| 359 | Προπολε- | Μεταπολε- | |||
| 360 | μικῶς ὀκάδ. | μικῶς ὀκάδ. | |||
| 361 | |||||
| 362 | Ἕνα ἄροτρον | Βάμβαξ | 7 | 26 | |
| 363 | Σῖτος | 45 | 175 | ||
| 364 | Καπνὸς | 3 | 40 | ||
| 365 | Ἕνα κοστούμι | Βάμβαξ | 60 | 70 | |
| 366 | Σῖτος | 300 | 600 | ||
| 367 | Καπνὸς | 25 | 70 | ||
| 368 | Ὑποδήματα | Βάμβαξ | 8 | 10 | |
| 369 | Σῖτος | 40 | 80 | ||
| 370 | Καπνὸς | 3 | 9 | ||
| 371 | Κάμποτ | Βάμβαξ | 0,25 | 0,40 | |
| 372 | Σῖτος | 1,25 | 3.— | ||
| 373 | Καπνὸς | 0,10 | 0,30 | ||
| 374 | Ἀλατζᾶς | Βάμβαξ | 0,12 | 0,25 | |
| 375 | Σῖτος | 0,50 | 2.— | ||
| 376 | Καπνὸς | 0,05 | 0,25 |
1949.12.14
2.768 στίχοι · 20.038 λέξεις · 1 πίνακας · 130 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 11η
Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 1949
Προεδρία κ. Π. Γ. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗ
(Ὥρα 7.00′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Καψάλης ζητεῖ ἄδειαν, προκειμένου νὰ ἀναχωρήσῃ εἰς Αἴγυπτον.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, ἐγκρίνεται.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Κιζάνης ζητεῖ τὸν λόγον, πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§4Θ. ΚΙΖΑΝΗΣ. Ἐπιθυμῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς δι’ ὀλίγων τὴν τραγικὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιέστησαν οἱ συνταξιοῦχοι τοῦ Δημοσίου, οἱ ὁποῖοι ἐγκατελείφθησαν τελείως παρὰ τοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι ἀνάγκη, νομίζω, νὰ ἐκτεθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἔπρεπε νὰ τύχουν οἱ συνταξιοῦχοι, ἀναλωθέντες εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, καλλιτέρας μεταχειρίσεως. Ὕστερα ἀπὸ τὰς ἔστω καὶ μικρὰς παροχὰς πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, τοὺς ἐργάτας, τοὺς ἰδιωτικοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς ἐκπαιδευτικοὺς καὶ τόσους ἄλλους, οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν πιέσεων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐπέτυχον κἄτι, ἡ ἐγκατάλειψις τῶν συνταξιούχων παρὰ τοῦ Κράτους εἶναι ἀπαράδεκτος. Οἱ εὐγενεῖς λόγοι τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔφθασαν, οὔτε ἔθιξαν τὴν εὐαισθησίαν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος πιθανὸν νὰ θέλῃ νὰ ἰσοσκελίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν μὲ τὴν ἐξόντωσιν τῶν συνταξιούχων. Οὐδὲ γίνεται ἀκόμη λόγος περὶ χορηγήσεως δώρου, ἐπὶ ταῖς ἑορταῖς, ὡς ἀπεφασίσθη, διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ τοὺς ἐργατοϋπαλλήλους. Πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ στέρξῃ ὁμοθύμως νὰ συστήσῃ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, πολυμήχανον ἄνδρα, νὰ ἐξεύρῃ τρόπον ἱκανοποιήσεως ὁπωσδήποτε καὶ τῆς τάξεως τῶν συνταξιούχων τοῦ Δημοσίου. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§5ΑΠΑΝΤΕΣ ΣΧΕΔΟΝ ΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐπικροτοῦντες τὰ ἀνωτέρω, ἀξιοῦν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ἄμεσα μέτρα ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῆς θέσεως τῶν συνταξιούχων.
§6Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν γεννᾶται ζήτημα, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἀναγνωρίζει τὴν ἀνάγκην νὰ δοθῇ μία λύσις εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. συνάδελφος. Διότι πράγματι οἱ συνταξιοῦχοι εὑρίσκονται εἰς τραγικὴν θέσιν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα πρέπει νὰ ἐξετασθῇ καὶ ἀπὸ τῆς ἠθικῆς συμπεριφορᾶς τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς συνταξιούχους, διότι, ἐνῷ ἔδωσεν ἐλαχίστην αὔξησιν εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, κατόπιν ἐντονωτάτων ἀγώνων αὐτῶν, τὸ Κράτος δὲν ἔδωσεν οὐδεμίαν αὔξησιν εἰς τοὺς συνταξιούχους, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει, ὅτι μόνον κατόπιν βίας ἐξαναγκάζεται καὶ δίδει λύσιν εἰς αὐτὰ τὰ ζητήματα. Πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν ὁπωσδήποτε νὰ δοθῇ μία ἐνίσχυσις εἰς τοὺς συνταξιούχους.
§7Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅλη ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος.
§8Α. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Θὰ ἠθέλαμεν νὰ ἀκούσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, τὶ σκέπτεται ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
§9Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, νὰ διαμαρτυρηθῇ ἐντονώτατα διὰ τὴν τραγικὴν κατάστασιν τῶν συνταξιούχων. Εἶναι πράγματι τραγικὸν νὰ βλέπετε πρώην ἀνωτάτους λειτουργοὺς τοῦ Κράτους, νὰ λαμβάνουν σύνταξιν 150.000 δραχ. ἕως 200.000 δραχ. μηνιαίως. Ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν τραγικὴν κατάστασιν τῶν συνταξιούχων.
§10Α. ΔΕΡΔΕΜΕΖΗΣ. Ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι εἰς αὐτό.
§11Γ. ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΟΓΛΟΥ. Τὶ φρονεῖ ἐπ’ αὐτοῦ ὁ κύριος Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως;
§12Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Κύριοι βουλευταί, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ Ἕλλην, ὑπουργός, Πρωθυπουργός, βουλευτής, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ παραδέχεται, ὅτι ἔχετε δίκαιον; Τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρατε, εἶναι ὀφθαλμοφανῆ.
§13Χ. ΑΛΕΤΡΑΣ. Ἐφ’ ὅσον ἀναγνωρίζετε τὴν πράγματι τραγικὴν κατάστασιν τῶν συνταξιούχων, πῶς σκέπτεσθε νὰ ἀντιμετωπίσητε τὸ ζήτημα καὶ ποίαν λύσιν θὰ δώσητε; Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ δώσητε μίαν ἀπάντησιν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Συνέχισις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν ἀνακοινώσεων.
§15Γ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πότε θὰ τερματισθῇ αὐτὴ ἡ συζήτησις; Διότι ἡ Βουλὴ ἔχει νὰ ἐπιτελέσῃ καὶ ἄλλην σοβαρωτέραν ἐργασίαν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν ἐγγεγραμμένοι βουλευταὶ διὰ νὰ ὁμιλήσουν, τὸ Προεδρεῖον εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ δώσῃ τὸν λόγον.
§17Γ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει, ὅμως, νὰ τερματισθῇ ἡ συζήτησις.
§18Χ. ΑΛΕΤΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθῇ ἐπ’ ἄπειρον ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν Κυβερνητικῶν ἀνακοινώσεων. Πρέπει νὰ τεθῇ τέρμα τὸ ταχύτερον, διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀπασχολῆται ἡ Βουλὴ ἐπὶ τόσον χρόνον μὲ θέμα τὸ ὁποῖον ἔχει ἐξαντληθῆ.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Ἀλιβιζᾶτος καλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του, ἡ ὁποία διεκόπη χθές.
§20Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐξετάζων χθὲς τὴν κυβερνητικὴν κοινωνικὴν καὶ οἰκονομικὴν πολιτικήν, ὅπως ἐφηρμόσθη μέχρι τοῦδε καὶ ὅπως διαγράφεται εἰς τὰς κυβερνητικὰς ἀνακοινώσεις, παρετήρησα, ὅτι ἐπὶ ὅλων τῶν θεμάτων τῶν ἀφορώντων τὰς ἐργατικὰς τάξεις, κατώρθωσεν ἡ Κυβέρνησις νὰ εὑρεθῇ εἰς ἀντίθεσιν καὶ πρὸς αὐτὰς καὶ πρὸς τὸ κοινὸν αἴσθημα, ἀκόμη καὶ ὅταν ἐπρόκειτο περὶ ἱκανοποιήσεως, οὐχὶ οἰκονομικῶν, ἀλλὰ ἠθικῆς τάξεως ζητημάτων. Ἡ στάσις τῆς Κυβερνήσεως ἔναντι τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου δὲν ὑπῆρξε διάφορος καὶ μάλιστα ἡ ὡς πρὸς αὐτὸν κυβερνητικὴ ἀδιαφορία εἶναι περισσότερον ἔντονος, διότι ὁ ἀγροτικὸς κόσμος, ἀνοργάνωτος καὶ διασκορπισμένος εἰς τὰ τέσσαρα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος, δὲν διαθέτει, ὅπως οἱ ἐργάται, τὸ ὅπλον τῆς ἀπεργίας, τὸ ὁποῖον καὶ μόνον φαίνεται, ὅτι σέβονται οἱ κυβερνῶντες. Εἶναι χαρακτηριστικὸν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, ὅτι εἰς τὸν ἀνακοινωθέντα «ἀπολογισμὸν» τοῦ κυβερνητικοῦ ἔργου, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠσθάνθη τὴν ἀνάγκην ν’ ἀσχοληθῇ κἂν μὲ τὰ ἀγροτικὰ ζητήματα καὶ ἴσως φρονίμως ἐν προκειμένῳ ἔπραξε, διότι ἄλλως θὰ περιήρχετο εἰς ἰδιαιτέρως δύσκολον θέσιν. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον σχετικῶς ἀναφέρει εἶναι, ὅτι ἡ γεωργία, δὲν θὰ περιληφθῇ εἰς τὴν ἔρευναν περὶ ἀναπροσαρμογῆς τῶν τιμῶν. Καὶ μόνον τὸ γεγονός, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ξεχνᾷ, ὅτι ὁ ἀγροτικὸς κόσμος ἀποτελεῖ τὰ 65% τοῦ πληθυσμοῦ, ὅτι εἶναι ἡ βάσις τοῦ κοινωνικοῦ καὶ οἰκονομικοῦ μας οἰκοδομήματος, ἐκεῖνος ποὺ ἐπλήρωσε περισσότερον τὸν φόρον τῶν θυσιῶν εἰς τὸν ἀγῶνα κατὰ τοῦ Κομμουνισμοῦ, ὅτι αὐτὸς ὑπέστη τὰς μεγαλυτέρας ὑλικὰς καὶ εἰς αἷμα καταστροφάς, καὶ μόνον τὸ γεγονὸς τοῦτο ἀρκεῖ διὰ νὰ χαρακτηρίσῃ ποῖον πνεῦμα καὶ ποία συναίσθησις τῶν ὑποχρεώσεών της ἐπικρατεῖ εἰς τοὺς κόλπους τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τὴν παράλειψιν αὐτὴν φαντάζεται, ὅτι καλύπτει ἡ Κυβέρνησις μὲ τὸ νὰ τονίσῃ εἰς τὰς ἀνακοινώσεις της, ὅτι ἐπιδιώκει τὴν ἐκτέλεσιν ἐγγειοβελτιωτικῶν ἔργων, τὴν ἵδρυσιν γεωργικῶν βιομηχανιῶν καὶ τὴν μηχανοποίησιν τῆς γεωργίας. Δὲν ἀρνούμεθα τὴν χρησιμότητα τοιούτων ἔργων, ὡς πρὸς τὰ ὁποῖα ἐφηρμόσθη προπολεμικῶς εὐρυτάτη πολιτικὴ καὶ μὲ ἄριστα ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ τὰ ἔργα αὐτά, ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἔργα βραδείας ἀποδόσεως καὶ ἐν τῷ μεταξὺ ὁ ἀγροτικὸς κόσμος πρέπει νὰ ζήσῃ, εἶναι ταὐτοχρόνως περιωρισμένης πολλάκις ἐκτάσεως, ὡς προκειμένου περὶ τῆς μηχανοποιήσεως, τῆς ὁποίας ἡ ἐπέκτασις εἰς τὴν Ἑλλάδα εἰδικῶς, συναντᾷ μεγάλας δυσκολίας, λόγῳ ἰδίως τῆς στενότητος τοῦ κλήρου, τῆς μεγάλης κατατμήσεως τῆς ἐγγείου ἰδιοκτησίας, τοῦ ὀρεινοῦ τοῦ ἐδάφους εἰς μεγάλα τμήματα τῆς χώρας καὶ τῆς πλεοναζούσης —καὶ συνεπῶς εὐθηνῆς— ἀνθρωπίνης ἐργασίας. Ἀντιθέτως, ὅμως, πρὸς ὅ,τι φαίνεται νὰ πιστεύῃ ἡ Κυβέρνησις, τὸ γεγονὸς ἀκριβῶς τῆς στροφῆς μονομερῶς τῆς κυβερνητικῆς προσοχῆς πρὸς τὴν ἀνωτέρω κατεύθυνσιν ἀποδεικνύει, ὅτι τόσον ἡ Κυβέρνησις, ὅσον καὶ ὡρισμένα μέλη τῆς Ἀμερικανικῆς Οἰκονομικῆς Ἀποστολῆς, παραγνωρίζουν τὴν οὐσίαν τοῦ ἀγροτικοῦ προβλήματος τῆς Ἑλλάδος. Τὸ βασικὸν λάθος ποὺ διαπράττεται ἐν προκειμένῳ, εἶναι, ὅτι εἰς τὴν σκέψιν τόσον τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ ὡρισμένων κύκλων τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς, γίνεται κάποια σύγχυσις τῆς γεωργικῆς πρὸς τὴν βιομηχανικὴν παραγωγὴν καὶ συγκεκριμένως παραγνωρίζεται ὁ ὀργανικὸς χαρακτήρας τῆς γεωργίας. Εἰς τὴν βιομηχανίαν, ἡ παραγωγὴ εἶναι μηχανική, δεσπόζεται ἀπὸ τὴν μηχανήν, ἡ ὁποία ἀναπληροῖ καὶ συνεχῶς περιορίζει —ἂν δὲν ἐκτοπίζῃ τελείως— τὴν ἀνθρωπίνην ἐργασίαν. Εἰς τὴν γεωργίαν, ἀντιθέτως, ἡ παραγωγὴ εἶναι ὀργανικὴ καὶ προϋποθέτει τὴν σταθερὰν συνεργασίαν τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν φύσιν. Ὁ ρόλος τῶν μηχανῶν εἰς τὴν γεωργίαν εἶναι συνήθως ἐπικουρικός, ἰδίως εἰς χώρας μικρᾶς ἰδιοκτησίας. Διὰ νὰ ὑπάρξῃ, συνεπῶς, ἀνάπτυξις τῆς γεωργίας, διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ καὶ ἐξασφαλισθῇ γεωργικὴ πρόοδος, πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ συνεργασία καὶ συνεπῶς νὰ προκληθῇ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ ἀνθρωπίνου παράγοντος, δηλαδὴ τοῦ ἀγρότου. Καὶ ἡ συνεργασία του αὐτὴ θὰ παγιωθῇ, μόνον ὅταν ὁ ἀγρότης πεισθῇ, ὅτι ἐξ αὐτῆς θὰ προέλθῃ ἡ βελτίωσις τῆς οἰκονομικῆς του θέσεως. «Τὸ διάφορο, κατὰ τὴν λαϊκὴν παροιμίαν, κινάει τὸν ναύτη». Διὰ νὰ ἀποφασίσῃ ὁ Ἕλλην ἀγρότης νὰ μηχανοποιήσῃ τὴν καλλιέργειάν του, νὰ ἐφαρμόσῃ βελτιωμένας καλλιεργητικὰς μεθόδους, νὰ χρησιμοποιήσῃ περισσότερα λιπάσματα, νὰ καταβάλλῃ περισσοτέραν ἐργασίαν, νὰ ὑποστῇ συνεπῶς μεγαλυτέρας δαπάνας, πρέπει —ἐν ἀναμονῇ τῆς βελτιώσεως τῆς οἰκονομίας του διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν γεωργικῶν ἀποδόσεων— νὰ πεισθῇ, ὅτι θὰ ἔχῃ ἐξασφαλισμένην τὴν ἱκανοποιητικὴν διάθεσιν τῶν προϊόντων του, ὥστε ἡ αὔξησις τῆς παραγωγῆς νὰ μὴ καταντᾷ πολλάκις δι’ αὐτὸν καταστροφή, λόγῳ τῆς ἀδυναμίας διαθέσεως τῆς παραγωγῆς του ἢ τῆς ἐξανεμίσεως τῶν τιμῶν. Τὸ κίνητρον τῆς γεωργικῆς προόδου εἶναι ἡ ὠφέλεια τοῦ ἀγρότου, ἡ ἐξασφάλισις εἰς αὐτὸν ἱκανοποιητικῶν τιμῶν πωλήσεως τῶν προϊόντων του. Ἰδοὺ διατὶ προϋπόθεσις κἄθε προσπαθείας πρὸς βελτίωσιν καὶ ἀνάπτυξιν τῆς γεωργίας εἶναι ἡ ἄσκησις καταλλήλου «πολιτικῆς τιμῶν» ἐπὶ τῶν γεωργικῶν προϊόντων. Τὴν ἀλήθειαν αὐτὴν παραγνωρίζει δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα ἐν προκειμένῳ σύμφωνα καὶ ὡρισμένα μέλη τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς. Τὰ τελευταῖα αὐτά, ἀγνοοῦντα καὶ παραγνωρίζοντα τὴν ἑλληνικὴν πραγματικότητα, παρασυρόμενα ἀπὸ στενὰς νομισματικὰς ἀπόψεις —καὶ αὐτὰς ἀνεδαφικὰς ὅπως θὰ ἴδωμεν κατωτέρω—ἔφθασαν μέχρι τοῦ σημείου, ἀντὶ προστασίας τοῦ γεωργοῦ, νὰ συνιστοῦν ἐπισήμως (!) τὸ ξερρίζωμα τῶν ἐλαιῶν καὶ τὸν περιορισμὸν τῆς καλλιεργείας τοῦ καπνοῦ!! Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαύτη πολιτικὴ ἐπιζητεῖται νὰ ἐπιβληθῇ ἐδῶ, εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας τῆς Ἀμερικῆς ἐφηρμόσθη ἀνέκαθεν καὶ ἐξακολουθεῖ ἐφαρμοζομένη καὶ σήμερον ἡ ἀντίθετος ἀκριβῶς, δηλαδὴ πολιτικὴ ἄκρως προστατευτικὴ διὰ τὸν ἀγρότην. Πρὸ ὀλίγων μόλις ἡμερῶν ἐδημοσιεύθη ἡ εἴδησις, ὅτι ἡ Ἀμερικανικὴ Κυβέρνησις —πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν σταφιδοπαραγωγῶν τῆς Καλλιφορνίας— ἠγόρασεν εἰς σοβαρῶς ηὐξημένας τιμὰς 50.000 τόννους σταφίδος πρὸς μεταπώλησιν κάτω τοῦ κόστους καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Δημοσίου. Γενικώτερον δέ, ὡς κατὰ τὸν παρελθόντα μῆνα ὑπέμνησαν τοῦτο δι’ ὑπομνήματός των πρὸς τὸν κ. Γκρέϊντυ αἱ Γεωργικαὶ Συνεταιρικαὶ Ὀργανώσεις τῆς Βορείου Ἑλλάδος, εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας —χάρις εἰς τὴν κρατικὴν προστασίαν— αἱ τιμαὶ τῶν γεωργικῶν προϊόντων ηὐξήθησαν κατὰ 20% ἄνω τῶν προπολεμικῶν τιμῶν τῶν βιομηχανικῶν προϊόντων, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν αὔξησιν τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς τῆς Ἀμερικανικῆς Συμπολιτείας κατὰ 30%. Ἐὰν ὁ Πρόεδρος Ρούζβελτ ἐξειλίχθη εἰς παγκόσμιον ἱστορικὴν φυσιογνωμίαν, ἐὰν ἐπανεξελέγη Πρόεδρος τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν εἰς τέσσαρας συνεχεῖς περιόδους καὶ ἀπέθανε Πρόεδρος ἐν ἐνεργείᾳ, τοῦτο τὸ ὀφείλει, κατὰ κύριον λόγον, εἰς τὸ NEW DEAL, εἰς τὴν ἐφαρμοσθεῖσαν δηλαδὴ ὑπ’ αὐτοῦ νέαν οἰκονομικὴν πολιτικήν, πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς πρωτοφανοῦς οἰκονομικῆς κρίσεως τοῦ 1929 –1932, πολιτικῆς τῆς ὁποίας τὸ ἕτερον σκέλος ἦτο ἡ ἀποτελεσματικὴ προστασία τοῦ Ἀμερικανοῦ ἀγρότου καὶ ἡ σημαντικὴ ἀνατίμησις τῶν γεωργικῶν προϊόντων. Καὶ τὸ αὐτὸ πνεῦμα ἐπικρατεῖ καὶ σήμερον. Ὁ Πρόεδρος Τροῦμαν, ὁμιλῶν τὴν 3ην Νοεμβρίου εἰς Σαὶν Πώλ, ὡς ἄρθρον πρῶτον τοῦ προγράμματός του πρὸς προστασίαν τῶν λαῶν ἐναντίον τοῦ Κομμουνισμοῦ ἔθεσε τὴν ἀρχήν, ὅτι: «Οἱ γεωργοί, ὅπως καὶ οἱ ἐπιχειρηματίαι, πρέπει νὰ λαμβάνουν δικαίαν ἀμοιβὴν διὰ τὰ προϊόντα τὰ ὁποῖα πωλοῦν». Τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ Ἀμερικὴ εἶναι χώρα πλουσία, ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς εἶναι πτωχή, δὲν μεταβάλλει τὰ πράγματα, οὔτε ἀποκλείει τὴν ἐφαρμογὴν μιᾶς δικαίας προστατευτικῆς πολιτικῆς ὑπὲρ τοῦ Ἕλληνος ἀγρότου. Ἀντιθέτως, τὴν καθιστᾷ περισσότερον, ἐπιβεβλημένην καὶ ἀναγκαίαν. Παρόμοιον ἐπιχείρημα θὰ εἶχε κἄποιαν σημασίαν, ἐὰν πραγματικῶς εἶχον ἐξαντληθῆ ὅλαι αἱ δυνατότητες πρὸς ἐφαρμογὴν παρομοίας πολιτικῆς. Οὐδείς, ὅμως, δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ τοῦτο βασίμως. Ἐξ ἄλλου, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐθνική μας οἰκονομία ἐξελίσσεται καὶ τελεῖ οὐχὶ ὑπὸ καθεστὼς «ἐλευθέρου ἀνταγωνισμοῦ», ἀλλὰ ὑπὸ καθεστὼς «διευθυνομένης οἰκονομίας», καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ ἐξασφαλίσῃ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς καταλλήλου πολιτικῆς, τὴν σύμμετρον ἀνάπτυξιν τῶν διαφόρων κλάδων τῆς οἰκονομίας καὶ ὄχι τὸν σφαγιασμὸν τοῦ κυριωτέρου κλάδου αὐτῆς, τῆς γεωργίας, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀντλοῦνται τὰ 70– 80% τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος. Τὴν ἀλήθειαν αὐτὴν τονίζει εἰς πρόσφατον συνέντευξίν του, δημοσιευθεῖσαν τὰς πρώτας ἡμέρας τοῦ Ὀκτωβρίου εἰς πρωϊνὴν ἐφημερίδα, ἕνας ἄριστος ἐπιστήμων, εἰλικρινὴς φίλος τῆς Ἑλλάδος, γνώστης τῆς ἑλληνικῆς γεωργικῆς πραγματικότητος καὶ εἰδικὸς περὶ τὰ γεωργοοικονομικὰ ζητήματα, ὁ γεωργικὸς ἀκόλουθος τῆς Ἀμερικανικῆς Πρεσβείας κ. Ντάϊμοντ. Καὶ λέγει, σχετικῶς, ὀρθότατα ὁ κ. Ντάϊμοντ: «Πᾶσα ἀνάπτυξις τῆς γεωργίας, προϋποθέτει τὴν συνεργασίαν τῶν γεωργῶν. Πρὸς τοῦτο, εἶναι ἀνάγκη νὰ θεσπισθῇ μία σταθερὰ κυβερνητικὴ πολιτικὴ ἐπὶ τῶν τιμῶν τῶν γεωργικῶν προϊόντων. Πρέπει, δηλαδή, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἀποστολὴ (ἡ Ἀμερικανικὴ) νὰ ὁρίσουν ἕνα κατώτατον καὶ ἕνα ἀνώτατον ὅριον τιμῶν τῶν γεωργικῶν προϊόντων. Τὸ μὲν κατώτατον ὅριον θ’ ἀποτελῇ τὴν τιμὴν ἀσφαλείας τῶν γεωργῶν, τὸ δὲ ἀνώτατον, τὴν τιμὴν ἀσφαλείας τῶν καταναλωτῶν». Καὶ αἱ ἀντιλήψεις αὐταὶ φαίνεται σιγὰ–σιγὰ νὰ κατακτοῦν εὐρύτερον ἔδαφος μεταξὺ τῶν Ἀμερικανικῶν κύκλων, ποὺ ἀσκοῦν ρυθμιστικὴν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς Οἰκονομικῆς μας Πολιτικῆς. Ξένοι εἰδικοί, παρακολουθοῦντες τὴν ἐξέλιξιν τῶν γεωργικῶν μας ζητημάτων, ἤρχισαν νὰ ὁμολογοῦν, ὅτι ἐὰν συνεχισθῇ ἡ σήμερον ἀκολουθουμένη Ἀγροτικὴ Πολιτική, ὑπάρχει κίνδυνος νὰ ὁδηγηθῇ ὁ Ἀγροτικὸς κόσμος πρὸς ἐπανάστασιν. Καὶ τὸν κίνδυνον αὐτὸν ἐτόνισα ἤδη καὶ ἐγὼ ἀπὸ μακροῦ καὶ κατ’ ἐπανάληψιν. Διότι ἡ θέσις τῆς Γεωργικῆς μας Οἰκονομίας καὶ ἡ κατάστασις τῶν Ἀγροτικῶν Πληθυσμῶν, κάθε ἄλλο παρὰ καθησυχαστικὴ εἶναι. Τὸ γεωργικὸν εἰσόδημα εἶναι ζήτημα ἐὰν ὑπερβαίνῃ τὰ 60% τοῦ προπολεμικοῦ. Καὶ ἕνα βλέμμα εἰς τὴν ἐξέλιξιν τοῦ τιμαρίθμου, ἀφ’ ἑνὸς τῶν γεωργικῶν προϊόντων καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῶν βιομηχανικῶν τοιούτων, ὁδηγεῖ εἰς ἀποκαρδιωτικὰ συμπεράσματα. Ἐνῷ αἱ τιμαὶ τῶν γεωργικῶν προϊόντων διατηροῦνται εἰς ἰδιαιτέρως χαμηλὰ ἐπίπεδα, αἱ τιμαὶ τῶν βιομηχανικῶν προϊόντων ἔφθασαν νὰ εἶναι κατὰ 20–25% ἀνώτεραι. Τοιουτοτρόπως ἡ ἀγοραστικὴ ἱκανότης τοῦ Ἀγροτικοῦ Κόσμου εἶναι ἰδιαιτέρως περιωρισμένη, τὸ δὲ γεωργικὸν εἰσόδημα, χαμηλὸν κατ’ ἑαυτό, ἐξανεμίζεται ἀκόμη περισσότερον. Ἡ ἐκ τῆς τοιαύτης ἐξελίξεως τῶν Γεωργικῶν καὶ βιομηχανικῶν τιμῶν θέσις τῆς Γεωργίας καθίσταται περισσότερον δυσχερὴς λόγῳ τῆς εὐρύτατα ἀσκουμένης μονοκαλλιεργείας, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ὁ ἀγρότης ἐξαρτᾶται περισσότερον ἐκ τῆς Ἀγορᾶς καὶ τοῦ Ἐμπορίου καὶ ὑφίσταται ἀμεσώτερα τὸν ἀντίκτυπον τῆς ὑψώσεως τῶν τιμῶν τῶν εἰδῶν καταναλώσεως. Ἀπὸ τῆς τελευταίας αὐτῆς ἀπόψεως παρουσιάζεται ἕνας ἐπικίνδυνος διαφορισμὸς μεταξὺ τῶν τιμῶν τῶν γεωργικῶν προϊόντων καὶ τῶν τιμῶν τῶν εἰδῶν γεωργικῆς καταναλώσεως καὶ εἰδικώτερον τῶν βιομηχανικῶν προϊόντων γεωργικῆς χρήσεως καὶ καταναλώσεως. Ὁ τιμάριθμος τῶν γεωργικῶν προϊόντων, κατὰ Σεπτέμβριον τρέχοντος ἔτους, μόλις εἶχεν ἀνέλθει κατὰ 332 φορὰς ἐν σχέσει πρὸς τὸν προπολεμικόν. Ἀντιθέτως, κατὰ τὸν αὐτὸν μῆνα, ὁ τιμάριθμος τῶν μὲν εἰδῶν γεωργικῆς καταναλώσεως εἶχε φθάσει εἰς 407 μονάδας, ὁ δὲ τιμάριθμος τῶν βιομηχανικῶν προϊόντων γεωργικῆς καταναλώσεως καὶ χρήσεως ἦτο 416. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι τὰ προϊόντα, ποὺ καταναλίσκει ἢ χρησιμοποιεῖ ὁ ἀγρότης ἦσαν, κατὰ Σεπτέμβριον, ἀκριβώτερα κατὰ 22–25% ἀπὸ τὰ προϊόντα, ποὺ παράγει καὶ πωλεῖ οὗτος. Μέ ἄλλους λόγους, μόνον ἐκ τῆς τοιαύτης διαφορᾶς τῶν τιμῶν, τὸ εἰσόδημα τοῦ ἀγρότου ὑφίσταται μείωσιν ἴσην πρὸς 22–25% τῆς ἀξίας αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν ὠθήσωμεν τήν μελέτην καὶ σύγκρισιν τῶν τιμαρίθμων ἔτι περισσότερον, θὰ προκύψουν στοιχεῖα ἀκόμη περισσότερον ἀνησυχητικά. Αἱ ἤδη χαμηλαὶ τιμαὶ τῶν γεωργικῶν προϊόντων, πίπτουν ἀκόμη περισσότερον ὅσον προχωροῦμεν πρὸς τὰ πλέον ἀπομεμακρυσμένα καὶ περισσότερον γεωργικὰ διαμερίσματα, ὅπως τὰ Βόρεια τοιαῦτα, ὅπου αἱ τιμαὶ πίπτουν ἀκόμη περισσότερον. Οὕτω, εἰς τὸν Βορρᾶν, ὁ τιμάριθμος τῶν γεωργικῶν προϊόντων μόλις φθάνει εἰς 285, ἔναντι γενικοῦ τιμαρίθμου τῶν γεωργικῶν προϊόντων 332. Εἰς τὰς κυρίως δηλαδὴ γεωργικὰς περιφερείας τῆς Χώρας, αἱ τιμαὶ εἶναι χαμηλότεραι κατὰ 12–15% ἀκόμη. Ἀντιστοίχως εἰς τὰ πλησιέστερα πρὸς τὸ Κέντρον γεωργικὰ διαμερίσματα, αἱ τιμαὶ διατηροῦνται εἰς ἀνώτερον ἐπίπεδον. Ἀντιθέτως, εἰς τὰ διαμερίσματα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουν ἐντονώτερον τὸν χαρακτῆρα τῆς μονοκαλλιεργείας ἢ δὲν εὑρίσκονται τοπικῶς ὑπὸ εὐνοϊκὰς βιομηχανικὰς ἢ συγκοινωνιακὰς συνθήκας, ἡ ἀπόστασις μεταξὺ τῶν τιμαρίθμων τῶν γεωργικῶν προϊόντων, ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν εἰδῶν γεωργικῆς καταναλώσεως ἢ τῶν βιομηχανικῶν προϊόντων ἀφ’ ἑτέρου, καθίσταται περισσότερον καταθλιπτικὴ διὰ τὸν ἀγροτικὸν κόσμον. Οὕτω εἰς τὰ Βόρεια διαμερίσματα, ἔναντι γεωργικοῦ τιμαρίθμου 285 κατὰ Σεπτέμβριον, οἱ τιμάριθμοι εἰδῶν καταναλώσεως καὶ βιομηχανίας ἀνήρχοντο ἀντιστοίχως εἰς 385 καὶ 438. Ἡ αὐτὴ ἀνισότης παρατηρεῖται καὶ εἰς τὴν Πελοπόννησον ὡς πρὸς τὸν τιμάριθμον γεωργικῆς καταναλώσεως, ὁ ὁποῖος ἀνέρχεται εἰς 485 ἔναντι 359 τῆς Γεωργικῆς Παραγωγῆς. Συνεπῶς τὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα καταναλίσκει ἢ χρησιμοποιεῖ ὁ γεωργὸς, τὰ πληρώνει οὗτος ἀκριβότερα ἀπὸ ὅ,τι πωλεῖ τὰ ἰδικά του γεωργικὰ προϊόντα, κατὰ 30– 50% εἰς τὰ Βόρεια διαμερίσματα καὶ κατὰ 35% περίπου εἰς τὴν Πελοπόννησον. Περισσότερον παραστατικὴν εἰκόνα τῆς θλιβερᾶς θέσεως τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου μᾶς δίδει ὁ ἀκόλουθος πίναξ, ὁ ὁποῖος κατηρτίσθη ὑπὸ τῶν Γεωργικῶν Συνεταιρικῶν Ὀργανώσεων τῆς Βορείου Ἑλλάδος καὶ εἰς τὸν ὁποῖον φαίνεται ποία ποσότης γεωργικῶν προϊόντων ἀπαιτεῖται σήμερον διὰ τὴν ἀγορὰν ὡρισμένων ἐργαλείων ἢ εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης διὰ τὸν ἀγρότην καὶ ποία ποσότης ἀπητεῖτο προπολεμικῶς.
| Προπολε- | Μεταπολε- | ||
| μικῶς ὀκάδ. | μικῶς ὀκάδ. | ||
| Ἕνα ἄροτρον | Βάμβαξ | 7 | 26 |
| Σῖτος | 45 | 175 | |
| Καπνὸς | 3 | 40 | |
| Ἕνα κοστούμι | Βάμβαξ | 60 | 70 |
| Σῖτος | 300 | 600 | |
| Καπνὸς | 25 | 70 | |
| Ὑποδήματα | Βάμβαξ | 8 | 10 |
| Σῖτος | 40 | 80 | |
| Καπνὸς | 3 | 9 | |
| Κάμποτ | Βάμβαξ | 0,25 | 0,40 |
| Σῖτος | 1,25 | 3.— | |
| Καπνὸς | 0,10 | 0,30 | |
| Ἀλατζᾶς | Βάμβαξ | 0,12 | 0,25 |
| Σῖτος | 0,50 | 2.— | |
| Καπνὸς | 0,05 | 0,25 |
Δέον ἀκόμη νὰ σημειωθῇ, ὅτι ἡ μεγαλυτέρα ὕψωσις τιμῶν παρουσιάζεται εἰς τὰ προϊόντα ἢ εἴδη εὐρείας λαϊκῆς καταναλώσεως, ὡς καὶ εἰς τὰ εἴδη Μονοπωλίου ἢ κρατικῶν διανομῶν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει, ὅτι ὄχι μόνον ἡ Κυβέρνησις δὲν κατώρθωσε νὰ συγκρατήσῃ τὰς τιμὰς τῶν εἰδῶν, ποὺ ἀφοροῦν τὰς πτωχοτέρας τάξεις, ἀλλ’ ἀντιθέτως διὰ τῆς πολιτικῆς τοῦ «Κράτους–Μπακάλη», ποὺ ἀκολουθεῖ, ἐπρωτοστάτησεν εἰς τὴν ὕψωσιν τοῦ λαϊκοῦ καὶ ἀγροτικοῦ τιμαρίθμου. Ἡ τιμὴ τοῦ ἀλατζᾶ ηὔξησεν, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1938, κατὰ 646 φοράς, τὸ λίπος κατὰ 513 φοράς, τὸ ἀλάτι Μονοπωλίου 438 φοράς, ἡ σάκχαρις (εἶδος διανομῶν) κατὰ 600 φοράς, ἡ ὄρυζα (εἶδος διανομῶν) κατὰ 1.148 φορὰς (Θεσσαλονίκη), ἡ ὄρυζα Ἀμερικῆς κατὰ 1.214 φορὰς καὶ ἡ ὄρυζα Ἰταλίας κατὰ 655 φοράς. Αἱ δύο τελευταῖαι τιμαὶ εἶναι τῆς 11ης τρέχοντος Δεκεμβρίου καὶ μετὰ τὴν τελευταίαν διανομήν, αἱ ἄλλαι εἶναι προγενέστεραι καὶ ἐλήφθησαν ἐκ τοῦ Δελτίου τοῦ Ἐμπορικοῦ Ἐπιμελητηρίου Θεσσαλονίκης. Δέν θὰ ἐπιμείνω περισσότερον εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῆς οἰκονομίας τοῦ ἀγρότου καὶ τῆς δεινοτάτης θέσεως αὐτοῦ. Εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον ἀντιμετώπισε τὴν κατάστασιν αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις. Καὶ διὰ νὰ μὴ σᾶς κουράσω, θὰ ἐξετάσω τρία μόνον ἀπὸ τὰ κυριώτερα γεωργικά μας προϊόντα, διὰ νὰ σᾶς καταδείξω τὴν τραγικὴν ἀποτυχίαν τῆς Κυβερνητικῆς Πολιτικῆς. Καὶ ἀρχίζω ἀπὸ τὸ ζήτημα τῆς προστασίας τῆς σιτοπαραγωγῆς καὶ τῆς συγκεντρώσεως τοῦ σίτου. Ἐνθυμῆσθε ὅλοι τὰς μακρὰς καὶ ὀξείας σχετικὰς συζητήσεις τοῦ παρελθόντος θέρους. Ἡ Κυβέρνησις ἐπέμενε νὰ διενεργήσῃ περιωρισμένην συγκέντρωσιν μέχρι ποσοῦ 50.000 τόννων σίτου καὶ εἰς τιμὴν 2.500 δραχμῶν, πρὸς ἔμμεσον δὲ ἐνίσχυσιν τῶν σιτοπαραγωγῶν ἐζήτει τὴν κατάργησιν τῆς διὰ Δελτίου διανομῆς τῶν μακαρονίων, μὲ πρόβλεψιν, ὅτι ἡ Μακαρονοποιΐα θὰ ἀπερρόφα σημαντικὰς ποσότητας σκληρῶν καὶ ἡμισκλήρων σίτων, ὁπότε θὰ ἐπήρχετο ἀποσυμφόρησις εἰς τὰ μεγάλα παραγωγικὰ κέντρα καὶ συνεπῶς συγκράτησις τῶν τιμῶν εἰς ὑψηλὰ ἐπίπεδα. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀπεδέχετο μὲν τὸ γενικὸν Κυβερνητικὸν σχέδιον, ἐπέμενεν ὅμως εἰς τὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς τῆς συγκεντρώσεως εἰς δραχμὰς 3.000 κατ’ ὀκᾶν καὶ τῆς συγκεντρωθησομένης ποσότητος εἰς 150 χιλιάδας τόννους. Συμφωνήσας ὡς πρὸς τὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς μὲ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, εἶχον τὸ θλιβερὸν προνόμιον νὰ διαφωνήσω, ὡς πρὸς ὅλα τὰ λοιπὰ μέτρα, τόσον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅσον καὶ πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Εἰς μακρὰν τότε ἀγόρευσίν μου ὑπεστήριξα, ὅτι τὸ Κυβερνητικὸν σχέδιον θ’ ἀποτύχῃ, ὅτι θὰ καταστῇ ἀδύνατος ἡ συγκέντρωσις λόγῳ τῶν τιμῶν, ὅτι ἡ Μακαρονοποιΐα δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἀπορροφήσῃ ἀξιολόγους ποσότητας καὶ ὅτι ἡ κατάργησις τοῦ Δελτίου μακαρονίων θὰ ἔχῃ ὡς μόνον ἀποτέλεσμα νὰ χάσῃ τὸ Δημόσιον τὸ ἐξ αὐτῶν ἔσοδον, ἀνερχόμενον εἰς 80–100 δισεκατομμύρια δραχμῶν, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἐπωφελεῖτο κἂν ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ οἱ ἔμποροι καὶ βιομήχανοι καὶ κατέληγον συνιστῶν νὰ διενεργηθῇ ἡ συγκέντρωσις ὡς διενηργεῖτο καὶ προπολεμικῶς, δηλαδή, ἄνευ ποσοτικοῦ περιορισμοῦ ὡς πρὸς τὴν συγκεντρωτέαν ποσότητα σίτου, εἰς ὅλα τὰ διαμερίσματα, εἰς τιμὴν 3.000 δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν καὶ μὲ διαχείρισιν ὑπὸ τοῦ Κράτους τῶν ἀλεύρων πρὸς μακαρονοποίησιν. Αἱ ἀπόψεις μου, ὅπως ἄλλως τε καὶ αἱ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν εἰσηκούσθησαν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπροχώρησεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κυβερνητικοῦ σχεδίου. Ὑπεστήριξα τότε καὶ ἐγώ, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ παράδοσις σίτου εἰς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν μὲ τὴν τιμὴν τῆς συγκεντρώσεως πρὸς κάλυψιν τῶν πρὸς αὐτὴν χρεῶν τῶν ἀγροτῶν. Ἀλλὰ καὶ ἡ ὑπόδειξις αὐτὴ ἀρχικῶς ἀπερρίφθη, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως βραδύτερον, ὅταν ἐπιστοποιήθη ἡ ἀποτυχία τῶν Κυβερνητικῶν μέτρων καὶ ἐξηγέρθη ὁ Ἀγροτικὸς κόσμος. Καὶ πάλιν ὅμως τὸ μέτρον ἐνοθεύθη, διότι ὡς τιμὴ συγκεντρώσεως διὰ τὸν σῖτον ὑπὸ τῆς Α.Τ.Ε. ὡρίσθησαν δραχμαὶ 2.000 ἀντὶ τῶν δραχμῶν 2.500, ποὺ κατεβάλλοντο εἰς τὴν τακτικὴν συγκέντρωσιν. Ὡς ἐὰν δὲ διὰ νὰ ἐπαληθεύσουν πέραν ὡς πέραν αἱ προβλέψεις μου, ἐσταμάτησε παραδόξως κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συγκεντρώσεως ἡ χορήγησις πιστώσεων πρὸς τὴν μακαρονοποιΐαν, ἡ ὁποία συνεπείᾳ τούτου ἢ κατοχυρουμένη ὄπισθεν τούτου δὲν προέβη παρὰ εἰς ἀσημάντους ἀγορὰς σίτου. Τοιουτοτρόπως, ἡ ἀποτυχία τῆς συγκεντρώσεως ὑπῆρξε πλήρης. Τὴν ἀποτυχίαν διεπίστωσε καὶ ἡ κατ’ Ὀκτώβριον γενομένη μεγάλη κοινὴ σύσκεψις τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Συνεταιρικῶν Ὀργανώσεων καὶ τῶν βουλευτῶν τῶν σιτοπαραγωγικῶν περιφερειῶν, ἀνεξαρτήτως κομματικῆς ἀποχρώσεως. Εἰς τὸ κατὰ τὴν σύσκεψιν ταύτην ἐγκριθὲν καὶ ἐπιδοθὲν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ψήφισμα, ὑπὸ τῆς Ἐκτελεστικῆς τῆς Συσκέψεως Ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας Πρόεδρος ἐξελέγη ὁ κ. Βαμβέτσος, εἶχα τὴν ἱκανοποίησιν νὰ ἀναγνωρισθῇ ἐν προοιμίῳ, ὅτι «ἡ μόνη ὀρθὴ λύσις ἦτο ἡ προπολεμικῶς ἐφαρμοσθεῖσα μὲ ἱκανοποιητικὰ ἀποτελέσματα, ἤτοι τῆς ἀπορροφήσεως πάσης προσφερομένης ποσότητος κλπ». Μαύρη ἱκανοποίησις, ἐφ’ ὅσον τὴν ἐπλήρωσε τόσον ἀκριβὰ ὁ ἀγροτικὸς κόσμος. Διότι, δυστυχῶς, ἡ ἀποτυχία ὑπῆρξε παταγώδης. Καὶ ἡ μὲν συγκεντρωθεῖσα ποσότης ἀνῆλθεν εἰς 57.813 τόννους, ἔναντι τῶν προβλεφθέντων 50.000, λόγῳ ὅμως τῶν ἐπιβληθέντων ποσοτικῶν καὶ κατὰ διαμερίσματα περιορισμῶν δὲν ἠδυνήθη νὰ συγκρατήσῃ τὰς τιμάς, αἱ ὁποῖαι ἐκυμάνθησαν μεταξὺ 1.300 καὶ 1.700 δραχμῶν. Εἰς τὴν Α.Τ.Ε. προσεφέρθησαν ἐλάχισται ποσότητες, 8.290.000 περίπου ὀκάδες, λόγῳ τῆς μειώσεως τῆς τιμῆς. Ἡ μακαρονοποιΐα μικρὰς ποσότητας ἠγόρασε καὶ τοιουτοτρόπως, χωρὶς νὰ ὠφεληθῇ τίποτε ὁ ἀγρότης, ὁ ὁποῖος ἐγκατελείφθη ἕρμαιον τῶν ἐκμεταλλευτῶν, ἔχασε τὸ Δημόσιον ἀρκετὰς δεκάδας δισεκατομμυρίων. Οἱ μόνοι ὠφεληθέντες ἐκ τῆς ἐφαρμοσθείσης πολιτικῆς εἶναι τὸ ἐμπόριον καὶ οἱ παντοειδεῖς διάμεσοι, οἱ ὁποῖοι, ἀγοράσαντες πρὸς 1.300–1.700 δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν, πωλοῦν ἤδη συμφώνως πρὸς τὸ σημερινὸν Δελτίον τοῦ Χρηματιστηρίου Ἐμπορευμάτων πρὸς δραχμ. 2.300 τὴν ὀκᾶν. Θὰ ἀναγνωρίσετε, ὅτι ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι μεγάλη. Ὡς δικαιολογία τῆς στενόκαρδης αὐτῆς πολιτικῆς, προεβλήθησαν τότε δύο ἐπιχειρήματα: Ἡ μὴ ἐπιβάρυνσις τοῦ Δημοσίου Προϋπολογισμοῦ ἐκ τῆς συγκεντρώσεως καὶ ὁ κίνδυνος αὐξήσεως τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας, μὲ ὅλας τὰς δυσαρέστους συνεπείας ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιδράσεως αὐτῆς ἐπὶ τῶν τιμῶν. Εἰς τὸ πρῶτον ἐπιχείρημα ἀπήντησα ἤδη κατὰ τὴν ἀγόρευσίν μου, τοῦ Ἰουνίου, ἀναπτύξας, διατὶ ὄχι μόνον ἡ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προβλεπομένη μικρὰ συγκέντρωσις μὲ τιμὴν 2.500 δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν, ἀλλὰ καὶ ἡ ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐμοῦ προβλεπομένη τοιαύτη τριπλασίας ποσότητος πρὸς δραχμὰς 3.000 κατ’ ὀκᾶν θὰ ἄφηνε καὶ πιστωτικὸν ὑπόλοιπον ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, λόγῳ τῆς σοβαρωτάτης πτώσεως τῶν τιμῶν τοῦ σίτου εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν καὶ τῆς μειώσεως συνεπῶς τοῦ κόστους τοῦ εἰσαγομένου σίτου. Καὶ τοὺς ὑπολογισμούς μου ἐπεβεβαίωσε οὐσιαστικῶς τότε, ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Ἐφοδιασμοῦ, εἰς σχετικήν του ἀγόρευσιν, εἰπών, ὅτι ἐκ τῆς συγκεντρώσεως, ἐὰν δὲν θὰ δημιουργηθοῦν νέα ἐλλείμματα, ὑφίστανται ὅμως παλαιὰ τοιαῦτα πρὸς κάλυψιν. Ἀπομένει συνεπῶς πρὸς ἐξέτασιν τὸ δεύτερον ἐπιχείρημα. Τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κινδύνου ἐκ τῆς διογκώσεως τῆς κυκλοφορίας, τὸ ὁποῖον προβάλλεται πάντοτε, ὁσάκις πρόκειται νὰ ληφθοῦν ἀποφάσεις πρὸς προστασίαν τῶν γεωργικῶν προϊόντων, εἴτε διὰ συγκεντρώσεως, εἴτε διὰ πιστοδοτήσεως αὐτῶν. Καὶ διὰ τοῦ ἐπιχειρήματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον λέγεται πάντοτε, ὅτι ὑποστηρίζεται καὶ ἐκ μέρους μελῶν τῆς Ἀμερικανικῆς Οἰκονομικῆς Ἀποστολῆς, ἀνατρέπονται συνήθως ἢ ματαιοῦνται οἱαδήποτε προστατευτικὰ ὑπὲρ τοῦ ἀγρότου μέτρα. Ἐπιβάλλεται, συνεπῶς, νὰ ἐξετασθῇ κἄπως διεξοδικώτερον. Ἐπιθυμῶ πάντως νὰ κάμω μίαν πρωταρχικὴν παρατήρησιν. Τὰ οἱαδήποτε νομισματικὰ μέτρα σκοπὸν ἔχουν νὰ κατοχυρώσουν καὶ εἰ δυνατὸν νὰ προαγάγουν τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τῆς χώρας καὶ οὐχὶ νὰ τὴν καταπνίξουν. Δὲν εἶναι, συνεπῶς, ὀρθὸν ἐπὶ τῇ βάσει νομισματικῶν ἀξιωμάτων ἀμφιβόλου οὐσιαστικῆς ἀξίας ἢ πρακτικῆς χρησιμότητος νὰ συντελοῦμεν εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀποκέντρωσιν τῆς χώρας. Ἐξ ἄλλου οὐδεὶς καὶ εἰς οὐδένα τομέα εἶναι ἀλάθητος. Ἡ γνώμη, συνεπῶς, τῶν ξένων ἐμπειρογνωμόνων δὲν ἔχει παρὰ τὴν σχετικὴν ἀξίαν, ποὺ τῆς προσδίδει ἡ ἐνδεχομένη ὀρθὴ ἀπὸ μέρους των ἐκτίμησις τῆς Ἑλληνικῆς πραγματικότητος. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ κάμω ἀναδρομὰς καὶ κρίσεις ὡς πρὸς τὸ πρόσφατον παρελθόν. Εἶναι, ὅμως, ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἐὰν ὁ κομμουνισμὸς ἔλαβεν ἐδῶ τοιαύτην ἔκτασιν καὶ, ἐὰν τελικῶς ἐπροξένησε τόσας καταστροφὰς καὶ ὡδήγησε τὸν τόπον εἰς τόσην ἀπαθλίωσιν, τοῦτο δὲν ὀφείλεται ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον εἰς τοὺς ἑλληνοφώνους ἢ μὴ κομμουνιστάς. Εὐθύνονται κἄποτε ἐξ ἴσου, ἂν μὴ καὶ περισσότερον καὶ ἄλλοι, μεγάλοι μας ἴσως φίλοι, οἱ ὁποῖοι διέπραξαν εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος — καὶ ταυτοχρόνως πολλάκις εἰς βάρος των — σφάλματα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐπληρώσαμεν ἀκριβότατα εἰς αἷμα καὶ ὑλικὰς θυσίας. Ἐπιβάλλεται, συνεπῶς, ἡ μὲ περισσοτέραν ἀνεξαρτησίαν σκέψεως ἀντιμετώπισις τῶν ὁπόθεν δήποτε προερχομένων ὑποδείξεων, ὁσάκις αὗται ἀφοροῦν ζωτικὰ τοῦ τόπου ζητήματα. Καὶ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα. Οὐδέποτε, κύριοι βουλευταί, ἡ Ἐθνική μας Οἰκονομία ἐγνώρισε τοιαύτην στενότητα κυκλοφορίας. Κατὰ τὸ 1938 ἡ νομισματικὴ κυκλοφορία ἀνήρχετο εἰς 19.731 ἑκατομμύρια δραχμῶν, σημερινῆς ἀγοραστικῆς δυνάμεως 7.500 δισεκατομμυρίων περίπου. Ἐξ ἄλλου, ἡ νομισματικὴ κυκλοφορία κατὰ τὸν παρελθόντα Αὔγουστον μόλις ἀνήρχετο εἰς 1.355,7 δισεκατομμύρια, δηλαδή, εἰς τὸ ἓν πέμπτον περίπου τῆς προπολεμικῆς. Βεβαίως, εὑρίσκονται ἐν κυκλοφορίᾳ καὶ περὶ τὰ 8–10 ἑκατομμύρια χρυσῶν λιρῶν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη ὑπολογίσωμεν καὶ αὐτὰ ὡς κυκλοφοροῦν νόμισμα—μολονότι τὸ σημαντικώτερον μέρος αὐτῶν ἔχει ἀχρηστευθῆ δι’ ἀποθησαυρισμοῦ, τὸ δὲ ὑπόλοιπον δὲν εἶναι ἐν χρήσει εἰς ὅλας ἐν γένει τὰς συναλλαγὰς— καὶ πάλιν ἡ νομισματικὴ σημερινὴ κυκλοφορία, μόλις θὰ προσεγγίσῃ τὰ 35–40% τῆς προπολεμικῆς τοιαύτης, ἡ ὁποία μάλιστα καλύπτεται εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ κυκλοφοροῦν χαρτονόμισμα, διὰ χρυσοῦ καὶ συναλλάγματος 929 δισεκατομμυρίων, ἤτοι κατὰ 70% καὶ πλέον. Ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτὰς κίνδυνος πληθωρισμοῦ δὲν παρουσιάζεται ἐκ μικρᾶς περιοδικῆς αὐξήσεως τῆς κυκλοφορίας, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσον καὶ αἱ καταθέσεις εἰς Τραπέζας εἶναι περιωρισμέναι, ὥστε νὰ περιορίζεται προσθέτως ἡ δυνατότης τῆς ὑποκαταστάσεως τοῦ νομίσματος διὰ τραπεζιτικῶν ἐπιταγῶν εἰς εὐρεῖαν κλίμακα. Ἐποχιακαὶ ἄλλως τε διακυμάνσεις τῆς κυκλοφορίας δὲν εἶναι τίποτε τὸ ἐξαιρετικὸν ἢ ἀνησυχητικόν. Κίνδυνος, συνεπῶς, πληθωρισμοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ ἀπὸ ἐποχιακὰς διακυμάνσεις, ὀφειλομένας εἰς τὴν παροδικὴν αὔξησιν τῶν κυκλοφορούντων ἀγαθῶν. Τοιοῦτος κίνδυνος δύναται μόνον νὰ δημιουργηθῇ δι’ ἐκδόσεως ἀκαλύπτου χαρτονομίσματος πρὸς κάλυψιν παγίων καταναλωτικῶν ἀναγκῶν, διὰ τῆς δημιουργίας δηλαδὴ προσθέτου, ἄνευ ἀντικρύσματος, ἀγοραστικῆς ἱκανότητος, ὅπως συμβαίνει μὲ τὴν ἔκδοσιν χαρτονομίσματος πρὸς ἀντιμετώπισιν ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ χρηματοδότησις, ὅμως, τῆς συγκεντρώσεως τῶν γεωργικῶν προϊόντων δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτήν. Δοθέντος δέ, ὅτι καὶ αἱ τιμαὶ τῶν γεωργικῶν προϊόντων διατηροῦνται εἰς ἐπίπεδον σταθερῶς χαμηλότερον τοῦ γενικοῦ τιμαρίθμου, καὶ ἡ ἐντεῦθεν ἐπίδρασις τῆς συγκεντρώσεως μειοῦται. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ 1948 ἡ ὕψωσις τοῦ γενικοῦ τιμαρίθμου ἦτο ταχυτέρα καὶ μεγαλυτέρα τῆς αὐξήσεως τῆς κυκλοφορίας, ὥστε νὰ προηγῆται ἡ ὕψωσις τῶν τιμῶν τῆς αὐξήσεως τῆς κυκλοφορίας, ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι ὁ γεωργικὸς τιμάριθμος ὑπῆρξε σταθερῶς κατώτερος τοῦ γενικοῦ τοιούτου, ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Ἰανουαρίου τὰ πράγματα ἀντιστρέφονται, ἡ αὔξησις δηλαδὴ τῆς κυκλοφορίας προηγεῖται τῆς αὐξήσεως τῶν τιμῶν. Παρουσιάζεται οὕτω ἡ ἑξῆς εἰκών: Ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου μέχρι τοῦ Αὐγούστου 1949 ὁ τιμάριθμος τῶν γεωργικῶν προϊόντων ἀπὸ 312 ἀνέρχεται εἰς 328, δηλαδὴ αὐξάνει κατὰ 5%, ἐνῷ ἡ κυκλοφορία αὐξάνει κατὰ 20%, ἀνελθοῦσα ἀπὸ 1.130 δισεκατομμύρια κατὰ τὸν Ἰανουάριον εἰς 1.356 δισεκατομμύρια κατὰ τὸν Αὔγουστον. Ἡ αὔξησις τῆς κυκλοφορίας εἶναι τετραπλασία τῆς αὐξήσεως τῶν τιμῶν. Κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα, αἱ πιστώσεις τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος αὐξάνονται κατὰ 25%. Δηλαδή, ἀπὸ 1.456 δισεκατομμύρια τὸν Ἰανουάριον ἀνῆλθον εἰς 1.817 δισεκατομμύρια τὸν Αὔγουστον. Παραλλήλως τὸ χρέος τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος ηὐξήθη κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα κατὰ 43,5%, δηλαδὴ ἀπὸ 738 δισεκατομμύρια τὸν Ἰανουάριον ἀνῆλθεν εἰς 1.059 δισεκατομμύρια τὸν Αὔγουστον. Κυκλοφορία, συνεπῶς, καὶ χορηγήσεις τῆς Τραπέζης σχεδὸν συμβαδίζουν, ἐνῷ ἀντιθέτως αὐξάνει σημαντικῶς τὸ πρὸς τὸ Ἐκδοτικὸν Ἵδρυμα χρέος τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον καὶ ἀπορροφᾷ ὁλόκληρον σχεδὸν τὴν σημειουμένην αὔξησιν τῶν πιστώσεων τῆς Τραπέζης (συγκεκριμένως 321 δὶς ἐπὶ 361 δίς). Εἶναι καταφανές, ὅτι ἡ αὔξησις τῆς κυκλοφορίας κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, ὀφείλεται κυρίως καὶ σχεδὸν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν σοβαρὰν διόγκωσιν τοῦ πρὸς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος χρέους τοῦ Δημοσίου, ἡ αὔξησις τοῦ ὁποίου ἄλλως τε— ὡς θὰ ἴδωμεν— συνεχίζεται καὶ κατὰ τοὺς ἑπομένους μῆνας. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ μείνῃ οὐδὲ ἡ ἐλαχίστη ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀμφιβολία, ἐζήτησα καὶ μοῦ ἐδόθη ἀκριβὴς κατάστασις τῶν μηνιαίων ἀναλήψεων τῆς Α.Τ.Ε. ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὸ τρέχον ἔτος. Ἀπὸ Ἰανουαρίου μέχρι καὶ τοῦ Νοεμβρίου, τὸ σύνολον τῶν χορηγήσεων τοῦ Κεντρικοῦ Πιστωτικοῦ Ἱδρύματος πρὸς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν ἀνῆλθεν εἰς 735 δισεκατομμύρια, αἱ δὲ ἀναλήψεις τῆς τελευταίας αὐτῆς κατὰ τοὺς μῆνας τῆς συγκεντρώσεως κυμαίνονται γύρω ἀπὸ τὰ ἐπίπεδα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐκινήθησαν καὶ κατὰ τοὺς προηγουμένους μῆνας καὶ συγκεκριμένως μεταξὺ 40 καὶ 60 δισεκατομμυρίων, μὲ μοναδικὴν ἐξαίρεσιν τὸν Αὔγουστον, ὁπότε— ὅπως ἄλλως τε καὶ τὸν Μάϊον— ἔφθασαν εἰς ἑκατὸν δισεκατομμύρια, διὰ νὰ πέσουν καὶ πάλιν τὸν Σεπτέμβριον εἰς 43 δίς. Εἶναι προφανές, ὅτι παρὰ τὴν παροδικὴν κατ’ Αὔγουστον ὕψωσιν τῶν ἀναλήψεων τῆς Α.Τ.Ε., ἡ κίνησις τοῦ λογαριασμοῦ της παρὰ τῇ Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος διατηρεῖται εἰς χαμηλὰ καὶ μᾶλλον σταθερὰ πλαίσια, μὴ δυνάμενα ν’ ἀσκήσουν δυσμενῆ ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς κυκλοφορίας. Δὲν εὐσταθεῖ, συνεπῶς, τὸ προβαλλόμενον ἑκάστοτε ἐπιχείρημα τῆς ἀδυναμίας εὐρυτέρας χρηματοδοτήσεως τῆς Α.Τ.Ε. διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῶν συγκεντρώσεων καὶ τὴν ἀποτελεσματικὴν προστασίαν τῶν τιμῶν τῶν γεωργικῶν προϊόντων. Ἄλλως τε, ἡ διὰ τὴν συγκέντρωσιν ἀνάγκη κεφαλαίων μειώνεται σοβαρῶς λόγῳ τοῦ ὅτι κατὰ τὴν συγκέντρωσιν συμψηφίζονται κατὰ σημαντικὸν ποσοστὸν αἱ πρὸς τὴν Τράπεζαν ὀφειλαὶ τῶν παραδιδόντων τὰ προϊόντα των ἀγροτῶν. Ἐπιτυγχάνεται, συνεπῶς, τοιουτοτρόπως καὶ ἡ μικροτέρα μετακίνησις κεφαλαίων καὶ ἡ ρευστοποίησις τῶν ἀπαιτήσεων τῆς Α.Τ.Ε. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ὑπεβοήθη πραγματικῶς τὴν προσφορὰν σίτου εἰς τὴν ΑΤΕ πρὸς ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν τῶν ἀγροτῶν, ὄχι μόνον οὐδεμία ἀνάληψις κεφαλαίων ἐκ τοῦ Ἐκδοτικοῦ Ἱδρύματος θὰ ἐγίνετο, ἀλλὰ καὶ θὰ ἐρευστοποίει ἡ ΑΤΕ μέγα μέρος τῶν ἀπαιτήσεών της. Ἀλλὰ καὶ τὴν λύσιν αὐτὴν ἐματαίωσεν ἡ Κυβέρνησις, ὁρίσασα τιμὴν διὰ τὸν προσφερόμενον εἰς τὴν ΑΤΕ σῖτον δραχ. 2.000, ἀντὶ 2.500. Εἶπε, δηλαδή, τὸ Κράτος εἰς τὸν ἀγρότην: «Δῶσε εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ σιτάρι σου διὰ νὰ ἐξοφλήσῃς τὸ χρέος σου, χωρὶς νὰ λάβῃς ρευστὸν χρῆμα οὔτε πεντάρα. Καὶ ἐπειδὴ θὰ φανῇς ἔτσι συνεπὴς εἰς τὰς ὑποχρεώσεις σου, σοῦ κόβω 25% ἀπὸ τὴν τιμὴν τῆς συγκεντρώσεως!». Καὶ ὁ Σάϋλωκ δὲν θὰ ἐτήρει διάφορον τακτικήν. Πῶς ἦτο δυνατὸν ὑπὸ παρομοίας συνθήκας νὰ ἐπιτύχῃ ἡ ἔκτακτος συγκέντρωσις τῆς ΑΤΕ; Ἰδοὺ διατὶ προσεφέρθησαν εἰς αὐτὴν μόνον 15.000 περίπου τόννοι, ἀξίας 17 περίπου δισεκατομμυρίων δραχμῶν, καλυφθέντων οὕτω – ἐκ τοῦ συνόλου τῶν 123 δισεκατομμυρίων τῶν χορηγήσεών της — μόνον τῶν 14% ἐκ χορηγήσεων πρὸς σιτοκαλλιεργητάς, πλὴν ἐννοεῖται τῶν συμψηφισμῶν τῶν γενομένων εἰς τὴν τακτικὴν συγκέντρωσιν.
§21Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ Τράπεζα ἐρευστοποίησεν ἐπίσης ἐκ τῆς τακτικῆς συγκεντρώσεως 60 δισεκατομμύρια.
§22Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ἀλλ’ ἐνῶ εἶναι τόσον φειδωλὴ πρὸς τὸν ἀγροτικὸν κόσμον καὶ ὁσάκις πρόκειται νὰ χρηματοδοτηθῇ ἡ συγκέντρωσις γεωργικῶν προϊόντων, προβάλλεται ὁ κίνδυνος τῆς αὐξήσεως τῆς κυκλοφορίας, δι’ ἄλλους κλάδους ἡ Κυβέρνησις δὲν φαίνεται τόσον διστακτική. Θὰ τὸ ἀντιληφθῆτε, ἐὰν ρίψετε ἕνα βλέμμα εἰς τὴν κίνησιν τῶν πιστώσεων τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ἐφαρμόζει τὰς ἑκάστοτε κυβερνητικὰς ἀποφάσεις καὶ εἶναι σήμερον, λόγῳ τοῦ περιωρισμένου τῆς ἰδιωτικῆς ἀποταμιεύσεως, ἡ κυρία πηγὴ διαθέσεως κεφαλαίων. Ἡ εὐθύνη, συνεπῶς, βαρύνει τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὄχι τὸ Ἵδρυμα, τοῦ ὁποίου ἡ Διοίκησις εἶναι πράγματι νοικοκυρεμένη. Ἐνδεικτικῶς θὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι αἱ πρὸς τὸ ἐμπόριον πιστώσεις, κατὰ τὸ πρῶτον ὀκτάμηνον τοῦ τρέχοντος ἔτους, σχεδὸν ἐτριπλασιάσθησαν. Ἀπὸ 57, δηλαδή, δισεκατομμύρια ἔφθασαν εἰς 151 δισεκατομμύρια. Κατὰ τὸ 1948, ἐνῷ σημειοῦται στασιμότης εἰς τὰς πιστώσεις πρὸς τὴν γεωργίαν, αἱ ὁποῖαι μάλιστα κατὰ Δεκέμβριον ἐμφανίζονται μειωμέναι κατὰ 30 περίπου δισεκατομμύρια, αἱ πρὸς τὸ καπνεμπόριον χορηγήσεις τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ὑπερδιπλασιάζονται. Μάλιστα, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ ὕψος αὐτῶν κατὰ Ἰούνιον, ὑπερεξαπλασιάζονται καὶ ἀπὸ 40 δισεκατομμύρια φθάνουν, μὲ ἀποτόμους διαδοχικὰς αὐξήσεις, εἰς 264 δισεκατομμύρια, χωρὶς νὰ γίνῃ τότε λόγος περὶ «διογκώσεως» τῆς κυκλοφορίας. Κατὰ τὸν παρελθόντα Αὔγουστον, αἱ τοιαῦται πιστώσεις ἔφθασαν εἰς 325 δισεκατομμύρια.
§23Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπατε, ὅτι αἱ πιστώσεις διὰ τὸ καπνεμπόριον ἦσαν δυσανάλογοι πρὸς τὰς τῆς γεωργίας. Μήπως αἱ πιστώσεις πρὸς τὸ καπνεμπόριον ὠφελοῦν τὴν παραγωγήν, λόγῳ τῆς μὴ ἐξαγωγῆς τοῦ καπνοῦ;
§24Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι τὴν πιστωτικὴν ἐνίσχυσιν οἱουδήποτε παραγωγικοῦ κλάδου. Ἀλλ’ ὅταν ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται πρὸ στενότητος κεφαλαίων, ἐναπόκειται εἰς αὐτὴν νὰ ἐξεύρῃ τὸν τρόπον τῆς συμμέτρου διαθέσεως τῶν πιστώσεων. Ὅσον ἀφορᾷ εἰδικώτερον τὸ ἐρώτημά σας, θὰ ἐπεθύμουν καὶ ἐγὼ νὰ σᾶς ἐρωτήσω, ἐὰν ἦσθε βέβαιος, ὅτι ὅλαι αἱ σχετικαὶ πιστώσεις πρὸς τὸ καπνεμπόριον ἐχρησιμοποιήθησαν ὑπὸ τῶν λαβόντων αὐτὰς κατὰ τρόπον ὠφελοῦντα καὶ τὴν γεωργίαν καὶ τὸ καπνεμπόριον. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ παρασυρθῶ εἰς συζήτησιν ἐπὶ τῆς καπνικῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία θὰ μᾶς παρέσυρε πολὺ μακράν. Ἀρκοῦμαι μόνον — ἐφ’ ὅσον μοῦ ἐκάματε τὴν διακοπὴν αὐτὴν — νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι δὲν εἶναι ὁ καλύτερος τρόπος πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ καπνεμπορίου καὶ τοῦ καπνοῦ, ὁ ἀπότομος διὰ μέσου τῶν ὑπουργικῶν ἢ κομματικῶν προθαλάμων πενταπλασιασμὸς ἢ ἑξαπλασιασμὸς τῶν καπνεμπόρων. Διότι, δυστυχῶς, κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον ἐφθάσαμεν νὰ ἀναγνωρισθοῦν ὡς καπνέμποροι διάφοροι πρώην μεσῖται καπνοῦ ἢ διάμεσοι. Ἔτσι ὁ ἀριθμὸς τῶν καπνεμπόρων ἀνῆλθεν αἰσίως εἰς 600 περίπου καὶ ὅλοι φυσικὰ ἔχουν τυπικῶς δικαίωμα χρηματοδοτήσεως καὶ ὅλοι πιέζουν ὅπως λάβουν πιστώσεις, συντελοῦντες εἰς τὴν αὔξησιν τῶν σχετικῶν πιστώσεων. Δὲν γνωρίζω ἂν τοῦτο εἶναι πρὸς ὄφελος τοῦ προϊόντος, διότι τὸ ἐξαγωγικὸν ἐμπόριον τοῦ καπνοῦ εἶναι ἔργον λεπτὸν καὶ ὄχι τόσον εὐχερές. Εἶναι δὲ τόσον σπουδαία ἡ θέσις τοῦ καπνοῦ εἰς τὴν ἐθνικήν μας οἰκονομίαν, ὥστε δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὴν τύχην του εἰς οἱονδήποτε. Φοβοῦμαι, ὅτι ὅ,τι ἐγένετο μὲ τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν καπνεμπόρων δὲν θ’ ἀποβῇ πρὸς ὄφελος οὔτε τῆς παραγωγῆς, οὔτε τῆς ἐθνικῆς μας οἰκονομίας. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ σταφιδικόν. Θὰ εἴδατε ὅλοι σήμερον εἰς τὰς ἐφημερίδας σωρείαν τηλεγραφημάτων ἐξ ὅλων τῶν σταφιδοπαραγωγικῶν περιφερειῶν τῆς χώρας, διὰ τῶν ὁποίων οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ διαμαρτύρονται ἐντόνως διὰ τὴν ἄδικον μεταχείρισίν των ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἔτσι, πρὶν κοπάσῃ ὁ σάλος καὶ ἡ ἀναταραχὴ ἀπὸ τὰς ἐργατικὰς καὶ ἄλλας ἀπεργίας τῶν ἀστικῶν κέντρων, ἀπειλούμεθα μὲ νέαν ἐξέγερσιν, εἰς τὴν ὕπαιθρον αὐτὴν τὴν φοράν, τοῦ σταφιδοπαραγωγικοῦ κόσμου. Διότι τὰ τηλεγραφήματα αὐτὰ εἶναι τὸ προοίμιον. Τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα ἐγένετο εἰς τὰς Ἀθήνας μακρὰ σύσκεψις τῶν ἀντιπροσώπων ὅλων τῶν σταφιδοπαραγωγικῶν Ὀργανώσεων τῆς χώρας, τῆς ὁποίας τὰ πορίσματα θὰ θέσω εὐθὺς ἀμέσως ὑπ’ ὄψει σας. Καὶ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν αἰτημάτων αὐτῶν ἀρχίζει νὰ διεκδικῇ ὁ σταφιδοπαραγωγικὸς κόσμος. Ἡ θέσις του εἶναι ἰδιαιτέρως δυσχερής. Μὲ τὴν παραγωγὴν σοβαρῶς μειωμένην καὶ μόλις φθάνουσαν ἀκόμη τὰ 70% τῆς προπολεμικῆς, μὲ ἰδιαιτέρως ὑψηλὰς καλλιεργητικὰς δαπάνας, μὲ δυσχερῆ τὴν θέσιν τοῦ προϊόντος εἰς τὰς ἀγορὰς τοῦ ἐξωτερικοῦ —ὅπου ἀντιμετωπίζει σοβαρὸν ἀνταγωνισμόν— μὲ γεωργικὸν εἰσόδημα σημαντικῶς μειωμένον λόγῳ τῆς μεγάλης κατατμήσεως τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τῆς εἰς εὐρεῖαν κλίμακα μονοκαλλιεργείας —συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ὑφίσταται ἀμεσώτερον τὴν ὕψωσιν τῶν τιμῶν καὶ τοῦ κόστους τῆς ζωῆς— ὁ σταφιδοπαραγωγὸς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀντικρύζῃ τὴν ἔλλειψιν κατανοήσεως, διὰ νὰ μὴ εἴπωμεν τὴν ἀδιαφορίαν, τοῦ Κράτους, δηλαδὴ τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ αἴτημά του πρὸς τὸ Κράτος, ὅπως καὶ ὅλου τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου, ἦτο κατὰ τὸ παρελθὸν —ὅπως καὶ ἐφέτος— νὰ τοῦ παρασχεθῇ στοιχειώδης προστασία καὶ νὰ τοῦ ἐξασφαλισθῇ, διὰ τὸ προϊόν του, τιμὴ καλύπτουσα τουλάχιστον τὸ κόστος τῆς παραγωγῆς, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ 1948 εἶχεν ὑπολογισθῆ κατὰ μέσον ὅρον εἰς δραχμὰς 2.800 –3.000 κατ’ ὀκᾶν. Μολονότι, ὅμως, ἡ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισε τὸ βάσιμον τοῦ αἰτήματός του καὶ μολονότι δὲν ἠμφισβήτησε τὸ ὑψηλὸν κόστος παραγωγῆς τῆς σταφίδος, καθώρισε τελικῶς ὡς τιμὴν ἀσφαλείας δραχμὰς 2.300 κατ’ ὀκᾶν, τιμὴν δηλαδὴ κατὰ 20–30% χαμηλοτέραν τοῦ παραγωγικοῦ κόστους. Ἀλλὰ τὸ κυβερνητικὸν ἐνδιαφέρον διὰ τὸν σταφιδοπαραγωγὸν δὲν ἐσταμάτησεν ἕως ἐδῶ. Ἀφήνω κατὰ μέρος, ὅτι καὶ τὴν τιμὴν αὐτὴν ν’ ἀνήγγειλεν ὁριστικῶς τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1949, ἓξ δηλαδὴ μῆνας μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συγκομιδῆς καὶ ὅτι ἐκ τῆς ἀοριστίας αὐτῆς, ὡς πρὸς τὴν τελικῶς καταβλητέαν τιμὴν ὑπὸ τοῦ ΑΣΟ, ἐπωφελήθη τὸ ἐμπόριον εἰς βάρος τοῦ παραγωγοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ προϊόντος, διότι ὁ ΑΣΟ δὲν κατώρθωσε νὰ συγκεντρώσῃ τὰς ἀναγκαίας ποσότητας καὶ δὲν ἠδυνήθη τελικῶς νὰ ἐκμεταλλευθῇ ὅλας τὰς δυνατότητας ἐξαγωγῆς τῆς σταφίδος, ποὺ παρουσιάσθησαν. Καὶ εἰς ἐπιστέγασμα, ἡ Κυβέρνησις συνέχισε καὶ κατὰ τὸ σταφιδικὸν ἔτος 1948–49 τὴν δυσμενῆ διὰ τὸ προϊὸν συναλλαγματικὴν πολιτικήν, ποὺ εἶχεν ἐγκαινιάσει μὲ τὸ νομοθ. διάταγμα 481 τοῦ 1947. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ὡς γνωστόν, εἰς τοὺς ἐξαγωγεῖς καταβάλλονται —πλὴν τῆς ἐπισήμου τιμῆς τοῦ ξένου συναλλάγματος— καὶ τὰ λεγόμενα «ἀποδεικτικὰ συναλλάγματος» ἢ κοινῶς «μπόνς», τὰ ὁποῖα ἔχουν προορισμὸν νὰ καλύψουν πρὸς ὄφελος τοῦ ἐξαγωγέως τὴν διαφορὰν μεταξὺ ἐπισήμου τιμῆς συναλλάγματος καὶ τιμῆς ἐλευθέρας ἀγορᾶς, διαφορὰν τὴν ὁποίαν εἰσπράττει ὁ ἐξαγωγεὺς διὰ τῆς διαπραγματεύσεως καὶ πωλήσεως αὐτῶν εἰς τὸ Χρηματιστήριον. Ἡ τιμὴ τῶν «μπόνς» εἰς τὸ Χρηματιστήριον, ὅπως συμβαίνει ἄλλως τε μὲ ὅλους τοὺς τίτλους καὶ ὅλας τὰς ἀξίας ποὺ εἶναι ἀντικείμενον χρηματιστηριακῆς διαπραγματεύσεως, ὑφίσταται διακυμάνσεις καὶ πρὸς τὰ ἄνω καὶ πρὸς τὰ κάτω. Συμφέρον, κατὰ συνέπειαν, τοῦ οἱουδήποτε κατόχου τῶν «ἀποδεικτικῶν συναλλάγματος» εἶναι νὰ δύναται νὰ τὰ διαπραγματευθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ἐπὶ μακρότερον χρόνον, ὥστε νὰ ἔχῃ μεγαλυτέρας πιθανότητας νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὰς παρουσιασθησομένας εὐκαιρίας καὶ νὰ ἐπιτύχῃ καλυτέρας τιμάς. Ἐπειδή, ὅμως, θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ χρονικῶς ἀπεριόριστος ἐλευθερία διαπραγματεύσεως τῶν «μπόνς» νὰ δώσῃ εὐκαιρίαν εἰς χρηματιστηριακὴν κερδοσκοπίαν, ὀρθῶς προεβλέφθη, ὅτι ταῦτα δὲν θὰ ἴσχυον παρὰ δι’ ὡρισμένον χρόνον, μετὰ τὴν πάροδον τοῦ ὁποίου θὰ καθίσταντο αὐτομάτως ἄκυρα. Ὡς τοιοῦτον ἀνώτατον ὅριον διαπραγματεύσεως τῶν «μπόνς» ὡρίσθησαν δύο μῆνες ἀπὸ τῆς ἐκδόσεώς των. Τὸ φυσικὸν καὶ τὸ λογικὸν ἦτο νὰ παρασχεθῇ καὶ εἰς τὸν ΑΣΟ ἡ τοιαύτη δίμηνος προθεσμία πρὸς διαπραγμάτευσιν τῶν «ἀποδεικτικῶν συναλλάγματος» διὰ τὴν ὑπ’ αὐτοῦ ἐξαγομένην σταφίδα, τόσον μᾶλλον, ὅσον ὁ ΑΣΟ δὲν εἶναι ἰδιωτικὴ κερδοσκοπικὴ ἐπιχείρησις καὶ τὴν ἐξαγομένην σταφίδα διεχειρίζετο διὰ λογαριασμὸν τῶν παραγωγῶν, εἰς τοὺς ὁποίους καὶ τελικῶς θὰ κατεβάλλετο πᾶσα ἐπὶ πλέον διαφορά, ποὺ θὰ εἰσεπράττετο ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ σταφιδικοῦ συναλλάγματος. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ ἐπιδείξῃ καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν τὴν γνωστὴν ἤδη εὔνοιαν καὶ «τὸ ἐνδιαφέρον» τῆς ὑπὲρ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν καὶ διὰ τοῦ Νομ. Διατάγματος 481 τοῦ 1947 —τὸ ὁποῖον, παρ’ ὅλας τὰς διαμαρτυρίας μόλις πρὸ μηνὸς περίπου κατήργησε— περιώρισε τὴν προθεσμίαν διαπραγματεύσεως τῶν «μπόνς» τοῦ ΑΣΟ, δηλαδὴ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, εἰς δεκαπέντε μόνον ἡμέρας! Ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτάς, ἡ σταφιδοπαραγωγὴ ἐστερήθη τῆς δυνατότητος νὰ βελτιώσῃ ἔστω κάπως τὰς ἰδιαιτέρως χαμηλὰς τιμάς, τῆς Ἀγγλικῆς ἰδίως ἀγορᾶς. Τὰ «μπόνς» τοῦ ΑΣΟ ἐπωλήθησαν εἰς δραχμὰς 12.000 κατὰ λίραν καὶ 5.000 κατὰ δολλάριον, αἱ δὲ τελικῶς πραγματοποιηθεῖσαι κατὰ τὸ λῆξαν σταφιδικὸν ἔτος 1948–49 καθαραὶ τιμαὶ σταφίδος κατ’ ὀκᾶν ἦσαν δι’ ἐλεύθερον μὲν συνάλλαγμα ἐπὶ Λονδίνου δραχμαὶ 1.783, εἰς δολλάρια δὲ καὶ ἐπ’ ἀνταλλαγῇ εἰς ἄλλας χώρας δραχμαὶ ἀντιστοίχως 2.603 καὶ 2.790. Διὰ νὰ κατανοηθῇ, ὅμως, πλήρως πόσον ἀνεδαφικὴ καὶ ἐπιζημία —ἀτυχῶς, ὄχι μόνον διὰ τὴν σταφιδοπαραγωγὴν— ἦτο ἡ συναλλαγματικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, δέον νὰ προστεθῇ ἐδῶ, ὅτι ἐνῶ ὁ ΑΣΟ (βάσει τῶν ἀνωτέρω ἐπισήμων τιμῶν) ἐπώλησε τὴν λίραν πρὸς 32.000 καὶ τὸ δολλάριον πρὸς 10.000 δραχμάς, ἤδη ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1948 ἐκυμαίνοντο εἰς τὴν «ἐλευθέραν» ἀγορὰν συναλλάγματος, ἡ μὲν χαρτίνη λίρα εἰς δραχμὰς 39.000, τὸ δὲ δολλάριον εἰς 14.000, διὰ νὰ φθάσουν κατὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον τοῦ τρέχοντος ἔτους εἰς δραχμὰς 42.000 ἡ πρώτη καὶ 14.500 τὸ δεύτερον. Ἔχασε δηλαδὴ ἡ παραγωγὴ 30% τῆς ἀξίας τοῦ προϊόντος της, χωρὶς νὰ τὰ ὠφεληθῇ οὔτε ἡ κατανάλωσις, οὔτε τὸ Κράτος, ἀλλ’ ἡ κερδοσκοπία, ἡ ὁποία προσήρμοσε τὰς τιμὰς τῶν εἰσαγομένων προϊόντων εἰς τὰ ἀνωτέρω ἐπίπεδα τῶν ἐξ ἀνταλλαγῆς εἰσαγωγῶν. Τοῦτο, ὅμως, δὲν εἶναι τὸ μόνον κακὸν ἐκ τῆς ἀκολουθηθείσης πολιτικῆς. Αἱ ὁρισθεῖσαι μικραὶ τιμαὶ διὰ τὴν παράδοσιν εἰς τὸν ΑΣΟ εἶχον ὡς ἀποτέλεσμα ν’ ἀποτύχῃ ἡ συγκέντρωσις σταφίδος καὶ ὁ ΑΣΟ νὰ εὑρεθῇ εἰς ἀδυναμίαν νὰ ἐξαγάγῃ ὅλας τὰς ζητηθείσας ποσότητας. Διότι συμβαίνει, μὲ τὴν ἐφαρμοζομένην σταφιδικὴν πολιτικὴν τῶν χαμηλῶν τιμῶν, καὶ τοῦτο τὸ παράδοξον. Ἐνῷ, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς προπολεμικάς, αἱ τιμαὶ τῆς σταφίδος ἔχουν μόλις διακοσιαπλασιασθῆ, εἶναι δηλαδή, ἀνώτεραι τῶν προπολεμικῶν μόλις κατὰ 200 φοράς, αἱ τιμαὶ ἄλλων προϊόντων καταλλήλων δι’ οἰνοπνευματοποίησιν, ὅπως τὰ χαρούπια, τὰ σῦκα κλπ., ἔχουν ὑψωθῆ πολὺ περισσότερον. Τὰ χαρούπια, π.χ., ἔφθασαν νὰ πωλοῦνται 500 φορὰς ὑψηλότερον ἀπὸ προπολεμικῶς. Ἐφ’ ὅσον, συνεπῶς, διατηροῦνται εἰς τόσον χαμηλὰ ἐπίπεδα αἱ τιμαὶ τῆς σταφίδος, οἱ βιομήχανοι οἰνοπνευματοποιΐας ἔχουν συμφέρον νὰ στρέφωνται πρὸς τὴν σταφίδα, ἀγοράζοντες αὐτὴν εἰς χαμηλὰς καὶ συμφερούσας τιμάς. Τὸ χειρότερον δὲ εἶναι, ὅτι δὲν ἀγοράζονται μόνον ποιότητες μὴ ἐμπορεύσιμοι, ἀλλὰ καὶ σταφίδες κατάλληλοι δι’ ἐξαγωγὴν. Τοιουτοτρόπως, ὅπως συνέβη κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, οὕτω καὶ ἐφέτος, ἐνῷ ὑπάρχει ζήτησις εἰς τὸ ἐξωτερικὸν μεγαλυτέρα καὶ δυνατότης συνεπῶς ἐξαγωγῆς, ὁ Α. Σ.Ο. ἀδυνατεῖ νὰ τὴν ἱκανοποιήσῃ, λόγῳ ἀνεπαρκείας τῆς συγκεντρώσεως. Τοῦτο, δὲν ἀποβαίνει μόνον εἰς βάρος τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς βάρος γενικώτερον τῆς ἐθνικῆς μας οἰκονομίας καὶ τοῦ μέλλοντος τῆς σταφιδοπαραγωγῆς. Ἡ μὴ αὔξησις τῶν ἐξαγωγῶν τῆς σταφίδος δὲν στερεῖ μόνον τοὺς παραγωγοὺς καλυτέρων τιμῶν, τὴν δὲ ἐθνικὴν οἰκονομίαν, σημαντικῶν πόρων συναλλάγματος, δημιουργεῖ ταὐτοχρόνως σοβαροὺς καὶ μονιμωτέρους κινδύνους διὰ τὴν σταφίδα, διότι αἱ ξέναι ἀγοραὶ — ἐφ’ ὅσον δὲν ἱκανοποιοῦνται ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν — στρέφονται κατ’ ἀνάγκην εἴτε πρὸς ἄλλας ἀγοράς, εἴτε πρὸς ἄλλα ὁμοειδῆ προϊόντα, ὁπότε θὰ καταστῇ, μελλοντικῶς δυσχερέστερον — καὶ ἴσως ἀδύνατον — νὰ τὰς ἀνακτήσωμεν, ὅπως συνέβη καὶ μὲ τὸν καπνόν, κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Αἱ σταφιδοπαραγωγικαὶ Ὀργανώσεις καὶ ὁ ΑΣΟ, κατ’ ἐπανάληψιν ἐτόνισαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τ’ ἀνωτέρω καὶ ἐπὶ πλέον ὑπέδειξαν τὸν τρόπον ἐφαρμογῆς τῆς ἐπιβαλλομένης πολιτικῆς, χωρὶς ἐπιβάρυνσιν τοῦ Δημοσίου ἢ βλάβην τῆς οἰνοπνευματοποιΐας. Θὰ ἤρκει, ἐν συνδυασμῷ μὲ ὡρισμένα ἄλλα μέτρα, ἡ σταφὶς — ὡς πρώτη ὕλη διὰ τὴν παραγωγὴν οἰνοπνεύματος — ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς μελάσσης. Θὰ ἀπεδεσμεύοντο τοιουτοτρόπως περὶ τοὺς 20.000 τόννων σταφίδος, ἐκ τῆς ἐξαγωγῆς τῆς ὁποίας — μετ’ ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων διὰ τὴν εἰσαγωγὴν μελάσσης — θ’ ἀπέμενε καθαρὸν ὑπόλοιπον ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας ἑνὸς καὶ πλέον ἑκατομμυρίου λιρῶν. Ἡ ἐφαρμογή, ὅμως, παρομοίου προγράμματος ἐξυπακούει τὴν ἑνιαίαν ἀπὸ μέρους τῶν ὠργανωμένων σταφιδοπαραγωγῶν διαχείρισιν τῆς σταφίδος καὶ τῶν πρὸς οἰνοπνευματοποίησιν καταλλήλων δευτερευόντων προϊόντων, θὰ θίξῃ συνεπῶς συμφέροντα καὶ διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις προτιμᾷ νὰ μὴ ἀνακινήσῃ τὰ κακῶς κείμενα. Ἔτσι, ἐφθάσαμεν πάλιν εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ καθορισμοῦ τῶν μέτρων, διὰ τὴν τύχην τῆς ἐφετεινῆς ἐσοδείας. Τὸ αἴτημα τῶν σταφιδοπαραγωγῶν συνίστατο καὶ πάλιν εἰς τὸ νὰ ἐξασφαλισθῇ εἰς αὐτοὺς τὸ κόστος τῆς παραγωγῆς, τὸ ὁποῖον εἶχε πλέον αὐξηθῆ εἰς 3.700 δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν, περίπου. Ἡ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισεν, ὅτι τὸ κόστος εἶναι ηὐξημένον. Θὰ ἀνέμενε, συνεπῶς, κανείς, κἄποιαν δικαιοτέραν ἀπόφασιν. Ἐν τούτοις, τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἠδυνήθη ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Κυβέρνησις ὑπὲρ τοῦ σταφιδοπαραγωγοῦ, ἦτο ἡ αὔξησις τῆς τιμῆς ἀσφαλείας κατὰ ἑκατὸν (100) δραχμάς, ἤτοι εἰς 2.400 ἔναντι τῶν περυσινῶν 2.300.
§25Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Τὸ 1938, πόσον ἐπώλει ὁ παραγωγὸς τὴν σταφίδα; Ποῖα ἦσαν τὰ ἔξοδα;
§26Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω, βάσει τῶν στοιχείων τοῦ κ. ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, ὁ ὁποῖος τὰ ὑπολογίζει εἰς δέκα δραχμάς: «... (ἀναγινώσκει) ...».
§27Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Ποῦ ὀφείλεται ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν;
§28Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ἡ αὔξησις ὀφείλεται εἰς τοὺς ἑξῆς λόγους: Ἐν πρώτοις, ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ παρελθόντος ἔτους, μέχρι τῆς ἐφετεινῆς συγκομιδῆς ἐπῆλθε σοβαρὰ ὕψωσις τοῦ τιμαρίθμου τῆς ζωῆς, οἱ δὲ σταφιδοπαραγωγοί, ὡς ἀσκοῦντες συνήθως μονοκαλλιέργειαν, ὑφίστανται ἀμεσώτατα κάθε αὔξησιν τῆς ἀκριβείας τῆς ζωῆς. Κατὰ δεύτερον λόγον ὑψώθησαν, κατ’ ἀνάγκην —διότι ἄλλως θὰ ἦτο ἀδύνατον ν’ ἀντιμετωπισθοῦν αἱ δαπάναι αὐτῆς— τὰ ἐπιτόκια τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης. Τρίτον, τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν ὕψωσε σημαντικῶς τὰς τιμὰς τῶν λιπασμάτων, γεωργικῶν φαρμάκων καὶ τῶν ἄλλων ἐν γένει εἰδῶν καλλιεργείας.
§29Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς τιμὰς τῶν λιπασμάτων τὰς ηὔξησεν ἡ ΑΤΕ καὶ ὄχι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§30Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Χαίρω, διότι ἀκούω μίαν φωνὴν ὑπὲρ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ ἡ ΑΤΕ εἶναι ἵδρυμα τελοῦν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Κράτους καὶ διαχειριζόμενον τὰ εἴδη αὐτά, διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους, ἑπομένως, ἐὰν τὸ Κράτος εἶχε διάφορον γνώμην, δὲν θὰ ἐγίνετο αὔξησις τῆς τιμῆς αὐτῶν.
§31Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Ἡ συμφορὰ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν ὀφείλεται εἰς τὴν μονοπώλησιν τῆς ἐξαγωγῆς ὑπὸ τοῦ
Α.Σ.Ο.
§32Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Κατ’ ἐμὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Τέλος, λόγῳ τῶν ἐκκαθαριστικῶν ἐπιχειρήσεων τοῦ στρατοῦ ἐναντίον τοῦ συμμοριτισμοῦ καὶ τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἐσημειώθη ἔλλειψις ἐργατικῶν χειρῶν καὶ δὴ εἰδικευμένων ἐργατῶν, μὲ συνέπειαν τὴν ὕψωσιν τῶν ἐργατικῶν. Εἰς αὐτὰ δέον νὰ προστεθῇ, ἡ ἐξίσωσις τῶν ἐπαρχιακῶν ἐργατικῶν ἡμερομισθίων καὶ ἡ ὕψωσις αὐτῶν κατὰ 15% καὶ πλέον, ἥτις ἐπέφερε τὴν ἐπιβάρυνσιν τῶν ἐξόδων βιομηχανικῆς ἐπεξεργασίας καὶ συσκευασίας τῆς σταφίδος. Ὅλοι οἱ λόγοι αὐτοὶ ἐπέδρασαν ὑψωτικῶς ἐπὶ τοῦ κόστους παραγωγῆς καὶ διὰ τοῦτο ὁ καθορισμὸς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐφετεινῆς τιμῆς ἀσφαλείας ἐξεσήκωσε θύελλαν διαμαρτυριῶν. Τὴν ὑπεράσπισιν τῆς Κυβερνήσεως ἀνέλαβεν ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ εἰς συνέντευξίν του πρὸς ἐπαρχιακὴν ἐφημερίδα, ἀναδημοσιευθεῖσαν ἐκεῖθεν καὶ εἰς τὸ «Σταφιδικὸν Δελτίον». Ὁ κ. Στ. Στεφανόπουλος, κατέχει καὶ ὡς ἐπιστήμων τὸ θέμα. Κατάγεται ἀπὸ κατ’ ἐξοχὴν σταφιδοπαραγωγικὴν περιφέρειαν καὶ ἔχει προέχουσαν θέσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας συντονίζει τὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν. Ἀξίζει, συνεπῶς, ν’ ἀκούσητε τὴν συνέντευξιν καὶ ἐξήγησιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, διὰ ν’ ἀντιληφθῆτε κατὰ ποῖον τρόπον στραγγαλίζονται τὰ συμφέροντα τῶν σταφιδοπαραγωγῶν. Λέγει, λοιπόν, ὁ κ. ὑπουργός, ὅτι: «Τῇ εἰσηγήσει, δὲν γνωρίζω τίνος, ἐγένετο ἐφέτος ἔρευνα ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς, πρὸς καθορισμὸν τοῦ προπολεμικοῦ κόστους τῆς κορινθιακῆς σταφίδος» καὶ ἐνῷ μέχρι τοῦ 1949 εἶχε προσδιορισθῇ τὸ κόστος αὐτὸ εἰς δραχμὰς 10 κατ’ ὀκᾶν, «τοὐναντίον», συνεχίζει ὁ κ. ὑπουργός, «μὲ τὴν ἐφετεινὴν ἔρευναν, προφανῶς τῇ εἰσηγήσει ὡρισμένων ὑπηρεσιῶν, κατέληξαν εἰς νέαν ἐκτίμησιν τοῦ προπολεμικοῦ κόστους εἰς δραχμὰς 8 κατ’ ὀκᾶν. Ἀλλὰ μὲ τὸ νέον προπολεμικὸν κόστος τῶν δραχμῶν 8 κατ’ ὀκᾶν..., ἡ δοθεῖσα τιμὴ τῶν 2.400 δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν εἶναι ἀνωτέρα τῆς προπολεμικῆς κατὰ τριακοσίας φοράς», ἐνῷ, τονίζει ὁ κ. ὑπουργός, «ὡς γνωστόν, ὡς γενικὴ γραμμὴ διὰ τὰς τιμὰς καὶ τοὺς μισθούς, ἔχει καθορισθῆ ἀπὸ κοινοῦ μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς, τὸ 200πλάσιον τοῦ προπολεμικοῦ»!!! Τὶ νὰ εἴπῃ κανεὶς δι’ ὅλα αὐτά; Ἡ λέξις «κατάπληξις» εἶναι ἀνεπαρκής. Τῇ εἰσηγήσει «ἀγνώστου τινός», διενεργεῖται ἔρευνα ἐν «ἀγνοίᾳ» τῆς Κυβερνήσεως. Τῇ «εἰσηγήσει ὡρισμένων ὑπηρεσιῶν» — ποίων ὑπηρεσιῶν δὲν ἀναφέρεται — καθορίζεται ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Κυβερνήσεως τὸ προπολεμικὸν κόστος, δηλαδὴ ἡ βάσις διὰ τὴν ἀμοιβὴν τῆς ἐργασίας τοῦ σταφιδοπαραγωγοῦ. Καί, ὅμως, ὅλα αὐτὰ τὰ εἰς βάρος τοῦ σταφιδοπαραγωγοῦ καὶ ἐν «ἀγνοίᾳ» της γινόμενα, ἡ Κυβέρνησις τὰ ἀποδέχεται. Καὶ ἐπὶ πλέον, Κυβέρνησις καὶ Ἀμερικανικὴ Ἀποστολὴ συμφωνοῦν νὰ μὴ ὑψώσουν τὴν ἀμοιβὴν τῆς ἐργασίας ἢ τὴν τιμὴν τῆς σταφίδος ἄνω τοῦ διακοσιαπλασίου τοῦ προπολεμικοῦ των ἐπιπέδου. Καθ’ ἣν δὲ στιγμὴν λαμβάνονται καὶ ἐφαρμόζονται αἱ ἀποφάσεις αὐταί, ὁ τιμάριθμος τῶν εἰδῶν γεωργικῆς καταναλώσεως καὶ τῶν βιομηχανικῶν προϊόντων γεωργικῆς χρήσεως, ἔχει ὑπερβῆ τὸ προπολεμικὸν ἐπίπεδον κατὰ τετρακοσίας φοράς! Διερωτᾶται κανείς, μήπως, Κυβέρνησις καὶ Ἀμερικανικὴ Ἀποστολὴ προορίζουν διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὴν τύχην τοῦ ἀγαθοῦ ἐκείνου τετραπόδου, τὸ ὁποῖον ἐψόφησεν, ὅταν ἀκριβῶς ἔμαθε νὰ μὴ τρώγῃ. Ἀλλὰ ὁ καθορισμὸς μὴ ἱκανοποιητικῆς τιμῆς ἀσφαλείας δὲν εἶναι τὸ μόνον παράπονον τῶν παραγωγῶν. Πέρυσιν, ἐπετύχομεν ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν τιμὴν 68 λιρῶν κατὰ τόννον, ἐνῷ ἐφέτος ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔκλεισε μὲ τὴν ἀγγλικὴν συμφωνίαν δι’ ἐξαγωγὴν 40.000 τόννων σταφίδος μὲ τιμὴν 63 μόνον λιρῶν κατὰ τόννον, ἡ ὁποία, ἐὰν ἡ ἐξαγωγὴ συντελεσθῇ ἐντὸς τῶν προβλεπομένων προθεσμιῶν, δύναται νὰ προσαυξηθῇ δι’ ὡρισμένας ποσότητας κατὰ 1– 3 λίρας, ὥστε τελικῶς ἡ μέση τιμὴ ν’ ἀνέλθῃ εἰς 64–65 λίρας. Οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ πιστεύουν, ὅτι μὲ κατάλληλον χειρισμὸν θὰ ἐπετυγχάνετο τιμὴ μεγαλυτέρα, ἀφοῦ ὁ ΑΣΟ ἐπώλησεν 8.500 τόννους εἰς ἄλλας χώρας, πρὸς 78 λίρας κατὰ τόννον.
§33Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος μὲ τὴν Ἀγγλίαν εἶναι ἰδιόρρυθμον, διότι δύναται νὰ ἀγοράσῃ μόνον ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωνται διαπραγματεύσεις μὲ ἰδιώτας, πρὸς ἐπίτευξιν συμφερωτέρων τιμῶν.
§34Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Καὶ πέρυσιν, ποὺ ἐπετύχομεν τιμὴν 68 λιρῶν κατὰ τόννον, πάλιν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἠγόρασεν. Τὸ κακὸν εἶναι, ὄχι ὅτι πωλοῦμεν στὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, ἀλλά, διότι δὲν ἠρωτήθησαν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν παραγωγῶν καὶ δὲν ἐκλήθησαν νὰ συμβάλουν εἰς τὰς διαπραγματεύσεις.
§35Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν σταφιδοπαραγωγῶν εἶδαν τοὺς ἁρμοδίους τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας καὶ οὐδὲν κατώρθωσαν.
§36Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι παράδοξον, ἐὰν οὐσιαστικῶς εἶχε τότε ἡ Κυβέρνησις ἤδη συμφωνήσει. Ἡ συμφωνία πάντως αὐτή, ἦτο ἀτυχὴς καὶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσίν της. Ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ ἐγκαίρους φορτώσεις, ἔθεσεν ὡς ὅρον, ὅτι αὗται θὰ ἐγίνοντο ἐντὸς τακτῶν προθεσμιῶν καὶ εἰς τέσσαρας περιόδους, εἰς ἀντάλλαγμα δὲ ἐδέχθη νὰ πληρώσῃ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν πλέον τῆς βασικῆς τιμῆς τῶν 63 λιρῶν, διὰ τὰς φορτώσεις τῆς πρώτης περιόδου ἐπὶ πλέον λίρας 3, διὰ δὲ τὰς φορτώσεις τῆς δευτέρας καὶ τρίτης περιόδου, ἀντιστοίχως, λίρας 2 καὶ 1 ἐπὶ πλέον, κατὰ τόννον. Ὑπῆρχε, συνεπῶς, συμφέρον ἰδικόν μας νὰ πραγματοποιηθοῦν ἐμπροθέσμως αἱ φορτώσεις. Παρὰ ταῦτα, τοῦτο μέχρι τῆς στιγμῆς δὲν ἐπετεύχθη. Καὶ ὁ λόγος εἶναι ἁπλοῦς καὶ ὄχι βέβαια εἰς τὸ ἐνεργητικὸν τῆς Κυβερνήσεως. Μολονότι ἀπὸ πολλῶν μηνῶν ὁ ΑΣΟ εἶχε ζητήσει ἄδειαν εἰσαγωγῆς ξυλείας δι’ 600.000 σταφιδοκιβώτια, ἄνευ τῶν ὁποίων ἦτο ἀδύνατος ἡ ἐξαγωγή, ἡ δὲ σχετικὴ δαπάνη θ’ ἀπῄτει μόλις 300.000 περίπου δολλαρίων, ἡ σχετικὴ ἄδεια μόλις κατ’ Ὀκτώβριον παρεχωρήθη. Τοιουτοτρόπως, αἱ πρῶται προθεσμίαι ἐξαγωγῆς ἐπέρασαν ἄπρακτοι καὶ διὰ νὰ μὴ χαθοῦν αἱ προβλεπόμεναι πριμοδοτήσεις τῶν 3 λιρῶν κατὰ τόννον, ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε καὶ ἐπέτυχε τὴν παράτασιν τῶν προβλεπομένων προθεσμιῶν κατὰ δέκα πέντε ἡμέρας, χωρὶς ὅμως νὰ εἶναι ἀπολύτως βέβαιον, ὅτι ἡ τοιαύτη παράτασις θὰ ἐπαρκέσῃ. Ἐκεῖνο, ὅμως, τὸ ὁποῖον ἔχει προκαλέσει τὴν ἀγανάκτησιν τῶν σταφιδοπαραγωγῶν καὶ τὸν ὀγκούμενον ἤδη ἀναβρασμόν των, εἶναι, ἡ κατὰ τρόπον πρωτοφανῶς προκλητικὸν ἀθέτησις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῶν ὑποσχέσεών της πρὸς τὴν σταφιδοπαραγωγὴν καὶ τῶν ἀποφάσεών της, πρὸς προστασίαν της. Τὰ σχετικὰ κυβερνητικὰ μέτρα ἐλήφθησαν καὶ ἀνηγγέλθησαν πρὸ τῆς κατὰ Σεπτέμβριον ἀναπροσαρμογῆς τῆς δραχμῆς καὶ συγκεκριμένως τὴν 25ην Αὐγούστου. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τότε δεδομένων, προεβλέπετο, ὅτι ἡ διαχείρισις τῆς ἐφετεινῆς ἐσοδείας θὰ ἄφηνεν ἔλλειμμα 40 περίπου δισεκατομμυρίων καὶ πρὸς κάλυψιν τοῦ τοιούτου ἐλλείμματος καὶ ἐξασφάλισιν τῆς ὁρισθείσης τιμῆς τῶν 2.400 δραχμῶν, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, δι’ ἀποφάσεως αὐτοῦ τῆς 25ης Αὐγούστου, ἀπεφάσισε νὰ διαθέσῃ καὶ περιέλθῃ εἰς τὸν ΑΣΟ τὸ σύνολον τῶν ἐκ τῆς μελάσσης κερδῶν καὶ νὰ καλύψῃ πᾶν ἐπὶ πλέον ἔλλειμμα τῆς σταφιδικῆς διαχειρίσεως τοῦ 1949–50 ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Δημοσίου. Τὸ τοιοῦτον ἔλλειμμα προϋπελογίζετο εἰς 41 περίπου δισεκατομμύρια δραχμάς, τὸ δὲ ἐκ τῆς μελάσσης ἔσοδον εἰς 20 δισεκατομμύρια. Ἡ ἐπιβάρυνσις, συνεπῶς, τοῦ προϋπολογισμοῦ, θὰ περιεστρέφετο γύρω εἰς τὰ 21 δισεκατομμύρια. Οἱ τοιοῦτοι ὑπολογισμοὶ ἐγίνοντο μὲ βάσιν τὴν τότε ἐπίσημον τεχνητὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος, τὴν καταβαλλομένην καὶ εἰς τὸν ΑΣΟ, ἤτοι μὲ χαρτίνην λίραν πρὸς 32.000 δραχ. καὶ δολλάριον πρὸς 10.000 δραχμάς. Ὅταν, ὅμως, κατὰ Σεπτέμβριον ἐπετιμήθη ἡ Ἀγγλικὴ λίρα καὶ ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν πραγμάτων ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀναπροσαρμογὴν τῆς συναλλαγματικῆς ἀξίας τῆς δραχμῆς, ὁρίσασα τὴν ἰσοτιμίαν μὲ τὴν λίραν εἰς 42.000 καὶ μὲ τὸ δολλάριον εἰς 15.000, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόμισε κατάλληλον τὴν εὐκαιρίαν, ὅπως παραβῇ τὰς ληφθείσας ἀποφάσεις καὶ νὰ ἀθετήσῃ τὰς τόσον πανηγυρικὰς κυβερνητικὰς ὑποσχέσεις πρὸς τοὺς σταφιδοπαραγωγούς. Καὶ ὄχι μόνον ἐνίσχυσιν εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου δὲν σκέπτεται νὰ παράσχῃ, ἀλλὰ καὶ εἰσήγαγεν ὡς δημόσιον ἔσοδον τὰ κέρδη ἐκ τῆς μελάσσης, ἀρνεῖται δὲ ν’ ἀποδώσῃ πρὸς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς τὴν διαφορὰν ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τῆς λίρας. Ἡ δικαία ἀγανάκτησις τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, ἔχει πλέον ἀποκορυφωθῆ καὶ ὁλόκληρος ὁ σταφιδοπαραγωγικὸς κόσμος εἶναι ἀνάστατος, διότι ἐπώλησε μὲ λίραν 42.000 δραχ. καὶ οἱ διευθύνοντες τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους θέλουν νὰ τὸν πληρώσουν μὲ λίραν 32.000. Ἡ διαφορὰ αὐτὴ ἀντιστοιχεῖ πρὸς 800 περίπου δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν, δηλαδὴ μὲ 30–33% τῆς ἀξίας τῆς σταφίδος, τὴν ὁποίαν ζητεῖ νὰ στερήσῃ ἀπὸ τὸν δυστυχοῦντα σταφιδοπαραγωγὸν ἡ Κυβέρνησις.
§37Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Εἶναι βαρυτάτη ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως, ἰδίᾳ δὲ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§38Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφ. Οἰκονομικῶν). Εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν ὑπάρχει λησμοσύνη τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὅταν ἐγένετο ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου Ἀνωτάτης Οἰκονομικῆς Πολιτικῆς, διὰ τῆς ὁποίας ὡρίζετο ἡ τιμὴ τῆς σταφίδος, δὲν εἶχε γίνει ἀκόμη ἡ ἀναπροσαρμογή. Διὰ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς δὲν ἐλέχθη, ὅτι τὰ 20 δισεκατομμύρια περιέρχονται εἰς τὸν ΑΣΟ πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς πριμοδοτήσεως τῆς ἐξαγομένης σταφίδος, ἀλλὰ ὅτι εἰσέρχονται εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ὅστις ἀναλαμβάνει ὁλόκληρον τὸ βάρος τῆς προικοδοτήσεως. Κατὰ συνέπειαν, ὅταν ἐπῆλθεν ἡ ἀναπροσαρμογή, εὑρέθη, ὅτι τὰ 20 δισεκατομμύρια ἐκ τῆς μελάσσης εἶχον ἤδη εἰσαχθῆ εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ὡς πρόβλεψις εἰς χρόνον ἀνύποπτον. Ὅταν ἐπῆλθεν ἡ ἀναπροσαρμογή, οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ ἤγειραν τὸ θέμα, ὅτι τὰ 20 δισεκατ. εἶχον εἰσαχθῆ κακῶς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἔπρεπε νὰ ἀποδοθοῦν εἰς αὐτούς. Τὸ αἴτημα μᾶς ὑπεβλήθη πρὸ 2–3 ἡμερῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις τὸ μελετᾷ μὲ τὴν προσήκουσαν σοβαρότητα.
§39Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τὴν τελευταίαν δήλωσίν του καὶ θὰ ἤμουν εὐτυχής, ἐὰν ἡ δήλωσίς του, ὅτι μελετᾶται ἡ ἀπόδοσις τῶν 20 δισεκατομμυρίων, ἦτο πλέον κατηγορηματικὴ καὶ ἐγίνετο κατὰ τρόπον ἐπισημότερον καὶ πρὸς τοὺς παραγωγούς, ἐφ’ ὅσον, ἐννοεῖται, θελήσουν οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ νὰ δώσουν πλέον πίστιν εἰς τὰς κυβερνητικὰς δηλώσεις τὰς προφορικάς, ἀφοῦ καὶ αἱ ἔγγραφοι ἀκόμη δηλώσεις, ἀλλὰ καὶ ἀποφάσεις τῆς Κυβερνήσεως δὲν τηροῦνται παρ’ αὐτῆς. Δὲν εἶναι ὅμως ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. ὑφυπουργοῦ, ὅτι δηλαδὴ εἶχεν ἐξ ἀρχῆς ἀποφασισθῆ τὸ ἐκ τῆς μελάσσης ἔσοδον νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ εἰς ἀντάλλαγμα τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν ἀνέλαβε νὰ καλύψῃ ὁλόκληρον τὸ ἔλλειμμα τῆς σταφιδικῆς διαχειρίσεως τοῦ 1949–50. Ἔχω ἐνώπιόν μου τὴν σχετικὴν ἀπὸ 25 Αὐγούστου ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἡ ὁποία ἐν παραγράφῳ 4 λέγει ἐπὶ λέξει, ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀποφασίζει, «ὅπως τὸ σύνολον τῶν μελόντων νὰ προκύψωσι κερδῶν ἐκ τῆς εἰσαχθησομένης μελάσσης περιέλθῃ εἰς τὸν ΑΣΟ» καὶ ὄχι, συνεπῶς, εἰς τὸν Δημόσιον Προϋπολογισμόν. Τοῦτο, ἄλλωστε, ἐγίνετο ἀνέκαθεν, διότι τὸ προϊὸν τῆς μελάσσης ἀνήκει εἰς τὴν σταφιδοπαραγωγήν. Πρὸ τοῦ πολέμου, τὰ κέρδη ἐκ τῆς εἰσαγομένης μελάσσης περιήρχοντο εἰς τὸν ΑΣΟ καί, ἀφοῦ δι’ αὐτῶν ἐκαλύπτοντο τὰ ἐλλείμματα τοῦ Ὀργανισμοῦ ἐκ τοῦ σταφιδικοῦ παρακρατήματος καὶ τὰ ἔξοδα διοικήσεως αὐτοῦ, ἐκ τοῦ ἀπομένοντος καθαροῦ ὑπολοίπου τῶν κερδῶν τῆς μελάσσης τὸ μὲν ¼ περιήρχετο εἰς τὸν ΑΣΟ πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν ἀποθεματικῶν του, τὰ δὲ ὑπόλοιπα ¾ ἀπεδίδοντο εἰς τὸ Δημόσιον. Τοῦτο ἐγίνετο τότε, διότι ὁ ΑΣΟ διεχειρίζετο μόνον τὸ παρακράτημα καὶ ὄχι καὶ τὴν ἐξαγομένην σταφίδα. Σήμερον, ὅμως, ὅτε ὁ ΑΣΟ διαχειρίζεται τὴν σταφίδα διὰ λογαριασμὸν τῶν παραγωγῶν, τὰ κέρδη ἐκ τῆς μελάσσης ἀνήκουν ἐξ ὁλοκλήρου εἰς αὐτόν, διότι ἀνήκουν εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς καὶ εἰς αὐτοὺς πρέπει νὰ περιέλθουν διὰ προσαυξήσεως τῆς τιμῆς ἀσφαλείας. Ἀντὶ τούτου, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐνόμισε τώρα κατάλληλον τὴν στιγμὴν νὰ εἰσαγάγῃ τὰ ἔσοδα ἐκ τῆς μελάσσης εἰς τὸν προϋπολογισμὸν εἰς βάρος τοῦ πενομένου καὶ δυστυχοῦντος σταφιδοπαραγωγοῦ.
§40Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφ. Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ ἔγινε πρὸ τῆς ἀναπροσαρμογῆς.
§41Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶναι δυνατὸν βέβαια νὰ γνωρίζω, πότε εἰσήχθη ὡς ἔσοδον εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Μὲ ὁποιανδήποτε ὅμως ἐκδοχήν, ἡ οὐσία τοῦ ζητήματος δὲν ἀλλάζει. Συμφώνως πρὸς τὴν ἀπόφασίν της, ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει, ὅτι ἐπῆλθεν αὔξησις τοῦ κόστους τῆς παραγωγῆς καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἐδέχθη νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὸν ΑΣΟ, πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, τὸ σύνολον τῶν κερδῶν ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς μελάσσης, προβλέψασα ταὐτοχρόνως τὴν ἐνίσχυσιν καὶ τῶν σουλτανοπαραγωγῶν. Ἐπὶ πλέον, ἡ Κυβέρνησις ἐδέχθη νὰ διαθέσῃ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν, τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν πρὸς κάλυψιν παντὸς ἐπὶ πλέον ἐλλείμματος ἐκ τῆς διαχειρίσεως τῶν δύο τούτων προϊόντων. Δοθέντος, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τῆς διαχειρίσεως 1949–50 εἶχε προϋπολογισθῆ εἰς 41 δισεκατομμύρια, ἐκ τῶν ὁποίων 20 μόνον θὰ ἐκαλύπτοντο ἐκ τῆς μελάσσης, ἕπεται, ὅτι θὰ διετίθεντο ἐκ τοῦ Δημοσίου Προϋπολογισμοῦ 21 δισεκατομμύρια. Ἀντὶ τούτου, ὁ κ. Χέλμης, ὅταν ἐγένετο ἡ ἀναπροσαρμογὴ καὶ εἶδε τὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς εἰς δραχμὰς τῆς λίρας καὶ τοῦ δολλαρίου, ὄχι μόνον δὲν ἐξεπλήρωσε τὴν ὑπόσχεσίν του περὶ ἐνισχύσεως τῆς σταφιδοπαραγωγῆς ἐκ τοῦ Δημοσίου Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἀντιθέτως ἔσπευσε νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὡς ἔσοδον καὶ τὸ πλεόνασμα ἐκ τῆς μελάσσης.
§42Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφ. Οἰκονομικῶν). Πρὸ τῆς ἀναπροσαρμογῆς καὶ εἰς χρόνον ἀνύποπτον, εἶχε μπῆ τὸ ἔσοδον αὐτὸ εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
§43Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ἡ ἀπόφασις περὶ διαθέσεως τοῦ προϊόντος ἐκ τῆς μελάσσης ἐλήφθη τὴν 25ην Αὐγούστου. Δὲν γνωρίζω πότε εἰσήχθη εἰς τὸν προϋπολογισμόν, οὔτε ἐπιθυμῶ ν’ ἀμφισβητήσω ἄνευ στοιχείων τὴν διαβεβαίωσίν σας. Ἀλλ’ ἐάν, ὄντως εἰσήχθη πρὸ τῆς ἀναπροσαρμογῆς, δημιουργεῖται ἄλλο ζήτημα ἐξ ἴσου λεπτόν.
§44Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφ. Οἰκονομικῶν). Εἰσήχθη πρὸ τῆς ἀναπροσαρμογῆς.
§45Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Εἰς ποίαν χρονολογίαν; Διότι ἔχει σημασίαν.
§46Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφ. Οἰκονομικῶν). Βεβαίως ἔχει σημασίαν, ἀλλὰ δὲν ἐγνώριζα, ὅτι θὰ ἀντιμετωπίσω τοιαύτην συζήτησιν, ὥστε νὰ ξέρω ἀκριβῶς τὴν χρονολογίαν. Πάντως εἰσήχθη εἰς χρόνον ἀνύποπτον καὶ ἀνέλαβεν ὁ προϋπολογισμὸς νὰ χρηματοδοτήσῃ μὲ 41 δισεκατομμύρια τὴν ἐξαγομένην σταφίδα. Μετὰ τὴν ἀναπροσαρμογὴν ἐγεννήθη ἀπαίτησις τῶν σταφιδοπαραγωγῶν καὶ αὐτὸ εἶναι θέμα μελέτης. Δὲν ἠμπορῶ νὰ δεχθῶ τὴν μομφήν, ὅτι ἐγνώριζεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ἀναπροσαρμογὴ καὶ δι’ αὐτὸ εἰσήγαγε τὸ ἔσοδον ἐκ τῆς μελάσσης εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
§47Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Διὰ τῶν ἐπεξηγήσεων, ποὺ ἐκάματε, κ. Ὑπουργέ, συνηγορήσατε εἰς βάρος τοῦ συναδέλφου σας Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ θέμα δὲν εἶναι, ἐὰν ὁ κ. Χέλμης ἐγνώριζε κατὰ τὴν 25 Αὐγούστου—ὅτε ἐλήφθησαν αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου πρὸς προστασίαν τῆς σταφιδοπαραγωγῆς—ὅτι μετὰ ἕνα μῆνα θὰ γίνῃ ἀναπροσαρμογὴ (πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἰσχυρίσθην), ἀλλ’ ἐὰν ἡ εἰσαγωγὴ τῶν πλεονασμάτων ἐκ τῆς μελάσσης εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἐγένετο πρὸ ἢ μετὰ τὴν ἀνωτέρω ἀπόφασιν. Εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν ὑπεγράφετο μία ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἡ ὁποία ἦτο ἤδη ἀδύνατον νὰ ἐκτελεσθῇ. Εἰς τὴν δευτέραν, παρεβιάζετο μία μόλις ληφθεῖσα κυβερνητικὴ ἀπόφασις. Τὸ πρῶτον κακόν, τὸ δεύτερον χειρότερον. Εἴπατε πρὸ ὀλίγου, καὶ δὲν πρόκειται νὰ τὸ ἀμφισβητήσω, ὅτι τὸ προϊόν ἐκ τῶν κερδῶν τῆς μελλάσης εἰσήχθη εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, πρὸ τῆς ἀναπροσαρμογῆς καὶ πιθανῶς πρὸ τῆς 25ης Αὐγούστου καὶ ὅτι ἡ ἀπόφασις αὐτὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐλήφθη μὲ τὴν πρόβλεψιν τὸ ἔσοδον τοῦτο ἐκ τῆς μελάσσης νὰ ἐπανεξαχθῇ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὸν Α.Σ.Ο. Οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ δὲν ζητοῦν παρὰ αὐτὸ ἀκριβῶς, δηλαδὴ σύμφωνα μὲ τὴν Κυβερνητικὴν ὑπόσχεσιν νὰ τοὺς καταβληθῇ ἡ συναλλαγματικὴ διαφορὰ ἐκ τῆς ὑψώσεως τῆς τιμῆς τῆς λίρας εἰς δραχμὰς καὶ νὰ τοὺς ἀποδοθῇ τὸ πλεόνασμα ἐκ τῆς μελάσσης.
§48Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφυπουργ. Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα ποὺ ἀπασχολεῖ τὴν Κυβέρνησιν.
§49Η. ΤΣΕΡΙΩΝΗΣ. Θὰ ἤθελα νὰ δοθῇ μία ἀπάντησις ἀπὸ τοὺς ὑπευθύνους Ὑπουργούς, διατὶ ἡ εἰς τὴν βιομηχανίαν διατιθεμένη ὑπὸ τοῦ Α.Σ.Ο. σταφίς, διατίθεται μὲ τιμὴν κατωτέραν κατὰ 500 δραχμ. κατ’ ὀκᾶν ἀπὸ τὴν τιμὴν ποὺ κοστίζει εἰς τὸν Α.Σ.Ο, τοῦτο δὲ γίνεται κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Κυβερνήσεως.
§50Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Δυστυχῶς, κύριοι βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις ἀσκεῖ κοινωνικὴν πολιτικὴν εἰς βάρος τῶν δυστυχούντων σταφιδοπαραγωγῶν. Ἀνέφερα ἤδη χθές, ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ οἰνοπνεύματος ἀνῆλθεν εἰς 200 μόνον φορὰς τῆς προπολεμικῆς τοιαύτης, ἐνῷ ὁ τιμάριθμος τῆς γεωργικῆς καταναλώσεως ἔχει 400πλασιασθῆ. Τὴν μείωσιν αὐτὴν τὴν πληρώνουν δυστυχῶς, οἱ σταφιδοπαραγωγοί, διὰ τῆς ἐξευτελιστικῆς τιμῆς ποὺ ἐπιβάλλει τὸ Κράτος διὰ τὴν σταφίδα, τὴν βιομηχανοποιήσιμον. Αὐτὸ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ παράπονα τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, διὰ τὰ ὁποῖα διαμαρτύρονται. Τὰ παράπονά των εἶναι ἀκόμη μεγαλύτερα, ἀφ’ ἧς ἐπληροφορήθησαν ἐξ ἀνακοινώσεως τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Κ.Σ.Ο.Σ., ὅτι πρόκειται νὰ δοθῇ πρόσθετος ἀποζημίωσις εἰς τοὺς σουλτανοπαραγωγούς.
§51Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφυπουργ. Οἰκονομικῶν). Ἡ ἀνακοίνωσις τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Κ.Σ.Ο.Σ. εἶναι ἀνεύθυνος. Ἐκεῖνο, ποὺ δύναται νὰ λεχθῇ εἶναι, ὅτι ἐὰν ληφθῇ μέριμνα ὑπὲρ τῶν σουλτανοπαραγωγῶν, αὕτη θὰ ἐπεκταθῇ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ διὰ τοὺς παραγωγοὺς τῆς Κορινθιακῆς σταφίδος.
§52Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Αἱ ἀνακοινώσεις ἐγένοντο, ὑπὸ τοῦ κ. Σερβάκη, Ἐπιθεωρητοῦ τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας, ἑνὸς ἐκ τῶν καλυτέρων ὑπαλλήλων καὶ Διευθυντοῦ τῆς Κ.Σ. Ο.Σ., εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ἡμερησία». Ὁ κ. Σερβάκης, εἶπεν, ὅτι θὰ δοθῇ εἰς τοὺς σουλτανοπαραγωγοὺς πρόσθετος τιμὴ 500 δραχμ. κατ’ ὀκᾶν.
§53Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφυπουργ. Οἰκονομικῶν). Ἡ καταβολὴ προσθέτου τιμῆς εἶναι θέμα, ποὺ ἀφορᾷ τὴν διαχείρισιν τοῦ Κ.Σ.Ο.Σ. καὶ ὄχι τὴν Κυβέρνησιν.
§54Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Τὸ πλεόνασμα τῆς μελάσσης μέχρις ἐσχάτων, διετίθετο μόνον διὰ τοὺς παραγωγοὺς Κορινθιακῆς σταφίδος. Καλῶς ἐπεξετάθη ἡ δι’ αὐτοῦ προστασία καὶ ἐπὶ τῆς σουλτανίνας, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι λόγος νὰ ἀθετηθοῦν αἱ ὑποσχέσεις τῆς Κυβερνήσεως, εἰς βάρος τῶν παραγωγῶν Κορινθιακῆς σταφίδος. Ἀλλ’ ὡς νὰ μὴ ἀρκοῦσεν ὁ στραγγαλισμὸς τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, δι’ ἑνὸς προσφάτου Νομ. Διατάγματος, ἦλθεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑπονομεύσῃ καὶ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ Α.Σ.Ο. καὶ νὰ προκαλέσῃ καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς τὰς ἐντόνους διαμαρτυρίας τῶν σταφιδοπαραγωγῶν. Ὁ Α.Σ.Ο. ἱδρύθη ὡς ἀνωτέρα Συνεταιρικὴ Ὀργάνωσις καὶ δὲν θὰ ἐπιτελέσῃ πλήρως τὸν προορισμόν του παρὰ ἐὰν ἡ διοίκησίς του περιέλθῃ ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν συνεταιριστικῶς ὠργανωμένην σταφιδοπαραγωγήν, ὥστε ὁ παραγωγὸς νὰ γίνῃ ρυθμιστὴς τῆς τύχης τοῦ προϊόντος του. Διὰ τοῦτο καὶ μολονότι ὑπῆρξε πάντοτε ἀπὸ τῆς ἱδρύσεώς του ἔντονος ἡ κρατικὴ παρέμβασις εἰς τὰ τῆς διοικήσεώς του, οἱ παραγωγοὶ διετήρησαν πάντοτε εὐρυτάτην θέσιν εἰς τὴν Διοίκησιν αὐτοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν οὐδέποτε ἐπετράπη ν’ ἀναμιχθῇ τὸ σταφιδεμπόριον. Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἐπέπρωτο, οὔτε τὴν ἀρχὴν αὐτὴν νὰ σεβασθῇ καὶ διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Ν. Διατάγματος 1.247 τῆς 20 Ὀκτωβρίου ἐ.ἔ. προσέθεσεν εἰς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τοῦ Α.Σ.Ο. καὶ ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑνώσεως Ἐξαγωγέων σταφίδος. Διὰ τῆς προσθήκης αὐτῆς ἐξουδετεροῦται ἡ μέχρι τοῦδε εἰς τὸ Συμβούλιον πλειοψηφία τῶν σταφιδοπαραγωγῶν καὶ διὰ τῆς ψήφου τῶν ἐμπόρων θὰ ρυθμίζεται ἐφεξῆς ἡ τύχη τοῦ προϊόντος, ὁσάκις ὑφίσταται διαφωνία μεταξὺ παραγωγῶν καὶ κρατικῶν, δηλαδὴ κυβερνητικῶν, ἀντιπροσώπων εἰς τὸ Συμβούλιον. Ἡ Κυβέρνησις, μὲ ἄλλους λόγους, εὑρισκομένη εἰς σύγκρουσιν μὲ τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς, ζητεῖ νὰ κάμψῃ τὴν ἀντίστασίν των εἰς τὸν Α.Σ.Ο. διὰ τῆς ψήφου τῶν σταφιδεμπόρων ἐξαγωγέων, τῶν ὁποίων παγία ἐπιδίωξις εἶναι ἡ κατάργησις τῆς διαχειρίσεως τῶν ἐξαγωγῶν ὑπὸ τοῦ Α. Σ.Ο., διὰ νὰ περιέλθῃ καὶ πάλιν τὸ ἐξαγωγικὸν ἐμπόριον εἰς αὐτούς. Πῶς νὰ χαρακτηρίσω τὴν πρᾶξιν αὐτήν; Ἀλλὰ διὰ τοῦ αὐτοῦ Ν. Διατάγματος καὶ εἰς τὴν βʹ παράγραφον τοῦ ἀνωτέρω ἄρθρου περιελήφθη διάταξις, ἡ ὁποία εἰς τὸ πρόσφατον συνέδριον τῶν σταφιδοπαραγωγῶν ἀπεκλήθη ὡς αὐτόχρημα «ἐμπαιγμὸς» αὐτῶν ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Κατὰ τὸ ἀπὸ 10 Μαΐου 1946 Ν. Δ)γμα «περὶ προσωρινῆς Διοικήσεως τοῦ Α.Σ.Ο.» ἡ Διοικοῦσα Ἐπιτροπὴ αὐτοῦ ὤφειλεν ἐντὸς «τετραμήνου» νὰ ἐκπονήσῃ σχέδιον περὶ τῆς ὁριστικῆς ὀργανώσεως καὶ διοικήσεως τοῦ Α.Σ.Ο. Οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ προέβαλον τότε (δηλαδὴ τὸ 1946) τὴν ἀξίωσιν, ὅπως εἰς τὴν ἀνωτέρω Ἐπιτροπὴν συμμετάσχουν καὶ 4 ἀντιπρόσωποι τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, ὥστε ν’ ἀκουσθῇ ἡ φωνή των. Εἰς τὸ αἴτημά των ἡ Κυβέρνησις ἐκώφευσεν ἐπὶ τριάμισυ ὁλόκληρα ἔτη. Ἐν τῷ μεταξὺ ἡ Διοικοῦσα Ἐπιτροπὴ τοῦ Α.Σ.Ο. ἐτελείωσε τὸ ἔργον της ἀπὸ τοῦ φθινοπώρου τοῦ 1946, ὥστε νὰ μὴ ὑφίσταται πλέον οὐσιαστικῶς περίπτωσις ἱκανοποιήσεως τοῦ αἰτήματος τῶν σταφιδοπαραγωγῶν. Ἐν τούτοις, ἡ Κυβέρνησις —εἰρωνευομένη τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς—περιέλαβεν εἰς τὸ ἀνωτέρω Ν. Διάταγμα διάταξιν, δυνάμει τῆς ὁποίας κατὰ τὴν ἐκπόνησιν τοῦ ἐκπονηθέντος ἤδη ὀργανισμοῦ κλπ. τοῦ Α.Σ.Ο. μετέχουν τῆς Διοικούσης Ἐπιτροπῆς αὐτοῦ καὶ 4 ἀντιπρόσωποι τῶν σταφιδοπαραγωγῶν. Θὰ συμφωνήσετε, εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν ἔχουν ἄδικον οἱ ἐκπρόσωποι τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, ὅταν χαρακτηρίζουν τὴν ἀνωτέρω ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως ὡς «περιφρόνησιν καὶ ἐμπαιγμὸν» τῆς τάξεώς των. Κύριοι βουλευταί, ἐθεώρησα ὑποχρέωσίν μου νὰ ἐκταθῶ κἄπως περισσότερον καὶ νὰ φέρω τὰ ἀνωτέρω ἐνώπιόν σας, μὲ τὸν διπλοῦν σκοπόν, νὰ σᾶς διαφωτίσω καὶ ταὐτοχρόνως νὰ ὑποβοηθήσω τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν τὸ ἐπιθυμῇ, νὰ δώσῃ τὴν ἁρμόζουσαν λύσιν εἰς τὰ δίκαια αἰτήματα τοῦ σταφιδοπαραγωγικοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος δυστυχεῖ. Καὶ τώρα, ἂς ἔλθωμεν εἰς ἕνα τρίτον γεωργικὸν προϊόν σοβαρωτάτης οἰκονομικῆς καὶ κοινωνικῆς σημασίας, τὸ ἔλαιον, διὰ νὰ ἴδωμεν πῶς ἐχειρίσθη καὶ αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις. Γνωρίζετε τὶ ἐγένετο κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅτε, ἐγκαταλειφθέντες ἀπὸ τὸ Κράτος ἀπροστάτευτοι οἱ ἐλαιοπαραγωγοὶ ἠναγκάσθησαν νὰ πωλήσουν τὸ προϊόν των πρὸς 4–5 χιλιάδας κατ’ ὀκᾶν, διὰ νὰ τὸ πληρώσῃ μετ’ ὀλίγον ἡ κατανάλωσις πρὸς 20–24 χιλιάδας τὴν ὀκᾶν καὶ νὰ ἀποκομίσουν παράνομα κέρδη, εἰς βάρος ἐξ ἴσου τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς καταναλώσεως, ὀλίγοι κερδοσκόποι. Ἀλλὰ τὰ παθήματα δὲν γίνονται εἰς τὴν Κυβέρνησιν μαθήματα καὶ εὑρισκόμεθα πάλιν πρὸ ἀναλόγου καταστάσεως. Σήμερον ἀκριβῶς ἐδημοσιεύθη ἀνακοίνωσις τοῦ Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν αἱ τιμαὶ τοῦ ἐλαιολάδου κατὰ τὴν 10ην Δεκεμβρίου, εἶχον εἰς τὰ διάφορα ἐλαιοπαραγωγικὰ διαμερίσματα ὡς ἀκολούθως: Μυτιλήνη 9.350 δραχμ. κατ’ ὀκᾶν, Χανιὰ 8.400, Ἅγιος Νικόλαος Κρήτης 8–9.000, Ρέθυμνον 8.200, Χίος 9.200, Σάμος 8.200, Κεφαλληνία 8.000. Κατὰ πληροφορίας, ποὺ ἔχω ἀπὸ ἐπιβάτας, ἡ πτῶσις συνεχίζεται καὶ κάτω τῶν ἀνωτέρω τιμῶν, βλέπω δὲ ἀπὸ τὰς διακοπάς σας, ὅτι καὶ σεῖς, κύριοι συνάδελφοι, ἔχετε παρομοίας πληροφορίας. Ἡ ὑποτίμησις ἄλλως τε τοῦ ἐλαιολάδου εἰς τοὺς τόπους παραγωγῆς δὲν ἤρχισε σήμερον. Ὁ ἐξευτελισμὸς τῶν τιμῶν του ἤρχισεν ἤδη ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου, ὁπότε εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐγένοντο εἰς Κρήτην προαγοραὶ πρὸς 6–7 χιλιάδας δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν. Καὶ σήμερον ὑπάρχουν περιφέρειαι, ὅπου οἱ παραγωγοὶ στεροῦνται ἀκόμη καὶ τῶν ἀναγκαίων ἀποθηκευτικῶν μέσων, ὥστε εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ πωλήσουν εἰς οἱανδήποτε τιμήν. Ἦτο ἐν τούτοις ἀπὸ πολλῶν μηνῶν γνωστόν, ὅτι θὰ εὑρισκώμεθα πρὸ ἐξαιρετικῶς μεγάλης ἐσοδείας. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε, συνεπῶς, καὶ τὸν καιρὸν καὶ τὸ καθῆκον νὰ χαράξῃ μίαν πολιτικὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ ἐλαιολάδου ἤρχισε, προτοῦ διακοποῦν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Συνεκροτήθη ἔκτοτε μεγάλη Διακομματικὴ Ἐπιτροπή, ἀπὸ βουλευτὰς ἐλαιοπαραγωγικῶν περιφερειῶν, κατέχοντας τὸ ζήτημα καὶ μὴ φεισθέντας κόπων. Ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Ἐπιτροπῆς ἐξελέγη ὡς Πρόεδρος ὁ κ. Καλκάνης, ὁ ὁποῖος ἀνέπτυξε δραστηριότητας ἀξιοθαύμαστον καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι ἄξιος συγχαρητηρίων δι’ ὅ,τι ἔπραξε. Παρὰ ταῦτα, οἱ μῆνες παρήρχοντο, συσκέψεις καὶ συμβούλια τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως συνεχῶς ἀνηγγέλλοντο ἢ καὶ ἐγίνοντο, χωρὶς ὅμως νὰ λαμβάνωνται ἀποφάσεις. Καὶ τελικῶς οὐδεμία λύσις ἐδόθη, διότι δὲν ἀποτελεῖ βέβαια λύσιν ἡ ἐσχάτως ἀποφασισθεῖσα ὑποβοήθησις τῆς συγκεντρώσεως 15.000 τόννων, ὅταν προβλέπεται παραγωγὴ 180.000 τόννων περίπου. Μία ὅμως τοιαύτη πολιτική, ἡ ὁποία ἔχει ἤδη ὡς ἀποτέλεσμα αἱ τιμαὶ τοῦ ἐλαίου εἰς τὸν τόπον τῆς παραγωγῆς νὰ πέσουν εἰς τὰ προεκτεθέντα ἐπίπεδα, ἐνῷ εἰς τὴν ἀγορὰν Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, συμφώνως μὲ τὴν αὐτὴν κυβερνητικὴν ἀνακοίνωσιν, περιστρέφονται γύρω τῶν 12–14 χιλιάδων δραχμῶν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ λέγεται πολιτικὴ συγχρόνου Κράτους. Φοβοῦμαι, ὅτι ἐπειδὴ οἱ ἐλαιοπαραγωγοὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ μιμηθοῦν ἄλλους κλάδους ἐργαζομένων, ἐπειδὴ δηλαδὴ εἶναι διεσκορπισμένοι καὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ κατέλθουν εἰς ἀπεργίαν, ἡ Κυβέρνησις δὲν αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην νὰ τοὺς προσέξῃ καὶ νὰ δώσῃ λύσιν κοινωνικῶς καὶ οἰκονομικῶς ἱκανοποιητικὴν εἰς τὸ σοβαρώτατον ἀπὸ κοινωνικῆς πλευρᾶς θέμα τοῦ ἐλαίου. Εἰς ἄλλας χώρας, πρὸς προστασίαν τῶν σπορελαίων των, ἔχει ἀπαγορευθῆ ἡ εἰσαγωγὴ ἐλαιολάδων. Ἐδῶ συνεζητεῖτο μέχρι τοῦ παρελθόντος μηνὸς εἰς τὰς κυβερνητικὰς συσκέψεις ἡ εἰσαγωγὴ σπορελαίου, πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ ἐξαχθησομένου τυχὸν ἐλαιολάδου, ἐνῷ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπαγορευθῇ πλήρως ἡ εἰσαγωγὴ σπορελαίων.
§55Γ. ΜΑΥΡΟΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Οἰκονομίας). Δὲν ἐπιτρέπεται εἰσαγωγὴ σπορελαίων. Τὶς σᾶς τὸ εἶπεν αὐτό; Ἐπετράπη πρὸ 4 μηνῶν, ὅταν τὸ ἐλαιόλαδον εἶχε 24.000 δραχμ. κατ’ ὀκᾶν.
§56Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Εἶπα, ὅτι συνεζητεῖτο ἡ εἰσαγωγὴ καὶ τοῦτο ἀνεγράφη καὶ εἰς τὸν τύπον. Ὀφείλω πάντως νὰ ἀναγνωρίσω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἐπέδειξε προσωπικῶς ἀρκετὴν καὶ ἀξιόλογον, ὡς ἐπληροφορήθην, κατανόησιν ἐν προκειμένῳ. Ἀλλ’ ὡς συνήθως ἡ Κυβέρνησις ὡς «Κυβέρνησις» εἰς οὐδὲν κατέληξεν ἀποτέλεσμα. Ὡς νὰ μὴ ἔφθανε δὲ ἡ κυβερνητικὴ ἀναποφασιστικότης καὶ ἡ ἔλλειψις κατευθύνσεως, προσετέθη καὶ ἡ παρέμβασις μελῶν τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς, τὰ ὁποῖα καὶ προέβησαν εἰς δηλώσεις διὰ τοῦ Τύπου. Καὶ παρέστιμεν εἰς τὸ θλιβερὸν θέαμα, ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν θλιβερὰν ἀνάγκην νὰ διαπραγματεύεται τὸ ζήτημα, ὄχι μὲ τὴν ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν, ἀλλὰ μὲ τὴν Ἀμερικανικὴν Ἀποστολήν. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀπαράδεκτον, ἀλλὰ καὶ ἐπικίνδυνον. Ἀπαράδεκτον, διότι μεταξὺ Βουλῆς καὶ ἐκπροσώπων τῆς ἀφ’ ἑνὸς, ὡς ἡ Διακομματικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ ἐλαίου, καὶ Κυβερνήσεως ἀφ’ ἑτέρου, δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὸν νὰ παρεμβάλλονται τρίτοι. Ἐπικίνδυνον, διότι ὑπονομεύει καὶ τὸ κῦρος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν Συμμαχικὴν Ἀποστολήν. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρηθῇ ἀμείωτον τὸ κυβερνητικὸν κῦρος, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἐμφανίζεται—ἀτόπως— πειθήνιος ἐκτελεστὴς ἀποφάσεων ξένων. Καὶ δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερον κακόν, ἀπὸ τοῦ νὰ κλονισθῇ—ὑπὸ τοὺς σημερινοὺς ἰδίᾳ ἀνωμάλους καιροὺς—τὸ κῦρος τῆς οἱασδήποτε Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ὑπέχουσα τὰς εὐθύνας ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὀφείλει καὶ νὰ ἔχῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐμφανίζεται, ὅτι ἔχει τὴν εὐθύνην τῶν λαμβανομένων ἑκάστοτε ἀποφάσεων. Οὔτε εἶναι ἐπιτρεπτόν, ἀλλὰ καὶ ὠφέλιμον νὰ ἐμφανίζωνται κατ’ ἰδίαν οἱ Ὑπουργοὶ ἢ νὰ δημιουργῆται ἡ ἐντύπωσις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι καὶ οἱ πρῶτοι καὶ ἡ τελευταία ὑποκύπτουν εἰς τὴν λῆψιν μέτρων, εἰς τὰ ὁποῖα αὐτοὶ δὲν συμφωνοῦν. Πολὺ ὀλιγώτερον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνωνται δημόσιαι ἀνακοινώσεις ἐπὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα διαχειρίζεται ἡ Κυβέρνησις, αἱ ὁποῖαι νὰ προέρχωνται ἢ νὰ παρουσιάζωνται προερχόμεναι ἀπὸ τὴν Συμμαχικὴν Ἀποστολήν. Διότι παρομοία τακτικὴ συνεχιζομένη, θὰ ἠδύνατο νὰ διαμορφώσῃ δυσάρεστον ψυχολογικὴν ἀτμόσφαιραν, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἐπιζημία δι’ αὐτὴν ταύτην τὴν Χώραν. Ὡς Ἕλλην, ἀναγνωρίζων τὸ ὀφείλομεν εἰς τοὺς μεγάλους φίλους μας, πιστεύων, ὅτι ἡ τύχη μας εἶναι στενώτατα συνδεδεμένη μαζύ των, ὡς Ἕλλην ἀγαπῶν τοὺς Ἀμερικανοὺς φίλους μας—διότι τοὺς ἀγαπῶ εἰλικρινῶς— αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιστήσω, ἐν προκειμένῳ, τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ τὴν καλέσω νὰ θέσῃ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον τέρμα εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Ἠγωνίσθημεν, κύριοι βουλευταί, διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν ἐλευθερίαν μας. Εἰς τὸν βωμὸν των καὶ εἰς τὸν βωμὸν τῶν ἐλευθεριῶν ὅλων τῶν λαῶν, προσεφέραμεν ἀνυπολογίστους θυσίας. Εἴμεθα ἄξιοι σεβασμοῦ. Καὶ πρέπει νὰ γίνῃ ἀντιληπτόν, πρὸ παντὸς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὑπάρχουν ὡρισμένα ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐπιτρέπεται οὐδεμία πλέον ὑποχώρησις. Δὲν εἶναι δυνατόν, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ὑπεύθυνος Κυβέρνησις, οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους νὰ ἀναγκαζώμεθα νὰ διαπραγματευώμεθα ζητήματα ἀφορῶντα τὴν ζωήν, τὸ ψωμὶ καὶ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, μὲ τρίτους, ἔστω καὶ φίλους. Δὲν παραγνωρίζω, οὔτε ἀρνοῦμαι τὰς φιλικὰς προθέσεις καὶ τὸ εἰλικρινὲς διὰ τὴν Ἑλλάδα ἐνδιαφέρον τῶν μελῶν τῆς Ἀμερικανικῆς Ὀργανωτικῆς Ἀποστολῆς. Ἀλλ’ εἶναι φυσικῶς ἀδύνατον, κατὰ τὸ βραχὺ διάστημα τῆς ἐδῶ διαμονῆς των, νὰ σχηματίσουν ἀκριβῆ ἀντίληψιν ὅλων τῶν Ἑλληνικῶν ζητημάτων καὶ νὰ εἰσχωρήσουν εἰς ὅλην τὴν ἰδιομορφίαν τῆς Ἑλληνικῆς πραγματικότητος. Σχηματίζουν, συνεπῶς, κατ’ ἀνάγκην γνώμην ἀπὸ τὸ ἄμεσον περιβάλλον των καὶ τὰ στοιχεῖα, ποὺ τίθενται ὑπ’ ὄψει των. Καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ τοὺς διαφωτίσῃ καὶ νὰ τοὺς προφυλάξῃ ἀπὸ ἐσφαλμένας κρίσεις. Διότι κἄποτε φθάνουν καὶ εἰς τὴν δημοσιότητα ἀκόμη, σκέψεις καὶ ἀποφάσεις ὡρισμένων μελῶν τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς, ποὺ εὑρίσκονται ἐκτὸς τόπου καὶ χρόνου. Φαντασθῆτε ποία εἶναι ἡ κατανόησις ἐπὶ τῶν θεμάτων ποὺ μᾶς ἀπασχολοῦν, ὡρισμένων Ἀμερικανῶν διοργανωτῶν, ὅταν μᾶς συνιστοῦν τὸ ξερρίζωμα τῆς ἐληᾶς καὶ τοῦ καπνοῦ, καὶ τὴν ἀντικατάστασίν των μὲ μαϊντανό, σέλινο, πατάτες καὶ ἐν γένει κηπουρικὰ εἴδη.
§57Γ. ΜΑΥΡΟΣ. (Ὑπ. Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι τόσον ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ τῶν Ἀμερικανῶν ἐμπειρογνωμόνων εἶναι ἐκ διαμέτρου ἀντίθετος, ἀπὸ ὅσα ἤδη ὑποστηρίξετε.
§58Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ματαιοπονεῖτε διαμαρτυρόμενος, κ. Ὑπουργέ, διότι ὅσα ἀνέφερα εἶναι γνωστὰ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν λαόν. Ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὸν Τύπον καὶ ἐλέχθησαν καὶ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς Ἐλαίου, κ. Καλκάνην, ὁ ὁποῖος εἶναι παρὼν καὶ δύναται νὰ σᾶς τὰ ἐπιβεβαιώσῃ.
§59Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὑπάρχουν, κύριε Ὑπουργέ, ἐπίσημοι δηλώσεις, δοθεῖσαι καὶ διὰ τοῦ ραδιοφώνου καὶ διὰ τοῦ τύπου. Ἀναζητήσατε σχετικὸν δελτίον τοῦ Ραδιοφωνικοῦ Σταθμοῦ Ἀθηνῶν καὶ θὰ τὰς ἀνεύρετε. Κατὰ τὰς δηλώσεις αὐτὰς ὑποστηρίζεται, ὅτι ἐπειδὴ τὸ πρόγραμμα τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς εἶναι ἀρδευτικόν, ἐπιβάλλεται ἡ ἐκρίζωσις τῆς ἐλαίας καὶ ἡ ἀντικατάστασίς της μὲ κηπουρικὰ προϊόντα.
§60Γ. ΜΑΥΡΟΣ. (Ὑπ. Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ὡς ὑπεύθυνος Ὑπουργός, διαχειριζόμενος τὰ ζητήματα ταῦτα, δηλῶ, ὅτι αἱ δηλώσεις τῶν ἐπισήμων Ἀμερικανῶν ἁρμοδίων ὁμιλοῦν ἀντιθέτως περὶ αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς τοῦ ἐλαίου καὶ τοῦ καπνοῦ καὶ οὐχὶ περὶ ἐλαττώσεως. Ἁπλῶς ὑποδεικνύουν, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἐλάττωσις τοῦ κόστους παραγωγῆς.
§61Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ταῦτα ἐλέχθησαν καὶ εἰς ἐμὲ καὶ ἀπὸ ραδιοφώνου καὶ διὰ τοῦ τύπου, χωρὶς νὰ ἐπακολουθήσῃ διάψευσις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως.
§62Γ. ΜΑΥΡΟΣ. (Ὑπ. Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Συνήθως γράφονται εἰς τὸν τύπον δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουν μὲ τὴν πραγματικότητα. Ἐπωφελοῦμαι τῆς εὐκαιρίας νὰ διαψεύσω τὴν εἴδησιν, ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη χθὲς καὶ ἀνεστάτωσε τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς συναλλασσομένους μὲ τὸ ἐξωτερικὸν ἐμπόριον. Ἐγράφη εἰς τὸν τύπον χθές, ὅτι τὰ ἐλευθέρως εἰσαγόμενα εἴδη τῶν ὁποίων αὔριον τὸ πρωΐ ἀρχίζει ἡ ἀπελευθέρωσις, θὰ εἰσαχθοῦν μόνον, ἐφ’ ὅσον μέχρι τοῦ Σαββάτου σπεύσουν καὶ λάβουν ἀδείας οἱ εἰσαγωγεῖς ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθν. Οἰκονομίας. Αὐτὴ ἡ πληροφορία εἶναι ἐντελῶς ἐσφαλμένη, διότι ἐπὶ ἐντελῶς ἐλευθέρων εἰδῶν δὲν χρειάζεται οὐδεμία ἄδεια τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐθν. Οἰκονομίας, καὶ ἀπὸ αὔριον οἱοσδήποτε δύναται νὰ εἰσαγάγῃ ἀπὸ τὰ ἐν λόγῳ εἴδη, χωρὶς κανένα ποσοτικὸν περιορισμὸν καὶ μόνον κατόπιν ἐλέγχου τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Ὁ τύπος συχνότατα ἔχει ἐσφαλμένας πληροφορίας ἐπὶ τῶν πολυπλόκων αὐτῶν οἰκονομικῶν προβλημάτων δὲν εἶναι δὲ εὔκολον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὰς διαψεύδῃ ἑκάστοτε.
§63Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διαβεβαιῶ τοὺς κ. συναδέλφους, ὅτι εἰς τὸ συνέδριον τῆς Καβάλας, τόσον τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ οἱ Ἀμερικανοὶ Σύμβουλοι συνέστησαν τὴν αὔξησιν τῆς παραγωγῆς τοῦ καπνοῦ.
§64Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ἡ διακοπὴ τοῦ κ. Διακουμοπούλου, δὲν διαψεύδει τὰ ἀδιάψευστα, ἀλλ’ ἐπιβεβαιώνει ἁπλῶς ὅ,τι εἶπον προηγουμένως. Ὅτι δηλαδή, δὲν ὑπάρχει ἀτυχῶς ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ὁμόφωνος γνώμη τῶν ξένων συμβούλων. Εἶναι ὅμως γεγονός, ὅτι ὡς προεῖπον, καθ’ ἡμέραν αὐξάνει ὁ ἀριθμὸς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατανοοῦν τὴν Ἑλληνικὴν πραγματικότητα. Καὶ δι’ αὐτὸ ἡ ὑποχρέωσις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἔτι μεγαλυτέρα νὰ ἐνισχύσῃ αὐτοὺς ποὺ κατενόησαν τὸ Ἑλληνικὸν θέμα καὶ νὰ διαφωτίσῃ τοὺς ὑπολοίπους, ἀντὶ νὰ τηρῇ στάσιν παθητικῆς ἀποδοχῆς τῶν Ἀμερικανικῶν ἑκάστοτε ὑποδείξεων. Τὶ τὰ θέλετε, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἀλήθεια εἶναι μία: Ἐνῷ ἡ Εὐρώπη ἀνεκάλυψε τὴν Ἀμερικὴν πρὸ 500 περίπου ἐτῶν, ἡ Ἀμερικὴ—λόγῳ τοῦ ἀπομονωτισμοῦ εἰς τὸν ὁποῖον ἔζησεν—ἀνεκάλυψε τὴν Εὐρώπην οὐσιαστικῶς μετὰ τὸν Βʹ Παγκόσμιον Πόλεμον. Εἶναι φυσικόν, συνεπῶς, καὶ ἀναπότρεπτον— παρ’ ὅλας τὰς προσπαθείας των— νὰ μὴ εἶναι πάντοτε δυνατὸν εἰς τοὺς Ἀμερικανοὺς φίλους μας νὰ συλλάβουν τόσον σύντομα ὅλα τὰ πολύπλοκα προβλήματα καὶ ὅλην τὴν ἰδιορρυθμίαν τῆς ζωῆς τῆς γηραιᾶς μας Ἠπείρου. Σᾶς ἀνέλυσα τὴν κυβερνητικὴν πολιτικήν, ὅσον ἀφορᾷ τρία ἀπὸ τὰ κυριώτερα γεωργικὰ προϊόντα καὶ σᾶς ἀπέδειξα, ὅτι τὸ πρόβλημα τῆς προστασίας τῶν γεωργικῶν προϊόντων δὲν ἔχει κατανοηθῆ, οὔτε ἀντιμετωπισθῆ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, μολονότι εἶναι ἀμεσώτατα συνδεδεμένον μὲ τὴν γεωργικὴν πρόοδον τῆς Χώρας. Πόσην σημασίαν ἔχει τὸ πρόβλημα αὐτὸ καὶ κατὰ ποῖον διάφορον τρόπον ἀντιμετωπίζεται εἰς ἄλλας χώρας, ἀποδεικνύουν τὰ πολιτικὰ γεγονότα τῆς παρελθούσης ἑβδομάδος εἰς τὴν Γαλλίαν. Ἐπειδὴ ἡ τιμὴ ἀσφαλείας, ποὺ ὥρισεν ἡ ἐκεῖ Κυβέρνησις διὰ τὰ πατζάρια, ἦτο κἄπως χαμηλοτέρα τῆς ζητουμένης ἀπὸ τοὺς παραγωγοὺς καὶ ἐθεωρήθη μὴ ἱκανοποιητική, οἱ δύο ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ—ὁ κ. PFLIMIN καὶ ὁ κ. RI-BEYRE —ἔσπευσαν νὰ παραιτηθοῦν. Ἡ παραίτησίς των παρ’ ὀλίγον νὰ προκαλέσῃ τὴν παραίτησιν ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ρίψῃ πάλιν τὴν Γαλλίαν εἰς τὴν ἀκυβερνησίαν. Διὰ τοῦτο, ὁ Γάλλος Πρωθυπουργὸς κατέβαλεν ἀπεγνωσμένας προσπαθείας, ὅπως μεταπείσῃ τοὺς παραιτηθέντας καὶ δεχθοῦν νὰ παραμείνουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ὅλαι αἱ προσπάθειαί του ἀπέβησαν μάταιαι, ὄχι διότι οἱ παραιτηθέντες Ὑπουργοὶ παρεγνώριζαν τοὺς ὑφισταμένους σοβαροὺς λόγους πρὸς διατήρησιν τῆς κυβερνητικῆς συνοχῆς, ἀλλὰ διότι ἐνόμισαν, ὅτι ἡ παραίτησίς των εἶναι ἀναγκαία, ὅπως ὁ ἀγροτικὸς κόσμος τῆς Γαλλίας διατηρήσῃ τὴν πίστιν του εἰς τὴν ἐξαγγελθεῖσαν ὑπ’ αὐτῶν προστατευτικὴν πολιτικὴν τῶν γεωργικῶν προϊόντων καὶ διασωθῇ τὸ Ὑπουργικὸν κῦρος. Ἰδοὺ τί ἐδήλωσεν ἐπὶ λέξει ὁ παραιτηθεὶς Ὑπουργὸς PELIMIN: «Ἡ ἀποτελεσματικότης τοῦ συστήματος τῆς προστασίας τῶν τιμῶν τῶν γεωργικῶν προϊόντων, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, ἐκλονίσθη σοβαρῶς διὰ τῆς κυβερνητικῆς ἀποφάσεως. Ἡ ἀπόφασις αὐτὴ θὰ ὑπονομεύσῃ μοιραίως τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν ἀγροτῶν, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ὡς τὸ πρωταρχικὸν κίνητρον διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς». Αὐτὰ εἰς τὴν Γαλλίαν. Εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὁ Ἕλλην ἀγρότης ὠθεῖται εἰς τὴν ἀπαθλίωσιν, αἱ τιμαὶ τῶν γεωργικῶν προϊόντων ἐξευτελίζονται, κυβερνητικαὶ ἀποφάσεις καταστρατηγοῦνται καὶ μένουν ἀνεκτέλεστοι. Ἀλλὰ κανεὶς δὲν διαμαρτύρεται. Καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ Ὑπουργοὶ παραμένουν ἀπαθεῖς εἰς τὰς θέσεις των. Κύριοι βουλευταί, σᾶς ἀνέφερα ἤδη ποῖαι εἶναι αἱ προβλέψεις ἐγκύρων ξένων μελετητῶν τῶν ἑλληνικῶν πραγμάτων καὶ σᾶς ἐξέθεσα, ὅτι—καὶ κατ’ αὐτοὺς—ἐὰν δὲν ἐπέλθῃ ριζικὴ μεταβολὴ τῆς ἀκολουθουμένης πολιτικῆς ὁδηγεῖται ὁ ἀγροτικὸς κόσμος εἰς ἐπανάστασιν. Εἶναι ἀνάγκη ἀναθεωρήσεως τῆς κυβερνητικῆς πολιτικῆς ὡς πρὸς τὰς τιμάς. Αἱ κυβερνητικαὶ ἀνακοινώσεις τονίζουν θριαμβευτικῶς τὴν δῆθεν πτῶσιν τοῦ τιμαρίθμου. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἀληθές. Κατρακυλοῦν μόνον αἱ τιμαὶ τῶν γεωργικῶν προϊόντων, ἀλλ’ ὄχι τὸ γενικὸν ἐπίπεδον τῶν τιμῶν. Γεωργικὴ ὅμως πρόοδος δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ παρὰ μόνον ἐὰν ἐφαρμοσθῇ σταθερὰ πολιτικὴ συγκρατήσεως τῶν γεωργικῶν τιμῶν εἰς ἐπίπεδα ἱκανοποιοῦντα τὸν παραγωγὸν καὶ ἐπιτρέποντα εἰς τὸν Ἕλληνα ἀγρότην νὰ ἐργασθῇ καὶ νὰ ἀποδώσῃ. Δύο εἶναι αἱ προϋποθέσεις τῆς γεωργικῆς προόδου τῆς Χώρας: Κατάλληλος πολιτικὴ τιμῶν. Ἀναπροσαρμογὴ τῆς πιστωτικῆς μας πολιτικῆς. Τὸ κύριον ὄργανον διὰ τὴν ἄσκησιν καταλλήλου ἀγροτικῆς πολιτικῆς εἶναι ἡ Α.Τ.Ε., πρὸς τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ στραφῇ στοργικὸν τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Κράτους. Διότι ἡ ἀγροτικὴ πίστις ἐξηνεμίσθη κατὰ τὴν κατοχὴν μαζὺ μὲ τὴν ἐξανέμισιν τῆς δραχμῆς. Πρὸ τοῦ πολέμου, κατὰ τὸ 1939, ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα διέθετε 4.450 ἑκατομμύρια διὰ τὴν ἄσκησιν τῆς πίστεως ἐκ τῶν ὁποίων 1.505 ἑκατομμύρια ἦσαν ἴδια αὐτῆς κεφάλαια καὶ τὰ ὑπόλοιπα καταθέσεις πρὸς αὐτήν. Μὲ τὰ κεφάλαια αὐτὰ ἠδύνατο ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἀποστολήν της, χωρὶς νὰ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς καλῆς θελήσεως τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων ἢ νὰ προσφεύγῃ εἰς τὸ Ἐκδοτικὸν Ἵδρυμα. Αἱ πρὸς τὴν γεωργίαν χορηγήσεις της εἶχον φθάσει κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος εἰς 4.316 ἑκατομμύρια, ἐκ τῶν ὁποίων 2.224 ἑκατομμύρια εἰς καλλιεργητικὰ δάνεια, 1.674 ἑκατομμύρια εἰς δάνεια ἐπὶ ἐνεχύρῳ γεωργικῶν προϊόντων καὶ 418 ἑκατ. εἰς δάνεια μέσης καὶ μακρᾶς προθεσμίας. Κατὰ τὴν κατοχήν, τὰ ἴδια αὐτῆς κεφάλαια καὶ αἱ παρὰ τῇ Α.Τ.Ε. καταθέσεις εἶχον τὴν ἰδίαν τύχην μὲ τὴν δραχμήν. Σήμερον διὰ τὴν ἄσκησιν τῆς πιστωτικῆς ἀποστολῆς της ἡ Α.Τ.Ε. ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς πιστοδοτήσεώς της ὑπὸ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Αἱ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον διατιθέμεναι πρὸς τὴν Α.Τ.Ε. χορηγήσεις τοῦ Ἐκδοτικοῦ Ἱδρύματος περιστρέφονται γύρω εἰς τὰ 40% τῶν συνολικῶν χορηγήσεών της πρὸς τὸ σύνολον τῶν παραγωγικῶν κλάδων καὶ τὸ ἐμπόριον τῆς Χώρας. Δὲν ὑποτιμῶ τὴν προσπάθειαν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἀγροτικῆς πίστεως, εἶναι ὅμως ἐκ τῶν πραγμάτων ἀνεπαρκής. Κατὰ τὸ καλλιεργητικὸν ἔτος 1948–49, τὰ πρὸς τὴν γεωργίαν δάνεια τῆς Α.Τ.Ε. ἀνῆλθον εἰς 794 δισεκατομμύρια καὶ ἡ πρὸς αὐτὴν ἐνίσχυσις τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ὑπῆρξεν ἐλαφρῶς κατωτέρα. Ἀλλὰ τὰ δάνεια αὐτά, μὲ βάσιν τὴν σημερινὴν ἀγοραστικὴν καὶ ἀνταλλακτικὴν ἀξίαν τῆς δραχμῆς, μόλις προσεγγίζουν πρὸς τὰ 40% τῶν προπολεμικῶν χορηγήσεων τῆς Α.Τ.Ε. πρὸς τὴν γεωργίαν. Ἀνεγράφη τὸν παρελθόντα μῆνα, ὅτι ἐφέτος αἱ πρὸς τὴν Α.Τ.Ε. χορηγήσεις θὰ αὐξηθοῦν εἰς 880 δισεκατομμύρια. Ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν αὔξησιν αὐτὴν ἡ ἀνεπάρκεια τῆς πιστωτικῆς ἐνισχύσεως τῆς γεωργίας δὲν θὰ εἶναι μικροτέρα. Τοῦτο, ὄχι μόνον, διότι καὶ πάλιν τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν ἀντιστοιχεῖ εἰ μὴ εἰς τὰ 50% τῶν προπολεμικῶν χορηγήσεων, ἀλλὰ καὶ διότι σήμερον ἡ Ἑλληνικὴ γεωργία καὶ ἡ κτηνοτροφία ἔχουν πολὺ πλέον ηὐξημένας ἢ πρὸ τοῦ πολέμου ἀνάγκας. Ὁ ἀγροτικὸς κόσμος ἔχει ὑποστῆ περισσότερον οἱουδήποτε ἄλλου κλάδου τῆς παραγωγῆς τὰς καταστροφὰς καὶ ἐκ τῆς κατοχῆς καὶ ἐκ τῆς μανίας τοῦ κομμουνισμοῦ. Τὰ κενά, ποὺ ἀντιμετωπίζει ἡ γεωργία, εἰς ζωϊκὸν κεφάλαιον, ἐργαλεῖα, μέσα καλλιεργείας καὶ μέσα συντηρήσεως καὶ ἐναποθηκεύσεως τῶν γεωργικῶν προϊόντων, ἀνεξαρτήτως τῶν ἔργων μονιμωτέρας βελτιώσεως, εἶναι τεράστια. Καὶ τὰ κενὰ αὐτὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καλυφθοῦν μὲ μόνας τὰς πιστώσεις τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, δοθέντος, ὅτι καὶ ἡ ἀποταμίευσις δὲν εἶναι ἀκόμη ἀξία λόγου. Εἶναι ἀνάγκη συνεπῶς μονιμωτέρας καὶ γενναιοτέρας ἐνισχύσεως τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης. Ἐπιβάλλεται ἡ Κυβέρνησις νὰ μιμηθῇ τὸ παράδειγμα τοῦ Ἐλ. Βενιζέλου καὶ τῶν μετέπειτα Κυβερνήσεων καὶ νὰ βοηθήσῃ τὴν Α.Τ.Ε. εἰς τὸ νὰ ἀναδημιουργήσῃ τὰ κεφάλαιά της. Ὅταν ἱδρύθη ἡ Α.Τ.Ε. ἐπροικοδοτήθη ἀμέσως ἢ ἐμμέσως ἐκ τοῦ Δημοσίου μὲ 1.097,5 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν τὰ ἱδρυτικά της κεφάλαια, αὐξηθέντα σημαντικῶς κατὰ τὴν πρώτην δεκαετίαν τῆς λειτουργίας της, ὥστε κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1939 νὰ φθάσουν, μὲ τὰ διάφορα ἀποθεματικὰ ἢ εἰδικὰ κεφάλαια εἰς 1.505 ἑκατομμύρια. Σήμερα βεβαίως τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ ἐπιχορηγήσῃ ἀπ’ εὐθείας τὴν Α.Τ.Ε. Ὑπάρχουν, ὅμως, τὰ κεφάλαια τοῦ σχεδίου Μάρσαλ, σημαντικὸ μέρος τῶν ὁποίων προορίζεται διὰ μακρᾶς διαρκείας τοποθετήσεις εἰς τὴν γεωργίαν. Ἐκ τῶν κεφαλαίων τούτων, Κυβέρνησις καὶ Ἀμερικανικὴ Ἀποστολή, ὀφείλουν μικρὸν ἔστω τμῆμα ἐξ 25–30 ἑκατομμυρίων δολλαρίων νὰ διαθέσουν πρὸς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν, πρὸς ἀναδημιουργίαν ἔστω καὶ μερικῶς τῶν κεφαλαίων της. Πότε ἄλλοτε θὰ δοθῇ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν παρομοία εὐκαιρία; Τὰ κεφάλαια ἄλλως τε αὐτὰ θὰ περιέλθουν καὶ πάλιν διὰ τῆς Α.Τ.Ε. εἰς τὴν Ἑλληνικὴν γεωργίαν. Ἐπὶ πλέον τοῦτο θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Α.Τ.Ε. ἀφ’ ἑνός, νὰ μειώσῃ τὸ μέσον κόστος τῶν κεφαλαίων της καὶ συνεπῶς, τὰ ἐπιτόκιά της καὶ ἀφ’ ἑτέρου, θὰ τῆς δημιουργήσῃ μεγαλυτέραν εὐχέρειαν κινήσεως, ἰδίως πρὸς προστασίαν καὶ συγκέντρωσιν τῶν γεωργικῶν προϊόντων χωρὶς νὰ ἐξαρτᾶται πρὸς τοῦτο ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ τὸ Ἐκδοτικὸν Ἵδρυμα. Θὰ μετριασθῇ, συνεπῶς, ἂν δὲν ἐκλείψῃ τελείως καὶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κινδύνου δῆθεν διογκώσεως τῆς κυκλοφορίας ἐκ τοῦ θεσμοῦ τῆς συγκεντρώσεως τῶν γεωργικῶν προϊόντων. Εἶναι ἀνάγκη, κατὰ δεύτερον λόγον, νὰ καταβληθῇ συστηματικὴ προσπάθεια πρὸς μείωσιν τῶν βαρῶν τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς, διὰ τῆς μειώσεως τῶν τιμῶν τῶν γεωργικῶν φαρμάκων, λιπασμάτων καὶ τῶν ἐπιτοκίων, ἡ αὔξησις τῶν ὁποίων κατέστη ἐπιβεβλημένη, λόγῳ τῆς ἀνεπαρκείας τῶν τιθεμένων εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Α.Τ.Ε. πρὸς ἐπαναδανεισμὸν κεφαλαίων. Τὸ Κράτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσκῇ ταμιευτικὴν πολιτικήν, ὑψῶνον τὸ κόστος τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς. Κατὰ τρίτον λόγον ἐπιβάλλεται ἐπανεξέτασις τῆς ἀκολουθουμένης πιστωτικῆς πολιτικῆς καὶ προσπάθεια γενναιοτέρας ἐνισχύσεως τῆς Ἀγροτικῆς πίστεως, ἐφ’ ὅσον, δυστυχῶς, ἡ ἰδιωτικὴ ἀποταμίευσις εἶναι ἀκόμη, ὄχι ὑπολογίσιμος. Καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ἀνακινηθὲν ζήτημα τῶν καταθέσεων τῶν Ἀσφαλιστικῶν Ταμείων. Ἐξήγησα χθὲς διατὶ ὁ ἐγκριθεὶς ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως νόμος, ἔπρεπεν ἐξ ἀρχῆς νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς. Ἐπιθυμῶ ν’ ἀποσαφηνίσω ἤδη διατὶ τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἀρκετὰ λεπτὸν καὶ ἴσως ἐπικίνδυνον. Καὶ διὰ μὲν τὸ ζήτημα τῆς παρατάσεως τοῦ προνομίου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης οὐδεμία, νομίζω, χωρεῖ ἀντίρρησις. Εἶναι μέτρον δίκαιον καὶ ἐπιβεβλημένον, ὑπὲρ ἑνὸς πιστωτικοῦ ἱδρύματος, τὸ ὁποῖον τόσας προσέφερε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ προσφέρῃ εἰς τὴν χώραν ὑπηρεσίας. Ἡ ἐπιζητουμένη ὅμως, μονοπωλιακὴ συγκέντρωσις τῶν κεφαλαίων τῶν Ἀσφαλιστικῶν Ταμείων εἰς ἕνα μόνον πιστωτικὸν ὀργανισμόν, εἶναι ζήτημα λεπτὸν καὶ χρήζει ἰδιαιτέρας προσοχῆς ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Σήμερον ἡ ἰδιωτικὴ ἀποταμίευσις εἶναι ἰδιαιτέρως περιωρισμένη. Ἐὰν κρίνωμεν ἀπὸ τὴν τελευταίαν ἔκθεσιν τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, τὸ σύνολον τῶν καταθέσεων εἰς τὰς ἰδιωτικὰς Τραπέζας κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος θὰ πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ μεταξὺ 700 καὶ 800 δισεκατομμυρίων δραχμῶν. Τούτων τὸ μέγιστον ἴσως μέρος ἀποτελεῖται ἐκ κεφαλαίων τῶν Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου καὶ τῶν Ἀσφαλιστικῶν Ὀργανισμῶν. Κατὰ τὴν πρόσφατον στατιστικὴν τὸ σύνολον τῶν καταθέσεων εἰς τὰς Τραπέζας, πλὴν τῆς Ἐκδοτικῆς, ἀνήρχοντο εἰς 1.018.5 δισεκατομμύρια, ποσὸν ποὺ ἀντιστοιχεῖ πρὸς 12–15% τῶν προπολεμικῶν ἀποταμιεύσεων. Ἐὰν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ κεφάλαια τῶν Ἀσφαλιστικῶν Ὀργανισμῶν ἀνέρχονται πιθανώτατα εἰς 400–600 δισεκατομμύρια, ἕπεται, ὅτι καλύπτουν τὰ 40–60% τοῦ συνόλου τῶν καταθέσεων ἢ τὰ 25% τῶν κεφαλαίων μὲ τὰ ὁποῖα κινοῦνται σήμερα αἱ Τράπεζαι, ἐὰν εἰς τὰς καταθέσεις συνυπολογισθοῦν καὶ αἱ πρὸς αὐτὰς χορηγήσεις τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Σήμερον, τὰ κεφάλαια τῶν Ἀσφαλιστικῶν Ὀργανισμῶν κατανέμονται λίγο–πολὺ εἰς ὅλας τὰς Τραπέζας. Ἐὰν αὔριον, ὅμως, διὰ νόμου συγκεντρωθοῦν εἰς ἓν μόνον τραπεζικὸν ἵδρυμα, ἀντιλαμβάνεσθε ποῖον κλονισμὸν ἐνδέχεται νὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὰς μικρὰς ἄλλας Τραπέζας, τὸ γεγονός, ὅτι θὰ στερηθοῦν τῶν 40% ἔστω τῶν καταθέσεών των. Διὰ τοῦτο εἶμαι διστακτικὸς ὡς πρὸς τὴν ὀρθότητα τοῦ μέτρου.
§65Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ὅπως διετίθεντο μέχρι τοῦδε τὰ κεφάλαια τῶν Νομικῶν Προσώπων οὕτω καὶ καλύτερον θὰ διατίθενται καὶ ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Δὲν βλέπω λοιπὸν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ κλονισμὸς εἰς τὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας.
§66Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ἐὰν κλονισθοῦν αἱ Τράπεζαι, κἄποιαν ἐπίδρασιν θὰ ἔχῃ ὁ κλονισμός των καὶ ἐπὶ τῆς οἰκονομίας τοῦ τόπου, ὑποθέτω. Τὸ προβληθὲν ἐπιχείρημα, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ συγκέντρωσις τῶν καταθέσεων εἰς μίαν εἰδικῶς Τράπεζαν διὰ νὰ περιορισθῇ ἡ κερδοσκοπία καὶ ἡ ἔμμεσος ὕψωσις τοῦ τόκου, δὲν εὐσταθεῖ, διότι ὅλα τὰ τραπεζικὰ ἱδρύματα κατ’ ἀνάγκην λειτουργοῦν σήμερον ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας. Ἐὰν ἐπικρατοῦν τοκογλυφικὰ ἐπιτόκια, ἡ εὐθύνη βαρύνει τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία μὲ τὴν νομισματικὴν καὶ πιστωτικὴν πολιτικήν της ἐνισχύει καὶ συντηρεῖ τὴν κερδοσκοπίαν. Κεφάλαια 8–10 ἑκατομμυρίων χρυσῶν λιρῶν περιπλανῶνται εἰς τὸ ἡμίφως καὶ τοποθετοῦνται μὲ ἀστρονομικὰ ἐπιτόκια, χωρὶς ἡ Κυβέρνησις νὰ καταβάλῃ προσπάθειαν, ὅπως τὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν νομιμότητα καὶ τὰ καταστήσῃ προσιτὰ εἰς τὴν παραγωγήν, σύμφωνα μὲ σχέδιον ποὺ εἶχεν ἄλλοτε ὑποστηρίξει ἀκόμη καὶ ὁ κ. Πρόεδρος αὐτῆς. Καὶ ἔτσι ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον, ὁ Πρόεδρος τοῦ Χρηματιστηρίου Ἀθηνῶν νὰ διαπιστώνῃ εἰς τὸν Τύπον, ὅτι εἰς τὸ Χρηματιστήριον εἰσπράττονται «κανονικῶς» τόκοι 30% καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ συγκινῆται, οὔτε νὰ ἐπεμβαίνῃ. Ἐὰν ὅμως, ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμῇ πράγματι νὰ ἐξασφαλισθῇ ἀπὸ τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ συντελέσουν τὰ κεφάλαια τῶν Ἀσφαλιστικῶν Ὀργανισμῶν εἰς τὴν ὕψωσιν τῶν ἐπιτοκίων, τότε ἕνα καὶ μόνον μέσον ὑπάρχει: Νὰ τὰ συγκεντρώσῃ εἰς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν, συντελοῦσα οὕτω καὶ εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς γεωργικῆς μας οἰκονομίας. Ἡ ΑΤΕ εἶναι τὸ μόνον τραπεζικὸν ἵδρυμα τὸ ὁποῖον, ὄχι μόνον λόγῳ τοῦ κρατικοῦ του χαρακτῆρος, ἀλλὰ καὶ λόγῳ τῶν ἐκ τοῦ καταστατικοῦ του περιορισμῶν καὶ τῆς φύσεως τῶν ἐργασιῶν του, δὲν δύναται νὰ ἐπιδιώξῃ ὄχι παρανόμους, ἀλλ’ οὔτε κἂν ὑπερόγκους τόκους. Ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς ἀνακοινώσεις της ἐμφανίζεται μὲ ἄμετρον αἰσιοδοξίαν. Ὁμιλεῖ μάλιστα καὶ περὶ «οἰκονομικῆς ἀναδημιουργίας». Λυποῦμαι, διότι δὲν συμφωνῶ μὲ τὰς σκέψεις της, ὡς πρὸς τὴν οἰκονομικήν μας ἐξέλιξιν. Ἡ βιομηχανικὴ καὶ μεταλλευτική μας παραγωγὴ ὑστερεῖ τῆς προπολεμικῆς. Ὡρισμένοι κύριοι ὑπουργοὶ μᾶς ἀνέφεραν πρὸ καιροῦ τὸν σχετικὸν δείκτην τῆς παραγωγῆς, διὰ ν’ ἀποδείξουν ὅτι προσεγγίζομεν δῆθεν τὴν προπολεμικὴν παραγωγήν. Ἡ ἀλήθεια, ἀτυχῶς, εἶναι διάφορος. Ἐὰν ἐξαιρέσωμεν τὰς βιομηχανίας σιγαρέττων καὶ ἠλεκτρισμοῦ, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζουν ἁλματώδη ὕψωσιν καὶ ἐπηρεάζουν τὴν διαμόρφωσιν τοῦ μέσου ὅρου τοῦ δείκτου τῆς παραγωγῆς, ὅλαι αἱ ἄλλαι σχεδὸν βιομηχανίαι μόλις φθάνουν εἰς τὰ 60–80% τῆς προπολεμικῆς των παραγωγῆς. Αἱ δὲ μεταλλουργικαὶ βιομηχανίαι, πλὴν τῶν λιγνιτωρυχείων, μόλις φθάνουν εἰς τὰ 18%. Παρὰ τὰς αἰσιοδόξους προβλέψεις τῆς Κυβερνήσεως, ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τῆς κατὰ Σεπτέμβριον γενομένης νομισματικῆς ἀναπροσαρμογῆς —καὶ ἀνεξαρτήτως τῶν εὐθυνῶν διὰ τὴν βραδύτητα μὲ τὴν ὁποίαν ἐγένετο— νομίζομεν, ὅτι ἐπιβάλλεται προσοχή, διότι ὡρισμέναι ἐνδείξεις δὲν εἶναι καθησυχαστικαί. Αἱ διακυμάνσεις εἰς τὴν ἐλευθέραν ἀγορὰν τῆς μὲν χαρτίνης λίρας κάτω, τοῦ δὲ δολλαρίου ἄνω τῆς ἐπισήμου τιμῆς ἀναπροσαρμογῆς διευρύνονται. Αἱ τιμαί, μετὰ ἀμφιταλάντευσιν ὀλίγων ἑβδομάδων, ἤρχισαν ὑψούμεναι, μολονότι αἱ τιμαὶ τῶν γεωργικῶν προϊόντων ἔπεσαν σημαντικῶς. Ὁ τιμάριθμος, ὅμως, τῶν εἰδῶν εἰσαγωγῆς ἤρχισεν ὑψούμενος. Τὸ χρεωστικὸν ὑπόλοιπον τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, βαίνει ἁλματωδῶς ἐξογκούμενον. Ἀνερχόμενον εἰς 738 δισεκατομμύρια κατὰ τὸ τέλος 1948 καὶ εἰς 827 δισεκατομμύρια τὴν 30ὴν Ἰουνίου ἐ.ἔ., ἔφθασε τὴν 30ὴν Νοεμβρίου εἰς 1.292 δισεκατομμύρια, σημειῶσαν οὕτω αὔξησιν ἐντὸς ἕνδεκα μηνῶν κατὰ 75%. Τὸ γεγονὸς τοῦτο ἐπιβάλλει, ἰδιαιτέρως, προσοχήν, διότι, ἐὰν ἤθελεν ἐπέλθει οἱαδήποτε ἀνωμαλία ἢ καθυστέρησις εἰς τὰς εἰσαγωγάς, θὰ ἠδύνατο νὰ ὁδηγήσῃ εἰς αὔξησιν τῆς κυκλοφορίας. Ὁ κίνδυνος αὐτὸς δημιουργεῖται τόσον περισσότερον, ὅσον ὁ ρόλος τῆς χρυσῆς λίρας, ὡς μέσου ἀποσυμφορήσεως τῆς κυκλοφορίας, ἔχει ἤδη σημαντικῶς περιορισθῆ. Πρὸ ἑνὸς ἔτους ἐγένετο λόγος περὶ σταθεροποιήσεως τῶν τιμῶν διὰ τῆς σταθεροποιήσεως τῆς τιμῆς τῆς χρυσῆς λίρας. Διὰ τῆς ἀκολουθηθείσης, ὅμως, μονοπλεύρου πολιτικῆς, ὡς πρὸς τὴν χρυσῆν λίραν, κατελήξαμεν εἰς τὸ παράδοξον νὰ σταθεροποιηθῇ ἡ χρυσῆ λίρα ὡς πρὸς τὴν δραχμήν, ἀλλὰ νὰ χάσῃ τὸν σύνδεσμόν της πρὸς τὰς τιμάς. Παρέμεινε, πάντως, ἡ χρυσῆ λίρα, ὡς ἕνα μέσον παροδικῆς καὶ περιοδικῆς ἀποσυμφορήσεως τῆς κυκλοφορίας καὶ προμηθείας δραχμῶν διὰ τὴν χρηματοδότησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καθίστα εὐχερὲς ἡ ὑψηλὴ τιμὴ ἐν Ἑλλάδι τῆς χρυσῆς λίρας εἰς δολλάρια. Μετὰ τὴν ἀναπροσαρμογήν, ὅμως, τοῦ Σεπτεμβρίου, ἡ χρυσῆ λίρα προσήγγισε πλέον εἰς τὴν διεθνῆ της ἰσοτιμίαν καὶ διὰ τοῦτο ἡ ζήτησις χρυσῶν λιρῶν —πλὴν τῆς περιπτώσεως πανικοῦ καὶ τάσεως ἀποθησαυρισμοῦ— φυσιολογικῶς θὰ τείνῃ νὰ γίνεται ὀλιγώτερον ἔντονος καὶ συνεπῶς θὰ εἶναι δυσχερεστέρα ἡ διὰ τῆς προσφορᾶς λιρῶν εἰς σημαντικὰς ποσότητας ἀνάληψις ἐκ τῆς κυκλοφορίας δραχμῶν. Τέλος, ἡ στενότης τῶν κυκλοφορούντων καὶ εὑρισκομένων εἰς τὴν διάθεσιν τῆς παραγωγῆς καὶ τοῦ ἐμπορίου κεφαλαίων ἔχει ἐπιταθῆ. Διὰ τοῦτο, νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ ἐπανεξετασθῇ ἡ ὅλη ἐφαρμοζομένη οἰκονομικὴ καὶ πιστωτικὴ πολιτική. Κλείνων ἐδῶ τὰς γενικὰς παρατηρήσεις μου, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἔλθω εἰς ἕνα τελευταῖον ζήτημα γενικωτέρου χαρακτῆρος. Ἐδιάβασα πρὸ ὀλίγου εἰς τὰς ἀπογευματινὰς ἐφημερίδας, ἕνα «ἡμιεπίσημον», ὡς ἀναγράφεται, ἀνακοινωθέν, ἀναφερόμενον εἰς τὴν πρότασιν ψηφίσματος τὴν ὁποίαν χθὲς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω μετ’ ἄλλων συναδέλφων, σχετικῶς μὲ τὸ Κυπριακὸν ζήτημα. Εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν αὐτὴν γίνεται λόγος περὶ «ἀνευθύνων», «ἀνευθύνως» εἰς τὸν Τύπον καὶ τὴν Βουλὴν ἀναμιγνυομένων εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐπειδὴ εἶχα τὴν τιμὴν νὰ ἀναλάβω τὴν σχετικὴν πρωτοβουλίαν καὶ νὰ καταθέσω καὶ ἐξ ὀνόματος ἄλλων συναδέλφων τὸ ἐν λόγῳ ψήφισμα ἀλληλεγγύης τοῦ Ἑλληνικοῦ πρὸς τὸν ἀδελφὸν Κυπριακὸν λαόν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐντονώτατα διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἀνωτέρω ἀνακοινωθέντος, ἡ κυβερνητικὴ προέλευσις τοῦ ὁποίου εἶναι προφανής. Δικαίωμα, βεβαίως, τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ διαχειρίζεται τὴν ἐξωτερικὴν τῆς χώρας πολιτικήν, καθ’ ὃν τρόπον αὐτὴ κρίνει σκόπιμον. Οὐδεὶς τῆς τὸ ἀμφισβητεῖ. Διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ μάλιστα οὐδεμία ἐν προκειμένῳ σύγχυσις ἐφρόντισα —καταθέτων τὴν πρότασιν ψηφίσματος— νὰ δηλώσω, ὅτι «δὲν ἀνήκω κἂν εἰς τὴν κυβερνητικὴν παράταξιν» καὶ ὅτι οἱ ὑπογράφοντες, προβαίνοντες εἰς τὴν κατάθεσίν του, τὸ ἐπράττομεν ἀκριβῶς, διότι ἡ Κυβέρνησις, δεσμευομένη προφανῶς ἀπὸ εὐνοήτους λόγους, παρέλειψε νὰ κάμῃ λόγον περὶ τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος εἰς τὰς κυβερνητικὰς ἀνακοινώσεις πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐφρόντισα, ὅπως βλέπετε, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ διαχωρίσω τὴν θέσιν μου ἀπὸ τὴν ἰδικήν σας καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Σεβόμενος, ὅμως, τὴν ἰδικήν σας θέσιν, σέβομαι ταὐτοχρόνως τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς καὶ τὰς ἰδικάς μου προσωπικὰς ὑποχρεώσεις, ὡς ἐκπροσώπου τοῦ Ἔθνους. Ἐὰν ἡ σημερινὴ κυβερνητικὴ ἀνακοίνωσις ἠρκεῖτο νὰ τονίσῃ τὴν διάφορον ἄποψιν τῆς Κυβερνήσεως, ὡς πρὸς τὸν ἐπιβαλλόμενον διπλωματικὸν χειρισμὸν τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος, οὐδὲν παράπονον. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, κ. Ἀντιπρόεδρε, δὲν εἶχε δικαίωμα, ὑπονοοῦσα τοὺς καταθέσαντας τὸ ψήφισμα ὑπὲρ τῆς Κύπρου βουλευτάς, νὰ ὁμιλήσῃ περὶ «ἀνευθύνων» στοιχείων. Τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦτον δὲν τὸν ἀποδέχομαι καὶ ἐξ ὀνόματος ὅλων τῶν συναδέλφων, ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, διαμαρτύρομαι ἐντονώτατα. Ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης δὲν ὑπάρχουν «ἀνεύθυνοι», διότι οἱ βουλευταὶ ὑπέχουν πολιτικὰς εὐθύνας. Εἶναι ὑπεύθυνοι καὶ λογοδοτοῦν ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Κάποτε μάλιστα, λογοδοτοῦν καὶ διὰ σφάλματα, ποὺ δὲν βαρύνουν αὐτούς, ἀλλὰ τὰς Κυβερνήσεις, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα σφάλματα —ἐκ λόγων πατριωτικῶν— οἱ βουλευταί, πολλάκις σιωποῦν, ἀναλαμβάνοντες νὰ συμμερισθοῦν τὰς εὐθύνας. Ἐκ τοῦ γεγονότος ὅμως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διαχειρίζεται ὑπευθύνως καὶ ἐπισήμως τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς χώρας, δὲν ἕπεται, ὅτι ἡ Βουλὴ παύει νὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ ἐκφράζῃ τὴν γνώμην της ἐπὶ τῶν μεγάλων ἐθνικῶν ζητημάτων, ἐπὶ ζητημάτων τὰ ὁποῖα —ὅπως τὸ Κυπριακὸν— συγκλονίζουν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ζῶμεν, εὐτυχῶς, ἐντεῦθεν καὶ ὄχι ἐκεῖθεν τοῦ «σιδηροῦ παραπετάσματος» Τύπος καὶ Βουλὴ εἶναι, συνεπῶς, ἐλεύθεροι νὰ διερμηνεύουν τὴν κοινὴν γνώμην τῆς χώρας, ἀδέσμευτοι ἀπὸ τὴν ἑκάστοτε ἐπίσημον πολιτικήν, ἀνεξαρτήτως τῆς γραμμῆς, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ ἑκάστοτε Κυβέρνησις. Καὶ τῶν δικαιωμάτων μας αὐτῶν δὲν πρόκειται νὰ παραιτηθῶμεν. Νομίζω, συνεπῶς, ὅτι δὲν ἔβλαψεν ἡ πρωτοβουλία τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, ὅπως διακηρύξῃ, ὅτι καὶ αὐτὴ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εὑρίσκονται κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν εἰς τὸ πλευρὸν τοῦ ἀγωνιζομένου διὰ τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν ἕνωσίν του μὲ τὴν Μητέρα–Πατρίδα Κυπριακοῦ λαοῦ. Ἡ Βουλὴ ἐπετέλεσε χθὲς ἁπλῶς τὸ καθῆκον της.
§67Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Δὲν ἐλέχθη καὶ ἀνακριβῶς διετυπώθη, διότι δὲν ἐδόθη τίποτε γραπτόν. Δὲν ὡμίλησα, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ὁμιλήσω περὶ ἀνευθύνων ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐλέχθη ἦτο «ἀνευθύνως» ὄχι «ὑπὸ ἀνευθύνων».
§68Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Προσωπικῶς, εὐχαριστῶ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν διόρθωσιν. Παραμένει ὅμως τὸ γενικὸν ζήτημα.
§69Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Καὶ πέραν τούτου, ἐπιλαμβανόμενος τῆς εὐκαιρίας αὐτῆς, θὰ ἤθελον καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ δηλώσω ἐπὶ τοῦ θέματος ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητεῖτε, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, ἔχει χαραχθῇ ἐν προκειμένῳ καὶ δι’ ὡρισμένης ἀποφάσεως ληφθείσης πρὸ 2ετίας καὶ πέραν τούτου, διὰ δηλώσεων σαφῶν καὶ κατηγορηματικῶν, αἱ ὁποῖαι ἐξηγγέλθησαν διὰ τοῦ μακαρίτου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως Θ. Σοφούλη. Αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐν προκειμένῳ καὶ ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ πλαισίου ἐξακολουθοῦμεν νὰ παραμένωμεν, ἂν καὶ ἐφ’ ὅσον θέλωμεν νὰ μὴ βλάψωμεν τὸ ζήτημά μας, ἀνακινοῦντες αὐτὸ ἀκαίρως. (Χειροκροτήματα).
§70Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Δὲν ἀνακινοῦμεν ἡμεῖς τὸ Κυπριακὸν ζήτημα. Τὸ ζήτημα τῆς ἑνώσεως τῆς Κύπρου μὲ τὴν Ἑλλάδα εἶναι τεθειμένον καὶ τὴν στιγμὴν αὐτήν, ἐν ὄψει τοῦ παρασκευαζομένου δημοψηφίσματος τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ, εἰσέρχεται ἁπλῶς εἰς νέαν φάσιν. Ἐξεθέσατε τὴν ἐπίσημον πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡμεῖς διεκηρύξαμεν τὰ αἰσθήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὰ ὁποῖα δὲν στρέφονται ἐναντίον οὐδενός. Δὲν βλέπω διατὶ θὰ ἔπρεπε νὰ παραλείψωμεν τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ. Ἐπὶ τέσσαρα ὁλόκληρα χρόνια, διὰ νὰ μὴ ἀνατρέξω εἰς παλαιοτέραν ἐποχήν, καὶ εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὰ Κοινοβούλια ἄλλων συμμάχων καὶ φίλων Κρατῶν, ἐγένοντο κατ’ ἐπανάληψιν, ἀπὸ μέρους βουλευτῶν καὶ μελῶν τῶν Κοινοβουλίων αὐτῶν, ἐπιθέσεις ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος. Καὶ αἱ ἐπιθέσεις αὐταὶ ὑπῆρξαν κἄποτε ὑβριστικαὶ καὶ συχνὰ συκοφαντικαὶ διὰ τὴν χώραν μας καὶ πάντως, συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ δηλητηριάσουν ἀδίκως εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος εὐρέα στρώματα τῆς διεθνοῦς κοινῆς γνώμης. Καὶ τὴν κατασυκοφάντησιν αὐτὴν ἐπληρώσαμεν καὶ πληρώνομεν ἀκόμη ἀρκετὰ εἰς αἷμα, εἰς ὑλικὰς καὶ ἠθικὰς καταστροφάς. Διὰ τὰς ἀδίκους, ὅμως, αὐτὰς ἐπιθέσεις ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἐθεωρήσαμεν ὑπευθύνους οὔτε τοὺς λαούς, οὔτε τὰς Κυβερνήσεις τῶν χωρῶν εἰς τὰ Κοινοβούλια τῶν ὁποίων ἠκούσθησαν. Αἱ διπλωματικαὶ καὶ εἰλικρινεῖς φιλικαὶ σχέσεις μας μετ’ αὐτῶν δὲν ἐπηρεάσθησαν. Διατὶ θὰ πρέπει νὰ συμβῇ τώρα τὸ ἀντίθετον, ἐφ’ ὅσον οὔτε ὑβρίζομεν, οὔτε συκοφαντοῦμεν, οὔτε κἂν ἐπιτιθέμεθα ἐναντίον οὐδενός; Διατὶ διὰ τὰς ἐκδηλώσεις τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς θὰ πρέπει νὰ θεωρηθῇ περισσότερον ὑπεύθυνος ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, παρ’ ὅ,τι ἐθεωρήθη πάντοτε ὑπεύθυνος οἱαδήποτε Κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις οἱασδήποτε χώρας, διὰ τὴν ἐλευθέραν λειτουργίαν τῶν κοινοβουλευτικῶν της θεσμῶν; Παρὰ τὴν ἐπιθυμίαν μου νὰ σᾶς εἶμαι εὐχάριστος, νομίζω, ὅτι, ἀνεξαρτήτως τῆς ἐπισήμου πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὥραν καθ’ ἣν ὁ Κυπριακὸς λαὸς ἀγωνίζεται νὰ διατρανώσῃ τὴν θέλησίν του νὰ ἑνωθῇ μὲ τὴν Ἑλλάδα καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν γίνονται προσπάθειαι, ὅπως ἡ ἐκδήλωσις αὕτη μὴ προσλάβῃ καθολικότητα δι’ ὑποκινήσεως ξένων στοιχείων, ἔχομεν καθῆκον ἡμεῖς καὶ ὄχι σεῖς οἱ ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἔχομεν καθῆκον ἡμεῖς, ὡς προερχόμενοι ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ ἐκπροσωπήσωμεν αὐτόν. Καὶ ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ διαδηλώσωμεν τὸ φρόνημα αὐτοῦ, ὅτι δηλαδὴ εἶναι εἰς τὸ πλευρὸν τοῦ ἀγωνιζομένου διὰ τὴν ἕνωσιν τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ.
§71Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Κύριε συνάδελφε, χαράσσετε μίαν γραμμὴν λίαν ἐπικίνδυνον διότι, ὅ,τι συζητεῖται αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἠμπορεῖ νὰ τὸ συζητήσουν οἱ ἄλλοι εἰς βάρος μας. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ γίνωνται τοιαῦται δηλώσεις, προκειμένου περὶ λαῶν μὴ τελούντων ὑπὸ τὴν Ἑλληνικὴν κυριαρχίαν. Αὐτὸ ἀποτελεῖ φανερὰν παρέμβασιν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ζητοῦμεν πάντοτε νὰ ἀποκρούωμεν δι’ ἡμᾶς αὐτούς.
§72Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, τὴν αὐστηρότητα, ποὺ ζητεῖτε νὰ ἐπιδείξητε αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, ἔπρεπε νὰ εἴχατε ἐπιδείξει καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὁπότε θὰ εἴχατε προλάβει ὡρισμένας δηλώσεις μελῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ποὺ δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὑπεβοήθουν τὸ ἔργον σας εἰς τὸν ΟΗΕ. Παράδειγμα συγκεκριμένον, αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ «ἐλευθέρων Ἀλβανῶν».
§73Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ ἰδία περίπτωσις.
§74Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Δὲν εἶναι ἡ ἰδία περίπτωσις, ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. Λεονάρδος. Θέλετε νὰ ὑποστηρίξετε, κ. Ἀλιβιζᾶτε, σοβαρῶς, ὅτι εἶναι ἡ αὐτὴ σχέσις τῆς μιᾶς κατευθύνσεως πρὸς τὴν ἄλλην; Ἐν πάσῃ περιπτώσει, θὰ παρεκάλουν νὰ μὴ γίνωνται αἱ συζητήσεις αὐταὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§75Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐγὼ ἔχω νὰ διατυπώσω μίαν εὐχήν: Νὰ ὁδηγήσητε τὸ ταχύτερον τὴν χώραν εἰς ἐκλογάς, διὰ νὰ δοθῇ τέρμα εἰς τὴν ἀφόρητον αὐτὴν κατάστασιν. Ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι θὰ πρέπει νὰ διαλυθοῦν προηγουμένως αἱ «παρακρατικαὶ ὀργανώσεις». Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου μόνον τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα, ὅπου εἶναι ἀνύπαρκτοι καὶ δὲν γνωρίζω, ἐὰν εἰς ἄλλας περιφερείας ὑπάρχουν τοιαῦται ὀργανώσεις, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἀγνοῶ. Τὸ γεγονὸς πάντως, εἶναι, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ Κράτους ἔχει ὑποστῇ σοβαρώτατον κλονισμόν. Ὁλόκληρος ὁ κρατικὸς μηχανισμὸς καὶ κάθε ὑπηρεσία χωριστὰ ἀποτελεῖ μίαν τεραστίαν παρακρατικὴν ὀργάνωσιν, διηρημένην εἰς ἀπείρους τομεῖς, ἀντιστρατευομένους ἀλλήλους. (Χειροκροτήματα).
§76Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λέγετε τοιαῦτα πράγματα ἀορίστως. Ὀφείλετε νὰ διευκρινήσητε αὐτὰ καὶ ποῦ τὰ στηρίζετε. Διότι πρόκειται περὶ ἀνακριβειῶν. Σεῖς, ὁ ὁποῖος πρὸ ὀλίγου ἐπεχειρήσατε νὰ ἐπικρίνετε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἐπιζημίους δηλώσεις, ἔρχεσθε νὰ ἀπευθύνετε ἀνακριβῶς τόσον βαρεῖαν ὕβριν κατὰ τῶν κρατικῶν ὑπηρεσιῶν τῆς Πατρίδος, κατὰ τῶν Σωμάτων Ἀσφαλείας καὶ καθ’ ὅλου τοῦ κρατικοῦ ὀργανισμοῦ, ὡς ἀποτελοῦντος παρακρατικὰς ὀργανώσεις, δηλαδὴ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ψευδῶς προπαγανδίζουν ἐναντίον ἡμῶν οἱ ἐχθροί μας. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ λέγετε τοιαύτας ἀναληθείας ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου αὐτοῦ βήματος.
§77Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Διαστρέφετε τὴν ἔννοιαν τῶν ὅσων εἶπα, ἡ ὁποία εἶναι σαφὴς καὶ ἀφορᾷ τὴν κυβερνητικὴν ἀνικανότητα νὰ ἐπιβάλῃ τὴν κρατικὴν ἑνότητα καὶ πειθαρχίαν.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Γονῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§79Ε. ΓΟΝΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ εἶμαι σύντομος, διότι ὁμιλοῦμεν ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν δηλώσεων καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ καταβληθῇ προσπάθεια, ὅπως διευκολυνθῇ ἡ περαίωσις τῆς συζητήσεως. Ὡς πρὸς τὴν ἐξωτερικὴν ἐκπροσώπησιν, θὰ καταθέσωμεν ἐπερώτησιν καὶ ἐκεῖ θὰ ὁμιλήσωμεν. Ἔχω, ὅμως, νὰ εἴπω τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς στρατός, ὁ Ἑλληνικὸς λαός, τὸ σύνολον τοῦ Ἔθνους, εἶχε δώσει εἰς τὴν Ἀντιπροσωπείαν ὅσα ἐπιχειρήματα ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ, τὸ δὲ ἀποτέλεσμα εἶναι νὰ ἔχωμεν τὰς ἀποφάσεις αὐτὰς τὰς ὁποίας γνωρίζετε. Ὡς πρὸς τὸν ἐσωτερικὸν τομέα, ἡ κατάστασις συνεχῶς ἐπιδεινοῦται. Εἴμεθα μάρτυρες τοῦ φαινομένου, ὅτι δὲν ὑπάρχει τάξις λαοῦ, ἡ ὁποία νὰ μὴ εὑρίσκεται ἐπὶ ποδός. Οἱ ἐπαγγελματίαι, οἱ ἐργάται καὶ οἱ ὑπάλληλοι, εὑρίσκονται ἐπὶ ποδός. Καὶ πρὸ αὐτῆς τῆς καταστάσεως, ἐμφανίζονται αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, πλήρεις αἰσιοδοξίας. Διαφωνοῦμεν. Τὰ προβλήματα καθίστανται πλέον σοβαρά, ὅταν παρουσιάζεται ἡ κατάστασις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὡς παραδεισιακή. Θὰ ἀναφέρω τὸ ἐκπαιδευτικὸν καὶ τὸ ἐργατικὸν ζήτημα. Ὑπεστηρίχθη, ὅτι ἡ ἀπεργία τῶν ἐκπαιδευτικῶν προεκλήθη ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας καὶ οὗτος τὸ διέψευσεν. Ἠρώτησα τὴν Ὁμοσπονδία τῶν Ἐκπαιδευτικῶν, τοὺς σοβαροὺς αὐτοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι μοῦ εἶπον, ὅτι πράγματι ὁ κ. ὑπουργὸς τοὺς ἐζήτησε τὰς παραιτήσεις των. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸν ἐργατικὸν τομέα. Παρουσιάσθη τὸ καταπληκτικὸν φαινόμενον, κυβερνητικοὶ παράγοντες νὰ ἐξωθοῦν τοὺς ἐργάτας πρὸς ἀπεργίαν καὶ ἀντιπολιτευόμενοι νὰ συνιστοῦν νομιμοφροσύνην. Συνεστήθη, κύριοι, Διακομματικὴ Ἐπιτροπή, τῆς ὁποίας τὰς συζητήσεις δὲν παρηκολούθησα ἐξ ἀρχῆς. Εἰς μίαν ὅμως συνεδρίασιν εἰς τὴν ὁποίαν παρευρέθην, προὐτάθη νὰ γίνῃ μικτὴ Ἐπιτροπὴ ἐκ βουλευτῶν καὶ ὑπαλλήλων, ἡ ὁποία νὰ περιέλθῃ τὰ ἐργοστάσια διὰ νὰ ἀντιληφθῇ ἐκ τοῦ πλησίον τὰ πράγματα. Τοῦτο, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν ἦτο ὀρθόν. Δὲν ἦτο ὀρθὸν εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν νὰ εἶναι μέλη καὶ ὑπάλληλοι.
§80Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔγινε τοιοῦτον πρᾶγμα, εἶμαι Ἀντιπρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς καὶ τὸ γνωρίζω.
§81Ε. ΓΟΝΗΣ. Δὲν γνωρίζετε τὶ σᾶς γίνεται.
§82Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερ.). Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ μία τάξις. Δὲν εἶναι δυνατόν, ὁ ἀπὸ τοῦ βήματος ὁμιλῶν νὰ λέγῃ εἰς τὸν διακόψαντα κύριον συνάδελφον, ὅτι δὲν γνωρίζει τὶ τοῦ γίνεται.
§83Ε. ΓΟΝΗΣ. Ἐγὼ παρέστην εἰς μίαν συνεδρίασιν τῆς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐσχηματίσθη μία Ἐπιτροπὴ ἐκ βουλευτῶν καὶ ὑπαλλήλων, διὰ νὰ ἐπισκεφθῇ τὰ ἐργοστάσια.
§84Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ὑπάλληλοι δὲν ἀπετέλουν μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, θὰ παρίσταντο εἰς τὴν ἐπίσκεψιν αὐτὴν διὰ νὰ τὴν διευκολύνουν.
§85Ε. ΓΟΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀπεδέχθην τὴν πρότασιν αὐτήν, ἡ ὁποία ἦτο σαφής, νὰ σχηματισθῇ δηλαδὴ Ἐπιτροπὴ ἐκ βουλευτῶν καὶ ὑπαλλήλων. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἑξῆς: «...... (ἀναγινώσκει) ......». Ἔφθασα εἰς τὸ σημεῖον νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι ὡρίσθη εἰσηγητὴς ἐξωκοινοβουλευτικός.
§86Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. ... (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος, λόγῳ τῶν συνεχῶν κωδωνοκρουσιῶν).
§87Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Δικαίωμα τοῦ βουλευτοῦ εἶναι νὰ νομίζῃ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀκούωνται οἱ ὑπάλληλοι.
§88Ε. ΓΟΝΗΣ. Ἔχω ἐδῶ τὸ ἐκτυπωθὲν σχέδιον ὑπὸ τῆς Βουλῆς, εἰς τὸ ὁποῖον εἰσηγητὴς εἶναι ὑπάλληλος. Ἐγὼ δὲν θίγω τὴν Ἐπιτροπήν, ἀλλὰ ὑπεραμύνομαι ὑπὲρ αὐτῆς. Ὁ ὑπάλληλος παρουσιάζεται ὡς εἰσηγητὴς τῆς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἠθέλησα νὰ προστατεύσω τὸ κῦρος τῆς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐξ αὐτοῦ τοῦ βιβλίου ἐθεμελιώθη ἠθικῶς τὸ κίνημα τῶν ἐργατοϋπαλλήλων. Τοῦτο βεβαιοῖ τὰ ἑξῆς, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ μᾶς εἴπῃ τὴν γνώμην της: «...... (ἀναγινώσκει) ......». Ὅταν ἡ εἰσήγησις αὐτὴ ἀναγνωρίζῃ αὔξησιν 30–40% ἄνευ φόβου αὐξήσεως τῶν τιμῶν, ὅταν ἀναφέρῃ, ὅτι οὐδέποτε ἐγένετο ἔλεγχος τῶν τιμῶν καὶ παρακολούθησις αὐτῶν, ἐξ αὐτοῦ θεμελιοῦται ἡ κίνησις τῶν ἐργατῶν πρὸς ἀπεργίαν, διότι τὸ Κράτος τοὺς βεβαιοῖ, ὅτι ὑπάρχει περιθώριον αὐξήσεως τῶν ἡμερομισθίων κατὰ 40%. Εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις της ἡ Κυβέρνησις λέγει τὰ αὐτά, χωρὶς νὰ καθορίζῃ τὸ ποσοστόν: «... (ἀναγινώσκει)....». Καὶ ἐφ’ ὅσον τοῦτο διεπιστώθη παρὰ τῆς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς, διατὶ ἡ Κυβέρνησις ἀφῆκε νὰ παρέλθῃ τόσος χρόνος χωρὶς νὰ δώσῃ ἱκανοποιητικὴν λύσιν; Διατὶ δίδει τὴν ἀβελτηρίαν αὐτὴν εἰς τὴν κρίσιν ἡμῶν; Εἶπον ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, ὅτε εἰσῆλθον εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ὡς καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ μεγάλη προσοχὴ εἰς τὸ κοινωνικὸν πρόβλημα, διότι ἄλλως βαδίζομεν πρὸς τὸν ὄλεθρον. Εὐτυχῶς, ὑπῆρξεν ἐθνικὴ εὐαισθησία εἰς τοὺς ἐργάτας. Ἀλλὰ ποῖος μᾶς βεβαιοῖ, ὅτι αὕτη θὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ ὅτι δὲν θὰ στραφῇ πρὸς ἄλλην κατεύθυνσιν; Ὁ Κομμουνισμὸς ἔδωσε μάχην εἰς τὰ βουνὰ καὶ ἡττήθη παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἡττήθη ὅμως καὶ εἰς τὰς πόλεις, ὅπου ἔδωσεν ἐπίσης μάχην παρὰ τῶν ἐργατῶν. Μὴ ρίπτωμεν τοὺς ἐργάτας εἰς τὴν ἀπόγνωσιν.
§89Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Πιστεύω, ὅτι μέχρι τινὸς ἐξεπροσωπεῖτε γενικῶς, τὰς ἐργατικὰς ἀντιλήψεις, ὡς προερχόμενος ἐκ τῶν ἐργατικῶν τάξεων. Ἐδῶ ὑποστηρίζετε ἕν θέμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντελῶς νέον. Λέγετε, δηλαδή, ὅτι ὁ Κομμουνισμὸς τὴν μάχην τὴν ἔδωκεν εἰς τὰς πόλεις καὶ οὐχὶ εἰς τὰ βουνὰ καὶ ἡττήθη καὶ ὅτι τὴν νίκην τὴν ἔδωσαν οἱ ὠργανωμένοι ἐργάται. Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, παραδέχεσθε, ὅτι οὕτω ἐγένετο, θὰ πῇ ὅτι οἱ ἐργάται, οἱ ὁποῖοι ἐνίκησαν εἰς τὰς πόλεις εἰς τὴν μάχην κατὰ τοῦ Κομμουνισμοῦ, εἶχον κἄποιαν καλὴν ὀργάνωσιν.
§90Ε. ΓΟΝΗΣ. Εἶπα, ὅτι ἐνίκησαν οἱ ἐργάται, διότι εἶχον ἐρριζωμένον τὸ ἐθνικὸν φρόνημα. Ὅταν ὅμως λείψῃ αὐτό, δὲν γνωρίζω τὶ θὰ κάμουν καὶ πρὸς ποίαν κατεύθυνσιν θὰ στραφοῦν.
§91Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐπειδὴ καὶ πρὶν ἐκάματε μίαν ἀναδρομὴν εἰς τὸ παρελθὸν καὶ ὡμιλήσατε περὶ μερικῶν στιγμῶν, ὅταν μὲ ἐγνωρίσατε καὶ σᾶς ἐγνώρισα καὶ χαίρω πολύ, διότι ἀνεμνήσθητε τῶν στιγμῶν αὐτῶν, θὰ ξεύρετε, ὅτι ἀπὸ τότε μία ἐκ τῶν ἀξιώσεων γενικῶς τοῦ ἐργατικοῦ κινήματος, τοῦ κινήματος αὐτοῦ τοῦ συνδικαλιστικοῦ ἦτο, πῶς ὁ ἐργάτης θὰ εἰσέλθῃ περισσότερον εἰς τὰς εὐθύνας τῆς παραγωγῆς, διὰ νὰ ἠμπορῇ νὰ παρακολουθῇ αὐτὸς τὰς τιμάς. Ὅταν ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀναγνωρίζῃ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα καὶ νομοθετῇ, καὶ θὰ εἰσαγάγῃ ἐντὸς τῆς προσεχοῦς ἑβδομάδος τὸ νομοθέτημα αὐτό, τὴν συγκρότησιν ἑνὸς Σώματος μονίμου, ὅπως εἴπομεν εἰς τὰς ἀνακοινώσεις, δὲν νομίζω ὅτι δὲν ἀποτελεῖ μίαν κατάκτησιν, ἂς τὴν εἴπωμεν οὕτω, τοῦ κινήματος τοῦ ἐργατικοῦ, ἡ ὁποία εἶναι πράγματι ἡ μεγαλυτέρα πασῶν. (Χειροκροτήματα).
§92Ε. ΓΟΝΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε τοῦτο νὰ τὸ δώσῃ πρὸ πάσης ἀπεργίας καὶ ὄχι μετ’ αὐτήν. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ προλαμβάνῃ τὰς ἀπεργίας καὶ ὄχι νὰ τὰς μετατοπίζῃ. Τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθη διὰ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων, ἔρχεται, μετὰ τὴν ἀπεργιακὴν κίνησιν. Εἶναι χρονολογικῶς γνωστὸν τοῦτο καὶ κατὰ τοῦτο ψέγω τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι εἶναι κακὸν νὰ ἐκχωρῆται μετὰ κίνησιν ἀπεργιακήν.
§93Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερ.). Τὸ ὑποστηρίζετε ἀπὸ ἀπόψεως ἐργατικῆς πολιτικῆς ἢ ἀπὸ ἀπόψεως ἀστικοῦ Κράτους; Εἰς τὴν τελευταίαν περίπτωσιν, βεβαίως, εἶναι κακόν.
§94Ε. ΓΟΝΗΣ. Ἀπὸ ἀπόψεως σωφροσύνης, μία εἶναι ἡ πολιτική.
§95Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερ.). Θέλω νὰ ξεύρω ἂν ὁμιλῆτε ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ ἀστικοῦ Κράτους, τῆς τῆς τάξεως Αʹ ἢ τῆς τάξεως Βʹ.
§96Ε. ΓΟΝΗΣ. Ὁμιλῶ ὡς Ἕλλην βουλευτὴς καὶ λέγω πράγματα σωστά. Οἱ ἐργάται θὰ κρίνουν αὐτό. Οἱ ἐργάται ζητοῦν ἀντίληψιν ἀπὸ τὸ Κράτος. Βίαν ζητοῦν μόνον οἱ Κομμουνισταί. Αὐτά, ὡς πρὸς τὰ ἐργατικά. Ὡς πρὸς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς πιστεύω, ὅτι οἱ δημοκρατικοὶ θεσμοὶ ἐνσαρκοῦνται εἰς τὴν Βουλήν, αἱ ἐργασίαι τῆς ὁποίας διακόπτονται, ὅμως, κατὰ σύστημα. Ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος δὲν ἠσκήθη ὡς ἔπρεπεν, ἡ δὲ νομοθετικὴ ἐργασία παρεδόθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, ἡ ὁποία ἐλειτούργησε μέχρι τῆς 30ῆς Νοεμβρίου. Ἄν καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐργασία πρέπει νὰ γίνεται μὲ πλήρη τὰ θεωρεῖα, ὁπότε δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συζητοῦνται νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα συζητοῦνται κεκλεισμένων τῶν θεωρείων. Ἀλλά, μετὰ τὴν 1ην Δεκεμβρίου ἐσημειώθη ἔκδοσις Α. Ν., οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν αἶσχος. Οὗτοι δὲν ἦτο δυνατὸν καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως νὰ περάσουν. Θὰ ἀναφέρω τὸν Α. Ν. περὶ ραδιοφωνίας, ὁ ὁποῖος ἠγνόησε δύο ἐκθέσεις ἐπιθεωρητῶν, θὰ ἀναφέρω ἐπίσης Α. Ν. τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας περὶ ὀργανώσεως τῶν βιβλιοθηκῶν καὶ ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη τώρα διὰ νὰ ἰσχύσῃ μετὰ διετίαν. Καὶ διατὶ ἡ τόση βία; Ὁ ἀναγκαστικὸς οὗτος νόμος ἔχει ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἰσχύει ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας τοποθετεῖ εἰς τὰς Ἐθνικὰς Βιβλιοθήκας σεσημασμένους Ἐαμίτας. Εἷς ἐξ αὐτῶν ἦτο βιβλιοθηκάριος εἰς τὴν βιβλιοθήκην τοῦ Πολυτεχνείου, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ πατήσῃ. Καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τὸν τοποθετεῖ εἰς ἄλλην βιβλιοθήκην κατ’ ἀπόσπασιν, διὰ νὰ τὸν προστατεύσῃ. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλοῦμεν περὶ εὐνομίας καὶ χρηστῆς διοικήσεως, ὅταν νομοθετοῦμεν τοιαῦτα νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν κοινὴν πλαστογραφίαν; Δὲν ἐπετρέπετο οὐδὲ εἰς Α. Νόμος νὰ ἐκδοθῇ, οὐδὲ καὶ αὐτὸς περὶ ἀναπήρων, τὸν ὁποῖον θὰ ἠδύνατο ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μᾶς τὸν φέρῃ καὶ νὰ τὸν ψηφίσωμεν εὐχαρίστως εἰς μίαν συνεδρίασιν. Ἀλλὰ νομοθέτημα τοιαύτης αἰσχρότητος, τὸ ὁποῖον περιφρονεῖ τὸ Σῶμα, τὴν Κοινωνίαν καὶ ἀσχημονεῖ ἔναντι ὅλων, ὅπως τὸ νομοθέτημα περὶ βιβλιοθηκῶν, δὲν ἐφανταζόμην ποτέ, ὅτι θὰ ἔβλεπε τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος. Δι’ αὐτά, ὅμως, τὰ ὁποῖα συμβαίνουν, ἔχομεν εὐθύνην καὶ ἡμεῖς, διότι ἐπετρέψαμεν τὴν κατάχρησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Τὸ Σῶμα ἀπεμπόλησε καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ ἐλέγχου καὶ τὰ δικαιώματα τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Παραδεισιακὰ ἐμφανίζει τὰ πράγματα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκάλεσε καὶ ἡμᾶς εἰς τὸ ὡραῖον αὐτὸ μέρος, ἀφοῦ πρῶτα μᾶς ἔρρανε μὲ ἄνθη. Λυποῦμαι, διότι δὲν δύναμαι νὰ συμμερισθῶ τὰς ἀντιλήψεις τῆς Κυβερνήσεως.
§97Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Κόμμα εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκετε, ὅταν εἰσῆλθεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐζήτησεν 8μηνον διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος.
§98Ε. ΓΟΝΗΣ. Κατὰ τὸ διάστημα τῆς τριμήνου ὑπουργίας μου, οὐδένα ἀναγκαστικὸν νόμον ἐδημοσίευσα.
§99Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς περιφρονεῖτε τὴν Βουλήν. Ποῦ εἶναι ὁ Ἀρχηγός σας;
§100Ε. ΓΟΝΗΣ. Δὲν ἐδιαλέξατε καλὸν στόχον. Ἐγὼ ἐκφράζω τὰς πεποιθήσεις μου καὶ διὰ τῆς καθημερινῆς ἐνταῦθα παρουσίας μου, ἀποδεικνύω πόσον εἶμαι σταθερὸς εἰς αὐτάς. Ἐὰν ἀγωνίζωμαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν διὰ τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου, πρέπει νὰ ἔχω καὶ ὑμᾶς παραστάτας. Πάντοτε ἤμουν κατὰ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἀλλὰ ἐπειδὴ καθιερώθη, ἔπρεπε νὰ γίνωνται τοιούτου εἴδους ἀπρέπειαι; Εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν ἔπρεπε νὰ ψηφίζωνται μόνον νομοθετήματα ἔχοντα σχέσιν μὲ τὸν ἀγῶνα κατὰ τοῦ συμμοριτισμοῦ καὶ μὲ τὸ Σχέδιον Μάρσαλ. Ἀλλὰ τί εἴδους Βουλὴ εἴμεθα, ἀφοῦ δὲν ἐξεπληρώσαμεν τὸ πρώτιστον τῶν καθηκόντων μας; Ποτὲ ἕως τώρα δὲν ἐψηφίσαμεν προϋπολογισμόν. Ἦλθεν εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν προϋπολογισμὸς δι’ ἑνὸς ἄρθρου καὶ ἐπειδὴ ὑποπτευόμην τὸν προϋπολογισμὸν ἑνὸς Ὑπουργείου, κατέθεσα ἐπερώτησιν πόσα εἶναι τὰ ἐλλείμματα τοῦ Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ, κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη. Μετὰ διήμερον ἔλαβον ἀπάντησιν, διὰ τῆς ὁποίας μὲ ἐπληροφόρουν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ γνωρίζουν πόσα εἶναι τὰ ἐλλείμματα καὶ ὅτι διέταξαν συνεργεῖα νὰ προβοῦν εἰς ἔρευναν. Ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις ὡμίλησε περὶ ἐκλογῶν, ἀπορῶ πῶς εἶναι δυνατὸν ὑπ’ αὐτὰς τὰς συνθήκας νὰ πᾶμε ὁμαλῶς πρὸς ἐκλογάς. Τιμίως καὶ εὐθαρσῶς ὑποστηρίζομεν τὴν Μεταβατικὴν Κυβέρνησιν, ἐρωτωμένου τοῦ λαοῦ διὰ τὸ πρόσωπον τοῦ Κυβερνήτου. Ἐὰν ὅμως ἡ Κυβέρνησις θέλῃ μᾶς ὁδηγήσῃ πρὸς ἐκλογάς, διακηρύσσομεν, ὅτι αἱ στιγμαὶ τὰς ὁποίας διέρχεται ἡ χώρα, ἐπιβάλλουν τὴν ὕπαρξιν ἰσχυρᾶς Κυβερνήσεως καὶ τοιαύτην Κυβέρνησιν μόνον τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα δύναται νὰ ἀποδώσῃ. Ἀναλογισθῆτε τὰ τεράστια καὶ κεφαλαιώδη προβλήματα, τὰ ὁποῖα ἀναμένουν τὴν λύσιν των καὶ θὰ ἀντιληφθῆτε, ὅτι ἄνευ τοῦ πλειοψηφικοῦ καὶ ἑπομένως ἄνευ ἰσχυρᾶς Κυβερνήσεως, θὰ σπαταλᾶται χρόνος πολύτιμος, θὰ δημιουργῆται διασπάθισις τοῦ δημοσίου χρήματος, ἐξαθλίωσις εἰς τὰς συζητήσεις, ἀκυβερνησία καὶ χάος.
§101Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Θὰ ἤθελα νὰ σᾶς ἐρωτήσω, ἐὰν αἱ τελευταῖαι ἐκλογαὶ αἱ διεξαχθεῖσαι μὲ σύστημα ἀναλογικόν, ἔδωσαν τὴν δυνατότητα ἰσχυρᾶς Κυβερνήσεως καὶ διατὶ ἡ δυνατότης αὐτὴ ἤδη κατεστράφη.
§102Ε. ΓΟΝΗΣ. Δὲν ὑπῆρξε τοιαύτη δυνατότης. Τὴν ἑπομένην τῶν ἐκλογῶν ἠναγκάσθητε νὰ συμπράξητε μὲ ὡρισμένους Ἀρχηγοὺς καὶ ὀλίγον κατόπιν ἐσχηματίσθη ἡ Κυβέρνησις τῶν 7, ἐν συνεχείᾳ δὲ ἔχομεν ἀλλεπάλληλον διαδοχὴν τῶν Κυβερνήσεων. Ἠρωτήθην καὶ σημειώνω ὅτι, τοιοῦτόν τι πρόκειται νὰ κάμετε καὶ εἰς τὸ μέλλον, ἀφοῦ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον ἡ Παιδεία νὰ ἐκπροσωπῆται ἀπὸ ἄνθρωπον, πρὸς τὸν ὁποῖον εἶναι ἀντίθετον τὸ αἴσθημα τῆς πλειοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§103Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Σεῖς, ὁ τόσον ριζοσπαστικός, πῶς ἔχετε αὐτὰς τὰς ἀντιλήψεις;
§104Ε. ΓΟΝΗΣ. Ριζοσπάστης ναί, διαλυτὴς ὄχι.
§105Ι. ΠΑΠΑΡΤΕΜΙΟΥ. Καὶ μὲ τὸν κ. Τσάτσον καὶ μὲ ἄλλους ὑπουργοὺς θὰ συμπράξωμεν. Σεῖς ἐβγήκατε μὲ τὴν σημαίαν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος...
§106Ε. ΓΟΝΗΣ. Εἰς τὸ Κόμμα τὸ ἰδικόν σας δὲν ἀνῆκα ποτέ, οὔτε καὶ ἔφυγα ἀπὸ τὸ Κόμμα σας καί, ἑπομένως δὲν δικαιοῦσθε νὰ κάμετε τοιαύτας παρατηρήσεις.
§107Ι. ΠΑΝΤΟΣ. ... (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος) ...
§108Σ. ΜΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. .. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος)... (Θόρυβος).
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις δι’ ὀλίγα λεπτά.
(Ὥρα 10.20′ μ.μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 10.40′ μ.μ.)
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§111Ε. ΓΟΝΗΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ συμφωνήσωμεν μὲ τὴν παραδεισιακὴν ὄψιν, τὴν ὁποίαν μᾶς παρουσιάζει ἡ Κυβέρνησις. Βλέπομεν ἀκυβερνησίαν καὶ παράλυσιν. Εὐχόμεθα, ὅταν συναντηθῶμεν ἐκ νέου, νὰ θέσωμεν ὑπὲρ ἄνω τῶν ἀτομικῶν συμφερόντων, τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους καὶ αὐτὸ θὰ γίνῃ μόνον, ἐὰν αἱ ἐκλογαὶ διεξαχθοῦν μὲ σύστημα πλειοψηφικόν. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Γʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Δ. Λεονάρδος).
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Σακελλαρίου, ἔχει τὸν λόγον.
§113Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω, σκοπὸς τοῦ ρήτορος εἶναι νὰ ἀκούσῃ μόνος του τὶ θὰ εἴπῃ, ἢ νὰ ἀκουσθῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν;
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε δίκαιον, ἡ Κυβέρνησις τὶ λέγει;
§115Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Ἡ Κυβέρνησις εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ τερματισθῇ ἡ ἀρξαμένη συζήτησις. Ἐπὶ τῆς θεωρίας τοῦ κ. Σακελλαρίου, ἔχω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ βουλευτὴς ἀπὸ τοῦ βήματος δὲν ἀπευθύνεται μόνον πρὸς τοὺς βουλευτάς, ἀλλὰ πρὸς ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος. Ἐὰν ἐπιμένῃ ὁ κ. Σακελλαρίου, ἂς ὁμιλήσῃ αὔριον καὶ ἂς λάβουν τὸν λόγον ἕτεροι ἐγγεγραμμένοι.
§116Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς κατευθύνονται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἔχει τὴν πλειοψηφίαν καὶ πρέπει νὰ ἐπιβάλῃ πειθαρχίαν εἰς τοὺς φίλους της. Τὸ λέγω αὐτὸ μὲ ἀγανάκτησιν, διότι ὡμίλησα πρὸ κενῶν ἑδωλίων, ὁλόκληρον δὲ τὴν εὐθύνην τὴν φέρει ἡ Κυβέρνησις, μὲ τὴν χλιαρὰν στάσιν τὴν ὁποίαν τηρεῖ ἀπέναντι τῶν ὀπαδῶν της.
§117Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Θέλω νὰ προσθέσω, ὅτι, ἐπειδὴ σπαταλᾶται χρόνος εἰς συζητήσεις ἐκτὸς Κανονισμοῦ, δὲν προσέρχεται ἐγκαίρως ἡ Κυβέρνησις καὶ δὲν παροτρύνει καὶ τοὺς φίλους της νὰ προσέρχωνται, τὸ δὲ Προεδρεῖον δὲν καθορίζει τὸν τρόπον καὶ τὸν χρόνον τῶν ἀγορεύσεων, δι’ αὐτὸ ἔχομεν ἀπώλειαν χρόνου εἰς ἁπλὸ κουβεντολόγι. Δὲν ἀπασχολῶ συχνὰ τὴν Βουλήν, δι’ αὐτὸ ἔχω τὴν ἀπαίτησιν νὰ μὲ ἀκούσῃ.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φ. Δραγούμης, ἔχει τὸν λόγον.
§119Φ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ξεύρω, ἂν τὸ θέαμα ποὺ παρουσιάζουν τὰ κενὰ ἑδώλια τῆς Βουλῆς, ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸν ἔπαινον, τὸν ὁποῖον ἔκαμε πρὸς αὐτὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Οὗτος, μὴ ὢν μέλος τῆς Βουλῆς, εἶναι φυσικὸν νὰ θέλῃ νὰ ἐκφράσῃ ὑπὲρ αὐτῆς κολακευτικοὺς λόγους. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ εἶναι πολὺ χειροτέρα ἀπὸ ἄλλας τοῦ παρελθόντος, τόσον μᾶλλον, καθ’ ὅσον αἱ πρόσφατοι ἀγορεύσεις ὡρισμένων συναδέλφων ἀπετέλεσαν εὐοίωνον σημεῖον διὰ τὸ μέλλον. Ἀλλὰ δὲν θὰ κάμω σύγχυσιν τῆς πολιτικῆς ἡγεσίας μὲ τὴν Βουλὴν, οὐδὲ τῆς Βουλῆς μὲ τὸν Κοινοβουλευτισμόν. Τὸν Κοινοβουλευτισμὸν τὸν ἐξυψώνουν οἱ ἡγέται, τὸ Κοινοβούλιον ἀκολουθεῖ. Ἀλλὰ ἐδῶ βλέπομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιχαίρει διὰ τὴν παράτασιν τῆς συζητήσεως, διότι θέλει ν’ ἀποφύγῃ τὸν ἔλεγχον.
§120Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Ἔλεγχος γίνεται καθ’ ὅλην τὴν συζήτησιν.
§121Φ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατ’ ἀνάγκην, διότι οἱ κύριοι συνάδελφοι δὲν ἔχουν ἄλλην εὐκαιρίαν νὰ ἐλέγξουν τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος εἶπεν, ὅτι τὸ μέγα θέμα τῆς τετραετίας ἦτο ἡ ἀσφάλεια. Βεβαίως, τὸ θέμα τῆς ἀσφαλείας ἦτο σημαντικόν, ἀλλὰ ὑπὲρ αὐτὸ ἐκυριάρχει τὸ θέμα ἐξασφαλίσεως τῆς βοηθείας τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν, ὄχι μόνον τοῦ κατὰ τῆς Ἑλλάδος κινδύνου, ἀλλὰ καὶ καθ’ ὁλοκλήρου τοῦ δημοκρατικοῦ κόσμου. Καὶ εἰς τὸ θέμα αὐτὸ ἡ πολιτικὴ ἡγεσία τῶν δύο μεγάλων Κομμάτων ἀπεδείχθη κατωτέρα τῶν περιστάσεων. Διότι οἱ ἡγέται οὗτοι ἀντέδρασαν παντοιοτρόπως εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἀπαραιτήτου καὶ ρητῆς προϋποθέσεως πρὸς χορήγησιν τῆς βοηθείας ταύτης, ἤτοι εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἐσωτερικῆς ἑνότητος ἀπέναντι τῆς τότε ἐξαπλουμένης ὁλοκληρωτικῆς κομμουνιστικῆς θυέλλης. Οὐδέτερον τῶν δύο μεγάλων κομμάτων προέβαινεν εἰς ὑποχωρήσεις καὶ οὕτως ἐχάθη πολυτιμότερος χρόνος καὶ δὲν ἐδόθη ἐνωρίτερον ἡ βοήθεια, ἡ ὁποία ἦτο ἑτοίμη νὰ δοθῇ ἀπὸ τῆς ἑπομένης τοῦ δημοψηφίσματος. Ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ πλειοψηφοῦντος κόμματος, πρῶτος κάλλιστα ἐγνώριζε τοῦτο ἀπ’ ἀρχῆς. Αὐτὰ εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθοῦν τώρα, ὁπότε ὁ θερμὸς πόλεμος ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους ἔληξεν. Ἑπομένως, ἔχω λόγους νὰ νομίζω, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἡγεσία τόσον ἡ ἐν τῇ Κυβερνήσει, ὅσον καὶ ἡ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, δὲν ἐστάθη εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς της. Δὲν πταίει ὅμως ὁ Κοινοβουλευτισμὸς διὰ τὴν ἔλλειψιν ἱκανότητος ἐκ μέρους τῆς ἡγεσίας. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ἀξιωματικῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁμιλῶν προχθὲς περὶ Κοινοβουλευτισμοῦ καὶ τοῦ ἀγγλικοῦ συστήματος τῶν δύο κομμάτων, ἔλεγεν, ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος εἶναι ἰδεώδης διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, ἀλλὰ προσήκων εἰς μόνους τοὺς Ἀγγλοσάξωνας, διότι ἀπαιτεῖ ἥμερα κοινοβουλευτικὰ ἤθη. Δηλαδή, κατ’ αὐτὸν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐν τούτοις ἔχομεν ἑκατὸν ἐτῶν ἐλεύθερον κοινοβουλευτικὸν βίον, δὲν ἔχομεν ἤρεμα κοινοβουλευτικὰ ἤθη; Ἀλλ’ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, ἠθέλησε νὰ διατυπώσῃ καὶ ἄλλην παρατήρησιν διὰ τῆς φράσεως αὐτῆς. Ὅτι δηλαδὴ θεσμὸς ποὺ εἶναι ἀγγλοσαξωνικός, πιθανῶς δὲν εἶναι κατάλληλος διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἀγνοεῖ ὅμως, ὁ κ. Παπανδρέου, ὅτι ὁ σπόρος τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, ἐφυτεύθη εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἀπὸ ἕνα Ἕλληνα κατὰ τὸν Ζʹ αἰῶνα, τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Κανταβρυγίας Θεόδωρος ἐκ Ταρσοῦ τῆς Κιλικίας, ὅστις εἶναι ὁ πρῶτος ὀργανώσας ἐν Ἀγγλίᾳ τὸν θεσμὸν τῶν ἐνοριῶν καὶ τῶν Κοινοτήτων καὶ ἡ ἀνάπτυξις τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ καὶ ἡ διαμόρφωσίς του, ὡς τὸν ἐγνωρίσαμεν κατὰ τοὺς δύο τελευταίους αἰῶνας. Ὁ ἀγγλικὸς Κοινοβουλευτισμὸς εἶναι ὁ μόνος ἀληθὴς καὶ ὀρθόδοξος Κοινοβουλευτισμός. Ἡ δὲ παραποίησις αὐτοῦ, ἡ ὁποία ἔγινεν εἰς διαφόρους ἄλλας χώρας, ὑπῆρξε καταστρεπτικὴ δι’ αὐτάς. Ἐὰν λοιπὸν καὶ ἡμεῖς δὲν ἀκολουθήσωμεν πιστῶς τὸν ὀρθόδοξον Ἀγγλικὸν Κοινοβουλευτισμόν, θὰ ἴδωμεν τὸν Ἑλληνικὸν Κοινοβουλευτισμὸν καταρρέοντα, Ἐκ τῶν πρώτων, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ὀρθοδόξου Κοινοβουλευτισμοῦ ἐν Ἑλλάδι κατὰ τὴν τελευταίαν ἑκατονταετίαν ὑπῆρξαν ἰδίως οἱ Ἀλέξανδρος Μαυροκορδᾶτος, Χαρίλαος Τρικούπης καὶ ἄλλοι. Ἀτυχῶς ὅμως ἀπὸ τοῦ πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, παρεξεκλίναμεν ἀπὸ τοῦ ὀρθοδόξου Κοινοβουλευτισμοῦ. Συνεπῶς, ἤδη χρειάζεται νὰ ἐπιστρέψωμεν εἰς αὐτόν, τονώνοντες αὐτὸν καὶ ἀπαλλάσσοντες αὐτὸν ἀπὸ τὰς διαφόρους διαστρεβλώσεις καὶ ἀποκαθαίροντες αὐτόν, ἵνα οὕτως ἀναπτυχθοῦν καὶ εὐδοκιμήσουν εἰς τὴν χώραν μας, οἱ πραγματικοὶ δημοκρατικοὶ θεσμοί. Ἐπειδὴ ἡ Ἑλλὰς εἶναι τὸ μόνον Ἔθνος εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Ἀνατολικῆς Μεσογείου, ποὺ ἐκράτησε σχετικῶς ὀρθόδοξον δημοκρατικὸν πνεῦμα, δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἀντέστη εἰς τὰς δοκιμασίας τῶν δύο παγκοσμίων πολέμων καὶ κατέστη τὸ προπύργιον τῆς ἐλευθερίας εἰς τὴν ἐπίκαιρον ταύτην περιοχήν. Εἶναι, ἑπομένως, ἀνάγκη τώρα νὰ θεσπίσωμεν συνταγματικὰς διατάξεις καὶ νὰ προσαρμόσωμεν τὰ πολιτικά μας συστήματα καὶ τὸν τρόπον τοῦ πολιτεύεσθαι πρὸς τὸν ὀρθόδοξον Κοινοβουλευτισμόν. Ἀπὸ τὴν Βουλὴν αὐτὴν ἐγένετο ἀξιέπαινος ἐργασία ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Τὸ Σύνταγμα τοῦτο ἀποτελεῖ τὸ ἀπαύγασμα τῆς πολιτικῆς ὡριμότητος καὶ τὴν ἀποκρυστάλλωσιν τῶν ἰδεῶν τῶν δύο προηγουμένων Ἑλληνικῶν γενεῶν. Εἶναι ἕνα τῶν παλαιοτέρων, καλυτέρων καὶ πλέον φιλελευθέρων συνταγμάτων τῆς Εὐρώπης. Ἴσως εἰς ὡρισμένα σημεῖα του νὰ εἶναι σήμερον κἄπως ἀπηρχαιωμένον, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐμποδίζει τίποτε. Σχετικῶς πρέπει νὰ σημειωθῇ, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν δὲν ὑπάρχει κἂν γραπτὸν Σύνταγμα. Ἐκεῖ λειτουργοῦν παλαιὰ ἔθιμα καὶ ἰσχυραὶ παραδόσεις, πρὸς τὰς ὁποίας προσαρμόζονται οἱ ψηφιζόμενοι νόμοι. Ἡμεῖς ὅμως, δεδομένου, ὅτι ἡ ἱστορία καὶ ὁ χαρακτήρ μας δὲν εἶναι ὅμοιοι μὲ τοὺς ἀγγλικούς, ἀνάγκη νὰ προσκολληθῶμεν καὶ πρὸς τὸν γραπτὸν νόμον. Ἀναφέρω τὴν ἑξῆς περίπτωσιν. Ἴσως, κύριοι, νὰ εἴχομεν ἀποφύγει κατὰ τὸν πρῶτον παγκόσμιον πόλεμον τὸν ἀλληλοσπαραγμόν, ἐὰν ὑπῆρχε τότε δεύτερον Νομ. Σῶμα. Δὲν προτείνω τώρα τὴν ἵδρυσιν Γερουσίας, ἀλλὰ λέγω θεωρητικῶς, ὅτι θὰ ἦτο χρησιμωτάτη, διότι ἐὰν ὑπῆρχε τοιοῦτον Σῶμα, ποὺ νὰ μεσολαβῇ μεταξὺ τοῦ ἀνευθύνου Ἄρχοντος καὶ τοῦ Κοινοβουλίου, εἰς περίπτωσιν ἰδίως διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἴσως νὰ μὴ εἶχεν ἐπέλθει ἡ διὰ δευτέραν φορὰν διὰ τὸ αὐτὸ θέμα διάλυσις τῆς Βουλῆς τοῦ 1915 καὶ νὰ εἶχεν ἀποφευχθῆ ὁ ἐπακολουθήσας ὀλέθριος διχασμός. Θὰ ἦτο δυνατὸν ἐν τούτοις καὶ τώρα, ἀντὶ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος, νὰ ἱδρύσωμεν ἰδιαίτερον συμβούλιον τοῦ Στέμματος, τὸ ὁποῖον νὰ ἀποτελῆται ἀπὸ ὅλους τοὺς διατελέσαντας καὶ διατελοῦντας Πρωθυπουργοὺς καὶ Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τῶν κοινοβουλευτικῶν, καὶ μόνον Κυβερνήσεων, ἀπὸ τοὺς διατελέσαντας καὶ διατελοῦντας Προέδρους τῆς Βουλῆς, ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀνωτάτου Οἰκονομικοῦ Συμβουλίου ἢ ἀντιστοίχου Συμβουλίου, ἀπὸ τὸν Ἀρχιστράτηγον, ἀπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπον καὶ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Ἀκαδημίας. Μόνον ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ τὸ συγκαλῇ ἢ νὰ τὸ συμβουλεύηται εἰς δυσκόλους διὰ τὴν χώραν περιστάσεις. Τοῦτο δὲ θὰ τὸν προεφύλασσεν ἐν ἀνάγκῃ ἀπὸ τὴν δημαγωγίαν τῶν πολιτ. κομμάτων καὶ θὰ ἐφρούρει συγχρόνως τοὺς φιλελευθέρους κοινοβουλευτικοὺς θεσμούς. Ὡς πρὸς τὴν ἄλλην λειτουργίαν τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος, τῆς Γερουσίας, ἐννοῶ τὴν λειτουργίαν τῆς παρασκευῆς τῶν νόμων, θὰ προέτεινα τὴν ἀναβίωσιν ὡρισμένων διατάξεων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, δι’ ὧν προβλέπεται ἡ ἐπεξεργασία τῶν σχεδίων νόμων, παρὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας πρὸ τῆς ὑποβολῆς των εἰς τὴν Βουλήν. Ἀτυχῶς ὅμως, καὶ ἡ πρότασίς μου αὕτη ἀπερρίφθη ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς.
§122Χ. ΑΛΕΤΡΑΣ. Δύνασθε νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλὴν διὰ τίνα λόγον ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος δὲν ἀπεδέχθη τὰς ἀπόψεις σας; Μήπως, διότι δὲν ἦτο ὥριμος νὰ δεχθῇ τόσον σοβαρὰς λύσεις, οἷαι αὐταὶ τὰς ὁποίας προετείνατε; Καὶ μήπως τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅ,τι δὲν εἶχον δοθῆ κατευθύνσεις σχετικαὶ εἰς τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκ μέρους τῆς πολιτικῆς ἡγεσίας;
§123Φ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀτυχῶς, εἶναι τοῦτο ἀληθὲς καὶ τὸ παράπονόν μου τοῦτο διετύπωσα εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὅτι οὐδὲν κόμμα εἶχε καταρτίσει συγκεκριμένον σχέδιον τροποποιήσεως τοῦ Συντάγματος, ἡ δὲ Ἐπιτροπὴ ἠναγκάσθη νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ ἔργον της βασιζομένη ἐπὶ τῶν ἰδίων της φώτων μόνον. Πρὸς τὸ θέμα τοῦτο σχετίζεται καὶ τὸ τῶν πλαισίων νόμων. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἤδη παρατηρεῖται τάσις υἱοθετήσεως τοῦ συστήματος τῶν πλαισίων νόμων, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ δὲν ὡρίμασεν ἀκόμη ἡ κατάστασις πρὸς γενικὴν ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ τούτου, οἱ κανονιστικοὶ ὅμως νόμοι παραπέμπονται συνήθως ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς Ἐπιτροπὰς Ὑπουργῶν, ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων πρὸς ἐπεξεργασίαν καὶ διατύπωσιν αὐτῶν. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ συμβάλλει περισσότερον παντὸς ἄλλου εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, εἶναι τὸ κατάλληλον ἐκλογικὸν σύστημα. Κατὰ τὸ ἄρθρον 69 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ὁρίζεται, ὅτι ἐπαναληπτικαὶ ἐκλογαὶ γίνονται μόνον κατὰ τὰ τρία πρῶτα ἔτη τῆς βουλευτικῆς περιόδου, κατὰ δὲ τὸ τέταρτον ἔτος, τότε μόνον ἐπιτρέπονται ἐπαναληπτικαὶ ἐκλογαί, ὅταν κενωθῇ ἀριθμὸς ἑδρῶν, ἀνερχόμενος εἰς τὸ τέταρτον τοῦ συνόλου. Δεδομένου δέ, ὅτι κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ἴσχυε τὸ πλειοψηφικὸν ἐκλογικὸν σύστημα, συμπεραίνεται, ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦτο θεωρεῖ τὸ ἐκλογικὸν τοῦτο σύστημα, ὡς τὸ μόνον ὀρθόδοξον κοινοβουλευτικῶς. Εἰς ὅσας χώρας ἐφηρμόσθη ἡ ἀναλογική, ὁ Κοινοβουλευτισμὸς ἐτρώθη βαρύτατα. Δυστυχῶς καὶ τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 μετέβαλεν ἡ ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταστήσασα αὐτὴν δυνητικὴν διὰ τὴν περίπτωσιν μόνον τῆς καταργήσεως τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος. Διὰ τοῦτο θ’ ἐπεθύμουν, κύριοι, νὰ ἐπαναφέρωμεν ἐν Ἑλλάδι τὸ πλειοψηφικὸν ἐκλογικὸν σύστημα διὰ ρητῆς συνταγματικῆς διατάξεως. Εἶναι ἐξόχως ἀντικοινοβουλευτικὴ πρᾶξις ἡ ἑκάστοτε, ἀναλόγως τῶν συμφερόντων τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῶν διαφόρων κομμάτων, μεταβολὴ τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος. Τὸ πλειοψηφικὸν ἐν τούτοις σύστημα ἔχει διαφόρους μορφάς. Ὅλοι ὅμως οἱ προλαλήσαντες ἀρχηγοὶ κομμάτων, ἀπέφυγον ἐπιμελῶς νὰ θίξουν τὸν ὀλέθριον θεσμόν, αὐτὸ τὸ καρκίνωμα, ποὺ λέγεται ἐκλογικὸς συνδυασμός, ἀφοῦ ὑποχρεώνει τὸν λαὸν νὰ ψηφίζῃ πρόσωπα τῆς ἀποκλειστικῆς ἐκλογῆς τῶν κομματαρχῶν, πρὸς τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν τρέφει ἐμπιστοσύνην καὶ ἐκτίμησιν. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ εἰσαχθῇ καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ ἀπόλυτον πλειοψηφικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἰσχύει εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ τὴν Ἀμερικὴν καὶ ἐπιτρέπει, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν ἐν τῇ Βουλῇ ἐκπροσώπησιν τῆς μειοψηφίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲν δημιουργεῖ ὁμοιογενεῖς καὶ σταθερὰς Κυβερνήσεις.
§124Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐπειδὴ παρακολουθεῖτε τὰ ζητήματα αὐτά, ἀσφαλῶς θὰ γνωρίζετε ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἰσχύει τὸ πλειοψηφικὸν ἐκλογικὸν σύστημα. Ἐν τούτοις καὶ ἐκεῖ, ὡς θὰ ἔχετε ἀσφαλῶς πληροφορηθῆ, τὰ δύο μεγάλα κόμματα σκέπτονται νὰ ἐπιφέρουν τροποποιήσεις τινὰς εἰς τὸ ὑφιστάμενον ἐκλογικὸν σύστημα. Μὲ αὐτὸ θέλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι καὶ ἐκεῖ ἀκόμη δὲν παραμένουν ἀμετάβλητα τὰ διάφορα συστήματα, παρ’ ὅλον ὅτι, ὡς Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, γνωρίζετε καλῶς, ὅτι εἶμαι κεκηρυγμένος ὑπὲρ τοῦ πλειοψηφικοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος.
§125Φ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τότε διατὶ δὲν τὸ ἐπαναφέρετε; Τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα, ποὺ προτείνω, εἶναι ἁπλούστατον καὶ σαφέστατον. Δι’ αὐτοῦ καὶ ὁ πλέον ἀγράμματος χωριάτης δύναται νὰ ψηφίσῃ ἐκείνους ποὺ θέλει, χωρὶς νὰ ὑφίσταται ἐπιρροὰς καὶ ἐκβιασμοὺς ἐκ μέρους τῶν ἑκασταχοῦ κομματαρχῶν. Κατὰ τὸ σύστημα αὐτό, κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχει μόνον μία ἐκλογικὴ ἕδρα κατὰ ἐκλογικὴν περιφέρειαν, δηλαδὴ κἄθε κόμμα θὰ ἔχῃ ἕνα μόνον ὑποψήφιον εἰς κἄθε περιφέρειαν. Παραλλήλως δὲ καὶ ὁ ὅλος ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν θὰ ἐλαττωθῇ. Τὸ Σύνταγμά μας ὁρίζει ὡς κατώτατον ὅριον 150 βουλευτάς. Θὰ ἦτο δὲ ἐπιθυμητόν, ὁ ἤδη ἰσχύων συντελεστής τῶν 22.000 κατοίκων κατὰ ἕδραν νὰ γίνῃ τοὐλάχιστον 45.000. Συνεπῶς, θὰ ἐξελέγοντο 180 περίπου βουλευταί, οἵτινες ἐκλεγόμενοι τοιουτοτρόπως θὰ ἠσθάνοντο, ὅτι πραγματικὰ ἀντιπροσωπεύουν τοὺς ἐκλογεῖς των καὶ θὰ εἶχον ἐνισχυμένον ἠθικόν. Διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ δὲ ἡ καλυτέρα ἐκλογὴ τῶν ὑποψηφίων θὰ πρέπει ἐπὶ πλέον νὰ εἰσαγάγωμεν μηχανισμόν, ποὺ νὰ ἀναγκάζῃ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων νὰ διαλέγουν τοὺς καλυτέρους ὑποψηφίους κατὰ περιφερείας. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἀπὸ κάθε ὑποψήφιον καταβάλλεται βαρὺ παράβολον, τὸ ὁποῖον ἐπιστρέφεται ἀκέραιον, ἐὰν λάβῃ ὁ ὑποψήφιος βουλευτὴς ὡρισμένον ποσοστὸν ψήφων, ἔστω καὶ ἂν δὲν ἐκλεγῇ. Ἔτσι περιορίζονται οἱ ἐξ ἐπαγγέλματος ὑποψήφιοι, ποὺ προκαλοῦν σύγχυσιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ χρηματικὸν ποσὸν τοῦ παραβόλου, δύναται νὰ τὸ ἐξεύρῃ καὶ ὁ πτωχότερος ὑποψήφιος ἀπὸ τοὺς φίλους του ἢ ἀπὸ τὸ κόμμα του, ἐφ’ ὅσον ἔχει πραγματικὴν ἀξίαν καὶ ἐπιρροήν. Καλὸν ἀκόμη θὰ ἦτο εἰς τὴν Ἑλλάδα, μαζὺ μὲ τὸ ὄνομα, νὰ τυπώνεται καὶ ἡ φωτογραφία τοῦ ὑποψηφίου εἰς τὸ ψηφοδέλτιον, διὰ νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ γελασθῇ ὁ ἀγράμματος ψηφοφόρος. Νομίζω, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο θὰ ἦτο τῆς ἀρεσκείας ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ καταλληλότατον διὰ τὴν ἐποχὴν αὐτήν, ὁπότε πάντες ζητοῦν ἐπιλογὴν προσώπων. Ἀντιθέτως ἡ ἀναλογικὴ ἐκτρέφει τὰ πολλὰ καὶ μικρὰ κόμματα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ λαοῦ. Συνυφασμένον πρὸς τὸ ἐκλογικὸν εἶναι καὶ τὸ θέμα τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως καὶ τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Ὁ θεσμὸς αὐτὸς μεταφέρει τὴν ἐπίλυσιν τῶν τοπικῶν ζητημάτων ἀπὸ τὸ κέντρον εἰς τὴν περιφέρειαν, ὅπου διὰ τῆς καταλλήλου συνεργασίας τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως μετὰ τῶν ἐκπροσώπων τῶν κοινοτήτων καὶ τῶν ὀργανώσεων τῶν παραγωγῶν, λύονται ταχύτερον χωρὶς νὰ ἐπέρχεται συμφόρησις ὑποθέσεων εἰς τὸν κέντρον. Μᾶς εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ εἰσαγάγῃ τὸν θεσμὸν αὐτόν, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο ἡ ἀηδὴς διανομὴ τῶν Νομαρχιῶν μεταξὺ τῶν κυβερνητικῶν κομμάτων. Σκοπὸς τῆς ἀποκεντρώσεως εἶναι ἐξ ἄλλου νὰ ματαιώνῃ τὴν ἐπέμβασιν τῶν βουλευτῶν εἰς τὴν διοίκησιν. Τὸ κλειδὶ ὅμως τῆς ὑποθέσεως ἔγκειται εἰς τὴν ἵδρυσιν τῶν Διοικήσεων, οὕτως εἰπεῖν Νομαρχιῶν εὐρυτέρας περιφερείας, εἰς τὰς ὁποίας δέον ἀπαραιτήτως νὰ δοθῇ ξεχωριστὸς προϋπολογισμός, ὅπως εἶχε θεσπισθῆ παλαιότερα διὰ σχετικοῦ νόμου τοῦ ἔτους 1929, ἀλλὰ ὁ ὁποῖος δυστυχῶς δὲν ἐφηρμόσθη ποτέ. Πρώτη βαθμὶς τῆς αὐτοδιοικήσεως θὰ εἶναι αἱ κοινότητες καὶ δευτέρα αἱ ἐπαρχίαι.
§126Χ. ΓΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Γεωργίας). Κύριε συνάδελφε, ὑπὸ τὰς σημερινὰς οἰκονομικὰς συνθήκας νομίζετε, ὅτι θὰ ἠμπορῇ νὰ ὑπάρχῃ χωριστὸς προϋπολογισμὸς εἰς ἑκάστην διοίκησιν.
§127Φ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ τῆς καταργήσεως τῶν πενῆντα περίπου Νομαρχιῶν καὶ ἄλλων ὑπηρεσιῶν καὶ θέσεων θὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία πολὺ μεγαλυτέρα. Ἐὰν καταργηθοῦν αἱ Νομαρχίαι καὶ ἀνασυσταθοῦν αἱ ἐπαρχίαι, ἔχουσαι ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν, μονίμους δημοσίους ὑπαλλήλους, μὴ ἀντιπροσώπους τοῦ κυβερνῶντος κόμματος, ἀλλὰ μόνον τοῦ Κράτους, θ’ ἀποκτήσωμεν συγχρονισμένην διοίκησιν καὶ ἱκανοὺς διοικητικοὺς ὑπαλλήλους. Ὑπενθυμίζω, ὅτι καὶ ὁ Μπίσμαρκ ἤρχισε τὸ στάδιόν του ἀπὸ τοιαύτην ἐπαρχιακὴν ὑπηρεσίαν. Ὡς προϊσταμένη ἀρχὴ τῶν Ἐπάρχων θὰ εἶναι ὁ Γενικὸς Διοικητὴς πρόσωπον ἀπαραιτήτως ἐξωκοινοβουλευτικόν, μορφωμένον καὶ ἄξιον. Εἰς τὰς δώδεκα ἢ δεκαπέντε Διοικήσεις θὰ συγκροτηθοῦν συμβούλια ἀπὸ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν καὶ τοὺς ἐκπροσώπους τῶν ὀργανώσεων τῶν παραγωγῶν, καθὼς καὶ πνευματικῶν ἱδρυμάτων, πλησίον τοῦ Διοικητοῦ, ὁ ὁποῖος καὶ θ’ ἀποφασίζῃ. Τοιουτοτρόπως ὅλαι αἱ ὑποθέσεις τῶν περιφερειῶν θὰ ἐπανέλθουν ἀπὸ τὸ κέντρον εἰς τὰς περιφερείας καὶ θὰ ἀπαλλαγοῦν ἔτσι καὶ οἱ Ὑπουργοὶ ἀπὸ τὰς τοπικὰς ὑποθέσεις καὶ θὰ συγκεντρωθοῦν εἰς τὸν κύριον κυβερνητικὸν των ἔργον, οἱ δὲ βουλευταὶ θὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὰς πιέσεις τῶν ψηφοφόρων καὶ θὰ ἐπιτελοῦν καλύτερον τὴν ἀποστολήν των, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Διοικήσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλα κυβερνητικὰ μέτρα, ποὺ πρέπει νὰ ληφθοῦν, ἀλλὰ θὰ χρειασθοῦν καὶ δι’ αὐτὰ μεγάλαι κομματικαὶ θυσίαι. Εἶναι δὲ ταῦτα π.χ. ὁ περιορισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ὑπουργείων. Γνωρίζετε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ εἰς τὴν Ἀμερικήν, ὑπάρχουν μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, μόνον ἑπτὰ Ὑπουργοί. Μοναδικὸς δὲ συντονιστὴς εἶναι ὁ Πρωθυπουργός. Ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρα Ὑπουργεῖα θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καταργηθοῦν, ὡς τὸ Ὑπουργεῖον Τύπου. Ὑπουργεῖον Τύπου δὲν ὑπάρχει εἰς τὰς χώρας ἐκείνας. Καὶ ἡ μὲν Διεύθυνσις Ἐξωτερικοῦ Τύπου θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξαρτηθῇ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν, ἡ δὲ Διεύθυνσις Ἐσωτερικοῦ Τύπου ἀπὸ τὸ Γραφεῖον τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Κάθε δὲ Ὑπουργεῖον θὰ ἔχῃ ἰδιαίτερον Γραφεῖον Τύπου, χωρὶς καμμίαν αὔξησιν δαπανῶν, διὰ τὴν διαφώτισιν τοῦ κοινοῦ ὡς πρὸς τὰ θέματα τῆς ἁρμοδιότητός του. Τοιουτοτρόπως θὰ πραγματοποιηθῇ μεγάλη οἰκονομία. Ἄλλο σπουδαῖον πρόβλημα εἶναι ἡ μείωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Παρ’ ὅ,τι κατ’ ἀρχὰς ἐγένοντο ὡρισμέναι ἐνέργειαι διὰ τὸν σκοπὸν αὐτόν, εἰς τὸ τέλος, δυστυχῶς, ἔμεινε τὸ ὅλον ζήτημα εἰς τὸ ράφι. Δὲν βελτιώνεται ἡ θέσις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἂν ἐξακολουθήσῃ ὁ πληθωρισμός, ποὺ κυριαρχεῖ εἰς τὰς κρατικὰς ὑπηρεσίας. Πρέπει λοιπόν, νὰ μειωθῇ ὁ ἀριθμός, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐκλέγωνται οἱ ὑπάλληλοι μόνον βάσει προσόντων καὶ ἐξετάσεων. Θὰ ἐπρότεινα ἀκόμη νὰ καταργηθοῦν ὡς ὄργανα κομματικὰ καὶ οἱ Γενικοὶ Γραμματεῖς τῶν Ὑπουργείων καὶ τῶν Γενικῶν Διοικήσεων, ὁπότε θὰ ὑπάρξῃ καὶ ἄλλη μεγάλη οἰκονομία, ἀντ’ αὐτῶν δὲ νὰ καθιερωθῇ ὁ θεσμὸς τῶν ὑπηρεσιακῶν μονίμων Ὑφ)ργῶν, διὰ νὰ διατηρηθῇ εἰς ἑκάστην ὑπηρεσίαν ἡ συνέχεια καὶ ἡ παράδοσις. Καὶ ἐπαναλαμβάνω, ἕνας καὶ μόνος Γενικὸς Συντονιστὴς τῶν διαφόρων Ὑπουργείων καὶ Ὑπηρεσιῶν θὰ ὑπάρχῃ, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὁ συντονισμὸς δὲ αὐτὸς εἶναι ἀκόμη χρησιμώτερος τὴν στιγμὴν αὐτήν, ὁπότε ἔχομεν ν’ ἀντιμετωπίσωμεν μεγάλα καὶ δύσκολα προβλήματα, ὡς τὰ τοῦ ἐπαναπατρισμοῦ, τῆς ἀνοικοδομήσεως καὶ τῆς ἀνασυγκροτήσεως τῶν πάντων. Διότι εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀντιμετωπισθοῦν τὰ τόσον σπουδαῖα αὐτὰ προβλήματα μὲ τὴν ἀσυναρτησίαν καὶ τὸν ἀνταγωνισμὸν ποὺ ὑφίσταται μεταξὺ τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν διαφόρων Ὑπουργείων. Τὰ ζητήματα ἐπαναπατρισμοῦ καὶ τῆς ἀνοικοδομήσεως εἶναι σπουδαιότατα. Ἀλλά, νομίζω, ὅτι τὰ ζητήματα αὐτὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λυθοῦν μὲ κομματικὰς Κυβερνήσεις καὶ μάλιστα μὴ ὁμοιογενεῖς. Διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ ἱδρυθῇ διὰ τοὺς σκοποὺς αὐτοὺς αὐτόνομος ὀργανισμὸς ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν καὶ τὰς συμβουλὰς τῶν Ἀμερικανῶν συμβούλων καὶ χρηματοδοτῶν, ὅπως ἔγινεν ἄλλοτε μὲ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀποκαταστάσεως Προσφύγων. Καὶ ἤδη ἔρχομαι εἰς τὸ καθαρῶς πολιτικὸν θέμα. Μετὰ τὴν ταχίστην ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος, ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει ν’ ἀποχωρήσῃ εὐθύς, διὰ νὰ δώσῃ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ ἐπηρεάσῃ τὰς ἐκλογάς. Πάντως προτιμῶ πολιτικὴν Κυβέρνησιν, ἀπὸ καθαρῶς ὑπηρεσιακήν, διότι τὴν ὑπηρεσιακὴν τὴν ἀπαρτίζουν συνήθως πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν τὸ αἴσθημα τῆς πολιτικῆς εὐθύνης ἀνεπτυγμένον, οὐδὲ θάρρος εἰς τὴν ταχεῖαν λῆψιν σοβαρῶν ἀποφάσεων. Ἄς γίνῃ Κυβέρνησις κοινοβουλευτική, ἀλλὰ ὑπερκομματικὴ περίπου ὅπως τὴν ἐπρότεινεν ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος κ, Χατζηγιάννης, πάντως ὅμως ὄχι κατ’ ἀναλογίαν τῆς δυνάμεως τῶν κομμάτων, ἀλλὰ κατὰ τρόπον ἐκλεκτικὸν τῶν ἀρίστων. Εἰς αὐτὴν δὲ νὰ μὴ μετέχουν οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων. Αὐτὰ εἶχα νὰ εἴπω καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἔδωσα ἀφορμὴν νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ λάβῃ ταχείας ἀποφάσεις ἡ Κυβέρνησις. (Χειροκροτήματα).
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§129ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ.μ. μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως, συνέχισιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν ἀνακοινώσεων.