1950.05.02
2.190 στίχοι · 16.378 λέξεις · 184 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 11η
Τρίτη 2 Μαΐου 1950
Προεδρία κ. Δ. Β. ΓΟΝΤΙΚΑ
(Ὥρα 6.25′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ κ. Γραμματεὺς ν’ ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ Βουλευτὴς Ἀρκαδίας κ. Δ. Γιαννόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Βυτίνης, ζητοῦντος ἄμεσον ἀκύρωσιν συμβάσεως ἐνοικιάσεως λατομείου μαρμάρου Βυτίνης. Οἱ Βουλευταὶ Μεσσηνίας κ. κ. Δ. Λαντζούνης καὶ Ι. Μποῦτος καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν Προέδρων τῶν Κοινοτήτων Εὔας καὶ Καλαμαρᾶ καὶ τῶν Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν τῶν χωρίων τούτων, ζητούντων ἄμεσον ἀποστολὴν ἐκτιμητικῶν ἐπιτροπῶν πρὸς ἐκτίμησιν τῶν ἐκ τῆς χαλάζης ἐπελθουσῶν ζημιῶν εἰς τὴν γεωργικὴν παραγωγὴν καὶ σταφιδαμπέλους. Ὁ Βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Μ. Στεφανίδης δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ζητεῖ ἄμεσον στέγασιν τοῦ προσφυγικοῦ ἀστικοῦ πληθυσμοῦ Χαλκίδος, διαβιοῦντος ἀπὸ 25ετίας ὑπὸ ἀθλίας στεγαστικὰς συνθήκας πέριξ τῆς πόλεως. Τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν ἀνακοινοῖ ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 163586 ἀποφάσεώς του παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, Ὑποκατάστημα Ἰωαννίνων, διὰ τὴν παρ’ αὐτῆς χορήγησιν πιστώσεως δραχμῶν 250.000.000 εἰς τὸν Συνεταιρισμὸν Δημοσίων Ὑπαλλήλων Ἰωαννίνων. Ὁμοίως διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 8896 ἀποφάσεώς του παρέσχεν ἐγγύησιν διὰ τὴν χορήγησιν δανείου δραχμῶν 2.000.000.000 πρὸς τοὺς πληγέντας ἐπαγγελματίας Ρεθύμνου. Ὁμοίως διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 8896 ἀποφάσεώς του παρέσχε τὴν ἐγγύησιν διὰ τὴν χορήγησιν δανείου εἰς τὴν Ο.Κ. Σ.Ε. παρὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος μέχρι ποσοῦ δραχ. 1.000.000.000. Ὁμοίως διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 66399 ἀποφάσεώς του παρέσχε τὴν ἐγγύησιν διὰ τὴν χορήγησιν δανείου πρὸς τὴν Α. Ε. Σιδηρόδρομοι Θεσσαλίας 2.000.000 δολλαρίων. Τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν ἀνακοινοῖ ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 335631 ἀποφάσεώς του παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου διὰ τὴν παρὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος χορήγησιν δανείου δραχμῶν 2.450.000.000 εἰς τὴν Α.Τ.Ε. διὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Α.Σ.Ο. συγκέντρωσιν σταφίδος. Ὁμοίως διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 39071 ἀποφάσεώς του παρέσχε τὴν ἐγγύησιν διὰ τὴν παρὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος χορήγησιν δανείου διὰ ποσὸν 2.250.000.000 πρὸς τοὺς πληγέντας ἐπαγγελματίας καὶ βιοτέχνας τῆς πόλεως Ἀλεξανδρουπόλεως. Ὁμοίως διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 55175 ἀποφάσεώς του παρέσχε τὴν ἐγγύησίν του διὰ τὴν παρὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος χορήγησιν πιστώσεως μέχρι ποσοῦ δραχμῶν 70.000.000 πρὸς τὸν Συνεταιρισμὸν Ὑπαλλήλων Ὑπουργείου Μεταφορῶν. Ὁμοίως διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 338607 ἀποφάσεώς του παρέσχε τὴν ἐγγύησίν του διὰ τὴν παρὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος χορήγησιν πιστώσεως μέχρι ποσοῦ δραχμῶν 100.000.000 πρὸς τὸν Συνεταιρισμὸν Δικαστῶν καὶ Δικαστικῶν Ὑπαλλήλων Πατρῶν. Οἱ κάτοικοι τῶν Κοινοτήτων Λάκκας Σουλίου ζητοῦν ἄμεσον ἐπαναφορὰν τῆς Υ.Ε.Κ.Α. εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν ὁδὸν Κοπάνων πρὸς Λάκκαν Σοῦλι. Ὁ Γεωργικὸς Πιστωτικὸς Συνεταιρισμὸς Λαχανοκαλλιεργητῶν Θεσσαλονίκης ζητεῖ ὅπως ἡ ἵδρυσις καὶ ἡ λειτουργία τοῦ ἐργοστασίου ἀζώτου ἀνατεθῇ εἰς τὰς Γεωργικὰς Συνεταιριστικὰς Ὀργανώσεις. Καπνεργάται καὶ καπνεργάτριαι Ξάνθης ζητοῦν ἄμεσον υἱοθέτησιν ὑπομνήματος Πανελλαδικῆς Καπνεργατικῆς Ὁμοσπονδίας, καθορίζοντος σαφῶς ἀκολουθητέαν καπνικὴν πολιτικήν. Ὁ Σισίνιος Π. Κοκκέβης, γεωπόνος, κάτοικος Ἀθηνῶν, ζητεῖ ἄμεσον ἀνάκλησιν ἀπολύσεώς του ἐκ τῆς Δημοσίας ὑπηρεσίας. Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Πειραιῶς καὶ ἡ Ὁμοσπονδία Ἐργατῶν Μετάλλου διαμαρτύρονται δι’ ἐπιβληθεῖσαν αὔξησιν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν καὶ ζητοῦν ἄμεσον ἐξαίρεσιν τέκνων ἐργαζομένων. Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Καβάλας διαμαρτύρεται διὰ μελετωμένην ἀναστολὴν αὐξήσεως μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων. Ὁ Ἐθνικὸς Ὀργανισμὸς Πολεμιστῶν Ν. 751 Ἀθηνῶν ζητεῖ ἄμεσον ἄρσιν ἀναστολῆς διορισμῶν πολεμιστῶν κ.λ.π. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Συνδέσμου Παλαιῶν Ἀγωνιστῶν Κρήτης διαμαρτύρεται διὰ μελετωμένην κατάργησιν Γενικῆς Διοικήσεως. Ὁ Ἐθνικὸς Σύνδεσμος Ἀναπήρων Ἐδέσσης καὶ περιφερείας διαμαρτύρεται διὰ μελετωμένην ἀναθεώρησιν καὶ περικοπὴν τῶν συντάξεων ἀναπήρων καὶ θυμάτων πολέμου καὶ ζητεῖ αὔξησιν 30% τῶν συντάξεων. Τὸ Σωματεῖον Μυρεψῶν καὶ Ἀρωματοποιῶν Ἑλλάδος διαμαρτύρεται δι’ ἐπιβληθεῖσαν καταθλιπτικὴν φορολογίαν τάξεώς των. Ἡ Συντεχνία Πεταλωτῶν, τὸ Σωματεῖον Ὡρολογοποιῶν καὶ διάφορα ἄλλα Σωματεῖα Θεσσαλονίκης διαμαρτύρονται δι’ ἐπιβληθεῖσαν καταθλιπτικὴν φορολογίαν τάξεώς των. Γονεῖς καὶ κηδεμόνες μαθητῶν Γυμνασιακοῦ παραρτήματος Λαυρίου ζητοῦν ἄμεσον ἀκύρωσιν ἀποφάσεως καταβολῆς δραχμῶν 220.000 δι’ ἐκπαιδευτικὰ τέλη. Ὁ κ. Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ (Ὑπουργὸς Δημοσίας Τάξεως) καταθέτει σχέδιον Νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως διατάξεών τινων τοῦ Νόμου 394)43 «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Ὀργανισμοῦ Χωροφυλακῆς». Ὁ Βουλευτὴς κ. Ἠλ. Τσιριμῶκος καταθέτει πρότασιν νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ ΟΓʹ Ψηφίσματος «περὶ μέτρων Ἐθνικῆς Ἀναμορφώσεως». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Κ. Μαρῆς, Π. Πολυχρονίδης κ. ἄ. καταθέτουν πρότασιν νόμου «περὶ δεδικασμένου τῶν ἀποφάσεων τῶν Ποινικῶν καὶ Πολιτικῶν Δικαστηρίων ἐπὶ τῶν διεξαγομένων δικῶν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Κ. Καλκάνης, Ε. Κοθρῆς, Κ. Μητσοτάκης, Θ. Τρύφων, Μ. Στεφανίδης, Ι. Προκοπάκης, Η. Λαγάκος, Ι. Ζίγδης, Γ. Μπακατσέλος, Σ. Κωτιάδης καὶ Π. Πολυχρονίδης καταθέτουσι πρότασιν «περὶ συστάσεως Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς ἀπὸ ἀντιπροσώπους τῶν οἰνοπαραγωγικῶν περιφερειῶν τῆς Χώρας, πρὸς μελέτην καὶ ὑπόδειξιν τῶν μέτρων προστασίας τοῦ ἐθνικοῦ μας προϊόντος τοῦ οἴνου».
§4Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλκάνης ἔχει τὸν λόγον.
§6Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Εἶναι γνωστόν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἓν ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων ἐθνικῶν προϊόντων τῆς Ἑλλάδος εἶναι καὶ ὁ οἶνος. Οἱ ἀμπελουργοὶ τῆς Ἑλλάδος ἀνέρχονται εἰς 250–300.000 οἰκογενείας. Τὸ προϊόν αὐτὸ διέρχεται μίαν κρίσιν πρωτοφανῆ, δύναμαι νὰ εἴπω, τόσην, ὥστε, ἐὰν ἐνθυμῆσθε, τὴν προηγουμένην περίοδον εὑρέθησαν πρὸ τοῦ τραγικοῦ διλήμματος ἢ νὰ χύσουν τὰ κρασιὰ τὰ παλαιά, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐκ τῆς προηγουμένης ἐσοδείας, ἢ νὰ μὴ τρυγήσουν τὴν νέαν ἐσοδείαν. Μετὰ μυρίας βασάνους, κατωρθώθη νὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Γαλλία νὰ εἰσαχθοῦν ἐκεῖ ὡρισμένα ἀποθέματα, τὰ ὁποῖα εἶχον οἱ παραγωγοὶ εἰς τὰς ἀποθήκας των, καὶ τοῦτο κατόπιν ἀλληλογραφίας τῆς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς μὲ τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν. Εἰσήχθησαν ὅμως οἱ οἶνοι ὡρισμένων περιφερειῶν, ἀλλ’ ἄλλων περιφερειῶν, ὡς τῆς Κρήτης, παρέμειναν ἀζήτητοι καὶ τράνζιτο εἰς τὸν λιμένα τῆς Μασσαλίας. Παρίσταται ἀναπόφευκτος ἡ ἀνάγκη νὰ συσταθῇ Διακομματικὴ Ἐπιτροπή, ὅπως καὶ ἐπὶ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀπέδωσεν ἄριστα ἀποτελέσματα, ἡ ὁποία νὰ μελετᾷ τὰ ἑκάστοτε διάφορα ἐμφανιζόμενα ζητήματα καὶ νὰ ὑποδεικνύῃ ἑκάστοτε τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ληφθοῦν διὰ τὸ ζήτημα τοῦ οἴνου, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ζωτικώτατον, ἀφορῶν τὴν διατροφὴν 250–300.000 οἰκογενειῶν ἀμπελουργῶν, οἱ ὁποῖοι εἰς ὡρισμένας περιοχὰς ἀσκοῦν μονοκαλλιέργειαν. Νομίζω ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, τῆς συστάσεως τῆς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν σύστασιν τῆς παρὰ τοῦ κυρίου συναδέλφου προτεινομένης Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς;
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Π. Πολυχρονίδης, Ε. Κοθρῆς, Ε. Μπακλατζῆς, Κ. Μητσοτάκης, Ι. Ζίγδης, Μ. Στεφανίδης, Σ. Κωτιάδης, Γ. Πετρακογιώργης καὶ Ι. Προκοπάκης καταθέτουσι πρότασιν περὶ συστάσεως Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς ἀπὸ ἀντιπροσώπους τῶν ἑσπεριδοειδῶν περιφερειῶν τῆς Χώρας, πρὸς μελέτην καὶ ὑπόδειξιν τῶν μέτρων προστασίας τοῦ Ἐθνικοῦ μας προϊόντος τῶν ἑσπεριδοειδῶν.
§10ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. Δεκτή.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Γ. Σερπᾶνος, Α. Θεολογίτης, Α. Ἀγγελούσης, Α. Μπαλτατζῆς, Α. Κωστόπουλος, Σ. Γουδελῆς, Δ. Μυλωνᾶς, Γ. Γεωργιάδης, Χ. Θυμιογιάννης καὶ Ν. Γρηγοριάδης καταθέτουσι πρότασιν περὶ συστάσεως Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς μελέτην τοῦ καπνικοῦ ζητήματος καὶ τὴν ὑπόδειξιν τῶν ἐνδεικνυομένων μέτρων πρὸς λύσιν ὅλων τῶν προβλημάτων τῶν σχετιζομένων μὲ τὸ καπνικὸν πρόβλημα.
§12Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλω τὴν παράκλησιν ὅπως ὁρισθῇ εἰδικὴ ἡμέρα συζητήσεως τοῦ θέματος, εἰς τρόπον ὥστε καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ διαφωτισθῶσι. Ὑπάρχουν ἐνδείξεις ὅτι ἡ ἐφετεινὴ χρονιὰ θὰ εἶναι ἡ πλέον κρίσιμος καπνικὴ χρονιά. Ἤδη ὑπάρχουν πληροφορίαι, ὅτι εἰς τὰς καπνοπαραγωγικὰς περιφερείας οἱ καπνέμποροι ἀγοράζουν καπνὰ κατὰ 20–30% κάτω τῆς ὁρισθείσης ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τιμὴν ἀσφαλείας. Ὑπάρχει ἡ ἑξῆς εὐκολία. Τὰς πρώτας τώρα ἡμέρας δὲν θὰ ὑπάρχῃ φόρτος ἐργασίας, καὶ θὰ ἦτο χρήσιμον καὶ σκόπιμον ἡ Βουλὴ νὰ ἀσχοληθῇ μὲ θέματα τοιαύτης ἐκτάσεως. Ἡ ἐπιτροπή, σχηματιζομένη, θὰ ἀσχοληθῇ ἐπὶ 1–2 μῆνας ἐπὶ τοῦ θέματος, συζητοῦσα καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας νὰ συζητήσωμεν τὸ θέμα καὶ νὰ διατυπώσῃ τὰς ἀπόψεις της καὶ ἡ Κυβέρνησις.
§13Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ, ἀλλὰ ἀφοῦ συσταθῇ ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία νὰ φέρῃ ὡρισμένα πορίσματα.
§14Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, θὰ παρεκάλουν ἡ ἡμέρα νὰ καθορισθῇ μετὰ προηγουμένην συνεννόησιν μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, διότι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κατ’ αὐτὰς γίνονται συσκέψεις, ἀφορῶσαι λῆψιν μέτρων ἀφορώντων τὸν καπνόν. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας πρέπει νὰ εἶναι ἐνημερωμένος, ἀλλὰ νὰ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς ἐνημερωθῆ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, οὕτως ὥστε ἡ συζήτησις νὰ γίνῃ κατὰ τρόπον θετικὸν καὶ μὲ πρακτικὰ ἀποτελέσματα.
§15Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. Ἔχω ἀντιρρήσεις ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐπιμένω ἐπὶ τῆς ἀπόψεως, ὅτι τὸ θέμα εἶναι ἐπεῖγον καὶ πρέπει νὰ ὁρίσωμεν τὴν ἡμέραν, ἐνημερωμένοι οἱ πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν εἶναι. Ἐὰν ἀπὸ τὴν συζήτησιν προκύψῃ περίπτωσις εἰδικῆς μελέτης τοῦ θέματος, θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ Ἐπιτροπὴ ποὺ θὰ συσταθῇ νὰ προχωρήσῃ.
§16Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ θέμα εἶναι τοῦτο, ὅτι ἡ συζήτησις θὰ γίνῃ ἐπὶ τῷ καταρτισμῷ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ δὲν θὰ ἀναμένωμεν τὰ πορίσματα τῆς Ἐπιτροπῆς.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν σύστασιν τῆς προτεινομένης Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς;
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Κ. Καλκάνης, Ε. Κοθρῆς, Κ. Μητσοτάκης, Γ. Λαζανᾶς, Θ. Τρύφων, Γ. Πετρακογιώργης, Ι. Προκοπάκης, Η. Λαγάκος, Π. Κατσώτας, Ι. Ζίγδης, Γ. Μπακατσέλος, Μ. Στεφανίδης, Σ. Κωτιάδης, Π. Πολυχρονίδης καὶ Α. Μπαλτατζῆς καταθέτουν πρότασιν περὶ συστάσεως Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς ἀπὸ ἀντιπροσώπους τῶν ἐλαιοπαραγωγικῶν περιφερειῶν τῆς Χώρας, πρὸς μελέτην καὶ ὑπόδειξιν τῶν μέτρων προστασίας τοῦ ἐθνικοῦ μας προϊόντος, τοῦ ἐλαιολάδου.
§20Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὅσα εἶχον τὴν τιμήν, κύριοι Βουλευταί, νὰ εἴπω πρὸ ὀλίγου πρὸς ὑμᾶς σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τοῦ οἴνου, τὰ αὐτά, καὶ κατὰ μείζονα λόγον ἴσως, ὀφείλω νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν διὰ τὸ ζήτημα τοῦ ἐλαίου. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους σας, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ ἐλαίου διῆλθε μίαν κρίσιν τεραστίαν. Τριάκοντα χιλιάδες οἰκογένειαι ἐλαιοπαραγωγῶν ἔχουν μονοκαλλιέργειαν, καὶ ὡς εἶναι γνωστόν, ἡ ἐσοδεία τοῦ ἐλαίου εἶναι ἀνὰ διετίαν καὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὸ προϊόν αὐτὸ τῆς ἐσοδείας νὰ συντηροῦν ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον διετίαν τὴν οἰκογένειάν των, ἐργαζόμενοι νυχθημερόν, καταβάλλοντες ἐξαιρετικοὺς κόπους καὶ αὐτοὶ καὶ αἱ οἰκογένειαί των. Καὶ καταλήγουν ὥστε νὰ μὴ δύνανται νὰ ἀνταποκριθοῦν οὔτε εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ κόστους τῆς παραγωγῆς. Ἐνθυμεῖσθε τὸ τραγικὸν φαινόμενον, ὅτι κατὰ τὸ 1947, ὅτε δὲν εἶχε συσταθῆ ἡ Διακομματικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ ἡμεῖς εἰσηγούμεθα διάφορα μέτρα καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς κακῇ τῇ μοίρα δὲν ἐδέχθη τὰς ἀπόψεις ἐκείνας καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἀπολύτως τραγικὸν ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ πωλοῦν οἱ ἐλαιοπαραγωγοὶ τὸ ἔλαιον, τὸ ὁποῖον τοὺς ἐκόστιζε περὶ τὰς 8.000 δραχμὰς τὴν ὀκᾶν, νὰ τὸ πωλοῦν πρὸς 4.000–4.500 δραχ. κατ’ ὀκᾶν καὶ μετ’ ὀλίγον οἱ ἴδιοι αὐτοὶ ἄνθρωποι νὰ ἀγοράζουν τὸ λάδι πρὸς 24.000 δραχ.–25.000–30.000 δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ ἀγοράσουν μεγάλας ποσότητας, κατέληγον νὰ ἀγοράζουν 50 δράμια λάδι πρὸς 25.000 δραχ. τὴν ὀκᾶν. Πρὸς ἀποφυγὴν αὐτῆς τῆς τραγικῆς ἐκμεταλλεύσεως, τὴν ὁποίαν οἱ διάφοροι κερδοσκόποι συγκεντρώνοντες τὸ λάδι μὲ 4.500 δραχ. κατ’ ὀκᾶν ἐξ ἀκηδίας τῶν διαφόρων ὀργάνων, ἔφθασαν νὰ τὸ πωλοῦν 25–30.000 δρχ. καὶ πρὸς ἀποφυγὴν αὐτοῦ τοῦ τραγικοῦ φαινομένου, ἐνδείκνυται κατὰ μείζονα λόγον ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην περίπτωσιν ἡ σύστασις, ἐν προκειμένῳ, Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν καὶ πάλιν τὸ ὀδυνηρὸν αὐτὸ ἀποτέλεσμα. Οἱ διάφοροι ἐκπρόσωποι τῶν ἐλαιοπαραγωγικῶν περιφερειῶν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζουν ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέτρα ποὺ πρέπει νὰ ὑποδείξητε εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ λαμβάνωνται προστατευτικὰ μέτρα ὑπὲρ τῶν ἐλαιοπαραγωγῶν, δὲν λέγω βεβαίως εἰς τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς ἀπολαυῆς, ἀλλὰ τουλάχιστον ἔν τινι μέτρῳ, ὥστε νὰ παίρνουν τοὐλάχιστον τὸ κόστος τῆς παραγωγῆς. Τὰ προηγούμενα μέτρα ἔφεραν καλὰ ἀποτελέσματα καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐνδείκνυται ἡ σύστασις τῆς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ αὐτὸ ἕνα ἐθνικὸν προϊόν καὶ πρέπει νὰ τύχῃ προστασίας.
§21Ε. ΜΠΑΚΛΑΤΖΗΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν οἱ ἐλαιοπαραγωγοὶ ἔχουν ἔλθει εἰς ἀπόγνωσιν. Εἰς τὰ μέρη τὰ ἐλαιοπαραγωγικὰ τὸ λάδι ἔχει 8.000 δραχ. Πρέπει νὰ ληφθοῦν μέτρα.
§22Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Τὸ ζήτημα τῆς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς νὰ γίνῃ. Ἀλλὰ διὰ τὸ ζήτημα τοῦ ἐλαίου καὶ τοῦ καπνοῦ πρέπει νὰ γίνῃ εἰδικὴ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιμένουν οἱ παραγωγοὶ ὅταν ὁ οἶνος ἔφθασε νὰ ἔχῃ 1400 δραχ. τὴν ὀκᾶν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ὑποβάλετε μίαν πρότασιν ὑπογεγραμμένην ἀπὸ ἀνάλογον ἀριθμὸν βουλευτῶν. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν σύστασιν τῆς προτεινομένης Ἐπιτροπῆς;
§24ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§25Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἤθελα νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, κ. Πρόεδρε, καταθέτων μίαν πρότασιν ψηφίσματος.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὁ κ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§27Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ θέσω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν πρότασιν ψηφίσματος «περὶ τοῦ χρόνου καὶ τοῦ τρόπου ἀσκήσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου αὐτῆς». Δὲν πρόκειται νὰ ἀναπτύξω διὰ μακρῶν, ὡς θὰ ἔδει, τὴν πρότασιν ψηφίσματος, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ὁ Κανονισμὸς ὅμως μοῦ δίδει τὸ δικαίωμα σὺν τῇ ὑποβολῇ τῆς προτάσεως νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ἁπλῶς καὶ μόνον πρὸς κατατόπισιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον θίγει ἡ παρ’ ἐμοῦ προτεινομένη λύσις. Θὰ προτείνω διὰ τῆς προτάσεως ψηφίσματος, τὴν ὁποίαν ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, νὰ οἰκειοποιηθῇ ἡ Βουλὴ συντακτικὴν ἐξουσίαν. Δὲν προτείνω νὰ περιβληθῇ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας δύναμιν καὶ ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν δὲν τῆς παρέχει τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα, καὶ τονίζω τὴν λέξιν τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα καὶ ἡ κοινοβουλευτικὴ τάξις. Διὰ τῆς προτάσεως ψηφίσματος, ἡ ὁποία τίθεται ὑπὸ τὴν κρίσιν σας, δὲν γίνεται τίποτε ἄλλο, παρὰ ὅτι ἡ Βουλή, συνεχίζουσα τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον τῆς διαλυθείσης Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, ἀφ’ ἑνὸς μὲν αὐτοπεριορίζεται ὡς πρὸς τὸν χρόνον ἀσκήσεως τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας, συντακτικῆς ὄχι ἀπολύτου, ἀλλὰ περιωρισμένης, καθ’ ὃ μέτρον ἤσκησε τοιαύτην περιωρισμένην ἐξουσίαν καὶ ἡ διαλυθεῖσα Βουλὴ καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὁρίζεται ὁ τρόπος τῆς ἐνασκήσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῆς συντακτικῆς αὐτῆς ἐξουσίας, θὰ καθορισθῇ, ὡς ἄλλωστε εἶναι φυσικόν, δι’ ἰδίων ψηφισμάτων τῆς Βουλῆς. Τὸ θέμα, κύριοι Βουλευταί, εἶναι πρωτίστης σημασίας. Ἐὰν συνέπεσεν εἰς τὸν ἔχοντα τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὁμιλῇ νὰ ἔχῃ τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ὑποβολῆς τῆς προτάσεως ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, αὐτὸ εἶναι μία σύμπτωσις. Γνωρίζω πολὺ καλά, ὅτι καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἐμφοροῦνται ὑπὸ τῶν αὐτῶν νομικῶν πεποιθήσεων, ὑπὸ τῶν ὁποίων ἐμφοροῦμαι καὶ ἐγὼ καὶ θὰ ἦσαν καὶ ἐκεῖνοι διατεθειμένοι νὰ προτείνουν ἀνάλογα ψηφίσματα εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπίσης ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ κρίσις της καὶ ἡ ψῆφος της ἐπὶ τῆς ὑπὸ κρίσιν προτάσεως ψηφίσματος δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν, καμμίαν ἐπαφήν, καμμίαν ἀλληλεξάρτησιν μὲ τὴν ψῆφον ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν ἐδώσαμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν γνωρίζω ποία θὰ εἶναι ἡ στάσις, τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ προτεινομένου μέτρου, ἐπὶ τῆς προτεινομένης λύσεως, ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει εἶναι καθιερωμένον ἀνέκαθεν εἰς τὴν ἀσκοῦσαν συντακτικὴν ἐξουσίαν Βουλήν, ὅτι ἐπὶ τῶν συντακτικῶν ζητημάτων δὲν χωρεῖ ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἕκαστος, προκειμένου νὰ δώσῃ ψῆφον, διὰ τῆς ὁποίας θὰ καθιερωθῇ ἡ σύνταξις τῆς πολιτείας, εἶναι ἐλεύθερος νὰ κρίνῃ ἑκάστοτε κατ’ ἰδίαν συνείδησιν, ξένος πρὸς πᾶσαν κομματικὴν ἐξάρτησιν. Ἡ πίστις μου ὡς ἐπιστήμονος εἶναι ἀπόλυτος, ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ εἶναι συνέχεια τῆς Δʹ. Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ συζητήσωμεν τὸ θέμα ἐν λεπτομερείᾳ, θὰ δοθῇ καὶ εἰς ἐμὲ ἡ εὐκαιρία νὰ ἐκθέσω διὰ μακρῶν τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος, πρὸς κατατόπισιν ἁπλῶς τῆς Βουλῆς, ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω, ὅτι κατ’ ἀρχὴν συνταγματικῶς παραδεδεγμένη, ὄχι μόνον ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν διεθνῆ ἐπιστήμην, ἀρχὴν καθιερωμένην καὶ δι’ ἀρνητικοῦ κανόνος δικαίου ἀπὸ τὸ ἄρθρον 34 τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος τοῦ 1911, ὁ Βασιλεὺς δὲν εἶναι φορεὺς οὔτε συντακτικῆς, οὔτε ἀναθεωρητικῆς ἐξουσίας, οὔτε ἀπολύτου, οὔτε περιωρισμένης συντακτικῆς ἐξουσίας καὶ ἑπομένως δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα βάσει τῶν κειμένων συντακτικῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι διέπουν τὴν Ἑλλάδα, νὰ ματαιώσῃ ἢ νὰ ἀναστείλῃ τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς. Καὶ εἶναι πρόδηλον ὅτι ἡ διάλυσις Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἔχοντος, κατὰ τὸ κείμενον Σύνταγμα, ἀπόλυτον λόγον διαλύσεως αὐτῆς, ἡ διάλυσις τοιαύτης Βουλῆς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ ἡ ἄρνησις εἰς τὴν διάδοχον Βουλὴν νὰ ἀσκήσῃ αὐτὰ τὰ ἀναθεωρητικὰ δικαιώματα, ἰσοδυναμεῖ προδήλως πρὸς ματαίωσιν τοῦ συντακτικοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς καὶ συνεπῶς ἄνευ ἑτέρου ὁ Βασιλεὺς καθίσταται ὄχι μόνον τυπικῶς μόνον φορεὺς συντακτικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ θὰ ἠδύνατό τις εἰπεῖν καὶ ὁ ἀπόλυτος φορεὺς τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας, διότι αὐτὸς θὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ ματαιώσῃ πᾶσαν πρᾶξιν καὶ πᾶσαν ἐνέργειαν τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, εἴτε τῆς ἀπολύτου, εἴτε τῆς ἀναθεωρητικῆς τοιαύτης. Ὑπάρχει, κύριοι Βουλευταί, ἀκόμη, ἀνεξαρτήτως τοῦ θεωρητικοῦ ἢ νομικοῦ αὐτοῦ λόγου, σπουδαιότατος Ἑλληνικὸς πολιτικὸς λόγος, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει τὴν καθιέρωσιν τῆς νομικῆς ἰσχύος ἰδίως νομοθετημάτων ποικίλης φύσεως καὶ συντακτικοῦ καὶ νομοθετικοῦ περιεχομένου. Ὑπάρχουν ἐκκρεμεῖς συντακτικαὶ πράξεις, ὄχι κἂν ἀπὸ τοῦ 1946 καὶ ἐντεῦθεν, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ ἀπὸ τοῦ 1945. Ὑπάρχουν ψηφίσματα ἐκδοθέντα καὶ μὴ ἐπικυρωθέντα.
§28Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Καὶ ἀπὸ τὸ 1944 μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν.
§29Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ 1944 ἔχουν ἐκκαθαρισθῆ. Τὸ θέμα εἶναι ἀπὸ τὰ βαθύτερα νομικὰ ζητήματα καὶ ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα πολιτικὰ ζητήματα. Ἔργον βεβαίως τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ λάβῃ θέσιν, ἀλλὰ εἶναι καὶ ὑποχρέωσις τῆς Βουλῆς νὰ λάβῃ θέσιν. Ἔχει τοιαύτην ἔκτασιν λάβει τὸ θέμα ἀπὸ ἀπόψεως νομοθετικῆς, ἀπὸ ἀπόψεως διοικητικῆς, ἀπὸ ἀπόψεως δικαστικῆς, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἀσφαλείας τοῦ Κράτους, ἀπὸ ἀπόψεως ρυθμίσεως σπουδαιοτάτων κοινωνικῶν ζητημάτων, ὅπως τὸ ζήτημα τῶν ἀγοραπωλησιῶν, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐγκυρότης τῆς δοθείσης λύσεως ἐξαρτᾶται μόνον καὶ μόνον ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐὰν ἡ Συντακτικὴ Πρᾶξις 114 ἰσχύῃ ἢ ὄχι. Συνεπῶς, εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον ἔχει τεθῆ καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς δικαστικῆς καὶ ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς διοικητικῆς καὶ νομίζω ὅτι δὲν θὰ δυνηθῇ οὔτε ἡ Βουλὴ ὡς Σῶμα, οὔτε κανὲν Κόμμα ὡς πολιτικὸς ὀργανισμὸς νὰ ἀντιπαρέλθῃ τὸ θέμα, χωρὶς νὰ λάβῃ θέσιν. Βεβαίως ἐγράφη ὅτι καὶ ἐγὼ εὑρίσκομαι εἰς συνεννόησιν μὲ τὴν Κυβέρνησιν ἢ μὲ τὸ Κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, διὰ νὰ ὑποβάλω τὴν ὑπὸ κρίσιν πρότασιν ψηφίσματος. Τοῦτο οὕτω διατυπούμενον, δὲν εἶναι ἀληθές. Ἡ γνώμη μου διὰ συνταγματικὸν ζήτημα δὲν περιορίζεται ἀπὸ τὴν θέσιν μου εἰς τὸ Κόμμα, εἶμαι δὲ εὐτυχής, ὅτι δὲν εὑρίσκομαι καὶ ἐν διαφωνίᾳ μὲ τὸ Κόμμα μου. Ἐλπίζω ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὴν ὁποίαν μετέχουν τόσα ἐπίλεκτα μέλη, τὰ ὁποῖα ἔν τινι μέτρῳ ἔχουν ἐκφράσει γνώμην κατ’ ἀρχὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, δὲν θὰ εἶναι ξένη πρὸς τὴν παρ’ ἐμοῦ ὑποδεικνυομένην λύσιν. Ἡ πρότασις ψηφίσματος εἶναι σύντομος. Τὸ ψήφισμα εἶναι βραχύλογον, ὄχι διότι δὲν θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐκθέσω λεπτουερέστερον καὶ εὐρύτερον τὰς γνώμας μου ἐπὶ τῆς λύσεως ὅλων τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐμφανισθῶσιν, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ νὰ δεχθῇ τὸ ψήφισμα, ἀλλὰ διότι δὲν ἠθέλησα νὰ ἐπιτρέψω εἰς ἐμαυτὸν νὰ λάβω τὴν πρωτοβουλίαν νὰ ὑποδείξω ἐγὼ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἀσκήσῃ τὴν ἀναθεωρητικήν της ἐξουσίαν. Περιωρίσθην μόνον εἰς τὸ νὰ θέσω τὸ θέμα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου ἐπ’ αὐτοῦ. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἐσκόπευον νὰ τὸ θίξω, ἀπαντῶν εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, δὲν τὸ ἔκαμα ὅμως διὰ δύο λόγους. Πρῶτον, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν κατὰ τρόπον ἀξιοκατάκριτον ἔχει καθιερωθῆ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι προηγοῦνται οἱ λεγόμενοι Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων καὶ συνεπῶς, ὅταν εἰς ἕν θέμα ὁμιλοῦν οἱ δέκα πρῶτοι, ἐξαντλεῖται τοῦτο κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε οἱ ἄλλοι Βουλευταὶ νὰ μὴ ἔχουν πλέον θέσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, καὶ ἀφ’ ἑτέρου διότι ἐκρίθη ὅτι δὲν θὰ ἦτο ὀρθὸν κυβερνητικοὶ Βουλευταὶ νὰ ἀπαντοῦν ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος μετέχῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τεκμαίρεται ὅτι οἱ συμπολιτευόμενοι Βουλευταὶ συμφωνοῦν. Λόγῳ ὅμως τῆς σπουδαιότητος τοῦ ζητήματος, ἀφ’ ἑνὸς μὲν δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις καὶ ἀφ’ ἑτέρου θὰ ἔπρεπε νὰ ὁρισθῇ μία τακτὴ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν αὐτοῦ. Δὲν γνωρίζω ποία διαδικασία θὰ θελήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀκολουθήσῃ. Ἢ νὰ παραπεμφθῇ ἡ πρότασις αὐτὴ εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπήν, μὴ ὑπαρχούσης ἀκόμη Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ ὑπάρξῃ ἐὰν γίνῃ δεκτὸν τὸ ψήφισμα, καὶ μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος ἡ Βουλή, ἢ νὰ ὁρίσῃ ἡ Βουλὴ μίαν ὡρισμένην ἡμέραν συζητήσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν τοὐλάχιστον νὰ γίνῃ ἡ λεπτομερὴς ἀνάπτυξις τοῦ θέματος καὶ νὰ ἀναπτύξῃ ἐνδεχομένως ἡ Κυβέρνησις τὴν γνώμην της, ὥστε ἡ συζήτησις νὰ εἶναι εἰς τὸ πλαίσιον εἰς τὸ ὁποῖον ἐμπρέπει καὶ νὰ γίνῃ κατὰ τρόπον ἐπωφελῆ καὶ ἀποτελεσματικόν. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ δηλώσῃ ἐὰν δὲν ἔχῃ ἀντίρρησιν πρὸς τοῦτο καὶ νὰ ὁρισθῇ μία ἡμέρα πρὸς συζήτησιν.
§30Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριοι Βουλευταί, τὸ θέμα ἢ μᾶλλον τὸ πρόβλημα, τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος, εἶναι πράγματι θέμα μέγα καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐκτάσεως, διότι ἀφορᾷ τὴν τύχην πολλῶν καὶ σπουδαίων νομοθετημάτων, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἀρχῆς. Νομίζω ὅτι διὰ νὰ εἶναι δυνατὴ μία ἀντικειμενικὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ ἐπειδὴ δὲν συμπίπτει ἡ παροῦσα Βουλὴ νὰ ἀποτελῆται μόνον ἀπὸ μέλη τῆς προηγουμένης Βουλῆς, τὰ ὁποῖα ἔχουν γνῶσιν μεγάλου μέρους τῶν δεδομένων τοῦ προβλήματος, ὅτι θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ δοθῇ καιρὸς νὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς σειρὰ πινάκων, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἐμφαίνηται ποῖα ψηφίσματα ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς παρελθούσης Βουλῆς, ποῖα εἶναι τὰ ψηφίσματα, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς ὁλομελείας καὶ ποῖα τὰ ψηφίσματα, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν κατ’ ἐξουσιοδότησιν, ἡ ὁποία κατὰ τὴν πρόβλεψιν τοῦ σχετικοῦ ψηφίσματος τοῦ ΞΖʹ ἔδει νὰ τύχουν ἐπικυρώσεως καὶ δὲν ἔτυχον τοιαύτης. Ἐπίσης θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ διανεμηθῇ πίναξ, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ ἐμφαίνηται ποῖοι εἶναι οἱ Ἀναγκ. Νόμοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπεκυρώθησαν κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ ΞΖʹ ψηφίσματος. Νομίζω ὅτι μόνον μὲ τὰ δεδομένα ταῦτα ἀνὰ χεῖρας θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ νὰ διεξαχθῇ συζήτησις κατ’ ἀρχήν, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἀντίρρησιν καὶ θὰ παρακαλέσῃ μόνον νὰ ὁρισθῇ ὡς τοιαύτη ἡμέρα ἡ προσεχὴς Πέμπτη. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις βάσει τοῦ κατατεθέντος ψηφίσματος, ἡ συζήτησις δὲν εἶναι δυνατὴ ἐπὶ τῇ καταθέσει, ἀπαγορεύεται ἐκ τοῦ κανονισμοῦ τοιαύτη συζήτησις. Θὰ ὑπάρξῃ παραπομπὴ τῆς προτάσεως ψηφίσματος εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Δικαιοσύνης, ἢ εἰς ἄλλην ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θὰ κρίνῃ ἐὰν δύναται νὰ εἰσαχθῇ πρὸς συζήτησιν καὶ θὰ ἀποφανθῇ κατ’ οὐσίαν ἢ κατ’ ἀρχήν, ἀναλόγως πὼς θὰ κρίνῃ, καὶ μόνον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως τῆς σχετικῆς ἐπιτροπῆς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις.
§31Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Νομίζω ὅτι παρατύπως ἐγείρεται τὸ θέμα. Ποῖος προτείνει: Διαρκῶς μᾶς λέγουν: ἡ Βουλή! Τί προτείνεται; Πῶς ἡ Βουλὴ θὰ λάβῃ ἀπόφασιν; Τί λέγει ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ θέματος; Τί λέγουν οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων; Ποῖος υἱοθετεῖ τὴν πρότασιν; Γίνεται μία προσπάθεια νὰ ριφθῇ εὐθύνη ἐγέρσεως ἑνὸς ζητήματος ἐπὶ τῆς Βουλῆς συλλήβδην. Ἐπ’ αὐτοῦ ποῖος ἔχει τὴν εὐθύνην; Ποῖος ἔχει τὴν εὐθύνην τῆς εἰσαγωγῆς καὶ τῆς προτάσεως;
§32Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Δὲν ἔχετε παρακολουθήσει τὴν συζήτησιν ἐξ ἀρχῆς, διότι θὰ εἴχατε ἀντιληφθῆ τὸ ἑξῆς: Ὁ συνάδελφος ἐξ Ἀρκαδίας κ, Μπακόπουλος κατέθεσε μίαν πρότασιν. ἡ ὁποία ἐνδεχομένως εἶναι παραδεκτὴ καὶ ἐνδεχομένως ὄχι.
§33Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ἐνδεχομένως παραδεκτή; Εἶσθε μέλος τῆς Κυβερνήσεως. Ποίαν γνώμην ἔχετε ἐπὶ τῆς προτάσεως;
§34Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Ἐὰν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀκούσητε χωρὶς νὰ διακόπτετε, θὰ ἐγνωρίζατε τὸ ἑξῆς.
§35Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Νὰ τὸ διευκρινήσετε. Ποία εἶναι ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως;
§36Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Κύριε Βουλευτά, ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως δὲν διακαθορίζεται κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν ἑνὸς ἑκάστου τῶν βουλευτῶν, διακαθορίζεται κατὰ μίαν τάξιν, τὴν ὁποίαν ὀφείλετε ὡς παλαιὸς κοινοβουλευτικὸς καὶ ἐπίλεκτος κοινοβουλευτικὸς νὰ γνωρίζητε. Ἐπειδὴ κατετέθη μία πρότασις, δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ἔναντι τῆς προτάσεως θέσιν, εἰμὴ μόνον μετὰ τὴν διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν γνωρίζετε ἄριστα. Ἡ πρότασις αὐτὴ εἶναι πρότασις νομοθετικοῦ περιεχομένου. Ἐνδεχομένως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἢ ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπή, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ προτάσεως συντακτικοῦ περιεχομένου, νὰ νομίσουν ἢ νὰ μὴ νομίσουν ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτος καὶ νὰ μὴ τὴν εἰσαγάγουν. Ἐὰν δὲν ὑπάρξῃ τοιοῦτον ζήτημα καὶ ἡ Βουλὴ ἐπιθυμεῖ νὰ διεξαχθῇ συζήτησις, νομίζω χρήσιμον ἡ συζήτησις νὰ διεξαχθῇ βάσει τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἐμνημόνευσα προηγουμένως καὶ νὰ διεξαχθῇ εἰς τακτὴν ἡμέραν, ὅπως ἐμπρέπῃ εἰς θέματα παρομοίας σπουδαιότητος.
§37Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἔχω δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω κάτι τὸν κ. Ὑπουργόν. Λέγομεν νὰ ὁρίσωμεν μίαν ἡμέραν συζητήσεως. Θὰ συζητήσωμεν τὸ ὅλον θέμα καὶ ἔπειτα; Ἠμπορεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ ἄνευ προτάσεως; Θὰ συζητήσωμεν καὶ θὰ ἀποφασίσωμεν βάσει τῆς προτάσεως τοῦ κ. Μπακοπούλου; Τότε νὰ εἰσαχθῇ κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, οὕτως ὥστε ἀφοῦ ἔλθει ἕτοιμον τὸ θέμα, τότε καὶ νὰ συζητηθῇ.
§38Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις δὲν διευθύνει τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος, τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος διευθύνει τὸ Προεδρεῖον. Νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε, ἐὰν ἐγκριθῇ ἡ κατατεθεῖσα πρότασις ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ παραπεμφθῇ ἢ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἢ οὔ, ἀναλόγως τοῦ περιεχομένου της. Μόνον ἀφοῦ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑπάρξει σύστασις τοῦ Προεδρείου, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδηλωθῇ ἡ Κυβέρνησις.
§39Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δηλαδὴ ἡ συζήτησις ἐναντίον τῆς προτάσεως δὲν εἶναι νοητή;
§40Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ποῖος διευθύνει τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως, κύριε Πρόεδρε;
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπροτάθη νὰ συζητηθῇ...
§42Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ποῖος θὰ ἀποφασίσῃ; Ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφασίσῃ. Προτείνω ὅθεν νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπροτάθη νὰ συζητηθῇ εἰς ὡρισμένην ἡμέραν. Θὰ ὁρίσωμεν μίαν ἡμέραν.
§44Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ποῖος προτείνει τὴν ἡμέραν;
§45Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἐὰν θὰ παραπεμφθῇ ἢ ὄχι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἡ πρότασις, θὰ τὸ κρίνητε ἐσεῖς καὶ ἡμεῖς θὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς ἐνεργείας αὐτῆς. Νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις ἀπόψε δὲν ἔχει τὴν θέσιν αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἐσεῖς θὰ ἀποφασίσητε, νὰ κρίνητε παραπεμπτέαν τὴν πρότασιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Δικαιοσύνης καὶ ἐπ’ αὐτοῦ θὰ συζητήσωμεν. Δὲν εἶναι ἔτσι;
§46Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Θέλω νὰ ἐκφράσω τὴν ἱκανοποίησίν μου διὰ τὴν συμφωνίαν τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πρὸς τὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν ἐξέθεσα προηγουμένως εἰς τὴν Βουλήν.
§47Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προέχει εἶναι αὐτό. Ὑπάρχουν βουλευταί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τὸ θάρρος νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸ θέμα; Μόνον ἐκεῖνοι, κύριε Πρόεδρε, ἠμποροῦν νὰ ἔχουν ἀντιρρήσεις κατ’ ἀρχὴν ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου.
§48Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι σωστόν, εἶναι ἀλαζονικόν.
§49Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ θέμα εἶναι τοιοῦτον, ὥστε ὅλοι ὀφείλουν νὰ λάβωσι θέσιν.
§50Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Πῶς σᾶς γεννᾶται ἡ ἰδέα ὅτι δὲν θὰ λάβουν θέσιν ὅλοι;
§51Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις προέρχεται ἀπὸ ἕνα βουλευτήν, ἔχοντα τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλλῃ προτάσεις.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ, συναινεῖ νὰ συζητήσωμεν τὴν Πέμπτην τὴν πρότασιν; (Φωναὶ—διαμαρτυρίαι).
§53Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Δὲν γίνεται αὐτό. Θὰ κρίνητε πρῶτος ἐσεῖς ἐὰν ἡ πρότασις θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἢ ὄχι καὶ μετὰ τοῦτο θὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς ἑτέρας προτάσεως.
§54Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀπαγορεύσῃ εἰς βουλευτὴν νὰ ὑποβάλλῃ οἱανδήποτε πρότασιν.
§55Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ πρότασις ἡ ἄρτι κατατεθεῖσα θίγει θέμα κολοσσιαίας σημασίας. Ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ ἁμαρτωλοῦ παρελθόντος ἀπὸ πληθύος πράξεων κυβερνητικῶν ἐπηυξημένης ἰσχύος, εἶναι ἀναγκαία. Ἀλλὰ τίθεται τὸ ἑξῆς ζήτημα: Ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως ψηφίσματος, μεταβάλλομεν τὸν χαρακτῆρα τῆς Βουλῆς μας, ἡ ὁποία Βουλὴ πρέπει νὰ γίνῃ ἀναθεωρητική, ἐνῷ ὁ λαὸς ἐκλήθη νὰ ἐκλέξῃ Βουλὴν ἁπλῆν. Λοιπὸν λέγω τὰ ἑξῆς: Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ εὑρίσκετο τρόπος ἐκκαθαρίσεως τῆς καταστάσεως αὐτῆς. Ἡ ὑπόθεσις ἔχει πολλὴν σχέσιν ἢ μᾶλλον ἀπόλυτον σχέσιν μὲ τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς τοῦ ἄρθρου 37 τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Συντάγματος δημιουργεῖ ἕνα θεσμόν, τὸν θεσμὸν τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς καὶ ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἰς τὸν Βασιλέα. Τὸ δικαίωμα αὐτὸ τοῦ Βασιλέως, ἀπόλυτον προκειμένου περὶ ἁπλῆς Βουλῆς, δὲν ὑφίσταται προκειμένου περὶ συντακτικῆς Βουλῆς, λόγῳ τῆς παροχῆς τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τῶν συντεταγμένων ἐξουσιῶν.
§56Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Αὐτὸ εἶναι συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν παρεδέχθη ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ συζήτησις πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας. Παρακαλῶ τὸν κ. Βασιλειάδην νὰ λάβῃ τὸν λόγον.
§58Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ἐτελειώσαμεν.
§59Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Ἐγένετο κατ’ ἀρχὴν δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Μπακοπούλου; Παραπέμπεται εἰς τὴν Ἐπιτροπήν; Ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ ὅτι δέχεται κατ’ ἀρχήν;
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεκοινώθη ἡ πρότασις τοῦ κ. Μπακοπούλου.
§61Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Τὸ θέμα κακῶς ἐνετοπίσθη εἰς τὴν πρότασιν Μπακοπούλου. Ὑπάρχει ἐκκρεμὲς τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Δὲν ἠμπορῶ πάντως νὰ καταλάβω τί ἐγένετο δεκτόν.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεκοινώθη ἡ πρότασις τοῦ κ. Μπακοπούλου.
§63Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νομίζω ὅτι ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν μία πρότασις, κύριε Πρόεδρε. Ἐσεῖς ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θὰ κρίνητε ἐὰν πρέπῃ νὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπὴν ἢ ὄχι καὶ ἡμεῖς θὰ συζητήσωμεν, ἐὰν καλῶς παρεπέμφθη ἢ ὄχι.
§64Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ πρῶτον θέμα μὲ τὸ ὁποῖον εἶχε νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ εἶναι τοῦτο: Ὑπάρχει ἐκκρεμὲς τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς ἢ ὄχι; Ἐπ’ αὐτοῦ χρειάζεται εἰδικὴ συζήτησις, ἀνεξαρτήτως τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§66Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Κύριοι συνάδελφοι, ἐδήλωσα προηγουμένως ἐξ ὀνόματος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι τεθέντος τοῦ προβλήματος τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἀναμείνωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τῆς συνήθους, τῆς προβλεπομένης ἀπὸ τὸν κανονισμὸν διαδικασίας, τῆς παραπομπῆς δηλαδὴ τῆς προτάσεως εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τῆς συντάξεως ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῆς ὑποβολῆς τῆς ἐκθέσεως εἰς τὴν Βουλήν, νὰ θέλῃ νὰ συζητηθῇ κατ’ ἀρχὴν τὸ τεθὲν πρόβλημα δὲν ἔχει ἀντίρρησιν ἡ Κυβέρνησις. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν εἶναι ὅτι ἐπὶ τῇ καταθέσει καὶ πάραυτα νὰ διεξαχθῇ συζήτησις. Δὲν εἶναι ἀνάλογον πρὸς τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος καὶ τὴν σοβαρότητα τοῦ Σώματος νὰ διεξάγεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἡ συζήτησις. Συνεπῶς ἐὰν μὲν θέλητε νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ κ. συνάδελφος, δηλαδὴ νὰ παραπεμφθῇ ἡ πρότασίς του, τὸ ὁποῖον δὲν σημαίνει παραδοχήν, αὐτὸ διότι δύναται ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης νὰ εἴπῃ: Θεωρῶ ἀπαράδεκτον αὐτὸ ἢ θεωρῶ τὴν πρότασιν τύποις δεκτήν, ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν ἀπαράδεκτον. Ἐὰν δὲν θέλητε νὰ ἐφαρμοσθῇ αὐτό, διότι νομίζετε ὅτι θὰ καταλάβῃ πολὺν χρόνον ἡ ἐφαρμογὴ τῆς τοιαύτης διαδικασίας, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἀντίρρησιν νὰ ὁρισθῇ ἡ προσεχὴ Πέμπτη ὡς ἡμέρα συζητήσεως τοῦ θέματος.
§67Α. ΣΒΩΛΟΣ. Ὅπως ἔχῃ ἡ πρότασις αὐτή, κύριοι, προϋποθέτει λελυμένον ἕνα ζήτημα καὶ νομικῶς καὶ πολιτικῶς, ὅτι δηλαδὴ ἡ παροῦσα Βουλὴ ἀναγνωρίζει ἤδη ἑαυτὴν ὡς ἀναθεωρητικήν. Αὐτό, νὰ μὲ συγχωρῆτε, ἀλλὰ εἰς τὴν ἁπλοελληνικὴν γλῶσσαν λέγεται πραξικόπημα καὶ τοιοῦτον πραξικόπημα, νομίζω, ὅτι δὲν ἐγένετο ἕως τώρα. Ἂν θέλωμεν νὰ τὸ κάμωμεν, εἶναι ἄλλο θέμα, ἀλλὰ μέχρις ὥρας δὲν τὸ ἔχομεν κάμει. Ἑπομένως τούτου συνέπεια εἶναι πρῶτον, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ παραπεμφθῇ ἡ πρότασις αὐτὴ εἰς μίαν ἐκ τῶν κανονικῶν ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι προωρισμέναι ὅπως γνωρίζητε διὰ τὰ κανονικὰ νομοθετικὰ ἔργα, εἴτε Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης λέγεται, εἴτε ἀλλέως πως, διότι θὰ ἐσήμαινε παραδοχὴν τῆς ἀρχῆς τὴν ὁποίαν περιέχει ἡ πρότασις αὐτὴ καὶ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν νομίζει ὅτι παρεδέχθη ἔστω καὶ σιωπηρῶς ὅτι ἤδη μετεβλήθη εἰς Ἀναθεωρητικήν. Δὲν εἶναι ἑπομένως ἄνευ σημασίας καὶ νομικῆς ἀλλὰ καὶ πολιτικῆς φθανούσης μέχρις ἀκόμη καὶ τῆς θέσεως τοῦ ἀνευθύνου παράγοντος καὶ μέχρι τῆς εὐθύνης τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως ποὺ διέλυσε τὴν προηγουμένην Βουλήν, δὲν εἶναι ἄνευ συνεπειῶν νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἐγίναμεν Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. Δεύτερον ὑπάρχει πράγματι τὸ μεγάλο πρόβλημα τῆς τύχης ὡρισμένων πράξεων τῶν ὁποίων τὸ κῦρος εἶναι ἐκκρεμὲς ἢ ἤρτηται, ἐὰν θέλετε, ἢ εἶναι κατεστραμμένον. Καὶ ἀσφαλῶς ἐπ’ αὐτοῦ ἕνα Σῶμα νομοθετικὸν δέον νὰ καθοδηγῇ ὑπὸ τὴν πολιτικὴν τοῦ ὅρου ἔννοιαν ἀπὸ τὴν ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν καὶ ἐφ’ ὅσον θὰ πρόκειται περὶ συντακτικῆς φύσεως θέματος ἀπὸ τοὺς ἀπαρτίζοντας τὴν Κυβέρνησιν βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν μειωμένον δικαίωμα ὡς βουλευταί. Ἐὰν πρόκειται περὶ νομοθετικοῦ ἔργου πάλιν νομίζω ὅτι καὶ ἡ θεωρία καὶ ἡ πεῖρα ἡ ἰδική μας ἔχει ἀποδείξει, ὅτι ὁσάκις αἱ Βουλαὶ καὶ ἡ πλειοψηφία δὲν καθοδηγοῦνται πολιτικῶς ἀπὸ ἓν ὑπεύθυνον Σῶμα, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ποὺ εἶναι ὑπεύθυνος, ἀποτυγχάνουν. Ἑπομένως νομίζω πρῶτον, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ συζήτησις περὶ παραπομπῆς τῆς προτάσεως αὐτῆς εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν ὑπαρχουσῶν, δεύτερον νομίζω ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀγνοήσωμεν τὸ πρᾶγμα διότι συνδέεται μὲ τὴν τύχην αὐτῶν τῶν ἐκκρεμῶν νομοθετικῶν θεμάτων. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ καθορίσῃ μίαν πολιτικὴν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Δυστυχῶς οὔτε ὁ λόγος τοῦ Θρόνου, οὔτε αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως ἥψαντο τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ἡ Βουλὴ κατ’ ἀρχὴν μένει ἀκατεύθυντος ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν. Θὰ ἐρωτηθῶμεν: Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ πάρωμεν ἡμεῖς μίαν πρωτοβουλίαν; Ἀσφαλέστατα. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι νομοθετικὴ πρωτοβουλία ἐπὶ τοιούτων σοβαρῶν θεμάτων δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ, οὔτε ἐν ἀγνοίᾳ, οὔτε ἄνευ πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνήσεως. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ὁρισθῇ μία ἡμέρα γενικοῦ, λέγω, ἀκαδημαϊκοῦ χαρακτῆρος συζητήσεως, ἀλλὰ ἀφοῦ προηγουμένως οἱ κ.κ. Βουλευταὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν μᾶς εἴπουν πῶς ἀντιμετωπίζει τὸ πρόβλημα, ὄχι τῆς φύσεως τῆς παρούσης Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ τὸ πρόβλημα τῆς τύχης τῶν ἐκκρεμῶν αὐτῶν νομοθετικοῦ καὶ συντακτικοῦ περιεχομένου κειμένων. Αὐτὴ, νομίζω, εἶναι ἡ ὀρθόδοξος συνταγματικὴ ἄποψις τοῦ ζητήματος.
§68Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ συνίστων εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς πραξικόπημα, οὔτε εἰς ἐπαναστατικὰς πράξεις. Δὲν ἔχω συνηθίσει οὔτε εἰς ἐπαναστατικὰς πράξεις, οὔτε εἰς πράξεις ἐναντίον καθεστηκυίων ἀρχῶν, ὑποστηρίζω ὅμως, ὅτι μόνον ἐγώ, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις, θὰ ἀποδείξω ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων τῶν νομοθετικῶν, ὅτι δὲν εἶναι πραξικόπημα τὸ νὰ ζητήσῃ ἀναθεωρητικὴν ἐξουσίαν ἡ Βουλή. Πραξικόπημα θὰ ἦτο τὸ ἀντίθετον. Καὶ θὰ ἐπικαλεσθῶ, σὺν τοῖς ἄλλοις, ὄχι καὶ τὴν γνώμην τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς ΣΚ–ΕΛΔ, ἀλλὰ τὴν γνώμην τοῦ καθηγητοῦ κ. Σβώλου, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν μελέτην του περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, σελὶς 64, γράφει, ὅτι ἡ διάλυσις τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς δὲν ματαιώνει τὸ ἀναθεωρητικὸν αὐτῆς ἔργον, ἡ διάλυσις διακόπτει τὴν ἀναθεώρησιν, ἀλλὰ διὰ νὰ συνεχισθῇ περαιτέρω, δὲν ματαιοῦται. Ἐγὼ ἔθεσα τὸ ζήτημα. Ἐξετέλεσα τὸ καθῆκον μου ὡς πατριώτης Ἕλλην. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις, θὰ ἴδετε διατί τὸ τονίζω αὐτὸ ὡς πατριώτης Ἕλλην. Βεβαίως ὁ Ἀρχηγὸς τῆς ΕΛΔ δὲν θέλει τὴν ἀναθεώρησιν, διότι ἐὰν δὲν γίνῃ ἡ ἀναθεώρησις, ὅλα τὰ ψηφίσματα ποὺ ἐψήφισεν ἡ παροῦσα Βουλὴ διὰ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ καθεστῶτος, καταπίπτουν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος. Ἐὰν καὶ σεῖς δὲν τὸ θέλετε, ἀναλάβατε τὰς εὐθύνας. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος. Ἔχω τὴν βεβαιότητα, κύριε Πρόεδρε, ὅτι κανεὶς πατριώτης Βουλευτής, παρευρισκόμενος εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, εἴτε εἰς τὰ κυβερνητικὰ ἑδώλια, εἴτε εἰς τὴν Δεξιάν, εἴτε εἰς τὸ Κέντρον, δὲν δὲν θὰ ἀρνηθῇ τὴν ψῆφον του. Ἡ Ἀριστερὰ πιθανόν, διότι κινδυνεύει. Μόνον ἔτσι ἐξασφαλίζεται τὸ κοινωνικὸν καθεστώς.
§69Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἦλθον εἰς συνεννόησιν μὲ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος ἐν καιρῷ, τὸ ὅλον ζήτημα τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, θὰ τὸ παρουσιάσῃ ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Τὴν ἐρώτησίν μου πρὸ ἡμερῶν τὴν ἔκαμα, λόγῳ ἑνὸς ἀστόχου μέτρου, τὸ ὁποῖον εἶχε λάβει ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ ὁποῖον ἦτο ἴσως καταστρεπτικὸν διὰ τὴν Ἐμπορικήν μας Ναυτιλίαν. Εἶδον ἀνακοινωθὲν εἰς τὰς ἐφημερίδας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐπῆλθε κἄποια συνεννόησις, δὲν γνωρίζω ποίου εἴδους, ἐπὶ τῶν φορολογικῶν ὑποχρεώσεων τῶν ἐφοπλιστῶν καὶ εὐτυχῶς ἐδόθησαν ἐντολαὶ νὰ ἀφεθοῦν ἐλεύθερα τὰ ἐμπορικὰ πλοῖα νὰ συνεχίσουν τοὺς πλόας των. Ἐλπίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας μελετᾷ τὸ ὅλον ζήτημα τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, θὰ μᾶς τὸ παρουσιάσῃ δὲ ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ ἐνώπιον τοῦ Σώματος.
§70Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Διευκρινίζω, ὅτι αἱ ἐρωτήσεις μου ἀφεώρων τὴν διαδικασίαν, ἡ ὁποία θὰ ἀκολουθηθῇ, κατόπιν τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ, ὄχι τὴν οὐσίαν. Κατόπιν, λοιπόν, συζητήσεως, θὰ ληφθῇ ἀπόφασις ἀπὸ τὴν Βουλήν, κατ’ ἀρχήν.
§71Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Φέρω πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, πρὸς συζήτησιν τὸ ζήτημα τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, διότι τοῦτο εἶναι σοβαρὸν καὶ ἐπειδὴ σήμερον εἶναι ἡ πρώτη ἡμέρα κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα πρὸς συζήτησιν. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ποίαν λύσιν ἔχει ὑπ’ ὄψει του ἐπὶ τοῦ ζητήματος καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀφιερωθῇ τὸ πλεῖστον μέρος τῆς συνεδριάσεως μὲ τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος, διότι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον χειρίζεται ἡ Κυβέρνησις τὸ ζήτημα δείχνει, ὅτι ἐξακολουθεῖ ἡ ἐπιπολαιότης εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν αὐτοῦ. Θὰ παρακαλέσω νὰ μᾶς δοθῇ ἡ ἀπάντησις τῆς Κυβερνήσεως σχετικῶς μὲ τὴν ἐπελθοῦσαν συνεννόησιν μεταξὺ ἐφοπλιστῶν καὶ Κυβερνήσεως καὶ σχετικῶς μὲ ὅσα δημοσιεύονται εἰς τὸν τύπον.
§72Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἤθελα νὰ προσθέσω τοῦτο, ἀξίαν ἔχει ὄχι μόνον νὰ δοθῇ ἐντολὴ εἰς τοὺς λιμενικοὺς τῶν προξενείων νὰ ἐπιτραπῶσιν οἱ πλόες, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀνακληθῇ ἡ κοινὴ ἀπόφασις τῶν τριῶν Ὑπουργῶν, Ἐξωτερικῶν, Οἰκονομικῶν καὶ Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας.
§73Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουρ. Ἐμπορ. Ναυτ.). Κύριοι συνάδελφοι, καθὼς ὑπέμνησε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Φθιώτιδος, ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς ἐφημερίδας ἐπίσημος ἀνακοίνωσις τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῆς ὁποίας διευκρινίζεται ὅτι ἀνεστάλη ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ μέτρου, βάσει τοῦ ὁποίου εἶχεν ἀπαγορευθῆ ἡ συνέχισις τῶν πλόων τῶν πλοίων τῆς ποντοπόρου Ναυτιλίας. Δὲν συμμερίζομαι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον τινὲς περὶ ἀστόχων ἢ ἐπιπολαίων μέτρων. Ἡ Κυβέρνησις ὅταν ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν, εὑρέθη πρὸ ἑνὸς νόμου, ὁ ὁποῖος ὑπεχρέωνε τοὺς Ὑπουργοὺς Οἰκονομικῶν, Ἐξωτερικῶν καὶ Ἐμπορ. Ναυτιλίας νὰ λάβουν τὰ μέτρα αὐτά, νὰ διατάξουν τοὺς οἰκείους προξενικοὺς λιμενάρχας ὅπως μὴ χορηγήσουν ναυτιλιακὰ ἔγγραφα εἰς τὰ πλοῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ καθυστέρουν τὴν πληρωμὴν ἔστω καὶ μιᾶς δόσεως. Εἰς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου, οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ εὑρέθησαν ὑποχρεωμένοι—ὅσον ἀφορᾷ ἐμέ, δὲν ὑπῆρχε περιθώριον συζητήσεως— νὰ διατάξουν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μέτρου, δεδομένου ὅτι εἶχε παρέλθει ἡ προθεσμία καταβολῆς τῆς πρώτης δόσεως. Τὸ θέμα τῆς φορολογίας τῶν ἐφοπλιστῶν δὲν εἶναι τῆς ἁρμοδιότητός μου, εἶναι ὅμως σαφὲς ἀπὸ ὅσα ἐλέχθησαν καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν καὶ ἀπὸ ὅσα αἰσθάνεται ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, ὅτι καὶ οἱ ἐφοπλισταί μας ὑπόκεινται εἰς ὡρισμένας φορολογικὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ ἀρχίσουν νὰ ἐκπληρώνουν, καταβάλοντες ἔστω καὶ μίαν τῶν δόσεων τούτων. Ἐφ’ ὅσον δὲν εἶχε πληρωθῆ ἡ πρώτη δόσις, ἐλήφθησαν τὰ ἀναγκαστικὰ αὐτὰ μέτρα, ὡς σᾶς εἶπον. Τοῦτο ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔβλεπε μετ’ ἀδιαφορίας τὸ δρᾶμα αὐτὸ τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, καὶ μοῦ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ ἐξηγήσω καὶ εἰς τοὺς κ. συναδέλφους μου ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς μεγάλους φίλους καὶ συμμάχους μας τὸ καθημερινὸν δρᾶμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, ὁ ὁποῖος ἐλάμβανε τηλεγραφήματα προερχόμενα ἀπὸ τοὺς πλέον μακρινοὺς λιμένας τῆς ὑδρογείου καὶ ἀγγέλλοντα τὸ καθημερινὸν δέσιμον πλοίων Ἑλληνικῶν. Μὲ τὸ πνεῦμα αὐτὸ ἐπεκράτησε μία τάσις συνεννοήσεως, ἐξευρέθη δὲ λύσις, βάσει τῆς ὁποίας ἐμειώθη τὸ ποσὸν τοῦ φόρου εἰς 10 ἑκατομ. δολλ., ἀντὶ 12.500.000 δολλ., παραλλήλως δὲ ἀνέλαβον οἱ ἐφοπλισταὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταβάλλουν συντομώτερον τὰς δόσεις. Τὸ μεσονύκτιον τοῦ Σαββάτου ἐστάλησαν ἐντολαὶ πρὸς ὅλα τὰ προξενεῖα, ὅπως ἀνασταλῇ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς προηγουμένης ἀποφάσεως μέχρι τῆς 10ης Μαΐου. Ἡ προθεσμία καταβολῆς τῆς πρώτης δόσεως λήγει τὴν 8)5)50, ἐδώσαμεν ὅμως καὶ δύο ἡμέρας ἀκόμη, ὥστε νὰ βεβαιωθῇ εἴσπραξις ὑπὸ ξένων Τραπεζῶν, καὶ αἰσθάνομαι τὴν βεβαιότητα, κατόπιν τῶν διεξαχθεισῶν συνεννοήσεων, ἀλλὰ καὶ τῶν διαβεβαιώσεων, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν ἐκ μέρους τοῦ ἐφοπλιστικοῦ κόσμου, ὅτι βαδίζομεν πρὸς μίαν κατανόησιν καὶ καταβολὴν τοῦ φόρου ἐκ μέρους τοῦ ἐφοπλιστικοῦ κόσμου, ἡ ὁποία θὰ συντελέσῃ ὄχι μόνον εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ κύρους τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ εἰς μίαν ἀποκατάστασιν τοῦ αἰσθήματος δικαιοσύνης δι’ ὁλόκληρον τὸν τόσον σκληρῶς φορολογούμενον Ἑλληνικὸν λαόν. Ἀπέστειλα σήμερον μήνυμα πρὸς τοὺς ἐφοπλιστὰς τῆς Ν. Ὑόρκης καὶ τοῦ Λονδίνου, ὅπως ἐκτελέσουν εἰς τὸ ἀκέραιον τὴν συμφωνίαν, ἡ ὁποία ἐγένετο, καὶ δηλῶ ὅτι εἶμαι πρόθυμος ἅμα τῇ καταβολῇ τοῦ φόρου νὰ συζητήσω ἕνα ὁλόκληρον πρόγραμμα ἀνορθώσεως τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, ἀλλὰ καὶ νὰ ἔλθω εἰς ἄμεσον συνεννόησιν μὲ τὸν ἐφοπλιστικὸν κόσμον, ὥστε νὰ ληφθοῦν ὅλα τὰ κατάλληλα μέτρα διὰ τὴν Ἐμπορικήν μας Ναυτιλίαν.
§74Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἤκουσα μετὰ πολλῆς προσοχῆς τὰς ἀνακοινώσεις σας, κ. Ὑπουργέ, καὶ εἴμεθα σύμφωνοι μὲ τὰς ἀπόψεις σας, ἤθελα μόνον νὰ ἠξεύρω ποία θὰ ὑπάρξῃ ἡ σχέσις μεταξὺ δολλαρίου καὶ λίρας.
§75Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐμπορ. Ναυτ.). Διὰ μὲν τὰς παλαιὰς δόσεις, καθωρίσθη 4 δολλάρια πρὸς μίαν λίραν, διὰ δὲ τὰς τρεχούσας ἡ τιμὴ τῶν 2,8 δολλαρίων πρὸς μίαν λίραν. Ὑπεστηρίχθη ἐκ μέρους τῶν ἐφοπλιστῶν, ὅτι δίκαιον θὰ ἦτο καὶ εἰς τὰς ἄλλας περιπτώσεις νὰ ὑπολογισθῇ ἕνα πρὸς 4, ἀλλὰ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἑνὸς συμβιβασμοῦ, ἐδέχθησαν διὰ τὰς μελλούσας δόσεις τὸ 1 πρὸς 2,8. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὑπῆρξε μία λύσις συμβιβασμοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν ἐγένοντο ἑκατέρωθεν ὑποχωρήσεις. Εὐτυχῶς ἐγένετο ἑκατέρωθεν δεκτός.
§76Α. ΙΩΣΗΦ. Ἔχετε τὴν καλωσύνην νὰ ἐπαναλάβητε, διὰ πότε καθωρίσθησαν αἱ ἄλλαι δόσεις;
§77Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐμπ. Ναυτιλίας). Σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ πρώτη δόσις πρέπει νὰ πληρωθῇ εἰς τὰς 8 Μαΐου, αἱ ἐνστάσεις θὰ ὑποβληθοῦν μέχρι 15 Μαΐου καὶ θὰ ἐκδικασθοῦν μέχρι 30 Μαΐου. Ἡ τελευταία δόσις θὰ πληρωθῇ εἰς τὰς 8 Ἰουνίου. Θὰ ἔχωμε μίαν συντομωτέραν εἴσπραξιν ἑνὸς μειωμένου ποσοῦ.
§78ΑΛ. ΣΒΩΛΟΣ. Ἀπὸ τὰς ἀνακοινώσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπὸ ὅσα εἴπατε, προκύπτει ὅτι ἔγινε χρῆσις κἄποιας διαδικασίας συμβιβασμοῦ ἢ συνεννοήσεως μεταξὺ Κράτους καὶ ἐφοπλιστῶν. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, οἱ ἐφοπλισταὶ εἶναι φορολογούμενοι, δὲν εἶναι ἁπλῶς φορεῖς μιᾶς οἰκονομικῆς δραστηριότητος τῆς Χώρας, μὲ τοὺς ὁποίους συνεννοεῖται ἡ Κυβέρνησις. Ἀσχέτως τοῦ συμβιβασμοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖτε, πρέπει νὰ εἴπω ὅτι ξενίζει τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ Κράτος συμβιβάζεται ἢ συνεννοεῖται μετὰ φορολογουμένων. Βέβαια ἡ νομοθεσία περὶ καθαρᾶς προσόδου, νομίζω ὅτι ἐπιτρέπει κάποτε τὴν διὰ τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων συνεννόησιν μὲ τοὺς φορολογουμένους διὰ τὴν διαφορετικὴν ἐκτίμησιν τοῦ φόρου. Ἐρωτῶ, πρόκειται περὶ ἐφαρμογῆς αὐτῆς τῆς διαδικασίας ἢ περὶ μιᾶς ἄλλης διαδικασίας, τὴν ὁποίαν ἐκ τῶν ὑστέρων θὰ κυρώσητε νομοθετικῶς; Ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ἐντυπώσεως, τὴν ὁποίαν προκαλεῖ τοῦτο, καθ’ ἥν στιγμὴν δὲν ἠμπορεῖ ὁ μικρὸς φορολογούμενος νὰ τύχῃ πολλὲς φορὲς μιᾶς μικρᾶς ἀναστολῆς. Δὲν λέγω ὅτι δὲν πρέπει νὰ προστατευθῇ ἡ Ναυτιλία, ἀλλὰ λέγω ὅτι κάμνει χειρίστην ἐντύπωσιν τὸ γεγονὸς ὅτι ἐξαντλεῖτε πᾶσαν διάθεσιν συμβιβασμοῦ μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ ἰσχυρῶν φορολογουμένων, καθ’ ἥν στιγμὴν δὲν ἐπικρατεῖ ὅμοιον πνεῦμα μὲ τοὺς ἀδυνάτους.
§79Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐμπ. Ναυτιλίας). Προφανῶς ὁ ἀξιότιμος κ. Σβῶλος δὲν γνωρίζει τὴν ἱστορίαν τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον χρονολογεῖται ἀπὸ διετίας περίπου. Ἡ Ναυτιλία ἐκλήθη νὰ φορολογηθῇ διὰ τὰ ἔτη 1947 καὶ 1948. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἐλήφθησαν δύο νομοθετικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀπεδείχθησαν ἐκ τῶν πραγμάτων ἀνεφάρμοστα, καὶ τὸ ἕν μάλιστα ἐκ τούτων ἠκυρώθη ἀπὸ τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας. Ἦσαν δὲ ἀνεφάρμοστα, διότι διὰ πρώτην φορὰν ἐκλήθη νὰ φορολογηθῇ μία ἐπιχείρησις ἰδιωτική, ὅπως ἡ ποντοπόρος Ναυτιλία, ἡ ὁποία ἑδρεύει καὶ λειτουργεῖ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἔχει δὲ μόνον μίαν σχέσιν μὲ τὴν Ἑλλάδα, ὅτι φέρει τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν. Ἡ Κυβέρνησις, λοιπόν, ὄχι ἡ παροῦσα ἢ ἡ προκάτοχος, ἀλλ’ οἱαδήποτε Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, δὲν ἔχει καμμίαν φορολογικὴν πεῖραν ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο, δὲν ἔχει δὲ καὶ κανένα μέσον ἐξευρέσεως φορολογικοῦ συστήματος, διότι τῆς λείπουν ὅλα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα προσφέρουν ἐπιχειρήσεις, αἱ ὁποῖαι λειτουργοῦν ἐντὸς τῆς χώρας. Μετὰ τὸ ναυάγιον τῶν δύο αὐτῶν ἀποπειρῶν, ἐγένετο συνεννόησις κατὰ τὸν παρελθόντα Σεπτέμβριον ἢ Ὀκτώβριον καὶ ἐπροτάθη εἰς τοὺς ἐφοπλιστὰς νὰ δώσουν 10 ἑκατομμύρια δολλάρια. Οἱ ἐφοπλισταὶ πρὸς στιγμὴν ἐδέχθησαν, μεταγενεστέρως ὅμως ἠρνήθησαν.
§80Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε διὰ ποῖον λόγον δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ φορολογήσωμεν τοὺς ἐφοπλιστάς. Ἠρνήθησαν ὅλα τὰ μέσα καὶ ἠναγκάσθημεν νὰ κάμωμεν τὸν γνωστὸν νόμον, βάσει τῶν στοιχείων δύο μόνον πλοίων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο εἰς τὸν Πειραιᾶ. Παρὰ τοῦτο, τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν τοὺς προσέφερε τὴν εὐχέρειαν νὰ πληρώσουν ἐπὶ τῇ βάσει δηλώσεών των, νὰ δηλώσουν δηλαδὴ τί ἐκέρδισαν καὶ ἀναλόγως νὰ πληρώσουν. Ἑπομένως, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι εὑρέθητε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προβῆτε εἰς τὸν συμβιβασμὸν αὐτόν, δὲν ἦτο δίκαιον νὰ χάσῃ ὁ Προϋπολογισμὸς 2½ ἑκατομ. δολλάρια ἀπὸ τὴν συμφωνίαν αὐτήν. Χωρὶς νὰ ὑπολογίζωμεν τὸ μέτρον τοῦ δεσίματος τῶν πλοίων, εἴχατε ἄλλα μέσα νὰ ἐπιδιώξητε τὴν εἴσπραξιν ὁλοκλήρου τῆς φορολογίας καὶ ἀκόμη εἴχατε τὸ δικαίωμα νὰ διαπραγματευθῆτε κυρίως καὶ πρὸ παντὸς τὸ παρακράτημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προσφέρητε ὡς ἀντάλλαγμα τῆς πλήρους ἐκπληρώσεως τῶν φορολογικῶν ὑποχρεώσεων τῶν ἐφοπλιστῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσουν ὅταν καὶ οἱ τελευταῖοι λαχανοπῶλαι, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Τσουδερός, πληρώσουν εἰς τὸ ἀκέραιον τοὺς φόρους των.
§81Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐμπ. Ναυτιλίας). Χαίρω, διαπιστώνων τὴν συμφωνίαν σας μὲ τὴν ἄκραν Ἀριστεράν. Ἡ ἀντιπολίτευσις εἶναι ἑνιαία, ἀσχέτως ἐὰν πρόκειται περὶ Δεξιᾶς ἢ Ἀριστερᾶς.
§82Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί τὸ λέτε αὐτό. Ὅπου ὑπάρχει μέτρον φιλολαϊκόν, ὑποτίθεται ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ θὰ τὸ ὑποστηρίξῃ.
§83Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐμπ. Ναυτιλίας). Θὰ ἤθελα νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Στεφανόπουλον, ὅτι ἴσως θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι περισσότερον ἐπιφυλακτικὸς ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσὸν τῶν 2½ ἑκατομ. δολλαρίων, διότι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς προγενεστέρας συζητήσεις προηγουμένης Κυβερνήσεως μετὰ τῶν ἐφοπλιστῶν, τὰς ὁποίας καὶ ἐπεκύρωσεν, ἐπιτυχοῦσα μάλιστα ἔτι περισσότερον.
§84Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, μοῦ ἐπιτρέπετε; Ὅταν ἐγένετο ἡ πρότασις ἐκείνη, δὲν εἶχε γίνει ἀναπροσαρμογή, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ διαφορὰ μεταξὺ λίρας καὶ δολλαρίου.
§85Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐμπ. Ναυτιλίας). Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω νὰ εἴπω, εἶναι ὅτι συνεπείᾳ ἀποφυγῆς ἐκ μέρους τῶν ἐφοπλιστῶν νὰ προσαγάγωσι τὰ φορολογικά των στοιχεῖα, ἀλλὰ καὶ ἐλλείψεως καὶ δυνατοτήτων φοροτεχνικῶν ἀπὸ Ἑλληνικῆς ἀπόψεως, κατέστη ἐκ τῶν πραγμάτων ἀναγκαία μία συνεννόησις μετὰ τῶν ἐνδιαφερομένων φορολογουμένων. Ἡ συνεννόησις αὐτή, ὅπως διεπιστώθη ἀπὸ τὴν ὅλην συζήτησιν, εἶχεν ἀρχίσει ἀπὸ μακροῦ Εἶχε προταθῆ κατὰ Ὀκτώβριον–Νοέμβριον ἀπὸ τὸν κ. Χέλμην τὸ ποσὸν τῶν 10.000.000, τὸ ὁποῖον δὲν ἐδέχθησαν οἱ ἐφοπλισταί, καὶ συνεπείᾳ τῆς ἀρνήσεώς των αὐτῆς, τῆς κακοπίστου, ἐὰν θέλετε, καὶ ὑπὸ τύπον κυρώσεως, ἐδημοσιεύθη ὑπὸ τῆς Ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως ὁ ἀναγκαστικὸς νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβλήθη μία φορολογία κατὰ ἕνα τρόπον κἄπως αὐθαίρετον καὶ στερούμενον καὶ στοιχείων καὶ οἱασδήποτε γνώσεως τοῦ θέματος, ὑπὸ τύπον καθαρῶς κυρώσεως. Δὲν νομίζω, ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου, ὅτε εἶχε προταθῆ τὸ ποσὸν τῶν 10.000.000, μέχρι τοῦ Φεβρουαρίου, ὁπότε ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος, νὰ ἐμεσολάβησε κανὲν στοιχεῖον, ὥστε ὁ φόρος αὐτὸς νὰ αὐξηθῇ κατὰ 25%, ὅπως ηὐξάνετο λόγῳ τῆς διαφορᾶς τοῦ ποσοῦ τῶν 10.000.000 καὶ τῶν 12.500.000. Ὅταν ἤρχισε τὸ δέσιμο τῶν πλοίων καὶ ἐνεφανίσθησαν τὰ τηλεγραφήματα ὄχι τῶν ἐφοπλιστῶν, ἀλλὰ τῶν ναυτεργατῶν, οἱ ὁποῖοι σύσσωμοι ἤρχισαν νὰ τηλεγραφοῦν ἀπὸ τὸ Μπουένος Ἄϋρες, ἀπὸ τὸ Σίδνεϋ καὶ τοὺς ἄλλους λιμένας, ὅτι δένονται τὰ πλοῖα, ὅτι ζητοῦν τὸν ἐπαναπατρισμόν των καὶ τὴν λῆψιν μέτρων διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἀποζημιώσεών των, εἶχον χρέος, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας καὶ ὡς ὑπεύθυνος δι’ ἕνα σημαίνοντα κλάδον τῆς Ἐθνικῆς οἰκονομίας, νὰ λάβω ἐνεργὸν μέρος καὶ νὰ πρωτοστατήσω εἰς τὴν λῆψιν ἑνὸς μέτρου, ὄχι συμβιβασμοῦ μετὰ φορολογουμένων, ἀλλὰ προστασίας τοῦ σημαίνοντος αὐτοῦ κλάδου τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, δεδομένου, ὅπως σᾶς εἶπα, ὅτι ἡ συζήτησις αὐτὴ δὲν ἀπετέλει συζήτησιν προστασίας καὶ συζήτησιν συμβιβασμοῦ μετὰ ἰσχυρᾶς ὁμάδος φορολογουμένων, ἀλλὰ μέτρον ἀποκλειστικῆς προστασίας τῆς Ἑλληνικῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας. (Χειροκροτήματα).
§86Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ἐξ ὅσων ἐλέχθησαν, καταλήγομεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας τῶν μηχανοκινήτων πλοίων πρέπει νὰ ἐπανεξετασθῇ παρὰ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν, νομίζω δὲ ὅτι ἡ τήρησις βιβλίων δι’ ἕκαστον πλοῖον ἐπιβάλλεται, ὁπότε δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ οὐδεμία φοροδιαφυγή. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ πρέπει νὰ λυθῇ εἰς τὸ προσεχὲς μέλλον.
§87Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐμπ. Ναυτιλίας). Παρέλειψα νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων ὅρων, ποὺ ἀπεδέχθησαν οἱ ἐφοπλισταί, εἶναι ὅτι τοῦ λοιποῦ θὰ παρίσταται ἐν Ἑλλάδι ἐξουσιοδοτημένος ἀντιπρόσωπός των, ὅστις νὰ παρέχῃ ὅλα τὰ στοιχεῖα, ὥστε ἡ φοροτεχνικὴ μηχανὴ νὰ προχωρήσῃ κατὰ τρόπον καὶ λογικὸν καὶ δίκαιον.
§88Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὑπὸ τῆς προηγουμένης Βουλῆς εἶχε ληφθῆ ἀπόφασις, κατόπιν προτάσεως τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας κ. Κιζάνη, νὰ σχηματισθῇ μία διακομματικὴ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας. Ὁ σκοπὸς τῆς προτάσεως ἐκείνης ἦτο νὰ γίνῃ δεκτὴ μία κοινὴ πολιτικὴ ἀπέναντι τῆς Ἑλληνικῆς σημαίας καὶ εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν ὅλα τὰ Κόμματα θὰ ἀνελάμβανον ὑποχρέωσιν νὰ συμμορφωθοῦν, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐπιτροπὴ ἦτο διακομματική. Νομίζω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐπρόφθασε νὰ τερματίσῃ τὸ ἔργον της καὶ ἐπειδὴ διελύθη ἔκτοτε ἡ Βουλὴ μὲ τὸ νὰ ἐπανασυνιστούσαμε πάλιν τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν θὰ ἐχάνετο πολύτιμος χρόνος, θὰ ἐπρότεινα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ καλέσῃ τὸ ναυτιλιακὸν συνέδριον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν ὑπὸ ἄπλετον φῶς νὰ ἐκτεθοῦν ὅλαι αἱ ἀπόψεις, νὰ ἀκουσθοῦν ὅλαι αἱ γνῶμαι καὶ νὰ ληφθοῦν ἀποφάσεις. Τὸ λέγω δὲ τοῦτο, διότι ἐὰν δὲν σπεύσωμε νὰ ἐξετάσωμε τὸ θέμα, ὄχι ἀπὸ ἀπόψεως ἐφοπλιστικῆς, ἀλλὰ καθαρῶς ναυτιλιακῆς, δοθέντος ὅτι ἀποζοῦν 30.000 οἰκογένειαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀπὸ τὴν Ναυτιλίαν, φοβοῦμαι πολὺ ὅτι ἐὰν δὲν λάβωμεν συντόμως τὰ μέτρα αὐτὰ καὶ δὲν ἐφαρμόσωμεν μίαν πολιτικὴν προστασίας τῆς Ἑλληνικῆς σημαίας, ἐντὸς ὀλίγου χρόνου ἡ Ἑλληνικὴ σημαία θὰ ἐξαφανισθῇ ἀπὸ τὰς θαλάσσας. Κάμνω αὐτὴν τὴν πρότασιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ παρακαλῶ ὅπως τὴν υἱοθετήσῃ, διὰ νὰ προχωρήσωμεν καὶ εἰς τὴν ὀργάνωσιν αὐτοῦ τοῦ συνεδρίου.
§89Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐμπ. Ναυτιλίας). Ἀποδέχομαι μετὰ ἰδιαιτέρας ἱκανοποιήσεως τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν σχετικὴν ἀπόφασιν.
§90Α. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ἤθελον νὰ ἐκφράσω μίαν γνώμην, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ριζικῶς ἀντίθετος μὲ τὰς ἀπόψεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι μέχρι τῆς στιγμῆς ἠκούσθησαν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Ὡς φαίνεται καὶ ὡς πληροφορούμεθα καὶ ἀπὸ ἀνακοινώσεις εἰς τὸν τύπον, ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῶν ἐφοπλιστῶν. Νομίζω καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρασυρθῇ, ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς γενομένης συζητήσεως, εἰς πράξεις χαριστικὰς ὑπὲρ τῶν ἐφοπλιστῶν. Νομίζω ὅτι ἡ τάξις τῶν ἐφοπλιστῶν εἶναι βεβαίως ἀπὸ πάσης ἀπόψεως συμπαθής. Εἶναι ἕνας κλάδος, ὁ ὁποῖος ἀποφέρει σπουδαίους πόρους εἰς τὴν ἐθνικήν μας οἰκονομίαν, εἶναι ἕνας κλάδος ἄξιος ἐνισχύσεως, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως εἶναι ἕνας κλάδος ἀρκούντως ἰσχυρός, ὁ ὁποῖος ἀντιπροσωπεύεται ὄχι ἀπὸ ἀνθρώπους ἀδαεῖς εἰς τὴν διαχείρισιν καὶ διεκδίκησιν τῶν συμφερόντων των. Δὲν εἶναι οὔτε ἀνίκανοι, οὔτε ἀμόρφωτοι. Εἶναι εἰς θέσιν δι’ ἀπ’ εὐθείας συνεννοήσεων μετὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν, νὰ προστατεύσουν τὰ συμφέροντά των. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἔλαβε κἄπως μεγάλην ἔκτασιν εἰς τὴν Βουλήν, δὲν εἶναι ὀρθὸν κατὰ ἕνα οἱονδήποτε τρόπον νὰ πιέσῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς διαπραγματεύσεις καὶ εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ ζητήματος μὲ μίαν κατεύθυνσιν ἐπιεικεστέρας κρίσεως τῆς τάξεως αὐτῆς τῶν ἐφοπλιστῶν. Αὐτὴν τὴν δήλωσιν ἐπεθύμουν νὰ κάμω καὶ ἡ δήλωσις αὐτὴ δὲν εἶναι ἄνευ σημασίας, διότι νομίζω ὅτι αἱ πρῶται συνεδριάσεις τῆς παρούσης Βουλῆς θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ μᾶς ἀπασχολήσουν περισσότερον εἰς ζωτικώτερα προβλήματα κοινωνικῶν τάξεων, ἡ φωνὴ τῶν ὁποίων δυσκολώτερον φθάνει εἰς τὰς Ἀθήνας, ἴσως καὶ μέσα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Διότι πράγματι ὑπάρχουν ζωτικώτερα προβλήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅπως τὰ ἀγροτικὰ καὶ τὰ ἐργατικά, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀπασχολοῦν αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ τύχουν ἀπολύτου προτάξεως. Σᾶς ἀναφέρω ἁπλῶς, καὶ τὸ λέγω αὐτὸ καὶ πρὸς γνῶσιν τῆς Κυβερνήσεως, τὸ καπνικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι ἀπὸ τὰ ὀξύτερα ζητήματα, τὰ ὁποῖα διατρέχει ἡ οἰκονομικὴ ζωὴ τῆς χώρας. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὰς καπνοπαραγωγικὰς περιφερείας, οἱ καπνοπαραγωγοὶ ἀντιμετωπίζουν μίαν πραγματικὴν σφαγὴν ἐκ μέρους τῶν καπνεμπόρων, οἱ ὁποῖοι ἀγοράζουν τὸ προϊόν των εἰς ἐξευτελιστικὰς τιμάς. Ἡ τάξις τῶν καπνοπαραγωγῶν εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ὄχι μόνον κατοικεῖ τὰς ἀκριτικὰς περιφερείας καὶ φρουρεῖ τὰ σύνορα τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ κἂν νὰ μεταφέρῃ τὴν φωνήν της εἰς τὰς Ἀθήνας. Νομίζω ὅτι θέματα τοιαύτης φύσεως θὰ πρέπῃ νὰ τύχουν προτάξεως, διότι ἀπασχολοῦν ἑκατοντάδας χιλιάδας ἀνθρώπων. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῶν ἐφοπλιστῶν, ἐμπιστεύομαι τὴν λύσιν του εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία θὰ πρέπῃ νὰ δώσῃ λύσεις ὄχι χαριστικάς, ἀλλὰ ἴσης μεταχειρίσεως.
§91Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Ὑπεστηρίχθη ἐκ τῆς Δεξιᾶς πτέρυγος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχεν εἰς τὴν διάθεσίν της ἄλλα μέσα πρὸς πειθαναγκασμὸν τῶν ἐφοπλιστῶν διὰ τὴν συμμόρφωσίν των πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις των ἔναντι τοῦ Δημοσίου, πλὴν τοῦ δεσίματος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐτόνισεν, ὅτι τὰ μέτρα αὐτὰ ἐλήφθησαν πρὸς ἐφαρμογὴν ἐπιτακτικῆς διατάξεως τοῦ νόμου. Νομίζω ὅτι ἄν ὑπῆρχεν ἄλλος τρόπος ρυθμίσεως τοῦ ζητήματος, ὑπῆρξεν ἀστοχία. Καὶ τονίζω τὸ θέμα ὄχι ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῶν ἐφοπλιστῶν, ἀλλὰ τῶν ναυτεργατῶν, οἱ ὁποῖοι ὅταν τὰ βαπόρια δεθοῦν, εἶναι γνωσταὶ αἱ συνέπειαι, τὰς ὁποίας ὑφίστανται. Συνεπῶς ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργόν: Ὑπῆρχεν ἄλλο πρόσφορον μέτρον; Ἄν ὑπῆρχε, λυποῦμαι διότι ἀπετέλεσεν ἀστοχίαν. Ἄν ὅμως δὲν ὑπῆρχεν, ἔπρεπε καὶ οἱ κύριοι ἐφοπλισταὶ νὰ συμμορφωθοῦν.
§92Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐμπ. Ναυτιλίας). Ἡ ἐπιχείρησις τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας εἶναι ἰδιότυπος. Μὴ ἑδρεύουσα ἐν Ἑλλάδι, οὔτε ὅσον ἀφορᾷ τὰ κεφάλαια, οὔτε ὅσον ἀφορᾷ τὸν τόπον τῆς διεξαγωγῆς τῆς ἐπιχειρήσεως, νομίζω ὅτι κατέστη σαφές, ὅτι τὸ μέτρον τοῦ δεσίματος ἦτο τὸ μόνον.
§93Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Ὁ κ. Στεφανόπουλος εἶπεν ὅτι ὑπῆρχον καὶ ἄλλα μέσα.
§94Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῆς νομικῆς διατάξεως τοῦ Α. Ν. τῆς ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως νὰ δέσῃ τὰ πλοῖα, διότι αὐτὸ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός. Δὲν ὑπῆρχε τοιαύτη ὑποχρέωσις διὰ τὴν Κυβέρνησιν, τοῦτο ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τοῦ ὅτι πρὶν ἢ τελειώσῃ τὸ θέμα, τὰ ἔλυσε, χωρὶς νὰ παύσῃ νὰ ὑφίσταται ὁ νόμος.
§95Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Προηγήθη τὸ μέτρον τοῦ δεσίματος καὶ ἐξηναγκάσθησαν. Ἀλλὰ ποῖα τὰ ἄλλα μέτρα;
§96Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ θέμα τῶν ἐφοπλιστῶν χρῄζει σοβαρωτάτων διαπραγματεύσεων. Εἰς τοιαύτας διαπραγματεύσεις δὲν νομίζω ὅτι προέβη ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ τὸ κάμῃ πρὶν ἢ καταφύγῃ εἰς τὸ ἀντιοικονομικὸν καὶ ἀντεθνικὸν μέτρον τοῦ δεσίματος τῶν πλοίων. Ἔπρεπε νὰ διαπραγματευθῇ τὴν λύσιν τῆς φορολογικῆς διαφορᾶς.
§97Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐμπ. Ναυτιλίας). Ὁ νόμος 1411 ὁρίζει ρητῶς, ὅτι ἄν καθυστερήσουν καὶ μίαν ἀκόμη δόσιν, ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ὑποχρεοῦται νὰ διατάξῃ τὸ δέσιμον τῶν πλοίων. Ὅταν ἀνελάβομεν τὴν Κυβέρνησιν, εὑρέθημεν πρὸ καθυστερήσεως τῆς πρώτης δόσεως καὶ εἰς τὰς παραμονὰς τοῦ ληξιπροθέσμου τῆς δευτέρας δόσεως. Ὑπῆρχεν ἐπιτακτικὴ ὑποχρέωσις διὰ τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ πράξουν ὡς ὁ νόμος ὁρίζει, ἐκτὸς ἄν ἔφερον τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἄλλα μέτρα δὲν ὑπῆρχον, διότι οὔτε ἱκανὴν περιουσίαν διέθετον οἱ ἐφοπλισταὶ αὐτοὶ ἐν Ἑλλάδι, καλύπτουσαν τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ὤφειλον, ἀλλ’ οὔτε καὶ προσωπικὴ κράτησις ἐναντίον των ἠδύνατο νὰ διαταχθῇ. Ἦτο ἀναπόφευκτον, λοιπόν, τὸ μέτρον τοῦτο, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐλήφθη πρόνοια νὰ ἐξαιρεθοῦν τὰ πλοῖα τὰ περιέχοντα φορτία, διότι τοῦτο θὰ ἐσήμαινε ζημίαν τρίτων, δυσφήμησιν τῆς Ἑλλάδος καὶ εὐθύνας τοῦ Κράτους δι’ ἀποζημίωσιν τρίτων. Ἐκτὸς τούτου, ἐξηρέθησαν ἐπίσης τὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ διέλθουν ἐξ Ἑλλάδος, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ δεθοῦν εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ὥστε νὰ ἀποφευχθοῦν κακαὶ συνέπειαι εἰς βάρος τῶν πληρωμάτων κλπ. καὶ διὰ τῶν ἐπακολουθησάντων μέτρων ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Σαββάτου ἡ Ἑλληνικὴ σημαία νὰ κυματίζῃ καὶ πάλιν εἰς τοὺς ὠκεανούς.
§98Γ. ΧΑΤΖΗΣΤΑΥΡΗΣ. Θὰ πληρώσουν, τέλος πάντων, αὐτοὶ οἱ ἐφοπλισταί;
§99Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ πρέπῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ νόμον εἰς τὴν Βουλήν.
§100Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐμπ. Ναυτιλίας). Θὰ φέρω νόμον ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος.
§101Μ. ΧΛΟΥΒΕΡΑΚΗΣ. Θὰ ἤθελον νὰ ἠξεύρω τὸ ἑξῆς, ἂν ἡ ποντοπόρος Ἐμπορικὴ Ναυτιλία φέρῃ τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν ὑπερηφάνως, ἢ τὴν φέρει διότι εἶναι ὑποχρεωμένη. Φέρουν τὴν σημαίαν, διότι εἶναι ὑπόθηκα εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἢ ὄχι. Διότι ἄν φέρουν τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν, χωρὶς νὰ εἶναι ὑπόθηκα, τότε θὰ ἔπρεπε νὰ ληφθοῦν μέτρα διὰ τὴν ποντοπόρον Ἑλληνικὴν Ναυτιλίαν.
§102Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐμπ. Ναυτιλίας). Μερικὰ φέρουν ὑπερηφάνως τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν καὶ μερικὰ καταναγκαστικῶς. Ἡ ἐπιθυμία μας θὰ ἦτο ὅλα τὰ Ἑλληνικὰ πλοῖα νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν καὶ νὰ τὴν φέρουν ὑπερηφάνως, πρὸς ἀποκατάστασιν καὶ τῆς Ἐθνικῆς μας οἰκονομίας καὶ τοῦ γοήτρου μας.
§103Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Τὰ ζητήματα τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, εἶναι περίεργον πῶς γενικῶς ἐνταῦθα λύονται κατὰ τρόπον τελείως προχειρολόγον δι’ ἕν Ἔθνος κατ’ ἐξοχὴν ναυτιλιακόν, ὡς τὸ Ἑλληνικόν. Τὰ ναυτιλιακὰ ζητήματα ἐλύοντο πάντοτε προχείρως καὶ ὑπὸ τὴν πίεσιν διαφόρων παραγόντων, εἴτε ναυτεργατικῶν, εἴτε ἐφοπλιστικῶν. Πολλὲς φορὲς παρέστημεν μάρτυρες ἐπιβολῆς καταστρεπτικῶν διὰ τὴν ἐμπορικήν μας ναυτιλίαν πιέσεων, αἱ ὁποῖαι κατέληγον εἰς τὴν λῆψιν ἐπιπολαίων μέτρων, ὅπως ἐπιπόλαιον ἦτο καὶ τὸ ἐσχάτως ληφθὲν μέτρον δεσίματος τῶν πλοίων. Τοῦτο καταφαίνεται καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι εὑρέθη τρόπος τελευταίως νὰ διευθετηθῇ τὸ ζήτημα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε κατορθωθῆ πρότερον, ὥστε νὰ μὴ δημιουργηθῇ ἡ δύσκολος θέσις διὰ τὴν ναυτιλίαν μας καὶ ὁ ἐξευτελισμὸς τοῦ Κράτους. Θὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὴν θέσιν τῆς ἐμπορικῆς μας ναυτιλίας κατὰ τὸ 1941, ὁπότε αὕτη εἶχεν ἐκφύγει ἀπὸ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ Κράτους καὶ τὴν διεύθυνσιν τῶν καπεταναίων τῶν πλοίων καὶ εἶχε γίνει μία ὀργάνωσις ὀχλοκρατική, εἰς τὴν ὁποίαν οὐδεὶς εἶχεν ἐμπιστοσύνην ὅπως ἐναποθέσῃ τὰ ἐμπορεύματά του. Καὶ εἰς τὴν προηγουμένην, τὴν παλαιὰν Βουλήν, πρὸς λύσιν τῶν ναυτιλιακῶν ζητημάτων ξεκινοῦμεν πάντοτε ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν διαφόρων παραγόντων, διὰ νὰ λάβωμεν ἀποφάσεις. Ὅπως κάθε φορολογούμενος, ἔτσι καὶ ἡ ἐμπορική μας ναυτιλία εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ καταβάλλῃ τοὺς φόρους της, διότι ὑπάρχουν κέρδη, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν φορολογηθῆ καὶ τὰ ὁποῖα θὰ πρέπῃ νὰ φορολογηθοῦν. Δὲν θὰ πρέπῃ ὅμως νὰ συμβαίνῃ τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον συνέβη ἐσχάτως καὶ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα ζημίαν διὰ τὴν ναυτιλίαν, ἀλλὰ καὶ ἐνδείξεις ὑποχωρητικότητος τῆς Κυβερνήσεως ἔναντι τῶν ἐφοπλιστῶν. Ὅλοι ἔχουν ὡρισμένην φορολογικὴν κατάταξιν. Ὅλοι ὅσοι ἔχουν ἐμπορικὰς ἢ βιομηχανικὰς ἐπιχειρήσεις, ἔχουν ὡρισμένας φορολογικὰς ὑποχρεώσεις. Ἐρωτῶ, ἡ ναυτιλιακὴ ἐπιχείρησις ἔχει ὡρισμένας φορολογικὰς ὑποχρεώσεις; Διότι τὸ νὰ ὁρισθῇ κατ’ ἀποκοπὴν ἕνα ποσὸν 15.000.000 ἢ 10.000.000 δολλαρίων, τὸ ὁποῖον θὰ πληρώσῃ ἐν συνόλῳ ἡ ποντοπόρος ναυτιλία, εἶναι πολιτικὴ ὀλίγον τι, ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις, μπακαλίστικη. Διότι ἢ κερδίζουν οἱ ἐφοπλισταί, ὁπότε πρέπει νὰ φορολογηθοῦν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κερδῶν των, ἢ δὲν κερδίζουν, ὁπότε δὲν πρέπει νὰ πληρώνουν. Τὸ νὰ τοὺς ἐπιβάλετε ἕνα ὡρισμένον ποσόν, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι πρὸς τιμὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ὅλοι οἱ νόμοι οἱ φορολογικοὶ ἐπιβάλλονται δι’ ἀναγκαστικῶν νόμων. Οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἦλθε πρὸς συζήτησιν. Ὅταν πέρυσι εἰς τὴν προηγουμένην Βουλὴν εἶχεν ἔλθει τὸ νομοθέτημα τῆς ἀποζημιώσεως τῶν μεσογειακῶν ἐπιβατηγῶν πλοίων, οὐδεὶς εἶχε γνῶσιν τοῦ ζητήματος καὶ ἠναγκάσθην νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν, διὰ νὰ πείσω τὴν Κυβέρνησιν ὅτι οἱ πλοιοκτῆται ἢ ἐφοπλισταὶ τῆς Μεσογειακῆς φορτηγοῦ ναυτιλίας μας εἶναι οἱ μόνοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄξιοι πάσης προστασίας ἀπὸ τὸ Κράτος, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἀναλάβῃ ὁ σπουδαῖος αὐτὸς κλάδος, ὁ ὁποῖος κατεστράφη κατὰ τὴν κατοχὴν καὶ τὸν πόλεμον κυριολεκτικῶς. Τὸ ἴδιον γίνεται σήμερον εἰς τὴν φορολογίαν τῆς ποντοπόρου ναυτιλίας μας, δι’ ἀναγκαστικοῦ νόμου, ἡ δὲ Κυβέρνησις δὲν τὸν ἔφερε τὸν ἀναγκαστικὸν αὐτὸν νόμον νὰ τὸν συζητήσωμεν ἐδῶ. Διότι θὰ τῆς ἔλεγον τότε, διατί κατ’ ἐξαίρεσιν ἡ ναυτιλιακὴ ἐπιχείρησις δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ κρατῇ βιβλία; Συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Φωκίδος κ. συνάδελφον καὶ ἐρωτῶ, διατί δὲν ἐπεβλήθη εἰς τὴν ναυτιλιακὴν ἐπιχείρησιν νὰ τηρῇ βιβλία; Ὑποστηρίζεται ὅτι ἡ ναυτιλιακὴ ἐπιχείρησις εἶναι πολύπλοκος καὶ δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ τήρησις βιβλίων. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, ὅτι ὑπάρχει τρόπος ἐλέγχου καὶ νὰ τοῦ ὑποδείξω, κατ’ ἰδίαν βέβαια καὶ ὄχι ἐδῶ, τὸν τρόπον, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ὁ ἔλεγχος, διότι ὑπάρχουν καὶ δύνανται νὰ εὑρεθοῦν τὰ στοιχεῖα. Διότι ἢ ὑπάρχουν κέρδη, τὰ ὁποῖα ἀποκρύπτονται, ἢ δὲν ὑπάρχουν. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ νοηθῇ διαχείρισις τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας ὅπως γίνεται κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Ἐὰν δὲ κατηγόρησα τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι διότι κατ’ αὐτὸν τὸν ἐπιπόλαιον τρόπον διαχειρίζεται τὸ ζήτημα, διότι δὲν θέλει νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν οὐσίαν καὶ ἐὰν ἡ ναυτιλιακὴ ἐπιχείρησις κερδίζῃ ἢ ὄχι, τὸ Κράτος νὰ ἐπιβάλῃ τήρησιν βιβλίων, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι ὑποχρεωτικὰ διὰ τοὺς πλοιοκτήτας. Ἔλεγχος οὐδέποτε ἐγένετο. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, ἀπὸ τὸ 1941, μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς Πατρίδος, ὅτε ἐδώσαμεν τὴν διαχείρισιν τῶν πλοίων μας εἰς τὴν διαχειριστικὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Λονδίνου, ἐγένετο ἔλεγχος μέχρι σήμερον; Καὶ ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ἐλέγχου; Ἐγένετο ἔλεγχος τῆς διαχειρίσεως τῶν 14 πλοίων, ἡ ὁποία εἶχεν ἀναληφθῆ ἀπὸ τὴν Ἕνωσιν τῶν ἐφοπλιστῶν εἰς τὴν Νέαν Ὑόρκην. Ποῖον ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα αὐτοῦ τοῦ ἐλέγχου; Ἔγινεν ἡ ἀπόδοσις τῶν χρημάτων ποὺ ὁ ἔλεγχος αὐτὸς ἐξέπεσεν εἰς βάρος τῆς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου; Ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ἐλέγχου τούτου; Ἢ μήπως ἐστείλαμεν εἰς Ν. Ὑόρκην τὴν ἐπιτροπὴν ἐλέγχου τῆς ναυτιλιακῆς ἐπιτροπῆς διαχειρίσεως τῶν 14 πλοίων, καὶ ὑπάρχουν δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι παρεμποδίζουν τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἐκ τοῦ ἐλέγχου ἀποκαλυφθέντων εἰς βάρος τῆς ναυτιλιακῆς ἐπιτροπῆς διαχειρίσεως τῶν 14 φορτηγῶν πλοίων; Διὰ τοῦτο θὰ ἤθελον νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι τοιαῦτα ζητήματα δὲν λύονται μονοπλεύρως, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀπόψεων μόνον τῶν ναυτεργατικῶν ὀργανώσεων ἢ μόνον τῶν ναυτιλιακῶν ἐπιχειρήσεων. Ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία εἶναι σοβαρώτατος κλάδος τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, διὰ τὴν διερεύνησιν τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ γίνῃ ναυτιλιακὸν συνέδριον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ἐκτεθοῦν ὅλαι αἱ ἀπόψεις ἑκατέρωθεν, ὥστε νὰ φτιάξωμεν ναυτιλιακὴν πολιτικήν, διότι ἄλλως θὰ διαγραφῇ ἡ ναυτιλία μας ἀπὸ τὸν κατάλογον τῶν ναυτιλιακῶν Κρατῶν, διότι ἐπαναλαμβάνω ὅτι πλήρης ἐπιπολαιότης πρυτανεύει εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ ναυτιλιακοῦ ζητήματος καὶ εἰς τὴν λῆψιν ἀποφάσεων ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐπαναλαμβάνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας ὅτι πρέπει νὰ μᾶς εἴπῃ ἐὰν εἶναι διατεθειμένος νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς πλοιοκτήτας ἢ εἰς τοὺς ἐφοπλιστὰς τήρησιν βιβλίων, βιβλίων ἅτινα τηρεῖ πᾶσα ἐμπορική, βιομηχανικὴ ἢ πάσης φύσεως ἐπιχείρησις. Δεύτερον, πρέπει νὰ γίνῃ ναυτιλιακὸν συνέδριον, νὰ ληφθοῦν ἀποφάσεις, εἰς τρόπον ὥστε νὰ γνωρίζωμεν ποίαν ναυτιλιακὴν πολιτικὴν κάμνομεν ἢ πρέπει νὰ ἐφαρμόσωμεν ἐπὶ ἑκάστου ζητήματος, ἄλλως ἐπαναλαμβάνω, ὅ,τι καὶ ἂν κάμνωμεν, διαπραγματεύσεις, ἐνεργείας, ὅπως λύωμεν τὰ ἀναφυόμενα ἑκάστοτε ζητήματα δὲν ὠφελοῦμεν, ἀντιθέτως καταβαραθρώνομεν τὴν ἐμπορικήν μας ναυτιλίαν. Συνεπῶς μόνον ὑπὸ τὸ πνεῦμα αὐτὸ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα.
§104Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, φοβοῦμαι ὅτι τὸ ζήτημα μετετοπίσθη εἰς ἄλλην βάσιν, διότι ὅπως ἐνθυμεῖσθε, κατὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἔγινεν ἐξ ἀφορμῆς τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Βασιλειάδη, ἐπρόκειτο νὰ ἐξετασθῇ τὸ θέμα ὄχι μόνον τὸ φορολογικόν, ἀλλὰ γενικώτερον. Δὲν νομίζω ὅτι τὸ θέμα αὐτὸ εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ δώσῃ ἀφορμὴν νὰ ἀποδείξωμεν τὰ φιλολαϊκὰ ἢ ἀντιλαϊκά μας αἰσθήματα. Εἶναι θέμα μεγίστης ἐκτάσεως, ποὺ ἀφορᾷ τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν, ὅσον τὴν ἀφορᾷ καὶ ὁ καπνὸς καὶ ἡ σταφὶς καὶ οἱοδήποτε ἄλλο ἑλληνικὸν προϊόν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω περισσότερα διὰ τὴν σημασίαν τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Ἐκεῖνο ποὺ ἐνδιαφέρει, κ. Ὑπουργέ, σήμερον εἶναι ὄχι μόνον ἡ σχέσις τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς ἐφοπλιστάς, ἀλλὰ ἡ σχέσις τοῦ Κράτους πρὸς τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν ἐν τῷ συνόλῳ της. Ἀνήκω εἰς μίαν περιφέρειαν καθαρῶς ναυτικὴν καὶ παρακολουθῶ τὸ θέμα αὐτὸ μὲ μεγάλην προσοχὴν καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐθνικῆς οἰκονομίας, πόρων, δηλαδή, εἰσερχομένων ἐκ ξένου συναλλάγματος καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐργατικῆς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιχειρήσεων. Εἶναι θέμα πολυσύνθετον καὶ τοποθετεῖται εἰς τὴν βάσιν, εἰς τὴν ὁποίαν τοποθετοῦνται ὅλα τὰ ἄλλα θέματα τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Ἐδῶ ἡ βάσις του τοποθετεῖται εἰς τὴν ἀνάγκην ποὺ εὑρίσκεται ἡ ποντοπόρος ἐμπορικὴ ναυτιλία, νὰ ὑφίσταται εἰς τοὺς ξένους ὠκεανοὺς τὸν συναγωνισμὸν ξένων δυνάμεων οἰκονομικῶς ἰσχυροτέρων. Δὲν δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν ὅπως κρίνομεν ὅλας τὰς ἄλλας ἑλληνικὰς ἐπιχειρήσεις. Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουν οἱ ἐφοπλισταί, μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ ὑπόθεσις τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας ἐν τῷ συνόλῳ της. Ἐάν, βέβαια, ἀναγκαζώμεθα ὡς Κυβέρνησις καὶ ὡς Βουλὴ νὰ ἔχωμεν σχέσεις μὲ τοὺς ἐφοπλιστάς, ὅπως συνέβη εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, τοῦτο ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ τὸ κάμωμεν, διότι αὐτοὶ εἶναι φορεῖς τῆς λειτουργίας τοῦ μεγάλου αὐτοῦ τομέως τῆς οἰκονομίας μας. Πρόκειται, κ. Ὑπουργέ, νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν αἱ ὑποχρεώσεις αὐταί, τὰς ὁποίας καλεῖται ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία, ὡς τομεὺς οἰκονομικὸς νὰ ἐκπληρώσῃ πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, εἶναι ἀνάλογοι μὲ τὰς ὑποχρεώσεις τῶν ξένων σημαιῶν. Διὰ νὰ κατατοπίσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς μεγάλης σημασίας τοῦ θέματος, θὰ σᾶς ἀναφέρω, κ. Ὑπουργέ, τὸ ἑξῆς μόνον ζήτημα: Προπολεμικῶς ἡ ἐμπορική μας ναυτιλία ἀντεπροσώπευε τοννὰζ 1.800.000. Μεταπολεμικῶς τὸ τοννὰζ αὐτό, ὁ ἀριθμὸς τῶν τόννων, ἀνῆλθε, κατὰ τὰς πληροφορίας μας, τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλέγξωμεν ἀπολύτως, νομίζω ὅτι ἐκεῖ γύρω εἶναι τὸ σημεῖον τῆς ἀληθείας, εἰς τοὺς 4.000.000 τόννους καὶ παρὰ ταῦτα σημειοῦται ἀνεργία εἰς τὸν ναυτεργατικόν μας κόσμον, ἐνῷ ὑπερεδιπλασιάσθησαν οἱ τόννοι τοῦ ἐμπορικοῦ μας στόλου. Σημειοῦται δὲ ἀνεργία καὶ εἰς τὰ πληρώματα τὰ παλαιὰ ἀκόμη. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἡ μεγάλη αὐτὴ δύναμις ἀρχίζει νὰ διαφεύγῃ ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν πατρίδα, διότι ἀπὸ τοὺς 4.000.000 τόννους μόνον σκάφη 1.200.000 τόννων εἶναι ὑπὸ Ἑλληνικὴν σημαίαν, τὰ ὑπόλοιπα ἀντιπροσωπεύοντα περίπου 2.800.000 τόννους εὑρίσκονται ὑπὸ ξένην σημαίαν. Ἐὰν ἡ πολιτικὴ αὐτή, ἡ ὁποία ἀσκεῖται ἐπὶ τοῦ μεγάλου αὐτοῦ κλάδου, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη συνεχισθῇ, θὰ χάσωμεν καὶ τὰ ὑπόλοιπα πλοῖα καὶ τότε θὰ κλαύσωμεν πικρῶς, ἀλλὰ ἄνευ, δυστυχῶς, ἀποτελέσματος, ἄνευ δυνατότητος διορθώσεως τῆς καταστάσεως. Θὰ παρεκάλουν, κ. Ὑπουργέ, μαζὶ μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, νὰ συνεχίσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ τὸ ἔργον της, τὸ ἔργον τῆς ἐρεύνης, τοῦ μεγάλου αὐτοῦ θέματος καὶ μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν της νὰ φέρῃ τὸ θέμα πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν, ἐπειδὴ νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ συνείδησις ὅλων τῶν Ἑλλήνων βουλευτῶν, τόσον ἡ σημασία τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, ὅσον καὶ αἱ ἐλλείψεις καὶ τὰ ἐλαττώματά της, ἔστω, τῆς λειτουργίας της, διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν συνισταμένην ὅλων αὐτῶν τῶν ἀπόψεων καὶ τὴν πλέον συμφέρουσαν λύσιν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Δὲν δυνάμεθα νὰ περιμένωμεν νὰ γίνῃ συνέδριον. Θὰ χάσωμεν 6 μῆνας, ἐφ’ ὅσον θὰ πρέπῃ οἱ ἀντιπρόσωποι νὰ ἔλθουν ἀπὸ ὅλα τὰ σημεῖα τῆς Χώρας. Ἀλλὰ καὶ τὰ συνέδρια δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ παρακολουθοῦν ὅλοι οἱ βουλευταί, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος νὰ παρακολουθῇ τὰς ἐργασίας, θὰ πᾶνε μίαν ἡμέραν εἰς μίαν πανηγυρικὴν συνεδρίασιν οἱ βουλευταί, ἀλλὰ τὸ συνέδριον ὁλόκληρον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ παρακολουθήσουν. Τὸ θέμα πρέπει νὰ συζητηθῇ, ἀφοῦ περαιωθῇ ἡ μελέτη τὴν ὁποίαν ἤρχισεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπὸ διετίας καὶ τότε ὅλοι νὰ ἐκφέρουν τὰς γνώμας των ἐπὶ τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ζητήματος.
§105Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Τὰ θέματα, κύριε Πρόεδρε, εἶναι δύο. Πρῶτον, ἔκαμε καλὰ ἡ Κυβέρνησις, βάσει τοῦ τελευταίου νόμου τῆς Ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐκδώσῃ τὴν διαταγὴν ἐκείνην, διὰ τῆς ὁποίας ἐρεζήλευσε τὴν ἀρκετὰ ὑποφέρουσαν Ἑλληνικὴν σημαίαν εἰς τὸ ἐξωτερικόν; Δεύτερον, ποία ἡ συμπεριφορὰ τοῦ Κράτους γενικῶς ἀπέναντι τῆς ἐμπορικῆς μας ναυτιλίας, τοῦ κλάδου, δηλαδή, ἐκείνου, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον προσεκτικῆς καὶ ἐξονυχιστικῆς ἐξετάσεως διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ χαράξωμεν ὅλοι μαζί, ὡς μία Διακομματικὴ Ἐπιτροπή, μίαν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν νὰ μὴ τὴν ἀλλάσσουν οὔτε οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοί, οὔτε οἱ ἑκάστοτε ἰσχυροὶ ἢ πονηροὶ ὑπάλληλοι. Διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε, καθηγητὰ κ. Σβῶλε, πῶς χειρίζεται τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος τὸ ζήτημα τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας —ὁμιλῶ διὰ τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν καὶ δὲν ὁμιλῶ διὰ τοὺς ἐφοπλιστάς, διότι αὐτοὶ ἀνήκουν εἰς τὴν πλουτοκρατίαν τοῦ κέντρου —σᾶς λέγω ἕνα μόνον, ὅτι ἔχομεν 915 πλοῖα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς Ἕλληνας, συνολικοῦ ποσοῦ τόννων 5 ἑκατομμυρίων. Ἐξ αὐτῶν εἶναι ὑπὸ Ἑλληνικὴν σημαίαν μόνον 330, συνολικοῦ ποσοῦ τόννων 1.300.000, συνεπῶς 3.700.000 κατέφυγαν εἰς ξένην σημαίαν, διότι ὑπὸ τὴν Ἑλληνικὴν δὲν ἠμποροῦν νὰ ζήσουν...
§106Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Πότε ἀπεκτήθησαν τὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπὸ ξένην σημαίαν καὶ μὲ ποῖα κεφάλαια;
§107Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Ἔχομεν ὑπὸ Ἑλληνικὴν σημαίαν 330 πλοῖα, συνολικοῦ τοννὰζ 1.300.000 τόννων καὶ ἑπομένως ὑπὸ ξένην σημαίαν εὑρίσκονται 3.700.000 τόννοι καὶ ἐὰν εἴχατε τὴν καλοσύνην νὰ διαβάσητε τὸ κοστολόγιον τοῦ Ἑλληνικοῦ πλοίου, εἰς ποίαν βαθμίδα τῆς ἱεραρχίας εὑρίσκεται, θὰ ἰδῆτε ὅτι εἶναι, μετὰ τὴν Ἀμερικήν, τὸ ἀκριβότερον. Διὰ ποῖον λόγον; Διὰ νὰ γίνῃ ἀκριβότερον τὸ κοστολόγιον εὐθύνονται καὶ αἱ ὁμοσπονδίαι τῶν κομμουνιστικῶν ὀργανώσεων τῶν ναυτικῶν. Κύριοι, ἐκ τῶν 1.300.000 τόννων, ἐὰν ἀφαιρέσητε τὰ 100 «Λίμπερτυ», τὰ ὁποῖα ἠγοράσθησαν λόγῳ εὐκολιῶν πληρωμῶν, θὰ ἰδῆτε ὅτι μένουν μόνον 650.000 τόννοι ὑπὸ Ἑλληνικὴν σημαίαν. Καὶ ἑπομένως εἶναι τὸ τρίτον τοῦ προπολεμικοῦ ὑπὸ Ἑλληνικὴν σημαίαν καὶ θὰ εἶχε φύγει καὶ αὐτὸ ἐὰν τὸ ἐπέτρεπεν ἡ Νομοθεσία μας. Διότι τὸ Ἐμπορικὸν Ναυτικόν, τὸ ὁποῖον ἠνδρώθη καὶ ἐδημιουργήθη μακρὰν οἱασδήποτε ἐπιβλέψεως καὶ ἐνισχύσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους εἰς μακρινὰς θαλάσσας, χάρις εἰς τὴν ἰδιοφυΐαν τοῦ Ἕλληνος ναυτικοῦ, καταδιώκεται μὲ τὴν πρόχειρον δικαιολογίαν ὅτι αὐτοὶ εἶναι κατὰ τεκμήριον πλούσιοι καὶ πρέπει νὰ πληρώνουν. Κύριοι, οἱ ἐφοπλισταὶ εἶναι ὅπως καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι πλούσιοι Ἕλληνες τοῦ ἐξωτερικοῦ, οἱ ὁποῖοι κάμνουν ἐπιχειρήσεις εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ δὲν εἶναι πλούσιοι λόγῳ τῶν Ἑλληνικῶν καραβιῶν. Θὰ σᾶς φανῇ περίεργον, ὅτι ὁμιλῶ ἐνῶ ὑπὲρ τῶν ἐφοπλιστῶν, ἀλλὰ ἔζησα, κύριοι, εἰς τὸ ἐξωτερικόν, εἰς τὸ Μπουένος Ἄϋρες, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλληνικὴ σημαία εἶχεν ἄλλοτε τὴν δευτέραν θέσιν καὶ ἐκεῖ ἐγνώρισα, διότι ἠσχολήθην καὶ μὲ αὐτά, ἐγνώρισα, λέγω, τὰ θέματα τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, ὅσον ἴσως ὀλίγοι ἐκ τῶν κ. κ. συναδέλφων. Τὸ ζήτημα εἶναι σοβαρόν. Ἡ Ἐμπορικὴ Ναυτιλία εὑρίσκεται ὑπὸ κρίσιν καὶ διάλυσιν. Μὲ τὸ νὰ κτυπῶμεν τὴν ναυτιλίαν μας μὲ ἐξαιρετικὰ φορολογικὰ μέτρα, ὥστε νὰ ἀναγκάζωνται κατόπιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ ἔρχωνται νὰ παζαρεύουν καὶ νὰ συμβιβάζωνται μὲ τὸ Κράτος, αὐτὸ δὲν λέγεται Ἐθνικὴ πολιτική, ἡ ὁποία μάλιστα δυσφημεῖται μὲ συνθήματα, ὅτι προὐτίθεται τὸ Κράτος νὰ χαρισθῇ εἰς τοὺς ἐφοπλιστάς. Ἀμύνονται οἱ ἄνθρωποι...
§108Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Ποῖος κατεστραμμένος Ἕλλην ἀπέκτησε τὸ διπλάσιον τῆς περιουσίας του κατὰ τὴν κατοχήν, ἐν συγκρίσει μὲ τοὺς ἐφοπλιστάς, οἱ ὁποῖοι ἐπλούτισαν;
§109Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Λάθος κάμνετε νὰ δημιουργῆτε δημαγωγικὰς ἐντυπώσεις...
§110Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Ἤθελα νὰ μὲ πληροφορήσητε, ἐὰν δύνασθε, ἐπειδὴ κατέχετε τὸ ζήτημα τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, αὐτοὶ οἱ 3.500.000 τόννοι ὑπὸ ξένην σημαίαν ἠγοράσθησαν ἀπὸ τοὺς ἐφοπλιστὰς προπολεμικῶς ἢ μεταπολεμικῶς καὶ προέρχονται ἀπὸ ζημίας ἢ ἀπὸ κέρδη τῶν ἐφοπλιστῶν; Καθ’ ἣν στιγμὴν λαμβάνονται μέτρα τόσον προστατευτικὰ ὑπὲρ τῶν ἐφοπλιστῶν καὶ χαρίζονται φόροι, οὐδὲν μέτρον λαμβάνεται πρὸς ἐνίσχυσιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατεστράφησαν χάρις εἰς τὸν συμμοριακὸν πόλεμον καὶ δὲν τοὺς παρέχεται ἀπὸ τὸ Κράτος ἐνίσχυσις διὰ νὰ μεταβοῦν εἰς τὰς πατρίδας των.
§111Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ζήτημα...
§112Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ συμπληρώσω τὴν ὅλην συζήτησιν διὰ δύο μόνον σκέψεων. Τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας τῶν πλοίων, ἰδίως τῶν ποντοπόρων πλοίων, εἶναι ἰδιόρρυθμον. Εἶναι ἀληθές, ὅτι πολὺ περισσότερον ἡ τάξις τῶν ἐφοπλιστῶν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ πληρώνῃ τοὺς φόρους, ἐφ’ ὅσον μάλιστα ἔχει ἢ ὑποτίθεται ὅτι ἔχει περισσότερα εἰσοδήματα, καὶ νὰ σπεύδῃ εἰς τὰ ταμεῖα πρώτη νὰ ἐκπληροῖ τὰς ὑποχρεώσεις της. Αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἀλλὰ δυστυχῶς, ἐπαναλαμβάνω, ὁ φόρος αὐτὸς εἶναι ἰδιόρρυθμος καὶ εἶναι ἰδιόρρυθμος ὄχι διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς ὑποχρεώσητε νὰ τὸν καταβάλλουν, ὄχι διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμόσωμεν ἐπ’ αὐτῶν καταναγκαστικὰ μέσα, καὶ ἐφήρμοσεν ἡ Κυβέρνησις ἡ προκάτοχος ἐναντίον των τοιαῦτα μέτρα, δηλαδὴ κατέσχε τὰ πλοῖα, ἔφερεν ὅμως κανένα ἀποτέλεσμα; Εἴδατε ὅτι ὑπεχρεώθη μετ’ ἐλαχίστας ἡμέρας νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν κατάσχεσιν. Τί πταίει λοιπόν; Ὁ κίνδυνος τὸν ὁποῖον ὑφίστανται. Κύριοι, θὰ συμφωνῆτε νομίζω καὶ περισσότερον ἡ ἀριστερὰ πτέρυξ, ὅτι τὸ κεφάλαιον δὲν ἔχει πατρίδα. Ἐὰν λοιπὸν φορολογήσωμεν τοὺς μεγάλους ἐφοπλιστὰς τῶν ποντοπόρων πλοίων μὲ μίαν μεγάλην φορολογίαν, τότε αὐτοὶ θὰ πληρώσουν μὲν τὴν φορολογίαν, διότι θὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς κατάσχωμεν τὰ πλοῖα, ἀλλὰ τὴν ἑπομένην τῆς καταβολῆς τῆς πρώτης δόσεως θὰ ἀλλάξουν τὴν ὑπηκοότητα τοῦ πλοίου, θὰ ἀλλάξουν τὴν σημαίαν καὶ θὰ βάλουν τὴν σημαίαν τοῦ Κράτους τὸ ὁποῖον φορολογεῖ ὀλιγώτερον. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, κύριοι, θὰ ἀπολέσωμεν ἕνα μέγα μέρος εἰσοδήματος ἀπὸ μίαν τάξιν, ἡ ὁποία πάλαι ποτὲ ἀπετέλει τὴν πρώτην τάξιν, τὴν παραγωγικὴν τάξιν τῆς Ἑλλάδος. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐγκρίνω πλήρως νὰ λαμβάνωμεν ἀποφάσεις ὄχι θεωρητικάς, ἀλλ’ ἀποφάσεις βάσει τῶν ὁποίων θὰ ἀποκαταστήσωμεν μίαν φορολογικὴν δικαιοσύνην, ὄχι ἀποφάσεις διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐξαφανίσωμεν τὰ φορολογητέα ἀντικείμενα. Συνεπῶς δέχομαι πλήρως τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, τὸ ταχύτερον νὰ γίνῃ ἕνα συνέδριον ναυτιλιακόν, νὰ γίνῃ συζήτησις μεταξὺ τῶν περὶ τῆς φορολογίας τῶν πλοίων, ὄχι μόνον ἀπὸ ἑλληνικῆς πλευρᾶς, ἀλλὰ συγκριτικῶς μὲ τὴν φορολογίαν καὶ τῶν ἄλλων κρατῶν. Αὐτὰ τὰ πορίσματα τοῦ συνεδρίου ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις θὰ τὰ ὑποβάλῃ ἐνώπιον ἡμῶν διὰ νὰ λάβωμεν τὰς ἀποφάσεις μας. Νομίζω ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα. Διότι τὸ νὰ λέγωμεν μὲ μίαν ὡραίαν θεωρητικὴν ἀντίληψιν ὅτι πρέπει νὰ πληρώσουν φόρους κλπ., φοβοῦμαι μήπως χάσωμεν τὸ ἀντικείμενον τῆς φορολογίας παντελῶς, ὁπότε θὰ φέρωμεν μεγάλην δυσχέρειαν ὄχι μόνον εἰς τὸν δημόσιον θησαυρόν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν λαόν. Βλέπετε ὅτι τὸ θέμα ἔχει σοβαρότητα καὶ πρέπει νὰ τὸ κρίνωμεν ἀπὸ ἀπόψεως πρακτικοῦ καὶ ὄχι μόνον θεωρητικοῦ πνεύματος. Τὸ ταχύτερον νὰ γίνῃ μία διακομματικὴ ἐπιτροπή, διότι ἐγὼ θέλω ἐπίσης νὰ γίνῃ ἕνα ναυτιλιακὸν συνέδριον καὶ μετὰ νὰ ἐξετάσωμεν τὸ πόρισμα. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου ἐπὶ τοῦ σοβαροῦ αὐτοῦ θέματος.
§113Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Ἤθελα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῶν κ. κ. συναδέλφων ἐπὶ τοῦ ἑξῆς θέματος. Ὁμιλοῦμεν ἐπὶ τῆς φορολογικῆς ὑποχρεώσεως τῶν ἐφοπλιστῶν. Ἐὰν μὲν ἐκ πατριωτικοῦ αἰσθήματος γίνεται ἡ καταβολὴ τῶν φόρων, ἔπρεπε νὰ μὴ δυσανασχετῇ τοῦτο τοὺς κυρίους ἐφοπλιστάς, διότι πρέπει νὰ πληρώσουν ὅπως πληρώνουν ὅλοι οἱ φορολογούμενοι. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὑφίσταται ἕνας νόμος. Ἢ λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ἐθέσπισε τὸν νόμον αὐτὸν κακῶς καὶ αὐτὴ ἡ φορολογικὴ ὑποχρέωσις ἦτο ἄδικος, ἢ ἔπρεπε νὰ πληρώσουν τὸν φόρον. Ἐὰν οἱ ἀπομένοντες ἐλάχιστοι ἐκ τῶν κυρίων ἐφοπλιστῶν ἐκ πατριωτικῶν αἰσθημάτων καὶ μόνον καταβάλλουν τὴν φορολογίαν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ συντρέχουν ἢ προσφέρουν εἰς τὴν Ἑλλάδα, τοὺς ὀφείλομεν εὐγνωμοσύνην καὶ πάντας τοὺς ἐλαχίστους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἀπομένουν, θὰ πρέπῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ τοὺς προστατεύσῃ. Ἐὰν ὅμως πρόκειται νὰ θέσωμεν ζήτημα ἀρχῆς νὰ ὑποχωρήσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ δημιουργήσῃ προνομιούχους τάξεις διὰ νὰ διατηρήσωμεν τοὺς ἐλαχίστους, διότι οἱ περισσότεροι ἐκ τῶν ἐφοπλιστῶν εὑρίσκονται εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἀνανεώνουν τὰ πλοῖα των καὶ χλευάζουν τὴν Ἑλλάδα καὶ δὲν τὴν ἐνισχύουν, εἶναι προτιμότερον, ἐὰν αὐτοὶ οἱ κύριοι τόσον ἠλαττωμένον πατριωτικὸν αἴσθημα ἔχουν, ποὺ ὅταν τοὺς ζητήσωμεν νὰ ἐξομοιωθοῦν μὲ τοὺς ἄλλους Ἕλληνας φορολογουμένους αὐτοὶ δυσανασχετοῦν, εἶναι προτιμότερον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ φύγουν.
§114Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Εἶναι λυπηρόν, κύριε Πρόεδρε, διότι ἐξακολουθοῦν αἱ προκαταλήψεις κατὰ τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας καὶ εἶναι λυπηρόν, κύριοι, ὅτι ταυτίζεται ἡ Ἐμπορικὴ Ναυτιλία μὲ τοὺς ἐφοπλιστάς. Προέρχομαι ἀπὸ ναυτικὴν νῆσον καὶ σᾶς λέγω ὅτι χιλιάδες συμπολιτῶν μου ζοῦν ἀπὸ τὰ καράβια. Ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν τὴν προκατάληψιν ἐναντίον τῶν ὀλίγων, τότε οἱ πολλοὶ θὰ ἀποθάνουν ἀπὸ τὴν πεῖναν. Δι’ αὐτὸ ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν ἀπόφασιν καὶ χαίρομεν διότι ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀνεκάλεσε, λυπούμεθα δὲ διότι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος δὲν εἶδεν αὐτὸν τὸν παράγοντα τῆς ἐργασίας καὶ ἔψεξε τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία προέβη εἰς τὴν ἀνάκλησιν αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως.
§115Α. ΣΒΩΛΟΣ. Νὰ μὲ συγχωρεῖτε ποὺ λαμβάνω πάλιν τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, ἀλλ’ ἀντελήφθην ὅτι μία παρατήρησίς μου ὑπῆρξε πέτρα σκανδάλου. Ἡ παρατήρησίς μου ἀφεώρα ἕνα θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ μὴ ὑπάρχῃ δευτέρα γνώμη εἰς τὴν Βουλὴν αὐτήν, τὴν ἐμφάνισιν δηλαδὴ τοῦ Κράτους εἰς τὰς σχέσεις του πρὸς τοὺς φορολογουμένους. Ἴσως εἶμαι περισσότερον τοῦ δέοντος ἰδεολόγος, ἢ ὀλιγώτερον τοῦ δέοντος πρακτικὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν ἠμπορεῖ, ἐὰν ἕνα Κράτος θέλῃ νὰ πιστεύουν ὅλοι ὅτι εἶναι κράτος δικαιοσύνης καὶ κράτος ἰσοπολιτείας, νὰ λαμβάνῃ δύο μέτρα καὶ δύο σταθμά, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ εἶναι Κράτος ἴσης μεταχειρίσεως, τοὐλάχιστον εἰς τὴν ἐμφάνισιν. Διότι εἰς τὴν οὐσίαν ἡμεῖς δὲν ἔχομεν αὐταπάτας καὶ δὲν ἀναμένομεν τὸ ἀστικὸν κράτος νὰ εἶναι κράτος ἰσότητος. Ἀλλ’ ἡ ἐμφάνισις κάποιας ἴσης μεταχειρίσεως εἶναι στοιχεῖον δημιουργικὸν διὰ τὴν συντήρησιν αὐτοῦ τούτου τοῦ πολιτεύματος, εἰς τὸ ὁποῖον θητεύομεν. Ἐὰν ἑπομένως, ἠρώτησα τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, ἐπὶ τῇ βάσει ποίων νομικῶν διατάξεων ἡ Κυβέρνησις προῆλθεν εἰς συμβιβασμὸν ἐπὶ φορολογητέου ἀντικειμένου μὲ φορολογουμένους πολίτας, ἤγειρα ἕνα ζήτημα ἀρχῆς. Δὲν νομίζω ὅτι τὸ Κράτος ἠμπορεῖ, κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐκβιαζόμενον, νὰ συμβιβάζεται μὲ μίαν τάξιν φορολογουμένων. Οὔτε ἐν γένει ἠμπορεῖ τὸ Κράτος, ἄνευ νόμου, νὰ συμβιβάζεται μὲ τοὺς φορολογουμένους. Ὁ συμβιβασμὸς εἶναι μία κακίστη περίπτωσις καὶ μάλιστα ὅταν λαμβάνῃ χώραν ὑπὲρ τῶν ἰσχυρῶν, ἐνῷ εἰς τὰς ἀπειραρίθμους περιπτώσεις ἀσθενῶν φορολογουμένων ὄχι μόνον συμβιβασμὸς δὲν γίνεται, ἀλλὰ ἐξαντλεῖται ὅλη ἡ αὐστηρότης τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, φθάνουσα καὶ μέχρι προσωπικῆς κρατήσεως. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ὑποτιμῶ τὴν σημαίαν τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας. Κάθε ἄλλο. Ἐτόνισα ὅτι ὅλους μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ Ἐμπορικὴ Ναυτιλία ὡς παραγωγικὸς κλάδος, μᾶς ἐνδιαφέρει πολὺ καὶ διότι συνεισφέρει εἰς τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα καὶ περιφέρει τὴν ἐθνικὴν σημαίαν καὶ διότι ἀπασχολεῖ ἐργάτας. Θὰ ἦτο μωρὸς ἐκεῖνος ποὺ θὰ ἔλεγεν ὅτι ἐπειδὴ οἱ ἐφοπλισταὶ εἶναι πλούσιοι, ἡμᾶς, τὸ κόμμα τῆς ἐργατικῆς τάξεως, δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ Ἐμπορικὴ Ναυτιλία. Ἡμεῖς πλειοδοτοῦμεν εἰς κάθε πολιτικὴν προαγωγὴν τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας. Ἀλλ’ ἐκεῖνο ποὺ θέλω νὰ τονίσω εἶναι τὸ ἑξῆς: Λέγεται πάντοτε, εἰς διαφόρους τόνους ἑκάστοτε, ὅτι ἐὰν πταίῃ κάτι διὰ τὴν κρίσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει περιέλθει ἡ Ἐμπορικὴ Ναυτιλία, λίγο πολὺ πταίει τὸ πολυτελὲς διαιτολόγιον τῶν πληρωμάτων, ἡ πολυτελὴς σύνθεσις τῶν πληρωμάτων καὶ αἱ δαπάναι τοῦ προσωπικοῦ δυσχεραίνουν τὸν συναγωνισμὸν μεταξὺ ἰδικῶν μας καὶ ξένων ἐπιχειρήσεων. Εἶναι πολὺ παλαιὰ ἡ ἱστορία αὐτὴ καὶ δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν παρέμβασιν τῶν κομμουνιστικῶν ὀργανώσεων. Ἤμουν ὑπάλληλος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τὸ 1919 ὅταν ἠκούετο τὸ παράπονον αὐτὸ τῶν ἐφοπλιστῶν. Ἀλλ’ ἐδῶ ἔχομεν ἕνα σύνηθες ἐπιχείρημα, ἕνα γενικὸν ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον τείνει νὰ σᾶς κάμῃ νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι διὰ νὰ εὐδαιμονήσουν αἱ Ἑλληνικαὶ ἐπιχειρήσεις, εἴτε ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, εἴτε ἐκτὸς αὐτῆς, πρέπει νὰ θυσιάζεται ὁ ἐργαζόμενος κόσμος. Ὄχι, κύριοι, ἂν ὑπάρχῃ πάντοτε αὐτὴ ἡ μομφή, ὅτι πταίουν οἱ ἐργάτες ποὺ ζητοῦν πολλά, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ δεχθῶμεν. Καὶ ἔτι πλέον: Ἐὰν πρόκειται Ἑλληνικαὶ ἐπιχειρήσεις οἱαιδήποτε νὰ στηρίζωνται εἰς τὴν μικρὰν ἀμοιβὴν τῆς ἐργασίας, εἰς τὸν ὑποσιτισμὸν ἢ εἰς τὰς θυσίας τοῦ ἐργάτου, οὔτε θὰ ἠμπορέσουν ὁριστικὰ νὰ σταθοῦν, ἀλλ’ οὔτε εἶναι ἐθνικῶς παραδεκτὸν νὰ στηρίζωνται εἰς τοιαύτην βάσιν. Διότι ἡ ἐπιχείρησις πρέπει νὰ παράγῃ εἰσόδημα, ἀλλὰ τὸ εἰσόδημα αὐτὸ πρέπει νὰ διανέμεται δικαίως, ἄλλως εἶναι κοινωνικῶς κακὸν εἰσόδημα. Δὲν δύνανται νὰ ὑπάρχουν ἐπιχειρήσεις αἱ ὁποῖαι νὰ ἐξαρτοῦν τὴν εὐημερίαν των ἢ τὴν διατήρησίν των ἀπὸ τὰς θυσίας τῶν ἐργατῶν. Τιμῶ τὴν ἱστορίαν τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας. Ἀλλ’ εἴμεθα εἰς ἐποχὴν ποὺ ζητοῦμεν δικαιώματα ἀπέναντι τοῦ κεφαλαίου. Ὁ ἐπιχειρηματίας δύναται νὰ εἶναι καὶ μεγαλοφυὴς ἄνθρωπος καὶ ἀναγνωρίζω ὅτι οἱ ἐφοπλισταί μας ὑπῆρξαν πολλάκις μεγαλοφυεῖς ὡς ἐπιχειρηματίαι, ἀλλὰ δὲν δεχόμεθα θυσίας τῆς ἐργατικῆς τάξεως. Ἀπὸ θυσίας ἄλλως τε, ἄλλο τίποτε ἡ ἐργατικὴ τάξις. Ὅταν, κ. Βουλευταί, κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου ἐβυθίζοντο αὔτανδρα τὰ ἑλληνικὰ πλοῖα καὶ ἐπενθοῦσαν ἐδῶ χιλιάδες μητέρες καὶ σύζυγοι, νομίζω ὅτι δὲν ἐπενθοῦσαν μαζὶ μὲ αὐτὰς καὶ οἱ ἐφοπλισταί. Εὐτυχῶς δι’ αὐτούς. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ ὀρθὴ θέσις τοῦ ζητήματος εἶναι νὰ κυττάξωμεν ὅλοι μαζὶ τί πταίει εἰς τὸ ζήτημα τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, νὰ ἐξετάσωμεν τὸ θέμα ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῶν συμφερόντων τῆς Ναυτιλίας, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῶν θυσιῶν τὰς ὁποίας ὑπέστησαν οἱ Ἕλληνες ναυτεργάται, καὶ ὄχι μὲ τὴν προδιάθεσιν νὰ ὑποστοῦν θυσίας οἱ ἐργάται χάριν εὐδοκιμήσεως τῆς ἐπιχειρήσεως. Θὰ ἔλθῃ τὸ θέμα ἄλλην ὥραν πρὸς εὐρεῖαν συζήτησιν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ τεθῇ ἔτσι, διότι ἄλλως αἱ μὲν Κυβερνήσεις θὰ ὑφίστανται πάντοτε τοὺς ἐκβιασμοὺς τῶν ἰσχυροτέρων, οἱ δὲ θέλοντες νὰ ψιθυρίζουν πάντοτε ὅτι πταίουν οἱ ἐργάτες, ἂς εἶναι ἕτοιμοι νὰ ἀκούσουν ἀπὸ κάτω τὸ βογγητὸ τῶν μαζῶν ποὺ ἀδικοῦνται.
§116Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Ἀπορῶ, κύριοι συνάδελφοι, διατί ὁ κ. Σβῶλος ἐπέμενε τόσο πολὺ ἐπὶ τῆς προστασίας τῶν ναυτεργατῶν. Ὅσον ἐνδιαφέρεται ἐκεῖνος ἐνδιαφερόμεθα καὶ ἡμεῖς διὰ τοὺς ναυτεργάτας. Ἂς μᾶς ἀναγνωρίσῃ αὐτὴν τὴν θέσιν, διότι ζῶμεν μεταξὺ ἐργατῶν καὶ τὰ προβλήματά των τὰ ἐξητάσαμεν μετὰ στοργῆς εἰς τὴν προηγουμένην Βουλήν. Γνωρίζετε μετὰ πόσης στοργῆς ἐψηφίσαμεν τὰ νομοθετήματα τὰ προστατεύοντα τοὺς ἐργάτας ἢ συνεζητήσαμεν περὶ ἄλλων μέτρων, τὰ ὁποῖα πλήσσουν πρῶτον τὸν Ἕλληνα ναυτεργάτην καὶ ἔπειτα τὸν ἐφοπλιστήν. Δεδομένου μάλιστα ὅτι καὶ ὁ Ἕλλην ἐφοπλιστὴς προέρχεται ἀπὸ τὸν ναυτεργάτην, κατὰ μείζονα λόγον ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ διατηρήσωμεν εἰς ὑψηλὸν φρόνημα αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ὁ πρῶτος ποὺ θὰ πληγῇ εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν ἱστορίαν θὰ εἶναι ὁ Ἕλλην ναυτεργάτης ἐὰν δὲν ληφθοῦν μέτρα. Θὰ σᾶς ἀναφέρω τώρα ποία εἶναι ἡ μεταχείρησις τοῦ Ἑλληνικοῦ πλοίου ἐκ μέρους τοῦ Κράτους. Ἔχομεν παραχωρήσει εἰς τοὺς ἐφοπλιστάς, ὅπως καὶ ἄλλα Κράτη, δικαίωμα ἀποσβέσεως. Πλὴν ὅμως τὰ ξένα Κράτη ἐκπίπτουν ἐκ τῶν κερδῶν ποσοστὸν 10% κατ’ ἔτος, τὸ ὁποῖον μένει ἀφορολόγητον καὶ οὕτω ἐντὸς 10 ἐτῶν ἀποσβέννυται ἡ ἀξία τοῦ πλοίου. Πέραν δὲ τῆς ἀποσβέσεως ἀρχίζει ἡ φορολογία μὲ πολὺ μικροὺς συντελεστάς. Ἐνῷ εἰς τὰ ἰδικά μας πλοῖα τὸ ποσοστὸν ἀποσβέσεως εἶναι ἐλάχιστον καὶ χρειάζεται ὁλόκληρος τριακονταετία διὰ τὴν ἀπόσβεσιν. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν ἡ Ἑλληνικὴ Ναυτιλία νὰ διαγωνισθῇ τοὺς ξένους ἀφοῦ τὰ ἄλλα Κράτη ἔχουν μίαν σοβαρὰν προστασίαν τῆς σημαίας των εἰς βάρος τῶν ἄλλων Ναυτιλιῶν καὶ μάλιστα τῆς Ἑλληνικῆς; Εἰς τὰς συμβάσεις ἀκόμη τῶν μεταφορῶν τῶν Ἀμερικανικῶν ἐφοδίων πρὸς τὴν Ἑλλάδα ἔχει τεθῇ φραγμὸς μὴ ἐπιτρέπων εἰς τὰ Ἑλληνικὰ πλοῖα νὰ μεταφέρουν παρὰ μόνον τὸ 50% τῶν ἐφοδίων, τὰ δὲ ἄλλα 50% θὰ μεταφέρωνται μὲ πλοῖα Ἀμερικανικά. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι χώρα μικρά, ἡ δὲ ναυτιλία της ἦτο δευτέρα εἰς τὸν κόσμον συμφώνως μὲ τὸν πληθυσμόν της. Εἰς τὸν ἄνισον αὐτὸν συναγωνισμὸν δὲν ἔχει ἴσην μεταχείρισιν μὲ τὰς σημαίας τῶν ἄλλων κρατῶν, ἑπομένως πῶς θὰ δυνηθῇ νὰ ἀνταπεξέλθῃ;
§117Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Ἐμπορ. Ναυτιλίας). Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις ἀνακοινοῖ ὅτι εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, ὅπως συγκληθῇ παναυτιλιακὸν συνέδριον ἵνα ἐξετάσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα, νομίζω ὅμως ὅτι καὶ ἡ συγκρότησις Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέτασιν τοῦ ναυτιλιακοῦ, θὰ ἠδύνατο νὰ συμβάλλῃ εἰς τὴν καλυτέραν ρύθμισιν τοῦ ζητήματος καὶ δι’ αὐτὸ θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, διὰ τὴν κατάρτισιν Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Σβώλου, ἡ Κυβέρνησις κατ’ ἀνάγκην θὰ φέρῃ νομοθετικὸν μέτρον διὰ νὰ καλύψῃ τὸ κενὸν τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Χρειάζεται ἐπιμελὴς ἐξέτασις ὅλων ἐκείνων τῶν παραγόντων, οἱ ὁποῖοι συντελοῦν ὥστε ἡ Ἑλληνικὴ ναυτιλία εἰς ὥρας συναγωνισμοῦ νὰ ὑστερῇ τῶν ἄλλων ναυτιλιῶν. Ἀπὸ τοῦ σημείου ὅμως αὐτοῦ μέχρι τοῦ σημείου νὰ νοηθῇ ὅτι ἡ ἔρευνα θὰ στραφῇ μόνον ἔναντι τοῦ ἐργατικοῦ παράγοντος ὑπάρχει διαφορὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ εἰσαγάγῃ τοιοῦτον μέτρον. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Σβῶλος νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλὴν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Γρανίτσας ἄλλοτε εἰς τὸν τότε Ὑπουργόν: «Κύριε Ἀρχηγὲ τοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος· ἔχετε τὴν Ε.Λ.Δ., ἔχετε τὸν Σοσιαλισμόν μας, μὴ μονοπωλεῖτε καὶ τὴν ἐργατικὴν πολιτικήν. Ἀφήσατε καὶ εἰς ἡμᾶς ὀλίγην...»
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Θεοχαρίδης ἐπὶ ἐπερωτήσεώς του σχετικῶς μὲ τὰς ἀρχαιρεσίας τοῦ Ἐργατικοῦ Κέντρου Θεσσαλονίκης.
§119Δ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι, κύριοι, εὐχάριστον τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ πρώτη ἐπερώτησις ἀφορᾷ παραβίασιν τῶν συνδικαλιστικῶν ἐλευθεριῶν. Διαμαρτυρόμεθα διὰ μίαν πρᾶξιν, ἡ ὁποία δὲν τιμᾷ τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην. Τὴν 22)1)50 διενηργήθησαν ἀρχαιρεσίαι εἰς τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Θεσσαλονίκης. Εἰς αὐτὰς ἔλαβον μέρος 226 ἐκπρόσωποι 45.000 ἐργατῶν. Ἀνέκυψε δὲ τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα: Ἐπὶ 226 ψήφων τὸ Ἐθνικὸν ψηφοδέλτιον ἔλαβεν 163, τὸ δὲ «Δημοκρατικὸν» 61. Οἱ ἡττηθέντες ὑπέβαλον ἔνστασιν ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδικείου, ζητοῦντες τὴν ἀναλογικὴν ἐκπροσώπησίν των ἐν τῇ διοικήσει. Τὸ Εἰρηνοδικεῖον ἐκρίθη ἀναρμόδιον καὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι ὑπέβαλον ἔφεσιν. Ταυτοχρόνως ὅμως ὑπέβαλον καὶ νέαν ἔνστασιν ζητοῦντες τὴν ἀκύρωσιν τῶν ἐκλογῶν. Καὶ πάλιν ὁ πρόεδρος ἐκηρύχθη ἀναρμόδιος, ἐξέδωκεν ὅμως τὴν ὑπ’ ἀριθ. 413 πρᾶξιν περὶ συνεκδικάσεως ἀμφοτέρων τῶν ἐνστάσεων καὶ καθώρισε χρονικὸν ὅριον συζητήσεως μέχρι τέλους Μαΐου 1950. Ἀλλὰ ὁ δικαστὴς ὁ ὁποῖος ἐθεώρησεν ἑαυτὸν ἀναρμόδιον καὶ παρέπεμψε τὴν ἐκδίκασιν τῆς ἐνστάσεως εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Πρωτοδικείου, ἀνέστειλε τὴν ἰσχὺν τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν, οἱ δὲ ἐνδιαφερόμενοι ὑπέβαλον αἴτησιν εἰς τὸ ἁρμόδιον Πρωτοδικεῖον, ζητοῦντες ὅπως διορισθῇ προσωρινὴ ἐπιτροπή. Εὐλαβοῦμαι τῆς Δικαιοσύνης ὡς ὅλοι οἱ Ἕλληνες, ἀλλὰ δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἀποκρύψω τὴν ἀγανάκτησίν μου, διότι ὁ ἐν λόγῳ πρόεδρος Πρωτοδικῶν ἐπιλαμβανόμενος τῆς ἐν λόγῳ ἐνστάσεως, εὗρεν εὐκαιρίαν διὰ νὰ πλήξῃ τὰς συνδικαλιστικὰς ἐλευθερίας. Διωρίσθη μία Διοίκησις ἀποτελεσθεῖσα ἀπὸ 7 τοῦ Δημοκρατικοῦ ψηφοδελτίου. Ἕνα τοῦ Ἐθνικοῦ ψηφοδελτίου, ἀπὸ ἕνα φίλον τοῦ Ἐθνικοῦ ψηφοδελτίου καὶ δύο ἀνεξαρτήτους. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει τὸ ποῖοι διωρίσθησαν, ἀλλὰ τὸ ἂν εἶχε τοιοῦτον δικαίωμα ὁ Πρόεδρος Πρωτοδικῶν. Θὰ ἔπρεπεν ὁ κ. Πρόεδρος νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει του τὴν 87 Σύμβασιν τοῦ Διεθνοῦς Γραφείου Ἐργασίας τοῦ 1948, ἡ ὁποία λέγει: (Ἀναγινώσκει). Δὲν δύναται, κύριοι, νὰ ὑποκύψῃ ἡ πλειοψηφία εἰς τὴν αὐθαίρετον αὐτὴν ἀπόφασιν. Ζητοῦμεν παρέμβασιν τοῦ Κράτους, ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς ἀπονομῆς δικαιοσύνης. Ζητοῦμεν ὅμως ὅπως μέχρις ὅτου ἀποφανθῇ ὁ δικαστὴς περὶ τῆς ἀναστολῆς, νὰ ἀνασταλῇ ἡ ἀπόφασις καὶ τοῦτο ἔχετε, κ. Ὑπουργέ, ὑποχρέωσιν νὰ τὸ κάμετε διὰ νὰ διασφαλίσητε τὰς ἐλευθερίας τῶν Συνδικάτων. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀγνοήσωμεν τὴν ἀπόφασιν τῆς 6ης ὁλομελείας τοῦ Κ. Κ., ἡ ὁποία ἔθεσεν ὡς πρόγραμμα τὴν κατάληψιν τῶν Συνδικάτων, καὶ τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ συμμοριτικοῦ σταθμοῦ, ἡ ὁποία λέγει: «Ἕνας εἶναι ὁ σκοπός μας, ἡ κατάληψις τῶν Συνδικάτων». Θὰ πρέπῃ, κ. Ὑπουργέ, νὰ στείλετε ἕναν Ἀρεοπαγίτην διὰ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως.
§120Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. Ἐπειδὴ διατείνεσθε ὅτι ἐνδιαφέρεσθε διὰ τὴν ἐπικράτησιν τῆς δικαιοσύνης, ἐνθυμεῖσθε ὅταν ἀνετράπη ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐργασίας τὸ 1946 καὶ ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου καὶ ὥρισε προσωρινὴν Διοίκησιν, ἐπειθαρχήσατε εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Προέδρου Πρωτοδικῶν καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως, περὶ ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης; Ἢ μεταχειρισθήκατε τὸν Ὑπουργὸν Βορείου Ἑλλάδος καὶ παρεμβήκατε εἰς τὴν Διοίκησιν παρανόμως καὶ παρατύπως;
§121Δ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ ἐπιμένει ὁ κ. Μπακατσέλος θὰ τονίσω, ὅτι δὲν ἤθελα νὰ συνυπάρξω μὲ τοὺς ἐκτελεστὰς τῆς οἰκογενείας μου. Τότε ἐσεῖς ἐκρατούσατε τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης καὶ Ἐσωτερικῶν καὶ ἐνδιεφέρεσθο προσωπικῶς τότε νὰ καταστήσητε τὰ συνδικάτα ὑποτακτικὰ τοῦ Κόμματός σας. Ἀλλὰ ἐνθυμεῖσθε τί σᾶς εἴπομεν τότε· εἶσθε μειοψηφία καὶ τοῦτο κατεδείχθη ὅταν ὑμεῖς διὰ τῶν ὀργάνων σας ἐκάματε ἀρχαιρεσίας καὶ ἤλθατε εἷς ἐπὶ εἴκοσι πέντε, δηλ. ὅσους θὰ ἐκλέξετε καὶ τώρα, διότι οὐδέποτε ὑμεῖς καὶ τὸ Κόμμα σας ἔχετε ρίζας εἰς τὰ συνδικάτα τῆς Θεσσαλονίκης. Λυποῦμαι, κύριοι Βουλευταί, διότι θὰ ὁμιλήσω καὶ θὰ ὁμιλήσω εὐθέως. Τὴν ἀπόφασιν ἐξέδωκαν ἄνθρωποι μηδεμίαν σχέσιν ἔχοντες μὲ τὸν συνδικαλισμόν, οἱ ὁποῖοι νομίζουν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ πράττουν τοιαῦτα πράγματα. Τὴν ἀπόφασιν ἐξέδωσαν τὰ κόμματα, ἐπειδὴ δὲν ἐξελέγησαν καὶ ἔκριναν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀνατρέψουν τὸ ἀνακῦψαν ἀποτέλεσμα, μὲ ἀντικειμενικὸν σκοπὸν νὰ ἀλλάξουν τὴν θέλησιν τῶν ἐργατικῶν ὁμάδων. Ἡμεῖς, κύριοι Βουλευταί, ηὐλαβήθημεν πάντοτε τὰς ἀποφάσεις τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ ἐκάμομεν χρῆσιν τῶν ἐνδίκων μέσων, τὰ ὁποῖα διαγράφονται ἀπὸ τοὺς κειμένους νόμους τῆς Πατρίδος μας καὶ ἐζητήσαμεν νὰ μὴ συνυπάρξωμεν μὲ ἐκτελεστάς. Αὐτὸ δὲν ἠξεύρω νὰ ἀποτελῇ κάτι ποὺ πρέπει νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸ παθητικόν μας. Λέγομεν ὅμως, ἐξετάσατε, κύριε Ὑπουργέ, στείλατε Ἀρεοπαγίτην, διότι εἶναι ἀπαράδεκτον τοὺς ἐκλέκτορας 37.000 νὰ τοὺς ὑποχρεώνῃ οἱοσδήποτε δικαστὴς νὰ κύψουν τὸν αὐχένα εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν 7 καὶ μόνον χιλιάδων.
§122Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ἤθελον νὰ μάθω ἐὰν κατὰ τὸν χρόνον τῶν ἀρχαιρεσιῶν, κατὰ τὸν ὁποῖον παρέστη καὶ ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, ἡ Δημοκρατικὴ παράταξις εἶχεν ἐκεῖ ἀντιπρόσωπον ἢ ἐν ἀπουσίᾳ αὐτῆς ἐγένοντο αἱ ἐκλογαί;
§123Δ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ. Εἶχον ἀντιπροσώπους, οἱ ὁποῖοι συνεκέντρωσαν ψήφους 61 ἔναντι 163 καὶ τὴν Ἐφορευτικὴν Ἐπιτροπὴν τὴν ἀποτελοῦν μὲ τὴν νῦν συμφωνίαν κατὰ πλειοψηφίαν τρεῖς τῆς Δημοκρατικῆς παρατάξεως, εἷς ἀνεξάρτητος καὶ εἷς τῆς πλειοψηφίας.
§124Ι. ΠΡΟΚΟΠΑΚΗΣ. Καταλογίζετε δηλαδὴ εἰς τὸν δικαστὴν εὐθύνην;
§125Δ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ. Ὄχι, ἄγνοιαν.
§126Ι. ΠΡΟΚΟΠΑΚΗΣ. Προτείνετε ἐπέμβασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης πρὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως;
§127Δ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ. Προτείνω μέχρι τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως, νὰ μὴ ὑπάρξῃ κατασκευὴ πλειοψηφίας.
§128Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐλάβατε γνῶσιν τῶν δημοσιευμάτων τοῦ τύπου τῆς Θεσσαλονίκης, διὰ τῶν ὁποίων ἀνακοινοῦται ὅτι τὴν Διοίκησιν τὴν ὁποίαν καθώρισεν ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν τὴν εἴχατε καὶ ἐσεῖς προηγουμένως;
§129Δ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ. Λάθος κάνετε. Μία ἐφημερίς, ἡ ὁποία ἀντιπολιτεύεται, ἔχει δικαίωμα νὰ εὑρίσκῃ οἱονδήποτε μέσον διαφωτίσεως κατὰ τὸν ἰδικόν της τρόπον, καὶ δικαίωμα ἰδικόν μας εἶναι νὰ φροντίζωμεν νὰ τακτοποιῶμεν τὰ πράγματα καὶ νὰ διαφωτίζωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν κοινὴν γνώμην. Αἱ πληροφορίαι τῆς ἐφημερίδος, ἡ ὁποία ἐνδιαφέρεται διὰ πολλοὺς λόγους νὰ περιπλέξῃ τὰ πράγματα, ἔχουν ἕνα μόνον σκοπόν, νὰ νοθεύσουν τὸ ἀποτέλεσμα. Καὶ ἐὰν ἀμφισβητῆτε τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἐδιάβασα, σᾶς καταθέτομεν τὰ ἐπίσημα χαρτιὰ τῆς Δικαιοσύνης. Λάβετε γνῶσιν τούτων.
§130Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Ἐπερωτᾶτε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τί πρᾶγμα;
§131Δ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ. Ἐπερωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι πρὶν ἢ συζητηθῇ ἡ ἔνστασις ἔσπευσε νὰ προδικάσῃ τὴν γνώμην τῶν δικαστῶν καὶ νὰ διορίσῃ Διοίκησιν.
§132Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἐσεῖς ἐπερωτᾶτε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν ἤλεγξε τὰς ἐνεργείας τοῦ δικαστοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχων τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς καὶ τὴν πλειοψηφίαν, ἀντέστρεψεν ἐντελῶς τοὺς ὅρους. Τοιαύτην δὲ ὑποχρέωσιν ἔχει ὁ Ὑπουργὸς καὶ ὀρθῶς ἐπερωτᾶτε. Δὲν νομίζω ὅτι θὰ ζητηθῇ νὰ ἀνατραπῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ νὰ ἐλεγχθῇ ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἠσέβησε κατὰ τοιοῦτον τρόπον πρὸς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς.
§133Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ἡ ληφθεῖσα ἀπόφασις ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν, διορίζοντος Διοικητικὸν Συμβούλιον, ἐνῷ πράγματι ὑπῆρχε τὸ διὰ τῆς ἐκλογῆς καθορισθὲν καὶ ἐνῷ κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς ὑπῆρχεν ἔνστασις, ἀποτελεῖ τὸ ἐξεταστέον ζήτημα. Ἡ ἔνστασις δὲν ἐκρίθη ἀκόμη. Ἑπομένως δὲν ἦτο ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου καὶ τῆς ἁρμοδιότητός του, διότι ὁ Ἀστικὸς Κῶδιξ ὁρίζει ὅτι τότε μόνον ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν ἔχει δικαίωμα νὰ ὁρίσῃ προσωρινὴν Διοίκησιν, ὅταν δὲν ὑπάρχει Διοικητικὸν Συμβούλιον, ἐνῷ ἐδῶ ὑπάρχει Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐξελέγη. Τὸ ζήτημα εἶναι ἐὰν εἶναι ἔγκυρος ἢ ὄχι ἡ ἐκλογή. Ἀλλὰ εἶπον ὅτι τοῦτο θὰ κριθῇ μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἁρμοδίου δικαστηρίου ἐπὶ τῆς ἐνστάσεως.
§134Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπουρ. Δικαιοσύνης). Θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. συναδέλφους νὰ ἀναμένουν τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν θὰ δώσω εἰς τὴν ἐπερώτησιν, διότι νομίζω, ὅτι τὸ θέμα προσλαμβάνει μίαν ἔκτασιν δυσανάλογον πρὸς τὴν σπουδαιότητά του. Κύριοι Βουλευταί, ὑπάρχει πρῶτον μία παρεξήγησις.
§135Α. ΖΑΚΚΑΣ. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι καθόλου ἁπλοῦν. Εἶναι μία πτυχὴ τοῦ τεραστίου ζητήματος τῶν συνδικαλιστικῶν ἐλευθεριῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπάρχουν ἐδῶ, εἰς τὸν τόπον αὐτόν.
§136Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὰς ἐτήρουν οἱ κομμουνισταί.
§137Α. ΖΑΚΚΑΣ. Οἱ ἐκλεκτοὶ τῶν σωματείων εἶναι ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλουν αἱ ἀστυνομικαὶ ἀρχαί. Νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις.
§138Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὅτι ὑπάρχουν συνδικαλιστικαὶ ἐλευθερίαι ἐδῶ, διεπιστώθη ἀπὸ ἁρμόδια ὄργανα τοῦ διεθνοῦς συνδικαλισμοῦ. Ἐὰν θέλωμεν διὰ τὴν ἐπιδίωξιν κομματικῶν σκοπῶν νὰ ὑποστηρίξωμεν ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχουν συνδικαλιστικαὶ ἐλευθερίαι, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν ὅτι αὐτὰ ὑποστηρίζοντες ἐξυπηρετοῦμεν τὸ ἐθνικὸν συμφέρον.
§139Α. ΖΑΚΚΑΣ. Μὴ συγχύζετε ἐθνικὸν συμφέρον καὶ συμφέρον ἐργαζομένων.
§140Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπουρ. Δικαιοσύνης). Κύριοι συνάδελφοι, ὀφείλω νὰ διακαθορίσω τὸ ἑξῆς: Ὑπεβλήθη μία ἐπερώτησις τὴν 25ην τρέχοντος μηνός. Ἡ ἐπερώτησις κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἔχει ὡς ἀντικείμενον τὴν ἐπίκρισιν τῶν ἐνεργειῶν, πράξεων ἢ παραλείψεων τοῦ Ὑπουργοῦ, ἢ τῶν ὀργάνων του, διὰ τὰ ὁποῖα εἶναι πολιτικῶς ὑπεύθυνος ὁ Ὑπουργός. Ὄχι πάντως τῶν ὀργάνων, τῶν ὁποίων κατὰ νόμον καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἶναι πολιτικῶς ὑπεύθυνος ὁ Ὑπουργός. Συνεπῶς ὀφείλω πρῶτον, διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἅπαξ διὰ παντὸς μία τάξις εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο, προκειμένου περὶ τῶν ἐπερωτήσεων, νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ διευκρινισθῇ ποία εἶναι ἡ ἐλεγχομένη πρᾶξις ἢ παράλειψις τοῦ Ὑπουργοῦ, τί ἠδύνατο δηλ. ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ πράξει τὴν 25ην τοῦ μηνός; Ἐὰν κατὰ τὴν διαδικασίαν τὴν ἀκολουθηθεῖσαν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου τῆς Θεσσαλονίκης, ὡς ὁ νόμος ὥριζεν, ἔχουν συμβῆ πράγματα, τὰ ὁποῖα φρονεῖ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Θεσσαλονίκης συνάδελφος, ὅτι εἶναι ἐπίμεμπτα, ἔπρεπε πρῶτον νὰ ζητηθῇ ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἄλλο μέσον νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν τῶν ἀποφάσεων, παρὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας θὰ τοῦ παράσχουν οἱ ἐνδιαφερόμενοι, ἔπρεπε νὰ τοῦ ζητηθῇ νὰ ἐλέγξῃ, διὰ νὰ ζητήσῃ διὰ τῆς Εἰσαγγελίας πληροφορίας. Τί ἔπρεπε λοιπὸν νὰ εἶχε πράξει ὁ Ὑπουργὸς τὴν 25ην παρελθόντος μηνός; Θὰ ἠδυνάμην συνεπῶς διὰ τῆς ἀντιρρήσεως ταύτης καὶ μόνον νὰ παραμερίσω τὸ θέμα, διὰ νὰ ὑπάρξῃ τὸ ὁριστικὸν παράδειγμα τῆς τάξεως τῶν ἐπερωτήσεων, διότι ἀσφαλῶς ὁ κ. συνάδελφος δὲν ἔχει κατὰ νοῦν νὰ μὲ ἐπικρίνῃ διὰ τὴν ἐκδοθεῖσαν ἀπόφασιν, ἢ διὰ παράλειψιν ἢ διὰ πρᾶξιν τὴν ὁποίαν δὲν ἔχω κάνει. Προφανῶς ἠθέλησε νὰ εὕρῃ μίαν ἀφορμὴν διὰ νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ συζητήσῃ τὸ θέμα. Ἀλλ’ ὀφείλω ἐν πρώτοις νὰ παράσχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι εἰς τὸ ἱστορικὸν ὡς ἐξετέθη, ἐὰν τὰ ὅσα μοῦ παρεσχέθησαν ὡς πληροφορίαι ἀπὸ τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς εἶναι ἀκριβῆ καὶ ἔχω κάθε λόγον νὰ πιστεύω ὅτι εἶναι ἀκριβῆ, δὲν ἔχουν ἀκριβῶς ὡς ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος. Δὲν ἀντικατεστάθη ἐπὶ τῇ ἐγέρσει ἁπλῶς τῆς περὶ ἀκυρώσεως τῶν ἀρχαιρεσιῶν ἀγωγῆς ἡ Διοίκησις, ἀλλ’ ἐξεδόθη ἀπόφασις ἀναστέλλουσα τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ σωματείου. Τοιαύτην ἐξουσίαν ἔχει, δυνάμει ρητῆς διατάξεως τοῦ Κώδικος, ὁ Πρόεδρος Πρωτοδικῶν. Κατὰ τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως τοῦ Προέδρου Πρωτοδικῶν καὶ ἐκ τῶν ὅσων ἠκούσατε προηγουμένως καὶ ἐκ τῆς διατυπώσεως τῆς ἐπερωτήσεως προκύπτει ὅτι, οὐδὲν παράπονον ἔχει ὁ κ. συνάδελφος. Δὲν ἤκουσα νὰ εἴπῃ λέξιν περὶ τῆς ἀποφάσεως, ἡ ὁποία ἀναστέλλει τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως τῆς συνελεύσεως τοῦ σωματείου. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν συνεπῶς δὲν ὑπῆρχε πλέον ἀπόφασις περὶ ἐκλογῆς Διοικήσεως, συνέτρεχεν ἡ ρητὴ προϋπόθεσις, τὴν ὁποίαν ὁρίζει τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Κώδικος διὰ τὴν ἀντικατάστασιν τῆς ἐλλειπούσης Διοικήσεως. Τὸ παράπονον συνεπῶς τοῦ κ. συναδέλφου εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναφέρεται εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ἀπὸ μέρους τοῦ Προέδρου ἐκτίμησιν τῆς καταλληλότητος τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα διώρισε διὰ νὰ διοικήσουν προσωρινῶς τὸ σωματεῖον, ὄχι εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὸν διορισμὸν τῆς προσωρινῆς Διοικήσεως.
§141Δ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ἀναστέλλονται ὅλαι αἱ ληφθεῖσαι ἀποφάσεις κατὰ τὴν συνέλευσιν, αὐτονόητον εἶναι ὅτι ἀναστέλλεται καὶ ἡ πρώτη ἀπόφασις, τοὐτέστι τῆς καταθέσεως τῆς ἐντολῆς. Ὑπάρχει καὶ δεδικασμένον, ὑπάρχει καὶ νομολογία τοῦ Καποδίστρια.
§142Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Ὅ,τιδήποτε καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἐδῶ μὴ κάμωμεν σύγχυσιν τῆς καταθέσεως τῆς ἐντολῆς, ἡ ὁποία δὲν ἐπέρχεται ἀποφάσει τῆς συνελεύσεως καὶ δὲν νομίζω ὅτι διακεκριμένος ἐπιστήμων, ὡς ὁ κ. Καποδίστριας, λέγει τοιοῦτον τι. Ἡ κατάθεσις τῆς ἐντολῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀποτέλεσμα ἀποφάσεως τῆς συνελεύσεως. Ἡ κατάθεσις τῆς ἐντολῆς εἶναι ἀποτέλεσμα ἀποφάσεως τῆς διοικήσεως πρὸ τοῦ χρόνου τοῦ καθοριζομένου ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ καταθέσῃ τὴν ἐντολὴν τῆς Διοικήσεως, ἡ ἐπέλευσις τοῦ ἀποτελέσματος τὸ ὁποῖον θὰ ἐπέλθῃ λόγῳ παρόδου τοῦ χρόνου, διὰ τὸν ὁποῖον ἐξελέγη. Συνεπῶς ἡ ἀκύρωσις τῆς ἀποφάσεως τῆς συνελεύσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιλαμβάνεται. Τὸ λέγω δὲ τοῦτο διότι ἡ ἀπόφασις περιέχει ρητὴν σκέψιν περὶ τοῦ θέματος καὶ ἀποφαίνεται κατὰ δικαστικὴν συνείδησιν, ὀφείλω δὲ νὰ παράσχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὁ ἐκδώσας τὴν ἀπόφασιν δικαστής, ἐκ τῶν παλαιῶν καὶ ἀρίστων δικαστῶν, ἔκρινε βεβαίως ὡς ἄνθρωπος, ἐνδέχεται ὅμως νὰ διέπραξεν ἓν σφάλμα.
§143ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς ὀνομάζεται;
§144Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Εἶναι ὁ κ. Ι. Τσαρμακλῆς, παλαιὸς δικαστής, ἄριστος δικαστὴς καὶ δὲν νομίζω ὅτι ἐὰν θέλωμεν πράγματι νὰ κατοχυρώσωμεν τὸ καθεστὼς αὐτό, ἐὰν θέλωμεν πράγματι εἰς τὸν τόπον αὐτὸν νὰ εἴμεθα οἱ πρόμαχοι τῆς ἐλευθερίας, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατόν, ἐπειδὴ ἐξεδόθη μία ἀπόφασις, τῆς ὁποίας δὲν μᾶς ἀρέσει τὸ περιεχόμενον, νὰ καθαπτώμεθα τοῦ κύρους τῆς δικαιοσύνης.
§145Δ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ. Τί θὰ ἐκάμνατε ἐὰν ὁ Βασιλεὺς ἀνέθετε τὴν ἐντολὴν τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸν κ. Σβῶλον; Διότι ἡ μειοψηφία κατατυραννεῖ.
§146Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Κύριοι, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ μὲ παρεξηγήσῃ ἐὰν δὲν ἀπαντήσω.
§147Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπακατσέλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§149ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν δύναται νὰ ὁμιλήσῃ, τὸ ζήτημα ἔληξε.
§150Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. Θὰ εἴπω δύο λέξεις ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος.
§151Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἐπερωτῶν ἐπερωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπαντᾷ καὶ ἅμα ὁ ἐπερωτῶν δὲν εὑρίσκει τὴν ἀπάντησιν ὀρθὴν δευτερολογεῖ. Οὐδεὶς ἄλλος ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου δύναται νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἂν δὲν γίνῃ πρότασις γενικεύσεως τῆς συζητήσεως. Συνεπῶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Μπακατσέλος.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀπάντησις θὰ δοθῇ ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§153Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει σπάει ὁ Κανονισμὸς καὶ θὰ ἔλθῃ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ σύστημα αὐτό, κύριε Πρόεδρε, θὰ σᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὸ ἄτοπον. Θὰ ζητοῦμεν τὸν λόγον διὰ κάθε ζήτημα ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος καὶ δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἔργον μας. Κύριε Πρόεδρε, προσέξατε, βαδίζομεν πολὺ καλά, μὴ ἐκτρέπεσθε ἀπὸ τὸν κανονισμόν, διότι θὰ ἔχωμεν κακὰ ἀποτελέσματα.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπακατσέλος θὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§155Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελα νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦτο. Συμφωνῶ μὲ ὅσα εἴπατε, κύριε Ὑπουργέ, ἀναμφισβητήτως, ἀλλὰ δὲν νομίζετε ὅτι ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ ἀσκήσητε ἔλεγχον ἐὰν ὁ δικαστὴς αὐτὸς ἐν τῇ ἐκδόσει τῆς ἀποφάσεώς του ἠμέλησε τὰ καθήκοντά του; Ὁ ἐπερωτῶν λέγει ὅτι ὁ δικαστὴς αὐτὸς ἐν τῇ ἐκδόσει τῆς ἀποφάσεώς του ἔσφαλλε βαρέως.
§156Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον ἐὰν οἱοσδήποτε ἐκ τῶν συναδέλφων ὡμίλει περὶ προστασίας τῶν ἀποφάσεων τῶν δικαστικῶν, περὶ σεβασμοῦ τῆς δικαιοσύνης. Τὸ προσωπικὸν ζήτημα ἔγκειται εἰς τοῦτο, ὅτι ὁ κ. Θεοχαρίδης εἶπεν ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ δράστης τῆς ἀποφάσεως τῆς προεδρικῆς, νομίζω ἑπομένως ὅτι ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ὑπερασπίσω τὸν ἑαυτόν μου. Ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, ὀφείλω νὰ σᾶς κάμω τὴν δήλωσιν, ὅτι ἀφ’ ὅτου ἐπολιτεύθην ἔπαυσα νὰ ἀσκῶ καὶ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου καὶ δὲν δύναται ὁ κ. Θεοχαρίδης νὰ μοῦ ἀποδίδῃ μομφὴν ὅτι ἐγὼ ἤσκησα ἐπιρροὴν εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν τῆς Θεσσαλονίκης. Ἐγὼ ἔκαμα πρότασιν περὶ γενικεύσεως τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ μὲ παρεκάλεσεν ὁ κ. Πρόεδρος νὰ μὴ ἐπιμείνω καὶ ἐπωφελοῦμαι τῆς δημιουργίας τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος διὰ νὰ εἴπω δύο λέξεις. Κύριοι συνάδελφοι, ἐάν, ἐπαναλαμβάνω, οἱοσδήποτε ἐκ τῶν συναδέλφων κατέκρινε τὴν στάσιν τῆς δικαιοσύνης, ὁμολογῶ ὅτι δὲν θὰ ἀνηρχόμην εἰς τὸ βῆμα, ἀλλὰ ὁ κ. Θεοχαρίδης, ὁ ὁποῖος δὲν ἐσεβάσθη μίαν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ δὲν ἐσεβάσθη ἀπόφασιν τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν Θεσσαλονίκης νομίζω, ὅτι δὲν δικαιοῦται νὰ παραπονῆται. Ἡ ὑπόθεσις τοῦ Ἐργατικοῦ Κέντρου Θεσσαλονίκης εἶναι πολυπαθής. Οὐσιαστικῶς συνδικαλιστικαὶ ἐλευθερίαι ἔπαυσαν νὰ ὑπάρχουν εἰς τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Θεσσαλονίκης ἀπὸ τῆς 4ης Αὐγούστου. Ἡ 4η Αὐγούστου ἐγκατέστησε διοίκησιν ἰδικήν της ἀναγκαστικήν. Ἦλθεν ἡ κατοχή, ἔγιναν ἐκλογαί, ἀλλὰ δὲν νομίζω...
§157Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὰ δὲν εἶναι σωστὰ πράγματα, πρέπει νὰ σεβασθῆτε τὸν Κανονισμόν. (Θόρυβος—κωδωνοκρουσίαι).
§158Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐρωτῶ ἐὰν ἔχωμεν γενίκευσιν τῆς συζητήσεως ἢ ἐὰν ὁμιλῇ ὁ κ. συνάδελφος ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος, διότι ὑπερέβη τὰ ὅρια τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος. (Θόρυβος).
§159Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. Λέγω ὅτι μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς βίας καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ κινήματος ἐγκατεστάθη μία διοίκησις κομμουνιστική. Ἡ πρώτη Κυβέρνησις μετὰ τὴν καταστολὴν τοῦ κινήματος, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ σημερινοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐγκατέστησεν ἀντιπροσωπευτικὴν διοίκησιν ἀπὸ ὅλας τὰς τάσεις. Ἦλθε κατόπιν ἡ Κυβέρνησις Σοφούλη καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὰς ἐκλογὰς τῆς 31ης Μαρτίου 1946. Ἡ Κυβέρνησις τότε κατήργησε τὴν ἀντιπροσωπευτικὴν διοίκησιν καὶ ἐγκατέστησε διοίκησιν ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Θεοχαρίδη ἄνευ ἐκλογῶν. Κατὰ τῆς αὐθαιρέτου ἀποφάσεως ταύτης τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Ἐργασίας, ἡ ὁποία ὥρισε μονοκομματικὴν διοίκησιν, ἠσκήθη προσφυγὴ ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον ἠκύρωσε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐργασίας. Κατόπιν τούτου οἱ ἐνδιαφερόμενοι εἰς Θεσσαλονίκην προσέφυγον εἰς τὸν Πρόεδρον Πρωτοδικῶν καὶ ἐζήτησαν, μὴ ὑπαρχούσης διοικήσεως, τὸν διορισμὸν προσωρινῆς τοιαύτης καὶ ὁ Πρόεδρος Πρωτοδικῶν ὥρισεν ἀντιπροσωπευτικὴν διοίκησιν. Ὁ κ. Θεοχαρίδης ἠρνήθη νὰ παραδώσῃ ἐξουσίαν καὶ παρέμεινεν εἰς τὴν διοίκησιν ἐπὶ 1½ χρόνον καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης ἔδωσεν ἐντολὴν εἰς τὸν εἰσαγγελέα νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν. Ἀτυχῶς ὅμως παρενέβη ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν καὶ ὁ Γενικὸς Διοικητὴς Βορείου Ἑλλάδος κ. Κορόζος καὶ δὲν ἐξετελέσθη ἡ ἀπόφασις. Καὶ ὁ κ. Θεοχαρίδης παρέμεινεν, ἔκαμε τὰς ἐκλογὰς καὶ τὰς ἐπῆρε. Ὀφείλομεν, λοιπόν, νὰ σεβώμεθα τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις διὰ νὰ μὴ δίδωμεν ἐπιχειρήματα εἰς τοὺς κομμουνιστάς.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλκάνης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐπερωτήσεως ἀναφερομένης εἰς τὴν ἀναστολὴν τοῦ νόμου 751.
§161Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, πληροφοροῦμαι ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀνέστειλε τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ν. 751. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ἤθελα νὰ ἔχω ἐπ’ αὐτοῦ δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως.
§162Ι. ΜΙΧΑΗΛ (Ὑπουργ. Ἐργασίας). Ὁ νόμος 751 οὐδέποτε ἀνεστάλη ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν γίνονται διορισμοὶ δι’ ὀλίγας μόνον ἡμέρας, προκειμένου νὰ μελετηθοῦν λεπτομέρειαι τινές, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι διὰ τὴν ἔτι περαιτέρω προστασίαν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι πράγματι ἐπολέμησαν. Ἐλπίζω ὅτι τὸ ζήτημα λίαν συντόμως θὰ τακτοποιηθῇ καὶ θὰ ἐπαναρχίσουν οἱ διορισμοὶ τῶν ἐχόντων δικαίωμα.
§163Δ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ μᾶς διαβεβαιώσῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου διωρίσθησαν ἄλλοι μὴ δικαιούμενοι προστασίας;
§164Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Οὐδεὶς διωρίσθη πλὴν τῶν γενικῶν γραμματέων.
§165Ν. ΚΟΥΠΑΡΟΥΣΟΣ. Ἔτσι ὅπως πᾶμε δὲν θὰ προχωρήσωμεν.
§166Ι. ΜΙΧΑΗΛ (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ὅτι ἐξήντλησα τὸ θέμα καὶ σᾶς εἶπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχα νὰ εἴπω.
§167Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Εἴπατε, ὅτι προκειμένου νὰ τακτοποιηθοῦν ὡρισμέναι λεπτομέρειαι, ἀναφερόμεναι εἰς τί; Ἐπί τίνος θέματος;
§168Ι. ΜΙΧΑΗΛ (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ νόμου 751.
§169Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Θὰ φέρετε νομοθετικὸν μέτρον ἄλλο;
§170Ι. ΜΙΧΑΗΛ (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Δὲν γνωρίζω ἐὰν πρόκειται νὰ γίνῃ νομοθετικὸν μέτρον. Φροντίζω νὰ μελετήσω ἐπαρκῶς τὸ ζήτημα οὕτως ὥστε ἡμεῖς καὶ ὡς Κυβέρνησις νὰ ἐνισχύσωμεν ἀκόμη περισσότερον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν. (Χειροκροτήματα).
§171Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Εἶναι περίεργος τακτικὴ αὐτὴ νὰ ἀναστέλλετε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, διὰ νὰ ἐνισχύσητε τὴν θέσιν τῶν ἀποστρατευομένων.
§172Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Εἰς τὰς ἐφημερίδας ἐδημοσιεύθη δήλωσις, ὅτι ἀναστέλλεται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, δηλαδὴ ἀναστέλλονται αἱ ἐργασίαι τῆς Ἐπιτροπῆς.
§173Ι. ΜΙΧΑΗΛ (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Ὄχι, κύριε, ἡ Ἐπιτροπὴ σήμερον λειτουργεῖ.
§174Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Ποῖον μέτρον πρόκειται νὰ λάβητε μέχρι τοῦ Σαββάτου;
§175Ι. ΜΙΧΑΗΛ (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Ἀπήντησα, κ. συνάδελφε, καὶ σᾶς πληροφορῶ ὅτι ἀκόμη λειτουργεῖ ἡ Ἐπιτροπή.
§176Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Ἆρα δὲν ἀναστέλλεται;
§177Ι. ΜΙΧΑΗΛ (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Ὄχι.
§178Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Ἐπειδὴ μεταξὺ τῶν ἐπερωτωμένων εἶμαι καὶ ἐγώ, δὲν νομίζω ὅτι τὸ θέμα ἔπρεπε νὰ λάβῃ τοιαύτας διαστάσεις καὶ τοιαύτην ἀντιδικίαν. Ἤδη τοῦ νόμου 751 ἀνεστάλη ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Τὸ θέμα εἶναι γνωστόν. Ἀνεστάλη μαζὶ μὲ τὸ τρίμηνον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐγένοντο γενικαὶ ἀναστολαί. Μόλις ἦλθεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἀπὸ τὸ πρῶτον Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος. Ἐχρειάσθη ὅμως ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας νὰ εὕρῃ μερικὰ στοιχεῖα διὰ νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον δευτέρας συζητήσεως εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἐν τῷ μεταξὺ αἱ Ἐπιτροπαὶ ἐξακολουθοῦν νὰ ἐργάζωνται. Δὲν ἐγένετο οὐδεμία ἀναστολὴ ἢ ἀνατροπὴ τοῦ νόμου. Τὴν στιγμὴν μάλιστα κατὰ τὴν ὁποίαν ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις τῆς συνεχίσεως, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν μετὰ δύο ἡμέρας σεῖς καταθέσατε τὴν ἐπερώτησίν σας, συνεπῶς δὲν ὑπάρχει θέμα. Ἡ Κυβέρνησις ὄχι μόνον δὲν ἀνέστειλε παρὰ ἐξακολουθεῖ τὸ ἔργον τῶν Ἐπιτροπῶν.
§179Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡμίλησε περὶ ἀναστολῆς, δὲν ἐγένετο ἀναστολή.
§180Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι τόσον πολύπλοκα εἰς μίαν ἑβδομάδα νὰ εἶναι λελυμένα.
§181Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Καὶ εἰς δηλώσεις τὰς ὁποίας ἐκάματε εἰς τὸν Τύπον εἴπατε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀνέστειλε τοὺς διορισμοὺς τοῦ νόμου 751. Δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ μὴ προβῇ εἰς νέους διορισμούς.
§182Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Αἱ δηλώσεις τὰς ὁποίας ἔκαμα ἦσαν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πραγματικότητος. Ἐλέχθη ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀνέστειλε κάθε διορισμόν. Ὅταν ἐθεωρήθη ὅτι ἔπρεπε νὰ συζητηθῇ καὶ τὸ ζήτημα τοῦ νόμου 751, εἰς τὰ δύο Ὑπουργικὰ Συμβούλια, τὰ μόνα, τὰ ὁποῖα ἔκαμεν ἡ νέα Κυβέρνησις, ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος. Δὲν βλέπω, λοιπόν, διατί νὰ γίνεται ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις.
§183Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Γεγονός, κ. συνάδελφοι, τὸ ὁποῖον προκύπτει κατὰ τρόπον ἀνάγλυφον ἐκ τῆς παρούσης συζητήσεως καὶ ἐξ ὅσων ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν εἶναι τοῦτο, ὅτι ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις εἶχε καθορίσει ὅτι ἐπὶ τριμηνίαν δὲν θὰ ἐγένοντο διορισμοί. Τοῦτο εἶναι κάτι τί διάφορον ἀπὸ τὸ νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου 751, διότι ὁ νόμος 751 προστατεύει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προέταξαν τὰ στήθη των εἰς τὰ βουνὰ τῆς Μακεδονίας καὶ εἰς ὅλας ἐκείνας τὰς τρομερὰς ἐπιχειρήσεις καὶ συνεπῶς τὸ Κράτος εἶχε πᾶσαν ὑποχρέωσιν νὰ τοὺς ὑποστηρίξῃ, δι’ αὐτὸ ἔκαμε καὶ τὸν νόμον 751. Τώρα, ἐκ παρερμηνείας, ἐκ τοῦ ὅτι ἀνεστάλη ἐπὶ τρίμηνον πᾶς διορισμός, συμπεριελήφθη καὶ ἡ ἀναστολὴ ἑνὸς νόμου, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται καὶ νὰ ἀνασταλῇ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐργασίας, προκύπτει τοῦτο, ὅτι ἐδόθη πλέον ἐντολὴ εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς νὰ συνεχίσουν τὰς ἐργασίας των. Ἀλλὰ ἐπίσης εἶναι ἀναμφισβήτητον, καὶ τοῦτο τὸ λέγω χάριν τῆς ἀληθείας, ὅτι αἱ Ἐπιτροπαὶ δὲν συνήρχοντο μέχρι χθές, διότι εἶχον ἐντολὴν ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἀνέστειλε μαζὶ μὲ πάντα διορισμὸν καὶ πάντα διορισμὸν ἐκ τοῦ νόμου 751. Χαίρω πολὺ διότι ἡ Κυβέρνησις ἔδωσε τὴν πρέπουσαν λύσιν διὰ νὰ ἐξακολουθήσουν τὸ ἔργον των αἱ Ἐπιτροπαὶ πρὸς ἀνταμοιβὴν ἔν τινι μέτρῳ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχυσαν τὸ αἷμα των χάριν τῆς Πατρίδος καὶ διὰ τοὺς ὁποίους ἡ Πατρὶς ἔχει πάντα λόγον νὰ παρέχῃ πᾶν μέσον πρὸς προστασίαν των.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6ην μ. μ., μὲ ἀντικείμενον Ἡμερησίας Διατάξεως, ἀναφορὰς καὶ ἐρωτήσεις. (Ὥρα 10.15′ μ. μ.)