1950.07.04
1,111 rows · 8,248 words · 100 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 49η
Τρίτη 4 Ἰουλίου 1950
Προεδρία κ. Δ. Β. ΓΟΝΤΙΚΑ
(Ὥρα 7.30′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Π. Λιαροῦτσος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Π. ΛΙΑΡΟΥΤΣΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Τὸ Ἑλληνοαμερικανικὸν Ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον Σικάγου, μοὶ ἀπέστειλε τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα: «Πρόεδρον Βουλῆς Ἑλλήνων Ἀθήνας Ἑλληνοαμερικανικὸν Ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον Σικάγου μελετῆσαν ἐπισταμένως μετεκλογικὴν κατάστασιν Ἑλλάδος, σημερινὴν συνεδρίασιν Συμβουλίου, ἀπεφάσισε κατωτέρω ἅτινα παρακαλοῦμεν ἀναγνωσθῶσι Κοινοβούλιον. Στόπ. Ἀπευθύνομεν θερμὸν καὶ ἐγκάρδιον χαιρετισμὸν Βουλὴν Ἑλλήνων μὲ διάπυρον εὐχὴν ὅπως ἔργον ἀνορθώσεως πολυβασανισμένης Χώρας ἀχθῇ αἴσιον πέρας μὲ συνεργασίαν ὅλων. Στόπ. Ἐξαιρετικὴν ἱκανοποίησιν δοκιμάζομεν διὰ συγκρότησιν ἐθνικόφρονος Κυβερνήσεως ὑπὸ σθεναρὰν ἡγεσίαν Στρατηγοῦ Πλαστήρα καὶ ἰσάξιον ἀρχηγόν. Στόπ. Πιστεύομεν ἀκραδάντως παροῦσα Κυβέρνησις περιβεβλημένη ἐμπιστοσύνην λαοφιλοῦς Στέμματος καὶ ἱκανοποιοῦσα προσδοκίας συμμάχου καὶ φίλης Ἀμερικῆς κέκτηται ἀπόλυτον ἱκανότητα ἐκτελέσῃ ἐντολὴν λαϊκῆς ψήφου. Στόπ. Σημερινὴ Ἑλλὰς ἐμφανίζεται ἡμῖν ἀκολουθοῦσα δρόμον πεπρωμένων φυλῆς ἐμπεπιστευμένη εἰς στιβαρὰς χεῖρας καὶ πανέτοιμος συντρίψῃ πᾶσαν ἀπόπειραν βαρβαρικῆς ἐπιδρομῆς ὁθενδήποτε προερχομένη. Στόπ. Θαρσεῖτε Ἕλληνες πιστεύοντες Ἀμερικανικὴν παντοδυναμίαν. Στόπ. Νοερῶς εἴμεθα πάντοτε μαζί σας. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΓΓΟΣ, PRESI-DENT MAJOR, ΚΩΝ)ΝΤΙΝΟΣ ΤΣΑΠΡΑΛΗΣ, SE-CRETERY GENERAL, NORTH WELLS». Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ι. Μποῦτος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς κατατιθεμένας προτάσεις νόμων, κλπ.
§4Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Λαμπρόπουλος καταθέτει πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 56 Ν. Δ. τῆς 28–8–46 «περὶ τροποποιήσεως τῆς περὶ Ἀγροτικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος νομοθεσίας». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ν. Ζορμπᾶς, Ε. Μπακλατζῆς, Ν. Χατζησταυρῆς, Μ. Χλουβεράκης, Δ. Ἀλιπράντης, Γ. Σερπᾶνος κ. ἄ. καταθέτουσι πρότασιν νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. 287)1947». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ι. Μαρινάκος. Π. Σταθόπουλος καὶ Χ. Ρῖζος καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὀργανώσεως τῆς στατιστικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Μ. Τοσουνίδης, Ν. Βέης, Λ. Καραμαούνας καὶ Δ. Ντάγγας καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ φορτοεκφορτώσεων ἐργασιῶν τῶν λιμένων ἰσχυουσῶν διατάξεων».
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θέλετε νὰ λάβετε γνῶσιν τῶν προσφωνήσεων τῶν γενομένων ὑπὸ τῆς Κυπριακῆς Πρεσβείας καὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς;
§6Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἤρχισεν ἡ συνεδρίασις; Διότι βλέπω ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀποῦσα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι παροῦσα ἡ Κυβέρνησις.
§8Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἄν νομίζετε ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς συνεδρίασιν, νὰ λάβωμεν γνῶσιν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ προσφώνησις ποὺ ἐγένετο πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἀπὸ τὴν Κυπριακὴν Πρεσβείαν κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν τόμων τοῦ Κυπριακοῦ Δημοψηφίσματος, ἔχει ὡς ἑξῆς: «Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, Ἡ Κυπριακὴ ἐθνικὴ πρεσβεία ἐκόμισεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Πρωτεύουσαν τὰ δελτία τοῦ πρό τινος, βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς αὐτοδιαθέσεως, διεξαχθέντος εἰς τὴν Κύπρον δημοψηφίσματος, δι’ οὗ οἱ Ἕλληνες τῆς Κύπρου ἀξιοῦν τὴν ἕνωσιν μετὰ τῆς Μητρὸς Ἑλλάδος. Τὴν 22αν παρελθόντος μηνός, 205 βουλευταὶ τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, παρέδωσαν εἰς τὴν Κυπριακὴν πρεσβείαν διακήρυξιν, διὰ τῆς ὁποίας ὡς ἐκπρόσωποι τοῦ ἐλευθέρου Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, διακηρύσσουν ὅτι, συνεπεῖς πρὸς τὸ Πανελλήνιον αἴσθημα, ἀποδέχονται μεθ’ ὑπερηφανείας τὴν διὰ τοῦ δημοψηφίσματος ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως ἐκφρασθεῖσαν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κυπριακοῦ Λαοῦ καὶ ὅτι θεωροῦν ὑποχρέωσίν των, ὅπως παραλάβουν τοὺς περιέχοντας τὰ δελτία τοῦ δημοψηφίσματος τόμους. Τοὺς τόμους τούτους, κύριε Πρόεδρε, ἀποτελοῦντας τὴν Ἱερὰν Βίβλον τῆς θελήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ, παραδίδομεν σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων ὡς ἀρραβῶνα διὰ τὴν μετὰ τῆς Μητρὸς Ἑλλάδος ἕνωσιν τῆς Κύπρου. Παρακαλοῦμεν δέ, ὅπως ἀνακοινώσητε τοῦτο εἰς τοὺς Ἕλληνας βουλευτάς, κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, μὲ τὴν ἐκδήλωσιν τῆς πίστεως ἡμῶν ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ θὰ ἐπιτελέσῃ πλήρως τὸ καθῆκον της ἔναντι τοῦ Ἔθνους, οὕτως ὥστε ἡ φίλη καὶ ἡ Σύμμαχος Μεγάλη Βρεττανία νὰ σεβασθῇ τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κυπριακοῦ Λαοῦ καὶ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν Πανελλήνιον ἀξίωσιν τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑλληνικῆς Νήσου μετὰ τῆς Μητρὸς Πατρίδος». Εἰς τὴν προσφώνησιν αὐτήν, κ. βουλευταί, ἐξ ὀνόματος τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, ἀπήντησα ὡς ἑξῆς: «Σεβασμιώτατε, Κύριοι, Μετὰ συγκινήσεως παραλαμβάνω ἀπὸ ὑμᾶς τοὺς τόμους τοῦ Δημοψηφίσματος, διὰ τοῦ ὁποίου ὁμόθυμος ἐκδηλοῦται, ὁ Ἐθνικὸς πόθος τῆς ἀπὸ τῶν ὁμηρικῶν χρόνων τῆς Ἑλληνικῆς Κύπρου. Ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ συμμερίζονται βαθύτατα τὰ αἰσθήματα τοῦ τμήματος ἐκείνου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὸ ὁποῖον σεῖς ἐκπροσωπεῖτε. Εἴμεθα πεπεισμένοι ὅτι θὰ ἐπιστῇ ἡ στιγμή, καθ’ ἣν ἡ Μεγάλη Βρεττανία, ἡ ὁποία δὶς ἐπολέμησεν ἡρωϊκῶς διὰ τὰς ἀρχὰς τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς αὐτοδιαθέσεως τῶν λαῶν, μὲ τὴν Ἑλλάδα παρὰ τὸ πλευρόν της ὡς πιστὴν φίλην καὶ σύμμαχον θὰ ἀποφασίσῃ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ ὄνειρον ὅλων τῶν Ἑλλήνων. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§10Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ ἡ προσφώνησις καὶ ἡ ἀντιφώνησις θὰ καταχωρηθοῦν εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς. Ἀλλά, πέραν τοῦ τυπικοῦ αὐτοῦ θέματος τῆς καταχωρήσεως τῶν προσφωνήσεων εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ τῆς ἀποδοχῆς ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς τῶν τόμων αὐτοῦ τοῦ δημοψηφίσματος, ἀπομένει καὶ τὸ οὐσιαστικὸν θέμα. Τὸ οὐσιαστικὸν δὲ θέμα ἢ μᾶλλον, ὁ χειρισμὸς τοῦ οὐσιαστικοῦ θέματος ἐγένετο μέχρι τοῦδε καὶ δὴ ἀπὸ τῆς 22ας Μαΐου ποὺ ἀφίχθη ἐνταῦθα ἡ Κυπριακὴ Πρεσβεία κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν συνετέλεσε ποσῶς εἰς τὴν διατήρησιν καὶ ἀνύψωσιν τοῦ ἐθνικοῦ αἰσθήματος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Νομίζω ὅτι σήμερον τοὐλάχιστον, ἀφοῦ ἔλαβεν ἡ ὑπόθεσις αὐτὸν τὸν μόνον ἴσως κατ’ ἐμὲ ἐνδεδειγμένον δρόμον, τὸν ὁποῖον μάλιστα, ἂν ἐνθυμῆσθε, ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, τῆς 25ης Μαΐου, ποὺ ἔγινε σχετικὴ συζήτησις εἰς τὴν Βουλήν, εἶχον ἀφήσει νὰ ἐννοηθῇ διὰ τῶν δηλώσεών μου—τὴν συνεπικουρίαν δηλαδὴ τῶν ἁρμοδίων ὀργάνων τοῦ Ἑλληνικοῦ καὶ Ἀγγλικοῦ Λαοῦ, ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, τώρα, λέγω, ποὺ τὸ θέμα εἰσῆλθεν εἰς αὐτὴν τὴν ὁδόν, θὰ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐξουσιοδοτήσῃ ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, διὰ μίαν περαιτέρω ἐνέργειαν, πέραν τῆς ἀναλήψεως τῶν τόμων τοῦ δημοψηφίσματος, ἐνέργειαν, ἡ ὁποία, εἶμαι βέβαιος, γενομένη παρ’ ὑμῶν, ὡς ἐκπροσώπου τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, πρὸς τὴν συνάδελφον Ἀγγλικὴν Βουλήν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τύχῃ οὐδεμιᾶς παρεξηγήσεως καὶ θὰ εἶναι ὠφέλιμος γενικῶς εἰς τὴν ἐξέλιξιν τοῦ ζητήματος, τὴν ὁποίαν ὅλοι ἐπιθυμοῦμεν, χωρὶς βεβαίως ποσῶς νὰ θιγοῦν τὰ συμφέροντα καὶ τὰ αἰσθήματα τῆς μεγάλης φιλίας, ἡ ὁποία συνδέει τὴν Μεγάλην Βρεττανίαν μὲ τὴν Ἑλλάδα. Τὰ αἰσθήματα ὅμως αὐτὰ ἐκπροσωποῦνται ἀπὸ τὰ δύο Σώματα, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς ἰδίας αὐτῶν δυνάμεως νὰ συντελέσουν παρὰ ταῖς κυβερνήσεσιν, αἱ ὁποῖαι βασίζονται κοινοβουλευτικῶς ἐπὶ τῶν Σωμάτων αὐτῶν, διὰ τὴν ταχυτέραν λύσιν τοῦ ζητήματος. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς μορφῆς τῆς ἐξουσιοδοτήσεως αὐτῆς πρὸς ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, ἴσως θὰ ἦτο σκόπιμον τὸ θέμα τοῦτο νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον συνεννοήσεως μεταξὺ τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ὑπογραφῆς τῆς σχετικῆς διακηρύξεως. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ ὑπόθεσις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἐτερματίσθη μὲ αὐτὸ τὸ στάδιον, τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, εἶναι τὸ πρῶτον στάδιον, ἀλλὰ πρέπει νὰ συνεχισθῇ μὲ τὴν περαιτέρω ἐνέργειαν, ἐξευρισκομένου, ὡς εἶπον, κατόπιν συνεννοήσεως τοῦ καταλληλοτέρου τρόπου διὰ τὴν ἐνέργειαν αὐτήν. Πάντως, τονίζω, ὅτι τὸ βῆμα αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο διὰ τὴν ταχυτέραν διευθέτησιν τοῦ ζητήματος, καὶ δύνανται νὰ ἐπακολουθήσουν καὶ ἄλλα, ἀνεξαρτήτως τῆς συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ, διὰ τῆς πρωτοβουλίας τῶν κ. κ. συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν τὴν σχετικὴν διακήρυξιν καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξεύρουν μεθ’ ὑμῶν, κ. Πρόεδρε, τὸν περαιτέρω τρόπον ἐνεργείας. (Χειροκροτήματα).
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζέρβας ἔχει τὸν λόγον.
§12Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν ἐξεπληρώθη ἕνας τύπος. Ὑπῆρξεν οὐσία ἡ παράδοσις καὶ ἡ παραλαβὴ τῶν τόμων, οἱ ὁποῖοι περιέχουν τὴν θέλησιν τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ. Διὰ τῆς παραδόσεως δὲ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς κατόπιν τῆς ὁμοφώνου ἐκδηλώσεως τῆς θελήσεως τοῦ Σώματος, ἐκφράζεται διὰ τῆς πράξεως ταύτης καὶ ἡ θέλησις τοῦ Ἔθνους. Ἡ οὐσία ὅμως αὐτὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ σάρκα καὶ ὀστᾶ εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν συμβῇ ὅ,τι καὶ κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν καὶ συζήτησιν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς τὸ Σῶμα. Δηλαδή, νὰ μὴ περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὴν λῆψιν ἐπαφῶν μεταξὺ τῶν δύο Βουλῶν τῶν δύο φίλων Κρατῶν, ἀλλὰ νὰ ὠθήσωμεν ἔτι περαιτέρω τὴν ἐνέργειάν μας καὶ νὰ ἀναλάβῃ οὐσιαστικὴν πρωτοβουλίαν ἡ Κυβέρνησις τῆς Χώρας μας μὲ σκοπὸν τὴν ἄμεσον καὶ ταχίστην τακτοποίησιν τοῦ μεγίστου ἐθνικοῦ τούτου θέματος. Οἱ φόβοι, οἱ ὁποῖοι ἀκούομεν νὰ ἐκφράζωνται ἀπό τινος —καὶ τοὺς ὁποίους βλέπομεν κατὰ ἕνα τρόπον ἐκδηλουμένους καὶ ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως — τὸ ὅτι, δηλαδή, ἡ οὐσιαστικὴ ἀνάληψις τοῦ ζητήματος τούτου ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Χώρας μας θὰ ἐσήμαινε πιθανῶς ἐλάττωσιν τῶν εἰλικρινῶν αἰσθημάτων ἀγάπης καὶ φιλίας, τὰ ὁποῖα συνδέουν τὸν Λαόν μας μὲ τὸν Λαὸν τῆς Μεγ. Βρεττανίας, οἱ φόβοι οὗτοι, κ. Πρόεδρε, νομίζω ὅτι εἶναι ἀστήρικτοι. Αἱ σημεριναὶ κρίσιμοι στιγμαί, ἀντιθέτως ἐπιβάλλουν ὅπως εἴμεθα εἰλικρινεῖς πρὸς τοὺς φίλους μας καὶ συμμάχους Βρεττανούς. Αἱ σημεριναὶ κρίσιμοι στιγμαὶ ὁμιλοῦσιν ἀφ’ ἑαυτῶν καὶ λέγουσιν εἰς ὅλους τοὺς ἐλευθέρους ἀνθρώπους, ὅτι οὐδεμία ἀδικία εἶναι δυνατὸν νὰ σταθῇ ἐπὶ τῆς γῆς. Πᾶς ὁ ἀδικῶν, βλάπτει. Καὶ εἶναι ἀδικία νὰ ἀφήνεται ἔκθετον τὸ ἐθνικὸν τοῦτο θέμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἁπλῶς θέμα, ὅπερ ἀπορρέει ἐκ τῶν δικαιωμάτων τῶν ἁγνῶν Ἑλλήνων τῆς Κύπρου, ἀλλ’ εἶναι θέμα πανανθρώπινον. Εἶναι θέμα, οὗτινος ἡ ἐπίλυσις σύμφωνα μὲ τὴν θέλησιν τῶν πόθων τοῦ Πανελληνίου θὰ δώσῃ μίαν ἀποστομωτικὴν ἀπάντησιν εἰς ὅλους τοὺς κακοὺς ἀνθρώπους τοὺς διατεινομένους ὅτι αἱ Δημοκρατικαὶ χῶραι τῆς Δύσεως μετέρχονται ἀντιφιλελεύθερα μέσα πρὸς ἐπιβολὴν τῆς θελήσεώς των. Ἐὰν ἡ φίλη μας καὶ σύμμαχος Μ. Βρεττανία, ὅπως ἡμεῖς ἀκραδάντως πιστεύομεν, ἀρθῇ εἰς τὸ ὕψος τῶν περιστάσεων, εἶμαι βέβαιος ὅτι τάχιστα θὰ δώσῃ λύσιν εἰς τὸν τόσον πανηγυρικῶς ἐκφρασθέντα πόθον τῶν Κυπρίων καὶ τῶν Πανελλήνων γενικῶς. Ἐὰν δὲ ἡ Κυβέρνησις ἀναλάβῃ τὸ θέμα τοῦτο ὑπ’ εὐθύνην της καὶ δὲν τὸ ἀφήσῃ μόνον νὰ τραπῇ πρὸς τὴν ὁδὸν τὴν ὁποίαν ἕως αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔχει ἀκολουθήσει νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ πράξει τὸ καθῆκον της ἔναντι τοῦ Ἔθνους, ἐὰν ὄχι θὰ ἔχῃ παραλείψει τοῦτο. (Χειροκροτήματα).
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τουρκοβασίλης ἔχει τὸν λόγον.
§14Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μοῦ ἐδόθη καὶ χθὲς ἡ εὐκαιρία νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις σχετικῶς μὲ τὸ Κυπριακὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔχει καταστῆ πλέον ζήτημα φλεγούσης ἐπικαιρότητος. Σήμερον, κύριε Πρόεδρε, ὅταν ἤκουσα ἐπισήμως πλέον τὰς προσφωνήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀντηλλάγησαν τόσον ἐκ μέρους τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου, ὅσον καὶ ἐκ μέρους ὑμῶν, πρέπει νὰ εἴπω ὅτι ἐπλήρωσαν αὗται τὴν ψυχήν μου καὶ τὴν ψυχὴν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς ἑνὸς ἀκράτου ἐθνικοῦ ἐνθουσιασμοῦ. Ἐλπίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι οἱ ὄντως ἐμπνευσμένοι λόγοι σας μὲ τοὺς ὁποίους ἀντεφωνήσατε τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην καὶ Πρόεδρον τῆς Κυπριακῆς Πρεσβείας, συμπαθέστατον δὲ ἄνθρωπον κ. Κυπριανόν, θὰ εὕρουν ἰδιαιτέραν ἀπήχησιν κυρίως παρὰ τῇ Ἑλληνικῇ Κυβερνήσει ἡ ὁποία πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν ἐβάδισε μέχρι σήμερον, χειριζομένη χλιαρώτατα τὸ Κυπριακὸν ζήτημα. Ἡ Κυβέρνησις, δεδομένου ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς ζητήματος κατ’ ἐξοχὴν Ἐθνικοῦ, ὀφείλει νὰ τὸ ἀναλάβῃ εἰς τὰς χεῖρας της καὶ νὰ τὸ διαχειρισθῇ κατὰ τὸν καλλίτερον τρόπον, μὲ γοργότερον πρὸς παντὸς ρυθμὸν καὶ μὲ πίστιν. Δὲν εὑρίσκω τί εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἐμποδίσῃ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ χειρισθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀπέναντι τῆς Βρεττανικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν τῷ πλαισίῳ πάντοτε τῆς ἑλληνοβρεττανικῆς φιλίας. Θὰ ἤμην πάρα πολὺ εὐτυχὴς, κύριοι βουλευταὶ καὶ κύριε Πρόεδρε, νὰ μάθω ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἠμπόδιζον τὴν Βρεττανικὴν Κυβέρνησιν νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸν ἀκοίμητον αὐτὸν πόθον τῶν Ἑλλήνων Κυπρίων, ὁ ὁποῖος πάντοτε ἀλλὰ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἰδιαιτέρως συνδέεται ἀρρήκτως μὲ τὸν ἐθνικὸν πόθον ὅλης τῆς Ἑλλάδος. Καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ Ἄγγλοι, κύριε Πρόεδρε, ἐν τῷ ἀκράτῳ φιλελευθερισμῷ των ἔδωσαν ἐλευθερίαν εἰς λαοὺς σχεδὸν ἀπολιτίστους ἰδίως εἰς τοὺς Βιρμανοὺς τῶν ὁποίων ἡ στάσις ὑπῆρξεν ὀλίγον τι καὶ ὕποπτος κατὰ τὸν τελευταῖον ἰδίᾳ παγκόσμιον πόλεμον καὶ εἰς ἄλλους ἀκόμη λαοὺς Ἰνδοὺς κ. λ. π., πῶς εἶναι ἑπομένως δυνατὸν οἱ φίλοι μας οἱ Βρεττανοὶ νὰ ἀρνηθοῦν νὰ δώσουν ἐλευθερίαν εἰς τοὺς Ἕλληνας, ἀπὸ τὴν διάνοιαν τῶν ὁποίων ἀπέρρευσεν ὁ θεσμὸς τῆς ἐλευθερίας καὶ μετεδόθη εἰς ὅλον τὸν κόσμον, εἰς τοὺς Ἕλληνας τῆς Μεγαλονήσου; Εἰς τὸν Κυπριακὸν λέγω λαόν, ὁ ὁποῖος εἰς τὸν μεγαλύτερον βαθμὸν ἠσθάνθη πάντοτε ὅλας τὰς συγκινήσεις τοῦ Ἔθνους; Ὁ ὁποῖος μετέσχεν αὐθορμήτως τόσον κατὰ τὸν πρῶτον παγκόσμιον πόλεμον ὅσον καὶ κατὰ τὸν δεύτερον, καὶ κατὰ τοὺς ὁποίους εἷς μέγας ἀριθμὸς Κυπρίων Ἑλλήνων ἔσπευσαν ἐθελοντικῶς ἐπαναλαμβάνω ὑπὸ τὰς ἑλληνικὰς σημαίας μὲ ἀσυγκράτητον ἐνθουσιασμὸν διὰ νὰ βοηθήσουν τὸν συμμαχικὸν ἀγῶνα; Τί θὰ ἐφοβεῖτο, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσω, ἡ Βρεττανικὴ Κυβέρνησις καὶ ὁ τόσον γενναιόφρων λαός της ἐὰν μᾶς ἔδιδεν αὐτὴν τὴν μεγάλην εὐκαιρίαν τῆς εὐχαριστήσεως καὶ τῆς ἱκανοποιήσεως τοῦ Ἐθνικοῦ πόθου ἡμῶν καὶ τῶν ἀδελφῶν μας Κυπρίων ἀποφασίζοντες ἐπὶ τέλους τὴν ἕνωσιν τῆς Κύπρου μετὰ τῆς Ἑλλάδος; Ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι εἰς τὸ πλευρὸν τῆς Μ. Βρεττανίας. Πιθανὸν νὰ πικραινώμεθα ἐνίοτε, κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τοὺς συμμάχους μας — καὶ αὐτὸ συμβαίνει συχνὰ — ἀλλά, τὸ τονίζω ἰδιαιτέρως, ποτέ, μὰ ποτὲ ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ εὑρεθῇ εἰς τὸ ἀντιβρεττανικὸν στρατόπεδον τῆς Βαλκανικῆς Χερσονήσου. (Χειροκροτήματα). Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι ἐξ ἰδιοσυγκρασίας φιλοαγγλικός, ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι εἰς τὸ πλευρόν της μὲ ὁλοκληρωτικὴν προσήλωσιν. Διατὶ ἀρνεῖται ἆραγε νὰ μᾶς δώσῃ αὐτὴν τὴν ἱκανοποίησιν; Ἱκανοποίησιν ἄλλως τε ὄχι μόνον δικαίαν καὶ ἐπιβεβλημένην ἀλλὰ καὶ τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀποφασίσει καὶ εἶχεν ὑποσχεθῆ καὶ εἶχεν ἐξαγγείλει ἡ Μ. Βρεττανία εἰς μίαν περίοδον, ἤτοι εἰς τὰς ἀρχὰς ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι τοῦ 1915, ὅταν εἴχομεν τὸν πρῶτον παγκόσμιον πόλεμον. Διότι ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅτι ὁ τότε πρόεδρος τῆς Βρεττανικῆς Κυβερνήσεως εἶχεν ὁμιλήσει σαφῶς πλέον περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἑνώσεως τῆς Κύπρου μὲ τὴν Ἑλλάδα καὶ εἶχεν ἐνθουσιάσει ἡ δήλωσίς του ἐκείνη τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Οἱ Κύπριοι εἶναι Ἕλληνες ἀπὸ τῶν Ὁμηρικῶν χρόνων ὅπως ὀρθότατα ἐτονίσατε χθὲς ἐν τῇ ἀντιφωνήσει σας, κ. Πρόεδρε. Δὲν βλέπω λοιπὸν κύριε Πρόεδρε — τὸ λέγω εἰλικρινῶς, ὅπως ἐσυνήθισα νὰ ὁμιλῶ πάντοτε — τὶ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἠμπόδιζε τὴν κυβέρνησιν νὰ ἀναλάβῃ μετὰ προθύμου διαθέσεως τὴν διαχείρισιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ τὸ ὁποῖον τόσον συγκινεῖ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἰδιαιτέρως τὴν στιγμὴν αὐτήν. Κύριε, Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει τίποτε ἀπολύτως τὸ ὁποῖον νὰ παρουσιάζεται ἐμπόδιον τῆς ἑνώσεως τῆς Κύπρου μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος. Ἂς τὸ προσέξουν πολὺ αὐτὸ οἱ μεγάλοι φίλοι μας Βρεττανοί. Εὑρισκόμεθα μάλιστα αὐτὴν τὴν ὥραν εἰς μίαν περίοδον παγκοσμίου ἀνησυχίας. Δὲν ἀποκλείεται ἀπὸ τῆς μιᾶς στιγμῆς εἰς τὴν ἄλλην νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ μιᾶς τρίτης παγκοσμίου συρράξεως. Ὁποία ἠθικὴ τόνωσις θὰ εἶναι διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἕτοιμον νὰ πολεμήσῃ καὶ πάλιν, ἐὰν εὐηρεστεῖτο νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν μεγάλην χειρονομίαν ἡ ὄντως Μ. Βρεττανικὴ Συμπολιτεία. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ ἀσκήσητε ὅλην σας τὴν ἐπιρροὴν τὴν ὁποίαν σᾶς δίδει τὸ ὑψηλόν σας ἀξίωμα καὶ ἡ Βουλὴ ἐπίσης ὁμόθυμος πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὸ ζήτημα αὐτό, κατὰ τρόπον οὐσιαστικώτερον καὶ πρὸ παντὸς ταχύτερον. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀκούσω πάλιν αὐτὴν τὴν θλιβερὰν ἐπωδόν: ὅτι ὅταν «ἐπιστῇ ὁ χρόνος θὰ ἐπέλθῃ ἡ ἕνωσις μετὰ τῆς Ἑλλάδος», καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ διαφωνῶ μὲ τὴν χθεσινὴν καθ’ ὅλα τὰ ἄλλα ἐμπνευσμένην προσφώνησίν σας. Ἐπέστη ἡ ὥρα, κύριε Πρόεδρε, ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου. Ὡρίμασεν ἡ λύσις ἀπὸ πάσης πλευρᾶς. Δὲν ὑπάρχει πλέον εὐθετωτέρα στιγμὴ ἀπὸ τὴν παροῦσαν διὰ νὰ ἐπιτελεσθῇ ἡ Ἕνωσις τῆς Κύπρου μετὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ ἱκανοποιηθῇ ὁ ἀπὸ 3.000 ἐτῶν ἀκοίμητος ἐθνικὸς πόθος τῶν Κυπρίων. Ἐπὶ οὐδενὶ λόγῳ πρέπει νὰ ἀφίσωμεν τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀπὸ τὰς σκέψεις μας, μέχρι τῆς λύσεώς του, ἰδιαίτατα ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ὀλίγον τώρα τελευταίως τὰ ζητήματα τοῦ Ἐθνικοῦ χαρακτῆρος τὰ ἔχει μεγάλως παραμελήσει καὶ ἐχαλάρωσεν ἰδίως τὰς τελευταίας ἡμέρας τελείως τὸν Ἐθνικὸν τόνον. Θὰ ἔπρεπεν ἑπομένως νὰ πάρῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ γερὰ εἰς χεῖρας της διὰ νὰ ἐπανεύρῃ καὶ τὸν ἀπολεσθέντα Ἐθνικὸν τόνον περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὁμιλήσωμεν λίαν προσεχῶς καὶ λίαν ἐκτενῶς, ἀλλὰ καὶ καυστικῶς διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιμένω εἰς τὸ ζήτημα αὐτό. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θέλομεν νὰ ἀπαντήσῃ ἀπόψε πῶς σκέπτεται νὰ χειρισθῇ τὸ μέγα αὐτὸ ἐθνικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον συγκλονίζει τὴν ψυχὴν ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ ὅπως ἀντιλαμβάνεσθε δὲν ἔχει ἄλλην λύσιν, παρὰ μίαν καὶ μόνην: τὴν ἕνωσιν τῆς Κύπρου τὴν ἄμεσον μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Σβῶλος ἔχει τὸν λόγον.
§16Α. ΣΒΩΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κύριοι βουλευταί, διὰ τῆς ἐπιδόσεως τοῦ τόμου τοῦ Κυπριακοῦ δημοψηφίσματος εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων καὶ τῆς παραλαβῆς αὐτοῦ, δύο τμήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ὡμίλησαν τὴν γλῶσσαν τῆς δημοκρατίας πρὸς ἄλληλα. Ὁ λαὸς τῆς Κύπρου ἐξέφρασε τὴν θέλησίν του κατὰ ἕνα τρόπον γνωστὸν καὶ συνήθη εἰς τὴν δημοκρατίαν. Καὶ ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Προέδρου τοῦ Σώματος, ποὺ ἀντιπροσωπεύει τὸν λαόν, παρέλαβε τὴν θέλησιν αὐτήν. Τοῦτο σημαίνει μίαν κοινὴν πλέον αἴτησιν τῶν δύο τμημάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους πρὸς ἕνα τρίτον λαὸν ὁ ὁποῖος εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς θεματοφύλακας τῆς ἰδέας τῆς δημοκρατίας εἰς τὸν κόσμον, πρὸς τὸν λαὸν τῆς Μ. Βρεττανίας, νὰ ἑνωθῇ καὶ αὐτὸς εἰς τὴν διπλῆν αὐτὴν θέλησιν ἀποδεχόμενος τὸ αἴτημά της. Ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος δὲν ἀπετελέσθη ποτὲ ἀπὸ μόνον τοὺς πολίτας τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, αὐτὸ εἶναι κύριοι βουλευταί, γνωστὸν ἱστορικῶς, ὄχι μόνον διότι ὅλον τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἔλαβε μέρος εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς Ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ διότι κατ’ ἐπανάληψιν ὅπως θὰ ξέρετε, ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔξω τῆς Ἑλλάδος Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ἔλαβον μέρος ἀκόμη καὶ εἰς συντακτικὰ Σώματα τοῦ ἐλευθέρου κράτους καὶ ἐψήφισαν καὶ πολιτεύματα τοῦ ἐλευθέρου κράτους, πρᾶγμα ποὺ δείχνει τὴν πολιτικὴν ἑνότητα ποὺ ὑπῆρχε πάντοτε μεταξὺ τοῦ τμήματος ποὺ εἶχεν ἀπελευθερωθῆ μὲ θυσίας τοῦ ὅλου Ἔθνους καὶ τῶν τμημάτων, ποὺ εἶχον μείνει ὑπὸ ξένην κυριαρχίαν πάντοτε ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς προσωρινότητος. Τὰς ἀληθείας αὐτὰς εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἀντιλαμβάνεται ἕνας λαὸς ὡσὰν τὸν Βρεττανικὸν, ἕνας λαός, ὁ ὁποῖος παρὰ τὴν ἰδιορρυθμίαν τῆς πολιτικῆς ποὺ ἐτήρησε κατὰ σύστημα ἀπέναντι ξένων λαῶν εἰς τὸ τέλος στερεοτύπως κατέληξεν, ἀφοῦ συστηματικὰ πολλὰς φορὰς ὁ ἴδιος ἄνοιξε τὰ μάτια τῶν λαῶν καὶ τοὺς προώθησε μὲ τὸ παράδειγμα, μὲ τὴν διδασκαλίαν, μὲ τὸν τύπον, μὲ τὴν ἐκπαίδευσιν, μὲ τὴν προπαγάνδαν, εἰς τὴν ἰδέαν τῆς αὐτοδιαθέσεως, εἰς τὸ τέλος τὴν παρεχώρησε τὴν αὐτοδιάθεσιν αὐτήν. Ἄπειρα εἶναι τὰ παραδείγματα εἰς ὅλας τὰς χώρας. Καὶ διερωτᾶται κανεὶς ἐὰν εἶναι ἀνάγκη σήμερον εἰς τὰ 1950 ἡ Μ. Βρεττανία νὰ συνεχίσῃ ὡς πρὸς τὴν Κύπρον τὴν πολιτικὴν τῆς βραδείας χειραφετήσεως, ἐνῷ σήμερον πλεῖστα ὅσα πράγματα γίνονται ραγδαῖα, διότι ὡρίμασαν εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν τῶν ἀνθρώπων καὶ δεύτερον διερωτᾶται κανεὶς ἐὰν θὰ δύναται ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἡ Μ. Βρεττανία νὰ τηρῇ δύο μέτρα καὶ δύο σταθμά, νὰ εἶναι αὐστηρά, ἐφεκτικὴ καὶ πολλάκις σκληρὰ ἀπέναντι ἑνὸς λαοῦ, ὡσὰν τὸ Κυπριακὸν, καὶ γενναία ἀπέναντι ἄλλων λαῶν, τῶν ὁποίων καὶ ἡ ἐκπολιτιστικὴ θέσις καὶ ἡ ἱστορία καὶ τὸ σύνολον τῆς ὑποστάσεώς των δὲν ἔχουν καμμίαν σύγκρισιν μὲ τὸν Κυπριακὸν λαόν. Αὐτὸ εἶναι ἕνα ἀντιφατικὸ πρᾶγμα. Τὸ αἴτημά μας ὅθεν ἀπευθύνεται πρὸς τὸν Λαὸν τῆς Μεγάλης Βρεττανίας μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ ἀναγκασθῇ νὰ πεισθῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλη εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν λύσις, ἀπὸ τὴν ἕνωσιν τῆς Κύπρου μὲ τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ τὰ δύο αἰτήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀπευθύνονται καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ξένη πρὸς τὴν Βουλήν, διότι στηρίζεται εἰς τὴν Βουλήν, διότι εἴμεθα μία Δημοκρατία, θέλομεν νὰ λέγωμεν ὅτι εἴμεθα μία Δημοκρατία καὶ εἰς τὴν Δημοκρατίαν ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ὑπεράνω τοῦ Σώματος αὐτοῦ. Ἑπομένως ἀπὸ τὰ γεγονότα αὐτὰ τὰ πρόσφατα καταλήγομεν ὅτι ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποβάλῃ τοὺς δισταγμοὺς καὶ νὰ ἀναλάβῃ θαρραλέα τὴν διαχείρισιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἐν τῷ πνεύματι τοῦ καθολικοῦ αἰτήματος τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑπεύθυνον διαχείρισιν τοῦ ζητήματος μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι οὐδεὶς θὰ παραγνωρίσῃ τὴν ζωηρὰν ἔκφρασιν τῆς ἐπιθυμίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ μὲ τὴν πίστιν ὅτι ὑποστηρίζει τὴν δικαιοτέραν ὑπόθεσιν τῆς ἐλευθερίας τῶν Ἐθνῶν. Καὶ ἡ λύσις δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι μία καὶ μόνη ἡ λύσις εἶναι αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν γνωστή. Καὶ ἐρωτοῦν οἱ λαοί: Διατὶ ἔκαμαν οἱ ἡγέται μου τὸν χάρτην τοῦ Ἀτλαντικοῦ; Διατὶ ὑπεσχέθησαν ζητοῦντες τὰς θυσίας τῶν λαῶν, τὴν αὐτοδιάθεσιν τῶν Ἐθνῶν; Ἔχει ὅλην τὴν ἠθικὴν βάσιν τὸ ἐπιχείρημα αὐτό, ὥστε εἰς χεῖρας μιᾶς Κυβερνήσεως τολμηρᾶς νὰ παρέχῃ τὴν ηὐξημένην πεποίθησιν ὅτι θὰ ἱκανοποιηθῇ τὸ αἴτημα καὶ ἐπέστη ἡ ὥρα κατὰ τὴν ὁποίαν ἓν καὶ μόνον ἔχει νὰ ζητήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐρειδομένη εἰς τὴν θέλησιν τοῦ Σώματος, καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ: Τὴν ἀπόδοσιν τῆς Κύπρου εἰς τὴν Ἑλλάδα. (Χειροκροτήματα).
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζήμπεης ἔχει τὸν λόγον.
§18Σ. ΧΑΤΖΗΜΠΕΗΣ. Ἑνώνομεν καὶ ἡμεῖς τὴν φωνήν μας εἰς τὴν ὁμόθυμον θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ πόθου τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ. Ἀντιλαμβανόμεθα τοὺς δισταγμοὺς τῆς Κυβερνήσεως. Πάντοτε θὰ ὑπάρχουν αὐτοὶ οἱ διπλωματικοὶ λόγοι, ἀλλ’ ὁ εἷς καὶ μόνος εἶναι ἡ ἕνωσις τῆς Κύπρου μὲ τὴν Ἑλλάδα. Πρέπει νὰ ὑπενθυμίσωμεν εἰς τοὺς Συμμάχους ὅτι ὁ Λαός μας ἐπολέμησε πάντοτε εἰς τὸ πλευρὸν τῶν ἐλευθέρων λαῶν καὶ θὰ πρέπει νὰ ὑπενθυμίσωμεν ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἐφαρμόσουν ὅσα ὑπεσχέθησαν εἰς τὸν χάρτην τοῦ Ἀτλαντικοῦ. Θὰ πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ τολμήσῃ, καὶ ἰδιαιτέρως ὁ Πρόεδρος αὐτῆς ὁ ὁποῖος πάντοτε ἐπέτυχε τὰς μεγάλας νίκας, νὰ γίνῃ σημαιοφόρος τοῦ Πανελληνίου αἰτήματος τῆς ἑνώσεως τῆς Κύπρου μὲ τὴν μητέρα Ἑλλάδα. (Χειροκροτήματα).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γεροκωστόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§20Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἀπόψεις τοῦ κόμματος εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω καὶ ἡ θέσις τὴν ὁποίαν ἔλαβε τοῦτο ἐπὶ τοῦ συζητουμένου, ἐθνικοῦ θέματος, ἐξετέθησαν ἐκτενῶς καὶ μὲ ἀπόλυτον σαφήνειαν ἀπὸ τὸν ἀρχηγόν μας κ. Π. Κανελλόπουλον κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σώματος τὴν 23–6–1950. Τὸ κόμμα μας συμφωνεῖ μὲ τὰς ἀπόψεις τῶν προλαλησάντων ἀξιοτίμων κ. κ. ἀρχηγῶν τῶν διαφόρων κομμάτων καὶ τῶν ἄλλων κ. κ. συναδέλφων. Φρονοῦμεν ὅτι ἦλθεν πλέον ἡ στιγμὴ ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐγκαταλείπουσα τοὺς μέχρι σήμερον δισταγμούς της λάβῃ σαφῆ θέσιν ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος. Ἐπὶ πλέον ὅμως θὰ πρέπει εἰς ὁλοκλήρωσιν τῆς φάσεως ταύτης ἐν τῇ ἐξελίξει τοῦ ζητήματος καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὴν Βρεττανικὴν Βουλὴν καὶ νὰ διερμηνεύσῃ τὸν ὁμόθυμον πόθον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κύπρου. Μία τοιαύτη ἐνέργεια δὲν δύναται νὰ δημιουργήσῃ παρεξήγησιν τινὰ μεταξὺ τῶν φίλων λαῶν, τῆς Μ. Βρεττανίας καὶ τῆς Ἑλλάδος, ἀντιθέτως, ἡ μεγάλη μας σύμμαχος καὶ φίλη ἐκτιμῶσα τὸ ἐθνικὸν θάρρος μας θὰ προσπαθήσῃ νὰ δώσῃ εἰς τὸ ζήτημα λύσιν ἡ ὁποία θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν σύσφιξιν τῶν σχέσεων τῶν δύο Λαῶν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§22Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἑνώσω καὶ ἐγὼ τὴν φωνὴν τοῦ κόμματος τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπῶ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην μὲ τὴν φωνὴν τῶν προλαλησάντων συναδέλφων ὑπὲρ τῆς πραγματώσεως τοῦ πόθου τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῆς μεγάλης Ἑλληνο–βρεττανικῆς φιλίας ἡ ὁποία συνδέει τὰς δύο χώρας, πρέπει νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην νὰ φέρῃ εἰς αἴσιον πέρας μίαν ὑπόθεσιν διὰ τὴν ὁποίαν πονεῖ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνισμός.
§23Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι διετυπώθησαν δύο γνῶμαι, κατ’ οὐσίαν, δύο προτάσεις πρὸς τὸ Προεδρεῖον, μία τὴν ὁποίαν διετύπωσα ἐν ἀρχῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐν γνώσει ὅλων αὐτῶν τῶν ἀνακοινώσεων καὶ τῶν διακηρύξεων ἀναθέτει τὴν περαιτέρω διαχείρισιν τοῦ θέματος εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἐν τῇ ἐννοίᾳ, ὅτι θὰ κάμῃ ὅ,τι νομίζει σκοπιμώτερον διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ καὶ ἡ ἄλλη τῶν κ. συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν, ὅπως τὴν πρωτοβουλίαν αὐτὴν ἀναλάβῃ ἡ Κυβέρνησις. Δὲν ἐζήτησα ὁμιλῶν νὰ ἀπαντήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τῶν προτάσεων αὐτῶν, εἶναι ζήτημα ἰδικόν της. Ἐν τούτοις ὅμως, ὑπάρχουν αὐταὶ αἱ δύο προτάσεις καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνουν ἄνευ σχετικῆς ἀποφάσεως τοῦ Σώματος. Θέλει τὸ Σῶμα νὰ ἀποφασίσῃ νὰ δώσῃ μίαν ἐντολὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δύναται νὰ τὸ πράξῃ, θέλει πάλιν ν’ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασίν μου, πάντως πρέπει νὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ μείνῃ ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα. Ἀρκετὰ ἐπὶ 1½ μῆνα ἀφήσαμεν νὰ σήπεται αὐτὸ τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον εἶναι ὑψίστης σημασίας. Νομίζω ὅτι ἡ συμβατικὴ λύσις τὴν ὁποίαν ἐπρότεινα ἐγὼ τοῦ νὰ ἀνατεθῇ εἰς ὑμᾶς κ. Πρόεδρε ἡ περαιτέρω ἐνέργεια, ὅτι εἶναι σκοπιμωτέρα καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποδεχθῇ αὐτήν, ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ θέσῃ εἰς δυσχερεστέραν θέσιν τὴν Κυβέρνησιν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὡς ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν τὸ κάμω. Ἐὰν ἡ Βουλὴ προκρίνῃ τὴν ἑτέραν λύσιν, αὐτὴ βεβαίως εἶναι καλλιτέρα καὶ δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν. Παρακαλῶ λοιπὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ καὶ νὰ ἀναθέσῃ εἰς ὑμᾶς κ. Πρόεδρε, ὡς πρόεδρον τῆς πλειοψηφίας, τῆς παμψηφίας τῶν βουλευτῶν μίαν ἐκ τῶν δύο λύσεων, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα αὐτό.
§24Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Καὶ τὰ δύο θέματα, ἤτοι καὶ αἱ δύο προτάσεις δύνανται νὰ πραγματοποιηθῶσιν ἄριστα. Ἡ μὲν Ἑλληνικὴ Βουλὴ νὰ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὴν Βρεττανικὴν τοιαύτην καὶ νὰ διαδηλώσῃ τοὺς πόθους τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἡ δὲ Κυβέρνησις θὰ χειρισθῇ τὸ ὅλον ζήτημα ἔναντι τῆς Βρεττανικῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ζήτημα, κύριοι, θὰ πρέπει νὰ λάβῃ τὴν ὁριστικήν του λύσιν. Ἡ Κυβέρνησις θὰ πρέπει ἐπ’ αὐτοῦ νὰ ἀναπτύξῃ τὴν μεγίστην δραστηριότητά της ἐγκαταλείπουσα τὰς μέχρι τοῦδε ἐθνικῶς ἀσυμφόρους μεθόδους της. Ἔχει ἐκτεθῆ πάρα πολὺ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κοινὴν γνώμην σχετικῶς. Ἡ ἀδιαφορία της εἶναι μεγάλη, τραγική. Τὸ πνεῦμα τῆς συζητήσεως κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην πρέπει πολὺ νὰ τονώσῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ αἱ συνεπείᾳ τοῦ πνεύματος τούτου, νέαι ἐξορμήσεις τῆς Κυβερνήσεως δέον νὰ εἶναι δραστηριώτεραι. Αὐτὴν τοὐλάχιστον τὴν ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν λαμβάνει ἀπόψε ἀπὸ τὸ σύνολον τῆς Ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας καὶ αἱ εὐθῦναι αὐτῆς ὡς ἐκ τούτου εἶναι βαρύταται ἔναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ τῆς ἱστορίας καὶ τοῦ Ἔθνους. (Χειροκροτήματα).
§25Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ εἶναι σοβαρὰ παράλειψις τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἐὰν τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν στρέψῃ τὴν σκέψιν της καὶ πρὸς μίαν ἄλλην Ἑλληνικὴν ἐπαρχίαν, ἡ ὁποία ὄχι μόνον τελεῖ ὑπὸ ξένην κυριαρχίαν ἀλλὰ στενάζει ὑπὸ τὸν ἐπαχθέστερον τυραννικὸν ζυγόν. Ἐννοῶ τὴν Βόρειον Ἤπειρον. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα). Καὶ θὰ εἶναι ἐπίσης παρέλειψις καὶ ἀποθάρρυνσις τοῦ Λαοῦ ἐκείνου, ἐὰν δὲν διαδηλωθῇ ἡ ἄκαμπτος ἀπόφασις τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ὅπως ἔστω καὶ ὀλίγον ἀργὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς μαρτυρικῆς αὐτῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαρχίας. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§26Ν. ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. (Πρόεδ. Κυβ.). Κύριοι Βουλευταί, ὁ πόθος τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ εἶναι γνωστὸς ἀνέκαθεν. Εἶναι πόθος ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἠκούσθησαν ἀπὸ ὅλα τὰ κόμματα συγκινοῦν ἐπίσης ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Γνωρίζετε ὅμως ὅλοι, ὅτι αἱ στιγμαὶ τὰς ὁποίας διερχόμεθα εἶναι τόσον ρευσταί, ὥστε ὅλα τὰ ζητήματα καὶ μάλιστα ζητήματα μεγάλης Ἐθνικῆς σημασίας, δὲν νομίζω ὅτι δύνανται νὰ ἔρχωνται εἰς δημοσίαν συζήτησιν. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως ἀποδεχθῇ καὶ δώσῃ τὴν ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ χειρισθῇ τὸ ὅλον ζήτημα ὡς αὕτη γνωρίζει. Εὔχομαι ὅπως τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιτύχῃ ἡ Κυβέρνησις, ἱκανοποιοῦν τὸν πόθον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ. (Χειροκροτήματα).
§27Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δηλαδὴ καταλήγετε εἰς τὸ νὰ ἐξουσιοδοτηθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως χειρισθῇ περαιτέρω τὸ ζήτημα, μετὰ τὴν γενομένην συζήτησιν καὶ τὴν ἀνάληψιν τῶν τόμων ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, καταλήγετε εἰς τὸ νὰ ἀποδεχθῆτε τὴν λύσιν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐξουσιοδοτεῖ τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τὴν περαιτέρω διαχείρισιν τοῦ ζητήματος. Θὰ ἠμπορούσατε νὰ ἀποδεχθῆτε ἴσως τὸ ἄλλο τὸ ὁποῖον ἐπρότεινα ἐγὼ, τὸ νὰ ἐξουσιοδοτήσῃ δηλ. ἡ Βουλὴ τὸν Πρόεδρον αὐτῆς ὅπως προβῇ εἰς τὰς δεούσας ἐνεργείας, ἡ δὲ Κυβέρνησις νὰ παρακολουθήσῃ τὴν ὑπόθεσιν ἀπὸ τῆς εἰδικῆς της πλευρᾶς.
§28Ν. ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ (Πρόεδρος Κυβερν.). Τὸ ζήτημα τῆς ἐξουσιοδοτήσεως εἶναι ἄσχετον μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀναλήψεως τῶν τόμων. Ἀποτείνομαι πρὸς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ δοθῇ τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Κυπριακοῦ καὶ νὰ ἀνατεθῇ ἡ διαχείρισις τοῦ ζητήματος εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§29Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῆς ἀποστολῆς της ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ὅλα τὰ ἐθνικὰ ζητήματα νὰ τὰ διαχειρίζεται. Νομίζω ὅμως ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ὅπως παραπλεύρως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐξουσιοδοτήσωμεν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ὅπως προβῇ εἰς ἐνεργείας παρὰ τῇ Ἀγγλικῇ Βουλῇ.
§30Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἄν μετὰ τὴν διευκρίνησιν τοῦ κ. Μποκοπούλου εἴμεθα σύμφωνοι, θὰ πρέπει νὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐξουσιοδοτῆται τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς διὰ τὰς περαιτέρω ἐνεργείας. Θὰ παρεκάλουν τοὺς κ. συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἔσχον τὴν πρωτοβουλίαν τῆς διακηρύξεως ὅπως συντάξουν ἕνα σχέδιον ἀποφάσεως, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἀνατίθεται εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἡ περαιτέρω διαχείρισις τοῦ θέματος.
§31Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἀντελήφθην καλῶς, νὰ ἐμπιστευθῶμεν περαιτέρω τὸ ζήτημα εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν γεννᾶται ἀμφιβολία ὅτι αὐτὸ πράττομεν, ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις δέον ν’ ἀλλάξῃ μεθόδους σχετικῶς. Ἀλλὰ παραλλήλως πρὸς τοῦτο. κ. Πρόεδρε, ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ θὰ ἠδύνατο νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἐπιθυμίαν της πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Βουλήν, ὅπως καὶ αὐτὴ ἑνώσῃ τὰς προσπαθείας της παρὰ τῇ Ἐργατικῇ Βρεττανικῇ Κυβερνήσει ἵνα ἐπέλθῃ ἡ Ἕνωσις. Φρονῶ ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ ἐπ’ αὐτοῦ ἀντίρρησιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἑπομένως θὰ πρέπει νὰ διατυπωθῇ σχετικὸν ψήφισμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐγκριθῇ ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς μας Ἀντιπροσωπείας καὶ θὰ σταλῇ πρὸς τὴν Βρεττανικὴν Βουλὴν ἡ ὁποία δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ ἐκτιμήσῃ δεόντως τὴν ὁμόθυμον αὐτὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἄλλως πηγαίνουν περίπατο ὅλαι αἱ ὡραῖαι ἀρχαὶ περὶ αὐτοδιαθέσεως τῶν λαῶν κ.λ.π. διὰ τὰς ὁποίας ἐπολεμήσαμεν παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν συμμάχων μας. Τότε τὰ συνθήματα αὐτὰ τί ἦσαν; Ἀπατηλά; Ἡ Κυβέρνησις αὐτὴν τὴν στιγμὴν λαμβάνει νέαν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, ὅτι μὲ γοργὸν ρυθμὸν θὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἄμεσον Ἕνωσιν τῆς Κύπρου μετὰ τῆς Ἑλλάδος.
§32Ν. ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀνέλαβε νέαν ὑποχρέωσιν, ἀλλ’ ἐκείνην τὴν ὁποίαν εἶχε πάντοτε εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ἐξωτερικῶν ζητημάτων. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη ἐκ τοῦ Δημοψηφίσματος τοῦ Κυπριακοῦ Λαοῦ εἶναι ἄσχετον. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν χειρίζεται ἡ ἰδία καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται συζήτησις δημοσίᾳ διότι χρειάζεται μεγάλη προσοχὴ εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ζητημάτων αὐτῶν.
§33Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἀσχέτως πρὸς τὴν γενικὴν ὑποχρέωσιν τῆς Κυβερνήσεως ὅπως ἐνδιαφέρεται περὶ παντὸς ἐθνικοῦ ζητήματος—πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν βλέπομεν δυστυχῶς κατὰ τοὺς τελευταίους καιροὺς—ὅλως ἰδιαιτέρως θὰ ἐνδιαφερθῇ διὰ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη ἐκ τοῦ Δημοψηφίσματος. Τὸ διενεργηθὲν Δημοψήφισμα ἀποτελεῖ νέαν ἀφετηρίαν τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος καὶ ἐπιβάλλει προσθέτους ὑποχρεώσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως κινηθῇ γοργῶς καὶ ὄχι μὲ νυσταλέα βήματα, ὡς ἔπραξε μέχρι σήμερον, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν λύσιν του τὴν ὁριστικὴν λύσιν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἄλλη, τὸ ἐπαναλαμβάνω διὰ πολλοστὴν φοράν, δὲν εἶναι ἄλλη, παρὰ ἡ Ἕνωσις. (Χειροκροτήματα).
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Ρέντης ἔχει τὸν λόγον.
§35Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ὑπάρχει ἕνα θέμα, συναισθηματικόν: Ὁ πόθος τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καθὼς καὶ τοῦ Κυπριακοῦ. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἕτερον θέμα πολιτικὸν καὶ πολιτικῆς εὐθύνης, ἡ ὁποία βαρύνει τὴν Κυβέρνησιν. Τὸ κατ’ ἐμὲ εἶμαι ἱκανοποιημένος ἐκ τῆς προσφωνήσεως καὶ τῆς ἀντιφωνήσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Ἀντιπροσωπείαν τοῦ Κυπριακοῦ Λαοῦ. Νομίζω ὅτι ἡ ἀντιφώνησις ἐκείνη ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ αἴσθημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τοῦτο καὶ μόνον δύναται νὰ τερματίσῃ τὸ θέμα. Δὲν πρέπει νὰ παραγνωρίζεται ὅτι ἡ Κύπρος δὲν ἀνήκει εἰς τὴν Ἑλλάδα· ἀνήκει εἰς ἄλλο κράτος καὶ τὸ θέμα αὐτοδιαθέσεως εἶναι θέμα περισσότερον οἰκογενειακὸν τῆς Μεγάλης Βρεττανίας. Ἡ ἄσκησις τοσαύτης πιέσεως ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, εἰς στιγμὰς ὑπὸ τὰς ὁποίας νῦν εὑρισκόμεθα, νομίζω ὅτι εἶναι ὑπερβολικὴ καὶ εἶναι βαρεῖα ἡ εὐθύνη τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ ρίψωμεν εἰς τοὺς ὤμους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἀπόκειται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διαχειρισθῇ τὸ ὅλον ζήτημα, ὡς τὸ διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μὲ διπλωματικὰ μέσα, καὶ θὰ χειρισθῇ βεβαίως τὸ ζήτημα εἰς εὔθετον χρόνον καὶ μὲ εὔθετον τρόπον. Ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου μέχρι τοῦ νὰ θέλωμεν νὰ πιέσωμεν εἰς δηλώσεις καὶ εἰς διακηρύξεις καὶ πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐνδεχομένως νὰ θεωρηθοῦν ὅτι μεταμορφώνουν τὴν ὑπόθεσιν εἰς διένεξιν μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ Μεγάλης Βρεττανίας, ὑπάρχει ἀπόστασις. Καὶ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐπιστήσω τὴν προσχὴν τῶν ἀξιοτίμων κ.κ. συναδέλφων ἐπὶ μιᾶς τοιαύτης κατευθύνσεως. Δὲν πρέπει ποτὲ νὰ δώσωμεν τὴν ἔννοιαν διενέξεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Μεγάλης Βρεττανίας. Ἀρκεῖ ἡ διαπίστωσις τὴν ὁποίαν ἐκάματε, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ἀρκεῖ τὸ κείμενον τὸ ὁποῖον δημοσιεύεται καὶ καθίσταται γνωστόν. Πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἡ Κυπριακὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ χειρισθῇ τὸ ζήτημα ἀπ’ εὐθείας μὲ τὴν Βρεττανικὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βρεττανικὴν Βουλήν, ἄλλως ἠμπορεῖ νὰ διαπράξωμεν σφάλμα καὶ νὰ βλάψωμεν τὴν ὅλην ὑπόθεσιν. (Χειροκροτήματα). Τὸ θέμα εἶναι οἰκογενειακὸν μεταξὺ τοῦ Κυπριακοῦ Λαοῦ καὶ τοῦ Ἀγγλικοῦ Λαοῦ. Ὁ Κυπριακὸς Λαὸς ἀπευθύνεται πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ζητεῖ ὅπως ἐνεργήσῃ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς παρὰ τῇ Βρεττανικῇ Κυβερνήσει. Τὸ ζήτημα εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἐθνικὸν καὶ συνεπῶς δὲν παραβιάζεται τίποτε ἐὰν ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ διαχειρισθῇ τὸ ζήτημα ὡς αὕτη νομίζει.
§36Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κε Πρόεδρε, ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν ἐξέθηκεν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Κορινθίας πιστεύω ὅτι δὲν ἀντιπροσωπεύει τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς. Τὸ φρόνημα τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας εἶναι τελείως διάφορον. Ἡ Βουλὴ ἐπιθυμεῖ καὶ ἐπιθυμεῖ σφόδρα, τὸ ἐξεδήλωσε πολλάκις, ὅπως ἡ Κυβέρνησις λάβῃ θέσιν σαφῆ. Αἱ λέξεις τὰς ὁποίας ἐξεστόμισεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι δῆθεν τὸ ζήτημα, αὐτὸ εἶναι οἰκογενειακὸν μεταξὺ τοῦ Κυπριακοῦ Λαοῦ καὶ τῆς Μ. Βρεττανίας, ἀποτελοῦν τὴν πλάνην του. Βεβαίως ὁ Κυπριακὸς λαὸς αὐτὴν τὴν στιγμὴν εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τῆς Μ. Βρεττανίας. Ἀλλὰ ὁ Κυπριακὸς λαὸς νομιμοφρόνως ἐξεδήλωσε τὰ φρονήματά του διὰ τοῦ διενεργηθέντος δημοψηφίσματος, οὗτινος ἡ Βουλὴ εἶναι θεματοφύλαξ ἀπὸ χθές, παραλαβοῦσα τοὺς σχετικοὺς τόμους, καὶ ἀπηυθύνθη πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τοῦ ὁποίου εἶναι σὰρξ ἐκ σαρκός του καὶ ζητεῖ νὰ τὸν βοηθήσωμεν παρὰ τῇ Βρεττανικῇ Κυβερνήσει. Δὲν εἶναι λοιπὸν ζήτημα οἰκογενειακὸν ὅπως ἐσφαλμένως πιστεύει ὁ κ. συνάδελφος, εἶναι κατ’ ἐξοχὴν Ἐθνικὸν Ἑλληνικὸν ζήτημα καὶ ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις πιστεύω ὅτι πρέπει, ὅτι ὀφείλει νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν φυσικὴν λύσιν, τὴν μόνην ἡ ὁποία ἐνυπάρχει εἰς τὸ ζήτημα. Καὶ ἡ φυσικὴ ἐπαναλέγω λύσις εἶναι ἡ Ἕνωσις.
§37Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τονίσω δύο σημεῖα τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Ρέντη. Ὡς ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἀντιλαμβάνεται εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς δὲν ἔθεσα τὸ ζήτημα ὅσον ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν. Τοὐναντίον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον ἐγὼ εἶναι τὸ ἑξῆς: Ἀφοῦ ἅπαξ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἔκαμε τὴν ἐνέργειαν αὐτήν, ἀφοῦ ὅλοι σχεδὸν οἱ βουλευταὶ ἔκαμον μίαν διακήρυξιν σχετικὴν καὶ παρελήφθη ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον, ἐπρότεινα καὶ νομίζω ὅτι εἶχε γίνει δεκτόν, ὅτι θὰ πρέπει τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἐξουσιοδοτούμενον ἀπὸ τὸ Σῶμα, νὰ προβῇ εἰς μίαν περαιτέρω ἐνέργειαν, ἐὰν καὶ ἐφόσον κρίνῃ ὅτι πρέπει νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτήν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφόσον κρίνει.
§39Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Βεβαίως. Τὸ εἶπον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς. Νὰ ὑπάρξῃ μία ἀπόφασις ἡ ὁποία θὰ ἀναθέτῃ εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς νὰ χειρισθῇ περαιτέρω τὸ θέμα ἐν συνεννοήσει μὲ τοὺς 205 βουλευτὰς οἱ ὁποῖοι ἔκαμον τὴν διακήρυξιν. Αὐτὴ ἦτο ἡ πρότασίς μου εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς.
§40Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Αὐτὴ ἡ πρότασις δύναται νὰ γίνῃ δεκτή. Συμφωνοῦμεν.
§41Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ (Ὑπ. Συντον.). Νομίζω ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐτοποθέτησε τὸ θέμα ἐκεῖ ὅπου χρειάζεται. Ἡ ἑρμηνεία τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ βουλευτὴς Κορινθίας κ. Ρέντης, ἐπίσης διεσαφήνισε πλήρως τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσῃ ἡ Βουλή. Εἶναι ἀναμφισβήτητον τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως, τῆς κάθε Κυβερνήσεως, νὰ χειρίζηται Ἐθνικὰ ζητήματα ὑπ’ εὐθύνην της, εἰς δὲ τὴν Βουλὴν ἀνήκει ὁ ἔλεγχος τῆς διαχειρίσεως τῆς πολιτικῆς τῶν ἑκάστοτε ζητημάτων. Ὅσοι διεχειρίσθησαν ἐξωτερικὰ ζητήματα γνωρίζουν πόσον εἰς τὰ ζητήματα αὐτὰ τὸ φρόνημα συγκρούεται μὲ τὴν φρόνησιν. Καὶ ἑπομένως εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν ἂς προσέξωμεν πάρα πολὺ μήπως παρασυρόμενοι ἀπὸ τὸ φρόνημα προσκρούσωμεν εἰς τὴν φρόνησιν τῆς διαχειρίσεως. Ἡ ἀπάντησις τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Κυπριακὴν Ἀντιπροσωπείαν ἐτοποθέτησε πολὺ καλὰ τὸ πρᾶγμα. Ἐξέφρασε τὸ φρόνημα ὅλων μας, ἀλλὰ συνέστησε καὶ φρόνησιν. Εἶπεν ἡ περαιτέρω διαχείρισις τοῦ ζητήματος ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Σήμερον ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κ. Τσαλδάρης, παρεμβάλλει μίαν νέαν πρότασιν καὶ εἰς τὴν ὑπεύθυνον διαχείρισιν τῆς Κυβερνήσεως τοποθετεῖ μίαν νέαν διαχείρισιν: τὴν διαχείρισιν ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς διὰ λογαριασμὸν τῆς Βουλῆς. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀντινομία. Κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν ὑπάρχει προηγούμενον Βουλῆς, ἡ ὁποία νὰ πάρῃ εἰς τὰ χέρια της, χωριστά, ἕνα ζήτημα ἀπὸ τὴν ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἀπολαμβάνει τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ νὰ τὸ χειρισθῇ οὕτως εἰπεῖν, μόνη της. Ὑποθέσατε ὅτι γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις αὐτὴ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὅτι ἡ ἀπάντησις ἡ ὁποία δύναται νὰ μᾶς ἔλθῃ ἀπὸ τὴν ἄλλην Βουλὴν θὰ εἶναι εἴτε ἄρνησις εἴτε σιωπή. Νομίζω ὅτι θὰ εἶναι μία περιπλοκὴ διὰ τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ διὰ τὴν περαιτέρω διαχείρισιν τοῦ ζητήματος. Ὑπὸ τὴν ἰδιότητά μου ὡς βουλευτοῦ νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ συστήσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Τὰ αἰσθήματά μου καὶ λόγῳ καταγωγῆς καὶ λόγῳ ἀγώνων, εἶναι τοποθετημένα ἐκεῖ ποὺ πρέπει νὰ εἶναι τοποθετημένα διὰ τὸ Κυπριακὸν ζήτημα. Ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ παρασυρθῇ εἰς τὸ νὰ κάνῃ πρᾶξιν διαχειρίσεως περαιτέρω τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος. Καὶ ἡ ὀρθὴ λύσις θὰ εἶναι μία περιπλοκὴ διὰ τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ θὰ εἶναι νὰ συστήσῃ εἰς τὴν ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν τὴν διαχείρισιν. Καὶ περαιτέρω ὁ ρόλος τῆς Βουλῆς θὰ εἶναι νὰ τὴν ἐπικρίνῃ ἐν καιρῷ, ἂν ἡ διαχείρισις δὲν θὰ εἶναι ἡ προσήκουσα. Ἀλλὰ συνιστῶ νὰ μὴ ἀναλάβῃ περαιτέρω εὐθύνας ἡ Βουλὴ εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ ζητήματος. (Χειροκροτήματα).
§42Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς ὑπάρχει καὶ προηγούμενον εἰς τὰ 1947 ἢ 1948. Τότε ἐγένετο ψήφισμα τῆς Βουλῆς ἐκφραζούσης ἀνάλογα αἰσθήματα καὶ ἀνάλογον πολιτικὴν περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα σήμερον, τῆς Βουλῆς ὡς Βουλῆς πρὸς τὸν Λαὸν κατ’ εὐθεῖαν τὸν Ἀγγλικόν. Ὑπάρχει τὸ προηγούμενον. Δὲν εἶμαι παρασκευασμένος διὰ νὰ ἔχω πρόχειρα τὰ σχετικὰ ψηφίσματα, ἀλλὰ βεβαίως θὰ εὑρεθῇ τὸ σχετικὸν ψήφισμα τῆς Βουλῆς. Συνέβη τοῦτο ἐπὶ Κυβερνήσεως Μαξίμου. Ἄν ἀνατρέξῃ ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ κ. Τσουδερὸς εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ θέματος αὐτοῦ, πῶς συνεζητήθη καὶ ποῦ κατέληξεν ἡ Βουλή, ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς, τότε θὰ ἴδῃ ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐπρότεινα εἶναι ἐν τῷ αὐτῷ πλαισίῳ. Καὶ ὁ κ. Ρέντης ἂν ἀνατρέξῃ εἰς τὸ ἱστορικὸν τῆς τότε ἐνεργείας μας, θὰ ἴδῃ ὅτι δὲν διατρέχομεν τοὺς κινδύνους ἐκείνους ποὺ νομίζει ὅτι θὰ διατρέξωμεν.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τῆς ἀπαντήσεως ποὺ ἐλάβομεν τότε ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργός.
§44Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἐλάβομεν ἀπάντησιν. Τοὐναντίον μάλιστα. Τώρα μὲ ἀναγκάζει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ ἀπόφασις τότε εἶχε τύχει εὐμενοῦς κρίσεως. Ἄν ἀνατρέξωμεν εἰς τοὺς φακέλλους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ ἴδωμεν ὅτι εἶναι ἀκριβῆ ὅσα λέγω. Καὶ δι’ αὐτὸ ὑποστηρίζω τὴν ἄποψιν ταύτην.
§45Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ὡς διετυπώθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἡ πρότασις δὲν δεσμεύει οὔτε τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, οὔτε τοῦ ἐπιβάλλει τίποτε, διὰ τοῦτο συνεφώνησα ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ἡ ἐντολὴ αὐτή. Ἀφήνει πλήρη ἐλευθερίαν νὰ ἐξετάσῃ, διότι πρέπει νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὰς λεπτομερείας.
§46Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Βεβαίως.
§47Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ἀφήνει πλήρη ἐλευθερίαν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ἐνεργήσῃ πῶς καὶ πότε. Νομίζω ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον λήγει ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ τῆς παραδόσεως τῶν τόμων.
§48Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἐξεφράσθη ἡ Κυβέρνησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἠχὼ τῶν λόγων τῆς Βουλῆς θὰ φθάσῃ ἐκεῖ ὅπου πρέπει νὰ φθάσῃ. Ἐπίσημος ἐνέργεια ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς διὰ λογαριασμόν της θὰ περιγράψῃ τὰ δικαιώματα τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ ζητήματος τούτου.
§49Π. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ. Διαφωνῶ μὲ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Τσουδεροῦ περὶ περιγραφῆς τῶν δικαιωμάτων τῆς Κυβερνήσεως. Ἄλλο τὸ ζήτημα, ἂν θέλῃ ἡ Βουλή, κρίνουσα, ν’ ἀφήσῃ τὸν χειρισμὸν ἐπὶ Ἐθνικοῦ ζητήματος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὡς ὑπεύθυνον, ἀλλὰ ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ καὶ περιγραφὴν τῶν δικαιωμάτων τῶν Κυβερνητικῶν νὰ κάμῃ, εἶνε τῆς ἁρμοδιότητός της, διότι ἡ Κυβέρνησις ἀπορρέει ἐκ τῆς Βουλῆς καὶ οὐχὶ ἡ Βουλὴ ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, αἱ δὲ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς εἶνε, ὡς ἐκδηλώσεις τῆς Λαϊκῆς Βουλήσεως, ὑπέρτεραι παντὸς καὶ σημειώνουν τὰς συνεπείας των, πτώσεις Κυβερνήσεων ἢ σταθεροποιήσεις τούτων. Συνεπῶς ἡ Βουλὴ ἐκφράσασα τὴν πρόθυμον θέλησίν της περὶ ἑνώσεως τῆς Κύπρου μετὰ τῆς Μητρὸς Πατρίδος, ἀπαιτεῖ τοῦτο νὰ διατυπωθῇ ὡς ἐξεδηλώθη. Ἄλλο τὸ ζήτημα καὶ συμφωνῶ μὲ τὸν ἀρχηγὸν μου, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς χειρισθῇ τὸ ζήτημα κρίνων τὸν χρόνον καὶ τὸν τρόπον, συνεννοούμενος καὶ μὲ τὴν ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν ἐκ σκοπιμότητος διπλωματικῆς. Ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν ὅτι οἱ Μαίανδροι τῶν διπλωματῶν, οἵτινες ἔχουσι τὴν καρδίαν εἰς τὴν Κεφαλὴν καὶ ἄλλοτε κατέληξαν εἰς τὴν σύμπηξιν τῆς Ἱερᾶς Συμμαχίας, ἀλλὰ μία δρὰξ ἀνθρώπων, τῶν σκλάβων τότε Ἑλλήνων, ἐξάψασα τὸ φρόνημα τῶν Δημοκρατικῶν λαῶν κατερράκωσε τὰς ἀποφάσεις της καὶ συνέπηξε τὸ νέον Ἑλληνικὸν Κράτος. Εἶνε ἡ διαφορὰ τοῦ φρονήματος καὶ τῆς φρονήσεως περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Τσουδερὸς καὶ βλέπομεν ὅτι τὸ φρόνημα ἐπεκράτησεν. Διὰ τοῦτο ἂς διατυπωθῶσι τὰ ὅσα ἐλέχθησαν λεπτομερῶς εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ ὑπάρχει τρόπος εἴτε ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, εἴτε καὶ πᾶς βουλευτὴς μὲ αὐτὰ ν’ ἀποταθῶσιν εἰς τὸ φρόνημα τῶν ἄλλων Λαῶν καὶ θὰ ἴδῃ ὅτι πάντες θὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς ἑνώσεως, προαιωνίων πόθων τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὡς στηριζόμενοι εἰς τὸ δόγμα τῆς αὐτοδιαθέσεως τῶν Λαῶν. (Χειροκροτήματα).
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μανιαδάκης ἔχει τὸν λόγον.
§51Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Οἱ λόγοι ὅλων τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων, ἀνταποκρίνονται ἀναμφισβητήτως εἰς τὸ αἴσθημα ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ καὶ τοῦ Κυπριακοῦ Λαοῦ. Εἰς οἱανδήποτε στιγμὴν καὶ ἐὰν ἔλθῃ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν τὸ ζήτημα τῆς ἑνώσεως τῆς Κύπρου μὲ τὴν Ἑλλάδα, θὰ ἀκουσθοῦν τὰ ἴδια λόγια, διότι διὰ τὰ ζητήματα τῆς Ἑνώσεως τῆς Κύπρου μὲ τὴν Μητέρα Ἑλλάδα, τὰ αἰσθήματά μας παραμένουν ἀναλλοίωτα διὰ μέσου τῶν αἰώνων. Τὸ θέμα συνεπῶς δὲν εἶναι αὐτό. Τὸ θέμα εἶναι τὸ κατὰ πόσον ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἐξέλθῃ ὀλίγον τῆς μεγάλης συντηρητικότητος καὶ διστακτικότητος, ἡ ὁποία τὴν διακρίνει ὑπὸ τὸ πρόσχημα ὅτι οἱ χειρισμοὶ τοῦ θέματος τῆς Κύπρου μὲ τὴν σύμμαχον Ἀγγλίαν εἶναι πολὺ λεπτοὶ καὶ θὰ ἐξέλθῃ τῆς συντηριτικότητος, ἐὰν προσγειωθῇ εἰς τὴν πραγματικότητα τὴν σημερινήν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἑξῆς: Ὡς γνωστόν, τὸ Κρεμλῖνον ἐνδιαφερόμενον νὰ ἐξεγείρῃ τοὺς καθ’ οἱονδήποτε τρόπον δυναστευομένους λαούς, ἔχει δώσει τὸ σύνθημα τοῦ Ἐθνικοῦ ἀπελευθερωτικοῦ ἀγῶνος καὶ εἰς τὸν Κυπριακὸν λαὸν καὶ ἐξ ἀφορμῆς αὐτοῦ ὑπάρχει ἡ μᾶζα, ἡ ὁποία ἀκολουθοῦσα τὰς ὑποταγὰς τοῦ Κρελίνου, προσπαθεῖ νὰ δημιουργήσῃ ζητήματα παίρνουσα τὴν σημαίαν τῆς ἑνώσεως οἱονεὶ προπορευομένη εἰς τὸ ἐθνικὸν τοῦτο ζήτημα. Τὸ θέμα αὐτό, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προσέξῃ καὶ νὰ χειρισθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀπὸ τὴν ἀξίαν τῆς Κυβερνήσεως ἐξαρτᾶται νὰ πείσῃ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὴν Βρεττανικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἔχει κάθε συμφέρον νὰ μᾶς δώσῃ τὴν Κύπρον. (Χειροκροτήματα).
§52Ε. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔληξε τὸ ζήτημα, ὡμίλησεν εἷς βουλευτὴς ἐξ ἑκάστου Κόμματος.
§54Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῆτε νὰ δώσητε τὸν λόγον εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ὁ ὁποῖος ζητεῖ νὰ ὁμιλήσῃ.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος ἔληξε καὶ θὰ σᾶς εἴπω διατί. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ τὴν κατωτέρω ἀπόφασιν; «Ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ἀκούσασα τὰς ἀνταλλαγείσας προσφωνήσεις μεταξὺ τῆς Κυπριακῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἀναθέτει εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ χειρισθῇ περαιτέρω τὸ θέμα τῆς γνωστοποιήσεως τῶν πόθων τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ἐπὶ τῆς ἐκφρασθείσης θελήσεως τοῦ Λαοῦ τῆς Κύπρου, καθ’ ὃν τρόπον ἤθελε κρίνει προσφορώτερον».
§56ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα, ἐγκρίνεται.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐκ μέρους τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ὑγρῶν καυσίμων ζητεῖται 5θήμερος παράτασις τῆς προθεσμίας διὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ πορίσματός της. Ἐγκρίνει ἡ Βουλή;
§58ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§59Π. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ. Ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι θὰ εἶναι καὶ ἡ τελευταία.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Κ. Σπηλιοπούλου Ὑπεβλήθησαν δύο προτάσεις περὶ λήψεως ἀποφάσεως διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας ἔχουσαι ὡς ἑξῆς: 1η Πρότασις. Οἱ ὑπογεγραμμένοι βουλευταὶ παρακαλοῦμεν, ὅπως διεξαχθῇ ψηφοφορία μυστικὴ περὶ τοῦ ἂν ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς αἰτήσεως Κ. Σπηλιοπούλου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 3 Ἰουλίου 1950 Οἱ Βουλευταὶ Β. Στεφανόπουλος, Α. Καλαντζάκος, Λ. Λαντζούνης, Λ. Δημάκης, Γ. Ράλλης, Θ. Τουρκοβασίλης, Κ. Ἀποσκίτης, Γ. Πλατῆς, Α. Νικολαΐδης, Β. Παπαρρηγόπουλος, Δ. Γιαννόπουλος, Α. Δερδεμέζης, Ι. Μαρινάκος, Χ. Ρίζος, Κ. Ροδόπουλος κλπ. 2α Πρότασις. Οἱ ὑπογεγραμμένοι βουλευταὶ παρακαλοῦμεν, ὅπως κατόπιν τῆς διεξαχθείσης συζητήσεως ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τοῦ κ. Κ. Σπηλιοπούλου, γίνῃ μυστικὴ ψηφοφορία ἵνα ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν εἰς τὴν κενωθεῖσαν διὰ τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. Γ. Παπανδρέου ἕδραν τοῦ Συνδυασμοῦ τοῦ Κόμματος Παπανδρέου τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας τοῦ Δήμου Ἀθηναίων δέον νὰ κληθῇ ὡς ἀναπληρωτὴς ὁ πρῶτος ἀναπληρωματικὸς βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ἀνδρ. Λαμπρόπουλος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 3 Ἰουλίου 1950 Οἱ προτείνοντες βουλευταὶ Β. Στεφανόπουλος, Α. Καλαντζάκος, Δ. Λαντζούνης, Π. Κάντζιας, Α. Δημάκης, Ι. Μαρινάκος, Γ. Ράλλης, Θ. Τουρκοβασίλης, Κ. Ἀποσκίτης, Γ. Πλατῆς Β. Παπαρρηγόπουλος, Α. Νικολαΐδης, Α. Δερδεμέζης, Δ. Γιαννόπουλος, Χ. Ρίζος, Κ. Ροδόπουλος κλπ.
§61ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα, δεκταί. Ν’ ἀρχίσουν αἱ ψηφοφορίαι.
§62Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶχον παρακαλέσει χθὲς—καὶ μετ’ εὐχαριστήσεως βλέπω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι παρών—μετὰ τὴν ψηφοφορίαν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν θεμάτων ἐπὶ τῶν ὁποίων παρεκάλεσα νὰ διατυπώσω μερικὰς ἐρωτήσεις πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα συζητοῦμεν ἄλλο θέμα.
§64Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐρωτῶ, μετὰ τὴν ψηφοφορίαν θὰ ἀπευθύνω τὰ σχετικὰ ἐρωτήματα πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως;
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§66Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Διατί μυστικὴ ψηφοφορία, ἐὰν ὑπάρχῃ ἁρμοδιότης ἢ ὄχι;
§67Μ. ΧΛΟΥΒΕΡΑΚΗΣ. Εἴμεθα ἀναρμόδιοι, δὲν ἠμποροῦμεν ἡμεῖς νὰ περιβληθῶμεν τὴν δύναμιν ἀρεοπαγιττῶν.
§68Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ προηγηθῇ τῆς ἁρμοδιότητος καὶ μετὰ θὰ πᾶμε εἰς ἄλλο;
§69Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Τῆς ἁρμοδιότητος ἡ ψηφοφορία νὰ γίνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, δὲν εἶναι ζήτημα προσωπικόν, εἶναι ζήτημα ἀρχῆς.
§70Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσον σαφές, ὥστε δὲν θὰ ἐχρειάζετο κἂν ἡ πρότασις τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν. Ἡ μυστικὴ ψηφοφορία ἐπιβάλλεται ἀφ’ ἑαυτῆς ἐκ τοῦ ἄρθρου 73 τοῦ Κανονισμοῦ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ πράξῃ ἄλλως διότι τὸ ἄρθρον 73 ὁρίζει σαφῶς ὅτι «..................... «...........(ἀναγινώσκει) ............» Ἐκ τῆς ἐξουσίας τοῦ Προέδρου τῆς ἀπορρεούσης ἀπὸ τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Κανονισμοῦ ἠδύνατο ὁ κ. Πρόεδρος νὰ μὴ ἀναγγείλῃ κἂν τὸ διαιρετόν, ἀλλὰ νὰ θέσῃ τὴν πρότασιν ἑνιαίαν. Ἠδύνατο ὁ κ. Πρόεδρος νὰ θέσῃ τὸ ζήτημα ἑνιαῖον, ἀλλὰ ἀμφότερα τὰ θέματα ταῦτα ἀφοροῦν πρόσωπον καὶ ἐκ προσώπου ἐγεννήθησαν, ἀφοροῦν τὸ πρόσωπον τοῦ συναδέλφου κ. Δερτιλῆ, ὥστε καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἁρμοδιότητος ἀφορᾷ ἀμέσως τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Δερτιλῆ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι πρόκειται περὶ δύο θεμάτων διαιρετῶν, ἀλλὰ ἀπολύτως συναφῶν, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν πρόσωπον καὶ κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἡ ψηφοφορία ὀφείλει νὰ εἶναι μυστική. Ἀλλὰ πέραν τούτου, κύριοι, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει πρότασις ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ νομίμου ἀριθμοῦ βουλευτῶν περὶ μυστικῆς ψηφοφορίας ἡ ἀπόφασις πρέπει νὰ εἶναι ὑποχρεωτική. Ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως περὶ μυστικῆς ψηφοφορίας ἐπὶ προσωπικῶν ζητημάτων εἶναι νὰ ἀφήσῃ ἐλευθερίαν εἰς τὸν βουλευτὴν νὰ ψηφίσῃ κατὰ συνείδησιν χωρὶς νὰ δύναται νὰ ἐπηρεασθῇ διότι εἰς τὴν φανερὰν ψηφοφορίαν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεασθῇ. Αὐτὸ ἰσχύει ἐν προκειμένῳ. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν βουλευταὶ οἱ ὁποῖοι κωλύονται ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἁρμοδιότητος τὸ ὁποῖον θὰ κρίνῃ τὸ ἑπόμενον ζήτημα τὸ οὐσιαστικόν. Δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίθετος γνώμη ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἀντίθετος ἀπόφασις θὰ ἦτο παράβασις τοῦ Κανονισμοῦ.
§71Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνων τὸν λόγον θέλω νὰ ἐκκαθαρίσω τὴν θέσιν μου ἔναντι τῶν 2 ἀντιδικούντων διὰ τὴν κατάληψιν τῆς θέσεως. Δὲν ἔχω προτίμησιν οὔτε ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς οὔτε ὑπὲρ τοῦ ἄλλου. Ἡ δοθησομένη λύσις θὰ ἀποτελέσῃ αὐριανὸν Κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς. Ὁ Κανονισμὸς λέγει περὶ προσωπικῶν ζητημάτων γίνεται μυστικὴ ψηφοφορία ἀλλὰ δὲν λέγει τοῦτο προκειμένου νὰ καθορίσωμεν τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Βουλῆς. Εἶναι ἀκατανόητον, δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν πολιτικήν μας φιλοτιμίαν καὶ τὸν Κοινοβουλευτικόν μας ἐγωϊσμὸν καὶ ἀποτελεῖ ἔλλειψιν θάρρους τὸ νὰ μὴ ἀποφανθῶμεν φανερά, ὅταν λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἁρμοδιότητος μετὰ ταῦτα θὰ γίνῃ φυσικὰ μυστικὴ ψηφοφορία.
§72Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Τὸ ἄρθρο 73 τοῦ Κανονισμοῦ τὸ λέγει καθαρά, οἱονδήποτε ζήτημα τὸ ὁποῖον συνδέεται μὲ πρόσωπον θὰ τεθῇ εἰς μυστικὴν ψηφοφορίαν.
§73Α. ΣΒΩΛΟΣ........
§74Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ἐπὶ πάσης προτάσεως ὁ Κανονισμὸς ὁμιλεῖ καὶ ὑπὲρ καὶ κατά. Ἐν προκειμένῳ ὡμίλησα καὶ ὑπὲρ τῶν δύο ἀπόψεων. Περαιτέρω ἡ συζήτησις εἶναι ἀντικανονική. Πρέπει νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ψηφοφορία θὰ γίνῃ μυστική.
§76Α. ΣΒΩΛΟΣ. Τὸ θέμα εἶναι, ἐὰν ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία ἢ ὄχι, νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος. Ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι δὲν εἶναι ἁρμοδία. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ψηφοφορίαν, δὲν βλέπω διὰ ποῖον λόγον πρέπει νὰ εἶναι μυστική. Ἡ ψηφοφορία πρέπει νὰ γίνῃ φανερὰ καὶ κυρίως νὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος τῆς γνώμης μας.
§77Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Καὶ αἱ δύο ψηφοφορίαι πρέπει νὰ εἶναι μυστικαί, διότι εἷς βουλευτὴς ἀποφαινόμενος ὑπὲρ τῆς ἀποδοχῆς τῆς προτάσεως καθ’ ἥν ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία, ἀσφαλῶς τεκμαίρεται ὅτι θὰ εἶναι καὶ ὑπὲρ τῆς ἄλλης προτάσεως.
§78Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ μυστικὴ ψηφοφορία.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία, λέγουσι ΝΑΙ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ΟΧΙ.
§80Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπ. Δικαιοσ.) Τὸν λόγον κύριε Πρόεδρε.
§81Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐφ’ ὅσον ἤρχισεν ἡ ψηφοφορία, οὐδεὶς δικαιοῦται ν’ ἀνέλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος.
§82Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Ὑποβάλομεν πρότασιν νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἐὰν θὰ γίνῃ μυστικὴ ἢ φανερὰ ψηφοφορία.
§83Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶναι ζήτημα ἀρχῆς. Ἀρνοῦμαι νὰ ψηφίσω.
§84Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θέλω νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἤρχισεν ἢ δὲν ἤρχισεν ἡ ψηφοφορία; Ἐφ’ ὅσον ἤρχισε, νὰ προχωρήσῃ. (Καλοῦνται ὡς ψηφολέκται, οἱ κ. κ. Δ. Τσούμπας καὶ Φ. Χατζήμπεης, ἐπὶ δὲ τοῦ καταλόγου, οἱ κ.κ. Α. Δερδεμέζης καὶ Ι. Δημητρακόπουλος. Τερματισθείσης τῆς ψηφοφορίας καὶ γενομένης διαλογῆς ἀνακοινοῦται ὑπὸ τοῦ Προέδρου τὸ κάτωθι ἀποτέλεσμα:
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 172. Ἐψήφισαν 87 ΝΑΙ καὶ 84 ΟΧΙ, λευκὴ μία ψῆφος, ἄκυροι μηδέν. Συνεπῶς, ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ὅτι ἔχει ἁρμοδιότητα ἐπὶ τοῦ γεννηθέντος ζητήματος. Προχωροῦμεν εἰς τὴν ἑτέραν ψηφοφορίαν.
§86Α. ΣΒΩΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον κύριε Πρόεδρε, ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ διὰ πλειοψηφίας ὅτι εἶναι ἁρμοδία ἐπὶ τοῦ θέματος, σέβομαι τὴν ἀπόφασίν της. Ἐρωτῶ ἤδη ἀπ’ ἐκεῖ καὶ πέραν τί θὰ κάμῃ ἡ Βουλή, θὰ ψηφίσῃ ἔτσι ἀμέσως ἄνευ οὐδεμιᾶς εἰσηγήσεως;......
§87ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔγινεν ἡ εἰσήγησις.
§88Α. ΣΒΩΛΟΣ. .... διότι ἔπρεπε νὰ γίνῃ μία εἰσήγησις ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ μετὰ νὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔληξε τὸ ζήτημα. Ἡ εἰσήγησις ἔγινε.
§90Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν νομίζετε, ἐπειδὴ ἕνας μεγάλος ἀριθμὸς συναδέλφων ἔχει διαρρεύσει, ὅτι θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ψηφοφορίαν δι’ αὔριον.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δεκτόν.
§92Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, ἀλλὰ βλέπω ὅτι πολλοὶ τῶν κ.κ. βουλευτῶν ἔχουν φύγει.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς δευτέρας προτάσεως τὸ θέμα εἶναι τὸ ἑξῆς: Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ἐὰν εἰς τὴν κενωθεῖσαν διὰ τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. Παπανδρέου ἕδραν τοῦ συνδυασμοῦ τοῦ κόμματος Παπανδρέου εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Δήμου Ἀθηναίων δέον νὰ κληθῇ ὡς ἀναπληρωτὴς ὁ πρῶτος ἀναπληρωματικὸς βουλευτὴς κ. Ἀνδρέας Λαμπρόπουλος. Οἱ δεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι ΝΑΙ, οἱ μὴ δεχόμενοι λέγουσιν ΟΧΙ.
§94Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διατί λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ μία πρότασις καὶ δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ ἄλλη πρότασις; Ὑπεβλήθη πρότασις, κύριε Πρόεδρε, καὶ πρέπει νὰ συζητηθῇ. Ἐξ ἄλλου δὲν γνωρίζομεν πῶς τίθεται τὸ ἐρώτημα.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω τὸ ἐρώτημα: Ἐὰν εἰς τὴν κενωθεῖσαν διὰ τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. Παπανδρέου ἕδραν τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας τοῦ Δήμου Ἀθηναίων δέον νὰ κληθῇ ὡς ἀναπληρωτὴς ὁ πρῶτος ἀναπληρωματικὸς βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ἀνδρέας Λαμπρόπουλος. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐρώτημα. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουν ΝΑΙ, οἱ μὴ δεχόμενοι λέγουν ΟΧΙ· Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Καλοῦνται ὡς ψηφολέκται, ἐπὶ μὲν τοῦ καταλόγου οἱ κ.κ. Δ. Τσούμας καὶ Φ. Χατζήμπεης, ἐπὶ δὲ τῆς ψηφοδόχου οἱ κ.κ. Α. Δημάκης καὶ Ι. Ζίγδης. Τερματισθείσης τῆς ψηφοφορίας καὶ γενομένης διαλογῆς ἀνακοινοῦται ὑπὸ τοῦ Προέδρου τὸ κάτωθι ἀποτέλεσμα:
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν 159, ὑπὲρ 86, κατὰ τῆς προτάσεως 73. Συνεπῶς ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται ὅτι εἰς τὴν κενωθεῖσαν διὰ τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. Παπανδρέου ἕδραν τοῦ Σοσιαλ. Δημοκρατικοῦ Κόμματος τῆς περιφερείας Ἀθηνῶν πρέπει νὰ κληθῇ ὁ πρῶτος ἀναπληρωματικὸς βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Α. Λαμπρόπουλος.
§97Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἴχατε παραδεχθῆ μετὰ τὴν ψηφοφορίαν νὰ μοῦ δοθῇ ὁ λόγος ἵνα θέσω ὡρισμένα ἐρωτήματα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἤδη παρατηρῶ ὅτι τὰ κυβερνητικὰ ἑδώλια εἶναι κενὰ καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλῶ ὅπως ἀποφασισθῇ κατὰ τὴν αὐριανὴν συνεδρίασιν νὰ ὑποβάλω τὰ ἐρωτήματα.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§99ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30 μ.μ., μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως, ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 11.45 μ.μ.)