1949.07.14
4,066 rows · 31,177 words · 191 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 77η
Πέμπτη 14 Ἰουλίου 1949
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 7.05′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθοῦν τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Ταλιαδοῦρος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει) (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Κύριοι βουλευταί, κατόπιν τῆς χθεσινῆς ἀποφάσεως τοῦ Σώματος, μετέβημεν σήμερον μεθ’ ὁλοκλήρου τοῦ Προεδρείου εἰς τὴν Γαλλικὴν Πρεσβείαν καὶ διεβιβάσαμεν εἰς τὸν κ. Πρεσβευτὴν τὰ συγχαρητήρια ἐκ μέρους τοῦ Σώματος ἐπὶ τῇ σημερινῇ ἑορτῇ τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας, ἅμα δὲ παρεκαλέσαμεν τὸν κ. Πρεσβευτήν, ὅπως διαβιβάσῃ τὰ συγχαρητήρια τοῦ Σώματος, εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας καὶ τὴν Γαλλικὴν Ἐθνοσυνέλευσιν. Ὁ κ. Πρεσβευτὴς εὐχαριστεῖ ἐγκαρδίως τὸ Σῶμα. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Ν. Ἀβραὰμ, ζητεῖ ἄδειαν, προκειμένου νὰ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Γκίνης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§6Γ. ΓΚΙΝΗΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ι. Μπερνίτσας, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Βιοτεχνικοῦ Ἐπιμελητηρίου Θεσσαλονίκης διαμαρτυρομένου κατὰ τῆς ἐπιβληθείσης φορολογίας ἐπὶ τῶν βιοτεχνικῶν Συν)σμῶν, ἐξομοιουμένων πρὸς τὰς Ἀνωνύμους Ἑταιρείας κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ι. Μπερνίτσας καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Πυροπαθῶν ἐξ ἐπαγγέλματος Κερκύρας ζητούσης χορήγησιν μακροπροθέσμου δανείου διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πληγέντων ἐπαγγελματιῶν καὶ βιοτεχνῶν Κερκύρας. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ι. Μπερνίτσας καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου Παντοπωλῶν Ἀθηνῶν διαμαρτυρομένου κατὰ τοῦ Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ διὰ τὸν τρόπον διανομῆς τροφίμων διὰ πρατηρίων. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ι. Μπερνίτσας καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου οἰνομαγείρων καὶ οἰνοπωλῶν Κερκύρας διαμαρτυρομένων κατὰ τοῦ Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ διὰ τὴν ἐπιδιωκομένην παρ’ αὐτοῦ ἀστυνομικὴν ἀγορανομικὴν πολιτικήν. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Α. Γιαννόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ καὶ Βιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου Πατρῶν, διαμαρτυρομένου ἐντόνως δι’ ἐνεργείας Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐπάνοδον ἀπελαθέντων ἐξ Ἑλλάδος Ἰταλῶν καὶ ἀπόδοσιν περιουσιῶν αὐτῶν. Ὁ βουλευτὴς Ἡρακλείου κ. Κ. Πολυχρονάκης καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Ἀγροτῶν Ἡρακλείου ζητούντων ὅπως τροποποιηθῇ ὁ τρόπος τῆς μισθοδοσίας τῶν ἀγροφυλάκων. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Τσιρώνης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Περιβολίων (Ὀλυμπίας) ζητοῦντος ἀνοικοδόμησιν 27 οἰκιῶν καὶ τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου πυρποληθεισῶν ὑπὸ τῶν Γερμανῶν. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσσης κ. Α. Νικολαΐδης καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῆς ἐπαρχίας Ἐλασσῶνος διαμαρτυρομένων διὰ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ ἀντικατάστασις τῶν Δημοτικῶν ἀρχῶν καὶ διὰ τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ παλαιοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Ι. Κίνιας καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἀθηνᾶς Α. Ζούκα κατοίκου Στυλίδος Λαμίας, ζητούσης ἄμεσον λειτουργίαν εἰδικῆς σχολῆς ἐφέδρων μὲ μαθητὰς ἐθελοντὰς ὑπαξιωματικοὺς εἰς ἣν νὰ φοιτήσῃ καὶ ὁ στρατευθεὶς υἱός της Π. Ζούκας. Ἡ ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου Ψηφίσματος «περὶ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς μέχρι 1 Νοεμβρίου ἐ.ἔ. καὶ ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς ἔκδοσιν Ψηφισμάτων, Νομοθετικῶν Διαταγμάτων κλπ. καὶ συστάσεως Ἐπιτροπῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ αἰτήσεως διώξεως: 1) Τοῦ βουλευτοῦ Θεσσαλονίκης κ. Δ. Θεοχαρίδου ἐπὶ αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Λαρίσης. 2) Τῶν βουλευτῶν Μεσσηνίας κ. Ι. Πολυχρονοπούλου καὶ Λακωνίας κ. Λ. Βρετάκου ἐπὶ αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν. 3) Τοῦ βουλευτοῦ Λαρίσσης κ. Κ. Ροδοπούλου ἐπὶ αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσσαλονίκης καὶ 4) Τοῦ βουλευτοῦ Ἀθηνῶν κ. Λ. Μακκᾶ, ἐπὶ αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν. Ἡ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Τάξεως Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 29)1945 Συντακτικῆς Πράξεως «περὶ διατάξεων ἀφορωσῶν τὰ ἐξ ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν μόνιμα στελέχη τῆς Χωροφυλακῆς».
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως πραγματοποιηθεισῶν κατὰ 1946–47 καί 1947–48 δαπανῶν ἀρμοδιότητος Ὑπουργείου Δικαιοσύνης καί ἐγγραφῆς τῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων ἐν τῷ Πρ)σμῷ τοῦ Ὑπουργείου τούτου οἰκον. ἔτους 1949–50».
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἐγκρίσεως πραγματοποιηθεισῶν κατὰ τὰ οἰκονομικὰ ἔτη 10/44–45, 1945–46, 1946–47 καί 1947–48 δαπανῶν ἀρμοδιότητος Ὑπουργείου Δικαιοσύνης καί ἐγγραφῆς τῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων ἐν τῷ Πρ)σμῷ τοῦ Ὑπουργείου τούτου οἰκον. ἔτους 1949–50». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Οὐάσιγκτων τῇ 11 Ὀκτωβρίου 1947 ὑπογραφείσης Παγκοσμίου Μετεωρολογικῆς Συμβάσεως μετὰ τοῦ Προσθέτου Πρωτοκόλλου καί τῆς Τελικῆς Πράξεως».
§10ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Οὐάσιγκτων τῇ 11 Ὀκτωβρίου 1947 ὑπογραφείσης Παγκοσμίου Μετεωρολογικῆς Συμβάσεως μετὰ τοῦ Προσθέτου Πρωτοκόλλου καί τῆς Τελικῆς Πράξεως». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγήσεως ἐπαγγελματικῶν ἀδειῶν ὁδηγῶν αὐτοκινήτων ἐπί εἰδικῶν τινῶν περιπτώσεων».
§12ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ χορηγήσεως ἐπαγγελματικῶν ἀδειῶν ὁδηγῶν αὐτοκινήτων ἐπί εἰδικῶν τινῶν περιπτώσεων». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ρυθμίσεως θεμάτων ἀφορώντων εἰς τὴν λετουργίαν τοῦ Ἐργοστασίου ἀναγομώσεως καί ἐπισκευῆς ἐλαστικῶν τῆς Ὑπηρεσίας Συγκεντρώσεως καί Διανομῆς Αὐτοκινήτων (Υ.Σ.Δ.Α.)».
§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ρυθμίσεως θεμάτων ἀφορώντων εἰς τὴν λετουργίαν τοῦ Ἐργοστασίου ἀναγομώσεως καί ἐπισκευῆς ἐλαστικῶν τῆς Ὑπηρεσίας Συγκεντρώσεως καί Διανομῆς Αὐτοκινήτων (Υ.Σ.Δ.Α.)». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως τῶν κατὰ τὰ οἰκονομικὰ ἔτη 1944–45 (βʹ περίοδος), 1945–46, 1946–47 καὶ 1947–48 πραγματοποιηθεισῶν δαπανῶν ἀρμοδιότητος Ὑπουργείου Μεταφορῶν καὶ τῆς ἐγγραφῆς τῶν διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τούτου».
§16ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἐγκρίσεως τῶν κατὰ τὰ οἰκονομικὰ ἔτη 1944–45 (β περίοδος), 1945–46, 1946–47 καὶ 1947–48 πραγματοποιηθεισῶν δαπανῶν ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Μεταφορῶν καὶ τῆς ἐγγραφῆς τῶν διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τούτου». αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναγνωρίσεως ξένου σχολείου ὡς αὐτοτελοῦς».
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἀναγνωρίσεως ξένου σχολείου ὡς αὐτοτελοῦς».
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνέχεια τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 893)49 Α. Ν. «περὶ — Α μέρος — διατάξεων Διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως». Ὁ κ. Χ. Πιπιλιάγκας, ἔχει τὸν λόγον.
§21Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰσηγούμενος, χθὲς τὴν ἑσπέραν, τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου, ἐπεκαλέσθη τέσσαρα κυρίως σημεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἠθέλησε νὰ στηρίξῃ τὴν προσπάθειάν του, ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Τὰ σημεῖα αὐτά, εἶναι τὰ ἑξῆς: Ὅτι, πρῶτον ἐπιθυμεῖ ἵνα ἡ συζήτησις γίνῃ οὐσιαστική. Ἐξεδήλωσε ἔπειτα τὴν διάθεσίν του, ὅπως παρουσιασθῇ ὡς ἄνθρωπος τῶν ἔργων καὶ οὐχὶ τῶν λόγων. Ἐν ταυτῷ, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ, οὕτως εἰπεῖν, τὴν ἔλλειψιν ἀντιδράσεων κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀνεγνώρισε τὴν πατρότητα τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ, οὕτως εἰπεῖν καὶ τὴν ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὑποστήριξιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου. Καὶ τέταρτον, ἐὰν ἐνθυμῆσθε, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Κουλουμβάκη, ἀνῆλθε εἰς τὸ βῆμα καὶ μᾶς ἀνέγνωσε μίαν ἐπιστολήν, διὰ τὴν ὁποίαν εἶχε γίνει, τόσος καὶ τόσος θόρυβος, ἡ ὁποία δὲν ἀνεγνώσθη διὰ κανένα ἄλλον λόγον, παρὰ μόνον διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ συμπαρασύρῃ, τοὐλάχιστον, τοὺς βουλευτὰς τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος, ὅπως ψηφίσουν τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοθέτημα, ὡς οὗτος παρουσίασε τοῦτο ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Αὐτὰ εἶναι τὰ τέσσαρα σημεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἠθέλησε νὰ στηρίξῃ ὅλα τὰ ἐπιχειρήματά του ἐν τῇ ἀγορεύσει του ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐπὶ τοῦ πρώτου σημείου, ἡμεῖς τὸν διαβεβαιοῦμεν, ὅτι ὄντως θὰ ἀσχοληθῶμεν μὲ τὴν πραγματικὴν οὐσίαν τοῦ νομοθετήματος. Κατὰ συνέπειαν, μᾶς εὑρίσκει ἀπολύτως συμφώνους. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου, κατ’ ἀρχήν, ὁμολογῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀναντιρρήτως, εἶναι ἄνθρωπος τῶν ἔργων, διότι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον συνέταξε τὸν νόμον 893, ἀποδεικνύει, ὅτι εἶναι ἄνθρωπος τῶν ἔργων καὶ σιωπηρῶς....... (δὲν ἠκούσθη) ἐναντίον ἐκείνων κατὰ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ὁ νόμος 893. Τὸ ὅτι εἶναι ἄνθρωπος τῶν ἔργων, ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὰς ἀθρόας ἀπολύσεις τῶν διαφόρων δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν ἀρχόντων, μὲ τὴν αἰτιολογίαν, τοὐλάχιστον διὰ τὴν ἰδικήν μου περιφέρειαν, ὅτι οὗτοι ὑπέπεσαν εἰς διάφορα ἀδικήματα. Ὁμολογῶ, ὅτι ὑπάρχουν μεταξὺ τῶν ἀπολυθέντων καὶ κοινοτάρχαι, οἱ ὁποῖοι ὑπέπεσαν εἰς ἀδικήματα καὶ ὀρθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τοὺς ἔδωσε τὰ παπούτσια, ἀλλὰ μέσα εἰς αὐτοὺς εἰσεχώρησαν καὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι οὐδόλως ἔπρεπε νὰ θιγοῦν. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Πελεκάνων, τῆς ἐπαρχίας Βοΐου, ἐτιμωρήθη δι’ εἰκοσαημέρου φυλακίσεως, διότι, ἐπὶ κατοχῆς, ἐξύβρισεν ἕναν ὑπομοίραρχον, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Χωροφυλακῆς τῆς κομμουνιστικῆς κυβερνήσεως κατὰ τὴν Ἐαμοκρατίαν. Ἀπελύθη ἕνας ἄλλος πρόεδρος κοινότητος, διότι ἐξύβρισε τὸν κοινοτικὸν κλητῆρα. Ἐγώ, νομίζω, ὅτι αὐτὰ ὅλα εἶναι ὄντως ἐπιβεβαίωσις, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἐνεργεῖ διὰ λόγων, ἀλλὰ δι’ ἔργων. Εἰς βάρος τίνος ἐνεργεῖ, αὐτό, δὲν τὸ λέγω ἐγώ, τὸ καταλαβαίνετε μόνοι σας. Ἐπὶ τοῦ τρίτου σημείου, ἡ πανηγυρικὴ ἀναγνώρισις τῆς πατρότητος τοῦ νομοθετήματος εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, καὶ μία ἔκφρασις εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν κ. Θ. Τσᾶτσον, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς τὸ Δημοκρατικὸν Σοσιαλιστικὸν Κόμμα καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι συντάκτης τοῦ νομοθετήματος καὶ βέβαια ἠναγκάσθη νὰ ὁμολογήσῃ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἡ πατρότης ἀνήκει εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Σοσ. Δημ. Κόμματος..... διότι ὁ κ. Τσᾶτσος, εἶναι ὁ μόνος ὁ ὁποῖος εἰσηγήθη τὴν ἀποδοχὴν τοῦ νομοθετήματος. Καὶ θὰ εἴπω, παρακάτω, πῶς συμβαίνει τοῦτο. Τὸ τέταρτο σημεῖο, κύριοι συνάδελφοι, τῆς ἐπιστολῆς, εἶναι γεγονός, ὅτι ἀποτελεῖ ἕνα ἔντεχνον ἐκβιασμὸν τῆς Βουλῆς, ὅπως ψηφίσῃ τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου... Διότι, δὲν ὑπάρχει λόγος, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν συζητεῖται τὸ νομοθέτημα αὐτὸ καὶ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ βήματος διὰ νὰ ἀναγνώσῃ τὴν ἐπιστολήν, ἡ ὁποία δὲν εἶχεν οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν.... (δὲν ἠκούσθη) ἐὰν ὁ ἀείμνηστος Πρωθυπουργὸς ἔστειλε μίαν ἐπιστολὴν εἰς τοὺς Ἀμερικανούς, ὅτι συμφωνεῖ ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς προτιμήσεως καὶ τῆς προτάξεως τῆς ἐφαρμογῆς ὡρισμένων νομοθετικῶν μέτρων, αὐτὸ εἶναι ἄλλος λογαριασμός. Ἡ Βουλὴ δὲν πρόκειται νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοθέτημα βάσει τῶν συμφωνιῶν, τὰς ὁποίας κάμνει ὁ ἑκάστοτε Πρωθυπουργός, ἀλλὰ ἡ Βουλὴ πρόκειται νὰ τὸ ψηφίσῃ τὸ νομοθέτημα, βάσει τῆς συνειδήσεώς της καὶ τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἐπῆρε καὶ οὐχὶ βάσει τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἀνέλαβε ὁ κάθε Ὑπουργός. Αὐτό, εἶναι ἀπαράδεκτον καθ’ ἡμᾶς. Ἐὰν ὑποκύψῃ τὶς εἰς τὸν ἔντεχνον αὐτὸν ἐκβιασμὸν καὶ θὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, αὐτὸ εἶναι ἄλλο πρᾶγμα. Συμπληρωματικῶς ἀπετάνθη, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, χθές, πρὸς τοὺς κυβερνητικοὺς βουλευτάς. Εἶπε: «Δηλῶ πρὸς τοὺς κ.κ. κυβερνητικοὺς βουλευτάς........... (ἀναγινώσκει). Αὐτὴ εἶναι ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ· ἐὰν τὶς ἐξ ὑμῶν ἀντιλαμβάνεται τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κατ’ ἄλλον τρόπον, ἐγὼ θὰ ἐδεχόμην, ὅτι ἔχει ἄλλην ἔννοιαν. Δηλαδή, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑποχρεώνει τοὺς βουλευτὰς τῆς κυβερνητικῆς παρατάξεως, νὰ ψηφίσουν ἑκόντες ἄκοντες τὸ νομοθέτημα. Κύριοι συνάδελφοι, ἔχομεν πρὸ ἡμῶν τὸν νόμον, τὸν ἀναγκαστικόν, τὸν ὁποῖον ἐδημοσίευσεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς. Ἐπίσης, ἔχομεν καὶ δύο σχέδια νόμων κυρώσεως τοῦ 893 Α. Ν. Τὸ πρῶτον φέρει χρονολογίαν 30)5 καὶ τὸ ἄλλο φέρει χρονολογίαν 11)7. Τὸ πρῶτον, τῆς 30)5, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἰσήχθη εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἐπιτροπὴ ἐξέδωσεν τὴν εἰσηγητικήν της ἔκθεσιν. Δὲν ἠρκέσθη στὸ νομοθέτημα αὐτό, ὡς τοῦτο ἐπεξεργάσθη ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, ἀλλὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν, καταθέτει καὶ ἕτερον νομοσχέδιον διὰ νὰ παρεισφρήσουν ἐκεῖ μέσα καὶ ἕτεραι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τίς εἶδε ποῖα πρόσωπα. Βεβαίως, ὅπως βλέπομεν, κρίνοντες τὸ νομοθέτημα, τὸ κατατεθὲν εἰς τὰς 30)5 καὶ τὸ κατατεθὲν εἰς τὰς 11)7, βλέπομεν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς διέπραξε μίαν μανοῦβραν, διότι ἔχει μίαν προσθήκην καὶ εἰς τὸ νομοθέτημα τῆς 30)5, εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 11, ὁμιλεῖ μόνον περὶ τῆς ἀρτιμελείας καὶ τῆς ὑγείας τῶν ὑποψηφίων νομαρχῶν. Ἐπ’ αὐτοῦ, ἡ κυβερνητικὴ ἐπιτροπὴ συνεζήτησεν, ἔκαμε μίαν προσθήκην καὶ προσέθεσε ὅριον ἡλικίας νομαρχῶν τὸ 30ὸν ἔτος. Τὸ ὅριον τοῦτο, τὸ ἀπεδέχθην ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ τὶς οἶδε, μεταβὰς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, εἶδε κάποιον μὴ ἔχοντα τὴν ἡλικίαν τῶν 30 ἐτῶν καὶ μᾶς ξεφουρνίζει τὴν ἡλικίαν τῶν 28 ἐτῶν. Θὰ εἰπῆτε, ξέρετε διατὶ ἔγινε αὐτό, τὴν στιγμὴν τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ πράξῃ τοῦτο, εἶδε τὴν φωτογραφίαν τοῦ ἐνδιαφερομένου καὶ ἐζήτησε νὰ προσαρμόσῃ τὸ ὅριον. Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐπικεφαλίδα τοῦ νομοσχεδίου, «περὶ διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως (Αʹ μέρος)», ἐρωτῶμεν: ὁ νόμος αὐτός, ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ἀποκέντρωσιν καὶ τὴν αὐτοδιοίκησιν; ἐὰν θέλητε, κ. Ὑπουργέ, νὰ ὁμιλῆτε περὶ τοπικῆς ἀποκεντρώσεως, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ στηρίξητε τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο εἰς τὸν νόμον «περὶ νομαρχῶν», διότι ὁ νομάρχης διορίζεται καὶ πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ ἀποκεντρώσεως. Πᾶς καλῆς πίστεως συζητητής, συνάγει τὸ συμπέρασμα ἐκ τοῦ νόμου αὐτοῦ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀποκεντρώσεως, ἀλλὰ μᾶλλον συγκεντρώσεως. Ὁ νομάρχης διοριζόμενος ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν ὡς πολιτικὸν πρόσωπον, ὅταν εἶναι ἐκπρόσωπος τῆς κυβερνήσεως, ἔχει ἄλλον ἀέρα καὶ ὁ νομάρχης πολλὰς φορὰς ἐνεργεῖ καὶ κατὰ παρέκλισιν τῶν νόμων, ἐκεῖνος δὲ ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι ἀναγκασμένος νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ στενὸ γράμμα τοῦ νόμου, εἶναι καταδικασμένος νὰ ἀποτύχῃ. Ὑπηρετήσαμεν ἐπὶ δεκαετίαν ὡς νομάρχης. Ὁ νομάρχης εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ὑπηρετήσῃ κατὰ συνείδησιν, ἐνῷ, εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ὁ νομάρχης διοριζόμενος ἀπὸ ὑπηρεσιακὸν συμβούλιον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπηρετήσῃ ἐλευθέρως, εἶναι καταδικασμένος νὰ ὑπηρετῇ διαρκῶς ὑπακούων εἰς τὸ κέντρον καὶ διαρκῶς νὰ ἀποτυγχάνῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά, ἀλλὰ ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, οὕτως εἰπεῖν, ὅτι εἶναι ἀξίωσις τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου. Ἡ Ἀμερικανικὴ Ἀποστολή, ὡς εἴμεθα καὶ ἡμεῖς εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωμεν, ἐζήτησεν τὴν ἐφαρμογὴν ἀποκεντρώσεως καὶ αὐτοδιοικήσεως, ἀλλὰ μὴ νομίζετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ ἐν λεπτομερείᾳ ἡ Ἀμερικανικὴ Ἀποστολὴ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον διορίζονται οἱ νομάρχαι. Δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὴ νὰ γνωρίζῃ πρόσωπα καὶ πράγματα. Θὰ σᾶς ἀναφέρω ἕνα σημεῖον τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, διὰ νὰ ἴδητε πῶς ἔχει τὸ πρᾶγμα καὶ θὰ τὸ στηρίξω εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς. Τὸ νομοθέτημα, κύριοι, εἶναι ὑψίστης σημασίας, διότι ἀφορᾷ τὴν διοίκησιν τῆς Χώρας. Ἡ ἔκθεσις τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς, μολονότι, ὡς προανέφερον, πρόκειται περὶ νομοθετήματος ἐξαιρετικῆς σημασίας, εἶναι ὀλίγαι λέξεις καὶ τοῦτο, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν, αἱ εἰσηγήσεις ἄλλων νομοθετημάτων, μηδαμινοῦς σημασίας, εἶναι λίαν ἐμπεριστατωμέναι, Ἀλλά, κατάπληξιν ἀκόμη μᾶς ἐπροξένησε καὶ τὸ γεγονός, ὅτι οἱ δύο εἰσηγηταί, δὲν ὑπέβαλον συστηματικὰς ἐκθέσεις. Διότι, ὁ μὲν εἷς ἐπρότεινεν τὴν ἀπόρριψιν, ὁ δ’ ἕτερος τὴν ἀποδοχὴν τοῦ ψηφίσματος. Δηλαδή, ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας ἐπρότεινε τὴν ἀπόρριψιν, καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας τὴν ἀποδοχήν. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐγὼ τουλάχιστον, δὲν δύναμαι νὰ καταλάβω πῶς συμβαίνει τοῦτο. Ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ζητῇ τὴν ἀποδοχὴν καὶ ἡ Συμπολίτευσις τὴν ἀπόρριψιν. Ἀλλά, δὲν νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἡ ἔκθεσις τῆς πλειοψηφίας θὰ ἔπρεπε νὰ μᾶς πῇ καὶ διατὶ προτείνει τὴν ἀπόρριψιν; Ὁ κ. Τσάτσος, εἶπεν, ὅτι οἱ νομάρχαι πρέπει νὰ εἶναι ὑπερκομματικοί. Ἡ ἄποψις αὐτὴ εἶναι ὀρθή, ἀλλὰ δὲν εἶχε δίκαιον, ἂν οἱ Ἕλληνες δὲν ἀνῆ☐ θὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀνεύρῃ νομάρχας μὴ ἀνήκοντας εἰς κόμματα; Δι’ ἐμέ, εἶναι προτιμότερον, οἱ νομάρχαι νὰ ἀνήκουν εἰς κόμματα, τὰ ὁποῖα κυβερνοῦν τὴν Χώραν, παρὰ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν θέσιν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου τούτου.
§22Γ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγένετο κατανομὴ τῶν νομαρχῶν, μεταξὺ ὅλων τῶν κομμάτων. Δὲν παρελείφθη δὲ ἀκόμη νὰ λάβῃ μερίδιον καὶ τὸ κόμμα τοῦ κ. Μυλωνᾶ.
§23Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ πίνακος τῶν νομαρχῶν, ἡ ἐφημερὶς «Βῆμα» ἀνέγραφεν, ὅτι ὁ καταρτισθεὶς πίναξ τῶν νομαρχῶν ὑπὸ τοῦ συμβουλίου, κατὰ τὸν νόμον 893, περιλαμβάνει τόσους Λαϊκούς, τόσους Παπανδρεϊκοὺς κλπ. Τί σημαίνει αὐτό, ὅτι ἐγένετο κομματικὴ κατανομὴ καὶ ἀποδεικνύει ἐπίσης, ὅτι τὸ Λαϊκὸν κόμμα πῆρε ὀλιγωτέρας θέσεις ἀπ’ ὅ,τι ἔπρεπε νὰ πάρῃ ἀναλόγως τῆς δυνάμεώς του. Ὅταν ἐγένετο ὁ νόμος 893, σκοπὸς αὐτοῦ ἦτο νὰ ἐκτοπίσῃ τοὺς ὑφισταμένους νομάρχας καὶ νὰ διορισθοῦν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι, δὲν γνωρίζω ἂν εἶναι καλλίτεροι τῶν σημερινῶν. Κατὰ κανόνα, οἱ πλεῖστοι τῶν νομαρχῶν ἦσαν ἱκανοὶ καὶ ἀπέδιδον. Τὸ σύνολον τῶν σημερινῶν νομαρχῶν, ὄντως ἐτήρησεν γραμμὴν ἀμέμπτου καὶ χρηστοτάτης δικαιοσύνης.
§24Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ἰδικήν μας ἐπαρχίαν, ὁ Θεὸς νὰ φυλάγῃ. Δὲν εἴχαμεν, οὔτε ἕνα καλὸν νομάρχην.
§25Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω, κύριοι, ὅτι ὅπως καὶ εἰς τὸ παρελθὸν ὑπῆρχε τὸ πλεῖστον τῶν νομαρχῶν ἱκανοὶ νὰ διοικήσουν, καὶ μὲ τὸ σημερινὸ πίνακα, δὲν μίζω, ὅτι θὰ μποῦν πρόσωπα ἀκατάλληλα νὰ διοικήσουν. Δυστυχῶς, δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω καὶ τὰ 47 πρόσωπα, διὰ νὰ κρίνω ἐπ’ αὐτῶν. Τώρα, ἂν εἶναι καὶ 4–5 πρόσωπα ἀκατάλληλα, δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ τὸ ἐξετάσω, διότι δὲν εἶμαι μέλος τοῦ συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἀπεφάσισε τὸ διορισμόν. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ νόμος αὐτὸς ἀφορᾷ ἕνα σπουδαῖον ζήτημα, ὥστε δέον νὰ τύχῃ ἰδιαιτέρας προσοχῆς, παρὰ τῆς Βουλῆς. Τὸ ὅτι ὁ νομάρχης ἀποτελεῖ ἐκπρόσωπον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅτι ἀποτελεῖ εἰδικὸν ὑπάλληλον τοῦ Κράτους, καταφαίνεται καὶ ἐκ τοῦ Συντάγματος. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ Συνταγματικὸς νομοθέτης ἤθελεν τὸν νομάρχην νὰ τὸν καταστήσῃ ὀφθαλμὸν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἐπαρχίαν. Ἂν σήμερον παραστρατήσῃ εἷς τῶν νομαρχῶν, ἐναντίον τίνος θὰ κάνετε ἐπερώτησιν; Ἂν τὴν κάνετε κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι τὸν διώρισε τὸ συμβούλιον καὶ συνεπῶς ἐγὼ δὲν εὐθύνομαι.
§26Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἂν παραστρατήσῃ ἕνας καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, κατὰ ποίου θὰ κάνετε ἐπερώτησιν;
§27Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας.
§28Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Τὸ ἴδιον, συνεπῶς, θὰ συμβῇ καὶ μὲ τὸν νομάρχην.
§29Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Ἐπειδή, κ. Καλλία, εἶσθε πολὺ μελετηρὸς ἄνθρωπος καὶ ἴσως νὰ παρακολουθῆτε καὶ τὰ παρελθόντα, σᾶς λέγω, ὅτι, ἐγώ, τὸ ἐπιχείρημά μου δὲν τὸ στηρίζω ἐκεῖ, ἀλλὰ εἰς 10ετῆ νομαρχιακὴν πεῖραν. Ἀλλά, ἐκτὸς αὐτοῦ, τὸ στηρίζω καὶ εἰς ἕνα ἄλλο γεγονός. Ὅταν τὸ 1883 ὁ ἀείμνηστος Χ. Τρικούπης ἠγόρευσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ἐπιλαμβανόμενος τοῦ ζητήματος τῆς κωδικοποιήσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἐξ ἀφορμῆς ὑποβληθείσης τροπολογίας, ὅπως εἰς τὴν μονιμοποίησιν συμπεριληφθοῦν καὶ οἱ νομάρχαι, εἶπε μονοφραστικῶς «μήπως θέλετε νὰ συμπεριλάβω διάταξιν μονιμοποιήσεως τῶν Ὑπουργῶν;» Τοῦτο σημαίνει, ὅτι ὁ νομάρχης εἶναι ὄργανον τῆς Κυβερνήσεως, διορίζεται παρ’ αὐτῆς καὶ ἀπέρχεται εὐθὺς ἀμέσως, ὡς ἀπέλθῃ ἡ Κυβέρνησις.
§30Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ κωδικοποίησις τῶν ὑπαλλήλων, δὲν ἐγένετο ἐπὶ Τρικούπη.
§31Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Πάντως, ἐγένετο συζήτησις. Γεγονὸς εἶναι, ὅτι συνεζητήθη νομοθέτημα περὶ κωδικοποιήσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Τὸ νομοθέτημα αὐτό, κύριοι συνάδελφοι, ἐν γενικαῖς γραμμαῖς, εἶναι ἀντισυνταγματικόν, διότι ἄλλως πῶς ὁρίζει τὸ Σύνταγμα τὸν τρόπον τοῦ διορισμοῦ τῶν νομαρχῶν, καὶ ἄλλως πῶς καθορίζει ὁ νόμος. Πρῶτον, δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ νόμος ὁ ὁποῖος νὰ καθορίζῃ τὸν τρόπον τοῦ διορισμοῦ τῶν νομαρχῶν, ὁ ὁποῖος ἀντίκειται πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ἐδῶ, δὲν ὑπάρχει νόμος περὶ τρόπου διορισμοῦ τῶν νομαρχῶν, ὑπάρχει Συνταγματικὴ διάταξις, καὶ ἐδῶ γίνεται ἕνας νόμος καὶ μάλιστα ἀναγκαστικός, ὁ ὁποῖος ἔρχεται πρὸς κύρωσιν καὶ ὁ ὁποῖος ἀνατρέπει ἄρδην Συνταγματικὴν διάταξιν. Ἀπορῶ δέ, πῶς τόσοι συνάδελφοι Συνταγματολόγοι, δὲν ἠγόρευσαν, διὰ νὰ κτυπήσουν αὐτὰς τὰς παραβάσεις. Εἰσερχόμενος, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν οὐσίαν, ἔχω νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι ὁ τρόπος τῆς κρίσεως τῶν νομαρχῶν εἶναι μειονεκτικὸς δι’ αὐτοὺς τοὺς νομάρχας, καὶ τοῦτο, διότι ἐν ἄρθρῳ 2 καθορίζεται ὁ τρόπος τοῦ διορισμοῦ τῶν νομαρχῶν παρ’ ἑνὸς συμβουλίου ὑπηρεσιακοῦ. Εἰς τὸ συμβούλιον αὐτό, ὀρθῶς, κατ’ ἐμέ, μετέχουν οἱ τρεῖς πρῶτοι, διότι πρόκειται περὶ συγκεκριμένων προσώπων τοῦ Προέδρου τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Τὰ ὑπόλοιπα 7 πρόσωπα εἶναι ἄγνωστα εἰς ἡμᾶς, διὰ τὰ πρόσωπα αὐτά, ἀνατίθεται εἰς ἄλλους νὰ τὰ ὁρίσουν, διὰ τὸν λόγον δὲ τοῦτον, ὑπέβαλα σχετικὴν τροπολογίαν. Πρέπει νὰ προσέξωμεν τὸ ζήτημα, κύριοι συνάδελφοι, διότι ὁ νομάρχης, μεταβαίνων εἰς ἕνα τόπον διὰ νὰ διοικήσῃ 200.000 κατοίκους, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπάρχουν ἐργάται καὶ ἀγρόται, πρέπει νὰ ἔχῃ ἱκανότητα διοικητικήν. Μπορεῖ, λοιπόν, αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο νὰ τὸν κρίνουν ἀντιπρόσωποι τοῦ ἐργατικοῦ κέντρου; αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, συμβαίνει διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν ἱστορίαν. Ἀλλὰ βλέπομεν καὶ ἕνα ἄλλο ἄτοπον· διευθυντὴς τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν νὰ κρίνῃ τὸν νομάρχην, ὁ ὁποῖος θὰ πάῃ νὰ διοικήσῃ καὶ ὁ ὁποῖος διευθυντὴς εἶναι δύο βαθμοὺς κατώτερος τῆς θέσεως τοῦ νομάρχου.
§32ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Λάθος κάνετε.
§33Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Ὁ Γενικὸς Διευθυντής, εἶναι κατώτερος τοῦ βαθμοῦ τοῦ νομάρχου. Ὁ νομάρχης ἔχει βαθμὸν πληρεξουσίου Ὑπουργοῦ, ὁ δὲ διευθυντὴς εἶναι κατώτερος τοῦ βαθμοῦ τοῦ πληρεξουσίου Ὑπουργοῦ. Ἀλλά, κύριοι, δὲν ὑπάρχουν συμβούλια κρίσεως εἰς ἄλλας κατηγορίας κρατικῶν ὀργάνων; Δὲν ὑπάρχουν στρατιωτικὰ συμβούλια; Εἴδατε ποτὲ εἰς τὸ ἀνώτατον στρατιωτικὸν συμβούλιον νὰ μετέχουν συνταγματάρχαι διὰ νὰ κρίνουν τοὺς Στρατηγούς; Εἴδατε ποτὲ εἰς τὰ συμβούλια τὰ ὑπηρεσιακὰ νὰ κρίνουν οἱ εἰσηγηταὶ τοὺς τμηματάρχας ἢ οἱ τμηματάρχαι τοὺς διευθυντάς; Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν οἱ συντάξαντες τὸ νομοθέτημα αὐτό, διὰ τοὺς ἑαυτούς των δὲν ἐπιτρέπουν κρίσιν παρὰ κατωτέρων, πῶς θέλουν νὰ ὑπάρχουν κρίσεις κατωτέρων διὰ ἀνωτέρους; Δὲν βλέπω εἰς οὐδὲν σημεῖον τίποτε ἄλλο, κύριοι συνάδελφοι, παρὰ μόνον τὸν ἐξευτελισμὸν τῆς θέσεως τοῦ νομάρχου. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὸ ἄρθρον 2, προτείνω μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ μελετήσῃ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῆς. Συνίσταται δὲ αὕτη, εἰς τὸ ὅτι, τὴν ἐπιτροπὴν δέον νὰ τὴν ἀποτελέσουν οἱ προηγουμένως Πρόεδροι τῶν ἀνωτάτων λειτουργημάτων τοῦ Κράτους, τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ δύο Ἀντιπροέδρων τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου, οὕτως ὥστε, κατὰ τεκμήριον τοὐλάχιστον, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ κρίνουν τὸν νομάρχην, ἐὰν δὲν εἶναι ἀνώτεροι τούτου, νὰ εἶναι ἴσοι κατὰ βαθμόν, ὥστε ἡ κρίσις νὰ εἶναι δικαία καὶ τότε δὲν θὰ κρίνῃ μόνον τοὺς νομάρχας οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ διορισθοῦν, ἀλλὰ θὰ κρίνῃ καὶ ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων των. Ἄλλως τε, εἰς αὐτὴν τὴν ἐπιτροπήν, θὰ παραπεμφθῇ ἵνα κριθῇ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ ἁμαρτήσας νομάρχης. Κατὰ συνέπειαν, τὸ συμβούλιον τοῦτο, πρέπει ν’ ἀποτελῆται ἀπὸ ἀνωτέρους κατὰ βαθμὸν ἢ ἴσους.
§34Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Δὲν πρόκειται, ἡ Ἐπιτροπή, νὰ κρίνῃ τοὺς νομάρχας, παρὰ μόνον τοὺς ἀδιορίστους νομάρχας.
§35Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὸ ζήτημα ἔχω 10 ἐτῶν πεῖραν, ἀλλὰ καὶ διότι τὸ ἐμελέτησα καὶ τὸ κατέχω, ἀπολύτως, τὸ θέμα. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀντίρρησιν, ὅτι δέον νὰ συμμετάσχῃ τοῦ συμβουλίου ὁ Διευθυντὴς Διοικήσεως ἢ ὁ Γενικὸς Διευθυντής, ἀλλά, δικαίωμα ψήφου, θὰ ἔχουν, μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι ἀνώτεροι ἀπὸ τὸν νομάρχην ἢ ἴσοι πρὸς αὐτόν. Ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ, ὑπάρχουν καὶ ἄλλα τρωτὰ εἰς τὸ σχέδιον νόμου, ὅταν δὲ θὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ἔχω νὰ εἴπω πολλὰ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ.
§36Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Δηλαδή, εἶσθε, κατ’ ἀρχήν, ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου;
§37Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Ὄχι, εἶμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἐπειδὴ ὅμως διαβλέπω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ γίνῃ κατ’ ἀρχὴν δεκτόν, κατόπιν τῆς ἀναγνωσθείσης ἐπιστολῆς τοῦ ἀειμνήστου Πρωθυπουργοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ κατόπιν τῆς ἐπικρίσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τοὺς κυβερνητικοὺς βουλευτάς, νὰ προσέξουν ἰδιαιτέρως τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ το ψηφίσουν, δι’ αὐτό, ὑποδεικνύω ὡρισμένας τροπολογίας μου αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ γίνουν δεκταί, διότι θὰ συντελέσουν εἰς τὴν καλυτέραν ἐμφάνισιν τούτου καὶ καλυτέραν ἀπόδοσιν διὰ τῆς ἐφαρμογῆς του. Τὰ κυριώτερα σημεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔχω νὰ κάμω παρατηρήσεις, εἶναι τὰ ἑξῆς: τὸ ζήτημα τοῦ ὁρίου ἡλικίας τῶν νομαρχῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς τὸ νομοθέτημα τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν, ἀνέφερεν ὡς κατώτατον ὅριον ἡλικίας τὸ 25ον ἔτος ἀνώτατον δὲ τὸ 60ὸν ἔτος. Εἰς τὸ δεύτερον νομοθέτημα, ἀναφέρει ὡς κατώτατον ὅριον τὸ 30ὸν ἔτος καὶ ἀνώτατον τὸ 57ον ἔτος. Περιέργως δέ, ἐμειώθη τὸ κατώτατον ὅριον ἀπὸ τὸ 30όν, εἰς τὸ 28ον. Ἐπειδὴ ἔχω πεῖραν διοικητικήν, κύριοι συνάδελφοι, ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, 25ον, 27ον, 28ον, εἶναι πολὺ ὀλίγον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διοικήσῃ ἕνας ἄνθρωπος νέος μὲ τὸν ἴδιον τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον θὰ διοικήσῃ ἕνας ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος θὰ ὑπερβῇ τὸ 25ον ἔτος. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ὄχι μόνον δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἄποψις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τῶν 30 ἐτῶν, ὄχι μόνον πρέπει νὰ διαγραφῇ ἡ παρεισφρύσασα τεχνηέντως διάταξις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλά, πρέπει, νὰ ὁρίσωμεν ἐλάχιστον ὅριον διορισμοῦ νομαρχῶν, τὴν ἡλικίαν τῶν 35 ἐτῶν. Κύριοι συνάδελφοι, προσέξατε εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, διότι, ἀσφαλῶς, ἂν ἔχω τὴν τύχην νὰ πάρω 25ετῆ νομάρχην εἰς τὴν περιφέρειάν μου, θὰ μετανοήσω. Ἀλλά, πρέπει νὰ διαγραφῇ ἡ διάταξις, κύριοι βουλευταί, ἡ ἀφορῶσα τὸν περιορισμὸν τοῦ χρόνου εἰς τὸ 57ον ἔτος. Εἶναι ἀπολύτως ἀντισυνταγματικὴ ἡ διάταξις, νὰ θέτῃ ἀνώτατον ὅριον εἰς τὸν νομάρχην τὸ 57ον ἔτος τῆς ἡλικίας, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν, δὲν θέτει τὸ ὅριον αὐτὸ εἰς οὐδὲν ἄλλο ἐπάγγελμα. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τὸ ὅριον τοῦ διορισμοῦ τοῦ νομάρχου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἡλικίαν ἄνω τοῦ 35ου ἔτους, νὰ εἶναι ἀπεριόριστον. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, κύριοι συνάδελφοι, ὀφείλομεν νὰ ἐπιμείνωμεν, ὥστε τὸ ὅριον ἡλικίας τῶν 57 ἐτῶν, νὰ διαγραφῇ. Δὲν εἶναι δυνατόν, ἀπὸ ἕνα ἄνθρωπον 60 ἐτῶν, ὁ ὁποῖος ἔχει ὅλην τὴν ζωὴν μέσα του, νὰ τοῦ ἀφαιρέσῃς τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ νὰ γίνῃ νομάρχης. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σκεπτώμεθα ἡμεῖς οὕτως, πολὺ δὲ περισσότερον, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀρχηγόν του, ἄνδρα ὁ ὁποῖος εἰς ἡλικίαν 90 ἐτῶν διοικοῦσε τὴν Ἑλλάδα. Πῶς εἶναι δυνατόν, λοιπόν, νὰ στερήσῃ τὸ δικαίωμα εἰς ἕνα νομὸν νὰ κυβερνηθῇ ἀπὸ νομάρχην 60 ἐτῶν; Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι πρόκειται νὰ κάμῃ ἕνα νομοθέτημα, ὑπερκομματικόν. Ποῦ βλέπετε σεῖς τὸν ὑπερκομματισμόν; Ἀπὸ ἀρχῆς μέχρι τέλους τὸ νομοθέτημα, μυρίζει κομματισμὸν χειρίστης μορφῆς. Κύριοι συνάδελφοι, ἐδῶ ἐγεννήθη καὶ μία ἄλλη ἀδικία, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ παρακαλέσω νὰ προσέξουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ψηφίσουν τὸ νομοθέτημα. Προκειμένου νὰ κάμῃ ἕνα νομοθέτημα, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, περὶ αὐτοδιοικήσεως καὶ ἀποκεντρώσεως, ἢ μᾶλλον, περὶ διορισμοῦ νομαρχῶν, ἠσχολήθη καὶ μὲ ὅλους τοὺς διοικητικοὺς ὑπαλλήλους, καὶ ἐνῷ ὑπῆρχεν ἕνας νόμος, ὁ ὁποῖος ἀνέστειλε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ΜΘʹ νόμου, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς διοικητικοὺς ὑπαλλήλους, ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ βάζει ἐδῶ μίαν διάταξιν εἰς τὸ ἄρθρον 14, καὶ συμπεριλαμβάνει ὅλους σχεδὸν τοὺς ὑπαλλήλους τῶν ἐπαρχιῶν εἰς τὸν νόμον ΜΘʹ, καταργῶν τὸν νόμον τῆς ἀναστολῆς τούτου. Πρέπει νὰ ἠξεύρετε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος, ὑπάρχουν ὑπάλληλοι καταγόμενοι ἀπὸ τὸν τόπον εἰς τὸν ὁποῖον ὑπηρετοῦν. Θὰ πάρῃ καὶ θὰ κάμῃ, τώρα, χορὸν ὅλων τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν καὶ θὰ τοὺς διώξῃ ἀπὸ τὸν τόπον τῆς καταγωγῆς των.
§38Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Εἶναι ἐπιβεβλημένον αὐτό.
§39Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Νὰ ἐφαρμοσθῇ αὐτὸ μόνον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἁρμοδιότητα νὰ ἀποδώσουν δίκαιον, ἀλλὰ εἰς ἕναν ὑπάλληλον ὁ ὁποῖος θὰ κάνῃ ἔγγραφα χωρὶς τέτοια ἁρμοδιότητα, πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ αὐτό; Ἕως, τώρα, δὲν τοὺς μετακινήσαμε τοὺς ὑπαλλήλους αὐτούς, καὶ θὰ τοὺς μετακινήσουμε τώρα ποὺ παίρνουν τοὺς μεγάλους μισθούς. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, τοῦ ἄρθρου 14, ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ προσέξῃ, διότι πρόκειται περὶ γραμματέων καὶ εἰσηγητῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦν εἰς τοὺς τόπους τῆς καταγωγῆς των ἢ εἰς τοὺς τόπους ἔνθα εἶναι νυμφευμένοι. Οἱ ὑπάλληλοι αὐτοί, δὲν ἔχουν καμμίαν ἁρμοδιότητα ἀποδόσεως διοικήσεως, τὴν ἁρμοδιότητα, ὅπως γνωρίζετε, τὴν ἔχει ὁ νομάρχης ἢ ὁ διευθυντὴς τῆς Νομαρχίας καὶ ὁ ἔπαρχος ἢ ὁ ἀναπληρωτὴς τοῦ ἐπάρχου. Ἀλλά, ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς Ἐδέσσης, ὁ ὁποῖος ἐπιμένει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἄποψίς μου αὐτὴ δεκτή, ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἔχει δίκαιον, διατὶ ἆραγε δὲν διεγείρεται διὰ τὴν μὴ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου καὶ εἰς τὴν περιφέρειαν τῆς διοικήσεως πρωτευούσης; Διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν λέγει εἰς τὸ νομοθέτημά του: «Αἱ διατάξεις τοῦ νόμου, δὲν θὰ ἰσχύσουν διὰ τὴν Νομαρχίαν Ἀττικῆς». Διατί, κύριοι συνάδελφοι, νὰ μὴ ἰσχύσουν διὰ τὴν Νομαρχίαν Ἀττικῆς; Ἐνῷ, διὰ τὴν Νομαρχίαν Κοζάνης, π. χ. ὁ νόμος θὰ ἰσχύσῃ καὶ διὰ τὸν εἰσηγητὴν καὶ διὰ τὸν γραμματέα, διὰ τὰς Ἀθήνας δὲν θὰ ἰσχύῃ οὔτε διὰ τὸν διευθυντήν, οὔτε διὰ τὸν Νομάρχην. Διατὶ αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις; Ἐπειδὴ ἡ πρωτεύουσα ἀπολαμβάνει ὅλων τῶν ἀγαθῶν καὶ δὲν προσφέρει τίποτε, πρέπει νὰ ἀπολαμβάνῃ αὐτοῦ τοῦ εὐεργετήματος; Αὐτό, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἐγκρίνετε. Ἐπίσης, ἔχω νὰ παρατηρήσω καὶ μίαν ἄλλην παράλειψιν, κ. συνάδελφοι, εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Ἡ παράλειψις αὕτη ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 18. Εἰς τὸ ἄρθρον 18, ὡς θὰ προσέξατε, οἱ νομάρχαι, οἱ μέχρι τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ὑπηρετοῦντες, κατὰ παράβασιν τῶν κειμένων διατάξεων, θεωροῦνται παραιτηθέντες τῆς θέσεώς των. Κύριοι συνάδελφοι, αὐτὴ ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπῆρξεν ἄστοχος ἀπολύτως. Ὁ νομάρχης διὰ νὰ παραιτηθῇ τῆς θέσεώς του, πρέπει νὰ ὑποβάλῃ παραίτησιν, ἡ δὲ παραίτησίς του εἰσάγεται εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, κατὰ τὸ Σύνταγμα, γίνεται δεκτὴ ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ ἐκδίδονται Βασιλικὰ Διατάγματα δημοσιευόμενα εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ παύει νὰ εἶναι νομάρχης ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως τοῦ διατάγματος τούτου, ἤτοι, 20 ἡμέρας μετὰ τὴν δημοσίευσιν τούτου. Ποῦ, λοιπόν, εὗρε τὴν διάταξιν αὐτὴν νὰ τὴν βάλῃ, τὴν ἀπολύτως ἀντίθετον πρὸς τοὺς κειμένους νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι θεωροῦνται παραιτηθέντες; Δύο εἶναι οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους οἱ νομάρχαι ἀπέρχονται τῆς θέσεώς των, ἢ αὐτὸς τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπα ἢ ὁ ἄλλος, τῆς ἀμέσου ἀπολύσεως διὰ Β. Δ. Ἀλλά, ἐδῶ, δὲν συμβαίνει οὔτε τὸ ἕνα, οὔτε τὸ ἄλλο. Κατὰ συνέπειαν, οἱ μέχρι τοῦδε ὑπηρετοῦντες νομάρχαι δὲν δύναται νὰ θεωρηθοῦν ὡς παραιτηθέντες ἢ ἀπολυθέντες, διότι διὰ νὰ παραιτηθῇ πρέπει νὰ γίνῃ διάταγμα ἀπολύσεως καὶ διάταγμα διορισμοῦ ἄλλου νομάρχου. Διάταγμα διορισμοῦ νομαρχῶν δὲν ἔγινε, παραίτησις ἐπίσης, δὲν ὑπάρχει, κατὰ συνέπειαν ὁ νομάρχης οὐσιαστικῶς ἐξακολουθεῖ νὰ θεωρῆται τοιοῦτος. Διὰ νὰ φύγῃ τὸ ἄτοπον αὐτό, νομίζω, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ δεχθῇ τροπολογίαν μου, εἰς τὴν ὁποίαν λέγω τοῦτο......... (ἀναγινώσκει). Διὰ νὰ καλύψωμεν τὴν ἀπομάκρυνσιν ἐκ τῆς θέσεώς των θὰ τοὺς θεωρήσωμεν ὡς διατελοῦντας εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργείου, θὰ θεωρηθῇ δὲ ὡς αὐτοδικαίως ἀπολυθεὶς πλέον, διὰ τοῦ διορισμοῦ εἰς τὴν θέσιν τοῦ νέου νομάρχου. Καὶ οὕτως, φεύγει μία παράβασις, ἡ ὁποία εἶναι εἰς βάρος ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι, ὁπωσδήποτε, ἂν ὄχι εἰς τὸ σύνολον, τοὐλάχιστον εἰς τὴν μεγάλην πλειονότητα, προσέφεραν εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ τῆς τελευταίας διετίας, μίαν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν ὕπαιθρον. Κύριοι συνάδελφοι, μὲ συγχωρεῖτε, διότι σᾶς ἐκούρασα. Πάντως, εἶχα ὑποχρέωσιν, ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς νομοθετήματος τοσαύτης σοβαρότητος, νὰ ἀπασχολήσω τὸ Σῶμα, ἐφ’ ὅλων τῶν σημείων τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὸ νομοθέτημα τοῦτο. Ὅ,τι εἶπα, δὲν τὸ εἶπα, οὔτε ἀπὸ πάθος, οὔτε ἀπὸ κακίαν, ἀλλὰ τὰ εἶπα διὰ νὰ ἀποδώσω καὶ ἐγὼ τὸ δίκαιον, εἰς ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνήκει. Ἔκανα τὰς ὑποδείξεις αὐτάς, ἐν πλήρῃ πεποιθήσει, ὅτι καὶ συνάδελφοι οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσουν ὑπὲρ τοῦ νομοθετήματος, ἀναντιρρήτως εἶναι ὑπὲρ τῶν ἀπόψεών μου, ἀλλὰ διὰ ἄλλους λόγους θὰ ὑποκύψουν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ φανοῦν ὑπερκομματικοί, ὅπως ἐδήλωσε καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος χθὲς τὸ βράδυ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ οἱ ὀπαδοὶ τοῦ κόμματός του καὶ οἱ ὀπαδοὶ τῶν ἄλλων κομμάτων, θὰ θελήσουν νὰ φανοῦν ὑπερκομματικοί, ἐνῷ κατ’ οὐσίαν, οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν εἶναι ὑπερκομματικὸς καὶ θὰ κυττάξῃ νὰ πάρῃ νομάρχην ἰδικόν του, διὰ νὰ τὸν ἐξυπηρετήσῃ.
§40Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, μᾶς ἀνήγγειλε, εὐτυχῶς, ὅτι ὁ βίος τῆς Βουλῆς προμηνύεται βραχύς. Ὀφείλομεν νὰ προσαρμοσθῶμεν εἰς τὸν κίνδυνον, διά τοῦτο, ὑπόσχομαι ἐπίσης, νὰ εἶναι βραχύτατος ὁ λόγος μου.
§41Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Σᾶς πληροφορῶ, ὅτι τὸ σχέδιον ψηφίσματος, διεβιβάσθη εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, μὲ προθεσμίαν ἐπεξεργασίας 48 ὡρῶν. Ἑπομένως πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν, ὅτι περὶ τὰ μέσα τῆς ἄλλης ἑβδομάδος ὁ βίος θὰ ἔχῃ τερματισθῆ.
§42Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν ἐπρόκειτο νὰ εἰσέλθω εἰς αὐτὸ τὸ θέμα. Ἐφ’ ὅσον τυχαίως παρεκολλήθη, θεωρῶ καθῆκον μου, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ δηλώσω, ὅτι θὰ ἦτο ἄτοπος συσχετισμὸς διακοπῆς. Ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν ὡρισμένα κύρια ἔργα. Ἡ Βουλὴ βοηθεῖ τὴν Κυβέρνησιν, θέλει νὰ ἐλπίζῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ συστήσῃ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν μας, ὅταν τὰ κύρια αὐτῆς ἔργα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐνώπιόν μας, θὰ ἔλθουν εἰς πέρας. Πρόωρος διακοπή, θὰ ἦτο ἄτοπος, θὰ ἦτο περισσότερον ἄτοπος σήμερον, ὁπότε ἡ Βουλὴ μὲ τόσην προθυμίαν βοηθεῖ τὴν Κυβέρνησιν. Κύριοι βουλευταί, ἂν ἔλαβον τὸν λόγον, εἶναι διότι ἐβεβαιώθη, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ νομαρχῶν, ὑπῆρξεν ἰδικόν μου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀνεκοίνωσεν, ὅτι μοῦ ὀφείλεται ἡ πατρότης καὶ ἡ πατρότης δημιουργεῖ ὑποχρεώσεις. Ἐπεκρίθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δι’ αὐτήν του τὴν δήλωσιν. Ἀπετέλεσεν ὅμως μίαν πρᾶξιν εὐθύτητος, ἡ ὁποία τὸν τιμᾶ καὶ εὔχομαι ἵνα εὑρίσκῃ διὰ τοιαύτας πράξεις, ὄχι ἐπικριτάς, ἀλλὰ μιμητάς. (Χειροκροτήματα).
§43Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἐπιτρέπετε;
§44Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Σᾶς παρακαλῶ, ἀκόμη δὲν ἤρχισα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμω διαλογικὴν συζήτησιν.
§45Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Διὰ τὴν πατρότητά του, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, εἶπεν ὅτι εἶναι εἰς τὸ πρόγραμμά του, τὸ πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Ὁ ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ἐπίσης, ὅτι εἶναι εἰς τὸ πρόγραμμά του. Δηλαδή, αὐτὸ τὸ λεγόμενον, ὅτι εἶναι ὅλοι πατέρες, θὰ ἤθελα ἔτσι νὰ ἴδω, ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον γίνεται αὐτὴ ἡ διεκδίκησις τῆς πατρότητος αὐτοῦ τοῦ περιφήμου νομοθετήματος.
§46Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι βουλευταί, ἐφ’ ὅσον παρεκάλεσα νὰ μὴ γίνῃ διακοπή, ἀποτελεῖ τάξιν κοινοβουλευτικήν, νὰ μὴ γίνῃ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργήσετε εἰς τὸν ἄλλον τὴν ἀδυναμίαν τῆς συνεχείας. Ὑπάρχει μία τάξις, τὴν ὁποίαν τηρῶ καὶ ζητῶ νὰ τηρῆται καὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἐγὼ ἐπιτρέπω συνήθως διακοπάς, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι ἔπρεπε, διακοπαὶ νὰ ἀρχίσουν πρὶν ἀρχίσω τὸν λόγον.
§47Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἐγώ, πάντως, ἐζήτησα τὴν ἄδειαν.
§48Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Καὶ δὲν τὴν ἔδωκα. Κύριοι βουλευταί, περιέργως, ζητεῖται ἡ γνησία πατρότης. Θὰ τὴν προσδιωρίσωμεν. Ὑπάρχει, πρῶτον, τὸ γενικὸν θέμα τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ τῆς αὐτοδιοικήσεως. Προκειμένου περὶ αὐτῆς τῆς γενικῆς ἀρχῆς, ματαία εἶναι ἡ ἀναζήτησις τῆς πατρότητος, διότι ὅλοι, ἐπὶ γενεάς, κόμματα καὶ βουλευταί, εἶναι πατέρες. Ἡ ἐπαγγελία, ἡ γενικὴ ἐπαγγελία ἀποκεντρώσεως καὶ αὐτοδιοικήσεως, ὑπάρχει ἀνέκαθεν. Τὸ ζήτημα εἶναι ποῖος τὴν ἐπίστευσε, ποῖος τὴν κατενόησε, ποῖος προσεπάθησε νὰ τὴν ἐφαρμόσῃ. Πέραν αὐτῆς τῆς γενικῆς ἀρχῆς, ὑπάρχει τὸ συγκεκριμένον νομοθέτημα, οὐσία τοῦ ὁποίου εἶναι ὁ νομάρχης ἐπὶ θητείᾳ, ἐκλεγόμενος ἀπὸ ὑπηρεσιακὸν συμβούλιον. Αὐτὰ εἶναι τὰ στοιχεῖα τοῦ σημερινοῦ νόμου καὶ ἡ πατρότης αὐτοῦ τοῦ νόμου εἶναι μόνον ἰδική μου, διότι εἰς τὸ πρόγραμμα τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἀναφέρεται μόνον τοῦτο: «Νομάρχαι θὰ διορίζωνται ὅσοι ἔχουν πεῖραν καὶ εἰδικὴν μόρφωσιν, θὰ ἐπιζητηθῇ βαθμιαίως, νὰ προέρχωνται, ἀποκλειστικῶς, ἐκ τῆς διοικητικῆς ἱεραρχίας». Ἑπομένως, τὸ συγκεκριμένον νομοθέτημα, εἰς τὰ κύρια σημεῖα του, νομάρχης ἐπὶ θητείᾳ, ἐκλεγόμενος ἀπὸ ὑπηρεσιακὸν συμβούλιον, μὲ ἀνανέωσιν θητείας ἀπὸ τὸ ἴδιον ὑπηρεσιακὸν συμβούλιον, ἀποτελεῖ, πράγματι, πρωτότυπον νομοθέτημα ἰδικό μου, καλὸν ἢ κακόν, ἄλλο ζήτημα, ἀλλ’ ἡ εὐθύνη ὁλόκληρος εἶναι ἰδική μου. Δὲν πρόκειται, κύριοι βουλευταί, νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν γενικὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ τῆς αὐτοδιοικήσεως. Κοινὴ εἶναι ἡ συνείδησις, ὅτι καὶ τὰ δύο χρειάζονται καὶ ἡ ἀποκέντρωσις, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι τὰ περιφερειακὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως πρέπει νὰ ἔχουν εὐρυτέραν ἐξουσίαν διὰ νὰ ἠμποροῦν νὰ λαμβάνωνται ἐπὶ τόπου ἀποφάσεις καὶ νὰ προλαμβάνεται ἡ συρροὴ εἰς τὴν γραφειοκρατίαν τοῦ κέντρου. Διότι, ὅπως συνέβη καὶ ἄλλοτε, ὑπερασπίζων τὸ ἴδιον θέμα, εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὰ ζητήματα εἰς τὴν ἐπαρχίαν ζοῦν, ἐνῷ ὅταν ἀποστέλλωνται εἰς τὰς Ἀθήνας, ἀποθνήσκουν καθ’ ὁδὸν καὶ θάπτονται εἰς τὰ ἀρχεῖα. Ἐπιβάλλεται, λοιπόν, πραγματικὴ ἐφαρμογὴ τῆς ἀποκεντρώσεως, δηλαδὴ ἡ αὔξησις τῆς ἐξουσίας τῶν περιφερειακῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως. Καὶ ἐπιβάλλεται, ἐπίσης, ἡ αὐτοδιοίκησις τοῦ δευτέρου βαθμοῦ καὶ δὲν χρειάζεται πρὸς τοῦτο ἀπόδειξις, ἀρκεῖ ἡ ὀπτικὴ εἰκών. Ἔχομεν τὸ μίνιμουμ καὶ τὸ μάξιμουμ, ἔχομεν τὴν κοινότητα καὶ τὸ κράτος καὶ δὲν ἔχομεν σταθμὸν διάμεσον. Ποίαν ἄλλην χρείαν ἔχομεν μαρτύρων; Ἀρκεῖ ἡ θέα τοῦ παραλογισμοῦ. Χρειαζόμεθα καὶ ἕνα διάμεσον ὄργανον μὲ προϋπολογισμόν, μὲ νομικὴν προσωπικότητα, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μεριμνᾷ διὰ τὰ γενικώτερα συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας καὶ τοῦ νομοῦ, ὅπως ἡ κοινότης καὶ ὁ δῆμος μεριμνοῦν διὰ τὰ τοπικά τους συμφέροντα. Ἡ ἀλήθεια εἶναι αὐτονόητος καὶ εἶναι τερατῶδες, ὅτι ἐπὶ δεκαετηρίδας ἀγνοεῖται καὶ δὲν κατέστη δυνατὸν μία κυβέρνησις νὰ θέσῃ, ἐπὶ τέλους, εἰς ἐφαρμογὴν αὐτὴν τὴν αὐτοδιοίκησιν τοῦ δευτέρου βαθμοῦ. Πλῆθος θεμάτων θὰ εἶχον ἀντιμετωπισθῆ ἐὰν ὑπῆρχεν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ νομοῦ. Δὲν πρόκειται νὰ ἐπιμείνω περισσότερον, διότι ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι. Τὸ ζήτημα εἶναι, μόνον, ἐὰν ὑπάρξῃ κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ ἀποφασίσῃ πράγματι νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν στοιχειώδη αὐτὴν ἀρχήν. Ἡ σημερινὴ κυβέρνησις τὸ ἐπαγγέλλεται. Μακαρίζω τὴν παρουσίαν τῶν φίλων συμμάχων, ἡ ὁποία κινεῖ τὴν δραστηριότητα τῆς κυβερνήσεως, ὥστε νὰ ἐφαρμόσῃ, ἔπειτα ἀπὸ ἕνα αἰῶνα, πανελλήνιον αἴτημα τοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα). Δὲν πρόκειται, ἑπομένως, νὰ ἐπιμείνω περισσότερον εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἀρχῶν ἀποκεντρώσεως καὶ αὐτοδιοικήσεως, θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ συγκεκριμένου θέματος. Τὸ συγκεκριμένον θέμα, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐνώπιον ἡμῶν, ἠμπορεῖ νὰ κατανεμηθῇ εἰς τρία ζητήματα. Πρῶτον, τὸ ζήτημα τῆς ἀρχῆς, δεύτερον, τὸ ζήτημα τοῦ τρόπου τῆς ἐφαρμογῆς καὶ τρίτον, τὸ ζήτημα τῆς γενομένης ἐφαρμογῆς. Ὑπάρχουν τρία χωριστὰ θέματα πρὸς ἐξέτασιν. Πρῶτον, τὸ ζήτημα τῆς ἀρχῆς. Πρέπει νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομάρχου ἐπὶ θητείᾳ, διοριζομένου ἀπὸ ὑπηρεσιακὸν συμβούλιον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχή, αὐτὸ εἶναι τὸ ἐρώτημα. Κύριοι βουλευταί, διατὶ κατελήξαμεν εἰς αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν; Ἔχομεν καὶ ἡμεῖς, προσωπικῶς, μίαν διοικητικὴν πεῖραν. Συνέβη, ἀμέσως ἔπειτα ἀπὸ τὰς σπουδάς μου, νὰ γίνω νομάρχης. Ἔγινα κατόπιν, ἐπὶ τετραετίαν, Γενικὸς Διοικητὴς καὶ κατόπιν, συνέβη, εἰς δύο περιόδους, νὰ γίνω Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Πέραν τῆς θεωρητικῆς, ἔχω ἀποκτήσει καὶ μίαν πρακτικὴν πεῖραν τοῦ θέματος. Ἡ παράδοσις τοῦ θεσμοῦ εἶναι, ὅτι ὁ νομάρχης ἐκπροσωπεῖ πράγματι τὴν κυβέρνησιν καὶ εἶναι βέβαιον, ὅτι κατὰ τὰς πρώτας δεκαετηρίδας, νομάρχαι διωρίζοντο προσωπικότητες, τέως ὑπουργοὶ ἐγένοντο νομάρχαι, τέως νομάρχαι ἐγένοντο ὑπουργοὶ καὶ τότε, πράγματι, ἡ προσωπικότης τοῦ νομάρχου, εὑρισκομένου εἰς τὸ πλαίσιον τοῦ γοήτρου τῆς κυβερνήσεως, δὲν ὡδήγει εἰς καμμίαν σκέψιν μεταβολῆς. Βαθμιαίως ὅμως, τὸ ἐπίπεδον τοῦ νομάρχου κατέπεσε, καὶ εἰς τὰς ἡμέρας μας ἀπεκτήσαμεν ὅλοι κοινὴν συνείδησιν, ὅτι πρῶται δυνάμεις ἀπέφευγον τὸν διορισμόν. Ὑπάρχουν ἐξαιρέσεις. Θὰ ἤμουν ἄδικος ἐὰν ἐγενίκευα τὸν κανόνα, ὁμιλῶ διὰ τὸν κανόνα, ἀλλὰ ὑπάρχουν ἐξαιρέσεις, τὰς ὁποίας τιμῶ, καὶ ὅλοι ὑμεῖς γνωρίσατε καὶ τιμᾶτε. Ὑπάρχει πτῶσις τοῦ ἐπιπέδου τοῦ νομάρχου. Ἐνθυμοῦμαι, ὅταν ἤμουν ἀκόμη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν, πολλοὶ νέοι, παρακαλούμενοι, δὲν ἐδέχοντο νὰ γίνουν νομάρχαι. Ὑπάρχει, πρῶτον, τὸ ἐπίπεδον τῆς πτώσεως, τῆς ἠθικῆς πτώσεως, δεύτερον, ἡ ἀνεπάρκεια τῶν ἀποδοχῶν καὶ τρίτον, ἡ ἐξάρτησις ἀπὸ τὸ κόμμα. Ὄχι μόνον ἡ ἐξάρτησις ἀπὸ τὸ κόμμα, ὅταν διορίζωνται καὶ ὅταν ἀσκοῦν τὴν ἐξουσίαν, ἀλλά, ὅταν ἀπολύωνται. Ἀφ’ ἧς διορίζονται, εἶναι ἐξηρτημένοι ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τοῦ κόμματος. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, ποῖος νέος, ἔχων βλέψεις διὰ τὸ μέλλον, θὰ ἐγκαταλείπῃ τὸ γραφεῖον του, θὰ δέχεται τὴν θέσιν τοῦ νομάρχου, γνωρίζων, ὅτι ἔπειτα ἀπὸ ὀλίγους μῆνας ἠμπορεῖ νὰ ἀπολυθῇ καὶ νὰ ἐπανέλθῃ χωρὶς συνέχειαν ἐργασίας εἰς τὰς Ἀθήνας ἢ εἰς τὴν ἐπαρχίαν; Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, διαπιστοῦται ἀπροθυμία τῶν πρώτων δυνάμεων. Καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ πραγματικὸν γεγονός, μιᾶς σοβαρᾶς πτώσεως τοῦ ἐπιπέδου τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος προηγουμένως, τόσον ἠρνήθη. Ἡ διαπίστωσις αὐτῆς τῆς πραγματικῆς καταστάσεως, μᾶς ὡδήγησεν εἰς τὴν σκέψιν ὅτι ἔπρεπε νὰ εὕρωμεν λύσιν καὶ ἐφ’ ὅσον θὰ φεύγομεν ἀπὸ τὸν ἐφήμερον κομματικὸν νομάρχην δύο λύσεις ὑπελείποντο, ἢ ὁ μόνιμος νομάρχης, ἢ ὁ νομάρχης ἐπὶ θητείᾳ. Δὲν ἀπεδέχθημεν τὴν ἀρχὴν τοῦ μονίμου νομάρχου, διότι φοβούμεθα, ὅτι τὸ αἴσθημα τῆς μονιμότητος ἐλαττώνει τὴν δημιουργικὴν ἀπόδοσιν. Ὅπως εἶπον καὶ εἰς τὸ συνέδριον τῶν νομαρχῶν, οἱ μόνιμοι φοβοῦνται μόνον τὸν ποινικὸν νόμον καὶ τὸν θάνατον· καὶ οἱ δύο κίνδυνοι διὰ τὴν φαντασίαν τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἀπώτεροι. Χρειάζεται ἡ ἀνησυχία, χρειάζεται νὰ γνωρίζῃ ὅτι κρίνεται, ὅτι θὰ λογοδοτήσῃ καὶ χρειάζεται ἐπίσης, ἡ δυνατότης τῆς ἀνανεώσεως, Διότι ἐὰν ἔπειτα ἀπὸ τὴν θητείαν ὑπάρξουν νέαι δυνάμεις, πρόθυμοι, νὰ ἔχουν τὴν εὐκαιρίαν νὰ μετάσχουν, νὰ μὴ συμβῇ αὐτό, τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς τὰς ἀνωτάτας θέσεις τῶν ὑπουργείων, αἱ ὁποῖαι συνδέονται μὲ ὁλόκληρον τὸν βίον ἑνὸς ἀνθρώπου, μία γενεὰ προσαρμοσμένη εἰς ἕνα ἄνδρα. Ἡ σκέψις αὐτὴ ὡδήγησεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι πρέπει νὰ προτιμήσωμεν τὴν θητείαν, ἀνανεουμένην κατόπιν κρίσεως. Ἔχομεν μάλιστα, ἡμεῖς τὴν γνώμην καὶ εὑρίσκεται ἡ ἐπαγγελία αὐτὴ εἰς τὸ πρόγραμμά μας, ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς θητείας θὰ πρέπει νὰ ἰσχύῃ, ὄχι μόνον διὰ τὸν νομάρχην, ἀλλ’ ἐπίσης καὶ διὰ τὰς ἀνωτάτας θέσεις τῶν ὑπουργείων, διότι μόνον τοιουτοτρόπως ἐξασφαλίζομεν δημιουργικὴν ἐργασίαν καὶ ἀνανέωσιν δυνάμεων. (Χειροκροτήματα). Ἐλπίζω, ὅτι θὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν διοίκησιν ἡ ἀρχὴ τῆς θητείας, διότι εἶναι ἀρχὴ γόνιμος, δημιουργική, ἐπιτρέπει μεγάλας ἐλπίδας, φθάνει νὰ φροντίσωμεν νὰ εἶναι προσεκτικὸς ὁ τρόπος τῆς χρησιμοποιήσεως τῆς ἐφαρμογῆς. Ἀλλὰ τώρα, τίθεται τὸ κρίσιμον, τὸ καίριον ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς διετύπωσαν συνάδελφοι ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἡ κυβέρνησις ἔχει μίαν πολιτικήν. Χρειάζεται ἀνθρώπους τῆς ἐμπιστοσύνης της διὰ νὰ τὴν ἐφαρμόσῃ. Ἐὰν οἱ νομάρχαι εἶναι ἐπὶ θητείᾳ, ἢ μόνιμοι, κατὰ ποῖον τρόπον θὰ γίνουν οἱ ἐκπρόσωποι τῆς κυβερνήσεως οἱ φορεῖς τῶν ἰδεῶν της διὰ νὰ τὰς ἐφαρμόσουν; Ὁ συλλογισμὸς ἔχει μόνον ἐπιφάνειαν, ἀλλὰ δὲν ἔχει ἀλήθειαν εἰς τὸ βάθος καὶ ὁ λόγος εἶναι ὁ ἀκόλουθος: Ἐὰν ὁ συλλογισμὸς ἦτο βάσιμος, θὰ ἴσχυε διὰ τὸ σύνολον τῆς διοικήσεως, θὰ ὡδήγει εἰς τὴν ἄρνησιν τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων. Μὲ τὸν ἴδιον τρόπον θὰ ἠμπορῇ νὰ λεχθῇ πῶς εἶναι δυνατὸν μὲ ὑπαλλήλους μονίμους, ἐξαρτημένους ἀπὸ συμβούλια, μία κυβέρνησις νὰ διεξάγῃ τὴν πολιτικήν της; Ἐὰν ἐπρόκειτο, ἐπὶ τέλους, νὰ ἐξαιρεθῇ τὸ πλῆθος τῶν κατωτέρων ὑπαλλήλων, ὁ συλλογισμὸς θὰ ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ ἰσχύσῃ διὰ τοὺς γενικοὺς διευθυντάς. Πῶς εἶναι δυνατὸν μὲ γενικοὺς διευθυντὰς μονίμους, ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν πολιτικήν του; Καὶ ὅμως, μὲ αὐτοὺς τὴν ἐφαρμόζει καὶ δὲν ὑπῆρξεν οὐδείς, ὁ ὁποῖος διεμαρτυρήθη καὶ ὄχι μόνον εἰς τὴν διοίκησιν, ἡ ὁποία, ἐπὶ τέλους, εἶναι περισσότερον ἐφαρμογὴ νόμων, ἀκόμη καὶ εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, ἡ ὁποία εἶναι αἴσθησις, διαχείρισις ἐξωτερικῶν θεμάτων, ὄχι ἁπλῶς ἐφαρμογὴ νόμων καὶ ἐκεῖ ἡ κυβέρνησις χρησιμοποιεῖ τοὺς ὑπάρχοντας μονίμους πρεσβευτάς. Ἐνῷ ἡ πολιτικὴ τῆς κυβερνήσεως μεταβάλλεται, οἱ πρεσβευταὶ εἶναι μόνιμοι, γίνονται φορεῖς τῆς πολιτικῆς τῆς κυβερνήσεως, διότι εἶναι ὑπάλληλοι τοῦ κράτους, ὀφείλοντες νὰ πειθαρχοῦν εἰς τὰς ἐντολὰς τῆς προϊσταμένης κυβερνήσεως. Ἡ ἀποστολὴ τῶν Ὑπουργῶν τῆς Πολιτείας, δὲν εἶναι νὰ ἀποτελοῦν προσωπικῶς ἔμπιστα ὄργανα, ἀλλὰ νὰ ἀποτελοῦν κρατικῶς ἀξιόπιστα ὄργανα διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διαταγῶν τῆς κυβερνήσεως. Ἰδοὺ διατί, ὅπως εἰς τὴν διπλωματίαν, ὅπως εἰς τὴν ἄλλην διοίκησιν, καθιερώνεται, τρόπον τινά, καὶ εἰς τοὺς νομάρχας, εἰς τοὺς προϊσταμένους τῆς ἐπαρχιακῆς διοικήσεως. Τὸ γεγονός, ὅτι θὰ ἀνήκουν εἰς τὸ κράτος, δὲν ἐμποδίζει, τοὐναντίον τοὺς ὑποχρεώνει νὰ γίνουν ὄργανα τῆς πολιτικῆς τῆς κυβερνήσεως, ὄχι τῆς συναλλαγῆς τῆς κυβερνήσεως. (Χειροκροτήματα). Κύριοι βουλευταί, ὅλοι τὸ γνωρίζομεν, οἱ νομάρχαι, κατὰ κανόνα, ἐκτελοῦν τὰ σημειώματα τῶν κυβερνητικῶν κομματαρχῶν. Ἀπὸ τὸ ἐθνικὸν βῆμα, νὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν διὰ νὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ θεραπεία. Δὲν δύναται ὁ νομάρχης ἐνώπιον τοῦ λαοῦ νὰ παρέχῃ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι διατάσσεται ἀπὸ τὸν κομματάρχην τῆς κυβερνήσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαγγελλώμεθα αὐτοδιοίκησιν, ἐξυγίανσιν τῆς διοικήσεως, ἀναγέννησιν τῆς πατρίδος καὶ νὰ στέλλωμεν ἕνα ἄρχοντα τῆς διοικήσεως, ὄργανον τοῦ κόμματος ἐνώπιον τοῦ λαοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρέχωμεν τὴν εὐχέρειαν τοῦ ἐξευτελισμοῦ τοῦ νομοῦ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ. Αὐτὸ θὰ ἦτο εὐκταῖον νὰ μὴ εἶναι πραγματικότης, ἐφ’ ὅσον ὅμως ὑπῆρξε πραγματικότης, πρέπει νὰ μεταβληθῇ. Καὶ διὰ τοῦτο, ἀποδίδω τιμὴν εἰς τὴν κυβέρνησιν καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τὴν ἀπόφασιν, νὰ θέσῃ εἰς ἐφαρμογὴν τὸν νόμον. Κανεὶς δὲν ἀμφισβητεῖ, ὅτι καὶ ὁ νομάρχης ἐπὶ θητείᾳ θὰ ἔχῃ μειονεκτήματα. Δὲν ὑπάρχουν οὔτε ἀλάθητοι ἄνθρωποι, οὔτε ἀλάθητοι νόμοι, ὑπάρχουν ἁπλῶς, καὶ ἄνθρωποι καὶ νόμοι μὲ ὀλιγώτερα μειονεκτήματα ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, κύριοι βουλευταί, διὰ τοὺς ὁποίους ὀφείλομεν νὰ δεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ δεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομάρχου ἐπὶ θητείᾳ, διοριζομένου ἀπὸ ὑπηρεσιακὸν συμβούλιον. Μετὰ τοῦτο, ὑπάρχουν αἱ διατάξεις αἱ συγκεκριμέναι, αἱ ὁποῖαι ὁρίζουν τὸν χρόνον τῆς θητείας, τριετία λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, πενταετία ἦτο εἰς τὸ ἰδικόν μου σχέδιον. Ὑπάρχουν αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ὁρίζουν τὴν σύνθεσιν τοῦ ὑπηρεσιακοῦ συμβουλίου. Ἄλλη ἦτο ἡ ἰδική μου σύνθεσις, ἄλλη εἶναι ἡ σύνθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀποτελοῦν καὶ αἱ δύο, καθὼς καὶ αἱ ἄλλαι δευτερεύουσαι διατάξεις, θέματα ἄξια μελέτης καὶ νομίζω δεκτικὰ ἐπιλύσεως καὶ τροποποιήσεως. Τὸ οὐσιῶδες εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν εἶναι ἡ ἀρχή, ἡ ἀρχὴ τοῦ νομάρχου ἐπὶ θητείᾳ, διοριζομένου ἀπὸ ὑπηρεσιακὸν συμβούλιον. Πέραν ὅμως καὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν συγκεκριμένων διατάξεων, ἔχει ἀνακύψει καὶ ἄλλο θέμα, ἡ συγκεκριμένη ἐφαρμογή, ὅπως ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν σύστασιν τοῦ ἁρμοδίου ὑπηρεσιακοῦ συμβουλίου. Ἐπιθυμῶ, πρῶτον, νὰ ἀποδώσω δικαιοσύνην εἰς τὴν κυβέρνησιν. Τὸ ὑπηρεσιακὸν συμβούλιον, δὲν συνέστη ἀπὸ φίλους της, συνέστη ἀπὸ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὸν νόμον. Ἑπομένως, διὰ τὰς συγκεκριμένας αὐτὰς περιπτώσεις, μομφὴ ἐναντίον τῆς κυβερνήσεως θὰ ἦτο ἄδικος. Ποία γνώμην ἔχω διὰ τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς; Φρονῶ, ὅτι τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς ἦτο δύσκολον, διότι ὤφειλεν ἐντὸς μικροῦ χρόνου νὰ κρίνῃ μέγαν ἀριθμόν. Θὰ ἦτο πράγματι δυσχερέστατον. Μὲ τὴν καλλιτέραν θέλησιν, ἦτο δύσκολον νὰ ἔχῃ πλήρη ἐπιτυχίαν, ἀλλὰ καὶ αἱ δυσκολίαι αὐταὶ εἶναι συνυφασμέναι μὲ τὸν πρῶτον χρόνον τῆς ἐφαρμογῆς. Δὲν πρόκειται νὰ εἶναι ὁριστικαὶ διὰ τὸν θεσμόν. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ κατέβαλε καλὴν θέλησιν, ἀλλ’ εἶμαι ἐπίσης πεπεισμένος, ὅτι εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις ἔχει πλανηθῆ καὶ θεωρῶ εὐτύχημα, ὅτι καὶ εἰς τὸν τύπον καὶ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἐξεδηλώθησαν διαμαρτυρίαι καὶ ἐπεσημάνθησαν λάθη, τὰ ὁποῖα, εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἡ ἁρμοδία ἐπιτροπὴ θὰ ἐξετάσῃ μὲ ὅλην τὴν προσοχὴν ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς τὸ θέμα, εἰς τρόπον ὥστε, ὅσοι διορισθοῦν νὰ περιβάλλωνται πράγματι μὲ γενικώτερον κῦρος καὶ νὰ εἶναι ἄξιοι τῆς μεγάλης ἀποστολῆς καὶ νὰ ἀποτελέσουν πρωτοπορίαν διὰ τὴν ἐφαρμογὴν ἑνὸς θεσμοῦ, ἀπὸ τὴν εὐόδωσιν τοῦ ὁποίου προσδοκῶμεν ἀναγέννησιν τῆς Διοικήσεως. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, κύριοι βουλευταί, διὰ τοὺς ὁποίους φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ψηφίσῃ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ συζητήσῃ μὲ ἠρεμίαν, χωρὶς τὴν περίεργον ἔξαψιν, ἡ ὁποία μᾶς κατέλαβεν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος, τὰς συγκεκριμένας διατάξεις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἀποδίδει σημασίαν καὶ ἀφήνει νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι, περίπου, δίδει πολιτικὸν χαρακτῆρα εἰς τὴν ψῆφον. Ἡ δήλωσις αὐτή, βεβαίως, δὲν πρόκειται νὰ συγκινήσῃ τὴν ἀντιπολίτευσιν, εἶναι προωρισμένην νὰ συγκινήσῃ τὴν πλειοψηφίαν. Ἀλλὰ τὴν τιμᾷ τὴν κυβέρνησιν τὸ θάρρος, ὅσα νομοσχέδια θεωρεῖ βαρυσήμαντα, θεμελιώδη, νὰ τὰ περιβάλῃ μὲ τὸ κῦρος τῆς ὑπάρξεώς της. Δὲν ἀπετέλεσε τοῦτο συνήθεια εἰς τὸ παρελθὸν καὶ χαίρω, διότι ἐγκαινιάζεται ἀπὸ τοῦδε καὶ εὔχομαι ν’ ἀποτελέσῃ παγίαν συνήθειαν καὶ διὰ τὸ μέλλον. (Χειροκροτήματα).
§49Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν, ἀποτελεῖ ἕνα θαυμάσιον περιεχόμενον ἐντὸς χαρτίνου περιβλήματος. Ἐνῷ ἡ σκέψις, περὶ μονιμότητος τῶν νομαρχῶν, εἶναι σκέψις καθαρῶς Ἑλληνική, ἀναγομένη εἰς περίοδον ἐτῶν πολὺ μακρὰν καὶ ἔχουσαν ὑπὲρ αὐτῆς μεγάλας ἑλληνικάς, εἴτε ἐπιστημονικάς, εἴτε πολιτικάς προσωπικότητας, ἐν τούτοις, κακῶς καὶ ἀτόπως, ἐνεφανίσθη καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς ἕνα ἐκ τῶν νομοσχεδίων τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ σχεδίου Μάρσαλλ. Κατήντησε, κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τοιοῦτον τρόπον, νὰ μὴ ὑπάρχῃ κανένα Ἑλληνικὸν νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον νὰ μὴ θεωρῆται ὡς ἐφαρμογὴ τῆς πολιτικῆς τῆς σχετικῆς μὲ τὸ σχέδιον Μάρσαλλ. Ἐνδεχομένως αὔριον νὰ μᾶς ἔλθῃ κανένα νομοσχέδιον περὶ ὀργανώσεως καὶ λειτουργίας τῶν νεκροταφείων, ὅτι καὶ τοῦτο ἀκόμη θὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ ψηφισθῇ ἐν ὀνόματι τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ σχεδίου Μάρσαλλ. Εἶναι ἀναγκαῖον, κύριοι συνάδελφοι, ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ καθαρίσωμεν τὸ ἔδαφος καὶ τὸ θεωρῶ τοῦτο τοσούτῳ μᾶλλον ἀναγκαῖον, καθ’ ὅσον εἰς μίαν τῶν τελευταίων συνεδριάσεων, ἀπὸ τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων, ἠκούσθησαν περίεργοί τινες ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔπρεπε ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ν’ ἀκουσθοῦν. Τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἀποτελεῖ κακόβουλον διαστρέβλωσιν τῶν, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὑπὸ βουλευτῶν λεχθέντων. Ἐλέχθη δηλαδή, ὑπό τινος τῶν Ὑπουργῶν, ἀξιοῦντος μάλιστα, ὅτι ὁμιλεῖ ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι κατὰ τὴν μελέτην τῶν πρακτικῶν τῶν τελευταίων συνεδριάσεων διεπίστωσεν, ὅτι βουλευταὶ ἐπετέθησαν ἐναντίον τοῦ σχεδίου Μάρσαλλ καὶ ἐξήρθη εἰς ποιοτικὰς ἐξάρσεις διὰ ν’ ἀναπτύξῃ τὸ κοσμοϊστορικὸν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ σχεδίου του. Ἐπειδὴ νομίζω, ὅτι ἴσως εἶμαι ὁ μόνος τῶν βουλευτῶν, ὁ ὁποῖος ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος τούτου, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ βαρύτατον ψεῦδος, οὐδέποτε ἐγώ, ἢ οἱοσδήποτε ἄλλος τῶν συναδέλφων, καθ’ ὅσον τοὐλάχιστον ἐνθυμοῦμαι, ὑπεστήριξεν, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὸ παραμικρὸν ἐναντίον τοῦ σχεδίου Μάρσαλλ, εἴτε ἐναντίον τῆς στενοτέρας συνεργασίας μετὰ τῆς φίλης καὶ συμμάχου χώρας τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς. Τὴν ἰδέαν τῆς παγκοσμίου συνεργασίας ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπιπέδου, εἶχον τὴν τιμὴν πρὸ ἕξη ἐτῶν, ἐξόριστος τότε εἰς τὰς Ἰνδίας καὶ ἀσχολούμενος μὲ τὰ μεταπολεμικὰ προβλήματα ἐν συγγράμματι δημοσιευθέντι ἐν Βομβάῃ, εἰς γλῶσσαν ἀγγλικήν, νὰ ὑποδείξω ὅτι ἔπρεπε ἡ ἀδελφότης ἐν πράξεσι, τὴν ὁποίαν διεκήρυξεν ὁ τότε Πρόεδρος τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς, νὰ μεταβληθῇ εἰς ἔργα καὶ νὰ μεταβληθῇ εἰς τὴν σύμπραξιν καὶ τὴν βοήθειαν, ἰδίως τῶν χωρῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι κατήχοντο ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ καὶ ὑφίσταντο μεγίστας καταστροφάς. Ἑπομένως ἀπὸ μέλος τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, ἐκεῖνο ἀκριβῶς τὸ ὁποῖον κατηγορεῖται ἐπὶ ἀντιδράσει, προῆλθε ἡ ἰδέα αὐτὴ πρὸ ἓξ ἐτῶν ὅταν ἡ Ἑλλὰς ἀκόμη εὑρίσκετο ὑπὸ τὸ πέλμα τοῦ ἐχθροῦ. Ηὐνοήσαμεν καὶ ηὐχήθημεν τὴν παγκόσμιον συνεργασίαν, τὴν ὁποίαν ἐθεωρήσαμεν ἀπαραίτητον δι’ αὐτοὺς τούτους τοὺς μεγάλους. Διότι, κύριοι, ἐπὶ τοῦ διεθνοῦς ἐπιπέδου ἰσχύουν περίπου οἱ ἴδιοι κανόνες, οἱ ὁποῖοι ἰσχύουν καὶ ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ ἐπιπέδου. Ὅπως δηλαδὴ ἡ μεγάλη συσσώρευσις πλούτου εἰς ὀλίγας χεῖρας, εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία προκαλεῖ τὰ ἀνατρεπτικὰ κινήματα, τὰς στάσεις καὶ τὰς ροπὰς ὡρισμένων τάξεων ὅπως ἀποβάλουν οἱ κατέχοντες τὸν πλοῦτον, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον μία συγκέντρωσις πλούτου ἐπὶ τοῦ διεθνοῦς ἐπιπέδου εἰς χεῖρας ὡρισμένων Κρατῶν, εἶναι φυσικὸν σὺν τῷ χρόνῳ νὰ δημιουργήσῃ μίαν συγκέντρωσιν ὅλων τῶν μὴ ἐχόντων. Θὰ ἐδημιουργεῖτο, θὰ ἔλεγον, ἕνα διεθνὲς κομμουνιστικὸν κίνημα ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅμως ὅτι τὰ μέλη τοῦ κομμουνιστικοῦ αὐτοῦ κινήματος δὲν θὰ εἶναι ἄτομα, ἀλλὰ θὰ εἶναι Κράτη. Τὸν κίνδυνον τοῦτον διαβλέποντες καὶ οἱ μεγάλοι ᾐσθάνθησαν τὴν ἀνάγκην τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ τοῦ σχεδίου. Μὴ νομίζετε, κύριοι, ὅτι δισεκατομμύρια δολλάρια δαπανῶνται εἰς βάρος ἑνὸς φορολογουμένου λαοῦ μόνον καὶ μόνον ἀπὸ πρᾶξιν καθαρῶς φιλανθρωπίας. Τοιούτου εἴδους αἰσθηματολογία δὲν συμβαίνει εἰς τὸν κύκλον τῶν Ἐθνῶν, ἀλλὰ ὁρμῶνται ἀπὸ σκέψεις πολιτικῶν καὶ ἠθικῶν συμφερόντων ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὰ δίδουν, διότι ἀντιλαμβάνονται ὅτι δι’ αὐτῶν τῶν ἐνεργειῶν προστατεύουν καλύτερον τὰ ἐθνικά των συμφέροντα. Καὶ ὅταν περίπου πρὸ ἑνὸς ἔτους ἀκριβῶς τὴν 2αν Ἰουλίου 1947 εἰσηγούμην ἐνώπιον ὑμῶν τὸ σχέδιον νόμου περὶ κυρώσεως τῆς Ἑλληνο–Ἀμερικανικῆς Συμφωνίας, ἐπέστησα τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τοῦ προοιμίου τοῦ Ἀμερικανικοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὅτι τοῦτο γίνεται πρὸς προαγωγὴν τῶν συμφερόντων καὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς. Δὲν ἦτο πρᾶξις φιλανθρωπίας, ἦτο πρᾶξις ἀνάγκης, ἦτο πρᾶξις ἰδίου τῆς χώρας ἐκείνης συμφέροντος. Βεβαίως ἐκ τῆς πράξεως αὐτῆς ἐπωφελοῦνται αἱ Εὐρωπαϊκαὶ χῶραι. Βεβαίως εἶναι εὐγνώμονες αἱ Εὐρωπαϊκαὶ χῶραι, διότι ἕνας μεγάλος λαὸς ἐν τῷ αἰσθήματι τῆς φιλαλληλίας, ἐν τῷ αἰσθήματι τῆς διεθνοῦς ἀλληλεγγύης προβαίνει εἰς θυσίας ὑπὲρ ἡμῶν τῶν ἄλλων Εὐρωπαίων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ παραβλέψῃ ὁ Εὐρωπαϊκὸς κόσμος, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι πρᾶξις ἁπλῆς κἂν φιλανθρωπίας, δὲν εἶναι πρᾶξις κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ πράττων αἰσθάνεται ἁπλῶς τὴν ἠθικὴν ἱκανοποίησιν, ὅτι πράττει τὸ καλόν, εἶναι πρᾶξις ὅπως ρητῶς ἐτονίσθη ἀπὸ αὐτοὺς τούτους τοὺς παρέχοντας, εἶναι πρᾶξις καθαρῶς ἰδικοῦ των συμφέροντος.
§50Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρός τινα λέγετε ταῦτα;
§51Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἰδικός μου λογαριασμός. Ἑπομένως, κύριοι, ὅταν κρίνωμεν τὸ Σχέδιον Μάρσαλ, θὰ τὸ κρίνωμεν μόνον ἀπὸ τῆς ἀντικειμενικῆς αὐτοῦ πλευρᾶς. Ἀλλὰ τὸ Σχέδιον Μάρσαλ ὅλοι τὸ ἐπικροτοῦμεν καὶ τὸ θαυμάζομεν καὶ ὅλοι ἐργαζόμεθα διὰ τὴν ἐπιτυχίαν του. Οὐδεὶς ἐθνικόφρων Ἕλλην, οὐδεὶς Ἕλλην βουλευτὴς ὑπεστήριξε ποτέ τι ἐναντίον αὐτῆς τῆς συνεργασίας καὶ ἐναντίον τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Σχεδίου Μάρσαλ. Μόνον μὴ ἐθνικόφρονες εἰς ὅλας τὰς χώρας τοῦ κόσμου, τόσον παρ’ ἡμῖν ὅσον καὶ εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐτέθησαν ἐναντίον τοῦ Σχεδίου Μάρσαλ, διότι τοῦτο εἶναι εἰς βάρος τῶν ἰδικῶν των ἀνατρεπτικῶν σχεδίων. Ἡμεῖς εἴπομεν ὅτι χαίρομεν διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Σχεδίου Μάρσαλ, ἡμεῖς εἴπομεν ὅτι εὐγνωμονοῦμεν διὰ τὴν ἐφαρμογήν του εἰς τὴν χώραν μας, ἀλλὰ εἴπομεν διὰ ποῖον λόγον ἐξαιρεῖται ἡ Ἑλλὰς ἔναντι ὅλων τῶν ἄλλων Κρατῶν τῶν μετεχόντων τῶν αὐτῶν μὲ αὐτὴν παθημάτων. Ἡ Ἑλλὰς ἡ πολεμήσασα καὶ καταστραφεῖσα —ἀλλ’ οὐχὶ ἁπλῶς εἰς τὸν ἀόριστον καὶ παρελθόντα χρόνον— ἡ Ἑλλὰς πολεμῶσα καὶ καταστρεφομένη θὰ εὑρεθῇ εἰς χείρονα μοῖραν ἐν τῇ μεταχειρίσει τοῦ Σχεδίου Μάρσαλ ἀπὸ ὅλας τὰς ἄλλας 15 χώρας καὶ ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὰς τρεῖς ζώνας τῆς Γερμανίας.
§52Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.). Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὸ ποὺ λέγετε νὰ σταθῇ, δοθέντος ὅτι ἤδη ὑπάρχει δήλωσις ὅτι ὅσον ἀφορᾶ τὴν Ἑλλάδα ἡ βοήθεια τοῦ Σχεδίου Μάρσαλ θὰ παραταθῇ καὶ πέραν τοῦ 1952.
§53Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ τοῦ γεγονότος. Ὅταν λάβετε τὸν κόπον ν’ ἀναγνώσετε τὴν Ἑλληνο–Ἀμερικανικὴν συμφωνίαν τῆς 2ας Ἰουλίου 1948, θὰ ἴδητε ὅτι τὸ Σχέδιον Μάρσαλ περιέχει διὰ τὴν Ἑλλάδα εἰδικοὺς ὅρους, οἱ ὁποῖοι δὲν περιέχονται διὰ τὰ ἄλλα Κράτη, τὰ ὁποῖα συνῆψαν παρομοίαν συμφωνίαν. Εἰδικῶς διὰ τὴν Ἑλλάδα ὑπάρχουν ρῆτραι δυνάμει τῶν ὁποίων δύνασθε νὰ λέγετε ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου σχεδίου περὶ Νομαρχῶν ἀποτελεῖ ἐκπλήρωσιν ἀνειλημμένων διεθνῶς ὑποχρεώσεων. Σᾶς ἐρωτῶ: Ἠξίωσαν ἀπὸ τὴν Τουρκίαν, ἡ ὁποία δὲν ἀγωνίζεται, ἡ ὁποία δὲν μάχεται καὶ ἡ ὁποία ἀπολαμβάνει τῶν αὐτῶν ἀκριβῶς μὲ ἡμᾶς ὠφελημάτων, δηλαδὴ τῆς παροχῆς στρατιωτικῆς καὶ οἰκονομικῆς βοηθείας, ἠξίωσαν ἀπὸ τὴν σύμμαχον Τουρκίαν ἐν ὀνόματι τοῦ σχεδίου Μάρσαλ τῆς παροχῆς τῆς βοηθείας ρήτρας παρομοίας μὲ ἐκείνην περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν; Λέγω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιοῦται ἐν ὀνόματι τοῦ σχεδίου Μάρσαλ, ἡ ψήφισις νόμου περὶ μονιμοποιήσεως τῶν Νομαρχῶν; Ἐσκέφθη ποτὲ κανεὶς νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν σᾶς δίδω χρήματα κυρία Τουρκία, ἂν δὲν ψηφίσητε νόμον περὶ Νομαρχῶν; Καὶ διὰ νὰ μὴ συζητῶμεν περὶ Τουρκίας, ἂς πάρωμεν τὴν Γαλλίαν, ὅπου ἰσχύει ἀκόμη τὸ σύστημα τοῦ κομματικοῦ Νομάρχου. Διὰ ποῖον λόγον ὑπάρχει ἡ ἀπειλὴ ὅτι δὲν θὰ δοθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα βοήθεια ἂν δὲν ψηφίσωμεν τὸν νόμον περὶ μονιμοποιήσεως τῶν Νομαρχῶν;
§54Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγένετο αὐτό;
§55Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν δέχομαι διακοπάς.
§56Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ εἶναι σπουδαῖον.
§57Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἡσυχάσητε.
§58Φ. ΖΑΪΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχῃ μία παρεξήγησις, εἰς τὰ ὅσα ἐλέχθησαν. Οὐδεμία ἀξίωσις ὑπάρχει, ἀλλὰ κατὰ τὴν μελέτην τῶν προβλημάτων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν, διὰ τὴν ταχεῖαν ἐφαρμογήν, ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι μεταξὺ αὐτῶν εἶναι καὶ αὐτὸ καὶ ἀπηύθυνε μίαν ἐπιστολήν, εἰς τὴν ὁποίαν λέγει ὅτι αὐτὸ πρέπει νὰ περιληφθῇ.
§59Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κ. ὑπουργέ, νὰ μὴ δεχθῶ τὴν δήλωσίν σας ὡς ἀκριβῆ καὶ τοῦτο διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Διότι γνωρίζετε καὶ γνωρίζω ὅτι, ὅταν ἐγένετο ἡ περιώνυμος ἐπιστολὴ τῆς 15)7)1947 ὁπότε μετεῖχεν καὶ τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκον τότε, εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὸ κείμενον τῆς ἐπιστολῆς, ἡ ὁποία ἑκουσίως καὶ αὐθορμήτως ἐπρόκειτο νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐδόθη μὲ τὴν ἐντολήν, ὅτι τοῦτο ἔπρεπε ἀπαρεγκλίτως νὰ ὑποβληθῇ. Αὐτὰ τὰ διπλωματικὰ προσχήματα, εἶναι γνωστὰ διπλωματικὰ τερτίπια, διὰ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ καλύπτωνται ὡρισμέναι ἀξιώσεις. Πράγματι εἰς ὅλας τὰς διεθνεῖς σχέσεις ὅ,τι κάνουμε, τὸ κάνουμε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὅταν οἱ μικροὶ ζητοῦν κάτι τι, τὸ ὁποῖον οἱ μεγάλοι καταδέχονται νὰ τὸ παράσχουν. Καὶ σᾶς ὑπενθυμίζω ἕνα παρόμοιον περιστατικόν, τὸ ὁποῖον εἶχε συμβῆ μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ἰρλανδίας, εἰς τὸ ὁποῖον το δικαίωμα τῆς Ἀγγλίας νὰ κατέχῃ ὡρισμένους λιμένας τῆς Ἰρλανδίας, ἐχαρακτηρίζετο ὡς μία ὑποχρέωσις τῆς Μ. Βρεταννίας νὰ συντηρῇ, διατηρῇ καὶ ἐπιτηρῇ τὴν ἀσφάλειαν τῶν Ἰρλανδικῶν λιμένων. Καὶ ὅταν κάποτε ἡ Ἰρλανδικὴ Δημοκρατία ἀνορθωθεῖσα εἶπεν ὅτι σᾶς ἀπαλλάσσω αὐτῆς τῆς ὑποχρεώσεως, τότε ἐσηκώθη ὁ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει εὑρισκόμενος Τσῶρτσιλ καὶ εἶπε: Μακάρι νὰ εἴχατε τοιαύτας ὑποχρεώσεις εἰς βάρος τῆς Μ. Βρεταννίας, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τι ἄλλο, διότι ἦτο τοιαύτη ἡ διατύπωσις, ὥστε ἦτο ὑποχρεωμένη ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις νὰ ἀποδεχθῇ τὰς τροποποιήσεις τῆς συμβάσεως, ἐφ’ ὅσον ἀποτελοῦν δικαιώματα τῆς Ἰρλανδίας. Καὶ ὅταν διαρκοῦντος τοῦ πολέμου συνωμολογήθη συμφωνία μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ἀβησσυνίας, ὑποχρεώθη ἡ Ἀβησσυνιακὴ Κυβέρνησις, νὰ δηλώσῃ ὅτι παρακαλεῖ τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν νὰ τῆς παράσχῃ ἐμπειρογνώμονας ἐπὶ τῶν τάδε κεφαλαίων. Ἑπομένως ὅταν θεωρῆται ἀναγκαῖον πρὸς μίαν ξένην πρεσβείαν νὰ ἀνακοινοῦνται σκέψεις ἰδικαί σας, καὶ μᾶς εἴπετε χθὲς ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς ἐπιστολῆς ἀναλαμβάνομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποκτήσωμεν, δικαιώματα, τοῦτο σημαίνει ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ μίαν συμβατικὴν ὑποχρέωσιν, ἀναληφθεῖσαν ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος διὰ τῆς ἠθικῶς καὶ νομικῶς ἀκύρου ἐπιστολῆς τοῦ Ἕλληνος ὑπουργοῦ. Καὶ διὰ νὰ ἀποδείξω τὴν βασιμότητα τῶν συμπερασμάτων μου σᾶς ὑπενθυμίζω ὅτι προχθὲς ἀκόμη, κύριοι, ὑπῆρξεν ἕνα ἁπλούστατον θέμα, περὶ εἰσαγωγῆς τοῦ μαθήματος τῆς πολιτικῆς ἀγωγῆς εἰς τὰ σχολεῖα. Τί τὸ ὑπηρεσιακώτερον; Ἐν τούτοις εἰς τὴν σύσκεψιν, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας μετεῖχον καὶ δύο ἀλλοδαποὶ ἐμπειρογνώμονες, διὰ νὰ γνωμοδοτήσουν καὶ νὰ συγκατατεθοῦν ἵνα εἰσαχθῇ τὸ μάθημα τῆς πολιτικῆς ἀγωγῆς εἰς τὰ σχολεῖα τῆς Ἑλλάδος. Ἂν αὐτὸ τὸ λέγετε ἐφαρμογὴν τοῦ Σχεδίου Μάρσαλ, ἐγὼ λέγω ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ δουλικότητα ἀκατανόητον, διότι τὸ σχέδιον Μάρσαλ, εἶναι ὁμοιόμορφον, δὲν ἔχει ἰδικῶς διατάξεις τοιούτου εἴδους διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ὀφείλω νὰ κάνω μίαν διάκρισιν ὑπὲρ τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Πολλάκις τὸν ἐπέκρινα, ἀλλὰ ὑπῆρξε πολιτικώτερος καὶ διπλωματικώτερος τῶν συναδέλφων του, διότι κατὰ τὴν δραματικὴν ἐκείνην ὁλονύκτιον συνεδρίασιν, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν ὅτι, κύριοι, σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον μοῦ κάμνετε, διότι μοῦ δίδετε ὅπλον διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ διαπραγματευθῶ μὲ τοὺς συμμάχους μας, ὥστε νὰ ἀπαλλαγῶμεν τῶν πράγματι ἐξαιρετικὰ ἐπαχθῶν εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος ὅρων. Διότι, εἴτε δὲν εἶχε τὸν καιρὸν νὰ ἀναγνώσῃ, εἴτε διότι δὲν εἶχε τὸ ἠθικὸν σθένος τὴν πρωΐαν τῆς δευτέρας Ἰουλίου νὰ ἀντισταθῇ εἰς τὸ ὑποβληθὲν εἰς αὐτὴν κείμενον, τὸ ὁποῖον διέφερεν οὐσιωδῶς ἀπὸ τὰ κείμενα, τὰ ὁποῖα ὑπέγραψαν τὰ ἄλλα Κράτη τοῦ Σχεδίου Μάρσαλλ, ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ ὑπογράψῃ αὐτὸ τὸ καταθλιπτικὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα ἔγγραφον, διὰ τὸ ὁποῖον εἰσάγονται ξένα πρόσωπα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Διοίκησιν μὲ ἀποτέλεσμα, ὅτι εὑρισκόμεθα σήμερον εἰς τὴν ἀθλίαν αὐτὴν κατάστασιν ἀπὸ ἀπόψεως εἰσαγωγῶν, λόγῳ τῆς ἀπολύτου ἀνεπαρκείας τῆς διευθύνσεως τῶν διοικούντων τὸ ἐξωτερικὸν ἐμπόριον ἀλλοδαπῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζουν τὸ θέμα τῶν ἑλληνικῶν εἰσαγωγῶν καὶ ἐξαγωγῶν. Εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ σημείου, ὥστε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Δημοσίων Ἔργων νὰ εὑρίσκεται ὑπὸ διάλυσιν καὶ πρὸ τοῦ σημείου, καθ’ ὅ, ἀνώτατοι δημόσιοι ὑπάλληλοι ἠναγκάσθησαν νὰ ὑποβάλουν παραίτησιν καὶ νὰ στερηθῇ οὕτως ἡ ἑλληνικὴ ὑπηρεσία κοσμημάτων τῆς ἑλληνικῆς τεχνικῆς. Εὑρισκόμεθα πρὸ ἀποπείρας διαλύσεως τοῦ Ἱδρύματος τῶν Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων, ἂν δὲν ληφθοῦν μέτρα. Καὶ ἂν δὲν παρενέβαινεν ὁ νέος ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὁ ὁποῖος ἀποπειρᾶται νὰ γίνῃ ὑπουργὸς τῶν ὑφισταμένων του, διότι οἱ ὑφιστάμενοι ἦσαν προϊστάμενοι καὶ νὰ δώσῃ κάποιον ρυθμὸν εἰς τὸ ζήτημα τῶν εἰσαγωγῶν, θὰ εὑρισκώμεθα πρὸ τοιαύτης κρίσεως, ὥστε ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸ τέλος τοῦ οἰκον. ἔτους 1949–50 νὰ μὴ χρησιμοποιῇ 90 ἑκατ. δολλάρια, δηλαδὴ 1 δισ. δραχμάς, τὰ ὁποῖα ἔμενον ἀχρησιμοποίητα, μὲ καταστρεπτικὰς συνεπείας. Ἡ πρώτη θὰ ἦτο ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς θὰ ἔληγε μὲ ἔλλειμμα 1 δισ., ἡ δευτέρα ὅτι θὰ εἴχομεν μίαν κρίσιν τροφίμων, καὶ ἡ τρίτη ὅτι θὰ ἐξήγετο τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀπορροφήσῃ τὰ ἑκάστοτε καθοριζόμενα ποσὰ ἐκ τοῦ σχεδίου Μάρσαλλ καί, ἑπομένως, εἰς τὸ ἑπόμενον ἔτος θὰ ἔπρεπε νὰ ἐλαττωθοῦν ταῦτα. Χάρις εἰς τὴν ἔντονον ἐπέμβασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἐσώθημεν ἀπὸ τὴν κατάστασιν αὐτήν, τὸ γε νῦν ἔχον. Ἐκτὸς τούτων, ἀπειλεῖται, ἂν δὲν ληφθοῦν μέτρα, ἡ διάλυσις τῆς τριατατικῆς ὑπηρεσίας, γνωρίζετε τὰ φημολογούμενα. Ἑπομένως, ἐν ὄψει πάντων τούτων, θὰ ἔπρεπε νὰ σκεφθῶμεν ἄλλην μίαν φοράν, ἂν δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν, ἀφοῦ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ τὸ κάνῃ, ἡμεῖς τοὐλάχιστον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ ὅπλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐζήτησε πέρυσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ διαπραγματευθῇ κάπως καὶ νὰ δοῦμεν ὡς πότε θὰ βαστάξῃ ἡ κατάστασις αὐτή. Ἕως πότε πρόκειται διὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ μαθήματος τῆς πολιτικῆς ἀγωγῆς εἰς τὰ σχολεῖα, νὰ ζητῶμεν τὴν γνώμην τῶν ἀλλοδαπῶν. Ἕως πότε θὰ μᾶς εἰσάγωνται διοικητικὰ νομοσχέδια ἀπὸ νέους, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουν τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν καὶ τὰς ἑλληνικὰς συνηθείας. Ἕως πότε τὸν κώδικα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων θὰ μᾶς τὸν συντάσσουν ἐπιτροπαί ξένων, οἱ ὁποῖοι θὰ μᾶς ὑποβάλλουν νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα, ἂν ἔλθουν ἐνώπιόν σας, θὰ ἐξεπλήττεσθε καὶ θὰ ἐξερρηγνύεσθε εἰς καγχασμούς. Παρακαλῶ, λοιπόν, νὰ τερματισθῇ αὐτὸ τὸ τροπάριον καὶ ἡ δημαγωγία. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν εἶναι ἀντίθετος τοῦ Σχεδίου Μάρσαλλ. Ὅλοι μας εἴμεθα παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς καὶ τῶν εὐρωπαϊκῶν κρατῶν, διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ πράγματι σωτηρίου διὰ τὴν ἀνθρωπότητα προγράμματος.
§60Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Οὐδέποτε, κύριε συνάδελφε, ἐλέχθη τὸ ἐναντίον. Νομίζω, ὅτι ἔχουν παρανοήσει τὰ πράγματα.
§61Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δυστυχῶς, ὁ συνάδελφός σας ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν....
§62Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Οὐδείς, οὐδέποτε, ἐφαντάσθη.
§63Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Χαίρω πολύ, διότι διαπιστοῦται καὶ αἴρετε τὴν ὕβριν, ἡ ὁποία ἐξετοξεύθη ἐναντίον μας, ὅτι ἡμεῖς ἀντιδρῶμεν εἰς τὸ Σχέδιον Μάρσαλλ. Πλὴν ὅμως, διαπιστοῦται ὅτι ὑπάρχουν Ἕλληνες πολῖται καὶ ραγιάδες. Ἀνήκομεν εἰς τοὺς πολιτευομένους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι σκέπτονται, ὅτι ὁ μόνος τρόπος διὰ τὰ ἀνώτατα ἀξιώματα, εἶναι ἡ ὁδὸς τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ὅτι διὰ τῆς ἐκλογῆς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνερχώμεθα εἰς τὰ ἀνώτατα ἀξιώματα. (Χειροκροτήματα). Δὲν ἀνήκομεν εἰς πολιτικούς, οἱ ὁποῖοι καταφεύγουν εἰς τὰ ταπεινὰ μέσα τῆς ψευδοῦς καταδόσεως, Ἑλλήνων πολιτευομένων, ὅπως συνέβη καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἰς βάρος Ἀρχηγοῦ Κόμματος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως συμβαίνῃ τώρα μὲ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι κατεδόθημεν ψευδῶς εἰς τοὺς συμμάχους, ἄλλοτε μὲν ὅτι πολεμοῦμεν τὸ σχέδιον Μάρσαλλ καὶ ἄλλοτε ὅτι εἴμεθα ἀντιαμερικανοὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ὑπεστηρίξαμεν τόσον τὸ Σχέδιον Μάρσαλλ. Αὐτὰ τὰ μαθήματα, κύριοι ἐν τῇ Κυβερνήσει, δὲν πρέπει νὰ τὰ λησμονῆτε, διότι οὐδέποτε ἡμεῖς θὰ ἐπιδιώξωμεν διὰ τοιούτων μεθόδων τὴν κατάληψιν ἀξιωμάτων, καὶ πρὸ παντὸς νὰ κάνωμεν ψευδεῖς καταδόσεις εἰς βάρος συναδέλφων, διότι διὰ τῶν ψευδῶν καταδόσεων δημιουργεῖται ἕνας μέγιστος διχασμὸς τοῦ Ἔθνους. Τὰ πράγματα αὐτὰ εἶναι ἀνάξια Ἑλλήνων πολιτευομένων. Ταῦτα, κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω, ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ.
§64Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Ἐν τῷ θέματι αὐτῷ, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖτε, σᾶς ἔκαμα μίαν διακοπήν, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὑπερβάλλετε.
§65Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Χαίρω πολύ, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπιδοκιμάζει αὐτά, τὰ ὁποῖα θὰ ἀνέφερον, ἀλλά, ἀτυχῶς, ὁ ἐν λόγῳ ὑπουργὸς μετεχειρίσθη τὴν φράσιν αὐτὴν διὰ τῶν ἑξῆς: «........ (ἀναγινώσκει) ........». Χαίρω πολύ, διότι ἡ Κυβέρνησις σήμερον, δι’ ἑνὸς ἀξιοτίμου μέλους της, λέγει, ὅτι τοιαῦτα πράγματα οὐδέποτε ἐλέχθησαν. Νομίζω, ἀξιότιμε κ. ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι θὰ ἀναγνώσῃ αὐτὰ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν, ὁ συνάδελφός σας, διότι οἱ νέοι πολιτευόμενοι πρέπει νὰ λαμβάνουν ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς παλαιοτέρους μερικὰ μαθήματα, ἠθικῆς πολιτικῆς, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων, ὀφείλουν νὰ ἀνέρχωνται εἰς τὴν ἀρχήν.
§66Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἔχετε ὑπερβῆ κάθε ὅριον εὐπρεπείας. Οὐδέποτε ἠκολουθήθη ἡ ὁδὸς τῶν Πρεσβειῶν καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἐλέχθησαν ὡρισμένα πράγματα περὶ ὑμῶν, ὅτι ἐγένετο κριτική, εἴχατε τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαντήσητε ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἡ φρασεολογία σας εἶναι ἀπαράδεκτος.
§67Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν δύναμαι, παρὰ νὰ συνταχθῶ μὲ τὸν συνάδελφον κ. Καλλίαν.
§68Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, διατὶ παρενέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς τοιαύτην συζήτησιν. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ θέμα τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ ἰδέα, κύριοι, τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ τῆς ἀποκεντρώσεως, ἀπασχολεῖ ὅλα τὰ πολιτικὰ κόμματα ἀπὸ τὸ 1919. Ἡ τότε Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων, κατήρτισε, παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ Ἐσωτερικῶν, μίαν ἐπιτροπὴν διοικητικῶν κωδίκων, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνέθεσε τὴν μελέτην τῶν διοικητικῶν θεμάτων, καὶ κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς 20ῆς Μαΐου 1919, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν Ρακτιβάν, ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἐπιληφθῇ ἀμέσως τοῦ ζητήματος τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ ἀποκεντρώσεως. Ὅταν ἔπεσεν ἡ Κυβέρνησις Βενιζέλου καὶ ἦλθεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, τότε ἡ ἐπιτροπὴ διοικητικῶν κωδίκων ἀνεσχηματίσθη καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν τιμὴν νὰ μὲ περιβάλλῃ μὲ ἰδιαιτέραν ἐκτίμησιν, μὲ ὠνόμασε μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης καὶ συγχρόνως ἐξεδήλωνε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἀναπτύξω εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὰς ἀπόψεις του ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῆς διοικήσεως. Ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐγένετο, ἀπετελέσθη καὶ ἀπὸ δύο ἀειμνήστους φίλους μας, τὸν τότε ................, ὁ ὁποῖος καὶ προήδρευε τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὸν ὑποφαινόμενον, οἱ ὁποῖοι ἠκούσαμεν τὰς ἀπόψεις τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς 13.2.1921, ὁ Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, κ. .............. μὲ παρεκάλεσε νὰ ἀναπτύξω εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὰς ἀπόψεις, τὰς ὁποίας μᾶς ἐξέθηκεν ὁ τότε Πρωθυπουργὸς καὶ ἡ πρώτη φράσις, ἡ ὁποία διετυπώθη ἦτο ἡ ἑξῆς: «........ (ἀναγινώσκει) ........». Βλέπετε, λοιπόν, Κύριοι, διακρίνει Δῆμον, ἀστικὸν καὶ ἀγροτικόν, καὶ δίδει διάφορον ἁρμοδιότητα, εἰς ἑκατέραν τῶν κατηγοριῶν. Βλέπετε, λοιπόν, κύριοι, ἀπὸ τῆς παρατάξεως ταύτης, τῆς Δεξιᾶς, δύνασθε νὰ εἶσθε ὑπερήφανοι, ὅτι ὁ ἱδρυτὴς τοῦ Κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκετε, εἶναι ἐκ τῶν πρώτων, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν τὴν αὐτοδιοίκησιν καὶ τὴν ἀποκέντρωσιν, καὶ ὅτι ὅλοι οἱ μετέπειτα ἀποτελοῦν ἀντιγραφὴν αὐτῶν τῶν σοφῶν σκέψεων ἑνὸς μεγάλου πολιτικοῦ ἀνδρός. Δὲν ἔπρεπε, ἑπομένως, νομίζω, νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀντίδρασις αὐτή, ἐπὶ ἑνὸς νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατόν, νὰ φέρῃ, ἐὰν ὁ θάνατος δὲν τὸν ἀπεμάκρυνεν ἀφ’ ἡμῶν, τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἱδρυτοῦ τοῦ Κόμματος εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκετε, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον πράγματι τὸ πρόγραμμα τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς μὲν ἀνεγνώσαμεν, ἄλλοι δὲ ἰσχυρίσθησαν ὅτι δὲν ἀνέγνωσαν, ἀλλὰ ἐδέχθησαν νὰ ἐκλεγοῦν ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ προγράμματος αὐτοῦ, θέτει ἀκριβῶς αὐτὰς τὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας σήμερον ἐνσωματώνει τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Κύριοι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ εἰδικώτερον θέμα, τῆς μονιμότητος τῶν Νομαρχῶν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος. Ἤμην σύμφωνος, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν εὑρισκόμην εἰς τὰ φοιτητικὰ ἑδώλια, καὶ ὁ ἀείμνηστος διδάσκαλός μου Γ. Ἀγγελόπουλος ἔλεγεν, ὅτι ὁ Νομάρχης εἶναι ὁ ὀφθαλμὸς τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ Νομῷ καὶ ὅταν ἔλεγε τοῦτο δὲν ἤθελε νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι ὀφθαλμὸς τοῦ Κόμματος, ἀλλὰ τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ Κράτους. Αὐτὴν τὴν ἰδέαν εὗρον καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ἰδέαν ἤσκησα κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς ἀνδρικῆς ζωῆς τὰ ἔργα τοῦ Νομάρχου καὶ τὰ ἤσκησα εἰς μίαν ἡλικίαν, ἡ ὁποία θεωρεῖται σήμερον ἀκατάλληλος. Καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μόλις θὰ εἶχε κλείσει τὸ 30–31 ἔτος τῆς ἡλικίας του, καὶ ἐγὼ μόλις ἤμην 25 ἐτῶν, ὅταν ἔγινα Νομάρχης, καὶ νομίζω ὅτι οὔτε ἐκεῖνος, οὔτε ἐγώ, ἀπηλαύσαμεν ὀλιγωτέρου σεβασμοῦ, ἀπὸ τοὺς παρ’ ἡμῶν διοικουμένους, ἀπὸ τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον ἀπελάμβανον οἱ πρὸ ἡμῶν ἑξηκοντούτηδες Νομάρχαι. Διότι, κύριοι, τὸν σεβασμὸν δὲν τὸν ἐμπνέει ἡ ἡλικία, ἀλλὰ ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος καὶ ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἀσκοῦνται τὰ νομαρχιακὰ καθήκοντα. Καὶ ἡμεῖς, τότε, νέοι ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ἤλθομεν μὲ εὐγενεῖς φιλοδοξίας ἐδῶ, ὄχι διὰ νὰ γίνωμεν ὄργανα τοῦ Κόμματος, ἀλλὰ τοῦ Κράτους, διὰ νὰ δώσωμεν μίαν τιμίαν καὶ πιστὴν διοίκησιν. Καὶ ἐνθυμοῦμαι τὰς διαμαρτυρίας, τὰς ὁποίας εἷς ἀδελφικός μου φίλος, βουλευτὴς τῆς περιφερείας, τῆς ὁποίας ἔτυχε νὰ εἶμαι Νομάρχης, μοῦ ἔκαμε, καὶ τὰ παράπονα, διότι τὰς ἐπιστολὰς τῶν ἀντιπροσώπων του καὶ τὰς ἰδικάς του, ἐνώπιον αὐτῶν τούτων τῶν κομιστῶν τὰς ἐξέσχιζον, χωρὶς νὰ τὰς ἀναγνώσω, καὶ τοῦ ἀπήντησα ὅτι, αὐτὸς εἶναι ὁ καλλίτερος τρόπος διὰ νὰ ἀποκτήσωμεν κόμμα. Σᾶς τὸ λέγω αὐτό, διότι τὰ Κόμματα δὲν ἀποκτῶνται διὰ τῆς ἱκανοποιήσεως ἀνόμων αἰτημάτων κομματικῶν φίλων, οὔτε ἑδραιοῦνται ταῦτα, ὅταν βλέπῃ ὁ πολίτης ὅτι διὰ τὴν ἁπλουστέραν ὑπόθεσιν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τὸ γράμμα τοῦ κυβερνητικοῦ βουλευτοῦ διὰ νὰ τελειώσῃ ἡ δουλειά του. Δὲν εἶναι τρόπος αὐτός. Τὰ κόμματα, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καταστρέφονται, ἐξυπηρετοῦν ὡρισμένα ἄτομα, ἀλλὰ ἡ φήμη τοῦ Κόμματος ἐνώπιον τῶν πολιτῶν, εἶναι τελείως κατεστραμμένη. Μόνον τότε τὰ κόμματα ἐνισχύονται, ὅταν ἀποκτοῦν συνείδησιν οἱ πολῖται, ὅτι δὲν κυβερνᾶ τὸ κόμμα, ἀλλὰ τὸ Κράτος.
§69Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Δὲν σᾶς διώρισεν σᾶς Κόμμα;
§70Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Μάλιστα, μὲ διώρισε Κόμμα καὶ ἀνήκομεν, πράγματι, τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἰς τὸ Κόμμα, τὸ ὁποῖον μᾶς διώρισεν, ἀλλ’ ἠσκήσαμεν τὰ καθήκοντά μας κατὰ τρόπον ξένον πρὸς τὸ Κόμμα, τὸ ὁποῖον μᾶς διώρισεν. Εἴμεθα Νομάρχαι τοῦ Κράτους καὶ ὄχι Νομάρχαι τοῦ Κόμματος, ἐξελέγημεν ἀπὸ τὸ Κόμμα, ἀλλὰ μακρὰν τοῦ Κόμματος διοικήσαμεν. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι Κυβέρνησις, δὲν εἶναι Κόμμα. Ἡ ἔννοια τοῦ Κόμματος συμπίπτει μόνον εἰς τὰ ὁλοκληρωτικὰ καθεστῶτα. Ἐκεῖ μόνον εἶναι τὸ Κόμμα Κράτος καὶ τὸ Κράτος Κόμμα. Εἰς τὰ Κοινοβουλευτικὰ καθεστῶτα ἡ Κυβέρνησις προέρχεται ἐκ Κόμματος, Κόμμα εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐκλέγει τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι Κόμμα, ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖ τὴν κρατικὴν ἐξουσίαν, καὶ μόνον τότε δύναται νὰ σταθῇ ἠθικῶς, ὅταν κατορθώσῃ νὰ μὴ κάμῃ μόνον τὰς φαύλους κομματικὰς ἀξιώσεις, τῶν κομματικῶν της φίλων, δηλαδὴ διὰ νὰ κάμῃ τὴν δουλειὰν ὁ ἀντιπολιτευόμενος πολίτης, νὰ πρέπει νὰ καταφύγῃ εἰς τὸν συμπολιτευόμενον βουλευτήν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κύριοι, καὶ ἡ Κυβέρνησις καταπίπτει καὶ τὸ Κράτος καταπίπτει. Καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, θὰ πρέπει νὰ πεισθῶμεν, ὅτι πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ μεταβάλλωμεν ἰδέας. Καὶ ἐδῶ, κάμνω μίαν παρέκβασιν, ἡ ὁποία εἶναι ἐπίσης ὑπὲρ τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῆς χθεσινῆς του ἐμφανίσεως. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω, ὅτι παρατηρῶ μίαν ἔναρξιν, μιᾶς μεταβολῆς, εἰς τὴν τακτικήν του. Θὰ ἔλεγον, εἷς αὐτοπεριορισμὸς πλέον, τῆς μέχρι τοῦδε κομματικῆς διαθέσεώς του, καὶ μία προσπάθεια ὅπως καθαρθῇ ἀπὸ τὸ κομματικὸν ἄγος καὶ εἰσέλθῃ εἰς μίαν ὁδὸν νεωτέρων πολιτικῶν ἀντιλήψεων. Λοιπόν, ἐὰν πράγματι ἀκολουθήσῃ αὐτὴν τὴν ὁδόν, καθὼς καὶ οἱ ὀπαδοί του, πρέπει νὰ εἶναι βέβαιοι, ὅτι εἶναι δυνατόν, ἴσως, νὰ ἐλαττώσῃ κατά τι ἢ νὰ ἐκμηδενίσῃ τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν προσεκόμισεν ἡ ἐπὶ τριετίαν κομματικὴ διοίκησις. Διότι, δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι, νὰ παρίδῃ κανεὶς ἐξ ἡμῶν, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν, ἐπανήλθομεν εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς μᾶλλον μελανῆς φαυλοκρατίας, δὲν ὑπῆρξεν Κράτος, ὑπῆρξε μόνον Κόμμα. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν δὲν ἠμποροῦσε κανεὶς πολίτης νὰ κάμῃ τίποτε, καὶ ἡ παραμικροτέρα ἐκδήλωσις τῶν ὑπηρεσιῶν πρὸς τὸν πολίτην, ἔπρεπε νὰ ἐξαρτηθῇ ἀπὸ σημείωμα κυβερνητικοῦ βουλευτοῦ. Λοιπόν, εἶναι καιρός, ἴσως καὶ σήμερον ἀκόμη, νὰ μετανοήσωμεν, νὰ ὁμολογήσωμεν τὰς ἁμαρτίας μας καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς νέαν ὁδόν, καὶ τὴν νέαν αὐτὴν ὁδὸν τὴν τέμνει πράγματι τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Ἐλέχθη, κύριοι, ὅτι ὁ Νομάρχης εἶναι ὄργανον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πρέπει νὰ εἶναι τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελῇ τὰς ἀποφάσεις καὶ τοὺς νόμους τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ διὰ ποῖον λόγον δὲν λέγεται ὅτι ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος πρέπει νὰ εἶναι τοῦ Κόμματος, τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ ἐκτελῇ τοὺς οἰκονομικοὺς νόμους; Καί, διὰ ποῖον λόγον, τὸ ἴδιον δὲν πρέπει νὰ ἰσχύῃ καὶ διὰ τοὺς διδασκάλους, τοὺς γεωπόνους καὶ τοὺς δασικοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἐκτελοῦν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ πρέπει νὰ εἶναι πρόσωπα τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν. Φθάνομεν κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν εἰς τὸ καθεστὼς τοῦ πρὸ τοῦ ἔτους 1910, τὸ ὁποῖον ὑπὸ πάντων, τότε, κατεκρίθη. Τὸ καθεστὼς αὐτό, δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι, νὰ ἐξακολουθήσῃ. Ἔγινε ἐπανάστασις διὰ νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν μονιμότητα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Αὕτη ἔφερε πραγματικὰ ἀποτελέσματα καὶ ἐὰν τὰ ὑπηρεσιακὰ συμβούλια δὲν ὑπῆρξαν σύμφωνα μὲ τὸν προορισμόν των καὶ ἐγένοντο ὑπ’ αὐτῶν παραβάσεις, πάντως ἐγὼ προτιμῶ αὐτὰς τὰς μικρὰς παραλείψεις καὶ σφάλματα ἀπὸ τὴν κακὴν ἐπέμβασιν τοῦ κομματάρχου Ὑπουργοῦ εἰς τὰ ἔργα τῆς διοικήσεως. Ἐπεκρίθη, λοιπόν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἠθέλησε τὸν Νομάρχην μόνιμον, ἢ μᾶλλον εἶναι μόνιμος. Τὸν ἐπέκρινα, διότι δὲν τὸν ἠθέλησε πλήρως μόνιμον. Τὴν ἰδέαν τοῦ μονίμου τὴν ὑπεστήριξα ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Συνταγματικῆς. Ὁ κ. Ὑπουργός, ἴσως νὰ ἐδίσταζε νὰ δεχθῇ τὴν πλήρη μονιμότητα. Σέβομαι τὸν δισταγμόν του. Θὰ ἔπρεπε, πράγματι, νὰ δοκιμάσωμεν πρῶτον, ἀπὸ τὴν στιγμήν, ὅμως, κατὰ τὴν ὁποίαν μετὰ μίαν τριετῆ δοκιμασίαν ἐπιτύχῃ, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ μονιμοποίησίς του κατόπιν. Ὥστε νὰ εἶναι ξένος πρὸς πάντα κομματικὸν δεσμόν, μόνον τότε ὁ Νομάρχης θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσκήσῃ τὸ ὑπέρτατον ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον τοῦ δίδει ὁ νόμος, νὰ εἶναι ὁ ὑπέρτατος ἄρχων τοῦ Νομοῦ, ὁ ἀσκῶν τὴν ἐποπτείαν ἐπὶ πασῶν τῶν ἐν τῷ Νομῷ ἀρχῶν, πλὴν τῶν δικαστικῶν καὶ τῶν στρατιωτικῶν, ὅπως λέγῃ ὁ νόμος περὶ καθηκόντων τῶν Νομαρχῶν. Ἀλλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπεκρίθη, διότι ἀνέθεσε τὸ ἔργον τοῦτο εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ κάμῃ καταλληλοτέραν ἐπιτροπήν. Τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς μετέσχον καὶ ἐκπρόσωποι λαϊκῶν τάξεων. Νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ μίαν πρωτοτυπίαν ἀξίαν λόγου, πρωτοτυπίαν ἀξίαν μιμήσεως. Ἐπεκρίθη ὁ κατάλογος τῶν Νομαρχῶν, τὸν ὁποῖον ἡ Ἐπιτροπὴ εἰσηγήθη καὶ ἐπεκρίθησαν μάλιστα καὶ ὡρισμένα πρόσωπα, τὰ ἀποτελέσαντα τὴν ἐπιτροπήν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐξάρω τὸ πρόσωπον τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἑνὸς παλαιοῦ ἐντίμου ὑπαλλήλου, ἀξίου παντὸς σεβασμοῦ καὶ πάσης ἐκτιμήσεως, ξένου πρὸς πάντα κομματικὸν δεσμόν, ἀνθρώπου, τὸν ὁποῖον ἐγὼ θεωρῶ ἀνίκανον καὶ τῆς παραμικρᾶς κομματικῆς σκέψεως. Ἠμπορεῖ ὡς ἄνθρωπος νὰ ἐπλανήθη περὶ τὸ α ἢ β πρόσωπον, ἀλλὰ νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι πρόκειται περὶ πλάνης ἀνθρωπίνης, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτεθῶμεν ὅλοι, ἀλλὰ οὐδέποτε ἐνήργησε δολίως κομματικὰς πράξεις καὶ παραλείψεις. Ἐπίσης ὅλα τὰ πρόσωπα, τὰ προερχόμενα ἐκ τοῦ δημοσίου βίου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθοῦν ὡς ἀκαταλλήλως μετασχόντα τῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ ἐπίσης, ὀρθοτάτη ὑπῆρξεν ἡ διακοπὴ τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως χθές, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐπικρίσεις, τὰς ἀφορώσας τοὺς ἐκπροσώπους τῶν ἐργατικῶν καὶ γεωργικῶν τάξεων, διότι, ὅπως εἶπεν ὁ προλαλήσας κ. συνάδελφος, διότι μετέσχον καὶ ἐκπρόσωποι τῶν δύο αὐτῶν τάξεων, δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Νομάρχης νὰ διοικήσῃ προσηκόντως τοὺς ἐργάτας καὶ τοὺς γεωργούς, ἐφ’ ὅσον, τάχα, ἀντιπρόσωποι τῶν δύο τάξεων τὸν ἐξέλεξαν. Αὐτὸ δὲν εἶναι σοβαρόν. Ἐὰν ἔγιναν ἀνθρώπινα λάθη, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διορθωθοῦν καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτυχὴς ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ νὰ διορθώσῃ τὰ λάθη αὐτά. Ὁ τρόπος, δηλαδή, τῆς ὑποβολῆς καὶ αὖθις ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν ἰδίων προσώπων, τῶν ἅπαξ κριθέντων, θὰ ἀπετέλει μίαν προσβολὴν τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἤδη ἔκριναν. Καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς μου, ἀντὶ τούτου νὰ εἰσαγάγῃ τὸ VETO, νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δικαιοῦται ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους προτείνει ἡ Ἐπιτροπή, νὰ ἀπορρίψῃ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν κρίσιν δὲν εἶναι κατάλληλοι. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ καὶ μίαν σχετικὴν πολιτικὴν εὐθύνην διὰ τὰ πρόσωπα καὶ νὰ μὴ ἀναγκάσῃ τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ ἀνακαλέσῃ διὰ νεωτέρας της ἀποφάσεως ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀποφασισθῆ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, εἰσαγομένου τοῦ VETO ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ διαγραφομένων κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως τῶν μὴ καταλλήλων, θὰ ἔπρεπε νὰ κληθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ προτείνῃ ἄλλους ἱκανωτέρους, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ὁ τελικὸς διορισμός. Δὲν πρέπει νὰ ἀγνοῆτε, κύριοι βουλευταί, ὅπως μὲ διαβεβαίωσε μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ὑλικὸν τῶν ὑποβαλόντων τὰς αἰτήσεις ἦτο κατώτερον τοῦ ἀναμενομένου. Μὴ ἀπατᾶσθε. Εὑρισκόμεθα εἰς μίαν ἐποχὴν πτώσεως ὅλων τῶν ἀξιῶν καὶ εἶναι φυσικὸν νὰ κατέπεσε καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ Νομάρχου. Καὶ λόγῳ τοῦ ὅτι ὁ μισθὸς δὲν εἶναι καλὸς καὶ ἐκ διαφόρων ἄλλων ὅρων τῆς ζωῆς, εἶναι φυσικὸν πρόσωπα ἀξίας νὰ μὴ δέχωνται νὰ γίνουν Νομάρχαι. Ἐπίσης λόγῳ τῶν ἐκτάκτων διεθνῶν γεγονότων ἐπὶ δεκαετίαν, διεκόπη ἡ ἔλευσις ἐξ Εὐρώπης ἐπιστημόνων, οἱ ὁποῖοι ἔδιδον ἄλλοτε ἓν μικρόν, ἀλλ’ ἄξιον λόγου φυτώριον νέων Νομαρχῶν. Ἐπὶ μίαν δεκαετίαν δὲν ἔχομεν νέα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ εἶχον μὲν τὴν πεῖραν, θὰ εἶχον ὅμως τὴν θεωρητικὴν μόρφωσιν, ἀλλὰ θὰ εἶχον πρὸ παντὸς τὴν εὐγενῆ φιλοδοξίαν νὰ γίνουν καλοὶ Νομάρχαι καὶ ὄχι κομματάρχαι. Ἐξ αὐτῶν τῶν λόγων περιεστάλη ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξίων λόγου ὑποψηφίων Νομαρχῶν. Ἐὰν λάβετε τὸν κόπον νὰ ἴδετε τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον αἰτήσεις διὰ νὰ γίνουν Νομάρχαι, θὰ ἴδετε, πράγματι, ὅτι, κατ’ αὐστηρὰν κρίσιν θὰ πρέπει νὰ τοὺς ἀπορρίψητε ὅλους καὶ νὰ κρατήσητε μόνον 4–5. Ἐπίσης, νομίζω, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξαντληθῇ ὁλόκληρος ὁ ἀριθμὸς τῶν Νομαρχῶν. Θὰ ἤρκει ἡ ἐκλογὴ 20–25 διὰ τὴν πρώτην φορὰν καὶ τὴν δευτέραν νὰ ἐκλεγοῦν καλλίτερα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα νὰ γίνουν Νομάρχαι. Δυστυχῶς ὡρίσθη ἀριθμός, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, μεγαλύτερος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν διοριστέων. Ἀλλ’ αὐτὰ τὰ λάθη, κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ κλονίσουν τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸν σκοπὸν αὐτοῦ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, νομίζω, ὅτι πρέπει σήμερον ὅλοι μας, λησμονοῦντες τὰς παλαιὰς κακὰς συνηθείας, λησμονοῦντες ὅτι πρέπει ὁ βουλευτὴς νὰ περιέρχεται τὰ ὑπουργεῖα μὲ σημειώματα καὶ ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι πρέπει νὰ ἐνεργοῦν βάσει τῶν σημειωμάτων των, λησμονοῦντες ὅτι πρέπει οἱ κομματάρχαι εἰς τὴν ἐπαρχίαν νὰ εἶναι μικροὶ........., οἱ ὁποῖοι παραλαμβάνουν τοὺς πολίτας ἀγεληδὸν ὄπισθέν των εἰς τὴν Νομαρχίαν λέγοντες εἰς αὐτοὺς ὅτι ὁ Νομάρχης εἶναι ἰδικός των ἄνθρωπος καὶ κινοῦν τὸν δάκτυλον ἐναντίον τοῦ Νομάρχου διὰ νὰ κάμῃ παρανόμους πράξεις, λησμονοῦντες τὰς κακὰς αὐτὰς ἕξεις, θὰ ἀντιληφθῆτε ὅτι αἱ σκέψεις αὐταὶ καὶ αἱ μέθοδοι αὐταὶ εἶναι αἱ ἐπιβλαβέστεραι ἀκριβῶς ἀπὸ κομματικῆς ἀπόψεως. Μόνον ἐὰν ἐξαρθῆτε ὑπεράνω αὐτῶν τῶν σκέψεων καὶ δημιουργήσητε πράγματι ἓν κράτος δικαίου, τότε νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι θὰ ἀποκτήσητε τὴν κοινὴν ἐμπιστοσύνην. Διότι μὴ λησμονῆτε ὅτι ἐὰν εἰς τὴν Ρωσίαν τῶν 200.000.000, τὴν κομμουνιστικὴν Ρωσίαν, μόνον εἰς 5–6.000.000 ἀνέρχονται τὰ μέλη τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος, οἱ δὲ ἄλλοι εἶναι συνοδοιπόροι, οὕτως εἰπεῖν, ἑκούσιοι ἢ ἀκούσιοι, φαντασθῆτε πόσον μικροτέρα εἶναι ἡ ἀναλογία εἰς τὰ ὑπόλοιπα δημοκρατικὰ κράτη μεταξὺ τῶν ἐπισήμως ἀνεγνωρισμένων κομμάτων, ὅπου οἱ πολῖται τὴν παραμονὴν τῶν ἐκλογῶν δὲν ἔχουν καταλήξει ποῖον θὰ ψηφίσουν καὶ ὅταν κατόπιν βλέπουν ὅτι ἐπλανήθησαν καὶ ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον ἐψήφισαν διέψευσε τὰς ἐλπίδας, τὰς ὁποίας ἐστήριξαν εἰς αὐτόν, λέγουν καλλίτερα νὰ ἔκοβα τὸ χέρι μου παρὰ νὰ τὸν ἐψήφιζα. Καὶ ἐφθάσαμεν ὡρισμένοι πολιτικοὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, ὥστε ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐψήφισαν, νὰ λέγουν, ὅτι καλλίτερα θὰ ἦτο νὰ ἔκοβαν τὰ χέρια των. Μὴ τοὺς ἀναγκάζετε νὰ κάμουν τὴν σκέψιν αὐτήν. Δόσατε ὅλην σας τὴν βοήθειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα, μακρὰν πάσης κομματικῆς σκέψεως, σκεπτόμενοι μόνον ὡς Ἕλληνες πολῖται, ἀποδείξωμεν ὅτι ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ἐπιθυμοῦμεν τὴν ὀργάνωσιν ἑνὸς ἠθικοῦ κράτους, ψηφίζοντες ἓν νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἄγει εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς κρατικῆς μηχανῆς. (Χειροκροτήματα).
§71Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἔπρεπε, ἴσως, νὰ δώσῃ ἀφορμὴν μιᾶς εὐρυτέρας συζητήσεως, διότι τὸ θέμα τῆς διοικήσεως εἶναι ἀληθῶς βασικὸν καὶ πρωταρχικόν, ἀλλὰ ἀντιλαμβάνομαι, ὅτι, οὔτε ὁ χρόνος εἶναι κατάλληλος, οὔτε ἡ διάθεσις ὑπάρχει. Καί, ἐν τούτοις, μία συζήτησις εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν γενικωτέρων θεμάτων τῆς διοικήσεως καὶ διὰ τὴν συνεχῶς παραμελουμένην πραγματοποίησιν τῶν ἐξαγγελλομένων ἑκάστοτε μεγάλων διοικητικῶν μεταρρυθμίσεων, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ἐξαιρετικὰ σκόπιμος καὶ ὠφέλιμος. Ἀλλὰ ἀναγνωρίζω καὶ ἐγὼ ὅτι ἡ ἀνάλογος διάθεσις δὲν ὑπάρχει καὶ θὰ περιορισθῶ μόνον ἐλάχιστα νὰ εἴπω, σχετικῶς μὲ τὴν Διοίκησιν, διὰ νὰ ἐκθέσω δι’ ὀλίγων τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἐὰν ἐξαιρέσῃ κανείς, κύριοι βουλευταί, ἐλαχίστας, ἀλλὰ καὶ βραχείας διαρκείας, φωτεινὰς περιόδους τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας, δὲν εὑρίσκεται κανεὶς ἐκτὸς πραγματικότητος, ἐὰν διακηρύξῃ ὅτι ἀληθὴς διοίκησις ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπῆρξεν. Ἡ ἄσκησις τῆς ἐξουσίας ἐν Ἑλλάδι, ἐν τῇ πράξει μεταφράζεται εἰς κατάχρησιν ἐξουσίας εἰς βάρος τῶν διοικουμένων. Πάντοτε ἠκούσθησαν ὡραῖοι λόγοι καὶ διὰ τὴν διοικητικὴν ἀποκέντρωσιν καὶ διὰ τὴν τοπικὴν αὐτοδιοίκησιν, ἀλλὰ πλὴν ἐλαχίστων προσπαθειῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὸ παρελθὸν καὶ αἱ ὁποῖαι οὐδέποτε ὡλοκληρώθησαν καὶ ἐτελεσφόρησαν, οὐδὲν ἐν τῇ πράξει ἔγινε καὶ ἡ διοίκησις κατήντησε νὰ εἶναι ὄργανον εἰς χεῖρας τοῦ ἑκάστοτε κρατοῦντος κόμματος. Μετὰ τὴν συμφορὰν τῆς κατοχῆς, ἡ ὁποία ἐξήρθρωσε τὸ Κράτος, ἡ ὁποία ἐξήρθρωσε καὶ ἀποσυνέθεσε τελείως τὴν διοικητικὴν μηχανήν, ἤλπιζε κανεὶς ὅτι αἱ πρῶται μεταπελευθερωτικαὶ καὶ ἰδίᾳ αἱ πρῶται μετεκλογικαὶ Κυβερνήσεις θὰ ἀντελαμβάνοντο ὡς στοιχειῶδες καὶ πρωταρχικὸν καθῆκόν των νὰ ἐμφυσήσουν νέαν ζωὴν εἰς τὴν ἐπαρχίαν καὶ τὸν Νομὸν καὶ νὰ ἀναδιοργανώσουν καὶ πάλιν τὴν διοικητικὴν μηχανὴν καὶ τὴν τοπικὴν αὐτοδιοίκησιν. Ἀτυχῶς, ὅμως, ἐπεκράτησεν ὁ πλήρης κομματικὸς ἐκτραχηλισμός, ὥστε νὰ δυνάμεθα, χωρὶς νὰ φανοῦμεν ὑπερβολικοί, νὰ διακηρύξωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι πλὴν ἐλαχίστων, ἀληθῶς, φωτεινῶν ἐξαιρέσεων, οἱ ἑκάστοτε ἐκπρόσωποι κατὰ Νομοὺς τῶν Κυβερνήσεων δὲν ὑπῆρξαν τίποτε ἄλλο καὶ δὲν ἀντελήφθησαν οὐδαμῶς ἄλλως τὰ καθήκοντά των, παρὰ μόνον διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ ἑκάστοτε κρατοῦντος κόμματος. Ἡ διοίκησις ἐν Ἑλλάδι ἔχει φθάσει εἰς τοιοῦτον θλιβερὸν σημεῖον, ὥστε κάθε ἄλλο παρὰ ἡ ἄσκησίς της ἐνθυμίζῃ, ὡς θὰ ὤφειλε, τὴν διὰ τοῦ Συντάγματος ἐξαγγελλομένην ἀρχὴν τῆς ἰσότητος καὶ τῆς δικαιοσύνης. Τὸ κόμμα ἀπετέλεσε καὶ ἀποτελεῖ τὸ κριτήριον τῆς ἐνεργείας τῆς διοικήσεως. Ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτάς, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι παρίσταται ἀνάγκη νὰ ἐπέλθουν μεταβολαὶ καὶ μεταβολαὶ ριζικαί. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ νὰ προβῶμεν εἰς μεγάλας μεταβολάς, ἐὰν δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ κατοχυρώσωμεν ταύτας διὰ τοῦ καταλλήλου ἐμψύχου ὑλικοῦ. Καὶ ἐφ’ ὅσον τὸν σκοπὸν αὐτὸν ἐπιδιώκει τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, ὀφείλω νὰ εἴπω, ἤδη, ἐξ ἀρχῆς, ὅτι, ἐγώ, κύριοι βουλευταί, τάσσομαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Νομίζω, ὅτι ἐμελετήθη ἤδη καὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς 21ης Ἰανουαρίου καὶ μελετᾶται ἐξακολουθητικῶς ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ ὅλον σύστημα τῆς καθιερώσεως τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως καὶ ἐπιθυμῶ νὰ καθορίσω, ὅτι, ὅταν ὁμιλῶ περὶ διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως, ἐννοῶ περὶ παραχωρήσεως καὶ αὐξήσεως τῆς ἀποφασιστικῆς ἐξουσίας τῶν περιφερειακῶν ὑπαλλήλων. Ὀρθῶς δὲ νομίζω, ὅτι ἐσκέφθη ἡ Κυβέρνησις, ὅτι πρὶν ἢ προβῇ εἰς τοιαύτας παραχωρήσεις, εἰς τὴν αὔξησιν τῆς ἀποφασιστικῆς ἐξουσίας τῶν περιφερειακῶν ὑπαλλήλων, πρέπει πρὸ παντὸς νὰ κατοχυρώσῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ ὑπάρξῃ τὸ κατάλληλον ἔμψυχον ὑλικόν, ὥστε, πράγματι, ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς μίαν βελτίωσιν καὶ νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς χειροτέρευσιν τῆς καταστάσεως. Θὰ ἤθελον, ὁμολογῶ, νὰ ἦτο πληρέστερον τὸ ὅλον νομοθέτημα. Θὰ ἤθελον νὰ μὴν ἤρχετο ἐνώπιον ἡμῶν τὸ νομοθέτημα περὶ Νομαρχῶν, ἀλλὰ γενικώτερον περὶ διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως, διότι ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι θὰ πρέπει νὰ προχωρήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὴν διοικητικὴν διαίρεσιν καὶ τὴν καθιέρωσιν τοῦ θεσμοῦ τῶν γενικῶν διοικήσεων, ὁπότε πλέον θὰ πρέπει ν’ ἀποβλέπωμεν εἰς τοὺς Νομάρχας, ὡς θεσμὸν μόνιμον. Οὕτως ἀντιλαμβανόμενος τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ὡς πρῶτον βῆμα διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν μονιμότητα τοῦ θεσμοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ καταλήξωμεν μόνον ὅταν καθιερώσωμεν τὴν διαίρεσιν τῶν Γενικῶν Διοικήσεων μὲ πραγματικὴν ἀποκέντρωσιν, τάσσομαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ καὶ νομίζω, ὅτι ἐν ταῖς γενικαῖς διατάξεσι αὐτοῦ ἔχει καλῶς τὸ νομοσχέδιον. Ἐὰν εἰς τὰ πρῶτα βήματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νόμου περὶ Νομαρχῶν ἔλαβον χώραν ἀστοχίαι, τοῦτο, βεβαίως, βαρύνει τὴν Κυβέρνησιν, εὐθυνομένην διὰ τὴν καλὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων. Τὰς ἀστοχίας αὐτὰς ἀναγνωρίζει καὶ αὐτὸ τοῦτο τὸ κυρωτικὸν τοῦ νόμου νομοσχέδιον. Εἰς τὸ ἄρθρον 2 καθορίζεται ὅτι «ἡ ἀπόλυσις δύνανται ....... (ἀναγινώσκει) ........». Ἡ διάταξις αὐτή, ἡ ὁποία ἐπιδιώκεται νὰ ψηφισθῇ διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ κυρωτικοῦ νομοσχεδίου, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ὁμολογία, ὅτι δὲν ἐλειτούργησε καλῶς ἐν τῇ πρώτῃ του ἐφαρμογῇ ὁ νόμος. Ὑπῆρξε σφάλμα ἡ ἀρχικὴ σκέψις νὰ ἐκλέξῃ τὸ Συμβούλιον Ἐπιλογῆς διπλάσιον ἀριθμὸν τῶν θέσεων τῶν Νομαρχῶν καὶ ἤδη ἐγκατελείφθη ἡ ἄποψις αὐτή, καθοριζομένου, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκλεγησομένων δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπερβαίνῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν Νομαρχῶν. Αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἡ ἐκλογὴ θὰ ἦτο δύσκολος καὶ τὰ κριτήρια δυσχερῆ. Δι’ αὐτό, καίτοι ἔχω πληροφορηθῆ ὅτι πλάναι σοβαραὶ ἐνεφιλοχώρησαν εἰς τὴν κρίσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι θὰ προετίμων νὰ εἶναι ἁπλῶς κυρωτικὸν τοῦ νόμου τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ μεριμνήσῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν καλὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Διότι, ὁμολογῶ, ὅτι μοῦ ἀπαρέσκει ἡ σκέψις καὶ ἡ ἰδέα, ὅτι νόμοι ποὺ δημοσιεύονται πρὸ ἑνὸς ἢ δύο μηνῶν, ἐμφανίζονται ἀμέσως ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ὡς χρῄζοντες μεταρρυθμίσεων καὶ τροποποιήσεων. Ἐὰν ἔσφαλε εἴς τινας περιπτώσεις τὸ Συμβούλιον Ἐπιλογῆς, τοῦτο, ἴσως, δὲν θὰ εἶχε πολλὴν σημασίαν. Σημασίαν ἀποδίδω εἰς τὸ νὰ γίνῃ εἰλικρινὴς προσπάθεια καὶ νὰ δημιουργηθῇ ἡ πεποίθησις καὶ νὰ πιστεύσῃ πράγματι ὁ κόσμος, ὅτι γίνεται μία σοβαρὰ προσπάθεια, νὰ ὑπάρξουν ἐπὶ κεφαλῆς τῶν Νομῶν πρόσωπα ἀκομμάτιστα. Ἐὰν ἓν ποσοστόν, μικρὸν ἴσως, δὲν θὰ ἦτο ἀντάξιον τῆς ἀποστολῆς του, τοῦτο δι’ ἐμὲ δὲν θὰ ἀπετέλει ἐπαρκῆ ἀφορμὴν διὰ νὰ ζητήσω τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου, πολλῷ δὲ μᾶλλον διότι ἐπικειμένης, ὡς ἐλπίζω, τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν βασικῶν νομοσχεδίων περὶ τῆς νέας διοικητικῆς διαιρέσεως τῆς χώρας, ὑπῆρχεν ὅλος ὁ ἀπαιτούμενος καιρός, ὥστε, ἐὰν παρετείνετο ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου, νὰ διορθωθοῦν αἱ τυχὸν πλάναι.
§72Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Εἶναι, ἐν τούτοις, ἀληθὲς, ὅτι διεπράχθησαν τερατώδη σφάλματα.
§73Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἔχετε δίκαιον, ἴσως, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι τοῦτο θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποτελέσῃ ἀφορμὴν διὰ νὰ κλονίσωμεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν τοῦ νόμου. Ἄλλο εἶναι τὸ θέμα τοῦ νόμου καὶ τῆς ἀρχῆς του καὶ ἄλλο τὸ θέμα τῆς ἐφαρμογῆς του. Ἐὰν σφάλματα ἔγιναν εἰς τὰ πρῶτα βήματα τῆς ἐφαρμογῆς ἑνὸς νόμου, δὲν σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ ταχθῶμεν κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ ἀντιταχθῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ἓν σημαντικὸν βῆμα διὰ μίαν προσπάθειαν ἐξυγιάνσεως τῆς διοικήσεως. Καὶ οὕτως ἀντιλαμβανόμενος τὸ θέμα, τάσσομαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ ὑπῆρχον ἴσως περισσότεραι περιπτώσεις, διὰ νὰ γίνουν ὡρισμέναι εἰδικώτεραι παρατηρήσεις, ἀλλὰ δύο μόνον βασικὰς θὰ ἤθελον νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Πρῶτον, νομίζω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι μεταξὺ τῶν μονίμων μελῶν τοῦ Συμβουλίου πρέπει νὰ περιληφθῇ καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου. Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος δὲν εἶναι σωματεῖον ἐπαγγελματικόν, ὥστε νὰ κατατάσσεται μεταξὺ τῶν ἄλλων σωματείων, τὰ ὁποῖα ἐκ περιτροπῆς ἐκλέγουν δύο μέλη τοῦ Συμβουλίου. Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος εἶναι Ὀργανισμὸς Δημοσίου Δικαίου, οἱ δικηγόροι δὲ δημόσιοι ὑπάλληλοι. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου ἔχει τὸ προβάδισμα ἀπέναντι τῶν Προέδρων τῶν ἄλλων ἐπαγγελματικῶν σωματείων. Νομίζω, ἑπομένως, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἐξετάσητε τὸ θέμα, κ. Ὑπουργέ, ὥστε μεταξὺ τῶν μονίμων μελῶν τοῦ Συμβουλίου Ἐπιλογῆς, νὰ εἶναι καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου.
§74Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Εἶναι καὶ σκόπιμον τοῦτο, διότι οἱ πλεῖστοι τῶν Νομαρχῶν προέρχονται ἀπὸ τὴν τάξιν τῶν δικηγόρων καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου θὰ ἦτο ὁ ἁρμοδιώτερος διὰ νὰ παράσχῃ σχετικὰς πληροφορίας.
§75Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Βεβαίως καὶ αὐτὸ εἶναι ἕνας ἐπὶ πλέον λόγος. Ἡ δευτέρα παρατήρησίς μου εἶναι, ὅτι, ἐνῷ συμφωνῶ μὲ τὴν σύνθεσιν τοῦ Συμβουλίου προκειμένου περὶ ἐκλογῆς, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἡ αὐτὴ προκειμένου καὶ περὶ ἀπολύσεως, διὰ λόγους ὑπηρεσιακοὺς καὶ πειθαρχικούς. Νομίζω, ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν τό, οὕτως εἰπεῖν, ὑπηρεσιακὸν πειθαρχικὸν Συμβούλιον, θὰ ἔδει νὰ ἀποτελῆται ἐκ μόνων τῶν Προέδρων τῶν ἀνωτάτων δικαστηρίων καὶ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, οἵτινες θὰ γνωμοδοτοῦν περὶ τῆς ἀπολύσεως τοῦ Νομάρχου, διότι δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ τίθενται ἀνώτατοι κρατικοὶ λειτουργοί, ὡς ὁ Νομάρχης, ὑπὸ τὴν κρίσιν Συμβουλίου, εἰς τὸ ὁποῖον μετέχουν καὶ πρόεδροι ἐπαγγελματικῶν σωματείων, προκειμένου νὰ κριθῇ ὡς πρὸς τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἐξετέλεσε τὴν ὑπηρεσίαν του, ἐὰν ὑπέπεσεν ἢ ὄχι εἰς παράβασιν καθήκοντος ἐὰν πρέπει νὰ διωχθῇ πειθαρχικῶς κλπ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπιστήσῃ ἰδιαιτέρως τὴν προσοχήν του. Ἀναμφισβητήτως, κύριοι βουλευταί, δὲν ἀρκεῖ ἡ ἐπιψήφισις ἑνὸς νόμου, διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι φθάνομεν εἰς τὸ ἐπιδιωκόμενον ἀποτέλεσμα. Εἰς τὸν τόπον μας θὰ χρειασθῇ πολὺ προσπάθεια διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ φέρωμεν τὴν Διοίκησιν πάλιν εἰς τὰ ἐπίπεδα ἐκεῖνα, τὰ στοιχειώδη, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλεται νὰ εὑρίσκεται ὁ διοικητικὸς ὀργανισμὸς μιᾶς εὐνομουμένης Πολιτείας. Τὸ νομοσχέδιον ἀποτελεῖ τὴν ἀρχήν. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ προχωρήσῃ μὲ πνεῦμα ἀντικειμενικὸν καὶ ἀκομμάτιστον. Ἐγώ, κύριοι βουλευταί, τοὐλάχιστον ἀποδίδω τεραστίαν σημασίαν εἰς τὸ θέμα τῆς διοικήσεως. Δὲν λησμονῶ ποτὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διεκήρυξεν ἕνας μεγάλος Ἕλλην πολιτικός, ὁ Χαρίλαος Τρικούπης, ὅτι «βάσις τῆς ἐλευθερίας δὲν εἶναι οἱ θεσμοί, ἀλλὰ ἡ Διοίκησις». Αὐτὰ διεκήρυξε τὸ 1886 ὁ Χαρ. Τρικούπης. Καὶ εἶχε δίκαιον. Τοῦτο πρέπει νὰ ἔχωμεν πάντοτε ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ θεωρήσωμεν τὰ θέματα, τὰ συναπτόμενα μὲ τὴν Διοίκησιν, ὡς θέματα πρωταρχικῆς σημασίας. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, κατανοοῦσα τὰ ζητήματα ταῦτα, θὰ προχωρήσῃ περαιτέρω εἰς τὴν διοικητικὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς Χώρας. (Χειροκροτήματα).
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Στεφανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§77Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς μὴ νομισθῇ, κύριοι βουλευταί, ὅτι λαμβάνω τὸν λόγον καὶ θὰ κρίνω καί, ἂς τὸ εἴπω, θὰ κατακρίνω τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοθέτημα, ἀγόμενος ἀπὸ λόγους ἀντιπολιτευτικοὺς ἢ λόγους κομματικούς. Γνωρίζει ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός, πρὸς τὸν ὁποῖον, ἂς τὸ εἴπω μετὰ θάρρους, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ συναγωνίζωμαι πολιτικῶς εἰς τὴν ἰδίαν περιφέρειαν, ὁπόσον καὶ ἐκτιμῶ καὶ ἀγαπῶ αὐτόν. Ἀλλὰ ἔχω σοβαρωτάτας ἀμφιβολίας περὶ τῆς ἐπιτυχίας, ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοθετήματος. Πρὶν ὅμως εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ κατὰ πόσον θὰ ἐπιφέρῃ βελτίωσιν τῆς διοικήσεως ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νομοθετήματος τούτου, ἂς μοὶ δοθῇ τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἐν τῷ παρελθόντι πολιτεία μου καὶ ὡς Ὑπουργοῦ τοῦ Ἐφοδιασμοῦ, εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο ἦτο ἓν ἐκ τῶν μεγαλυτέρων τοῦ Κράτους καὶ εἶχεν 6.500 ὑπαλλήλους καὶ ἡ προτέρα πολιτεία μου, ἡ ὁποία, καίτοι ἀνεμίχθην εἰς τοὺς ἐμφυλίους ἀγῶνας τοῦ παρελθόντος, δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ἀδιάλλακτος, μοῦ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ διατυπώσω προκαταβολικῶς ἓν παράπονον εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν. Μάλιστα τὸ εἶπον καὶ εἰς τὸν ἴδιον, τὸ εἶπον καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον καὶ ἐξέχοντα πολιτικὸν ἀρχηγόν, τὸν κ. Βενιζέλον, ἤδη ἀρχηγὸν τοῦ ἑνιαίου Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι ἐθεώρησα ἀπαράδεκτον νὰ κρίνω τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ μὲ κομματικὰ κριτήρια καὶ ἀντέστην εἰς πᾶσαν τοιαύτην ἔξωθεν προσπάθειαν, μὴ προερχομένην ἀναμφισβητήτως ἀπὸ τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω. Μάλιστα δύο ἐκ τῶν διευθυντῶν, φιλελεύθεροι ἀναμφισβητήτως τὸ φρόνημα, διωρίσθησαν μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ διευθυντοῦ ἀπ’ εὐθείας καὶ ἐπροκάλεσαν τὰ δίκαια παράπονα καὶ τὰς διαμαρτυρίας ὅλων τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων, οἵτινες ὁμαδικῶς ἠξίωσαν, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβιβασθοῦν. Ἦσαν δύο διευθυνταὶ ὑφηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, ὁ ἕνας τοῦ Ἐργατικοῦ Δικαίου, ὁ ἄλλος τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου, καὶ τοὺς ὁποίους, παρ’ ὅλας τὰς προσπαθείας τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων πρὸς ἀπομάκρυνσιν ἢ ὑποβιβασμόν, ἐπροστάτευσα, διότι ἦσαν πράγματι πολὺ καλοί, δι’ ὅλων τῶν δυνάμεών μου καὶ εἶμαι ὑπερήφανος, ὅτι οὐδὲν κομματικὸν κριτήριον ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἐν τῇ ἐκκαθαρίσει τοῦ προσωπικοῦ. Ἔχω, λοιπόν, τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσω ἕνα παράπονον πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργόν. Καθώρισεν ἕνα σύστημα μεταβολῆς τῶν κοινοτικῶν συμβουλίων, δηλαδὴ οἱ κοινοτικοὶ σύμβουλοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ αὐτοὶ μέλη τῆς αὐτοδιοικήσεως, δὲν γνωρίζω τίνος βαθμοῦ, τοῦ πρώτου φαντάζομαι, νὰ κριθοῦν ἀπὸ μίαν τοπικὴν ἐπιτροπήν, προεδρευομένην ἀπὸ τὸν εἰρηνοδίκην καὶ κατὰ δεύτερον βαθμὸν ἀπὸ μίαν ἄλλην ἐπιτροπήν, προεδρευομένην ἀπὸ τὸν νομάρχην. Δὲν ἀνέμενε, τοὐλάχιστον, ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν κρίσιν τῶν ἐπιτροπῶν αὐτῶν, ἀλλ’ ἐθεώρησεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀντικαταστήσῃ μὲ κομματικὰ κριτήρια πλείστους ἐξ αὐτῶν. Τοὐλάχιστον εἰς τὴν περιφέρειάν μου, πολλοὶ τῶν ὁποίων ἔδρασαν ἐθνικῶς καὶ αἱ οἰκογένειαι αὐτῶν ἐγένοντο θύματα τῶν ἀνταρτῶν καὶ αἱ περιουσίαι των κατεστράφησαν ἀπὸ τοὺς ἀντάρτας. Δὲν ἐνόμισεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀναμείνῃ νὰ κριθοῦν ἀπὸ τὰ ἀνωτέρω Συμβούλια, ἀλλὰ προκαταβολικῶς τοὺς ἀπέλυσε, μάλιστα, παρὰ τὴν ἐν ἰσχύϊ ἐπ’ αὐτοῦ ἐκδοθεῖσαν ὑπουργικὴν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία λέγει ὅτι ἐν ἴσοις ὅροις προτιμῶνται οἱ ὑπηρετοῦντες. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ παράπονόν μου εἶναι δίκαιον, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον τὸν παρεκάλεσα τότε, προτοῦ προβῇ εἰς μεταβολάς, νὰ συνεννοηθῶμεν πρὸς ἐξεύρεσιν μιᾶς λύσεως καὶ μοὶ τὸ ὑπεσχέθη, χωρὶς ὅμως νὰ τηρήσῃ τὴν ὑπόσχεσίν του. Δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ ἐπὶ ἄλλων μεταβολῶν, ἀφορώντων μέλη ἢ ὄργανα αὐτοδιοικήσεως δευτέρου βαθμοῦ, διὰ τὰς ὁποίας μεταβολὰς ἐξέφρασα εἰς αὐτὸν τὴν λύπην μου. Ἂς μὴ παραδεχθῶμεν τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, ἐν σχήματι λόγου, ὅτι παρ’ ὅλας τὰς φαινομενικὰς διαθέσεις του πρὸς ἀποφυγὴν τῶν κομματικῶν ἐνεργειῶν ἐν τῇ διοικήσει, ἐμφορεῖται κατὰ βάθος ἀπὸ κομματικὰς ἀντιλήψεις ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός. Ἂς μὴ τὸ δεχθῶμεν. Μένουν, ὅμως, μέσα εἰς τὴν ψυχήν μου ἐρωτήματά τινά, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν εὑρίσκω εὔκολον τὴν ἀπάντησιν. Θὰ εἶχε μεγαλυτέραν ἀξίαν ἡ ὑποβολὴ εἰς τὸ Σῶμα τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ, διαπνεομένου τάχα ἀπὸ ἀντιλήψεις ἀντικειμένας. Ἐὰν ἦτο εἰς τὴν ἀρχὴν μόνον τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων καὶ εἶχε νομάρχας ἰδικούς του καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλε τότε τὸ νομοθέτημα μὲ τὴν διάταξιν, ὅτι ἅμα τῇ καταρτίσει τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ κρίνῃ τοὺς νομάρχας, αὐτοδικαίως θὰ θεωροῦνται οὗτοι πεπαυμένοι. Τότε θὰ ἐκτιμούσαμεν τὴν ὑπερκομματικὴν αὐτοῦ ἀντίληψιν. Πολλαὶ ἐγένοντο συζητήσεις περὶ τῆς πατρότητος τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ, καὶ ἐλέχθη ὅτι ὁ φυσικὸς πατήρ του εἶναι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, ὁ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ θετὸς αὐτοῦ πατήρ. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν δὲ ὀλιγίστων τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐνεφάνισε κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος. Ταῦτα παρ’ ὅλην τὴν ὑπόληψιν ποὺ μοῦ ἐμπνέει ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος καὶ παρ’ ὅλην τὴν ἀναμφισβήτητον ρητορικὴν αὐτοῦ δεινότητα, δὲν μᾶς ἔπεισεν ὅτι στηρίζονται εἰς τὴν ἀλήθειαν, τὴν λογικὴν καὶ τὴν πραγματικότητα. Εἶπεν ὅτι ἄλλοτε οἱ νομάρχαι, κατὰ τὸ ἀπώτερον παρελθόν, ἦσαν εἰς τὴν περιωπήν των, διότι καὶ πρώην Ὑπουργοὶ ἐδέχοντο τὴν θέσιν τοῦ νομάρχου καὶ ἐθεώρουν ὅτι τοῦτο τοὺς τιμᾶ, διότι ἡ θέσις τοῦ νομάρχου ἐθεωρεῖτο ἰσότιμος μὲ μίαν ὑπουργικὴν θέσιν. Ὅμως μετὰ ταῦτα, εἶπεν, ὅτι τὸ ἀξίωμα ὑπέστη κατάπτωσιν, ἡ ὁποία σήμερον εἶναι ἐμφανὴς καὶ ἐκ τοῦ λόγου τούτου εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην, πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ, νὰ ὑποβάλῃ, ὅταν ἦτο ὑπουργός, νομοθέτημα, σχεδὸν ὅμοιον μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν τοιοῦτον. Ἀλλά, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τοῦ παρελθόντος, ἣν ἀνέφερεν ὁ κ. Παπανδρέου, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐγγυτέραν, ὅπως κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς διακυβερνήσεως τῆς χώρας ἐκ μέρους τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὅτε καὶ τότε, ὡς θὰ ἐνθυμῆσθε, οἱ νομάρχαι ἦσαν πρώτης τάξεως, ἐκλεγέντες ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ ἀπὸ τὸν ἀείμνηστον μεγάλον πολιτικὸν ἄνδρα Δημήτριον Γούναρην, ἱδρυτὴν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, τοῦ ὁποίου ὅλοι μας πρέπει νὰ φανῶμεν ἀντάξιοι, ἀπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ μας μέχρι τοῦ τελευταίου βουλευτοῦ. Διατί, κύριοι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποφανθοῦν συμβούλια καὶ νὰ καταρτισθοῦν κατάλογοι καὶ νὰ μὴ φροντίσωμεν νὰ ἐξυψώσωμεν τὴν θέσιν τοῦ Νομάρχου, ὅτε ἡ βελτίωσις θὰ ἐπέλθῃ αὐτομάτως; Ἐὰν αὐξήσωμεν τὴν μισθοδοσίαν τοῦ νομάρχου, ἐὰν τὴν θέσιν αὐτοῦ ἱεραρχικῶς τὴν κάμωμεν ἀνωτέραν —καὶ εἶναι ἀπαραίτητον αὐτό, κύριοι συνάδελφοι, καὶ εἰς αὐτὸ πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν— θὰ δεχθοῦν καὶ πρώην Ὑπουργοὶ καὶ πρώην βουλευταὶ νὰ διορισθοῦν νομάρχαι. Διότι, ἂς μὴ νομισθῇ ἐγωϊσμός, οὔτε δι’ ἐμέ, οὔτε διὰ σᾶς, ἐὰν εἴπω, ὅτι πρώην ἐκπρόσωποι τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ λαοῦ ἔχουν πεῖραν καὶ κατανόησιν τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν, τὴν ὁποίαν δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἕνας κύριος, ὁ ὁποῖος ἦρθεν ἀπὸ ἓν Εὐρωπαϊκὸν Πανεπιστήμιον διὰ νὰ διορισθῇ ἀμέσως νομάρχης. Ὁ νομάρχης πρέπει νὰ ἔχῃ πεῖραν, πολιτικότητα, προσήνειαν, νὰ εἶναι μέσα εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ λαοῦ. Οὐδεὶς ἀρνεῖται τὴν ἀνάγκην τῆς καθιερώσεως τοῦ συστήματος τῆς ἀποκεντρώσεως, ὅπερ μοῦ φαίνεται ἐπιστημονικώτερον, θὰ ἠδύνατο νὰ λεχθῇ τῆς ἀποσυγκεντρώσεως, διότι τοῦτο ἔχει ὡς βάσιν τὴν ἀποσυγκέντρωσιν τῆς Πρωτευούσης ἀπὸ τὸ ἀπόλυτον τῆς διοικήσεως καὶ τοῦτο μοῦ φαίνεται ὅτι πρέπει νὰ καθιερωθῇ. Τίποτε, δυστυχῶς, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ρυθμισθῇ εἰς τὴν ἐπαρχίαν καὶ οἱ πολῖται δικαίως παραπονοῦνται, ὅτι τοὺς ἀγνοοῦν οἱ Ὑπουργοὶ καὶ αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι δὲν τοὺς προσέχουν. Ἀλλά, κύριοι, τί πρέπει νὰ γίνῃ; Ἡ ἀποσυγκέντρωσις, ἢ ἀποκέντρωσις, ὅπως θέλετε εἰπῆτε την, ἔχει ὡς προϋπόθεσιν καὶ ὡς βάσιν τὴν ἀπόσπασιν ἑνὸς μέρους τῆς ὑπουργικῆς ἐξουσίας καὶ τὴν παραχώρησιν αὐτῆς εἰς τοὺς νομάρχας ἢ τοὺς γενικοὺς διοικητάς, ὅπου θὰ ὑπάρχῃ Γενικὴ Διοίκησις, ἀλλά, τότε, σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ εἶναι τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως οἱ Νομάρχαι, ὧν θὰ εὐρυνθῇ ἡ ἁρμοδιότης, ὥστε νὰ ἀσκοῦν ἐν μέρει ὑπουργικὴν δικαιοδοσίαν; Εἶναι δυνατόν, ὅσον καὶ ἂν εἶναι περιωπῆς τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου ποὺ θὰ κρίνουν τοὺς Νομάρχας, εἶναι δυνατὸν εἷς πρώην ὑπουργός, δεχόμενος θέσιν νομάρχου, νὰ ὑποστῇ τὸν ἐξευτελισμόν, διότι ἐξευτελισμὸν τὸν θεωρῶ, νὰ κριθῇ ἀπὸ ἐπιτροπὴν ὁσωνδήποτε ἐπιλέκτων προσώπων; Νομίζω, ὅτι καὶ τὰ ἐξέχοντα μέλη τοῦ Συμβουλίου, ὅπως ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, καὶ αὐτὰ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχουν εἰς τὴν κρίσιν των, ὅταν θὰ εἶναι ὑποχρεωμένα νὰ κρίνωσι πρόσωπα, πλεῖστα τῶν ὁποίων εἶναι ἄγνωστα εἰς αὐτούς. Φοβοῦμαι, ὅτι ἡ κρίσις θὰ ἀποτύχῃ, ὅπως ἔχωμεν πληροφορίας, ὅτι ἀπέτυχεν. Ἤκουσα νὰ λέγεται, ὅτι τόσους νομάρχας ἔλαβε τὸ τάδε κόμμα, τόσους τὸ τάδε, εἰς τρόπον ὥστε ἀπὸ τοῦδε ἡ κρίσις τοῦ Συμβουλίου νὰ θεωρῆται ἐπηρεασμένη ἀπὸ τὰς ἀντιλήψεις τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων. Δὲν μὲ διαπνέει πνεῦμα ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἐπετύχῃ τὸ νομοθέτημα. Εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ σᾶς εἴπω, αὐτὰ τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον, διὰ νὰ ἔχω τὴν συνείδησίν μου ἀναπαυμένην. Εἶναι ἀληθές, ὅτι συμβούλια εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας ἐσημείωσαν ἐπιτυχίαν, ὅπως τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, ἀλλ’ ἐκεῖνο εἶχε τὸν τρόπον καὶ τὰ μέσα νὰ κρίνῃ τοὺς δικαστάς, διότι καὶ ἐκεῖνοι προήρχοντο ἐκ τοῦ ἰδίου σώματος καὶ ἠδύναντο τὰ μέλη τοῦ συμβουλίου νὰ παρακολουθήσουν τὸ ἦθος, τὴν ἐμφάνισιν καὶ τὴν κοινωνικὴν θέσιν τῶν κρινομένων. Ὅταν κατὰ τὸ 1914 ὁ Ρακτιβὰν καθιέρωσε τὸν τρόπον διορισμοῦ δικαστῶν καὶ εἰσαγγελέων δι’ ἀποφάσεως τῆς ὁλομελείας τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων, ὁ τρόπος αὐτὸς ὑπῆρξεν ἐπιτυχὴς καὶ τοιοῦτοι δικαστικοί, διορισθέντες κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν καὶ ὄχι δι’ ἐξετάσεων, σήμερον κατέχουν ἀνωτάτας δικαστικὰς θέσεις καὶ εἶναι διαπρεπεῖς. Τότε καὶ ἐγὼ ἐξελέγην τὸ 1914 καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον, διὰ νὰ παραιτηθῶ μετὰ ταῦτα καὶ διὰ νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν πολιτικήν. Ἀλλὰ εἶχον τὰ μέσα νὰ κρίνουν, διότι ὅλοι οἱ δικηγόροι ἦσαν γνωστοὶ ἀπὸ πάσης ἀπόψεως εἰς τοὺς κατὰ τόπους δικαστὰς ποὺ θὰ τοὺς ἔκριναν. Ἀλλά, κύριοι, χωρὶς νὰ θέλω νὰ φέρω τὸν λόγον περὶ των ἀντιθέτων ἀντιλήψεων, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιτυχίαν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοθετήματος, τοῦ διαπρεποῦς νομομαθοῦς καὶ ἐξόχου ἀνθρώπου, τοῦ Προέδρου τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας κ. Πουλίτσα, περὶ τῶν ὁποίων ἀντιθέτων ἀντιλήψεων ἔκαμε λόγον ὁ κ. Κουλουμβάκης, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ κρίσις τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἐπιτυχής. Ἄγνωστα πρόσωπα θὰ κριθοῦν ἀπὸ τὸ Συμβούλιον ποὺ καθορίζει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοθέτημα. Πῶς θὰ κρίνουν τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τούτου; Ἀναμφιβόλως ἐκ πληροφοριῶν τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, χωρὶς νὰ εἶναι βέβαιον ἂν ὁ παρέχων αὐτάς, θὰ τὰς παράσχῃ εἰλικρινῶς καὶ εὐθέως καὶ θὰ ἀνταποκρίνωνται αὗται εἰς τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν πραγματικότητα ἢ ἀναλόγως πρὸς τὰς συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας του. Ἄν πάλιν θὰ κριθοῦν ἀπὸ τὰ χαρτιά τους, π.χ. ἀπὸ ἕνα δίπλωμα Πανεπιστημίου ἢ ἄλλο πιστοποιητικὸν σπουδῶν, ἐρωτῶ, τὸ ἦθος των πῶς θὰ κριθῇ; Ἀνέγνωσα τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ λέγει εἰς ἓν σημεῖον: Ἡ καθιέρωσις ἑνὸς τοιούτου συστήματος................. Ἐνθυμοῦμαι τὴν φράσιν τοῦ μεγάλου ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματός μας «νέοι ἄνδρες, νέα ἤθη». Πάρα κάτω, εἰς τὸ ἄρθρον 3 παράγραφος 2, ὁμιλεῖ περὶ τοῦ πῶς θὰ κρίνῃ τὸ Συμβούλιον. Λέγει: «Τὸ Συμβούλιον σχηματίζεται.... ........ (ἀναγινώσκει).........». Ποία ἡ δημοσία δρᾶσις τῶν νέων ἀνδρῶν; Ποῖα τὰ ἡγετικὰ προσόντα τῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι εἴτε ἐσπούδασαν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, εἴτε εἰς τὴν ἡμεδαπήν, εἶναι πάντως ἄπειροι τῶν ἀνδρῶν τῶν 25 ἐτῶν ἢ τῶν 30 ἐτῶν;
§78Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὁ νόμος ἔχει ἕνα σκοπόν, πῶς θὰ ἀποφύγῃ τὰ κομματικὰ κριτήρια, δι’ αὐτὸ ἀναθέτει εἰς μίαν ἐπιτροπήν. Διαβάσατε τὸν κατάλογον τῶν ἐπιλεχθέντων ὑποψηφίων Νομαρχῶν, διὰ νὰ σᾶς εἴπω, εἰς ποῖον Κόμμα ἀνήκει ἕκαστον πρόσωπον. Αἴ, λοιπόν, τότε τί κάνομεν, δηλαδή, ἐδῶ ἡ Κυβέρνησις φεύγει ἀπὸ μίαν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχεν οὐσιαστικωτέραν, καὶ ἐπιρρίπτεται ἡ εὐθύνη εἰς ἄλλους.
§79Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἐπιτυγχάνουν αἱ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦνται ἀπὸ ἕνα μόνον Κόμμα, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ πρόγραμμά του. Εἰς τὰς δυσκόλους ὅμως περιστάσεις καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς ἄλλα Κράτη, κατηρτίσθησαν συμμαχικαὶ Κυβερνήσεις ἐκ πλειόνων συνεργαζομένων κομμάτων. Διὰ τοῦτο καὶ εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν ποὺ κινδυνεύει ἡ ὑπόστασις τῆς Ἑλλάδος, τῆς Ἑλλάδος τῶν χιλιετηρίδων, τῆς ἐνδοξοτέρας τῶν χωρῶν, εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν ἐσχηματίσθησαν τοιαῦται Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔδωσαν λαβὴν εἰς αἰτιάσεις πολλῶν ἐκ τῶν φίλων τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἐναντίον τοῦ ἀρχηγοῦ του, ὅτι οὗτος προέβη εἰς ὑπερμέτρους ὑποχωρήσεις, εἰς τὰς ὁποίας δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ προβῇ. Μάλιστα, ἐπαναλαμβάνω, κατὰ τὴν ὥραν τοῦ κινδύνου, ποὺ ἡ Πελοπόννησος ἐμαστίζετο ἀπὸ τὴν ἀνταρσίαν καὶ ποὺ ἐκάναμε διακομματικὴν ἐπιτροπὴν ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ κ. Κανελλοπούλου καὶ ἐγὼ ἐξεπροσώπουν τὴν Ἀχαΐαν καὶ εἴχομεν συνεντεύξεις καὶ συμβούλια μὲ ἀρχηγοὺς Ἐπιτελείου κλπ., εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐκείνην ὑπεστηρίχθη καὶ ἡ ἄποψις ὅτι ἠδύνατο νὰ κατασταλῇ ἡ ἀνταρσία δι’ εἰδικῆς ἐπιστρατεύσεως, τῆς ὁποίας τὰ ἔξοδα νὰ πληρώσῃ ὁ λαὸς τῆς Πελοποννήσου. Ἐγὼ ὑπεστήριξα ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τῶν βουλευτῶν τῆς Πελοποννήσου, ὅτι μόνον δι’ ἑνὸς ὀργανωμένου σώματος, διὰ μιᾶς ὀργανωμένης μονάδος, εἶναι δυνατὸν νὰ κατασταλῇ ἡ ἀνταρσία, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καὶ ἔγινεν ἐκ τῶν ὑστέρων. Τότε, πρὸ τῆς καταστάσεως ἐκείνης, ἐγὼ θὰ ἐνόμιζον ὅτι, ὄχι συμμαχικὴ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ γίνῃ, ἀλλὰ καὶ οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις μὲ ὅλας τὰς δυνάμεις τοῦ Ἔθνους ἐναντίον τῶν ἀτίμων προδοτῶν τῆς πατρίδος, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ μᾶς σφάξουν, νὰ μᾶς σκοτώσουν καὶ νὰ ἐξαφανίσουν τὴν μεγάλη Ἑλλάδα ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς. Ἀλλὰ διὰ μίαν ὁμαλὴν περίστασιν, νομίζω ὅτι θὰ ἔχῃ ἐπιτυχίαν μία Κυβέρνησις στηριζομένη εἰς ἕνα καὶ μόνον Κόμμα. Τὸ Κόμμα αὐτό, κύριοι, θὰ ἔχῃ τὴν εὐθύνην τοῦ διορισμοῦ τῶν Νομαρχῶν. Τὴν εὐθύνην αὐτὴν ᾐσθάνθη ὁ ἀείμνηστος ἱδρυτὴς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, τὴν εὐθύνην αὐτὴν ᾐσθάνθη ὁ μετέπειτα ἄξιος αὐτοῦ διάδοχος Παναγῆς Τσαλδάρης, ἐπὶ τῆς ἡγεσίας τῶν ὁποίων οἱ Νομάρχαι ἦσαν εἰς τὴν περιωπήν των. Ἀνήκων ἔκτοτε καὶ μέχρι σήμερον ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω τοῦτο καλῶς, ὡς καὶ τὰς ἰδέας τοῦ μεγάλου ἱδρυτοῦ τοῦ κόμματος Δημητρίου Γούναρη περὶ ἀποκεντρώσεως, ἃς ἔθεσεν ὡς βάσιν τοῦ προγράμματος αὐτοῦ. Μία μόνον φορὰν ὑπῆρξε περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπεμακρύνθην προσωρινῶς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, κατὰ τὸ 1935, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ διεξαχθῇ τὸ δημοψήφισμα διὰ τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ μεγάλου Βασιλέως Γεωργίου τοῦ Βʹ, ὁπότε ἠκολούθησα τοὺς ἀποσπασθέντας τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ ἀειμνήστου Κονδύλη καὶ τοῦ νῦν Προέδρου τῆς Βουλῆς Ἰωάννου Θεοτόκη, καὶ ἀπετέλεσα μέλος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Καὶ μετὰ ταῦτα ἐπανῆλθον πάλιν ὑπὸ τὴν ἰδίαν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος σημαίαν. Λοιπόν, τὴν ἀποκέντρωσιν τὴν εἰσηγήθη τὸ πρῶτον ὁ ἀείμνηστος ἱδρυτὴς τοῦ Κόμματος. Καὶ ὁ ἀείμνηστος Κονδύλης τὴν ἐθεώρει ἐπίσης τὸ Α καὶ τὸ Ω τῆς πολιτικῆς τοῦ μέλλοντος.
§80Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τὰ εἶχε σπουδάσει, τὰ εἶχε μελετήσει εἰς τὴν Σχολὴν τοῦ Κόδρου.
§81Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ πολιτικὸς ἐκεῖνος ἡγέτης ἐὰν ἔζη καὶ ἀνελάμβανε τὸν ἀγῶνα κατὰ τῶν ἀνταρτῶν, ἴσως, θὰ εἶχεν οὗτος πρὸ πολλοῦ τερματισθῆ. Πιστεύω ἀπολύτως εἰς τὴν ἀποκέντρωσιν, διὰ τοὺς λόγους ποὺ σᾶς εἶπον. Ἐὰν φύγῃ ὁ φόρτος τῆς ἐργασίας ἀπὸ τοὺς Ὑπουργούς, ἕνα μεγάλο μέρος τῆς ἐξουσίας αὐτῶν θὰ διοχετευθῇ πρὸς τοὺς Νομάρχας, ἀλλὰ τότε οἱ Νομάρχαι, ἀκριβῶς δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, πρέπει νὰ εἶναι τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως, διότι θὰ ἀσκοῦν καὶ αὐτοὶ μέρος τῶν ὑπουργικῶν καθηκόντων. Ὅθεν, ἐὰν τοὺς Νομάρχας δὲν τοὺς ἐκλέγῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ μία ἐπιτροπή, θὰ πρέπει καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ μὴ τοὺς ἐκλέγῃ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος, ἀλλὰ μία ἄλλη ἐπιτροπὴ καὶ αὐτοὺς καὶ νὰ λέγῃ ἡ Ἐπιτροπὴ ποῖοι πρέπει νὰ γίνουν Ὑπουργοὶ καὶ ποῖοι πρέπει νὰ μὴ γίνουν. Οἱ Νομάρχαι μετέχουν, π.χ., εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ Ὑπουργείου Προνοίας, εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς περιθάλψεως τῶν ἀνταρτοπλήκτων, εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ Ὑπουργείου Ὑγιεινῆς. Ἔχουν ἀπόλυτον συμμετοχὴν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν καὶ τὰς ἁρμοδιότητας τοῦ Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ κλπ. Κάμνουν πολιτικὴν ἐπὶ τῶν τιμῶν τῶν εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης κλπ., κάμνουν ὑποδείξεις ποὺ πρέπει νὰ ὑπάγῃ τὸ Α ἢ Β ἀγαθόν, ποῖα μέτρα πρέπει νὰ ληφθοῦν διὰ τὴν ἀγορανομίαν κλπ. Ἤμουν Ὑπουργὸς τοῦ Ἐφοδιασμοῦ καὶ διηύθυνα τὸ πολυδαίδαλον αὐτὸ Ὑπουργεῖον καὶ δὲν νομίζω, ὅτι ἐσημείωσα ἀποτυχίαν, διότι καὶ τὰ ἀγαθὰ ὑπῆρχον τότε ἐν ἀφθονίᾳ καὶ αἱ τιμαὶ συνεπιέσθησαν καὶ ἔπεσαν. Ἀλλ’ ἂς ἀφίσω τὴν περιαυτολογίαν, διότι, ἴσως, δὲν προσήκει εἰς ἐμὲ νὰ ὁμιλῶ οὕτω πρὸς ὑμᾶς, καὶ ἂς προβῶ εἰς τὴν βεβαίωσιν, ὅτι καθ’ ἑκάστην εἶχον συνεργασίαν μὲ τὸν Νομάρχην, ὁ ὁποῖος ὑπάγεται καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐφοδιασμοῦ καὶ ἀσκεῖ μέρος τῆς πολιτικῆς αὐτοῦ. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀναμφισβητήτως μία ψυχικὴ ἐπαφὴ μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ Νομάρχου. Τοῦ Ὑπουργοῦ ἡ φιλοδοξία εἶναι νὰ ἐπιτύχῃ, τὸ καθῆκον του εἶναι νὰ ἐργασθῇ διὰ τὰ κοινά, ἀλλὰ εἶναι καὶ ὁ πόθος τῆς ἐπιτυχίας τοῦ κόμματος εἰς ὃ ἀνήκει καὶ τὸ ὁποῖον τὸν ἀνεβίβασεν εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ. Αὐτὸς δίδει πνοήν, αὐτὸς πρέπει νὰ ὠθήσῃ καὶ νὰ δώσῃ πνοὴν καὶ εἰς τὸν Νομάρχην, τὸν ἐκπρόσωπον τῆς Κυβερνήσεως. Ξεύρετε τί θὰ συμβῇ τώρα μὲ αὐτοὺς τοὺς Νομάρχας, ποὺ εἶναι διαφόρων κομμάτων, ποὺ θὰ θέλῃ καθένας τὸ ἰδικόν του κόμμα νὰ προαχθῇ καὶ ἐπιτύχῃ; Τώρα ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν Νομαρχῶν. Λέγουν, ὅτι ἐξασφαλίζεται ἡ ἀνεξαρτησία μὲ τὴν τριετῆ θητείαν. Δὲν νομίζω ὅτι ἐπιτυγχάνει τὸ νομοθέτημα καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Τὸ ἄρθρον 5, λέγει: «........ (ἀναγινώσκει) ........». Οὕτως, ἡ μετάθεσις ἑνὸς Νομάρχου εἶναι δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ἡ μόνη κατοχύρωσις εἶναι, ὅτι ἡ μετάθεσις πρέπει νὰ εἶναι δεδικαιολογημένη, ὡς νὰ εἶναι δύσκολον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὕρῃ μίαν δικαιολογίαν διὰ νὰ κάμῃ μίαν μετάθεσιν. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπηλλαγμένοι οἱ Νομάρχαι, κατὰ τὸ νομοθέτημα, τῆς ἐπιρροῆς τοῦ κόμματος. Ἄλλο ἄρθρον, λέγει! «Νομάρχαι δύνανται ....... (ἀναγινώσκει) ..........». Δηλαδή, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει δικαίωμα νὰ θέσῃ τὸν Νομάρχην εἰς διαθεσιμότητα ἐπὶ τρίμηνον. Τώρα, ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν ἡλικίαν. Εἶπον πολλοὶ διὰ τὸ κατώτατον ὅριον καὶ ἄλλοι ὑπεστήριξαν τὸ 25ον, ἄλλοι τὸ 28ον καὶ ἄλλοι τὸ 30όν. Ἂς εἴπω ἐγὼ διὰ τὸ ἀνώτατον ὅριον. Δὲν νομίζω ὅτι τῆς διανοητικῆς ἀκμῆς καὶ τῆς δράσεως ἡ περίοδος τερματίζεται ἅμα τῇ συμπληρώσει τοῦ 60οῦ ἔτους. Τάχα ὁ κ. Κουλουμβάκης, δὲν θὰ ἠδύνατο ἐπιτυχῶς νὰ ἀσκήσῃ τοῦ Νομάρχου καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ ἔτι τὰ ἔργα, ἐπειδὴ ἔχει ὑπερβῆ τὸ 60όν; Αὐτό, κύριοι, μοῦ ὑπενθύμισεν ἓν περιστατικόν, ποὺ συνέβη εἰς τὴν συνέλευσιν τοῦ 1864. Τότε εἶχον ἐκλεγεῖ καί τινες, ἀπὸ τοὺς λεγομένους νέους ἄνδρας καὶ ὡμίλει ὁ μεγάλος νομομαθὴς Καλλιγᾶς καὶ ἐνόμισεν ὅτι ἠμποροῦσε νὰ τὸν πειράξῃ κάποιος ἀπὸ τοὺς νέους καὶ τοῦ εἶπε: Κύριε Καλλιγᾶ, καὶ ἡ εὐφυΐα γηράσκει. Ἡ βλακεία, ὅμως, οὐδέποτε, κύριε, τοῦ ἀπήντησε. Διὰ τοῦτο, χωρὶς νὰ θέλω νὰ θίξω κανένα, δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, δὲν νομίζω ὅτι τὴν ἡλικίαν πρέπει νὰ τὴν περιορίσωμεν ἐκεῖ. Θὰ ἔπρεπε νὰ ἀφεθῇ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας ἐλεύθερον καὶ ἀφοῦ κρίνῃ ἡ ἐπιτροπή, ἂς κρίνῃ ἐὰν εἷς, ὁ ὁποῖος ἔχει ὑπερβῆ τὸ 60ὸν ἔτος, διατηρῇ ἀκμαίας τὰς διανοητικάς του δυνάμεις. Αὐτὰ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, καὶ εἴθε νὰ διαψευσθῶ εἰς τὰς προβλέψεις μου περὶ ἀποτυχίας τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοθετήματος.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὑπάρχει πρότασις, νομίμως ὑπογεγραμμένη, περὶ περιορισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς ἀγορεύσεως εἰς ¼ τῆς ὥρας.
§83ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις γίνεται δεκτὴ καὶ περιορίζεται ὁ χρόνος τῆς ἀγορεύσεως ἑνὸς ἑκάστου τῶν ὑπολειπομένων ρητόρων εἰς ¼ τῆς ὥρας.
§85Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Στρατ.). Κύριοι συνάδελφοι, ἀπουσίαζον κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τρικάλων βουλευτοῦ. Ἐπληροφορήθην ὅτι ὑπῆρξε βίαιος. Καὶ ὄχι μόνον βίαιος, ἀλλ’ ὅτι ὑπερέβη τὰ ὅρια τῆς Κοινοβουλευτικῆς εὐπρεπείας....
§86Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Καὶ τῆς ἀνθρωπίνης εὐπρεπείας.
§87Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Στρατ.). Λυποῦμαι δι’ αὐτόν, διότι τιμῶ καὶ σέβομαι τὴν προσωπικότητα τοῦ κυρίου ἐκ Τρικάλων βουλευτοῦ καὶ ὡς ἐπιστήμονος καὶ ὡς κοινοβουλευτικοῦ ἀνδρός. Ἐλπίζω καὶ εὔχομαι νὰ μετανοήσῃ διὰ τὰς ἐκφράσεις, τὰς ὁποίας διετύπωσεν. Ἡ ἐπίθεσις τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Τρικάλων ἐγένετο ἐναντίον μου καὶ ἐβασίσθη ἐπὶ ὡρισμένων φράσεων, αἱ ὁποῖαι περιελαμβάνοντο εἰς τὸν ἐπίλογον τῆς τελευταίας μου ἀγορεύσεως, τῆς ἀφορώσης τοὺς Ἀναγκαστικοὺς Νόμους. Κατὰ τὸν ἐπίλογον τῆς ἀγορεύσεώς μου εἶπον ὅτι θὰ ἦτο θανάσιμον σφάλμα, αὐτὰ εἶπον κατὰ λέξιν, «νὰ ἀντιδράσωμεν», λέγουν τὰ πρακτικά, «νὰ ἀντιδικήσωμεν», εἶπον ἐγώ, καὶ ἐνθυμοῦμαι καλῶς τὰς φράσεις, τὰ ὁποίας διατυπώνω, καὶ ἐπ’ ἀρκετὸν χρόνον μετὰ τὴν ἀγόρευσίν μου κατὰ τρόπον .... (δὲν ἠκούσθη) .... εἴτε πρὸς τὸ σύνολον τοῦ σχεδίου Μάρσαλ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν σκέπτεται, εἴτε πρὸς ὡρισμένας πλευρὰς τοῦ σχεδίου Μάρσαλ. Ἑπομένως ἦτο ἄστοχος ἡ ἐπίθεσις, διότι οὐδέποτε ἰσχυρίσθην καὶ τὰ πρακτικὰ εὐλόγως τὸ μαρτυροῦν, ὅτι ὑπάρχουν τυχὸν μεταξὺ ἡμῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἄνδρες Ἕλληνες πολιτικοί, ἀντιδρῶντες κατὰ τοῦ σχεδίου Μάρσαλ. Ρητῶς μάλιστα ἐτόνισα ὅτι οὐδεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀντιδρᾷ κατὰ τοῦ σχεδίου Μάρσαλ. Ὡς ὑπόθεσιν ἁπλῶς, ἡ ὁποία θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἰσχύσῃ πέραν τῆς αἰθούσης αὐτῆς, ἐκτὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς, ἐχρησιμοποίησα τὴν φράσιν ἐν τῇ γενικότητί της, εἰδικώτερον ὅμως μὲ τὴν φράσιν μου πράγματι ἠννόουν, καὶ εἰς τοῦτο δὲν ἐπλανήθη, παρασυρόμενος ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τρικάλων, ἠννόουν ἐκείνην, ὅταν ηὐδόκησα ...... (δὲν ἠκούσθη) ...... Εἶπον ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ ἀντιδικία πρὸς ὡρισμένας πλευρὰς καὶ πτυχὰς τοῦ σχεδίου Μάρσαλ. Αὐτὸ δέ, νομίζω, ὅτι τὸ εἶχεν εἴπει ὁ ἴδιος ὁ κ. βουλευτὴς ἐπιτεθεὶς εἰδικώτερον ἐπανειλημμένως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐναντίον τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον ἐφαρμόζεται τὸ σχέδιον Μάρσαλ. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς ἄλλας λεπτομερείας. Ἡ Κυβέρνησις πιστεύει, ὄχι μόνον ἐγὼ πιστεύω, ἀλλ’ ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις πιστεύει ὅτι τὸ σχέδιον Μάρσαλ ἐφαρμόζεται ἐν Ἑλλάδι κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος συμβιβάζεται ἀπολύτως πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, καὶ ὁ ὁποῖος ἐξ ἄλλου ἀνταποκρίνεται πλήρως πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ μείνω εἰς τὸ θέμα ὅπως ἔχῃ ἀντικειμενικῶς. Παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ περιορισθῶ ἀπόψε εἰς μίαν σύντομον ἀπάντησιν πρὸς τὸν κ. ἐκ Τρικάλων βουλευτήν, ἀπάντησιν ὡς πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπε σχετικῶς μὲ ἐμέ. Εἶπεν ὁ κ. βουλευτής, ὅτι ὑπάρχουν 8 πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦν διὰ τῶν μαγειρείων τῶν πρεσβειῶν νὰ ἀναρριχηθοῦν εἰς τὴν ἐξουσίαν. Δὲν γνωρίζω τί ἄλλο προσέθεσε. Μοὶ εἶπον ὅτι ἐχρησιμοποίησε τὴν φράσιν αὐτήν. Νομίζω ὅτι τὴν ἠκούσατε.
§88ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μάλιστα, εἶπε τῶν ἀντιθαλάμων τῶν Πρεσβειῶν.
§89ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶπεν περὶ ἐπισκέψεων εἰς Πρεσβείας.
§90Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Στρατ.). Μάλιστα. Καὶ μοὶ ἐλέχθη, ὅτι, ὄχι ἁπλῶς δι’ ὑπαινιγμοῦ, ἀλλὰ ἀμέσως, εὐθέως, διότι εἶναι εὐθύς, ἐστράφη ἐναντίον μου. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν νομίζω ὅτι δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ μακρηγορήσω ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἀλλ’ ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σᾶς εἴπω ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Βαμβέτσος, ἀποτελεῖ ψεῦδος. Καὶ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἐπρόσεξε τὸ ψεῦδος, ἀλλὰ θὰ ἐνθυμῆται τὴν ἀλήθειαν. Ἡ δὲ ἀλήθεια, ἡ ἀλήθεια τῶν σχέσεών μου πρὸς τὰς Πρεσβείας καὶ πρὸς τοὺς ξένους συμμάχους καὶ φίλους ἐξεδηλώθη καὶ ἐν ἔτει 1943 καὶ ἐν ἔτει 1945. Κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος συνιστᾷ διαδικασίαν ἀντίστροφον τῆς ἀναρριχήσεως (Χειροκροτήματα). Δὲν ἀνῆλθον διὰ τῶν Πρεσβειῶν. Δὶς ἔπεσα διὰ τῶν Πρεσβειῶν. Ὁ κύριος Βαμβέτσος ἐνόμισεν ὅτι ἐδικαιοῦτο νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ ὕφος διδασκάλου τῆς ἠθικῆς ἀπέναντί μου. Ἂς κρίνετε ὑμεῖς, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἂς κρίνῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ποῖος εἶναι ὁ ἠθικὸς διδάσκαλος καὶ ποῖος εἶμαι ἐγώ. (Χειροκροτήματα).
§91Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ὄχι διότι τοῦτο εἶναι ἄρτιον, ἀλλὰ διότι εἶναι τὸ μόνον μέσον ἀντιδράσεως κατὰ τῆς δημιουργηθείσης ἀθλιότητος ἕνεκα τῆς καταπτώσεως τοῦ θεσμοῦ τῶν Νομαρχῶν συνεπείᾳ τῆς κομματικῆς παρεμβάσεως. Δὲν πρόκειται βεβαίως νὰ περιγράψω τὴν ἀθλιότητα ταύτην, ἡ ὁποία ἐξετέθη ἀπὸ πάσης πλευρᾶς ὑπὸ τῶν προλαλησάντων. Οἱ ἀντιδρῶντες κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου ἐπικαλοῦνται ὑπὲρ τῶν ἀπόψεών των, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ κοινοβουλευτικὴ δημοκρατία στηρίζεται ἐπὶ τῆς κομματικῆς διαρθρώσεως τῆς πολιτικῆς ζωῆς τῆς χώρας καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ πλειοψηφοῦν κόμμα ἔχει τὰς εὐθύνας τῆς διακυβερνήσεως τῆς χώρας, δέον διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν αὐτῶν νὰ ἔχῃ καὶ τὴν εὐχέρειαν ἐκ τοῦ νόμου τῆς ἐπιλογῆς τῶν νομαρχῶν τῆς ἰδίας αὐτῆς ἐμπιστοσύνης ὥστε νὰ δύναται δι’ αὐτῶν νὰ κυβερνᾷ τὴν περιφέρειαν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ θεώρημα τοῦτο ἐμπερικλείει πολλὴν λογικὴν συνέπειαν διότι παλαιότερον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς ταύτης εἶχε γίνει δεκτὸν καὶ εἰς τὴν θεωρίαν καὶ εἰς τὴν πρᾶξιν ὅτι ἦτο ἐνδεδειγμένη ἡ ἀναγνώρισις εἰς τὸ πλειοψηφοῦν κόμμα τοῦ δικαιώματος ἵνα πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν ἰδίων αὐτοῦ εὐθυνῶν ἐκ τῆς καλῆς διοικήσεως τοῦ τόπου ἔναντι τῶν ἐκλογέων ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεριορίστου ἐπιλογῆς τῶν συνεργατῶν. Συνεπείᾳ τῆς ἀρχῆς ταύτης ἡ ἀπόλυσις ὅλων τῶν ὑπαλλήλων τοῦ ἡττηθέντος κόμματος καὶ ὁ διορισμὸς φίλων τοῦ πλειοψηφοῦντος. Τὸ σύστημα τοῦτο ἰδιαιτέρως εἶχε εὕρει ἀπήχησιν εἰς τὴν μεγάλην Ἀμερικανικὴν Δημοκρατίαν κατὰ τὸ παρελθὸν διαμορφωθείσης ἐκεῖ τῆς θεωρίας SPOILS SYSTEM. Ἡ πεῖρα ὅμως καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς καλυτέρας ὀργανώσεως τῆς πολιτείας κατέδειξε τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ συστήματος καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς προσφυγῆς εἰς τὸ σύστημα τῆς μονιμότητος τῶν δημοσίων ὀργάνων, σύστημα ἐπιβαλλόμενον εἰς ὁλόκληρον τὸν κόσμον καὶ παρ’ ἡμῖν περιλαβὸν σχεδὸν ὅλα τὰ δημόσια ὄργανα πλὴν ἐλαχίστων ἐν οἷς καὶ ὁ Νομάρχης. Ἀποτελεῖ ἁπλῶς ἀνάμνησιν τοῦ παρελθόντος συστήματος τῶν προγραφῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ὁ Κῆπος τοῦ Κλαυθμῶνος αὐτῶν. Συνεπῶς ἡ ἐπιχειρηματολογία τῶν ἀντιφρονούντων οὔτε βάσιμος εἶναι, οὔτε ἀνύπαρκτος. Πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ δύο προβάλλονται συστήματα. Τὸ τῆς μονιμότητος τῶν Νομαρχῶν καὶ τὸ τοῦ ἐπὶ θητείᾳ διορισμοῦ αὐτῶν. Τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον προετίμησεν τὸ δεύτερον ὑποδεικνῦον τὴν καθιέρωσιν τοῦ ὑπαλληλικοῦ συμβουλίου προσδιορίζοντος ἐπὶ τῇ βάσει ἀντικειμενικῶν κριτηρίων τὸν καθορισμὸν τῶν διοριστέων νομαρχῶν. Κατ’ ἀρχήν, ἡ τεθειμένη ἀρχὴ εἶναι ὀρθή, ἐμφανίζει ὅμως τὰ ἑπόμενα μειονεκτήματα. 1) Ὅτι τὸ προβληθὲν νομοθέτημα ἀκολουθεῖ πρωθύστερον κατεύθυνσιν. Ὁ Νομάρχης, ἐπὶ κεφαλῆς τῶν τοπικῶν ἀρχῶν, ἀποτελεῖ τὸ κορύφωμα τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ αὐτοδιοικήσεως, ἐφ’ ὅσον δὲ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἀνωμάλως εἰσερχόμενοι εἰς τὸν ὑπαλληλικὸν ὀργανισμὸν τῆς χώρας, διὰ μέσου τῶν κομμάτων, συνδέονται διὰ βίου μὲ τὴν πολιτικὴν δρᾶσιν αὐτῶν καὶ ἕνεκα τοῦτο πολιτεύονται, μοιραῖον εἶναι τὸ κακὸν νὰ πολιτεύεται κομματικῶς καὶ ὁ Νομάρχης πρὸς ἐξισορρόπησιν τῶν δύο κακῶν. Ἡ ὀρθολογιστικὴ κατεύθυνσις ἐπέβαλε τὴν ἀναδιοργάνωσιν τοῦ ὑπαλληλικοῦ κόσμου καὶ μετὰ τὴν ἐπιτυχίαν τούτου, τὴν τοποθέτησιν ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν τοῦ ἀφατριάστου Νομάρχου. Ἤδη, ἀκολουθοῦμεν ἀντίθετον κατεύθυνσιν μὲ ἐνδεχόμενον κίνδυνον νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ τοῦ θεάματος ὑπαλλήλων καὶ Νομάρχου ἀντιπολιτευομένων τὴν Κυβέρνησιν εἴς τινα περιφέρειαν. Ἕτερον μειονέκτημα τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου, καταστὰν ἔκδηλον ἐκ τῆς γενομένης μέχρι τοῦδε ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, εἶναι ἡ σύνθεσις καὶ ἡ ἁρμοδιότης τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 2 συμβουλίου. Τὸ Συμβούλιον τοῦτο συγκροτεῖται ἐξ ἀνωτάτων ἀξιωματούχων τοῦ Κράτους καὶ ἐξ ἀντιπροσώπων τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων. Ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης συνθέσεώς του εἶναι ἡ ἔλλειψις ἀφατριάστου κρίσεως αὐτοῦ, καθ’ ὅσον οἱ ἀνώτατοι ἀξιωματοῦχοι σύμψηφοι ὄντες τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων, μειοψηφοῦν ἢ ὑπερφαλαγγίζονται ὑπὸ τῆς ψήφου ἐκείνων, οἵτινες μοιραίως μεταφέρουν καὶ υἱοθετοῦν τὰς κομματικὰς ἀντιλήψεις τῶν κομμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνήκουν. Πρὸς ἀποφυγὴν τούτου, ἔδει νὰ καθιερωθοῦν δύο συμβούλια διακεκριμένα, τὸ πρῶτον ἐξ ἀντιπροσώπων διαφόρων ἐπαγγελματικῶν τάξεων, ἀποβλέπον εἰς συγκέντρωσιν πληροφοριῶν περὶ τῶν ὑποψηφίων νομαρχῶν καὶ γνωμοδοτοῦν περὶ αὐτῶν καὶ τὸ δεύτερον ἐξ ἀνωτάτων ἀξιωματούχων τοῦ Κράτους, ἀποφαινόμενον περὶ τῶν διοριστέων Νομαρχῶν. Δεύτερον μειονέκτημα τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, ὅτι περιώρισε τὸ συμβούλιον εἰς τὴν ἐπιλογὴν τῶν ὑποψηφίων, ὅσος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν διοριστέων νομαρχῶν, ἤτοι μετεβίβασε τὴν ἐπιλογὴν τῶν διοριστέων εἰς ἓν ὑπαλληλικὸν συμβούλιον. Τοῦτο, ὅμως, σημαίνει ἀπαράδεκτον μεταβίβασιν τῶν κυβερνητικῶν εὐθυνῶν περὶ τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων εἰς τὸ Συμβούλιον, ἀλλὰ καὶ δέσμευσιν τῆς Κυβερνήσεως ὑπερβολικήν. Ἐνδεδειγμένον ἦτο νὰ γίνῃ ἐπιλογὴ διπλασίου ἢ τριπλασίου ἀριθμοῦ ὑποψηφίων, ὥστε νὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις ἐκ τοῦ μεγάλου τούτου ἀριθμοῦ τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα, νὰ προβαίνῃ εἰς τὸν διορισμὸν τῶν κατὰ τὴν κρίσιν της καταλληλοτέρων καὶ νὰ ἐπέχῃ τὰς ἐκ τῆς ἐκλογῆς ταύτης εὐθύνας. Τρίτον μειονέκτημα τοῦ νομοθετήματος, εἶναι ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ συστήματος τῆς ἀπολύσεως τῶν πταισάντων Νομαρχῶν, κατόπιν ᾐτιολογημένης ἀποφάσεως τοῦ ὑπαλληλικοῦ συμβουλίου τοῦ ἄρθρου 2. Εἶναι ὅμως προφανές, ὅτι ἡ σύνθεσις τοῦ Συμβουλίου τούτου οὐδεμίαν παρέχει ἐγγύησιν ἀντικειμενικῆς κρίσεως, ὄχι μόνον διότι συμμετέχουν εἰς τοῦτο πρόσωπα μὴ κατοχυρωμένα μὲ πλήρη ἀνεξαρτησίαν γνώμης, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ πλειοψηφία τῶν προσώπων τούτων δὲν ἔχει τὴν πεῖραν τῆς τοιαύτης κρίσεως. Καὶ τέλος, εὑρίσκομεν, ὅτι τὸ κατώτατον ὅριον ἡλικίας τῶν διοριστέων νομαρχῶν εἰς τὸ 25ον ἔτος, δὲν ἐξασφαλίζει οὔτε πεῖραν, οὔτε διαμόρφωσιν ὡρίμου χαρακτῆρος καὶ προσωπικότητος, ἱκανοῦ νὰ ἐπιβληθῇ τῶν ὑπερηλίκων καὶ περισσότερον ἐμπείρων ὑφισταμένων ὑπαλλήλων.
§92Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἐὰν ἔχωμεν τὴν πρόθεσιν νὰ βελτιώσωμεν τὸν θεσμὸν τῶν νομαρχῶν, τοῦτο θὰ τὸ ἐπιτύχωμεν, ὄχι μὲ νομοθετήματα, ἀλλὰ διὰ τῶν προσωπικοτήτων. Εἰς τὴν Τουρκίαν τῷ 1878, ἀπεφασίσθη ἡ ἐφαρμογὴ ἑνὸς συστήματος καὶ πρὸς ἐπιτυχίαν τούτου, δύο πρώην πρωθυπουργοὶ ἀνέλαβον νομαρχίας. Ἂς ἀναλάβουν ὅλοι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων ἐπὶ 6 μῆνας νομαρχίας, ὥστε ὁ θεσμὸς νὰ φθάσῃ εἰς περιωπήν. Πλανῶνται οἱ ξένοι φίλοι σύμμαχοί μας, ἂν νομίζουν ὅτι διὰ νομοθετημάτων θὰ βελτιωθῇ ὁ θεσμός. Εἶπον καὶ προηγουμένως. Ἀναγνώσατέ μου τὸν κατάλογον τῶν νομαρχῶν, διὰ νὰ σᾶς εἴπω, εἰς ποίου κομματάρχου τὴν ἐνέργειαν ὀφείλεται ἡ ἐπιλογὴ ἑνὸς ἑκάστου.
§93Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. (Ἀργολιδοκορινθίας). Δὲν νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι θὰ ἀντέλεγε κανεὶς ἐξ ὑμῶν, ὅτι χρειάζεται φρόνησις, γνῶσις, ἔφεσις πρὸς ἐργασίαν καὶ μάθησις καὶ περιστάσεις εὐνοϊκαί, διὰ νὰ κυβερνῶνται καλῶς οἱ λαοί. Τοῦτο τὸ ἔγραφεν ὁ Λουκιανὸς εἰς ἐπιστολήν του πρὸς .................... Εἶναι ἀναντίρρητον, ὅτι τὸ Κράτος εὑρίσκεται ἐν πολέμῳ ἐπὶ διετίαν. Καὶ τὸν πόλεμον αὐτὸν τὸν διεξάγει ὁ ρωμαλέος στρατὸς τῆς πατρίδος, ὑπὸ τὴν ἐξέχουσαν ἡγεσίαν του, καὶ τὸν πόλεμον αὐτὸν τὸν ὁδηγεῖ σταθερῶς πρὸς τὴν νίκην. Ἡ νίκη αὕτη τοῦ στρατοῦ ἀνήκει ἐξ ὁλοκλήρου εἰς αὐτόν, διότι δὲν εὑρίσκεται εἰς οὐδεμίαν ἐπαφὴν μὲ τὸν πολιτικὸν κόσμον Τοῦτο τὸ βλέπομεν ἀπὸ συζητήσεις μὲ τοὺς ἀποστρατευομένους, οἱ ὁποῖοι μᾶς προβάλλουν τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι κατόπιν τόσων θυσιῶν καὶ ἀγώνων, δὲν εὑρίσκουν ἀπὸ τὸν πολιτικὸν κόσμον ἀνταπόκρισιν καὶ ὅτι ἡ κοινωνικὴ δικαιοσύνη εἶναι ὑποτυπώδης καὶ ὅτι αἱ λαϊκαὶ μᾶζαι μαστίζονται ὑπὸ ἀθλιότητα καὶ δυστυχίαν. Τότε, ἴσως ἔχομεν ἐπιχειρήματα νὰ τοὺς ἀπαντήσωμεν. Ὅταν ὅμως μᾶς ὁμιλοῦν διὰ τὴν κομματικὴν κραιπάλην καὶ φαυλότητα καὶ διὰ τὴν ἐξαθλίωσιν τῆς κρατικῆς μηχανῆς, ἀναγκαζόμεθα, ἔχω τὴν γνώμην, εἰς καθεστὼς σιγῆς. Ἐὰν ἐρωτηθῇ τις ἐξ ἡμῶν, ἐὰν οἱ μετεκλογικοὶ Νομάρχαι ἀνταπεκρίθησαν, ὡς ἀναντιρρήτως ἔπρεπεν, εἰς τὸν γοργὸν ρυθμὸν τῆς ζωῆς τῆς χώρας καὶ τὴν νέαν νοοτροπίαν τοῦ λαοῦ, τὴν ἀπότοκον τοῦ μεγάλου πολέμου δὲν νομίζω, ὅτι θὰ εὑρεθῇ τις ἐξ ἡμῶν, ὅστις νὰ εἴπῃ ὅτι ἀνταπεκρίθησαν πρὸς τὸ θέλημα τοῦ Ἔθνους. Ἀλλά, κύριοι, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ σταματήσωμεν μέχρι τοῦ σημείου τούτου, ἀλλ’ ὅτι ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἀξιοποιήσωμεν ὅσα εἶπον προηγουμένως, διότι ἔργον τῆς Πολιτείας δὲν εἶναι μόνον ἡ νίκη τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ ἡ ἀξιοποίησις τῆς νίκης τοῦ στρατοῦ μας. Ἔλεγον πρὸ διετίας καὶ ἐπανατονίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὰ θύματα τοῦ μεγάλου τῆς Πατρίδος ἀγῶνος, θὰ ἦσαν ὀλιγώτερα, ὄχι ὡς ἡ ἔκθεσις τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου, ἡ δημοσιευθεῖσα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἀναφέρει 12 χιλ. νεκροὺς καὶ 37 χιλ. τραυματίας, ὑποστηρίζω, κύριοι, σταθερῶς ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο, ὅτι θὰ ἦσαν πολὺ ὀλιγώτερα, εἰς τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπῆρχε φρόνησις περὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἄνδρες ἱκανοὶ καὶ μὲ φρόνησιν καὶ ἀποδεδειγμένως ἐπεδείξαντες ἱκανότητας εἰς τὰ ἐπαγγέλματά των, ἐχρησιμοποιοῦντο εἰς τὴν διοίκησιν. Δὲν εἶναι ξένον πρὸς τὴν γνῶσιν οὐδενὸς τὸ γεγονός, ὅτι ἐσφάγη ἡ Πατρίς μας κατὰ τὴν κατοχήν, διότι οἱ πολιτικοὶ ἀρχηγοὶ ἐκάθευδον ὑπὸ ἔνοχον μανδραγόραν. Τὸ χυθὲν αἷμα ἐδρόσισε τὸ πυρέσσον σῶμα τῆς Πατρίδος καὶ δι’ αὐτοῦ ἐσώθη καὶ σώζεται ἡ Πατρίς. Καὶ ἐρωτῶ, ποῖα εἶναι τὰ τεκμήρια ἐκεῖνα, τὰ σταθερὰ καὶ τὰ πείθοντα, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι οἱ Νομάρχαι σας τῆς αὔριον θὰ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀπολαμβάνουν τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ λαοῦ; Μόνον ἐὰν ἐκαλεῖτο ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου, ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου καὶ ὑπέβαλλον ὑπευθύνους προτάσεις καὶ ὑπευθύνους ἐκθέσεις περὶ τῆς ἀποδεδειγμένης ἱκανότητος τῶν προτεινομένων ὡς νομαρχῶν, καὶ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀπέβλεπε μόνον καὶ μόνον εἰς τὴν χρηστὴν διοίκησιν καὶ ὄχι εἰς τὴν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ κομματικοῦ της συμφέροντος, νομίζω, ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀνταποκριθῶμεν πρὸς τὰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις τῆς πατρίδος. Δὲν γνωρίζω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπελέγησαν, οὔτε λέγω τι δι’ αὐτούς, εἶδον ὅμως εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι πολλοὶ τῶν ἐπιλεγέντων εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ὡς νομάρχαι κατὰ τὴν περίοδον τὴν ἔνοχον καὶ λέγω ἔνοχον, διότι οὐδείς, τὸ τονίζω ὑπευθύνως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀνταπεκρίθη εἰς τὴν ἀποστολὴν του. Εἴδατε, κύριοι βουλευταί, νομάρχην νὰ ἐλέγχῃ τὸν γεωπόνον, ἐὰν οὗτος καθοδηγῇ τοὺς ἀγρότας διὰ τὴν φύτευσιν τῶν δένδρων, διὰ τὸν ἐμβολιασμὸν αὐτῶν, διὰ τὴν ἔγκαιρον καταπολέμησιν τῶν νόσων, διὰ τὴν χρησιμοποίησιν τῶν γεωργικῶν φαρμάκων; Εἴδατε οὐδαμοῦ νομάρχην παρακολουθοῦντα τὰς ὑπηρεσίας τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης διὰ τὴν χορήγησιν δανείων ἢ τὸ ζήτημα τῆς τοποθετήσεως τῶν ἀγροτικῶν προϊόντων; Εἴδατε νομάρχην λαμβάνοντα πρωτοβουλίαν διὰ τὴν ὁδοποιίαν ἢ διὰ τὴν ὑγείαν τοῦ λαοῦ; Τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτά, διότι ὁ νομάρχης εἶναι ὁ νομάρχης τοῦ κόμματος. Ἐπῆγα πρὸ ἡμερῶν εἰς ἕνα θέατρον καὶ εἶδον μίαν σκηνὴν δικαστηρίου, ὅπου ἐνεφανίζοντο ὅλοι οἱ πολιτικοὶ ἀρχηγοί. Μοῦ ἔκαμε βαθεῖαν κατάπληξιν, οὐδεὶς ἐχειροκρότησεν. Ὅταν ὅμως ἐνεφανίσθη ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, ὁ λαὸς ἐκεῖνος ἐχειροκρότησε τὴν ἐμφάνισίν του. Παρηκολούθησαν εἰς τὸ Στάδιον τὴν εἴσοδον τῶν πολιτικῶν ἡγετῶν καὶ εἶδον ἀπαθέστατον τὸν λαόν, ὅταν εἰσήρχοντο. Ὅταν ὅμως εἰσήρχοντο οἱ Βασιλεῖς μας καὶ ὁ Πρεσβευτὴς τῆς Μεγάλης Ἀμερικανικῆς Συμπολιτείας, αἱ χιλιάδες ἐκεῖναι τοῦ λαοῦ ἐχειροκρότησαν φρενιτιωδῶς. Τοῦτο σημαίνει τὴν κατάδηλον ἀγανάκτησιν τοῦ λαοῦ καὶ τὴν ἀναίρεσιν τῆς ἐμπιστοσύνης του πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνταπεκρίθησαν εἰς ὅσα ὑπεσχέθησαν. Σταματήσατε, λοιπόν, τὰ κομματικὰ μαγειρεῖα καὶ ἐνατενίσατε τὰς χαράδρας ὅπου πεθαίνουν τὰ τέκνα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὑπὲρ τῆς Πατρίδος. Μόνον τότε θὰ εἴμεθα ἄξιοι νὰ ὑποβάλωμεν τοιοῦτον νομοσχέδιον. Διότι ἄλλως ἐξαπατῶμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. (Χειροκροτήματα).
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Δεσύλλας, ἔχει τὸν λόγον.
§95Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐὰν ἀνέρχωμαι τὸ βῆμα, εἶναι διότι θέλω νὰ ἐξηγήσω τὴν ἱστορίαν αὐτοῦ τοῦ νομοθετήματος, ὅπως ἔτυχε νὰ τὴν ἀντιληφθῶ καὶ νὰ τὴν γνωρίζω. Τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον, ἀποτελεῖ μίαν εἰρωνείαν. Αὐτὸς οὗτος ὁ τίτλος του, ὡς εἶναι διατυπωμένος, δὲν εἶναι παρὰ μία εἰρωνεία. (Ἀναγινώσκει). Εἶναι ὅπως μερικοὶ συγγραφεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐκδίδουν τὸν τρίτον τόμον, ἐν γνώσει ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἐκδώσῃ οὔτε τὸν πρῶτον, οὔτε τὸν δεύτερον τόμον. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ μία συνέπεια ἑνὸς συμβιβασμοῦ καὶ μιᾶς συναλλαγῆς κομματικῆς καὶ δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὴν αὐτοδιοίκησιν καὶ μὲ τὴν ἀποκέντρωσιν. Ὅταν πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους γνωστὸς Ἕλλην περιεφέρετο ἀνὰ τὰς πόλεις τῆς Ἑλλάδος, προβαίνων εἰς διαλέξεις καὶ ὁμιλίας περὶ ἀποκεντρώσεως καὶ αὐτοδιοικήσεως, ἀναμφισβητήτως ἐπηρέασε τοὺς φίλους μας τοὺς Ἀμερικανοὺς καὶ ἀναμφισβητήτως εἶχε καὶ κάποιον ἰδιοτελῆ σκοπόν. Τὸ πρῶτον νομοθέτημα προέβλεπε μίαν αὐτοτέλειαν οἰκονομικὴν τῶν Γενικῶν Διοικήσεων καὶ πραγματικῶς ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς θὰ ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς ἰδεώδους λύσεως. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχε φέρει τότε τὰς ἀντιρρήσεις του καὶ τὸ ἄρθρον 19 τοῦ σχεδίου νόμου ἐτροποποιήθη καὶ ὑπήχθησαν αἱ γενικαὶ διοικήσεις εἰς τὴν οἰκονομικὴν ὑποδούλωσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Διότι τὸ ἄρθρον 10 λέγει τὰ ἑξῆς:..... (Ἀναγινώσκει)...... Αὐτὸς εἶναι ὁ κύριος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ αὐτοδιοίκησις, διότι αὐτοδιοίκησις χωρὶς οἰκονομικὴν αὐτοτέλειαν εἶναι κάτι τὸ ἀνύπαρκτον. Καὶ ἐξ ἄλλου ἐρωτᾶται, ἐὰν ποτὲ ἡ Ἑλλὰς θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐφαρμόσῃ ἓν διοικητικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον προβλέπει τοιαύτας δαπάνας. Ἡ εἰρωνεία τοῦ πράγματος εἶναι ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐσκέφθησαν νὰ εἰσαγάγουν τὸ νομοθέτημα αὐτό, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ μεγαλύτερον μέρος τῆς χώρας κατείχετο ὑπὸ τῶν συμμοριτῶν, τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἦτο ἀδύνατον νὰ τολμήσῃ νὰ βγῇ κανεὶς ἀπὸ μίαν πόλιν, ὅταν ἐκινδύνευεν ἴσως καὶ αὐτὴ ἡ ὕπαρξις τοῦ Κράτους. Τότε ἐσκέφθησαν νὰ προβοῦν εἰς τὴν μελέτην τῶν Γενικῶν Διοικήσεων. Πάντως ἐγκατελείφθη τὸ ἀρχικὸν νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον θεωρητικῶς ἔχει κάποιαν ἀξίαν καὶ μίαν ἡμέραν ἐνεφανίσθη τὸ ὡραῖον αὐτὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς τὸ παρουσιάζουν ὡς συντελοῦν εἰς μίαν καλὴν διοίκησιν. Βεβαίως, προβάλλεται τὸ ἐρώτημα, ὅταν μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἀπὸ ἐξέχοντα πρόσωπα καὶ ἀπὸ ἀρχηγοὺς κομμάτων, δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ νὰ ἐκλέξῃ τοὺς ἀρίστους διὰ νὰ διευθύνουν αὐτὰς τὰς νομαρχίας, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ πράξουν αἱ Ἐπιτροπαί; Ὁμολογῶ, ὅτι μεταξὺ τῶν νομαρχῶν ὑπῆρξαν ἄριστοι νομάρχαι, οἱ ὁποῖοι περιεποίησαν τιμὴν εἰς τὸν τόπον, παρὰ τὸ γλίσχρον τῆς ἀμοιβῆς των. Ἀπόδειξις, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ κακὴ ἐπιτροπή, πρὸς τὴν ὁποίαν διεφώνησεν αὐτὸς οὗτος ὁ Πρόεδρος, ἐξέλεξε πολλοὺς ἐξ αὐτῶν.
§96Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ σφάλμα της.
§97Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Ἐκ τούτου ἔπεται, ὅτι δὲν ἦσαν τόσον κακοί. Σήμερον, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπιμένει καὶ θεωρεῖται τὸ ζήτημα κυβερνητικόν, ἐπειδὴ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἀπεδέχθη τὴν σύστασιν μιᾶς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία νὰ ἐκλέγῃ τοὺς νομάρχας, μιᾶς ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ βέτο θὰ ἔχῃ ὁ δημόσιος ὑπάλληλος, ὅστις ἐκπροσωπεῖ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλὰς ἐκτὸς τούτου, τί θὰ κάμουν αὐτὰ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα, ὅπως τὰ θέλει ὁ κ. Ὑπουργός, θὰ εἶναι 25 καὶ 28 ἐτῶν; Φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει κάποιαν προτίμησιν διὰ νὰ σταματήσῃ εἰς τὸ 28ον ἔτος. Δὲν γνωρίζω ποῖον παρελθόν, ποίαν δρᾶσιν, ποῖον ἐθνικὸν ἀγῶνα, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κρίνουν αὐτοὶ οἱ κύριοι καὶ ὁ διευθυντὴς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ κρίνουν τὸ ἦθος, τὰ γενικὰ προσόντα, τὴν μόρφωσιν, τὸ πνεῦμα; Καὶ ἀποτελεῖ τὴν μεγαλυτέραν εἰρωνείαν, ὅταν θέλωμεν νὰ κατοχυρώσωμεν ἕνα οἱονδήποτε θεσμὸν δι’ αὐτῶν τῶν τυπικῶν διατάξεων, ὅταν θέλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εὐθύνομαι ἐγώ, ἡ ἐπιτροπὴ τὰ ἔκαμε καὶ νὰ παρουσιάσῃ ὅτι πράγματι ἀντικειμενικῶς ἐξελέγησαν οἱ νομάρχαι, τόσον ἀντικειμενικῶς, ὥστε μεταξὺ αὐτῶν ἐξελέγησαν πρόσωπα, διὰ τὰ ὁποῖα ἔγινεν ἤδη λόγος καὶ διὰ τὰ ὁποῖα ὁ ἴδιος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἠναγκάσθη νὰ θέσῃ διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανεξετασθῇ τὸ ζήτημά των.
§98Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ὁμολογεῖ τὴν ἀποτυχίαν τῆς Ἐπιτροπῆς.
§99Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Βεβαίως καὶ ἡ ἀποτυχία αὐτὴ τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ὑπάρξῃ. Φοβοῦμαι ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ψηφίσῃ τὸ νομοθέτημα. Ἀλλὰ τότε θὰ ζητηθοῦν εὐθῦναι ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰς πράξεις αὐτὰς τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι κατοχυρούμενοι ἐπάνω εἰς μίαν 3ετῆ θητείαν θ’ ἀποβοῦν τυραννίσκοι χειρότεροι ἐκείνων, τοὺς ὁποίους παρουσίασεν ἡ Ἑλλὰς διὰ τῶν Διευθυντῶν νομαρχίας, τυραννίσκοι, οἱ ὁποῖοι, διὰ νὰ ἀποδείξουν τὸ ἀνεπηρέαστον αὐτῶν, θὰ φέρουν πολλὰς δυσκολίας εἰς τὴν Διοίκησιν. Εἶναι μία εἰδικότης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἀναμφισβητήτως οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὴν ἐπαρχίαν εἶναι μία ἄρνησις, μιὰ συστηματικὴ ἀντίδρασις. Σήμερον κατοχυροῦνται καὶ θὰ γίνουν μικροὶ τυρανίσκοι καὶ αἱ ἐπαρχίαι θὰ ὑποστοῦν τὰς συνεπείας αὐτῶν τῶν τυραννίσκων καὶ πολὺ ταχέως θὰ καταργηθῇ τὸ νομοθέτημα αὐτὸ καὶ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἐὰν ἰσχυρότερον κόμμα ἀνέλθῃ εἰς τὴν ἀρχήν, θὰ καταργήσῃ τὴν διάταξιν καὶ θὰ διορίσῃ τοὺς νομάρχας ποὺ θέλει νὰ διορίσῃ. Ἐὰν ὑπῆρχε μία δικαιολογία μέχρι τοῦδε, ὅτι ὡρισμένα κόμματα, ὅτι τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, π.χ., εἶχε μίαν ἰθύνουσαν γνώμην εἰς τὴν διακυβέρνησιν τῆς χώρας, ἐὰν ὑπῆρχε μία δικαιολογία ποὺ νὰ ἐδικαιολόγει νὰ γίνῃ μία ἄλλη σκέψις, σήμερον ποὺ ὑπάρχει μία τοιαύτη Κυβέρνησις, νομίζω ὅτι δὲν δικαιολογεῖται νὰ μᾶς λέγῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι δὲν τολμᾷ νὰ διορίσῃ ἕναν ἄριστον νομάρχην. Ἐὰν τὸ Κράτος εἶχε σκεφθῆ σοβαρώτερον τὸ ζήτημα αὐτό, δὲν θὰ ἀπῄτει μὲ μισθοὺς 500 ἢ 600 ἢ 700 χιλιάδων δραχμῶν νὰ ἐκπροσωπῇ εἷς νομάρχης τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν Ἐπαρχίαν του. Ἐὰν δὲν ἐγένοντο ὅλαι αὐταὶ αἱ δυσχέρειαι δι’ ἐλάχιστα ὁδοιπορικά, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν νομάρχαι ἀκόμη καλύτεροι, διότι, ἐὰν δὲν ὑπῆρχον ὅλ’ αὐτὰ τὰ ἐμπόδια, θὰ ἀπεδέχοντο εὐκολώτερον, διότι σήμερον δὲν δύνανται νὰ μεταβοῦν εἰς τὴν ἐπαρχίαν νὰ κάνουν τὸν νομάρχην, ὅταν θὰ ἔχουν ἔξοδα παραστάσεως καὶ οἰκογένειαν καὶ ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατήργησε τὰ ὑπηρεσιακὰ αὐτοκίνητα ποὺ εἶχον. Εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐκτιμήσω πολλοὺς νομάρχας, εἰς τὰς περιοδείας τὰς ὁποίας ἔκαμον.
§100Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἐξετίμησα τινάς, ὅπως ἐξετίμησα ἀντιθέτως ὡς χειρίστους καὶ ἄλλους τινάς, τοὺς ὁποίους ἐξέλεξεν ἡ Ἐπιτροπή.
§101Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐκτιμήσω πολλοὺς νομάρχας, διότι εἶδα τὴν προσπάθειαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐμπνέονται οἱ νομάρχαι, καὶ σήμερον ἔρχεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ λέγει αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγει. Τουλάχιστον ἂς κρίνῃ τοὺς νῦν νομάρχας καὶ ἀφοῦ ἀπορρίψῃ τοὺς κακούς, τότε νὰ προβῇ διὰ καταλλήλου τρόπου εἰς τὸν διορισμὸν ἄλλων νομαρχῶν. Ἀλλά, χωρὶς νὰ κρίνῃ τοὺς νομάρχας, ἀφήνει τὰς νομαρχίας νὰ παραλύσουν. Δὲν ὑπάρχει διοίκησις εἰς τὴν ὕπαιθρον πλέον. Εἷς οἱοσδήποτε ὑπαλληλίσκος διευθύνει νομαρχίαν, διευθύνει τὰ πάντα, ὅπως συμβαίνῃ εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου Πατρίδα. Καὶ δικασταὶ ἐὰν εἶναι ἀκόμη, δὲν θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ὑπεισέλθουν εἰς τὴν νοοτροπίαν τῆς διοικήσεως διότι ἡ ἰδική των νοοτροπία εἶναι ἐντελῶς διάφορος. Περαίνων, εὔχομαι τὸ νομοθέτημα αὐτὸ νὰ μὴν ἀποδώσῃ τὰ κάκιστα ἐκεῖνα ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἀναμένονται ἀπ’ αὐτό.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Διακουμόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§103Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, διότι ἐπίστευσα ὅτι ἔπρεπε ἐκείνους τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ 3½ ἔτη ἐπάλαισαν πραγματικῶς καὶ διὰ τὴν ἐθνικὴν ἰδέαν καὶ πρὸ παντὸς διὰ τὴν χρηστὴν διοίκησιν, ἐνόμισα ὑποχρέωσίν μου ὅτι ἔπρεπε νὰ τοὺς ὑποστηρίξωμεν. Δὲν ἠκούσθη οὐδεὶς λόγος ἐπαινετικὸς δι’ οὐδένα νομάρχην. Πρέπει νὰ γνωρίζητε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι πολλοὶ νομάρχαι καὶ ἰδίως οἱ νομάρχαι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκην καὶ ἐπάνω, ὅλοι ἐπέδειξαν πλήρη ἐθνικὴν συνείδησιν καὶ εἶχον διοίκησιν χρηστήν, παρὰ τὰς δυσκόλους περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθησαν λόγῳ τοῦ συμμοριτισμοῦ. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου ἐκλογικὴν περιφέρειαν ἦτο νομάρχης ὁ κ. Γεωργιάδης, ἀνήκων εἰς ἄλλο κόμμα. Τὸν διετηρήσαμεν ἡμεῖς, διότι ἦτο χρηστὸς καὶ τίμιος. Ἦτο τοῦ Κόμματος τοῦ κ. Λεονάρδου. Ἀντιθέτως, ἄλλος νομάρχης τοῦ Κόμματός σας, κ. Λεονάρδε, ἐπῆγε φυλακή, διότι ἦτο λωποδύτης. Ἐρωτῶ, ἐπίσης, τοὺς συναδέλφους κ.κ. Οἰκονόμου καὶ Λεβαντῆν: Ὁ νομάρχης Θεσσαλονίκης, ἀνήκων εἰς τὸ Κόμμα σας, ἀλλὰ πρώτης τάξεως ἄνθρωπος, διώκησε χρηστῶς τὴν νομαρχίαν Θεσσαλονίκης ἐπὶ τριετίαν; Ὁ κ. Παπαδημητρίου εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπῆρξε χρηστὴ διοίκησις. Ὄχι, κ. Παπαδημητρίου, ἡ διοίκησις ὑπῆρξε χρηστὴ καὶ τοῦτο τὸ ἀπέδειξεν ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐπιλογῆς, ἡ ὁποία ἔκρινε τὰ πρόσωπα αὐτὰ σχεδὸν ἐν τῷ συνόλῳ. Ἐκ τῶν πρώην 43 νομαρχῶν, 34 ἀνῆκον εἰς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, οἱ δὲ ὑπόλοιποι 9 εἰς τὰ ἄλλα Κόμματα. Ἐὰν εἶσθε σεῖς, κ. Λεονάρδο, κυβέρνησις, δὲν θὰ ἀφήνατε κανένα, ἐνῷ ἡμεῖς τοὺς διετηρήσαμεν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀπὸ τοὺς 34 αὐτοὺς νομάρχας, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐξέλεξεν 25, 8 δὲ δὲν ὑπέβαλον αἰτήσεις, λόγῳ ὁρίου ἡλικίας. Ἑπομένως, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λέγεται ὅτι ἡ ἐσωτερικὴ διοίκησις τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος δὲν ἦτο χρηστὴ καὶ δικαία, ἀφοῦ ἔρχονται ἀνώτατοι κρατικοὶ λειτουργοὶ καὶ λέγουν ὅτι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα διώκησαν ἐπὶ μίαν τριετίαν τὴν Χώραν, κρίνονται κατάλληλα διὰ νὰ τὴν διοικήσουν καὶ ἐπὶ μίαν περαιτέρω τριετίαν;
§104Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Ἡ κυβέρνησις διέπραξε μεγάλην ἀδικίαν ποὺ ἐπέταξεν εἰς τὸν δρόμον μὲ τὴν μομφὴν καὶ τὴν πικρίαν τῆς ἀνικανότητος καὶ τῆς ἐλλείψεως χρηστότητος νομάρχας, ἰδίως τῆς Β. Ἑλλάδος, καθ’ ὅλα ἱκανοὺς καὶ χρηστούς, οἱ ὁποῖοι ὁμολογουμένως ἠναλώθησαν ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ πρὸς τὴν Χώραν καθήκοντός των.
§105Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶδον, κύριοι συνάδελφοι, νομάρχην εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου ἐκλογικὴν περιφέρειαν καὶ εἰς ἄλλας περιφερείας τῆς Βορείου Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι ἐπανειλημμένως εὑρέθησαν εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν τοῦ πυρός, καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ δρόμοι ἦσαν ἀδιάβατοι ἀπὸ τὶς νάρκες. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐξ ὅσων εἶπον, νομίζω, ὅτι ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ διοίκησις τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ὑπῆρξε καὶ εἶναι χρηστή. Νομάρχαι, ἄλλως τε, ἄλλων κομμάτων, εὑρίσκονται εἰς τὰς φυλακάς, ἐνῷ οὐδεὶς ἐκ τῶν Λαϊκῶν κατηγορήθη καὶ ἄν τινες κατηγορήθησαν, ἀπηλλάγησαν πανηγυρικῶς, διότι ἀπεδείχθη ἡ κατηγορία συκοφαντική. Ἐγώ, κύριοι βουλευταί, κατ’ ἀρχὴν εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, κατόπιν τῆς δηλώσεως τοῦ Ἀρχηγοῦ μου, ὅτι συντόμως θὰ ἔλθῃ καὶ τὸ ἄλλο νομοθέτημα πρὸς ὁλοκλήρωσιν τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ αὐτοδιοικήσεως, διότι, ἄλλως, θὰ τὸ κατεψήφιζον. Ἐφ’ ὅσον ὅμως πρόκειται νὰ ἐπακολουθήσῃ καὶ ἕτερον νομοθέτημα, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ διαγραφοῦν αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 5, δοθοῦν δὲ εἰς τοὺς νομάρχας αἱ ὑπὸ τοῦ Νόμου 130 προβλεπόμεναι ἁρμοδιότητες. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ κάμῃ δήλωσιν διὰ τὸ ζήτημα τῶν ἁρμοδιοτήτων τοῦ νομάρχου. Νὰ τὰ δώσητε ἀπὸ τώρα ὅλα τὰ δικαιώματα εἰς τοὺς νομάρχας. Νὰ δηλώσητε, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου 930 ἰσχύουν ἀπὸ σήμερον ὡς ἁρμοδιότητες τῶν νομαρχῶν. Ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὰς 7 Ἀπριλίου τοῦ 1948, διότι ἐνόμιζα ὅτι θὰ ἐγένετο πλάνη περὶ τὴν ἐκτίμησιν τῶν πραγμάτων, ἔγραψα μίαν ἐπιστολὴν καὶ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξαγγείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ὀνόματα τῶν ὑποβαλόντων αἰτήσεις νομαρχῶν, τὰς διευθύνσεις των, τὸ ἐπάγγελμά των, ἐὰν ἦσαν δημόσιοι ὑπάλληλοι, ποῦ ἦσαν δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἐὰν ἦσαν νομάρχαι, πότε ὑπηρέτησαν καὶ ποῦ, τί ἐπάγγελμα κάμνουν. Ἀλλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἠξιώθη οὔτε κἂν τὸν κατάλογον τῶν νομαρχῶν νὰ στείλῃ πουθενά. Αὐτά, κύριοι συνάδελφοι, ἔχω τὸ θάρρος νὰ εἴπω, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐν καιρῷ θὰ κρίνῃ καὶ θὰ δικαιώσῃ ἀπολύτως τὴν πολιτικὴν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, τὴν ἐσωτερικὴν καὶ τὴν ἐξωτερικήν. (Χειροκροτήματα).
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Ζουμπουλάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§107Η. ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κατ’ ἀρχήν, κύριοι συνάδελφοι, τάσσομαι ὑπὲρ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, διότι θέλω νὰ πιστεύω ὅτι δὲν εἶναι νοητὸν νὰ μὴ εἶναι πολὺ καλύτερον, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διατυπωθέντων ἄρθρων, ἀπὸ τὸν διορισμὸν τῶν μέχρι τοῦδε κομματικῶν νομαρχῶν. Θὰ ἐπεθύμουν ὅμως, δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω τὰ ὅσα ἐλέχθησαν, δὲν ἀρέσκομαι εἰς τὸ νὰ ἀνακοινώσω ἐνώπιον τοῦ Σώματος συγκεκριμένα παραδείγματα, διότι πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι ἡ πλειονότης τοῦ Σώματος εἶναι σύμφωνος, ὅτι τὰ μέχρι τοῦδε θεσπισθέντα συστήματα καὶ ἡ ἐκλογὴ τῶν νομαρχῶν ἔχουν ἀποτύχει. Ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, διότι ἐμελέτησα καὶ τὸν ἀρχικὸν νόμον καὶ τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἐπέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁμολογῶ, ὅτι εὑρίσκω ὡρισμένα πράγματα, τὰ ὁποῖα θεωρῶ ἐλλιπῆ καὶ ὅτι ὑπάρχουν ὡρισμέναι ἐλλείψεις εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Εἰς τὸν ἀρχικὸν νόμον δὲν βλέπω πουθενὰ νὰ γίνεται λόγος περὶ ἀποκεντρώσεως, εἰς τὴν τροποποίησιν γίνεται κάποια μνεία, διότι, προφανῶς, ὡς γνωστόν, λέγοντες ἀποκέντρωσιν, ἐννοοῦμεν τὴν δικαιοδοσίαν, τὴν ὁποίαν θὰ δώσωμεν εἰς τοὺς νομάρχας ἐξ ὑπαρχῆς. Φρονῶ, ὅτι αὐτὸ πρέπει νὰ λεχθῇ σαφῶς καὶ ὄχι νὰ λέγωμεν ὅτι διὰ μεταγενεστέρων Βασ. Διαταγμάτων θὰ ρυθμισθῇ. Διὰ Β. Δ. θὰ ρυθμισθοῦν αἱ λεπτομέρειαι καὶ ὄχι αἱ βασικαὶ δικαιοδοσίαι. Ὅπως εἶναι γνωστόν, εἰς τοὺς διατελέσαντας ὑπουργοὺς καὶ τοὺς ἐνασκήσαντας κάποιαν διοίκησιν, εἶναι γνωστὸν ὅτι τὰ Β. Διατάγματα συντάσσονται παρὰ τῶν κεντρικῶν ὑπηρεσιῶν παρὰ ἀνωτάτων ὑπαλλήλων. Αὐτὰ ἐκ πείρας καὶ ἐκ προσφάτου πείρας τὰ γνωρίζω. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τοῦτο, διότι συνέπεσε κάποτε νὰ παρακολουθήσω ἐπὶ ὁλόκληρον μῆνα. Δὲν ἀποδέχονται τὸν περιορισμὸν τῆς δικαιοδοσίας των καὶ πρέπει νὰ εὑρεθῇ κάποιος πολὺ εἰδικός, πολὺ μορφωμένος, πολὺ ἀποφασιστικὸς Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος νὰ τοὺς πειθαναγκάσῃ νὰ ἀφαιρέσουν δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ κέντρον καὶ νὰ τὰ μεταφέρουν εἰς τὴν ἐπαρχίαν, εἰς τὰς περιφερειακὰς διοικήσεις. Κατὰ συνέπειαν, πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι ὁ νόμος ἔδει νὰ προβλέψῃ περὶ τῶν δικαιοδοσιῶν, αἱ δὲ λεπτομέρειαι νὰ κανονισθοῦν μεταγενεστέρως διὰ Β. Διαταγμάτων. Ἀκολούθως εἶναι τὸ ζήτημα τῆς συνθέσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς κρίσεως. Βεβαίως, αὐτὸ ἔχει πολλὰ πλεονεκτήματα, ἐφ’ ὅσον ἀπαρτίζεται ἀπὸ ἀνωτάτους λειτουργοὺς καὶ ἄλλους ἀνωτάτους ὑπαλλήλους. Θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ ὅμως νὰ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ εἶναι τόσον εὐρεῖα ἡ σύνθεσις, πολλῷ μᾶλλον, διότι μᾶς εἶναι γνωστόν, ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ ἀπονέμωμεν τίτλους καὶ ἐπαίνους, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὴν πρόθεσιν νὰ μεμφθῶμεν κανένα, εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ μόνη ἀρχή, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἔχῃ ὀλιγωτέρας ἀδυναμίας πρὸς τὰ κόμματα, εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς Δικαιοσύνης. Αἱ ἐπαγγελματικαὶ ὀργανώσεις ἀνήκουν εἰς κόμματα, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἀνήκουν εἰς ἕνα κόμμα, ἢ ὑπόκεινται εἰς κομματικοὺς ἐκβιασμούς, ἀλλὰ κατὰ κανόνα οἱ δικαστικοί, ὄντες ἰσόβιοι καὶ γνωρίζοντες τοὺς ὑποψηφίους νομάρχας, ὡς δικηγοροῦντας κατὰ τὸ πλεῖστον, θὰ εἶναι οἱ ἐνδεδειγμένοι νὰ κρίνουν κατὰ τρόπον ἀμερόληπτον καὶ ὀρθότατον.
§108Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Καὶ ὅμως οἱ δικαστικοὶ ἔκαναν νομάρχην κοινὸν ἀπατεῶνα.
§109Η. ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μερικὰ παραδείγματα, ἀσφαλῶς θὰ ὑπάρχουν. Ἐπίσης θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ συμμετάσχῃ ἀκόμη καὶ ὁ πρόεδρος τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου, δεδομένου ὅτι κατὰ τὸ πλεῖστον οἱ ὑποψήφιοι νομάρχαι εἶναι δικηγόροι. Ἐπίσης τὸν γενικὸν διευθυντὴν τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν θὰ τὸν προετίμων νὰ εἶναι ἄνευ ψήφου, νὰ παρίσταται, νὰ εἰσηγῆται, ἀλλὰ ἄνευ ψήφου. Ἐπίσης τὸ ζήτημα τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς τῶν νομαρχῶν πιστεύω ὅτι παρουσιάζει ἕνα μειονέκτημα σοβαρόν. Καὶ τὸ τοιοῦτον εἶναι, ὅτι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν κάποιαν αὐτοπεποίθησιν, λόγῳ τῆς πείρας καὶ τοῦ παρελθόντος των, δὲν τίθενται ὑπὸ τὴν κρίσιν οὐδενός. Κατὰ συνέπειαν θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ὑπάρχῃ ἐλευθερία ἐπιλογῆς καὶ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπέβαλον ὑποψηφιότητα. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τώρα τῆς ἡλικίας καὶ τῶν προσόντων, νομίζω, ὅτι τὸ Σῶμα ἀντιτίθεται εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἡλικίας. Παρὰ τὴν ἀγάπην, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ὅλοι πρὸς τὰ νειᾶτα, τὴν ζωὴν καὶ τὴν δρᾶσιν, νομίζω, ὅτι ἕνας νέος 30 ἐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιάσῃ ἦθος καὶ χαρακτῆρα. Τὸν νέον αὐτὸν δὲν τὸν γνωρίζει ἡ δημοσία γνώμη, οὔτε ὁ οἱοσδήποτε κριτής. Κατὰ συνέπειαν αὐτὸ ἔχει ἰσχὺν μόνον δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξετέλεσαν ὑπηρεσίαν φιλοτίμως καὶ ἄγουν ἡλικίαν ἄνω τῶν 35–40 ἐτῶν. Ἐν συνεχείᾳ, εἰς τὰς τροποποιήσεις, ὀρθῶς προβλέπει ὁ νόμος καὶ θίγει τὸ ζήτημα τῆς ὑγείας. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ἀντικρούεται μὲ κάτι ἄλλο, ὅτι πρέπει νὰ εἶναι, λέγει, ἀρτιμελὴς καὶ ὑγιής. Ἐπίσης, διατί περιορίζετε τὴν ἡλικίαν εἰς τὰ 58–60 ἔτη; Πιθανὸν ἕνας ἄνθρωπος 65 ἐτῶν, νὰ εἶναι περισσότερον ὑγιὴς ἀπὸ ἕνα ἄλλον νέον 25 καὶ 40 ἐτῶν. Ἡ Κυβέρνησις μάλιστα, εἶχε τὴν τιμὴν νὰ κυβερνᾶται ἀπὸ τὸν ἀείμνηστον Σοφούλην, ὑπέργηρον, καθὼς καὶ ἀπὸ τὸν νῦν κ. Πρωθυπουργόν, ὁ ὁποῖος εἶναι γέρων. Φρονῶ, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ τοῦ καθορισμοῦ τόσον τῶν προσόντων εἶναι ἀπολύτως θεωρητικόν, ὅσον καὶ τῆς ὑγείας. Θὰ ἦσαν πολὺ ἀποδοτικώτερον, ἐὰν καὶ τὰ προσόντα καθωρίζοντο καλύτερον καὶ ἡ ἡλικία ἦτο 62–65 ἐτῶν. Ἐπίσης εἰς τὸ ζήτημα τῶν προσόντων τὸ νομοσχέδιον δὲν λέγει τί προσόντα πρέπει νὰ ἔχῃ ἕνας ἄνθρωπος διὰ νὰ γίνῃ νομάρχης. Αὐτό, ὁμολογῶ, εἶναι ἀκατανόητον. Τουλάχιστον τὰ τυπικὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα, ὅπως γνωρίζομεν ὅλοι, τὰ τυπικὰ προσόντα εἶναι πολὺ σχετικὰ μὲ τὰ πραγματικὰ προσόντα. Δὲν θέλω νὰ ὑπάρχῃ ὁ περιορισμός, ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ ἐνασκήσει αὐτὸ τὸ ἐπάγγελμα. Τὰ τυπικὰ προσόντα, νομίζω, ὅτι παρακολουθοῦν καὶ τὰ οὐσιαστικὰ προσόντα. Ἐπίσης, τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ. Εἶναι γνωστόν, ὅτι καλὸς ὑπουργὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει βαθεῖαν συναίσθησιν τῶν ὑποχρεώσεών του. Ἔπειτα μία ἄλλη ἀπορία μοῦ ἐγεννήθη ἀπὸ τὴν μελέτην τῶν τροποποιήσεων τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι τὸ Συμβούλιον κρίσεως θὰ παρακολουθῇ τὴν δρᾶσιν τῶν νομαρχῶν κλπ. Αὐτὸ εἶναι προφανῶς ἀνεφάρμοστον. Τὸ Συμβούλιον δικαστικῶν, τὸ οἱονδήποτε, πῶς θὰ παρακολουθῇ τὴν δρᾶσιν τῶν νομαρχῶν; Βεβαίως, ἡ δρᾶσις των ἐμπίπτει ὑπὸ τὴν ἄμεσον κρίσιν τῆς κυβερνήσεως, τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν ἀνωτάτων ὀργάνων τοῦ Ὑπουργείου. Ἑπομένως, φρονῶ, ὅτι δὲν ἔχει θέσιν τοῦτο καὶ φραστικῶς, διότι εἶναι ἀνεφάρμοστον. Ἐν τέλει, ὅμως, τάσσομαι ἀναντιρρήτως ὑπὲρ τοῦ ὑπὸ κρίσιν βαρυσημάντου αὐτοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐπὶ τέλους θὰ θέσῃ μίαν ἀρχήν, ἡ ὁποία θὰ ἀποδώσῃ μίαν καλυτέραν διοίκησιν εἰς τὴν χώραν, ἡ ὁποία διοίκησις παίζει ἕνα σπουδαιότατον ρόλον εἰς τὴν διοίκησιν τῆς χώρας καὶ διὰ τοῦτο ἀνεπιφυλάκτως τάσσομαι ἐν τῷ συνόλῳ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Παπαδῆμος, ἔχει τὸν λόγον.
§111Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Δὲν εἶχον ἀποφασίσει νὰ ὁμιλήσω τὴν ἑσπέραν αὐτήν, κύριοι συνάδελφοι, καὶ δι’ αὐτὸ ὁμιλῶ δέκατος ἕβδομος. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μοῦ κάμνει ἐξαιρετικὴν ἐντύπωσιν, εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι σύσσωμος ἡ ἀντιπολίτευσις τάσσεται ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Αὐτὸ εἶναι πρὸς τιμὴν τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν πολλῶν πατέρων... τοῦ νομοσχεδίου. Τὰ τέκνα τῶν πολλῶν πατέρων εἶναι νόθα, κατὰ συνέπειαν δὲν εἶναι ὑπὲρ οὐδενὸς τὸ νὰ ἐπικαλῆται μερικὴν πατρότητα. Ὁπωσδήποτε, ἐὰν δὲν γνωρίζωμεν τὸν πατέρα τοῦ νομοσχεδίου, λόγῳ τῶν πολλῶν διεκδικήσεων, γνωρίζομεν ὡς μητέρα, τὸν κ. Ζαΐμην! Πρόκειται περὶ μιᾶς προσπαθείας καὶ ἑνὸς νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου τὴν νομοτεχνικὴν ἀρτιότητα ἀμφισβητῶ. Πρόκειται περὶ ἑνὸς διοικητικοῦ μέτρου οὐσιώδους μορφῆς, τὸ ὁποῖον χωρὶς συνοχὴν μὲ ἄλλα ἀναγκαῖα μέτρα, ἐλήφθη καὶ ἐφηρμόσθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ ὁποῖον προσάγεται σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐπιψήφισιν καὶ δικαίωσιν μιᾶς ἀτυχοῦς προσπαθείας, ἐμφανιζομένης ὑπὸ τύπον καινοτομίας. Ἡ οὐσία εἶναι ὅτι καταλύομεν ἕνα θεσμόν, ὁ ὁποῖος ἀπέδωκε πολλὰ εἰς τὴν χώραν, ὅταν ὁ χειρισμὸς τῆς Διοικήσεως ἦτο καλὸς καὶ εἰσάγομεν ἕνα νέον θεσμόν, πειραματιζόμενοι ἐκεῖ ὅπου ἔπρεπε νὰ εἴμεθα περισσότερον σταθεροὶ καὶ πλησιέστεροι πρὸς τὴν παράδοσιν. Δὲν ἰσχυρίζομαι ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀξίας, ὑποστηρίζω ὅμως πρῶτον ὅτι εἶναι οὐχὶ ἄρτιον νομοτεχνικῶς καὶ δεύτερον ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας μέτρον διοικητικὸν ἀποκεκομμένον μιᾶς σειρᾶς μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ προηγηθοῦν ἢ τοὐλάχιστον νὰ προσαχθοῦν ὁμοῦ μετὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἵνα συμπληρωθῇ ἕνας ὡρισμένος κύκλος νομοθετημάτων, τῶν ὁποίων ἡ ἐφαρμογὴ θὰ ἠδύνατο νὰ μεταβάλῃ ἐπὶ τὰ βελτίω τὴν μορφὴν τῆς Διοικήσεως. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι κατὰ τοῦτο ἀτελές, ὅτι δὲν προάγει τὴν αὐτοδιοίκησιν οὔτε εἰσάγει θεσμοὺς προόδου, ἀλλ’ ἁπλῶς προσπαθεῖ νὰ βελτιώσῃ τὴν διοίκησιν διὰ μεθόδων καθαρῶς ἐμπειρικῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν στηρίζονται εἰς ἀρχὰς ἀλλ’ εἰς πρόσωπα. Ἐξηγοῦμαι, ὅτι τῆς ρυθμίσεως τῆς Διοικήσεως ἐπὶ βάσεων καθαρῶς ἐπιστημονικῶν καὶ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, ἐν συνόλῳ ἢ ἐν μέρει αἱρετῶν, ἀκολουθεῖ τὴν παλαιὰν μέθοδον τῶν προσώπων τῶν ὁποίων τὴν ἐπιλογὴν δὲν ἐμπιστεύεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀλλ’ εἰς ὄργανα τῆς Διοικήσεως ἢ ἄλλα πρόσωπα. Οὕτω δημιουργεῖ μίαν ἑτερόκλητον ἐπιτροπὴν εἰς ἣν παρέχει τὸ δικαίωμα τῆς κρίσεως καὶ ἐπιλογῆς νομαρχῶν ἐπὶ τῇ βάσει τυπικῶν προσόντων. Ὁ Νομάρχης ὅμως, δὲν εἶναι ἁπλοῦς ὑπάλληλος, ὥστε μοναδικὰ στοιχεῖα ἐπιλογῆς του νὰ εἶναι ἀφ’ ἑνὸς τὸ ἦθος καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἐπιστημονικὴ κατάρτισις. Ἡ Διοίκησις ἑνὸς Νομοῦ ἀπαιτεῖ, πλὴν τῶν ἀνωτέρω, πεῖραν διοικητικήν, κῦρος, ἀντίληψιν καὶ πρωτοβουλίαν, στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἀσφαλῶς δὲν δύναται νὰ ἀνεύρῃ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐξ ἀνωτάτων Δικαστικῶν, Ἀκαδημαϊκῶν κλπ., εἰς τὰ προσαγόμενα ὑπὸ τῶν ὑποψηφίων ἐπιστημονικὰ πτυχία καὶ πιστοποιητικά. Ἄνδρες ἀνωτέρας μορφώσεως, ἱκανότητος καὶ πείρας δὲν θὰ θελήσουν νὰ ὑπαγάγουν ἑαυτοὺς εἰς τὴν κρίσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν παροῦσαν, ἐνδέχεται κατὰ περιστάσεις νὰ μένῃ ἀκέφαλος λόγῳ σοβαρῶν διαφωνιῶν, ὡς ἔμεινεν ἡ παροῦσα, κατόπιν τῆς παραιτήσεως τοῦ Προέδρου της (Προέδρου Ἐπικρατείας κ. Πουλίτσα). Ἡ διοίκησις ἑνὸς Νομοῦ, δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἀπὸ ἕνα ὑπάλληλον ἔκτακτον, μόνιμον ἢ ἐπὶ θητείᾳ, ὡς εἶναι οἱ νομάρχαι κατὰ τὸ νομοσχέδιον. Ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ Νομῷ, πρέπει νὰ ἔχῃ κῦρος περισσότερον ἑνὸς ὑπαλλήλου, ἔστω καὶ ἀνωτάτου, δικαιοδοσίαν δὲ καὶ εὐρύτητα ὑπευθύνου δράσεως, ὥστε εἰς περιστάσεις νὰ φθάσῃ καὶ εἰς ἐνεργείας τοιαύτης εὐρύτητος, εἰς τὰς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβῇ ὁ ὑπάλληλος. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἔγκειται ἡ ἐπιτυχία τοῦ θεσμοῦ τῶν Νομαρχῶν παρ’ ἡμῖν. Διότι πλανῶνται, ὅσοι πιστεύουν ὅτι ἀπέτυχεν ὁ θεσμὸς καὶ ἀφοῦ τοιαῦτα πιστεύουν, προσπαθοῦν νὰ τὸν βελτιώσουν διὰ τῆς ἀλλαγῆς τοῦ τρόπου τῆς ἐπιλογῆς. Ἀφαιροῦν τὸ δικαίωμα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ἔχῃ αὐτὴ οὔτε τὴν εὐθύνην τῆς ἀποτυχίας τοῦ Νομάρχου, βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς CULPA IN ELIGENDO. Οὕτως, ἀντὶ νὰ ἐξυψώσουν τὸν θεσμὸν τῶν νομαρχῶν, τὸν μειώνουν διὰ τῆς ἐπιβολῆς εἰς αὐτοὺς τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσοπεδώσεως καὶ τῆς ὑπαλληλοποιήσεως. Καὶ ὅμως ὁ θεσμὸς εἶχε μίαν ἱστορίαν. Νομάρχαι κατὰ καιροὺς ὑπῆρξαν ἐξαιρέτου δράσεως, ἤθους, ἀρετῆς καὶ μορφώσεως ἄνδρες. Διὰ νὰ μὴν ἀνατρέξω εἰς τὸ ἀπώτερον παρελθὸν καὶ ὀνομάσω μεγάλους κοινοβουλευτικοὺς ἄνδρας ποὺ ὑπηρέτησαν ὡς Νομάρχαι, τὴν ἑπομένην τῆς παραιτήσεώς των ἀπὸ τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, σᾶς ὑπομιμνήσκω ὅτι ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος κ. Κωνσταντῖνος Τσαλδάρης, ὑπηρέτησεν ὡς νομάρχης καὶ ὅτι ἀπὸ τὴν θέσιν αὐτὴν ἤρχισε τὴν πολιτικήν του σταδιοδρομίαν καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος κ. Παπανδρέου. Ἀλλ’ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν διακρίνω καὶ ἄλλους ἐκλεκτοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν καὶ ἐτίμησαν τὸ ἀξίωμα τοῦ Νομάρχου. Καὶ ἐρωτῶ τώρα, οἱ ἐκλεκτοὶ αὐτοὶ συνάδελφοι, (φυσικὰ ἐξαιρῶ τοὺς προαναφερθέντας κ.κ. Ἀρχηγούς), θὰ εἶναι διατεθειμένοι, ἐν περιπτώσει ἀποτυχίας των κατὰ τὰς ἐκλογάς, ἣν ἀπεύχομαι, νὰ ὑποβληθῶσιν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ νὰ διαγωνισθῶσι διὰ τὴν θέσιν τοῦ Νομάρχου; Τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς μελέτης τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς παρακολουθήσεως τῆς δράσεως τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐπιλογῆς Νομαρχῶν κατέληξα, εἶναι ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν δυνάμεθα νὰ συμμερισθῶμεν τὴν αἰσιοδοξίαν τῶν συλλαβόντων τὴν ἰδέαν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ μέτρου αὐτοῦ. Ἡ ὅλη ὑπόθεσις θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποτελέσῃ θέμα ἐπερωτήσεως διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, ἀποτελεῖ δὲ ἂν μή τι ἄλλο, τοὐλάχιστον εἰρωνείαν τὸ περιστατικόν, ὅτι ὑπαρχούσης Βουλῆς, ἐξέδωκαν ἕνα νομοθετικὸν διάταγμα, τὸ ἐφήρμοσαν καὶ ἔπειτα τὸ προσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐπικύρωσιν καὶ δικαίωσιν τῶν πράξεών των. Καὶ οὕτως, ὑπὸ τὴν ἐπίφασιν καὶ μὲ ἠμβλυμένον κῦρος μιᾶς ἐπιτροπῆς, ἐγένετο ἡ κατὰ κόμματα ἐπιλογὴ τῶν νομαρχῶν. Ὅ,τι ἄλλοτε ἐγένετο ἀτύπως καὶ ὑπὸ τὴν εὐθύνην μιᾶς Κυβερνήσεως, γίνεται τώρα ἐπισημότερον, χωρὶς οὐδεὶς πλέον νὰ εὐθύνεται διὰ τὴν διοίκησιν τῆς χώρας. Παρὰ τ’ ἀνωτέρω, δὲν ὑποστηρίζω ὅτι οἱ ἐπιλεγέντες δὲν εἶναι ἱκανοί, ἀφοῦ μάλιστα οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν εἶναι παλαιοὶ μὲ λαμπρὰν δρᾶσιν. Οἱ ἀγῶνες των μάλιστα κατὰ τῆς ἀνταρσίας καὶ ἡ πνοὴ ποὺ μετέδωκαν εἰς τὸν ἀγωνιζόμενον λαόν, ἀποτελοῦν σημεῖα ἄξια ἐξάρσεως. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τονίζω, εἶναι, τὸ νομοθέτημα ἀποσκοπεῖ τὴν πάταξιν τῆς συναλλαγῆς διὰ τῆς συναλλαγῆς, καὶ ὅτι ἀντὶ νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τὴν ἀρχήν, ἀρχίζει ἀπὸ τὸ τέλος καί, τέλος, ὅτι ἐπεκτείνει τὴν ἔννοιαν τῆς ὑπαλληλοκρατίας καὶ καθιστᾷ τὴν διοίκησιν ἄτονον καὶ ἀδρανῆ. Κατ’ αὐτὸν ὅμως τὸν τρόπον πλήττεται ὁ θεσμὸς τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ ἀπομένει ἐξυπηρετούμενος μόνον ἀπὸ τὸν τίτλον τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ ἀπόλυσις γίνεται κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, καθ’ ὃν καὶ ὁ διορισμός. Θὰ ἔδει ὅμως νὰ υἱοθετηθῇ ἡ μέθοδος τῆς ἀνακλήσεως, ἡ ὁποία εἰσήχθη εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας τῆς Ἀμερικῆς καὶ ἐφαρμόζεται εἰς εἴκοσιν ὀκτὼ ἐκ τῶν 48 Πολιτειῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1913. Τελευτῶν, κύριοι, δηλῶ ὅτι θὰ παρακολουθήσω τὰς ἀγορεύσεις τῶν κ.κ. συναδέλφων μέχρις ἐξαντλήσεως καὶ τοῦ τελευταίου ρήτορος καὶ τὰς ἐξηγήσεις, ἃς θὰ δώσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ μὲ πνεῦμα καλῆς πίστεως καὶ ὄχι διάθεσιν ἀντιπολιτευτικήν, θὰ ἀποφασίσω ἐὰν θὰ ταχθῶ ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. (Χειροκροτήματα).
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Οἰκονόμου, ἔχει τὸν λόγον.
§113Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὁ τίτλος τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοθετήματος δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ. Τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ τὸν τρόπον ἐπιλογῆς, διορισμοῦ καὶ ἀπολύσεως τῶν νομαρχῶν, ἐνῷ ὁ τίτλος ἀφορᾷ νομοσχέδιον περὶ ἀποκεντρώσεως. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἀναγράφεται εἰς τὸν τίτλον τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ἀποτελεῖ τὸ πρῶτον μέρος τῶν νομοθετημάτων, περὶ διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως, τὰ ὁποῖα θὰ προσαγάγῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλήν. Ἡμεῖς ὅμως, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τριακονταετίας ἀναμένομεν τὴν διοικητικὴν ἀποκέντρωσιν καὶ εἴδομεν τόσας νομοθετικὰς ἀποπείρας καὶ τόσα ψηφισθέντα νομοθετήματα μέχρι σήμερον περὶ ἀποκεντρώσεως νὰ ναυαγοῦν, εὐλόγως φοβούμεθα μήπως ἐπακολουθήσει τὸ δεύτερον μέρος τῶν νομοθετημάτων διὰ νὰ ὁλοκληρωθῇ ὁ θεσμὸς τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως. Ὁ φόβος μας δὲ οὗτος εἶναι δεδικαιολογημένος, δεδομένης τῆς ὑποβοσκούσης ἀντιδράσεως κατὰ τοῦ θεσμοῦ ὄχι βεβαίως τόσον ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης, ὅσον ἐκ τῆς ὠργανωμένης ὑπαλληλικῆς γραφειοκρατίας τοῦ Κέντρου, εἰς τὴν ἀντίδρασιν τῆς ὁποίας κυρίως προσέκρουσεν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ κατὰ τὸ 1923, ἐπὶ ἐπαναστατικῆς κυβερνήσεως, ἐκδοθέντος Ν. Δ)τος περὶ αὐτοδιοικήσεως βʹ βαθμοῦ, ὅστις δὲν ἐφηρμόσθη, καθὼς καὶ ἡ ἀτελὴς ἐφαρμογὴ τοῦ Ν. 4293)1929, τὰ βάσει τοῦ ὁποίου ἐκδοθέντα Προεδρικὰ Διατάγματα ἐλαχίστας μόνον ἐκ τῶν ἁρμοδιοτήτων τοῦ Κέντρου μετεβίβασαν εἰς τοὺς Γενικοὺς Διοικητάς.
§114Φ. ΖΑΪΜΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ἐπειδὴ ἐπανελήφθη αὐτό, τὸ ὁποῖον, εἴπατε, ὅτι ἀμφιβάλλετε κλπ., εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κάμω τὴν δήλωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀποφασισμένη νὰ χωρήσῃ ταχέως εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ νὰ ἀνατρέψῃ οἱανδήποτε ἀντίδρασιν, ἐξ οἱασδήποτε πλευρᾶς προερχομένην. (Χειροκροτήματα).
§115Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Εἴμεθα εὐτυχεῖς, κ. Ὑπουργέ, ἀκούοντες ἀπὸ τὸ στόμα σας τὴν δήλωσιν ταύτην.
§116Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἔπρεπε νὰ θεσπισθῇ πρῶτον ὁ θεσμὸς τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ κατόπιν νὰ ἔλθωμεν νὰ τὸν ἐπανδρώσωμεν.
§117Φ. ΖΑΪΜΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Μὴ συγχέετε τὴν ἀποκέντρωσιν μὲ τὴν αὐτοδιοίκησιν. Θὰ προηγηθῇ ἡ διοικητικὴ ἀποκέντρωσις καί, ἀφοῦ συντελεσθῇ αὕτη, θὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ αὐτοδιοίκησις τοῦ βʹ βαθμοῦ, ποὺ ἔχει καὶ ἄλλας δυσκολίας, πλὴν τῶν τεχνικῶν καὶ τὰς οἰκονομικάς. Συνεπῶς, ἐκείνη θὰ ἐξαρτηθῇ ἀπὸ τὰς συνθήκας ποὺ θὰ ὑπάρχουν μετὰ τὴν ἐφαρμογήν. Πάντως αἱ προβλέψεις μας, διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν νομαρχῶν, ἐπέτυχον.
§118Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἡμεῖς ἀναμένομεν νὰ ἴδωμεν ἐφαρμοζόμενον τὸν θεσμὸν τῆς ἀποκεντρώσεως. Ἀλλὰ τὴν μελετωμένην ἀποκέντρωσιν δὲν τὴν ἐννοοῦμεν μόνον ὡς αὔξησιν ἁρμοδιοτήτων τῶν Νομαρχῶν ἢ τῶν Γενικῶν Διοικητῶν. Τὴν ἐννοοῦμεν ὡς θεσπίζουσαν τὴν συμμετοχὴν τοῦ λαϊκοῦ στοιχείου εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους. Μόνον ἡ τοιαύτη διοικητικὴ ἀποκέντρωσις θὰ δώσῃ εἰς τὸν πολίτην τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν εἶναι ὑπήκοος, ἀλλ’ αὐτοδιοικεῖται καὶ ἀφ’ ἑνὸς μὲν θ’ ἀναπτύξῃ εἰς αὐτὸν τὴν συνείδησιν τῆς ἰδίας του εὐθύνης διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου του, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ περιστείλῃ πᾶσαν παρεκτροπὴν ἢ κομματικὴν αὐθαιρεσίαν τοῦ Διοικητικοῦ ὀργάνου, τὸ ὁποῖον θὰ εὐλαβῆται τὸ Συμβούλιον, ὥστε νὰ προτείνῃ μέτρα, μὴ ἔχοντα σχέσιν μὲ τὰς προθέσεις τῆς καλῆς καὶ χρηστῆς διοικήσεως. Τὴν ἀποκέντρωσιν ἐπὶ πλέον ἐννοοῦμεν ὡς οἰκονομικήν, διαθέτουσαν ἴδιον προϋπολογισμὸν διὰ τὰ ἔργα καὶ τὰς δαπάνας τῆς Διοικήσεως. Ἡ Διοικητικὴ ἀποκέντρωσις ὑπάρχει εἰς ὅλας τὰς πεπολιτισμένας χώρας τῆς Ἑσπερίας Εὐρώπης, ἡ δὲ Γαλλία, ἡ ὁποία εἶχεν ἤδη ἀπὸ τὸ 1831 καὶ ἰδίᾳ ἀπὸ τοῦ 1833 τὴν διοικητικὴν ἀποκέντρωσιν τῶν νομαρχιῶν, διὰ τοῦ νόμου τῆς 9ης Ἰανουαρίου 1930, εἰσήγαγε τὴν διοικητικὴν μεταρρύθμισιν τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως, τῆς «REGION» ἂς εἴπωμεν τῶν Γενικῶν Διοικήσεων, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦνται ἀπὸ μεγάλας περιφερείας, τῶν ὁποίων αἱ οἰκονομικαὶ ἀνάγκαι εἶναι φυσιολογικῶς κοιναὶ καὶ ὑπερβαίνουν τὰ ὅρια τῆς διὰ τῶν Νομῶν ἐξυπηρετήσεως αὐτῶν. Ἀλλ’ ἠκούσθησαν, δυστυχῶς, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ θεωρίαι, ὅτι ἡ διοικητικὴ ἀποκέντρωσις ἄγει εἰς τὸν τεμαχισμὸν τοῦ Κράτους καὶ διευκολύνει τὰς χωριστικὰς τάσεις τῆς μικρᾶς ἐκείνης μειοψηφίας, ἡ ὁποία ὑπακούουσα εἰς ξένα κελεύσματα, ἐπιβουλεύεται, τὴν ὕπαρξιν τῆς πατρίδος μας. Πρὸς τοῦτο δέ, ἐπεκαλέσθησαν τὴν ἐν Ἀμερικῇ ὀργάνωσιν τῶν 48 συμπολιτειῶν, ἑκάστη τῶν ὁποίων ἔχει ἴδιον Κοινοβούλιον, ἰδίαν νομοθεσίαν καὶ ἰδίαν διοίκησιν καὶ εἶπον, ὅτι διὰ τῆς ἀποκεντρώσεως θὰ ἐπέλθῃ τοιαύτη κατάτμησις καὶ χαλάρωσις τῆς ἑνότητος τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ οἱ ταῦτα λέγοντες, συγχέουν τὴν πολιτικὴν ἀποκέντρωσιν μὲ τὴν διοικητικὴν ἀποκέντρωσιν. Πολιτικὴ ἀποκέντρωσις εἶναι ὁ ὁμοσπονδισμός, ἡ FEDERATION. Εἰς ταύτην δὲν ὑπάρχει ἑνότης τῶν νόμων, οὔτε ὁμοιορρυθμία τῆς Διοικήσεως, διότι ἑνοῦνται αὐτόνομοι πολιτεῖαι εἰς κοινὴν συμπολιτείαν. Τουναντίον ἡ διοικητικὴ ἀποκέντρωσις δὲν καταργεῖ συγκέντρωσιν, ἀλλ’ ὅπως λέγει καὶ ὁ HAURIOU εἰς τὸ Διοικητικόν του Δίκαιον, συνδυάζεται μετ’ αὐτῆς καὶ ἀποτελεῖ τὸ ἀντίβαρον αὐτῆς. Ἡ Διοικητικὴ ἀποκέντρωσις δὲν καταστρέφει οὔτε τὴν ἑνότητα, οὔτε τὴν ὁμοιομορφίαν τῆς διοικήσεως. Δὲν εἶναι παρὰ εἷς τρόπος διοικήσεως, τῆς ὁποίας διατηρεῖ τὴν γενικὴν φυσιογνωμίαν. Αἱ μέθοδοι τῆς διοικήσεως παραμένουν αἱ αὐταὶ καὶ ἡ ἀλληλοεξάρτησις παραμένει, εἰς τρόπον ὥστε αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι διατελοῦν εἰς κατάστασιν συνδιοικήσεως, ἀσκουμένης ὑπὸ τῆς Κεντρικῆς Διοικήσεως καὶ τῶν ἀποκεντρωμένων ὑπηρεσιῶν. Ἀποκέντρωσις εἶναι ἡ ἀποσυμφόρησις τῶν Κεντρικῶν Ὑπηρεσιῶν, αἵτινες δὲν δύνανται νὰ παράσχουν ταχεῖαν καὶ τελεσφόρον ἐπίλυσιν τῶν διοικητικῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν ὑποθέσεων τῶν πολιτῶν καὶ ἡ ἐπίλυσις τῶν ζητημάτων αὐτῶν, διὰ τῶν ἀποκεντρωμένων δημοσίων ὑπηρεσιῶν τοῦ τόπου. Εἶναι γνωστὰ καὶ ἐμφανῆ τὰ τραγικὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπέφερε τὸ ἐπικρατοῦν παρ’ ἡμῶν ἄκρατον καὶ ὀλέθριον συγκεντρωτικὸν διοικητικὸν σύστημα. Αἱ εὐκολίαι τῆς προχείρου λύσεως τῶν ζητημάτων καὶ ἡ ταχεῖα ἐξυπηρέτησις κατὰ προτίμησιν τῶν συμφερόντων των, συνεκέντρωσεν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τὸ ⅕, ἴσως καὶ τὸ ¼, τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀπετέλεσεν αὕτη τὸν ὑδροκέφαλον αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἀπορροφᾷ καὶ μαραίνει τὴν ἐπαρχίαν. Βιομηχανίαι καὶ ἐπιχειρήσεις μεταφέρονται ἐκ τῶν περιφερειῶν εἰς τὸ Κέντρον, αἱ περιφέρειαι ἀπογυμνοῦνται καὶ θὰ ἔλθῃ μία ἡμέρα, καθ’ ἣν τὸ Ἔθνος θὰ κλαύσῃ πικρῶς διὰ τὴν ἐρήμωσιν, ἡ ὁποία θὰ ἐξαπλωθῇ ἐπὶ τῶν περιφερειῶν τῆς Ἑλλάδος. Μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ ὁλοκληρωθῇ ὁ θεσμὸς καὶ θὰ ἐπακολουθήσουν ταχέως τὰ ὑπεσχημένα νομοθετήματα τῆς Διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως, χαιρετίζομεν τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐπεξετάθη νὰ χειραφετηθῇ ἡ διοίκησις ἀπὸ τὸ κόμμα. Ἐλέχθη, κύριοι, ὅτι τὸ κόμμα εἶναι τὸ κύτταρον τῆς πολιτικῆς ζωῆς τοῦ τόπου καὶ πρέπει καὶ οἱ νομάρχαι, ὡς ὄργανα τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ν’ ἀνήκουν εἰς τὸ κόμμα. Ἀλλ’ ἄλλο κόμμα καὶ ἄλλο διοίκησις. Ἡ διοίκησις εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ τῶν διοικητικῶν νόμων καὶ πρέπει νὰ εἶναι ἐθνικὴ καὶ ὄχι κομματική. Εἴδομεν καὶ ὀλίγους καλοὺς νομάρχας, ἀλλὰ αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ κανών. Παρέστημεν εἰς τὸ θέαμα κομματικῶν νομαρχῶν. Ἀποτυχόντες ὑποψήφιοι βουλευταὶ τοῦ κόμματος, ἄλλοι κομματικοὶ παράγοντες, προσπαθοῦντες διὰ τῆς ἐξουσίας νὰ δημιουργήσουν κόμμα καὶ νὰ ἐξυπηρετήσουν τὸ κόμμα. Οἱ διορισμοὶ εἰς θέσεις κατέστησαν ἔπαθλον κομματικῆς προσηλώσεως καὶ οἱ πολῖται τοῦ κόμματος θάλπονται καὶ ἀγνοοῦνται οἱ μὴ ἀνήκοντες εἰς τὸ κόμμα. Ἠμπορῶ νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, κύριοι ὅτι οἱ Γενικοὶ Διοικηταὶ καὶ οἱ Νομάρχαι εἶναι περισσότερον πράκτορες τοῦ κόμματος καὶ ὀλιγώτερον ὄργανα καὶ φορεῖς τῆς Διοικήσεως. Διὰ τὸν διορισμὸν ἀκομματίστων Νομαρχῶν, ἔπρεπε, βεβαίως, νὰ δημιουργηθῇ ἓν ὄργανον ἐκλογῆς αὐτῶν. Βεβαίως, οἱονδήποτε Συμβούλιον εἶναι δύσκολον νὰ γνωρίζῃ τοὺς καλυτέρους, διότι τὸ κύριον προσὸν τοῦ νομάρχου εἶναι ἡ διοικητικὴ ἱκανότης καὶ οὐχὶ ἡ θεωρητικὴ σοφία. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον θέλομεν ν’ ἀφαιρέσωμεν τὴν ἐπιλογὴν ἀπὸ τὸ κόμμα καὶ ἐφ’ ὅσον οἱαδήποτε ἐπιτροπή, καταρτιζομένη ἀπὸ οἱονδήποτε Ὑπουργόν, δὲν θὰ εἶχε τὸ ἀδιάβλητον τοῦ κομματισμοῦ, τὸ μόνον δυνατὸν Συμβούλιον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπαρτίζουν ἀνώτατοι προσωπικότητες τῆς πολιτείας καὶ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐργαζομένων τάξεων. Σὺν τῷ χρόνῳ, ἡ δρᾶσις τῶν ἐκλεγομένων θὰ ξεχωρίσῃ ὡρισμένα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θ’ ἀποκτήσουν ἀνεγνωρισμένον κῦρος καὶ θ’ ἀποτελέσουν τὴν τάξιν ἐκείνην, ἐξ ἧς θὰ στρατολογοῦνται οἱ Νομάρχαι τοῦ Κράτους. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ παρατηρήσω, εἶναι, ὅτι ἐνῷ συντάσσομαι ἀπολύτως μὲ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει τὸ κατώτερον ὅριον τῆς ἡλικίας τῶν νομαρχῶν νὰ εἶναι 25–28 ἐτῶν, διότι, φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἡ σοφία ἐκείνη, ἡ ὁποία πρέπει νὰ χαρακτηρίζῃ τὸν Νομάρχην, ἀλλὰ ἡ πεῖρα ἡ διοικητική, ἡ ὁποία δὲν ἀποκτᾶται μὲ τὰ μαθήματα, ἀλλὰ μὲ τὸν χρόνον. Δι’ αὐτὸ δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν τὴν διοίκησιν εἰς μείρακας ἀδαεῖς, ἀλλὰ εἰς ὡρίμους ἄνδρας. Κατὰ τὰ ἄλλα, νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐξυπηρετῆ τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον ὑπεβλήθη, καὶ κηρύσσομαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Σταμούλης, ἔχει τὸν λόγον.
§120Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Εὐθὺς ἀμέσως, κύριοι βουλευταί, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω, ὅτι ὁλόκληρος ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου θεωρεῖται ἐξηντλημένη καὶ ἂν ἀνέρχωμαι ἐπὶ τὸ βῆμα, πράττω τοῦτο, διὰ νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις περὶ ἀποκεντρώσεως ἢ ἀποσυγκεντρώσεως, ὅτι ἐμπρέπει εἰς τὸ νομοθέτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀκύρως καὶ ἀτύπως φέρει τὸν τίτλον «περὶ αὐτοδιοικήσεως», διότι δὲν πρόκειται παρὰ περὶ τρόπου διορισμοῦ νομαρχῶν, περὶ μονιμότητος νομαρχῶν καὶ περὶ θητείας Νομαρχῶν. Κατ’ ἀρχήν, νομίζω, ὅτι εἶναι δικαιολογημένον τὸ νομοσχέδιον, θέτων θητείαν νομαρχῶν καὶ ὅτι ἡ βάσις αὐτὴ εἶναι ἠθική. Διότι διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἀποκτῶμεν ὄργανα διοικήσεως ἔξω τοῦ κέντρου, ὅσον τὸ δυνατὸν ἀρτιώτερα εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν ἐν τῇ διοικήσει. Νομίζω, ὅτι ὁ τρόπος αὐτῆς τῆς ἐπιλογῆς τῶν νομαρχῶν, ὑπὸ θητείαν, ἐξυπηρετεῖ καὶ τὸν πολιτικὸν κόσμον, διότι μὲ τὸ σύστημα τὸ ἐκλογικόν, δὲν ἠμπορεῖ ἕνα κόμμα νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸ μόνον τὴν διακυβέρνησιν τῆς χώρας καὶ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συνασπίζεται πρὸς σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως. Διότι, ἂν δὲν ἐφευρίσκετο ὁ τρόπος αὐτός, ἀναμφιβόλως δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ ὑπῆρχεν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἐπιλογῆς τῶν νομαρχῶν, πλήρης ὁμόνοια καὶ ἀμοιβαία ἐκτίμησις, διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν διακυβέρνησιν τῆς χώρας μὲ συνασπισμὸν τῶν δύο κομμάτων, διότι ἀναμφιβόλως θὰ ἐδημιουργεῖτο μία διάσπασις. Εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1926 ἐπῆλθε πλήρης διάσπασις καὶ ἐχαλαρώθη ἡ συνεργασία ἐκείνη καὶ διελύθη, ἔν τινι μέτρῳ, ἕνεκα διαφωνιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν μεταξὺ τῶν ἀρχηγῶν τῶν τότε συνεργαζομένων κομμάτων, σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τοῦ διορισμοῦ τῶν νομαρχῶν. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλης πλευρᾶς ἀκόμη, εἶναι σκόπιμον τὸ νομοθέτημα τοῦτο. Οἱ νομάρχαι, ὄργανα τῆς Διοικήσεως, δὲν πρέπει νὰ ἔχουν οὐδεμίαν ἐξάρτησιν ἀπὸ τὸ Κόμμα. Ἀντιθέτως, πρὸς ὅσα ὑπεστηρίχθησαν ἐντεῦθεν, ἔχω τὴν γνώμην, τοὐλάχιστον προσωπικῶς, ὅτι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν νόμων ὁ κομματικὸς νομάρχης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὑπερασπίσῃ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ κόμματος. Δὲν πρόκειται νὰ ἐφαρμόσῃ καμμίαν πολιτικὴν ὁ νομάρχης, ἀλλὰ νὰ ἐφαρμόσῃ τοὺς νόμους καὶ νὰ ἐκτελέσῃ ὅ,τι ἡ διοίκησις τοῦ ἐπιβάλλει. Καὶ ἐὰν μὲν εἶναι κομματικὸς νομάρχης, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ὑποκύπτῃ εἰς τὰς ὁδηγίας τοῦ κόμματος. Μὲ τὸ ἀνεύθυνον δέ, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ, διότι ἀντιλαμβάνεται ὅτι δὲν πρόκειται νὰ τεθῇ ὑπὸ ἔλεγχον τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος, ἀναμφιβόλως μεταπίπτει εἰς ἀσυδοσίαν καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς διοικήσεώς του δὲν εἶναι εὐάρεστα διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ δὲν ἱκανοποιοῦν τὸ αἴσθημα τοῦ Κράτους τοῦ δικαίου, τῆς ἰσότητος καὶ τῆς δικαιοσύνης, ἐπὶ τῶν ὁποίων θέλει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἐμπεδωθῇ ἡ Πολιτεία. Συνεπῶς καὶ ἀπὸ τῆς μιᾶς πλευρᾶς καὶ ἀπὸ τῆς ἑτέρας, νομίζω ὅτι τὸ νομοθέτημα ἱκανοποιεῖ πλήρως τὸ αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης τοῦ λαοῦ καὶ τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους καὶ τὴν καλλιτέραν διοίκησιν τῆς χώρας. Τὸ θέμα, τὸ δεύτερον, εἶναι ἐὰν τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον συνεκροτήθη ὑπὸ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ, εἶναι τὸ ἀρτιώτερον Συμβούλιον ἢ ὄχι. Ἀναμφιβόλως μέλη τοῦ Συμβουλίου αὐτοῦ, διὰ τοῦ νομοθετήματος ἐκλέγονται οἱ ἄριστοι καὶ οἱ κατέχοντες τὰς καλλιτέρας θέσεις, ὅπως εἶναι ὁ Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ ἀντιπρόσωποι ὀργανώσεων, καθηγηταὶ Πανεπιστημίου κτλ. Δὲν ἦτο δυνατὴ ἀρτιωτέρα κατάρτισις Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν ἐπιλογήν. Ἐὰν ἀπέτυχον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιρρίψῃ κανεὶς εὐθύνην τινὰ εἰς αὐτούς. Ἠμπορεῖ νὰ εἶναι κάπως ἐλλιπὴς ὁ νόμος, διότι δὲν ἔθεσε σειρὰν κριτηρίων, ἐπάνω εἰς τὰ ὁποῖα τὸ Συμβούλιον ἦτο δυνατὸν νὰ βασίσῃ τὴν κρίσιν του, μὴ φεύγοντας ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ νόμου. Διότι ἀφήνει ὁ νόμος εἰς τὸ Συμβούλιον τὴν ἀπόλυτον καὶ ἐλευθέραν ἐκλογὴν κατὰ τὴν κρίσιν του, ἐνῷ ἐὰν ὁ νομοθέτης ἔθετε κριτήρια, ἀναμφιβόλως τὸ Συμβούλιον θὰ εἶχε νὰ ἀποδώσῃ καλύτερα ἀποτελέσματα, π.χ., ἔχομεν ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἀφιέρωσαν ὁλόκληρον τὴν ζωήν των ἢ καὶ μέρος τῆς ζωῆς των εἰς τοὺς ἐθνικοὺς ἀγῶνας ὑπὲρ τῆς Πατρίδος, ἔλαβον μέρος εἰς ἀγῶνας, τιμηθέντες διὰ πολεμικῶν σταυρῶν, ἔχουν ἴσας γνώσεις γραμματικὰς καὶ προσόντα, εἶναι ἔντιμοι ἄνθρωποι καὶ δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν. Ἔχομεν παραδείγματα ὅτι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντίστασιν, οἱ ὁποῖοι διεκινδύνευσαν ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ λαοῦ καὶ δὲν ἐκρίθησαν ἐπιλεκτέοι καὶ ἐκρίθησαν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον οὐδεμίαν ἄλλην ὑπηρεσίαν, ἀντιθέτως δὲ ἐκρίθησαν καὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν ἐναντίον τοῦ συμφέροντος τῆς χώρας. Διότι δὲν ὑπάρχει εἰς γνῶσιν τοῦ Συμβουλίου ἡ δρᾶσις του καὶ εἶναι φυσικόν, ἐφ’ ὅσον ὁ νομοθέτης δὲν ἔθεσε βάσεις κριτηρίων, ὥστε νὰ ὑποχρεοῦται τὸ μέλος τοῦ Συμβουλίου νὰ κρίνῃ καὶ τὴν Ἐθνικὴν δρᾶσιν καὶ τὸ ἀφήνει ἐλεύθερον νὰ ἐξετάζῃ ἐὰν ἔχῃ μόνον γραμματικὰς γνώσεις, εἶναι φυσικὸν νὰ πλανηθῇ τὸ μέλος τοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ δώσῃ τὴν ψῆφον του ἐν τῇ ἐπιλογῇ. Αὐτὸ εἶναι ἐλάττωμα, ὅτι δὲν ἐθεσπίσθησαν ὡρισμένα ὑποχρεωτικὰ κριτήρια. Ἔχω νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὸ ἐλάττωμα αὐτό, ἔσχε κακὰ ἀποτελέσματα. Ἐπληροφορήθην, δὲν γνωρίζω τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ ἐπληροφορήθην ὅτι καταγόμενός τις ἐκ τῆς ὑποδούλου Ἑλλάδος, Κύπριος, προσενεγκὼν σπουδαιοτάτας ὑπηρεσίας εἰς τὴν Πατρίδα, ἀγωνισθεὶς εἰς τὰς ἐπάλξεις τὰς Ἑλληνικάς, σπουδαῖον διαδραματίσας ρόλον καὶ ἐν τῇ πολιτικῇ ζωῇ καὶ ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, ἐνῷ θὰ ἔπρεπε νὰ κριθῇ ἐπιλεγητέος, ἔμεινε ἔξω κρίσεως, δὲν ἠξεύρω ἐὰν τὸν ἔβαλαν εἰς τοὺς ἐπιλαχόντας. Εἶναι συγκεχωρημένον ὅταν ἔχωμεν ἀνθρώπους τοιαύτης μορφώσεως διὰ νὰ ἐξυπηρετήσουν καὶ ἱκανοποιήσουν τὸ αἴσθημα τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Ἠπειρωτικοῦ λαοῦ, μετὰ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ εὑρισκώμεθα εἰς συνοχὴν καὶ ἐπαφήν, νὰ ἀποξενώσωμεν αὐτοὺς καὶ νὰ δώσωμεν μίαν αἰχμὴν παρεξηγήσεως εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἔχουν τὸν σύνδεσμον μαζύ μας καὶ νὰ μὴ προσφέρωμεν κάποιαν ὑπηρεσίαν καὶ ἱκανοποίησιν εἰς αὐτούς; Ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς, νομίζω, ὅτι τὰ κριτήρια, τὰ ὁποῖα τίθενται ἐν τῷ νόμῳ, ἀσαφῶς τίθενται καὶ ὅτι θὰ πρέπει τὸ νομοθέτημα αὐτὸ νὰ παρασκευασθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε ὑποχρεωτικῶς τὸ Συμβούλιον νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ κριτήρια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θεσπίζονται ὡς βάσις καὶ νὰ εἴμεθα τότε, βέβαιοι, καὶ ἀσφαλέστεροι, ὅτι θὰ κριθοῦν οἱ καλύτεροι. Ὅσον ἀφορᾷ, κύριοι τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, ἠκούσθη ὅτι χρειάζεται ὁ νομάρχης νὰ ἔχῃ καὶ κάποιον πεῖραν καὶ ὅτι ἡ βάσις τοῦ ὁρίου τῶν 25 ἐτῶν δὲν πληροῖ τὸν ὅρον αὐτόν, διότι δὲν ἔχει τὴν πεῖραν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ πάῃ νομάρχης. Τὸ ὅριον τὸ κατώτερον, εἴτε τὸ 25ον ἔτος εἶναι, εἴτε τὸ 30ὸν ἔτος, ἐὰν δὲν ἔχει τὴν πεῖραν δὲν θὰ τὴν ἀποκτήσῃ κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ τὸ μικρό; Ἀλλὰ μήπως εἶναι ὑποχρεωτικὸν διὰ τὸ Συμβούλιον νὰ ἐκλέξῃ τοὺς νεωτέρους; Εἶναι δυνατὸν μεταξὺ τῶν νεωτέρων νὰ ὑπάρχουν ἐξαιρέσεις τινὲς ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν μεγαλυτέραν ἀξίαν, ἀπὸ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἡλικίαν 40 καὶ 50 ἐτῶν. Διατὶ νὰ μὴ ἔχωμεν τὸ κατώτερον ὅριον τῆς ἡλικίας διὰ νὰ δώσωμεν εὐχέρειαν εἰς τὸν κριτὴν νὰ περιλάβῃ μεταξὺ τῶν κρινομένων ἕνα, ὁ ὁποῖος παρουσιάζει ἐξαιρετικὴν ἱκανότητα, δρᾶσιν καὶ ἐμπιστοσύνην, ὅτι θὰ ἀποδώσῃ εἰς τὸ ἔργον, εἰς τὸ ὁποῖον καλεῖται. Δὲν ἔχομεν παραδείγματα διορισμοῦ ὡς Πρωθυπουργοῦ ἀνθρώπου εἰς ἡλικίαν 22 ἐτῶν; Καὶ δὲν ἔχομεν παραδείγματα ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εἰς ἡλικίαν 24 ἐτῶν ἐδημιούργησαν καταστάσεις; Διατὶ τοιαύτης μορφῆς ἀνθρώπους νὰ μὴ τοὺς θέσωμεν ὑπὸ κρίσιν; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν μπορῶ νὰ συγχωρήσω, εἶναι διατὶ τίθεται ἀνώτερον ὅριον ἡλικίας. Δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν ἄνθρωποι ὑπερβάντες τὸ ἑξηκοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας, οἱ ὁποῖοι νὰ εἶναι ἀξιόλογοι. Διότι ἡ φύσις τοῦ ἀνθρώπου εἶναι τοιαύτη, ὥστε πολλάκις ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἰς τὰ νειᾶτα των δὲν παρεῖχον τίποτε, ὅσον ὡριμώτεροι γίνονται, τόσην περισσοτέραν δρᾶσιν καὶ ἱκανότητα ἐπιδεικνύουν. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι χρειάζεται μὲν τὸ κατώτερον ὅριον ἡλικίας, ἀλλὰ τὸ ἀνώτερον ὅριον ἡλικίας δὲν ἔχει καμμίαν θέσιν ἐν τῷ νόμῳ. Ἐάν, λοιπόν, μειονεκτήματα τοιαύτης μορφῆς διορθωθοῦν, διὰ διαρρυθμίσεως τοῦ νόμου, ἀναμφισβητήτως τὸ νομοθέτημα αὐτό, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸν θεσμὸν τῆς ἀποκεντρώσεως, τὸ νομοθέτημα αὐτὸ εἶναι ἄρτιον, θὰ ἱκανοποιήσῃ τὸ αἴσθημα τοῦ λαοῦ καὶ θὰ ἀποδώσῃ ὄργανα ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἀξιώτερα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ διορίσῃ τὸ κόμμα, διότι τὸ κόμμα πολλὰς φορὰς δὲν θὰ διορίσῃ τοὺς καλλιτέρους, ἀλλὰ τοὺς κομματικοὺς παράγοντας. Ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς, ἐγὼ τοὐλάχιστον, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω, ὅτι ἐγκρίνω ἀπολύτως τὸ νομοθέτημα καὶ τάσσομαι ὑπὲρ αὐτοῦ. (Χειροκροτήματα).
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Ρεδιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§122Δ. ΡΕΔΙΑΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐξ ὅσων προηγήθησαν τῆς καταθέσεως τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἐνώπιον τοῦ Σώματος καὶ ἐξ ὅσων ἐλέχθησαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἑσπέραν καὶ σήμερον ἐπ’ αὐτοῦ, δύναται νὰ συναχθῇ τὸ γενικὸν συμπέρασμα, ὅτι περὶ δύο γνώμας κυμαίνεται ἡ κρίσις τῆς Βουλῆς. Ἡ πρώτη εἶναι, ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοθέτημα εἶναι προσβλητικὸν τῶν δημοκρατικῶν θεσμῶν καὶ διαφθείρει τὴν παραδεδεγμένην μέχρις ἡμῶν μορφὴν τῆς διοικήσεως, ἡ δευτέρα γνώμη συντάσσεται μὲ τὴν ἄποψιν ὅτι τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἀποτελεῖ σταθμὸν ἐν τῇ διοικητικῇ ὀργανώσει τῆς χώρας μας. Νομίζω, ὅτι πρὸς μόρφωσιν ἀσφαλοῦς κρίσεως καὶ εὐσυνειδήτου σταθμίσεως τῶν ὑπὲρ καὶ τῶν κατὰ τοῦ μέτρου τούτου, ἐπιβάλλεται ἡ ὀρθὴ ἐκτίμησις τῶν ἐπιχειρημάτων καὶ τῆς μιᾶς πλευρᾶς καὶ τῆς ἄλλης. Διὰ νὰ εἰσέλθω, πρῶτον, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐπιχειρημάτων τῆς πρώτης πλευρᾶς, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι, ὡς μᾶς παρεδόθη ὁ θεσμὸς τοῦ νομάρχου ἀπὸ τῶν πρώτων ἐτῶν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος, ὄχι μόνον παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ κράτη τῆς Δύσεως, ὅτι ὁ νομάρχης εἶναι ἀντιπρόσωπος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀσκῶν τμῆμα τοῦ κυβερνητικοῦ ἔργου, ἐν τῇ αὐτονομίᾳ τὴν ὁποίαν παρέχουν οἱ νόμοι τοῦ Κράτους. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος εἶχε τὴν μορφὴν τοῦ Κράτους–χωροφύλακος ὁ νομάρχης δὲν ἦτο τίποτε ἄλλο παρὰ θεσμὸς παραδοθεὶς ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τοῦ φεουδαρχικοῦ καθεστῶτος. Εἰς τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα διατηρεῖ πάντοτε τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Καὶ αἱ πράξεις αὐτοῦ δημιουργικαὶ δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεων διαπλαστικῶν ἐννόμων καταστάσεων. Εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, καθ’ ὃ τοὐλάχιστον μέρος εἶναι πολιτικαὶ καὶ κυβερνητικαὶ καὶ οὐχὶ ὑπὸ τὴν στενὴν ἔννοιαν διοίκησις. Εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦν ἀσφαλῶς ὑπὸ ὁμαλὰς συνθήκας ἰδεολογικὴν ταυτότητα καὶ πολιτικὴν ὁμοιογένειαν πρὸς τὸ ἐν τῇ Κυβερνήσει εὑρισκόμενον κόμμα ἢ τὴν πολιτικὴν παράταξιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια ἀνεπίδεκτος ἀμφισβητήσεως. Εἶναι ὅμως ἐξ ἴσου ἀλήθεια ἀνεπίδεκτος, ἐπίσης, τοὐλάχιστον, ἀμφισβητήσεως, καὶ τὰ ἀκόλουθα. Ὅτι ἀφ’ ἧς, κύριοι βουλευταί, τὸ σύγχρονον Κράτος ἔπαυσε νὰ εἶναι τὸ Κράτος–χωροφύλαξ καὶ ἔγινεν ἡ πέμπτη μορφὴ τοῦ ἐν τῇ ἱστορίᾳ γνωστοῦ Κράτους, δηλαδὴ τοῦ Κράτους τῆς κοινωνικῆς οἰκονομίας, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς κάθε ἔκφανσιν τῆς ζωῆς εἰσῆλθεν ὡς ρυθμιστὴς τὸ Κράτος καὶ κατήντησε νὰ ταυτίζεται ἡ ἔννοια αὐτοῦ μὲ τὴν ἔννοιαν πάσης ἐν τῇ κοινωνίᾳ δραστηριότητος. Ἀπὸ τὴν ὥραν αὐτήν, κύριοι συνάδελφοι, εἰσερχομένη ἡ Διοίκησις εἰς τὰς λεπτομερείας τῆς ὅλης ζωῆς τῶν ἐν κοινωνίᾳ βιούντων ἀτόμων καθίσταται ἐκ τῆς δυνάμεως τῶν πραγμάτων, ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ, ἀνεξάρτητος ἀπὸ τῆς καθαρῶς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Εἰς αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ σημεῖον συνίσταται μία διαφωνία μου μὲ προλαλήσαντας συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι εἶπον ὅτι ὁ τίτλος τοῦ νομοθετήματος δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ. Συμβαίνει νὰ ἔχῃ ἀπόλυτον σχέσιν μὲ τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ, δοθέντος ὅτι τὸ νομοθέτημα τοῦτο ἀποχωρίζει τὴν Διοίκησιν ἀπὸ τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν. Δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ καθαρὰ θεωρητικὴ ἐπιστημονικὴ ἐφαρμογὴ τῶν κρατούντων ἐν τῇ ἐπιστήμῃ περὶ διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως. Διότι δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, ἀποκέντρωσις, ὅπως παραστατικῶς τὸ λέγει ὁ πολὺς JELLINEK, παρὰ ἀποχωρισμὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἀπὸ τὴν καθαρῶς Διοίκησιν, περιορισμὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὸ νὰ εἶναι τὸ ὄργανον, τὸ ὁποῖον μελετᾷ καὶ εἰσηγεῖται τὰ μέτρα τὰ πρὸς λῆψιν ἀναγκαῖα, εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Καὶ πέραν αὐτοῦ ἡ ἐξουσία, ἡ ὁποία ἐλέγχει τὴν Διοίκησιν καὶ δὲν ἀσκεῖ αὐτὴ ἡ ἰδία διοίκησιν. Κατὰ συνέπειαν, τὸ νὰ τιτλοφορῆται τὸ νομοσχέδιον περὶ τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως ἀποτελεῖ ὀρθὸν ἐπιστημονικὸν χαρακτηρισμὸν καὶ τοῦ νομοθετήματος καὶ τῆς ὅλης ἐργασίας, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἐπακολουθήσῃ τὴν ἐπιψήφισίν του. Ἐὰν λοιπὸν εὑρισκώμεθα, ὡς προερρέθη, εἰς κάποιαν θέσιν δικαιώσεως τῶν ἐπιχειρημάτων τῶν συνηγορούντων ὑπὲρ τῆς ἀπορρίψεως τοῦ νομοσχεδίου, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως καὶ τὰ ὑπὲρ αὐτοῦ ἐπιχειρήματα εὐσταθοῦν. Αὐτὰ θὰ ἠδύναντο νὰ λεχθοῦν πλήρως καὶ ἐπιτροχάδην, ὅσον ἀφορᾷ τὴν θεωρητικὴν ἄποψιν τοῦ θέματος. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζετε ὅτι ἡ πολιτικὴ εἶναι πρᾶξις καὶ ὅτι ἡ πρᾶξις ἡ πολιτικὴ ὀφείλει νὰ συμμορφοῦται ἑκάστοτε πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς στιγμῆς καὶ δὲν νομίζω, ὅτι θὰ ἀπετέλει εἰλικρίνειαν ἀπέναντι ἡμῶν τὸ νὰ λέγωμεν ὅτι, προϊόντος τοῦ χρόνου, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐξηρθρώθησαν τὰ διοικητικά μας πράγματα. Καὶ σὺν τῇ διεισδύσει τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ εἰς τὰ τῆς καθαρῶς Διοικήσεως, ἤρχισε τὸ Πολίτευμα νὰ πάσχῃ ἀπὸ τὴν ἐπέμβασιν τῶν προσώπων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐντεταλμένα νὰ ἀσκοῦν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἤρχισε νὰ πάσχῃ ἀπὸ τὴν ἐπέμβασιν τῶν προσώπων αὐτῶν. Πάντως, εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι πάσχει δεινῶς καὶ ὅταν ἔρχεται μία Κυβέρνησις ἀναγνωρίζουσα ὄχι μόνον τὴν ἀδυναμίαν τῶν σημερινῶν στιγμῶν, ἀλλ’ ἀναγνωρίζουσα συγχρόνως καὶ τὴν ἰδίαν της, ἴσως, ἀδυναμίαν, ἐν ᾗ περιπτώσει διατηρήσει δι’ ἑαυτὴν τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ τῶν νομαρχῶν, ὅταν ἔρχεται μία κυβέρνησις καὶ λέγει ὅτι αἰσθάνομαι καὶ ἐγὼ ὅτι μὲ τὴν αὐτὴν πολιτικὴν καὶ κομματικὴν ὕλην εἶμαι πλασμένη καὶ εὑρέθην εἰς τὴν σιδηρᾶν ἀνάγκην καὶ ἐγὼ νὰ ὑποταχθῶ εἰς τὰς ἀδυναμίας τῶν καιρῶν, ὅταν ἔρχεται μία Κυβέρνησις καὶ λέγει ὅτι θέλει νὰ περιστείλῃ τὸ δικαίωμά της, ἐν προκειμένῳ θέλω νὰ ἀναστείλω κάθε δυνατότητα, ἡ ὁποία θὰ μοῦ δώσῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ κομματισθῶ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν θεωροῦμεν ὡς ἀντιδημοκρατική, ὡς πρᾶξιν στρεφομένην κατὰ τῶν θεσμῶν, οἱ ὁποῖοι κατὰ παράδοσιν διέπουν τὴν χώραν. Ἠμπορεῖ νὰ μὴ ἀποτελῇ μεγαλούργημα τὸ προτεινόμενον σύστημα, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀποτελεῖ ἕνα μέτρον, τὸ ὁποῖον αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς περιστάσεις. Νομίζω δέ, ὅτι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν καὶ μόνον, εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ὄχι δεκτόν, ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις ὄχι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ποὺ ἠθέλησε νὰ παρασταθῇ ἀπό τινας συναδέλφους, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀποτελεῖ ὅρον τιθέμενον ἀπὸ ξένους καὶ δὴ ἀπὸ τοὺς συμμάχους, τὸ ὁποῖον διὰ τὸν Α ἢ Β τρόπον ἤθελε βοηθήσει εἰς τὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς χώρας καὶ τὴν πολεμικὴν προσπάθειαν. Δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι νὰ δέχωνται τὴν ἄποψιν αὐτήν, οὔτε εἶναι δυνατὸν καμμίαν φοράν, ἐὰν συμβῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ συμφωνῇ ἐκ συμπτώσεως μὲ τὰς ἀπόψεις ποὺ ἀπηχοῦν καὶ τὴν γνώμην τῶν συμμάχων νὰ λέγωμεν ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ ὑποδούλωσιν τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνητικῶν ἀπόψεων πρὸς τὰς ἀπόψεις τῶν συμμάχων. Διατί νὰ μὴ λέγετε τότε καὶ ὑποδούλωσιν τῶν ἰδικῶν των ἀπόψεων, εἰς τὰς ἀπόψεις τῆς ἰδικῆς μας Κυβερνήσεως; Δὲν δύναται νὰ εὐσταθῇ τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι τὸ νομοθέτημα εἶναι προϊὸν οἱασδήποτε πιέσεως. Δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ γίνῃ ἀνεκτὴ ὑπὸ τὸν Ἑλληνικὸν ἥλιον τοιαύτη λέξις. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ χρειάζεται ὡρισμένας τροποποιήσεις, ὅσον ἀφορᾷ τὰ καθ’ ἕκαστα μέρη αὐτοῦ. Γενικῶς ἡ ἀρχή του, εἶναι ἀρχὴ ἐνδεικνύουσα ἐὰν μή τι ἄλλο τὴν διάθεσιν τοῦ ἀποχρωματισμοῦ τῆς Διοικήσεως, ὄχι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς μὴ ὑπάρξεως νομαρχῶν, οἱ ὁποῖοι καὶ αὐτοὶ νὰ μὴ ἔχουν πολιτικὴν καὶ ἰδεολογικὴν συγκρότησιν, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς μὴ ὑπάρξεως ἀτόμων, τὰ ὁποῖα νὰ δουλεύουν εἰς τὴν μικροκομματικὴν ἀντίληψιν τῆς συναλλαγῆς καὶ νομίζω, ὅτι, ὅταν ἕνας Ὑπουργὸς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ διορίζῃ τοὺς νομάρχας ἀπὸ κατάλογον πολιτῶν, τοὺς ὁποίους ἐπιλέγουν τρία πρόσωπα, ἄσχετα πρὸς τὴν ἐνεργὸν ἄσκησιν τῆς πολιτικῆς, ὅσον καὶ ἂν τὰ πρόσωπα αὐτὰ ἔχουν ἰδίας πολιτικὰς ἀντιλήψεις, νομίζω, ὅτι ἐὰν δὲν ἀποφεύγεται τελείως ὁ κίνδυνος τοῦ νὰ ὑπάρχουν νομάρχαι κομματιζόμενοι καὶ συναλλασσόμενοι, τότε, βεβαίως, δὲν ὑπάρχει θεωρητικῶς ἄλλο μέσον νὰ τὸν ἀποφύγῃ κανεὶς τὸν κίνδυνον τοῦτον. Βεβαίως, ἡ ὑπὸ Ἐπιτροπῆς ὑπόδειξις τῶν προσώπων ἐκφεύγει τῶν κλασσικῶν κανόνων τῆς Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλά, κύριοι, ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, διὰ μιᾶς διακοπῆς τὴν ὁποίαν ἔκαμεν εἰς τὸν χθεσινὸν ἀγορητήν, ἔθεσε τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς. Καὶ ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὑπῆρχε σχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τῆς χώρας, εἰς περιφερείας πλείονας τῶν ὅσων ἦσαν μέχρι σήμερον γνωσταί, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συστήματος τῶν Γενικῶν Διοικήσεων, εἰς περιφερείας εὐρυτέρας τοῦ Νομοῦ καὶ περιλαμβανούσας 2–3 περιφερείας Νομῶν. Εἰς τὰ πρόσωπα αὐτά, ἂν ἡ ἐλπίς μου αὐτὴ δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰ πράγματα, τότε θὰ ἐπρότεινα, εἰς δεδομένην εὐκαιρίαν, ὅπως εἰς τὰ πρόσωπα αὐτά, ποὺ θὰ εἶναι οἱ Διοικηταί, δοθοῦν, ἀφαιρούμενα ἀπὸ τοὺς νομάρχας, ὅλα ἐκεῖνα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀνταποκρίνονται εἰς τὴν πολιτικὴν ἁρμοδιότητα τοῦ νομάρχου, ἀφιεμένων αὐτῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀνταποκρίνονται εἰς τὴν διοικητικὴν φύσιν τοῦ λειτουργήματός των. Τότε, διὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν τὴν εὐκαιρίαν νὰ κατηγορήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δημιουργεῖ συνθήκας, ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ὁποίων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ δύναται νὰ διαθέτῃ τὸ ἀσκοῦν τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν πρόσωπον, ἐκείνην τὴν πολιτικὴν ἁρμοδιότητα καὶ ἐκείνας τὰς ἰδιότητας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπέτρεπον νὰ εἶναι ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν, λοιπόν, ὁ Διοικητὴς ὁπλισθῇ μὲ ὅλα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα συνίστων μέχρι τοῦδε τὰς ὑπὸ εὐρεῖαν ἔννοιαν ἰδιότητας τοῦ Νομάρχου, ὅταν, π.χ., ὁπλισθῇ μὲ τὸ δικαίωμα τῆς χορηγήσεως ἀδειῶν, ὡς προβλέπει ὁ νόμος τοῦ 1936, νομίζω, περὶ ἱδρύσεως βιομηχανιῶν, εἶναι τοῦτο ἓν θέμα ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἅπτεται τῆς ὅλης πολιτικῆς γραμμῆς τῆς Κυβερνήσεως, διότι μία Κυβέρνησις, ἔχουσα ἀριστερὰν ἀπόκκλισιν ἐπὶ τῶν κοινωνικῶν καὶ οἰκονομικῶν πεποιθήσεων, ἄλλως θὰ κρίνῃ τὸ θέμα τῆς ἱδρύσεως νέων βιομηχανιῶν καὶ ἄλλως θὰ τὸ κρίνῃ μία Κυβέρνησις ἔχουσα συντηρητικωτέρας ἀρχὰς ἐπὶ τοῦ κοινωνικοῦ καὶ οἰκονομικοῦ πεδίου, διότι ἡ ἵδρυσις μιᾶς βιομηχανίας συνδέεται μὲ πολλὰ ζητήματα, σχέσιν ἔχοντα μὲ τὴν προστασίαν τῶν ὑπαρχουσῶν βιομηχανιῶν, μὲ τὸ ζήτημα τῶν τιμῶν καὶ τόσας ἄλλας συναρτήσεις, αἱ ὁποῖαι περιλαμβάνονται μέσα εἰς τὸ πλαίσιον τῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, δηλαδὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Λέγω, λοιπόν, ὅτι ὅταν τοιαύτης μορφῆς καὶ ἁρμοδιότητες τοιούτου εἴδους δοθοῦν καὶ θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ δοθοῦν εἰς τὸν Διοικητήν, τότε ὁ νομάρχης θὰ παρέμενε καθαρὸν διοικητικὸν ὄργανον, ἀσκῶν ὅσα καθήκοντα ὀφείλει νὰ ἀσκῇ ἐκ τοῦ νόμου ἔναντι τῆς προϊσταμένης του ἀρχῆς καὶ ὅσα τοῦ δίδονται ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ τὰ ὁποῖα θὰ ἀσκῇ δι’ ἰδίας διοικητικῆς ἐνεργείας. Ἐάν, σύμφωνα μὲ τὴν προοπτικὴν αὐτήν, ἤθελεν ἐπεκταθῆ καὶ ὁλοκληρωθῆ, ψηφιζομένου τοῦ παρόντος νόμου, ἡ ὅλη σκοπουμένη, διὰ τῶν ὑπὸ ψήφισιν μέτρων, ἡ ὅλη διοικητικὴ ἀποκέντρωσις καὶ ἡ ὅλη πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι θὰ κατελήγομεν εἰς ἓν σημεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ ἤσκει μίαν πρόοδον, στηρίζουσαν, ἀντιθέτως πρὸς τὰ λεχθέντα, τοὺς δημοκρατικοὺς θεσμούς, διὰ τὴν δημοκρατίαν εἶναι μία πραγματικότης. Νομίζω δέ, ὅτι ὁ τρόπος τῆς..... (δὲν ἠκούσθη)....., ὁ ἑκάστοτε ἀνταποκρινόμενος πρὸς τὰς ἱστορικὰς συνθήκας τῆς ἐποχῆς, εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ τὴν διησφάλιζε καὶ θὰ ἠσφάλιζε καὶ τοὺς ἐλευθέρους θεσμούς, οἱ ὁποῖοι στηρίζονται ἐπὶ τῆς βάσεως αὐτῆς, διότι δὲν εἶναι ἕνα κατασκεύασμα μονολιθικόν. Ἡ δημοκρατία εἶναι μία φυσικὴ κατάστασις, προσαρμοζομένη ἑκάστοτε πρὸς τὰς περιστάσεις καὶ ἀνταποκρινομένη πρὸς τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας δημιουργεῖ ἡ πραγματικότης ἡ ἱστορικὴ καὶ δὲν εἶναι δόγμα ἡ δημοκρατία. Τὸ παρὸν νομοσχέδιον, νομίζω ὅτι, ἐν πλήρει συναισθήσει, ὅτι εἶναι ἓν ἔργον προόδου, δύναται ἡ Βουλὴ νὰ περιβάλῃ διὰ τῆς προστασίας της καὶ τῆς ψήφου της. (Χειροκροτήματα).
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Ζησόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§124Δ. ΖΗΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, συνέβη νὰ εἶμαι ἐξ ἐκείνων τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν συνήθειαν νὰ παρακολουθοῦν τὰς συνεδριάσεις τοῦ Σώματος συνεχῶς. Χθὲς τὸ βράδυ, ὑπῆρξαν συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι διεμαρτύροντο διότι τὰ ἑδώλια τὰ βουλευτικὰ ἦσαν ἀραιά, ἀλλὰ μετὰ λύπης μου παρατηρῶ, ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν διαμαρτυρομένων χθές, ἐφαρμόζουν τὸ ἴδιον σύστημα καὶ ἀπουσιάζουν σήμερον καὶ καταλήγω εἰς τὸ ἐρώτημα, μήπως εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν διεξάγονται διαλέξεις. Ἔρχομαι ἀπὸ μίαν περιοδείαν ἀνὰ τὴν Βόρειον Ἑλλάδα καὶ νομίζω ὅτι ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ φέρω ἐδῶ τὴν φωνὴν τῆς περιφερείας μου. Τὸ νομοσχέδιον περὶ νομαρχῶν, εἶχεν ἀρίστην ἀπήχησιν παρὰ τῷ λαῷ, διότι οἱ μέχρι τοῦδε διοριζόμενοι ὡς νομάρχαι, λόγω ἀκριβῶς τῆς προσωρινότητός των, δὲν ἠδύναντο νὰ ὑπεισέλθουν καὶ νὰ λύσουν αὐτὰ μὲ τὸ ἴδιον ἐνδιαφέρον καὶ τὴν ἰδίαν φροντίδα, μὲ τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιλαμβάνωνται τῆς ἐπιλύσεως τῶν ζητημάτων αὐτῶν οἱ νομάρχαι, οἱ ὁποῖοι ἀπολαμβάνουν κάποιας μονιμότητος. Νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀνάγκην τῆς διοικητικῆς ἐξυγιάνσεως τῆς χώρας μας καὶ ἀποτελεῖ καὶ ἱκανοποίησιν τῶν συμμάχων μας, τῶν ὁποίων ἡ ἐν προκειμένῳ παρέμβασις δὲν νομίζω ὅτι ζημιώνει τὴν ἐθνικήν μας αὐτοτέλειαν. Μοῦ μένει ἡ ἐντύπωσις, ὅτι οἱ φίλοι μας ἀμερικανοὶ ἔκαμαν καλὰς σκέψεις ἐν προκειμένῳ, τὰς ὁποίας ἀπὸ πολλοῦ ἔθεσαν εἰς ἐφαρμογὴν καὶ ὁ πρώην ἡγέτης τῆς Οἰκονομικῆς Ἀποστολῆς κ. Γκρίσγουολντ, ἐπισκεφθεὶς τὴν Ἑλλάδα μέχρι τῶν ἀκροτάτων σημείων αὐτῆς, διεπίστωσεν ὅτι ἡ διοικητικὴ μηχανή, ὅπως λειτουργῇ, δὲν ἀποδίδει ἐκεῖνα ποὺ ὤφειλε νὰ ἀποδώσῃ. Ἐστέλλοντο τρόφιμα καὶ ἐν τούτοις, εἰς πολλὰς περιπτώσεις εἰς τὰς διανομὰς ἐπεκράτησε τὸ κομματικὸν κριτήριον. Ἱκανοποιοῦμαι ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς τὴν εἰσηγητικήν του ἔκθεσιν, ὁμιλεῖ γενικώτερον διὰ τὴν σκέψιν, μὲ τὴν ὁποίαν ἄγεται νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν αὐτοδιοίκησιν καὶ τὴν ἀποκέντρωσιν καὶ ἀποτελεῖ, ὁμολογῶ, ἡ παράγραφος, τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς ἀναγνώσω, ἀρκετὰ ἱκανοποιητικὸν σημεῖον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει ὑποβάλει ὑπὸ τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς τὰ ἀνάλογα νομοσχέδια. (Ἀναγινώσκει): «Κυρίως ὅμως προέχει .... (δὲν ἠκούσθη) ....». Κύριοι συνάδελφοι, ἂς μὴ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου. Ἐγὼ διὰ πρώτην φορὰν εἰσέρχομαι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ ἡ θητεία μου εἰς τὰ πρῶτα αὐτὰ ἔτη τῆς πολιτικῆς σταδιοδρομίας, μὲ ἔκαμε νὰ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου πολλὰς περιπτώσεις. Εὑρέθην εἰς τὰς θύρας Νομαρχίας, ὅπου, ἐνῷ συνωστίζοντο, δυστυχῶς, ἄνθρωποι καὶ ἐνῷ εὑρίσκοντο εἰς τὴν θύραν τῆς Νομαρχίας τὴν ἀκριβῆ ὥραν, ἐταλανίζοντο ἐπὶ 1½ ὥραν, διότι εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ νομάρχου εἶχεν ἐγκατασταθῆ μονοπωλιακῶς εἷς βουλευτὴς κυβερνητικός. Καὶ δὲν ἀμφισβητῶ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν συνάδελφον ἐκεῖνον, βεβαίως, νὰ λύσῃ τὰ προβλήματά του, ἀλλά, νομίζω, ὅτι ἦτο ὁ μεγαλύτερος τροφοδότης τῶν συμμοριτῶν, ὅταν, ἐνῷ ἐπερίμεναν οἱ δυστυχεῖς ἄνθρωποι εἰς τὴν θύραν, ὁ κ. συνάδελφος ἐκάθητο μέσα μὲ βγαλμένο τὸ σακκάκι καὶ ἔπινε καφὲ καὶ ἐδημιουργεῖτο ἔξω τῆς κλειστῆς θύρας ἡ ἐντύπωσις ὅτι μέσα διακυβεύονται μεγάλα ζητήματα. Καὶ ἐξῆλθε πανίσχυρος ὁ συνάδελφος ἐκεῖνος, μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ἀναμένοντες μὲ ἀγωνίαν καὶ ἱδρῶτα, ἔβλεπον ὅτι ὁ δυνάστης ὁ ἰσχυρὸς ἐξήρχετο. Ὑπάρχει εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἡ ἀνάγκη νὰ θέσωμεν μίαν σκέψιν..... ἱεραρχικῶς. Ἐνδεχομένως τὸ παρὸν νομοσχέδιον νὰ μὴ εἶναι ἡ καλυτέρα λύσις τῆς διοικητικῆς ἕως προχθὲς ἐξαθλιώσεως, ἀλλὰ ὑπάρχουν δύο βαθμοί. Ἡ πρώην διοικητικὴ διάρθρωσις μὲ τοὺς ἐπὶ κεφαλῆς νομάρχας, ἦτο μία χειρίστη διοικητικὴ ἐκδήλωσις. Τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον, εἶναι μία προσπάθεια ἐπαινετή, ἀποτελεῖ τὴν ἀπαρχὴν τῆς ἐξυγιάνσεως. Ἴσως νὰ μὴ εἶναι ἡ ἀρίστη, ἀλλὰ μεταξὺ τοῦ κακίστου καὶ τοῦ ἀρίστου ὑπάρχει τὸ καλύτερον καὶ ἔχομεν χρέος νὰ συνταχθῶμεν εἰς τὸ καλύτερον, μὲ τὴν εὐχὴν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἄριστον. Ἠμφισβητήθη ἡ πατρότης τοῦ νομοσχεδίου καὶ χαίρω, διότι ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματός μου εὑρίσκεται ἐδῶ, ὥστε νὰ μοῦ δοθῇ μεγαλυτέρα ἡ εὐκαιρία νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου. Δὲν φιλοδοξῶ νὰ ὑποδυθῶ τὸν Σολομῶντα, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ὁ Ἀρχηγός μου ὑπῆρξεν ὁ συντελεστὴς τῆς κυήσεως, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι ὁ μαιευτὴρ καί, ἐπειδὴ τὸ τέκνον ἐγεννήθη, βλέπω μετὰ χαρᾶς ὅτι ὅλα τὰ κόμματα σπεύδουν νὰ εἴπουν ὅτι εἶναι οἱ πατέρες καὶ αὐτὸ προοιωνίζει ὅτι θὰ εὑρεθοῦν οἱ παιδαγωγοί. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ἐν προκειμένῳ, ὅτι ὁ νομάρχης ἀπὸ ἀντιπρόσωπος τοῦ Κράτους μετεβλήθη εἰς ἀντιπρόσωπον τοῦ κόμματος καὶ ἐνήργει κατὰ τὰς ὑποδείξεις αὐτοῦ. Εἶναι, πράγματι, αὐτὴ μία ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν διέκρινα εἰς τὴν μεγαλυτέραν της ἀναλογίαν ἐκδηλουμένην. Καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μὴ θεωρηθῶ ὅτι βάλλω ἐναντίον φίλου καὶ ἀγαπητοῦ συναδέλφου μὲ τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἀναφέρω. Εἰς μίαν ἐπαρχίαν, ὅταν ὁ Ἔπαρχος ἐζήτησε νὰ ἐπιτάξῃ ἓν δωμάτιον τῆς οἰκίας ἑνὸς κομματάρχου, ἠπειλήθη ἀπὸ τὸν κομματάρχην, ὅτι ἐὰν δὲν ἄρῃ τὴν ἐπίταξιν τοῦ δωματίου θὰ παύσῃ ἐντὸς 15 ἡμερῶν νὰ εἶναι Ἔπαρχος. Καὶ πράγματι αὐτὸ ἔγινε. Καὶ ἔμεινεν ἀκέφαλος ἡ Ἐπαρχία ἐπὶ ὀκτὼ ὁλοκλήρους μῆνας, διὰ νὰ φθάσῃ ἐπὶ τέλους κάποιος Ἔπαρχος.
§125Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἢ ἐπίταξις, ἢ ἀπόταξις.
§126Δ. ΖΗΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν κρύβω νὰ σᾶς εἴπω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εὑρέθησαν νομάρχαι εἰλικρινεῖς, οἱ ὁποῖοι εἶπον ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἔχουν χωρισμένον τὸν νομόν των ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κυβερνητικῶν βουλευτῶν. Ὡς νέος βουλευτὴς εἶδον, μὲ πραγματικὸν οἶκτον, ἀπὸ τὸ 1946–1948, νὰ ὑπάρχουν νομάρχαι, οἱ ὁποῖοι νὰ ὑφίστανται τὴν ἐποπτείαν καὶ τὴν πίεσιν τοῦ βουλευτοῦ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου ὑπάρχει ἡ διαφορά, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τίκτει νομάρχας τοῦ Ἔθνους. Κατὰ τοῦτο θὰ ὑπάρχῃ ἡ ἱκανοποίησις τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ πηγαίνῃ εἰς τὸν νομάρχην χωρὶς διάμεσον. Ἐλέχθη, ὅτι ὁ νομάρχης ἦτο ὁ ὀφθαλμὸς τοῦ κόμματος, ἀλλὰ ἐγὼ λέγω, ὅτι ὡρισμένοι νομάρχαι ὑπῆρξαν καὶ οἱ στόμαχοι τοῦ κόμματος. Καὶ δι’ αὐτὸ διέκοψα ἀγαπητὸν συνάδελφον καὶ τοῦ εἶπον, ὅτι ἡ συμπολίτευσις δυσκολεύεται νὰ πίῃ τὸ ποτήριον τῆς πικρίας, διότι πίπτουν αἱ κομματικαὶ ἐπάλξεις. Οἱ κομματικοὶ νομάρχαι εἰς μεγάλην ἀναλογίαν ἐνέγραψαν νεκροὺς εἰς τοὺς καταλόγους διανομῆς τῶν βοηθημάτων. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ κανονίζεται ἡ χορήγησις τῶν βοηθημάτων ἀναλόγως τῆς κομματικῆς....... Χαίρω, διότι εἶναι τώρα ἐδῶ ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματός του καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι, ἐὰν ὑπῆρξε μία ἀτυχὴς σύμπτωσις νὰ διορισθῇ ἕνας νομάρχης τοῦ κόμματος εἰς μίαν περιφέρειαν καὶ νὰ φανῇ ὑπεράγαν κομματικός, αὐτὸ δὲν βαρύνει τὴν ἡγεσίαν. Κατὰ τοῦτο θὰ ὑπῆρχε μομφὴ εἰς βάρος μας, ἐὰν ἐξακολουθούσαμε νὰ διατηροῦμεν παρομοίους νομάρχας, ἐνῷ ὑπάρχουν περιστατικὰ νομαρχῶν ἐπανερχομένων ἐν θριάμβῳ καὶ μὲ τὸ ὡσανὰ τοῦ κόμματος. Δὲν καταδικάζω τοὺς νομάρχας. Συνέπεσε νὰ γνωρίσω τοὺς νομάρχας Λαρίσης καὶ Βερροίας, οἱ ὁποῖοι ἐφάνησαν σύμφωνοι εἰς τὰ αἰτήματα ἐθνικοῦ περιεχομένου καὶ ὄχι προσωπικοῦ περιεχομένου. Διὰ νὰ τελειώσω, μένω μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, δίδει τὴν λαβὴν τῆς διοικητικῆς ἐξυγιάνσεως καὶ τῆς λυτρώσεως τοῦ λαοῦ ἀπὸ ἐκεῖνον, ποὺ λέγεται φαυλοκράτης καὶ κομματάρχης. Ὑπῆρξε μία φωνή, ἡ ὁποία εἶπεν, ὅτι ὁ λαὸς θὰ κρίνῃ, ἐὰν οἱ νομάρχαι τοῦ κόμματος ὑπῆρξαν ἄξιοι ἢ ἀνάξιοι. Εἰς τὸν ἀγαπητὸν συνάδελφον, ὁ ὁποῖος ἀπουσιάζει τώρα, ἀναγκάζομαι νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι ὁ λαὸς θὰ κρίνῃ βεβαίως, ἐὰν οἱ κομματικοὶ νομάρχαι ὑπῆρξαν ἄξιοι ἢ ἀνάξιοι. (Χειροκροτήματα).
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Δημάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§128Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Ἐγεννήθη πάλιν τὸ ζήτημα τῆς πατρότητος τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι τὸ ζήτημα ἐλύθη τὴν ἑσπέραν ταύτην πανηγυρικῶς ὑπὲρ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, κατόπιν τῶν ἀποκαλύψεων τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τρικάλων συναδέλφου. Ἡ πατρότης τοῦ νόμου τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ ἀποκεντρώσεως ἀνήκει εἰς τὸν ἀείμνηστον ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος Δ. Γούναρη, ἀνεγνώσθη καὶ τὸ προσχέδιον τὸ ὁποῖον εἶχε συντάξει ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος ἀνήρ, ὅστις εἶχε συλλάβει τὴν ἰδέαν τοῦ νόμου τούτου. Ὥστε καταπίπτει, κύριοι, τὸ ὅτι τὸ προσχέδιον αὐτὸ ἀνήκει εἰς τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τοῦ Σοσιαλιστικοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος. Ὁ δὲ ἀρχηγός, ὅστις ἐδήλωσεν ὅτι εἶναι θετὸς πατήρ, δὲν δύναται νὰ εἶναι ἄλλος, παρὰ πληρεξούσιος τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, διότι καὶ κατὰ τὸν ἀστικὸν κώδικα, διὰ νὰ ὑπάρξῃ θετὸς πατὴρ δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχουν κατιόντες. Τὸ ζήτημα τῶν νομαρχῶν, κύριοι, εἶναι πράγματι μία διευκόλυνσις τῆς ἐπαρχίας, εἶναι μία ὑποβοήθησις τοῦ ἐπαρχιώτου καὶ τοῦ ἀγρότου, διότι τὸν ἐξασφαλίζει εἰς τὴν ἐπίλυσιν τῶν διαφόρων ζητημάτων. Εἶναι μεγάλα τὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα προσγίνονται διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ νομαρχῶν, εἶναι μέρος τοῦ ὅλου προγράμματος περὶ αὐτοδιοικήσεως καὶ ἀποκεντρώσεως, ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ μέχρι τοῦ σημείου τῆς ἐπιλογῆς τῶν προσώπων, ἅτινα καλοῦνται νὰ ἐφαρμόσουν τὸν νόμον αὐτόν, πολὺ ἀπέχουν. Ἀλλά, κύριοι, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι τοὺς καλλιτέρους νομάρχας τοὺς ἀπέδωσαν τὰ κόμματα, ἀπέδιδον τοὺς ἀριστίνδην πραγματικοὺς νομάρχας. Τὰ κόμματα ἐπιλέγουν τοὺς ἀρίστους, διότι εἰς περίπτωσιν ἀποτυχίας ἐλέγχονται, ἐνῷ διὰ τοῦ παρόντος νόμου, ὡς γίνεται ἡ ἐπιλογή, ἂν νομάρχαι τινὲς ἀποτύχουν, δὲν θὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποσείσῃ τὰς εὐθύνας καὶ θὰ εἴπῃ δὲν πταίω ἐγώ, ἀλλὰ ἡ Ἐπιτροπή.
§129Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὁ Ὑπουργός, κύριοι συνάδελφοι, θὰ εἶναι ὑπεύθυνος, διότι δὲν ἤσκησε τὸν κατάλληλον ἔλεγχον καὶ δὲν ἔλαβε τὰ κατάλληλα μέτρα.
§130Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Λέγω, τί θὰ συνέβαινεν, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐξέλεγε τοὺς νομάρχας, ὡς εἰς τὸ παρελθόν.
§131Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐκτιμῶ ἀπολύτως τὸν συλλογισμόν σας, λέτε τοῦτο, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἐκλέγουσα τὸν νομάρχην, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὰς ἀποτυχίας του, καὶ λέγω, ὅτι θὰ εἶναι κατὰ τοῦτο ὑπεύθυνος, ὅτι, ἐνῷ ἀπέτυχεν ὁ νομάρχης, δὲν παρηκολούθησε τὸ ἔργον του καὶ δὲν ἔλαβε τὰ κατάλληλα μέτρα.
§132Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Ἐὰν τὸν ἐξέλεξεν ἡ Κυβέρνησις, θὰ τὸν εἶχεν ὑπεύθυνον καὶ θὰ ἦτο ὁ ἄριστος, διότι δὲν θὰ εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀσκῇ τὸν ἔλεγχον, ὅπως λέτε σεῖς.
§133Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἡ ἐντύπωσίς σας εἶναι, ὅτι μέχρι τοῦδε ἐξελέγησαν οἱ ἄριστοι;
§134Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Ὄχι, ἀλλὰ ἡ ἐντολὴ ἐδόθη εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὡς ἑξῆς, ὅπως ἐντὸς μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος, τὸ ὁποῖον ἔταξεν εἰς αὐτὴν ὁ νόμος, ἐπιλέξῃ ἐπὶ τετρακοσίων τοὺς 40. Πῶς θὰ τοὺς ἐξέλεγεν; Ὅταν, κύριοι, ἠρωτήθη ὁ Θεμιστοκλῆς καὶ ὅταν κατηγορήθη, ὅτι ἐπιλέγει τοὺς φίλους του, ἀπήντησεν ὅτι γνωρίζει τοὺς ἀρίστους, ἐνῷ ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ξεύρει τοὺς ἀρίστους, πῆρε τοὺς φακέλλους χωρὶς στοιχεῖα. Τὰ στοιχεῖα εἶναι μία βεβαίωσις τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου, ὅτι ἤσκησε τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα καὶ μία ἄλλη ὅτι ἦσαν καλοὶ δικηγόροι. Συνέπεια δὲ τούτου εἶναι, ὅτι δὲν ἐπελέγησαν ὡρισμένα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἐπιλεγοῦν. Νά, αὐτὸ ὑπῆρξε τὸ σφάλμα, ἡ διάκρισις τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τοῦ ἄλλου. Ἐλπίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν ἔδωκε τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον τὴν ἐκλογὴ ὡρισμένων νομαρχῶν καὶ ἐφ’ ὅσον ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς κρίσεως ὅτι θὰ ἐπανορθώσῃ τὰς ἀδικίας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο καὶ πιστεύω ἀκραδάντως ὅτι πολλοί, οἱ ὁποῖοι ἐξελέγησαν παρ’ ἀξίαν θὰ ἀπορριφθῶσιν. Ὡς πρὸς τὴν ἡλικίαν, νομίζω, ὅτι τὸ ὅριον, τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ὁ κ. Ὑπουργός, δὲν εἶναι τὸ ὀρθόν. Ὅταν δέκα τρία ἔτη πηγαίνωμεν εἰς τὸ σχολεῖον καὶ ἑπτὰ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρίσωμεν ὅριον ἡλικίας 28 ἐτῶν; Οἱ συνάδελφοι, οἱ προλαλήσαντες, ἐλησμόνησαν ἕνα πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἡ πεῖρα μοῦ ἔχει διδάξει, ὁ κόσμος θέλει νὰ τοῦ προκαλῇ ὁ νομάρχης τὸν σεβασμόν, ἀλλὰ ἀκόμη πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ τὴν πεῖραν. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι τὸ ὅριον αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ὁρισθῇ, ἀλλὰ τὸ 35ον ἔτος ὡς κατώτατον ὅριον καὶ τὸ 65ον ὡς ἀνώτατον. Θὰ ἠμποροῦσε νὰ μείνῃ ἀπεριόριστον τὸ ἀνώτατον ὅριον, ἐὰν ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένῃ νὰ περιορισθῇ τοὐλάχιστον εἰς τὸ 65ον ἔτος. Ἔρχομαι εἰς τὸ ἄρθρον 14, εἰς τὴν παράγραφον 2, μοῦ φαίνεται ὅτι τὴν προσέξατε ὅλοι σας, λέγει τὰ ἑξῆς: «........ (ἀναγινώσκει) ........». Εἶναι δυνατόν, ὅπως ξέρετε, ἐκ τοῦ νόμου περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν, ἕνας ὑποψήφιος νὰ θέσῃ ὑποψηφιότητα εἰς 15 περιφερείας καὶ νὰ ἀνακηρυχθῇ καὶ εἰς τὰς 15, εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀποκλείεται εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς περιφερείας ὡς νομάρχης; Κύριοι βουλευταί, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ θελήσῃ νὰ διορθώσῃ αὐτὰ καὶ ἐν τῇ πεποιθήσει ταύτῃ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ ὑποστῇ τὰς μεταβολάς, τὰς ὁποίας ὑπεστηρίξαμεν καὶ ἡμεῖς θὰ τὸ ψηφίσωμεν, διότι τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ὄντως συντελεῖ εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς ἐπαρχίας, ἡ ὁποία ὑποφέρει καὶ ὑποφέρει τόσον πολύ.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Καλλίας, ἔχει τὸν λόγον.
§136Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὅταν κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως εἶδον ὅτι ἠγείροντο ζωηρόταται ἀντιρρήσεις κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ νομαρχῶν, εἶπον, ὅτι ὁ νόμος ἰσχύει, ἤδη ἐπικυρωθεὶς διὰ τοῦ ψηφίσματος καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔρχεται πρὸς ψήφισιν, δὲν εἶναι ὁ νόμος, εἶναι αἱ προσθῆκαι εἰς τὸν νόμον αὐτόν. Κύριοι συνάδελφοι, ἐλέχθησαν καὶ διετυπώθησαν καὶ ὡρισμέναι βασικαὶ ἀντιρρήσεις, κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀποκεντρώσεως. Ὁ θεσμὸς ἀποκεντρώσεως καθ’ ὃν τρόπον ἐφαρμόζεται σήμερον, δὲν ἔχει μειονεκτήματα, ἔχει μόνον πλεονεκτήματα. Ἄλλοτε ὁ θεσμὸς συγκεντρώσεως τῆς ἐξουσίας εἶχε τὸ πλεονέκτημα τῆς ἑνιαίας πολιτικῆς ἐξουσίας. Τὸ πλεονέκτημα τοῦτο, ἔχει σήμερον καὶ ὁ θεσμὸς τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ ἐπὶ πλέον ὁ θεσμὸς τῆς ἀποκεντρώσεως ἔχει τὸ πλεονέκτημα, ὅτι εἶναι δυνατὴ ἡ παρακολούθησις καὶ ἡ λύσις πολλῶν ζητημάτων ὑπὸ ὀργάνων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐγγύτατα πρὸς τὰ πράγματα. Τὸ ἐπίμαχον σημεῖον τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἐὰν ὁ νομάρχης δύναται νὰ εἶναι πρόσωπον ὑπηρεσιακὸν καὶ ὄχι πρόσωπον πολιτικόν. Ἐάν, δηλαδή, τὰ ὑπηρεσιακὰ πρόσωπα εἶναι κατάλληλα διὰ τὴν ἄσκησιν τῆς ἐξουσίας τοῦ νομάρχου, διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς κυβερνητικῆς πολιτικῆς. Βεβαίως, εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπάρχει καὶ ἀντίθετος γνώμη, ἐπαρκέστατα ὑποστηριζομένη. Ἀντετάχθη, ὅτι ἐφ’ ὅσον τὰ Κόμματα εἶναι χρήσιμα διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ Πολιτεύματος, κομματικοὶ πρέπει νὰ εἶναι καὶ οἱ νομάρχαι. Πρόκειται, βεβαίως, περὶ πλάνης. Τὰ Κόμματα εἶναι χρησιμώτατα διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ Πολιτεύματος. Ἀλλὰ τί εἶναι τὰ Κόμματα; Εἶναι ὁμάδες, εἶναι σύνολα ὡργανωμένων προσώπων, ὁμοφρόνων. Τὰ Κόμματα καταλαμβάνοντα τὴν ἐξουσίαν, ἔχουν τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐφαρμόζουν τὴν πολιτικήν των. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαράδεκτον, εἶναι τὸ νὰ μετατρέπωνται τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διοριζόμενα πρόσωπα εἰς τὰς θέσεις τῶν Νομαρχῶν εἰς πράκτορας ἀποκτήσεως ὀπαδῶν, μὴ περιοριζόμενα εἰς τὸ νὰ εἶναι φορεῖς τῆς πολιτικῆς γραμμῆς τῆς Κυβερνήσεως καί, ἑπομένως, καὶ τοῦ κόμματος. Καὶ κατ’ αὐτῆς τῆς τακτικῆς, κατ’ αὐτῆς τῆς ἱστορίας τοῦ θεσμοῦ μὲ τὰς ἐξαιρέσεις της, βεβαίως, κατ’ αὐτῆς βάλλει ἡ μεταρρύθμισις ἡ νομαρχιακή. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ πρᾶξις ἀπέδειξεν, ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν Νομαρχῶν, ὅπως ἐφηρμόσθη μέχρι σήμερον, ἀπέτυχεν. Ἡ πρᾶξις θ’ ἀποδείξῃ ἐὰν ὁ νέος θεσμὸς θὰ ἐπιτύχῃ, ἀλλὰ διὰ νὰ ὑπάρξῃ βάσιμος ἐλπὶς ἐπιτυχίας, χρειάζονται ὡρισμέναι ἐξασφαλίσεις καὶ τῶν προσώπων ἀκόμη ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐγκαταλείψουν τὰ ἔργα των, διὰ νὰ ἐπωμισθοῦν τὸ βαρὺ ἔργον τοῦ Νομάρχου, πρέπει δὲ ν’ ἀπαιτηθοῦν παρ’ αὐτῶν καὶ ὡρισμένα προσόντα. Ἐξ ἄλλου ἡ αὔξησις τῶν ἁρμοδιοτήτων καὶ τῶν Νομαρχῶν, ἐπιβάλλει περισσοτέραν προσοχὴν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀσκήσεως κομματικῆς πολιτικῆς. Πάντως πρόκειται περὶ μιᾶς δοκιμῆς, τὴν ὁποίαν συνοδεύουν πολλαὶ ἐλπίδες. Ἐὰν ὑπάρχουν ἀτέλειαι, θὰ βελτιωθοῦν βραδύτερον. Ἐκτὸς τῶν λεπτομερειακῶν ζητημάτων τῆς ἡλικίας, πρὸς τὰ κάτω καὶ πρὸς τὰς ἄνω, ὑπάρχει καὶ ἕνα ἕτερον θέμα, τὸ ὁποῖον ἡ πρᾶξις θ’ ἀποδείξῃ, ἐὰν θὰ πρέπει νὰ ρυθμισθῇ κατὰ τρόπον διάφορον, τὸ βασικὸν ζήτημα τοῦ τρόπου ἐπιλογῆς τῶν νομαρχῶν. Σήμερον, εὑρισκόμεθα ἐνώπιον ἤδη ἀρξαμένης ἐφαρμογῆς τοῦ σχεδίου. Συνοδεύοντες τὸν νόμον μὲ ἐλπίδας, ἐπιφυλασσόμεθα νὰ ἴδωμεν εἰς τὴν πρᾶξιν, ποίας λεπτομερειακὰς ἢ βασικὰς ἀτελείας θ’ ἀποδείξῃ ὁ θεσμὸς καὶ ποίους καρποὺς θ’ ἀποδώσῃ. Σήμερον πάντως, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τὸν περιβάλωμεν διὰ τῆς ψήφου μας.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, ἐὰν δέχεται κατ’ ἀρχὴν τὸ ὑπὸ συζήτησιν ψήφισμα.
§138ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§139Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Κάμνω τὴν δήλωσιν, ὅτι κατ’ ἀρχὴν εἶμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ἄρθρον 1.
§141ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει (Ἀκολούθως γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3 ὡς ἔχουν, ἀπορριπτομένης τῆς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 τροπολογίας τοῦ κ. Χ. Πιπιλιάγκα).
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4. Ὁ κ. Α. Νικολαΐδης, ἔχει τὸν λόγον.
§144Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, κύριε Ὑπουργέ, διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε εἰς τὸ ἄρθρον 4, ὁμολογεῖτε, ὅτι ἡ ἀπόλυσις δύναται νὰ γίνεται..... ....... (ἀναγινώσκει)............ Ὁμολογεῖ διὰ τοῦ ἄρθρου 2, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἀπεφάνθη ὀρθῶς καὶ ζητεῖ διὰ τοῦ ἄρθρου 2 καὶ διὰ τοῦ ἄρθρου 4 νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ εἰσάγῃ αὐτὸς καὶ μόνος ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ν’ ἀποφανθῇ διὰ τὰ πρόσωπα, διὰ τὰ ὁποῖα ἤδη ἀπεφάνθη. Ἐρωτῶ: Ἡ ἰδία ἡ Ἐπιτροπή, θ’ ἀποφανθῇ δι’ ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα, διὰ τὰ ὁποῖα ἀπεφάνθη; Καὶ δεικνύεται ἐκ τῆς τροπολογίας, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπείσθη ὅτι ἡ Ἐπιτροπή, ὅπως ἦτο κατηρτισμένη, ἀπέτυχε, διότι δὲν ἐπέφερε τὸ προσδοκώμενον ἀποτέλεσμα καὶ εἰσήχθησαν καὶ ἐκρίθησαν νομάρχαι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν δοσίλογοι. Ἐπίσης, ὁμολογεῖ ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ ἴδιος, ὅτι δύναται νὰ εἰσαγάγῃ πάλιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ὡρισμένα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα γνωρίζει.
§145Π. ΝΤΕΝΤΙΔΑΚΗΣ. Μὲ νέα στοιχεῖα.
§146Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ὄχι, μὲ τὰ ὑπάρχοντα στοιχεῖα.
§147ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, θὰ κρίνῃ διὰ νέων στοιχείων.
§148Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπείσθη, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἔσφαλε. Νομίζω, ὅτι ὀρθὸν εἶναι ν’ ἀπαλειφθοῦν ἐκ τῆς Ἐπιτροπῆς ὡρισμένα πρόσωπα.
§149Φ. ΖΑΪΜΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Αὐτὸ ποὺ λέγετε διὰ τὴν κρίσιν τὴν τελευταίαν, ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 4. Τὸ ἄρθρον ἀφορᾷ διὰ τὸ μέλλον, διὰ πάντα νομάρχην, ἐὰν παρουσιασθοῦν στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπῆρχον, ἦσαν τελείως ἄγνωστα. Καὶ σᾶς φέρω ἕνα παράδειγμα. Ἔρχεται ἕνας ἀπὸ τοὺς σπουδασμένους εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ὁ ὁποῖος ἔχει ὅλα τὰ χαρτιὰ ἐν τάξει, διορίζεται νομάρχης καὶ μετ’ ὀλίγους μῆνας πληροφορούμεθα ὅτι, εὑρισκόμενος εἰς τὸ Παρίσι, ἔκαμε μίαν πρᾶξιν ἀπάτης ἢ συνεργασίας μετὰ τῶν Γερμανῶν. Προκαλεῖται ἐξ αὐτοῦ μία κατάστασις, ἡ ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ παραμείνῃ ἐκκρεμής. Πρέπει τὸ πρόσωπον αὐτὸ νὰ κριθῇ ἐκ νέου. Δι’ αὐτὸ τὸ ἄρθρον 2 προβλέπει διὰ τὸ μέλλον.
§150Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, τὸ ἄρθρον 2, λέγει ἐπὶ λέξει: «....... (ἀναγινώσκει) .......».
§151Φ. ΖΑΪΜΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ἡ διάταξις εἶναι γενική, ὑπάρχει ὅμως καὶ εἰδικὴ διάταξις διὰ τὴν παροῦσαν περίστασιν.
§152Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Αὐτὸ τὸ θεωρῶ ὑπὲρ ὑμῶν, διότι συμπεριλαμβάνονται πρόσωπα, τῶν ὁποίων δὲν ἐζητήθη οὔτε δελτίον νομιμοφροσύνης, φρονῶ ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ μεταβληθῇ, νὰ μείνουν μόνον οἱ ἀνώτατοι δικαστικοί, δὲν ἔχει θέσιν ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἄριστος, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ κρίσιν ἐπὶ προσώπων, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζει. Δι’ αὐτὸ ζητῶ τὸν περιορισμὸν τοῦ Συμβουλίου, εἰς τὰ 5 μόνον δικαστικὰ πρόσωπα.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, δέχεται τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Α. Νικολαΐδη; Οἱ παραδεχόμενοι, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται ἐλάχιστοι). Ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Α. Νικολαΐδη καὶ συνεπῶς τὸ ἄρθρον 4 γίνεται δεκτὸν ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διὰ τοῦ ἄρθρου δευτέρου, τοῦ κυρωτικοῦ σχεδίου νόμου. Ἐπίσης τὸ ἄρθρον 7, ἀπορριπτομένης τῆς ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογίας τοῦ κ. Πιπιλιάγκα. Ὡσαύτως γίνονται δεκτὰ ὡς ἔχουν τὰ ἄρθρα 8, 9 καὶ 10. Τὸ ἄρθρον 11, ὡς τοῦτο ἀντικατεστάθη ὑπὸ τοῦ ἄρθρου τρίτου τοῦ κυρωτικοῦ σχεδίου νόμου, γίνεται δεκτόν, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, προτάσει διαφόρων βουλευτῶν, ἀπορριφθεισῶν τῶν ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογιῶν τῶν κ.κ. Χ. Πιπιλιάγκα, Θ. Δεσύλλα καὶ Α. Νικολαΐδου, τῶν δύο τελευταίων, προτεινάντων, ὅπως τὸ ὅριον ἡλικίας, πέραν τοῦ ὁποίου θὰ ἐξέρχεται ὑποχρεωτικῶς τῆς ὑπηρεσίας ὁ Νομάρχης, ἀντὶ τοῦ 60 ἀνέλθῃ εἰς τὸ 65ον. Τὸ ἄρθρον 12 γίνεται δεκτόν, ὡς ἔχει, ἀπορριπτομένης τῆς περὶ διαγραφῆς τούτου τροπολογίας τοῦ κ. Χ. Πιπιλιάγκα. Ἐπίσης καὶ τὸ ἄρθρον 13. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 14, ἔχει ὑποβληθῆ ἡ ἀκόλουθος τροπολογία τοῦ κ. Χ. Πιπιλιάγκα: «Ἡ παράγραφος 1 τοῦ ἄρθρου 14 ἀντικαθίσταται οὕτως: «Ὁ Νόμος ΦΜʹ τῆς 11)15 Νοεμβρίου 1875 ἰσχύει διὰ τοὺς Νομάρχας, Ἐπάρχους, Διευθυντὰς Νομαρχιῶν καὶ νομίμους ἀναπληρωτὰς Ἐπάρχων. Εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ νόμου τούτου περιλαμβάνεται ὁλόκληρος ἡ περιφέρεια εἰς ἣν ἐκτείνεται ἡ ἁρμοδιότης τούτων. Ἡ παράγραφος 3 τοῦ ἰδίου ἄρθρου διαγράφεται». Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, τὴν δέχεται;
§154ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς, ἡ τροπολογία τοῦ κ. Χ. Πιπιλιάγκα ἀπερρίφθη.
§156Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὑπάρχει, κύριε Πρόεδρε, μία τροπολογία ἐπὶ τῆς παραγράφου 1 τοῦ ἄρθρου 14, δι’ ἧς ἡ ἐξαίρεσις τοῦ νόμου περὶ ἐντοπιότητος ἐκτείνεται καὶ ἐπὶ τῶν Γραμματέων αʹ τάξεως καὶ τῶν κλητήρων.
§157Φ. ΖΑΪΜΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Μάλιστα. Ἀποδέχομαι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Καλκάνη, ἐφ’ ὅσον ἤθελεν ἀποδεχθῆ ταύτην καὶ ἡ Βουλή.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Καλκάνη;
§159ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς, ἡ τροπολογία τοῦ κ. Καλκάνη γίνεται δεκτή.
§161Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Παρακαλῶ, εἰς τὴν ἐξαίρεσιν τοῦ νόμου περὶ ἐντοπιότητος, νὰ περιληφθοῦν καὶ οἱ Εἰσηγηταὶ καὶ τοῦτο, διὰ νὰ ἀποφευχθῇ ὁ σάλος τῶν μεταθέσεων.
§162Φ. ΖΑΪΜΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν νὰ περιλάβω καὶ τοὺς Εἰσηγητάς, ἀλλὰ τὸ προσχέδιον τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος ἀπαγορεύει τὴν ἐντοπιότητα ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ Γραμματέως καὶ ἄνω.
§163Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς δὲν εὐσταθεῖ, ἐφ’ ὅσον τὸ προσχέδιον τοῦ ὑπαλληλικοῦ κώδικος δὲν ἔχει εἰσέτι καταστῆ νόμος τοῦ Κράτους, ἀποτελεῖ δὲ ἁπλοῦν σχέδιον, δυνάμενον νὰ ὑποστῇ οἱανδήποτε μεταρρύθμισιν.
§164Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Προτείνω τὴν διαγραφὴν τῆς παραγράφου 3 τοῦ ἄρθρου 14, διότι δὲν πρέπει οἱ ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ ὑπηρετοῦντες ν’ ἀποτελέσουν ἐξαίρεσιν.
§165Φ. ΖΑΪΜΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Τὸ θέμα συνεζητήθη καὶ κατὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τῆς συντάξεως τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος. Ἐκρίθη ὅμως, ὅτι αἱ πόλεις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, εἶναι τόσον μεγάλαι καὶ πολυπληθεῖς, ὥστε εἷς Γραμματεὺς αʹ τάξεως νὰ μὴ δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τοὺς ἀστούς.
§166Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, διατὶ δὲν περιλαμβάνετε καὶ τὴν Θεσσαλονίκην;
§167Φ. ΖΑΪΜΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Δέχομαι νὰ περιληφθῇ εἰς τὴν ἐξαίρεσιν καὶ ἡ πόλις τῆς Θεσσαλονίκης, ἐφ’ ὅσον ταύτην ἐξαιρεῖ καὶ ὁ Ὑπαλληλικὸς Κῶδιξ.
§168Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Παρ’ ὅλον ὅτι δέχεσθε νὰ περιληφθῇ καὶ ἡ Θεσσαλονίκη εἰς τὴν ἐξαίρεσιν, δὲν μένω εὐχαριστημένος, διότι οἱ ὑπάλληλοι τῶν Ἐπαρχιῶν θὰ διαμαρτύρωνται καὶ δικαίως.
§169Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Προτείνω τὴν διαγραφὴν τῆς 2ας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 14.
§170Φ. ΖΑΪΜΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Δὲν δύναμαι ν’ ἀποδεχθῶ τὴν τροπολογίαν, ἂς ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή. (Ἡ Βουλή, ἐρωτωμένη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου, ἀπορρίπτει τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Δημάκη. Ἀντιθέτως δέχεται, ὅπως ἡ ἐξαίρεσις ἐκ τῶν περὶ ἐντοπιότητος περιορισμῶν ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τῆς πόλεως Θεσσαλονίκης. Τέλος, ἐρωτωμένη καὶ πάλιν ἡ Βουλὴ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου, ἀπορρίπτει τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Χ. Πιπιλιάγκα, δι’ ἧς ἐπροτείνετο ὅπως περιληφθοῦν καὶ Εἰσηγηταὶ εἰς τὴν ἐκ τῶν περιορισμῶν τοῦ νόμου περὶ ἐντοπιότητος ἐξαίρεσιν τοῦ κ. Χ. Πιπιλιάγκα διαμαρτυρομένου καὶ ἀμφισβητοῦντος τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας. Μεθ’ ὅ, ἐγένετο δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14, ὡς ἐτροπολογήθη, κατὰ πρότασιν τῶν κ.κ. Κ. Καλκάνη καὶ Δ. Οἰκονόμου. Ἐπίσης, ἐγένοντο δεκτὰ τὰ ἄρθρα 15, 16 καὶ 17, ὡς ἔχουν).
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 18. Ὁ κ. Θ. Δεσύλλας, ἔχει τὸν λόγον.
§172Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 18, εἶναι μία τροπολογία, τὴν ὁποίαν θεωροῦν πολλοὶ συνάδελφοι δικαίαν. Εἶναι ἡ τροπολογία περὶ προσθήκης εἰς τὸ ἄρθρον 18 .......... (ἀναγινώσκει) .......... Εἶναι δικαία ἡ τροπολογία αὐτή, διότι δὲν πρέπει νὰ πετιῶνται εἰς τὸν δρόμον ἀπὸ τὴν μίαν στιγμὴν ἕως τὴν ἄλλην, ἀφοῦ μάλιστα πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἔχουν δικαιωθῆ, ἀφοῦ ἔχουν ἐπανεκλεγῆ. Πολλοὶ ἦλθαν εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ κατεστράφησαν οἰκονομικῶς, ἐν ἀναμονῇ αὐτῆς τῆς περιφήμου ἀποφάσεως. Μένοντες ἐν διαθεσιμότητι, θὰ λαμβάνουν τὰ ¾ τοῦ μισθοῦ των.
§173Φ. ΖΑΪΜΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ποὺ ἐβγῆκαν τὰ Διατάγματα, δηλαδὴ ἀπὸ τῆς 18 Μαρτίου, δὲν ὑπηρετοῦν οἱ Νομάρχαι καὶ δὲν θὰ ὑπηρετοῦσαν μέχρι τοῦ χρόνου καθ’ ὃν θὰ ἀναλάβουν οἱ νέοι. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ πλασματικὴν ὑπηρεσίαν δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπελέγησαν κατὰ τὴν δευτέραν ἐπιλογήν. Δι’ ἐκείνους, ὅμως, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπιλεγοῦν ἢ ἐπελέγησαν, ἐπειδὴ τὸ θέμα ἀφορᾷ σύνταξιν πλασματικοῦ χρόνου, ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ ἀποτανθῶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀπέστειλα πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν ἤδη ἀπὸ τῆς 6ης Ἰουλίου τὸ ἑξῆς ἔγγραφον: «Πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον .......... (ἀναγινώσκει) ..........». Αὐτὸ ὅμως θὰ ἐξαρτηθῇ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Αὐτοὺς θὰ τοὺς ὑποστηρίξω, ἀλλὰ δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐκρίθησαν ὡς ἀκατάλληλοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ αὐτὸ τὸ ἑξάμηνον ὡς συντάξιμος χρόνος. Ἰδίαν διάταξιν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατυπώσω εἰς τὸ νομοσχέδιον, διότι εἶναι ζήτημα συντάξεως. Συνεπῶς, ἀπόκειται ἁπλῶς εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσπαθήσῃ νὰ πείσῃ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ ἕνα νομοσχέδιον καὶ νὰ προνοήσῃ δι’ αὐτούς.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν.
§175Φ. ΖΑΪΜΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις ἄνευ ἐκθέσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Συνεπῶς, δὲν δύναται νὰ τεθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις.
§176Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ἡ τροπολογία εἰς νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου Στρατιωτικῶν, ἡ ὁποία προὐτάθη ἀπὸ συναδέλφους, ἔγινεν ἀποδεκτὴ καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἰσχύῃ μέχρι σήμερον.
§177Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει δίκαιον, διότι, κατὰ τὸ Σύνταγμα, ὅ,τι ἔχει σχέσιν μὲ συνταξιοδοτικὰ ζητήματα ὑποβάλλεται διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἂν τεθῇ τοιαύτη τροπολογία, θὰ εἶναι ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος καὶ δὲν πρέπει νὰ τὴν δεχθῆτε.
§178Φ. ΖΑΪΜΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Τὴν τροπολογίαν, τὴν θεωρῶ δικαιοτάτην. Ἐὰν τυπικῶς εἴμεθα ἐν τάξει, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Μόνον ὅμως διὰ τοὺς ἐπιλεγέντας.
§179Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Οἱ ἄλλοι ποὺ δὲν ἐπελέγησαν, θὰ μείνουν ἀπ’ ἔξω, διότι δὲν τὸ ἠθελήσατε σεῖς εἰς τὸ Συμβούλιον;
§180ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ μὴ ἀποδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν, νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία ἀπερρίφθη. Τὸ ἄρθρον 18 γίνεται δεκτὸν ὡς ἔχει. (Ἐπίσης ἐγένοντο δεκτὰ τὰ ἄρθρα 19, 20 καὶ 21).
§183Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἐπὶ τοῦ τετάρτου ἄρθρου τοῦ κυρωτικοῦ νόμου, προτείνω ὅπως εἰς τὸ τέλος τῆς Αʹ περιόδου, προστεθῇ ὅτι ἡ ἐπανεξέτασις τῶν προσώπων τοῦ πίνακος νὰ γίνεται διὰ συγκεκριμένους λόγους, διότι τοῦτο εἶναι συμφερώτερον εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κ. Καλλία;
§185ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπέρριψε τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Καλλία καὶ ἀποδέχεται τὸ ἄρθρον τέταρτον ὡς ἔχει. (Ἐπίσης ἐγένοντο δεκτὰ τὰ ἄρθρα πέμπτον, ἕκτον καὶ ἕβδομον τοῦ κυρωτικοῦ, ὡς ἔχουν).
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὸ σχέδιον νόμου κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον;
§188ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον ὡς ἐτροπολογήθη τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 893)1949 Α. Ν. «περὶ — Αʹ μέρος — διατάξεων Διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως», ἀναβαλλομένης τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου διὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§190ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 7 μ.μ., μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως. (Ὥρα 2.40′ π.μ.).