1949.12.08
2.610 στίχοι · 20.079 λέξεις · 48 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 7η
Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 1949
Προεδρία κ. Π. Γ. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗ
(Ὥρα 7.30′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Γκίνης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Γ. ΓΚΙΝΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, ὡς διωρθώθησαν φραστικῶς. Κύριοι βουλευταί, τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς παρουσιάσθη σήμερον εἰς τὴν Α.Μ. τὸν Βασιλέα, ὁ ὁποῖος παρεκάλεσε νὰ διαβιβάσωμεν τὰ δέοντα πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. (Χειροκροτήματα).
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Συνέχισις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἀνακοινώσεων τῆς Κυβερνήσεως. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Λ. Βαμβέτσος.
§4Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ Δʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἀπήλαυσεν ἑνὸς προνομίου, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς θνητὸς ἐγνώρισε μέχρι τοῦδε. Ηὐτύχησε νὰ ἀκούσῃ, ζῶσα, ἀπὸ τῶν ἐπισήμων χειλέων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὴν νεκρολογίαν της. Ἀτυχῶς, νομίζω, ὅτι ἡ νεκρολογία αὐτὴ ὑπῆρξε καὶ ἄκαιρος καὶ ἀτυχής. Εἶναι ἄκαιρος, διότι δὲν συμμερίζομαι τὴν ἀπαισιοδοξίαν τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὸν βίον τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Ἦτο ἀτυχής, διότι, ὅπως ὅλαι αἱ νεκρολογίαι, ἦτο ὑπερβολική, διότι ἐγένετο ἔξαρσις τῶν ἀρετῶν τοῦ νεκρολογουμένου, τόση ὅσης δὲν ἦτο ἄξιος, ἀλλὰ καὶ διότι, ἀπὸ κυβερνητικῆς ἀπόψεως, ἐλέχθησαν ὅλα αὐτὰ πρὸς τὸ Σῶμα ἐκ τοῦ λόγου, ὅτι ἀτυχῶς τὸ Σῶμα ἐδέχθη ὅλας ἐκείνας τὰς προσβολὰς τῆς ἀξιοπρεπείας του καὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος, οἷαι ἦσαν τὸ μακρὸν κλείσιμον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἔκδοσις ἀθρόως ἀναγκαστικῶν νόμων. Ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις, ἀποτίουσα τιμὰς πρὸς τὸ Σῶμα, ἠκολούθησε τὸ παράδειγμα καὶ τὴν συνήθειαν τῶν συμμάγων μας, Ἄγγλο–Σαξόνων, τοῦ FISHING FOR COMPLI-MENTS, τῆς ἄγρας φιλοφρονήσεων δι’ ἑαυτήν. Ἡμεῖς δὲν θὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς αὐτὸν τόνον τῶν φιλοφρονήσεων, ἀλλὰ θὰ ἐπαναλάβωμεν καὶ τὴν φορὰν αὐτὴν τὴν ἰδίαν γόνιμον κριτικήν, τὴν ὁποίαν ἠσκήσαμεν μέχρι τοῦδε ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Θὰ ἐξετάσωμεν λεπτομερῶς τὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ τετράμηνον καὶ πλέον χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις κυβερνᾷ ἄνευ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ὑπῆρξεν ὡς ἠθέλησεν ἀπερίσπαστος. Διὰ νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει νὰ σημειώσῃ μερικὰς ἐπιτυχίας ἐπὶ τοῦ στρατιωτικοῦ καὶ ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ πεδίου, ἀλλὰ ἔχει καὶ σωρείαν ἀποτυχιῶν. Δὲν εἶμαι σύμφωνος μὲ ἕνα ἐκ τῶν ρητόρων τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ὁλόκληρον τὴν τιμὴν τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ἔργου τοῦ Ἐθνικοῦ Στρατοῦ. Κατὰ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, αἱ Κυβερνήσεις δικαιοῦνται νὰ εἰσπράττουν τὰς δάφνας τῶν ἐπιτυχιῶν, ὅπως ἐπίσης φέρουν τὰς εὐθύνας τῶν ἀποτυχιῶν. Θὰ ἦτο ἄδικον νὰ ἐθεωρούσαμεν ὑπεύθυνον τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰς ἀποτυχίας τῶν ὀργάνων τοῦ Κράτους, χωρὶς νὰ τῆς ἀπονέμωμεν τίτλους διὰ τὰς ἐπιτυχίας των. Βεβαίως κατὰ πρῶτον λόγον, αἱ νίκαι τοῦ Ἐθνικοῦ Στρατοῦ ὀφείλονται εἰς τὴν αὐτοθυσίαν τοῦ στρατευθέντος Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ εἰς τὴν βοήθειαν, ἡ ὁποία παρεσχέθη εἰς αὐτὸν ὑπὸ τῶν μετόπισθεν. Βεβαίως ὀφείλονται αὗται καὶ εἰς τοὺς ἀρχηγούς, οἱ ὁποῖοι διώκησαν τὸν Στρατὸν αὐτόν. Ἀλλὰ ὁ στρατὸς διὰ νὰ δρέψῃ ἐπιτυχίας χρειάζεται διοίκησιν καὶ τὴν τοποθέτησιν ἐπὶ κεφαλῆς αὐτοῦ τοῦ ἀνταξίου ἡγήτορος, καὶ τὸν ἀνάλογον ἐφοδιασμόν, τοῦτο δὲ εἶναι ἔργον καθαρῶς κυβερνητικόν. Καὶ τὸ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔδωκεν εἰς τὸν Στρατὸν τὴν προσήκουσα ἡγεσίαν καὶ τὸν ἐφωδίασε προσηκόντως κατὰ τὸ διάστημα τοῦ τρέχοντος ἔτους, τοῦτο ἀναμφισβητήτως εἶναι εἰς ἔπαινον τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τὰ ἀτυχήματα τῶν δύο προηγουμένων ἐτῶν, καὶ τὸν ἀκατάλληλον ἐφοδιασμὸν αὐτοῦ, ὅτε καὶ πάλιν ὅμως ὁ Ἕλλην στρατιώτης ἐπέδειξε τὴν μαχητικότητα αὐτοῦ. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ Στρατὸς ἀπηλλάγη τῶν κακῶν, ἡμεδαπῶν καὶ ἀλλοδαπῶν δαιμόνων, οἱ ὁποῖοι τὸν κατεδίκασαν εἰς ἀμυντικὴν δρᾶσιν καὶ τὸν ἐστέρησαν τοῦ ἀναγκαίου ὁπλισμοῦ, ἀφ’ ἧς ἔπαυσεν ἡ ἀμυντικὴ στάσις τοῦ στρατοῦ μας καὶ ἐπανῆλθε τὸ ἐπιθετικὸν του πνεῦμα, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ στρατὸς ἔπαυσεν ἐφοδιαζόμενος μὲ πεδινὰ ὅπλα καὶ ἐφοδιάσθη μὲ ὀρεινὰ πυροβόλα καὶ γενικῶς μὲ ἄφθονα σύγχρονα ὅπλα, ἰδίᾳ δὲ μὲ ἀεροπορίαν, ἦτο φυσικόν, ὅτι θὰ ὥδευε πρὸς τὴν νίκην. Ἑπομένως θὰ ἤθελα νὰ ἀποδώσω τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι καὶ νὰ ἀναγνωρίσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐπιτυχίαν, ὅτι ἐξέλεξε τοὺς ἀξίους ἡγήτορας—ἔστω καὶ τόσον ἀργά—καί, ὅτι ἐφωδίασε προσηκόντως τὸν στρατόν. Ὀφείλονται ὅμως ἔπαινοι καὶ εὐχαριστίαι καὶ πρὸς τὸν διακεκριμένον Στρατιώτην Ἀρχηγὸν τῆς Ἀμερικανικῆς Στρατιωτικῆς Ἀποστολῆς, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ ὁ μόνος τῶν ξένων ἀρχηγῶν ἀποστολῶν, ὁ ὁποῖος κατενόησε τὰς ἀνάγκας τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ καὶ ὅστις συνετέλεσε εἰς τὸν προσήκοντα αὐτῷ ἐφοδιασμόν. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς ἐξάρσεις ἐπιτυχιῶν, θὰ πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσωμεν καὶ τὴν πραγματικότητα. Αἱ ἐπιχειρήσεις τοῦ παρελθόντος θέρους εἶχον μίαν κατευθυντήριον γραμμήν, ἕνα ἀντικειμενικὸν σκοπόν. Τὸν ἀντικειμενικὸν σκοπὸν τῶν στρατιωτικῶν ἐπιχειρήσεων τὸν καθορίζουν αἱ Κυβερνήσεις. Ὅπως καὶ ἄλλοτε εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω εἰς τὸ Σῶμα, ὁ ρόλος τῶν στρατιωτικῶν καὶ πολιτικῶν ἡγετῶν εἰς τὰς στρατιωτικὰς ἐπιχειρήσεις εἶναι σαφῶς καθωρισμένος. Τὸν ἀντικειμενικὸν σκοπὸν τὸν καθορίζει ἡ Κυβέρνησις, τὸ σχέδιον, τὴν μέθοδον μὲ τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιτύχῃ τὸν σκοπὸν αὐτὸν τὸν καθορίζει ἡ στρατιωτικὴ ἡγεσία, τὴν δὲ ἐκτέλεσιν τοῦ σχεδίου τὴν ἀναλαμβάνει ὁ στρατός. Ποῖος λοιπόν, ἦτο ὁ ἀντικειμενικὸς σκοπὸς τῶν ἐπιχειρήσεων, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωκεν ἡ Κυβέρνησις; Νομίζω—καὶ ὅλοι ὑποθέτω, ὅτι ἔχομεν αὐτὴν τὴν γνώμην—ὅτι ἀντικειμενικὸς σκοπὸς ἦτο ἡ συντριβὴ τῶν ἐχθρῶν, δηλαδὴ ἡ πλήρης καταστροφὴ ἢ ἡ αἰχμαλωσία αὐτῶν. Ἐὰν δὲν ἦτο αὐτὸς ὁ ἀντικειμενικὸς σκοπός, θὰ ἦτο βαρύτατον σφάλμα. Ἡ κατάληψις ὀχυρῶν θέσεων καὶ ἡ ἀπώθησις τοῦ ἐχθροῦ πέραν τῶν Ἑλληνικῶν συνόρων δὲν ἀποτελεῖ λύσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ προβλήματος. Δὲν εὑρισκόμεθα πρὸ συνήθους πολέμου, κατὰ τὸν ὁποῖον, ἀπωθουμένου τοῦ ἐχθροῦ, πέραν τοῦ ἐδάφους, ἐπέρχεται συνήθως τὸ ἀποτέλεσμα τῆς καταθέσεως τῶν ὅπλων τοῦ ἐχθροῦ, ἢ συνομολόγησις εἰρήνης καὶ ἔναρξις εἰρηνικῆς περιόδου. Ἐδῶ εὑρισκόμεθα πρὸ ἑνὸς ἰδιοτύπου ἀγῶνος ἀνταρτῶν, οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἐκ τῆς χώρας αὐτῆς, βοηθούμενοι ἔξωθεν, καὶ οἱ ὁποῖοι ἤγειραν τὰ ὅπλα ἐναντίον τῆς πατρίδος των καὶ ἡ ἀπώθησις τῶν ὁποίων πέραν τῶν Ἑλληνικῶν συνόρων δὲν ἐξασφαλίζει τὴν εἰρήνευσιν τῆς Χώρας. Τὸ σύνολον σχεδὸν τῶν ἀνταρτικῶν δυνάμεων—πλὴν ἑνὸς ἀριθμοῦ ἀπωλειῶν— εὑρίσκεται πέραν τῶν Ἑλληνικῶν συνόρων εἰς ἐδάφη τὰ ὁποῖα κάθε ἄλλο παρὰ φιλικὰ πρὸς ἡμᾶς εἶναι, πλὴν μιᾶς γείτονος χώρας, ἥτις τηρεῖ τώρα μίαν εὐμενῆ οὐδετερότητα. Ὅταν ἀκούωμεν, ὅτι δέκα χιλιάδες ἵστανται μὲ τὰ ὅπλα παρὰ πόδας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ ἔργον τοῦ Στρατοῦ ἐπερατώθη. Καὶ ἐδῶ, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὡρισμένας πληροφορίας περὶ τοῦ ποῖος ὑπῆρξεν ὁ ἀντικειμενικὸς σκοπὸς τῶν ἐπιχειρήσεων. Περὶ τοῦ ἐὰν ὑπῆρξε κἄποιος ἀντικειμενικὸς σκοπὸς καὶ ἐὰν αὐτὸς ἦτο αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐπετεύχθη, ἢ ἴσως, πέραν τούτου, καὶ ἄλλοι τινὲς σκοποί, ποῖοι ἐξ αὐτῶν δὲν ἐπετεύχθησαν καὶ ποῖος φέρει τὴν εὐθύνην τοῦ ὅτι δὲν ἐπετεύχθησαν. Διότι φαντάζομαι, ὅτι διὰ νὰ ἡσυχάσῃ ὁ τόπος εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπέλθῃ πλήρης ἀποστράτευσις, νὰ ἐπανέλθουν δηλαδὴ οἱ μαχηταί μας εἰς τὰς οἰκίας των καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς εἰρηνικὴν περίοδον ἀνασυντάξεως καὶ ἀνασυγκροτήσεως. Τὸ ἔργον τοῦτο θὰ ἦτο ἀδύνατον, ἐφ’ ὅσον παραμένει ὁ ἐχθρικὸς ὄγκος πέραν τῶν ἑλληνικῶν ἐδαφῶν, εἰς τὰ ἐδάφη χωρῶν ἐχθρικῶν διὰ τὴν ἄμυναν τῆς πατρίδος μας καὶ ἐφ’ ὅσον, ἑπομένως, ἐκ τούτου τοῦ λόγου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποστρατευθῶμεν. Δύο τινὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συνέβησαν: Εἴτε δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις καθώρισεν αὐτὴ τοὺς ἀντικειμενικοὺς σκοποὺς καὶ οἱ σκοποὶ αὐτοὶ δὲν ἐπετεύχθησαν ἐκ λόγων ἀσχέτων πρὸς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Κυβερνήσεως, λόγων δηλ. ἀναγομένων εἰς τὴν σύνταξιν καὶ ἐκτέλεσιν τοῦ σχεδίου, εἴτε ἡ ἀποτυχία αὐτὴ ὀφείλεται εἰς ἐσφαλμένας ὁδηγίας τῆς Κυβερνήσεως, ὁπότε βεβαίως, ἡ Κυβέρνησις φέρει ἀκεραίαν πλέον τὴν εὐθύνην, ἄνευ ἄλλων ὑπαιτίων. Ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως Διεθνοῦς Δικαίου ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκετο πρὸ τοῦ ἄρθρου 51 τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Ὀργανώσεως Ἡνωμένων Ἐθνῶν, κατὰ τὸ ὁποῖον εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ καταδιώξῃ τοὺς ἐπιδρομεῖς, τοὺς ἔχοντας ὡς ὁρμητήριον ἔδαφος γειτονικῆς χώρας καὶ ἐξοπλιζομένους ἐν αὐτῇ, νὰ τοὺς καταδιώξῃ ἐντὸς τοῦ ἐδάφους τῆς γειτονικῆς αὐτῆς χώρας, διότι αὕτη αὐτοδικαίως, ἐφ’ ὅσον ἐδέχετο καὶ ἐξώπλιζε τοὺς ἐπιδρομεῖς, ἀπετέλει χώραν ἐπιτεθεῖσαν ἐναντίον τῆς Πατρίδος μας. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἡ διπλωματικὴ μας θέσις ἦτο ἀκλόνητος. Διότι αὐταὶ αὗται αἱ χῶραι τοῦ Ἀνατολικοῦ Συνασπισμοῦ εἶχον ὑπογράψει ἐν Λονδίνῳ μίαν σύμβασιν, πρὸ τοῦ τελευταίου παγκοσμίου πολέμου, διὰ τῆς ὁποίας καθώρισαν σαφῶς τὴν ἰδιότητα τοῦ ἐπιτιθεμένου καὶ ἐθεώρουν ἐπιτιθεμένην τὴν χώραν ἐκείνην, ἡ ὁποία θὰ ἐξώπλιζεν ἢ θὰ συνεκέντρωνεν ἐνόπλους ὁμάδας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπεβουλεύοντο τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν τάξιν γειτονικῆς χώρας. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν αὐταὶ αὗται αἱ Δυνάμεις τοῦ Ἀνατολικοῦ Συνασπισμοῦ εἶχον ἀναγνωρίσει αὐτὴν τὴν ἰδιότητα τοῦ ἐπιτιθεμένου καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ ἄρθρον 51 ἐπέτρεπεν εἰς τὴν χώραν, ἐναντίον τῆς ὁποίας ἐγένετο ἡ εἰσβολή, τὴν ἄμυναν καὶ δι’ ἀπωθήσεως πέραν τῶν συνόρων, νομίζω, ὅτι ἐδικαιοῦτο καὶ ὤφειλεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ διατάξῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἀντικειμενικοῦ σκοποῦ αὐτῆς, ἔστω καὶ διὰ παραβιάσεως τῶν ἑλληνοαλβανικῶν συνόρων. Ἐρωτῶ λοιπὸν τοῦτο: τὸ στρατηγικὸν σχέδιον πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ἀντικειμενικοῦ αὐτοῦ σκοποῦ, δηλαδὴ τῆς συντριβῆς τῶν ἀνταρτῶν ἢ τῆς αἰχμαλωσίας αὐτῶν ἐγένετο μὲ τὴν προοπτικήν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ἀποτέλεσμα ἄνευ παραβιάσεως τοῦ Ἀλβανικοῦ ἐδάφους; Ναὶ ἢ οὔ; Ἐὰν βεβαίως ἐγένετο ἄνευ τῆς προϋποθέσεως ταύτης, δηλ. ἄνευ εἰσβολῆς εἰς τὴν Ἀλβανίαν καὶ δὲν ἐπέτυχε, τότε ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι σχετικῶς μικροτέρα. Θὰ ἦτο ἀποτυχία περὶ τὴν κατάρτισιν ἢ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ σχεδίου. Ἐὰν ὅμως τὸ σχέδιον αὐτὸ περιελάμβανεν, ἐν γνώσει καὶ κατ’ ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἴσοδον εἰς τὸ Ἀλβανικὸν ἔδαφος, καὶ τοῦτο δὲν ἐγένετο ὑπαιτιότητι τῆς Κυβερνήσεως, τότε ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην τὴν φέρει ἡ Κυβέρνησις. Βεβαίως ἀνεγνώσαμεν εἰς τὸν τύπον, ὅτι ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, ἐγένοντο ἔντονοι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν συστάσεις, ὅπως μὴ ἀσκήσῃ τὰ ἐκ τοῦ ἄρθρου 51 τοῦ Καταστατικοῦ τοῦ Ο.Η.Ε. δικαιώματά της. Δὲν νομίζομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε καλῶς συμμορφωθεῖσα πρὸς τὰς συστάσεις αὐτάς. Διότι ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος ἀποδεικνύει, ὅτι οἱ τολμηροὶ ἔχουν πάντοτε δίκαιον καὶ ὅτι τὰ τετελεσμένα γεγονότα ἀναγνωρίζονται πάντοτε ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπὸ τοὺς Μεγάλους, ἔστω καὶ ἐάν, προτοῦ συντελεσθοῦν ταῦτα, οἱ Μεγάλοι παρέσχον συστάσεις ἐναντίας. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν τυχὸν ἡ Κυβέρνησις ἦτο διατεθειμένη νὰ ὑπακούσῃ εἰς αὐτὰς τὰς συστάσεις, νομίζω, ὅτι ἠδύνατο τὴν ψυχολογικὴν αὐτὴν στιγμὴν νὰ τὴν χρησιμοποιήσῃ διὰ τὴν ἐπιτυχίαν ὡρισμένων ἀνταλλαγμάτων, διὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἑλληνικὴ ὑπόθεσις θὰ καθίστατο ἀσφαλὴς ἀπὸ διεθνοῦς μεταχειρίσεως. Δὲν ἠμπορῶ νὰ φαντασθῶ, οὔτε ὑπάρχει ἡ παραμικρὰ ἔνδειξις, ὅτι ἐδόθησαν πιστευταὶ διαβεβαιώσεις, ἡ τύχη τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ ἑλληνικὸν διάβημα πρὸς τὴν Ὀργάνωσιν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε νὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθῶμεν, ὅτι τοιαῦται διαβεβαιώσεις, οὐδέποτε εἶχον δοθῆ. Διότι, ἐὰν τὰ πάντα ἐξηρτῶντο ἐξ ἀποφάσεων τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως τοῦ Ο.Η.Ε. καὶ εἰς ἁπλοῦν μαθητὴν τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, ὤφειλε νὰ εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐπιτυγχάνει κἄτι τι τὸ ἀπόλυτον μηδαμινόν. Διότι ἡ Γενικὴ Συνέλευσις τοῦ Ο.Η.Ε. δὲν ἐκδίδει παρὰ πλατωνικὰς μόνον ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι καμμίαν ἀξίαν δὲν ἔχουν. Καὶ δὲν φαντάζομαι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναρτήσῃ εἰς τὰ Ἑλληνο–Ἀλβανικὰ καὶ Ἑλληνο–Βουλγαρικὰ σύνορα πινακίδα μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς Ὀργανώσεως Ἡν. Ἐθνῶν καὶ νὰ κοιμᾶται ἥσυχος, ὅτι μετὰ τὴν ἀνάρτησιν τῶν πινακίδων δὲν θὰ ἐγένετο πλέον εἰσβολὴ ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους. Ἑπομένως ἐγνώριζεν ἢ ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως εἶχε μόνον ἠθικὴν ἀξίαν, καὶ τοῦτο ἀκόμη καὶ ἐὰν ἦτο ἀπόφασις πλήρης καὶ ἄνευ οὐδενὸς κωδικέλλου, ὁ ὁποῖος θὰ τὴν καθίστα καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως πράγματι ἀνεφάρμοστον. Ἐφ’ ὅσον τοῦτο λοιπόν, ἐγνώριζεν ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ στηριχθοῦν εἰς διαβεβαιώσεις περὶ διεθνοῦς τινος ὑποστηρίξεως, τὴν ὁποίαν δὲν ἀντελήφθημεν, ἄλλωστε, ἐν τοῖς πράγμασιν, ἀλλ’ ὤφειλε νὰ ζητήσῃ κἄτι τὸ θετικώτερον ὡς ἀντάλλαγμα τῆς μὴ ἀσκήσεως τοῦ ἐκ τοῦ ἄρθρου 51 δικαιώματος αὐτῆς. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔκαμε χρῆσιν τῆς δυνατότητος αὐτῆς, τότε ἔσφαλε βαρέως. Καὶ ἐν τούτῳ μεγίστη αὐτῆς ἡ εὐθύνη. Ἀτυχῶς, ἡ εἰκών, τὴν ὁποίαν ἔδωκε ἡ Ἑλληνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἐνώπιον τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως, ἦτο ἀξιοθρήνητος. Καὶ τοῦτο ἦτο φυσικόν, διότι τὰ κύρια μέλη τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὅπως εἶναι εὐκόλως ἀντιληπτὸν εἰς τὸ Σῶμα, δὲν εἶχον ἐκείνας τὰς ἱκανότητας τοῦ χειρισμοῦ δικανικῶν ὑποθέσεων, διότι ἴσως οὐδέποτε ἤσκησαν δικηγορικὸν ἐπάγγελμα, ἀπαραίτητον διὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν ἄνδρας ἱκανούς, ὡς ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους εἶχον νὰ ἀντιμετωπίσουν ἐν τῇ Γενικῇ Συνελεύσει τῆς ὀργανώσεως. Ὅταν εἶχον νὰ ἀντιπαραταχθοῦν πρὸς ἕνα πρώην Γενικὸν Εἰσαγγελέα, ὅπως ὁ Ἀνδρέας Βισίνσκυ, ὤφειλον καὶ αὐτοὶ νὰ ἀναμετρήσουν τὰς δυνάμεις των προτοῦ ἀποφασίσουν νὰ ἐκτεθοῦν εἰς τὴν ἐκπροσώπησιν τῆς Χώρας ἐνώπιον τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως. Ἀλλ’ ὡς γνωρίζετε, κύριοι, ἤδη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅπου ὅλοι ὁμιλοῦμεν τὴν αὐτὴν γλῶσσαν, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Ἀντιπροσωπείαν μετὰ δυσχερείας ὁμιλοῦν τὴν γλῶσσαν των, μετὰ δυσχερείας ἐνίοτε ἀναγινώσκουν καὶ ἀπὸ χειρογράφου. Πῶς θέλετε λοιπόν νὰ ἐμφανισθοῦν ἐνώπιον μιᾶς διεθνοῦς Ὀργανώσεως καὶ νὰ ἐκπροσωπήσουν τὴν Ἑλλάδα, ἀμυνόμενοι ἐναντίον ἀνδρῶν ἐξαιρετικῆς πείρας καὶ ἱκανότητος καὶ εἰς γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν ἀσφαλῶς δὲν γνωρίζουν τόσον τελείως, ὅσον τὴν ἰδικήν των; Ἑπομένως, ὅταν ἀξιότιμος συνάδελφος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶπεν, ὅτι, μεταβάντες ἐκεῖ, ὑπερετίμησαν τὴν σημασίαν τῆς προσφυγῆς, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο μᾶλλον ἀκριβόλογος, ἐὰν ἔλεγεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, μεταβᾶσα εἰς τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν, ὑπερετίμησε τὰς ἰδίας αὐτῆς ἱκανότητας. Καὶ τὸ νὰ μὴ ἔχῃ κανεὶς τὸ γνῶθι σαυτὸν εἶναι βαρύτατον παράπτωμα, ὅταν ἔχῃ νὰ χειρισθῇ τοιαύτης σοβαρότητος ὑποθέσεις. Εἶπον καὶ ἄλλοτε, γνωρίζω ἀτυχῶς τὰς ἱκανότητας ἢ μὴ τῶν μελῶν τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὅτι θὰ ἦτο ἴσως προτιμότερον, ἐὰν ἐφ’ ὅσον δὲν ἤθελον νὰ καταφύγουν εἰς ἄλλα ἱκανὰ πρόσωπα ἐντὸς τῆς ἰδίας αὐτῶν χώρας, μᾶλλον πεπειραμένα εἰς τὴν ἄσκησιν δικανικοῦ ἔργου, θὰ ἦτο ἴσως ἁπλούστερον, ἐὰν, γνωρίζοντες, τὴν ἀδυναμίαν των, ἔκαμνον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔκαμε πρὸ ἐτῶν ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἀβησσυνίας, ὁ ὁποῖος προσέλαβεν ἐπ’ ἀμοιβῇ ἕνα διακεκριμένον δικηγόρον τὸν Γάλλον GESTON JEZE, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνέθεσε τὴν ὑπεράσπισιν τῆς ὑποθέσεώς του ἐνώπιον τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν. Θὰ ἦτο τοῦτο πολὺ προτιμότερον, παρὰ νὰ εὑρεθῶμεν τελείως ἀνυπεράσπιστοι, ὅπως εὑρέθημεν καὶ μεταβάντες «διὰ μαλλὶ» νὰ φύγωμεν «κουρεμένοι». Διότι, κύριοι, ὅ,τι καὶ ἂν λέγωμεν, πράγματι ἡττήθημεν καὶ ἡττήθημεν οἰκτρῶς. Ἀτυχῶς, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, μολονότι πρὸ πολλοῦ ἐζήτησα νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ λάβωμεν γνῶσιν αὐτῶν, τὸ κείμενον τῶν ἀγορεύσεων τῶν μελῶν τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ τὸ πλῆρες κείμενον τῶν προτάσεων καὶ τὰ ἀκριβῆ ἀποτελέσματα τῶν ψηφοφοριῶν, μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δέν ηὐδόκησε νὰ τὰ καταθέσῃ. Ἑπομένως, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ περιορισθῶ εἰς τὴν κρίσιν τῶν ἀγορεύσεων ὡς ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας. Καὶ θὰ ὁμολογήσετε, ὅτι πλὴν μιᾶς πράγματι ἀξίας λόγου πνοῆς τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἑτέρου τῶν Ἀντιπροέδρων τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἡ ὁποία παρουσίασε πράγματι, κἄποιον ἀνδρισμὸν καὶ ἔδωκε κἄπως ἐντονώτερον τὴν ἰδέαν τῆς Ἑλληνικῆς ὑποθέσεως, ὅλαι αἱ λοιπαὶ ἀγορεύσεις ὑπῆρξαν χλιαραί, ἄτονοι καὶ τελείως ξέναι πρὸς τὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία εἶχεν ἐκεῖ δημιουργηθῆ. Εὑρέθημεν δὲ δυστυχῶς, ὄχι ἁπλῶς κατηγορούμενοι, ἀλλὰ τελείως ἠθικῶς ἐκτεθειμένοι, διότι δὲν γνωρίζω μήπως διέφυγε τῆς προσοχῆς της μία ἀνακοίνωσις, γενομένη ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Συνελεύσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀξιοπιστίαν τῶν μελῶν τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἐπρόκειτο περὶ τοῦ περὶ περιωνύμου ζητήματος τῶν ἐκτελέσεων, τὸ ὁποῖον ἐθίγη καὶ κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν. Ὅπως ἐνθυμεῖσθε, φαίνεται, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Ἀντιπροσωπεία, παρέσχεν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὡρισμένας διαβεβαιώσεις. Τοῦτο βέβαια ἴσως ἐν τῇ διπλωματικῇ γλώσσῃ νὰ μὴ λέγεται ἐπέμβασις εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ εἰς τὴν ἁπλῆν γλῶσσαν καὶ εἰς τὴν ἁπλῆν διάνοιαν ἑνὸς οἱουδήποτε ἀφελοῦς πολίτου, εἶναι ἔκδηλον, ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ συζητήσεις περὶ ἐσωτερικῶν πραγμάτων, αἱ γενόμεναι ἐν τῷ Διεθνεῖ Ὀργανισμῷ, οὐδὲν ἄλλο ἀποτελοῦν εἰ μὴ ἐπέμβασιν εἰς τὰ ἐσωτερικὰ καὶ ἀνάληψιν διεθνῶν ὑποχρεώσεων, καὶ ὡς τοιαύτη πράγματι ἐγένετο ἀντιληπτή. Φαίνεται, λοιπόν, ὅτι ἐδόθη τοιαύτη διαβεβαίωσις, ὅτι θ’ ἀνασταλοῦν αἱ ἐκτελέσεις καὶ ὅτι μετὰ τὴν διαβεβαίωσιν, ἔλαβε χώραν κάποια ἐκτέλεσις ἐν Ἑλλάδι καὶ τότε συνέβη τὸ ἀξιοθρήνητον γεγονός, ὅτι, κατὰ πληροφορίας πάντοτε τῶν ἐφημερίδων, ὁ Πρόεδρος τῆς Γεν. Συνελεύσεως, ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Ἀντιπροσωπείαν νὰ ἐπαναλάβῃ ἐγγράφως αὐτὰς τὰς διαβεβαιώσεις. Εἶπε, δηλαδή, μὲ τρόπον, ὅτι ὁ λόγος τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας δὲν ἔχει πλέον ἀξίαν, ἀφοῦ ἔναντι τῶν διαβεβαιώσεων αὐτῶν, γίνονται πράγματα ἀντίθετα, πρὸς ὅσα ὑπεσχέθη. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἠκολούθησεν καὶ τοιαύτη ἔγγραφος δήλωσις. Πάντως, γεγονὸς εἶναι, ὅτι κατόπιν προτάσεως μιᾶς μικρᾶς Νοτιαμερικανικῆς Δημοκρατίας, ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν πρὸ τριῶν ἢ δύο ἡμερῶν ἀνεγνώσαμεν, ὅτε ἤδη, τὰ κύρια μέλη τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας, εὑρίσκοντο ἐν Ἀθήναις. Δι’ αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως ἀνετέθη εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, νὰ διακριβώσῃ τὰς διαθέσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἐκτελέσεις, ὃ ἐστὶ μεθερμηνευόμενον, ὅτι ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ λογοδοτῇ ἑκάστοτε περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Τοῦτο δηλαδὴ σημαίνει, ὅτι ἐφεξῆς δὲν δύνασθε σοβαρῶς νὰ σκεφθῆτε, ὅτι πράγματι θὰ γίνωνται ἐκτελέσεις, διότι τὸ νομοθέτημα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη, διαρκούσης τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, περὶ δῆθεν ἀναστολῆς τῶν ἐκτελέσεων, μέχρις οὗ ἀποφανθῇ τὸ Συμβούλιον Χαρίτων, εἶναι καὶ αὐτὸ μία στάχτη εἰς τὰ μάτια τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Διότι, μολονότι τὸ Συμβούλιον Χαρίτων ἐπελήφθη ἤδη τοιούτων ὑποθέσεων καὶ ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις ὑπὲρ πεντήκοντα μέχρι σήμερον, περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς διενεργείας τῶν ἐκτελέσεων, ἐν τούτοις οὐδεμία τοιαύτη ἔλαβε χώραν καὶ οὔτε θὰ λάβῃ χώραν, λόγῳ προδήλως, τῶν ἀνεπισήμων διεθνῶν δεσμεύσεων τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἔχομεν, λοιπόν, ὄχι μόνον ἀποτυχίαν, διότι ἐπετύχομεν μίαν ἀπόφασιν στρατιωτικῶς ἄχρηστον, ἀλλὰ ἔχομεν καὶ μίαν ἔκδηλον ἀνάμιξιν τοῦ Ο.Η.Ε., εἰς τὰς ἐσωτερικὰς ὑποθέσεις τῆς Ἑλλάδος καὶ ἑπομένως ἀδυναμίαν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὅλου προγράμματος ἀντιμετωπίσεως τοῦ ἐσωτερικοῦ μας προβλήματος, καθ’ ὃν τρόπον ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις θὰ ἐθεώρει τοῦτο ἀναγκαῖον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό, κύριοι, τὸ ὁποῖον ἔχει σημασίαν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προέχει, εἶναι τὸ τὶ θὰ γίνῃ πλέον σήμερον. Ἔγιναν ὅλα αὐτά. Ἐπήγαμεν εἰς τὴν Γεν. Συνέλευσιν.—Δὲν κατωρθώσαμεν νὰ ἐξοντώσωμεν τὸν ἐχθρόν. Τὸν ἀπωθήσαμεν εἰς ἐχθρικὸν ἔδαφος.— Ὁ ἐχθρὸς παραμένει ἐκεῖ μὲ τὸ ὅπλον παρὰ πόδας. Τὶ θὰ γίνῃ ἀπὸ σήμερον καὶ ἐφεξῆς; Πρόκειται νὰ ἀποστρατευθῶμεν; Ἡ Κυβέρνησις εἶναι δυνατὸν νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν διαβεβαίωσιν αὐτήν, ὅτι ἐντὸς βραχέος χρονικοῦ διαστήματος, ἐὰν δὲν ἐπέλθουν ἄλλα σοβαρώτερα διεθνῆ γεγονότα πρᾶγμα τὸ ὁποῖον πρὸς τὸ παρὸν δὲν φαίνεται, καὶ τὸ ὁποῖον ἀπευχόμεθα, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, θὰ προβῶμεν ἐντὸς ἡμερῶν, ἐντὸς δύο ἢ τριῶν μηνῶν εἰς πλήρη ἀποστράτευσιν; Διότι, ὡς θὰ εἴπω τοῦτο εἶναι μία ἀπαραίτητος προϋπόθεσις διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ὑποσχέσεων τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὸν βίον τῆς παρούσης Βουλῆς καὶ τὴν διενέργειαν τῶν ἐκλογῶν. Ἐρωτῶ, λοιπόν, πρόκειται νὰ ἀποστρατευθῶμεν; Εἶναι δυνατὸν νὰ κοιμώμεθα ἥσυχοι, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ὑποστῶμεν πάλιν νέαν εἰσβολὴν ἀπὸ τοῦ Ἀλβανικοῦ ἢ Βουλγαρικοῦ ἐδάφους, ἑλλήνων, ἢ ἀκριβέστερον, ἑλληνοφώνων ἀνταρτῶν; Ἐὰν τοῦτο δὲν δύναται νὰ τὸ διαβεβαιώσῃ ἡ Κυβέρνησις, τότε φαντάζεσθε, κύριοι, πρὸ ποίας δεινῆς καταστάσεως, ἀπὸ ἀπόψεως ἐσωτερικῆς ἀσφαλείας, εὑρισκόμεθα. Ἀλλὰ μᾶς ἐλέχθη καὶ κἄτι ἄλλο εἰς μίαν παράγραφον τῆς ληφθείσης ἀποφάσεως ἐν τῷ Ο.Η.Ε., ἀφορῶν τὸν ἐπαναπατρισμὸν τῶν συμμοριτῶν. Πρόκειται δηλαδή, νὰ γίνουν συνεννοήσεις περὶ τοῦ ἐνδεχομένου νὰ ἐπανέλθουν αὐτοὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα καί, ἐνῷ παρείχετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν μίαν εὐτυχεστάτη εὐκαιρία, νὰ ἀπαλλαγῶμεν ὡρισμένων Σλαυομακεδόνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠθέλησαν νὰ ἀντιληφθοῦν τὴν στοργὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ τῶν Ἑλληνικῶν πληθυσμῶν, τὴν ὁποίαν τοὺς ἐπεδείξαμεν καθ’ ὅλον τὸ χρονικὸν διάστημα, ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Ἑλληνικῆς Μακεδονίας μέχρι σήμερον καὶ ἤγειρον αὐτοὶ τὰ ὅπλα ἐναντίον τῆς θετῆς των ἔστω, Πατρίδος, καθ’ ἣν στιγμὴν εἴχομεν αὐτὴν τὴν εὐχέρειαν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἀπομάκρυνσιν αὐτῶν ἐσαεί, δὲν ἔτυχε καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα μιᾶς διεθνοῦς διαπραγματεύσεως. Καὶ ἔτσι θὰ ἐπανίδωμεν καὶ αὐτοὺς καὶ ἄλλους τινάς, ἐπανερχομένους εἰς τὴν χώραν μας. Ἀντιλαμβάνεσθε ποῖα θὰ εἶναι τὰ σπουδαῖα προβλήματα τὰ ὁποῖα θὰ προκύψουν ἐκ μιᾶς τοιαύτης ἐπανόδου ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τόσον χρόνον ἐπολέμησαν ἐναντίον τῆς πατρίδος. Ἀνεξαρτήτως τῆς ἠθικῆς ἐντυπώσεως, ἡ ὁποία θὰ προκύψῃ, ἀνεξαρτήτως τῆς ἀναθαρρήσεως τὴν ὁποίαν θὰ ἔχουν οἱ ἐνταῦθα συνένοχοί των, οἱ ὁποῖοι σήμερον εὑρίσκονται ἐν καταστάσει ἀναμονῆς, διότι δὲν πιστεύω κανεὶς ἐξ ὑμῶν νὰ εἶναι τόσον ἀφελής, ὥστε νὰ φαντάζεται, ὅτι ἐξωντώθη ὁ κομμουνισμός, ἢ ὅτι ὅλοι ὅσοι ἔκαμον δήλωσιν μετανοίας ἔγιναν νομιμόφρονες πολῖται, ἀνεξαρτήτως, λέγω, αὐτῆς τῆς ἀναθαρρήσεως, φαντασθῆτε τὰς οἰκογενείας ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἴδουν ἐν τῷ μέσῳ αὐτῶν ἐγκληματίας, οἱ ὁποῖοι ἐφόνευσαν συγγενεῖς των, θὰ τοὺς βλέπουν περιφερομένους ἡσύχους καὶ ἐλευθέρους καί, φαντάζεσθε ἐὰν θὰ εἶναι δυνατὸν οἱαδήποτε Κυβέρνησις, νὰ κατορθώσῃ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν τάξιν πρὸς πρόληψιν ἀτομικῶν ἐκδικήσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶναι καὶ πιθαναὶ καὶ εὔλογοι. Ὅλας αὐτὰς τὰς δυσχερείας παρουσιάζει ὁ ἄθλιος τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἐχειρίσθησαν τὴν ἑλληνικὴν ὑπόθεσιν, χάσαντες τὴν εἰρήνην, ὅταν ἐκερδίσαμεν μὲ τόσας θυσίας τὸν πόλεμον, οἱ ἀξιοθρήνητοι ἀντιπρόσωποί μας. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτοῦ, ἔχομεν καὶ ἄλλους λόγους ἀνησυχίας. Ἡ μικρὰ δύναμις τοῦ Ἀγγλικοῦ στρατοῦ, ἡ ὁποία εὑρίσκετο εἰς τὴν χώραν μας, ἡ ὁποία τόσας μᾶς παρέσχε διὰ τῆς ἁπλῆς παρουσίας της ὑπηρεσίας καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ εἴμεθα εὐγνώμονες πρὸς τὴν μεγάλην φίλην καὶ σύμμαχον χώραν, διότι ἐκ τοῦ ὑστερήματός της εἰς στιγμὰς ἐξαιρετικῶς δυσχερεῖς οἰκονομικῶς δι’ αὐτήν, διετήρησεν ἐπὶ τόσον χρονικὸν διάστημα εἰς τὴν χώραν μας τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ αὐτοῦ, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἔχῃ ἕνα μπαμπούλα, ἐὰν θέλετε, εἰς τὸν τόπον μας, ἐναντίον πάσης ἐχθρικῆς εἰσβολῆς, ἡ μικρὰ αὐτὴ δύναμις ἀνεχώρησεν ἀτυχῶς ἢ ἀναχωρεῖ προσεχῶς. Ἑπομένως εὑρισκόμεθα πρὸ αὐτῆς τῆς ἐλλείψεως τῆς ἠθικῆς βοηθείας, τὴν ὁποίαν παρεῖχεν ἡ παρουσία Ἀγγλικοῦ στρατοῦ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἡ ὁποία ἐτρόμαζε πάντα εἰσβολέα ἀπὸ τὸν κίνδυνον διεθνοῦς ρήξεως, ἡ ὁποία θὰ ἦτο ἄφευκτος, ἐὰν τυχὸν κατὰ τινα εἰσβολήν, ἐθίγετο καὶ ἡ δύναμις αὕτη τοῦ Βρεταννικοῦ στρατοῦ. Ἐχάσαμε, λοιπόν, οὕτω καὶ τὴν σιωπηρὰν ἐγγύησιν τῆς παρουσίας τοῦ Βρεταννικοῦ στρατοῦ. Ἔναντι τούτου, δὲν βλέπω ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον νὰ παρέχῃ εἰς ἡμᾶς ἐξασφάλισίν τινα ἐν περιπτώσει ἐξωτερικῆς ἐπιθέσεως. Αἱ προσπάθειαι τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἰσέλθωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὸ Ἀτλαντικὸν Σύμφωνον, μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς, δὲν φαίνεται, ὅτι ἐστέφθησαν ὑπὸ ἐπιτυχίας, τοὐναντίον ὅλαι αἱ ἐνδείξεις εἶναι, ὅτι τοιοῦτον τι δὲν πρέπει κατὰ τὸ προσεχὲς τοὐλάχιστον μέλλον νὰ ἀναμένεται. Ἡ ἄλλη ἐκείνη ἡ οὐτοπιστικὴ ἰδέα τοῦ Μεσογειακοῦ Συμφώνου, ἀπὸ Γιβραλτάρ μέχρι..... Πακιστάν, αὐτὴ ἡ μεγαλοφυὴς ἔμπνευσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐξανάζησεν ὑπὸ τὸν κοινὸν καγχασμόν. Ἑπομένως, δὲν βλέπω ἀπὸ ἀπόψεως διεθνοῦς συμφώνου τὴν παραμικρὰν ἐγγύησιν τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Ἑλλάς. Θὰ μοῦ εἴπητε, ἴσως, τὶ χρειάζονται αἱ ἐγγυήσεις. Βεβαίως αἱ ἐγγυήσεις, αὐταὶ καθ’ ἑαυτάς, δὲν εἶναι πάντοτε μεγάλης σημασίας. Ἐγγυήσεις εἴχομεν καὶ εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ πολέμου καὶ ἐγγυήσεις δύο μεγάλων δυνάμεων. Ἀλλά, καθὼς γνωρίζετε, κύριοι βουλευταί, αἱ διεθνεῖς πράξεις τελοῦν πάντοτε ὑπὸ τὴν ἀπόλυτον αἵρεσιν τοῦ REDUS SICSTANTIDUS. Καὶ ὅταν ἦλθεν ἡ στιγμὴ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν τῶν ἐγγυήσεων, κατόπιν τῆς ἐναντίον μας ἐχθρικῆς εἰσβολῆς, ἡ μία ἐγγυήτρια δύναμις οὐσιαστικῶς δὲν ὑπῆρχε πλέον, διότι εἶχε καταληφθῆ, ἡ δευτέρα ἀπομείνασα μόνη, εἶπεν, ὅτι ἡ ἐγγύησίς μου συνίστατο εἰς τὴν παροχὴν πάσης «δυνατῆς» βοηθείας καὶ μᾶς παρέσχε μίαν ἀσήμαντον καὶ ἄχρηστον, συμβολικὴν καθαρῶς βοήθειαν. Ἑπομένως βεβαίως αἱ ἔγγραφοι ἐγγυήσεις αὐταὶ καθ’ ἑαυτὰς δὲν εἶναι πλήρης ἀσφάλεια. Ἀλλὰ ὑπάρχουν ἄλλαι διαβεβαιώσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δοθοῦν ἄνευ ὅρων καὶ ἀνεγνώσαμεν ἐσχάτως εἰς τὰς ἐφημερίδας μίαν δημοσιογραφικὴν μὲν εἴδησιν, ἡ ὁποία μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ὅσον γνωρίζω, δὲν διεψεύσθη, κατὰ τὴν ὁποίαν μεταξὺ τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς καὶ τῆς γείτονος χώρας, τῆς Τουρκικῆς Δημοκρατίας, συνωμολογήθη συνθήκη φιλίας καὶ συμμαχίας. Ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀληθές, καί, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἴδομεν μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς ἐπίσημον διάψευσιν, ἐρωτᾶται διὰ ποῖον λόγον καὶ ἡμεῖς δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν μίαν ἀνάλογον συμφωνίαν, ὥστε τοὐλάχιστον νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι ἐν περιπτώσει ἐπιθέσεως, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κοιμώμεθα ἥσυχοι. Διότι, κ. βουλευταί, ἐπιθυμῶ καὶ πάλιν διὰ τρίτην, ἴσως τετάρτην, φορὰν νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρὸ διετίας περίπου διὰ πρώτην φορὰν ἠρώτησα τὴν τότε Κυβέρνησιν, ἐὰν ἠδύνατο νὰ δώσῃ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι ἐν περιπτώσει διεθνοῦς συρράξεως ἡ Ἑλλάς, δὲν θὰ ἀφεθῇ νὰ καταληφθῇ ἀνυπεράσπιστος, ὅτι δηλαδὴ θὰ γίνῃ ἄμυνα τοῦ πατρίου ἐδάφους. Τότε ἕνα δημοσιογραφικὸν ὄργανον φίλα προσκείμενον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εἰρωνεύθη τὴν ἐρώτησίν μου, διότι, ἐθεώρησεν, ὅτι ἡ ἀπάντησις ἦτο αὐτονόητος. Πόσον ὀλίγον πληροφορημένη ἦτο ἡ ἐπικρίνουσα ἐφημερὶς ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι προκειμένου περὶ μιᾶς μεγάλης χώρας, τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας, μέχρι πρὸ ὀλίγων μηνῶν ἀκόμη, οὐδεμία ὑπῆρχε βεβαιότης, ὅτι ἐν περιπτώσει διεθνοῦς συρράξεως, τοῦ ἐδάφους τοῦ Γαλλικοῦ θὰ ἠμύνοντο οἱ Σύμμαχοι, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέψουν τὴν κατάληψιν καὶ ἐχρειάσθη ἐντονωτάτη ἐνέργεια μεγάλων πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς φίλης χώρας, οἱ ὁποῖοι εἶπον, ὅτι δὲν μᾶς ὠφελεῖ, τίποτα, νὰ μᾶς ἐλευθερώσετε μετὰ τὴν κατάληψιν ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ, διότι δὲν θὰ εὕρετε πλέον Γάλλους διὰ νὰ ἐλευθερώσετε, ἐὰν μᾶς καταλάβουν διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν οἱ ἐχθροί, τότε μόνον, κατόπιν ἀσκηθείσης ἰσχυροτάτης πιέσεως μετεβλήθησαν τὰ στρατιωτικὰ σχέδια καὶ ἀπεφασίσθη νὰ γίνῃ εἰς τὸν Ρῆνον καὶ τελευταίως, ὡς φαίνεται, εἰς τὸν Ἔλβαν ἡ ἄμυνα τῆς Εὐρώπης. Μίαν τοιαύτην διαβεβαίωσιν θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν καὶ διὰ τὴν χώραν μας καὶ ἡ σιωπὴ τῆς Κυβερνήσεως μὲ ἀνησυχεῖ καὶ θὰ πρέπει νὰ ἀνησυχῇ καὶ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν τοὐλάχιστον σήμερον, μετὰ ὅλα ὅσα ἐγένοντο, ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὥριμος νὰ μᾶς παράσχῃ αὐτήν, τὴν διαβεβαίωσιν. Δὲν θὰ ἐπεθύμουν νὰ τερματίσω τὴν ἔρευναν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, χωρὶς νὰ ἀναμνησθῶ τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας σήμερον τελεῖ ἡ Ἑλληνικὴ Μεγαλόνησος Κύπρος, ἡ ὁποία ἐξακολουθεῖ νὰ μὴ ἀπολαμβάνῃ τῆς ἐλευθερίας, εἰς τὴν ὁποίαν δικαιοῦται. Καθὼς γνωρίζετε, ἡ πολιτική, ἡ μέχρι πρό τινος ἀποφασισθεῖσα καὶ ἐφαρμοσθεῖσα ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων κατοίκων τῆς νήσου, οἱ ὁποῖοι ἀτυχῶς λόγῳ τοῦ κομμουνιστικοῦ μιάσματος εὑρέθησαν διχασμένοι, ἦτο ἡ τήρησις μιᾶς παθητικῆς ἀντιστάσεως. Ἀλλὰ ἀντιλαμβάνεσθε εὐκόλως, ὅτι ἡ παθητικὴ ἀντίστασις δὲν ἔχει πολιτικὴν ἀπόδοσιν, κατόπιν μάλιστα τοῦ διχασμοῦ τῆς πλειοψηφίας, ἕνεκα τῆς στάσεως τῆς κομμουνιστικῆς μειοψηφίας καὶ φαίνεται τώρα, ὅτι ἀποτελεῖ ἀπόφασιν τῆς Ἐθναρχίας, νὰ προβῇ εἰς κἄπως, ἐντονωτέραν δρᾶσιν διὰ τῆς προκλήσεως ἑνὸς δημοψηφίσματος ἀνεπισήμου, νὰ ἐρωτηθῇ δηλαδὴ ὁ Ἑλληνικὸς Κυπριακὸς λαὸς ἐὰν ἐπιθυμῇ ἢ ὄχι τὴν Ἕνωσιν. Πρόκειται περὶ ἑνὸς ἱεροῦ διαβήματος, πρὸς τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐκφράσωμεν ὁλόκληρον τὴν συμπάθειαν τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Διότι τοῦτο θὰ εἶναι ἴσως ὁ προάγγελος μιᾶς περαιτέρω ἐνεργείας, ἡ ὁποία θὰ διευκολύνῃ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἰδικήν της προσπάθειαν. Διότι μεταξὺ τῶν ἄρθρων τοῦ Χάρτου τοῦ Ἀτλαντικοῦ ὑπάρχει καὶ ἡ ἐλευθερία ἑκάστης χώρας νὰ ἐκλέξῃ τὸ πολίτευμα ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἐπιθυμεῖ νὰ διοικηθῇ. Εἶναι φυσικόν, ὅτι καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κύπρος ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι δυνατόν, τό γε νῦν ἔχον, διὰ διεθνῶν μεθόδων νὰ καθορισθῇ ἡ διενέργεια δημοψηφίσματος, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ προκύψῃ, ὅτι ἡ μεγάλη πλειοψηφία τῶν κατοίκων, δηλαδὴ τὸ σύνολον τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ ἐπιθυμεῖ τὴν ἕνωσιν τῆς νήσου μετὰ τῆς μητρὸς πατρίδος, θὰ ἔπρεπε τοὐλάχιστον διὰ τῆς ἠθικῆς μας ἐνισχύσεως νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς ἀγαπητοὺς Ἕλληνας τῆς Μεγαλονήσου, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὸ πλευρόν των, ὅτι ἡ Ἑλλὰς βεβαίως δὲν λησμονεῖ τὴν νῆσον Κύπρον καὶ ὅτι ἐλπίζει, ὅτι ταχέως θὰ τὴν ἐναγκαλισθῇ ὡς ἰσότιμον μέλος τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐξ ὁλοκλήρου τῆς αἰθούσης). Μία ἑτέρα ἐπιτυχία τῆς Κυβερνήσεως, μερικὴ ὅμως καὶ αὐτή, ἐξεδηλώθη ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ πεδίου. Ὅταν ὁ σημερινὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέλαβε τὴν θέσιν τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὸν παρελθόντα Ἰανουάριον ἐξήγγειλε πρὸς τὴν Βουλὴν μίαν ἀνάγκην σοβαρῶν οἰκονομικῶν μεταρρυθμίσεων. Τὸ σχέδιον αὐτὸ ἦτο τοῦτο, ὅτι ἔπρεπε ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος νὰ ἀγοράζῃ τὸ προσφερόμενον εἰς τὴν ἀγορὰν συνάλλαγμα εἰς τὰς τιμὰς τῆς ἐλευθέρας ἀγορᾶς ἵνα δυνηθῇ, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, νὰ ἀποκτήσῃ ἐπαρκῆ κεφάλαια πρὸς ἀγορὰν χρυσοῦ καὶ διατηρήσῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον σταθερὰν τὴν τιμὴν τῆς χρυσῆς λίρας. Ὅταν ἀνηγγέλθη τὸ πρόγραμμα αὐτό, ἐτονίσαμεν τὰ πλεονεκτήματα, ἀλλὰ καὶ τὰ μειονεκτήματα αὐτοῦ καὶ ἰδίως τὴν μονομέρειάν του ὅσον ἀφορᾷ τὴν χρυσῆν λίραν. Διότι, ὅπως τότε ὑπεστήριξα, ἡ διατήρησις τῆς τιμῆς τῆς χρυσῆς λίρας ἦτο ἕνα μόνον τμῆμα τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος. Τὰ γεγονότα τὰ οἰκονομικὰ ἀπέδειξαν, ὅτι παρὰ τὴν ἐπὶ μακρὸν χρόνον διατήρησιν σταθερᾶς τῆς τιμῆς τῆς χρυσῆς λίρας, οὐχ’ ἧττον ἡ ἐσωτερικὴ ἀξία αὐτῆς εἶχεν ἤδη μειωθῆ καὶ ἔβαινε καθημερινῶς μειουμένη. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ αὔξησις τῆς τιμῆς τῆς χρυσῆς λίρας θὰ ἐπέφερεν ἀφεύκτως καὶ ἀμέσως ἀνατίμησιν τῶν ἀγαθῶν. Ἀλλ’ ἀντιστρόφως ἡ ὑποτίμησις ἢ ἡ σταθεροποίησις τῆς τιμῆς τῆς χρυσῆς λίρας δὲν ἐπάγεται ἀναγκαίως πτῶσιν ἢ σταθεροποίησιν τοῦ τιμαρίθμου. Ἑπομένως, τὸ μέτρον, ὡς ἐξηγγέλετο, ἦτο μέτρον μονομερές, ἀλλά, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐπειδὴ περιείχετο εἰς ἐπίσημον δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας μετεῖχεν ἕνας ἐκ τῶν ἐξόχων οἰκονομικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας, ἄνθρωπος οὐχὶ ἁπλῶς θεωρητικός, ἀλλὰ καὶ εὐρυτάτης πρακτικῆς μορφώσεως, ἔπρεπε νὰ ἀναμείνωμεν, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ προγράμματος αὐτοῦ θὰ ἐγένετο ἀμέσως. Ἀλλ’ οἱ μῆνες παρήρχοντο, ἐκκλήσεις ἐκάμαμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὰς ἑκάστοτε ἀραιὰς συναντήσεις μας εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ μετὰ ἐννεάμηνον κύησιν, —ἦτο φαίνεται ἀπαραίτητος διὰ τὸ νεογνὸν αὐτὸ— κατωρθώθη νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ πρόγραμμα τὸ Κυβερνητικόν, ἀλλ’ οὐχὶ ὑπὸ τὸ ἀρχικόν του σχέδιον, διότι πλέον δὲν ἐγένετο λόγος περὶ ἀγορᾶς δολλαρίων ἢ χαρτίνων λιρῶν χάριν ἀποκτήσεως χρυσῶν λιρῶν, ἀλλὰ ἐφαίνετο ὡς μία ἔμμεσος συνέπεια τῆς γενομένης ἀναπροσαρμογῆς τῆς τιμῆς τῆς Ἀγγλικῆς λίρας. Οὕτω πως ἐμφανιζομένης τῆς καταστάσεως, ἡ οἰκονομικὴ μεταρρύθμισις ἦτο πᾶν ἄλλο ἢ ἀπαραίτητος, καὶ τοῦτο διότι ἡ τιμὴ τῆς Ἀγγλικῆς λίρας εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶχεν ἤδη διαμορφωθῆ γύρω ἀπὸ τὰ ὅρια, εἰς τὰ ὁποῖα ἐγένετο ἡ ἀναπροσαρμογή της ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἡ μὲν ἐπίσημος τιμὴ μετὰ τῶν ἀποδεικτικῶν συναλλάγματος ἦτο 32.000 δραχμάς, δηλαδὴ μὲ τιμὴν δολλαρίου 10.000 ἦτο 3,20 δολλάρια, ἔναντι τῶν 2,80 δολλαρίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἐγένετο ἡ ἀναπροσαρμογὴ ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἀλλὰ ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ ἀγορᾷ, ἡ τιμὴ τῆς Ἀγγλικῆς λίρας, εἶχε φθάσει πολλάκις κάτω καὶ τῶν 2,60 δολλαρίων. Ἑπομένως ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν ἡ ἀγγλικὴ ἀναπροσαρμογή, ἦτο περίπου ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς τότε ἑλληνικῆς πραγματικότητος. Ἀπὸ ἀπόψεως ἑπομένως Ἀγγλικῆς ἀναπροσαρμογῆς ἡ Ἑλλὰς θὰ ὤφειλε νὰ μείνῃ ἀπολύτως οὐδετέρα. Μία νέα ἀναπροσαρμογὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ νομίσματος θὰ εἶχε πολλοὺς κινδύνους. Ὁ κύριος κίνδυνος, ἦτο ὁ κίνδυνος τῆς πίστεως πρὸς τὸ Ἐθνικὸν νόμισμα. Ἡ Κυβέρνησις ὁμιλεῖ εἰς τὰς προγραμματικάς της δηλώσεις, περὶ τῆς ὅπως εἶπεν, ἐμφανίσεως τῶν κρυμμένων κεφαλαίων καὶ τῆς ἀποταμιεύσεως. Καὶ ἡ μὲν ἐμφάνισις τῶν κρυμμένων κεφαλαίων δὲν εἶχε καμμίαν σχέσιν πρὸς οἱανδήποτε κυβερνητικὴν πολιτικήν, τὰ κρυμμένα κεφάλαια, κ. βουλευταί, τὰ ὁποῖα εἶναι κρυμμένα εἰς χρυσᾶς λίρας, θὰ ἐμφανισθοῦν μόνον καὶ πάλιν αὐτομάτως, εὐθὺς ὡς ἐπέλθῃ ἡ βεβαιότης περὶ τῆς πλήρους ἐσωτερικῆς καὶ ἐξωτερικῆς ὁμαλότητος. Ὅταν αὐτὸ τὸ κεφάλαιον τὸ νεκρόν, τὸ ὁποῖον εἶναι κρυμμένον εἰς τὰ χρηματοκιβώτια, εἰς τὰ συρτάρια καὶ εἰς τὰ τσεμπέρια τῶν χωρικῶν, ἀντιληφθῇ, ὅτι δὲν διατρέχει κίνδυνον, ἐξερχόμενον ἐκεῖθεν, ὑπὸ τὸν ἥλιον, τότε αὐτομάτως θὰ ἐμφανισθῇ, διότι οὐδεὶς ἀποφασίζει νὰ κρατῇ ἕνα κεφάλαιον νεκρόν, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ τοποθετήσῃ παραγωγικῶς. Ἑπομένως ἡ ἐμφάνισις τῶν κρυμμένων ἀποταμιευμάτων εἶναι ἔργον ἐξερχόμενον τοῦ κύκλου δράσεως τῆς Κυβερνήσεως. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον δὲν ἐξέρχεται τοῦ κύκλου δράσεως τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ ἀποταμίευσις. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ κατ’ ἐπανάληψιν καὶ κατὰ κόρον καὶ τὸ Σῶμα ἀπησχόλησα καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὤχλησα καὶ ἐδῶ καὶ εἰς ἄλλην αἴθουσαν, ὅπου τότε εὑρίσκετο. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, ὄχι μόνον δὲν ἐγένετο ἀκόμη ἡ παραμικρὰ προσπάθεια πρὸς ἀναστήλωσιν τῆς πίστεως, ἡ ὁποία νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν νέαν ἀποταμίευσιν, ἀλλά, τοὐναντίον, μία ἀναπροσαρμογὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ νομίσματος ἀποτελεῖ ἕνα πρόσθετον κίνδυνον τῆς ἐνδεχομένης ἀποταμιεύσεως. Θὰ πρέπει νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, κ. βουλευταί, ὅτι ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως μέχρι σήμερον ἔχομεν τὴν ἑξῆς νομισματικὴν κίνησιν: Ἡ πρώτη νομισματικὴ σταθεροποίησις ἔλαβε χώραν τὸν Νοέμβριον τοῦ 1944 καὶ ὑπῆρξεν ἐξαιρετικῶς ἀτυχής. Ἐσταθεροποίησε τὴν λίραν εἰς 600 δραχμὰς καὶ τὸ δολλάριον εἰς 150 δραχμὰς εἰς τιμὰς ἀπολύτως ἀνεδαφικάς. Ἦτο μία ἐπιρροὴ ξένων ἀντιλήψεων καὶ παλαιῶν οἰκονομικῶν θεωριῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ σταθεροποίησις ἡ νομισματικὴ ἐστηρίζετο μόνον εἰς τὸ εἰς χρυσὸν κάλυμμα. Ἀλλὰ δὲν ἐσκέφθησαν οἱ τότε σταθεροποιήσαντες τὴν δραχμὴν εἰς αὐτὰ τὰ ἐπίπεδα, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν οὐδεμία ἄλλη προϋπόθεσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ στηριχθῇ ἡ διατήρησις αὐτῆς τῆς νομισματικῆς σταθεροποιήσεως καὶ οὕτω, πρὶν παρέλθῃ ἑπτάμηνον, κατέστη ἀναγκαία ἡ πρώτη νομισματικὴ μεταρρύθμισις, ἡ μεταρρύθμισις Βαρβαρέσου εἰς τὴν τιμὴν δολλαρίου 500 δραχ., τιμὴν λίρας δὲ 2.000 δραχ. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ εἶχε τὰ ἴδια ὅπως καὶ ἡ πρώτη ἐλαττώματα. Καὶ αὐτή, ἐσπευσμένη καὶ ἀνεδαφική, ἦτο φυσικόν, ὅτι θὰ ἀπετύγχανε ταχέως. Καὶ πράγματι, μετὰ ἓν ἕτερον ἑπτάμηνον περίπου, ἔχομεν τὴν νέαν νομισματικὴν μεταρρύθμισιν, δηλαδὴ τὴν τρίτην κατὰ σειρὰν νομισματικὴν μεταρρύθμισιν, τὴν σταθεροποίησιν Τσουδεροῦ μὲ λίραν 20.000 καὶ δολλάριον 5.000. Αὐτὴ ἦτο φυσικωτέρα, ἦτο ἐγγυτέρα πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν πραγματικότητα καὶ πρὸς τὰς τότε Ἑλληνικὰς οἰκονομικὰς συνθήκας, ἰδίως λόγῳ τῆς Ἀγγλοελληνικῆς οἰκονομικῆς συμφωνίας. Ἀλλὰ τὰ πράγματα ἦσαν ἰσχυρότερα ἀπὸ τὴν ἐπίσημον καὶ θεωρητικὴν σταθεροποίησιν καὶ λίαν ταχέως, αἱ δυσχέρειαι τῆς Ἑλληνικῆς οἰκονομίας, λόγῳ μικρῶν ἐξαγωγῶν καὶ ἀνάγκης μεγάλων εἰσαγωγῶν, κατέστησαν ἀναγκαίαν μίαν ἀνεπίσημον προσαρμογὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ νομίσματος. Δηλαδὴ μετὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως τῶν δύο καὶ ἤδη ἐν τῇ Κυβερνήσει συνεργαζομένων Κομμάτων ἐγένετο, τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1947, διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ἀποδεικτικῶν συναλλάγματος, μία περαιτέρω ντὲ φάκτο νομισματικὴ ἀναπροσαρμογὴ καὶ εἴχομεν τότε τὴν λίραν πρὸς 30.000 καὶ τὸ δολλάριον πρὸς 10.000 διὰ τῆς προσθήκης 5.000 δραχ. εἰς τὸ δολλάριον καὶ 10.000 δραχ. εἰς τὴν λίραν. Ἀλλὰ τὰ πράγματα καὶ πάλιν δὲν ἐδικαίωσαν τὰς προσδοκίας αὐτάς. Διότι, ὅπως τότε ἀκόμη κατὰ τὴν ἰδίαν ἐκείνην ἑσπέραν, ἀπὸ τοῦ ἰδίου βήματος, ἐλέγαμεν εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν, δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ τύχη τῆς μεταρρυθμίσεως αὐτῆς νὰ εἶναι ἄλλη ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀνεμέναμεν. Ἡ κερδοσκοπία εἰθισμένη εἰς τὸ νὰ πωλῇ τὰ ἐμπορεύματα κερδίζουσα 5.000 δραχμὰς κατὰ δολλάριον καὶ 10.000 κατὰ λίραν, ἦτο φυσικόν, ὅτι θὰ ἐπεδίωκε νὰ διατηρήσῃ τὰ κέρδη ταῦτα καί, συνεπῶς, ὁ τιμάριθμος θὰ ἐξέφευγε τῶν χειρῶν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ πράγματι πρὶν ψηφισθῇ ἡ νομισματικὴ μεταρρύθμισις εἶχεν ἐκφύγει καὶ ἐντὸς τῶν τριῶν πρώτων μηνῶν ἀπὸ τῆς μεταρρυθμίσεως ἐκείνης ὁ τιμάριθμος εἶχεν αὐξηθῆ κατὰ 30–40%. Καὶ ὁ κίνδυνος ἐκεῖνος ἐνεφανίζετο καὶ πάλιν διὰ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν καὶ τοῦτο διότι ἦσαν τὰ ἴδια ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα εἶχαν λεχθῆ τότε καὶ τὰ ὁποῖα ἐπανελήφθησαν κατὰ τὸν παρελθόντα Σεπτέμβριον. Ἐλέχθη τότε εἰς τὸν εἰσηγηθέντα τὰ ἀποδεικτικὰ συναλλάγματος, μὴ ἀνησυχῆτε διὰ τὴν ἄνοδον τῶν τιμῶν, διότι σήμερον αἱ τιμαὶ ἔχουν ἐν τῇ πράξει σταθεροποιηθῆ μὲ 15.000 δραχμὰς τὸ δολλάριον καὶ 30.000 δραχμὰς τὴν λίραν, τί ἄλλο κάμνομεν παρὰ μίαν ληξιαρχικὴν πρᾶξιν αὐτῆς τῆς πραγματικῆς καταστάσεως. Τὸ ἴδιον ἐπιχείρημα ἐχρησιμοποιήθη κατὰ τὴν τελευταίαν νομισματικὴν προσαρμογήν, ἡ ὁποία καθώρισεν εἰς 42.000 τὴν λίραν καὶ εἰς 15.000 τὸ δολλάριον. Εὐτυχῶς τὴν φορὰν αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις εἶχε πράγματι μίαν ἐπιτυχίαν, ἐπιτυχίαν ὀφειλομένην βεβαίως καὶ εἰς τὸν πατριωτισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ οἰκονομικοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος ἀπέδειξεν, ὅτι ἀδίκως ἐνίοτε κατηγορήθη ὡς ἀνάλγητος καὶ ὁ ὁποῖος ἐδέχθη ἀγογγύστως νὰ προσαρμοσθῇ πρὸς τὰς Κυβερνητικὰς ἀποφάσεις, ἀλλ’ ὀφειλομένην ἀναμφιβόλως καὶ εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν οἰκονομικῶν συναδέλφων του καὶ ἰδίως τοῦ κ. ὑπουργοῦ Ἐφοδ. καὶ Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Διότι διὰ μιᾶς αὐστηρᾶς τηρήσεως τῶν ἀγορανομικῶν νόμων καὶ ἄλλων μέτρων σχετικῶν πρὸς τὰς εἰσαγωγὰς κατώρθωσαν νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸ τόλμημα τῆς ἀδικαιολογήτου ἐκ τῶν πραγμάτων ἀναπροσαρμογῆς καὶ νὰ ἀποφευχθῇ μία ἐσπευσμένη καὶ νευρικὴ ὕψωσις τῶν τιμῶν, ἡ ὁποία ἐὰν τότε ἐπήρχετο, νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι δὲν θὰ ἦτο εὔκολον νὰ ἀναχαιτισθῇ. Ἀλλὰ δὲν πρέπει ἐν τούτῳ νὰ ἐφησυχάζωμεν οὔτε ἡμεῖς οὔτε ἡ Κυβέρνησις, διότι πρῶτον παραμένει ὁ κίνδυνος τῆς μειώσεως τῆς πίστεως πρὸς τὸ ἐθνικὸν νόμισμα. Διότι ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος μόλις πέντε ἐτῶν ἔχομεν πέντε νομισματικὰς μεταρρυθμίσεις καὶ ἀντιλαμβάνεσθε πολὺ εὐκόλως, ὅτι ἡ δραχμή, ἡ οὕτω πως ὑποτιμωμένη ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν, δὲν δύναται νὰ ἀποτελέσῃ τὸ νόμισμα, τὸ ὁποῖον εὐχερῶς θὰ ἀπεφάσιζέ τις νὰ ἀποταμιεύσῃ καὶ τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἀπέβαλε, διὰ νὰ τὸ ἀντικαταστήσῃ μὲ ἄλλο ἰσχυρότερον νόμισμα, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν θὰ ἀποταμιεύετο παραγωγικῶς, ἀλλὰ θὰ παρέμενε κρυμμένον. Ἀλλ’ οἱ κίνδυνοι εἶναι ἀκόμη οἱ ἑξῆς: Καθὼς γνωρίζετε, αἱ τιμαὶ τῆς ἐλευθέρας ἀγορᾶς τοῦ συναλλάγματος ρυθμίζονται ἀπὸ ἄλλους παράγοντας. Ἡ ζήτησις συναλλάγματος ὀφείλεται εἰς διαφόρους λόγους. Ὀφείλεται πρῶτον εἰς τὴν ἀνάγκην ἀπαιτήσεων συναλλάγματος διὰ ταξείδια. Ὁ θέλων νὰ ταξειδεύσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ μὴ λαμβάνων ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος τὸ ἀναγκαῖον συνάλλαγμα, ἀναγκάζεται νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν ἐλευθέραν ἀγορὰν καὶ νὰ ζητήσῃ τὸ συνάλλαγμα, τοῦ ὁποίου ἔχει ἀνάγκην. Εἶναι ἀκόμη ἡ ἐπιθυμία πολλῶν κακῶν Ἑλλήνων νὰ θέλουν νὰ μεταφέρουν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τὰς οἰκονομίας των καὶ ἑπομένως προσφεύγουν εἰς τὴν ἐλευθέραν ἀγοράν, διὰ νὰ ἀγοράσουν ξένον συνάλλαγμα. Εἶναι τέλος οἱ ἔμποροι, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ εἰσαγάγουν ἐμπορεύματα διὰ τοῦ λεγομένου «ἰδίου συναλλάγματος» ἢ δώρων καὶ οἱ ὁποῖοι καταφεύγουν εἰς τὴν ἐλευθέραν ἀγοράν, διότι, ὅπως γνωρίζουν οἱ ἐξ ὑμῶν ἀσχολούμενοι μὲ τὰ οἰκονομικά, τὸ πρόσχημα τοῦ δώρου καὶ τοῦ «ἰδίου συναλλάγματος» δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μία φενάκη, διότι πρόκειται περὶ συναλλάγματος ἀγοραζομένου εἰς τὴν ἐλευθέραν ἀγοράν. Τὸ παράθυρον αὐτὸ τὸ ἔκλεισεν, εὐτυχῶς, ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν δῆθεν «δώρων» καὶ τῶν δι’ ἰδίου συναλλάγματος εἰσαγωγῶν. Αὐτὰ τὰ ἐνδεχόμενα βεβαίως θὰ ἐξακολουθήσουν καὶ εἰς τὸ μέλλον. Εὐτυχῶς παρὰ τὴν διέλευσιν περίπου τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς νομισματικῆς μεταρρυθμίσεως, ἡ ἐλευθέρα ἀγορὰ τοῦ συναλλάγματος δὲν ἐπέτυχε τιμὰς ἀνωτέρας τοῦ 4% ἀπὸ τὴν ἐπίσημον τιμὴν καὶ εἶναι φυσικόν, ὅτι ἐὰν μείνουν εἰς τὰ αὐτὰ ἐδάφη, βεβαίως κίνδυνος δὲν θὰ ὑπάρξῃ, διότι φαντάζομαι, ὅτι κανεὶς δὲν θὰ θελήσῃ νὰ πωλήσῃ δολλάρια εἰς τὴν ἐλευθέραν ἀγοράν, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ 600 δραχμὰς περισσότερον, μὲ τὸν κίνδυνον νὰ ὑποστῇ τὰς συνεπείας παραβάσεως ποινικοῦ νόμου καὶ δὲν θὰ προτιμήσῃ νὰ τὰ δώσῃ εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, ὅπου θὰ ἀποκομίσῃ δραχμὰς 15.000 κατὰ δολλάριον. Προκειμένου δὲ περὶ τῆς τιμῆς τῆς Ἀγγλικῆς λίρας εἴμεθα εὐτυχέστεροι, διότι ἡ τιμὴ εἶναι κατωτέρα τῆς ἐπισήμου τοιαύτης, δηλαδὴ ἐνῷ ἡ ἐπίσημος τιμὴ εἶναι 42.000, εἰς τὴν ἐλευθέραν ἀγοράν, ὅπως ἐπληροφορήθην κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα, ἦτο εἰς τὰς 39.000 δραχμάς. Ἑπομένως ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ὁ κίνδυνος δὲν φαίνεται νὰ εἶναι μεγάλος. Ἄλλοι κίνδυνοι εἶναι αἱ λεγόμεναι ἰδιωτικαὶ ἀνταλλαγαί. Δηλαδή, καθὼς γνωρίζετε, οἱ θέλοντες νὰ εἰσαγάγουν ὡρισμένα προϊόντα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, τὰ ἀποκτοῦν δι’ ἀνταλλαγῆς ἐξαγομένων προϊόντων ἐξ Ἑλλάδος. Αὐτὸ γίνεται ἐπὶ μεγάλῳ κινδύνῳ διὰ τὸν τιμάριθμον, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ παρακολουθήσῃ κανεὶς τὰς τιμὰς εἰδῶν τῶν οὕτως εἰσαγομένων προϊόντων καὶ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἕνα τοιοῦτον προϊόν ὑπερτιμηθῇ, αὐτομάτως ὑπερτιμῶνται ὅλα τὰ προϊόντα αὐτοῦ τοῦ εἴδους, τὰ ὁποῖα ἐκτήθησαν δι’ ἐπισήμως χορηγηθέντος συναλλάγματος. Καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ νομίζω, ὅτι ὑπῆρξεν ἐπιτυχὴς ἡ κυβερνητικὴ πολιτική, διότι ὅπως ἀπηγόρευσε τὴν εἰσαγωγὴν δι’ ἰδίου συναλλάγματος ἢ ὑπὸ μορφὴν δώρου, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον δι’ οἱανδήποτε τῶν ἰδιωτικῶν ἀνταλλαγῶν ὥρισεν ὡς ἀνώτατον ὅριον τιμῆς συναλλάγματος τὸ ὅριον τῆς ἐπισήμου τιμῆς τούτου καὶ ἑπομένως, ἐὰν καταβληθῇ προσοχὴ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ δὲν θὰ ἔχωμεν ἀνατίμησιν τῶν τιμῶν ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς δι’ ἰδιωτικῶν ἀνταλλαγῶν. Ἔχομεν ὅμως ἀκόμη δύο ἄλλους κινδύνους, ὁ πρῶτος εἶναι ἐκ τῆς ἐπιπτώσεως τῶν τιμῶν τῶν μὴ πριμοδοτουμένων εἰδῶν ἐπὶ τῶν πριμοδοτουμένων τοιούτων. Καθὼς γνωρίζετε, ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ διατηρήσῃ τὸ ὕψος τῶν τιμῶν εἰς τὰ παλαιὰ αὐτῶν ἐπίπεδα, νὰ ἀκολουθήσῃ μίαν περίεργον, θὰ ἔλεγον, τακτικήν. Ἐνῷ μέχρι τοῦδε προέβαινεν εἰς τὴν πριμοδότησιν τῶν ἐξαγομένων εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἑλληνικῶν προϊόντων, προέβη εἰς τὴν πριμοδότησιν τῶν ξένων προϊόντων τῶν εἰσαγομένων εἰς τὴν χώραν. Δηλαδή, δι’ ὡρισμένα προϊόντα εἰσαγόμενα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, τὸ δολλάριον ἀντὶ 15.000 δραχμῶν χορηγεῖται πρὸς 10.000, διότι εἶναι εἴδη πρώτης ἀνάγκης καὶ ἐὰν ἐχορηγεῖτο πρὸς 15.000 δραχμὰς θὰ εἴχομεν ἄμεσον κατὰ 50% αὔξησιν τῆς τιμῆς αὐτῶν. Ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ πριμοδοτήσῃ ὡρισμένα προϊόντα πρώτης ἀνάγκης, διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν αὔξησιν τοῦ τιμαρίθμου. Βεβαίως, ἐὰν ἤθελε νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ἀρχὴν αὐτὴν γενικῶς ἐπὶ πάντων τῶν προϊόντων, τοῦτο θὰ ἦγεν εἰς μεγάλα ἄτοπα. Θὰ ἐμειοῦτο οὕτω τὸ κέρδος ἐκεῖνο ἐκ τῆς προσαρμογῆς, τὸ ὁποῖον συνίσταται εἰς τὸ ὅτι ἡ Κυβέρνησις, λαμβάνουσα δολλάρια ἐκ τῆς Ἀμερικανικῆς βοηθείας, θὰ ἀπέκτα μεγαλύτερον ποσὸν δραχμῶν, πωλοῦσα αὐτὰ πρὸς 15.000 δραχμὰς ἀντὶ πρὸς 10.000 καὶ ἑπομένως θὰ ἀπεκόμιζε μεγαλύτερον ποσὸν δραχμῶν πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν δαπανῶν ἀνασυγκροτήσεως. Ἠναγκάσθη λοιπὸν νὰ περιορίσῃ τὸν κύκλον τῶν εἰδῶν τῶν πριμοδοτουμένων καὶ νὰ ἀφήσῃ ἄλλα εἴδη ἀπριμοδότητα, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκομίσῃ ἕνα ποσὸν δραχμῶν πωλοῦσα τὸ δολλάριον δι’ αὐτὰ πρὸς δραχμὰς 15.000. Ἀλλά, καθὼς γνωρίζετε, τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα δὲν δύνανται νὰ ὑποστοῦν τὴν τύχην μιᾶς στεγανῆς ἀπομονώσεως, οὔτε ὡρισμένα προϊόντα εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπομονωθοῦν ἀπὸ τὰ ἄλλα καὶ κατ’ ἀνάγκην ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀγοράζει προϊόν, τοῦ ὁποίου ἔχει ἀνάγκην, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν πριμοδοτεῖται, ἀλλ’ εἰσάγεται μὲ δολλάριον 15.000 δραχμάς, βλέπει αὐξανόμενον τὸ κόστος τῆς ζωῆς του κατὰ τοῦτο καὶ ὑπάρχει ὁ κίνδυνος ἐξ αὐτῶν τῶν μὴ πριμοδοτουμένων προϊόντων νὰ ἐπηρεασθοῦν καὶ τὰ πριμοδοτούμενα εἴδη, διὰ τῆς ἐπιπτώσεως ἐπ’ αὐτῶν τοῦ αὐξανομένου κόστους παραγωγῆς, διὰ τῶν μὴ πριμοδοτουμένων. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ὁ κίνδυνος, μὴ τυχὸν ἡ Κυβέρνησις ἀναγκασθῇ, ὑπὸ τὴν πίεσιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς ἀνασυγκροτήσεως, νὰ τερματίσῃ τὴν περαιτέρω πριμοδότησιν, εἴτε σύμφωνα πρὸς συμβουλάς, αἱ ὁποῖαι, ὡς ἐδημοσιεύθη εἰς τὸν Τύπον, ἐδόθησαν ὑπὸ τῶν ἐκπροσωπούντων τὴν ξένην Κυβέρνησιν, εἴτε ἐξ οἰκείας πρωτοβουλίας καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἔχωμεν ἄμεσον αὔξησιν τῶν τιμῶν. Ἑπομένως καὶ ἐπὶ τῶν σημείων αὐτῶν θὰ πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς δώσῃ ἐπίσης μερικὰς πληροφορίας, διὰ νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον καὶ πῶς ἀντιμετωπίζει τὸ ζήτημα αὐτό, δηλαδὴ τῆς ἐπιπτώσεως τῶν τιμῶν τῶν μὴ πριμοδοτουμένων εἰδῶν ἐπὶ τοῦ τιμαρίθμου, ὡς καὶ ἐπὶ τοῦ κινδύνου τῆς διακοπῆς τῆς περαιτέρω πριμοδοτήσεως τῶν σήμερον πριμοδοτουμένων εἰδῶν. Ἠκούσαμεν εὐχαρίστως ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τῆς πληροφορίαν, περὶ αὐξήσεως τοῦ προσφερομένου συναλλάγματος. Δὲν θέλω νὰ συμμερισθῶ τὴν τόσην αἰσιοδοξίαν, τὴν ὁποίαν ἐμμέσως ἐξέφρασε δι’ αὐτῆς τῆς ἀνακοινώσεως, διότι ἐνθυμοῦμαι καὶ τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον περιείχετο εἰς ἀνεπίσημον, ἀλλὰ προδήλως ἐμπνευσμένην ἀνακοίνωσιν κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ θέρους, ἡ ὁποία ἀναμφιβόλως προήρχετο ἐκ μέρους ἑνὸς μέλους τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιφορτισμένου μὲ οἰκονομικὸν Ὑπουργεῖον τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον τότε, πρὸς κατάπληξιν ἡμῶν ὅλων, βλεπόντων αὐτὴν τὴν ἀρρυθμίαν καὶ τὴν ἀσυμφωνίαν μεταξὺ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν οἰκονομικῶν συναδέλφων του, προεκάλεσεν ἐντύπωσιν, τὸ ἐπιχείρημα, δηλαδή, ὅτι αὐτὴ ἡ προσφορὰ συναλλάγματος εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι καὶ τόσον σπουδαῖον γεγονός, διότι τὸ συνάλλαγμα αὐτὸ μειώνει οὐσιαστικῶς τὴν βοήθειαν, ὑπολογίζεται δηλαδὴ εἰς τὸ ἰσοζύγιον τῶν πληρωμῶν τῆς Ἑλλάδος ἡ ηὐξημένη αὐτὴ προσφορὰ ξένου συναλλάγματος, ὡς αὐξάνουσα τὸ ἐνεργητικὸν τοῦ ἰσοζυγίου καὶ εἶναι φυσικὸν ὡς ἐκ τούτου νὰ μειωθῇ κατὰ ἀντίστοιχον ποσὸν ἡ παρεχομένη βοήθεια. Καὶ ἐλέγετο τότε ἀπὸ τὸ αὐτὸ μέλος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῶν ἀνεπισήμων αὐτῶν καὶ ἀνωνύμων ἀνακοινώσεων, ὅτι αὐτὸ τὸ συνάλλαγμα ἔχει καὶ μίαν ἄλλην χρησιμότητα, ὅτι ἐχρηματοδότει τὴν εἰσαγωγὴν εἰδῶν πολυτελείας καὶ ἐπέτρεπεν, ἑπομένως, καὶ τὴν εἴσπραξιν τελωνειακῶν δασμῶν καὶ φόρων πολυτελείας, αὐξάνον οὕτω κάπως τὸ ἐνεργητικὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἑπομένως, δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀποδώσωμεν τόσον μεγάλην σημασίαν εἰς τὸ ὅτι ηὐξήθη ἡ προσφορά, πρᾶγμα ἀπολύτως φυσικόν, ἐφ’ ὅσον μέχρι τῆς στιγμῆς δὲν εἶναι μεγάλη ἡ ἀπόστασις μεταξὺ ἐπισήμου τιμῆς καὶ τιμῆς ἐλευθέρας ἀγορᾶς, διότι, ὡς προεῖπον, κανεὶς δὲν θὰ ἀποφασίσῃ νὰ διακινδυνεύσῃ τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν ἐλευθερίαν του, πωλῶν συνάλλαγμα εἰς τὴν ἐλευθέραν ἀγορὰν μὲ διαφορὰν ὀλίγων δραχμῶν, ἐνῷ δύναται νὰ τὸ πωλήσῃ εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος. Ἐξ ἄλλου, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ ἀρκεσθῇ εἰς αὐτὴν τὴν παθητικὴν στάσιν, πῶς δηλαδὴ νὰ μὴ ἐπέλθῃ αὔξησις τοῦ τιμαρίθμου. Νομίζω, τοὐναντίον, ὅτι πρέπει νὰ καταβάλῃ ὅλην τὴν προσπάθειάν της διὰ νὰ ἐπιτύχῃ μίαν περαιτέρω μείωσιν αὐτοῦ. Ὡς θὰ εἴπω εὐθὺς ἀμέσως, ἐξετάζων τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, δι’ ὡρισμένα προβλήματα κοινωνικά, δὲν θὰ εἶναι εὔκολον ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς συνθήκας τῶν συμπληγάδων πετρῶν, ὡς λίαν ἐπιτυχῶς διετύπωσε χθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. ὑπουργός, δὲν θὰ εἶναι δυνατόν, λέγω, ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας τῆς ἑλληνικῆς πραγματικότητος, νὰ ἐπιτύχωμεν διάφορον ἀποτέλεσμα, εἰς ἐπίτευξιν ὡρισμένων λύσεων ὑπὲρ τῶν οἰκονομικῶς πασχουσῶν τάξεων. Καὶ ἐπειδὴ τοῦτο δὲν θὰ εἶναι δυνατόν, θὰ πρέπει νὰ καταβάλωμεν μίαν προσπάθειαν διὰ νὰ μειώσωμεν τὸν τιμάριθμον, ἵνα τοιουτοτρόπως ἐπιφέρωμεν κἄποιαν ἀνακούφισιν εἰς τὰς σήμερον στεναζούσας κοινωνικὰς τάξεις καὶ καταστήσωμεν ὁπωσδήποτε ἀνεκτὸν τὸν βίον των. Ἐν ἰδιωτικαῖς συνομιλίαις τὰς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἔχω πρὸ πολλῶν μηνῶν μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τοῦ Ἐφοδιασμοῦ, ὑπέδειξα εἰς αὐτοὺς τὴν ἀνάγκην, ὅπως ἐπιληφθοῦν τῆς τιμῆς ἑνὸς ἑκάστου κυρίου εἴδους, ἐπηρεάζοντος τὸν τιμάριθμον, ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τῶν εἰδῶν γεωργικῆς καταναλώσεως. Πρέπει, δηλαδή, νὰ ἐξετασθῇ ἂν δικαιολογοῦνται ὡρισμέναι τιμαὶ προϊόντων καὶ ἰδίως διὰ ποῖον λόγον ὑπάρχει αὐτὴ ἡ σταθερὰ ἀπόστασις μεταξὺ τιμαρίθμου εἰδῶν γεωργικῆς καταναλώσεως καὶ τιμαρίθμου εἰδῶν γεωργικῆς παραγωγῆς. Κατὰ τοὺς τελευταίους ἀριθμοὺς τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης, κατὰ Ὀκτώβριον τρέχοντος ἔτους, ἡ μὲν τιμὴ παραγομένων προϊόντων εἶχε τιμάριθμον 337,5, ἡ δὲ τιμὴ καταναλισκομένων προϊόντων εἶχε τιμάριθμον 409. Παρουσιάζεται, δηλαδή, μία σχεδὸν σταθερὰ ἀπόστασις 70 περίπου μονάδων μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν τιμῶν καί, ὅπως σᾶς εἶπον, ὅταν συνεζητεῖτο ἡ ἐπερώτησις, ἡ σχετικὴ μὲ τὴν τιμὴν τοῦ σίτου, εἶναι στυγνοὶ αὐτοὶ οἱ ἀριθμοί, οἱ ὁποῖοι δίδουν τὴν πραγματικὴν κατάστασιν. Ἐὰν πάρετε τὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα πράγματι καταναλίσκει ὁ γεωργός, θὰ ἴδητε, ὅτι αὐτῶν τῶν κυρίων εἰδῶν, ἡ τιμὴ εἶναι πολὺ μεγαλυτέρα. Τὸ Ἐπιμελητήριον Θεσσαλονίκης δημοσιεύει κατὰ μῆνα τὸν τιμάριθμον τῶν προϊόντων γεωργικῆς καταναλώσεως καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι ἓν ἐκ τῶν κυριωτέρων εἰδῶν, τὰ ὁποῖα καταναλίσκουν οἱ γεωργοί, δηλαδὴ ὁ ἀλατζᾶς, ἔφθασεν εἰς τὸ 620πλάσιον τῆς προπολεμικῆς τιμῆς, ἐνῷ ἡ τιμὴ τῶν παραγομένων προϊόντων εἶναι κατὰ πολὺ μικροτέρα. Καὶ θὰ πρέπει νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ τιμάριθμος τῶν γεωργικῶν προϊόντων ἐβασίζετο εἰς τὰς τιμὰς τῶν γεωργικῶν προϊόντων, αἱ ὁποῖαι ἐρρυθμίσθησαν μὲ τὴν ὑπερτίμησιν ὡρισμένων γεωργικῶν εἰδῶν, ἰδίᾳ τοῦ ἐλαίου, ἡ ὁποία ὅμως δὲν περιῆλθεν εἰς τοὺς παραγωγούς, ἑπομένως, ἡ ἀπόστασις εἶναι ἀκόμη μεγαλυτέρα, ἐὰν τὸ ἐξετάσητε μετὰ μεγαλυτέρας ἀκριβείας. Θὰ ἔπρεπε, συνεπῶς, ἡ Κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ σοβαρῶς τὸ ζήτημα τῶν τιμῶν τῶν εἰδῶν γεωργικῆς καταναλώσεως καὶ ἔπειτα τῶν ἄλλων εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης καὶ νὰ ἐρευνήσῃ, πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ μείωσιν τῶν τιμῶν. Ἡ ἰδική μου πρόχειρος γνώμη εἶναι, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ μία κατὰ 20–25% ὑποτίμησις τοῦ τιμαρίθμου. Ἡ Κυβέρνησις καὶ ἰδίως, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἔπρεπε δι’ εἰδικοῦ ἐπιτελείου, νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὸ ἔργον τοῦτο.
§5Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς πληροφορήσω τοῦτο, ὅτι ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις νομίζει, ὅτι δὲν ἔχει ἡ ἰδία ἐπαρκῆ φῶτα, οὔτε, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ πράγματα, ἐπαρκῆ ὄργανα κατάλληλα διὰ νὰ ἠμπορέσουν ἀκριβῶς νὰ καθορίσουν καὶ νὰ ἐξακριβώσουν τὸ κόστος τῆς παραγωγῆς ὡρισμένων εἰδῶν, κόστος τὸ ὁποῖον καθορίζεται, ὅπως γνωρίζετε καλύτερον ἀπὸ ἐμέ, ἀπὸ πολλοὺς παράγοντας, ἀπεφάσισε καὶ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ἱδρύεται θεσμὸς τριμερής, σύμφωνα μὲ τὰ εἰς τὰς μᾶλλον προηγμένας βιομηχανικῶς χώρας ἐφαρμοζόμενα. Ὁ θεσμὸς αὐτός, τὸ ὄργανον αὐτό, ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτή, θὰ ἀποτελῆται ἀπὸ τρία ὄργανα τοῦ Κράτους, τρία ὄργανα τῶν ἐργοδοτῶν καὶ τρία ὄργανα τῶν ἐργατῶν. Ἑπομένως, θὰ συμμετέχουν καὶ οἱ δύο παράγοντες καὶ ὁ τρίτος, τὸ Κράτος, ὡς ἀντικειμενικὸς διαιτητής. Αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ δύναται κατὰ κλάδους παραγωγῆς —καὶ ἑπομένως, καὶ διὰ τὸ εἶδος ποὺ λέγετε— νὰ καθορίσῃ ποῖα εἶναι πραγματικῶς τὰ στοιχεῖα τοῦ κόστους καὶ ἑπομένως, ποία εἶναι ἡ ἐπιτρεπομένη τιμὴ καταναλώσεως, οὕτως ὥστε, τὰ εἴδη αὐτά, εὐρυτάτης καταναλώσεως, νὰ μὴ ἠμποροῦν νὰ φθάσουν εἰς τιμάς, αἱ ὁποῖαι ὑπερβαίνουν κατὰ πολὺ τὸ πραγματικὸν κόστος. Εἴμεθα βέβαιοι, πολλοὶ ἐξ ἡμῶν, ὅτι πλεῖστα εἴδη παραγόμενα, βιομηχανικά, ἀναμφισβητήτως δημιουργοῦν περιθώρια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνώτερα ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπονται ἢ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ εἶναι ἀνεκτά, δηλαδὴ αἱ τιμαὶ φθάνουν εἰς ὅρια, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀνεκτά. Αὐτὴ ὅμως ἡ ὑποκειμενικὴ ἀντίληψις, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, δὲν μᾶς ἀρκεῖ διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἐπιβάλωμεν κυρώσεις. Ἔχομεν ἀνάγκην διαπιστώσεων ἀντικειμενικῶν, αἱ ὁποῖαι τότε θὰ μᾶς ἐπιτρέψουν καὶ τὰς τιμὰς αὐτὰς νὰ τὰς καθορίσωμεν κατὰ τρόπον ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεων καὶ νὰ ἠμποροῦμεν νὰ ἐπιβάλωμεν κυρώσεις ἐναντίον τῶν παραβατῶν. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ ἔλθῃ ἐντὸς βραχυτάτου χρονικοῦ διαστήματος πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι κἄτι τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ἐπωφελές.
§6ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τοὺς ἀγρότας τοὺς ἐλησμονήσατε.
§7Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἔλεγον, εἶναι, ὅτι αὐτὸ πρόκειται νὰ γίνῃ τώρα, ὅτι δηλαδὴ καὶ ἐν τούτῳ ἡ Κυβέρνησις ἐμφανίζεται ὡς Ἐπιμηθεύς. Ἕνα τοιοῦτον ὄργανον ὑπῆρχε προεκλογικῶς, τὸ ὁποῖον εἶχε δράσει λίαν ἐπιτυχῶς, τὸ Ἀνώτατον Οἰκονομικὸν Συμβούλιον, ἀλλὰ τοῦτο ἠχρηστεύθη καὶ κατηργήθη, παρὰ τὰς διαμαρτυρίας μου, ἤδη πρὸ τριετίας, ὁπότε διὰ Κομματικοὺς προφανῶς λόγους εἰσήχθη νομοσχέδιον ἱδρύσεως ἄλλου συμβουλίου, ἐνῷ εἴχομεν τὸ δεδοκιμασμένον αὐτὸ ὄργανον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀποδώσει θαυμάσια ἀποτελέσματα οἰκονομικῶν μελετῶν. Ἐὰν τὸ ὄργανον αὐτὸ ὑπῆρχε, δὲν θὰ εἴχατε ἀνάγκην σήμερον, μετὰ τόσα ἔτη, νὰ καταφύγετε εἰς τὰς μελέτας καὶ δι’ αὐτῶν τῶν μελετῶν νὰ προσπαθῆτε νὰ λύσετε τὸ πρόβλημα τοῦ κύματος τῶν ἀπεργιῶν ποὺ ἐμφανίζεται. Διότι δὲν ἠμπορεῖτε εἰς τὸν ἀγωνιζόμενον μισθοσυντήρητον νὰ δώσετε νὰ φάγῃ ἐπιτροπήν, ἐνῷ αὐτὸς ἀναμένει νὰ φάγῃ ψωμί. Ἑπομένως, ὑπάρχει κυβερνητικὴ εὐθύνη, διότι παρηγκωνίσθη αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία τῆς συγκεντρώσεως τῶν στοιχείων, ἡ ὁποία θὰ ἐπέτρεπε τὴν διαρκῆ ἔρευναν τῶν τιμῶν καί, ἑπομένως, τὴν προσπάθειαν πρὸς μείωσιν αὐτῶν. Πάντως χαίρω, διότι ἔστω καὶ τόσον ἀργὰ ἐπελήφθητε αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, καὶ εὔχομαι, ὅπως αἱ ἐργασίαι τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς προχωροῦν γοργῶς καὶ ἀποδώσουν καρπούς.
§8ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀφ’ ὅτου ὑπάρχουν ἐπιτροπαὶ καὶ παρακολούθησις τῶν τιμῶν, ἔχετε μείνει εὐχαριστημένος;
§9Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὄχι! Ἕνα περαιτέρω γεγονός, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διακοπῶν τῆς Βουλῆς, ὑπῆρξεν ἡ ἀνακοίνωσις τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τοῦ νέου προϋπολογισμοῦ. Μὲ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν εὑρέθην συχνάκις εἰς σφοδρὰν ἀντίθεσιν, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἀναγνωρίσω, ὅτι ἡ ἔκθεσις αὐτὴ ἀποτελεῖ μίαν αἰσθητὴν πρόοδον αὐτοῦ ἔναντι τοῦ προηγουμένου ἑαυτοῦ του, ἔχομεν δηλαδὴ μίαν ἀρτίαν ἔκθεσιν λογιστικήν, διὰ τὴν ὁποίαν εἶναι καὶ κυρίως ὑπεύθυνος ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐὰν κρίνω ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν αὐτήν, ὑποθέτω, ὅτι ὁ νέος προϋπολογισμὸς θὰ ἔχῃ τὴν εἰκόνα καὶ τῆς ἐντιμότητος καὶ τῆς σαφηνείας. Ἐπίσης βλέπω, ὅτι ἀποτελεῖ μίαν πρόοδον ἡ μεταβολὴ τῆς ἀναλογίας μεταξὺ ἐσόδων ἐξ ἀμέσων, καὶ ἐσόδων ἐξ ἐμμέσων φόρων. Ἀλλὰ ἡ μεταβολὴ αὐτὴ δὲν ὀφείλεται τόσον εἰς ἀξίας λόγου νέας φορολογικὰς ἐπιβαρύνσεις, ὅσον εἰς τὴν ἐπὶ τέλους ἀποφασισθεῖσαν καὶ ἐν μέρει ἐπιτυγχάνουσαν ἀνακάλυψιν τῆς φορολογητέας ὕλης, ἡ ὁποία θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸ Κράτος νὰ ἐλαττώσῃ εἰς τὸ ἐλάχιστον δυνατὸν ὅριον τὴν φοροδιαφυγὴν καί, ἑπομένως, νὰ αὐξήσῃ τὰ ἐκ τῆς ὑπαρχούσης φορολογίας ἔσοδά του. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἀναγνωρίσῃ καὶ εἰς ἡμᾶς χάριτας, διότι τὸν ἐβοηθήσαμεν μὲ ὅλας μας τὰς δυνάμεις εἰς τὸ ἔργον αὐτὸ καὶ διότι κατὰ καιροὺς καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ ἰδιωτικῶς ὑπεδείξαμεν εἰς αὐτὸν ὡρισμένας μεθόδους, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἔφθανεν εἰς τὸ εὐχάριστον αὐτὸ ἀποτέλεσμα. Εἰδικῶς ἀποτελεῖ μίαν πρόοδον ἡ δημιουργία τῆς οἰκονομικῆς ἐφορίας συγκεντρώσεως στοιχείων, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει εἰς τὴν ἐφοριακὴν ἀρχὴν νὰ ἀνακαλύπτῃ εὐκόλως τὸν τζίρον ἑνὸς ἑκάστου φορολογουμένου καὶ ἑπομένως νὰ πληροφορῇ τὸν ἁρμόδιον Οἰκονομικὸν Ἔφορον περὶ τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ, νὰ διευκολύνῃ ἑπομένως τὴν ἀνακάλυψιν τῶν πλαστῶν βιβλίων καὶ πρόσφατον χθεσινὸν γεγονὸς θὰ σᾶς ἔπεισε περὶ τοῦ ποία εἶναι ἡ ἀξία αὐτῶν τῶν τελευταίων μεθόδων τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐλπίζω, ὅτι ἐν τούτῳ ἡ ἐργασία θὰ ἐξακολουθήσῃ μὲ τὴν ἰδίαν ἐντατικότητα καὶ ὅτι δὲν θὰ φεισθῇ οὐδενὸς προκειμένου νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ὑπάρχουσαν φορολογίαν καὶ ἐν τούτῳ θὰ χρειάζεται καὶ ποιά τις διδασκαλία πρὸς τὸν φορολογούμενον, ὁ ὁποῖος θὰ ἔπρεπε νὰ πεισθῇ, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἐντίμως πληρώνει τὸν φόρον του καὶ ἐφ’ ὅσον ἐμφανίζει τιμίως τὰ πραγματικά του εἰσοδήματα, θὰ ἔχῃ μᾶλλον κέρδος, ἀντὶ ζημίας, δὲν θὰ ἔχῃ ἀνάγκην οὔτε μὲ τὸν ποινικὸν νόμον νὰ ἔρχεται εἰς σύγκρουσιν διότι θὰ εἶναι δυνατόν, ἀποφεύγων τὰς φορολογικὰς παραβάσεις, τὸν φόρον νὰ τὸν καταβάλῃ οὐχὶ διὰ δωροδοκίας εἰς ἀνήθικον ὑπάλληλον ἀλλ’ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Θὰ συνίστων εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν σὺν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτῶν τῶν ἀναγκαίων μέτρων νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ ἕνα σύστημα διαλέξεων δι’ ἐμπείρων οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων ἢ ἄλλων οἰκονομολόγων, οἱ ὁποῖοι νὰ πείσουν τὸν πολίτην περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς συμμορφώσεώς του πρὸς τὰς φορολογικάς του ὑποχρεώσεις.
§10Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, δὲν ἐφείσθην οὔτε λόγων, ὁσάκις παρέστη ἀνάγκη, νὰ εἴπω εἰς ὁμάδας φορολογουμένων, αἱ ὁποῖαι πολλάκις μὲ ἐπεσκέφθησαν, νὰ δηλώσω εἰς αὐτοὺς καὶ νὰ προσπαθήσω νὰ τοὺς πείσω, ὅτι εἶναι ἀπολύτως πρὸς τὸ συμφέρον των ἡ τήρησις ὅλων αὐτῶν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐπεβλήθησαν μὲ τὸν τελευταῖον νόμον. Ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι παρ’ ὅλην τὴν ἀντίδρασιν τὴν ὁποίαν συνήντησα, τελικῶς ὑπῆρξε κατανόησις εἰς μίαν τάξιν, εἰς εὐρὺν κύκλον φορολογουμένων καὶ νομίζω, ὅτι αὐτὸ ἐγγυᾶται τὴν ἐπιτυχίαν τῶν μέτρων αὐτῶν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ἐξάρω τὴν βοήθειαν τὴν ὁποίαν σεῖς παρέσχετε εἰς αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν δρᾶσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διότι μὲ πραγματικὴν κατανόησιν τοῦ θέματος ἐβοηθήσατε καὶ διὰ δημοσίων δηλώσεων, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ εἰς τὸ νὰ ἠμπορέσουν αὐτὰ τὰ μέτρα νὰ ἐφαρμοσθοῦν, ἀπὸ τὰ ὁποῖα θετικῶς ἀναμένομεν τὴν μετάβασιν ἐκ τῆς ἐμμέσου εἰς τὴν ἄμεσον φορολογίαν. Ἤθελα ἀκόμη νὰ προσθέσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τοῦτο, ὅτι ἡ ἐπιτυχὴς ἐφαρμογὴ αὐτῶν τῶν μέτρων θὰ μᾶς δώσῃ τὸ μέτρον τοῦ ἐλέγχου τοῦ κόστους τῶν εἰδῶν καὶ τῶν κερδῶν, τὰ ὁποῖα δημιουργοῦνται. Κατὰ τοῦτο ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ θὰ εἶναι χρήσιμος, διότι θὰ εἶναι τριμερὴς καὶ ἑπομένως, θὰ παρίστανται ὅλαι αἱ ἐνδιαφερόμεναι τάξεις καὶ ἑπομένως, θὰ λαμβάνῃ γνῶσιν τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα μέχρι σήμερον εἶναι ἢ μυστικὰ ἢ εἶναι ἄγνωστα ἢ ἀμφισβητούμενα. Ἐκεῖ θὰ τίθενται σαφῶς καὶ λεπτομερῶς. Τὰ στοιχεῖα δὲ αὐτὰ νὰ εἶσθε βέβαιος, κ. συνάδελφε, ὅτι θὰ τὰ παράσχῃ μόνον καὶ μόνον αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία συγκεντρώνει στατιστικῶς ὅλα τὰ στοιχεῖα τοῦ κόστους, οὕτως ὥστε νὰ εἶναι δυνατόν, εὑρισκομένου τοῦ κόστους τῆς παραγωγῆς, νὰ καθορισθῇ τὸ κέρδος καὶ τὸ περιθώριον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς κάθε εἶδος βιομηχανικόν.
§11Ι. ΜΠΕΡΝΙΤΣΑΣ. Μὲ μίαν μικρὰν διαφοράν, ὅτι τὰ μέτρα αὐτὰ ἐφαρμόζονται εἰς βάρος τῶν οἰκονομικῶς ἀσθενεστέρων τάξεων, ἐνῷ ὅταν φθάνουν εἰς τοὺς οἰκονομικῶς ἰσχυροτέρους παραλύουν. (Χειροκροτήματα).
§12Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Χαίρω πολύ, κ. Βαμβέτσο, διότι μετεχειρίσθητε πολὺ χαρακτηριστικὰς φράσεις διὰ νὰ δώσητε εἰκόνα τοῦ ἐφετεινοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐγὼ εἶχον τὴν εὐκαιρίαν ἐγγύτερον νὰ μελετήσω καὶ ἔχω καθῆκον νὰ ἐξάρω, ὅτι ἡ ἔκθεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι ἀρχιτεκτονική. Πρὸ πάντων θὰ δῆτε, ὅτι ἠμπορεῖτε ἐκεῖ στηριζόμενοι νὰ καταλήξητε εἰς συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα νὰ εἶναι γενικώτερα καὶ ἑπομένως μία οἰκονομία, ὅπως εἶναι ἡ ἰδική μας, ὅπως ἀρχίζει δηλαδὴ καὶ ἐκτείνεται καὶ εὐρύνεται, θὰ εἶναι μία οἰκονομία καὶ βιομηχανική. Σήμερον, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θέλει καὶ ὁ φοροτεχνικός, ἀλλὰ καὶ ὁ μελετητὴς καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ θελήσῃ νὰ ἐξακριβώσῃ τὰς τιμὰς διὰ νὰ εὕρῃ τὶ εἶναι τὸ κόστος τῆς βιομηχανικῆς παραγωγῆς, ἐκεῖ μέσα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν θὰ εὕρῃ ὁπωσδήποτε πολύτιμα στοιχεῖα. Καὶ αὐτὸ θὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ ἀκριβῶς εἰς ὅλους καὶ εἰς τὰς ἐπιτροπὰς αὐτάς, αἱ ὁποῖαι θὰ συσταθοῦν, νὰ ἐννοήσουν καλύτερον, νὰ κατανοήσουν δηλαδὴ κατὰ τρόπον ἀσφαλέστερον τὰ πραγματοποιούμενα κέρδη, ἰδίως ἀπὸ τὰς μεγάλας ἐκείνας βιομηχανικὰς ἐπιχειρήσεις, αἱ ὁποῖαι ὡς δυναμικώτερα στοιχεῖα καὶ δυναμικώτεροι παράγοντες, πάντως ἠμποροῦν εὐκολώτερον νὰ ξεφύγουν ἀπὸ τὸν τοιοῦτον ἔλεγχον. Ἑπομένως καὶ ὁ προϋπολογισμός, ὅπως εἶναι σήμερον καὶ ὅπως ἐξελίσσεται καὶ ἐλπίζω νὰ ἐξελιχθῇ καὶ εἰς τὸν μέλλον, θὰ εἶναι ἕνα πολύτιμον στοιχεῖον γνώσεων καὶ μελέτης.
§13Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Πάντως, ἐλπίζω, ὅτι δὲν θὰ ὑστερήσωμεν τῶν εἰσπράξεων τὰς ὁποίας ἀναφέρει ὁ προϋπολογισμὸς αὐτός, ἀλλὰ θὰ εἶχον καὶ ἐδῶ νὰ τονίσω μερικὰ σημεῖα. Μὲ ἐπρόλαβεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύλληψιν τῆς φορολογητέας ὕλης τῶν μεγάλων καὶ τῶν μικρῶν φορολογουμένων. Εἶπον καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν θὰ πρέπῃ νὰ καταναλίσκῃ χρόνον καὶ προσωπικὸν διὰ τὴν ἐξακρίβωσιν μικρῶν καὶ ἀσημάντων φόρων καὶ θὰ πρέπει νὰ περιορισθῇ κυρίως εἰς τοὺς μεγάλους φορολογουμένους, διότι ἡ δαπάνη τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως μικροῦ φόρου δὲν θὰ ἐγίνετο, ἐὰν τὸ προσωπικὸν αὐτὸ ἠσχολεῖτο μὲ τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν μεγάλων φοροδιαφυγῶν. Θὰ ἔλεγον, μάλιστα, καὶ κἄτι τι περισσότερον. Ἐὰν ἐπιτύχῃ αὐτὸ τὸ σύστημα, θὰ ἔπρεπε νὰ σκεφθῶμεν μίαν μεγαλυτέραν φορολογικὴν ἀπαλλαγὴν τῶν μικρῶν φορολογουμένων καὶ ἰδίως τῶν μικρῶν ἐπαγγελματιῶν καὶ βιοτεχνῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἓν εἶδος μισθοσυντηρήτων καὶ νὰ ἐφαρμόσωμεν καὶ ἐπ’ αὐτῶν τὰ ἴδια ἀκριβῶς κλιμάκια τοῦ φόρου, τὰ ὁποῖα ἰσχύουν διὰ τοὺς μισθωτούς. Ἰδιαιτέρως εἰς τὰς ἐπαρχίας, ὅπως θὰ γνωρίζουν οἱ καταγόμενοι ἐξ ἐπαρχιῶν, τὰ εἰσοδήματα ἐκεῖ εἶναι ἐλάχιστα καθὼς καὶ ὁ φόρος ἑνὸς μικροῦ φορολογουμένου. Θὰ πρέπει ὁ ἐπαγγελματοβιοτέχνης νὰ προστατευθῇ καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ τὰς ἐνοχλήσεις τῶν συνεχῶν φορολογικῶν ἐλέγχων καὶ τὰς ἐνοχλήσεις λόγῳ τῆς μὴ καταβολῆς ἑνὸς μικροῦ φόρου, τὸν ὁποῖον ἐὰν χάσῃ τὸ κράτος, δὲν πρόκειται νὰ ὑποστῇ ζημίαν. Θὰ ἔπρεπε νὰ κυττάξετε αὐτοὺς τοὺς μικροεπιτηδευματίας νὰ τοὺς ἀπαλλάξετε αὐτοῦ τοῦ μικροῦ φόρου. Βεβαίως, γνωρίζω, ὅτι πολλοὶ ἀποδίδουν ἕνα κἄποιο ποσόν, ἀλλὰ εἶναι τόσον ἀσήμαντον τὸ ποσὸν αὐτὸ καὶ τόσον μεγάλη ἡ καταταλάνισις τοῦ μικροῦ φορολογουμένου, ὥστε θὰ ἔπρεπε νὰ σκεφθῶμεν ἐὰν θὰ πρέπῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἰσχῦον τὸ σύστημα τοῦτο.
§14Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Θὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας τὸν τελευταῖον νόμον περὶ καθαρᾶς προσόδου. Ὄχι μόνον καθιερώσαμεν τὸ ἀφορολόγητον ὅριον τῶν 500.000 δραχμῶν διὰ κάθε ἐπιχειρηματίαν, ὅριον, τὸ ὁποῖον διὰ τοὺς μικροὺς ἀποτελεῖ ἕνα σπουδαῖον σταθμόν, ἀλλὰ καθιεροῦμεν μέχρι τῶν 6.000.000 ἐτησίως καὶ ὑπεβιβάσαμεν τὸν σχετικὸν φόρον εἰς 1%, 2% μέχρι 12%. Εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς, ἡ ἐλαχίστη φορολογία ἔναντι τοῦ μικροῦ εἰσοδήματος καὶ ἐπὶ πλέον ἡ κατάταξις ἡ θεωρητικὴ εἰς τὰς φορολογικὰς τάξεις, αἱ ὁποῖαι δίδουν αὐτὴν τὴν θετικότητα τῆς καταβολῆς τοῦ φόρου εἰς τὸν καθένα, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ τὰς φορολογικὰς ἐνοχλήσεις. Βεβαίως, διὰ τὰ εἰσοδήματα τῶν 5.000.000 δραχ. καθαρῶν κερδῶν μηνιαίως, δικαιολογεῖται βεβαίως κάθε ἔλεγχος, ἀλλὰ διὰ τοὺς μικρούς, αὐτὴ ἡ μικρὰ φορολογικὴ ἐπιβάρυνσις ἀπὸ 1%–12% ἡ ὁποία σταματᾶ εἰς τὸ 12% διὰ τὸ ποσὸν τῶν 5.000.000, ἡ κατάταξις αὐτὴ εἶναι ἐφ’ ἅπαξ καὶ μόνον εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν θὰ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑπερβοῦν τὰ ποσὰ αὐτά, ἐκεῖ πλέον ἐπεμβαίνει ὁ ἔλεγχος.
§15Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὑπάρχει ὑπερβολικὸς ζῆλος ὡρισμένων ἐφοριακῶν ὑπαλλήλων ἔναντι τῶν μικρῶν φορολογουμένων, ἰδίως εἰς τὰς ἐπαρχιακὰς πόλεις.
§16Ι. ΜΠΕΡΝΙΤΣΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τοὺς ἀναγκαστικοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθη, ὅτι συνέταξε πρὸς ἀνακούφισιν τῶν λαϊκῶν τάξεων, νὰ τοὺς φέρῃ πρὸς κύρωσιν. Βογγοῦν ὅλαι αἱ ἀσθενέστεραι οἰκονομικῶς τάξεις, διότι εὑρίσκονται ὑπὸ τὸ πέλμα τῶν τυράννων, τῶν ὀργάνων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ δὲν ξεύρουν ἐὰν πρέπει νὰ ἐξακολουθοῦν νὰ ἐργάζωνται.
§17Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Πέραν τῶν ὅσων ἐξέθεσα θὰ ἤθελα νὰ τονίσω, ἄλλα δύο σημεῖα, προκειμένου περὶ τῶν φόρων. Τὸ ἕνα τῶν σημείων εἶναι ὁ λεγόμενος φόρος τῶν εὐπόρων. Εἶχον ἤδη πρὸ μηνῶν, ὅταν τὸ πρῶτον ἐξηγγέλθη ὁ φόρος αὐτὸς ἐκφράσει ὡρισμένους ἐνδοιασμοὺς ὡς πρὸς τὴν τύχην αὐτοῦ. Ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον ἐφηρμόσθη μὲ ἔπεισεν, ὅτι οἱ ἐνδοιασμοί μου αὐτοὶ ἦσαν ἀπολύτως δικαιολογημένοι, ἐγένετο δευτέρα καὶ τρίτη ἀναθεώρησις καὶ ἀκόμη τὰ παράπονα εἶναι μεγάλα. Εἶμαι εὐτυχής, ὅτι ὡρισμένας ἀπόψεις μου τὰς ὁποίας ἀνέπτυξα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, τὰς ἀπεδέχθη καὶ ἀνέφερεν εἰς τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὴν ἀνάγκην μεταρρυθμίσεως τῶν νόμων τῶν σχετικῶν πρὸς τὸν φόρον τοῦτον· τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον γεννᾶται καὶ ζήτημα ἀντισυνταγματικότητος τῶν νόμων τούτων καὶ θὰ παρίστατο ἀνάγκη νὰ ἐπιληφθῇ αὐτῶν τὸ Σῶμα. Ἕν ἄλλο σημεῖον τὸ ὁποῖον εὑρίσκω κἄπως ὑπερβολικὸν, εἶναι ἡ τελευταία ἀπόφασις ἐκκενώσεως τῶν τελωνείων, ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντα εἰς αὐτὰ ἐμπορεύματα. Τὸ μέτρον κατ’ ἀρχὴν εἶναι ὀρθὸν, ἀλλὰ αἱ ποιναὶ αἱ ὁποῖαι ἐπεβλήθησαν εἶναι δρακόντειαι καὶ ἄδικοι. Ζητεῖται ἀπὸ τοὺς ἔχοντας ἐναποθηκεύσει ἐκεῖ ἐμπορεύματα, ποσὸν 1% ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ ἐμπορεύματος ἡμερησίως. Πρόκειται περὶ ἀκατανοήτου ποσοῦ, αὐτὸ τὸ μέτρον ἀποτελεῖ αὐτόχρημα δήμευσιν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κ. Ὑπουργέ, νὰ ἐπιληφθῆτε μετὰ ζέσεως τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καὶ νὰ ἐφαρμόσητε μέτρον κἄπως λογικὸν καὶ οὐχὶ τόσον ἄδικον, ὅσον αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλετε. Καὶ αὐτὰ μὲν ἀπὸ ἀπόψεως προϋπολογισμοῦ, ὡς λογιστικῆς πράξεως. Ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς δὲν θὰ ἐξετασθῇ μόνον ὡς λογιστικὴ πρᾶξις, θὰ ἐξετασθῇ καὶ ὡς ἀπεικόνισις τῆς κοινωνικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ βεβαίως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκφράσω τὴν ἰδίαν ἱκανοποίησιν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν ὡς λογιστικὴν πρᾶξιν. Ὑπάρχει μία πρόοδος, ὅτι ἐν τῇ συντάξει τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει μία δαπάνη τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε ἠγνόει ὁ κρατικὸς προϋπολογισμὸς καὶ ἡ δαπάνη αὐτὴ εἶναι ἡ ἀμοιβὴ τοῦ ἐνοριακοῦ κλήρου. Ὅπως καὶ δι’ ἄρθρου μου εἰς τὸν καθημερινὸν τύπον ἐξέφρασα, εἶναι ἀπορίας ἄξιον πῶς μία χώρα τῆς ὁποίας ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ ὄργανον τῆς κρατικῆς μηχανῆς, πῶς ἦτο δυνατὸν μέχρι σήμερον τὰ ὄργανα τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ἱερεῖς, νὰ μὴ ἀμείβωνται ἀπὸ τὸν κρατικὸν προϋπολογισμόν. Ἡ θέσις των εἶναι ἐκεῖ, καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἰδικὸν κεφάλαιον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας, θὰ ἤθελα δὲ τὸ μέτρον τοῦτο νὰ εἶναι γενικόν, νὰ περιλαμβάνῃ ὁλόκληρον τὸν κλῆρον ἀπὸ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, μέχρι τοῦ τελευταίου Διακόνου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσω, ὅτι εἰς τὴν χώραν μας, ὁ Ὀρθόδοξος κλῆρος θὰ πληρώνεται ὑπὸ ἄλλου Ταμείου Δημοσίου Δικαίου καὶ ὄχι ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ χαίρω, διότι ἡ φυσιογνωμία τοῦ νέου Ἀρχιεπισκόπου, τοῦ ἐξόχου αὐτοῦ ἐθνικοῦ ἀνδρὸς, συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ δοθῇ ἐδῶ ἐπὶ τοῦ θέματος μία τοιαύτη λύσις. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπὶ τοῦ προηγουμένου θέματος αὐτὴ ἡ πρόοδος ἐσημειώθη, δὲν ἠμπορῶ νὰ εἴπω τὸ ἴδιον διὰ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν διὰ τοὺς μισθοδιαίτους. Οἱ μισθοί, οἱ ὁποῖοι δίδονται, εἶναι πράγματι μισθοὶ πείνης. Καὶ ἐν τούτῳ, βέβαια, ἀντιλαμβάνομαι τὴν δυσχέρειαν τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἐκ τοῦ ὅτι ἔχει ἕν ὡρισμένον ποσὸν ἐσόδων, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ δηλ. ἐφ’ ὅσον ἔχει τοιαῦτα ἔσοδα, νὰ δώσῃ περισσότερα. Σήμερον ὅμως εἶναι ἀνάγκη μιᾶς ἀναπροσαρμογῆς ἐσόδων καὶ ἐξόδων διὰ νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὰς δυσχερείας τῆς καταστάσεως. Ἐν τούτοις, σήμερον τὰ ἑλληνικὰ ἔσοδα εἶναι βεβαίως ἀνεπαρκῆ καὶ κύριον ἔσοδον εἶναι ἡ ξένη βοήθεια, ἡ ὁποία θὰ ἔπρεπε νὰ αὐξηθῇ. Ἀλλ’ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ ἡ ἀπάντησις ἦτο ὀλίγον σκληρά, μᾶς ἐλέχθη, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναμένωμεν περισσότερα, μᾶς ἐδόθη μάλιστα καὶ χρονικὸν ὅριον πέραν τοῦ ὁποίου δὲν δυνάμεθα νὰ περιμένωμεν ἄλλα. Ἐδῶ ἡ Κυβέρνησις ὑπέχει εὐθύνην, διότι δὲν προσεπάθησε νὰ διαφωτίσῃ τοὺς φίλους καὶ συμμάχους ἐπὶ τῆς καταστάσεως καὶ δὲν ἔθεσε ἀληθῶς καὶ ἐν τῷ συνόλῳ του ἐνώπιον αὐτῶν τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα τῆς Ἑλλάδος. Διὰ τῆς παρασχεθείσης ἡμῖν οἰκονομικῆς βοηθείας τὶ ἐπιδιώκεται, κ.κ. βουλευταί; ἐπιδιώκεται ἡ Χώρα μας νὰ ἀποτελέσῃ προμαχῶνα τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς δημοκρατίας ἔναντι ἐπιθέσεων τοῦ σιδηροῦ παραπετάσματος. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ μόνον δι’ ἐνόπλου δυνάμεως, διότι αὕτη εἶναι δυνατὸν νὰ δρᾷ ἐπὶ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέραν πρέπει νὰ συντελέσωμεν νὰ μὴ δημιουργηθοῦν ἐκεῖναι αἱ οἰκονομικαὶ συνθῆκαι, αἱ ὁποῖαι θὰ καθίστων δυνατὸν τὴν μὴ ἀνανέωσιν τῆς ἐκτρόπου δράσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, προτοῦ μετάσχῃ τῆς Κυβερνήσεως, εἶχε δηλώσει, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιδιωχθῇ ξένη βοήθεια πρὸς ἀντιμετώπισιν ὡρισμένων δαπανῶν καὶ ἤλπιζον, ὅτι τούτου θὰ ἐπελαμβάνετο μετὰ κἄποιας μεγαλυτέρας ζωηρότητος, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐστηρίζετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἀνελάμβανε τὴν οὐσιαστικὴν διακυβέρνησιν τῆς Χώρας. Πιστεύω, ὅτι ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ δὲν διεφωτίσαμεν πλήρως τοὺς συμμάχους. Δὲν κατεστήσαμεν δηλ. ἐπαρκῶς ἀντιληπτόν, ὅτι ἂν ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ σημερινὴ μιζέρια ἔναντι ὡρισμένων τάξεων τῆς Ἑλληνικῆς Κοινωνίας θὰ ἔχωμεν ὡς συνέπειαν, τὴν ἐξαθλίωσιν τῶν τάξεων αὐτῶν καὶ ἑπομένως μείωσιν τῆς δυνάμεως ἀντιστάσεως αὐτῶν. Καὶ αἱ τάξεις αὐταὶ εἶναι πρῶτον οἱ μισθοσυντήρητοι πάσης κατηγορίας, τόσον οἱ ἰδιωτικοί, ὅσον καὶ οἱ δημόσιοι. Δεύτερον, ἡ ἐξαιρετικῶς πάσχουσα, ἡ πράγματι ὑποφέρουσα τάξις τῶν πάσης φύσεως ἰδιωτικῶν καὶ δημοσίων συνταξιούχων. Τρίτον. Ἡ μεγάλη τάξις τῶν γεωργῶν, ἡ ὁποία λόγῳ αὐτῶν τῶν δυσχερειῶν δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ ἀποκομίσῃ τὸ ἀνάλογον γεωργικὸν εἰσόδημα κατὰ τὸ τρέχον οἰκονομικὸν ἔτος, τὸ ἀνάλογον πρὸς τὰς δαπάνας τῆς παραγωγῆς καὶ τὰς δαπάνας συντηρήσεως τοῦ ἀγρότου. Τέλος, ἡ ἑτέρα μεγάλη τάξις ἐπὶ τῆς ὁποίας κατ’ ἐπανάληψιν ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἡ τάξις τῶν συμμοριοπλήκτων. Γνωρίζω τὸν ἐξαιρετικὸν ζῆλον καὶ τὸν πόνον, τὸν ὁποῖον ἐπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας Ὑπουργός, πρὸς τὸν ὁποῖον νομίζω, ὅτι ἀξίζει νὰ ἐκφρασθοῦν ἀκέραια τὰ συγχαρητήρια τοῦ Σώματος, διὰ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος τῶν συμμοριοπλήκτων. Ἀλλά, ὅπως λέγει ὁ ἴδιος εἰς τὴν ἔκθεσίν του, ἦτο ἀναγκαῖον νὰ ἐργασθῇ ἐκ τῶν ἐνόντων. Ἀλλὰ αὐτὰ τὰ «ἐνόντα», κ.κ. βουλευταί, ἦσαν πολὺ ὀλίγα. Διότι ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι ὁ ἐφετεινὸς προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας ἀναγράφει 610 δισεκατομμύρια διὰ τὴν συντήρησιν, ἀποκατάστασιν καὶ ἐπαναπατρισμὸν 700.000 ἀνθρώπων, φαντάζεσθε τὶ ἦτο δυνατὸν νὰ κάνουν αὐτὰ τὰ «ἐνόντα». Εἶναι ἀπολύτως ἀνεπαρκῆ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι δὲν ἔκανε τίποτε, δὲν περιέθαλψε προσηκόντως τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, καὶ δὲν τοὺς κατέστησεν ἀγρύπνους φρουροὺς τῆς ἀσφαλείας τῆς Χώρας, ἀλλὰ τοὺς ἀναγκάζομεν οὕτω νὰ εἶναι ἀσθενεῖς ὑπερασπισταὶ τῆς Ἑλληνικῆς ὑποθέσεως, ἐν περιπτώσει τυχὸν ἐπαναλήψεως τῆς ἀπειλῆς. Εἶναι τόσον μεγάλο τὸ πρόβλημα αὐτό, ὥστε θὰ ἔπρεπε νὰ φθάσωμεν μέχρι τοῦ σημείου, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐπανάληψιν ἐτόνισα καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου δυστυχῶς δὲν εὗρον ἀνταπόκρισιν, νὰ παραιτηθῇ, ἐπὶ τέλους, εἰς ἔνδειξιν διαμαρτυρίας, κάποτε, κάποιος Ὑπουργός. Ἄν εἴχομεν μίαν, δύο παραιτήσεις εἰς ἔνδειξιν διαμαρτυρίας, διὰ τὴν μὴ χορήγησιν τῆς προσηκούσης βοηθείας, εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἂν τοῦτο ἐγένετο, ἴσως νὰ ἐκάμπτετο κἄπως ἡ ἀντίρρησις, καὶ ἴσως νὰ ἐγένετο ἀντιληπτόν, ὅτι μὲ τὰ ἰδικά μας μέσα εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀντεπεξέλθωμεν ἔναντι αὐτοῦ τοῦ τρομακτικοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον κατελύσαμεν διὰ τῶν ὅπλων, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταλύσωμεν διὰ τῆς εἰρηνικῆς ὁδοῦ, ἂν δὲν ἄρωμεν ὅλας τὰς δυσχερείας τὰς ὁποίας προκαλεῖ ἡ ἀσθενὴς οἰκονομικὴ κατάστασις τόσον μεγάλων λαϊκῶν τάξεων. Ἑπομένως καὶ ἐδῶ θὰ ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὐθύνεται, διότι δὲν ἐπελήφθη ἀνδρικώτερον τοῦ ζητήματος καὶ διότι δὲν εἴδομεν ἕνα Ὑπουργὸν παραιτούμενον εἰς ἔνδειξιν διαμαρτυρίας.
§18Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Ὑπουργ. Κοινων. Προνοίας). Ὀφείλω νὰ σᾶς ὁμολογήσω, ὅτι παρέστη ἀνάγκη νὰ ἀναστείλω τὸν ἐπαναπατρισμὸν, διότι ἀκριβῶς εἶχον τὴν πρόθεσιν νὰ ἐκθέσω τὴν κατάστασιν, μὲ τὸν σκοπὸν νὰ ἐπιτύχω τὰς ἀναγκαίας πιστώσεις. Γνωρίζετε δὲ πολὺ καλά, ὅτι ἂν δὲν ἐπετυγχάνετο διὰ τοῦ μέτρου αὐτοῦ, νὰ πείσωμεν τὴν ἀποστολὴν, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἀφίξεως τοῦ κ. Χόφμαν, ὅτι τὸ θέμα αὐτό, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναγνωρισθῇ ὡς θέμα ἀνασυγκροτήσεως καὶ συνεπῶς νὰ χρηματοδοτηθοῦν ἀπὸ τὰ κεφάλαια τῆς ἀνασυγκροτήσεως, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν, οὔτε αὐτὰς τὰς πιστώσεις. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν,—διότι ὑπάρχει ἡ ἐντύπωσις τὴν ὁποίαν ἀποκομίζουν οἱ κ.κ. βουλευταί, ἀπὸ τὰς ἀγορεύσεις τῶν συναδέλφων, ὅτι τὸ Κράτος δὲν κάνει τίποτα διὰ τὴν δυστυχίαν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν— πληροφορῶ τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ δαπάνη εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεβλήθη σήμερον τὸ Κράτος, προσεγγίζει τὸ 1½ τρισεκ. δραχμῶν. Ἐὰν ληφθῇ ὑπ’ ὄψει τὸ γεγονός, ὅτι ἡ Κοινωνικὴ Πολιτικὴ ἑνὸς Κράτους εἶναι πάντοτε ἀνάλογος πρὸς τὰ οἰκονομικὰ μέσα, θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι αὐτὸ ποὺ ἐγένετο διὰ τὴν περίθαλψιν καὶ ἀποκατάστασιν τῶν συμμοριοπλήκτων ὑπῆρξε τὸ MAXIMUM, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ κάμῃ ἡ Ἑλληνικὴ Οἰκονομία.
§19Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι τὴν θυσίαν τῆς Ἑλληνικῆς Οἰκονομίας καὶ τὴν ἐξάντλησιν ὅλων τῶν ὁρίων τῶν ἑλληνικῶν δυνατοτήτων.
§20Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Ὑπουργ. Κοινων. Προνοίας). Ἐγένετο προσπάθεια καὶ ἐζητήθη χρηματοδότησις ἀπὸ τὸ σχέδιον Μάρσαλ. Ἀλλὰ γνωρίζετε πολὺ καλλίτερον ἐμοῦ, διότι εἶσθε πεπειραμένος εἰς τὴν πολιτικὴν, ὅτι δὲν κάνει κανεὶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλει, ἀλλὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δύναται. Ἠμπορῶ νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι ἔκανα ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ διὰ νὰ ἔχωμεν πιστώσεις, ἀλλὰ δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ τὰς λάβωμεν. Τὸ γεγονὸς ὅτι κατεβλήθη τοιαύτη προσπάθεια προκύπτει ἐκ τοῦ ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς μας, ὁ ὁποῖος κατετέθη τὸν Μάϊον, ἐνεκρίθη μόλις τὸν Σεπτέμβριον, διὰ τὸ γεγονός, ὅτι ἠρνούμην νὰ δεχθῶ τὰς πιστώσεις αὐτάς. Σᾶς παρακαλῶ λοιπόν, ὅπως δεχθῆτε, ὅτι ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Κυβερνήσεως, ἐγένετο χρῆσις ὅλων τῶν μέσων, ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ γίνῃ ἔκτακτος χρηματοδότησις τοῦ θέματος.
§21Ε. ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπ. Ἀνοικοδ.). Ὀφείλω ἐν συνεχείᾳ νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὸ Σῶμα, ὅτι καὶ ἄλλοι Ὑπουργοὶ ὑπέβαλον παραίτησιν καὶ ἐγγράφως μάλιστα, διὰ νὰ συμπληρωθοῦν αἱ πιστώσεις διὰ τὴν στέγασιν καὶ περίθαλψιν τῶν ἐπαναπατριζομένων συμμοριοπλήκτων.
§22Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἀπὸ τὰς ἀνακοινώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Προνοίας, προκύπτει, ὅτι μετὰ τὴν στέγασιν ὡρισμένων συμμοριοπλήκτων εἰς ἐπισκευασθέντα κτίρια διὰ τοῦ Ὑπουργείου Ἀνοικοδομήσεως, καὶ πράγματι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἀνοικοδομήσεως εἰργάσθη προσηκόντως καὶ εἶναι ἀκούραστος καὶ εἰς μετακινήσεις ἀνὰ τὴν χώραν, εἶναι ἀκόμη 40.000 οἰκογένειαι, αἱ ὁποῖαι ἐστεγάσθησαν ἐκ τῶν ἐνόντων εἰς πρόχειρα στέγαστρα. Καταλαβαίνετε, ὅτι δι’ αὐτὰς τὰς τεσσαράκοντα χιλιάδας οἰκογενείας ἡ παρηγοριὰ δὲν θὰ εἶναι μεγάλη, ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα θὰ ἀκούσουν ὡς πληροφορίας τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν. Διότι ἀσφαλῶς κανεὶς δὲν καταλαβαίνει ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα καὶ θέλει κυρίως νὰ ἔχῃ στέγην, ἡ ὁποία νὰ μὴ εἶναι πρόχειρος.
§23Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Ὑπουργ. Κοινων. Προνοίας). Ὁ καθεὶς ἐξ αὐτῶν ἐκαλλιέργησεν ἐφέτος 10–15 στρέμματα, ἐνῷ μόλις ἀπὸ 6μήνου ἤρχισεν ὁ ἐπαναπατρισμός. Αὐτὴ εἶναι ἡ καλλιτέρα ἀπόδειξις, ὅτι ἐπέτυχεν ὁ ἐπαναπατρισμός. Ἡ καλλιεργηθεῖσα δὲ ἔκτασις ἔφθανε τὰ 1 ἑκατομμ. 300 χιλιάδες στρέμματα. Τοῦτο εἶναι μία σημαντικὴ πρόοδος.
§24Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι τὴν πρόοδον αὐτὴν, ἀλλ’ ἐξετάζω ποία εἶναι ἡ ψυχολογικὴ κατάστασις τοῦ συμμοριοπλήκτου, ὁ ὁποῖος κατεστράφη καὶ ἐπὶ ἔτη ἐταλαιπωρήθη καὶ ἠμείβετο ἀντὶ χιλίων δραχμῶν τὴν ἡμέραν, δηλ. ὀλιγώτερον ἀπὸ ὅσα θὰ ἐλάμβανεν ἐπαιτῶν, καὶ σήμερον ἔπειτα ἀπὸ τόσον καιρὸν πηγαίνει εἰς τὰ χωριὰ του καὶ στεγάζεται προχείρως. Ἑπομένως, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἱκανοποιήσαμεν τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς. Θὰ μένουν πάντοτε πληγωμένοι. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου καὶ τῶν συνεπειῶν του ἔπρεπε νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ξένων φίλων μας. Καὶ θὰ μοῦ εἴπητε μίαν ἀκόμη φοράν, «ὑπεβάλομεν παραίτησιν». Βεβαίως εἶναι καλαὶ αἱ ὑποβολαὶ παραιτήσεων, ἀλλὰ θὰ ἤθελον κἄποτε νὰ ἴδω πραγματοποιουμένην μίαν ἔστω παραίτησιν. (Χειροκροτήματα). Διότι ἡ πραγματοποίησις μιᾶς παραιτήσεως κάνει πολὺ μεγαλυτέραν ἐντύπωσιν, ἀπὸ τὴν ἀπειλὴν παραιτήσεως, ἡ ὁποία δύναται νὰ δημιουργήσῃ τὴν ἐντύπωσιν ἁπλῶς μπλόφας.
§25Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Ὑπουργ. Κοινων. Προνοίας). Κύριε συνάδελφε, θέλω νὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι ἐὰν ἐδημιουργεῖτο ἔστω καὶ κατὰ 1% ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἡ παραίτησις θὰ ἀπέδιδεν ἀποτέλεσμα, δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐδίσταζον. Εἶχον ὅμως τὸν φόβον, ὅτι παραιτούμενος, ἦτο δυνατὸν ἡ παραίτησίς μου νὰ ἀποβῇ εἰς βάρος τοῦ θέματος. Ἴσως αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγω εἶναι ἀπρεπές, ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει αὐταὶ αἱ σκέψεις μὲ ὡδήγησαν εἰς τὸ νὰ μὴ παραιτηθῶ.
§26Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὁπωσδήποτε αὐτὴ εἶναι ἡ σκληρὰ πραγματικότης, ὅτι μὲ τὰ ἴδια ἡμῶν μέσα, δὲν μποροῦμεν νὰ κάμωμεν ὅ,τι θέλομεν καὶ ὅτι ἡ παρεχομένη βοήθεια εἶναι ἀνεπαρκής. Θὰ πρέπει νὰ εὑρεθῇ κἄποια λύσις αὐτοῦ τοῦ ἀτέγκτου προβλήματος. Θὰ πρέπει ἑπομένως νὰ κάμωμεν τοὐλάχιστον μόνοι μας αὐτὴν τὴν προσπάθειαν, ἀφοῦ ἐκθέσωμεν εἰς τοὺς φίλους μας τὰς συνεπείας μιᾶς τοιαύτης ἀπεγνωσμένης προσπαθείας. Ἔχομεν βεβαίως τὴν ἐλπίδα τῆς ἀνασυγκροτήσεως. Ἐπὶ τοῦ σημείου τῆς ἀνασυγκροτήσεως θὰ ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ἐξάρω σημεῖά τινα, τὰ ὁποῖα ὅμως εἰς ἡμᾶς, ζῶντας εἰς εὐρύτερον περιβάλλον, περιέρχονται εὐκόλως εἰς γνῶσιν. Ἔχω βασίμους πληροφορίας, ὅτι ἕνα μέρος τῶν κεφαλαίων τῆς ἀνασυγκροτήσεως ἀπόλλυται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐκ παραγγελιῶν εἰς ἀνακριβεῖς τιμάς. Ὅτι δηλαδὴ οἱ κύκλοι, οἱ ὁποῖοι προμηθεύουν εἴδη διὰ τὴν ἀνασυγκρότησιν, ἐκδίδουν ἀνακριβῆ τιμολόγια καὶ ὅτι τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῆς ἀνακριβοῦς τιμῆς καὶ τῆς πραγματικῆς τιμῆς οἱ λαμβάνοντες τὴν πίστωσιν ἐκ τῆς ἀνασυγκροτήσεως τὴν χρησιμοποιοῦν διὰ καταθέσεις εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Εἶναι εὐρεῖα ἡ ὑπόνοια τῶν ἐδῶ οἰκονομικῶν κύκλων περὶ τοῦ πράγματος τούτου. Καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ νὰ προσέξουν ἰδιαιτέρως εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο καὶ νὰ ζητήσουν ἐντονωτέραν τὴν βοήθειαν τῶν φίλων ἐμπειρογνωμόνων εἰς τὸ νὰ γίνεται ἐπαρκὴς ὁ ἔλεγχος τῶν τιμολογίων, κατὰ τρόπον ὥστε νὰ μὴ χάσωμεν ἀπὸ τὴν πολύτιμον αὐτὴν βοήθειαν ἕνα σημαντικὸν ποσοστὸν συναλλάγματος διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ. Ὑποθέτω, κ. Πρόεδρε, ὅτι θὰ ἠκούσατε καὶ σεῖς παραδείγματά τινα ἀφορῶντα ὡρισμένας ἐπιχειρήσεις. Τὸ δεύτερον σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω, εἶναι τοῦτο. Εἶναι φυσικὸν μεταξὺ τῶν ἁρμοδίων διὰ τὴν χορήγησιν πιστώσεων ξένων ἐμπειρογνωμόνων, νὰ εὑρίσκωνται καὶ ἄνθρωποι ἔχοντες ὡρισμένα ἄμεσα ἢ ἔμμεσα συμφέροντα εἰς τὴν χώραν των, διότι ἄλλη μὲν ἡ πολιτικὴ τῶν Κυβερνήσεων, ἄλλη δὲ ἡ πολιτικὴ πολλάκις τῶν ἀτόμων. Καὶ γνωρίζουν, ἐπὶ παραδείγματι πόσον μεγάλος εἶναι ὁ συναγωνισμὸς εἰς βάρος τῆς Ἑλληνικῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, τὸν ὁποῖον ὑφίσταται αὕτη εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἐὰν τοῦτο ἔχετε ὑπ’ ὄψιν θὰ ἀντιληφθῆτε ἴσως καὶ πολλὰς τούτων ἀντιδράσεις κατὰ τὴν χορήγησιν πιστώσεων ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνασυγκρότησιν, ἰδίως τοῦ ὑπογείου πλούτου. Ἐκεῖνο, ἰδίως τὸ σημεῖον, κύριοι, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προσέξετε, εἶναι τοῦτο. Ἐλπίζω, ὅτι ὑπάρχει χρυσός, ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν καὶ πλείστας ἐνδείξεις, ὅτι ὑπάρχει καὶ πετρέλαιον ἐν τῇ χώρᾳ. Θὰ πρέπει αὐταὶ αἱ δύο κατηγορίαι ἐπιχειρήσεων κατὰ τρόπον προνομιακὸν νὰ χρηματοδοτηθοῦν, διότι ἐὰν ἀποκτήσωμεν πετρέλαιον καὶ χρυσὸν ἐν Ἑλλάδι, τότε μεταβάλλονται ἄρδην αἱ προϋποθέσεις τῆς Ἑλληνικῆς οἰκονομικῆς ζωῆς καὶ θὰ πρέπει νὰ ἐρευνήσετε περισσότερον τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον χορηγοῦνται αἱ πιστώσεις εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, διὰ νὰ εἴδητε μήπως τυχὸν ὑπάρχει ἑκουσία ἢ μὴ ἀντίδρασις ὡρισμένων παραγόντων κατὰ τῆς ἀναπτύξεως αὐτῶν τῶν δύο κλάδων. Κατέθεσα σχετικὴν αἴτησιν καταθέσεως ἐγγράφων ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ προσέξῃ ἡ Κυβέρνησις, τὶ ἐννοῶ ταῦτα γράφων διὰ μέσου τῶν γραμμῶν. Δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ περισσότερον ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ διὰ λόγους εὐλόγους. Καὶ τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ τελευταῖον κεφάλαιον, εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς. Ἐδῶ, κύριοι, εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς εἰκόνος διὰ τὴν ὁποίαν, δυστυχῶς, δὲν ἔχω νὰ σημειώσω, ὄχι μόνον οὐδεμίαν ἐπιτυχίαν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἔχω νὰ σημειώσω ριζικὴν χειροτέρευσιν τῆς καταστάσεως. Ἐν πρώτοις παρὰ τὰς διαμαρτυρίας, αἱ ὁποῖαι ἠκούσθησαν ἐν τῷ Σώματι ἐναντίον τῶν ἐκδόσεων ἀναγκαστικῶν νόμων, ἡ Κυβέρνησις ἐξηκολούθησε τὴν ἀσέβειαν αὐτὴν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Δὲν θὰ πρέπει νὰ λησμονῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τώρα, ὅσον περισσότερον ἐγγίζομεν πρὸς τὸ τέρμα τῶν ἐργασιῶν μας τόσον μεγαλύτεροι ἐμφανίζονται οἱ κίνδυνοι ἐκτροπῆς ἐκ τοῦ Πολιτεύματος καὶ ὅτι οἱ κίνδυνοι τοῦ φασισμοῦ, εἴτε τοῦ ἑνός, εἴτε τοῦ ἄλλου χρώματος, εἶναι ἄμεσοι καὶ ἐπικείμενοι. Ἑπομένως, ἡ ἔλλειψις σεβασμοῦ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα καὶ τοὺς κοινοβουλευτικοὺς θεσμούς, παρέχει ἐπιχειρήματα εἰς τοὺς ἐχθροὺς τῆς Δημοκρατίας, ὅπως εἰς ἐνδεχομένην στιγμὴν τὴν ἀνατρέψουν. Μὴ ὑποτιμήσητε, κύριοι Ὑπουργοί, τὴν ἔννοιαν αὐτῆς τῆς ὑπομνήσεως, διότι ἡ καταρράκωσις τοῦ Κοινοβουλίου εἶναι ἐπικίνδυνος διὰ τοὺς Κοινοβουλευτικοὺς θεσμοὺς τῆς χώρας. Εἰς ἐποχὰς μάλιστα κατὰ τὰς ὁποίας ἡ χώρα ἡμῶν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἐξωτερικῆς βοηθείας, μία ἐλαφρὰ παρέκκλισις ἀπὸ τῶν θεσμῶν αὐτῶν, θὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ καταστρεπτικὰ ἀποτελέσματα, διότι ἐνδεχομένως θὰ ἐστερούμεθα καὶ τῆς βοηθείας αὐτῆς. Ὁ κίνδυνος λοιπὸν εἶναι ἄμεσος καὶ ἐπικείμενος καὶ δι’ αὐτὸ τοὐλάχιστον κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον ἀπομένει, πρέπει νὰ ἐγκαταλείψετε τὰς κακὰς συνηθείας τοῦ προσφάτου παρελθόντος καὶ νὰ τερματίσετε αὐτὴν τὴν ἀνωμαλίαν τοῦ καθεστῶτος τῶν ἀναγκαστικῶν νόμων. Δὲν εἶναι μόνον αὐτό, ἀλλὰ ὅταν συνεζητεῖτο τὸ σχέδιον ψηφίσματος περὶ κυρώσεως ὁμαδικῶς τῶν Α. Ν., ἐνθυμεῖσθε ποία λαῖλαψ ἐξέσπασεν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ὄχι μόνον ἀπὸ μέρους ἡμῶν τῶν ἀντιπολιτευομένων, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ μέρους Κυβερνητικῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἠσθάνθησαν θιγομένην τὴν βουλευτικὴν καὶ ἀτομικὴν τῶν ἀξιοπρέπειαν καὶ εὑρέθη μετὰ πολλὰς ἀμφιταλαντεύσεις μία λύσις διὰ τοῦ περιωνύμου ἐκείνου ψηφίσματος, διὰ τῆς ὁποίας κατέστη δυνατόν, ὅπως ἕκαστος βουλευτὴς ὑποβάλλῃ τροποποιήσεις ἢ προτάσεις περὶ ἀκυρώσεως διαφόρων ἀνωμάλων ἀναγκαστικῶν νομοθετημάτων. Ἐνόμισα, ὅτι ἡ ὑπόσχεσις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ περιεχομένη ἐν τῷ ψηφίσματι τούτῳ, ἦτο σοβαρὰ καὶ ἔσπευσα νὰ καταθέσω ἀμέσως μίαν σειρὰν προτάσεων, περὶ ἀκυρώσεως ὡρισμένων ἀνωμάλων τοιούτων νόμων. Καὶ ἤρχισα ἀπὸ δύο νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα, νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀκυρωθοῦν καὶ τὸ κυριώτερον ἐξ αὐτῶν ἦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὅταν τὸ ἀνέφερον εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἠκούσθησαν ἀπὸ ὅλας τὰς πλευρὰς τῆς αἰθούσης αἱ λέξεις «αἶσχος, αἶσχος». Ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς Α. Ν. διὰ τοῦ ὁποίου δι’ «αὐθεντικῆς ἑρμηνείας» ἀναδρομικῶς ἀπηλλάσσοντο τῆς συνεπεία τοκογλυφίας διώξεως ὡρισμένοι τραπεζιτικοὶ ὀργανισμοί. Ἐζήτησα τὴν ἀκύρωσιν αὐτοῦ τοῦ Α. Ν. καὶ παραδόξως ἡ Κυβέρνησις, μολονότι εἰδοποιήθη ὑπ’ ἐμοῦ δι’ ἐπιστολῆς μου πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον αὐτῆς, δι’ ἧς ἀνεκοίνουν εἰς αὐτὸν ἀντίγραφον ἐπιστολῆς μου πρὸς τὸν τότε Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, παρεβίασε σαφῶς καὶ κατ’ εὐθεῖαν τὴν διάταξιν τοῦ ψηφίσματος τὴν σχετικὴν μὲ τὸ δικαίωμα αὐτοῦ τοῦ βουλευτοῦ. Ἡ πρότασίς μου, δὲν ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, δὲν ἐξετυπώθη, δὲν ὡρίσθη εἰσηγητὴς ἐπ’ αὐτῆς, ἀλλὰ εἰδοποιήθη ὑπὸ τοῦ τότε Προέδρου, ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς διὰ νὰ εἰσηγηθῇ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως αὐτοῦ τοῦ νομοθετήματος καί, οὐχὶ πρὸς δόξαν τῆς Ἐπιτροπῆς, ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι παρὰ τὸ «αἶσχος—αἶσχος» ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐψηφίσθη παμψηφεὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιρρήσεως, οὐδὲ ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κόπτονται, ὅτι τάχα ὑπεραμύνονται τῶν λαϊκῶν συμφερόντων καὶ καυτηριάζουν τὴν τοκογλυφίαν. Ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς Α. Ν. ἀφορῶντος τὸ Ὑπουργεῖον Συντονισμοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ὑπὸ μορφὴν ἑρμηνείας τῶν περὶ τόκου καὶ προμηθείας διατάξεων, ἐφαίνετο ὑπὸ ἀπατηλὴν μορφὴν καὶ τίτλον καταργουμένη ἡ προμήθεια ἀπὸ ὡρισμένου χρόνου, ἐν ᾧ πράγματι, ἐπεδιώκετο νὰ θεωρηθοῦν μὴ ἔνοχοι ἀναδρομικῶς, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπὸ τὸ κράτος τῆς προηγουμένης νομοθεσίας διέπραξαν τοκογλυφίαν, εἰσπράττοντες ἀθέμιτον προμήθειαν. Τὸν νόμον αὐτὸν τὸν κατηγγείλαμεν καὶ εἰσήχθη οὐχὶ εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἐκυρώθη ἀσυζητητὶ ὡς ἁπλοῦν τυπικὸν νομοθέτημα. Ἀπέστειλα ὡς εἶπον, ἐπιστολὴν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, οὐδεμίαν ὅμως ἀπάντησιν ἔλαβον.
§27Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐξεδόθη ἀναγκ. νόμος, ὁ 1233, διὰ τοῦ ὁποίου νομιμοποιοῦνται αἱ δαπάναι ἑνὸς ἱδρύματος καὶ συγκεκριμένως τοῦ ἱδρύματος ραδιοφωνίας, διὰ τὰς πράξεις τοῦ ὁποίου οἱ οἰκονομικοὶ ἐπιθεωρηταί, Κουλεϊμάνης καὶ Ξύδης ἀπεφάνθησαν, ὅτι ἀποτελοῦν ἐγκληματικὴν διασπάθισιν τοῦ Δημοσίου χρήματος ἐν συνδυασμῷ μὲ ἀπάτας, πλαστογραφίας, ἀντιποιήσεις ἀρχῆς καὶ πολλὰς ἄλλας παραβάσεις τοῦ ποινικοῦ νόμου καὶ τοῦ λογιστικοῦ τοιούτου:
§28Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἀποτελεῖ καὶ τοῦτο μίαν ἀπόδειξιν τῶν ὅσων λέγω. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς συνεχίσεως τῶν ἀναγκαστικῶν νόμων, παρεβίασε καὶ τὰς διατάξεις τῶν ψηφισμάτων ΞΖʹ καὶ ΞΗʹ καὶ τὰς δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος, ἐρωτηθεὶς ὑπὸ συναδέλφου δεχθέντος νὰ ὑπερψηφίσῃ τῆς Κυβερνήσεως, ἐδήλωσε δὶς ἐν τῇ αὐτῇ συνεδριάσει, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ἔκδοσις ἀναγκαστικῶν νόμων. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν ἀναγκαστικῶν αὐτῶν νόμων, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐξάρω δύο, οἱ ὁποῖοι βεβαίως, λόγῳ τοῦ περιεχομένου αὐτῶν, δικαιολογοῦν ἴσως τὴν ἔκδοσίν των, διότι ἐπὶ τούτου δὲν θέλομεν νὰ εἴμεθα στενοὶ εἰς τὰς κρίσεις μας. Ὁ πρῶτος νόμος ἀφορᾷ τοὺς ἀναπήρους. Ἡ Κυβέρνησις ἐξέδωκε τὸ νομοθέτημα αὐτὸ διὰ νὰ κατοχυρώσῃ ἔστω καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπώλεσαν καὶ ἐθυσίασαν μέλη τοῦ σώματός των πρὸς σωτηρίαν τῆς Πατρίδος. Ὁ δεύτερος εἶναι ὁ ὑπαλληλικὸς κῶδιξ. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ λυποῦμαι, διότι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὰς δηλώσεις αὐτοῦ, δὲν ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ περιλάβῃ, οὔτε μίαν φράσιν ἀναγνωρίζουσαν τὸ ἔργον τῶν δύο Ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι εἰργάσθησαν ἐντόνως διὰ νὰ δώσουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν εὐτυχίαν νὰ ἐκδώσῃ τὸν ὑπαλληλικὸν κώδικα. Τὸ ἔργον αὐτὸ ἤρχισεν ἀπὸ τὸ 1920 ἢ μᾶλλον 1919 ἐπὶ Κυβερνήσεως Βενιζέλου καὶ ἐπερατώθη μετὰ 30 ὁλόκληρα ἔτη.
§29Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερν.). Εἶμαι εὐτυχής, διότι ἠμπορῶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ διορθώσω τὴν παράλειψιν τὴν ὁποίαν ἔκαμον, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ ἐργασία ἡ ὁποία ἔγινε ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία κατήρτισε τὸν ὑπαλληλικὸν κώδικα, ὑπῆρξεν ἐργασία κολοσσιαία. Ὅποιος ἔχει ἀσχοληθῇ μὲ αὐτὰ τὰ ζητήματα τὰ πολύπλοκα καὶ πολυσύνθετα, ὅπου ἄγεται πολλάκις εἰς ἀδιέξοδον, γνωρίζει ποία ἐγκεφαλικὴ οὐσία ἔπρεπε νὰ καταβληθῇ διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα εἰς τὸ ὁποῖον ἐφθάσαμεν.
§30Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι κουκουέδικος καὶ ἀντικοινοβουλευτικὸς θεσμός. Εἶναι τραγελαφικὰ κατασκευάσματα.
§31Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερν.). Ἐγὼ ἐπιμένω, ὅτι ὁ ὑπαλληλικὸς κῶδιξ εἶναι θεσμός, ὁ ὁποῖος ἐξασφαλίζει εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον θὰ εἶναι κατωχυρωμένοι ἀπέναντι πάσης ἐπιρροῆς καὶ ἐπεμβάσεως ἐπὶ τῶν ζητημάτων. Αὐτὴ εἶναι ἡ πίστις μου. Καὶ εἶναι ἡ πίστις μου, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐπὶ 40 ἔτη, διότι ἔλαβον μέρος εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ πρώτου νόμου περὶ προσόντων Δημοσίων Ὑπαλλήλων. Ἐνθυμοῦμαι δέ, ὅτι ἀπὸ τότε εἶχον ἀντιθέτους γνώμας μὲ τὸν κ. Κουλουμβάκην. Εἶμαι εὐτυχής, διότι μοῦ δίδεται ἡ εὐκαιρία μὲ τὴν διακοπήν σας νὰ σᾶς ἐκφράσω τὰς εὐχαριστίας μου διὰ τὸ γενόμενον ἔργον.
§32Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφ. Οἰκισμοῦ). Ὡς ἁρμόδιος Ὑπουργός, ὅταν ἀνεκοινώθη ἡ κατάρτισις κώδικος, ἔλαβον τὴν εὐκαιρίαν νὰ τονίσω τὴν ὅλως ἰδιαιτέραν καὶ ἐξαιρετικὴν συμβολὴν εἰς τὸ ἔργον αὐτὸ καὶ τῆς πρώτης ὑπαλληλικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἰδιαιτέρως τῆς διακομματικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Βαμβέτσου, ἔφερεν εἰς πέρας τὸ τεράστιον αὐτὸ ἔργον. Μὲ τὴν ἰδιότητά μου, ὡς ἁρμόδιος Ὑπουργός, τονίζω, ὅτι ἐξέφραζον ἐν τούτοις καὶ τὴν γνώμην ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως.
§33Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερν.). Ἡ ἐργασία ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὴν διακομματικὴν ἐπιτροπήν, δεικνύει πόσον γόνιμα ἀποτελέσματα δύνανται νὰ ἐπιτελέσουν αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαί.
§34Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Χαίρω, διότι ἔστω καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων ἀναγνωρίζεται τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Κώδικος καὶ τῆς 1ης καὶ τῆς 2ας καὶ εἶμαι εὐτυχής, διότι ἐργασθεὶς ἐκ τῶν πρώτων ἐν ἔτει 1921 εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ σχεδίου ὑπαλληλικοῦ κώδικος συνέπεσε νὰ προεδρεύσω τῆς καταρτισάσης τὸν ὁριστικὸν κώδικα ἐπιτροπῆς μέχρι τῆς τελευταίας διατυπώσεως αὐτοῦ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι τὸ ἔργον τοῦ ὑπαλληλικοῦ κώδικος θὰ εἶναι χωλὸν ἐὰν δὲν συνοδευθῇ καὶ ἀπὸ μερικὰς συνταγματικὰς μεταρρυθμίσεις. Ὁ κῶδιξ βασίζεται ἐπὶ τοῦ θεσμοῦ τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν. Τὸ Συμβούλιον αὐτὸ πρέπει νὰ κατοχυρωθῇ διὰ Συνταγματικῆς ἰσοβιότητος διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν πρόσωπα κατάλληλα, τὰ ὁποῖα νὰ δεχθοῦν νὰ καταλάβουν τὴν θέσιν μελῶν τοῦ Συμβουλίου καὶ διὰ νὰ προσδώσῃ εἰς αὐτὸ τὸ ἀναγκαῖον κῦρος. Ἐπίσης μία ἑτέρα διάταξις Συνταγματική, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος νὰ προστεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα εἶναι, ὅτι θὰ ἰσχύῃ καὶ ἐπὶ τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος ὅ,τι ἰσχύει καὶ ἐπὶ τῶν συνταξιοδοτικῶν νόμων δηλαδή, ὅτι δὲν θὰ τροποποιῆται διὰ τῶν παραθύρων διατάξεων διαφόρων νόμων, ἀλλὰ δι’ εἰδικοῦ νόμου καὶ μετὰ γνώμην τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν, ὅπως γίνεται διὰ τοὺς νόμους περὶ συντάξεων μετὰ γνώμην τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἐξ ἄλλου λυποῦμαι, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐνόθευσε τὸν Κώδικα διὰ τῶν τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας ὑπὸ μορφὴν κωδικέλλων ἐπέφερεν εἰς αὐτὸν καὶ ἀκόμη διότι, μὴ μελετήσασα αὐτὸν ἐπισταμένως, ἐδέχθη ἐπιπολαίως νὰ μὴ τὸν ἐφαρμόσῃ ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων νομικῶν προσώπων δημοσίου δικαίου, ἐνῷ ὁ κῶδιξ παρέχει τὴν δυνατότητα παρεκκλίσεων ὅπου τοιαῦται ἐπιβάλλονται. Ἕν ἄλλον νομοθέτημα τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη ὑπὸ μορφὴν ἀναγκαστικοῦ νόμου δύο ἡμέρας πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς εἶναι τὸ περὶ ρυθμίσεως τῶν ἐπὶ κατοχῆς ἀγοραπωλησιῶν. Τὸν ἀναγκαστικὸν αὐτὸν νόμον θεωρῶ ἀντισυνταγματικὸν καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ τὸν θεωρήσῃ ἄκυρον ἄνευ δισταγμοῦ, ἀλλὰ ἐλπίζω, ὅτι καὶ τὰ τακτικὰ δικαστήρια, αὐτὴν τὴν φοράν, δὲν θὰ φανοῦν τόσον συγκαταβατικὰ ἔναντι τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν θὰ ἐγκρίνουν τὴν παρέκκλισιν αὐτὴν ἐκ τοῦ Συντάγματος. Τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ἰδιοκτησίαν τὴν κτηθεῖσαν διὰ μεταγραφῆς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λυθῇ ὡς ἐλύθη διὰ τῆς ἐκδόσεως ἁπλοῦ νόμου καὶ δὴ ἀναγκαστικοῦ. Ἐλέχθη, ὅτι ὁ νόμος ἐξεδόθη κατ’ ἐξουσιοδότησιν τῆς συντακτικῆς πράξεως 114. Αὐτὸ εἶναι ἐπιχείρημα ἀπολύτως ἀνεπιτυχές, διότι ἡ Συντακτικὴ πρᾶξις 114 ἐξεδόθη δύο ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ ἦτο ἀπὸ τῆς γεννέσεώς της ἄκυρος. Τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ἄλλωστε ἠκύρωσεν ἐσχάτως μὲ αὐτὴν τὴν δικαιολογίαν τὴν ὑπ’ ἀριθ. 113 Συντακτικὴν πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἦτο πολὺ ὀλιγώτερον σημαντικοῦ περιεχομένου καὶ εὐηργέτει παλαιοὺς πολεμιστὰς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἑπομένως, τὴν αὐτὴν γνώμην θὰ ἐξέφραζεν ἡ ὁλομέλεια κατὰ μείζονα, μάλιστα, λόγον διὰ τὴν Συντακτικὴν πρᾶξιν 114. Καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία εἶχε τὴν εὐχέρειαν νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, παρὰ τὰς πολλαπλᾶς περὶ τούτου ὑποσχέσεις, τὴν τελευταίαν στιγμὴν τὸ ἔφερε ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ τὸ ἔφερεν ὡς σχέδιον ψηφίσματος καὶ ὄχι ὡς νόμον. Ἐν τούτοις μετὰ μακρὰν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, τελικῶς ἡ Κυβέρνησις μόλις 2 ἡμέρας πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς τὸ περιέβαλε μὲ τὴν μορφὴν τοῦ ἀναγκαστικοῦ νόμου. Πρόκειται περὶ νομοθετήματος ἀπολύτως ἀντισυνταγματικοῦ τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ ἕνα νέον ἀδιέξοδον, ὡς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶχε δημιουργήσει ἡ 114 Συντακτικὴ πρᾶξις. Ἐλπίζω δέ, ὅτι τὰ τακτικὰ δικαστήρια θὰ θεωρήσουν τὸν νόμον αὐτὸν ἄκυρον, διότι αὐτὴν τὴν φορὰν ὑπάρχουν πλέον ρηταὶ καὶ σαφεῖς διατάξεις ηὐξημένης τυπικῆς ἰσχύος, δηλαδὴ τὸ κείμενον τοῦ ψηφίσματος ΞΖʹ καὶ τοῦ ψηφίσματος ΞΗʹ, τὰ ὁποῖα συνδυαζόμενα ἀπαγορεύουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἔκδοσιν ἀναγκαστικῶν νόμων. Τὰ τακτικὰ δικαστήρια θὰ εἶναι ὑποχρεωμένα νὰ θεωρήσουν τὸν νόμον ὡς ἀντισυνταγματικὸν καὶ ὡς ἄκυρον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐταὶ αἱ παραβάσεις τῆς Κυβερνήσεως.
§35Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἀπόψεών σας ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἠμπορῶ νὰ τὰς συμμερισθῶ. Βεβαίως ἀνεφέρατε, ὅτι ἐκυρώθη ἡ Συντακτικὴ πρᾶξις 113. Ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε ἐξ ἄλλου, ὅτι ἡ ἀμέσως ἑπομένη Συντακτικὴ πρᾶξις 114, παρήγαγε τὰ ἔννομα ἀποτελέσματά της, καὶ δὴ ἐπαχθεστέρας μορφῆς ἐπὶ συναπτὰ ἔτη ἐπὶ τῶν συναλλαγῶν καὶ οὐδέποτε δικαστήρια ἑλληνικὰ ἠμφισβήτησαν τινὰ τῶν συνεπειῶν τούτων, ἢ τὴν συνταγματικότητά της. Νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι τυχαῖον καὶ ἄμοιρον κἄποιων συνεπειῶν. Ἐπὶ πλέον διανύομεν ἀπὸ τετραετίας σχεδὸν περίοδον συντακτικῆς αὐτόχρημα συνελεύσεως καὶ οὐδέποτε ἤχθη ἐνώπιον αὐτῆς πρότασις τοιαύτη περὶ χαρακτηρισμῶν τῆς πράξεως αὐτῆς ὡς ἀντισυνταγματικῆς. Καὶ βεβαίως ἀναφαίρετον δικαίωμα τῆς Βουλῆς ἦτο νὰ καταργήσῃ τὴν Συντακτικὴν Πρᾶξιν διὰ μιᾶς ἁπλῆς διατάξεως. Ἀντιθέτως τρεῖς διαδοχικαὶ προσπάθειαι ἐγένοντο ὅπως τὰ δι’ αὐτῆς ἐκδοθησόμενα περιβληθοῦν τὴν ἰσχὺν καὶ τὸ κῦρος νομοθετικῆς πράξεως συγκεκριμένης, ὅπως αἱ διατάξεις τῆς 114 Συντακτικῆς Πράξεως. Καὶ ἐὰν αἱ προγενέστεραι προσπάθειαι δὲν ἔφθασαν μέχρι συγκεκριμένου σημείου, ἐγὼ ἐνόμισα καθῆκον νὰ μὴ ὀρρωδήσω πρὸ τοῦ δυσχεροῦς ἔργου καὶ νὰ καταβάλω κάθε ἀνθρωπίνην προσπάθειαν μὲ τὰς ἀσθενεῖς μου δυνάμεις, ὅπως ἐπιτελέσω τὸ καθῆκον μου αὐτό. Καὶ θὰ ἐνθυμῆται ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι μετὰ ἐνδελεχῆ μελέτην τόσων πολυπλόκων καὶ ὀξέων προβλημάτων καὶ μετὰ πάροδον ὀλίγων μηνῶν ἔφερα ἐδῶ τὴν 2 Νοεμβρίου 1948 ἕνα σχέδιον ψηφίσματος τὸ ὁποῖον κατέθεσα καὶ ἑπομένως, παρέδωκα εἰς τὴν ἁρμοδιότητα καὶ τὴν εὐθύνην τοῦ ἁρμοδίου Σώματος. Ποία ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν ἐὰν ἔκτοτε ἔμεινε ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα καὶ ἔκθετον πρὸς κύρωσιν ἀπὸ τὸ ὑπεύθυνον Σῶμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξουσιάζῃ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; Τί σημαίνει αὐτό; Σεβασμὸν πρὸς τὴν κυριαρχίαν τοῦ Σώματος. Καὶ ἐφθάσαμεν κατόπιν εἰς τὴν περίοδον τῶν προσφάτων διακοπῶν κατὰ τὰς ὁποίας ἐλειτούργει Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως. Ἀλλ’ ἀναμετρῶν καὶ τὰς πρακτικὰς συνεπείας τῆς παρόδου τοῦ χρόνου καὶ τῶν ἐξελισσομένων γεγονότων εἶδα σαφῶς, ὅτι μετὰ τὴν ἐπάνοδον τοῦ Σώματος εἰς τὰ ἔργα του τὴν 1ην Δεκεμβρίου θὰ ἦτο ἀδύνατον πλέον τὸ ψήφισμα αὐτὸ νὰ περιβληθῇ τὸ κῦρος τῆς καθολικῆς ἐπεξεργασίας ἀπὸ τὸ σύνολον τοῦ Σώματος, διότι θὰ ἀπέμενε πρὸς τελικὴν ἔγκρισιν καὶ τὸ Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος. Κατὰ ταῦτα ἐνόμισα, ὅτι θὰ πρέπει νὰ μετέλθω τὴν μόνην ὁδὸν ποὺ ἀπέμενε τῆς ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως ἐπιψηφίσεώς του. Καὶ ἐκεῖ, κ. συνάδελφοι, ἀπὸ τῆς πρώτης ἑβδομάδος μέχρι τῆς τελευταίας τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, μὲ πᾶσαν εὐσυνειδησίαν καὶ ἐπιμέλειαν προσεπάθησα νὰ ἐπιταχύνω τὴν τελικὴν ἔγκρισιν. Καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἐπεξειργάσθη καταλεπτῶς τὰς κυριωτάτας διατάξεις τοῦ νομοθετήματος, ἀφοῦ τὸ ἐψήφισε κατ’ ἀρχὴν δι’ ὀγκώδους πλειοψηφίας καὶ ὡς εἶχε πράξει ἡ προγουμένη Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος. Καὶ ὅταν εἶδον σαφῶς πλέον, ὅτι δὲν μᾶς ἀπέμεινε ἀρκετὸς χρόνος διὰ τὴν ἐξ ὑπαρχῆς συζήτησιν, τότε καὶ μόνον τότε εἰσηγήθην τὴν περιβολὴν τοῦ νομοθετήματος διὰ τοῦ κύρους τοῦ ἀναγκαστικοῦ νόμου. Καὶ ἡ ἔκδοσις, ἀγαπητὲ κ. συνάδελφε, χρονολογεῖται ὄντως, ἀπὸ ἀπόψεως κυκλοφορίας τοῦ σχετικοῦ φύλλου, εἰς τὸν χρόνον ποὺ κατωνομάσατε, δηλαδὴ μόλις ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἐπανόδου τοῦ Σώματος εἰς τὰ ἐν ὁλομελείᾳ ἔργα του. Τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ἀνεμένετο ἡ ἀπάντησις ἐξ Ἀμερικῆς τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ ἑτέρου τῶν Κομμάτων τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, τοῦ διαθέτοντος, ὡς γνωστόν, τὴν μεγαλυτέραν δύναμιν εἰς τὴν Βουλήν.
§36Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ τὴν Βουλὴν ποῖος τὴν ἐρωτᾶ; (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν θεωρείων).
§37Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι ἀνεκτὸν αὐτό. Νὰ ἐκκενωθοῦν τὰ θεωρεῖα. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Ὑπ’ αὐτὰς τὰς συνθήκας ἐξεδόθη ὁ νόμος καὶ κατὰ ταῦτα οὔτε πιστεύω, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικός, διότι εἶναι ἁπλοῦς νόμος, εἰς ἐκτέλεσιν Συντακτικῆς Πράξεως παραπεμπούσης εἰς νόμον, οὔτε πρόκειται περὶ πολιτικῆς παραβιάσεως τοῦ ὀφειλομένου σεβασμοῦ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν.
§38Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Θεωρῶ πρῶτον, ἀπολύτως ἀνεπαρκεῖς τὰς ἀνακοινώσεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Ὑποθέτω, ὅτι παρεῖδεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἓν σπουδαῖον γεγονός, ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος κατέθεσεν εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν ψηφίσματος. Ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐνόμιζεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα δι’ ἁπλοῦ νόμου θὰ κατέθετεν ἁπλῶς πρότασιν νόμου. Ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον καὶ αὐτὸς καὶ οἱ προκάτοχοί του κατέθεσαν πρότασιν ψηφίσματος, αἱ προτάσεις δὲ αὗται παρεπέμφθησαν οὐχὶ εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπήν, ἀλλὰ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, διὰ τούτου καὶ μόνον καταδηλοῦται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα διὰ κοινοῦ νόμου. Τὸ ὅτι ἡ Δʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ δὲν ἠκύρωσε ρητῶς Συντακτικὴν πρᾶξιν οὖσαν ἄκυρον δὲν εἶναι βέβαια σοβαρόν, διότι ἡ ἀκυρότης ὑφίσταται καὶ ὅταν δὲν ἀπαγγέλλεται ρητῶς· μόνον διὰ τὸν ἄκυρον γάμον ὑπάρχει ἐξαίρεσις. Ἑπομένως, ἅπαντα ὅσα εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι ἄνευ νομικῆς σημασίας, παραμένει δὲ πάντοτε ἡ ἠθικὴ ἀνωμαλία, ὅτι νομοθέτημα τοιαύτης σπουδαιότητος ἐξεδόθη μόλις δύο ἡμέρας πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς. Ἕν περαιτέρω σημεῖον, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ τονίσω ἀπὸ ἐσωτερικῆς ἀπόψεως, εἶναι, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ ἐπῆλθε μία πλήρης ἐξάρθρωσις ὑπηρεσιῶν ὡρισμένων κλάδων. Θεωρῶ ὡς μέγιστον ἀτύχημα διὰ τὴν ἑλληνικὴν δημοσίαν ζωήν, ὅτι ἐπεκυρώθη δι’ ἀναγκαστικοῦ νόμου ἐπίσης ἡ διάλυσις τῆς Τριατατικῆς Ὑπηρεσίας. Θεωρῶ, ὅτι τοῦτο εἶναι ἓν ἐκ τῶν μεγάλων σφαλμάτων, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα διεπράχθησαν κατὰ τὸ διαρρεῦσαν τετράμηνον χρονικὸν διάστημα, ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, τὸ νὰ χωρισθῇ δηλαδὴ ἡ τηλεφωνικὴ καὶ τηλεγραφικὴ ὑπηρεσία ἀπὸ τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν, νὰ ἀφεθῇ δηλαδὴ αὕτη μόνη εἰς βάρος τοῦ Κράτους καὶ αἱ ἄλλαι δύο ὑπηρεσίαι νὰ ἀποτελέσουν ἕνα ἰδιωτικὸν Ὀργανισμόν, Νομικοῦ Προσώπου Ἰδιωτικοῦ Δικαίου. Καὶ ἐξέθεσα, τότε, κ. βουλευταί, τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον τοῦτο ἐπεδιώκετο, διότι ἐπιδιώκεται ἡ διαχείρισις τῶν πόρων τοῦ ἰδιωτικοῦ αὐτοῦ Ὀργανισμοῦ νὰ γίνεται, ἄνευ τοῦ ἀναγκαίου Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου καὶ ἰδίως διὰ νὰ κυρωθῇ ἡ ἤδη πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἀναγκαστικοῦ νόμου συνομολογηθεῖσα καὶ ὑπογραφεῖσα ἀνήθικος Σύμβασις, διὰ τῆς ὁποίας ὡρισμέναι ὑπηρεσίαι καὶ προμήθειαι ἀνετίθεντο, ἄνευ δημοσίου διαγωνισμοῦ, εἰς μίαν ἀλλοδαπὴν ἑταιρείαν, προστατευομένην τῶν ἀσκησάντων πίεσιν ἢ ἐκβίασιν πρὸς ἔκδοσιν τοῦ νόμου. Τοῦτο ἀποτελεῖ μεγίστην ἠθικὴν καὶ νομικὴν ἀνωμαλίαν. Ἐπίσης εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τονίσω, ὅτι ἐξακολουθεῖ ἡ ἀτυχεστάτη διαχείρισις τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου, ἐν τῷ Ὑπουργείῳ Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Ἤλπιζον, ὅτι κατὰ τὰ πρῶτα βήματα αὐτοῦ ἀποπειραθεὶς νὰ γίνῃ πράγματι ὑπουργός, ὁ σημερινὸς ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, θὰ τὸ κατώρθωνε τελικῶς, ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ αὐτός, ὅπως καὶ οἱ προκάτοχοι αὐτοῦ, ἐναυάγησεν εἰς αὐτήν του τὴν ἀπόπειραν καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένῃ μὴ ὢν ὑπουργός, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαχείρισιν τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου, διεξαγομένην ἀπὸ οὐσιαστικῶς ἀνεύθυνα πρόσωπα. Εἶχον κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας ἀτυχῶς τὴν εὐκαιρίαν, νὰ παρακολουθήσω τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον διεξάγεται αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία καὶ ἀπεκόμισα θλιβερωτάτην ἐντύπωσιν, χωρὶς νὰ θέλω νὰ λησμονήσω τὰς ἐντόνους διαμαρτυρίας, αἱ ὁποῖαι ἠκούσθησαν ἐν Θεσσαλονίκῃ, ὅπου συνῆλθε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἓν Πανελλαδικὸν Συνέδριον τῶν ἐμπόρων καὶ ἰδίως τῶν ἐξαγωγέων. Ἡ κατάστασις αὕτη πρέπει νὰ τερματισθῇ τὸ ταχύτερον. Ὅταν συνεζητεῖτο σχετικὸν πρὸς τὴν βοήθειαν νομοθέτημα, εἶχον ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ μοῦ ὑπεσχέθη τότε ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι θὰ κατέβαλε πᾶσαν προσπάθειαν διὰ νὰ τροποποιηθοῦν αὐτοὶ οἱ ἀπαράδεκτοι νόμοι. Ὄχι μόνον τοῦτο δὲν ἔγινεν, ἀλλὰ τοὐναντίον εἰς τὰς τελευταίας δηλώσεις μιᾶς ὡρισμένης προσωπικότητος, ἐτονίσθη, ὅτι ὁ Ν. 480 θὰ παραμείνῃ. Ἐὰν ἠκούετε, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, τὶ ἐλέγετο σήμερον εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν Ἀθηνῶν, ἐν σχέσει μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου αὐτοῦ, τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκδίδονται αἱ ἄδειαι, τὰς πωλήσεις αἱ ὁποῖαι γίνονται ἀδειῶν, διότι δίδονται εἰς πρόσωπα ἀπολύτως ἀκατάλληλα καὶ ἀναρμόδια, καὶ γίνονται ἀντικείμενον διαπραγματεύσεων καὶ ἐκμεταλλεύσεων, θὰ ὠρθοῦντο αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς σας καὶ θὰ ἐσπεύδατε, ἴσως ἐντὸς τῆς αὔριον, νὰ ἐπιδιώξητε παντὶ σθένει τὴν ἄμεσον κατάργησιν τοῦ νόμου 480. Πρέπει ἡ διοίκησις τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου νὰ γίνεται ἀπὸ ὑπεύθυνον ἑλληνικὴν προσωπικότητα λογοδοτοῦσαν ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Ἡ περαιτέρω διατήρησις τῆς καταστάσεως αὐτῆς εἶναι ἀπαράδεκτος. Ἐπίσης ἀπαράδεκτος εἶναι ἡ γενομένη ἀπόπειρα, ἡ ὁποία ἀτυχῶς ἐπραγματοποιήθη, παρὰ τὰς προσωρινὰς ἐλπίδας ὅτι δὲν θὰ ἐλάμβανε χώραν, πρὸς διάλυσιν τοῦ Ἱδρύματος Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων. Ἡ ὁμαδικὴ παραίτησις τοῦ Συμβουλίου τοῦ Ἱδρύματος ἔπρεπε νὰ πείσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὁ τελευταῖος ἀναγκαστικὸς νόμος τὸν ὁποῖον ἐξέδωκε δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκδοθῇ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἵδρυμα τοιαύτης φύσεως, ἔχον σχέσιν μὲ εὐρείας λαϊκὰς μάζας καὶ ἰδίως ἐκ τῶν πενεστέρων, νὰ μὴ εὑρίσκεται εἰς ὑπευθύνους ἑλληνικὰς χεῖρας καὶ πῶς δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀντιμετωπίσῃ τοὺς κινδύνους τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης δράσεως τοῦ Ἱδρύματος διοικουμένου ἀπὸ οὐσιαστικῶς ἀνεύθυνα ἐξωελληνικὰ πρόσωπα, μὴ δυνάμενα νὰ ἔχουν τὸν πόνον τοῦ Ἕλληνος καὶ τὴν κατανόησιν τῶν κοινωνικῶν κινδύνων ἐξ ἀστόχων ἐνεργειῶν των. Καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ πρέπει ταχέως νὰ δράσῃ καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ αὐτὴν τὴν παραλυσίαν, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ, ἐάν, ὅπως φαίνεται, τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον ἐμμείνῃ εἰς τὴν παραίτησίν του. Περαιτέρω, ὀφείλω νὰ σημειώσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δι’ ἐπανειλημμένων διαψεύσεων διδομένων ὑποσχέσεων, κατώρθωσε νὰ ἀποκτήσῃ τὴν ἀνυποληψίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοῦ. Ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρω, ὅτι ὅταν πρὸ μηνὸς περίπου ἀπήργησαν οἱ ὑπάλληλοι Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, ἡ Κυβέρνησις ἐδέχθη τὸν κόλαφον τοῦ ὅτι ἡ ἀπεργία δὲν ἐτερματίζετο οὔτε κἂν ὅταν ὑπεγράφη ἡ ἀπόφασις καὶ ἠξιώθη καὶ ἡ δημοσίευσις τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς διὰ νὰ τερματισθῇ ἡ ἀπεργία. Ἐθεωρήθη δηλαδή, ὅτι οὔτε ἡ ὑπογραφὴ τῆς Κυβερνήσεως εἶχεν ἀξίαν καὶ μόνον ἡ δημοσίευσις θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ πείσῃ τοὺς ἀπεργοῦντας περὶ τῆς ἀποδοχῆς τῶν αἰτημάτων. Φαντάζεσθε μετὰ ποίου κύρους δύναται νὰ ἀντιμετωπίζῃ ἡ Κυβέρνησις τὰ καθημερινῶς ἐμφανιζόμενα κοινωνικὰ προβλήματα, εὑρισκομένων ἀπό τινων ἡμερῶν πρὸ μιᾶς ἄλλης καταστάσεως, ἡ ὁποία ἐπαρκῶς ἐτονίσθη κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, δὲν λέγω τῆς ἀπεργίας, διότι πράγματι δὲν εἶναι ἀπεργία, ἀλλὰ τῆς ὁμαδικῆς παραιτήσεως τῶν λειτουργῶν τῆς Μ. Ἐκ)σεως. Εἶπον καὶ εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους καὶ ἐπαναλαμβάνω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δὲν θεωρῶ, ὅτι ὑπάρχει παραβίασις ὑποσχέσεως ἀπὸ μέρους τοῦ ὑπουργοῦ Θρησκευμάτων καὶ Ἐθνικῆς Παιδείας. Νομίζω, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ἐξεδήλωσεν ὅλην αὐτοῦ τὴν καλὴν θέλησιν καὶ κατέβαλε πᾶσαν δυνατὴν προσπάθειαν, διὰ νὰ τιμήσῃ τὴν ὑπογραφήν, τὴν ὁποίαν ἔθεσεν ὑπὸ τὸ πρῶτον ὑπ’ αὐτοῦ συνταχθὲν νομοσχέδιον. Ἂν δὲν κατώρθωσε νὰ ἐπιτύχῃ τὴν πραγματοποίησίν του, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὰς ἀοράτους χεῖρας ποὺ παρακωλύουν πᾶσαν βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν ἑλλήνων μισθοσυντηρήτων. Βεβαίως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ ἀνωμαλία τοῦ κλεισίματος τῶν σχολείων καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ δὲν θὰ ἀφήσω ἀναπάντητον τὴν εἰς ἔντονον ἀρχικῶς, μαλαχθὲν κατόπιν, ὕφος διαμαρτυρίας τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἐξέφρασε δυσφορίαν, διότι τὸ Σῶμα δὲν ἐστάθη παράπλευρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ θὰ εἴπω ὅ,τι εἶπον, κ.κ. βουλευταί, ὅταν συνεζητεῖτο τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τὸ σχετικὸν μὲ τὰς ἀπεργίας. Εἶπον τότε, ὅτι καταδικάζω ἀνεπιφυλάκτως πᾶσαν ἀπεργίαν δημοσίου λειτουργοῦ, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ὑπάλληλον τοῦ Κράτους, μέλος τοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ Κράτους, ἀπεργοῦν ἐναντίον τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ. Ἀλλὰ εἶπον συγχρόνως, ὅτι αὐταὶ αἱ ἀπεργίαι δικαιολογοῦνται ἢ ὄχι, ἀναλόγως τῆς ἠθικῆς των μορφῆς καὶ ἡ ἠθικὴ μορφὴ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία δίδει τὸ μέτρον τῆς Κυβερνητικῆς εὐθύνης. Ὅταν ἀπεργοῦν οἱ Δημόσιοι Ὑπάλληλοι καὶ δὲν ἔχουν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὴν συμπάθειαν τῆς κοινῆς γνώμης, τότε ἡ ἀπεργία καταλύεται αὐτομάτως. Ὅταν ὅμως τὰ αἰτήματά των εἶναι ἠθικὰ καὶ δίκαια, τότε ἡ κοινὴ γνώμη εἶναι συμπαραστάτης τῶν ὑπαλλήλων καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει τὴν ἀνάγκην καταδίκης τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς νὰ ἐρχώμεθα συμπαραστάται τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν εὑρισκώμεθα πρὸ δικαίων αἰτημάτων καὶ ἰδίως ὅταν ἡ Κυβέρνησις, διὰ τῆς μέχρι τοῦδε πολιτικῆς της, κατέστησε σαφές, εἰς τὰς διαμαρτυρομένας ἑκάστοτε τάξεις, ὅτι μόνον ὅταν ἀπεργήσουν ἀποκτοῦν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠθέλησαν. Ἀντὶ ἡ Κυβέρνησις προληπτικῶς νὰ ἐπιλαμβάνεται τῶν ζητημάτων, ἀφήνει τὰ ζητήματα νὰ τελματώνωνται, νὰ λιμνάζουν, νὰ ἐκφεύγουν τῶν χειρῶν της καὶ μόνον τότε ἐπιλαμβάνεται αὐτῶν, ὅταν ἐκρήγνυνται αἱ ἀπεργίαι. Ὅταν τὸ βλέπῃ αὐτὸ ὁ διαμαρτυρόμενος μισθωτός, πῶς θέλετε νὰ μὴ ἀπεργήσῃ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ φαντασθῇ, ὅτι διὰ τῆς ἐξασκήσεως αὐτοῦ τοῦ μέσου θὰ ἐπιτύχῃ ἄλλην μίαν φορὰν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπέτυχε καὶ τὴν προηγουμένην; Εἶναι ἡ Κυβέρνησις ἠθικὸς αὐτουργὸς ὅλων τῶν ἀπεργιῶν καὶ αὐτή, τοιαύτη οὖσα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναμένῃ τὴν συμπαράστασιν οὔτε ἡμῶν, οὔτε τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἰς τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν κατεδηλώθη σαφῶς ἡ συμπάθεια τοῦ Σώματος πρὸς τοὺς Ἐκπαιδευτικοὺς λειτουργούς. Ἐγὼ προσωπικῶς, κύριοι, καὶ ἐκ λόγων οἰκογενειακῆς παραδόσεως, ὡς υἱὸς ἐκπαιδευτικοῦ, καὶ διότι καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος εἰς νεωτέραν ἡλικίαν ὑπῆρξα τακτικὸς Καθηγητὴς Ἀνωτάτης Ἐκπαιδεύσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ περιβάλλω μὲ συμπάθειαν τοὺς Ἐκπαιδευτικούς. Καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος ἐτόνισα κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι ὁ ἐκπαιδευτικὸς κλάδος ἀποτελεῖ τὸν ὑπ’ ἀριθμὸν ἕνα κλάδον τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, ἀποτελεῖ τὸ ἅλας καὶ ἐὰν τὸ ἅλας αὐτὸ μωρανθῇ, τότε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Ἑλληνικὴ Κοινωνία. Εἶναι βεβαίως καλὸν καὶ ἄξιον νὰ ἔχωμεν καλὸν Πρόεδρον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, καλὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀλλὰ ὅταν δὲν ἔχωμεν καλοὺς διδασκάλους, τότε δὲν ἔχομεν ἀπολύτως τίποτε καὶ τότε ἡ Ἑλληνικὴ Κοινωνία θὰ καταρρεύσῃ. Ἑπομένως πρέπει νὰ προσέξωμεν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ τὸν ἐκπαιδευτικὸν κλάδον. Διεπίστωσα δέ, ὅτι τὰ αἰτήματά των, ἀνεξαρτήτως τῆς παρεξηγήσεως μεταξὺ αὐτῶν καὶ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἡ ὁποία ἴσως δὲν εἶναι ἐπαρκῶς δικαιολογημένη, τὰ αἰτήματά των ἦσαν ἀπολύτως δικαιολογημένα, διότι πράγματι ἐνῷ ὑπεσχέθησαν πρὸς αὐτοὺς αὔξησιν ἀποδοχῶν, τοιαύτη αὔξησις δὲν ἐδόθη. Τὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον περιεβλήθη τὴν μορφὴν τοῦ ἀναγκαστικοῦ νόμου, δὲν δίδει αὔξησιν ἀποδοχῶν, ἀλλὰ αὔξησιν ἐργασίας καὶ καταβολὴν τῶν ἀποδοχῶν διὰ τὴν πρόσθετον ἐργασίαν. Ἐπιβάλλονται πρόσθετοι ὧραι ἐργασίας, διὰ νὰ τοὺς δοθῇ μία πρόσθετος ἀμοιβή. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ αὔξησιν. Αὔξησιν ἀποτελεῖ, ὅταν τις μὲ τὰς αὐτὰς ὥρας ἐργασίας λαμβάνῃ ἀνωτέραν ἀμοιβήν, ὄχι τὸ ἀντίθετον. Καὶ θὰ πρέπει νὰ ἀντιληφθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι οἱ ἐκπαιδευτικοὶ λειτουργοὶ δὲν ἐργάζονται μόνον κατὰ τὰς ἐπισήμους ὥρας τὰς ἀναγραφομένας εἰς τὸ πρόγραμμα τῶν σχολείων. Οἱ ἐκπαιδευτικοὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ παρασκευάζωνται κατ’ οἶκον. Ἐγὼ ὁ ἴδιος, ὁ ὁποῖος εἶχον κἄποιαν στενὴν ἐπαφὴν μὲ τὸν κλάδον, διότι ἐδίδασκον, πρὸ τῶν μαθημάτων μου ἤμην ὑποχρεωμένος τοὐλάχιστον μίαν ὥραν νὰ παρασκευάζωμαι διὰ τὸ μάθημα. Ἐπὶ πλέον ὅμως οἱ λειτουργοὶ τῆς στοιχειώδους καὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἔχουν καὶ ἄλλην κατ’ οἶκον ἐργασίαν, ἔχουν τὰ γραπτὰ τῶν μαθητῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ διορθώσουν. Ἑπομένως αὐτοὶ ἔχουν φυσιολογικὰς ὑπερωρίας ὁμοίας ἐκείνων, τὰς ὁποίας ὁ νομοθέτης ἀνεγνώρισεν ὑπὲρ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, διότι ἐσκέφθη, ὅτι οἱ δικασταὶ τὰς ἀποφάσεις τὰς συντάσσουν κατ’ οἶκον καὶ ἑπομένως ἐργάζονται ὑπερωριακῶς. Ὤφειλεν ὡς ἐκ τούτου ἡ Κυβέρνησις νὰ χορηγήσῃ αὔξησιν εἰς τοὺς ἐκπαιδευτικοὺς χωρὶς νὰ ἀξιώσῃ ἄλλην πρόσθετον ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κανονικῆς ὑπηρεσίας των, ἡ ὁποία εἶναι πολλαπλασία τῶν ἐπισήμων ὡρῶν ἐργασίας. Ἀλλὰ ἦτο καὶ κάτι ἄλλο, ἦτο ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς προσθέτους αὐτὰς ἀποδοχὰς ἐτήρησεν ἀδικαιολογήτως μικρὸν μέτρον, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἕνα μέγιστον μέρος τῆς δαπάνης ἐκαλύπτετο, ἢ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ ἀπὸ τοὺς προσθέτους πόρους.
§39Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Τὸ σύνολον τῆς δαπάνης.
§40Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Πᾶς τις, κύριοι, εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ ἕνα ὡρισμένον ποσὸν εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν, χάριν τῶν παιδιῶν του. Ἐπίσης ὑπάρχει μία ὁμὰς εὐπόρων πολιτῶν, ἡ ὁποία στέλλει τὰ παιδιὰ εἰς ἰδιωτικὰ σχολεῖα. Ἐκείνη ἡ ὁμὰς τῶν εὐπόρων πολιτῶν ὑποτίθεται, ὅτι ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ καταβάλῃ ἕνα πρόσθετον φόρον ὑπὲρ αὐτῶν τῶν δημοσίων λειτουργῶν. Ἐὰν λοιπὸν συνεκεντροῦντο τὰ πρόσθετα τέλη εἰς βάρος τῶν μαθητῶν μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ οἱ φόροι τῶν μαθητῶν τῶν ἰδιωτικῶν σχολείων, θὰ συνεκεντροῦτο ἐξ ὁλοκλήρου τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ εἰσπράξῃ τὸ Κράτος διὰ νὰ καταβάλῃ λογικὰς καὶ τιμίας αὐξήσεις, ἄνευ αὐξήσεως χρόνου ἐργασίας. Ἀλλὰ ἐπίσης ἡ μορφὴ τῆς διοικήσεως, παρὰ τὰς ὑποσχέσεις τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι πᾶν ἄλλο ἢ ἱκανοποιητική. Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι βουλευταί, μᾶς ὑπεσχέθη τιμίαν διοίκησιν διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τῶν μονίμων Νομαρχῶν. Ἀντὶ τούτου, εἴδομεν ὅλας ἐκείνας τὰς ἀθλίας διαπραγματεύσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο μετὰ τὸν κατ’ ἀρχὴν διορισμὸν τῶν Νομαρχῶν, διὰ τῆς προσπαθείας ὅπως τὰς ἐπικαίρους θέσεις καταλάβουν Νομάρχαι τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου κόμματος. Οἱ ὑπερκομματικοὶ Νομάρχαι αὐτομάτως κατέστησαν κομματικοὶ Νομάρχαι καὶ τοῦτο κατέστησε προδήλως διαβλητὸν τὸν θεσμὸν τῶν Νομαρχῶν ὡς τὸν ἐφαντάσθημεν καὶ ὡς τὸν ὑπεστηρίξαμεν, δηλαδὴ τὸν Νομάρχην τοῦ Κράτους καὶ ὄχι τὸν Νομάρχην τοῦ κόμματος. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς στάσεώς της κατέστησε τοὺς Νομάρχας τοῦ Κράτους Νομάρχας τοῦ κόμματος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐξηκολούθησαν αἱ ἴδιαι ἀτασθαλίαι ἐν σχέσει μὲ τοὺς δημοτικοὺς καὶ κοινοτικοὺς ἄρχοντας. Ἔχω πληροφορίας καὶ ἀπὸ συναδέλφους, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὅτι ἐγένετο μία περίεργος κατανομὴ λαφύρων μεταξὺ τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει δύο κομμάτων, ἡ ὁποία περιεβλήθη μίαν περίεργον ὁρολογίαν, συνήθη εἰς τὰς χαρτοπαικτικὰς λέσχας. Ἐγένετο, δηλαδή, διανομὴ τῶν λαφύρων, κατὰ «πόντους», 40 πόντοι εἰς τὸ ἕνα κόμμα καὶ 40 εἰς τὸ ἄλλο καὶ 20% ὑπὲρ τῶν οὐδετέρων μελῶν τῶν τοπικῶν αὐτοδιοικήσεων. Μοῦ ἐγένετο, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, τηλεφωνικὴ πρότασις, νὰ ὑποδείξω καὶ ἐγὼ ἐκ τῶν εἴκοσιν αὐτῶν πόντων, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν εἰς τοὺς οὐδετέρους, μερικοὺς ὑποψηφίους δημοτικοὺς συμβούλους τῆς περιφερείας μου. Καὶ ἀπήντησα εἰς τὸν τηλεφωνήσαντα ἀνώτερον κρατικὸν ὑπάλληλον, ὅτι ἀπορῶ πῶς δὲν ἐμελέτησε τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Τρίτης Καταστάσεως, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἐπληροφορεῖτο, ὅτι ἡμεῖς θέλομεν τίμιον Κράτος καὶ δὲν ζητοῦμεν νὰ διορίσωμεν τοπικοὺς ἄρχοντας τοῦ κόμματος ἡμῶν, ἀλλὰ ἐπιδιώκομεν μόνον τιμίαν διοίκησιν καὶ ὅτι αὐτοὺς τοὺς δύο δημοτικοὺς συμβούλους τοῦ ἀναθέτομεν καὶ τὸν ἐξουσιοδοτοῦμεν νὰ τοὺς ἐξεύρῃ διὰ τοῦ τοπικοῦ Νομάρχου τοῦ κόμματος, ὑπὸ τὸν ὅρον, νὰ εἶναι ἐκ τῶν ἀρίστων πολιτῶν τῆς περιφερείας. Καὶ ἐδήλωσα, ὅτι αὐτοί, οἱ οὕτω πως ἐκλεγόμενοι, θὰ ἦσαν οἱ ἰδικοί μου δημοτικοὶ σύμβουλοι. Ἀλλὰ ἀντιλαμβάνεσθε, ὑποθέτω, ὅτι δὲν θὰ εἶναι πολλοί, οἱ ὁποῖοι θὰ τηροῦν αὐτὴν τὴν τακτικὴν καὶ ἑπομένως ὁ θεσμὸς τῆς αὐτοδιοικήσεως κατέστη θεραπαινὶς τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει κομμάτων.
§41Γ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν εἰς σᾶς καὶ εἰς τὴν Βουλήν, ἐφ’ ὅσον ἐθίξατε τὸ ζήτημα τῶν Νομαρχῶν. Αἱ πληροφορίαι εἶναι βάσιμοι, διότι προέογονται ἐξ ἐπισήμων στοιχείων, ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν φακέλλων τῶν Νομαρχῶν, τῶν εὑρισκομένων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων διορισθέντων νέων Νομαρχῶν, διὰ τοὺς ὁποίους θὰ μοῦ δοθῇ ἀφορμὴ νὰ ὁμιλήσω ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ σχετικὴ ἐπερώτησίς μου, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι διωρίσθη Νομάρχης καταδικασθεὶς εἰς διετῆ φυλάκισιν ἐπὶ πλαστογραφίᾳ καὶ παρ’ ὅλην τὴν παρέμβασιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ὁ Νομάρχης ἀπολυθῇ, ὁ Νομάρχης παραμένει εἰς τὴν θέσιν του πρὸς δόξαν τοῦ κ. Ζαΐμη καὶ τῆς Ἑλληνικῆς διοικήσεως.
§42Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Εἰς τὸν Νομὸν Ἀργολιδοκορινθίας, δὲν ἐτακτοποιήθησαν τὰ πράγματα καὶ Νομάρχης δὲν ἔχει πάει ἀκόμη. Τὸ γνωρίζετε, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως;
§43Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Γενικῶς, κύριοι, ὁ κομματισμὸς ἀντὶ νὰ μειωθῇ, ἐδιπλασιάσθη. Ἐκεῖ δηλαδὴ ποὺ εἴχομεν μίαν βδέλλαν ἀπομυζῶσαν τὴν κρατικὴν μηχανὴν, αἱ βδέλλαι ἔγιναν δύο καὶ διενεμήθησαν μεταξύ των τὸ αἷμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ εἰκὼν διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Καθημερινῶς σκάνδαλα, καθημερινῶς καταχρήσεις ἀπὸ πάσης πλευρᾶς. Δημοπρασίαι διεξάγονται κατὰ τρόπον σκανδαλώδη. Εἶχον τελευταίως ἀφορμὴν νὰ πληροφορηθῶ, ὅτι ἔγινε μία δημοπρασία εἰς πολλὰς πόλεις τῆς Ἑλλάδος, διὰ τὴν προμήθειαν στρατιωτικῶν καπῶν. Προσῆλθον οἱ μειοδόται εἰς τὰς διαφόρους αὐτὰς ἐπιτροπάς, ἀλλὰ ἕνας εὐφυέστερος τῶν ἄλλων, ἀντὶ νὰ ἀσχολῆται μὲ τὰς τοπικὰς ἐπιτροπάς, ἀφοῦ ἔκαμε μίαν προσφοράν, ἦλθε εἰς τὸ κέντρον καὶ ὑπέβαλεν ἕν δεῖγμα καὶ μίαν προσφορὰν ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἄνευ ἀνανεώσεως τῆς δημοπρασίας, ἄνευ ἀκυρώσεως τῶν πρακτικῶν αὐτῆς, κατεκυρώθη εἰς αὐτὸν ἡ δημοπρασία μὲ τὴν δικαιολογίαν, ὅτι ἦτο κατά τι ἀκριβοτέρα ἡ τιμή, ἀλλὰ ἦτο καλλίτερον τὸ ὑλικόν. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι αὐτὸς ἐπῆγε καὶ ἠγόρασε ἀπὸ τοὺς ἄλλους μειοδότας τὰς ὑπ’ αὐτῶν προσφερθείσας, κατωτέρας ποιότητος, κάπας, τὰς ὁποίας αὐτὸς προσέφερεν εἰς τὸ Κράτος ἀντὶ τῆς ἀνωτέρας τιμῆς, ὡς δῆθεν τοιαύτης τῆς προσφερθείσης ὑπ’ αὐτοῦ ἀνωτέρας ποιότητος, κερδίσας αὐτὸς ὁ εὐφυέστατος οὕτω τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῆς τιμῆς ἀγορᾶς καὶ τῆς τιμῆς πωλήσεως. Τοιαύτης οὔσης τῆς καταστάσεως, θολῆς ἀπὸ πάσης πλευρᾶς, θολῆς ἀπὸ πλευρᾶς οἰκονομικῆς, θολῆς ἀπὸ πλευρᾶς ἐσωτερικῆς, θολῆς ἀπὸ πλευρᾶς ἐξωτερικῆς, μὲ τὸ θάρρος τῆς ἀγνοίας ἡ Κυβέρνησις καὶ ἕνα μέρος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διαγκωνίζονται περὶ ἐκλογάς. Ἠκούσαμεν μάλιστα ἀπὸ ἕνα τῶν Ἀρχηγῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὴν ἑξῆς περίεργον ἀριθμητικὴν σειρὰν τῶν ἔργων τῆς Κυβερνήσεως: Πρῶτον ἐκλογάς, δεύτερον Σύνταγμα, τρίτον κοινωνικὰ ζητήματα. Νομίζει κανείς, ὅτι δὲν ζῶμεν εἰς τὴν χώραν αὐτήν, νομίζει κανείς, ὅτι ὀνειρευόμεθα, ὅταν θέτωμεν εἰς τὴν πρώτην σειρὰν τὰς ἐκλογάς, ἔπειτα τὸ Σύνταγμα καὶ τελευταῖα τὰ κοινωνικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀπειλοῦν καθ’ ἑκάστην τὴν κρατικὴν καὶ κοινωνικὴν μηχανήν. Συζητοῦμεν ὡς Ἀβδηρῖται περὶ ἐκλογῶν, ὅταν εὑρισκώμεθα εἰς τὰς παραμονὰς μιᾶς πανεργατικῆς ἀπεργίας, ἡ ὁποία, ὅπως εἶπον πρὸ ὀλίγου, ἔλαβεν ὡς ἀπάντησίν της μίαν Ἐπιτροπήν, ὅταν πράγματι ὁ χειμαζόμενος ἐπαγγελματικὸς καὶ βιοτεχνικὸς κόσμος εὑρίσκεται εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ κλεισίματος τῶν καταστημάτων καὶ διέπεται, ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ σύνολον τῶν κρατικῶν ὑπηρεσιῶν. Καὶ σᾶς φέρω δύο παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ὑπέπεσαν εἰς τὴν ἀντίληψίν μου. Ἐζητοῦντο κέραμοι διὰ τὴν ἀνοικοδόμησιν καὶ ἐνῷ προσεφέροντο οἱ κέραμοι τῶν βιοτεχνῶν χειροποίητοι, τὸ Κράτος ἐπέμενε νὰ λάβῃ μηχανοποιήτους κεράμους, οἱ ὁποῖοι νὰ δοθοῦν πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν κατεστραμμένων κεράμων τῶν συμμοριοπλήκτων. Ὅταν χρειάζωνται ἄροτρα καὶ προσφέρωνται οἱ τοπικοὶ βιοτέχναι νὰ κατασκευάσουν ἄροτρα καταλληλότερα εἰς τὴν ἰδίαν τιμὴν μὲ τὰ μεγάλα ἐργοστάσια, ἐν τούτοις ἀρνοῦνται τὴν κατασκευὴν εἰς αὐτούς, αὐτῶν τῶν ἀρότρων. Ὅταν τοιαύτη ἐπιδεικνύεται ἀστοργία πρὸς τὰς ἐπαγγελματικὰς καὶ βιοτεχνικὰς τάξεις καὶ ἐπὶ πλέον ἔχομεν τὴν πλέον ἀνάλγητον στάσιν ἔναντι τῶν ἐργαζομένων μαζῶν, αἱ ὁποῖαι ὑποχρεοῦνται μὲ τοιαύτην αὔξησιν τοῦ τιμαρίθμου νὰ εἰσπράττουν τὰ παλαιὰ ἡμερομίσθια, ἀντιλαμβάνεσθε μὲ ποίαν ἡσυχίαν πνεύματος εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτολμᾷ ἡ Κυβέρνησις μετὰ τῆς κομματικῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ βαδίσουν πρὸς ἐκλογάς. Ἡμεῖς, κύριοι, καὶ δηλώσεις ἐκάμομεν δημοσίᾳ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐπαναλάβωμεν, ὅτι θεωροῦμεν πᾶσαν συζήτησιν σήμερον, καθορίζουσαν ἡμέραν ἐκλογῶν, ὡς συζήτησιν ἀπολύτως ἀνεδαφικὴν καὶ ἀνθελληνικήν. Μόνον ὅταν ἐκπληρωθοῦν ὡρισμέναι τεχνικαὶ καὶ οὐσιαστικαὶ προϋποθέσεις θὰ εἶναι δυνατὸν σοβαρῶς νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν δυνατότητα τῆς διενεργείας ἐκλογῶν, ἐὰν δὲν θέλωμεν νὰ ρίψωμεν τὴν χώραν εἰς τὴν καταστροφήν. Αἱ τεχνικαὶ προϋποθέσεις, κύριοι βουλευταί, εἶναι αἱ ἀκόλουθοι: Πρῶτον, πλήρης ἀποστράτευσις, μὲ ἐξαίρεσιν μόνον τῶν κανονικῶς ὑπὸ τὰ ὅπλα ὑπηρετούντων κληρωτῶν. Ἄνευ πλήρους ἀποστρατεύσεως, κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν ἐκλογαὶ διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Πρῶτον, διότι, ἐὰν τολμήσῃ τις νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν θὰ μετάσχουν τῶν ἐκλογῶν αὐτῶν τὰ γενναῖα τέκνα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὰ ὁποῖα ἕως σήμερον ἐμάχοντο, θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ σταθῇ καὶ ἐπὶ μίαν ὥραν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν δὲ θελήσῃ νὰ ἐπαναλάβῃ τὰ πειράματα τοῦ παρελθόντος, τὰ πειράματα τῆς 1 Νοεμβρίου 1920 καὶ τῶν ἐκλογῶν μετώπου, τότε θὰ ἔχῃ ἐκ τῶν προτέρων βέβαιον τὸ μὴ ἀδιάβλητον τῶν ἐκλογῶν. Ἀλλὰ καὶ τεχνικῶς αἱ ἐκλογαὶ μετώπου εἶναι ἀδύνατοι. Διότι τὸ 1920 τὰ συντάγματα ἦσαν τοπικῶς συγκεκροτημένα, ἑκάστη περιφέρεια εἶχε τὸ ἰδικόν της σύνταγμα καὶ ἦτο εὔκολον εἰς ἕνα βουλευτὴν νὰ μεταβῇ εἰς τὰς ἕδρας τῶν συνταγμάτων, ὅπου θὰ εὕρισκε τοὺς ψηφοφόρους του, ἵνα προπαγανδίσῃ ἐπὶ τῶν ἰδεῶν του. Ἐνῷ σήμερον, μὲ τὴν νέαν συγκρότησιν τοῦ στρατεύματος, ἡ σύνθεσις καὶ τῶν μικροτέρων μονάδων ἀποτελεῖ καθαρὸν μωσαϊκόν. Καὶ ἐδῶ δὲν ἔχομεν τὰ κόμματα ἀρχῶν, ὅπως καὶ εἰς ἄλλας χώρας. Ἐδῶ τὰ πρόσωπα εἶναι συνδεδεμένα μὲ τὸ κόμμα καὶ ἑπομένως θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ γνωρίζῃ ὁ ψηφοφόρος τὸν ὑποψήφιον τοῦ κόμματός του καὶ θὰ εἶναι ἀδύνατον δ’ ὑποψήφιος νὰ μεταβῇ εἰς ὅλας τὰς ἀπομεμακρυσμένας μονάδας, διὰ νὰ ἀνεύρῃ τὸν ψηφοφόρον του. Ἑπομένως εἶναι ἀδύνατον τεχνικῶς, ὑπαρχούσης ἐπιστρατεύσεως, νὰ διεξαχθοῦν ἐκλογαὶ μὲ τὴν συμμετοχὴν τοῦ στρατοῦ, ὅπως θὰ εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ γίνουν ἐκλογαὶ ἄνευ τῆς ψήφου αὐτοῦ. Δευτέρα ὁμὰς εἶναι ἡ ὁμὰς τῶν συμμοριοπλήκτων. Ἐπληροφορήθησαν βεβαίως ἀπὸ τὴν τελευταίαν ἀνακοίνωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας, ὅτι ἐπανεπατρίσθησαν περίπου 487.000 μέχρι σήμερον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἀπομένουν ἀκόμη ἄλλαι 213.000, δηλαδὴ 60.000 περίπου ψηφοφόροι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἀλλοιώσουν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ τις, καὶ ἐὰν ἐκπληρωθοῦν ὅλαι αἱ τεχνικαὶ προϋποθέσεις, καταλόγων, ἐκλογικῶν καταστημάτων κλπ., ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐπαναπατρισθέντας συμμοριοπλήκτους, ὅτι ὑπάρχουν ἐκεῖναι αἱ δύο ἀπαραίτητοι προϋποθέσεις, γιὰ νὰ γίνουν ἀδιάβλητοι ἐκλογαὶ μεταξὺ αὐτῶν; Ὑπενθυμίζω, ὅτι μεταξὺ τῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἐξαγγελθῆ κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον ὑπὸ τοῦ Προέδρου Ροῦζβελτ, ἦσαν δύο σπουδαιόταται, ἤτοι ἡ ἐλευθερία ἀπὸ τὴν ἀνάγκην, ἡ ἐλευθερία ἀπὸ τὸν φόβον. Ἔχουν οἱ ἐπαναπατρισθέντες συμμοριόπληκτοι πράγματι ἀμφοτέρας αὐτὰς τὰς ἐλευθερίας; Εἶναι ἐλεύθεροι ἀπὸ ἀνάγκην; Εἶναι ἐλεύθεροι ἀπὸ φόβον; Μπορεῖτε νὰ ἐγγυηθῆτε εἰς αὐτούς, ἐάν, μάλιστα, γίνῃ αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀπειλεῖται, δηλαδὴ ὁ ἐπαναπατρισμὸς, ὄχι τῶν συμμοριοπλήκτων, ἀλλὰ τῶν συμμοριτῶν, ὅτι αὐτοὶ θὰ ἔχουν ἐλευθερίαν φόβου; Καὶ μὲ τὰ ὀλίγα χρήματα τὰ ὁποῖα τοὺς ἐδώσατε καὶ τὰ ὀλίγα ἐφόδια, θὰ ἔχουν ἐλευθερίαν ἀνάγκης καὶ θὰ εἶναι ἐλευθέρα ἡ ψῆφος τῶν συμμοριοπλήκτων, καὶ αὐτῶν ἔτι τῶν ἐπαναπατρισθέντων; Νομίζω, ὅτι οὐδεὶς εὐσυνείδητος εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ καταφατικὴν ἀπάντησιν εἰς τὸ ἐρώτημα αὐτό. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ἡ ἀνώμαλος κατάστασις κατέστησεν ἀναγκαίαν τὴν δημιουργίαν εἰς ὅλα τὰ κέντρα τῆς ὑπαίθρου, ὁμάδων ἐνόπλων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀπαραίτητοι διὰ τὴν προστασίαν τῶν χωρίων αὐτῶν καὶ οἱ ὁποῖοι παρέσχον καὶ παρέχουν, ἐφ’ ὅσον ὁ κίνδυνος δὲν ἐξέλιπε, πολυτίμους ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ καὶ συγχρόνως αἱ ὁμάδες αὐταὶ εἶναι σοβαρῶς ἐπικίνδυνοι διὰ τὴν διεξαγωγὴν ἐκλογῶν. Εἶναι φυσικόν, ὅτι ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ὁμάδων αὐτῶν, εὑρίσκονται ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἀπέκτησαν δυναμικὴν ἐπιρροήν, ἀξιόλογον καὶ οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ δὲν ὑπῆρξαν ἐξαιρετικῶς ἁβροὶ πρὸς τοὺς ὁμοχωρίους των καὶ πρὸς τοὺς γείτονάς των καὶ θὰ ἀσκήσουν μίαν σοβαρωτάτην ἐπιρροὴν ἐπὶ τῶν κατοίκων τῆς ὑπαίθρου. Καὶ ἐὰν μὲν εἶναι εὐσυνείδητοι, θὰ ἀσκήσουν ἐπ’ αὐτῶν πίεσιν ὑπὲρ τοῦ κόμματος εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκουν. Ἀλλὰ ποῖος μᾶς ἐγγυᾶται, ὅτι μεταξὺ αὐτῶν δὲν θὰ εὑρεθοῦν καὶ οἱ ἐπιχειρηματίαι, οἱ ὁποῖοι θὰ περιφέρωνται ἀπὸ τοῦ ἑνὸς κόμματος εἰς τὸ ἄλλο, ἵνα διαπραγματευθοῦν ἀνταλλάγματα διὰ νὰ πιέσουν τοὺς χωριανούς των νὰ δώσουν τὴν ψῆφον των ὑπὲρ ἐκείνου ὁ ὁποῖος ἐπλήρωσε περισσότερον; Πρὶν λοιπὸν ἀφοπλισθοῦν οἱ ἔνοπλοι αὐτοὶ καὶ πρὶν οἱ κάτοικοι τῆς ὑπαίθρου ἀντιληφθοῦν, ὅτι πράγματι εἶναι ἐλεύθεροι καὶ δὲν κινδυνεύουν ἀπὸ τὰς ἐνόπλους ὁμάδας, εἴτε τῆς μιᾶς, εἴτε τῆς ἄλλης μορφῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῆτε περὶ ἐλευθέρων ἐκλογῶν. Καὶ χαίρω ἀναγνώσας εἰς τὰς ἐφημερίδας σήμερον, ἢ χθές, νομίζω, ὅτι τὸ ἕτερον τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει κομμάτων, ἐπελήφθη σοβαρῶς τοῦ θέματος τούτου καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ κατανοήσῃ πλήρως, ὅτι ὑπὸ τοιαύτας προϋποθέσεις εἶναι ἀδύνατος ἡ διενέργεια ἀδιαβλήτων ἐκλογῶν. Ἡ τελευταία οὐτοπία, ἐξ ἴσου σπουδαία, ὅπως καὶ αἱ ἄλλαι, εἶναι ἡ ἐξενεχθεῖσα ἀπὸ τμῆμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐμμέσου τρόπου ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, σιωπηρῶς μὲν κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν συζητήσεων, ρητῶς ὅμως διὰ τῶν σήμερον δημοσιευθεισῶν δηλώσεων τοῦ κ, Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἡ οὐτοπία τῆς λεγομένης ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως. Κύριοι βουλευταί, ἀπορῶ πῶς Κυβέρνησις ἀποτελουμένη ἀπὸ ἄνδρας σοβαροὺς εἶναι δυνατὸν νὰ σκέπτωνται, ὅτι ἐπὶ 45 τοὐλάχιστον ἡμέρας, ἐν καταστάσει οἵα ἐκείνη τὴν ὁποίαν σᾶς περιέγραψα καὶ οἵα ἐκείνην τὴν ὁποίαν μόνοι σας ἀντιλαμβάνεσθε ἀπὸ τὴν ἐπαφήν σας μὲ τὰς περιφερείας σας, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀναθέσῃ ἐπὶ 45 τοὐλάχιστον ἡμέρας εἰς ἀνωτάτους δικαστικούς, ἐκπαιδευτικούς, ἐκκλησιαστικοὺς ἢ ἄλλους ὑπαλλήλους, τὴν διακυβέρνησιν τῆς Χώρας. Θὰ ἀναθέσετε εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, διακεκριμένον νομικόν, τὴν λύσιν τοῦ προβλήματος τοῦ τιμαρίθμου, θὰ ἀναθέσετε εἰς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον τὴν λύσιν τοῦ προβλήματος τῆς σταθεροποιήσεως τῆς λίρας κ.ο.κ.; Εἶναι πράγματα τὰ ὁποῖα οὐδεὶς δύναται σοβαρῶς νὰ ὑποστηρίξῃ. Δὲν εὑρισκόμεθα εἰς ἐποχὰς ὁμαλάς, ὥστε νὰ σκεπτώμεθα Κυβέρνησιν ὑπηρεσιακήν. Τὸ ἔδαφος ὑπὸ τοὺς πόδας μας σείεται σήμερον, ἀπὸ τῆς μιᾶς εἰς τὴν ἄλλην στιγμὴν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν ἀπρόοπτα καὶ ἡμεῖς νὰ εὑρισκώμεθα μὲ τὶς πίπιζες εἰς ἐκλογικὰς περιοδείας. Καὶ ἐρωτῶ. Ποῖος θὰ πληρώσῃ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Διότι μὴ λησμονῆτε, ὅτι τὴν φορὰν αὐτήν, ὅσον καὶ ἂν ἔχωμεν ἀπαγορεύσει τὴν λειτουργίαν ἑνὸς ὡρισμένου ἀναρχικοῦ κόμματος, ἡ ὕπαρξις τῶν ἀνθρώπων δὲν πρόκειται νὰ διαγραφῇ διὰ νόμου, οἱ ἄνθρωποι ὑπάρχουν, θὰ ἐπανέλθουν ὑπὸ ἄλλο ὄνομα καὶ μορφήν, ἀλλὰ θὰ ἐπανέλθουν καὶ θὰ ἀπειλοῦν καθημερινῶς τὸ σημερινὸν κοινωνικὸν καθεστώς. Ἐὰν λοιπόν, ἔκτροπα γεγονότα ἐγίνοντο κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτάς, πῶς θὰ ἀντιμετωπίζατε τὸ πρόβλημα, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Κυβέρνησις, ἂν εἶσθε σεῖς, ὅπως λέγεται, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ εἶσθε Πρόεδρος ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως. Σήμερον ἔχετε ὄπισθέν σας μίαν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ἔχετε ὄπισθέν σας τοὺς ἐκπροσώπους τοῦ λαοῦ. Αὔριον θὰ εὑρεθῆτε μόνος καὶ ἀμφιβάλλω ἂν μὲ τὴν σοβαρότητα ποὺ σᾶς διακρίνει, ἀναλάβητε τὰς εὐθύνας νὰ διακυβερνήσετε τὴν Χώραν ὡς Πρόεδρος τοιαύτης Κυβερνήσεως, ἂν θὰ ἐπιτύχετε, διότι αἱ ὑπηρεσιακαὶ Κυβερνήσεις στεροῦνται ἠθικοῦ κύρους, οὐδεὶς ὑπακούει εἰς αὐτάς, οὐδεὶς θὰ ἔχῃ σεβασμὸν πρὸς τὸν ὑπηρεσιακὸν Ὑπουργόν, διότι αὐτὸς εἶναι ξύλινος Ὑπουργός, ἐνῷ σέβονται τὸν πολιτικὸν Ὑπουργόν, ἔστω καὶ κακὸν Ὑπουργόν, ὅπως πολλοὶ ἐκ τῶν μετεχόντων τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, διότι γνωρίζουν, ὅτι αὐτὸς ἐκπροσωπεῖ κἄτι καὶ αὔριον θὰ ζητήσῃ καὶ θὰ ἐπιβάλῃ κυρώσεις καὶ δι’ αὐτὸ σέβονται τὸν Ὑπουργὸν αὐτόν, ἐνῷ δὲν σέβονται τὸν ὑπηρεσιακόν. Ἀλλὰ δὲν βλέπω καὶ ἀπὸ μιᾶς ἄλλης ἀπόψεως τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως. Αἱ ὑπηρεσιακαὶ Κυβερνήσεις ζητοῦνται πρὸς ἀποφυγὴν καλπονοθεύσεως. Ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς ἀπετέλεσε πάντοτε μίαν ἔνδοξον ἐξαίρεσιν μεταξὺ ὅλων τῶν Βαλκανικῶν Χωρῶν. Εἴμεθα ἐν μέρει Βαλκανικὴ Χώρα, ἀλλὰ κυρίως Μεσογειακὴ καὶ «βαλκανικὰς ἐκλογάς», ὅπως εἶναι ὁ ἐπικρατῶν ὅρος, ἡ Ἑλλὰς δὲν γνωρίζει. Ἡ Κυβέρνησις τῶν πέντε θαλασσῶν καὶ τῶν δύο Ἠπείρων τοῦ Βενιζέλου, ἡ Κυβέρνησις τῆς Συνθήκης τῶν Σεβρῶν, ἡττήθη κατὰ κράτος τὴν 1 Νοεμβρίου 1920, ἡττήθη κατὰ κράτος ἡ Κυβέρνησις Γούναρη κατὰ τὸ 1915, ἡ Κυβέρνησις Βενιζέλου τὸ 1932, ἡττήθη ἡ Κυβέρνησις Σοφούλη κατὰ τὸ 1946. Διὰ ποῖον λόγον νὰ φοβούμεθα τὰς Κυβερνήσεις τὰς πολιτικάς; Τὶ θὰ μποροῦσαν νὰ κάμουν αἱ πολιτικαὶ Κυβερνήσεις; Τὸ πολύ, θὰ μποροῦσαν νὰ κάμουν μερικὰς παροχὰς εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, ἀλλὰ καὶ τοῦτο σήμερον δὲν εἶναι δυνατόν, λόγῳ τῶν ξένων συμβούλων καὶ ἐμπειρογνωμόνων. Ἐπομένως δὲν βλέπω ἀπὸ οὐδεμιᾶς ἀπόψεως ἐνδεικνυομένην τὴν λύσιν αὐτὴν καὶ θὰ τὸ ἐθεώρουν ὡς ἔγκλημα ἐσχάτης προδοσίας ἐναντίον τοῦ Ἔθνους τὸ νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὰς πολιτικὰς Κυβερνήσεις τῶν δεδοκιμασμένων πολιτικῶν ἀνδρῶν καὶ νὰ παραδώσωμεν εἰς τὸν οἱονδήποτε ὑπηρεσιακὸν Ὑπουργὸν τὴν διακυβέρνησιν τῆς Χώρας, ὑπὸ τοιαύτας μάλιστα συνθήκας. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα). Ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ ὡρισμέναι οὐσιαστικαὶ προϋποθέσεις ἄνευ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὁποίων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ταχθῶμεν εἰς ἐκλογάς, καὶ αἱ οὐσιαστικαὶ αὐταὶ προϋποθέσεις εἶναι ἡ ἐκπλήρωσις ὡρισμένων ἔργων, ἄνευ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ ἐν ὁμαλῷ κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι. Καὶ ἐδῶ ἔρχεται ἰδίως ἡ σειρὰ τοῦ Συντάγματος. Σύνταγμα πρόχειρον, Σύνταγμα ὅπως–ὅπως, Σύνταγμα ἀνάγκης, δὲν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀναμένει ἡ Χώρα. Ἕν τοιοῦτον Σύνταγμα θὰ στερεῖται οἱουδήποτε κύρους καὶ θὰ καταστήσῃ ἀναγκαίαν τὴν ἐμφάνισιν προγράμματος καὶ τὴν ἀξίωσιν συγκλήσεως νέας ἀναθεωρητικῆς — ἵνα μὴ τὶ χεῖρον εἴπω — Βουλῆς, ἴσως δηλ. Συντακτικῆς Συνελεύσεως, μὲ ὅλους τοὺς ἐκ τούτου κινδύνους. Ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀντιμετωπίσῃ μὲ σοβαρότητα τὸν κίνδυνον τοῦτον τὸν ὁποῖον εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ ἐκθέσω καὶ πρὸς ἄλλην κατεύθυνσιν. Ἑπομένως πρέπει τὸ Σύνταγμα νὰ εἶναι Σύνταγμα σύγχρονον, παρέχον τὰ ἐλάχιστα δυνατὰ ὅρια τὰ ὁποῖα θὰ πείθουν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀντελήφθη, ὅτι πράγματι ἔγινεν ἕνας πόλεμος, ὅτι πράγματι ἔγινε μία κοσμογονία. Διότι ἂν παραδώσωμεν ὡς Σύνταγμα προχείρους τινὰς διατάξεις, τότε τοῦτο θὰ σημαίνῃ, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀντιληφθῆ αὐτὴν τὴν δημιουργηθεῖσαν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθησαν ὅλαι αἱ χῶραι μετὰ τὸν μεγάλον αὐτὸν πόλεμον. Πρέπει λοιπόν, νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι αὐτὸ τὸ γνωρίζομεν. Πρέπει ἀκόμη νὰ ἀντιληφθῶμεν καὶ κἄτι τι ἄλλο, ὅτι ἡ μέλλουσα Βουλὴ δὲν θὰ ἔχῃ τὴν ὁμοιοψηφίαν τῆς ἰδικῆς μας. Ἡμεῖς προερχόμεθα ὅλοι ἐκ τῆς αὐτῆς ἐθνικόφρονος παρατάξεως, ἀλλὰ αὔριον ὑπὸ τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην μορφὴν θὰ εὑρεθοῦν μεταξὺ ἡμῶν ἢ τῶν διαδόχων μας ἂν ἡμεῖς δὲν εἴμεθα βουλευταί, θὰ εὑρεθοῦν καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν λόγον νὰ ἀνατρέψουν τὸ δημοκρατικὸν τῆς χώρας πολίτευμα καὶ αὐτοὶ θὰ πράξουν πᾶν τὸ δυνατὸν διὰ νὰ καταστήσουν ἀδύνατον τὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Πρέπει ἑπομένως ἀπὸ τοῦδε καὶ διὰ μεταρρυθμίσεων, ἐκείνων τὰς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, καὶ διὰ τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ ἡ ὁποία νὰ περιορίζῃ τὸν χρόνον τῆς ἀγορεύσεως καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ρητόρων καὶ νὰ καταστήσουν εὔρυθμον τὴν λειτουργίαν τοῦ Σώματος μόνον διὰ τοιούτων, λέγω, μεταρρυθμίσεων θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν δυνατότητα ἐμφανίσεως εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην καὶ ἄλλης προελεύσεως βουλευτῶν. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, σεῖς ὁ ὁποῖος εἶσθε παλαιὸς πολιτικὸς καὶ κατανοεῖτε καλῶς αὐτὰ τὰ πράγματα, πρέπει νὰ σκεφθῆτε σοβαρῶς ἄν, πρὸ τῆς ἐκπληρώσεως αὐτῶν τῶν στοιχειωδῶν ἔργων, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσετε εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν διενέργειαν νέων ἐκλογῶν, ἀλλὰ ἔχομεν καὶ ἄλλα ἔργα νὰ ἐπιτελέσωμεν. Αὐτὸ προϋποθέτει μίαν ἔντονον ἐργασίαν, ὁπότε μία ὀλιγόμηνος δρᾶσις τοῦ Κοινοβουλίου, εἶναι δυνατὸν νὰ τακτοποιήσῃ ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, ἀρκεῖ νὰ μὴ ἐπανέλθῃ τὸ παλαιὸν καθεστὼς τῶν ἀναρχουμένων συνεδριάσεων καὶ νὰ συνεχίσῃ τὸ ἔργον του τὸ νέον Προεδρεῖον, τὸ ὁποῖον ἔδωσα δείγματα μέχρι τοῦδε καλῆς λειτουργίας τοῦ Σώματος, ἀρκεῖ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων νὰ ἐπιβάλουν πειθαρχίαν εἰς τοὺς φίλους των, ὥστε νὰ προσέρχωνται εἰς τὰς συνεδριάσεις καὶ νὰ ὁμιλοῦν ὅσον εἶναι ἀναγκαῖον καὶ ἀπαραίτητον. Καὶ τὸ ἔργον αὐτὸ εἶχεν ἡ ἐκκαθάρισις τῆς ἀνωμάλου νομοθεσίας. Εἶναι ἀνάγκη, προτοῦ ἀποχωρήσωμεν ἐντεῦθεν, νὰ τακτοποιήσωμεν αὐτὴν τὴν ἀνώμαλον νομοθεσίαν καὶ νὰ μὴ ἀφήσωμεν αὐτὴν τὴν ἐκκρεμότητα ἐπὶ τῆς μελλούσης Βουλῆς καὶ πρέπει αὐτὰ τὰ ζητήματα νὰ τὰ ρυθμίσωμεν ταχέως. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ κἄτι τι ἄλλο. Εἶχα ἀφίσει ἕν σημεῖον ἐκκρεμὲς εἰς προηγουμένας μου ἀγορεύσεις, εἶπον δηλαδή, ὅτι ἐφ’ ὅσον διαρκῇ ὁ ἀγών, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ σφίξωμεν τὰς καρδίας μας, νὰ σκοπεύσωμεν καὶ νὰ ἀφοσιωθῶμεν μὲ ὅλας μας τὰς δυνάμεις εἰς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἀγῶνος, ἀλλ’ ὅτι, ὅταν ὁ ἀγὼν ἐτερματίζετο ἀπὸ στρατιωτικῆς ἀπόψεως αἰσίως, τότε θὰ ἤρχιζεν ἕν νέον κεφάλαιον, τὸ κεφάλαιον τῆς ἀναζητήσεως τῶν εὐθυνῶν, ὄχι μόνον τῶν εὐθυνῶν, τὰς ὁποίας ἀνέφερον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ὅσον ἀφορᾷ τὰ πρόσφατα γεγονότα, ἀλλὰ καὶ τῶν εὐθυνῶν διὰ τὰς θυσίας αἵματος καὶ οἰκονομικάς, αἱ ὁποῖαι ὀφείλονται ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον εἰς τὴν ἀνικανότητα τῶν μετεκλογικῶν Κυβερνήσεων. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, ὅτι ὅταν τὸ πρῶτον ἔφερα ἐνώπιον τοῦ Σώματος τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας τάξεως, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως, μετ’ αὐθαδείας καὶ μὲ τὸ θάρρος τῆς ἀγνοίας τοῦ νέου, εἶπεν, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος φοβεῖται αὐτοὺς τοὺς 538, ἂν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, συμμορίτας—εἶχε μετρήσει ὁ δραστήριος αὐτὸς νέος καὶ τὰς ἑκατοντάδας καὶ τὰς δεκάδας καὶ τὰς μονάδας— αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐξοντωθοῦν εὐχερῶς. Ἀλλὰ οἱ πεντακόσιοι αὐτοὶ καὶ τόσοι ἄνδρες μετεβλήθησαν εἰς τακτικὸν στρατὸν 25.000 περίπου συμμοριτῶν, ὁ ὁποῖος στρατὸς παρέμεινεν ἀμείωτος ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον τριετίαν. Αἱ καταστροφαί, αἱ ὑλικαί, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν εἰς τελευταῖον ἀνακοινωθὲν ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ εἰς χρῆμα, ἀνέρχονται εἰς 3 τρισεκατομμύρια 800 δισεκατομμύρια. Καὶ θὰ προσθέσητε εἰς αὐτὰς τὰς δεκάδας χιλιάδας θυμάτων—καὶ θυμάτων, ὄχι μόνον ἐκ τῶν ἐνόπλων δυνάμεων, ἀλλὰ καὶ θυμάτων ἐκ τοῦ ἀθώου πληθυσμοῦ, διὰ τῶν ναρκῶν— θὰ προσθέσητε ἀκόμη εἰς αὐτὰς τὴν ἐξαθλίωσιν τόσων χιλιάδων συμμοριοπλήκτων. Ἡ Κυβέρνησις ἡ μετεκλογική, παρέλαβε 15.000 συμμοριοπλήκτους καὶ τὰς 15.000 αὐτὰς τὰς ηὔξησεν εἰς 100.000, τοὺς ὁποίους ἀκόμη δὲν κατορθώνει νὰ ἐπαναπατρίσῃ. Καὶ ἐπὶ πλέον, θὰ προσθέσητε καὶ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα δαπανῶμεν διὰ τὴν συντήρησιν, τὸν ἐπαναπατρισμὸν καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν συμμοριοπλήκτων αὐτῶν καὶ τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς ἕν καὶ πλέον τρισεκατομμύριον, ποσόν, τὸ ὁποῖον ἄλλως θὰ διετίθετο διὰ τὴν ἀνασυγκρότησιν. Καὶ ἐπὶ πλέον τὴν ἀρνητικὴν ζημίαν.
§44Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Εἴς τεῦχος τοῦ Ὑπουργείου Προνοίας ὑπελογίζοντο αἱ δαπάναι εἰς 2.500 δισεκατομμύρια καὶ 500 δισεκατομμύρια διὰ τὴν συντήρησιν.
§45Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Αὐταὶ εἶναι παλαιαί, ἐν τῷ μεταξὺ ὁ χρόνος παρῆλθε καὶ ηὐξήθησαν τὰ ποσὰ αὐτά. Σᾶς λέγω τοὺς τελευταίους ἀριθμούς, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν περὶ 3.800 δισεκατομμυρίων ὑλικῶν ζημιῶν, περὶ 900 τόσων δισεκατομμυρίων δαπανῶν διὰ τὴν συντήρησιν, πλέον ἐκείνων ποὺ θὰ γίνουν μέχρι πλήρους ἐπαναπατρισμοῦ. Ἀλλά λέγω, ὅτι ἔχομεν καὶ ζημίας ἀρνητικάς, ὅτι ἡ χώρα παρέμεινεν ἀνασυγκρότητος ἐκ τῶν ζημιῶν καὶ τῆς ἀθλίας καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν περιήλθομεν διὰ τῆς παρατάσεως αὐτοῦ τοῦ ἀγῶνος. Αὐτὰ τὰ ἐγκλήματα, κύριοι, τὰ πολιτικά, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνουν ἀτιμώρητα καί, νομίζω, ὅτι ἔχομεν ἱερὸν καθῆκον καὶ πρὸς τὰ θύματα αὐτῶν τῶν θυσιῶν καὶ πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς νὰ ζητήσωμεν εὐθύνην ἀπὸ τὰς μετεκλογικὰς Κυβερνήσεις, ἀναλόγως ἀπὸ ἑκάστην τῆς ἰδίας της ἁρμοδιότητος, διὰ τὰς θυσίας, διὰ τὰς καταστροφάς, διὰ τὸ αἷμα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσωμεν εἰς ἐκλογάς, τῶν ὁποίων δὲν γνωρίζομεν ἀκόμη ὑπὸ ποίας προϋποθέσεις θὰ γίνῃ ἡ διεξαγωγή, τὸ ἔργον αὐτό. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ φύγωμεν ἡμεῖς ἀπὸ ἐδῶ χωρὶς νὰ εἴπωμεν, ὅτι καταγγέλλομεν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, διὰ τῆς ἀνικανότητός των, ἔφερον τὸν λαὸν αὐτὸν εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν ἐξαθλιώσεως. Θὰ εἶναι τοῦτο τὸ μεγαλύτερον ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον θὰ διέπραττεν ἡ Δʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἐλλείπουν ὅλαι αἱ τεχνικαὶ καὶ οὐσιαστικαὶ προϋποθέσεις διενεργείας ἐκλογῶν. Καὶ μὲ ἠρώτησαν κατ’ ἐπανάληψιν, συνάδελφοι, τὶ θέλω νὰ γίνῃ. Θέλω, ἁπλούστατα, νὰ ὁρισθῇ ὁ χρόνος τῶν ἐκλογῶν οὐχὶ ἀπὸ σήμερον, διότι ἀπὸ σήμερον οὐδεὶς ἄνθρωπος σοβαρὸς ἠμπορεῖ νὰ προσδιορίσῃ χρόνον ἐκλογῶν ὑπὸ ἀγνώστους διὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην προϋποθέσεις, ἀλλὰ νὰ ἀναμείνωμεν τὴν ἐξέλιξιν τῶν ἐξωτερικῶν, τῶν ἐσωτερικῶν, τῶν στρατιωτικῶν καὶ τῶν οἰκονομικῶν γεγονότων, προτοῦ λάβωμεν τὴν ἀπόφασιν αὐτήν. Καί, ἐφ’ ὅσον εἴμεθα Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ καὶ ἔχομεν τὸ δικαίωμα τῆς τροποποιήσεως τοῦ Συντάγματος, δυνάμεθα νὰ παρατείνωμεν τὸν βίον μας. Φοβοῦμαι μήπως, κ.κ. συνάδελφοι, ἔλθετε μίαν ἡμέραν καὶ ἀναγνωρίσετε καὶ σεῖς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, ὅταν ὅμως θὰ εἶναι πλέον ἀργά. Δὲν ἀποδέχομαι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ, οὔτε ὑπηρεσιακὴν Κυβέρνησιν, οὔτε μεταβατικὴν Κυβέρνησιν οἱασδήποτε μορφῆς. Δὲν ἀποδέχομαι, οὔτε μεταβατικὴν Κυβέρνησιν, οἷα ἐκείνη, ἡ ὁποία διὰ τοῦ τύπου ἐζητήθη, διότι αὐτὴ εἶναι κυβέρνησις σχεδὸν δικτατορική, ἀλλ’ οὔτε καὶ πολιτικὴν κυβέρνησιν, ἡ ὁποία τυχὸν θὰ προεκήρυσσεν ἐκλογὰς καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων τὰς ἐκλογὰς αὐτὰς θὰ τὰς ἀνέβαλεν. Ἐπὶ αὐτοῦ ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω, ὄχι μόνον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ τὴν ἰδικήν σας προσοχήν. Διότι καὶ ἂν τυχόν, κ.κ. συνάδελφοι, τὸ κοινὸν αἴσθημα διευθύνεται ἀπὸ τοὺς πολιτικοὺς ἡγέτας, τὸ κοινὸν ὅμως αἴσθημα λογικεύεται καὶ δὲν ζητεῖ τὴν καταστροφὴν τῆς Χώρας, ἀλλὰ τὴν σωτηρίαν αὐτῆς. Καὶ ὅταν τὸ κοινὸν αἴσθημα ἀντιληφθῇ, ὅτι διὰ τῆς προώρου ἐνεργείας ἐκλογῶν, θὰ ἔχωμεν ἐκλογὰς διαβλητὰς καὶ μεγαλυτέραν ἀκαταστασίαν μετὰ τὴν διενέργειαν τῶν ἐκλογῶν αὐτῶν, τότε τὸ κοινὸν αἴσθημα θὰ πεισθῇ, ὅτι εἶναι καλύτερον νὰ γίνουν μίαν ὥραν βραδύτερον αἱ ἐκλογαὶ αὐταί, παρὰ μίαν ὥραν ἐνωρίτερον. Ἑπομένως τὰ ζητήματα πρέπει νὰ τὰ ἀντιμετωπίσωμεν μετὰ σοβαρότητος καὶ θὰ πρέπει, ὅταν ἀποφασισθῇ ἡ διενέργεια τῶν ἐκλογῶν, νὰ εἶναι ἠγγυημένη ἡ διενέργεια καὶ τὸ ἀδιάβλητον αὐτῶν. Ὄχι, δηλαδή, νὰ γίνῃ μία ἔμμεσος δικτατορία διὰ τῆς προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν καὶ τῆς μὴ διενεργείας αὐτῶν εἰς τὴν προκαθωρισμένην ἡμέραν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐκ τῶν ὑστέρων ἐπιχειρήματος, ὅτι τοῦτο κατέστη ἀδύνατον. Πρέπει σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς ἡ Κυβέρνησις νὰ διαβεβαιώσῃ τὸ Σῶμα τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐκδώσῃ τὸ Διάταγμα τῆς προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν, ὅτι ἐγγυᾶται πλήρως, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ αὐταὶ θὰ ἐνεργηθοῦν ἐντὸς τῶν συνταγματικῶν προθεσμιῶν καὶ ὅτι θὰ εἶναι ἐκλογαὶ ἀδιάβλητοι. Αὐταί, κύριοι, εἶναι αἱ ἀντιλήψεις, τὰς ὁποίας εἶχον νὰ ἐκθέσω πρὸς τὸ Σῶμα. Ἀναμφιβόλως αἱ ἀντιλήψεις αὐταὶ σᾶς ἀπησχόλησαν ἐπὶ μακρόν, ἀλλά, νομίζω, ὅτι, ὅταν μετὰ μακρὰν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐπανερχώμεθα ἐπὶ τὸ αὐτό, ὅταν συναντώμεθα μετὰ τόσον σκληρὸν χωρισμόν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιοριζώμεθα εἰς ὀλίγας γενικωτάτας ἐκφράσεις καὶ εἰς ἕν ἐπιπόλαιον, ὡς γίνεται συνήθως, ἐξάφρισμα τῶν ζητημάτων. Τὰ ζητήματα πρέπει νὰ ἐξαντλῶνται καὶ οἱ λόγοι τῶν ρητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τῶν ἀνακοινώσεων τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ εἶναι πλήρεις. Βεβαίως εἶναι εὔκολος ἡ ἀντιπολίτευσις δι’ ὀλίγων γενικοτήτων, ἀλλ’ εἶναι δύσκολος ὅταν ἀναλαμβάνῃ κανεὶς εὐθύνας, διὰ τῆς ὑποδείξεως ὡρισμένων μέτρων καὶ ὡρισμένων προτάσεων. Καὶ ἡμεῖς κατὰ τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ εὑρισκώμεθα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἠκολουθήσαμεν ἀπαρεγκλίτως αὐτὴν τὴν πολιτικήν, οὐχί, δηλαδή, τὴν πολιτικὴν τῆς ἀγόνου, ἀρνητικῆς ἀντιπολιτεύσεως, οὐχὶ τὴν πολιτικὴν τῶν γενικῶν λόγων, τῶν λυρισμῶν καὶ τῶν μελοδραματισμῶν— αὐτὰς τὰς γενικότητας ἠμπορεῖ νὰ τὰς εἴπῃ κανεὶς εἰς οἱονδήποτε ἐπαρχιακὸν καφενεῖον— ἀλλ’ ἠθελήσαμεν νὰ καταστήσωμεν τὸ ἔργον τοῦ ἐλέγχου τῆς Κυβερνήσεως, ἔργον, πολιτικῶς ἐπιστημονικὸν καὶ ἐπιστημονικῶς πολιτικόν. Αὐτό, νομίζω, εἶναι ἡ ἱερὰ ἀποστολὴ ἑνὸς μεταπολεμικοῦ κοινοβουλίου καὶ ἐπὶ αὐτῶν τῶν βάσεων εἶναι δυνατὸν νὰ βασισθῇ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Πρὸς τοῦτο ὅμως, κ.κ. συνάδελφοι, ἀπαιτεῖται, ἡ συνεργασία ὅλων ἡμῶν. Θὰ πρέπει κατὰ τὸ διάστημα, τὸ ὁποῖον μᾶς χωρίζει μέχρι τῆς ἡμέρας τῶν ἐκλογῶν, νὰ ἀντιληφθῶμεν ὅλοι, ὅτι δὲν εἴμεθα ἄξιοι τῶν φιλοφρονήσεων, μὲ τὰς ὁποίας μᾶς περιέβαλεν εἰς τὰς ἀνακοινώσεις του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἴμεθα ἄξιοι, οὔτε ἡμεῖς, ὡς μεμονωμένοι βουλευταί, οὔτε ἡ μέχρι σήμερον πολιτικὴ ἡγεσία. Δὲν εἴμεθα ἄξιοι, διότι ἅπαντες ἐσφάλλομεν. Ἐσφάλλομεν εἰς τὸ ὅτι δὲν εἰργάσθημεν γονίμως, εἰς τὸ ὅτι δὲν εἰργάσθημεν μετὰ σοβαρότητος, εἰς τὸ ὅτι δὲν εἰργάσθημεν χρονικῶς, ὡς ἔπρεπε. Αἱ διακοπαὶ μας ἦσαν ὑπέρποτε μακραί, αἱ συζητήσεις μας ἦσαν ὑπὲρ τὸ δέον ἐκτεταμέναι καί, ὡς ἐκ τούτου, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἀποδώσωμεν τὴν ἐργασίαν, ἡ ὁποία ἀνεμένετο ἀπὸ μίαν μεταπολεμικὴν Βουλήν. Ἂς μὴ ἀρκεσθῶμεν, κύριοι, εἰς τὰς φιλοφρονήσεις τὰς Κυβερνητικάς. Ἂς σταθῶμεν ἐνώπιον τοῦ καθρέπτου ὅλοι μας τὸ βράδυ, ὅταν μεταβῶμεν εἰς τὰ σπίτια μας, ἂς ἀτενίσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ ἂς διερωτηθῶμεν, ἐὰν εἴμεθα ἄξιοι τῆς Πατρίδος, ἐργασθέντες, ὡς εἰργάσθημεν μέχρι σήμερον. Καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι, αὐστηρῶς καὶ εὐσυνειδήτως κρίνοντες ἡμᾶς αὐτοὺς, θὰ δώσωμεν ἀπάντησιν ἀπολύτως ἀρνητικήν. Ἡ εὐθύνη βεβαίως, κ.κ. βουλευταί, δὲν βαρύνει τόσον ἡμᾶς, τοὺς μεμονωμένους βουλευτάς, ὅσον τὰ ὠργανωμένα κόμματα καί, ἰδίως, τὰ ἀποτελοῦντα τὴν Κυβέρνησιν. Διότι ἀπαιτεῖται μία ἰσχυρὰ πολιτικὴ ἡγεσία διὰ νὰ πειθαρχήσουν οἱ ἀνήκοντες εἰς τὰ κόμματα βουλευταὶ καὶ νὰ ἐργασθοῦν, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἀξιοῖ ἀπὸ αὐτοὺς ἐργασίαν. Ἐὰν οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων ἔθετον εἰς τοὺς ὀπαδούς των ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς τοὺς Ἀρχηγοὺς καὶ καθίστων σαφές, ὅτι ὁ μὴ πειθαρχῶν θὰ διεγράφετο τοῦ κόμματος, εἶμαι βέβαιος, ὅτι κανεὶς ἀπὸ σᾶς δὲν θὰ διεφώνει. Ἀλλὰ παρουσιάσθη μία γενικὴ παραλυσία, ἀνίκανος διεύθυνσις τῶν ἐργασιῶν τῶν προηγουμένων βεβαίως συνόδων καὶ ἀνίκανος πολιτικὴ ἡγεσία, ἡ ὁποία ἐπέτρεψε τὴν πλήρη ἐξάρθρωσιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἴμεθα ἀνεύθυνοι. Ὑπεύθυνοι εἴμεθα, ἀλλ’ ἔχομεν καιρὸν νὰ διορθώσωμεν τὸ σφάλμα μας. Καὶ πρέπει νὰ τὸ διορθώσωμεν, διότι, ἐὰν κατὰ τοὺς ὀλίγους μῆνας ποὺ μένουν ἀκόμη, δὲν διορθώσωμεν αὐτὸ τὸ σφάλμα, τότε ὄχι μόνον ἡμεῖς δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τοὺς ἐκλογεῖς μας, ὄχι μόνον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν θὰ εἶναι εὐχαριστημένος μὲ τοὺς ἀντιπροσώπους του ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ καὶ θὰ ἔχωμεν τὸ βάρος τῆς συνειδήσεώς μας, ὅτι ὑπήρξαμεν οἱ ἠθικοὶ αὐτουργοὶ τῆς καταβαραθρώσεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Διότι ὁ Ἀννίβας δὲν εἶναι πρὸ τῶν πυλῶν, εἶναι ἐντεῦθεν τῶν πυλῶν. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐξ ὁλοκλήρου τῆς αἰθούσης).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§47ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ.μ. μὲ ἀντικείμενον Ἡμερησίας Διατάξεως, συνέχισιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἀνακοινώσεων τῆς Κυβερνήσεως. (Ὥρα 10.00′ μ.μ.)