| 1117 | Βυτιοφόρα: Θὰ κατεβάλλετο διὰ 5.037.528 χιλιομετρι- | ||
| 1118 | κοὺς τόννους πρὸς δρχ. 850 | 4.281.899.565 | |
| 1119 | Κατεβλήθησαν διὰ τοὺς αὐτοὺς τόνους | ||
| 1120 | πρὸς 630 δρχ. | 3.173.643.207 | |
| 1121 | 1.118.256.358 |
1950.05.25
2.467 στίχοι · 18.937 λέξεις · 1 πίνακας · 129 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 23η
Πέμπτη 25 Μαΐου 1950
Προεδρία κ. Δ. Β. ΓΟΝΤΙΚΑ
(Ὥρα 7.15′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἀκόλουθα: Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ν. Κουπαροῦσος, Γ. Τηλικίδης, Μ. Βεζιρτζόγλου, Γ. Παλλάσκας, Κ. Ταλιαδούρης, Α. Ἀγγελούσης, Α. Κωστόπουλος, Ε. Κοθρῆς, Σ. Νικολαΐδης, Α. Μαυρίδης, Δ. Θεοχαρίδης, Γ. Τσουδερός, Π. Λιαροῦτσος κ. ἄ. καταθέτουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἐγγραφῆς φοιτητῶν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Μουτζουρίδης, Δ. Βουρδουμπᾶς, Κ. Παπακωνσταντίνου, Δ. Θεοχαρίδης, Κ. Καλκάνης, Β. Στεφανόπουλος, Γ. Λύχνος, Κ. Κοτζιᾶς, κ. ἄ. καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Τεχνιτῶν ὁπλιτῶν καὶ Ἀνθυπασπιστῶν Στρατοῦ Ξηρᾶς».
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Ὁ κ. Π. Χατζηπᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§2Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐζήτησα ἀπὸ τὴν Βουλήν, διὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου, τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ἰδίαν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξεδόθη τὸ βούλευμα, τὸ ὁποῖον παρεμπιπτόντως ἀλλὰ σαφῶς θίγει βαρύτατα καὶ ἐμὲ ὡς διαπράξαντα ἀδίκημα ἐν τῇ ἀσκήσει τῶν ὑπουργικῶν μου καθηκόντων. Ἄν ἐζήτησα ἐξεταστικὴν ἐπιτροπὴν ἔκαμα τοῦτο, διότι εἶχα τὴν νομικὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν ἠμποροῦσα νὰ κριθῶ ἀπὸ τὰ Ποινικὰ Δικαστήρια, εἰς τὰ ὁποῖα ἄλλωστε οὔτε ὡς μάρτυς ἐκλήθην καὶ ἦτο ὑπὸ ἀμφισβήτησιν ὁ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμος, περὶ τοῦ ὁποίου χθὲς μόλις ἡ Βουλὴ ἔλαβεν ὁριστικὴν ἀπόφασιν. Ἔκρινα ὅτι ἔπρεπε ὁπωσδήποτε νὰ ἔλθω τὸ ταχύτερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ δώσω τὰς ἐξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἀπαραίτητοι διὰ νὰ τακτοποιήσω ὡς ἔντιμος ἄνθρωπος, ὡς παλαιὸς πολιτευτής, τὴν θέσιν μου ἀπέναντι τῶν συναδέλφων μου καὶ ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν ἐγένετο τότε δεκτὴ ἡ πρότασις περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐκινήθη ὁ μηχανισμὸς τῆς ἰσχύος τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου. Ἔκτοτε ἀνέμενον καθ’ ὅλας αὐτὰς τὰς ἡμέρας μὲ ὑπομονὴν ἀλλὰ καὶ μὲ συντριβὴν ψυχικὴν τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν, τηρουμένων τῶν διατυπώσεων, αἱ ὁποῖαι ἀπῃτῶντο κατὰ τὸν νόμον ΦΠΣΤ) 77, νὰ ἔλθω πρὸ ὑμῶν καὶ νὰ ἀναπτύξω τὸ θέμα τῆς μεταφορᾶς ὑγρῶν καυσίμων. Δὲν εἶμαι ἐγώ, κύριοι, ὁ ὁποῖος θὰ κρίνω τὸ βούλευμα ἐπὶ τῆς οὐσίας αὐτοῦ ὅσον καὶ ἄν μὲ ἐπίκρανεν ὡς διετυπώθη, ὅσον καὶ ἄν μὲ ἐπίκρανεν ὡς ἐξάγον πορίσματα τόσον σοβαρὰ μὲ πεπλανημένας προϋποθέσεις καὶ χωρὶς καθόλου νὰ ἀκουσθῶ. Τὸ αἴσθημα τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὴν δικαιοσύνην εἶναι τόσον ἀνεπτυγμένον μέσα εἰς τὴν ψυχήν μου, ὥστε δὲν ἐκφράζω οὔτε κἂν παράπονον. Διαπιστώνω μόνον πόσον δίκαιον ἔχει ὁ νομοθέτης, ὁ σοφὸς νομοθέτης εἰς ὅλα τὰ κράτη τοῦ κόσμου, διὰ τοὺς ἀσκοῦντας ὑπουργήματα, νὰ συνιστᾷ ἰδιαιτέραν δωσιδικίαν, διὰ νὰ μὴ δικάζωνται ἀπὸ τὰ τακτικὰ ποινικὰ δικαστήρια, ἀλλὰ ἀπὸ εἰδικὰ δικαστήρια ἐνώπιον τῶν ὁποίων δίδουσι λόγον οἱ ἀσκοῦντες ὑπουργικὴν ἐξουσίαν. Αὐτὴ ἡ σοφία τοῦ νομοθέτου εἶναι ἡ μόνη ἀνακούφισις δι’ ὅλον τὸν ἀναλισκόμενον εἰς τὰ κοινὰ πολιτικὸν κόσμον ὅτι ὀρθῶς, ὀρθότατα ἐθεωρήθησαν ἀναρμόδια τὰ τακτικὰ δικαστήρια, διὰ νὰ κρίνουν ἐπὶ πράξεων, αἱ ὁποῖαι ἔχουν πολιτικὸν χαρακτῆρα, διότι ἡ ἄσκησις τῆς ἐξουσίας δὲν δύναται νὰ κριθῇ μὲ τὴν στενὴν ἀντίληψιν τῶν εὐθυνῶν, ἀλλὰ κρίνεται ἀπὸ τὴν συνάρτησιν ἀπείρων δεδομένων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν μίαν ὀρθὴν βάσιν ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται ἡ κρίσις τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργοῦ. Κύριοι συνάδελφοι, ὡς δημόσιοι ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἢ ἤδη ἐπεράσατε, ἢ θὰ περάσητε ἀπὸ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ, τῆς ἐξυπηρετήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρέπει νὰ σκεφθῆτε τί κολοσσιαίαν σημασίαν ἔχει, τοῦ νὰ μὴ δύναται ὁ Ποινικὸς δικαστὴς νὰ σᾶς θίξῃ, διότι δὲν δύναται νὰ κρίνῃ καὶ ποῖα εἶναι τὰ πολιτικὰ δεδομένα ἐφ’ ὧν ἐβασίσατε τὰς κατὰ τὴν ἄσκησιν τῶν καθηκόντων σας ἐνεργείας. Δι’ ἐμὲ ὅμως ἀπομένει τὸ δίκαιον παράπονον ὅτι τὸ βούλευμα ἔκρινεν ὅτι ἠδύνατο ἔτσι παρεμπιπτόντως καὶ χωρὶς νὰ ἀκουσθῶ νὰ μὲ κρίνῃ ὅπως μὲ ἔκρινε καὶ νὰ μὲ συντρίψῃ ὡς μὲ συνέτριψεν. Αἰσθάνομαι τὸ καθῆκον νὰ σᾶς πείσω ὅτι ἐκ τῆς ὑπ’ ἐμοῦ διαχειρίσεως τῆς μεταφορᾶς ὑγρῶν καυσίμων ὄχι μόνον δὲν ἐπροξενήθη ζημία εἰς τὸ Δημόσιον, ὡς μὲ ἐκατηγόρησαν, ἀλλὰ τὸ Δημόσιον ἀπεκόμισε κέρδη μεγάλα ἐκ τῆς ἰδικῆς μου πολιτικῆς. Ἀπεκόμισε κέρδη σοβαρά. Τὰς μεταφορὰς καυσίμων τὰς εἶχε πρὸ τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1949 τὸ Ὑπουργεῖον Ἐφοδιασμοῦ. Εἶχεν ἀποφανθῆ ἀπὸ τοῦ τέλους Δεκεμβρίου 1948 τὸ Νομικὸν Συμβούλιον τοῦ Κράτους ὅτι ἡ ἁρμοδιότης ἐπὶ τῆς μεταφορᾶς ὑγρῶν καυσίμων δὲν ἀνήκει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐφοδιασμοῦ ἀλλὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Μεταφορῶν. Κατόπιν τῆς γνωμοδοτήσεως ταύτης τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τοῦ Κράτους, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δι’ ἀποφάσεώς του τὸν Ἰούνιον τοῦ 1949 μετέφερε τὴν ἁρμοδιότητα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Μεταφορῶν. Εὑρέθην τότε ὡς Ὑπουργὸς Μεταφορῶν ἐνώπιον μιᾶς ἁρμοδιότητος ἡ σημασία τῆς ὁποίας δὲν μοῦ διέλαθε, διότι ἡ μεταφορὰ τῶν ὑγρῶν καυσίμων δὲν ἦτο ἁπλῶς καὶ μόνον ζήτημα ἐξασφαλίσεως τῶν καταναλωτικῶν κέντρων ἀπὸ ἀπόψεως ἀποθεμάτων, δὲν ἦτο ἁπλῶς ζήτημα βιομηχανιῶν ἢ ζήτημα φωτισμοῦ ἢ ζήτημα γεωργικῆς ἐκμεταλλεύσεως ἀλλὰ ἐπὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἦτο κάτι περισσότερον, ἦτο ζήτημα ἐθνικὸν διότι ἕνα μεγάλο μέρος τῶν διαθεσίμων προωθεῖτο διὰ τὸν στρατὸν καθόσον ἀκόμη ὁ συμμοριακὸς ἀγὼν ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπισθῇ ὑπὸ τοῦ Στρατοῦ ἐπιτυχῶς. Καὶ δὲν ἦτο μόνον αὐτὸ τὸ πρόβλημα πρὸ τοῦ ὁποίου εὑρέθην ἦτο καὶ τὸ πρόβλημα τῆς ἀνεπαρκείας τῶν μέσων ἐναποθηκεύσεως τῶν ὑγρῶν καυσίμων ἅτινα ἦσαν μικρὰ ἀπέναντι τῆς καταναλώσεως ὥστε ἡ προώθησις αὐτῶν νὰ καθίσταται ἐπείγουσα, διὰ τῶν ἀσφαλεστέρων καὶ ταχυτέρων δυνατῶν μέσων. Διὰ νὰ σᾶς δώσω μερικοὺς ἀριθμοὺς νὰ κατανοήσετε τὴν σημασίαν τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ σημεῖον αὐτὸ διὰ τὸν Ὑπουργὸν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἔχω ἐκθέσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἐπὶ 800 χιλ. τόννων καταναλώσεως, μόνον 106 χιλ. τόννοι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐναποθηκευθοῦν. Δὲν ἠμπορεῖτε λοιπὸν νὰ ἔχετε ἀποθηκευτικὰ μέσα ὥστε ἐλευθέρως νὰ ἔρχωνται τὰ πλοῖα εἰς τὰς ἀποθήκας καὶ ἡ προώθησις νὰ γίνεται ἠρέμως καὶ ὁμαλῶς. Εἴχατε ἀνάγκην νὰ προσέξετε εἰς τὴν ρύθμισιν ταχείας μεταφορᾶς εἰς τὰ κέντρα καταναλώσεως καὶ ἐπὶ πλέον ἄμεσον τροφοδότησιν τοῦ Στρατοῦ καὶ γενικώτερα τὴν κολοσσιαίαν σημασίαν τὴν ὁποίαν εἶχον αἱ ταχεῖαι προωθήσεις διὰ τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν. Ὅταν ἀνέλαβον ὡς Ὑπουργὸς τῶν Μεταφορῶν τὰς ἁρμοδιότητας αὐτὰς εὗρον τιμὰς αἱ ὁποῖαι ἦσαν βάσει κοινῶν ἀποφάσεων τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν Οἰκονομικῶν, Ἐφοδιασμοῦ καὶ Μεταφορῶν καὶ ἐκυμαίνοντο μεταξὺ 1900– 2000 δρχ. κατὰ χιλιομετρικὸν τόννον ἁπλῆς διαδρομῆς δηλαδὴ μετ’ ἐπιστροφῆς. Ὑπῆρχον μεγάλαι ἑταιρεῖαι ὅπως ἡ Σέλλ, καὶ ἡ Σόκονυ αἱ ὁποῖαι εἶχον ρυθμίσει ἐν τῇ κοινοπραξίᾳ τὰς ἰδίας των μεταφορὰς κατὰ ἕνα τρόπον κάπως εὐθηνότερον καὶ ἡ μὲν Σόκονυ εἶχε τιμὰς μεταφορᾶς 900 δρχ. κατὰ χιλ. τόννον διπλῆς διαδρομῆς δηλαδὴ 1800 δρχ. ἡ δὲ Σὲλλ εἶχε τιμὴν μετὰ τῆς καλυτέρας ἑταιρείας ποὺ ὑπῆρχε τῆς ΕΜΥΚ 1700 δρχ. ἁπλῆς διαδρομῆς δηλαδὴ 850 διπλῆς διαδρομῆς. Δημοπρασίαι οὐδέποτε εἶχαν γίνει. Ἡ κατάστασις αὐτὴ ἐξηκολούθει ἐπὶ μακρὸν ὅπως σᾶς ἀνέφερα μετὰ τὰς τιμὰς τῶν κοινῶν ἀποφάσεων. Πολλαὶ συμβάσεις ἐγένοντο ἐκ μέρους τῶν Ὑπουργῶν Ἐφοδιασμοῦ αἱ πλεῖσται τῶν ὁποίων ἦσαν μὲ 10% κάτω τῆς τιμῆς τῶν κοινῶν ἀποφάσεων. Ἐπίσης ὑπῆρχον συμβάσεις τῆς ΕΦΕΞ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ μὲ τὰς αὐτὰς τιμάς. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω μὲ τὰς συμβάσεις αὐτάς. Ἀλλὰ ἀπὸ 2–3 παραδείγματα τὰ ὁποῖα σᾶς φέρω θὰ ἰδῆτε ὅτι τὸν Μάϊον τοῦ 1948 αἱ συμβάσεις τῆς ΕΦΕΞ εἶχον κόμιστρα μειωμένα κατὰ 10% τοῦ καθοριζομένου ἑκάστοτε διὰ τῆς κοινῆς ἀποφάσεως τῶν Ὑπουργῶν Οἰκονομικῶν, Ἐφοδιασμοῦ καὶ Μεταφορῶν. Τὴν 30 Ἰουνίου 1948 καθορίζονται ἀπὸ τὰς κοινὰς ἀποφάσεις τιμαὶ 600 δραχμὰς κατὰ χιλιομετρικὸν τόννον διπλῆς διαδρομῆς, δηλαδὴ 1200 δραχμὰς διὰ τὰ βαρέλια καὶ ἐπὶ πλέον 20% προκειμένου περὶ βυτιοφόρων. Καὶ τοῦτο ἀπὸ τῶν Ἀθηνῶν καὶ οὐχὶ ὑπολογιζομένης τῆς διαδρομῆς Σκαραμαγκᾶ ἡ ὁποία ἐπὶ πλέον ἐπιβαρύνει τὸ Δημόσιον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ βούλευμα ἀναφέρει καὶ μίαν σύμβασιν τῆς ΕΦΕΞ μὲ 52½% ἔκπτωσιν ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φέρω εἰς γνῶσιν ἡμῶν ὅτι ἡ μὲν ΕΦΕΞ διὰ συμβολαίου τοῦ ὁποίου ἔχω ἐπίσημον ἀντίγραφον καὶ διὰ τῶν ἐκπροσώπων της τότε Ἀναστασοπούλου–Καλιτσουνάκη διὰ μίαν σειρὰν ὁλόκληρον μεταφορῶν ἔχει ὁρίσει ὡς κόμιστρα διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν μεταφορῶν, 10% κάτω τῶν κοινῶν ἀποφάσεων. Δὲν γνωρίζω πόθεν τὸ βούλευμα εὑρῆκε τὸ 50%. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἀφορᾷ μίαν συμφωνίαν πολὺ παλαιοτέραν ἢ ὁποία εἶχε γίνει μὲ τὴν ΥΕΚΑ, ἡ ὁποία πράγματι εἶχε κάμει διὰ μικρὸν χρονικὸν διάστημα μίαν ἔκπτωσιν διὰ νὰ συναγωνισθῇ τοὺς ἰδιώτας αὐτοκινητιστάς. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐπρόκειτο περὶ βαρελίων περὶ τῶν ὁποίων θὰ σᾶς ὁμιλήσω κατωτέρω ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐπρόκειτο περὶ τῆς ΥΕΚΑ Κρατικῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ συνεπῶς τὸ δημόσιον καὶ ἂν ὠφελήθη κατά τι ἀπὸ ἐδῶ τὸ ἔχανεν ἀπὸ ἐκεῖ. Δὲν ὑπῆρχε συνεπῶς τιμὴ κατωτέρα τοῦ 10% ἀπὸ τὰς κοινὰς ἀποφάσεις.
§3Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Αἱ κοιναὶ ἀποφάσεις βάσει ποίων παραγόντων ἐγένοντο;
§4Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑπολογισμοῦ τοῦ κόστους τῆς μεταφορᾶς. Κύριοι βουλευταί, ὁμολογῶ καὶ ἐκ πληροφοριῶν τὰς ὁποίας εἶχα τότε ἀπὸ τὰς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως ὅτι ἀναλαβὼν τὰς εὐθύνας αὐτὰς ἠσθάνθην τὸ καθῆκον νὰ ἐμβαθύνω περισσότερον ἐὰν πραγματικῶς αἱ τιμαὶ ἦσαν τιμαὶ ὠφέλιμοι διὰ τὸ αὐτοκίνητον, ἀλλὰ καὶ συμφέρουσαι διὰ τὸ δημόσιον. Λυποῦμαι διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὅτι εὑρῆκα τὸ ἀντίθετον καὶ διεπίστωσα ὅτι αἱ τιμαὶ αὐταὶ ὄχι μόνον ἦσαν ὑψηλαί, ἀλλ’ ἦσαν καὶ σχεδὸν μονοπωλιακαί. Καὶ ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ σταματήσω τὴν ζημίαν αὐτὴν τοῦ δημοσίου. Καὶ διὰ νὰ τὴν σταματήσω θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξεύρω τρόπον διάφορον ἐκείνου ὁ ὁποῖος μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐφηρμόζετο. Ἀντὶ δηλαδὴ συμβάσεων μὲ ἰδιώτας ἢ ἐκπτώσεων ἐπὶ κοινῶν ἀποφάσεων βασιζομένων εἰς τὸ κόστος ἁπλῶς καὶ εἰς τὸ ἐργολαβικὸν κέρδος, ἐνόμισα καθῆκον μου, ὅτι καὶ τίποτε δὲν μὲ ὑπεχρέωνε, διὰ νὰ ἠμπορέσω νὰ ψηλαφίσω τὸ ἔδαφος τῶν πραγματικῶν ἐλαχίστων δυνατῶν τιμῶν καὶ νὰ ἐπιτύχω κάτι καλύτερον, ἐσκέφθην, νὰ κάμω δημοπρασίαν γενικὴν εἰς τὴν ὁποίαν νὰ περιλάβω καὶ τὰ βυτιοφόρα καὶ τὰ βαρέλια καὶ τὰ πλωτὰ μέσα. Τότε εὑρέθην πρὸ διαμαρτυριῶν τῶν παλαιῶν μεταφορέων, διαμαρτυριῶν οὐχὶ ἁπλῶς ὡς ἐπιχειρηματιῶν, ἀλλὰ κάτι περισσότερον ὡς δικαιούχων μονοπωλιακῶς νὰ κάμουν αὐτοὶ τὰς μεταφοράς. Καὶ πρὸ πάντων ἡ ΕΜΥΚ ἡ ὁποία ἦτο ὅπως εἶπον ἡ μεγαλυτέρα ἑταιρία μεταφορῶν εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι, εἶχε συμβληθῆ κατὰ τοιοῦτον τρόπον μὲ τὴν Σὲλλ ὥστε καίτοι ἡ σύμβασις εἶχε λήξει ἐν τούτοις ἐθεωρεῖτο ὡς παράρτημα μεταφορικὸν τῆς Σέλλ. Μοῦ ἔφερε μάλιστα γνωμοδοτήσεις κορυφῶν τῆς ἐπιστήμης ὅπως εἶναι ὁ καθηγητὴς κ. Μπαλῆς, ὅπως εἶναι ὁ καθηγητὴς κ. Τριανταφυλλόπουλος, ὅπως εἶναι ὁ κ. Σούρλας καθηγητὴς Θεσσαλονίκης καὶ ἐζήτησα ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν Νομικὸν Σύμβουλον τοῦ Ὑπουργείου μου νὰ γνωματεύσῃ ὅτι εἶχα τὸ δικαίωμα νὰ ἐξακολουθῶ τὰς μεταφορὰς μὲ τὰς τιμὰς αὐτὰς μονοπωλίου. Διότι ὅπως σᾶς εἶπα εἶχε χαρακτηρισθῆ ὡς παράρτημα μεταφορικὸν τῆς ἑταιρίας. Καὶ πρέπει ἐδῶ νὰ σημειώσω ὅτι μοῦ ἐπροξένησεν ἔκπληξιν ὅτι κατηγορούμενος παραπέμπεται ἀπὸ τὸ Βούλευμα καὶ ὁ κ. Μ. Παπαδόπουλος Διευθυντὴς τῆς ΕΜΥΚ ὁ ὁποῖος ἐπάλαισε διὰ νὰ κρατήσῃ τὰς παλαιὰς τιμάς. Εἶναι πράγματι καταπληκτικὸν ὅτι ἐκρίθη ὅτι καὶ δι’ αὐτὸν ἀκόμη ἔκαμα χαριστικὴν πρᾶξιν. Εἶχα λοιπὸν πεισθῆ κ. βουλευταί, ὅτι αἱ μεταφοραὶ ἦσαν ἀκριβαὶ καὶ ἐζήτουν πάσῃ θυσίᾳ νὰ τὸ ἀποδείξω καὶ διὰ νὰ τὸ ἀποδείξω ἐπέμενον εἰς τὴν δοκιμὴν διὰ δημοπρασίας. Ὡς πολιτικὴν εἶχον τὴν μεταφορὰν διὰ βυτιοφόρων. Ἀλλὰ ἤμην βέβαιος καὶ αὐτὸ ἐκ τῶν ὑστέρων διεπιστώθη καὶ ἀπεδείχθη ὅτι ἐὰν ἔκαμα αὐτὸ τὸ σφάλμα, ὡς πρῶτον βῆμα συμπιέσεως τιμῶν, συμπιέσεως κομίστρων, νὰ περιορισθῶ μόνον εἰς δημοπρασίαν διὰ βυτιοφόρα θὰ εὑρισκόμην πρὸ τῶν ὁμάδων αὐτῶν τῶν μεγάλων βυτιοφόρων, αἱ ὁποῖαι ὄχι μόνον δὲν θὰ μὲ ἄφηναν νὰ ἀποδείξω ὅτι εἶναι δυναταὶ κατώτεραι τιμαί, ἀλλὰ καὶ θὰ κατέβαλον κάθε προσπάθειαν νὰ συγκρατοῦσαν τὰς παλαιὰς τιμὰς καὶ θὰ μὲ ὑπεχρέουν νὰ ἐξακολουθήσω τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον εὑρῆκα. Εἶπον καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν εἶχον διὰ δημοπρασίαν. Ἠσθάνθην ὅμως τὸ καθῆκον, ἐν συνειδήσει, ὅτι ἔπρεπε νὰ τὴν δοκιμάσω καὶ τὴν ἐδοκίμασα. Θὰ σᾶς εἴπω μετ’ ὀλίγα λεπτὰ ποῖον ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα τῶν δημοπρασιῶν αὐτῶν. Ἀλλὰ πρὸ τούτου θὰ πρέπῃ νὰ κατανοήσῃ ἡ Βουλὴ πόσον ἐναντίον τοῦ συμφέροντος τοῦ δημοσίου εἶναι ἡ χρησιμοποίησις βαρελίων διὰ τὰς μεταφοράς. Καὶ αὐτὸ δὲν τὸ λέγω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως ὡς μὴ τεχνικὸς ἀλλὰ μοῦ τὸ εἶπον, ὅπως θὰ σᾶς ἀποδείξω τώρα, ὅλοι οἱ τεχνικοὶ ἀνεξαιρέτως καὶ ἰδίᾳ ἡ κοινοπραξία. Ἔπρεπεν ὅμως ὁπωσδήποτε νὰ διέλθω διὰ τῆς ὁδοῦ αὐτῆς, διότι ἔτσι μόνον θὰ ἀφώπλιζα τοὺς κατόχους βυτιοφόρων καὶ θὰ τοὺς ὑπεχρέουν νὰ δώσουν τιμὰς χαμηλοτέρας, ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι, ὅπως εἶπον, ἦσαν ἤδη ἐν ἐφαρμογῇ. Ἡ πολιτικὴ τῶν βυτιοφόρων, κ. συνάδελφοι, ἐπὶ τῆς μεταφορᾶς τῶν πετρελαιοειδῶν ὑπῆρξε μία πολιτικὴ εἰς τὴν ὁποίαν ἐπίστευσα καὶ πιστεύω καὶ εἶμαι εὐτυχὴς ὅτι μοῦ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ τὴν ἐπιτύχω τότε, ἀλλὰ καὶ νὰ τὴν ἐξακολουθήσουν νὰ τὴν ἐφαρμόζουν καὶ οἱ διάδοχοί μου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Μεταφορῶν. Διότι ἐπέτυχον ὄχι μόνον νὰ καταβιβάσω τὰς τιμάς, ἀλλὰ καὶ κάτι περισσότερον ἀκόμη, νὰ κάμω νὰ ἐνδιαφερθοῦν ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐνδιεφέροντο διὰ τὴν μεταφορὰν ὑγρῶν καυσίμων, εἰς τὴν κατασκευήν, εἰς τὸν ἐξοπλισμὸν βυτιοφόρων καὶ νὰ παύσῃ ἡ συνήθεια τῆς μεταφορᾶς διὰ βαρελίων. Βαρέλια δὲν ἠμποροῦν νὰ χρησιμοποιηθοῦν, παρὰ μόνον ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ γίνῃ ἀλλέως, δηλαδὴ μόνον εἰς τὰ ἱστιοφόρα, διότι δυστυχῶς ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπάρχουν τάνκερ, παρὰ μόνον ἐλάχιστα, καὶ μόνον ἐκεῖ ὅπου δὲν φθάνουν ἢ δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐπαρκέσουν τὰ βυτιοφόρα. Αὐτὴ ἦτο ἡ πολιτική, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπέμεινα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ φθορά, ἡ διαρροή, τὰ ἔξοδα ἐπιστροφῆς, ἡ φόρτωσις, ἡ ἐκφόρτωσις καὶ τόσα ἄλλα μειονεκτικὰ τῶν βαρελίων, εἶναι καὶ ἡ ἀνεπάρκεια. Θὰ σᾶς ἀναφέρω μερικὰ ἀπὸ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔχω τῆς κοινοπραξίας καὶ ἄλλα ἐπίσημα ἔγγραφα. Ἀλλὰ πρὸ τούτου θὰ σᾶς δώσω ἕνα παράδειγμα τόσο ζωντανό, ὥστε νὰ πεισθῆτε ὅλοι σας ὅτι τὰ βαρέλια εἰς τὰς χερσαίας μεταφορὰς ὑγρῶν καυσίμων πρέπει νὰ ἀπομακρυνθῶσιν. Διότι ἐκ τῶν στατιστικῶν τὰς ὁποίας ἔχω, ἀπέμειναν μόνον 39.000 βαρέλια διαθέσιμα, διότι καὶ ὁ στρατὸς εἶχε πάρει καὶ ἡ ἀεροπορία καὶ πλεῖστα κατεστράφησαν ἐκ φθορῶν καὶ ζημιῶν καὶ λόγῳ τῆς κακῆς ποιότητος τῆς ὕλης ἐξ ἧς εἶχον κατασκευασθῆ Ἡ. Τ. τὰ 39.000 βαρέλια τὰ ὁποῖα εἶχον ἀπομείνει τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, παλαιὰ καὶ νέα, ἐφ’ ὅσον ἐχρειάζοντο 14 βαρέλια—αὐτὰ εἶναι ἐπίσημοι στατιστικαί, τὰς ὁποίας σᾶς ἀναφέρω—διὰ τὴν διακίνησιν ἑνὸς τόννου ὑγρῶν καυσίμων, ἀποστολὴν καὶ ἐπιστροφήν, τὸ μέγιστον ποσόν, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ κινηθῇ διὰ τῶν βαρελίων αὐτῶν, ἦτο 2800 τόννοι μηνιαίως, ἐνῷ αἱ ἀνάγκαι τῶν διὰ θαλάσσης, ἐφοδιαζομένων πρακτορείων, διὰ τὰς νήσους κ.τ.λ., ἀνήρχοντο εἰς 3.060 τόννους μηνιαίως. Δηλαδὴ αὐτὰ τὰ βαρέλια, τὰ ὁποῖα ἀπέμεινον δὲν ἐπήρκουν κἂν διὰ τὴν δι’ ἱστιοφόρων μεταφορὰν διὰ βαρελίων. Πλὴν αὐτοῦ τὰ βαρέλια ἀποτελοῦν περιουσίαν τοῦ Δημοσίου. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἀκόμη μία περαιτέρω ζημία τοῦ δημοσίου ἐκ τῆς φθορᾶς καὶ τῆς καταστροφῆς, ἡ ὁποία εἶναι δυστυχῶς πολὺ μεγάλη καὶ ἐκ τῆς ἀποσβέσεως τοῦ κεφαλαίου. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους μετὰ τὴν δημοπρασίαν, τὴν ὁποίαν, ὅπως σᾶς ἐξήγησα, τὴν ἔκαμα καὶ μὲ βαρέλια, διὰ τὸν σκοπὸν καὶ μόνον νὰ καταβιβάσω τὰς τιμὰς καὶ νὰ ἀποφύγω τὰ τρὰστ τῶν βυτιοφορέων, ἀπέκλεισα ὁριστικῶς καὶ ἀποκλείουν καὶ οἱ διάδοχοί μου τὴν μεταφορὰν διὰ βαρελίων. Καὶ τώρα ἂς μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς διαβάσω ἐλάχιστα πράγματα μόνον, διὰ νὰ ἐπισημοποιήσω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγω ὡς ἐπιχειρήματα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπίσημα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Μεταφορῶν. Λέγει ἡ κοινοπραξία δι’ ἐγγράφου της τῆς 9ης Αὐγούστου τοῦ 1949 «εἶναι ἡ κρίσιμος ἐποχὴ» (ἀναγινώσκει). Ἀριθμ. Πρωτ. 3954 Ἀθῆναι 9 Αὐγούστου 1949 Πρὸς Τὸ Ὑπουργεῖον Μεταφορῶν Γεν. Δ)σιν III Δ)σιν Καυσίμων Ἐνταῦθα Ἐφοδιασμὸς Πρακτορείων Ἀναφερόμενοι εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. Πρωτ. 67675 Δ. Κ. 21 –6–49 ὑμέτερον ἔγγραφον, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Ἡ ὅλη διακίνησις καὶ προώθησις τῶν πετρελαιοειδῶν ἐκ τῶν κυρίων ἐγκαταστάσεών μας πρὸς τὰ διάφορα Πρακτορεῖα καὶ ἐπιλιμένια Κέντρα καὶ ἐκ τούτων πρὸς τὰ Πρακτορεῖα τὰ ἐφοδιαζόμενα ὑπ’ αὐτῶν, ἀποτελεῖ σημαντικωτάτην ἐργασίαν ἡ ὁποία δέον νὰ ἐξετάζεται ὄχι μόνον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἐπιτεύξεως χαμηλοτέρων κομίστρων δι’ ἓν ἢ δύο Πρακτορεῖα ἢ φορτία ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς ἀνάγκης κανονικοῦ ἐφοδιασμοῦ ὅλης τῆς χώρας καὶ τοῦτο ὑπὸ συνθήκας αἱ ὁποῖαι καθημερινῶς ἤλλαζον καὶ ἀλλάζουν ἐξ αἰτιῶν αἱ ὁποῖαι κατὰ κανόνα δὲν δύνανται νὰ προβλεφθῶσιν, ἤτοι: Συντονισμὸς εἰς τὰς ἀποβάθρας τῶν ἐγκαταστάσεών μας, ἀνάγκαι ἐπειγούσης φύσεως ἐνόπλων δυνάμεων, ἔλλειψις ὡρισμένων μέσων μεταφορᾶς, καταλληλότης μέσων μεταφορᾶς, διαθέσιμος ἀριθμὸς βαρελίων καὶ δοχείων, στενότης χώρου ἀποθηκῶν Πρακτορείων, τοπικαὶ ἀστυνομικαὶ διατάξεις περὶ ἀποθηκεύσεως, ἐντολαὶ Ὑπουργείων πρὸς ὑποστήριξιν τῶν κατὰ τόπους αὐτοκινητιστῶν, καθυστερήσεις τῶν μέσων προωθήσεως διὰ θαλάσσης αἱ ὁποῖαι μᾶς ἀναγκάζουν νὰ προσφεύγωμεν πρὸς ὑμᾶς διὰ τηλεφωνημάτων καὶ σημάτων ὅπως ἐγκρίνητε ἄλλον ταχύτερον τρόπον μεταφορᾶς, καὶ καθυστερήσεις λόγῳ τῆς διαδικασίας ταύτης αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦν ἀναστάτωσιν, διαμαρτυρίας τῶν κατὰ τόπους ἀρχῶν καὶ καταναλωτῶν καὶ ἀνεπανόρθωτους ζημίας εἰς τὴν Ἐθν. Οἰκονομίαν καὶ λοιπά κ.λ.π. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἂς μᾶς ἐπιτραπῇ νὰ ἀναφέρωμεν ὅτι ὑπάρχουν καὶ πλεῖστοι ἄλλοι παράγοντες οἱ ὁποῖοι θὰ ἔπρεπε νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν σύγκρισιν μέσου μεταφορᾶς διὰ θαλάσσης μὲ διὰ ξηρᾶς μεταξὺ τῶν ὁποίων οἱ κυριώτεροι εἶναι: α) Ὁ χῶρος καὶ αἱ τεχνικαὶ ἐν γένει εὐκολίαι ἃς σήμερον διαθέτουν αἱ ἐγκαταστάσεις μας. Αὗται εἶναι λίαν δυσανάλογοι πρὸς τὸν ὄγκον καὶ τὴν φύσιν τῆς σημερινῆς ἐργασίας ἤτοι: μεγάλη αὔξησις τῆς πολιτικῆς καταναλώσεως, μεγάλη καὶ συνεχὴς ζήτησις τῶν ἐνόπλων δυνάμεων, αὔξησις παραδόσεων εἰς τὸ Μονοπώλιον κ.λ.π. β) Ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος διὰ φορτώσεις διὰ θαλάσσης συγκρινόμενος μὲ τὸν χρόνον τὸν ἀπαιτούμενον δι’ ἄλλων μέσων. Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἐὰν ἐζητεῖτο ἀπὸ τὰς ἐγκαταστάσεις μας νὰ συσκευάζουν καὶ νὰ ἀποστέλλουν εἰς βαρέλια ἐκεῖνο τὸ ποσοστὸν προϊόντων τὸ ὁποῖον μέχρι σήμερον ἀποστέλλεται εἰς χῦμα θὰ ἀντιμετώπιζαν αὗται ἀσφαλῶς πλήρη τεχνικὴν ἀδυναμίαν (συγκέντρωσις βαρελίων, καθαρισμός, πλήρωσις, ζύγισις, μετακίνησις ἀπὸ γεμίστρια εἰς ἀποθήκας καὶ ἀποβάθραν κ.λ.π.) γ) Αἱ καθυστερήσεις αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦνται λόγῳ ἀπασχολήσεως τῶν προβλήτων τῶν ἐγκαταστάσεων διὰ φορτώσεις ἢ ἐκφορτώσεις ἀτμοπλοίων, ἢ παραδόσεις χῦμα (ΒΥΝΚΕΡΣ) εἰς πλοῖα. δ) Ἀδυναμία προωθήσεως ὡρισμένων μικρῶν δυναμικοτήτων Πρακτορείων διὰ θαλάσσης ὡς οἰκονομικωτέραν, καθότι λόγῳ τοῦ εἴδους τοῦ ἐμπορεύματος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φορτωθῇ τοῦτο μὲ ἄλλα ἐμπορεύματα παρὰ μόνον ἐὰν συμπληρωθῇ τὸ φορτίον μὲ πετρελαιοειδῆ δι’ ἄλλα Πρακτορεῖα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν δύναται πάντα νὰ ἐπιτευχθῇ παρὰ μετὰ παρέλευσιν σημαντικοῦ χρόνου, ἐνῷ θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ προώθησις διὰ ξηρᾶς ἄνευ καθυστερήσεως. Αἱ τελευταῖαι περιπτώσεις ἐπειγουσῶν μεταφορῶν διὰ Πάτρας, Πύργον, Ἀμαλιάδα κλπ., νομίζομεν ὅτι εἶναι ἐνδεικτικαὶ τῶν δυσκολιῶν τὰς ὁποίας συχνάκις ἀντιμετωπίζομεν καὶ ἐπιβεβαιοῦν τὸ γεγονὸς ὅτι κατ’ ἀνάγκην δὲν πρέπει νὰ ἀγνοηθοῦν ἔστω καὶ ἐὰν εἶναι ἀκριβότερα τὰ μέσα μεταφορᾶς διὰ ξηρᾶς, τὰ ὁποῖα ἐξασφαλίζουν ταχὺν καὶ ἀπρόσκοπτον ἐφοδιασμόν. Παρὰ τὰς πολλαπλᾶς δυσκολίας ἡ ΚΕΠ ἐπέτυχε καὶ ἐπιτυγχάνει πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων καὶ τοῦτο μόνον λόγῳ ἀνωτέρας βίας, νὰ προωθῇ τὰ πετρελαιοειδῆ εἰς τὰ πλέον ἀπομεμακρυσμένα σημεῖα τῆς ἐπικρατείας μὲ ρυθμὸν ὅστις νομίζομεν ὅτι ἦτο, ὑπὸ τὰς ἐπικρατούσας κατὰ τὸ παρελθὸν συνθήκας ἀσφαλείας τῆς Χώρας καὶ εἶναι σήμερον, πλέον ἢ ἱκανοποιητικός, ὡς ἐκ τούτου δὲ νομίζομεν ὅτι θὰ ἐδικαιούμεθα νὰ ἀναμένωμεν ὅπως ἐκτιμηθοῦν δεόντως αἱ προσπάθειαί μας καὶ τὰ ἐπιτευχθέντα ἀποτελέσματα καὶ ὄχι νὰ ἀφήνεται νὰ ὑπονοῆται ὡς τοῦτο συμβαίνει εἰς τὸ ὑπὸ ἀπάντησιν ἔγγραφόν σας ὅτι δὲν ἐπιδεικνύομεν τὸν ἐνδεδειγμένον ζῆλον κατὰ τὴν διακίνησιν καὶ προώθησιν τῶν πετρελαιοειδῶν πρὸς ἐπίτευξιν τῶν ἀνωτέρω κομίστρων καὶ λοιπῶν τοπικῶν ἐξόδων ἐνῷ ἡμεῖς ἐπιτυγχάνοντες συγχρόνως καὶ τὴν προώθησιν τῶν πετρελαιοειδῶν μὲ κανονικὸν ρυθμὸν κατεβάλαμεν προσπαθείας καὶ ἐπετύχαμεν εἰς πλείστας ὅσας περιπτώσεις χαμηλότερα κόμιστρα ἀπὸ τὰ ὑφ’ ὑμῶν ἐπισήμως καθοριζόμενα καὶ τοῦτο μολονότι ἡ ΚΕΠ θὰ ἦτο πλήρως δικαιολογημένη ἐὰν ἐφήρμοζε κατὰ γράμμα τὰ ἑκάστοτε ἐπίσημα ὑφ’ ὑμῶν καθοριζόμενα κόμιστρα. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου παραπέμπομεν ὑμᾶς εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. Πρωτ. 14133)4–3–48 ὑμέτερον ἔγγραφον ἀντίγραφον τοῦ ὁποίου ἐσωκλείομεν. Ἐπὶ πλέον σημειωθήτω ἐν παρόδῳ ὅτι τὰ διὰ ξηρᾶς ἐπίσημα κόμιστρα διὰ πετρελαιοειδῆ ὁρίζονται πάντοτε κατώτερα τῶν κομίστρων τῶν ἄλλων ἐμπορευμάτων, εἶναι δὲ γεγονὸς ὅτι ὁ μέσος ὅρος τῶν καταβληθέντων ἐξόδων μεταφορᾶς καυσίμων εἶναι πολὺ κατώτερος τῶν προβλεφθέντων καὶ συμπεριλαμβανομένων εἰς τὰς καθορισθείσας ὑπὸ αὐτοῦ τούτου τοῦ κράτους τιμὰς διαθέσεως τῶν προϊόντων τούτων. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ τοπικὰ ἔξοδα, πληροφοροῦμεν ὑμᾶς ὅτι ταῦτα ἐλέγχονται ὑπὸ τῶν κατὰ τόπους Ἀρχῶν καὶ ὅτι ἅπαντα τὰ εἰς χεῖρας μας ἐξοδολόγια τῶν Πρακτορείων φέρουν τοιαύτην θεώρησιν, τὰ δὲ κονδύλια τὰ ἀναγραφόμενα εἰς τοὺς κατὰ καιροὺς ὑποβληθέντας ὑμῖν πίνακας δαπάνης βασίζονται ἐπὶ τῶν ἐπισήμων καὶ ἐγκεκριμένων τούτων ἐξοδολογίων. Πλὴν τῶν ἀνωτέρω δέον ἐπίσης νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν εἰς τὰς ἐγκαταστάσεις μας Πειραιῶς εἰς τὴν διάθεσίν μας κενῶν βαρελίων ἐμειώθη ἤδη κατά: α) 16.000 βαρέλια ἅτινα παρεδόθησαν εἰς τὰς ἐνόπλους δυνάμεις, β) 14.500 βαρέλια διὰ τὰ ἐπιλιμένια κέντρα καὶ Μονοπώλιον καὶ ὅτι ἡ τυχὸν προώθησις μόνον διὰ βαρελίων εἰς τὰ κέντρα ὅπου εἶναι δυνατὸν νὰ προωθηθοῦν πετρελαιοειδῆ εἰς χῦμα συντόμως θὰ ἐδημιούργει τελείαν ἐξάρθρωσιν τοῦ προγράμματος, λόγῳ ἐλλείψεως βαρελίων. Νομίζομεν ὅθεν ὅτι καὶ διὰ τὸν ἐπὶ πλέον εἰδικὸν τοῦτον λόγον εἶναι προτιμοτέρα ἡ εἰς χῦμα μεταφορὰ δι’ ὅσα μέρη εἶναι δυνατόν, πρὸς ἀποφυγὴν διασπορᾶς τῶν βαρελίων, ἥτις θὰ εἶχεν ὡς ἐπακόλουθον τὴν ἀδυναμίαν φορτώσεως βαρελίων εἰς τὰ Πρακτορεῖα τὰ ἐφοδιαζόμενα μόνον διὰ θαλάσσης ἢ τὰ ἐπιλιμένια κέντρα, ὁπόθεν ἐφοδιάζονται ἄλλα Πρακτορεῖα μόνον εἰς βαρέλια. Σχετικῶς μὲ τὴν ἀναφερομένην ὑπόθεσιν τῆς προωθήσεως διὰ τῶν ΣΕΚ εἰς Χαλκίδα νομίζομεν ὅτι ὀρθῶς ἐζητήσαμεν ὅπως μᾶς βεβαιώσητε ἐὰν δέον νὰ προωθήσωμεν ἀκάθαρτον πετρέλαιον εἰς Χαλκίδα διὰ τῶν ΣΕΚ ἢ ὄχι. Τὸ ὑμέτερον ἔγγραφον ὑπ’ ἀριθ. Πρωτ. 61626 Δ. Κ. τῆς 30ῆς Μαΐου ληφθὲν τὴν 3ην Ἰουνίου καὶ διαβιβάζον προσφορὰν τῶν ΣΕΚ πρὸς ὑμᾶς ὑπὸ ἡμερομηνίαν τῆς 3ης Μαΐου 1949 ἀναφέρει ἐπὶ λέξει: «Προκρίνεται τὸ κατώτερον κόμιστρον διὰ τὴν μεταφορὰν εἰς Χαλκίδα τοῦ ἀκαθάρτου πετρελαίου». Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως εἰς ἐπανειλημμένας συνεδριάσεις τῆς ὑμετέρας ἁρμοδίας Ἐπιτροπῆς προωθήσεων εἰς τὰς ὁποίας παρευρέθημεν συνεζητεῖτο ἀκόμη ἡ ὑπόθεσις αὕτη καὶ εἶχον κατ’ αὐτὰς διατυπωθῆ συγκεκριμένα παράπονα καὶ διαμαρτυρίαι τῶν αὐτοκινητιστῶν, εἴχομεν δὲ μείνει μὲ τὴν ἐντύπωσιν κατόπιν τῆς συνεδριάσεως τῆς 1ης Ἰουνίου 1949 ἤτοι μεταγενεστέραν τῆς ἡμερομηνίας τοῦ ὑμετέρου ἐγγράφου, ὅτι δὲν εἶχε ληφθῆ ὁριστικὴ ἀπόφασις προκρίσεως τῶν ΣΕΚ διὰ τὴν μεταφορὰν αὐτὴν καὶ ὅτι τὸ ὅλον ζήτημα εἰσέτι ἦτο ἐκκρεμές. Ἡ ἐντύπωσις αὕτη δικαιολογεῖται πλήρως ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι οὐδέποτε ἐλάβομεν γνῶσιν τῶν πρακτικῶν τῆς συνεδριάσεως τῆς ὡς ἄνω Ἐπιτροπῆς. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἀπεστάλη ὑμῖν τὸ ὑπ’ ἀριθ. Πρωτ. 3282)6–6–49 σῆμα μας μὲ τὸ ἐρώτημα ἐὰν δέον νὰ ἐφοδιάσωμεν τὴν Χαλκίδα διὰ τῶν ΣΕΚ εἰς ἀπάντησιν δὲ ἐλάβαμεν τὸ ὑμέτερον σῆμα ὑπ’ ἀριθ. Πρωτ. 64128)8–6–49 τὸ ὁποῖον ἀναφέρει ὅτι: «Ὑποχρεούμεθα νὰ προωθήσωμεν διὰ τοῦ οἰκονομικωτέρου τρόπου». Πλὴν τῆς ἀνωτέρω ἀναφερομένης αἰτίας διὰ τὴν ὁποίαν ἀπεστάλη τὸ σῆμα μας, ἀναφέρομεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν τὴν ὑμετέραν ὁριστικὴν ἔγκρισιν διότι ἀποστέλλοντες διὰ σιδηροδρόμου: αʹ) Μολονότι τὸ κόστος προωθήσεως δὲν θὰ διέφερεν οὐσιωδῶς, ἐν τούτοις τὸ κόστος τοῦ πετρελαίου διὰ τοὺς μεγάλους καταναλωτὰς θὰ ηὐξάνετο κατὰ δραχμὰς 30.000 κατὰ τόννον δι’ ἔξοδα μεταφορᾶς ἀπὸ τὴν ἀποθήκην Πράκτορος εἰς τὸ Ἐργοστάσιόν των, ἔξοδον μὲ τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἐπεβαρύνοντο μὲ τὰ βυτιοφόρα καθ’ ὅτι τὸ ἐμπόρευμα παρεδίδετο εἰς τὰς ἀποθήκας των ἄρα προέκυπτε πραγματικὴ αὔξησις τῆς τιμῆς εἰς βάρος τῶν καταναλωτῶν. βʹ) Θὰ ἐγένοντο τρεῖς μεταγγίσεις μὲ σχετικὴν ἀπώλειαν προϊόντων ἐνῷ τὸ βυτιοφόρον φθάνει σφραγισμένον εἰς τὸν προορισμόν του. Ἐν συνεχείᾳ ἐπὶ τῶν παρατηρήσεών σας ἐπὶ τοῦ ζητήματός μας τῆς 31ης Μαΐου 1949 καὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. Πρωτ. 3327)14–6–49 ἡμετέρου ἐγγράφου θὰ μᾶς ἐπιτραπῆ νὰ ἀναφέρωμεν ὑμῖν ὅτι: 1. Ὁ λόγος τῆς ἀποστολῆς τοῦ ἡμετέρου σήματος προῆλθεν ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι εἴχομεν λάβει προσφορὰν ἀμέσου ἐφαρμογῆς μὲ εἰδικὰ μειωμένα κόμιστρα διὰ προώθησιν εἰς Πρακτορεῖα τὰ ὁποῖα πλὴν τῶν Καλαμῶν καὶ Αἰτωλικοῦ δὲν ἀνεφέροντο εἰς τὸ ὑμέτερον ἐγκριθὲν πρόγραμμα ὑπ’ ἀριθ. Πρωτ. 52582)27–4–49. 2. Ὁ λόγος τῆς αἰτήσεως προεγκρίσεως διὰ Χαλκίδα ἦτο τελείως διάφορος ὡς ἐξηγήσαμεν. 3. Τὸ κονδύλιον φθορᾶς βαρελίων εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεσθε καὶ τὸ ὁποῖον ὑπελογίσθη παρ’ ἡμῶν βάσει τῆς μέχρι τοῦδε πείρας, δὲν συμπεριελήφθη τὸ πρῶτον εἰς τοὺς τότε ὑποβληθέντας πίνακας ἀλλὰ εἶχε χρησιμοποιηθῆ πρὸ πολλοῦ καιροῦ διὰ τὴν σύγκρισιν μεταξὺ τῶν διαφόρων μέσων μεταφορᾶς καὶ ἐπὶ πλέον δὲν εἶχεν ἀμφισβητηθῆ ὑφ’ ὑμῶν. 4. Τὰ ἔξοδα τὰ ἀναγραφέντα διὰ τὴν φόρτωσιν βαρελίων ἐπὶ πετρελαιοκινήτων ἢ φορτηγῶν αὐτοκινήτων ἐβασίζοντο ἐπὶ λεπτομερῶν καταστάσεων τῶν ἐγκαταστάσεων ἀντίγραφα τῶν ὁποίων ἀπεστάλησαν ὑμῖν συνημμένα τῇ ὑπ’ ἀριθ. 3327)14–6–49 ἡμετέρᾳ ἐπιστολῇ. 5. Ἡ μὴ ἐκ μέρους σας ἔγκαιρος ἔγγραφος διατύπωσις ἀντιρρήσεων ἐπὶ τοῦ ἐν λόγῳ σήματός μας μὲ ἐντολὴν χρησιμοποιήσεως μέσου ὑφ’ ὑμῶν καθοριζομένου φυσικὸν ἦτο νὰ ἐκληφθῇ παρ’ ἡμῶν ὡς σιωπηρὰ ἔγκρισις. Ἅπαντα τὰ ἀνωτέρω ἀναφέρομεν ὑμῖν διὰ τὴν τάξιν καὶ θὰ μᾶς ἐπιτραπῆ συμπληρωματικῶς νὰ προσθέσωμεν ὅτι: 1. Παρὰ τὴν παρέλευσιν μηνὸς καὶ πλέον ἀπὸ τῆς ἀποστολῆς ὑμῖν ὅλων τῶν στοιχείων ἐν τούτοις δὲν ἔχει ἐκδοθῆ ὑφ’ ὑμῶν ὁριστικὸς πίναξ προωθήσεως. 2. Τὰ ὑφ’ ἡμῶν ὑπολογιζόμενα κονδύλια διὰ φορτώσεις βαρελίων ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ αὐτοῦ τούτου τοῦ Ἐλεγκτοῦ τοῦ Κράτους διὰ τὴν σύγκρισιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν κατόπιν ἐντολῆς σας διενεργηθεισῶν δημοπρασιῶν. 3. Ἐνῷ προηγουμένως ἀνεφέρατε ὅτι πρέπει νὰ προωθοῦμεν ἐντὸς τοῦ πλαισίου τοῦ ἐγκεκριμένου παρ’ ὑμῶν προγράμματος ἐν τούτοις διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. Πρωτ. 70737)6– 7–49 σήματος εἰς ἀπάντησιν ὑποβληθέντος ὑμῖν συμπληρωματικοῦ προγράμματος δίδετε ἡμῖν ἐντολὴν νὰ προωθήσωμεν τὰ διὰ τοῦ οἰκονομικωτέρου μέσου ἢ καθορίζοντες τὸ μέσον μεταφορᾶς. 4. Ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει πλῆρες πρόγραμμα προωθήσεων δὲν νομίζομεν ὅτι εἶναι δικαία ἡ ἐντολή σας πρὸς τὸν προϊστάμενον Ἐλέγχου νὰ ἀπορρίπτῃ πᾶσαν δαπάνην μεταφορᾶς ἐνεργουμένην κατὰ παρέκκλισιν τοῦ ἐγκεκριμένου προγράμματος προωθήσεως ἐφ’ ὅσον δὲν ὑφίσταται σχετικὴ ὑμῶν ἔγκρισις. 5. Ἐφ’ ὅσον φέρομεν ἡμεῖς τὴν εὐθύνην τῶν προωθήσεων. αʹ) Πρέπει νὰ μᾶς δίδεται ἡ εὐχέρεια τῆς ἐπιλογῆς τοῦ κατὰ τὴν κρίσιν μας οἰκονομικωτέρου, καταλληλοτέρου, ἀσφαλεστέρου καὶ ταχυτέρου μέσου. βʹ) Κατὰ τὴν ἔγκρισιν ὑποβληθεισῶν προγραμμάτων πρέπει νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν ὅλοι οἱ παράγοντες οἱ ὁποῖοι ἐπιδροῦν ἐπὶ τῆς ἐφαρμογῆς ἑνὸς προγράμματος ἀντὶ νὰ ἐπικρατῇ ἁπλῶς καὶ μόνον τὸ κριτήριον τῆς ἐπιφανειακῶς εὐθηνοτέρας μεταφορᾶς. γʹ) Νὰ ρυθμισθῇ τελειωτικῶς ὁ τρόπος τῆς συγκρίσεως τῶν δαπανῶν προωθήσεως. δʹ) Νὰ ἐκδοθῇ πλῆρες πρόγραμμα προωθήσεων.
Διατελοῦμεν μετὰ τιμῆς
ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΕΤΑΙΡΙΩΝ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΥ
Ὑπογραφαὶ Αὐτά, κύριοι συνάδελφοι, λέγει τόσον σαφῶς ἡ Κοινοπραξία κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἀλλὰ καὶ προηγουμένως πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐφοδιασμοῦ ἀποτεινομένη ἡ Κοινοπραξία κρούει τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου διὰ τὴν ἔλλειψιν βαρελίων.
(Ἀναγινώσκει)
ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ
Ἀθῆναι τῇ 5 Ἰουνίου 1948 Πρὸς Τὸ Σεβ. Ὑπουργεῖον Ἐφοδιασμοῦ καὶ Διανομῶν Ὑπηρεσία ΕΦ–ΕΞ Διεύθυνσις Γʹ Ἐνταῦθα Κύριοι. Μεταφορὰ πετρελαιοειδῶν εἰς Σπάρτην, Τρίπολιν, Αἴγιον καὶ Πάτρας. Ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ βεβαιώσωμεν λῆψιν ὑμετέρου ἐγγράφου ὑπ’ ἀριθ. Πρωτ. Ε. 52155)1700)29–5–48 μετὰ τῆς ἐκεῖ συνημμένης Ἀποφάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Ἐφοδιασμοῦ καὶ Διανομῶν ὑπ’ ἀριθ. Ε. 48223)1591)27–5– 48 καὶ καλὴν σημείωσιν ἐλάβομεν τῶν ὅρων ὑφ’ οὓς διὰ ταύτης ἀνετέθη ἐπὶ δίμηνον εἰς μὲν τὸν ΣΠΑ Λακωνίας ἡ μεταφορὰ ὑγρῶν καυσίμων εἰς Σπάρτην καὶ Τρίπολιν εἰς δὲ τὸν Κωνστ. Γκότσην ἡ τοιαύτη εἰς Αἴγιον καὶ Πάτρας. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν πρώτην περίπτωσιν ἤλθομεν ἤδη εἰς ἐπαφὴν μετὰ τοῦ ἐν Ἀθήναις ἐκπροσώπου τοῦ ΣΠΑ Λακωνίας κ. Ἀθ. Δημητρακοπούλου καὶ μετ’ αὐτοῦ ἐκανονίσαμεν τὰς σχετικὰς λεπτομερείας τῆς ἐργασίας. Ἐν συνεχείᾳ εἰδοποιήσαμεν δεόντως τοὺς Πράκτοράς μας Σπάρτης καὶ Τριπόλεως καὶ διετάξαμεν τούτους ὅπως ἐπικοινωνήσουν ἀμέσως μὲ τοὺς ἐκεῖ ἐκπροσώπους τοῦ εἰρημένου ΣΠΑ ὡς μᾶς καθώρισε τούτους ὁ κ. Δημητρακόπουλος, οὕτως ὥστε νὰ ἀρχίσουν χρησιμοποιλοῦντες διὰ τὰς εἰς πετρελαιοειδῆ μεταφορικὰς ἀνάγκας των τὰ αὐτοκίνητα τοῦ εἰρημένου Συνεταιρισμοῦ. Ἐλπίζομεν ἡ ἔναρξις τῆς χρησιμοποιήσεώς των νὰ λάβῃ χώραν ἐντὸς 1–2 ἡμερῶν καὶ ἐπιφυλασσόμεθα νὰ σᾶς καταστήσωμεν γνωστὴν τὴν ἀκριβῆ ἡμερομηνίαν ταύτης ἐν καιρῷ διὰ τὰ καθ’ ἡμᾶς. Πάντα ταῦτα ἀφοροῦν φυσικὰ κυρίως καὶ σχεδὸν ἀποκλειστικῶς τὴν βενζίνην, ἥτις μεταφέρεται εἰς Σπάρτην καὶ Τρίπολιν δι’ αὐτοκινήτων εἰς βαρέλια. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀκάθαρτον πετρέλαιον προβλέπομεν ἐλαχίστας μεταφορὰς δι’ αὐτοκινήτων δεδομένου ὅτι τοῦτο ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ προσπαθείᾳ μας νὰ μειώσωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν τὰ μεταφορικὰ ἔξοδα ἀφ’ ἑνὸς καὶ νὰ ἐξοικονομήσωμεν κενὰ βαρέλια, ὧν ὡς γνωστὸν στερούμεθα, ἀφ’ ἑτέρου μεταφέρεται ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Μαρτίου ἐντεῦθεν εἰς Τρίπολιν διὰ δεξαμενοβαγονίων τῶν Σ.Π.Α.Π. Διὰ τοὺς ἰδίους τούτους λόγους ἔχομεν ἤδη δώσει ὁδηγίας εἰς Πράκτορά μας Σπάρτης ὅπως διὰ τὰς εἰς ἀκάθαρτον πετρέλαιον ἀνάγκας του μὴ ἀποστέλλῃ πλέον αὐτοκίνητα ἐνταῦθα πρὸς φόρτωσιν ἀλλὰ ἀπευθύνεται εἰς τὸν συνάδελφόν του Τριπόλεως παρ’ οὗ θὰ ἐφοδιάζεται εἰς τὸ μέλλον. Οὕτως τῶν πραγμάτων ἐχόντων εἶναι πρόδηλον ὅτι αἱ ἐντεῦθεν ἀποστολαὶ ἀκαθάρτου πετρελαίου δι’ αὐτοκινήτου εἰς Τρίπολιν καὶ Σπάρτην θὰ εἶναι ἐλάχισται, θὰ πραγματοποιοῦνται δὲ μόνον ὅταν διὰ τὸν Α ἢ Β λόγον τὰ ἐκεῖ ἀποθέματά μας θὰ πλησιάζουν νὰ ἐξαντληθοῦν, αἱ προβλέψεις μας δὲ διὰ τὴν ἔγκαιρον καὶ ἐπαρκῆ ἀνανέωσίν των σιδηροδρομικῶς θὰ εἶναι δυσμενεῖς. Ἑπομένως ὁ Σ.Π.Α Λακωνίας θὰ ἔχῃ ἐξησφαλισμένην τὴν ἀποκλειστικὴν μεταφορὰν εἰς Τρίπολιν καὶ Σπάρτην τῆς βενζίνης εἰς βαρέλια ἐντεῦθεν καὶ τὴν τοιαύτην εἰς Σπάρτην τοῦ ἀκαθάρτου πετρελαίου εἰς βαρέλια ἐκ Τριπόλεως. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὴν Τρίπολιν καὶ Σπάρτην. Ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὸ Αἴγιον καὶ Πάτρας τὰ πράγματα ἔχουν ἄλλως καὶ συγκεκριμένως ὡς ἀκολούθως: Αʹ. Βενζίνη. Ἐλλείψει βαρελίων ἀμφότερα τὰ μέρη ταῦτα ἐφοδιάζονται μὲ βενζίνην ἐντεῦθεν σχεδὸν ἀποκλειστικῶς διὰ βυτιοφόρων αὐτοκινήτων ἀπὸ μακροῦ. Ἡ οὕτω ἐνεργουμένη μεταφορικὴ ἐργασία ἀπέδωσεν ἄριστα ἀποτελέσματα ἀπὸ πάσης πλευρᾶς, εἰλικρινῶς δὲ διερωτώμεθα πῶς καὶ κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἦτο ἆραγε δυνατὸν νὰ ἐξυπηρετηθοῦν αἱ ἀνάγκαι τῆς ἐκεῖ καταναλώσεως ἄνευ τῶν βυτιοφόρων αὐτοκινήτων δεδομένου ὅτι ἡ μεγάλη ἔλλειψις τῶν κενῶν βαρελίων τὴν ὁποίαν ἀπὸ μακροῦ ἀντιμετωπίζομεν καὶ ἡ ὁποία καθ’ ἡμέραν καθίσταται ἔτι μεγαλυτέρα λόγῳ τῆς συνεχοῦς ἀχρηστεύσεως μεγάλου μέρους τοῦ ἐν χρήσει ἀνεπαρκοῦς ἀριθμοῦ βαρελίων θὰ μᾶς εἶχε πρὸ πολλοῦ φέρει εἰς πραγματικὸν ἀδιέξοδον μὲ ἀνυπολογίστους ζημίας διὰ τὴν Ἐθνικὴν Οἰκονομίαν καὶ ἴσως καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν στοιχειώδη δημοσίαν ἀσφάλειαν τῆς χώρας. Ἐπὶ τῆς καταστάσεως ταύτης τῶν κενῶν βαρελίων τῆς προοπτικῆς μας ἐπ’ αὐτῆς καὶ τῶν σοβαρῶν καὶ δυσαρέστων συνεπειῶν αἵτινες μοιραίως ἤρχισαν ἀναφαινόμεναι ἐκ τῆς μὴ ἐγκαίρου καὶ ἱκανοποιητικῆς θεραπείας τῆς καταστάσεως ταύτης ἔσχομεν πλειστάκις μέχρι τοῦδε τὴν εὐκαιρίαν νὰ σᾶς ἐνημερώσωμεν πλήρως καὶ προφορικῶς καὶ ἐγγράφως. (Ἐπιστολαί μας 17.10.48., 8.12.47 καὶ 18.2.48, ἅπασαι πρὸς τὴν Ὑμετέραν Διεύθυνσιν Αʹ καὶ ἐμπιστευτικὰ ἔγγραφα Ὑπουργείου Μεταφορῶν πρὸς Ὑμέτερον ὑπ’ ἀριθ. πρωτ. Ε. Π. 3186 καὶ 212)23.1.48. Ἀντίγραφα τῶν δύο τελευταίων τούτων ἐγγράφων ἐπισυνάπτομεν τῇ παρούσῃ πρὸς εὐκολίαν σας. Δυστυχῶς μέχρι σήμερον οὐδὲν μέτρον ἀπολύτως ἐλήφθη ἡ κατάστασις ἐξελίσσεται συνεχῶς ἐπὶ τὰ χείρω ραγδαίως καὶ δὴ κατὰ ρυθμὸν σοβαρώτερον τοῦ παρ’ ἡμῶν προβλεφθέντος. Μετὰ μεγάλης δυσκολίας κατορθώνομεν σήμερον νὰ προωθῶμεν πρὸς τὰς νήσους μόνον τὸ ἥμισυ τῶν εἰς ὑγρὰ καύσιμα μηνιαίων δυναμικοτήτων τῶν ἑκάστοτε καθοριζομένων ὑπὸ τῆς Ὑπηρεσίας Καυσίμων τοῦ Ὑπουργείου Μεταφορῶν, ἀθρόα δὲ καταφθάνουν ἀπὸ καιροῦ τόσον εἰς ἡμᾶς ὅσον καὶ εἰς τὴν εἰρημένην Ὑπηρεσίαν Καυσίμων τὰ παράπονα καὶ αἱ διαμαρτυρίαι τῶν καταναλωτῶν καὶ τῶν ἁρμοδίων ἐκεῖ Κρατικῶν ὀργάνων διὰ τὴν ἔλλειψιν πετρελαιοειδῶν. Ἔλλειψις κενῶν βαρελίων εἶναι ὁ μόνος λόγος τῆς τοιαύτης ἀνωμαλίας. Ὑπὸ τὰς συνθήκας ταύτας ἐγκρίνομεν ἀπὸ μακροῦ ὄχι ἁπλῶς συμφέρον καὶ σκόπιμον ἀλλὰ καὶ ἀναγκαῖον ὅπως αὐξήσωμεν κατὰ τὸ μᾶλλον δυνατὸν τὰς πρὸς ἐπαρχίας ἀποστολάς μας εἰς χῦμα διὰ παντὸς δυνατοῦ μέσου (μικρὰ δεξαμενόπλοια, βυτιοφόρα αὐτοκίνητα, δεξαμενοβαγόνια σιδηροδρόμων). Αἱ Πάτραι καὶ τὸ Αἴγιον συγκαταλέγονται μεταξὺ τῶν ἐπαρχιῶν τῆς κατηγορίας ταύτης. Πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐκεῖ καταναλώσεως ἐνεθαρρύναμεν τοὺς μεταφορεῖς νὰ τροποποιήσουν τὰ αὐτοκίνητά των εἰς βυτιοφόρα κατ’ ἀναλογίαν, μόνον δὲ οὕτω κατωρθώθη νὰ ἐξυπηρετηθῇ ἱκανοποιητικῶς ἡ κατάστασις πρὸς τὸ συμφέρον ὅλων τῶν ἐνδιαφερομένων. Ἰδίως αἱ Πάτραι αἵτινες, ὡς γνωστόν, εἶναι σπουδαῖον ἐπιλιμένιον κέντρον, ἐπιφορτισμένον μὲ τὸν ἀνεφοδιασμὸν πολλῶν ἐκ τῶν ἐκεῖ χερσαίων καὶ νησιωτικῶν πρακτορείων μας, ἀνεφοδιάζεται ἐντεῦθεν μὲ βενζίνην διὰ βυτιοφόρων αὐτοκινήτων σχεδὸν κατὰ 100%. 19 τοιαῦτα αὐτοκίνητα βυτιοφόρα συνολικῆς χωρητικότητος 120 τόννων ἀπασχολοῦνται σήμερον ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν ἐφοδιασμὸν Πατρῶν. Σημειωτέον ὅτι αἱ Πάτραι ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Φεβρουαρίου καὶ κατόπιν σχετικῶν ἐντολῶν τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου Στρατοῦ καὶ τῆς AMAG ἀνέλαβον ἐπὶ πλέον ὅλων τῶν ἀνωτέρω καθηκόντων των καὶ τὸν ἐφοδιασμὸν μὲ καύσιμα τῶν ἐνόπλων δυνάμεων τῆς ἐκεῖ περιφερείας. Αἱ πρόσθετοι αὗται ἀνάγκαι τοῦ στρατοῦ, αὐξάνονται βαθμιαίως ἀλλὰ σταθερῶς λόγῳ τῶν σημερινῶν συνθηκῶν ἐδημιούργησαν εἰς ἡμᾶς ἓν ἐπὶ πλέον πρόβλημα, τὸ τῆς ἐγκαίρου πληρώσεως κανίστρων ἰδιοκτησίας τῶν 4 γαλλονίων χωρητικότητος. Κατόπιν μελέτης ἠναγκάσθημεν νὰ κατασκευάσωμεν ἐνταῦθα καὶ ἐξ ἰδίων χρημάτων μας ἓν κατάλληλον μηχάνημα αὐτομάτου πληρώσεως τοιούτων κανίστρων καὶ νὰ τὸ ἐγκαταστήσωμεν εἰς τὰς ἐγκαταστάσεις μας Πατρῶν, δαπανήσαντες διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ ἐγκατάστασίν του ὑπὲρ τὰ 15.000.000 δραχ. Τὰ βυτία τῶν αὐτοκινήτων ἐκκενοῦνται ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν δεξαμενὴν τοῦ μηχανήματος τούτου καὶ κατόπιν αὐτομάτως πληροῦνται ἐκεῖθεν τὰ κάνιστρα, ἓξ συγχρόνως ἀνὰ δύο περίπου. Δεδομένου ὅτι εἰς Πάτρας διατηροῦμεν ἀπὸ μηνῶν ἐν λειτουργίᾳ μονίμους ἀντλίας μὲ ὑπογείους δεξαμενὰς διὰ λιανικὴν διανομὴν τῆς βενζίνης εἰς τὴν κατανάλωσιν, τὰ βυτιοφόρα αὐτοκίνητα ἐκκενοῦνται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν δεξαμενὴν τῶν ἀντλιῶν ἄνευ μεσολαβήσεως βαρελίων. Τὰ ὀλίγα διαθέσιμα ἐκεῖ βαρέλια πληροῦνται ὁμοίως ἐντὸς τῶν ἐκεῖ ἐγκαταστάσεών μας ἀπ’ εὐθείας ἐκ τῶν βυτιοφόρων αὐτοκινήτων καὶ κατόπιν παραδίδονται εἰς τὴν κατανάλωσιν Πατρῶν ἢ προωθοῦνται πρὸς ἄλλα Πρακτορεῖα μας τὰ ἐκ τοῦ ἐπιλιμενίου Κέντρου τούτου ἐφοδιαζόμενα. Ὑπὸ τὰς συνθήκας ταύτας μόνον διὰ βυτιοφόρων αὐτοκινήτων εἶναι σήμερον δυνατὸς ὁ ἐφοδιασμὸς τοῦ Κέντρου τούτου ὡς καὶ τοῦ Αἰγίου. Ἀντικατάστασις σήμερον ἔστω καὶ μερικὴ τοῦ τρόπου τούτου ἀνεφοδιασμοῦ διὰ αὐτοκινήτων κομιζόντων βαρέλια, ὡς προβλέπει ἡ μετὰ τοῦ κ. Γ. Γκότση σύμβασίς σας, θὰ ἐπέφερεν ἀσφαλῶς ὄχι μόνον διαταραχὴν σημαντικὴν εἰς τὴν ἐκεῖ ἐργασίαν, ἀλλὰ ὡρισμένως θὰ ἀπεστέρει συχνὰ τῶν ἀπαραιτήτων καυσίμων τὰς ἐκεῖθεν ἐξυπηρετουμένας περιφερείας ὡς καὶ αὐτὸν τὸν στρατὸν ἀκόμη, ἀσφαλῶς δὲ ἡ πρόθεσίς σας οὔτε ἦτο οὔτε καὶ εἶναι νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἡ Χώρα τὰς ἐκ τῆς τοιαύτης νέας καταστάσεως προκληθησομένας σοβαρὰς καὶ ἀνεπιθυμήτους συνεπείας. Διὰ νὰ συμπληρώσητε καλῶς τὴν εἰκόνα ἐν προκειμένῳ προσθέτομεν ὅτι τὰ ὡς ἄνω 19 βιτιοφόρα αὐτοκίνητα μόλις καὶ μετὰ βίας κατορθώνουν νὰ μεταφέρουν εἰς Πάτρας τὰς εἰς βενζίνην μηνιαίας ἀνάγκας των, τοῦτο δὲ λόγῳ ἀφ’ ἑνὸς διαφόρων χρονικῶν περιορισμῶν ἀποφασισθέντων καὶ ἐφαρμοζομένων ὑπὸ τῶν Στρατιωτικῶν Ἀρχῶν ἐν σχέσει μὲ τὴν διέλευσιν αὐτοκινήτων ἐκ Σκαραμαγκᾶ, Ἰσθμοῦ Κορίνθου καὶ Αἰγίου καὶ ἀφ’ ἑτέρου λόγῳ ἐλλείψεως ἐν Πάτραις τῶν ἑκάστοτε ἀναγκαιούντων κενῶν πρὸς ἐκκένωσίν των, ὡς ἀντιλαμβάνεσθε δέ, οἱ δύο οὗτοι λόγοι γίνονται κατ’ ἀνάγκην πρόξενοι μεγάλων καθυστερήσεων κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δρομολογίων των. Αἱ εἰς βαρέλια ἀποστολαί μας εἰς Πάτρας εἶναι πάντοτε ἐλάχισται ἀντιπροσωπεύουσαι κατὰ τὸν λήξαντα μῆνα Μάϊον μόνον τὰ 4.4% τῶν συνολικῶν πρὸς ἐκεῖ ἀποστολῶν μας. Βʹ. Ἀκάθαρτον πετρέλαιον. Ὡς γνωστὸν ἐν Πάτραις σταθμεύει μονίμως τὸ Σλέπιον Οἰνοβότρυς, τὸ ὁποῖον ἀνεφοδιάζεται πότε ἀπ’ εὐθείας ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ πότε ἐντεῦθεν διὰ δεξαμενοπλοίου. Ὁσάκις συμβαίνει νὰ ἐξαντληθῇ τὸ ἐκεῖ ἀπόθεμα ἀποστέλλομεν εἰς Πάτρας ἀκάθαρτον διὰ δεξαμενοβαγονίων ΣΠΑΠ, σπανιώτατα δὲ διὰ βυτιοφόρων αὐτοκινήτων, ὡς ἐπὶ παραδείγματι συνέβη κατὰ τὸν παρελθόντα Δεκέμβριον, ὁπότε λόγῳ ἀδυναμίας τῶν ΣΠΑΠ νὰ μᾶς χορηγήσουν τὰς ἀπαιτουμένας δεξαμενὰς ἠναγκάσθημεν νὰ χρησιμοποιήσωμεν ἐπὶ ὀλίγας ἡμέρας καὶ μέχρις ἀφίξεως ἐν Πάτραις τοῦ ἐν πλῷ εὑρισκομένου δεξαμενοπλοίου, βυτιοφόρα αὐτοκίνητα καὶ νὰ ἀποστείλωμεν περὶ τοὺς 100 τόννους, τοῦτο δὲ φυσικὰ ἀφοῦ προηγουμένως ἐζητήσαμεν καὶ ἐλάβαμεν τὴν σχετικὴν ἔγκρισιν ἀπὸ τὸν ὑμέτερον κ. Μακρινικόλαον Πειραιῶς. Τὸ Αἴγιον λαμβάνει τὰς ἀνάγκας του εἰς ἀκάθαρτον ἀπὸ τὰς Πάτρας εἰς βαρέλια μεταφερόμενα δι’ αὐτοκινήτων, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τῆς ΤΕΚΑ. Τὰ ὡς ἄνω ἐξηγήσαμεν ἐν ὀλίγοις κατ’ ἐπανάληψιν εἰς τὸν κ. Γ. Γκότσην, τὸν διεβεβαιώσαμεν δὲ ὅτι ὁσάκις θὰ ὑπάρχουν φορτία βενζίνης εἰς βαρέλια ἐντεῦθεν θὰ τὸν εἰδοποιοῦμεν σχετικῶς ἐγκαίρως. Ἐπὶ πλέον δύναται οὗτος, ἂν θέλῃ, νὰ ἀποταθῇ εἰς τὸ πρακτορεῖόν μας Πατρῶν καὶ νὰ ἀρχίσῃ ἀμέσως μεταφέρων ἐκεῖθεν εἰς Αἴγιον δι’ αὐτοκινήτου του τὰ βαρέλια ἀκαθάρτου. Ἐπὶ πλέον ἐπληροφορήσαμεν τὸν κ. Γκότσην ὅτι θὰ ἐκθέσωμεν ἐγγράφως καὶ λεπτομερῶς τὸ ὅλον ζήτημα πρὸς ὑμᾶς διὰ τὰ περαιτέρω. Οὗτος εἰς ἀπάντησιν ἔκρινε καλὸν νὰ μᾶς κοινοποιήσῃ διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος ἐξώδικον δήλωσίν του ἀπὸ 1ης τρέχ., ὡς τὸ ἐσώκλειστον ἀντίγραφον. Ὑπὸ τὸ φῶς ὅλων τῶν ἀνωτέρω παρακαλοῦμεν ὅπως τύχωμεν νεωτέρων ὁδηγιῶν σας διὰ τὰ περαιτέρω. Εἴμεθα τῆς γνώμης ὅτι τόσον τὸ ζήτημα τὸ θιγόμενον ἐν τῇ παρούσῃ ἐπιστολῇ μας ὅσον καὶ γενικώτερον τὸ ὅλον ζήτημα τῶν μεταφορῶν, ὡς ἐξεθέσαμεν τοῦτο ὑμῖν δι’ ἐπιστολῶν μας ἀπὸ 14.2.1948, 10.5.1948 καὶ 17.5.1948 εἶναι τοιαύτης φύσεως σπουδαιότητος καὶ σοβαρότητος, ὥστε ἡ μελέτη καὶ ἡ ἀπόφασις ἐπ’ αὐτῶν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποτελέσουν ἀντικείμενα συσκέψεως παρ’ ὑμῖν μὲ συμμετοχὴν τῶν ἁρμοδίων τοῦ Ὑπουργείου Μεταφορῶν καὶ τῆς ΚΕΠ. Αὐτὰ λέγει ἀπὸ τὸ 1948 πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐφοδιασμοῦ ἡ κοινοπραξία, ἀλλὰ καὶ ὁ διάδοχός μου Ὑπουργὸς τῆς Ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως κ. Στυλιανίδης τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1950, δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω μὲ ὅλα τὰ ἄλλα ἔγγραφα, ἀπέστειλεν ἐν συνεχείᾳ τοῦ φακέλλου τὸν ὁποῖον διεβίβασεν εἰς τὸν ἀνακριτὴν καὶ πολλὰ ἔγγραφα ἐπίσημα, ἐξ ὧν σαφῶς προκύπτει πλήρης ἀνεπάρκεια βαρελίων διὰ τὰς χερσαίας μεταφοράς. Κύριοι Βουλευταί, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἔγινα ἤδη νοητὸς ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τοῦ σκοποῦ τὸν ὁποῖον ἐπεδίωξα, δηλαδὴ τῆς συμπιέσεως τῶν τιμῶν τῶν κομίστρων διὰ τῆς δημοπρασίας, τὴν ὁποίαν δὲν ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ κάμω, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναφέρω ποῖα ἦσαν τὰ ἀποτελέσματα τῆς δημοπρασίας αὐτῆς, ἢ μᾶλλον τῶν δημοπρασιῶν αὐτῶν, διότι ἔγινε σειρὰ δημοπρασιῶν. Τὰ ἀποτελέσματα, κύριοι, ἦσαν κατ’ ἐμὴν γνώμην ἀπογοητευτικά, διότι ἐπέπεσαν μὲ χαμηλὰς τιμὰς ἐπὶ τῶν βυτιοφόρων ὅλοι οἱ αὐτοκινητισταὶ μὲ βαρέλια. Δὲν ἀπέμειναν ὡς μειοδόται βυτιοφορεῖς παρὰ μόνον πέντε κάτοχοι 12 αὐτοκινήτων βυτιοφόρων ἔναντι τῶν 150 περίπου τὰ ὁποῖα τότε ὑπῆρχον. Καὶ ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον διεξήχθη ἡ δημοπρασία, ἡ ὁποία σὺν τοῖς ἄλλοις διήρκεσεν ἕνα ὁλόκληρον μῆνα, ἀπέφερεν ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα μὲ ἔπεισαν ὅτι θὰ ἔπρεπε ν’ ἀκολουθήσω τὴν ὁδὸν τὴν ὁποίαν ἠκολούθησα. Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω μὲ μίαν ἑκάστην τῶν προσφορῶν, διότι εἶναι κρῖμα νὰ σᾶς κουράσω, ματαίως ἄλλως τε τὰ χαρτιὰ εἶναι ἐπίσημα καὶ ὑπάρχουν εἰς τὴν διάθεσιν ὅλων. Ἡ δημοπρασία τῆς 4ης Ἀπριλίου 1949 ἡ πρώτη ἀπέφερεν ἀποτελέσματα ὑπὲρ τῆς Συνεργατικῆς Ἑνώσεως τοῦ Πειραιῶς, ἡ ὁποία εἶχεν ἐν ὅλῳ τρία βυτιοφόρα, ὅλα τὰ ἄλλα ἦσαν βαρέλια. Ἡ δημοπρασία τῆς 5ης Ἰουλίου ἀπέφερε καὶ πάλιν ὑπὲρ τῆς Ἑνώσεως σειρὰν προσφορῶν μὲ τὰ μικρότερα κόμιστρα τῆς αὐτῆς Συνεργατικῆς Ἑνώσεως Πειραιῶς καὶ τεσσάρων ἄλλων βυτιοφορέων τοὺς ὁποίους ἀναφέρω κατωτέρω. Ποῖοι δηλαδὴ ἦσαν οἱ κάτοχοι βυτιοφόρων, ὄχι βαρελίων, οἱ ὁποῖοι παρουσιάσθησαν καθ’ ὅλας αὐτὰς τὰς δημοπρασίας; Ἡ Συνεργατικὴ Πειραιῶς ἡ ὁποία διέθετε 3 τῶν 5 τόννων, ὁ κ. Πουλόπουλος 2 τῶν 3½ τόννων, ὁ κ. Καρλῆς ἓν τῶν 12 τόννων, τοῦ ὁποίου μάλιστα τότε δὲν εἶχε τελειώσει ἡ κατασκευή. Ὁ κ. Ταμπάογλου 2 τῶν 5 τόννων, ἓν τῶν 4 τόννων καὶ ἓν τῶν 8, ὁ κ. Διπλάρης 2 τῶν 5 τόννων, τὸ ὅλον 12 αὐτοκίνητα τὰ ὁποῖα θὰ ἠμποροῦσαν νὰ μεταφέρουν 66 μεταφορικοὺς τόννους διὰ νὰ ἐξυπηρετήσουν χιλιομετρικοὺς τόννους ἐμφόρτους 335.500. Αὐτὸ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα ἀπὸ ἀπόψεως βυτιοφόρων. Ποῦ κατέληξαν γενικώτερον αἱ δημοπρασίαι; Κατέληξαν εἰς ἕνα πλήρη ἐξευτελισμὸν τιμῶν. Σᾶς φέρω ὡς παράδειγμα τὰς Πάτρας, ἓν ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα καταναλωτικὰ Κέντρα, ἴσως τὸ μεγαλύτερον καὶ ἐπὶ πλέον σοβαρώτατον τότε λόγῳ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Στρατοῦ κατὰ τοῦ συμμοριτισμοῦ. Ἕνας κ. Δημητρακόπουλος, ἀφοῦ λυσσωδῶς ἔρριψεν εἰς τὸν διαγωνισμὸν τὰς τιμὰς ἀπὸ 225.000 εἰς 90.000 δι’ ὁλόκληρον τὴν διαδρομήν, τὴν ἑπομένην τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία τὸν ἐνέκρινεν ὡς τελευταῖον μειοδότην, στέλλει ἔγγραφον, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 749 τῆς 8ης Ἰουλίου, διὰ τοῦ ὁποίου λέγει ὅτι εἶναι εἰς αὐτὸν ἀσύμφορος ἡ μεταφορά. Ἀφοῦ δηλαδὴ κατέστρεψεν ὁλόκληρον τὴν δημοπρασίαν ἐξέφυγεν. Καὶ ἔγινε ἐπαναληπτικὸς διαγωνισμὸς Πατρῶν. Πότε; Εἰς τὰς 28 Ἰουλίου. Καὶ λέγει ἡ ἰδία Ἐπιτροπή, ὄχι ἐγὼ κ. κ. συνάδελφοι, εἰς ἕνα διαγωνισμὸν εἰς τὸν ὁποῖον ἐμφανίζονται διὰ πρώτην φορὰν τὰ μεγάλα μέσα, τὰ βυτιοφόρα δηλαδή, ὁ Ταμπάογλου, μὲ 900 δραχ., διπλῆς διαδρομῆς δηλαδὴ 1800 εἰς τὴν παλαιὰν τιμήν, ὁ Σκόπας, μὲ 630 δραχ. κατὰ χιλιομετρικὸν τόννον, διπλῆς διαδρομῆς δηλαδὴ 1260 καὶ ἡ ΕΜΥΚ ὅπως εἶπον ἡ μεγαλειτέρα ἑταιρεία τῶν Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία ἀρχικῶς ἐπέμενε μὲ τὰς γνωματεύσεις τῶν κ. κ. καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου ὅπως σᾶς εἶπον μὲ δραχ. 720 κατὰ χιλιομετρικὸν τόννον, διπλῆς διαδρομῆς ἤτοι 1440. Ἐπίσης καὶ οἱ Σιδηρόδρομοι. Καὶ ἔρχεται ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Δημοπρασίας, ἡ ὁποία ἀναγνωρίζει ἡ ἰδία πλέον εἰς τὰ πρακτικά: «Ἐξετάσασα τὰς ἀνωτέρω προσφορὰς καὶ λαβοῦσα ὑπ’ ὄψει τὴν ποικιλίαν αὐτῶν, ὡς καὶ τὴν κατὰ τὸ πλεῖστον ἀσυμφωνίαν τούτων μὲ τοὺς ὅρους τῆς διακηρύξεως καὶ τὴν μεταξὺ αὐτῶν ὑφισταμένην σημαντικὴν διαφορὰν ὡς πρὸς τὰς τιμάς, τὸν τόπον καὶ τὰ μέσα μεταφορᾶς, ἀποφασίζει τὴν συνέχισιν τοῦ διαγωνισμοῦ διὰ προφορικῶν προσφορῶν γενομένων κατὰ τόννον καὶ δι’ ὁλόκληρον τὴν διαδρομὴν Πειραιῶς– Πατρῶν. Καὶ ἀρχίζει μία σειρὰ ἀπὸ τρεῖς νέους μειοδότας, οἱ Μιτέλλης, Κατουμούρης καὶ ἡ Συνεργατικὴ Ἕνωσις Πειραιῶς. Καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἀφοῦ κρίνει τὰς τιμὰς καὶ προτείνει διὰ τῶν Πρακτικῶν νὰ δοθῇ ἡ μεταφορὰ τῶν Πατρῶν, ἡ σπουδαιοτέρα μεταφορὰ ποὺ ὑπῆρχεν, εἰς ποῖον; Εἰς τὸν Μιτέλλην ὡς μειοδότην μὲ βαρέλια. Ἀτυχῶς, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ εἴπω, οὐχὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, λόγῳ τοῦ συμμοριακοῦ ἀγῶνος, ἀσφαλῆ μεταφορέα. Διότι ὑπάρχουν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Μεταφορῶν δύο ἔγγραφα τῆς Γενικῆς Ἀσφαλείας καὶ τῆς Διοικήσεως Χωροφυλακῆς Μεσολογγίου, ἐκ τῶν ὁποίων δὲν προκύπτει ἁπλῶς ὅτι δὲν εἶναι ἀσφαλὴς μεταφορεύς, ἀλλὰ ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνος μεταφορεύς, ὁ ὁποῖος θὰ ἠμποροῦσεν ἴσως, λέγουν τὰ ἔγγραφα τῆς Γενικῆς Ἀσφαλείας, νὰ ἀφήσῃ νὰ διαρρεύσουν τὰ πετρελαιοειδῆ εἰς τοὺς συμμορίτας. Αὐτὸ τὸ τελευταῖον ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον σᾶς βεβαιώνω, μὲ ἔπεισε πλέον ὁριστικά, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλείψω κάθε ἐλπίδα ἀπὸ τοὺς διαγωνισμούς.
§5Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ἐγγυήσεις κατέθετον οἱ λαμβάνοντες μέρος εἰς τὰς δημοπρασίας;
§6Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ. Βεβαίως, ἀλλὰ μικράς. Τότε λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, εἶπον ὅτι, ὅ,τι εἶχον νὰ ἀποκομίσω ἐκ τῶν διαγωνισμῶν τὰ ἀπεκόμισα. Διότι εἶχον πλέον προσφορὰς κατωτέρας ἀπὸ σοβαροὺς βυτιοφορεῖς, ΕΜΥΚ, Σκόπαν καὶ Ταμπάογλου (ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἤλπιζα ἐπίσης ὑποχώρησιν). Τὰς προσφορὰς αὐτὰς εἶχεν ἐντελῶς παραβλέψει ἡ Ἐπιτροπή, καθὼς καὶ τὸ σκεπτικὸν ὡς ἀνέφερα ἀνωτέρω.
§7Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ποσὸν τῶν ἐγγυήσεων ἦτο μικρόν;
§8Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ. Ἀπὸ 2 ἑκατ. ἕως 5 ἑκατ.
§9Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ ἀσήμαντον.
§10Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ. Ἀσήμαντον. Ἦτο μᾶλλον τυπικόν. Τότε λοιπόν, λέγω, ἐπῆρα τὰς πολιτικάς μου εὐθύνας καὶ ἀποφάσεις καὶ σᾶς παρακαλῶ πολὺ ἐπ’ αὐτοῦ νὰ μὲ προσέξετε, διότι ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἠμπορεῖ μέσα εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς κολοσσιαίας εὐθύνας τὰς ὁποίας ἔχει νὰ κάθεται νὰ παίζῃ μὲ ἕνα τόσον σοβαρὸν ζήτημα. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ περιμένῃ ἕνα μῆνα, σᾶς λέγω ἀπὸ τὰς 5 ἕως τὰς 28 Ἰουλίου, γιατί; Διὰ νὰ εὕρῃ εἰς ποῖον θὰ ἀναθέσῃ τὰ μεταφοράς.
§11Α. ΙΩΣΗΦ. Μοῦ ἐπιτρέπετε; Δὲν ἔχω καταλάβει καλὰ μερικὰ πράγματα ἐξ ὅσων εἴπατε προηγουμένως. Τοὺς διαγωνισμοὺς τοὺς ἐζητήσατε σεῖς. Εἶναι σαφὲς τοῦτο. Ἑπομένως ἔρχεσθε σεῖς μετὰ καὶ ὁμολογεῖτε ὅτι ἀπετύχατε εἰς τὰς προβλέψεις σας;
§12Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ. Εἶπα ὅτι ἤθελα νὰ συμπιέσω τὰς τιμὰς τῶν κομίστρων καὶ ἐφ’ ὅσον θὰ ἠμποροῦσα νὰ τὸ ἐπιτύχω αὐτὸ διὰ τῶν διαγωνισμῶν ἀναμφισβητήτως θὰ τὸ ἔκαμα, ἀλλὰ ἀπέβη ματαία ἡ προσπάθειά μας λόγῳ τῆς ἀποδειχθείσης εἰς τοὺς διαγωνισμοὺς ἀναρχίας τιμῶν, ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον, λόγῳ τῆς ἀπουσίας ἀπὸ αὐτοὺς τῶν σοβαρῶν διὰ βυτιοφόρων μεταφορέων.
§13Α. ΙΩΣΗΦ. Μόνον διὰ τὴν περίπτωσιν τῶν Πατρῶν ἐπήρατε νέαν ἀπόφασιν νὰ μὴ ἔχετε πλέον τοὺς διαγωνισμοὺς ὡς διασφαλίζοντάς σας;
§14Π. ΚΑΛΠΑΚΤΣΟΓΛΟΥ. Ἡ Ὄλγα ὡς κύριον ἐπάγγελμα τί εἶχεν;
§15Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ. Θὰ σᾶς παρεκάλουν νὰ μὲ ἀφήσετε νὰ τελειώσω καὶ κατόπιν εἰς ὅσας ἀπορίας ἔχετε θὰ σᾶς ἀπαντήσω εὐχαρίστως. Ἐπῆρα, λοιπόν, τὴν ἀπόφασιν νὰ ἀφήσω κατὰ μέρος τοὺς ἀποτυγχάνοντας διαγωνισμοὺς καὶ νὰ προχωρήσω, ἀφοῦ ἐμόρφωσα ἰδίαν ἀντίληψιν ἐπὶ τῶν δυνατοτήτων ἐπιτεύξεως κατωτέρων τιμῶν, εἰς τὴν ταχεῖαν λύσιν τοῦ προβλήματος τοῦ μεταφορικοῦ, διὰ τῶν καλυτέρων καὶ ἀσφαλεστέρων μέσων καὶ τολμῶ νὰ εἴπω ὅτι τὸ ἐπέτυχα. Εἶπον εἰς τὴν Διεύθυνσιν Καυσίμων ὅτι δὲν διακηρύττω τοὺς διαγωνισμοὺς αὐτούς, ἀλλὰ ὅποιοι ἐκ τῶν βυτιοφορέων προσφέρουν τριάκοντα τοῖς ἑκατὸν κάτω τῆς τιμῆς τῶν κοινῶν ἀποφάσεων, δηλαδὴ 630–650 κατὰ τόννον διπλῆς διαδρομῆς, ἐὰν μᾶς κάνουν προσφοράς, θὰ ἀναθέσωμεν εἰς αὐτοὺς ἀμέσως μεταφορὰς μὲ τιμὴν ἑνιαίαν καὶ ἄνευ συμβάσεων ἢ χρονικῶν δεσμεύσεων τοῦ Δημοσίου. Καὶ πράγματι σιγὰ– σιγὰ ἦλθον ὅλοι οἱ βυτιοφορεῖς, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ὑπεχώρησαν εἰς τὴν ἑνιαίαν τιμὴν τῶν 630 δραχμῶν κατὰ χιλιομετρικὸν τόννον διπλῆς διαδρομῆς, δηλαδὴ δραχμὰς 1260, ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ βυτιοφορεῖς (πλὴν τῆς Συνεργατικῆς Ἑνώσεως Πειραιῶς) καὶ ἀνέλαβον μεταφορὰς κατὰ περιοχὰς ἀναλόγως τῶν δυνατοτήτων των εἰς μεταφορικὰ μέσα.
§16Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Διὰ τὰς Πάτρας πόσους τόννους τὸν μῆνα θέλατε;
§17Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔχω προχείρως ὑπ’ ὄψει μου.
§18Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Περίπου μήπως ξεύρετε;
§19Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ. Λυποῦμαι ὅτι δὲν ἔχω αὐτὸ τὸ στοιχεῖον αὐτὴν τὴν στιγμήν.
§20Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Μήπως θὰ ἦτο ἀσφαλεστέρα ἡ μεταφορὰ διὰ θαλάσσης καὶ συμφερωτέρα;
§21Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ. Ὑπάρχουν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἔγγραφα τῆς Κοινοπραξίας καὶ τοῦ Ἐπιτελείου, ἂν θέλετε νὰ σᾶς τὰ ἀναγνώσω, τὰ ὁποῖα λέγουν ὅτι καθυστεροῦν πολὺ αἱ μεταφοραὶ διὰ θαλάσσης καὶ πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ γίνωνται διὰ ξηρᾶς. Ἔπειτα εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἀνεπαρκείας τῶν βαρελίων, περὶ οὗ σᾶς ὡμίλησα. Ἀπέμειναν λοιπὸν δύο μέσα, οἱ Σ.Π.Α.Π. ἢ τὰ βυτιοφόρα. Οἱ ΣΠΑΠ δὲν εἶχον ὑποβάλει προσφοράς, ἀλλὰ μὲ βαγόνια βυτιοφόρα δὲν ἠδύναντο νὰ μεταφέρουν παρὰ μόνον ἀκάθαρτον πετρέλαιον καὶ δὲν ἀπέμειναν παρὰ μόνον τὰ βυτιοφόρα. Τί ἔπρεπε νὰ κάμω ἐγὼ τότε; Θὰ ἔπρεπεν ἢ νὰ παρασυρθῶ ἀπὸ τὰ σφαλερὰ συμπεράσματα τῶν διαγωνισμῶν καὶ νὰ πέσω εἰς χεῖρας τοῦ οἱουδήποτε Μιτέλλου ἢ Δημητρακοπούλου ἢ νὰ ἀναθέσω τὴν προώθησιν τῶν ὑγρῶν καυσίμων εἰς τοὺς σοβαροὺς μεταφορεῖς διὰ βυτιοφόρων, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι θὰ ἐπετύγχανον ἔκπτωσιν τιμῶν μὲ ὑποχρέωσιν καὶ διὰ μεταφορὰς ἄνευ συμβάσεως. Δὲν ἔκαμα δὲ συμβάσεις μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἔχω ἀσφαλισμένον τὸ Δημόσιον εἰς οἱανδήποτε στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ μεταφορὰ δὲν θὰ διενεργεῖτο κανονικῶς καὶ ἀπροσκόπτως ὅπως ἀπῄτουν αἱ περιστάσεις καὶ αἱ ἀνάγκαι τῆς καταναλώσεως. Θὰ ἔπρεπε, λέγω, νὰ δώσω μίαν ταχεῖαν καὶ ὁριστικὴν λύσιν εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ὅλα αὐτὰ μὲ ἔπεισαν ὅτι ὄχι μόνον ἐδικαιούμην, ἀλλ’ ἐν συνειδήσει εἶχον τὸ καθῆκον νὰ τὸ κάμω. Ποῖον εἶναι τώρα τὸ ἀδίκημά μου, τὸ ἀδίκημά μου κατὰ τὸ βούλευμα εἶναι ὅτι δὲν ἠκολούθησα τὰ ἀποτελέσματα τῶν διαγωνισμῶν, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ τοὺς ἀκολουθήσω τυφλῶς, ὡς ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἦτο ποτὲ ὑποχρεωμένος εἰς κατακύρωσιν καὶ ὅταν βλέπῃ ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀπολύτως ἐξασφάλισις μεταφορᾶς. Ἠκολούθησα μίαν πολιτικὴν πλέον μεταφορᾶς, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐν συνειδήσει ἐθεώρησα ὡς τὴν μᾶλλον συμφέρουσαν καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἡ μόνη ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ἀκολουθηθῇ. Καὶ ἔρχεται ἓν ἄλλο ζήτημα τώρα. Μὲ κατηγοροῦν ὅτι δὲν ἐπῆρα τὰς μονογραφὰς τῶν Διευθυντῶν, ἀλλὰ μόνον τοῦ κ. Παπαλέκκα, Γενικοῦ Γραμματέως. Πρῶτα ἀπ’ ὅλα ὁ κ. Παπαλέκκας, Γεν. Γραμματεύς, δὲν εἶχεν εἰδικὴν ἀνάμιξιν μὲ τὸ ζήτημα αὐτό, ὡς μὴ τεχνικός, ἀλλὰ μόνον τυπικὴν καὶ ἡ μονογραφή του εἶναι ἁπλῶς μονογραφὴ τυπικὴ διὰ τὴν διεκπεραίωσιν τῶν ἀποφάσεων. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τοὺς Διευθυντάς, ὀφείλω νὰ δηλώσω ἐνώπιον ὑμῶν ὅτι ἦσαν ἀπολύτως σύμφωνοι μαζί μου, τόσον εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς διὰ βυτιοφόρων μεταφορᾶς, ὅσον καὶ εἰς τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν βαρελίων λόγῳ ἀνεπαρκείας καὶ ἀκαταλληλότητος, ἀλλ’ ἐθεώρουν λόγῳ τῆς δημοσιοϋπαλληλικῆς των ἰδιότητος ὅτι δεσμεύονται ἐκ τῶν διεξαχθέντων διαγωνισμῶν, ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ κατεκυροῦντο οὗτοι, εἰς ἐξακολούθησιν τοῦ ἰδίου τρόπου ἐνεργείας, δηλαδὴ διὰ νέας δημοπρασίας. Οὕτω ἀπέφυγαν νὰ θέσουν τὰς μονογραφάς των. Εὑρέθην τότε πρὸ τοῦ διλήμματος. Ἢ θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχω τὰς μονογραφὰς τῶν Διευθυντῶν διατάσσων νέαν δημοπρασίαν ἢ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀσκήσω τὴν πολιτικήν μου, ἡ ὁποία ἦτο καὶ ἰδική των πολιτική, ὡς ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς καὶ προχωρῶν εἰς τὴν ὑπογραφὴν τῶν ἀποφάσεων, τὰς ὁποίας μοῦ ἔφεραν οὗτοι συντεταγμένας εἰς ἐκτέλεσιν τῶν ἀπὸ κοινοῦ μετ’ αὐτῶν ἀποφασισθέντων καὶ κατόπιν ἐντολῆς μου. Ἀδιστάκτως καὶ τώρα λέγω ὅτι ἐὰν ἠκολούθουν αὐτὴν τὴν ὁδὸν καὶ πάλιν τῆς νέας δημοπρασίας, ἀσφαλῶς αἱ εὐθῦναι μου θὰ ἦσαν ἀκόμη μεγαλύτεραι καὶ τότε πραγματικὰ θὰ ἠσθανόμην ἐμαυτὸν ὑπεύθυνον ἀπέναντί σας. Καὶ τοῦτο διότι ὄχι μόνον θὰ ἦτο νέα καθυστέρησις μακροτάτη καὶ ἀδικαιολόγητος, ἀλλὰ καὶ κάτι περισσότερον ἀκόμη, διότι καθ’ ὅλον τὸ χρονικὸν διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον αὐτοὶ οἱ διαγωνισμοὶ θὰ ἐγένοντο καὶ καθ’ ὅλον τὸ χρονικὸν διάστημα τὸ ὁποῖον θὰ ἀπῄτουν αἱ δημοπρασίαι, θὰ ἐπληρώνοντο οἱ μεταφορεῖς μὲ τὰ παλαιὰ κόμιστρα, δηλαδὴ μὲ 1700 καὶ 1800 δραχ., καθόσον αἱ μεταφοραὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σταματήσουν. Πῶς λοιπὸν ἐγὼ θὰ ἀνελάμβανα τὴν εὐθύνην αὐτήν; Τί θὰ ἔκαμνα δηλαδὴ ἐὰν ἐνέμενα εἰς τὴν τυπικὴν μονογραφὴν τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν ὅλοι ὅσοι ἐχρημάτισαν Ὑπουργοὶ γνωρίζουν ὅτι εἰς πολλὰς περιπτώσεις εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ ἐπιμείνωμεν. Ἐὰν θὰ προχωροῦσα εἰς τὴν νέαν δημοπρασίαν θὰ ἔκαμα κατὰ τὴν πεποίθησίν μου ἕνα κολοσσιαῖον σφάλμα, τὸ ὁποῖον καὶ καθυστέρησιν θὰ ἐπέφερεν, ἀλλὰ καὶ ζημίαν πραγματικὴν εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου λόγῳ τῶν τιμῶν τῶν πολὺ μεγαλυτέρων αἱ ὁποῖαι ἕως ἐκείνην τὴν στιγμὴν κατεβάλλοντο εἰς τοὺς παλαιοὺς μεταφορεῖς. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ προχωρήσω εἰς ἀνάλυσιν τῶν ζημιῶν, τῶν περιφήμων, τολμῶ νὰ εἴπω, ζημιῶν τὰς ὁποίας μοῦ ἀποδίδει τὸ βούλευμα. Διότι ὁμολογῶ, ὡς τίμιος ἄνθρωπος, ὅτι δὲν ἐφανταζόμην ποτὲ ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ ἐκμαιευθῇ ὕπαρξις ζημίας τοῦ Δημοσίου, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν μόνον κέρδη ὑπάρχουν τοῦ Δημοσίου καὶ βέβαια κέρδη. Ἀλλὰ ἂς ἀκολουθήσωμεν ὀλίγον τὸ βούλευμα, διὰ νὰ ἴδωμεν πῶς ἐσκέφθη. Τὸ βούλευμα ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Κοινοπραξίαν τί ποσὰ ἐπλήρωσε κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ ἀπὸ τῆς 30–7–1949 μέχρι τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπεχώρησα ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον. Ἡ 30ὴ Ἰουλίου 1949, κύριοι συνάδελφοι, ἐλησμόνησα νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἦτο ἡ πρώτη ἀπόφασις τὴν ὁποίαν ἔκαμα καὶ τὴν ὁποίαν ἐπηκολούθησαν καὶ ἄλλαι διὰ νὰ ἀναθέσω τὰς μεταφορὰς μὲ τὸ νέον ἑνιαῖον κόμιστρον 630 δραχ. κατὰ χιλιομετρικὸν τόννον διπλῆς διαδρομῆς. Λέγει λοιπὸν τὸ βούλευμα ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῶν 5 αὐτῶν μηνῶν ἐπληρώθησαν ἀπὸ τὴν Κοινοπραξίαν εἰς τοὺς μεταφορεῖς 3.450.563.000 δραχ. Τώρα ἐδῶ συνέβη κάτι περίεργον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ σᾶς ἀναφέρω. Ἔγινεν ἕνα λάθος. Ἀνθρώπινα εἶναι τὰ λάθη. Ἀλλὰ ἡ Κοινοπραξία ἔκαμε ἕνα λογιστικὸν λάθος σημαντικοῦ ποσοῦ 301.378.300 καὶ στέλλει ἕνα ἔγγραφον προχθὲς εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδικῶν τὸν ὁποῖον παρακαλεῖ νὰ φέρῃ τὴν δέουσαν διόρθωσιν.
§22Π. ΚΑΛΠΑΚΤΣΟΓΛΟΥ. Μίαν ἐπεξήγησιν, χωρὶς νὰ θέλω νὰ δυσχεράνω τὴν θέσιν σας. Μοῦ ἔκαμε κατάπληξιν τὸ γεγονὸς ὅτι ἐπὶ 3.000.000.000 ἐλησμόνησαν νὰ εἰσπράξουν 300 ὁλόκληρα ἑκατομμύρια.
§23Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ. Ἡ Κοινοπραξία, κ. συνάδελφε, δὲν ἐλησμόνησεν. Ἁπλῶς, ὡς εἶπα, ἦτο λάθος λογιστικόν. Δὲν ἀφεώρα δηλ. τὰς δυνάμει τῶν ἀποφάσεών μου πληρωμάς.
§24Π. ΚΑΛΠΑΚΤΣΟΓΛΟΥ. Ἀλλὰ ἡ Κοινοπραξία ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕνα δημόσιον ὑπάλληλον, ἀπὸ ἕνα αὐτοκινητιστὴν καὶ ἀπὸ κάποιαν Ὄλγαν, τῆς ὁποίας τὸ ἐπάγγελμα τὸ ἀγνοοῦμεν.
§25Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ. Ἡ Κοινοπραξία, κ. συνάδελφε, τῶν πετρελαιοειδῶν, δηλαδὴ αἱ μεγάλαι Ἑταιρεῖαι Σόκονυ, Σέλλ, Σόκομπελ, Ρέστης καὶ Στέουα.
§26Π. ΚΑΛΠΑΚΤΣΟΓΛΟΥ. 300.000.000 ἐπὶ ἔλαττον δι’ αὐτὰς ποὺ εἶπα.
§27Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ. Ὁμιλῶ περὶ τῆς Κοινοπραξίας τῶν πετρελαιοειδῶν. Κοινοπραξία πετρελαιοειδῶν εἶναι αἱ Ἑταιρεῖαι ποὺ σᾶς ἀνέφερα.
§28Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πρὸ πόσων ἐτῶν εἶναι ἡ σύμβασις μὲ τὸ Κράτος;
§29Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ. Ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν. Ἀπὸ τοῦ 1945 εἶναι ἡ σύμβασις μὲ τὸ Κράτος, ἐφ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι. Λοιπόν, ἀντὶ τοῦ ποσοῦ τῶν 3.450.563.000 θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ διόρθωσις μὲ ἀφαίρεσιν τῶν 301.378.300. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τὸ βούλευμα ὑπελόγισε καὶ τὸ τί θὰ ἐγένετο ἐὰν ἐγὼ θὰ κατεκύρωνα τὰς δημοπρασίας, κατὰ τὴν γνώμην μου αὐθαιρέτως, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις, ἐξάγει τὸ πόρισμα ὅτι ἡ κατὰ μῆνα ζημία τοῦ Δημοσίου θὰ ἦτο 145.778.120. Ἐπὶ τῇ βάσει ἐννοεῖται τοῦ παλαιοῦ ποσοῦ τῶν 3.450.583.600 καὶ ὄχι τῶν 3.149.000 μετὰ τὴν γενομένην ἀφαίρεσιν τῶν 301 ἑκατ. Συνεπῶς ἀπὸ τὰ 145.778.120 θὰ πρέπῃ νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀναλογεῖ κατὰ μῆνα διὰ τοὺς 5 μῆνας διὰ τὰ 301.378.300, τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς 66.271.650. Συνεπῶς ἀπομένει ζημία ἀπὸ τὸ βούλευμα πλέον, ὄχι ἀπὸ ἡμᾶς. Ἀπομένει ζημία τοῦ Δημοσίου 85.566.460 κατὰ μῆνα. Ἀλλὰ εἰς τὴν ζημίαν αὐτὴν περιλαμβάνεται καὶ ἡ ζημία ἡ ὁποία θὰ προέκυπτεν ἐὰν ἐδεχόμην καὶ τὰ βαρέλια καὶ πλωτά τινα μέσα. Λοιπόν, οἱ διαγωνισμοὶ περιλαμβάνουν, ὅπως εἴπομεν, καὶ βαρέλια ἢ μᾶλλον ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον βαρέλια. Ἢ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν πολιτικὴν τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τοὺς μεταφορεῖς τῶν βαρελίων ἢ θὰ ἔπρεπε νὰ ὑποστῶμεν αὐτὴν τὴν ζημίαν. Ἐάν, λοιπόν, λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ἕνα πίνακα τὸν ὁποῖον κατέθεσε ἐπισήμως ὁ προϊστάμενος τῶν προωθήσεων τῆς Διευθύνσεως Καυσίμων τοῦ Ὑπουργείου Μεταφορῶν εἰς τὴν ἀνάκρισιν, διὰ τὰ βαρέλια καὶ τὰ πλωτὰ μέσα, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται, ἡ ἀναλογία ἦτο 61.901.495. Ἡ ὅλη, λοιπόν, ζημία ἐπὶ τῇ βάσει πλέον τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν μέσα εἰς τὴν Κοινοπραξίαν καὶ μέσα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ἡ ζημία, ἡ ὁποία θὰ προέκυπτεν ἐὰν ἐγὼ ἠκολούθουν τὴν πολιτικὴν τῆς κατακυρώσεως τῶν διαγωνισμῶν καὶ ὄχι τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἠκολούθησα θὰ ἦτο τελικῶς 23.604.965. Ἄς ἴδωμεν τώρα, ἂν δὲν ὑπῆρχον βαρέλια, πόσοι βυτιοφορεῖς ὑπάρχουν μέσα εἰς τοὺς διαγωνισμούς. Ὑπάρχουν 12, ὅπως εἴπομεν, βυτιοφόρα ἀνήκοντα εἰς 5 μεταφορεῖς καί, συγκεκριμένως, «Συνεργατικὴ» Πειραιῶς, Πουλόπουλος, Σκαρλῆς, Ταμπάογλου καὶ Διπλάρης. Δηλαδὴ 5 μειοδόται, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀνελάμβανον τὸ ὅλον μεταφορικὸν ἔργον μὲ 12 βυτιοφόρα δι’ ὁλόκληρον τὴν Στερεὰν καὶ Πελοπόννησον. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εὑρίσκω πῶς θὰ ὑπῆρχεν Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος θὰ ἐσκέπτετο κἂν νὰ κάμῃ τοιαύτην πρᾶξιν, ἡ ὁποία θὰ ἦτο ὄχι πλέον ἐπιζημία διὰ τὸ Κράτος, ἀλλὰ καὶ καταγέλαστος, ἀφοῦ δὲν θὰ ἐξησφάλιζε τὰς μεταφοράς. Συνεπῶς, ἐὰν τὸ κρίνητε ὄχι ἁπλῶς ἀπὸ τῆς στενῆς ἀντιλήψεως τῶν λογαριασμῶν τοῦ βουλεύματος, ἀλλὰ καὶ ὀλίγον πολιτικῶς, τὴν θέσιν δηλ. τοῦ Ὑπουργοῦ ποὺ ἔχει τὰς εὐθύνας ὅλων αὐτῶν τῶν πραγμάτων, τότε θὰ συμφωνήσετε μαζί μου ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀπολύτως ζημία. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν ἤδη τί ὠφελήθη τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς ἰδικῆς μου πολιτικῆς. Ἀπὸ στατιστικήν, τὴν ὁποίαν ἔχω ἀπὸ τὴν Διεύθυνσιν Καυσίμων. «Κατάστασις ἐμφαίνουσα τὸ κέρδος ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου βάσει τοῦ ἐπιτευχθέντος κομίστρου τῶν 630 δρχ. κατὰ χιλιομετρικὸν τόννον διπλῆς διαδρομῆς ἐν σχέσει πρὸς τὸ παλαιὸν κόμιστρον τοῦ Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ».
| Βυτιοφόρα: Θὰ κατεβάλλετο διὰ 5.037.528 χιλιομετρι- | |
| κοὺς τόννους πρὸς δρχ. 850 | 4.281.899.565 |
| Κατεβλήθησαν διὰ τοὺς αὐτοὺς τόνους | |
| πρὸς 630 δρχ. | 3.173.643.207 |
| 1.118.256.358 |
ἐπὶ πλέον διαφορὰ ἀπὸ φορτηγὰ 5.650.770, δηλαδὴ κέρδος καθαρὸν 1.123.907.128. Δὲν ἠξεύρω, κ. συνάδελφοι, τί θὰ πρέπῃ νὰ εἴπω περισσότερον διὰ νὰ πείσω ὅτι ὄχι μόνον δὲν ὑπάρχει ζημία καμμιά, ὡς σᾶς ἐξήγησα, ἀλλ’ ὑπάρχει, ἀντιθέτως κέρδος θετικὸν ἐκ τῆς ἰδικῆς μου πολιτικῆς μεταφορᾶς καυσίμων. Καὶ τὸ κέρδος δὲν εἶναι αὐτὸ μόνον, τὸ ἐπὶ τῆς ἰδικῆς μου Ὑπουργίας, ἀλλ’ ἐξακολουθεῖ νὰ ὑφίσταται. Διότι μετ’ ἐμὲ ὁ κ. Στυλιανίδης, λόγῳ τοῦ θορύβου ποὺ εἶχε γίνει, ἔκαμε νέαν δημοπρασίαν καὶ ἐπέτυχε κατά τι μικροτέραν τιμήν, 1180 ἀντὶ 1260. Αὐτό, κ. συνάδελφοι, εἶναι συνέπεια τῆς ἰδικῆς μου πολιτικῆς. Διότι εἶχον ἤδη ὀργανώσει τὴν βυτιοφόρον συγκοινωνίαν, διότι εἶχον ἤδη ἐμπνεύσει τὴν ἰδέαν τῆς ἀπομακρύνσεως τῶν βαρελίων ἀπὸ τὰς χερσαίας μεταφορὰς πλὴν ἐλαχίστων περιπτώσεων, ὅταν δὲν θὰ ἐπήρκουν τὰ βυτιοφόρα διότι εἶχον καθιερώσει πολιτικὴν βυτιοφόρον διὰ τὴν μεταφορὰν πετρελαιοειδῶν. Καὶ ἔρχεται καὶ ὁ ἀξιότιμος νῦν κ. Ὑπουργὸς εἰς νέαν δημοπρασίαν ποὺ κάμνει μὲ τὰ αὐτὰ ἐν συνεχείᾳ κέρδη ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου—ἀλλὰ περὶ αὐτῆς θὰ ὁμιλήσω εὐθὺς κατόπιν.— Ἀλλὰ ἀγαπητοί μου δὲν ὁμιλῶ, δυστυχῶς, ἐνώπιόν σας αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὡς βουλευτὴς ὑποστηρίζων μίαν ἄποψιν. Ὁμιλῶ—καὶ εἶμαι συντετριμμένος δι’ αὐτὸ— ὡς ὑπεύθυνος δυνάμει τοῦ «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» νόμου. Καὶ εἶσθε ὄχι συνάδελφοι, ἀλλὰ δικασταὶ αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἐφ’ ὅσον ἐκινήθη—καὶ ὀρθῶς ἐκινήθη—ὁ νόμος «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» ἐγὼ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀπολογοῦμαι ἐνώπιόν σας. Ἐὰν δὲ τὸ λέγω αὐτό, τὸ λέγω διότι ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς θὰ πρέπῃ νὰ σᾶς πείσω, νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι τὸ βούλευμα μὲ ἠδίκησε λέγον ὅτι ἔκαμα χαριστικὴν πρᾶξιν, ὅτι δῆθεν ἐκ προθέσεως ἐγώ, ὕστερα ἀπὸ 25 χρόνια πολιτικὸν βίον—διότι εἶμαι ἀπὸ τὸ 1926 βουλευτής, ὅπως οἱ παλαιότεροι ἐξ ὑμῶν θὰ γνωρίζετε—ὕστερα, λέγω, ἀπὸ 25 χρόνια πολιτικοῦ βίου ἔρχομαι σήμερον καὶ κατηγοροῦμαι ὅτι ἔκαμα χαριστικὴν πρᾶξιν καί, μάλιστα, ἐκ προθέσεως. Φαντασθῆτε τί μοῦ καταλογίζεται καὶ πρέπει νὰ ἔλθετε εἰς τὴν θέσιν μου. Εἶναι ἀνάγκη νὰ πλησιάσητε ὀλίγον πρὸς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον αἰσθάνομαι. Διότι, κύριοι, πονῶ αὐτὴν τὴν στιγμήν. Μοῦ λέγουν ὅτι ἔκαμα χαριστικὴν πρᾶξιν ὑπὲρ ἑνὸς κ. Σκόπα, ὁ ὁποῖος μοῦ εἶναι τελείως ἄγνωστος. Κάμνω τὴν ἐπίσημον δήλωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅτι μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς οὔτε κατ’ ὄψιν τὸν γνωρίζω. Ἤκουσα τότε δ’ ἕνα κ. Σκόπαν, ὅτι συνεργάζεται μὲ τὴν Ε.Μ.Υ.Κ. καὶ ὅτι εἶχε μέσα μεταφορικά. Ἡ ἀπόδειξις δὲ ὅτι εἶχε τὰ μεταφορικὰ μέσα παρουσιάζεται σήμερον ἀπὸ τὴν Κοινοπραξίαν. Κατόπιν αἰτήσεως τοῦ ἀνακριτοῦ, ζητοῦντος πόσα μεταφορικὰ μέσα εἶχεν ὁ Σκόπας, παρουσιάζεται μία κατάστασις, ἡ ὁποία, μὲ τοὺς ἀριθμοὺς τῆς κυκλοφορίας ἀναφέρει 71 βυτιοφόρα. Αὐτὸς εἶναι ὁ Σκόπας. Ἀλλὰ δι’ ἐμὲ ὁ Σκόπας ἦτο ὅπως ἡ ΕΜΥΚ, ἡ ΓΕΠΑ καὶ ὅλοι οἱ μεταφορεῖς. Καὶ τώρα δι’ ὅσους πλέον μὲ γνωρίζετε καλύτερον, ἐὰν ἐγὼ ἤθελα νὰ κάμω χαριστικὴν πρᾶξιν ὑπὲρ τοῦ ἀγνώστου μου Σκόπα, εἴτε ὑπὲρ τῆς κυρίας Κυριαζοπούλου, ἡ ὁποία συνέπεσε μετὰ δύο μῆνας ἀπὸ τῆς δημοπρασίας νὰ κάμῃ ἕνα συμβόλαιον μὲ τὸν Σκόπαν — διότι ὅταν ἔγινεν ἡ δημοπρασία δὲν ἦτο κἂν ἐδῶ ἡ κ. Κυριαζοπούλου, καὶ ὅταν ἔγινεν ἡ κατακύρωσις ἔλειπεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐπὶ τρίμηνον καὶ ἔχει καταθέσει τὸ διαβατήριόν της, μὲ ἡμερομηνίαν ἀναχωρήσεως ἐξ Ἀθηνῶν καὶ ἡμερομηνίαν ἀφίξεως, εἰς τὴν ἀνάκρισιν, τὸ καταπληκτικὸν δὲ εἶναι ὅτι οὐδὲ κἂν μνείαν τούτου ποιεῖται τὸ βούλευμα. Ἐάν, λέγω, ἐγὼ ἐχαριζόμην εἰς τὸν ἄγνωστόν μου Σκόπαν καὶ τὴν κ. Κυριαζοπούλου, τὴν ὁποίαν ἁπλῶς καὶ τυπικῶς γνωρίζω καὶ τὴν βλέπω μιὰ φορὰ τὸν χρόνο θὰ ὑφιστάμην τὴν περίεργον αὐτήν, κατὰ τὸ βούλευμα «πειθὼ καὶ φορτικότητα» διὰ νὰ κάμω χαριστικὴν πρᾶξιν; Ἀλλά, λέγω ἀκόμη, τὸ τολμηθὲν ὑπὸ τοῦ βουλεύματος, ὅτι δῆθεν πολιτικὰ πρόσωπα μὲ ἐπηρέασαν, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ; Τότε θὰ ἤμουν τοὐλάχιστον ἀφελής, ἐὰν διενήργουν δημοπρασίας, νὰ κάμω ὅσα ἔκαμα ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου, νὰ κάμω ἕνα ἀγῶνα ὁλόκληρον τὸν ὁποῖον σᾶς ἀπέδειξα, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι τὸν κατενοήσατε διὰ νὰ ἐλαττώσω τὴν εἰς κόμιστρα ἐπιβάρυνσιν τοῦ δημοσίου ὅσον ἀφορᾷ τὸν τομέα αὐτὸν τὸ ὁποῖον εἶχα ἀναλάβει. Διατί, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι εἶχα τοιαύτην πρόθεσιν, νὰ μὴ κάμω τὸ ἁπλούστερον πρᾶγμα τοῦ κόσμου, νὰ κλείσω ὀλίγον τὰ μάτια μου καὶ νὰ ἀκολουθήσω τὴν ὁδὸν τὴν ὁποίαν εἶχε ἀκολουθήσει μέχρι τοῦδε τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Ἐφοδιασμοῦ; Διατὶ ἐγὼ νὰ θέλω νὰ συμπιέσω τὰς τιμὰς ἐὰν εἶχα τοιαύτην πίεσιν τοιαύτην φορτικότητα, νὰ κάμω ἐκ προθέσεως ἓν ἀδίκημα, ἐγὼ ἕνας νομικός 30 χρόνια δικηγόρος, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἁπλῶς θὰ ἠμποροῦσα νὰ ἀκολουθήσω τὴν ὁδὸν ποὺ ὑπῆρχε γιὰ 1800, γιὰ 1600 θέλετε, χωρὶς δημοπρασίαν χωρὶς τίποτε. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἀκόμη παραδεχθῆτε ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ προχωρήσω εἰς πολιτικὴν συμπιέσεως τῶν τιμῶν τῶν κομίστρων θὰ ἔπρεπε νὰ τὴν κάμω διὰ τῶν δημοπρασιῶν. Σᾶς ἀνέγνωσα προηγουμένως ὅτι ὁ μικρότερος μειοδότης τῶν βυτιοφόρων ἕως τὰς 28–7–49 ἦτο ὁ Σκόπας μὲ 630 ἡ ΕΜΥΚ ἦτο μὲ 720 καὶ ὁ Ταμπάογλου μὲ 900. Αὐτοὶ οἱ τρεῖς ἦσαν οἱ λαβόντες μέρος μὲ βυτιοφόρα. Ὁμολογῶ ὅτι μὲ συντριβὴν λέγω ὅσα λέγω διότι κάθε λογικὸς καὶ ἔντιμος ἄνθρωπος θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναλογισθῇ ὅτι ἕνας ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐν τῇ ἀσκήσει τῆς ἐξουσίας κολοσσιαίας εὐθύνας δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ποτὲ—καὶ αὐτὸ τὸ λέγω πρὸς τιμὴν ὁλοκλήρου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου —νὰ διανοηθῇ ὅτι θὰ ἔκαμεν ἐκ προθέσεως ὅσα τὸ βούλευμα ὑπαινίσσεται δι’ ἐμέ. Διατί; Σᾶς εἶπα, κ. συνάδελφοι, ὅτι ὑπῆρχεν ἕνα μεγάλο μόνον μέσον νὰ ἀποφύγω τοὺς τύπους καὶ ὄχι τὴν οὐσίαν καὶ τὸ μέσον αὐτὸ ἦτο ἁπλούστατα νὰ κάμω μίαν νέαν δημοπρασίαν. Εὐθέως καὶ ἐντίμως σᾶς λέγω ὅτι καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν θὰ τὴν ἔκαμνα οἱοσδήποτε θόρυβος καὶ ἂν ἐγένετο, διότι αὐτὸ θὰ ἦτο διττῶς ἐπιζήμιον εἰς τὸ Δημόσιον, ἐπιζήμιον διὰ τὴν καθυστέρησιν καὶ ἐπιζήμιον διὰ τὴν ἐπίτευξιν συμφερωτέρων κομίστρων. Θέλετε τώρα νὰ ἀποδείξω τὸ τὶ ἐγένετο, καὶ εἰς τοῦτο θὰ παρακαλέσω ἐὰν ἔχω κανένα κενὸν νὰ μὲ συμπληρώσῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Μεταφορῶν—τὸ τὶ ἐγένετο σήμερον μὲ τὰς δημοπρασίας; Κύριε Ὑπουργέ, ἐπαναλαμβάνω. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι βασανίζεσθε καὶ σεῖς ἀπὸ τὰς 18–4–50 διὰ νὰ ἐπιτύχητε τὴν κατακύρωσιν μιᾶς δημοπρασίας; Εἶναι ἀληθὲς ὅτι αἱ τιμαὶ τὰς ὁποίας σᾶς προσέφερον εἶναι κατὰ πολὺ μεγαλύτεραι ἀπὸ ἐκείνας τὰς ὁποίας ἀφῆκα ἐγὼ καὶ ὁ διάδοχός μου κ. Στυλιανίδης; Καὶ ἔτι πλέον. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐφέρατε εἰς τὸ Συμβούλιον κατ’ ἐπανάληψιν τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ εἰδικῶς διότι ἐβλέπατε τὶ ἔπαθα ἐγώ, εἴχατε τὴν πεῖραν τῆς ἰδικῆς μου ἀτυχίας ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῆς συμφερωτέρας διὰ τὸ Δημόσιον πολιτικῆς; Αἱ τιμαὶ τὰς ὁποίας εἴχατε ὄχι μόνον ἦσαν μεγαλύτεραι ἀλλὰ ἦσαν ἀπὸ Ἕνωσιν ὅλων τῶν βυτιοφορέων. Εἶσθε ἢ δὲν εἶσθε κ. Ὑπουργέ, εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθην καὶ ἐγὼ γιὰ 2 προσφορὰς εὐθηνοτέρας; Δηλαδὴ τῶν προσφορῶν Σκαρλῆ καὶ Ταμπάογλου ἡ ὁποία ἔγινε χθὲς ἢ προχθὲς μὲ 520 δρχ. κατὰ χιλιομετρικὸν τόννον διπλῆς διαδρομῆς τῆς βενζίνης καὶ 480 διὰ τὸ πετρέλαιον. Ἐὰν αἱ πληροφορίαι μου εἶναι ἀκριβεῖς ἀπερρίφθη ἢ δὲν ἀπερρίφθη ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν ἡ μικροτέρα αὐτὴ προσφορὰ τῶν 520 καὶ 480; Καὶ ὀρθῶς ἀπερρίφθη διότι ἐνῷ ἡ Ἕνωσις βυτιοφορέων (εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι μέλη καὶ ὁ Ταμπάογλου καὶ ὁ Σκαρλῆς) θὰ σᾶς ὑπεχρέωναν κατόπιν, ὅπως θὰ μὲ ὑπεχρέωναν καὶ ἐμένα τότε, νὰ δεχθῆτε τὰς τιμὰς τὰς ὁποίας θὰ ἐπέβαλλον ἐκεῖνοι διότι ἄλλως δὲν θὰ μετεῖχον τοῦ διαγωνισμοῦ καὶ δὲν θὰ εἶσθε εἰς θέσιν νὰ κάμετε τὰς μεταφοράς σας, ὅπως τὸ ἴδιον θὰ ἐπάθαινα καὶ ἐγὼ τότε. Ἐὰν αἱ πληροφορίαι μου εἶναι ἀκριβεῖς ἡ Ἕνωσις βυτιοφορέων σᾶς ἔκαμε χθὲς δι’ ἐγγράφου της σταλέντος πρὸς τὸν κ. Λακρίτσαν νέαν προσφορὰν μὲ 670 δρχ. διπλῆς διαδρομῆς διὰ τὰ μέχρι 1500 χιλιομέτρων, δηλαδὴ 1340 δρχ. ὡς κόστος μόνον μεταφορᾶς. Καὶ διὰ τὰ πλέον τῶν 1500 χιλ. ἄλλην τιμὴν κατά τι μικροτέραν, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅπως εἰς τὸ κόστος αὐτὸ προσθέσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ τὸ κατὰ τὴν κρίσιν της Ἐργολαβικὸν κέρδος. Ἤδη ὀρθῶς δὲν ἐκυρώσατε, κύριε Ὑπουργὲ τὴν δημοπρασίαν τῆς 18 Ἀπριλίου ἀλλὰ καὶ εὑρίσκεσθε πρὸ προσφορῶν μεγαλυτέρων καὶ τῆς ἰδικῆς μου καὶ τοῦ κ. Στυλιανίδη. Δὲν τὸ ἐκάματε ὅμως διότι εἴχατε τὴν εὐχέρειαν νὰ ὑποχρεώσητε τοὺς μεταφορεῖς νὰ ἐξακολουθήσουν τὰς μεταφορὰς μὲ τὰ ὑπάρχοντα εὐθηνὰ κόμιστρα. Καὶ ἐρωτᾶται: ἠμποροῦσα νὰ τὸ κάμω ἐγώ; Ἡ πολιτική σας κύριε Ὑπουργὲ εἶναι ἤδη ἐπωφελὴς διὰ τὸ δημόσιον, δι’ ἐμὲ ὅμως θὰ ἦτο τότε καταστρεπτικὴ διότι σεῖς ἐξακολουθεῖτε μὲ 1260 ἢ 1180 τὸν τόννον, καὶ ὠφελεῖται τὸ δημόσιον μέχρις ὅτου λάβετε μίαν ἀπόφασιν. Ἐγὼ ὅμως τότε εὑρισκόμην ὑπὸ τὸ κράτος μιᾶς τιμῆς πολὺ ἐπιβαρυντικῆς διὰ τὸ δημόσιον μὲ τὰς παλαιὰς τιμὰς τῶν 1800 ἢ 1700, ἑπομένως δὲν ἠμποροῦσα ἐγὼ νὰ κάμω τὴν πολιτικὴν αὐτὴν ἀλλ’ ἔπρεπε τὸ ταχύτερον νὰ τελειώνω διὰ νὰ ἐξασφαλίσω μικροτέρας τιμὰς ὑπὲρ τοῦ δημοσίου. Δὲν θέλω κύριοι συνάδελφοι, νὰ σᾶς κουράσω περισσότερον προσθέτω μόνον ὀλίγα διὰ νὰ σᾶς εἴπω πόσον ἡ πολιτικὴ τῆς μεταφορᾶς διὰ βυτιοφόρων ἦτο ἐπιτυχὴς καὶ τὸ μεγάλο κέρδος ἦτο ὅτι ἐπέτυχα εἰς τὴν πολιτικήν μου γραμμὴν διὰ τὴν κανονικὴν καὶ ἀπρόσκοπτον μεταφορὰν ἡ ὁποία ἀπέσπασε τότε εὐαρεσκείας καὶ ἐξακολουθεῖ μέχρι σήμερον νὰ εἶναι κανονική. Δὲν ἐζημίωσα λοιπὸν τὸ δημόσιον σᾶς ἀπέδειξα ἀντιθέτως ὅτι τὸ ὠφέλησα, διὰ τοὺς 5 μῆνας 1 δισεκ. 120 ἑκ. Ἐπαφίεμαι εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς μὲ τὴν συνείδησιν ἥσυχον ὅτι ἐπετέλεσα τὸ καθῆκον μου.
§30Α. ΜΠΙΚΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς κάμω δύο ἐρωτήσεις: Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον σας λειτουργεῖ τεχνικὴ ὑπηρεσία ἐκμεταλλεύσεως αὐτοκινήτων, ἥτις δύναται νὰ προβῇ εἰς κοστολόγησιν τῆς διαδρομῆς τῶν αὐτοκινήτων, τὴν ὁποίαν ἐχρειάζεσθε διὰ τὰς μεταφοράς. Καὶ πέραν ταύτης ἠδύνατο νὰ ὑπολογισθῇ νόμιμον κέρδος κατὰ τὸν Ἀγορανομικὸν Κώδικα. Ἐζητήσατε ἀπὸ τὴν Ὑπηρεσίαν αὐτὴν τὸν καθορισμὸν τοῦ κόστους τῶν διαδρομῶν;
§31Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ. Αἱ τιμαὶ ἐκανονίζοντο δι’ ἀποφάσεων τῶν 3 Ὑπουργῶν βάσει κοστολογήσεων.
§32Α. ΜΠΙΚΑΚΗΣ. Ἐκτὸς αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας ὑπάρχει νόμος περὶ στρατιωτικῶν εἰσφορῶν καὶ ἐπιτάξεων, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν τετραετίαν ἐκινήθη κατὰ παντὸς πολίτου καὶ παντὸς ἀγαθοῦ κινητοῦ καὶ ἀκινήτου καὶ δυνάμει τούτου ἐγένοντο ἐπιτάξεις ἰδιωτικῶν αὐτοκινήτων κρατηθέντων ἐν ἐπιτάξει καὶ ἄνευ ἀποζημιώσεως ἐπὶ δίμηνον, ὅπως ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, ἐφόσον διὰ δημοσίαν ἀνάγκην ἠθέλατε νὰ ἐνεργήσητε τὰς μεταφορὰς τῶν καυσίμων καὶ ἰδίᾳ διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν στρατιωτικῶν ἀναγκῶν, διατί δὲν ἐκινήσατε τὸν νόμον τοῦτον κατὰ τῶν βυτιοφορῶν, ἀλλ’ ἐφοβήθητε ἐκβιασμὸν καὶ ὑπεγράψατε τὰς συμβάσεις. Εἶναι ἀσύδοτοι ἔναντι τοῦ νόμου τούτου οἱ ἔχοντες βυτιοφόρα αὐτοκίνητα;
§33Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ θὰ ἦτο ζήτημα ἁρμοδιότητος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Ρέντης ἔχει τὸν λόγον.
§35Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ὀφείλω νὰ διευκρινίσω ὅτι ὁμιλῶν ἐκφράζω ἀτομικὰς ἀπόψεις καὶ οὐχὶ τοῦ κόμματος εἰς ὃ ἀνήκω. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος νομίζω ὅμως ὅτι τὸ βούλευμα ποὺ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς συζήτησιν εὑρίσκεται εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὸ σύνταγμα καὶ συγκεκριμένως μὲ τὰ ἄρθρα τὰ ἀφορῶντα τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Ὑπουργῶν. Ὅσοι εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ διεξέλθουν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Εἰσαγγελέως καὶ τὸ κείμενον τοῦ βουλεύματος θὰ διεπίστωσαν ὅτι ἡ κατηγορία βασίζεται εἰς μίαν προϋπόθεσιν ὅτι ὑφίσταται ἀπιστία διαπραχθεῖσα παρὰ Ὑπουργοῦ. Τὴν διαπίστωσιν αὐτὴν οὐδεμίαν ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ διατυπώσῃ τὸ Συμβούλιον Πλημμελειοδικῶν. Εἶναι παρεπομένη ἡ διατυπουμένη κατηγορία δὲν εἶναι αὐτοτελής. Ὁμιλεῖ περὶ πράξεων Ὑπουργικῶν π. χ. (Ἀναγινώσκει) «................................» Δὲν εἶχεν ἁρμοδιότητα τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν νὰ ἐξετάσῃ τὸ θέμα. Παρακάτω λέγει: (Ἀναγινώσκει) «...............................» Εἰσέρχεται καὶ εἰς τὴν οὐσίαν. Καὶ ἔχει σημασίαν τοῦτο διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους καὶ τὴν εἰδικὴν δωσιδικίαν τὴν ὁποίαν ἔχουν, ὁσάκις ἐκτελοῦν Ὑπουργικὰ καθήκοντα. Λέγει περαιτέρω (ἀναγινώσκει «... ...............................................» Ἔρχεται λοιπὸν τὸ βούλευμα καὶ στηρίζει εἰς δόλον τοῦ Ὑπουργοῦ τὴν παραπομπὴν τῶν κατηγορουμένων. Νομίζω ὅτι πρόκειται περὶ πρωτοφανοῦς δικαστικοῦ βουλεύματος. Ἴσως ἡ διαδικασία θὰ ἔπρεπε νὰ ἦτο ἄλλη. Ἄν ἐκ τῆς ἀνακρίσεως προέκυπτον στοιχεῖα καὶ ἀπεφαίνετο ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ προδικαστικοῦ ζητήματος, κατὰ πόσον ὁ Ὑπουργὸς διέπραξεν ἀπιστίαν καὶ κατόπιν νὰ παραπέμψῃ ἐπὶ ἠθικῇ αὐτουργίᾳ τοὺς ἄλλους κατηγορουμένους, εἴτε διὰ νὰ συνδικασθοῦν παρὰ τοῦ εἰδικοῦ Δικαστηρίου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ἀπαρατήρητος ἡ παρέμβασις αὐτὴ τῆς Δικαστικῆς ἐξουσίας ἔναντι τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Δὲν γνωρίζω ποία εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἄλλη διαδικασία οὔτε ἠμπορεῖ νὰ εὐσταθήσῃ τὸ βούλευμα αὐτὸ κατ’ ἀρχήν. Φυσικὰ δύναται νὰ ληφθῇ ἀπόφασις διὰ νὰ κινηθῇ ὁ μηχανισμὸς τοῦ εἰδικοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Ἀλλὰ ὡς ἔχει τὸ βούλευμα προϋποτίθεται ὅτι διεπιστώθη ἡ ὕπαρξις ἀπιστίας καὶ κατόπιν τούτου παραπέμπονται οἱ κατηγορούμενοι ἐπὶ ἠθικῇ αὐτουργίᾳ, χωρὶς ὁ κύριος κατηγορούμενος νὰ κληθῇ καὶ εἰς ἀπολογίαν. Τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἀπαράδεκτον. Μία τοιαύτη διαδικασία δύναται νὰ πλήξῃ οἱονδήποτε ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἐκτίθεται ἡ ἀσφάλεια καὶ ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ ὑπόληψις ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἀναλάβουν Ὑπουργικὰ καθήκοντα. Ὑπάρχει καὶ ἕνας ἄλλος συλλογισμὸς ὅσον ἀφορᾷ τὸν δόλον (ἀναγινώσκει) «.....................» Ὑποστηρίζει ἡ πρότασις τοῦ εἰσαγγελέως, τὴν ὁποίαν δέχεται τὸ Συμβούλιον Πλημμελειοδικῶν, ὅτι ἀρκεῖ ἡ γνῶσις τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅτι ἐπέρχεται ζημία εἰς τὸ Δημόσιον. Αὐτὸ καὶ μόνον καθιεροῖ τὸν δόλον, ἔστω καὶ ἂν ὁ Ὑπουργὸς δὲν ὑπῆρξεν ἰδιοτελής. Εἶναι ἐνδεχόμενον εἰς μίαν περίπτωσιν τοῦτο νὰ ἀποτελῇ δόλον. Εἶναι ἐνδεχόμενον ὅμως εἰς ἄλλην νὰ μὴ ἀποτελῇ καὶ διὰ τοῦτο ἐθεσπίσθη εἰδικὴ διαδικασία διὰ τοὺς Ὑπουργούς. Συνέβη κατὰ τὸ παρελθὸν νὰ λάβουν ἀποφάσεις οἱ Ὑπουργοί, αἱ ὁποῖαι νὰ εἶναι ἐπιζήμιαι διὰ τὸ Δημόσιον, ἄνευ ἰδιοτελείας, ἐν γνώσει των ὅτι εἶναι ἐπιζήμιαι πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἄλλων σκοπῶν. Ὅταν γίνωνται διαπραγματεύσεις Συνθηκῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουν σημασίαν διὰ τὴν χώραν μας συνέβη ὡρισμέναι Κυβερνήσεις νὰ ζητήσουν ἀναγνώρισιν ὡρισμένων ἀπαιτήσεων ὑπηκόων, ἀπαιτήσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι βάσιμαι καὶ ἀνασύρονται φάκελλοι ἀπὸ τὰ Ὑπουργεῖα καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἀναγνωρίζονται δικαιώματα εἰς ξένας Ἑταιρείας χαριστικαί, ἐν γνώσει τῆς Κυβερνήσεως ὅτι πρόκειται περὶ χαριστικῶν πράξεων, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ δόλον καὶ ἀφορμὴν παραπομπῆς Ὑπουργῶν εἰς Εἰδικὰ Δικαστήρια. Αὐτὰ ὅλα δὲν εἶναι ἁρμόδιον νὰ τὰ ἐξετάσῃ τὸ Συμβούλιον Πλημμελειοδικῶν. Βεβαίως μία συζήτησις εἰς τὴν Βουλὴν διευκρινίζει τὸ θέμα, ἢ μία ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ ἢ μία ἀνάκρισις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Διατὶ γίνεται αὐτὴ ἡ χαριστικὴ πρᾶξις; Γίνεται εἰς ἀντάλλαγμα ὑπηρεσιῶν καὶ ἠθικῶν ὑποστηρίξεων, αἱ ὁποῖαι παρέχονται εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν στιγμὴν ἐκείνην. Τὸ ἐνδεχόμενον ὅμως τοῦτο οὐδόλως ἀποδεικνύει τὸν δόλον. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ κίνησις τοῦ μηχανισμοῦ τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν εἶναι ἀπαραίτητος τὴν στιγμὴν αὐτήν, ἐφ’ ὅσον διετυπώθη τοιαύτη κατηγορία. Θὰ κριθῇ τὸ βούλευμα ἀπὸ τὴν συσταθησομένην Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας μετὰ τὸ πόρισμα αὐτῆς. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη ἀνωμαλία ἐκ μέρους τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας, ἡ ὁποία δὲν πρέπει νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητος. Κατηγορεῖται Ὑπουργὸς καὶ διαπιστοῦται ἐνοχή του χωρὶς κὰν νὰ κληθῇ εἰς ἀπολογίαν. Εἶναι ἀπαράδεκτος μία τοιαύτη διαδικασία τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας.
§36Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Τί ἔπρεπε νὰ κάμῃ ἡ Δικαιοσύνη;
§37Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Νὰ ἀπευθυνθῇ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.
§38Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Δηλ. ἡ Δικαιοσύνη νὰ ἀδρανήσῃ μὴ ὑφισταμένης Βουλῆς καὶ νὰ μὴ προβῇ εἰς ἀπρόσωπον δίωξιν; Λυποῦμαι διότι παρεμβαίνω εἰς τὴν συζήτησιν προκειμένου περὶ ὑποθέσεως ἡ ὁποία ἀφορᾷ συνάδελφον. Ἀλλὰ μοῦ γεννᾶται ἡ ἀπορία: Ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται ἕνα ἀδίκημα, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει Βουλὴ καὶ ἡ δυνατότης νὰ παρασχεθῇ ἡ εὐχέρεια νὰ ὁμιλήσῃ καὶ ὁ κατηγορούμενος τέως Ὑπουργός, θὰ ἀφεθῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὰ χρονοντούλαπα καὶ δὲν θὰ διαλευκανθῇ;
§39Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ἡ ἐρώτησίς σας δὲν ἔχει θέσιν διότι ὑπάρχει Βουλὴ πρῶτον καὶ δεύτερον, διότι ἀναχωρεῖτε ἀπὸ τῆς βάσεως ὅτι ὑφίσταται ἀδίκημα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἁρμόδιον νὰ καθορίσῃ τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν. Εἶναι ἄλλος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ τὸ κρίνῃ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἰδιωτικοῦ ἀδικήματος θὰ ἐζήτει τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας. Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν θὰ ἔπρεπε νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.
§40Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Δηλαδὴ ἡ Δικαιοσύνη θὰ σταματήσῃ;
§41Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Βεβαίως θὰ σταματήσῃ. (Θόρυβος).
§42Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι τὸ θέμα ποὺ ἐτέθη ἀπὸ τὸν κ. Ρέντην θὰ πρέπῃ νὰ τύχῃ κάποιας ἀπαντήσεως ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Νὰ συνεχισθῇ λοιπὸν ἡ συζήτησις κανονικῶς καὶ νὰ ἀπαντήσῃ κατόπιν ὁ κ. Ὑπουργός.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Τσιριμῶκος ἔχει τὸν λόγον.
§44Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, λυποῦμαι διότι λαμβάνω τὸν λόγον εἰς θέμα τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ πρόσωπον. Ἀλλ’ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι δι’ ἡμᾶς τὸ θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητεῖ ἡ Βουλὴ εἶναι θέμα ποὺ ἔχει πολὺ γενικωτέραν σημασίαν, διότι ἀφορᾷ καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Δικαιοσύνης ἔν τινι μέτρῳ, πολὺ ὅμως περισσότερον τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς Χώρας καὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως. Ἐὰν θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ θέματος εἶναι διότι νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ ἄποψίς μου νὰ συντομεύσῃ τὴν συζήτησιν αὐτήν. Διότι τὸ μόνον ἐρώτημα τὸ ὁποῖον τίθεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι ἐὰν θὰ ἀπορρίψωμεν τὴν πρότασιν τῶν 20 βουλευτῶν περὶ παραπομπῆς τοῦ κ. Χατζηπάνου εἰς εἰδικὸν Δικαστήριον ἢ ἐὰν θὰ παραπέμψωμεν εἰς ἀνάκρισιν τὸν διωκόμενον συνάδελφον. Ὁμολογῶ ὅτι καὶ ἐγὼ διηρωτήθην ἐὰν τὸ βούλευμα περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, δὲν πάσχῃ ἀπὸ ἀπόψεως τυπικῆς, δηλαδὴ ἀπὸ ἀπόψεως ἐφαρμογῆς τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου. Καὶ τὸ ἐξήτασα μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἔθεσεν ὁ ἀξιότιμος τῆς Ἀργολιδοκορινθίας βουλευτής. Διότι ἐνδιαφέρει, ὄχι εἰς τὴν εἰδικὴν περίπτωσιν, ἐνδιαφέρει ὡς προηγούμενον ἐὰν καὶ κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν ἡ τακτικὴ δικαιοσύνη συναντῶσα εὐθύνην Ὑπουργοῦ, νὰ παραμερίζῃ τὸ πρόβλημα τῆς εὐθύνης τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ νὰ προβαίνῃ εἰς παραπομπὴν τῶν συνυπευθύνων, χαρακτηρίζων τὸν Ὑπουργὸν ὡς φυσικὸν αὐτουργόν. Ἀνεκάλυψα εἰς τὸ συνολικὸν κείμενον τοῦ βουλεύματος ὅτι καλῶς ἐπράξαμεν χθές, ἀποδεχθέντες, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, τὴν πρότασιν τοῦ νόμου ἐκείνου ποὺ ἀπεδέχθη ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ ὁποίου δεχόμεθα ὅτι μετὰ τὴν ἐπάνοδον ἐν ἰσχύϊ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ἐπανῆλθον ἐν ἰσχύϊ αὐτομάτως καὶ αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 10–61 τοῦ νόμου ΦΠΣΤ. Διατί; Διότι τὸ βούλευμα σὺν τοῖς ἄλλοις λέγει ὅτι παραπέμπει τοὺς ἠθικοὺς αὐτουργοὺς καὶ ὄχι τὸν κ. Χατζηπᾶνον, διὰ δύο σκέψεων, ἐξ ὧν τὴν πρώτην ὁμολογῶ ὅτι δὲν κατανοῶ. Ἡ δευτέρα ὅμως λέγει: «...πολλῷ δὲ μᾶλλον ὅταν, ὡς ἐν προκειμένῳ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιληφθῇ τὸ εἰρημένον εἰδικὸν δικαστήριον ἐλλείψει νόμου ρυθμίζοντος τὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου διαδικασίαν διώξεως καὶ ἐκδικάσεως τῶν σχετικῶν πρὸς τὰ δημόσια καθήκοντά των ἀδικημάτων τῶν Ὑπουργῶν». Ὥστε οἱ τακτικοὶ δικασταὶ ἔπεσαν ἂν θέλετε εἰς πλάνην, πλάνην ὅμως ἀνάλογον πρὸς ἐκείνην τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς ἱσταμένης δικαιοσύνης, τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος καὶ ἐκεῖνος εἰς μίαν ἀγόρευσίν του εἶπεν, ὅτι δὲν ἐπανῆλθον ἐν ἰσχύϊ αἱ διατάξεις αὐταί. Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν προβαίνουν εἰς περαιτέρω ἐνέργειαν φοβούμενοι μήπως λόγῳ τῆς ἐλλείψεως τῶν διαδικαστικῶν αὐτῶν διατάξεων θὰ ἦτο δυνατὸν τὸ ἀδίκημα νὰ μείνῃ παντελῶς ἀκαταδίωκτον. Ἄρα ἐὰν ἐδῶ ὑπάρχῃ ἔλεγχος θὰ εἶναι ἔλεγχος ἐπιστημονικὸς κατὰ πόσον ὀρθῶς ἐσκέφθησαν οἱ δικασταί. Καὶ τὸ βούλευμα αὐτὸ τὸ ὁποῖον φαίνεται ὅτι οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχεν ἀναγνώσει, μᾶς ἀποδεικνύει ὅτι καλῶς ἐπράξαμεν χθὲς καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ εἴμεθα ἥσυχοι σήμερον πλέον, ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως προηγουμένου εἴμεθα ἐξησφαλισμένοι. Διότι ἀναμφισβητήτως, πέραν τῆς συγκεκριμένης περιπτώσεως, ὁ κ. Ρέντης ἔχει δίκαιον φοβούμενος τὸ προηγούμενον, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι χθὲς ὡπλίσαμεν τοὺς δικαστὰς μὲ μίαν διάταξιν, τὴν ὁποίαν καλοῦνται εἰς τὸ μέλλον νὰ σεβασθοῦν. Καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι οἱ τακτικοὶ δικασταὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ σεβασθοῦν τὴν διάταξιν αὐτήν. Πρέπει λοιπὸν νὰ εἴμεθα ἥσυχοι ὡς πρὸς τὸ προηγούμενον. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἡ ὑπόθεσις τοῦ κ. Χατζηπάνου εἰσάγεται.
§45Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι ἔρχεται εἰς σύγκρουσιν ἢ θὰ ἤρχετο εἰς σύγκρουσιν μὲ τὸν νόμον «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν». Ὑπάρχουν τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, μὲ τὰ ὁποῖα ἔρχεται εἰς σύγκρουσιν ἡ παρέμβασις τῆς δικαστικῆς τῆς ἐξουσίας ὡς θέμα εὐθύνης Ὑπουργῶν.
§46Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ διὰ νὰ λάβω τὸ μέρος τῶν δικαστῶν. Ὀφείλω μάλιστα νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν εἶμαι τόσον νέος εἰς τὴν δικηγορίαν καὶ ἑπομένως δὲν ἔχω καθόλου τὴν προκατάληψιν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὴ ἐκ μέρους τῶν δικαστῶν πλάνη εἴτε εἰς τὰ νομικὰ θέματα, εἴτε εἰς τὰ οὐσιαστικά. Οὔτε νομίζω ὅτι ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀσκηθῇ ἔλεγχος διὰ μίαν συγκεκριμένην πρᾶξιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Εἶμαι πολὺ μακρὰν ἀπὸ τὸ νὰ νομίζω ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ἡ ὁποία ἔχει τὸν ἔλεγχον τοῦ ὅλου δημοσίου βίου, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐλέγξῃ μίαν συγκεκριμένην ἐνέργειαν ὡρισμένων δικαστῶν, ἀφοῦ ἄλλωστε καὶ κατὰ νόμον δὲν εἶναι οὔτε πειθαρχικῶς ἀνεξέλεγκτοι οἱ δικασταί. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Ἐκθέτω μόνον, καθὼς ἀνέγνωσα τὸ βούλευμα, τὰς σκέψεις τῶν δικαστῶν καὶ λέγω ὅτι δὲν εἶναι οἱ μόνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπίστευσαν ὅτι ὑπάρχει νομοθετικὸν κενόν. Ἤδη ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, π. χ., εἰς συζήτησιν ποὺ ἔκαμεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Δικαιοσύνης, μᾶς ἀνέπτυξε τὴν ἑξῆς ἄποψιν: ὅτι ἐὰν δεχώμεθα ὅτι μεταξὺ τῆς ἀναβιώσεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ τῆς χθεσινῆς ἀποφάσεως τοῦ νόμου, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα, ὑπῆρχε κενὸν ὡς πρὸς τὰς διαδικαστικὰς διατάξεις, τότε θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ὑπάρχει κενὸν καὶ ὡς πρὸς τὰς οὐσιαστικὰς διατάξεις τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν». Θὰ μοῦ εἴπητε, ἀναμφισβητήτως, ὄχι! Καὶ ἐγὼ ἀπέκρουσα τὴν ἄποψιν αὐτήν, διότι πιστεύω ὅτι καὶ οὐσιαστικαὶ διατάξεις ὑπῆρχον, ὑπάρχει δὲ καὶ τὸ ἄρθρον 80 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον καθορίζει καὶ τὸ δικαστήριον καὶ τὴν σύνθεσιν τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου προκειμένου περὶ Ὑπουργῶν. Τὰ δὲ ἄρθρα 11–61 τοῦ νόμου ΦΠΣΤʹ δὲν κάμνουν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ προσθέτουν ὡρισμένας διαδικαστικὰς διατάξεις δευτερευούσης σημασίας. Ἀλλὰ λέγω: ὅταν φθάνῃ μέχρι τοιαύτης ἀντιλήψεως ἐπιστημονικῆς ἕνας ἐπιστήμων ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, φαντασθῆτε τὴν δυσχέρειαν τῶν τακτικῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι πρωτοδίκαι πρὸ τῆς ἰδέας ὅτι δὲν ἔχουν διαδικαστικὰς διατάξεις διὰ νὰ παραπέμψουν τὸν Ὑπουργὸν καὶ φοβοῦνται μὴ τυχὸν κατηγορηθοῦν, ὅτι πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἔχουν ἰσχυρὰς σχέσεις πολιτικάς, ὡς λέγει τὸ Βούλευμα, κατορθώνουν διὰ διαδικαστικῶν μεθόδων νὰ διαφύγουν τὴν δικαστικὴν δίωξιν. Ἀνέφερα καὶ ἐξήγησα τὰς σκέψεις τῶν τακτικῶν δικαστῶν ὡς πρὸς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ. Νομίζω ὅμως ὅτι πάντα ταῦτα ἔχουν ἤδη δευτερεύουσαν ἀξίαν, ἐφ’ ὅσον, μὲ τὸν νέον νόμον, κίνδυνος «προηγουμένου» δὲν ὑφίσταται.
§47Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Οἱ πρωτοδίκαι ἐδέχθησαν ὅτι δὲν ὑπάρχει ὁ νόμος «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν». Δηλαδὴ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, τεθὲν καὶ πάλιν ἐν ἰσχύϊ, δὲν συνεπέφερε καὶ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» αὐτομάτως καὶ ἑπομένως οἱ δικασταὶ εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπουν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἐπίστευσαν ὅτι δὲν ὑπάρχει ὁ νόμος «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν», δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ τὸν καλέσουν καὶ νὰ τοῦ ἀπαγγείλουν κατηγορίαν βάσει τοῦ κοινοῦ Ποιν. Νόμου; Ἐκτὸς ἐὰν τοὺς ἠμπόδιζε ἄλλη τις σχετικὴ Διάταξις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ἑπομένως εὑρίσκω ὅτι ἡ προσπάθεια αὐτὴ εἶναι ματαία, διότι ἐὰν οἱ δικασταὶ ἐπείθοντο ὅτι δὲν ὑπάρχει ὁ νόμος «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» καὶ ἑπομένως τὸ ἀδίκημα αὐτὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, θὰ ἔμενεν ἀτιμώρητον, θὰ ἔπρεπε νὰ καλέσουν τὸν Ὑπουργόν, ἐπαναλαμβάνω, καὶ βάσει τῶν κειμένων νόμων νὰ τοῦ ἀπαγγείλουν κατηγορίαν.
§48Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ δικασταὶ δὲν ἐπετρέπετο νὰ κάμουν αὐτὸ τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ κ. Τουρκοβασίλης διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι προϋπῆρχεν ἡ ἀπόφασις τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου, περὶ τῆς ὁποίας λόγος ἐγένετο χθές, καὶ ἡ ὁποία ἀπόφασις λέγει ὅτι καὶ ἐὰν ἀκόμη ἤθελε γίνει δεκτὸν ὅτι δὲν ὑφίσταται ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν», ἡ κοινὴ δικαιοσύνη δὲν δύναται νὰ ἐπιληφθῇ διώξεως Ὑπουργῶν, μόνον καὶ μόνον διότι τὸ ἄρθρον 80 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 εἶναι ἐν ἰσχύϊ ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐὰν ἰσχύῃ καὶ ὁ νόμος «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν». Ἑπομένως οἱ δικασταί, δὲν θέλω νὰ ὑποτιμήσω οὐδένα δικαστήν, καὶ πρόκειται περὶ τῶν Πρωτοδικῶν, ἔχουν ὑποχρέωσιν νὰ συμμορφοῦνται πρὸς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§49Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Φρονῶ ὅτι κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν σχετικῶς, ὑπεστηρίχθη ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν λύει τὸ ζήτημα κατὰ τρόπον σαφῆ. Διότι ἐὰν τὸ λύῃ σαφῶς, τότε οἱ δικασταὶ ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὴν Νομολογίαν. Νομίζω ὅτι ἤκουσα χθές, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ ἀφίνει ἐκκρεμές.
§50Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφίνει ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τῆς ἰσχύος τῶν διαδικαστικῶν διατάξεων τοῦ Νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν», λύει ὅμως κατὰ τρόπον θετικὸν καὶ ἀπόλυτον τὸ ζήτημα, ὅτι καὶ ἐὰν ἀκόμη δὲν ἰσχύῃ ὁ Νόμος ΦΠΣΤʹ «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν», ἡ κοινὴ δικαιοσύνη δὲν δύναται ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς διώξεως Βουλευτοῦ καὶ πρώην Ὑπουργοῦ.
§51Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κατὰ τοιαύτην περίπτωσιν τὸ ζήτημα ἔχει καλῶς καὶ οἱ Πρωτοδίκαι καλῶς ἐνήργησαν.
§52Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε συνάδελφε, θὰ εὑρίσκεσθε ἐν πλάνῃ, ἐὰν νομίζητε ὅτι ἀνέλαβα νὰ δικαιολογήσω τοὺς δικαστικούς. Ἐξήγησα τὰς σκέψεις διὰ νὰ προχωρήσω περαιτέρω. Εἶμαι πολὺ ὀλιγώτερον νομικιστὴς ἀπὸ ὅ,τι φαντάζεσθε. Θέλω νὰ προχωρήσω εἰς τὸ πολιτικὸν θέμα. Ἐξήγησα, λοιπόν, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἐκ τῆς μελέτης τοῦ Βουλεύματος, πῶς ἐσκέφθησαν οἱ δικασταί, διότι ἀδιαφορῶ ἐὰν αἱ σκέψεις των ὑπῆρξαν καλαὶ ἢ κακαί. Ἐκεῖνο τὸ θέμα εἰς τὸ ὁποῖον ἤθελα νὰ ἀπαντήσω εἶναι μόνον ὅτι κίνδυνος προηγουμένου δὲν ὑπάρχει. Προχωρῶ τώρα. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἀκόμη ἐδεχόμεθα ὅτι τὸ Βούλευμα αὐτὸ ἦτο ἀπολύτως ἄτακτον, πάλιν, ὡς Πολιτικὸν Σῶμα, θὰ ἔπρεπε νὰ σκεφθῶμεν τί ἔπρεπε νὰ κάμωμεν. Ἐκεῖ νομίζω ὅτι τοποθετεῖται τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι κυρίως πολιτικὸν καὶ καθόλου νομικόν. Θὰ ἔδιδον δὲ μίαν πληροφορίαν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὅλη ἡ συζήτησις τοῦ νομικοῦ θέματος εἶναι ἀπολύτως ἀδιάφορος διὰ τὴν κοινὴν γνώμην, ἐὰν δὲ ἐπ’ αὐτοῦ περιωρίζετο ἡ συζήτησίς μας ἐν σχέσει μὲ τὴν εὐθύνην Ὑπουργῶν, θὰ ἐδίδομεν τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι εἴμεθα πολὺ μακρὰν ἀπὸ τὰς ἀπασχολήσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τῆς κοινῆς γνώμης καὶ δι’ αὐτό, ὡς Πολιτικὸν Σῶμα, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ὄχι διὰ νὰ ἀδικήσωμεν κανένα, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ὁλόκληρος ἡ Κοινὴ Γνώμη ἀναμένει ἀπὸ τὴν Βουλήν. Λέγω, λοιπόν, ὅτι, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ἦτο ἄτακτον τὸ Βούλευμα, πῶς θὰ ἔπρεπεν ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν δικαιοσύνην, ἡ ὁποία ἐνδεχομένως ἔκαμε μίαν ἐνέργειαν, ἡ ὁποία προσέβαλε κατά τινα τρόπον τὰ δικαιώματά της; Θὰ ἀπαντούσαμεν, νομίζω, ὡς Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ἡ ὁποία ἔχει τὴν εὐθύνην διὰ τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν ὁλοκλήρου τοῦ κρατικοῦ μηχανισμοῦ, μὲ ἐκδήλωσιν σεβασμοῦ πρὸς τὴν δικαιοσύνην. Ἡ ἀπάντησις αὐτὴ καὶ παραδειγματικὴ θὰ ἦτο, ἀλλὰ καὶ σύμφωνος μὲ τὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἐδέχετο ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Θὰ σεβασθῶμεν, λοιπόν, τὴν δικαιοσύνην, ὄχι διὰ νὰ δεχθῶμεν ὅτι τὸ Βούλευμα αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀπόφασιν καταδικαστικὴν διὰ τὸν ὑπὸ κατηγορίαν Ὑπουργόν. Θὰ δεχθῶμεν ὅτι ὑπάρχει ὡς παραπεμπτικὸν βούλευμα καὶ λέγω: Ἐὰν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡμεῖς ἐπιλαμβανόμενοι τῆς ὑποθέσεως τῆς μεταφορᾶς καυσίμων, βάσει τῆς τακτικῆς διαδικασίας, δηλαδὴ βάσει γεγονότων, τὰ ὁποῖα θὰ περιέγραφεν ἡ ἀντὶ μηνύσεως πρότασις εἴκοσι βουλευτῶν, θὰ ὠφείλομεν καὶ πρὸ τῆς παραπομπῆς εἰς προανάκρισιν νὰ προβῶμεν εἰς εὐρεῖαν συζήτησιν τοῦ θέματος, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν εἶναι ὁ κατηγορούμενος Ὑπουργὸς ἄξιος νὰ παραπεμφθῇ εἰς προανάκρισιν. Ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει τὸ βούλευμα αὐτὸ τὸ παραπεμπτικὸν ὄχι διὰ τὸν Ὑπουργόν, ἀλλὰ διὰ τοὺς ἄλλους, νομίζω ὅτι εἶναι ἔργον πολιτικῆς σωφροσύνης καὶ σεβασμοῦ πρὸς τὴν δικαιοσύνην καὶ συνέσεως διὰ τὸ Σῶμα, δι’ ὅλα τὰ Κόμματα τοῦ Σώμματος αὐτοῦ, καὶ ἔργον προφυλάξεως τοῦ ἰδίου τοῦ ὑπὸ δίωξιν Ὑπουργοῦ, νὰ εἴπωμεν ὅτι, ἀφοῦ ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ ἔχει ἐπιληφθῆ τῆς ὑποθέσεως καὶ ἔχει συλλέξει ἕνα ἀνακριτικὸν ὑλικόν, βάσει τοῦ ὁποίου ἀνακριτικοῦ ὑλικοῦ ἔχει καταλήξει εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα διατυπούμενα ἐν ἀμετακλήτῳ βουλεύματι, αὐτομάτως προκύπτει δι’ ἡμᾶς ἡ ὑποχρέωσις νὰ ἐνεργήσωμεν ἀνάκρισιν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, παραπέμποντες τὸν ὑπὸ κρίσιν Ὑπουργὸν εἰς ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπήν. Διατί; Διότι μόνον ἐὰν μία Ἐπιτροπή, τὴν ὁποίαν θὰ κάμωμεν ἡμεῖς, ἀσκοῦσα ἀνακριτικὰ καθήκοντα, ἐπαναλάβῃ τὴν ἀνάκρισιν, βάσει τοῦ ἀνακριτικοῦ ὑλικοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει συλλέξει ἡ τακτικὴ ἀνάκρισις, προστιθεμένης τῆς ἀπολογίας τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τῶν στοιχείων, τὰ ὁποία θὰ δώσῃ ὁ Ὑπουργός, μόνον ἐὰν μία Ἐπιτροπὴ τοιαύτη ἤρχετο καὶ μᾶς εἰσηγεῖτο ἐδῶ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον ὁ Ὑπουργός, μόνον τότε θὰ ἐπείθομεν ὅτι ἠθελήσαμεν νὰ ἐλέγξωμεν τὴν ὅλην ὑπόθεσιν, ὡς εἴχομεν ὑποχρέωσιν ὡς δικασταὶ πλέον καὶ νὰ καταλήξωμεν εἰς συμπεράσματα διαφορετικὰ ἀπὸ τὸ Βούλευμα αὐτό, ἐνδεχομένως ἀπαλλακτικὰ διὰ τὸν ὑπὸ δίωξιν Ὑπουργόν. Διατί; Διότι ὡς Βουλή, ὡς ἀνάκρισις, ἔχομεν συλλέξει νέα στοιχεῖα καὶ τὴν ἀπολογίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει της ἡ τακτικὴ δικαιοσύνη, ἡ ἐκδοῦσα τὸ Βούλευμα.
§53Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ παρεξηγηθῶ, ὅτι αἱ παρατηρήσεις τὰς ὁποίας ἔφερα δὲν ἀπέβλεπον εἰς τοῦτο. Μόνον διὰ τῆς κινήσεως τοῦ Νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» θὰ ἀντιμετωπίζετο. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν τὰ περιεχόμενα εἰς τὸ Βούλευμα διεβιβάζοντο ἁπλῶς ὡς πορίσματα τοῦ εἰσαγγελέως ἢ τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ διεβιβάζοντο εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, πάλιν εἴχομεν ὑποχρέωσιν νὰ κινήσωμεν τὸν Νόμον καὶ νὰ ἐνεργήσωμεν προανάκρισιν.
§54Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἰς τὸ στάδιον ποὺ εὑρισκόμεθα πρόκειται νὰ ἀπορρίψωμεν τὴν πρότασιν ἢ νὰ ψηφίσωμεν τὴν παραπομπὴν εἰς ἀνάκρισιν. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ συζητήσωμεν αὐτὸ τὸ θέμα, καὶ μόνον αὐτό. Λέγω, λοιπόν, ὅτι αὐτομάτως, ὑπάρχοντος παραπεμπτικοῦ Βουλεύματος, πρέπει νὰ ἀποφασίσωμεν τὴν παραπομπὴν εἰς προανάκρισιν. Διὰ τοῦτο καὶ εἶπον ὅτι αἱ ἀπόψεις, τὰς ὁποίας θὰ ἐκθέσω, νομίζω ὅτι συντέμνουν κατά τι τὴν συζήτησιν. Ἕνεκα τούτου καὶ ἀνέμενον, ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν τέως Ὑπουργόν, ὄχι τὴν μεγάλην αὐτὴν ἀγόρευσιν, ἡ ὁποία δὲν ἦτο ἴσως ματαία, ἦτο ὅμως περιττὴ εἰς τὸ στάδιον αὐτὸ τῆς διαδικασίας, ἀλλ’ ἀνέμενον μίαν δήλωσιν. Ὅπως ἐζήτησε νὰ παραπεμφθῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπήν, νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν σήμερον καὶ νὰ εἴπῃ: Εἶμαι ἀθῶος. Ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ τὸ εἴπητε σήμερον, διότι δὲν θὰ πιστεύσῃ κανεὶς ὅτι δὲν ἐχαρίσθητε. Δι’ αὐτὸ ἐπιθυμῶ ὅπως ζητήσω νὰ γίνῃ ἡ ἀνάκρισις ἡ προβλεπομένη ἀπὸ τὸν Νόμον, ἐγὼ δὲ θὰ ἀπολογηθῶ εἰς τὴν ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ εἰς τὴν Βουλήν. Διότι ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Εὐβοίας, τὴν ὁποίαν παρηκολούθησα μὲ πλήρη προσοχὴν καί, ἂς εἴπω, μὲ συμπάθειαν—διότι πᾶς κατηγορούμενος εἶναι ἄξιος τῆς συμπαθείας—ἦτο περιττὴ εἰς τὸ στάδιον αὐτό. Διότι δι’ ἐμὲ ἡ τυχὸν μὴ παραπομπὴ εἰς ἀνάκρισιν τοῦ κ. Χατζηπάνου θὰ ἦτο, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν λέξιν, ἡ ὁποία ἔχει πολιτογραφηθῆ εἰς τὴν Βουλήν, ἠθικῶς καὶ πολιτικῶς ἀπαράδεκτος διὰ τὴν Βουλήν, εἰς τὸ στάδιον εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἡ ἀνάκρισις.
§55Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ. Πρόκειται περὶ λάθους. Ἡ διαδικασία ἡ προβλεπομένη ἀπὸ τὸν Νόμον ΦΠΣΤʹ τοῦ 1877 ἐν ἄρθρῳ 13 εἶναι σαφής. Λέγει ὅτι εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ κρίνει ἀναγκαίαν, δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν πρὸ πάσης ἀνακρίσεως καὶ ἀποφαίνεται διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας. Εἰς αὐτὸ τὸ στάδιον ἐγὼ εὑρῆκα τὴν συζήτησιν τὴν χθεσινὴν καὶ δι’ αὐτὸ σήμερον εἶπον ὅσα ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω, ἐφαρμόζων δηλαδὴ τὸν Νόμον.
§56Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε συνάδελφε, εἶμαι σύμφωνος, ὅτι τὸ σχετικὸν ἄρθρον λέγει, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει, ἐὰν θὰ περάσῃ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἢ θὰ παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς προανάκρισιν. Δύναται δὲ νὰ ἀκούσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου πρὸ πάσης ἀποφάσεως τὸν διωκόμενον.
§57Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ. Τὸ «δύναται» αὐτὸ τὸ ἔλυσεν ἡ Βουλὴ χθές. Ἐγὼ δὲν ἤμην χθὲς καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ ζητήσῃ τὴν ἐξέτασιν.
§58Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι. Νομίζω ὅτι δι’ ἀμοιβαίων παρεξηγήσεων μακραίνομεν τὸν ἰδικόν μου λόγον. Ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεφάσισεν. Ἡ Βουλὴ ἀντιθέτως ἠπόρησεν, ὅταν ἔγινε λόγος νὰ κληθῆτε εἰς τὴν Βουλήν, διότι τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Νόμου προβλέπει νὰ προσέλθῃ ὁ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι βουλευτής. Ἐξεφράσθη ἡ ἀπορία πῶς σεῖς δὲν παρίστασθε εἰς τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, δεδομένου ὅτι ἐκ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἐλάβατε γνῶσιν, ὅτι πρόκειται νὰ συζητηθῇ ἡ ὑπόθεσίς σας. Καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἐζήτησεν εἰς τὴν σημερινὴν συζήτησιν νὰ εἶσθε ὁ πρῶτος ὁμιλητής.
§59Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἐζήτησα, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἑρμηνεύων τὸ σχετικὸν ἄρθρον, εἶπεν ὅτι ἐφ’ ὅσον εἶναι βουλευτὴς ἠμπορεῖ εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ ὁμιλήσῃ. Οὕτως ἑρμηνεύεται τὸ ἄρθρον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εἶναι σήμερον πρῶτος ὁμιλητής. Τὸ «δύναται» κ. λ. π. ποὺ λέγει τὸ ἄρθρον ἡρμηνεύθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου οὕτω.
§60Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ. Σεῖς, κ. Τσιριμῶκο, λέγετε ὅτι ἐγὼ ἔπρεπε νὰ ἔλθω καὶ νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἐπιθυμῶ προανάκρισιν. Τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Νόμου ὅμως δὲν λέγει αὐτό. Ἰδοὺ τί λέγει σχετικῶς: (Ἀναγινώσκει τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ Νόμου). Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι αὐτὸ ποὺ ἔπραξα ἢ ὄχι;
§61Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Αἱ διατάξεις τὰς ὁποίας ἀνεφέρατε, κ. συνάδελφε, κατοχυρώνουν τὸ τυπικόν σας δικαίωμα τοῦ νὰ ὁμιλήσητε εἰς τὸ στάδιον τῆς προανακρίσεως καὶ μάλιστα τὸ δικαίωμά σας νὰ ζητήσητε νὰ μὴ παραπεμφθῆτε εἰς ἀνάκρισιν. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ τυπικοῦ ἐπιπέδου, ἐγὼ εἶπον ὅτι οὐσιαστικῶς, διὰ νὰ προφυλάξητε τὸν ἴδιον τὸν ἑαυτόν σας, ἀνέμενον, χωρὶς νὰ σᾶς τὸ προσάπτω, νὰ εἴπητε ὅτι μολονότι ἔχω πᾶν δικαίωμα νὰ ζητήσω νὰ μὴ παραπεμφθῶ εἰς ἀνάκρισιν, ζητῶ νὰ παραπεμφθῶ εἰς προανάκρισιν διὰ ν’ ἀποκαλυφθῇ καλύτερον ἡ ἀλήθεια καὶ ν’ ἀποδοθῶ λευκὸς εἰς τὴν κοινωνίαν, κατὰ τὴν καθιερωμένην ἔκφρασιν. Δὲν βλέπω, λοιπόν, νὰ διαφωνῶ διὰ τὰ τυπικά σας δικαιώματα, ὅπως δὲν βλέπω νὰ διαφωνῶ μὲ τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ συζητῇ ἐπὶ ἡμέρας ὁλοκλήρους ἐὰν θὰ σᾶς παραπέμψῃ εἰς τὴν προανάκρισιν καὶ τὸ τυπικὸν δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ μὴ σᾶς παραπέμψῃ. Λέγω ὅμως τὴν γνώμην μου κατ’ οὐσίαν, ὅτι κατὰ τὴν κρίσιν τὴν ἰδικήν μου, εἶναι ὀρθὸν ἀπέναντι τῆς κοινῆς γνώμης καὶ διὰ τὴ ἰδικήν σας προφύλαξιν ἀπέναντι πάσης παρεξηγήσεως ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ νὰ σᾶς παραπέμψῃ εἰς ἀνάκρισιν. Δὲν θὰ συμφέρῃ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ πάρῃ ἀπόφασιν περὶ μὴ παραπομπῆς σας εἰς τὴν προανάκρισιν, ὅταν ἔχῃ γίνει ὁλόκληρος ἀνάκρισις ἀπὸ τὴν τακτικὴν Δικαιοσύνην, ἡ ὁποία κατέληξεν εἰς ἕνα βούλευμα. Νομίζω ὅτι αὐτὸ κατὰ τὴν κοινὴν λογικὴν ἀποδεικνύεται ὀρθόν. Λέγω δέ, δὲν συμφέρει μόνον τὸ πρόσωπόν σας, κύριε συνάδελφε, συμφέρει ὁλόκληρον τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ἀλλὰ συμφέρει καὶ ὁλόκληρον τὸ Κόμμα εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκετε. Προχθὲς ὁ ἴδιος ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἔκαμεν ἕνα ὑπαινιγμὸν διὰ τὴν πολεμικὴν ἡ ὁποία γίνεται ἐναντίον ὁλοκλήρου τοῦ Κόμματος ἐξ ἀφορμῆς αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως. Χωρίζουν τόσον πολλαὶ καὶ τόσον βαθεῖαι διαφοραὶ τὸ Κόμμα εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω ἐγὼ καὶ τὸ Κόμμα εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκετε σεῖς, ὥστε νὰ εἶναι μακρὰν ἡμῶν ἡ προσωπικὴ ἐμπάθεια ἐναντίον τῶν στελεχῶν ποὺ ἀνήκουν εἰς τὸ ἰδικόν σας Κόμμα, διότι εἴμεθα πολὺ μακρυὰ ἀπὸ τὸ νὰ νομίζωμεν ὅτι πρέπει νὰ πολεμήσωμεν ἓν πρὸς ἓν τὰ στελέχη τοῦ Κόμματός σας διὰ νὰ βλάψωμεν αὐτὸ τὸ Κόμμα. Λέγω λοιπὸν ὅτι οὐδεὶς πλανᾶται ὅτι πέραν αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως ἀσκεῖται πολεμικὴ ἐναντίον τοῦ Κόμματός σας ἀπὸ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Τὸ ἴδιον τὸ Βούλευμα ὁμιλεῖ περὶ κύκλων πολιτικῶν ἰσχυρῶν, οἱ ὁποῖοι σᾶς ἐπηρέασαν καὶ ἐμφανίζεσθε σεῖς ὡς ἐκτελεστὴς ὡρισμένων θελήσεων ἀνωτέρων ἐξ ὑμῶν, ἢ ἰσχυροτέρων, ἢ πάντως ἀρκετὰ ἰσχυρῶν πολιτικῶν κύκλων. Καὶ ἐρωτῶ: Καὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας δὲν εἶναι καθῆκον νὰ ἑρμηνεύσῃ καὶ νὰ ἐλέγξῃ τί σημαίνουν ὅλα αὐτά; Καὶ τοῦ κόμματος τοῦ ἰδικοῦ σας δὲν εἶναι συμφέρον ν’ ἀποδειχθῇ ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα εἶναι ἀνύπαρκτα καὶ ὑπάρχουν μόνον εἰς τὴν πολεμικὴν τῶν ἐφημερίδων; Καὶ λέγω ὅτι ἄνευ τῆς ἐξονυχιστικῆς ἀνακρίσεως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο; Συμπεραίνων, διότι δὲν θέλω νὰ μακρύνω τὸν λόγον μου, λέγω: οὔτε ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ δυσχεράνω κανενὸς τὴν θέσιν, οὔτε διὰ νὰ λάβω θέσιν ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος, ἀνῆλθον μόνον ἴσως διότι εἶμαι νέος βουλευτής, ἐνῷ δὲν εἶμαι νέος ἄνθρωπος, καὶ νομίζω ὅτι ἐκφράζω ἀρκετὰ καλὰ τὸν παλμὸν τῆς κοινῆς γνώμης ὅταν λέγω ὅτι θὰ ἤθελα ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ καταναλίσκεται εἰς περιττὰς συζητήσεις, διὰ νὰ συζητήσῃ ὅλα τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάγκη νὰ συζητηθοῦν καὶ ἀνῆλθον μόνον εἰς τὸ βῆμα μήπως τυχὸν αὐτὴ ἡ πρότασίς μου, ἡ ἀπολύτως ἀντικειμενική, ὠφελήσῃ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ μίαν ταχεῖαν ἀπόφασιν καὶ νὰ μὴ γίνῃ ἡ ὑπόθεσις Χατζηπάνου συζήτησις εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ δέκα πέντε συναπτὰς ἡμέρας, ὅπου θὰ συζητοῦνται περιττὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα θὰ συζητηθοῦν κατὰ τὴν προανάκρισιν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ παραπεμφθῇ. Λέγω δὲ ὅτι μὲ τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν σώζομεν πράγματα, τὰ ὁποῖα καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ζητοῦμεν ριζικὰς μεταρρυθμίσεις, σεβόμεθα ἀπολύτως. Σώζομεν δύο παραδόσεις βαθύτατα ἐρριζωμένας εἰς τὴν ψυχὴν τῶν Ἑλλήνων καὶ αἱ ὁποῖαι ἀπετέλεσαν πάντοτε τὰ θεμέλια τῆς πολιτικῆς μας ζωῆς. Ἡ πρώτη εἶναι ὁ σεβασμὸς πρὸς τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ πρὸς τὸ ἀνεπηρέαστον τῆς συνειδήσεως τῶν δικαστῶν. Καὶ ἡ ἄλλη εἶναι ἡ παλαιὰ καὶ περίλαμπρος παράδοσις τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας, οἱ ὁποῖοι ἐγνώριζαν νὰ ζοῦν ἄψογα, νὰ «πεθαίνουν εἰς τὴν ψάθα» καὶ νὰ ἐπιζοῦν ὡς ὑποδείγματα εἰς τὴν μνήμην τῶν Ἑλλήνων. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τοῦ Κέντρου καὶ τῆς Ἀριστερᾶς).
§62Γ. ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ λάβω τὸν λόγον μολονότι λίαν ἁρμοδιώτεροι ἐμοῦ θὰ ὁμιλήσουν διὰ τὴν νομικὴν πλευράν, διὰ τοὺς συνταγματικοὺς τύπους καὶ διὰ τὰ ἄλλα τὰ ὁποῖα ἤδη ἠκούσαμεν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ διακηρύξω ἐν συνεχείᾳ πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, τὸν ὁποῖον διεδέχθην, εἶναι τὸ ὅτι ἡμεῖς οἱ διὰ πρώτην φορὰν εὑρισκόμενοι εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην νὰ μεταφέρωμεν πραγματικῶς τὴν διαμαρτυρίαν τῆς κοινῆς γνώμης, ὅτι ἀντὶ νὰ καταναλισκώμεθα ἐπ’ ἀόριστον εἰς ζητήματα εἰς τὰ ὁποῖα ἀσφαλῶς πρέπει νὰ περιορισθῶμεν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον, θὰ πρέπῃ νὰ κυττάξωμεν τὴν οὐσίαν. Καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος, δηλαδὴ ἀντὶ νὰ ἀσχολούμεθα μὲ τοὺς τύπους καὶ μὲ τὰς νομικὰς ἑρμηνείας, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαραίτητον εἶναι εἴτε Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ συσταθῇ, εἴτε Εἰδικὸν Δικαστήριον, πραγματικὰ ἡ Βουλὴ σεβομένη ἑαυτὴν ν’ ἀποφανθῇ ὅτι χωρὶς περιττὰς συζητήσεις καὶ χωρὶς νὰ κωλύεται ἀπὸ νόμον, ἀπὸ τύπον καὶ ἀπὸ διαδικασίαν θὰ παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ ὅλον τὸν καιρὸν ν’ ἀκούσῃ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὁ ὁποῖος εἶπε τόσα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς καὶ θὰ βγάλῃ τὴν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία θὰ δώσῃ τὸ κῦρος καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κατηγοροῦνται, ἢ θὰ κατηγορηθοῦν εἰς τὸ μέλλον ἀδιακρίτως τῆς παρατυπίας ἢ ὄχι, τὴν ὁποίαν διέπραξαν οἱ δικασταί, διότι ὑπάρχει ἕνα βούλευμα καὶ ἔγινε τόσος θόρυβος, ὥστε τὸ νὰ περιοριζώμεθα ἐὰν τύποις ἢ ὄχι αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις χρειάζεται Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπήν, ἢ Εἰδικὸν Δικαστήριον, νομίζω ὅτι δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν ἀξίωσιν τῆς κοινῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν νομίζω ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ σεβασθῶμεν περισσότερον.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Κανελλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§64Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶχα ὑπ’ ὄψει μου νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα. Ἡ ἀγόρευσις ὅμως τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Τσιριμώκου, ἡ ὁποία παραδόξως, τὸ ὁμολογῶ μετὰ βαθυτάτης λύπης μου, συνήντησεν τὴν ἀπάθειαν, τὴν ὁποίαν δὲν ἀνέμενον, τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, μὲ ἀναγκάζει νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου. Ὁ κ. Τσιριμῶκος διὰ τοῦ ἐπιλόγου του, τὸν ὁποῖον ἐφιλοτέχνησε καὶ ὁ ὁποῖος προέκυψεν ἀπὸ εἰδικὴν προετοιμασίαν ἢ αὐτομάτως—δὲν θέλω νὰ ἀμφισβητήσω τὴν δυνατότητα τῆς δευτέρας ἐκδοχῆς—διὰ τοῦ ἐπιλόγου του ἐπετέθη ἐμμέσως ἐναντίον τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ ὁ πολιτικὸς κόσμος, ἰδίᾳ δὲ τὸ κόμμα, μέλος τοῦ ὁποίου ἔδωκε τὴν ἀφορμὴν εἰς τὴν ἀποψινὴν συζήτησιν, ἐπέδειξεν ἀπάθειαν. Ἐγώ, δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἐπιδείξω τὴν αὐτὴν ἀπάθειαν. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ κ. Τσιριμῶκος νὰ ὑπενθυμίζῃ τὴν διαγωγὴν καὶ τὸν βίον τῶν ἡγετῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε ἔζων καθ’ ὃν τρόπον ἔζων εἰς τὴν ἀπόλυτον σχεδὸν πενίαν καὶ ἀπέθνησκον, ὅπως εἶπεν, εἰς τὴν ψάθαν. Διότι πιστεύω ὅτι οἱ περισσότεροι ἐκ τῶν ἀπαρτιζόντων καὶ τὸν σημερινὸν πολιτικὸν κόσμον, διέπονται ἀπὸ τὰς αὐτὰς ἀρχάς, διέπονται ἀπὸ τὴν αὐτὴν προσήλωσιν εἰς τὸ Ἐθνικὸν καθῆκον, διέπονται ἀπὸ τὴν αὐτὴν βασικὴν ἀρχὴν ἡ ὁποία ἐπιβάλλει ὅπως ἀναλισκώμεθα καὶ ὡς σώματα καὶ ὡς ψυχαὶ καὶ ὡς οἰκονομικοὶ παράγοντες, ὅσοι τυχὸν ἔχομεν περιουσίαν, ὅπως ἀναλισκώμεθα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Πατρίδος. Ὁ λόγος ὅμως, κύριοι, ὁ ὁποῖος μὲ ἠνάγκασε νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα, δηλ. ὁ ἐπίλογος τοῦ κ. Τσιριμώκου, ἐπέβαλε τοσούτῳ μᾶλλον εἰς τὸ κόμμα τὸ Λαϊκὸν ὅπως ἐπιμείνῃ εἰς τὴν παραπομπὴν τοῦ κ. Χατζηπάνου εἰς ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπήν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῶ ὅπως παραμείνῃ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἄνευ ἀπαντήσεως, καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ἀπαθῆ ἀνοχὴν τὴν ὁποίαν ἐπέδειξεν ἀπόψε τὸ Λαϊκὸν κόμμα, ἔμμεσος ἐπίθεσις ἡ ὁποία ἐξετοξεύθη ἀπὸ ἐκείνης τῆς πλευρᾶς. Δὲν δίδω τὸ δικαίωμα εἰς ἐκείνην τὴν πλευρὰν νὰ προβαίνῃ εἰς τόσον δριμείας ἐπιθέσεις ἐναντίον τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Ἀλλὰ δὲν νομίζω, ἐξ ἄλλου, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπιδεικνύωμεν καὶ ἡμεῖς δηλ. νὰ ἐπιδεικνύετε σεῖς, αὐτὴν τὴν ἀνοχὴν καὶ τὴν ἀπάθειαν. Εἶπεν ὁ κ. Τσιριμῶκος.....
§65Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τὸ Λαϊκὸν κόμμα ὑπέβαλε τὴν πρότασιν καὶ πρῶτον αὐτὸ ἔδωσε τὴν ἀφορμὴν διὰ τὴν συζήτησιν. Περὶ ποίας ἀπαθείας ὁμιλεῖτε;
§66Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ γνωρίζω. Μὴ μὲ διακόπτετε. Τὰς διακοπάς σας, ἀγαπητὲ φίλε, ἔπρεπε νὰ τὰς κάμητε ὅταν ὡμίλει ὁ κ. Τσιριμῶκος καὶ ὄχι ὅταν ὁμιλῶ ἐγώ. Τὴν διακοπὴν καὶ τὴν διαμαρτυρίαν σας ἔπρεπε νὰ τὴν κάμητε ὅταν ὡμίλει ὁ κ. Τσιριμῶκος. Δὲν ἔπρεπε καὶ δὲν ἀνέμενον ἀπὸ τὸ Λαϊκὸν κόμμα νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τὴν ἀριστερὰν νὰ καταδικάσῃ τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς Ἑλλάδος.
§67Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε νὰ ἀπαντήσω.
§68Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δέχομαι διακοπάς. Διδασκαλίαν ἐγὼ τοὐλάχιστον, δὲν ἠξεύρω ἂν σεῖς, κ. Βουλευταὶ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος δέχεσθε διδασκαλίαν ἀπὸ τὸν κ. Τσιριμῶκον, ἀλλ’ ἐγὼ διδασκαλίαν ἐπὶ ἠθικῶν θεμάτων τοῦ πολιτικοῦ μας βίου δὲν δέχομαι ἀπὸ τὸν κ. Τσιριμῶκον. (Θόρυβος, διαμαρτυρίαι, κωδωνοκρουσίαι).
§69Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρερμηνεύετε σκοπίμως τὰ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Τσιριμῶκος. (Ὁμιλεῖ ἐν μέσῳ θορύβου, μὴ ἀκουόμενος καλῶς). Ὁ κ. συνάδελφος εἶπεν ὅτι ὁ πολιτικὸς κόσμος ὑπῆρξε κατὰ παράδοσιν τίμιος εἰς τὴν χώραν μας. Καὶ ὁ σημερινὸς πολιτικὸς κόσμος εἶναι τίμιος καὶ θὰ τὸ ἀποδείξῃ. Σεῖς ἔρχεσθε τώρα διὰ νὰ διαστρεβλώσητε τὸν λόγον τοῦ κ. συναδέλφου διὰ νὰ ἄρητε εὐκόλους νίκας. Αὐταὶ αἱ παραποιήσεις ἀνήκουν εἰς τὴν παλαιὰν νοοτροπίαν. Δὲν εἶναι τρόπος συζητήσεως αὐτός. (Χειροκροτήματα).
§70Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ἐπιβάλητε σιωπὴν εἰς τοὺς θορυβοῦντας.
§71Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐπιβάλητε κατὰ πρῶτον λόγον εἰς τὸν ἑαυτόν σας σιωπήν. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ διαστρέφετε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, τοὺς λόγους συναδέλφων.......
§72Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ σταματήσητε. (Θόρυβος—κωδωνοκρουσίαι).
§73Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δεχόμεθα ἀπὸ σᾶς διδάγματα ἠθικῆς. Τὸ γεγονὸς ὅτι εἴχομεν τὸ σθένος νὰ παραπέμψωμεν συνάδελφον εἰς τὸ εἰδικὸν Δικαστήριον διὰ νὰ ἀποδείξῃ τὴν ἀλήθειαν ἀποδεικνύει ὅτι ἔχομεν τὴν δυνατότητα νὰ παρέχωμεν ἡμεῖς διδάγματα......
§74Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶμαι ὁ μόνος ὁ ὁποῖος δικαιοῦμαι νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν εἰς τὸν κ. ἀρχηγὸν τοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος, διότι νομίζω ὅτι σπρώχνει τὴν συζήτησιν εἰς θέματα τὰ ὁποῖα δὲν ἐτέθησαν. Ἐγώ, ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου εἶπον, ὅτι μολονότι ἡμεῖς ἀνήκομεν εἰς τὴν ἀριστερὰν—τὴν ὁποίαν δὲν συμπαθεῖ ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος καὶ καλὰ κάνει—καὶ ζητοῦμεν ριζικὰς μεταβολάς, ἐν τούτοις σεβόμεθα τὰς παραδόσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ἡ παράδοσις τῆς ἐντιμότητος τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας. Δὲν ἠθέλησα μὲ αὐτὸ νὰ θίξω κανένα οὔτε νὰ εἴπω ὅτι οἱ παλαιότεροι πολιτικοὶ ἄνδρες ἦσαν ἔντιμοι καὶ οἱ παρόντες δὲν εἶναι ἔντιμοι, διότι εἰς αὐτοὺς ἀνήκω καὶ ἐγὼ προσωπικῶς. Ἄλλωστε, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ θεωροῦμεν ὅτι τὸ θέμα τὸ ὁποῖον τίθεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀφορᾷ ὁλόκληρον τὸ Λαϊκὸν κόμμα τὸ ὁποῖον....... (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι).
§75Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντιδιαστολὴ μεταξὺ τοῦ παλαιοῦ καὶ τοῦ νέου κόσμου, μήπως ἔγινεν ἀπὸ σᾶς;
§76Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀνέφερα τὴν πολεμικὴν ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας.
§77Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρὸς τὸν κ. Στεφανόπουλον). Συγχαρητήρια διὰ τὴν πρόοδον τὴν ὁποίαν σημειώνετε εἰς τὴν πολιτικήν σας σταδιοδρομίαν (θόρυβος).
§78Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ προσπάθεια τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Ἑνωτικοῦ κόμματος νὰ ὀξύνῃ τὴν συζήτησιν διὰ νὰ προκαλέσῃ διαμαρτυρίας, εἶναι προσπάθεια ἀντεθνική. Εἴπατε μερικὰ πράγματα.......
§79Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω........
§80Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νά...... (θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι).
§81Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶμαι εὐτυχὴς ὅτι βάλλομαι καὶ ἐκ μέρους τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς καὶ ἐκ μέρους τῆς ἄκρας δεξιᾶς τοῦ κ. Κανελλοπούλου. Εἶμαι εὐτυχέστερος ἀκόμη διότι διεπιστώθη ἐπὶ τέλους εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν τελευταίων 10 ἐτῶν ὅτι ἡ ἄκρα δεξιὰ καὶ ἡ ἄκρα ἀριστερὰ συνειργάσθησαν ἐπανειλημμένως διὰ νὰ φέρουν τὸν τόπον εἰς τὸ βάραθρον εἰς τὸ ὁποῖον εὑρισκόμεθα. (Χειροκροτήματα).
§82Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος δὲν γνωρίζει ἱστορίαν, δὲν ἔχει μνήμην καὶ ὁμιλεῖ κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς παραδόσεις τὰς Κοινοβουλευτικάς. Δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ ὅπως ὡμίλησε, δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ χαρακτηρίσῃ τὸ Ἑνωτικὸν κόμμα, ὅπως ἐκεῖνος νομίζει. Τὸ Ἑνωτικὸν κόμμα δὲν ἀνήκει εἰς τὴν ἄκραν δεξιάν, ἀλλὰ ἀνήκει ἐκεῖ ὅπου οἱ ἀπαρτίζοντες αὐτὸ πιστεύουν ὅτι ἀνήκει καὶ.........
§83ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῦ;
§84Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. ........ καὶ δὲν δίδει τὸ δικαίωμα εἰς οὐδένα, οὔτε εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, οὔτε ἐξ ἄλλου εἰς τὴν ἄκραν ἢ μέσην ἀριστεράν, τὸ δικαίωμα νὰ χαρακτηρίζουν αὐτοὶ τὸ Ἑνωτικὸν Κόμμα. Δεύτερον, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος προέβη εἰς τὴν διατύπωσιν ἑνὸς ψεύδους, διότι οὐδέποτε συνεμάχησα μὲ τὴν ἄκραν ἀριστεράν.
§85Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Δὲν εἶπε τοιοῦτον πρᾶγμα.
§86Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Βάλλετε...... (Θόρυβος — διαμαρτυρίαι).
§87Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ πρακτικὰ εἶναι μάρτυρες, ἂν ὁ κ. Τσαλδάρης εἶπεν αὐτὴν τὴν φράσιν. Ἐκτός, ἂν τὴν ἀνακαλῇ.
§88Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἀνακαλῶ τίποτε...... (Θόρυβος).
§89Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν δὲν τὴν ἀνακαλῇ, τότε εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπαναλάβω ὅτι ἢ τὸν ἀπατᾷ ἡ μνήμη ἢ σκοπίμως διατυπώνει αὐτά.
§90Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἔχομεν φωτογραφίας τοῦ Ἄρη Βελουχιώτη μὲ σᾶς εἰς τὰς Πάτρας. Ἀφοῦ θέλετε, νὰ σᾶς δώσω τὴν ἀπάντησιν. Δὲν εἶναι συμμαχία, ὅταν εἶσθε φωτογραφημένος μαζὶ μὲ τὸν Ἄρην Βελουχιώτην; (Θόρυβος).
§91Π. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ. Πρὸς Θεοῦ, σταματῆστε, κύριοι, καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν πρὸς τὸ συμφέρον τῆς δυστυχισμένης αὐτῆς χώρας, ἀξίας καλυτέρας τύχης. Ἄλλως διακόψατε κ. Πρόεδρε, διὰ νὰ συνέλθωμεν, διότι ἐπήραμεν κατήφορον. Πρὸς Θεοῦ, σταματῆστε!
§92Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Μουτζουρίδη, ἀντιλαμβάνομαι τὴν ἁγνότητα τῆς ἐθνικῆς σας ἐξεγέρσεως, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ κάμετε τὰς συστάσεις σας εἰς τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγόν σας καὶ εἰς τὸν κ. Καλκάνην. Διότι ἐγὼ διεπίστωσα μίαν πραγματικότητα, ἐκεῖνοι δὲ προβαίνουν εἰς διατύπωσιν συκοφαντιῶν. Ἐγὼ διεπίστωσα ὅτι ἡ ἐπίθεσις τοῦ κ. Τσιριμώκου ἔμεινεν ἄνευ ἀπαντήσεως καὶ ἀφῆκεν ἀπαθῆ τὴν πτέρυγα κατὰ τῆς ὁποίας κατ’ οὐσίαν ἐστρέφετο. Καὶ ἂν δὲν ἀνηρχόμην εἰς τὸ βῆμα, αὔριον τὸ πρωΐ ὁ Ἑλληνικὸς τύπος, κ. βουλευταί,—καὶ ἀπευθύνομαι εἰδικώτερον πρὸς τοὺς βουλευτὰς τῆς δεξιᾶς, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἀνήκω...
§93Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω τοῦτο: Ὅτι οὐδεὶς ὑπαινιγμὸς ὁθενδήποτε προερχόμενος δὲν δύναται οὔτε νὰ μᾶς θίξῃ, οὔτε νὰ μᾶς ἀφορᾷ. Πολλῷ μᾶλλον δὲν δεχόμεθα μαθήματα ἀπὸ τὴν ἄκραν ἀριστερὰν διότι πρέπει νὰ πληροφορηθῇ καὶ τοῦτο ἡ Βουλὴ ἐὰν δὲν τὸ γνωρίζῃ: Ὅτι ὅταν ἡ Πατρίς μας ὑπεδουλώθη, ἡμεῖς ἐτέθημεν ὑπὸ κατηγορίαν καὶ ἐφηρμόσθη ἐναντίον μας ὁ νόμος τοῦ «πόθεν ἔσχες». Ὁλόκληρος ἡ περιουσία μας ἀλλὰ καὶ τῶν συγγενῶν μας ἀκόμα ἐτέθη ὑπὸ δέσμευσιν καὶ ἀκινητοποίησιν ἐπὶ ὁλόκληρα ἔτη μέχρις ὅτου λόγῳ τοῦ πληθωρισμοῦ ἐξηνεμίσθη. Καὶ ἐν τούτοις παρὰ τὸ δυσμενὲς πνεῦμα ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἐνηργήθη ὅλη ἡ ἀνάκρισις καὶ ἡ ἔρευνα ἐξεδόθη Βούλευμα ἀπαλλακτικὸν ὅτι εἴμεθα τίμιοι ἄνδρες, τιμίως διαχειρισθέντες τὰ κοινά. Ἑπομένως οὐδενὸς οἱ λόγοι δύνανται νὰ ἀφοροῦν ἡμᾶς.
§94Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ παρεμβάλλετε, κύριοι, ἄλλο θέμα. Ἀξιότιμε ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας συνάδελφε, ὁ ὑπαινιγμός μου δὲν ἀφεώρα κανέναν, ἀκόμη δὲ ὀλιγώτερον ἐκείνους ἐκ τῆς δεξιᾶς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνήκουν εἰς τὸ Κόμμα κατὰ τοῦ ὁποίου ἐπετέθη εἰδικῶς ὁ κ. Τσιριμῶκος, ἔστω καὶ ἐμμέσως. Ἑπομένως εἶναι παράδοξον πὼς ἐξελάβετε τὰς φράσεις μου ὡς φράσεις δυναμένας νὰ στραφοῦν ἐναντίον σας. Οὔτε ἐναντίον τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος στρέφονται οἱ φράσεις μου. Ἁπλούστατα, διεπίστωσα ἓν γεγονός. Εἶπον ὅτι ἀφῆκε τὴν Βουλὴν ἀπαθῆ ἡ στάσις τοῦ κ. Τσιριμώκου. Δεύτερον, πρὸ ὀλίγου, συμπληρῶν ὡρισμένην φράσιν μου, ἤθελα νὰ εἴπω, ὅτι αὔριον τὴν πρωΐαν ὁ Ἕλλην ἀναγνώστης, ὁ ὁποῖος θὰ ἤνοιγε τὰς Ἑλληνικὰς ἐφημερίδας, θὰ ἔβλεπεν ὅτι ὁ ἐκπρόσωπος τῆς ἀριστερᾶς, ὁ κ. Τσιριμῶκος, μὲ τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχει, προέβη εἰς ὡρισμένους βαρυτάτους ὑπαινιγμοὺς καὶ ὅτι τὸ Κόμμα κατὰ τοῦ ὁποίου ἐστράφησαν οἱ ὑπαινιγμοὶ αὐτοὶ καὶ ἡμεῖς ὅλοι, οἱ ὁποῖοι ἀνήκομεν εἰς τὸν ἐθνικὸν πολιτικὸν κόσμον, ἐμείναμεν ἀπαθεῖς. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοῦ ἐπέβαλε νὰ ὁμιλήσω.
§95Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ἀπὸ τὸν κ. Τσιριμῶκον ἀναμένομεν πάντοτε τοιαύτας ἐπιθέσεις, ὄχι ὅμως καὶ ἀπὸ σᾶς. Δὲν ἔπρεπε νὰ ἀκουσθοῦν αἱ φράσεις αὐταί. (Θόρυβος).
§96Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν ἤδη ἀπαντήσει ὡς ἄτομα καὶ ὡς Κόμμα, ὥστε νὰ μὴ μένῃ στάδιον διὰ καμμίαν παρεξήγησιν. Δὲν εἴχομεν, ἑπομένως, κανένα λόγον νὰ ἀπαντήσωμεν εἰς τὸν κ. Τσιριμῶκον, ποὺ ἄλλως τε, δὲν εἶχον τίποτε τὸ προσβλητικὸν αἱ φράσεις του.
§97Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, λυποῦμαι διότι ἀπῄτησα εὐθιξίαν μεγαλυτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἰσχυρίζεσθε ὅτι ἔχετε. Νομίζω, ὅτι ἡ εὐθιξία τοῦ ἐθνικοῦ πολιτικοῦ κόσμου θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι μεγαλυτέρα. Καὶ δὲν νομίζω ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἠλείας συνάδελφος, ὁ κ. Στ. Στεφανόπουλος, εἶχε τὸ ἠθικὸν δικαίωμα νὰ ἀγανακτήσῃ μέχρι τοῦ σημείου εἰς τὸ ὁποῖον ἠγανάκτησε. Δὲν νομίζω ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἀγανακτήσῃ μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ ἐκ τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἐγὼ διετύπωσα, τὴν στιγμὴν ποὺ δὲν εἶχεν ἀγανακτήσει δι’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Τσιριμῶκος.
§98Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Τσιριμῶκος σᾶς ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν καί, ἐν τούτοις, ἐξακολουθεῖτε ἐπιμένοντες. Τὰ εἶπε τόσον σαφῶς καὶ τόσον καθαρά, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ κανεὶς λόγος παρεξηγήσεως.
§99Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πολὺ εὐχάριστον ὅτι εἶσθε εὐχαριστημένος. Εἶναι σημεῖον τῶν καιρῶν.
§100Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιμονή σας, παρὰ τὴν ρητὴν βεβαίωσιν τοῦ συναδέλφου καὶ ἐπὶ ἀνυπάρκτου πλέον ζητήματος, ἀποτελεῖ ἀτυχῶς λογοκοπίαν..... (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§101Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ διακοπαί σας καὶ αἱ παρατηρήσεις σας νομίζω ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παραλειφθοῦν. Δὲν ἀνταποκρίνονται οὔτε εἰς τὸ ἦθος, οὔτε εἰς τὴν παράδοσίν σας. Νομίζω ὅτι εἶσθε ἱκανὸς νὰ χρησιμοποιῆτε ἐπιχειρήματα, ἑπομένως δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ καταφεύγετε εἰς τοιούτου εἴδους φρασεολογίαν. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐξάπτεσθε εὔκολα καὶ ὅτι, τὴν στιγμὴν ποὺ ἐξάπτεσθε, προβαίνετε εἰς τὴν διατύπωσιν φράσεων, τὰς ὁποίας δὲν ἐλέγχετε ἀπολύτως καί, ὡς ἐκ τούτου, δὲν παρεξηγῶ τὰς φράσεις αὐτάς.
§102Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἕνας τρόπος ἱκανοποιήσεως ἢ μᾶλλον αὐτοϊκανοποιήσεως.
§103Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, θὰ ἐνόμιζον, ἀσχέτως τῶν ὅσων ἐλέχθησαν ἀπόψε, ἀσχέτως τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. Τσιριμῶκος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ ὑπόθεσις πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἀνακριτικὴν ἐπιτροπήν. Πιστεύω ὅτι ἡ ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή, τὸ ἐλπίζω μᾶλλον κατὰ τρόπον θετικόν, ὅτι καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Χατζηπάνου θὰ προστατεύσῃ καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὑπόληψιν ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος θὰ διασώσῃ. Νομίζω, κ. βουλευταί, ὅτι, παρὰ τὰς δριμυτάτας ἐπιθέσεις, τὰς ὕβρεις σχεδόν, τὰς ὁποίας ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ ἐκτοξεύσῃ καὶ ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ ὁ ἀξιότιμος καὶ ἀγαπητὸς ἐκ Λευκάδος βουλευτὴς κ. Καλκάνης, παρὰ τὰς ὕβρεις τὰς ὁποίας ἐξετόξευσαν— διότι πρόκειται περὶ ἱστορικῶν ὕβρεων—νομίζω, ὅτι δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα, σεβόμενος τὴν συνείδησιν τῶν ἀπαρτιζόντων τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων, σεβόμενος τὴν συνείδησιν ὅλων τῶν Ἑλλήνων, καί, εἰδικώτερον, ἐκείνων ποὺ ζοῦν εἰς τὸν Μωρηᾶ κ. Καλκάνη,—σεῖς δὲν ἐζήσατε τὰ γεγονότα, οὔτε γνωρίζετε τὸ τὶ συνέβη ἐκεῖ κατὰ τὸ 1944—σεβόμενος τὴν συνείδησιν ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ζοῦν εἰς τὸν Μωρηᾶ, νομίζω ὅτι δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ δώσω ἀπάντησιν εἰς τὰς παρατηρήσεις καὶ εἰς τοὺς ὑβριστικοὺς ὑπαινιγμοὺς τόσον τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ὅσον καὶ τοῦ κ. Καλκάνη.
§104Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἔπρεπε νὰ πάρετε μίαν ἀπάντησιν. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§105Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δέχομαι διακοπάς. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοῦ συγχωρήσῃ, ἐὰν ἔγινα ἀφορμή, χωρὶς νὰ τὸ θέλω, νὰ διαταραχθῇ ἡ ἀτμόσφαιρα, ἡ μᾶλλον εἰδυλλιακή, ἐντὸς τῆς ὁποίας διεξήγετο ἡ συζήτησις. Πρέπει νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ εἰδυλλιακὴ ἐκείνη ἀτμόσφαιρα καὶ τὸ εἰδύλλιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀρχίσει νὰ ἐκδηλοῦται μεταξὺ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ τοῦ κ. Τσιριμώκου ὁμιλοῦντος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ εἰδυλλιακὴ αὐτὴ ἀτμόσφαιρα ἔπρεπε νὰ συνεχισθῇ. Λυποῦμαι διότι διέκοψα αὐτὴν τὴν συνέχειαν. Παρακαλῶ νὰ ἐπαναληφθῇ. (Χειροκροτήματα).
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τουρκοβασίλης ἔχει τὸν λόγον.
§107Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί, παρουσιάσθη διὰ πρώτην φορὰν κατὰ τὴν συνεδρίασιν αὐτὴν μία διαταραχή, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς μᾶς ἔφερεν εἰς τὸν νοῦν μας πράγματα τοῦ προσφάτου καὶ ἀπωτέρου παρελθόντος πολὺ δυσάρεστα, τὰ ὁποῖα ἠθέλομεν εἰλικρινῶς νὰ τὰ λησμονήσωμεν, ἀλλὰ δυστυχῶς, δὲν βοηθούμεθα πρὸς τοῦτο. Θὰ ἔλεγα ὅτι συμμερίζομαι ἀπολύτως τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ ἄρτι ἐκ τοῦ βήματος κατελθόντος, μὲ μίαν διαφοράν: Ὄτι ἡ ἐπίθεσις κατὰ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὡς ἐπιδείξαντος δῆθεν ἀπάθειαν, δὲν ἔχει βάσιν. Διότι τὸ Λαϊκὸν Κόμμα εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἔκαμε κάτι τι παρὰ πάνω ἀπὸ ὅ,τι θὰ προσεδόκα κανείς. Τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἐζήτησε τὸ ἴδιον τὴν παραπομπὴν τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ἐκλεκτοῦ στελέχους αὐτοῦ. Ὁ κ. Κανελλόπουλος ἐξ ἄλλου σημείου ἐξεκίνησε καὶ φοβοῦμαι ὅτι ἐξωλίσθησεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τῆς ἐπιθέσεως κατὰ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Οὕτω κατὰ τὴν συζήτησιν μὲ σχετικὴν ἔξαρσιν καὶ ὀλίγην ἀγανάκτησιν ἐδήλωσεν ὅτι ἐγὼ «δὲν ἀνήκω οὔτε εἰς τὴν δεξιάν, οὔτε εἰς τὴν ἀριστεράν». Ἡμεῖς δὲν ἐρωτῶμεν τὸν κ. Κανελλόπουλον νὰ μᾶς εἴπῃ, ποῦ ἀνήκει. Ὅμως θὰ ἤθελα νὰ μάθω, ἐπειδὴ ἀνήκω ἐγὼ εἰς τὴν δεξιὰν καὶ τὴν ἄκραν δεξιὰν μάλιστα, ἤθελα νὰ μάθω, τί εἶναι αὐτὴ ἡ δεξιὰ καὶ κατὰ τί ἔβλαψε τὸν τόπον κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια, ὥστε ν’ ἀρνοῦνται τόσον ὁ κ. Κανελλόπουλος, ὅσον καὶ ὁ κ. Τσαλδάρης καὶ μάλιστα μετ’ ἀγανακτήσεως ὅτι δὲν εἶναι δεξιά. Εἶναι τόσον κακὴ ἡ ἔννοια δεξιά; ἢ κατήντησεν ὀλίγον τῆς μόδας νὰ λέγωμεν ὅτι δὲν εἴμεθα δεξιοί. Ἐνῷ ἡ πραγματικὴ ἔννοια τῆς λέξεως δεξιὸς εἶναι τοιαύτη ὥστε θὰ ἔπρεπε νὰ καυχώμεθα δι’ αὐτό. Θὰ προσπαθήσω ὅμως ἐγὼ νὰ δώσω τὴν ἑρμηνείαν τοῦ, τὶ ἐστὶ δεξιὸς καὶ τὶ εἶναι δεξιὰ παράταξις. Οὕτω, καθ’ ἡμᾶς δεξιοὶ εἶναι οἱ Ἕλληνες ἐκεῖνοι οἱ Ἐθνικόφρονες ἑκατὸν τὰ ἑκατόν, οἱ ὁποῖοι εἴτε οἱ ἴδιοι, εἴτε ἔστειλαν τὰ παιδιά των διὰ νὰ προτάξουν τὰ στήθη των καὶ νὰ ἀφήσουν τὰ ὀστᾶ των εἰς τὰ διάφορα μέτωπα κατὰ τῶν ὀπαδῶν καὶ ψηφοφόρων τοῦ κ. Τσιριμώκου, (χειροκροτήματα), ἀριστερὰ δὲ παράταξις καὶ ἀριστεροὶ ἐὰν θέλῃ νὰ δώσω καὶ τοῦ κ. Τσιριμώκου τὸν προσήκοντα χαρακτηρισμόν του καὶ τὴν πραγματικὴν ἑρμηνείαν τῆς λέξεως ἀριστερός, εἶναι ἐκεῖνοι οἱ Ἕλληνες ἀτυχῶς, οἱ ὁποῖοι ἐτέθησαν εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἐχθρῶν τῆς Πατρίδος μας καὶ ἐδέχθησαν νὰ τοὺς βοηθήσωσι διὰ νὰ ἀποσπάσουν Ἑλληνικὰ ἐδάφη ἀνήκοντα εἰς τὴν Πατρίδα μας καὶ διὰ νὰ ὑποδουλώσουν τὸν Λαόν μας καὶ νὰ τὸν θέσουν ἐντὸς τοῦ Σιδηροῦ Παραπετάσματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ διάκρισις εἰς δεξιοὺς καὶ ἀριστερούς, ἡ πραγματική. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ἄλλη ἑρμηνεία τῶν σχετικῶν λέξεων. Ἑπομένως, ἀδίκως διαμαρτύρονται οἱ κ. κ. Τσαλδάρης καὶ Κανελλόπουλος, ὅταν τοὺς ἀποκαλοῦν δεξιούς. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ διαφορισμοί, αὐτὴν τὴν ἔννοιαν πρέπει νὰ ἔχουν. Διότι πράγματι εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ἔχομεν οὔτε δεξιὰν οὔτε ἀριστερὰν παράταξιν, πολὺ ὀλιγώτερον Κέντρον. Ἔχομεν δεξιούς, δηλαδὴ ἐθνικόφρονας καὶ μὴ ἐθνικόφρονας τοὺς ὁποίους ὀνομάζετε ὅπως θέλετε, ἀντεθνικούς, ἀριστερούς, προδότας ὅπως θέλετε. Ἐννοεῖται ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ διαφοροποιήσεις τῶν Ἑλλήνων ἐδημιουργήθησαν ἀπὸ δημοσιογράφους ἀσυνειδήτους βεβαίως καὶ ἀνταποκριτὰς ἐνίων ξένων ἐφημερίδων, δηλαδὴ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἐλαφρῶς ἢ βαρέως κουκουεδίζοντας οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ παρουσιάσουν, ὅτι τὸν πόλεμον αὐτὸν ὁ ὁποῖος ἐξαπελύθη ἔξωθεν ἐναντίον τῆς Πατρίδος μας καὶ τὸν ὁποῖον διεξήγαγε τὸ Ἔθνος σύσσωμον, ὡς ἐμφύλιον δῆθεν καὶ ὅτι δὲν ἦτο τίποτε ἄλλο παρὰ μία σύγκρουσις μεταξὺ δεξιᾶς καὶ ἀριστερᾶς. Ἑπομένως ὁ ἐπίλογος τοῦ κ. Τσιριμώκου βουλευτοῦ Ἀθηνῶν ἢ Θεσσαλονίκης ἢ Πειραιῶς—διότι μόνον αἱ μεγαλουπόλεις μᾶς ἔδωσαν λόγῳ συγκεντρώσεως ἐν αὐταῖς τῶν κουκουέδων βουλευτὰς τοιούτους.—θὰ ἦτο πάρα πολὺ ὡραῖος καὶ θὰ ἐχειροκροτεῖτο καὶ ἀπὸ ἐμέ, ἐὰν δὲν προήρχετο ἀπὸ αὐτὸν καὶ ἐὰν δὲν ἦτο ἐκεῖνος οἷος εἶναι. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς καὶ τῶν θεωρείων). Ὁ κ. Τσιριμῶκος ἐπαναλέγω, ἔκαμεν ἕναν ὡραῖον ὄντως ἐπίλογον καὶ σᾶς βεβαιῶ εἰλικρινῶς ὅτι ἐὰν δὲν ἤξευρον ὁποῖος τις εἶναι ἐπαναλαμβάνω θὰ τὸν ἐχειροκρότουν πρῶτος. Διότι ὁ κ. Τσιριμῶκος μᾶς ὑπέμνησεν ὄντως δύο μεγάλας καὶ ὡραίας Ἑλληνικὰς παραδόσεις. Πρώτη παράδοσις εἶναι ἡ τῆς Ἑλληνικῆς δικαιοσύνης, τῆς λαμπρᾶς ὄντως Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης τῆς ὁποίας τὰς ἀποφάσεις εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ σεβώμεθα ὅλοι καὶ πρὸ παντὸς ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία. Ἀλλὰ ἤθελα νὰ μάθω, ὁ κ. Τσιριμῶκος ποὺ τὴν εἶχεν τὴν εὐαισθησίαν του αὐτήν, περὶ Ἑλληνικῆς δικαιοσύνης κεκρυμμένην κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς καὶ μετὰ ταῦτα μέχρι χθὲς καὶ μέχρι σήμερον ἀκόμη ὅταν ἐγένοντο αἱ σφαγαί, ἀπὸ τοὺς ὀπαδούς του καὶ τοὺς ἐκλογεῖς του κατὰ τῶν Ἐθνικοφρόνων Ἑλλήνων; Ποῦ εἶχε τοποθετήσει τὰς ἀντιλήψεις του αὐτὰς περὶ παραδόσεων τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τῆς Κυβερνήσεως τῶν βουνῶν; Πῶς συμβιβάζονται αἱ σήμερον ἐκτεθεῖσαι τόσον εὐφραδῶς ἰδέαι του καὶ συστάσεις του, περὶ δικαιοσύνης καὶ πολιτικῆς ἠθικῆς μὲ τὰ ὄργια τῶν λαϊκῶν δικαστηρίων τῶν ὁποίων τόσον ἐπαξίως προΐστατο; Ποῦ εἶχε τὴν σημερινήν του εὐαισθησίαν ὅταν τὰ βάραθρα τῆς Πελοποννήσου καὶ αἱ πηγάδες ἐγέμιζον ἀπὸ τὰ πτώματα τῶν ἐθνικοφρόνων, οἱ ὁποῖοι ἐρρίπτοντο εἰς τὰς πηγάδας αὐτὰς καὶ τὰ βάραθρα χωρὶς ἀκόμη νὰ ἔχουν ἀποθάνῃ μισοζώντανοι ἀκόμη καὶ αἱ οἰμωγαὶ τῶν ὁποίων ἠκούοντο ἐπὶ ἡμέρας ἤθελα νὰ μάθω ὁ κ. Τσιριμῶκος αὐτὴν τὴν εὐαισθησίαν του, περὶ παραδόσεων καὶ δικαιοσύνης τὴν ὁποίαν τόσον γλαφυρῶς μᾶς ἐπαρουσίασεν ἀπόψε ποῦ τὴν εἶχε κεκρυμμένην τότε;
§108Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Τσιριμῶκος τότε, ὁ ὁποῖος ὑπερημύνθη τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς δικαιοσύνης ἡγεῖτο τότε τῆς δικαιοσύνης ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν Π.Ε.Ε.Α. ὅταν ἐγὼ ἐκρατούμην αἰχμάλωτος ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν του εἰς τὰ στρατόπεδα τῆς Πελοποννήσου καὶ κατηρτίζοντο τὰ ὄργανα τῆς δικαιοσύνης ἀπὸ τοὺς διασημοτέρους σφαγεῖς καὶ ἀλήτας τῆς Πελοποννήσου. (Χειροκροτήματα).
§109Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, ὡς προερχόμενος ἐκ τῆς περιοχῆς τῆς Ρούμελης, ὅπου κατὰ τὴν κατοχικὴν περίοδον ἡ δρᾶσις τοῦ κ. Τσιριμώκου εἶχε κυρίως ἐκδηλωθῆ, ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τῆς Π.Ε.Ε.Α. νὰ δώσω ὡς συμπλήρωσιν τῶν ὅσων λέγετε πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν ἄποψιν τῶν μυριάδων θυμάτων τοῦ ἔργου τούτου ὡς Γεν. Γραμματέως τῆς Π.Ε.Ε.Α. Δυστυχῶς αἱ ἀποφάσεις τῶν τότε ἐν ὀνόματι τῶν Π.Ε. Ε.Α. λειτουργούντων Στρατοδικείων, δὲν εὑρίσκοντο καθόλου ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν σημερινὴν ἐμφάνισιν τοῦ τότε Γραμματέως τῆς Δικαιοσύνης ὁ ὁποῖος ἐμφανίζεται σήμερον ὑπέρμαχος τῆς ἀπόψεως τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης.......(Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ δημιουργεῖται θόρυβος... Κωδωνοκρουσίαι).
§110Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Παρακαλῶ καὶ πάλιν ἡσυχίαν. Ἠκούσατε τοὺς δύο βουλευτὰς οἱ ὁποῖοι σᾶς ὡμίλησαν καὶ σᾶς εἶπον τὶ ἔκαμεν ὁ κ. Τσιριμῶκος. Θὰ ἠδύναντο καὶ ἄλλοι Βουλευταὶ ν’ ἀναφέρουν περισσότερα ἀκόμη συγκεκριμένα γεγονότα τῆς ἐγκληματικῆς δράσεως τοῦ κ. Τσιριμώκου. Ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπω ἄλλας διακοπὰς διὰ νὰ τελειώσω τὴν ὁμιλίαν μου. Δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς ὅστις ν’ ἀγνοῇ τὴν δρᾶσιν του καὶ νὰ διαπορῇ πῶς ἐτόλμησεν ὁ ἔχων τόσον βεβαρημένον παρελθὸν ν’ ἀνέρχεται εἰς τὸ Βῆμα τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ νὰ κάμῃ αὐτὰς τὰς συστάσεις. Ἀποφεύγω χάριν τῆς Αἰθούσης νὰ χαρακτηρίσω τὴν πρᾶξιν του. Κύριοι Βουλευταί, παρακαλῶ ἀφήσατε τὰς διακοπάς. Ἐνθυμεῖσθε ὅταν ὡμίλησα ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεως τί εἶπον; Ὅτι αἱ συζητήσεις μας ἐν τῇ Αἰθούσῃ αὐτῇ, ἐν τῇ Βουλῇ αὐτῇ πάντοτε ἀλλὰ ἰδιαιτέρως ὑπὸ τὴν σημερινήν της σύνθεσιν, πρέπει νὰ διεξαχθῶσι μετὰ πάσης ψυχραιμίας καὶ μετὰ πάσης ἠρεμίας ὅπως ἁρμόζει εἰς κοινοβούλια πολιτισμένου Κράτους. Πρὸς τοῦτο ὅμως θὰ ἔπρεπε καὶ ἡ πτέρυξ ἐκείνη νὰ εἶναι προσεκτική, νὰ μὴ δίδῃ καμμίαν ἀπολύτως ἀφορμήν, διότι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ λησμονῇ τί ὑπέστη ἡ Ἑλληνικὴ Πατρὶς καὶ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἐξ αἰτίας των. Πρέπει νὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ λησμονήσωμεν τὸ ἀπαίσιον παρελθόν των καὶ τὴν δρᾶσιν των. Ἀλλὰ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡμεῖς προκαλούμεθα καὶ πρόκλησις εἶναι τὰ ὅσα ἐλέχθησαν ἀπόψε καὶ μάλιστα κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀπὸ τὸν κ. Τσιριμῶκον ὁ ὁποῖος ἐκτὸς τῶν πολλῶν ἄλλων ἐλησμόνησεν ὅτι εἰς τὴν συμφωνίαν τῆς Βάρκιζας ἦτο ὁ ἐκπρόσωπος τῶν κομμουνιστῶν.........
§111Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Διαμαρτύρομαι...... (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§112Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἦτο μάλιστα ὁ ἐκπρόσωπος τῶν κομμουνιστῶν, ἑπομένως ὅλοι γνωρίζομεν, ἡ ταλαίπωρος αὐτὴ Χώρα ἡ ὁποία λέγεται Ἑλλὰς τί ὑπέστη ἀπὸ τοὺς κομμουνιστὰς (Θόρυβος, φωναὶ) καὶ ἑπομένως οἱ ἐκπρόσωποι αὐτῶν ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ, οἱ ἐκπρόσωποι τῶν σφαγέων τοῦ ἀμάχου πληθυσμοῦ........
§113Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. ......... (Θόρυβος).
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διακόψωμεν.
§115Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Αὐτοὶ ἔπρεπε νὰ εἶναι σεμνότεροι καὶ ὄχι νὰ προκαλοῦν. (Φωναί, κωδωνοκρουσίαι).
§116Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Νὰ διακόψωμεν 5′ κ. Πρόεδρε.
§117ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε Τουρκοβασίλη, εἶσθε ἀναρμόδιος νὰ ὑποδεικνύητε σεμνότητα σεῖς.
§118Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Εἶμαι ὁ περισσότερον παντὸς ἄλλου ἁρμόδιος νὰ συνιστῶ καὶ νὰ καυτηριάζω. Μήπως ἐνομίσατε ὅτι ἀπωλέσαμεν τὴν μνήμην μας; (Φωναὶ ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν διὰ 5′.
(Ὥρα 10.20 μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 10.30′ μ. μ.)
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Τουρκοβασίλης παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§121Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δὲν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα κ. βουλευταὶ διὰ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ θέματος τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ διότι τὸ θέμα αὐτὸ ἐξηντλήθη πλέον καὶ ἡ Βουλὴ θὰ ἔπρεπε νὰ προχωρήσῃ ἀμέσως, εἰ δυνατόν, εἰς τὴν ψηφοφορίαν διὰ τὴν παραπομπὴν τοῦ ὑπὸ κατηγορίαν Ὑπουργοῦ. Ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ διαμαρτυρηθῶ δι’ ὅσα ἤκουσα ἀπόψε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς ἀριστερᾶς, οἱ ὁποῖοι φαίνεται ὅτι μᾶς ἐκλαμβάνουν διὰ πολὺ ἠλιθίους. Ἠγανάκτησα, ἠγανάκτησα διὰ τὰς θεωρίας περὶ δικαιοσύνης κλπ., τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ κ. Τσιριμῶκος, ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος δὲν συνεκινήθη, ὅταν ἔπρεπε νὰ συγκινηθῇ, ὅταν ἐσφάζοντο οἱ Ἕλληνες ἐθνικόφρονες, ὅταν ἐσταυρώνοντο οἱ ἱερεῖς καὶ τῶν ὁποίων τὰ ματωμένα ράσα ἀνεμίζουν ἀκόμη ἐδῶ, καὶ ἐκεῖ εἰς τοὺς κλάδους τῶν δένδρων, ὅταν ἠκρωτηριάζοντο ἄνθρωποι καὶ ἐθάπτοντο ζῶντες, ὅταν ἐπνίγοντο νεάνιδες καὶ παρεδίδοντο εἰς τοὺς κομμουνιστάς, ὅταν ἐγίνοντο τόσα καὶ τόσα ἀνοσιουργήματα καὶ τόσα στυγερὰ ἐγκλήματα ἄγνωστα μέχρι τότε ἐκμεταλλευόμενοι τὴν ἠπίαν καὶ ἱπποτικὴν ἐθνικήν μας ἰδιοσυγκρασίαν εἰς βάρος τῶν ἐθνικοφρόνων πολιτῶν, δὲν ἠμποροῦν λέγω—δὲν ἐπιτρέπεται—νὰ ὁμιλοῦν περὶ δικαιοσύνης ἄνθρωποι ὡς ὁ κ. Τσιριμῶκος, ὅστις ἀπέδειξεν ὅτι δὲν ἔχει αὐτὸν τὸν ὀφειλόμενον σεβασμὸν πρὸς τὴν δικαιοσύνην τὸν ὁποῖον προσποιεῖται ὅτι εἶχεν ἀπόψε, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐὰν βεβαίως ἐλέγοντο ἀπὸ οἱονδήποτε ἄλλον καὶ ὄχι ἀπὸ τὸν κ. Τσιριμῶκον, τότε καὶ ἐγὼ θὰ τὸν ἐχειροκρότουν, ὅπως εἶπον καὶ προηγουμένως. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ δέχεται μαθήματα περὶ ἠθικῆς ἀπὸ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἔδρασαν κατὰ τὸ παρελθόν. Ἀλλὰ κ. βουλευταὶ θὰ ἔπρεπεν ἴσως ὅλα αὐτὰ νὰ τὰ ρίψωμεν εἰς λήθην, ἐὰν ἐννοεῖται εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονηθῶσι τὰ ὄργιά των καὶ νὰ προχωρήσωμεν διὰ νὰ ἴδωμεν κατὰ τίνα τρόπον τὸ Κοινοβούλιον αὐτὸ θὰ δώσῃ γαλήνην εἰς τὸν τόπον διὰ νὰ ἀσχοληθῶμεν κυρίως μὲ τὰ ζητήματα τῆς ἀνασυγκροτήσεως τῆς χώρας, τὰ ὁποῖα εἶναι τόσον σπουδαῖα καὶ τόσον ἐπείγοντα. Ἀλλὰ βλέπετε ὅτι ἐδῶ ἀπὸ τὴν ἀριστερὰν παράταξιν δὲν παραλείπεται εὐκαιρία βομβαρδισμοῦ καὶ τορπιλλισμοῦ τῆς μεγάλης αὐτῆς προσπαθείας διὰ νὰ ἡσυχάσῃ ὁ τόπος. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι ἀδιόρθωτοι καὶ δὲν ἀπέβαλον τοὺς καταχθονίους σκοπούς των. Ἐλλοχεύουν καραδοκοῦντες πᾶσαν εὐκαιρίαν. Χθὲς ὁ κ. Σβῶλος ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ καπνικοῦ δὲν ἄφησε δηλητήριον τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἐκχύσῃ κατὰ τοῦ ἀστικοῦ καθεστῶτος. Λοιπὸν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον γίνεται ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ τῆς ἐθνικῆς μας ἀντιπροσωπείας μιὰ προπαγάνδα συστηματικὴ ἀπὸ τὴν πτέρυγα ἐκείνην πρὸς τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατὰ μεγίστην πλειοψηφίαν ἐξεδήλωσε τὴν ἄκραν ἀντίθεσίν του καὶ τὴν ὁποίαν προπαγάνδαν δὲν θὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ συνεχίσῃ. Ἑπομένως θὰ μοῦ συγχωρηθῇ νὰ διαμαρτυρηθῶ σχετικῶς καὶ συγχρόνως νὰ διαφωνήσω μὲ τὴν γενομένην ἐπίθεσιν τοῦ κ. Κανελλοπούλου κατὰ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου τοὐναντίον ἡ ἄκρα εὐθιξία τιμᾷ καὶ τὸ κόμμα αὐτό, καὶ τὸν ἀρχηγόν του. (Χειροκροτήματα).
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§123Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ (Ἀντ. Κυβ.). Ἡ Κυβέρνησις ὡς Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἀνάμιξιν εἰς τὸ συζητούμενον θέμα. Ἐθεώρησα ὅμως καθῆκον μου νὰ λάβω τὸν λόγον διὰ νὰ εἴπω ὅτι κατὰ τὴν γνώμην μου μετετοπίσθη ἡ συζήτησις. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ συζήτησις εἰς τὴν ὁποίαν εἰσῆλθεν ἡ Βουλὴ ἔχει βεβαίως τὸν λόγον της, ἀλλὰ δὲν εἶχεν τὴν ὥραν της διότι βεβαίως θὰ ἔλθῃ, ὄχι ἅπαξ, ἀλλὰ πολλάκις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ θέμα τῶν ποικίλων περιπετειῶν τοῦ Ἔθνους καὶ τῶν συναφῶν προσωπικῶν εὐθυνῶν καὶ τίτλων τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Χώρας. Δὲν νομίζω ὅμως ὅτι θὰ ἔπρεπε κατὰ τὴν ἀποψινὴν συνεδρίασιν νὰ παρεμβληθῇ αὐτὸ τὸ θέμα. Καὶ διὰ τοῦτο ἀπευθύνω τὴν ἔκκλησιν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ εἰς τὴν λῆψιν ἀποφάσεως διὰ τὴν πρότασιν τῶν 20 βουλευτῶν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ συγκεκριμένον αὐτὸ θέμα ἔχω ἐπίσης τὴν γνώμην ὅτι ὑπάρχει ὁμοφωνία καὶ ἐπεβεβαιώθη ὅτι ἐξακολουθεῖ ἡ ὑποστήριξις τῆς προτάσεως ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς ὑπογράψαντες αὐτὴν ἀλλὰ ἀπὸ ὁλόκληρον τὸ Λαϊκὸν κόμμα. Καὶ ἐφ’ ὅσον τοῦτο εἶναι δεδομένον, εἶναι ἀδύνατον ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ αὐτομάτως νὰ μὴ ἀνταποκριθῇ καὶ νὰ μὴ ἐγκρίνῃ τὴν πρότασιν. Καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ὁμοφωνία καὶ εἴμεθα σῶμα πολιτικὸν καὶ ὄχι σῶμα νομικὸν καὶ ἀκαδημαϊκὸν τὸ ὁποῖον ἐπιδίδεται εἰς θεωρίας, εἶναι ὀρθὸν νὰ θεωρήσωμεν λήξασαν τὴν συζήτησιν καὶ αὔριον νὰ εἰσέλθωμεν ἀμέσως εἰς τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως. (Χειροκροτήματα.)
§124Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς προτάσεως περὶ παραπομπῆς εἰς Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ συναδέλφου κ. Χατζηπάνου, ἐδημιουργήθη ζήτημα εὐθύνης τῶν Δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξέδωκαν τὸ παραπεμπτικὸν βούλευμα καὶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρέπει νὰ λάβῃ μέτρα ἐναντίον των. Εἰς τὴν πρότασιν αὐτὴν τοῦ συναδέλφου κ. Ρέντη, εἴμεθα ἀντίθετοι, διότι εἰς οὐδὲν ἔπταισαν οἱ Δικασταί, ὥστε νὰ δικαιολογῆται ἐπέμβασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀπὸ ἀπόψεως τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου εἶμαι εὐχαριστημένος, διότι ἡ πρότασις περὶ παραπομπῆς τοῦ συναδέλφου κ. Χατζηπάνου προῆλθεν ἀπὸ τὸ Λαϊκὸν κόμμα. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Τσιριμώκου, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι ὁ κ. Χατζηπᾶνος δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκθέσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ ὅσα ἀπόψε ἐξέθεσεν. Διότι ὁ κ. Χατζηπᾶνος εὑρίσκεται ἀπὸ μακροῦ χρόνου ὑπὸ τὸ βάρος μιᾶς κατηγορίας καὶ εἶχε τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ἐκθέσῃ τὰς ἀπόψεις του. Θὰ εἶμαι εὐτυχὴς ἐὰν ἡ ἐτυμηγορία τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης τὸν ἀποδώσῃ λευκόν. Νομίζω, ὅτι πρὸς χάριν τοῦ κ. Χατζηπάνου καὶ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος πρέπει νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν σύστασιν τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ὅπως ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν τῶν 20 συναδέλφων «περὶ παραπομπῆς τοῦ συναδέλφου κ. Χατζηπάνου εἰς τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπήν», διότι ἄλλως ὑπάρχει κίνδυνος νὰ κατηγορηθῶμεν διὰ συμπάθειαν ἢ ἀλληλεγγύην. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως μὴ προβῇ εἰς οὐδεμίαν ἐνέργειαν κατὰ τῶν Δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξέδωκαν τὸ παραπεμπτικὸν βούλευμα, διότι εἰς οὐδὲν ἔπταισαν.
§125Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Ἡ ἄποψίς μου εἶναι ὅτι ἐκ τοῦ βουλεύματος δὲν προκύπτει οὔτε σκοπεῖται ἡ νομικὴ δέσμευσις τῆς Βουλῆς ὅσον ἀφορᾷ τὴν εὐθύνην τοῦ συναδέλφου κ. Χατζηπάνου. Ἐπίσης ὅτι ἐὰν ὑπάρχῃ στάδιον ἐλέγχου τοῦ νομικοῦ συλλογισμοῦ τοῦ βουλεύματος δὲν ὑπάρχει στάδιον πειθαρχικοῦ ἐλέγχου, τῶν ἐκδωσάντων τούτων δικαστῶν.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι ἡ συζήτησις ἐτερματίσθη. Συναινεῖ ἡ Βουλὴ ὅπως λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν δι’ αὔριον;
§127ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§128Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Συνεπῶς κ. Πρόεδρε, τερματισθείσης τῆς συζητήσεως, αὔριον θὰ διεξαχθῇ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεως τῶν κ. κ. συναδέλφων.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον ὥραν 6.30′ μ. μ. μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως, ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» κατὰ τοῦ βουλευτοῦ τέως Ὑπουργοῦ κ. Χατζηπάνου διὰ τὴν ὑπὸ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1549) 1950 βουλεύματος τοῦ Συμβουλίου Πλημμελειοδικῶν ἀναφερομένην αἰτίαν, συνέχειαν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ καπνικοῦ ζητήματος καὶ κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. (Ὥρα 11.00′ μ. μ.)