1950.06.01
2,100 rows · 15,066 words · 118 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 27η
Πέμπτη 1 Ἰουνίου 1950
Προεδρία κ. Δ. Β. ΓΟΝΤΙΚΑ
(Ὥρα 6.50′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ κ. Γραμματεὺς ν’ ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἀκόλουθα: Οἱ βουλευταὶ Ἀττικοβοιωτίας κ. κ. Λ. Κουτσοπέταλος καὶ Δ. Μπερδελῆς καταθέτουν ἀναφορὰν παραγωγῶν ἐλαιοπυρήνων, ζητούντων τὴν τροποποίησιν τῶν διατάξεων τῶν ἀφορωσῶν τὸν τρόπον τοῦ καθορισμοῦ τῆς τιμῆς αὐτῶν. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Γ. Ζάρας καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Ραχῶν–Ὀλυμπίας, διαμαρτυρομένου διὰ τὸν μὴ ραντισμὸν διὰ ντὶ–ντὶ–τὶ τῆς νοσογόνου λίμνης Ἀγουλινίτσης. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Γ. Ζάρας καταθέτει ἀναφορὰν φορτοεκφορτωτῶν Μεγαλουπόλεως, διαμαρτυρομένων ἐντόνως, κατὰ τῆς ἐκδοθείσης ἀποφάσεως δι’ ἧς κηρύσσεται ἀντισυνταγματικὸς ὁ νόμος 1254. Ὁ βουλευτὴς Κοζάνης κ. Χ. Γουλόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Βυθοῦ, διαμαρτυρομένου ἐντόνως, διὰ μὴ ὑπαγωγὴν τῆς ἐν λόγῳ Κοινότητος εἰς πρόγραμμα ἀνοικοδομήσεως, προτιμηθεισῶν ἄλλων Κοινοτήτων μὲ ἐλαχίστην πυροπάθειαν. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Ἀνδρουλακάκης, Μ. Χλουβεράκης, Κ. Μαρῆς, Ε. Κοθρῆς καὶ Ε. Κεφαλογιάννης καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συν)σμῶν Μεσσαρᾶς (Ἡρακλείου Κρήτης), ζητούσης ἄμεσον συγκέντρωσιν κριθῆς, καθορισμὸν τιμῆς συγκεντρώσεως σίτου κ.λ.π. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Α. Νικολαΐδης καταθέτει ἀναφορὰν βομβοπλήκτων καὶ πυροπαθῶν Ἐλασσῶνος, διαμαρτυρομένων διὰ τελείαν ἐγκατάλειψιν καὶ ζητούντων ἄμεσον προστασίαν πρὸς ἀνοικοδόμησιν οἰκιῶν, καὶ παροχὴν δανείων. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ν. Βέης καταθέτει ἀναφορὰν μητέρων, ἀδελφῶν καὶ θυγατέρων γυναικῶν ἐξορίστων εἰς Μακρόνησον, ζητούντων ἄμεσον ἀπόλυσίν των. Ὁ βουλευτὴς Θεσ)νίκης κ. Δ. Θεοχαρίδης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐθνικοῦ Συνδέσμου ἐργατῶν ἐργατριῶν καὶ τεχνιτῶν κλωστοϋφαντουργίας Θεσ)νίκης, ζητούντων ἄμεσον προσαρμογὴν τοῦ ἡμερομισθίου των βάσει τιμαρίθμου ζωῆς. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Α. Ἀντωνόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Σωματείων Προσωπικοῦ Κυλινδρομύλων Πατρῶν καὶ τεχνιτῶν μακαρονοτεχνιτῶν Πατρῶν «Ὁ Ἅγιος Γεώργιος» διαμαρτυρομένων διὰ μελετωμένην κατάργησιν τῶν Κοινωνικῶν πόρων τοῦ Ταμείου Ἀσφαλίσεως Μυλεργατῶν καὶ τεχνιτῶν Μακαρονοποιῶν. Ὁ βουλευτὴς Πέλλης κ. Β. Μουράτογλου καταθέτει ἀναφορὰν πυροπαθῶν κατοίκων χωρίου Κωνσταντίας ἐπαρχίας Ἀλμωπίας, ζητούντων ἄμεσον στεγαστικὴν ἀποκατάστασίν των. Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Π. Πολυχρονίδης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Γεωργικοῦ Συν)σμοῦ Βατολάκκου διαμαρτυρομένου διὰ μελετωμένην παραχώρησιν ἐργοστασίου κατασκευῆς χυμῶν, μαρμελάδων καὶ κονσερβοποιΐας εἰς ἐπιχειρηματίας Πιστολάκην καὶ Ἑταιρείαν Ἡλίου κ.λ.π. Ὁ βουλευτὴς Ἀργ)κορινθίας κ. Π. Μουτζουρίδης καταθέτει ἀναφορὰν παραγωγῶν τοῦ Ἀργολικοῦ πεδίου, αἰτούντων τὴν ἄμεσον ἀποστολὴν γαιοτρυπάνου πρὸς ἀντιμετώπισιν τοῦ ἐκ τῆς συνεχιζομένης ἀνομβρίας κινδύνου παντελοῦς καταστροφῆς τῆς παραγωγῆς. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ν. Βέης καταθέτει ἀναφορὰν μητέρων, συζύγων καὶ ἀδελφῶν καταδικασθέντων εἰς τὴν ἐσχάτην τῶν ποινῶν λόγῳ φρονημάτων, ζητούντων ὅπως μετριασθῇ ἡ ποινὴ τούτων. Ὁ βουλευτὴς Θεσ)νίκης κ. Κ. Μπέλλας καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Κοινότητος Μελισσοχωρίου (Μπάλτζης) Θεσ)νίκης, αἰτουμένης τὴν σύστασιν Εἰρηνοδικείου καὶ ἀνέγερσιν διδακτηρίου. Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Ν. Ζορμπᾶς καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συν)σμοῦ πωλήσεως κηπευτικῶν Χίου, ζητοῦντος ὅπως ἡ ἐξαγωγὴ ἑσπεριδοειδῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἀφεθῇ ἐλευθέρα. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Ἀνδρουλακάκης, Μ. Χλουβεράκης, Ε. Κεφαλογιάννης, Κ. Μαρῆς καὶ Ε. Κοθρῆς καταθέτουν ἀναφοράν, δι’ ἧς ζητοῦν, τὴν ἄμεσον χορήγησιν ὑλικοῦ πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείου ἐν τῇ κωμοπόλει Τυμβακίου Πυργιωτίσσης Κρήτης, τὴν μὴ λῆψιν μισθωμάτων εἰς εἶδος παρὰ τοῦ Ἐφεδρικοῦ Ταμείου Ἡρακλείου Κρήτης, τὴν τροποποίησιν τοῦ σχεδίου ρυμοτομίας κλπ. Οἱ Πρόεδροι τῶν Κοινοτήτων Παλαιοῦ Κάστρου καὶ Σάκρου Σητείας, ζητοῦν ἄμεσον χορήγησιν τῆς ἀναγκαιούσης πιστώσεως πρὸς κατασκευὴν τῆς κατεστραμμένης γεφύρας Πετρᾶ. Ὁμοίως ἀνακοινῶ τὰς κάτωθι ἀπαντήσεις Ὑπουργείων, ἐπὶ ὑποβληθεισῶν ἐρωτήσεων ὑπὸ τῶν κ. κ. βουλευτῶν. Α) Τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν: 1. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθμ. 17 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Α. Ἰωσήφ, Γ. Μαύρου, Σ. Μερκούρη, Κ. Κοτζιᾶ καὶ Κ. Μαρῆ. αʹ Δὲν διετάχθη ἡ παῦσις τοῦ Βʹ Ραδιοφωνικοῦ Σταθμοῦ Ἐνόπλων Δυνάμεων, ἀλλὰ ἡ μεταφορὰ αὐτοῦ εἰς Θεσσαλονίκην πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τῶν στρατιωτικῶν Μονάδων Β. Ἑλλάδος. βʹ Οἱ Στρατιωτικοὶ Ραδιοφωνικοὶ Σταθμοὶ δὲν εἶναι προωρισμένοι διὰ τὴν θεραπείαν τῶν λαϊκῶν ἀναγκῶν ἀλλὰ ἀποκλειστικῶς διὰ τὰς πολυποικίλους ἀνάγκας τοῦ στρατεύματος. γʹ Ἡ Θεσ)νίκη ἐστερεῖτο ἰσχυροῦ πομποῦ μὴ δυναμένη νὰ ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν στρατιωτικῶν μονάδων Β. Ἑλλάδος δι’ ὃ ἀπὸ ἔτους εἶχεν ἀποφασισθῆ ἡ μεταφορὰ τοῦ Βʹ Σταθμοῦ εἰς ταύτην. δ’ Οἱ Στρατιωτικοὶ Ραδιοφωνικοὶ Σταθμοὶ μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ Βʹ Ρ.Σ.Ε.Δ. ἀποτελοῦσιν οὕτως εἰπεῖν στρατιωτικὰ μέσα καὶ συνεπῶς ἀκολουθοῦσιν τὴν κίνησιν καὶ τύχην αὐτῶν. εʹ Αἱ παρὰ ἰδιώτου γενόμεναι προτάσεις δὲν εἶχον σοβαρότητα, καθ’ ὅσον ἡ ὑπηρεσία διαθέτει εἰδικοὺς μηχανικοὺς ἐπιστήμονας, οἱ ὁποῖοι προβαίνουσιν εἰς ἀρτίας κατασκευὰς καὶ ἐπισκευὰς εἰς τὰς μηχανικὰς ἐγκαταστάσεις τοῦ στρατοῦ. στʹ Ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω γνωρίζεται ὅτι ὁ ἐναπομένων ἐνταῦθα Ρ.Σ.Ε.Δ. ἐντὸς ὀλίγου θέτει εἰς ἐνέργειαν δύο ἰσχυροὺς πομπούς, οἵτινες θὰ ἐξυπηρετῶσι καλύτερον ὅλας τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ λαοῦ.
Ἀντιστράτηγος
Γ. ΚΟΣΜΑΣ
Ἀρχηγὸς Γ.Ε.Σ. 2. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθμ. 39 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Μπουρδάρα. αʹ Ἐπὶ τῆς προσηρτημένης ἐρωτήσεως σχετικῶς μὲ τὴν στράτευσιν εἰς τὰ ΜΕΑ ἀνδρῶν ἄρτι ἀφυπηρετησάντων τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ καὶ ἐργαζομένων εἰς Ἀθήνας, ἀναφέρονται τὰ κάτωθι: 1) Βάσει τῶν ἰσχυουσῶν σήμερον διαταγῶν, οἱ ἀφυπηρετοῦντες ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ (Ξηρᾶς–Ἀέρος καὶ Θαλάσσης) στρατεύονται διὰ τὰ Μ.Ε.Α. μόνον μετὰ παρέλευσιν 6μήνου ἀπὸ τῆς ἀπολύσεώς των. 2) Ἡ στράτευσις λαμβάνει χώραν μόνον μεταξὺ τῶν μονίμων κατοίκων Δημοτῶν τῶν χωρίων ἢ τῶν πόλεων καὶ οὐχὶ ἐκ τῶν ἀλλαχοῦ ἐγκατεστημένων, λαμβάνεται δὲ μέριμνα τῆς περιοδικῆς ἐναλλαγῆς τούτων, κατὰ τρόπον ὥστε νὰ μὴ παρακωλύωνται ἀπὸ τὴν ἐνάσκησιν τῶν βιοποριστικῶν αὐτῶν ἐπαγγελμάτων. 3) Ἡ προσφερομένη ὑπηρεσία εἰς τὰ ΜΕΑ δὲν εἶναι οὔτε συνεχὴς οὔτε βαρεῖα καὶ καταθλιπτική. Ἀποσκοπεῖ δὲ ἀποκλειστικῶς μόνον εἰς τὴν ἀσφάλειαν τῶν χωρίων καὶ τὴν ἀντὶ πάσης θυσίας ἀπαγόρευσιν, τῆς ἀναμολύνσεως τῆς ὑπαίθρου χώρας ἀπὸ τὸν Συμμοριτισμόν. β. Τέλος παρακαλοῦμεν, ὅπως, ἐὰν ὁ ἐρωτῶν βουλευτὴς κατέχει συγκεκριμένα στοιχεῖα παραβάσεως τῶν ἀνωτέρω, τεθῶσιν ταῦτα ὑπ’ ὄψει τῆς Ὑπηρεσίας διὰ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ προσήκοντος ἐλέγχου κατὰ τῶν ὑπευθύνων.
Ἀντιστράτηγος
Γ. ΚΟΣΜΑΣ
Ἀρχηγὸς Γ.Ε.Σ. 3) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθμ. 14 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ν. Κουπαρούσου, Ι. Χαβούτη καὶ Γ. Μόδη. αʹ Ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὅτι ἐν εἰρήνῃ ἡ ὑποχρέωσις ὑπηρεσίας ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ διακρίνεται εἰς ὑποχρέωσιν θητείας καὶ ὑποχρέωσιν ἐκγυμνάσεως. βʹ Ἡ θητεία εἶναι 24μηνος δι’ ἅπαντα τὰ ὅπλα καὶ Σώματα δυναμένου τοῦ Ὑπουργοῦ Στρατιωτικῶν, ἐφ’ ὅσον αἱ περιστάσεις ἐπιτρέπουσι νὰ χορηγήσῃ ὑποχρεωτικὰς ἀδείας μέχρι ἕξ μηνῶν εἰς τοὺς ὑποχρέους θητείας, ἀλλὰ μετὰ τὴν συμπλήρωσιν 18μήνου πραγματικῆς ὑπηρεσίας. γʹ Ἡ ὑποχρέωσις ἐκγυμνάσεως (προστάται οἰκογενειῶν) εἶναι ὀκτάμηνος. δ’ Ἐν ἐπιστρατεύσει αἱ αὐταὶ ὡς πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν θητείας καὶ ἐκγυμνάσεως, αἱ ἐφεδρικαὶ ὅμως ὑποχρεώσεις καθορίζονται ὑπὸ τοῦ Γ.Ε.Σ. ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἐν ἐπιστρατεύσει στρατοῦ καὶ οὐδεμία διάκρισις ὑπὸ τοῦ νόμου γίνεται μεταξὺ ὑποχρέων ὁλοκλήρου θητείας καὶ ὑποχρέων ἐκγυμνάσεως (ἀπαλλαγέντων) ὡς πρὸς τὰς ἐφεδρικὰς ὑποχρεώσεις. εʹ Παρὰ ταῦτα ἅπαντες σχεδὸν οἱ ἀπαλλαγέντες ἀσχέτως γραμματικῶν γνώσεων δὲν ἐκλήθησαν ὑπὸ τοῦ Γ.Ε.Σ. κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἀντισυμμοριακοῦ ἀγῶνος πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων. στʹ Αἱ ἀνάγκαι ὅμως τοῦ ἐν ἐπιστρατεύσει στρατοῦ ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου 1949 καὶ ἐντεῦθεν εἰς ἐγγραμμάτους, τεχνικὸν προσωπικὸν καὶ ἡγετικὰ στελέχη ηὐξήθησαν τεραστίως. Πρὸς θεραπείαν δὲ τῶν ἀναγκῶν τούτων τὸ Γ.Ε.Σ., ἐκάλεσεν ἅπαντας τοὺς ἐγγραμμάτους ὑποχρέους ἐκγυμνάσεως γραμματικῶν γνώσεων Δʹ τάξεως ἑξαταξίου Γυμνασίου καὶ ἄνω. Καθώρισε δὲ τὰς Ἐφεδρικὰς ὑποχρεώσεις τούτων, ὁπλιτῶν τε καὶ Ἀξ)κῶν εἰς 10 μῆνας. Μείωσις τῆς Ἐφεδρικῆς ὑποχρεώσεως δὲν καθίσταται δυνατὴ ἐπὶ τοῦ παρόντος.
ΚΙΤΡΙΛΑΚΗΣ Σ.
Ἀντιστράτηγος
Α.Υ.Γ.Ε.Σ.
4) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθμ. 45 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Παπακωνσταντίνου. Ἐπαναφέρεται ἡ συνημμένη ἀλληλογραφία μὲ τὰς κάτωθι ἡμετέρας ἀπόψεις. αʹ Ἡ Ὑγιειονομικὴ Ὑπηρεσία ἔχει μεγάλην ἔλλειψιν Ἀξ)κῶν διαχειρίσεως. βʹ Εἰς ὡρισμένον ἀριθμὸν ὀδοντιάτρων ἀνετέθησαν καθήκοντα βοηθῶν διαχειριστῶν, ἵνα μετὰ τὴν ἀπονομὴν αὐτοῖς βαθμοῦ Ἐφέδρου Ἀξ)κοῦ, ἀνατεθῶσιν ὑπευθύνως καθήκοντα διαχειριστικά. γʹ Ἡ ἀνάθεσις τοιούτων καθηκόντων εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ εἰς Ἀξ)κοὺς οἱουδήποτε ὅπλου ἢ Σώματος αἱ δὲ μέχρι τοῦδε ἀνάγκαι μας καλύπτονται διὰ διαθέσεως Ἀξ)κῶν Πεζικοῦ ἢ ἄλλων ὅπλων παρὰ τῆς ΒΙ)ΙΙ)ΓΕΣ. Ἐκ τῆς ἐλλείψεως ὅμως Ἀξ)κῶν τῶν γενικῶν θέσεων, κατέστη ἐπιβεβλημένη ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναθέσεως εἰς τοὺς ὀδοντιάτρους διαχειριστικῶν καθηκόντων. δ’ Εἰς τοὺς Ἀξ)κοὺς τοῦ Ὑγειονομικοῦ Σώματος (ἰατρούς, ὀδοντιάτρους καὶ φαρμακοποιοὺς) δὲν ἀνατίθενται μόνον καθαρῶς ἰατρικὰ καθήκοντα, ἀλλὰ καὶ διοικητικὰ τοιαῦτα (γραμματεῖς Νοσοκομείων, γραμματεῖς Ὑγειονομικῶν Ἐπιτροπῶν, Ἀξ)κοὶ κινήσεως, Ἀξ)κοὶ συντηρηταὶ κτιρίων, ψυχαγωγίας, Πυροσβεστικῆς ὑπηρεσίας κ.λ.π.). Λόγῳ μεγάλης δὲ ἐλλείψεως εἰς ἰατρούς, φυσικὸν εἶναι νὰ ἀνατεθῇ εἰς τοὺς ὀδοντιάτρους μέρος τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων. εʹ Ἡ ἀνάθεσις τῶν ὡς ἄνω ὑπηρεσιῶν εἰς ἐγγραμμάτους ὁπλίτας δὲν εἶναι δυνατή, διότι αὗται δέον νὰ ἐκτελῶνται παρ’ Ἀξ)κῶν.
Γ. ΑΠΑΛΑΚΗΣ
Ὑποστράτηγος Ὑγειονομ. Δ)ντὴς Β6)ΓΕΣ 5) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθμ. 14 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ν. Κουπαρούσου, Ι. Χαβούτη καὶ Γ. Μόδη. αʹ Ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὅτι ἐν εἰρήνῃ ἡ ὑποχρέωσις ὑπηρεσίας ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ διακρίνεται εἰς ὑποχρέωσιν θητείας καὶ ὑποχρέωσιν ἐκγυμνάσεως. βʹ Ἡ θητεία εἶναι 24μηνος εἰς ἅπαντα τὰ ὅπλα καὶ Σώματα, δυναμένου τοῦ Ὑπουργοῦ Στρατιωτικῶν, ἐφ’ ὅσον αἱ περιστάσεις ἐπιτρέπουσι νὰ χορηγήσῃ ὑποχρεωτικὰς ἀδείας μέχρις ἓξ μηνῶν εἰς τοὺς ὑποχρέους θητείας ἀλλὰ μετὰ τὴν συμπλήρωσιν δεκαοκταμήνου πραγματικῆς ὑπηρεσίας. γʹ Ἡ ὑποχρέωσις ἐκγυμνάσεως (προστάται οἰκογενειῶν) εἶναι 8μηνος. δ’ Ἐν ἐπιστρατεύσει αἱ αὐταὶ ὡς πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν θητείας καὶ ἐκγυμνάσεως, αἱ ἐφεδρικαὶ ὅμως ὑποχρεώσεις καθορίζονται ὑπὸ τοῦ Γ.Ε.Σ. ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἐν ἐπιστρατεύσει στρατοῦ καὶ οὐδεμία διάκρισις ὑπὸ τοῦ νόμου γίνεται μεταξὺ ὑποχρέων ὁλοκλήρου θητείας καί ὑποχρέων ἐκγυμνάσεως (ἀπαλλαγέντων) ὡς πρὸς τὰς ἐφεδρικὰς ὑποχρεώσεις. εʹ Παρὰ ταῦτα ἅπαντες σχεδὸν οἱ ἀπαλλαγέντες ἀσχέτως γραμματικῶν γνώσεων δὲν ἐκλήθησαν ὑπὸ τοῦ Γ.Ε.Σ. κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἀντισυμμοριακοῦ ἀγῶνος, πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων. στʹ Αἱ ἀνάγκαι ὅμως τοῦ ἐν ἐπιστρατεύσει στρατοῦ ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου 1949 καὶ ἐντεῦθεν εἰς ἐγγραμμάτους, τεχνικὸν προσωπικὸν καὶ ἡγετικὰ στελέχη ηὐξήθησαν τεραστίως. Πρὸς θεραπείαν δὲ τῶν ἀναγκῶν τούτων τὸ Γ.Ε.Σ. ἐκάλεσεν ἅπαντας τοὺς ἐγγραμμάτους ὑποχρέους ἐκγυμνάσεως γραμματικῶν γνώσεων Δʹ τάξεως ἑξαταξίου Γυμνασίου καὶ ἄνω. Καθώρισε δὲ τὰς ἐφεδρικὰς ὑποχρεώσεις τούτων ὁπλιτῶν τε καὶ Ἀξ)κῶν εἰς 10 μῆνας. Μείωσις τῆς ἐφεδρικῆς ὑποχρεώσεως δὲν καθίσταται δυνατὴ ἐπὶ τοῦ παρόντος.
Ὁ Ὑπουργὸς
Λ. ΣΠΑΗΣ
6) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθμ. 27 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Α. Κωστοπούλου καὶ Κ. Μπέλλα. αʹ Ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὅτι τὸ Γ.Ε.Σ καθώρισε χρόνον στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας διὰ τοὺς ἐφέδρους Ἀξιωματικοὺς τῶν κλάσεων 1930–35 δωδεκάμηνον μετὰ τὸν Δεκέμβριον 1944. βʹ Τὸ μέτρον τοῦτο ἰσχύει καὶ διὰ τοὺς βοηθητικοὺς ἐφέδρους Ἀξιωματικοὺς τῶν ἀνωτέρω κλάσεων. γʹ Περαιτέρω μείωσις, λόγῳ ὑπηρεσιακῶν ἀναγκῶν δὲν καθίσταται δυνατή. δʹ. Ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὴν ἐπισφαλῆ των ὑγείαν, γνωρίζομεν ὅτι εἰς τὰς τάξεις τοῦ Στρατεύματος οὐδεὶς ἐπισφαλοῦς ὑγείας ἔφεδρος βοηθητικὸς Ἀξιωματικὸς ὑπηρετεῖ. εʹ Ἅπαντες οἱ ἀσθενεῖς ἐξετάζονται ὑπὸ τῶν ὑγιειονομικῶν Ἀξιωματικῶν καὶ ὁσάκις παρίσταται ἀνάγκη παραπέμπονται εἰς τὰς Ὑγιειονομικὰς Ἐπιτροπὰς καὶ ἀναλόγως τῶν παθήσεων κρίνεται ἡ σωματική των ἱκανότης. Οἱ βοηθητικοὶ ἔφεδροι Ἀξιωματικοὶ διατίθενται συμφώνως τῷ νόμῳ εἰς βοηθητικὰς τοῦ στρατοῦ ὑπηρεσίας. Ἀθῆναι τῇ 27 Μαΐου 1950.
Ὁ Ὑπουργὸς
Λ. ΣΠΑΗΣ
Β) Τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας: 1) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ αὔξ. ἀριθμ. βιβλ. ἐρωτήσεων 58, ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Ἀγγελούση, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ διδακτηρίου τοῦ Γυμνασίου θηλέων Σερρῶν, ἐνεκρίθη παρὰ τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς ἡ σύναψις τοκοχρεωλυτικοῦ δανείου δραχμ. 700.000.000 παρὰ τοῦ Ταμείου ἀνεγέρσεως διδακτηρίων Σερρῶν. Τὸ Ταμεῖον Παρακαταθηκῶν καὶ Δανείων εἰς ὃ παρεπέμφθη παρὰ τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς ἡ σύναψις τοῦ δανείου, ἀπήντησεν ὅτι δὲν διαθέτει τὸ ἀπαιτούμενον ποσόν. Ἡ Νομισματικὴ Ἐπιτροπὴ εἰς ἣν ἐπανεφέραμεν τὸ ζήτημα τοῦ δανείου μετὰ τὴν ἀνωτέρω ἀπάντησιν τοῦ Τ. Π. καὶ Δ. καὶ ἐζητήσαμεν τὴν παρὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος χρηματοδότησιν Νομικοῦ τινος προσώπου ἢ ἰδιωτικοῦ δικαίου διὰ τὴν παρ’ αὐτοῦ χορήγησιν τοῦ δανείου, ἀπήντησεν ὅτι ἡ αἰτουμένη χρηματοδότησις ἀποτελεῖ δαπάνην δημοσίου χαρακτῆρος ἧς ἡ ἱκανοποίησις δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἐκ τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐξ ἄλλου δὲν ἐπέστρεψεν ἡμῖν ὑπογεγραμμένον τὸ Β. Διάταγμα περὶ ἐπιχορηγήσεως τοῦ Τ. Α. Διδακτηρίων Σερρῶν διὰ δραχμὰς 35.000.000 κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Α. Ν. 1850)1939. Τοῦτο τυγχάνει ἀπαραίτητον ἐπίσης διὰ τὴν σύναψιν τοῦ δανείου, δεδομένου ὅτι τὸ δάνειον ἐξυπηρετεῖται διὰ τῆς ἐτησίας εἰσφορᾶς τοῦ Δήμου καὶ τοῦ Δημοσίου, καθορισθείσης δι’ ἑκάτερον εἰς δραχμὰς 35.000.000.
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ
2) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθμ. βιβλ. ἐρωτ. 85 ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Μπερτσεκᾶ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι: Εὑρισκόμεθα εἰς ἀδυναμίαν νὰ καλύψωμεν τὰ κενὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐλλείψει πιστώσεων. Ἐλπίζομεν ἐν τούτοις μὲ τὸ νέον οἰκονομικὸν ἔτος νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ τακτοποιήσωμεν τὰς περισσοτέρας ἐλλείψεις τοὐλάχιστον τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως.
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ
3) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθμ. βιβλ. ἐρωτ. 55 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Γρηγοριάδη. «Τὸ οἰκοδομικὸν μέρος τῆς ἀναστηλώσεως τοῦ Ἁγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης ἐπερατώθη ὑπολειπομένης μόνον τῆς κατασκευῆς τοῦ κωδωνοστασίου. Ὑπολείπεται ὡσαύτως ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἐσωτερικῆς ὀρθομαρμαρώσεως καὶ ἡ κατασκευὴ τοῦ ἄμβωνος καὶ τοῦ τάφου τοῦ Ἁγίου, ἅτινα θὰ ἀπαιτήσουν τοὐλάχιστον ἑνὸς ἔτους χρονικὸν διάστημα».
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ
4) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Σερρῶν κ. Α. Ἀγγελούση. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας κατέβαλε καὶ καταβάλλει προσπάθειαν διὰ τὴν πλήρωσιν τῶν κενῶν θέσεων τῶν σχολείων Β. Ἑλλάδος, πλὴν ὅμως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐνέκρινεν τὴν ἀπαιτουμένην πίστωσιν εἰμὴ μόνον πρὸς διορισμὸν 55 καθηγητῶν ἔναντι τῶν 630 αἰτηθεισῶν πιστώσεων. Ἐκ τῶν ἀνωτέρω 55 διορισθέντων ἐτοποθετήθησαν. α) Εἰς τὸ Γυμνάσιον ἀρρένων Σερρῶν (2) εἷς φιλόλογος καὶ εἷς μαθηματικός. β) Εἰς τὸ Γυμνάσιον Θηλέων Σερρῶν εἷς φιλόλογος. γ) Εἰς τὸ Γυμνάσιον Νιγρίτης μία φιλόλογος. δ) Εἰς τὸ Γυμνάσιον Σιδηροκάστρου εἷς μαθηματικὸς καὶ εἷς θεολόγος. ε) Εἰς τὸ Γυμνάσιον Ροδολείβους εἷς μαθηματικός. Εἰς τὰ Γυμνασιακὰ παραρτήματα δὲν διορίζονται καθηγηταὶ ἀλλ’ ἀποσπῶνται εἰς αὐτὰ καθηγηταὶ ὑπὸ τῶν Γενικῶν Ἐπιθεωρητῶν ἐξ ἄλλων σχολείων τῆς περιφερείας των, ἐφ’ ὅσον τοῦτο εἶναι δυνατὸν καὶ δὲν ἀπογυμνοῦνται τὰ Γυμνάσια ἐξ ὧν γίνεται ἡ ἀπόσπασις. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀπεσπασμένων καθηγητῶν εἰς τὰ Γυμνάσια τῶν Ἀθηνῶν ἐξ ἄλλων σχολείων τοῦ Κράτους, ἀνέρχεται εἰς 13.
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ
Γ) Τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ: Ἐπὶ τῆς ἀπὸ 8–5–50 ἐρωτήσεως τοῦ Βουλευτοῦ Εὐβοίας κ. Μ. Στεφανίδη (ὑπ’ ἀριθ. 32). Ἡ ἀξιοποίησις τῶν Ἑλληνικῶν λιγνιτῶν διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς παραγωγῆς των καὶ τοῦ ἐξευγενισμοῦ των ὥστε νὰ ἀντικαταστήσουν εἰς τὸν μέγιστον δυνατὸν βαθμὸν τὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενα στερεὰ καὶ ὑγρὰ καύσιμα, ἀποτελεῖ μίαν ἐκ τῶν κυριωτέρων ἐπιδιώξεων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ Ἑλληνικοῦ μακροπροθέσμου προγράμματος ἀνασυγκροτήσεως, τὸ ὁποῖον προβλέπει τὴν διάθεσιν πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν σημαντικοῦ ποσοστοῦ ἐκ τῶν κεφαλαίων τῶν προοριζομένων διὰ τὴν βιομηχανικὴν ἀνάπτυξιν τῆς Χώρας. Μέχρι τοῦδε ἔχουν γίνει καὶ συνεχίζονται ἐρευνητικαὶ ἐργασίαι εἰς Κύμην, Ἀλιβέρι καὶ Πτολεμαΐδα μὲ ἀντικειμενικὸν σκοπὸν τὴν διαπίστωσιν τῶν ἀποθεμάτων καὶ τῶν χαρακτηριστικῶν ἰδιοτήτων τῶν λιγνιτῶν. Ἐπὶ πλέον ἀνετέθη εἰς γνωστοὺς οἴκους τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἡ σύνταξις μελετῶν ἀφορωσῶν εἰς τὴν ἐξόρυξιν καὶ ἐκμετάλλευσιν τῶν λιγνιτῶν Πτολεμαΐδος καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς τῶν λιγνιτορυχείων Κύμης καὶ Ἀλιβερίου πρὸς τροφοδότησιν τοῦ Θερμικοῦ ἐργοστασίου παραγωγῆς ἠλεκτρικῆς ἐνεργείας, τὸ ὁποῖον θὰ ἐγκατασταθῇ συμφώνως πρὸς τὴν μελέτην τῆς Ἑταιρείας EBASCO καὶ ὑπάρχουσαν ἤδη ἔγκρισιν τῆς Διοικήσεως Οἰκονομικῆς Συνεργασίας παρὰ τὴν Χαλκίδα. Ἡ πρώτη μελέτη ὑπεβλήθη ἤδη καὶ μελετᾶται. Ἡ δευτέρα ἀναμένεται νὰ ὑποβληθῇ τὴν 1 Ἰουνίου, συντομώτατα δὲ θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ στάδιον τῆς κατασκευῆς. Πλὴν τῶν ἀνωτέρω καταρτίζονται καὶ εἰδικώτεραι μελέται διὰ μερικώτερα προβλήματα, ὡς εἶναι ἡ παραγωγὴ μεταλλουργικοῦ κὼκ καὶ ἡ ἐξαέρωσις τοῦ λιγνίτου. Τέλος κατηρτίσθη εἰσήγησις ἐπὶ τῆς λιγνιτικῆς πολιτικῆς προκειμένου νὰ χαραχθῇ ἡ γενικὴ κρατικὴ πολιτική, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ σημαντικὸν αὐτὸ προϊόν. Πάντα τὰ ἀνωτέρω στοιχεῖα δημοσιεύονται καὶ κυκλοφοροῦν ὅσον τὸ δυνατὸν τὸ ταχύτερον διὰ νὰ ἀποτελέσουν ἀντικείμενον μελέτης ὅλων τῶν ἐνδιαφερομένων. Εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς θὰ κατατεθῇ συντόμως ἡ σειρὰ τῶν τόμων οἱ ὁποῖοι ἀφοροῦν τὸ θέμα αὐτό, ὥστε νὰ λάβουν γνῶσιν οἱ κ. κ. Βουλευταί.
Ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ
Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ
Δ) Τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίων Ἔργων: Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 59 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Σερρῶν κ. Α. Ἀγγελούση. αʹ) Ἡ διαχείρισις τοῦ Μηχανικοῦ Ἐξοπλισμοῦ ἐκτελέσεως ἔργων ἀνετέθη κατόπιν διαγωνισμοῦ εἰς ἐντολοδόχον τοῦ Δημοσίου, εἰς ἐφαρμογὴν τῆς ὑπ’ ἀριθμ. 100, ἀπὸ 23 Μαρτίου 1949 Συμβάσεως Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ Ἀποστολῆς ΔΟΣ ὡς ἀντιπροσώπου τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως. βʹ) Μεταξὺ τοῦ ἀναδειχθέντος ἐντολοδόχου (Κοινοπραξία Ἑταιριῶν Γκλαβάνης καὶ ΒΙΟ) καὶ τοῦ Δημοσίου ἔχει συναφθῆ εἰδικὴ σύμβασις κυρωθεῖσα διὰ τοῦ Ν. Διατάγματος ὑπ’ ἀριθ. 1275 (Φ.Ε.Κ. 297 τῆς 31–10–49 τεῦχος Α). γʹ) Τὸ ὅλον ἔργον τῆς διαχειρίσεως τοῦ Μηχανικοῦ Ἐξοπλισμοῦ ἐποπτεύεται ὑπὸ Συμβουλίου εἰς ὃ μετέχουν 3 ἐκπρόσωποι τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίων Ἔργων, 2 τοῦ Ὑπ. Μεταφορῶν 2 τοῦ Ὑπουργείου Ἀνοικοδομήσεως, 2 τοῦ Ὑπ. Οἰκονομικῶν, 2 τοῦ Ὑπ. Συντονισμοῦ, 1 τοῦ Γεν. Ἐπιτελείου καὶ 1 τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς ΔΟΣ. δʹ) Ἡ ἄποψις τῆς ἁρμοδίας Ὑπηρεσίας εἶναι ὅτι ὁ ἐντολοδόχος ἐκπληροῖ ἱκανοποιητικῶς τὸ ἀνατεθὲν αὐτῷ ἔργον. εʹ) Ἡ αὐτὴ ὡς ἄνω ἀναφερθεῖσα ὑπ’ ἀριθ. 100 σύμβασις Δημοσίου ΑΔΟΣ προβλέπει ὅτι ὁ Μηχανικὸς Ἐξοπλισμὸς θέλει ἐκποιηθῆ. Ἡ ἐκποίησις ἔχει ἤδη ἀρχίσει ἐπιδιώκεται δὲ ἡ ἐπιτάχυνσις τοῦ ρυθμοῦ αὐτῆς διότι θεωρεῖται ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ καλυτέρα συντήρησις τῶν μηχανημάτων καὶ ἡ διατήρησις αὐτῶν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας διὰ μίαν μακρὰν περίοδον. Ἐν Ἀθήναις τῇ 19ῃ Μαΐου 1950
Ὁ Ὑπουργὸς
Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ
Ε) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ καὶ Διανομῶν: Ἐπὶ τῆς ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Εὐβοίας κ. Στεφανίδη γενομένης ἐρωτήσεως 37 «περὶ μέτρων προστασίας καὶ ἀξιοποιήσεως Ἕλλην. Λιγνιτῶν». Τὸ ἡμέτερον Ὑπουργεῖον ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἀπασχόλησεν ἡ μέριμνα ἐπὶ τοῦ σοβαρωτάτου διὰ τὴν Ἐθνικήν μας Οἰκονομίαν θέματος, τῆς ἐπιβαλλομένης ἐνισχύσεως τῆς καταναλώσεως τῶν Ἑλληνικῶν λιγνιτῶν, δεδομένου ὅτι, ἡ φύσις ἐπροίκισε τὸ Ἑλληνικὸν ὑπέδαφος μὲ σημαντικὰς ἐκ τούτου ποσότητας, ἐξέδωκε δὲ καὶ σχετικὰς μελέτας ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἀξιοποιήσεως τῆς λιγνιτοπαραγωγῆς καὶ τοῦ προβλήματος τῶν καυσίμων ἐν γένει. Τὰ ἀρχικῶς ληφθέντα προστατευτικὰ μέτρα τῆς παραγωγῆς καὶ καταναλώσεως τῶν ἐγχωρίων λιγνιτῶν περιέχονται εἰς τὸν Α.Ν. 4834)1930 «περὶ προστασίας τοῦ λιγνίτου ὡς καὶ εἰς τὸν νόμον 5450)1932 «περὶ συμπληρώσεως τοῦ Νόμου 4834 «περὶ προστασίας τοῦ λιγνίτου». Βάσει τῶν ἐπὶ μέρους διατάξεων τῶν ἀνωτέρω νόμων ἐξεδόθησαν διατάγματά τινα περὶ ἀπαλλαγῆς φόρου τῆς χρησιμοποιουμένης εἰς λιγνιτορυχεῖα ξυλείας ἐξ ἐγχωρίων δασῶν κ.λ.π. Ἐπίσης ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 τοῦ πρώτου τῶν Νομοθετημάτων τούτων ἀναφέρεται ὅτι δύναται νὰ ἐπιβληθῇ διὰ Δ)τος ὑποχρεωτικὴ κατανάλωσις λιγνιτῶν ὑπὸ τῶν Κρατικῶν ἐπιχειρήσεων. Ὡσαύτως διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ δευτέρου τῶν νομοθετημάτων τούτων ἐπεβλήθη ἡ ὑποχρέωσις εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς Βʹ κατηγορίας πρὸς ὑποχρεωτικὴν καῦσιν ἐγχωρίων λιγνιτῶν ὑπό τινας προϋποθέσεις. Αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τούτου δὲν ἔτυχον ἐφαρμογῆς. Οὐσιαστικῶς ἡ λιγνιτοπαραγωγὴ δὲν ἀπηλλάγη τῶν φορολογικῶν ἐπιβαρύνσεων αἵτινες ἀναφέρονται εἰς τοὺς ἀνωτέρω νόμους λόγῳ διαφόρων Διοικητικῶν κωλυμάτων προερχομένων κυρίως ἐκ τῆς ἐκχωρήσεως τῶν εἰσπράξεων ἐκ διαφόρων φορολογιῶν πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοκοχρεωλυτικῶν ὑποχρεώσεων ἐκ δανείων συναφθέντων πρὸ τῆς ἰσχύος τῶν ἀνωτέρω ἀπαλλαγῶν. Ἐξαίρεσιν τούτων, ἀποτελεῖ ἡ ἀπαλλαγὴ τῶν λιγνιτικῶν ἐπιχειρήσεων ἐκ τοῦ φόρου καθαρᾶς προσόδου, ἥτις ὅμως εἶναι πλασματικὴ λόγῳ ἀνυπαρξίας κερδῶν πρὸς φορολόγησιν εἰς τὰς πλείστας τῶν περιπτώσεων. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Χώρας ἐπηκολούθησε καταστρεπτικὴ διὰ τὴν λιγνιτοπαραγωγὴν μείωσις τῆς καταναλώσεως τῶν λιγνιτῶν, λόγῳ τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένων στερεῶν καὶ ὑγρῶν καυσίμων. Παραλλήλως δὲ ἡ ἀναπτυχθεῖσα λόγῳ τῶν ἀναγκῶν τῆς πολεμικῆς περιόδου μεγαλυτέρα παραγωγικὴ δυναμικότης τῶν λιγνιτωρυχείων ἐδημιούργησε προσθέτους δαπάνας συντηρήσεως τῶν κατασκευασθεισῶν πρὸς τοῦτο νέων ἐγκαταστάσεων ἀφ’ ἑνὸς καὶ ὑποχρεώσεις ἔναντι ὑπεραρίθμου ἐργατικοῦ προσωπικοῦ ἀφ’ ἑτέρου. Διὰ τοὺς λόγους τούτους καὶ πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς παντελοῦς διακοπῆς τῆς λειτουργίας τῶν λιγνιτωρυχείων ὁ τότε Ὑπουργὸς Ἐφοδιασμοῦ κ. Καρτάλης διὰ τοῦ Ὑφυπουργοῦ κ. Παππᾶ ἐξέδωκε τὴν ὑπ’ ἀριθ. 13862)280)10– 2–46 ἀπόφασιν βάσει τῶν διατάξεων τοῦ Α.Ν. 452)45 περὶ διοικήσεως καὶ διαχειρίσεως τῶν ἐφοδίων ἐξωτερικοῦ καὶ λοιπῶν περὶ ἐφοδίων νόμων ὡς καὶ τῶν πορισμάτων Ἐπιτροπῆς εἰς ἣν μετέσχον ἅπαντα τὰ ἁρμόδια Ὑπουργεῖα καὶ ἐκπρόσωποι τῆς ΟΥΝΡΡΑ. Διὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης κατέστησαν ὑποχρεωτικὴν καθ’ ὡρισμένα ποσοστὰ τὴν χρησιμοποίησιν τῶν λιγνιτῶν παρὰ τῶν διαφόρων βιομηχανιῶν, βιοτεχνιῶν, ἐπιχειρήσεων καὶ Ἱδρυμάτων. Ὡσαύτως στηριζόμενοι εἰς τὸ Ν.Δ. 136)46 «περὶ κυρώσεως, τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 10)11– 5–46 Ν. Δ. «περὶ Ἀγορανομικοῦ Κώδικος» καὶ ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸ γεγονὸς τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ προμνησθέντος νόμου 5450)1932 ἐξεδώσαμεν τὴν ὑπ’ ἀριθ. 21)48 ἀγορανομικὴν διάταξιν. Διὰ τῆς ἀγορανομικῆς ταύτης διατάξεως ἀπηγορεύθη ἡ καῦσις ὑγρῶν καὶ στερεῶν καυσίμων εἰσαγομένων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ὑπὸ τῶν καθ’ ἅπασαν τὴν Χώραν Οἰνοπνευματοποιείων Βʹ κατηγορίας, ἐπιτρεπομένης τῆς χρησιμοποιήσεως καυσίμων ἐγχωρίου παραγωγῆς (λιγνιτῶν κ.λ.π.). Δι’ ἑτέρας ἐξ ἄλλου ὑπ’ ἀριθ. 9)49 ἀγορανομικῆς διατάξεως ἐπεξετάθη ἡ ὑποχρεωτικὴ κατανάλωσις λιγνιτῶν ὑπὸ τῶν ἐργοστασίων ἀσβεστοποιΐας Νομῶν τινῶν τῆς Βορ. Ἑλλάδος. Ἐν συνεχείᾳ καὶ μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως, ἐξεδόθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 82)49 Ἀγορ. Διάταξις, δι’ ἧς ἐπεκτείνεται ἡ ἐφαρμογὴ τῆς 9)49 τοιαύτης εἰς τὰς ἀσβεστοποιΐας ὡς καὶ τὰς πάσης φύσεως ἐπιχειρήσεις παραγωγῆς ἀσβέστου ἐν τοῖς Νομοῖς Κοζάνης, Φλωρίνης, Καστοριᾶς, Εὐβοίας, Ἡρακλείου, Χανίων, Ρεθύμνης καὶ Λασηθίου. Τὸ ποσοστὸν καταναλώσεως στερεῶν καυσίμων δι’ ὅλας τὰς περιοχὰς εἰς ἃς ἔχουν ἐφαρμογὴν αἱ ἀνωτέρω ὑπ’ ἀριθ. 9)49 καὶ 82)49 ἀγορ. διατάξεις, ὁρίζεται εἰς 25% διὰ λιγνίτας καὶ 75% διὰ γαιάνθρακας καὶ ἄλλα καύσιμα. Δι’ εἰδικῆς ἀγορανομικῆς διατάξεως ὑπ’ ἀριθ. 101)48 ρυθμίζεται ὁ ποιοτικὸς καθορισμὸς ἐμπορευσίμων λιγνιτῶν βάσει τῆς ὁποίας δι’ ἑτέρας ἀγορανομικῆς διατάξεως ὁρίζεται ἡ τιμὴ διαθέσεως τούτων. Σχετικὴ εἶναι καὶ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 16)47 Ἀγορ. Διάταξις δι’ ἧς ρυθμίζεται ὁ τρόπος διενεργείας δειγματοληψίας λιγνιτῶν πρὸς ἐξεύρεσιν τῆς θερμογόνου δυνάμεως τῶν παραδιδομένων πρὸς κατανάλωσιν λιγνιτῶν. Τελευταίως ἤτοι τὴν 3ην Μαΐου ἐ. ἔ. ἐξεδόθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 58049)2322 ἀπόφασις ἡμῶν περὶ προσμίξεως καὶ λιγνίτου εἰς τὰς ἀνθρακεύσεις τῶν πλοίων γραμμῶν Ἐξωτερικοῦ. Παραλλήλως πρὸς τὰ ἀνωτέρω ληφθέντα μέτρα, παρεκλήθη παρ’ ἡμῶν τὸ Τεχνικὸν Ἐπιμελητήριον τῆς Ἑλλάδος, ὅπως μελετήσῃ τὸ ὅλον θέμα τῆς δυνατότητος καταναλώσεων λιγνιτῶν ὑπὸ διαφόρων βιομηχανιῶν, βιοτεχνιῶν κ.λ.π. καὶ ὑποβάλῃ τὰ σχετικὰ πορίσματά του. Ἡ παρακολούθησις καὶ ὁ ἔλεγχος τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἀνωτέρω ἀποφάσεων καὶ ἀγορανομικῶν διατάξεων ἀνετέθη διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1611725)253 ἐγκυκλίου Δ)γῆς ἡμῶν εἰς ἁπάσας τὰς γενικὰς διοικήσεις καὶ Νομαρχίας τοῦ Κράτους. Παρ’ ὅλα ὅμως τὰ ὡς ἀνωτέρω ληφθέντα μέτρα πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐγχωρίου λιγνιτοπαραγωγῆς αἱ λιγνιτικαὶ ἐπιχειρήσεις ἀδυνατοῦν νὰ διαθέσουν τὴν παραγωγήν τῶν καὶ εὑρίσκονται εἰς τὰ πρόθυρα διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν των καὶ ἀπολύσεως χιλιάδων ἐργατῶν. Τοῦτο κυρίως προέρχεται ἐκ τοῦ λόγου, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον Μεταφορῶν ἠκολούθησεν ἀντίθετον πολιτικὴν τῆς εὐρυτάτης δῆλον ὅτι, διαδόσεως τῶν πετρελαιοειδῶν, συνεχίζον μέχρι πρὸ τινος τὴν χορήγησιν ἀδειῶν ἱδρύσεως ἢ μετατροπῆς ἐγκαταστάσεων πρὸς καῦσιν ὑγρῶν καυσίμων. Τοιουτοτρόπως παρατηρεῖται αὔξησις τῆς καταναλώσεως ἐν τῇ χώρᾳ ὑγρῶν καυσίμων, εἰς ἐπίπεδον τριπλάσιον τοῦ τῆς προπολεμικῆς περιόδου εἰς βάρος τῆς λιγνιτοπαραγωγῆς ὡς ἐθνικοῦ πλούτου ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῆς οἰκονομίας γενικώτερον ὡς ἐκ τῆς ἐξαγωγῆς πολυτίμου διὰ τὴν χώραν συναλλάγματος. Παρὰ ταῦτα διὰ τῶν ληφθέντων παρ’ ἡμῶν μέτρων ἐπετεύχθη ἡ διατήρησις τῆς παραγωγῆς λιγνιτῶν εἰς τὰ προπολεμικὰ ἐπίπεδα, ὑπερβᾶσα μάλιστα ταῦτα κατὰ 40% περίπου κατὰ τὸ ἔτος 1949. Πρὸς ὁλοκλήρωσιν καὶ συστηματοποίησιν τῶν μέτρων προστασίας τῶν λιγνιτῶν διὰ τῆς ὑποχρεωτικῆς καταναλώσεως ὑπεβλήθη σχέδιον νόμου ἐκκρεμοῦν εἰσέτι, δοθέντος δέ, ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος καὶ πρὸ τῆς ἀξιοποιήσεως τῆς λιγνιτοπαραγωγῆς διὰ τοῦ ἐφοδιασμοῦ τῶν λιγνιτωρυχείων διὰ συγχρονισμένων μηχανικῶν ἐγκαταστάσεων ἐξορύξεως, ἀνελκύσεως, ἀντλήσεως ὑδάτων, ἀερισμοῦ, μεταφορῶν κλπ. πρὸς ἐπίτευξιν σταθεροῦ ὑποβιβασμοῦ τοῦ κόστους παραγωγῆς των καὶ ἐφ’ ὅσον τὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενα στερεὰ καὶ ὑγρὰ καύσιμα διατίθενται εἰς τιμὰς βασιζομένας ἐπὶ τεχνικῶν συναλλαγματικῶν διαμορφώσεων ρυθμιζομένων ὑπὸ τοῦ Κράτους ἀπομένει ὡς μόνη οὐσιαστικὴ προστασία τῆς λιγνιτοπαραγωγῆς ἡ ὑποχρεωτικὴ κατανάλωσις τῶν λιγνιτῶν καὶ δὴ ἡ ἐπέκτασις ταύτης καὶ εἰς ἄλλους τομεῖς καταναλώσεως πέραν τῶν ἤδη καθωρισθέντων, ἄλλως τὰ ληφθέντα διὰ τὰς εἰσαγωγὰς ὑγρῶν καὶ στερεῶν καυσίμων κυβερνητικὰ μέτρα θὰ ἀποβῶσι καίρια πλήγματα διὰ τὴν ἐγχώριον παραγωγὴν καυσίμων προάγοντα μόνον τὴν κατανάλωσιν τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένων καυσίμων εἰς βάρος τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Ἐξ ἄλλου ἡ πραγματοποίησις τοῦ προγράμματος ἀξιοποιήσεως τῶν Ἑλληνικῶν λιγνιτῶν θὰ δημιουργήσῃ αὔξησιν τῆς παραγωγῆς τούτων, ἥτις μέχρι τῆς ἀπορροφήσεώς της ὑπὸ τῶν προβλεπομένων νέων ἐγκαταστάσεων καταναλώσεως λιγνιτῶν (θερμικὰ ἐργοστάσια, βιομηχ. ἀζώτου κ.λ.π.) δέον ὅπως προβλεφθῇ ἐγκαίρως ὥστε ἡ αὔξουσα αὕτη παραγωγὴ νὰ διατίθεται ὁπωσδήποτε εἰς τοὺς ἤδη καταναλωτὰς καυσίμων, δεδομένου ὅτι ἡ παραγωγικὴ δυναμικότης τῶν λιγνιτωρυχείων δὲν δύναται νὰ αὐξηθῇ ἀποτόμως ἵνα ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν ἱδρυθησομένων νέων ἔργων ἀνασυγκροτήσεως τῆς Χώρας. Ἄνευ τῆς προβλέψεως ἀντιμετωπίσεως τοῦ ζητήματος τούτου θὰ εἶναι ἀδύνατος ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἐγκριθέντος ἤδη προγράμματος ἀξιοποιήσεως τῶν Ἑλληνικῶν λιγνιτῶν. Συνημμένως ἀποστέλλομεν δύο μελέτας τῆς καθ’ ἡμᾶς ὑπηρεσίας καυσίμων σχετικὰς μὲ τὸ θέμα περὶ οὗ ἡ ἀνωτέρω ἐρώτησις.
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΜΑΝΕΤΑΣ
ΣΤ) Τοῦ Ὑπουργείου Τ.Τ.Τ.: Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ Βουλευτοῦ κ. Ν. Γρηγοριάδη, ἔχομεν τὴν τιμὴν, νὰ γνωρίσωμεν ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1949, διετέθησαν 31.644.619 τεμάχια εἰδικῶν γρ)μων Ἁγίου Δημητρίου κλάσεως δραχμ. 50, συνολικῆς ἀξίας δραχμῶν 1.582.230.950.
Ὁ Ὑπουργὸς
Χ. ΨΑΡΡΟΣ
Ζ) Τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν: Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ Βουλευτοῦ κ. Ι. Λύρα, περὶ συμπληρώσεως τοῦ προσωπικοῦ τῆς Οἰκον. Ἐφορείας Ἐπιδαύρου–Λιμηρᾶς, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. Ε. 3872)6–4–50 δ)γῆς τοῦ Ὑπουργείου διετάχθη ὁ Οἰκον. Ἔφορος αʹ τάξεως Ἰωάννης Κονταξῆς ὅπως μεταβῇ καὶ ἀναλάβῃ τὴν Δ)σιν τῆς ὡς εἴρηται Οἰκον. Ἐφορείας. Ὁ Γεν. Δ)ντὴς κ.ἀ.α.
Α. ΜΟΥΖΑΚΗΣ
Η) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν: Ἐπὶ τῆς ἀπὸ 5 ἱσταμένου ἐρωτήσεως τῶν κ.κ. Βουλευτῶν Γ. Ἀνδρουλακάκη, Γ. Χατζησταυρῆ, Ἀνδρέα Ζάκκα καὶ Ι. Δημητροπούλου, διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1558)995 τῆς 4 ἰδίου ὑμετέρου ἐγγράφου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι ἡ βραδύτης τοῦ καθορισμοῦ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐκλογῆς βουλευτῶν ὀφείλεται ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὴν παρατηρηθεῖσαν ἀμέλειαν τινῶν τῶν ἀντιπροσώπων τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ἰδίᾳ ἐκ τῶν εἰς τὰ ὑπερτετρακόσια στρατιωτικὰ ἐκλογικὰ τμήματα διορισθέντων διὰ τὴν παράδοσιν εἰς τοὺς ἁρμοδίους Προέδρους Πρωτοδικῶν τῶν ἐκλογικῶν ἐγγράφων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς τὴν ἀνάγκην ὅπως ἐνεργηθῇ ὑπὸ τῶν Πρωτοδικείων ἀκριβὴς ἔλεγχος τῶν ψηφοδελτίων. Σημειωτέον ὅτι εἰς τὰ στρατιωτικὰ ἐκλογικὰ τμήματα ἐψηφοφόρησαν ἐκλογεῖς διαφόρων ἐκλογικῶν περιφερειῶν, γεγονὸς ὅπερ ἐπηύξησε τὴν ἐργασίαν τοῦ καθορισμοῦ τῶν ἐκλογικῶν ἀποτελεσμάτων.
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ
Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Π. Μουτζουρίδης, Α. Ταλιαδοῦρος, Δ. Παπασπύρου, Ε. Δενδρινὸς κ. ἄ. καταθέτουσι πρότασιν νόμου «περὶ ρυθμίσεως εἰσαγωγικῶν ἐξετάσεων φοιτητῶν». Ἡ ἐπὶ τῶν Θρησκευμάτων καὶ Ἐθνικῆς Παιδείας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της 1) ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως τῶν κατὰ τὰ πρὸ τοῦ 1949–50 Οἰκονομικὰ ἔτη, (1944–45, 1945–46, 1946–47 καὶ 1948–49) πραγματοποιηθεισῶν δαπανῶν ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Θρησκευμάτων καὶ Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ τῆς ἐγγραφῆς τῶν διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων εἰς τὸν εἰδικὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους 1949 –50» καὶ 2) ἐπὶ τῶν προτάσεων ἡμῶν α) «περὶ ἐγγραφῆς τῶν ἐπιτυχόντων καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ καθωρισμένου ἀριθμοῦ φοιτητῶν τῶν Πανεπιστημίων Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης κατὰ τὸ Ἀκαδημαϊκὸν ἔτος 1949–50» καὶ β) «περὶ ἐγγραφῆς φοιτητῶν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης».
§4Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐλάβομεν τηλεγραφήματα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Λετρίνων διαμαρτυρομένου ἐντόνως, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, χωρὶς κανένα λόγον, ἠρνήθη νὰ ὑπογράψῃ διὰ νὰ παράσχῃ τὴν ἐγγύησιν τοῦ Δημοσίου δι’ ἕνα δάνειον τὸ ὁποῖον ἔχει ἀποφασισθῆ ἐκ δραχμ. δύο δισεκατομμυρίων διὰ τὴν πόλιν τοῦ Πύργου τοῦ Δήμου τῶν Λετρίνων. Τόσον δὲ μᾶλλον εἶναι ἀδικαιολόγητος ἡ ἄρνησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅσον πρὸ 4 ἡμερῶν ὑπέγραψε ὅμοιον δάνειον δι’ ἄλλην πόλιν τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ἀντιλαμβάνομαι ποῖος εἶναι ὁ λόγος τῆς ἰδιαιτέρας αὐτῆς μεταχειρίσεως τῆς ἰδιαιτέρας μου ἀλλὰ καὶ τῆς ἰδικῆς σας Πατρίδος, κ. Πρόεδρε καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παράσχῃ τὴν ἐγγύησιν τοῦ Δημοσίου διὰ τὴν χορήγησιν τοῦ δανείου τούτου, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει οὐσιώδει ἔργα διὰ τὴν σχεδιαγράφησιν τῶν ὁποίων ἐχρειάσθησαν μῆνες ὁλόκληροι θὰ μείνουν ἄνευ προωθήσεων.
§5Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. (Ὑπουργ. Οἰκον.). Κύριε Συνάδελφε, ἐδήλωσα εἰς τὸν Δήμαρχον ὅτι θὰ φέρω τὸ θέμα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἡ ἔγκρισις τοῦ ὁποίου εἶναι ἀπαραίτητος. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δάνειον τὸ δοθὲν εἰς τὴν πόλιν τῆς Κοζάνης ἦτο μικρόν, ἐκ δραχμῶν 200 ἑκατ. ἔναντι τῶν 2 δισεκατομμυρίων τὰ ὁποῖα ζητεῖτε σεῖς.
§6ΣΤ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβούλου πρὸ διετίας ὁλοκλήρου. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ μεταχειρίζηται κατὰ τρόπον διάφορον τὴν Νότιον ἀπὸ τὴν Βόρειον Ἑλλάδα.
§7Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. (Ὑπουργ. Οἰκον.). Θὰ φέρω τὸ ζήτημα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον.
§8Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἔχει ἐγκριθῆ κ. Ὑπουργὲ ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον μαζὶ μὲ ἄλλα 16 δάνεια τὰ ὁποῖα ἔχουν περάσει καὶ ἀπὸ τὴν Νομισματικὴν Ἐπιτροπὴν τὰ περισσότερα.
§9Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. (Ὑπουργ. Οἰκον.). Ἐν πάσῃ περιπτώσει σᾶς λέγω ὅτι ἐντὸς τῶν ἡμερῶν θὰ ἀχθῇ τὸ θέμα πρὸς ἔγκρισιν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον.
§10Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Καὶ διὰ τὸν Δῆμον Πατρῶν νὰ φροντίσητε, κ. Ὑπουργέ.
§11Ε. ΜΑΛΑΜΙΔΑΣ. Καὶ διὰ τὰ δάνεια τῶν Δήμων τοῦ Νομοῦ Φθιωτιδοφωκίδος νὰ φροντίσητε, κ. Ὑπουργέ.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Κεντρικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν». Ὁ κ. Κ. Μητσοτάκης ἔχει τὸν λόγον.
§13Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν νομοσχέδιον εἰσάγεται ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὡς καθαρῶς ὑπηρεσιακὸν καὶ εἶναι πράγματι ὑπηρεσιακὸν νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον μεταβάλει ἁπλῶς τὸν ὀργανισμὸν τῆς Κεντρικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπαναφέρον τὸ καθεστὼς τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε πρὸ τοῦ 1946 ὅσον ἀφορᾷ τὰς Γενικὰς Διευθύνσεις. Ὑπῆρχε μία Γενικὴ Διεύθυνσις Φορολογίας ἡ ὁποία τότε διῃρέθη εἰς τρεῖς Γενικὰς Διευθύνσεις Φορολογίας. Σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπαναφέρει τὸ παλαιὸν καθεστὼς καὶ ἀποκαθιστᾶ τὴν ἑνότητα τῶν Ὑπηρεσιῶν τοῦ Κεντρικοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ φυσικὸς καὶ ἀπαραίτητος συντονισμὸς ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ τῶν ὁμοειδῶν ὑπηρεσιῶν. Πρέπει νὰ τονισθῇ ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου κατ’ οὐδὲν μεταβάλλεται ἡ ὑπάρχουσα κατάστασις, διότι αἱ δύο θέσεις τῶν Γενικῶν Διευθυντῶν εἶναι ἤδη κεναὶ καὶ κατὰ συνέπειαν καὶ σήμερον ἐν τῇ οὐσίᾳ ὑπάρχει ἕνας μόνον Γενικὸς Διευθυντής, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποκτήσῃ καὶ τὴν ἐποπτείαν ἐπὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν δύο ἄλλων Γενικῶν Διευθύνσεων, διότι διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1946 εἶχον χωρισθῆ εἰς στεγανὰ διαμερίσματα. Ὡς τοιοῦτον εἰσαγόμενον τὸ νομοσχέδιον, ὡς καθαρῶς δηλαδὴ ὑπηρεσιακὸν καὶ ὡς μὴ μεταβάλλον τὴν ὑφισταμένην σήμερον κατάστασιν, ἔτυχε τῆς γενικῆς ἐπιδοκιμασίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἀπεδέχθη τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου κατὰ παμψηφίαν σχεδόν, μὲ μειοψηφίαν μιᾶς ψήφου. Κατὰ συνέπειαν εἰσηγοῦμαι καὶ ἐγὼ τὴν παροδοχὴν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἐπιφυλασσόμενος εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν νὰ προβῶ εἰς μερικὰς παρατηρήσεις, δοθέντος, ἄλλωστε, ὅτι καὶ ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἔκαμεν ὡρισμένας λεπτομερειακὰς παρατηρήσεις. Ἐπιπροσθέτως ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπή, λόγῳ τοῦ καθαρῶς τυπικοῦ καὶ ὑπηρεσιακοῦ χαρακτῆρος τοῦ νομοσχεδίου καὶ τοῦ ἐπείγοντος αὐτοῦ, διότι πρέπει νὰ ἀποκατασταθῇ κάποια τάξις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, εἰσηγεῖται τὴν ἐπιψήφισίν του ὡς ἐπείγοντος εἰς μίαν καὶ μόνην ἀνάγνωσιν κατ’ ἄρθρον καὶ στίχον.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Στεφανόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§15Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ κυρία βάσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, ὅπως ἠκούσατε ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Μητσοτάκην, ἡ ἑνοποίησις τῶν δύο φορολογιῶν. Ὁμολογῶ, κ. βουλευταί, ὅτι εἰς τὴν βάσιν αὐτὴν δὲν θὰ εὑρεθῶ ἀντίθετος. Διότι δὲν πολυπιστεύω εἰς τὴν θεωρητικὴν διάρθρωσιν τῆς φορολογίας εἰς ἄμεσον καὶ ἔμμεσον καὶ κυρίως, διότι δὲν εὑρίσκω σαφὲς καὶ ἀκριβὲς ἀντικειμενικὸν κριτήριον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ κατατάξωμεν κατὰ τρόπον ἀκριβῆ τοὺς φόρους εἰς ἀμέσους καὶ ἐμμέσους. Ἡ διάκρισις αὐτὴ δὲν εἶναι ἐπιστημονικῶς, οὔτε θεωρητικῶς, οὔτε πρακτικῶς ὀρθή. Καὶ θὰ τὸ δῆτε ἀμέσως ἐὰν σκεφθῆτε ὅτι ὑπάρχουν φόροι τοὺς ὁποίους ἐξ ἴσου εὐλόγως διεκδικεῖ καὶ ἡ ἄμεσος καὶ ἡ ἔμμεσος φορολογία. Ἐάν, φερ’ εἰπεῖν, πάρετε τὸν φόρον τοῦ κύκλου ἐργασιῶν, θὰ ἰδῆτε ὅτι ἡ φορολογία αὕτη δύναται νὰ εἶναι καὶ ἄμεσος, δύναται νὰ εἶναι καὶ ἔμμεσος. Εἰσπραγμένη ἀπὸ τὸν ὑπόχρεων εἰς τὴν καταβολὴν εἶναι φορολογία ἄμεσος, πληρωνομένη ἀπὸ τὸν τελικῶς ὑφιστάμενον τὴν φορολογίαν καταναλωτὴν εἶναι ἔμμεσος. Ἀκόμη καὶ σήμερον εἰς τὴν πρᾶξιν, ὅταν ὑφίσταται ἡ διχοτόμησις τῶν δύο αὐτῶν φορολογιῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κριθῇ ποῦ ἐπακριβῶς ἡ σοβαρωτάτη αὐτὴ φορολογία ἀνήκει. Σήμερον ἀνήκει εἰς τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν τῆς ἀμέσου φορολογίας. Ἐν τούτοις, διεκδικεῖται καὶ ἀπὸ τὴν ἔμμεσον. Γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ παράδειγμα δὲν εἶναι τὸ μόνον, καὶ μόνον ἡ φειδὼ τοῦ πολυτίμου χρόνου μας εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν ἐπεκτείνομαι εἰς σωρείαν ἄλλων παραδειγμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ παρεῖχον εἰς ὑμᾶς σαφῆ τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν ὑπάρχει σαφὲς ἀντικειμενικὸν κριτήριον διὰ τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς φορολογίας τῆς ἀμέσου ἢ ἐμμέσου. Αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν μοῦ εἶναι δύσκολον νὰ εὑρεθῶ ἀντίθετος πρὸς τὴν βασικὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου, τὴν θεμελιοῦσαν τὴν διοικητικὴν ἑνοποίησιν τῶν δύο Γενικῶν Διευθύνσεων τῆς φορολογίας. Ὑπάρχουν, βεβαίως, καὶ πολλοὶ ἄλλοι λόγοι, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου, ἀλλά, κύριοι Βουλευταί, ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι ἐφ’ ὅσον ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον εἶπον εἶναι ὁ βασικώτερος λόγος, οἱ ἄλλοι θὰ ἦσαν ἐξ ἴσου περιττοί, ὅσον περιττοὶ εἶναι καὶ οἱ 99 λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ὁ κυβερνήτης ἑνὸς πλοίου εἰς τὴν θάλασσαν δὲν ἐχαιρέτησεν ἕνα ἄλλο διερχόμενον πλοῖον, δεδομένου ὅτι ὁ 100ὸς ἦτο ὅτι δὲν εἶχε πυρίτιδα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθὴ ἐπιστημονικὴ θέσις τοῦ πράγματος, κύριοι Βουλευταί. Ἀλλὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον ἐν σχέσει μὲ τὴν ἀνάγκην τῆς ἑνοποιήσεως τῶν δύο φορολογιῶν, βεβαίως, εἶναι μακρὰν ἀπὸ τοῦ νὰ ἰσχύῃ ἐν σχέσει μὲ τὴν ζητουμένην, ἐπίσης διὰ τοῦ Νομοσχεδίου, ἑνοποίησιν καὶ τῆς τρίτης Γενικῆς Διευθύνσεως τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν, τῆς διευθύνσεως δηλαδὴ τῆς δημοσίας περιουσίας. Ἀκριβῶς ἐπειδὴ πρέπει ὁ κύκλος τῶν Γενικῶν Διευθύνσεων τοῦ Ὑπουργείου, ὁ κύκλος τῶν ἀντικειμένων τῶν ὑπαγομένων ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἱεραρχικὴν κορυφὴν μιᾶς διευθύνσεως, νὰ μὴ ἐμπεριέχῃ θέματα εἴτε διάφορα, εἴτε πρὸς ἄλληλα ξένα, ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἐπιβάλλεται νὰ δεχθῶμεν ὅτι, ὅπως εἶναι ἀνάγκη πράγματι νὰ ἑνοποιηθοῦν αἱ δύο Γενικαὶ Διευθύνσεις τῶν φορολογιῶν, εἶναι ἐπίσης ἀνάγκη νὰ διατηρηθῇ χωριστὴ Διεύθυνσις τῆς δημοσίας περιουσίας. Ἡ δημοσία περιουσία, κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἓν ἐκ τῶν μεγαλυτέρων κεφαλαίων τῆς ἐκτάσεως καὶ τῆς δραστηριότητος τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν. Ἡ δημοσία περιουσία δὲν ἔχει καμμίαν ἀπολύτως συνάφειαν καὶ σχέσιν οὔτε ὑλικήν, ἀπὸ ἀπόψεως ὕλης, οὔτε ὑπηρεσιακήν, ἀπὸ ἀπόψεως ὑπηρεσιακῆς δράσεως, μὲ τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν τῆς φορολογίας. Ἡ δημοσία περιουσία δὲν εἶναι φορολογία, εἶναι βεβαίως ἔσοδον δημόσιον μὲ τὴν γενικωτέραν ἔννοιαν τοῦ ἐσόδου, ἀλλὰ εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς ἑνοποιήσεως τῶν τριῶν Γενικῶν Διευθύνσεων τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν εἰς μίαν δὲν περιλαμβάνεται πᾶν ὅ,τι εἶναι ἔσοδον, διότι τότε θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπεκταθῶμεν εὐρύτερον καὶ εἰς τὴν καθόλου ἁρμοδιότητα τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τοῦ Δημοσίου Λογιστικοῦ, ὅπου ἐπίσης ὑπάρχουν ἔσοδα. Ἐν τούτοις, δὲν ἐπεκτεινόμεθα ἕως ἐκεῖ, ἀλλὰ περιοριζόμεθα εἰς τὴν ἑνοποίησιν τῶν δύο φορολογιῶν, θέμα ἐπιστημονικῶς ὀρθὸν καὶ ὑπηρεσιακῶς συμφέρον. Ἀλλὰ πέραν τούτου ἡ ἐπιφόρτισις τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως Φορολογίας καὶ διὰ τῶν ἀντικειμένων τῆς Δημοσίας περιουσίας, στοιχείου δηλαδὴ τελείως ξένου πρὸς τὴν φορολογίαν, εἶναι ἀσύμφορος. Ὑπάρχει ὁ ἰσχυρισμός, τὸν ὁποῖον, ὑποθέτω, ὑπεστήριξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ δημοσία περιουσία εἶναι κάτι τὸ ὁποῖον στερεῖται μεγάλου καὶ οὐσιώδους περιεχομένου. Θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ διαφωνήσω, καὶ μάλιστα ριζικῶς: Ἡ δημοσία περιουσία εἶναι εἷς κλάδος μὲ εὐρύτερον ἐνδιαφέρον γενικωτέρου κρατικοῦ καὶ κοινωνικοῦ περιεχομένου. Βεβαίως, ἡ μορφὴ μὲ τὴν ὁποίαν λειτουργεῖ σήμερον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν εἶναι ἀτελὴς καὶ ἔχει ἀνάγκην συμπληρώσεως καὶ γενικῶς βελτιώσεως τῆς μορφῆς τῆς λειτουργίας της, καὶ ἐὰν ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ δημοσία περιουσία ὀφείλει νὰ ἀποτελέσῃ ἰδιαιτέραν Γενικὴν Διεύθυνσιν, θὰ ἦτο περισσότερον ὑπηρεσιακῶς συμφέρον καὶ ἀναγκαῖον νὰ συγκεντρώσῃ ὅλους τοὺς κλάδους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν σχέσιν μὲ τὰ ἐκ τῆς δημοσίας περιουσίας ἔσοδα, εἴτε οἱ κλάδοι αὐτοὶ εὑρίσκονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, εἴτε εἰς τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν τῆς Δημοσίας Περιουσίας, εἴτε ἀλλαχοῦ. Δηλαδὴ θὰ ἔπρεπε νὰ συγκεντρωθοῦν εἰς αὐτὴν καὶ τὰ ἐθνικὰ κληροδοτήματα καὶ αἱ ἀνταλλάξιμοι περιουσίαι καὶ αἱ λεῖαι πολέμου καὶ αἱ ἐχθρικαὶ περιουσίαι καὶ πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ ἔσοδον ἐκ τῆς περιουσίας τοῦ Κράτους. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, ἡ Γενικὴ Διεύθυνσις τῆς Δημοσίας Περιουσίας θὰ ἀπέκτα εὐρύτερον καὶ ἐκτάκτως χρήσιμον περιεχόμενον. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ θελήσῃ νὰ κάμῃ διάκρισιν μεταξὺ τῆς ἑνοποιήσεως τῶν δύο φορολογιῶν καὶ τῆς ζητουμένης ἑνοποιήσεως τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῆς Δημοσίας περιουσίας. Αὐτὴ εἶναι, κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἡ ὀρθὴ τοποθέτησις τοῦ ζητήματος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀρχήν, διότι εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν ὑπάρχουν βασικώταται ἀντιρρήσεις καὶ θὰ ὑποβληθοῦν ἐν καιρῷ βασικαὶ τροπολογίαι ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Κατάπληξιν ὅμως μοῦ κάμνει τὸ γεγονός, καὶ ἔκαμα καὶ σχετικὴν διαμαρτυρίαν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπήν, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον διενεμήθη χθὲς καὶ συγχρόνως ἦλθεν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, χωρὶς τὰ πλεῖστα ἐκ τῶν μελῶν νὰ τὸ ἔχουν ἁπλῶς ἀναγνώσει καὶ χθὲς τὸ ἑσπέρας ἐπεχειρήθη νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Βουλῆς. Μοῦ κάμνει κατάπληξιν ἡ σπουδὴ καὶ ἡ βία τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἓν Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Μητσοτάκης ἐχαρακτήρισεν ὡς ἐντελῶς ὑπηρεσιακόν, ἐνῷ ἐγὼ νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκούντως σημαντικὸν καὶ δὲν συνδέεται ἁπλῶς μὲ μίαν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ διὰ τὴν ἀποκατάστασιν μιᾶς ὁμαλῆς τάξεως εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ Ὑπουργείου ἀλλὰ συνδέεται μὲ ὁλόκληρον τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν καὶ θὰ πρέπῃ νὰ γίνῃ μὲ ἐξαιρετικὴν προσοχήν, μὲ σύνεσιν, μὲ φρόνησιν καὶ φροντίδα, ὥστε νὰ εἶναι ὁ καλλίτερος ὀργανισμὸς Ὑπουργείου. Διότι ἐνδεχομένως θὰ πρόκειται νὰ ἀποτελέσῃ τὸ πρότυπον δι’ ὅλους τοὺς ἄλλους ὀργανισμοὺς ὅλων τῶν Ὑπουργείων καὶ τῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς συνδέεται καὶ μὲ τὴν γενικωτέραν προσπάθειαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀποσκοπεῖ ἡ Ἀμερικανικὴ βοήθεια ἐν Ἑλλάδι. Ἡ Ἀμερικανικὴ βοήθεια μεταξὺ τῶν κυριωτέρων της σκοπῶν, ὅπως τοὐλάχιστον διακηρύσσει, τάσσει τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους, ἐν τῇ ἐννοίᾳ ὅτι ἄνευ ὠργανωμένων δημοσίων ὑπηρεσιῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προωθηθῇ ἡ ἀνασυγκρότησις. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ἡ Ἀμερικανικὴ Ἀποστολὴ εἶχεν ἤδη ἀποδυθῆ, ἐν συνεργασίᾳ στενῇ μὲ τὰς ὑπηρεσίας τὰς Ἑλληνικάς, ἰδίως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὴν προσπάθειαν τῆς καταρτίσεως ἀξιολόγου ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν τῷ πνεύματι ἐκείνῳ, τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω προηγουμένως, δηλαδὴ ὁ ὀργανισμὸς νὰ ὑπάρξῃ τοσοῦτον τέλειος, ὥστε νὰ ἀποτελέσῃ τὸ πρότυπον ὅλων τῶν ὀργανισμῶν τῶν Ὑπουργείων τῶν Ἑλληνικῶν καὶ τῶν δημοσίων γενικώτερον ὑπηρεσιῶν μας. Ἐπροχώρησεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκείνη, εἰς τὴν ὁποίαν μετεῖχον οἱ Ἀμερικανοὶ σύμβουλοί μας, εἰς ἀρκετὰ μακρὰν σειρὰν συνεδριάσεων καὶ ἀτυχῶς διεκόπη τὸ ἔργον της, διότι, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἀνεκλήθησαν οἱ τότε ξένοι ὀργανωταί, οἱ ὁποῖοι συνειργάζοντο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῇ ἐπιμόνῳ αἰτήσει τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ κατ’ ἐπιθυμίαν τῶν ἐνταῦθα ἐκπροσώπων τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς, ἦλθον δύο νέοι ὀργανολόγοι, οἵ ὁποῖοι, ὡς τοὐλάχιστον ἐνθυμοῦμαι καὶ ἀντελήφθην ἐκ τῆς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν παρουσίας μου, εἶναι ἐκ τῶν ἀρίστων, τοῦ εἴδους των, ἐπιστημόνων. Οἱ ὀργανολόγοι αὐτοὶ ἐπίσης ἀνέλαβον νὰ καταρτίσουν πρωτίστως τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Εἰργάσθησαν ἐπὶ μακρόν, ἐν συνεργασίᾳ μὲ ἀνωτάτους Ἕλληνας ὑπαλλήλους, ἀλλὰ καὶ μὲ ἐκπροσώπους τῶν Συνδικαλιστικῶν ἃς εἴπω παρατάξεων, τῶν Συνδικαλιστικῶν Ὀργανώσεων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων καὶ δὴ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Εἰργάσθησαν ἐπὶ μῆνας, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐργασίας των αὐτῆς ἦτο ἕνα Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καὶ ἔγινε Νόμος τοῦ Κράτους καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ὠργανώθησαν, κατὰ πρῶτον, οἱ περιφερειακοὶ κλάδοι τῶν οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους. Καὶ ὠργανώθησαν αἱ περιφερειακαὶ ὑπηρεσίαι τοῦ Κράτους, κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος, κατὰ τὴν κρίσιν τῆς τότε Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῶν ἁρμοδίων τῆς Οἰκονομικῆς Ἀποστολῆς, ὑπῆρξε πράγματι ἄξιος τοῦ σκοποῦ του. Ὠργανώθησαν, δηλαδή, αἱ ταμειακαὶ ὑπηρεσίαι, ὠργανώθησαν αἱ ἐφοριακαὶ καὶ καπνεφορικαὶ ὑπηρεσίαι καὶ αἱ τελωνειακαὶ ὑπηρεσίαι. Μετὰ τὸν ὀργανωτικὸν αὐτὸν Νόμον, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ἤδη ἐν ἰσχύϊ, ἡ Ἐπιτροπή, ἐνισχυθεῖσα ἀπὸ ἀνωτάτους ὑπαλλήλους τῶν κεντρικῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, προώθησε τὸ ἔργον της εἰς τὴν περαιτέρω συγκρότησιν τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν κεντρικῶν πλέον ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ πρὶν ἢ παραιτηθῇ ἡ προηγουμένη πολιτικὴ Κυβέρνησις Διομήδη, εἶχεν ἤδη, ἐν συνεργασίᾳ μὲ τοὺς Ἕλληνας εἰδικούς, προχωρήσει ἐπίσης εἰς μίαν μακρὰν σειρὰν συνεδριάσεων καὶ νομίζω ὅτι εἶχεν ἀρχίσει νὰ καταλήγῃ εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα, βάσει τῶν ὁποίων ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ὁλόκληρος ὁ ἰδεώδης, ὅπως ἐλπίζω καὶ ἐπιθυμῶ, ὀργανισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐτέθησαν ὅλα τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἄξια νὰ ἀποτελέσουν, κύριοι Βουλευταί, ἀντικείμενον σοβαρωτάτης ἐρεύνης, προκειμένου νὰ συγκροτηθῇ σοβαρώτατος ὀργανισμός, σοβαρωτάτου Ὑπουργείου. Ἐτέθη κατ’ ἀρχὴν τὸ ἐρώτημα, ἐὰν ἔπρεπε νὰ παραμείνῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διχοτομημένον, ὅπως εἶναι σήμερον, εἰς Ὑπουργεῖον Φορολογίας καὶ εἰς Ὑπουργεῖον (διότι περὶ χωρισμοῦ κατ’ οὐσίαν Ὑπουργείου πρόκειται) Γενικῆς Διευθύνσεως Δημοσίου Λογιστικοῦ, μὲ ἕνα στεγανὸν παραπέτασμα, τὸ ὁποῖον νὰ διαχωρίζῃ τὰς ὑπηρεσίας κατὰ ἕνα τρόπον, ὁ ὁποῖος φθάνει μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπεται ἡ μετάθεσις ὑπαλλήλων ἀπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Κατὰ ἕνα τρόπον δηλαδή, ὁ ὁποῖος οὐσιαστικῶς καθιεροῖ δύο τελείως ἀνεξάρτητα ἀπ’ ἀλλήλων Ὑπουργεῖα, συνδεόμενα μόνον ἐν τῷ γεγονότι, ὅτι ὑπάρχει ἕνας Ὑπουργὸς δι’ ἀμφότερα τὰ Ὑπουργεῖα. Ἐτέθη, λοιπόν, τὸ ζήτημα, ἐὰν θὰ ἔπρεπε νὰ παραμείνουν στεγανῶς κεχωρισμένα αὐτὰ τὰ δύο Ὑπουργεῖα, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ἢ θὰ ἔπρεπε κατὰ ἕνα τρόπον, ὁ ὁποῖος ἐπὶ μακρὸν ἐμελετήθη ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν, νὰ συνενωθοῦν εἰς ἕνα κοινὸν Ὑπουργεῖον, ὅπως συμβαίνει εἰς ἄλλα Κράτη. Ἐτέθη ἐπίσης ἄλλο μέγα ζήτημα. Τί εἶναι, Κύριοι, σήμερον ἡ Ταμειακὴ ὑπηρεσία; Ἡ Ταμειακὴ ὑπηρεσία εἶναι ἕνας μεγάλος περιφερειακὸς οἰκονομικὸς κλάδος. Ἡ ὑπηρεσία αὐτὴ πρέπει νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν Δημοσίου Λογιστικοῦ ἢ εἰς τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν Φορολογίας; Σήμερον ἡ Ταμειακὴ ὑπηρεσία εἶναι ζώνη ἀπὸ τὴν φορολογίαν. Νομίζω ὅτι εἶπεν ἡ Ἐπιτροπή, καὶ εἶμαι καὶ ἐγὼ σύμφωνος, ὅτι ὅταν λέγωμεν φορολογίαν, δὲν ἐννοοῦμεν ἁπλῶς τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν βεβαίωσιν κατόπιν, ὡρισμένων ὑποχρεώσεων τοῦ πολίτου πρὸς τὸ Κράτος, ἐννοοῦμεν τὴν ὁλοκλήρωσιν τῆς ἐνεργείας τῆς ἐργασίας αὐτῆς ἀπὸ τοῦ ἐλέγχου τῆς περιουσίας ἑνὸς ἀτόμου καὶ τῶν φορολογητέων στοιχείων του, μέχρι τῆς πλήρους πραγματώσεως τοῦ σκοποῦ τῆς φορολογίας, μέχρι τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον τοῦ προϊόντος τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς βεβαιώσεως. Ἑπομένως ὁ μέγας αὐτὸς κλάδος τῆς Ταμειακῆς ὑπηρεσίας, κατ’ ἐμέ, ὑποθέτω καὶ κατὰ τὴν Ἐπιτροπήν, θὰ πρέπει νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν τῆς Φορολογίας καὶ θὰ πρέπῃ νὰ φύγῃ ἀπὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Αὐτὰ τὰ λέγω ὡς παραδείγματα, διότι ἐτέθησαν καὶ πλεῖστα ἄλλα ζητήματα εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, διὰ νὰ ἰδῆτε τί σημαίνει κατάρτισις ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπὸ τὰς σημερινὰς μάλιστα συνθήκας, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο ἔχει ἕνα ἀφάνταστον φόρτον ἐργασίας καὶ μίαν ἀφάνταστον διείσδυσιν εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς οἰκονομίας κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει ἰδιάζουσαν προσοχὴν εἰς τὴν κατάρτισιν καὶ τὴν σύνταξιν τοῦ ὀργανισμοῦ του. Ἀφοῦ, λοιπόν, οὕτω τίθεται τὸ πρᾶγμα, κ. Βουλευταί, καὶ ἀφοῦ ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι καὶ σήμερον ἐν λειτουργίᾳ ἐργαζομένη ἐντατικῶς διὰ νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον εἰς τὸ τέλος θὰ εἶναι ὄχι μόνον ἔργον ὑπηρεσιακοῦ συμφέροντος, ὄχι μόνον ἔργον, τὸ ὁποῖον θὰ καταστήσῃ ἀποδοτικώτερα τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων τὸ Δημόσιον ἀσφαλίζει καὶ τὴν περιουσίαν του καὶ τὰ ἔσοδά του, ἀλλὰ θὰ εἶναι καὶ ἔργον πολιτισμένον, τὸ ὁποῖον διὰ πρώτην, ἴσως, φορὰν θὰ γνωρίσουν αἱ Δημόσιαι Ὑπηρεσίαι αἱ Ἑλληνικαί, καὶ τὸ ὁποῖον θὰ πρέπῃ νὰ ἀποτελέσῃ ὅπως εἶπον ἤδη πρότυπον διὰ τοὺς ὀργανισμοὺς ὅλων τῶν ἄλλων Ὑπουργείων, διατί, κ. Βουλευταί, σπεύδομεν εἰς τὸ νὰ ἐμφανίσωμεν διὰ χωριστῶν νομοσχεδίων, κατὰ τεμάχια, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ πρέπῃ νὰ ἐμφανίσωμεν ὡς ἕνα ὁλοκληρωμένον σύνολον, τὸ ὁποῖον θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θὰ κριθῇ ὑπ’ αὐτῆς, καὶ θὰ ἀποτελέσῃ ἕνα οὐσιαστικόν, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, ἕνα ὡραῖον ὀργανισμόν, ἑνὸς τόσον σημαντικοῦ Ὑπουργείου; Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπορία, τὴν ὁποίαν ἐκφράζω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία Κυβέρνησις, ἐπαναλαμβάνω, ἠθέλησεν ἐντὸς 24 ὡρῶν, ἐντὸς 10 μᾶλλον ὡρῶν νὰ ἐμφανίσῃ ἕνα σημαντικώτατον τμῆμα τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ ὡς τμῆμα μεμονωμένον μὲ τάχα ὑπηρεσιακὴν μόνον σημασίαν, καὶ ὄχι σημασίαν γενικωτέραν, τοιαύτην, ὥστε νὰ εἶναι κατ’ οὐσίαν τὸ κυριώτερον μέλημα τῶν ξένων καὶ τῶν Ἑλλήνων ὀργανωτῶν, τῶν ἀσχολουμένων ἐπὶ τόσα χρόνια μὲ προσπάθειαν καὶ μελέτην διὰ τὴν συγκρότησιν τῶν ὑπηρεσιακῶν ὀργανισμῶν. Τί ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις; Νὰ ἑνοποιηθοῦν αἱ τρεῖς Γεν. Διευθύνσεις εἰς μίαν. Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, θεωρητικῶς, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν, τοὐλάχιστον, διὰ τὴν ἑνοποίησιν τῶν δύο φορολογιῶν. Εἶμαι σύμφωνος. Καὶ αἱ ἐπιστημονικαί μου ἀντιλήψεις μὲ ὑποχρεώνουν νὰ εἶμαι σύμφωνος, ἀλλὰ καὶ ἡ πεῖρα μου ἐκ τῆς μικρᾶς μου παραμονῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν μὲ ἔπεισαν ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἑνοποιηθοῦν αἱ δύο φορολογίαι. Ἀλλὰ πέραν τούτου ἔχω πρακτικοὺς ἐνδοιασμούς, τοὺς ὁποίους ἐπίσης ἀπέκτησα ἐκεῖ εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ὅταν, κύριοι, συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον τῆς τριχοτομήσεως τῆς μιᾶς γενικῆς διευθύνσεως, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβάλει ὁ κ. Χέλμης εἰς τὴν Βουλὴν τὸ θέρος τοῦ 1947, εἶχον ταχθῆ ἐναντίον τῆς τριχοτομήσεως καὶ ὑπὲρ τῆς ἑνιαίας διοικητικῆς ἐμφανίσεως τῶν δύο φορολογιῶν. Ἀλλ’ ὅταν μετέβην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀπέκτησα δισταγμούς τινας ἐκ τῆς πρακτικῆς ἐφαρμογῆς τῆς ὑπηρεσίας, τοὺς ὁποίους θέλω νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς. Δηλαδὴ ἀπέκτησα λόγους νὰ ἀμφιβάλλω ἐὰν δύναται ἕνας ἄνθρωπος νὰ ἀποτελέσῃ τὴν μόνην κορυφὴν τῆς ὑπηρεσιακῆς πυραμίδος καὶ νὰ κατορθώσῃ νὰ ἀντεπεξέλθῃ εἰς ὅλον τὸν ἀφάνταστον φόρτον τῆς σημερινῆς ἐργασίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἐνδοιασμός μου, ὁ ὁποῖος δὲν κάμπτει βεβαίως τὴν ἐπιστημονικήν μου πεποίθησιν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἑνοποιηθοῦν αἱ φορολογίαι. Ἀλλ’ ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τονίσω πρὸς τὴν Βουλήν, διότι καθένας, ὁ ὁποῖος ἐπέρασεν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τὸ ἀντελήφθη, ὅτι ἡ ἰδιότης τῆς κορυφῆς τῆς ὑπηρεσιακῆς πυραμίδος εἶναι κάτι, τὸ ὁποῖον συνεπάγεται φόρτον φοβερὸν ἐργασίας καὶ ἑπομένως καὶ κάμψιν, θὰ ἔλεγον, σωματικὴν καὶ τοῦ ἐργωδεστέρου τῶν ἀνθρώπων. Βεβαίως δὲν ἀμφιβάλλω καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ διακηρύξω ὅτι ὁ προετοιμαζόμενος διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἵνα τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς πυραμίδος αὐτῆς πράγματι εἶναι εἷς ἐκ τῶν ἐργωδεστέρων Ἑλλήνων καὶ εἷς ἐκ τῶν ἀξιοτέρων ὑπαλλήλων τῆς ἑλληνικῆς δημοσιοϋπαλληλικῆς ἱεραρχίας. Ἀλλ’ ὁ μέγας φόρτος τῆς ἐργασίας εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Ἐπιτροπὴ συνεζήτησεν ἐὰν πρέπῃ ἡ κεφαλὴ τῆς ὑπαλληλικῆς ἱεραρχίας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ Οἰκονομικῶν νὰ σταματήσῃ εἰς τὸν ἕνα Γενικὸν Διευθυντὴν ἢ νὰ ἐπεκταθῇ εἰς περισσοτέρους γενικοὺς διευθυντὰς μὲ ἄλλην ὑπηρεσιακὴν κορυφήν, μὲ ἕνα ἄλλον ὑπηρεσιακὸν συντονισμόν, τὸν συντονισμὸν εἴτε τοῦ ὑπηρεσιακοῦ ὑφυπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἴτε, ἄλλον, τὸν ὁποῖον θὰ ἐξήταζε καὶ ἐνδεχομένως θὰ ἔθετεν ὑπὸ συζήτησιν ἡ Ἐπιτροπή. Ἐπὶ μακρὸν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου εἰργάσθη ἡ Ἐπιτροπή, πολλαὶ ὑπῆρξαν αἱ γνῶμαι, αἱ ὁποῖαι ἐξετέθησαν καὶ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπέτρεπε νὰ ἤρχετο ὁλοκληρωμένον τὸ ἔργον τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, βεβαιωθῆτε ὅτι ἡ εἰσηγητικὴ τοὐλάχιστον ἔκθεσις αὐτῆς τῆς ἐργασίας θὰ ἀπετέλει ἕνα πολύτιμον, διαφωτιστικώτατον βοήθημα διὰ τὴν Βουλήν, διὰ νὰ καταλήξωμεν εἰς τὰς ὀρθοτέρας ἀποφάσεις ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου καὶ εἰς τὴν πλέον ὀρθολογιστικὴν κατάρτισιν καὶ τῆς βάσεως καὶ τῶν πλευρῶν καὶ τῆς κορυφῆς τῆς ὑπαλληλικῆς ἱεραρχίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀφοῦ λοιπὸν εἰς τοιοῦτον σημεῖον εὑρίσκονται τὰ πράγματα, διερωτῶμαι, ὁμολογῶ εἰλικρινῶς, χωρὶς κενὸν πνεῦμα ἀντιπολιτεύσεως,—βεβαιωθῆτε, κύριοι, ὅτι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐτάχθην ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς ἑνοποιήσεως τῶν φορολογιῶν καὶ πιστεύω ἀπολύτως εἰς τὴν ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος προορίζεται διὰ τὴν κεφαλὴν τῆς ἱεραρχίας, συνειργάσθην μετ’ αὐτοῦ ὑπηρεσιακῶς ἐπὶ δεκαπεντάμηνον καὶ τρέφω ἀπόλυτον ἐκτίμησιν πρὸς αὐτὸν —διερωτῶμαι εἰλικρινῶς, τί παθοῦσα, ἡ Κυβέρνησις σπεύδει κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ φέρῃ ἓν τμῆμα τοῦ Ὀργανισμοῦ, ἴσως τὸ οὐσιωδέστατον, ὑπὸ τὴν μορφὴν αὐτὴν τοῦ δῆθεν ὑπηρεσιακοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ περάσῃ ἐπειγόντως, διότι, χθὲς μᾶς ἔλεγον εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, φεύγει ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, σήμερον μᾶς λέγουν, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρξῃ Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου. Τί ἐμποδίζει τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πάρῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον οἱονδήποτε θέλει ὡς γενικὸν γραμματέα ἰδιώτην; Ὑπάρχει κανὲν κώλυμα; Ἐγὼ δὲν γνωρίζω νὰ ὑπάρχῃ κώλυμα διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ χρησιμοποιήσῃ οἱονδήποτε θέλει ὡς γενικὸν γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου μέχρις ὅτου ὁλοκληρωθῇ τὸ ἔργον αὐτό, διὰ τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ εἴμεθα ὑπερήφανοι διὰ λογαριασμὸν καὶ τῆς ξένης ὑπαλληλίας καὶ τῆς ἰδικῆς μας, ἡ ὁποία διὰ τοῦτο εἰργάσθη, ἵνα ἔλθῃ ἐδῶ νὰ κριθῇ ὑπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Εἶναι ζημία, κύριοι Βουλευταί, τοῦ ὅλου ἔργου, εἶναι ζημία τῆς ὅλης ἐμφανίσεώς του. Δὲν γνωρίζω ἐὰν εἶναι ζημία τῆς ὑπηρεσίας. Δὲν τὸ ἰσχυρίζομαι. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἴσως εἶναι ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς ὑπηρεσίας ὅτι θὰ τοποθετηθῇ ἐπὶ κεφαλῆς πρόσωπον δεδοκιμασμένης ἱκανότητος, ἀλλὰ καὶ ἐντιμότητος. Ἀλλὰ εἶναι ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ ὅλου ἔργου τοῦ ὀργανισμοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ἀπετέλει τὸ πρότυπον τοῦ ὀργανισμοῦ ὅλων τῶν Ὑπουργείων. Διὰ τοῦτο, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀνενδότως ἐπιμένῃ, βεβαίως ἐπειδή, ἐπαναλαμβάνω, εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, δὲν θὰ ἀρνηθῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν συμβολήν μου. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν τόσον ταχεῖαν ψήφισιν ἑνὸς τόσον μεγάλης σημασίας νομοσχεδίου.
§16Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Πότε ἐπέρασεν ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν;
§17Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς τὸ βράδυ. Ἐπέρασεν, εἶναι τρόπος τοῦ λέγειν, διότι συνεζητήθη κατὰ ἕνα τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπέτρεψε νὰ ἀντιληφθῶμεν τί ἐγίνετο εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν πλὴν τοῦ ἄρθρου 1, τὸ ὁποῖον, ὑπὸ τὴν δεξιὰν διεύθυνσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἀχαΐας, συνεζητήθη, πράγματι, ἐν πάσῃ ἀνέσει.
§18Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἡ ἔκθεσις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐτυπώθη;
§19Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διενεμήθη χθὲς τὸ βράδυ.
§21Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς τὸ βράδυ ἐγραφομηχανήθη ἐπειγόντως καὶ μᾶς ἐδόθησαν γραφομηχανημένα ἀντίγραφα.
§22Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐκ τῆς ἀφορμῆς αὐτῆς νὰ παρατηρήσω, ὅτι μὲ κάποιαν περισσοτέραν τάξιν θὰ ἔπρεπε νὰ γίνωνται αἱ διανομαὶ τῶν ἐκθέσεων τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν, διὰ νὰ δυνάμεθα νὰ τὰς μελετήσωμεν καὶ ὄχι νὰ διανέμωνται τὴν τελευταίαν στιγμήν.
§23Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι ἀπαράδεκτος, κατὰ τὰς ρητὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ καὶ κατὰ τὰς ρητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 45 τοῦ Κανονισμοῦ λέγει τὰ ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει). «Οὐδεμία πρότασις ...........». Τὸ δὲ ἄρθρον 49 τοῦ Συντάγματος, εἰς τὸ ὁποῖον παραπέμπει ὁ Κανονισμός, λέγει τὰ ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει). «Οὐδεμία πρότασις νόμου .......................». Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει δὲν ὑπάρχωσιν ὁλόκληροι αἱ τροποποιούμεναι διατάξεις ἀναγεγραμμέναι, καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει ὁ Κανονισμὸς καὶ τὸ Σύνταγμα, νομίζω ὅτι πᾶσα περαιτέρω συζήτησις εἶναι ματαία, διότι εἶναι κατὰ παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ παράβασιν τοῦ Συντάγματος καὶ εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τὸ ἀποσύρῃ ἐκ τῆς παρούσης συζητήσεως.
§24Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐταὶ εἶναι, κ. Βουλευταί, αἱ συνέπειαι τῆς σπουδῆς μὲ τὴν ὁποίαν ἀτόπως, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἡ Κυβέρνησις προσπαθεῖ νὰ εἰσαγάγῃ καὶ νὰ ψηφίσῃ ἕνα νομοσχέδιον, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἦτο διατεθειμένη ἡ Βουλὴ νὰ εἶναι ἀντίθετος ἐὰν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰσήγετο ὁλοκληρωμένον καὶ ὄχι κατὰ τρόπον ἀποδεικνύοντα ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ νὰ περικόψῃ οὐσιώδη σημεῖα καὶ κεφάλαια τοῦ ὅλου ὀργανισμοῦ καὶ νὰ τὰ φέρῃ ἐδῶ τεμαχισμένα. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Καλκάνη θὰ τὴν ἔκαμον καὶ ἐγὼ εἰς τὸ τέρμα τῆς ὁμιλίας μου, ὄχι ὅμως διὰ νὰ τὴν ἐπικαλεσθῶ ὡς ἔνστασιν ἀναβλητικήν.
§25Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἔνστασις, εἶναι ρηταὶ αἱ διατάξεις αὐταὶ καὶ ἂν ἀρχίσωμεν παραβαίνοντες τὸν Κανονισμὸν καὶ τὸ Σύνταγμα δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ σταθῇ τίποτε εἰς τὴν θέσιν του.
§26Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, μετ’ ὀλίγον ἐγὼ τελειώνω καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα ἔχετε τὸν λόγον. Ἐγώ, κ. Βουλευταί, προσωπικῶς, δὲν θὰ τὴν ἐπεκαλούμην πάντως ὡς ἀναβλητικὴν ἔνστασιν. Ἀλλὰ αὐτὰ εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀτόπου σπουδῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐν τῇ σπουδῇ της νὰ τὸ περάσῃ πρὸ τῆς ἐκπνοῆς ἑνὸς 24ώρου καὶ ἴσως ὅπως ἐλέγετο πρὸ τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, ἠγνόησε καὶ αὐτὸ τὸ προφανὲς συνταγματικὸν ἐλάττωμα τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ προκαλεῖ ἀκόμη ἡ σπουδὴ αὐτὴ καὶ τὴν εὔλογον διαμαρτυρίαν τοῦ συλλόγου τῶν ὑπαλλήλων τῆς κεντρικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι, κ. Βουλευταί, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω ἐγὼ πρὸς ὑμᾶς ὅτι εἶναι τὸ καλύτερον μέρος τῆς ὑπαλληλικῆς μας ἱεραρχίας. Εἶναι ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἀκόμη καὶ ἐν τῇ συνδικαλιστικῇ των ἐκδηλώσει ἔχουσι τὴν σεμνότητα τοῦ ἤθους τοῦ ἰδεώδους δημοσίου ὑπαλλήλου καὶ συμπεριφέρονται πάντοτε ἀπέναντι τῆς ἱεραρχίας των τῆς ὑπηρεσιακῆς καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἐκδηλώσεις τῆς δημοσίας ζωῆς κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος πράγματι εἶναι ἀξιέπαινος. Αὐτοὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι φθάνουν εἰς τὸ σημεῖον νὰ διακηρύσσουν εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων «Ὅτι διεπίστωσαν ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι καθαρῶς προσωπικοῦ χαρακτῆρος........ (Ἀναγινώσκει)............».
§27Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριε συνάδελφε, αὐτὴ εἶναι ἔγγραφος ἀναφορὰ τῶν ὑπαλλήλων;
§28Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ συλλόγου τῶν ὑπαλλήλων τῆς Κεντρικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς τὴν Βουλήν.
§29Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Πότε διενεμήθη;
§30Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον.
§31Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Τότε πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ἔνστασιν τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς συζητήσεως.
§32Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. «Καὶ πεπεισμένοι......... (Ἀναγινώσκει).........».
§33Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Αὐτοί, λοιπόν, οἱ ὑπάλληλοι ἀπευθύνονται πρὸς τὴν Βουλήν. Ὑπάλληλοι εἶναι αὐτοί; Ἀποδοκιμάζουν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν οἱ ὑπάλληλοι αὐτοί.
§34Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δικαιολογῶ τὴν πρᾶξιν των, λέγω ὅτι ἡ σπουδὴ τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξε τοσούτῳ μᾶλλον ἄτοπος, ὥστε ὡδήγησε καὶ τοὺς ὑπαλλήλους τούτους, ἐν τῇ ἀπογνώσει των ἴσως, εἰς τὸ νὰ ἀναγκασθοῦν νὰ ἀπευθυνθοῦν εὐθέως εἰς τὴν Βουλήν, ἐνῷ ἴσως δὲν θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ τὸ πράξουν. Εἶπον δὲ καὶ τονίζω ὅτι πρόκειται περὶ ὑπαλλήλων τῶν ὁποίων ἡ ἱκανότης, σεμνότης ἡ ὑπηρεσιακή, τὸ ἦθος καὶ ἡ ἀπόδοσις, ὁ σεβασμὸς ἔναντι παντός, ὅτι ἀποτελεῖ ἄξιον νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸν τόπον αὐτόν, εἶναι κάτι ποὺ δὲν δύναται νὰ τεθῇ ὑπὸ οὐδεμίαν ἀμφισβήτησιν.
§35Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Τοὺς χαρακτηρίζει τὸ ἔγγραφον.
§36Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ μεταφέρω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀποτελεῖ ὑποχρέωσίν μου, νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν ὅτι οἱ ὑπάλληλοι οἱ ὁποῖοι διαμαρτύρονται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἶναι ὑπάλληλοι ἐξαιρέτου ἤθους καὶ οἱ ὁποῖοι ὅμως ἐξηγέρθησαν ἀπὸ τὴν ἄτοπον σπουδὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐσκέφθησαν νὰ μᾶς ἀποστείλουν ἕνα ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ λαμβάνει ὑπ’ ὄψει της ἢ ὄχι. Τὸ λέγω αὐτὸ διὰ νὰ εἴπω διὰ χιλιοστὴν φοράν, ὅτι δὲν δικαιολογῶ εἰς τὴν συνείδησίν μου τὴν σπουδὴν μετὰ τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ νὰ ψηφίσῃ ἕνα τμῆμα τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ διὰ νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον καὶ ἰδιαιτέρως φίλτατόν μου Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ θελήσῃ νὰ σκεφθῇ, ὅτι θὰ εἶναι πρὸς ἰδιαιτέραν του τιμὴν ἐὰν προσπαθήσῃ προωθῶν τὰς ἐργασίας καθ’ ὃ ἔχει δικαίωμα ἐκ τῆς ἰδιότητός του ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν προωθῶν τὰς ἐργασίας τῆς μικτῆς Ἑλληνοαμερικανικῆς Ἐπιτροπῆς νὰ ἐπισπεύσῃ τὸ τέρμα καὶ νὰ ἐμφανίσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁλόκληρον τὸν ὀργανισμὸν εἰς τὸν ὁποῖον ἡ ἑνοποίησις τὴν ὁποίαν ζητεῖ τῶν δύο φορολογιῶν, κατὰ τὴν ἰδικήν μου κρίσιν, ὄχι μόνον θὰ ἐπικροτηθῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἀλλὰ θὰ θεωρηθῇ πράγματι ὡς μία ἀποκατάστασις ἐπιστημονικῶς ὀρθὴ καὶ ἐπιβεβλημένη.
§37Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμός. Δὲν δύναται νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις. Εἶναι ρητὴ ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ. Ὁ Κανονισμὸς λέγει ὅτι ὀφείλετε νὰ τὸν ἐφαρμόσητε. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις; Κατὰ τίνα τρόπον;
§38Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἄς δοθῇ μία ἑρμηνεία ἐπὶ τοῦ θέματος.
§39Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν προκειμένῳ νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμός. Εἶναι τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Κανονισμοῦ, § 2, τὸ ὁποῖον λέγει: «Οὐδεμία πρότασις ἀναγράφεται ....... (ἀναγινώσκει).........». Ἐξαιτοῦμαι, λοιπόν, παρ’ ὑμῶν νὰ ἐφαρμόσητε τὴν διάταξιν αὐτὴν τὴν τόσον ρητὴν καὶ ἡ ὁποία ἐκφράζει ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν εἰς σᾶς προσωπικῶς.
§40Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ (Ὑπουρ. Οἰκονομικῶν). Ἐδῶ εἶναι ἕνας κανὼν δικαίου, ὁ ὁποῖος θεσπίζει ὡρισμένας νομοθετικὰς διατάξεις· δὲν τροποποιεῖται οὐδὲν ἄρθρον.
§41Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, δὲν ἀναγράφονται αἱ τροποποιούμεναι καὶ καταργούμεναι διατάξεις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις. Εἶναι ρητὴ ἡ διάταξις. Δώσατε μίαν λύσιν.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν χρειάζεται. Ἔτσι ἐμφανίζονται ὅλα τὰ νομοσχέδια.
§43Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Εἶναι ρητή, ἐπαναλαμβάνω, ἡ διάταξις αὐτή.
§44Π. ΜΠΕΡΤΣΕΚΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἐκρίθη ἐν τῷ συνόλῳ του καὶ εἰς τὰς λεπτομερείας του ἄρτιον. Ἄλλο, ἐὰν μᾶς ἀρέσῃ νὰ λέγωμεν τοιαῦτα πράγματα, ὅταν εἶναι ἀναγκαία ἡ ταχεῖα ἐπιψήφισίς του.
§45Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐφ’ ὅσον γεννᾶται αὐτὸ τὸ θέμα, θὰ παρακαλέσω, κ. Πρόεδρε, ὅπως τοὐλάχιστον τηροῦνται αὐτὰ τὰ πράγματα μελλοντικῶς. Τὸ Προεδρεῖον θὰ πρέπῃ νὰ φροντίσῃ, ὥστε νὰ τηρῆται ὁ Κανονισμὸς καὶ τὸ Σύνταγμα.
§46Ε. ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐδῶ καλούμεθα νὰ τροποποιήσωμεν ὡρισμένας διατάξεις καὶ νὰ καταργήσωμεν ἄλλας, τὰς ὁποίας δὲν γνωρίζομεν. Πῶς θὰ ψηφίσωμεν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει;
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ διαβάσετε τὸν νόμον. Ὁ κ. Λαμπρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§48Α. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί. Ὁμολογῶ εἰλικρινῶς, ὅτι εἰς τὸ βῆμα μὲ φέρει ἡ μακρὰ ἀγόρευσις τοῦ προλαλήσαντος ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἠλείας. Δὲν προτίθεμαι νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν. Ἁπλῶς ἐπιθυμῶ, στηριζόμενος εἰς κάποιαν πεῖραν, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐπὶ τῶν ζητημάτων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ διαφωτίσω τὴν Βουλὴν δι’ ὀλίγων λέξεων. Τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον δὲν ἔχει τὴν ἀξίωσιν Ὀργανισμοῦ, οὔτε εἰσάγει θεμελιώδεις διατάξεις, οὔτε ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ ἀλλοιώσῃ καὶ νὰ μεταβάλῃ ἄρδην τὴν ὅλην οἰκονομίαν τῶν διατάξεων τοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἔχει καὶ ἐφαρμόζεται σήμερον. Τὸ ὑπὸ κρίσιν Νομοσχέδιον ἔχει ταύτην τὴν ἔννοιαν: Ὅτι σήμερον, ὑπὸ τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους τελεῖ ἡ ὑπηρεσιακὴ ἱεραρχία τοῦ Ὑπουργείου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον, διότι, ὡς γνωρίζετε, μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τὰς Γενικὰς Διευθύνσεις δύο Συμβούλων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, οἵτινες δυνάμει εἰδικῶν διατάξεων εἶχον ἀποσπασθῆ καὶ διηύθυνον τὰς Γενικὰς Διευθύνσεις τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων καὶ οἱ ὁποῖοι ἀνεκλήθησαν εἰς τὰς ὀργανικάς των θέσεις, ἀπέμεινεν εἷς μόνον Γενικὸς Διευθυντής, ὁ ὁποῖος, σύμφωνα μὲ τὰς κειμένας διατάξεις, δὲν δύναται νὰ διευθύνῃ ὅλας τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, διότι τὰ δικαιώματά του περιορίζονται μόνον εἰς τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν, τῆς ὁποίας προΐσταται. Ἀλλὰ ἡ ἀνάκλησις τῶν ἀπεσπασμένων διὰ τὴν ἄσκησιν καθηκόντων Γενικῶν Διευθυντῶν ἔφερεν ἐπὶ τάπητος τὸ ζήτημα: Εἷς Γενικὸς Διευθυντὴς ἢ πλείονες; Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐκηρύχθη ὑπὲρ τῆς μιᾶς Γενικῆς Διευθύνσεως. Πρὸς τὴν γνώμην ταύτην τάσσομαι ἀνεπιφυλάκτως. Ἡ μακρά μου, ἄλλως τε, ὑπηρεσιακή μου πεῖρα μοῦ ἔχει δημιουργήσει συνείδησιν περὶ τούτου. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει τὸν περιορισμὸν τῶν Γενικῶν Διευθύνσεων ἀπὸ τριῶν εἰς μίαν. Ἡ ἐξασφάλισις δηλονότι τῆς ἑνιαίας διευθύνσεως τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ συντονισμὸς τῶν κατευθύνσεων τῶν σημαντικῶν ἁρμοδιοτήτων τοῦ Ὑπουργείου τούτου. Αὐτὴ καὶ μόνη εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, ἡ ὁποία ἔχει σημασίαν, διότι εἰσάγει τὸν θεσμὸν τῆς ἑνιαίας διευθύνσεως τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου, καταργουμένης τῆς σήμερον ὑφισταμένης καταστάσεως, τῆς διαιρέσεως, δηλαδή, τοῦ Ὑπουργείου εἰς πλείονας Γενικὰς Διευθύνσεις. Αἱ λοιπαὶ αὐτοῦ διατάξεις στεροῦνται πάσης οἱασδήποτε σημασίας, διότι ἀφοροῦν τὴν συγκρότησιν καὶ τὴν λειτουργίαν τῶν ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων τοῦ Ὑπουργείου. Τέλος, μετὰ τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου, τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη ὁ ἁρμόδιος κ. Ὑπουργός, τὸ νομοσχέδιον ἐμφανίζεται ὡς ἀπολύτως ὑπηρεσιακόν. Ὅσα ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἠλείας συνάδελφος, περὶ τῆς ἀμέσου καὶ ἐμμέσου φορολογίας, τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῶν φόρων εἰς ἀμέσους καὶ ἐμμέσους κλπ., μὲ εὑρίσκουν σχεδὸν σύμφωνον καὶ ἀπὸ ἀπόψεως θεωρίας καὶ ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας. Ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον διαφωνῶ μὲ τὸν κ. Στεφανόπουλον, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῆς περιουσίας τοῦ Κράτους, τῆς ὁποίας τὴν διατήρησιν θεωρεῖ ἀναγκαίαν. Ἡ περιουσία τοῦ Κράτους, ὅπως εὑρίσκεται σήμερον καὶ ὅπως διοικεῖται ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα ἢ καὶ τὰς Ὑπηρεσίας τὰς περιφερειακάς, δὲν ἔχει τὸ ἀντικείμενον καὶ τὸ περιεχόμενον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἐδικαιολόγει, κατὰ τὴν προσωπικήν μου γνώμην, τὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὕπαρξιν ἰδίας Γενικῆς Διευθύνσεως. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ ἐπετελεῖτο ἡ ἀνάλογος καὶ ἡ ἐνδεικνυομένη συγκέντρωσις καὶ κατάταξις τῶν στοιχείων τῆς Κρατικῆς περιουσίας, ὥστε νὰ δικαιολογηθῇ ἡ δημιουργία ἀναλόγου Ὑπηρεσίας. Ἄς ἐλπίσωμεν, ὅτι κάποτε θὰ γίνῃ καὶ τοῦτο. Ἀλλὰ ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας οὐδεμία ἀνάγκη δικαιολογεῖ ξεχωριστὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Κατὰ συνέπειαν τὸ ζήτημα τῆς μοναδικῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ὁποία θὰ συντονίσῃ τὰς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, κατὰ τὴν προσωπικήν μου γνώμην, ὑφίσταται πάντοτε, κύριοι Βουλευταί, καὶ ὡς ἐκ τούτου χαίρω ἰδιαιτέρως, διότι σήμερον εὑρίσκομαι εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ διατυπώσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἄποψιν ταύτην. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια καὶ ἡ σημασία τοῦ Νομοσχεδίου καί, ὑποθέτω, ὅτι καὶ ὑπηρεσιακὸν εἶναι καί, ἂν ψηφισθῇ κατεπειγόντως, δὲν ἔχει νὰ ζημιώσῃ τίποτε—οὔτε τὴν γενικὴν ἐργασίαν, τὴν ἀφορῶσαν τὸν Ὀργανισμὸν τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν, οὔτε ἄλλην λειτουργίαν αὐτοῦ. Συνεπῶς, αἱ ἀπόψεις τοῦ κ. Στεφανοπούλου, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὀρθώταται ἀπὸ τῆς θεμελιώδους ἀπόψεως καὶ σημασίας, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς τὸν Ὀργανισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἐπηρεάζουν τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον, ἀφοῦ τὸ ζήτημα τοῦ Ὀργανισμοῦ θὰ ἀπασχολήσῃ—καὶ πρέπει νὰ ἀπασχολήσῃ—τὴν Βουλὴν ἐν καιρῷ.
§49Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἐπειδή, κ. συνάδελφε, ἠξεύρω τὴν πεῖραν σας τὴν ὑπαλληλικὴν τὴν μακράν, σᾶς ἐρωτῶ: ἐλάβατε γνῶσιν τοῦ ἐγγράφου τοῦ Συλλόγου τῶν Ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν;
§50Α. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§51Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Διότι, θὰ σᾶς ἠρώτων, ἐὰν ἐλάβατε γνῶσιν αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον εἶναι αὐστηροτάτου περιεχομένου καὶ ἂν γνωρίζητε καὶ τὰς ὑπογραφὰς τῶν ὑπαλλήλων ποὺ τὸ ὑπογράφουν, πῶς δικαιολογοῦνται αὐτά, τὰ ὁποῖα μᾶς λέγετε καὶ διὰ τὰ ὁποῖα συνιστᾶτε τὴν ταχεῖαν ψήφισιν τοῦ Νομοσχεδίου καὶ ἐκφράζετε καὶ τὴν χαράν σας μάλιστα, διότι, ἐπὶ τέλους, εὑρέθη Ὑπουργὸς νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν ἑνοποίησιν τῶν Ὑπηρεσιῶν, πῶς συμβιβάζονται αὐτὰ μὲ τὸ περιεχόμενον τοῦ ἐγγράφου τῶν ὑπαλλήλων; Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, κ. Λαμπρόπουλε καὶ κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ὅτι εἶμαι κατὰ πάσης συνδικαλιστικῆς ἐκδηλώσεως τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων, καὶ μάλιστα, δὲν ἀναγνωρίζω εἰς τοὺς Δημοσίους Ὑπαλλήλους, ὅτι ἔχουν τὸ συνδικαλιστικὸν αὐτὸ δικαίωμα, διότι τὸ σχετικὸν ἄρθρον, τὸ 11, τοῦ Συντάγματος δὲν τοὺς δίδει αὐτὸ τὸ δικαίωμα. Ἀλλά, παρὰ ταῦτα, βλέπω ἐδῶ ἓν ἔγγραφον βιαιοτάτου περιεχομένου, εἰς τὸ ὁποῖον τί λέγουν οἱ ὑπάλληλοι; Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον κατὰ τόσον ἐπείγοντα τρόπον ἔρχεται ἐνώπιον ἡμῶν, τοῦ ὁποίου ζητεῖτε τὴν ἐπιψήφισιν καὶ διὰ τοῦ ὁποίου παραβιάζεται καὶ ὁ Κανονισμὸς καὶ τὸ Σύνταγμα. Ἐρωτῶ, λοιπόν, σᾶς, κ. Λαμπρόπουλε, ποὺ ἠξεύρω καὶ τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν εὐσυνειδησίαν σας. Θέλω, πρῶτα, νὰ διαβάσητε αὐτὸ τὸ ἔγγραφον, νὰ ἴδητε τὰς ὑπογραφὰς καὶ νὰ μοῦ εἴπητε, ἐὰν ἐμμένετε εἰς ἐκεῖνα ποὺ εἴπατε προηγουμένως.
§52Α. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς γνώμας μου, κ. συνάδελφε, καθ’ ὅλον τὸν δημόσιον βίον μου, δὲν κατώρθωσε νὰ μετατρέψῃ καμμία ἀντίθετος γνώμη καὶ καμμία δύναμις ἀπὸ ὁπουδήποτε καὶ ἀπὸ οἱονδήποτε καὶ ἂν προήρχετο. Ἐννοῶ τὰς γνώμας μου, αἵτινες εἶναι ἀπόρροια συνειδήσεως. Αὐτὸ ἐλπίζω νὰ εἶναι γνωστόν. Ἑπομένως, ἡ προσωπική μου γνώμη, ἡ ὁποία δὲν εἶναι μόνον ἀπόρροια συνειδήσεως ἀλλὰ καὶ μακρᾶς πείρας, ἠμπορεῖ νὰ εἶναι μοναδικὴ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἴσως καὶ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Σώματος ἀντίθετος, ἐγὼ ὅμως ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ τὴν διατυπώσω μὲ ὅλην μου τὴν εἰλικρίνειαν. Καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου πιστεύω, ὅτι ἡ μοναδικὴ Γενικὴ Διεύθυνσις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἀνάγκη οὐσιαστικὴ καὶ ὑπηρεσιακή. Ἐὰν τοῦτο εἶναι πιθανῶς ἀντίθετον πρὸς τὰς ἀπόψεις ὡρισμένων ὑπαλλήλων, αὐτὸ δὲν τὸ ἐξήτασα. Ὄχι διότι δὲν σέβομαι τὰς γνώμας των, ἢ διότι ἀρνοῦμαι νὰ τὰς συζητήσω (εἶναι γνωστή, ἄλλως τε, ἡ στοργή μου πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους καὶ ἰδιαιτέρως πρὸς τοὺς παλαιούς μου συναδέλφους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν), ἀλλὰ διότι πιστεύω εἰς τὸν θεσμὸν τῆς ἑνιαίας κατευθύνσεως.
§53Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Μὰ ἐδιαβάσατε τὸ ἔγγραφον;
§54Α. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§55Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δὲν λειτουργεῖ τώρα, ἀλλὰ λειτουργεῖ ἐπὶ τόσα ἔτη. Ἑπομένως, δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ ἓν εἰκοσιτετράωρον νὰ σταματήσῃ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
§56ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Παραδόξως, δὲν ἐμοιράσθη αὐτὸ τὸ ἔγγραφον τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐδῶ. Τὸ ἔχει μόνον ἡ πτέρυξ ἐκείνη.
§57Α. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ σᾶς εἶπα τὴν γνώμην μου διὰ τὸ Νομοσχέδιον αὐτό, τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζω ὡς ὑπηρεσιακόν.
§58Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἡ Διεύθυνσις τῶν Δημοσίων Κτημάτων καὶ ἡ ὑπηρεσία αὐτῆς εἶναι σοβαρωτάτη, ὁ δὲ διευθύνων τὰ δημόσια κτήματα ἔχει τὴν σπουδαιοτέραν ὑπηρεσίαν.
§59Α. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αἱ Γενικαὶ Διευθύνσεις τῶν ἀμέσων φόρων καὶ τῶν ἐμμέσων φόρων εἶναι σπουδαιόταται. Ἡ τριχοτόμησις ὅμως αὐτὴ μὲ εὗρεν ἀπὸ τότε ἀντίθετον. Ἐγὼ δὲν ἤμην τότε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ πάντως ὑπηρέτησα ἐπὶ 31 συναπτὰ ἔτη καὶ ἔχω προσφέρει κάτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὥστε νὰ δικαιοῦμαι νὰ εἴπω τὴν γνώμην του εἰς τὴν Βουλήν, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, βεβαίως, τῆς διαφωτίσεως αὐτῆς.
§60Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπαντήσατέ μου, σᾶς παρακαλῶ, εἰς τὸ ζήτημα ποὺ ἔθιξα.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀπήντησα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.
§62ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Παρήλθε τὸ εἰκοσιτετράωρον, κ. Πρόεδρε, ἀπὸ χθὲς ποὺ ἐδόθη τὸ Νομοσχέδιον μέχρι σήμερον, ὅπως λέγει τὸ Σύνταγμα.
§63Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι πρέπει αἱ τροποποιούμεναι διατάξεις νὰ ἀναγράφωνται.
§64ΣΤ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Τὸ Νομοσχέδιον δὲν τροποποιεῖ τὸν προηγούμενον Νόμον, ἀλλὰ τὸν καταργεῖ ὁλόκληρον. Συνεπῶς, δὲν ὑπάρχει περίπτωσις ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως αὐτῆς.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀθ. Ἀντωνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§66ΑΘ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀξιότιμε κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐγκαινιάζετε μίαν οὐχὶ ὀρθὴν ἀρχήν, διότι ἐμφανίζετε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἕνα Νομοσχέδιον σοβαρωτάτου περιεχομένου καὶ οὐσιαστικοῦ περιεχομένου, τὸ ὁποῖον διενείματε τὴν τελευταίαν στιγμὴν καὶ τὸ παρουσιάζετε ὡς ὑπηρεσιακόν. Τὸ Νομοσχέδιον, κ. Ὑπουργέ, δὲν εἶναι ὑπηρεσιακόν. Τὸ Νομοσχέδιον εἶναι ἄκρως σοβαρὸν καὶ οὐσιαστικόν, διότι προβλέπει τὴν ὀργάνωσιν μιᾶς ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ Κράτος, προβλέπει τὴν ὀργάνωσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν εἶναι, λοιπόν, δυνατὸν τοιαῦτα νομοσχέδια οὐσιαστικοῦ περιεχομένου νὰ ἐμφανίζωνται ἐν πάσῃ σπουδῇ ὑπὸ τὸν τίτλον ὑπηρεσιακῶν νομοσχεδίων. Πολὺ καλῶς γνωρίζετε, ὅτι μία καλὴ ὀργάνωσις οἱασδήποτε ὑπηρεσίας, πολὺ περισσότερον τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, μία, λέγω, καλὴ ὀργάνωσις θὰ φέρῃ σοβαρὰ καὶ καλὰ ἀποτελέσματα, ἐνῷ μία βεβιασμένη ὀργάνωσις θὰ φέρῃ οὐχὶ εὐχάριστα ἀποτελέσματα. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Λαμπρόπουλος ὡμίλησε περὶ μιᾶς τροπολογίας, ἡ ὁποία σκοπὸν ἔχει νὰ θεραπεύσῃ μίαν ἀνάγκην. Κύριε συνάδελφε, δὲν θὰ ἀπαντήσω, διότι ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ Νομοσχεδίου, ἡ ὁποία ὁμιλεῖ ἐμπεριστατωμένως περὶ τοῦ τρόπου τῆς ὀργανώσεως καὶ περὶ τῆς ὀργανώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ αἰτιολογικὴ αὐτὴ ἔκθεσις σᾶς διαψεύδει, διότι ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις ὁμιλεῖ κατὰ ποῖον τρόπον εἶναι ἐπιβλαβεῖς αἱ τρεῖς Γενικαὶ Διευθύνσεις καὶ ὅτι ἐπιβάλλεται διὰ σοβαροὺς λόγους, διὰ τὴν ἑνότητα δῆθεν, ἐπιβάλλεται μία Γενικὴ Διεύθυνσις. Βλέπετε, λοιπόν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ μιᾶς προχείρου λύσεως ἑνὸς ζητήματος, ἀλλὰ πρόκειται περὶ θεσπίσεως οὐσιαστικῶν διατάξεων. Κύριοι, ἐπειδὴ εἶμαι ὁ μόνος διαφωνήσας ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ σχετικῶς μὲ τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω τὴν γνώμην μου διὰ τὸ ζήτημα αὐτό. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἀνέκαθεν, ἀφ’ ἧς συνεστήθη, διῳκεῖτο ἀπὸ τρεῖς ἀνωτάτους λειτουργούς, ἀπὸ τρεῖς διευθύνσεις, ἀπὸ τρεῖς διευθυντάς, ἀνέκαθεν. Ἀπὸ τὸν διευθυντὴν τῶν ἀμέσων φόρων, ἀπὸ τὸν διευθυντὴν τῶν ἐμμέσων φόρων καὶ μονοπωλίων καὶ ἀπὸ τὸν διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ἦσαν οἱ τρεῖς ἱεράρχαι ἐν τῇ διοικητικῇ διακονίᾳ. Ἡ κατάστασις αὐτὴ ὑπῆρχε τότε καὶ μάλιστα ὅταν οἱ ἄμεσοι φόροι ἦσαν μόνον ἑπτά.
§67Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Κύριε Συνάδελφε, ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ ὑπηρέτησα τότε, δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ ποὺ λέγετε, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε τρεῖς διευθύνσεις. Εἶχε δύο διευθύνσεις, τὴν διεύθυνσιν τῶν ἀμέσων φόρων καὶ τὴν διεύθυνσιν τῶν ἐμμέσων φόρων καὶ εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν ἐμμέσων φόρων ὑπήγοντο καὶ τὰ μονοπώλια.
§68ΑΘ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Συνάδελφε, λησμονεῖτε καὶ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου.
§69Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Σεῖς εἴπατε διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§70ΑΘ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νοεῖται ἐν τῇ ὁλότητί του, ἑπομένως, ὡς εἶπον, δύο διευθύνσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ τρίτη τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Αὐτό, κύριοι, ἐξηκολούθησε μέχρι τῆς Τετάρτης Αὐγούστου. Ἐπὶ δικτατορίας ἐνεφανίσθη διὰ πρώτην φορὰν ὁ θεσμὸς τοῦ γενικοῦ διευθυντοῦ καὶ ἐφηρμόσθη ἐν τῷ προσώπῳ τότε τοῦ κ. Σμπαρούνη. Ἡ κατάστασις αὐτὴ διήρκεσε καθ’ ὅλον τὸ διάστημα μέχρι καὶ τῆς Κυβερνήσεως Βαρβαρέσσου, ὅτε ὁ κ. Σμπαρούνης ἀπεχώρησε τῆς ὑπηρεσίας καὶ διωρίσθη ἕτερος γενικὸς διευθυντής. Μετὰ ταῦτα ὅμως, ὅταν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ Κυβερνήσεως τοῦ κ. Κανελλοπούλου ἦτο ὁ κ. Πεσματζόγλου, εἶχεν ἀμέσως ἑτοιμάσει νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου κατηργεῖτο ἡ μία γενικὴ διεύθυνσις καὶ ἐδημιουργοῦντο αἱ τρεῖς γενικαὶ διευθύνσεις, ἀλλὰ δὲν ἐπρόλαβε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ ψηφισθῇ, διότι ἦλθεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀειμνήστου Σοφούλη, ἡ ὁποία ἐπανέφερε πάλιν τὸν θεσμὸν τῆς μιᾶς γενικῆς διευθύνσεως. Κύριοι, ὁ φόρτος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι πολυσχιδής. Χρειάζεται καταμερισμὸς τῶν ἔργων. Εἶμαι ἀντίθετος μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Στεφανόπουλον, τὸν προλαλήσαντα σχετικῶς μὲ τὴν ἑνότητα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ ἑνότης, κύριοι, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ, διότι εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον πρέπει ἕνας νὰ εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος νὰ κανονίζῃ τὰς δαπάνας, διότι ἐὰν εἶναι πολλοί, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ κανονίζουν τὰς δαπάνας, τότε θὰ δημιουργήσωμεν μίαν κατάστασιν ἔκρυθμον, ἡ ὁποία δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς δώσῃ τὴν ἀκριβῆ εἰκόνα τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀνέκαθεν ἡ γενικὴ διεύθυνσις τοῦ Δημοσίου Λογιστικοῦ εἶχεν ἕνα γενικὸν διευθυντήν, διότι ἐκεῖ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἑνότης, καίτοι ὁ φόρτος τῆς ἐργασίας καὶ ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ ὑπάρχει ἀπὸ πολλοῦ ἐπεβλήθη καὶ τελευταίως ἀκόμη τοῦ νὰ ὑπάρχουν δύο ἀναπληρωταὶ τοῦ γενικοῦ διευθυντοῦ, δηλαδὴ μόνον κατ’ οὐσίαν δύο ἕτεροι γενικοὶ διευθυνταί. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Λέγετε ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἑνότης ἐν τῇ φορολογίᾳ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τί σημαίνει ἡ λέξις ἑνότης ἐν τῇ φορολογίᾳ. Κύριοι, ἐν τῇ φορολογίᾳ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ συντονισμός. Τὰ φορολογικὰ ζητήματα, λόγῳ τῶν πολλῶν προβλημάτων τὰ ὁποῖα περιέχουν, εἶναι πολλά. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετάζωνται ἀπὸ ἕνα μόνον. Τὰ φορολογικὰ θέματα, ἀνεξαρτήτως ἐὰν εἶναι τῆς ἐμμέσου φορολογίας ἢ τῆς ἀμέσου φορολογίας, εἶναι πολυσχιδῆ καὶ πολύπλοκα. Χρειάζεται, λοιπόν, καταμερισμὸς τῶν ἔργων. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ συντονίσῃ τὴν φορολογίαν θὰ εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος θὰ ἐφαρμόσῃ τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὅταν ἤλθαμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, λόγῳ τοῦ μεγάλου φόρτου τῆς ἐργασίας, ἐθεωρήσαμεν ὑποχρέωσίν μας νὰ δημιουργήσωμεν τὴν τριχοτόμησιν τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως Φορολογίας. Ὑπάρχει, βέβαια, μία δυσκολία εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν φόρων εἰς ἀμέσους καὶ ἐμμέσους, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔχει μεγάλην σημασίαν. Τὰ μεταπολεμικὰ προγράμματα εἶναι πολύπλοκα καὶ χρειάζονται πολλὰ πρόσωπα. Ἡ τριχοτόμησις τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως ἐλειτούργησεν ἄριστα καὶ ἐπέτυχεν, διότι παρελάβαμεν μίαν φορολογίαν τοῦ κ. Βαρβαρέσσου καὶ ἐδημιουργήσαμεν φορολογικὰ στοιχεῖα κατάλληλα καὶ ὑπαλλήλους ἀξίους καὶ κατελήξαμεν οὕτω εἰς τὴν φορολογίαν τῆς καθαρᾶς προσόδου καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἐπαγγελματικῶν βιβλίων, τὰ ὁποῖα τόσον ἐστοίχισαν εἰς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα καὶ τὰ ὁποῖα τόσον ὠφέλησαν πρῶτον τοὺς καλοὺς φορολογουμένους καὶ τὰ δημόσια οἰκονομικά, διότι ἂν ὑπῆρχον ἔκτοτε τὰ βιβλία αὐτὰ δὲν θὰ ἐπεβάλλοντο αὐθαίρετοι φορολογίαι κλπ.
§71Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας τὴν λεπτομερῆ ἐγκύκλιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ὁποία ἐστάλη καὶ δίδει ἀπολύτως δίκαιον;
§72ΑΘ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, κ. Πρόεδρε. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισαν τὴν χρησιμότητα τῶν βιβλίων.
§73Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ λέγω αὐτὸ καὶ ἐλπίζω νὰ τὸ ξεύρῃ καὶ ἡ Βουλή, διότι προεκλογικῶς ἐλέχθη ἀπὸ διαφόρους Ἀρχηγούς, ἀντιπολιτευομένους τότε, ὅτι θὰ κατήργουν τὸν σχετικὸν Νόμον, ἀλλὰ βλέπω νὰ στέλλωνται καὶ ἐγκύκλιοι ἐποικοδομητικαὶ τοῦ ἔργου.
§74ΑΘ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ λαὸς τὰ βλέπει αὐτά. Τὸ ἔργον, κύριοι, μιᾶς Κυβερνήσεως δὲν κρίνεται ἀμέσως, ἀλλὰ ἀργότερον. Καὶ ἔρχεσθε τώρα δι’ ἑνὸς νομοσχεδίου νὰ ἀνατρέψητε τὴν κατάστασιν αὐτήν, ἡ ὁποία ἀπέδωκε τεράστια ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ διανέμηται τὴν τελευταίαν στιγμὴν καὶ νὰ συζητῆται ἀμέσως, χωρὶς νὰ ὑπάρχουν αἱ σχετικαὶ προϋποθέσεις, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι μόνον ζήτημα ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων. Ἔχομεν τὴν Διεύθυνσιν τῶν Δημοσίων Κτημάτων, ἡ ὁποία καλῶς ὠργανωμένη θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποδώσῃ τεράστια ἔσοδα. Ἐπεδιώξαμεν ἡμεῖς μίαν καλλιτέραν ὀργάνωσιν τῆς Διευθύνσεως αὐτῆς, ἀλλὰ δὲν ἐγένοντο, δυστυχῶς, ἀποδεκταὶ αἱ εἰσηγήσεις μας. Ἐὰν τὰ Δημόσια κτήματα ἑνοῦντο με τὰ ἀνταλλάξιμα, θὰ ἀπετέλουν μίαν Γενικὴν Διεύθυνσιν τῶν Κτημάτων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα θὰ ἀπεκόμιζε σοβαρὰ ἔσοδα τὸ Κράτος. Ἐκτὸς τῆς Διευθύνσεως τῶν Δημοσίων Κτημάτων, ἔχομεν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ὑπὸ μεσεγγύησιν κτημάτων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ποριζώμεθα σοβαρὰ ἔσοδα. Ὅλα αὐτὰ τὰ θέματα, κύριοι Συνάδελφοι, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παρακολουθοῦνται ἀπὸ μίαν Γενικὴν Διεύθυνσιν; Εἶναι ἀδύνατον ὁ φόρτος τῆς ἐργασίας αὐτῆς νὰ ἐξυπηρετηθῇ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κύριον, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐν λόγῳ Γενικὴν Διεύθυνσιν. Ἀλλά, κύριοι, ἔχομεν πέσει καὶ εἰς μίαν ἄλλην πλάνην. Νομίζομεν ὅτι αἱ πολιτικαὶ ὑπηρεσίαι ὀργανοῦνται, ὅπως ὀργανοῦνται αἱ στρατιωτικαὶ ὑπηρεσίαι, διότι αὐτὸ διαφαίνεται ἀπὸ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ Νομοσχεδίου. Δὲν ὀργανοῦνται τὰ πολιτικὰ Ὑπουργεῖα κατὰ τρόπον στρατιωτικόν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θέσωμεν εἰς τὴν θέσιν ἑνὸς γενικοῦ γραμματέως ἕνα ὑπηρεσιακὸν ὑπάλληλον, διότι τότε θὰ δημιουργήσωμεν πολλὰ κακά. Ἔχομεν ἕνα προανάκρουσμα, τὸ προανάκρουσμα τῶν διαμαρτυριῶν τῶν ὑπαλλήλων. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποκύψῃ ὁ ὑπάλληλος εἰς ἕνα ὅμοιον ὑπάλληλον ἀνώτερον. Ὑποκύπτει εὐχαρίστως, ὅταν πρόκειται διὰ πολιτικὸν πρόσωπον, ὅπως εἶναι ὁ γενικὸς γραμματεὺς ἢ ὁ Ὑπουργός. Ἀλλὰ θὰ μαρανθῇ ὁ ζῆλος τῶν διευθυντῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄριστοι καὶ μορφωμένοι, ὅταν ἠξεύρουν, ὅτι αἰωνίως θὰ μένουν διευθυνταὶ καὶ θὰ ἔλθουν νὰ ὑποκύπτουν ἐνώπιον ἑνὸς συναδέλφου των, ὁ ὁποῖος ἔτυχεν, ἔστω καὶ διότι ἔχει ἱκανότητας, νὰ κατέχῃ τὴν ἀνωτέραν ἱεραρχίαν. Δὲν εἶναι δυνατόν, λοιπόν, νὰ ὀργανοῦνται αἱ πολιτικαὶ ὑπηρεσίαι, καθ’ ὃν τρόπον ὀργανοῦνται αἱ στρατιωτικαὶ ὑπηρεσίαι. Εἶναι δὲ ἕνα θέμα τὸ ὁποῖον ὑπέκαιε καὶ τὸν ζῆλον τῶν ὑπαλλήλων, διότι οἱ διευθυνταὶ συνηγωνίζοντο ὁ ἕνας μὲ τὸν ἄλλον, κατὰ ποῖον τρόπον θὰ καταλάβουν τὴν θέσιν τοῦ γενικοῦ διευθυντοῦ, ἐνῷ τώρα θὰ παραλύσῃ ὁ ζῆλος τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν. Δι’ αὐτό, θὰ ἰδῆτε, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ ἀναγκασθῆτε ὕστερα ἀπὸ ὀλίγας ἡμέρας νὰ ὑποβάλετε μίαν τροπολογίαν, διὰ νὰ εἰσηγηθῆτε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐφευρέθη εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, δηλαδὴ θὰ ἀναγκασθῆτε νὰ διορίσητε ἀναπληρωματικοὺς Γενικοὺς Διευθυντάς, τὸ ὁποῖον θὰ φέρῃ διπλῆν καταστροφήν, διότι αὐτοί, ἐνῷ θὰ φέρουν τὸν τίτλον τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ, δὲν θὰ ἔχουν οὐδένα ζῆλον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν. Τί σημαίνει ἑνοποίησις τῶν φορολογιῶν δὲν ἐννοῶ, διότι οἱ Ὑπουργοὶ χαράσσουν τὴν φορολογίαν, εἴτε ἔμμεσον εἴτε ἄμεσον, καὶ ὁ Ὑπουργὸς φέρει τὸ πνεῦμα τῆς ἑνοποιήσεως, μὲ τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα προσφέρουν οἱ ὑπάλληλοι. Ὅταν πρόκειται νὰ παρουσιασθῇ ὀργανισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ ποῖον λόγον βιάζεσθε καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θέλετε νὰ λάβετε ἕνα νομοθετικὸν μέτρον, τὸ ὁποῖον θὰ παρεξηγηθῇ, θὰ φανῇ ὅτι γίνεται διὰ τὴν ἀποκατάστασιν ἑνὸς προσώπου. Ἐγώ, κ. Ὑπουργέ, δὲν τὸ δέχομαι αὐτό, ἐγὼ δὲν δέχομαι ὅτι καταργεῖτε τὰς δύο διευθύνσεις καὶ τὰς συγχωνεύετε εἰς μίαν διὰ νὰ ἀποκατασταθῇ ἕνα πρόσωπον. Ἐγὼ δέχομαι, ὅτι τὰ κάμνετε αὐτὰ ἀπὸ μίαν πίστιν, τὴν ὁποίαν ἔχετε γύρω ἀπὸ τὴν καλλιτέραν ὀργάνωσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ βεβαιωθῆτε ὅτι γίνονται παρεξηγήσεις.
§75Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ (Ὑπουρ. Οἰκονομικῶν). Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι προσωπικοὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἤγαγον εἰς τὴν πρᾶξιν αὐτήν, διότι τὸ εὐκολώτερον δι’ ἐμὲ θὰ ἦτο νὰ κάμω δύο φίλους, ἀπὸ διευθυντὰς γενικοὺς διευθυντάς, ἂν δηλαδὴ μὲ ἤγαγον προσωπικοὶ λόγοι, θὰ ἠκολούθουν τὴν ὁδὸν αὐτήν. Νομίζω ὅτι εἶμαι ἐκ τῶν ἐλαχίστων Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν συνεπλήρωσαν κἂν τὸ ἰδιαίτερόν των γραφεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάρχουν ὡς μετακλητοὶ ὑπάλληλοι ἕνας τμηματάρχης, ἕνας εἰσηγητὴς καὶ ἕνας γραμματεύς. Δι’ αὐτὸ δὲν φαντάζομαι νὰ εἶναι προσωπικοὶ οἱ λόγοι, διότι τὸν διάδοχον αὐτὸν δὲν τὸν ἐγνώριζον, πρὶν ἔλθω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν τὸν ἐγνώριζον οὔτε ἐξ ὄψεως. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι αἱ ἐπιθέσεις αὐταὶ δὲν ἔχουν θέσιν.
§76ΑΘ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἐγὼ ἀποκλείω, ὅτι τὴν μεταβολὴν αὐτὴν τὴν ἐδημιουργήσατε διὰ προσωπικοὺς λόγους. Ἀλλὰ ὅπως φαίνεται ἀπὸ ἕνα ἔγγραφον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, αὐτὴ ἡ πρᾶξις θὰ δημιουργήσῃ παρεξηγήσεις.
§77Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ (Ὑπουρ. Οἰκονομικῶν). Μοῦ ἀρκεῖ νὰ μὴ μὲ παρεξηγήσῃ ἡ Βουλή. Ὅποιος ἄλλος ἂς μὲ παρεξηγήσῃ.
§78ΑΘ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τελευτῶν, σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ μελετήσητε τὸ Νομοσχέδιον αὐτό, νὰ περιμένητε τὰ πορίσματα τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἔχει συσταθῆ ἀπὸ Ἀμερικανοὺς καὶ Ἕλληνας. Καὶ τότε ἡμεῖς θὰ εἴμεθα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρῶτοι θὰ ἐπιδοκιμάσωμεν τὸ Νομοσχέδιον. Δὲν θέλω νὰ μακρυγορήσω ἐπ’ αὐτοῦ, διότι ἐὰν ἤθελον νὰ μακρυγορήσω θὰ σᾶς ἀνέφερα τὸ ἄρθρον 4, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖτε τὴν βοήθειαν καὶ λέγετε ὅτι: «................ ...... (Ἀναγινώσκει)........». Βλέπετε, λοιπόν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ Νομοσχεδίου του, διὰ τοῦ ὁποίου καταργεῖ τὰς δύο Γενικὰς Διευθύνσεις καὶ κάμνει μίαν, ἀναγνωρίζει τὴν ἀνάγκην νὰ προστρέξῃ εἰς τὰ φῶτα καὶ τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ, τὸν ὁποῖον ἀπομακρύνομεν, μολονότι εἶναι εἰδικὸς γύρω ἀπὸ τὰ δασμολογικὰ καὶ τελωνειακὰ θέματα. Βλέπετε, λοιπόν, ὅτι τὸ ἴδιον τὸ Νομοσχέδιόν σας, κ. Ὑπουργέ, βοᾷ καὶ σᾶς λέγει νὰ τὸ ἀποσύρετε, χάριν τῆς καλλιτέρας λειτουργίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Δερτιλῆς ἔχει τὸν λόγον.
§80Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, κατ’ ἀρχὴν συμφωνοῦμεν μὲ τὴν ὑπὸ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου εἰσαγομένην ἑνοποίησιν τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι ἡ ἑνοποίησις τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν θὰ βελτιώσῃ τὴν ἀπόδοσιν τοῦ Ὑπουργείου τούτου, ὄχι μόνον ὡς πρὸς τὴν εὐρυθμικωτέραν λειτουργίαν τῶν Ὑπηρεσιῶν, ἀλλ’ ἔτι περαιτέρω θὰ δημιουργήσῃ καὶ τὰς προϋποθέσεις τῆς ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου διαμορφώσεως τῆς γενικῆς φορολογικῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους. Πράγματι, ἡ μέχρι τοῦδε τριχοτόμησις τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, δηλαδὴ ἡ ὕπαρξις τριῶν Γενικῶν Διευθύνσεων, αἱ ὁποῖαι κατὰ τρόπον ἀσυντόνιστον καὶ ἀνεξάρτητον δροῦν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργήσῃ τὰς προϋποθέσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται διὰ νὰ ἀποκτήσωμεν ἕνα συγχρονισμένον φορολογικὸν σύστημα. Διότι εἶναι φυσικὸν αἱ διάφοροι αὐταὶ Γενικαὶ Διευθύνσεις νὰ ἐπιδιώκουν νὰ καταβάλουν μίαν φιλότιμον προσπάθειαν, ἐνίοτε κακῶς ἐννοουμένην, προωθήσεως τοῦ περιεχομένου τῆς ἁρμοδιότητός των καὶ ἡ προσπάθεια αὐτή, δοθέντος τοῦ πνεύματος ἀντιζηλίας, τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ συνήθως μεταξὺ τῶν ὑπηρεσιῶν, ἀποβαίνει εἰς βάρος τῆς ἀποδόσεως τοῦ φορολογικοῦ συστήματος τῆς Χώρας. Νομίζομεν, ὅτι τὸ φορολογικόν μας σύστημα χρειάζεται βασικάς, ριζικὰς μετατροπὰς καὶ δι’ αὐτὸ θὰ χρειασθῇ νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ὁποία ἔχει τὰς ἁρμοδιότητας ποὺ ἀνάγονται εἰς τὸν κύκλον τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, θὰ χρειασθῇ νὰ ὑπάρξῃ μία ἑνότης σκοποῦ. Γνωρίζομεν ὅλοι, ὅτι ἕνα φορολογικὸν σύστημα, διὰ νὰ εἶναι ἀποδοτικὸν καὶ δίκαιον, πρέπει νὰ βασίζεται κυρίως εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ εἰσοδήματος, δεύτερον εἰς τὴν φορολογίαν τῆς περιουσίας καὶ τρίτον εἰς τὴν φορολογίαν τῆς καταναλώσεως καὶ ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι τὸ ἀντίστροφον συμβαίνει ἐν Ἑλλάδι. Ἐκεῖνο πρὸς τὸ ὁποῖον διαφωνοῦμεν μὲ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἶναι τὸ σημεῖον, καθ’ ὃ διαβλέπει εἰς τὴν ἑνοποίησιν τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων, τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δὲν νομίζομεν, ὅτι ὀρθῶς ἐκτιμᾷ τὴν ἑνοποίησιν τῶν ὑπηρεσιῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Διὰ τῆς ἑνοποιήσεως δὲν πρόκειται, καθ’ ἡμᾶς τοὐλάχιστον, νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις τῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ δικαιοτέρα κατανομὴ τῶν βαρῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Αὔξησις τῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ δύναται νὰ ἐπέλθῃ μόνον, νομίζομεν, ἀπὸ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγικῆς δραστηριότητος τῆς Χώρας καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν διαμόρφωσιν τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Νομίζομεν, ὅτι τὸ φορολογικὸν βάρος εἶναι πολὺ ὑψηλὸν καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν πρόκειται ἐξ αὐτῆς τῆς αἰτίας νὰ προέλθῃ αὔξησις τῶν ἐσόδων.
§81Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Τὸ ἓν τέταρτον τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος ἀποτελεῖ ἡ φορολογία.
§82Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ ἀναμόρφωσις τῶν ὑπηρεσιῶν πρόκειται νὰ προσφέρῃ κάτι ἐξ ἴσου σπουδαῖον, τὴν δικαίαν, δηλαδή, κατανομὴν τῶν φορολογιῶν. Ταῦτα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν ἄρθρων 2 καὶ 3, με τὰ ὁποῖα εἴμεθα βασικῶς σύμφωνοι. Διαφωνοῦμεν ὅμως ριζικῶς καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον 4, διότι ἐνῷ διὰ προηγουμένου ἄρθρου ἐπέρχεται ἡ ἑνοποίησις τῶν ὑπηρεσιῶν, ἡ καθ’ ἡμᾶς ἀπαραίτητος, διὰ τοῦ ἄρθρου 4 δημιουργεῖται μία ἐμπλοκὴ ἁρμοδιοτήτων τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ καὶ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως, πρᾶγμα, καθ’ ἡμᾶς, ἐπιζήμιον, διότι ἄλλα εἶναι τὰ κριτήρια, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐκκινεῖ ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς καὶ ἄλλα τὰ κριτήρια, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐκκινεῖ ὁ Γενικὸς Διευθυντής, ἄλλη ἡ νοοτροπία, ἄλλη ἡ παράδοσις. Καὶ...
§83ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅπως θὰ ἐνθυμῆσθε, καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐλέχθη καὶ ἀπεφασίσθη νὰ εἶναι ὑπὸ τύπον προσωρινότητος διὰ νὰ καλύπτῃ τὰ κενὰ τῶν Κυβερνητικῶν κρίσεων.
§84Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ. Γνωρίζετε ὅτι ἡ προσωρινότης παίρνει συνήθως τὸν τύπον τῆς μονιμότητος. Ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας θὰ ἐπληροφορήθητε, ὅτι ἤδη εἶναι ὑπὸ διορισμὸν Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ ἐναλλαγὴ τοῦ αὐτοῦ προσώπου εἰς τὴν θέσιν τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως ἢ Γενικοῦ Διευθυντοῦ δημιουργεῖ συνθήκας, αἱ ὁποῖαι εἶναι πιθανὸν νὰ ἐπιφέρουν ἐκτροπὴν τοῦ προσώπου τούτου ἀπὸ τὴν καλῶς νοουμένην ὑπηρεσιακὴν ὁδόν. Πολὺ περισσότερον δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ διὰ τοῦ Νομοσχεδίου παρεχομένη εὐχέρεια κατατμήσεως τῆς θέσεως τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως εἰς περισσοτέρας τῆς μιᾶς Γραμματείας. Τοῦτο ἀντιβαίνει καὶ εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν βάσιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν Νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιχειρεῖται ἡ ἑνοποίησις τῆς Διοικήσεως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Πρέπει ἐπίσης νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἀπὸ παράδοσιν καὶ πολιτικὴν πρᾶξιν εἰς τὴν χώραν μας, ἡ θέσις τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως ἔχει πολιτικὸν περιεχόμενον. Ἡ θέσις τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ ἔχει ὑπηρεσιακὸν περιεχόμενον. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ συγκερασμὸς μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν ἁρμοδιοτήτων. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὴ ἡ δικαιολογία ἡ διδομένη ὡς πρὸς τὴν παράγραφον 1 τοῦ ἄρθρου 4. Εἶναι ἐπικίνδυνος, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι μεταβατικόν. Ἡ τοιαύτη ἐμπλοκὴ ἁρμοδιοτήτων Γενικοῦ Γραμματέως καὶ Γενικοῦ Διευθυντοῦ θὰ εἶναι ἐπιζημία εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῶν Ὑπηρεσιῶν. Ἐπίσης καὶ ἡ δευτέρα παράγραφος δὲν μὲ εὑρίσκει σύμφωνον, διὰ δύο λόγους: Πρῶτον, διότι δὲν φρονῶ, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ δημιουργοῦνται νόμοι μὲ ἓν εἶδος φωτογραφίας καὶ νὰ δημιουργοῦνται μονοπωλιακαὶ ἁρμοδιότητες. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι μόνον ἓν πρόσωπον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὴν ἁρμοδιότητα τὴν τόσον σοβαρὰν καὶ σπουδαίαν, νὰ μελετᾷ καὶ νὰ γνωμοδοτῇ ἐπὶ θεμάτων σχέσιν ἐχόντων πρὸς τὸ τελωνειακὸν δασμολόγιον καὶ τὰς πολυμερεῖς δασμολογικὰς συμβάσεις τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Αὐτὸ θὰ ἦτο πολὺ ἐπικίνδυνος ἀρχὴ διὰ τὸν τόπον μας, ἐὰν μόνον ἓν πρόσωπον ἦτο εἰς θέσιν νὰ λογοδοτῇ καὶ νὰ συμβουλεύεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ μάλιστα ὑπὸ μορφὴν φωτογραφιῶν νὰ τίθεται εἰδικὴ διάταξις εἰς τὸν νόμον. Αὐτὸ ἀποτελεῖ ἓν ἐπικίνδυνον πρᾶγμα. Θὰ πρέπῃ ἐπ’ αὐτῶν τῶν ἁρμοδιοτήτων νὰ ὑπάρξῃ μία εὐχέρεια ἐναλλαγῆς προσώπων. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον 4 παράγραφος 2 πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ, διότι καὶ ἐδῶ εἶναι ἔξω τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων νὰ μεταθέτωμεν ἀπὸ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, νὰ τὸν χρησιμοποιήσωμεν ἔστω καὶ ὑπὸ μεταβατικὸν χαρακτῆρα, ἀνώτερον ἢ ἀνώτατον ὑπάλληλον, διότι ἄλλη εἶναι ἡ φύσις τοῦ μέλους τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ ἄλλη ἡ φύσις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ μέλος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου εἶναι δικαστής, ὁ ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ὑπάλληλος καὶ συνεπῶς νομίζω, ὅτι δημιουργεῖται καὶ πάλιν ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου μία ἐπικίνδυνος καὶ ἐπιζημία ἐμπλοκή. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν ἔχομεν οὔτε ὑπαλλήλους οὔτε καὶ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς θεωρῶ ὅτι εἶναι συμφέρον διὰ τὸ Νομοσχέδιον νὰ ἀπαλειφθῇ ἐν τῷ συνόλῳ του τὸ ἄρθρον 4.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλλαμανῆς ἔχει τὸν λόγον.
§86ΣΤ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τὰ ὅσα ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ἀπόψε ἀνεπτύχθησαν. Θὰ ἤμην ἕτοιμος νὰ ἀποδεχθῶ τὸ πεπλανημένον τυχὸν τῆς εἰσηγήσεως, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν χθὲς νὰ κάμω πρὸς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ δὲν ἐπείσθην περὶ αὐτοῦ. Ἀπαντῶντας, νομίζω ὅτι τὸ Νομοσχέδιον εἶναι ὑπηρεσιακὸν καὶ καλῶς ἔχει κατὰ τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ. Δὲν ἐλέχθη, ὅτι αἱ καταργούμεναι δύο ἐκ τῶν τριῶν Γενικαὶ Διευθύνσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν παραμένουν κεναί, δηλαδὴ τὸ καταργούμενον Ν. Δ. τοῦ 1946 εἶχε δημιουργήσει τρεῖς Γενικὰς Διευθύνσεις ἀντὶ τῆς μιᾶς, παρ’ ὅλον δὲ ὅτι ὁ προτείνας τὸ νομοθετικὸν αὐτὸ μέτρον Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρέμεινεν ἐπὶ μίαν τετραετίαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν συνεπλήρωσε τὰς δύο Γενικὰς Διευθύνσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν διὰ τοῦ Νομοθετικοῦ ἐκείνου Διατάγματος. Σήμερον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καταργῶν τὰς δύο Γενικὰς Διευθύνσεις, δὲν ἀπομακρύνει ὑπαλλήλους κατέχοντας τὰς θέσεις αὐτάς, διότι εἶναι κεναί. Καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προεκάλεσε τὴν ἔκδοσιν τοῦ Ν. Δ. 1946 καὶ ὁ ἴδιος δὲν ἐπείσθη διὰ τὴν ὀρθότητα τοῦ μέτρου αὐτοῦ. Καὶ εἰς αὐτὸ ἤθελον νὰ πειραματισθῇ, ἐκ τοῦ ὅτι δὲ δὲν συνεπλήρωσε τὴν θέσιν ἐπὶ μίαν τετραετίαν σημαίνει ὅτι δὲν ἤθελε νὰ προβῇ εἰς τὴν τριχοτόμησιν τῶν δύο Διευθύνσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Νομίζω, ἄλλως τε, ὅτι κατὰ κανόνα πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἕνας Γενικὸς Διευθυντής, διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἡ συνισταμένη ἡ ὑπηρεσιακὴ εἰς ἕκαστον Ὑπουργεῖον, διότι εἶναι ἀνάγκη ἀδήριτος νὰ ὑπάρχῃ μία κορυφὴ ὑπηρεσιακὴ εἰς ἕκαστον Ὑπουργεῖον, ἡ ὁποία νὰ συντονίσῃ τὰς ἐνεργείας καὶ τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου, διότι αὐτὸ τὸ ἀνώτερον ὑπηρεσιακὸν ὄργανον θὰ διατηρήσῃ καὶ τὴν παράδοσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διότι οἱ Ὑπουργοὶ ἔρχονται καὶ παρέρχονται. Ἔχω δὲ καὶ ἓν ἀκόμη προηγούμενον ὅτι ἐπεχειρήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ὑγιεινῆς κατὰ τὸ 1947 κατὰ τὸν χρόνον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐξεδόθη καὶ τὸ ἤδη ὑπὸ κατάργησιν Ν. Δ., τότε ἀκριβῶς ἡ ἰδία διάσπασις τῶν γενικῶν διευθύνσεων τοῦ Ὑπουργείου Ὑγιεινῆς διὰ τῆς δημιουργίας δύο γενικῶν διευθύνσεων τῆς Ὑγιεινῆς καὶ Ἀντιλήψεως. Τὸ 1949 ἐπὶ Ὑπουργοῦ τοῦ κ. Ροδοπούλου ἐδημοσιεύθη ἀναγκαστικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος ἐπανέφερε τὸ καθεστὼς μιᾶς καὶ μόνον γενικῆς διευθύνσεως. Ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος ὅτι πῶς εἶναι δυνατὸν εἷς γενικὸς διευθυντὴς νὰ ἀντιμετωπίζῃ τὸν τεράστιον φόρτον καὶ ὄγκον τῆς ἐργασίας τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν, καθ’ ἣν στιγμὴν πάντοτε ὑπῆρχον αἱ Γενικαὶ Διευθύνσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό. Ὑπῆρχον δύο Διευθύνσεις παλαιότερον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν καὶ ὑπῆρχε καὶ μία Γενικὴ Διεύθυνσις Δημοσίου Λογιστικοῦ, ἀλλὰ ἀντὶ τῶν δύο διευθυντῶν ποὺ εἶχε παλαιότερον τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν ἔχομεν 13 καὶ ἕνα γενικὸν διευθυντὴν τὸν ὁποῖον θέλει νὰ θεσπίσῃ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Κατὰ συνέπειαν ὄχι μόνον δὲν ἔχομεν μείωσιν ἀλλὰ ἑξαπλασιασμὸν. Νομίζω ὅτι εἰς τελευταίαν ἀνάλυσιν τοῦ νομοσχεδίου τὸ θέμα ἀνάγεται εἰς τοῦτο: ὅτι εἰς ἕκαστον Ὑπουργεῖον πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία ἀνωτάτη ὑπηρεσιακὴ συνισταμένη καὶ διὰ νὰ διατηρῇ τὴν παράδοσιν καὶ πειθαρχίαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διότι ἐπὶ τέλους ἐὰν καὶ αὐτὸν τὸν θεσμὸν τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ διασπάσωμεν δὲν θὰ φθάσωμεν ποτὲ εἰς ἓν τέλος, διότι θὰ ἀναζητῶμεν καὶ πολυτέλειαν καὶ ἀνωτέρους βαθμούς. Πληροφορῶ τὴν Βουλήν, ὅτι ἐκ τῆς κειμένης Νομοθεσίας ὁ γενικὸς διευθυντὴς ἔχει δικαίωμα νὰ ἐξουσιοδοτῇ διευθυντὰς διὰ τὴν ἀναπλήρωσίν του.
§87Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Ἠξεύρετε ἐὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπάρχουν πολλοὶ γενικοὶ διευθυνταί;
§88Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Ἕνας, ὁ κ. Λιανόπουλος. Ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Στεφανόπουλος, ὅτι ἀποτελεῖ ἐξαίρεσιν ἡ ὕπαρξις ἑνὸς γενικοῦ διευθυντοῦ, ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι εἶναι ὀρθὸς ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν γενικῶν διευθυντῶν.
§89Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Πρωθυπουργοῦντος Κανελλοπούλου καὶ ὑπουργοῦντος Κασιμάτη ὁ ἕνας γενικὸς διευθυντὴς ἔγιναν 3. Πρωθυπουργοῦντος Σοφούλη καὶ ὑπουργοῦντος Μελᾶ οἱ 3 ἔγιναν 1. Ὑπουργοῦντος Χέλμη καὶ πρωθυπουργούντων Τσαλδάρη, Μαξίμου, Σοφούλη, Διομήδη ἐπανῆλθεν ἡ τριχοτόμησις.
§90Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Ἐλήφθη τὸ μέτρον τῆς τριχοτομήσεως μὲ τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα τῆς 30ῆς Αὐγούστου 1946.
§91Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Τὸ γεγονὸς ὅμως εἶναι ὅτι ἔχομεν τὸ ἴδιον θέμα τρεῖς φορές. Ἑπομένως σημαίνει ὅτι ἐδῶ ὑπάρχει κάποια ὤθησις ἐνδιαφερομένων πότε ἔτσι, πότε ἀλλοιῶς.
§92Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Ὁ θεσμὸς τῆς ἑνιαίας Γενικῆς Διευθύνσεως, ὅπως ἀναφέρθη καὶ ἀπὸ τὸν κ. Ἀντωνόπουλον, ἐδημιουργήθη τὸ πρῶτον τὸν Αὔγουστον τοῦ 1936 ὑπουργοῦντος ὑμῶν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Τάξεως.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σβῶλος ἔχει τὸν λόγον.
§94Α. ΣΒΩΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, θὰ ὁμιλήσω μόνον διὰ νὰ ἐξηγήσω διὰ ποῖον λόγον ἐκηρύχθην εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ἐκεῖνο ποὺ μὲ ὤθησε καὶ μὲ ὠθεῖ εἶναι ὅτι τὸ νομοσχέδιον καταργεῖ, ἔστω καὶ κενάς, τὰς τρεῖς Γενικὰς Διευθύνσεις τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἐπαναφέρει, ἐκεῖνο ποὺ εἶναι σωστό, τὴν μίαν καὶ μόνον Γενικὴν Διεύθυνσιν. Εὔχομαι νὰ πρόκειται περὶ μιᾶς καλῆς ἀρχῆς, ἀρχῆς, ἡ ὁποία νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς ἄλλα Ὑπουργεῖα, ὅπου ηὐξήθη καὶ ἐπληθύνθη ὁ ἀριθμὸς τῶν Γενικῶν Διευθύνσεων καὶ τῶν γενικῶν διευθυντῶν. Κύριοι συνάδελφοι, δι’ ἐμὲ καὶ δι’ οἱονδήποτε ἔχει εἴτε ἀπὸ θεωρίας, εἴτε ἀπὸ πράξεως κάποιαν ἰδέαν περὶ τοῦ πῶς πρέπει νὰ εἶναι ὠργανωμέναι αἱ κεντρικαὶ ὑπηρεσίαι, εἶναι ἀδιανόητον πρᾶγμα ἡ πληθὺς τῶν γενικῶν διευθύνσεων, ὄχι τοῦ βαθμοῦ ὁ ὁποῖος ἀπεκτήθη δι’ οἱονδήποτε λόγον, ἀλλὰ τῶν ὀργανικῶν, τῶν καθ’ ὕλην πολλαπλῶν γενικῶν διευθύνσεων ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου. Ὁ σκελετὸς τῶν κεντρικῶν ὑπηρεσιῶν πρέπει νὰ ἔχῃ ὡς βάσιν τὸ τμῆμα, ὑπὲρ τὸ τμῆμα νὰ ἔχῃ τὴν διεύθυνσιν καὶ δίπλα τὸν σοβαρώτατον κλάδον τῆς ἐπιθεωρήσεως. Καὶ ὅσοι ἔχουν περάσει ἀπὸ τὰ Ὑπουργεῖα, εἴτε ὡς ὑπάλληλοι, εἴτε ὡς Ὑπουργοὶ ἠξεύρουν τί θὰ εἰπῇ ἐπιθεωρητὴς τῶν κεντρικῶν ὑπηρεσιῶν. Ὑπεράνω τῶν Διευθύνσεων σωστὸ εἶναι καὶ χρήσιμον νὰ κορυφοῦται ἡ συνάρθρωσις ἡ ὑπηρεσιακὴ τοῦ Ὑπουργείου εἰς ἕνα ἀνώτατον λειτουργόν, τὸν ὁποῖον ὀνομάζομεν, ἐὰν θέλετε, γενικὸν διευθυντήν. Θὰ ἔλεγα ὅπως παλαιότερον συνέβαινε, νὰ εἶναι ὁ Γενικὸς Γραμματεύς, ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ θεσμὸς τοῦ γενικοῦ γραμματέως ἔχει περιπέσει εἰς θεσμὸν κομματικῆς φύσεως καὶ ἐξυπηρετήσεως, εἶναι πολιτικὸς καὶ ὄχι ὑπηρεσιακὸς θεσμός. Ἡ ὕπαρξις παραλλήλως γενικῶν διευθύνσεων ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου σημαίνει κατανομὴν ἰσότιμον ἀλλὰ καὶ ἀνεξάρτητον διὰ κάθε θέμα τῆς διοικητικῆς ὕλης τοῦ Ὑπουργείου. Καὶ ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν γενικῶν διευθύνσεων προκαλεῖ καὶ δημιουργεῖ, ὅπως τὰ μικρόβια ἀναπτύσσονται μέσα εἰς πρόσφορον ὕλην, τὸ φαινόμενον, τὸ ὁποῖον περιέγραψαν πολλοὶ τῶν κ. κ. συναδέλφων, τὴν διαμάχην, τὴν ἀντιζηλίαν, τὴν ἔλλειψιν συνεργασίας, τὴν ἀμοιβαίαν ὑπονόμευσιν μεταξὺ τῶν γενικῶν διευθυντῶν. Διότι ἁπλούστατα ὅσον περισσότερα ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου ὑπηρεσιακὰ πρόσωπα ἐργάζονται ἀνεξάρτητα ἀπ’ ἀλλήλων καὶ ἰσότιμα, μὲ μόνον προϊστάμενον τὸν Ὑπουργὸν καὶ μὲ ἀποκλειστικὴν δικαιοδοσίαν ἑκάστου εἰς ἕνα τμῆμα τῆς διοικήσεως, τόσον εὐκολώτερον ὠθεῖτε τὰ πρόσωπα αὐτὰ εἰς τὸ νὰ μὴ συνεργάζωνται καὶ νὰ μὴ ἀνέχωνται τὸ ἕνα τὸ ἄλλο. Καὶ συμβαίνει πολλὲς φορὲς διὰ λόγους συμβιβασμοῦ τῶν διαπληκτιζομένων μεταξὺ των ἢ κολακείας τῆς ὑπηρεσιακῆς φιλοτιμίας καὶ τῶν ἀξιώσεων τῶν ἀνωτάτων αὐτῶν κορυφῶν τῆς διοικητικῆς ἱεραρχίας τοῦ κέντρου καὶ διατάξεις νὰ θεσπίζωνται καὶ διατάξεις νὰ καταργοῦνται καὶ Ὑπουργοὶ νὰ λαμβάνουν θέσιν ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς ἢ ἐναντίον τοῦ ἄλλου καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς.
§95Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἐπὶ πλέον νὰ γίνεται τὸ κάθε ἕνα καπετανᾶτο.
§96Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Φρονῶ ὅτι μᾶλλον αὐτὸ ὀφείλεται εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν ἀποδοχῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ποὺ πολλὲς φορὲς εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς νὰ τοὺς ἀναβιβάσῃ λίγο παραπάνω διὰ τὸ ζήτημα τῶν ἀποδοχῶν. Ἀλλὰ τρώγοντας ἔρχεται ἡ ὄρεξις. Χωρὶς ἀμφιβολίαν ἀποτελεῖ ἀνωμαλίαν αὐτό.
§97Α. ΣΒΩΛΟΣ. Ὡς παλαιὸς ὑπάλληλος δὲν ἠμπορῶ νὰ εἴπω ὅτι πρέπει αἱ Ὑπηρεσίαι νὰ ἔχουν τὴν διάρθρωσιν τῆς ἐποχῆς τῆς ἰδικῆς μας, ὅπου ὅταν ὁ βαθμὸς τοῦ τμηματάρχου ἐδίδετο γρήγορα, ἦτο περίπου σκάνδαλον. Ἡ ἐξέλιξις τοῦ Κράτους ἐδημιούργησε καὶ νέας ἀνάγκας. Ἀλλὰ ὑπάρχει ἕνα ὅριον σεμνότητος, καὶ ὑπάρχει ἀνάγκη καὶ οἰκονομίας καὶ εὐρυθμίας. Θέλετε νὰ βάλετε ἕναν ὑπηρεσιακὸν Ὑφυπουργὸν μόνιμον ἐπὶ κεφαλῆς τῶν Διευθύνσεων; Εἶναι μία λύσις. Ἀλλὰ πρὸς Θεοῦ νὰ σταματήσῃ ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν γενικῶν διευθύνσεων καὶ τῶν ὀργανικῶν γενικῶν διευθυντῶν, ἐὰν θέλετε νὰ ἀποκατασταθῇ ἁρμονία μέσα εἰς τὰ Ὑπουργεῖα καὶ ἐὰν θέλετε νὰ ἔχετε πράγματι οὐσιαστικῶς ἐπαρκῆ διοίκησιν. Ἐν προκειμένῳ διὰ νὰ διευκολυνθῇ εἰς τὸ ἔργον του ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν δικαιούμεθα, διότι εἴμεθα Ἀντιπολίτευσις, νὰ τοῦ ἀρνηθῶμεν τὰ μέσα μιᾶς τοιαύτης ἐπαρκεστέρας ὀργανώσεως τοῦ Ὑπουργείου του ἰδίως ὅταν συμπίπτῃ μὲ μίαν ὀρθήν, κατ’ ἐμὲ ἀρχήν, ἕνεκα τῆς ὁποίας καὶ ψηφίζω ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ ἤθελον μόνον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει του μερικὰς παρατηρήσεις ποὺ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐπιφέρω εἰς τὸ σχέδιόν του εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Μὲ δύο μόνον λέξεις, διαφωνῶ εἰς τὴν ἀνάθεσιν καθηκόντων γενικοῦ γραμματέως εἰς οἱονδήποτε γενικὸν διευθυντήν. Θὰ φθείρετε ἔτσι τὸν γενικὸν διευθυντήν, ἐὰν τὸν κάμητε, ἔστω καὶ προσωρινῶς, γενικὸν γραμματέα σας. Διαφωνῶ ἀκόμη περισσότερον εἰς τὴν ἀνάθεσιν εἰς τὸν γενικὸν διευθυντὴν τὸν ἐκτελοῦντα χρέη γενικοῦ γραμματέως, καθηκόντων περιωρισμένης ἁρμοδιότητος καὶ ἐκτάσεως, δηλ. ἐπὶ τμήματος τοῦ Ὑπουργείου. Δι’ ἐμὲ εἶναι ἀσύλληπτον, διὰ νὰ μὴ τὸ χαρακτηρίσω ἀλλοιῶς, ὁ γενικὸς γραμματεὺς ἑνὸς Ὑπουργείου νὰ εἶναι γενικὸς γραμματεὺς μιᾶς ὑπηρεσίας. Ἢ εἶναι γενικὸς γραμματεύς, ἢ δὲν εἶναι. Δύνασθε νὰ μὴ πληρώσητε τὴν θέσιν τοῦ γενικοῦ γραμματέως. Ἀλλὰ ἐὰν τὴν πληρώσητε θὰ τοῦ δώσητε πλήρη τὰ δικαιώματα ποὺ ἀνήκουν εἰς τὴν θέσιν, δικαιώματα δηλ. ὑφ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργείου.
§98Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ (Ὑπουργ. Οἰκ.). Νομίζω ὅτι ἠμπορῶ νὰ συνοψίσω τὴν συζήτησιν, διότι οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες ἠρεύνησαν σχεδὸν ὅλας τὰς πλευρὰς τοῦ θέματος. Νομίζω ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ παραδεχθῶμεν ὡς ὀρθὴν λύσιν τὴν ἑνοποίησιν τῆς ἐμμέσου φορολογίας μὲ τὴν ἄμεσον, διότι νομίζω ὅτι, ὅπως ὑπενθύμισεν ὁ κ. Στεφανόπουλος, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ διάκρισις οὔτε θεωρητική, οὔτε πρακτικὴ μεταξὺ ἀμέσου καὶ ἐμμέσου φορολογίας. Ἀναμφισβητήτως τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν ἔχει πέραν τῆς ἀμέσου καὶ ἐμμέσου φορολογίας καὶ τὴν διεύθυνσιν δημοσίας περιουσίας. Ἀλλά, ὅπως πολὺ ὀρθῶς ἐτόνισε, τόσον ὁ κ. Στεφανόπουλος, ὅσον καὶ ὁ κ. Ἀντωνόπουλος, ἡ διεύθυνσις αὕτη ἔχει σειρὰν ἀντικειμένων καὶ εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ νομίζω ὅτι κάποτε θὰ γίνῃ καὶ νομίζω εἶναι ἐν τῷ γίγνεσθαι ἡ μελέτη μιᾶς ἑνιαίας συλλήψεως ὅλων τῶν ἀντικειμένων αὐτῶν τῆς διευθύνσεως δημοσίας περιουσίας, διευθύνσεως ἀνταλλαξίμων, λειῶν πολέμου, συμμαχικοῦ ὑλικοῦ. Ἠμπορῶ νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι τὸ θέμα αὐτὸ εὑρίσκεται ὑπὸ μελέτην καὶ ἀντιμετωπίζεται κατὰ διαφόρους τρόπους, τοὺς ὁποίους νομίζω ὅτι εἶναι πρόωρον νὰ ἀνακοινώσω τώρα. Ἕνα εἶναι γεγονός, ὅτι δημιουργεῖται μέλλουσα ὀργάνωσις τοῦ Ὑπουργείου καὶ ὅτι θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ προεξοφλήσω τῶν ὀργανωτικῶν ἐπιτροπῶν. Νομίζω ὅτι αἱ δύο διευθύνσεις τῆς ἐμμέσου καὶ τῆς ἀμέσου φορολογίας θὰ παραμείνουν ἡνωμέναι. Ποία θὰ εἶναι ἡ περαιτέρω διάρθρωσις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ περιμένῃ τὰ πορίσματα μιᾶς νεωτέρας μελέτης, ἡ ὁποία νομίζω θὰ τερματισθῇ ἐντὸς τῶν προσεχῶν 6 μηνῶν. Ὅπως ὀρθῶς ἐτόνισεν ὁ κ. Λαμπρόπουλος, ἡ ἀνάγκη τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἐπιτακτικὴ καὶ ὑπηρεσιακὴ αὐτὴν τὴν στιγμήν. Διότι βεβαιωθεῖτε, κ. Βουλευταί, ὅτι οὐδεμία προσωπικὴ διάταξις εἰς τὸν ὀργανισμὸν ὑπάρχει, θὰ ἦτο εὔκολον δι’ ἐμὲ νὰ διορίσω φίλους μου εἰς τὰς κενὰς θέσεις τῶν γενικῶν διευθυντῶν. Ὑπάρχει ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη ἑνοποιήσεως τοῦ Ὑπουργείου, διὰ νὰ ἠμπορῇ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἔχῃ μίαν ἑνιαίαν διοίκησιν, νὰ ἀποδώσῃ αὐτό, τὸ ὁποῖον περιμένομεν, εἴτε τὴν μορφὴν τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων. Καὶ χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν θεωρητικὴν συζήτησιν περὶ ἑνιαίας διοικήσεως τῶν Ὑπουργείων ἐν γένει καὶ νὰ ἀσπασθῶ τὴν θεωρίαν τοῦ κ. Σβώλου, νομίζω ὅτι εἶναι ἀναμφισβήτητον, οὔτε τὰ Ὑπουργεῖα πρέπει αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ εὑρίσκωνται ὑπὸ ἑνιαίαν ὑπηρεσιακὴν διοίκησιν, διότι κάπου πρέπει νὰ τερματίζεται ἡ ὑπηρεσιακὴ πυραμὶς καὶ ἐκεῖ νὰ ἀναλαμβάνῃ ὁ Ὑπουργὸς τὰς εὐθύνας. Δι’ αὐτὸ νομίζω, κ. συνάδελφοι, ὅτι ἠμπορῶ νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ τὸ ἐγκρίνητε. (Χειροκροτήματα).
§99Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ δέχεσθε ὅτι θὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν ἑνοποίησιν τῶν δύο φορολογιῶν.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπάρχοντος ἑτέρου ρήτορος ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Δέχεται ἡ Βουλὴ κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον;
§101ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ ὡς ἄνω σχέδιον νόμου καὶ εἰσερχόμεθα εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ἄρθρον 1ον.
§103Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, τί λόγον ἔχει ἡ τρίτη παράγραφος;
§104Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ (Ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Δὲν βλάπτει ἐὰν εἶναι περιττή.
§105Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐὰν εἶναι περιττὴ καλύτερον νὰ φύγῃ, διότι αὐτὸ δημιουργεῖ καὶ παρεξηγήσεις. Ἐὰν ἡ τοποθέτησις ἠμπορῇ νὰ γίνῃ βάσει τῶν κειμένων διατάξεων, τί τὴν θέλετε τὴν παράγραφον;
§106Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ (Ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, δὲν φοβοῦμαι τὰς παρεξηγήσεις, παρὰ μόνον τῆς Βουλῆς. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν τὴν παρεξηγεῖ.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὸ 1ον ἄρθρον ὡς ἔχει;
§108ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν τὸ 1ον ἄρθρον ὡς ἔχει. Ἄρθρον 2ον.
§110ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν τὸ 2ον ἄρθρον ὡς ἔχει. Ἄρθρον 3ον.
§112ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγένετο δεκτὸν τὸ 3ον ἄρθρον ὡς ἔχει. Ἄρθρον 4ον.
§113Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ (Ὑπουργ. Οἰκον.). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ ὅπως διαγραφῇ ὁλόκληρον τὸ 4ον ἄρθρον.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν διαγραφὴν ὁλοκλήρου τοῦ 4ου ἄρθρου;
§115ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν διαγραφὴν ὁλοκλήρου τοῦ 4ου ἄρθρου. Ἑπομένως ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Κεντρικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν». Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν δι’ αὔριον;
§117ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30′ μ. μ., μὲ ἀντικείμενον Ἡμερησίας Διατάξεως, ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις. (Ὥρα 9.35′ μ. μ.)