1949.07.21
5.645 στίχοι · 42.549 λέξεις · 302 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 82α
Πέμπτη 21 Ἰουλίου 1949
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 7.45′ μ. μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ε. Ἐμμανουηλίδης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Ε. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω, κύριε Πρόεδρε, διορθώσεις τινὰς ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τὰς δώσητε εἰς τὸ ἁρμόδιον Γραφεῖον. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, ὡς διωρθώθησαν κατὰ παρατήρησιν τοῦ κ. Δ. Χατζηγιάννη. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ε. Γαλενιανός, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§5Ε. ΓΑΛΕΝΙΑΝΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Ἀργολιδοκορινθίας κ. Π. Μουτζουρίδης, ζητεῖ τὴν κυβερνητικὴν ἀντίληψιν καὶ τὴν μέριμναν τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν, διὰ τοὺς χαλαζοπλήκτους παραγωγοὺς τῆς περιφερείας Ναυπλίας, καταστραφέντας τελείως ἐκ τῆς τελευταίας θυέλλης. Ὁ βουλευτὴς Ἀργολιδοκορινθίας κ. Π. Μουτζουρίδης, καταθέτει διαμαρτυρίαν τοῦ Φιλανθρωπικοῦ Ἱδρύματος «Μεροπείου», διὰ τὴν μελετωμένην ἐπίταξιν ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου Κοινωνικῆς Προνοίας τοῦ ἄνω ὀρόφου τοῦ Ἱδρύματος, ὑπηρετοῦντος φιλανθρωπικοὺς σκοποὺς καὶ ἀποτελοῦντος δεῖγμα τοῦ βαθμοῦ τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Χώρας μας. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Π. Οἰκονομίδης, ἀναφέρει εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐπανειλημμένως παρεκάλεσε τὴν Ἑταιρείαν Φὶξ νὰ χορηγήσῃ μπύραν εἰς τὸ Αἴγιον, ἀξιόλογον ἀστικὸν καὶ ἐργατοϋπαλληλικὸν κέντρον, ἀλλ’ ἡ Ἑταιρεία αὕτη, παρὰ τὰς ὑποσχέσεις της, ἠδιαφόρησε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἀδιαφορῇ διὰ τὴν ἱκανοποίησιν τοῦ δικαιοτάτου τούτου αἰτήματος. Ἡ Ἑταιρεία αὕτη, παραγνωρίζουσα τὴν θέσιν της καὶ τὰς ὑποχρεώσεις της ἔναντι τοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, χειρίζεται κατὰ τρόπον δικτατορικὸν τὸ εἶδος τοῦτο τῆς πρωτίστης ἀνάγκης καὶ δέον ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ἀμέσως μέτρα ἐλέγχου καὶ ἐποπτείας κατ’ αὐτῆς πρὸς περιστολὴν τῶν αὐθαιρεσιῶν της. Ἡ Πανελλήνιος Ἐπαγγελματικὴ Ὁμοσπονδία Προσωπικοῦ Τ.Τ.Τ. Ἀθηνῶν ἐκφράζει ἀπεριόριστον εὐγνωμοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὰ μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, διὰ τὴν ἐκ τοῦ σύνεγγυς καὶ καθ’ ὅλας τὰς πτυχὰς αὐτοῦ παρακολούθησιν τοῦ ζητήματός των καὶ παρακαλεῖ, ὅπως ἀχθῇ τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν νέαν Σύνοδον ταύτης. Ὁ κ. Γ. Μελάς (Ὑπ. Δικαιοσύνης), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 935 τοῦ ἔτους 1949 Α. Ν. περὶ καταργήσεως καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Ν. Δ. 616)1948, τοῦ Α. Ν. 1055)1946 καὶ τῶν περὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων διατάξεων καὶ ἄλλων διατάξεων».
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΝ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Συνέχισις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, συστάσεως Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως κλπ.». Ὁ κ. Θ. Τουρκοβασίλης, ἔχει τὸν λόγον.
§7Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Χθές, διέκοψα τὴν ὁμιλίαν μου, ἀλλὰ βλέπω ὅτι καὶ σήμερον δὲν εἶμαι εὐτυχέστερος κατὰ πολύ, ἀπὸ χθές, διότι καὶ σήμερον ἐνώπιον οὐχὶ πολὺ μεγαλυτέρου ἀριθμοῦ βουλευτῶν ὁμιλῶ. Ἐλπίζω, ὅμως, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου ἡ Αἴθουσα θὰ πληρωθῇ. Κύριοι βουλευταί, ἡ χθεσινὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, ἐξήντλησεν ὅλας τὰς πλευράς, τόσον ἀπὸ ἀπόψεως οὐσιαστικῆς, ὅσον καὶ ἀπὸ ἀπόψεως συνταγματικῆς. Μάλιστα, ἡ συζήτησις χθές, ἐπεξετάθη καὶ πέραν τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, ἐξῆλθε τῶν ὁρίων τοῦ ψηφίσματος καὶ ἐστράφη καὶ εἰς τὸ ἔργον τοῦ κυβερνητικοῦ ἔργου. Διότι, ἐφ’ ὅσον πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ κλείσῃ τὰς πύλας της ἀπὸ αὔριον ἢ μεθαύριον, ἡ ἀντιπολίτευσις ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ὡρισμένων κεφαλαιωδῶν ζητημάτων, ἀφορώντων τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ἰδιαιτέρως τὰς παραγωγικὰς τάξεις. Ὅσα ἐλέχθησαν, κύριοι βουλευταί, χθὲς ἐπὶ τοῦ σιτικοῦ ζητήματος, ἦσαν ὀρθὰ ἀναμφισβητήτως καὶ ἡ ἐπίκρισις, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἦτο ἀπολύτως δικαία. Ἠκούσατε χθὲς τὰς τιμάς, αἱ ὁποῖαι δίδονται εἰς τὴν ἐλευθέραν ἀγορὰν τοῦ σίτου, πόσον αἱ τιμαὶ αὗται εἶναι ἐξοργιστικῶς ἐξευτελιστικαί. 1.700, 1.800 δραχμ., δηλαδὴ σχεδὸν οὔτε εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ κόστους τῆς παραγωγῆς. Καὶ πρόκειται περὶ τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ τῆς χώρας, ὁ ὁποῖος διὰ πρώτην φορὰν ἐφέτος εἶναι κάπως ἐλεύθερος, παρουσιάζει διὰ τοῦ μόχθου του μίαν συγκομιδήν, θὰ ἤθελον νὰ τύχουν κάποιας ἐνθαρρύνσεως ἐκ μέρους τοῦ ἑλληνικοῦ Κράτους, νὰ ἀπολαύσουν καὶ αὐτοὶ τῶν καρπῶν τῶν κόπων των. Διὰ πρώτην φορὰν ὁ γεωργικός μας πληθυσμός, ἔπειτα ἀπὸ τόσην δυστυχίαν, εἰσκομίζει κἄτι ἀπὸ τοὺς ἀγρούς του, τοὺς ὁποίους μὲ τραγικὰς στερήσεις ἐκαλλιέργησε, θὰ εἶχε δὲ τὴν ἀξίωσιν τὸ προϊὸν αὐτὸ τοῦ μόχθου του νὰ μὴ διατεθῇ εἰς τόσον ἐξευτελιστικὴν τιμήν, ὁ ἀγροτικὸς ἐπαναλαμβάνω πληθυσμός, ὁ ὁποῖος τόσας συμφορὰς ὑπέστη, διὰ νὰ ἐξαιρέσω τὰς ὑπηρεσίας τὰς ἀνεκτιμήτους, τὰς ὁποίας προσέφερεν εἰς τὴν πατρίδα, συμφορὰς κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ συμμοριτισμοῦ. Ὁ ἀγροτικὸς πληθυσμὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑπέστη ὅλα τὰ δεινὰ καὶ ὅλην τὴν μανίαν τοῦ συμμοριτισμοῦ καὶ ἑπομένως θὰ ἔπρεπε ἡ Κυβέρνησις μὲ κάθε τρόπον νὰ ἐξασφαλίσῃ κἄποιαν καλυτέραν τιμὴν συγκεντρώσεως καὶ ἕνα ποσοστὸν συγκεντρώσεως κάπως ἀνώτερον. Καθ’ ἑκάστην λαμβάνομεν τηλεγραφήματα, ποὺ παραπονοῦνται ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ὡρίσθη εἶναι ἐλάχιστον. Χθὲς εἶχον ἕνα τηλεγράφημα ἐξ Ἀρκαδίας, ὅπου δὲν γίνεται συγκέντρωσις οὔτε μιᾶς ὀκᾶς σίτου, πλῆρες παραπόνων σχετικῶς.
§8Χ. ΓΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συγκέντρωσις, εἰς περιφερείας μὴ σιτοπαραγωγούς. Οὐδέποτε ἐγένετο συγκέντρωσις εἰς Ἀρκαδίαν. Κατ’ ἐξαίρεσιν, ἐκάκαμεν εἰς ὡρισμένας περιοχὰς τῆς Πελοποννήσου, αἱ ὁποῖαι ἐμφανίζουν μιὰ μεγάλη σιτοπαραγωγὴ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος. Συνήθως ἡ συγκέντρωσις ἐγένετο εἰς Μακεδονίαν, Θρᾴκην, Θεσσαλίαν. Παρὰ τὸ περιωρισμένον, ἐν τούτοις, ποσὸν τῆς συγκεντρώσεως, ἐφέτος ἐγένετο εἰς Αἰτωλοακαρνανίαν, Ἄρταν, Πρέβεζαν, Ἰωάννινα, Θεσπρωτίαν, Ἠλείαν, Ἀχαΐαν, Τριφυλλίαν, Λακωνίαν, Εὔβοιαν κλπ., πλὴν ὅμως ἐζητήθη νὰ γίνῃ συγκέντρωσις καὶ εἰς Κεφαλληνίαν καὶ εἰς τὴν Ἀττικὴν ἀκόμη, πρᾶγμα ὅπερ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ παραδεκτόν.
§9Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ πληροφορήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, ὅτι μέχρι τοῦ 1940, ἡ συγκέντρωσις εἶχε ἐπιτευχθῆ εἰς ὅλα ἐν γένει τὰ διαμερίσματα τῆς Χώρας, πλὴν Κερκύρας καὶ ὡρισμένων νήσων. Καὶ εἰς τὴν Πελοπόννησον καὶ εἰς τὴν Κεφαλληνίαν καὶ παντοῦ ἀλλοῦ, ἐγένετο συγκέντρωσις.
§10Χ. ΓΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Ἐγένετο προπολεμικῶς, ὅταν ἡ συγκέντρωσις ἦτο ἀπεριόριστος, οὐδέποτε ὅμως μεταπολεμικῶς.
§11Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. συνάδελφον ἐκ Κεφαλληνίας, διὰ τὴν πληροφορίαν. Πρὸ τοῦ πολέμου, ὄντως ἐγένετο συγκέντρωσις σίτου εἰς Ἀρκαδίαν. Κατ’ ἐξαίρεσιν, ἐπὶ τέλους, ἐφέτος, νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ συγκέντρωσις σίτου εἰς ὅλας τὰς περιοχὰς τῆς Ἑλλάδος, μὲ σκοπὸν νὰ ἐνισχύσωμεν τὸν ἀγροτικὸν πληθυσμόν, ὅστις ἐδέχθη ὅλην τὴν θύελλαν τοῦ συμμοριτισμοῦ καὶ ὅστις εἶδε τὰ ζῷα του καὶ τὸ σπίτι του καὶ ὅλην του τὴν ὑλικὴν ὑπόστασιν κατεστραμμένην καὶ ἑπομένως, ἡ πρώτη βοήθεια, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ τοῦ παρασχεθῇ ἦτο αὐτή. Ἀπὸ τὸν ἀγροτικὸν ἄλλως πληθυσμὸν ἀναμένει ἡ Χώρα τὴν ἰσοσκέλισιν τοῦ ἐμπορικοῦ μας ἰσοζυγίου, τὴν καταπολέμησιν τῆς ἀστυφιλίας, τὴν ἐξεύρεσιν ἐργασίας καὶ τὴν ὕψωσιν τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου τοῦ λαοῦ μας.
§12Χ. ΓΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Νὰ ἐνισχύσωμεν τὸν ἀγροτικὸν πληθυσμὸν Ἀρκαδίας καὶ τὸν ἐνισχύομεν, ὅπως γνωρίζετε, ἀλλὰ ὄχι τὸν σῖτον, ὅστις δὲν ἀφθονεῖ. Ἐνισχύομεν καὶ προστατεύομεν τοὺς πατατοπαραγωγούς, αἴφνης, τῆς Ἀρκαδίας, δι’ οὓς ἄλλωστε ἔλαβε μέτρα τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας καὶ τῇ ἰδικῇ σας συστάσει.
§13Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Γνωρίζω τὸ ἐνδιαφέρον σας διὰ τοὺς πατατοπαραγωγούς μας, φίλτατε κ. Ὑπουργὲ τῆς Γεωργίας. Ἀλλ’ ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῆς συγκεντρώσεως τοῦ σίτου, ἥτις θὰ ἀνεκούφιζε τὸν ἀγροτικὸν πληθυσμόν. Τοῦτο δὲ θὰ ἐπετυγχάνετο, διὰ τοῦ διπλασιασμοῦ τοὐλάχιστον τοῦ συγκεντρωθέντος ποσοῦ τοῦ σίτου.
§14Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφέτος ἦτο ἐπιτυχὴς ἡ παραγωγὴ τοῦ σίτου εἰς Ἀρκαδίαν.
§15Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἐφέτος ποὺ ἦτο ἡ πρώτη χρονιά, καθ’ ἣν ὁ ἀγροτικὸς πληθυσμὸς ἦτο ἐλεύθερος, ἔπρεπε νὰ τὸν τονώσωμεν, νὰ τὸν ἐνθαρρύνωμεν περισσότερον, πρὸς τοῦτο δὲ ἀκριβῶς θὰ ἔπρεπε νὰ διπλασιασθῇ τὸ ποσὸν τῆς συγκεντρώσεως τοῦ σίτου καὶ νὰ γίνῃ εἰς ὅλας τὰς περιφερείας ἡ συγκέντρωσις. Συνιστῶ ἐπίσης, ὅπως ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα δέχεται σῖτον διὰ τὴν ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν τῶν ἀγροτῶν μας εἰς τὴν τιμὴν τῆς συγκεντρώσεως. Κύριοι βουλευταί, εἶπον, ὅτι ἡ χθεσινὴ συζήτησις ἐξῆλθε τοῦ πλαισίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σχεδίου ψηφίσματος καὶ ἔφθασα μέχρι ὑποδείξεως καὶ τροποποιήσεων ἀκόμη καὶ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Σοσιαλιστικοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος ὑπέδειξεν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὅτι θὰ πρέπει νὰ τροποποιήσωμεν τὸν Κανονισμόν, ἐπὶ τῷ τέλει ὅπως ὁρίσωμεν νομικῶς τὴν ἔννοιαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ κόμματος καὶ θὰ ἐξετίθετο εἰς μίαν δεινὴν παρεξήγησιν, ἐὰν ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπεδείκνυε, δὲν περιελάμβανε καὶ τὸν ἴδιον ὡς καταργητέον Ἀρχηγὸν Κόμματος. Ὅπως ἠκούσατε, συνιστᾷ νὰ τροποποιηθῇ ὁ Κανονισμός, ἐπὶ τῷ τέλει ὅπως ἀναγνωρίζωνται Κοινοβουλευτικὰ Κόμματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουν μίαν δύναμιν ἐξισουμένην πρὸς τὸ δέκατον τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν ἢ πρὸς τὸ δέκατον τῶν ψηφοφόρων, ὅπερ περίπου εἶναι τὸ ἴδιον. Μὲ τὴν τροπολογίαν αὐτήν, καταργοῦμεν καὶ τ’ ἄλλα μικρὰ κόμματα, ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι καταργεῖται καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Σοσιαλιστικοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος.
§16Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν καταργεῖται, διότι μόνον οἱ ὑπαξιωματικοὶ καταργοῦνται, οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν καταργοῦνται.
§17Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὡμίλησεν, ἐπίσης, ὁ κ. Παπανδρέου, περὶ μικρῶν καὶ μεγάλων κομμάτων. Ἀπαντῶ, ὅτι ὁ λαὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ κάνει μεγάλα καὶ μικρὰ τὰ κόμματα. Δὲν ἀποκλείεται μεγάλο σήμερον κόμμα, ἀπὸ τὰς προσεχεῖς ἐκλογὰς νὰ γίνῃ μικρὸν καὶ τὸ ἐναντίον τὰ μικρὰ κόμματα, νὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τὰς προσεχεῖς ἐκλογὰς μεγάλα κόμματα. Ἑπομένως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθορισθῇ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ, ποῖον εἶναι μικρὸν καὶ ποῖον μεγάλο κόμμα, διότι ἐξαρτᾶται τοῦτο ἀπὸ τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ μόνον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ἤδη ἔρχομαι εἰς τὸ σχέδιον τὸ ψηφίσματος, ὅπερ ἔχει 3 ἄρθρα. Τὸ πρῶτον, ἀφορᾷ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν μας, τὸ δεύτερον τὴν σύστασιν Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ τὸ τρίτον τὴν σύστασιν Ἐπιτροπῆς, μὲ σκοπὸν τὴν ἀναθεώρησιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, αἵτινες χρῄζουσιν ἀναθεωρήσεως.
§18Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ἐξεχάσατε καὶ τὴν προσθήκην ποὺ ἐγένετο, νὰ περνοῦν νομοθετήματα, χωρὶς Ἐπιτροπήν.
§19Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ βραδύτερον. Σᾶς εὐχαριστῶ, κ. Πρόεδρε. Ὡς πρὸς τὸ αʹ ἄρθρον, εἴμεθα σύμφωνοι, ἔχομεν ὅμως καύματα καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσουν αἱ ἐργασίαι τοῦ Σώματος, διότι καθὼς εἴδατε, μόλις ἐπέρασαν δύο ὧρες ἐργασίας τοῦ Σώματος καὶ οἱ κ.κ. βουλευταὶ φεύγουν. Ἑπομένως, εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τὴν διακοπήν, χωρὶς ἀμφιβολίαν, δὲν συμφωνοῦμεν ὅμως διὰ τὸ μῆκος τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Νομίζω, ὅτι εἶναι ὑπερβολικὸν καὶ ὑποθέτω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε τὴν 7ην Νοεμβρίου, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν μέχρις 1ης Ὀκτωβρίου. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις ἐπ’ αὐτοῦ. Ἠρχίσαμεν τὰς ἐργασίας μας, μετὰ μακρὰν ἐννοεῖται διακοπήν, εἰς τὰς 2 Μαΐου καὶ εὑρισκόμεθα εἰς τὰς 22 Ἰουλίου. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι διεκόψαμεν τὰς ἐργασίας μας λόγῳ τοῦ ἐπισυμβάντος θανάτου τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ 10 ἡμέρας, ἔχομεν δύο περίπου μῆνας καὶ κάτι. Νὰ ἐργασθῶμεν, λοιπόν, δύο μῆνας καὶ νὰ καθήσωμεν τρεῖς μῆνας, εἶναι μεγάλο τὸ διάστημα, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον πρὸ ἡμῶν εὑρίσκεται ἕνας ὄγκος Νομοθετικῆς καὶ Συντακτικῆς ἐργασίας. Πρὸ ἡμῶν, εὑρίσκονται νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀνάγκην νὰ ἐρευνηθῶσιν ἀπὸ τὸ σύνολον τῆς Βουλῆς. Διότι, κύριοι βουλευταί, παρὰ τὰ ἀντιθέτως ὑποστηριχθέντα, ὑποστηρίζονται δὲ μετὰ πολλῆς ἐπιστημονικότητος, καὶ ἀποδειχθέντα καὶ πρακτικῶς ἐφαρμόσιμα καὶ ἀποδοτικά, πλὴν ἐγὼ παραμένω ὀρθόδοξος ὀπαδὸς τῆς ψηφίσεως τῶν νόμων ὑπὸ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς. Κατ’ ἀπολύτως, ἑπομένως, μεγαλύτερον λόγον, θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος ὑπὸ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς. Πῶς δύναται νὰ νοηθῇ κατάρτισις τοῦ Συντάγματος ὑπὸ μιᾶς Ἐπιτροπῆς καὶ κύρωσις αὐτοῦ μόνον ἄνευ συζητήσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καθ’ ὃν τρόπον ἐγκρίνονται καὶ ψηφίζονται οἱ κώδικες; Αὐτὸ εἶναι τελείως ἀπαράδεκτον. Ὁσάκις πρόκειται νὰ συνταχθῇ πολίτευμα ἢ νὰ ἀναθεωρηθῇ, τότε λαμβάνεται πρόνοια καὶ συγκαλεῖται διπλάσιος ἀριθμὸς βουλευτῶν, ἢ τοὐλάχιστον μεγαλύτερος ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν τῆς συνήθους Βουλῆς. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παρίδωμεν τὰς ἀρχὰς αὐτάς, αἱ ὁποῖαι ἐκράτησαν καὶ κρατῶσιν ἀκόμη καὶ νὰ ἔλθωμεν καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι καταρτίζομεν τὸ Σύνταγμα διὰ μιᾶς Ἐπιτροπῆς; Αὐτὸ εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, ἀπαράδεκτον, ἀκόμη καὶ τὰ ὀνόματα τῶν Βουλῶν, αἱ ὁποῖαι καλοῦνται νὰ συντάξουν τὰ πολιτεύματα δὲν καλοῦνται Βουλαί, ἀλλὰ Συνελεύσεις, Ἐθνικαὶ Συνελεύσεις, AS-SEMBLEES NATIONALES. Ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ θὰ ὁμιλήσω, ὅταν θὰ ἐξετάσω τὸ 3ον θέμα τοῦ σχεδίου ψηφίσματος. Πρὸ ἡμῶν, κύριοι βουλευταί, προεῖπον ὅτι ὑπάρχουν νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀνάγκην νὰ ψηφισθῶσιν ὑπὸ τοῦ συνόλου τῆς Βουλῆς. Ἕνα τοιοῦτον νομοθέτημα, εἶναι τὸ περὶ τηλεπικοινωνιῶν. Ἡ ἀνάγκη τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ, παρουσιάσθη πρὸ 8 μηνῶν καὶ ἐπαρουσιάσθη ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ὡς ἐξαιρετικῶς ἐπεῖγον. Ἐπεσκέφθημεν, τότε, τὸν Πρωθυπουργόν, μακαρίτην Σοφούλην, καὶ συνεστήσαμεν πρὸς αὐτὸν ὅπως τὸ νομοθέτημα αὐτό, ὅπερ εἶχεν ἐξαγγελθῆ διὰ τῶν ἐφημερίδων, μὴ περάσῃ δι’ ἀναγκαστικοῦ νόμου, ἀλλὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Παρίστατο, ὅπως ἐνθυμοῦμαι κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὁ νῦν δεύτερος Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κ. Βενιζέλος, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξεν ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ νομοθετικῶς τὸ ζήτημα τῶν τηλεπικοινωνιῶν δι’ ἀναγκαστικοῦ νόμου, διότι διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ χάσωμεν 5 ἑκατομμύρια δολλάρια. Καὶ ἀπήντησα εἰς τὸν κ. Βενιζέλον, ὅτι λυποῦμαι καὶ ν’ ἀκούω τὴν ἀπειλὴν αὐτήν, δὲν ἔχω τὴν πρόθεσιν νὰ ὑποστῇ τὸ Κράτος τὴν ζημίαν αὐτήν, ἀλλὰ δὲν βλέπω τὸν λόγον τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοθετήματος δι’ ἀναγκαστικοῦ νόμου καὶ πράγματι, μέχρι σήμερον, παρῆλθεν 8μηνον καὶ παρὰ τὸ ἐπεῖγον κατετέθη μὲν εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ δὲν ἐπεσπεύθη καὶ ἡ ψήφισις αὐτοῦ, ἐφ’ ὅσον παρίστατο ἀπολύτως ἐπεῖγον, αὐτὸ μὲ κάνῃ νὰ συνιστῶ νὰ ὑπάρξῃ ὀλίγη ὑπομονὴ ἀκόμη, μέχρις ἐνάρξεως τῆς τελευταίας συνόδου μας, ὁπότε ἐκ τῶν πρώτων νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοθέτημα περὶ ἐκχωρήσεως τῶν τηλεπικοινωνιῶν. Αὐτὴν τὴν στιγμήν, κύριοι βουλευταί, ἔχομεν ὑπὸ τὰς ὄψεις μας ψήφισμα τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως τῶν τριατατικῶν ὑπαλλήλων, συνελθόντες εἰς Παντριατατικὸν Συνέδριον, περιλαμβάνον 7.500 ὑπαλλήλους, τὸ σύνολον δηλαδὴ τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἀνθίστανται ἐμμέσως, ὄχι εἰς τὴν ἐκχώρησιν τῶν τηλεπικοινωνιῶν, ἀλλὰ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Χθὲς τὸ ἑσπέρας καὶ ἐνταῦθα ἐλάβομεν παρὰ τοῦ Παντριατατικοῦ Συνεδρίου τὸ ἐν λόγῳ ψήφισμα, διὰ τὸ ὁποῖον αἰσθάνομαι μία μεγάλην στενοχωρίαν, διότι τὸ ἔλαβον καθυστερημένως ἢ ἐστάλη καθυστερημένως καὶ ἔδωσα τὸν λόγον μου εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν γνωρίζω, πῶς ἠμπορῶ ν’ ἀμυνθῶ. Διὰ τῆς γενομένης τελευταίας τροπολογίας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε ὀλίγον, οὔτε πολύ, τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον δὲν πρόκειται νὰ διέλθῃ οὔτε ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, ἀλλὰ δι’ ἀναγκαστικοῦ νόμου. Τὸ πρᾶγμα εἶναι τρομερόν. Ἰδού, τί λέγει τὸ ψήφισμα τοῦ Παντριατατικοῦ Συνεδρίου «...... ....... (ἀναγινώσκει) ...............». Ζητοῦν, δηλαδή, οἱ ὑπάλληλοι αὐτοί, νὰ ἐρευνηθῇ τὸ νομοσχέδιον τῶν τηλεπικοινωνιῶν ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐν τῷ συνόλῳ του. Δυστυχῶς, ὅμως, κύριοι βουλευταί, τὸ νομοθέτημα αὐτό, θεωρεῖται ὅτι ἅπτεται τοῦ σχεδίου Μάρσαλλ καί, ἑπομένως, ὡς προεῖπον, δὲν θὰ διέλθῃ οὔτε ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, ἀλλὰ θὰ ἐγκριθῇ δι’ ἀναγκαστικοῦ νόμου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πρὸ ἡμερῶν, ἐκάλεσε τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ μᾶς συνέστησε νὰ ἀποδεχθῶμεν τροπολογίαν, καθ’ ἣν θέματα, σχέσιν ἔχοντα μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ σχεδίου Μάρσαλλ, θὰ ἐγκρίνωνται καὶ θὰ τίθενται ἐν ἰσχύϊ δι’ ἀναγκαστικοῦ νόμου. Ἀπεδέχθημεν τὴν σύστασιν αὐτήν, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, εἰλικρινῶς, ὅτι εὑρίσκομαι ἐν ἀμηχανίᾳ αὐτὴν τὴν στιγμήν, διὰ τὸ πῶς εἶναι δυνατόν, ἀποδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν, ὡς ὑπεσχέθημεν, νὰ προσκρούσωμεν τόσον ὀξέως εἰς τὴν τόσον ἐμοθύμως ἐκδηλωθεῖσαν θέλησιν τοῦ συνόλου τῶν τριατατικῶν ὑπαλλήλων. Ἀναγκάζομαι, ἑπομένως, ν’ ἀπευθύνω θερμοτάτην παράκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως δεχθῇ, ἵνα μὴ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συμπεριληφθῇ εἰς τὰ ἔχοντα σχέσιν μὲ τὸ σχέδιον Μάρσαλλ. Τοῦτο πράττουσα ἡ Κυβέρνησις, προσφέρει πράγματι μεγάλην ὑπηρεσίαν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, παρὰ ταῦτα, δὲν δυνηθῇ ἢ δὲν θελήσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ νὰ τὸ ἐγκρίνῃ, ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος, ἐφ’ ὅσον ἔδωσα τὸν λόγον μου, νὰ ψηφίσω τὴν τροπολογίαν αὐτήν, μὲ καταθλιπτικὴν πίεσιν τῆς συνειδήσεώς μου καὶ θὰ αἰσθάνωμαι τὴν συνείδησίν μου διαρκῶς ταρασσομένην, διότι ἐνέκρινα κἄτι κατὰ ὀξέως ἀντίθετον πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ τριατατικοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε γνωστῶν, ἡ ἐκχώρησις τῶν τηλεπικοινωνιῶν πρόκειται νὰ γίνῃ κατὰ τὸ σύστημα τῆς Α.Ε.Τ.Ε. Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ Ἑταιρεία αὐτὴ δὲν δύναται νὰ ἀποτελέσῃ πρότυπον, βάσει τοῦ ὁποίου θά τακτοποιηθοῦν καὶ ἄλλαι ὑπηρεσίαι. Ἡ ἑταιρεία αὐτὴ εἶναι Κράτος ἐν Κράτει, δὲν ὑπόκειται εἰς οὐδένα οὐσιαστικὸν ἔλεγχον τοῦ Ὑπουργείου Τ.Τ.Τ. καὶ ἑπομένως δὲν δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ ὡς πρότυπον, διὰ τὴν ρύθμισιν τοῦ ζητήματος τῶν τηλεπικοινωνιῶν, τοὐναντίον ἀποτελεῖ κίνδυνον.
§20Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἐλάβατε καὶ σεῖς μέρος, εἰς τὴν σύσκεψιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως;
§21Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Μάλιστα. Εἶπον, ὅτι μᾶς ἐκάλεσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐζήτησε νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν.
§22Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Σᾶς εἶπε τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον δυσπιστεῖ πρὸς τὴν Βουλήν; Τί φοβεῖται; Εἶναι περισσότερον πατριῶται οἱ κυβερνῶντες καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν;
§23Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἡ τροπολογία, ἀφορᾷ τὰ νομοσχέδια, τὰ ἔχοντα σχέσιν μὲ τὸ Σχέδιον Μάρσαλλ, θὰ ἐγκριθοῦν ὡς ἀναγκαστικοὶ νόμοι, χωρὶς τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Τὴν τροπολογίαν αὐτήν, τὴν ἀπεδέχθην, ἀλλ’ ἐδοκίμασα μία θλῖψιν εἰς τὴν ψυχήν μου, ὅταν χθὲς ἔλαβον τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ ἀπὸ τοὺς Τριατατικοὺς ὑπαλλήλους, ζητοῦντες ὅπως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ οὐχὶ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Δὲν ἐγνώριζον, βεβαίως, οἱ Τριατατικοὶ τὴν τελευταίαν τροπολογίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος.
§24Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Νὰ δώσῃ ἡ Κυβέρνησις ρητὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι δὲν θὰ ρυθμίσῃ τὸ θέμα αὐτό, ἄνευ συγκαταθέσεως τῆς Βουλῆς.
§25Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Βεβαίως, τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἐδώσαμεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, θὰ τὴν τηρήσωμεν, ἐγὼ τοὐλάχιστον θὰ τὴν τηρήσω. Ἀλλά, θὰ ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἀξιώσῃ ἵνα τὸ θέμα αὐτὸ μὴ λυθῇ, καθ’ ὃν τρόπον προβλέπει ἡ τελευταία τροπολογία τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸ θὰ ἦτο πολὺ σκληρόν, διὰ τοὺς τριατατικοὺς ὑπαλλήλους, διότι, ἐπὶ τέλους, δὲν ζητοῦν τίποτε ἄλλο. Οἱ τριατατικοὶ ὑπάλληλοι, γνωρίζουν ὅτι, ἐὰν γίνῃ τὸ ταχύτερον ἐκχώρησις τῶν τηλεπικοινωνιῶν εἰς ἕνα ἡμικρατικὸν ὀργανισμόν, αἱ ἀποδοχαί των θὰ εἶναι διπλάσιοι. Καὶ ὅμως αὐτὸ καὶ μόνον θέλουν, νὰ μείνῃ ἡ ὑπηρεσία αὐτὴ κρατική, μὲ συγκινεῖ, μὲ συγκινεῖ τὸ ἐνδιαφέρον τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁμόθυμον. Δὲν ὑπάρχει οὐδὲ εἷς ἔχων ἀντίθετον γνώμην. Εἶναι ἄξιοι δημοσίου ἐπαίνου οἱ ὑπάλληλοι, διὰ τὴν ὑπερήφανον στάσιν των, ἡ ὁποία τοποθετεῖ ὑψηλὰ καὶ τὴν συνείδησίν μου. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ, κύριοι βουλευταί, θὰ ἤθελον νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι εἰς ζητήματα συννενοήσεώς της μετὰ τῶν ἐμπειρογνωμόνων καὶ ξένων τεχνικῶν συμβούλων της, ὄχι, βεβαίως, νὰ ἀναπτύσσῃ μεγαλύτερον σθένος, δὲν πρόκειται περὶ σθένους, τοῦ ὁποίου θὰ εἶχε ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ νὰ ἐπιμείνῃ περισσότερον νὰ ἔχῃ ὑπομονὴν μεγαλυτέραν καὶ νὰ κατατοπίζῃ τοὺς ξένους τεχνικοὺς αὐτῆς συμβούλους, ἐπὶ τῆς ἑλληνικῆς πραγματικότητος. Διότι, δὲν εἶναι δυνατὸν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἀπὸ τὸ Δυτικὸν Ἡμισφαίριον, ἐντὸς ὀλίγου χρόνου, ἑνὸς μηνῶν τινῶν, νὰ κατατοπισθῶσιν ἐπὶ τῶν ἑλληνικῶν πραγμάτων. Καί, ἑπομένως, εἶναι ψεκτέα καὶ ἐλεγκτέα ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν καταβάλλει αὐτὴν τὴν προσπάθειαν. Θὰ μοῦ εἴπῃ, ὁ κ. πρῶτος Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πῶς τὸ ξεύρομεν αὐτό. Ἀπαντῶ: Τὸ ξέρετε, ἀλλὰ δὲν τὸ τηρεῖτε. Ὑπάρχει δὲ τρόπος νὰ πείθωνται οἱ ξένοι καὶ νὰ κατατοπίζωνται περὶ τῶν ἑλληνικῶν πραγμάτων, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ ἡ λύσις, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ ὑποδεικνύουν, ὅταν τὰ πράγματα ἀντιστρατεύωνται λίαν πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ὁμιλῶν, κύριοι βουλευταί, περὶ ξένων τεχνικῶν συμβούλων, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ καταφύγω ὀλίγον εἰς τὴν ἱστορίαν, ἡ ὁποία εἶναι μόλις διδάσκαλος, σχετικῶς μὲ τὴν δρᾶσιν τῶν ξένων εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν. Οὐδεὶς ἀρνεῖται εἰς τοὺς ξένους συμβούλους τῆς Κυβερνήσεως ἁγνότητα εἰς τὰ αἰσθήματά των καὶ διάθεσιν πολλὴ καὶ φλογερὸν ἐνδιαφέρον αὐτῶν, πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καταλογίζομεν εἰς αὐτούς, εἶναι ἡ ἄγνοια τῆς Ἑλληνικῆς πραγματικότητος καὶ ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον ἐλέγχομεν τὴν Κυβέρνησιν εἶναι, ὅτι δὲν καταβάλλει προσπάθειαν νὰ κατατοπίσῃ αὐτούς. Ἕνα παράδειγμα χαρακτηριστικόν, κύριοι βουλευταί, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ν’ ἀναφέρω. Ὅταν ἡ Ἑλληνικὴ ἐπανάστασις τοῦ 1821, κατὰ τὸ ἕκτον ἔτος αὐτῆς, εὑρίσκετο εἰς κάποιαν κρίσιμον κατάστασιν, τότε διοικηταὶ τῶν ἐνόπλων ἑλληνικῶν δυνάμεων ἦσαν ὁ Κόχραν καὶ ὁ Τσώρτς. Ἡ Ἀκρόπολις εἶχε καταληφθῆ ἀπὸ τὸν Κιουταχὴν Χουρσίτ. Ὁ Κόχραν, εἶχε τὴν ἰδέαν ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ μία ἐπίθεσις κατὰ τῆς Ἀκροπόλεως, κατὰ μέτωπον, διὰ νὰ λυθῇ, διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἡ πολιορκία. Εἰς τὸ συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἔγινεν ἐν τῇ ναυαρχίδι, ἔλαβε μέρος καὶ ὁ Καραϊσκάκης, ἡ μεγάλη αὐτὴ στρατιωτικὴ διάνοια, ὁ ὁποῖος ἀντετάχθη εὐλαβῶς μέν, ἀλλὰ μετὰ θάρρους, εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτὴν καὶ ὅταν ἐξῆλθε τῆς ναυαρχίδος, εἶπε πρὸς τοὺς ἀγωνιστάς του: «Βρὲ παιδιά, τί νὰ σᾶς πῶ; Αὐτοὶ οἱ ξένοι θὰ μᾶς πάρουν στὸ λαιμό τους, μὲ τὴν ἀναβασταγιά, τὴν ἀνυπομονησία τους... Ἐγὼ τὴν βολεύω, διότι μᾶς δίνουν ψωμὶ καὶ μπαρουτόβολα». Θὰ ἤθελον αὐτὸ τὸ ἀπόφθεγμα τοῦ Καραϊσκάκη, νὰ τὸ φέρω εἰς μνήμην τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ παρακαλέσω αὐτήν, νὰ τὰ βολεύῃ καὶ αὐτὴ διὰ τὰ μπαρουτόβολα, ἀλλὰ καὶ νὰ γίνεται ἀκριβῶς ὅτι εἶναι συμφέρον διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ὁ Καραϊσκάκης, ἐφονεύθη μετὰ δύο–τρεῖς ἡμέρας καὶ εἰς μίαν μάχην παρὰ τὴν Καλλιθέαν καὶ τὴν ἑπομένην τοῦ θανάτου του, διατάσσει ὁ Κόχραν ἐπίθεσιν κατὰ τῆς Ἀκροπόλεως. Ἐγέμισαν αἱ πεδιάδες τῆς Ἀττικῆς ἀπὸ πτώματα Ἑλλήνων, ἡ Ἀκρόπολις δὲν ἔπεσεν, ἡ ἐπιχείρησις ἐκείνη ἀπέτυχε καὶ ὅλοι ἐνεθυμήθησαν τοὺς σοφοὺς λόγους τοῦ Καραϊσκάκη. Αὐτὸ τὸ λέγω, διὰ νὰ τονώσω τῆς Κυβερνήσεως τὸ ἐνδιαφέρον καὶ νὰ τῆς αὐξήσω τὴν διάθεσιν, ὅπως, παρὰ τοῖς ξένοις αὐτῆς τεχνικοῖς συμβούλοις, ἀναπτύσσῃ μία μεγαλυτέραν ἐπιμονὴν καὶ μίαν μεγαλυτέραν ὑπομονήν, εὐλαβῶς πάντοτε, ἀλλὰ ἐμμόνως καὶ πεισμόνως, ἐν τῇ προασπίσει τῶν ἑλληνικῶν συμφερόντων. Διότι, σᾶς εἶπον, ὅτι εἰς τοὺς ξένους τεχνικοὺς συμβούλους ἀναγνωρίζω ἁγνὰ αἰσθήματα καὶ ἀναγνωρίζω διάθεσιν πραγματικὴν ἐξυπηρετήσεως τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λείπει, εἶναι ἡ δρᾶσις ἡ Κυβερνητική, ὀφειλομένη εἰς ἀνεπάρκειαν αὐτῆς, διὰ νὰ πείσῃ τοὺς ξένους συμβούλους της ἐπὶ ὡρισμένων πραγμάτων, ὅτι πρέπει νὰ ὑποχωρῶσι, διότι αὐτὸ ἀξιοῖ καὶ ἀπαιτεῖ τὸ Ἑλληνικὸν συμφέρον. Καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ἔφερον τὸ παράδειγμα αὐτὸ τῆς ἱστορίας, τὸ ὁποῖον εἶναι τόσον χαρακτηριστικόν. Ἐπάθαμε μία μεγάλην ζημίαν καὶ παρ’ ὀλίγον νὰ διακινδυνεύσῃ ὅλη ἡ ἐπανάστασις ἀπὸ μίαν ἀνυπομονησίαν τοῦ Κόχραν, ὁ ὁποῖος εἶχε μεγάλον ἐνθουσιασμὸν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος ἀγαποῦσε τὴν Ἑλλάδα ὅσον καὶ οἱ Ἕλληνες, ἀλλὰ ἠγνόει τὴν Ἑλληνικὴν πραγματικότητα καὶ τὴν Ἑλληνικὴν ψυχολογίαν. Ὑποθέτω, πὼς θὰ ἐγενόμην ἀντιληπτός, ὄχι τόσον παρ’ ὑμῶν, κύριοι βουλευταί, ὅσον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία πρέπει ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ νὰ προσέξῃ κάπως περισσότερον, διότι μέχρι τῆς στιγμῆς, ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ τουτέστιν, συμβολικῶς κολοσσιαίαν ἀνεπάρκειαν ἐπέδειξεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἀξιόμεπτος καὶ ἀξιοκατάκριτος. Ἄλλο νομοθέτημα, κύριοι βουλευταί, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνάγκην νὰ διερευνηθῇ ἀπὸ τὸ σύνολον τῆς Βουλῆς καὶ ὄχι ἀπὸ τμῆμα αὐτῆς, εἶναι τὸ ψήφισμα περὶ ρυθμίσεως τῶν ἀγοραπωλησιῶν, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς. Τὸ νομοθέτημα αὐτό, κύριοι βουλευταί, εἶναι ἀνάγκη ἐπιτακτική, ἐπιβεβλημένη νὰ διέλθῃ ἀπὸ τὸ σύνολον τῆς Βουλῆς καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως. Ἐὰν ὑποτεθῇ, πὼς ἡ Κυβέρνησις ἐπιμείνῃ εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, θὰ διαπράξῃ μία κακὴν πρᾶξιν, δὲν θὰ ἔχωμεν λύσιν τοῦ ζητήματος, ἑνὸς ζητήματος, τὸ ὁποῖον συνεκίνησε σφόδρα τὴν Ἑλληνικὴν κοινὴν γνώμην, ἑνὸς ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἠμπόδισε τὴν ἀνοικοδόμησιν τῆς χώρας, ἑνὸς ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐπέφερε καθυστέρησιν, δύναμαι νὰ εἴπω, σημαντικὴν εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς χώρας μας. Λοιπόν, τὸ ψήφισμα αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ κριθῇ ἀπὸ τὸ σύνολον τοῦ Σώματος. Ἐὰν κριθῇ, κύριοι βουλευταί, ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, αὐτὸ θὰ εἶναι ἔργον μάταιον, διότι δὲν θὰ πρόκειται περὶ ὁριστικῆς ἀποφάσεως, δεδομένου ὅτι τὸ ψήφισμα κατ’ ἀνάγκην θὰ διέλθῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἡ ἐκκρεμότης θὰ ἐξακολουθῇ μέχρις ὅτου ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Ὅταν φθάσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, θὰ γίνουν ὅλαι αἱ συζητήσεις, τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖ ἕνα τοιαύτης κολοσσιαίας σημασίας νομοθέτημα. Διότι εἰς τὸ νομοθέτημα αὐτό, ὑπάρχει σύγκρουσις μεγάλων οἰκονομικῶν συμφερόντων. Φαντασθῆτε, ἐὰν ρυθμιστὴς τῶν συγκρούσεων αὐτῶν, τῶν μεγάλων συμφερόντων, εἶναι ἡ ψῆφος ἑνὸς ἢ δύο βουλευτῶν τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Φαντασθῆτε πόσον θὰ ἐπικριθῇ ἀπὸ τὴν μία μερίδα ἡ ἀπόφασις, ἡ ὁποία θὰ ληφθῇ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, ἐὰν ἀκυρωθοῦν καὶ πόσον θὰ ἐπικριθῇ ἡ ἄλλη ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἐπικυρωτική. Ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ, κύριοι βουλευταί, ἀξιοῦμεν μίαν ἀδιάβλητον κρίσιν. Καὶ ἀδιάβλητος κρίσις θὰ ὑπάρξῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἐὰν τὸ κρίνῃ τὸ σύνολον τῆς Βουλῆς καὶ ὄχι τμῆμα της.
§26Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ θάρρος μαζί.
§27Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἶπεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, εἶναι τοῦ Σχεδίου Μάρσαλλ.
§28Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Στρατιωτικῶν). Καὶ ἡ Κυβέρνησις, εἶναι τμῆμα τῆς Βουλῆς. Κύριοι βουλευταί, τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ τὴν ἔχω ἐκδηλώσει πολλάκις καὶ λυποῦμαι, διότι ὑπῆρξα δυσάρεστος εἰς μίαν μεγάλην κατηγορίαν πολιτῶν, συμπαθεστάτην ἀπὸ πάσης πλευρᾶς καὶ ἡ ὁποία περικλείει καὶ πολλοὺς φίλους μου, μεταξὺ τῶν ὁποίων τινὰς τοὺς βλέπω εἰς τὸ θεωρεῖον ἐκεῖνο καὶ καταλαβαίνω μὲ πόσον σφιγμένην τὴν ψυχήν των, ἀναμένουν τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου. Ἀλλά, κύριοι, ἡ γνώμη ἡ ἰδική μου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀλλάξῃ. Λυποῦμαι, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀνεκινήθη. Ὅτι ὑπάρχουν ἀδικίαι, ἀλλὰ μόνον εἰς τὰς πωλήσεις ἀκινήτων; Αἱ πωλήσεις τῶν κινητῶν; Τιμαλφῶν, ἐπίπλων, καταθέσεων εἰς τὰς τραπέζας; Τίτλων, χρεωγράφων; Ἄπειραι εἶναι αἱ ἀδικίαι καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἀγοραπωλησιῶν ἀκινήτων, ἐπίσης. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ἀλλὰ ἡ προσπάθεια ἄρσεως τῶν ἀδικιῶν αὐτῶν διὰ νομοθετημάτων, θὰ ἔχῃ ὡς τελικὸν ἀποτέλεσμα τὴν αὔξησιν τῶν ἀδικιῶν. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποδειχθῇ μία λύσις, ἡ ὁποία νὰ ἱκανοποίει ἀμφοτέρας τὰς ἀντιμαχομένας μερίδας πωλησάντων καὶ ἀγορασάντων ἀκίνητα, ἐγὼ θὰ ἤμην ὁ εὐτυχέστερος. Θέλω νὰ προστρέξω εἰς τὴν λύσιν, ἀλλὰ δυστυχῶς οἱαδήποτε λύσις καὶ ἂν δοθῇ νομοθετικῶς, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐπικριθῇ καὶ νὰ θίξῃ συμφέροντα. Ἐφ’ ὅσον δὲ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀνεκινήθη—κακῶς καθ’ ἡμᾶς—ὄχι διότι δὲν ὑπάρχει ἀδικία, ἀλλὰ διότι δὲν ἠμποροῦν νὰ περατωθοῦν, κύριοι βουλευταί, πρέπει νὰ ξεύρετε, ὅτι τὴν τάξιν αὐτὴν τῶν πωλητῶν, καὶ ἰδίως τῶν μικροπωλητῶν, τὴν τόσον συμπαθῆ, διαθέρμαινε μία ἐλπὶς, ὅτι τὰ σπίτια, τὰ ὁποῖα ἐπώλησαν, θὰ τὰ ἔπαιρναν πάλιν, ἐνῷ ἦτο μεγάλη ἡ ἀπόστασις καὶ μετὰ τὴν ἀκυρωτικὴν συντακτικὴν πρᾶξιν, ἡ ὁποία θὰ ἴσχυε, διὰ νὰ πάρουν τὰ σπίτια τους. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, κύριοι βουλευταί, ὅπως ἰσχυρίζονται ἄλλοι καὶ ὅπως φαίνεται, ἀτυχῶς, ἀληθὲς ὅτι ἡ προεκλογικὴ Κυβέρνησις τοῦ μακαρίτου Σοφούλη, ἡ ὁποία ἐξέδωσεν αὐτὴν τὴν πρᾶξιν τὴν ἀκυρωτικὴν τῶν ἀγοραπωλησιῶν ἐπὶ κατοχῆς, ὅτι τὴν ἐξέδωκε διὰ λόγους ἐκλογικῆς ἐκμεταλλεύσεως. Αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ ἐγένετο, διότι ἐξεδόθη αὕτη δύο ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν, ἐπειδὴ ὁ μακαρίτης Σοφούλης, ἀρχηγὸς καὶ μετεκλογικῶς τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ δύο ἔτη, δὲν προσεπάθησε νὰ γίνῃ αὐτὸ νόμος τοῦ Κράτους. Αὐτὸ ἀποδεικνύει τὴν ἔλλειψιν πίστεως ἐπὶ τὴν ἀκυρωτικὴν Συντακτικὴν πρᾶξιν. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Κυβέρνησις, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ νὰ παρατηρήσω μίαν ἀσυνέπειαν εἰς τὰς πράξεις της. Δηλαδὴ δὲν εἶναι ἡ μόνη, ἀλλὰ αὐτὴ εἶναι ἡ χαρακτηριστικωτέρα. Ἡ Κυβέρνησις, λίαν ἀξιεπαίνως, ἠθέλησε νὰ προστατεύσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν, ἡ ὁποία ἐπωλήθη κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς, ἀλλὰ τὴν ἄλλην ἰδιοκτησίαν, μετὰ ταῦτα, ἡ Κυβέρνησις δὲν κατέβαλε καμμία προσπάθειαν νὰ τὴν προστατεύσῃ. Τοὐναντίον, μάλιστα, ἐνῷ θέλει νὰ προστατεύσῃ τοὺς μικροπωλητάς, δὲν θέλει νὰ προστατεύσῃ τοὺς μικροϊδιοκτήτας, οἱ ὁποῖοι περιῆλθον, ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς, εἰς κατάστασιν ἀπογνώσεως, λόγῳ τοῦ ἐνοικιοστασίου. Δὲν εἶναι μόνον τὸ ἐνοικιοστάσιον, τὸ ὁποῖον πλήσσει τὴν ἰδιοκτησίαν κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ πιστεύουν οἱ ἰδιοκτῆται, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία εὑρίσκεται ἐν διωγμῷ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀπὸ τὸ Κράτος, ἀλλ’ εἶναι ἐντὸς τοῦ ἐνοικιοστασίου καὶ ἄλλοι νόμοι, πλήσσοντες τὴν ἰδιοκτησίαν. Οἱ νόμοι περὶ ἐπιτάξεων, περὶ στεγάσεων κλπ., οἱ ὁποῖοι διαλύουν καὶ τὰς οἰκογενείας ἀκόμη. Καί, δὲν λέγω ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ληφθοῦν αὐτὰ τὰ μέτρα, ἀλλὰ δυστυχῶς τῶν μέτρων αὐτῶν γίνεται κατάχρησις, ὡς ἀπέδειξαν συζητήσεις, πολλαὶ καὶ πρόσφατοι ἐν τῇ Βουλῇ, κατὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ὥστε οἱ ἰδιοκτῆται σήμερον εὑρίσκονται εἰς πλήρη ἀπόγνωσιν, ἔχουν ἰδιοκτησίαν τὴν ὁποίαν δὲν ἔχουν, καλοῦνται νὰ πληρώνουν φόρους ὡς ἰδιοκτῆται χωρὶς νὰ ἔχουν εἰσόδημα, ἐνῷ, κύριοι, θὰ ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ μέτρα, θὰ ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ προσαρμόσῃ τὸ ἐνοικιοστάσιον πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν κατάστασιν. Ὅταν ἄλλοτε ἀπησχόλησα τὴν Βουλὴν μὲ τὸ ζήτημα τῶν μικροϊδιοκτητῶν, καὶ μάλιστα ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐζήτησα τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως καὶ κατηναλώθη ὁλόκληρος ἡ συνεδρίασις ἐκείνη μὲ τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος αὐτοῦ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν, ὅτι οἱ μικροϊδιοκτῆται ἔχουν καὶ μικρομισθωτὰς ἀπόρους. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές. Δὲν εἶναι δυνατόν, ἐγὼ νὰ ἀδιαφορήσω, διὰ τὴν ἀπορίαν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τῶν πόρων μισθωτῶν. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, τὴν ἀπορίαν αὐτήν, τῆς τάξεως τῶν ὑπαλλήλων, τῶν μισθωβιώτων ἢ συνταξιοβιώτων, δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὴν βαστάζῃ μόνον ἡ τάξις τῶν ἰδιοκτητῶν, ὅπως ἐτόνισα πολλάκις εἰς τὴν Βουλήν, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιπέσῃ ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ὑπεδείξαμεν τότε εἰς τὴν Κυβέρνησιν μέτρα, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἀπολύτως ἀπάντησιν ἔδωσεν. Ἡ Κυβέρνησις οὐδόλως ἠνωχλήθη μὲ τὸ σοβαρώτατον αὐτὸ οἰκονομικὸν ἢ ὀρθότερον κοινωνικὸν ζήτημα. Καὶ σήμερον, ὅλοι οἱ ἐπαγγελματίαι, οἱ ἰατροί, οἱ δικηγόροι, ἔχουν τὰς ἀμοιβάς των προσαρμόσει πρὸς τὴν ὑπάρχουσαν, πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν, οἰκονομικὴν κατάστασιν. Διατὶ τάχα οἱ ἰδιοκτῆται, δὲν θὰ εἶχον τὴν δικαίαν ἀξίωσιν, τὰ μισθώματά των νὰ μὴ προσαρμοσθοῦν ἀπολύτως πρὸς τὴν ὑπάρχουσαν οἰκονομικὴν ζωήν, ἀλλὰ νὰ βελτιωθοῦν κάπως, εἰς τρόπον ὥστε καὶ αὐτοὶ νὰ δύνανται νὰ ζήσουν; Διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ, ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν ἔχω ὄχι μόνον ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν, κατοικίαν κλπ., ἀλλὰ οὔτε καὶ ἀντίσκηνον, ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ μὴ πονέσω τὸν ἰδιοκτήτην, ὁ ὁποῖος κατὰ τοιοῦτον τρόπον δοκιμάζεται. Καὶ ἐνῷ λέγομεν ὅτι ἔχομεν ἀστικὸν καθεστώς, μεταχειριζόμεθα κομμουνιστικὰς μεθόδους. Διότι, κ. βουλευταί, αὐτὸ θὰ εἰπῇ ἀστικὸν καθεστώς, ὅτι ἔχει πολίτευμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον διέπεται ὁ λαός του, ἔχει νόμους ἀπὸ τοὺς ὁποίους διέπεται, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι ὅπως οἱ κομμουνισταί, οἱ ὁποῖοι ἔχουν μόνον σκοπιμότητα, νὰ φθάσουν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀδιαφορῶντες διὰ τὰ μέσα. Λοιπόν, ἡ θεωρία τῆς σκοπιμότητος, διέπει καὶ ἡμᾶς, τὸ ἀστικὸν κράτος, δυστυχῶς. Ὑποθέτω, κύριοι βουλευταί, ὅτι τώρα μὲ τὸ κλείσιμον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης θὰ δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ ἀσχοληθῇ καὶ ὀλίγον μὲ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ἔχει τὴν εὐχέρειαν πρὸς τοῦτο, ἀνεξαρτήτως ἐὰν εἶναι παροῦσα ἡ Βουλὴ ἢ ὄχι. Διὰ μιᾶς κοινῆς ἀποφάσεως, μετὰ τοῦ συναδέλφου του ἐπὶ τοῦ Συντονισμοῦ, ν’ αὐξήσῃ σημαντικῶς τὸν συντελεστὴν τῶν μισθωμάτων, εἰς τρόπον ὥστε καὶ οἱ ἰδιοκτῆται νὰ ἀντιληφθοῦν ὅτι ἔχουν ἰδιοκτησίαν καὶ ὅτι ἐκ τῆς ἰδιοκτησίας αὐτῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσουν.
§29Ι. ΜΠΕΡΝΙΤΣΑΣ. Τὴν διαφορὰν τῶν ἐνοικίων, τὴν εἰσπράττει τὸ Κράτος.
§30ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖον Κράτος; Δὲν εἶναι αὐτὸ ἀληθές.
§31Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Ἀποδέχομαι τὴν ἀντίληψιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρύνωνται οἱ μισθοσυντήρητοι, ἀλλ’ ἀφοῦ ζητεῖτε ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας νὰ μὴ παίρνουν μισθώματα, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰν ζητεῖτε νὰ πληρώνουν φόρους διὰ τὰ ἀκίνητά των, βάσει τῆς προπολεμικῆς ἀξίας αὐτῶν. Καὶ ἐρωτᾶται, κατὰ τίνα τρόπον συμβιβάζετε, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ἠθικὴν τάξιν; Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι εἴπητε, ὅτι τοῦτο δὲν ἐνδιαφέρει ἐμέ, ἀλλὰ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τότε ποία εἶναι ἡ ἑνιαία πολιτική, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις;
§32Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί, κάμνω τὴν δήλωσιν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς, διὰ νὰ τελειώνωμεν, διότι μὲ τὰς διακοπὰς εἶναι ἀδύνατον νὰ προχωρήσωμεν.
§33Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελον νὰ προσθέσω τοῦτο, ὅτι κατὰ τὴν κατοχικὴν περίοδον, ὅτε εἶναι γνωστὸν ὅτι οὐδεμία ἐπιχείρησις καὶ οὐδεμία ἐργασία ἐγένετο, αἱ τότε Κυβερνήσεις, πρὸς τιμήν των, ἐξέδιδε κατὰ μῆνα καὶ κατόπιν καθ’ ἑβδομάδα, διατάγματα, προσαρμόζοντα τὰ μισθώματα. Ἤδη, τὴν 20.12.46, συνεστήθη μία διακομματικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐμελέτησε τὸ ζήτημα τοῦ καθορισμοῦ τῶν μισθωμάτων καὶ προέβλεψε τότε, ἐντὸς ἔτους τὴν τιμαριθμικὴν προσαρμογὴν πρὸς τὰ μισθώματα. Παρέχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι μὲ ἐπεσκέφθησαν ἔμποροι τῶν Ἀθηνῶν, ἀναφέρω τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἐμπορ. Συλλόγου Ἀθηνῶν καὶ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι μοῦ εἶπον ὅτι ἀναγνωρίζουν καὶ αὐτοὶ μία προσαρμογὴν μισθωμάτων, ἔκτοτε, ὅμως, ἐπέρασαν 3 ἔτη καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔκαμε ἀπολύτως τίποτε. Εἶναι καιρὸς νὰ συνέλθῃ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὸν λήθαργον, διότι οἱ ἐπιχειρηματίαι προσήρμοσαν τὰς τιμὰς των πρὸς τὰ προϊόντα των, ἐνῷ διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας δὲν ἔγινεν ἀπολύτως τίποτε.
§34Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι δύναται νὰ παραπονεθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐλέγχεται αὐστηρῶς ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ. Ἡ Κυβέρνησις ἔδειξε πλήρη ἀδιαφορίαν διὰ τὸν ἰδιοκτητικὸν κόσμον καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀσυνέπειά της. Ἐνῷ, διὰ τὴν ἰδιοκτησίαν ἐπὶ κατοχῆς, ἔδειξε τόσην στοργήν, ἐγκατέλειψεν ἐντελῶς τὴν ἐν γένει ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ πιστεύουν, ὅπως εἶπον, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἰδιοκτησία εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἢ δὲν προστατεύεται. Θὰ ἤμην εὐτυχής, ἐὰν οἱ λόγοι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἀκούγονται αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἦτο δυνατόν, ἐπὶ τέλους, νὰ συγκινήσουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν μάλιστα ὁμόθυμον ἐξεδηλοῦτο τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς, ἀγανακτούσης διὰ τὴν τοιαύτην ἐγκατάλειψιν τοῦ ἰδιοκτητικοῦ κόσμου. Ἡ διακοπὴ τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ συνάδελφος ἐκ Πατρῶν μοῦ ἔφερεν εἰς τὴν μνήμην μου ἓν ἄλλο σπουδαῖον ζήτημα, τὸ ζήτημα τῶν κρατουμένων ἐν ταῖς φυλακαῖς, δοσιλόγων κατὰ τὴν κομμουνιστικὴν ὀνομασίαν, ἐθνικοφρόνων πολιτῶν, καθ’ ἡμᾶς, ἡ ἀδιαφορία τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ εἶναι ἐγκληματική. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἦλθε προσφάτως πάλιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅταν ἀνεπτύχθησαν παρ’ ἐγκρίτων συναδέλφων τὰ ὑπομνήματα τῶν ὀργανώσεων, τὰ ὑποβληθέντα ἀθρόως εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων. Ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ ὑπομνήματα ὅλων σχεδὸν τῶν ὀργανώσεων, αἱ ὁποῖαι ἐξεδήλωνον ἔντονον διάθεσιν ὑπὲρ αὐτῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αἱ ὀργανώσεις, ἀλλ’ ἔχει σημασίαν τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς, ὅπερ ἐξεδηλώθη ὑπὲρ τῶν κρατουμένων ὁμόθυμον, ἐὰν ἀφαιρέσῃ κανεὶς ὀλίγας ἐξαιρέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀτόνως ὑπεστήριξαν τ’ ἀντίθετα καὶ προσέφυγον εἰς στηρίγματα ἔξω τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας, διὰ νὰ τονώσουν τὴν ὠχρὰν γνώμην των. Ὁλόκληρον, λέγω, τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς, ἐξεδηλώθη ὑπὲρ τῶν ἀναξιοπαθούντων αὐτῶν ἐντίμων ἀνθρώπων. Καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἐξήντλησεν ὅλα τὰ εἴδη τῆς ἐπιεικείας διὰ τοὺς κομμουνιστάς. Διότι τὸ Κόμμα αὐτό, ὡς γνωστόν, ἔκαμε τὸν ἐγκληματικὸν νόμον περὶ ἀποσυμφορήσεως καὶ ἐξῆλθον τῶν φυλακῶν περὶ τὰς 10.000 ἐγκληματίαι χειρίστης μορφῆς, καταδικασθέντες καὶ δὶς καὶ τρὶς καὶ τετράκις εἰς θάνατον καὶ οἱ ὁποῖοι ἐπῆγαν ἀμέσως εἰς τὰ βουνὰ καὶ ἀπετέλεσαν τὰ στελέχη τῶν συμμοριτῶν. Τὸ κακὸν αὐτὸ τῆς ἀποσυμφορήσεως συνεπληρώθη, ὅτε συμμετέσχε τῆς Κυβερνήσεως τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων καὶ ἐφήρμοσε τὴν διαβόητον πολιτικὴν τοῦ κατευνασμοῦ, ὁπότε ἕτεραι 10.000 κρατουμένων εἰς στρατόπεδα συγκεντρώσεως ἀφέθησαν καὶ αὐτοὶ ἐλεύθεροι καὶ ἔσπευσαν εἰς τὸ βουνὸ καὶ αὐτοὶ καὶ ἐνίσχυσαν τὰς συμμορίας, ἐπὶ κολοσσιαίᾳ ζημίᾳ τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος, ἐνῷ, λέγω, τόσα μέτρα ὑπὲρ τῶν τεράτων αὐτῶν, τῶν προδοτῶν αὐτῶν τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος, ἐλήφθησαν, ἤδη παραμένουν ἀκόμη εἰς τὰς φυλακὰς οἱ μηδόλως βλάψαντες τὴν Ἑλλάδα, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἐλήφθη οὐδὲν ἀπολύτως μέτρον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο παρὼν κατ’ ἐξαίρεσιν τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν τοῦτο, διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ὁ μόνος Ὑπουργὸς ποὺ προσέρχεται κανονικῶς εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ κ. Ὑπουργός, λέγω, τῆς Δικαιοσύνης, μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἔκαμε δηλώσεις εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ τί λέγει; Ὅτι οὐδέποτε ἀπησχόλησεν ἢ πρόκειται ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Κυβέρνησιν τὸ ζήτημα αὐτό, ἀκούσατε κύριοι βουλευταί! Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐδοκίμασα μίαν ὀδυνηρὰν κατάπληξιν, διότι τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ πλέον ἀδιαφορίαν, ἀλλὰ περιφρόνησιν στυγνὴν πρὸς τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐξεδηλώθη, ἀποτελεῖ περιφρόνησιν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κοινὴν γνώμην, ἐναργέστερον ἐκδηλωθεῖσαν, διὰ τῆς ὑποβολῆς τόσων ὑπομνημάτων, ὥστε νὰ σχηματισθῇ εἷς τεράστιος ὄγκος.
§35Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι ἡ κοινὴ γνώμη.
§36Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἀποτελεῖ περιφρόνησιν πρὸς τὴν δυστυχίαν χιλιάδων οἰκογενειῶν, αἱ ὁποῖαι ἄνευ οὐδενὸς λόγου ἐστερήθησαν τῶν προστατῶν των ἐπὶ 5 ἤδη ἔτη καὶ βλέπουν τοὺς φονεῖς καὶ τοὺς σφαγεῖς νὰ εἶναι ἐκτὸς τῶν φυλακῶν. Τουλάχιστον, ἐὰν ἐξέλθουν τῶν φυλακῶν ὅλοι αὐτοὶ οἱ κρατούμενοι, δὲν ὑπάρχει φόβος νὰ πᾶνε εἰς τὰ βουνά, ἐνῷ ὅσοι ἀφέθησαν ἐλεύθεροι, εἴτε διὰ τοῦ νόμου τῆς ἀποσυμφορήσεως, εἴτε διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς πολιτικῆς τοῦ κατευνασμοῦ, ἔτρεξαν ὅλοι εἰς τὰ βουνὰ καὶ ἐνίσχυσαν τὰς συμμορίας, συνετάραξαν τὴν πατρίδα των καὶ τὴν συνταράσσουν ἀκόμη αὐτὴν τὴν στιγμήν. Καὶ ἡ θεία Πρόνοια ἠθέλησε ν’ ἀπομακρυνθῇ αὐτὸς ὁ φοβερὸς κίνδυνος. Καὶ ὅμως οἱ ἐγκληματίαι εἶναι ἐλεύθεροι καὶ οἱ ὑπηρετήσαντες τὴν πατρίδα καὶ μόνον τὴν πατρίδα κρατοῦνται εἰς τὰς φυλακάς, πρὸς δόξαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἰδίας τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι τρομερὸν νὰ μὴ ὑπάρχῃ Δικαιοσύνη εἰς μίαν χώραν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐγεννήθη τὸ πρῶτον ἡ ἔννοια τοῦ Δικαίου.
§37Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παμψηφεὶ τὸ Συμβούλιον Χαρίτων, ἔχει δώσει χάριν εἰς αὐτούς.
§38Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν δύνασθε νὰ ἀγνοῆτε, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου αὐτοῦ δὲν ἀποτελεῖ τίποτε ἄλλο, παρὰ μίαν ρύθμισιν πρὸς τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα, ὁ ὁποῖος ἀσκεῖ τὴν προνομίαν αὐτήν. Ἑπομένως, ἡ ὕπαρξις τῆς γνώμης τοῦ Συμβουλίου Χαρίτων, εἶναι κάτι τι τὸ συμβουλευτικόν.
§39Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ γνωρίζω αὐτό, ἀλλὰ γνωρίζω, ὅτι πάντοτε αἱ ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου ἐγένοντο ἀποδεκταί.
§40Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Περὶ ἀσκήσεως Βασιλικῆς προνομίας, πρόκειται ἐδῶ.
§41Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὑποβάλλω παράκλησιν εἰς τοὺς κ.κ. συναδέλφους, νὰ μὴ διακόπτουν. Ἡ διακοπὴ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐνόμιζα ὅτι θὰ προσέθετε κανὲν στοιχεῖον καὶ θὰ ἔδιδεν ἐνθάρρυνσιν, διὰ τὴν εὐμενῆ λύσιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, τοῦ τόσον καθυστερήσαντος. Νὰ εἶσθε βέβαιοι, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ θὰ χαρακτηρίσῃ τὴν ὅλην περίοδον καὶ θὰ τὴν χαρακτηρίσῃ ὡς θλιβερὰν διὰ τὴν Ἑλλάδα.
§42Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἡ χάρις ἀπονέμεται κατ’ αἴτησιν τῶν ἐνδιαφερομένων καὶ οὐχὶ αὐτεπαγγέλτως ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ.
§43Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Αὐτοὶ ὑπέβαλον τὰς αἰτήσεις πρὸς τὸ Συμβούλιον καὶ τὸ Συμβούλιον ἀπεφάνθη ὑπὲρ αὐτῶν. Μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου Χαρίτων, ἀρχίζει ἡ κυβερνητικὴ εὐθύνη πλέον.
§44Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Εἶναι εἷς συνταγματικὸς θεσμός, τὸν ὁποῖον δὲν δυνάμεθα ν’ ἀμφισβητήσωμεν. Ἄλλο ἡ προσυπογραφὴ πράξεων ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ὅταν ὑπάρχῃ ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη, καὶ ἄλλο τὸ ζήτημα αὐτό.
§45Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει προνομία.
§46Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνόμιζεν ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔπρεπε νὰ τύχουν χάριτος, ὁ Βασιλεὺς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀγνοήσῃ τὸ δίκαιον τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν. Δυστυχῶς, δὲν ἐγένετο τοῦτο καὶ διὰ τοῦτο ἐλέγχομεν τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιρρίπτωμεν εὐθύνας, ἐκεῖ ὅπου δὲν ἀνήκουν, πρὸ παντὸς εἰς τὸν ἀνεύθυνον.
§47Δ. ΚΟΥΤΣΙΚΑΣ. Ἡμεῖς ἐρωτῶμεν τὴν Κυβέρνησιν, διατὶ δὲν ἔλυσε τὸ ζήτημα αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις μᾶς παραπέμπει εἰς τὴν Βουλήν, ἡμεῖς, ὅμως, ἐρωτῶμεν, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε τὸ καθῆκόν της ἔναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§48Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἔρχομαι ἤδη νὰ ἐξετάσω τὸ τρίτον ἄρθρον τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον προβλέπει τὴν σύστασιν μιᾶς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ὑπάρχει μία συνταγματικὴ ἐκκρεμότης, ἡ λύσις τῆς ὁποίας εἶναι πάρα πολὺ δύσκολος. Δὲν ἐπικρίνω τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ὅτι ἠμέλησε νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ θέμα καὶ νὰ συζητήσῃ τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις τοῦ Συντάγματος, διότι κατὰ τὰς δύο πρώτας συνόδους τῆς παρούσης περιόδου, ὅτε τὸ πᾶν ἐσείετο γύρω ἡμῶν καὶ τὸ πᾶν ἐξηρτᾶτο ἐκ τῆς ἐκβάσεως τοῦ ἀγῶνος, δὲν εἴχομεν καὶ ἡμεῖς τὴν ψυχικὴν ἠρεμίαν νὰ συζητήσωμεν τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις τοῦ Συντάγματος καί, διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι κακιστέα εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Ἡ Βουλὴ θὰ ἠδύνατο ἐπικαίρως νὰ συζητήσῃ τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις τοῦ Συντάγματος κατὰ τὴν τρίτην αὐτῆς σύνοδον καὶ μετὰ τὴν ἔναρξιν λήξεως, εὐμενῶς, τοῦ ἀγῶνος κατὰ τοῦ συμμοριτισμοῦ. Βεβαίως, τότε ἡ Κυβέρνησις φέρει μίαν εὐθύνην, διότι θὰ ἔπρεπε νὰ φροντίσῃ, ὥστε νὰ ἔχῃ ἀρχίσει ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Συντάγματος. Δυστυχῶς, ὅμως, δὲν τὸ ἔκαμε. Σήμερον μᾶς ζητεῖ νὰ τῆς ἐπιτρέψωμεν νὰ συσταθῇ μία Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ νέα, ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ ποῖαι ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος χρήζουν ἀναθεωρήσεως. Ἐὰν ἡ Ἐπιτροπή, κατὰ τὸ σχέδιον ψηφίσματος, θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα καταρτίσεως τοῦ νέου Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ θὰ κληθῇ νὰ ἐγκρίνῃ ἄνευ συζητήσεως, καθ’ ὃν τρόπον ψηφίζονται οἱ κώδικες, αὐτό, λέγω, κύριοι βουλευταί, εἶναι ἀπαράδεκτον. Καὶ σᾶς εἶπον, ὅταν ἠρξάμην τῆς ὁμιλίας, ὅτι προκειμένου περὶ συστάσεως ἢ ἀναθεωρήσεως Συνταγμάτων, ἐκλέγεται διπλάσιος ἀριθμὸς βουλευτῶν ἤ, τοὐλάχιστον, μεγαλύτερος ἀριθμὸς βουλευτῶν ἀπὸ τὴν συνήθη Βουλήν. Ἀπαιτοῦνται ἐγγυήσεις ποσοτικῶς καὶ ποιοτικῶς περισσότεραι, δύνανται δὲ πάντες οἱ βουλευταί, καὶ οἱ μὴ ἔχοντες εἰδικὴν κατάρτισιν, νὰ συμβάλλουσιν εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ πολιτεύματος. Διότι ἡ φύσις τοῦ Πολιτεύματος εἶναι τοιαύτη, ὥστε πάντες δύνανται νὰ προσφέρουν κάτι εἰς τὴν ἀρτιωτέραν κατάρτισιν αὐτοῦ. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, κύριοι, ὅτι ὁ ἀείμνηστος Ἀλέξανδρος Κουμουνδοῦρος ἐδιώρθωνεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν νομομαθέστατον Καλλιγᾶν. Λέγω τοῦτο, διὰ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι τὸ βάρος τῆς μορφώσεως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀρτιωτέραν κατάρτισιν τοῦ νέου Συντάγματος.
§49Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἦτο, ὀλιγωτέρας μορφώσεως τοῦ Κουμουνδούρου, ὁ Καλλιγᾶς;
§50Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Πολιτικώτερος ναί, ὄχι, ἴσως, ἐπιστημονικώτερος. Καὶ ὁ ἀξιωματικὸς δύναται καὶ αὐτὸς νὰ προσφέρῃ καὶ ὁ ἰατρὸς καὶ ὁ βιομήχανος καὶ πᾶς τις ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους ἐν τῇ Βουλῇ. Προκειμένου περὶ ἀναθεωρήσεως ἢ συντάξεως τοῦ Πολιτεύματος, ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν πρέπει νὰ εἶναι ὁπωσδήποτε μεγαλύτερος. Δὲν εἶναι δυνατόν, ἑπομένως, νὰ ἀνεχθῶμεν ἡμεῖς, ὅπως δώσωμεν εἰς ἓν τμῆμα τῆς Βουλῆς τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως τοῦ πολιτεύματός μας. Δὲν πιστεύω ἀκάμπτως εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ἀνεκχωρήτου τῆς συντακτικῆς ἰδιότητος τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ πιστεύω ὅτι ἀπαιτεῖται ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ νὰ ἐργασθῇ διὰ τὴν κατάρτισιν τοῦ πολιτεύματος. Διότι ἕνας κοινὸς νόμος, κύριοι βουλευταί, εἶναι εὐχερὲς ν’ ἀντικατασταθῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἀλλὰ μία κακὴ Συνταγματικὴ διάταξις εἶναι δύσκολον νὰ διωρθωθῇ. Διὰ τὸν λόγον αὐτόν, λαμβάνονται ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότεραι ἐγγυήσεις. Ἐπιτροπὴ Συνταγματικὴ νὰ καταρτισθῇ νέα, τὸ εὑρίσκω περιττόν. Ἡ ὑπάρχουσα Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ἔχει πλέον μελετήσει τὰ ζητήματα, ἔχει εἰδικευθῆ καὶ ἑπομένως εἶναι ἡ ἁρμοδία διὰ νὰ καταρτίσῃ ὄχι τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ ἕνα προσχέδιον. Ἐὰν θέλῃ νὰ κάμῃ νέας ἀρχαιρεσίας ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, τὰς κάμνει καὶ αὐτάς. Ἂς πάρῃ ἕνα νέον χρῖσμα ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θὰ συσταθῇ διὰ τοῦ νέου ψηφίσματος, ἀπὸ τὴν Βουλήν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀρχίσῃ μὲ περισσοτέραν διάθεσιν τὸ ἔργον της, χωρὶς νὰ δεσμεύεται ἀπὸ τὰς ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβε προηγουμένως ὡς Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Καταρτίζουσα τὸ προσχέδιον τοῦ Συντάγματος ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτή, νὰ μὴ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, νὰ περιλάβῃ βεβαίως διατάξεις τινάς, αἱ ὁποῖαι κρίνονται ἀναγκαῖαι νὰ περιληφθοῦν εἰς τὸ νέον Σύνταγμα. Μίαν τροπολογίαν, ἣν προέτεινεν ὁ συνάδελφος ἐξ Εὐβοίας χθές, ὅτι πρέπει πᾶσα Βουλὴ νὰ ἔχῃ ἀναθεωρητικὴν ἁρμοδιότητα, τὸ εὑρίσκω ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνον. Διότι, ἐὰν ἡ Βουλὴ εὑρεθῇ ὑπὸ διεύθυνσιν Πρωθυπουργοῦ μὲ ἐξημμένην κάπως τὴν διάνοιαν, εἶναι δυνατὸν ἡ ὕπαρξίς της νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πειρασμὸς διὰ ν’ ἀνατρέψῃ ἔστω καὶ μὴ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ προκαλέσῃ διαταραχάς. Ἑπομένως, αἱ ἐγγυήσεις αἱ ὁποῖαι λαμβάνονται ἀπὸ τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος (108 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911), εἶναι ἱκαναὶ νὰ μᾶς διασφαλίσουν. Μία νέα Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, θὰ περιορισθῇ, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὴν κατάρτισιν ἑνὸς προσχεδίου, τὸ ὁποῖον προσχέδιον νὰ μᾶς ἑτοιμάσῃ περὶ τὰ τέλη Σεπτεμβρίου, ὥστε νὰ τὸ ἔχωμεν ἕτοιμον, καὶ κατὰ τὸν Ὀκτώβριον, ὁπότε θ’ ἀρχίσωμεν τὰς ἐργασίας μας, ν’ ἀσχοληθῶμεν μόνον μὲ τὸ Συνταγματικὸν ἔργον μας. Νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι εἷς μήν, ὁ Ὀκτώβριος, εἶναι ἀρκετὸς διὰ ψήφισιν τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον θὰ καταστήσωμεν ἱκανὸν διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Ἔθνους. Μὴ ἀποκαρδιώνεσθε, κύριοι βουλευταί, ἀπὸ τὴν πικρὰν πεῖραν τοῦ παρελθόντος. Ἡ ἱστορία τῶν Συνταγμάτων διδάσκει, ὅτι πάντοτε ὑπῆρξε βραδυπορεία εἰς τὴν κατάρτισίν των καὶ τελικῶς πάντοτε ἐψηφίσθησαν ἐντὸς βραχυτάτου χρονικοῦ διαστήματος. Τὸ διάστημα, λοιπόν, τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, ὁπότε ὀφείλομεν νὰ ἐπαναλάβωμεν τὰς ἐργασίας μας, εἶναι ἀρκετὸν διὰ νὰ τελειώσωμεν τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον μας. Διότι ἄλλωστε, κύριοι βουλευταί, διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ παραμείνῃ ἐκκρεμὲς τὸ συνταγματικόν μας πρόβλημα καὶ τοῦτο δὲν θὰ εἶναι πρὸς τιμὴν τῆς Βουλῆς μας. Κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ψέξῃ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, διότι τὸ Σύνταγμα αὐτὸ κατηρτίσθη μετὰ πάσης δυνατῆς προσοχῆς. Ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα αὐτό, ἀφ’ ἧς ἴσχυσεν, ὑπέστη πολλὰς καταιγίδας—στάσεις, κινήματα, ἐπαναστάσεις, δικτατορίας. Τὸ 1927 καταργεῖται ἐπισήμως καὶ δημιουργεῖται ἓν ἄλλο. Τὸ 1935 καταργεῖται τὸ νέον καὶ ἐπανέρχεται τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, προστιθεμένων εἰς αὐτὸ διατάξεών τινων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927. Ἑπομένως, τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι καλόν, ἔχει ἀνάγκην ἑνὸς φρεσκαρίσματος, μιᾶς ἀνανεώσεως καὶ προσαρμογῆς πρὸς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας, ἀλλὰ καὶ μιᾶς ἀναβαπτίσεως εἰς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν. Ἐάν, λοιπόν, κατορθώσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ περιορίσῃ τὸ προσχέδιον αὐτῆς εἰς ὀλιγώτερα ἄρθρα, ἀφ’ ἑνός, καί, ἀφ’ ἑτέρου, νὰ μὴ ἀποστῇ σοβαρῶς τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, τότε ἀσφαλῶς ἡ Βουλή μας θὰ εἶναι δυνατὸν ἐντὸς μηνός, ἐπαναλαμβάνω, νὰ δώσῃ ἕνα Πολίτευμα — δὲν λέγω ἄρτιον, ἀλλ’ ἱκανὸν νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐπαναλαμβάνω, διὰ τρίτην φοράν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι βουλευταί, ν’ ἀφήσωμεν ἐκκρεμὲς τὸ ἀναθεωρητικόν μας ἔργον. Εἶναι ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη καὶ ὑποχρέωσις τῆς Βουλῆς, νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἔργον τοῦτο. Καὶ θὰ τὸ συμπληρώσῃ, καθ’ ὃν τρόπον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποδείξω. Ὅσον ἀφορᾷ, κύριοι βουλευταί, τὴν διατύπωσιν τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, βεβαίως, προκειμένου περὶ Ν. Δ., δὲν γεννᾶται ἀμφιβολία ὅτι ὁ Βασιλεὺς θὰ ἀσκῇ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν μετὰ σύμφωνον γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Ἐδῶ τὸ πρᾶγμα εἶναι ὁμαλόν. Προκειμένου ὅμως περὶ ψηφισμάτων, τὸ πρᾶγμα εἶναι δυσχερές, διότι ψήφισμα σημαίνει συντακτικὴν λειτουργίαν, ἡ ὁποία θ’ ἀσκηθῇ ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τῆς ὁποίας ἀρχηγὸς εἶναι ὁ Βασιλεύς. Ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει τεκμήριον ἁρμοδιότητος, δὲν εἶναι φορεὺς συντακτικῆς ἐξουσίας. Φορεὺς αὐτῆς εἶναι ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Καὶ ἐν τούτῳ ἔγκειται ἡ δημοκρατικότης τοῦ πολιτεύματός μας, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει συντακτικὴν πρωτοβουλίαν, ἀλλ’ αὕτη ἀνήκει εἰς τὸν λαόν, ἀσκουμένη διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ. Ἑπομένως, εἶναι κάπως δυσχερὴς ἡ νομοτεχνικὴ διατύπωσις τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου. Ὁ Βασιλεύς, βεβαίως, ἐκδίδει καὶ δημοσιεύει τὰ Ἀναγκ. Διατάγματα μετὰ σύμφωνον γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, προκειμένου ὅμως περὶ ψηφισμάτων ὁ Βασιλεὺς δημοσιεύει ταῦτα μετ’ ἀπόφασιν τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως.
§51Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Τὰ ψηφίσματα ἐξεδίδοντο πάντοτε μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Προέδρου τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἢ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Ρακτιβὰν θὰ ἰδῆτε ἀπὸ κάτω, ὄχι Βασιλεύς.
§52Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαιότατα.
§53Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δυστυχῶς δὲν ἐκράτησεν αὐτὴ ἡ ἀρχή. Ἐδῶ δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος, αὐτὴν τὴν στιγμήν. Δι’ αὐτὸ συζητοῦμεν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ὁ λυσιτελέστερος νομικὸς τρόπος ἐκδόσεως τῶν Ἀναγκαστικῶν Ψηφισμάτων. Ὁ Βασιλεύς, κατ’ ἀνάγκην, θὰ τὰ δημοσιεύῃ μετ’ ἀπόφασιν τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, ἐνῷ, προκειμένου περὶ Ν. Δ. λέγομεν ὅτι ὁ Βασιλεὺς τὰ ἐκδίδει μετὰ σύμφωνον γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Καὶ τοῦτο, διὰ νὰ καταδείξωμεν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει συντακτικὴν πρωτοβουλίαν, ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω, ἀνήκει μόνον εἰς τὸν λαόν.
§54Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ λέξις «μετὰ σύμφωνον», περιττεύει. Εἶναι πλεονασμός.
§55Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὄχι. Εἶναι ἀναγκαία ἡ προσθήκη «μετὰ σύμφωνον γνώμην», διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ἡ συμμετοχὴ τοῦ Βασιλέως ὡς νομοθετικοῦ παράγοντος. Κύριοι βουλευταί, ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἐγένετο μέχρι τοῦδε, ὅπως εἶπον καὶ ἀρξάμενος τῆς ἀγορεύσεώς μου, ἐξῆλθεν ἀπὸ τὰ πλαίσια τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τεθέντος σχεδίου ψηφίσματος. Καί, καθ’ ἡμᾶς, καλῶς ἐγένετο τοῦτο, διότι ἔπρεπε νὰ ἀσκηθῇ ἕνας ἔλεγχος τοῦ συντελεσθέντος κυβερνητικοῦ ἔργου, ἀλλὰ καὶ διὰ ν’ ἀπευθυνθῶσι συστάσεις καὶ ὑποδείξεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τὸ μέλλον ἐπὶ κεφαλαιωδῶν ζητημάτων, ἀφορώντων τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Τοιαῦται ὑποδείξεις ἐγένοντο χθὲς πολλαί. Θὰ εἴχομεν καὶ ἡμεῖς νὰ κάμωμεν σήμερον μερικὰς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ μοῦ συγχωρηθῇ τοῦτο, διότι ἀπὸ αὔριον σβήνει ἡ φωνή μας, γενομένου δεκτοῦ τοῦ ψηφίσματος. Εἰς τὸν τύπον, τὸν σημερινόν, εἴδομεν, κύριοι βουλευταί, μίαν ἀνησυχαστικὴν εἴδησιν, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν ἀποδοχῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων δὲν πρόκειται νὰ συμπεριλάβῃ καὶ τοὺς συνταξιούχους, στρατιωτικοὺς καὶ πολιτικούς. Κύριοι βουλευταί, ἐνθυμεῖσθε ὅτι, ὅταν ἐγένετο συζήτησις ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, ἐζήτησα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δηλώσῃ, ἐὰν πρόκειται ἡ αὔξησις τῶν ἀποδοχῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, νὰ συμπεριλάβῃ καὶ τοὺς συνταξιούχους, πολιτικοὺς καὶ στρατιωτικούς. Καὶ ἐδέχθην ἀπάντησιν, τόσον ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καταφατικήν, ὅτι δηλαδὴ ἡ αὔξησις τῶν ἀποδοχῶν τῶν ὑπαλλήλων θὰ συμπεριλάβῃ καὶ τοὺς συνταξιούχους. Θὰ ἦτο δυνατὸν ἤδη ἡ Κυβέρνησις νὰ μοῦ δώσῃ μίαν καθησυχαστικὴν πληροφορίαν ἐπὶ τῆς ἀναγραφείσης εἰδήσεως, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν ἀποδοχῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων δὲν περιλαμβάνει καὶ αὔξησιν τῶν συντάξεων; Ἀναμένω ἀπάντησιν.
§56Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Αἱ συζητήσεις γίνονται ἐπάνω εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἀποδοχῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῶν ἀξιωματικῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς συνταξιούχους, βεβαίως τὸ θέμα εἶναι συναφές, ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν ἐπροχωρήσαμεν εἰς τὸ θέμα τῶν συνταξιούχων. Πάντως ἡ Κυβέρνησις τὸ παρακολουθεῖ τὸ ζήτημα καὶ δὲν πρόκειται βεβαίως νὰ ἐγκαταλείψῃ τοὺς συνταξιούχους.
§57Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δηλαδὴ τοὺς συνταξιούχους, πολιτικοὺς καὶ στρατιωτικούς.
§58Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Ὅλους.
§59Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δηλαδὴ μέχρι τῆς στιγμῆς, κύριοι βουλευταί, δὲν ἐλύθη τὸ ζήτημα τῶν συνταξιούχων. Ἑπομένως, ἡ ἀναγραφεῖσα εἴδησις ἔχει ὑπόστασιν καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλοίμονον, κ.κ. Ὑπουργοί, ἐὰν προβῆτε εἰς αὔξησιν τῶν ἀποδοχῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων μόνον καὶ ἀφήσετε τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ πολιτικοὺς συνταξιούχους εἰς τὴν ἀθλιότητα τὴν οἰκονομικήν, εἰς τὴν ὁποίαν σήμερον εὑρίσκονται. Ἴσως, διότι, δὲν ἠμποροῦν νὰ κάμουν ἀπεργίαν. Καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ ἀπεργίας, ἔχω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τοῦ ποσοστοῦ τῆς αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, διότι φοβοῦμαι ὅτι ἀπειλεῖται μία νέα δημοσιοϋπαλληλικὴ θύελλα, τὴν σφοδρότητα τῆς ὁποίας δὲν ἠμπορῶ νὰ προδικάσω καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος ἰδιαιτέρως νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ τῆς προκαλέσω τὸ ἐνδιαφέρον της καὶ νὰ τῆς δώσω νὰ ἐννοήσῃ ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τοὺς παράγοντας ἐκείνους ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἐξαρτᾶται ἡ ζωὴ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὅτι πρέπει νὰ καμφθῶσιν εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνεχθῇ οὐδεμία ἑλληνικὴ ψυχή, ἡ ὁποία θὰ ἐπεθύμει νὰ παραμείνωσιν οἱ ὑπάλληλοι μὲ τὰς σημερινὰς γλισχροτάτας ἀποδοχάς των, ἢ ἔστω καὶ μὲ μία αὔξησιν 30–40%, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπουλώσῃ τὰς ἀνάγκας των οὐδὲ πόρρωθεν. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ προσέξῃ, πάρα πολὺ εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Εἶναι μία δυναμῖτις ὑπὸ τὰ θεμέλια τοῦ Κράτους καὶ θὰ πρέπει ἢ νὰ προκαλέσῃ τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τὴν συγκίνησιν τῶν παραγόντων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὑπεύθυνον ἐπ’ αὐτοῦ γνώμην, ἢ οὐσιαστικὴν γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν, ὅτι πρέπει νὰ καμφθῶσιν, ἐπαναλαμβάνω, διότι τοὺς Ἕλληνας δημοσίους ὑπαλλήλους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς καταδικάσωμεν νὰ ἀποθάνωσι τῆς πείνης. Ἀκόμη περισσότερον διὰ τοὺς συνταξιούχους, τῶν ὁποίων αἱ συντάξεις εἶναι πενιχρόταται καὶ εἶναι καὶ μία, ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἠθικὴ ἀνανδρία νὰ ἐγκαταλείπῃ αὐτοὺς τόσον ἀστόργους καὶ νὰ λέγῃ ὅτι, προκειμένου περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ κάμουν ἀπεργίαν, ὅτι ἐπιμένει διὰ τὴν αὔξησιν τῶν ἀποδοχῶν των, ἐνῷ οἱ δυστυχεῖς συνταξιοῦχοι, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ κάμουν ἀπεργίαν καὶ δὲν ἔχουν τὰ μέσα τῆς πιέσεως τῆς Κυβερνήσεως, αὐτοὶ ἐγκαταλείπονται εἰς τὴν τύχην των. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπιστήσω καὶ πάλιν, διὰ δεκάτην φοράν, ἀμέριστον τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τοῦ σοβαρωτάτου τούτου ζητήματος, διότι ἀλλοίμονον, ἐὰν φθάσωμεν ν’ ἀφήσωμεν τοὺς ὑπαλλήλους μὲ μίαν μικρὰν αὔξησιν καὶ νὰ ἐγκαταλείψωμεν τοὺς συνταξιούχους. Θὰ εἶναι μία ἀστοργία ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας, ἀστοργία τοιαύτη, τὴν ὁποίαν οὐδεμία Κυβέρνησις δὲν ἔχει ὤμους τόσον ἰσχυροὺς διὰ νὰ βαστάσῃ τὴν ἀδικίαν αὐτήν. (Χειροκροτήματα).
§60Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ὅτι τὸ ἐνδιαφέρον σας εἶναι μεγαλύτερον ἀπὸ τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐπάνω εἰς τὸ δημοσιοϋπαλληλικὸν ζήτημα, ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις παλαίει ἐναντίον μυρίων δυσχερειῶν καὶ εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ θέμα μέσα εἰς τὴν γενικωτέραν οἰκονομικὴν πολιτικήν της καὶ ὄχι μονοπλεύρως, ὅπως τὸ ἐξετάζετε αὐτὴν τὴν στιγμήν.
§61Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι μοῦ ἔκαμε καὶ μίαν σύστασιν, τῆς ὁποίας δὲν εἶχον ἀνάγκην, ὅτι τὸ ἐνδιαφέρον μου δὲν δύναται νὰ εἶναι μεγαλύτερον ἀπὸ τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ τοῦ ἀντιπαρατηρήσω, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα Κυβέρνησις, ἐὰν εἴμεθα Κυβέρνησις δηλοῦμεν κατηγορηματικῶς ὅτι θὰ ἐπείθομεν χωρὶς ἀμφιβολία τοὺς παράγοντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς γενικῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς χώρας, ἀρνοῦνται, ἐπαναλέγω, ὅτι πρέπει νὰ ζήσουν οἱ Ἕλληνες Δημόσιοι ὑπάλληλοι, ὄχι νὰ εὐημερήσουν, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ ζήσουν.
§62Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Βοηθῆστε μας, ὡς ἀντιπολίτευσις.
§63Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Σᾶς βοηθοῦμεν ἡμεῖς, ἀλλὰ δὲν βοηθεῖτε σεῖς τὸ κυβερνητικὸν ἔργον καὶ τοῦτο ἀπὸ ἀνεπάρκειαν. Διότι ἡ πρώτη ἀνάγκη, ἡ ὁποία ὑπάρχει σήμερον ἐν Ἑλλάδι, μετὰ τὸν πόλεμον, μετὰ τὴν συντριβὴν τοῦ συμμοριτισμοῦ, εἶναι ἡ ζωὴ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων μας. Διότι, ὅταν λέγωμεν κράτος, ἐννοοῦμεν τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὸ αἷμα καὶ τὴν σάρκα τοῦ Κράτους, ἀποτελοῦν τὴν ψυχὴν τοῦ Κράτους καὶ μὲ πεινῶντας δημοσίους ὑπαλλήλους, εὑρισκομένους εἰς αὐτὴν τὴν οἰκονομικὴν ἐξαθλίωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται, εἶναι περιττὸν ν’ ἀσχολῆται ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ ἀνασυγκρότησιν καὶ οἰκονομικὴν καὶ ἠθικὴν ἀνόρθωσιν τῶν ἐρειπίων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Πρωταρχικὸν θέμα τῆς Κυβερνήσεως, ἐνώπιον τῶν παραγόντων αὐτῶν θὰ ἦτο, πῶς θὰ ζήσουν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι. Πιστεύουν ὅτι δύνανται νὰ ζήσουν μὲ 500.000– 600.000, ὅταν ὁ τιμάριθμος ἀνῆλθεν εἰς ὕψη δυσθεώρητα; Ὅταν ἐγένετο ἡ προσαρμογὴ τῶν ἀποδοχῶν πρὸς τὸν τιμάριθμον πρὸ δύο ἐτῶν, ἔκτοτε ὁ τιμάριθμος ἀνῆλθεν 60%, ἐνῷ οἱ μισθοὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων παραμένουν καθηλωμένοι. Πῶς εἶναι δυνατὸν οἱ παράγοντες ἐκεῖνοι, εἰς μία λογικὴν συζήτησιν νὰ παρατάξουν ἀντίθετα ἐπιχειρήματα καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνθέξουν τὰ ἀντίθετα ἐπιχειρήματα αὐτῶν, εἰς μίαν βαθυτέραν βάσανον; Ἐὰν ὑποτεθῇ, πῶς εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ δὲν ἔχετε τὴν ἱκανότητα νὰ πείσητε τὸν συμμαχικὸν παράγοντα, τότε νὰ εἴπητε εἰς αὐτούς, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κυβερνήσωμεν τὸν τόπον αὐτὸν καὶ νὰ παραιτηθῆτε. Ναί, νὰ παραιτηθῆτε. Ἔχετε τὸ θάρρος νὰ τὸ εἴπητε. Δὲν τὸ λέγετε. Ἐγώ, τοὐλάχιστον, ἀμφιβάλλω καὶ ὄχι μόνον δὲν παραιτεῖσθε, ἀλλὰ τοὐναντίον προσπαθεῖτε μὲ κάθε τρόπον νὰ εἶσθε εὐχάριστοι εἰς τοὺς ξένους, διὰ νὰ παραμένετε Κυβέρνησις, ἀδιαφορῶντας διὰ τὸν λαόν. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ συνίστων ὅτι πρέπει νὰ εἶσθε δυσάρεστοι πρὸς τοὺς ξένους, οὔτε διακηρύσσω ὅτι δὲν ὀφείλεται εὐγνωμοσύνη βαθεῖα πρὸς τοὺς ξένους, τοὐναντίον διακηρύσσω τὴν βαθυτάτην μας εὐγνωμοσύνην, ἀλλ’ ἐγὼ διαμαρτύρομαι αὐτὴν τὴν στιγμήν, διότι, ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐτέθη τὸ ζήτημα αὐτό, καθ’ ὃν τρόπον ἔπρεπε νὰ τεθῇ ἐνώπιον τοῦ συμμαχικοῦ παράγοντος. Διότι, ἐὰν ἐτίθετο τὸ ζήτημα αὐτό, ὡς ἔπρεπε, ἦτο ἀδύνατον νὰ ἀνθέξῃ οἱονδήποτε ἐπιχείρημα, ἀντίθετον εἰς μίαν τοιαύτην συζήτησιν καὶ ἀξίωσιν. Προσέξατε τὸ ζήτημα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τὸ μετ’ αὐτοῦ ἀμέσως συνδεδεμένον ζήτημα τῆς αὐξήσεως τῶν συντάξεων πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν. Προσέξατε πολύ. Ἀκούσατε τὴν σύστασιν καὶ δὲν θὰ μετανοήσητε. Καὶ ἔρχομαι ἤδη εἰς μίαν ἄλλην ὑπόδειξιν, ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν νὰ εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διότι θὰ εἶχον νὰ κάμω συστάσεις, ἀφορώσας αὐτὸ τὸ στράτευμα. Ἐδῶ ἀκούονται ψίθυροι πολλοί, ὅτι περὶ τὰς προαγωγὰς τῶν ἀνωτάτων ἀξιωματικῶν τοῦ Στρατεύματος, γίνονται λάθη, τὰ ὁποῖα δημιουργοῦν ἀδικίας μὲ τραγικὰς συνεπείας. Ἀξιωματικοὶ περιωπῆς, ἀξιωματικοὶ προσενεγκόντες σημαντικωτάτας ὑπηρεσίας εἰς τὴν Πατρίδα, ἀναγκάζονται ν’ ἀπομακρυνθῶσιν ἀπὸ τὸ στράτευμα. Ἔχομεν ὡς παράδειγμα τὸν Ταξίαρχον Γεωργόπουλον καὶ τὸν Ταξίαρχον Τρεπεκλῆν καὶ πολλοὺς ἄλλους. Εἶναι γενναῖοι ἀξιωματικοί, ἔχουν προσφέρει κολοσσιαίας ὑπηρεσίας εἰς τὴν Πατρίδα καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουν αὐτὴν τὴν πικρίαν, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι ἐκτὸς τοῦ στρατεύματος. Ἐπὶ τῶν ἀδικιῶν αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι γίνονται, πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ προσέξῃ πολὺ περισσότερον, διότι τὸ στράτευμα ἀποτελεῖ ἕνα σύνολον, τὸ ὁποῖον πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ προσέξῃ ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ, διότι χάρις εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Στράτευμα αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἴμεθα ἐλεύθεροι καὶ χάρις εἰς τὰς ἑλληνικὰς λόγχας αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁμιλοῦμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καί, ἑπομένως, δὲν ἐπιτρέπεται στραβοτιμονιὰ καμμία ἀπολύτως. Πρέπει ἡ δικαιοσύνη νὰ εἶναι ἀπόλυτος. Ἀλλὰ καὶ ἕνα ἄλλο παράπονον καὶ μίαν ἄλλην ὑπόδειξιν ἔχω νὰ κάμω, ἀφορῶσα τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀξιωματικοί, ὑπηρετοῦντες εἰς τὸ μέτωπον συνεχῶς, ἀφ’ ἧς ἤρξαντο αἱ ἐπιχειρήσεις, ἐνῷ ὑπάρχουν ἄλλοι ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔφυγον ἀπὸ τὰς Ἀθήνας καθόλου, θὰ σᾶς ἀναφέρω παράδειγμα ἑνὸς ὑπολοχαγοῦ τῆς Σχολῆς Εὐελπίδων, ὁ ὁποῖος ὀνομάζεται Ρήγας Ἀναστάσιος. Ἀκούσατε τὶ ἔχει πάθει τὸ παιδὶ αὐτό:........ (ἀναγινώσκει)........ Ὡς ἠθικὰς ἀμοιβάς, ἀκούσατε πάρα πολύ. (Ἀναγινώσκει). «Ἀριστεῖον ἀνδρείας, ἀριστεῖον ἀνδρείας διὰ δευτέραν φοράν, βραβεῖον δι’ ἐξαιρέτους πολεμικὰς πράξεις, ἀναμνηστικὸν Ἀλβανίας, πρότασις προαγωγῆς αὐτοῦ διὰ ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ». Ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς εὑρίσκεται ἔκτοτε εἰς τὰ μέτωπον καὶ δὲν ἔχει ἔλθει ἐδῶ οὔτε μία ἡμέραν καὶ ἐρωτῶ, εἶναι αὐτὴ δικαιοσύνη; Πῶς εἶναι δυνατὸν ἄλλοι ἀξιωματικοὶ νὰ παραμένουν συνεχῶς εἰς τὰς Ἀθήνας, καὶ ἄλλοι συνεχῶς εἰς τὸ μέτωπον; Γνωρίζω ποία εἶναι ἡ σύνθεσις τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου καὶ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως Στρατοῦ. Γνωρίζομεν, ὅτι μέγας ἀριθμὸς ἀξιωματικῶν δὲν ἔχει ἐξέλθει τῶν Ἀθηνῶν. Εἶναι αὐτὴ δικαιοσύνη, κύριε ἀπουσιάζοντα Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν; Κύριοι βουλευταί, ἔχω καὶ ἄλλο παράδειγμα ἀδικίας ἐφέδρου ἀξιωματικοῦ, τοῦ ἀνθυπιάτρου κ. Κοντοδήμου. Οὗτος ἐνῷ ὑπηρέτησεν ἐπὶ πολὺ χρόνον εἰς τὸ μέτωπον καὶ εἰς Τάγματα κρούσεως, μετετέθη τελευταίως εἰς τὸ ἐσωτερικόν. Δὲν παρῆλθε, παρὰ ὀλίγος χρόνος, καὶ νέα διαταγή, ὅπως ὁ ἐν λόγῳ ἀνθυπίατρος Κοντοδῆμος μετατεθῇ καὶ πάλιν εἰς Τάγμα κρούσεως. Ἐνῷ, εἶμαι βέβαιος, πολλοὶ ἄλλοι τῆς αὐτῆς κατηγορίας ἔφεδροι ἀνθυπίατροι καὶ νεωτέρων ἡλικιῶν τοῦ Κοντοδήμου, δὲν θὰ ἀφῆκαν τὰ Νοσοκομεῖα Ἀθηνῶν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὑποχρεοῦται νὰ λάβῃ μέτρα. Κύριοι βουλευταί, ἄλλη μία ὑπόδειξιν ἔχω νὰ κάμω, ἥτις ἀφορᾷ ἁρμοδιότητα τῶν τόσον συμπαθῶν ὑπουργῶν, τῶν Δημοσίων Ἔργων καὶ τῆς Γεωργίας. Πρόκειται περὶ τοῦ ἕλους Κανδύλας–Δρομινῶν, ὅπερ κατακλύζει 30.000 στρεμμάτων. Τὸ ἕλος αὐτὸ περιελήφθη εἰς τὸ σχέδιον Μάρσαλλ, ἀλλὰ ἐθεωρήθη ὅτι εἶναι τὸ ἔργον αὐτὸ ἀντιοικονομικόν, τοῦθ’ ὅπερ ἠνάγκασε τὰς κοινότητας Λεβειδίου, Κανδύλας, Μπεντιᾶς, Καλπακίου, Χωτούσης, Κώμης νὰ συνεννοηθῶσι μὲ τὰς κοινότητας ἑνὸς γειτονικοῦ ἕλους, τοῦ ἕλους τῆς Μαντινείας, ἤτοι μὲ τὰς κοινότητας Κάψια, Σιμιάδα, Καπουρίου, Λεπερνίων. Τὸ ἕλος αὐτὸ Μαντινείας, κατακλύζει περὶ τὰ 30.000 στρέμματα. Ὑποβάλλουν αἴτησιν, πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Δημοσίων Ἔργων, ὅπως τὸ σύνολον τοῦ ἔργου τῶν δύο ἑλῶν περιληφθῇ ὁλόκληρον εἰς τὸ σχέδιον Μάρσαλλ. Θὰ ἤθελα νὰ ἐξετάσητε τὸ ζήτημα μετὰ πάσης εὐμενείας, κ. Ὑπουργέ, καὶ νὰ μοῦ κάμετε ἕνα τηλεφώνημα περὶ τοῦ ἀποτελέσματος, διὰ νὰ γνωρίσω τὴν ἀπάντησιν εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους πρὸς ἡσυχίαν των.
§64Σ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. (Ὑπ. Δημοσίων Ἔργων). Εὐχαρίστως, κύριε Πρόεδρε.
§65Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ θερμῶς, κύριε Ὑπουργέ. Κύριοι βουλευταί, αὐταὶ εἶναι αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἤθελον νὰ κάμω πρὸς τὴν Βουλήν. Πιθανὸν νὰ ἐπίκρανα μία κατηγορίαν πολιτῶν, λυποῦμαι πολύ, ἀλλὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος, ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, νὰ λέγω, νὰ συνιστῶ καὶ νὰ συμβουλεύω ὅ,τι εἶναι ὠφέλιμον καὶ ὑπηρετικὸν εἰς τὸ σύνολον τοῦ Ἔθνους. (Χειροκροτήματα).
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κουλουμβάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§67Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω, κ.κ. βουλευταί, ἀπόψε παρὰ δι’ ἐλαχίστων καὶ παρακαλῶ θερμῶς, πάντας ὑμᾶς, νὰ μὴ μὲ διακόψῃ κανείς, διότι δὲν ἔχω ἀντοχὴν ἀπόψε πρὸς διαξιφισμούς. Ἐσκέφθην μάλιστα πολύ, μήπως θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ μὴ ὁμιλήσω, διότι ἀπέστειλα πρὸ ὀλίγου ἓν σημείωμα πρὸς τὸν εἰς ὅλους μας φίλτατον καὶ ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν ἠρώτησα: Εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐμένομεν οἱ δύο μας, προκειμένου περὶ ἑνὸς θέματος, σύμφωνοι, θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἐλπίζῃ, ὅτι ἡ συμφωνία μας θὰ ἐκτελεσθῇ; Ἢ θὰ ἀνατραπῇ ἐνδεχομένως καὶ μᾶλλον πιθανώτερα ὑπὸ τῶν ἀπουσιαζόντων Ἡγετῶν; Φοβοῦμαι, ὅτι τὸ δεύτερον θὰ συμβῇ καὶ διὰ τοῦτο θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ὅπως ἐκτελέσω καθῆκον πρὸς τὸ Πολίτευμα τῆς Πατρίδος μου, νὰ γραφοῦν τοῦτ’ ἔστιν αἱ λέξεις αὐταί, ἴσως δὲ ἀναγνωσθοῦν κάποτε καὶ τὸ πάθημά μας νὰ γίνῃ μάθημα διὰ τοὺς ἐπερχομένους. Κύριοι, πρὶν εἰσέλθω, δι’ ἐλαχίστων, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὸ θέμα, ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἀπαγγείλω δύο προλόγους, δι’ ἐλαχίστων τινῶν λέξεων. Ὁ πρῶτος πρόλογος, εἶναι τὸ ρητόν, τὸ ἀναντίρρητον, ἀλλὰ καὶ κοινοβουλευτικώτατον, κατὰ τὴν ρητὴν διάταξιν καὶ τοῦ Συντάγματός μας, ὅτι οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασιλέως ἰσχύει, οὐδ’ ἐκτελεῖται, ἐὰν δὲν εἶναι προσυπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ. Ἡ φράσις, περὶ «προνομιῶν», τοῦ Βασιλέως εἶναι φράσις ἀπηρχαιωμένη, ἡ ὁποία σήμερον δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀπολύτως ἔννοιαν. Ὁ Βασιλεὺς καὶ περιβάλλεται καὶ πρέπει καὶ συμφέρει νὰ περιβάλλεται ὑπὸ μιᾶς μυστηριώδους, οὕτως εἰπεῖν, αἴγλης, ἀσκεῖ ἕνα γόητρον ὑπέρτατον, ἀληθοῦς ἠθικῆς ὑποστάσεως καὶ μορφῆς καὶ συμβολίζει τοιουτοτρόπως τὴν ἔννοιαν τοῦ ἑνιαίου Κράτους καὶ παρέχει εἰς ἡμᾶς τὸ τοὺς πολιτευομένους, τὸ στάδιον τῶν διενέξεων, τῶν συζητήσεων, τῶν ἀποφάσεων. Ὁ δεύτερος πρόλογος εἶναι ὁ ἑξῆς, κ.κ. βουλευταί. Πιστεύω, ὅτι θὰ ἦτο μία ἔλλειψις σεβασμοῦ, σὺν τῇ ἐλλείψει τῆς ὀφειλομένης εὐγνωμοσύνης πρὸς τὴν μεγάλην καὶ δημοκρατικωτάτην Κυβέρνησιν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς, ἐὰν ἤθελεν εὑρεθῆ μεταξὺ ἡμῶν, ἀσεβὴς πρὸς τὴν μεγάλην ἐκείνην Συμπολιτείαν, ἐλεύθερος μὲν πολίτης, ἀλλὰ ἀστοιχείωτος, ὥστε νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ κατ’ ἐξοχὴν ἐκείνη δημοκρατικὴ πολιτεία, ἡ τόσον σεβομένη τοὺς ἰδικούς της νόμους, δὲν ὑπολήπτεται ὁμοίως καὶ εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν τοὺς νόμους καὶ τῶν ἄλλων δημοκρατικῶν κρατῶν. Δὲν μοῦ ἐπιτρέπεται, χωρὶς νὰ θεωρήσω ἐμαυτὸν ἀσεβῆ, νὰ πιστεύσω, ὅτι ἤθελεν ἀνεχθῆ ἡ Κυβέρνησις τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, ὅπως μέλη τῆς ἐνταῦθα Ἀποστολῆς της, διατυπώσουν ἀξίωσιν, ἵνα μεταβάλλουν νόμους τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἰσχύοντας ἀπὸ αἰῶνος καὶ πλέον, νόμους οἱ ὁποῖοι τυγχάνουν ὅλης τῆς ἐμπιστοσύνης, ὅλης τῆς ἀφοσιώσεως ἐκ μέρους τοῦ ἐλευθέρου καὶ αὐτονόμου Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Νομίζω, τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ τὸ τονίζω, ὅτι δὲν εἶναι εὐλαβεῖς, ἀλλὰ καὶ καθ’ ἑαυτοὺς φιλότιμοι, εὐλαβεῖς ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν τόσην εὐγνωμοσύνην, τῆς Κυβερνήσεως τῆς μεγάλης ἐκείνης Δημοκρατικῆς Πολιτείας, οἱ λέγοντες κυβερνῆται μας, ὅτι ὁπωσδήποτε πιέζονται νὰ μεταρρυθμίσουν νόμους ἰδικούς μας παλαιούς, πρὸς τοὺς ὁποίους αἰσθανόμεθα ὅλοι ἀφοσίωσιν. Καὶ εἰσερχόμεθα εἰς τὸ συζητούμενον θέμα. Ἐγώ, κύριοι βουλευταί, δὲν σκοπεύω ἀπόψε νὰ ὁμιλήσω, οὔτε περὶ σίτου, οὔτε περὶ ἐλαίου, οὔτε περὶ σταφίδος, οὔτε περὶ καπνοῦ, οὔτε περὶ ἄλλου τινὸς προϊόντος, οὔτε ἀκόμη, ἐπειδὴ κατάγομαι ἐκ Μάνης, περὶ λουπίνων!! Θὰ ὁμιλήσω δι’ ὀλίγων, πολὺ ὀλίγων, περὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν Ψηφίσματος καὶ θὰ μιμηθῶ κατὰ πᾶν τὸ δυνατόν, τὸν φίλτατον φίλον μου κ. Γονατᾶν. Τιμή μου νὰ τὸν λέγω φίλον, ἀλλὰ καὶ ὁλόψυχος εὐχαρίστησις — τὸν κ. Γονατᾶν — τὸν κατ’ ἐξοχὴν κοινοβουλευτικὸν Ἡγέτην. Δὲν ἀνήκω ὅμως εἰς τὸ Κόμμα του καὶ δὲν πιστεύω, ὅτι θὰ προσχωρήσω ποτέ. (Γέλωτες — χειροκροτήματα). Ἀλλά, ὅπως εἶπον πρὸς ἕνα ἀξιόλογον φίλον μου, ὀπαδόν του δέ, δὲν ἐπιτρέπω εἰς οὐδένα νὰ φρονῇ, ὅτι τὸν ἀγαπᾶ καὶ τὸν τιμᾶ καὶ τὸν σέβεται, περισσότερον ἐμοῦ. Εἶναι ὁ Ἡγέτης, ὁ ὁποῖος ἔρχεται ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, μέχρι τῆς τελευταίας, κατὰ τὰς συζητήσεις μας, διότι εἶναι μία ἀσέβεια πρὸς τὸ Σῶμα ἡμῶν, πρὸς τὸν Ἀντιπρόσωπον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νὰ ἐρχώμεθα ἐνταῦθα, νὰ ἀπαγγέλλωμεν λόγους μακροὺς καὶ εὐθὺς ἀμέσως, μετὰ τὴν ἀπαγγελίαν τῶν λόγων, νὰ ἀπερχώμεθα τῆς αἰθούσης, συμπαρασύροντες καὶ τοὺς ὀπαδούς μας. (Χειροκροτήματα). Λοιπόν, τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, περιέχεται εἰς ἕνα Ψήφισμα. Ἀσπάζομαι τὴν γνώμην τοῦ κ. Γονατᾶ, ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ διακοποῦν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ἔννοιαν τῆς λήξεως τῆς Συνόδου. Ἐκφράζομαι δὲ τοιουτοτρόπως, διότι ἐγὼ φρονῶ ὅτι, ὡς ἐξελέγη ἡ παροῦσα Βουλή, ὡς ὠνόμασεν ἑαυτήν, ὡς προχώρησεν εἰς τὰς ἐργασίας της, ἔχω, λέγω, τινὰ ἀμφιβολίαν, ἐὰν ἐπιβάλλεται κατὰ συνόδους νὰ ἐκτελῇ τὰ ἔργα της. Ἀλλὰ θὰ ἦτο σκόπιμον, ὡς κατηντήσαμεν (!) νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι κατὰ Συνόδους ἐκτελοῦνται τὰ ἔργα μας, ὅτι ἐτελείωσεν ἡ Σύνοδος αὐτή, νὰ κηρύξωμεν τὴν λῆξιν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν τὴν 1ην Ὀκτωβρίου, ὡς εἶπεν ὀρθῶς ὁ κ. Γονατᾶς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ ἐπειδὴ νόμος εἶναι εἰς τὴν βουλευτικὴν «ἡ τέχνη τῶν συμβιβασμῶν», τὴν ἀρχικὴν διάταξιν τοῦ Ψηφίσματος εἶμαι διατεθειμένος νὰ τὴν ἀποδεχθῶ, ὅπως διακοποῦν αἱ ἐργασίαι μας, ἔστω καὶ μέχρι 30 Ὀκτωβρίου, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως θὰ παρεκάλουν τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀναθεωρήσῃ τὴν ἀπόφασίν της καὶ νὰ ὁρίσῃ τέρμα τῆς διακοπῆς τὴν 30ὴν Σεπτεμβρίου. Θὰ εἶναι τοῦτο καὶ εὐσεβέστερον πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ σκοπιμώτερον ἀκόμη διὰ τὰ ἔργα της. Λυποῦμαι, διότι δὲν εἶναι παρόντες καὶ οἱ τρεῖς Ἀρχηγοὶ Κομμάτων — ἀπουσιάζουν ἅπαντες(!) — οἱ μετέχοντες ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν παρόντα (πρὸ μιᾶς στιγμῆς ἀφιχθέντα (!), νὰ συντελέσῃ, ὅπως πείσῃ καὶ ἑαυτὸν καὶ τοὺς ἄλλους, ὅτι αὐτὸ εἶναι πολὺ προτιμότερον, νὰ λήξῃ, δηλαδή, ἡ διακοπή, τὴν 30ὴν Σεπτεμβρίου. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ ὑπάρχῃ συνέχεια εἰς τὸ Ψήφισμα. Νὰ ἐτελείωνεν ἕως ἐκεῖ. Διότι, κύριοι βουλευταί, καθὼς γνωρίζετε, ἀποστρέφομαι τὰς καλουμένας Ἐπιτροπὰς Νομοθετικῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Κατ’ αὐτὸ ἀκόμη τὸ Ἰδιωτικὸν Δίκαιον, κύριοι, ὁ πληρεξούσιος δὲν δύναται ἀπολύτως νὰ διορίσῃ ἄλλον πληρεξούσιον, ἂν δὲν ἔχῃ ρητὴν ἐντολήν του πρὸς τοιαύτην ἐξουσιοδότησιν, νὰ διορίζῃ δηλαδὴ ἄλλον πληρεξούσιον. Τοῦτο δὲ πρέπει νὰ τὸ θεωρήσωμεν ὡς περισσότερον ἐπιβαλλόμενον, κατὰ τὸ Δημόσιον Δίκαιον. Ἀφοῦ, λέγω, ἡ διάταξις αὐτὴ εἰς τὸ Ἰδιωτικὸν Δίκαιον ὑπάρχει καὶ ἐφαρμόζεται, διὰ νὰ προστατεύωνται ἀσφαλῶς, ἀσφαλέστατα, τὰ συμφέροντα τοῦ πληρεξουσίου, ἀλλὰ ἀφοῦ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου εἶναι σπουδαιότερα, πολυτιμότερα, πῶς θὰ ἐπιτραπῇ ἡ πληρεξουσιοδότησις ἄνευ ρητῆς ἐντολῆς; Καὶ δὲν ἀπέδειξαν τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα — παράνομα καὶ αὐτὰ— δὲν ἀπέδειξαν, ὅτι δυνάμεθα νὰ εἴμεθα πεπεισμένοι, ὅτι θὰ ἐξησφαλίζοντο τὰ δημόσια συμφέροντα διὰ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Καὶ διὰ τοῦτο, τὸ νεώτατον Γαλλικὸν Σύνταγμα τοῦ 1946, ρητῶς διὰ τοῦ ἄρθρου του 13 ἀπαγορεύει τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν. Εἴμεθα ἡμεῖς οἱ πληρεξούσιοι τοῦ Ἔθνους, ἡμεῖς μόνοι, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς. Πῶς θὰ ἀναλάβουν νομοθετικὸν ἔργον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι παρὰ ἓν τμῆμα τῆς πληρεξουσίου Βουλῆς; Κατὰ ποίαν νομικὴν ἔννοιαν ἡμεῖς, ἔχομεν ἐξουσιοδότησιν νὰ ἐξουσιοδοτήσωμεν, οὐδόλως. Πληρεξούσιοι εἴμεθα ἡμεῖς καὶ μόνον ἡμεῖς. Εἰς οὐδὲν Κράτος τῆς Οἰκουμένης ἐθεσμοθετήθη τοιαύτη διαστρέβλωσις τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἐπιμένω, νομοθετικαὶ Ἐπιτροπαί, ἐξουσιοδοτημέναι, εἰς οὐδὲν Κράτος τῆς Οἰκουμένης λειτουργοῦν. «Καθιερώθησαν», ἤκουσα, ὑπὸ μόνης τῆς παρούσης Βουλῆς. Καθιερώθησαν, τοῦτ’ ἔστιν, ὑπὸ μιᾶς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐξελέγη κατόπιν Διατάγματος, ἐκδοθέντος ὑπὸ μιᾶς Κυβερνήσεως, διορισθείσης κατὰ ἐκβίασιν, Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐξελέγη μὲ τὸ σύστημα τῆς Ἀναλογικῆς, σύστημα ἀναμφισβητήτως ἀντικοινοβουλευτικὸν καὶ παράνομον. Ἀρκετὰ εἶναι τὰ σφάλματα, τὰ ὁποῖα διεπράχθησαν! Βεβαίως, διὰ τὰ σφάλματα, δὲν πταίει ἡ Βουλή. Πταίουν οἱ Ἡγέται της διὰ τὰ σφάλματα αὐτά, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἐδείξαμεν ὅσην ἔπρεπε ἀνδρείαν, ἀπέναντι τῶν σφαλμάτων τῶν Ἡγετῶν! Δὲν ἐδείξαμεν ὅσην ἔπρεπεν ἀγανάκτησιν ἔστω μόνον, δὲν ἀπηγορεύσαμεν κατὰ μίαν ἔστω δυσφορίαν ἀπὸ τῆς θέσεώς μας εἰς τοὺς Ἡγέτας, ὅταν τόσον ἀδεξίως καὶ ἁμαρτωλῶς ρυθμίζουν τὰς ἐργασίας μας, ὥστε κατ’ αὐτὸν ἔστω μόνον τὸν τρόπον νὰ τιμωρῶμεν τὰς παρεκτροπὰς καὶ νὰ μὴ γίνωνται ἀσυγχώρητοι ὑπερβολαί! Ἔ! Ἴσως εἶναι καλύτερον νὰ σταματήσῃ ἐδῶ ὁ λόγος μου. Ἀλλά, προχωρῶ εἰς τὴν ἄλλην διάταξιν τοῦ Ψηφίσματος περὶ Κοινοβουλευτικοῦ Μανδύου! Ἐπιτροπὴ Βουλευτική, ὅπως συντάξῃ τὸ Σύνταγμα, ἐγένετο καὶ κατὰ τὸ 1925 ἐπὶ Παμβασιλείας Παγκάλου. Ἐγώ, κ.κ. βουλευταί, θεωρῶ τὸν στρατηγὸν Πάγκαλον ὡς στρατηγὸν ἔνδοξον. Ἔχω μάλιστα, γνῶσιν ἄμεσον, ὅτι οὗτος ὑπῆρξεν ὁ κατ’ ἐξοχὴν «κρείσσων χρημάτων» καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκριθῇ πρὸς μερικοὺς κατόπιν αὐτοῦ ἅρπαγας τῆς Ἐξουσίας. Δὲν τὸν ὀνομάζω Δικτάτορα, διότι, ὡς εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν πρό τινος, εἰς τὴν Ρώμην ὁ θεσμὸς τῆς Δικτατορίας ἦτο θεσμὸς νομιμώτατος. Ἀλλά, ἐνῷ τόσον ἐκτιμῶ τὸν κ. Πάγκαλον, δὲν δύναμαι νὰ συγχωρήσω εἰς αὐτόν, ὅτι παρέβη τὸ Πολίτευμα. Ἐγὼ πιστεύω, κ.κ. συνάδελφοι, ὅτι καὶ ἡ Γαλλικὴ Ἐπανάστασις ἦτο σφάλμα εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ἀνθρωπότητος, ὅπως σφάλμα ἦτο καὶ ἡ ἰδική μας ἐπανάστασις τοῦ 1909. Καὶ τὴν συγχωρῶ κάπως τὴν ἰδικήν μας, διότι ἠγόρασε τὸν «Ἀβέρωφ» καὶ ἐγύμνασε τοὺς ἀπαλλαγέντας, ἄλλως θὰ τὴν κατηρρώμην καὶ αὐτήν, καθὼς καταρρῶμαι καὶ ὅλας τὰς διαφωνίας καὶ διαφορὰς ἀπὸ τοῦ 1910 καὶ 1915, ὅπως καὶ τὸ Δημοψήφισμα τοῦ 1920 καὶ τὰ κατόπιν Κινήματα ἐπὶ Κινημάτων, ἀτελεύτητα εἰς ἀριθμὸν καὶ ἀκαταλόγιστα εἰς παρεκτροπὰς. Ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Πάγκαλος, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ ἄλλην λέξιν καὶ ὄχι τὴν σταλινικήν, ὑπῆρξε τύραννος, ἐπενδύθη δὲ καὶ αὐτὸς τὸν Κοινοβουλευτικὸν Μανδύαν! Τοῦτο μόνον ἀρκεῖ, διὰ νὰ μὴ ἀποδεχθῶ τὴν διάταξιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν Ψηφίσματος. Εἶναι φρικτὸν πρᾶγμα, εἷς ἀντιπρόσωπος, ἐρχόμενος νὰ ἀναθεωρήσῃ τὸ Σύνταγμα, νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν νομιμότητα, ἂν κάμῃ μία πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἐπακριβῶς εἷς τύραννος. Αὐτὸ εἶναι ἀσυγχώρητον! Κύριοι Ἀντιπρόεδροι τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ κληρονομικότητα ἀνελάβετε τὴν Ἀρχηγίαν μεγάλων Κομμάτων, καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμήν σας καὶ ἐκτὸς τῶν ἄλλων φέρει ὁ ἕτερος ἐξ ὑμῶν καὶ τὸ ὄνομα τοῦ μεγάλου πατρός σας. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Δύνασθε καὶ πρέπει νὰ λάβητε ἕνα σπουδαιότατον μέτρον, ἐπικαλούμενος τὸ προηγούμενον μιᾶς παρανομίας; Πῶς θὰ ἔλθῃ ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ νὰ καταρτίσῃ ὁλόκληρον σχέδιον Συντάγματος, νὰ κατατεμαχίσῃ τὴν Βουλὴν εἰς τμήματα καὶ ἀκόμη νὰ διαγράψῃ ἀπὸ τὸ Σύνταγμα διατάξεις πρὸς τὰς ὁποίας εἶναι σύμφωνον ὅλον τὸ Ἔθνος; Φρονῶ, κύριοι, ὅτι, ἂν δὲν ἐφηρμόζετο τὸ ἐκπαιδευτικὸν σύστημα τοῦ Γληνοῦ καὶ τῆς Συντροφίας του, δὲν θὰ εἴχομεν τὴν σημερινὴν κατάστασιν εἰς τὴν Πατρίδα μας.
§68Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἐδῶ εἶναι ὁ κ. Τσάτσος.
§69Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐδῶ εἶναι, καὶ μετ’ αὐτοῦ εἶναι ἡ τεραστία εὐθύνη σας, διότι τὸν ἔχετε συνεργάτην! Τὰ Συντάγματα, κ.κ. βουλευταί, ψηφίζονται καὶ καταρτίζονται ἀπὸ τὰς ὁλομελείας τῶν Ἐθνικῶν Συνελεύσεων, ὄχι ἀπὸ Ἐπιτροπάς, αἱ ὁποῖαι, ἂς μὴ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας, θὰ καταρτισθοῦν κατὰ εὔνοιαν κομματικήν! Καὶ εἶπε, κύριοι, ὁ σοφώτατος Πλάτων, ἑρμηνεύων τὸ «μηδὲν ἄγαν»: «Πᾶσα ὑπερβολὴ ἄγει εἰς τὰ ἀντίθετα ἀποτελέσματα!». Συμβαίνει νὰ συμφωνῶ ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο μὲ τὸ ἀποκαλούμενον «Νέον Κόμμα», τὰς ἀπόψεις τοῦ ὁποίου ἀνέπτυξεν ὄχι τυχαῖος ἐπιστήμων, ἀλλὰ ἐξαίρετος, δύναμαι νὰ εἴπω καὶ σοφὸς ἀγορητὴς καὶ διακεκριμένος συνάδελφος, ὁ κ. Χ. Θηβαῖος, διακρινόμενος ἐξόχως διὰ τὴν Συνταγματικὴν καὶ ἐν γένει ἐπιστημονικήν του κατάρτισιν. Τέλος πάντων, ἂς ἀρχίσῃ καὶ τὸ «Νέον Κόμμα» νὰ ἀποδεικνύῃ τὴν χρησιμότητά του. Θέλω μόνον νὰ εἴπω ὀλίγας τινὰς λέξεις περὶ τοῦ σπουδαίου ζητήματος τῶν ἀγοραπωλησιῶν ἀκινήτων ἐπὶ Κατοχῆς. Ἐάν, κύριοι, καθὼς θὰ ἔπρεπε νὰ εἴπωμεν, ἐξακολουθῇ νὰ ἰσχύῃ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 καὶ πλέον οὗ, θὰ ἔπρεπε νὰ εἴπωμεν καὶ διὰ τὰς ἀγοραπωλησίας ἀκυροῦται ἡ 114 Συντακτικὴ Πρᾶξις. Ἠθέλομεν ἐκτελέσει τὴν σοφὴν ἀγόρευσιν τοῦ συναδέλφου κ. Ψαρροῦ, ὁ ὁποῖος ἀπέδειξεν ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς καταστάσεως ἐκπληκτικῆς, νὰ τὸ λύσωμεν καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο ἀμέσως καὶ δεόντως κατ’ αὐτὸν τὸν ἄριστον τρόπον, ἀφοῦ ἐξακολουθεῖ νὰ ἰσχύῃ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ὡς συνεπληρώθη διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1928 καὶ νὰ τελειώνῃ τὸ ψήφισμα. Σοφώτατα. Διότι, μὴ πλανᾶσθε, δὲν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν ὅλας τὰς πραγματείας, τὰς μελέτας, τὰς εἰσηγήσεις, τὰς γνώμας, ἀλλὰ καὶ τὰς διαφωνίας καὶ τὰς ἀντιφάσεις, οὐχὶ μιᾶς πρὸς ἄλλην, ἀλλὰ καὶ μιᾶς καὶ μόνης ὡς πρὸς τὸν πρόλογον καὶ τὸν ἐπίλογόν της! Ἐγώ, τέλος πάντων, ἐὰν δὲν πλανῶμαι, ἀνέγνωσα μίαν πραγματείαν, τῆς ὁποίας ἐθαύμασα τὴν νομικὴν σοφίαν εἰς τὸ πρῶτον μέρος, ἀλλὰ κατεπλάγην πρὸ τῆς ἀντιφάσεως εἰς τὸ δεύτερον μέρος! Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ καταλήξωμεν εἰς ὀρθὸν καὶ σκόπιμον ἀποτέλεσμα διὰ τῆς μελέτης καὶ τῆς ἀποφάσεως μιᾶς Ἐπιτροπῆς τοιουτοτρόπως καταρτιζομένης, ὅπως εἶπον προηγουμένως, διὰ νὰ ἐκτελέσῃ ἐντολὰς καὶ διαταγὰς ποίων; ἀνθρώπων, κατὰ πάντα ἔστω ἀξιοτίμων, ἀλλὰ ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους, ἡγέτας ἐννοῶ, τοὺς ὁποίους οὐδέποτε ἀπησχόλησεν ἡ μελέτη τῶν θεμάτων αὐτῶν; Δὲν τοὺς προσβάλλω καθόλου, διότι ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὰς ἀσχολίας των, τὰ βασανιστικώτατα καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐπιτελοῦν, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ μοῦ ἀρνηθοῦν καὶ ὅτι θὰ ἀποφασίσουν οὐχὶ κατόπιν μελέτης καὶ γνώσεως τῶν ζητημάτων. Ἐὰν αἱ περιστάσεις εἶναι τόσον ἀκαταγώνιστοι ὡς ἀπέδειξε, κατὰ τὴν γνώμην μου, σοφώτατα ὁ κ. Ψαρρός, πρέπει οἱ ἡγέται ὅλοι οἱ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν νὰ δεχθοῦν τὴν πρότασίν μου, τὴν ὁποίαν μάλιστα πρότασίν μου, κύριοι βουλευταί, οἱ δύο σπουδαιότεροι ἀρχηγοί, λόγῳ ἀριθμοῦ ὀπαδῶν, εἶχον ἀποδεχθῆ πρὸ ἡμερῶν. Μὲ παρεκάλεσαν νὰ συντάξω μίαν πρότασιν, τὴν ὁποίαν συνέταξα καὶ τὴν παρέδωκα, μοῦ ἐμόρφασαν δὲ ὁ εἷς διὰ τῆς κεφαλῆς, ὁ ἕτερος διὰ τῆς χειρός του, ὅτι ἀποδέχονται τὴν πρότασίν μου ἐνθουσιωδῶς. Ὁ παρὼν μάλιστα ἀρχηγὸς μετὰ 5 ἡμέρας μὲ ἠρώτησε: «πῶς δὲν ἐτέθη εἰς ἐφαρμογήν;» Καὶ ἠρώτησε τὸν ἀξιότιμον συνάδελφόν του, λέγων πρὸς αὐτόν: «δὲν μᾶς παρεκάλεσεν ὁ κ. Κουλουμβάκης νὰ μᾶς δώσῃ πρότασιν, ἡμεῖς τοῦ εἴπομεν νὰ τὴν συντάξῃ καὶ εἴπομεν ὅτι τὴν ἀποδεχόμεθα, ἐγὼ δὲ τὴν ἀποδέχομαι καὶ τώρα, διατὶ νὰ κρατῆται εἰς τὸ θυλάκιόν σας ἀνεκτέλεστος»;
§70ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ περιεχόμενον;
§71Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ περιεχόμενον ἦτο καὶ εἶναι καὶ ἐπιμένω νὰ εἶναι ὅπως ἐξακολουθήσῃ ἡ ἰσχὺς τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ν’ ἀκυρωθῇ ἡ 114 Συντακτικὴ Πρᾶξις ἢ ἄλλως, κατά τινα ὑποχώρησίν μας, νὰ προστατευθοῦν αἱ μικραὶ ἀγοραπωλησίαι, κατὰ τὴν ἰδικήν μου κρίσιν, προκειμένου περὶ κτημάτων, τῶν ὁποίων ἡ τιμὴ δὲν ὑπερέβαινε προπολεμικῶς τὰς 25.000 δραχ., δὲν ἐπιμένω ὅμως εἰς τοῦτο, ἂς ὁρισθῇ ἄλλο ποσόν, ἐγγὺς πρὸς τὰς 25.000. Πάντως καὶ νὰ τελειώνωμεν καὶ μὲ αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ἐὰν ἀφήσωμεν νὰ συσταθῇ ἔπειτα ἀπὸ τόσας πραγματείας ἀντιφασκούσας, ἀντιφασκούσας ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς περὶ τῶν ἀγοραπωλησιῶν, ἔπειτα ἀπὸ τὰ 145 ἄρθρα τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς περὶ τοῦ Συντάγματος νὰ τεμαχισθῇ ἡ Βουλή, νὰ συνταχθῇ δὲ ἴσως νέον Σχέδιον τοῦ Συντάγματος, ἄλλα πιθανῶς 185 ἄρθρα (!!), ποῖος μᾶς ἐγγυᾶται περὶ τοῦ ἀντιθέτου, ἀφοῦ οἱ αὐτοὶ ἄνθρωποι, μὲ τὰς πολυπραγμονούσας ἐφορμήσεις, θὰ ἀναλάβουν τὸ ἔργον ποῦ θὰ καταλήξωμεν; Καὶ δὴ μέχρι τῆς 31ης Δεκεμβρίου; Διότι, κύριοι, πρέπει νὰ παρασκευασθῶμεν διὰ τὰς προσεχεῖς ἐκλογάς. Νὰ μὴ νομίζῃ κανείς, ὅτι ἡ ἔνδοξος νίκη τοῦ Ἐθνικοῦ μας Στρατοῦ θὰ βελτιώσῃ ὁλοκληρωτικῶς τὴν ἐσωτερικήν μας κατάστασιν καὶ τὴν ἐξωτερικήν μας ἀκόμη ὑπόληψιν. Διεξάγομεν ἀγῶνα φρικτόν, φοβερόν, ἀπὸ μιᾶς ἐννεαετίας. Ἡ Χώρα μας εἶναι ἐξηντλημένη καὶ οἰκονομικῶς καὶ ἐπαγγελματικῶς καὶ πνευματικῶς καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἐσωτερικῆς καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἐξωτερικῆς ὑπολήψεως. Καὶ τὰ ζητήματα θὰ εἶναι τεράστια, πολυποίκιλα, ἀναρίθμητα καὶ μετὰ τὴν ἔνδοξον νίκην τοῦ Στρατοῦ μας κατὰ τῶν προδοτῶν. Λοιπόν, νὰ ἔλθωμεν εὐθὺς μετὰ τὴν διακοπὴν νὰ ἰσχυροποιήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἔχει τώρα, ὅπως εἶπον καὶ προηγουμένως, μερικὰς ἀνορθογραφίας! Νὰ ψηφίσωμεν κατάλληλον ἐκλογικὸν νόμον καὶ νὰ ἑτοιμασθῶμεν, ὅπως ἀντιμετωπίσωμεν τὰς νέας δυσχερεῖς περιστάσεις τῆς Πατρίδος μας καὶ ἐὰν πράξωμεν τοῦτο, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι μεγαλόψυχος, ὅπως ἔγραψε περὶ αὐτοῦ ὁ σοφώτατος καὶ πολυμαθέστατος Πλούταρχος καὶ θὰ μᾶς συγχωρήσῃ τὰς ἁμαρτίας καὶ θὰ γράψῃ ἡ Ἱστορία ἡ Ἑλληνικὴ ἀκόμη ἔνδοξον σελίδα δι’ ἡμᾶς. Λοιπόν, κύριοι βουλευταί, ἔχω εἴπει καὶ ἔχω γράψει πολλάκις, παρακολουθῶν τὰς Ἑλληνικὰς Βουλὰς καὶ Κυβερνήσεις ἀπὸ τοῦ 1890, ἀφ’ ὅτου δημοσιογραφῶ. Ἔχω εἴπει καὶ ἔχω γράψει πολλάκις, ὅτι ἡ σημερινή μας Βουλὴ περιέχει πολλοὺς καὶ ἀξίους ἐπιστήμονας, ἀλλὰ δὲν ἔχει Ἡγέτας ἀξίους, ρυθμιστὰς ἐπιδεξίους τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, ἡ Βουλή μας. Διότι δὲν εἶναι ρυθμιστής, κύριοι, ὁ ἀνερχόμενος εἰς τὸ βῆμα καὶ ἐνῷ πρόκειται περὶ συγκεκριμένου Ψηφίσματος ὁμιλεῖ περὶ τοῦ καπνοῦ, τοῦ σίτου καὶ τῆς σταφίδος, περὶ τούτων καὶ ἐκείνων, καὶ ἄλλων πολλῶν καὶ μόλις τελειώνει τὸν λόγον του, αὐτὸς καὶ ὁλόκληρον τὸ Κόμμα του, πλὴν τοῦ κ. Χατζηγιάννη, ἀπέρχεται τῆς αἰθούσης! Λοιπόν, ἐὰν σοβαρολογοῦμεν, κ.κ. βουλευταί, καὶ ἂν εἶναι ἐπεῖγον νὰ λυθοῦν τὰ ζητήματα, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ψαρρός, καὶ ὡς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ καθορίσω καὶ μονολεκτικῶς, ὥστε νὰ εἴμεθα ἕτοιμοι διὰ νὰ ἐμφανισθῶμεν κατόπιν ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων μας, μὲ τὴν συνείδησιν ὅτι ἐπὶ τέλους κατὰ τὰς τελευταίας αὐτὰς ἡμέρας μας ἐξετελέσαμεν τὸ καθῆκόν μας, ὁ Λαὸς θὰ μᾶς συγχωρήσῃ. (Ραγδαῖα χειροκροτήματα).
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Σταμούλης, ἔχει τὸν λόγον.
§73Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, καλῶς ἔπραξαν οἱ ἀποχωρήσαντες, πρὶν ἢ ἀρχίσω τὸν λόγον μου, διότι κάποιαν προαίσθησιν εἶχον, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἡ ἀπροκάλυπτος αὐτὴ πρόκλησις διὰ τὴν ἔλλειψιν τῆς ἐννοίας καθήκοντος, ἡ ὁποία δημιουργεῖ τὴν κατάπτωσιν τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ. Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι, ἀνταποκρινομένη εἰς κάποιον αἴσθημα ἐσώτερον τῆς ἀνάγκης τῆς εὐπρεπείας τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, κατέθεσεν ἕνα ψήφισμα περὶ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἡ ἀνάγκη ἦτο ἐπιβεβλημένη ἐκ τῶν πραγμάτων, διότι παριστάμεθα πρὸ ἑνὸς θεάματος ἀποκαρδιωτικοῦ, ὅτι συζητοῦμεν ἐπὶ σοβαρωτάτων θεμάτων πρὸ κενῶν ἑδωλίων. Ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ δικαιολογήσῃ τὸ ψήφισμα αὐτὸ καὶ μάλιστα μὲ βάσιν διακοπῆς πέραν καὶ τοῦ συνήθους χρόνου, πέραν τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς συνόδου. Εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ἀνεπτύχθησαν οἱ λόγοι, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὴν ἀνάγκην πρὸς διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Καίτοι ἀντιπολιτευόμενος, εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν μετάσχομεν, ἐτάχθημεν ἀναποφεύκτως ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τοῦ ψηφίσματος τούτου, δι’ ἀμφότερα τὰ θέματα. Καὶ διὰ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν, μὲ σύστασιν Ἐπιτροπῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν ἐπεξεργασίας τοῦ Συντάγματος ὑπὸ μιᾶς ἄλλης Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Συνεδριάζομεν ἀπὸ τὰς 2 Μαΐου, κύριοι, καὶ βλέπετε ὅτι πλὴν 4–5 συνεδριάσεων, αἱ ὁποῖαι προεκάλεσαν τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Σώματος, καθ’ ὅλας τὰς λοιπὰς συνεδριάσεις συνέβαινεν ὅτι συμβαίνει καὶ τώρα μὲ τὸ οἰκτρὸν αὐτὸ θέαμα, καὶ τὸ ἀποκαρδιωτικόν, τὸ ὁποῖον προκαλεῖ τὴν ἀγανάκτησιν καὶ τὴν δυσφορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καλῶς, συνεπῶς, ἐσκέφθη ἡ Κυβέρνησις καὶ προετίμησε τὴν λύσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀπὸ τὴν λύσιν τῶν συνεδριάσεων μὲ 15 βουλευτάς.
§74Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Σφάλλετε.
§75Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Δὲν σφάλλω καθόλου. Πιστεύω, ὅτι ἀποτελεῖ κατάπτωσιν τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ. Ἀλλὰ πταίουν καὶ οἱ Ἀρχηγοί, πλὴν 1–2 ἐξαιρέσεων, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ εἶναι παρόντες καὶ νὰ ἐπιβάλλουν εἰς τοὺς ὀπαδούς των τὴν ἔννοιαν τοῦ καθήκοντος. Εἶναι ὑποχρέωσις τὸ Βουλεύειν καὶ ὅστις δὲν δύναται νὰ ἐνασκήσῃ τὸ καθῆκον του τοῦτο, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ παρευρίσκεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐν τῇ Κυβερνήσει ἡγεσία δὲν εἶναι ὀλιγώτερον ὑπεύθυνος, διότι πλὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, οἱ ἄλλοι Ὑπουργοὶ κατὰ κανόνα δὲν παρίστανται. Δι’ αὐτό, κύριοι, ἐδημιουργήθη μία κατάστασις, ὥστε σύσσωμος ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀποδοκιμάζῃ τὸ ἔργον ἡμῶν, ὡς μὴ ἀσκούμενον μὲ Κοινοβουλευτικὴν εὐπρέπειαν. Μεταξὺ τῶν ἄλλων λόγων, οἱ ὁποῖοι συνηγοροῦν διὰ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, εἶναι καὶ οἱ λόγοι οἵτινες ἐξετέθησαν ὑπ’ ἐμοῦ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν. Πιστεύω, ὅτι εἶναι ἀρκετὸς ὁ χρόνος τῶν διακοπῶν μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου. Εἶναι ὁ χρόνος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος χρειάζεται πράγματι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ μείνῃ ἀπερίσπαστος εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ μεγάλου της ἔργου. Συνεπῶς, ἐκηρύχθην ὑπὲρ τοῦ ψηφίσματος, ὑπὲρ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς μὲ Ἐπιτροπὴν Νομοθετικῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Πιστεύω δέ, ὅτι ἐὰν ἐν τῇ ἐκλογῇ τῶν προσώπων ἐκλεγῶσιν οἱ φιλοπονώτεροι καὶ οἱ ἄξιοι νὰ προσφέροιν σημαντικὰς ὑπηρεσίας, ὅτι τὸ Σῶμα τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς θὰ προαγάγῃ τὸ ὅλον ἔργον καὶ δὲν θὰ μειώσῃ τὴν ἀξίαν τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξέλθουν καὶ ἐκ τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς. Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, κύριοι συνάδελφοι, κατ’ ἀνάγκην τίθεται τὸ ζήτημα τῶν ἀγοραπωλησιῶν τῶν ἐπὶ κατοχῆς γενομένων, ἐὰν πρέπει νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ταύτην ἢ νὰ εἰσαχθῇ εἰς ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς. Ὅταν ἔχωμεν τὸ δεδόμενον ὅτι τὴν ὁλομέλειαν αὐτῆς θὰ τὴν ἀπαρτίζῃ τοὐλάχιστον ἀριθμὸς 30 βουλευτῶν, θὰ εἶναι δυνατὸν μετὰ νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος. Ἀλλὰ ἐπὶ πλέον, πιστεύω καὶ τοῦτο, ὅτι ἐὰν θελήσωμεν νὰ μὴ εἰσαγάγωμεν τὸ θέμα ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ ἔλθῃ τοῦτο ἐνώπιον εἰς ὁλομελείας τοῦ Σώματος νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι ὑπάρχει μία βάσις οὐσιώδης εἰς τὸ νὰ τεθῇ ἕνα τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν. Ἔχομεν ἐνώπιόν μας τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα προπαρεσκευάσθησαν τῇ ἐπιμελείᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία μετὰ πάσης φιλοτιμίας εἰργάσθη. Νομίζω δέ, ὅτι ὑπὸ τὴν μορφὴν αὐτὴν θὰ τεθῇ ὁ κατάλληλος τρόπος, διὰ νὰ ἀποδοθῇ ἀπολύτως δικαιοσύνη, διὰ τοῦτο προτείνω καὶ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Νομοθετήματος αὐτοῦ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἀναθέσεως εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ κυρίου μας ἔργου, λέγω, ὅτι εἶμαι καὶ ἐγὼ ὑποχρεωμένος νὰ παραδεχθῶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως γενέσθαι ἢ πρέπει νὰ φύγωμεν ἀπὸ τὴν αἴθουσαν ταύτην διαλυόμενοι, χωρὶς συζήτησιν κἂν περὶ τῶν κινδύνων, οἱ ὁποῖοι ἠμποροῦν νὰ ἀπειλήσουν τὴν ἐν τῷ συνόλῳ ἐξέλιξιν τῶν Συνταγματικῶν μας πραγμάτων ἢ πρέπει νὰ εὕρωμεν τὸν κατάλληλον τρόπον, διὰ ν’ ἀποφύγωμεν αὐτὴν τὴν περιπέτειαν, εἰς τὴν ὁποίαν περιήλθομεν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν διαφορετικὰ νὰ εὑρεθῇ ἄλλος τρόπος, παρὰ ὁ ὑποδεικνυόμενος. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχει ἕνα σχέδιον καὶ ἠγωνίσθησαν πολλοὶ ἐπ’ αὐτοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συσταθῇ ἄλλη Ἐπιτροπή, ἀλλὰ ἡ ὑπάρχουσα Ἐπιτροπή, ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία περιλαμβάνει τοὺς μᾶλλον ἐμπειροτέρους καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κατέβαλον πολλοὺς κόπους καὶ πολλὰς θυσίας διὰ τὴν διατύπωσιν τοῦ σχεδίου. Μὲ τὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔχουν, ἐὰν καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων θελήσουν νὰ δώσουν τὴν γνώμην των πρὸς διατύπωσιν ἑνὸς ὁριστικοῦ σχεδίου ἡ ὑπάρχουσα λέγω ἐπιτροπὴ εἶναι ἱκανὴ νὰ δώσῃ ἕνα σχέδιον, ἐνῷ ἀντιθέτως μιὰ ἄλλη νέα ἐπιτροπὴ περιλαμβάνουσα καὶ πρόσωπα ξένα πρὸς τὴν ὑπάρχουσαν ἐπιτροπὴν δὲν θὰ τερματίσῃ ποτὲ τὸ ζήτημα, διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἔχομε τὸ δεδομένον ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴ εἰργάσθη φιλοτίμως, ἀόκνως καὶ μὲ ἐπαινετὴν ἐργασίαν, ἥτις ὑπερβαίνει κάθε ἀπόδοσιν καὶ ἀπέδωσε κάτι τὶ τὸ ἀρτιώτερον εἴτε ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 μὲ προσθήκας τινὰς τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, εἴτε μὲ μόνον τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι κατὰ τὰς προσεχεῖς ἐργασίας τοῦ Σώματος ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ θὰ ἔχῃ ἕτοιμον τὸ Σύνταγμα ὥστε νὰ ἠμπορέσωμεν ἐὰν δὲν τὸ ψηφίσωμεν ἐν τῷ συνόλῳ του, νὰ κρίνωμεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μᾶς καθιστοῦν ἐνυπολήπτους εἰς τὴν κοινὴν γνώμην διὰ νὰ ἱκανοποιήσωμεν τοὐλάχιστον τὴν φιλοτιμίαν μας, ὅτι ἐπετελέσαμεν καθῆκον καὶ ἠσθάνθημεν τὴν ἔννοιαν τοῦ καθήκοντος (χειροκροτήματα).
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Χατζηγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§77Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπίστευα, κύριοι, ὅτι τὸ Σῶμα αὐτὸ ἦτο ἄξιον καλυτέρας τύχης, ἀλλὰ μὲ τὸ συζητούμενον σχέδιον ψηφίσματος, ἂν τὸ ψηφίσῃ, ὁδηγεῖται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ νὰ ὁμολογήσῃ καὶ τὴν ἰδικήν του πολιτικὴν χρεωκοπίαν. Ἂν συνεδριάζῃ ἡ Βουλὴ μὲ κενὰ ἑδώλια δὲν πταίουν αὐτά. Πταίουν ἀποκλειστικῶς τὰ ἑδώλια ἐκεῖνα (δεικνύει τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια). Ἐρωτῶ τὸν παριστάμενον ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος τῶν φιλελευθέρων, ἂν ὁ ἀείμνηστος πατήρ του, ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, εἴτε ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε ὡς ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἔλειψε ποτὲ καὶ μίαν στιγμὴν ἀπὸ τὴν Βουλήν, συνεδριάζουσαν, καὶ ἂν ἀφῆκε νὰ συζητηθῇ, ἄρθρον πρὸς ἄρθρον, ἔστω καὶ ἕνα σχέδιον νόμου χωρὶς νὰ παραστῇ εἰς τὴν συνεδρίασιν καὶ νὰ παρακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἂν ἔλειψαν ἔστω καὶ ἀπὸ μίαν συνεδρίασιν ὁ Ἀλέξανδρος Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ Χαρίλαος Τρικούπης καὶ ὁ Θεόδωρος Δηλιγιάννης καὶ ὁ Γεώργιος Θεοτόκης καὶ ὁ Δημήτριος Γούναρης καὶ ὁ Παναγῆς Τσαλδάρης. Ἴσως μοῦ εἴπητε, ὅτι ὁ σημερινὸς πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πρόσωπον ἐξωκοινοβουλευτικόν. Καὶ ὁ Ἀλέξανδρος Ζαΐμης καὶ ὁ Στέφανος Σκουλούδης, ὑπῆρξαν ἐξωκοινοβουλευτικοὶ πρωθυπουργοί, πλὴν ὅμως δὲν ἀπουσίαζαν ἀπὸ καμμίαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς.
§78Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικ.). Τὸ συζητούμενον θέμα εἶναι Συνταγματικόν, καὶ ἐφ’ ὅσον ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν ἔχει τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ, δὲν δύναται νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν διεξαγομένην συζήτησιν.
§79Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἐγὼ ἔθιξα τὸ ζήτημα, διατὶ δὲν παρίσταται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, μοὶ εἶπεν ὅτι δὲν παρίσταται ἀπὸ εὐλάβειαν, πρὸς τὸ Σῶμα, ἐπειδὴ δὲν εἶναι μέλος αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐδῶ, δὲν συζητοῦνται μόνον ζητήματα συνταγματικά. Τὸ ψήφισμα, περιέχει πλεῖστα ὅσα οὐσιαστικὰ ζητήματα, καὶ ἐγὼ ἐζήτησα νὰ παρίσταται ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἤθελα νὰ διατυπώσω ὡρισμένα ἐρωτήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀνέμενον συγκεκριμένην ἀπάντησιν. Καὶ δυστυχῶς δὲν παρέστη. Τὸ παράπονον εἶναι εὔλογον, καὶ ἡ δικαιολογία ἀστήρικτος.
§80Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ Συντάγματα, κύριοι, δὲν εἶναι ἀφηρημέναι ἔννοιαι. Εἶναι ἡ πολιτικὴ καὶ κοινωνικὴ ἔκφρασις τῶν ἐποχῶν των καὶ τῶν χωρῶν των, ἐνσαρκώνουν τὰ κοινωνικὰ καὶ ἰδεολογικὰ ρεύματα τῆς ἐποχῆς των. Καὶ ποῦ Γῆς, ἠκούσθη, ὅταν εἰς Βουλὰς ἢ συντακτικὰς ἢ ἀναθεωρητικὰς συνελεύσεις συζητοῦνται διὰ νὰ καταστοῦν θεσμοὶ καὶ συντάγματα, θέματα κεφαλαιώδη πολιτικὰ καὶ κοινωνικά, ν’ ἀποφεύγουν νὰ παρίστανται κυβερνῆται καὶ ἡγέται πολιτικῶν κομμάτων ἢ παριστάμενοι νὰ σιγοῦν ἐπιμελῶς; Ὅταν ἐψηφίζετο τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ἡ Κυβέρνησις ἦτο πάντοτε παροῦσα καὶ τὰ μέλη της, ἀλλ’ ἰδίᾳ ὁ ἀείμνηστος πρωθυπουργός της, ὑπὸ τὴν βουλευτικήν των ἰδιότητα, μετεῖχον τῶν συζητήσεων καὶ ἔδιδαν τὰς πολιτικάς των κατευθύνσεις εἰς τὸ Σῶμα καὶ ὁ πρωθυπουργός της, εἰς ὁλονυκτίους συνεδριάσεις, ἀντέκρουε τὸν συζητοῦντα καὶ ἀντιπολιτευόμενον τότε νεαρὸν βουλευτὴν καὶ ἤδη σεβαστὸν συνάδελφον ἐξ Ἀθηνῶν κ. Κουλουμβάκην. Ποῦ τώρα εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ πλειοψηφοῦντος κόμματος καὶ ποῖαι αἱ κατευθύνσεις του εἰς τὰς συζητήσεις τοῦ Συντάγματος;
§81Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλῆτε διὰ τὴν Κυβέρνησιν, χωρὶς νὰ ἀναφέρετε καὶ τὸν Ἀρχηγὸν τῆς μείζονος Ἀντιπολιτεύσεως, ὅστις χθές, μετὰ τὴν ἐκτὸς τοῦ θέματος ἀγόρευσίν του, ἀπῆλθε τῆς αἰθούσης μεθ’ ὁλοκλήρου τοῦ κόμματός του, κατὰ τρόπον μάλιστα ἀποκαρδιωτικόν, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος τῶν Ἐθνικῶν Φιλελευθέρων ἐπρόκειτο νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Οἱ Ἀρχηγοὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ ἀείμνηστος Παπαναστασίου, ὁ ἀείμνηστος Καφαντάρης, ὁ ἀείμνηστος Π. Τσαλδάρης καὶ ὁ ἀείμνηστος Ἐλ. Βενιζέλος, παρίσταντο καὶ παρηκολούθουν πάσας τὰς συζητήσεις, ἐνῷ ὁ Ἀρχηγός σας προσέρχεται, ἀγορεύει ἐκτὸς θέματος καὶ ἀπέρχεται.
§82Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, τιμᾷ πάντοτε τὸ Σῶμα καὶ γνωρίζει ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ἔργον του καὶ τὴν πνοήν του. Καὶ συνήθως κατευθύνει, εἰς τὰς συζητήσεις, ὅλην τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, εἶναι ἀντιπολίτευσις, δὲν εἶναι Κυβέρνησις. Καὶ ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ παρίσταται, διότι, αὐτὴ εἶναι καὶ ὑπόλογος ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἀποῦσα εἰς τὰς συζητήσεις τοῦ Σώματος, τώρα μὲ τὸ συζητούμενον σχέδιον ψηφίσματος, ζητεῖ νὰ ἀχρηστεύσῃ τὴν Βουλήν. Καὶ τὴν ὥραν αὑτήν, ποὺ ἐπιδιώκεται νὰ σιγήσῃ τὸ βῆμα τοῦτο τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, γνωρίζει ἡ Βουλὴ ὑπὸ ποίας δραματικὰς συνθήκας τελεῖ ἡ ὕπαιθρος χώρα; Ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ τῆς ἀναγνώσω τὰ κείμενα τριῶν τηλεγραφημάτων, ἅτινα ἐκ Λαρίσης ἀπεστείλαμεν μετὰ τοῦ συναδέλφου μου κ. Ν. Ράπτου, πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς Ἀξιωματικῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἕνα τούτων, ἀνεκοίνωσε χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος. Ἰδοὺ τὰ τηλεγραφήματα: α) Τῆς 2 Ἰουλίου 1949, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Ἡ τιμὴ τοῦ σίτου εἰς τὴν ἐλευθέραν ἀγορὰν Λαρίσης εἶναι δραχμαὶ 1.800 κατ’ ὀκᾶν, μὲ τάσιν περαιτέρω ὑποτιμήσεως. Τὸ γεγονὸς μαρτυρεῖ τὴν ἀστοχίαν τῶν ἐξαγγελθέντων κυβερνητικῶν μέτρων. Ἂν Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις βαδίζῃ ἐπὶ προγράμματος νὰ ἐξοντωθοῦν ἡ ἑλληνικὴ σιτοπαραγωγὴ καὶ οἱ Ἕλληνες γεωργοί, ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ προγράμματος τούτου συντελεῖται. Ἄλλως, καλοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐπωμιζομένην βαρείας ἐθνικὰς εὐθύνας, ν’ ἀναθεωρήσῃ τὰς ἀντιαγροτικὰς ἀποφάσεις της». β) Τῆς 14 Ἰουλίου 1949, τοῦ ὁποίου τμῆμα σᾶς ἀνέγνωσε χθὲς καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος καὶ ὅπερ ἔχει ὡς ἑξῆς: «Τιμὴ σίτου δραχ. 1.780 κατ’ ὀκᾶν εἰς τὴν ἀγορὰν Λαρίσης καὶ εἰς τὰ χωρία τῆς παραγωγῆς 1.700 δραχμαί. Ἡ συγκέντρωσις τοῦ σίτου δὲν ἤρχισεν ἀκόμη. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἀρχίσῃ, ἡ ἐπίδρασίς της ἐπὶ τῶν τιμῶν θὰ εἶναι ἀνεπαίσθητος. Εἰς ὁλόκληρον τὸν Νομὸν Λαρίσης ὡρίσθη τὸ μηδαμινὸν ποσὸν συγκεντρώσεως τῶν 3½ ἑκατομμυρίων ὀκάδων σίτου ἔναντι 30 ἑκατομμυρίων ὀκάδων συγκεντρωμένων προπολεμικῶς ἔναντι ποσοῦ τοὐλάχιστον εἴκοσι ἑκατομμυρίων ὀκάδων σίτου, εἰς ὅσους ἔδει νὰ ἀνέλθῃ ἡ ἐφετεινὴ συγκέντρωσις ἐνταῦθα (περιφέρεια Λαρίσης). Τὸ ἐλεύθερον ἐμπόριον ἐνεργεῖ ἀθρόας ἀγορὰς καὶ οἱ χωρικοὶ διερωτῶνται πῶς διὰ τὸ ἐμπόριον τὸ χρῆμα καὶ αἱ πιστώσεις ἀφθονοῦν, ἐνῷ ἐλλείπουν διὰ τὴν κρατικὴν συγκέντρωσιν τοῦ σίτου. Ἡ ἑλληνικὴ γεωργία καταστρέφεται, ἡ δὲ ἀγροτικὴ τάξις, ἡ πολυπληθεστέρα καὶ ὑγιεστέρα, ἐξαθλιοῦται. Πρόκειται περὶ ἑλληνικῆς συμφορᾶς, ἣν καλλιεργεῖ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀνέχεται ἡ Βουλή». γ) Τῆς 15 Ἰουλίου 1949, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Σημερινὴ τιμὴ σίτου εἰς ἀγορὰν Λαρίσης εἶναι δραχμαὶ 1.570 μέχρι 1.620 κατ’ ὀκᾶν. Ἡ ἀντιαγροτικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως θαυματουργεῖ». Σᾶς δίδω καὶ ἀπὸ ἐπίσημον ἔκθεσιν τῆς Γεωργικῆς Ὑπηρεσίας Θεσσαλίας πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας ἕνα ἀπόσπασμα: «Ἡ μὴ ἔναρξις —γράφει— εἰσέτι λειτουργίας τῆς συγκεντρώσεως προκαλεῖ ἀπογοήτευσιν εἰς τὸν ἀγροτικὸν κόσμον, οἱ δὲ παραγωγοὶ ἤρχισαν νὰ διαθέτουν τὴν παραγωγήν των σχεδὸν εἰς ἐξευτελιστικὰς τιμάς».
§83Χ. ΓΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Γεωργίας). Ἀπὸ πότε εἶναι τὰ τηλεγραφήματα αὐτά;
§84Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ τελευταῖα εἶναι τῆς 14ης καὶ 15ης Ἰουλίου.
§85Χ. ΓΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Γεωργίας). Σήμερα ἔχομεν 22, ἔχω δὲ νὰ σας εἴπω, ὅτι καὶ ἡ συγκέντρωσις ἤρχισε καὶ τὸ ποσὸν ηὐξήθη.
§86Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κατέχων τὸ βῆμα, εἶναι ἐκτὸς θέματος. Ὅσα, κύριε συνάδελφε, λέγετε τώρα, τὰ ἐπανέλαβε χθὲς ὁ ἀρχηγός σας.
§87Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπῆρξεν ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἠνωχλεῖτο, καὶ δικαίως, ἐπὶ μίαν γενεάν, διὰ τὸ σταφιδικὸν ζήτημα. Τώρα ἀσχάλλει ἡ Βουλή, ἂν ἀκούσῃ τὸ δρᾶμα ἄλλου κλάδου τοῦ ἀγροτικοῦ μας κόσμου, τῶν σιτοπαραγωγῶν; Κύριοι, ἐδῶ δὲν ἐστάλητε ὡς ἀντιπρόσωποι συγκροτημάτων. Ὅταν κατήλθατε εἰς τὰς ἐκλογάς, ἀπηυθύνθητε εἰς τὰς μάζας, μὲ λαϊκὰ προγράμματα. Καὶ τώρα, ἐδῶ τὰ ἀγνοεῖτε. Θέλει ἡ Κυβέρνησις νὰ κλείσῃ τὴν Βουλήν, ἐνῷ ἕνας πληθυσμὸς τῆς χώρας, ὁ πολυτιμότερος καὶ πολυπληθέστερος, καταρρέει. Εἶσθε, κύριοι, σεῖς ἐκτὸς τόπου, ἐκτὸς χρόνου, ἐκτὸς τοῦ λαοῦ. Τὰς τελευταίας τρεῖς ἑβδομάδας τὰς διῆλθον εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου. Θὰ ἤθελον, προτοῦ ψηφίσητε τὸ συζητούμενον σχέδιον, νὰ εἴχατε περάσει ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας σας, διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε τὸ δρᾶμα καὶ τὸν πόνον τῶν πληθυσμῶν τῆς ὑπαίθρου. Ὁ ANATOLE FRANCE, εἰς φιλοσοφικάς του σκέψεις, θέλων νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν δύναμιν τοῦ αἰσθήματος τοῦ πόνου, γράφει, ὅτι ἡ Γῆ εἶναι ἕνα μόριον τοῦ κόσμου καὶ τὸ σύμπαν εἶναι ἄπειρον. Ἀλλ’ ὁ πόνος εἶναι μονάχα εἰς τὴν Γῆν, τότε ἡ Γῆ εἶναι ὅλος ὁ κόσμος καὶ τὸ ἄπειρον δὲν εἶναι τίποτε. Τὸν πόνον τῶν Ἑλλήνων χωρικῶν δὲν δικαιοῦται νὰ ἀγνοήσῃ ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων. Ἀλλὰ βλέπω νὰ διανοίγεται χάος μεταξὺ τῆς μάζης τοῦ λαοῦ καὶ τῶν λεγομένων ἐκπροσώπων τοῦ Κράτους. Καὶ ἂν τὸ χάσμα ἦτο μεταξὺ μαζῶν καὶ πολιτικοῦ κόσμου, τὸ πρᾶγμα ἴσως νὰ μὴ ἦτο ἀνεπανόρθωτον. Ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι εἶναι μεταξὺ τῆς ψυχῆς τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Κράτους. Καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ θανάσιμον τραῦμα. Ὁμιλεῖτε περὶ δημοκοπίας. Αὐτή, κύριοι, εἶναι ἡ καλύβη καὶ ἡ χωρικὴ (δεικνύει φωτογραφίαν), ἀπὸ τὴν ὁποίαν προερχόμεθα καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἐμμένομεν καὶ μοχθοῦμεν. Ἐὰν οἱ ἀγῶνες μας, ἀγῶνες μακρῶν ἐτῶν, νὰ μὴ γίνετε σεῖς οἱ ὀλετῆρες τοῦ κόσμου αὐτοῦ τῆς ὑπαίθρου, εἶναι δημοκοπία, σᾶς λυπούμεθα διὰ τὸν χαρακτηρισμόν. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ τὴν στιγμὴν αὐτὴν δυνατότης νὰ συγκρατηθῇ ἡ κατάρρευσις τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς. Αἱ πιστώσεις τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης πρὸς τοὺς γεωργούς, πρωΐμων καὶ ὀψίμων καρπῶν, ἀνέρχονται εἰς 120 δισεκατομμύρια δραχμῶν. Μὲ τὰς σημερινὰς τιμὰς τοῦ σίτου, τιμὰς ἐξευτελιστικάς, δὲν πρόκειται ἡ Τράπεζα νὰ εἰσπράξῃ καὶ τὸ ἔτος τοῦτο τὰς πιστώσεις της. Ἐξ ἄλλου, εἶναι γνωστόν, ὅτι διὰ τὴν μακαρονοποιΐαν ἀπαιτοῦνται ἐτησίως περὶ τοὺς 80.000 τόννους σίτου, διὰ κατασκευὴν 40 ἑκατομμυρίων ὀκάδων μακαρονίων. Εἶναι ἐπίσης γνωστόν, ὅτι τὸ Κράτος διέθετε πρὸς τὴν μακαρονοποιΐαν 3½ χιλιάδας τόννους μηνιαίως, ἤτοι 41 χιλιάδας τόννων ἀλεύρων ἀμερικανικῶν, πρὸς δραχ. 4.120 τὴν ὀκᾶν, ἐξ ὧν εἰσφορὰ ὑπὲρ τοῦ Κράτους 1.000 δραχμαὶ κατ’ ὀκᾶν, καὶ τὸ Κράτος ἦρε ἐτησίως πρόσοδον 50 καὶ πλέον δισεκατομμυρίων δραχμῶν. Τὴν πρόσοδον αὐτὴν χάνει τὸ Κράτος, διότι οἱ μακαρονοποιοὶ θὰ προμηθευθοῦν τὸ σιτάρι των ἀπὸ τὴν ἐλευθέραν ἀγοράν. Ἀλλ’ εἰς τὴν ἐλευθέραν ἀγορὰν ἀγοράζουν ἀθρόως μὲ τιμάς, κατὰ τόπους, 1300 μέχρι 1600 ἢ καὶ 1800 δραχ. κατ’ ὀκᾶν τὴν πλεονάζουσαν παραγωγὴν σίτου ὀλίγοι τῆς ὀλιγαρχίας τοῦ πλούτου, οἱ ὁποῖοι καὶ θὰ τροφοδοτήσουν τὴν μακαρονοποιΐαν μὲ τιμὰς εἰκονικὰς καὶ μὲ κόστος εἰκονικόν. Καὶ θὰ ἐκμεταλλευθοῦν αὐτοὶ καὶ τὸ Κράτος ποὺ θὰ χάσῃ τὴν εἰσφορὰν τῶν 50 δισεκατομμυρίων δραχμῶν καὶ τὴν παραγωγήν, τῆς ὁποίας ἐξηνεμίσθη ἡ ἀξία, καὶ τὴν κατανάλωσιν, ἡ ὁποία θὰ πληρώσῃ τὰ μακαρόνια μὲ τὰς εἰκονικὰς τιμὰς τοῦ σίτου. Προτείνω, λοιπόν, νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα νὰ δεχθῇ νὰ ἐξοφλήσουν οἱ σιτοπαραγωγοὶ τὰ πρὸς αὐτὴν χρέη των προσφέροντες εἰς εἶδος τὸ σιτάρι των. Μὲ τιμὴν δραχ. 3.000 τὴν ὀκᾶν, τὴν ὁποίαν εἰσηγοῦμαι, ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα θὰ ἀπερρόφα ἐκ τῆς ἀγορᾶς 40 ἑκατομμυρίων ὀκάδας σίτου. Καὶ μὲ τιμὴ τῆς συγκεντρώσεως τῶν 2.500 δραχ. τὴν ὀκᾶν, θὰ ἀπερροφῶντο ὑπὸ τῆς Τραπέζης 50 ἑκατομμύρια ὀκάδες σίτου. Τί θὰ τὸ κάμῃ ἡ Τράπεζα τὸ σιτάρι αὐτό; Νὰ τὸ διαθέσῃ αὐτὴ ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν μακαρονοποιΐαν καὶ ἡ κατανάλωσις θὰ ἐπλήρωνε τὰ μακαρόνια εἰς τιμὴν πέριξ τῶν 4.500 δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν. Καὶ μέχρι διαθέσεως ὅλου τοῦ ποσοῦ τοῦ σίτου της, ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα ἐπὶ ἐνεχύρῳ αὐτοῦ θὰ ἠδύνατο καὶ θὰ ἔδει νὰ δανεισθῇ ἕνα ἀνάλογον ποσὸν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐκ τῶν παρ’ αὐτῇ καταθέσεων νομικῶν προσώπων δημοσίου δικαίου. Δὲν εἶναι νοητόν, χρῆμα δημοσίου νὰ διατίθεται εἰς τὸ ἰδιωτικὸν ἐμπόριον, διὰ νὰ ἐκμεταλλεύεται τὴν παραγωγὴν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὑπάρχει, λοιπόν, τρόπος, χωρὶς νὰ αὐξηθῇ οὔτε κατὰ μίαν δραχμὴν τὸ κυκλοφοροῦν χαρτονόμισμα, ν’ ἀνακουφισθῇ κατὰ ἕνα σημαντικὸν ποσοστὸν ἡ σιτοπαραγωγή, μὲ τὴν ὑποχρεωτικὴν ἐξόφλησιν τῶν ἀγροτικῶν χρεῶν εἰς εἶδος. Ἀλλὰ διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ, ἀπαιτεῖται καὶ νοῦς καὶ θέλησις. Καὶ ἂν ὑπάρχῃ νοῦς, δὲν ὑπάρχει θέλησις, διότι εἶσθε αἰχμάλωτοι τῶν συγκροτημάτων τοῦ πλούτου. Καὶ τώρα, ἐρωτῶ τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ τοὺς βουλευτὰς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων: Εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς προστασίας τοῦ σίτου, τὸ Κόμμα τοῦτο θὰ ἀγνοήσῃ τὰς παραδόσεις του καὶ θὰ ἀπαρνηθῇ τὰς προτέρας κατευθύνσεις του καὶ θὰ παραδώσῃ τὸν ἀγροτικὸν κόσμον εἰς τὴν ἐξαθλίωσιν, τασσόμενον ἀλληλέγγυον μὲ τὸ Κόμμα, ποὺ ἀσκεῖ τὴν ἀντιαγροτικήν του πολιτικήν, τέταρτον ἤδη ἔτος, καὶ τὸ ὁποῖον κηδεμονεύει ἡ ὀλιγαρχία τοῦ πλούτου; Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ τὸ θέμα τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν. Τὸ σχετικὸν σχέδιον ψηφίσματος, ἐκκρεμεῖ εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τριετίας, καὶ τορπιλλίζεται ἡ ἐπιψήφισίς του. Διεξάγομεν ἕνα ἀγῶνα ὑπάρξεως διὰ τὴν Ἑλλάδα, ὡς Κράτος καὶ ὡς Ἔθνος. Καὶ εἰς τὸν ἀγῶνα αὐτόν, δίδει τὸν ἡρωϊσμὸν τῶν μαχομένων τέκνων της, τὴν αὐταπάρνησιν τῶν 700.000 ἀνταρτοπλήκτων καὶ τὸ ὁλοκαύτωμα τῶν περιουσιακῶν της στοιχείων. Ἐπὶ τρία ἔτη σᾶς καλοῦμεν νὰ ψηφίσητε τὸ σχέδιον ψηφίσματος τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, ποὺ ἀποτελεῖ περίπου παράτασιν τῆς ἰσχύος τοῦ ἄρθρου 119 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, διὰ νὰ δώσητε τὸν ἠθικὸν ἐξοπλισμὸν εἰς τοὺς μαχομένους ἀγρότας μας. Ὁ ἀγὼν πλησιάζει νὰ τερματισθῇ καὶ δὲν τὸ ἐψηφίσατε. Οἱ στρατιῶται περιμένουν. Καὶ ἀπὸ ραδιοφώνου καὶ εἰς τοὺς στρατῶνας τοὺς εἴπαμε ὅτι μάχονται, ὄχι διὰ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, οὔτε διὰ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ μάχονται διὰ τὴν Ἑλλάδα, τὴν Ἑλλάδα τῶν γενεῶν, ποὺ πέρασαν καὶ τῶν γενεῶν ποὺ θὰ ἔλθουν. Ψηφίσατε τὸ θέμα τῆς ἀποκαταστάσεώς των, ὡς γέρας τοὐλάχιστον καὶ ὡς ἀμοιβὴν ἠθικήν, τῶν θυσιῶν καὶ τῶν ἀγώνων των. Καὶ σεῖς κλείετε τὴν Βουλήν. Θὰ στραφῶ καὶ πάλιν πρὸς τὸ συγκυβερνῶν κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Τοῦ ὑπενθυμίζω, ὅτι ὁ ἱδρυτής του, καὶ πρωθυπουργὸς τότε Ἐλευθέριος Βενιζέλος, ἔλεγεν εἰς τὴν Βουλήν, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 21 Αὐγούστου 1915: «Διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας τσιφλικούχους, ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία των δὲν ἔχει τὴν ἱερότητα τῶν ἄλλων ἰδιοκτησιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν περιουσίαν ἐξ ἰδίας προσωπικῆς ἐργασίας. Οἱ τσιφλικοῦχοι εὑρέθη νὰ κατέχουν καὶ νὰ νέμωνται κτήματα ἀνήκοντα ἀπὸ ἑκατοντάδων ἐτῶν εἰς τοὺς ἀποτελοῦντας αὐτὰ ταῦτα τὰ τσιφλίκια χωρικούς, οἱ ὁποῖοι καὶ δουλεύουσιν εἰς αὐτὰ (χειροκροτήματα). Τοῦτο πρέπει νὰ γνωρίζωσι καὶ νὰ ἀντιλαμβάνωνται οἱ ἴδιοι, ὥστε νὰ μὴ δυσφοροῦν, ἐὰν ἡ Πολιτεία αἰσθάνεται τὸ καθῆκον νὰ φανῇ πρὸς τοὺς δουλεύοντας κολλήγας προστατευτική. Βεβαίως, ἀναγνωρίζω ὅτι καὶ ἡ ἰδιοκτησία τῶν τσιφλικούχων εἶναι πάντως μία ἰδιοκτησία, ἀλλὰ δὲν θὰ αἰσθανθῶ ποτὲ πρὸς αὐτὴν τὴν ἱερότητα καὶ τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον αἰσθάνομαι διὰ πᾶσαν ἄλλην ἰδιοκτησίαν. (Χειροκροτήματα)». Πρὸς τὰς ἀπόψεις αὐτὰς τοῦ ἱδρυτοῦ του, ἀειμνήστου Ἐλευθερίου Βενιζέλου, δὲν συμφωνεῖ τώρα τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων; Ἂν συμφωνῇ, κατὰ ποῖον τρόπον ἀντιδρᾶ εἰς τὴν προσπάθειαν νὰ ματαιωθῇ ἡ ψήφισις τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν; Κλεῖον καὶ αὐτὸ τὴν Βουλὴν καὶ παραπέμπον τὴν ἐκπόνησιν Συντάγματος εἰς τὴν ὀλιγαρχίαν 30 βουλευτῶν. Ζητῶ, ὅπως τὸ σχέδιον τοῦτο, τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, συζητηθῇ ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος καὶ ἀντιτίθεμαι καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν εἰς τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Θὰ ἤθελα νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος τῶν ἀγοραπωλησιῶν τῆς κατοχῆς. Ὑπῆρξα ἐκ τῶν εἰσηγητῶν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐὰν ἠρωτώμην ποτὲ διὰ τὸ βουλευτικόν μου ἔργον, ὑπεράνω καὶ τῆς ἀγροτικῆς μεταρρυθμίσεως καὶ τῶν κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων, τῶν ὁποίων ὑπῆρξα εἰσηγητής, θὰ ἐκαυχόμην περισσότερον διὰ τὸ θάρρος τῆς γνώμης μου ν’ ἀντιμετωπίσω τὰς ἑκατοντάδας χιλιάδων ἀγοραστῶν καὶ πωλητῶν καὶ νὰ χωρήσω, μὲ γνώμονα μόνον τὴν συνείδησίν μου καὶ ἀντικειμενικὰ κριτήρια, εἰς τὴν εὕρεσιν τῆς δικαιοτέρας λύσεως εἰς τὸ πολύμορφον τοῦτο κοινωνικὸν ζήτημα. Εἶμαι ἥσυχος, ὅτι ἐξετέλεσα πλήρως τὸ καθῆκον μου καὶ ὑπηρέτησα τὴν ὑπόθεσιν τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης. Ἀντιτίθεμαι ἀπόλυτα εἰς τὴν παραπομπήν του εἰς Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως. Τὸ προηγούμενον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν εἶναι ἐνθαρρυντικὸν καὶ διὰ τὴν νέαν τοῦ ζητήματος τύχην. Ἄμεινον κρίνουν οἱ πολλοί, διότι εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Σώματος δημιουργεῖται ἡ ψυχολογία του πλήθους, ποὺ εἶναι ἐντελῶς διάφορος ἀπὸ τὴν ψυχολογίαν ἑνὸς ἑκάστου τῶν μελῶν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, θέλει ν’ ἀποφύγῃ τὴν ἐνώπιον τοῦ Σώματος συζήτησιν, διότι δὲν εἶναι εἰς τὴν οὐσίαν σύμφωνα τὰ συγκυβερνῶντα κόμματα καὶ δὲν ἔχουν τὸ θάρρος νὰ ὁμιλήσουν δημοσίᾳ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν συμπραττόντων κομμάτων. Ἐὰν πραγματικῶς σκέπτεσθε νὰ ἀντιμετωπίσητε τὸ ζήτημα αὐτό, πρέπει νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Σώματος πρὸς συζήτησιν καὶ ὄχι νὰ συζητηθῇ ἐν κλειστῷ καὶ παραβύστῳ εἰς ἐπιτροπήν. Θὰ ἀπαιτηθοῦν, βεβαίως, πολλαὶ συνεδριάσεις. Ἀλλὰ δύναται νὰ συζητηθῇ, ἐὰν περιορισθῇ ὁ χρόνος τῆς ὁμιλίας καὶ τὰ κόμματα ὁρίσουν τὸν ἀριθμὸν τῶν ρητόρων. Καὶ ὅ,τι πόρισμα θὰ προκύψῃ, θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος καὶ οὐχὶ ἐκ τῆς ὀλιγαρχίας τῶν βουλευτῶν, τοὺς ὁποίους ἤθελον ὑποδείξει οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων.
§88ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Σώματος, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ψηφίσματος.
§89Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω ἐνώπιόν μου τὰ διατάγματα τοῦ ψηφίσματος ΚΗʹ, περὶ διευκολύνσεων εἰς ἀνοικοδομοῦντας. Τὸ ψήφισμα τοῦτο ἐγένετο ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Διὰ δὲ τῶν διαταγμάτων ποὺ ἐπηκολούθησαν, ἐδημιουργήθησαν καταστάσεις. Καὶ ἐν τούτοις, τὸ ψήφισμα αὐτὸ δὲν ἦλθεν ἀκόμη εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν, καίτοι παρῆλθον τρία ἔτη. Ἴσως νὰ σκέπτεσθε νὰ τὸ φέρετε, ὅπως ἦλθον καὶ τὰ 286 νομοθετήματα. Ἡμεῖς, θὰ θέσωμεν ζήτημα ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας. Σεῖς δέ, ψηφίσατε. Ὡς πρὸς τὸ Σύνταγμα, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι θὰ ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ τὸ ψηφίσῃ. Ἂν δὲν ἐψηφίσθη μέχρι σήμερον, δὲν πταίει ἡ Βουλή. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ εἰργάσθη καὶ ἐξεπόνησε τὸ Σύνταγμα, τὸ δὲ ἔργον αὐτῆς ἐγκαταλείπεται. Ἐγένοντο εἰσηγήσεις, τὰς ὁποίας ἴσως ἀγνοεῖτε. Μὴ θελήσετε νὰ φύγωμεν ἀπ’ ἐδῶ, μὲ τὴν χλεύην τῶν ἀχρηστευθέντων. Ἐλέχθη, παρὰ πολλῶν συναδέλφων, ὅτι δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Ἀλλά, κύριοι, τὰ Συντάγματα τοῦ 1844, τοῦ 1864, τοῦ 1911 καὶ τοῦ 1927, ἐγένοντο διὰ τὴν κοινωνίαν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Αἱ δὲ ἐπανειλημμέναι τροποποιήσεις τοῦ Συντάγματος ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ κοινωνία μας εἶναι προοδευτική. Καὶ σήμερον, θέλετε νὰ ὀπισθοδρομήσωμεν. Ἀλλὰ ὁ ροῦς δὲν σταματᾶ. Οἱ καιροὶ ἀλλάσσουν. Ἡ ζωὴ ὅμως, δὲν σταματᾶ. Λυποῦμαι ποὺ σᾶς ἐκούρασα, ἀλλὰ διηρμήνευσα τὰς ἀπόψεις μου καὶ τὸν πόνον του λαοῦ, τὸν ὁποῖον ἐκπροσωπῶ. Εἰς σᾶς ἀνήκει νὰ δώσητε αἴγλην καὶ κῦρος εἰς τοὺς θεσμούς. Πρέπει νὰ δώσητε Σύνταγμα συγχρονισμένον εἰς τὸν λαόν, ἡ δὲ Κυβέρνησις πρέπει νὰ στρέψῃ εὐήκοον οὖς εἰς τὸν πόνον τῶν ἀγροτῶν. Ἐὰν δὲν θελήσῃ νὰ πράξῃ τοῦτο, δύνασθε νὰ τὴν στείλετε εἰς διακοπήν, καὶ ὄχι αὐτὴ νὰ στείλῃ ἐσᾶς εἰς διακοπάς. Ἐλέχθη, κύριοι, ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἀπαιτεῖ 130 βουλευτὰς παρόντας δι’ ἀπαρτίαν. Εἰς τὰς Ἐπιτροπάς, αἱ ὁποῖαι ζητεῖται νὰ καταρτισθοῦν, ἀπαιτεῖται ἀριθμὸς 170 βουλευτῶν. Δύναται, ἑπομένως, ἡ Βουλὴ νὰ συνεδριάζῃ καὶ θὰ ἀπησχολοῦντο ὀλιγώτεροι βουλευταί. Καὶ ἐφ’ ὅσον διὰ συντακτικὰ ζητήματα θέλετε νὰ ἐξουσιοδοτήσητε 30 βουλευτὰς καὶ διεβλήθησαν ὅτι θὰ ἐπιβαρύνουν τὸν προϋπολογισμὸν διὰ προσθέτου ἀποζημιώσεως, διατὶ τότε δὲν ἐξουσιοδοτεῖτε τὸν Σύνδεσμον τῶν Βιομηχάνων νὰ ἀποστείλῃ ἀνθρώπους ἐδῶ, διὰ νὰ νομοθετοῦν δωρεάν; Ἡ Βουλή, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξουσιοδοτήσῃ διὰ συντακτικὰ καθήκοντα. Ἂν τὸ πράξητε, τὸ Σύνταγμα δὲν θὰ ἔχῃ κῦρος. Καὶ ἡ Βουλὴ θὰ χρεωκοπήσῃ. (Χειροκροτήματα).
§90Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριοι συνάδελφοι, ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος περὶ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς ἔκδοσιν νομοθετικῶν διαταγμάτων, ἔχει ἀναμφισβητήτως λάβει τροπήν, ὑπερβαίνουσαν τὰ καθιερωμένα ὅρια, καὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς μίαν γενικωτάτης μορφῆς ἐκδήλωσιν Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ἐπὶ θεμάτων ὅλως ἀσχέτων καὶ ἀπολύτως ξένων πρὸς τὸ συζητούμενον θέμα. Ἐλέγχου, μάλιστα, ὁ ὁποῖος προσέλαβε μίαν μορφὴν ὀξύτητος, τὴν ὁποίαν ὁμολογῶ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος σπανίως διεπίστωσα καὶ ἐπὶ θεμάτων ἄλλων. Κατὰ περίεργον δὲ σύμπτωσιν, ὁ ἔλεγχος ἀφεώρα ζητήματα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα συγκινοῦν εὐρυτάτας μάζας καὶ θὰ ἠμποροῦσαν νὰ προσλάβουν ἕνα ἰδιάζοντα χαρακτηρισμόν. Τὸν χαρακτηρισμὸν αὐτὸν τὸν ἀποφεύγω καὶ ἀρκοῦμαι εἰς τὸ νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τῶν λεχθέντων καὶ νὰ ἐκφράσω καὶ πάλιν τὴν ἀπορίαν μου, περὶ τῆς τόσης ἐμμονῆς εἰς τὸν ἀσκηθέντα αὐτὸν ἔλεγχον, ἐπὶ τοῦ ἐπιδίκου θέματος. Τὸ ὅτι ἡ Κυβέρνησις προσέρχεται ἐνώπιον τοῦ Σώματος καὶ εἰσάγει ψήφισμα περὶ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν, ὄχι μόνον δὲν ἀποτελεῖ οὐδεμίαν συνταγματικὴν ἢ πολιτικὴν ἀνωμαλίαν, ἀλλὰ ἀποτελεῖ τοὐναντίον ἐκδήλωσιν ἀπολύτου σεβασμοῦ ἀπὸ μέρους της πρὸς τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἐλέχθη ὑπ’ ἐμοῦ, ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ἄλλου ψηφίσματος διὰ τὰ ἀνεπικύρωτα ψηφίσματα, τὰ ὁποῖα ἔμειναν ἀνεπικύρωτα, λόγῳ τῶν ἀλλεπαλλήλων διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, ὅτι ἐσημειώθη παρ’ ἡμῖν τὸ ἑξῆς ὀξύμωρον. Ὅτι, καθ’ ἣν ὥραν εἴχομεν εἰσέλθει διὰ τῶν ἐκλογῶν εἰς τὸν ὁμαλὸν πολιτικὸν βίον, αἱ ἐπακολουθήσασαι περιστάσεις κατέστησαν ἐξαιρετικῶς ἀνώμαλον τὸν πολιτικὸν βίον. Σήμερον ἀντιθέτως, ἡ Κυβέρνησις ἔρχεται νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν ὁμαλὴν κοινοβουλευτικὴν τάξιν, ζητοῦσα, κατὰ τὴν φυσιολογικὴν ἄλλωστε κατὰ πάντα θερινὴν διακοπήν, τὴν λειτουργίαν ἐπιτροπῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ὡς συνέβη καὶ πρότερον, κατὰ τὴν περίοδον τὴν ὁποίαν διανύομεν. Εἴμεθα ἐντὸς τῆς τάξεως, τῆς Συνταγματικῆς, καὶ δὲν ζητοῦμεν τίποτε τὸ παράδοξον, παρὰ ἁπλῶς νὰ ὑπάρχῃ τὸ μέσον, ἡ εὐχέρεια κατὰ τὰς διακοπὰς νὰ ψηφίζωνται τὰ νομοθετήματα καὶ τοῦτο γίνεται ὑπὸ τῆς οἰκείας εἰς ὅλους μας ἐπιτροπῆς, ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Τὸ τοιοῦτον δὲν ἀποτελεῖ ἀνωμαλίαν καὶ δὲν βλέπω ποῦ ἀνευρίσκετε τὰ στοιχεῖα τοῦ ἐλέγχου, διὰ τὸ θέμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, διὰ τὴν περίοδον τῶν διακοπῶν. Πρόκειται περὶ μιᾶς ἠθελημένης διαστρεβλώσεως τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα καὶ Συνταγματικῶς εὐσταθοῦν καὶ πολιτικῶς καὶ ἠθικῶς εὐσταθοῦν. Ἡ συζήτησις ἐξετράπη μέχρι θεμάτων ἀναγομένων εἰς τὸν εἰδικώτερον τομέα τῆς οἰκονομικῆς μας παραγωγῆς, τὰ ὁποῖα ἀκριβῶς ἀπετέλεσαν ἀντικείμενον μακροτάτων συζητήσεων κατὰ τρόπον καὶ ὑπὸ μορφὴν Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ἐὰν οἱ ἀριθμοί, ὡς ἐλέχθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διέψευσαν τὰς προσδοκίας, ἴσως χρειάζεται ἀκόμη ὀλίγη ὑπομονή, ὀλίγος χρόνος, διὰ νὰ ἴδωμεν τοὺς ἀριθμοὺς αὐτοὺς καὶ τὰς τιμὰς ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο λόγος, μεταβαλλομένας ἐπὶ τὸ εὐχάριστον ὑπὲρ τῶν παραγωγῶν, τῶν ὁποίων ἡ εὐτυχία ἀποτελεῖ, σᾶς διαβεβαιῶ, καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἀπασχόλησιν συνεχῆ καὶ ἀδιάπτωτον. Χωρὶς ὅμως δημαγωγικὰς ἐκδηλώσεις, ἀλλὰ μὲ τὴν ἁπλῆν ἀντίληψιν τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶσα Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, νὰ ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἡ θέσις τῶν ἑλλήνων ἀγροτῶν εἶναι ἡ πρωταρχικὴ μέριμνα ἑκάστης Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἄν, κύριοι συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὑπάρχουν λόγοι μὴ ἐπιτρέποντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἴτε ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς τιμῆς, εἴτε ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ ποσοῦ τοῦ συγκεντρωμένου σίτου, νὰ κάμῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ὁ διακαὴς πόθος καὶ ἡ ἐπιθυμία της, γνωρίζετε πολὺ καλά, ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι τὸ καθιστοῦν ἀτυχῶς ἀδύνατον, παρὰ τὴν ζωηροτάτην ἐπιθυμίαν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ δὲν νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ἔρχεσθε ἐδῶ, ἐλέγχοντες εἰς τόνον ὀξὺν τὴν Κυβέρνησιν, ἐπὶ αἰσχρᾷ περίπου θὰ ἔλεγον —ἡ λέξις εἶναι ἰδική μου— ἐπὶ ἀσυγγνώστῳ ἀσυναισθησίᾳ, ἔναντι τῶν συμφερόντων καὶ αὐτῆς τῆς ὑποστάσεως τῶν ἀξίων Ἑλλήνων ἀγροτῶν. Δὲν ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἀνάγκην μαθημάτων καὶ γνωρίζει κατὰ βάθος τὸ καθῆκόν της καὶ τὸ ἐθνικὸν καὶ τὸ κοινωνικόν. Θὰ ἦτο αὐτόχρημα ἀντεθνικὴ ἡ Κυβέρνησις, ἂν ἠδιαφόρει διὰ ζητήματα ἐθνικὰ καὶ κοινωνικά, ὡς εἶναι ἡ θέσις τῶν ἀγροτῶν μας. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι οἱ λόγοι, οἱ μοναδικοί, οἱ ὁποῖοι τυχὸν τὴν ἐμποδίζουν νὰ ἐκπληρώσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο πράγματι ὁ πόθος καὶ ἡ ἐπιθυμία, ὁ διακαὴς πόθος της, δὲν εἶναι ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν δυνατοτήτων της.
§91ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ τὸ λάδι, κύριε Ὑπουργέ; Δὲν ὑπῆρχε τότε ἡ δυνατότης;
§92Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἀφήσατε τὸ λάδι καὶ τὸ ξύδι. Ἀλλὰ ἐθίγησαν καὶ ἄλλα ζητήματα. Ἐθίγη ἰδιαίτατα τὸ ζήτημα τοῦ κατατιθεμένου ψηφίσματος, περὶ διακανονισμοῦ τοῦ μεγάλου κοινωνικοῦ καὶ ἐθνικοῦ, ὡς ὠνόμασεν αὐτὸ ὀρθῶς ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ καὶ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, ζητήματος τῶν ἀγοραπωλησιῶν τῆς κατοχῆς. Καὶ ἐγὼ —ἂν μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ σᾶς ἀναπολήσω τὴν ἐνώπιον ὑμῶν εἰσήγησίν μου πρὸ 8μήνου ὁλοκλήρου— ἀπεκάλεσα τοῦτο θέμα ἀπονομῆς ὄχι ἁπλῶς κοινωνικῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ἐθνικῆς αὐτόχρημα δικαιοσύνης, ὡς ἔλεγον τότε. Τὸν ἴδιον χαρακτηρισμὸν ἔκανα, διότι εἶχον τὴν συνείδησιν καὶ τὴν συνειδητὴν πίστιν, ὅτι τοιαύτη ἦτο ἡ φύσις τοῦ ζητήματος. Καὶ ὅταν, κύριοι συνάδελφοι, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, χωρὶς νὰ χαρακτηρισθῶ ὡς περιαυτολογῶν, ἠσχολήθην μὲ τὸ ἐν λόγῳ θέμα, δὲν ἐσκέφθην νὰ τὸ κάνω μὲ ὑποκριτικὴν προσποίησιν. Ἐνδιαφέρομαι εἰλικρινῶς καὶ πραγματικῶς καὶ πονῶ πράγματι. Καὶ ἄν, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ζήτημα ἐκκρεμῇ ἀκόμη, τοῦτο δὲν εἶναι πταῖσμα τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐλέγχεται τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, τὸ ὁποῖον ὑπαινίσσεσθε ὅτι ἐξέπεμψε προεκλογικὰ πυροτεχνήματα καὶ φωτεινὰς πομφόλυγας, εἰσαγαγὸν τὴν Συντακτικὴν Πρᾶξιν 114. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, δὲν εἴμεθα ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀρκούμεθα εἰς τὰ πυροτεχνήματα. Τὰ πυροτεχνήματα εἶναι θορυβώδη καὶ αἱ φωτειναὶ πομφόλυγες διαλύονται ἐντὸς δευτερολέπτων. Ἡμεῖς ἀρεσκόμεθα εἰς ἔργα μόνιμα, ἀποδόσεως καὶ διαρκείας. Καὶ δι’ ἐμὲ οὔτε ὁ πολὺς θόρυβος εἶναι ἀρεστός, οὔτε τὰ ἐντὸς δευτερολέπτων ἐξαπλούμενα φωτεινὰ σημεῖα. Ἀρεσκόμεθα ἡμεῖς εἰς ἔργα μόνον, ἂν δυνάμεθα νὰ τὰ ἐπιτελέσωμεν. Ἂν δὲν ἠμποροῦμεν, δὲν ἀναλαμβάνομεν τὰ πράγματα αὐτά. Ἀλλὰ ἂν τὰ ἀναλαμβάνωμεν, κύριοι συνάδελφοι, τὰ ἀναλαμβάνομεν μὲ τὴν πίστιν ὅτι θὰ τὰ φέρωμεν εἰς πέρας. Καὶ τοῦτο τὸ ἔργον εἰς ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, ἀπόκειται νὰ τὸ φέρητε εἰς πέρας.
§93Π. ΝΤΕΝΤΙΔΑΚΗΣ. Διατὶ δὲν τὸ ἔλυσαν, ὅταν μετεῖχον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῶν 7, ὅπου κυβέρνησαν 7 μῆνας;
§94Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὁλόκληρος ἡ βραδύτης ὀφείλεται εἰς τὴν ἔκθετον, ἀπὸ ἀπόψεως ἐπεξεργασίας ὑπὸ τῆς Συντακτικῆς Ἐπιτροπῆς, τύχην τοῦ ψηφίσματος, καὶ ὄχι εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ θὰ ἐνθυμῆσθε, ὑποθέτω, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην, μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν, συνεδρίασιν, ἐπανερχόμενοι εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, μετὰ μηνῶν ἀπουσίαν, ἐπωφεληθεὶς τῆς πρώτης ἡμέρας καὶ τῆς πρώτης καταλλήλου στιγμῆς, ὅταν πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἐζήτησα τὸν λόγον καὶ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, ἐζήτησα ἀπὸ τὸ Σῶμα νὰ προηγηθῇ ἐπὶ τέλους τὸ ζήτημα καὶ ἡ μελέτη αὐτοῦ εἰς τὴν Συντ. Ἐπιτροπήν. Ἂν δὲ πάλιν, μᾶς ἔλεγον ὅτι ἠμπορούσαμεν εἰς 15 ἡμέρας μετὰ τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν, διότι τόσην προθεσμίαν εἶχε λάβει αὕτη ἀπὸ τὸ Σῶμα, ἔλεγον καὶ εἶπον διακόπτων, ὅτι τότε θὰ ἠμποροῦσαν νὰ μᾶς μεμφθοῦν καὶ νὰ μᾶς ψέγουν, ὅταν τοιαῦτα θέματα αὐτῆς τῆς ὁλκῆς ἔκθετα, ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς ἐπεξεργασίαν, ἡ Κυβέρνησις παραγνωρίζουσα τὴν Ἐπιτροπὴν τὰ ἔφερεν ἔτσι, διότι τῆς ἤρεσκεν ὁ ἰδικός της τρόπος πρὸς συζήτησιν. Ὄχι, κύριοι, εἴχομεν καθῆκον νὰ ἀναμείνωμεν τὸ πόρισμα τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον, ἀτυχῶς, δὲν ὑπῆρξε καλόν, ἐποικοδομητικὸν καὶ ἐλπίζων, ὅτι μὲ βάσιν τὸ Κυβερνητικὸν πάντοτε σχέδιον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἐμμείνω καὶ πιστεύω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὁλόκληρος ἐμμένει, πιστεύω καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ φέρωμεν εἰς πέρας τὸ ζήτημα αὐτό.
§95Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. ...... (δὲν ἠκούσθη).
§96Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν ξέρω κατὰ ποῖον τρόπον ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ εἶναι συντεθειμένη. Κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῶν Δυνάμεων τῶν Κομμάτων, ἀπὸ τοὺς ἐκλεκτοτέρους ἀντιπροσώπους τῶν κομμάτων φαντάζομαι, διότι ζήτημα φιλοτιμίας καὶ εὐθιξίας τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων εἶναι νὰ ἀναδείξουν τοὺς ἀρίστους πρὸς ἐπεξεργασίαν τοιούτων σοβαρῶν νομοθετημάτων. Δὲν βλέπω, λέγω, κατὰ ποῖον λόγον, τὸ ἔργον θὰ εὑρεθῇ μειονεκτικῶς διεξαγόμενον ἐκεῖ, ἔναντι τῆς ὁλομελείας. Τοῦτο μόνον γνωρίζω, ὅτι ἐδῶ, ἐπειδὴ εἴμεθα ἀρκετὰ πολυπληθεῖς, ἐπὶ ἑνὸς θέματος τοιαύτης σημασίας, θὰ ἠμποροῦσε νὰ ζητηθῇ ὁ λόγος ἀσφαλῶς ἴσως ἀπὸ ἑκατοντάδας βουλευτῶν. Πῶς θὰ προωθεῖτο, ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, ἡ συζήτησις τοῦ ζητήματος; Ὁ κύριος συνάδελφος, μᾶς ἐπρότεινεν ὡς λύσιν τοῦ ἀκανθώδους σημείου, τὴν πρότασιν ὅτι θὰ ἠμποροῦσεν εἷς κατὰ Κόμμα ἢ δύο τὸ πολύ, νὰ ὁμιλήσουν. Καὶ τοῦ ἀπαντῶ: Ποίαν διαφορὰν ἔχει ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπὸ τὴν ὁλομέλειαν καὶ ποῖον πρόσθετον ὄφελος προσφέρει ἡ Ὁλομέλεια;
§97ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν ψῆφον.
§98Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὴν ψῆφον, κύριε συνάδελφε, θὰ εἴχομεν κατ’ ἀνάγκην. Βλέπετε, λοιπόν, ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ὁ ἔλεγχος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐντελῶς ἕωλος καὶ ἐντελῶς ἀμελέτητος καὶ μόνον προορισμὸν ἔχει νὰ παραγάγῃ ἐντυπώσεις. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὸ κύριον θέμα τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, τὸ κύριον θέμα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ σήμερον.
§99Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἐπιτρέπετε, κύριε Ὑπουργέ; Εἴπατε, ὅτι τὸ πράγματι μέγα αὐτὸ θέμα, θὰ ἠμπορῇ νὰ λυθῇ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως. Ἡμεῖς, δὲν βλέπομεν τὸν τρόπον αὐτῆς τῆς λύσεως, διότι οἱαδήποτε καὶ ἐὰν ἐδίδετο λύσις ἀπὸ μίαν Ἐπιτροπὴν ἐξουσιοδοτήσεως, αὐτὴ δὲν θὰ παραμείνῃ ἀδιάβλητος διὰ τὸν ἑξῆς λόγον: Διότι πρόκειται περὶ συγκρούσεως τερατίων οἰκονομικῶν ζητημάτων. Ὅταν ἡ σύγκρουσις αὐτὴ ἐπρόκειτο νὰ λυθῇ διὰ μιᾶς ἢ δύο ψήφων, ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι ἡ μερὶς ἡ ἀντιμαχομένη, ἡ ὁποία θὰ ἔχανε τὸ ζήτημα, τί θὰ ἔλεγε δι’ αὐτοὺς τοὺς δύο ἢ τρεῖς βουλευτάς. Ἐνῷ, κύριοι βουλευταί, ἐὰν τεθῇ τὸ ζήτημα ἀπὸ τὸ σύνολον τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ διαβολὴ τῆς ἀποφάσεως. Πρῶτος λόγος. Δεύτερος λόγος: Ἐὰν τὸ λύσετε τὸ ζήτημα διὰ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, φρονεῖττε ὅτι, ἐὰν καταλήξῃ αὕτη εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, παύει νὰ εἶναι ἠρτημένον τὸ ζήτημα; Ὄχι, διότι δὲν θὰ εἶναι ὁριστικὴ ἡ λύσις. Ἡ λύσις θὰ καταστῇ ὁριστική, ὅταν τὸ ψήφισμα θὰ φθάσῃ ὁλόκληρον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐπίσης θὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἐκφράσεως τῆς γνώμης της.
§100Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἠννόησα καὶ σᾶς εὐχαριστῶ. Τὴν ἀντίληψιν αὐτήν, τὴν ἔχω ἀκούσει ἐκτιθεμένην, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι μεταβάλλει τὴν πραγματικότητα. Ἐάν, κύριοι βουλευταί, ὑπάρχῃ ἡ ἀντίληψις ὅτι ἠμπορεῖ ἔργον, προκῦπτον ἀπὸ τὴν μελέτην καὶ τὴν ἐπεξεργασίαν 40 συναδέλφων νὰ εἶναι διαβλητόν, τότε θὰ ἔλεγον ὅτι διανύομεν ὑψίστην ἠθικὴν κρίσιν ἐν τῇ χώρᾳ μας, τὴν ὁποίαν ἐλπίζω καὶ θέλω νὰ πιστεύω ὅτι δὲν διανύομεν, διότι ἐὰν ἠμποροῦσε 40 βουλευταί, μετὰ τῶν 20 ἀναπληρωματικῶν, 60 μέλη τοῦ Σώματος νὰ εἶναι διαβλητά, ὁμολογῶ ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ πιστεύσωμεν ὅτι ὑπάρχει ὄντως μία βαθυτάτη κρίσις ἠθική, τὴν ὁποίαν θέλω νὰ ἀποκρούσω μετὰ δυνάμεως, ὡς ἀσύστατον καὶ ἀδικαιολόγητον. Ὅτι ὑπάρχει ἀντίθεσις συμφερόντων, εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον συμβαίνει συχνὰ μὲ κοινὰ νομοθετήματα, ὅπου ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ συχνὰ μεγάλη ὀξύτης. Ἀλλά, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, νὰ συζητήσωμεν τὸ θέμα, θὰ ἀντιληφθῶμεν ὅτι, καθ’ ἣν οἰκονομίαν ἔχει μελετηθῆ καὶ διατυπωθῆ τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον εἶναι προϊὸν κάποιας μελέτης, θὰ γίνῃ ἀντιληπτὸν εἰς τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, οἱουδήποτε Τμήματος, τὸ ὁποῖον θὰ τὸ ἐξετάσῃ, ὅτι ἡ ὀξύτης, ἡ ἐκ πρώτης ὄψεως νομιζομένη ὀξύτης, ἡ ὁποία περιβάλλει τὸ ζήτημα αὐτό, θὰ εὑρεθῇ ἀφ’ ἑαυτῆς μειωμένη εἰς ἔκτασιν, εἰς ἔντασιν καὶ σημασίαν καὶ ὅτι τὰ θέματα θὰ λάβουν μίαν λύσιν πολὺ εὐχερεστέραν, ἀπὸ ὅ,τι νομίζεται ἐκ πρώτης ὄψεως. Ἐν τούτοις, νομίζω, ὅτι μὲ τὴν σύνεσιν καὶ προσοχήν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν μελέτην ἑνὸς τοιούτου μεγάλου ζητήματος ἠμποροῦμεν εὐκόλως νὰ ἀπολήξωμεν εἰς λύσιν, ἡ ὁποία οὔτε σάλον νὰ προκαλέσῃ, οὔτε ἀλληλοσπαραγμόν, καὶ νὰ ἀποκαταστήσῃ πράγματι τὴν ἔννοιαν ἑνὸς θιγέντος βαθύτατα σημείου, ἠθικοῦ καὶ ἐθνικοῦ Δικαίου. Ὡς πρὸς τὴν ἐξουσιοδότησιν, κύριοι συνάδελφοι, ἔχει περίπου παρασταθῆ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὅπως εἶπον ἐν ἀρχῇ ἠτόνησεν εἰσάγουσα τὸ ψήφισμα αὐτὸ τῶν διακοπῶν. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο πράττουσα ἡ Κυβέρνησις ἐκτελεῖ ἄλλο τὶ παρὰ ἓν ἔργον νομιμόφρονος προσηλώσεως πρὸς τοὺς Κοινοβουλευτικούς μας θεσμούς. Ἐὰν εἰς τὸ σήμερον ἰσχῦον Σύνταγμα τοῦ 1911 δὲν περιέχεται ρητὴ καὶ σαφὴς ἡ διάταξις περὶ νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἐν τούτοις δὲν λησμονοῦν οἱ ἀγαπητοὶ συνάδελφοι, ὅτι τὸ πρὸ αὐτοῦ ἰσχῦσαν ἐπὶ 10ετίαν Σύνταγμα τοῦ 1927 περιεῖχε συγκεκριμένην διάταξιν τοῦ ἄρθρου 77 ὅτι ἡ ἔννοια τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, δὲν εἶναι τὶ τὸ καινοφανές, δὲν εἶναι τὶ τὸ παρεκκλῖνον ἀπὸ τὴν συνταγματικὴν συνείδησιν. Ἀντιθέτως, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως, ποὺ ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος μέχρι σήμερον, ἔχει ἐπέλθει μία οὐσιώδης, μία πραγματικὴ καὶ ἁπτὴ ἐξέλιξις, καὶ ὄχι μόνον δὲν εἶναι τὶ τὸ ἐκπλῆσσον, ἢ τὸ ξενίζον, ἡ θέσπισις τοῦ θεσμοῦ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ἡμέτερον καὶ εἰς ἄλλα πολιτεύματα, ὅπως τῆς Βαϊμάρης, ἄρθρον 48, τὸ Αὐστριακὸν ἄρθρ. 8, τὸ Τσεχοσλοβακικόν, ἄρθρ. 54, ἀνεγράφετο ὡς θεσμὸς πλέον συνταγματικὸς ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις.
§101Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τὸ Σύνταγμα.
§102Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὁμιλῶ περὶ νομοθετικῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Διὰ τὸ Σύνταγμα, κύριε συνάδελφε, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ἀτυχὴς συγκυρία περιστάσεων, ἀλλὰ συγκυρία περιστάσεων ἀναμφισβητήτως ὅτι ἐπὶ 3½ χρόνια ἡ Βουλὴ συνεδριάζουσα, δὲν κατώρθωσε νὰ προχωρήσῃ πέραν τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον πρὸ ἔτους μόλις συνεπλήρωσεν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, τῆς διατυπώσεως σχεδίου Συντάγματος. Καὶ ἐὰν δὲν κατώρθωσε νὰ προχωρήσῃ πέραν τῆς ἐπιψηφίσεως 7 ἄρθρων, ἴσως τοῦτο νὰ μὴ ὀφείλεται εἰς οὐδενὸς τὴν ὑπαιτιότητα, ἀλλὰ μόνον ἴσως εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι διανύομεν περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας οὔτε ἡμεῖς οἱ ἐν τῇ Βουλῇ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους οὔτε τὸ Ἔθνος αὐτὸ ᾐσθάνετο ὅτι καθ’ ἣν ὥραν ἀγωνιοῦσε διὰ ν’ ἀποκτήσῃ τὴν ἀσφάλειάν του πολλαχῶς χειμαζομένην καὶ ἀπειλουμένην, ἦτο ἡ στιγμὴ διὰ νὰ συζητήσῃ συνταγματικοὺς θεσμούς. Ὅταν μάλιστα ἐπιτακτική τις ἀνάγκη οὐσιωδῶν μεταβολῶν δὲν ὑπῆρχε καὶ εἰς αὐτὸ τοῦτο τὸ σχέδιον πέραν τοῦ σημείου τοῦ ἀφορῶντος τὸ Νομοθετικὸν ἔργον, δὲν βλέπω ἐν τῇ προσθήκῃ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος μεταβολήν, διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ χαρακτηρίσῃ τις ὅτι καθιστῶμεν Ἐπιτροπὴν ἐκ Βουλευτῶν τρόπον τινὰ ἐλεγκτῶν τῆς Δικαιοσύνης, θεσμὸν ἐντελῶς ἀπαραίτητον, οὔτε ὅταν προσθέτωμεν τρεῖς Καθηγητὰς τῆς Νομικῆς εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Οὔτε τὸ ὅτι προσθέτομεν τρεῖς καθηγητὰς τῆς Νομικῆς εἰς τὸ Ἀνώτ. Δικαστικὸν Συμβούλιον, ἵνα κρίνουν περὶ τῆς προσλήψεως καὶ μεταθέσεως τῶν δικαστῶν, πρᾶγμα σόλοικον καὶ γελοῖον. Ἔχει γίνει συνείδησις ὅλων μας ὅτι ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη καὶ ὑπάρχει ἀναμφισβητήτως, ἀναπροσαρμογῆς πολλῶν συνταγματικῶν θεσμῶν, ἴσως ἀκόμη νὰ μὴ ἀπεκρυσταλλώθη ἡ στιγμὴ καὶ τὸ χρονικὸν σημεῖον κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο φυσιολογικὴ ἡ δημιουργία καὶ ἡ ἀναμόχλευσις τοῦ πολιτεύματος διὰ τῆς εἰσαγωγῆς πολλῶν καὶ νέων θεσμῶν. Κατὰ τὰ ἄλλα ἔχομεν ἕνα σύνταγμα καὶ πολίτευμα ἀρκετὰ ὑγιές. Οὐδὲ ὑπῆρξε εἰς καμμίαν χώραν καὶ ἐποχὴν ἡ διαμόρφωσις καὶ διατύπωσις τοῦ πολιτεύματος ἐκείνης, ἡ ὁποία ἀνέκοψεν ἢ ἐμπόδισε τὸν ἐθνικὸν βίον τὴν πρόοδον καὶ τὴν ἐξέλιξιν τῶν κοινωνιῶν καὶ τῶν πολιτειῶν. Πάντοτε ὑπάρχει ὁ τρόπος ὁ κατὰ συνείδησιν συνταγματικός. Διότι ἡ συνείδησις τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, εἶναι συνείδησις τοῦ Ἔθνους καὶ ἔτσι διαμορφώνονται οἱ θεσμοὶ καὶ προκειμένου καὶ περὶ αὐστηρῶν ἀκόμη συνταγμάτων σὰν τὸ ἰδικόν μας μὲ ἕνα τρόπον ἀβίαστον αἱ μεταρρυθμίσεις προσλαμβάνουν μορφὴν καὶ διατυποῦνται βραδύτερον εἰς ἕνα χρονικὸν σημεῖον καὶ περιλαμβάνονται εἰς ἕνα σῶμα Συντάγματος. Δὲν βλέπω ὅτι προσετέθησαν διὰ τοῦ σχεδίου οὐσιώδεις μεταβολαί, ὅτι προσετέθη τὶ τὸ κοινωνικῶς προάγον καὶ συγχρονίζον τὸ πολίτευμά μας, πλὴν τῶν περὶ κατανομῆς τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, εἰς ἐπιτροπάς, σημεῖον τὸ ὁποῖον βεβαίως εἶναι ἕνα κεντρικὸν σημεῖον καὶ θὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ εἰς τὴν συνταγματικὴν συζήτησιν. Διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι χωλαίνομεν ὅπως χωλαίνουν ὅλαι αἱ μεταπολεμικαὶ Βουλαί, ὄχι διότι ἡμεῖς εἴμεθα κατωτέρας ποιότητος Βουλευταί, ἢ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ διότι ἡ ἐξέλιξις τῶν διεθνῶν γεγονότων καὶ τῶν κοινωνικῶν προβλημάτων ἔχει ἐπὶ τοσούτῳ πολλαπλασιάσει τὰ θέματα τὰ πρὸς ρύθμισιν, ὥστε νὰ μὴ εἶναι εὔκολον δι’ ἕνα νομοθετικὸν σῶμα, ὁσονδήποτε εὐσυνείδητον, ὁσονδήποτε συνεχῶς ἐργαζόμενον νὰ ἀνταποκριθῇ πάντοτε εἰς τὸ σύνολον τῆς ἀπαιτουμένης νομοθετικῆς ἀποδόσεως. Ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις εἰς ὅλας τὰς χώρας τὰς πλέον δημοκρατικὰς καὶ τὰς πλέον στερρῶς ἐχομένας τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν, ὅπως εἶναι ἡ κοιτὶς τῆς συγχρόνου δημοκρατίας ἐν Ἀγγλίᾳ, ἔχουν ὑποστῆ ἐξελίξεις ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν καὶ ἡ καθιέρωσις τοῦ θεσμοῦ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν κανονικήν, ὄχι τῶν διακοπῶν ὡς παρ’ ἡμῖν, εἶναι πλέον μόνιμος κατάστασις νομικῶς καὶ συνταγματικῶς παραδεδεγμένη καὶ νομοθετημένη περίπου. Δὲν γνωρίζω ἂν εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους ὅτι ἡ παροῦσα Ἀγγλικὴ Βουλή, ἐκλεγεῖσα τὸ 1945 ἔχει ψηφίσει πρὸ τούτων ἐξουσιοδότησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν Ἀγγλικήν, νὰ ἀποφασίζῃ καὶ ρυθμίζει πᾶν θέμα ἀναγόμενον εἰς τὸν οἰκονομικὸν τομέα, εἰς τὴν διατροφήν, ἀνασυγκρότησιν τῆς βιομηχανίας, καθορισμὸν τιμῶν καὶ ἡμερομισθίων, διὰ τοῦ παλαιοῦ νόμου τοῦ ἐπικαλουμένου SUPPLIES AND SERVICES ACT τοῦ 1945. Ἔχει δικαίωμα λέγω νὰ θεσπίζῃ αὐτὰ τὰ θέματα μέχρι 10.12.1950. Καὶ ὁ σημερινὸς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Μεγάλης Βρεταννίας σὲρ Στάφορδ Κρίππς, εἰς ἕνα μικρὸν πόνημά του τὸ ὁποῖον ἐπιγράφει «Ἡ σύγχρονος δημοκρατία», ἀναφέρει στοιχεῖα συστατικὰ περὶ τοῦ ἔργου τῆς Ἀγγλικῆς Βουλῆς, λέγει ὅτι δι’ ἓν ἔτος κοινοβουλευτικόν, συγκεκριμένως δὲ ἔτος προπολεμικὸν ἀκόμη τὸ 1937–38, 487 νόμοι εἶχον ψηφισθῆ ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἐκτὸς αὐτῶν 1661 ὑπὸ μορφὴν νομοθετικῶν διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐκδίδονται ὑπὸ τὴν ἔννοιαν καὶ αἵρεσιν τῆς ὑποβολῆς εἰς τὸ σῶμα τὰ ἀποκαλούμενα ORDERS IN COUNCIL καὶ ἐκ τῶν ὁποίων εἶχεν ἐπεξεργασθῆ κατὰ τὴν σύνοδον ἐκείνην 1937–38 μόνον 67. Ἀπησχολήθη ἡ Ἀγγλικὴ Βουλὴ μόνον ἐπὶ 17 ὥρας εἰς τὸ ἔργον αὐτὸ τῆς κυρώσεως τῶν παλαιῶν αὐτῶν καθυστερημένων καὶ ἐκτὸς αὐτῶν κατασκευασθέντων νομοθετημάτων. Μόνον 17 ὥρας λέγω ἐπὶ συνόλου ἔργου 1220 ὡρῶν κατηνάλωσεν εἰς τὴν ἐπικύρωσιν αὐτῶν. Βλέπετε λοιπὸν καὶ ζητῶ τὴν ἄδειαν νὰ ἀνατρέξω εἰς τὸ προχθεσινὸν ψήφισμα — πόσον ὅλος ἐκεῖνος ὁ ἔλεγχος, ὁ ὁποῖος ἔγινεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τὴν προσαγωγὴν πρὸς ἔγκρισιν τῶν ἀναγκαστικῶν νόμων, τῶν ἐκδοθέντων ἐν ὥρᾳ κινδύνων ἐθνικῶν, ἐν ὥρᾳ θυέλλης, ἐν ὥρᾳ πολέμου, ὅλος αὐτὸς ὁ ἔλεγχος ὑπῆρξεν ἕωλος καὶ ἀστήρικτος.
§103Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ ἱδρύεται Νομὸς Κορινθίας, ἐν ὥρᾳ θυέλλης.
§104Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἔχετε τὴν εὐχέρειαν, τὸν νόμον αὐτὸν νὰ τὸν ἀκυρώσητε, κύριε συνάδελφε. Διὰ νὰ ἔλθω εἰς τὸ κείμενον τοῦ ψηφίσματος, κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις κατέθεσε τὸ σχέδιόν της καὶ κατόπιν τούτου μὲ εἰλικρίνειαν, διὰ τῆς ὑπογραφῆς μελῶν της βουλευτῶν, παρουσίασε καὶ τὴν τροπολογίαν τῆς παρ. 5 εἰς τὸ ἄρθρον 2, περὶ τῶν ἐκτάκτων ἐκείνων νομοθετημάτων, τῶν ἀφορώντων τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀμερικανικῆς βοηθείας καὶ ἡ ὁποία ἔχει κυκλοφορήσει καὶ εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς ταλαιπωρήσω μὲ τὸ θέμα αὐτό. Αὐτὸ τίθεται ὡς προσθήκη, εἰς τὸ τέλος τοῦ δευτέρου ἄρθρου. Εἰς τὸ τέλος τοῦ πρώτου, εὐχαρίστως ἡ Κυβέρνησις προσθέτει εἰς τὸ σχέδιόν της τὸ παραλειφθὲν ἐκ παραδρομῆς, ἐκτὸς ἐὰν ὁ Πρόεδρος τὴν συγκαλέσῃ ἐνωρίτερον, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξε τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, ἐλπίζω ὅτι θὰ διαλυθῶσιν αἱ ἀνησυχίαι, αἱ ἐκφρασθεῖσαι ἀπὸ πολλοὺς βουλευτάς, διὰ τὴν διακοπὴν μέχρι τῆς 1 Νοεμβρίου. Ἡ διακοπὴ αὐτή, δὲν ἐζητήθη ἀπὸ καμμίαν πρόθεσιν νὰ καταχρασθῇ ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς. Ὄχι. Ἡ αἰτία εἶναι πρῶτον, ὅτι ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου καὶ πέραν, θὰ συζητηθῇ τὸ ἐθνικὸν ζήτημα ὑπὸ μορφὴν σοβαρωτάτην, ἐνώπιον τοῦ Ο.Η.Ε., καὶ κάποια μέλη τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ τῶν κορυφαίων, θὰ ἀναγκασθῶσι νὰ ἀπουσιάσουν, κατὰ συνέπειαν καλὸν θὰ ἦτο κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην, νὰ ἠμπορῇ νὰ εἶναι εἰς τὴν ἄμεσον καὶ συνεχῆ ἐπικοινωνίαν ἡ Κυβέρνησις, διότι θὰ τεθοῦν τὰ θέματα τὰ Ἑλληνικὰ ὑπὸ τὴν εὐρυτέραν, πλατυτέραν μορφὴν εἰς τὸν Ὀργανισμὸν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Δὲν σημαίνει αὐτό, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀποχωρισθῇ τοῦ ἐναγγαλισμοῦ τῆς Βουλῆς, κατὰ τρόπον ἀμετάκλητον. Θὰ εἶναι εὐχάριστον καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ συγκαλέσῃ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων, ὀψέποτε αἱ περιστάσεις τὸ ἐπιβάλλουν, ἵνα ἀνταλλάξῃ τὰς γνώμας της. Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Ἐλευθερίου Βενιζέλου, ἐδημιουργήθη ἡ παράδοσις περὶ ἀνάγκης ἑνιαίας ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, τῶν κατ’ ἰδίαν συζήτησιν τῶν ἐξωτερικῶς ἐνδιαφερόντων ζητημάτων, διότι εἶναι φυσικὸν μερικὰ θέματα νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ συζητηθοῦν μὲ θεωρεῖα καὶ ἀκροατάς. Ἐπίσης τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἄλλη ἐπιτροπή, πολυάριθμος καὶ αὐτή, θὰ ἔχῃ νὰ ἐπεξεργασθῇ τοὺς ἀναγκαστικοὺς νόμους τοῦ παρελθόντος, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἔγινε δι’ εἰκονικοὺς λόγους, ἀλλὰ μὲ πρόθεσιν πράγματι νὰ τὰ φέρωμεν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς, θὰ ἀποσπάσῃ μέγα μέρος τῶν συναδέλφων καὶ νομίζω ὅτι τὸ ἔργον θὰ προαχθῇ, οὕτω διεξαγόμενον, χωρὶς οὐδεμίαν ζημίαν. Ὁ μὴν αὐτός, ἑπομένως, ὁ ἐπὶ πλέον τοῦ κανονικοῦ ὁρίου τῆς 1ης Ὀκτωβρίου, δὲν νομίζω ὅτι ἀποτελεῖ οὐδεμίαν σπατάλην, οὐδεμίαν θέλησιν ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τῶν κανονικῶν μας ἔργων, ἀλλὰ θὰ ἐπιτρέψῃ ὁμαλώτερα νὰ προχωρήσουν αὐτὰ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα καὶ μὲ τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος τῶν νομοθετικῶν ἐξουσιοδοτήσεων, δὲν μᾶς ἔδωκαν λόγον νὰ θεωρήσωμεν ὅτι ὑπῆρξαν ἀποτυχημένα.
§105Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἐγώ, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξα τὴν ἀνάγκην τοῦ περιορισμοῦ τοῦ μήκους τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, μὴ νομίσητε ὅτι δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου ὅτι τὸν Σεπτέμβριον ἡ Κυβέρνησις θὰ εἶναι ἀπησχολημένη μὲ τὸ σοβαρώτατον αὐτὸ ζήτημα, τὸ ζήτημα τῆς ἐπιστεγάσεως τῆς ὁριστικῆς νίκης τοῦ στρατεύματος διὰ μιᾶς διπλωματικῆς νίκης, μὲ μίαν διπλωματικὴν δέσμευσιν τῶν ὑπευθύνων τοῦ ἑλληνικοῦ δράματος. Ἑπομένως εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου ὅλην τὴν σοβαρὰν ἀπασχόλησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ εὗρον ὅτι ἐὰν πράγματι παρίσταται αὐτὴ ἡ ἀνάγκη, ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν ἑνὸς προνομίου, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζει τὸ Σύνταγμα εἰς τὸ Στέμμα, ἠμποροῦσε νὰ προκαλέσῃ ἀναστολὴν τῶν ἐργασιῶν μηνιαίως καὶ ἑπομένως ἐὰν δὲν παρίσταται ἀνάγκη, διατὶ νὰ μὴ χρησιμοποιήσωμεν τὸν χρόνον τοῦ ἑνὸς μηνός, τοῦ Ὀκτωβρίου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ καλύτερος μὴν τῆς Ἐργασίας;
§106Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Δὲν χάνεται ἡ ἐργασία, κύριοι συνάδελφοι. Νομίζω, ὅτι θὰ προαχθῇ τὸ ἔργον καὶ τὸ Νομοθετικὸν καὶ τὸ Συνταγματικὸν καὶ τὸ ἐγκριτικὸν τῶν παλαιῶν νομοθετημάτων καὶ δὲν θὰ προκύψῃ ζημία. Διὰ τῆς προσθήκης, ἡ ὁποία συνῄνεσεν ἡ Κυβέρνησις νὰ γίνῃ εἰς τὸ ἄρθρον 1, νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα διορθοῦται. Εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Νομοθετήματος, ἡ Ἐπιτροπὴ εἶχε προτείνει 30 μέλη, τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς συνιστᾷ 40 μέλη. Ἑπομένως 40 τακτικὰ καὶ 20 ἀναπληρωματικά. Ἡ τροπολογία προστίθεται ὡς παράγραφος 5 εἰς τὸ ἄρθρον 2 καὶ ἀφορᾷ τὰς ἐκτάκτους ἀπαιτηθησομένας νομοθετικὰς πράξεις διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς Ἀμερικανικῆς βοηθείας, εἰς τὸ ἄρθρον 3 διαγράφεται τὸ «καὶ ψήφισιν»....... ............ (ἀναγινώσκει)...................». Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀνταποκρινομένη πρὸς τὴν ἐκφρασθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Σώματος ἐπιθυμίαν, μέσῳ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, εὑρίσκεται ἐν ἁρμονίᾳ μὲ τὸ αἴσθημα τοῦ Σώματος. Ἀλλὰ ἐὰν ἀπό τινα πλευρὰν θέλουν νὰ τὴν ἐπικρίνουν καὶ τὴν ἐπικρίνουν ὀξέως, τοῦτο εἶναι ἀναφαίρετον δικαίωμα ἑνὸς ἑκάστου. Ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις αἰσθάνεται ὅτι ἐξακολουθεῖ νὰ ἐπιτελῇ τὸ καθῆκον της καὶ θὰ τὸ ἐπιτελέσῃ πιστῶς μὲ εὐσυνειδησίαν ἀνάλογον τῶν περιστάσεων ποὺ διερχόμεθα. (Χειροκροτήματα).
§107Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν προταθεῖσαν δημοσιότητα τῆς Ἐπιτροπῆς.
§108Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει λόγος.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις ὑπὸ βουλευτῶν ὅπως περιορισθῇ ὁ χρόνος τῶν ἀγορεύσεων εἰς τὸ τέταρτον.
§110Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅλα θέλετε νὰ τὰ καταργήσετε; Ν’ ἀναγνώσητε τὰ ὀνόματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν τὴν πρότασιν.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις εἶναι ἀπαράδεκτος διότι δὲν εἶναι ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ κεκανονισμένου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Ὁ κ. Δ. Σφαέλλος, ἔχει τὸν λόγον.
§112Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὑπῆρξε θλιβερὸς ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ ἐπικρίνοντες τὸ ψήφισμα ἠθέλησαν νὰ θεμελιώσουν τὰς ἀντιρρήσεις των. Ὑπῆρξε θλιβερός, διότι ἠθέλησαν νὰ θεμελιώσουν τὰς ἐπικρίσεις των ἐπὶ σημείων, τὰ ὁποῖα δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ δημιουργήσουν ἁπλῶς μόνον ἐφημέρους πολιτικὰς ἐντυπώσεις, καὶ νὰ διαβουκολήσουν τὸν λαόν. Ἐνῷ, νομίζω, ὅτι ὑπῆρχεν ἄλλο σημεῖον βαθυτέρας οὐσίας, κλονίζον αὐτὰ τὰ θεμέλια τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δικαιολογήσῃ τὴν συγκίνησίν των, αὐτὸ δηλαδὴ τὸ ὁποῖον προκύπτει ἀπὸ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος. Διότι, τόσον τὸ θέμα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος καὶ καθιδρύσεως μιᾶς νέας Ἐπιτροπῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, ὡς καὶ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος ἡμῶν εἶναι, εἴτε δυστυχῶς κατήντησε νὰ εἶναι ἀπὸ τὴν πρακτικὴν τῆς παρούσης Βουλῆς εἰς τὴν κοινὴν ἀντίληψιν ἣν δὲν ἀσπάζομαι, μὴ ἀντικοινοβουλευτικόν, καὶ ὡς ἐκ τοῦ Συντακτικοῦ ρόλου τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς ἴσως, ἴσως ὡς μὴ ἀντισυνταγματικόν. Συνεπῶς, δὲν ὑπάρχει ἢ δὲν θεμελιοῦται ἐπαρκῶς ἐκεῖ τὸ θέμα ἀντιθέσεως. Τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἠμποροῦσε καὶ ὤφειλε κατὰ θεωρητικὴν πίστιν καὶ συνείδησιν ν’ ἀντιταχθῇ ἡ ἀντιπολίτευσις, εἶναι τὸ ἄρθρον 3, τὸ ὁποῖον, γενόμενον τυχὸν δεκτόν, πρόκειται, κύριοι βουλευταί, νὰ καταστήσῃ τὴν Βουλήν μας —μὴ ἐκπλήττεσθε— Βουλὴν Ἀνατολικοῦ Τύπου Δημοκρατίας, Βουλὴν ἀνδρικελοειδῆ, Χιτλερικοῦ τύπου, Βουλὴν ἀκόμη Σταλινικοῦ τύπου!... (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Καὶ ἐξηγοῦμαι. Εἶχον, κύριοι βουλευταί, ὑπ’ ὄψει μου ἄλλην ἀνάπτυξιν τοῦ θέματος νὰ κάμω. Ἀλλ’ ἡ ὥρα εἶναι παρῳχημένη καὶ δὲν θὰ θελήσω νὰ σᾶς κουράσω μὲ Συνταγματικὰς καὶ θεωρητικὰς ἀπόψεις. Περιορίζομαι, λοιπόν, εἰς τὸ καθορισθὲν ἐπίμαχον σημεῖον τοῦ ἄρθρου 3. Φαντασθῆτε, κύριοι βουλευταί, νὰ ἔλθῃ ἐνώπιόν σας ἕνα κείμενον Συντάγματος, τὸ ὁποῖον εἴτε διὰ λόγους, οἱ ὁποῖοι συνδέονται μὲ τὰς ἰδεολογικάς σας ἀποκλίσεις, εἴτε διὰ λόγους οἱ ὁποῖοι συνδέονται μὲ τὰ ἐπιστημονικά σας συμπεράσματα, εἴτε διότι πιστεύετε κατὰ τὴν ἣν φέρετε λαϊκὴν ἐντολήν, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ὑπάρχουν ὡρισμέναι πολιτικοκοινωνικαὶ κατευθύνσεις, εἰς αὐτὸ συναφεῖς πρὸς τὰς Συνταγματικὰς ἀντιλήψεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἔ! πρέπει νὰ ἐνθυμῆσθε ὅτι μὲ τὸ ἄρθρον 3, δὲν θὰ ἔχετε τὸ δικαίωμα οὔτε κἂν νὰ ἐκφέρετε τὴν γνώμην σας, οὔτε κἂν νὰ ἐκφέρετε μίαν παρατήρησιν, οὔτε κἂν νὰ ὑποβάλλετε μίαν τροπολογίαν, οὔτε κἂν νὰ συζητήσητε μίαν ἄποψίν σας, ἀλλὰ θὰ ὑποχρεοῦσθε, ὡς ποτὲ συνέβαινεν ἐν Ρώμῃ, εἰς τὴν λοχίτιδα Ἐκκλησίαν νὰ εἴπητε, ἐμμένω ἢ ἀρνοῦμαι ROGO ἢ ANTIQUO, ἕνα ἁπλοῦν ναὶ ἢ ὄχι. Αὐτή, κύριοι, εἶναι ἡ ἐξέλιξις τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἀποβολὴ τῶν δικαιωμάτων της εἶναι μία πραγματικὴ μετουσίωσις τῆς σημερινῆς μορφῆς τῆς Βουλῆς μας, εἰς μορφὴν Βουλῆς Χιτλερικὴν καὶ κάτι χειρότερον, διότι, ἐπὶ τέλους, καὶ ὁ Χίτλερ προέτεινε τοὺς Νόμους καὶ ἡ Βουλὴ τοῦ ἔλεγε: Ναὶ ἢ ὄχι, ἢ μᾶλλον ἔλεγε ναὶ συνήθως, ἀλλ’ ἀπήντα ἡ Βουλὴ καὶ ὄχι, ὡς ἐδῶ, θὰ συμβῇ οὐσιαστικῶς ἡ Ἐπιτροπὴ ν’ ἀποφανθῇ ἐν βίᾳ, καὶ ἀριθμός τις ἀδιαφόρων νὰ εἴπῃ ναί. Ἀλλὰ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ψηφίζονται καὶ εἰς τὰς Βουλὰς τῶν Κρατῶν τοῦ Σιδηροῦ παραπετάσματος, τὰ ὅσα νομοθετήματα θεσπίζονται. Καὶ αὐτὸ νομίζω, ἀκραδάντως, ὅτι ἀντιβαίνει πρὸς αὐτὸν ταῦτον τὸν σκοπὸν καὶ τὴν οὐσίαν τοῦ συγχρόνου ἐθνικοῦ ἀγῶνος, διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ διὰ τὰς πολιτικὰς ἐλευθερίας, ἀγῶνος τὸν ὁποῖον διεξάγει τὸ στρατευμένον Ἔθνος. Αὐτό, κύριοι βουλευταί, εἶναι τὸ μόνον σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας, διότι, ἐπὶ τέλους, ὑπάρχει καὶ ἕνα ἄλλο προηγούμενον τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι καθόλου εὐχάριστον ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς ἱστορίας τῶν Ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι κατήρτησαν τὰ Συνταγματικὰ σχέδια. Προσέξατε, κύριοι βουλευταί, εἶναι δυνατόν, εἶναι σχεδὸν βέβαιον ὅτι θὰ βρίσκεσθε εἰς τὴν ὁδὸν τῆς διαλύσεως ἐὰν δεχθῆτε τὸ ἄρθρον 5 ὅπως τὸ προτείνει τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα. Καὶ εἶναι σκόπιμον νομίζω νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι εἰς τὰς 30 Ἰουνίου 1925 ὑπὸ συνθήκας συγγενεῖς ἀπὸ ἀπόψεως ἐκτιμήσεως τῆς τότε Τετάρτης Συντακτικῆς Συνελεύσεως ἐν σχέσει μὲ τὴν ἐκτίμησιν τὴν ὁποίαν τρέφει ἡ κοινὴ γνώμη πρὸς τὸ ἔργον τῆς 4ης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, παρουσιάσθη εἰς τὴν Συνέλευσιν ἐκείνην μία Κυβέρνησις, ἡ Κυβέρνησις τῆς 26)6)1925, ἀνομοιογενὴς σχηματισθεῖσα συνεπεία στρατιωτικοῦ κινήματος Παγκάλου καὶ ἐζήτησε δι’ ἑνὸς ψηφίσματος εἰς τὴν Συνεδρίασιν τῆς 30)6)1915 τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Δʹ Συντακτικῆς ἐκείνης Συνελεύσεως καὶ παραλλήλως ἀπόφασιν πρὸς διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν της μέχρι τῆς 15 Ὀκτωβρίου 1925. Ταὐτοχρόνως ἐζητεῖτο καὶ ἐπετεύχθη δι’ ἀποφάσεως τῆς Δʹ Συντακτ. Συνελεύσεως διὰ ψήφων 185 ἐπὶ 208 ψηφισάντων σύστασις μιᾶς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐξουσιοδοτεῖτο νὰ ψηφίσῃ τὸν καταστατικὸν χάρτην, ὁ ὁποῖος ναὶ μὲν ἤθελε δημοσιευθῆ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ θὰ ἀπέκτα ἄμεσον ἰσχύν, ὅμως κατὰ περιέργως πρωθύστερον τακτικὴν ἤθελε ὑποβληθῆ πρὸς ὁριστικὴν κύρωσιν εἰς τὴν Δʹ Συντακτικὴν Συνέλευσιν ἥτις ἐντὸς 15 ἡμερῶν θὰ ἠδύνατο ἂν ἤθελε νὰ ἐπιφέρῃ οἱασδήποτε τροποποιήσεις ἔκρινε ἀναγκαίας. Αὐτὸ ἔλεγε τὸ Ψήφισμα τῆς 4ης Συντακτικῆς Συνελεύσεως τῆς 30 Ἰουνίου 1925 κατὰ θλιβερὰν συγγένειαν πρὸς τὸ πρὸ ὑμῶν κατατεθειμένον σχέδιον Ψηφίσματος. Καὶ δὲν νομίζω ὅτι ἀποτελεῖ ἄσκοπον ὑπόμνησιν τὸ ἀξιοπαρατήρητον καὶ καθόλου περίεργον ὅτι καὶ εἰς τὸ σημερινὸν σχέδιον ψηφίσματος ἀπαντᾶται μία ὑπογραφὴ ἡ ὁποία καὶ τότε εἶχε παίξει κάποιον ἀντικοινοβουλευτικώτατον καὶ δικτατορικώτατον ρόλον εἰς τὰ ὅσα συνέβησαν. Διότι, Κύριοι, Βουλευταὶ μετὰ τὴν ψήφισιν ἐκείνου τοῦ ψηφίσματος κατὰ τὴν Συνεδρίασιν ΣΙΔ (1–7–25 τῆς Δʹ Συντακτικῆς Συνελεύσεως ἐπηκολούθησαν τὰ γνωστὰ γεγονότα. Δηλαδή, ἡ μὲν τριακονταμελὴς Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἔκαμε τὸ καθῆκόν της συντάξασα ἕνα σχέδιον Συντάγματος τὸ παρέδωσε εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ τὸ δημοσιεύσῃ. Ἀλλὰ τότε τὴν ἐποχὴ τοῦ 1925 ὑπῆρχε κ. Βουλευταὶ δυνατότης ἐφαρμογῆς μιᾶς λαϊκῆς παροιμίας, ἡ ὁποία συνδέεται μὲ τὸ ὄνομα τοῦ τότε Κυβερνήτου, «Θόδωρος κερνᾶ καὶ Θόδωρος πίνει». Καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὡς ἦτο τότε συντεθειμένον, καὶ ἔχει σχέσιν καὶ σημασίαν καὶ ἡ τότε σύνθεσις καὶ αἱ σημεριναὶ ὑπογραφαὶ εἰς τὸ σχέδιον τοῦ Ψηφίσματος, ἔκαμε τὴν πρᾶξιν τῆς 26ης Σεπτεμβρίου 1925, ἡ ὁποία εἶχε τρία κεφάλαια καὶ ἀνέγραφε μίαν ἀπόφασιν. Καὶ ἐκ τοῦ σχεδίου Συντάγματος τῆς 30μελοῦς Ἐπιτροπῆς, ἄλλα μὲν ἄρθρα ἀπήλειψεν ἐν σειρᾷ τελείως, ἄλλα ἄρθρα διὰ νὰ τὰ διορθώσῃ καὶ τέλος διὰ νὰ προσθέσῃ καὶ ἄλλην σειρὰν ἄρθρων, καί τινα ἐν συνεχείᾳ νὰ ἐπαναφέρῃ. Δηλαδὴ τραγέλαφος ἐτσιθελισμοῦ ἀπερίγραπτος. Καὶ ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κατηρτίσθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς σχέδιον Συντάγματος, ἔγινεν ὡς ἤθελε ἐκείνη ἡ Δικτατορικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀπετελεῖτο, καθ’ ὃν τρόπον ἀπετελεῖτο, ἀλλὰ μὲ τὴν ψῆφον ἔστω τῆς 4ης Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Βεβαίως, ἐπαναλαμβάνω ὅτι, κατὰ σύμπτωσιν περίεργον, μεταξὺ τῶν προτεινόντων, τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον ψηφίσματος, ὡς καὶ μεταξὺ τῶν ὑπογραψάντων τὴν τότε, ἵνα ἐπιεικῶς χαρακτηρίσω, περίεργον ἐκείνην ἀπόφασιν, ἡ ὁποία ἔκαμεν ὅ,τι ἤθελεν εἰς τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς, κατὰ σύμπτωσιν περίεργον ὑπάρχει τὸ ἴδιον ὄνομα μετὰ 25ετῆ ἐξέλιξιν τῆς πολιτικῆς μας ζωῆς.
§113Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ποῖον ἦτο;
§114Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Τὸ ὄνομα τοῦ κ. Ρέντη!... Ὀφείλω, λοιπόν, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τοῦ κινδύνου, ὁ ὁποῖος ἐγκλείεται εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν σήμερον ἄρθρον 3 τοῦ Ψηφίσματος, διότι, ὅπως τότε, τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο περὶ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἐπηκολούθησεν ἡ κυριολεκτικῶς δυσχαρακτήριστος παρέμβασις τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ νὰ συνθέσῃ καὶ νὰ μαλάξῃ ὅπως ἤθελε τὸ κείμενον τοῦ σχεδίου Συντάγματος καὶ ἐν συνεχείᾳ ἐπηκολούθησεν ἡ διάλυσις τῆς 4ης Συντακτικῆς Συνελεύσεως καὶ πάλιν, ἐν συνεχείᾳ, ἐπηκολούθησαν τὰ ὅσα ἐπηκολούθησαν, φοβοῦμαι ὅτι καὶ τὸ σημερινὸν τὸ ἄρθρον 3 μᾶς ὁδηγεῖ πρὸς τὸν ἴδιον δρόμον καὶ εἶναι δυνατόν, δὲν λέγω ὅτι θὰ συμβῇ, ἀλλὰ τονίζω ὅτι διανοίγει ὁδὸν πιθανῆς ἐξελίξεως πρὸς ἐνδεχομένως παρόμοια φαινόμενα. Καὶ πιστεύω ὅτι οὔτε ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἰσηγεῖται καλῇ τῇ πίστει, ἀλλὰ οὔτε ἡ Βουλή, ἡ ὁποία ὀφείλει νὰ παρακολουθήσῃ προσεκτικὰ τὸ ἄρθρον αὐτό, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιθυμῇ τὴν ἐξέλιξιν, τὴν ὁποίαν εἶχον τὰ ἐσωτερικὰ πολιτικά μας πράγματα εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ 1925, ἢ ἐὰν θέλετε καὶ τὰ ὅσα συνέβησαν μετὰ μίαν 10ετίαν ἀπὸ τοῦ 1925. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, συγγενῆ αἴτια, φέρουν συγγενῆ ἀποτελέσματα.
§115Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Αἱ συνθῆκαι αἱ σημεριναί, δὲν ἔχουν τίποτε τὸ ἀνάλογον πρὸς τὰς τότε.
§116Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Φοβοῦμαι, ὅτι ἡ ἀπογοήτευσις, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται ὁ λαός, κύριε Ὑπουργέ, ἀπὸ τὴν πολιτικὴν ἀναθεωρητικὴν καὶ νομοθετικὴν ἀπόδοσιν τὴν ἰδικήν μας, τῆς 4ης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἐν συνόλῳ, ἡ ὁποία βεβαίως εὑρίσκεται ὑπὸ ἐξόχους ἐθνικὰς συνθήκας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραβλέπωνται, ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ ἀπογοήτευσις, λέγω, ἡ ὁποία ἀρχίζει νὰ ὑπάρχῃ καὶ καθ’ ὃν τρόπον διαμορφοῦται κατὰ κοινὴν ἀντίληψιν ἡ κοινὴ γνώμη, τὴν ὁποίαν καὶ σεῖς γνωρίζετε, καὶ καθ’ ὃν τρόπον κρίνεται, ἡ ἀπόδοσις τοῦ ὑφεστῶτος πολιτικοῦ κόσμου, ἐὰν εἶναι καλὸς ἢ κακός, ἄξιος ἢ ἀνάξιος τῶν περιστάσεων, αὐτὸ φοβοῦμαι ὅτι ἄγει κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὴν πίστιν τὴν ἀντικοινοβουλευτικὴν καὶ ἀντιδημοκρατικήν, μὲ τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὸν νὰ δημαγωγῇ εὐκόλως ὁ λαός. Καὶ φοβοῦμαι ἀκόμη, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ δημαγωγία, κακή, χειρίστη, τῶν διαφόρων ἐπιχειρημάτων τῆς πολιτικῆς καὶ θὰ ὑπάρξουν ἀσφαλῶς καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ἄνθρωποι καραδοκοῦντες, γνωστοὶ καὶ ἐσχάτως ἐξαιρετέοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ εἶναι δύσκολον νὰ ἐκμεταλλευθοῦν μίαν δυσαρέσκειαν καὶ μίαν δυσφορίαν, ἐνῷ ἄλλοι εἶναι ἕτοιμοι νὰ ἐκμεταλλευθοῦν μίαν δυσφορίαν καὶ κοινωνικὴν καὶ οἰκονομικὴν καὶ πολιτικὴν καὶ τότε ἠμπορεῖ νὰ εἴδωμεν ἐξελίξεις, τὰς ὁποίας δὲν ἐπιθυμοῦμεν.
§117Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Στρατιωτικῶν). Αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε, συνδέονται μὲ τὸ ἄρθρον 3; Οἱ κίνδυνοι προκύπτουν, ἐκ τοῦ γράμματος αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου; Νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει καμμία σχέσιν. Ἐὰν ὑπάρχουν οἱ κίνδυνοι αὐτοί, ὑπάρχουν καὶ ἄνευ τοῦ ἄρθρου. Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς. Ἐάν, ἀντιθέτως, ὑπάρχουν, δὲν προκύπτουν ἀπὸ τὸ ἄρθρον 3.
§118Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Ἐρωτῶ: Εἶναι δημοκρατικὴ ψήφισις Συντάγματος, τὸ νὰ ἔλθῃ ἕνα κείμενον, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ ἕνα Ναὶ ἢ ἕνα Ὄχι;
§119Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Στρατιωτικῶν). Ἔχετε τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἐνισχύεται ἡ Βουλὴ μὲ τὸ νὰ μὴ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Συντάγματος; Διότι, ἐὰν παρακολουθήσωμεν τὰς σκέψεις τὰς ἰδικάς σας, πρέπει νὰ μὴ ψηφίσωμεν Σύνταγμα.
§120Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι τρόποι, νὰ ψηφισθῇ τὸ Σύνταγμα.
§121Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Στρατιωτικῶν). Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Σφαέλλος γνωρίζει τὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα ἐπανειλημμένως, ὅτι βαθεῖαι μεταβολαὶ εἰς τὸ Σύνταγμα, αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν ἐπιτρέπονται, διότι δὲν ἔχουν ἀποκρυσταλλωθῆ ἀκόμη αἱ προϋποθέσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἔπρεπε νὰ βασισθῇ μία σκέψις περὶ μεταβολῆς τῶν οὐσιαστικῶν θεσμῶν, τοὺς ὁποίους περιέχει. Αἱ μεταβολαὶ θὰ εἶναι ἐλάχισται, θὰ εἶναι ἐπουσιώδεις.
§122Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐὰν μέλη τοῦ Σώματος, εἴτε εὑρίσκονται εἰς τὰ ἑδώλια τῆς Βουλῆς, εἴτε εὑρίσκονται εἰς τὰ ἑδώλια καὶ τοὺς κόλπους τῆς Κυβερνήσεως, φοβοῦνται ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα, συνεπείᾳ τῶν διαφόρων δυσχερειῶν, διὰ τὰς ὁποίας ὡρισμένοι φέρουν εὐθύνας εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ὑπάρχουν δύο τρόποι, ἵνα μὴ φθάσωμεν εἰς ἀδυναμίαν νὰ περαιώσωμεν τὸ συνταγματικόν μας ἔργον. Καὶ ὁ εἷς τρόπος εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ὑπέδειξεν ἡ ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπή, δηλαδὴ νὰ καταρτισθῇ μία Ἐπιτροπὴ ἵνα ἀναθεωρήσῃ τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ τὸ κείμενον αὐτὸ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐντὸς προθεσμίας 30 ἡμερῶν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ. Διότι τότε πραγματικῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα αὐτό, μὲ βάσιν πάντοτε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, μὲ τὰς προσθήκας ἐκείνας, διὰ τὰς ὁποίας δὲν ὑπάρχουν σοβαραὶ διαφωνίαι. Ὑπάρχει δὲ καὶ δεύτερος τρόπος, τὸν ὁποῖον σᾶς ὑπέδειξεν ὄχι μόνον ἡ χθεσινή, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, πρότασις τοῦ «Νέου Κόμματος», ἀλλὰ καὶ ἐκείνη, διὰ τὴν ὁποίαν ὁ σεβαστὸς φίλος κ. Κουλουμβάκης, ἀπὸ τριετίας προπαγανδίζων, κατώρθωσε νὰ δικαιωθῇ, παρὰ τὴν θέλησιν ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν ἐλπίδα ὅτι τὸ μεταπολεμικὸν Σύνταγμα τῆς Χώρας, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι ταυτόσημον μὲ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάγκην νὰ ἀποκρυσταλλωθῶσιν ὡρισμέναι ἀπόψεις μεταπολεμικαί, ἡ ἄποψις αὐτὴ ἀνεπτύχθη εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπήν. Δὲν συμφωνῶ ὅμως πρὸς αὐτήν, διότι καὶ ἄλλων Χωρῶν τὰ Συντάγματα ἀνεπήδησαν ἀπὸ τὰς φλόγας τοῦ πολέμου καὶ λαϊκῶν ἐπαναστάσεων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν πεποίθησιν καὶ κρίσιν μου θὰ εἶναι ἐπικίνδυνον καὶ κάκιστον προηγούμενον, εἶναι τοῦτο, τὸ νὰ ἐθιζώμεθα εἰς σύστημα, καθ’ ὃ θὰ προσαχθῇ ἕνα κείμενον ἐδῶ καὶ νὰ εἴπωμεν ἁπλῶς ἕνα ναὶ ἢ ἕν ὄχι. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐὰν ἐφθάσαμεν δεδικαιολογημένως ἢ ἀδικαιολογήτως εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω ὅτι φέρουν εὐθύνας ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀφῆκαν ἀναξιοποιήτους τὰς συζητήσεις τοῦ παρελθόντος, ἀφῆκαν ἀναξιοποιήτους τὰς συζητήσεις τῆς ἐφετεινῆς ἀνοίξεως. Ἐπίσης, ἐκεῖνοι ποὺ ἀφῆκαν ἀναξιοποιήτους τὰς συζητήσεις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος ἐγκρίσεως ὀγδοήκοντα ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Ἐπίσης, φέρουν εὐθύνας ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν κατορθώνουν νὰ ἐπιβάλλωνται εἰς τοὺς ὀπαδούς των νὰ παρίστανται καὶ εἰς μίαν ἔστω ἡμέραν, κατὰ τὴν διενέργειαν ψηφοφορίας, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι συνιστῶσι τὰς μακρὰς διακοπὰς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι, ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ἤδη, δεικνύουν μίαν περίεργον ἀδράνειαν —δὲν θέλω νὰ δώσω ἄλλον βαρύτερον χαρακτηρισμὸν — εἰς τὴν παρακολούθησιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀναθεωρήσεως καὶ ἀκόμη τῶν συζητήσεων εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἀφήνοντες μερικοὺς ἐξ ἡμῶν, θέλοντας νὰ ἐξηγήσουν τὸ ὄχι βέβαια ἄσκοπον φαινόμενον, νὰ ὑποπτεύωνται ὅτι ἴσως καὶ νὰ ἤθελον νὰ μὴ διεκπεραιωθῇ ἡ ἐργασία τῆς ἀναθεωρήσεως, διότι ἴσως ὑπάρχει καὶ πολιτικὸν συμφέρον νὰ μὴ περαιωθῇ ἡ ἐργασία τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Καὶ δι’ ὅλα αὐτά, ὀλιγώτερον παντὸς ἄλλου, πταίουν οἱ ἁπλοῖ βουλευταὶ καὶ ἰδιαιτέρως οἱ παριστάμενοι καὶ ἐπιτελοῦντες τὸ καθῆκον των συνάδελφοι. Πιστεύω, λοιπόν, ὅτι εἷς ἐκ τῶν δύο τρόπων, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα προηγουμένως, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῇ διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ψήφισιν Συντάγματος. Διότι, ἐπὶ τέλους, κύριοι βουλευταί, καὶ αὐτὸ τὸ ὀλεθρίας συνεπείας ἔχον ψήφισμα τοῦ 1925, ἦτο πάλιν καλλίτερον ἀπὸ τὸ σημερινόν, διότι, ἐπὶ τέλους, ἐπέτρεπε τὴν συζήτησιν ἐπὶ δεκαπενθήμερον καὶ τὴν ὑποβολὴν ἀπόψεων καὶ τροπολογιῶν, πρᾶγμα ἀποκλειόμενον ἀπὸ τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον Ψηφίσματος. Συνεπῶς, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμείνῃ εἰς τὴν τελικὴν κατόπιν μεταβολῶν μορφὴν τοῦ Ψηφίσματος, ὡς ἔχει τοῦτο καταθέσει καὶ ἰδίως εἰς τὴν παραμονὴν τῆς λέξεως «ἐν συνόλῳ» καὶ ἐὰν δὲν δεχθῇ τὴν τροπολογίαν τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς ἢ τὴν ἰδικήν μου, δηλῶ ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ καταψηφίσω τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα. Νομίζω, ὅμως, ὅτι διέγνωσα ἀγαθὰς προθέσεις καὶ διαθέσεις πρὸ ὀλίγου, εἰς μίαν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν εἶχον μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος, εἰς παρατήρησίν μου περὶ τῆς λέξεως αὐτῆς, ὅτι ἀφαιρουμένη εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ ἄλλην μορφὴν εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Ψηφίσματος, ἐφάνη ἐνδοτικὸς νὰ γίνῃ δεκτὴ μία διατύπωσις, ἡ ὁποία θὰ ἐπιτρέπῃ...
§123Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Προκαλέσατε δήλωσιν, διὰ νὰ γνωρίζωμεν.
§124Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Μετὰ τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἰδιαιτέρως ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν μοῦ ἐδήλωσεν ὅτι θὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν, ἀλλὰ δὲν ἐφάνη τόσον ἄκαμπτος εἰς τὴν ἐμμονήν μου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ἀπεσκορακίζετο ἡ λέξις αὐτή...
§125Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν ἀπαντᾶ, ὁ κ. Ὑπουργός.
§126Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Τὸν ἠρώτησα καὶ μοῦ εἶπεν, ὅτι τὸ «ἐν συνόλῳ» θὰ παραμείνῃ.
§127Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Ἐὰν ἔχῃ τὴν καλωσύνην νὰ κάμῃ δήλωσιν σαφῆ, τότε λύεται τὸ ζήτημα.
§128Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὡμίλησε προηγουμένως, ἄνευ λόγου. Τώρα ἔχει λόγον ν’ ἀπαντήσῃ.
§129Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Νομίζω, ὅτι ἠγόρευσα καὶ ἀπησχόλησα τὸ Σῶμα καὶ εἶπον τὴν γνώμην μου.
§130Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Δεδομένου ὅτι, ἴσως εὑρεθῶμεν πρὸ σαφοῦς δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἶναι ὠφέλιμον νὰ γίνῃ...
§131Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ τὰς ὑποθέσεις αὐτάς, νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις. Τὸ θέμα ποὺ θέτει ὁ κ. συνάδελφος, εἶναι οὐσιῶδες. Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἐπ’ αὐτοῦ, τὰς ἀπόψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§132Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν εἶσθε παρὼν κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ὁμιλίας μου. Ἐγὼ ἀνέπτυξα τὰς ἀπόψεις μου.
§133Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐπ’ αὐτοῦ, ζητοῦμεν ἀποσαφήνισιν, μὲ μία λέξιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιμένει εἰς τὴν διατύπωσίν του «ἐν συνόλῳ». Κύριε Σφαέλλο, συνεχίσατε τὰς ἀπόψεις σας.
§134Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιμείνῃ, τότε ἡμεῖς θὰ ἀρνηθῶμεν ψῆφον.
§135Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἐζητήθη νὰ μὴ γίνεται συζήτησις.
§136Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Πάντως, τὸ πρὸ ἡμῶν κείμενον, τὸ ὁποῖον καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν, ἀπαγορεύει τὴν συζήτησιν ἐπὶ τροπολογίας.
§137Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, θέλω νὰ ἐρωτήσω τοῦτο: Ἐν τῇ φράσει, θὰ ψηφίσητε «ἐν τῷ συνόλῳ», ἐννοεῖτε ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται συζήτησις εἰς τὴν Βουλήν;
§138Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Βεβαίως, ἐπιτρέπεται συζήτησις.
§139Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Θὰ δύναταί τις νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου; Ἤθελον μίαν κατηγορηματικὴν δήλωσιν. Ὅταν λέγωμεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ ψηφισθῇ ἐν τῷ συνόλῳ, ὑπάρχει ἔννοια, ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ συζήτησις εἰς τὴν Βουλὴν ἢ ἔχει τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ συζήτησις εἰς τὴν Βουλήν;
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα Ὑπουργοῦ.
§141Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Δὲν ἠρώτησα σᾶς, κύριε Πρόεδρε. Ἠρώτησα τὸν κ. Ὑπουργόν.
§142Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Νομίζω, ὅτι ἡ διατύπωσις, ὡς ἔχει, δὲν κωλύει τὸ παράπαν, οὐδὲ νομίζω ὅτι πρόκειται νὰ ἀνακόψῃ τὴν δυνατότητα τῆς συζητήσεως, ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ κειμένου, ἀλλ’ ὅταν κανεὶς ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἑνὸς θέματος ὁμιλῇ, δύναται νὰ ἀναφέρῃ καὶ τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας περιέχει τὸ κείμενον αὐτὸ καὶ φυσικὰ θὰ ἐκφέρῃ τὰς κρίσεις του.
§143Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τροπολογίαι, ὅμως, ὅπως ξέρετε, δὲν ἐπιτρέπονται.
§144Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἡ ἀγόρευσις, εἶναι κάτι τί τὸ οὐσιῶδες.
§145Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Θὰ δικαιοῦται, λοιπόν, οἱοσδήποτε βουλευτὴς νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον καὶ νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του. Θὰ ἐπακολουθήσῃ συζήτησις δηλαδή. Ἐπειδὴ ἔγινε συζήτησις περὶ αὐτοῦ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, διὰ τοῦτο ἤθελον μία κατηγορηματικὴν δήλωσιν ἐπ’ αὐτοῦ.
§146Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν θ’ ἀρχίσωμεν νὰ εἴπωμεν, σήμερον Δευτέραν, π. χ., τάδε τοῦ μηνός, ἔχομεν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἄρθρων 3, 4 καὶ 5. Ἐπὶ τοῦ συνόλου θὰ ἐγγραφοῦν οἱ ἐπιθυμοῦντες ν’ ἀγορεύουν, ἐκφράζοντες τὰς σκέψεις των καὶ τὰς κρίσεις των ἐπὶ οἱουδήποτε ἄρθρου θέλουσι.
§147Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, καὶ τὴν ἄποψιν τὴν ἰδικήν σας.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις θὰ εἶναι δυνατὴ ἐφ’ ὅλου τοῦ κειμένου καὶ ἐπὶ τοῦ συνόλου καὶ ἐπὶ τῶν ἄρθρων, ἀλλὰ ἡ ψήφισις ἢ ἀπόρριψις θὰ γίνῃ ἐπὶ τοῦ συνόλου. Δὲν γίνεται συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ.
§149Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν θὰ συμβῇ ὅ,τι συμβαίνει μὲ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἄλλων κωδίκων. Δηλαδή, ἕκαστος βουλευτὴς θὰ δικαιοῦται νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ, τί; Ὅτι ἐκ τῆς συνθέσεως τοῦ συνόλου καὶ διὰ συγκεκριμένους λόγους ποὺ θὰ ἀναπτύξῃ, καταλήγει εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ ψηφίσῃ ἢ νὰ καταψηφίσῃ, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ τροπολογίαν ἄρθρων. Θὰ συναγάγωμεν, τοῦτο μόνον τὸ συμπέρασμα: Ἢ δίδει βάρος εἰς τὰς διαφωνίας καὶ καταψηφίζει ἢ ἀποδίδει ὀλιγωτέραν σημασίαν εἰς τὰς διαφωνίας καὶ ὑπερψηφίζει.
§150Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Αὐτὴ ἡ διαδικασία, ἥτις ἀποσαφηνίσθη, ὅτι θὰ ἀκολουθηθῇ, καταλήγει ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὴν ἀδυναμίαν τῆς βελτιώσεως ὑπὸ τοῦ Σώματος τοῦ ὑποβληθησομένου αὐτῷ σχεδίου Συντάγματος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ δημιουργεῖ μακρὰς συζητήσεις ἀσκόπους, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθοῦν ἐπωφελέστερον καὶ ἰδιαιτέρως ἂν εἶχε γίνει δεκτὸν τὸ σχέδιον Ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον συνεζητήσαμεν ἐπὶ δύο ὁλοκλήρους μῆνας, θὰ εἴχομεν ἤδη ψηφίσει τὰ 80 ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, ὁπότε τὰ ὑπολειπόμενα 30– 40 περίπου ἄρθρα, μὲ περιορισμὸν τῶν ὁμιλητῶν τῶν Κομμάτων, τὸν καθορισμὸν τετάρτου καὶ ἐντατικὴν ἐργασίαν θὰ ἠδύνατο νὰ ψηφισθοῦν εἰς βραχὺ χρονικὸν διάστημα καὶ οὕτω θὰ ἐδίδαμεν ἕνα Σύνταγμα ἄρτιον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἐνῷ σήμερον κινδυνεύομεν νὰ ψηφίσωμεν ἕνα σύνταγμα κατ’ ἐπιταγὴν καὶ μάλιστα ἀμελετήτως ἐκτελεσθεῖσαν. Ἐκτὸς ὅμως τῆς ἀντιθέσεώς μου πρὸς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, ἀντιτίθεμαι καὶ πρὸς τὴν τροπολογίαν, ἡ ὁποία ὑποστηρίζεται ὅτι ἀφορᾷ τὸ σχέδιον Μάρσαλ. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν μέχρι σήμερον, ἠρνήθη τὴν συνδρομήν του, προκειμένου περὶ θεμάτων ἐχόντων σχέσιν διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Σχεδίου Μάρσαλ. Καὶ ἔχω νὰ ἀναφέρω ἐνδεικτικῶς τὸν τρόπον τῆς ψηφίσεως τοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ καὶ Διανομῶν, ὅστις ἐψηφίσθη εἰς μίαν καὶ μόνην ὥραν, διότι μᾶς ἐλέγχθη ὅτι ἡ ἐπιψήφισίς του ἀπετέλει ἀπαράβατον ὅρον διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Σχεδίου Μάρσαλ. Καὶ ἐρωτῶ, ἔχετε ἀμφιβολίαν, ὅτι ἂν παρουσιασθῇ ἡ ἰδία ἀνάγκη, θὰ ὑπάρξῃ τίς ἐξ ἡμῶν, ὅστις ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ Ἐξουσιοδοτήσεως ἢ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν θὰ ἀρνηθῇ τὴν συνδρομήν του; Ἀλλά, ἄλλοι εἶναι οἱ λόγοι καὶ σχετίζονται μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπιδιώκουν νὰ μὴ ἀκουσθῇ ἀντιγνωμία, οὔτε τῆς Βουλῆς, οὔτε τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσωπεύοντας τὸ Ἔθνος εἰς τὰ σχέδια, τὰ ὁποῖα ἐξυφαίνουν ἀπὸ τοῦ 1947–48, ὅτε ἀκόμη δὲν ἦσαν μέλη τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐβυσσοδόμουν ἐξ ἄλλης θέσεως τὰς τηλεπικοινωνίας. Οἱ παρηκολουθήσαντες τὸ Παντριαπατικὸν Γʹ Συνέδριον, ἐννοοῦν τί λέγω καὶ γνωρίζουν, οἱ ἔχοντες γνῶσιν ἐπ’ αὐτοῦ, διατὶ ἀνθίσταμαι καὶ ἀντιγνωμῶ πρὸς τὴν τροπολογίαν αὐτὴν καὶ κάμω ἔκκλησιν καὶ πρὸς ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, νὰ μὴ πέσητε εἰς τὴν πονηρὰν παγίδα ἐκμεταλλεύσεως τῆς εὐπιστίας μας, πρὸς τὸ ἀνομολόγητον συμφέρον ἐκείνων, οὓς δυσχεραίνομαι νὰ κατονομάσω, ἐνῷ σεῖς ἐλπίζω ἐννοεῖτε πλέον. Εὑρίσκω ἄσκοπον νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἰδιαιτέρως μὲ τὴν ἰδικήν μου σαφῆ τροπολογίαν, ἀφ’ ἧς ἐπιμένω ἰδιαζόντως, μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Θὰ ἤθελον νὰ εἴπω ἀκόμη τινά, ἀναφορικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν ἀγοραπωλησιῶν τῆς κατοχῆς. Τὸ μέγα, ὄντως, κοινωνικοοικονομικὸν τοῦτο θέμα, τὸ ὁποῖον ἔχει σχέσιν μὲ τὸ κῦρος τῶν συμβάσεων, ἀλλὰ καὶ τὴν ἠθικὴν τῶν συμβάσεων. Ὅταν δὲ ἐλέγχωμεν τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἀρνεῖται νὰ δεχθῇ τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως τοῦ θέματος τούτου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν νομίζω ὅτι ἔχομεν δίκαιον. Διότι, ἂν ἀρχίσῃ τώρα ἡ συζήτησις καὶ τὸ θέμα ἐκφυλισθῇ καὶ ὁ κίνδυνος καὶ τοῦ θέματος καὶ τῆς κλονιζομένης Βουλῆς θὰ εἶναι μεγαλύτερος. Ὀρθότερον εἶναι, νὰ συζητηθῇ τοῦτο, ἅμα τῇ ἐνάρξει τῶν ἐργασιῶν τῆς προσεχοῦς Συνόδου, διότι δὲν εὑρίσκω ὀρθὸν νὰ συζητηθῇ οὔτε ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Διότι ἡ Συντακτικὴ Πρᾶξις 114, πρέπει νὰ τροποποιηθῇ διὰ ψηφίσματος. Καὶ παρ’ ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἀμφισβητεῖται ἡ συνταγματικότης τῶν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, ψηφιζομένων ψηφισμάτων καὶ τὸ ἔγκυρον αὐτῶν, πρὸ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς Βουλῆς, πιστεύω ὅτι ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας θὰ ἦσαν εἰς τὸν ἔλεγχόν του ἀνίσχυρα τὰ τυχὸν ἐξ αὐτῶν ἔννομα ἀποτελέσματα, διότι, διὰ νὰ ἰσχύσουν αὐτὰ τὰ ψηφίσματα, θὰ πρέπει νὰ κυρωθοῦν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐάν, λοιπόν, ἡ Βουλὴ δὲν προβῇ εἰς ἄμεσον κύρωσιν ἢ προβῇ εἰς τροποποίησιν αὐτοῦ, τότε ποῖος θὰ πληρώσῃ τὰ σπασμένα τῆς νέας περιπλοκῆς καὶ τὴν νέαν ἀγωνίαν καὶ δυσφορίαν τοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος πραγματικῶς θὰ πελαγώσῃ, διότι ἠθέλησαν νὰ τὸν ἐκμεταλλευθοῦν; Ἐξ ἄλλου, ἡ ρύθμισις τοῦ θέματος τούτου, ἔχει οἰκονομικὰς πλευράς, τὰς ὁποίας ἀδυνατοῦμεν νὰ παρίδωμεν, ὅσοι δὲν δημαγωγοῦμεν καὶ δὲν διαβουκολοῦμεν τὸν λαόν. Διότι τὸ τίμημα τῶν ἀγοραπωλησιῶν τῆς κατοχῆς λέγεται, ὅτι ἀνέρχεται, κατὰ ἀνεπιβεβαίωτα στοιχεῖα τῶν πωλητῶν, εἰς 90 ἑκατομμύρια χρυσῶν λιρῶν, κατεβλήθησαν δὲ τότε, ἔναντι τούτων, μόνον περὶ τὰ 6 ἑκατομμύρια χρυσῶν λιρῶν. Ἐγὼ δὲν πιστεύω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀκριβές, διότι οὐδεὶς κατὰ τὴν κατοχὴν ἀνέγραφεν εἰς τὰς συμβάσεις του ἀληθὲς τίμημα, ἀλλὰ διὰ διαφόρους γνωστοὺς λόγους πολὺ ὀλιγώτερον τούτου. Ἐὰν ὅμως δεχθῶμεν τὰς ἀρχὰς ποὺ προέτεινον οἱ εἰσηγηταὶ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, θὰ πρέπει νὰ δοθοῦν ὡς συμπληρωματικὸν τίμημα ποσὰ μεγάλα, κυμαινόμενα κατὰ τοὺς μετριωτέρους ὑπολογισμοὺς περὶ τὰ 40–50 ἑκατομμύρια χρυσῶν λιρῶν, ἢ 10–12 τρισεκατομμυρίων δραχμῶν. Ἐμελέτησε κανείς, κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐξευρεθῇ τὸ χαρτονόμισμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι 10–11 φορὲς περισσότερον τοῦ ἤδη κυκλοφοροῦντος καὶ τί ζήτησις χρυσοῦ θὰ ἀνακύψῃ; Ποῦ θὰ φθάσῃ ἡ λίρα καὶ πῶς θὰ ἀντιμετωπισθῇ, ἂν ὄχι διὰ γενικωτέρων οἰκονομικῶν—συναλλαγματικῶν μέτρων; Τὸ θέμα τῶν ἀγοραπωλησιῶν κατοχῆς ἦτο ἀπότοκον τῶν ὑλικῶν καὶ ἀμφιβόλων ἠθικῶν συνθηκῶν τῆς κατοχῆς, αἱ ὁποῖαι ἀπότοκα εἶχον τὰ θέματα τῶν πλουτησάντων, τῶν οἰκονομικῶν δοσιλόγων, τοῦ πληθωρισμοῦ τῶν ἐνυποθήκων δανείων, τῶν καταθέσεων καὶ τῶν φορέων τῶν ἐθνικῶν ἀξιῶν καὶ γενικῶς τῶν πληγέντων ὑπὸ τοῦ νόμου 12)1944. Πῶς καὶ διατί, δὲν ἐλέγχεται ἡ Κυβέρνησις δι’ αὐτά; Πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ ἐνοικιοστάσιον νὰ μὴ συγκινῇ κανένα καὶ νὰ συνεχίζεται ἀγρία ἡ ἐκμετάλλευσις τῆς ἰδιοκτησίας. Ἡ ἰδιοκτησία, κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι μόνον τὰ μέγαρα καὶ αἱ πολυκατοικίαι, εἶναι τὸ πλῆθος τῶν μικροϊδιοκτητῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπλήγησαν καὶ ἐξηθλιώθησαν ἀπὸ τὸ ἐνοικιοστάσιον, τὸ ὁποῖον κατήντησεν ἀδικιοστάσιον. Ἀρκεῖ νὰ σκεφθῆτε τὰς παρατηρήσεις τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, διὰ νὰ διαπιστώσητε ὅτι σήμερον οἱ ἰδιοκτῆται εἰσπράττουν —ἐπ’ ἐνοικιοστασίῳ— τὸ 1)15 τῶν προπολεμικῶν δικαιωμάτων. Ὁλόκληροι οἰκοδομαὶ δίδουν εἰσόδημα 4–6 ὀκάδας ἐλαίου εἰς τὸν ἰδιοκτήτην των καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Χέλμη ἔχει μερίδιον, ἐνῷ τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης δὲν εἰσηγεῖται μέτρα. Καὶ λέγεται ὅτι οὔτε ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, δὲν εἰσακούονται. Ἐξ ἄλλου, τὸ θέμα τῶν ἀγοραπωλησιῶν μοιραίως συνεδέθη ἤδη μὲ τὰ γενικώτερα οἰκονομικοκοινωνικὰ θέματα τῆς κατοχῆς καὶ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ χαρακτηριστικῶς, εἰς τὸ ἄρθρον 16 τοῦ σχεδίου, προτείνει τὴν σύστασιν εἰδικοῦ ταμείου, ἐνῷ δέ, κύριοι βουλευταί, διὰ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν φορέων τῶν ἀξιῶν δημοσίου χρέους 20 δισεκατομμυρίων ἀξίας προπολεμικῆς, οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη, ἐνῷ θὰ ἦτο δυνατὸν μὲ ἀπόδοσιν 50% τοῦ προπολεμικοῦ, νὰ ἐκδοθοῦν ἀμέσως ὁμολογίαι, βαρύνουσαι ἐπίσης τὸν προϋπολογισμὸν μὲ 69.000.000.000 ἐτησίως, μὲ 30ετῆ ἐξόφλησιν καὶ ἐπιτόκιον 3%, διὰ νὰ ἀποκαταστήσωμεν οὕτω τὴν πολύτιμον Κρατικὴν πίστιν. Τὸ θέμα τῆς πίστεως, δὲν εἶναι τὸ μόνον συνδεδεμένον μὲ τὰς ἀγοραπωλησίας. Εἶναι καὶ τῶν δικαιούχων τῶν ἐνυποθήκων δανείων, ἄνευ τῆς ἀλληλενδέτου ἐπιλύσεως τῶν ὁποίων, ἡ ἀντιμετώπισις τοῦ ζητήματος τῶν ἀγοραπωλησιῶν, θὰ ἦτο μία μεγάλη καὶ ἁπλῆ ἀνηθικότης καὶ ἀπάτη. Διότι δὲν θὰ ἰσχύσῃ ἡ ἀρχή, νὰ μὴ γίνῃ κανεὶς ἐκ τοῦ πολέμου πλουσιώτερος, μόνον ὑπὲρ τῆς ἀκυρώσεως ἢ τοῦ συμπληρωματικοῦ τιμήματος τῶν πωλητῶν. Θὰ ἰσχύσῃ καὶ διὰ τὰ ἐνυπόθηκα βάρη, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον εἰς βάρος τῶν ἀκινήτων τῶν πολιτῶν. Καὶ τέλος τὰ ζητήματα τῶν καταθετῶν Ταμιευτηρίων καὶ Τραπεζῶν καὶ τὸ συναλλαγματικόν, τὸ ὁποῖον μὴ διαρρυθμιζόμενον ἀνακόπτει καὶ τὸ ἐξαγωγικὸν ἐμπόριον καὶ τὴν εἰσαγωγὴν συναλλάγματος καὶ τὴν διάθεσιν τῶν Ἑλληνικῶν προϊόντων, καὶ προάγει τὴν λαθρεμπορίαν, εἶναι θέματα εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅμως παραδόξως δι’ αὐτὰ δὲν ἠλέγχθη, οὔτε ἠρωτήθη, διατί, ἐνῷ ἀποπνίγουν τὴν Ἑλληνικὴν ζωήν, τὰ ἀφήνει κοιμώμενα. Συνθλίβονται ἀπὸ τὸν βαρὺν τόκον καὶ ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν κεφαλαίων αἱ παραγωγικαὶ τάξεις, διότι οὐδεὶς καταθέτει τὰ ρευστά του εἰς τὰς Τραπέζας. Καὶ ἐὰν δὲν ὑπῆρχαν οἱ Ὀργανισμοὶ Δημοσίου Δικαίου, οἱ ὁποῖοι ὑποχρεωτικῶς καταθέτουν τὰ ρευστά των εἰς τὰς Τραπέζας, τὸ ὕψος τῶν σημερινῶν καταθέσεων, δὲν θὰ εὑρίσκετο εἰς τὸ 10% τοῦ προπολεμικοῦ, ὅπου εὑρίσκεται περίπου σήμερον. Ἦσαν 90–60.000.000 τὰ δολλάρια, τὰ ὁποῖα εἰσήγοντο ἐξ ἐμβασμάτων μεταναστευτικῶν προπολεμικῶς. Καὶ τώρα, κατὰ τοὺς αἰσιοδόξους Ἀμερικανούς, δὲν ὑπερβαίνουν τὰ 14 ἑκατομμύρια, ἐνῷ ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ἀναβιβάζει εἰς 5.000.000 δολλάρια μόνον ἐτησίως. Τὰ λοιπὰ χάνονται εἰς τὸ λαθρεμπόριον. Διότι ἀρνεῖται ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς Βουλῆς, νὰ ἀναγνωρίσῃ καὶ διακηρύξῃ θαρραλέως τὴν συναλλαγματικὴν ἀλήθειαν, τῆς διεθνῶς ἀνεγνωρισμένης τιμῆς ἐλευθέρας ἀγορᾶς. Τοιουτοτρόπως, ἀδυνατοῦμεν νὰ ἐξαγάγωμεν τὰ προϊόντα μας καὶ μόνον ἀπὸ τὴν Σιδηροβιομηχανίαν, ὡς πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔλεγον, χάνομεν ἐτησίως συνάλλαγμα 5–10 ἑκατομμυρίων λιρῶν, καὶ ἀπολαμβάνομεν τὴν ἀνεργίαν 5.000 ἐργατῶν, τῆς ναυτικῆς σιδηροβιομηχανίας τῆς Χώρας μας. Ἐξ ἄλλου 10 ἑκατομμύρια χρυσῶν λιρῶν, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὸν τόπον μας, δὲν ἀξιοποιοῦνται νομίμως καὶ στεροῦν τὴν Χώραν τῶν ἀπαιτουμένων κεφαλαίων διὰ τὴν ἀνασυγκρότησίν της, διατίθενται λαθραίως μὲ βαρύτερον ἐπιτόκιον ἢ δὲν ἀξιοποιοῦνται κἄν, διότι δὲν θέλομεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὰς εἰς χρυσὸν Συμβάσεις. Ὅμως, τὸ Κράτος δανείζει εἰς δολλάρια, ἐκ τοῦ σχεδίου Μάρσαλ, ἐπὶ μακροχρονίῳ προθεσμίᾳ, δίδον αὐτὸ τοῦτο τὸ παράδειγμα τῆς ἐλλείψεως πίστεως πρὸς τὴν δραχμήν. Καὶ ἐκ τῶν 7.000.000.000 δολλαρίων, ἅτινα οἱ ἐν Ἀμερικῇ Ἕλληνες διαθέτουν, ἀδυνατοῦμεν νὰ προσελκύσωμεν τὸ φυσικῶς ρευστὸν ποσὸν τῶν 2 δισεκατομμυρίων, διότι ἐκακοποιήσαμεν κατὰ τὸν ἀθλιώτερον τρόπον πάντοτε τὸ ἐξ ἀλλοδαπῆς Ἑλληνικὸν κεφάλαιον, καὶ θὰ ἀναζητήσωμεν κἄποτε Συνταγματικὰ μέτρα, διὰ νὰ πείσωμεν τὸ ξένον κεφάλαιον νὰ ἀνεχθῇ τοποθετήσεις ἐν Ἑλλάδι. Καί, τέλος, τὰ κεφάλαια τοῦ Αἰγυπτιώτου Ἑλληνισμοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ μείνῃ ἀτυχῶς ἐπὶ μακρὸν ἀπερίσπαστος —ὡς προμηνύουν τὰ σημεῖα τῶν καιρῶν— οὐδεὶς συγκινεῖται νὰ τὰ διασφαλίσῃ διὰ τὴν Χώραν. Καί, τέλος, πέραν τοῦ σίτου, τὸ ζήτημα τῆς ἀξιοποιήσεως τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς καὶ τῶν τιμῶν τῶν γεωργικῶν προϊόντων, τὰ ὁποῖα στοιχίζουν εἰς τὸν τόπον παραγωγῆς 1 καὶ πωλοῦνται εἰς τὰς Ἀθήνας 10, τὸ ζήτημα τῶν ἐργατικῶν ἀπολαυῶν καὶ ἡμερομισθίων ποὺ ἐκλήθησαν νὰ γίνουν οἱ Σίσυφοι τῆς Ἑλληνικῆς ἀνασυγκροτήσεως καὶ ἀκούουν ὑποσχέσεις ἀλλ’ ὄχι ἔργα, καὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους συνεχῶς ἀπατοῦν καὶ ἐμπαίζουν, ἀδικοῦντες ἑαυτοὺς αὐτοὺς καὶ τὸ Κράτος, μὲ τὴν σημερινὴν κατάστασιν, ὅπου μῆνας διεξάγονται συζητήσεις καὶ δὲν καταλήγομεν, διότι ὑπάρχουν μερικαὶ ἐπιστολαὶ ἀπὸ 15 Ἰουνίου 1947, αἱ ὁποῖαι ὑπογεγραμμέναι ἀπὸ ὁλόκληρον τὸν πολιτικὸν κόσμον, ἁλυσοδένουν ἀναξίως τὴν Ἑλληνικὴν ζωήν, καὶ μία Νομισματικὴ Ἐπιτροπή, τῆς ὁποίας ἀδιαταράκτως, ὡς πρὸς τὰ δικαιώματα, ἀνανεώνομεν συνεχῶς τὴν Σύμβασιν. Καὶ δι’ ὅλα αὐτά, οὐδεὶς ἐλέγχει τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν δημιουργοῦν ἀμέσως πολιτικὰς ἐντυπώσεις καὶ τὰ ἐκδικητικὰ οἰκονομικὰ θέματα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαβουκολήσουν τὸν λαόν. Ὡς ὕλη δημαγωγίας, εἶναι ἀκατάλληλα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς μίαν ἑσπέραν ὅλα νὰ ἐκτεθοῦν, ἐξ ἀφορμῆς τοῦ Ψηφίσματος διακοπῆς. Καίτοι, ἡ συζήτησις τούτου, μοιραίως φέρει ταῦτα ἐπὶ τάπητος. Πρὶν ἐγκαταλείψω τὸ βῆμα, ἐπιθυμῶ νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι τὸ πρῶτον καὶ δεύτερον ἄρθρον τοῦ Ψηφίσματος μᾶς εὑρίσκει ἀνεχομένους αὐτά, ὡς ἐκ τῆς ἐν τῇ Βουλῇ διαμορφωθείσης καταστάσεως, συνεργῶν εὐθύνῃ τῆς πολιτικῆς ἡγεσίας τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία οὕτω κατορθώνει νὰ θέτῃ καθημερινῶς ἐνώπιον τοῦ λαοῦ τὸ ἐρώτημα τῆς ἀποδόσεως καὶ τῆς ἐπαρκείας αὐτῆς. Ὅμως τὸ ἄρθρον 3 μᾶς εὑρίσκει ἀκάμπτους καὶ ἀνικάνους νὰ ἀπαλλοτριώσωμεν τὰ δικαιώματά μας ὡς πληρεξουσίων τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς φορέων εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν τοῦ πνεύματος τῶν μαχομένων διὰ τὰς Ἐθνικάς, ἀλλὰ καὶ τὰς πολιτικὰς καὶ κοινωνικὰς Δημοκρατικὰς ἐλευθερίας τῆς Πατρίδος, νέων τῆς Ἑλλάδος. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι καὶ πολιτικὰς συμπαθείας καὶ ἀποκλίσεις ἔχομεν καὶ συνεργασίας. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν τεθῇ πολιτικὸν ζήτημα, ἐπὶ τοῦ Ψηφίσματος τούτου, καὶ πάλιν θὰ τὸ καταψηφίσω, ὡς κατετέθη, καὶ ὡς τροπολογεῖται διὰ τοῦ ἄρθρου 5 ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, διότι πιστεύω, ὅτι ὑπεράνω τῶν πολιτικῶν συμπαθειῶν, ἰσχύει ὁ ὅρκος πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ ἡ βαθεῖα μου πίστις πρὸς τὰς ὑγιεῖς Κοινοβουλευτικὰς Δημοκρατικὰς ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ τὰ ἀλλεπάλληλα Κυβερνητικὰ σφάλματα κινδυνεύουν. Καὶ ἔχω ὑποχρέωσιν ἔναντι τοῦ λαοῦ, τοῦ Ἔθνους καὶ τῶν μαχομένων μας, ἀπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς ἐπάλξεως, ὅπου μὲ ἔταξε, νὰ τὰ ὑπερασπίσω. Καί, τέλος, ὅσον ἀφορᾷ καὶ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, πιστεύω ὅτι τὸ προηγούμενον ἐκ τῆς 6.10.1864, θὰ ὑπάρξῃ τρόπος ἐπαναλαμβανόμενος ἁρμοδίως, νὰ ὁδηγήσῃ τὴν Δʹ Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, ὅπου ἐπιβάλλει τὸ ἐθνικὸν συμφέρον. (Χειροκροτήματα).
§151Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ ἤθελα μία δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι εἰς τὰς προθέσεις της, νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις μέχρι πρωΐας; Διότι, ἐὰν δὲν συνεχισθῇ, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀπαντήσω αὔριον εἰς τὸν ἀπροσδοκήτως ἁβρότατον λόγον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Δικαιοσύνης. Ἄλλως, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λάβω τὸν λόγον τὴν ἑσπέραν ταύτην.
§152Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὁ λόγος μου, δὲν εἶχεν ἔλλειψιν ἁβρότητος ἀπέναντι οὐδενός.
§153Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. (Προεδρεύων Βʹ Ἀντιπρόεδρος). Ἡ συζήτησις, κύριε Πρόεδρε, θὰ συνεχισθῇ μέχρις ἐξαντλήσεως τοῦ καταλόγου τῶν ρητόρων. Ὁ κ. Γ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§154Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τὸ 7ον ἢ 8ον ψήφισμα, κύριοι βουλευταί, ἀφ’ ὅτου ἡ Συνέλευσις συνεκροτήθη εἰς Σῶμα, διὰ τοῦ ὁποίου προτείνεται ἡ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος καὶ ἡ παροχὴ νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν. Εἶναι ὅμως τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον ἔτυχε τοσαύτης τιμῆς νὰ περιβληθῇ μὲ πλαίσιον μακροτάτων ἀγορεύσεων. Ἐθίγησαν, ἐξ αἰτίας αὐτοῦ, πλεῖστα ζητήματα, σχετικὰ καὶ ἄσχετα, γνωστὰ καὶ ἄγνωστα, καὶ ἐὰν ἤθελε κανεὶς νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ὅλα ὅσα ἐλέχθησαν, ἀποκαθιστῶν μερικὰς ἱστορικὰς ἀληθείας, θὰ ἐχρειάζετο πολὺν χρόνον. Ὅταν τὸ πρῶτον ψήφισμα περὶ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τὰ τέλη Ἰουλίου τοῦ 1946, ἐγένετο εὐρεῖα συζήτησις περὶ τῆς Συνταγματικότητος ἢ μὴ τῆς Νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Εἶχα τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι εἰσηγητής του, εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας δὲν εἶναι οὔτε συνταγματική, οὔτε ἀντισυνταγματική. Δὲν ὑπάρχει διάταξις εἰς τὸ Σύνταγμα, προβλέπουσα τὴν περίπτωσιν αὐτήν. Ἔχει ὅμως δημιουργηθῆ παράδοσις. Κατ’ αὐτὴν ἀκόμη τὴν Ὀθωνικὴν Μοναρχίαν καὶ κατὰ τὸ ἄρθρον 15 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844, ἦτο δυνατὸν νὰ δοθῇ Νομοθετικὴ Ἐξουσιοδότησις εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἀπὸ τοῦ 1911, ἡ ἐξουσιοδότησις αὕτη ἐδίδετο ἄνευ δισταγμοῦ, ἀλλὰ μετὰ φειδοῦς. Διὰ δὲ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, ἄρθρον 77 μὴ ἰσχύοντος νῦν, καθιερώθη καὶ Συνταγματικῶς ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις. Ἀφ’ ὅτου ὅμως συνεκροτήθη ἡ παροῦσα Βουλή, ἡ Νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις ἔλαβε καλπάζουσαν ἐξέλιξιν, καὶ τείνει νὰ ἀντικαταστήσῃ τὴν Βουλήν. Μὲ τὸν ρυθμόν, τὸν ὁποῖον ἔλαβε, θὰ ἔλθῃ χρόνος κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ θὰ ἀποτελῇ διακοσμητικὸν παράγοντα ἐν τῇ νομοθετικῇ λειτουργίᾳ. Βεβαίως, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις κατέστη παράδοσις καὶ μέτρον νόμιμον. Πρέπει ὅμως νὰ χορηγῆται μετὰ φειδοῦς καὶ ἐπὶ θεμάτων ὡρισμένων ἐκ τῶν προτέρων. Κατὰ τὸ 1933, ἐπὶ Κυβερνήσεως Παναγῆ Τσαλδάρη, ρητῶς ἀνεγράφησαν εἰς τὸ Διάταγμα περὶ διακοπῆς τὰ θέματα, ἐφ’ ὧν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις. Ἡ ἀλλεπάλληλος καὶ ἀπεριόριστος νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις, σημαίνει κατάργησιν τῆς Βουλῆς. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, διατὶ νὰ ἐκλέγωνται 346 βουλευταὶ καὶ μὴ ἐκλέγωνται 30 ἢ 40, ὅσοι χρειάζονται διὰ μίαν Ἐπιτροπήν; Ἡ ἐκλογὴ τῶν πολλῶν, ἔχει τὸν λόγον της. Οἱ πολλοὶ κρίνουσιν κάλλιον, ἔλεγεν ὁ Ἀριστοτέλης. Πρὸς τί ἡ μακροχρόνιος αὕτη διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως; Διατὶ νὰ μὴ συνεχίσῃ τὰς ἐργασίας της, ἐφ’ ὅσον παρίσταται νομοθετικὴ ἀνάγκη; Διατὶ νὰ εὑρεθῇ πάλιν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀνάγκην, νὰ προσκομίσῃ ἑκατοντάδας νομοθετημάτων, διὰ νὰ ἐγκριθοῦν συλλήβδην ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ὅπως συνέβη πρό τινος; Ἐξ ἄλλου, ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ ὑπομονὴν ὀλίγας ἡμέρας, διὰ νὰ συμπληρωθῇ, τοὐλάχιστον, καὶ ὁ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 54 τοῦ Συντάγματος ὁριζόμενος χρόνος ἑκάστης Συνόδου. Δὲν δύναται νὰ εἶναι οὗτος ὀλιγώτερος τῶν τριῶν μηνῶν. Ὀλίγαι ἡμέραι ὑπολείπονται, διὰ νὰ συμπληρωθοῦν τρεῖς μῆνες. Ἐπίσης, θὰ ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ σεβασθῇ καὶ τὸν ὁρισμὸν τοῦ ἰδίου ἄρθρου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ συνέρχεται αὐτοδικαίως τὴν 1ην Ὀκτωβρίου, καὶ νὰ ὁρίσῃ τέρμα διακοπῶν τὴν 30 Σεπτεμβρίου. Ἐπὶ πλέον, ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἐμβαθύνωμεν εἰς τὸν σκοπὸν καὶ τὰς συνεπείας τοῦ Ψηφίσματος, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εὕρωμεν, ὅτι εἶναι ὑπεράνω τῆς ἁρμοδιότητός μας καὶ ἀντισυνταγματικόν. Ἡμεῖς, καίτοι εἴμεθα Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, δὲν δυνάμεθα, κατὰ τὸ περὶ ἐκλογῶν τῆς 31 Μαρτίου, νὰ θεσπίσωμεν νομοθετήματα, θίγοντα τὴν μορφὴν τοῦ Πολιτεύματος. Εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτι ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος δὲν καθορίζεται ἀπὸ τὸ αἱρετὸν ἢ ἰσόβιον τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος, ὡς κακῶς πιστεύομεν, ἀλλὰ ἀπὸ ὡρισμένας βασικὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, οἷαι εἶναι αἱ τῶν ἄρθρων 22 καὶ 44, κατὰ τὴν πρώτην τῶν ὁποίων ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς, κατὰ δὲ τὴν δευτέραν ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει ἄλλας ἐξουσίας, εἰμὴ ὅσας τῷ ἀπονέμουσι ρητῶς τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ συνάδοντες πρὸς αὐτὸ νόμοι. Διὰ τοῦ κρινομένου Ψηφίσματος, θίγεται κατὰ βάσιν ἡ ἐκ τῶν βασικῶν αὐτῶν διατάξεων, καθοριζομένη δημοκρατικὴ καὶ κοινοβουλευτικὴ μορφὴ τοῦ Πολιτεύματος καὶ εἶναι, ὡς ἐκ τούτου, ἀντισυνταγματικόν. Πρέπει, ἐν πάσῃ περιπτώσει, νὰ θέσωμεν ὅριον, νὰ θέσωμεν φραγμὸν εἰς τὴν τοιαύτην καλπάζουσαν ἐξέλιξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Ἔμενα μὲ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ παροῦσα Ἐθνοσυνέλευσις ἦτο ἀξία καλυτέρας τύχης. Ἐκλεγεῖσα, μετὰ μίαν παγκόσμιον ἀναστάτωσιν καὶ μετὰ μίαν ὑλικὴν καὶ ἠθικὴν κατερείπωσιν τῆς Χώρας μας, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς προσέβλεψε μετὰ μεγάλων ἐλπίδων καὶ προσδοκιῶν. Ἡ Βουλὴ αὕτη ἀνεφαίνετο καὶ ἔδει νὰ ἀποτελέσῃ σταθμὸν παραδόσεων καὶ νέας δημιουργίας εἰς ὅλας τὰς ἐκδηλώσεις τῆς Κοινωνίας, τῆς Πολιτείας καὶ τῆς οἰκονομικῆς δραστηριότητος. Πῶς κατωρθώθη ὅμως νὰ περιαχθῇ αὕτη εἰς σημεῖον, ὥστε νὰ θεωρῆται περιττὴ ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων, εἶναι ἀνεξήγητον. Καὶ τόσον μᾶλλον, καθ’ ὅσον αὕτη ἐστάθη εἰς τὸ ὕψος της καὶ μὲ θυσίαν πολλάκις, τῆς πραγματικῆς θελήσεώς της, περιέβαλε τὰς ἀλληλοδιαδόχους Κυβερνήσεις μετ’ ἐμπιστοσύνης, φοβουμένη μήπως, ἄλλως πράττουσα, παρέβλαπτε τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Τελευταίως ἀκόμη, ὑπεβλήθη εἰς τὴν θυσίαν νὰ δεχθῇ ὡς Πρωθυπουργὸν ἐξωκοινοβουλευτικὸν ἄνδρα, ἱκανώτατον κατὰ τὰ ἄλλα, ἀκατάλληλον ὅμως διὰ Πρωθυπουργόν. Καὶ εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, ἡ προσφυγὴ τῶν Κομμάτων εἰς ἐξωκοινοβουλευτικὸν Πρωθυπουργόν, ἀποτελεῖ ταπείνωσιν διὰ τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς Χώρας. Οἱ Ἀρχηγοὶ ἀπέδειξαν μικροφροσύνην, μὴ ἀποδεχθέντες ὡς Πρωθυπουργὸν ἕνα ἐξ αὐτῶν. Τὰς διαφωνίας, εἰς τοιαύτας περιπτώσεις, τὰς λύουν καθιερωμένα κριτήρια. Τὸ κριτήριον, ἐν προκειμένῳ, εἶναι τὸ τίνος Ἀρχηγοῦ Κόμμα πλειοψηφεῖ. Ὁ λαὸς παρακολουθεῖ μετὰ σαρκαστικοῦ μειδιάματος τὴν μικροφροσύνην αὐτήν. Τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον ψηφίσματος, εἶναι κατ’ οὐσίαν ὅμοιον μὲ τὰ προηγούμενά του. Διαφέρει κατὰ τὸ ὅτι μειοῖ τὸν ἀριθμὸν τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω διὰ τίνα λόγον...
§155Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Στρατιωτικῶν). Διότι θὰ ὑπάρχουν συγχρόνως τρεῖς Ἐπιτροπαί, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀπασχολοῦν ἀριθμὸν 160–170 συναδέλφων, θὰ ἦτο δύσκολον νὰ ἀπαιτήσωμεν νὰ παραμείνουν περισσότεροι βουλευταί, κατὰ τὰς διακοπὰς εἰς τὰς Ἀθήνας.
§156Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δικαιολογία εἶναι εὔλογος. Τὴν παραδέχομαι. Ἄλλη διαφορὰ τοῦ ψηφίσματος ἀπὸ τὰ προηγούμενα, εἶναι τὸ ὅτι δημιουργεῖ νέαν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, διὰ νὰ ἐκπονήσῃ νέον σχέδιον Συντάγματος. Δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω τὴν σκέψιν τοῦ συντάξαντος τὴν διάταξιν αὐτήν, δεδομένου ὅτι ὁ βίος τῆς παρούσης Βουλῆς πλησιάζει πρὸς τὸ τέρμα του καὶ ὁ ἀπομένων χρόνος δὲν ἐπαρκεῖ διὰ τὴν ἐπανάληψιν τοῦ πειράματος. Ἡ πρώτη ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπή, ἡ συσταθεῖσα δυνάμει τοῦ Βʹ ψηφίσματος, εἰργάσθη ἐπὶ δύο ἔτη διὰ τὴν σύνταξιν σχεδίου Συντάγματος. Ἐπετέλεσε δὲ ἔργον, τὸ ὁποῖον θὰ παραμείνῃ μνημειῶδες εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ Συντάγματός μας. Ἀπορῶ, πρὸς τί ἡ σύστασις νέας Ἐπιτροπῆς.
§157Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, θὰ πρέπει νὰ καταργηθῇ τὸ Βʹ Ψήφισμα.
§158Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, διότι ἄλλως θὰ ἐπακολουθήσῃ τραγελαφικὴ σύγχυσις. Ἂς ἐλπίζωμεν, ὅμως, ὅτι ἐν τέλει δὲν θὰ συσταθῇ νέα Ἐπιτροπή, ὡς ἀπολύτως περιττή. Ἐὰν ὅμως δὲν πρόκειται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει τὸ ἐκπονηθὲν ἤδη σχέδιον Συντάγματος καὶ δεδομένου ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ τέρμα εἰς τὴν ἐκκρεμότητα αὐτήν, ἄγομαι εἰς τὸ νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν ἐξ Εὐβοίας ἀξιότιμον συνάδελφον, περὶ παραδοχῆς τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ὡς ἔχει. Τοῦτο δὲ ὑπεστήριξα καὶ ἐγὼ ἐκ τῆς θέσεως αὐτῆς, πρό τινος χρόνου.
§159Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν καταργεῖται τὸ Βʹ ψήφισμα καὶ ἡ ἐκ τούτου Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, τότε ποῦ θὰ πηγαίνουν τὰ πρὸς ἔκδοσιν νέα ψηφίσματα, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν ἢ εἰς τὴν νέαν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος;
§160Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Στρατιωτικῶν). Θὰ πηγαίνουν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, ἐφ’ ὅσον θὰ διαρκοῦν αἱ διακοπαὶ τῆς Βουλῆς.
§161Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομοθετήματα, συντακτικοῦ περιεχομένου, δὲν θὰ εἰσάγωνται ἐγκύρως εἰς Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, ὑπαρχούσης Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Δὲν πρέπει, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ψηφισθῇ τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα. Οὔτε ὀρθόν, οὔτε σκόπιμον εἶναι, νὰ δημιουργηθῇ καὶ νέα Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Χώρας εἰς ὀλιγομελῆ Ἐπιτροπήν. Ἐκεῖ ἡ τύχη μιᾶς συνταγματικῆς διατάξεως δύναται νὰ κριθῇ διὰ μιᾶς ψήφου. Τοῦτο συνέβη εἰς τὴν πρώτην Ἐπιτροπήν, μὲ τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος, τὸ περὶ γλώσσης, κατὰ τὴν ψηφοφορίαν παρέστησαν μόνον 14 ἀπὸ τὰ ὅλα μέλη αὐτῆς, τὰ πλεῖστα τῶν ὁποίων ἦσαν ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς διατάξεως. Καὶ ἐν τούτοις, διεγράφη διὰ μιᾶς ψήφου. Πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀφήσωμεν τὴν σύνταξιν τοῦ Συντάγματος εἰς ὀλίγους βουλευτάς, ἐφ’ ὅσον μάλιστα τοῦτο, κατὰ τὸ ψήφισμα, θὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ θὰ ψηφισθῇ ἐν τῷ συνόλῳ του. Ἡμεῖς, οἱ ἀντιτιθέμενοι εἰς τὸν τρόπον αὐτὸν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, θὰ παραμείνωμεν μὲ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι πρόκειται περὶ Συντάγματος ἄνευ κύρους. Ἄλλη διαφορὰ τοῦ ψηφίσματος, συνίσταται εἰς τὴν προτεινομένην τροπολογίαν ὑπὸ τῶν κ.κ. Γ. Μελᾶ, Π. Χατζηπάνου, Κ. Τσάτσου καὶ Ε. Λουλακάκη, ὑπουργῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν «ὁ Βασιλεὺς δύναται ἐπίσης νὰ ἐκδίδῃ, προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐφ’ ὅσον κατὰ τὴν κρίσιν αὐτοῦ πρόκειται περὶ μέτρων εἰς ἐφαρμογὴν τοῦ Προγράμματος Ἀμερικανικῆς Βοηθείας, Νομοθετικὰ Διατάγματα». Προκειμένου περὶ τοιούτου σκοποῦ, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις ἁπλουστεύσεως τοῦ τρόπου τοῦ νομοθετεῖν, χάριν ταχύτητος, ἂν καὶ πιστεύω ὅτι ἡ ἐπωφελεστέρα διὰ τὴν Χώραν ἐφαρμογὴν τοῦ Σχεδίου Μάρσαλ δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ διάφορα νομοθετήματα. Σκοπιμώτερον θὰ ἦτο, νὰ δημιουργήσωμεν πρόσφορον ἔδαφος καὶ καταλλήλους συνθήκας, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ Σχέδιον καὶ ἡ ἐκ τούτου βοήθεια. Καὶ τί ἐννοῶ, λέγων πρόσφορον ἔδαφος; Π. χ. προκειμένου περὶ ἀνασυγκροτήσεως, θὰ ἔπρεπε ὅλαι αἱ Τεχνικαὶ Ὑπηρεσίαι τοῦ Κράτους, αἱ ὑπαγόμεναι εἰς διάφορα Ὑπουργεῖα, εἰς ἄλλας δημοσίας ὑπηρεσίας καὶ εἰς Τραπέζας, ὡς ἡ Ἀγροτική, καὶ ἀνεξαρτήτως ἡ μία ἀπὸ τὴν ἐνεργοῦσαν, νὰ ὑπαχθοῦν ὑπὸ μίαν Γενικὴν Διοίκησιν, τὴν ὁποίαν, ἂν θέλετε, ἀποκαλεῖτε Ὑπουργεῖον, ἢ ὑπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Δημοσίων Ἔργων, μὲ Γενικὰς Διευθύνσεις αὐτοτελεῖς, ὑπαγομένας ὅμως εἰς τὴν αὐτὴν Διοίκησιν, διὰ τὸ ὁμοιόμορφον καὶ συντονισμένον τῶν σχετικῶν μὲ τὴν ἀνασυγκρότησιν ἐνεργειῶν των. Ἠκούσθη ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, ὅτι οἱ Ἀμερικανοὶ ἔχουν συμφέρον βοηθοῦντες ἡμᾶς. Οἱ Ἀμερικανοὶ βοηθοῦν ἡμᾶς ἀπὸ πολιτισμὸν καὶ ἀγάπην πρὸς τὴν Ἐλευθερίαν καὶ τὰ ἀνθρώπινα ἰδανικά. Μᾶς βοηθοῦν, οὐχὶ ἐκ λόγου συμφέροντος, ἀλλὰ διὰ τὸ εὐγενὲς τῆς πράξεως. Παραπονοῦνται μόνον, ὅτι δὲν εὑρίσκουν κατανόησιν πολλάκις, ἀπὸ τὰς ὑπηρεσίας μας. Τοῦτο ἀσφαλῶς, εἶναι ἀπόρροια τῆς ἀκαταστασίας, ἐν τῇ διαρθρώσει τῶν διαφόρων ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν μας. Ἐπανερχόμενος εἰς τὸ Ψήφισμα, ἐπαναλαμβάνω τὴν πρότασίν μου, ὅπως, πρὸς τερματισμὸν τῆς ἐκκρεμότητος, ψηφίσωμεν, ἢ μᾶλλον ἀφήσωμεν, διότι δὲν ἔχει ἀνάγκην ἄλλης ψηφίσεως, ὡς ἔχει, τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Νὰ ἀσχοληθῶμεν μόνον μὲ τὸ ἄρθρον 17 καὶ νὰ ἐναρμονίσωμεν αὐτὸ πρὸς τὰς σημερινὰς οἰκονομικοκοινωνικὰς ἐξελίξεις.
§162Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ μὲ τὸ ἄρθρον 119 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927.
§163Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος, κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του, διεξεδίκησε τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ὑπὲρ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Τὸν πληροφορῶ, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησίν του εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ πρῶτον εἶχον ἐκλεγῆ ὡς βουλευτὴς Ἀρκαδίας, ἔλαβον τὸν λόγον, ὡς λαϊκὸς πληρεξούσιος, καὶ συνηγόρησα μετὰ πίστεως ὑπὲρ αὐτοῦ, ὡς καὶ ὁλόκληρον τὸ Λαϊκὸν Κόμμα. Βεβαίως καὶ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων δὲν ὑστέρησεν εἰς συνηγορίαν. Ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, μᾶς ἀπησχόλησεν ὅλους ἐξ ἴσου. Εἴμεθα τὸ πρῶτον, μετὰ τὴν Ρουμανίαν Κράτος, τὸ ὁποῖον ἤσκησεν ἀγροτικὴν πολιτικὴν μὲ κοινωνικὴν δικαιοσύνην, σᾶς λέγω δέ, ἔχομεν τὴν ἐντελεστέραν ἀγροτικήν, ὅπως ἐργατικήν, νομοθεσίαν. Δὲν ὑφίσταται σήμερον ἀξιόλογον ζήτημα ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, διότι δὲν ὑπολείπονται ἀγροτικαὶ ἐκτάσεις πρὸς ἀπαλλοτρίωσιν, πλὴν 1000 στρεμμάτων, ὡς μὲ ἐπληροφόρησε, πρό τινος χρόνου, ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἠσχολήθημεν καὶ μὲ τὸ ζήτημα ἀποκαταστάσεων ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καὶ εἰσήλθομεν οὕτως εἰς τὴν ὡραίαν λεωφόρον, τῆς ρυθμίσεως τῆς οἰκονομικῆς κοινωνίας καὶ τῆς ἐφαρμογῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης, διατί, καὶ κατὰ ποίαν ἀρχήν, θὰ σταματήσωμεν μόνον εἰς τοὺς ἀκτήμονας καλλιεργητάς, διὰ τοῦ ὁποίου δικαίως ἐνδιαφερόμεθα, καὶ δὲν θὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν κοινωνικήν μας πολιτικὴν καὶ εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀστέγων ἀστῶν καὶ ἄνευ ἐπαγγέλματος τοιούτων, ἐκ λόγων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς των καὶ ἱκανότητός των; Διατὶ θὰ στρέψωμεν μόνον πρὸς τὸν κληρονομικὸν ἀγρὸν ἐκ χιλίων ἢ καὶ δύο χιλιάδων στρεμμάτων καὶ δὲν θὰ στρέψωμεν τὴν προσοχήν μας πρὸς χιλιάδας ἀοράτων στρεμμάτων, τὰ ὁποῖα ἀφανεῖς, ἀλλὰ ἱκαναὶ χεῖρες, τὰ ἔχουν ὑπαγάγει εἰς κυριότητα ἐλαχίστων οἰκονομικῶν δεσποτῶν τῆς Χώρας. Καὶ εἶναι ἀνάγκη καὶ εἶναι κοινωνικὴ δικαιοσύνη, νὰ εἶναι τις κύριος πλείστων ἐπιχειρήσεων, ἐριουργίας, λιπασμάτων, ναυπηγείων, οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων, ξενοδοχείων καὶ ἄλλων ἐμφανῶν καὶ ἀφανῶν ἐπιχειρήσεων; Διατὶ τάχα δὲν θ’ ἀπαλλοτριωθοῦν πολλαὶ ἐξ αὐτῶν πρὸς ἐπαγγελματικὴν ἀποκατάστασιν, ἄλλων ἑλλήνων πολιτῶν, ἐξ ἴσου ἱκανῶν διὰ τὴν διεύθυνσιν καὶ διαχείρισιν αὐτῶν, ἀλλὰ ἀτυχησάντων; Διὰ τοιούτους λόγους, ἐπιμένω εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου 17. Ἀλλὰ ἐπιμένω καὶ δι’ ἕνα ἄλλον συγκεκριμένον λόγον. Πρέπει εἰς αὐτὸ νὰ προστεθῇ ρητὴ διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας νὰ προστατεύηται ἡ πίστις τοῦ Κράτους καὶ ἄλλη προστατεύουσα πᾶν περιουσιακὸν στοιχεῖον. Γνωρίζετε τὰ πλήγματα, τὰ ὁποῖα κατεφέρθησαν κατὰ τῆς πίστεως τοῦ Κράτους ἀπὸ τοῦ 1932, διὰ τῆς περιφήμου ἐκείνης δραχμοποιήσεως τῶν εἰς συνάλλαγμα ἢ ξένον νόμισμα καταθέσεων καὶ τῶν μετέπειτα ἀστόχων οἰκονομικῶν μέτρων. Ἡ χαριστικὴ βολὴ κατὰ τῆς πίστεως τοῦ Κράτους, εἶναι ὁ νόμος 18 τοῦ 1944 περὶ νομισματικῆς διαρρυθμίσεως. Αἱ ζημίαι εἰς τὴν ἐθνικήν μας οἰκονομίαν, ὑπῆρξαν ἀνυπολόγιστοι. Πολλὰ δισεκατομμύρια καὶ τρισεκατομμύρια, ἀναγόμενα εἰς δραχμάς, εὑρίσκονται εἰς χεῖρας τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ Ἑλλήνων. Πολλοὶ ἐξ αὐτῶν, θὰ ἤθελον νὰ τοποθετήσουν χρήματα ἐν Ἑλλάδι καὶ πολλοὶ νὰ ἐγκατασταθοῦν ἐδῶ. Δὲν τολμοῦν, φοβοῦνται τὴν ἀναξιοπιστίαν τοῦ Κράτους. Ἡ πίστις τοῦ Κράτους, πρέπει νὰ ἀποκατασταθῇ. Ἄνευ αὐτῆς, οὐδέν ἐστὶ γενέσθαι, ἐν τῇ οἰκονομικῇ ἀνασυγκροτήσει τῆς Χώρας. Πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς προτείνω προσθήκην εἰς τὸ ἄρθρον 17, διὰ τῆς ὁποίας ἀναστηλοῦται καὶ διασφαλίζεται ἡ πίστις τοῦ Κράτους. Εἶμαι δὲ βέβαιος, ἂν αὕτη ἀχθῇ μέχρι τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, θὰ γίνῃ δεκτή. Ἔχει δὲ οὕτω: «Δικαιώματα ἐκ δανείου πρὸς τὸ Κράτος, εἴτε ἐξ ἄλλου νομίμως μετ’ αὐτοῦ συναφθεισῶν συμφωνιῶν ὡς καὶ τοιαῦτα ἔναντι ὀργανισμῶν δημοσίου δικαίου ἢ πιστωτικῶν ἱδρυμάτων, εἶναι σεβαστὰ καὶ ἀπαραβίαστα, οὐδὲ ἐπιτρέπονται τροποποιήσεις τῶν παρεχομένων ὑπὲρ αὐτῶν ἐγγυήσεων ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῶν δικαιούχων, καθ’ ἃ εἰδικὸς νόμος θέλει ὁρίσει». Ἡ προσθήκη αὐτή, πρέπει νὰ γίνῃ εἰς τὸ ἄρθρον 17 καὶ νὰ διατυμπανισθῇ παντοῦ, ὅπου ὑπάρχουν Ἕλληνες. Ἐπίσης ἐπρότεινον καὶ ἄλλην προσθήκην εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό, διὰ τῆς ὁποίας νὰ προστατεύηται ἡ κινητὴ περιουσία καὶ ἰδίᾳ τὸ κατ’ ἐξοχὴν συμφέρον περιουσιακὸν στοιχεῖον, τὸ χαρτονόμισμα. Ὁμολογῶ, ὅτι μετὰ δισταγμοῦ ἐπρότεινον αὐτήν, ἀφ’ ἑνὸς διότι δύναται νὰ προβληθοῦν πρακτικὰ ἐπιχειρήματα ἐναντίον τῆς προτάσεως αὐτῆς, ἀφ’ ἑτέρου διότι ἡ ὁλοκληρωτικὴ κατοχύρωσις τῆς ἀξίας τοῦ χαρτονομίσματος δὲν ἐπιτυγχάνεται διὰ συνταγματικῆς διατάξεως, διότι πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ συντρέχουν καὶ ἄλλοι παράγοντες, ἀστάθμητοι ὑπὸ μιᾶς συνταγματικῆς ἢ νομοθετικῆς διατάξεως. Οὐχ ἧττον, ὅμως, δυνάμεθα νὰ ἐξουδετερώσωμεν εἰς μεγάλην ἔκτασιν τὸν κυριώτερον παράγοντα, ὁ ὁποῖος ἐπιδρᾷ ὀλεθρίως ἐπὶ τοῦ περιουσιακοῦ αὐτοῦ στοιχείου, τὸ ὁποῖον προέρχεται συνήθως ἀπὸ τίμημα πωληθέντος ἀκινήτου ἢ κινητοῦ ἢ ἀπὸ προσωπικὴν ἐργασίαν. Ὁ κάτοχος τοιούτων τραπεζογραμματίων ὑπολογίζει ὅτι δι’ αὐτῶν δύναται νὰ προμηθευθῇ ἀγαθὰ πρὸς διαβίωσιν δι’ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα. Μίαν πρωΐαν πληροφορεῖται, ὅτι ἡ ἀγοραστικὴ ἀξία τῶν τραπεζογραμματίων του ἠλαττώθη κατὰ πολύ. Τοῦτο συνέβη, διότι ἡ ἐκδοτικὴ Τράπεζα ἐξέδωκε νέον χαρτονόμισμα. Αὐτὸ ἰσοδυναμεῖ μὲ ἀπαλλοτρίωσιν τοῦ περιουσιακοῦ αὐτοῦ στοιχείου καὶ δὴ ἄνευ ἀποζημιώσεως. Ἐπρότεινον, ὅπως τεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 17 διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἀπαγορεύεται ἔκδοσις νέου χαρτονομίσματος ἄνευ νόμου, ψηφιζομένου προηγουμένως ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Λόγος πολὺς ἐγένετο καὶ περὶ τῶν ἀγοραπωλησιῶν ἐπὶ τῆς Κατοχῆς. Κάθε νόμος, ἔχει τὴν ἀρχὴν ἐπὶ τῆς ὁποίας βασίζεται, ἔχει τὴν φιλοσοφίαν του. Νομίζω, ἡ ἐπὶ τοῦ σχετικοῦ σχεδίου ψηφίσματος συζήτησις, δὲν ἔθεσεν αὐτὸ ἐπὶ τῆς ὀρθῆς βάσεως. Ἡ ἀρχὴ ἐπὶ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ κριθῇ, δὲν εἶναι τὸ συμφέρον τῶν πωλησάντων ἢ ἀγορασάντων, ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ κατὰ πόσον ἡ πρᾶξις τῆς ἀγορᾶς, συντελεσθεῖσα ὑφ’ ἃς συνθήκας συνετελέσθη, εἶναι ἠθική. Ὑπάρχουν, βεβαίως, καὶ ἀγοραὶ ἀκινήτων, τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἠθικαί. Ἡ γενικὴ ὅμως ἀρχή, εἶναι ὅτι καθ’ ὃν χρόνον μεγάλη συμφορὰ μᾶς εἶχε πλήξει, δὲν ἐπετρέπετο σκέψις ἀτομικῆς οἰκονομικῆς κερδοσκοπίας καὶ περισυλλογῆς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὸ σχετικὸν ψήφισμα πρέπει νὰ συζητηθῇ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως. Τελευτῶν, λέγω, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ συζητουμένου ψηφίσματος, ἐὰν δὲν περιορισθῇ ὁ χρόνος τῶν διακοπῶν καὶ ἂν δὲν διαγραφῇ ἡ διάταξις περὶ συστάσεως νέας Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. (Χειροκροτήματα).
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μουστρούφης, ἔχει τὸν λόγον.
§165Α. ΜΟΥΣΤΡΟΥΦΗΣ. Δὲν πρόκειται, κύριοι βουλευταί, νὰ θέσω ὑπὸ συζήτησιν τὸ δικαίωμα ἢ τὴν νομιμότητα τῆς ἀποφάσεως τῆς Κυβερνήσεως περὶ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἐκεῖνο, ὅμως, τὸ ὁποῖον ἀμφισβητῶ, εἶναι ἡ σκοπιμότης τῆς ἀποφάσεως ταύτης. Ἀμφισβητῶ, δηλαδή, αὐτὴν ταύτην τὴν ἀρχὴν τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ κρίνωμεν. Κύριοι βουλευταί, παρήλασαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πολλοὶ ὁμιληταί, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐξέθεσαν πολλὰς ἀξιολόγους θεωρίας συνταγματολογικὰς καὶ ἤκουσα μετὰ προσοχῆς καὶ τοὺς κ.κ. εἰσηγητὰς καὶ τοὺς 4 καὶ προσεπάθησα νὰ ἀποκρυσταλλώσω τὰς πραγματικὰς αἰτίας, αἱ ὁποῖαι ὑπαγορεύουν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀνάγκην τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν της. Ἐν τούτοις, οὐδαμοῦ δὲν διέκρινον εἰς ὅλων τῶν ὁμιλητῶν τὰς ἀγορεύσεις τὴν ἔκθεσιν τῶν ἐπιτακτικῶν λόγων, πρὸς διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, πρὸ ὀλίγου μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἀποτελεῖ ἕνα γεγονὸς φυσιολογικόν, ὀφειλόμενον εἰς τὴν ἐποχήν, τὴν ὁποίαν διερχόμεθα, δηλαδὴ εἰς τὸν καύσωνα. Πιστεύω ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις, ἐλάμβανον ὑπ’ ὄψιν τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας κατ’ αὐτὴν τὴν ἐποχὴν διεξάγει τὸ ἔργον του ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ὅλως ἰδιαιτέρως ὁ ἀγροτικὸς κόσμος, ὁ ὁποῖος, ὡς γνωστόν, κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχὴν ἐργάζεται ὑπὸ τὰς πλέον ἐπαχθεῖς συνθήκας, ὄχι μέσα εἰς αἰθούσας, αἱ ὁποῖαι διαθέτουν ψυκτικὰ μηχανήματα, ἀλλὰ ὑπὸ τὸ ἡλιοπῦρι τοῦ κάμπου, διὰ ν’ ἀποδώσουν τὴν πλέον παραγωγικὴν ἐργασίαν, ὅταν, λέγω, ἡ Κυβέρνησις ἐσκέπτετο τὰς τοιαύτας συνθήκας τῆς ἐργασίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ἐδῶ ἀντιπροσωπεύομεν, ὡρισμένως δὲν θὰ εἰσηγεῖτο νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας της, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ μεταβῶμεν ἡμεῖς εἰς ἀνάπαυσιν καὶ διὰ ν’ ἀποφύγωμεν τοὺς καύσωνας. Ἀλλὰ ἡμεῖς δὲν παραδεχόμεθα, ὅτι ὁ πραγματικὸς λόγος τῆς διακοπῆς εἶναι ἡ μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ μεταβῶμεν ν’ ἀναπαυθῶμεν καὶ νὰ προφυλάξωμεν τὴν ὑγείαν μας. Πιστεύομεν ὅτι οἱ πραγματικοὶ λόγοι, εἶναι ἡ ἐπιθυμία τῆς Κυβερνήσεως ὅπως ἀποφύγῃ τὴν παρουσίαν μας, ὅπως ἀποφύγῃ τὴν παρουσίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τὸν ἔλεγχον τὸν ὁποῖον διεξάγει αὕτη εἰς βάρος τοῦ ἔργου τοῦ κυβερνητικοῦ, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς θεωροῦμεν ἀνεπαρκὲς καὶ τὸ ὁποῖον θεωροῦμεν ὅτι ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα μόνον τὴν καταβαράθρωσιν τῶν ὑποθέσεων τοῦ λαοῦ καὶ τῶν συμφερόντων. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, θέλουσα ν’ ἀποφύγῃ τὸν ἔλεγχον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐν γένει τῆς Βουλῆς, δὲν πράττει τίποτε ἄλλο, παρὰ ν’ ἀναγνωρίζῃ ὅτι τὸ ἔργον της δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἐπιθυμίας τοῦ λαοῦ, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος φοβεῖται τὸν ἔλεγχον, δὲν ἔχει πεποιθήσεις εἰς τὴν ὀρθότητα τῶν πράξεών του. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους καὶ διὰ νὰ σταθῶμεν φρουροὶ τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ, ἔχομεν τὴν θέλησιν καὶ τὴν ἀπόφασιν, ἐφ’ ὅσον τοῦτο βεβαίως θὰ ἐξηρτᾶτο ἀπὸ ἡμᾶς, νὰ παραμείνωμεν προστατεύοντες τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ, πιστοὶ καὶ ἀκούραστοι παραστάται αὐτοῦ. Καὶ ἀνέφερε καὶ ὁ σεβαστός μου ἀρχηγὸς χθές, ὅτι ὑπάρχει σωρεία ὑποθέσεων, σωρεία ζητημάτων καὶ προβλημάτων πάσης φύσεως, τὰ ὁποῖα βοηθοῦν τὴν παρουσίαν τῆς Βουλῆς καὶ εἶναι τὰ ζητήματα αὐτά, ζητήματα κοινωνικά, ζητήματα παραγωγικά, ζητήματα δηλαδὴ τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουν ἀμεσώτερον τὸν παραγωγικὸν κόσμον. Ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν, δὲν πρόκειται ν’ ἀσχοληθῶ, ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ν’ ἀσχοληθῶ διὰ βραχέων, ἐπὶ τῶν ζητημάτων ἀκριβῶς, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν καὶ ἐνδιαφέρουν τὸν ἀγροτικὸν κόσμον καὶ τὰ ὁποῖα ἡμεῖς πιστεύομεν ὅτι παραμένοντα ἀφρούρητα καὶ ἀνυπεράσπιστα ἀπὸ τὸ ἰδικόν μας ἐνδιαφέρον καὶ τὴν ἰδικήν μας παρουσίαν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ὑπόκεινται εἰς τὸν ἔσχατον κίνδυνον, καθ’ ὃν τρόπον τὰ διαχειρίζεται ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις. Διότι, παρ’ ὅλον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρὸ ὀλίγου μᾶς εἶπεν ὅτι τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως τῆς σημερινῆς, δὲν εἶναι μικρότερον ἀπὸ τὸ ἰδικόν μας καὶ παρ’ ὅλον ὅτι μᾶς εἶπεν ὅτι ἡ εὐτυχία τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου ἀποτελεῖ συνεχῆ ἀπασχόλησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἡμεῖς ἔχομεν σχηματίσει τὴν πεποίθησιν, χωρὶς ν’ ἀρνούμεθα τὸ ἐνδιαφέρον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τῆς λείπει ἡ ἱκανότης πρὸς καλὴν διαχείρισιν τῶν ὑποθέσεων τοῦ λαοῦ καὶ ἰδιαιτέρως τῶν μεγάλων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουν τὸν ἀγροτικὸν κόσμον, διότι, κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι ἀρκετὸν νὰ ἔχῃ κανεὶς ἐνδιαφέρον καὶ νὰ δίδῃ τὴν εὐχήν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ τὴν κατάλληλον γνῶσιν τῶν πραγμάτων καὶ τὴν ἀντίστοιχον πεῖραν τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ καὶ τὴν ἱκανότητα πρὸς καλὴν διαχείρισιν. Καὶ αὐτὰ ἀκριβῶς τὰ προτερήματα, ἡμεῖς ἀρνούμεθα ὅτι τὰ κατέχει ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις. Καὶ εἶναι πάμπολλα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουν τὸν ἀγροτικὸν κόσμον. Καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα, ἰσχυριζόμεθα ὅτι εἶναι ἔκθετα καὶ ἀνυπεράσπιστα καὶ ὅτι ὅλη ἡ τάξις τῶν παραγωγῶν ὑποφέρει καὶ εὑρίσκεται εἰς μίαν κατάστασιν πραγματικῆς ἀπογνώσεως. Δὲν εἶμαι διατεθειμένος ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ὅμως, διὰ νὰ σᾶς δώσω μία εἰκόνα τῶν ζητημάτων αὐτῶν καὶ τῆς ψυχικῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ τάξις τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σταχυολογήσω ἀπὸ ἕνα καὶ μόνον φύλλον μιᾶς ἐφημερίδος ἀγροτικῆς, ἀπὸ τὴν «Φωνὴν τῶν Ἀγροτῶν», μερικὰς περικοπάς, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς τὰ τοιαῦτα ζητήματα. Ἐν σχέσει μὲ τοὺς καπνοπαραγωγούς, ἀναφέρει ὅτι «............ (ἀναγινώσκει)............». Προκειμένου περὶ τῶν ἀμπελουργῶν, ἀναφέρει «............. (ἀναγινώσκει) ............». Προκειμένου περὶ τῶν σηροτρόφων: «........... (ἀναγινώσκει)............».
§166Χ. ΓΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Γεωργίας). Κύριε συνάδελφε, ἐν σχέσει πρὸς τὸ τελευταῖον, δὲν λέγει ἀλήθειαν ἡ ἐφημερίς, τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖσθε. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ κουκούλια τῆς τελευταίας παραγωγῆς, ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα προσέφερεν εἰς τοὺς σηροτρόφους 8.000 δραχμὰς κατὰ κιλὸν ἐπὶ ἐνεχύρῳ. Συνεπῶς, δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος ὁ σηροτρόφος νὰ τὰ πωλῇ εἰς τὸν ἔμπορον εἰς τιμὴν κατωτέραν τῶν 8.000 δραχμῶν κατὰ κιλόν, δηλαδὴ 11.000 τὴν ὀκᾶν.
§167Α. ΜΟΥΣΤΡΟΥΦΗΣ. Δὲν γνωρίζω, κ. Ὑπουργέ, πότε ἐλήφθησαν αὐτὰ τὰ μέτρα.
§168Χ. ΓΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Ἀπὸ πολλοῦ καιροῦ.
§169Α. ΜΟΥΣΤΡΟΥΦΗΣ. Χθὲς τὸ βράδυ, ὅταν ὡμίλει ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ καὶ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, ἠθέλησε νὰ τὸν διακόψῃ μίαν στιγμὴν ὁ κ. Χρυσόστομου καὶ μοῦ φαίνεται ὅτι ἐκ τῶν ὑστέρων ἔδωσε καὶ ἕνα σημείωμα καὶ ἰσχυρίζεται εἰς τὸ σημείωμα αὐτό, ὅτι ἐφέτος ἐπωλήθησαν τὰ κουκούλια εἰς τὸ ἥμισυ τῆς τιμῆς ἀπὸ τὴν περυσινήν.
§170Χ. ΓΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Σᾶς εἶπον, ὁποία εἶναι ἡ ἀλήθεια.
§171Α. ΜΟΥΣΤΡΟΥΦΗΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ ἀμφισβητήσω. Πιθανῶς, τὰ μέτρα αὐτὰ νὰ ἐλήφθησαν κατόπιν ἑορτῆς.
§172Χ. ΓΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Τὸ «ὡς συνήθως», δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸ λέγητε.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ περιοριζώμεθα εἰς τὸ θέμα;
§174Α. ΜΟΥΣΤΡΟΥΦΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ προσοχῆς παρηκολούθησα τοὺς ὁμιλήσαντας βουλευτάς, ἐκ τῶν ὁποίων, οἱ περισσότεροι, εἶναι δικηγόροι καὶ οἱ ὁποῖοι ἠσχολήθησαν μὲ συνταγματικὰ ζητήματα καὶ μὲ θεωρίας. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀκουσθῇ ἕνας βουλευτής, ὁ ὁποῖος θὰ ὁμιλήσῃ διὰ πράγματα πρακτικὰ καὶ θετικά.
§175Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν ἐνδιαφέρουν ὅμως, τὴν Βουλήν.
§176Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εὑρίσκεται εἰς βαρείαν πλάνην, ὅτι σήμερον συζητοῦμεν εἰδικὸν θέμα, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐντοπισθῶμεν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀφοῦ ἀνέλαβε τὴν πολιτικὴν κηδεμονίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἐγκατέλειψε τὸν συμπαθῆ ρόλον τοῦ πολιτικοῦ θέματος, τὸν ὁποῖον εἶχεν, ἐφ’ ὅσον ὑπερήσπισε τὸ ψήφισμα τῶν 1286 ἀναγκαστικῶν νόμων. Ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι κατ’ οὐσίαν πρόκειται περὶ πολιτικῆς συζητήσεως. Εἶναι ψήφισμα, διακοπῆς ἐργασιῶν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ἡ Βουλὴ συζητεῖ, ἐὰν ἡ διακοπὴ ἐπὶ 3½ μῆνας ἐξυπηρετῇ τὸ γενικώτερον συμφέρον καὶ ἕκαστος θὰ ἐπικαλεσθῇ ὄχι τὰ ἐπιχειρήματα τῆς γενικῆς συνθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ τοὺς γενικωτέρους κοινωνικούς, πολιτικοὺς καὶ ἐθνικοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι συνηγοροῦν νὰ γίνῃ ἢ νὰ μὴ γίνῃ δεκτὸν τὸ ψήφισμα τῆς διακοπῆς. Ἐφ’ ὅσον, μάλιστα, πρόκειται νὰ καταλήξωμεν εἰς ψῆφον ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος, τίποτε δὲν διαφέρει ἀπὸ παντὸς πολιτικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν, θὰ εἶναι δυνατόν, βεβαίως, νὰ λάβουν ὑπ’ ὄψιν τὸν χρόνον, διότι ἀποτελεῖ πάγιον συντελεστὴν καὶ εἰς τοῦτο εἶμαι σύμφωνος, δὲν εἶναι ὅμως βάσιμον τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ φύσις τοῦ θέματος ἐπιβάλλει εἰδίκευσιν καὶ ἐντοπισμόν. Ὁ χρόνος τοῦ βήματος, ἐπιβάλλει περιορισμὸν πρὸς τὸ κοινὸν συμφέρον καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος τὸ ἔχει ὑπ’ ὄψιν του.
§177Α. ΜΟΥΣΤΡΟΥΦΗΣ. Εὐχαριστῶ, κύριε Πρόεδρε, διότι μὲ διευκολύνατε εἰς τὴν ἀπάντησίν μου. Καὶ θὰ ἤθελον νὰ τονίσω, ὅτι προσπαθῶ ν’ ἀναλύσω ὡρισμένα ζητήματα. Εἶναι ἀκριβῶς τὰ ζητήματα αὐτά, τὰ ὁποῖα μοῦ ἔδωσαν λαβὴν νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι δικαιολογοῦν, ὅτι ἐπιβάλλουν, μᾶλλον, τὴν παρουσίαν τῆς Βουλῆς, προκειμένου νὰ συζητηθοῦν τὰ ζητήματα αὐτὰ παρὰ τῶν βουλευτῶν. Διότι ἔχομεν τὸν φόβον, ὅτι ἄνευ τῆς ὑποστάσεως τῆς Βουλῆς καὶ ἰδιαιτέρως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὰ ζητήματα ταῦτα θὰ καταβαραθρωθοῦν, ἀνυπεράσπιστα εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως. Ἅπαξ, λοιπόν, ὑπεστήριξα αὐτὸν τὸν ἰσχυρισμόν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δώσω καὶ μίαν ἀνάπτυξιν, ἔστω καὶ συντομωτάτην, τῶν ζητημάτων αὐτῶν. Προχωρῶ, λοιπόν, μὲ δύο λέξεις. Σχετικῶς μὲ τοὺς πατατοπαραγωγούς. Ἐπισημαίνομεν τὸν κίνδυνον αὐτὸν καὶ ὑποδεικνύομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν λῆψιν τῶν ἀναγκαίων μέτρων. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ν’ ἀσχοληθῶ εὐρύτερον μὲ τὸ ζήτημα τῶν βρωσίμων ἐλαιῶν καὶ εἶμαι εὐτυχής, διότι παρίσταται ἐνταῦθα καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἡ Κυβέρνησις οὐδέποτε ἐπρόσεξε καὶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ θὰ σᾶς ἀναγνώσω ἀπόσπασμα ὑπομνήματος ἐλαιοπαραγωγῶν τοῦ Πηλίου, εἰς τὸ ὁποῖον γράφουν μεταξὺ ἄλλων: «Συμβαίνει σήμερον μὲ τοὺς ........ (ἀναγινώσκει) ........» καὶ πράγματι ἔχω ἐνώπιόν μου τὴν ἀπόφασιν, τὴν τελευταίως ἐκδοθεῖσαν, διὰ τῆς ὁποίας ἐν ἀρχῇ λέγεται ὅτι «σκοπεῖ ...... (ἀναγινώσκει) ......». Καὶ ἐπακολουθεῖ πίναξ, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν περιλαμβάνεται τὸ προϊὸν αὐτό, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἀποζοῦν οἱ πληθυσμοὶ τοῦ Πηλίου, τῆς Ἀμφίσσης, τῆς Στυλίδος, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὡς κύριον προϊόν των τὴν βρώσιμον ἐλαίαν. Εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, σᾶς ὑποβάλλω μίαν ἐρώτησιν, διὰ ποῖον λόγον δὲν λαμβάνει ἡ ὑπηρεσία τὰ ἀπαιτούμενα μέτρα διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς βρωσίμου ἐλαίας, διὰ τὴν ὁποίαν ἀναμένεται μία τεραστία παραγωγή. Ἐφέτος ὁ Θεὸς ηὐλόγησε τὸ δένδρον τῆς Ἀθηνᾶς καὶ προμηνύεται μία τεραστία παραγωγή. Παρὰ τοῦτο, τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἐφρόντισε νὰ ἐντάξῃ καὶ τὸ προϊὸν τοῦτο εἰς τὰς μετὰ τῶν ξένων Χωρῶν ἀνταλλαγάς. Ἐνῷ δὲν ἐχρειάζετο ἐμπορικὴ σύμβασις, διὰ νὰ ἐπιτραπῇ καὶ ἡ ἐξαγωγὴ ἐλαιῶν, ἐν τούτοις παρελείφθη τὸ εἶδος αὐτὸ καὶ ἐδέχθητε πλείστας ὅσας διαμαρτυρίας τῶν ἐλαιοπαραγωγῶν. Καὶ σᾶς φέρω καὶ μίαν ἄλλην συγκεκριμένην περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠρνήθητε τὴν ἐξαγωγὴν τῶν ἐλαιῶν, ἐνῷ ἦτο δυνατὴ ἡ ἐξαγωγή. Ἔχω ἐνώπιόν μου ἓν ὑπόμνημα παραγωγῶν, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται ὅτι «ὁ ἐν Ἀθήναις ἐξαγωγικὸς οἶκος ........ (ἀναγινώσκει) ........».
§178Γ. ΜΑΥΡΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Θέλετε ν’ ἀπαντήσω τώρα, ἢ ὅταν τελειώσητε;
§179Α. ΜΟΥΣΤΡΟΥΦΗΣ. Δὲν θέλετε νὰ περιμένητε ὀλίγον; Ἐπίσης θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ν’ ἀσχοληθῶ καὶ μὲ τὸ ζήτημα τοῦ σίτου.
§180Γ. ΜΑΥΡΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἐὰν δὲν ἔχῃ ἀντίρρησιν ὁ κ. Πρόεδρος, παρακαλῶ πολὺ ν’ ἀπαντήσω τώρα. Εἶναι ἀληθές, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἐξηρέθησαν αἱ ἐλαῖαι τῆς ἀνταλλαγῆς. Αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ἀλλὰ ὀφείλεται ἀκριβῶς εἰς τὴν φροντίδα τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐξαγωγὴν τῶν ἐλαιῶν τῆς νέας ἐσοδείας. Τὰ ἀποθέματα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν, δὲν εἶναι τόσον μεγάλα, ὅσον πιστεύεται, ἴσως εἶναι 3 ἢ 4 χιλ. τόννοι, εἶναι δὲ τόσον ὑψηλαὶ αἱ τιμαί, ὥστε ἡ θέσις τῶν παραγωγῶν δὲν ὁμοιάζει μὲ τὴν θέσιν τῶν κατόχων οἴνων, οἱ ὁποῖοι πράγματι δὲν ἔχουν ἀγοράσει, διότι αἱ τιμαὶ εἶναι ὑψηλαὶ καὶ εἶναι εἶδος τὸ ὁποῖον λείπει καὶ εἶναι ὡς νὰ ἐλέγχητε τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἐξαγωγὴν ἐλαίου, ἐνῷ τοῦτο ἔχει 16–18.000 κατ’ ὀκᾶν. Εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ προβλήματος τῶν οἴνων, ὅτι τὸ χειρότερον σύστημα ἐξαγωγῆς ἑλληνικῶν προϊόντων εἶναι ἡ ἀνταλλαγή. Διότι εἰς τὴν ἀνταλλαγὴν ὁ ἐξαγωγεὺς δὲν ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν ἐξαγωγὴν τῶν Ἑλληνικῶν προϊόντων, ἀλλὰ τὸ βάρος τῆς προσπαθείας τὸ ρίπτει εἰς τὸ εἶδος, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσαγάγῃ, δὲν ἐνδιαφέρεται εἰς ποίαν τιμὴν θ’ ἀγορασθοῦν τὰ Ἑλληνικὰ προϊόντα καὶ ἀνεβάζει τὰς τιμάς. Τί ἐνδιαφέρει τὸν ἐξαγωγέα τῆς ἀνταλλαγῆς; Τὸν ἐνδιαφέρει ἡ πώλησις τοῦ συναλλαγματικοῦ δικαιώματος τῆς ἐξαγωγῆς. Ἀγοράζει τὰς ἐλαίας 10.000, τὰς πωλεῖ 5.000, ἀλλὰ παίρνει τὸ δολλάριον τῆς ἀνταλλαγῆς 2500 ἢ 3000 δρ. Τοῦτο ἔχει ἀντίκτυπον μεγάλον ἐπὶ τοῦ τιμαρίθμου καὶ καταστρέφει τὰς ἀγοράς. Οἱ οἰνοπαραγωγοὶ Κρήτης, βλέπουν ὅτι ἐπίκειται ἡ ἀπόσταξις τοῦ οἴνου, ὁ ὁποῖος τοποθετεῖται εἰς τὴν Γαλλικὴν καὶ Γερμανικὴν ἀγοράν. Ἔχω κάθε λόγον νὰ πιστεύω ὅτι αἱ προσπάθειαί μου θὰ καρποφορήσουν, Σχετικῶς μοῦ ἐζήτησαν, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, μίαν ἀνταλλαγὴν τράνζιτο. Εἶναι τὸ πλέον ὕποπτον εἶδος ἐξαγωγῆς. Ἠναγκάσθην νὰ εἴπω, ὅτι πιθανὸν νὰ ἐπιτρέψω τὴν ἐξαγωγὴν κρασιῶν, ἀλλὰ μόλις ἔφθασα εἰς τὸ Παρίσι, ἔκαμα τηλεγράφημα εἰς τὸν κ. Βενιζέλον, νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ ἐξαγωγὴν τράνζιτο. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ τὰς ἐλαίας. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀπαγορεύομεν τὴν ἐξαγωγὴν οἴνων, ἐλαίου καὶ ἐλαιῶν δι’ ἀνταλλαγῆς.
§181Α. ΜΟΥΣΤΡΟΥΦΗΣ. Δὲν κρίνω ἐπαρκῶς τὴν ἀπάντησίν σας. Δὲν εἶναι ὅμως ὥρα νὰ συζητήσωμεν διεξοδικῶς τὸ ζήτημα αὐτό. Πάντως, θὰ ἤθελα νὰ μοῦ εἴπητε, ἐάν, ἐκτὸς αὐτοῦ τοῦ συστήματος, διαθέτητε ἓν ἄλλο καλλίτερον, διὰ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ διευκολύνητε καὶ νὰ ἐξυπηρετήσητε τὴν ἐξαγωγὴν τῶν ἐλαιῶν.
§182Γ. ΜΑΥΡΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Τὸ πρόγραμμα διὰ τὸ 1949–50, εἶναι ὅτι πρέπει τὸ Κράτος νὰ ἔχῃ 100.000.000 δολλάρια ἀπὸ τὰς εἰσαγωγάς. Ἐὰν ἐλαττωθῇ τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν ἐξαγωγῶν, ἔστω καὶ κατὰ 20.000.000 δολλάρια, θὰ ἔχωμεν ἐλάττωσιν τῶν εἰσαγομένων ἀγαθῶν καταναλώσεως κατὰ τὸ ἀντίστοιχον ποσόν, αὐτὸ δὲ θὰ ἔχῃ ἀντίκτυπον ἄμεσον ἐπὶ τῶν τιμῶν. Διὰ νὰ καταστήσωμεν αὐτὰς τὰς ἐξαγωγὰς δυνατάς, εἶναι ἀνάγκη νὰ καταστήσωμεν δυνατὸν τὸν συναγωνισμὸν τῶν ἑλληνικῶν προϊόντων εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ μελετῶμεν διαφόρους λύσεις. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ σᾶς εἴπω, ποία ἐξ ὅλων θὰ προκριθῇ. Ὑπάρχουν διάφορα συστήματα, τὰ ὁποῖα μελετῶμεν καὶ ἴσως ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν νὰ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἀνακοινώσω τὴν πολιτικὴν ἐπὶ τῶν ἐξαγωγῶν, κατὰ τὸ 1949–50. Καταβάλλομεν πᾶσαν προσπάθειαν νὰ εὕρωμεν τὸ σύστημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐξαγωγὴν ὅλων τῶν ἑλληνικῶν προϊόντων καὶ τῶν ἐλαιῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσωμεν μεμονωμένας λύσεις, διότι καταστρέφεται τὸ ὅλον σύστημα.
§183Α. ΜΟΥΣΤΡΟΥΦΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ὅτι τὴν ἀπάντησίν σας δὲν τὴν κρίνω ἐπαρκῆ καὶ θὰ σᾶς εἴπω μόνον ἕνα ἀριθμόν, διότι εἴπατε ὅτι αἱ ἐξαγωγαὶ ὑποτιμοῦν τὴν τιμὴν τῶν προϊόντων. Δὲν εἶναι αἱ ἐξαγωγαί, εἶναι τὸ Κράτος καὶ σᾶς φέρω ὡς παράδειγμα ὅτι τὸ Κράτος εἰς τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Γαλλίας, ὥρισε τιμὴν τῶν ἐλαιῶν 90 γαλλικὰ φράγκα κατὰ χιλιόγραμμον, δηλαδὴ 3.600 δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν.
§184Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁ κ. Ὑπουργός, βεβαιοῖ ὁ ἴδιος, ὅτι δὲν θεωρεῖ ἐπαρκῆ τὴν ἀπάντησίν του. Διότι ἔδωσε τὸν λόγον τῆς ἀρνητικῆς ἀπαντήσεως, ἐπιφυλάσσεται δὲ νὰ δώσῃ τὴν ἀνακοίνωσιν τῆς θετικῆς. Κατὰ τὸ διάστημα, μέχρις ὅτου δώσῃ θετικὴν ἀπάντησιν, ἡ δοθεῖσα ἀπάντησίς του παραμένει ἀνεπαρκής.
§185Α. ΜΟΥΣΤΡΟΥΦΗΣ. Πρέπει νὰ δώσητε ἐξαγωγικὸν δικαίωμα εἰς αὐτὸ τὸ προϊὸν τῆς ἐλαίας, διότι ἐνδιαφέρει ὁλοκλήρους περιφερείας, διότι, ὅπως γνωρίζετε, ἀποτελεῖ τὸ κύριον προϊὸν τῆς Ἀμφίσσης καὶ τῆς περιφερείας τῆς Στυλίδος. Καὶ διερμηνεύω τὸ παράπονον, διὰ νὰ μὴ εἴπω τὴν ἀγανάκτησιν, τοῦ παραγωγικοῦ αὐτοῦ κόσμου, διότι τὸ προϊὸν αὐτὸ δὲν περιελήφθη εἰς τὰς ἀποφάσεις περὶ ἀνταλλαγῆς. Καὶ τώρα θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀπασχολήσω δι’ ὀλίγων, μὲ τὸ σιτικὸν ζήτημα. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμῶ καὶ πάλιν νὰ τονίσω, εἶναι ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις παρέλαβεν ἐκ τοῦ παρελθόντος ἕνα θεσμόν, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ σταθμὸν εἰς τὴν ἀγροτικὴν πολιτικὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἀπὸ τῆς συστάσεώς του, ἕνα θεσμόν, τὸν ὁποῖον ἐθέσπισεν ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος πρὸ εἰκοσαετίας, ἕνα θεσμόν, τὸν ὁποῖον ἐσεβάσθησαν, ἠκολούθησαν καὶ τὸν ἐφήρμοσαν ἀδιαλείπτως οἱ πολιτικοὶ ἀρχηγοί, οἱ ἀντίπαλοι τοῦ Βενιζέλου, ὁ Παναγῆς Τσαλδάρης, ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τῆς διαδεχθείσης τὴν Κυβέρνησιν Βενιζέλου, καὶ ὁ Ι. Μεταξᾶς βραδύτερον. Καὶ τὸν θεσμὸν αὐτόν, τὸν ὁποῖον ὅλοι αὐτοὶ οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες ἐσεβάσθησαν καὶ τὸν ἔθεσαν εἰς ἐφαρμογήν, ἔρχεται ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, εἰς τὴν ὁποίαν μάλιστα συμμετέχουν οἱ διάδοχοι τῶν κομμάτων αὐτῶν σύμπαντες καὶ συνεργάζονται, καὶ τὸν ἀχρηστεύουν ὁλοσχερῶς. Διότι, ἐνῷ ὁ παραγωγικὸς κόσμος εἶχε τὴν εὐχέρειαν νὰ παραδίδῃ εἰς τὸ Κράτος τὸ σιτάρι του εἰς ἀξίαν, ἡ ὁποία ἀνήρχετο εἰς τὸ ὑπερδιπλάσιον τῆς ἀξίας τοῦ ἐξωτερικοῦ σίτου καὶ ἡ τιμὴ αὐτὴ ἐκάλυπτε τὸν παραγωγικὸν κόσμον καὶ προέβλεπε καὶ ἕνα περιθώριον, βάσει τοῦ ὁποίου θὰ ἐστήριζε τὴν συντήρησιν τῆς οἰκογενείας τοῦ παραγωγοῦ, σήμερον ὄχι μόνον ἡ τιμὴ εἶναι πολὺ κατωτέρα τοῦ κόστους, ἀλλὰ δυστυχῶς, ὡς ἀνέπτυξε χθὲς ὁ ἀξιότιμος κύριος Ἀρχηγός μας, διαπιστοῦμεν ὅτι καὶ αὐτὰ τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐξαγγελθέντα μέτρα, τὰ ἀνεπαρκέστατα αὐτὰ μέτρα, δὲν ἐτέθησαν εἰς ἐφαρμογήν. Ἐπηκολούθησαν ἄλλαι ἀποφάσεις τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι παρημπόδισαν τὴν ἐφαρμογὴν καὶ αὐτῶν τῶν μέτρων. Δηλαδὴ ἐπηκολούθησε μία ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως, καθοριζούσης κατὰ περιφέρειαν τὸ ἀνώτατον ὅριον τῆς ὅλης συγκεντρωθησομένης ποσότητος. Καὶ εἶναι τόσον μικρὰ τὰ ὅρια αὐτά, ὥστε εἰς τὴν Θεσσαλίαν, π.χ., δὲν θὰ παραδώσῃ οὔτε ἑκατὸν ὀκάδας ἕκαστος παραγωγός. Τὸ ἴδιον συνέβη εἰς τὴν περιφέρειαν Λαρίσης καὶ εἰς τὴν περιφέρειαν Βόλου.
§186Χ. ΓΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Ποῖαι ποσότητες ἔχουν συγκεντρωθῆ εἰς τὴν Θεσσαλίαν ὁλόκληρον;
§187Α. ΜΟΥΣΤΡΟΥΦΗΣ. Εἰς τὸν Νομὸν Λαρίσης, 3.500.000 ὀκάδες.
§188Χ. ΓΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Εἰς τὴν Λάρισαν 5.000.000 ὀκάδες, καὶ εἰς τὸν Νομὸν Μαγνησίας 1.200.000 ὀκάδες. Σύνολον διὰ τὴν Θεσσαλίαν 12.000 τόννοι, δηλαδὴ τὸ ἓν τέταρτον τῆς ὁλικῆς ποσότητος, ἐνῷ θὰ ἐδικαιοῦντο, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παραγωγῆς τὸ ⅐ ἢ τὸ ⅙.
§189Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. 20.000.000 περισσεύουν εἰς τὴν Λάρισαν.
§190Χ. ΓΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Σύνολον διὰ τὴν Θεσσαλίαν, εἶναι 12.000 τόννοι.
§191Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἓν τέταρτον, τῆς πενιχρᾶς ποσότητος.
§192Α. ΜΟΥΣΤΡΟΥΦΗΣ. Αὐτοὶ οἱ ἀριθμοὶ ἀφοροῦν τὴν αὔξησιν, ποὺ ἐδώσατε τελευταίως. Τώρα ηὐξήθη εἰς τὸ διπλάσιον.
§193Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Μόλις συνεπληρώθη τὸ ποσόν, ἐδόθη ἐντολὴ νὰ αὐξηθῇ ἡ ποσότης. Πρέπει δὲ νὰ γνωρίζητε, ὅτι καταβάλλεται προσπάθεια νὰ αὐξηθῇ τὸ ποσὸν τῆς συγκεντρώσεως καὶ καταβάλλεται προσπάθεια νὰ πεισθοῦν οἱ οἰκονομικοὶ παράγοντες νὰ αὐξήσουν τὸ ποσόν. Καθότι εἶναι γνωστόν, ὅτι δὲν εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως τοῦτο. Οὐδεὶς βουλευτὴς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ θελήσῃ νὰ ἔλθῃ ἀντιμέτωπος καὶ νὰ βλάψῃ τὸν λαόν. Ἡ Κυβέρνησις καταβάλλει προσπάθειαν, ἀλλὰ εὗρεν ἀντίδρασιν ἀπὸ τὴν Ἀμερικανικὴν Ἀποστολήν. Σεῖς, εἶσθε εἰς θέσιν νὰ μᾶς εἴπητε, πέρυσι πῶς ἀντιμετωπίσατε τὴν κατάστασιν. Καὶ πέρυσιν ἡ Κυβέρνησις εἶχε δεχθῆ τὰς ἀπόψεις τῆς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐν τούτοις, μὲ 1800 δραχ. δὲν ἐθέσατε ζήτημα πολιτικόν, ἐνῷ ἐφέτος θέτετε πολιτικὸν ζήτημα.
§194Α. ΜΟΥΣΤΡΟΥΦΗΣ. Δὲν πρόκειται ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Νικολαΐδην, ἀλλὰ διαπιστώνω, ὅτι εἶναι ἱκανοποιημένος ἀπὸ τὰ κυβερνητικὰ μέτρα τῆς συγκεντρώσεως. Ἐγώ, ὁμολογῶ ὅτι, δὲν εἶμαι καθόλου εὐχαριστημένος καὶ σᾶς ἀναφέρω τί λέγουν οἱ παραγωγοί: «Ἡ ἀνωτέρω ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργείου.............. (ἀναγινώσκει)...................». Ἄρα, οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ ἀποκαλύπτουν ὅτι τὰ ἀρχικά σας μέτρα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθοῦν εἰς ἐφαρμογήν, λόγῳ τοῦ περιορισμοῦ τῆς ποσότητος. Πάντως, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διαπιστώνω, εἶναι ὅτι καὶ αὐταὶ αἱ ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐλήφθησαν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, δυστυχῶς ἐκ τῶν ὑστέρων, δὲν ἐτέθησαν εἰς ἐφαρμογήν.
§195Χ. ΓΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Ποῖαι ἀποφάσεις, διότι ὅλαι αἱ ἀποφάσεις ἐτέθησαν εἰς ἐφαρμογήν.
§196Α. ΜΟΥΣΤΡΟΥΦΗΣ. Ἐφ’ ὅσον οἱ ἴδιοι οἱ ἀγρόται τὸ λέγουν.
§197Χ. ΓΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Ἀπὸ ποῦ ἔχετε δεδομένον ὅτι εἰς τὸν Νομὸν Μαγνησίας, εἰς τὸν ὁποῖον κατενεμήθησαν 1.200.000 ὀκάδες, ἀπὸ ποῦ ἔχετε δεδομένον ὅτι δὲν θὰ ἱκανοποιήσωμεν τὴν προσφοράν;
§198Α. ΜΟΥΣΤΡΟΥΦΗΣ. Σᾶς ἐδιάβασα, τί λέγουν οἱ παραγωγοί.
§199Χ. ΓΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Διαβάσατε τί λέγει ἡ ἐφημερίς.
§200Α. ΜΟΥΣΤΡΟΥΦΗΣ. Μακάρι νὰ μὴ εἶναι ἔτσι, ἀλλὰ ἡ Ἕνωσις τῶν Συνεταιρισμῶν Βόλου τὰ ἐδημοσίευσεν. Ἀλλὰ δὲν φθάνει μόνον αὐτό. Πρὸ τῆς ἀδυναμίας τῶν παραγωγῶν νὰ παραδώσουν τὸν σῖτον των, φυσικὰ αὐτοὶ προσέφυγον εἰς τὴν ἐλευθέραν ἀγοράν, προκειμένου νὰ καλύψουν τὰς ἀμέσους ἀνάγκας των. Καί, ὡς εἶναι γνωστόν, ἡ ἀγορὰ ἤρχισεν ἀγοράζουσα εἰς τὴν ἀνεπαρκεστάτην τιμὴν τῶν 1.800 δραχμῶν, ἀλλά, πρὸ τῆς μεγάλης προσφορᾶς, ἔρριψε τὰς τιμὰς μέχρι 1.500 δραχ.
§201Χ. ΓΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). 1.850 δραχ. εἶναι εἰς τὴν Λάρισαν, αὐτὴν τὴν στιγμήν.
§202Α. ΜΟΥΣΤΡΟΥΦΗΣ. Εἰς τὴν Λάρισαν, εἶναι 1.500 δραχ. Ἐγὼ προχθὲς ἦλθον ἀπ’ ἐκεῖ.
§203Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ σᾶς ἱκανοποιεῖ, κύριε Ὑπουργέ, ἡ τιμὴ αὐτή;
§204Χ. ΓΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Σημειώσατε, ὅτι τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ἔμμεσα, περὶ τῶν ὁποίων ὡμιλήσαμεν, δὲν ἔδειξαν ἀκόμη τὴν ἐπίδρασίν των. Ἡ τιμὴ τοῦ σίτου, αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὸν Πειραιᾶ, εἶναι 2.150 καὶ ἀκόμη ἡ συγκέντρωσις εἶναι ἐν τῇ ἐνάρξει της. Ὅταν συγκεντρωθοῦν οἱ 50.000 τόννοι καὶ τὸ ποσὸν τῆς κριθῆς καὶ σικάλεως, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μετατραπῇ εἰς σῖτον, ὅταν θὰ συντελεσθῇ ἡ συγκέντρωσις ὁλοκλήρου τῆς ποσότητος, θὰ ἀντιληφθῆτε τότε ποίαν ἐπίδρασιν θὰ ἔχουν τὰ μέτρα αὐτὰ εἰς τὴν ἐλευθέραν ἀγοράν. Σημειώσατε, ὅτι ἡ συγκέντρωσις θὰ συντελεσθῇ κατὰ τρόπον γοργὸν καὶ ἔντονον, ὥστε νὰ ἔχῃ περατωθῇ ἐντὸς 20 ἡμερῶν. Πάντως εἰς τὴν Λάρισαν, ἡ τιμὴ ἦτο 1.500 δραχ. καὶ ἔφθασε τὰς 1.850.
§205Α. ΜΟΥΣΤΡΟΥΦΗΣ. Αἱ πληροφορίαι σας εἶναι ἐσφαλμέναι, διότι ἔρχομαι σχεδὸν ἀπ’ ἐκεῖ. Προχθὲς ἤμην εἰς τὴν περιφέρειαν Βελεστίνου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἴπατε προηγουμένως καὶ ἐπεκαλέσθητε τὰ μέτρα διὰ τὰ ἄλευρα κλπ. Ἐν τούτοις, τὸ ὑπουργεῖον Ἐφοδιασμοῦ ἐπέβαλε διατιμήσεις.
§206Χ. ΓΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Κατηργήθησαν αἱ διατιμήσεις.
§207Α. ΜΟΥΣΤΡΟΥΦΗΣ. Τὸ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου. Ἡ Κυβέρνησις, ἔλαβεν ἕνα μέτρον ἄστοχον, ὥστε καὶ σεῖς οἱ ἴδιοι ἀντελήφθητε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τὸ ἄστοχον τοῦ μέτρου αὐτοῦ. Αὐτὸ ἀποδεικνύει μίαν ἐλαφρότητα.
§208Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, διὰ τὴν συγκέντωσιν τοῦ σίτου ἀσχολούμεθα, ἢ διὰ τὸ ψήφισμα; Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ λέγητε αὐτὰ τὰ πράγματα, διότι καταντᾶ δημοκοπία.
§209Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Διατί; Σᾶς ἐνοχλεῖ;
§210Α. ΜΟΥΣΤΡΟΥΦΗΣ. Παρακαλῶ τοὺς πρακτικογράφους, νὰ γράψουν ἀκριβῶς, αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Ἐφ’ ὅσον δὲν λαμβάνεται ἀπόφασις, ἡ ὁποία νὰ προστατεύῃ ἐπαρκῶς τὸν ἀγροτικὸν κόσμον, ἡμεῖς θὰ φωνάζωμεν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Καταλήγων εἰς τὸ ζήτημα τῆς συγκεντρώσεως τοῦ σίτου, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, νὰ υἱοθετήσῃ τὰ 2 μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπάναγκες νὰ τεθοῦν εἰς ἐφαρμογήν. Τὰ δύο μέτρα, τὰ ὁποῖα εἰσηγήθη καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματός μας, ὅπως δοθοῦν ἐντολαί, ὅπως, ἀνεξαρτήτως ἀνωτάτου ὁρίου ποσότητος, παραλαμβάνεται πᾶσα ποσότης καὶ 2) αἱ ὀφειλαὶ πρὸς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν νὰ ἐξοφληθοῦν διὰ σίτου, διότι ἄλλως θὰ δημιουργηθοῦν μεγάλα ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα φοβούμεθα ὅτι θὰ ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν τήρησιν τῆς τάξεως. Δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο νὰ προσθέτω, κύριοι βουλευταί. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ ἐπισημάνω, εἶναι ὅτι εἰς τὴν ὕπαιθρον ἔχει δημιουργηθῆ μία κατάστασις αὐτόχρημα τραγική. Ἔχω πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν τραγικὴν εἰκόνα ἑνὸς χωρικοῦ, ἀπὸ τὸν Ριζόμυλον τοῦ Βελεστίνου, ὁ ὁποῖος ἔχει 12μελῆ οἰκογένειαν καὶ μοῦ εἶπεν, ὅτι, ἐὰν δὲν ληφθοῦν μέτρα νὰ παραδώσωμεν τὸ σιτάρι μας, ἔστω καὶ εἰς αὐτὴν τὴν χαμηλὴν τιμήν, δὲν μᾶς μένει τίποτε ἄλλο, ἢ νὰ πέσωμεν νὰ πεθάνωμεν ἢ νὰ ἀνεβοῦμεν εἰς τὰ βουνὰ νὰ πάρωμε τὸ ὅπλον καὶ νὰ ἐκδικηθοῦμε τὴν κοινωνία, ἡ ὁποία μᾶς συμπεριφέρηται τόσον σκληρά. Αὐτὸς ὁ κίνδυνος, κύριοι βουλευταί, ἐμφανίζεται καὶ δι’ αὐτό, ἐπειδὴ δὲν διαθέτομεν μέσα νὰ ἐπιβάλλωμεν δυναμικῶς τὰς ἀπόψεις μας, ποιούμεθα αὐτὴν τὴν ἔκκλησιν.
§211Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Στρατιωτικῶν). Συμμερίζομαι τὴν ἀγωνίαν, συμμερισθῆτε ὅμως καὶ σεῖς τὰς δυσκολίας, ἐνώπιον τῶν ὁποίων εὑρισκόμεθα καὶ τὰς ὁποίας ἄριστα γνωρίζητε.
§212Α. ΜΟΥΣΤΡΟΥΦΗΣ. Νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ τὰς συμμερισθῶ, διότι ἡμεῖς ἐπεδείξαμεν μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμόσῃ μίαν καλλιτέραν πολιτικήν. Κάμνω ἔκκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ν’ ἀποδεχθῇ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπεδείξαμεν. Σᾶς μεταφέρω τὸν πόνον τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Καλλίας, ἔχει τὸν λόγον.
§214Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον ψηφίσματος, ἑνοῦνται δύο εἰδῶν διατάξεις. Διατάξεις συνήθεις καὶ παραδεκταὶ καὶ διατάξεις συνήθεις, αἱ ὁποῖαι γεννοῦν ἐνδοιασμοὺς καὶ ἀντιρρήσεις. Ἡ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐπὶ 2 περίπου μῆνας, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ οὐδεμίαν ἀντίρρησιν. Ἡ δὲ προσθήκη Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, ἀποδεικνύει καλὴν προαίρεσιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχει μία ἀντίρρησις, εἶναι ὅσον ἀφορᾷ τὸν χρόνον τῆς λήξεως τῶν διακοπῶν. Ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 54 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὅτι κατ’ ἔτος ἡ Βουλὴ συνέρχεται τὴν 1ην Ὀκτωβρίου. Ἦτο δυνατὸν νὰ συνέλθῃ τὴν 1ην Ὀκτωβρίου καὶ ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη, νὰ διακόψῃ δι’ ὀλίγας ἡμέρας. Ἀτύχημα εἶναι ἐπίσης, ὅτι παραμένει ἐκκρεμὲς τὸ ψήφισμα περὶ ἀγοραπωλησιῶν τῆς Κατοχῆς. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς λύσεως. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ τονίσω, εἶναι ὅτι ἡ ἐκκρεμιότης φθείρει τὴν Βουλήν. Ἡ δὲ παραπομπὴ εἰς Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως δὲν ἀποτελεῖ δυστυχῶς λύσιν, διότι, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τοῦ θέματος, θὰ γίνῃ ἐπανασυζήτησις καὶ διότι μία ὀλιγομελὴς Ἐπιτροπὴ θὰ ὑποστῇ βαρεῖαν κριτικήν. Ἀλλὰ τὸ κυριώτερον θέμα, εἶναι ὅτι ἡ Συνταγματικὴ ἐξουσία δὲν εἶναι δεκτικὴ ἐκχωρήσεως. Ἀντιτάσσομαι εἰς τὴν γνώμην, ὅτι ἡ παροῦσα Συνέλευσις, καθ’ ὃ Συντακτική, δύναται νὰ ἐκχωρήσῃ τὴν ἐξουσίαν της αὐτὴν εἰς τμῆμα της. Ὑπάρχει παντοδυναμία ἀντικειμενική, ὄχι ὑποκειμενική, ἐν προκειμένῳ, τῆς Συνελεύσεώς μας.
§215Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Στρατιωτικῶν). Νομίζω, ὅτι εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν πρόκειται περὶ αὐτοπεριορισμοῦ καὶ ὄχι περὶ ἐκχωρήσεως ἐξουσίας. Οὐδέποτε ἡ Κυβέρνησις ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῇ ὅτι θὰ ἐτίθετο εἰς ἰσχὺν τὸ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ψηφισθὲν σχέδιον. Πάντως, ὀρθῶς ἐζητήθη καὶ ἡ μεταβολὴ τῆς διατυπώσεως. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι ἄλλως πῶς δὲν θὰ εἴχομεν Σύνταγμα.
§216Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Θὰ ἤθελον νὰ προσθέσω καὶ τὸ ἑξῆς. Ὑπάρχει τὸ προηγούμενον τοῦ ψηφίσματος, τῆς 30.6.25. Τὸ 1925, ὅτε συνεζητεῖτο, τὸ ἐπολέμησεν ὁ ἀείμνηστος Θεμιστοκλῆς Σοφούλης. Τὸ 1926, προεκάλεσε ζωηροτάτην συζήτησιν καὶ τὸ ἤλεγξε δριμύτατα πάλιν ὁ Θεμιστοκλῆς Σοφούλης. Ὁ δὲ ἀείμνηστος Παναγῆς Τσαλδάρης, εἴς τινα τῶν Συνεδριάσεων τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1926, ἀνῄρεσε τὴν σειρὰν τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ καταθέσαντος αὐτὸ Ἀλ. Παπαναστασίου. Τώρα, ἐπίσης, τὸ Τσεχοσλοβακικὸν Σύνταγμα τοῦ 1920, τὸ ὁποῖον προβλέπει διὰ ρητῆς διατάξεως εἰς τὸ ἄρθρον 154, περὶ τῆς δυνατότητος ἀσκήσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας δι’ Ἐπιτροπῆς, ἐξαιρεῖ ρητῶς, ἐν ἄρθρῳ 154 § 8 ἐδ. βʹ, τὴν Συντακτικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ μένει τὸ πρακτέον, διότι, εἴτε λόγῳ τῶν περιστάσεων, εἴτε λόγῳ τοῦ ὅτι δὲν ἐπετύχαμεν ἡμεῖς τὸν προορισμόν μας... (δὲν ἠκούσθη).
§217Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἴτε λόγῳ τῶν ἀνθρώπων, εἴτε λόγῳ τῶν πραγμάτων.
§218Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. ..... Ὅ,τι σήμερον εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ λεπτομεροῦς ἐξετάσεως τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ καταλήξῃ εἰς συμπεράσματα. Εἶναι μία μελαγχολικὴ διαπίστωσις, ὅτι θὰ ἠδύνατο ἡ Βουλὴ ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς αὐτὸν τὸν προορισμόν. Βεβαίως, δὲν νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἄλυτον. Ἐγὼ θὰ ἐνόμιζον, ὅτι ὀρθότερον εἶναι νὰ καταρτισθῇ μία ὀλιγομελὴς Ἐπιτροπή, δεκαμελής, ἢ δεκαπενταμελής, ἡ ὁποία νὰ μὴ κρίνῃ περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ ὅλου Συντάγματος, ἀλλὰ περὶ ὀλίγων διατάξεων, αἱ ὁποῖαι χρῄζουν ἀναθεωρήσεως, τὸ δὲ ὑπόλοιπον Σύνταγμα θὰ ἰσχύῃ ἀφ’ ἑαυτοῦ καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ μετεβάλετο κατὰ πολὺ τοῦ ἰσχύοντος, θά ἠμποροῦσε νὰ γίνῃ μία ἀναβάπτισις. Ἐὰν γίνῃ μία νέα Συντακτικὴ Ἐπιτροπὴ διὰ νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὸ σχέδιον, τὸ ὑποβληθὲν μὲ τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νομίζω ὅτι χρειάζεται νὰ κάμῃ μίαν ἀκόμη προσθήκην ἢ τροποποίησιν, νὰ εἴπωμεν δηλαδὴ ὅτι ἐκεῖ ποὺ ἀναφέρεται «......... (ἀναγινώσκει) ........», θὰ ἔπρεπε νὰ διατυπωθῇ ὡς ἑξῆς: «......... (ἀναγινώσκει) ........». Θὰ πρόκειται περὶ ἐλαχίστων, 5, 6, 8 διατάξεων. Προκειμένου περὶ νέων διατάξεων, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ψήφισις ἐν τῷ συνόλῳ. Προκειμένου περὶ διατάξεων ψηφισθέντων τὸ 1864, αἱ ὁποῖαι ἔμειναν κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ 1911 καὶ αἱ ὁποῖαι ἐπανελήφθησαν τὸ 1927, ἤ, ἐὰν δὲν ἐπανελήφθησαν, ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως τοῦ ἔτους ἐκείνου, καὶ πρόκειται σήμερον νὰ ἐπαναληφθῶσιν, ἰσχύουσαι μάλιστα δυνάμει τῆς Ζʹ Συντακτικῆς Πράξεως. Προκειμένου περὶ αὐτῶν, νομίζω, ὅτι εἶναι λογικὸν νὰ ψηφισθοῦν ὡς σύνολον. Κατ’ οὐσίαν, δὲν πρόκειται περὶ ψηφίσεως νέου Συντάγματος, πρόκειται περὶ.... τῆς ἀναθεωρήσεως, πρόκειται περὶ ἀναβαπτίσεως. Προκειμένου περὶ τῶν νέων διατάξεων, τὰς ὁποίας θὰ προσθέσωμεν, ἢ θὰ τροποποιήσωμεν, εἶναι δυνατὸν νὰ συμπαρασύρῃ ἡ ἀντίρρησις ὁλόκληρον τὸ Σύνταγμα. Θὰ ἔλεγον, λοιπόν, πρὸ τῆς ψηφοφορίας, καὶ προτοῦ λεχθῇ ἡ τελευταία λέξις ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐπανεξετασθῇ τὸ ζήτημα. Διότι, νομίζω ὅτι, ἀποτελεῖ λύσιν, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει καὶ Σύνταγμα νὰ γίνῃ, ἀλλὰ καὶ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ παρουσιάσῃ τὸ παράδοξον τῆς ἐπιτροχάδην ψηφίσεως αὐτοῦ.
§219Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Στρατιωτικῶν). Ὁμολογῶ, ὅτι εἶναι μία καλὴ σκέψις. Δὲν δικαιοῦμαι νὰ προεξοφλήσω ὅμως τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως, ὡς πρὸς τὸ θέμα αὐτό.
§220Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐπιθυμῶ νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου, διὰ τὴν αἰφνιδιαστικὴν εὐδαιμονίαν τῆς εὑρέσεως. Διότι ὅ,τι προτείνει ὁ κ. συνάδελφος, εἶναι τοῦτο: Ὅτι τὰ Συντάγματα, ἐὰν ἰσχύσουν, θὰ ἰσχύσουν, καὶ ἁπλῶς ταλαιπωρούμεθα, δι’ ὅλης αὐτῆς τῆς κινήσεως νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέρμα.
§221Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Στρατιωτικῶν). Δὲν ἔχετε παρακολουθήσει τὰς συνεδριάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, διότι θὰ ἐγνωρίζατε τὸ ἑξῆς παράδοξον: Ὅτι οἱ περισσότεροι τῶν κυρίων βουλευτῶν, ὁμιλοῦν καὶ διὰ τὰ ἄρθρα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν προτείνονται τροπολογίαι. Λοιπόν, εἶναι οὐσιῶδες ν’ ἀποφασισθῇ αὐτό.
§222Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Συνεπῶς, ἐὰν ἀντελήφθην καλῶς, τὰς ἀπόψεις σας εἰς τοῦτο, εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τὰ Συντάγματα, διότι εἶναι περισσότερα, ὑπάρχουν διατάξεις καὶ εἶναι πολλαί, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπανέλθουν ἀμετάβλητοι. Προκειμένου περὶ αὐτῶν, νὰ ψηφισθοῦν ὡς σύνολον. Θὰ ὑπάρξῃ ὅμως καὶ τροποποίησις διατάξεων ἢ νέαι διατάξεις. Τοῦτο ἀποτελεῖ τὸ νέον Σύνταγμα, διότι ὅλο τὸ ἄλλο, βέβαια, ἦτο μία ταλαιπωρία ἐπαναλήψεως.
§223Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἐπ’ αὐτῶν θὰ γίνῃ συζήτησις.
§224Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὅ,τι ὅμως ἀποτελεῖ νέον Σύνταγμα, νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν.
§225Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Μάλιστα.
§226Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀλλὰ εἰς τὴν Βουλήν, αὐτὸ ἐπρόκειτο νὰ ἔλθῃ...
§227Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Στρατιωτικῶν). Ἔχετε λάθος.
§228Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Παλαιότερον, ἡ πρότασις ἦτο νὰ περάσῃ ὡς σύνολον καὶ δι’ αὐτὸ ἀπὸ αὐτὴν τὴν κουβέντα ἀρχίσαμεν, διότι ἐπ’ αὐτοῦ εἴχομεν καβουρντίσει ἀέρα ἐπὶ μῆνας. Ἀρχίσαμε ἀπὸ τὴν σκέψιν, ὅσα εἶναι ἀμετάβλητα νὰ περάσουν καὶ νὰ μποῦμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄλλων, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ μᾶς ἐταλαιπώρησαν ἑβδομάδας καὶ μῆνας, νὰ ψηφισθοῦν, νὰ τελειώσωμεν.
§229Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Στρατιωτικῶν). Αὐτὰ θὰ τὰ εὕρῃ ἡ Ἐπιτροπή, κ. Πρόεδρε.
§230Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ εἶναι τόσος ὁ χρόνος, διὰ τὸ πρῶτον τὸ ἀμετάβλητον καὶ διὰ τὰ ἄλλα τὰ μεταβλητά, εἰς τρόπον ὥστε, ἐκεῖνος ποὺ μᾶς ὑπολείπεται, νὰ μὴ ἀρκῇ δι’ αὐτὴν τὴν περιπέτειαν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον καταντῶ συνήγορος. Ἀπαιτεῖται χρόνος μακρότερος, διὰ τὴν ψήφισιν μάλιστα νέων ἄρθρων. Ἡ γνώμη μου, λοιπόν, εἶναι ὅτι κατὰ τὴν πρότασίν σας, ὅ,τι εἶναι νέον θὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν, διότι καὶ ἐκεῖ θὰ συμβῇ ὅ,τι συνέβη εἰς τὰς Ἐπιτροπάς, πολλοὶ θὰ ἔλθουν ν’ ἀναπτύξουν τὴν γνώμην των. Αὐτὸ συνέβη καὶ ἐκεῖ, διατὶ νὰ μὴ συμβῇ καὶ ἐδῶ; Θὰ ἔχωμεν, ἔπειτα, τὴν περιπέτειαν τῆς συζητήσεως τῶν νέων ἄρθρων. Ἡ πρότασίς σας εἶναι ἀξιόλογος, ἀλλὰ δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὸν χρόνον, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ἐνώπιον ἡμῶν. Ἐὰν μάλιστα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ 1η Νοεμβρίου, θὰ ὑποστῇ ἡ πρότασίς σας τὴν μοῖραν τῆς 1ης Νοεμβρίου. Ἰδού, διατί, καίτοι ἀναγνωρίζω τὰ ἐλατήρια ποὺ τὴν ὑποκινοῦν, δυσκολεύομαι νὰ τὴν ἐγκρίνω.
§231Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐὰν ὁ ὄγκος δὲν φαίνεται μέγας καὶ ὁ χρόνος, τὸν ὁποῖον ὀρθότατα ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Παπανδρέου, εἶναι ἀποφασιστικὸς τῆς κρίσεώς μας, δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν υἱοθέτησιν ἑνὸς ἄλλου ψηφίσματος καὶ νὰ συμπληρώσωμεν τὸ ἔργον κατὰ τὸν λεπτομερέστερον τρόπον. Ἐὰν τὰ πράγματα συμβιβάζωνται μὲ τὴν δυνατότητα, τὴν ὁποίαν ἔχομεν καὶ ἐὰν τὰ στοιχεῖα τῆς πραγματικότητος δικαιολογοῦν τοῦτο δυνάμεθα, ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, νὰ ψηφίσωμεν τὰ νέα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος.
§232Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Λυποῦμαι, διότι ἡ παρατήρησις δὲν ὀφείλεται εἰς πλήρη κατανόησιν τῆς ἰδικῆς μου προτάσεως, διότι παρεγνωρίσθησαν δύο παράγοντες. Ἡ Ἐπιτροπὴ ὅ,τι κρίνει ἀμετάβλητον καὶ θὰ τὸ κρίνῃ κυριαρχικῶς, θὰ εἰσαχθῇ ὡς σύνολον. Ἑπομένως τὸ νὰ λέγωμεν ὅτι θὰ ὑποβληθῇ ἄλλη πρότασις, δὲν εἶναι ὀρθόν. Παραγνωρίζομεν δὲ καὶ κάτι ἄλλο ἀκόμη, ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος περιέχει τὴν διαπίστωσιν τῆς Βουλῆς ὅτι δὲν θὰ προβῇ εἰς γενικὴν ἀναθεώρησιν, ἀλλ’ εἰς μερικὴν ἀναθεώρησιν. Εἶναι, ἑπομένως, ἡ μεσολάβησις τῆς κρίσεως τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἡ μεταβολὴ τοῦ παρόντος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκτασιν τῆς ἀναθεωρήσεως, διότι ἐὰν δὲν εἶχε αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν σήμερον ἡ Βουλή, δὲν θὰ ἐψήφιζε τὸ ψήφισμα, ἐὰν ἐπίστευεν ὅτι ψηφίζουσα πρόκειται νὰ γίνῃ ριζικὴ ἀναθεώρησις. Ἔχομεν δύο πράγματα διαπιστώσει, ὅτι ὁ χρόνος ποὺ ὑπολείπεται δὲν ἐπιτρέπει γενικὴν ἀναθεώρησιν καὶ δεύτερον ὁρίζει ὄργανα, τὰ ὁποῖα θὰ προσδιορίσουν τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ μεταβληθῶσιν. Δι’ αὐτὸ νομίζω, δύναται γίνῃ ἡ διαδικασία τῆς ψηφίσεως, τὰ ὑπόλοιπα θὰ εἶναι ἐλάχιστα.
§233Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ πλέον θὰ ἐξοικονομήσωμεν τὸν χρόνον, ὁ ὁποῖος θὰ χρειασθῇ διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ συνόλου.
§234Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ἐδέχθημεν, ὅτι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς θὰ ἔλθουν ὡς σύνολον τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ εὕρῃ ἡ Ἐπιτροπὴ ὡς μὴ ἀναθεωρητέα καὶ ἀπεκλείσαμεν τὴν συζήτησιν ἐπ’ αὐτῶν τῶν ἄρθρων, εὑρίσκω ὅτι τὰ νέα ἄρθρα, εἶναι ἐλάχιστα. Εἰς τὰ ἐλάχιστα αὐτὰ ἄρθρα, ἐὰν ἐπιτραπῇ ἡ συζήτησις καὶ ἀσφαλῶς, ὁ χρόνος θὰ ἐξαρκέσῃ. Κατὰ τοῦτο διαφωνῶ μὲ τὸν κ. Παπανδρέου, ποὺ εἶπεν ὅτι δὲν θὰ ἐξαρκέσῃ. Ὁ χρόνος θὰ ἐξαρκέσῃ, διότι θὰ περιορίσωμεν τὸν χρόνον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου. Τὴν 1ην Ὀκτωβρίου θὰ ἐπαναληφθοῦν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς καὶ θ’ ἀπασχοληθῶμεν μ’ ὁλόκληρον τὸ Συντακτικὸν ἔργον. Ἐφ’ ὅσον περιορισθῇ εἰς ὀλίγα τινα ἄρθρα τὸ νέον Σύνταγμα, θὰ εἴμεθα αὐτάρκεις ἀπὸ ἀπόψεως χρόνου νὰ τελειώσωμεν τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι πρὸς τιμὴν τῆς Βουλῆς.
§235Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Αὐταί, κύριοι συνάδελφοι, ὑπῆρξαν αἱ παρατηρήσεις μου. Ἀναγνωρίζω ὅτι καὶ τὸ κυβερνητικὸν σχέδιον, δὲν ὑπεβλήθη μὲ τὴν πρόθεσιν τῆς μειώσεως τοῦ κύρους καὶ τῶν ἐξουσιῶν τοῦ Σώματος, ὀφείλεται εἰς τὴν στάθμισιν ὡρισμένων ἐπειγουσῶν γεγονότων. Πιστεύω ὅμως, κύριοι βουλευταί, ὅτι καθῆκον τοῦ Σώματος εἶναι, νὰ ἐναρμονίσωμεν τὰ ἐπίκαιρα ταῦτα καθήκοντά μας, πρὸς ὡρισμένους βασικοὺς θεσμοὺς τῆς Πολιτείας καὶ πρὸς τὰς Συνταγματικὰς παραδόσεις καὶ ἀρχὰς τῆς Χώρας μας καὶ τῶν ἄλλων δημοκρατικῶν Χωρῶν.
§236Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι βουλευταί, θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, σχετικῶς πρὸς τὴν ἀξιόλογον πρότασιν τοῦ κυρίου συναδέλφου, ἐξ Εὐβοίας. Περιέχει μίαν ἀρετὴν ἡ πρότασις, ὅτι ἐπιτρέπει εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀσχοληθῇ μὲ ὅ,τι θὰ ὑπάρξῃ νέον εἰς τὸ Σύνταγμα. Περιέχει ἕνα κίνδυνον νὰ ψηφισθῇ μόνον τὸ παλαιὸν Σύνταγμα καὶ νὰ μὴ ψηφισθῇ καμμία νέα διάταξις. Διότι ἡ Βουλή, ἱκανοποιημένη ἀπὸ τὴν ψήφισιν ἑνὸς Συντάγματος, ἡ ὁποία ἄλλωστε σήμερον πολλαχόθεν προτείνεται καὶ μὴ ἔχουσα ἐπαρκῆ χρόνον νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὴν συζήτησιν τῶν νέων ἄρθρων, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ στέρξῃ τὸ ὑπάρχον, ἐμπιστευομένη εἰς τὸ ἀπώτερον μέλλον τὰς ἄλλας μεταρρυθμίσεις. Μεταξὺ τῶν δύο κινδύνων, προτιμῶ τὸν μὴ χείρονα, νὰ ὑπάρξουν ἔστω καὶ διὰ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ νέαι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι νὰ συμπληρώνουν τὸ Σύνταγμα, διότι ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος εἶναι πικρὰ καὶ φοβοῦμαι ὅτι θὰ εὑρεθῶμεν μέσα εἰς τὰς 50 ἡμέρας, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἀναμένουν.
§237Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Στρατιωτικῶν). Ἠμπορεῖ νὰ εἶναι καὶ 150.
§238Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τὸ γνωρίζω. Αἱ 150 ἢ εὑρίσκονται ἐκτὸς τῶν νομίμων προθεσμιῶν καὶ ἕως τώρα δὲν ἐσυνηθίσαμεν ὅλαι αἱ διαθέσιμοι προθεσμίαι, κατὰ πρωτοβουλίαν τῆς Κυβερνήσεως, νὰ χρησιμοποιοῦνται ὑπὲρ τῆς Βουλῆς, διότι ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν τὴν ἀντίστροφον ἀπόδειξιν, ἢ θὰ εἶναι πολὺ περισσότεροι, καὶ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν τὸ εὔχεται, διότι τοῦτο θὰ προέρχεται ἀπὸ γενικωτέρας δυσχερείας, τὰς ὁποίας θέλομεν νὰ ἐλπίζωμεν παρερχομένας. Σταθμίζων, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πείρας τοῦ παρελθόντος, τὰς προβλέψεις τοῦ μέλλοντος, ἀποδέχομαι πρὸς τὸ παρὸν τὸ κυβερνητικὸν σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐμπνέεται ἀπὸ τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος καὶ τὴν δυσπιστίαν διὰ τὴν εὐόδωσιν παρομοίων συζητήσεων ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Καὶ ταῦτα μέν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τοῦ φίλου βουλευτοῦ Εὐβοίας. Καὶ τώρα, λαμβάνω τὸν λόγον, διὰ νὰ δώσω εἰς ὀλίγας λέξεις μίαν σύντομον ἀπάντησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, χάριν τῆς ὁποίας παρέτεινα μέχρι τοῦδε τὴν παρουσίαν μου. Ὑπέστην, ἑπομένως, δύο ποινάς. Τὴν ποινὴν τῶν σκληρῶν χαρακτηρισμῶν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὴν ποινὴν τῆς μακροτέρας παραμονῆς εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν τελευταίων μηνῶν, ὅπως εἶπον εἰς μίαν πρόχειρον διακοπήν, μᾶς παρέσχε πράγματι τὴν ἐντύπωσιν τοῦ πολιτικοῦ θύματος τῆς Κυβερνήσες. Ἐπλήρωνε διὰ ξένας ἁμαρτίας καὶ ἦτο ὁ Σίμων ὁ Κυρηναῖος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἔφερε τὸν σταυρὸν τῶν 286 ἀναγκαστικῶν νόμων τῆς τριετίας καὶ ἡ συμπάθεια ὅλης τῆς Βουλῆς τὸν περιέβαλλεν. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι μὲ πολλὴν προθυμίαν ἐθελοντὴς προσήρχετο εἰς τὸν σταυρὸν τοῦ μαρτυρίου. Καὶ αὐτὸ ἐπηύξανε τὴν συμπάθειάν μας. Ἀπόψε περιέργως ἠθέλησε νὰ μεταβάλῃ ρόλον. Ἔγινεν ὁ πολιτικὸς κηδεμὼν τῆς Κυβερνήσεως. Διότι δὲν ἀρκέσθη εἰς τὴν περιοχὴν τῆς ἰδικῆς του ἁρμοδιότητος, ἀνέλαβε τὴν πολιτικὴν ὑπεράσπισιν καὶ τοῦ γενικωτέρου θέματος καὶ ἐξορμήσας περίπου ἔδωσε τὴν ἐντύπωσιν τοῦ γενναίου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἀναλαμβάνει τὴν ἀντεπίθεσιν. Καὶ ἐχρησιμοποίησεν εἰς τὴν ὁρμήν του ὕφος ἀσύνηθες καὶ διὰ τὸν χαρακτῆρα του καὶ διὰ τὴν διπλωματικήν του προέλευσιν. Εἶπε, πρῶτον, ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἡ συζήτησις ἐξετράπη, προφανῶς κατεχόμενος ἀπὸ τὴν πλάνην ὅτι ἡ σημερινὴ συζήτησις ἦτο εἰδικὴ καὶ τεχνικὴ καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἐντοπισθῇ μόνον εἰς τὸ θέμα τοῦ χρόνου τῆς διακοπῆς καὶ τοῦ τρόπου τῆς συγκροτήσεως τῶν ἐπιτροπῶν. Ἀλλὰ τοῦτο ἀποτελεῖ προφανῆ πλάνην. Ἡ σημερινὴ συζήτησις εἶναι κατ’ ἐξοχὴν πολιτικὴ συζήτησις, διότι ὁ λόγος τῆς διακοπῆς ἐπὶ τρεῖς καὶ ἥμισυ μῆνας, εἶναι καθαρῶς πολιτικὸν μέτρον καὶ εὐλόγως οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν τὸν λόγον, θὰ ἐκταθοῦν ἐπὶ τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ συνεζητοῦντο ἐνδεχομένως ἐὰν παρετείνοντο αἱ ἐργασίαι τοῦ Σώματος. Ἐπίσης καὶ ἐπὶ τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ἔλεγχος τοῦ ὁποίου παρεμποδίζεται ἀπὸ τὴν μακρὰν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν. Ἑπομένως καὶ τὰ οὐσιαστικὰ θέματα καὶ ὁ ἔλεγχος τῆς Κυβερνήσεως συσχετίζονται μὲ τὴν πρότασιν τῶν συναδέλφων. Ἰδού, διατὶ ἐπλανήθη, ὅταν ἰσχυρίσθη ὅτι ἐξετράπημεν τῆς συζητήσεως. Ἡ συζήτησις ἐκτρέπεται τῆς ἀποστολῆς της, ὅταν ἐκτείνεται εἰς εὐρύτερα θέματα, ὅπως ἐκεῖνα περὶ τῶν ὁποίων ἔγινε λόγος. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, προσέθεσεν ἐπίσης, ὅτι ἡ ὑπεράσπισις τῆς ἀνάγκης νὰ συζητηθῇ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας τὸ θέμα τῶν ἀγοραπωλησιῶν τῆς Κατοχῆς καὶ ἐν συνεχείᾳ ἐνδεχομένως τὸ θέμα τῆς ἀποζημιώσεως τῶν θυμάτων πληθωρισμοῦ, ἦτο συζήτησις προωρισμένη μόνον νὰ προκαλῇ ἐντυπώσεις, ἕωλα καὶ ἀμελέτητα. Τὰς εὑρίσκω εἰς τὰ κείμενα αὐτὰς τὰς ἐκφράσεις, καὶ λυποῦμαι διὰ τὴν ὕπαρξίν των, διότι οὔτε εἰς δημιουργίαν ἐντυπώσεων ἀπέβλεπεν ἡ ἄποψις καὶ ἡ ἰδική μας καὶ πολλῶν ἄλλων συναδέλφων, οὔτε ἕωλος ἦτο καὶ ἀμελέτητος. Ἀτυχεῖς ἁπλῶς εἶναι αἱ ἐκφράσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι, ὅταν ὑπεστηρίξαμεν τὴν ἀνάγκην νὰ προτιμηθῇ ἡ ὁλομέλεια ἀπὸ Ἐπιτροπὴν τῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, ἐνεθυμούμεθα τὰ ἰδικά των ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἁπλῶς ἐπαναλαμβάνομεν. Καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι, κατὰ πρῶτον λόγον, σκληρὸς πρὸς τὸν ἑαυτόν του, διότι, ἂν ὄντως, οἱ χαρακτηρισμοὶ εἶναι δίκαιοι, ἕωλοι, ἀμελέτητοι καὶ ἀποβλέπουσιν εἰς ἐντυπώσεις, ἦτο ἡ ἐπίμαχος ἄποψις, τὴν ὁποίαν πρὸ ἑβδομάδων ὑπεστήριξεν, ὅτι τὸ θέμα θὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας. Ἀλλὰ δὲν ἦτο οὔτε ἕωλος, οὔτε ἀμελέτητος ἡ δικαία ἄποψις τὴν ὁποίαν τότε ὑπεστήριζεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἡμεῖς σήμερον ἐξηγοῦμεν ποῖοι λόγοι τὸ ἐπιβάλλουν. Ἡ σοβαρότης τοῦ κοινωνικοῦ θέματος καὶ ἡ ἀνάγκη συντόμου ἀποφάσεως, διότι παραπομπὴ εἰς μίαν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως ἄγει εἰς μίαν λύσιν ἐντὸς χρόνου περιωρισμένου, ἀσυμβιβάστου πρὸς τὴν εὐρύτητα τοῦ θέματος καὶ συγχρόνως παρελκύει, διαιωνίζει, ἐνῶ ἡ ἄμεσος ἔναρξις συζητήσεως θὰ ὡδήγει εἰς λῆψιν ἀποφάσεως. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἀνάγκην εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν, δὲν εἶναι ἡ δημιουργία τῶν συζητήσεων, ἀλλὰ ἡ λύσις, ἡ ἀπόφασις, καὶ ἂν ἐζητήσαμεν τὴν ὁλομέλειαν εἶναι διὰ νὰ συντάμωμε τὸν χρόνον τῆς ἀποφάσεως καὶ νὰ προφυλαχθῶμεν ἀπὸ τῆς παραπομπῆς ἀπὸ τὸν Ἄννα εἰς τὸν Καϊάφα... Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠθέλησε νὰ ἀσχοληθῇ ἐπίσης καὶ μὲ τὸ θέμα τοῦ σίτου καί, ὅπως συνέβη καὶ μὲ τοὺς ἄλλους συναδέλφους του, ὑπεστήριξε διαδοχικῶς δύο ἀντιθέτους ἀπόψεις, τὴν μίαν ὅτι τὰ ἐπαρκῆ μέτρα δὲν δύνανται νὰ ληφθοῦν ἐξ ἀνωτέρας βίας —ὑπάρχει ὅλη ἡ καλὴ θέλησις, ἀλλὰ ἀντικειμενικὴ δυνατότης δὲν ὑπάρχει—ἡ ἄλλη, ὅτι τὰ μέτρα εἶναι ἐπαρκῆ καὶ ὅτι ἡμεῖς πλανώμεθα διαμαρτυρόμενοι. Μᾶς εἶναι δύσκολον νὰ εὕρωμεν τρόπον ἀπαντήσεως εἰς τὰς δύο ἀντιφατικὰς ἀπόψεις, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡμεῖς γνωρίζομεν, εἶναι ὁ γογγυσμὸς τῆς ὑπαίθρου, τοῦ ὁποίου ἔλαβε γνῶσιν χθὲς ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία καὶ σήμερον ἐκφράζομεν τὴν λύπην μας, ὅταν ἀπὸ τὰς τάξεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ μετὰ τὴν διαπίστωσιν τῆς χρεωκοπίας τῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία ἐφηρμόσθη, μετὰ τὸν γογγυσμὸν τῶν σιτοπαραγωγικῶν τάξεων ἐκδηλοῦται αὐταρέσκεια, ἐνῷ ἡ τοιαύτη ἐκδήλωσις παραμένει ἀπολύτως ἀσυγχώρητος ἐκδήλωσις. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προσέθεσεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατηγορεῖται ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν «ἐπὶ αἰσχρῇ καὶ ἀσυγγνώστῳ ἀσυναισθησίᾳ». Οἱ ὅροι εἶναι ἄδικοι.
§239Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν εἶπον αὐτό. Αἰσχρὰν θὰ ἔλεγον τὴν ἔκφρασιν.
§240Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐγὼ ἀπουσίαζον, ὅταν ἀπροόπτως, ὁ κ. ὑπουργός, κατελήφθη ἀπὸ τὴν ὁρμὴν τῆς ἐπιθέσεως. Χαίρω, διότι ἀποσύρεται ἡ φράσις, ἢ δὲν ἐλέχθη οὕτως ἡ φράσις αὕτη. Θὰ ἐχαιρόμην, ἐπίσης, ἐὰν ἀπεσύροντο καὶ ὅλαι αἱ ἄλλαι φράσεις, διότι ἡ τάξις τῶν Κοινοβουλευτικῶν συζητήσεων ἐπιβάλλει ἑκατέρωθεν τὴν χρησιμοποίησιν ἁβρότητος. Αὐτὴ εἶναι ἡ τάξις, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς τηροῦμεν καὶ ἡ ἔλλειψις αὐτῆς ἐκ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, μᾶς ὑποχρέωσε νὰ λάβωμεν τὴν εὐκαιρίαν μιᾶς ἀπαντήσεως. Δὲν κατελογίσαμεν ἡμεῖς εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀσυναισθησίαν, εἴτε συγγνωστήν, εἴτε ἀσύγγνωστον, κατελογίσαμεν ἀνικανότητα. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν μεριμνοῦν μὲ εἰλικρίνειαν διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ, δὲν θὰ ἦτο σοβαρὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἐπιθυμεῖ μία Κυβέρνησις νὰ βλάψῃ τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ. Βεβαίως, κάθε Κυβέρνησις ἐμπνέεται νὰ εὐοδωθοῦν ἱκανοποιητικῶς τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ αἱ Κυβερνήσεις δὲν κρίνονται ἀπὸ τὰς προθέσεις των, κρίνονται ὑπὸ τὰς ἀποδείξεις των καὶ ἡ ἀπόδειξις τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως διεπιστώθη ἀπὸ τὴν ἐφαρμοσθεῖσαν κοινωνικὴν καὶ οἰκονομικὴν πολιτικήν της, ὅπως διεπιστώθη καὶ ἀπὸ τὴν θλιβερὰν ὑπόθεσιν τῆς συγκεντρώσεως τοῦ σίτου, ἥτις προεκάλεσε τὸν γογγυσμὸν τῶν σιτοπαραγωγικῶν τάξεων. Ἡ Κυβέρνησις παρὰ τὴν καλήν της θέλησιν, δὲν ἔχει δημιουργικὴν δύναμιν καὶ τὴν δυνατότητα τῶν περιστάσεων, ὑπάρχουν βέβαια ἀντικειμενικὰ προσκόμματα, ὑπάρχουν ὅμως καὶ δυνατότητες ἐντὸς τῶν ἀντικειμενικῶν αὐτῶν δυσχερειῶν τῶν περιστάσεων... Διότι φρονοῦμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις στερεῖται αὐτῆς τῆς δημιουργικῆς ἱκανότητος, διὰ τοῦτο τὴν κατηγοροῦμεν. Δὲν ἔχομεν βεβαίως καμμία ἐλπίδα, ὅτι ἡ κρίσις μας αὐτὴ θὰ ἔχῃ ἀπήχησιν εἰς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, διατηροῦμεν ὅμως τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ εὕρῃ ἀπήχησιν εἰς τὴν πλειοψηφίαν τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ὅταν ὁ χρόνος ἐπιστῇ, θὰ κρίνῃ τὰ ἔργα ἡμῶν. (Χειροκροτήματα).
§241Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἦτο φυσικὸν ἐγώ, ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ὑποστηρίξω τὸ ψήφισμα καὶ ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰ θιγέντα σημεῖα. Ἡ λεχθεῖσα ἐκτροπὴ δὲν θίγει τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἥτις ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς κρίσεως τοῦ ἔργου τοῦ Σώματος καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ἔθιξα τὸ ζήτημα τῆς ἐκτάσεως, δὲν τὸ ἔθιξα λόγῳ τῆς διαρκείας τῆς ἀγορεύσεως τῶν ρητόρων, ἀλλὰ διότι ἡ πλειοψηφία αὐτῶν ἐπεξετείνετο ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος. Τὸ ὅτι μετεβλήθην εἰς ὑπερασπιστὴν τῆς Κυβερνήσεως, φυσικὸν εἶναι, διότι ἀποτελῶ μέλος αὐτῆς καὶ ἔχω στοιχειώδη ἀλληλεγγύην πρὸς αὐτήν, ἄλλως δὲν θὰ ἐννοεῖτο συνεργασία ἐν τῇ Κυβερνήσει. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν ἀγοραπωλησιῶν, ἀφοῦ δηλώσω καὶ αὖθι τὴν πίστιν μου εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ταχείας ἐπιλύσεως τοῦ θέματος, θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἐπιτροπή, εἰς ἣν θὰ παρίστανται καὶ οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων καὶ ἐπίλεκτα μέλη αὐτῶν, θὰ παρεῖχεν ἴσως τὴν δυνατότητα καὶ τὰ ἐχέγγυα καλλιτέρας ἐπεξεργασίας ἑνὸς τόσον πολυπλόκου θέματος. Ἐπίσης τὸ γεγονὸς ὅτι αἱ ἐργασίαι τοῦ Σώματος θὰ διεξάγωνται ἄνευ δημοσιότητος, δὲν εἶναι εἰς βάρος αὐτοῦ, ἀλλὰ ἴσως νὰ ἀποβῇ ἐπ’ ὠφελείᾳ αὐτοῦ. Τώρα ὁ κ. Πρόεδρος ἔχει ἀπολύτως δίκαιον εἰς ἕνα σημεῖον, ὅπου ἀνέφερε τὴν ἀντίφασιν εἰς ἣν εὑρέθην πρὸς ἐμαυτόν, ὅτι ἐγὼ ὁ ἴδιος ἐπρότεινα —καὶ εἶναι ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ ὁμολογῶ εὐθέως— νὰ τὸ συζητήσωμεν ἐδῶ ἐν ὁλομελείᾳ. Ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον ὁ χρόνος μᾶς ἔφερεν εἰς τὰ κυνικὰ καύματα, ὅπου καίτοι διακόπτοντες, νὰ ἀναλάβωμεν ἀρκετοὶ ἐξ ἡμῶν καὶ αἱ διακοπαὶ εἶναι κάτι τὸ φυσιολογικὸν καὶ ἐφ’ ὅσον πρόκειται, νὰ ἐναλλαγῇ τὸ σύνολον τοῦ Σώματος, αὐτὸ καὶ μόνον μὲ κάμνει νὰ μεταβάλω ἐκ τῶν ὑστέρων ἀντίληψιν ἐπὶ τοῦ θέματος, οὐχὶ δὲ τὸ εὐμετάβλητον τοῦ χαρακτῆρος μου, ἐπὶ ἑνὸς τόσον σοβαροῦ θέματος. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ καὶ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, νὰ πιστεύῃ εἰς τὴν εἰλικρίνειαν τῶν λόγων μου. Καὶ ὅταν αὐτὰ λέγω, θέλω νὰ γίνῃ πιστευτὸν ὅτι κατὰ συνέπειαν ἐλπίζω, ὅτι ὅλοι μαζί, ὅσοι θὰ μετάσχωμεν εἰς τὴν ἐργασίαν αὐτήν, ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ δώσωμεν πράγματι λύσιν εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, τοῦ ὁποίου τὴν περαιτέρω παράτασιν ὡς ἐκκρεμοῦς καὶ ἄλυτον, οὔτε παραδέχομαι, οὔτε θεωρῶ ὀρθὸν ἢ ἀνεκτόν. Πέραν αὐτῶν, ἐπὶ τοῦ ἄλλου χαρακτηρισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἀντελήφθη ὁ κύριος Πρόεδρος, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ἡ ὁποία μοῦ ἀποδίδεται, δὲν ὑπάρχει ἄλλη ἐξήγησις μεταξὺ μας. Νομίζω, ὅτι θὰ θεωρηθοῦν ἐπαρκῆ, τὰ ὅσα ἐξέθεσα.
§242Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Χαίρω, διότι ἀποκομίζω τὴν ἐντύπωσιν ὅτι, ὅ,τι ἐφαίνετο ὡς ἄτοπον, παύει ὑφιστάμενον μετὰ τὰς δηλώσεις σας.
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Ἀλιβιζᾶτος, ἔχει τὸν λόγον.
§244Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐπιθυμῶ ὀλίγα λόγια μόνον νὰ εἴπω. Ἐλπίζω, μετὰ τὰς γενομένας συζητήσεις καὶ τὴν ἀναγνώρισιν, ἀπὸ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ψηφίσματος χρήζει κάποιας μεταβολῆς, ὅτι θὰ τροπολογηθῇ κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ διευκολύνεται καὶ ἡ θέσις ἡ ἰδική μου. Ὅπως, ὅμως, ἀνεκοίνωσεν ἀπόψε ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀπαλείφεται μὲν ἡ διάταξις περὶ κυρώσεως τοῦ Συντάγματος ἀπὸ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐπιμένει ὅμως εἰς τὴν ἐν συνόλῳ ψήφισίν του ἀπὸ μέρους τοῦ Σώματος. Ἔχω μεγίστην ἀμφιβολίαν, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ οὐσιαστικῶς πλήρης συντακτικὴ ἐξουσιοδότησις πρὸς τμῆμα τῆς Βουλῆς. Νομίζω, ὅτι ἡ οὐσιαστικὴ συντακτικὴ ἐξουσιοδότησις ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς πρὸς ἕνα τμῆμα αὐτῆς ὀλιγομελές, ἀντίκειται πρὸς αὐτὴν τὴν ἔννοιαν τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας. Καὶ ὑπενθυμίζω, ὅτι, ὅταν πρὸ ἔτους καὶ πλέον, ἐπεράτωσεν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ τὰς ἐργασίας της καὶ ἤχθη εἰς τὸν τύπον σκέψις τοῦ τότε Προέδρου καὶ τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς καταρτισμὸν μιᾶς διμελοῦς ἐξ ὑπουργῶν Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐπεξεργαζομένη τὴν πρότασιν καὶ τὸ σχέδιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, θὰ ὑπέβαλεν ὁριστικὴν πρὸς τὸ Σῶμα πρότασιν, τότε σύσσωμος, μὲ ἐλαχίστας ἐξαιρέσεις, ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν μετεῖχον μέλη αὐτῆς τότε καὶ νῦν μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἠπείλησαν ὁμαδικὴν παραίτησιν, ἀπὸ τὸν τότε σχόντα τὴν πρωτοβουλίαν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ προηγουμένως εἷς τῶν ὁρισθέντων ὑπὸ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων παρητήθη καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Μεταφορῶν παρεμβάς, ἀνεκοίνωσεν ὅτι ἦτο ἀδύνατος ἡ, κατὰ τὴν διαδικασίαν τῶν κωδίκων ψήφισις τοῦ Συντάγματος. Ἤδη, ἀγόμεθα εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ γίνῃ δεκτὴ σχετικὴ κύρωσις ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς. Ἐὰν φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, ἡ εὐθύνη, βεβαίως, βαρύτατα φέρεται ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὄχι μόνον ἁπλῶς καὶ ἀπὸ μέρους αὐτῆς, διότι ἡ εὐθύνη κατὰ ἕνα σημαντικὸν ποσὸν κατανέμεται καὶ εἰς τὴν λοιπὴν πολιτικὴν ἡγεσίαν, ἡ ὁποία δὲν ὑπεβοήθησε τοὐλάχιστον τὰς ἐργασίας τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, μὲ τὴν ὑποβολὴν συγκεκριμένων Συνταγματικῶν μεταρρυθμίσεων. Ἤδη, τίθεται τὸ πρόβλημα, εἴτε ἐσπευσμένων συνταγματικῶν μεταρρυθμίσεων, τὰς ὁποίας καλούμεθα οὐσιαστικῶς ἄνευ συζητήσεως νὰ ψηφίσωμεν. Διότι ἐλέχθη μέν, ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι θὰ ἐπιτραπῇ, ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ καταρτισθησομένου Συντάγματος, συζήτησις, ἀλλὰ φυσικὰ ἡ ψήφισις θὰ εἶναι ἀποδοχὴ συνολικὴ ἢ ἀπόρριψις, δοθέντος ὅτι ἡ τοιαύτη συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ οὔτε τὴν ἔκτασιν ποὺ ἐπιβάλλεται νὰ λάβῃ, οὔτε δύναται νὰ διατεθῇ δι’ αὐτὴν ὁ χρόνος, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται, ἐὰν μάλιστα ἐφαρμοσθοῦν αἱ κατὰ τὸν Κανονισμὸν κείμεναι διατάξεις περὶ τοῦ ¼ κατ’ ἀνώτατον ὅριον συζητήσεις. Εἶναι καταφανές, ὅτι θὰ πρόκειται περὶ ἁπλῆς ἀποδοχῆς ἄνευ συζητήσεως. Δὲν γνωρίζω ποίαν σημασίαν ἀποδίδει ἡ Κυβέρνησις, ὅπως εἶπε προηγουμένως καὶ ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, εἰς τὴν ὑπὸ τοιούτους ὅρους ψήφισιν μεταρρυθμίσεων Συνταγματικῶν, δὲν ἠξεύρω ποίαν μαγικὴν ἀποδίδει εἰς τὴν ψήφισιν Συντάγματος κατὰ παρόμοιον τρόπον. Φοβοῦμαι ὅμως, ὅτι ζητοῦντες νὰ ἱκανοποιήσωμεν μίαν ἀξίωσιν, ἡ ὁποία θὰ μᾶς προβληθῇ αὔριον καὶ νὰ ἐκπληρώσωμεν ἕνα οὐσιαστικὸν καθῆκον, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸν τυπικόν, οὔτε τὸ καθῆκον μας ἐκπληροῦμεν, οὔτε τὴν οὐσιαστικὴν ἀνάγκην τηροῦμεν. Σύνταγμα, ψηφιζόμενον ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, ἄνευ οὐδεμιᾶς ψυχολογικῆς καὶ πνευματικῆς ἀκόμη προπαρασκευῆς τοῦ λαοῦ, διὰ νὰ ἀποδεχθῇ τὰς οἱασδήποτε μεταρρυθμίσεις, τὰς ὁποίας θὰ θελήσωμεν νὰ εἰσαγάγωμεν δι’ αὐτῶν, δὲν θὰ ἔχῃ μεγαλυτέραν σημασίαν, ἀπὸ οἱανδήποτε ἄλλην μεταρρύθμισιν, ἡ ὁποία δὲν στηρίζεται ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ βάθρου τῆς λαϊκῆς θελήσεως καὶ ἐγκρίσεως. Φοβοῦμαι, συνεπῶς, ὅτι οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ ἀπόφασις, εἴτε δώσωμεν μεταρρυθμίσεις διὰ τοῦ νέου Συντάγματος, καθ’ ὃν τρόπον προβλέπει ἡ Κυβέρνησις, εἴτε ὄχι, εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐξειλίχθησαν τὰ πράγματα, θὰ παραμείνῃ οὐσιαστικῶς ἐκκρεμὲς τὸ συνταγματικὸν ζήτημα καὶ ὅλοι οἱ συναφεῖς πρὸς αὐτὸ κίνδυνοι. Εὔχομαι νὰ διαψευσθῶ, φοβοῦμαι ὅμως ὅτι θὰ περατώσωμεν τὴν θητείαν μας ὡς Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, ὄχι διὰ νὰ δώσωμεν τὴν θέσιν εἰς μίαν ἄλλην τακτικὴν Βουλήν, ἡ ὁποία, λαμβάνουσα, εἴτε ἐκ τοῦ Συντάγματος τῆς προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν αὐτὸ τὸ δικαίωμα, εἴτε αὐτοδυνάμως, θὰ ἔλθῃ νὰ ἀναπληρώσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς δὲν θὰ πράξωμεν. Ὑπὸ τὴν σκέψιν αὐτήν, καὶ ἐν μέρει μὲ ἐπρόλαβεν ὁ κ. Καλλίας, νομίζω ὅτι ἀντὶ νὰ ζητῶμεν νὰ εἰσαγάγωμεν μεταρρυθμίσεις, διότι ἐλέχθη ὅτι θὰ εἶναι χρεωκοπία τῆς παρούσης Βουλῆς, ἐὰν δὲν μεταρρυθμίσῃ δεόντως τὸ Σύνταγμα, σύμφωνα μὲ τὰς νεωτέρας τάσεις καὶ περίπου ἐπανελήφθη, πρὸ ὀλίγου, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ αὐτὴ ἡ ἀντίληψις, φοβοῦμαι ὅτι ἀντὶ νὰ ζητοῦμεν μεταρρυθμίσεις ἀώρους, διὰ τὰς ὁποίας δὲν εἶναι προπαρασκευασμένη οὔτε ἡ Βουλή, διὰ νὰ τὰς ἀποδεχθῇ, ὡς ἀπέδειξεν ἡ ἀντίδρασίς της εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ σχεδίου Συντάγματος, τοῦ συνταχθέντος ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, οὔτε καὶ ἡ κοινὴ γνώμη, διότι διὰ τῶν ἐκλογῶν ἓν καὶ μόνον συνταγματικὸν ζήτημα ἐτέθη, ἡ ἐπάνοδος τοῦ Βασιλέως καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐλύθη διὰ τῆς ψήφου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οὐδεμία ἀνάπτυξις συνταγματικῶν μεταρρυθμίσεων ἐγένετο κατὰ τὰς ἐκλογάς, πλὴν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀνακοινώσει πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν ἀπετέλεσεν ἀντικείμενον τῆς ἐκλογικῆς του ἐκστρατείας, ἀντὶ νὰ ζητῶμεν μεταρρυθμίσεις, εἶναι προτιμότερον νὰ σταθῶμεν προσωρινῶς εἰς τὸ γνώριμον ἔδαφος τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ἐπιφέροντες ἐλαχίστας, δύο, τριῶν, τεσσάρων ἄρθρων, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας ἀμέσως, μεταρρυθμίσεις, ἔχοντες τὸ πλεονέκτημα εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ὅτι διατηροῦμεν ἕνα Σύνταγμα καθιερωμένον ἐκ παραδόσεως, τὸ ὁποῖον ἔχει εἰσέλθει εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν πιστεύω, ὅτι πρέπει νὰ εἶναι τὸ ὁριστικὸν κείμενον, τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Πιστεύω εἰς τὴν ἀνάγκην μεταρρυθμίσεων βαθυτάτων, μεταρρυθμίσεων, τὰς ὁποίας δὲν ἤκουσα νὰ ἐκτίθενται οὔτε εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τρία καὶ πλέον ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα συνειργάσθην μετ’ αὐτῆς, οὔτε ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, δοθέντος ὅτι ἡ μοναδικὴ ριζικὴ μεταρρύθμισις, ἡ ὑποστηριχθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ καὶ ἀφορῶσα τὴν μεταβολὴν τοῦ συστήματος τῆς κοινοβουλευτικῆς εἰς Προεδρικὴν Κυβέρνησιν, αὐτὴ ἡ μεταβολὴ οὐδὲ κἂν ὑπεστηρίχθη διὰ νὰ προηγηθῇ συζήτησις. Δὲν νομίζω, συνεπῶς, ὅτι καλύπτει τίποτε ἡ, καθ’ ὃν τρόπον ἐπιδιώκεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τροποποίησις καὶ μεταρρύθμισις τοῦ Συντάγματος. Θὰ ἐπρότεινον, λοιπόν, συνεπὴς πρὸς πρότασιν καὶ προσπάθειαν τὴν ὁποίαν κατέβαλον ἀπὸ πέρυσιν ἀκριβῶς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἡ ὁποία δὲν ἐτελεσφόρησε, νὰ ἐδέχετο ἡ Κυβέρνησις, κατὰ τὰς ὀλίγας ὥρας, αἱ ὁποῖαι μᾶς χωρίζουν ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ ψηφίσματός της, νὰ ἐδέχετο τὴν ἑξῆς λύσιν: Ἐπιδιώκομεν ἀπὸ πέρυσι, χωρὶς νὰ καταστῇ τοῦτο δυνατόν, νὰ ψηφισθοῦν ὁμαδικῶς αἱ μὴ ἀναθεωρητέαι διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ ἐνῷ μέλη ἀγαπητὰ τῆς Κυβερνήσεως ὠλοφείροντο καὶ ἔτιλλον τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς των, διότι δὲν θὰ ἠκούετο καὶ ἐπὶ τῶν μὴ ἀναθεωρητέων διατάξεων ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, σήμερον προτείνω τὴν κατὰ τὸ σύστημα τῶν κωδίκων ψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Ἀντ’ αὐτοῦ καὶ πρὸς ἀποφυγὴν τῶν κινδύνων τῶν συζητήσεων, νομίζω, ὅτι σχετικὴ διατύπωσις τοῦ ψηφίσματος θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ ὡς ἑξῆς: Ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ προτείνῃ μὲν τὰ μεταρρυθμιστέα ἄρθρα, ἐπὶ δὲ τῶν μὴ περιλαμβανομένων ὡς μεταρρυθμιστέων ἄρθρων νὰ μὴ γίνῃ οὐδεμία συζήτησις, οὐδὲ κἂν ψηφοφορία, θεωρουμένων τούτων ὡς μὴ ἀναθεωρητέων καὶ αὐτομάτως ἰσχυόντων ἐκ τοῦ παρόντος ψηφίσματος. Δηλαδή, διὰ τοῦ ψηφίσματος νὰ εἴπωμεν ὅτι ἄρθρα μὴ ἀναθεωρούμενα ὑπὸ τῆς προβλεπομένης Ἐπιτροπῆς, ἐξακολουθοῦν ἰσχύοντα καὶ μέχρι σήμερον καὶ οὐδεμιᾶς χρήζουν συζητήσεως ἢ ἀποφάσεως. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἀποκλείεται συζήτησις, παρακάμπτομεν τὴν ὁμαδικὴν συζήτησιν καὶ θὰ παραμείνουν 2 ἢ 3 ἄρθρα, τῶν ὁποίων ὄντως δύναται νὰ γίνῃ μεταρρύθμισις.
§245Δ. ΡΕΔΙΑΔΗΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου θὰ ἐπεκταθῇ τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον νομίζουν μερικοὶ τῶν συναδέλφων ὅτι ἀπειλεῖται διὰ τῆς κυβερνητικῆς προτάσεως; Διότι, ἐὰν εἴπωμεν ἀπὸ τώρα ὅτι δίδομεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν ἐξουσιοδότησιν νὰ μεταρρυθμίσῃ ὡρισμένα ἄρθρα, ἐκ τῶν προτέρων ἡμεῖς ἐγκρίνομεν τὰ ὑπολειπόμενα καὶ λέγομεν ἀπὸ τοῦδε, ὅτι ἀποτελοῦν τὸ νέον Σύνταγμα τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι αὐτὸ ἐπικινδυνωδέστερον ἀπὸ τὸ ἄλλο;
§246Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Ἐὰν εἶχε συγκληθῇ κανονικῶς ἡ παροῦσα συνέλευσις, διὰ νὰ προβῇ εἰς μεταρρύθμισιν τοῦ Συντάγματος, βάσει τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος, θὰ ἔδῃ νὰ εἶχον καθορισθῆ αὐταὶ αἱ ἀναθεωρητέαι διατάξεις. Διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ, προβαίνομεν μεθυστέρως εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων, ἀφήνοντες ἐν ἰσχύϊ ὅλας τὰς λοιπάς. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν κάμω, ὄχι διότι μὲ ἱκανοποιεῖ...
§247Δ. ΡΕΔΙΑΔΗΣ. Τὰς ὁποίας ἀπὸ σήμερον δὲν ἠξεύρομεν ποῖαι θὰ εἶναι, διότι αἱ λοιπαὶ ἐξαρτῶνται ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας θὰ κρίνῃ ἡ Ἐπιτροπὴ ὡς ἀναθεωρητέας.
§248Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Στρατιωτικῶν). Διὰ τῆς μεθόδου τοῦ κ. Καλλία, ἐπιφυλάσσεται εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίσῃ ἐκείνας τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας θὰ κρίνῃ ἀναθεωρητέας ἡ Ἐπιτροπή.
§249Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ὄχι. Τοιοῦτος κίνδυνος δὲν ὑφίσταται, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ ἀποφανθῇ ἁπλῶς περὶ τοῦ ποῖαι διατάξεις τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος τοῦ 1911 δὲν εἶναι μεταρρυθμιστέαι καὶ ποῖα ἄρθρου αὐτοῦ, συνεπῶς, θὰ ἐξακολουθήσουν ἰσχύοντα, ὡς μέχρι τοῦδε. Δὲν πρόκειται ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νέας Συνταγματικὰς διατάξεις, ἀφοῦ, ἄλλως τε, καὶ αἱ προτάσεις αὐτῆς περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων θὰ τεθοῦν ὑπὸ τὴν ψῆφον τοῦ Σώματος. Κατ’ οὐσίαν, συνεπῶς, διὰ τῆς ὑπ’ ἐμοῦ προτεινομένης διαδικασίας ταύτης, θὰ γίνῃ μεθυστέρως, ὅτι θὰ εἶχεν ἤδη λάβει χώραν, ἐὰν ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος συνετελεῖτο κανονικῶς, βάσει τοῦ ἄρθρου 108 αὐτοῦ, ὁπότε αἱ ἀναθεωρητέαι διατάξεις θὰ εἶχον ὁρισθῆ ὑπὸ τῆς προκατόχου Βουλῆς. Ὅ,τι δὲν ἐγένετο, συνεπῶς, ἐκ τῶν προτέρων, λόγῳ τῶν εἰδικῶν συνθηκῶν ὑφ’ ἃς ἐκλήθη ἡ παροῦσα Βουλή, θὰ κληθῇ νὰ τὸ πράξῃ ἡ ὑπὸ τοῦ ψηφίσματος προβλεπομένη Ἐπιτροπή. Καὶ ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ψηφίσματος, τοῦ ἀφορῶντος τὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν. Ἐπιθυμῶ, ἐν προκειμένῳ, νὰ ἐπισημάνω τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον ἐνδέχεται νὰ δημιουργήσῃ ἡ ἐκ τῶν ὑστέρων γενομένη εἰς αὐτὸ προσθήκη, διὰ τῆς ὁποίας ἐξουσιοδοτεῖται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκδίδῃ ἀναγκαστικοὺς νόμους, πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ σχεδίου Μάρσαλ. Οἱ Πολιτικοὶ Ἀρχηγοί, φαίνεται νὰ ἔδωσαν τὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου συγκατάθεσίν των, αὕτη ὅμως δὲν μεταβάλλει τὰ πράγματα. Οὐδείς, ἀσφαλῶς διανοεῖται νὰ προβάλῃ οἱονδήποτε ἐμπόδιον εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματος Ἀμερικανικῆς Βοηθείας. Ἡ Κυβέρνησις, ὅμως, συνηθίζει νὰ ἐπωφελῆται τῆς κυρώσεως τῶν σχετικῶν συμβάσεων καὶ διὰ τῶν κυρωτικῶν νόμων νὰ εἰσάγῃ διατάξεις ἀσχέτους πρὸς τὰς κυρουμένας συμβάσεις καὶ συχνὰ προωρισμένας νὰ ἐπιφέρουν σοβαρὰς διαταραχάς, εἰς τὴν ὅλην οἰκονομικὴν ζωὴν τῆς Χώρας. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, συγκεκριμένως, τὴν σύμβασιν «περὶ χορηγήσεως βιομηχανικῶν καὶ γεωργικῶν δανείων», διὰ τῆς ὁποίας καθιεροῦται ὅτι ἡ χορήγησις τῶν γεωργικῶν δανείων θὰ γίνεται ἐφεξῆς εἰς δολλάρια. Καί, ὡς νὰ μὴ ἔφθανε τοῦτο, διὰ τοῦ κυρωτικοῦ νόμου παρέχεται εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸ δικαίωμα ν’ ἀναστείλῃ τὴν ἐξόφλησιν τῶν δανείων, ἐνῷ ἁπλούστατα θὰ ἠδύνατο νὰ ὁρισθῇ ἡ ὑποχρέωσις τῶν ὀφειλετῶν πρὸς ἐξόφλησιν εἰς τὴν ἑκάστοτε τιμὴν τοῦ δολλαρίου εἰς δραχμάς. Διὰ τὴν παροχήν, γενικώτερον, νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, δὲν θὰ ὑπῆρχε κατ’ ἀρχὴν ἀντίρρησις, ἐὰν αἱ διακοπαὶ δὲν προεβλέποντο πέραν τῆς 30ῆς Σεπτεμβρίου καὶ ἰδίως ἐὰν δὲν ἦτο ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τῶν ἐπὶ κατοχῆς ἀγοραπωλησιῶν, τὸ ὁποῖον παραπέμπεται πρὸς ἐπίλυσιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως. Διαφωνῶ, βασικῶς, εἰς τὴν παραπομπήν του εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, διότι πιστεύω ὅτι κοινωνικὸν ζήτημα τοιαύτης ἐκτάσεως, ὤφειλε νὰ ἔλθῃ ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς καὶ νὰ λυθῇ ἀπ’ εὐθείας ὑπ’ αὐτῆς. Γνωρίζω τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐν προκειμένῳ, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν κατέληξεν, ὄχι διότι ἤθελε ν’ ἀποφύγῃ τὴν συζήτησίν του ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος, ἀλλὰ διότι πιστεύει ὅτι διὰ τῆς Ἐπιτροπῆς θὰ εἶναι εὐχερεστέρα ἡ λύσις του. Χωρὶς ν’ ἀμφισβητῶ καθόλου τὴν εἰλικρίνειαν τῶν προθέσεών του, νομίζω, ὅτι σφάλλεται εἰς τὰς ἐλπίδας του καὶ διαπράττεται σφάλμα σοβαρόν. Ἀνεξαρτήτως ἄλλων σοβαρῶν λόγων, ποὺ ἀνεπτύχθησαν ἤδη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἶναι ἄτοπον καὶ ἐπικίνδυνον ἡ λύσις ἑνὸς κοινωνικοῦ ζητήματος τοιαύτης ἐκτάσεως νὰ ἐξαρτηθῇ ἀπὸ τὴν συμπτωματικὴν πλειοψηφίαν, ποὺ ἐνδέχεται νὰ σχηματισθῇ εἰς μίαν τριακονταμελῆ ἢ τεσσαρακονταμελῆ Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία πρὸς τοῖς ἄλλοις, δὲν θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ βαστάσῃ εἰς τοὺς ὤμους της τὸ βάρος ὅλων τῶν ἀντιθέσεων, τῶν συγκρουομένων τεραστίων συμφερόντων καὶ τῶν ἐπιθέσεων τῶν ἀντιπάλων ὁμάδων. Ἡ διεξαχθεῖσα χθὲς ἐνταῦθα συζήτησις, ἀπεκάλυψεν ἀκριβῶς μίαν ἄλλην πλευρὰν τοῦ ζητήματος τούτου, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἡ ὀλιγώτερον σοβαρά. Ἡ καθυστέρησις τῆς ἐπιλύσεώς του, κατέστησε τὸ ζήτημα τῶν ἀγοραπωλησιῶν ἐπὶ Κατοχῆς εἰς συνεχῶς ἐπεκτεινομένην γάγγραιναν, ἡ ὁποία τείνει νὰ δηλητηριάσῃ τὸν ὅλον κοινωνικόν μας ὀργανισμὸν καὶ νὰ ἀσκήσῃ ἐπιβλαβῆ γενικωτέραν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς ὅλης πολιτικῆς μας ζωῆς. Καὶ ἡ ἄποψις αὐτή, τοῦ ἠθικοῦ κλονισμοῦ, τὸν ὁποῖον κατ’ ἀντανάκλασιν καὶ διὰ τῆς παρατάσεως τῆς σημερινῆς ἀοριστίας κινδυνεύει νὰ ὑποστῇ ὁ πολιτικὸς κόσμος, ὀφείλει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ σοβαρῶς. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Εὐβοίας, ὁ ὁποῖος ἀνεκίνησε καὶ ἐπεσήμαινεν εἰδικώτερον τὴν πλευρὰν αὐτὴν τοῦ ζητήματος, εὑρίσκετο ἐν δικαίῳ. Ἔχω ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ πνεῦμα τῆς ἠθικῆς ἀνωτερότητος, ποὺ ἐπικρατεῖ εἰς τὸ Σῶμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνώτερον πάσης διαβολῆς. Ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης γνωστόν, ποίαν χαλάρωσιν ὑπέστη ἀπὸ τοῦ πολέμου τὸ αἴσθημα τῆς ἠθικῆς ἀντιστάσεως εἰς ὡρισμένας κατηγορίας τοῦ πληθυσμοῦ. Καὶ γνωρίζομεν ὅλοι, πόσα διαδίδονται ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Καὶ εἶναι γνωστόν, πόσον εὔκολον ὅπλον εἶναι ἡ συκοφαντία, πόσον καχύποπτος καὶ φιλοκατήγορος εἶναι ὁ Ἕλλην. Πῶς εἶναι δυνατόν, ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, νὰ μετατοπίσωμεν τὸ βάρος ὅλης τῆς εὐθύνης εἰς τοὺς ὤμους 30 ἢ 40 ἀτόμων ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τῶν ὁποίων θὰ ἐξαρτηθῇ ἡ τύχη 350 χιλιάδων περίπου οἰκογενειῶν; Καὶ πῶς εἶναι δυνατόν, νὰ ἐξαρτηθῇ ἡ τύχη αὐτῶν ἀπὸ τὴν συμπτωματικὴν πλειοψηφίαν, μιᾶς ἢ δύο ψήφων; Ποῖον κῦρος θέλετε νὰ ἔχῃ εἰς τὰ μάτια τῆς Κοινῆς Γνώμης μία ἀπόφασις, ἡ ὁποία θὰ ἐλαμβάνετο ὑπὸ παρομοίας συνθήκας; Ὅσα συνέβησαν εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ψηφίσματος τῶν ἀγοραπωλησιῶν, δὲν εἶναι ἀρκετὰ διὰ νὰ σᾶς πείσουν περὶ τῶν κινδύνων, ποὺ παρουσιάζει ἡ προσφυγὴ εἰς νέαν Ἐπιτροπήν; Ἀλλ’ ἐὰν κατέληξεν εἰς ἀδιέξοδον ἡ συζήτησις τοῦ ψηφίσματος εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ὅπου, ἐν τούτοις, συνεργαζόμεθα ἁρμονικῶς ἐπὶ τρία καὶ πλέον ἔτη, ὅπου εἶχον ἀναπτυχθῆ δεσμοὶ φιλίας καὶ ἐκτιμήσεως καὶ ὅπου, ἐν τούτοις, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν πλειοψηφίαν, ἠναγκάσθημεν ν’ ἀποχωρήσωμεν, διότι διὰ μιᾶς ἐντελῶς τυχαίας πλειοψηφίας μιᾶς ψήφου ἐλήφθη ἀπόφασις, ἀνατρέπουσα τὴν βάσιν τοῦ ψηφίσματος, ἡ ὁποία, ἐν τούτοις, εἶχε προγενεστέρως ἐγκριθῆ διὰ ψήφων 19 ἐναντίον 7 καὶ 5 ἀποχῶν, ἐὰν αὐτὰ συνέβησαν ἐκεῖ, διατὶ ἀποκλείεται νὰ συμβοῦν καὶ εἰς τὴν νέαν Ἐπιτροπήν; Καὶ ἐδῶ ἐπιθυμῶ νὰ κάμω μίαν παρένθεσιν, διότι φοβοῦμαι ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠδίκησε προχθὲς τὸν Πρόεδρον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀμφισβητήσας τὴν ἀμεροληψίαν του καὶ φοβοῦμαι ὅτι καὶ ἐγὼ τὸν ἐλύπησα, διὰ μιᾶς διακοπῆς μου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἀποχωρήσεώς μας ἀπ’ αὐτῆς, εἶχε καταβάλει κάθε προσπάθειαν, διὰ τὴν ἀμερόληπτον διεύθυνσιν τῶν ἐργασιῶν της. Ἀλλ’ ὅταν οἱ ἀποτελοῦντες τὴν σταθερὰν πλειοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς, εὑρέθημεν, συμπτωματικῶς, τὸ ἐπαναλαμβάνω, πρὸ τῆς προαναφερθείσης ἀποφάσεως τῆς ἀνατρεπούσης τὴν βάσιν τοῦ ψηφίσματος, ἐθεωρήσαμεν ὑποχρέωσίν μας —ἐκ σεβασμοῦ, ἀκριβῶς, πρὸς τὴν ληφθεῖσαν ἀπόφασιν— ν’ ἀποχωρήσωμεν. Τί τὸ παράδοξον, ἐὰν κατόπιν τούτου, ὁ Πρόεδρος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς συνέχισεν ὑποστηρίζων τὰς ἀπόψεις, τὰς ὁποίας ἤδη μετὰ παρρησίας εἶχεν ἐκθέσει; Πῶς δὲν ἐδιδάχθητε, κύριε ὑπουργέ, ἀπὸ τὰ γεγονότα αὐτὰ καὶ δὲν ἐσημειώσατε μίαν ὁμολογίαν τοῦ Προέδρου τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, τὸν ὁποῖον ἀναγνωρίζω ὅτι ἠδικήσατε καὶ τὸν ἠδίκησα καὶ ἐγώ, διότι τὸν παρουσιάσαμεν μεροληπτοῦντα, ἐνῷ ἡ ἀλήθεια δὲν ἦτο αὐτὴ μέχρι, τοὐλάχιστον, τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπεχώρησα καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ὅλοι μας διεπιστώσαμεν προσπάθειαν ἀμερολήπτου διευθύνσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Κατόπιν τί ἔγινεν; Ἁπλούστατα, τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑποστηρίξει μὲ θάρρος ὁ Πρόεδρος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐφ’ ὅσον τοῦ παρείχετο ἡ εὐκαιρία, ἐζήτησε νὰ τὴν ἐφαρμόσῃ διὰ μέσῳ τῶν ἀπομεινάντων μελῶν. Ἀλλά, κ. ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι δυνατὸν ὑπ’ αὐτὰς τὰς συνθήκας, νὰ λειτουργήσῃ οἱαδήποτε Ἐπιτροπὴ καὶ νὰ ἐξαρτηθῇ ἡ λύσις ἑνὸς τόσης μεγάλης ὁλκῆς οἰκονομικοῦ προβλήματος, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαρτηθῇ ἡ Α ἢ Β λύσις ἀπὸ τὴν σύνθεσιν, τὴν ὁποίαν σεῖς καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος καὶ ἄλλοι ὑπουργοί, θὰ δώσουν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Ἐξουσιοδοτήσεως; Καὶ ἔχετε ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ ὑποστηριχθὲν καὶ σήμερον καὶ ἄλλοτε ὅτι ὄντως τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἔχετε καταθέσει ἀποτελεῖ τὴν συνισταμένην τῆς κυβερνητικῆς πολιτικῆς καὶ ὅτι θὰ τύχῃ ὑποστηρίξεως κομματικῆς εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν διὰ τῆς κυβερνητικῆς ψήφου, ὥστε νὰ ἐπιβληθῇ; Διότι, ἐὰν πράγματι εἶναι εἰλικρινὴς ἡ κυβερνητικὴ συνεργασία καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, τότε πῶς ἐξηγεῖται τὸ φαινόμενον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπου ἐν τούτοις δὲν ὑπῆρξεν ὁμαδικὴ ψῆφος κομματικὴ ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ ἄλλης ἀπόψεως, ἀλλὰ παρετηρήθη, ἀντιθέτως, τοῦτο, ὅτι μέλη ἀπὸ τὰ περισσότερον ἐκτιμώμενα τῆς Ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα προσεπάθησαν πρὸς στιγμὴν νὰ ἔχουν διάφορον ἄποψιν τῆς ἐπισήμου ἀπόψεως, ὑπέστησαν ἐπιρροὴν προσωπικὴν καὶ ἐντὸς τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ μεταβάλουν ἀπόψεις καὶ ἐκεῖ εὑρίσκεται ἀπὸ 3½ ἐτῶν τὸ ζήτημα.
§250Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔκαμον ἔκκλησιν πρὸς τὴν πειθαρχίαν τοῦ Κόμματος.
§251Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Πῶς θέλετε, κ. ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἔχῃ ἀνεξάρτητον γνώμην ὁ διοριζόμενος δι’ ἀποφάσεως τοῦ ἀρχηγοῦ του, καθ’ ἣν στιγμὴν θ’ ἀποφασίσῃ...
§252Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν βλέπω, ποία ἡ διαφορά.
§253Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπατε, ὅτι ἀμφιβάλλετε, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιβληθῇ καὶ ἐὰν θὰ ὑπερισχύσῃ τὸ σχέδιον.
§254Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ἀμφιβάλλω, ἐὰν εἰλικρινῶς τὸ σχέδιον τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ἀποτελῇ πράγματι τὴν συνισταμένην τῆς κυβερνητικῆς πολιτικῆς.
§255Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα τοῦτο, πρέπει νὰ πειθαρχήσουν καὶ οἱ φίλοι τῶν κομμάτων εἰς τὰς ἀπόψεις τῶν Ἀρχηγῶν, τοῦτο ὅμως τὸ κατηγορεῖτε.
§256Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Δὲν κατηγορῶ αὐτό. Εἶπον, ὅτι ἔχω λόγον ν’ ἀμφιβάλω διὰ τὴν ὕπαρξιν τῆς εἰλικρινοῦς αὐτῆς ὁμοφωνίας, διότι εἶδον ἀκριβῶς τὴν ἀσκηθεῖσαν κομματικὴν πίεσιν εἰς μέλη, διατεθειμένα νὰ ψηφίσουν τὸ σχέδιον καὶ ψηφίσαντα τὸ σχέδιον καὶ τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν τὴν κομματικὴν πίεσιν κατόπιν.
§257Δ. ΜΠΕΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ θὰ ψηφίσουν καὶ ἐδῶ.
§258Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ἐδῶ ἰσχύει ὁ νόμος τῶν μεγάλων ἀριθμῶν. Δὲν εἶναι ἐδῶ μιᾶς ψήφου διαφορά, ποῦ θὰ λύσῃ τὸ πρόβλημα. Θὰ εἶναι αἱ αὐταὶ συνθῆκαι εἰς μίαν Ἐπιτροπήν, ποὺ εὑρίσκεται εἰς νόμιμον ἀπαρτίαν 20 μελῶν καὶ λαμβάνει ἀποφάσεις μὲ 13 ψήφους; Ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει, ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ὡς κυριάρχου Σώματος, θὰ εἶναι σεβαστή. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, νομίζω, ὅτι θ’ ἀποτελέσῃ σφάλμα ἡ παραπομπὴ τοῦ ζητήματος εἰς Ἐπιτροπήν, διότι καὶ ἡ τυχὸν ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἡ σύμφωνος πρὸς τὴν ἄποψιν τῆς Ἐπιτροπῆς ἔκδοσις σχετικοῦ ψηφίσματος, ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, δὲν θὰ ἐπιλύσουν κἂν ἔστω καὶ προσωρινῶς τὸ ζήτημα, διότι, λόγῳ τῆς φύσεως τοῦ ζητήματος, ὁ ἀγὼν δὲν θὰ ἐγκαταλειφθῇ καὶ θὰ φθάσωμεν, κύριε ὑπουργέ, φοβοῦμαι πολύ, εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν μὲ σύνθημα «πωλήσαντες» καὶ «ἀγοράσαντες» καὶ θὰ ἔχωμεν μίαν ἐπὶ πλέον περιπλοκὴν ἑνὸς ψηφίσματος μὴ ἐφαρμοζομένου, τὸ ὁποῖον θ’ ἀποτελέσῃ ἓν ἔναυσμα κοινωνικῆς ἀναταραχῆς.
§259Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐὰν ἀντιλαμβάνωμαι καλῶς ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ διακοπῶν, προτείνετε τὴν ἀναβολὴν μέχρι Νοεμβρίου, ὁπότε 360 συνάδελφοι εἰς τὴν Βουλὴν διαδοχικῶς θὰ λάβουν τὸν λόγον. Δύνασθε νὰ μοῦ προβλέψετε τὴν λῆξιν τοῦ ζητήματος, ἐντὸς τῆς περιόδου; Καὶ οἱ φόβοι σας, δὲν πολλαπλασιάζονται;
§260Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Θὰ προτιμοῦσα νὰ παρατείνωνται αἱ ἐργασίαι καὶ νὰ ἤρχετο ἀπ’ εὐθείας τὸ ψήφισμα εἰς τὴν Βουλήν. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἡ Κυβέρνησις καὶ σεῖς ὑπευθύνως νομίζετε ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, προτιμῶ, εἴτε τὴν ἀναβολὴν μέχρι τῆς νέας συγκλήσεως τῆς Βουλῆς ἢ ἂν θέλετε, ἀναλάβατε ἀνδρικῶς τὰς εὐθύνας (ἡ κυβέρνησις ἐννοεῖται καὶ ὄχι σεῖς προσωπικῶς) καὶ προσθέσατε μίαν φράσιν μαζὶ μὲ τοὺς νόμους τοῦ σχεδίου Μάρσαλ νὰ περιλάβητε καὶ τὸ ψήφισμα αὐτό. Τότε θὰ ἔχωμεν τὰ 30 μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὰ ὁποῖα εἶναι βουλευταὶ καὶ ὑπουργοὶ ὑπεύθυνοι καὶ οἱ ὁποῖοι μᾶς παρέχουν περισσότερα ἐχέγγυα, διότι καὶ ἐὰν ὑπάρξουν μεταξὺ των διαφοραί, εἶναι εὐχερέστερον αἱ διαφοραὶ αὐταὶ ν’ ἀρθοῦν.
§261Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Εἶναι μονόπλευρος, ἡ λύσις αὐτή.
§262Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Λέγω, ὅτι πρὸ τῆς ἐπιζημίου λύσεως τῆς 30μελοῦς Ἐπιτροπῆς καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ φέρῃ πρὸς λύσιν τὸ ζήτημα τῶν ἀγοραπωλησιῶν εἰς τὴν Βουλήν, ἂς τὸ λύσῃ ἡ ἰδία, ὑπὸ ἰδίαν της εὐθύνην, διότι ἐὰν δὲν τὸ κάμῃ, ἡ Κυβέρνησις ποὺ θὰ τὴν διαδεχθῇ κάποτε, θὰ τὸ κάμῃ ἐκείνη.
§263Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐὰν ἡ πρότασίς σας τυγχάνῃ τῆς ἐπιδοκιμασίας τοῦ Σώματος, θὰ ἤμην ἀπολύτως σύμφωνος νὰ τὴν ἀποδεχθῶ, ἀλλὰ εἶναι ζήτημα ἐπιδοκιμασίας τοῦ Σώματος.
§264Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ἐὰν εἶχον τὴν δύναμιν αὐτήν, θὰ τὴν εἶχον ὑποβάλει πρὸ τριετίας καὶ δὲν θὰ συζητούσαμεν τὴν στιγμὴν αὐτήν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριε ὑπουργέ, εὔχομαι νὰ διαψευσθῶ ἐγὼ καὶ νὰ βγῆτε σεῖς ἀληθής, διότι πιστεύω εἰς τὴν εἰλικρίνειαν τοῦ ἐνδιαφέροντός σας.
§265Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἔχετε κάτι ἄλλο νὰ προτείνητε αὐτὴν τὴν στιγμήν; Διότι ἐφθάσαμεν εἰς τὸ τέλος τῆς συζητήσεως.
§266Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Σᾶς εἶπον, ἐγὼ δὲν εἶμαι Κυβέρνησις, οὔτε κἂν πλειοψηφία, μὴ ἀνήκων δὲ καὶ εἰς κόμμα, δὲν ἔχω τὴν ὑποστήριξιν, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ εὕρῃ ἕνας ἄλλος. Σᾶς εἶπον, ὅτι θὰ ἐπροτίμων νὰ ἤρχετο, παρατεινομένων τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, νὰ ἤρχετο ἐδῶ τὸ ψήφισμα περὶ ἀγοραπωλησιῶν. Ἐφ’ ὅσον κρίνετε τοῦτο σεῖς ἀδύνατον, προτιμῶ τὴν παραπομπὴν πάλιν εἰς τὴν Βουλήν, μετὰ τὸ τέλος τῶν διακοπῶν τῶν θερινῶν. Κύριοι βουλευταί, ἡ μοῖρα τῆς σημερινῆς Βουλῆς εἶναι κάπως δυσάρεστος, εἶναι τραγική. Ἐκλήθημεν νὰ καθορίσωμεν μίαν κατάστασιν καὶ εὑρέθημεν πρὸ νέων γεγονότων καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι διὰ παράγοντας καὶ λόγους, οἱ ὁποῖοι σᾶς εἶναι γνωστοί, ὅτι θὰ παραδώσωμεν ἄλυτα πολὺ περισσότερα προβλήματα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρελάβομεν ἡμεῖς. Εὔχομαι ὁ χρόνος, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀπομένει ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα, νὰ τύχῃ κάποιας καλυτέρας χρησιμοποιήσεως, διότι διαφορετικὰ δὲν βλέπω τόσον εὐοίωνον τὴν ἐξέλιξιν ἀπὸ ἀπόψεως λαϊκῆς ψυχολογίας καὶ λαϊκῶν μελλοντικῶν ἀποφάσεων. (Χειροκροτήματα).
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Πιπιλιάγκας, ἔχει τὸν λόγον.
§268Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἀνταποκρινόμενος εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τῶν ἐλαχίστων ἐναπομεινάντων συναδέλφων καὶ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, θὰ εἶμαι ὄχι ἁπλῶς σύντομος, ἀλλὰ συντομώτατος, οὕτως ὥστε νὰ μὴ γίνω ἀφορμὴ νὰ γογγύσουν καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὀλίγοι, οἱ ὁποῖοι ἔμειναν διὰ νὰ μὲ ἀκούσουν. Εἰσέρχομαι ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ θέμα. Ἡ βάσις, ἡ κυρία, τοῦ ψηφίσματος, εἶναι ἡ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Διὰ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος ἐξεδηλώθη σχεδὸν ὁμόφωνος ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς καὶ τῆς κυβερνητικῆς παρατάξεως καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ὑπῆρξεν ὅμως μία ἀντίθεσις εἰς ὡρισμένα σημεῖα καὶ ἡ ἀντίθεσις αὐτὴ εἶναι ἡ ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐκδηλωθεῖσα ἐπιθυμία, ὅπως ὁ μὲν χρόνος τῶν διακοπῶν περιορισθῇ εἰς τὴν 1ην Ὀκτωβρίου, δύο δὲ ἐκ τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἤδη κατατεθειμένα εἰς τὴν Βουλήν, μὴ παραπεμφθοῦν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως. Τὰ νομοθετήματα ταῦτα εἶναι τὸ πολυθρύλητον ψήφισμα τῶν ἀγοραπωλησιῶν ἀκινήτων ἐπὶ κατοχῆς καὶ τὸ περὶ τηλεπικοινωνιῶν.
§269Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Προτείνετε νὰ γίνῃ ἔναρξις τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, μετὰ τὴν συζήτησιν τῶν ζητημάτων αὐτῶν;
§270Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Τὴν πρότασιν αὐτὴν ἔκαμεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, ὁ ὁποῖος ἐπρότεινεν ὅπως ἡ Βουλὴ μὴ διακόψῃ αὔριον, ἀλλὰ διακόψῃ μετὰ πάροδον 8–10 ἡμερῶν, ἵνα κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο κατορθώσῃ νὰ συζητήσῃ τὴν ἀρχὴν τοῦ ψηφίσματος.
§271Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὅταν γίνῃ ἡ ἀρχὴ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ νομοθετήματος, εἶναι καὶ τὸ τέλος.
§272Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Αὐτὴν τὴν πρότασιν τὴν ἔκαμε προχθὲς ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Σοσιαλιστικοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος, ὀρθῶς δὲ ἀπαντῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶπεν ὅτι, ἐὰν γίνῃ ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις, εἶναι ὡσὰν νὰ περατοῦται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος καί, κατὰ συνέπειαν, δὲν πρόκειται νὰ σταματήσωμεν ἐκεῖ, ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ μὴ τὸ παραπέμψωμεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἀναγκάζει νὰ μὴ συμφωνῶ μὲ τὴν πρότασιν τῆς παρατάσεως τῶν ἐργασιῶν ἐπὶ 10ήμερον, εἶναι ὅτι κατώρθωσε τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τὰ ψυκτικὰ μηχανήματα νὰ τὰ ἀντικαταστήσῃ μὲ ψηστικὰ μηχανήματα. Ἔτσι δέ, ὅπως κατήντησεν ἡ αἴθουσα αὐτή, εἶναι ζήτημα, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς ἐπιτρέπῃ νὰ σκεφθῶμεν πράγματι λογικῶς διὰ νὰ ἐπιλύσωμεν τὸ πολυθρύλητον ζήτημα τῶν ἀγοραπωλησιῶν. Διὰ τὸν λόγον αὐτόν, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶναι ἀποῦσα καὶ εἰς τὴν ὁποίαν θὰ μεταβιβάσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν αἴτησίν μας αὐτήν, ἐφ’ ὅσον ὅλα τὰ κόμματα τῆς ἀντιπολιτεύσεως προβάλλουν μίαν ἀξίωσιν καὶ λέγουν ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον τὸ ζήτημα τῶν ἀγοραπωλησιῶν νὰ λυθῇ τάχιστα καὶ νὰ μὴ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, ἀλλὰ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Σώματος, ἡ Κυβέρνησις, λέγω, διατὶ τάχα νὰ μὴ δεχθῇ τὴν προτεινομένην λύσιν; Διότι εἶναι ὡσὰν νὰ λέγῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι κάθε νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον θὰ φέρω ἐνώπιον τοῦ Σώματος, θὰ θέλω νὰ τὸ ψηφίσω, ὅπως θέλω ἐγώ. Εἰς τὸ ψήφισμα τῶν διακοπῶν ὑπάρχει πλήρης κατανόησις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατὰ συνέπειαν πρέπει καὶ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἰδία κατανόησις. Διότι ἡ πρότασις αὐτὴ στηρίζεται εἰς δύο σοβαρὰ γεγονότα, εἰς τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ κ. Θηβαῖος χθές, σχετικῶς μὲ τὴν μείωσιν τοῦ γοήτρου τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ εἰς τὸ ὅτι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν θὰ εἶναι 30 βουλευταί, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι ἐκπρόσωποι τῶν διαφόρων κομμάτων. Εἶναι γνωστόν, ὅτι οἱ βουλευταὶ αὐτοί, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκπροσωπήσουν τὰς γνώμας καὶ τῶν μὴ μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως συναδέλφων. Πῶς εἶναι δυνατόν, εἰς δύο τοιαῦτα ζωτικώτατα ζητήματα, τῶν ἀγοραπωλησιῶν καὶ τῶν τηλεπικοινωνιῶν, νὰ ἐκπροσωπῇ ἐμένα εἷς συνάδελφός μου; Πῶς θὰ ἐκφράσω τὰς ἀντιλήψεις μου; Εἶναι θέμα γενικωτέρας σημασίας, εἶναι θέμα κοινωνικὸν καὶ πρέπει ἕκαστος βουλευτὴς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ρυθμίζῃ τὴν ψῆφον του, ὥστε νὰ γνωρίζῃ ὁ λαὸς κατὰ ποῖον τρόπον χειρίζεται αὐτὰ τὰ ζωτικὰ ζητήματα. Ἐξ ἄλλου, ἠμπορεῖ ἀπὸ τοῦδε νὰ ὁρισθῇ κατ’ ἀπαίτησιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἰς τὴν πρώτην ἡμερησίαν διάταξιν τῆς Δʹ Συνόδου τῆς Βουλῆς θὰ ἀναγραφῇ πρῶτον τὸ θέμα τῶν ἀγοραπωλησιῶν. Τοῦτο ἐπιβάλλεται καὶ δι’ ἕνα ἄλλον σοβαρὸν λόγον. Τὸ νομοθέτημα αὐτὸ ὡς ψήφισμα, οὕτως ἢ ἄλλως, θὰ εἰσαχθῇ ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Ἐὰν ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως τὸ ψηφίσῃ κατὰ τὸν Α τρόπον καὶ ἐγκρίνει ὡρισμένας τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν γεγονότα εἴτε δικαστικά, εἴτε οἱαδήποτε ἄλλα καὶ ἔλθῃ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ἀπορρίψῃ τὸ νομοθέτημα τοῦ κ. ὑπουργοῦ, τότε τί θὰ γίνῃ; Ἐν τῷ μεταξὺ μὲ τὴν δημοσίευσιν τοῦ ψηφίσματος, ὡς τοῦτο θὰ τὸ ἀποδεχθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως, θὰ ὑπάρξουν δικαιώματα. Τί θὰ συμβῇ, ἐὰν μετὰ πάροδον 6 μηνῶν, ἡ Βουλὴ τὸ ἀπορρίψῃ τὸ νομοθέτημα; Οἱ ἀγορασταὶ καὶ οἱ πωληταὶ εὑρίσκονται εἰς σάλον κοινωνικόν, θὰ τοὺς ρίψωμεν καὶ εἰς δεύτερον σάλον; Νὰ σταματήσωμεν, λοιπόν, τὸ κακὸν ἐκεῖ ποὺ εἶναι.
§273Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐφ’ ὅσον ἡ σύνθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς ἀκολουθεῖ τὴν ἀναλογίαν τῆς δυνάμεως τῶν Κομμάτων, κατὰ τεκμήριον πρέπει νὰ ὑπολογίζῃ κανεὶς ὅτι ἀνάλογος θὰ εἶναι καὶ ἡ ψῆφος τῆς Ἐπιτροπῆς.
§274Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Κύριε ὑπουργέ, ἔχετε δίκαιον εἰς τοῦτο, ἀλλὰ εἰς τὴν Βουλήν, κατὰ τὰς δηλώσεις τῶν ἀρχηγῶν τῶν δύο μεγάλων κομμάτων, ὅτι θὰ ἀφήσουν τοὺς φίλους των ἐλευθέρους νὰ ψηφίσουν κατὰ συνείδησιν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ τὸ τεκμήριον αὐτό.
§275Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἡμεῖς ἔχομεν μίαν ἀντίληψιν ὡς Κόμμα καὶ σύμφωνον μὲ τὰς προγραμματικάς μας ἀρχὰς καὶ συνεπῆ πρὸς τὴν πίστιν καὶ πρὸς τὴν ἀντίληψιν ὡρισμένων μεγάλων κοινωνικῶν θεμάτων.
§276Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Κύριε ὑπουργέ, σᾶς διαψεύδω, αὐτὴν τὴν στιγμήν, εἰς τὸ ἑξῆς γεγονός, εἰς τὸ ὅτι μέλη τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ὑπέγραψαν πρότασιν εἰς τὴν Βουλήν, περὶ ἄλλου τρόπου λύσεως τοῦ ζητήματος τῶν ἀγοραπωλησιῶν. Κατὰ συνέπειαν δὲν εἶναι βάσιμος ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ὅτι ὑπάρχει πλήρης σύμπνοια εἰς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ὅσον ἀφορᾶ τὸ ζήτημα αὐτό. Ὑπάρχει πρότασις ἐν τῇ Βουλῇ κατατεθειμένη, 32 βουλευτῶν, περὶ πλήρους ἐπικυρώσεως τῶν ἀγοραπωλησιῶν, εἰς τὴν ὁποίαν πρότασιν προσυπογράφουν ἀρκετὰ μέλη τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Ἀλλὰ ὁ τρόπος, τὸν ὁποῖον ὑποδεικνύω ἐγώ, τοῦ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὄχι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, ἀπαλλάσσει καὶ τὸν κ. ὑπουργὸν καὶ μιᾶς ἄλλης εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ἐνώπιον τοῦ Σώματος, τὸν ἀπαλλάσσει ἑνὸς κόπου τοῦ νὰ ἐγκαταλείψῃ τό τε ὑπουργικὸν ἐδώλιον καὶ τὸ βουλευτικὸν ἐδώλιον. Διότι τοιαύτην ἀπειλὴν ἐξεστόμισεν, ἐὰν ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως δὲν συζητήσῃ τὸ ψήφισμα τοῦτο. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ γίνῃ, ἀλλὰ μέχρι τῆς 1ης Ὀκτωβρίου, διὰ νὰ δώσῃ τὴν εὐχέρειαν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅταν καταρτίζῃ τὰς Ἐπιτροπὰς ἐκ βουλευτῶν, ἀντιπροσωπευούσας τὸ Κοινοβούλιον πρὸς ἀποστολὴν εἰς τὸ ἐξωτερικόν, νὰ τοῦ δώσῃ τὴν εὐχέρειαν νὰ μὴ ἐρωτᾷ τὸ Σῶμα. Διότι ὁ κ. Πρόεδρος, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἐρωτᾶ τὸ Σῶμα, ἐὰν ἐγκρίνῃ τοιαύτας ἀποστολάς, διότι μεταβαίνουν ἔξω εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ οὐχὶ εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Δημοσίου.
§277Μ. ΜΑΥΡΟΓΟΡΔΑΤΟΣ. Διὰ ποίαν ἀποστολήν, ὁμιλεῖτε;
§278Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Διὰ τὴν εἰς τὸ Λονδῖνον μεταβᾶσαν.
§279ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖοι εἶναι αὐτοί;
§280Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Τὸ προεδρεῖον, ἦτο ὑποχρεωμένον νὰ ἀνακοινώσῃ τὰ ὀνόματα. Αὐτά, κύριοι συνάδελφοι, ὡς πρὸς τὸ πρῶτον θέμα τοῦ ψηφίσματος. Ἐγὼ θὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ καὶ ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 3, καίτοι ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι δὲν εἶμαι συνταγματολόγος, οὔτε καλὰ–καλὰ κατέχω τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ ἐὰν κάπου κάμνω κανένα λάθος, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Καλλίαν νὰ μοῦ τὸ εἴπῃ. Τὸ ἄρθρον 3, ζητεῖ νὰ γίνῃ μία Ἐπιτροπή. Ἡμεῖς εἴμεθα ἀνακόλουθοι εἰς τὰς πράξεις μας, ἐὰν τὸ ψηφίσωμεν. Πρὸ τριῶν ἐτῶν, ἐκάμαμε μίαν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἔκανε σχέδιον Συντάγματος μὲ 145 ἄρθρα. Ἐξώδευσεν ἑκατομμύρια ὁλόκληρα ἡ Βουλή, ἔκαμε τόμους ὁλοκλήρους διὰ νὰ τοὺς μελετήσωμεν καὶ ἴδωμεν τὰς ἀγορεύσεις ὅλων τῶν συναδέλφων. Τώρα, ἐρωτῶ· ἡ νέα Ἐπιτροπὴ δὲν θὰ κάμῃ νέον Σύνταγμα; Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτή, ἡ ὁποία ἔχει ἀπεριόριστα δικαιώματα μὲ τὸ ἄρθρον 3, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι μᾶς φέρει ἕνα Σύνταγμα μὲ 145 ἄρθρα ὅμοιον μὲ τὸ σχέδιον τῆς ἄλλης Ἐπιτροπῆς, τί θὰ κάμωμεν; Κατὰ τὸ ψήφισμα πρέπει νὰ τὸ ψηφίσωμεν ἢ νὰ τὸ ἀπορρίψωμεν. Τί θὰ γίνῃ, ἐὰν τὸ ἀπορρίψωμεν;
§281ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἄλλη Ἐπιτροπή.
§282Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Διατὶ νὰ καθήμεθα καὶ νὰ παίζωμεν μὲ τὰς λέξεις καὶ δὲν λέγομεν μὲ μίαν μονοκονδυλιάν, ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 εἶναι ἰσχυρόν, διότι μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι ὁ χρόνος τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς πρέπει νὰ λήγῃ τὴν 1.11.1949. Ἀφοῦ ἡ ἄλλη Ἐπιτροπὴ ἔκαμε τρία χρόνια, νὰ κάμῃ ἐκεῖνα τὰ 145 ἄρθρα, θὰ τὸ καταφέρῃ ἡ παροῦσα Ἐπιτροπὴ μέσα σὲ τρεῖς μῆνας; Τὸ παλαιὸν Σύνταγμα ἀνεθεωρήθη κατὰ τὰ ¾ καὶ ἀπὸ τὴν διαταγὴν αὐτὴν καὶ ἐκ τῶν ἀγορεύσεων τῶν εἰδικῶν συναδέλφων, ἀπεκόμισα τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θὰ καταρτισθῇ τώρα, θὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα καὶ θὰ ἀποφανθῇ διὰ τὰ ἀναθεωρητέα ἄρθρα. Θὰ ἠμπορῇ νὰ βάλῃ καινούργια ἄρθρα ἡ Ἐπιτροπή; Ναί. Ἄρα θὰ κάμωμεν καινούργιον Σύνταγμα. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, καταργεῖται ἡ Βουλή, καὶ τὰ δικαιώματά της παραπέμπονται εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ἐγὼ θὰ καταψηφίσω τὸ ψήφισμα, ὄχι διότι εἶμαι κατὰ τῆς διακοπῆς, ἀλλὰ διότι δὲν ἐννοῶ νὰ παραχωρήσω τὸ δικαίωμά μου εἰς ἄλλον, διότι ἐγὼ ἐξελέγην ὡς βουλευτὴς τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς καὶ ἐφ’ ὅσον ἔλαβον ἀπὸ τὸν λαὸν τὴν ἐντολὴν νὰ ψηφίσω Σύνταγμα, δὲν θὰ χορηγήσω ποτὲ τὴν ἐντολήν μου εἰς ἄλλον.
§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Κώης, ἔχει τὸν λόγον.
§284Θ. ΚΩΗΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον ψηφίσματος, ὡς ἐγένετο φανερόν, συνεδέθη πρὸς τὸ σχέδιον ψηφίσματος περὶ ἀκυρώσεως τῶν ἐπὶ κατοχῆς ἀγοραπωλησιῶν. Οὕτω δέ, προβλέποντες ὅτι δὲν θὰ παρασχεθῇ ἡμῖν ἡ δυνατότης ν’ ἀναπτύξωμεν εὐρέως τὰς ἀπόψεις ἡμῶν, ἐπιθυμοῦμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ διατυπώσωμεν παρατηρήσεις τινάς. Θὰ ἠθέλομεν, τὸ ἀληθῶς κοινωνικὸν ζήτημα περὶ ρυθμίσεως τῆς τύχης τῶν ἐπὶ κατοχῆς ἀγοραπωλησιῶν, ν’ ἀντιμετωπισθῇ ὡς θέμα ἀσκήσεως κοινωνικῆς καὶ ἐθνικῆς πολιτικῆς. Ἀφοῦ, δηλαδή, ἱκανοποιοῦντο οἱ ἀδικηθέντες καὶ στερηθέντες τῆς στέγης αὐτῶν μικροϊδιοκτῆται, οἱ αὐτοκαλλιεργηταὶ ἀγρόται καί τινες ἄλλοι ἀδικηθέντες, θὰ ἔπρεπε νὰ πρυτανεύσῃ ἐπὶ πασῶν τῶν ἄλλων περιπτώσεων ἡ ἀρχή, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτον εἰς μίαν ἐθνικὴν περιπέτειαν, οἱ μὲν νὰ προσκτῶνται ἀκίνητα, οἱ δὲ νὰ μένωσιν ἄστεγοι, διότι αἱ οἰκίαι αὐτῶν ἐπυρπολήθησαν ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ. Γνωρίζετε ὅτι πολυάριθμοι οἰκίαι κατεστράφησαν ἐπὶ κατοχῆς, οἰκοσκευαὶ ἐλεηλατήθησαν, προστάται οἰκογενειῶν ἐθανατώθησαν. Καὶ ὅμως οἱ ἀπομείναντες ἐπὶ ἔτη σχεδὸν λησμονημένοι, δεκατίζονται. Εἶναι, ὅθεν, ἔργον κοινωνικῆς καὶ ἐθνικῆς πολιτικῆς, μετὰ τὰς ἐν ἀρχῇ ἐξαιρέσεις, τὰ ἐπὶ κατοχῆς κτηθέντα ἀκίνητα νὰ φορολογηθῶσι βαρύτατα, διὰ φορολογίας ἐξικνουμένης καὶ μέχρι δημεύσεως, ἵνα ἀνακουφισθῶσι τὰ θύματα τῆς θηριωδίας τοῦ ἐχθροῦ. Αὕτη, καθ’ ἡμᾶς, εἶναι ἡ ἀκολουθητέα δικαία καὶ ὀρθὴ ἐθνικὴ πολιτική. Εἶναι θλιβερὰ ἀλλ’ ἀληθὴς ἡ διαπίστωσις, ὅτι προκαλοῦσι τὸ ἐνδιαφέρον τὰ παράπονα ἐκείνων, οἵτινες ὀργανοῦνται εἰς ἑνώσεις. Ὑπάρχουσιν ἑνώσεις πωλητῶν, ἑνώσεις ἀγοραστῶν, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχουσιν ἑνώσεις τῶν ἐπὶ κατοχῆς πυροπαθῶν. Τὰ δίκαια τούτων παράπονα, δὲν φθάνουν μέχρις ἡμῶν, διότι οὗτοι δὲν δύνανται, ἐν τῇ ἀπογνώσει καὶ τῇ ἐνδείᾳ αὐτῶν, νὰ ὀργανωθῶσιν. Ἀλλ’ οὗτοι ἔπρεπε νὰ ἔχωσι προκαλέσει τὸ πρωταρχικὸν ἐνδιαφέρον τοῦ Κράτους, ὅπερ ὤφειλε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει τοὺς ἀδυνάτους, τὰ τραγικὰ θύματα τῆς κατοχῆς. Οἱ ἐκ τῆς παραλείψεως τοῦ καθήκοντος τούτου ἐθνικοὶ κίνδυνοι, εἶναι ἀνυπολόγιστοι. Ἐπισκοποῦντες νῦν τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον ψηφίσματος, νομίζομεν χρέος ἡμῶν νὰ προσπαθήσωμεν ν’ ἀνασκευάσωμεν πεπλανημένας τινὰς γνώμας, διατυπωθείσας ἐπὶ τῆς νομικῆς κατασκευῆς τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου ψηφίσματος. Εἶναι φανερόν, ἐκ τοῦ ὅλου περιεχομένου τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως ὑποκαθιστᾷ τὴν Βουλὴν ὑφ’ ὡρισμένους περιορισμούς. Βεβαίως, δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα προτάσεως νόμων ἐν αὐτῇ οἱ βουλευταὶ καὶ εἶναι προφανές, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἰσχύσωσιν αἱ δατάξεις περὶ ἀπαραδέκτου κατὰ τὴν σύνοδον τῆς ἀπορριφθείσης προτάσεως νόμου, ὡς οὐδέ, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 36 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν νόμος, μὴ κυρωθεὶς ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς συνόδου, εἶναι ἄκυρος. Διότι εἶναι φανερόν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ συνιστᾶται πρὸς ὡρισμένον σκοπόν, ἤτοι τὴν καθ’ ὡρισμένον χρόνον, τρίμηνον, ὑποβοήθησιν τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ λήψει νομοθετικῶν μέτρων. Ἀλλά, κατὰ τὰ λοιπά, ἡ Ἐπιτροπὴ ὑποκαθιστᾶ τὴν Βουλήν. Παρὰ τὴν κακότεχνον διατύπωσιν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐκδίδει νομοθετικὰ διατάγματα, εἶναι πλέον ἢ σαφὲς ὅτι ἡ νομοθετικὴ προσταγὴ τῶν ἐκδιδομένων νομοθετικῶν διαταγμάτων δὲν ἀπορρέει ἐκ μόνου τοῦ Βασιλέως, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς Βουλῆς, ἐμφανιζομένη διὰ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Σαφέστατον καθίσταται τοῦτο, ἂν ἀναμνησθῇ τις, ὅτι τὰ ἐκδιδόμενα νομοθετικὰ διατάγματα κέκτηνται πλήρη καὶ ἀρτίαν τυπικὴν δύναμιν νόμου, οὐδόλως ὑποβαλλόμενα πρὸς κύρωσιν εἰς τὴν Βουλήν. Ὀρθῶς, λοιπόν, ἐν τῷ σχεδίῳ ψηφίσματος γίνεται χρῆσις τοῦ ὅρου «ἀποφάσει τῆς ἐπιτροπῆς», ἥτις, κατὰ τὴν νομικὴν αὐτῆς φύσιν, εἶναι ὁμοία πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ νομοσχεδίου. Ὡς ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐπὶ νομοσχεδίου, δὲν ὑποχρεοῖ πρὸς κύρωσιν τὸν Βασιλέα, οὕτω καὶ διὰ τὸν ἐκτεθέντα ἐπὶ πλέον λόγον δὲν ὑποχρεοῖ τοῦτον ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς αἱ ἀποφάσεις ἔχουσι τοῦτο τὸ κοινόν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐὰν θέλῃ νὰ συμπράξῃ ὡς παράγων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὀφείλει νὰ ταυτίσῃ τὴν βούλησιν αὐτοῦ πρὸς τὸ περιεχόμενον τῶν ἀποφάσεων Βουλῆς καὶ Ἐπιτροπῆς. Ὀρθῶς ἄρα, κατὰ τὴν ὑπ’ ἄλλων ἀγορητῶν ἀνακοινωθεῖσαν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐκρίθη ὅτι, ὑπὸ τοὺς ἀνωτέρω περιορισμοὺς ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως ὑποκαθιστᾷ τὴν Βουλήν. Τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, ἐπιτρέπει τὴν ἔκδοσιν νομοθετικῶν διαταγμάτων, μετὰ γνώμην κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, διότι τὰ νομοθετικὰ ταῦτα διατάγματα ὑπεβάλλοντο ὑποχρεωτικῶς εἰς κύρωσιν εἰς τὴν Βουλήν, μὴ κυρούμενα δὲ ἐντὸς τετραμήνου ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, ἀπέβαλον πᾶσαν ἰσχὺν ἐφ’ ἑξῆς, εἶχον δηλαδὴ τυπικὴν δύναμιν περιωρισμένην, ὑπὸ αἱρετικὴν προθεσμίαν, ἐνῷ νῦν τὰ ἀποφάσει τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως ἔχουσι πλήρη τοιαύτην. Ἐκ τούτων, προκύπτει πόσον σφαλερὰ εἶναι ἡ ἐκδοχή, ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος μεταβιβάζεται εἰς τὸν Βασιλέα συντακτικὴ ἐξουσία, ἐπειδὴ οὗτος, κατὰ τὸ σχέδιον ψηφίσματος, πρόκειται νὰ δημοσιεύῃ ψηφίσματα. Ὡς εἴπομεν, τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα γίνεται πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν περιστάσεων κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως, ἐξ αὐτοῦ ὁ Βασιλεύς, θελήσει τῆς Βουλῆς, ἀντλεῖ τὴν ἁρμοδιότητα νὰ μὴ δημοσιεύσῃ ψήφισμα, ψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι κατὰ τὰς περιστάσεις ἡ Κυβέρνησις, καίπερ προκαλέσασα τοῦτο, δὲν κρίνει τοῦτο ἀναγκαῖον, ἀλλ’ ὅταν ὁ Βασιλεὺς δημοσιεύσῃ τὸ ψήφισμα, ἡ περὶ τῆς ἰσχύος αὐτοῦ προσταγὴ δὲν ἀπορρέει ἐκ τοῦ Βασιλέως, ὡς οἱ χθὲς παρόντες βουλευταὶ μετ’ ἐκπλήξεως ἤκουσαν παρ’ ἀγορητοῦ λεχθέν, ἀλλ’ ἐκ τῆς παρούσης Βουλῆς, ἥτις ἀπεφάσισε περὶ τοῦ ψηφίσματος διὰ τῆς περιωρισμένως ἐξουσιοδοτηθείσης Ἐπιτροπῆς, ἐπιφυλαξαμένη τὴν παρ’ αὐτῆς ὁριστικὴν κύρωσιν. Ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ἡ Βουλὴ δὲν παρέχει συντακτικὴν ἐξουσίαν τῷ Βασιλεῖ, ἀλλὰ περιωρισμένην τοιαύτην εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§285Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Προκειμένου περὶ ψηφισμάτων, ψηφιζομένων ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ προτεινομένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὁ Βασιλεὺς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τὰ δημοσιεύσῃ, καθ’ ὅσον στερεῖται συντακτικῆς πρωτοβουλίας.
§286Θ. ΚΩΗΣ. Τοῦτο ἰσχύει, προκειμένου περὶ ψηφισμάτων, ψηφιζομένων παρ’ αὐτῆς τῆς Βουλῆς. Εἶναι πρόδηλον, ὅτι ἡ ὀρθὴ τοποθέτησις τοῦ ζητήματος ἔχει μεγάλας πρακτικὰς συνεπείας, διότι ἡ μεταβίβασις συντακτικῆς ἐξουσίας τῷ Βασιλεῖ θὰ ἠδύνατο αὐτοδικαίως νὰ ἀμφισβητηθῇ, ἀλλὰ περὶ τοιαύτης δὲν πρόκειται. Ἐπιθυμῶ τώρα, νὰ διατυπώσω συντόμους παρατηρήσεις, ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου ψηφίσματος. Αἱ παρατηρήσεις αὗται, θὰ ἀποτελέσωσιν ἐν ταὐτῷ καὶ ἀντιρρήσεις οὐσιαστικὰς ἡμῶν κατὰ τῶν διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου ψηφίσματος ἐπιχειρουμένων, ἂν ταῦτα παραμείνωσιν ἀπαράλλακτα, ὡς προτείνονται διὰ τοῦ κυβερνητικοῦ σχεδίου. Ἀντετάχθημεν καὶ ἄλλο τε κατὰ τῆς ἐφ’ ὡρισμένον χρόνον, τρίμηνον περίπου ἐν προκειμένῳ, ἄνευ ὁρισμῶν ἐξασφαλιζόντων τὴν μετὰ ταῦτα ἐπέμβασιν τῆς Βουλῆς, ὑποκαταστάσεως ταύτης εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔργον αὐτῆς, κατ’ ἐξοχὴν ἐκ τῶν κυριωτέρων, δι’ ἐπιτροπῆς ἐκ βουλευτῶν. Ἀνεπτύξαμεν τότε, ἐκτενῶς τὰς ἀπόψεις ἡμῶν. Δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ προβῶμεν νῦν εἰς ἐπαναλήψεις. Ἀναγνωρίζομεν, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη κατὰ τὸ διάστημα διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, λήψεως νομοθετικῶν μέτρων. Ἀποτελεῖ δὲ βεβαίως ἐγγύησίν τινα, κατὰ τῶν ἐνδεχομένων ὑπερβασιῶν, ἡ λειτουργία ἐπιτροπῆς ἐκ βουλευτῶν. Ἀλλὰ ἥκιστα θεωροῦμεν ἐπαρκῆ τὴν ἐκ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐγγύησιν ταύτην. Πρό τινων ἡμερῶν, τὰ ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε κυβερνήσεων ἐκδοθέντα νομοθετικὰ διατάγματα, ὑποβληθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς κριτικήν, ἠλέγχθησαν ἔν τινι πλημμελῆ. Ἀλλὰ καὶ τὰ ἑκάστοτε, ἀποφάσει τῶν Ἐπιτροπῶν Ἐξουσιοδοτήσεων, ἐκδοθέντα νομοθετικὰ διατάγματα δὲν ἐνεφάνισαν τὰς γενομένας ὑπερβασίας, διότι θεωρούμενα, κατὰ τὰ ἑκάστοτε ψηφίσματα, ὡς νόμοι ἄρτιοι, δὲν ὑπέκειντο ὑποχρεωτικῶς εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς καὶ οὕτω διέφυγον πάντα ἔλεγχον. Κατὰ τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον ψηφίσματος, μόνον τὰ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ψηφιζόμενα ψηφίσματα ὑποβάλλονται ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς, οὐχὶ ὅμως ὑποχρεωτικῶς καὶ τὰ νομοθετικὰ διατάγματα. Ἀφαιρεῖται δηλαδὴ τελείως ἡ Βουλὴ ἀπὸ πᾶσαν ἐπ’ αὐτῶν ἐπέμβασιν, δοθέντος, ὅτι προτάσεις νόμων περὶ ἀκυρώσεως, τροποποιήσεως ἢ καταργήσεως τούτων, προτεινόμεναι παρὰ βουλευτῶν, οὐδέποτε σχεδὸν προάγονται εἰς τὸ σημεῖον τῆς περὶ αὐτὰ ἐνασχολήσεως τῆς Βουλῆς. Ἐφ’ ὅσον ἄρα, δὲν τεθῇ διάταξις, ἐξασφαλίζουσα τὴν ἐπέμβασιν τῆς Βουλῆς, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιδοκιμάσωμεν τὴν διὰ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τρίμηνον ἐκτέλεσιν τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου. Διάταξις ἀσφαλίζουσα τὴν ἐπέμβασιν τῆς Βουλῆς, εἶναι ἡ ἄλλοτε ἐπὶ δεκαετίαν περίπου ἰσχύσασα τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν ἅμα τῇ ἐπαναλήψει τῶν ἐργασιῶν, τὰ νομοθετικὰ ταῦτα διατάγματα ὑποβάλλονται ἐντὸς τετραμήνου πρὸς κύρωσιν εἰς τὴν Βουλήν, μὴ κυρούμενα δὲ ἐντὸς τῆς προθεσμίας ταύτης, ἀποβαίνουσιν ἐφεξῆς ἄκυρα. Ἂν δὲν πρόκειται νὰ ἐγκριθῇ ἡ πρότασις αὕτη, δύναται τοὐλάχιστον νὰ τεθῇ, ὅτι πρότασις πρὸς κύρωσιν, τροποποίησιν ἢ κατάργησιν οὑτωσὶν ἐκδοθέντος νομοθετικοῦ διατάγματος, ὑπογραφομένη ὑπὸ ἀρχηγοῦ κόμματος ἢ τριάκοντα βουλευτῶν, εἰσάγεται ἐντὸς δεκαημέρου ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς ὑποχρεωτικῶς, προτασσομένη πρὸς συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν ψηφισθῇ ἡ διάταξις τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, ὡς ἔχει, τότε ἐκχωρεῖται, κύριοι βουλευταί, τὸ δικαίωμα ὑμῶν, τὸ νομοθετικόν, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τρίμηνον, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα ὑμῶν τὸ νομοθετικὸν εἶναι δημοσίου δικαίου, εἶναι, ἐν ταὐτῷ, καὶ καθῆκον ὑμῶν, τοῦτο δὲ ἐνεπιστεύθη ὑμῖν ὁ λαὸς καὶ τὸ ὁποῖον οὕτως ἀπεμπολεῖται, διότι δὲν πρόκειται περὶ ἐξουσιοδοτήσεως εἰδικῆς καὶ περιωρισμένης, ἀλλ’ ἀπεριορίστου κατ’ ἔκτασιν. Ἀποφασίζουσα ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς τὴν ἐξουσιοδότησιν, ἀφαιρεῖ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν κατάρτισιν τῶν νόμων ἐπὶ τρίμηνον, τὸ ἀνῆκον εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ βουλευτικοῦ λειτουργήματος, ἀπὸ τῶν μὴ παρεχόντων τὴν ἐξουσιοδότησιν καὶ ἀντιλεγόντων βουλευτῶν. Ἀλλὰ ταῦτα, δὲν συμβιβάζονται πρὸς τὸ δημοκρατικὸν πνεῦμα τοῦ Πολιτεύματος. Δὲν εἶναι ἀληθὴς δημοκρατία, ὅταν οἱ πλεῖστοι τῶν βουλευτῶν ἐπὶ τρίμηνον στεροῦνται, ἑκόντες ἢ ἄκοντες, τοῦ νομοθετικοῦ δικαιώματος καὶ καθήκοντος αὐτῶν καὶ πληροφοροῦνται ἐκ τοῦ ἡμερησίου τύπου ἐν περιλήψει, τὰ διὰ λογαριασμὸν αὐτῶν ἀγνοούντων παρ’ ἄλλων ἐθεσμοποιήθη, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ τὸ παράπαν ἡ ἐγγύησις τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Βουλῆς. Μόνον διὰ τῶν παρ’ ἡμῶν προτεινομένων προσθηκῶν, ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τοῦ μέλλοντος, ἀλλ’ ἀσφαλοῦς ἐλέγχου τῆς Βουλῆς, καὶ οἱ ὑπουργοὶ θὰ εἶναι φειδωλοὶ εἰς προτάσεις νόμων, τῶν ὁποίων ἡ πληθὺς εἶναι δηλωτικὴ παραπαιούσης Πολιτείας καὶ ἡ Ἐπιτροπή, μετ’ ἐντόνου ἐπιστασίας, θὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκον αὐτῆς, διότι τὸ ἔργον αὐτῆς δὲν θὰ εἶναι ἀσύδοτον, ἀλλὰ θὰ ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἂν τὸ νομοθετικὸν ἔργον τοῦ βουλευτοῦ, ὡς εἴπομεν, ἀποτελεῖ καὶ καθῆκον πολὺ πλέον, ἀνώμαλος εἶναι ἡ μεταβίβασις τοῦ δικαιώματος τοῦ βουλευτοῦ πρὸς συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητικῶν διατάξεων. Διέγνωμεν καὶ ἡμεῖς ἀπὸ καιροῦ τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπισπεύσεως τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου καὶ προετείναμεν διὰ σχεδίου οὐσιαστικὴν ἀναθεώρησιν, τιθεμένης ὡς βάσεως τοῦ ἀναθεωρηθέντος τοῦ 1911 Συντάγματος, μετὰ προσθηκῶν ἐκ τοῦ 1927 καί τινων ἄλλων, ἐντοπιζομένης κυρίως τῆς ἀναθεωρήσεως εἰς τὸ κοινωνικο–οἰκονομικοῦ περιεχομένου ἄρθρον 17 περὶ ἰδιοκτησίας. Τὴν πρότασιν ταύτην, ὑπεβάλομεν μετ’ ἄλλων 12 συναδέλφων κατ’ Ὀκτώβριον. Ὁμιλοῦντες δὲ πρό τινος, προείδομεν τότε ἀσφαλῆ τὴν τύχην τῆς προτάσεως τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς, περὶ ἀθρόας ἐν σωρεύσει ἐπιψηφίσεως ἄρθρων, προτάσεως, ἥτις προσφάτως τοσοῦτον ἀπησχόλησε τὴν Βουλήν, ἵνα ματαιωθῇ. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νῦν νὰ ἐπιδοκιμάσωμεν τὴν προτεινομένην ὑπὸ Ἐπιτροπῆς κατάρτισιν σχεδίου Συντάγματος, ἐφ’ οὗ θὰ ἐπετρέπετο μόνον ὡς συνόλου ἡ κύρωσις ἢ μή. Διότι, ἂν ἐν τῷ σχεδίῳ τούτῳ ἐπαναληφθῶσιν, ὃ μὴ γένοιτο, τὰ παράδοξα καὶ πρωτότυπα νομικὰ μορφώματα περὶ διαιρέσεως τῆς Βουλῆς εἰς τμήματα, περὶ βουλευτικοῦ δικαστηρίου δικάζοντος τὰ πειθαρχικὰ παραπτώματα τῶν Ἀρεοπαγιτῶν καὶ ἄλλων ἀνωτάτων κρατικῶν λειτουργῶν, ἡ Βουλή, μὴ ἀπομένοντος χρόνου πρὸς ἀναθεώρησιν, θὰ ἐπειθαναγκάζετο πρὸς κύρωσιν τούτου. Ἀλλὰ Σύνταγμα, οὕτω ψηφιζόμενον, ἄνευ δικαιώματος τῶν βουλευτῶν εἰς τροπολογίας, θὰ προέδιδε τὴν ἰδίαν ἀναξιότητα. Προερχόμενον ἐξ ἀνωμάλου ἐνεργείας, οἵαν θεωροῦμεν τὴν δι’ ἐπιτροπῆς κατάρτισιν καὶ ἁπλῆν διὰ τῆς Βουλῆς κύρωσιν, μὴ ἀκουομένων παντάπασι τῶν ἀντιλεγομένων καὶ μακρὰν πάσης ἀπηχήσεως ἐπὶ τῆς δημοσίας γνώμης, θὰ ἠδύνατο νὰ παραβληθῇ, κατὰ τὴν ἐπανάληψιν ἐκφράσεως ἐπιφανοῦς συγγραφέως, πρὸς φυτὸν ἄνευ χυμοῦ, ὅπερ θρυμματίζεται εὐκόλως ἢ ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται. Καὶ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1925, συνταχθὲν ὑπὸ Ἐπιτροπῆς, καίπερ ἰσχῦον ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐπαγόμενον ἐννόμους συνεπείας, ὑπέκειτο εἰς πᾶσαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς τροπολογίαν. Ἀλλ’, ἐν πάσῃ περιπτώσει, λόγῳ τῶν καιρῶν νῦν πρὸς οἰκονομίαν, θὰ ἠδύνατο νὰ ὁρισθῇ ἐν τῷ κρινομένῳ σχεδίῳ, ὅτι ἵνα πρότασις, προσθήκη ἢ τροπολογία ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπογράφηται ὑπὸ τοῦ ⅕ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Θὰ ὑπῆρχεν, οὕτως, ἡ ἐγγύησις τῆς διαγραφῆς τῶν τυχὸν παραδόξων διατάξεων, ἄνευ ματαίων ἐπὶ δευτερευουσῶν διατάξεων συζητήσεων. Κύριοι βουλευταί, ἐπεσημάνθη πρό τινος ὁ ἔξωθεν κίνδυνος κατὰ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἂς μὴ πλανώμεθα. Ὁ κίνδυνος οὗτος, δύναται νὰ ἐκτραφῇ μόνον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἡ Βουλή, ψηφίζουσα τὸ παρὸν ψήφισμα, ὡς ἔχει, ὡς πρὸς τὸ νομοθετικὸν καὶ συντακτικὸν αὐτῆς ἔργον, ἀπεμπολεῖ τὰ ἴδια αὑτῆς δικαιώματα καὶ καθήκοντα, ἀφαιρεῖ οὐσιώδεις ἁρμοδιότητας τῶν ἀντιλεγόντων συναδέλφων καὶ ἥκιστα δρᾷ ἐποικοδομητικῶς. Εἰς τὴν ὑμετέραν σύνεσιν ἀπόκειται νὰ προσθέσητε διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων καὶ ὡς πρὸς τὰ νομοθετικὰ διατάγματα καὶ ὡς πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἐξασφαλίζεται ὁπωσδήποτε ἡ ἐπέμβασις τῆς Βουλῆς. Αἱ ἀπόψεις ἡμῶν, εἶναι σαφεῖς. Ἂν δὲν κατωρθώσωμεν νὰ προκαλέσωμεν τὸ ὑμέτερον διαφέρον ἐπ’ αὐτῶν, θέλομεν νὰ δεχθῶμεν, ὅτι δὲν ἠδυνήθημεν, ἀτυχῶς, ἡμεῖς νὰ ὁμιλήσωμεν ἀξίως τοῦ πράγματος ἢ ἐν πλήρει αἰθούσῃ.
§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Δημάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§288Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι συνάδελφοι, ἐπιδιώκει μετὰ σπουδῆς τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ χαρακτηρίζεται ἡ πρᾶξις αὐτὴ τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρᾶξις οὐχὶ συνταγματική. Εἰς τοῦτο δὲν ἔχουν δίκαιον οἱ ἐπικριταί, καθόσον ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται ἐντὸς τῶν συνταγματικῶν πλαισίων, διότι, κατὰ τὸ ἄρθρον 54 τοῦ Συντάγματος, ἡ Σύνοδος εἶναι τρίμηνος, ἴσως νὰ ὑπολείπωνται ἐλάχισται ἡμέραι, ἀλλὰ ἐὰν λάβῃ κανεὶς ὑπ’ ὄψει του ὅτι εἶναι τὰ κυνικὰ καύματα τοῦ θέρους, νομίμως καὶ ἐντὸς τῶν Συνταγματικῶν πλαισίων εἰσάγει τὸ παρὸν ψήφισμα περὶ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη ἄποψις· κατηγορεῖται ἡ Κυβέρνησις ὅτι, ἐν ὄψει τῶν σπουδαίων θεμάτων, ἅτινα ἀπασχολοῦν τὴν Βουλήν, προβαίνει ἀπὸ ὑστεροβουλίαν εἰς τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος καὶ δὴ ὅταν πρόκειται νὰ συζητηθῇ τὸ σπουδαῖον ζήτημα τῆς ἀκυρώσεως τῶν ἐπὶ κατοχῆς ἀγοραπωλησιῶν καὶ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Συντάγματος. Κύριοι βουλευταί, εἶναι ἀληθὲς κοινωνικὸν καὶ ἐθνικὸν τὸ θέμα αὐτὸ τῶν ἀγοραπωλησιῶν, ἀλλὰ πολὺ σωστὰ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Ἐθνικοφρόνων, ὁ Θεὸς νὰ μᾶς φυλάῃ ἀπὸ τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη. Τὸ ἐδημιούργησε, κύριοι, ἡ ὑπ’ ἀριθ. 114 τοῦ 1946 Συντακτικὴ Πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Εἶναι ἀληθές, ὅτι, ὅταν ἐδημιουργήθη ἡ Συντακτικὴ ἐκείνη Πρᾶξις, ἡ πρᾶξις ἦτο ἀντισυνταγματική. Διότι, κύριοι, κατὰ ποίαν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, διὰ τῆς Πράξεως ἐκείνης, ζητεῖται ἡ ἀκύρωσις δικαιοπραξιῶν, αἵτινες ἔλαβον χώραν κατὰ τὸν χρόνον τῆς κατοχῆς; Τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος, ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς ὁμιλεῖ.
§289Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κανένα δικαστήριον, δὲν τὴν ἐκήρυξεν ἀντισυνταγματικήν.
§290Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Διότι, παρ’ οὐδενὸς ἠμφισβητήθη. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 114 Συντακτικὴ Πρᾶξις στηρίζεται εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 17 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει «ὅτι οὐδεὶς στερεῖται....... (ἀναγινώσκει)........». Εἶναι ἀληθές, λέγω, ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα τῆς ἀκυρώσεως τῶν ἀγοραπωλησιῶν, δι’ ἐμὲ εἶναι ἀντισυνταγματικόν, ἀλλὰ ἔχει μίαν ἄλλην πλευράν, κύριοι, καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἤθελε νὰ τὸ ἀποφύγῃ, ἠδύνατο διὰ μιᾶς πράξεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἠδύνατο νὰ εἴπῃ δὲν εἰσάγω τοιοῦτον ψήφισμα ἀκυρώσεως τῶν ἀγοραπωλησιῶν, διότι ἡ ὑπ’ ἀριθ. 114 τοῦ 1946 Συντακτικὴ Πρᾶξις εἶναι ἄκυρος. Ἀλλὰ ὑπῆρχε, λέγω, διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ὡς ἐδημιουργήθη εἰς τὸ Ἔθνος, μία κατάστασις ἀνάγκης καὶ διὰ τὴν κατάστασιν αὐτὴν τῆς ἀνάγκης ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ δημιουργήσῃ τὸ ψήφισμα τῆς ἀκυρώσεως τῶν ἐπὶ κατοχῆς ἀγοραπωλησιῶν, ἐνῷ εἶχε τὴν εὐχέρειαν νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὴ ἡ 114 Συνταγματικὴ Πρᾶξις. Ἐν τούτοις ὅμως, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπέφυγεν, ἀλλὰ πρὸ τῆς καταστάσεως αὐτῆς τῆς ἀνάγκης, εἰσάγει τὸ ψήφισμα τῆς ἀκυρώσεως τῶν ἀγοραπωλησιῶν. Ὁ δὲ ἀξιότιμος κ. ὑπουργός, τοῦτο ἐπεδίωκεν ἐπιμελῶς, οὕτως ὥστε, εἴδατε ὅτι τὸ εἰσήγαγεν ἀμέσως καὶ πρὸ πολλοῦ χρόνου. Ἀλλά, κύριοι, εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν εἰσήχθη τὸ ψήφισμα αὐτὸ τῶν ἀγοραπωλησιῶν, εἴδατε τί ἔλαβε χώραν. Γνῶμαι καὶ ἀντιγνωμίαι τοιαῦται, οὕτως ὥστε, μόλις πρό τινων ἡμερῶν εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης. Καὶ ἐρωτᾶται, κατὰ τίνα τρόπον, κύριοι βουλευταί, ἦτο δυνατὸν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ εἰσαχθῇ, ἢ νὰ ἐπιψηφισθῇ διὰ τῆς Βουλῆς, τὸ ψήφισμα τῆς ἀκυρώσεως τῶν ἀγοραπωλησιῶν; Ἦτο δυνατόν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, ἐπί τινας ἡμέρας, ἢ ἐπί τινας ἑβδομάδας, ν’ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος τῆς ἀκυρώσεως τῶν ἀγοραπωλησιῶν; Νομίζω καὶ πιστεύω καὶ ὅλοι πιστεύομεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν μία ἢ δύο ἑβδομάδες, ἢ καὶ 6 μῆνες, ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσουν. Διότι, κύριοι, ἐκ τῶν 354 βουλευτῶν, πιστεύω καὶ εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, ὅτι τὸ σύνολον θὰ ἐλάμβανε τὸν λόγον, διότι πρόκειται περὶ κολοσσιαίου κοινωνικοῦ προβλήματος, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ ὁλόκληρον τὴν Χώραν καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἐξετασθῇ καὶ εἰς τὰς ἐλαχίστας λεπτομερείας του καὶ ἢ ἔπρεπε νὰ φθάσωμεν εἰς τὰς νέας ἐκλογὰς καὶ ἀκόμη νὰ ἐξακολουθοῦμε νὰ συζητοῦμεν, ἢ ἔπρεπε νὰ λάβῃ τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε, τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως, λέγουν οἱ ἐπικριταί, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ψηφίσῃ ἢ νὰ τὸ συζητήσῃ, ὡς θὰ τὸ συνεζήτει ἡ Βουλή. Ἀλλά, κύριοι, ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Βουλὴ μεταβιβάζει τὴν ἐξουσίαν της ἢ μέρος αὐτῆς εἰς τὴν μικράν, ἂς εἴπωμεν Βουλήν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ μετάσχουν ὅλα τὰ Κόμματα καὶ οἱ Ἀρχηγοί, οἱ μετέχοντες ἐκεῖ, εἶναι δυνατὸν καὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ δίδουν τὰς κατευθύνσεις καὶ τὰς ὁδηγίας, οὕτως ὥστε, πιστεύω ἀπολύτως, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ ἕνα ψήφισμα ἄρτιον, τὸ ὁποῖον νὰ δικαιολογῇ σχεδὸν ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς νὰ τὸ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ἀλλὰ καὶ ὅταν, μετὰ τὰς διακοπάς, τὸν Νοέμβριον, θὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ πάλιν ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς κρίσεως, ἢ νὰ τὸ ἐγκρίνῃ, ἢ νὰ τὸ ἀπορρίψῃ. Κύριοι βουλευταί, ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Συντάγματος. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐπὶ 3½ ὁλόκληρα ἔτη ἡ Βουλὴ δὲν κατώρθωσε νὰ δώσῃ ἕνα Σύνταγμα εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δυσανασχετεῖ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀλλὰ πιστεύσατε, κύριοι βουλευταί, ὅτι οὐδεὶς δύναται ν’ ἀδικήσῃ τὴν Βουλὴν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἄλλα ζητήματα σημαντικά, ὅπως ἀπησχόλουν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀπησχόλουν καὶ τὴν Βουλήν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐτέλει ὑπὸ τὸ Κράτος τῆς ἀγωνίας, διὰ τὸν κίνδυνον τὸν ὁποῖον διετρέχαμεν, ἔναντι τοῦ κομμουνιστικοῦ κινδύνου. Ὅλη ἡ ὕπαιθρος ἐστέναζεν ὑπὸ τὸ πέλμα αὐτῶν. Οἱ ἐκπρόσωποι, εἴχομεν τὴν ἀγωνίαν τῶν ἡμερῶν καὶ εἰς τοῦτο εἶναι ἀπολύτως δικαιολογημένη ἡ Βουλή, διότι δὲν κατώρθωσε νὰ δώσῃ ἕνα Σύνταγμα. Ἀλλά, κύριοι, ὡς ἀπεδείχθη, αἱ Συνταγματικαὶ συζητήσεις κατήντησαν νὰ εἶναι τόσον ἀτέρμονες, οὕτως ὥστε ἐπεβάλετο νὰ δοθῇ μία λύσις καὶ ἡ λύσις αὐτὴ ἔπρεπε νὰ δοθῇ, οἷα δίδεται σήμερον. Ὑποστηρίζεται, ὅτι δὲν δύναται μία 40μελὴς ἐκ βουλευτῶν ἐπιτροπὴ νὰ δώσῃ Σύνταγμα. Πιστεύω, κύριοι, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτή, ἐπικουρουμένη ἐκ μέρους καὶ τῶν ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων, δύναται πράγματι νὰ δώσῃ Σύνταγμα πρὸς τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν, μὲ βάσιν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, καὶ τὸ σχέδιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Πιστεύω δὲ ἀπολύτως, ὅτι θὰ προβῇ εἰς ἀναθεώρησιν ὡρισμένων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, καὶ εἰς ὡρισμένας προσθήκας, ἴσως δὲ καὶ ὄχι. Ἐπανερχόμενος, κύριοι βουλευταί, εἰς τὸ πρῶτον ζήτημα, λέγω, ὅτι δὲν εἶναι μόνον τὸ ζήτημα τῶν ἀγοραπωλησιῶν, ὑπάρχουν καὶ ἄλλα ζητήματα καὶ ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος λέγοντα, διατὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν λύει τὰ ζητήματα ταῦτα, καθὼς καὶ τὸ ζήτημα τῶν μικροκαταθετῶν. Ξεχνᾶ ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγός, ὅτι ὑπάρχει ἡ ὑπ’ ἀριθ. 18 Συντακτικὴ Πρᾶξις τοῦ 1944, ἡ ὁποία εἶναι ἔργον ἰδικόν του καὶ ὄχι τοῦ Σβώλου, διότι αὐτὸς ἦτο Πρωθυπουργός; Διότι, ἐὰν ἤθελεν εἶχε τὴν πλειοψηφίαν καὶ δὲν τὴν ὑπέγραφεν.
§291Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι ἦτο μία ληξιαρχικὴ πρᾶξις. Τὴν ὑπέγραψε καὶ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα.
§292Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, εἶχε μίαν ψῆφον, ἐνῷ σεῖς εἴχατε τὴν πλειοψηφίαν καί, συνεπῶς, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀποδίδῃ εἰς ἄλλους μομφὴν ὁ κ. Ἀρχηγός, διὰ πράξεις ἰδικάς του. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, κύριοι, διατὶ νὰ μὴ ζητηθῇ καὶ ἡ ἀκύρωσις καὶ ἡ ἀποκατάστασις τῶν δανειστῶν; Ἐξητμίσθη, διὰ τῆς πράξεως ἐκείνης, τῆς 18, ὁλόκληρος ἡ περιουσία των, ὅτι εἶχον τὰ ἀπώλεσαν καὶ δὲν ἔχουν τίποτε. Ἡ πίστις ἐκλονίσθη ἐντελῶς καὶ δὲν γίνονται οὔτε καταθέσεις, οὔτε ἐμβάσματα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Βλέπετε, λοιπόν, ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄλλα ζητήματα καὶ ὄχι μόνον τὸ ζήτημα τῶν ἀγοραπωλησιῶν. Ἑπομένως, πιστεύω ἀπολύτως, ὅτι δὲν εὐσταθεῖ ἡ ἄποψις, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ ἐκ Κεφαλληνίας συνάδελφος, ὅτι τὸ ψήφισμα περὶ ἀγοραπωλησιῶν δὲν δύναται νὰ λυθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως. Ἀντιθέτως πιστεύω, ὅτι ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν θὰ δοθῇ μία ἀπολύτως δικαία λύσις. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, εἶναι ἀπαραίτητος ἡ διακοπή, καθ’ ὅσον πρόκειται νὰ μεταβῇ ὁ Ἀρχηγὸς τῆς πλειοψηφίας εἰς τὸν Ο.Η.Ε. προκειμένου νὰ συζητηθοῦν σοβαρὰ ζητήματα. Πρέπει, συνεπῶς, νὰ δεχθῶμεν τὴν διακοπὴν μέχρι 1ης Σεπτεμβρίου καὶ νὰ δεχθῶμεν καὶ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, ἡ ὁποία θὰ προσφέρῃ μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὰς παρούσας στιγμάς.
§293Κ. ΔΗΛΑΒΕΡΗΣ. Κατόπιν τῶν ἐπιμόνων παρακλήσεων τοῦ κ. Προέδρου, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου. Ἐπρόκειτο ν’ ἀναπτύξω πόσον ἀπαραίτητος καὶ εὐεργετικὴ θὰ ἦτο ἡ ἐπάνοδος εἰς τὴν αὐστηρὰν Συνταγματικὴν ὀρθοδοξίαν. Οὕτω θὰ δυνηθῶμεν νὰ δώσωμεν μίαν πραγματικὴν κατάστασιν εἰς τὴν ἑπομένην Βουλὴν καὶ οὐχὶ πολυνομίαν.
§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Μπάτζιος, ἔχει τὸν λόγον.
§295Η. ΜΠΑΤΖΙΟΣ. Ὁ αἰφνιδιαστικὸς τρόπος, κύριοι βουλευταί, μὲ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ψήφισμα περὶ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, δίδουν τὴν ἐξήγησιν τῆς σπουδῆς τῆς κυβερνητικῆς καὶ καθιστοῦν καὶ ἡμᾶς διστακτικοὺς εἰς τὴν διάθεσιν τῆς ψήφου μας. Τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς, ἀποτελεῖ τὸν ἐφιάλτην τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἔχει τὸν ἀνδρισμὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν ἐπίλυσιν τῶν μεγάλων προβλημάτων, ποὺ συγκλονίζουν τὸ Πανελλήνιον, ὑπὸ τὸ ἄπλετον φῶς τῶν συζητήσεων ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Καὶ ἀναφέρομεν, ἐνδεικτικῶς, τὸ μέγα θέμα τῶν ἀγοραπωλησιῶν ἐπὶ κατοχῆς, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τρία καὶ πλέον ἔτη κρατεῖ ἀνάστατον ἑκατοντάδας χιλιάδας ἀλληλοσυγκρουομένων Ἑλλήνων πολιτῶν καὶ ὁ χρονισμὸς τοῦ ὁποίου γίνεται παραίτιος ἀνυπολογίστου ζημίας εἰς τὴν ὅλην ἐθνικὴν καὶ δημοσίαν οἰκονομίαν τοῦ τόπου. Ἀλλὰ καὶ πέραν τούτου, μὲ τὸ κλείσιμον τῆς Βουλῆς, ἐπιζητεῖ νὰ φιμώσῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν φωνήν μας, εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς ἀντιαγροτικῆς πολιτικῆς της, συνεπεία τῆς ὁποίας ἔχει καταδικάσει τὴν μαρτυρικὴν ἀγροτικήν μας τάξιν, εἰς τὸν βοῦρκον τῆς ἀπαθλιώσεως, ἀπὸ τὸν ὁποῖον, ὡς γνωστόν, ἡ προδοσία τοῦ Ἔθνους ἁλιεύει συνήθως τοὺς ὀπαδούς της. Ἔναυλοι ἠχοῦν εἰς τὰ αὐτιὰ ὅλων μας καὶ ἰδιαιτέρως ἡμῶν τῶν ἐκπροσώπων τῶν σιτοπαραγωγικῶν τοῦ Κράτους περιφερειῶν, αἱ κραυγαὶ διαμαρτυρίας καὶ ἀπογνώσεως τοῦ ἀγροτικοῦ μας κόσμου, διὰ τὴν ἄστοργον καὶ ἄνισον μεταχείρισίν του, διὰ τὴν οὐσιαστικὴν κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ τῆς συγκεντρώσεως τοῦ σίτου καὶ τὴν ἐγκατάλειψιν τῶν σιτοπαραγωγῶν μας εἰς τὴν τύχην των. Καὶ ἐμαράνθη οὕτω κάθε παραγωγικὴ διάθεσις τοῦ Ἕλληνος ἀγρότου, ὁ ὁποῖος ἀρχίζει νὰ ἐγκαταλείπῃ πλέον τὴν σιτοκαλλιέργειαν καὶ νὰ διογκώνῃ τὸ κῦμα τῆς ἀστυφιλίας, δημιουργουμένου οὕτω μεγάλου κοινωνικοῦ προβλήματος, τὰς μελλοντικὰς ὀλεθρίας συνεπείας τοῦ ὁποίου εὐκόλως δύναταί τις νὰ προΐδῃ. Καὶ ὅταν στειρεύσουν μίαν ἡμέραν οἱ κρουνοὶ τῆς Ἀμερικανικῆς Βοηθείας, θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ στραφῶμεν, τότε, καὶ πάλιν πρὸς τὴν μητέρα γῆν καὶ θὰ ἐπιδιώξωμεν νὰ ξαναδώσωμεν τὴν μάχην τοῦ σίτου, ἀλλὰ οἱ ἱεροφάνται τῆς μάχης αὐτῆς θὰ ἀπουσιάζουν, δυστυχῶς, ἀπὸ τὰς ἐπάλξεις των. Καὶ τότε θὰ διοργανώνωμεν σταυροφορίας τονώσεως τοῦ παραγωγικοῦ ζήλου τῆς ἀγροτιᾶς μας, χωρὶς ὅμως ἀποτελέσματα. «Κατανοοῦμεν τὸν πόνον τῶν ἀγροτῶν», ἐτόνισεν, ἀπαντῶν εἰς προλαλήσαντα συνάδελφον, ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, «ἀλλὰ πρέπει νὰ κατανοήσωμεν καὶ ἡμεῖς, τὰς δυσκολίας τῆς Κυβερνήσεως». Καὶ ἀπαντῶμεν: Κυβέρνησις, ἡ ὁποία καὶ ἂν ἀκόμη κατανοῇ τὸν πόνον τοῦ ἀγρότου, δὲν δύναται ὅμως νὰ ὑπερνικήσῃ τὰς παρεμβαλλομένας δυσκολίας, τότε δὲν ἔχει τὴν θέσιν της εἰς τὰ ἑδώλια τὰ ὑπουργικά, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ παραχωρήσῃ τὴν θέσιν της εἰς ἄλλας, ἱκανὰς νὰ ὑπερνικήσουν κάθε παρεμβαλλόμενον ἐμπόδιον καὶ κάθε δυσκολίαν. Αἱ διακοπαὶ ὅμως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς μέχρι 1ης Νοεμβρίου, τὰς ὁποίας ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις, ἀποτελοῦν ἀκόμη τὸ σιδηροῦν παραπέτασμα, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις προσπαθεῖ νὰ προφυλαχθῇ ἀπὸ τὴν συζήτησιν ὡρισμένων σκανδάλων.
§296Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν νομίζω, ὅτι δύνασθε νὰ κάμνετε χαρακτηρισμοὺς τοιούτους, διὰ τὴν Κυβέρνησιν.
§297Η. ΜΠΑΤΖΙΟΣ. Δὲν κάμνω ἐγὼ χαρακτηρισμοὺς διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ θὰ πεισθῆτε, κ. ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν εἴχατε ὀλίγην ὑπομονήν, ἡ Κυβέρνησις χαρακτηρίζει ἑαυτήν, διὰ τῆς ἀποπείρας συγκαλύψεως σκανδάλων, ὡς τοῦ σκανδάλου τῆς ραδιοφωνίας. Ἀφίνω τὸ σκάνδαλον τῶν ἀρβυλῶν, διὰ τὸ ὁποῖον ἀνώτατος ὑπάλληλος τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὁ κ. Θεοδωρακέας, καταλογίζει εἰς τὸν πολὺν Μποζώνην, τὸν κύριον δράστην τοῦ σκανδάλου, στερλίνας 273.000, ἔναντι τῶν ὁποίων μόνον 55.000 ἐξησφαλίσθησαν, διὰ κατασχέσεως ὑπὸ τοῦ κ. Θεοδωρακέα περιουσιακῶν στοιχείων τῶν κατηγορουμένων εἰς τὴν Αἴγυπτον. Καὶ τὸ σκάνδαλον αὐτὸ ὑπάρχει ὁ φόβος νὰ συγκαλυφθῇ ἤ, ἄλλως, νὰ τεθῇ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ ἐπιτύμβιος πλὰξ τῆς λήθης. Ἀλλὰ πρέπει νὰ κλείσῃ ἡ Βουλή, διὰ ν’ ἀποφευχθῇ ἡ συζήτησις ἑκατοντάδων σοβαρῶν ἐπερωτήσεων, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν τὴν φωνὴν τοῦ ληστευομένου λαοῦ μας. Ἐπὶ διετίαν περίπου, παρακολουθῶ τὰς ἀτασθαλίας, ἀνωμαλίας καὶ καταχρήσεις, τὰς διαπραττομένας εἰς τὸ Ἐθνικὸν Ἵδρυμα Ραδιοφωνίας, ὑπὸ τοῦ ὡς «Διευθύνοντος Συμβούλου» αὐτοτιτλοφορουμένου περιφήμου Δημήτρη Σβολοπούλου. Δι’ ἀλλεπαλλήλων ἐπερωτήσεών μου, ἔγινα ἀφορμὴ νὰ διαταραχθῇ εἰς τὸ ἁμαρτωλὸν αὐτὸ ἵδρυμα, διευθυνόμενον ἀπὸ ἓν ἀνυπόληπτον πρόσωπον, ἔλεγχος διαχειριστικὸς ὑπὸ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ κ. Ξύδη, ὅστις καὶ καταλογίζει βαρυτάτας εὐθύνας εἰς βάρος τοῦ κ. Σβολοπούλου.
§298Χ. ΓΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Γεωργίας). Ἐφ’ ὅσον, κύριε συνάδελφε, δὲν κατετέθη εἰσέτι ἡ ἔκθεσις Ξύδη εἰς τὴν Βουλήν, ὥστε νὰ καταστῇ γνωστὸν τὸ περιεχόμενόν της, δὲν ἔχετε νομίζω, δικαίωμα νὰ ἐπικρίνετε τὸν ὑπουργὸν Τύπου, ὅτι δὲν ἔλαβε μέτρα ἐναντίον ὑπαλλήλου ἢ ὑπαλλήλων τοῦ Ἱδρύματος Ραδιοφωνίας, φερομένων τυχὸν ὡς ὑπευθύνων ἀτασθαλιῶν ἢ ἀνωμαλιῶν. Θὰ ἔχετε, ἄλλως, τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὁμιλήσητε ἐπ’ αὐτῶν, ὅταν τὸ ζήτημα τοῦτο ἀχθῇ —καὶ ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπισπεύσητε τὴν συζήτησίν του— εἰς τὴν Βουλήν.
§299Η. ΜΠΑΤΖΙΟΣ. Ἡ μετὰ τόσης ἀγωνίας ἀναμενομένη ἔκθεσις Ξύδη, κ. ὑπουργὲ τῆς Γεωργίας, αὐτόκλητε συνήγορε τοῦ ὑπολόγου κ. ὑπουργοῦ Τύπου καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ σας, οἱ ὁποῖοι κατὰ τρόπον πλέον σκανδαλώδη ἐπιμένουν νὰ παραδίδουν τὴν διοίκησιν καὶ διαχείρισιν ἑνὸς τοιούτου ἱδρύματος εἰς ἕνα Σβολόπουλον, κατετέθη ἀπὸ τῆς παρελθούσης Δευτέρας καὶ εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον καὶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον Τύπου καὶ εἰς τὸν ἀνακριτὴν τοῦ 8ου Τμήματος, διὰ νὰ καταλογίσῃ εἰς τὸν δράστην τόσων καὶ τόσων διαχειριστικῶν ἀνωμαλιῶν κ. Σβολόπουλον καὶ τὰς ἀναλόγους ποινικὰς εὐθύνας. Προσεπαθήσαμεν νὰ διαφυλάξωμεν τὸν κ. ὑπουργὸν Τύπου καὶ δι’ ἐπιστολῶν μας, ὑπεδείξαμεν εἰς αὐτὸν ἐγκαίρως τὴν ἀνάγκην τῆς ἀπομακρύνσεως ἐκ τοῦ ἱδρύματος Ραδιοφωνίας τοῦ κ. Σβολοπούλου, ἵνα παύσῃ οὗτος ἐξασκῶν πίεσιν ψυχολογικὴν ἐπὶ τῶν ἀνακρινομένων ὑπαλλήλων τοῦ Ε.Ι.Ρ. Καὶ ἐπεμείναμεν, μετὰ φορτικότητος, ἐπὶ τῆς ἀπομακρύνσεώς του, διότι εἴχομεν τὴν βεβαιότητα ἐπὶ τῆς πλήρους ἀληθείας τῶν καταγγελθέντων, διὰ νὰ ἔλθῃ ἡ ἔκθεσις Ξύδη νὰ μᾶς δικαιώσῃ καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν, ὁ κ. ὑπουργὸς Τύπου, ὅμως, δι’ ἐπιστολῆς του, δικαιολογούμενος, μὲ διεβεβαίωσεν ὅτι ἡ τυχὸν ἀπομάκρυνσίς του, πρὸ τοῦ τελικοῦ πορίσματος τοῦ ἐλέγχου, θὰ προεδίκαζε τὴν ἐνοχὴν καὶ ὅτι θὰ τὸν ἀπεμάκρυνεν ἐκ τοῦ ἱδρύματος μετὰ τὴν ἔκδοσιν δυσμενοῦς τυχὸν πορίσματος ἐλέγχου. Καὶ παρέμεινεν εἰς τὴν θέσιν του ὁ κ. Σβολόπουλος, πρὸς δόξαν τοῦ ὑπουργείου Τύπου, διὰ νὰ ἐκβιάζῃ ὑπαλληλικὰς συνειδήσεις, ἵνα μὴ καταθέσουν εἰς βάρος του. Διὰ τῆς παραμονῆς τοῦ κ. Σβολοπούλου εἰς τὴν θέσιν του, ἐπέτυχεν οὗτος, ὥστε νὰ μὴ καταστῇ ἐφικτὸς ὁ ἔλεγχος ἐπὶ τοῦ ἰδιαιτέρου κονδυλίου τῶν προμηθειῶν, ὅπου ὀργιάζει ἡ συναλλαγή. Πῶς, λοιπόν, ὁ κ. ὑπουργὸς Τύπου, ἐξακολουθεῖ νὰ κρατῇ ἀκόμη εἰς τὴν θέσιν του τὸν ἔνοχον Σβολόπουλον, τὸν αὐτοδιαφημιζόμενον τρὶς τῆς ἡμέρας δι’ ὅλων τῶν ἑρτζιανῶν κυμάτων, πρὸς ὅλας τὰς κατευθύνσεις, μέσῳ τοῦ ραδιοφωνικοῦ σταθμοῦ Ἀθηνῶν, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν ἐπίσημον φωνὴν τῆς Ἑλλάδος μας; Ἢ μήπως ὁ κ. ὑπουργὸς Τύπου σκέπτεται νὰ ρίψῃ εἰς τὰς ἑλληνικὰς καλένδας καὶ τὴν ἔκθεσιν Ξύδη, ὅπως ἔρριψε καὶ τὴν προγενεστέραν ἔκθεσιν τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ κ. Κουλεϊμάνη, ποὺ ἀπετέλει ἐπίσης ἀληθινὸν καταπέλτην κατὰ τῶν διαχειριστικῶν καὶ διοικητικῶν ἀνωμαλιῶν Σβολοπούλου; Ἰδού, λοιπόν, κύριοι βουλευταί, διατὶ ἐπιζητεῖται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ διακόψῃ ἡ Βουλὴ τὰς ἐργασίας της. Ἂς μὴ πλανᾶται ὅμως ἡ Κυβέρνησις, διότι ἐὰν τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς θὰ σιγήσῃ ἀπὸ σήμερον, χάρις εἰς τοὺς ἀριθμούς, ἡμεῖς δὲν πρόκειται νὰ ἐφησυχάσωμεν. Θὰ ἐπιζητήσωμεν τὴν φιλοξενίαν τοῦ τύπου, ἀπὸ τῶν στηλῶν τοῦ ὁποίου θὰ ἐπιζητήσωμεν νὰ ὑψώσωμεν τὴν φωνὴν διαμαρτυρίας τοῦ λῃστευομένου Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου θὰ ἐγκαλέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν αὕτη τολμήσῃ νὰ συγκαλύψῃ τὸ σκάνδαλον ραδιοφωνίας καὶ δὲν σπεύσῃ ν’ ἀπαλλάξῃ ἀμέσως τὸ ἵδρυμα ἀπὸ τὸν περίφημον «Δημήτρη», ὁ ὁποῖος ὡς φεουδάρχης τοῦ Ε.Ι.Ρ. κατὰ τρόπον σχεδὸν ἀνεξέλεγκτον διεχειρίζετο ἐπὶ τριετίαν περίπου ποσὰ ὁλοκλήρων δισεκατομμυρίων, ἀμειβόμενος, ἐμμέσως καὶ ἀμέσως, δίκην πραγματικοῦ μαχαραγιᾶ καὶ κατὰ τρόπον μάλιστα προκλητικώτατον. Ἡ Κυβέρνησις ἠμπορεῖ, μὲ τοὺς ἀριθμοὺς ποὺ διαθέτει εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ν’ ἀποκτήσῃ τὸ ψήφισμα τῶν διακοπῶν. Ἀλλ’ αἱ διακοπαί, θὰ εἶναι ἀντάξιαι τῆς κλασσικῆς ἀνικανότητος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀντιμετωπίσῃ τὰ φλέγοντα ζητήματα τῆς Χώρας, θὰ εἶναι ἀντάξιαι ἀκόμη καὶ τῶν βοερῶν αὐτῶν σκανδάλων, τὰ ὁποῖα ἐνδεχομένως θὰ ἐπιδιώξῃ νὰ συγκαλύψῃ ἡ Κυβέρνησις. (Χειροκροτήματα).
§300ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπάρχοντος ἑτέρου ρήτορος, ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος κηρύσσεται περαιωμένη. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ὁριστικὸν κείμενον τοῦ ψηφίσματος, ὡς ἐτροποποιήθη. (Ἀναγινώσκει τὸ τροποποιημένον κείμενον τοῦ ψηφίσματος). Ἐπ’ αὐτοῦ, κύριοι βουλευταί, θὰ γίνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, διότι ὑπάρχει πρότασις, κατατεθειμένη καὶ ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ νομίμου ἀριθμοῦ βουλευτῶν καὶ διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία. Δέχεται ἡ Βουλή, νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§301ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§302ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6 μ.μ., ὁπότε θὰ διεξαχθῇ ἡ ψηφοφορία, δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος. (Ὥρα 5.30′ π.μ.).