1950.04.18
299 στίχοι · 2.037 λέξεις · 25 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 3η
Τρίτη 18 Ἀπριλίου 1950
Προσωρινὴ Προεδρία κ. Β. ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ
(Ὥρα 6.30′ μ. μ.)
§1Β. ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ (Προσωρινὸς Πρόεδρος). Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ κ. Γραμματεὺς ν’ ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. Παρακαλοῦνται οἱ μὴ ὁρκισθέντες κ. κ. Βουλευταί, ὅπως προσέλθουν καὶ ὀμόσουν τὸν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὁριζόμενον ὅρκον. Προσέρχεται ὁ Βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Λεωνίδας Δερτιλῆς, ὅστις ἀναφωνοῦντος καὶ τοῦ κ. Προέδρου, δίδει τὸν ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 64 τοῦ Συντάγματος ὁριζόμενον ὅρκον, ἔχοντα οὕτω: «Ὀμνύω εἰς τὸ Ὄνομα τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου καὶ Ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ φυλάττω πίστιν εἰς τὴν Πατρίδα καὶ τὸν συνταγματικὸν Βασιλέα, ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἐκπληρώσω εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά μου».
§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄξιος, ἄξιος.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ ἐκλογὴ τοῦ τακτικοῦ Προέδρου τοῦ Σώματος. Παρακαλῶ νὰ προσέλθουν ὡς ψηφολέκται, ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῶν ὁποίων θέλει διεξαχθῆ ἡ μυστικὴ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία, ἐκ μέρους μὲν τῆς συμπολιτεύσεως οἱ βουλευταὶ κ. κ. Μουράτογλου Β. καὶ Παπαγεωργίου Ν., ἐκ μέρους δὲ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως οἱ κ. κ. Βογιατζῆς Γ. καὶ Χατζήμπεης Φ., ὁριζομένων ἐπὶ μὲν τοῦ καταλόγου τῶν κ. κ. Γ. Βογιατζῆ καὶ Β. Μουράτογλου, ἐπὶ δὲ τῆς ψηφοδόχου τῶν κ. κ. Ν. Παπαγεωργίου καὶ Φ. Χατζήμπεη. (Διεξαχθείσης μυστικῆς διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορίας καὶ γενομένης διαλογῆς προέκυψε τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 243. Ἐκ τῶν 243 ψηφοδελτίων εὑρέθησαν ψηφοδέλτια 136 φέροντα τὸ ὄνομα Δημήτριος Γόντικας, 74 τὸ ὄνομα Πραξιτέλης Μουτζουρίδης, 17 Νεόκοσμος Γρηγοριάδης καὶ 1 Φωκίων Ζαΐμης. Εὑρέθησαν ἐπίσης 13 λευκὰ ψηφοδέλτια καὶ 2 ἐθεωρήθησαν ἄκυρα. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα). Ἑπομένως τακτικὸς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐξελέγη ὁ κ. Δ. Γόντικας, συγκεντρώσας τὴν ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος ἀπαιτουμένην πλειοψηφίαν, καὶ παρακαλῶ τοῦτον ὅπως προσέλθῃ καὶ καταλάβῃ τὴν προεδρικὴν ἕδραν. (Ὁ ἐκλεγεὶς Πρόεδρος κ. Δ. Γόντικας ὑπὸ τὰ ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα ὅλων τῶν βουλευτῶν, ἀνέρχεται καὶ καταλαμβάνει τὴν Προεδρικὴν ἕδραν).
§6Δ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Κύριοι Βουλευταί, Βαθύτατα συγκεκινημένος εὐχαριστῶ τὴν Βουλὴν διὰ τὴν μεγάλην τιμὴν διὰ τῆς ὁποίας μὲ περιέβαλεν ἐκλέξασά με Πρόεδρον τοῦ Σώματος. Εἶμαι ἰδιαιτέρως εὐτυχὴς διότι ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς χαιρετίζω τὴν εἴσοδον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἀδελφῶν Δωδεκανησίων. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐξ ὅλης τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων). Ὁ Ὕψιστος ηὐλόγησε τοὺς μακραίωνας ἀγῶνας των καὶ αἱ ὡραῖαι δώδεκα νῆσοι μας ἐπανῆλθον εἰς τοὺς μητρικοὺς κόλπους. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§7ΕΜΜ. ΜΠΑΚΛΑΤΖΗΣ. Εἴθε γρήγορα καὶ ἡ Κύπρος. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§8Δ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Ἐλπίζω ὅτι μὲ τὴν συνδρομὴν ὅλων θὰ κατορθώσω νὰ φέρω εἰς πέρας τὴν ἀνατεθεῖσαν εἰς ἐμὲ ἐντολήν. Ἀνήκων εἰς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι ἀπὸ τῆς Προεδρικῆς ἕδρας θὰ εἶμαι ὁ ἀμερόληπτος ρυθμιστὴς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος καὶ μόνον μου μέλημα θέλει ἔσται ἡ πιστὴ τοῦ Κανονισμοῦ ἐφαρμογή. Ἡ Νέα Βουλή, ἡ ὁποία συνεκροτήθη ἤδη εἰς Σῶμα πρέπει νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ ἐκλέξαντος αὐτὴν Λαοῦ διὰ μεθοδικῆς καὶ πειθαρχουμένης δημιουργικῆς ἐργασίας. Μὲ ἀπόλυτον καὶ ἀπαραβίαστον ἐλευθερίαν τοῦ λόγου συμβαδίζουσαν μὲ τὴν ἄκραν εὐπρέπειαν καὶ τὸν σεβασμὸν τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων καὶ κανόνων, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ κατορθώσωμεν νὰ ἐκπληρώσωμεν ἐπιτυχῶς τὸν προορισμόν μας ὁ ὁποῖος συνίσταται εἰς τὴν ἀνοικοδόμησιν, εἰς τὴν ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς Χώρας, ὡς καὶ εἰς τὴν ἐμπέδωσιν ἀδιαταράκτου γαλήνης καὶ ἡσυχίας. Ἀπαραίτητος πρὸς τοῦτο προϋπόθεσις εἶναι ἡ ἔξαρσις ὅλων ἡμῶν ὑπεράνω πάσης κομματικῆς ἀντιλήψεως καὶ ἡ ἐν συμπνοίᾳ ἐπιτέλεσις τῆς ὑψηλῆς μας ὅλων ἀποστολῆς. Εὐχαριστῶν καὶ πάλιν ὑμᾶς διὰ τὴν προσγενομένην εἰς ἐμὲ τιμήν, ἀναλαμβάνω τὰ καθήκοντά μου. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐξ ὅλης τῆς αἰθούσης).
§9Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφράσῃ τὰς εὐχαριστίας της πρὸς τὸν προσωρινὸν Πρόεδρον διὰ τὴν μεθοδικότητα καὶ τὸ εὔτακτον τῆς διεξαγωγῆς τῆς ψηφοφορίας.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἰδική μου παράλειψις νὰ ἐξάρω τὴν ἀμεροληψίαν μεθ’ ἧς ἤσκησε τὰ καθήκοντά του ὁ προσωρινὸς Πρόεδρος τόσον κατὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, ὅσον καὶ κατὰ τὴν διεξαχθεῖσαν ψηφοφορίαν. Δι’ αὐτὸ σᾶς παρακαλῶ ὅπως δεχθῆτε νὰ ἐκφράσῃ τὸ Σῶμα τὰς θερμάς του εὐχαριστίας πρὸς τὸν Προσωρινὸν Πρόεδρον κ. Βασ. Βασιλικόν.
§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§12Β. ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ. Εὐχαριστῶ Ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, καὶ τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος Ἑλλάδος ὡς καὶ ὁλόκληρον τὴν Βουλήν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν ἔπραξα τίποτε ἄλλο εἰμὴ τὸ καθῆκον μου.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Κωτιάδης, Βουλευτὴς Δωδεκανήσου, ἔχει τὸν λόγον.
§14Σ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κύριοι Βουλευταί. Εἶναι ἐξαιρετικὰ συγκινητικὴ ἡ παροῦσα στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὡς πρῶτοι ἐκπρόσωποι τῆς ἐλευθέρας Ἑλληνικῆς Δωδεκανήσου, ἀπευθυνόμεθα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ἡ πολυπαθὴς Δωδεκάνησος, μετὰ μακραίωνα δουλείαν ὑπὸ ποικιλωνύμους κατακτητάς, ἐλευθέρα πλέον, εἰσέρχεται σήμερον ἐπισήμως εἰς τὸν δημόσιον βίον τῆς Μητρὸς Πατρίδος. Διὰ τῆς ἐνσωματώσεως αὐτῆς εἰς τὸν κορμὸν τοῦ Ἔθνους συνετελέσθη ἓν εἰσέτι βῆμα πρὸς τὴν Ἐθνικὴν ἀποκατάστασιν, ἡ ὁποία ἀρξαμένη τὴν 25ην Μαρτίου 1821 συνεχίσθη ἐν μέσῳ σκληρῶν ἀγώνων καὶ αἱματηρῶν θυσιῶν, χωρὶς ἀτυχῶς νὰ ὁλοκληρωθῇ εἰσέτι. Σήμερον ἡ μαρτυρικὴ Δωδεκάνησος περιβεβλημένη τὴν ἑόρτιον στολήν της καὶ εὐτυχὴς ρίπτεται ὡς προσφιλὴς θυγάτηρ εἰς τὰς ἀγκάλας στοργικῆς Μητρός, μακρὰν τῆς ὁποίας τὴν ἐκράτησαν ἐπὶ σειρὰν αἰώνων δυσμενεῖς περιστάσεις. Προσφέρει δὲ εἰς τὸ Ἔθνος, ὡς δεῖγμα τῆς αἰωνιότητος τῆς Ἑλλάδος, τὴν διὰ μέσου τῶν αἰώνων ἀκλόνητον πίστιν της εἰς τὴν ἀνάστασιν τοῦ Γένους καὶ τὰ πεπρωμένα τῆς Φυλῆς. Κατὰ τὴν ἱερὰν ταύτην στιγμὴν ἡ σκέψις μας στρέφεται εὐγνώμων πρὸς τοὺς ἀθανάτους νεκρούς μας, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν ὑπερτάτην θυσίαν των ἐξηγόρασαν τὴν ἰδικήν μας ἀπολύτρωσιν καὶ μᾶς ἐπέτρεψαν νὰ ἀναπνεύσωμεν τὴν γλυκεῖαν αὔραν τῆς Ἐλευθερίας. Ἀπευθύνομεν ἐγκάρδιον χαιρετισμὸν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, ὁ ὁποῖος, κατὰ μὲν τοὺς χρόνους τῆς δουλείας, ὑπῆρξε συμπαραστάτης μας εἰς τὸν ὑπὲρ τῆς Ἐλευθερίας ἀγῶνα, μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν δὲ μᾶς περιέβαλε καὶ μᾶς περιβάλλει μὲ ἰδιαιτέραν στοργὴν καὶ ἀγάπην, ἡ ὁποία εὑρίσκει βαθεῖαν ἀπήχησιν εἰς τὴν ψυχήν μας. Ἐκφράζομεν τὴν ἀίδιον εὐγνωμοσύνην μας καὶ τὸν θαυμασμόν μας πρὸς τὸν ἡρωϊκὸν Ἐθνικὸν Στρατόν, ὁ ὁποῖος εἰς τὸν Γράμμον καὶ τὸ Βίτσι, προμαχῶν ὑπὲρ τῶν εὐγενῶν ἰδεωδῶν τῆς Δημοκρατίας καὶ τῆς Ἐλευθερίας, ἀνενέωσε τὸ τρόπαιον τοῦ Μαραθῶνος καὶ τὴν ἐποποιΐαν τῆς Πίνδου. Πιστεύομεν βαθύτατα καὶ εὐχόμεθα ἐκ βάθους ψυχῆς ὅπως τάχιστα παρακαθήσωσι μεταξὺ ἡμῶν καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ὑπὸ ξένον ζυγὸν τελούντων ἀλυτρώτων ἀδελφῶν μας. Ἡμεῖς οἱ Δωδεκανήσιοι, οἱ ἀκρῖται τοῦ Νότου, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ αἰῶνας δουλείας διετηρήσαμεν ἄσβεστον τὴν δᾶδα τῆς Ἐλευθερίας, ἐκρατήσαμεν ἀμόλυντον τὴν Ἐθνικήν μας συνείδησιν καὶ ηὐτυχήσαμεν νὰ ἴδωμεν τὴν πραγμάτωσιν τῶν Ἐθνικῶν μας ὀνείρων, διακηρύττομεν σήμερον ἀπὸ τοῦ Ἐθνικοῦ τούτου βήματος, ὅτι οὐδὲν Πατρίδος καὶ Ἐλευθερίας γλυκύτερον. Μὲ αὐτὸν τὸν ὅρκον τῆς πίστεως πρὸς τὴν Πατρίδα καὶ τὴν Ἐλευθερίαν, ἀπευθύνομεν θερμὸν χαιρετισμὸν πρὸς τὴν Ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἔθνους καὶ εὐχόμενοι ὑπὲρ τῆς εὐημερίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀναφωνοῦμεν «Ζήτω τὸ Ἔθνος», «Ζήτω ὁ Βασιλεύς». (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζίγδης, Βουλευτὴς Δωδεκανήσου, ἔχει τὸν λόγον.
§16Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Τὴν ἐπίσημον αὐτὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἡ ἡρωϊκὴ Δωδεκάνησος καταλαμβάνει τὴν θέσιν της εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ἡ σκέψις ἡμῶν στρέφεται πρὸς τοὺς ἡρωϊκοὺς νεκρούς, οἵτινες διὰ τοῦ αἵματός των καὶ τῆς πείσμονος καρτερικότητος ἐξησφάλισαν ἀκηλίδωτον τὴν Ἑλληνικότητα τῆς Δωδεκανήσου καὶ καθηγίασαν τὴν σημερινὴν εὔνοιαν τῆς τύχης πρὸς τὴν γενεάν μας. Ἡ σκέψις μας ἐπίσης στρέφεται εὐλαβῶς καὶ πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους ἄλλων Ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἐσήμανεν εἰσέτι τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, τοὺς ὁποίους ὅμως ἀναμένομεν συντομώτατα. Ἡ Δωδεκάνησος ἐπὶ 6 συνεχεῖς αἰῶνας ἔπινε τὸ πικρότατον ποτήριον τῆς δουλείας. Τὴν Ἀκρόπολιν Ἀθάνας τῆς Λίνδιας κατεπάτησαν βάρβαροι ἐξ Ἀνατολῶν καὶ Δύσεως. Ὁ λαὸς «Ροδίων ἀγερώχων», ὡς τὸν ἀπεκάλει ἤδη ὁ Ὅμηρος, ἐγνώρισεν ὅλην τὴν ταπείνωσιν τοῦ σκλάβου. Ὑπῆρξε δὲ ἰδιαιτέρως πικρὰ ἡ τελευταία περίοδος τῆς δουλείας, ἡ περίοδος τῆς Φασιστικῆς τυραννίας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Δωδεκάνησος ἐγένετο τὸ πειραματόζωον τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἀπετέλεσεν εἰς τὴν ἐποχήν μας τὴν μεγαλυτέραν ἐπιβουλὴν κατὰ τῆς ἀνθρωπίνης ἀξιοπρεπείας. Ἐν τούτοις οὔτε ἡ Φύσις, οὔτε ὁ Λαὸς τῆς Δωδεκανήσου ἐκάμφθησαν ψυχικῶς. Δὲν ἦτο δυνατὸν ἄλλωστε νὰ γίνῃ ἄλλως. Τὸ κῦμα οὐδέποτε ἔπαψε νὰ μουρμουρίζῃ εἰς τοὺς 12 βράχους «στοῦ ξένου κι’ ἂν σοῦ γράφτηκε ζυγοῦ, Ρόδος, νὰ πέσῃς στὸν καιάδαν, σκλάβα ἢ κυρὰ εἶσαι ἀθάνατη, γιατὶ καὶ σ’ εἶσαι Ἑλλάδα μ’ ὅλα τὰ Δωδεκάνησα....» (Χειροκροτήματα). Ἔτσι ἡ Δωδεκάνησος ἤξερε ν’ ἀνατρέφῃ καὶ ν’ ἀφίνῃ νὰ ἐκπηδοῦν ἀπὸ τὰ σπλάγχνα της εἰς κάθε κρίσιμον Ἐθνικὴν στιγμήν, ἄλλοτε ἕνας Ξάνθος, χθὲς ἀκόμη ἕνας Ἀλέξανδρος Διάκος, ὁ Ἕλλην ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος πρῶτος μὲ τὸ αἷμα του στὰ βουνὰ τῆς Πίνδου ἐπεσφράγισε κατὰ τὸν ἐπισημότερον τρόπον τὸ «ὄχι» ὁλοκλήρου τοῦ λαοῦ μας πρὸς τὴν βαρβαρικὴν πρόκλησιν ἐναντίον τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς συγχρόνου Ἑλλάδος καὶ τῆς κληρονομίας τῆς αἰωνίας Ἑλλάδος τοῦ Ἑλληνικοῦ, τοῦ πανανθρωπίνου πολιτισμοῦ. Ἔτσι προητοιμασμένη ἡ Δωδεκάνησος ἀνέμενε τὴν Ἡμέραν. Κι’ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου. Καὶ ἐσκίρτησαν αἱ ψυχαὶ ἓξ αἰώνων νεκρῶν εἰς τὰ Νεκροταφεῖα ὅλης τῆς Δωδεκανήσου. Καὶ αἱ μητέρες τῆς Δωδεκανήσου ἠγαλλίασαν, διότι πλέον δὲν θ’ ἀνέτρεφαν σκλάβους, τὰ παιδιὰ ποὺ ἐκράτουν εἰς τὴν ἀγκάλην των. Ὁλόκληρος ἡ Δωδεκάνησος ἐδέχθη τοὺς πρώτους ἀντιπροσώπους τοῦ ἐλευθέρου Ἔθνους ἐν ἀλλοφροσύνῃ ἐνθουσιασμοῦ. Ἀλλ’ ἦτο σκληρὰ ἡ μοῖρα, καὶ κατὰ τὴν ἱερὰν αὐτὴν στιγμὴν τῆς πραγματοποιήσεως τῶν πόθων αἰώνων. Ἡ ἀγκάλη ἡ ὁποία ἠνοίχθη καὶ πρὸς τὴν ὁποίαν ἔτρεξαν διὰ νὰ βροῦν τὴν θέρμην τῆς μητρικῆς στοργῆς, ἦτο πληγωμένη. Μὲ πληγὲς δόξης, ἀλλὰ καὶ πληγὲς ἄλλου εἴδους. Ἔτσι ἡ χαρὰ δὲν ἦτο ἀμέτοχος πόνου. Κύριοι Βουλευταί, ἡ Δωδεκάνησος ἔστειλε τοὺς πρώτους ἀντιπροσώπους της εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Βουλευτήριον μὲ τὴν ἐπιταγὴν νὰ βροντοφωνήσουν τὴν ἀνάγκην τῆς ἀγάπης τῶν Ἑλλήνων καὶ τῆς ἐπουλώσεως τῶν πληγῶν τοῦ Ἔθνους. Συνεπεῖς πρὸς τὴν ἐπιταγὴν αὐτὴν σᾶς ὑποσχόμεθα, ὅτι θὰ ἀφιερώσωμεν ὅλας μας τὰς δυνάμεις διὰ τὸ μεγάλο αὐτὸ ἔργον. Ἡ ἀγγελία καὶ ἡ διαβεβαίωσις αὐτὴ ἀποτελοῦν τὸν καλλίτερον χαιρετισμόν, τὸν ὁποῖον δυνάμεθα ν’ ἀπευθύνωμεν πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον. Καὶ ἐλπίζομεν, ὅτι ἡ φωνὴ τῆς νέας Ἑλληνικῆς ἐπαρχίας θὰ εὕρῃ βαθυτάτην τὴν ἀπήχησιν εἰς ὅλους σας, διότι εἶναι καὶ ἡ φωνὴ ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνάγκην γαλήνης, ἰσοπολιτείας, οὐσιαστικῆς δημοκρατίας διὰ νὰ εἶναι ἕτοιμον, ὅταν καὶ πάλιν σημάνῃ ἡ ὥρα τῶν νέων ἐξορμήσεων καὶ τῶν νέων Ἑλληνικῶν πραγματοποιήσεων. (Χειροκροτήματα).
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰωαννίδης, Βουλευτὴς Δωδεκανήσου, ἔχει τὸν λόγον.
§18Γ. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ. Βαθύτατα συγκεκινημένοι, ἡμεῖς οἱ τιμηθέντες διὰ τῆς ψήφου τοῦ ἐπὶ μακροὺς αἰῶνας τελέσαντος ὑπὸ δουλείαν λαοῦ τῆς Ἑλληνικῆς Δωδεκανήσου, εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων, εἰς τὴν Βουλὴν τῆς Μητρὸς Πατρίδος, χαιρετίζοντες ἐκ βάθους ψυχῆς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Εὐχόμεθα ἡ εἴσοδος ἡμῶν νὰ σημειώσῃ τὴν χαρμόσυνον ἀφετηρίαν τῆς εἰσόδου εἰς αὐτὴν καὶ ἀντιπροσώπων τῶν λοιπῶν ὑπὸ ξένην κατοχὴν καὶ κυριαρχίαν τμημάτων τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος. Μὲ τὰς εὐχὰς αὐτὰς ὑψώνω τὴν φωνὴν ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων καὶ ἀναφωνῶ «Ζήτω τὸ Ἔθνος». (Παρατεταμένα καὶ ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζησταυρῆς, βουλευτὴς Δωδεκανήσου, ἔχει τὸν λόγον.
§20Γ. ΧΑΤΖΗΣΤΑΥΡΗΣ. Σεβαστὴ Κυβέρνησις, κύριε Πρόεδρε, κύριοι συνάδελφοι, τὴν ἱερὰν αὐτὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν συνηνωμένοι ἐδῶ ἑορτάζομεν τὴν εἴσοδον τῆς Δωδεκανήσου εἰς τὰς ἀγκάλας τῆς Μητρὸς Ἑλλάδος, πρῶτον μας μέλημα πρέπει νὰ εἶναι αἱ εὐχαριστίαι μας πρὸς τὸν Πανάγαθον Θεόν, ὅστις ηὐλόγησε τὴν εἴσοδον αὐτῆς εἰς τὴν Ἑλληνικὴν οἰκογένειαν. Ἐπίσης πρέπει νὰ εὐλογῶμεν τοὺς προγόνους μας, οἵτινες μᾶς ἐγαλούχησαν Ἑλληνικώτατα, δὲν μᾶς ἐπέτρεψαν νὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὸν ξένον ζυγὸν καὶ ἠδυνήθημεν οὕτω νὰ εἰσέλθωμεν ὑπερήφανοι καὶ ἀμόλυντοι εἰς τὰς ἀγκάλας τῆς Ἑλληνικῆς οἰκογενείας. Ἡ Δωδεκάνησος, παρὰ τὴν μακραίωνα δουλείαν της, διετήρησε τὴν Ἑλληνικότητά της, διότι οἱ προπάτορες ἡμῶν δὲν ἐπέτρεψαν νὰ μολυνθῶμεν οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον. Εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω ἄλλο τι. Εἰσήλθομεν εἰς τὰς ἀγκάλας τῆς Μητρὸς Ἑλλάδος ὑπερήφανοι, διότι συμμετέσχομεν εἰς ὅλους τοὺς ἀγῶνας αὐτῆς. Τὸ 1821 ἡ Κάσσος προσέφερεν αἷμα καὶ πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο. Δὲν περιήλθομεν ὅμως τότε εἰς τὴν ἐλευθερωθεῖσαν Ἑλλάδα, λόγῳ τῶν συμφερόντων τῶν Μεγάλων. Ἐπίσης κατὰ τοὺς μετέπειτα ἀγῶνας, ἡμεῖς οἱ Δωδεκανήσιοι, ἐλάβομεν μέρος, τὸ δὲ 1912–13 οἱ σπουδασταὶ τῆς Δωδεκανήσου ἔτρεχον ὑπὸ τὰς σημαίας καὶ ἐθυσιάζοντο διὰ τὴν Ἑλλάδα. Εἴμεθα ὑπερήφανοι διὰ τὰς θυσίας μας. Καὶ ἐκερδίσαμεν τὴν ἐλευθερίαν μας μόνοι. Σᾶς εὐγνωμονοῦμεν διὰ τὴν τιμὴν τὴν ὁποίαν μᾶς κάμετε καὶ σᾶς δηλοῦμεν, ὅτι ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Δωδεκανήσου θὰ ἐπιτελέσωμεν τὸ καθῆκον μας πλήρως διὰ τὴν εὐημερίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ τὸ γενικὸν συμφέρον τῆς Χώρας. Ζήτω ἡ Ἑλλάς. (Παρατεταμένα καὶ ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βιλευταί, παρακαλῶ ὅπως συναινέσητε εἰς τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως.
§22ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως. Κύριοι Βουλευταί, θέλετε νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6ην μ. μ. μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως, ἐκλογὴν ὑπολοίπου Προεδρείου;
§24ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6ην μ. μ., μὲ ἀντικείμενον Ἡμερησίας Διατάξεως ἐκλογὴν ὑπολοίπου Προεδρείου. (Ὥρα 9.05′ μ. μ.)