῶν 400 χιλιάδων δραχμῶν, διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὴν σύνταξιν πείνης τὴν ὁποίαν λαμβάνει. Ἐὰν ἀναγκασθοῦν νὰ παραιτηθοῦν ἀπὸ τὰς θέσεις αὐτὰς τότε καταδικάζομεν ἀσφαλῶς εἰς θάνατον τοὺς συνταξιούχους.
§171Ι. ΚΩΝΣΤΑΣ. Αὐτὸ θὰ γίνῃ ὅταν πάρουν τὰ 85% τῆς συντάξεως;
§172Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Ὅταν τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον κατατίθεται ἐν συνεχείᾳ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, πῶς νὰ μὴ φοβούμεθα ὅτι θὰ συμβῇ αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγω; Διὰ συνταξιούχους ὅμως οἱ ὁποῖοι διευθύνουν σοβαρὰς καὶ ἰσχυροτάτας ἰδιωτικὰς ἐπιχειρήσεις οὐδεμία πρόβλεψις στερήσεως συντάξεως γίνεται. Βεβαίως τοῦτο δὲν εἶναι νομικῶς εὐχερὲς ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι ἄδικον, ἐφ’ ὅσον προβλέπεται στέρησις συντάξεως διὰ τοὺς ἐργαζομένους εἰς τὸ Δημόσιον, Ὀργανισμοὺς Δημοσίου Δικαίου, Τραπέζας κλπ. Πάντως διὰ τὴν λῆψιν ἀποφάσεως ἐπὶ τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ νομοσχεδίου τῆς ρυθμιζούσης τὸ ζήτημα τῶν συντάξεων θὰ ζητήσωμεν μὲ ἄλλους συναδέλφους ὅπως ἡ ἀπόφασις αὕτη ληφθῇ διὰ ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§173Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὸ κεφάλαιον τῶν συντάξεων βρωμίζει τὸν προϋπολογισμόν. Καὶ δυστυχῶς εἶναι δημιούργημα τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὶς συντάξεις διὰ νὰ ἐξαγνισθοῦν.
§174Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Δέχομαι ὅτι πολλαὶ συντάξεις ἐδόθησαν κατὰ τρόπον ρουσφετολογικὸν καὶ ἀκριβῶς αὐτὸ εἶναι τὸ ἐπιχείρημα τῶν ξένων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπιτρέπουν τὴν αὔξησιν τῶν συντάξεων. Ἐφ’ ὅσον ὅμως τὸ θέμα ἔχει δημιουργηθῆ πρὸ 2 ἢ 3 ἐτῶν αἱ ὑπηρεσίαι θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχουν ἕτοιμον ἐργασίαν ἐκκαθαρίσεως τῶν συντάξεων καὶ οὕτω νὰ βοηθήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος.
§175Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν πταίουν αἱ Ὑπηρεσίαι.
§176Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Ἔπρεπε αἱ Ὑπηρεσίαι νὰ ἔχουν ἑτοίμην ἐργασίαν.
§177Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Αἱ Κυβερνήσεις καὶ ὄχι αἱ Ὑπηρεσίαι φέρουν τὴν εὐθύνην.
§178Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Τὸ ζήτημα ἐπαναλαμβάνω ἔχει τεθῆ ἀπὸ 3 ἐτῶν καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ μελετηθῆ καὶ νὰ ὑπάρχουν καὶ συγκεκριμέναι ὑποδείξεις ἐκ μέρους τῶν Ὑπηρεσιῶν.
§179Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Τὸ θέμα αὐτὸ ὑφίσταται ἀπὸ συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου.
§180Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὸ 1935 ἐδημιουργήθη τὸ ζήτημα.
§181Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Ἀνετέθη εἰς τὰς Ὑπηρεσίας ἐκ μέρους τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων ἡ μελέτη τοῦ ζητήματος καὶ ἡ ὑποβολὴ ὁριστικῶν ὑποδείξεων. Τυπικῶς βεβαίως δὲν εἶναι ὑπεύθυνοι αἱ Ὑπηρεσίαι ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις.
§182Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις ὄχι μόνον δὲν ἔλαβον κανὲν μέτρον ἀλλὰ συνηγωνίζοντο ποία πρώτη θὰ ἀσελγήσῃ.
§183Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι συνάδελφοι, ἐπειδὴ δὲν ἔγινε ἡ ἐκκαθάρισις νὰ κρατοῦνται αἱ συντάξεις εἰς τὰ ἐπίπεδα συντάξεων θανάτου. Ἡ μὲν ρύθμισις τοῦ ζητήματος αὐτοῦ δὲν ἐπιδρᾷ μόνον οἰκονομικῶς ἐπὶ τῶν συντάξεων, ἀλλὰ καταβιβάζει καὶ τὴν ἠθικὴν στάθμην τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Εἶναι φυσικὸν ὁ ὑπάλληλος ποὺ βλέπει τὴν ἀστοργίαν τοῦ Κράτους νὰ σκεφθῇ νὰ ἀσφαλίσῃ τὸ μέλλον τῶν παιδιῶν του καὶ τῆς οἰκογενείας του καὶ νὰ προβῇ εἰς πράξεις μὴ ἐπιτρεπομένας ἐκ τοῦ νόμου.
§184Ι. ΚΩΝΣΤΑΣ. Ὅταν ἐδιώχνατε κατὰ χιλιάδας τοὺς ἀνθρώπους δὲν ἐσκέφθητε ὅτι δημιουργεῖτε τὴν κατάστασιν αὐτήν; Ἐδημιουργήσατε ἀδιέξοδον. (Φωναί, θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§185Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Περὶ ποίων ὑπαλλήλων ὁμιλεῖτε, κύριε συνάδελφε, μήπως περὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔπληξαν ἐκ τῶν νώτων τὴν Ἑλλάδα; Περὶ αὐτῶν ὁμιλεῖτε; Αὐτοὶ εἶναι προδόται, δὲν εἶναι ὑπάλληλοι (θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Τὸ λέγω ἐγὼ ὁ ὁποῖος μὲ πολλὴν ἀντικειμενικότητα κρίνω τὰ πράγματα εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις καὶ δὲν εἶμαι ἀπὸ τοὺς φανατικοὺς ἐκείνους τύπους, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν εὐκαιρίας διὰ νὰ ἐκδικηθοῦν. Κύριοι Βουλευταί, τὸ θέμα νομίζω ἐξηντλήθη. Πεποίθησις τῆς Βουλῆς διεμορφώθη. Μάλιστα ὅπως καὶ ἀνωτέρω ἀνέφερον θὰ ὑποβληθῇ καὶ πρότασις περὶ ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3. Εἶμαι βέβαιος διὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ἀπορρίψῃ τὴν διάταξιν καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι πρὸ τῆς πιέσεως αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀναγκασθῇ νὰ εὕρῃ τὸν τρόπον λύσεως τοῦ ζητήματος καὶ δι’ ἐπιβολῆς ἀκόμη φορολογιῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶναι αἱ συμπαθέστεραι ὅλων, διότι αὐτὸ ἀπαιτεῖ τὸ αἴσθημα τῆς ἀλληλεγγύης τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας πρὸς τοὺς ἀτυχεῖς συνταξιούχους, τὸ ὁποῖον ἀνέμενον νὰ ἐκδηλωθῇ καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνωτέρους ὑπαλλήλους οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὸ νέον μισθολόγιον. Καὶ μοῦ προξενεῖ κατάπληξιν ἡ στάσις αὐτὴ τὴν ὁποίαν ἐπέδειξαν. Ἔπρεπε πρῶτον νὰ προτιμήσουν τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀτόμων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα προηγήθησαν αὐτῶν εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς Πολιτείας. Ἡ Ἑλλην. Κοινωνία δὲν ἀντιλαμβάνεται ἔτσι τὸ θέμα. Εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ δεχθῇ νὰ βοηθήσῃ τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς ἐργάτας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, οἱ ὁποῖοι προσέφεραν ὁλόκληρον τὴν ζωήν των καὶ τὴν ἀφιέρωσαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του καὶ πλεῖστοι τῶν ὁποίων ἀποτελοῦν φωτεινὰ παραδείγματα δι’ ἡμᾶς καὶ διὰ τοὺς ἐπιγενομένους, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀντίληψιν τοῦ καθήκοντος. Καὶ αὐτοὺς τοὺς καταδικάζομεν εἰς τὸν ἐκ πείνης θάνατον. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία θὰ δεχθῇ πᾶσαν ἐπιβάρυνσιν. Καὶ πέραν τούτων νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸ κονδύλιον τῆς Ἀνασυγκροτήσεως. Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ φθάσῃ εἰς τὰ 1760 δισεκατομμύρια, ἂς κατήρχετο εἰς τὰ 1500. Καὶ ἐὰν δὲν ἐδέχοντο οἱ ξένοι μὲ τὸν ἰσχυρισμὸν ὅτι δὲν ἔγινεν ἡ ἐκκαθάρισις τῶν συνταξιούχων, νὰ παραιτηθῇ ἡ Κυβέρνησις. Πρὸ τῆς ἀπειλῆς τῆς παραιτήσεως ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι θὰ ὑπεχώρουν οἱ ἁρμόδιοι τῆς Ἀποστολῆς, διότι πρόκειται μόνον περὶ 180 δισεκατομμυρίων.
§186Μ. ΧΛΟΥΒΕΡΑΚΗΣ. Ἔπρεπε καὶ σεῖς νὰ παραιτηθῆτε ὅταν εἶσθε Κυβέρνησις καὶ δὲν ἐδώσατε τὸ 30%.
§187Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Τὰ ἴδια ὑπεστήριξα καὶ τότε.
§188ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κάμνετε πολιτικὴν ἐκμετάλλευσιν.
§189Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Δὲν κάμνω πολιτικὴν ἐκμετάλλευσιν. Δὲν γίνεται, κύριοι, πολιτικὴ ἐκμετάλλευσις εἰς τὸ ζήτημα τῶν συνταξιούχων. Δὲν ὑπάρχει ἀντιπολίτευσις καὶ συμπολίτευσις εἰς τὸ μέγα τοῦτο θέμα. Ἀφήσατε τὴν συζήτησιν αὐτήν. Εἶσθε ὑποχρεωμένοι, εἴμεθα ὅλοι ὑποχρεωμένοι ὡς βουλευταὶ νὰ φέρωμεν εἰς ἀδιέξοδον τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ τὴν ἀναγκάσωμεν νὰ εὕρῃ τὴν λύσιν τὴν ἐμπρέπουσαν, τὴν τιμίαν, τὴν ἠθικήν, τὴν ἐπιβεβλημένην, τὴν ὁποίαν ὤφειλε κάθε εὐνομούμενον κράτος νὰ δώσῃ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Καὶ μάλιστα ὅταν ἰσχυρίζεται ὅτι εἶναι κράτος δικαίου ὀφείλει κατὰ περισσότερον λόγον νὰ κυττάξῃ πρῶτον τοὺς ἀσθενεῖς καὶ τοὺς ἀδυνάτους καὶ ἔπειτα ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς θέσιν διὰ τῆς δυνάμεως, διὰ τῆς βίας καὶ διὰ τῆς ἐπιβολῆς νὰ ἐπιτυγχάνουν τοὺς σκοπούς των. Ἀνακεφαλαιώνων ἐπανέρχομαι εἰς τὰς γενικὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου κρίσεις μου καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπανεξετάσῃ τὸ ζήτημα τῶν μισθῶν, διότι ἐδημιουργήθησαν ἀδικίαι μεταξὺ ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων ὑπαλλήλων, αἱ ὁποῖαι θὰ φέρουν περιπλοκὰς εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν συντάξεων, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ λυθῇ ἀπόψε ἀπὸ τὴν Βουλὴν διὰ τῆς δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίας, διότι αὐτὸ ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον τῆς Βουλῆς ὡς Σώματος ἀντιπροσωπεύοντος ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος. (Χειροκροτήματα).
§190Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν συνταξιούχων οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ ὅτι δὲν ἔχουν λάβει χώραν ἀταξίαι καὶ ἀνωμαλίαι. Ἀλλὰ ὁ ὄγκος τῶν συντάξεων ἀφορᾷ τὰ θύματα τῶν ἀγώνων τοῦ Ἔθνους καὶ ἑπομένως ἐκ τῆς ἐκκαθαρίσεως αὐτῆς ἡ οἰκονομία ἡ ὁποία θὰ προκύψῃ θὰ εἶναι ἀσήμαντος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σοβαρολογοῦμεν ὅτι ἀπὸ τὴν ἐκκαθάρισιν αὐτὴν θὰ ἔχωμεν σοβαρὸν ἀποτέλεσμα...
§191Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς δώσω μίαν πολύτιμον πληροφορίαν. Μὲ μίαν στοιχειωδῶς τιμίαν καὶ παστρικὴν διαχείρισιν τοῦ συνταξιοδοτικοῦ δικαίου, τὸ ὁποῖον σημαίνει νὰ παίρνουν σύνταξιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πραγματικὰ ἐδούλεψαν καὶ νὰ πᾶνε κατὰ διαβόλου οἱ διάφοροι «ποντικοί», θὰ ἔχωμεν περίσσευμα ἄνω τῶν 130 δισεκατομμυρίων. Καὶ μίαν ἄλλην πληροφορίαν. Ὑπουργὸς τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κόμματος εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκετε ἔχει τὴν γνώμην ὅτι ἡ οἰκονομία ἡ ὁποία θὰ προέλθῃ θὰ εἶναι 85 δισεκατομμύρια.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γρηγοριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§193Ν. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, ὅπως εἶπον ὅλοι οἱ κ. συνάδελφοι, ἔχει βάσιν τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων, τὴν μὴ αὔξησιν τῶν συντάξεων καὶ τὴν κατάργησιν διαφόρων Ὀργανισμῶν καί Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου. Τὸ περίεργον εἶναι ὅτι ἐνῷ ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις ἀναγνωρίζουν τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν καὶ τῶν συντάξεων παρουσιάζεται τὸ ἐπιχείρημα ὅτι δὲν ἔχομεν ἐπαρκῆ ἔσοδα, δὲν ἐπαρκεῖ ὁ προϋπολογισμός. Ἀλλὰ θὰ ἤθελον νὰ γνωρίζω, πότε ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ νεωτέρου, Κράτους κατωρθώθη νὰ ἔχωμεν πλεονάσματα καὶ νὰ εἶναι εὐχάριστα τὰ οἰκονομικά μας, ἐκτὸς μιᾶς περιπτώσεως ἐπὶ Κυβερνήσεως Βενιζέλου ὥστε νὰ λάβωμεν πρόνοιαν διὰ τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους. Δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὁ ὑπέρτατος ἠθικὸς νόμος, ὅτι πρέπει ὁ ἐργοδότης ὑπὲρ αὑτοῦ νὰ συντηρῇ ὥστε νὰ ἔχῃ κάπως ἄνετον ζωήν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ γίνεται κάποια ἱκανοποίησις, ἀλλ’ ὄχι ἀρκετὴ διὰ τοὺς κατωτέρους βαθμούς. Δι’ αὐτὸ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ν’ ἀναθεωρήσῃ τὴν ἀπόφασίν του διότι ἡ οἰκονομικὴ ἐνίσχυσις τῶν κατωτέρων ὑπαλλήλων δὲν εἶναι ἀρκετὴ καθ’ ὅσον περικόπτονται τὰ διάφορα ἐπιδόματα πολυετοῦς ὑπηρεσίας κ.λ.π. Μεταξὺ τῶν κατωτέρων αὐτῶν ὑπαλλήλων εὑρίσκονται καὶ τὰ Σώματα Ἀσφαλείας οἱ χωροφύλακες καὶ οἱ ἀστυφύλακες. Ἐνθυμούμεθα ὅτι πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἡμερῶν ηὐτοκτόνησαν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, τέσσαρες ἀστυφύλακες διὰ λόγους οἰκονομικούς. Αὐτοὶ ἀκριβῶς οἱ ἄνθρωποι ἐπειδὴ ἦσαν ἔντιμοι ἐπροτίμησαν τὸν θάνατον ἀντὶ τῆς διαφθορᾶς πρὸς τὴν ὁποίαν ἐμμέσως τοὺς ὑποκινεῖ τὸ Κράτος. Καί ὅμως ἡ Κυβέρνησις δὲν αἰσθάνεται συγκίνησιν δι’ ὅλα αὐτά. Οἱ παλαιότεροι ἐνθυμοῦνται ὅτι κάποτε τὸ Τουρκικὸν Κράτος εἶχεν τοὺς................ ὑπαλλήλους. Οἱ ὑπάλληλοι δὲν ἐννοῶ σήμερον, ἀλλὰ πρὸ τοῦ 1908, ἦσαν ὅλοι βουτηγμένοι εἰς τὴν δωροδοκίαν καὶ ἦσαν οἱ χειρότεροι ἄνθρωποι καὶ δι’ αὐτὸ ἦτο ἀδύνατος ἡ ἐπιλογὴ ἱκανῶν ὑπαλλήλων. Ἔτσι φοβοῦμαι, ὅτι χωρὶς ἐπαρκῆ μισθοδοσίαν ἀποκλείεται ἡ ἐπιλογὴ ἱκανῶν ἀνθρώπων ἰδίως εἰς τὰς Κρατικὰς Ὑπηρεσίας. Πρὸ ὀλίγου ἀκόμη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μᾶς ἔλεγεν ὅτι χωλαίνει ἡ ἐργασία εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τοῦτο διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ τοὺς ἱκανοποιήσῃ ἐπαρκῶς. Ἀφοῦ λοιπὸν παραβλέπομεν τὴν ἱκανοποιητικὴν μισθοδοσίαν τῶν ὑπαλλήλων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρακινηθοῦν οἱ ὑπάλληλοι εἰς ὀρθὴν ὑπηρεσίαν. Ὁμοίως καὶ αἱ συντάξεις ἔπρεπε ἀκόμη νὰ συμβαδίζουν μὲ τὸ μισθολόγιον τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ὑπαλλήλων διότι ὡς ἐτονίσθη καὶ ὑπὸ τῶν προλαλησάντων δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ἐν ἐνεργείᾳ νὰ βλέπῃ τὴν κατάντια τῶν συνταξιούχων. Εὐτυχῶς, τὸ τονίζω τοῦτο, ὁ μέσος ὅρος τῆς ποιότητος τῶν ὑπαλλήλων τῶν Κρατικῶν Ὑπηρεσιῶν εἶναι πράγματι ἀξιοθαύμαστος. Ἡ τιμιότης των εἶναι ἀξιοθαύμαστος. Νομίζω λοιπὸν ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκὲς τὸ μισθολόγιον αὐτό, ὥστε νὰ τερματισθῇ ἡ συζήτησις. Ἡ ὁριστικὴ ρύθμισις τοῦ ζητήματος γίνεται μὲ ἕνα ἄλλον τρόπον. Ὅπως πολλοὶ συνάδελφοι καὶ ἐγὼ θὰ ἀνατρέξω εἰς τὸ παρελθόν. Εἶναι κάποιον σχέδιον τὸ ὁποῖον εἰς τὰς Συνεδριάσεις τῆς Δʹ Συντακτικῆς Συνελεύσεως τὴν 30.1.1924 ἐλέχθη ἀπὸ ἐμὲ καὶ κακῶς ἐθεωρήθη ὅτι ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Λομβέρδου. Τὸ σχέδιον αὐτὸ ἔλεγεν τὰ ἑξῆς: Ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν πάντοτε τὰ μέσα ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸς βελτίωσιν τῶν μισθῶν τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων, ἂς θεωρήσωμεν αὐτὴν τὴν μερίδα ὡς ὁριστικὴν καὶ εἰς τὸ ἑξῆς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι θὰ εἶναι τακτικὸν ἔξοδον δι’ ἀμοιβὰς τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων. Πρέπει ὅμως συγχρόνως εἰς κάθε Ὑπουργεῖον νὰ γίνουν ἰδιαίτεραι Ἐπιτροπαὶ αἱ ὁποῖαι νὰ ὁρίσουν καὶ νὰ καταχωρήσουν ἕναν ἄλλον πίνακα ὀργανικὸν μὲ πνεῦμα ἀπολύτου οἰκονομίας. Κατόπιν θὰ κατήρτιζον ἕναν ἄλλον πίνακα κατὰ ἱκανότητα τῶν ὑπαλλήλων τῶν ὀργανικῶν αὐτῶν θέσεων. Οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι δὲν θὰ ἀπελύοντο διότι θὰ ἐπήρχετο ἀναστάτωσις. Ἀλλὰ θὰ ἐθεωροῦντο πλεονάζοντες εἰς κάθε Ὑπουργεῖον, ὥστε ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν ἄλλων Ὑπουργείων νὰ μετατίθενται ἐκεῖ, ἡ δὲ ἀναπλήρωσις τῶν κενῶν διὰ τῆς ἀποχωρήσεως τῶν ὑπαλλήλων νὰ ἐγένετο ἀπὸ τὸν πίνακα τῶν διαθεσίμων ὑπαλλήλων, ὥστε νὰ καταλαμβάνουν καί αὐτοὶ ὀργανικὰς θέσεις. Αὐτὸ τὸ σχέδιον ἐπροτάθη τότε καὶ θὰ ἦτο καὶ τώρα δυνατὸν νὰ ἐτίθετο εἰς ἐφαρμογήν. Ἀλλὰ μὲ μίαν τροποποίησιν. Νὰ καταλάβῃ τὸ ἥμισυ τῶν θέσεων ἡ νέα γυναῖκα, οἱ νέοι ὑπάλληλοι, τὸ δὲ ἄλλο ἥμισυ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκρίνοντο ἄξιοι. Συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μὲ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Σβῶλος περὶ τῶν εἰδικῶν Ταμείων καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσέξῃ νὰ μὴ θίξῃ δικαιώματα καὶ καταστάσεις καί νὰ μὴ μεταβάλῃ εἰς κακὰ τὰ καλῶς κείμενα (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Στεφανόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§195Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ὀλίγας λέξεις θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, διότι τὸ θέμα εἶναι τελείως ἐξηντλημένον ἀπὸ πασῶν τῶν πλευρῶν του. Νομίζω ὅτι ἔχει καταστῆ συνείδησις πλέον ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς ὅτι διαπράττεται διὰ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου μία ἀδικία εἰς βάρος τῶν συνταξιούχων. Θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπί 2–3 θεμάτων τὰ ὁποῖα προεκλήθησαν ἐκ τῆς ἀποψινῆς συζητήσεως. Ἠκούσθη ὅτι ἡμεῖς οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου 3 δὲν ἀποβλέπομεν εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τὴν πραγματικὴν τῶν συνταξιούχων, ἀλλ’ εἰς δημαγωγίαν εἰς βάρος τῶν ἐχόντων ἀντιθέτους ἀντιλήψεις. Θέλω νὰ ἐπαναλάβω καὶ ἐγὼ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐτόνισεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος τῆς Ἑλλάδος. Ὅτι εἶναι πίστις μας, πίστις μας ἀπόλυτος, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἡ ἀνάγκη εἰς τὴν πλευρὰν τῶν συνταξιούχων, ἀλλὰ καὶ ἡ δυνατότης εἰς τὴν πλευρὰν τῆς Κυβερνήσεως νὰ διαγράψῃ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νόμου. Ἐὰν ἐπίστευον, κ. βουλευταί, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἡ δυνατότης αὐτή, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι θὰ ἤμην ὁ πρῶτος ὁ ὁποῖος θὰ διεκήρυττε ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ κάμῃ ὅ,τι, εὑρεθέντες εἰς ἀναπόδραστον ἐπίσης ἀνάγκην, ἐκάμομεν καὶ ἡμεῖς κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1949, ὅταν ἐπί Κυβερνήσεως Διομήδη ηὐξήθησαν οἱ μισθοὶ κατὰ 30%. Ἠναγκάσθη τότε ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ μὴ φέρῃ τὸν νόμον τὸν ὁποῖον ἔφερε ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ διὰ νὰ μὴ διακόψῃ εἴτε ὁριστικῶς, εἴτε προσκαίρως τὴν σχέσιν μεταξὺ μισθῶν καὶ συντάξεων, νὰ χορηγήσῃ ὑπὸ μορφὴν ἐπιδόματος τὸ 30%. Καὶ ἠρνήθη τὴν ἐνίσχυσιν αὐτὴν εἰς τοὺς συνταξιούχους. Ἀλλὰ τὴν ἠρνήθη τότε διότι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἔκαμε πόλεμον καὶ διότι ὁ πόλεμος τῆς ἀπηγόρευε τὰς χειρονομίας, τὰς ὁποίας θὰ ἐπέτρεπεν ἕνας εἰρηνικὸς προϋπολογισμός. Διότι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὁ προϋπολογισμὸς ἐπεβαρύνετο μὲ πολεμικῆς φύσεως δαπάνας 1.500 δισεκατομμυρίων ἐπὶ πλέον τῶν τοιούτων δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος κατετέθη χθές. Αὐτὸ τὸ βάρος ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἠσφυκτία ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1949– 50, προερχόμενος ἀπὸ τὰς στρατιωτικὰς δαπάνας, τὰς δαπάνας τῶν ἀνταρτοπλήκτων καὶ τῶν ἐπιδοτήσεων, αὐτὸ τὸ βάρος δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τὸν ὁποῖον κατέθεσεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ἕνας λόγος ἐκτάκτου καὶ ἀδυσωπήτου ἀνάγκης, ὁ ὁποῖος τότε μᾶς ἠνάγκασε νὰ μὴ ἐνισχύσωμε τοὺς συνταξιούχους. Ἀλλὰ θὰ προχωροῦσα περαιτέρω καὶ θὰ ἔλεγα εἰς ἐκείνους ἐκ τῶν κ.κ. συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἐμέμφθησαν ἡμᾶς διότι δὲν ἐχορηγήσαμεν τότε τὴν αὔξησιν εἰς τούς συνταξιούχους ὅτι δεδόσθω, ὅτι ἐπὶ τέλους ἡμεῖς διεπράξαμεν σφάλμα πολιτικόν. Καὶ τὸ σφάλμα αὐτὸ θὰ ἔλεγα, τὸ ἐκπληρώσαμεν, μᾶς τὸ ἐπλήρωσεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀπὸ Κυβέρνησις ἐγίναμεν ἀντιπολίτευσις. Δι’ αὐτὸ καί δι’ ἄλλους, ἴσως, λόγους. Διότι ὅμως ἐγίναμεν ἀντιπολίτευσις δὲν σημαίνει ὅτι ἐχάσαμεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητοῦμε ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία συγκροτεῖται ἀπὸ τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα ἐστηρίχθησαν ἀκριβῶς εἰς αὐτὰ τὰ σφάλματα, ἡ ὁποία συγκροτεῖται ἀπὸ τὰ κόμματα τὰ ὁποῖα ὑπεσχέθησαν κατὰ τὸν ἐντονώτερον τρόπον ὅτι θὰ παράσχουν εἰς τὸν μισθοδίαιτον κόσμον καὶ τὸν κόσμον τῶν συνταξιούχων τὰ μέσα μιᾶς ἀνέτου διαβιώσεως συμφώνως πρὸς τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα, δὲν νομίζω λέγω ὅτι ἐχάσαμε τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὸ κ. βουλευταί. Πέραν τούτου, ἡ βάσις τῶν ἀπόψεών μας εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, ὅτι ἔχω ἀπόλυτον τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει πλήρη τὴν δυνατότητα, βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸν ὁποῖον κατέθεσε καὶ βάσει τῆς εὐχερείας τὴν ὁποίαν ἔσχεν ἀπὸ μέρους τῶν χορηγῶν μας καὶ οἰκονομικῶν μας συμβούλων, νὰ προβῇ εἰς τὴν μακρὰν ἐπιβάρυνσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ μὲ 180 δισεκατομμύρια διὰ τὴν αὔξησιν τῶν συντάξεων. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καταθέτων χθὲς τὸν προϋπολογισμόν, ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὴν εὐχέρειαν ἀπὸ μέρους τῶν συμβούλων τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς νὰ φθάσῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν δρχ. 700 δισεκατομμυρίων. Καὶ βεβαίως ἐκαυχήθη καὶ ἐθεώρησεν ὡς νίκην τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ὑπεβίβαζε τὸ ἔλλειμμα καὶ κάτω τῶν ὁρίων τὰ ὁποῖα ἐθεώρησαν ὡς ἀνυπέρβλητα οἱ οἰκονομικοί μας Σύμβουλοι. Καὶ θὰ ἦτο ἴσως, πράγματι, τοῦτο μιὰ ἐπιτυχία τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν δὲν ἦτο θλιβερὸν ὅτι ἡ ἐπιτυχία αὐτὴ εἶναι εἰς βάρος τῆς τάξεως τῶν συνταξιούχων. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ Ἀμερικανικὴ Ἀποστολὴ ἐξουσιοδότησε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ μέχρι τῶν 700 δισεκατομμυρίων ἦτο κάτι τὸ ἀσύλληπτον κάτι τὸ ἀκατανόητον νὰ προσπαθήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ μειώσῃ τὸ ἔλλειμμα κάτω τοῦ ὁρίου αὐτοῦ, παραβλέψασα τὸν κίνδυνον, ὄχι πλέον πείνης, ἀλλὰ θανάτου τῶν συνταξιούχων. Ἡμεῖς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1949 δὲν εἴχομεν κ. βουλευταί, τὴν εὐχέρειαν αὐτήν. Εἰς ἡμᾶς δὲν εἶπον ποτὲ οἱ ἀνεύθυνοι οἰκονομικοί μας σύμβουλοι Ἀμερικανοί ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ αὐξήσωμεν τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὸ εἶπον εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν καὶ δὲν ἔκαμε χρῆσιν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις τῆς εὐκαιρίας αὐτῆς. Καὶ ἐπροτίμησε νὰ κατέλθῃ εἰς τὸ ἔλλειμμα σημειώνουσα μίαν προσωπικὴν ἐπιτυχίαν εἰς τὰ ὄμματα τῆς Ἀποστολῆς ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ, ἀλλὰ καὶ μίαν πρᾶξιν ἀγριότητος ἀπέναντι μιᾶς τάξεως συμπαθεστάτης πεινώσης καὶ ἀποθνησκούσης. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς θέσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθημεν ἡμεῖς εἰς τὸ 1949 καὶ τῆς θέσεως τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις λέγει ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ ἔχῃ ἔλλειμμα 400 δισεκατομμυρίων παρὰ 580 δισεκατομμυρίων. Καὶ δὲν ὑπάρχει κανεὶς εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὴν ὁ ὁποῖος ἔχει ἀντίρρησιν, ἐὰν ἦτο δυνατόν, νὰ μὴ ἔχῃ καθόλου ἔλλειμμα. Θὰ ἦτο τότε πλησιέστερον ἡ ἐξυγίανσις καὶ τῆς οἰκονομικῆς καὶ τῆς νομισματικῆς ζωῆς τοῦ τόπου. Ἀλλὰ διατὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπροχώρησεν εἰς τὴν ἀπόσβεσιν παντὸς ἐλλείμματος μὴ χορηγοῦσα τὴν αὔξησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωσεν εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους; Διότι συνησθάνθη ὅτι πέραν τῶν ἀναγκῶν τῆς Ἀνασυγκροτήσεως ὑπάρχει καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς συντηρήσεως εἰς τὴν ζωὴν τῶν ὀργάνων τῆς ἀνασυγκροτήσεως, τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων. Καὶ ἀφοῦ ἀνεγνώρισε τὸ δικαίωμα αὐτὸ διατὶ ἀξιοῖ τὴν ἐπιτυχίαν της νὰ τὴν πληρώσουν μόνον οἱ συνταξιοῦχοι; Δὲν ἔχουν ἆραγε καὶ ἐκεῖνοι τὸ ἴδιον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι; Ἦτο δίκαιον ἡ Κυβέρνησις νὰ στηριχθῇ ἐπάνω εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ συνταξιοῦχοι δὲν ἔχουν τὸ μέσον τῆς ἐκβιάσεως, τὸ ὁποῖον διαθέτουν οἱ ὑπάλληλοι, καὶ νὰ ἐπιδιώξῃ νὰ σημειώσῃ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ μικροτέρου ἐλλείμματος εἰς βάρος αὐτῆς τῆς τάξεως; Αὐτὸ εἶναι μόνον, κύριοι, τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ τονίσω πρὸς ὑμᾶς. Αὐτὴ εἶναι ἡ σκέψις, ἡ ὁποία θὰ καθοδηγήσῃ τὴν ἀρνητικήν μου ψῆφον εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν εἶναι μόνον ἡ σκέψις, ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς τόσον θορυβώδεις ὑποσχέσεις της, εἶναι καὶ ἡ σκέψις, ἡ ὁποία ἔχει περισσοτέραν σημασίαν δι’ ἐμέ, ὅτι ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ τὰς ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποσχέσεις αὐτὰς μὲ μόνην ζημίαν ὅτι τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσῃ εἰς τὰ 700.000.000.000 θὰ φθάσῃ εἰς τὰ 580.000.000.000 καὶ δὲν θὰ εἶναι εἰς τὰ 406.000.000.000 εἰς τὰ ὁποῖα τὸ ἔφθασεν ἡ Κυβέρνησις. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἡμεῖς θὰ καταψηφίσωμεν τὸ ἄρθρον τοῦτο. Ἀλλὰ ποιούμεθα ἔκκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ θελήσῃ νὰ σημειώσῃ τὴν ἐπιτυχίαν αὐτὴν τῆς μειώσεως τοῦ ἐλλείμματος εἰς βάρος μιᾶς τόσον ἀναξιοπαθούσης καί συμπαθοῦς τάξεως. Ἡ ἀνασυγκρότησις δὲν ἔχει νὰ χάσῃ τίποτε ἐὰν στερηθῇ 180.000.000.000. Ἐστερήθη ἴσως περισσότερα διὰ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἔγινεν ὁ προϋπολογισμός. Ὅταν, κύριε Πρόεδρε, θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ εἴπω τὴν γνώμην μου καὶ θὰ εἴπω, διατὶ πιστεύω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ περισσότερον ποσὸν διὰ τὴν ἀνασυγκρότησιν, ἐγχειρίζουσα ἀκόμη βαθύτερον καὶ τὸ σκέλος τῶν ἐξόδων διὰ περισσοτέρων οἰκονομιῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ κυρίως δὲν εἶναι ὥρα μακρᾶς ὁμιλίας. Ποιοῦμαι λοιπὸν ἔκκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ποιοῦμαι ἰδιαιτέρως ἔκκλησιν πρὸς τὰ ἀνθρωπιστικὰ αἰσθήματα τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καί ζητῶ νὰ ἀναθεωρήσῃ τὴν ἀπόφασίν του, ἐφ’ ὅσον ἔχει περιθώριον ἀναθεωρήσεως, περιθώριον ἀνεγνωρισμένον ἀπὸ τὴν Ἀμερικανικὴν Ἀποστολήν, περιθώριον, τὸ ὁποῖον, ἐὰν τὸ ἀνεβίβαζε, θὰ εἶχε ἁπλῶς τὴν ζημίαν ὅτι θὰ ἐστέρει τὴν Ἀνασυγκρότησιν ἑνὸς μικροῦ σχετικῶς, ἐν σχέσει μὲ τὸ ὅλοκληρωτικόν της, ποσοῦ. Ἐκείνη ἡ ζημία, τὴν ὁποίαν περαιτέρω θὰ ἔχῃ εἶναι ὅτι δὲν θὰ ἠμπορῇ νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι κατῆλθε 300 ὁλόκληρα δισεκατομμύρια κάτω τοῦ ἀνωτάτου ὁρίου, τὸ ὁποῖον τοῦ ἐπέτρεψεν ἡ Ἀμερικανικὴ Ἀποστολή, ἀλλ’ ἡ ζημία αὐτὴ θὰ εἶναι ἠθικὸν κέρδος τεράστιον διὰ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ δι’ ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν ἀπέναντι τῆς τάξεως τῶν συνταξιούχων.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Μητσοτάκης ἔχει τὸν λόγον.
§197Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα ἔχει περίπου ἐξαντληθῆ καὶ δι’ αὐτὸ θὰ προσπαθήσω νὰ εἶμαι ἀπολύτως σύντομος καὶ θὰ περιορισθῶ εἰς δύο κύρια σημεῖα τοῦ παρόντος νομοθετήματος, τὰ ὁποῖα εἶναι ἄλλωστε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προεκάλεσαν μεγάλην συζήτησιν ἀπόψε. Τὸ πρῶτον θέμα, τὸ ἐπίμαχον, εἶναι τὸ θέμα τῶν συντάξεων. Αἱ ἐπ’ αὐτοῦ ἀπόψεις ἐξετέθησαν ἐπαρκῶς ἀπὸ ἀμφοτέρας τὰς πλευράς, καὶ ἀπὸ τοὺς ὑποστηρίζοντας τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου 3, ἐπιμάχου ἄρθρου καὶ ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν ὅτι τὸ ἄρθρον 3 δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαγραφῇ, κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν ἀποψινήν, ἀπὸ τὴν Βουλήν. Εἶχον, κύριοι συνάδελφοι, τὴν εὐκαιρίαν, νὰ δώσω τὴν ψῆφον μου κατὰ τὴν σχετικὴν συζήτησιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καί ἐτάχθην ἐναντίον τῆς προτάσεως τοῦ κ. Σβώλου περὶ διαγραφῆς τοῦ ἄρθρου 3. Ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω τὴν αὐτὴν ἀντίληψιν καὶ σήμερον καὶ ἐὰν τεθῇ θέμα ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας, θὰ ψηφίσω ἐναντίον τῆς διαγραφῆς τοῦ ἄρθρου. Παρὰ ταῦτα ὅμως, θίγων καὶ ἐξετάζων τὸ ὅλον ζήτημα, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κάμω ὡρισμένας βασικὰς διαπιστώσεις, αἱ ὁποῖαι ὁσανδήποτε καὶ ἂν δὲν μὲ ὁδηγοῦν εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῆς ἀπόψεως περί διαγραφῆς τοῦ ἄρθρου 3, πάντως ὅμως νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἔχουν βασικὴν σημασίαν διὰ τὴν χάραξιν τῆς περαιτέρω πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καταθέτων τὸν προϋπολογισμόν, ὡμολόγησεν ὁ ἴδιος ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἔχει ἓν κενὸν καὶ τρωτὸν καὶ τὸ κενὸν καὶ τρωτὸν αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα τῶν συνταξιούχων, ἡ ἔλλειψις δηλαδὴ προνοίας διὰ τοὺς συνταξιούχους. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα εἶναι μέγα, τὸ θέμα ἀφορᾷ μίαν πολυπληθῆ τάξιν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν δικαιώματα ἀπέναντι τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις καὶ ἡ σημερινὴ δὲν φαίνεται διατεθειμένη νὰ σεβασθῇ. Ἡ Κυβέρνησις ἐξήγγειλε προεκλογικῶς, ἀλλὰ ἐξήγγειλε καὶ διὰ τῶν προγραμματικῶν της δηλώσεων, τὴν ἀπόφασιν νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ θέμα τῶν συντάξεων. Παρὰ ταῦτα βλέπομεν ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς κατατίθεται καὶ ἡ Βουλὴ ἐμφανίζεται πρὸ ἑνὸς τετελεσμένου γεγονότος καὶ εὑρίσκεται εἰς δυσχερῆ θέσιν νὰ ἀποφασίσῃ καὶ νὰ κρίνῃ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὤφειλε, κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν, ἐγκαίρως, ὅταν ἤρχισε νὰ συντάσσῃ τὸν προϋπολογισμόν, νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ θέμα τῶν συντάξεων καὶ νὰ φροντίσῃ, νὰ ἐξεύρῃ τὰ μέσα, δὲν θὰ ἦτο δὲ ἀδύνατον τοῦτο, διὰ νὰ αὐξήσῃ κατὰ τι ἔστω τὰς πενιχρὰς συντάξεις καὶ δώσῃ εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς τὴν ἐντύπωσιν ὅτι δὲν τοὺς παραμελεῖ, δὲν τοὺς περιφρονεῖ, δὲν τούς παραπετᾷ τὸ σημερινὸν Κράτος. Βεβαίως ὅταν ἔρχεται σήμερον καὶ μᾶς λέγει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βγάλῃ χρήματα ἀπὸ τὴν ἀνασυγκρότησιν διὰ νὰ δώσῃ αὔξησιν εἰς τὰς συντάξεις, πιθανὸν νὰ ἔχῃ δίκαιον. Ἀλλ’ εἰς τὰ κονδύλια τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ὑπάρχει διάκρισις τῶν χρημάτων τὰ ὁποῖα προέρχονται ἀπὸ τὰ ἔσοδα τοῦ κοινοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν χρημάτων τὰ ὁποῖα προέρχονται ἀπὸ τὴν ἀνασυγκρότησιν. Ἐὰν ἐγκαίρως τὸ θέμα αὐτὸ εἶχεν ἀντιμετωπίσει, εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ ἀντιμετώπιζε τὰς ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας συναντᾷ ἀπὸ τοὺς ἀνευθύνους ἔστω οἰκονομικούς μας συμβούλους καὶ πιθανώτατα θὰ εἶχεν εὕρει τρόπον νὰ λύσῃ τὸ πρόβλημα. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ὅλη αὐτὴ συζήτησις περὶ τοῦ ἄρθρου 3, κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν, ἔχει κάτι τι τὸ ἀντικανονικόν. Συζήτησις περὶ αὐξήσεως τῶν συντάξεων, διότι περὶ αὐτῶν κατ’ οὐσίαν πρόκειται, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, ἐὰν δὲν συνδέεται ἀπολύτως μὲ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ γίνῃ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι χωρὶς ἀριθμούς, οἱαδήποτε συζήτησις δὲν ἔχει ἀξίαν. Ὅλοι θέλομεν νὰ αὐξήσωμεν τὰς συντάξεις, ὁμόθυμον καὶ γενικὸν εἶναι τὸ αἴτημα τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλή, ἂν δὲν ἔχῃ συγκεκριμένα στοιχεῖα καὶ ὡρισμένους ἀριθμοὺς ὑπ’ ὄψει της, νὰ ἀποφασίσῃ αὐξήσεις. Αὐτό, τὸ ὁποῖον ἰσχύει ἀπόψε διὰ τὴν Βουλήν, ἴσχυσε πολὺ περισσότερον διὰ τὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπήν, ὅταν ἐνεφανίσθη τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐνώπιόν της. Ἐὰν ἡμεῖς διεγράφομεν τὸ ἄρθρον αὐτὸ αὐτομάτως θὰ ὑπεχρεοῦτο ὁ προϋπολογισμὸς νὰ βαστάσῃ ἓν βάρος ἑκατοντάδων δισεκατομμυρίων, ἓν βάρος, τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορούσαμε οὔτε ἡμεῖς οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προϋπολογίσωμεν καὶ κατὰ συνέπειαν θὰ ἦτο μία ἀπόφασις αὐξάνουσα τὰς συντάξεις, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀντίστοιχος πρόβλεψις καλύψεως τῶν ἐξόδων αὐτοῦ καὶ δὲν θὰ ἔφερε κανὲν ἀποτέλεσμα πλὴν τοῦ νὰ ἐμποδίσῃ ἴσως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ τὸ μισθολόγιον καί τὸν προϋπολογισμὸν γενικώτερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους καὶ ἀπόψε ἀκόμη, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ ὁ προϋπολογισμὸς ἔχει κατατεθῆ, ἐφ’ ὅσον μὲ τὸ θέμα τῶν συντάξεων συζητεῖται παράλληλα καὶ τὸ ὅλον θέμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ εἰδικὴ συζήτησις περὶ αὐξήσεως τῶν συντάξεων, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν συγκεκριμένας προτάσεις νὰ κάμωμεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ τοῦ λέγομεν ἁπλῶς, νὰ διαγράψῃ τὸ ἄρθρον 3 καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ αὐξήσῃ κατὰ σημαντικὸν ποσὸν τὰς συντάξεις.
§198Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Ἔχετε κάμει τροπολογίαν, ἡ ὁποία λέγει τὰ ἑξῆς! «.... (ἀναγινώσκει)....». Πῶς τότε θὰ ἀνθέξῃ ὁ προϋπολογισμός, ἐὰν μετὰ τετράμηνον αὐξηθοῦν αἱ συντάξεις; Δὲν θὰ ἀναθεωρηθῇ τότε ὁ προϋπολογισμός;
§199Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω, ἀφήσατέ με νὰ τελειώσω. Εἶπον προηγουμένως, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὅλη ἡ συζήτησις αὐτὴ ἔχει κάτι τι τὸ ἀντικανονικὸν καὶ θὰ προσθέσω κατ’ ἐπέκτασιν ὅτι καὶ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπρότεινε καί ἀπεδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ αὑτὴ εἶναι ἀντικανονική, διότι τόσον ἡ πρότασις διαγραφῆς τοῦ ἄρθρου 3, ὅσον καὶ ἡ τροπολογία τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἀποτελοῦν κἂν ἔμμεσον, ἀλλ’ ἄμεσον ἐκβίασιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην ἡ Βουλὴ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, πρὸς οἱανδήποτε Κυβέρνησιν καί προσπαθεῖ κατά τινα τρόπον νὰ δεσμεύσῃ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ τὴν ὑποχρεώσῃ, καὶ ἂν δὲν θέλῃ, νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν αὔξησιν αὐτήν. Διότι δὲν εἶναι νοητόν, ἡμεῖς, κύριοι συνάδελφοι, ἀπὸ σήμερον νὰ λέγωμεν ὅτι μετὰ τετράμηνον θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμὸς μὲ ἀπροσδιόριστον, ἐπαναλαμβάνω, ἀριθμὸν δισεκατομμυρίων. Ἁπλῶς καὶ μόνον μὲ τὴν τροπολογίαν αὐτὴν θέλομεν νὰ δώσωμεν μίαν πρόσθετον ἐγγύησιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ξεφύγῃ διότι, ἂν θελήσῃ νὰ ξεφύγῃ, αὐτομάτως θὰ αὐξηθοῦν αἱ συντάξεις. Καὶ ναὶ μὲν ἔχω τὴν προσωπικὴν γνώμην ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐφαρμόσῃ ἀπολύτως τὴν διάταξιν αὐτὴν καὶ νὰ δώσῃ τὸ 80%, ἀλλὰ θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ ἐπιληφθῇ διὰ νόμου τοῦ θέματος τὸ ὁποῖον θὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ θὰ ἔχῃ νὰ δώσῃ λόγον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ τὸν οἱονδήποτε χωρισμὸν τοῦ θέματος. Ἤθελα νὰ καταλήξω εἰς τὸ ὅτι ὀρθῶς, ὀρθότατα, ὑπάρχει μία δυσπιστία καὶ ἀπέναντι τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ὅπως καὶ τῶν προηγουμένων Κυβερνήσεων. Δυστυχῶς καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἀκολουθεῖ μίαν ὄχι καλὴν παράδοσιν τὴν ὁποίαν τὸ παρελθὸν ἐκληροδότησεν εἰς αὐτὴν καὶ ἄλλα ἐπαγγέλλεται καί ἄλλα πράττει. Εἰς αὐτό, καίτοι συμπολιτευόμενος, δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ εἶμαι ἀπερίφραστος, νὰ εἶμαι ὠμός. Ἡ Κυβέρνησις θὰ ὤφειλε νὰ εἶχεν ἀντιμετωπίσει θέμα καὶ ἂν ἐγκαίρως καὶ ἐξ ἀρχῆς τὸ εἶχεν ἀντιμετωπίσει μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ τὸ λύσῃ, ἐγώ, εἶμαι πεπεισμένας ὅτι δὲν θὰ ἔφθανεν εἰς αὐτὴν τὴν προκλητικὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου τούτου, τὸ ὁποῖον κόβει ἀπολύτως κάθε συζήτησιν δι’ ἕνα ἀπροσδιόριστον χρονικὸν διάστημα καὶ δὲν ἀφίνει φῶς ἐλπίδος νὰ διαφαίνεται διὰ τοὺς πτωχοὺς συνταξιούχους. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι,—ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν ὅτι τὸ θέμα συνδέεται μὲ τὴν γενικωτέραν ἐμπιστοσύνην τὴν ὁποίαν ἐμπνέει ἢ ὄχι εἰς ἕκαστον ἐξ ἡμῶν ἡ Κυβέρνησις—ἡ πρώτη της ἐμφάνισις ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα αὐτὸ δὲν τὴν τιμᾷ. Τὸ γεγονὸς πρέπει νὰ λεχθῇ καθαρά. Ἡ Κυβέρνησις ἐπηγγέλθη αὔξησιν καὶ δὲν μᾶς δίδει τὴν ἐντύπωσιν, δὲν μᾶς πείθει, ὅτι προσεπάθησε νὰ ἐπιτύχῃ τὴν αὔξησιν αὐτήν, ἔστω καὶ κατὰ κάποιο μέτρον. Παρὰ ταῦτα, διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους προηγουμένως ἀνέφερον, δὲν εἶναι δυνατὸν σοβαρῶς νὰ προταθῇ ἀπόψε εἰς τὴν Βουλὴν καί νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ διαγραφὴ τοῦ ἄρθρου 3 διότι, τότε, καταργοῦμεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸν προϋπολογισμόν του καὶ ἀποφασίζομεν ἡμεῖς δι’ αὐτομάτου τρόπου τὴν αὔξησιν τῶν συντάξεων, χωρὶς νὰ ἔχωμεν καὶ κανένα τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ δώσωμεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὰ χρήματα ποὺ θὰ χρειασθῇ. Διὰ ταῦτα νομίζω ὅτι εἶναι μία ἐγγύησις τὴν ὁποίαν ἐν τῇ ἀπογνώσει της ἐξεῦρεν ἡ Ἐπιτροπὴ διότι ἡ Ἐπιτροπὴ προσεπάθησε μὲ ἀπόλυτον καλὴν διάθεσιν ὅλων τῶν μελῶν της—διότι διαφωνία δὲν ὑπῆρξε καμμία ὅπως καὶ εἰς τὴν Βουλήν, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ συμβουλευτικὴν γνώμην θὰ ἔδιδεν ἐνῶ ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφασίσῃ —ἡ Ἐπιτροπὴ προσεπάθησε μὲ ὅλην τὴν καλὴν διάθεσιν νὰ εὕρῃ μίαν λύσιν καὶ ἐπειδὴ δὲν ἠδύνατο νὰ εὕρῃ ἄλλην λύσιν, προὐχώρησεν εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς προτάσεως τῆς τετραμήνου ἰσχύος τοῦ ἄρθρου 3, μετὰ τὴν πάροδον τῆς ὁποίας θὰ ἐπανέλθῃ αὐτομάτως εἰς ἰσχὺν ὁ συσχετισμὸς τῶν συντάξεων καὶ τοῦ μισθολογίου. Γενικωτέρα ἔννοια τῆς διατάξεως εἶναι ἁπλῶς καὶ μόνον ὅτι δίδεται ἓν χρονικὸν περιθώριον εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐντὸς τοῦ ὁποίου θὰ ἔχῃ τὸν καιρὸν νὰ πράξῃ ἐκεῖνο ποὺ δὲν ἔπραξε μέχρι σήμερον, νὰ ἐπανορθώσῃ τὴν παράλειψίν της καὶ νὰ προσπαθήσῃ νὰ ἐξεύρῃ τρόπον ἀντιμετωπίσεως τοῦ ζητήματος. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριοι συνάδελφοι, ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν τὴν πρότασιν διαγραφῆς τοῦ ἄρθρου 3. Παραλλήλως ὅμως θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ διατυπώσω τὴν ἄποψιν, ἐπειδὴ κατὰ κόρον ἔχει γίνει χρῆσις εἰς τὸ θέμα αὐτὸ ὑποσχέσεων χωρὶς νὰ πραγματοποιοῦνται, ἂν θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ θέμα ἀμέσως τώρα, νὰ δώσῃ μίαν συμβολικὴν αὔξησιν εἰς τοὺς συνταξιούχους ἡ ὁποία νὰ καλύπτῃ τὸ τετράμηνον αὐτὸ διάστημα ποὺ θὰ μεσολαβήσῃ μέχρις ὅτου ὑποχρεωθῆ νὰ ἀναπροσαρμόσῃ τὰς συντάξεις. Δὲν θέλω νὰ ὑπεισέλθω εἰς ἀριθμοὺς διότι τὸ ἔθεσα ὡς θέμα ἀρχῆς ὅτι ἐφ’ ὅσον δὲν συζητοῦμεν συνολικῶς τὸν προϋπολογισμὸν δὲν εἶναι δυνατὸν ἀνεξελέγκτως νὰ πετᾶμε ἀριθμοὺς εἰς τὴν τύχην, εἰς τὸν ἀέρα, παρὰ τοῦτο ὅμως ἐπιμένω ἐπὶ τοῦ ἑξῆς σημείου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὕστερα ἀπὸ τὸν θόρυβον ποὺ ἐδημιουργήθη καὶ διὰ νὰ σεβασθῇ καὶ τὴν ὁμόθυμον ἀξίωσιν καί ἐπιθυμίαν τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, θὰ ὤφειλε νὰ δώσῃ ἀμέσως τώρα μίαν αὔξησιν, ἐκείνην τὴν ὁποίαν αὐτὴ θὰ ἔκρινεν, εἰς τοὺς συνταξιούχους, μὲ ἕνα συμβολικὸν τύπον, μίαν συμβολικὴν αὔξησιν ἡ ὁποία θὰ δώσῃ τὴν δυνατότητα νὰ πιστεύσουν εἰς τὴν ἐπαγγελίαν ὅτι ὁριστικῶς πλέον θὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ θέμα αὐτό. Μία ἐπιβάρυνσις ὀλίγων δισεκατομμυρίων, διότι πάρα πολλὰ χρήματα δὲν ἀπαιτοῦνται, δὲν ἀνατρέπει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅταν ἔχῃ μπροστά του μίαν προοπτικὴν ἐπιτεύξεως πολὺ μεγάλων οἰκονομιῶν ἢ πάντως σημαντικῶν οἰκονομιῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους, τὸ γεγονὸς ὅτι θὰ ἐπιβαρυνθῇ ἀπὸ τώρα ὁ προϋπολογισμὸς μὲ ὀλίγα δισεκατομμύρια, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετὸν νὰ ἀνατρέψῃ τὴν ὅλην ἐργασίαν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν. Νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ κάμω τὴν ἔκκλησιν αὐτὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διότι μόνον ἔτσι θὰ δοθῇ ἀπὸ τὸ Κράτος ἡ ἔμπρακτος ἀπόδειξις ὅτι πέραν τῶν λόγων, ἀπὸ τοὺς ὁποίους οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ ἔχουν χορτάσει, ὑπάρχει πρόθεσις καὶ ἀπόφασις νὰ ἀντιμετωπισθῇ θετικῶς τὸ ὅλον θέμα καὶ ἔτσι καὶ μόνον θὰ πεισθοῦν ὅτι θὰ ἠμπορέσουν νὰ ἐλπίζουν καί νὰ ἀποφασίσουν νὰ περιμένουν εἰς τὸ τετράμηνον αὐτὸ διάστημα. Πέραν αὐτοῦ τοῦ θέματος, τὸ ὑπόλοιπον νομοσχέδιον δὲν νομίζω ὅτι παρέχει πολλὰ πράγματα πρὸς συζήτησιν. Τὸ μισθολόγιον τὸ ὁποῖον ἐξηγγέλθη δὲν ἀποτελεῖ θέμα ποὺ ἀφορᾷ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Τὸ μισθολόγιον ἠμπορεῖ νὰ ἀποτελέσῃ θέμα ἐλέγχου, ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει οὐδεὶς δύναται νὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν εἰς τὴν κατ’ ἐξουσιοδότησιν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Πάντοτε, ποτὲ δὲν καθωρίσθη τὸ μισθολόγιον διὰ νόμου καὶ οὔτε ἐδῶ θὰ ἐπρόκειτο νὰ συμβῇ διαφορετικά. Τὸ τελευταῖον ἄρθρον τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ συζητηθῇ, εἶναι τὸ ἄρθρον 9 τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν κατάργησιν τῶν εἰδικῶν Ταμείων καὶ Ὀργανισμῶν καὶ τῶν εἰδικῶν λογαριασμῶν, πάσης μορφῆς καὶ φύσεως. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, κύριοι συνάδελφοι, περὶ τῆς ἀπολύτου θεωρητικῆς ὀρθότητος τῆς ἀρχῆς τὴν ὁποίαν τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐκφράζει, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι κάποτε καὶ εἰς τὸν τόπον μας πρέπει νὰ πραγματοποιήσωμεν ὁριστικῶς τὴν ὀρθὴν ἀρχὴν τῆς ἑνότητος τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ἔτσι καὶ μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ δυνηθῇ νὰ ἔχῃ συνολικὴν ἐποπτείαν τῶν οἰκονομικῶν μας πραγμάτων καὶ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ρυθμίζῃ τὴν γενικωτέραν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους. Παρὰ ταῦτα, ὅμως, δὲν ὑπάρχει ἐπίσης ἀμφιβολία ὅτι ἡ ἄποψις τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξε διεξοδικῶς ὁ κ. Σβῶλος, ἔχει καὶ αὐτὴ τὰ ἐπιχειρήματά της. Ὁ Δημόσιος προϋπολογισμὸς καὶ γενικώτερον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει μίαν ἄψυχον, θὰ ἔλεγα, νοοτροπίαν ἡ ὁποία ἀποβλέπει μόνον εἰς τοὺς ἀριθμοὺς καί πολλάκις παραγνωρίζει τὰ πράγματα εἰς τὴν προσπάθειάν του τῆς ἰσοσκελίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, παραγνωρίζει πράγματι φλεγούσας ἀνάγκας καὶ πολλὰ Νομικὰ Πρόσωπα καὶ εἰδικὰ Ταμεῖα καὶ Ὀργανισμοὺς ποὺ πρόκειται νὰ καταργηθοῦν, ἐξυπηρετοῦν πραγματικὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας πάρα πολὺ ἀμφιβάλλω ἂν ὁ Κρατικὸς προϋπολογισμὸς θὰ δυνηθῇ νὰ ἀντιμετωπίσῃ μετὰ τὴν κατάργησίν των, ἔστω καὶ ἂν ὑπετίθετο ὅτι πρόκειται νὰ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον τῶν Ταμείων αὐτῶν. Διὰ τούτους τοὺς λόγους, δοθέντος ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν, δυστυχῶς, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ὡμολόγησε νὰ μᾶς δώσῃ ἕνα ὀνομαστικὸν κατάλογον τῶν καταργουμένων Ταμείων καὶ Ὀργανισμῶν, θὰ ἤθελα νὰ προτείνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν μίαν μικρὰν τροπολογίαν ἡ ὁποία ἴσως δὲν ἔχει μεγάλην οὐσιαστικὴν ἀξίαν ἀλλά, ἐν πάσῃ περιπτώσει, πιθανῶς θὰ διασφαλίσῃ αὐτὸν ἀπὸ μερικὰς ὑπερβολάς, ὅπως ἡ κατάργησις τῶν Ταμείων αὐτῶν νὰ γίνεται διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων τὰ ὁποῖα θὰ εἰσάγωνται εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ θὰ ἐκδίδωνται προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἡ συμπαράστασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, θὰ ἀπετέλει μίαν πρόσθετον ἐγγύησιν ὅτι δὲν θὰ γίνῃ κακὴ χρῆσις τοῦ δικαιώματος τούτου καί ὅτι δὲν θὰ καταργηθοῦν Ταμεῖα, τυχόν, τὰ ὁποῖα χρειάζονται. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι εἶναι ἡ μόνη μεταβολὴ, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ ἐπιφέρωμεν, διότι δυστυχῶς τὰ Ταμεῖα αὐτά, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι πολλὲς φορὲς ἐπιτελοῦν χρήσιμον ἔργον καὶ εἶναι ἀναμφισβητήτως ὠφέλιμα, ἐν τούτοις, ἐν τῷ συνόλῳ των λαμβανόμενα, ἀποτελοῦν καρκίνωμα, τὸ ὁποῖον μόνον μὲ μίαν ἐγχείρισιν εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθῇ. Διότι ἐὰν ἐπροχωρούσαμεν εἰς τὴν ἀντίθετον λύσιν, νὰ μὴ εἶναι γενικὴ ἡ κατάργησις, ἀλλὰ νὰ καταργοῦνται ὡρισμένα ἐξ αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ὀνομαστικῶς θὰ ἀναφέρομεν, τότε ἀσφαλῶς τίποτε δὲν θὰ ἐγίνετο. Εἶναι καιρὸς πλέον νὰ ληφθῇ μία ὁριστικὴ ἀπόφασις διὰ νὰ περισώσωμεν ὡρισμένα ἀπὸ τὰ Ταμεῖα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐπιτελοῦν ἔργον ὠφέλιμον. Μὲ τὰς ὀλίγας αὐτὰς παρατηρήσεις, κύριοι συνάδελφοι, τελειώνω τὴν σύντομον ἀγόρευσίν μου. Τὸ νομοθέτημα αὐτὸ εἶναι ἄξιον ἰδιαιτέρας προσοχῆς καὶ ὀρθῶς ἡ Βουλὴ ἀπόψε διεξοδικῶς συζητεῖ ἐπ’ αὐτοῦ. Θίγει ζητήματα βασικὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀναμφισβήτως—ὀφείλομεν ὅλοι νὰ τῆς τὸ ἀναγνωρίσωμεν—μὲ θάρρος ἐμφανίζει τὰς ἀπόψεις της, μὲ τὴν διαφορὰν ὅμως, νομίζω, ὅτι τὸ θάρρος εἰς τὴν ἐμφάνισιν τῶν ἀπόψεων δὲν εἶναι τὸ μόνον πρὸς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀποβλέψῃ. Πρέπει νὰ προσπαθήσῃ, τοὐλάχιστον ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ δυνατοῦ, νὰ διορθώσῃ ὡρισμένας ὑπερβολὰς εἰς τὰς ὁποίας ἔφθασε. Καὶ ὡς τοιαύτην μόνην διόρθωσιν κρίνω τὴν ἐξαγγελίαν ἀπὸ τώρα, ὅπως καὶ προηγουμένως εἶπον, μιᾶς μικρᾶς, ἔστω συμβολικῆς αὐξήσεως τῶν συντάξεων, ἡ ὁποία θὰ ἰσχύσῃ διὰ τὸ τετράμηνον αὐτὸ χρονικὸν διάστημα. (Χειροκροτήματα).
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπικάκης ἔχει τὸν λόγον.
§201Α. ΜΠΙΚΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, συζητήσεις μακραὶ ἐγένοντο ἐπὶ τοῦ ὄντος σοβαρωτάτου τούτου νομοσχεδίου. Ἀρκετὰ ἔχει καταπονηθῆ ἡ Βουλὴ καί, σεβόμενος τὴν ὑπομονὴν τῶν συνεχῶς παραμενόντων ὀλίγων συναδέλφων— ἂν καί ἐπὶ τοιούτων σοβαρῶν ζητημάτων νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἔδει νὰ εἶναι πλήρης—δὲν θὰ σᾶς κουράσω πολύ. Εἰδικῶς ὡς πρὸς τὸ μισθολόγιον τῶν ὑπαλλήλων, ἐφόσον δὲν συζητεῖται ὁ προϋπολογισμός, ὀλίγαι λέξεις ἠμποροῦν νὰ προσθέτουν, ὅτι δημιουργεῖ μεγίστην ἀνισότητα μεταξὺ τῶν ἀνωτάτων, ἀνωτέρων καὶ κατωτάτων ὑπαλλήλων, ὡς ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ στομάχου καὶ ἀναγκῶν μεταξὺ ἀνωτάτων καὶ κατωτάτων ὑπαλλήλων. Δι’ αὐτοὺς, νομίζομεν, ὅτι γίνεται καὶ περικοπὴ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἤδη λαμβάνουσι. Διότι διὰ πολλοὺς κλάδους καὶ κατηγορίας ὑπαλλήλων καὶ δημοσίων ὑπηρετῶν ἐγένοντο μειώσεις ἀντί αὐξήσεων. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο δέον ἡ Κυβέρνησις νὰ βελτιώσῃ καὶ νὰ αὐξήσῃ τὰς ἀποδοχὰς καὶ τῶν κατωτέρων ὑπαλλήλων. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν συνταξιούχων, ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐγὼ ὅτι δὲν ἀντιμετωπίσθησαν αἱ ἀνάγκαι τῆς τάξεως τῶν συνταξιούχων προσηκόντως. Ὑπεστηρίχθησαν διάφοροι ἀπόψεις, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις κατὰ κανένα τρόπον οὔτε κἂν ἠθέλησε νὰ ὑποσχεθῇ αὔξησιν τῶν συντάξεων. Ναὶ μὲν εἶναι πολλαὶ αἱ χιλιάδες τῶν συνταξιούχων, ἀλλ’ εἰς τοῦτο πταίουν κυρίως οἱ νόμοι ἀπὸ τοῦ 1935 καὶ ἐφεξῆς καί ἡ σωρεία μυριάδων προσωπικῶν συντάξεων δι’ εἰδικῶν νόμων κατὰ τὸ διάστημα τῆς κατοχῆς, ὠφείλετο δὲ ἡ ἐκκαθάρισις πασῶν τῶν περιπτώσεων τούτων οὕτως ὥστε, οἱ πραγματικῶς δικαιοῦχοι συντάξεως νὰ ἔχουν τὴν δυνατότητα νὰ ἀπολαμβάνουν μίαν σύνταξιν ἱκανήν. Ἐπίσης τὴν πλησμονὴν τῶν συνταξιούχων καὶ τὰς μεγάλας δαπάνας τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ συντάξεις ἐδημιούργησαν αἱ προκάτοχοι Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔρριχνον εἰς τοὺς δρόμους ἀνωτάτους ὑπαλλήλους ὅλων τῶν κατηγοριῶν μὲ ἀλόγιστον κομματικὸν πάθος. Καὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ σήμερον οὔτε διὰ τῶν συντάξεων αὐτῶν δύνανται νὰ ἱκανοποιηθοῦν, οὔτε ἀποδοτικοὶ εἶναι ὅπως θὰ ἦσαν προγενεστέρως. Ὀφείλει, λοιπόν, ὅπως ὑπεστήριξεν ὁ κ. Βουδούρης, νὰ γίνῃ ἄμεσος καὶ ταχεῖα ἐκκαθάρισις ὅλου τοῦ κόσμου τῶν συνταξιούχων καί κατόπιν νὰ δοθῇ εἰς τοὺς πραγματικοὺς συνταξιούχους τοιαύτη σύνταξις, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσουν στοιχειωδῶς καὶ νὰ μὴ δημιουργῆται ἡ περίπτωσις ἐκείνη, ἡ ὁποία βεβαίως ἐψέχθη, ὅτι ὡρισμένοι συνταξιοῦχοι ἔχουν ἐπιτύχει τὴν τοποθέτησίν των καὶ ἐπὶ ἄλλων θέσεων. Ἐὰν αἱ συντάξεις ἦσαν ἱκανοποιητικαὶ δὲν θὰ ἐγεννᾶτο ζήτημα τοιοῦτον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 9 τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω ὅτι δι’ αὐτοῦ ζητοῦνται δικτατορικὰ κυρίως δικαιώματα ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἀποκεφαλίσῃ ὅλα τὰ εἰδικὰ Ταμεῖα καὶ ὅλους τοὺς Ὀργανισμοὺς Δημοσίου Δικαίου. Δυστυχῶς δὲν εἴμεθα εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε νὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ προέβλεψεν ἢ θὰ προβλέψῃ ἢ θὰ ἐξαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας καλύπτουν οἱ εἰδικοὶ Ὀργανισμοὶ καὶ τὰ εἰδικὰ Ταμεῖα. Ἀλλοίμονον εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτάς, ὅταν θὰ καταλήξῃ, νὰ πληροῦνται διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ—καὶ μάλιστα, σήμερον!—οὐδεμία ἐξ αὐτῶν θὰ πληρωθῇ. Ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως εἶναι σαφῶς ταμειακός. Ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησεν διὰ τῆς καταργήσεως αὐτῆς νὰ θέσῃ χεῖρα ἐπὶ τῶν ἀποθεματικῶν καὶ τῶν κεφαλαίων τῶν Ὀργανισμῶν. Οἱ Ὀργανισμοὶ ὅμως αὐτοὶ δὲν ἦσαν δημιουργήματα τυχαῖα. Ἦσαν δημιουργήματα ὡρισμένων ἀναγκῶν καὶ ἔχομεν πάντες ὑπ’ ὄψει μας ὅτι ἐπλήρωσαν ἀνάγκας καί σκοπούς, οἱ ὁποῖοι σήμερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πληρωθοῦν ἐκ τοῦ κρατικοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ μέχρις ὅτου φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον τῆς ὀρθοδόξου ἀρχῆς, τῆς καλύψεως δηλαδὴ τῶν τοιούτων ἀναγκῶν καὶ τῆς προβλέψεώς των, διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ κατάργησις τῶν Ταμείων μόνον ζημίαν καὶ βλάβην θὰ ἐπιφέρῃ. Ἔχω ἕνα πρόχειρον παράδειγμα, κύριοι συνάδελφοι, τὸν «Ὀργανισμὸν Ἐλέγχου τῶν δι’ αὐτοκινήτων συγκοινωνιῶν». Ὁ Ὀργανισμὸς αὐτὸς ἱδρύθη ἀπὸ τοῦ 1932, μὲ σκοπὸν τὴν ἄσκησιν προνοίας ὑπὲρ τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν λεωφορείων αὐτοκινήτων ἀστικῶν καὶ ὑπεραστικῶν συγκοινωνιῶν. Ἅμα τῇ δημιουργίᾳ του ἀπετέλεσε σπουδαῖον ἔργον, διότι κατωρθώθη δι’ αὐτοῦ νὰ γίνῃ ἀποζημίωσις ὅλων τῶν πεπαλαιωμένων αὐτοκινήτων, νὰ ἀποζημιωθοῦν καὶ νὰ τεθοῦν ἐκτὸς κυκλοφορίας τὰ τοιαῦτα πλεονάσαντα λεωφορεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα εἶχε δοθῆ ἄδεια κυκλοφορίας κατὰ τὸ 1931. Ἐπίσης πλείστας ὅσας βελτιώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὴν δι’ αὐτοκινήτων συγκοινωνίαν, ἐπετέλεσεν ὁ Ὀργανισμὸς διὰ τῆς χρηματοδοτήσεως τῆς κατασκευῆς τῶν στολῶν τῶν ὁδηγῶν—εἰσπρακτόρων, διὰ τῆς κατασκευῆς τῶν στάσεων, διὰ τῆς τοποθετήσεως πινακίδων καί, ἐν γένει, ἐξυπηρέτησε τὴν συγκοινωνίαν ὁ Ὀργανισμὸς οὗτος, ἀπεζημίωσε δὲ κατόπιν, μετὰ τὴν κατάρρευσιν τοῦ Ἀλβανικοῦ μετώπου, ὁλόκληρον τὸ προσωπικὸν τῶν αὐτοκινήτων, τὸ ὁποῖον ἐστερήθη τῆς ἐργασίας του διὰ τῆς καταστροφῆς τῶν αὐτοκινήτων ἢ τῆς ἐπιτάξεώς των παρὰ τῶν Ἀρχῶν Κατοχῆς. Ὁ Ὀργανισμός, λοιπόν, αὐτός, παρὰ τὰ πλήγματα ποὺ ὑπέστη ἐπετέλεσε σπουδαῖον ἔργον. Ἦτο δὲ ὁ Ὀργανισμός, εἰς τὸν ὁποῖον ὁλόκληρος ὁ αὐτοκινητιστικὸς κόσμος ἐστήριξε τὰς ἐλπίδας του διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν δυσχερῶν στιγμῶν καὶ διὰ τὴν ἀνακούφισίν του. Ἦλθεν ὅμως ἕνας κατοχικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος ἤλλαξε τὸν τίτλον του καί, ἐνῷ ἐπρόκειτο περὶ «Ταμείου Προνοίας ἰδιοκτητῶν αὐτοκινήτων λεωφορείων», κατέστη «Ὀργανισμὸς ἐλέγχου τῶν δι’ αὐτοκινήτων συγκοινωνιῶν» καὶ προσήγγισε περισσότερον πρὸς τὸ Κράτος. Σήμερον ἔρχεται, διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς, μίαν ἄγνωστον ἡμέραν νὰ ἀποκοπῇ ἡ κεφαλὴ τοῦ Ὀργανισμοῦ αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπετέλεσε καὶ μεταπελευθερωτικῶς μέγιστον ἔργον. Διότι ἐὰν σήμερον, κύριοι συνάδελφοι, ἔχωμεν ἀστικὴν καὶ ὑπεραστικὴν συγκοινωνίαν εὐπρεπῆ καὶ ἀξίαν πολιτισμένου Κράτους, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ὕπαρξιν τοῦ Ὀργανισμοῦ αὐτοῦ καὶ μόνον. Διότι διὰ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα παρέσχεν ὁ Ὀργανισμὸς αὐτός, καὶ τῶν εἰσφορῶν αὐτῶν τούτων τῶν αὐτοκινητιστῶν κατωρθώθη νὰ γίνῃ ἡ ἀνανέωσις τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ καὶ τῶν αὐτοκινήτων. Συνεπῶς, ἐὰν τοιοῦτοι εἶναι οἱ ὀργανισμοὶ τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ ἀποκεφαλίσῃ εἰς ἀόριστον χρόνον τὸ νομοσχέδιον, νομίζομεν ὅτι δὲν ἐκπληροῖ κανένα ἄλλον σκοπὸν παρὰ μόνον ταμειακόν, ὑπὲρ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐνῷ ἔχει αἰχμὴν κατὰ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, καί δι’ αὐτὸ τὸ θεωρῶ κατακριτέον. Δυστυχῶς δὲν κατωρθώθη οὔτε ἀπὸ τὴν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου, οὔτε ἀπὸ τὴν εἰσήγησιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς νὰ διασαφηνισθῇ ποῖα καὶ πόσα εἶναι τὰ ταμεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀχθοῦν, εἰς ἄγνωστον χρόνον, πρὸς σφαγήν. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐθεώρησε πρέπον νὰ θέσῃ μίαν προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας θὰ εἶναι ἠρτημένη ἡ ζωὴ τῶν. Ἀλλὰ καὶ ἡ προθεσμία αὐτὴ ὡς ἐὰν δὲν ἦτο δυνατὸν ἐντὸς συντόμου προθεσμίας νὰ ἀποκεφαλισθοῦν τὰ Ταμεῖα αὐτά. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον αὐτό. Ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος κύριος συνάδελφος εἶπεν ὅτι θὰ ἦτο κἄποια ἀσφάλεια διὰ συμπράξεως ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ τοῦ διατάγματος τῆς καταργήσεως, νομίζω ὅτι δὲν παρέχει καμμίαν ἀσφάλειαν, καὶ εἶναι ἐντελῶς ἀλυσιτελὴς ἡ τοιαύτη πρότασις, διότι καὶ ὁ εἰσηγητὴς ἐπὶ τοῦ διατάγματος πάλιν θὰ εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Λυποῦμαι διότι δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Μεταφορῶν, ὁ ὁποῖος, ὡς ἐπληροφορήθην, ἔχει ἤδη σχέδιον νόμου διὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν δι’ αὐτοκινήτων συγκοινωνιῶν καὶ νομίζω ὅτι θὰ εἶχε καὶ ἐκεῖνος νὰ κάμῃ μίαν δήλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι τοὐλάχιστον ὁ Ὀργανισμὸς αὐτός, ὁ ὁποῖος σήμερον πληροῖ μίαν ἀπόλυτον ἀνάγκην διὰ τὴν διατήρησιν τῶν συγκοινωνιῶν, ἔδει τοὐλάχιστον διὰ δηλώσεως ἐν τῇ Βουλῇ νὰ διασωθῇ ἡ ὕπαρξίς του, διότι ὄχι μόνον πλήττει μίαν τάξιν, τὴν τάξιν τῶν αὐτοκινητιστῶν, ἀλλὰ πλήττει αὐτὴ ταύτη τήν συγκοινωνίαν. Διότι οὔτε κατὰ τὸ 1932, οὔτε κατὰ τὸ 1935, οὔτε κατὰ τὸ 1945 θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν αὐτοκίνητα, διότι ποῖος θὰ ἔκανε τὴν χρηματοδότησιν. Δέον νὰ σημειωθῇ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ εἰσφορὰ διὰ τὴν διατήρησιν καὶ τὴν χρηματοδότησιν τοῦ Ὀργανισμοῦ αὐτοῦ εἶναι 5½% ἐπὶ τοῦ εἰσιτηρίου, ἡ ὁποία δὲν ὑπολογίζεται διὰ τὸν καθορισμὸν τοῦ κομίστρου. Ἐὰν δηλαδὴ καταργηθῇ ὁ Ὀργανισμὸς αὐτὸς καὶ γίνῃ δημόσιον ἔσοδον, οἱ αὐτοκινητισταὶ οἱ ὁποῖοι ἐσκέφθησαν δι’ αὐτῆς τῆς εἰσφορᾶς των νὰ ἀντιμετωπίσουν δυσκολίας τοῦ μέλλοντος, θὰ φορολογοῦνται μὲ 5½% ἀπὸ τῶν ἀκαθαρίστων εἰσπράξεών των, ἐνῷ παραλλήλως φορολογοῦνται ὡς ἐπαγγελματίαι ἀσκοῦντες τὴν ἐπιχείρησιν, ἐὰν δὲ συμβαίνῃ νὰ ἔχουν καὶ δεύτερον αὐτοκίνητον αἱ φορολογικαὶ ἀρχαὶ τοὺς ἐπιβάλλουν καὶ δευτέραν φορολογίαν. Νομίζω ὅτι δέον νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 9 ὡς ἔχει διότι λόγῳ τῆς γενικότητός του μόνον ζημίας θὰ προκαλέσῃ.
§202Γ. ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν νομίζετε ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία καὶ ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον θὰ γίνῃ καί ὀνομαστικὴ ψηφοφορία, ἄδικα καθήμεθα;
§203Γ. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐξαντληθῇ ὁ κατάλογος τῶν ἀγορητῶν καὶ αὔριον νὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ὑποβληθῆ ἔνστασις ἀπαρτίας.
§205Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Οἱ ρήτορες λέγουν ὅτι θὰ παραιτηθοῦν. Ἑπομένως ἂς γίνῃ δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον.
§206Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑποτίθεται ὅτι δὲν συζητοῦμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ συζητοῦμεν ὅλοι μας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου δὲν δύναται νὰ ἔχῃ κανεὶς ἀντίρρησιν.
§207Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ποιὸς τὸ λέγει αὐτό; Ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἀντίρρησις καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ ὁμιλήσουν ὅλοι οἱ ἐγγεγραμμένοι.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὑπεβλήθη πρότασις, ὑπογεγραμμένη παρὰ τοῦ ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ἀπαιτουμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν, διὰ τῆς ὁποίας προτείνεται ἡ λύσις τῆς συνεδριάσεως, ἐλείψει ἀπαρτίας. (Ἐκφωνοῦνται τὰ ὀνόματα τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν κ. κ. βουλευτῶν, οἵτινες εἶναι παρόντες).
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφ’ ὅσον οἱ ὑπογράψαντες τὴν πρότασιν κ.κ. βουλευταί, ὡς ἐβεβαιώθη κατὰ τὴν ἐκφώνησιν τῶν ὀνομάτων των, εἶναι παρόντες καὶ ἐφ’ ὅσον διαπιστοῦται ἡ ἔλλειψις ἀπαρτίας, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ἐλλείψει ἀπαρτίας, διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ., μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις. (Ὥρα 0,15′ πρωϊνή).