1949.07.19
2,853 rows · 21,276 words · 100 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 80ὴ
Τρίτη 19 Ἰουλίου 1949
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 7.50′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Ταλιαδοῦρος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Γκίνης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Γ. ΓΚΙΝΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Γαρουφαλιᾶς καταθέτει πρότασιν νόμου «περὶ διαλύσεως τῶν ἐν Λευκάδι καὶ ἀλλαχοῦ ὑφισταμένων ἀγροληψιῶν, ἐμφυτευτικῶν δικαιωμάτων κ.λ.π.». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Λ. Κουτσοπέταλος, Κ. Παπαδάκης, Ε. Κοθρῆς καὶ Χ. Ψαρρός, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως ἐνίων διατάξεων τοῦ νόμου 751)1948». Ἀπαντήσεις Ὑπουργείων ἐπὶ συναφῶν ἐρωτήσεων τῶν κ.κ. βουλευτῶν. Ι. Τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Αἰτωλ)νίας κ. Π. Κατσώτα ὑπ’ ἀριθ. 74, ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἀπαντᾷ, ὅτι: Κατὰ τὴν περίοδον τῆς Κατοχῆς κατελήφθησαν παρὰ διαφόρων κατὰ τόπους καὶ καθ’ ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν ὅλως αὐθαιρέτως καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐγκρίσεως τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας, δημόσιαι δασικαὶ ἐκτάσεις αἵτινες ἐκαλλιεργήθησαν γεωργικῶς ἢ καὶ δενδροκομικῶς. Αἱ καταληφθεῖσαι καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ἐκτάσεις, κατὰ προχείρους ὑπολογισμοὺς ἀνέρχονται εἰς 60.000 περίπου στρέμματα. Πρὸς τακτοποίησιν τοῦ οὑτωσὶ δημιουργηθέντος ζητήματος ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος 1857 τοῦ ἔτους 1944. Διὰ τούτου προβλέπεται ἡ παραχώρησις δημοσίων δασικῶν ἐκτάσεων εἰς τοὺς ἐπὶ Κατοχῆς καταλαβόντας τοιαύτας, ἐφ’ ὅσον πληροῦνται ὡρισμέναι προϋποθέσεις, ἤτοι, ἐφ’ ὅσον εἶναι κατάλληλοι πρὸς μόνιμον γεωργικὴν καὶ δενδροκομικὴν καλλιέργειαν, δὲν κεῖνται εἰς τὸ μέσον δάσους καὶ ὁ καταλαβὼν ἔκτασιν δὲν ἔχει ἐπαρκῆ γεωργικὸν κλῆρον. Οἱ τιθέμενοι περιορισμοὶ ἀποβλέπουσι εἰς τὰ ἑξῆς: α) Ἵνα μὴ διὰ μίαν ὅλως προσωρινὴν γεωργικὴν ἐκμετάλλευσιν μειωθῇ ἡ ἀξία τοῦ ἐδάφους. β) Εἰς τὴν μὴ διάσπασιν τῶν συμπαγῶν δασικῶν συμπλεγμάτων διὰ τῆς δημιουργίας ἐντὸς αὐτῶν ἀγροτικῶν ἐκτάσεων ἀμφιβόλου κατὰ τὸ πλεῖστον γεωργικῆς ἱκανότητος καὶ γ) ὅπως μὴ εὐνοῶνται οἱ ἔχοντες ἐπαρκῆ γεωργικὸν κλῆρον, ἀλλὰ οἱ ἀκτήμονες ἢ ἀνεπαρκῆ τοιοῦτον κατέχοντες. Ἐπειδὴ τελευταίως ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀθρόα παράπονα διὰ μὴ παραχώρησιν καταληφθεισῶν ἐπὶ Κατοχῆς ἐκτάσεων κειμένων ἐντὸς δασῶν εἰς τὸν ὑπ’ ἀριθ. 823)1948 Α. Ν. «περὶ θέσεως διατάξεων πρὸς ρύθμισιν ἐποικιστικῶν τινων ζητημάτων» ἐτέθη διάταξις δι’ ἧς ἐπιτρέπεται ἡ παραχώρησις καὶ τοιούτων ἐκτάσεων ἐφ’ ὅσον οἱ ἐνδιαφερόμενοι ζητήσωσι τοῦτο ἐντὸς ἑξαμήνου ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ ἀναγκαστικοῦ τούτου νόμου. 2) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Χαλκιδικῆς κ. Ι. Λαμπροπούλου ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἀπαντᾷ, ὅτι: Τὸ ζήτημα τοῦτο ἐδημιουργήθη ἀπὸ τοῦ π. ἔτους, ὅτε ἐνετάθη ἡ δρᾶσις τῶν συμμοριτῶν ἐν τῇ ὑπαίθρῳ καὶ οἱ ἐθνικόφρονες ποιμένες, εἴτε διότι διετάσσοντο ὑπὸ τῶν Στρατιωτικῶν Ἀρχῶν ἵνα ἐγκαταλείψωσι τὰς βοσκάς των καὶ περιορισθῶσιν εἰς ὡρισμένας περιοχάς, εἴτε πρὸς προστασίαν αὐτῶν τούτων καὶ τῶν ποιμνίων των, ἠναγκάζοντο νὰ ζητήσωσι καταφύγιον εἰς ἀσφαλεῖς περιφερείας, μία τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ἡ τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Κατὰ τὸ π. ἔτος ὅτε τὸ πρῶτον παρετηρήθη ἡ εἴσοδος ποιμνίου εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἡ ἱερὰ κοινότης διὰ τηλεγραφήματός της διεμαρτυρήθη διὰ τὴν τοιαύτην αὐθαίρετον εἴσοδον ποιμνίων ἐντὸς τῆς περιφερείας της. Τὴν διαμαρτυρίαν ταύτην τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας διεβίβασε λόγῳ ἁρμοδιότητος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν συνηγορῆσαν μάλιστα ὑπὲρ τῶν ἀπόψεων τῆς ἱερᾶς κοινότητος καθόσον ἐὰν πράγματι εἰσῆλθον ἐκεῖ κατὰ χιλιάδας τὰ αἰγοπρόβατα, κινδυνεύουσι σοβαρῶς τὰ ἐλαιόδενδρα καὶ τὰ ἐκ καστανέας πολύτιμα δάση τὰ ὁποῖα αἱ ἱεραὶ μοναὶ διαχειρίζονται κατὰ πρότυπον καὶ ἀξιοζήλευτον ἐπιστημονικὸν τρόπον. Εἶναι ἀνυπολόγιστος ἡ ζημία τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας ἐὰν ἀφῄνετο εἷς τοιοῦτος πλοῦτος εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ποιμένων καὶ δὴ εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ἡ περιφέρεια τοῦ Ἁγίου Ὄρους θὰ κληθῇ νὰ συμβάλῃ κατὰ ἕνα μέγα ποσοστὸν εἰς τὴν ἀνοικοδόμησιν τῆς Χώρας, διὰ τῆς ξυλείας τῶν δασῶν του. 3) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Θεσσαλονίκης κ. Ἡρ. Μπάτζιου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἀπαντᾷ, ὅτι: Διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 62078)48 ἀποφάσεώς μας ἐκηρύχθη διαλελυμένη ἡ σύμβασις μισθώσεως τοῦ περὶ οὗ πρόκειται γεωπονικοῦ κλήρου εἰς τὸν Σ. Βασιλείου συνεπεία καταδίκης τούτου εἰς θάνατον ἐπὶ τροφοδοσία τῶν συμμοριτῶν. Κατόπιν τοῦ ἀπὸ 27)8)48 Β. Δ)τος δι’ οὗ ἐχαρίσθη ἡ ἐπιβληθεῖσα εἰς αὐτὸν ποινή, ἀνεκλήθη διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 132180)48 ἀποφάσεώς μας ἡ ὡς ἄνω ἀπόφασίς μας περὶ διαλύσεως τῆς μισθώσεως ταύτης μέχρι τῆς λήξεώς της μόνον ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς συγκομιδῆς τῆς ἠρτημένης ἐσοδείας ὑπὸ τοῦ μισθωτοῦ τούτου. Μετὰ τοῦτο ὁ κλῆρος θὰ παρεδίδετο εἰς τοὺς συμμοριοπλήκτους. Πλὴν ὅμως ὁ μισθωτὴς οὗτος προέβη αὐθαιρέτως εἰς τὴν καλλιέργειαν 30 στρεμ. ἐκ τοῦ κλήρου τούτου. Διὰ τὴν αὐθαίρετον ταύτην καλλιέργειαν 30 στρεμ. ἐπεβλήθη δι’ ἀποφάσεως τῆς ἁρμοδίας Δ)νσεως Γεωργίας εἰς τὸν Σ. Βασιλείου ἀποζημίωσις χρήσεως ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου 20 ὀκ. σίτου κατὰ στρέμμα. Ἡ ὑπόλοιπος ἔκτασις ἐξ 20 στρεμμάτων παρεχωρήθη εἰς τοὺς συμμοριοπλήκτους πρὸς καλλιέργειαν. Μετὰ τὴν συγκομιδὴν τῆς ἐσοδείας ἐκ τῆς αὐθαιρέτου καλλιεργείας ἡ ἔκτασις τῶν 30 στρεμμάτων θὰ διατεθῇ εἰς τοὺς συμμοριοπλήκτους. 4) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἠλ. Λαγάκου ὑπ’ ἀριθ. 147 ὁ κ. Ὑπουργὸς Γεωργίας ἀπαντᾷ ὅτι: 1) Εἰς τὸ ἕλος Τρινάσου αἱ ἐργασίαι ἀποξηραντικῶν ἔργων ἤρξαντο ἀπὸ τοῦ θέρους τοῦ 1948 καὶ συνεχίζονται εἰσέτι. Παραλλήλως ἐκπονεῖται παρὰ τῆς καθ’ ἡμᾶς Δ)νσεως Ὑδραυλικῶν Κατασκευῶν καὶ ἡ σχετικὴ μελέτη διὰ τὴν ἄρδευσιν ὁλοκλήρου τοῦ πεδίου Τρινάσου. 2) Πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ὀρυζοκαλλιεργείας καὶ βαμβακοκαλλιεργείας ἐν τῷ Νομῷ Λακωνίας. α) διετέθησαν κατὰ τὸ τρέχον ἔτος 60 τόννοι Ἰταλικοῦ ὀρυζοσπόρου τῶν ἐκλεκτῶν ποικιλιῶν Ἀμερικάνο καὶ Νέρο Βιαλούτ. β) Ἐδόθησαν ὁδηγίαι εἰς τὰ Ὑποκαταστήματα τῆς Α.Τ.Ε. διὰ τὴν χορήγησιν δανείων πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν ὀρυζοκαλλιεργητῶν. γ) Διετέθησαν εἰς τοὺς βαμβακοκαλλιεργητάς, παρὰ τοῦ Ὀργανισμοῦ Βάμβακος, μέσῳ τοῦ Ὑπ)τος τῆς Α.Τ.Ε. Γυθείου, 15 χιλιάδες ὀκάδες βαμβακοσπόρου ἀμιγοῦς καὶ ἀπηλλαγμένου ροδίνου σκώληκος. 3) Ὡς πρὸς τὴν εἰσφορὰν τῶν καλλιεργητῶν ὑπὲρ τοῦ Ὀργανισμοῦ Ὑδραυλικῶν Ἔργων Τρινάσου ἔχομεν νὰ τονίσωμεν ὅτι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1945 μέχρι σήμερον ἐλάχιστα μόνον ποσὰ κατεβλήθησαν εἰς τὸν Ὀργανισμόν, παρὰ τῶν πρὸς τοῦτο ὑποχρέων, καίτοι διὰ τοῦ Α.Ν. 2069)1939 δι’ οὗ συνεστήθη ὁ Ὀργανισμός, οὗτοι ὑποχρεοῦνται εἰς τὴν καταβολὴν ἀναλόγου εἰσφορᾶς πρὸς συντήρησιν καὶ συμπλήρωσιν τῶν ἔργων ὡς καὶ διὰ τὴν ἄρδευσιν τῶν γαιῶν των. Συνέπεια δὲ τούτου εἶναι ὅτι ὁ Ὀργανισμὸς περιέρχεται εἰς ἀδυναμίαν νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν δι’ ὃν συνεστήθη σκοπὸν ἤτοι τὴν συντήρησιν καὶ συμπλήρωσιν τῶν ἔργων. 5) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Εὐβοίας κ. Ἰω. Μπουρνιᾶ ὑπ’ ἀριθ. 198 ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἀπαντᾷ, ὅτι: Κοινοποιοῦμεν ἐν ἀντιγράφῳ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 1430)1790) 11.6.49 τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῆς Δ)νσεως Γεωργίας Εὐβοίας, ἐξ ἧς ἐμφαίνονται αἱ παντὸς εἴδους ἐνισχύσεις αἵτινες ἐχορηγήθησαν εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν στρατευθέντων ἐφέδρων ὁπλιτῶν τῆς περιφερείας Κύμης.
Ὁ Ὑπουργὸς
Χ. ΓΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ
«Ἐπὶ 32670 ὑμετέρας τηλ)κῆς στόπ. Σύνολον ἐνισχυθεισῶν οἰκογενειῶν στρατευθέντων ἐφέδρων τεσσαράκοντα δύο Κοινοτήτων ὁλοκλήρου Ἐπαρχίας Κύμης τετρακόσιαι ἐννενήκοντα ἓξ στόπ. Χορηγηθεῖσαι ἐνισχύσεις εἰς χρῆμα διὰ προμήθειαν σπόρων εἴκοσι πέντε ἑκατομμύρια τετρακόσιαι χιλιάδες —δι’ ἀρόσεις, εἴκοσι δύο ἑκατομμύρια πεντακόσιαι ἑβδομήκοντα δύο χιλιάδες— λιπάσματα εἴκοσιν ἓξ ἑκατομμύρια ἑπτακόσιαι ἑβδομήκοντα τρεῖς χιλιάδες ἑξακόσιαι ἑξήκοντα δραχμαὶ στόπ. Ἀνωτέρω ποσὰ δὲν περιλαμβάνονται ἐνισχύσεις δι’ ἐαρινὰς καλλιεργείας τρέχοντος ἔτους δι’ ἃς διετέθη ποσὸν δι’ ἀρόσεις εἴκοσι τέσσαρα ἑκατομμύρια πεντακόσιαι χιλιάδες καὶ διὰ σπόρους ἴσον ποσόν». 6) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Ἀχαΐας κ. Ἰω. Γιαννοπούλου, ὑπ’ ἀριθ. 208 ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἀπαντᾷ, ὅτι: Τὸ Ὑπουργεῖον ἐνδιεφέρθη καὶ ἐμερίμνησε λίαν ἐγκαίρως διὰ τὴν λῆψιν ὅλων τῶν ἀπαραιτήτων μέτρων καὶ εἰς τὴν κατάλληλον ἐφαρμογὴν τῆς καταπολεμήσεως τοῦ δάκου, ἡ ὁποία ἐφέτος ἰδίᾳ ὅτε ἀναμένεται πλουσία ἐλαιοπαραγωγὴ παρουσιάζει ἐντελῶς ἰδιάζουσαν σημασίαν. Οὕτω ἡ καταπολέμησις θὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς ὅλας τὰς παρουσιαζούσας ἐνδιαφέρον ἀπὸ ἐλαιοκομικῆς ἀπόψεως περιοχὰς τῆς χώρας μας πλὴν τῆς Μυτιλήνης, εἰς τὴν ὁποίαν οὐδέποτε ἐφηρμόσθησαν τὰ δακοκτόνα μέτρα διότι οἱ κάτοικοι δὲν ἐπιθυμοῦν ταύτην καὶ διότι ἐλάχιστα ἡ παραγωγὴ της προσβάλλεται ὑπὸ τοῦ δάκου λόγῳ εἰδικῶν συνθηκῶν. Τὰ ληφθέντα μέτρα ἀπέβλεπον εἰς τὴν ἐξασφάλισιν ἀφ’ ἑνὸς μὲν σημαντικῶν ποσοτήτων τῶν ἀπαραιτήτων ὑλικῶν δηλ. μελάσσης, ἀρσενικώδους νατρίου, ψεκαστήρων κλπ. καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῶν ἀπαραιτήτων πιστώσεων ἀνερχομένων διὰ τὴν τρέχουσαν χρῆσιν (μέχρι τέλους Ἰουνίου) εἰς 10.000.000.000 περίπου δραχμῶν καὶ διὰ τὴν ἑπομένην εἰς 2.000.000.000 περίπου δραχμῶν. Ἤδη, ὑλικὰ καὶ διὰ πρώτην φορὰν μεταπολεμικῆς πιστώσεως εὑρίσκονται λίαν ἐγκαίρως εἰς τοὺς τόπους χρησιμοποιήσεως αὐτῶν, ἐδόθησαν δὲ εἰς τὰς ἁρμοδίας γεωργικὰς ὑπηρεσίας μας καὶ αἱ δέουσαι τεχνικῆς καὶ οἰκονομικῆς φύσεως ὁδηγίαι διὰ τὸν καταρτισμὸν τῶν συνεργείων καὶ τὴν ἔναρξιν τῆς καταπολεμήσεως, ἡ ὁποία συμπίπτει μὲ τὸ δεύτερον δεκαπενθήμερον τοῦ Ἰουνίου ἢ τὸ πρῶτον τοῦ Ἰουλίου ἀναλόγως τῶν τοπικῶν κλιματολογικῶν καὶ ἄλλων συνθηκῶν. Ὅλαι αἱ γεωργικαὶ ὑπηρεσίαι εἶναι ἕτοιμοι ἀπὸ πάσης ἀπόψεως καὶ ἀναμένουν τὴν κατάλληλον στιγμὴν ἐξαρτωμένην ἀπὸ ὡρισμένας τεχνικῆς φύσεως προϋποθέσεις διὰ τὴν ἔναρξιν τῶν διαβροχῶν. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, ἀπηυθύναμεν τὴν 9ην τρέχ. πρὸς τὰς ἐν λόγῳ ὑπηρεσίας μας τὴν ὑπ’ ἀριθ. 90089)4196 τηλεγραφικὴν ἐγκύκλιον ἧς ἀντίγραφον ἐπισυνάπτομεν τῷ παρόντι. «Συνεχείᾳ 64745 ἐγκυκλίου τηλεγραφικῆς παρακολουθήσατε ἐξέλιξιν καρποφορίας ἐλαιοδένδρων καὶ πορείαν ἐμφανίσεως ἐντόμων δάκου καὶ προβῆτε κατάλληλον στιγμὴν οὐχὶ πάντως προώρως ἔναρξιν πρώτης γενικῆς διαβροχῆς ἀνεξαρτήτως κοινοποιήσεως ἢ μὴ ἀποφάσεως ἄρθρου 12 νόμου 6349 καθορισμὸν χρόνου ἐνάρξεως διαβροχῆς συμμορφωθῆτε ἐντύπους ὁδηγίας δακοκτονίας». ΙΙ. Τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Ἕβρου κ. Δαπέργολα ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἀπαντᾷ ὅτι εἰς μὲν τὸ Γυμνάσιον Διδυμοτείχου διωρίσθησαν εἷς Φιλόλογος καὶ εἷς Γυμναστής, εἰς δὲ τὸ Γυμνάσιον Ἀλεξ)πόλεως εἷς Γυμναστής, πρόκειται δὲ κατ’ αὐτὰς νὰ ἐνεργηθῶσι καὶ ἄλλοι διορισμοὶ πρὸς συμπλήρωσιν ποσοστοῦ τινος τῶν κενῶν θέσεων. β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Ἠλείας κ. Δ. Παπαδημητρίου ὑπ’ ἀριθ. 166 ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἀπαντᾷ, ὅτι ἀπεστάλη ἔγγραφον εἰς τὸν Ἐπιθεωρητὴν τῶν Δημοτικῶν Σχολείων Ἠλείας, ἵνα μᾶς παράσχῃ σχετικὰς πληροφορίας περὶ τούτου. Ἐν καιρῷ δέ, θέλομεν ἀπαντήσει, σχετικῶς. ΙΙΙ. Τοῦ Ὑπουργείου Ἀνοικοδομήσεως. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Μεσσηνίας κ. Π. Λυκουρέζου ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἀνοικοδομήσεως ἀπαντᾷ, ὅτι ἐλλείψει πιστώσεων κατέστη ἀντικειμενικῶς ἀδύνατος καὶ ἐν τῇ ἁρμοδιότητι τοῦ Ὑπουργείου ἄμεσος λῆψις μέτρων διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ ζητήματος τῶν ἐκ τῶν πλημμυρῶν ἐν Μεσσηνίᾳ ἐπενεχθεισῶν καταστροφῶν. Ἐὰν καὶ κατὰ πόσον θὰ καταστῇ δυνατὴ εἰς τὸ προσεχὲς ἡ ἀντιμετώπισις τοῦ ἐν λόγῳ ζητήματος θὰ ἐξαρτηθῇ ἐκ τῶν χορηγηθησομένων νέων πιστώσεων. Πάντως, θέτομεν ἐπ’ εὐκαιρίᾳ ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν τὴν πληροφορίαν, ὅτι οἱ ἐκ τῶν πλημμυρῶν ἐν Μεσσηνίᾳ ἀπομείναντες ἄστεγοι προέβησαν ἐν τῷ μεταξὺ εἰς τὴν κατάληψιν ἁπάντων τῶν διὰ τοὺς ἀνταρτοπλήκτους ἐν Θουρίᾳ ἐπισκευασθέντων ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας οἰκημάτων, ἅτινα καὶ ἐξακολουθοῦν εἰσέτι νὰ κατέχουν. β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Μεσσηνίας κ. Α. Τσιρώνη ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἀνοικοδομήσεως ἀπαντᾷ, ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 322247 ἀπὸ 8 Ἰουνίου ἐ. ἔ. διαταγῆς πρὸς τὴν Διεύθυνσιν Γεωργίας Ἠλείας, διετάχθη ἡ παρὰ τῆς οἰκείας ἐπιτροπῆς ἐνέργεια ἀπογραφῆς τῶν εἰς οἰκοδομικὸν πλοῦτον ζημιῶν τῶν κατοίκων τοῦ οἰκισμοῦ Ζαχάρως. Ἀνεξαρτήτως τῆς ὡς ἄνω ἀπογραφῆς, ἥτις ἀποτελεῖ προϋπόθεσιν διὰ τὸν καθορισμὸν τῶν ἐκτελεστέων ἐργασιῶν πρὸς ἐπανόρθωσιν τῶν ζημιῶν, αὐτὴ αὕτη ἡ ἐκτέλεσις τοιούτων ἐργασιῶν δὲν καθίσταται δυνατὴ ἐλλείψει πιστώσεων. γ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Πρεβέζης κ. Π. Γαρουφαλιᾶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἀνοικοδομήσεως ἀπαντᾷ, ὅτι μέχρι τῆς χρονολογίας τῆς ἐρωτήσεως οὐδὲν εἶχε γίνει καὶ τοῦτο, ἐλλείψει πιστώσεως. Μετὰ τὴν ἐξασφάλισιν πιστώσεων, ἐπὶ συνολικῶς δαπανηθέντος ποσοῦ 44 δισεκ. δραχ. διὰ τὴν προσωρινὴν στέγασιν τῶν ἀνταρτοπλήκτων ἐδαπανήθησαν διὰ τοὺς ἀνταρτοπλήκτους τῆς Περιφερείας Ἄρτης ἐν συνόλῳ 360 ἑκ. (ἐργασία καὶ ἀξία ὑλικῶν). Διὰ τοῦ ἀνωτέρω ποσοῦ ἐξετελέσθησαν τὰ ἑξῆς ἔργα: 1) Ἐπισκευὴ 25 δωματίων παλαιῶν οἰκιῶν Ἄρτης. 2) Κατασκευὴ 150 δωματίων ξυλίνων εἰς Ἄρταν. 3) Κατασκευὴ 50 δωματίων ξυλίνων εἰς Κομπότι. 4) Τοποθέτησις ROMNEY εἰς Ἄρταν, ἅτινα διῃρέθησαν εἰς 140 δωμάτια. δ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Αἰτωλοακαρνανίας κ. Π. Κατσώτα ὑπ’ ἀριθ. 80 ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἀνοικοδομήσεως ἀπαντᾷ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον, καθ’ ὃ μέρος ἀντιμετώπισε τὴν προσωρινὴν στέγασιν τῶν ἀνταρτοπλήκτων καὶ ἐφόσον χρόνον διετίθεντο εἰς αὐτὸ σχετικαὶ πιστώσεις ἀκριβῶς ἐφήρμοζε τὴν ὑποστηριζομένην παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ ὀρθὴν ἄποψιν τῆς κατ’ ἀρχὴν καὶ προτίμησιν ἐπισκευῆς βλαβεισῶν ἐκ τοῦ πολέμου καὶ τῶν συνεπειῶν του οἰκιῶν, κυρίως ὅμως, εἰς ἀστικὰ κέντρα, ὅπου καὶ μόνον ἦτο δυνατὴ διὰ λόγους ἀσφαλείας ἡ ἐγκατάστασις τῶν ἀνταρτοπλήκτων. Ἡ περίπτωσις τῆς στεγάσεως τῶν ἀνταρτοπλήκτων εἰς λυόμενα οἰκήματα ἢ παραπήγματα ἀντιμετωπίσθη μόνον ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπῆρχον βλαβεῖσαι οἰκίαι χρήζουσαι ἐπισκευῆς ἢ αἱ ὑπάρχουσαι, δὲν ἐπήρκουν διὰ τὴν κάλυψιν τῶν ἀναγκῶν στεγάσεως τῶν ἀνταρτοπλήκτων, ὡς ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν. Γενικώτερον, ἀποτελεῖ βασικὴν ἀρχὴν ἡ κατὰ πρῶτον λόγον ἐπισκευὴ τῶν ἡμικατεστραμμένων οἰκιῶν, ἥτις ἀπὸ μακροῦ ἐνεργεῖται εἰς τοὺς οἰκισμοὺς ἐκείνους, οἵτινες περιλαμβάνονται εἰς τὸ πρόγραμμα ἀνοικοδομήσεως, βάσει τοῦ ποσοστοῦ καταστροφῆς αὐτῶν καὶ πάντοτε βάσει τῶν διαθεσίμων πιστώσεων. IV. Τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Εὐβοίας κ. Χ. Θηβαίου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπαντᾷ, ὅτι ἡ ἀνάθεσις εἰς τὸν κ. Π. Μαλλὰχ τῶν καθηκόντων τοῦ προσωρινοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ Κράτος τοῦ Ἰσραήλ, ὑπηγορεύθη ἀπὸ εἰδικοὺς λόγους ἀποβλέποντας εἰς τὴν καλλιτέραν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἡμετέρων συμφερόντων παρὰ τῇ νέᾳ ταύτῃ ἐπικρατείᾳ. Ἡ ἐκλογὴ τοῦ κ. Μαλλὰχ ἐκρίθη σκόπιμος, τόσον λόγῳ τῆς γενικωτέρας πολιτικῆς καὶ οἰκονομολογικῆς πείρας αὐτοῦ, ὅσον καὶ τῶν σχέσεών του μετὰ τῶν ἰθυνόντων τοῦ νέου Κράτους καὶ τῆς ἰδιαιτέρας ἐκτιμήσεως, ἧς ἀπολαύει μεταξὺ τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ κόσμου, τοῦθ’ ὅπερ μέλλει νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν εὐκολωτέραν ἀνάπτυξιν τῶν σχέσεων τῶν δύο λαῶν. Ὁ κ. Μαλλὰχ ἀφ’ ἑτέρου, τυγχάνει ἄριστος Ἕλλην πολίτης ἀπολαύων πλήρως τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων μὲ ὑγιᾶ ἐθνικὴν συνείδησιν καὶ ἀνεγνωρισμένας πρὸς τὴν Πατρίδα του Ἑλλάδα ὑπηρεσίας. Ὁ κ. Μαλλὰχ ἐξελέγη τρεῖς φορὰς βουλευτὴς τὸ 1915 τὸ 1920 καὶ τὸ 1935. Μετέσχεν ἐπανειλημμένως Ἑλληνικῶν ἀντιπροσωπειῶν εἰς Διεθνῆ Συνέδρια. Εἰς τὴν παγκόσμιον οἰκονομικὴν διάσκεψιν τῆς Γενούης τὸ 1922 μὲ τὸν Δημήτριον Γούναρην εἰς τὴν Συνέλευσιν τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν μὲ τὸν Γεώργιον Στρέϊτ καὶ ἀντεπροσώπευσε τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν εἰς τὰς Διεθνεῖς Διακοινοβουλευτικὰς διασκέψεις τῆς Λισσαβῶνος, τῶν Βρυξελλῶν καὶ τοῦ Λονδίνου. Τὰ ἐθνικόφρονα ἑλληνικά του αἰσθήματα εἶναι ἀναμφισβήτητα. Τὴν ἑπομένην τῆς Ἰταλικῆς ἐπιθέσεως διὰ τηλεγραφήματός του πρὸς τὸν Βασιλέα Γεώργιον καὶ τὸν Πρωθυπουργὸν Μεταξᾶν ἐζήτησε νὰ καταταγῇ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Ὁ Πρωθυπουργὸς Μεταξᾶς τοῦ ἀνέθεσε τότε εἰδικὴν ἀποστολὴν εἰς Ἑλβετίαν. Παραμείνας ἀποκλεισμένος εἰς Γαλλίαν κατόπιν τῆς Γερμανικῆς κατοχῆς μετέσχεν ἐνεργῶς τοῦ κινήματος τῆς Γαλλικῆς ἀντιστάσεως μέχρι τοῦ τέλους τοῦ 1944. Ἡ μακρὰ φιλελευθέρα παράδοσις τοῦ Ἔθνους μας, ἡ ὁποία ἀπέφυγε πάντοτε τὰς θρησκευτικὰς καὶ φυλετικὰς διακρίσεις καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ὁ λαός μας αἰσθάνεται δικαίαν ὑπερηφάνειαν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀγνοηθῇ ἐν προκειμένῳ καὶ νὰ τεθῇ εἰς ἥσσονα μοῖραν Ἕλλην πολίτης, καθ’ ὅλα κατάλληλος ἵνα χρησιμοποιηθῇ εἰς θέσιν ὅπου θὰ δυνηθῇ νὰ προσφέρῃ τὰς ὑπηρεσίας του εἰς τὴν χώραν του. Τοιαύτη διάκρισις μεταξὺ Ἑλλήνων πολιτῶν εἶναι τελείως ἀπαράδεκτος διὰ τὰς κρατούσας παρ’ ἡμῖν φιλελευθέρας πολιτικὰς ἀντιλήψεις καὶ ἀντίθετος πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς ἰσότητος τὸ ὁποῖον διέπει τοὺς συνταγματικούς μας θεσμούς. Θὰ ἦτο παράβασις τῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν τὰς ὁποίας ἀνέκαθεν ἠκολουθήσαμεν καὶ ὑπὲρ τῶν ὁποίων καὶ τελευταίως ἀκόμη ἠγωνίσθημεν τὸ νὰ θέσωμεν ζητήματα φυλετικῆς προελεύσεως καὶ θρησκευτικῶν δογμάτων ὑπεράνω τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν καὶ τῶν ἀπαραγράπτων δικαιωμάτων τῆς ἴσης συμμετοχῆς των εἰς τὸν δημόσιον βίον τῆς Πατρίδος των. Ἐξ ἄλλου εἶναι ἀνάγκη νὰ διευκρινισθῇ ὅτι ἡ ἀποστολὴ τοῦ κ. Μαλλὰχ εἶναι χρονικῶς περιωρισμένη καὶ ἀπὸ ἀπόψεως περιεχομένου σαφῶς καθωρισμένη. Ἡ ἀποστολὴ τοῦ κ. Μαλλὰχ ἀποβλέπει ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς συνήθους διπλωματικῆς ἐπαφῆς μετὰ τοῦ νέου Κράτους, εἰς τὴν δημιουργίαν ἐμπορικῶν σχέσεων καὶ τὴν προστασίαν τῶν συμφερόντων τῶν ἐκεῖ Ἑλλήνων ὑπηκόων Ἰσραηλιτικῆς τὸ πλεῖστον καταγωγῆς. Αἱ μετὰ τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων σχέσεις ἡμῶν διεξάγονται μέσῳ τοῦ ἐν τῇ πόλει ταύτῃ γενικοῦ ἡμῶν Προξενείου ὑπαγομένου ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν. Ἡ ρύθμισις τοῦ μέλλοντος καθεστῶτος τῶν Ἁγίων Τόπων ἐξέρχεται ὡς γνωστὸν τοῦ πλαισίου τῶν ἰδιαιτέρων σχέσεων μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ τοῦ Κράτους τοῦ Ἰσραήλ. Λόγῳ τῆς φύσεως τοῦ ζητήματος καὶ τῆς εὐρυτέρας αὐτοῦ σημασίας ἔχει καταστῆ θέμα διεθνὲς μέλλον νὰ ρυθμισθῇ μέσῳ ἁρμοδίων διεθνῶν ὀργανισμῶν. Τὰ θέματα ταῦτα ἔχουν ἤδη ἀποτελέσει ἀντικείμενον ἰδιαιτέρας μελέτης ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ καταλλήλων προκαταρκτικῶν ἐνεργειῶν τῶν ἁρμοδίων διεθνῶν ὀργάνων ὡς ἱκανοποιητικὴν καὶ δικαίαν ρύθμισιν αὐτῶν. V. Τοῦ παρὰ τῷ Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως κ. Ὑπουργοῦ: α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Ἠλείας κ. Δ. Παπαδημητρίου ὑπ’ ἀριθ. 90 ὁ κ. ὑπουργὸς παρὰ τῷ Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως ἀπαντᾷ ὅτι: Διὰ τὴν προαγωγὴν τοῦ Τουρισμοῦ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 100.000 ἑκατομ. δραχμῶν τῶν αἰτηθέντων ὑπὸ τῆς Γεν. Γραμματείας Τουρισμοῦ παρὰ τοῦ σχεδίου Μάρσαλ διὰ τὴν ἀνασυγκρότησιν καὶ ἀνάπτυξιν τῆς Τουριστικῆς Οἰκονομίας διὰ τὸ ἔτος 1948 ἐνεκρίθη ὑπὸ τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς διὰ τὸ πρῶτον ἔτος τὸ ποσὸν τῶν 20.000 ἑκατομ. δραχμῶν. Τὸ ποσὸν τοῦτο διενεμήθη κυρίως κατὰ προτίμησιν εἰς τὴν ἀνασυγκρότησιν καὶ ἀνάπτυξιν τῆς τουριστικῆς οἰκονομίας τῆς περιοχῆς Ἀθηνῶν, τῆς νήσου Ρόδου, καὶ τῆς λουτροπόλεως Λουτρακίου. Ἡ προτίμησις αὕτη ἐδόθη καθ’ ὅτι αἱ προρρηθεῖσαι περιοχαὶ θὰ εἶναι αἱ πρῶται αἵτινες δέχονται ξένους. Τὸ πρόγραμμα τοῦτο ἐνεκρίθη καὶ ὑπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου Τουρισμοῦ, τοῦ ὁποίου προήδρευσεν ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεύς. Διὰ τὸ ἔτος 1951 προβλέπονται δαπάναι διὰ τὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς Κυλλήνης καὶ τῆς Ὀλυμπίας. β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Θεσσαλονίκης κ. Γ. Μπακατσέλου ὁ κ. Ὑπουργὸς παρὰ τῷ Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως ἀπαντᾷ ὅτι: Κατ’ ἐπανάληψιν ἠσχολήθη τὸ γραφεῖον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐνεργῆσαν ἐπὶ πολλῶν ἀναφορῶν τοῦ τέως προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου Ἀθανασίου Δημοπούλου καταγγείλαντος διαφόρους ἐπιληψίμους ἐνεργείας καὶ παραλείψεις τῆς ὑπηρεσίας, ἃς καὶ ὑπαινίσσεται, φρονοῦμεν, καὶ ὁ ἐρωτῶν βουλευτής. Ἐπὶ τῶν καταγγελιῶν τούτων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ὃ διεβιβάσαμεν ὁλόκληρον τὸν σχηματισθέντα φάκελλον λόγῳ ἁρμοδιότητος ἀπήντησε διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. Π. 20778)9.12.48 ἐγγράφου του. γ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Κεφαλληνίας Εὐστ. Κομνηνοῦ ὑπ’ ἀριθ. 48 ὁ κ. Ὑπουργὸς παρὰ τῷ Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως ἀπαντᾷ ὅτι: Ἐπὶ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 1, 2 καὶ 3 ἐρωτημάτων εἰς τὸ Πολιτικὸν Γραφεῖον κ. Πρωθυπουργοῦ ὑφίστανται αἱ ἀκόλουθοι ὀργανικαὶ θέσεις αἵτινες καὶ ἔχουσι πληρωθῆ διὰ διορισμοῦ μετακλητῶν ὑπαλλήλων. 1) Τρεῖς θέσεις εἰς τὸ ἰδιαίτερον γραφεῖον κ. Προέδρου. 2) Τρεῖς θέσεις εἰς τὸ ἰδιαίτερον γραφεῖον κ. Ἀντιπροέδρου. 3) Δύο θέσεις εἰς τὸ ἰδιαίτερον γραφεῖον τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ παρὰ τῷ κ. Πρωθυπουργῷ. 4) Ἀνὰ δύο θέσεις εἰς ἕκαστον τῶν ἰδιαιτέρων γραφείων τῶν Ὑπουργῶν ἄνευ χαρτοφυλακίου. 5) Δέκα ὀκτὼ θέσεις διὰ τὰς ὑπηρεσιακὰς ἀνάγκας τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Πολιτικοῦ Γραφείου κ. Πρωθυπουργοῦ. 6) Δώδεκα θέσεις καθαριστριῶν, καὶ 7) Δώδεκα θέσεις ὁδηγῶν αὐτοκινήτων. Ἤτοι, σύνολον ὑπηρετούντων ὀργανικῶς, 54 ὑπάλληλοι. Πέραν τούτων ἐξ ἀποσπάσεων παρὰ διαφόρων δημοσίων ὑπηρεσιῶν νομικῶν προσώπων καὶ Τραπεζῶν, ὑπηρετοῦσι 266 ὑπάλληλοι καὶ στρατιωτικοὶ ἐν γένει κατανεμόμενοι ὡς ἀκολούθως: 1) 52 ὑπάλληλοι καὶ στρατιωτικοὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑφυπουργείου Πολιτικοῦ Γραφείου εἰς οὓς συμπεριλαμβάνονται οἱ ὁδηγοὶ αὐτοκινήτων, οἱ κλητῆρες καὶ οἱ σύνδεσμοι τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, ἀπασχολούμενοι εἰς τὰς διαφόρους διευθύνσεις, τμήματα καὶ γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου, ἤτοι: α) Διοικητικῶν ὑπηρεσιῶν, β) Γεν. Διευθυντοῦ, γ) Διεκπεραιώσεως Ἀρχείου καὶ Πρωτοκόλου, δ) Κοινωνικῆς Ἀμύνης, ε) Ἀνακτόρων, στ) Αὐτοκινήτων, ζ) Κρητικῶν ὑποθέσεων, η) Ὑποθέσεις Β. Ἑλλάδος, θ) Ὑποθέσεων Ἠπείρου, ι) Ὑποθέσεις Δωδεκανήσων, ια) Ἐφημερ. Κυβερνήσεως, ιβ) Ὑποθέσεις Στερεᾶς Ἑλλάδος, ιγ) Προσωπικοῦ, ιδ) Λογιστικοῦ καὶ ιε) Συνδέσμων Ὑπουργείων. 2) 20 ὑπάλληλοι καὶ στρατιωτικοὶ ἐν γένει εἰς τὸ ἰδιαίτερον γραφεῖον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περιλαμβανομένων τῶν κλητήρων καὶ συνδέσμων μετὰ τῶν Ὑπουργείων. 3) 9 ὑπάλληλοι καὶ στρατιωτικοὶ ἐν γένει εἰς τὸ ἰδιαίτερον γραφεῖον τοῦ κ. ὑπουργοῦ παρὰ τῷ Πρωθυπουργῷ, περιλαμβανομένων τῶν στρατιωτικῶν, συνδέσμων μετὰ τῶν διαφόρων Ὑπουργείων κλπ. 4) 52 ὑπάλληλοι καὶ στρατιωτικοὶ ἐν γένει εἰς τὸ Πολιτικὸν Γραφεῖον κ. Ἀντιπροέδρου Κυβερνήσεως Κων. Τσαλδάρη περιλαμβανομένων τῶν κλητήρων καὶ τῶν συνδέσμων μετὰ τῶν διαφόρων Ὑπουργείων. 5) 113 ὑπάλληλοι ἐν γένει εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων καὶ τοὺς διαφόρους βουλευτὰς τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Β. Ἐπὶ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 4 καὶ 5 ἐρωτημάτων. Τὸ Πολιτικὸν Γραφεῖον Πρωθυπουργοῦ διαθέτει ἐν συνόλῳ 26 αὐτοκίνητα ἐξ ὧν τὰ δύο ἀκινητοῦσι συνεπείᾳ βλαβῶν ἀπὸ μακροῦ χρόνου καὶ οὐδέποτε ἐχρησιμοποιήθησαν αὐτοτελῶς. Τὰ χρησιμοποιούμενα συνεπῶς 24 αὐτοκίνητα, ἐν συνόλῳ εἶναι διατεθειμένα ὡς ἀκολούθως: 1) 10 αὐτοκίνητα εἰς τὴν διάθεσιν τῶν διατελεσάντων Προέδρων τῆς Κυβερνήσεως συμφώνως τῷ νόμῳ. 2) Ἀνὰ τρία αὐτοκίνητα διὰ τοὺς κ.κ. Πρόεδρον καὶ Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐξ ὧν ἀνὰ δύο ὡς αὐτοκίνητα τῆς προσωπικῆς αὐτῶν ἀσφαλείας. 3. Ἓν αὐτοκίνητον διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν παρὰ τῷ κ. Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως. 4. Ἓν αὐτοκίνητον διὰ τὴν Γραμματείαν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. 5. Ἓν αὐτοκίνητον διὰ τὸν κ. Γενικὸν Διευθυντὴν τοῦ Πολιτικοῦ Γραφείου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ 6. Ἓν αὐτοκίνητον διὰ τὸν Διευθυντὴν τοῦ ἰδιαιτέρου γραφείου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. 7. Ἓν αὐτοκίνητον διὰ τὰς ὑπηρεσιακὰς ἀνάγκας τοῦ Ὑφυπουργείου τοῦ Πολιτικοῦ Γραφείου. 8. Τρία αὐτοκίνητα διὰ τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Γραφείου Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως κ. Κ. Τσαλδάρη. Ἡ μηνιαία κατανάλωσις βενζίνης διὰ τὴν κίνησιν τῶν ἀνωτέρω αὐτοκινήτων κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα ἀπὸ 1ης Σεπτεμβρίου 1947 μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου 1948, δὲν ὑπερέβη τὰ 2.100 γαλόνια, ἡ δὲ μηνιαία δαπάνη διὰ βενζίνην, ὀρυκτέλαιον, συντηρήσεις, ἐπισκευάς, ἀνταλλακτικά, ἐλαστικὰ καὶ μισθώματα ἰδιωτικῶν αὐτοκινήτων ἀνῆλθε κατὰ τὸ ἀπὸ 1ης Ἀπριλίου 1947 μέχρι 30 Ἰουνίου 1948 χρονικὸν διάστημα εἰς δραχμ. 21.000.000 κατὰ μέσον ὅρον. Χαρακτηριστικὸν τῆς ἐκ μέρους τῆς παρούσης Κυβερνήσεως καταβληθείσης προσπαθείας διὰ τὸν περιορισμὸν τῆς καταναλώσεως βενζίνης καὶ ὀρυκτελαίου, ὡς ἐπίσης καὶ τῶν λοιπῶν ἐν γένει δαπανῶν, συντηρήσεως, ἐπισκευῶν ἀνταλλακτικῶν, κλπ. εἶναι ὅτι κατὰ τὸ ἀπὸ 1ης Ἀπριλίου 1946 μέχρι 31 Αὐγούστου 1947, ὁ μέσος ὅρος καταναλώσεως βενζίνης κατ’ αὐτοκίνητον, ἀνήρχετο εἰς 130 γαλόνια, μηνιαίως, ἐνῷ ἐπὶ ἡμερῶν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἤτοι ἀπὸ 1ης Σεπτεμβρίου 1947 μέχρι 31 Ὀκτωβρίου 1948 ὁ μέσος ὅρος κατῆλθεν εἰς 95 γαλόνια μηνιαίως κατ’ αὐτοκίνητον. Ἐπίσης καὶ αἱ δαπάναι λειτουργίας, συντηρήσεως κλπ. τῶν αὐτοκινήτων ἀνερχόμεναι κατὰ μέσον ὅρον δι’ ἅπαντα τὰ χρησιμοποιούμενα αὐτοκίνητα εἰς δραχμὰς 30 ἑκατομμύρια μηνιαίως, ὑπεβιβάσθησαν εἰς δραχμὰς 21 ἑκατομμύρια μηνιαίως παρὰ τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν χρησιμοποιουμένων αὐτοκινήτων κατὰ 6 αὐτοκίνητα καὶ πλέον, συνεπείᾳ ἀφ’ ἑνὸς μὲν αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν τέως Προέδρων τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ τῆς μὴ συμμετοχῆς αὐτῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου, ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν αὐτοκινήτων τῆς προσωπικῆς ἀσφαλείας λόγῳ τῶν ἐξαιρετικῶν σημερινῶν περιστάσεων. δ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Ἠλείας κ. Δ. Παπαδημητρίου ὁ κ. ὑπουργὸς παρὰ τῷ Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως ἀπαντᾷ, ὅτι: Αἱ διατιμήσεις τῶν Ξενοδοχείων τῶν Λουτροπόλεων, ὅπως καὶ τῶν ἄλλων Ξενοδοχείων τῆς χώρας, καθορίζονται ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς συσταθείσης δυνάμει τοῦ Α. Ν. 431)37 καὶ συμπληρωθείσης δυνάμει τοῦ Α. Ν. 688)45, ὡς καὶ τοῦ Ν. Δ. 685)48. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀποτελεῖται ἐξ ἀντιπροσώπων τῶν ὑπηρεσιῶν τουρισμοῦ καὶ τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν τῶν Ὑπουργείων Ἐφοδιασμοῦ, Ἐργασίας καὶ ἀντιπροσώπων τοῦ Ξενοδοχειακοῦ Ἐπιμελητηρίου τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως Τουρισμοῦ. Ἡ Ἐπιτροπὴ καθορίζουσα τὰς διατιμήσεις, δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψει της μόνον τὰς αἰτήσεις καὶ τὰ παράπονα τῶν ξενοδόχων, ἀλλὰ συλλέγει πληροφορίας καὶ ἀπὸ τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς περὶ κόστους τῆς ζωῆς καὶ τῶν τιμῶν τῶν διαφόρων ὑπὸ τῶν ξενοδοχείων χρησιμοποιουμένων εἰδῶν, προσπαθοῦσα πάντοτε νὰ τηρῇ τὰς τιμὰς τῶν ξενοδοχείων εἰς ἐπίπεδον κατὰ πολὺ μικρότερον τοῦ τιμαρίθμου καὶ τῶν αὐξήσεων ὅλων τῶν ἄλλων εἰδῶν. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπίσης, φροντίζει πάντοτε, ὅπως αἱ ἑκάστοτε παρεχόμεναι αὐξήσεις εἶναι κατὰ πολὺ μικρότεραι διὰ τὰ λαϊκὰ ξενοδοχεῖα οὕτως ὥστε, νὰ καθίσταται δυνατὴ ἡ ἐξυπηρέτησις τῶν ἀδυνάτων οἰκονομικῶς. Τὰ ξενοδοχεῖα τῶν λουτροπόλεων λειτουργοῦντα ὀλίγους μῆνας τοῦ ἔτους δὲν δύνανται ν’ ἀνταποκριθοῦν εἰς τὰ ἔξοδά των, ἐφ’ ὅσον δὲν διατηροῦν καὶ ἑστιατόρια. Ἐννοεῖται, ὅτι τοῦτο ἀφορᾷ κυρίως τὰ ξενοδοχεῖα πολυτελείας καὶ Αʹ κατηγορίας τῶν ὁποίων οἱ ἔνοικοι δύνανται κατὰ τεκμήριον νὰ ἀνταποκριθοῦν εἰς τὰ ἔξοδα ταῦτα. Τὰ ξενοδοχεῖα τῶν κατωτέρων κατηγοριῶν στεροῦνται ἑστιατορίων, καίτοι δέ, δὲν ὑπάρχει διάταξις ἀπαγορεύουσα τὴν ἐν τοῖς ξενοδοχείοις πολυτελείας καὶ Αʹ κατηγορίας συνύπαρξιν ἑστιατορίων, ἐν τούτοις πολλοὶ ξενοδόχοι λουτροπόλεων πρόκειται, ὡς μᾶς ἐδήλωσαν, νὰ καταργήσουν κατὰ τὴν τρέχουσαν θερινὴν περίοδον τὴν ὑποχρεωτικὴν ἑστίασιν ἐπιθυμοῦντες οὕτω νὰ διευκολύνουν τὴν πελατείαν των.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Βαμβέτσος, Πρόεδρος τῆς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ κώδικος δημοσίων ὑπαλλήλων ἔχει τὸν λόγον διὰ νὰ καταθέσῃ τὸν κώδικα.
§6Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1917 ἐψηφίσθη ὁ νόμος 964 «περὶ συστάσεως νομοπαρασκευαστικῶν Ἐπιτροπῶν δι’ ἐπεξεργασίαν διοικητικῶν κωδίκων». Βάσει τοῦ νόμου τούτου κατηρτίσθη 7μελὴς Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐπελήφθη πρῶτον τοῦ σχεδίου κώδικος «περὶ διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως καὶ διοικήσεως καὶ δεύτερον περὶ καταστάσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν μεταξὺ τῶν ἄλλων μετεῖχον καὶ οἱ Κ. Γόντικας, Βαλαλᾶς, Μαρῆς καὶ Σαρίπολος. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἐπελήφθη ἀμφοτέρων τῶν νομοθετημάτων. Ἐπελθούσης ὅμως τῆς μεταβολῆς κατὰ τὸ 1920 ἡ Κυβέρνησις τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἠθέλησε νὰ συνεχισθῇ τὸ ἔργον αὐτὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ἀντικατέστησεν ὅμως τινὰ ἐκ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Αἱ Ἐπιτροπαὶ αὐταὶ εἰργάσθησαν μέχρι τοῦ 1923 καὶ κατήρτισαν πλῆρες σχέδιον κώδικος τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, ὅπως ἐπίσης καὶ μέγα μέρος σχεδίου κώδικος «περὶ ὑπαλλήλων». Τὸ ἔργον αὐτὸ τῶν νομοπαρασκευαστικῶν Ἐπιτροπῶν ἠθέλησαν νὰ συνεχισθῇ καὶ αἱ μετέπειτα Κυβερνήσεις, ὁ δὲ ἀείμνηστος Β. Δεληγιάννης κατὰ τὸ ἔτος 1931 κατώρθωσε νὰ καταρτίσῃ ἕνα προσχέδιον τοῦ ὑπαλληλικοῦ κώδικος. Μετὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1946 ἡ πρώτη μετεκλογικὴ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ὡς κύριον μέλημά της τὴν σύνταξιν ὑπαλληλικοῦ κώδικος καὶ δι’ αὐτὸ διὰ πράξεως τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, κατηρτίσθη Ἐπιτροπὴ πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν. Κατόπιν, ἐψηφίσθη ὁ νόμος 342 διὰ τοῦ ὁποίου ἐμονιμοποιήθη ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία εἶχε καταρτισθῆ. Ἡ ὑπηρεσιακὴ αὕτη Ἐπιτροπὴ εἰργάσθη μὲ μεγίστην ἐπιμέλειαν καὶ κατήρτισεν ἕνα θαυμάσιον σχέδιον κώδικος χρησιμοποιήσασα τοὺς κυριωτέρους εὐρωπαϊκοὺς νόμους. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη, τὸν Νοέμβριον τοῦ 1947, ὑπέβαλε τὸ σχέδιον τοῦ κώδικος εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὁ ὁποῖος ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιληφθῇ τούτου καὶ Ἐπιτροπὴ ἐκ τοῦ κοινοβουλίου. Δι’ αὐτό, πρὸ ἑνὸς ἀκριβῶς ἔτους, τὴν 19 Ἰουλίου 1948 δι’ ἀποφάσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς συνεστήθη Διακομματικὴ Ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν κ.κ. Λ. Εὐταξία, Φ. Ζαΐμη, Θ. Τσάτσου, Π. Οἰκονομίδη, Α. Βαμβέτσου, Π. Λυκουρέζου, Κ. Τσάτσου, Ν. Σπέντζα καὶ Γ. Θεμελῆ, ἵνα ἐπιληφθῇ τοῦ ἔργου τούτου. Διὰ νεωτέρας ἀποφάσεως ἀντικατεστάθη ὁ κ. Γ. Θεμελῆς διὰ τοῦ κ. Δ. Μπέη–Ἀντωνοπούλου. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη, εἰργάσθη ἐντατικῶς καὶ εἰς 31 συνεδριάσεις ἐπεράτωσε τὸ ἔργον της, ἤτοι τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1949. Μετὰ τὴν ἀνακατάταξιν τῆς ὕλης καὶ τὴν ἐπανεξέτασιν τοῦ ὅλου ἔργου, ἐκύρωσε τοῦτο χθές. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπέφερεν οὐσιώδεις μεταβολὰς εἰς τὰ ἄρθρα καὶ κατέταξε τὴν ὕλην εἰς 8 μέρη. Εἰς τὸ πρῶτον κεφάλαιον περιλαμβάνονται αἱ γενικαὶ διατάξεις καὶ εἰσηγήθη τοῦτο ὁ κ. Π. Οἰκονομίδης. Εἰς τὸ δεύτερον κεφάλαιον περιλαμβάνεται ἡ κατάρτισις τῆς ὑπαλληλικῆς σχέσεως καὶ εἰσηγητὴς τούτου ἦτο ὁ κ. Κ. Τσάτσος. Εἰς τὸ τρίτον κεφάλαιον περιλαμβάνονται τὰ καθήκοντα καὶ οἱ περιορισμοὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων μὲ εἰσηγητὴν τὸν κ. Π. Λυκουρέζον. Εἰς τὸ τέταρτον κεφάλαιον περιλαμβάνονται τὰ δικαιώματα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων μὲ εἰσηγητὴν τὸν κ. Λ. Εὐταξίαν. Εἰς τὸ πέμπτον κεφάλαιον περιλαμβάνονται αἱ μεταβολαὶ τῆς καταστάσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ἡ σταδιοδρομία των ἐν γένει μέχρι τῆς ἐξόδου των, μὲ εἰσηγητὴν τὸν κ. Ν. Σπέντζαν. Εἰς τὸ ἕκτον κεφάλαιον περιλαμβάνονται αἱ οὐσιαστικαὶ καὶ δικονομικαὶ διατάξεις καὶ τὸ πειθαρχικὸν δίκαιον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων μὲ εἰσηγητὴν τὸν κ. Θ. Τσάτσον. Εἰς τὸ ἕβδομον κεφάλαιον περιλαμβάνεται ἡ λύσις τῆς ὑπαλληλικῆς σχέσεως μὲ εἰσηγητὴν τὸν κ. Κ. Τσάτσον καὶ Τέλος, εἰς τὸ ὄγδοον κεφάλαιον περιλαμβάνονται αἱ μεταβατικαὶ διατάξεις, μὲ εἰσηγητὴν τὸν Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς. Τὸ ἔργον αὐτό, ὅπως καὶ κάθε ἀνθρώπινον ἔργον ἔχει τὰς ἀτελείας του, ἀλλ’ ἔχει ὑπὲρ αὐτοῦ τὰ ἑξῆς: 1) Εἶναι ἔργον ἑλληνικῆς συλλήψεως καὶ ἐμπνεύσεως. 2) Ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πορισμάτων 30ετοῦς δράσεως τῆς ἐπιστήμης τοῦ διοικητικοῦ δικαίου, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ τιμήσῃ πᾶσαν ἄλλην χώραν. 3) Ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πορισμάτων τῆς νομολογίας τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. 4) Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πορισμάτων τῆς ἐμπειρίας τῆς Ἑλληνικῆς δημοσίας ὑπηρεσίας καὶ τέλος 5) Ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πείρας τοῦ Ἑλληνικοῦ Πολιτικοῦ Κόσμου. Πρέπει νὰ εἶναι ὑπερήφανος ἡ Κυβέρνησις καὶ ἰδίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἐξεδήλωσε τὸ ἐνδιαφέρον του, καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῶν ἐργασιῶν τῶν Ἐπιτροπῶν. Τὸ σχέδιον τοῦτο τοῦ κώδικος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἶμαι εὐτυχὴς ὁ μόνος ἐγὼ ἐκ τῶν πρωτεργατῶν τοῦ νομοθετήματος τούτου καταθέτων εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ παραδίδω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ταχέως θὰ κατατεθῇ ὡς σχέδιον νόμου, ἵνα ψηφισθῇ ὡς νόμος τοῦ Κράτους διὰ νὰ δώσῃ νέαν ζωὴν εἰς τὴν διοικητικὴν μηχανήν, νὰ τερματίσῃ πᾶσαν κομματικὴν συναλλαγὴν καὶ νὰ καταργήσῃ τὴν ἀργομισθίαν (χειροκροτήματα).
§7Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφ. Οἰκ.). Ἡ Κυβέρνησις αἰσθάνεται βαθυτάτην ἱκανοποίησιν, διότι πράγματι μία μεγάλη καὶ μέχρι τοῦδε ἀνικανοποίητος προσδοκία τοῦ ὑπαλληλικοῦ κόσμου τῆς Χώρας, ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρου τοῦ καθεστῶτος τὸ ὁποῖον δημιουργεῖται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σχέσεων Κράτους καὶ ὑπαλλήλων, εὑρίσκει σήμερον τὴν ἱκανοποίησίν του διὰ τῆς καταθέσεως τοῦ σχεδίου ὑπαλληλικοῦ κώδικος. Ἡ Κυβέρνησις αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην νὰ εὐχαριστήσῃ τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τὰ ὁποῖα ἐπεξειργάσθησαν μετὰ τόσης στοργῆς πρὸς τὸ θέμα καὶ τὸν θεσμὸν τὸ σχέδιον τοῦ ὑπαλληλικοῦ κώδικος, ὡς καὶ τὴν ἐξ ὑπαλλήλων Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία καὶ ἐκείνη εἶχε καταβάλει πολὺν ἐπιμέλειαν καὶ ἐξαιρετικὴν προσπάθειαν διὰ τὴν κατάρτισιν ὅσον τὸ δυνατὸν ἀρτιωτέρου ὑπαλληλικοῦ κώδικος. Ἐξαίρουσα ἡ Κυβέρνησις τὴν σημαντικὴν πράγματι συμβολὴν καὶ τῶν ὑπαλλήλων μελῶν τῆς πρώτης Ἐπιτροπῆς καὶ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μελῶν τῆς δευτέρας Ἐπιτροπῆς, αἰσθάνεται καθῆκον πράγματι ν’ ἀναγνωρίσῃ μίαν ἐργασίαν, ἡ ὁποία εἶναι καὶ θὰ μείνῃ μνημειώδης εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ ὑπαλληλικοῦ ζητήματος. Ἐλπίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι μὲ τὴν βοήθειαν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας θὰ καταστῇ δυνατὸν τὸ ταχύτερον ὁ ὑπαλληλικὸς κῶδιξ ν’ ἀποτελέσῃ νόμον τοῦ Κράτους καὶ εἶναι βεβαία ἡ Κυβέρνησις, ὅτι μὲ τὴν βοήθειαν τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία τὸν συνέταξε θὰ παραδώσῃ εἰς τὸν ὑπαλληλικὸν κόσμον ἕνα κώδικα ὁ ὁποῖος ἀναμφισβητήτως θ’ ἀποτελέσῃ μνημειώδη σταθμὸν εἰς τὴν ἱστορίαν μας (χειροκροτήματα).
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ διακοπῆς τῆς ἐργασίας τῆς Βουλῆς μέχρι 1ης Νοεμβρίου ἐ. ἔ. καὶ ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς ἔκδοσιν ψηφισμάτων, νομοθετικῶν διαταγμάτων κ.λ.π. καὶ συστάσεως Ἐπιτροπῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος». Ὁ κ. Β. Παπαρρηγόπουλος, ὡς εἰσηγητής, ἔχει τὸν λόγον.
§9Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον ψηφίσματος, περιλαμβάνει δύο χωριστὰ κεφάλαια. Τὸ πρῶτον, ἀφορᾷ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος μέχρι 1.11.1949 καὶ τὴν κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο σύστασιν καὶ λειτουργίαν Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, πρὸς ἔκδοσιν Ν. Διαταγμάτων καὶ Ψηφισμάτων. Τὸ δεύτερον κεφάλαιον, ἀφορᾷ τὴν σύστασιν εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος καὶ κατάρτισιν ἑνιαίου κειμένου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον καὶ θὰ ἀχθῇ ἀκολούθως ἐνώπιον τοῦ Σώματος, πρὸς ψήφισιν ἐν τῷ συνόλῳ του, ὑπὸ μορφὴν — ἂν ἐπιτρέπεται — τῶν κωδίκων. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος, ἔκρινε παμψηφεὶ κατ’ ἀρχήν, ὡς φυσικὴν καὶ δεδικαιολογημένην τήν, λόγῳ τοῦ θέρους, διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Διετυπώθησαν ὅμως ἀντιρρήσεις, ὡς πρὸς τὴν διάρκειαν αὐτῆς, τῆς μειοψηφίας ὑποστηριξάσης ὅτι πρέπει αὕτη νὰ εἶναι δίμηνος, ἵνα μὴ κλονισθῇ ἡ πίστις πρὸς τὸ πολίτευμα, κατόπιν τῶν τόσων μακρῶν μέχρι τοῦδε διακοπῶν. Τάσσομαι μὲ τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας, δηλαδὴ δέχομαι τὸ σχέδιον, δεδομένου, μάλιστα, ὅτι ἡ κατὰ Σεπτέμβριον συμπίπτουσα Γενικὴ Συνέλευσις τοῦ Ο.Η.Ε., ἐνδέχεται ν’ ἀπαιτήσῃ τὴν ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἀπουσίαν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ ἑτέρου τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει Κομμάτων, ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, τοῦ ὁποίου, ἐν τούτοις, τὴν παρουσίαν εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος κρίνω ἀπαραίτητον. Κατὰ συνέπειαν, ἀποδέχομαι, ὡς ἔχει, τὸ ἄρθρον 1 τοῦ σχεδίου, μὲ τὴν προσθήκην, ἣν τῇ προτάσει μου, ἀπεδέχθη ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θὰ δύναται, κατὰ τὴν κρίσιν του, νὰ συγκαλέσῃ ταύτην καὶ ἐνωρίτερον. Παμψηφεί, ἐπίσης, ἐδέχθη ἡ Ἐπιτροπὴ τὴν σύστασιν Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, πρὸς ἔκδοσιν ψηφισμάτων καὶ Ν. Διαταγμάτων, κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διακοπῶν. Καὶ ἐκεῖνοι ἐκ τῶν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἄλλοτε διατυπώσει ἀντιρρήσεις, ὡς πρὸς τὴν συνταγματικότητα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, δὲν ἐπέμειναν νὰ τὰς ἐπαναλάβουν, κατόπιν τῆς σκληρᾶς πείρας, τὴν ὁποίαν μᾶς προσεπόρισεν ἡ λόγῳ τῆς ἐλλείψεως τῆς Ἐπιτροπῆς ἀθρόα ἔκδοσις ἀναγκαστικῶν νόμων, καὶ ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἤχθησαν πρὸς κύρωσιν, ὅστις δικαίως προεκάλεσε τόσον ἐντόνους τὰς διαμαρτυρίας τοῦ Σώματος. Πρέπει νὰ θεωρήσωμεν ὡς εὐτυχὲς τὸ γεγονός, ὅτι διὰ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν εὐθεῖαν συνταγματικὴν καὶ κοινοβουλευτικὴν ὁδὸν ἀπὸ τὴν ὁποίαν εἴχομεν ἀπομακρυνθῆ τὸν τελευταῖον καιρόν. Ταῦτα δὲ ἀσχέτως πρὸς τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν εἶναι ὀρθαὶ αἱ διατυπωθεῖσαι ἀντιρρήσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις ἀντίκειται τάχα εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ πλήρως ἀγνοοῦντος ταύτην ἡμετέρου Συντάγματος καὶ δὴ τοῦ ἄρθρου 22 καὶ ἀποτελεῖ νοθείαν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος. Λησμονοῦν, ἐν πρώτοις, οἱ ταῦτα ὑποστηρίζοντες, ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ εἶναι Σῶμα συντακτικόν, δυνάμενον, ὡς τοιοῦτον νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ὡρισμένας ἁρμοδιότητας ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουν εἰς τὸ Σῶμα. Ἐφ’ ὅσον δὲ τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν σχέδιον εἰσάγεται ὑπὸ τὴν μορφὴν καὶ τὸν τύπον τοῦ ψηφίσματος, ἐφ’ ὅσον δηλαδὴ τὸ Σῶμα εἰς τὴν συγκεκριμένην αὐτὴν περίπτωσιν ἀσκεῖ συντακτικὴν ἐξουσίαν, δὲν δύναται φρονῶ νὰ γίνεται κἂν λόγος περὶ συνταγματικότητος ἢ μή. Τὸ νὰ ὁμιλοῦμεν περὶ ἀντισυνταγματικότητος, ἀποτελεῖ τί τὸ ἀκατανόητον συνταγματικῶς. Ἀλλὰ ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ὡς πρὸς τὴν ἔκδοσιν νομοθετικῶν διαταγμάτων εἰδικῶς, δὲν εἶχε κἂν ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις νὰ περιβάλῃ τὸ σχέδιον μὲ τὴν μορφὴν ψηφίσματος, δὲν εἶχε, λέγω, ἀνάγκην νὰ προσδώσῃ εἰς τὸ σχέδιον ἐπηυξημένην τυπικὴν δύναμιν. Ἠδύνατο καὶ δι’ ἁπλοῦ νόμου νὰ πράξῃ τοῦτο, νὰ χορηγήσῃ δηλαδὴ εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα ὅπως, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἐκδίδῃ αὕτη νομοθετικὰ διατάγματα. Ἡ λεγομένη νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις ἀπετέλεσε παρ’ ἡμῖν ὡς καὶ ἀλλαχοῦ, πάγιον θεσμὸν τοῦ Συνταγματικοῦ Πολιτεύματος καὶ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ βίου τῆς ἡμετέρας χώρας. Ἐδημιούργησεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις συνταγματικὸν ἔθιμον, τοῦ ὁποίου ἡ ἰσχὺς οὐδέποτε σοβαρῶς ἠμφισβητήθη. Τοὐναντίον, μάλιστα, ὁμοφώνως, δύναμαι νὰ εἴπω, ἐκρίθη καὶ ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης καὶ ὑπὸ τῆς νομολογίας, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις εἶναι ἀναμφιβόλως ἐντὸς τῶν διατάξεων καὶ τοῦ πνεύματος τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἔλεγεν ὁ ἀείμνηστος Δημητρακόπουλος, κατὰ τὴν συνεδρίαν τῆς 11ης Νοεμβρίου 1911 τῆς Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἔχει τὸ δικαίωμα, ὄχι μόνον νὰ ἐκδίδῃ ἐκτελεστικὰ τῶν νόμων διατάγματα, ἀλλ’ ἔχει ἐξουσίαν καὶ νομοθετικὰ ἀκόμη διατάγματα νὰ ἐκδίδῃ, εἰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἤθελε τύχει ρητῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως παρὰ τῆς Βουλῆς......». Ἀπὸ συνταγματικῆς ἀπόψεως οὔτε φιλονικεῖται, οὔτε εἶναι δυνατὸν σπουδαίως νὰ φιλονικηθῇ, ὅτι δικαιοῦται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, κατ’ ἐπίτρεψιν τῆς νομοθετικῆς, νὰ ἐκδώσῃ νομοθετικὰ διατάγματα, οἱασδήποτε ὕλης, περιεχομένου καὶ ἐκτάσεως. Ὁ δὲ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, ἔλεγε τὰ ἑξῆς βαρυσήμαντα, κατὰ τὴν αὐτὴν συνεδρίασιν: «Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται ἀναμφισβητήτως καὶ ἐπὶ θεμάτων ὕλης, ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, νὰ μεταδώσῃ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ ρυθμίσῃ ὄχι πλέον τὰς λεπτομερείας, ἃς δύναται ἰδίῳ δικαίῳ νὰ κανονίσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 35 ἐδάφιον μ, ἀλλὰ νὰ ρυθμίσῃ καὶ οὐσιωδέστερα τινὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἄλλως θὰ ἀνῆκον εἰς τὴν ὕλην, προφανῶς τὴν ρυθμιζομένην ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον». Ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως κρινομένη ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις, ἀπετέλεσεν ἀνάγκην τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν βίου καὶ ἐδημιούργησε συνταγματικὸν ἔθιμον, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς δύναται νὰ ἀγνοήσῃ. Ἀπετέλεσε, λέγω, ἀνάγκην, καθόσον μόνον οὕτω κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ρύθμισις ζητημάτων, τὰ ὁποῖα χρήζουν ἀμέσου ρυθμίσεως ἐπιτυγχάνεται καὶ προλαμβάνεται ἡ ἔκδοσις τῶν ἀναγκαστικῶν διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἀναμφισβητήτως ἀποτελοῦν κατάφωρον παράβασιν τοῦ Συντάγματος καὶ κατάχρησιν τῶν ἁρμοδιοτήτων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἐὰν δὲ ταῦτα ἐλέγοντο καὶ ὑπεστηρίζοντο πρὸ 40 ὁλοκλήρων ἐτῶν, τί πρέπει νὰ εἴπωμεν σήμερον, ὁπότε τὰ προβλήματα τὰ ὁποῖα ἀντιμετωπίζει ὁ μεταπολεμικὸς κόσμος, ἰδιαιτέρως δὲ ἡ Ἑλλάς, προβάλλουν τόσον πολλά, τόσον μεγάλα, τόσον ὀξέα καὶ τόσον ἄκρως ἐπείγοντα, ὥστε νὰ εἶναι τελείως ἀδύνατον νὰ ἐξυπηρετηθοῦν καὶ νὰ λυθοῦν διὰ τῆς συνήθους νομοθετικῆς ὁδοῦ; Ὅταν μάλιστα ἡ νομοθετικὴ μηχανὴ ἀπέβη τόσον βραδεῖα καὶ τόσον δυσκίνητος, οἵαν μᾶς τὴν κατέδειξεν ἡ πεῖρα τῶν τελευταίων ἐτῶν. Καὶ πῶς δυνάμεθα σοβαρῶς νὰ ὁμιλῶμεν πλέον περὶ τῆς αὐστηρᾶς προσηλώσεως πρὸς τὴν συνήθη νομοθετικὴν διαδικασίαν, ὅταν εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ Κράτη καὶ εἰς ἐκεῖνα ἀκόμη εἰς τὰ ὁποῖα, ὅπως ἡ γηραιὰ Ἀλβιών, ἐγεννήθη καὶ ἠνδρώθη ὁ κοινοβουλευτισμός, ἐσημειώθη ἤδη καὶ καθημερινῶς σημειοῦται βαρεῖα στροφὴ ἐπὶ τοῦ ἐπιπέδου τούτου; Στροφή, ἡ ὁποία ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ παράσχῃ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὴν εὐχέρειαν καὶ τὰ μέσα πρὸς ἄμεσον ἐπέμβασιν καὶ ρύθμισιν τῶν μεγάλων προβλημάτων ποὺ ἐδημιούργησεν ὁ πόλεμος καὶ ποὺ δημιουργεῖ καθημερινῶς ἡ μεταπολεμικὴ ζωή, τῶν ὁποίων ἡ λύσις δὲν ἐπιδέχεται ἀναβολὴν καὶ ἀπὸ τὴν ταχεῖαν ρύθμισιν τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται πολλάκις αὐτὴ ἡ ὕπαρξις τοῦ Ἔθνους καὶ ἡ εὔρυθμος λειτουργία τῆς κοινωνικῆς καὶ οἰκονομικῆς ζωῆς καὶ ἐξελίξεως τοῦ τόπου. Ἀναφέρω ὡς παράδειγμα τὴν Γαλλίαν, εἰς τὴν ὁποίαν τὰ τελευταῖα 25 χρόνια ἐξεδόθησαν 9 γενικωτέρας φύσεως DECRETS–LOIS μὲ PLEINS–POUVOIRS. Αἱ περισσότεραι ἀπὸ τὰς ἐξουσιοδοτήσεις ταύτας, ἀφοροῦν οἰκονομικὰς καὶ διοικητικὰς μεταρρυθμίσεις, ὅπως αἱ τῶν ἐτῶν 1924, 1926 καὶ 1933. Ἡ δημοσιονομικὴ καὶ οἰκονομικὴ κρίσις τῶν ἐτῶν 1934, 1935, 1937, 1938 καθὼς καὶ τὸ οἰκονομικὸν χάος τοῦ 1948, ἀντιμετωπίζονται ἐπίσης μὲ «Κυβερνητικὴν Νομοθεσίαν». Εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας τῆς Ἀμερικῆς, ὁλόκληρος ἡ οἰκονομικὴ προσπάθεια τοῦ Προέδρου Ροῦζβελτ, ἡ γνωστὴ NEW–DEAL, ἀνάγεται εἰς τὸ πρόβλημα τῆς νομιμότητος καὶ τῶν ὁρίων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, τὴν ὁποίαν ἐχρησιμοποίησε σὲ μεγάλη ἔκταση ὁ ἀείμνηστος Πρόεδρος. Εἰς τὴν Γαλλίαν, Γερμανίαν, Αὐστρίαν, Ἰταλίαν καὶ εἰς τὸ Βέλγιον, τὸ αὐτὸ συνέβη, ἔλαβον δηλαδὴ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν PLEINS–POUVOIRS, τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, διὰ τὴν σταθεροποίησιν τοῦ νομίσματος καὶ τὴν οἰκονομικὴν καὶ δημοσιονομικὴν ἀναδιοργάνωσιν. Ὡς πρὸς τὴν Ἀγγλίαν, εἶναι γνωστόν, ὅτι πραγματοποιεῖ αὕτη τὶς μεγάλες οἰκονομικὲς καὶ διοικητικὲς μεταρρυθμίσεις τοῦ Ἐργατικοῦ Κόμματος, χρησιμοποιοῦσα τοὺς γνωστοὺς PEMS–LOWS. Αἱ ἐξουσιοδοτήσεις εἶναι τόσον εὐρεῖες, ὥστε τὸ νομοθετικὸν μονοπώλιον τοῦ Κοινοβουλίου νὰ ἐξαφανίζεται βαθμιαίως, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι «ἡ νομοθετικὴ λειτουργία κατατμίζεται μεταξὺ τοῦ κοινοβουλίου καὶ τῆς Ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Χαρακτηριστικὴ τῶν τάσεων ποὺ ἐπικρατοῦν σήμερον ἐν Ἀγγλίᾳ, εἶναι ἡ διαπίστωσις τῆς μεγάλης ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει ἀνατεθῆ ἡ μελέτη τῶν νομοθετικῶν μεταρρυθμίσεων, εἰς τὴν ὁποίαν μετέχουν οἱ ἐπιφανέστεροι ἐκπρόσωποι τῆς Ἐπιστήμης τοῦ Δημοσίου Δικαίου, ὅπως οἱ ALLEN, CARR κλπ. καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν «ἡ κατ’ ἐξουσιοδότησιν νομοθεσία ἀποτελεῖ ἀπαραίτητον πρακτικήν, ἥτις ἀντὶ νὰ περιορισθῇ θὰ ἀναπτυχθῇ κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν προσεχῶν ἐτῶν. Ἡ τελευταία, μεγάλης ἐκτάσεως, ἐξουσιοδότησις τοῦ 1945, ἐπιτρέπει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ὅπως μέχρι τῆς 19 Δεκεμβρίου 1950, λαμβάνῃ οἱαδήποτε μέτρα «διὰ τὴν διατροφήν, τὰς διανομάς, τὸν περιορισμὸν τῶν ἀποθεμάτων, τὴν ἀναβίωσιν τῆς βιομηχανίας, τὸν καθορισμὸν τῶν τιμῶν καὶ τῶν ἡμερομισθίων κλπ.». Ἀπόρροια τῶν ἀντιλήψεων τούτων καὶ τῆς ἐξελίξεως αὐτῆς, ἀποτελεῖ ἀναμφισβητήτως τὸ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος καταρτισθὲν σχέδιον Συντάγματος καὶ δὴ ἡ πρότασις περὶ διαιρέσεως τῆς Βουλῆς εἰς τμήματα Πρέπει, κύριοι, νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἡ ἀντιμετώπισις τῶν συγχρόνων προβλημάτων δὲν γίνεται διὰ τῆς συνήθους νομοθετικῆς ὁδοῦ, μόνον μὲ ὡρισμένας τροποποιήσεις, εἴτε δηλαδή, διαιρέσεως τῆς Βουλῆς, εἴτε ἄλλων συστημάτων, δύνανται νὰ ἀντιμετωπισθοῦν τὰ σύγχρονα προγράμματα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, θὰ εἶχον νὰ κάνω τὴν ἑξῆς τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν θεωρῶ οὐσιωδεστάτην. Ἀφορᾷ τὴν φράσιν: «....... (ἀναγινώσκει) .......». Ἡ φράσις αὐτὴ τοῦ ψηφίσματος, ἡ ὁποία ὁμιλεῖ περὶ ἀποφάσεως, νομίζω ὅτι δύναται νὰ δημιουργήσῃ παρεξηγήσεις, ὡς παρετήρησεν ἀξιότιμος συνάδελφος. Ἡ ἀπόφασις ἀφίνει νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ νομοθετεῖ καὶ ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ συμφωνήσῃ πρὸς τὴν ἀπόφασιν ταύτην. Ἡ λέξις ἀπόφασις, εἶναι ἀσυμβίβαστος, διότι εἷς μόνον εἶναι νομοθέτης, ὁ Βασιλεύς. Ὁ Βασιλεὺς μόνον νομοθετεῖ, δυνάμει ἐξουσιοδοτήσεως, ὡς ὁρίζει τὸ Σύνταγμα. Ὁ Βασιλεὺς δὲν δεσμεύεται, εἴτε θὰ ἀποδεχθῇ, εἴτε θὰ ἀπορρίψῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Τὸ ζήτημα αὐτό, ἤχθη καὶ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἡ δὲ 174)1948 ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου μὲ εἰσηγητὴν τὸν κ. Κάτελαν, κρίνοντα τὴν συνταγματικότητα τοῦ νόμου 398)1947, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξουσιοδοτεῖται μία ἐπιτροπὴ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως νὰ καταρτίζῃ τὸ ἐνοικιοστάσιον, λέγει: «........ (ἀναγινώσκει)........». Δὲν ἀποδέχεται τὴν γνώμην του, τὴν ὁποίαν συμβιβάζεται μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βαμβέτσου, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἀποτελεῖ ἕνα τμῆμα τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὴν ὀρθὴν ἀντίληψιν, ὁ Βασιλεὺς δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀποδεχθῇ τὴν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς γινομένην πρότασιν, διότι δύναται ἢ νὰ τὴν δεχθῇ ἢ νὰ τὴν ἀπορρίψῃ. Δὲν δύναται μόνον νὰ τὴν τροποποιήσῃ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος, συνεζήτησε καὶ ἀπεδέχθη κατὰ πλειοψηφίαν τὴν τροποποίησιν τοῦ κυβερνητικοῦ σχεδίου, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς δημοσιότητος τῶν συνεδριάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ διατυπώσω τὰς ἐπιφυλάξεις μου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν δημοσιότητα, ἡ ὁποία, νομίζω, ὅτι εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν ἱστορίαν τῶν προηγουμένων Ν. ἐξουσιοδοτήσεων, διότι τὸ ζήτημα τῆς δημοσιότητος, ἐπρουτάθη καὶ κατὰ τὰς τρεῖς προηγουμένας ἐξουσιοδοτήσεις καὶ δὲν ἐγένετο δεκτόν. Δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει λόγος νὰ μεταβάλλωμεν τὰ κρατοῦντα ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ. Δεδομένου, μάλιστα, ὅτι πρόκειται νὰ συζητηθῇ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς τὸ μέγα ζήτημα τῶν Ἀγοραπωλησιῶν. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν ἡ συζήτησις τοῦ σοβαροῦ αὐτοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἔχει προκαλέσει σάλον, νὰ μὴ γίνῃ ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τῆς παρουσίας τῶν δύο ἀντιμαχομένων παρατάξεων, φρονῶ, μάλιστα, ὅτι ἐκ τῆς τυχὸν δημοσιότητος δύνανται νὰ δημιουργηθῇ καὶ κίνδυνος διασαλεύσεως τῆς δημοσίας τάξεως. Περαιτέρω, κύριοι συνάδελφοι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον κεφάλαιον τοῦ ψηφίσματος, καὶ συγκεκριμένως τὸ τμῆμα, τὸ ἀφορῶν τὸν ἀριθμὸν τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐκρίθη παμψηφεὶ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος, ὅτι ὁ ἀριθμὸς οὗτος εἶναι ὑπεράγαν μικρός. Ὅλαι αἱ Ἐπιτροπαὶ ἀπετελέσθησαν ἀπὸ 50 τακτικὰ καὶ 30 ἀναπληρωματικὰ μέλη. Ἂν ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς φαίνεται ὑπερβολικός, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν νομίζω, δὲν ἕπεται ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν τακτικῶν μελῶν θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ὀλιγώτερος τῶν 40. Ἂν εἰς τὰς προηγουμένας περιπτώσεις ἐξουσιοδοτήσεων, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκρίθη ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποτελεσθῇ ἀπὸ 50 μέλη, τοῦτο θὰ ἔπρεπε νὰ συμβῇ κατὰ μείζονα λόγον σήμερον, ὁπότε ἡ Ἐπιτροπὴ πρόκειται νὰ συζητήσῃ ζητήματα ἐξόχως σπουδαῖα, ὡς τὸ θέμα τῶν Ἀγοραπωλησιῶν. Ἀκριβῶς δὲ τὸ ἀδιάβλητον τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐν τῇ λύσει τοῦ ζητήματος, ἐπιβάλλει ὅπως αὕτη ἀποτελεσθῇ ἐκ 50 μελῶν, ἢ τὸ ὀλιγώτερον ἐκ 40. Δεύτερον, εἶναι καὶ τὸ ζήτημα, ὅτι διὰ τῆς 30μελοῦς ἐπιτροπῆς εἶναι δύσκολος καὶ ὁ σχηματισμὸς ἀπαρτίας. Θὰ πρέπει, λοιπόν, ἡ Κυβέρνησις νὰ δεχθῇ καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ, ὅπως ἡ Ἐπιτροπὴ ἀποτελεσθῇ ἐκ 40 μελῶν, ὡς ἐδέχθη καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἢ νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὰ μέχρι τοῦδε κρατοῦντα. Θὰ ἤθελον νὰ κάμω καὶ μίαν τελευταίαν ὑπόδειξιν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ψηφίσματος. Κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὰ δύο πρῶτα ψηφίσματα ἐξουσιοδοτήσεως τοῦ 1946 καὶ 1947, προκειμένου περὶ ψηφισμάτων, ὡρίζετο, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ εἰσαχθοῦν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς συζήτησιν σχέδια ψηφισμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον κατατεθῆ προηγουμένως εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐξαιρέσει τούτου, ἐγένετο εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως τοῦ 1948, διὰ τοῦ ΜΓʹ ψηφίσματος. Δι’ αὐτοῦ, κατὰ παρέκκλισιν, ἐπετράπη, ὅπως εἰσάγωνται ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ σχέδια ψηφισμάτων, τὸ πρῶτον κατατεθέντα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ ἐνθυμῆσθε, κύριοι συνάδελφοι, ὅσοι μετείχατε τῶν Ἐπιτροπῶν Ἐξουσιοδοτήσεως, ὅτι ὑπῆρχον εἰδικοὶ λόγοι, ἐπρόκειτο δηλαδὴ νὰ λυθῇ ἕνα ζήτημα ἐξόχως σοβαρόν, ἀναγόμενον εἰς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος καὶ τὸ ὁποῖον ἀπῄτει ἐλευθερίαν διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Νομίζω, ὅτι ἤδη δὲν θὰ πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο καὶ θὰ πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ἀρχὴν ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως δὲν θὰ δύναται νὰ συζητήσῃ σχέδια ψηφισμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἔχουν κατατεθῆ μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς διακοπῆς. Αὐτά, κύριοι, εἶχον, ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον κεφάλαιον. Εἰσέρχομαι ἤδη, εἰς τὸ δεύτερον. Τὸ δεύτερον κεφάλαιον, ἀφορᾷ τὴν σύστασιν Ἐπιτροπῆς πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον προβάλλει, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς Συνταγματικότητος τοῦ σχεδίου ψηφίσματος. Ἐάν, διὰ τὴν ἁπλῆν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν, ἐγείρωνται τόσαι ἀντιρρήσεις, φαντασθῆτε πόσαι θὰ εἶναι αἱ ἀντιρρήσεις κατὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου ψηφίσματος, διὰ τοῦ ὁποίου γίνεται μεταβίβασις τῆς Συντακτικῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Σῶμα, εἰς μίαν Ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνατίθεται ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ παροῦσα Βουλή, εἶναι Σῶμα καθαρῶς Συντακτικόν, μὲ ἁρμοδιότητα νὰ ἀναθεωρήσῃ ἁπάσας τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ τὰς θεμελιώδεις ἀκόμη. Πλὴν τῶν ἀφορωσῶν τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι τὸ Σῶμα ὡς κυρίαρχον, δύναται νὰ καθορίσῃ καὶ εἰς τὴν εἰδικὴν αὐτὴν περίπτωσιν τὸν τρόπον τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Πιστεύω ὅτι τοῦτο κεῖται ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ ὑπὸ ἀναθεώρησιν ἄρθρου 108. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ρυθμίζει τὸν τρόπον τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Θὰ ἠδυνάμεθα, νομίζω, τὸν τρόπον τῆς ἀναθεωρήσεως, τὸν ὁποῖον ὁρίζει τὸ σχέδιον, ἀδιαφόρως ἂν εἶναι ὀρθὸν ἀπὸ Συνταγματικῆς ἀπόψεως, νὰ τὸν θεωρήσωμεν ὡς παγίαν διάταξιν. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ ἀναθεώρησις εἰς τὸ μέλλον θὰ γίνῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Δὲν νομίζω, ὅτι θὰ ἠδύναντο νὰ διατυπωθοῦν σοβαραὶ ἀντιρρήσεις, κατὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς. Ἀπὸ ἱστορικῆς ἀπόψεως, θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐπικαλεσθῶ, πρῶτον, τὰ 3 προηγούμενα ψηφίσματα ἐξουσιοδοτήσεως. Τὸ ψήφισμα Κ, ΚΕ καὶ ΜΓ. Ὅταν, κύριοι, ταῦτα λέγουν, ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ Βασιλεὺς νὰ ἐκδίδουν ψηφίσματα, τῶν ὁποίων σχέδια ἔχουν κατατεθῆ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, τί ἄλλο ἀποτελοῦν, εἰμὴ ἐξουσιοδότησιν εἰδικήν, πρὸς θέσιν κανόνων μὲ ἐπηυξημένην τυπικὴν δύναμιν; Ὅταν ἡ Βουλὴ ἐξουσιοδοτῇ τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ ψηφίσῃ καὶ τὸν Βασιλέα νὰ δημοσιεύσῃ ψηφίσματα, δηλαδὴ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δυνατὸν νὰ θίγουν καὶ θεμελιώδεις ἀκόμη διατάξεις τοῦ Συντάγματος; Μὲ τὴν τελευταίαν μάλιστα τροποποίησιν τοῦ ΜΖ ψηφίσματος, δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσαγάγῃ ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως πᾶν ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου θίγονται καὶ θεμελιώδεις ἀκόμη διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Καὶ ὅμως δὲν ἠκούσθησαν, διὰ μίαν τοιαύτην ἐξουσιοδότησιν, σοβαραὶ ἀντιρρήσεις. Ἀλλά, κύριοι, θὰ ἤθελον νὰ ἐπικαλεσθῶ ὡς ἱστορικὸν δεδομένον, τὸ προηγούμενον τοῦ ψηφίσματος τῆς 3.7.1925. Ὅλοι θὰ ξέρετε τὴν κακὴν τύχην, τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο. Διὰ τοῦ ψηφίσματος ἐκείνου τῆς Δʹ Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, συνεστήθη 30μελὴς Ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνετέθη —καὶ ἐδῶ ἔγκειται ἡ μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ψηφίσματος ἐκείνου καὶ τοῦ σημερινοῦ, ἡ διαφορὰ εἶναι ὑπὲρ τοῦ σημερινοῦ — ἡ κατάρτισις ὄχι σχεδίου Συντάγματος, τὸ ὁποῖον θὰ ὑπέκειτο εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ Συντάγματος, ὅπερ θὰ ἐτίθετο ὅπως καὶ ἐτέθη ἀμέσως εἰς ἐφαρμογὴν ἄνευ ἄλλου τινός. Ὡς τρίτον ἐπιχείρημα θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ τὴν διάταξιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου ψηφίσματος, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν θὰ προβῇ εἰς ψήφισιν τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ θὰ τὸ καταρτίσῃ εἰς ἑνιαῖον σύνολον καὶ θὰ τὸ φέρῃ πρὸς κύρωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ τὸ ψηφίσῃ ἢ μὴ ἐν τῷ συνόλῳ. Πάντως, ἡ κυρίαρχος ἀπόφασις ἐναπόκειται εἰς τὸ Σῶμα ὁλόκληρον.
§10Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Αὐτὸ ἔκαμεν ὁ Χίτλερ, εἰς τὸ REICHSTAG.
§11Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν ἀπὸ καθαρῶς Συνταγματικῆς ἀπόψεως οὕτως ἔχει τὸ ζήτημα, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ τρόπος ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ὁ ὑποδεικνυόμενος διὰ τοῦ σχεδίου, ἀποτελεῖ κάτι τι τὸ ἀνώμαλον. Δηλαδὴ εἶναι γεγονός, ὅτι τὸ Σῶμα, τὴν κυρίαν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὴν ἁρμοδιότητα μὲ τὴν ὁποίαν περιεβλήθη ν’ ἀναθεωρήσῃ ἐν τῇ ὁλομελείᾳ του τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ καταρτίσῃ ἕνα νέον, τὸ ὁποῖον ν’ ἀποτελῇ τὴν πάγκοινον ἐκδήλωσιν τῆς θελήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὴν ἐντολήν, ἐπαναλαμβάνω, ταύτην, εἶναι κάτι τὸ ἀνώμαλον νὰ τὴν μεταβιβάσῃ εἰς ἄλλους. Δὲν δυνάμεθα καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀγνοήσωμεν, ὅτι διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ τὸ μεγαλείτερον μέρος τῶν μελῶν τοῦ Σώματος ἀποξενοῦται τοῦ δικαιώματος νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὰς συζητήσεις καὶ διὰ τῆς γνώμης καὶ διὰ τῆς ψήφου του νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον τοῦ ἀνέθεσεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Δὲν δυνάμεθα, κύριοι συνάδελφοι, ν’ ἀγνοήσωμεν ἀκόμη ὅτι ἂν δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσουν ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ ψηφίσματος, δύναται ἔστω νὰ ὑπάρξῃ τὸ τεκμήριον τῆς πληρεξουσιότητος, καίτοι εἶναι ἀτυχὴς ἡ ἐπίκλησις διατάξεων ἐκ τοῦ ἀστικοῦ κώδικος, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν οὐδεμίαν θέσιν ἐν προκειμένῳ, τὸ τεκμήριον δηλαδὴ ὅτι ψηφίζοντες παρέχουν τρόπον τινὰ ἐκ τῶν προτέρων τὴν πληρεξουσιότητα εἰς τὴν ὀλιγομελῆ αὐτὴν Ἐπιτροπὴν νὰ τοὺς ἀντιπροσωπεύσῃ καὶ νὰ ψηφίσῃ τὸ Σύνταγμα, τί ὅμως δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θὰ καταψηφίσουν τὴν πρότασιν καὶ οἱ ὁποῖοι ἐν τούτοις, τρόπον τινά, δεσμεύονται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀποφάσεως τῆς πλειοψηφίας; Αὐτοί, δὲν εἶναι γεγονὸς ὅτι στεροῦνται τοῦ ἀναφαιρέτου δικαιώματος νὰ κρίνουν ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος, τόσον θεμελιώδους; Ἔπειτα, κύριοι συνάδελφοι, ὁμολογῶ, μὲ φοβίζουν ὀλίγον οἱ κίνδυνοι, τοὺς ὁποίους παρουσιάζει ἡ πρότασις αὐτή, οἱ κίνδυνοι τοὺς ὁποίους ἐνέχουν ὅλαι αἱ ὀλιγομελεῖς Ἐπιτροπαί. Φοβοῦμαι ὅτι εἶναι δυνατὸν μὲ μίαν μικρὰν πλειοψηφίαν ἐλαχίστων προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὸ ἐλάχιστον ὅριον ἀπαρτίας, νὰ δύνανται νὰ εἰσαχθοῦν εἰς τὸ Σύνταγμα ριζικαὶ τροποποιήσεις καὶ νὰ εἰσαχθοῦν νέοι θεσμοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀμφίβολον, ἐὰν θὰ ἀνταποκρίνωνται εἰς τὴν θέλησιν καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Νὰ μὴ λησμονῶμεν, κύριοι, εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, τὴν ἐκδηλωθεῖσαν ἀντίδρασιν, τὴν ὁποίαν τὸ Σῶμα ἐσημείωσε κατὰ τὰς ὀλίγας συνεδριάσεις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἰσαγωγὴν ὄχι θεμελιωδῶν θεσμῶν, ἀλλὰ καὶ ἐλαχίστων ἔστω τροποποιήσεων εἰς τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα. Θὰ σᾶς ὑπενθυμίσω ὅτι ψηφιζομένων τῶν τεσσάρων πρώτων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, ἀπερρίφθησαν μετ’ ἐπιμονῆς καὶ ἐλάχισται τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἰσῆγον κἂν τί τὸ νέον εἰς τὰ μέχρι σήμερον κρατοῦντα. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοήσωμεν ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος νὰ σχηματισθῇ μία ἐλαχίστη πλειοψηφία καὶ νὰ εἰσαχθοῦν εἰς τὸ Σύνταγμα θεμελιώδεις τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας τὸ Σῶμα νὰ μὴ δύναται νὰ τὰς ἀποτρέψῃ. Διότι μὴ πλανώμεθα, κύριοι. Ἐπιφυλάσσομεν, βέβαια, εἰς τὸ Σῶμα τὸ δικαίωμα νὰ κυρώσῃ ἢ νὰ μὴ κυρώσῃ τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ τὸ τροποποιήσῃ. Ἡ δὲ κύρωσις αὐτοῦ θὰ εἶναι ἁπλῶς σὰν μία εὐχή, μία πανηγυρικὴ τελετή. Εἰς τὴν πραγματικότητα, ὅμως, ποτὲ δὲν θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀποκρούσωμεν τὸ Σύνταγμα αὐτό. Πῶς, ἐπαναλαμβάνω, ὅλοι νὰ μὴ διατηροῦμεν ἕνα φόβον, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον διὰ τῆς ἀπεμπολήσεως τῆς ἐντολῆς αὐτῆς ν’ ἀφεθῶμεν εἰς τὴν γνώμην 20 προσώπων πρὸς εἰσαγωγήν, ἐπαναλαμβάνω, μεταρρυθμίσεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀντίθετοι τελείως πρὸς τὴν θέλησιν καὶ τὴν γνώμην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ;
§12Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Τί προτείνετε σεῖς, σχετικῶς;
§13Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, θὰ ἦτο προτιμότερον, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν κατ’ ἄλλον τρόπον τὸ Σύνταγμα, διὰ τῆς συνήθους ὁδοῦ, ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τοῦ Σώματος. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, ἂς μὴ πλανώμεθα, εἰς ὃ σημεῖον ἔφθασαν τὰ πράγματα, ἡ ψήφισις τοῦ Συντάγματος, ἡ ἀποπεράτωσις τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς, εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατος. Εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατος, διότι, πρῶτον, ὁ ὑπολειπόμενος χρόνος εἶναι τόσον βραχύς, ὥστε ὅσην καλὴν θέλησιν καὶ ἐὰν ἔχῃ τὸ Σῶμα, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ κατορθώσῃ νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον. Ἔπειτα, κύριοι συνάδελφοι, ἡ βραδύτης τῶν συζητήσεων ἐπὶ τοῦ Συνταγματικοῦ θέματος, ἀποτελεῖ, ἂς τὸ εἴπωμεν, ἕνα σκληρὸν δεδομένον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μᾶς πείσῃ ὅτι εἶναι καὶ αὐτὸς ἕνας λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν δυνάμεθα ν’ ἀναμείνωμεν τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Μὴ πλανώμεθα, κύριοι, πρέπει νὰ ὁμολογήσῃ κανεὶς τὴν ἀλήθειαν, ὅσον πικρὰ καὶ ἂν εἶναι αὕτη. Τὸ Σῶμα ἔδειξε μίαν ἀπροθυμίαν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἀναθεωρητικοῦ του ἔργου. Τοῦτο πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ.
§14Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ κεφαλή, ὄχι τὸ σῶμα.
§15Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ κεφαλή, κατέστη κάτι τι περιττόν.
§16Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὸ δεδομένον τῆς βραδύτητος τῆς ψηφίσεως τοῦ 4ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον, συζητούμενον, ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν σχεδὸν ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα, χωρὶς κανένα ἀποτέλεσμα. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὰς ἀπεράντους συζητήσεις τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἑνὸς ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἀπέβλεπεν ἀκριβῶς εἰς τὴν ταχυτέραν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Ἦτο ἕνα ψήφισμα, τὸ ὁποῖον, ὁμολογουμένως, ἦτο ἐντελῶς πρακτικὸν καὶ τὸ ὁποῖον ἀπετέλει μίαν ὀρθὴν ὁδὸν διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἠδυνάμεθα, ἐκαθαρίζοντες τὸ ἔδαφος ἀπὸ τὰς διατάξεις αἱ ὁποῖαι δὲν εἶχον ἀνάγκην ἀναθεωρήσεως, νὰ ἐπεταχύνομεν τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον. Διότι οὕτω θὰ ἠδυνάμεθα νὰ καταλήξωμεν σὲ κάποιο ἀποτέλεσμα. Καὶ ὅμως δὲν κατωρθώθη, οὔτε κἂν νὰ περατωθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναμένωμεν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος ὑπὸ τῆς παρούσης Βουλῆς. Θὰ ἐρωτηθῇ εὐλόγως, ποῖος πταίει διὰ τὴν κατάστασιν αὐτήν; Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιδιωχθῇ ἐξ ἀρχῆς ἡ ψήφισις τοῦ Συντάγματος, ἴσως τότε νὰ ἦτο ἐφικτή. Ἀλλ’ ὑπῆρξε καὶ ἓν ἄλλο σφάλμα· τὸ σφάλμα, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἓν προσχέδιον Συντάγματος, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀπετέλεσεν ἓν σοβαρὸν ἐμπόδιον καὶ διὰ τὸ Σῶμα, ἀλλὰ πρὸ παντὸς διὰ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν. Αὐτὸ ἐδημιούργησε κωλύματα, καὶ εἶναι μία ἐκ τῶν κυριωτέρων ἀφορμῶν, ἕνεκα τῶν ὁποίων αἱ ἐργασίαι τῆς Ἐπιτροπῆς κατέστησαν ἀτέρμονες καὶ παρετάθησαν ἐπὶ μίαν διετίαν. Μὴ λησμονῶμεν, κύριοι, ὅτι εἰς ὅλας τὰς προηγουμένας ἀναθεωρήσεις Συνταγμάτων, ὑπῆρξαν κυβερνητικὰ προσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν τὴν βάσιν τῶν Συνταγματικῶν συζητήσεων καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν προσχεδίων ἐπηνέχθησαν τροποποιήσεις. Ἀλλ’ ὑπῆρξε καὶ εἷς ἄλλος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐψηφίσθη τὸ Σύνταγμα, ὁ λόγος δὲ αὐτὸς εἶναι ὅτι ἐμεσολάβησαν σοβαρὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἦτο φυσικὸν καὶ ἐπιβεβλημένον νὰ ἀπορροφήσουν καὶ δικαίως ἀπερρόφησαν ὁλόκληρον τὴν σκέψιν, ὁλόκληρον τὴν προσπάθειαν, ὁλόκληρον τὴν ἐνεργητικότητα τῆς Κυβερνήσεως, δηλαδὴ τὸ ζήτημα τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν ἐξωτερικῶν ἐχθρῶν, καὶ τῆς διεξαγωγῆς τοῦ ἀγῶνος, ἀγῶνος τὸν ὁποῖον διεξάγει μέχρι σήμερον καὶ ἐκ τῆς ἐκβάσεως τοῦ ὁποίου ἐξηρτᾶτο ἡ ὕπαρξις τοῦ τόπου καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἔθνους. Καὶ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλοῦμεν τόσον ἐλαφρῶς περὶ εὐθυνῶν διὰ τὴν μὴ ψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Μὴ λησμονῶμεν εἰς ποίαν θέσιν εὑρισκόμεθα πέρυσιν, ὅταν συζητούσαμεν πάλιν περὶ Συντάγματος. Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι τότε δὲν ὑπῆρχε καμμία ἐλευθερία εἰς ὁλόκληρον σχεδὸν τὴν ὕπαιθρον, ἐκτὸς τῶν μεγάλων ἀστικῶν κέντρων, ὅτε ὁλόκληρος ἡ Πελοπόννησος κατείχετο ἀπὸ τοὺς συμμορίτας. Τί πρέπει, λοιπόν, νὰ γίνῃ, ἐκεῖ ποῦ ἔφθασαν σήμερον τὰ πράγματα; Δύο ὁδοὶ ὑπάρχουν. Ὁ πρῶτος δρόμος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προτείνεται παρ’ ἐμοῦ, πρὸ πολλοῦ, διὰ προτάσεως σχεδίου ψηφίσματος, ἐκκρεμοῦντος ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Νὰ διατηρηθῇ, δηλαδή, τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ὡς ἔχει, μὲ μίαν ἐλαφρὰν ἴσως τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 91, δι’ ἧς νὰ ἐπιτρέπεται ἡ κήρυξις καταστάσεως πολιορκίας καὶ εἰς περίπτωσιν ἀπειλῆς τῆς δημοσίας τάξεως ἐξ ἐσωτερικῶν κινδύνων, διότι, κατὰ τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα, ἐπιτρέπεται τοῦτο μόνον εἰς περίπτωσιν πολέμου ἢ ἐπιστρατεύσεως, ἐξ ἐξωτερικῶν κινδύνων. Εἶναι μία τροποποίησις, ἥτις ἐπιβάλλεται. Ἡ ἄλλη λύσις εἶναι τοῦ σχεδίου ψηφίσματος. Κύριοι συνάδελφοι, ὁμολογῶ, ὅτι πιστεύω ἀκραδάντως καὶ τάσσομαι ἀνεπιφυλάκτως ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Θὰ σᾶς εἴπω δὲ διὰ ποίους λόγους πρέπει νὰ παραμείνῃ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Εἷς λόγος εἶναι οἱ κίνδυνοι, τῆς εἰσαγωγῆς μεταρρυθμίσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπισθοῦν καὶ νὰ ἀκυρωθοῦν. Δεύτερος δὲ λόγος, εἶναι ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει περιβάλλει μὲ στοργήν, τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει συνδεθῇ μὲ τὰς ὡραιοτέρας καὶ ἐνδοξοτέρας σελίδας τῆς ἱστορίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Πιστεύω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι πρέπει νὰ παραμείνῃ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, διότι ἐξεδηλώθη ἤδη ἡ ὁμόθυμος θέλησις τοῦ Σώματος ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως αὐτοῦ, κατ’ ἐπανάληψιν δὲ μάλιστα καὶ ἡ ἐναντίον τῆς εἰσαγωγῆς μεταρρυθμίσεων θέλησις αὐτοῦ, καὶ εἷς ἄλλος λόγος ἐπίσης ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, εἶναι, διότι φοβοῦμαι ὅτι μὲ τὸ προτεινόμενον σχέδιον, οὔτε τὸν Σεπτέμβριον δὲν θὰ καταλήξωμεν καὶ πάλιν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Φοβοῦμαι, ὅτι καὶ ἐν τῇ νέᾳ Ἐπιτροπῇ θὰ ἐπικρατήσῃ τὸ σύστημα τῶν μακρῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ μᾶς ἀναγκάσουν νὰ διατηρήσωμεν ἐν ἰσχύϊ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Νομίζω, ἐπὶ πλέον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δυνάμεθα νὰ βασισθῶμεν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, διότι πιστεύω ὅτι τοῦτο ἀνταπεκρίθη πλήρως μέχρι τοῦδε εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας μας καὶ δὲν ὑπῆρξε πρόσκομμα εἰς τὴν οἰκονομικὴν καὶ κοινωνικὴν ἐξέλιξιν τοῦ τόπου. Ἂς μὴ θελήσωμεν νὰ ριψοκινδυνεύσωμεν, λοιπόν, δημιουργοῦντες ἕνα κίνδυνον, τὸν ὁποῖον ἐγὼ διαβλέπω σοβαρόν. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ γνώμη αὐτὴ τῆς διατηρήσεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 δὲν γίνῃ ἀποδεκτή, δὲν μένει ἄλλη λύσις, παρὰ ἡ λύσις τοῦ κυβερνητικοῦ σχεδίου. Εἰς τὴν λύσιν αὐτὴν θὰ εἶχον νὰ κάμω ἐλαχίστας παρατηρήσεις. Ἐγεννήθη, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ζήτημα τῆς συνθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς, ἢ μᾶλλον, ἐὰν θὰ εἶναι ἡ ἰδία ἡ ὑπάρχουσα, ἢ θὰ συσταθῇ νέα. Ἐγὼ ἐτάχθην ὑπὲρ τῆς παραμονῆς τῆς ἰδίας, καὶ τοῦτο, διότι πιστεύω, ὅτι μόνον δι’ αὐτῆς θὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ψήφισις τοῦ Συντάγματος, διότι μία νέα Ἐπιτροπὴ μὲ πρόσωπα χωρὶς τὴν πεῖραν καὶ τὴν εἰδικότητα, ἡ ὁποία ἀπεκτήθη ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς ὑπαρχούσης Ἐπιτροπῆς, θὰ ἐδημιούργει λίαν μακρὰς συζητήσεις, χωρὶς τέλος. Διὰ τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, προτείνω τὴν διατήρησιν τῆς παλαιᾶς ἐπιτροπῆς. Αὐτά, κύριοι, εἶχον νὰ παρατηρήσω. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον κεφάλαιον, κύριοι συνάδελφοι, ὡς γνωρίζετε, τὸ θέμα τοῦτο τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, εἶναι τὸ σοβαρώτερον, ἀφορᾷ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ κυρίου ἔργου τῆς Βουλῆς, ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ αὕτη κατορθώσῃ νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἔργον τοῦτο, βεβαιωθῆτε, ὅτι θὰ εἶναι ἀξίας τῆς ἀποστολῆς της. (Χειροκροτήματα).
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Βαμβέτσος, ἔχει τὸν λόγον.
§18Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶχον κατ’ ἐπανάληψιν τὴν τιμὴν νὰ ἀγορεύσω πρὸς ὑμᾶς ὡς εἰσηγητής, ἐπὶ ψηφισμάτων ἀφορώντων τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν σύστασιν Ἐπιτροπῶν Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ ἀνέπτυξα τὴν θεωρητικὴν πλευρὰν τοῦ ζητήματος. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα ἡμῶν νὰ διακόψωμεν τὰς ἐργασίας μας καὶ νὰ ἀναθέτωμεν τὴν ἄσκησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεων, θὰ ἤθελον καὶ σήμερον νὰ ἀναφερθῶ εἰς ὅσα εἶπον τότε, ἐὰν δὲν παρενέπιπτον δύο γεγονότα, τὸ μὲν ἡ ἀπὸ τοῦ βήματος θεωρία σχετικῶς μὲ τὸν τρόπον τῆς ἀσκήσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐν γένει, καί, δεύτερον, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε καὶ ἡ πολιτικὴ πλευρά, ἰδιάζουσα εἰς τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ πρὸς ὑμᾶς ἀπόψε. Καθὼς γνωρίζετε, εἰς τὸν βίον τῶν Ἐθνικῶν Ἀντιπροσωπειῶν θὰ ἀπετέλει μοναδικὸν φαινόμενον τὸ γεγονός, ὅτι ἐντὸς μιᾶς ἑβδομάδος καλεῖται δὶς μία Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, νὰ ὑπογράψῃ τὸ πιστοποιητικὸν τῆς ἰδίας αὐτῆς χρεωκοπίας, καλεῖται μάλιστα νὰ λάβῃ τὸν ρόλον τοῦ ἀποδιοπομπαίου τράγου, διὰ νὰ φέρῃ αὐτὴ τὰς ἁμαρτίας τῆς ἀνικανότητος τῆς πολιτικῆς ἡγεσίας της, καὶ ἰδίως τῆς ἀποτελούσης τὴν Κυβέρνησιν, διότι, πράγματι, τόσον διὰ τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσατε τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα, ὅσον καὶ διὰ τοῦ ψηφίσματος τοῦ ὑπὸ κρίσιν, πρόκειται νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ Δʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, εἶναι ὄχι μόνον ἀνίκανος διὰ νὰ ἀσκήσῃ τὸ νομοθετικόν της ἔργον, ὅπως ἐλέχθη, διὰ τοῦ προηγουμένου ψηφίσματος, ἀλλὰ σήμερον ὁμολογεῖ, ὅτι εἶναι ἀνίκανος νὰ ἀσκήσῃ καὶ τὸ συνταγματικὸν αὐτῆς ἔργον. Ὅλα δὲ ταῦτα, διότι οἱ ἰθύνοντες τὴν κοινοβουλευτικὴν πλειοψηφίαν, δὲν ἔχουν τὴν ἱκανότητα νὰ κατευθύνουν τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος καὶ τῶν κομμάτων, ὧν προΐστανται. Ἐὰν τοῦτο ἦτο δυνατόν, ἐὰν δηλαδὴ οἱ ἀρχηγοὶ τῆς πλειοψηφίας εἶχον τὴν δύναμιν τῆς ἐπιβολῆς ἐπὶ τῶν ὀπαδῶν των, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, οὔτε τὸ ἕνα ψήφισμα θὰ ἦτο ἀπαραίτητον οὔτε τὸ ἕτερον καὶ ἰδίως δὲν θὰ ἦτο ἀπαραίτητον σήμερον νὰ λέγεται ὅτι ἀφίνεται εἰς μίαν ὀλιγομελῆ ἐπιτροπήν, νὰ καταρτίσῃ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Χώρας, τὸν ὁποῖον, κατὰ τὸ ταπεινωτικὸν αὐτόχρημα διὰ τὴν Βουλὴν σχέδιον, καλεῖσθε νὰ κυρώσητε ψηφιζόμενον ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος, ἐθεώρησε τοὐλάχιστον καθῆκόν της, νὰ μετριάσῃ τὸν τόνον αὐτῆς τῆς προσβλητικῆς διὰ τὸ Σῶμα κυβερνητικῆς προτάσεως καὶ ἀντὶ νὰ εἴπῃ ὅτι «καλεῖσθε νὰ κυρώσητε τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Ἐπιτροπή», εἶπεν ὅτι «ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ καταρτίσῃ σχέδιον ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον σεῖς καλεῖσθε νὰ ψηφίσητε». Βεβαίως, πρόκειται περὶ ἁπλῆς διαφορᾶς διατυπώσεως διὰ νὰ μὴ εἶναι τὸ ράπισμα τόσον ἠχηρὸν ἐπὶ τῶν παρειῶν τοῦ Σώματος. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς εἶναι τὸ ἴδιον, ὅτι παύετε νὰ ἀσκῆτε τὸ συντακτικόν σας ἔργον καὶ τὸ ἔργον αὐτὸ τὸ ἐκχωρεῖτε εἰς μίαν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία κατὰ τὸ κυβερνητικὸν σχέδιον ἐπρόκειτο νὰ ἔχῃ ἀπαρτίαν μὲ 2 μέλη, ἑπομένως λαμβάνει ἀποφάσεις διὰ 13 μελῶν, εἰς τρόπον ὥστε 13 βουλευταὶ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ καθιερώσουν, ἐνδεχομένως, οὐσιώδεις συνταγματικὰς μεταρρυθμίσεις. Τοιοῦτον ἀποκαρδιωτικὸν φαινόμενον, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὰς Βουλὰς τῶν φασιστικῶν καθεστώτων, εἰς τὰς ὁποίας ἐμφανίζεται ὁ δικτάτωρ ἐνώπιον αὐτῶν καὶ διὰ χειροκροτημάτων ζητεῖ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν γνωμῶν του. Τοῦτο καλεῖσθε νὰ πράξητε καὶ ὑμεῖς. Ὑπάρχει, κύριοι, μία λύσις, λύσις τὴν ὁποίαν ἀνεῦρον ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ κοινοῦ καὶ καθ’ ὑπόδειξιν τῶν ἀρχηγῶν τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει κομμάτων, τῆς ψηφίσεως τοῦ ψηφίσματος τῶν 80 ἄρθρων. Διότι, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κατέστη δυνατὸν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος, ὅπου ὑπάρχει διεύθυνσις τῶν ἐργασιῶν, δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπου δὲν ὑπάρχει διεύθυνσις ἐργασιῶν. Ἡ διαφορὰ εἶναι, ὅτι ὅπου ὑπάρχει διεύθυνσις τῶν ἐργασιῶν, φθάνομεν εἰς ἀποτελέσματα. Δύο συνεδριάσεις ἤρκεσαν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος, διὰ νὰ ψηφισθῇ τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο ὁμαδικῶς νὰ εἰσαχθοῦν 80 ἄρθρα καὶ θὰ ἦτο ἡ λύσις ἐκείνη πράγματι ἡ ὀρθοτέρα, διότι τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὴν Κυβέρνησιν καθωρίσαμεν, ἦσαν τὰ ἄρθρα τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν ἄξια λόγου καὶ τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο δυνατὸν ἐντὸς 2–3 συνεδριάσεων νὰ εἶχον ψηφισθῆ καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἀπέμενε μία πεντηκοντὰς ἄρθρων σοβαρωτέρων, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἔπρεπε νὰ ἀκουσθοῦν αἱ γνῶμαι τοῦ Σώματος. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρήσωμεν ὅτι θὰ ἔχῃ κῦρος Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ὑπὲρ αὐτοῦ ψήφους 13 βουλευτῶν. Ἐν τούτοις, μὲ τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν μᾶς ἤγαγεν ἡ πολιτικὴ ἡγεσία, θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποβληθῆτε εἰς τὴν πρόσθετον αὐτὴν ταπείνωσιν, θὰ κληθῆτε, δηλαδή, σήμερον νὰ ἀναθέσητε εἰς ὀλίγους βουλευτὰς νὰ ψηφίσουν DE FACTO τὸ Σύνταγμα τῆς Χώρας, τὸ ὁποῖον πρόκειται σεῖς ἐντὸς 2–3 συνεδριάσεων DE FACTO νὰ ἐγκρίνητε.
§19Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν πρόκειται νὰ συμβῇ αὐτὸ δι’ ἡμᾶς, τοὐλάχιστον. Ἡμεῖς θὰ ἀφήσωμεν ὅλην τὴν τιμὴν εἰς τὴν κυβερνῶσαν πλειοψηφίαν νὰ κάνῃ τὸ Σύνταγμά της καὶ νὰ τὸ χαίρεται. Περὶ αὐτοῦ, ἐστὲ βέβαιοι.
§20Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὅσον ἀφορᾶ, κύριοι, τὸ Σύνταγμα, ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, κατ’ ἐπανάληψιν διάφοραι ἀπόψεις. Ἡμεῖς ὑπεστηρίξαμεν παγίως, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ οὔτε κατ’ ἰδέαν ἡ σκέψις, περὶ διατηρήσεως τοῦ ἰσχύοντος σήμερον Συνταγματικοῦ καθεστῶτος. Θὰ ἐσήμαινεν, ὅτι ἡ Δʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ εὑρίσκεται ἐκτὸς τῆς πραγματικότητος, ἐὰν ἔπειτα ἀπὸ 38 ἐτῶν βίον τοῦ Συντάγματος αὐτοῦ, 38 ἐτῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα παρενέβησαν τόσα σοβαρὰ κοσμοϊστορικὰ γεγονότα, ἡ Δʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ δὲν αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκφράσῃ μίαν γνώμην σύμφωνα μὲ τὴν σημερινὴν πραγματικότητα. Θὰ ἦτο ἡ τελευταία κατάπτωσις εἰς τὴν ὁποίαν θὰ περιήρχετο τὸ Σῶμα, κατάπτωσις μεγαλυτέρα καὶ ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν τὴν καταδικάζει τὸ σημερινὸν σχέδιον ψηφίσματος, ἡ ἀνικανότης, δηλαδή, νὰ ψηφίσωμεν Σύνταγμα ἄξιον τῶν σημερινῶν περιστάσεων. Ἐγὼ εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Δʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, παρ’ ὅλα τὰ ἄλλα της ἐλαττώματα, ἦτο καὶ εἶναι εἰς θέσιν νὰ δώσῃ Σύνταγμα ἄξιον τῶν περιστάσεων. Παρ’ ὅλας τὰς ἀντιδράσεις, παρ’ ὅλας τὰς διαφωνίας, παρ’ ὅλας τὰς ἀντιδραστικότητας, αἱ ὁποῖαι, ἀπό τινα μέλη, ἐξεφράσθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐπίστευσα καὶ πιστεύω, ὅτι πάντοτε τὸ ὑλικὸν τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδώσῃ Σύνταγμα ἄξιον τῆς Χώρας. Ἑπομένως, ἀποκρούω καὶ αὖθις καὶ ὅπως ἀπέκρουσα καὶ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος, τὴν πρότασιν ὅπως παραμείνῃ τὸ σημερινὸν Συνταγματικὸν καθεστὼς καὶ περιορισθῶμεν ἁπλῶς εἰς τὸ νὰ εἴπωμεν ὅτι διατηροῦμεν, ὡς ἔχει, τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, μὲ τὰς τροποποιήσεις τὰς ὁποίας ἐπέφερον εἰς αὐτὸ αἱ Συνταγματικαὶ Πράξεις τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη. Πιστεύω, ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν Σύνταγμα ἄξιον διὰ τὴν Χώραν. Πιστεύω δέ, ὅτι θὰ εἶναι μεγαλύτεροι οἱ κίνδυνοι, ἐὰν τοιοῦτον Σύνταγμα δὲν δοθῇ. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας, ὄχι ἁπλῶς βουλευτῶν, ἀλλὰ Ὑπουργῶν τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἐπὶ τῶν κινδύνων, οἱ ὁποῖοι θὰ προκύψουν, ἐὰν ἡ Δʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ δὲν ψηφίσῃ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ σταθῇ εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν. Διότι, ἐὰν τὸ Σύνταγμα δὲν ἐξέλθῃ ἐκ τῶν χειρῶν ἡμῶν, θὰ παραστῇ ἀνάγκη ἀμέσου κινήσεως πρὸς νέαν Συντακτικὴν Συνέλευσιν, ἡ ὁποία νὰ ψηφίσῃ Σύνταγμα σύγχρονον. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, οὐδεὶς δύναται νὰ προΐδῃ ποῖα ρεύματα θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμφανισθοῦν κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην. Νομίζω, ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὅλων τῶν ἁρμοδίων παραγόντων, ἐπὶ τῶν κινδύνων αὐτῶν, καὶ αὖθις νὰ κρούσω τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου καὶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μὴ ψηφίσῃ ὁπωσδήποτε ἕνα Σύνταγμα, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν τύπον, ὅτι εἴμεθα Δʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. Ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ δώσωμεν Σύνταγμα σύγχρονον, Σύνταγμα τοῦ ἔτους 1949, Σύνταγμα μεταγενέστερον τοῦ πολέμου καὶ τῶν ρευμάτων τῶν κοινωνικῶν, τὰ ὁποῖα προέκυψαν ἐκ τοῦ πολέμου αὐτοῦ καὶ μετὰ τὸν πόλεμον αὐτόν. Ἐὰν διαπράξῃ καὶ τὸ σφάλμα αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις, τότε, βεβαίως, εἰς τὴν σωρείαν τῶν εὐθυνῶν, τὰς ὁποίας ἔχει, θὰ προστεθοῦν καὶ ἄλλαι ἐκ τῆς τοιαύτης πολιτικῆς καὶ πολιτειακῆς ἀνωμαλίας. Πρέπει, ἑπομένως, νὰ γίνῃ Σύνταγμα. Ἀλλά, πῶς θὰ γίνῃ; Νὰ γίνῃ κατὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον σήμερον προτείνετε; Νομίζω, ὅτι τοῦτο θὰ εἶναι ἀπαράδεκτον. Δὲν θὰ ἦτο ἁπλῶς προσβολὴ τοῦ Σώματος, θὰ ἦτο μία ἔλλειψις κύρους αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον θὰ προήρχετο ἀπὸ τὴν 30μελῆ Ἐπιτροπήν. Καὶ λόγῳ τῆς παλαιᾶς ἐκείνης ἱστορίας τοῦ Συντάγματος τοῦ Παγκάλου, δὲν νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ἐποικοδομητικὸν ἐὰν ἡ Δʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ κατέφευγεν εἰς τὴν λύσιν αὐτήν, τῆς ὑπὸ Ἐπιτροπῆς ἀσκήσεως τῆς Συνταγματικῆς Ἐξουσίας. Ἦτο μέγα πολιτικὸν σφάλμα τῆς Κυβερνήσεως τότε, ὅτι, ἐφ’ ὅσον δὲν ἠδυνήθη νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπρεπε ἐν καιρῷ, δὲν ἐδέχθη τοὐλάχιστον τὴν λύσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν εἴχομεν συμφωνήσει καὶ δὲν ἐδέχθη τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ψηφίσματος τῶν 80 ἄρθρων, διὰ νὰ ἔλθωμεν, μετὰ τὰς διακοπάς, νὰ ψηφίσωμεν ἐν ἠρεμίᾳ διὰ δύο συνεδριάσεων ἑβδομαδιαίως ὅλα τὰ ἄλλα ἄρθρα, τὰ ὁποῖα θὰ εἶχον ἀνάγκην μιᾶς μεγαλυτέρας συζητήσεως. Σήμερον εὑρίσκεσθε πρὸ τοῦ διλήμματος, ἢ θὰ δεχθῆτε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ἢ θὰ δεχθῆτε τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν σᾶς προτείνει ἡ Κυβέρνησις. Ἀμφότεραι κακαὶ καὶ μαῦραι. Δι’ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα συνεπεῖς εἰς τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζομεν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν οὔτε τὴν μίαν, οὔτε τὴν ἄλλην λύσιν. Τὸ δεύτερον αὐτὸ σημεῖον τοῦ ψηφίσματος, θὰ τὸ καταψηφίσωμεν ἀνεπιφυλάκτως. Ἀλλὰ θὰ τὴν καταψηφίσωμεν καὶ δι’ ἄλλον λόγον. Ὑπάρχει λειτουργοῦσα ἐπὶ τριετίαν μία ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ ἐκπροσωπηθοῦν κατὰ τὸν καλύτερον τρόπον τὰ κόμματα. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ εἰργάσθη ἐντατικῶς καὶ εἶχε 257 συνεδριάσεις, ὅπως οὐδεμία ἄλλη Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Ἠσχολήθη καὶ θεωρητικῶς καὶ πρακτικῶς μὲ τὰ ζητήματα τὰ Συνταγματικά, τὰ μέλη της ἀπέκτησαν μίαν εἰδικότητα εἰς τὰ Συνταγματικὰ ζητήματα. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ, πρὸς τιμὴν τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι αὕτη ἐξήρθη εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς της ὡς Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Δὲν ὑπῆρξε κομματικὴ σκέψις εἰς τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅταν οἱονδήποτε νομοσχέδιον ὑπεβάλετο εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἡ Ἐπιτροπὴ ἤρετο εἰς τὸ ὕψος τῆς τῆς πολιτικῆς καὶ ἐπιστημονικῆς ἀνωτερότητος καὶ τὸ ἐξήταζε μὲ πνεῦμα ἀπολύτου ἀμεροληψίας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, διὰ τῆς ἐπαφῆς τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς ἄλληλα, ἐπῆλθε μία ψυχικὴ ἁρμονία μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτῆς, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ, ἐὰν ἀντικατασταθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ καὶ ἀνατεθῇ εἰς μίαν ἄλλην ἐπιτροπήν, τὸ πρῶτον ἐπιλαμβανομένης τῶν Συνταγματικῶν ζητημάτων, ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νέου Συντάγματος. Θὰ ἦτο τοῦτο ἕνα μέγιστον λάθος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐστέρει καὶ τῆς ἠθικῆς ἀξίας, ἀπὸ ἀπόψεως .......... (δὲν ἠκούσθη) .........., τὸ μέλλον νὰ προκύψῃ ἐκ τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς, Σύνταγμα. Γνωρίζω, βεβαίως, ὅτι ἀπό τινα τῶν μελῶν τοῦ Σώματος, ὑπεβλήθησαν ἐνίοτε φιλοδοξίαι νὰ συμμετάσχουν καὶ αὐτὰ ὡς μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς διορίζονται καὶ ἀντικαθίστανται μετὰ πρότασιν τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων, ἑπομένως ἐὰν οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων νομίζουν ὅτι ἔχουν νὰ ἱκανοποιήσουν τὴν φιλοδοξίαν καὶ ἄλλων τινῶν ἐκ τῶν φίλων των, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν νὰ μετάσχουν τῆς Ἐπιτροπῆς, νομίζω ὅτι δύνανται νὰ γίνουν 2–3 μικραὶ μεταβολαί, ἀλλὰ τὰ πλαίσια τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Συνταγματικῆς πρέπει νὰ παραμείνουν ἀμετάβλητα. Ἡ παράδοσις τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος, πρέπει νὰ μείνῃ ἀμετάβλητος, ἐὰν θέλετε νὰ δώσητε Σύνταγμα ἄξιον λόγου. Ἐὰν θελήσητε νὰ κάμετε μία TADULE RASA τῆς γενομένης ἐργασίας, ἡ ὁποία τιμᾶ τὴν Ἑλλάδα, διὰ τῶν πρακτικῶν, τὰ ὁποῖα ἐκυκλοφόρησαν, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ἴδητε ποία ἐπιστημονικὴ ἐργασία ἐγένετο ἀπὸ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐὰν θελήσητε τοῦτο νὰ πράξητε, τότε θὰ στερήσητε καὶ αὐτοῦ τούτου τοῦ ἠθικοῦ κύρους τὴν γενομένην ἐργασίαν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἄλλη φιλοδοξία, ἡ ὁποία, ὡς ἀντελήφθην, διετυπώθη, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διεύθυνσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, ἀπὸ μέρους τοῦ ὁμιλοῦντος, θὰ εὕρῃ πλήρη ἀνταπόκρισιν, ὥστε νὰ ἱκανοποιήσῃ καὶ τὴν φιλοδοξίαν ἐκείνων τῶν ὑποψηφίων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἤθελον νὰ διευθύνουν τὰς ἐργασίας τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς. Ἐὰν τοιοῦτοι προσωπικοὶ εἶναι οἱ λόγοι, νομίζω, ὅτι δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ χαλάσωμεν ἓν ἔργον ἀντικειμενικὸν καὶ νὰ μὴ θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν πεῖραν καὶ τὴν μόρφωσιν τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ ἔρχομαι, κύριοι, τώρα, πρωθυστέρως, εἰς τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ψηφίσματος, τὸ ἀφορῶν τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως. Βεβαίως, κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ θέρους ἡ συνέχισις τῶν ἐργασιῶν εἶναι δυσχερής. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐνώπιον τοῦ Σώματος ὑπάρχουν ἐκκρεμῆ νομοθετήματα ἄξια λόγου, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἀξίζῃ τὸν κόπον νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς μίαν σχετικὴν κόπωσιν, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ τὰ ἐπεξεργασθῶμεν ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τοῦ Σώματος. Μετὰ δυσφορίας, φαντάζομαι, ὅτι νόμοι, ὡς ὁ νόμος περὶ Τηλεπικοινωνιῶν, ὁ ὁποῖος παρουσιάζεται ἀπὸ μηνῶν, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀγοραπωλησιῶν ἐπὶ κατοχῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθοῦν ἀπὸ μίαν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως. Τὰ δύο αὐτὰ νομοθετήματα θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχουν καὶ τὴν γνώμην ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐνδιαφερθῇ δι’ αὐτὰ ἡ κοινὴ γνώμη. Διότι, δὲν εἶναι δυνατὸν τοιαῦτα νομοθετήματα, διὰ τῶν ὁποίων, ἀφ’ ἑνὸς μὲν πρόκειται νὰ διαλυθῇ μία κρατικὴ ὑπηρεσία ἐπὶ 100 ετίαν καὶ πλέον ὡς τοιαύτη λειτουργοῦσα, ὅπως ἡ Τριατατικὴ Ὑπηρεσία διὰ τοῦ ἑτέρου δὲ νὰ λυθῇ ζήτημα ἀπασχολοῦν 250.000 ζεύγη Ἑλλήνων πολιτῶν, χωρὶς νὰ ὑπολογίσω τὰ μέλη τῶν οἰκογενειῶν των. Βεβαίως, τὸ ζήτημα τοῦ ψηφίσματος τῶν ἀγοραπωλησιῶν, περὶ τοῦ ὁποίου ἀνακριβέστατα ἐλέχθησαν χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀπὸ κυβερνητικῆς πλευρᾶς, ὅτι ἡ βραδύτης ὀφείλεται εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, τὸ ζήτημα τοῦτο ἔπρεπε νὰ συζητηθῇ ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος. Κάμνω τὴν παρέμβασιν, σχετικῶς μὲ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, διὰ νὰ εἴπωμεν ὅτι, ἐν πρώτοις, ὅπως ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐδόθη μία δεκαπενθήμερος προθεσμία’ ἵνα ἐπεξεργασθῇ τὸ σχέδιον ψηφίσματος. Ἐὰν μετὰ τὴν δεκαπενθήμερον αὐτὴν προθεσμίαν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐὰν δὲν εἶχε τελειώσει τὸ ἔργον της καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπεθύμη νὰ εἰσαγάγῃ τὸ ψήφισμα ἐνώπιον τοῦ Σώματος, ἡ πάροδος καὶ μόνον τῆς προθεσμίας ἤρκει νὰ εἰσαχθῇ τὸ ψήφισμα ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος. Τοῦτο τὸ γνωρίζουν καὶ οἱ τὸ πρῶτον ἐκλεγέντες βουλευταί, ὅτι ὁ Πρόεδρος τάσσει εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν μίαν προθεσμίαν καὶ ὅταν παρέλθῃ, δικαιοῦται νὰ εἰσαγάγῃ τὰ νομοσχέδια ἐνώπιον τοῦ Σώματος, ἄνευ ἐκθέσεως τῆς ἁρμοδίας Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἑπομένως, μετὰ τὴν πάροδον τῆς προθεσμίας, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε σοβαρῶς καὶ εἰλικρινῶς νὰ εἰσαγάγῃ τὸ ψήφισμα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, πράγματι, δὲν ἐπιθυμεῖ σοβαρῶς νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τοῦ Σώματος.
§21Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς διακόψω, διὰ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὅλως ἐλευθέρως κάμνετε χαρακτηρισμούς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνταποκρίνονται καθόλου πρὸς τὴν πραγματικότητα. Δὲν ἐμπαίζει ἡ Κυβέρνησις τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἐπεθύμει ἡ Κυβέρνησις, ἐπιθυμεῖ καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ἐπιθυμῇ ὅπως πραγματοποιηθῇ τὸ μέτρον περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖτε.
§22Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἀείποτε ἐξετίμησα καὶ τὴν ἠρεμίαν καὶ τὴν καλοπιστίαν τῶν διακοπῶν σας καὶ τὴν καλοκάγαθον μορφήν, ἡ ὁποία σᾶς διακρίνει. Ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ τονίσω τοῦτο. Πρῶτον, ὅτι δὲν ὡμίλησα περὶ ἐμπαιγμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Εἶπον, ἁπλῶς, ὅτι ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἰλικρινῶς καὶ σοβαρῶς ἐπεθύμει νὰ εἰσαχθῇ τὸ ψήφισμα εἰς τὴν Βουλήν, ἠδύνατο νὰ τὸ πράξῃ χωρὶς νὰ ἀναμείνῃ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς. Τοῦτο, δὲν τὸ λέγω σήμερον. Τὸ εἶπον ὅταν παρῆλθεν ἡ πρώτη δεκαπενθήμερος προθεσμία, ὅπως ἐνθυμοῦνται τὰ μέλη τοῦ Σώματος, ὅτι ἡ πάροδος τῆς προθεσμίας δὲν εἶχε καμμίαν σχέσιν, διότι ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὴν εὐχέρειαν ἄνευ τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ εἰσαγάγῃ τὸ ψήφισμα εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὅπως ἐξηγεῖ ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ἔκθεσίν της, παρενέβησαν δύο γεγονότα, τὰ ὁποῖα κατέστησαν ἀδύνατον τὴν ταχυτέραν περαίωσιν τοῦ ἔργου της. Τὸ πρῶτον γεγονὸς εἶναι ὅτι, μετὰ μίαν ληφθεῖσαν ἀπόφασιν ἐπὶ ἑνὸς ἄρθρου τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, ἀπεχώρησεν εἷς μέγας ἀριθμὸς τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὁ σχηματισμὸς ἀπαρτίας ἐδυσχεραίνετο καὶ κατέστη ἀναγκαῖον νὰ γίνεται μία συνεδρίασις ἄνευ ἀπαρτίας διὰ νὰ ἀκολουθῇ μία συνεδρίασις μὲ 10 μέλη παρόντα, συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμόν. Ἑπομένως αἱ ἐργασίαι τῆς Ἐπιτροπῆς ἐχρειάσθησαν διπλάσιον χρονικὸν διάστημα ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπελογίζετο. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, κύριοι βουλευταί, γνωρίζετε ὅλοι ὅτι τὴν 9ην Ἰουλίου ἤρξατο ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος περὶ κυρώσεως τῶν Α. νόμων καὶ Ν. Διαταγμάτων καὶ ὅτι ἡ συζήτησις αὐτὴ ἐπερατώθη τὴν 12 Ἰουλίου. Συνεπῶς, ἐὰν κατὰ τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἡ Ἐπιτροπὴ ἤθελε νὰ ἐντείνῃ τὰς δυνάμεις της καὶ ἀντὶ νὰ κάμνῃ δύο συνεδριάσεις τὴν ἑβδομάδα, νὰ κάμνῃ πέντε, ποῖον θὰ ἦτο τὸ ὄφελος, ἐφ’ ὅσον τὸ Σῶμα, συζητῶν τὸ ψήφισμα περὶ κυρώσεως τῶν Α. Νόμων καὶ Ν. Διαταγμάτων, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος; Τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι καὶ μέλη τοῦ Σώματος καὶ παρηκολούθουν τὰς ἐργασίας αὐτοῦ, μεταξὺ δὲ τούτων συγκαταλέγετο καὶ εἷς ἐκ τῶν Ἀντιπροέδρων τοῦ Σώματος, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐπληροφόρει ἑκάστοτε περὶ τῆς πορείας τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἐὰν ἀντελαμβανόμεθα ὅτι ἦτο δυνατὸν ἐνωρίτερον ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος, θὰ κάμναμεν καὶ δύο–τρεῖς συνεδριάσεις περισσοτέρας τὴν ἑβδομάδα. Ἑπομένως ὅλα αὐτὰ εἶναι προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις. Πράγματι δὲν ὑπῆρξε διάθεσις νὰ εἰσαχθῇ τὸ ψήφισμα τοῦτο ἐνώπιον τοῦ Σώματος καὶ ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως αὐτῆς τῆς διαθέσεως ἐχρησιμοποιήθη χθὲς τὸ ἐπιχείρημα ὅτι δῆθεν ἡ ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴ δὲν ὑπέβαλεν ἐγκαίρως τὴν ἔκθεσίν της. Τὸ ψήφισμα αὐτό, κύριοι, νομίζω ὅτι ἔχει τοιαύτην σοβαρότητα, ὥστε θὰ πρέπει νὰ τύχῃ μακρᾶς καὶ ἐπιμεμελημένης ἐπεξεργασίας, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον θὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον ἡμῶν ἄνευ τῆς ἀναγκαίας ἐκείνης προεργασίας, ἡ ὁποία πρέπει νὰ συνοδεύῃ νομοθετήματα τοιαύτης ἐξαιρετικῆς σημασίας. Πρόκειται νὰ κλονίσητε ἀνεγνωρισμένας νομικὰς ἐννοίας, πρόκειται νὰ κλονίσητε οἰκονομικὰς συναλλαγὰς καὶ θὰ τὸ κάμετε αὐτό, χωρὶς νὰ γνωρίζητε ποῖαι θὰ εἶναι αἱ συνέπειαι καὶ πρὸ παντός, ποῖαι θὰ εἶναι αἱ συνέπειαι ἀπὸ νομισματικῆς ἀπόψεως. Δὲν ὑπάρχει παρὰ μιὰ ἀτελεστάτη στατιστικὴ τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία δίδει μόνον τοὺς ἀριθμοὺς τῶν δικαιοπραξιῶν κατὰ ὑποθηκοφυλακεῖα καὶ δὲν ἔχει κάμει τὸ συγκεντρωτικὸν ἔργον, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸ δὲν περιελήφθη κἂν εἰς τὴν ἔκθεσιν τὴν αἰτιολογικὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ μᾶς ἀνεκοινώθη διὰ φέϊγ–βολάν....
§23Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικ.). Ὅσοι ἔχουν διάθεσιν νὰ λάβουν γνῶσιν τῶν στοιχείων ἔχουν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπισκέπτωνται τὸ Ὑπουργεῖον διὰ νὰ ζητήσουν νὰ τοὺς προσάγωνται. Οὐδέποτε ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, οὐδέποτε ἠρνήθη νὰ φέρῃ τὰ στοιχεῖα.
§24Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὁ πάντοτε καλοκάγαθος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης φαίνεται ὅτι δὲν ἔχει ἀντίληψιν τί σημαίνει αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νόμου, ὅτι δηλαδὴ προκειμένου περὶ πράγματος τοιαύτης σημασίας δὲν πρέπει οἱ βουλευταὶ νὰ μεταβαίνουν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα διὰ νὰ ζητήσουν παρ’ αὐτῶν πληροφορίας, ἀλλὰ ὅτι αὐτὰ τὰ στοιχεῖα πρέπει νὰ εὑρίσκωνται τυπωμένα ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, ἡ ὁποία διανέμεται μεταξὺ τῶν βουλευτῶν καὶ ἡ ὁποία περιέχει ὅλας ἐκείνας τὰς στατιστικὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπαραίτητοι διὰ νὰ σχηματίσῃ ἡ Βουλὴ γνώμην ἐπὶ ζητήματος τοιούτου, τοῦ ὁποίου πρόκειται αἱ συνέπειαι νὰ εἶναι μέγισται καὶ μὴ δυνάμεναι ἀκόμη παρ’ ἡμῶν νὰ προβληθοῦν. Διότι ἴσως σήμερον ἀκούετε τὰς φωνὰς τῶν ἐνδιαφερομένων καὶ δὲν ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι ἐκτὸς τούτων τῶν 640.000 συμβληθέντων ὑπάρχουν ἀκόμη μερικὰ ἑκατομμύρια Ἑλλήνων, τὰ ὁποῖα δὲν συνεβλήθησαν, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα ἀποδίδουν ἀξίαν εἰς μερικὰς ἠθικὰς ἀξίας κλονιζομένας δι’ αὐτοῦ τοῦ νομοθετήματος. Αὐταὶ αἱ πληροφορίαι πρέπει νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν. Ἀλλὰ καὶ τὰ φέϊγ–βολὰν ἦσαν ἀνάξια λόγου, διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαιοπραξιῶν δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀξίαν διὰ νὰ σχηματίσωμεν γνώμην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου κατ’ οὐσίαν. Ἐκεῖνο ποὺ ἔπρεπε νὰ γνωρίζωμεν εἶναι ποῖα ἦσαν τὰ τιμήματα τὰ ἐπιτευχθέντα, ποῖα ἦσαν τὰ προπολεμικὰ τιμήματα διὰ νὰ γνωρίζωμεν ἀκριβῶς ποῖα ποσὰ πρόκειται νὰ ἐπιστραφοῦν καὶ ποῖα ποσὰ πρόκειται νὰ καταβληθοῦν ἐν περιπτώσει συμπληρώσεως τοῦ τιμήματος καὶ ἑπομένως ποία θὰ εἶναι ἡ ἀνωμαλία, ἡ ὁποία θὰ προέλθῃ ἐνδεχομένως εἰς τὸ ζήτημα τὸ νομισματικόν. Εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, δὲν ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον ν’ ἀσχοληθῇ ποσῶς τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, ὡς ἐὰν ἦτο ἓν παρεμπῖπτον ζήτημα καὶ μόνον ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος ἐθεώρησεν ἀνάγκην νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅσον ἦτο δυνατὸν ἀπὸ πάσης πλευρᾶς καὶ τὰς συνεπείας, τὰς μελλούσας νὰ ἐπέλθουν ἐξ αὐτῆς. Ἕν τοιοῦτον νομοσχέδιον, τοιαύτης σοβαρότητος, στερούμενον στοιχείων προεργασίας, πρόκειται νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ νὰ ληφθῇ ἀπόφασις ἐπ’ αὐτοῦ διὰ τῶν ⅖ τῶν 30 βουλευτῶν, τοὺς ὁποίους ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις, δηλαδὴ διὰ ψήφων 12, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, βουλευτῶν. Φαντασθεῖτε αὐτὸν τὸν σάλον τῶν συναλλαγῶν, ἐπερχόμενον διὰ ψήφου μιᾶς δωδεκάδος βουλευτῶν καὶ φαντασθεῖτε, ἀκόμη κατὰ τὸ σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, τὰς συζητήσεις ἐπ’ αὐτῶν τῶν σοβαρῶν ζητημάτων γινομένας μυστικὰς ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ Ἐξουσιοδοτήσεως ὑπὸ τὴν παλαιάν της μορφήν, χωρὶς δηλαδὴ τὴν παρ’ ἐμοῦ κατ’ ἐπανάληψιν προταθεῖσαν δημοσιότητα τῶν συζητήσεων. Τοῦτο, εἶναι ἀπολύτως ἀπαράδεκτον καὶ τοσούτῳ μᾶλλον ἀνάξιον λόγου τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον θὰ γίνῃ, διότι τὸ ψήφισμα τελεῖ ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς κυρώσεως ὑπὸ τοῦ Σώματος καὶ ἑπομένως θὰ παραστῇ ἀνάγκη μιᾶς δευτέρας ἐργασίας, δηλαδὴ τὸ ψήφισμα αὐτὸ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως θὰ πρέπει νὰ ἔλθῃ καὶ πάλιν ἐνώπιον τοῦ Σώματος, διὰ νὰ τὸ ψηφίσῃ. Ἐὰν τοῦτο δὲν συμβῇ τότε τὸ ὅλον ζήτημα θὰ τελῇ ὑπὸ αἵρεσιν, μὲ ὅλας τὰς ζημίας μιᾶς συνεχίσεως τῆς ἀπαραδέκτου αὐτῆς καταστάσεως ποὺ ἐδημιούργησεν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 154 Σ. Π., διακόψασα τὰς συναλλαγὰς αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν ἐπὶ μίαν καὶ πλέον 10ετίαν. Κύριοι, φοβοῦμαι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχῃ νωχέλειαν σκέψεως. Δὲν σκέπτεται οὐδὲν ἐκ τῶν ζητημάτων τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐνώπιον ἡμῶν καὶ ζητεῖ, προκειμένου νὰ ἐξεύρῃ λύσεις, νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὰς δυσκόλους αὐτὰς περιστάσεις, ἀδιαφοροῦσα διὰ τὰς συνεπείας καὶ εἰδικῶς προσπαθοῦσα δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ν’ ἀποφύγῃ δύο κύρια ζητήματα διὰ τῶν ὁποίων καὶ μόνον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ λυθῇ ἡ δυσχέρεια, ἡ ὁποία ὑφίσταται σχετικῶς μὲ τὴν ἄσκησιν τῆς νομοθετικῆς λειτουργίας. Δὲν εἶναι, κύριοι, τὸ σχέδιον τῶν πλαισίων νόμων, τὸ ὁποῖον θὰ διευκολύνῃ τὴν ἄσκησιν τῆς νομοθετικῆς λειτουργίας, διότι αἱ συζητήσεις αἱ μεγάλαι γίνονται ἀκριβῶς ἐπ’ ἐκείνων τῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ λείψουν οὔτε ἀπὸ τὸ πλαίσιον νόμων. Ἂς πάρω ἓν νομοσχέδιον φορολογικόν. Αἱ συζητήσεις αἱ μακραὶ εἰς τὴν Βουλήν, δὲν γίνονται οὔτε ἐπὶ τῶν ἄρθρων, τῶν ἀφορώντων τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου, οὔτε ἐπὶ τῶν ἄλλων λεπτομερειῶν διατάξεων, ἀλλὰ γίνονται ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τῆς φορολογητέας ὕλης καὶ ἐπὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον τοῦτο θὰ συλληφθῇ. Τοῦτο ὅμως θὰ συζητηθῇ καὶ χωρὶς πλαίσιον καὶ μὲ πλαίσιον νόμων. Ἀλλὰ εἶναι καὶ ἀπαράδεκτος ἀπολύτως ἡ θεωρία, ὅτι λόγῳ τῆς σχετικῆς ἀμβλύνσεως τῆς θεωρίας, τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ καταστήσωμεν μόνιμον νομοθετικὸν ὄργανον τὴν Κυβέρνησιν. Βεβαίως ἡ θεωρία τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν ἠμβλύνθη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ Κυβερνήσεις προέρχονται ἀπὸ τὴν Βουλήν, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ ἑπομένως ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, ἡ δίδουσα καὶ Κυβέρνησιν, εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀσκεῖ τὴν νομοθετικὴν λειτουργίαν. Ἀλλὰ τοῦτο θὰ ἦτο σόφισμα, νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου ἐξέλιπε καὶ πᾶσα διάκρισις μεταξὺ νομοθετικῆς καὶ ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, διότι αἱ συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ, αἱ δημόσιαι, ἀναγκάζουν πολλάκις αὐτοὺς τούτους τοὺς ἐκ τῆς Βουλῆς προερχομένους ὑπουργοὺς νὰ ἀποσύρουν νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εὑρίσκουν τὴν ἀντίρρησιν τῆς Βουλῆς, νὰ τροποποιηθοῦν οὐσιώδεις διατάξεις τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν καὶ τοῦτο, διότι ἡ δημοσία ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις, ἡ ἀνάπτυξις πολλῶν γνωμῶν, πείθει τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὸ ἔργον τῶν ὑπηρεσιῶν, τὸ ὁποῖον ἀπεκρυσταλλώθη εἰς τὸ νομοσχέδιον, εἰς τὸ ὁποῖον πολλάκις ὁ Ὑπουργὸς προσέθετε καὶ ὀλίγας σκέψεις ἰδίας αὐτοῦ ἐμπνεύσεως, ὅτι τὸ σχέδιον αὐτό, τὸ κυρίως ὑπηρεσιακόν, λαμβάνει μίαν νέαν μορφὴν διὰ τῶν συζητήσεων ἐντὸς τῆς αἰθούσης ἑνὸς Πολιτικοῦ Σώματος. Ἀποτελεῖ, λοιπόν σόφισμα τὸ λεγόμενον ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποκαταστήσῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν Βουλὴν εἰς τὴν ἄσκησιν τῆς νομοθετικῆς λειτουργίας, διότι ἡ Κυβέρνησις συνεδριάζει ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, μὴ ἀκούουσα παρὰ μόνον τὴν γνώμην ἀδιαφόρων μελῶν της, τὰ ὁποῖα παρίστανται εἰς τὰς συνεδριάσεις, χωρὶς νὰ παρακολουθοῦν τὰς Συνεδριάσεις μιᾶς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον αἱ ἀποφάσεις λαμβάνονται διὰ περιφορᾶς τῶν πρακτικῶν εἰς τὰ διάφορα γραφεῖα τῶν Ὑπουργῶν. Ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσκήσῃ ὑπὸ τοιούτους ὅρους τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἐπίσης τὸ λεχθὲν περὶ προσωπικῶν διατάξεων, ὅτι αἱ προσωπικαὶ διατάξεις εἰσάγονται διὰ τοῦ Σώματος καὶ οὐχὶ διὰ τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἀνακριβεῖς. Διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ἀντετάχθη ἡ Βουλὴ κατὰ τῶν προσωπικῶν διατάξεων καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις χρησιμοποιεῖ καὶ τὴν ἔκτακτον μέθοδον τῶν ἀναγκαστικῶν νόμων, διὰ νὰ εἰσαγάγῃ προσωπικὰς διατάξεις, ὡς δῆθεν ἀπαραιτήτους διὰ τὴν σωτηρίαν τοῦ τόπου. Ἑπομένως, θεωρῶ ἀπαράδεκτον τὴν σκέψιν περὶ τῆς ἀσκήσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὡς δῆθεν ἀποτελούσης ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς. Καὶ παραμένει ἐνώπιον ἡμῶν μόνον ἡ μία λύσις, δηλαδὴ ἡ λύσις τῆς εὐρυθμοτέρας λειτουργίας τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς ἐργασίας της, ἢ μᾶλλον τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τοῦ χρόνου τῆς ἐργασίας, κατατεμνομένης εἰς μικρὰς Ἐπιτροπάς. Μόνον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἦτο δυνατὸν τὸ Σῶμα νὰ ἀποδώσῃ ἐργασίαν, ὅταν δηλαδὴ θὰ ἠδύναντο συγχρόνως ἔργα νομοθετικὰ νὰ ἐπιτελέσουν πλείονα τοῦ ἑνὸς τμήματα τοῦ Σώματος, διότι διὰ τοῦ καταμερισμοῦ τῆς ἐργασίας θὰ εἶναι δυνατὸν καὶ ταχέως, ἀλλὰ καὶ ἀρτίως νὰ ἀσκῆται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Ἄλλως, ἢ θὰ καταλήξητε εἰς τὸ συμπέρασμα αὐτό, ἢ θὰ καταλήξητε εἰς τὸ νὰ καταργηθῆτε ἐντελῶς καὶ νὰ ἀφήσετε τὴν Κυβέρνησιν ἐν ὀνόματι ἑνὸς Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Βασιλέως, νὰ ἐκδίδῃ ἀναγκαστικοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους θὰ καλῆσθε ἑκάστοτε κατὰ ἑκατοντάδας νὰ ψηφίσητε ὁμαδικῶς, χωρὶς νὰ γνωρίζητε οὔτε τὸ περιεχόμενόν των, οὔτε τοὺς τίτλους αὐτῶν τῶν νομοθετημάτων. Πρέπει, πράγματι, νὰ ὑποβοηθήσωμεν τὴν ταχυτέραν ἄσκησιν τῆς νομοθετικῆς λειτουργίας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμμένωμεν εἰς παλαιοντολογικὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι κινδυνεύουν νὰ ἀγάγουν εἰς τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα. Εἶπον καὶ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐδῶ, ὅτι, ὅταν ἕνα σκάφος κινδυνεύῃ, τότε ὁ πλοίαρχος φροντίζει νὰ ἀπαλλαγῇ ἑνὸς μέρους τοῦ φορτίου ἀκόμη καὶ τῶν ἀρμένων τοῦ πλοίου, διὰ νὰ σώσῃ τὸ ὑπόλοιπον φορτίον, ἢ καὶ τὸ σκάφος. Αὐτὸ πρέπει νὰ κάμῃ καὶ ὁ κοινοβουλευτισμός, ἐὰν θελήσῃ νὰ ἐπιβιώσῃ, πρέπει νὰ ἐγκαταλείψῃ μερικὰς πεπαλαιωμένας ἰδέας, περὶ δῆθεν ἀδιαιρέτου τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, διότι ἐὰν δὲν τὸ κάμῃ αὐτὸ καὶ ἐμμένει εἰς τὰ ἴδια, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ καταλήξῃ εἰς τὴν αὐτοκατάργησίν του. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἄλλη πρότασις, τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη ἡ Κυβέρνησις, ὅταν ὅμως ἔφθασεν εἰς τὴν πρακτικὴν ἐφαρμογὴν τὴν ἐγκατέλειψεν. Ἡ πρότασις αὐτὴ ἀφεώρα τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν συζητοῦντες ἅπαντες ἐπὶ πάντων τῶν νομοθετημάτων. Θὰ πρέπει καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ρητόρων καὶ ὁ χρόνος τῶν ἀγορεύσεων νὰ περιορισθῇ. Ἐὰν τοῦτο γίνῃ καὶ ἐὰν παραλλήλως πρὸς αὐτὸ γίνῃ καὶ ἡ Συνταγματικὴ μεταρρύθμισις, τότε νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι δὲν θὰ ἔχετε νὰ ἐγκρίνετε τοιαῦτα ταπεινωτικὰ ψηφίσματα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ καταργῆτε καὶ τὸ πολιτικὸν καὶ τὸ ἀνθρώπινον ἐγώ σας, ἀλλὰ θὰ ἔχετε μίαν εὔρυθμον λειτουργίαν τῆς κοινοβουλευτικῆς μηχανῆς. Μόνον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἐπιβιώσῃ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ ὄχι διὰ τῶν θεωριῶν τοῦ ἀδιαιρέτου τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας. Ὅταν τὸ Σύνταγμα λέγῃ ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκπροσωπεῖται κατὰ τμήματα, δὲν θὰ ὑπάρξῃ οὐδεμία ἔκπληξις διὰ τὸν ἐκλογέα ὅταν θὰ ἀκούῃ ὅτι ὁ βουλευτὴς μετέχει ἑνὸς τμήματος καὶ ὅταν θὰ ἀκούῃ ὅτι εἰς τὸ τμῆμα αὐτὸ αἱ συζητήσεις γίνονται ἐμπεριστατωμέναι, μὲ σοβαρότητα καὶ ἐν πλήρει γνώσει τῶν θεμάτων καὶ οὐχὶ ἐκ τοῦ προχείρου διὰ παντὸς βουλευτοῦ μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἀκουσθῇ εἰς τὴν ἐπαρχίαν του. Ὅλα τὰ σχέδια αὐτὰ τὰ ἀνεπτύξαμεν εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ τὰ ἐλύσαμεν καὶ χαίρω διότι ἀρχηγοὶ κομμάτων, ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν, υἱοθέτησαν τὸ σχέδιον αὐτό, καί, ἐνῷ τὸ υἱοθέτησαν καὶ τὸ σχέδιον αὐτὸ καὶ τὸ σχέδιον τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, δὲν ἔχουν τὸ θάρρος νὰ ζητήσουν τὴν ψήφισιν τῶν ὀλίγων αὐτῶν ἄρθρων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐγίνετο ἡ εὔρυθμος περαιτέρω λειτουργία τοῦ πολιτεύματος. Σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἡ Κυβέρνησις προτείνει μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου. Τὸ χρονικὸν διάστημα νομίζω ὅτι εἶναι ὑπεράγαν μακρόν. Ἀρκετὰ ἤδη ἐξεπέσαμεν εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν, διὰ τῆς σειρᾶς τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς παρούσης συνόδου ἀπὸ τοῦ Μαΐου καὶ ἐντεῦθεν, ἐψηφίσαμεν, νομίζω, 4 ἢ 5 τὸ ὅλον νομοθετήματα, μετὰ συζήτησιν, πλὴν ἐκείνων τῶν τυπικῶν, τὰ ὁποῖα διὰ τῆς ἀναγνώσεως τῆς ἡμερησίας διατάξεως ψηφίζονται διὰ βοῆς, κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως, ἐκτὸς ἐὰν θεωρήσητε ὅτι εἰς τὸ ἐνεργητικόν μας ἀνήκει καὶ ἡ ὁμαδικὴ ψήφισις τῶν 286 ἀναγκαστικῶν νόμων καὶ νομοθετικῶν διαταγμάτων. Ἀλλὰ κατὰ τὰ ἄλλα ἡ νομοθετική μας λειτουργία εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι εἶναι ἴση μὲ τὸ μηδέν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῆς ἀσκήσεως τῆς νομοθετικῆς λειτουργίας, πρόκειται καὶ περὶ τοῦ σοβαρωτάτου ἔργου τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων εἶναι ἐγγεγραμμέναι 235 ἐπερωτήσεις, ἐκ τῶν ὁποίων μία συνεζητήθη καὶ ἐτελείωσε χθὲς καί, ἑπομένως, παραμένουν ἀσυζήτητοι 234 ἐπερωτήσεις. Δηλαδὴ 234 παραπτώματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, διὰ τὰ ὁποῖα οἱ συνάδελφοι ἐθεώρησαν ἀναγκαῖον νὰ ἀσκήσουν ἔλεγχον, θὰ παραμείνουν ἀνέλεγκτα, διότι θὰ ἔλθῃ ἡ Δʹ Σύνοδος τῆς Βουλῆς καὶ τὰ παλαιὰ θὰ διαγραφοῦν. Ἀλλὰ ἀκόμη εἶναι ἡ τύχη τῶν ἐρωτήσεων. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῶν ἐρωτήσεων ἀναγράφονται 420 ἐρωτήσεις. Αὐταὶ ἐπίσης θὰ διαγραφοῦν ὁμαδικῶς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν μέχρι τῆς αὔριον νὰ συζητηθοῦν καὶ μετ’ ὀλίγους μῆνας θὰ εἶναι πλέον ἄκαιρος ἡ συζήτησις αὐτῶν. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ· εἶναι, πράγματι, σοβαρὸν τὸ ἔργο μας; Δυνάμεθα νὰ ἰσχυρισθῶμεν ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι ἐξετελέσαμεν τιμίως καὶ εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά μας καὶ ὅτι ὑπήρξαμεν πράγματι πιστοὶ πρὸς τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον ἐδώσαμεν ὅταν ἀνελάβομεν τὰ βουλευτικά μας ἔργα, ἢ πρόκειται περὶ κωμῳδίας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκδίδομεν ὀλίγους τινὰς νόμους καὶ συζητοῦμεν ὀλίγας τινας ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις; Κύριοι βουλευταί, θὰ πρέπει καὶ πάλιν νὰ κάμω μίαν ἔκκλησιν εἰς τὴν Βουλήν. Παρέλειψα νὰ εἴπω πρὸ ὀλίγου, ὅτι τὴν χρεωκοπίαν αὐτῆς, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ τὴν ὑπογράψητε ἀπόψε ἢ αὔριον, τὴν ἐνισχύει ἡ Κυβέρνησις διὰ μιᾶς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὑπέγραψαν 4 ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι, παρὰ τὴν ὕπαρξιν ἐπιτροπῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ζητοῦν καὶ τὴν δυνατότητα νὰ ἐκδίδουν ἀναγκαστικοὺς νόμους, χωρὶς νὰ περιμένουν τὴν ὀλιγοήμερον συζήτησιν τῆς Ἐπιτροπῆς, νόμους, οἱ ὁποῖοι ἀφοροῦν τὸ σχέδιον Μάρσαλλ. Δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ ἐπὶ τοῦ ἔργου αὐτοῦ. Γνωρίζετε ποῖα νομοσχέδια εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθοῦν ὡς νομοσχέδια τοῦ σχεδίου Μάρσαλλ. Πᾶν νομοσχέδιον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι εἶναι τοῦ σχεδίου Μάρσαλλ καὶ ἀναμφιβόλως τὸ πρῶτον ἐξ αὐτῶν θὰ εἶναι τὸ ἄθλιον νομοθέτημα περὶ τηλεπικοινωνιῶν. Δι’ ὅλα αὐτὰ τὰ νομοσχέδια, σᾶς ζητεῖτε, ἐπὶ πλέον, ἐκτὸς τῆς γενικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, νὰ δώσητε καὶ μίαν εἰδικὴν ἐξουσιοδότησιν νὰ μὴ ἔρχωνται κἂν ἐνώπιόν σας αὐτὸ καὶ νὰ ἔρχωνται ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ λαμβάνουν τὴν τυπικήν σας ἔγκρισιν ὑπὸ τὴν πίεσιν ὅτι, ψηφίσατέ το αὐτὸ ἀπόψε ἄνευ συζητήσεως, διότι καὶ αὐτὸς εἶναι νόμος τοῦ σχεδίου Μάρσαλλ. Κύριοι βουλευταί, πλέον κατήντησε νὰ μὴ ὑπάρχῃ κοινοβούλιον, νὰ μὴ ὑπάρχῃ κοινοβουλευτικὸς θεσμὸς ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ εἶναι καλύτερον νὰ εἴμεθα τίμιοι πρὸς ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι θεωροῦμεν κατηργημένον τὸν κοινοβουλευτισμόν, ὅτι τὸ Σύνταγμα καὶ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶναι λέξεις κεναὶ καὶ ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ ἔχωμεν μίαν ἀπροκάλυπτον πλέον δικτατορίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν νὰ ἔρχεται ἐδῶ νὰ μᾶς ἀνακοινοῖ τοὺς ἀναγκαστικοὺς νόμους, νὰ τῆς δίδωμεν τὴν ψῆφον ἐμπιστοσύνης μας καὶ νὰ ἔχετε τὴν συνείδησίν σας ἥσυχον, ὅτι εὐθέως εἴπατε κάτι τι. Νομίζω, ὅτι μία τοιαύτη ἐξήγησις θὰ ἦτο ὀρθοτέρα. Καὶ ἀντὶ νὰ ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις δι’ αὐτῶν τῶν κειμένων, τῶν ἐξευτελιστικῶν νομοθετημάτων, διὰ τῶν ὁποίων ἐξευτελίζει ἑαυτὴν καὶ τὸ Σῶμα καὶ τὸν ἀνθρωπισμόν μας ἀκόμη, νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ εἴπῃ: εἶναι περιττὸν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ ὁ καλύτερος τρόπος εἶναι ἡ κοινοβουλευτικὴ δικτατορία. Θὰ ἐκλέγεται μία Βουλή, ἡ Βουλὴ αὐτὴ θὰ ἐκλέγῃ μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία θὰ λαμβάνῃ τὸ βάπτισμα τῆς κολυμβήθρας τοῦ Σιλωὰμ καὶ θὰ ἀπέρχεται πάλιν ὑπὸ τὰς εὐλογίας τοῦ Σώματος. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, μὴ ἐξακολουθήσητε αὐτὴν τὴν ὁδὸν τῆς καταρρακώσεως πάσης ἐννοίας καὶ ἀξιοπρεπείας. Ἀπορρίψατε νομοσχέδια τοιαύτης μορφῆς ὡς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν θέλετε νὰ ἐπιβιώσῃ καὶ ἑδραιωθῇ ὁ κοινοβουλευτισμός. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει τὸν λόγον.
§26Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἤθελον νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν τὴν στιγμὴν ταύτην, διότι δὲν ἐπέστη ἡ στιγμὴ νὰ ὁμιλήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ μοῦ εἶναι καὶ ἀδύνατον νὰ ἀφήσω καὶ δευτερόλεπτον νὰ παρέλθῃ, ἀφ’ ἧς ὁ κατελθὼν τοῦ βήματος βουλευτής, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸ Σῶμα, ἔθιξε σημεῖα καὶ ζητήματα, λέγων καὶ παρατάσσων ἀνακριβείας καὶ γεγονότα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνουν ἀναπάντητα. Εἶδον νὰ ἐκχύνεται ἕνα κῦμα χολῆς, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν θὰ παρακολουθήσω, ἀλλὰ εἰς τὸ σημεῖον τοῦ ἔργου τῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦ ψηφίσματος περὶ ἀγοραπωλησιῶν καὶ τὴν κατηγορίαν, ποὺ ἀπονέμει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τῆς ἀπέλιπε πᾶσα ἔννοια εἰλικρινείας εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἐννοῶ νὰ ἀπαντήσω καὶ νὰ μὴ ἀφήσω νὰ παραχθοῦν ἐντυπώσεις. Ἡ Κυβέρνησις, διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπελήφθη τῆς μελέτης τοῦ ζητήματος αὐτοῦ πρὸ ἔτους καὶ πλέον, μὲ σοβαρότητα καὶ μὲ πρόθεσιν πραγματικὴν νὰ προσφέρῃ εἰς τὸ Σῶμα πρὸς κρίσιν καὶ ἀπόφασιν αὐτοῦ λύσιν. Ἐὰν ἡ λύσις αὐτὴ εἶναι καλή, ἐὰν εἶναι χωλή, ἐὰν εἶναι κακή, τὸ Σῶμα θὰ κρίνῃ καὶ θὰ ἀποφασίσῃ. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀπὸ τῆς κυβερνητικῆς πλευρᾶς ὑπῆρξεν, ὑπάρχει καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ὑπάρχῃ εἰλικρίνεια ἀπόλυτος εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ ζητήματος τούτου. Καὶ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς οὐδένα, οἱονδήποτε ἀξίωμα καὶ ὅλως ἐλευθερίως καὶ ἀσυστόλως εὔσημα καλῆς διαγωγῆς ἐὰν ἔχῃ νὰ ἔρχεται ἐδῶ καὶ νὰ ἀπονέμῃ τόσον ἐλευθερίως, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπὶ τοιούτων βάσεων τοποθετούμενος. Εἶναι κατηγορία, τὴν ὁποίαν διαρρήδην ἀποκρούω ἐν ὀνόματι ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν ὀνόματι τῆς ἁρμοδιότητος τῆς ὁποίας ἔγινα φρουρὸς εἰς τὸν τομέα ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ἔχω, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος ὑπευθύνως ὡρισμένα θέματα ἔχει νὰ διαχειρίζεται. Καὶ θὰ ἦτο ἀληθῶς κατώτερον ἐμοῦ, κατώτερον ἡμῶν ὅλων καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς χώρας ἐὰν ἠρχόμεθα νὰ ἐμπαίζωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐπὶ ἑνὸς προβλήματος, τὸ ὁποῖον ἔχει δημιουργήσει κάποιαν συγκίνησιν, διότι εἶναι ἀπότοκον μιᾶς θλιβερᾶς ἐποχῆς ποὺ διήνυσεν ἐπὶ 3½ ἔτη ἡ χώρα καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει ἀποφασίσει ἡ Κυβέρνησις νὰ λύσῃ. Καὶ ὅταν μᾶς λέγουν περὶ τοῦ ἔργου τῆς Ἐπιτροπῆς ὁμιλοῦντες διὰ τὸ ἔργον τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον πᾶσαν κατέβαλε εὐσυνειδησίαν εἰς τὰ ἔργα αὐτοῦ, ὅταν μᾶς ἀποδίδουν σχεδὸν δόλον διὰ νὰ μὴ εἴπω τί βαρύτερον, τὸ πρᾶγμα ὑπερβαίνει τὰ ἐσκαμμένα. Ἐν τούτοις λησμονεῖ ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἀκριβῶς τῆς Δικαιοσύνης ἀνεζήτησε τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠμποροῦσαν ἀνθρωπίνως νὰ ὑπάρξουν ὑπὸ τὰς συνθήκας, αἱ ὁποῖαι μᾶς διέπουν. Καὶ πρῶτον, ἐγὼ ὑπῆρξα ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀνεζήτησα τὸ πρῶτον στατιστικὰ στοιχεῖα ἀπὸ τὰς ἐσχατιὰς τῆς χώρας, ἀπὸ τὰ ὑποθηκοφυλακεῖα, διὰ νὰ κατορθώσωμεν νὰ μορφώσωμεν κάποιαν γνώμην. Δὲν νομίζω, λοιπόν, ὅτι εἶμαι ἄξιος ψόγου ἐγώ, διότι εἰσήγαγα εἰς τὴν μελέτην αὐτοῦ τοῦ ζητήματος καὶ ἓν ἄλλο μέσον ὑπευθύνου κρίσεως. Ὡς πρὸς τὸ λεχθὲν ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐβλέπαμεν ἀναγεγραμμένην διὰ κάθε ἀγοραπωλησίαν τὴν πραγματικὴν τιμὴν καὶ τὴν διαφορὰν ἀπὸ τὴν ἀξίαν τῆς πωλήσεως ἐπὶ κατοχῆς, ὁμολογῶ ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι σοβαρόν, διότι εἶναι εἰς πάντας γνωστόν, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀνθρωπίνως ἀνέφικτον, μὲ τὰ ὑπάρχοντα μέσα εἰς τὴν χώραν μας. Ἀλλὰ ἔρχομαι εἰς τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς. Νομίζω, ὅτι ἐφ’ ὅσον ὑπῆρχεν Ἐπιτροπὴ καὶ μᾶς ζητεῖτε νὰ εἴμεθα κοινοβουλευτικοὶ καὶ νὰ σεβώμεθα τοὺς θεσμούς μας, θὰ ἦτο τότε ἀξία ψόγου ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν —γνωρίζουσα ὅτι ὑπῆρχε μία ἐπιτροπὴ ἐπιληφθεῖσα τοῦ ψηφίσματος— καὶ δὴ ἡ Συνταγματική, τὴν παρηγκώνιζε καὶ ἔφερε μετὰ 15 ἡμέρας τὸ θέμα ἐδῶ. Σεβασμός, λοιπόν, ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τῶν θεσμῶν, ἦτο ἡ ἀναμονὴ τοῦ πορίσματος τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ ποῖον ἦτο τὸ θέμα αὐτό, μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ τὸ γνωρίσητε. Δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, κριτὴν ἐκ τῆς πρώτης μελέτης ποὺ ἔκαμον τοῦ ἔργου ἐκείνου, ὁμολογῶ ὅτι δοκιμάζω κατάπληξιν, τοσοῦτον μάλιστα σοβαρὰν καὶ μεγάλην, καθ’ ὅσον προέρχεται ἀπὸ τὴν πρωτοβουλίαν καὶ τὴν κατεύθυνσιν τοῦ ὁδηγήσαντος τὴν Ἐπιτροπήν, ἀπὸ μέρους τόσον ἐγκρίτου νομομαθοῦς. Καὶ συμβαίνουν ἐκεῖ παράδοξα πράγματα, διότι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 179 τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, τίθεται ὡς προοίμιον τοῦ πρώτου ἄρθρου. Ἡ διάταξις, καθ’ ἣν δικαιοπραξία εἶναι ἄκυρος ἐὰν δὲν ἐλειτούργησεν ἐλευθέρα ἡ βούλησις τοῦ συμβαλλομένου, καὶ ἐὰν ὑπῆρξε προφανὴς δυσαναλογία μεταξὺ παροχῆς καὶ ἀντιπαροχῆς. Ἐὰν ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἄρθρον 179 αὐτό, περὶ ἀκυρότητος τῶν δικαιοπραξιῶν, θὰ μᾶς ὡδήγει εἰς τὴν λύσιν τοῦ πολυπλόκου αὐτοῦ ὄντως θέματος, τότε ἁπλούστατα ὅσοι ἐζήτουν λύσιν ἐπὶ τοῦ θέματος θὰ ἐτρέποντο τὸν δρόμον τοῦ δικαστηρίου, ἀναθέτοντας εἰς ἕνα καλὸν δικηγόρον τὴν ὑπόθεσίν των. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐπειδὴ δὲν ἠμποροῦσαν νὰ τύχουν λύσεως διὰ τῆς διατάξεως τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, ὡς ἔχει, ἐφθάσαμεν εἰς ψήφισμα, ρυθμίζον τὸ θέμα καὶ ψήφισμα εἰσήγαγε καὶ ὁ κ. Ἀλεξανδρῆς καὶ ὁ ἀείμνηστος Λαδᾶς καὶ κατὰ σειράν, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω καὶ ἐγὼ ψήφισμα, διότι τοιαύτη ἦτο ἡ ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων, διότι τὸ ἄρθρον 179 τοῦ Κώδικος, δὲν εἶχεν ἐφαρμογὴν ἐπὶ τῶν ἐπὶ κατοχῆς ἀγοραπωλησιῶν, διότι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ τιμὴ δὲν εἶχε δυσαναλογίαν μὲ τὴν παροχήν, διότι αὐτὴ ἦτο ἡ τιμὴ τῶν ἀκινήτων, ὅπως εἶπεν εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ σχεδίου ψηφίσματός του ὁ κ. Ἀλεξανδρῆς, ἦτο ἡ «τιμὴ τῆς πιάτσας». Ὡς ὅρος καὶ προϋπόθεσις ἐφαρμογῆς τοῦ ψηφίσματος, ὡς τὸ ἐπεξειργάσθη ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, ὡς πρῶτος κανὼν τίθεται ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 179 τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος καὶ δή, ὄχι ὡς ἔχουσιν ἐν τῷ κώδικι, ὅπου εἶναι διαζευκτικὴ ἡ χρῆσις τῶν δύο αὐτῶν προϋποθέσεων, ἀλλὰ συνδεομένων καὶ μὲ συμπλεκτικὸν «καί». Καὶ ὁ περιορισμὸς τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς εἰς ὡρισμένας κατηγορίας προσώπων, ἐνῷ τὸν Κώδικα δικαιοῦται κάθε Ἕλλην πολίτης νὰ ἐπικαλεσθῇ, ἀποτελεῖ τὸ ὀλιγώτερον τὴν ἐσχάτην πρόκλησιν πρὸς τὴν στοιχειώδη ἀντίληψιν, πρὸς τὴν ἀντικειμενικὴν κρίσιν καὶ εἶμαι κατάπληκτος, ὅτι, νομικοί, τοιαῦτα σχέδια μᾶς παρουσίασαν ἐδῶ, ὡς συμβολὴν τοῦ πολυτίμου ἔργου των.
§27Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς σᾶς πληροφορεῖ, ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος κατεψήφισε τὴν πρότασιν αὐτήν, ἀλλ’ ὅτι ὡς Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀλλοιώνῃ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ψηφοφορίας.
§28Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, κατεψήφισεν, ὅταν δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη τῆς ψήφου του.
§29Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὑπὸ τοιαύτας προϋποθέσεις, νομίζω, ὅτι περιορίζεσθε εἰς τὴν ἰδικήν μου πρότασιν.
§30Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Εἶμαι κατάπληκτος διὰ τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ὅταν ὑπάρχῃ ἓν συλλογικὸν Σῶμα, ὁ διευθύνων τὰς ἐργασίας αὐτοῦ ἔχει ἄλλην τινὰ ὑποχρέωσιν, πλὴν τοῦ νὰ θέτῃ ζητήματα. Εἰς τὴν ψηφοφορίαν, ὁ Πρόεδρος εἶναι ἴσος μὲ ἓν ἁπλοῦν μέλος. Τὴν πρότασιν αὐτὴν προσωπικῶς τὴν κατεψήφισα, ἀλλὰ σέβομαι τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ σᾶς λέγω, ὅτι δὲν ἔχει τίποτε τὸ καταπληκτικὸν ἡ πρότασις αὐτή, μολονότι ἐγὼ προσωπικῶς διαφωνῶ πρὸς αὐτήν. Ἐὰν ἀνεγινώσκατε μετὰ προσοχῆς καὶ εἴχατε τὴν ἀναγκαίαν νομικὴν προπαίδευσιν, θὰ ἐπείθεσθο, ὅτι τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν περιέχει τίποτε τὸ ἐκπληκτικόν, ἀλλὰ ὅτι ἐν ταῖς διατάξεσιν καθορίζονται πλήρως αἱ προϋποθέσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας θὰ ἐπέρχεται ἡ ἀκύρωσις.
§31Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τότε περιοριζόμεθα εἰς τὸ ἕτερον σχέδιον καὶ ἐκεῖ βλέπω ἕνα ἀλλόκοτον, πράγματι, τρόπον τοῦ νομοθετεῖν, βλέπω τὰς κατηγορίας τῶν δικαιούχων παρατασσομένας ὀνομαστί, διὰ νὰ συναποτελέσουν ἕνα νομικὸν κανόνα. Διὰ νὰ θέσωμεν, κύριοι, ἕνα κανόνα δικαίου, ἀναγόμεθα εἰς τὴν ἔννοιαν τὴν νομικήν, τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ ρυθμίσωμεν καὶ νὰ θεσπίσωμεν καὶ δὲν παίρνωμεν τοὺς κουτσούς, τοὺς χωλοὺς κλπ. κλπ.
§32Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι δικαίωμα τῆς Ἐπιτροπῆς, κύριε Ὑπουργέ.
§33Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὸ δικαίωμα δημιουργεῖται κατ’ ἐμέ, κύριε συνάδελφε, διὰ τῆς θέσεως κανόνων, ὄχι διὰ τῆς περιπτωσιακῆς συγκροτήσεως κανόνων δικαίου. Θέτομεν τὸν κανόνα καὶ ἠμποροῦμεν νὰ δημιουργήσωμεν μίαν καὶ δύο καὶ ὅσας θέλομεν ἐξαιρέσεις, ἀλλὰ οἱ κανόνες δικαίου ἐπιβάλλονται ὡς κανόνες. Ἔρχομαι τώρα, εἰς ἄλλο θέμα. Τὸ σχέδιον ἐκεῖνο τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Τρικάλων, ἔχει καὶ ἄλλας διατάξεις, αἱ ὁποῖαι εἰς ἐμὲ φαίνονται νὰ ἔχουν φωτογραφικὴν ἔννοιαν καὶ ὄχι νομοθετικὴν ἀξίαν. Καὶ ἐδῶ, μεταξὺ τῶν πολλῶν ἐξαιρέσεων, λέγεται ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἐξαιρεθοῦν καὶ αἱ τυχὸν γενόμεναι κατὰ τὴν κατοχὴν πωλήσεις ἱστορικῶν μνημείων, τῶν ὁποίων τὸ τίμημα πρέπει νὰ πληρωθῇ ἀπὸ τὸ Ταμεῖον καὶ οὐχὶ ἀπὸ τὸν εἰς ὃν ἐπιστρέφεται τὸ ἀκίνητον «ἱστορικὸν μνημεῖον» πωλητήν. Ὄχι ἀπὸ τὸν πωλήσαντα ἰδιώτην, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ κοινὸν ταμεῖον. Καὶ ἐδῶ ἔχετε τὴν φωτογραφίαν, ἀγαπητοῦ ἀποστράτου ἀξιωματικοῦ. Τοιαῦτα νομοθετήματα, κύριοι συνάδελφοι, σᾶς φέρνουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κάνουν τόσον πρόχειρον ἀλλὰ καὶ τόσον ἀσύδοτον ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὴν εἰλικρίνειάν της. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§34Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, μοῦ ἐδόθη καὶ χθὲς ἡ εὐκαιρία νὰ ἐπισημάνω ἓν γεγονός, γεγονὸς τὸ ὁποῖον εἶναι πρὸς τιμὴν τοῦ κατελθόντος ἄρτι τοῦ βήματος ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ. Ἐδήλωσε χθές, ὅτι ἐὰν καὶ πόρρωθεν ἀντιληφθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν διάθεσιν νὰ ρίψῃ εἰς τὰς ἑλληνικὰς καλένδας τὸ θέμα τῶν ἐπὶ κατοχῆς ἀγοραπωλησιῶν, αὐτὸς τουλάχιστον ὄχι μόνον ὡς Ὑπουργὸς δὲν θὰ παραμείνῃ, ἀλλὰ οὔτε καὶ ὡς βουλευτής....
§35ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ ἐσκέπτετο.
§36Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν εἶπε τοιοῦτόν τι, ἀλλὰ ρητῶς ἐδήλωσεν ὅτι δὲν θὰ παρέμενεν οὔτε στιγμὴν οὔτε ὑπουργὸς οὔτε βουλευτής, κατόπιν τοῦ γεγονότος αὐτοῦ.
§37Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τρόπος τοῦ λέγειν.
§38Κ. ΠΡΟΚΟΠΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι τρόπος τοῦ λέγειν, διὰ τὸν κ. Μελᾶν, ὅ,τι λέγει τὸ κάνει.
§39Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Κατόπιν αὐτοῦ, ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εἴπω πρὸς αὐτόν, διότι ἐντοπίζω τὸ ἐρώτημά μου μόνον ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν ἀγοραπωλησιῶν, καὶ δὲν ἐπεκτείνω τοῦτο καὶ εἰς ἄλλο θέμα, τὸ ὁποῖον προηγουμένως προέκυψεν ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ κατελθόντος τοῦ βήματος βουλευτοῦ Τρικάλων, κ. Βαμβέτσου, ἐντοπίζων, λοιπόν, τὴν ἐρώτησίν μου ἀποκλειστικῶς ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν ἀγοραπωλησιῶν ἐπὶ κατοχῆς, ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργόν: Πράγματι, τόσον αὐτός, ὅσον καὶ ὁ προκάτοχός του ἀείμνηστος καὶ μακαρίτης Λαδᾶς, καὶ ὁ πρὸ τοῦ Λαδᾶ τοιοῦτος, ὁ συμπαρακαθήμενος κ. Ἀλεξανδρῆς, ἀπέβλεπον νὰ παραπέμψουν τὸ θέμα αὐτό, τοιαύτης σημασίας διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, πρὸς λύσιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως; Ἐκεῖ κατατείνει ἡ εὐγενική σας, ἡ πράγματι ἀξία ἐπαίνου προσπάθειά σας; Εἶσθε ἱκανοποιημένος ἐσεῖς, ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἀπὸ τὸ κατάντημα αὐτό, ὅταν βλέπετε μίαν ἐργασίαν πολύτιμον, τόσον ὑμῶν, ὅσον καὶ τῶν προκατόχων σας, κ. Ὑπουργέ, νὰ λαμβάνῃ τὴν ὁδὸν τὴν ἄγουσαν πρὸς τὴν Κοινοβουλευτικὴν αὐτὴν Ἐπιτροπήν, πρὸς οἱανδήποτε Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν; (Χειροκροτήματα). Ἢ μήπως ἐσεῖς, κ. Ὑπουργὲ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, αὐτὴν τὴν στιγμὴν διακατέχεσθε ἀπὸ τὴν ἰδέαν, μὲ τὴν ὁποίαν διακατέχομαι καὶ ἐγὼ —καὶ πιστεύω κατὰ τὸ πλεῖστον της καὶ ἡ Βουλὴ— ἀπορίαν, διατὶ τὸ Σῶμα τοῦτο, τὸ κατ’ ἐξοχὴν θεωρούμενον ὡς Σῶμα ἐκπροσωποῦν τὴν λαϊκὴν θέλησιν, κατήντησεν ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ γνώμην, νὰ μὴ ἔχῃ βούλησιν, ἀλλὰ ἡ βούλησις αὐτοῦ, νὰ εἶναι ἡ συνισταμένη τῆς βουλήσεως τῶν βουλευτῶν, εἰς τοὺς ὁποίους θὰ παραπεμφθῇ τὸ θέμα πρὸς συζήτησιν; Ἐάν, κύριε Ὑπουργέ, εἶσθε ἐσεῖς ἱκανοποιημένος, τότε ἐγὼ πιστεύω ὅτι δὲν ξαίρω ἐὰν εἶμαι εἰς τὰ καλά μου, καὶ θὰ εἴπω ὅτι ἔχασα τὸν νοῦ μου. (Χειροκροτήματα).
§40Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς ἀπαντήσω, ὅτι δὲν νομίζω ὅτι πρόκειται περὶ καταντήματος, ὅταν ἓν νομοθέτημα καὶ ἐκ τῶν σοβαρωτέρων, ὅπως αὐτό, πρόκειται νὰ μελετηθῇ ἀπὸ Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, διότι εἴδομεν πολλὰ σοβαρὰ ψηφίσματα νὰ μελετῶνται ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι δεδομένης τῆς σοβαρότητος, αὐτοῦ τοῦ νομοθετήματος τοὐλάχιστον, ὅτι, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις αὐτοῦ καὶ ὑμεῖς καὶ οἱ ἄλλοι ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων, θὰ τιμήσουν τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως διὰ τῆς παρουσίας των. Ὅτι ἀκόμη καταρτιζομένου τοῦ πίνακος τῶν μετεχόντων τῆς Ἐπιτροπῆς βουλευτῶν, ὁ ὁποῖος καταρτίζεται ἀπὸ κοινοῦ μὲ ἕνα ἕκαστον Ἀρχηγὸν Κόμματος καὶ μὲ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, θὰ ὑποδείξουν, εἶμαι βέβαιος, οἱ Ἀρχηγοὶ τοὺς πλέον καταλλήλους καὶ ἀρτιώτερον κατηρτισμένους ἐκ τῶν βουλευτῶν των, ὥστε ἡ συζήτησις νὰ προσλάβῃ πραγματικῶς σοβαρὸν χαρακτῆρα.
§41Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ μετὰ ταῦτα, θὰ ἀπονεμηθοῦν τὰ παράσημα.
§42Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Καὶ περαιτέρω γνωρίζετε, ὅτι κάθε ψήφισμα τελικῶς περιβάλλεται μὲ τὸ κῦρος τοῦ Σώματος, ὅταν ψηφισθῇ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν.
§43Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Μόνον εἰς τὴν Βουλήν, πρέπει νὰ συζητηθῇ.
§44Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ἐὰν πρόκειται περὶ μελέτης ἔχει καλῶς, ἐὰν ὅμως δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ καὶ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας νὰ γίνῃ αὐτό, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθητε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν λαόν, νὰ φέρετε τὸ νομοθέτημα αὐτὸ πρὸς ἔρευναν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τότε μάλιστα, εἶσθε ἐν πλήρει τάξει ἔναντι ὑμῶν καὶ ἔναντι τοῦ Σώματος. Ζητῶ ἀπὸ ἐσᾶς νὰ σταθῆτε εἰς τὸ ὕψος σας καὶ νὰ μὴ ἀφήσετε νὰ περάσῃ τὸ νομοθέτημα αὐτό, διὰ τῆς ψήφου τῶν 13 βουλευτῶν τῆς πλειοψηφίας. Αὐτὸ ζητῶ ἀπὸ ἐσᾶς καὶ ζητῶ ἀπὸ ἐσᾶς νὰ φέρετε τὸ νομοθέτημα αὐτὸ ἐνώπιον τοῦ Σώματος, διὰ νὰ ἐρευνηθῇ ἀπὸ πάσης πλευρᾶς. (Χειροκροτήματα).
§45Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εὖγε! Οἱ γενναῖοι στρατιῶται, τοιουτοτρόπως ὁμιλοῦν.
§46Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν σχετικὸν θέμα, πῶς ἐρρυθμίσθη ἀναλόγως εἰς ἄλλας χώρας, κατειλημμένας ἐπίσης ἀπὸ τὸν ἐχθρόν. Ἐδῶ πολλάκις ἠκούσαμεν ὅτι τὰ ζητήματα αὐτὰ λύονται μὲ σχέδια, τὰ ὁποῖα παίρνομεν ἀπὸ ἄλλα Κράτη, περισσότερον ἡμῶν προηγμένα.
§47Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Εἰς οὐδεμίαν χώραν ὑπῆρξε ζήτημα ἀγοραπωλησιῶν ἐπὶ κατοχῆς.
§48Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Διότι καὶ πουθενὰ δὲν ἐξηνεμίσθη τὸ νόμισμα τόσον, ὅσον παρ’ ἡμῖν.
§49Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Μὲ αὐτά, κ. Ὑπουργέ, μήπως χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ζήτημα, δημιουργοῦμεν ζήτημα, καὶ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸ ἑξῆς: Ὅ,τι τὸ ζήτημα αὐτό, τὸ πρῶτον ἀνεκινήθη ἀπὸ μία Κυβέρνησιν προεκλογικήν, ἐλύθη δὲ κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος δὲν ἱκανοποίησε τὴν κοινὴν γνώμην. Ἐκεῖ ποὺ ἔφθασε τὸ ζήτημα αὐτό, πρέπει νὰ τὸ λύσῃ τὸ σύνολον τοῦ Σώματος.
§50Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ὅλοι ἔχομεν ἀναγνωρίσει, ὅτι τὸ θέμα τῶν ἀγοραπωλησιῶν ἐπὶ κατοχῆς εἶναι σοβαρώτατον θέμα καί, ἑπομένως, αἰσθανόμεθα κάποιον δισταγμὸν νὰ μὴ τὸ ἀναλάβωμεν ὅλοι μας ἐν συνόλῳ. Δὲν θὰ ἦτο ὀρθόν, δὲν θὰ ἦτο δίκαιον, νὰ θελήσωμεν νὰ ἐπιρρίψωμεν τὴν εὐθύνην τῆς ἐπιλύσεώς του εἰς πολὺ ὀλιγαριθμότερον Σῶμα ὅπως ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως. Δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω ἐπὶ πλέον ὅτι ὄχι μόνον ἡ ἐπιθυμία τοῦ Σώματος εἶναι νὰ τὸ συζητήσῃ ἐν τῇ ὁλομελείᾳ, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπιθυμία τῶν δύο ἀντιμαχομένων μερίδων εἶναι ἐφόσον ἐπὶ τόσον χρόνον ἐκκρεμεῖ νὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ νὰ μὴ λυθῇ διὰ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Ψαρρὸς ἔχει τὸν λόγον.
§52Χ. ΨΑΡΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ Βουλὴ διατρέχει τὸν τεσσαρακοστὸν μῆνα καὶ τὸ φυσιολογικόν της τέλος πλησιάζει. Ἀφήνει ἄλυτα δύο σπουδαιότατα ζητήματα, τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος διὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἐξελέγη καὶ τὸ ψήφισμα περὶ ἀκυρώσεως τῶν ἀγοραπωλησιῶν ἐπὶ κατοχῆς, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι εἶναι τὸ σοβαρώτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὀφείλει ν’ ἀντιμετωπίσῃ ἡ Βουλή μας. Τὸ γεγονὸς τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ ν’ ἀποδοθῇ εἰς βάρος τῆς Βουλῆς. Ὅλοι εἴμεθα ὑπαίτιοι αὐτῆς τῆς καταστάσεως, ἄλλοι ὀλιγώτερον, ἄλλοι περισσότερον. Τὸ ζήτημα τῶν ἀγοραπωλησιῶν εἶναι τὸ σοβαρώτερον ζήτημα ποὺ ἔπρεπε ν’ ἀντιμετωπισθῇ. Ἔχει δημιουργήσει ἕνα νέον μικρὸν ἐμφύλιον πόλεμον μεταξὺ ἀγοραστῶν καὶ πωλητῶν καὶ ὅλη σχεδὸν ἡ οἰκονομικὴ ζωὴ τῆς Ἑλλάδος εὑρίσκεται εἰς μίαν τροχοπέδην, ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐκκρεμότητα. Διότι, εἶναι γνωστὸν ὅτι τὰ πωληθέντα ἐπὶ κατοχῆς ἀκίνητα εἶναι σχεδὸν τὸ σύνολον ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διαπραγματεύονται καὶ πωλοῦνται συνεχῶς. Βεβαίως ἡ ἐκκρεμότης αὐτὴ ἔχει ἕνα ἐλαφρυντικόν. Τὸ Ἔθνος ἀντιμετώπισε κατὰ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα μίαν διεθνῆ συνωμοσίαν τοῦ κομμουνισμοῦ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ παραγνωρίσωμεν αὐτὸ τὸ γεγονός. Τὸ Ἔθνος ἐπάλαισε καὶ εὑρίσκετο μεταξὺ ζωῆς καὶ θανάτου ἐπὶ μακρότατον χρονικὸν διάστημα. Ἠμποροῦμεν σήμερον νὰ ἔχωμεν τὴν ἐλπίδα ὅτι ὁ κίνδυνος παρῆλθεν, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν τὴν ἱστορίαν αὐτῶν τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν. Συνεπῶς ὅλαι αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις ἔχουν αὐτὸ τὸ τεράστιον ἐλαφρυντικόν. Ἀλλὰ μὲ αὐτὸ μόνον τὸ ἐλαφρυντικὸν δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀπαλλαγῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ὅλων τῶν τελευταίων δυστυχιῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὀλίγον ἢ πολύ, ἀμέσως ἢ ἐμμέσως, θετικῶς, ἢ ἀρνητικῶς εἶναι ὑπεύθυνον τὸ σύνολον τοῦ Ἔθνους. Αὐτὸ τὸ γεγονὸς δὲν πρέπει νὰ τὸ παραγνωρίσωμεν. Βεβαίως ἡ εὐθύνη ἀνήκει εἰς τὴν γνωστὴν μερίδα, ἡ ὁποία συνώμοσε διὰ νὰ ἐξαφανίσῃ τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος.
§53Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ οἱ Συνοδοιπόροι ἴσως περισσότερον.
§54Χ. ΨΑΡΡΟΣ. Εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς πραγματικότητος καὶ ἡ Βουλή, ἡ ὁποία εἶναι πολιτικὸν Σῶμα δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ κατατρίβεται εἰς ἀναζήτησιν εὐθυνῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπιδιώξῃ λύσεις πρακτικὰς διὰ νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδον. Ἐρωτῶ ὅλους ἐὰν εἰς τὸν ὑπολειπόμενον χρόνον μέχρι τῶν ἐκλογῶν ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων δὲν λύσῃ αὐτὰ τὰ δύο ζητήματα, ποίαν θέσιν θὰ ἔχῃ εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ ποία ἡ εὐθύνη ὅλων μας ἀδιακρίτως κομμάτων; Σήμερον ἡ Κυβέρνησις εἰσηγουμένη τὸ ψήφισμα τῶν διακοπῶν καὶ συνιστῶσα Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, συνιστῶσα Ἐπιτροπὴν πρὸς συγκόλλησιν τοῦ Συντάγματος κάμνει πρᾶξιν ἀπογνώσεως καὶ δικαίως.
§55Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Οὐδέποτε εἶναι καλαὶ αἱ πράξεις ἀπογνώσεως.
§56Χ. ΨΑΡΡΟΣ. Ἐὰν ἀφήσωμεν αὐτὰ τὰ ζητήματα ἄλυτα, ὅλοι δὲν θὰ ἐντρεπώμεθα; Ἐγὼ λοιπὸν νομίζω, ὅτι ὅταν ἀντιμετωπίζωμεν τὴν πρακτικὴν μορφὴν τοῦ ζητήματος, διότι αὐτὸ εἶναι καὶ ἡ πολιτική, νὰ εὑρίσκῃ κανεὶς πρακτικὰς λύσεις ὅπου εἶναι δυνατόν, εὑρίσκω ὅτι ἡ πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως κατὰ βάσιν εἶναι ὀρθή.
§57Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι.
§58Χ. ΨΑΡΡΟΣ. Μᾶς ἔφερεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος πρὸς ἐπεξεργασίαν καὶ ὅσον ἠμπορούσαμεν ταχύτερον τὸ ἐπεξηργάσθημεν. Ὅσον ἀφορᾷ λοιπὸν τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν, αὐτὴ μοιραίως εἶναι ἀναγκαία.... (δὲν ἠκούσθη).
§59Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Διατὶ ἀναγκαία;
§60Χ. ΨΑΡΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πέρυσιν αὐτὴν τὴν ἐποχὴν παρέστημεν μάρτυρες τῆς γενομένης συζητήσεως ἐπὶ τοῦ Συν)τος καὶ ἡ ἀπογοήτευσις ὑπῆρξε πλήρης.
§61Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει πειθαρχία τῶν ὀπαδῶν τῶν Κυβερνητικῶν κομμάτων;
§62Χ. ΨΑΡΡΟΣ. Αὐταὶ εἶναι αἱ δυνατότητες, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις.
§63Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ἐὰν οἱ Κυβερνῶντες ἵσταντο εἰς τὸ ὕψος των καὶ ἐπέβαλον πειθαρχίαν δὲν θὰ συνέβαινον αὐτό.
§64Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εὐθύνη, ἄλλως δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, πολιτισμός, Κράτος, ἀνθρωπισμός.
§65Χ. ΨΑΡΡΟΣ. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μᾶς ἐξέλεξε, θὰ μᾶς ὑποστῇ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης. Καὶ ἐφ’ ὅσον, κύριοι, εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, λίγο– πολὺ πρέπει νὰ ἐρωτήσωμεν καὶ αὐτὸν ποίαν γνώμην ἔχει διὰ τὰ ζητήματα αὐτά, 3½ χρόνια δὲν συζητοῦμεν παρὰ περὶ Συντάγματος καὶ ἀγοραπωλησιῶν. Σήμερον εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς πραγματικότητος, εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν θὰ πρέπει νὰ ἴδωμεν πῶς θὰ ἀντιμετωπίσωμεν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὅταν ἀκούῃ περὶ ἀτελευτήτων Συν)τικῶν συζητήσεων καταλαμβάνεται ἀπὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον δὲν θέλω νὰ σᾶς εἴπω πῶς τὸ ἀντιλαμβάνομαι. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπαιτεῖ τὸ ζήτημα τοῦ Συντάγματος νὰ λυθῇ κατὰ ἕνα τρόπον, ὡς καὶ τὸ ζήτημα τῶν Ἀγοραπωλησιῶν. Τώρα πῶς θὰ δοθοῦν αἱ λύσεις αὐταὶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἢ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ὁ λαὸς ἀξιοῖ λύσιν. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην, καὶ τὴν διατηρῶμεν καὶ τὴν ἀναγνωρίζομεν ὡς Κυβέρνησιν, δὲν δυνάμεθα νὰ παραγνωρίσωμεν τοὺς σκοποὺς καὶ τὰς σκέψεις της. Συνεπῶς θὰ πρέπει νὰ τὴν βοηθήσωμεν νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδον. Ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως ἀνεγνωρίσθη ὡς καλῶς ἐπιλαμβανομένη τῶν θεμάτων ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως. Εὑρισκόμεθα πρὸ 4 Ἐπιτροπῶν Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ κατελήξαμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι Συν)τικὴ καὶ νόμιμος. Πρακτικῶς ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως ἀπέδωσε περισσότερα ἀπ’ ὅ,τι ἀπέδωσεν ἡ Βουλὴ συνεδριάζουσα ἐν ὁλομελείᾳ. Ἡ Ἐπιτροπή, κύριοι, ὁμοφώνως ἀπεφάνθη περὶ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν. Ἀλλὰ ἔχομε τὰ δύο κύρια θέματα τῶν ἀγοραπωλησιῶν καὶ τοῦ Συντάγματος. Τὸ ζήτημα τῶν ἀγοραπωλησιῶν, νομίζω ὅτι ἔχει ὡριμάσει. Δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἀφήσωμεν περισσότερον, διότι μετὰ τὴν ὡρίμανσιν ἐπέρχεται ἡ σῆψις. Πρέπει καθ’ οἱονδήποτε τρόπον νὰ τὸ λύσωμεν. Νομίζω, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως θὰ ἀποδώσῃ τὰ ἴδια ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποδώσῃ καὶ ἡ Βουλή, ἐὰν συνεζητεῖτο εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Σώματος. Οὕτω, λοιπόν, θὰ δυνηθῶμεν νὰ δώσωμεν μία λύσιν εἰς τὸν λαόν, τὴν ὁποίαν τόσον διακαῶς ἐπιθυμεῖ. Συνεζητήθη ἐπίσης εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, τὸ ζήτημα τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μελῶν καὶ νομίζω, ὅτι τὰ 30 μέλη εἶναι ἐλάχιστα. Ὑπεστήριξα ὅτι πρέπει νὰ εἶναι 50. Τὸ 3ον ἄρθρον, πραγματεύεται περὶ τῆς συστάσεως νέας ἐπιτροπῆς, πρὸς συστηματοποίησιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Συντάγματος. Περὶ τοῦ ὅτι ἡ συγκρότησις τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι Συνταγματική, δὲν γεννᾶται ζήτημα. Βέβαια, τὸ νὰ κάμωμεν Σύνταγμα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, εἶναι ἀνώμαλον, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα, κύριοι, νὰ διαλυθῶμεν, χωρὶς νὰ δώσωμεν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποτελεῖ μόνον ἱκανοποίησιν τῆς φιλοτιμίας ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ ἔργον ἐθνικόν. Πρέπει νὰ δώσωμεν Σύνταγμα. Ἡ Ἐπιτροπή, ἁπλῶς θὰ φτιάξῃ τὸ Σύνταγμα. Γνωμοδοτικὴ θὰ εἶναι ἡ γνώμη της. Ἡ Βουλὴ θὰ τὸ ψηφίσῃ. Βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τροποποιήσῃ. Ἁπλῶς θὰ πῇ ὅτι τὸ δέχεται ἢ τὸ ἀπορρίπτει.
§66Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Δὲν δικαιοῦται νὰ τὸ συζητήσῃ;
§67Χ. ΨΑΡΡΟΣ. Ναὶ ἢ ὄχι. Τὸ ζήτημα εἶναι ἀνώμαλον, ἀλλὰ ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐπετέλεσεν ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι οὐχὶ ἔργον, ἀλλὰ τέρας, θὰ τὸ ἀπορρίψῃ. Δὲν θὰ χάσωμεν τίποτα, διότι ἐν τῷ μεταξὺ ὑπάρχουν διακοπαί. Ἐὰν ἡ Βουλὴ πεισθῇ, ὅτι τὸ Σύνταγμα, ὡς ἐπεξεργάσθη, δὲν ἱκανοποιεῖ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐποχῆς καὶ τὰς ἐπιταγὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δὲν τὸ δέχεται καὶ ἐν τῷ μεταξὺ θὰ ἔχῃ ὡριμάσει ἀκόμη περισσότερον τὸ ζήτημα καὶ θὰ ἔλθῃ νὰ συζητηθῇ εἰς τὴν μέλλουσαν Βουλήν.
§68Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ σχεδίου αὐτοῦ θὰ ἀπαιτήσῃ μακρὸν χρονικὸν διάστημα.
§69Χ. ΨΑΡΡΟΣ. Ὅταν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις, τὸ ζήτημα ἐξαντλεῖται εἰς μίαν συνεδρίασιν. Τί ἠμπορεῖ νὰ κάνῃ ἡ Βουλὴ ἀπὸ τώρα, ὥς τὸν Ὀκτώβριον; Ἡ Βουλή, κύριοι, εἶναι ἀξία τῶν παραδόσεών της καὶ τοῦ Ἔθνους. Αἱ περιστάσεις εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι πταίουν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ Βουλὴ θὰ ἔχῃ τὴν εὐχέρειαν, ἂν τὸ Σύνταγμα ἔχῃ τερατώδη λάθη, νὰ τὸ ἀπορρίψῃ. Κύριοι συνάδελφοι, διεπράξαμεν πολλὰς ἁμαρτίας. Ἂν κατὰ τὸ διάστημα αὐτό, κατορθώσωμεν διὰ τῶν Ἐπιτροπῶν νὰ λύσωμεν τὰ δύο αὐτὰ ζητήματα, ἕνα μεγάλο μέρος τῶν ἁμαρτιῶν μας θὰ λάβῃ ἄφεσιν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ διαδρομή μας ὑπῆρξε μοιραία, συνεβλήθησαν εἰς γεγονότα ἀνήκουστα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἱστορίαν καὶ δὲν πρέπει νὰ παραγνωρίσωμεν, οὔτε τὴν πραγματικότητα, οὔτε τὸ καθῆκον μας, πρέπει νὰ λαμβάνωμεν πάντοτε ὑπ’ ὄψιν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος κατεστράφη. Δὲν εἶναι Ἑλληνικὸς λαὸς μόνον αἱ Ἀθῆναι. Ὁ λαὸς τῆς ὑπαίθρου ὑποφέρει, βαρέθηκε νὰ μᾶς ἀκούῃ νὰ συζητοῦμεν περὶ Συντάγματος, ὅταν μάλιστα τὰ Συντάγματα οὐδέποτε ἠμπόδισαν τοὺς ἑκάστοτε δυνάστας νὰ τὰ καταρρίψουν. Ἀγωνιζόμεθα περὶ ὄνου σκιᾶς. Ἂς δώσωμεν ἕνα Σύνταγμα, διὰ νὰ λήξῃ ἡ ἱστορία αὐτή.
§70Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν εἶναι περὶ ὄνου σκιᾶς. Μὴ μεταφέρετε τὸ θέμα αὐτό, μὲ θέμα τόσον πολὺ ἐλαφρόν. Εἶναι σοβαρώτατον τὸ θέμα.
§71Χ. ΨΑΡΡΟΣ. Νομίζετε, ὅτι τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ κάνῃ ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ἱκανοποιῇ τὰς στοιχειώδεις ἀνάγκας, τὰς κατευθύνσεις καὶ τὰ ρεύματα; Ὑπῆρξαν ὡρισμέναι ἀντιρρήσεις, ὅσον ἀφορᾷ τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐγὼ ἐψήφισα ὅτι ἡ ὑπάρχουσα Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ δὲν εἶναι κατάλληλος διὰ τὴν συγκρότησιν τοῦ νέου Συντάγματος. Τὰ περισσότερα μέλη της ὅμως, δύνανται νὰ ἀποτελέσουν καὶ μέλη τῆς νέας Ἐπιτροπῆς. Ὡς μέλος καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, εἰσηγοῦμαι τὴν ἀποδοχὴν τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη, ὡς μέτρον ἀνάγκης, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ τὸ ἐγκρίνῃ.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Μακκᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§73Λ. ΜΑΚΚΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις ἔχει μία συνήθειαν. Ἡ συνήθεια τῆς Κυβερνήσεως ἔγκειται εἰς τὸ νὰ ἔρχεται ἀσθμαίνουσα πρὸς συνάντησιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ νὰ προτιμᾷ καλπάζουσα νὰ ἀπομακρύνεται ἀπ’ αὐτῆς. Οὐδέποτε συνέβη νὰ συναντῶνται, ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις διέρχεται ἁπλῶς ἀπὸ ρυτῆρος ἐλαύνουσα καὶ μᾶς ἀποχαιρετᾷ. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἀπόψε εὑρισκόμεθα εἰς μίαν ἀπ’ αὐτὰς τὰς ὥρας τοῦ καλπασμοῦ, πρὸς τὸν ραγδαῖον ἀποχωρισμόν. Ὅπως προσφυῶς κάποτε ἐλέχθη, ὅταν ἐπεκαλέσθη ἡ Κυβέρνησις τὰς θερινὰς διακοπάς, ὡς ἐπιχείρημα ἀποχωρισμοῦ, ἴσως νὰ μὴ δικαιολογοῦνται αἱ θεριναὶ διακοπαί, ὅταν δὲν προϋπῆρξε χειμερινὴ ἐργασία. Ἐὰν ὑπῆρχεν ἡ χειμερινὴ ἐργασία, θὰ ἐδικαιολογοῦντο αἱ θεριναὶ διακοπαὶ καὶ ἡ φθινοπωρινὴ παλίρροια. Ἀλλὰ δὲν εἶχεν ἐργασθῇ τόσον ἡ Βουλή, οὔτε κατὰ τὸν περασμένον χειμῶνα, οὔτε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἄνοιξιν, ὥστε νὰ δικαιολογῆται ἡ ἀνάγκη τῶν σημερινῶν διακοπῶν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι ἡ ἀτμόσφαιρα τῆς αἰθούσης αὐτῆς, ἡ κατεψυγμένη κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον, θὰ ἀπετέλει τοὐναντίον ἐνδεδειγμένον καταφύγιον ἔναντι τοῦ καύσωνος. Ὁπωσδήποτε, ὅμως, διὰ νὰ παύσωμεν ἀστειολογοῦντες, τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις προτιμᾷ, ἀντὶ τοῦ φωτός, τὸ σκότος. Διότι οὔτε κἂν ἡμίφως δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ ἐδημιούργησεν ἡ λειτουργία τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, κατὰ τὸ ὁποῖον γίνεται ὑπὲρ ὀλίγων μόνον ἐκχώρησις, ἑνὸς δικαιώματος καὶ μιᾶς ἐξουσίας ποὺ ἀνήκουν εἰς ὅλους μας, ἀλλὰ διὰ τὴν χρῆσιν μόνον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἄνευ οὐδενὸς ἀπολύτως νομοθετικοῦ ἐλέγχου. Οὕτω δὲν ὑφιστάμεθα ὡς Κοινοβουλευτικὸν Σῶμα, κατὰ τὸ σκέλος τοῦ νομοθετικοῦ ἐλέγχου καὶ εἶναι ἀπαράδεκτον, ὅπως πρὸ ὀλίγου ὑπεμνήσθη, νὰ συσσωρεύωνται καὶ νὰ ἀκυροῦνται δεκάδες ἐπερωτήσεων καὶ ἐρωτήσεων, αἱ ὁποῖαι νὰ εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον νὰ διεκπεραιωθοῦν ἔστω καὶ ἐπὶ ποδὸς ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ οὕτω νὰ καταργῆται τελείως ἐν τῇ οὐσίᾳ του ὁ ἔλεγχος. Ὑπέστητε καὶ ἄλλοτε, κύριε Ὑπουργέ, τὴν ἐπὶ τούτῳ κριτικήν μας, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι καὶ τώρα πρέπει νὰ τὴν ὑποστῆτε, ὅταν συνεσωρεύθησαν καὶ πάλιν τόσαι ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι μοιραίως, ἐκ νέου, ἀκυροῦνται καὶ διαγράφονται, τὸ δὲ ἔργον τοῦ ἐλέγχου τελείως ἀτονεῖ. Καὶ ἐὰν μέν, κύριοι συνάδελφοι, ἐπρόκειτο μόνον περὶ αὐτοῦ, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἐπαναλάβῃ κανεὶς πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ μιᾶς τριετίας συχνάκις ἐπανελήφθησαν. Δυστυχῶς, ὅμως, αὐτὴν τὴν φοράν, τὸ θέμα ἔχει οὐσιαστικωτέραν σημασίαν, διότι ἐπίκειται ἡ πρὸ τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος συζήτησις ἑνὸς νομοθετήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν εἶχα σκοπὸν νὰ ἐνδιατρίψω, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ὁποίου, ἤδη, θὰ ὁμιλήσω, ἀφοῦ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰσῆλθεν εἰς οὐσιαστικὴν ἐξέτασίν του. Πρόκειται περὶ τῶν ἀγοραπωλησιῶν ἐπὶ κατοχῆς, δηλαδὴ περὶ θέματος τὸ ὁποῖον ὄντως ἐχώρισε καὶ χωρίζει εἰς δύο μερίδες τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον τεράστια προβλήματα κοινωνικῆς δικαιοσύνης, τῶν ὁποίων ἐπιβάλλεται ἡ ἐπιμελὴς λύσις, ἐν ὄψει τοῦ μέλλοντος τῆς κοινωνίας μας. Βεβαίως, τὸ θέμα αὐτὸ ἔχει ἐπιτρέψει ἤδη τὴν ἀποκρυστάλλωσιν τῶν ἑκατέρωθεν γνωμῶν, ἀλλὰ εἶναι ἐπίσης ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τῆς Βουλῆς ἐξέτασίς του, θὰ εἶχε ταύτην τὴν ἀξίαν, ὅτι διὰ πρώτην φοράν, ἴσως, μερικοὶ ἐκ τῶν ἐγκριτωτέρων συναδέλφων μας, ὅπως ὁ πρὸ ὀλίγου διακόψας τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Ἐθνικοφρόνων, θὰ εἶχον διαφωτισθῆ, πειθόμενοι διὰ τὸ πρωτοφανὲς φαινόμενον, τὸ ὁποῖον ἐπαρουσιάσθη εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιδέχεται οἱανδήποτε σύγκρισιν μὲ τὰ ἀλλαχοῦ διαπιστωθέντα. Διότι ὁ ἀξιότιμος κ. Τουρκοβασίλης, διακόπτων πρὸ ὀλίγου, ἐλησμόνησεν, ὅτι οὐδεὶς ἄλλος λαὸς ἐπείνασεν ὅπως ὁ ἰδικός μας καὶ ἠναγκάσθη νὰ στερηθῇ εἰς τοιαύτην ἔκτασιν τῆς στέγης του, κατὰ τὴν τριετῆ δουλείαν, ἐφ’ ᾧ καὶ δὲν ἔχομεν νὰ παραδειγματισθῶμεν ἀπὸ τὰ ξένα Κράτη. Δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον, δὲν ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου ξενικὴ νομοθεσία. Λυποῦμαι, διότι ἀπουσιάζει ὁ κ. Τουρκοβασίλης...
§74Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Γερμανία, μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πρώτου παγκοσμίου πολέμου, δὲν ὑπέστη τὰ αὐτά;
§75Λ. ΜΑΚΚΑΣ. Ποτέ, ἀπορῶ, μάλιστα, πῶς μειώνετε ἕνα ἀπὸ τοὺς εὐγενεστέρους τίτλους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸ ὅτι ὑπῆρξε πρωτοφανὴς ἡ θυσία, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ὑπέστη.
§76Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ Γερμανία ὑπέστη τὴν πεῖναν καὶ τὴν ὑποτίμησιν τοῦ νομίσματος.
§77Λ. ΜΑΚΚΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πεῖναν, ἔχω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἶδον ἕνα παιδὶ νὰ τρώγῃ φύλλα δένδρων. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν ὑποτίμησιν τοῦ νομίσματος, ξέρετε ὅτι πρὸ τῆς ἐγκαταστάσεως ἐδῶ τῆς νομίμου Κυβερνήσεως, εἴχαμεν κατὰ πολὺ ὑπερβῆ τὴν Γερμανίαν. Εἶδον μὲ τὰ μάτια μου παιδιὰ νὰ γλύφουν τὰ ὑπολείμματα τῶν σκουπιδιῶν, διὰ νὰ εὕρουν μίαν οἱανδήποτε οὐσίαν διατροφῆς, ἀπορῶ, ἑπομένως, καὶ ἐξίσταμαι, πῶς τὸν τίτλον αὐτὸν τῆς εὐγενείας, τὸν ὁποῖον παρέχει εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἡ πρωτάκουστος αὐτὴ θυσία, εἰς τὴν ὁποίαν οὗτος ὑπεβλήθη, θέλετε νὰ τὸν συγκρίνητε μὲ ἕνα ἀρκετὰ μάλιστα παρωχημένον καὶ ἀντείδικτον συγκρίσεως γερμανικὸν παρελθόν, τὴν δὲ σύγκρισιν ταύτην νὰ τὴν κάμετε ἐπὶ μειώσει τῶν ἐθνικῶν μας θυσιῶν. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, δὲν ἤθελον οὔτε θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω, εἶναι ὅτι εἰς ἕνα θέμα τῆς τεραστίας κοινωνικῆς σημασίας, τοῦ τῶν ἀγοραπωλησιῶν ἐπὶ κατοχῆς, εἶναι ἀδύνατον, οἱαδήποτε λύσις καὶ ἐὰν τοῦ δοθῇ, νὰ πεισθῇ ὁ κόσμος καὶ ἡ κοινωνία, ὅτι ἐδόθη ἡ ἐθνικῶς καὶ ἡ κοινωνικῶς ἐπιβεβλημένη λύσις καὶ ἐὰν τὸ θέμα συζητηθῇ προηγουμένως μεταξὺ 20 καὶ 30 μόνον βουλευτῶν. Εἶναι ἕνα θέμα, εἰς τὸ ὁποῖον πιστεύομεν, ὅτι ἕκαστος Ἕλλην βουλευτὴς ὀφείλει νὰ ἀναλάβῃ τὰς εὐθύνας του, εὐθύνας καὶ κομματικὰς καὶ προσωπικάς, ἀλλὰ τὰς εὐθύνας πρὸ παντὸς ἀπέναντι τῆς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν ἔχομεν περὶ κοινωνικῆς δικαιοσύνης. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ σκέψις καὶ τὸ νόημα τῆς ἐπιμονῆς, μὲ τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν, ὅπως τὸ θέμα αὐτό, τοὐλάχιστον, κατ’ ἀρχήν, ἀποβῇ ἀντικείμενον συζητήσεως πρὸ τῆς ὁλομελείας, ὅσον ἀφορᾷ τοὐλάχιστον τὰς γενικάς του διατάξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐλάχιστοι. Εἰς τὰς γενικὰς αὐτὰς διατάξεις, ὀφείλει νὰ καταλήξῃ εἰς μίαν ἀπόφασιν ἡ ὁλομέλεια, εἰς τρόπον ὥστε, ἐν συνεχείᾳ πλέον, τὸ θέμα νὰ ἔλθῃ ἐντὸς προδιαγεγραμμένων πλαισίων εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως. Ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ μόνον αὐτὸς ὁ λόγος. Πιστεύω, ὅτι ἂν τὸ θέμα αὐτὸ συζητηθῇ μέσα εἰς τὴν ἀτμόσφαιραν μιᾶς πλήρους αἰθούσης, θὰ ἔφτανε πραγματικῶς εἰς τὴν ἀποκρυστάλλωσιν μιᾶς λύσεως κοινωνικῶς δικαίας, διότι τὰ ὀλιγομελῆ Σώματα, ἔχουν ὀλιγωτέρας δυνατότητας ἐξάρσεως εἰς τὰ μεγάλα θέματα. Τὰ πολυμελῆ τοὐναντίον Σώματα, δημιουργοῦν μίαν ὁμαδικὴν ψυχολογίαν εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἀντέχουν οἱ μικροὶ ἀτομικοὶ ὑπολογισμοί. Διὰ τοῦτο δὲ πιστεύω, ὅτι ἀκόμη καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς μερικῆς δικαστικῆς ἀκυρώσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔθεσεν ὡς βάσιν τοῦ νομοσχεδίου του, θὰ μετετρέπετο ὑπὸ τῆς ὁλομελείας, διότι θὰ ἦτο σαφῶς ἀντιληπτόν, ὅτι ὁ μόνος κανών, ὁ ὁποῖος ἦτο δυνατὸν νὰ τεθῇ, εἶναι τῆς νομοθετικῆς ἀκυρώσεως μὲ ἐξαιρέσεις μόνον, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ ὑπῆρχε περίπτωσις ἐγέρσεως δικαστικοῦ ἀγῶνος. Ἀντίθετος λύσις, θὰ ἐδημιούργει καὶ τὸ ἑξῆς μεγάλο μειονέκτημα, ὅτι καθ’ ἣν ὥραν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐξελίσσεται πρὸς μίαν αὐταρχικότητα, τὴν ὁποίαν, ἴσως, καὶ ἡ ἰδία νὰ μὴ θέλῃ, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καταδικάζεται εἰς μίαν ἀτονίαν καὶ εἰς ἕνα μαρασμόν, τὸν ὁποῖον πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι αὐτὴ κατ’ οὐδένα λόγον θέλει, θὰ ὑφίστατο μία μεγάλην ταλαιπωρίαν καὶ ἡ τρίτη, ἡ διατηρηθεῖσα ἀλώβητος ἐξουσία, ἡ δικαστική, τὴν ταλαιπωρίαν μιᾶς πραγματικῆς καταιγίδος δεκάδων ἄλλων χιλιάδων δικαστικῶν ἀγώνων, οἱ ὁποῖοι ἄλλως θὰ ἀπεφεύγοντο. Καὶ εἶναι τοῦτο τὸ μεγαλύτερον μειονέκτημα τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον, ὡς πρὸς τὰς ἀγοραπωλησίας κατοχῆς ἔχετε ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλήν, ἀξιότιμε κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης. Κύριοι βουλευταί, μετὰ τὰς γενικὰς αὐτὰς παρατηρήσεις, θὰ ἤθελον νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου ψηφίσματος. Διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου, ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ ὅπως ἡ Βουλὴ διακόψῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς μέχρι τῆς 1ης Νοεμβρίου. Εἶναι περίεργος μία ἱστορικὴ σύμπτωσις. Ἀπὸ τῆς αὐριανῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν, φαντάζομαι ὅτι θὰ συζητηθῇ αὐτὸ τὸ σχέδιον, μέχρι τῆς 1ης Νοεμβρίου, μεσολαβοῦν ἀκριβῶς 100 ἡμέραι. Καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλῃ κανείς, ἀνατρέχει εἰς τὰς 100 ἡμέρας τοῦ Ναπολέοντος καὶ εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι εἰς τὸ τέλος τῶν 100 αὐτῶν ἡμερῶν, ὑπῆρχε τὸ Βατερλώ! Ἐλπίζω δι’ ὑμᾶς τοὺς κυρίους Ὑπουργούς, νὰ μὴ εἶναι ἀνάλογον τὸ τέλος ὑμῶν μετὰ τὰς 100 ἡμέρας! Πάντως ὅμως, ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις, πιστεύουν ἀκραδάντως, ὅτι εἶναι τελείως ἀπαράδεκτον τὸ αἴτημα τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως τὴν 1 Νοεμβρίου ἐπαναληφθῶσιν αἱ ἐργασίαι τοῦ Σώματος, διὰ τὸν ἑξῆς ἁπλούστατον λόγον: Ὅλαι αἱ προβλέψεις, κύριοι βουλευταί, τείνουν νὰ μᾶς καταστήσουν πιθανωτάτην, κατὰ τὸ προσεχὲς ἔαρ, τὴν διεξαγωγὴν ἐκλογῶν καὶ ἑπομένως τὴν κατὰ τοὺς τελευταίους πρὸ τῶν ἐκλογῶν μῆνας διακυβέρνησιν τῆς χώρας ὑπὸ Κυβερνήσεως ὑπηρεσιακῆς, εἰς τρόπον ὥστε τὸ τελευταῖον τρίμηνον τοῦ ἔτους νὰ εἶναι καὶ τὸ τελευταῖον τρίμηνον τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς αὐτῆς. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, τὸ τελευταῖον αὐτὸ τρίμηνον θὰ εἶναι ὑπερπλῆρες ἀπὸ μία σειρὰν νομοθετικῶν καὶ συντακτικῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας θὰ ὀφείλῃ νὰ ἐπιτελέσῃ ἡ Βουλὴ διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν της, ὡς νομοθετικοῦ σώματος. Πῶς φαντάζεσθε, λοιπόν, κ. Ὑπουργέ, ὅτι τὸ Σῶμα ἐπαναλαμβάνον τὰς ἐργασίας του τὴν 1ην Νοεμβρίου, ἴσως μάλιστα, καθ’ ὃ ἔχει δικαίωμα ὁ Βασιλεὺς ἐκ τοῦ Συντάγματος τῆς δι’ ἕνα μῆνα παρατάσεως τῆς διακοπῆς, μόνον τὴν 1ην Δεκεμβρίου; Πῶς φαντάζεσθε, ὅτι θὰ καταστῇ δυνατὸν μέχρι τῶν ἑορτῶν, δηλαδὴ ἐντὸς 20 ἡμερῶν, ἢ τὸ πολὺ–πολὺ ἐντὸς 1½ μηνός, νὰ ἐπιτελέσῃ ὅλον αὐτὸ τὸ ἐκκαθαριστικὸν ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀπομένει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐκτελέσῃ; Διὰ ποῖον λόγον ἐπιμένετε μέχρι τῆς 1ης Νοεμβρίου; Εἶναι μία ἡμερομηνία, ἡ ὁποία ἰδιαιτέρως δι’ ὑμᾶς, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ἔπρεπε νὰ σᾶς εἶναι δυσάρεστος. Ἐάν, ἄλλωστε, τὴν φέρετε ἕνα μῆνα ἐνωρίτερον, θὰ ἴδητε, ὅτι δὲν ὑπάρχει πρὸς τοῦτο οὐδὲν κώλυμα.
§78Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡμεῖς τοὺς προφυλάσσομεν καὶ ζητοῦμεν ἐνωρίτερον χρόνον. Προτιμῶμεν φυσικὸν θάνατον, ἀπὸ βίαιον.
§79Λ. ΜΑΚΚΑΣ. Τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον μὴ λησμονῶμεν, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τῆς μετὰ τὸν Ὀκτώβριον παρατάσεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, ἡ ὁποία ἐμφανίζεται ὡς δικαιολογοῦσα τὴν ἀναβολήν, τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ δὲν εὐσταθεῖ, διότι ἐπὶ τέλους ὑπάρχουν ἀντικαταστάται, εἴτε ἐκεῖ, ὅπου ἠμποροῦν νὰ ἀναπληρώσουν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ μετέβαινον, εἴτε ἐδῶ. Νομίζω δὲ, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ δὲν εὐσταθεῖ, διότι εἶμαι ἐπὶ πλέον βέβαιος, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ διεθνὴς θέσις τῆς Ἑλλάδος θὰ βελτιωθῇ σοβαρῶς, ἐφ’ ὅσον ἡμεῖς ἐπιτελέσωμεν, κατὰ τρόπον ὅσον τὸ δυνατὸν πληρέστερον, καὶ τὸ Συνταγματικὸν καὶ τὸ Κοινοβουλευτικόν μας καθῆκον. Ἐπὶ τοῦ 1ου ἄρθρου, θὰ ἤθελα ἐπίσης νὰ τονίσω, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μοῦ φαίνεται ὅτι καὶ ἀπὸ ἄλλους εἰσηγητὰς ἐλέχθη, πάντως δὲ ἀπεφασίσθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι δηλαδὴ θὰ ἔπρεπε νὰ προστεθῇ ἡ φράσις: «Πλὴν ἐὰν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καλέσῃ προηγουμένως ἐκτάκτως τὴν Βουλήν». Φαντάζομαι ὅτι τοὐλάχιστον αὐτὸ θὰ τὸ δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 2, δὲν ἔχω τίποτε τὸ ἰδιαίτερον νὰ παρατηρήσω. Δέχομαι, ὡς εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας, τὰς ἀπόψεις, τὰς ὁποίας ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἐν πλήρει ὁμοφωνίᾳ, ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισε, δηλαδὴ τὴν ἀποδοχὴν τοῦ ἄρθρου μὲ αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ μὲ αὔξησιν τοῦ κατωτάτου ὁρίου ἀπαρτίας, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ παριστάμεθα εἰς τὸ ἄτοπον, 10, 12 ἢ 15 βουλευταὶ νὰ ἀποφασίζωμεν διὰ νομοθετήματα ὑψίστης σημασίας. Καὶ ἔρχομαι, ἤδη, εἰς τὸ ἄρθρον 3. Τὸ ἄρθρον 3, βεβαίως, ἀποτελεῖ, ἐκ τοῦ γεγονότος καὶ μόνον ὅτι διατυπώνεται ὡς σχέδιον ψηφίσματος, ἀποτελεῖ ἕνα πολὺ μεγάλο ἀτύχημα. Εἶναι ἀτύχημα, κύριοι βουλευταί, ὅτι μετὰ 3½ ἔτη Κοινοβουλευτικοῦ βίου τῆς Βουλῆς αὐτῆς, μετὰ τὰς πράγματι ἐξονυχιστικὰς καὶ ἐπιμόνους, ἐπιστημονικῶς δὲ λίαν ἀρτιωτάτας, συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Συντάγματος, ἐν τούτοις ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως κάθε καθοδηγήσεως ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ ἀπὸ τὰ ἀπαρτίζοντα τὴν Κυβέρνησιν Κόμματα, ἀπετελματώθη κυριολεκτικῶς τὸ Συνταγματικὸν ἔργον τῆς παρούσης Βουλῆς καὶ ὅτι ἡ ἀποτελμάτωσις αὕτη ἐπισήμως ἤδη ἀνομολογεῖται. Εἶναι μέγα δυστύχημα, τοῦ ὁποίου ὅμως τὰς εὐθύνας βεβαίως δὲν φέρει οὔτε ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, οὔτε ἡ Βουλή, ἀλλὰ ἀκεραίας ἀνέλαβον αἱ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπέβαλον τὴν πειθαρχίαν καὶ τὴν ἐπιμέλειαν, ἡ ὁποία ἐπεδείχθη εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν διὰ νὰ ὁλοκληρωθῇ τὸ Συνταγματικόν της ἔργον ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Τὸ δυστύχημα δὲ τοῦτο, ἀξιότιμοι κύριοι βουλευταί, ἀνομολογεῖται, ἐφ’ ὅσον, ἐντὸς ἑνὸς μηνός, διὰ δευτέραν ἤδη φορὰν εὑρισκόμεθα πρὸ τῆς δημιουργίας καταστάσεως ἀνάγκης, εἰς τὴν ὁποίαν μᾶς φέρει ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν ζητεῖ, διὰ τῆς λήψεως ἐκτάκτων καὶ ἀπιθάνων νομοθετικῶν μέτρων, νὰ μᾶς ἐξαγάγῃ. Τοῦτο ἤδη συνέβη καὶ προκειμένου περὶ τῶν 280 τόσων νόμων, νομοθετικῶν διαταγμάτων τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα συνεσώρευσαν τὴν τελευταίαν στιγμὴν εἰς ἓν νομοθέτημα σωρηδὸν καὶ ὁμαδικῆς κυρώσεως.
§80Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Πρόκειται καὶ περὶ νόμων, οἱ ὁποῖοι ἐξεδόθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν μετέσχε καὶ τὸ Κόμμα ὑμῶν.
§81Λ. ΜΑΚΚΑΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Κόμματος αὐτοῦ.
§82Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τὸ ἐπαναλαμβάνετε μολαταῦτα, καὶ ἔπειτα ἀπὸ τὰς γενομένας διευκρινίσεις. Διότι, σᾶς εἴπομεν, ἐγκρίνομεν τὴν χρῆσιν καὶ ἀποδοκιμάζομεν τὴν κατάχρησιν. Καὶ ἡ κατάχρησις διεπιστώθη, ἰδίως, εἰς τὰς ἡμέρας τῆς τελευταίας Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο ὑπάρχουν πολιτικαὶ εὐθῦναι τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Γνωρίζετε ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν Μαξίμου, ὑπῆρξαν ἐλάχισται καὶ ἀπολύτως δικαιολογημέναι.
§83Ν. ΖΕΡΒΑΣ. 7 ἐν συνόλῳ.
§84Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἑπομένως, δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι...
§85Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὑπῆρχε χρεωστικὸν κατάλοιπον ἀνεπικυρώτων νόμων, ἀπὸ τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν δὲν εἶχε συνεδριάσει ἡ Βουλή μας καὶ ἐκ τῶν ὁποίων μερικοὶ ἀκόμη εἶναι πρὸς κύρωσιν. Δὲν τὸ εἶπον διὰ νὰ σᾶς ψέξω.
§86Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Καὶ ἔπειτα ἀπὸ τὰς διευκρινίσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν, ἐπικαλεῖσθε καὶ πάλιν τὸ ἴδιον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εἴχατε ἐγκαταλείψει. Ἐδηλώσαμεν σαφῶς καὶ ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ὑπῆρξε σύμφωνος, ὅτι ὁ ἀναγκαστικὸς νόμος εἶναι ἔργον ἀνάγκης. Πρέπει, ἑπομένως, νὰ ὑπάρχῃ πραγματικὴ ἀνάγκη. Ὅταν ὑπάρχῃ ἀνάγκη, τότε ὁ νόμος ἀμνηστεύεται, συγχωρεῖται. Ὅταν ὅμως δὲν ὑπάρχῃ ἀνάγκη, ὑφίστανται πολιτικαὶ εὐθῦναι. Καὶ διεπιστώθη, ὅτι κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας, καὶ μάλιστα εἰς τὰς παραμονὰς τῆς προσκλήσεως τῆς Βουλῆς, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης, ἐπὶ δευτερευόντων θεμάτων, ἐξεδόθησαν ἀναγκαστικοὶ νόμοι. Αὐτὰ ἐπροκάλεσαν τὴν ἀγανάκτησιν τῆς Βουλῆς καὶ αὐτοὶ ἐπισύρουν τὰς πολιτικάς σας εὐθύνας. Μὴ ἐπικαλῆσθε, λοιπόν, τὸ ἀπώτερον παρελθόν, μὴ προσπαθῆτε νὰ δημιουργήσητε σύγχυσιν εὐθυνῶν. Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, βαρύνεται ἰδιαιτέρως μὲ πολιτικὰς εὐθύνας, τὰς ὁποίας ἡ πλειοψηφία συνεχώρησε, μὲ τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης της. Καὶ ἡμεῖς ἐδέχθημεν νὰ δοθῇ, ἐπὶ τέλους, τέρμα εἰς τὸ χάος, τέρμα εἰς τὸ τέλμα. Ἂς λήξῃ, λοιπόν, ἡ ὑπόμνησις τοῦ παρελθόντος, διὰ νὰ ἀσχοληθῶμεν μὲ τὰς νέας εὐθύνας σας τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος. (Χειροκροτήματα).
§87Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἡ Κυβέρνησις ἐπωμίζεται πλήρως τὰς εὐθύνας της καὶ ἀπέναντι τοῦ Σώματος καὶ ἀπέναντι τοῦ λαοῦ, ὅστις θὰ κρίνῃ, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις.
§88Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ. (Ὑπ. Μεταφορῶν). (Ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν κ. Παπανδρέου). Νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κ. Πρόεδρε, νὰ κάμω μίαν διευκρίνισιν. Ἐπὶ Κυβερνήσεως Μαξίμου, μετὰ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἐλειτούργησεν Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως, ἥτις ἐψήφισεν 109 νομοθετικὰ διατάγματα. Κατὰ τὰς διακοπὰς τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, δὲν ὑπῆρχεν Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως. Θὰ ἔπρεπε, λοιπόν, ἡ Κυβέρνησις, ἢ νὰ σταματήσῃ τὴν λειτουργίαν τῆς Κρατικῆς μηχανῆς, ἢ νὰ κάμῃ ἀναγκαστικοὺς νόμους. Ἐὰν δὲ συγκρίνετε τὰς περιστάσεις, θὰ ὁμολογήσητε, ὅτι αἱ σημεριναὶ εἶναι ἀσυγκρίτως δυσκολώτεραι, διότι ἡ Κυβέρνησις ἀντιμετωπίζει καὶ τὴν ρύθμισιν τῶν θεμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα προκύπτουν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ σχεδίου Μάρσαλλ καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως ἡ ρύθμισις αὐτή, εἰμὴ δι’ ἀναγκαστικῶν νόμων.
§89Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Μεταφορῶν, μεταφέρετε τὸ θέμα. Θὰ τὸ ἐπαναλάβω χιλιάκις, διὰ νὰ γίνῃ συνείδησις καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Ἡ χρῆσις συγχωρεῖται, ἡ κατάχρησις κατακρίνεται. Καὶ ἔχομεν ἐπικρίνει μόνον τὴν κατάχρησιν. Καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, σᾶς ὑπέμνησε τὴν κατάχρησιν καὶ ἔκαμε τὴν θεμελιώδη διάκρισιν τῆς ἀνάγκης, ἡ ὁποία συγχωρεῖται, καὶ τῆς καταχρήσεως, ἡ ὁποία δὲν συγχωρεῖται. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησίς μου. Καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὰς εὐθύνας τοῦ μέλλοντος, ὑπαινισσόμεθα τὰς εὐθύνας, αἱ ὁποῖαι ἐγκαινιάζονται ἀπὸ ἡμέρας μὲ τὴν παράβασιν καὶ τῆς ὑποχρεώσεως καὶ τοῦ λόγου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία παρέπεμψε τὸ ζήτημα τῶν ἀγοραπωλησιῶν ὄχι εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Καὶ θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ ἀναπτύξωμεν εὐρύτερον τὰς εὐθύνας σας καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα).
§90Λ. ΜΑΚΚΑΣ. Κύριοι βουλευταί, νομίζω, ὅτι ὡς ἐπιμύθιον τῆς στιχομυθίας, ἡ ὁποία διεξήχθη μεταξὺ τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως — διὰ νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγὼ μεταφορικῶς, κ. Ὑπουργὲ τῶν Μεταφορῶν — θὰ ἔπρεπε νὰ λεχθῇ τοῦτο, ὅτι ὅταν τὸ Εὐαγγέλιον κάμνῃ λόγον περὶ τῆς ἁμαρτωλῆς γυναικός, ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσούσης γυναικὸς καὶ ὄχι ἐκείνης, ἡ ὁποία ἔχει ὀλίγας μόνον ἁμαρτίας. Πάντως, ἀξιότιμοι κύριοι βουλευταί, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὅπως καὶ μὲ τὰ 286 ψηφίσματα καὶ ἀναγκαστικοὺς νόμους καὶ νομοθετικὰ διατάγματα, περιέστημεν εἰς μίαν κατάστασιν ἀνάγκης καὶ εἶναι ἴδιον καθῆκον τῆς ἀντιπολιτεύσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, ἀκριβῶς τὸ νὰ ἐπισημαίνῃ τὰς συναφεῖς εὐθύνας, ἀλλὰ καὶ νὰ ἔρχεται συμπαραστάτις τοῦ συνόλου τοῦ Σώματος εἰς τὴν ἐξεύρεσιν λύσεων πρὸς ἔξοδον ἀπὸ τὰ ἀδιέξοδα, τὰ ὁποῖα δημιουργεῖ ἡ Κυβέρνησις, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, ὁμολογουμένως, ἀπὸ πολλῶν μηνῶν, τὸ κόμμα τοὐλάχιστον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, ἐν ἀμηχανίᾳ διερωτᾶται, κατὰ ποῖον τρόπον θὰ εἶναι δυνατὸν αὐτὸ τὸ Σῶμα, αὐτὴ ἡ Βουλή, νὰ ἐπιτελέσῃ καὶ τὸ συνταγματικόν της ἔργον εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἔλθῃ μεθαύριον ἐνώπιον τοῦ λαοῦ ἀναγνωρίζουσα τὴν πλήρη χρεωκοπίαν της καὶ ἀφίνουσα ἀνοικτὸν ἓν κεφάλαιον καὶ μίαν πληγήν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν πολλοὶ κίνδυνοι καὶ πολλαὶ ἐπιπλοκαί, ἀνυπολογίστου ἴσως σημασίας, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προκληθοῦν, ἐὰν ἡ πληγὴ αὐτὴ δὲν ἐπουλώνετο κατὰ ἕνα οἱονδήποτε τρόπον. Καὶ εἰς τὴν ἀναζήτησιν αὐτοῦ τοῦ τρόπου, ὁμολογουμένως κατηναλώσαμεν ὅσην τὸ δυνατὸν δημιουργηκότητα. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι μία μικρὰ Ἐπιτροπὴ ἐκ 4, 5 βουλευτῶν εἰς τοὺς ὁποίους συμμετεῖχε καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Μεταφορῶν Ὑπουργός, εἶχε συσταθῆ διὰ νὰ εὕρῃ μία λύσιν εἰς τὸ ὅλον θέμα. Πλὴν τούτου, ἐζητήσαμεν καὶ τὴν διὰ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπιψήφισιν ἐκείνων τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπῆρχεν ἀπολύτως οὐδεμία διαφωνία οὔτε ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ καὶ οὔτε, ἑπομένως, κατὰ τεκμήριον, καὶ πρὸ τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος. Καὶ ἐν τούτοις ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλην ὅλαι αὗται αἱ μέθοδοι ἐπισπεύσεως τοῦ συνταγματικοῦ μας ἔργου, ἠγνοήθησαν, παρημελήθησαν, παρηγκωνίσθησαν καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὰς 12 παρὰ τέταρτον, πρὸ τῆς ἀνάγκης αὐτῆς, δηλαδὴ τῆς συστάσεως μιᾶς ἐπὶ πλέον, μιᾶς τρίτης, Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ ἐξέλθῃ, κύριοι, ἀπὸ τὴν ἀποψινὴν συζήτησιν, ἐπὶ πλέον τῆς ἄλλης, ἥτις θὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὴν συζήτησιν τῶν 286 νομοθετημάτων, δηλαδὴ μιᾶς νέας ἐπιτροπῆς ἐπὶ πλέον, τῆς ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία θὰ ἐξετάσῃ τοὺς ἀναγκαστικοὺς νόμους καὶ ἐπὶ πλέον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, ἡ ὁποία δὲ τρίτη Ἐπιτροπή, θ’ ἀναλάβῃ τὴν διεκπεραίωσιν τοῦ Συνταγματικοῦ ἔργου τῆς παρούσης Βουλῆς. Ἐδῶ ἐτέθη πρὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ἓν ζήτημα ἀρχῆς, ἐὰν δηλαδὴ καὶ κατὰ πόσον θὰ πρέπει ἡ προηγουμένη, ἡ μέχρι τοῦδε λειτουργοῦσα Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ νὰ συνεχίσῃ τὸ ἔργον της ἀναλαμβάνουσα τὴν εὐθύνην καὶ τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν θὰ τῆς παράσχῃ ἅπαξ συζητούμενον τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα ἢ ἐὰν θὰ πρέπει μία νέα νὰ συσταθῇ Ἐπιτροπή, ὅπως καὶ τὸ ζητεῖ ἄλλως τε καὶ ἡ Κυβέρνησις. Καὶ ἡ μὲν Ἐπιτροπή, διὰ μιᾶς καὶ μόνης ψήφου πλειοψηφίας, ἀπεδέχθη τὴν ἄποψιν τῆς διατηρήσεως τῆς παλαιᾶς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, ὅμως, κύριοι βουλευταί, ὅμως νὰ διαφωνήσω πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον — καὶ κατὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, κρίνει ὀρθῶς—εἶναι δίκαιον, ὀρθὸν καὶ εὔστοχον, μία νέα Ἐπιτροπή, νὰ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον αὐτό, διὰ τὸν ἑξῆς ἁπλούστατον λόγον, διότι τὰ μέλη τῆς παλαιᾶς Ἐπιτροπῆς, ἐὰν αὐτὰ ταῦτα ἀναλάβουν καὶ τὸ νέον ἔργον, δὲν θὰ ἦτο ἀνθρωπίνως, ἐπιστημονικῶς ἀλλὰ καὶ πολιτικῶς ἀκόμη δυνατὸν νὰ παύσουν νὰ αἰσθάνωνται ἑαυτὰ αἰχμάλωτα τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν εἶχον ἐκφράσει κατὰ τὰς μακρὰς Συνταγματικὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἀπολήξει εἰς τὴν κατάρτησιν ἑνὸς σχεδίου Συντάγματος, ὅλως διαφορετικοῦ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον σήμερον πρόκειται νὰ προέλθῃ ἀπὸ τὰς συζητήσεις τῆς νέας Ἐπιτροπῆς. Ἑπομένως, εἰς ἓν ἐκ τῶν δύο συμπερασμάτων θὰ καταλήξωμεν καὶ εἰς ἓν ἐκ τῶν δύο ἀποτελεσμάτων. Ἢ νὰ ἐπαναλάβουν τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐν ὀνόματι τῆς πίστεώς των καὶ τῶν ἀντιλήψεών των, ὅσα εἶχον εἴπει καὶ ἀποφασίσει, ἤ, τότε, νὰ καταδικασθοῦν εἰς μίαν ὑπαναχώρησιν, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς καὶ ἐπιστημονικῶς καὶ πολιτικῶς θὰ τὰ ἔθιγε. Μάλιστα ἀπ’ αὐτῆς τῆς πλευρᾶς, βεβαίως, συνιστῶ, προσωπικήν μου γνώμην ἐκφράζω, ὅπως ἂν προκριθῇ τὸ ἄρθρον 3, διὰ λόγους ἠθικῆς τάξεως, οἱ κ.κ. ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων ὑποδείξουν ὡς μέλη τῆς νέας Ἐπιτροπῆς βουλευτὰς ἄλλους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συμμετεῖχον εἰς τὴν παλαιάν. Πάντως, κύριοι συνάδελφοι, ἓν ἄλλο θέμα τοῦ ἄρθρου 3, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπιμένω ἀπολύτως, εἶναι ἡ ἀπάλειψις τῆς λέξεως «ψήφισιν», ὅπου γίνεται λόγος περὶ τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχεν ἡ Ἐπιτροπή. Εἶναι ἀπαράδεκτον, πράγματι, ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ νὰ θεωρηθῇ ψηφίζουσα τὸ Σύνταγμα. Νομίζω, ὅτι ἀρκετὴ εἶναι ἡ σημαντικὴ ἠθικὴ μείωσις τὴν ὁποίαν ὑφίσταται τὸ Σῶμα, ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι εἰς Ἐπιτροπὴν ἀναθέτει τὸ κύριόν της ἔργον —νὰ καταρτίσῃ τὸ Σύνταγμα— διὰ νὰ μὴ ἀναθέσῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος.
§91Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Μοῦ ἐπιτρέπετε μία ἐρώτησιν, κ. Ὑπουργέ; Εἶναι, πράγματι, ἡ ἔννοια αὐτή; Εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἡ ἔννοια αὐτή;
§92Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Εἶναι μᾶλλον κακὴ διατύπωσις καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἀσφαλῶς, θὰ στέρξῃ εἰς ὅσα λέγει ὁ ἀξιότιμος κ. εἰσηγητής.
§93Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ ἦτο καταπληκτικόν, μία Ἐπιτροπὴ νὰ ψηφίσῃ τὸ Σύνταγμα. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ γίνῃ ἐπανόρθωσις.
§94Λ. ΜΑΚΚΑΣ. Ἐπίσης ἔχω νὰ ἀντείπω τὸ ἑξῆς, ἐφ’ ὅσον εἰς τὴν ὁλομέλειαν θὰ παραμείνῃ τὸ ἔργον τῆς ψηφίσεως. Ἐκεῖ θὰ ὑπάρξῃ ἡ ψήφισις, τὸ δὲ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς θὰ θεωρηθῇ περιοριζόμενον εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ σχεδίου, ὅτε τὸ σύνολον, ὡς σύνολον, θὰ ἔλθῃ πρὸ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία καὶ θὰ τὸ ψηφίσῃ καὶ θὰ τὸ κυρώσῃ.
§95Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Οὐκ ἔστιν ἄλλως γενέσθαι.
§96Λ. ΜΑΚΚΑΣ. Ἐπὶ πλέον θὰ ἤθελον νὰ σᾶς προσθέσω ὅτι τὴν σημερινὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον 4 ἐκ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως περὶ παρεμβολῆς μιᾶς παραγράφου εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ὡς ἄνω σχεδίου ψηφίσματος κατὰ τὴν ὁποίαν: «ὁ Βασιλεὺς θὰ δύναται..... .......... (ἀναγινώσκει)..............». Τὸ καθ’ ἡμᾶς δὲν ἔχομεν οὐδεμίαν ἀντίρρησιν, ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ μας νὰ ὑποβοηθήσωμεν δημιουργικῶς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδίως τὸ ἔργον τῆς οἰκονομικῆς ἀνασυγκροτήσεως, δὲν δοκιμάζομεν οὐδεμίαν δυσκολίαν εἰς τὸ νὰ δεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν αὐτήν.
§97Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Παρέχω τὴν πληροφορίαν ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προσεκάλεσε τοὺς ἀρχηγοὺς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐπρότεινε τὴν ἀποδοχὴν τῆς τροπολογίας καὶ ὑπῆρξαν ὅλοι ὁμόφωνοι ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ νὰ διευκολύνουν τὸ ἔργον τῆς ἀνασυγκροτήσεως.
§98Λ. ΜΑΚΚΑΣ. Αὐτά, κύριοι βουλευταί, εἶχον νὰ ὑποβάλω πρὸ τῆς Βουλῆς. Δὲν θὰ σᾶς ἀπέλειψεν ἴσως ἡ ἀντίληψις ὅτι τὸ πένθιμον ὕφος, μὲ τὸ ὁποῖον ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ ζητεῖ τὴν ψήφισιν τοῦ συζητουμένου ψηφίσματος, εἶναι ὡσὰν τὴν ἰδίαν καταδικαστικὴν αὐτῆς ἀπόφασιν νὰ ὑπογράφῃ. Πράγματι περιερχόμεθα ἐκ τῆς ἐλλείψεως ἡγεσίας, περιερχόμεθα ἑκάστοτε εἰς κρίσεις ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον βαρείας, αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦν μεγάλους κινδύνους διὰ τὴν διάσωσιν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Θὰ ἠθέλαμεν, λοιπόν, ἐν τῷ ἐθνικῷ συμφέροντι, θὰ ἠθέλαμεν ἐν τῇ κοινῇ ἀντιλήψει, τὴν ὁποίαν εἴμεθα βέβαιοι ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχουν περὶ τοῦ καλυτέρου τρόπου διακυβερνήσεως τῆς ἀτυχοῦς αὐτῆς χώρας, θὰ ἠθέλομεν νὰ κάμωμεν τὴν σύστασιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παύσῃ τοῦ λοιποῦ πλήττουσα, καθ’ ὃν τρόπον αὐτὴ πλήττει, τὸ Κοινοβούλιον καὶ τοὺς κοινοβουλευτικοὺς θεσμούς μας. Ἀρκετὰ πλήττεται καὶ τὸ Κοινοβούλιον καὶ οἱ θεσμοὶ αὐτοὶ ἐκ τῆς ἀνάγκης τῶν περιστάσεων καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι, ὅπως ἔλεγον εἰς ἀγόρευσίν μου πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἔχει πολλαπλασιασθῆ τόσον πολὺ τὸ ἔργον καὶ τῆς Ἐκτελεστικῆς καὶ τῆς Νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὥστε νὰ εἶναι δύσκολον τὸ Κοινοβούλιον, ἰδίως ἐὰν ἐξακολουθήσῃ νὰ λειτουργῇ ὅπως ἐλειτούργει κατὰ τὸν 19ον αἰῶνα, νὰ ἐπαρκέσῃ καὶ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν προορισμόν του. Ἀρκετὰ εἶναι αὐτὰ τὰ πλήγματα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς ἀνάγκης καὶ τῶν πραγμάτων ὑπέστη τὸ Κοινοβούλιον. Κύριοι Κυβερνῆται, μὴ προσθέτετε καὶ ἄλλα ἐκ τῆς ἰδίας ὑμῶν εὐθύνης. (Χειροκροτήματα).
§99ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κ. Πρόεδρε.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ., μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως συνέχισιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς κλπ.». (Ὥρα 11 μ.μ.).