| 156 | Ὁ κ. Κ. Μητσοτάκης | 128 | |
| 157 | Ὁ κ. Γ. Βασιλειάδης | 126 | |
| 158 | Ὁ κ. Γ. Στρᾶτος | 122 | |
| 159 | Ὁ κ. Π. Μουτζουρίδης | 120 | |
| 160 | Ὁ κ. Γ. Λαζανᾶς | 119 | |
| 161 | Ὁ κ. Κ. Βουδούρης | 13 | |
| 162 | Ὁ κ. Σ. Μερκούρης | 11 | |
| 163 | Ὁ κ. Δ. Χριστάκος | 9 | |
| 164 | Ὁ κ. Δ. Παπασπύρου | 9 | |
| 165 | Ὁ κ. Δ. Μπερδελῆς | 8 | |
| 166 | Ὁ κ. Γ. Λύχνος | 4 | |
| 167 | Ὁ κ. Ε. Μαλαμίδας | 4 | |
| 168 | Ὁ κ. Δ. Παπαμιχαλόπουλος | 3 | |
| 169 | Ὁ κ. Ε. Λουλακάκης | 3 | |
| 170 | Ὁ κ. Φ. Χατζήμπεης | 2 |
1950.05.30
1.904 στίχοι · 14.176 λέξεις · 1 πίνακας · 106 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 25η
Τρίτη 30 Μαΐου 1950
Προεδρία κ. Δ. Β. ΓΟΝΤΙΚΑ
(Ὥρα 7.10′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ κ. Γραμματεὺς ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἀκόλουθα: Ὁ κ. Γ. Καρτάλης (Ὑπ. Οἰκον.), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Ὀργανισμοῦ τῆς Κεντρικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν». Ὁ βουλευτὴς κ. Φ. Ζαΐμης καταθέτει πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου μόνου τοῦ νόμου 202 τῆς 30)31 Δεκεμβρίου 1946 «περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου». Κύριοι Βουλευταί, ἐκ μέρους τοῦ βουλευτοῦ κ. Β. Μητσοπούλου ἔλαβον τὸ ἑξῆς τηλ)μα, «Πρόεδρον Βουλῆς–Ἀθῆναι. Παραστὰς κατόπιν προσκλήσεως ἐτήσιον μνημόσυνον ὑπὲρ πεσόντων Μεταξάδων κατέθεσα στέφανον ἐκ μέρους Βουλῆς εἰς Ἡρῷον ἀθανάτων νεκρῶν–Μητσόπουλος, βουλευτὴς Ἕβρου». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Μπερτσεκᾶς καὶ Δ. Καρρὲρ ζητοῦν ἄδειαν, προκειμένου ν’ ἀναχωρήσουν εἰς τὸ Ἐξωτερικόν.
§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Ἐγκρίνεται, κ. Πρόεδρε.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῶν αἰτουμένων ἀδειῶν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Π. Μπερτσεκᾶ καὶ Δ. Καρρέρ. Ἐκ μέρους τοῦ βουλευτοῦ κ. Λ. Κουτσοπετάλου ἔλαβον τὸ ἑξῆς τηλ)μα: «Πρόεδρον Βουλῆς–Ἀθήνας. Ὡς καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ἐδήλωσα δὲν ἀποδέχομαι ἐκλογήν μου ὡς μέλους Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ παρακαλῶ νὰ ἀντικατασταθῶ. Λ. Κουτσοπέταλος, βουλευτής». Ἐπίσης ἐκ μέρους τοῦ κ. Ν. Μπακοπούλου ἔλαβον τὴν ἑξῆς ἐπιστολήν: Πρὸς Τὴν Α.Ε. τὸν Κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς Ἐνταῦθα Κύριε Πρόεδρε. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς παρακαλέσω, ὅπως εὐαρεστηθῆτε καὶ ἀνακοινώσητε εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ μετάσχω εἰς τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ κ. Χατζηπάνου, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον: Διότι ἐπὶ Κυβερνήσεως Βενιζέλου ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνέθεσα — κατόπιν ἐντολῆς τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου —εἰς Ἀνωτάτους Δικαστικοὺς τὴν ἐνέργειαν ἐμπεριστατωμένης ἐξετάσεως εἰδικῶς περὶ τοῦ ζητήματος τῆς συμβάσεως διὰ τὴν μεταφορὰν ὑγρῶν καυσίμων. Ὡς δὲ ἔκτοτε ἐδήλωσα διὰ τῶν ἐφημερίδων, ἐπανέλαβον δὲ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν πρό τινων ἡμερῶν, σκοπὸς τῆς ἐξετάσεως αὐτῆς δὲν ἦτο τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ συγκέντρωσις στοιχείων καὶ ἡ ὑποβολὴ πορίσματος πρὸς πλήρη διαλεύκανσιν τοῦ ζητήματος καὶ βάσιμον κρίσιν ἂν συντρέχῃ περίπτωσις ἐπιβολῆς ποινικῶν ἢ πολιτικῶν κυρώσεων. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ ἐργάζεται ἀκόμη, ἐκεῖνο δὲ ποὺ δὲν κατώρθωσε νὰ τερματίσῃ εἰσέτι εἰς χρόνον πολὺ μακρύτερον τοῦ 20ημέρου, εἶναι ἐκ τῶν πραγμάτων ἀδύνατον νὰ τὸ ἐπιτύχῃ ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐντὸς τῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς ταχθείσης προθεσμίας τῶν 20 μόνον ἡμερῶν. Φρονῶ, ὅτι εἰς τοιαῦτα ζητήματα τὸ προέχον δὲν εἶναι ἡ ταχύτης, ἀλλὰ ἡ ἐπιμελὴς ἔρευνα ἀπὸ πάσης πλευρᾶς, ἀπαραίτητον δὲ ἐφόδιον πρὸς τοῦτο εἶναι τὸ πόρισμα τῆς ἐν λόγῳ ἀνακρίσεως. Ἡ προσωπικὴ ὅθεν συμμετοχὴ ἐμοῦ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπήν, θὰ ἀπετέλει ἀνακολουθίαν δι’ ἐμὲ ἀπὸ διττῆς ἀπόψεως. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν διότι θὰ μετεῖχον εἰς ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον πιστεύω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκτελεσθῇ ἐπωφελῶς ἐντὸς 20 ἡμερῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διότι ἡ συμμετοχή μου θὰ ἐσήμαινεν οὐσιαστικῶς τὴν ὑπ’ ἐμοῦ παραδοχὴν καταργήσεως τῆς ἐν λόγῳ Ἐπιτροπῆς τῶν Δικαστικῶν, τῆς ὁποίας τὸ πόρισμα ὑποβαλλόμενον βραδύτερον θὰ ἦτο πλέον ἄχρηστον. Παρακαλῶ ἕνεκα τούτων, ὅπως εὐαρεστηθῆτε καὶ μεριμνήσητε τὰ δέοντα, ἵνα ἡ ἐκλογὴ πρὸς συμπλήρωσιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς γίνῃ διὰ τέσσαρα μέλη ἀντὶ τῶν ὑπολειφθέντων τριῶν.
Μετὰ πάσης τιμῆς
Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
Βουλευτὴς Ἀρκαδίας
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Ψηφοφορία διὰ τὴν ἐκλογὴν τριῶν μελῶν τῆς Προανακριτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν συμφώνως πρὸς τὴν ληφθεῖσαν ἀπόφασιν περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου, κατὰ τοῦ βουλευτοῦ τέως Ὑπουργοῦ κ. Π. Χατζηπάνου, διὰ τὴν ὑπὸ τοῦ ὑπ’ ἀριθμ. 1549)1950 βουλεύματος τοῦ Συμβουλίου Πλημμελειοδικῶν Ἀθηνῶν ἀναφερομένην αἰτίαν. Κατόπιν ὅμως τῆς παραιτήσεως τῶν δύο μελῶν τῆς Προανακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως σᾶς ἀνεκοίνωσα προηγουμένως, θὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία διὰ τὴν ἐκλογὴν 5 μελῶν.
§5Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ τῆς προηγουμένης ψηφοφορίας τῆς παρελθούσης Παρασκευῆς εἴχατε τὴν πρωτοβουλίαν, ὡς Πρόεδρος τοῦ Σώματος, νὰ ἐρωτήσητε καὶ ἐμὲ ποίους θὰ ἤθελον νὰ ὑποδείξω διὰ τὴν συγκρότησιν τῆς Εἰδικῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὑποθέτω, ὅτι τὸ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐπράξατε ἀπέναντί μου θὰ ἐγένετο γενικῶς ἀπέναντι ὅλων τῶν κομμάτων καὶ ἑπομένως ὑπῆρχε καταρτισμὸς ἐκ μέρους τοῦ Προεδρείου ἑνὸς κοινοῦ ψηφοδελτίου διὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ τελευταία ψηφοφορία, ἡ ὁποία διεξήχθη ὑπὸ τοὺς γνωστοὺς ὅρους τῆς διεξαγωγῆς της κατὰ πάντα βεβαίως ἐν τάξει, ἔδωσε τὸ ἀποτέλεσμα νὰ ἐκλεγοῦν 9 μόνον ἐκ τῶν μελῶν τοῦ ψηφοδελτίου καὶ ἀφῆκεν ἐκτὸς τῆς ἐκλογῆς, συμπτωματικῶς, θέλω νὰ νομίζω, τρεῖς βουλευτὰς ἐκ τοῦ ψηφοδελτίου ἀνήκοντας εἰς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα. Τὸ ζήτημα ἤχθη εἰς τὴν δημοσιότητα, ἐπεφυλάχθην δὲ νὰ εἴπω ὅ,τι δήποτε σχετικῶς μὲ τὴν ψηφοφορίαν, διὰ νὰ λάβω σχετικὴν ἀπόφασιν εἰς τὴν Βουλήν, εἰς τὴν ὁποίαν νομίζω ἀνήκει νὰ ἀποφασίσῃ. Καὶ εἶμαι εὐτυχὴς διότι καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὑποθέτω ὡς Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, διά τινος δηλώσεώς του ἀποκατέστησε τὰ πράγματα ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς. Νομίζω ὅτι, ἐφ’ ὅσον προσετέθη τὸ νέον περιστατικὸν τῆς παραιτήσεως τῶν δύο μελῶν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι πλέον νὰ παραμείνωμεν ὅλοι εἰς τὴν ψηφοφορίαν διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ συγκροτήσωμεν, τὸ ταχύτερον, αὐτὸ τὸ Σῶμα τὸ Προανακριτικὸν καὶ νὰ προχωρήσῃ αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις διὰ τὸν ταχύτερον τερματισμὸν τῆς ὁποίας ὅλοι ἡμεῖς ὡς γνωστὸν ἐπεδείξαμεν ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον.
§6Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ὑπέμνησε τὰς δηλώσεις μου. Αἱ δηλώσεις μου ἐκεῖναι ἐξέφραζον τὴν γνώμην μου ὡς Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος. Σήμερον εἶμαι ἐξουσιοδοτημένος νὰ ὁμιλήσω ἐκ μέρους καὶ ὅλων τῶν κυβερνητικῶν κομμάτων, διότι τὸ θέμα συνεζητήθη εἰς τὸ Κυβερνητικὸν Συμβούλιον καὶ ὅλοι ἐμείναμεν σύμφωνοι ὅτι πρέπον εἶναι, εἰς τὴν σημερινὴν ψηφοφορίαν νὰ ψηφισθοῦν καὶ οἱ τρεῖς Βουλευταί, οἱ προταθέντες ἀπὸ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα. Ἔχω ἑπομένως πάντα λόγον νὰ ἐλπίζω ὅτι τὸ τυχαῖον γεγονός, εἰς τὸ ὁποῖον ὠφείλετο προχθὲς ἡ μὴ ἐκλογὴ τῶν τριῶν ἐκπροσώπων τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος θὰ ἐπανορθωθῇ σήμερον μὲ τὴν γενικὴν ἐκλογήν. (Ἄρχεται μυστικὴ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία διὰ τὴν ἐκλογὴν 5 μελῶν πρὸς συμπλήρωσιν τῆς 12μελοῦς Προανακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, ὁρισθέντων ὡς ψηφολεκτῶν, ἐπὶ μὲν τοῦ καταλόγου, τῶν Βουλευτῶν κ. κ. Π. Πολυχρονίδη καὶ Α. Δερδεμέζη, ἐπὶ δὲ τῆς ψηφοδόχου, τῶν Βουλευτῶν κ. κ. Ν. Παπαγεωργίου καὶ Ι. Δημητροπούλου. Διεξαχθείσης τῆς ψηφοφορίας καὶ γενομένης διαλογῆς, ἀνακοινοῦται ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τὸ κάτωθι ἀποτέλεσμα:
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 140. Ἔλαβον ψήφους:
| Ὁ κ. Κ. Μητσοτάκης | 128 |
| Ὁ κ. Γ. Βασιλειάδης | 126 |
| Ὁ κ. Γ. Στρᾶτος | 122 |
| Ὁ κ. Π. Μουτζουρίδης | 120 |
| Ὁ κ. Γ. Λαζανᾶς | 119 |
| Ὁ κ. Κ. Βουδούρης | 13 |
| Ὁ κ. Σ. Μερκούρης | 11 |
| Ὁ κ. Δ. Χριστάκος | 9 |
| Ὁ κ. Δ. Παπασπύρου | 9 |
| Ὁ κ. Δ. Μπερδελῆς | 8 |
| Ὁ κ. Γ. Λύχνος | 4 |
| Ὁ κ. Ε. Μαλαμίδας | 4 |
| Ὁ κ. Δ. Παπαμιχαλόπουλος | 3 |
| Ὁ κ. Ε. Λουλακάκης | 3 |
| Ὁ κ. Φ. Χατζήμπεης | 2 |
Καὶ οἱ κ. κ.: Ι. Δημητρόπουλος, Α. Παπαθανάσης, Κ. Βασαρδάνης, Γ. Ρουχωτᾶς, Α. Λαμπρόπουλος, Ν. Βέης, Ε. Δενδρινός, ἀνὰ μίαν ψῆφον. Συνεπῶς ἐξελέγησαν μέλη τῆς προανακριτικῆς Ἐπιτροπῆς οἱ βουλευταὶ κ. κ. Κ. Μητσοτάκης, Γερ. Βασιλειάδης, Γεώργ. Στρᾶτος, Π. Μουτζουρίδης, Γεώργ. Λαζανᾶς συγκεντρώσαντες τὴν ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ἀπαιτουμένην πλειοψηφίαν. Κύριοι Βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις παρακαλεῖ ὅπως εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ, διότι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἐπείγεται νὰ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, ἐὰν δὲ ὑπάρξῃ καιρὸς θὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις τοῦ καπνικοῦ.
§8Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἐκκρεμότης τῆς συζητήσεως τοῦ καπνικοῦ ζητήματος ἐπιτρέπει βεβαίως τὴν περαιτέρω συζήτησιν καὶ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ συντονιστικοῦ νομοσχεδίου, ἐν τούτοις ὀφείλομεν νὰ κάμωμεν τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἔχει παραδεχθῆ ὅτι θὰ ἀκουσθῇ ἡ γνώμη τῆς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς τοῦ καπνεργατικοῦ συνεδρίου καὶ ὅλων αὐτῶν τῶν παραγόντων, οἱ ὁποῖοι θὰ κρίνουν ἐπὶ τοῦ καπνικοῦ ζητήματος, πληροφορούμεθα ὅτι ἤδη ἐκ τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ ἐξεδόθησαν αἱ σχετικαὶ ὁδηγίαι καὶ ἀπόψεις ἐπὶ τῆς λύσεως τοῦ καπνικοῦ ζητήματος. Αὐτὸ νομίζω ὅτι εἶναι ἕνα πρωθύστερον σχῆμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν τελικὴν συζήτησιν, ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει εἶναι ἐκτὸς τοῦ πλαισίου ἐκείνου, ποὺ ἐτέθη τὸ καπνικὸν θέμα. Ἐπειδὴ πιθανὸν αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγω νὰ μὴ ἀνταποκρίνωνται εἰς τὴν ἐπίσημον ἄποψιν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ ἐὰν αὐτὰ ἀνταποκρίνωνται ἢ ὄχι εἰς τὴν πραγματικότητα.
§9Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ (Ὑπουρ. Συντονισμοῦ). Ἡ Κυβέρνησις ἐπαναλαμβάνει τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀναμείνῃ τὰ συμπεράσματα τῆς Βουλῆς διὰ νὰ κανονίσῃ τὴν περαιτέρω πολιτικήν της ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Βεβαίως σύμφωνα καὶ πρὸς τὰς ἰδίας αὐτῆς ἀντιλήψεις, διότι θὰ παραδεχθῆτε ὅτι ἡ διαχείρισις τῶν διαφόρων ζητημάτων ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὑπῆρχον διαδόσεις εἰς τὸ καπνεργατικὸν συνέδριον τῆς Θεσσαλονίκης, ὅτι ἐλάβομεν ὡρισμένας ἀποφάσεις, σχετικῶς μὲ τοὺς καπνεργάτας, τὰς ὁποίας δὲν ἐλάβομεν, διότι εὑρισκόμεθα πάντοτε ἐν ἀναμονῇ τῶν συμπερασμάτων τῆς συζητήσεως. Ἀναζητοῦμεν τὴν λύσιν καὶ αὐτά, τὰ ὁποῖα δημοσιεύονται εἰς τὰς ἐφημερίδας, εἶναι ἡ ἐξεοεύνησις ἐκ μέρους μας τοῦ ἐδάφους καὶ πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τοῦ ἐξωτερικοῦ, κατὰ πόσον δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν καὶ τὴν ἐκ μέρους ὡρισμένων ἐξωτερικῶν παραγόντων βοήθειαν διὰ τὴν ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος. Αὐτὰ εἶχα νὰ δηλώσω ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ φαντάζομαι ὅτι τώρα δὲν θὰ ἔχετε ἀνησυχίαν.
§10Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ ἡ συμφωνία Βουλῆς καὶ Κυβερνήσεως, ἀπόντος ὑμῶν, ἦτο ὅτι δὲν θὰ προέλθητε εἰς οἱανδήποτε ἀπόφασιν προτοῦ προηγουμένως λάβητε γνῶσιν τῶν πορισμάτων τοῦ καπνεργατικοῦ συνεδρίου. Ἡ τάξις αὐτή, ὡς γνωρίζετε, εἶναι πολύτιμος εἰς τὴν ὅλην καπνικὴν ὑπόθεσιν. Κατ’ ἀκολουθίαν καὶ ἡ γνώμη της πρέπει νὰ εἶναι ἐξαιρετικὰ ἐνδιαφέρουσα. Ὑποθέτω ὅτι ἡ συμφωνία αὐτὴ παραμένει καὶ ὅτι δὲν θὰ καταλήξητε εἰς συμπεράσματα ἐὰν δὲν ἀκούσητε τὰς ἀπόψεις τῆς Βουλῆς.
§11Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ (Ὑπουρ. Συντονισμοῦ). Μάλιστα. Κάμνω μόνον τὴν ἐπιφύλαξιν ὅτι τὴν περαιτέρω διαχείρισιν θὰ τὴν κάμῃ ἡ Κυβέρνησις ἀναλόγως τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον θὰ θεωρήσῃ προτιμότερον νὰ ἐξυπηρετήσῃ.
§12Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι ἡ τελικὴ διατύπωσις θὰ δοθῇ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἔχει καὶ τὰς εὐθύνας καὶ εὐχαριστῶ διὰ τὴν δήλωσίν σας ὅτι πραγματικὰ πληροῖ ἕνα κενὸν αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους διὰ τὸ ζήτημα αὐτό.
§13Α. ΣΒΩΛΟΣ. Ἤθελα, κ. Ὑπουργέ, ἐπὶ τοῦ συγκεκριμένου ζητήματος νὰ ἔχω ἰδικήν σας ἀπάντησιν. Ὅπως θὰ ἐνθυμῆσθε, συζητουμένου τοῦ καπνικοῦ ζητήματος ἠρωτήθη κατ’ ἐπανάληψιν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀναμείνῃ εἰδικῶς εἰς τὰ πορίσματα τῆς Καπνεργατικῆς Συνδιασκέψεως τῆς Καβάλλας, ἡ ὁποία συνῆλθεν εἰς τὰς 28 τοῦ μηνὸς καὶ νομίζω ὅτι συνεχίζει τὰς ἐργασίας της. Εἶχε δηλώσει πράγματι ὁ Ὑπουργὸς ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀναμείνῃ τὰ πορίσματα αὐτὰ καὶ ἠρωτήθην καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος εἰς τὴν Καβάλλαν ἀπὸ τὸ Συνέδριον καὶ ἐβεβαίωσα τοῦτο. Αἱ σημεριναὶ ἐφημερίδες φέρουν σᾶς, κ. Ὑπουργὲ τοῦ Συντονισμοῦ, ἀνακοινοῦντα μεταξὺ τῶν ἄλλων σκέψεων καὶ προτάσεων μέσα εἰς τὰς ὁποίας περιέχεται καὶ ἀποδοχὴ τῶν προτάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Οἰκονομίας περὶ τῆς ὁποίας τόση κριτικὴ ἠσκήθη ἀπὸ ἐμὲ καὶ ἀπὸ ἄλλους συναδέλφους ἐδῶ. Εἰς τὴν αὐτὴν πρότασιν ὑπάρχει καὶ τμῆμα τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν θέσιν τῆς Καπνεργατικῆς Συνδιασκέψεως. Ἐντεῦθεν καὶ ἡ ἀνησυχία ἡ ὁποία σημειοῦται εἰς ὅλην τὴν Βόρειον Ἑλλάδα καὶ τὸν καπνεργατικὸν κόσμον. Νομίζω ὅτι εἰς τὴν ἀπάντησίν σας, κ. Ὑπουργέ, περιέχεται καὶ τοῦτο: ὅτι δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις πρὶν λάβῃ ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ ὅλου καπνικοῦ ζητήματος θὰ ἀναμείνῃ εἰδικῶς καὶ τὰ πορίσματα τῆς Καπνεργατικῆς Συνδιασκέψεως.
§14Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ (Ὑπουρ. Συντονισμοῦ). Καὶ τὰ πορίσματα τῆς Καπνεργατικῆς Συνδιασκέψεως καὶ τὰ πορίσματα τῆς συζητήσεως εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ χωρὶς αὐτὸ νὰ προδικάζῃ τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν θὰ ἀκολουθήσῃ ἡ Κυβέρνησις.
§15Α. ΣΒΩΛΟΣ. Ἄλλο αὐτό. Ἤθελα νὰ ἀκούσητε τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς.
§16Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. Ἐπιβάλλεται, κ. Ὑπουργέ, νὰ ἐπισπευθῇ ἡ σχετικὴ συζήτησις. Θὰ ἤθελον νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ὑπάρχουν καπνέμποροι τοῦ ἐξωτερικοῦ, οἱ ὁποῖοι ἀναμένουν τὸ τέρμα αὐτῆς τῆς συζητήσεως. Φοβούμεθα ὅτι ἐκτὸς τοῦ ὅτι διὰ τῆς παρατάσεως τῆς συζητήσεως αὐτῆς δημιουργοῦμεν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι δὲν ἐνδιαφερόμεθα διὰ τὸ ἐπεῖγον τοῦτο θέμα, νομίζω ὅτι βλάπτομεν καὶ τὸ ζήτημα τοῦ καπνοῦ ἀλλὰ προσθέτομεν καὶ ἕνα παράγοντα ἀναβολῆς τῶν καπνεργατῶν. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν ἢ ἀπόψε ἢ αὔριον νὰ θεωρηθῇ τερματισθεῖσα ἡ συζήτησις, εἴτε παραιτουμένων τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι, εἴτε περιοριζομένου τοῦ χρόνου τῶν ἀγορεύσεων εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀπαντήσῃ ἡ Κυβέρνησις, διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει εἶναι νὰ ἐξαγγελθῇ ἡ λῆψις τῶν κυβερνητικῶν μέτρων.
§17Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν, ὅτι πρέπει καὶ ἡμεῖς καὶ σεῖς νὰ ἀναμείνωμεν τὰ συμπεράσματα τοῦ καπνεργατικοῦ συνεδρίου, νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν ἐπείγει τοὐλάχιστον δι’ ἀπόψε. Κατὰ συνέπειαν συνηγορῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Σώματος, νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ σχετικοῦ μὲ τὴν ἀνασυγκρότησιν, διότι μέσα εἰς τὰ ζητήματα τῆς ἀνασυγκροτήσεως περιλαμβάνονται καὶ τὰ συμφέροντα τῶν καπνοπαραγωγῶν.
§18Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. Θὰ ἠδύνατο νὰ ληφθῇ ἀπόψε ἀπόφασις, ὥστε αὔριον νὰ ὁρισθῇ συζήτησις ἀποκλειστικῶς διὰ τὸ καπνικόν, ἀλλὰ νὰ τελειώσῃ, ὥστε νὰ εἴπῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις ποίαν θέσιν θὰ λάβῃ.
§19Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν σύστασιν ἤθελα νὰ κάμω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Εἶναι ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τῆς χρηματοδοτήσεως τῶν καπνοβιομηχανιῶν. Εἰς τὸ παρελθὸν εἶχε γίνει τὸ λάθος νὰ χρηματοδοτηθῇ ἡ καπνοβιομηχανία καὶ νὰ βραδύνῃ ἡ τοῦ καπνεμπορίου. Ἐπωφελήθησαν οἱ καπνέμποροι τότε καὶ ἐδημιουργήθη ζήτημα μονοπωλιακῶν ἀγορῶν καὶ συνεπῶς πτώσεως τῶν τιμῶν. Ἤδη χρηματοδοτοῦνται οἱ καπνέμποροι, δὲν χρηματοδοτοῦνται οἱ καπνοβιομήχανοι καὶ μένουν οὕτω ὅλα τὰ καπνὰ τῆς ἐσωτερικῆς καταναλώσεως ἀζήτητα ἢ πωλοῦνται εἰς ἐξευτελιστικὰς τιμὰς καὶ δυστυχῶς δὲν πωλοῦνται κἂν αὐτά, ἀλλὰ πωλοῦνται καπνὰ ἐξωτερικῆς καταναλώσεως, τὰ ὁποῖα εἰσάγουν συνάλλαγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἤρχετο ἀπὸ αὐτά. Τὸ ὅτι δὲ καπνὰ ἐξωτερικῆς καταναλώσεως ἀγοράζονται καὶ κόπτονται ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴν βιομηχανίαν, δημιουργεῖ δύο κακά: Πρῶτον, ὅτι ἐμποδίζεται ἡ εἰσαγωγὴ ἀναλόγου συναλλάγματος καὶ δεύτερον, ὅτι ἐκτοπίζεται ἀνάλογον ποσὸν καπνῶν ἐσωτερικῆς καταναλώσεως, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἐξαχθῇ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἐπὶ πλέον δὲ ἐκ τῆς μὴ ἐξαγωγῆς των καὶ ἔλλειψις ἐργασίας δημιουργεῖται, διὰ τοὺς καπνεργάτας. Πέραν δὲ αὐτῶν ὑφίσταται καὶ ἓν ἄλλο κρίσιμον ζήτημα, τὸ τῆς δημιουργίας μεγάλων ἀποθεμάτων ἐκ τῶν καπνῶν αὐτῶν.
§20Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ (Ὑπουργ. Συντονισμοῦ). Ἐλήφθη μέριμνα περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος καὶ ἐγένοντο αἱ δέουσαι συστάσεις πρὸς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος.
§21Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ πολὺ διὰ τὴν δήλωσιν.
§22Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Δὲν νομίζετε, κ. Ὑπουργέ, ὅτι μὲ τὴν βραδύτητα ποὺ ἀντιμετωπίζομεν τὸ θέμα ὑπάρχει κίνδυνος νὰ μὴ προλάβωμεν τὴν νέαν φορολογικὴν διαρρύθμισιν τῆς Μπόν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν κυρίως ἐξαρτᾶται ἡ τύχη τοῦ καπνοῦ μας τόσον εἰς τὴν Δυτ. Γερμανίαν, ὅσον καὶ εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κοινοπολιτείαν; Ἂν ὑπάρχῃ τοιοῦτος κίνδυνος, πρέπει νὰ ἐπισπευθοῦν αἱ ἐνέργειαί μας.
§23Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ (Ὑπουργ. Συντονισμοῦ). Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος κίνδυνος διότι ἐξακολουθοῦν αἱ ἐνέργειαι τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν κατεύθυνσιν, τὴν ὁποίαν ἀνεφέρατε.
§24Γ. ΜΟΔΗΣ. Πάντως ἐπιβάλλεται νὰ τελειώσωμεν κάποτε τὴν συζήτησιν αὐτήν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μετονομασίας τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ καὶ τροποποιήσεως, τῶν περὶ ὀργανώσεως αὐτοῦ καὶ τῶν ἐξ αὐτοῦ ἐξαρτωμένων ὑπηρεσιῶν διατάξεων». Ὁ κ. Λαμπρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§26Α. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Σώματος σχέδιον νόμου «περὶ ὀργανώσεως τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Συντονισμοῦ» ἐνέχει ἰδιάζουσαν σημασίαν καὶ πολλὴν σπουδαιότητα. Μέχρι πρό τινων ἀκόμη μηνῶν εἰς τὴν γενικὴν δραστηριότητα τοῦ Κράτους, τὴν ἐξέχουσαν, τὴν πρώτην θέσιν, κατεῖχε —καὶ δικαίως —ἡ ἀσφάλεια τῆς Χώρας. Μετὰ τὴν συντριβὴν ὅμως τοῦ συμμοριτισμοῦ καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἐσωτερικῆς γαλήνης τῆς Χώρας τὴν ἄρχουσαν θέσιν εἰς τὴν δραστηριότητα τοῦ Κράτους θὰ ὀφείλῃ νὰ καταλάβῃ καὶ νὰ κατέχῃ ἐφεξῆς τὸ πρόβλημα τῆς ἀνασυγκροτήσεως τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας τῆς Χώρας ἐν συνδυασμῷ μὲ τὰ κοινωνικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ λάβῃ διὰ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν δικαίων αἰτημάτων τῆς μεγάλης τοῦ λαοῦ πλειοψηφίας, τὴν ὁποίαν ἐκπροσωποῦν αἱ παραγωγικαὶ τάξεις τῆς Χώρας. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου ἔχει πολλὴν σπουδαιότητα, ὁ δὲ ρόλος, τὸν ὁποῖον ἀναλαμβάνει τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Συντονισμοῦ καὶ ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς εἶναι ἀναμφισβητήτως βαρὺς καὶ αἱ εὐθῦναι ἀκόμη βαρύτεραι. Μία ἀνάγνωσις τοῦ κειμένου τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου θὰ πείσῃ τὸν ἀκροατὴν ὅτι ὄντως ἡ ἐργασία τῆς ἀνασυγκροτήσεως τῆς οἰκονομίας τῆς Χώρας ἐνέχει μεγάλην σπουδαιότητα καὶ μεγάλην σημασίαν. Ἰδοὺ τὸ κείμενον τοῦ πρώτου ἄρθρου: «Τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Συντονισμοῦ....... (Ἀναγινώσκει) ..........». Δὲν γνωρίζω, κ. Βουλευταί, ἐὰν μακρὰ πεῖρα καὶ κάποια μικρὰ γνῶσις τῶν προβλημάτων τῶν οἰκονομικῶν τῆς Χώρας μὲ κάμνει νὰ ἀποδίδω μεγαλυτέραν σημασίαν εἰς τὰ προβλήματα αὐτά. Ἀλλ’ ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ δηλώσω, ὅτι, εὑρισκόμενος πρὸ τῶν προβλημάτων αὐτῶν, καὶ ἀναλογιζόμενος τὴν ἐργασίαν, ἥτις θὰ ἀπαιτηθῇ διὰ τὴν λύσιν τῶν προβλημάτων αὐτῶν, καταλαμβάνομαι ὑπὸ δέους. Καὶ ὡς συνέπεια τοῦ δέους αὐτοῦ βγαίνει ἀπὸ τὴν ψυχήν μου μία εὐχὴ διάπυρος ὑπὲρ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ἔργου τῆς ἀνασυγκροτήσεως, ἀπὸ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ὁποίου θὰ ἀπορρεύσῃ ἡ εὐτυχία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν τόσον σκληρῶς ἐδοκιμάσθη. Δὲν ἔχω τὴν πρόθεσιν, κ. Βουλευταί, νὰ εἰσηγηθῶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις των τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ἔργον τοῦτο εὐηρεστήθη νὰ ἀναλάβῃ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Κασιμάτης. Ὡς Πρόεδρος ὅμως τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Συντονισμοῦ ἐνόμισα, ὅτι εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπή, ἀποδίδουσα τὴν δέουσαν σημασίαν εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου, εἰργάσθη μετὰ μεγίστης προσοχῆς καὶ εἰς ἐπανειλημμένας συνεδριάσεις, ἐν στενῇ δὲ ἐπαφῇ καὶ συνεργασίᾳ μὲ τὸν ὑπεύθυνον Ὑπουργόν, κατέληξεν εἰς τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ὑπ’ ὄψει σας. Ὅπως καὶ εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς ἀναγράφεται, τὸ ἀρχικῶς κατατεθὲν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ νομοσχέδιον ὑπέστη μεταβολὰς καὶ τροποποιήσεις ἐπὶ τῷ τέλει, ἀφ’ ἑνὸς μέν, νὰ διασφαλισθῇ ἡ ἀρτιωτέρα συγκρότησις τῶν Ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου καί, συγχρόνως, ἡ διαρρύθμισίς των ἀφ’ ἑτέρου δέ, νὰ παρασχεθοῦν εἰς τὸν ὑπεύθυνον Ὑπουργὸν τὰ μέσα ἐκεῖνα διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ μέγα βάρος τῶν εὐθυνῶν του καὶ θὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἔργου. Ὀφείλω ἀκόμη νὰ κάμω μίαν δήλωσιν. Θὰ ἤθελα νὰ τονίσω ἰδιαιτέρως καὶ νὰ ἐξάρω τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ὁ ἁρμοδιώτερος ἐκπρόσωπος τῆς ἀξιωματικῆς ἐν τῇ Βουλῇ Ἀντιπολιτεύσεως ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἠλείας κ. Στέφ. Στεφανόπουλος. Ὁ κ. Στεφανόπουλος, μὲ τὴν πεῖραν τῆς τετραετίας, ἡ ὁποία θὰ πρέπῃ νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι διέρρευσεν ἐν μέσῳ δυσχερειῶν καὶ ἀντιξοοτήτων διὰ τὸ ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ Συντονισμοῦ, μὲ εἰλικρινῆ διάθεσιν παρέσχε τὴν συμβολήν του εἰς τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς, μὲ σκοπὸν νὰ βοηθήσῃ τὸν διάδοχόν του διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἔργου. Ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις αὐτάς, κ. Βουλευταί, ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν διστάζει διόλου νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ἀποδεχθῇ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἐπείγοντος καὶ ὑπηρεσιακοῦ, διὰ νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ψήφισίς του κατὰ τὰς σχετικὰς διατάξεις τῆς συνοπτικῆς διαδικασίας τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. (Χειροκροτήματα).
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κασιμάτης ἔχει τὸν λόγον.
§28Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἀπὸ τὴν ἑπομένην τῆς ἀπελευθερώσεως ἔγινε φανερὸν ὅτι νέα καθήκοντα ἐπετίθεντο εἰς τὸ Κράτος. Ὅ,τι μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς κατοχῆς ἦτο ἐναποτεθειμένον εἰς τὴν πρωτοβουλίαν καὶ εἰς τὴν δραστηριότητα τοῦ πολίτου, ἔγινε φανερὸν μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν ὅτι δὲν ἦτο πλέον δυνατὸν μόνον ὁ πολίτης νὰ τὸ ἀντιμετωπίσῃ, ἔπρεπε ἡ ὠργανωμένη κρατικὴ ἐξουσία ἐμπρὸς εἰς τὰ ἐρείπια, τὰ ὁποῖα κατέλιπεν ὁ πόλεμος, νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ ἀναλάβῃ αὐτὴ τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἀγῶνος διὰ τὴν ἀνασυγκρότησιν. Αὐτὸς ὁ ἀγὼν διὰ τὴν ἀνασυγκρότησιν ὠνομάσθη παντοῦ ὅπου ἀντιμετωπίσθη μὲ κάποιαν σοβαρότητα, σχέδιον ἀνορθώσεως. Ἔγινε φανερὸν καὶ εἰς ἡμᾶς, ὅπου αἱ καταστροφαὶ ἦσαν πολὺ μεγαλύτεραι, ὅπου ἡ οἰκονομία μας, ἡ ἤδη ἀτελὴς προπολεμικῶς, εἶχεν ὑποστῆ τοιαύτην ἐξάρθρωσιν, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ παρακολουθήσῃ οὔτε ἀσθμαίνουσα τὴν οἰκονομικὴν πρόοδον τῶν συγχρόνων κρατῶν, ἔγινε φανερὸν ὅτι ἡ οἰκονομία μας ἐχρειάζετο μίαν διεύθυνσιν διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἀνασυγκροτηθῇ. Δὲν εἶχε καμμίαν σχέσιν ἡ ἀνάγκη αὐτὴ τοῦ σχεδίου μὲ τὸν ἰδεολογικὸν προσανατολισμὸν πρὸς τὴν διευθυνομένην ἢ πρὸς τὴν ἐλευθέραν οἰκονομίαν. Καὶ ἡ διευθυνομένη καὶ ἡ ἐλευθέρα οἰκονομία εἶναι μέθοδοι ἁπλῶς, δὲν εἶναι ἰδεολογικαὶ ἀποχρώσεις. Ἰδεολογικὴ ἀπόχρωσις εἶναι ἡ ἀντιμετώπισις τῆς ἀνάγκης τῆς ἀνασυγκροτήσεως τῆς οἰκονομίας μας καὶ διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν αὐτὴν ἄλλοτε μὲν εἶναι τῆς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας μεγαλύτερος ὁ ρόλος, ἄλλοτε ὅμως εἶναι ἀναπότρεπτος ἡ ὕπαρξις τοῦ σχεδίου. Ἐχρειάσθη λοιπὸν ἀπὸ τὴν ἑπομένην τῆς ἀπελευθερώσεως νὰ ἀντιμετωπισθῇ τὸ ζήτημα αὐτῆς τῆς διευθύνσεως. Πῶς ἀντιμετωπίσθη; Ἡ πρώτη ἐκδήλωσις ὑπῆρξεν ἡ προσπάθεια, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Βαρβαρέσσος, ἡ ὁποία ἐμφανίζεται μὲ τὸν νόμον περὶ ἀναδιοργανώσεως τοῦ Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ. Ὁ κ. Βαρβαρέσσος μὲ τὸν νόμον 495, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἵδρυσε τὸ κυβερνητικὸν οἰκονομικὸν συμβούλιον. Εἶπε δηλαδὴ ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὅτι ἡ οἰκονομία μας χρειάζεται ἕνα σχέδιον, ὅτι τὸ σχέδιον αὐτὸ θὰ τὸ καταρτίσῃ τὸ Συμβούλιον τοῦτο ὄχι μὲ τὴν πρόθεσιν κανενὸς περιορισμοῦ τῆς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας, ἀλλὰ μὲ τὴν πρόθεσιν τῆς δημιουργίας μιᾶς προσπαθείας ἀνορθώσεως. Ὅλα θὰ γίνουν ἀπὸ ἕνα Κυβερνητικὸν Οἰκονομικὸν Συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ μετέχουν οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Παραγωγικῶν Ὑπουργείων, ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ὁποίων θὰ εὑρίσκεται ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔλεγεν ὁ νόμος τοῦ κ. Βαρβαρέσσου. Ἐπροχώρησε τὸ σύστημα Βαρβαρέσσου ἐπ’ ὀλίγους μῆνας, ἀλλὰ αἱ περιστάσεις ἦσαν δυσχερεῖς καὶ δὲν κατωρθώθη νὰ ἀντιμετωπισθοῦν μὲ τὸ σχέδιον ἐκεῖνο. Διεδέχθην τὸν κ. Βαρβαρέσσον ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸν Νοέμβριον 1945 καὶ ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε δίπλα εἰς τὸ πολιτικὸν αὐτὸ ὄργανον, τὸ ὁποῖον καθιέρωνε τὸ Κυβερνητικὸν Οἰκονομικὸν Συμβούλιον, νὰ καθορισθῇ καὶ νὰ δημιουργηθῇ ἕνα ἄλλο πλέγμα συντονισμοῦ ὠργανωμένου, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ τὴν ἕδραν του παρὰ τὸν συντονιστήν, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ τὰς διακλαδώσεις του πρὸς τὰς ὑπηρεσίας τῶν Ὑπουργείων. Δίπλα λοιπὸν εἰς τὸ πολιτικὸν ὄργανον τοῦ Κυβερνητικοῦ Οἰκονομικοῦ Συμβουλίου ἐδημιουργήθη ἕνα ὄργανον συνδέσμων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον εἶχε τὸν συντονισμόν, διότι δὲν ὑπῆρχεν ἀκόμη Ὑπουργεῖον Συντονισμοῦ καὶ οἱ σύνδεσμοι αὐτοὶ ἦσαν οἱ ὑπάλληλοί του, οἱ ὁποῖοι θὰ ἤρχοντο εἰς ἐπαφὴν μὲ τὰς ὑπηρεσίας του. Ἔτσι εὑρίσκονται, ἐνόμιζα καὶ νομίζω καὶ ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν σύνθεσιν ἐπιδιώκει σήμερον καὶ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, ἔτσι εὑρίσκονται οἱ δύο παράγοντες, χωρὶς τὴν συνεργασίαν τῶν ὁποίων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἔργον χρήσιμον, ὁ πολιτικὸς πρὸ παντὸς παράγων, τοῦ ὁποίου ἐκπρόσωπος εἶναι τὸ Κυβερνητικὸν Οἰκονομικὸν Συμβούλιον, ἀποτελούμενον ἀπὸ Ὑπουργοὺς καὶ ὁ ὑπηρεσιακὸς παράγων, ὁ ὁποῖος ἐκπροσωπεῖται ἀπὸ τὰς ὑπηρεσίας. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο παράγοντας νὰ ὑπάρξῃ χωρὶς τὴν βοήθειαν τοῦ ἄλλου. Διὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ καὶ εἰς τὸν δεύτερον παράγοντα, τὸν ὑπαλληλικὸν παράγοντα ἡ σημασία, τὴν ὁποίαν προσπαθεῖ νὰ ἀποδώσῃ ἡ τροπολογία τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λασηθίου βουλευτοῦ κ. Κοθρῆ, ὁ ὁποῖος προτείνει τὴν δημιουργίαν ἑνὸς πολυπλόκου γραφειοκρατικοῦ ὀργανισμοῦ, ἔστω καὶ ὡς συμβουλευτικοῦ ὀργάνου καὶ τοῦτο διότι ἡ ὑπερτροφία τῶν ὀργάνων αὐτῶν θὰ μᾶς ὡδήγει εἰς μίαν τεχνοκρατικὴν διάρθρωσιν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτή, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ τεχνοκρατικὴ διάρθρωσις καὶ ἡ τεχνοκρατικὴ λύσις τοῦ προβλήματος νὰ ὁδηγήσουν εἰς τὴν πρόοδον τοῦ ὅλου θέματος. Τὸ ὅλον θέμα εἶναι πολιτικὸν καὶ τὴν προέχουσαν θέσιν εἰς τὴν ἀντιμετώπισίν του θὰ τὴν ἔχῃ ἡ πολιτικὴ σκέψις. Ἡ τεχνοκρατία καὶ ἐκεῖ ὅπου ἔχομεν τὰς κυριωτέρας της ἐκδηλώσεις εἶναι ἓν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς δύο κατηγορίας. Ἀναφέρεται ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὴν ὀργάνωσιν τῆς παραγωγῆς, εἰς τὴν ἰδιωτικὴν ὀργάνωσιν τῆς παραγωγῆς καὶ ἐκεῖ ἡ τεχνοκρατία εἶναι ἐπισημοτάτη, ἀναφέρεται ὅμως κατὰ δεύτερον λόγον εἰς τὴν ὀργάνωσιν τῶν ὑπηρεσιῶν ποὺ καταλήγουν εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς παραγωγῆς. Καὶ ἐκεῖ ἡ τεχνοκρατία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὴν πρώτην θέσιν, διότι ἡ τεχνοκρατία ἐκείνη, ἡ τεχνικὴ δηλαδὴ προσπάθεια καταλήγει εἰς γραφειοκρατίαν καὶ συνεπῶς δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὴ νὰ δώσῃ τὴν πνοὴν ποὺ χρειάζεται. Ὁ κ. Τσουδερός, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Συντονισμοῦ καὶ ἵδρυσε τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο, διετήρησε τὸ ὄργανον τοῦ Κυβερνητικοῦ Οἰκονομικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον καὶ ἐνίσχυσε κατὰ τὴν βραχεῖαν ἀλλὰ γόνιμον ὑπουργίαν του. Τὸ αὐτὸ δὲ ἔπραξε μετὰ ταῦτα καὶ ὁ κ. Στεφανόπουλος, ὁ ὁποῖος ἐπὶ μακρὸν ἐχρησιμοποίησεν εὐρύτατα τὸ ὄργανον τοῦ Κυβερνητικοῦ Οἰκονομικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ μετὰ ταῦτα βαθμηδὸν προσετέθησαν εἰς τὸ Κράτος νέαι ἁρμοδιότητες, ἐπλουτίσθη ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Κράτους μὲ ἄλλα τμήματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχε τὴν στιγμὴν ἐκείνην καὶ ὡς συνέπεια τοῦ πλουτισμοῦ αὐτοῦ, δηλαδὴ κυρίως τῆς ἀμερικανικῆς βοηθείας καὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς ἀμερικανικῆς βοηθείας, ὡς συνέπεια τοῦ πλουτισμοῦ αὐτοῦ ὑπῆρξεν ἡ ἀνάγκη τῆς δημιουργίας διαφόρων συμβουλίων, τὰ ὁποῖα καθ’ ὃν χρόνον ἐδημιουργήθησαν ἦσαν χρήσιμα, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα κατέληξαν εἰς τὴν διάσπασιν αὐτῆς τῆς ἑνιαίας διευθύνσεως, ἐνῷ πυρὴν καὶ φορεὺς ἦτο τὸ Κυβερνητικὸν Οἰκονομικὸν Συμβούλιον. Μὲ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐμφανίζεται σήμερον ὑπὸ τὴν κρίσιν σας, νομίζω ὅτι ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν ὑγιᾶ βάσιν τῆς πολιτικῆς κατευθύνσεως τῆς ὅλης διευθύνσεως τῆς οἰκονομίας μας, ἐπανερχόμεθα δηλαδὴ εἰς τὴν ἀναζωογόνησιν τοῦ Κυβερνητικοῦ Οἰκονομικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργούς, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον συνεπικουρεῖται διὰ μέσου τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ σύνδεσμος μεταξὺ τοῦ οἰκονομικοῦ συμβουλίου καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν συνεπικουρεῖται, λέγω, τὸ Κυβερνητικὸν Οἰκονομικὸν Συμβούλιον ἀπὸ ἕνα γνωμοδοτικὸν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἱδρύεται καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ κεφαλὴ τῆς τεχνικῆς προσπαθείας τῶν ὑπηρεσιῶν μας καὶ αὐτὰ τὰ Συμβούλια καὶ τὰς Ἐπιτροπὰς ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ἐξουσιοδότησιν ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ νὰ ἱδρύῃ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω, καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι ὅταν συνεζητεῖτο ὁ πρῶτος ὀργανισμός, ὁ ὁποῖος ἀπετέλεσε τὴν πρώτην διάσπασιν τῆς ἐννοίας τῆς ἑνιαίας διευθύνσεως τῆς οἰκονομικῆς, τοῦ Κυβερνητικοῦ Οἰκονομικοῦ Συμβουλίου, τὴν 13)7)1946, ὅταν συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ ἀνασυγκροτήσεως, ἐτόνισα ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ αὐτοτελὴς ὀργανισμὸς ἀνασυγκροτήσεως καὶ ἔλεγα: «Νομίζω ὅτι τὸ σχέδιον .................... ...................... (ἀναγινώσκει) .....................................». Τοῦτο συμβαίνει μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀναλαμβάνει τὸν ρόλον, διὰ τὸν ὁποῖον προορίζει καὶ τὸ ὄνομα ἀκόμη τοῦ Ὑπουργείου. Εἶναι δὲ εὐτύχημα, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον δίδονται καὶ δίδονται οἰκειοθελῶς ἀπὸ τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπὴν δικαιώματα περισσότερα ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὁ ἀξιότιμος κύριος ἐπὶ τοῦ Συντονισμοῦ Ὑπουργὸς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει σήμερον τὴν θέσιν αὐτὴν καὶ πρὸς τὸν ὁποῖον στρέφεται, πιστεύω, ἀμέριστος ὅλης τῆς Βουλῆς καὶ ὅλου τοῦ Ἔθνους ἡ ἐμπιστοσύνη, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀναμονή. Αὐτὴ εἶναι, κύριοι, ἡ τεχνικὴ βάσις τοῦ νομοσχεδίου. Κάτω ἀπὸ τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ὑπάρχει αὐτὴ ἡ θεμελιώδης ἀρχή, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Συντονισμοῦ εἶναι τὸ ἐπιτελικὸν Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον συντονίζει μὲ πνεῦμα πολιτικῆς κρίσεως τὴν οἰκονομικὴν καὶ κοινωνικὴν δραστηριότητα τῆς Χώρας διὰ μέσου τῶν καθ’ ἕκαστα Ὑπουργείων καὶ Ὑπηρεσιῶν, τῶν ὁποίων ἡ γνώμη ἐμφανίζεται διὰ τοῦ Κυβερνητικοῦ Οἰκονομικοῦ Συμβουλίου, εἰς τὸ ὁποῖον μετέχουν ὅλοι οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοί. Ὅτι τὸ πολιτικὸν αὐτὸ ὄργανον συνεπικουρεῖται ἀπὸ τὴν τεχνικὴν βοήθειαν τῶν διαφόρων συμβουλίων γνωμοδοτικῶν, δηλαδὴ συμβουλευτικῶν κατὰ βάσιν, ἀλλ’ ὅτι ἡ εὐθύνη καὶ ἡ τελικὴ κρίσις πάσης ἀποφάσεως ἀνήκει εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν γενικὴν ἐποπτείαν καὶ τὸν συντονισμόν. Ἀπὸ ἀπόψεως δηλαδὴ περιεχομένου τοῦ συντονισμοῦ καθορίζει τοῦτον τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος, πρόεδρος τῆς ἐπὶ τοῦ συντονισμοῦ κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς. Τὸ ἄρθρον τοῦτο δίδει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Συντονισμοῦ, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν εἰς τὸν ἐπὶ κεφαλῆς αὐτοῦ Ὑπουργόν, τρεῖς βαθμοὺς ἁρμοδιότητος· ὁ πρῶτος εἶναι ὁ καθορισμὸς τῶν γενικῶν γραμμῶν τῆς καθ’ ὅλου κοινωνικῆς καὶ οἰκονομικῆς ζωῆς τῆς Χώρας. Εἶναι, νομίζω, θεμελιῶδες καὶ ἀξιοσημείωτον, ὅτι εἰς τὸ νομοσχέδιον ὑπάρχει αὐτὴ ἡ σύνθεσις τῶν δύο στοιχείων, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν κρίσιν μου, εἶναι ἀλληλένδετα καὶ χωρὶς τὴν ἰσορρόπησιν τῶν ὁποίων δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ καμμία, οὔτε κοινωνικὴ οὔτε οἰκονομική, πολιτική. Ἀναφέρεται ὅτι αἱ γενικαὶ γραμμαί, τὰς ὁποίας θὰ χαράξῃ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Συντονισμοῦ, εἶναι τῆς καθ’ ὅλου οἰκονομικῆς καὶ κοινωνικῆς πολιτικῆς τῆς Χώρας. Δὲν γνωρίζω νὰ ὑπάρχουν πολλαὶ ἀμφιβολίαι, ὅτι ἡ κοινωνικὴ πολιτικὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, ἐὰν δὲν ἔχῃ παράλληλον βάσιν εἰς μίαν ἀντιμετώπισιν τῶν οἰκονομικῶν προβλημάτων, ἰδίως κατὰ τὰς κρισίμους ὥρας τῆς ἀναταραχῆς, ποὺ ἐπακολουθοῦν κάθε παγκόσμιον ἢ ἐσωτερικὴν ἀνωμαλίαν καὶ τὴν ὁποίαν διερχόμεθα ἀπὸ ἀπόψεως ἰσορροπήσεως τῶν διαφόρων κοινωνικῶν τάξεων σήμερον καὶ ἡμεῖς. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ κοινωνικῆς πολιτικῆς, ὅπως δὲν ἔπρεπε νὰ ὁμιλῶμεν περὶ κοινωνικῆς πολιτικῆς εἰς τὸ παρελθόν, χωρὶς ταὐτοχρόνως νὰ ἀντιμετωπίζητε τὰς ἀνάγκας τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἀλλὰ ἀφ’ ἑτέρου τῆς κοινωνικῆς πολιτικῆς αἱ ἐπιδιώξεις καὶ τὰ σχέδια δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ στηρίζωνται εἰς οἰκονομικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀλληλένδετα. Αὐτὸς εἶναι ὁ πρῶτος κύκλος τῶν προβλημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπὸ τὴν καθοδήγησιν καὶ τὸν συντονισμὸν τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Συντονισμοῦ ὡς ἔργον. Ἡ δευτέρα θέσις τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Συντονισμοῦ σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ὁ συντονισμὸς τῆς σχετικῆς δράσεως τῶν καθ’ ἕκαστα ἁρμοδίων Ὑπουργείων καὶ Ὑπηρεσιῶν, ἡ διατύπωσις τοῦ προγράμματος ἀνασυγκροτήσεως τῆς Ἑλληνικῆς οἰκονομίας καὶ ἡ παρακολούθησις τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ παρὰ τῶν Ὑπουργείων εἰς τὰ ὁποῖα αὕτη ἀνήκει. Αὐτὴ ἡ τελευταία ἀποστολὴ τοῦ Ὑπουργείου, ἡ τρίτη ἁρμοδιότης, εἶναι ἕνα στοιχεῖον θεμελιῶδες, εἰς τὴν ὁποίαν ἰδιαιτέρως, αὐτὴν τὴν τελευταίαν ἀποστολὴν—πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, καὶ ὁμολογῶ πρῶτος ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ—ἀφιέρωσεν ὅλην του τὴν ψυχὴν ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ κ. Στεφανόπουλος καὶ τὴν ὁποίαν θέλομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ τονίσωμεν ὅτι ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Συντονισμοῦ ὡς ἔργον, ὄχι μόνον ὡς συμπλήρωσιν ἀλλὰ καὶ ὡς ἐκτέλεσιν, ὑπὸ ποίαν ὅμως μορφήν, διότι ἐδῶ εἰς τὸ θέμα τῆς ἐκτελέσεως τοῦ προγράμματος ὑπῆρξαν συζητήσεις σοβαραὶ καὶ ἀντιρρήσεις. Ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ ὁποῖος θὰ ἐκτελέσῃ τὸ πρόγραμμα· τὸ πρόγραμμα θὰ τὸ ἐκτελέσουν τὰ ἁρμόδια Ὑπουργεῖα, ἀκόμη καὶ ἰδιωτικαὶ ὀργανώσεις, ὅταν τοῦτο εἶναι ἐπιβεβλημένον, ὅταν τοῦτο ἔχει καθορισθῆ. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον Συντονισμοῦ θὰ παρακολουθήσῃ τὴν ἐκτέλεσιν, διότι καταρτίζον τὸ πρόγραμμα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαλλοτριωθῇ ἀπὸ τὸ δικαίωμα τῆς παρακολουθήσεως τῆς καλῆς ἐκτελέσεως. Ὅταν, κύριοι συνάδελφοι, βάζωμεν εἰς τὰς ὀλίγας αὐτὰς γραμμὰς τοῦ Νόμου τὸ μέγα τοῦτο ἔργον, δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει κανείς, ὁ ὁποῖος νὰ φαντάζηται ὅτι δὲν ἀντιμετωπίζομεν ὅλοι, καὶ σεῖς καὶ ἡμεῖς, τὰς δυσχερείας, ἀλλὰ ἀκριβῶς τονίζομεν, ὅτι τὸ ἄρθρον 1, τὸ ὁποῖον εἶναι ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς, ἔχει αὐτὰ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐδώσαμεν, καὶ φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ δοθοῦν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ, διότι αὐτὸς ἀκριβῶς εἶναι ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς μάχης τῆς Ἀνασυγκροτήσεως καὶ ἔχομεν ὅλοι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τοῦ δώσωμεν ὅλα τὰ ὅπλα, διὰ νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ μεγάλον αὐτὸ ἔργον.
§29Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Τί σκοπεῖτε, τὸν Συντονισμὸν τῶν ὑπηρεσιῶν Ἀνασυγκροτήσεως καὶ τῆς οἰκονομικῆς καὶ κοινωνικῆς πολιτικῆς τῆς Χώρας;
§30ΓΡ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Εἶπα ὅτι εἶναι τρεῖς αἱ δέσμαι τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀνατίθενται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ. Ἡ πρώτη εἶναι ὁ καθορισμὸς τῶν γενικῶν γραμμῶν τῆς καθ’ ὅλου οἰκονομικῆς καὶ κοινωνικῆς πολιτικῆς. Πῶς θὰ ἐφαρμοσθῇ αὕτη εἶναι ἄλλο θέμα.
§31Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ δὲν νομίζετε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εὑρίσκεται εἰς βασικὴν ἀντίθεσιν πρὸς τὸ Πολίτευμά μας;
§32ΓΡ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Οὐδαμῶς.
§33Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Τί ἄλλο εἶναι τὸ Κυβερνητικὸν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς καὶ ἔλαβε τὴν ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἡ Κυβέρνησις; Τί ἄλλο εἶναι παρὰ ὁ καθορισμὸς τῶν γενικῶν γραμμῶν τῆς κοινωνικῆς καὶ πολιτικῆς ζωῆς τῆς Χώρας; Πῶς, λοιπόν, τοῦτο θὰ γίνῃ τώρα ἔργον ἑνὸς μόνον Ὑπουργοῦ;
§34ΓΡ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἐδῶ πρόκειται περὶ τῆς δημιουργίας ἑνὸς μακρυπνόου σχεδίου κοινωνικῆς καὶ οἰκονομικῆς πολιτικῆς. Ἡ ἄμεσος πολιτικὴ ἐπιδίωξις καὶ ἐφαρμογὴ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία καθορίζεται ἀπὸ τὰς ἑκάστοτε κυβερνητικὰς δηλώσεις. Δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει θέμα συγκρούσεως. Πιστεύω ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα καὶ ὄχι ὡς τὸ διετυπώσατε. Δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ οὐδεμία ὑποκατάστασις, ἡ ὁποία, ἄλλως τε, δὲν εἶναι δυνατὴ διὰ Νόμου, προκειμένου περὶ πραγμάτων τὰ ὁποῖα καθορίζει τὸ Σύνταγμα. Ὥστε δὲν ὑπάρχει θέμα. Πρόκειται περὶ Νόμου, ὁ ὁποῖος καθορίζει κατευθυντηρίους γραμμὰς καὶ ὁ ὁποῖος δὲν βγαίνει ἀπὸ τὰ πλαίσια τῆς Συντ)κῆς Τάξεως καὶ τῆς Ἑλληνικῆς παραδόσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ Συντονισμοῦ τῶν τριῶν αὐτῶν ἁρμοδιοτήτων, τὰς ὁποίας δίδει τὸ ἄρθρον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ. Μέσα ὅμως ἀπὸ αὐτάς, μολονότι δὲν ἀναφέρεται ρητῶς, πηγάζει μία ἄλλη ἁρμοδιότης, ἡ ὁποία σήμερον ἀκριβῶς καταφαίνεται, διότι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν παραμονὴν τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, διὰ νὰ ἐκπροσωπήσῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸν Ὀργανισμὸν τῆς Ἑλληνικῆς Οἰκονομικῆς Συνεργασίας. Τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Συντονισμοῦ εἶναι ὁ κρίκος ὁ συνδετικὸς τῆς Ἑλληνικῆς Οἰκονομίας καὶ τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς Οἰκονομικῆς Συνεργασίας. Δηλαδή, εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Σχεδίου Μάρσαλλ. Ὡς πρὸς τὸ πρόγραμμα τοῦ Σχεδίου Μάρσαλλ, καθ’ ὃ ποσοστὸν ἀναφέρεται εἰς ἀξιοποίησιν τῆς ξένης βοηθείας, ἔτυχε τῆς μεγαλυτέρας δυνατῆς ἀναγνωρίσεως. Ὁ κύριος ρόλος τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ εἶναι αἱ οὐσιαστικαὶ ἁρμοδιότητες, αἱ ὁποῖαι τοῦ δίδονται διὰ τοῦ ὑπολοίπου μέρους τοῦ ἄρθρου 1 καὶ δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον τίθεται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ἀποτελεῖ ἕνα ὅπλον χρήσιμον καὶ διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ καὶ διὰ τὴν Ἀνασυγκρότησιν τῆς Ἑλληνικῆς Οἰκονομίας. Ἄν ληφθοῦν ὅλα αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν, νομίζω ὅτι δὲν χρειάζεται περαιτέρω ἀνάπτυξις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ πρέπῃ ἴσως νὰ τονισθῇ ἰδιαιτέρως ἡ ἐπερχομένη συνένωσις τῶν διαφόρων κατασπάρτων ἁρμοδιοτήτων εἰς τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας καὶ αἱ ὁποῖαι μέχρι σήμερον εἶχον μίαν αὐτονομίαν, ἡ ὁποία καταργεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διότι ὅλα αὐτὰ τὰ διάφορα γράμματα τοῦ ἀλφαβήτου τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν ἑνοῦνται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Συντονισμοῦ καὶ τίθενται ὑπὸ τὴν ἑνιαίαν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Συντονισμοῦ. Θὰ ἔπρεπεν ὅμως ἀκόμη νὰ τονισθοῦν καὶ δύο ἄλλα σημεῖα, τὰ ὁποῖα τὸ ὑπὸ κρίσιν ἡμῶν σχέδιον παρουσιάζει. Τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ σημεῖα αὐτὰ εἶναι ἡ ἀναγνώρισις ὅτι αἱ παραγωγικαὶ καὶ αἱ κοινωνικαὶ τάξεις ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπουν καὶ αὐταὶ τὴν γνώμην των κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ σχεδίου τῆς ἀνασυγκροτήσεως. Ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος ΕΛΔ καὶ ὁ ἐξ Ἠλείας διακεκριμένος πρώην Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ὑπέβαλον καὶ οἱ δύο, εἰς διαφόρους στιγμάς, τὴν αὐτὴν πρότασιν, ὅπως τὸ σχέδιον τῆς ἀνασυγκροτήσεως ὑποβάλεται, μετὰ τὴν κατάρτισίν του, ὑπὸ τὴν κρίσιν ἑνὸς Συμβουλίου, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ἐκπροσωποῦνται αἱ κοινωνικαὶ καὶ αἱ παραγωγικαὶ τάξεις. Ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ὑπῆρξεν εὐτυχής, διότι πρῶτος αὐτὸς εἶχε τὴν διάθεσιν νὰ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν αὐτήν, διότι, καθὼς θὰ ἐνθυμοῦνται οἱ παλαιότεροι, τὸ 1948, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος, εἶχον ὑποβάλει ἕνα σχέδιον τῶν συνταγματικῶν μεταρρυθμίσεων, εἰς τὸ ὁποῖον ἔλεγον σαφῶς, ὅτι αἱ κοινωνικαὶ καὶ αἱ παραγωγικαὶ τάξεις πρέπει νὰ λέγουν τὴν γνώμην των εἰς ὅλα. Ἔφθανα, δηλαδή, μέχρι τοῦ σημείου νὰ προτείνω τὴν δημιουργίαν Γερουσίας μὲ ἐπαγγελματικὴν ἐκπροσώπησιν, φυσικὰ ὅταν ἡ ἐκπροσώπησις αὐτὴ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ φθάσῃ εἰς μίαν ὀργάνωσιν, ἡ ὁποία, πράγματι, νὰ εἶναι οὐσιαστικὴ ἐκπροσώπησις. Ἡ πρότασις αὐτή, μετὰ συζήτησιν, ἔγινε δεκτὴ ἀπὸ τὸν κ. ἐπὶ τοῦ Συντονισμοῦ Ὑπουργὸν καὶ διετυπώθη εἰς τὸ ἄρθρον 6, τὸ ὁποῖον λέγει: «Διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ........... ........... (ἀναγινώσκει) .............». Ἄς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ τῶν ἐκπροσώπων αὐτῶν τῶν παραγωγικῶν τάξεων εἶναι εἰς τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν ἕνα στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ χαιρετήσωμεν ὡς ἕνα στοιχεῖον προόδου εἰς τὴν ὅλην διάρθρωσιν τῆς οἰκονομικῆς μας προσπαθείας. Ἀλλ’ εἶναι ἀκόμη καὶ ἕνα στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον ἁπαλύνει, καὶ ἐὰν ἀκόμη ὑπῆρχε πρὸς στιγμὴν ὁ κίνδυνος νὰ θεωρηθῇ ὡς ὑπαρκτόν, τὸ στοιχεῖον τῆς γραφειοκρατίας, διότι δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ ἀντιγραφειοκρατικώτερον ἀπὸ τὴν ἐκπροσώπησιν τῶν κοινωνικῶν καὶ τῶν παραγωγικῶν τάξεων.
§35Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἴπατε ὅτι «θὰ ἱδρυθῇ» ἢ «ἱδρύεται»; Ἐὰν δὲν ἱδρυθῇ, τὸ σχέδιον δὲν θὰ πάῃ πουθενά;
§36ΓΡ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Θὰ ἱδρυθῇ διὰ διατάγματος. Θὰ ἤμην ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐδεχόμην τὴν τροπολογίαν σας, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ τὸ ἐδέχετο.
§37ΣΤ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἔγινε συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ εἶπεν ὅτι «δύναται». Τὸ «δύναται» ἔχει τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ὑπαινίσσεται. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἀλλέως, παρὰ μόνον διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος.
§38ΓΡ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος βαίνει περαιτέρω καὶ πλησιάζει τὴν σκέψιν καὶ τοῦ κ. Σβώλου καὶ ἐμοῦ. Λέγει νὰ ἱδρυθῇ διὰ τοῦ Νόμου. Καὶ θὰ ἀλλάξῃ ἡ διατύπωσις τότε.
§39Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αὐτὸ προτιμῶ ἐγώ.
§40ΑΛ. ΣΒΩΛΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἔθεσε τὸ ἴδιον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Συντονισμοῦ. Πράγματι, ἡ ἰδική μου ἄποψις, νομίζω δὲ καὶ τοῦ κ. Στεφανοπούλου, περιεῖχε δύο πλευράς. Ἡ μία εἶναι ὅτι ἱδρύεται διὰ τοῦ Νόμου τὸ Συμβούλιον καὶ ὄχι ὅτι ἀφίνεται νὰ ἱδρυθῇ. Ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ ἡ ἄποψις αὐτή, ἔστω καὶ ὑστέρως, ἐγὼ θὰ ἤμουν πάρα πολὺ εὐτυχὴς καὶ ὁ κ. Στεφανόπουλος ἐπίσης. Ἀλλ’ ἡ διατύπωσις πρέπει νὰ ἀλλάξῃ. Δεύτερον σημεῖον τῆς προτάσεώς μου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπιμείνω ὅταν θὰ λάβω τὸν λόγον, εἶναι ὅτι ἔπρεπεν ἡ σύνθεσις τοῦ Συμβουλίου νὰ εἶναι ἐξ αἱρετῶν ἀντιπροσώπων ὡρισμένων τάξεων, αἱ ὁποῖαι θὰ λάβουν μέρος. Βέβαια, ὑπάρχουν ὡρισμένα τεχνικὰ ἐμπόδια, περὶ τῶν ὁποίων ἔγινε λόγος. Ἐὰν εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἐξουσιοδοτημένου ἀντιπροσώπου, τυχὸν περιέχηται καὶ ἡ ἔννοια τοῦ αἱρετοῦ ἀντιπροσώπου, ἔχει καλῶς. Ἀλλ’ ὅσον ἀκριβωτέρα εἶναι ἡ σχέσις τοῦ ἀντιπροσώπου διὰ μέσου μιᾶς ἐκλογῆς πρὸς τὸν ἀντιπροσωπευόμενον κλάδον τοῦ ἐργαζομένου κόσμου, τόσον περισσότερον ἡ ἀξία τῆς μεταρρυθμίσεως ποὺ εἰσηγήθη καὶ ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ γίνεται μεγαλυτέρα. Ἐνῷ, ἀντιθέτως, ἐὰν ἁπλῶς ἄνωθεν προτιμῶνται ἢ διορίζωνται κατὰ τεκμήριον ἁπλῶς ἐξουσιοδοτημένοι ἐκπρόσωποι τῶν ὀργανώσεων αὐτῶν, ἀντιλαμβάνεσθε πόσον ἀτονεῖ τὸ σημεῖον αὐτό, τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ εἰσηγηθῶμεν εἰς τὴν νέαν διάρθρωσιν τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ. Ἑπομένως, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς δέχεται καὶ τὴν ἀρχὴν τοῦ αἱρετοῦ, ἐγὼ τοὐλάχιστον θὰ χειροκροτήσω.
§41ΓΡ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Τὸ δεύτερον σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ Σώματος, εἶναι ἡ ὅλη μορφὴ τοῦ νομοσχεδίου ἀπὸ ἀπόψεως ἐξουσιοδοτήσεως νόμου πρὸς ἔκδοσιν διαταγμάτων. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἐξέλιξιν, τὴν ὁποίαν εἶχε παρ’ ἡμῖν καὶ ἀπὸ ἀπόψεως συνταγματικῆς, λόγῳ τῆς διακυμάνσεως τῶν Συνταγμάτων μας, διότι παρενέπεσε μεταξὺ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ὡς ἰσχύει σήμερον, τὸ Σύνταγμα τοῦ 1917, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει μίαν ἄλλην νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν. Θέλω ὅμως νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ Σώματος ἐπὶ τοῦ γεγονότος, ὅτι ὁ Νόμος τὸ ὁποῖον εἰσάγομεν εἶναι ὁ πρῶτος Νόμος, μὲ τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ θὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ θέμα τῆς ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς τὸν Ὑπουργόν, ὅπως διὰ Διατάγματος καθορίσῃ τὰς λεπτομερείας τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Νόμου. Καὶ νομίζω ὅτι ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ κατέβαλε κάθε προσπάθειαν καὶ ἐλπίζω ὅτι ἐπέτυχεν, ὅπως δώσῃ ἕνα ὑπόδειγμα τοῦ τρόπου καὶ τῆς ἐκτάσεως, τὴν ὁποίαν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἡ ἐξουσιοδότησις πρὸς ρύθμισιν διὰ Διατάγματος τῶν λεπτομερειῶν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Νόμου. Ἔφθασε, δηλαδή, ἴσως, πλησίον πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ Νόμου, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα νομίζομεν ὅτι εἶναι παρεμφερές, βάσει τῶν συνταγματικῶν μας διατάξεων τῶν σημερινῶν. Θὰ ἤθελον μόνον νὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, κατὰ τρόπον ὅμως ἀκαδημαϊκόν, χωρὶς νὰ τὸ φέρω ὡς πρότασιν, μίαν σκέψιν, τὴν ὁποίαν ἐνεφάνισα καὶ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἡ ὁποία ἴσως θὰ ἦτο χρήσιμος, ὄχι τόσον διὰ τὸν παρόντα Νόμον, τοῦ ὁποίου τὰ ἐκτελεστικὰ ἢ κατ’ ἐξουσιοδότησιν διατάγματα θὰ ἐκδοθοῦν τῇ προτάσει Ὑπουργοῦ, ἔχοντος τὸ κῦρος καὶ τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ σήμερον προϊσταμένου Ὑπουργοῦ Συντονισμοῦ, ἀλλὰ διὰ τὸ μέλλον, διὰ νὰ δύναται νὰ σκεφθῇ κανεὶς μήπως τὸ ὅλον πρόβλημα τῆς ἐξουσιοδοτήσεως τῶν Νόμων πρὸς ἔκδοσιν Διαταγμάτων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνταχθῇ μέσα εἰς τὸ πλαίσιον τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν, δηλαδή, μήπως τοῦτο δὲν εἶναι ἀνάγκη διὰ τοῦ Συντάγματος νὰ γίνῃ, ἀλλὰ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ θὰ ἦτο δυνατὸν αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ νὰ γίνωσιν ὅπως ἐπρότεινα εἰς τὰς ἰδίας αὐτὰς μεταρρυθμίσεις, τὰς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Δʹ Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, μήπως θὰ ἔπρεπεν αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ νὰ ἀποτελέσουν ὄργανα προεποπτείας τοῦ ἔργου τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, μήπως τὰ κατ’ ἐξουσιοδότησιν τοῦ Νόμου διατάγματα θὰ ἦτο δυνατὸν πρὸ τῆς ἐκδόσεώς των νὰ ἀποστέλλωνται πρὸς γνωμάτευσιν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ νὰ μὴ σταματᾷ τὸ ἔργον τῆς δημοσιεύσεως, δηλαδή, νὰ μὴ ἀνακόπτεται τὸ ἔργον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ ὅταν δημοσιεύωνται τὰ διατάγματα νὰ δημοσιεύεται καὶ ἡ γνωμάτευσις τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν, διὰ νὰ ὑπάρχῃ μία προεποπτεία καὶ ἕνας προέλεγχος, ὁ ὁποῖος σήμερον δὲν ὑπάρχει. Εἶναι μία σκέψις, τὴν ὁποίαν φέρω εἰς τὴν Βουλήν, διότι τὴν ἔφερα καὶ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν.
§42Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Συμβιβάζεται μὲ τὸ Σύνταγμα;
§43ΓΡ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἀπολύτως συμβιβάζεται. Θὰ τὸ συζητήσωμεν τοῦτο, ὅταν θὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν πρὸς τὴν Βουλήν.
§44Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Τὸ ὅτι συμβιβάζεται, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ἀλλὰ μήπως εἶναι μία τροχοπέδη τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας.
§45ΓΡ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι θὰ εἶναι τροχοπέδη, ὅπως δὲν εἶναι τροχοπέδη ἡ παραπομπὴ τῶν διαταγμάτων εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον δὲν θὰ εἶναι τροχοπέδη ἡ ὕπαρξις μιᾶς γνωματεύσεως μὴ ὑποχρεωτικῆς. Ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς αἰσθάνεται τὸ δίκαιον ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει νὰ κάμῃ, ὥστε νὰ ἀντικρύσῃ καὶ νὰ παρίδῃ τὴν γνωμάτευσιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, θὰ τὸ κάμῃ· ἐὰν ὅμως ὑπάρχουν θέματα, τὰ ὁποῖα θὰ περιέχουν προσωπικὰς διατάξεις, ἢ τὰ ὁποῖα δὲν θὰ εἶναι ἀπολύτως ἀδιάβλητα, τότε νομίζω ὅτι ὁ ἴδιος θὰ ἀποκαλύψῃ τὰ πράγματα διὰ τῆς γνωματεύσεως καὶ θὰ θελήσῃ νὰ τὰ διορθώσῃ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς θεμελιώδεις μηχανισμούς, ἕνα ἀπὸ τὰ ροδάκια, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ βάλῃ εἰς τὸν μηχανισμὸν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος, ἐὰν θέλῃ.
§46Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Νομίζετε ὅτι θὰ πάῃ πρῶτα εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ κατόπιν θὰ ἀποφανθῇ τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας;
§47ΓΡ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Εἶναι δύο στάδια παράλληλα. Ἄς ἐπανέλθωμεν ὅμως εἰς τὸ θέμα τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω, κύριοι, ὅτι πρὶν κατέλθω ἀπὸ τὸ βῆμα, ἀφοῦ συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν εὐμένειαν διὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον τῆς εἰσηγήθην καὶ τοῦ ὁποίου δὲν θὰ ἀναπτύξω τὰς λεπτομερείας, τὰς ἀναφερομένας εἰς τὰ ὑπαλληλικὰ ζητήματα. Δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι τὸ οὐσιῶδες, ἀλλὰ τὸ νὰ ὁπλισθῇ ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ μὲ τὴν ἁρμοδιότητα καὶ μὲ τὴν ἐπιφάνειαν, ἡ ὁποία θὰ τοῦ ἐπιτρέπῃ καὶ ἔξω καὶ ἐδῶ ἢ μέσα εἰς τὸ κυβερνητικὸν σχῆμα νὰ παρουσιάζῃ καὶ νὰ ἐργάζεται διὰ τὴν δημιουργίαν μιᾶς ἑνιαίας καὶ κάπως μακροπνόου οἰκονομικῆς καὶ κοινωνικῆς πολιτικῆς. Θὰ ἤθελον, πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος, νὰ τονίσω τὴν σημασίαν τοῦ συνδέσμου αὐτοῦ, τῆς συνθέσεως αὐτῆς τῆς οἰκονομικῆς καὶ κοινωνικῆς πολιτικῆς καὶ νὰ γίνω ἡ ἠχὼ μιᾶς γνώμης, ἡ ὁποία ὁμοθύμως ἔγινε δεκτὴ μέσα εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἀλλὰ ἐθεωρήθη ὅτι εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸ πλαίσιον τοῦ Νόμου, καὶ εἶναι πράγματι ἔξω τοῦ πλαισίου τοῦ Νόμου, νὰ γίνω, λέγω, ἡ ἠχὼ τῆς γνώμης αὐτῆς, ἡ ὁποία εἶναι μία παράκλησις καὶ μία σύστασις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως, ἀντιμετωπίζουσα τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα, ἐξετάσῃ ποία εἶναι ἡ σημερινὴ μορφὴ τοῦ κοινωνικοῦ προβλήματος, ἡ ὁποία δὲν εἶναι μορφὴ ἰσορροπήσεως καὶ συνθέσεως τῶν συγκεκριμένων συμφερόντων τῶν κοινωνικῶν τάξεων, θὰ εἶναι ἀκόμα καὶ μία προσπάθεια, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀποδυθῶμεν, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν καὶ εἰς τὴν οἰκονομικήν μας ἀνασυγκρότησιν. Εἶναι ἡ προσπάθεια τῆς ἐπιτυχίας τῆς πλήρους ἐργατικῆς ἀπασχολήσεως, διὰ τὴν ὁποίαν νομίζω ὅτι μένουν ἀκόμη νὰ γίνουν πολλὰ καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ἐκ μέρους, πιστεύω, τῆς ἐπιτροπῆς ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀπευθυνθῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τοῦ Συντονισμοῦ κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλω τὴν εὐχὴν νὰ τὴν ἀντιμετωπίσῃ. Τοιοῦτο εἶναι, κύριοι, τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσηγοῦμαι ἐκ μέρους τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς τὸ Σῶμα νὰ ἐγκρίνῃ. (Χειροκροτήματα).
§48Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν διευκρίνησιν ἤθελον. Τὸ ἄρθρον 1 καθορίζει «......... (Ἀναγινώσκει).........» τὸ δὲ ἄρθρον 6 λέγει: «....... (Ἀναγινώσκει)..............». Ἐρωτῶ καὶ παρακαλῶ νὰ μοῦ διευκρινήσητε τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου. Ἐννοεῖται ὅτι τὸ πρόγραμμα αὐτῆς τῆς κοινωνικῆς πολιτικῆς τῆς χώρας θὰ εἶναι ὑποχρεωτικὸν καὶ ἐφαρμόσιμον;
§49ΓΡ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἐσταματήσατε εἰς τὸ διάβασμα πολὺ γρήγορα, διότι εἰς τὸ ἄρθρον ὑπάρχει ἡ φράσις: «... ...................(Ἀναγινώσκει)......» καὶ παρακάτω τὴν διατύπωσιν τοῦ προγράμματος τῆς ἀνασυγκροτήσεως: «...... (Ἀναγινώσκει).....» Τοῦτο τὸ πρόγραμμα θὰ κρίνῃ ἡ γνωμοδοτικὴ Ἐπιτροπή.
§50Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐρωτῶ, ἐννοεῖτε τὸ πρόγραμμα τοῦτο ὡς ἀμέσως ἐκτελεστέον ἢ θὰ εἶναι εἰσήγησις πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν; Τὸ μέτρον τοῦτο τὸ ἐννοεῖται ὡς ἀμέσως ἐφαρμόσιμον;
§51ΓΡ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἀνακινήσατε, κ. συνάδελφε, ἕνα θέμα διὰ τὸ ὁποῖον σᾶς εὐχαριστῶ.
§52Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι οὐσιῶδες ἐὰν θὰ εἶναι ἐκτελεστέον καὶ ἐφαρμόσιμον, διότι τοῦτο ἔχει τὴν ἔννοιαν ὅτι παρέχετε μίαν εὐρυτάτην νομοθετικὴν πλέον ἐξουσιοδότησιν, εὐρυτάτης ἐφαρμογῆς καθωρισμένου προγράμματος, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ἐκτελεστέον καὶ ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Βουλῆς.
§53ΓΡ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Μάλιστα! Δὲν πρόκειται νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς νομοθετικῆς Ἐξουσίας τὸ πρόγραμμα ἀνασυγκροτήσεως, ὅπως δὲν ἐτέθη καὶ κατὰ τὰ 4 ἔτη τῆς παρελθούσης Βουλῆς καὶ τοῦτο, διότι πανταχοῦ ἐθεωρήθη ὅτι τὸ πρόγραμμα αὐτὸ τοῦ ὁποίου αἱ γενικαὶ γραμμαὶ εἶναι πολιτικαί...
§54Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοῶ δηλ. τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα θὰ εἶναι ἐφαρμόσιμον χωρὶς συζήτησιν; Τοῦτο δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ Συντάγματος.
§55ΓΡ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Δὲν εἶναι θέμα Συνταγματικόν, κ. συνάδελφοι. Ἐδῶ εἴδομεν ὅτι τὸ ἕνα εἶναι σχέδιον μακρόπνοον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ἄμεσον ἐφαρμογήν. Τὰ δὲ διὰ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως ἐπιδιωκόμενα καὶ ἐξαγγελλόμενα μέτρα εἶναι αἱ καθ’ ἕκαστον πρακτικαὶ δηλώσεις ἐν τῷ πλαισίῳ τοῦ δυνατοῦ.
§56Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ποῖοι θὰ δώσωμεν τὸ σχέδιον αὐτό;
§57ΓΡ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα, ἂν δώσωμεν ἢ δὲν δώσωμεν, αὐτὸ εἶναι ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ.
§58Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἠξεύρω ὅτι τῶν Κυβερνήσεων συντονιστὴς εἶναι ὁ Πρωθυπουργός. Σεῖς μᾶς εἰσάγετε ἄλλον συντονιστήν, ὁ ὁποῖος ἤσκει τοιαῦτα καθήκοντα εἰς τὸ παρελθὸν καὶ ἑπομένως ἔχομεν συντονιστήν, ὁ ὁποῖος καθορίζει τὴν οἰκονομικὴν καὶ κοινωνικὴν πολιτικὴν οὐ μόνον, ἀλλὰ καὶ μελετᾷ τὰ προβλήματα ἀνασυνθέσεως ὑπηρεσιῶν, καταργήσεως κ.τ.λ. Εἰσάγετε Ὑπουργοὺς πρώτης ποιότητος καὶ δευτέρας ποιότητος, διότι ἐκεῖ καταντᾶτε. Δὲν νομίζετε ὅτι εἰσάγετε οἰκονομικὴν δικτατορίαν;
§59ΓΡ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι ὁ φόβος σας εἶναι δικαιολογημένος. Σᾶς κάμνω τὴν δήλωσιν ὅτι τὸ γεγονὸς ὅτι ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Συντονισμοῦ εἶναι σήμερον ὁ κ. Τσουδερός....
§60Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Δι’ ἐμὲ αὐτὸ εἶναι μειονέκτημα.
§61ΓΡ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Εἶναι μία ἐνίσχυσις εἰς τὴν σκέψιν περὶ τοῦ ρόλου, τὸν ὁποῖον ἔχει νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ Ὑπουργεῖον Συντονισμοῦ. Ἀλλὰ καὶ οἱοσδήποτε ἄλλος Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ἐὰν ἦτο, Ὑπουργεῖον Συντονισμοῦ χωρὶς συντονισμὸν δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ. Εἶναι ἀπαραίτητον τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Συντονισμοῦ, διότι δὲν εἶναι ὁ Πρωθυπουργὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ συντονίσῃ τὰς τεχνικὰς λεπτομερείας τῆς ὅλης οἰκονομικῆς πολιτικῆς, θὰ τὰς συντονίσῃ ἕνας ἄλλος Ὑπουργός. Μὴ μοῦ λέτε ὅτι αὐτὸ εἶναι καινοφανές, διότι γνωρίζετε ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ μητέρα τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, ὁ Σὲρ Στάφορδ Κρὶπς ἔχει κάτι ἀνάλογα δικαιώματα καὶ περισσότερα μὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ.
§62Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἄλλο συντονισμὸς καὶ ἄλλο καθορισμός.
§63ΓΡ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἐὰν θέλετε νὰ πάρετε τὴν λέξιν «καθορισμὸς» ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἐκτελεστοῦ, ὅπως ἐπιμένει εἰς τὰς καθαρῶς νομικὰς ἀπόψεις ὁ κ. ἐξ Ἀχαΐας βουλευτής, τότε νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναζητήσωμεν μίαν ἄλλην λέξιν καὶ νὰ εἴπωμεν «εἰσηγεῖται» ἐὰν θέλετε καὶ ὄχι «καθορίζει».
§64ΣΤ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε αὐτὴ ἡ ἔννοια εἶναι ἡ ὀρθή. Ἡ ὀρθὴ ἔννοια εἶναι αὐτή, ὅτι ἐντὸς τῶν κυβερνητικῶν δηλώσεων ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς καὶ κοινωνικῆς πολιτικῆς εἰς τὰς γενικὰς γραμμὰς αὐτὸς ἀποδίδει εἰς γραμμὴν καθωρισμένων μέτρων, μετουσιώνει αὐτὴν τὴν γενικὴν γραμμήν. Ὁ συντονισμὸς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν θεμάτων εἶναι συντονισμὸς ὁ ὁποῖος δὲν ἔρχεται εἰς οὐδεμίαν σύγκρουσιν μὲ τὸν Πρωθυπουργόν, ὁ ὁποῖος εἶναι συντονιστὴς ἐπὶ ὅλων τῶν θεμάτων.
§65ΓΡ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἐὰν δοθῇ αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν λέγει ὁ κ. Στεφανόπουλος, τότε δὲν ὑπάρχει λόγος οὐδεμιᾶς μεταβολῆς. Ἡ ἰδική μου σκέψις ἦτο εὐρυτέρα. Ἀλλὰ ἀπόκειται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ νὰ εἴπῃ ποία νομίζει ὅτι εἶναι ἡ σκέψις, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ δώσῃ.
§66Ι. ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται ἡ συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου νὰ τελειώσῃ ἐντὸς τῆς ἑσπέρας; Πρόκειται περὶ Νομοσχεδίου πρωταρχικοῦ. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ κατεπειγόντως ἕνα τόσον σοβαρὸν Νομοσχέδιον, διότι πρόκειται οὔτε λίγο, οὔτε πολύ, περὶ μεταβιβάσεως σχεδὸν ὁλοκλήρου τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν. Καὶ δι’ αὐτὸ θὰ ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν ὅπως τὸ Νομοσχέδιον αὐτό, τοὐλάχιστον, τύχῃ στοιχειώδους ἐξονυχίσεως, ἂν ὄχι εὐρυτάτης. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ ψηφισθῇ ἐντὸς τῆς ἑσπέρας. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλῃ νὰ ἀναχωρήσῃ διὰ τὸ Ἐξωτερικὸν δύναται κάλλιστα νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τοῦ Νομοσχεδίου μετὰ τὴν ἐπιστροφήν του. Δὲν πρόκειται νὰ χάσωμεν περισσότερον ἀπὸ 3–4 ἡμέρας. Ἀλλὰ τὸ νὰ ζητηθῇ νὰ ψηφισθῇ σήμερον, εἶναι ἄνευ παντὸς ὁρίου.
§67Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ (Ὑπουργ. Συντονισμοῦ). Ἀπεφασίσθη ἤδη ἀπὸ τὴν Βουλὴν ὅτι θεωρεῖται κατεπεῖγον καὶ θὰ ψηφισθῇ.
§68Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει καὶ συνταγματικὸν κώλυμα νὰ συζητηθῇ ἀπόψε. Δὲν ἔχετε τὴν ἔκθεσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου.
§69Ε. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ (Ὑπουργ. Συντονισμοῦ). Ὑπάρχει καὶ διενεμήθη.
§70Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι 12 ἐγγεγραμμένοι, πότε θὰ τελειώσωμεν, κ. Ὑπουργέ;
§71Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τοῦ Συντονισμοῦ, ἡ ἔκθεσις τοῦ Λογιστηρίου εἶναι εἰς τὸ πρῶτον Νομοσχέδιον, τὸ ἰδικόν σας, ἀλλὰ τὸ εἰσηγούμενον δὲν ἔχει νομίζω καμμίαν σχέσιν μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴχατε εἰσαγάγει.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰ. Ζίγδης ἔχει τὸν λόγον.
§73Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἐὰν ἡ ἀνασυγκρότησις ἀποτελῇ τὸ βασικὸν πρόβλημα τῆς κατοχυρώσεως τοῦ οἰκονομικοῦ μέλλοντος τῆς χώρας, τὸ ὑπὸ κρίσιν Νομοσχέδιον νομίζω ὅτι εἶναι ἓν τῶν σπουδαιοτέρων, μὲ τὰ ὁποῖα θὰ ἀσχοληθῇ ἡ παροῦσα Βουλή, διότι τοῦτο καθορίζει τὸν μηχανισμὸν καὶ τὸ ὄργανον, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐπιχειρηθῇ ἡ ὡλοκληρωμένη μάχη τῆς ἀνασυγκροτήσεως. Τὸ Νομοσχέδιον εἰσάγεται ὡς κατεπεῖγον. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι συμμερίζομαι τὴν λύπην πολλῶν ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι βλέπουν εἰς τὸ κατεπεῖγον κινδύνους, οἱ ὁποῖοι βλέπουν μεταξὺ ἄλλων καὶ ὅτι τὸ Σῶμα τὸ Νομοθετικὸν δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ δώσῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ ὅλην τὴν βοήθειαν τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύνατο ἐπὶ θέματος τοιαύτης βασικῆς σημασίας. Τοῦτο ὅμως εἶναι μία ἄλλη ἀκόμη συνέπεια τῆς βαρυτάτης κληρονομίας, τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ἐδέχθη ἀπὸ τὸ παρελθόν. Ἐπειδὴ τὰ προβλήματα τῆς ἀνασυγκροτήσεως εἶναι κατεπείγοντα καὶ πρέπει τὸ ταχύτερον νὰ δημιουργηθῇ τὸ κατάλληλον ὄργανον ἀντιμετωπίσεώς των, διὰ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ εὑρέθη ὑποχρεωμένος νὰ ὑποβάλῃ τὸ πρὸς τοῦτο Νομοσχέδιον ὡς κατεπεῖγον. Ἀλλ’ ἐλπίζω ὅτι αὐτὸ δὲν θὰ ἀποτελέσῃ προηγούμενον. Ἐλπίζω ὅτι τὸ γενικὸν θέμα τῆς ἀνασυγκροτήσεως θὰ ἔλθῃ τάχιστα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὅτι θὰ τύχῃ τῆς συζητήσεως τῆς ἐξονυχιστικῆς, ἡ ὁποία τοῦ ἁρμόζει. Διότι μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν θὰ δοθῇ καὶ εἰς ἡμᾶς ἡ εὐκαιρία, πολὺ περισσότερον δὲ φυσικὰ ὅταν θὰ εἰσαχθοῦν εἰς τὴν Βουλὴν συγκεκριμένα μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, νὰ προσφέρωμεν ἐπὶ τοῦ θέματος ὅλην τὴν ἰδικήν μας συμπαράστασιν, καλοπίστου καὶ ἐν πολλοῖς φυσικὰ διὰ τῆς ἐνασκήσεως δημιουργικῆς κριτικῆς, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν πολυτιμοτέραν συμβολὴν εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ προσφέρῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία. Ἡ Ἑλληνικὴ οἰκονομία καὶ προπολεμικῶς παρουσίαζε τρεῖς πλευράς, αἱ ὁποῖαι καθίστων τραγικὸν τὸ Ἑλληνικὸν οἰκονομικὸν πρόβλημα. Ὡς γνωστόν, τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα ἦτο ἀνεπαρκέστατον, τὸ ἰσοζύγιον τῶν ἐξωτερικῶν λογαριασμῶν ἐπισφαλέστατον, ἡ δὲ ἀπασχόλησις ἦτο ἐλαχίστη. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο ἀπὸ ἐγκύρους ὀργανισμούς, μόνον τὰ ⅔ τοῦ ἀπασχολησίμου πληθυσμοῦ τῆς χώρας εἶχε πραγματικῶς δημιουργικὴν ἐργασίαν κατὰ τὴν προπολεμικὴν περίοδον. Δεδομένου δὲ ὅτι διὰ τῆς προβλεπομένης αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ ἀπὸ τοῦ 1940 μέχρι τοῦ 1945 θὰ εἴχομεν μίαν προσθήκην 1.100.000 ἐργατικῶν χειρῶν, τὸ πρόβλημα τὸ ἑλληνικόν, ὅπως διεγράφετο καὶ προπολεμικῶς ἦτο τραγικόν. Δὲν εἶναι ἑπομένως ὁ πόλεμος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐδημιούργησε τὴν δυσχερεστάτην οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν τὴν ἐδημιούργησε, τὴν προώθησεν εἰς βαθμὸν πραγματικῶς τραγικόν. Τί ἔκαμεν ὁ πόλεμος; Κατέστρεψε μέγα μέρος τοῦ κεφαλαιουχικοῦ ἐξοπλισμοῦ τῆς χώρας, ταυτοχρόνως δὲ ἀνέτρεψε καὶ τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐπραγματοποιεῖτο αὐτὴ ἡ ἐξισορρόπησις τοῦ ἰσοζυγίου τῶν ἐξωτερικῶν πληρωμῶν. Ἐχάσαμεν δηλ. ξένας ἀγοράς, καὶ ταυτοχρόνως ἐμείναμεν μὲ μίαν παραγωγικὴν μηχανὴν ἀνεπαρκεστέραν τῆς προπολεμικῆς, διὰ νὰ ἀντιμετωπίσωμεν συναγωνισμὸν εἰς τὸ διεθνὲς πεδίον, ὁ ὁποῖος κατέστη πολὺ ὀξύτερος. Οὕτως ἡ κατάστασις τῆς χώρας, ὅπως παρουσιάζεται σήμερον εἶναι πραγματικῶς δραματική, ἐὰν ἡ λέξις δὲν ἔχασε τὴν ἔννοιάν της. Εἰς τὰ 1952, ἐάν, ὃ μὴ γένοιτο, διεκόπτετο ἡ ἐξωτερικὴ βοήθεια, ἡ χώρα θὰ εὑρίσκετο πρὸ πραγματικῆς ἀδυναμίας συνεχίσεως τῆς οἰκονομικῆς αὐτῆς ζωῆς περισσότερον τῶν ὀλίγων εἰκοσιτετραώρων. Χρειάζεται ἑπομένως ὅπως καταβληθῇ ὅλη ἡ δυνατὴ προσπάθεια διὰ νὰ ἀνασυντάξωμεν τὰς δυνάμεις τῆς χώρας. Χρειάζεται ὅπως ἡ Ἀμερικανικὴ βοήθεια, ἡ ὁποία παρουσιάσθη ὡς ἀπὸ μηχανῆς Θεός, νὰ χρησιμοποιηθῇ κατὰ τὸν καλύτερον δυνατὸν τρόπον, οὕτως ὥστε μέχρι τοῦ 1952 νὰ ἔχωμεν ἂν μὴ συμπληρώσῃ τὸ ἔργον τῆς κατοχυρώσεως τῆς οἰκονομικῆς βιωσιμότητος τῆς χώρας, νὰ θέσωμεν τοὐλάχιστον τὰ θεμέλια αὐτῆς. Ὁμιλοῦμεν περὶ τῆς δημιουργίας τοῦ καταλλήλου ὀργάνου, ἵνα πραγματοποιηθῇ συντονισμὸς καὶ ἑνιαία κατεύθυνσις εἰς τὴν ὅλην προσπάθειαν τῆς ἀνασυγκροτήσεως. Τὸ ὄργανον αὐτὸ προφανῶς πρέπει νὰ εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἀνταποκρίνεται εἰς τοὺς σκοπούς, διὰ τοὺς ὁποίους γίνεται. Φυσικὰ ὡς γνώμονα δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν πεῖραν καὶ τὴν πρᾶξιν ξένων χωρῶν, ἀλλ’ ὡς γνώμονα πρέπει ἐπίσης νὰ ἔχωμεν καὶ τὴν ἑλληνικὴν πεῖραν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι μικρὰ μέχρι σήμερον. Ἀλλ’ ἡ ἑλληνικὴ πεῖρα, πολὺ φοβοῦμαι, θὰ πρέπῃ νὰ μᾶς χρησιμεύσῃ μᾶλλον ἀρνητικῶς, δηλαδὴ ἐξ αὐτῆς νὰ συναγάγωμεν τί θὰ πρέπῃ νὰ ἀποφύγωμεν, ἐὰν πρόκειται πραγματικῶς νὰ ἱδρύσωμεν ὄργανον ἱκανὸν νὰ διαχειρισθῇ τὸ ὅλον ζήτημα. Ἐξ αὐτῆς θὰ συναγάγωμεν ἐπίσης τὴν ἀνάγκην πληρώσεως ἑνὸς βασικοῦ κενοῦ, τὸ ὁποῖον ἐχαρακτήρισε τὴν μέχρι σήμερον προσπάθειαν. Τὴν ἀδήριτον δηλ. ἀνάγκην διαμορφώσεως μιᾶς γενικῆς πολιτικῆς ἱκανῆς νὰ κινητοποιήσῃ ὅλας τὰς δυνάμεις τὰς οἰκονομικὰς τοῦ Ἔθνους καὶ νὰ τὰς κατευθύνῃ εἰς τρόπον ὥστε νὰ πραγματοποιηθῇ ὡρισμένος τύπος καὶ μέγεθος ἐπενδύσεων, ποὺ θὰ ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰς τρεῖς βασικὰς ἀπαιτήσεις τῆς χώρας, δηλαδὴ τὴν παροχὴν ἐργασίας εἰς τὸν πληθυσμόν, τὴν αὔξησιν τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος καὶ τὴν ἰσορρόπησιν τῶν διεθνῶν λογαριασμῶν. Ἡ ἀντιμετώπισις τοῦ προβλήματος αὐτοῦ, ὡς ἐγένετο μέχρι σήμερον, ἦτο, νομίζω, ἐντελῶς ἐσφαλμένη. Δὲν ὑπῆρχε μέχρι σήμερον ἰθύνων νοῦς, ὁ ὁποῖος νὰ συλλάβῃ τὸ ὅλον πρόβλημα καὶ νὰ καθορίσῃ ἑνιαίαν πολιτικὴν ἀνασυγκροτήσεως. Ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ἀπὸ τὸ πολύπλευρον πρόβλημα τῆς ἀνασυγκροτήσεως, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ἑλληνικὴν οἰκονομίαν ἐν ὅλῃ τῇ ἐκτάσει της, περιώρισε τὸ ἐνδιαφέρον του εἰς ἕνα καὶ μόνον τομέα: εἰς τὴν ἐκ τῶν ὑπολοίπων τῆς Ἀμερικανικῆς βοηθείας πραγματοποίησιν ἑνὸς προγράμματος ἐπενδύσεων, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπετυγχάνετο ἐμπλουτισμὸς καὶ ἀνασύστασις τοῦ κεφαλαιουχικοῦ ἐξοπλισμοῦ τῆς χώρας. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ περιωρισμένου αὐτοῦ πεδίου, ἡ ἀκολουθηθεῖσα τακτικὴ ὑπῆρξε τόσον ἀδόκιμος, ὥστε μέχρι σήμερον, κατὰ τὰ δύο ἔτη τοῦ σχεδίου Μάρσαλ, νὰ μὴ ἔχῃ πραγματοποιηθῇ σχεδὸν τίποτε εἰς τοὺς βασικοὺς τομεῖς τῆς ἐκβιομηχανίσεως καὶ τοῦ ἐξηλεκτρισμοῦ περὶ τοῦ ὁποίου μὲ τόσον στόμφον ὡμίλουν τὰ προγράμματα καὶ αἱ ἐπανειλημμέναι δηλώσεις τῶν προηγουμένων Κυβερνήσεων. Εἶναι ἀνάγκη, ἀφ’ ἑτέρου, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς προσπαθείας τῆς ἀνασυγκροτήσεως, νὰ ἔχῃ ὅλας τὰς ἁρμοδιότητας ὅπως κατευθύνῃ τὰς ἐνεργείας τῶν καθ’ ἕκαστα Ὑπουργείων τῶν ἀσχολουμένων μὲ προβλήματα παραγωγικὰ καὶ οἰκονομικά. Ἄλλως θὰ εἶναι ἀδύνατος ἡ συντονισμένη ἐφαρμογὴ τῆς γενικῆς πολιτικῆς ἀνασυγκροτήσεως. Χαιρετίζω ἑπομένως τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν εἰσάγει τὸ Νομοσχέδιον καὶ διὰ τῆς ὁποίας καθίσταται ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ὁ ἀρχιστράτηγος, τρόπον τινά, τῆς ὅλης προσπαθείας τῆς ἀνασυγκροτήσεως. Νομίζω ἐπίσης, χωρὶς νὰ θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς ξένα ἐδάφη, ὅτι εἶναι τόσον μεγάλη καὶ οὐσιαστικὴ ἡ ἀνάγκη νὰ παραχωρηθοῦν τὰ δικαιώματα αὐτὰ εἰς τὸν Ὑπουργόν, ὥστε ὡρισμέναι μικροφιλοτιμίαι ἄλλων Ὑπουργείων θὰ ἔπρεπε νὰ ὑποχωρήσουν. Τὸ πρόβλημα τῆς ἀνασυγκροτήσεως περιλαμβάνει τρία στάδια καθαρῶς διακεκριμένα. Τὸ πρῶτον εἶναι ὁ καθορισμὸς τῆς γενικῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, τοῦ οἰκονομικοῦ προγραμματισμοῦ. Τὸ δεύτερον τῆς ἐκτελέσεως τοῦ προγράμματος καὶ τὸ τρίτον, τῆς παρακολουθήσεως τοῦ τρόπου καθ’ ὃν τὰ ὄργανα ἐκτελέσεως ἐκπληροῦν τὸ ἔργον των. Διὰ τοῦ οἰκονομικοῦ προγραμματισμοῦ—καὶ ἐν τῇ ἐννοίᾳ κατὰ τὴν ὁποίαν παρουσιάσθησαν μέχρι σήμερον—δέον νὰ γίνῃ κινητοποίησις ὅλων τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τῆς χώρας μὲ σκοπὸν τὴν ἐπίτευξιν ὡρισμένου ὕψους ἀπασχολήσεως, ὡρισμένου ὕψους ἐθνικοῦ εἰσοδήματος καὶ ὡρισμένης διαμορφώσεως τοῦ ἰσοζυγίου τῶν πληρωμῶν. Τμῆμα μόνον τῆς ἐργασίας αὐτῆς εἶναι τὸ καθ’ ἑαυτὸ «πρόγραμμα ἐπενδύσεων» ἢ ἄλλως τὸ «πρόγραμμα τῶν ἐκτελεστέων ἔργων», τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ βασίζεται ἁπλῶς ἐπὶ τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν ὑπολοίπων τῆς ἀμερικανικῆς βοηθείας ἀλλὰ ὅλων τῶν ἑλληνικῶν πόρων. Διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη μέχρι σήμερον, εἶναι ὅτι ἡ ἀνασυγκρότησις ἐγένετο ἐρήμην τῶν ἑλληνικῶν δυνατοτήτων. Ἀπὸ μίαν μελέτην περὶ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, τὴν ὁποίαν ἐδημοσίευσε τὸ Α.Σ.Α., βλέπω μετὰ καταπλήξεως τοὺς ἑξῆς ἀριθμούς. (Ἀναγινώσκει). Κατὰ τὸ ἔτος 1945 αἱ ἐξ ἑλληνικῶν πόρων κρατικαὶ καὶ ἰδιωτικαὶ ἐπενδύσεις ἀνῆλθον εἰς 2.112 ἑκ. προπ)μικῶν δρχ. Κατὰ τὸ 1948 τὸ ὕψος τῶν ἐπενδύσεων αὐτῶν ἀνῆλθεν εἰς 2.260 ἑκ. προπολ. δραχμῶν. Τὸ ἔτος 1948 ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ 1945 ἦτο ἔτος καθ’ ὃ ὑπετίθετο ὅτι ἐφηρμόσαμεν πρόγραμμα ἀνασυγκροτήσεως! Καὶ ὅμως αἱ ἐξ ἑλληνικῶν πόρων ἐπενδύσεις ἔμειναν εἰς τὸ αὐτὸ ὕψος, ὡς κατὰ τὸ πρῶτον μεταπολεμικὸν ἔτος! Δηλαδὴ οἱ ἑλληνικοὶ πόροι, ἡ ἑλληνικὴ οἰκονομία, οὐδεμίαν συμβολὴν ἔκαμεν εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀνασυγκροτήσεως. Τὸ σύνολον τῶν ἐπενδύσεων αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ προγράμματος ἀνασυγκροτήσεως, προήρχοντο ἀποκλειστικῶς ἐκ πόρων τῆς ἀμερικανικῆς βοηθείας.....
§74Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ποσοστὸν εἶναι, κ. συνάδελφε; Γνωρίζετε εἰς τὴν Γαλλίαν τί ποσοστὸν εἶναι εἰς τὸ διάστημα τῆς τριετίας αὐτῆς; Ἠξεύρετε ὅτι σᾶς ἐκτιμῶ ἀλλὰ ὁμιλεῖτε πολὺ ἐκ τοῦ προχείρου. Εἰς τὴν Γαλλίαν δὲν ὑπερέβη τὸ 4,5%, εἰς ἡμᾶς ἔφθασε καὶ 12% καὶ 13%. Συνεπῶς ὑπῆρξεν αὐτοχρηματοδότησις διὰ τὰ ἐρείπια τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἔγινε καταβολὴ ἐκ τοῦ ὑστερήματος τοῦ εἰσοδήματός του καὶ πρέπει νὰ τοῦ ἀναγνωρισθῇ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, διότι εἶναι ἄξιος αὐτοῦ. Ὅταν ἔρχεσθε καὶ λέγετε ὅτι δὲν συμβάλλει ἡ ἐθνικὴ οἰκονομία, λέγετε ἀνακριβείας. Ἐὰν τὸ παραβάλλετε μὲ τὴν Γαλλίαν θὰ ἰδῆτε ὅτι εἶναι διπλασία ἡ συμβολή. Αὐτὰ λέγουν οἱ ἀριθμοὶ τοὺς ὁποίους δὲν δύνασθε νὰ ἀμφισβητήσητε.
§75Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἀμφισβητεῖτε αὐτὰ ποὺ ὑποστηρίζω ἢ τὴν μελέτην τοῦ Συμβουλίου Ἀνασυγκροτήσεως;
§76Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ποσοστὸν εἶναι αὐτό; Οἱ ἀριθμοὶ δὲν λέγουν τίποτε.
§77Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἡ μελέτη ἀναφέρει τοὺς ἀπολύτους ἀριθμοὺς τοὺς ὁποίους ἔδωσα....
§78Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον εἶναι τὸ ποσοστὸν τῶν ἐπενδύσεων;
§79Ι. ΖΙΓΔΗΣ. 2.120 ἑκατ. προπολεμικῶν δραχμῶν....
§80Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσον εἶναι τὸ ποσοστόν; Εἶναι 12% ἕως 13%.
§81Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἐγὼ σᾶς ἀναφέρω τοὺς δύο ἀπολύτους ἀριθμοὺς τοὺς ὁποίους ἐδημοσίευσε τὸ Α.Σ.Α. Ἐπαναλαμβάνω: «Αἱ ἐπενδύσεις ἀπὸ ἑλληνικοὺς πόρους ἀνῆλθον τὸ 1945 εἰς 2.172, τὸ 1948 εἰς 2.260 ἑκ. προπολ. δραχμῶν...»
§82Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ 1949 εἶναι 3.749.....
§83Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Τὸ Α.Σ.Α. δὲν ἐδημοσίευσεν ἀκόμη ἀριθμοὺς διὰ τὸ 1949.
§84Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ 1949 ἔχετε 3.749...
§85Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Τὸ ζήτημα τοῦ προγραμματισμοῦ εἶναι τὸ πρῶτον πρόβλημα.
§86Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μὴ κάμητε τὴν σύγκρισιν τῶν ἐπενδύσεων μὲ τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα καί, ἐὰν δὲν τὸ κάμητε, δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε τὸ ὕψος τῆς ἑλληνικῆς ἀποταμιεύσεως εἰς τὴν ἀνασυγκρότησιν.
§87Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἀντιγράφω ἰδικούς σας ἀριθμοὺς καὶ δὲν θὰ πρέπῃ σεῖς ὁ ἴδιος νὰ τοὺς ἀμφισβητῆτε......
§88Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἰδικοί μου οἱ ἀριθμοί.
§89Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Εἶναι τῆς Ἐπιτροπῆς ποὺ προεδρεύεται ἀπὸ σᾶς.
§90Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποτελεῖ ὀργανισμὸν ἐπιστημονικόν, ὁ ὁποῖος εἰς τὰ ἐπιστημονικὰ θέματα ἐργάζεται αὐτοκεφάλως. Ἀλλοίμονον ἐὰν ὁ κάθε Ὑπουργὸς ὁ ὁποῖος κατευθύνει εἰς θέματα ὑπολογισμοῦ.....
§91Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐθνικοῦ Εἰσοδήματος ἦτο ἢ δὲν ἦτο ὑπὸ τὴν προεδρίαν σας;
§92Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ εἰργάζετο ἐπιστημονικῶς, αὐτοτελῶς.
§93Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ. Νομίζω καὶ νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἐπενδύσεων, ἰδίως τῶν ἐπενδύσεων ἐσωτερικοῦ, δὲν ἔχομεν εἰς τὴν Ἑλλάδα οὐδεμίαν στατιστικὴν δυναμένην νὰ μᾶς δώσῃ ἀκριβῆ δεδομένα. Καὶ τὸ θέμα αὐτὸ τῶν ἐπενδύσεων νομίζω ὅτι δὲν ἔχει μελετηθῆ καὶ προπολεμικῶς, ὑπῆρξαν ὡρισμένοι ὑπολογισμοὶ τῶν ἐπενδύσεων καὶ ἐὰν δὲ μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, κ. Στεφανόπουλε, οἱ ὑπολογισμοὶ τῶν ἐπενδύσεων ἀφίσταντο τόσον πολὺ μεταξύ των, ὥστε νὰ μὴ ἠξεύρῃ κανεὶς ποῖαι εἶναι αἱ σωσταί.
§94Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, δὲν ἔχει ἔτσι τὸ πρᾶγμα.
§95Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ. Προσωπικῶς πιστεύω ὅτι ὁ ὑπολογισμὸς τοῦ 13% εἶναι ὑπερβολικός, δὲν δύναται, νομίζω, εἰς ἕνα ἐθνικὸν εἰσόδημα τόσον πολὺ χαμηλὸν ὅπως εἶναι τὸ ἑλληνικὸν νὰ ὑπάρχῃ τόσον ὑψηλὸν ὕψος ἐπενδύσεων.
§96Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ νούμερα εἶναι νούμερα.
§97Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ δίδωνται ἀριθμοὶ πλήρεις.
§98Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ. Βέβαια τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι πράγματι εὑρισκόμεθα πρὸ ἐπενδύσεων προερχομένων ἐξ ἐσωτερικῶν ἑλληνικῶν πόρων. Αὐτὸ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ, διότι καὶ ἐξ ἁπλῆς παρακολουθήσεως τῆς οἰκονομίας εὑρίσκεται καὶ ἐλέγχεται τὸ πρᾶγμα αὐτό. Πιστεύω ἀτομικῶς ὅτι εἶναι ὑψηλότατον τὸ ποσοστὸν τοῦ 13% καὶ νομίζω ὅτι πιθανὸν νὰ εὑρίσκεται γύρω εἰς τὰ 5% ἕως 7%.
§99Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἐγὼ ἀνέφερα ἀριθμοὺς τοὺς ὁποίους ἀνέγνωσα εἰς ἐπίσημον δημοσίευμα τοῦ Α.Σ.Α., ἔργον ἐπιτροπῆς προεδρευομένης ἀπὸ τὸν κ. Στεφανόπουλον. Λυποῦμαι ἐὰν δὲν τοῦ ἀρέσουν οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ ἀλλ’ εἶναι πολὺ χαρακτηριστικοὶ τῆς μέχρι σήμερον καταστάσεως. Εἴπομεν ὅτι τὸ πρῶτον πρόβλημα εἶναι ὁ προγραμματισμὸς καὶ τὸ δεύτερον εἶναι ἡ ἐκτέλεσις τοῦ προγράμματος. Ὀρθότατα τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ἀναθέτει τὴν ἐκτέλεσιν εἰς τὰ ἐπὶ μέρους Ὑπουργεῖα. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πείρας τὴν ὁποίαν εἴχομεν μέχρι σήμερον ἡ πρόοδος τῆς ἀνασυγκροτήσεως ἐπεβραδύνθη λόγῳ τῆς ἀναμίξεως εἰς τὴν ἐκτέλεσιν εἰδικῆς Ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς τὸν κύκλον τῶν ὀργάνων τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Συντονισμοῦ. Νομίζω βασικὸν σφάλμα τὸ γεγονὸς αὐτό. Τὸ ἄρθρον 2 § 2 τοῦ νόμου 761)1948 περὶ τῆς Υ.Σ.Ε.Σ.Α., ἐπέτρεψε τὴν ἵδρυσιν παρ’ αὐτῇ διαφόρων ὀργάνων «ἐκτελέσεως τοῦ προγράμματος». Ἐνδεικτικῶς ἀναφέρω τὴν Ὑπηρεσίαν Ἁλιείας, Ἐφοδίων Ἀνασυγκροτήσεως, Τηλεπικοινωνιῶν, Προμηθειῶν Ἀνασυγκροτήσεως, Ὑγείας κτλ. Συνέβη δηλαδὴ τὸ ἑξῆς: ὅτι ἐνῷ ἡ ἐκτέλεσις ὤφειλε νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὰ καθ’ ἕκαστον Ὑπουργεῖα, διὰ τῆς Ὑπηρεσίας ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη διὰ τὸν συντονισμὸν τῆς ἐκτελέσεως προγράμματος ἀνασυγκροτήσεως, ἐγένετο ὑφαρπαγὴ ἁρμοδιοτήτων ἀπὸ τὰ καθ’ ἕκαστον Ὑπουργεῖα πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Συντονισμοῦ, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν δημιουργίαν ἑνὸς χάους, μιᾶς συγκρούσεως ἁρμοδιοτήτων, ἡ ὁποία ἀπέβη χειροπέδη διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀνασυγκροτήσεως Ἑπομένως, πολὺ ὀρθῶς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ἀναφέρει εἰς τὸ ἄρθρον 1, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις ἀνήκει εἰς τὰ καθ’ ἕκαστον Ὑπουργεῖα. Ἐν τούτοις καὶ ἐπειδὴ τὸ θέμα εἶναι σοβαρώτατον καὶ ἐπειδὴ νομίζω ὅτι δὲν θὰ πρέπῃ νὰ γίνῃ παρεξήγησις ἐπὶ τῆς κατανομῆς ἁρμοδιοτήτων, αἱ ὁποῖαι δίδονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Συντονισμοῦ καὶ εἰς τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα, προτείνω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν: Εἰς τὸ ἄρθρον 2 παράγραφος δευτέρα, ἐδάφιον αʹ, νὰ προστεθοῦν εἰς τὸ τέλος καὶ ἐν συνεχείᾳ τὰ ἀκόλουθα: «...καὶ παρακωλύουν τὴν πρόοδον ἐκτελέσεως αὐτοῦ, τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν ὑποχρεωμένων νὰ ἀναφέρουν περὶ ταύτης πρὸς τὸν σκοπὸν ὅπως, ὡς καὶ ὅταν αἱ περιστάσεις ἐπιβάλλουν, προβαίνει εἰς τὴν προσαρμογὴν τοῦ προγράμματος καὶ ὑποδεικνύει τὴν ἀλλαγὴν ἢ προσφορωτέραν ὀργάνωσιν τῶν ὡς ἄνω Ὑπηρεσιῶν». Νομίζω ὅτι διὰ τῆς τροπολογίας αὐτῆς θὰ ἀποφευχθῇ ὁ κίνδυνος τῆς συνεχίσεως τῆς ἀναμίξεως αὐτῆς τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Συντονισμοῦ εἰς τὰ κατ’ ἐξοχὴν ἔργα ἐκτελέσεως τῶν καθ’ ἕκαστα Ὑπουργείων. Νομίζω ἐξ ἄλλου ὅτι τὸ τρίτον στάδιον τοῦ ὅλου ἔργου τῆς Ἀνασυγκροτήσεως — τὴν ἁρμοδιότητα ἐπὶ τῆς ὁποίας δέον νὰ διατηρήσωμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Συντονισμοῦ —πρέπει νὰ καθορισθῇ σαφῶς —καὶ διὰ τῆς ἀνωτέρω τροπολογίας μου καλύπτεται καὶ ἡ ἀνάγκη αὐτὴ —διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν συνέχισιν τῶν σφαλμάτων τοῦ παρελθόντος καὶ εἰς τὸ μέλλον ἐκ συγχύσεως αὐτῆς μὲ τὴν «ἐκτέλεσιν». Ἄλλως θὰ δημιουργήσωμεν νέα προβλήματα, μοιραῖα διὰ τὴν πρόοδον τῆς ἀνασυγκροτήσεως. Ἀναγνωριζομένης τῆς βασικῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς πρέπει, τρόπον τινά, νὰ εἶναι ὁ ἀρχιστράτηγος τῆς ὅλης μάχης τῆς ἀνασυγκροτήσεως, νομίζω ὅτι εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου ὅπως ἔχει σήμερον, διέφυγεν ὁ καθορισμὸς τῆς σχέσεως τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Συντονισμοῦ μὲ τὴν Νομισματικὴν Ἐπιτροπήν.
§100ΓΡ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Κύριε συνάδελφε, περιλαμβάνεται. Δὲν περιλαμβάνεται nomination ἀλλ’ ὑπὸ τὴν διατύπωσιν: «Καὶ ἅπασαι αἱ ἀμέσως ἢ ἐμμέσως.... ........(Ἀναγινώσκει)..........». Σᾶς δίδω αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν, διότι καὶ ἐγὼ ἔκαμα αὐτὴν τὴν παρατήρησιν μὲ σᾶς καὶ ἐδόθη ἡ ἑρμηνεία ὅτι περιλαμβάνεται ὑπὸ τὴν γενικὴν αὐτὴν διατύπωσιν.
§101Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Εὐχαριστῶ διὰ τὴν διασάφησιν. Ἡ ἑνοποίησις τῶν Ὑπηρεσιῶν ἀποτελεῖ πραγματικῶς, μετὰ τὸν καθορισμὸν τῶν ἁρμοδιοτήτων τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, τὸ δεύτερον μεγάλο βῆμα διὰ τὴν ὀρθολογιστικὴν ὀργάνωσιν τῶν θεσμῶν τῆς ἀνασυγκροτήσεως. Κατὰ τὸ παρελθὸν αἱ διάφοροι ὀργανώσεις (Α.Σ.Α., Υ.Σ.Ε.Σ. Α. κ. ἄ.) εἶχον δημιουργήσει καθεστῶτα μᾶλλον ἀνεξαρτήτων κρατιδίων πολλάκις εὑρισκομένων εἰς πολέμους μεταξύ των. Ἐλπίζω ὅτι διὰ τῆς προβλεπομένης ἀναδιοργανώσεως καὶ ἑνοποιήσεως τῶν Ὑπηρεσιῶν αὐτοὶ οἱ ψυχοφθόροι πόλεμοι καὶ ἀνταγωνισμοὶ θὰ λείψουν εἰς τὸ μέλλον, διότι, ἄλλως, πάλιν τὸ πρόβλημα τῆς ἀνασυγκροτήσεως θὰ παραμείνῃ ἁπλῶς ἀντικείμενον συζητήσεων καὶ ὄχι πραγματοποιήσεων. Οὕτως, ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, διὰ τῶν Διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου λαμβάνει εὐρυτάτας ἁρμοδιότητας καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἀναδιοργανώσῃ τὰς Ὑπηρεσίας του, ἔχει ὅλας τὰς δυνατότητας πλέον νὰ ἀνταποκριθῇ πλήρως πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς ἀποστολῆς του. Θὰ ἤθελα νὰ καθωρίζετο σαφέστερον ἡ θέσις τοῦ Γνωμοδοτικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἱδρύει τὸ νομοσχέδιον. Εἶναι ἴσως ζήτημα, τοῦ ὁποίου ὁ λεπτομερὴς καθορισμὸς ἐξέρχεται τῆς οἰκονομίας τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ πεῖρα τῶν διαφόρων Γνωμοδοτικῶν Συμβουλίων μέχρι σήμερον ὑπῆρξε πικροτάτη, θὰ ἤθελα, ἂν ἦτο δυνατόν, ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ τὴν διασάφησιν: Ἐὰν τὸ Γνωμοδοτικὸν Συμβούλιον θὰ ἀποτελῆται ἀπὸ ἀνθρώπους, τῶν ὁποίων κύριον ἔργον θὰ εἶναι ἡ γνωμοδότησις πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ ἐπὶ τῶν ποικίλης φύσεως θεμάτων βασικωτάτης σημασίας διὰ τὴν ἀνασυγκρότησιν ἢ θὰ ἀποτελῆται ἀπὸ λαμπροὺς καὶ διακεκριμένους ἐπιστήμονας, οἱ ὁποῖοι μεταξὺ τῶν ἄλλων τίτλων των παρατάσσουν ἁπλῶς καὶ τὸν τίτλον τοῦ «ἀνασυγκροτησίου», διότι ἐδημιουργήθη τελευταῖα μία τάξις, ἡ τάξις τῶν «ἀνασυγκροτησιῶν», χωρὶς νὰ ἔχουν τὴν ἀνασυγκρότησιν ὡς κυρίαν των ἀπασχόλησιν. Ὀρθῶς τὸ νομοσχέδιον καθορίζει ὡς εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ τὸν καταρτισμὸν τοῦ προγράμματος ἀνασυγκροτήσεως. Ἡ διάταξις ἀφ’ ἑτέρου τοῦ ἄρθρου 6 προσδίδει εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῆς λειτουργίας αὐτῆς κοινωνικώτερον χαρακτῆρα, διότι ἐν τῇ καταρτίσει τοῦ προγράμματος ὁ Ὑπουργὸς θὰ ἔχῃ καὶ τὴν συμβουλευτικὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν τὸ ἄρθρον τοῦτο καθορίζει, δηλαδὴ τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν παραγωγικῶν τάξεων, ἐργατῶν, ἀγροτῶν κ.λ.π. Ἐν τούτοις, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ καὶ ἀπὸ τὴν συζήτησιν αὐτὴν σαφές, ὅτι ἡ εὐθύνη διὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ προγράμματος ἀνήκει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ, διότι ἀποτελεῖ κατ’ ἐξοχὴν πολιτικὴν πρᾶξιν. Νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπεν εἰς τὸ ἄρθρ. 5 νὰ ἐπέλθῃ μία μικρὰ μεταβολὴ καὶ νὰ δοθοῦν εὐρύτερα δικαιώματα εἰς τὸν Ὑπουργόν. Διότι τὸ ἄρθρον 5 λέγει: «Διὰ Β. Δ)τος ἐκδιδομένου ἐντὸς διμήνου»..... θὰ καθορισθῇ ἡ σύμπτυξις, κατάργησις ὑφισταμένων καὶ ἡ δημιουργία νέων Ἐπιτροπῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ Συντονισμοῦ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, κ. Ὑπουργέ, δι’ ἑνὸς καὶ μόνον Διατάγματος νὰ διαγράψητε ὁριστικῶς τὸν ἀριθμὸν καὶ τὴν φύσιν τῶν Ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ σᾶς βοηθήσουν εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ ἔργου σας. Δι’ αὐτὸ εἰσηγοῦμαι μίαν τροπολογίαν: «Διὰ Βασιλ. Δ)των...»—ἄνευ καθορισμοῦ χρονικοῦ. Ἡ ἐντύπωσις ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ ἄρθρου 4 εἶναι, ὅτι θὰ διατηρηθῇ ὅλον τὸ προσωπικόν, τὸ ὁποῖον συνεσωρεύθη εἰς τοὺς Ὀργανισμοὺς αὐτοὺς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν διετίαν. Νομίζω ὅτι ἓν ἀπὸ τὰ πρῶτα ἔργα τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ εἶναι ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ προσωπικοῦ αὐτοῦ. Κύριε Ὑπουργέ, θὰ ἐπεθύμουν ὅπως ἡ Βουλὴ ἔχῃ περισσότερον καιρὸν διὰ νὰ συζητήσῃ τὸ νομοθέτημα αὐτό, τὸ τόσον βασικόν. Ἀλλ’ ἀναγνωρίζω τὴν ἀνάγκην, ἡ ὁποία σᾶς ἐπέβαλεν ὅπως τὸ καταθέσητε ὡς κατεπεῖγον. Καὶ ἐγὼ θὰ ὑπερψηφίσω τοῦ νομοσχεδίου. Ἐν τούτοις, πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος, θέλω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν, ἡ ὁποία εἶναι βασικῆς σημασίας: Οὔτε οἱ νόμοι, οὔτε τὰ σχέδια, οὔτε οἱ θεσμοὶ ἔχουν καμμίαν σημασίαν ὅταν ἐρευνῶνται ἀνεξαρτήτως προσώπων. Ἐὰν ἱδρύσωμεν νέους θεσμούς, νομίζω ὅτι εἶναι βασικὴ ἀνάγκη καὶ νέων προσώπων. Ἡ ὑπόθεσις τῆς ἀνασυγκροτήσεως δὲν ἠμπορεῖ νὰ μείνῃ αἰωνίως ἡ προνομία ὡρισμένων ἐπιστημόνων, ὡρισμένων παραγόντων, οἱ ὁποῖοι διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον εὑρέθησαν ἐπὶ κεφαλῆς ὡρισμένων Ὑπηρεσιῶν. Νομίζω, ἀντιθέτως, ὅτι διὰ μιᾶς ἐκκαθαρίσεως τῶν ἀνωτάτων στελεχῶν τῶν Ὑπηρεσιῶν αὐτῶν θὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἑνότης καὶ θὰ ἐπιτύχωμεν ὅπως προσέλθουν εἰς τὴν στρατιὰν τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι θὰ δώσουν τὴν μάχην τῆς ἀνασυγκροτήσεως, νέα στελέχη καὶ νέον αἷμα, τὰ ὁποῖα, μὴ βαρυνόμενα ἀπὸ τὰ λάθη τοῦ παρελθόντος, θὰ δυνηθοῦν νὰ τάμουν νέας ὁδοὺς καὶ νὰ ἐπιτύχουν νέας πραγματοποιήσεις. Ἡ ἀνασυγκρότησις εἶναι τὸ κατ’ ἐξοχὴν ἑλληνικὸν πρόβλημα σήμερον. Τὸ βάρος τὸ ὁποῖον ἀνέλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ εἶναι ἴσως τὸ μεγαλύτερον τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε πολιτικὸς κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον τῆς Ἑλληνικῆς ἱστορίας. Αἱ παρατηρήσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο δὲν ἔχουν κανένα σκοπὸν κριτικῆς ὑπὸ τὴν συνήθη ἔννοιαν. Γίνονται ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς δημιουργικῆς κριτικῆς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν βασιμωτέραν συμβολὴν τὴν ὁποίαν δύναται ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ προσφέρῃ εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐλπίζομεν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ θὰ φέρῃ πάντοτε εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς συζήτησιν τὰ θέματα τῆς ἀνασυγκροτήσεως διὰ νὰ τύχῃ τῆς δημιουργικῆς κριτικῆς τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον νομίζω εἶναι ὁ ἀποτελεσματικώτερος τρόπος διὰ νὰ ἑδραιωθῇ ἡ πεποίθησις ὅτι τὸ πρόγραμμα τῆς ἀνασυγκροτήσεως εἶναι πρόγραμμα ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ διὰ νὰ συντελεσθῇ ὁ ἀπαραίτητος διὰ τὴν ἐπιτυχίαν του συναγερμὸς ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους. (Χειροκροτήματα).
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Σβῶλος ἔχει τὸν λόγον.
§103Α. ΣΒΩΛΟΣ. Εἶναι λυπηρόν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι νομοσχέδιον τόσον σοβαρὸν διὰ τὴν ὀργάνωσιν τῆς κρατικῆς προσπαθείας διὰ τὴν ἀνασυγκρότησιν, συζητεῖται περίπου πρὸ κενῶν ἑδωλίων καὶ κατεσπευσμένως καὶ κατεπειγόντως. Ἐκτιμῶ τὴν ἀνάγκην πρὸ τῆς ὁποίας εὑρέθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ὡς πρὸς τὸν τρόπον αὐτὸν τῆς ψηφίσεως, ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ συζητηθῇ εὐρύτερον τὸ νομοσχέδιον. Πάντως, πρέπει νὰ ξεκαθαρισθῇ, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου δὲν σημαίνει συζήτησιν περὶ τῆς ἀνασυγκροτήσεως, δὲν σημαίνει συζήτησιν εἴτε περὶ ἀορίστου εἴτε περὶ ὡρισμένου προγράμματος ἀνασυγκροτήσεως. Τὸ διατί τὸ πρόγραμμα τῆς ἀνασυγκροτήσεως δὲν συζητεῖται οὐδὲ ψηφίζεται ὡς πρόγραμμα ἀπὸ τὴν Βουλήν, αὐτὸ εἶναι ἕνα θέμα. Καὶ τὸ ἂν παραμένῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ προγράμματος τῆς ἀνασυγκροτήσεως καὶ δὲν ἐπιλαμβάνεται οὐσιαστικῶς τῆς συζητήσεώς του, εἴτε ὑπὸ μορφὴν ἐλέγχου τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν, εἴτε ὑπὸ μορφὴν αἰτήσεως πληροφοριῶν καὶ διασαφήσεων, εἴτε ὁπωσδήποτε ἄλλως, αὐτὸ εἶναι ἄλλο θέμα. Καί, διὰ νὰ ἀρχίσω ἀπὸ τὴν συζήτησιν ποὺ παρενέπεσε συνεπείᾳ διακοπῶν καὶ αἰτήσεων πληροφοριῶν ἐκ μέρους τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Δημοκρατικῶν Ἀριστερῶν, νομίζω ὅτι πράγματι ὀρθῶς ἐτέθη τὸ ζήτημα, ἀλλὰ δὲν λύεται παρὰ μόνον ἂν καθιερωθῇ συστηματικὴ ἐπαφὴ τῆς Βουλῆς πρὸς τὸ θέμα ἐν γένει τῆς ἀνασυγκροτήσεως ὅπως θὰ ἐκθέσω κατωτέρω ἢ ἂν ἡ ἐπαφὴ αὐτὴ διευκολύνεται διὰ τῆς συγκεντρώσεως τῶν σχετικῶν ἁρμοδιοτήτων ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ἡ ὁποία ἀποκρυσταλλοῦται εἰς τὸ νομοσχέδιον, σὺν τῇ προσθήκῃ μερικῶν ἐξηγήσεων τὰς ὁποίας θὰ ἤθελα νὰ κάμω πρὸς τὴν Βουλήν, τόσον μᾶλλον ὅσον ἐψήφισα κατὰ βάσιν τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Ἐξένισε, κ. συνάδελφοι, τὸ γεγονὸς ὅτι οἱονεὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ —θὰ πάρω μάλιστα τὴν φράσιν συναδέλφου ὄχι πάρα πολὺ ξένου πρὸς τὴν ἔννοιαν αὐτὴν —καθίσταται οἰκονομικὸς δικτάτωρ. Ἡ ἔννοια δὲν εἶναι ἀκριβής. Εἰς ἕνα κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ὁσασδήποτε ἐξουσίας καὶ ἂν ἔχῃ ἕνα κυβερνητικὸν ὄργανον, δὲν γίνεται οὐδὲ ἐπιτρέπεται νὰ καταστῇ δικτάτωρ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἀπεριορίστου καὶ τοῦ ἀνεξελέγκτου τῶν ἐξουσιῶν καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἀνεξελέγκτου καὶ ἀπεριορίστου τῶν μέσων. Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ἡ Βουλὴ καὶ ὅσοι ἔχουν αὐτὰς τὰς ἐπιφυλάξεις, θὰ πρέπῃ νὰ λύσουν ἕνα πρῶτον καὶ θεμελιῶδες ζήτημα: Χρειάζεται Ὑπουργὸς καὶ Ὑπουργεῖον Συντονισμοῦ διὰ τὸ ἔργον ποὺ τοῦ ἀνατίθεται ἢ ὄχι; Ἄν, κ. Βουλευταί, χρειάζεται, μοιραίως αὐτὸς ὁ συντονιστὴς καὶ τὸ Ὑπουργεῖόν του, εἶναι μία συγκέντρωσις ἁρμοδιοτήτων ὑπερβαίνουσα κατ’ ἔκτασιν κατὰ πολὺ τὸ ἄθροισμα τῶν ἁρμοδιοτήτων ἑνὸς ἑκάστου ἀπὸ τὰ Ὑπουργεῖα ποὺ ἐνδιαφέρονται. Ἢ θὰ ἔχητε ὅμως συντονισμὸν καὶ Ὑπουργεῖον Συντονισμοῦ καὶ κατ’ ἀνάγκην θὰ διαφέρῃ εἰς ἔκτασιν ἁρμοδιοτήτων ἀπὸ τὰ καθ’ ἕκαστα Ὑπουργεῖα ἢ δὲν θὰ ἔχητε, ὁπότε ὀρθὸν εἶναι εἴτε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὡς συλλογικὸν ὄργανον, εἴτε ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε κάποιο ἄλλο κυβερνητικὸν δηλαδὴ πολιτικὸν πρόσωπον, νὰ ἔχῃ τὴν ἁρμοδιότητα καὶ τῆς συλλήψεως τοῦ προγράμματος καὶ τῆς παρακολουθήσεως τῆς ἐκτελέσεώς του καὶ τοῦ συντονισμοῦ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργείων. Διότι, ἐν προκειμένῳ, ἁρμόδια Ὑπουργεῖα θὰ ὑπάρξουν πλείονα τοῦ ἑνός. Ἡ τεχνικὴ τῶν προγραμμάτων ἀνασυγκροτήσεως εἰς ὅλας τὰς χώρας ἐπέβαλε κατ’ ἀνάγκην μίαν συγκέντρωσιν ἐξουσιῶν εἰς ἓν κυβερνητικὸν ὄργανον. Τὸ βασικὸν ζήτημα ὅμως εἶναι τοῦτο, ὅτι αὐτὴ ἡ συγκέντρωσις θὰ γίνῃ εἰς ἓν πρόσωπον ἔχον πολιτικὴν εὐθύνην καὶ ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ μέλος καὶ τὴν ὁποίαν ἐκφράζει εἰς τὸ θέμα αὐτό, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, ἀπέναντι τῆς ὁποίας θὰ ὑπόκειται εἰς ἔλεγχον. Καί, διὰ τοῦτο, μία παράλειψις τοῦ νομοσχεδίου, τῆς ὁποίας προτείνω τὴν ἐπανόρθωσιν, εἶναι ἡ ἑξῆς: Θὰ ἔπρεπεν εἰς ἕνα οἱονδήποτε ἀπὸ τὰ ἄρθρα ποὺ καθορίζουν τὰς ἁρμοδιότητας τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, νὰ λεχθῇ ρητῶς, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς κατὰ τακτὰς περιόδους, κατὰ τρίμηνον, ὅτι θὰ ἀναφέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν δι’ ἐκθέσεών του ἢ δι’ ἀνακοινώσεών του καὶ περὶ τοῦ προγράμματος καὶ περὶ τῆς ἐκτελέσεώς του, οὕτως ὥστε νὰ δίδεται ἡ ἀφορμὴ εἰς μὲν τὸν Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ νὰ φέρῃ, κατὰ τακτὰς περιόδους, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ἔργον του, ἔστω καὶ τμηματικῶς, ἀλλά, τὸ καὶ σπουδαιότερον, νὰ δίδεται καὶ ἡ ἀφορμὴ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐλέγξῃ τὸ τί γίνεται, νὰ κρίνῃ καὶ νὰ κάμῃ περαιτέρω ὑποδείξεις. Φυσικά, καὶ ἄνευ τούτου ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ ἴδιο δικαίωμα ἀπέναντι τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν καὶ διὰ τῶν μέσων τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου δύναται νὰ τοῦ θέσῃ οἱαδήποτε ἐρωτήματα καὶ νὰ προκαλέσῃ τὰς ἀναλόγους ἀπαντήσεις καὶ νὰ ἀσκήσῃ τὸν ἔλεγχον, τὸ πρᾶγμα ὅμως νομίζω, ὑπῆρξε σπάνιον κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς προηγουμένης Βουλῆς καὶ αὐτὸ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ αἴτια ἐκεῖνα ποὺ συνετέλεσαν εἰς τὴν ἀποξένωσιν τῆς κοινῆς γνώμης ἀπὸ τὸ ἔργον τῆς Ἀνασυγκροτήσεως. Εὔχομαι καὶ πιστεύω ἡ παροῦσα Βουλὴ νὰ ἀκολουθήσῃ ἐντελῶς διαφορετικὸν δρόμον καὶ νὰ στενοχωρῇ κατὰ σύστημα τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἀνασυγκροτήσεως, χωρὶς νὰ τοῦ παρεμβάλῃ ἐμπόδια εἰς τὸ ἔργον του, διότι ὁ ἔχων τὴν εὐθύνην πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ τὴν ἀνάλογον ἐλευθερίαν δράσεως. Τὸ οὐσιῶδες ὅμως εἶναι, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ δύναται νὰ δίδῃ γενικὰς κατευθύνσεις εἰς τὴν ἀνασυγκρότησιν, ὡς ἔργον ἐνδιαφέρον τὸν λαὸν καὶ ὡς ἔργον γενόμενον διὰ τὸν λαόν. Κατὰ τὰ λοιπά, ἡ ἀπορία πῶς συμβιβάζεται ἡ ὕπαρξις ἑνὸς ηὐξημένης ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου μὲ τὸ σύστημα τῆς Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τὸ ὁποῖον διεπόμεθα, λύεται, νομίζω, ἂν ἐνθυμηθῶμεν, ὅτι ὁ οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς μὲ τὰς οἱασδήποτε ἁρμοδιότητας εἶναι στοιχεῖον ὁλοκληρωτικὸν μιᾶς Κυβερνήσεως πολιτικῆς καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ πρέπει νὰ ἔχῃ ἕνα γενικὸν πρόγραμμα, ποικῖλλον ἑκάστοτε ἀναλόγως τῆς συνθέσεώς της καὶ τῶν ρευμάτων τῆς κοινῆς γνώμης, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνταποκρίνεται, καὶ ὅτι τὸ πρόγραμμα αὐτὸ θὰ πρέπῃ νὰ ὑποδηλώνεται γενικῶς εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ζητούσης τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς. Τὰ πράγματα ἐπιβάλλουν σήμερον, κύριοι Ὑπουργοί, αἱ προγραμματικαί σας δηλώσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ζητεῖτε τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Σώματος, νὰ περιέχουν πράγματι αὐτὸ τὸ ὁποῖον κατόπιν θὰ συντάξῃ καὶ θὰ ἐμφανίσῃ συγκεκριμένως ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, δηλαδὴ τὰς γενικὰς γραμμὰς τῆς οἰκονομικῆς καὶ κοινωνικῆς σας πολιτικῆς, ἂν δὲ ταὐτοχρόνως ἔχετε καταρτίσει καὶ τὸ πρόγραμμα ἀνασυγκροτήσεως, δι’ ὡρισμένην περίοδον, θὰ πρέπῃ ταὐτοχρόνως καὶ αὐτοῦ αἱ γενικαὶ γραμμαὶ νὰ περιέχωνται μέσα εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ζητεῖτε τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς. Ἀλλά, φυσικά, ἄλλο θὰ εἶναι τὸ πρόγραμμα κοινωνικῆς καὶ οἰκονομικῆς πολιτικῆς, τὸ ὁποῖον θὰ ἐφέραμεν ἡμεῖς οἱ ἀριστεροὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἄλλο πρόγραμμα ἀναμένεται ἀπὸ μίαν ἄλλην Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν διέπεται ἀπὸ τὰς πολιτικὰς ἀρχὰς τὰς ἰδικάς μας. Τὸ σχέδιον Νόμου, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, δὲν περιέχει, βέβαια, τὸν πολιτικὸν καὶ οἰκονομικὸν προσανατολισμόν, εἴτε τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, εἴτε τοῦ σημερινοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, εἴτε ἑνὸς διαδόχου του, διότι δὲν περιέχει ὡρισμένας ἰδεολογικὰς ἀρχάς, τῶν ὁποίων ἀντανάκλασις καὶ ἔκφρασις θὰ εἶναι αἱ γραμμαὶ τῆς κοινωνικῆς καὶ οἰκονομικῆς πολιτικῆς. Εἶναι, ἁπλῶς, ἕνα πλαίσιον δράσεως, μία ὀργάνωσις ἐξουσίας, τῆς ὁποίας ὅμως τὸ οὐσιαστικὸν περιεχόμενον, αἱ κατευθύνσεις, ὁ προορισμός, ὁ σκοπὸς ὁ πολιτικός, θὰ ποικίλλουν αὔριον ἀναλόγως τοῦ πολιτικοῦ χαρακτῆρος τῆς Κυβερνήσεως, περὶ τῆς ὁποίας θὰ πρόκειται ἑκάστοτε. Εἰς τὸ θέμα αὐτὸ θὰ ὑπάρχῃ πάντοτε μία βασικὴ διάστασις μεταξὺ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης πτέρυγος τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὸ πῶς θὰ διοργανωθῇ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Συντονισμοῦ καὶ τί θὰ ἐκφράζῃ ἑκάστοτε ὑπὸ ὡρισμένην πολιτικὴν ὡρισμένης Κυβερνήσεως. Δὲν ὑπάρχει, νομίζω, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, ἀνωμαλία ἀπὸ ἀπόψεως πολιτεύματος, ἐφ’ ὅσον ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ εἶναι πολιτικὸς Ὑπουργός, μέλος μιᾶς πολιτικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ἔτυχε τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Σώματος. Δι’ αὐτὸν δὲ ἀκριβῶς τὸν λόγον ἀρνοῦμαι ἀπολύτως τὴν περίπτωσιν ὑπάρξεως ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ὀργανώσεως τοῦ συντονισμοῦ τεχνικοῦ Ὑπουργοῦ, μὴ πολιτικοῦ προσώπου. Τὸ πρόγραμμα τῆς ἀνασυγκροτήσεως καὶ γενικὰ ὁ συντονισμὸς τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς εἶναι πολιτικὸν ἔργον καὶ πρέπει νὰ ἀσκῆται ἀπὸ πρόσωπα πολιτικά, ὑπεύθυνα ἀπέναντι τοῦ λαοῦ. Πρέπει νὰ προσθέσω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, δὲν εἶναι μονὰς εἰς τὸ ἔργον τοῦ γενικοῦ καθορισμοῦ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, διότι τὸ ἔργον αὐτὸ ἐκτελεῖ ἐν συνεργασίᾳ μὲ τὸ Κυβερνητικὸν Οἰκονομικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἀπὸ ὀκτὼ ἄλλους Ὑπουργοὺς δηλαδὴ ἀπὸ σοβαρώτατον τμῆμα τῆς ὅλης Κυβερνήσεως. Καὶ ἐξ ἄλλου πρέπει νὰ ἐξηγήσω, διατὶ δὲν θέλω τεχνικόν, δηλαδὴ μὴ πολιτικῶς ἀνεύθυνον, Ὑπουργόν. Ἐκτιμῶ, κύριοι Βουλευταί, τὴν μεγίστην συμβολὴν τῶν τεχνικῶν εἰς οἱονδήποτε τομέα. Ἀλλὰ τὴν λεγομένην τεχνοκρατίαν θεωρῶ πολιτικῶς ὕποπτον καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἔχει θέσιν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῆς γενικῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ πολιτικὴν πρωτοβουλίαν, κινουμένην ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς. Περαιτέρω πρέπει νὰ ἐξετάσω τὸ θέμα τῆς νομικῆς κατασκευῆς τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, θέμα μεγάλης σημασίας δι’ ὅλους τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξεν ὁ κύριος Εἰσηγητὴς καὶ τοὺς ὁποίους ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἐπεσημάναμεν. Καὶ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἰδιαιτέρως τὸ ζήτημα, διότι ὅπως γνωρίζετε ὑπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ἡ νομοθετικὴ λειτουργία κινεῖται τυπικῶς εἰς στενότερα πλαίσια παρὰ πρίν, ὑπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 καὶ ὑπὸ τὸ καθεστὼς τῆς προηγουμένης Βουλῆς, εἰς πλαίσια τὰ ὁποῖα μᾶς πλησιάζουν πρὸς τοὺς τύπους τῶν προσφάτων πολιτευμάτων, ὅπως εἶναι τὸ Γαλλικὸν Σύνταγμα τοῦ 1946 καὶ τὸ Ἰταλικὸν τοῦ 1947. Εἰς τὸ Γαλλικὸν Σύνταγμα τοῦ 1946 εἶναι ἄγνωστος ἡ ἔννοια τῆς μεταβιβάσεως νομοθετικῆς ἁρμοδιότητος εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀπαγορεύεται. Τὸ Ἰταλικὸν Σύνταγμα εἶναι ὀλίγον ἐλαστικώτερον, δὲν προβλέπει καὶ αὐτὸ μεταβίβασιν νομοθετικῆς ἁρμοδιότητος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ ἀφίνει τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς νὰ καθορίσῃ, ἐὰν θέλῃ τρόπους μεταβιβάσεως τοιαύτης ἁρμοδιότητος εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, πρέπει νὰ τὸ ἀντιληφθῶμεν, δὲν πρόκειται μόνον περὶ Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ καθορίσουν λεπτομερείας τῆς ἐφαρμογῆς, δηλαδὴ θὰ θέσουν, ὅπως λέγομεν, δευτερεύοντας κανόνας Δικαίου, ἀναγκαίους πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν Νόμων, πρόκειται καὶ περὶ θέσεως κυρίων κανόνων Δικαίου αὐτοτελῶν δυνάμει ἐξουσιοδοτήσεως ἐκ τοῦ Νόμου. Ὑπάρχουν καὶ κανονιστικαὶ ἐξουσιοδοτήσεις εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ κύριαι ἐξουσιοδοτήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιτρέπουν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ θέσῃ κυρίους κανόνας Δικαίου, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐξουσιοδοτήσεως τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἐκ τοῦ Νόμου. Τὸ θέμα δὲν εἶναι ἀκίνδυνον καὶ δι’ αὐτὸ ἐπιβάλλεται μεγάλη προσοχή. Εἶναι ὅμως ἀναγκαῖον καὶ ἀπαραίτητον νὰ ὑπάρχουν τοιαῦται ἐξουσιοδοτήσεις, διότι, πράγματι, δὲν εἶναι εὔκολον τοιαύτης φύσεως ἔργον, ὀργανούμενον διὰ τοῦ Νόμου, νὰ ὁλοκληρωθῇ διὰ τοῦ Νόμου, περιλαμβάνοντος ὅλα τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα θέλετε νὰ ρυθμίσητε ἢ νὰ προβλέψητε. Καὶ μία ἐλαστικότης, ἐξ ἄλλου, εἶναι ἀπαραίτητος λόγῳ τῆς φύσεως τοῦ θέματος, ἄλλως ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία θὰ προσκόπτῃ πολὺ συχνὰ εἰς διαφόρους δυσκολίας, τὰς ὁποίας εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχῃ ἀντιμετωπίσει ἐκ τῶν προτέρων ὁ Νόμος. Δι’ αὐτό, ὀρθῶς δίδονται ὡρισμέναι ἐξουσιοδοτήσεις πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Συντονισμοῦ καὶ τὴν Κυβέρνησιν. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν τοιαύτης ἐκτάσεως ἐξουσιοδότησις εἶναι σύμφωνος μὲ τὸ Σύνταγμα, πρᾶγμα ὅπερ ἀπησχόλησε καὶ τὴν ἁρμοδίαν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Καὶ θὰ ἤθελα νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι ὅπως διατυποῦται ὁ Νόμος, ἔχει καλῶς. Οἱ ἐξ ἡμῶν νομικοὶ θὰ ἠξεύρουν, ὅτι παλαιότερον ἐπὶ τῇ βάσει αὐστηρῶν ἑρμηνειῶν τὸ θέμα ἠμφισβητεῖτο παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ ὅτι κατὰ τὰς τελευταίας δεκαετίας ἐπλάσθη μία θεωρία, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ρητῆς διατάξεως εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ἐδημιουργήθη ἓν εἶδος ἐθίμου Συνταγματικοῦ πρὸς πλήρωσιν τοῦ κενοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχε τὸ Σύνταγμα καὶ οὕτω μὲ τὸ ἔθιμον διηυκολύνθησαν καὶ τὰ Δικαστήρια εἰς τὴν ἀναγνώρισιν τῆς νομιμότητος τῶν κατ’ ἐξουσιοδότησιν Νόμου Διαταγμάτων, μέχρις ὅτου ἦλθε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 καὶ εἰσήγαγε ὀργανικὸν θεσμὸν ἐξουσιοδοτήσεως, ἀλλὰ τοιοῦτον θεσμὸν δὲν ἔχομεν σήμερον. Ἐπροτάθησαν ἀπὸ τὸν Εἰσηγητὴν αὐτὰ τὰ Διατάγματα νὰ ἐκδίδωνται μετὰ γνώμην τῆς ἁρμοδίας Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς. Ἀπὸ ἀπόψεως Συνταγματικῆς ὀρθοδοξίας, ἔχω ἀντιρρήσεις, ἐὰν θὰ ἦτο ὀρθή, εἰς αὐτὸ τὸ στάδιον ἡ σύμπραξις Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας καὶ Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν θὰ ἦτο σκόπιμον τὸ πρᾶγμα, διότι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ διαχωρισθῇ ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία θὰ διατυπώσῃ τὰ Διατάγματά της καὶ ἡ εὐθύνη τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία θὰ ἐλέγξῃ, ἐὰν ἔγιναν τὰ Διατάγματα ἐντὸς τῆς ἐξουσιοδοτήσεως τοῦ Νόμου καί, φυσικά, ἐὰν καὶ οὐσιαστικῶς εἶναι ὀρθά. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ γνώμη τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς θὰ ἦτο συμβουλευτική, μία τοιαύτη συνεργασία Ἐπιτροπῆς καὶ Κυβερνήσεως εἶναι ἄνευ νομικῆς καὶ πολιτικῆς σημασίας, δι’ ὃ καὶ δὲν μοῦ φαίνεται σκόπιμον. Σκόπιμον θὰ ἦτο, ἐὰν εἴχομεν τρόπον νὰ καταστήσωμεν ὑποχρεωτικὴν τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἄλλως δὲν ἔχομεν οὐσιαστικὸν κέρδος. Ἀλλὰ τοιαύτη ὀργάνωσις συνεργασίας εὑρίσκεται ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος. Ἂς μείνουν, λοιπόν, τὰ πράγματα ὅπως ἔχουν. Ἡ ἐπεξεργασία τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας δὲν ἐκφράζει τίποτε ἄλλο, παρὰ μίαν νομικὴν προφύλαξιν διὰ τὴν σύμπτωσιν τοῦ Διατάγματος μὲ τὸν Νόμον. Κύριοι Βουλευταί, νομίζω, ὅτι ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, ἀσφαλῶς θὰ ἔχῃ καὶ ἀτελείας, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ὅμως τῆς ἐξουσιοδοτήσεως δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν ζητημάτων τοῦ συντονισμοῦ. Ἡ ἔννοια τοῦ συντονισμοῦ σημαίνει συγκέντρωσιν ἁρμοδιοτήτων καὶ ἑπομένως ἄνευ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιδιωχθῇ γονίμως τὸ ἔργον, τόσον περισσότερον ὅσον ἡ φύσις τῶν πραγμάτων ἀπαιτεῖ συντονισμὸν καὶ ὁ συντονισμὸς ἄγει ἀναγκαστικῶς εἰς τὴν ἐναρμόνισιν τῶν ἁρμοδιοτήτων τῶν καθ’ ἕκαστον Ὑπουργείων. Πρέπει νὰ τονίσω ἀκόμη, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἂν ἡ θεωρία καὶ ἡ πρᾶξις ἀπαιτοῦν, ὅπως γνωρίζετε, ἡ ἐξουσιοδότησις νὰ εἶναι εἰδική, ὡρισμένη καὶ συγκεκριμένη, διὰ νὰ εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸ Σύνταγμα, αἱ ἐξουσιοδοτήσεις ποὺ περιέχονται εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, παρουσιάζουν ὅσον εἶναι δυνατόν, τὰ χαρακτηριστικὰ ταῦτα. Καὶ ἀπὸ τὴν ἄποψιν αὐτήν, τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τὸ πρῶτον τοῦ εἴδους του ποὺ θὰ ψηφίσῃ ἡ σημερινὴ Βουλή, πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς καλὸν ὑπόδειγμα. Ἔρχομαι, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὸ θέμα τῆς ἀνασυγκροτήσεως καθ’ ἑαυτήν. Δὲν περιέχει τὸ νομοσχέδιον, καὶ δὲν ἀνέμενα νὰ περιέχῃ, τίποτε σχετικὸν ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ἀνασυγκροτήσεως, ὡς ἔργου οἰκονομικοῦ καὶ κοινωνικοῦ. Καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἠμποροῦμεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ προγράμματος. Τὸ νομοσχέδιον συνιστᾷ μίαν συγκέντρωσιν Διοικητικὴν καὶ Κυβερνητικήν. Καὶ ὡς πρὸς τὴν Διοικητικὴν οὐδεὶς θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν. Ὡς πρὸς τὴν Κυβερνητικὴν νομίζω, ὅτι ἕνας περιορισμὸς τῆς ὑπερτροφικότητος τῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Συντονισμοῦ εἶναι ἡ παρεμβολὴ τοῦ Κυβερνητικοῦ Οἰκονομικοῦ Συμβουλίου, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ὁμιλήσω εὐθὺς ἀμέσως. Ἑπομένως, τὰ κύρια ἔργα τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ γίνονται ἐν συνεργασίᾳ μὲ τὴν Κυβέρνησιν. Νομίζω, ὅτι θὰ εἶναι ἀδιανόητον, ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς ἑνιαίας πολιτικῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε συμμαχικὴ εἶναι εἴτε ὁμοιογενής, νὰ μὴ ὑπάρχῃ συνεννόησις καὶ μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ Κυβερνητικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ Συντονισμοῦ καὶ μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ Συντονισμοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως ὁλοκλήρου. Θὰ εἶναι ἀναξία ἑαυτῆς ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, καὶ δὴ ἡ ἡγεσία τῆς Κυβερνήσεως, ποὺ ἐπὶ τοιούτων θεμάτων θὰ ἀγνοῇ τί γίνεται ὑπὸ ἔποψιν χαράξεως οἰκονομικῆς καὶ κοινωνικῆς πολιτικῆς ἢ προγράμματος Ἀνασυγκροτήσεως. Τοῦτο θὰ σημαίνῃ πολιτικὴν ἀποσύνθεσιν εἰς τὸ Κυβερνητικὸν σχῆμα. Ἑπομένως, ἂν μὲν δὲν ὑπάρχῃ Κυβέρνησις μὲ ἐπίγνωσιν τῆς ἀποστολῆς της, ὅ,τιδήποτε καὶ ἂν γραφῇ, τίποτε δὲν θὰ κατορθωθῇ. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγας μόνον λέξεις. Κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ τοῦ προγράμματος τῆς Ἀνασυγκροτήσεως εἶναι φυσικὸν νὰ ὑπάρχουν βασικαὶ διαφοραὶ μεταξὺ τῶν ἰδικῶν μας ἀντιλήψεων καὶ τῶν ἀντιλήψεων οἱασδήποτε Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δὲν διέπεται ἀπὸ τὰς ἰδικάς μας ἀρχὰς καὶ ἀπὸ τὰς ἰδικάς μας τάσεις. Ἀλλέως βλέπομεν ἡμεῖς τὸ περιεχόμενον καὶ τοὺς σκοποὺς τῆς ἀνασυγκροτήσεως καὶ ἀλλέως σεῖς. Διότι περὶ τὴν οὐσίαν καὶ τὸ περιεχόμενον, περὶ τὰς κοινωνικὰς κατευθύνσεις καὶ τοὺς σκοποὺς τῶν προγραμμάτων Ἀνασυγκροτήσεως, διεξάγεται εἰς ὅλας τὰς χώρας, ἀπὸ τῆς λήξεως τοῦ πολέμου, ἐντονώτατος καὶ εὐρύτατος ἀγὼν μεταξὺ κοινωνικῶν δυνάμεων. Τὸ μέγα θέμα εἶναι ποῖον εἶναι ἐκεῖνο τὸ τμῆμα τοῦ λαοῦ ποὺ κατ’ οὐσίαν θὰ ὠφεληθῇ ἢ θὰ ζημιωθῇ, ἢ θὰ φέρῃ ὡρισμένα βάρη τῆς ἀνασυγκροτήσεως. Εἰς βάρος τίνος θὰ ἐπιρριφθοῦν θυσίαι καὶ εἰς ὄφελος τίνος θὰ δημιουργηθοῦν κέρδη καὶ ὠφέλειαι; Εἶναι φυσικὸν περὶ τὸ θέμα αὐτὸ πότε ἀμέσως, πότε ἐμμέσως καὶ μὲ ποικίλους τρόπους νὰ διεξάγηται ὀξύτατος κοινωνικὸς ἀγών. Εἶναι φυσικὸν ἐμεῖς ὄχι μόνον νὰ βλέπωμεν διαφορετικὰ τὰ πράγματα ἀπὸ τὸν ἀστικὸν κόσμον, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπιζητοῦμεν ἡ ἀνασυγκρότησις νὰ ἐπιδιώκῃ ἄλλους σκοπούς, νὰ γίνῃ δηλ. πρὸς ὄφελος μόνον τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου καὶ τῶν ἐργαζομένων μαζῶν καὶ ὄχι πρὸς ὄφελος μιᾶς οἰκονομικῆς ὀλιγαρχίας. Ὡς ἀντιστρόφως ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ μὴ ὑποστῇ ὁ ἐργαζόμενος λαὸς τὰς θυσίας, ἀλλὰ νὰ ἐξυπηρετηθοῦν τὰ συμφέροντά του μὲ τὴν ἀνασυγκρότησιν. Δι’ αὐτὸ καὶ κάθε πρόγραμμα ἀνασυγκροτήσεως θὰ τὸ κρίνωμεν ἀπὸ τὴν ἰδικήν μας σκοπιὰν καὶ ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῶν ἰδικῶν μας ἐπιδιώξεων, αἱ ὁποῖαι διαφέρουν καὶ ἀπὸ τὰς ἐπιδιώξεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπὸ τὰς ἰδέας οἱασδήποτε Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ εἶναι φυσικὸν νὰ μὴ ἀναμένωμεν ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ μᾶς δώσῃ τὸ περιεχόμενον, ἀπὸ τῶν ἀπόψεων αὐτῶν, τῆς ἀνασυγκροτήσεως. Οὔτε κἂν νὰ μᾶς δώσῃ ἀπόψε τὸ περιεχόμενον τῆς γενικῆς οἰκονομικῆς καὶ κοινωνικῆς της πολιτικῆς, τὸ ὁποῖον ὑπονοεῖ διὰ τῶν πρώτων διατάξεων τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Αὐτὰ θὰ τὰ ἀκούσωμεν ἄλλην φορὰν καὶ θὰ τὰ συζητήσωμεν καὶ θὰ ἀντιτάξωμεν τὰς ἰδικάς μας ἀντιλήψεις. Διότι πολλὰ λέγονται λ. χ. περὶ διευθυνομένης οἰκονομίας, ἀλλὰ δι’ ἡμᾶς τὸ ζήτημα εἶναι ὄχι ἂν θὰ διευθύνεται ἡ οἰκονομία, ἀλλὰ ὑπό τινος καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τίνος θὰ διευθύνεται. Ἀλλοιῶς τὴν βλέπει ἕνας ἀστὸς τὴν διεύθυνσιν αὐτὴν καὶ ἀλλοιῶς ἡμεῖς. Δι’ ἡμᾶς ἡ διευθυνομένη οἰκονομία εἶναι πολὺ διαφορετική, ἀπὸ ὅ,τι τὴν ἐννοεῖ ἕνας ἀστὸς οἰκονομολόγος. Δι’ ἡμᾶς διευθυνομένη οἰκονομία ἀπὸ ἀπόψεως σκοποῦ, τάσεως, ἀντικειμένου καὶ συμμετοχῆς τῆς λαϊκῆς μάζης εἶναι διαφορετικὴ ἀπὸ ὅ,τι τὴν βλέπει ὁ ἀστικὸς κόσμος. Δὲν πρόκειται ὅμως νὰ συζητήσωμεν τώρα ἐπ’ αὐτοῦ. Θὰ μᾶς δοθῇ εὐκαιρία νὰ συζητήσωμεν ὅταν ἠμπορέσωμεν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς ἀνασυγκροτήσεως, καθ’ ἑαυτήν. Τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἕνα μόνον θέλω νὰ τονίσω, ὅτι ἕως τώρα ἡ προσπάθεια τῆς ἀνασυγκροτήσεως ἔγινεν ἐρήμην τοῦ λαοῦ. Ἐτονίσθη καὶ εἰς τὸ παρελθόν, κ. Βουλευταί, ἀπὸ τὰς Κυβερνήσεις ὅτι διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς προσπαθείας αὐτῆς ἀπαιτεῖται ἡ συνεργασία τοῦ λαοῦ. Ἐν τούτοις ὁ λαός, ὁ ὠργανωμένος λαός, ἐκρατήθη μακρὰν τῶν ἔργων αὐτῶν. Ὄχι μόνον δὲν συμμετεῖχεν ἀλλ’ οὔτε ἐσυγκινήθηκε ποτέ, οὔτε ἐκινητοποιήθηκε. Διότι πᾶσα δραστηριοποίησις τοῦ λαοῦ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, θὰ προϋπέθετε καὶ συμμετοχήν του εἰς τὸ ἔργον, ἀλλὰ καὶ ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἡγεῖται τοῦ ἔργου. Τὰ γενικὰ αἴτια αὐτῆς τῆς ἐλλείψεως ἐπαφῆς εἶναι, βέβαια, γενικώτερα. Θὰ τὰ ἀναλύσωμεν πολλὰς φοράς. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει τοὐλάχιστον νὰ συνδέσωμεν τὰς ὠργανωμένας λαϊκὰς δυνάμεις πρὸς τὸ ἔργον καὶ τοὺς σκοποὺς τῆς ἀνασυγκροτήσεως, διὰ νὰ ἠμποροῦν νὰ προβάλλωνται τὰ λαϊκὰ αἰτήματα καὶ νὰ συνεισφέρουν καὶ αἱ δυνάμεις αὐταὶ εἰς τὸ ἔργον. Εἰς μίαν μερικὴν ἱκανοποίησιν τῆς ἀνάγκης αὐτῆς, κ. Βουλευταί, ἀνταποκρίνεται ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ὁ κ. Στεφανόπουλος καὶ ἐγὼ ὑπεβάλαμεν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸ ἄρθρ. 6 τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ πρότασις προβλέπει τὴν σύστασιν Συμβουλίου εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ἐκπροσωποῦνται οἱ ἐργάται, οἱ ἀγρόται, οἱ ἔμποροι καὶ βιομήχανοι, οἱ ἐπαγγελματίαι καὶ βιοτέχναι. Τὸ Συμβούλιον θὰ εἶναι γνωμοδοτικόν. Ἡ σύστασις τοιούτου συμβουλίου ἐκπροσωπήσεως τῶν κοινωνικῶν δυνάμεων ἀποτελεῖ μίαν ἀνταπόκρισιν πρὸς τὴν βασικὴν ἀλήθειαν, ὅτι ἡ ἀνασυγκρότησις δὲν ἐνδιαφέρει τὸν λαὸν καὶ ἄρα πρέπει νὰ εὑρίσκεται εἰς ἐπαφὴν μὲ αὐτὸν καὶ δὴ μὲ τὸν ἐργαζόμενον λαόν. Καὶ ἀκόμη καὶ πρὸς τὴν ἀλήθειαν ὅτι ὁ ἐργαζόμενος λαὸς πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ μέσον νὰ μὴ ἐπηρεάζῃ μὲ τὸ βάρος του τὴν κατεύθυνσιν τοῦ προγράμματος ἀνασυγκροτήσεως. Διὰ τὸν σκοπὸν αὐτόν, κ. Βουλευταί, θὰ ἀπῃτοῦντο δύο πράγματα: 1) Τὸ Συμβούλιον αὐτὸ νὰ ἱδρυθῇ ὑποχρεωτικῶς καὶ νὰ ἔχῃ ὡρισμένας ἁρμοδιότητας καὶ 2) τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου αὐτοῦ νὰ εὑρίσκωνται εἰς ἄμεσον ἐπαφὴν μὲ τὴν ἐκπροσωπουμένην τάξιν, δηλ. νὰ εἶναι αἱρετά. Ὑπάρχει ὅμως πρακτικὴ δυσκολία εἰς τὸ τελευταῖον αὐτὸ θέμα, τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἐργατικὴ τάξις ἀπὸ ἀπόψεως ὀργανώσεως εὑρίσκεται δυστυχῶς σήμερον εἰς ἀπολύτως ἀπαράδεκτον κατάστασιν καὶ εἶναι δύσκολον νὰ ἐμπιστευθῇ τις εἰς τὴν σημερινὴν ὀργάνωσιν τῆς ἐργατικῆς τάξεως τὸ θέμα τῆς πραγματικῆς ἐκπροσωπήσεως τοῦ ἐργατικοῦ κόσμου. Ἀλλὰ ἡ ἀρχὴ ἐνδιαφέρει νὰ τεθῇ εἰς τὸ σχέδιον αὐτὸ καὶ καλῶς ἔπραξε καὶ τὸ ἐδέχθη ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ Συντονισμοῦ ἐδέχθη τὴν πρότασιν ἀλλὰ μόνον ἐν μέρει. Πάντως ἡ ἀρχὴ εἶναι ἐξελίξιμος καὶ πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τροποποιήσῃ τὰς ἀπόψεις του διὰ νὰ πλησιάσῃ πρὸς τὰς ἰδικάς μας. Διότι κανένα δὲν διαφεύγει ἡ σημασία τῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία ἐμπνέει τὴν πρότασίν μου. Ὅταν ὁμιλοῦμεν, κ. Βουλευταί, περὶ Δημοκρατίας καὶ Λαϊκῆς κυριαρχίας δὲν πρέπει νὰ ἀπατώμεθα. Δὲν εἶναι Δημοκρατία τὸ Πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἁπλῶς καλεῖ κάθε τέσσαρα ἔτη τοὺς ἐκλογεῖς διὰ νὰ ἐκλέξουν τοὺς κυβερνήτας τῆς προτιμήσεώς των. Δημοκρατία εἶναι ἔννοια ποὺ πρέπει νὰ ζῇ καὶ νὰ ἐπαληθεύεται καθημερινῶς, νὰ ἐπαληθεύεται διὰ τῆς καθημερινῆς παρουσίας τοῦ ὠργανωμένου λαοῦ εἰς τὰ ἔργα τῆς Πολιτείας ποὺ τὸν ἀφοροῦν. Καὶ μία ἀπόπειρα ὠχρῶς ἀποδιδομένη εἰς τὸ ἄρθρον 6 τοῦ Σχεδίου, μία ἀπόπειρα τῆς ἐκφράσεως τοιαύτης παρουσίας τοῦ ὠργανωμένου λαοῦ εἰς τὸ τεράστιον ἔργον τῆς ἀνασυγκροτήσεως εὑρίσκεται ἐναποτιθεμένη εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ εἰδικοῦ αὐτοῦ Γνωμοδοτικοῦ Συμβουλίου. Συμπεραίνω, κ. συνάδελφοι. Ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι τὸ Σχέδιον ἔχει καλῶς μὲ τὴν προσθήκην ποὺ ἔκαμα, νὰ ἀναληφθῇ ὑποχρέωσις τοῦ Ὑπουργοῦ, νὰ ἀναφέρῃ κάθε τρίμηνον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ προγράμματος ἀνασυγκροτήσεως καὶ περὶ τοῦ συντελουμένου ἔργου. Θὰ ηὐχώμεθα νὰ συνεζητεῖτο εὐρύτερον τὸ Νομοσχέδιον καὶ οὐχὶ ὑπὸ τὴν πίεσιν τοῦ κατεπείγοντος καὶ τοῦ «ὑπηρεσιακοῦ» ὅρου χρησιμοποιουμένου εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ὁρολογίαν δι’ ἄλλα νομοσχέδια καὶ ὄχι διὰ νομοσχέδιον τοιαύτης σημασίας. Διότι πράγματι δὲν δύναται τοιοῦτον νομοσχέδιον νὰ χαρακτηρισθῇ ὑπηρεσιακόν. Ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ μὴ παρεμβάλωμεν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ἐμπόδιον εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, διὰ νὰ ἠμποροῦμεν αὔριον, ἐλέγχοντες τὴν ἀποδοτικότητα τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Συντονισμοῦ, νὰ ἰσχυρισθῶμεν ὅτι τοῦ παρέσχομεν πᾶν ὅ,τι μᾶς ἐζήτησε διὰ τὴν διευκόλυνσιν τοῦ ἔργου του. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν θὰ ψηφίσω τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον.
§104Δ. ΧΡΙΣΤΑΚΟΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι ἐφ’ ὅσον εἰς τὸ ἄρθρον 1—ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸ σχέδιον ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς — εἰς τὸ ὁποῖον χαράσσονται γραμμαί, κατευθύνσεις, δηλαδὴ «....... (Ἀναγινώσκει)..................» ὅτι θὰ ἦτο ἀνάγκη, ἐν συναρτήσει πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἴπατε, ὅτι δηλαδὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ καθορισθῇ εἰδικῶς ὁ σκοπός, ὅτι θὰ ἔπρεπεν ἐν γενικότητι ἐν συνεχείᾳ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, νὰ μπῇ ἕνας σκοπός.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὑπεβλήθη πρότασις, ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ ἀπαιτουμένου, κατὰ τὸν Κανονισμόν, ἀριθμοῦ βουλευτῶν, δι’ ἧς ὑποβάλλεται ἔνστασις ἀπαρτίας καὶ ζητεῖται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου, πρὸς διαπίστωσιν ταύτης. Οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν εἶναι οἱ ἑξῆς: Κ. Καλκάνης, Κ. Καλαμαρᾶς, Β. Παπαρρηγόπουλος, Κ. Μανιαδάκης, Α. Πρωτοπαπαδάκης, Λ. Βρεττᾶκος, Γ. Ζάρας, Δ. Χριστᾶκος, Π. Κάντζιας, Φ. Χατζήμπεης, Ι. Σοφιανόπουλος καὶ Ν. Μπουραντάς. (Ἀναγινώσκεται ὁ κατάλογος τῶν βουλευτῶν).
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαπιστωθείσης ἐλλείψεως ἀπαρτίας, λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ. μ., μὲ ἀντικείμενον Ἡμερησίας Διατάξεως, ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 11.55′ μ. μ.)