1949.12.22
1,097 rows · 7,562 words · 108 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 17η
Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 1949
Προεδρία κ. Π. Γ. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗ
(Ὥρα 6.45′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα.
§2Φ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§4Φ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι. Θὰ ἐπεθύμουν διὰ δηλώσεώς μου νὰ ἐπανορθώσω τὰ ὅσα ἐλέχθησαν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 16ης τρέχοντος, ἐν ἀπουσίᾳ μου ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις ὁμιλῶν ἔθιξε τὴν φιλαλήθειάν μου. Καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ζητημάτων ἐξωτερικῶν, θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς δηλώσεις μου, ἵνα μὴ ξεφύγω οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον καὶ γεννηθοῦν παρεξηγήσεις. «Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαντήσω εἰς προσβλητικοὺς ἐναντίον τῆς ἀξιοπιστίας καὶ φιλαληθείας μου χαρακτηρισμούς, τοὺς ὁποίους ἐξετόξευσεν ἐν ἀπουσίᾳ μου —σημειωθήτω— κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 16ης τρέχοντος ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Λυποῦμαι, ὅτι τὰ λεχθέντα δὲν εἶδα ἐγκαίρως εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά, διότι ἤμην ἀπησχολημένος κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος καὶ ὅτι ἤργησα νὰ πράξω τὸ καθῆκον μου τῆς ἀπαντήσεως. Τὴν 14ην τρέχοντος, εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἔλεγα τὰ ἑξῆς: «Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος εἶπεν, ὅτι τὸ μέγα θέμα τῆς τετραετίας ἦτο ἡ ἀσφάλεια. Βεβαίως, τὸ θέμα τῆς ἀσφαλείας ἦτο σημαντικόν, ἀλλὰ ὑπὲρ αὐτὸ ἐκυριάρχει τὸ θέμα τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς βοηθείας τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν, ὄχι μόνον τοῦ κατὰ τῆς Ἑλλάδος κινδύνου, ἀλλὰ καὶ τοῦ καθ’ ὁλοκλήρου τοῦ δημοκρατικοῦ κόσμου. Καὶ εἰς τὸ θέμα αὐτὸ ἡ πολιτικὴ ἡγεσία τῶν δύο μεγάλων Κομμάτων ἀπεδείχθη κατωτέρα τῶν περιστάσεων. Διότι οἱ ἡγέται οὗτοι ἀντέδρασαν παντοιοτρόπως εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἀπαραιτήτου καὶ ρητῆς προϋποθέσεως πρὸς χορήγησιν τῆς βοηθείας ταύτης, ἤτοι εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἐσωτερικῆς ἑνότητος ἀπέναντι τῆς τότε ἐξαπολυομένης ὁλοκληρωτικῆς κομμουνιστικῆς θυέλλης. Οὐδέτερον τῶν δύο μεγάλων Κομμάτων προέβαινεν εἰς ὑποχωρήσεις καὶ οὕτως ἐχάθη πολυτιμότατος χρόνος καὶ δὲν ἐδόθη ἐνωρίτερον ἡ βοήθεια, ἡ ὁποία ἦτο ἑτοίμη νὰ δοθῇ ἀπὸ τῆς ἑπομένης τοῦ δημοψηφίσματος. Ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ πλειοψηφοῦντος Κόμματος πρῶτος, κάλλιστα ἐγνώριζε τοῦτο ἀπ’ ἀρχῆς. Αὐτὰ εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθοῦν τώρα, ὁπότε ὁ θερμὸς πόλεμος ἐντὸς τοῦ ἑλληνικοῦ ἐδάφους ἔληξεν».
§5Ε. ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπ. Ἀνοικοδομήσεως). Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Δραγούμην, ὅπως ἀναμείνῃ τὴν ἔλευσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνεται συζήτησις ἀπόντος αὐτοῦ.
§6Φ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. (Ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων). «Μετὰ δύο ἡμέρας, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας κ. Δ. Λεονάρδος εἶχε τὴν ἑξῆς στιχομυθίαν μετὰ τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργοῦ».
§7Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ὁ συνάδελφος ἐκ Φλωρίνης κ. Δραγούμης ἔρριψε τὸν ὀγκόλιθον κατὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι ἐγνώρισεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Ἀμερικανικὴ Βοήθεια ἦτο ἑτοίμη νὰ δοθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἀλλὰ δὲν ἤθελεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος νὰ συμπράξῃ μὲ τὰ ἄλλα Κόμματα.
§8Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Δὲν ἔλαβα γνῶσιν τῶν ἀνακοινώσεων αὐτῶν, τὰς ὁποίας διαψεύδω ὡς κακοπίστους καὶ ἀνακριβεῖς.
§9Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν ἦσθο παρών, διότι ἤμην ἐπὶ τῆς ἕδρας καὶ μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν ἡ σιωπή σας.
§10Φ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ μόνη ἡ τελευταία βεβαίωσις τοῦ κ. Λεονάρδου, ἡ ὁποία ἔμεινεν ἀναπάντητος, θὰ ἤρκει νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος κάμνω ἀνακοινώσεις κακοπίστους καὶ ἀνακριβεῖς. Ἄλλωστε καὶ ἐγὼ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶχα παρατηρήσει, ὅτι ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἦτο παρών, ὅταν ἔλεγα, ὅσα ἀνέφερα προηγουμένως, καὶ ὅτι εὐθὺς κατόπιν ἠγέρθη καὶ ἐξῆλθε τῆς αἰθούσης, χωρὶς νὰ μὲ διακόψῃ. Ἀλλά, ἐκτὸς τούτου, τὰ ὅσα σχετικὰ διετύπωσα εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου τῆς 14ης, εἶχον διατυπώσει ὑπὸ ἄλλον τύπον καὶ εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου τῆς 29ης Ἀπριλίου 1947 ἐπὶ τῶν δηλώσεων περὶ ἀμερικανικῆς βοηθείας τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κ. Δ. Μαξίμου. Ἀλλὰ καὶ καμμίαν εὐκαιρίαν δὲν εἶχα ἀφήσει ἀπὸ τὴν ἡμέραν τῆς ἐπιστροφῆς μου ἀπὸ τὴν Διάσκεψιν τῆς Εἰρήνης εἰς Παρισίους, περὶ τὰ τέλη Ὀκτωβρίου 1946, ὑπουργὸς ὢν νὰ διακηρύσσω μὲ παρρησίαν εἴτε δημοσίᾳ, διὰ τοῦ Τύπου, εἴτε εἰς ἰδιαιτέρας συνομιλίας μετὰ παντὸς δυναμένου νὰ ἔχῃ γνώμην μετὰ συναδέλφων μου ὑπουργῶν καὶ μετ’ αὐτοῦ τοῦ τότε πρωθυπουργοῦ κ. Τσαλδάρη περὶ τῆς ἀνάγκης εὐθὺς μετὰ τὸ διενεργηθὲν δημοψήφισμα τῆς 1ης Σεπτεμβρίου 1946 νὰ διευρυνθῇ ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ περιλάβῃ, εἰ δυνατόν, ὅλα τὰ Κόμματα, ἀλλὰ πρωτίστως τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, διὰ νὰ δοθῇ πανηγυρικῶς ἡ ἐντύπωσις εἰς τὴν κοινὴν γνώμην καὶ τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὅτι ὅλος ὁ πολιτικὸς κόσμος καὶ ὅλος ὁ λαὸς εἶναι ἡνωμένος παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ στρατοῦ, πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς ἐπερχομένης τότε τρομερᾶς κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς ἀνεξαρτησίας καὶ ἀκεραιότητος καὶ κατὰ τῆς δημοκρατικῆς ἐλευθερίας τοῦ κόσμου ἐπιθέσεως ὑπὸ τοῦ ἐρυθροῦ ὁλοκληρωτισμοῦ. Ἀλλὰ καὶ προηγουμένως ἐκήρυσσον τοῦτο, ἀκόμη καὶ διὰ τῶν δηλώσεών μου εἰς τὴν Βουλήν, ὡς ὑφυπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν 15ην Ἰουνίου 1946, ρητῶς λέγων, ὅτι ἦτο ἀδύνατον ἄνευ τῆς τοιαύτης ἐσωτερικῆς ἑνότητος καὶ ἐμμονῆς εἰς τοὺς δημοκρατικοὺς θεσμοὺς νὰ ἐπιτύχωμεν καὶ τὴν ἔξωθεν βοήθειαν, διὰ τὴν ὁποίαν μᾶς ἐδίδετο ὑπόσχεσις ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς Διασκέψεως εἰς Παρισίους, ὅτι θὰ ἐχορηγεῖτο ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦτον. Τότε ἀκριβῶς εἰς Παρισίους ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὸ Λονδῖνον νὰ παραταθῇ δι’ ἓν ἀκόμη ἑξάμηνον ἀπὸ 1ης Σεπτεμβρίου 1946 μέχρι 1ης Ἀπριλίου 1947 ἡ διδομένη ὑπὸ τῆς Ἀγγλίας βοήθεια καὶ ἐγένετο τοῦτο δεκτὸν μὲ τὴν σύστασιν διὰ τὰ περαιτέρω νὰ στραφῶμεν εὐθὺς πρὸς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς περισσοτέρας λεπτομερείας, παραπέμπω ὅμως τὸν κ. ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ σήμερον πάλιν εἰς τὰς κατατεθείσας εἰς τὸ ἐμπιστευτικὸν ἀρχεῖον τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου ἐκθέσεις, ἐπὶ συνομιλιῶν γενομένων εἰς Παρισίους τὰς πρώτας ἡμέρας τοῦ Σεπτεμβρίου 1946, δηλαδὴ μίαν ἢ δύο ἡμέρας μετὰ τὸ δημοψήφισμα, ὡς ἐπίσης καὶ εἰς τὰς ἐκθέσεις μου τῶν τελευταίων ἡμερῶν τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ ἰδίου ἔτους καὶ τὰ ἐπακολουθήσαντα διαβήματα, ἐν σχέσει μὲ τὴν ἐξ Ἀμερικῆς οἰκονομικὴν καὶ λοιπὴν βοήθειαν διὰ τὸν στρατόν, ἀφ’ ἑνός, καὶ τὴν ὅλην ἀνασυγκρότησιν, ἀφ’ ἑτέρου. Ὁ κ. Τσαλδάρης, παρὰ τὰς ἐπιμόνους πανταχόθεν συστάσεις, ἀνεχώρησεν εἰς Ἀμερικήν, ἀντὶ νὰ μείνῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰ ἐξαιρετικὰ ἐσωτερικὰ προβλήματα, τὰ ἔχοντα τοιοῦτον ἀντίκτυπον καὶ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν, καὶ πρωτίστως νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν διεύρυνσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία θὰ καθίστα ὀλιγώτερον διστακτικὴν καὶ ταχυτέραν τὴν χορήγησιν τῆς βοηθείας. Δὲν εἶπα ποτέ, ὅτι δὲν ἔπταισεν εἰς τὴν μὴ ἐπίτευξιν τῆς ἑνώσεως καὶ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἴσως καὶ ἄλλα Κόμματα, ἀλλὰ ὅτι πρωτίστως ἔπταισεν ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὅστις ἦτο πλήρως ἐν γνώσει τῶν πάντων ἀπ’ ἀρχῆς. Θὰ ἠδυνάμην δὲ νὰ τοῦ ὑπενθυμίσω διάφορα γεγονότα, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἡ περίστασις κατάλληλη. Οὐσιῶδες εἶναι, ὅτι ὁ τότε Πρωθυπουργός, ἀνεχώρησεν εἰς Ἀμερικὴν ὀλίγας ὥρας πρὸ τῆς ἀφίξεως τοῦ στρατάρχου Μοντγκόμερυ εἰς Ἀθήνας, τὴν 1ην Δεκεμβρίου 1946, τοιουτοτρόπως δέ, οὔτε μετ’ αὐτοῦ συνηντήθη, οὔτε μὲ τὸν μετά τινας ἡμέρας ἐλθόντα στρατηγὸν Σμάτς, τὸν ὁποῖον καὶ δὲν ἤκουσε κηρύσσοντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἐπείγουσαν ἀνάγκην τῆς ἑνώσεως ὅλων μας, ὅπως ἀνέφερα καὶ εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου τῆς 29ης Ἀπριλίου 1947. Τέλος, μετὰ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ κ. Τσαλδάρη ἐκ Λονδίνου, ἐπετεύχθη περὶ τὰ τέλη Ἰανουαρίου 1947 ὁ σχηματισμὸς Κυβερνήσεως συνασπισμοῦ, ἀλλὰ καὶ πάλιν χωρὶς τὴν συμμετοχὴν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἡ ὁποία ἦτο καὶ ἡ πλέον ἐπιθυμητή. Τοιουτοτρόπως καὶ δι’ ἄλλων ἀστόχων μέτρων ἐργοπόρησεν ἡ ἀντιμετώπισις τοῦ ὀγκουμένου συνεχῶς συμμοριτισμοῦ. Πάντως, ἐδέησε νὰ συμπληρωθῇ ἡ Κυβέρνησις μετὰ ἕνα μῆνα, διὰ νὰ δυνηθῇ ὁ κ. Μάξιμος, κατὰ τὰς ἀρχὰς Μαρτίου, νὰ ἀπευθύνῃ πρὸς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας τῆς Ἀμερικῆς τὴν αἴτησιν βοηθείας καὶ νὰ ἐγκριθῇ πανηγυρικῶς αὕτη μετά τινας ἡμέρας. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τοῦτο, μέχρι τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον Θ. Σοφούλην, περὶ τὰς ἀρχὰς Σεπτεμβρίου 1947, δὲν ἔπαυσα νὰ συνιστῶ τὴν τοιαύτην ἕνωσιν. Ἰδοὺ καὶ ἡ δήλωσις, τὴν ὁποίαν κατέθεσα τότε εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἤδη, καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ τὸ πρόσφατον σύγγραμμά μου «Τὰ Ἑλληνικὰ Δίκαια στὴ Διάσκεψη τῆς Εἰρήνης», ὅπου πολλὰ σχετικὰ στοιχεῖα εὑρίσκονται ἐγκατεσπαρμένα. Προκαλούμενος, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παρουσιάσω ἄφθονα σοβαρώτερα στοιχεῖα περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ἰσχυρισμῶν μου καὶ μάρτυρας, ὅσους τοὐλάχιστον δὲν ἀπέθανον ἔκτοτε, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι ἦλθεν ἀκόμη ἡ στιγμὴ τῶν ἱστορικῶν ἀνασκοπήσεων αὐτοῦ τοῦ εἴδους.
§11Ε. ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ λεχθοῦν αὐτὰ παρουσίᾳ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν.
§12Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Ὁμιλοῦμεν ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως ἢ ἐπανήλθομεν εἰς αὐτάς;
§13Α. ΔΕΡΔΕΜΕΖΗΣ. Κύριε συνάδελφε, τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν ἦσθο ὑπουργός; Διατὶ δὲν παρῃτήθητε;
§14Φ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. «...... (ἀναγινώσκει) ......» Ἠναγκάσθην νὰ εἴπω σήμερον ὅσα ἠκούσατε, διότι προεκλήθην. Δὲν εἶχα ἐπιδιώξει νὰ προκαλέσω κανένα διὰ τῆς ἀγορεύσεώς μου τῆς 14ης τρέχοντος. Ἐπεδίωξα μόνον νὰ στηρίξω, ἀπολογίαν τοῦ ἀκραιφνοῦς κοινοβουλευτισμοῦ καὶ τὴν ἀντίληψίν μου περὶ ταχείας ἀνάγκης τῆς ἐξυγιάνσεως τοῦ τρόπου τοῦ πολιτεύεσθαι καὶ τῆς διοικήσεως εἰς τὴν Ἑλλάδα. Εἰς ὅ,τι πράττω ἢ λέγω, πάντοτε ἄγομαι μόνον ἀπὸ τὴν ἀφοσίωσίν μου εἰς τὴν ἀλήθειαν, εἰς τὸ γενικὸν συμφέρον τοῦ Ἔθνους καὶ εἰς τὴν ἀγάπην τῆς ἐλευθερίας. Ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κοινὴ Γνώμη, ἂς κρίνουν ποῦ εὑρίσκεται ἡ κακοπιστία καὶ ἡ ἀνακρίβεια.
§15Α. ΔΗΜΗΤΡΑΤΟΣ. Ἡ καταγγελία, κ. Πρόεδρε, εἶναι σοβαρωτάτη. Ἡ ἀποκάλυψις, ὅτι ὑπῆρχεν ἡ δυνατότης ἐγκαίρου παροχῆς μέσων πρὸς ἐξουδετέρωσιν τῆς κομμουνιστικῆς ἀνταρσίας, εἶναι συγκλονιστική. Ἐκ τῆς καταγγελίας τοῦ κ. Δραγούμη καταφαίνεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις φέρει τὴν φοβερὰν εὐθύνην εἰς τὴν ἐξάπλωσιν τοῦ συμμοριτισμοῦ καὶ διὰ τὰς σοβαρὰς καταστροφάς, ὡς καὶ τὸ ἀφθόνως χυθὲν αἷμα.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθῆστε, κ. συνάδελφε, πρόκειται περὶ προσωπικοῦ θέματος, ἀφορῶντος τὸν κ. Δραγούμην.
§17Α. ΔΗΜΗΤΡΑΤΟΣ. Ἡ ὑπόθεσις τοῦ ἀγῶνος καὶ τῶν θυσιῶν τοῦ Ἔθνους, εἶναι ὑπόθεσις ποὺ κυρίως ἀφορᾷ τὴν Βουλήν. Ἡ κατηγορία εἶναι συνταρακτικὴ καὶ δὲν δύναται εὐκόλως νὰ συγκαλυφθῇ, διότι ἐὰν ἤθελεν ἀποδειχθῇ ἀληθὴς ἡ κατηγορία τοῦ κ. Δραγούμη, ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως ἤθελεν ἐγγίσει...
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον. (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι).
§19Α. ΔΗΜΗΤΡΑΤΟΣ. Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος. (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι).
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λόγῳ τοῦ δημιουργηθέντος θορύβου, διακόπτομεν τὴν συνεδρίασιν ἐπὶ 5 λεπτά.
(Ὥρα 7.45′ μ.μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 7.50′ μ.μ.)
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§22Α. ΔΗΜΗΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλετε νὰ γνωρίζετε, ὅτι ἀπευθύνεσθε πρὸς βουλευτὰς καὶ οὐχὶ πρὸς μαθητάς, καὶ συνεπῶς, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ λέγετε «κάτσε κάτω».
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, φαίνεται, ὅτι εἶσθε ταραγμένος. Ἐνῶ δὲν ἔκαμα χρῆσιν τῆς φράσεως αὐτῆς, ἁπλῶς σᾶς ὑπέδειξα νὰ καθήσετε εἰς τὴν θέσιν σας, ἐφ’ ὅσον δὲν εἴχατε τὸν λόγον. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Γκίνης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§24Γ. ΓΚΙΝΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως 16ης)21.12.49, ὡς διωρθώθησαν, κατόπιν παρατηρήσεων τοῦ κ. Κίνια. Ἀνακοινῶ τὸ ἑξῆς: Ὁ Κυπριακὸς λαὸς διὰ τηλεγραφήματός του ἀναφέρει, ὅτι κατανοεῖ τὴν πίεσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἔναντι τοῦ Κυπριακοῦ ἀγῶνος καὶ ἀναμιμνήσκεται παρομοίαν στάσιν εἰς ἀγῶνας Ἰονίου καὶ Κρητικούς. Κατανοεῖ ἐπίσης, ὅτι πρωτίστως ἡ τιμὴ ζητήματός του εὑρίσκεται εἰς χεῖρας του καὶ ἐκφράζει τὴν εὐγνωμοσύνην του εἰς τὸν Βασιλέα, τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν Τύπον.
§26Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ζήτω ἡ Κύπρος. (Ἅπαντες οἱ βουλευταὶ ἐγείρονται καὶ μὲ παρατεταμένα χειροκροτήματα ἀνακράζουν. Ζήτω ἡ Κύπρος! Ἕνωσις! Ἕνωσις! Ἕνωσις!).
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑλληνικὰ Σωματεῖα Μόρφου, ἀντιπροσωπεύοντα ὁλόκληρον Κοινότητα, εὐχαριστοῦν καὶ εὐγνωμονοῦν θαρραλέας δηλώσεις φίλων Κυπρίων βουλευτῶν ὑπὲρ δικαίου ἑνωτικοῦ αἰτήματος Κύπρου. Ἐμμείνατε σταθεροὶ συμπαραστάται ἀγῶνος μας. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα). Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ε. Ἐμμανουηλίδης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§28Ε. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Λέσβου κ. Νικόλαος Μαλλιάκας, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Δημοδιδασκάλων Λέσβου, διαμαρτυρομένων δι’ ἄδικον καὶ ἄνισον μεταχείρισιν τῶν λειτουργῶν τῆς λαϊκῆς παιδείας. Ὁ βουλευτὴς Λακωνίας κ. Ν. Καράμπελας, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου Σπαρτιατῶν καὶ διαφόρων ἄλλων Σωματείων, ζητούντων ἄμεσον ἀπόδοσιν τοῦ Σταδίου Σπάρτης εἰς ἀθλουμένην νεότητα. Ὁ βουλευτὴς Φλωρίνης κ. Σ. Μπινόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου Φλωρίνης, ζητοῦντος ἄμεσον παρασημοφορίαν τῆς πόλεως Φλωρίνης, χορήγησιν δανείου πρὸς ἐπισκευὴν ὑδραγωγείου, κατασκευὴν καταστραφέντος ὁδικοῦ δικτύου κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ι. Μπερνίτσας, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Βιοτεχνῶν ἐδωδίμων λιπῶν Ἀθηνῶν–Πειραιῶς διὰ τὴν χαριστικὴν λύσιν εἰς βάρος τῆς καταναλώσεώς των, πρὸς ὄφελος πεντάδος βιομηχάνων ὑδρογονώσεως, ἐναντίον τῶν ὁποίων ἐκκρεμεῖ ἡ κατηγορία ἐκ μέρους τοῦ Συνδέσμου πρὸς τὰ Ὑπουργεῖα Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, Ἐφοδιασμοῦ, καὶ ἐπὶ ζημίᾳ Δημοσίου ἐξ ἐλαιολάδου, διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Στρατοῦ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ι. Μπερνίτσας, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ὁμοσπονδίας Ἐπαγγελματιῶν Λαρίσης, διαμαρτυρομένης, διότι ἡ ἐκεῖ Ἐφορία κατατάσσει καὶ τοὺς φανοποιοὺς εἰς τὸν φόρον κύκλου ἐργασιῶν τῶν βιομηχάνων. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ι. Μογγογιάννης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου οἰκογενειῶν πεσόντων ἀξιωματικῶν 1940–41 ζητοῦντος, ὅπως ἀπονεμηθῇ τὸ εὐεργέτημα τῆς προαγωγῆς κατὰ δύο βαθμοὺς ἀπὸ τοῦ θανάτου των κλπ. Οἱ Πρόεδροι Συνεταιρισμῶν Ἀχαρνῶν (Μενιδίου) ζητοῦν ἄμεσον λῆψιν μέτρων προστασίας πατατοκαλλιεργητῶν, ἀναστολὴν πληρωμῆς χρεῶν εἰς Ἀγροτράπεζαν κλπ. Ἡ Ἕνωσις Ἐφέδρων Ἁγίου Νικολάου (Κρήτης) ζητεῖ ἐξαίρεσιν ἀπαλλοτριώσεως ἐφεδρικῶν κτημάτων Κρήτης. Ὁ βιοτεχνικὸς κόσμος Πειραιῶς, διαμαρτύρεται διὰ τὴν μὴ εἰσέτι τροποποίησιν τοῦ Νόμου 519)48 καὶ ζητεῖ καταβολὴν ἐπιδομάτων στρατευομένων παρὰ τοῦ Ταμείου Ἀνεργίας. Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Σύρου, ζητεῖ ἄμεσον ἱκανοποίησιν αἰτημάτων δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἡ Ὁμοσπονδία Βιοτεχνικῶν Σωματείων Θεσσαλονίκης, διαμαρτύρεται διὰ μὴ εἰσέτι ψήφισιν τοῦ νόμου ἐπιδοτήσεως ἐπιστρατευθέντων ὑπὸ Ταμείου Ἀνεργίας Βιοτεχνῶν. Ὁ Γεωργικὸς Σύνδεσμος Σερρῶν, ζητεῖ ἄμεσον καθορισμὸν τιμῆς βάμβακος εἰς δραχ. 18.000 κατ’ ὀκᾶν. Ὁ Χ. Παπανάγου, κάτοικος Δίβρης, ζητεῖ ἄμεσον ἀναστολὴν ἀποφάσεως ἐπαναπατρισμοῦ. Ἡ Ἕνωσις Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Κερκύρας, ζητεῖ ἄμεσον μεταφορὰν καταθέσεων Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου ἀπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἰς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Ἀμαριανοῦ Πεδιάδος Ἡρακλείου Κρήτης, ζητοῦν ἄμεσον ἀνέγερσιν τοῦ καταστραφέντος σχολείου των. Ὁ Πρόεδρος τῶν Συλλόγων Ἐπιστημόνων Βερροίας, ζητεῖ ὅπως ὁ Νομὸς των ἀποτελέσῃ ἰδίαν ἐκλογικὴν περιφέρειαν. Ὁ Ἰωάννης Δ. Καραγεῶργος, Ἀντιστράτηγος ἐ.ἀ., κάτοικος Καρδίτσης, ζητεῖ αὔξησιν συντάξεως. Ὁ κ. Γ. Μελᾶς (Ὑπ. Δικαιοσύνης), καταθέτει σχέδια νόμων: 1) «Περὶ προσωρινῆς ἀπολύσεως ἐκ τῶν φυλακῶν τῶν ἐκτιόντων ἐπανορθωτικὰς ποινάς». 2) «Περὶ ἀναστολῆς διώξεως ἀδικημάτων τινῶν διαπραχθέντων ἐν Πελοποννήσῳ». 3) «Περὶ συμπληρώσεως τοῦ Α. Ν. 710 «περὶ διώξεως καὶ τιμωρίας τῶν παραβάσεων τῆς περὶ προστασίας τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος νομοθεσίας». 4) «Περὶ διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τὸν παρὰ τοῖς Ἑλληνικῆς Δικαστηρίοις διορισμὸν τῶν παρὰ τῷ Προξενικῷ Δικαστηρίῳ Ἀλεξανδρείας Ἑλλήνων δικηγόρων». Οἱ κ.κ. Γ. Μελᾶς (Ὑπ. Δικαιοσύνης) καὶ Δ. Χέλμης (Ὑπ. Οἰκονομικῶν), καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ ἀποζημιώσεως τῶν μελῶν κ.λ.π. τῶν Συμβουλίων τοῦ Α. Ν. 516)48». Οἱ κ.κ. Γ. Μελᾶς (Ὑπ. Δικαιοσύνης) καὶ Β. Στεφανόπουλος (Ὑφυπουργὸς Οἰκονομικῶν), καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Α. Ν. 1364 «περὶ μέτρων διευκολύνσεως ἐπαναπατρισμοῦ κεφαλαίων». Οἱ κ.κ. Γ. Μελᾶς (Ὑπ. Δικαιοσύνης) καὶ Χ. Γουλόπουλος (Ὑπουργ. Γεωργίας), καταθέτουσι σχέδιον νόμου «παρὶ προσαρμογῆς τοῦ μισθώματος ἐπὶ συμβάσεων μισθώσεων ἀγροτικῶν ἀκινήτων συνομολογηθεισῶν πρὸ τῆς 11ης Νοεμβρίου 1944». Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσωρινῆς ἀπολύσεως ἐκ τῶν φυλακῶν τῶν ἐκτιόντων ἐπανορθωτικὰς ποινάς».
§29Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Λεονάρδος, ἔχει τὸν λόγον.
§31Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ὡς γνωστόν, κ. Πρόεδρε, δυνάμει τοῦ ΞΖʹ ψηφίσματος, ἡ Κυβέρνησις ὑπεχρεώθη τοὺς 280 Α. Ν. τοὺς ὁποίους ἐδημοσίευσε ἀπὸ τῆς ἑπομένης τῶν ἐκλογῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν κυρώσεως τῶν Α. Ν. πρὸς κύρωσιν, τροποποίησιν ἢ ἀκύρωσιν. Κατὰ τὴν σαφῆ ἔννοιαν τοῦ ψηφίσματος τούτου, κατὰ τὴν συζήτησιν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ κυρώσεως Α. Ν. κλπ., δὲν εἶναι ἀπαραίτητος ἡ παρουσία τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν οἵτινες ὅμως εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ διαβιβάσουν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν τὰ ὑπὸ κύρωσιν νομοθετήματα. Δὲν βλέπω ὅμως τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον ἀποφεύγεται ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἀποστολὴ ὡρισμένων Α. Ν. εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ἐπίσης θὰ ἤθελα ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ νὰ προσθέσω ὅτι, ὅ,τι ἐφαρμόζεται διὰ τοὺς ἄλλους Α. Ν., πρέπει νὰ γίνῃ καὶ δι’ ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἐδημοσίευσεν ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ ἔργου τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὰ ψηφίσματα ταῦτα πρέπει νὰ ἔλθουν πρὸς κύρωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§32Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Ὡς γνωστὸν κύριε συνάδελφε, ἐὰν δὲν κυρωθοῦν ὑπὸ τῆς Βουλῆς οἱ ἀναγκαστικοὶ αὐτοὶ νόμοι θὰ κηρυχθοῦν ἄκυροι ἀπὸ τὰ Δικαστήρια. Συνεπῶς ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη ὁπωσδήποτε νὰ τοὺς κυρώσῃ.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀνακοινώσω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὁ συνάδελφος κ. Βαμβέτσος, ἀπηύθυνεν ἐπιστολὴν πρὸς τὸ Προεδρεῖον, μὲ τὴν παράκλησιν τῆς ἀνακοινώσεώς της εἰς τὸ Σῶμα, δι’ ἧς διαμαρτύρεται κατὰ τῆς τηρουμένης διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος διαδικασίας. Ἡ ἐπιστολὴ αὕτη ἔχει ὡς ἀκολούθως:
«ΤΡΙΤΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΙΣ
Γραφεῖον Προέδρου Πατριάρχου Ἰωακεὶμ 32 Ἐν Ἀθήναις τῇ 21 Δεκεμβρίου 1949 Φίλε, κ. Πρόεδρε. Δημοσιεύονται κατ’ αὐτὰς εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ ἀνακοινοῦνται διὰ τοῦ ραδιοφώνου, ἐπιμόνως, ταὐτόσημοι πληροφορίαι, καθ’ ἅς τὸ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ψηφίσματος ΚΗʹ, ἐν συνεργασίᾳ μετά τινων κοινοβουλευτικῶν ἀρχηγῶν, παρασκευαζόμενον μυστικῶς σχέδιον Συντάγματος, πρόκειται νὰ ψηφισθῇ ὡς «κῶδιξ» ἐν πανηγυρικῇ συνεδριάσει τὴν παραμονὴν τῶν Χριστουγέννων. Θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι αἱ πληροφορίαι αὗται εἶναι ὑποβολιμαῖαι καὶ κακόβουλοι. Διότι δὲν φαντάζομαι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐπηρεασθεῖσα ἀπὸ τὰς μεθόδους τοῦ Σιδηροῦ Παραπετάσματος πρόκειται νὰ μεταβάλῃ εἰς κωμῳδίαν βουλγαρικῶν ἐκλογῶν τὴν ψήφισιν τοῦ πρώτου μεταπολεμικοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου τῆς Χώρας, παραδίδουσα αὐτὸν ἀντὶ καλάνδων εἰς τὸν ἀνύποπτον τοῦ περιεχομένου του, Ἑλληνικὸν λαόν. Στοιχειώδης σοβαρότης καὶ εὐπρέπεια ἐπιβάλλει νὰ ἐκτυπωθῇ εἰς μέγαν ἀριθμὸν ἀντιτύπων τὸ παρασκευαζόμενον σχέδιον καὶ δοθῇ, ὄχι μόνον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς πολίτας, ἰδίᾳ τὰς ὀργανώσεις, ὁ καιρὸς νὰ τὸ μελετήσουν ἐπισταμένως καὶ ἐκφέρουν τὰς ἐπ’ αὐτοῦ παρατηρήσεις των. Τοῦτο εἶναι κατὰ τοσοῦτον μᾶλλον ἀπαραίτητον καθ’ ὅσον δύο σημεῖα, τὰ ὁποῖα περιῆλθον εἰς γνῶσιν μου, δηλαδὴ ἡ κατάργησις τοῦ συνδικαλιστικοῦ δικαιώματος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τὸ ὁποῖον ἐσεβάσθη καὶ αὐτὴ ἡ στρατιωτικὴ Ἐπανάστασις τοῦ 1922, καὶ ἡ ἀπόρριψις τῆς προτάσεως περὶ συνταγματικῆς κατοχυρώσεως τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν, ἀπαραιτήτου διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὑπαλληλικοῦ κώδικος καὶ τὴν ἀπομάκρυνσιν τῶν κομματικῶν ἐπεμβάσεων εἰς τὰ ἔργα τῆς διοικήσεως, ἀπόρριψις συντελεσθεῖσα διὰ τῆς ψήφου πολλῶν βουλευτῶν τῶν Κυβερνητικῶν Κομμάτων καὶ τῶν βουλευτῶν τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος θέλουν προκαλέσῃ γενικώτερον ἀντίκτυπον, τὸν ὁποῖον εὐκόλως ἀντιλαμβάνεσθε. Ἐξ ἄλλου τὰ λεγόμενα περὶ «κώδικος», ὄχι μόνον δὲν παρακωλύουν τὴν ἐλευθέραν καὶ ἄνετον συζήτησιν ἐπὶ τοῦ σχεδίου, ἀλλ’ οὔτε ἀφαιροῦν ἀπὸ τῆς Βουλῆς τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ τροπολογίας τοῦ σχεδίου διὰ νέων ἄρθρων, ὡς γίνεται κατὰ τὴν ψήφισιν τῶν κωδίκων, ὡς ἄλλως τε αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε κατὰ τὴν κύρωσιν τοῦ «κώδικος» δημοσίων ὑπαλλήλων. Θεωρῶ διὰ τοῦτο ἀναγκαῖον νὰ ἐπιστήσω ἀπὸ τοῦδε τὴν προσοχὴν Ὑμῶν ἐπὶ τῆς τηρηθησομένης διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος διαδικασίας, ἂν δὲ τὰ φημολογούμενα ἔχονται ἀληθείας, νὰ διαμαρτυρηθῶ ἀπὸ τοῦδε κατὰ πάσης τοιαύτης ἀποπείρας, κατὰ τῆς ὁποίας θὰ ἀντιδράσω διὰ παντὸς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς παρεχομένου μέσου, δηλῶν ἀπὸ τοῦδε, ὅτι Σύνταγμα, ἐξ ὑφαρπαγῆς ψηφιζόμενον, θὰ στερεῖται παντὸς ἠθικοῦ κύρους καὶ θὰ καταστήσῃ ἀπαραίτητον τὴν ἄμεσον σύγκλησιν νέας Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς πρὸς ψήφισιν Συντάγματος, ἀνταποκρινομένου πρὸς τὰς συγχρόνους ἀντιλήψεις τοῦ Ἔθνους. Παρακαλῶ ὅπως ἡ παροῦσα ἀνακοινωθῇ εἰς τὸ Σῶμα.
Διατελῶ μετὰ πάσης τιμῆς
Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ»
§34Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ἀγνοῶν τὴν κατάθεσιν τῆς ἐπιστολῆς τοῦ κ. Βαμβέτσου, εἶχον ζητήσει τὸν λόγον ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον, διὰ νὰ ὑποβάλω πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς καὶ δι’ αὐτοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ἀκόλουθον ἐρώτημα: Ἀναγράφεται καὶ ἐπαναλαμβάνεται εἰς τὸν Τύπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προτίθεται νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἐντὸς 24 ὡρῶν ἀπὸ σήμερον, πανηγυρικὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἐνῷ αὐταὶ εἶναι αἱ προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ δὲν ἐπεράτωσεν ἀκόμη τὸ ἔργον της καὶ τὴν στιγμὴν αὐτὴν συνεδριάζει, εἶναι δὲ ἀμφίβολον ἐὰν ἐντὸς τῆς αὔριον θὰ τὸ ἔχῃ περατώσει καὶ ἀκόμη περισσότερον ἀμφίβολον, ἐὰν θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ἐκτυπωθῇ ἐγκαίρως τὸ Σύνταγμα, ὥστε μέχρι τοῦ Σαββάτου νὰ ἔχῃ ἔστω καὶ διανεμηθῆ. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας εἶναι αὐτονόητον, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἔχῃ τὸν καιρὸν, ὄχι νὰ μελετήσῃ, ἀλλ’ οὔτε κἂν νὰ ἀναγνώσῃ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ κληθῇ νὰ ψηφίσῃ διὰ τῆς συνοπτικῆς διαδικασίας τῶν κωδίκων. Ἐρωτῶ, συνεπῶς, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκουσα τὴν πανηγυρικὴν μέχρι τοῦ Σαββάτου ψήφισιν τοῦ Συντάγματος, σκοπεῖ νὰ ἐπιτύχῃ τοῦτο διὰ τοῦ ἀποκλεισμοῦ πάσης, ἔστω καὶ συνοπτικῆς συζητήσεως αὐτοῦ, ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐὰν τοῦτο θὰ ἀποβῇ ὑπὲρ τοῦ κύρους τοῦ μέλλοντος νὰ ἰσχύσῃ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Χώρας καὶ ἐὰν τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς θὰ συμμορφωθῇ πρὸς τοιαύτην τυχὸν ἀξίωσιν ἐξαναγκάζον τὸ Σῶμα νὰ ψηφίσῃ τὸ Σύνταγμα, χωρὶς κἂν νὰ ἔχῃ γνῶσιν αὐτοῦ καὶ χωρὶς κἂν νὰ τοῦ δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ψῆφον του.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον μέχρι στιγμῆς οὐδεμίαν γνῶσιν ἔχει ὅλων αὐτῶν ποὺ καταγγέλλει ὁ κ. Ἀλιβιζᾶτος. Ἐκεῖνο ποὺ ἔχω νὰ δηλώσω εἶναι, ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ Συντάγματος καὶ ὁ τρόπος καθ’ ὃν θέλει γίνῃ αὕτη εἶναι θέμα ἀφορῶν τὴν Βουλήν. Ἐὰν ἡ Βουλή, συνεπῶς, ἀποδεχθῇ τὴν οἱανδήποτε ἄποψιν τῆς Κυβερνήσεως, ἢ οὔ, τοῦτο ἀφορᾷ αὐτὴν καὶ μόνην. Τὸ Προεδρεῖον πάντως θὰ ἐφαρμόσῃ ἀπαρεγκλίτως τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. (Χειροκροτήματα). Κύριοι βουλευταί, ὁ Δήμαρχος Κάσου μετά τινος ἄλλου κυρίου, μὲ ἐπεσκέφθησαν καὶ μοὶ κατέθεσαν ὑπόμνημα, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦν ὅπως, κατ’ ἐπέκτασιν τοῦ παραχωρηθέντος κατὰ τὸ παρελθὸν προνομίου εἰς τὰς νήσους Ὕδραν, Σπέτσας καὶ Ψαρά, παρασχεθῇ καὶ εἰς τὴν νῆσον Κάσον τὸ προνόμιον, ἵνα ἐπὶ τρεῖς τοὐλάχιστον βουλευτικὰς περιόδους, ἀποτελέσῃ ἰδίαν ἐκλογικὴν περιφέρειαν, καὶ τοῦτο πρὸς ἀναγνώρισιν τῆς συμβολῆς τῆς νήσου Κάσου εἰς τὸν ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας ἀγῶνα. Τὸ ἐν λόγῳ ὑπόμνημα ἔχει ὡς ἀκολούθως: Κάσος τῇ 10ῃ Δεκεμβρίου 1949 Ἀξιότιμε, κ. Πρόεδρε. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑμῖν συνημμένως ἀντίγραφον ὑπομνήματος τῶν κατοίκων τῆς Νήσου Κάσου, ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλήν, μὲ τὴν παράκλησιν ὅπως εὐαρεστούμενος συνηγορήσητε εὐνοϊκῶς διὰ τὴν ἀποδοχὴν τοῦ ἐν τῷ ὑπομνήματι αἰτήματος. Μετὰ σεβασμοῦ
Ὁ Δήμαρχος τῆς Νήσου Κάσου
Γ. ΜΑΥΡΙΚΑΚΗΣ
ΥΠΟΜΝΗΜΑ
Τοῦ Λαοῦ τῆς Νήσου Κάσου πρὸς τὴν Δʹ Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων Τώρα ὁπότε ἐπραγματοποιήθη πλέον ὁριστικῶς ἡ ἐθνικὴ ἀποκατάστασις τῆς Δωδεκανήσου, μέλλει δὲ κατ’ αὐτὰς νὰ καθορισθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἐκπροσωπήσεως αὐτῆς εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον, λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν πρὸς τὰ μέλη τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, τὸ κατωτέρω αἴτημα τῶν κατοίκων τῆς νήσου Κάσου. Ὄπως ἀσφαλῶς θὰ γνωρίζητε, τὸ 1832 ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς τότε Ἐθνοσυνελεύσεως ὁ «περὶ ἐκλογῆς παραστατῶν ΙΖʹ νόμος», ὁ ὁποῖος παρεῖχεν ὡρισμένον ἀριθμὸν βουλευτῶν εἰς τὰς Νήσους Ὕδραν καὶ Σπέτσας καὶ εἰς τοὺς ἐν Ἑλλάδι Ψαριανούς. Τὸν νόμον τοῦτον ἐπεκύρωσε καὶ ἡ ἐν Ἀθήναις Ἐθνικὴ Συνέλευσις τῆς Γʹ Σεπτεμβρίου τὴν 21ην Ἰανουαρίου τοῦ 1844. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, ὅπως φαίνεται ἐκ τῶν πρακτικῶν (σελὶς 561) ἀνεγνώσθη πρότασις τῶν πληρεξουσίων Κάσου αἰτούντων: «Νὰ τεθῇ ἡ Νῆσος Κάσος ἀμέσως μετὰ τὰς Νήσους Ὕδραν, Σπέτσας καὶ Ψαρὰ καὶ ὄχι νὰ περιληφθῇ εἰς τὰς Κοινότητας, διότι ὅλα τὰ ἔξοδα ὅσα ἔκαμον ἐχρησιμοποιήθησαν εἰς ἐκστρατείαν πλοίων ναυμαχησάντων ὑπὲρ Πατρίδος». Κατὰ τὴν ἰδίαν ἐκείνην συνεδρίασιν (σελὶς 564–565 τῶν Πρακτικῶν) ἀναφέρεται ἐπίσης, ὅτι «εἷς τῶν πληρεξουσίων λαβὼν τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προτάσεως τῶν πληρεξουσίων τῆς Κάσου» ἐδικαιολόγησε διὰ μακρῶν τὴν αἴτησιν αὐτὴν καὶ παρέθεσε τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους καὶ «οἱ Κάσιοι θέλουσι μεθέξει ἀναλόγως τῶν πρὸς τὸ Ἔθνος ὑπηρεσιῶν καὶ θυσιῶν», τῶν βαθμολογιῶν καὶ ἀποζημιώσεων καὶ περιθάλψεων τῶν Ναυτικῶν Νήσων καὶ ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ἰδιαιτέρα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως πρόνοια περὶ τοῦ συνοικισμοῦ αὐτῶν. Ἐν σελίδι δὲ 565 τῶν ἰδίων αὐτῶν Πρακτικῶν εὑρίσκομεν, ὅτι «ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη τὰς τοῦ ἀγορεύσαντος ὑπὲρ τῶν Κασίων προτάσεις». Εἶναι ἐπίσης γνωστόν, ὅτι τὸ ἐκλογικὸν προνόμιον τῶν τριῶν Ναυτικῶν Νήσων κατωχυροῦτο, ὡρίσθη δέ, ὅτι τοῦτο θὰ ἔπρεπε νὰ διατηρηθῇ μέχρι τοῦ 1944, ὁπότε καὶ θὰ συνεπληροῦτο ἑκατονταετία ἀπὸ τῆς παραχωρήσεώς του. Ἡ συμβολὴ τῆς νήσου Κάσου εἰς τὸν ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας ἀγῶνα καὶ τὸ ὁλοκαύτωμα αὐτῆς κατὰ τὸ 1824 οὐδόλως, φρονοῦμεν, ὑστερεῖ εἰς ἀγῶνας καὶ θυσίας τῶν ἄλλων ναυτικῶν Νήσων. Τοιαύτη ἄλλωστε εἶναι ἡ γνώμη διαπρεπῶν Ἑλλήνων καὶ ξένων ἱστορικῶν. Θὰ ἦτο ἑπομένως, πρᾶξις δικαιοσύνης ἡ παραχώρησις καὶ εἰς τὴν Νῆσον Κάσον, δι’ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, παρομοίου. Γνωρίζομεν, ὅτι δὲν θὰ ἀκουσθῇ εὐνοϊκῶς ἡ αἴτησις προνομίου τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν καταργοῦνται τὰ ὑπάρχοντα. Δι’ αὐτὸ ἄλλωστε καὶ ἡ παράκλησίς μας, δὲν ἐκτείνεται μέχρι τοῦ σημείου νὰ ζητοῦμεν τὴν ἐκλογὴν τριῶν βουλευτῶν ὅπως ἡ Ὕδρα ἢ δύο ὅπως αἱ ἄλλαι νῆσοι, ἀλλὰ οὔτε καὶ διὰ χρονικὸν διάστημα ἴσον πρὸς τὸ παραχωρηθὲν εἰς τὰς τρεῖς αὐτὰς Ναυτικὰς Νήσους, ἀρκούμεθα μόνον, καὶ πιστεύομεν, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις νὰ παραχωρηθῇ καὶ εἰς τὴν νῆσόν μας τὸ προνόμιον τῆς ἐκλογῆς ἑνὸς βουλευτοῦ, ἔστω καὶ διὰ τρεῖς μόνον βουλευτικὰς περιόδους. Ἡ τοιαύτη ἡμῶν παράκλησις δὲν ὑποβάλλεται πρὸς τὸν σκοπόν, ὅπως μία τῶν νήσων τῆς Δωδεκανήσου ἀποκτήσῃ εἰδικὸν προνόμιον, ἀλλὰ διότι ἡ τυχὸν μὴ παραχώρησις αὐτοῦ θὰ παρεῖχε τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ Κάσος εὑρίσκεται εἰς κατωτέραν μοῖραν καὶ ὅτι δὲν προσέφερε τὰς ἰδίας ὑπηρεσίας καὶ ἑπομένως δὲν ἔχει τὰ ἴδια δικαιώματα— τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν—διὰ νὰ ἀποκτήσῃ ἔστω καὶ δι’ ὀλίγα ἔτη τὰ προνόμια τὰ ὁποῖα αἱ ἄλλαι Ναυτικαὶ Νῆσοι ἀπήλαυσαν ἐπὶ ὁλόκληρον αἰῶνα, αἰῶνα κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κάσος ἐξηκολούθη νὰ παραμένῃ ὑπὸ δουλείαν. Ἄλλως τε καὶ ἀνεξαρτήτως τῶν ἀνωτέρω λόγων, μία τοιαύτη παραχώρησις ἐκ μέρους τῆς Μητρὸς Πατρίδος πρὸς τὰς κατόπιν 636 ἐτῶν ἀπελευθερωθείσας νήσους θὰ εἶχε—φρονοῦμεν— καὶ συμβολικὴν σημασίαν δι’ ὁλόκληρον τὴν Δωδεκάνησον, ἀναγνωριζομένης οὕτω τῆς συμβολῆς τῆς εἰς τοὺς ὑπέρ ἀνεξαρτησίας ἀγῶνας τῆς Ἑλλάδος. Μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ σημερινοὶ ἐκπρόσωποι τοῦ Ἔθνους δὲν θὰ παραγνωρίσουν τὸ δίκαιον αὐτὸ αἴτημά μας, ἐξ ὀνόματος τοῦ λαοῦ τῆς Νήσου καὶ κατ’ ἐντολὴν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, διατελοῦμεν μετὰ βαθυτάτου σεβασμοῦ.
Ὁ Δήμαρχος Κάσου
Γ. ΜΑΥΡΙΚΑΚΗΣ
Ἐν Κάσῳ τῇ 10 Δεκεμβρίου 1949
§36Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις πρὸ τινων ἡμερῶν προέβη εἰς ἀνακοινώσεις διὰ τοῦ Τύπου, ὅτι πρόκειται νὰ μελετήσῃ τὸ θέμα τῶν μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων τῶν ἐργαζομένων καὶ ὅτι ἐντὸς ἡμερῶν θὰ προβῇ εἰς τὴν σύνταξιν καὶ κατάθεσιν νομοθετήματος διὰ τοῦ ὁποίου, θὰ ἐπιλύεται τοῦτο ὁριστικῶς. Φρονῶ, συνεπῶς, ὅτι ἀντὶ νὰ σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ καταθέσῃ τὸν ἐκλογικὸν νόμον, φρονιμώτερον θὰ ἦτο νὰ καταρτίσῃ καὶ καταθέσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερον καὶ δὴ ἐντὸς τῶν ἀμέσως προσεχῶν ἡμερῶν τὸ σχετικὸν νομοθέτημα.
§37Γ. ΜΑΥΡΟΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκονομίας). Ἐπιθυμῶ νὰ πληροφορήσω τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς Τρίτης Καταστάσεως, ὅτι τὸ νομοθέτημα αὐτὸ ἔχει ἤδη καταρτισθῆ καὶ ὅτι αὔριον ἢ μεθαύριον πρόκειται νὰ κατατεθῇ εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Δεκτὸν εἰς τὸ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Α. Ν. 832) 1948 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ ἰατρικῶν εἰδικοτήτων κειμένων διατάξεων»;
§39ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς τὸ σύνολον τὸ σχέδιον Ν. Δ. «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ ΑΝ. 832)48 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ ἰατρικῶν εἰδικοτήτων διατάξεων». Πρώτη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ ἁλυκῶν κειμένων διατάξεων».
§41Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀντισυνταγματικῶς καὶ θὰ πρέπει νὰ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Βουλή, διότι δὲν γνωρίζομεν ποῖον νομοσχέδιον συζητεῖται.
§42Μ. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, τὸ Κράτος γίνεται ἐπιχειρηματίας.
§43Γ. ΜΑΥΡΟΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκονομίας). Κύριοι βουλευταί, συζητεῖται σήμερον τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον κατετέθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τὸν ὁποῖον ὑπάρχει ἔκθεσις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου.
§44Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κύριοι βουλευταί, εἰσηγοῦμαι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατετέθη εἰς τὴν Βουλὴν τὴν 6ην Ἰουνίου 1949, καὶ ἑπομένως κακῶς ἐτέθη ζήτημα συνταγματικότητος ὑπὸ τῶν κ. συναδέλφων. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ φέρει διαδοχικῶς τὰς ὑπογραφὰς τριῶν τεσσάρων Ὑπουργῶν μὲ τὸ αὐτὸ κείμενον. Οἱ συνάδελφοι εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἀπεδέχθησαν τὸ νομοσχέδιον καὶ ἔκριναν, ὅτι ἱκανοποιεῖ ἐπειγούσας ἀνάγκας τῶν ἁλυκῶν. Διὰ τὰς ἁλυκάς, παλαιότερον ὑπῆρχε τὸ σύστημα τῆς ἐργολαβίας καὶ μεταγενεστέρως τὸ σύστημα τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἐὰν συγκρίνωμεν τὰ δύο αὐτὰ συστήματα βάσει τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα ἔχομεν ὑπ’ ὄψει, θὰ ἴδωμεν, ὅτι ἡ παραγωγή, τὸ κόστος καὶ ἡ ποιότης τοῦ ἅλατος, ἦτο καλυτέρα ὅταν ἡ διαχείρισις ἐγένετο ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἑπομένως τὸ σύστημα τῆς διαχειρίσεως τῶν ἁλυκῶν ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐπέτυχε, δεδομένου ὅτι ἐγένετο καὶ ἐξαγωγὴ ἅλατος. Κατὰ τὸ 1930 ἐξήχθησαν 2.000 τόννοι. Κατὰ τὸ 1937 ἐξήχθησαν 20.000 τόννοι καὶ κατὰ τὸ 1940 ἐξήχθησαν 22.000 τόννοι.
§45Γ. ΜΑΥΡΟΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκονομίας). Κύριοι βουλευταί, ὑπάρχει παρανόησις, διότι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸν τρόπον τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν ἁλυκῶν ὑπὸ τοῦ Κράτους, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἴσως γίνῃ διὰ δημοπρασίας. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τακτοποιεῖται ἁπλῶς ἡ ὑπηρεσία ἁλυκῶν τοῦ Ὑπουργείου Ἐθν. Οἰκονομίας.
§46Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἐκ τῶν συστημάτων τὰ ὁποῖα ἐφηρμόσθησαν διὰ τὰς ἁλυκάς, δηλαδὴ τὸ τῆς ἐργολαβίας καὶ τὸ τῆς ἐπιστασίας, ἀπεδείχθη, ὅτι τὸ σύστημα τῆς ἐπιστασίας εἶχε τὰ καλύτερα ἀποτελέσματα ἀπὸ ἀπόψεως παραγωγῆς, ποιότητος καὶ κόστους. Διότι ἐνῷ διὰ τοῦ δι’ ἐργολαβίας συστήματος ὁ τόννος ἐκόστιζεν 164 δραχμὰς περίπου, διὰ τοῦ δι’ ἐπιστασίας ὁ τόννος ἐστοίχιζεν 76–125 δραχμάς. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὸν τρόπον τῆς ὀργανώσεως καὶ τῆς τακτοποιήσεως τοῦ προσωπικοῦ τῆς ὑπηρεσίας ἁλυκῶν, ἀλλά, νομίζω, ὅτι ἡ τακτοποίησις τοῦ προσωπικοῦ μιᾶς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία μάλιστα εἶχε καλὰ ἀποτελέσματα ἀποτελεῖ ὑποχρέωσίν μας, διὰ νὰ τονώσωμεν περισσότερον τὸν ζῆλον τῶν ὑπαλλήλων. (Χειροκροτήματα).
§47Ε. ΓΟΝΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὅπως ἠκούσατε, τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον εἰσήχθη κατ’ ἐπανάληψιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως. Ἐπειδὴ εἰς τὴν πρώτην περίοδον τῆς καταθέσεώς του ἤμην εἰσηγητὴς, ὅτε συνεζητεῖτο κατ’ ἀρχὴν τότε τὸ νομοσχέδιον, ἀνέπτυξα τὰς ἀπόψεις μου εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὁ ὁποῖος κατόπιν ἀπέσυρε τὸ νομοσχέδιον. Καί διὰ μὲν τὴν τακτοποίησιν τῶν ὑπαλλήλων δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Ἀλλὰ ὑπῆρχε καὶ ἄλλο ζήτημα. Προπολεμικῶς καὶ τώρα εἶναι ὀξύτατον θεωρητικῶς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι συναφὲς μὲ τὴν ἐθνικοποίησιν ἢ κρατικοποίησιν καὶ περὶ αὐτοῦ ἐπιθυμῶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας. Πολλάκις κόμματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν κεκηρυγμένα ὑπέρ τῆς ἐθνικοποιήσεως, ἢ ἐναντίον αὐτῆς, ἐκ τῆς ἐξελίξεως τῶν πραγμάτων ἐφήρμοσαν διάφορον πολιτικήν. Δι’ αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἐθνικοποίησιν κατέληξαν εἰς τὴν κρατικοποίησιν καὶ ἀπὸ τὰς θεωρητικὰς συζητήσεις κατάληξαν εἰς τὸ νὰ γίνωνται διάφοροι ὀργανισμοί, οἱ ὁποῖοι ἀνελάμβανον τὴν ἐκμετάλλευσιν καὶ διετυπώθησαν συνεταιρικαὶ ἐκμεταλλεύσεις. Γενικῶς ὅμως παρετηρήθη, ὅτι ἐκ τοῦ συστήματος αὐτοῦ εἰς τὴν πρᾶξιν δὲν ἐπῆλθον τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα. Ἰδιαίτατα δὲ ἐν Ἑλλάδι. Μέγιστον ἐνδιαφέρον, ἐπαναλαμβάνω, προεκάλεσεν ἡ συνεταιριστικὴ προσπάθεια, ἡ ὁποία εἶχεν ἐπιτύχει τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν εἴς τινας χώρας. Εἰς τὸ Βέλγιον, ὅπου ἐφηρμόσθη τὸ σύστημα τῆς συνεταιριστικῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἐπέτυχεν. Εἰς τὴν Γαλλίαν, ὅπου ἐπεδιώχθη ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος αὐτοῦ δὲν εἶχε τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα ὅπως εἰς τὸ Βέλγιον. Ἔχομεν, συνεπῶς, αὐτὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπέτυχε καὶ εἰς τὴν πρᾶξιν. Ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ἔχομεν κανένα σύστημα καὶ παράδοσιν ἀνάλογον. Ἐὰν ἕνα Κόμμα εἶναι δεξιὸν, δὲν ἔχει συνέπειαν, ὅπως ἐπίσης δὲν ἔχει συνέπειαν καὶ ἐὰν ἕνα κόμμα εἶναι ἀριστερόν. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν μορφὴν τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῆς τακτοποιήσεως τοῦ προσωπικοῦ τῆς Ὑπηρεσίας Ἁλυκῶν δὲν θὰ εἴχαμεν καμμίαν ἀντίρρησιν. Ἀλλὰ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ἀναμφισβητήτως ἔχει σχέσιν μὲ τὴν μορφὴν τῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ δι’ οὕς λόγους ἀνέπτυξα διαφωνῶ. Πάντως οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουν ἀλλοῦ οἱ συνεταιρισμοὶ μὲ τὸν προϋπολογισμόν. Εἰς τὴν Ἑλλάδα παρατηρεῖται, ὅτι ἡ γραφειοκρατία θέλει νὰ περιλάβῃ εἰς τὰς χεῖρας της περισσοτέραν ἐξουσίαν. Τονίζω, ὅτι δὲν εἶναι νοητὸν νὰ ἐμπλακῇ ὁ προϋπολογισμὸς μὲ μίαν διαχείρισιν ποὺ οἱ ἐλέγχοντες καὶ οἱ ἐλεγχόμενοι θὰ εἶναι τὰ αὐτὰ πρόσωπα. Αὐτὸ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν ποὺ γίνεται εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ὅπου ἔχομεν πικρὰν πεῖραν, κύριοι συνάδελφοι, μὲ ὡρισμένα στοιχεῖα ποὺ προσεκόμισεν ὁ κ. Παπακωνσταντίνου νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ συμφωνήσω. Πρέπει, λοιπόν, νὰ βάλωμεν ὡς βασικὴν ἀρχήν, ὅτι αἱ δημόσιαι ἐπιχειρήσεις δὲν πρέπει νὰ ἐμπλέκωνται μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἐνῷ ἐδῶ εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ἁλυκῶν βλέπομεν, ὅτι ὁ δημόσιος προϋπολογισμὸς ἔρχεται εἰς μεγάλην ἐπαφὴν καὶ τοῦτο εἶναι θεωρητικῶς σφάλμα.
§48Γ. ΜΑΥΡΟΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκ.). Κύριοι βουλευταί, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ δημιουργίας νέων θέσεων, ἀλλὰ περὶ μονιμοποιήσεως καὶ ἐντάξεως τῶν ἤδη ὑπηρετούντων ὑπαλλήλων.
§49Ε. ΓΟΝΗΣ. Ἐγώ, κ. Ὑπουργέ, τονίζω, ὅτι ποτὲ τοιαῦται διαχειρίσεις δὲν πρέπει νὰ ἔχουν σχέσεις μὲ τὸν προϋπολογισμόν. Ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον δὲν προκύπτει, ὅτι τὸ Κράτος θὰ ἐκμεταλλεύεται τὸ ἴδιον τὰς ἁλυκὰς καὶ ἐδῶ διαφωνῶ.
§50Θ. ΚΙΖΑΝΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ὁμιλεῖτε περὶ ἐλεγκτῶν καὶ ἐλεγχομένων. Θέλω νὰ μοῦ διασαφηνίσητε ποίους ἐννοεῖτε ἐλεγκτὰς καὶ ποίους ἐλεγχομένους; Διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι εἰς τὰς ἁλυκὰς παραμένουν 4 ἄνθρωποι μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ μὴ κλέπτεται τὸ ἅλας. Αὐτὸ, λοιπόν, εἶναι τὸ προσωπικὸν τῶν ἁλυκῶν.
§51Ε. ΓΟΝΗΣ. Λυποῦμαι, διότι δὲν ἀντελήφθητε τὸ θέμα. Οἱ ἴδιοι οἱ ὑπάλληλοι διαχειρίζονται τὴν ὅλην ὑπόθεσιν τῶν ἁλυκῶν. Δὲν εἶναι μόνον αὐτοί, εἶναι καὶ οἱ Διευθυνταὶ τοῦ Ὑπουργείου Ἐθν. Οἰκονομίας ποὺ διαπραγματεύονται τὴν πώλησιν καὶ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ ἅλατος. Ἐὰν νομίζῃ τὸ Κράτος, ὅτι πρέπει νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν, πρέπει τότε νὰ συστήσῃ ἕνα ὀργανισμὸν κρατικὸν καὶ νὰ παραχωρήσῃ εἰς συνεταιρισμοὺς τὴν ἐκμετάλλευσιν μὲ βάσιν πάντως, μὴ ἔχουσαν σχέσιν μὲ τὸν κρατικὸν προϋπολογισμόν. Ἐὰν πάλιν δὲν θέλῃ τὴν ἵδρυσιν τοιούτου ὀργανισμοῦ, ἄς ἀφήσῃ εἰς τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν τὴν ὀργάνωσιν τῶν ἁλυκῶν.
§52Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Κύριε συνάδελφε, οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ δὲν ὑπόκεινται εἰς ἔλεγχον;
§53Ε. ΓΟΝΗΣ. Ὄχι· δυστυχῶς, δὲν ἔχουν ἔλεγχον.
§54Α. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Εἶναι ἐπὶ ζημίᾳ ἡ ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Κράτους ἡ παρ’ αὐτοῦ ἐκμετάλλευσις τῶν ἁλυκῶν;
§55Ε. ΓΟΝΗΣ. Ἐὰν συνίστατο μία διακομματικὴ ἐπιτροπή, θὰ ἐβλέπαμεν ἐὰν ὑπῆρξαν ἐπωφελεῖς ἢ ἐπιζήμιοι αἱ ἁλυκαὶ διὰ τὸ Κράτος. Νομίζω δέ, ὅτι τὸ Κράτος εἶναι ἀνίκανον νὰ ἀναλάβῃ τοιαύτας ἐπιχειρήσεις.
§56Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Ἐπειδή, κ. συνάδελφε, ἤμην εἰσηγητὴς εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό, σᾶς λέγω, ὅτι τὰ στοιχεῖα τοῦ κ. Παπακωνσταντίνου, ἔχουν ἐλεγχθῆ καὶ εἶναι ἀληθῆ.
§57Ε. ΓΟΝΗΣ. Ἐγώ, νομίζω, ὅτι ὑπάρχει δεδομένον, ὅτι τὸ μονοπώλιον διαμαρτύρεται διὰ τὴν χειρίστην ποιότητα τοῦ ἅλατος.
§58Γ. ΜΑΥΡΟΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκονομίας). Κύριοι συνάδελφοι, ἴσως νὰ ἐγένετο παρανόησις τοῦ νομοσχεδίου. Εἰς τὰς ὑπηρεσίας τῶν ἁλυκῶν ὑπηρετοῦν 113 ὑπάλληλοι. Αὐτοὺς πρόκειται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου νὰ ἐντάξωμεν καὶ μονιμοποιήσωμεν. Εἶναι ὑπάλληλοι ὑπηρετοῦντες 20 καὶ 30 ἔτη. Ὁ προϋπολογισμὸς δὲ θὰ ἔχῃ μεγάλην ὠφέλειαν μὲ τὴν μονιμοποίησιν τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν, διότι θὰ παύσῃ ὁ διορισμὸς ἐκτάκτων καὶ ἡμερομισθίων. Φρονῶ δέ, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει ἠθικὴν ὑποχρέωσιν νὰ τακτοποιήσῃ αὐτοὺς τοὺς ὑπαλλήλους. Τὸ ἐὰν εἶναι συμφέρον αἱ ἁλυκαὶ νὰ διαχειρίζωνται ἀπὸ ἰδιώτας, ἢ ἀπὸ τὸ Κράτος, αὐτὸ εἶναι ἄλλο θέμα. Σᾶς γνωρίζω, ὅτι σήμερον αἱ ἁλυκαὶ δὲν ἔχουν τὸν κατάλληλον ἐξοπλισμόν. Συνεπείᾳ τούτου τὸ κόστος τοῦ ἅλατος εἶναι μεγαλύτερον ἀπὸ τὸ κόστος ἄλλων τοῦ ἐξωτερικοῦ ἁλυκῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἐξοπλισθῆ μὲ σύγχρονα μηχανήματα. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ἐξοπλίσωμεν καὶ τὰς ἁλυκάς μας μὲ τὰ κατάλληλα μηχανήματα, τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς δώσῃ τὸ σχέδιον Μάρσαλ διὰ νὰ γίνεται καλύτερον τὸ ἅλας καὶ δυνηθῶμεν νὰ ἐξαγάγωμεν περισσοτέραν ποσότητα εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Μὴ νομίζετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι θιασώτης τῆς κρατικῆς ἐκμεταλλεύσεως. Σᾶς πληροφορῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίρρησις, ἐὰν διὰ τῆς μελέτης ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν ἁλυκῶν ὑπὸ ἰδιωτῶν εἶναι καλυτέρα, νὰ παραιτηθῇ ἀπὸ τὴν κρατικὴν ἐκμετάλλευσιν αὐτῶν. Πάντως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ τὴν τροπολογίαν σας, διότι ὑπάρχει πολιτικὴ σκοπιμότης, ἡ ὁποία ὑποδεικνύει νὰ μὴ παραδοθῇ ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν ἁλυκῶν εἰς ἰδιώτας τώρα ποὺ γίνεται ἡ ἀνασυγκρότησίς μας. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν τύχην τῶν 114 ὑπαλλήλων, ἐὰν αἱ ἐκμεταλλεύσεις γίνουν ἀπὸ ἰδιώτας σᾶς πληροφορῶ, ὅτι θὰ χρειασθοῦν διὰ τὴν ἄσκησιν τῆς κρατικῆς ἐποπτείας. Κατόπιν τούτου σᾶς παρακαλῶ, ὅπως τακτοποιήσωμεν τοὺς ἐν λόγῳ ὑπαλλήλους.
§59Ε. ΚΟΥΣΑΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπειδὴ ἐτέθη ζήτημα ποία θὰ εἶναι καλυτέρα ἐκμετάλλευσις, ἡ κρατικὴ ἢ ἡ ὑπὸ ἰδιωτῶν, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ὅταν ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν ἁλυκῶν ἐγένετο ἀπὸ ἰδιώτας, ὑπῆρχε πάντοτε ὑπερεπάρκεια ἅλατος καὶ τὸ ἐξωτερικὸν ἀπερρόφα ἀρκετὸν μέρος αὐτοῦ. Τοὐναντίον δέ, ὅταν ἐξεμεταλλεύθη τὰς ἁλυκὰς τὸ Κράτος, τὸ παραγόμενον ἅλας ἦτο κακῆς ποιότητος καὶ ἐματαιώθησαν συμβάσεις μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν, εἶναι ὀρθαὶ αἱ πληροφορίαι μου αὐταί;
§60Γ. ΜΑΥΡΟΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκ.). Ἐπαναλαμβάνω, κ. βουλευταί, ὅτι δὲν εἶναι θέμα αὐτὸ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως. Τὸ ζήτημα εἶναι πῶς θὰ φέρωμεν τὰ κατάλληλα μηχανήματα διὰ νὰ ἐξοπλισθοῦν αἱ ἁλυκαί μας διὰ τοῦ σχεδίου Μάρσαλ, διότι σήμερον ὅπως εἶναι αὗται ὑπάρχει μεγάλος συναγωνισμὸς μὲ τὸ ἐξωτερικόν, καὶ τὸ ἰδικόν μας ἅλας δὲν ἔχει ζήτησιν, λόγῳ τῆς κακῆς του ποιότητος. Ὑπάρχει δὲ ἡ πιθανότης, ἐὰν αἱ ἁλυκαὶ παραχωρηθοῦν εἰς ἰδιώτας, νὰ μὴ δοθοῦν μηχανήματα. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Κουσαῆ, δὲν γνωρίζω πῶς ἐγένετο ὁ ρυθμὸς τότε τῆς ἐργασίας διὰ νὰ τοῦ ἀπαντήσω.
§61Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ συζητούμενον θέμα καί αὐτὸ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἁμαρτωλόν. Πᾶς τις ποὺ διῆλθεν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὡς Ὑπουργός, ἐδέχθη ἐπίθεσιν τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας ποὺ ἐπιδιώκει σκοποὺς ἀτομικοὺς καὶ ὄχι τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ Κράτους. Ἐπιδιώκεται ἡ κατάργησις πάσης ἐργολαβίας. Ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἔχουν παράδειγμα, ὅτι τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν ἐπίταξιν ἑταιρείας μεγάλης, συνέβη τὸ Κράτος νὰ πληρώσῃ ἔλλειμμα 20 δισεκατομμυρίων. Καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐτόλμησε νὰ συζητήσῃ τὸ θέμα αὐτό. Τοιαύτη ἐκτροπὴ ἐπιδιώκεται καὶ μὲ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Διότι αὐξάνονται οἱ ὑπάλληλοι, μονιμοποιοῦνται τεχνικοὶ καὶ λοιποὶ ὑπάλληλοι κλπ. Διότι τοὺς περισσοτέρους ἐξ αὐτῶν θὰ τοὺς πληρώνωμεν διὰ χρόνον καθ’ ὅσον δὲν θὰ ἐργάζωνται. Διότι ὡς γνωστὸν αἱ ἁλυκαὶ ὡρισμένα μόνον χρονικὰ διαστήματα λειτουργοῦν. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν ὁ προϋπολογισμὸς ἐπιβαρύνεται μὲ 89 ἑκατομμύρια δραχμάς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἴσως νὰ μὴ ἐμελέτησεν ἐπισταμένως τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἐπιβαρύνεται ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῶ νὰ διατίθενται τόσα χρήματα, ἐνῷ ὑπάρχουν τόσαι ἄλλαι μεγάλαι ἀνάγκαι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Πρὸ καιροῦ ἐγένετο μία ἐπιτροπὴ διὰ τὴν ἔρευναν καὶ μελέτην τοῦ ζητήματος τῆς αὐτεπιστασίας, ἥτις ἔκαμε καὶ σχετικὴν ἔκθεσιν. Ἡ ἔκθεσις αὐτὴ, λοιπόν, ζητῶ νὰ κατατεθῇ εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§62Γ. ΜΑΥΡΟΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκονομίας). Δηλῶ ἐπισήμως, ὅτι τοιαύτη ἔκθεσις δὲν ὑπάρχει.
§63Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ βεβαιῶ μετὰ πάσης ἐπισημότητος, ὅτι ὑπάρχει ἔκθεσις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπιτροπῆς συσταθείσης βάσει τοῦ σχεδίου Μάρσαλ.
§64Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ποῖοι ἀπετέλεσαν τὴν ἐπιτροπὴν αὐτήν;
§65Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Τὶ τοὺς θέλετε; Νὰ τοὺς κόψετε τὸ κεφάλι; Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ τὴν ζητήσῃ, ἐφ’ ὅσον βεβαιοῖ, ὅτι δὲν τὴν γνωρίζει.
§66Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Ὡς εἶναι γνωστόν, τὸ Κράτος πάντοτε πληρώνει τὰ σπασμένα. Ἐὰν δι’ αὐτεπιστασίας ἐνεργήσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν, εἶναι κακὸς ἐκμεταλλευτής, ἀλλὰ καὶ κακὸς ἔμπορος. Ἐὰν πάλιν παραχωρήσῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν διὰ δημοπρασίας εἰς ἐργολάβους, οὗτοι θὰ ζητήσουν ἀκύρωσιν τῆς συμβάσεως, μὲ τὴν δικαιολογίαν, ὅτι ζημιοῦνται.
§67Γ. ΜΑΥΡΟΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκον.). Δὲν ὑπάρχει περίπτωσις, ποὺ οἱ ἐργολάβοι νὰ μὴ ἐζήτησαν μετατροπὴν τῶν ὅρων συμβάσεως.
§68Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὸ Κράτος νὰ κάμῃ τὴν ἐκμετάλλευσιν δι’ αὐτεπιστασίας καὶ νὰ ἔχωμεν ὑπὲρ ἡμῶν τὸν ἔλεγχον.
§69Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Αἱ ἁλυκαὶ ἀποτελοῦν πλουτοπαραγωγικὴν πηγὴν διὰ τὴν Χώραν, καὶ πρέπει νὰ τὰς προσέξωμεν. Μέχρι τοῦ 1917, τὸ Κράτος, ἐξεμεταλλεύετο τὰς ἁλυκάς, δι’ ἐργολάβων καὶ μὲ πλημμελῆ συστήματα ἐκμεταλλεύσεως. Ἐπὶ Ὑπουργίας Σπυρίδη, μετεκλήθη εἰδικῶς ὁ κ. Σαντόζα, ὅστις ὑπέδειξε πολλὰς βελτιώσεις, αἵτινες καὶ ἐγένοντο μὲ χρήματα ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας.
§70Γ. ΜΑΥΡΟΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκονομίας). Ἐπληρώθησαν ἀπὸ τὸ Κράτος.
§71Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Τὰ ἐπλήρωσαν οἱ ἰδιῶται, καὶ μετέπειτα αἱ ἐγκαταστάσεις καὶ τὰ μηχανήματα περιῆλθον εἰς τὸ Κράτος. Ἀπὸ τοῦ 1932 ἤρχισεν ἐφαρμοζόμενον τὸ σύστημα τῆς δι’ αὐτεπιστασίας ἐκμεταλλεύσεως τῶν ἁλυκῶν. Δι’ ἕνα ὑπάλληλον τῆς ἁλυκῆς Βόλου, πολλὰ λέγονται. Ἐνῷ ἦτο πτωχὸς ὑπάλληλος, ἀπέκτησε μεγάλην περιουσίαν.
§72Ι. ΠΑΝΤΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτό. Ἀλλ’ ἂν συνέβη τοιοῦτον τι, ὑπάρχει καὶ δικαιοσύνη εἰς τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ παραπεμφθῇ.
§73Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι εἰς τὸ Μεσολόγγι, οἱ ἐπιβλέποντες τὰς ἁλυκάς, δι’ αὐτεπιστασίας εἶναι πτωχότατοι.
§74Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἀπαγορεύεται πᾶσα ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐτῶν ποὺ τὸ Κράτος ἔκαμε τὴν ἐκμετάλλευσιν δι’ αὐτεπιστασίας, οὐδὲ κόκκος ἅλατος ἐξήχθη εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἡ δὲ ποιότης τοῦ ἅλατος, ἦτο χειρίστη. Καὶ ἡ Ἑταιρεία Ὑπεγγείων Προσόδων, πολλάκις διεμαρτυρήθη δι’ αὐτό. Εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι ὅταν ἡ ἐκμετάλλευσις ἐγένετο δι’ ἐργολάβων, ἐξήχθη ἅλας 130.000 τόννοι εἰς Γιουγκοσλαυΐαν, καὶ 15.000 εἰς Οὐραγουάην. Ὅταν δὲ μετέπειτα ἀπεστάλη μία ποσότης ἐκ τοῦ δι’ αὐτεπιστασίας ἐξαγομένου ἅλατος εἰς Γιουγκοσλαυΐαν τοῦτο παρέμεινεν ἐκεῖ ἀζήτητον καὶ τὸ Κράτος ἐπλήρωσε καὶ τὸ ἔξοδα τῆς ἐκεῖ μεταφορᾶς του. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς δι’ αὐτεπιστασίας ἐκμεταλλεύσεως τῶν ἁλυκῶν. Ἂν δὲ παρουσιάζεται ἰσοζύγιον τῶν ἐξόδων, τοῦτο ὀφείλεται, εἰς τὸ ὅτι, δὲν ζυγίζεται τὸ ἐξαγόμενον ἅλας, ἀλλὰ καταμετρᾶται διὰ κυβισμοῦ, καὶ ὁ φόρος πληρώνεται βάσει αὐτοῦ. Ὑπάρχει δὲ μεγάλη διαφορά. Καὶ δι’ αὐτὸ ἐμφανίζεται, ὅτι κἄτι κάνει τὸ Κράτος, ἐνῷ εἰς τὴν πραγματικότητα, εἶναι κακὸς ἐκμεταλλευτὴς καὶ κακὸς ἔμπορος. Σήμερον δέ, ὅτε ἔχομεν ἀνάγκην καὶ τοῦ ὀβολοῦ ἀκόμη, διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν συμμοριοπλήκτων, τῶν τραυματιῶν καὶ τόσων ἄλλων συμφορῶν, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ βάνωμεν οὔτε μίαν δραχμήν. Τελευτῶν, κ. συνάδελφοι, δηλῶ, ὅτι ἀντιτίθεμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἡ Βουλή, ἀναλαμβάνει μεγάλην εὐθύνην ἔναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐὰν δεχθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ μετανοήσωμεν, διὰ τὰ μέτρα αὐτὰ τὰ ὁποῖα λαμβάνομεν, εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§75Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Εἴπατε, ὅτι ἐσχηματίσθη μία ἐπιτροπή.
§76Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Μάλιστα. Ἐσχηματίσθη μία Ἐπιτροπή, βάσει τοῦ σχεδίου Μάρσαλ, ἡ ὁποία ἐμελέτησε τὸ ζήτημα, καὶ κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν της εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Διὰ νὰ εὑρεθῇ λύσις, προτείνα, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἐπί τινας ἡμέρας, ἵνα ἡ Κυβέρνησις καταθέσῃ στοιχεῖα, βάσει τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῶμεν, νὰ ψηφίσωμεν κατὰ συνείδησιν.
§77Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Χωρὶς νὰ παρίσταται ἀνάγκη καταθέσεως στοιχείων ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, βέβαιον εἶναι, ὅτι οἱονδήποτε ἔργον ἀνέλαβεν ἡ Κυβέρνησις, μᾶς ἤγαγεν εἰς χρεωκοπίαν. Θὰ σᾶς ἀναφέρω, τοὺς Σιδηροδρόμους Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου τοὺς ὁποίους κἄποτε ἀνέλαβε τὸ Κράτος, καὶ ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον, νὰ μὴ δύνανται νὰ κινηθοῦν οἱ συρμοί, ἐλλείψει ἄνθρακος. Ἐκινοῦντο τότε, μὲ ξύλα, ὡς καύσιμον ὕλην.
§78Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι καὶ ἐγώ, εἰσηγητὴς τοῦ νομοθετήματος καὶ δηλῶ, ὅτι δέχομαι τοῦτο, καθ’ ὅσον ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα συνεκέντρωσα, ἐπείσθην ὅτι ἡ δι’ αὐτεπιστασίας ἐκμετάλλευσις, εἶναι συμφέρουσα διὰ τὸ Κράτος. Ὡς δὲ ἐδήλωσεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἡ δι’ ἐργολάβων ἐκμετάλλευσις, δὲν γίνεται κανονικῶς καὶ οὗτοι ζητοῦν ἀπαλλαγὴν ἐκ τῶν ὑποχρεώσεών των καὶ ἀκύρωσιν τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως. Ὑπάρχουν καὶ εἰς τὴν Βόρειον Ἑλλάδα ἁλυκαί, ἐκ τῆς παρακολουθήσεως τῶν ὁποίων σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐπείσθην, ὅτι τὸ προσωπικὸν τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἀπὸ κρατικοὺς ὑπαλλήλους, ἐργάζεται μὲ κίνδυνον τῆς ζωῆς του, εἶναι δὲ ἔντιμον καὶ καθ’ ὅλα φιλότιμον.
§79Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Κύριοι βουλευταί, γίνεται παρανόησις. Ἀπὸ τοῦ 1932 αἱ ἁλυκαὶ λειτουργοῦν δι’ αὐτεπιστασίας τοῦ Κράτους. Ἀπὸ τότε, ὑπάρχουν ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται, χωρὶς νὰ τυγχάνουν προαγωγῆς καὶ βελτιώσεως τῆς θέσεώς των. Νομίζω, ὅτι γεννᾶται ἡ ἠθικὴ ὑποχρέωσις, ὅπως ἡ θέσις αὐτῶν τακτοποιηθῇ.
§80Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Εἴπατε, ὅτι, ἀπὸ τὸ 1932 τὸ Κράτος, ἀνέλαβε τὴν δι’ αὐτεπιστασίας ἐκμετάλλευσιν τῶν ἁλυκῶν;
§81Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Τὸ 1932 ἤρχισε τὴν ἐκμετάλλευσιν, δι’ αὐτεπιστασίας. Τὸ δὲ 1940 ἀνέλαβεν ὅλας τὰς ἁλυκάς. Ἡ δαπάνη, διὰ τὴν τακτοποίησιν τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, θὰ ἀνέλθῃ εἰς 21 ἑκατομμύρια. Νομίζω, ὅτι τὸ ποσὸν εἶναι τόσον ἐλάχιστον, ἡ δὲ ἠθικὴ ὑποχρέωσις τόσον μεγάλη, ὥστε οὔτε κἂν συζήτησις ἐπετρέπετο νὰ γίνῃ.
§82Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι διὰ τὴν τακτοποίησιν τῶν ὑπαλλήλων.
§83Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν ἐκμετάλλευσιν δι’ αὐτεπιστασίας ἢ μὴ ἐλέχθησαν πολλά. Βέβαιον ὅμως εἶναι τοῦτο, ὅτι καὶ ἡ ποιότης καὶ ἡ ποσότης διὰ τῆς δι’ αὐτεπιστασίας ἐκμεταλλεύσεως εἶναι καλυτέρα καὶ μεγαλυτέρα. Εἶναι ὅμως ἴσως ἡ μοναδικὴ περίπτωσις ποὺ τὸ Κράτος, ὡς ἐπιχειρηματίας καὶ ἔμπορος δὲν ζημιώνει. Ἐὰν δὲ γίνουν αἱ νέαι ἐγκαταστάσεις καὶ ἔλθουν τὰ μηχανήματα, τότε θὰ ἔχωμεν καὶ περισσοτέραν καὶ καλυτέραν παραγωγήν, καὶ τότε, ὅπως εἶπε καὶ ὁ κ. ὑπουργός, ἴσως φθάσωμεν εἰς τὴν δι’ ἐργολαβίας ἐκμετάλλευσιν. Ἄλλωστε, ὡς γνωρίζομεν, οἱ ἐργολάβοι εἶναι κακοὶ διαχειρισταὶ τῆς δημοσίας περιουσίας. Ἐπὶ τῆς ἐποχῆς ποὺ ἡ ἐκμετάλλευσις ἐγένετο δι’ ἐργολάβων, ἔδρα εἰς ἀφάνταστον βαθμὸν ἡ λαθρεμπορία τοῦ ἅλατος. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ποτὲ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἂς σκεφθῶμεν ἀπὸ τώρα τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν ἁλυκῶν διὰ συνεταιρισμῶν. Συμφωνῶ συνεπῶς, ὅπως γίνῃ ἀποδεκτὸν τὸ νομοσχέδιον.
§84Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, παρὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ καὶ τοῦ ἄρτι κατελθόντος τοῦ βήματος, δὲν ἀφορᾷ τὴν τακτοποίησιν τῶν ὑπαλλήλων, διὰ τὴν ὁποίαν βεβαίως δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει καὶ ἄλλον σκοπόν. (Ἀναγινώσκει σχετικὰς διατάξεις). Δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔχει τὰς διατάξεις αὐτάς, αἵτινες εἶναι καὶ φορολογικαὶ καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ φέρῃ καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§85Γ. ΜΑΥΡΟΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκονομίας). Τὸ ἄρθρον 6 τὸ διαγράφω, τὸ δὲ ἄρθρον 7 προσετέθη παρὰ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ δύναται ν’ ἀπαλειφθῇ. Ἄλλωστε σᾶς δηλῶ, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ δὲν κρίνεται τὸ θέμα, ἂν τὸ Κράτος θὰ ἐκμεταλλεύεται τὰς ἁλυκὰς δι’ αὐτεπιστασίας. Ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀναθέσεως εἰς ἐργολάβους.
§86Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας. Νομίζω, ὅμως, ὅτι τὸ θέμα εἶναι σοβαρώτατον καὶ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ παρὰ Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐκ τῆς μελέτης ποὺ ἔκαμα ἐξηκρίβωσα, ὅτι μέχρι τοῦ 1917 ἡ ἐκμετάλλευσις ἐγένετο πλημμελῶς δι’ ἐργολάβων. Τότε μετεκλήθη εἰδικὸς ἐξ Ἰταλίας, ὅστις προέτεινε διαφόρους βελτιώσεις διὰ μηχανημάτων καὶ τὴν αὐτεπιστασίαν. Τὸ ἅλας ὅμως, τὸ ὁποῖον ἐξήχθη ἐκ τῶν ἁλυκῶν κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη μετὰ τὴν ἀναχώρησιν αὐτοῦ ἦτο κακῆς ποιότητος. Κατόπιν αὐτῶν δὲν δέχομαι τὸ νομοσχέδιον καὶ προτείνω εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως μὴ τὸ ἀποδεχθῇ καὶ αὕτη.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπάρχοντος ἑτέρου ρήτορος ἐγγεγραμμένου νὰ ὁμιλήσῃ, ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, δέχεται κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον;
§88ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ σχέδιον Ν. Δ. «περὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ ἁλυκῶν κειμένων διατάξεων». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 ὡς ἔχουν;
§90ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένοντο δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2, ὡς ἔχουν. Ἄρθρον 3. Ὁ κ. Α. Μπακάλμπασης, ἔχει τὸν λόγον.
§92Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Προτείνω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν: «...... (ἀναγινώσκει) ......».
§93ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 ὡς ἔχει;
§95ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 3 ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἔχει. (Ἀκολούθως, ἐγένετο δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4 ὡς ἔχει). Ἄρθρον 5. Ὁ κ. Κ. Καλλίας, ἔχει τὸν λόγον.
§97Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἐρωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, διατὶ εἰς τὴν παράγρ. 8 τοῦ ἄρθρου 5 δὲν ἀναφέρεται ἡ ἁλυκὴ τοῦ Κοπανᾶ Χαλκίδος, ἡ ὁποία εἰργάσθη ἐπὶ τόσα ἔτη καὶ ἤδη φαίνεται, ὅτι ὑπάρχει τάσις ἐγκαταλείψεώς της.
§98Γ. ΜΑΥΡΟΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκον.). Ἐπὶ τοῦ παρόντος ἐκρίθη, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν παραγωγικὲς ὅλες οἱ ἁλυκές, διότι δὲν ὑπάρχουν τὰ μέσα χρηματοδοτήσεώς των. Καὶ αὐτὲς ἤδη ποὺ ἐκρίθησαν ἐκμεταλλεύσιμες πρόκειται νὰ χρηματοδοτηθοῦν διὰ χρημάτων προερχομένων ἐκ τοῦ Σχεδίου Μάρσαλ.
§99Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἡ ἁλυκὴ αὕτη ἔχει ἐγγύτατα μεγάλην περιοχήν, τὴν ὁποίαν ἐξυπηρετεῖ καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἡ μεταφορὰ στοιχίζει ἐλάχιστα, λόγῳ τῆς ἐγγύτητος. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει;
§101ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 5 ἐγένετο δεκτόν, ὡς ἔχει. (Ἀκολούθως, διαγράφονται τὰ ἄρθρα 6 καὶ 7 καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 8, 9, 10 καὶ 11, ὡς ἔχουν). Δεκτὸν τὸ ὡς ἄνω σχέδιον Ν. Δ. κατ’ ἄρθρον;
§103ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ σχέδιον Ν. Δ. «περὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ ἁλυκῶν κειμένων διατάξεων». Δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον Ν. Δ. «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν ἀναθεώρησιν ἐκλογικῶν καταλόγων καὶ ἐκλογικῶν βιβλιαρίων»;
§105ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον Ν. Δ. «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν ἀναθεώρησιν ἐκλογικῶν καταλόγων καὶ ἐκλογικῶν βιβλιαρίων». Δέχεται ἡ Βουλὴ ὅπως, κατ’ ἐξαίρεσιν, ἀντὶ ἐλέγχου ἀσχοληθῶμεν αὔριον μὲ νομοθετικὴν ἐργασίαν, προκειμένου νὰ συζητηθοῦν ἐπείγοντα τινὰ νομοσχέδια καὶ ἐνδεχομένως νὰ γίνῃ κατάθεσις τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911»;
§107ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6ην μ.μ., μὲ ἀντικείμενον Ἡμερησίας Διατάξεως, κατὰ τὰ προαποφασισθέντα, νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 10.20′ μ.μ.)