1949.07.13
2,291 rows · 16,665 words · 205 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 76η
Τετάρτη 13 Ἰουλίου 1949
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 7.15′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Κύριοι βουλευταί, ἐκ τοῦ σχεδίου τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη χθὲς εἶχε παραληφθῆ ἡ λέξις «κυρωθῶσι» ἡ ὁποία καὶ προσετέθη εἰς τὸ κείμενον ὅπως φαίνεται εἰς τὰ πρακτικά. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ε. Γαλενιανός, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Ε. ΓΑΛΕΝΙΑΝΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Κύριοι βουλευταί, αὔριον ἐπὶ τῇ Ἐθνικῇ ἑορτῇ τῆς φίλης Χώρας Γαλλίας παρακαλῶ ὅπως ἐξουσιοδοτήσητε τὸ Προεδρεῖον ἵνα ἐπισκεφθῶμεν καὶ συγχαρώμεν τὸν κ. Πρεσβευτὴν τῆς Γαλλίας. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπίσης ἀνακοινῶ ὅτι συνελυπήθημεν σήμερον ἐκ μέρους τοῦ Σώματος τὸν κ. Πρεσβευτὴν τῆς Ὀλλανδίας διὰ τὸ θλιβερὸν ἀτύχημα τὸ ὁποῖον ἔπληξε τὴν KLM εἰς τὰς Ἰνδίας ἐκ τῆς συντριβῆς ἑνὸς ἀεροπλάνου, τὸ ὁποῖον εἶχε 44 θύματα. Ὁ κ. Πρεσβευτὴς τῆς Ὀλλανδίας εὐχαριστεῖ τὸ Σῶμα διὰ τὴν ἔκφρασιν τῶν αἰσθημάτων συμπαθείας καὶ συμμετοχῆς διὰ τὸ θλιβερὸν δυστύχημα. Ὁ βουλευτὴς κ. Ἠλ. Λαγᾶκος ζητεῖ τὴν χορήγησιν τριμήνου ἀδείας προκειμένου νὰ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Ἐγκρίνεται.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Ταλιαδοῦρος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§8Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ ἐπὶ θυγατρὶ γαμβρὸς τοῦ ἀειμνήστου Θεμιστοκλέους Σοφούλη, Ἰατρὸς κ. Ἀθανάσιος Κονταργύρης, διὰ τῆς ἀπὸ 10 Ἰουλίου 1949 πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἐπιστολῆς του, ἐκφράζει πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν πολιτικῶν κομμάτων τῆς χώρας τὰς θερμοτάτας εὐχαριστίας καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην ὁλοκλήρου τῆς οἰκογενείας τοῦ ἀειμνήστου Σοφούλη, ἰδίᾳ τὴν κατὰ τὴν 4ην τρέχοντος Συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς τέλεσιν πολιτικοῦ μνημοσύνου διὰ τὸν ἀείμνηστον πατέρα τους καὶ παρακαλεῖ ὅπως διερμηνεύσωμεν τὰ αἰσθήματα αὐτῶν πρὸς πάντας τοὺς τιμήσαντας οὕτω περιφανῶς τὴν μνήμην του. Ὁ βουλευτὴς Ἰωαννίνων κ. Γ. Μπάρδας καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου συμμοριοπλήκτων Ἐορδαίας ζητοῦντος σύστασιν Ἐπιτροπῆς περὶ περιθάλψεως συμμοριοπλήκτων καὶ διὰ τὴν ἐπαρχίαν Ἐορδαίαν. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ι. Μπερνίτσας καταθέτει ψήφισμα τῆς Ἐπαγγελματοβιοτεχνικῆς συγκεντρώσεως ἐν τῷ Θεάτρῳ Κεντρικῷ τῆς 29 Ἰουλίου 1949 ἐπὶ τῶν βασικῶν ἐκκρεμῶν ζητημάτων των καὶ παρακαλεῖ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅπως ἐπιληφθῇ προσωπικῶς τῆς ἐπιλύσεως τῶν θεμάτων τούτων. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ι. Μπερνίτσας καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ Συνδέσμου Παντοπωλῶν Κερκύρας διαμαρτυρομένων κατὰ τῆς ἐφαρμοζομένης ἀστυνομικῆς ἀγορανομικῆς πολιτικῆς. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ι. Μπερνίτσας καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ Ἐπαγγελματικοῦ καὶ Βιοτεχνικοῦ Ἐπιμελητηρίου Μυτιλήνης διαμαρτυρομένου κατὰ τῆς ἐφαρμοζομένης ἀστυνομικῆς ἀγορανομικῆς πολιτικῆς. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Β. Παπαρρηγόπουλος καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ Διοικητοῦ Ἀγροτικῆς Ἀσφαλείας Ἀχαΐας ζητοῦντος τὴν ἐνίσχυσιν τῶν Ταμείων Ἀγροφυλακῆς. Ὁ βουλευτὴς Πρεβέζης καὶ Ἄρτης κ. Π. Γαρουφαλιᾶς καταθέτει ὑπόμνημα τῶν Ἀγροφυλάκων Πρεβέζης καὶ Ἄρτης ζητούντων τὴν ἐπιβολὴν εἰσφορᾶς ὑπέρ τοῦ Ταμείου Ἀγροφυλακῆς 1% ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰδῶν. Ὁ βουλευτὴς Ἀτικ)τίας κ. Α. Φράγκος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐμποροεπαγγελματικοῦ Συλλόγου Λαυρίου ζητοῦντος ἄμεσον ἐγκατάστασιν Βιομηχανιῶν ἐν τῇ πόλει Λαυρίου. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Ἀθανάσιος Ἀντωνόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Πολιτικῶν Συνταξιούχων Πατρῶν ζητοῦντος ὅπως τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν ὁ νόμος 2471)1949 ὁ προβλέπων τὴν ὑποχρεωτικὴν ἀσφάλισιν μιᾶς τοὐλάχιστον ἀγάμου θυγατρὸς τῶν πολιτικῶν συνταξιούχων. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Ἀθανάσιος Ἀντωνόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου τῶν Πολιτικῶν Συνταξιούχων Πατρῶν παραπονουμένου ὅτι τὸ Ταμεῖον Προνοίας εἰς τοὺς ἐξελθόντας τῆς ὑπηρεσίας μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν κατέβαλε βοήθημα ἐντελῶς ἀσήμαντον ἤτοι τὸ 12πλάσιον ἢ τὸ 25 πλάσιον τοῦ προπολεμικοῦ καὶ ζητούντων τὴν ἀναπροσαρμογὴν τούτου. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Λ. Ἰασωνίδης διὰ τηλ)τός του πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς διαμαρτύρεται διὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ κ. Μπασιάκου θίξαντος δικαστικοὺς πόλεως Θεσ)νίκης. Τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν ἀνακοινοῖ ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 627)25.5.1949 ἀποφάσεώς του παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος διὰ τὴν παρ’ αὐτῆς χορήγησιν πιστώσεως δραχμῶν 30.000.000 πρὸς τὸν Συν)σμὸν ἀποστράτων ἀξ)κῶν καὶ πολιτικῶν Συνταξιούχων Νομοῦ Ἡρακλείου. Ὁ βουλευτὴς Λακωνίας κ. Ν. Καράμπελλας καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ περιφερειακοῦ Ἐμπορικοῦ καὶ Βιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου Γυθείου ζητοῦντος τὴν μὴ ὑπαγωγὴν τῶν οἰκείων ἐπιτροπῶν ἐλέγχου καὶ θεωρήσεως τιμολογίων τοῦ ἐμπορίου των εἰς τὸ Ἐμπορικὸν καὶ Βιομηχανικὸν Ἐπιμελητήριον Καλαμῶν. Ὁ βουλευτὴς Λακωνίας Ν. Καράμπελλας καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ περιφερειακοῦ Ἐμπορικοῦ καὶ Βιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου Γυθείου ζητοῦντος τὴν πλήρη διαγραφὴν τῆς Πρωτοδικειακῆς περιφερείας Γυθείου ἐκ τῆς φορολογίας τοῦ Α. Ν. 925)49 «περὶ φορολογίας εὐπόρων». Ἡ ἐπὶ τῶν Τ.Τ.Τ. Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἡμερομισθίου προσωπικοῦ Ταχυδρομικῶν δεμάτων». Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Οἰκονόμου καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διατάξεων ἀφορωσῶν εἰς τοὺς Δήμους καὶ Κοινότητας». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Δροσόπουλος καὶ Α. Σαραντάκης, καταθέτουσι τροπολογία ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Α.Ν. 948)49 περὶ τροποποιήσεως καὶ συνθέσεως τῶν ὑπηρεσιῶν Κεντρικῆς ὑπηρεσίας Ὑπουργείου Ὑγιεινῆς» Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Πολυχρονάκης καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Αʹ μέρος—διατάξεων διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως».
§9Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν συνάδελφον κ. Θηβαῖον καταθέτομεν ἀναφορὰν τοῦ Ἀναγκαστικοῦ συνεταιρισμοῦ ἀμπελοκτημόνων Χαλκίδος, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ οὗτος τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας τοῦ ζύθου καὶ τοῦ οἰνοπνεύματος χάριν τῆς Ἑλληνικῆς ἀμπελουργίας, δοθέντος μάλιστα ὅτι ἀναλόγως εἶναι βαρυτέρα ἡ φορολογία τοῦ οἴνου καὶ συνιστῶμεν ταύτην.
§10Κ. ΜΠΑΚΟΛΑΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφοράν.
§11Ι. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς. Καταθέτω τηλεγραφικὴν διαμαρτυρίαν τῶν κατοίκων τῆς ἐπαρχίας Ἐλασσόνος διαμαρτυρομένων διὰ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ ἀντικατάστασις τῶν κοινοτικῶν ἀρχόντων καὶ διὰ τὴν ἀπομάκρυνσιν τῶν παλαιῶν κοινοτικῶν συμβουλίων τῶν ἐπὶ μίαν τριετίαν ἀντιμετωπισάντων τοὺς κομμουνιστὰς καὶ ὑποστάντων τὰς διώξεις τῶν κομμουνιστῶν. Διαμαρτύρονται δὲ διότι ἐνῷ ἐπετάχθησαν ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν ἀρχῶν νὰ ἀναλάβουν τὰ καθήκοντα αὐτὰ, ἤδη ἀπομακρύνονται μειωμένοι.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τινῶν τοῦ Κώδικος τῆς περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων Νομοθεσίας».
§13ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου (Περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Κώδικος τῆς περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων νομοθεσίας». βʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν ἄρθρων «Περὶ ἀναγνωρίσεως νοσοκομείου Δήμων Νιγρίτης καὶ Κοινοτήτων ἐπαρχίας Βισαλτίας»
§15ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «Περὶ ἀναγνωρίσεως νοσοκομείου Δήμου Νιγρίτης καὶ Κοινότητος ἐπαρχίας Βισαλτίας». βʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 773)48 «περὶ τιμωρίας τῆς κλοπῆς καὶ ὑπεξαιρέσεως στρατιωτικῶν πραγμάτων κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἰσχύος τοῦ Γʹ ψηφίσματος τῆς 16 Ἰουνίου 1949 «περὶ ἐκτάκτων μέτρων κ. λ. π.»
§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 773)1948 Α. Ν. «περὶ τιμωρίας τῆς κλοπῆς καὶ ὑπεξαιρέσεως στρατιωτικῶν πραγμάτων κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἰσχύος τοῦ Γʹ ψηφίσματος τῆς 16 Ἰουνίου 1949 «περὶ ἐκτάκτων μέτρων κ. λ. π.». βʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «Περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 43 τοῦ στρατιωτικοῦ ποινικοῦ κώδικος».
§19ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 43 τοῦ στρατιωτικοῦ ποινικοῦ κώδικος». Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. 435)47 «περὶ συστάσεως Βασιλικῆς Ἑταιρίας προλήψεως τοῦ ἐγκλήματος κλπ.».
§21ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. 435)47 «περὶ συστάσεως Βασιλικῆς Ἑταιρίας προλήψεως τοῦ ἐγκλήματος κλπ.». Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀσκήσεως τοῦ ἰατρικοῦ ἐπαγγέλματος ὑπὸ ἀλλοδαπῶν».
§23ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἀσκήσεως τοῦ ἰατρικοῦ ἐπαγγέλματος ὑπὸ ἀλλοδαπῶν». Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ Α. Ν. 832)48 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ ἰατρικῶν εἰδικοτήτων κειμένων διατάξεων».
§25ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ Α. Ν. 832) 1948 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ ἰατρικῶν εἰδικοτήτων διατάξεων». Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς ἀκολούθων Ὑπουργείου Ὑγιεινῆς εἰς τὰς διατάξεις Α. Ν. 610)45».
§27ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ σχέδιον νόμου «Περὶ ὑπαγωγῆς ἀκολούθων Ὑπουργείου Ὑγιεινῆς εἰς τὰς διατάξεις Α. Ν. 610)45». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 893)1949 Α. Ν. «περὶ — Αʹ μέρος — διατάξεων διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως».
§29Φ. ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Κύριοι βουλευταί, δὲν πρόκειται νὰ προβῶ εἰς εἰσήγησιν ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ νομοσχεδίου, θὰ εἴπω μόνον ὀλίγας λέξεις ἀνακοινώνων στοιχεῖα τινά, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐνδεχόμενον οἱ κύριοι συνάδελφοι νὰ μὴ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν των κατὰ τὴν συζήτησιν, διότι τὰ ἀφορῶντα τὴν οὐσίαν θὰ τὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐκ τῆς εἰσηγήσεως καὶ εἰς τὰ διάφορα τεύχη, τὰ ὁποῖα ἐπραγματεύθησαν τὸ θέμα αὐτό. Τὸ θέμα ἀποκεντρώσεως καὶ αὐτοδιοικήσεως εἶναι ἕνα θέμα ἀπέραντον, θέμα τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ αὐτὴν τὴν πεμπτουσίαν τῆς διοικητικῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς διοικητικῆς τέχνης καὶ τακτικῆς. Τόμοι, ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός, ἔχουν γραφῆ ἐν σχέσει μὲ τὸ θέμα αὐτὸ καὶ συνεπῶς ἡ ἐπίδειξις γνώσεων ἐπ’ αὐτοῦ εἶναι πολὺ εὔκολος. Νομίζω ὅμως ὅτι αἱ συνθῆκαι καὶ αἱ περιστάσεις, τὰς ὁποίας διάγομεν θὰ πρέπει νὰ μᾶς ὁδηγήσουν εἰς συζητήσεις οὐχὶ ἀπεραντολόγους, ἀλλὰ εἰς συζητήσεις τῆς οὐσίας τοῦ προτεινομένου συγκεκριμένου μέτρου. Μὲ ἄλλας λέξεις, δὲν εἶναι ἐποχὴ λόγων, ἀλλὰ ἔργων. Ὅταν δὲ λέγω δὲν εἶναι ἐποχὴ λόγων, ἀλλὰ ἔργων δὲν ἐννοῶ βέβαια τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν συζητήσεων ἀπὸ τὸ Σῶμα τοῦτο, ἀλλὰ ἐννοῶ νὰ κάμω μίαν διαστολὴν μεταξὺ τῆς ἀπεραντολογίας, τῆς λογοκοπίας καὶ τῆς πραγματικῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ θέματος, ἡ ὁποία καὶ θὰ διαφωτίσῃ.
§30Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Αἱ φράσεις ἀπεραντολογία καὶ δημοκοπία εἶναι ἀπαράδεκτοι διὰ τὴν Βουλήν.
§31Φ. ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Λέγω διὰ τοῦτο ὅτι κάμνω τὴν διαστολήν, ἀκριβῶς διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἡ παρεξήγησις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι θὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ θέματος καὶ θὰ ἀποδείξουν ὅτι εἶναι πράγματι ἄξιοι τῶν στιγμῶν καὶ εἶναι ὑπὲρ τῶν ἔργων καὶ ὄχι τῶν μακρηγορήσεων. Διότι, ὅπως εἶπον, ἀγαπητὲ κύριε συνάδελφε, τὸ θέμα εἶναι ἀπέραντον καὶ ἐὰν πρόκειται νὰ ἀναπτυχθοῦν ἀπὸ τὴν βάσιν τους τὰ συστήματα τῆς ἀποκεντρώσεως ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιστημονικῆς, ἀπὸ ἀπόψεως ἱστορικῆς, πρέπει τοὐλάχιστον ἐπὶ δεκαήμερον νὰ ἀσχολούμεθα μὲ τὸ θέμα. Δι’ αὐτὸ συνιστῶ εἰς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, ὅσοι λάβουν τὸν λόγον, νὰ περιορισθοῦν ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ προβλεπομένου ἐκ τοῦ προτεινομένου ἀπὸ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοθέτημα.
§32Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μαθήματα μᾶς κάμνει ὁ κύριος Ὑπουργός;
§33Φ. ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Νομίζω ὅτι εὑρίσκομαι ἀπολύτως ἐντὸς τοῦ θέματος καὶ ἐντὸς τῆς εὐπρεπείας ἑνὸς ἀγορητοῦ σεβομένου τὸ Σῶμα. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἱστορίαν τοῦ τελευταίου αὐτοῦ νομοθετήματος, τὴν ὁποίαν ἀσφαλῶς οἱ κύριοι συνάδελφοι δὲν θὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν των, θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις διὰ νὰ τὸ γνωρίζουν. Δὲν θὰ ἀνατρέξω εἰς τὴν ἀπωτέραν ἱστορίαν, δὲν θὰ ἀνατρέξω εἰς τὸ τὶ ἔγινε τὸ 1909 ἢ τὶ ἔγινε τὸ 1929, ἀλλὰ θὰ ἀνατρέξω ἀπὸ τὴν στιγμὴν ποὺ ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν 21ην Ἰανουαρίου. Τὴν 21ην Ἰανουαρίου, ὅταν ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν, εὗρον ἓν σχέδιον γενικώτερον τοῦ σημερινοῦ. Προέβλεπεν ὄχι μόνον περὶ τοῦ θεσμοῦ τοῦ Νομάρχου, ἀλλὰ καὶ περὶ γενικωτέρας Διοικητικῆς Διαιρέσεως τῆς χώρας. Ἤρκεσαν δύο ἑβδομάδες συνεργασίας μετὰ τῶν ξένων ἐμπειρογνωμόνων καὶ ἐπείσθημεν ἀμοιβαίως ὅτι θὰ ἔπρεπε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ διχοτομηθῇ καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀμέσως, εἰ δυνατόν, τὸ πρῶτον μέρος, τὸ ἀφορῶν τὸν θεσμὸν τοῦ Νομάρχου. Διότι πραγματικῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ ἐξυγίανσις ἢ μεταρρύθμισις χωρὶς ὁ πρωταρχικὸς ὅρος, δηλαδὴ τὸ ἔμψυχον ὑλικὸν καὶ ἰδιαιτέρως οἱ ἀρχηγοὶ τῶν ὑπηρεσιῶν, ὁ θεσμὸς αὐτὸς νὰ ὑποστῇ τὴν πρώτην ταχεῖαν μεταρρύθμισιν.
§34Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Φρονεῖτε ὅτι τὸ ἐπετύχατε αὐτό, δηλαδὴ ὥστε τὸ ἔμψυχον ὑλικὸν νὰ εἶναι ἀκομμάτιστον;
§35Φ. ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Αὐτὸ εἶναι θέμα τῆς οὐσίας, τὴν ὁποίαν θὰ συζητήσωμεν. Ἐκρίναμεν δηλαδή, μαζὶ μὲ τοὺς ἐμπειρογνώμονας ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ βαδίσωμεν πρὸς μίαν ἄμεσον καὶ ὁλοκληρωτικὴν ἐφαρμογήν, χωρὶς νὰ προετοιμάσωμεν τὸ πρῶτον τμῆμα. Διότι, κύριοι βουλευταί, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι τὰ συστήματα τὰ διοικητικὰ μὲ οἱαδήποτε ὀνόματα, ὅταν στηρίζωνται εἰς μόνην τὴν λογικήν, εἶναι κάπως ἀσθενῆ. Ὅταν ὅμως στηρίζωνται καὶ εἰς τὴν πραγματικότητα, ὅταν λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν αἱ συνθῆκαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐφαρμόζονται, τότε εἶναι πράγματι στερεὰ καὶ δὲν ἀνατρέπονται εὐκόλως. Ἀπόδειξις ἡ ἐπὶ ἑκατονταετίαν ἐν Ἑλλάδι νομοθεσία, ἡ ὁποία δὲν κατώρθωσεν ἀκόμη μετὰ ἑκατὸ χρόνια νὰ σταθεροποιηθῇ. Κύριοι βουλευταί, παρακολουθοῦμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ πρώτου μέρους. Ἀναμένομεν νὰ ἴδωμεν, ἐφ’ ὅσον διὰ πρώτην φορὰν θὰ ἐφηρμόζετο πράγματι ὁ θεσμὸς αὐτός, ἀνεμένομεν νὰ ἴδωμεν ποῖα θὰ ἦσαν τὰ κενὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ παρουσιάζοντο, ὥστε νὰ εἴμεθα εἰς θέσιν ἐγκαίρως νὰ προβῶμεν εἰς τὰς ἐνδεικνυομένας τροποποιήσεις ἢ μεταρρυθμίσεις. Πράγματι ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴν τὴν πρώτην προέκυψαν αἱ ἐλλείψεις αὐταί, αἱ ὁποῖαι καὶ μὲ ἠνάγκασαν, ὁμολογῶ, νὰ μὴ ἐφαρμόσω τὸν νόμον, παρ’ ὅλον ὅτι ἦτο νόμος καὶ ἦτο ἰσχυρός, καὶ συνταγματικὸς καὶ θὰ σᾶς εἴπω, διατί. Δὲν τὸν ἐφήρμοσα, διατί; Διότι ἐπεθύμουν ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ τύχῃ τῆς κυρώσεως τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐν τῷ μεταξὺ εἶχε συνέλθει, ὡς ἐνθυμεῖσθε τὴν 3 Μαΐου καὶ ἀφ’ ἑτέρου διὰ νὰ ἐπιφέρω τὰς ἀναγκαίας τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι βεβαίως δὲν ἦτο εὔκολον νὰ διατυπωθοῦν, προτοῦ τελειώσῃ, τὴν 17ην Μαΐου, ἡ κρίσις τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Νομαρχῶν. Τὴν 30ὴν Μαΐου ὑπέβαλα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, μετὰ συνεννόησιν τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει Κομμάτων, καὶ τὰς τροποποιήσεις. Ἐὰν μέχρι σήμερον, μετὰ 45 ἡμέρας δὲν ἔχουν συζητηθῆ, αὐτὸ δὲν βαρύνει ἐμέ. Ἐγὼ ὑπῆρξα, εἶμαι καὶ θὰ εἶμαι ὀρθόδοξος κοινοβουλευτικός, δίδω δὲ διὰ τοῦ παρόντος δείγματα τῆς ὀρθοδοξίας μου τῆς κοινοβουλευτικῆς. Δὲν θὰ ἤθελον ὅμως, κύριοι βουλευταί, νὰ παραλείψω καὶ κάτι ἄλλο.
§36Γ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχον εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ ὡρισμέναι τροπολογίαι, τὰς ὁποίας ἐβάλατε ἐκ τῶν ὑστέρων, θὰ τὸ ἐφέρνατε εἰς τὴν Βουλήν, κύριε Ὑπουργέ;
§37Φ. ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Κύριε συνάδελφε, εἶσθε μεταξὺ ἐκείνων ἀσφαλῶς, οἱ ὁποῖοι τὴν 17ην Μαΐου διὰ αἰτήσεώς σας πρὸς τὸ Προεδρεῖον ἐζητήσατε τὴν κατάθεσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐλάβατε δὲ ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς τὴν ἀπάντησιν, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρόκειται νὰ ὑποβάλῃ πρὸς κύρωσιν ὄχι μόνον τὸ νομοσχέδιον περὶ Νομαρχῶν, ἀλλὰ καὶ ἕτερα δύο νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὴν κύρωσιν Α. Ν. Αὐτὸ καὶ ἔγινε τὴν ἰδίαν ἡμέραν. Συνεπῶς καὶ ἐδῶ, κύριε συνάδελφε, εἶμαι ἐν ἀπολύτῳ τάξει. Ἀλὰ δὲν θὰ ἤθελα, κύριοι βουλευταί, νὰ παραλείψω μίαν δήλωσιν: Τὸ νομοθέτημα, ὅπως παρουσιάζεται σήμερον ἐνώπιον ὑμῶν, ἔχει ὡς βάσιν σκέψεις καὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον πρὸ δύο καὶ πλέον ἐτῶν διατυπωθῆ ἀπὸ τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόματος. Νομίζω ὅτι ἡ καλὴ πίστις καὶ ἡ εὐγενὴς ἅμιλλα εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἀγῶνας ἐπιβάλλει νὰ λέγῃ κανεὶς καὶ νὰ ὁμολογῇ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ ἀναμένῃ νὰ τοῦ ὑποδεικνύουν οἱ ἄλλοι. Ὁμολογῶ ὅτι καὶ ἐξ ἰδιοσυγκρασίας δὲν μοῦ ἀρέσει νὰ ἐπαινῶ ἐμαυτόν. Ἐὰν ὅμως πράττω τὸ ὀρθόν, εὐχαρίστως ἀκούω ἀπὸ τοὺς συναδέλφους μου τὸ «καλῶς ἔπραξας». Δι’ αὐτὸ σπεύδω, προτοῦ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, νὰ ἀπαλλάξω καὶ τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος νὰ τὸ ἀναφέρῃ, ὅτι εἶναι ὁ φυσικὸς πατήρ του. Αὐτὸ τὸ λέγω διότι εἶναι σύμφωνον μὲ τὴν ἰδιοσυγκρασίαν μου, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν θὰ ἤθελα, ἀποσιωπῶν τοῦτο, νὰ θεωρηθῶ ὅτι διέπραξα μίαν κλοπὴν ξένης πνευματικῆς ἰδιοκτησίας, διότι ἡ ἰδιοκτησία, πραγματικῶς, τοῦ ἀνήκει. Αἱ περιστάσεις ἦσαν τότε τοιαῦται, ὥστε τὸ τέκνον του τὸ ἄφησεν ἔκθετον. Εἰς αὐτό, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν πταίω. Αὐτὸ τὸ τέκνον του τὸ παρέλαβε μία Ἐπιτροπὴ Ἑλληνοαμερικανική, ἡ ὁποία τὸ διεφύλαξε, μαζὶ μὲ ἄλλα, ὅπως ἡ ἀποκέντρωσις τὴν ὁποίαν δὲν εἶχεν ὁ κύριος Παπανδρέου.
§38Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ υἱοθετήσατε σεῖς;
§39Φ. ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Παρελείφθη κατόπιν καὶ ἀπὸ μίαν ἄλλην Ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν μετέσχον καὶ ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐγὼ ἁπλῶς εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ εἶμαι ὁ θετός του πατήρ, δηλαδὴ νὰ τὸ παραλάβω, νὰ τὸ υἱοθετήσω, καὶ μὲ τὰς εὐχὰς καὶ τῶν ἀναδόχων του καὶ τοῦ φυσικοῦ του πατρὸς νὰ γίνῃ πιστὸν τέκνον τῆς κοινωνίας. Κύριοι βουλευταί, ὑπάρχει καὶ ἓν ἄλλο θέμα, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ θίξω. Ἕκαστος ἐξ ἡμῶν διαπράττει καὶ σφάλματα. Καὶ εἶναι καὶ ἔντιμον καὶ πολιτικὸν νὰ ὁμολογῇ τις τὰ σφάλματά του καὶ νὰ τὰ διορθώνῃ. Δι’ αὐτό, κύριοι βουλευταί, τὸ νομοθέτημα, ὡς ὑπεβλήθη περιέχει διορθώσεις τοῦ ἀρχικοῦ διὰ τὴν καλὴν ἐφαρμογήν του. Ὑπάρχει ὅμως, κύριοι, καὶ μία οὐσιώδης διάταξις, διὰ τὴν ὁποίαν ὁμολογῶ ὅτι ἐπάλαισα, καὶ ἡ ὁποία ἐτέθη μόλις πρὸ τριημέρου, δηλαδὴ ἡ αὔξησις τῶν ἁρμοδιοτήτων καὶ τῶν Νομαρχῶν καὶ τῶν περιφερειακῶν ὀργάνων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων. Εἰς τοῦτο ὑπῆρχον ἀρχικῶς ἀντιρρήσεις τῶν ἐμπειρογνωμόνων, αἱ ὁποῖαι ὅμως ἤρθησαν. Καὶ δι’ αὐτό, ὁμολογῶ, ὅτι ἴσως ἡ ἐπιβράδυνσις ὠφέλησε τὸ νομοσχέδιον. Τέλος, κύριοι, χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν, θέλω νὰ δηλώσω, κυρίως πρὸς τοὺς κυβερνητικοὺς βουλευτάς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ συνόλῳ της θεωρεῖ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὡς ἓν οὐσιῶδες μέρος τοῦ προγράμματος αὐτῆς. Οἱ κύριοι βουλευταὶ θὰ συναγάγουν τὸ συμπέρασμα ἐκ τῆς δηλώσεώς μου αὐτῆς. Ἐπὶ τῆς οὐσίας ἀναμένω νὰ ἀκούσω τὰς τυχὸν ἀντιρρήσεις. Διὰ νὰ μὴ μακρηγορήσω καὶ ἀποφύγω ἀγορεύσεις, ἐὰν διὰ διακοπῶν μοῦ ἐπιτρέψουν οἱ ρήτορες νὰ διατυπώσω τὰς σκέψεις μου, θὰ τὸ πράξω. Ἄλλως, εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως θὰ συγκεντρώσω τὴν ἀπάντησίν μου δι’ ὅλα τὰ θέματα, ἀνεξαρτήτως τῶν ἀγορευσάντων. (Χειροκροτήματα).
§40Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω μίαν πρότασιν! Ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου μέχρις ὅτου κατατεθῇ ἡ ἔκθεσις, μὲ ὅλα τὰ βοηθητικὰ της στοιχεῖα, τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐξέλεξε τοὺς διοριστέους Νομάρχας, διὰ νὰ φρίξῃ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ἐνεργείας.
§41Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς. Ἐζητήσαμεν, κύριε Πρόεδρε, παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς καταθέσῃ τοὺς φακέλλους τῶν γνωματεύσεων τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ μᾶς παρέπεμψε νὰ τοὺς ἀναγνώσωμεν. Ἐζητήσαμεν ὅμως νὰ καταθέσῃ καὶ τὰ ἔγγραφα, τὰ διαμειφθέντα μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς, ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα διὰ νὰ σχηματίσωμεν γνώμην διατὶ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἠρνήθη τὴν ὑπογραφήν του. Δυστυχῶς ὁ κύριος Ὑπουργός, ἀπαντῶν εἰς τὴν παράκλησίν μου νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα αὐτά, ὁμιλεῖ καὶ λέγει: «Θεωροῦμεν, συνεπῶς, σκόπιμον ὅπως μέχρι πέρατος τῆς ἐργασίας ταύτης μὴ παρακωλυθῇ αὕτη ἐξ ἐσπευσμένων παρατηρήσεων, ἀλλ’ οὐδαμοῦ, κύριε Πρόεδρε, ποιεῖται μνείαν τῶν ἐγγράφων. Μᾶς ἀρνεῖται τὴν κατάθεσιν ἐγγράφου σπουδαιοτάτου, τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἔχῃ γνῶσιν διὰ νὰ δύναται νὰ ἐκφέρῃ εὐσυνειδήτως τὴν ἀπόφασίν της. Τὰ ἐζητήσαμεν καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἠρνήθη νὰ τὰ καταθέσῃ. Εἶναι περίεργον τὸ γεγονός, νὰ μὴ κατατίθενται εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν διὰ νὰ κρίνωμεν τὴν ἀξίαν τοῦ νομοθετήματος.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Θ. Τσάτσος, ἔχει τὸν λόγον.
§43Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον κατατείνει εἰς τὴν δημιουργίαν μιᾶς μονίμου διοικητικῆς τάξεως εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία θὰ στηρίζεται πλέον εἰς ὡρισμένας συγκεκριμένας ἀρχάς. Δὲν ἀπόκειται ἡ ἐπιλογὴ τῶν Νομαρχῶν εἰς τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην ἁπλῶς ἀντίληψιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ ἡ ἐπιλογὴ τῶν Νομαρχῶν διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου μεθοδεύεται κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ περιορίζεται ἐφεξῆς μεταξὺ ὡρισμένων προσώπων, τῶν ὁποίων ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ ἔχῃ συνεργασθῇ ἀπὸ μίαν Ἐπιτροπὴν, τῆς ὁποίας θὰ σᾶς ἀναγνώσω κατόπιν.
§44ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θάνατος στοὺς κοτσαμπάσηδες δηλαδή!
§45Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ φύσις τοῦ θέματος εἶναι προπαντὸς φύσις θέματος ἐπιστημονικοῦ, νομικοῦ καὶ ὅτι ἡ ἀναταραχὴ τὴν ὁποίαν προκαλεῖ δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη. Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι νὰ ἐξασφαλισθοῦν ὡρισμέναι προϋποθέσεις ὅσον ἀφορᾶ τὸν θεσμὸν τῶν Νομαρχῶν, ὥστε τὸ ὄργανον αὐτὸ τῆς Πολιτείας, ὁ Νομάρχης ὁ ὁποῖος ἐπιφορτίζεται μέ τόσον σπουδαίας ἁρμοδιότητας νὰ μὴν εἶναι ὄργανον τοῦ κόμματος ἀλλὰ νὰ εἶναι ὄργανον τοῦ Κράτους. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ καταστῇ σαφὲς ὅτι ἡ νευρικότης καὶ ἡ ἀναταραχὴ τὴν ὁποίαν προκαλεῖ ἡ συζήτησις αὐτὴ καταδεικνύει ἕν καὶ μόνον πρᾶγμα ὅτι δὲν εἶναι πράγματι κοινὴ ἡ ἐπιθυμία ὁ θεσμὸς τοῦ Νομάρχου νὰ ἀποβάλῃ τὸν μέχρι τοῦδε κομματικὸν χαρακτῆρα καὶ νὰ καταστῇ ὁ Νομάρχης ὄργανον τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ὑπάρχει ἡ ἐπιθυμία ὁ Νομάρχης νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ εἶναι ὄργανον τοῦ κόμματος καὶ ὄχι τοῦ Κράτους. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, θὰ ἀπευθύνω πρὸς τὴν Βουλὴν μίαν ἔκκλησιν οὕτως ὥστε αὐτὸ νὰ μὴν ἀποβῇ θέμα ἐκ τῆς συζητήσεως τοῦ ὁποίου τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς θὰ καταπέσῃ, ἀλλὰ θέμα τοῦ ὁποίου ἡ συζήτησις θὰ δώσῃ λαβὴν εἰς τὴν ἀντιπαράθεσιν τῶν διαφόρων γνωμῶν κατὰ τρόπον ὥστε ἡ Βουλὴ ἀσχέτως τοῦ ποία ἄποψις θὰ ἐπικρατήσῃ νὰ ἐξέλθῃ μὲ ηὐξημένον τὸ κῦρος της. Δὲν εἶναι πρέπον παρόμοια θέματα νὰ συζητοῦνται μὲ ὀξύτητα, ἀντιστρόφως πρέπει νὰ θέλωμεν νὰ συζητοῦμεν κατὰ τρόπον δημιουργικόν, μὲ ἠρεμίαν καὶ μὲ τὴν ἐμπρέπουσαν συνείδησιν ἡ ὁποία ἐπιτρέπει τὴν ἐπιστημονικήν, τὴν ἀντικειμενικὴν συζήτησιν. Τὸ βασικὸν θέμα εἶναι νὰ ἐξετασθῇ ἐὰν ἡ ἀρχὴ αὐτὴ τοῦ νόμου, ἀποβάλλων ὁ Νομάρχης τὸν πολιτικόν του χαρακτῆρα καὶ καθιστάμενος ὄργανον τοῦ κράτους ἀσχέτως τοῦ κόμματος τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιφορτισθῇ νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν χώραν, εἶναι μία ἀρχὴ ὀρθὴ ἢ μήπως ὑπάρχουν ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουν ὁ Νομάρχης νὰ μὴ εἶναι ὄργανον τῆς ἀκομματίστου ἐννοίας τοῦ κράτους, ἀλλὰ ὄργανον ἐκείνου τοῦ κόμματος εἰς τὸ ὁποῖον ἡ πλειοψηφία τοῦ λαοῦ ἔχει ἐμπιστευθῆ τὴν διακυβέρνησιν τῆς χώρας. Λυποῦμαι διότι δὲν εἶναι παρὼν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας ὁ ὁποῖος κατὰ μίαν περίεργον σύμπτωσιν ὑπεστήριξεν ὄχι τὸ κυβερνητικὸν νομοσχέδιον ἀλλὰ ἀντιθέτους ἀπόψεις καὶ οὔτε ἔτυχεν εἰς ἐμὲ νὰ ὑποστηρίξω ἀπόψεις αἱ ὁποῖαι δὲν ἀνήκουν φυσιολογικῶς εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι δεῖγμα ὅτι εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν ἐπικρατεῖ ἡ συνείδησις μιᾶς κρατικῆς ἀντιλήψεως ὁσάκις ὑποστηρίζει μεγάλα θέματα, τοῦτο σημαίνει τὸ γεγονὸς ὅτι ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν τὴν ἄποψιν τῆς κυβερνήσεως ἡ ὁποία ἄλλωστε ἐν πολλοῖς εἶναι ἄποψις τὸ κόμματος ἡμῶν ὅταν τὸ κόμμα ἦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ ἄποψις κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἦτο σκόπιμον ὁ Νομάρχης νὰ μὴ εἶναι πρόσωπον ἄσχετον πρὸς τὸ κόμμα τὸ ὁποῖον κυβερνᾶ θὰ ἦτο μιὰ ἄποψις ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ὡς θεμέλιον ἀντικειμενικὸν τὸν ἑξῆς συλλογισμόν. Ἐφ’ ὅσον ὁ λαὸς ἐξέλεξεν ὡρισμένο κόμμα διὰ νὰ τοῦ ἀναθέσῃ τὴν διακυβέρνησιν τῆς χώρας ἐνδείκνυται ὁ Νομάρχης, ὁ τοπικὸς ἐκπρόσωπος τῆς κυβερνήσεως νὰ ἐμφορῆται ἀπὸ τὰς ἀπόψεις αἱ ὁποῖαι διέπουν τὸ κόμμα τὸ ὁποῖον κατέχει τὰς κυβερνητικὰς ἕδρας. Ἡ ἄποψις αὐτή, κύριοι βουλευταὶ ἡ ἀντικειμενικὴ ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ ἦτο ἡ καλῆς πίστεως θεμελίωσις τῆς ἀπόψεως τῆς ἀντιθέτου πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου, ἡ ἄποψις αὐτὴ κατ’ ἐμὲ δὲν εἶναι ὀρθὴ καὶ δὲν εἶναι ὀρθὴ διότι, κόμματα ὑπάρχουν ἐκτὸς τῆς κυβερνήσεως. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς τὸ κόμμα ἀναλάβει τὴν κυβέρνησιν ἔχει ὡς πρώτιστον καθῆκον νὰ συναισθανθῇ ὅτι δὲν ἐκπροσωπεῖ καὶ δὲν ἔχει εὐθύνας ἀπέναντι μιᾶς μερίδος τοῦ Ἔθνους (χειροκροτήματα). Ἡ νέα κυβέρνησις εἶναι ἐκπρόσωπος ὁλοκλήρου τοῦ Κράτους καὶ δὲν δύνανται οἱ ἐκπρόσωποι της νὰ ἐκλέγωνται μὲ κριτήριον τὸ ὁποῖον μειώνει τὴν ἠθικὴν προϋπόθεσιν τοῦ κύρους τῆς κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο πιστεύω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὀρθῶς τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο καθιεροῖ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐκλογῆς τῶν Νομαρχῶν ἐκ πίνακος ὁ ὁποῖος προέρχεται ἀπὸ τὰ συμπεράσματα μιᾶς ἐργασίας διεκπεραιωμένης ἀπὸ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν κατέχουν ὀφείλουν νὰ παρέχουν μίαν γενικωτέραν ἐμπιστοσύνην. Ἀντιλαμβάνομαι ὅτι ἐνδέχεται ἐφ’ ὅσον ἡ ἐπιλογὴ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία καταρτίζει τὸν πίνακα ἐκ τοῦ ὁποίου διορίζονται οἱ Νομάρχαι θὰ διορίζωνται κατ’ ἀντικειμενικὸν κριτήριον, ἐνδέχεται ἕνας ἢ δύο νὰ μὴ ἐμπνέουν τὴν ἐμπιστοσύνην ἐκείνην τὴν ὁποίαν θὰ ἤθελε κανεὶς νὰ ἐμπνέουν. Δὲν σημαίνει αὐτὸ, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ τὸ τονίσω ἰδιαιτέρως, ὅτι συμμερίζομαι προσωπικῶς ἐπιφυλάξεις τυχὸν διατυπωθείσας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ διὰ τὴν συγκροτηθεῖσαν ἐπιτροπὴν ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπιθυμῶ νὰ ἐξετάσω τὸ θέμα μὲ ἀντικειμενικότητα λέγω ὅτι ἐνδέχεται κατ’ ἀρχὴν ἐφ’ ὅσον τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς προσδιορίζονται βάσει τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν κατέχουν ἐνδέχεται τὰ μέλη αὐτὰ εἰς μίαν εἰδικὴν περίπτωσιν καὶ ὡρισμένον χρόνον νὰ μὴ ἐμπνέουν ὅσην ἐμπιστοσύνην θὰ ἔπρεπε νὰ ἐμπνέουν ὡς ἐκ τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν κατέχουν, ἀλλὰ τοῦτο θὰ εἶναι ἐξαίρεσις καὶ κατὰ κανόνα οἱ κατέχοντες τὰ ἀξιώματα αὐτὰ ἀναμφισβητήτως θὰ εἶναι πρόσωπα ἐμπνέοντα ἐμπιστοσύνην. Τιθεμένου τοῦ διλήμματος τοῦ καταρτισμοῦ τῆς ἐπιτροπῆς ὀνομαστικῶς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, νομίζω ὅτι ἀδιστάκτως ὀφείλομεν νὰ δεχθῶμεν ὅτι εἶναι ὀρθοτέρα ἡ σύνθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν ἀντικειμενικῶν κριτηρίων. Ἡ θέσις λοιπὸν τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὅτι οἱ Νομάρχαι διορίζονται ἐπὶ ὡρισμένῃ θητείᾳ, σήμερον θὰ ἐκλεγοῦν ἐκ πίνακος τὸν ὁποῖον συνέταξεν ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ὁποίας τὴν σύνθεσιν λεπτομερῶς καθορίζει τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου. Κατ’ ἐμὲ αὐτὸ τὸ θέμα εἶναι ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, δηλαδὴ δὲν καθιεροῦνται μόνιμοι νομάρχαι, ἀλλὰ νομάρχαι ἐπὶ θητείᾳ καὶ μάλιστα καθιεροῦται εἰδικὴ θητεία, ἐπὶ τριετίαν. Οἱ ἐπὶ τριετίαν διοριζόμενοι νομάρχαι δὲν δύνανται νὰ παυθοῦν εἰ μὴ κατὰ μίαν ὡρισμένην διαδικασίαν ἡ ὁποία διασφαλίζει μίαν προσωρινὴν μονιμότητα καὶ ἐφεξῆς θὰ εἶναι δυνατὸν εἴτε δι’ ἀνανεώσεως τῆς ἐντολῆς εἴτε δι’ ἐπιλογῆς ἐκ τοῦ πίνακος νὰ ἐπέρχεται ἡ ἀνανέωσις τοῦ ὑλικοῦ αὐτοῦ. Δὲν ἔχω ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου ἄλλο τι νὰ προσθέσω. Σᾶς ἐξέθεσα διὰ ποῖον λόγον πιστεύω ὅτι ἐὰν θελήσωμεν ἠρέμως καὶ χωρὶς προκατάληψιν κομματικὴν νὰ κρίνωμεν τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον θὰ ἀντιληφθῶμεν ὅτι διαπνέεται ἀπὸ μίαν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν ὅλοι νὰ τηρήσωμεν καὶ νὰ διαπιστώσωμεν. Φυσικὰ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀρχῆς αὐτῆς προχωροῦμεν μετὰ πολλῆς ἐπιφυλάξεως διότι εἶναι μόνον τριετὴς ἡ θητεία τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον. Θὰ ἤθελον νὰ ἐλπίζω ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὴν εἰς τὴν ὁποίαν ὑπῆρξαν στιγμαὶ ἐξάρσεως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου θὰ ὑπῆρξαν στιγμαὶ μεγάλης ἐξάρσεως καὶ εἰς τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν θὰ ὑποστηρίζῃ θὰ ὑπάρξῃ ὄχι κομματικὴ βλέψις, ἀλλὰ ἀντικειμενικὰ κριτήρια. Ἐπὶ πλέον νομίζω ὅτι ἐνδείκνυται νὰ διαχωρισθῇ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου μὲ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ ἐν τῷ συνόλῳ του καὶ τὰς λεπτομερείας του καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς του, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι θέμα εἰδικόν, διότι ἀλλοίμονον ἐὰν τὰ νομοσχέδια κρίνωνται ἀναλόγως τοῦ τρόπου καθ’ ὃν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθοῦν ὡς συμβαίνει ἐν προκειμένῳ ὅπου πρόκειται περὶ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ἔχει ἀρχίσει ἐφαρμοζόμενον καὶ ἤδη ἐνῷ ἐπικυροῦται ἐφαρμόζεται. Καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἄποψιν εἰδικῶς ἡμῶν τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸ Σοσιαλιστικὸν Δημοκρατικὸν Κόμμα, ἐκφράζομεν μίαν ὑπερήφανον χαρὰν διότι ἀπόψεις τὰς ὁποίας ὑποστηρίζομεν καὶ αἱ ὁποῖαι ἄλλοτε ἀποκρουσθεῖσαι, μὲ μόνην τὴν ἰσχὺν τῆς ἠθικῆς δυνάμεως τὴν ὁποίαν εἶχον αὗται, βαθμιαίως ἐπεκράτησαν κατὰ τρόπον ὥστε σήμερον νὰ ἐμφανίζεται ὡς νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπικροτεῖ τὴν κοινὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. (Χειροκροτήματα).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Α. Νικολαΐδης ἔχει τὸν λόγον.
§47Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ὁ ἐρχόμενος ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Σώματος Ἀναγκαστικὸς Νόμος, εἶναι ὅπως ὡμολόγησεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τέκνον τοῦ Σοσιαλιστικοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος.
§48Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Θὰ πρέπει νὰ κάμωμεν μίαν ἀποσαφήνισιν. Τὸ νομοθέτημα εἶναι ἔργον τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου. Αὐτὸς εἶναι ὁ φυσικὸς πατὴρ τοῦ ἔργου αὐτοῦ τὸ ὁποῖον υἱοθέτησε καὶ ἐβελτίωσεν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Σοσιαλιστικοῦ καὶ Δημοκρατικοῦ Κόμματος.
§49Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἰς πολλὰ θέματα ἀναγνωρίζομεν διαστολὴν τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου.
§50Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Τὸ τέκνον αὐτὸ τοῦ ὁποίου τὴν πατρότητα διεκδικοῦν ὅλα τὰ κόμματα ἐγεννήθη ἐν παρανομίᾳ καὶ ἐνεφανίσθη ὡς Ἀναγκαστικὸς Νόμος καὶ ἐφηρμόσθη μὲ τόσας παραβάσεις καὶ τόσας ἀνωμαλίας ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι συνελήφθη ὡς ἐξώγαμον τέκνον πολλῶν γονέων καὶ εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ ἐκεῖ ἐγένοντο ἀνωμαλίαι ὥστε νὰ ἐγκριθῇ κατόπιν ὑφαρπαγῆς. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιρόεδρος κ. Π. Μουτζουρίδης). Εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἠγόρευσαν ἐν ὅλῳ δέκα ἕξ ὧν δύο εἰσηγηταὶ ἐκ τῶν ὁποίων εἷς τοῦ Σοσιαλιστικοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος καὶ ἐκηρύχθη κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου μειοψηφῶν δὲ ἐπεφυλάχθη νὰ κάμῃ τροπολογίας, ὁ δὲ ἕτερος κ. Κονίτσας ἐκηρύχθη κατὰ καὶ ἐζήτησε τὴν ἀπόρριψιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἠγόρευσαν ἔπειτα ἕτεροι 8 ἐκ τῶν ὁποίων οἱ 7 ἐκηρύχθησαν κατ’ ἀρχὴν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ εἷς ἐκηρύχθη κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ ἀλλὰ μὲ τροπολογίας. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἤρχισεν ἡ ψηφοφορία εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐζητήσαμεν τὴν διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως διότι ἐξεφωνοῦντο τὰ ὀνόματά μας καὶ ἀπήλθομεν ἵνα ψηφίσωμεν. Ὁ κύριος Πρόεδρος ὅμως τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν διέκοψε τὴν συνεδρίασιν καὶ μὲ 10 μόνον παρόντας βουλευτὰς ἐνέκρινε ὡς εἶχε τὸ νομοσχέδιον καὶ προσεκομίσθη μία ἔκθεσις τὴν ἑπομένην κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐφαίνετο ὅτι ἀπεδέχθη τὸ νομοσχέδιον ἄνευ ἀντιρρήσεων καὶ ἔφερε τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κυρίου Κονίτσα ὡς συμφωνήσαντος, διαφωνήσαντος τοῦ εἰσηγητοῦ. Ἐγένετο διαμαρτυρία ἐκ μέρους μας καὶ κατόπιν διωρθώθη ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην προσῆλθε χωρὶς νὰ κληθῇ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν — ὁ ὁποῖος προσέρχεται καὶ δίδει πληροφορίας εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν — μόνον ὅταν κληθῇ οὗτος μετ’ ἀπόφασιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, πρᾶγμα ὅπερ δὲν ἐγένετο καὶ ἡ προσέλευσίς του ἦτο παρὰ τὸν Κανονισμὸν καὶ ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου νὰ μᾶς πῇ νὰ σκεφθῶμεν καλὰ προτοῦ ἐκδηλώσωμεν τὴν σκέψιν μας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀπειλῶν, ἀκούσατε, ὅτι θὰ ὑποβληθῇ πρότασις ἐμπιστοσύνης καὶ ἀκόμη εἶπε ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς βουλευτὰς ἀνήκοντας εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκφέρουν γνώμην ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, κύριοι συνάδελφοι, κατελύθη ἡ ἐλευθερία τῆς γνώμης τοῦ βουλευτοῦ καὶ ἠσκήθη πίεσις ἀνάρμοστος καὶ ἀσυνήθης εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ θέσφατα. Καὶ ταῦτα πάντα, ὡς εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν Κοινοβουλευτικήν, δὲν τίθεται ποτὲ ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ οὔτε δικαιοῦται ὁ Ὑπουργὸς νὰ λέγῃ τοιαῦτα πράγματα καὶ μάλιστα νὰ προσέρχεται ἀπρόσκλητος εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς προσῆλθε καὶ ἠπείλησε καὶ ἔφθασε νὰ ζητήσῃ τὴν κατάργησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ βουλευτοῦ μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἀμφισβητήσῃ νὰ ἀμύνεται ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ καὶ νὰ συζητῇ ἐλευθέρως.
§51Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Αὐτὰ ἔπρεπε νὰ τὰ ἐλέγατε χθὲς τὸ βράδυ κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν Ἀναγκαστικῶν Νόμων ὁμαδικῶς, τώρα τὰ λέγετε ὀψίμως.
§52Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ἀσθενῶν δὲν παρέστην εἰς τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν καὶ ἐνόμιζον πὼς ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ εἶχε καλέσει τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ παράσχῃ ἐξηγήσεις. Σήμερον ἐπληροφορήθην ὅτι προσῆλθεν ἀπρόσκλητος. Χθὲς τὸ βράδυ ἐκυρώσαμεν συνολικῶς τοὺς Ἀναγκαστικοὺς Νόμους ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ εἰσαχθοῦν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν εἰδικὴν πρὸς συζήτησιν. Σήμερον ὅμως ὁ Ἀναγκαστικὸς Νόμος περὶ Νομαρχῶν δὲν εἰσάγεται εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἀλλὰ εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία πρέπει νὰ τὸν κρίνῃ μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς καὶ μακρὰν κομματικῶν ὑποχρεώσεων. Ἠκούσθη, κύριοι βουλευταί, μία θεωρία περίεργος, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἀνήκει εἰς κόμμα καὶ ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διορίσῃ Νομάρχας ποὺ θὰ ἐγκρίνῃ αὐτὸ τὸ κόμμα, ἀλλὰ κατόπιν αὐτὸς ὁ ἴδιος, κύριοι συνάδελφοι, κατανοήσας τὸ ἄτοπον εἶπεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀνήκει εἰς τὸ κόμμα ἀλλὰ εἰς τὸ Κράτος καὶ ὡς τοιαύτη διαχειρίζεται τὰ ζητήματα τοῦ Ἔθνους καὶ διοικεῖ.
§53Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὀφείλω νὰ σᾶς παράσχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι δὲν ἀντελήφθητε τὶ εἶπον, ἂν ἐννοῆτε ἐμέ.
§54Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ἴσως, κύριε συνάδελφε, νὰ μὴ ἐννοήσατε τὶ εἴπατε ὑμεῖς ἢ νὰ μὴ ἐξηγήσατε καλῶς. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ λαὸς ἐκλέγει τοὺς βουλευτάς, ἡ Κυβέρνησις διορίζεται παρὰ τοῦ Βασιλέως καὶ ἡ Βουλὴ ἐγκρίνει τὸν διορισμὸν δίδουσα ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Καὶ οὕτω ἡ Κυβέρνησις ἐκπροσωπεῖ τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἔχει τὴν ἐντολὴν νὰ κυβερνᾷ καὶ ἀσκῇ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Τὸ κυβερνᾶν καὶ ἀσκεῖν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν δὲν περιορίζεται μόνον εἰς τὴν σύνταξιν τῶν νομοσχεδίων ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ διοικεῖν. Ποῦ ἠκούσθη, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐλέγχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ νομαρχιακὰς παραβάσεις καὶ νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν τὸν Νομάρχην καὶ νὰ τὸν διορίζουν Ἐπιτροπαὶ ἐξ ὑπαλλήλων. Ἠκούσθη ποτὲ νὰ εἶναι τις ὑπεύθυνος, διὰ πράξεις, τὰς ὁποίας δὲν ἔπραξεν; Ὁ Νομαρχιακὸς θεσμὸς οἷος ἦτο μέχρι σήμερον φρονῶ ὅτι ἦτο θαυμάσιος θεσμὸς καὶ ἐπέφερε θαυμάσια ἀποτελέσματα. Οἱ Νομάρχαι, ἀπὸ καταβολῆς κόσμου ἐπέδειξαν πράγματι πατριωτισμὸν καὶ δύναμιν διοικήσεως πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, καὶ ἐν τούτοις ἐρχόμεθα σήμερον νὰ εἴπωμεν ὅτι οἱ Νομάρχαι διοριζόμενοι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖ κατὰ βάσιν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, δὲν δύνανται νὰ ἐκτελέσουν τὸ καθῆκον των καὶ συνεπῶς πρέπει νὰ διορίζωνται ὑπὸ ὑπαλληλικῶν ἐπιτροπῶν καίτοι ἡ εὐθύνη τῶν Νομαρχιακῶν πράξεων βαρύνει τὴν Κυβέρνησιν. Τὸ διοικεῖν, κύριοι συνάδελφοι, ἀναδεικνύει τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν Νομαρχῶν της θέτει εἰς ἐφαρμογὴν τὰς ἀποφάσεις της, τὰ διοικητικά της ἐν γένει μέτρα. Τὸ νὰ κρίνεται ἡ Κυβέρνησις περὶ τῶν πράξεων αὐτῆς καὶ τοῦ ἔργου της, διὰ πράξεις τὰς ὁποίας δὲν διέπραξαν τὰ ὄργανά της καὶ νὰ ἐλέγχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διὰ πράξεις καὶ παραβάσεις τὰς ὁποίας διαπράττουν ἐκεῖνοι οἱ Νομάρχαι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐτοποθετήθησαν ὑπ’ αὐτῆς δὲν εἶναι ὀρθὸν οὔτε δίκαιον, οὔτε συμφέρει εἰς τὸ Κράτος. Ἠκούσατε, κύριοι, τὸν τίτλον τοῦ νομοσχεδίου (ἀναγινώσκει) «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 893)1949 Α. Ν. περὶ Αʹ μέρους διατάξεων διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως». Ἀποκέντρωσις, κύριοι βουλευταί, εἶναι ἡ παραπομπὴ ὡρισμένων Διοικητικῶν πράξεων καὶ ἐνεργειῶν εἰς τὰς Νομαρχίας. Ἡ μόνη ἐνδεδειγμένη λύσις εἶναι νὰ γίνουν Νομαρχιακὰ Συμβούλια παρ’ ἑκάστη Νομαρχίᾳ αἱρετὰ καὶ νὰ λύουν τὰ ζητήματα μὲ Πρόεδρον τὸν Νομάρχην ἀντιπρόσωπον τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸ εἶναι ἀποκέντρωσις καὶ ὄχι ὁ τρόπος τοῦ διορισμοῦ τῶν Νομαρχῶν τὸν ὁποῖον προσδιορίζει τὸ νομοσχέδιον. Μᾶς εἶπον ὅτι πρόκειται περὶ ὑποχρεώσεως ἀνειλημμένης ἐκ τοῦ Σχεδίου Μάρσαλ, τὴν ὁποίαν ὑπεσχέθημεν εἰς τὴν Ἀμερικανικὴν Συμπολιτείαν ἡ ὁποία εὑρίσκεται παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Ἑλλάδος καὶ σώζει τὴν χώραν μας ἀπὸ τοὺς ἀπαισίους συμμορίτας καὶ ἀπὸ τοὺς ἀπαισίους ἐχθρούς, οἱ ὁποῖοι τὸν περιβάλλουν. Δὲν νομίζω ὅτι ἦτο ποτὲ δυνατὸν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διευθύνουν τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας τῆς Ἀμερικῆς νὰ ἐσκέφθησαν καὶ νὰ ἠθέλησαν νὰ μᾶς ἐπιβάλλουν τοιοῦτον νόμον καὶ τοιοῦτον εἶδος διορισμοῦ τῶν Νομαρχῶν δημιουργοῦν πραγματικὴν ἀκυβερνησίαν. Τοιαύτη, κύριοι εἶναι ἡ κατάστασις καὶ ἀκυβερνησία, ἡ ὁποία ἐνετάθη καὶ μὲ τὸ ἄλλο κακούργημα. Φθάσαμε στὸ σημεῖον νὰ ἀναθέσωμεν εἰς ἕνα δικηγορίσκον ἐπαρχίας ἐκτελοῦντα καθήκοντα εἰρηνοδίκου ἢ ἔστω ἕνα εἰρηνοδίκην, εἰς ἕνα κατώτερον ὑπαλληλίσκον νὰ καταρτίζῃ αὐτὸς τοὺς καταλόγους τῶν Κοινοτικῶν Συμβουλίων. Τὸ τοιοῦτον ἐπροκάλεσεν ἐξέγερσιν μεταξὺ τοῦ λαοῦ τῆς ὑπαίθρου καὶ δικαίως, διότι εἶναι ἀκατανόητον, ἀκατάληπτον οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τριετίαν ἐστάθησαν ἐπὶ κεφαλῆς τῶν Κοινοτήτων, ὑποστάντες σφαγάς, λεηλασίας, ἁρπαγὰς καὶ δηώσεις τῶν περιουσιῶν των, νὰ τελοῦν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν κατωτάτων ὀργάνων τῆς δικαστικῆς καὶ διοικητικῆς ἱεραρχίας καὶ νὰ ἀποπέμπωνται μειωμένοι καὶ ὡς ἀκατάλληλοι, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἐδολοφονοῦντο οἱ Πρόεδροι τῶν Κοινοτήτων, ἐδέχθησαν καὶ ἀνέλαβον τὴν διοίκησιν τῶν Κοινοτήτων τῇ ὑποδείξει καὶ τῇ προτροπῇ τῶν Στρατιωτικῶν ἀρχῶν διὰ νὰ μὴ παραλύσῃ ἡ κατωτέρα διοίκησις μὲ κίνδυνον τῆς ἰδίας ζωῆς των, τῆς οἰκογενείας των καὶ τῶν περιουσιῶν των. Αὐτοὶ λέγω, οἱ ὁποῖοι εἰς τὰς κρισιμωτέρας στιγμὰς τοῦ Ἔθνους ἐστάθησαν στυλοβάται καὶ μὲ τὸ ὅπλον ἀνὰ χεῖρας ἠγωνίσθησαν κατὰ τοῦ Κομμουνισμοῦ καὶ τῶν συμμοριτῶν, ἀποπέμπονται σήμερον ὁπότε ἐπῆλθεν ἡ ἐκκαθάρισις ὡς ἄχρηστοι ἀντὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ τοὺς ἀπονείμῃ παράσημα καὶ ἔπαθλα ἀνδρείας. Ἀποπέμπονται οἱ ἥρωες Πρόεδροι καὶ Σύμβουλοι Κοινοτήτων καὶ ἀναγράφονται δοσίλογοι εἰς τοὺς καταλόγους καὶ προτείνονται, ἀριστεροὶ καὶ οὕτω ἐδημιουργήθη μία ἐξέγερσις ἐναντίον μιᾶς καταστάσεως ἡ ὁποία διχάζει τὸν λαὸν τῆς ὑπαίθρου. Πρὸς τί, κύριοι, ἡ ἀντικατάστασις τῶν Κοινοταρχῶν ἤρχισε σήμερον καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀφοῦ θὰ ἔχωμεν μετὰ δύο μῆνας ἐκλογὰς καὶ θεωρῶ ὅτι εἶναι ἄστοχος ἡ διενέργεια ἐκλογῶν, ἐφ’ ὅσον 250.000 μαχηταὶ δὲν θὰ δυνηθοῦν νὰ λάβουν μέρος εἰς αὐτὰς εἴτε ὡς ἐκλογεῖς ὡς ἐκλογήσιμοι, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν σκέπτεται καὶ θέλει νὰ κάμῃ ἐκλογὰς μετὰ δύο ἕως τρεῖς μῆνας, πρὸς τί, λέγω, ἡ ἀναστάτωσις αὑτή; Δὲν ὑποστηρίζει κομματικὴν ἐκμετάλλευσιν ἐνῷ θέλομεν νὰ εἴπωμεν ὅτι εἴμεθα ὑπεράνω κομμάτων; Ἐὰν ἐξετάσω☐ ☐τάστασιν τῶν παλαιῶν Νομαρχῶν, θὰ πεισθῶμεν ὅλοι ὅτι ὄχι μόνον ὑπεράνω Κομμάτων δὲν ἐτέθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ εἰς τὸ πλαίσιον κάθε κομματικῆς ἐπιδιώξεως. Αἱ προηγούμεναι καταστάσεις ἐτίμησαν τὴν Ἑλλάδα καὶ οἱ Κοινοτάρχαι ἠγωνίσθησαν, ἐπολέμησαν, ἐσφάγησαν, ἐκρεμάσθησαν, ἐγδάρησαν ζῶντες χάριν τῆς σωτηρίας τῆς πατρίδος. Καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τῶν κατωτάτων ὀργάνων διοικητικοῦ τοὺς ἀποδοκιμάζει καὶ τοὺς ἀπομακρύνει. Ἡ συνείδησίς σας εἶμαι βέβαιος ὅτι τὸ ἀποδοκιμάζει τὸ σύστημα αὐτὸ καὶ τὴν πρᾶξιν αὐτήν. Καὶ ἐγὼ ἀνήκω εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἶμαι ὅπως γνωρίζετε πολὺ καλά, κυβερνητικός, ἀλλὰ δὲν ἐπεκρότησα πᾶσαν πρᾶξιν Κυβερνητικήν, ὅπως τὸ ζήτημα τοῦ σίτου καὶ τόσας ἄλλας.
§55ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αἱ πλεῖσται......
§56Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Βεβαίως δὲν ἀνατρέπω Κυβερνήσεις διὰ 100 δραχμὰς τοῦ σίτου εἰς τοιαύτας Ἐθνικὰς περιστάσεις πλὴν ὅμως διαφωνήσας εἰς τὸ ζήτημα τῆς τιμῆς καὶ τῆς συγκεντρώσεως τοῦ σίτου, ὑπέδειξα τὴν ὀρθὴν λύσιν, ἀλλὰ δὲν δημοκοπῶ, οὔτε δι’ ἕνα ἑκατοντάδραχμον δὲν ἀνατρέπω Κυβερνήσεις εἰς τὰς κρισίμους αὐτὰς περιστάσεις, διότι οἱ ἀγρόται καὶ ὅλος ὁ Ἑλληνισμὸς ὑπεράνω παντὸς θέλει τὴν κατασυντριβὴν τοῦ Κομμουνισμοῦ καὶ τὴν ἐπάνοδον τῆς χώρας μας εἰς τὴν ἔννομον τάξιν καὶ ἀδιαφορεῖ διὰ τὶς 100 ἢ διὰ τὶς 200 δραχ. Ὁ ἀγροτικὸς πληθυσμὸς εἶναι ὑπερήφανος διότι ἠγωνίσθη τὸν ἱερὸν αὐτὸν ἀγῶνα. Εἶναι μία τάξις, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἡ μόνη, ἡ ὁποία δὲν παρεσύρθη ἀλλὰ ἐθυσίασε τὰ πάντα καὶ ἔσωσε τὴν Ἑλλάδα, ἔσωσε τὸν Ἐθνισμόν, ἔσωσε αὐτὴν ταύτην τὴν Εὐρώπην, καὶ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δέχεται νὰ ἀνατρέπῃ Κυβερνήσεις δι’ ἰδικά του ζητήματα!... Ἡμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ καὶ ὡς σοβαρὸν ἐπιχείρημα τὸ λεγόμενον ὅτι οἱ Νομάρχαι δὲν πρέπει νὰ μὴ ἀνήκουν εἰς Κόμματα. Ἐρωτῶ: Κύριε Πρόεδρε, καὶ δι’ ἡμῶν τὴν συνείδησίν σας, ὑπάρχει ἄνθρωπος μὴ ἀνήκων εἰς Κόμμα;
§57Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουν.
§58Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ὅλα τὰ ἄτομα ἀνήκουν εἰς κόμματα ἀπὸ οἱανδήποτε τάξιν καὶ ἂν προέρχωνται. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: οἱ ὑπάλληλοι οἱ μόνιμοι οἱ ἰσόβιοι δὲν ἀνήκουν εἰς κόμματα; δὲν προέρχονται ἀπὸ κόμματα; ἐρωτᾶτε καὶ σεῖς οἱ ἴδιοι κύριοι βουλευταί εἰς ποῖον κόμμα ἀνήκει ὁ τάδε ὑπάλληλος; Ἄς μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κύριος Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ κόμματος νὰ τοῦ εἴπω ὅτι ἦτο ὡραία ἡ ἐφεύρεσις ἡ ἰδική του νὰ φωνάζῃ νὰ τεθῶμεν «ὑπεράνω κομμάτων». Ἀπευθύνομαι μόνον εἰς ἡμᾶς τοὺς Λαϊκοὺς διότι μόνον οἱ Λαϊκοὶ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι χειρίζονται τὰ ζητήματα ὑπεράνω κομμάτων καὶ ὁμιλοῦν ἀπὸ τὸ βῆμα καὶ πολλάκις ἀντιτίθενται ἐναντίον Κυβερνητικῶν νομοσχεδίων παρὰ τὴν γνώμην τοῦ Ἀρχηγοῦ των, ὅρα τὸν κύριον Καλκάνην, τὸν κύριον Κουλουμβάκην καὶ ἄλλους. Ἀλλὰ ἐρωτῶ, τὸν κύριον Παπανδρέου, ὑπάρχει, ἔστω καὶ εἷς βουλευτὴς τοῦ κόμματός του ὁ ὁποῖος δὲν ἠκολούθησε τὸν Ἀρχηγόν του καὶ διεφώνησε πρὸς αὐτόν; ἀλλὰ ὑπάρχει κανεὶς βουλευτὴς τοῦ κ. Ζέρβα διαφωνήσας πρὸς αὐτόν; ὑπάρχει κανεὶς βουλευτὴς τοῦ κυρίου Γονατᾶ διαφωνήσας πρὸς τὰς ἀπόψεις τοῦ Ἀρχηγοῦ του; Ἦτο ἕνα τέχνασμα εὐφυέστατον τοῦ κυρίου Παπανδρέου διὰ νὰ δικαιολογήσῃ...
§59ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὸ ζήτημα τοῦ σίτου διεφωνήσατε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἀλλὰ τὴν ἐψηφίσατε.
§60Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ὁ ἀγροτικὸς κόσμος φέρει ὑπερήφανος τὴν πενίαν του καὶ δὲν θὰ ἐδέχετο εἰς στιγμὰς κρισίμους διὰ τὸ Ἔθνος ν’ ἀνατρέψῃ δι’ ἐμοῦ τὴν Κυβέρνησιν δι’ ἓν ἑκατοντάδραχμον ὡς εἶπον προηγουμένως.
§61Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Μεταφορῶν). Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε μίαν διακοπὴν ἐφ’ ὅσον ἀνεφέρατε τὸ Λαϊκὸν Κόμμα. Τὸ Λαϊκὸν Κόμμα εἰς τὸ πρόγραμμά του ὡς ἐνθυμεῖσθε τὸ ὁποῖον ἐξήγγειλε τὸ 1945 εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ αὐτοδιοικήσεως περιέλαβε ἀκριβῶς, ὅ,τι σήμερον ἀποτελεῖ τὸ περιεχόμενον τοῦ συζητουμένου Ἀναγκαστικοῦ Νόμου καὶ ἄλλων νόμων διὰ τῶν ὁποίων θὰ ὁλοκληρωθῇ ἡ νομοθεσία περὶ ἀποκεντρώσεως. Δὲν εἶναι λοιπὸν δίκαιον ἐν ὀνόματι τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος νὰ καταφέρεσθε κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχει περιεχόμενον ἐξαγγελθὲν διὰ τοῦ προγράμματος αὐτοῦ, ἐκτὸς δὲ τούτου καὶ τὸ ἐφήρμοσεν ὅταν εἶχε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τοῦ συσταθέντος τότε ὑπ’ ἐμοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἀποκεντρώσεως ἐν τῷ συνόλῳ του, τμῆμα δὲ τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου ἀποτελεῖ τὸ ἤδη συζητούμενον νομοσχέδιον. (Χειροκροτήματα).
§62Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Δὲν εἶπον ὅτι τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἦτο κατὰ τῆς ἀποκεντρώσεως, κύριε Ὑπουργέ. Διότι οὐδεὶς ὑποθέτω Ἕλλην εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι κατὰ τῆς ἀποκεντρώσεως, ἀλλὰ λέγω τοῦτο ὅτι δὲν εἶναι ἀποκέντρωσις τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, ἀλλὰ τρόπος διορισμοῦ Νομαρχῶν καὶ ἀπομάκρυνσις εὐθυνῶν ἀπὸ κάθε Κυβέρνησιν διὰ τὰς πράξεις τῶν Νομαρχῶν τοὺς ὁποίους δὲν θὰ διορίζῃ αὐτή. Διότι ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ἀφ’ ἧς ἤρχισεν ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ τὸ πρῶτον σκάνδαλον ἐξέσπασε, τὸ σκάνδαλον διὰ τὸν διορισμὸν ἐν Ἀθήναις Νομάρχου ὑπαλλήλου ἐπὶ συμβάσει. Ἡ πρώτη ἐφαρμογὴ τοῦ νομοσχεδίου ἀπέδειξε τὸ ἀνεφάρμοστον. Ἐζήτησα καὶ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἧς τυγχάνω μέλος, παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγράφων τὰ ὁποῖα διημείφθησαν μεταξὺ τοῦ Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ἐπιλογῆς Νομαρχῶν, τοῦ Προέδρου τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, κ. Πουλίτσα, καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ νὰ ἴδωμεν τὶ ἰσχυρίζεται ὁ κύριος Πουλίτσας καὶ διατὶ δὲν ὑπέγραψε τὴν ἀπόφασιν, ἐν τούτοις τὰ ἔγγραφα αὐτὰ δὲν προσεκομίσθησαν. Ἐὰν πρόκειται, κύριοι συνάδελφοι, νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο σοβαρῶς, θὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας τὶ προέκυψε κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ διατὶ ὁ κύριος Πρόεδρος αὐτῆς δὲν ὑπέγραψε τὴν ἀπόφασιν. Ἀπὸ τὰ ἔγγραφα αὐτὰ θὰ κρίνωμεν ἂν ἐκεῖνος ἔσφαλε ἢ ὀρθῶς ἔκρινε. Ἐδῶ ἔχω τὴν τροπολογίαν ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δύναται νὰ διαγράψῃ ὡρισμένα πρόσωπα καὶ νὰ τὰ στείλῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πάλιν νὰ κρίνῃ ἐκ νέου, δηλαδὴ ἂν τὴν ἀπόφασιν δὲν τὴν εὑρίσκῃ συμφέρουσαν πολιτικῶς τὴν ἀποστέλλει πάλιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ μεταβάλῃ γνώμην. Σχηματίζεται μία ἐπιτροπὴ ἀπὸ δικηγόρους, ἰατρούς, δημοσιογράφους καὶ δὲν ξεύρω ποίους ἄλλους, διὰ νὰ ἀποφανθοῦν περὶ τῆς ἱκανότητος τῶν προσώπων. Καὶ ἐπὶ μὲν τῶν ὑπηρετησάντων Νομαρχῶν ὑπάρχουν κριτήρια τινά, ἀλλὰ δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θὰ συμπεριληφθοῦν τὸ πρῶτον εἰς τὸν κατάλογον πρὸς κρίσιν θὰ ὑπάρχουν κριτήρια; Εἴδομεν, κύριοι, ἄνδρας σπουδάσαντας εἰς τὰς διαφόρους σχολὰς τῆς Εὐρώπης νὰ ἀποδεικνύωνται διοικητικῶς κοῦφοι. Δὲν ἀπαιτεῖται, κύριοι βουλευταί, ἁπλῶς ἡ μόρφωσις ἀλλὰ πρέπει κατὰ κύριον βαθμὸν νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν ἡ διοικητικὴ ἱκανότης. Ἂν ἐπρόκειτο νὰ κρίνῃ ἐπὶ ὅλων τῶν ὑπηρετησάντων μέχρι σήμερον ὡς Νομαρχῶν, θὰ εἶχε ἴσα κριτήρια νὰ κρίνῃ καὶ θὰ ἐδικαιολογεῖτο κάπως ἡ σύστασις μιᾶς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ ἤδη ποῦ θὰ εὕρῃ ἡ ἐπιτροπὴ κριτήρια διὰ τοὺς μὴ ὑπηρετήσαντας ὡς Νομάρχας; Δι’ ἐμὲ ἁπλῶς ἡ μόρφωσις δὲν εἶναι ἀρκετὴ καὶ ἀπαιτεῖται διοικητικὴ κυρίως ἱκανότης. Νομάρχαι μὲ ἀρίστην μόρφωσιν ἀπέτυχον διότι δὲν εἶχον διοικητικὴν ἱκανότητα καὶ ἄλλοι μικροτέρας μορφώσεως, ἀλλὰ μὲ διοικητικὴν ἱκανότητα ἐθριάμβευσαν.
§63Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ ἀνεφέρατε τὸν κύριον Πουλίτσα, ἀναμφισβητήτως αἱ ἀπόψεις τοῦ κυρίου Πουλίτσα ἔχουν ἰδιαιτέραν βαρύτητα, διότι προήδρευσε τῆς ἐπιτροπῆς. Εἶναι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου μας. Ἀλλὰ ὁ κύριος Πουλίτσας ἀναμφισβητήτως θὰ εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ προσχεδίου, διότι ἔλαβε μέρος εἰς ὅλας τὰς συνεδριάσεις πλὴν μιᾶς. Ἑπομένως, νομίζω, ἐφ’ ὅσον προήδρευσε τῶν περισσοτέρων συνεδριάσεων δὲν νομίζω ὅτι ὁ κύριος Πουλίτσας διαφωνεῖ ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου.
§64Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ἐὰν ὁ κύριος Πουλίτσας, κύριε συνάδελφε, ἔλεγε αὐτά, καὶ συνέβαινεν ὅπως λέγετε, ἀναμφισβητήτως θὰ προσήγετο ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τὸ ἔγγραφον ἐνώπιον ἡμῶν, διὰ νὰ κρίνωμεν, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ προσάγεται καίτοι καὶ ἐγγράφως ἐζητήθη τοῦτο ὑπ’ ἐμοῦ, καθίσταται, ὅπως εἶπεν ὁ κύριος Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, ὕποπτος ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ δημιουργεῖται ἡ ὑπόνοια ὅτι κάτι τὸ σοβαρὸν λέγει τὸ ἔγγραφον τοῦ κυρίου Πουλίτσα. Ἐὰν ἔλεγε αὐτά, ὅπου λέγετε, διατὶ νὰ μὴ προσάγεται τὸ ἔγγραφον; Δικαιοῦμαι νὰ ἔχω τὴν ὑπόνοιαν ὅτι δὲν λέγει αὐτὰ τὸ ἔγγραφον, ἀλλὰ κάτι ἄλλο καὶ δι’ αὐτὸ δὲν μᾶς τὸ φέρνει ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐδῶ! Καὶ ἔρχονται αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι φωνάζουν ὅτι εἶναι ὑπεράνω Κομμάτων καὶ βάζουν νὰ κρίνῃ ποῖον; Τὸν Διευθυντὴν τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν κύριον Λιανόπουλον μὲ ψῆφον. Προσέξατε καὶ θὰ δῆτε τὶ σημασίαν ἔχει αὐτό. Ὁ Ἀνώτατος αὐτὸς ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ὁρίζεται μὲ ἕνα ἰατρόν, ἕνα δικηγόρον, ἕνα δημοσιογράφον κλπ. νὰ κρίνουν τοὺς Νομάρχας. Τοῦτο φρονεῖτε ὅτι δὲν ἔχει ἐπίδρασιν εἰς τὴν κρίσιν τῆς ἐπιτροπῆς; Ἐγὼ λέγω ναί. Διότι καὶ ἐγὼ ἐὰν ἤμην εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἤκουον τὸν Ἀνώτατον ὑπάλληλον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μοῦ λέγῃ «αὐτὸς ἀπεδείχθη φαῦλος» θὰ ἐπηρεαζόμουνα καὶ ἐγώ, ἀλλὰ διατὶ καὶ εἰς τὰς κατηγορίας τοῦ κυρίου Λιανοπούλου διατὶ δὲν ἐκλήθησαν οἱ Νομάρχαι νὰ ἀπαντήσουν εἰς τὰς κατηγορίας ταύτας ἑνὸς Λιανοπούλου;
§65Θ. ΚΙΖΑΝΗΣ. Γνωρίζετε πολλοὺς Λιανοπούλους, κύριε συνάδελφε, εἰς τὰς Δημοσίας ὑπηρεσίας;
§66Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Δὲν κρίνω τὸ πρόσωπον τοῦ κυρίου Λιανοπούλου, ἀλλὰ κρίνω τὸν ὑπάλληλον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τὸν παριστάμενον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ λέγω ὅτι ἐπιδρᾷ εἰς τὴν κρίσιν τῆς ἐπιτροπῆς λόγῳ τῆς εἰδικότητός του καὶ τῆς θέσεώς του. Δὲν κρίνω τὴν ἱκανότητα τὴν διοικητικὴν τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ, ἀφοῦ ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις τὸν ἐκράτησαν ἐκεῖ ὅπου τὸν ἐκράτησαν. Λέγω τοῦτο ὅτι ἔχει ἐπίδρασιν ἕνας ὑπάλληλος ἀνώτερος καὶ μάλιστα ἐὰν εἶναι ὅπως τὸν περιγράφετε, τότε ἔχει διπλῆν τὴν ἐπιβολὴν καὶ συνεπῶς ἡ κρίσις μεροληπτικὴ καὶ φατριαστικὴ καὶ ὄχι ὑπερκομματική...
§67ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἕνας ὑπάλληλος τὸν ὁποῖον ἐκράτησαν ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις, σημαίνει ὅτι εἶναι ἀμερόληπτος.
§68Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ἐὰν πράγματι ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς ἵσταται εἰς τὸ μέγιστον ὕψος τῆς διοικητικῆς ἱεραρχίας εἶναι ὅμως ἀσύμφορον νὰ εἶναι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς διότι δύναται προσάγων πληροφορίας ὑπηρετησάντων Νομαρχῶν νὰ ἐπιδράσῃ σοβαρῶς ἐπὶ τῶν ἄλλων μελῶν. Ἐὰν ὑμεῖς, τοῦτο τὸ εὑρίσκετε ὀρθόν, ἐγὼ μᾶλλον κατ’ ἀρχὴν τὸ εὑρίσκω σόλοικον, ὅταν μάλιστα δὲν καλῆται ὁ κατηγορούμενος Νομάρχης νὰ ἀπολογηθῇ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ νὰ ἀπαντήσῃ. Διατὶ δὲν ἐκλήθησαν ἡ ἐπιτροπὴ καὶ οἱ ὑπὸ τοῦ κυρίου Λιανοπούλου κατηγορηθέντες Νομάρχαι νὰ ἀπολογηθοῦν; Δὲν ἔχουν δικαίωμα νὰ ἀπολογηθοῦν εἰς μίαν κατηγορίαν ἑνὸς Λιανοπούλου; Θέλετε νὰ δώσετε διοίκησιν, ἀποκέντρωσιν, δώσατε τὴν πραγματικὴν ἀποκέντρωσιν καὶ ὄχι τὴν Νομαρχιακὴν ἀναρχίαν. Ἀφήσατε τὴν εὐθύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐκπροσωποῦσαν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, νὰ διοικῇ, νὰ εἶναι πράγματι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἀλλὰ θέσατε καὶ τοὺς φραγμοὺς οὕς θέτει ἡ Βουλὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, θέσατε φραγμοὺς εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Κυβερνήσεως, τοὺς Νομάρχας, δι’ αἱρετῶν νομαρχιακῶν συμβουλίων. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἀποκέντρωσις πλήρης καὶ ὄχι ὑποδούλωσις εἰς ὡρισμένα ἄτομα. Ὁ κύριος Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ καὶ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος ἐφεῦρε τὴν μέθοδον αὐτὴν ἀπευθυνόμενος κυρίως πρὸς τοὺς Λαϊκοὺς ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅπως οἱ βουλευταὶ τεθῶσιν ὑπεράνω Κομμάτων, πλὴν οἱ βουλευταὶ οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦν κατὰ κανόνα τὴν γνώμην τοῦ Ἀρχηγοῦ των οὐδέποτε ἐτέθησαν ὑπεράνω Κομμάτων ἀλλ’ ὅλοι μηδενὸς ἐξαιρουμένου ψηφίζουν σύμφωνα μὲ τὴν γνώμην του καὶ μόνον οἱ βουλευταὶ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὁμιλοῦν πολλάκις κατὰ τῶν κυβερνητικῶν νομοσχεδίων, ὅταν διαφωνοῦν, καίτοι φέρουν τὴν ὑπογραφὴν τῶν Ὑπουργῶν τοῦ Κόμματός των. Κύριοι συνάδελφοι, πῶς γίνονται καὶ πῶς ὑπογράφονται τὰ νομοσχέδια εἶναι κοινὸν μυστικόν. Πῶς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὑπεγράφη καὶ πῶς ἠπειλήθη παραίτησις τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων κ. Βενιζέλου. Ὑπεράνω παντὸς ἄλλου πρέπει νὰ τεθῇ ἡ Πατρίς. Πᾶς βουλευτὴς ἀνήκων εἰς Κόμμα ὀφείλει νὰ διατυπώνῃ τὰς σκέψεις του, διότι ἔχει εὐθύνην ἀπέναντι τῆς Πατρίδος καὶ τοῦ Ἔθνους κατὰ πρῶτον καὶ δεύτερον ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἐγὼ ὡς βουλευτὴς ἔχων ἐπίγνωσιν τοῦ πρὸς τὴν χώραν καθήκοντός μου συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ ἂν θέλῃ νὰ κάμῃ ἀποκέντρωσιν ἂς ὑποβάλῃ εἰδικὸν νομοσχέδιον Νομαρχιακῆς πράγματι ἀποκεντρώσεως. Ἐὰν δὲ ὁ κύριος Ὑπουργὸς θέλῃ νὰ εὕρῃ τρόπον νὰ ἀντικαταστήσῃ τοὺς Νομάρχας, ἂς τοὺς ἀντικαταστήσῃ διορίζων φίλους του καὶ ἂς ἀναλάβῃ τὰς εὐθύνας ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἂς σταματήσῃ τὸ σύστημα τοῦ τρόπου τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν Νομαρχῶν διότι εἶναι τὸ χείριστον αὐτῶν ἀπὸ πάσης ἀπόψεως διότι εἶναι ἀπαράδεκτος ὁ διορισμὸς Νομαρχῶν ὑπὸ ἐπιτροπῆς ὑπαλλήλων. Καταλήγων ἀπευθύνω ὑστάτην ἔκκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον ἄλλως προτείνω τὴν καταψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἄν ὅμως γίνῃ παρ’ ἐλπίδα δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν νὰ προτείνω διαφόρους τροπολογίας. (Χειροκροτήματα).
§69Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, μὲ ἔχετε ἀκούσει πολλάκις ἐκφράζοντα γνώμην θαυμασμοῦ κυριολεκτικῶς, διὰ τὴν νομικὴν κατάρτισιν καὶ τὴν πολιτικὴν ἀκόμη ἱκανότητα τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Θ. Τσάτσου. Τὸν παρεκάλεσα νὰ μοῦ διατυπώσῃ ἐγγράφως, πῶς εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ φέρεται τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον ἀναλαμβάνει τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ τὸν εὐχαριστῶ θερμῶς, διότι ἐδέχθη τὴν παράκλησίν μου καὶ μοῦ ἔγραψε: «Τὸ Κόμμα ὀφείλει ἀνερχόμενον εἰς τὴν ἐξουσίαν ν’ ἀποβάλῃ τὴν μερικὴν κομματικὴν συνείδησιν καὶ νὰ ἐμπνευσθῇ ἀπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ Κράτους». Δηλαδή; Τὸ κόμμα, ἐφ’ ὅσον εὑρίσκεται εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἔστω καὶ τὴν ἀξιωματικήν, δὲν ἐμπνέεται ἀπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ Κράτους!
§70Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἀσκεῖ ἔλεγχον.
§71Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὴ διακόπτετε, κ. συνάδελφε, Ἡ ἄσκησις τοῦ ἐλέγχου, εἶναι ἄσκησις ὑπερτάτης ἐξουσίας ὑπὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, διότι καὶ αὐτὴ ἡ νομοθετικὴ ἐργασία, ἀφορᾷ τὴν θέσιν ὀλίγων τινῶν νόμων, ἀλλὰ ἡ ἄσκησις τοῦ ἐλέγχου ἀφορᾷ καὶ ἐξασφαλίζει τὴν καλὴν ἐφαρμογὴν ὅλων τῶν νόμων. Εἶναι λοιπὸν ἡ ὑπερτάτη ἐξουσία εἰς Κράτη κοινοβουλευτικὰ ἡ ἄσκησις τοῦ ἐλέγχου. Δικαιοῦμαι λοιπὸν νὰ ἐκπλήσσωμαι κἄπως καὶ νὰ ἀπορῶ, πῶς βουλευτὴς τόσον ἐξαιρετικῆς ἀξίας, ὡς ὁ κ. Θ. Τσάτσος, διετύπωσε τοιαύτην γνώμην.
§72Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε;
§73Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καλὸν εἶναι νὰ μὲ ἀφήσετε ἀπόψε, διότι δὲν εἶμαι καλὰ εἰς τὴν ὑγείαν μου ὥστε νὰ ἀνταλλάξω διαξιφισμούς.
§74Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ διαξιφισμῶν, πρόκειται νὰ σᾶς παράσχω μίαν διασάφησιν, εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον. Κύριε συνάδελφε, δὲν πιστεύω, νὰ μοῦ ἀποδώσητε τὴν πρόθεσιν νὰ ἀμφισβητήσω, δὲν ἀμφισβητῶ ποσῶς ὅ,τι ἔγραψα ἀνταποκρίνεται πλήρως εἰς τὴν ἰδικήν μου σκέψιν. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ ἀποσαφηνίσω εἶναι ὅτι πράγματι τὸ κόμμα τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἀνέλθει εἰς τὴν Ἐξουσίαν, δὲν εἶναι δυνατὸν ἀντικειμενικῶς νὰ ἔχῃ ἀπολύτως αὐτὴ τὴν συνείδησιν τὴν καθολικὴν τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις. Τὸ κόμμα ἐμπνέεται κυρίως ἀπὸ τὰς ἰδίας αὐτοῦ δυνάμεις, ὅταν δὲν εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ ὑφίστανται κατευθύνσεις αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἐπίσης μερικὸν χαρακτῆρα. Βεβαίως εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο ὅλοι νὰ εἴχομεν τόσον ἐξυψωθῆ καὶ τόσον νὰ εἴχομεν ἀναπτύξει τὴν πολιτικήν μας συνείδησιν, ὥστε ἐὰν εἶναι πράγματι δυνατὸν ὅλοι νὰ εἴχομεν αὐτὴν τὴν ὑψηλὴν κρατικὴν συνείδησιν, ὁ νομοθέτης ὅμως ὁ συνταγματικὸς τοῦ ὁποίου τὴν......
§75Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ὅμως διακοπὴ αὐτή, εἶναι ἀγόρευσις.
§76Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Τὴν διακοπὴν δὲν τὴν προεκάλεσα ἐγώ.
§77Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ τώρα τὴν προκαλεῖτε.
§78Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Λέγω ὅτι ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης ὁ ὁποῖος ἔχει δώσει εἰς τὸ Κράτος τὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἰδίως πολιτεύματος τὴν μορφὴν μιᾶς διαλογικῆς συζητήσεως τὶ ἠθέλησεν; Ἠθέλησεν νὰ ὑπάρχουν ἐπὶ μέρους ἀπόψεις αἱ ὁποῖαι εἶναι αἱ ἀπόψεις τῶν κομμάτων καὶ ἠθέλησε ἡ συνισταμένη, ὡς κορυφὴ τοῦ Κράτους νὰ εἶναι ἡ γενικὴ ἀντίληψις. Ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἀντίθετο πρὸς τὴν μορφὴν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος αὐτὸ ποὺ ὑπεστήριξα, ἀλλὰ ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν βαθυτέραν λογικὴν σύστασιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. (χειροκροτήματα).
§79Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐν τούτοις ἡ κοινὴ λογική, κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην, λέγει, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν δὲν εἶναι συμφέρον νὰ προσπαθῇ μόνον κατὰ πάντα τρόπον χωρὶς τὴν γενικὴν συνείδησιν τοῦ Κράτους ν’ ἀνέλθῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τότε μόνον ν’ ἀναπτύξῃ Κρατικὴν συνείδησιν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀποδεικνύῃ κατὰ πᾶσα περίστασιν πᾶν κόμμα εὑρισκόμενον ἔστω εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι ἔχει τὴν συνείδησιν τοῦ Κράτους, διὰ νὰ ἐμπνεύσῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Λαόν. (Χειροκροτήματα). Τέλος πάντων, ὑμεῖς οἱ ἀκροαταὶ κρίνατε μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Τσάτσου. Τώρα, ἔρχομαι εἰς μίαν ἄλλην διαφωνίαν μὲ τὸν δεύτερον ὁμιλήσαντα, τὸν φίλτατόν μας ἀξιότιμον κύριον Ἀδ. Νικολαΐδην, φίλτατόν μας κατὰ πᾶσαν περὶ αὐτοῦ πεποίθησιν, διότι καὶ ἡ ἱκανότης του εἶναι ἐξαιρετικὴ καὶ ὅλος του ὁ βίος ἐμπνέει ἀγάπην. Ἀλλὰ μοῦ συνέβη τέλος πάντων τὸ ἀτύχημα νὰ διαφωνῶ ἀπόψε πρὸς αὐτόν. Ἐξύμνησε τὴν ἀποκέντρωσιν! Ἡ ἀποκέντρωσις, κύριε συνάδελφε, εἶναι ἐφεύρημα ἐκείνων κατὰ τῶν ὁποίων ἔχει κηρύξει πόλεμον τώρα, ὅπως ἔλεγον καὶ πρὸ ἡμερῶν, ὁ μέγας νικητὴς τοῦ παγκοσμίου πολέμου, τοῦ τελευταίου, μέγας καὶ κατὰ τὴν πεῖραν τὴν πολιτικὴν καὶ κατὰ τὴν ἐπιστήμην, ὁ Οὐΐνστων Τσῶρτσιλ, λέγων ὅτι συμβουλεύει μετὰ ἐπιμονῆς νὰ προφυλαχθῇ ἡ Ἀνθρωπότης ἀπὸ τὰ κηρύγματα τοῦ ἀριστερισμοῦ, ἀπὸ τὰ κηρύγματα παντὸς εἴδους Σοσιαλισμοῦ, ἀπὸ τὰ κηρύγματα τοῦ ἀδελφοῦ των «Κομμουνισμοῦ». Ἡ ἀποκέντρωσις εἶναι εἰς τὰ κηρύγματα τοῦ ἀριστερισμοῦ καὶ δὲν παραξενεύομαι διότι ἐπεδιώχθη ἀπόψε νὰ ὑπάρξῃ θετὸς πατὴρ παρ’ ἡμῖν τῆς ἀποκεντρώσεως ὁ Ἀρχηγὸς Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος. Ἡ ἀποκέντρωσις θέλει καὶ ἐπιδιώκει ἀποσύνθεσιν τοῦ Κράτους.
§80Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Διαφωνεῖτε πρὸς τὸ πρόγραμμα τοῦ κόμματος εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκετε;
§81Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διαφωνῶ ἐγὼ καὶ συμφωνεῖτε σεῖς, κύριε συνάδελφε. Ὑπάρχουν καὶ εἰς τὴν Ἀμερικὴν ἀναμφιβόλως, ὑπάρχουν καὶ ἐκεῖ ἀριστεροὶ καὶ γίνεται καὶ ἐκεῖ προσπάθεια καὶ ἀγὼν διεξάγεται, ν’ ἀπαλλαγῇ καὶ ἡ μεγάλη ἐκείνη Χώρα, πρὸς τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν ἡμεῖς εὐγνωμοσύνην, ν’ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὴν αὐτὴν πληγὴν τοῦ ἀριστερισμοῦ. Διότι ἡ ἀποκέντρωσις εἶναι ἀποσύνθεσις τοῦ Κράτους καὶ ἐπιδιώκεται καὶ ἐκεῖ μία τις ἀποσύνθεσις, διὰ νὰ δυνηθοῦν εὐκολώτερον οἱ ἀποτελοῦντες τὴν συνωμοτικὴν Σπεῖραν ἐναντίον τοῦ Χριστιανικοῦ Κόσμου καὶ Πολιτισμοῦ, νὰ καταλύσουν πᾶσαν κρατικὴν δύναμιν καὶ νὰ ἐπικρατήσουν εἰς ὅλην τὴν Ἀνθρωπότητα. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν τὸ πρόγραμμα αὐτὸ ἔχει ἀρχίσει ἐντατικῶς ἀπὸ τοῦ 1911. Τότε κατωρθώθη μὲ αὐτὰ τὰ δημοκοπικὰ κηρύγματα νὰ καταργηθῇ ὁ θεσμὸς τῶν Δήμων μας καί, ὡς εἶπον τότε, διὰ τῆς μακροτέρας καθ’ ὅλον τὸν πολιτικόν μου βίον ἀγορεύσεως, ἀγορεύσεως διαρκείας 4½ ὡρῶν, κατωρθώθη «ὁ ἀποσκυβαλισμὸς τῆς Χώρας μας», διότι ἐὰν ὑπῆρχον ὅπως ὑπῆρχον δήμαρχοι, οἱ πρώην δήμαρχοι, οἱ ὑποψήφιοι δήμαρχοι, ἐὰν ὑπῆρχε δηλαδὴ σταθερῶς, μὲ βελτίωσιν τοῦ νόμου περὶ Δήμων βέβαια, ἐὰν ὑπῆρχε σταθερῶς τὸ πρωταρχικὸν ἐκεῖνο τῆς Πολιτικῆς καὶ Κοινωνικῆς Ἱεραρχίας τῆς Χώρας μας θεμέλιον, ἀδύνατον θὰ ἦτο νὰ ἐπικρατήσῃ τὸ Ε.Α.Μ. Μετὰ τοῦτο, ἐπεδιώχθη ἡ παράλυσις καὶ τοῦ δευτέρου βαθμοῦ τῆς Πολιτικοκοινωνικῆς μας Ἱεραρχίας, ἡ παράλυσις τοῦ κύρους, τῆς ἐπιρροῆς, τῆς διασφαλίσεως τὴν ὁποίαν ἐπιτελεῖ ὁ θεσμὸς τῆς Ἱεραρχίας τῶν βουλευτῶν, τῶν πρώην βουλευτῶν, τῶν ὑποψηφίων βουλευτῶν, διὰ τῆς ἱδρύσεως πρῶτον τοῦ πολιτικοῦ γραφείου τοῦ Πρωθυπουργοῦ, συγκεντροῦντος πᾶσαν ἐπιρροὴν εἰς ὅλην τὴν Χώραν καὶ τρόπον τινὰ ταπεινοῦντος τὸ κῦρος τῶν βουλευτῶν καὶ διὰ τῶν ψηφοδελτίων, διὰ τῶν σταυρῶν, διὰ τοῦ ἀναρχικοῦ συστήματος τῆς ἀναλογικῆς ἐκλογῆς, ἡ ὁποία ἐγέννησεν εἰς τὴν Ἰταλίαν τὸν Φασισμόν, εἰς τὴν Γερμανίαν τὸν Χιτλερισμόν, εἰς τὴν Ρουμανίαν τὸν Μοναρχισμόν, εἰς τὴν Γιουγκοσλαβίαν ἐπίσης καὶ εἰς τὴν Πατρίδα μας τὴν παράλυσιν τὴν κοινοβουλευτικήν, τὴν ὁποίαν ὑφιστάμεθα καὶ ἡμεῖς τώρα ἀπὸ τοῦ 1946 καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ καταρτίσωμεν μίαν Κυβέρνησιν μὲ μίαν ἑνιαίαν ἔμπνευσιν, ἑνιαίαν λογικὴν καὶ ἐπιβολήν, διὰ νὰ κυβερνήσῃ ὡς ἀπαιτοῦν αἱ περιστάσεις τῆς Πατρίδος μας. Προχωροῦμεν εἰς τὸ πρόγραμμα αὐτό. Βέβαια σᾶς τὸ εἶπον καὶ ἄλλοτε, ἀλλὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ ἐπαναλάβω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας αὐτὰ τὰ πράγματα. Κατὰ τὸ 1930 προσήχθη νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, μὲ τὸν τίτλον «Καταστατικὸν τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων», ἐξάδελφον τοῦ συζητουμένου σήμερον νομοσχεδίου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις σχεδὸν κατελύετο, ἡ Βουλὴ ἐξουθενοῦτο καὶ ἐλάμβανον πᾶσαν ἐξουσίαν εἰς τὴν Χώραν τὰ Σωματεῖα τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων, μία ὑπαλληλοκρατία ἀπόλυτος. Καὶ ἔρχομαι νὰ ἀπαντήσω εἰς μίαν διακοπὴν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κυρίου Οἰκονομίδη, ὅτι τάχα πρῶτος ὁ Βενιζέλος ἀπεδέχθη τὴν θεωρίαν περὶ ἀποκεντρώσεως. Καὶ ὁ Βενιζέλος τότε υἱοθέτησε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο. Διεξήχθη μεταξὺ ἐμοῦ καὶ αὐτοῦ φιλονικία σφοδροτάτη εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς. Καὶ ἡ Βουλή, ἀντιληφθεῖσα περὶ τίνος πρόκειται ὀρθία ὅλη ἐχειροκρότει πᾶσαν φράσιν μου. Καὶ ὁ Βενιζέλος ὁ ὁποῖος μοῦ εἶχεν εἴπει πρωτύτερα: «δὲν θὰ σοῦ περάσῃ, θὰ ψηφισθῇ ἀπόψε τὸ νομοσχέδιον: θέτω ζήτημα ἐμπιστοσύνης», ἀντιληφθεὶς τὴν Βουλὴν ὅλην ὀρθίαν καὶ χειροκροτοῦσαν ἑκάστην φράσιν μου, περίφοβος, τρόπον τινά, ὁ ἐξαιρετικὸς ἐκεῖνος πολιτικὸς ἀνὴρ εἰς τὴν Ἱστορίαν τῆς Πατρίδος μας, εἶπεν: Ὅταν εἶναι αὐτὴ ἡ κατάστασις, ἀποσύρω τὸ νομοσχέδιον. Καὶ τὸ ἀπέσυρε. Πῶς διεξάγεται σήμερον τοιαύτη συζήτησις ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Κράτους; Ἔλεγον καὶ προχθές, ὅτι, ὅταν λέγωμεν Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα, ἐννοοῦμεν ἀπὸ τοῦ Α μέχρι τοῦ Ω τὸν Πρωθυπουργόν. Ποῦ εἶναι ὁ ρυθμιστὴς τῶν κοινοβουλευτικῶν συζητήσεων; Ποῦ εἶναι οἱ κατόπιν αὐτοῦ ὑπεύθυνοι κατὰ τὴν συμβατικὴν συγκρότησιν τῆς νῦν Κυβερνήσεώς μας, οἱ τρεῖς Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων; Δὲν εἶναι κοινοβουλευτική, κύριοι, ἡ συζήτησίς μας. Τίς πταίει εἰς αὐτό; Πολὺ πταίει τὸ ἐκλογικὸν σύστημα τῆς Ἀναλογικῆς. Λοιπόν, μετά τινας μῆνας ἀπὸ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπεδίωκεν ἡ ὑπαλληλοκρατία, κατώρθωσαν νὰ παραπείσουν τὸν ἀείμνηστον Ἐλευθέριον Βενιζέλον νὰ ψηφισθῇ εἷς νόμος τραγελαφικός, ὁ ὁποῖος δὲν κατωρθώθη οὔτε ἐπὶ μίαν ἡμέραν νὰ ἐπικρατήσῃ, ἐνῷ ἐψηφίσθη, λέγω, οὔτε ἐπὶ μίαν ἡμέραν ἐφηρμόσθη! Μετὰ πολλὰς σκέψεις καὶ δισταγμοὺς μὲ συμπεριέλαβεν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, τὴν ὁποίαν διώριζεν ὁ ψηφισθεὶς ἐκεῖνος περίεργος νόμος. Αὐτὸ ἦτο τὸ περίεργον, διὰ νὰ μὴ εἴπω τὸ κωμικόν. Καὶ μεταβὰς εἰς τὴν πρώτην συνεδρίασιν αὐτῆς εἶπον: Δὲν πρόκειται νὰ ἔλθω ἐδῶ νὰ συζητήσω, διότι οὔτε σεῖς θὰ συζητήσετε, οὔτε θὰ ὑπάρξῃ αὐτὸς ὁ νόμος. Καὶ ὄντως ὁ νόμος αὐτὸς ἐτέθη εἰς ἀχρηστίαν. Μετά τινας μῆνας, ἀφοῦ ἐμελέτησε τὸ θέμα καλῶς ὁ Κυβερνήτης ἐκεῖνος, ὁ ἄξιος νὰ εἶναι Κυβερνήτης — καὶ ὅστις εἶχε καὶ μίαν ἐξαιρετικὴν νομικὴν ἱκανότητα, διότι εἶχεν ἀσκήσει καὶ τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα ἐπὶ 23 ὁλόκληρα ἔτη εὐδοκιμώτατα, ἀντελήφθη περὶ τίνος πρόκειται καὶ εἰσήχθη τότε τὸ νομοσχέδιον «περὶ συνεταιρισμῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων», τὸ ὁποῖον κυρίως κατηρτίσθη εἰς τὸ ξενοδοχεῖον «Ὄλυμπος» τῆς Κηφισιᾶς ὑπὸ τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου καὶ ἐμοῦ. Καὶ τοιουτοτρόπως ἀπεφύγομεν τότε τὴν ἐπίθεσιν πρὸς ἀποκέντρωσιν, πρὸς ὑπαλληλοκρατίαν, δηλαδὴ πρὸς ἀποσύνθεσιν τοῦ Κράτους. Ὅταν, κύριοι, λέγωμεν ὅτι δὲν ἐπιθυμοῦμε τὴν ἀποκέντρωσιν, δὲν λέγομεν ὅτι ἐπιθυμοῦμεν τὴν ἀπόλυτον μοναρχίαν! Πῶς εἶναι δυνατόν, μάλιστα, νὰ ἔχωμεν ἀπόλυτον μοναρχίαν ἐφ’ ὅσον ἔχομεν Βουλήν, Βουλὴν ἐλέγχουσαν, Βουλὴν προερχομένην ἐκ τοῦ Λαοῦ, Βουλὴν πιστεύουσαν εἰς τοὺς δημοκρατικοὺς θεσμούς; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιθυμοῦμεν ἀποσύνθεσιν τοῦ Κράτους, χωρὶς νὰ ὑπάρχουν αὐτοὶ οἱ θεσμοὶ τῆς ἀποκεντρώσεως, ὅταν εἶναι τόσον ρηταὶ αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ὅταν εἶναι τόση ἡ ἑνότης τῆς Πατρίδος, καί, ἑπομένως, τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ ὑπὲρ αὐτῆς; Δὲν ἐπιτρέπεται, κύριοι, νὰ θεωρηθοῦν αἱ λέξεις ἐμοῦ πρόχειροι. Διότι εἶναι αἱ λέξεις περὶ ἀποκεντρώσεως καὶ αὐτοδιοικήσεως λέξεις αὐθαίρετοι, ἐσωτερικὴν ἔννοιαν καὶ δὴ σημασίαν δημοκρατικὴν δὲν ἔχουν, δὲν ἔχουν, δὲν ἔχουν! Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὴν διακοπὴν περὶ τῶν Ἀμερικανῶν. Εἶπον κατ’ ἐπανάληψιν καὶ θεωρῶ καθῆκον μου νὰ τὸ λέγω κατὰ πάσας τὰς ἡμέρας καὶ ὥρας, ὅτι εἶναι ἀφιλότιμος ὁ Ἕλλην, ὁ ὁποῖος δὲν αἰσθάνεται εὐγνωμοσύνην πρὸς τὴν μεγάλην Συμπολιτείαν τῆς Ἀμερικῆς. Ἀλλὰ καὶ εἶναι ἀμαθὴς ἐντελῶς καὶ ἀνόητος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀγνοεῖ ὅτι εἰς τὸ Κράτος ἐκεῖνο λειτουργεῖ μία δημοκρατία ἰδιοτρόπων θεσμῶν, δημοκρατία, ἡ ὁποία προκαλεῖ ἀληθῶς τὸν θαυμασμόν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι δὲν ὑπάρχουν καὶ εἰς τὴν Χώραν ἐκείνην σοσιαλισταί, ἀριστεροί, κομμουνισταὶ φανατικοὶ ἀκόμη.
§82ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔχουν ἀποκέντρωσιν καὶ αὐτοδιοίκησιν ἐκεῖ, κύριε συνάδελφε;
§83Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι! Περιμένετε νὰ ἀκούσετε τὶ ἔχουν. Θὰ εἰσέλθω ἐκεῖ ἀκριβῶς διὰ νὰ ἐλέγξω τὸ νομοσχέδιον. Ὅταν, κύριοι εὑρισκόμην εἰς τὴν Ἀμερικήν, κατὰ τὸ 1921–1923 ἀρχομένου, ἐπειδὴ εἶχον προϋπάρξει Νομάρχης Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, μὲ ἀπεκάλουν Ἀγγλιστὶ «EX–GO-VERNOR OF ATHENS» — «πρώην κυβερνήτης τῶν Ἀθηνῶν».
§84ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δηλαδὴ ἂν πάῃ κι’ ὁ Ροβάκης εἰς τὴν Ἀμερικήν, τὸ ἴδιο θὰ τὸν λέγουν; (Γέλωτες).
§85Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Περιμένετε, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἀκούσητε, διότι ὄχι μόνον ὁ κύριος συνάδελφος, διακόπτων, ἀλλὰ καὶ ἄλλος, φέρων ὄνομα καὶ τίτλον ἀξιωματικόν(!) ὡμίλησε πρὸ ἡμερῶν περὶ τοῦ Πολιτεύματος τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας, ὡμίλησε καὶ ἐκεῖνος ἐν παντελεῖ ἀγνοίᾳ τοῦ θέματος. Εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας κύριοι, ἔχουν 48 Πολιτείας, ἑκάστη τῶν ὁποίων ἔχει Κυβερνήτην, ἐκλεγόμενον ὑπὸ τῆς ἰδικῆς της Βουλῆς καὶ Γερουσίας. Ὁ Κυβερνήτης, βέβαια, ἐκεῖνος δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν Κεντρικὴν Κυβέρνησιν. Διατί; Διότι εἶναι Κυβερνήτης Κράτους — εἶναι Κράτος ἑκάστη Πολιτεία. Ἡ Πενσυλβανία αἴφνης ἔχει πληθυσμὸν ὑπὲρ τὰ εἴκοσι πέντε ἑκατομμύρια, ἄλλαι Πολιτεῖαι δέκα πέντε, δώδεκα, ὀκτὼ ἑκατομμύρια, οὐδεμία Πολιτεία ἔχει πληθυσμὸν μικρότερον τῶν δύο ἑκατομμυρίων. Εἶναι Κράτη διακεκριμένα. Λοιπόν, διότι ἐκεῖ εἶναι 48 Πολιτεῖαι διακεκριμέναι μὲ Βουλὴν καὶ Γερουσίαν ἰδικάς των, μὲ Κυβερνήτην ἐκλεγόμενον ὑπ’ αὐτῶν, μὲ νομοθεσίαν ἰδικήν των, μὲ ἀστυνομίαν χωριστήν, διὰ νὰ διέλθῃ στρατὸς τῆς Κεντρικῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ μίαν Πολιτείαν πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἄδειάν της, διότι λοιπὸν ὑπάρχουν τοιαῦται Πολιτεῖαι συνδεδεμέναι εἰς ἕνα γενικὸν Κράτος μὲ μίαν Κυβέρνησιν ἰσχυροτάτην, μὲ μίαν παντοδυναμίαν, δύναταί τις εἰπεῖν, σχεδὸν εἰπεῖν, Γερουσίαν, διὰ τοῦτο πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ καταρτίσωμεν νομοὺς ἢ καὶ ἐπαρχίας, ὅπως ἤρχισε νὰ ζητῆται, μὲ ἀποκεντρωμένον νομάρχην, μὲ αὐτοδιοίκησιν, μὲ ἀποσύνθεσιν ἀπὸ τῆς Κεντρικῆς Κυβερνήσεως; Θέλουν, κύριοι τὰ ζητήματα μίαν μελέτην βαθυτέραν. Δὲν τὰ συζητοῦμεν καθὼς πρέπει. Νὰ μὲ συγχωρῆτε. Χθές, συγχωρήσατέ μου νὰ κάμω μίαν τινὰ ἀπολογίαν, χθὲς γενομένης δεκτῆς τῆς προτάσεώς μου νὰ περιληφθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι τὸ ψήφισμα περὶ τῶν 286 Ἀναγκαστικῶν Νόμων εἰσήχθη καὶ συνεζητήθη καὶ ἐψηφίσθη κατ’ ἐξαίρεσιν, γενομένης δηλαδὴ δεκτῆς ὁμολογίας τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἦτο δι’ αὐτὴν ἁμάρτημα τοῦτο καὶ ὅτι δὲν θὰ τὸ ἐπαναλάβῃ, ἔ, εἶπον, ἂς δώσω τὴν ψῆφον μου.
§86ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅπως τὸ ἴδιον θὰ κάμετε καὶ τώρα.
§87Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ κρίνετε τοὺς ἄλλους ἀπὸ τὸν ἑαυτόν σας, νὰ προσέχετε ὅταν ὁμιλῆτε πρὸς ἐμέ, ἔχω ἐγὼ ἕνα βίον διὰ τὸν ὁποῖον εἶμαι ὑπερήφανος. Λοιπὸν ἐπίστευσα, ἤλπισα, ὅτι ἤθελον συνετισθῆ οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν τῆς Πατρίδος μας εἰς αὐτοὺς τοὺς καιρούς. Δὲν ἐπίστευον ὅτι θὰ φέρουν σήμερον τοῦτο ἐδῶ τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἐπίστευον ὅτι ἑτοιμάζονται νὰ φέρουν ψήφισμα πρὸ τοῦ ὁποίου ἡ ἀγανάκτησις καὶ ἡ ὀργὴ δικαιολογοῦνται, ψήφισμα τερατῶδες, ψήφισμα ἀνατρέπον ὁλοκλήρως τὸ Πολίτευμά μας τὸ Κοινοβουλευτικόν. Ἀλλὰ καὶ συστηματικώτερον, κύριοι, ἂς ἐξετάσωμεν πῶς ἔχει καταρτισθῆ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀπὸ μίαν Ἐπιτροπὴν Ἑλλήνων καὶ Ἀμερικανῶν. Ποῖος θὰ θεωρηθῇ ὅτι ἀσεβεῖ πρὸς τὴν μεγάλην Συμπολιτείαν τῆς Ἀμερικῆς, πρὸς τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν εὐγνωμοσύνην, ἐὰν ἰσχυρισθῇ, ὅτι οἱ δύο ἐκεῖνοι Ἀμερικανοὶ δικηγόροι χωρὶς οὐδεμίαν φήμην, οὐδεμίαν ἐγγύησιν, ὅτι ἦσαν διακεκριμένοι νομομαθεῖς; Ποῖος θὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι καὶ ἐὰν ἦσαν διακεκριμένοι νομομαθεῖς καὶ ἔμπειροι, θὰ ἠδύναντο ἐντὸς δύο ἡμερῶν, ἢ καὶ ἑβδομάδων, νὰ ἀντιληφθοῦν ποία εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ τόπου αὐτοῦ καὶ ποία ἡ συγκρότησίς του ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ κοινωνική; Καὶ ἀπόδειξις ὅτι λέγω περὶ τούτου ὀρθῶς εἶναι ὅτι εἶχον προσλάβει καὶ διατηροῦν ἀκόμη(!) σύμβουλον αὐτῶν νομικὸν ἕνα καθηγητὴν τῆς Παντείου Σχολῆς, ὁ ὁποῖος πρό τινων ἑβδομάδων ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ὁμιλῶν προεκάλεσε γέλωτας καὶ εἰρωνείας!
§88ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς λέγεται;
§89Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔ, ἔχει ἓν ὄνομα. Καὶ ἀκόμη ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκείνη εἶχε πρόεδρον, εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ ὁποίου περιλαμβάνονται καὶ τὰ ἑξῆς (Εἰς σελίδα 16 τῆς ἐκθέσεως). Ἀκούσατε: (Ἀναγινώσκει) «Ἐξαιρουμένων τῶν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προβλεπομένων περιπτώσεων κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου καὶ συστάσεως ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν, ἀπαγορεύεται οἱαδήποτε ἄλλη καὶ δὴ ἰδιαιτέρα ἀνάμιξις τῶν βουλευτῶν εἰς τὰ τῆς Διοικήσεως, ἰδίᾳ δὲ πᾶσα αἴτησις αὐτῶν πρὸς ἱκανοποίησιν προσώπων ἐν τῇ Διοικήσει. Βουλευτής, παραβαίνων τὴν ἀπαγόρευσιν ταύτην, κηρύσσεται ἔκπτωτος τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος, δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, συντιθεμένου ἐξ ἕνδεκα τουλάχιστον μελῶν, καὶ στερεῖται τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκλογιμότητος κατὰ τὰς δύο ἀμέσως ἑπομένας βουλευτικὰς ἐκλογάς. Ὁ Ἄρειος Πάγος ἐπιλαμβάνεται τῆς ὑποθέσεως ἐπὶ τῇ μηνύσει παντὸς πολίτου ἢ κατ’ αἴτησιν τοῦ παρ’ αὐτῷ Εἰσαγγελέως, τηρεῖται δὲ παρ’ αὐτῷ κατὰ τὴν ἐκδίκασιν ἡ παρὰ τοῖς Ἐφετείοις ἐπὶ ποινικῶν ὑποθέσεων δικονομία, ἥτις δὲν παρακωλύεται ἐκ τῶν περὶ βουλευτικῆς ἀσυλίας διατάξεων».
§90Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Νὰ μᾶς εἴπητε καὶ τὸ ὄνομα.
§91Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὴ βιάζεσθε. Ἐπὶ τέλους, γνωρίζετε ὅτι ἐγὼ εἶμαι καὶ φοβιτσιάρης! Λοιπόν, θέλετε τὸ ὄνομα, κύριοι, ἐπιμένετε; Ὁ κύριος Μερτικόπουλος. Κύριοι, δὲν προσέχομεν, ἀντιμετωπίζοντες μὲ ἀφέλειαν, συγχωρήσατέ μου τὴν λέξιν, τοιαῦτα νομοθετήματα, τοιουτοτρόπως συντασσόμενα. Ἐλπίζω, ὅτι θὰ δώσῃ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τὴν χαριστικὴν βολὴν ὁ ἀξιότιμος κύριος Μαυρομιχάλης, Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, περισσότερον ἔχων γνῶσιν τῶν πραγμάτων. Ὅταν, κύριοι βουλευταί, λέγωμεν, ὅτι ὁ πολιτικὸς ἀνήρ, ὁ ὁποῖος ἀναλαμβάνει τὴν πρωθυπουργίαν, φιλοδοξεῖ νὰ ἀναλάβῃ τὴν πρωθυπουργίαν καὶ ἐνίοτε μάλιστα φεύγει ἀπὸ τὰς χεῖρας του ἡ πρωθυπουργία ἐξ ἀδεξιότητός του, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ Πρωθυπουργός, ὁ ἀρχηγὸς ἑνὸς σημερινοῦ Κράτους, πρέπει ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς συχνὰ νὰ ρυθμίζῃ τὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ ἐμπνέῃ τὸ Ἔθνος, νὰ διδάσκῃ εἰς τὸ Ἔθνος ποῖοι εἶναι οἱ νόμοι, ποῖα εἶναι τὰ καθήκοντα κυβερνώντων καὶ κυβερνωμένων. Πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι δὲν παρίστανται κατὰ τὰς τοιαύτας συζητήσεις, δὲν ἔχουν δικαίωμα νὰ ἀποβλέπουν εἰς τὴν πρωθυπουργίαν, δὲν ἔχουν δικαίωμα νὰ ἡγοῦνται πολιτικῶν κομμάτων καὶ ἀκόμη ὅταν λέγωμεν ὅτι γίνεται καλὴ νομοθεσία διὰ νὰ λειτουργήσῃ καλῶς ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ συζητῶμεν καθὼς πρέπει ἀπαιτοῦνται καὶ βουλευταὶ μὲ μίαν ἐμπειρίαν καὶ λέγομεν ὅτι ὑπῆρξε μέγα δυστύχημα διὰ τὴν Πατρίδα μας, διότι ἐπὶ μίαν δεκαετίαν δὲν ἐλειτούργησε τὸ Κοινοβούλιον καὶ ἔπαυσε νὰ ὑπάρχῃ μία κτωμένη πεῖρα ἀδιάλειπτος εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ Πολιτεύματός μας. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἔρχωνται προχείρως νομοθετήματα τὰ ὁποῖα συνέταξαν μερικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπέδειξαν ποτὲ μίαν ἐξαιρετικὴν ἱκανότητα, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν οὐδεμίαν πολιτικὴν ἐμπειρίαν. Τοιαῦτα νομοσχέδια πρέπει νὰ τὰ συντάσσουν μόνον πολιτικοὶ ἄνδρες ἔμπειροι καὶ ἐπιστήμονες βαθέως κατηρτισμένοι. Εὑρέθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν νὰ συμμετέχουν δύο Ἀμερικανοὶ δικηγορίσκοι καὶ ἓν ἄλλο ἀνθρωπάριον, ὁ τῆς Παντείου Σχολῆς Δασκαλάκης.
§92ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ δημοσιογράφος;
§93Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τῆς Παντείου λέγω καὶ ὄχι τοῦ Πανεπιστημίου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἱστορικὸς καὶ ἔπρεπε αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ εἶχε διορισθῆ πρεσβευτὴς τῆς Ἑλλάδος εἰς Οὐασιγκτῶνα ἐὰν δὲν διωρίζετο ὁ συνάδελφός μας κύριος Μπακόπουλος, ὡς πρὸ μηνὸς συνέστησα. Διότι εἰς τὸ ἐξωτερικόν, δυστυχῶς, ὑπάρχει τελεία ἄγνοια προσώπων καὶ πραγμάτων ἀκόμη καὶ σήμερον. Ἐρωτήσατε τὸν κύριον Παπαθανάσην, πρώην Ὑπουργόν, ἄλλοτε διακεκριμένον δικαστήν, ἀπὸ τὰ ἔγκριτα σήμερον μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, ἐρωτήσατε ποῖος λόγος γίνεται περὶ τῆς Πατρίδος μας εἰς ὅλην τὴν Εὐρώπην καὶ τὶ λέγεται!
§94Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, μετὰ τῶν κυρίων Μακκᾶ καὶ Ροζάκη ἐξεπροσωπήσαμεν τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ παρέμεινεν ἐπὶ 10 ἡμέρας εἰς τὸ Λονδῖνον. Ἐπανελθόντες ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ μᾶς δώσῃ τὸν λόγον καὶ νὰ ὁμιλήσωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ εἴπωμεν τὶ γίνεται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ δὲν μᾶς ἐπέτρεψεν. Ὅταν ἐπῆγα εἰς τὴν Νέαν Οὐαλλίαν μοῦ εἶπαν ὅτι ἐδῶ σφάζουν τοὺς ἐργάτες(!) Ἐκεῖ δὲν ἔχουν τίποτε τὸ ὀρθὸν καὶ ἀληθὲς εἰς τὸ μυαλό των διὰ τὴν Ἑλλάδα! Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλή, ὅπως οἱ κύριοι Ροζάκης, Μακκᾶς καὶ ἐγὼ ἐκθέσωμεν πρὸς αὐτὴν τὴν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν κρατοῦσαν περὶ ἡμῶν γνώμην!
§95ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, νὰ ὁρισθῇ μία ἡμέρα.
§96Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ ἐκφράζει αὐτὴν τὴν ἐπιθυμίαν, αὔριον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως νὰ γίνῃ ἡ ἀνακοίνωσις.
§97Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ θέσητε ἐρώτημα, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν Βουλήν, περὶ αὐτοῦ.
§98Λ. ΜΑΚΚΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐπειδὴ τὸ θέμα ἐθίγη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τοῦ βήματος κύριον συνάδελφον, καὶ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον φίλον βουλευτὴν Ἀθηνῶν κύριον Μπακόπουλον, ὀφείλω νὰ τονίσω, ὅτι πράγματι θὰ εἴχομεν νὰ ἀνακοινώσωμεν βαρυσήμαντα πράγματα εἰς τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία μόνη ἀπόκειται νὰ μᾶς ἀπαντήρῃ ἐὰν θέλῃ νὰ τὰ ἀκούσῃ.
§99ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§100Λ. ΜΑΚΚΑΣ. Ἐν ὀνόματι τῶν λεγομένων Ἐθνικῶν μυστικῶν ἀπεσιωπήθη ἀπὸ μιᾶς τριετίας ἡ ἐξέτασις τῆς διατηρήσεως τοῦ Ἐθνικοῦ μας ζητήματος ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ἐνῷ θὰ ἔπρεπε νὰ συζητηθῇ τοῦτο διὰ νὰ φωτισθῇ ἡ Βουλή. Νομίζω, ὅτι τὸ πρόσχημα τοῦτο εἶναι καιρὸς πλέον νὰ καταπέσῃ καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἀκουσθῇ.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ πρέπει πρῶτον νὰ ἐρωτηθῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀπουσιάζει, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν τοιαῦτα ζητήματα νὰ θίγωνται ἐὰν δὲν εἶναι σύμφωνος ἡ Κυβέρνησις καὶ δὴ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν.
§102Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον πρᾶγμα καὶ εἰς ἕνα διακεκριμένον ἀκόμη ἐπιστήμονα καὶ ἔμπειρον πολιτικόν, ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν νὰ σχηματίσῃ ἀκριβῆ ἀντίληψιν καὶ γνώμην περὶ προσώπων καὶ πραγμάτων μιᾶς Χώρας. Ἑπομένως δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος ἄνθρωπος, ἔστω καὶ ἂν εἶναι τόσον διακεκριμμένος, ὥστε νὰ συντάξῃ θεσμοὺς σπουδαίους εἰς μίαν Χώραν. Δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ σύγκρισις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς, ὅπου ἑκάστη Πολιτεία ἔχει χωριστὴν Κυβέρνησιν, Βουλὴν καὶ Γερουσίαν. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει 7 ἑκατομμύρια πληθυσμόν, ἐνῷ αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι τῆς Ἀμερικῆς ἔχουν 150.000.000. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν λοιπὸν ὅτι πρόκειται νὰ σεβασθῶμεν τάχα τὸ δημιούργημα τῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν περιελαμβάνοντο καὶ δύο Ἀμερικανοὶ δικηγόροι, δὲν δύναται νὰ μᾶς πείσουν, ὅπως ὑποταχθῶμεν εἰς τὰς διατάξεις του, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν καὶ εἰς τὸ κείμενόν του τὸ νομοθέτημα τοῦτο κυριολεκτικῶς καθυβρίζει τὸ Πολίτευμά μας! Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ Πολίτευμα Κοινοβουλευτικὸν χωρὶς πολιτικὰ κόμματα. Συνεπῶς ἐφ’ ὅσον θέλομεν νὰ ὑπάρχῃ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα, δὲν δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν κατάργησιν τῶν πολιτικῶν κομμάτων. Ἄρα, δὲν ἐννοεῖται καὶ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν πηγάζει ἀπὸ πολιτικὰ κόμματα. Πρέπει βέβαια νὰ βροντοφωνήσωμεν νὰ βελτιωθῇ τὸ Κοινοβουλευτικόν μας Πολίτευμα, χωρὶς κινήματα, τὰ ὁποῖα ἰδιαιτέρως συνέβησαν δυστυχῶς εἰς τὴν Πατρίδα μας, διότι κινήματα ἦσαν τὸ 1922, 23, 24, 25 καὶ 1926, ὡς καὶ τὸ 1934 καὶ 1935 καὶ 1936! Ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ σειρὰ τῶν στάσεων καὶ ἐπαναστάσεων τὸ Πολίτευμά μας θὰ ἐλειτούργει τακτικῶς καὶ νομίζω ὅτι ἐφ’ ὅσον ὅλοι εἴμεθα Ἕλληνες καὶ ἀγαποῦμε τὴν Πατρίδα μας θὰ πρέπει νὰ φροντίζωμεν διὰ τὴν τακτικὴν λειτουργίαν τοῦ Πολιτεύματός μας καὶ τὴν καλλιτέρευσιν τῆς Κυβερνήσεως τῆς Χώρας μας. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐφ’ ὅσον τὰ κόμματα εἶναι ἀπαραίτητα, δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ ἔχωμεν κόμματα, ἐφ’ ὅσον θέλομεν Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα ἐρωτῶ: εἶναι ἐπιτετραμμένον καὶ λογικὸν νὰ λέγωμεν ὅταν κυβερνοῦν τὰ κόμματα ὅτι εἶναι φαυλότης; Ἡ λέξις «Κόμμα» σημαίνει ἁμαρτίαν; Εἶναι ὀρθὸν τοῦτο νὰ λέγεται; Ἂν τὰ κόμματα ἀνθρωπίνως ἁμαρτάνουν καὶ αὐτὰ νὰ φροντίσωμεν νὰ μὴ ἁμαρτάνουν, ἀλλὰ ὄχι καὶ νὰ τὰ καταργήσωμεν. Καὶ ἐφ’ ὅσον, κύριοι λέγομεν, ὅτι ἔχομεν κόμματα, Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν, Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν καὶ Δικαστικὴν μὲ τὴν ἔννοιαν βεβαίως τῆς ἑνότητος τοῦ Κράτους, θὰ πρέπει τὰς διακρίσεις ταύτας νὰ τὰς τηρῶμεν ἵνα μὴ δημιουργῆται τραγέλαφος. Εἶναι ἐπιτετραμμένον, κύριοι βουλευταί, δικαστικοὶ ἄνδρες νὰ ἀναλαμβάνουν διοικητικὰς θέσεις καὶ λειτουργίας καὶ νὰ θέλουν νὰ καταργήσουν τοιουτοτρόπως τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν; Εἶναι νοητὸν τοῦτο κατὰ λογικὴν καὶ ἐπιστήμην οἱανδήποτε; Ποίαν θέσιν εἶχον οἱ δικασταὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θὰ ἐκλέξῃ τοὺς καλλιτέρους Νομάρχας; Ἐγένετο λόγος περὶ τῆς στάσεως τοῦ Προέδρου τοῦ Συμβουλίου ἐκείνου, τοῦ ἀξιοτίμου δηλαδὴ κ. Προέδρου τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τοῦ κ. Πουλίτσα. Βεβαιῶ τὴν Βουλὴν ὑπευθύνως, ὅτι ὁ κ. Πουλίτσας ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ἤμην πεπεισμένος ὅτι ἦτο ἀντίθετος εἰς τὴν συγκρότησιν τοῦ Συμβουλίου ἐκείνου. Κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν ἐδήλωσεν, ὅτι ἀμφιβάλλει σφόδρα καὶ διὰ τὴν Συνταγματικότητα τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ. Ἀλλὰ ἐσκέφθη καὶ εἶπεν: «Ἂς παρακολουθήσωμεν τὰς ἐργασίας τοῦ Συμβουλίου, διὰ νὰ ἴδωμεν τὸ τέλος αὐτῶν». Παρηκολούθησε καὶ ἐπείσθη περὶ τῆς ἐπιβολῆς τὴν ὁποίαν ἤσκει μέλος τοῦ Συμβουλίου, καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου γνωστὸς διὰ τὰ ἀριστερά του φρονήματα, διὰ τὴν ἀποκέντρωσιν εἰς τὴν Αὐτοδιοίκησίν του. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν κομματικήν του φανατικότητα! Πρόκειται περὶ τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου κ. Τριανταφυλλοπούλου. Δὲν ἠξεύρω ποίας πληροφορίας ἔχετε, κ. κ. βουλευταί, ἀλλὰ ἐγὼ ἔχω θετικὰς πληροφορίας, ὅτι μεταξὺ τῶν ἐκλεγέντων ὡς Νομαρχῶν εἶναι καὶ εἷς μέθυσος καὶ χαρτοπαίκτης καὶ... προαγωγός. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν ἀκόμη καὶ φυσικὴν ἱκανότητα, ὅπως ἐκλέξουν Νομάρχας, ἀνώτατοι 120 δικαστικοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουν, φυσικά, περιωρισμένον τὸν κύκλον τῶν γνωριμιῶν καὶ σχέσεών των, ἐν συνεργασίᾳ δὲ μετὰ ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων, κατωτέρας τάξεως, βιοτεχνῶν, ὑποδηματοποιῶν κλπ.; Πῶς λοιπόν, ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκλέξουν τοὺς καταλλήλους Νομάρχας, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς πείσουν, ὅτι οἱ Νομάρχαι, οἱ ὁποῖοι ἐξελέγησαν εἶναι οἱ καλλίτεροι; Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ κάτι πολὺ σπουδαιότερον κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου. Εἶναι Κράτος πολιτισμένον, Κράτος προόδου, τὸ ὁποῖον μὲ τὰς λειτουργίας του ἐμπνέει πίστιν, ἐμπνέει ἀφοσίωσιν, ὅταν ἀναθέτωμεν ἔργον τόσον σπουδαῖον, τόσον δυσχερές. εἰς ἀνθρώπους ἁπλῶς γνωρίζοντας γραφὴν καὶ ἀνάγνωσιν καὶ ἐκτελοῦντας ἐπαγγέλματα κατώτερα; Καὶ ποία εἶναι πλέον ἡ ἱεραρχία τοῦ Κράτους, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ρυθμός, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ μία ἀγωγὴ τῶν πολιτῶν ὅπως σέβωνται τοὺς ἀνωτέρους των, ὅταν συμφύρωνται εἰς ἕνα συμβούλιον αὐτῆς τῆς σημασίας καὶ σπουδαιότητος οἱ ὕπατοι δικαστικοί, ὁ Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ὁ Καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, μετὰ ὑπηρετῶν καὶ βιοτεχνῶν;
§103Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Δὲν ἀντελήφθην τὴν πλήρη σειρὰν τῆς ἀγορεύσεώς σας. Ἀπουσίαζα. Δι’ ὅσων λέγετε αὐτὴν τὴν στιγμὴν βάλλετε κατὰ τῆς συγκροτήσεως τοῦ Συμβουλίου;
§104Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἁπλῶς βάλλω; Κεραυνοβολῶ.
§105Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Καὶ χαρακτηρίζετε μ’ αὐτοὺς τοὺς χαρακτηρισμοὺς τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου αὐτοῦ; Ἂν συμβαίνῃ τὸ τοιοῦτον ἔχετε ἄδικον.
§106Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶπον· οἱ ἀνώτατοι δικασταὶ τοὺς ὁποίους σέβομαι, οἱ Ἀρεοπαγῖται τοὺς ὁποίους σέβομαι, οἱ Διευθυνταὶ τῶν Ὑπουργείων τοὺς ὁποίους σέβομαι, ἀλλὰ οἱ βιοτέχναι τοὺς ὁποίους ἀγαπῶ...
§107Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Πρέπει νὰ σέβεσθε καὶ τοὺς βιοτέχνας καὶ τοὺς ἐργάτας.
§108Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι δημαγωγία.
§109Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Δὲν ἠξεύρω, ἀλλὰ εἶναι σύγχρονον καὶ ὁμιλεῖτε ἀναχρονιστικῶς.
§110Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ὀχλοκρατικόν. Ἀγαπῶ ἐγὼ τοὺς ἐργάτας περισσότερον ἀπὸ ὑμᾶς, διότι ἐγὼ ἐργάζομαι εἰς ὅλην μου τὴν ζωήν, εἶμαι βιοπαλαιστὴς ἐγώ, σεῖς δὲν γνωρίζετε ἀπὸ βιοπάλην. Νὰ προσέχητε, ὅταν ὁμιλῆτε πρὸς ἐμέ.
§111Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Νὰ προσέχητε καὶ σεῖς.
§112Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ προσέχω. Ἐγὼ ἀγαπῶ τοὺς ἐργάτας, ἀλλὰ δὲν εἶναι οἱ ἐργάται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκλέγουν Νομάρχας. Αὐτὸ εἶναι ὀχλοκρατία, εἶναι καταστροφή, εἶναι ἀναρχία!
§113Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Εἶναι ὅμως οἱ ἐργάται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐκλέγουν καὶ σᾶς καὶ ἐμέ. (Χειροκροτήματα).
§114Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Οἱ ἐργάται ἐκλέγουν ἡμᾶς διὰ νὰ ἐκλέξωμεν ἡμεῖς τοὺς Νομάρχας.
§115Δ. ΖΗΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πέραν τῆς ἐκλογῆς οἱ ἐργάται σώζουν τὴν Ἑλλάδα μὲ τὸ αἷμα τους.
§116Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ δι’ αὐτὸ τοὺς ἀγαπῶ, εἶμαι ἐγὼ ἐργάτης ἐπὶ 59 ἔτη, καὶ δὲν δέχομαι νὰ μὲ διδάξουν διὰ νὰ τοὺς ἀγαπῶ τοὺς συναδέλφους μου ἐργάτας.
§117Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Δὲν εἶπον νὰ σᾶς διδάξω, νὰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἐργάτας. Γνωρίζω τὴν ἀγάπην σας πρὸς τοὺς ἐργάτας. Εἶπον ὅτι σήμερον, ἐν τῇ ἐξελίξει, τὰ κοινωνικὰ πράγματα, πρέπει νὰ τὰ βλέπωμεν ὑπὸ ἐντελῶς ἄλλο πρῖσμα.
§118Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν γνώμην σας.
§119Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Εἶναι ἡ γνώμη ἡ ἰδική μας καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι καὶ γνώμη τῶν περισσοτέρων ἐξ ἡμῶν.
§120Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Οἱ ἐργάται εἶναι τίμιοι πολῖται, σέβονται τοὺς ἐπιστήμονας, ἀλλὰ ὄχι καὶ νὰ ἀναλαμβάνουν ἔργα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς τὸ Κράτος. Ἄλλη ἡ δημοκοπία καὶ ἄλλη ἡ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἐργάτας καὶ τὸν Λαόν. Ἡ ἔλλειψις προσοχῆς, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἀπεδεικνύετο τρανότερον ἂν προσεκομίζοντο ἐνταῦθα ὅλα τὰ στοιχεῖα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἀπεφάνθη τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο, διὰ νὰ ἴδωμεν διὰ ποῖον λόγον, ἐγένετο συζήτησις, ὡς ἐπληροφορήθην, ἂν ὁ Νομάρχης θὰ εἶναι 25 ἐτῶν τοὐλάχιστον καὶ κατέληξαν εἰς τὸ ὅτι πρέπει νὰ εἶναι 30 ἐτῶν, ἀλλὰ εἰς τὸ τέλος διώρθωσαν καὶ εἶπον 28 ἐτῶν. Ποῖος ἆράγε νὰ εἶναι ὁ 28 ἐτῶν; Μὲ ποῖον τάχα συνδέεται; Ποῖος εἶχε τάχα τὸ ἐνδιαφέρον διὰ νὰ ὁρίσουν τὸ 28 ἐτῶν;
§121Π. ΝΤΕΝΤΙΔΑΚΗΣ. Ἡ γνώμη ἀνήκει εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ δὲν ἐνδιαφέρει κανένα.
§122Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὡς Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, σᾶς λέγω, ὅτι ἡ Ἐπιτροπή, ἐπρότεινε νὰ ὁρισθῇ ἡ ἡλικία 30 ἐτῶν, Διότι ἐσκέφθην, ὅτι ἀπαιτοῦνται 6 χρόνια διὰ τὸ Δημοτικόν, καὶ 6 διὰ τὸ Γυμνάσιον 12 καὶ 6 ποὺ θὰ ἦτο πρὶν τὸ ὅλον 18 καὶ 8 διὰ τὸ Πανεπιστήμιον 26. Λογικῶς λοιπὸν σκεπτόμενοι εἴδαμεν, ὅτι ἀπαιτοῦνται 25 χρόνια διὰ θεωρητικὰς μελέτας. Κατὰ συνέπειαν, βγαίνοντας εἰς τὴν Κοινωνίαν, δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ ἡλικίαν 25 ἐτῶν, νὰ διοικήσουν, διότι πρέπει νὰ ἔχῃ πεῖραν τῶν κοινωνικῶν ἐν γένει πραγμάτων. Δι’ αὐτὸ ἡ Ἐπιτροπή, εἶπεν, ὅτι πρέπει τοὐλάχιστον νὰ εἶναι 30 ἐτῶν. Τοῦτο ἀπεδέχθη καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§123Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντ. Κυβ.). Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, ποίαν ἡλικίαν δύνανται νὰ ἔχουν;
§124Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κακῶς 25. Ἐγὼ τὴν παίρνω ὡς πρόκλησιν ἐναντίον μου. Καὶ ἀπαντῶ, ὅτι ἔκαμα ἀγῶνα εἰς τὰ 1911, ἐναντίον αὐτῆς τῆς δημοκοπίας. Καὶ ἀπὸ τότε, ναί’ εἰσέρχονται, εἰς τὸ Κοινοβούλιον εἰκοσιπενταετεῖς νεανίσκοι, οἱ ὁποῖοι δέν ἤσκησαν ἓν ἐπάγγελμα, διὰ νὰ εἶναι ἄνθρωποι τῆς πιάτσας, νὰ ἔρχωνται ἐδῶ νὰ κυβερνοῦν.
§125Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Τοὐλάχιστον 30.
§126Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὴ λησμονῆτε ὅτι ὑπῆρξε κἄποτε μία ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν, βέβαια θὰ ἦτο ὑπερβολὴ τώρα, τότε ἴσως δὲν ἦτο ὑπερβολή, εἰς τὴν ἀρχαιότητα ἔλεγον: «τὶς τῶν ὑπὲρ τὰ πεντήκοντα ἔτη γεγονότων ἀγορεύειν βούλεται;». Ποῖος ἀπὸ τοὺς δικηγόρους ἐξ ἡμῶν — καὶ ἐγώ, κύριοι, ἐπῆρα ἄριστα ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιον καὶ ἄριστα εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον— ποῖος δὲν ἔκανε σφάλματα κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος, ποῖος δὲν ἐδοκίμασε τοιαῦτα παθήματα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐγένοντο μαθήματα; Ἐρωτῶ τὸν κ. Ναύαρχιν, ὅταν ἦτο ἀνθυποπλοίαρχος, θὰ ἠδύνατο νὰ κυβερνήσῃ ἓν μέγα πλοῖον;
§127Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Σημαιοφόρος.
§128Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἀνθυποπλοίαρχος ἀκόμη. Δὲν ἐκάματε σεῖς κ. Ντεντιδάκη σφάλματα εἰς τὸ πρῶτον, δεύτερον, τρίτον ἔτος τοῦ ἰατρικοῦ σας ἐπαγγέλματος;
§129Π. ΝΤΕΝΤΙΔΑΚΗΣ. Ἀσφαλῶς.
§130Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅσοι δὲν ἤσκησαν ἐπάγγελμα, δὲν ἔχουν ἱκανότητα νὰ κυβερνήσουν.
§131Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Νὰ τὸ θέσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα.
§132Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔπρεπε νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα. Λοιπόν, τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν Νομοθέτημα ἀντίκειται εἰς τὸ Πολίτευμά μας. Νὰ καταργήσωμεν ὁριστικῶς τὴν Ἀναλογικὴν ἐκλογήν. Ἐὰν ἦτο δυνατόν, νὰ θεσπίσωμεν μερικὰ προσόντα, διὰ τοὺς ὑποψηφίους βουλευτάς, ἠθέλαμεν ἀνυψώσει τὴν ἀξίαν τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, θ’ ἀνυψοῦτο, λέγω, φυσικὰ ἡ ἀξία καὶ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ κυβερνᾷ ἓν κόμμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Κυριάρχου Λαοῦ, καὶ τὸ κόμμα αὐτὸ ἔχον μέλη του ἀνθρώπους του, θὰ διορίζῃ τοὺς καταλληλοτέρους Νομάρχας.
§133Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντ. Κυβερνήσ.). Ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς κάμω μίαν διακοπὴν ἀκόμη;
§134Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μάλιστα, κ. ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἀλλὰ προσέξατε, κ. Πρόεδρε, διὰ νὰ εἶσθε ὠφελημένος ὅταν διακόπτετε.
§135Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντ. Κυβερν.). Ἐγὼ δὲν ἐκύτταξα ποτὲ τὴν ἄποψιν τῆς ὠφελιμότητος.
§136Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ διὰ τοῦτο σημειώνετε ἀποτυχίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§137Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντ. Κυβ.). Θέλω νὰ σᾶς ἐρωτήσω τὸ ἑξῆς: Τὸ πρόγραμμα τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὑπὸ τοῦ ὁποίου ἐξελέγητε, προβλέπει περὶ τοῦ θεσμοῦ τῶν Νομαρχῶν; Ναί, ἢ οὔ; Καὶ ὑπεστηρίχθη ὅτι οἱ Νομάρχαι πρέπει νὰ καταστοῦν ὄργανα ἀνεξάρτητα τῆς μορφῆς, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ τοὺς δώσητε αὐτὴν τὴν στιγμήν; Σᾶς ἐρωτῶ. Ναὶ ἢ οὔ;
§138Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι τὸ πρόγραμμα τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἐγὼ δὲν τὸ ἀνέγνωσα. (Γέλωτες).
§139Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντ. Κυβ.). Αὐτὴ ἡ ὁμολογία σᾶς ἀπαλλάσσει τῆς εὐθύνης.
§140Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κάμνω καὶ μίαν ἄλλην ὁμολογίαν, ὅτι οὔτε θὰ τὸ ἀναγνώσω. Ἀλλὰ ἐγὼ προσῆλθον εἰς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, καὶ ἐὰν παύσω νὰ εἶμαι βουλευτὴς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, θὰ ψηφίσω ὑπὲρ αὐτοῦ ὡς ἁπλοῦς πολίτης καὶ ψηφοφόρος, διότι ἐπίστευον κατὰ τὰς ἐκλογάς, πιστεύω καὶ τώρα, ὅτι μόνον τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἔχει ἐπάρκειαν δυνάμεως, διὰ νὰ συγκρατήσῃ τὸ Κράτος, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν λειτουργίαν τοῦ Πολιτεύματος. Λυποῦμαι ὅμως μὲ ὅλην μου τὴν ψυχήν, δι’ ὅλα αὐτά, τὰ ἀλλεπάλληλα σφάλματα τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, διὰ τὴν ὑπερβολικὴν καλωσύνην καὶ ὑποχωρητικότητα τοῦ Ἀρχηγοῦ του, ἡ ὁποία κατὰ πᾶσαν ἡμέραν ζημιώνει τὸ Λαϊκὸν Κόμμα καὶ δὲν ἠξεύρω πῶς θὰ σωθῇ ἡ Πατρίς μου, ἅμα δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἓν μέγα κόμμα ὡς τὸ Λαϊκόν.
§141Δ. ΖΗΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ μέγα κόμμα θὰ τὸ δώσῃ ὁ Λαός.
§142Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἕν μέγα κόμμα, μὲ ἐπάρκειαν δυνάμεων, διὰ νὰ συγκρατῇ τοὺς θεσμούς, διὰ νὰ συγκρατῇ τὴν δημοσίαν τάξιν, διὰ νὰ συγκρατῇ τὸν ἀπαραίτητον θεσμὸν τῆς Βασιλείας. (Χειροκροτήματα). Ἐγώ, κύριε συνάδελφε, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι εἰς τὴν ἡλικίαν σου δὲν εἶσαι ὥριμος νὰ ἐκλέγεσαι βουλευτής.
§143Δ. ΖΗΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπῆρξαν ὅμως ἐλεύθεροι πολῖται οἱ ὁποῖοι μὲ ἐτίμησαν μὲ τὴν ψῆφον των διὰ νὰ παρίσταμαι ἀκριβῶς εἰς τὴν θέσιν αὐτήν.
§144Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ καλῶς παρίστασθε. Καὶ μάλιστα ὁμολογῶ, ὅτι ἔχετε καὶ τὴν Ἑλληνικὴν ἀρετήν, τὴν ἐξαιρετικὴν Ἑλληνικὴν ἀρετήν, νὰ σέβεσθε τοὺς πρεσβυτέρους σας, τὴν ὁποίαν ἀρετήν, δὲν ἔχουν μερικοὶ ἄλλοι. Ἐγὼ ἐκουράσθην καὶ ἕνεκα τῆς ὥρας, καὶ ἕνεκα τοῦ καιροῦ καὶ ἕνεκα τῆς ἡλικίας καὶ ἕνεκα μικρᾶς τινὸς προσβολῆς τῆς ὑγείας μου. Ἀλλὰ λέγω, πρὸς ὑμᾶς, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ Κράτος Κοινοβουλευτικόν, δηλαδὴ Κράτος κυβερνώμενον ὑπὸ Κόμματος καὶ νὰ μὴ διορίζῃ ἐκεῖνο τοὺς κυρίους λειτουργοὺς τῆς Διοικήσεως. Ὁ μεγαλύτερος πολιτικὸς καὶ στρατιωτικὸς ἀνὴρ τῆς Ἑλληνικῆς ἀρχαιότητος ἦτο ὁ Θεμιστοκλῆς. Εἶπον πρὸς αὐτὸν κάποτε: «Θεμιστόκλες, σοῦ ἀπαγγέλεται μομφή». Καὶ εἶπε: «Νὰ τὴν ἀκούσω». «Προτιμᾶς εἰς τὰς διαφόρους λειτουργίας τῆς Πολιτείας τοὺς φίλους σου ἀπὸ τοὺς ἀντιπάλους σου». Καὶ ἀπήντησεν ὁ Θεμιστοκλῆς, ὁ μεγάλος Θεμιστοκλῆς: «Τὸ ἀντίθετον θὰ ἦτο καὶ ἀνήθικον. Διότι τοὺς φίλους μου τοὺς γνωρίζω, ἐνῷ περὶ τῶν ἀντιπάλων μου δὲν ἔχω τόσην γνῶσιν, ὅσην ἔχω τῶν φίλων μου». Ὅταν λοιπὸν λέγωμεν ἓν Κόμμα, κύριοι βουλευταί, ἐννοοῦμεν ἕνα ὀργανισμόν, ἕνα μέγα ὀργανισμόν, ὁ ὁποῖος ἔχει τοὺς ἀρχηγούς του, τοὺς ἀξιωματικούς του, τοὺς ὑπαξιωματικούς του, τοὺς στρατιώτας του, τοὺς καταλλήλους διὰ τοῦτο, τοὺς ἐπιτηδείους δι’ ἐκεῖνο, τοὺς ἐπιδεξίους διὰ τὴν ἄλλην λειτουργίαν. Καὶ ἐρωτᾶται: Δύναται νὰ λειτουργήσῃ κατ’ ἄλλον τρόπον ἁρμονικῶς τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα; Διότι, φαντασθῆτε, ἐὰν ὁ δῆθεν θετὸς πατὴρ τοῦ θεσμοῦ τούτου εἶναι εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ εἶχεν ἐκεῖνος διορίσει τοὺς Νομάρχας, ποία θὰ ἦτο ἡ θέσις τῆς διαδόχου Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία θὰ προέρχεται ἀπὸ ἄλλο Κόμμα; Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία ἁρμονία, ἀλλὰ εἶναι ἀσέβεια, εἶναι βλασφημία νὰ λέγωμεν, νὰ δημοκοποῦμεν, νὰ προπαγανδίζωμεν, ὅτι τάχα πᾶν κόμμα εἶναι φαῦλον, πᾶσα κομματικὴ ἐνέργεια εἶναι φαύλη. Ὄχι κύριοι, δὲν εἶναι αὐτὸ ὀρθόν, ἡ κομματικὴ ἐνέργεια ἐπιβάλλεται, ἐφ’ ὅσον ἐπιβάλλεται ἡ ὕπαρξις κομμάτων. Οἱ Νομάρχαι πρέπει νὰ εἶναι ὄργανα τοῦ κυβερνῶντος κόμματος. Ἐὰν τοῦτο δὲν συμβῇ θὰ ἐπιτύχῃ ἡ συνωμοσία τοῦ ἀριστερισμοῦ, διὰ ν’ ἀποσυντεθῇ τὸ Κράτος, διὰ νὰ χαθῇ ἡ ἁρμονία τῶν ἐξουσιῶν, νὰ χαθῇ ἡ συνοχὴ τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία τὸ καθιστᾷ ἱκανὸν νὰ λειτουργῇ καθὼς πρέπει νὰ τηρῇ τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ νὰ ἐξασφαλίζῃ τὴν ζωὴν τῆς Πατρίδος. (Χειροκροτήματα).
§145Φ. ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπ. Ἐσωτερ.). Κύριοι βουλευταί, δὲν νομίζω, ὅτι σᾶς ἐκούρασα μὲ διακοπάς, δι’ αὐτὸ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω μίαν διακοπὴν διὰ νὰ σᾶς κατατοπίσω ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας καὶ τὸ ὁποῖον ὀφείλετε νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας. Δι’ ἐπιστολῆς τῆς 28 Νοεμβρίου τοῦ Προέδρου τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὸν ἐν Ἀθήναις Πρεσβευτὴν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, ἐδόθησαν ὡρισμέναι ὑποσχέσεις ἐγένοντο ὡρισμέναι δεσμεύσεις. «Φίλε, κ. Πρεσβευτά.... .............. (ἀναγινώσκει) .............».
§146Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ἔγγραφον ἀνδραπόδων. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§147Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. (Ἐπιχειρεῖ νὰ ὁμιλήσῃ μὴ ἀκουόμενος).
§148Φ. ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπ. Ἐσωτερ.). Εἶναι ἔγγραφον ἐπίσημον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἔχει δεσμευθῆ, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς διεπραγματεύθη μὲ τοὺς συμμάχους. Ὅπως ἔλαβεν ὡρισμένας ὑποσχέσεις, ἔδωσε καὶ ὡρισμένας ὑποσχέσεις. Αὐτὸ θὰ πῇ σύμβασις, καὶ αἱ λέξεις ὑπογραφὴ συμβάσεως, δεσμεύει ἑαυτὴν, καὶ ἐκείνους μὲ τοὺς ὁποίους συμβάλλεται. Εἶναι κανονικωτάτη καὶ ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκτελέσωμεν ἐκείνας τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἀνελάβομεν. (Θόρυβος, κωδωνακρουσίαι, διαμαρτυρίαι).
§149Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀναγνωσθῇ εἰς τὴν Βουλὴν...... (δὲν ἠκούσθη) ................. καὶ νὰ διανεμηθῇ ὁλόκληρον τὸ ἔγγραφον.
§150Φ. ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπ. Ἐσωτερ.). Ἐνόμισαν, οἱ κ.κ. βουλευταί, ὅτι πρόκειται περὶ κάποιας ἐπιβολῆς ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τῆς Βουλῆς. Κάθε ἄλλο. Λέγει ἁπλούστατα: «..................... .............. (ἀναγινώσκει) .............». Διὰ τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἤδη ἡ μελέτη τῆς Κυβερνήσεως, περὶ ἐνισχύσεως τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Αὐτὰ ἀφοροῦν τὸ Ὑπουργεῖον. Οὐδεμία ἐπιστολὴ ὑπάρχει. Θεωροῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ αὐτὸ διὰ νὰ ὁλοκληρωθῇ ἡ ἀνασυγκρότησις.
§151Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον. Ἔγινε μία παρεξήγησις. Δὲν ἠθέλησα, νὰ ἀπαγορεύσω εἰς τὸν ὑπουργὸν τὸ ἔγγραφον αὐτό. Μᾶς εἶπεν, ὅμως, ὁ κ. ὑπουργός, μίαν φράσιν, ὅτι ὑπάρχει μία δέσμευσις, καὶ προκειμένου περὶ ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ὑποτίθεται, ὅτι ἔχουν μίαν δέσμευσιν, ἡμεῖς τοὐλάχιστον, καὶ φαντάζομαι καὶ ὅλη ἡ Βουλή, δὲν θὰ θέλομεν ποτὲ νὰ πιστευθῇ ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ ψηφισθῇ ἀπὸ ἡμᾶς, θὰ εἶναι προϊὸν δεσμεύσεως.
§152Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ὕστερα ἀπὸ τόσα νομοσχέδια, αὐτὸ σᾶς ἐπείραξε;
§153Δ. ΜΠΕΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλὰ νομοσχέδια συνεζητήθησαν, κ. βουλευταί, καὶ ἐψηφίσθησαν ἀπὸ τὴν Βουλήν, μεγάλης σπουδαιότητος. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ὅμως νὰ νομίζω, ὅτι τὸ παρὸν νομοσχέδιον ὑπερέχει εἰς σπουδαιότητα. Ἐκ τῆς ἀντιλήψεως αὐτῆς ὁρμώμενος νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ μεθ’ ὅλης τῆς ἀπαιτουμένης ἀντικειμενικότητος, μὲ ἔλλειψιν πάσης νευρικότητος, ἀκόμη καὶ μὲ διάθεσιν μιᾶς ἐπιστημονικῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος. Κατ’ ἀρχὴν δηλῶ, ὅτι εἴμεθα ἀνεπιφυλάκτως καὶ ἀνενδοιάστως ὑπὲρ τῆς ἐφαρμογῆς μιᾶς πλήρους διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως καὶ θεωροῦμεν, ὅτι θὰ ἦτο εὐτυχὴς ἡ Ἑλλὰς ἐὰν ἐπήρχετο ἡ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐπραγματοποιεῖτο ἡ διοικητικὴ ἀποκέντρωσις τῆς χώρας καὶ ἐκηρύσσετο τὸ τέλος τοῦ διοικητικοῦ ὑδροκεφάλου τῆς πρωτευούσης, ὑδροκεφάλου ἕνεκα τοῦ ὁποίου καὶ ὁ πολίτης ταλαιπωρεῖται καὶ ἡ διοίκησις κακοποιεῖται καὶ οἱ Νόμοι παραμορφοῦνται καὶ οὐδαμοῦ δίκαιον ἀποδίδεται ἐν τῇ καθόλου διοικήσει. Ἐπίσης θεωρῶ ἐπάναγκες νὰ σημειώσω, ὅτι ἀπὸ τὸν προλαλήσαντα, ἀξιοσέβαστον καθ’ ὅλα τὰ ἄλλα ρήτορα, ἐσημειώθησαν παρατηρήσεις, ὅτι εἰς τὰς χώρας τῆς Ἀγγλίας, τῆς Ἀμερικανικῆς Δημοκρατίας, ὑπεστηρίχθησαν ἀπὸ μέρους μεγάλων πολιτικῶν ἀνδρῶν κατὰ τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως. Ἡ τοιαύτη παρατήρησις, τοῦ κ. συναδέλφου δὲν εἶναι ἀκριβής, καὶ δὲν δύναται νὰ εἶναι ἀκριβής, διότι εἰς τὰς δύο αὐτὰς χώρας, ἰδιαιτέρως ἀπὸ αἰώνων, ἰσχύει τὸ σύστημα τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως. Καὶ ὑπὸ τὸ διοικητικὸν αὐτὸ σύστημα αἱ ἀναφερθεῖσαι χῶραι προώδευσαν καὶ ἐμεγαλούργησαν. Ἡ πεποίθησις, ὅτι ἀποτελεῖ ἱστορικὸν σταθμὸν διὰ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ τόπου, ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ μέτρου τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως καὶ ὁ πόνος διὰ τὴν τύχην τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ, μᾶς ὑποχρεώνει νὰ λάβωμεν σαφῆ καὶ ἀπερίφραστον θέσιν ἔναντι τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον γίνεται ἀπαρχὴ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ. Μὲ λύπην μου διαπιστῶ, ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς ἐφαρμογῆς γίνεται κατὰ τρόπον ἀντικοινοβουλευτικὸν καὶ ἀντισυνταγματικόν. Ὁ δημόσιος βίος τῶν Ἑλλήνων, ἀξιότιμοι κ. βουλευταί, καὶ τὸ δημόσιον δίκαιον, τὸ ὁποῖον ἔδωσεν τὴν νομικὴν μορφολογίαν εἰς αὐτόν, καθιέρωσε τὴν Κοινοβουλευτικὴν Δημοκρατίαν. Κοινοβουλευτικὴ Δημοκρατία ὅμως δὲν εἶναι οὐδὲν ἄλλο καὶ κατὰ θεωρίαν καὶ κατὰ τὴν πρᾶξιν, παρὰ τὰ πολιτικὰ κόμματα. Ἡ σύνθεσις τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, δὲν ἐκφράζει παρὰ τὴν σύνθεσιν τῶν πολιτικῶν κομμάτων. Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ἴσον Πολιτικὰ Κόμματα. Καὶ ἐν συνεχείᾳ ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν ἄλλο εἶναι παρὰ ἔκφρασις τῆς ἀρχῆς αὐτῆς, δηλαδὴ τῆς ὑπάρξεως τῶν κομμάτων τῶν πολιτικῶν. Τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀπορρέει ἡ συγκρότησις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία μορφοποιεῖ τὴν Νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἐκλέγει ὁ λαὸς καὶ εἰς οὐδένα ἄλλον ἐξεχώρησε τὰ τοιαῦτα δικαιώματα. Ὁ λαὸς ἠθέλησε μόνος αὐτὸς νὰ ἐκλέγῃ τὴν Ἐθνικήν του Ἀντιπροσωπείαν, ἡ ὁποία θὰ μορφοποιηθῇ εἰς Νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν θὰ ἐκπορευθῇ ἡ Ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Ἐρωτᾶται, κύριοι, ὁ θεσμὸς αὐτὸς τῶν Νομαρχῶν, ὑπὸ τὴν μορφήν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐμφανίζεται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, θίγει τοὺς θεσμοὺς τῆς Κοινοβουλευτικῆς Δημοκρατίας, θίγει τοὺς θεσμοὺς τοῦ Συντάγματος, θίγει τὰς κειμένας καταστατικὰς διατάξεις, περὶ συγκροτήσεως καὶ ὀργανώσεως τῆς Πολιτείας, ναὶ ἢ ὄχι. Ἰδού, λοιπόν, διατὶ ἡ συζήτησις πρέπει νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἀντικειμενικὴ καὶ ἤρεμος καὶ μὲ μίαν διάθεσιν ἀναζητήσεως ὁλοκλήρου τοῦ νοήματος τοῦ δημοσίου δικαίου, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει. Δὲν διαφεύγει, κύριοι βουλευταί, οὐδενὸς τὴν ἀντίληψιν, ὅτι καὶ σφάλματα ἔχει ἡ Κοινοβουλευτικὴ Δημοκρατία καὶ ψόγος μέγας ἐγείρεται καὶ παράπονα μεγάλα ἀκούονται ἐναντίον τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ. Θὰ ἐθεώρουν ὅμως ἐντελῶς ἀσυγχώρητον, ἐὰν ὁ ἴδιος ὁ θεσμὸς ἤρχετο νὰ προσυπογράψῃ τὴν καταδίκην αὑτοῦ, ἐὰν ὁ ἴδιος ὁ θεσμὸς ἤρχετο εἰς ἐπικουρίαν τοῦ εἰς βάρος του θορύβου διὰ νὰ προσεπιβεβαιώσῃ τὴν ὁριστικήν του πλέον χρεωκοπίαν καὶ τὴν ἀδυναμίαν πάσης θεραπείας καὶ βελτιώσεως αὐτοῦ. Δημοκοπικὴ καὶ κενὴ εἶναι ἡ φράσις, ὅτι δέον ὁ Νομάρχης, νὰ παύσῃ νὰ ἀποτελῇ ὄργανον τοῦ κόμματος καὶ νὰ ἀποβῇ ὄργανον τοῦ Κράτους. Ἰδοὺ δὲ ἡ κενότης τῆς ὡραιολογίας αὐτῆς. Διὰ νὰ παύσῃ ὁ Νομάρχης νὰ ἀποτελῇ ὄργανον τοῦ κόμματος, δέον νὰ δεχθῶμεν, ὅτι οὐδεὶς ὀργανικὸς ἢ ἠθικὸς δεσμὸς θὰ συνδέῃ τὸν Νομάρχην μὲ τὸ Κοινοβούλιον, τὸν Νομάρχην μὲ τὴν Κυβέρνησιν. Διότι καθὼς προλαβόντως εἶπον, Κυβέρνησις καὶ Κοινοβούλιον, οὐδὲν ἄλλο εἶναι παρὰ τὸ πολιτικὸν κόμμα. Ἐάν, λοιπόν, δεχθῶμεν τοιοῦτον τὶ κατ’ ἀνάγκην εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθῶμεν, ὅτι καὶ τὰ κόμματα δὲν θὰ εἶχον οὐδεμίαν συμμετοχὴν εἰς τὴν ἐπιλογὴν τοῦ Νομάρχου καὶ ὁ Νομάρχης θὰ ἀπέβαινεν ὄργανον αὐτόνομον δικαιούμενον νὰ ἐφαρμόζῃ ἰδίαν ἐν τῷ Νομῷ πολιτικήν. Ἰδού, κύριοι βουλευταί, τὸ ἄτοπον. Ἐὰν δύνασθε νὰ ἐννοήσητε Νομάρχην ἀσκοῦντα τὴν ἰδικήν του πολιτικήν, ἄσχετον καὶ ξένην μὲ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Τότε θὰ εἴχετε ἐνώπιόν σας τὸ θέαμα τῶν Νομῶν τοῦ Κράτους διοικουμένων κατὰ μίαν ἀπροσμέτρητον ποικιλίαν καὶ κατὰ μίαν ἐφευρετικότητα καὶ πρωτοβουλίαν ἑκάστου Νομάρχου, ἡ ὁποία πιθανὸν εἰς περιπτώσεις τινὰς νὰ ἦτο ἐπιτυχής, ἀλλὰ πάντως θὰ ἦτο ξένη πρὸς τὴν γενικὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους. Καὶ ὅταν λέγωμεν πολιτικὴν τοῦ Κράτους, ἐννοοῦμεν προφανῶς ὅτι τὸ Κράτος ἐφαρμόζει τὴ ἐκπαιδευτικήν του πολιτικήν, τὴν κοινωνικήν του πολιτικήν, τὴν γεωργικήν του πολιτικὴν καὶ γενικῶς τὴν πολιτικὴν ἐπὶ ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν τομέων τῆς δημοσίας ζωῆς. Καὶ τὴν πολιτικήν του, κύριοι βουλευταί, τὸ Κράτος καὶ ἡ Κυβέρνησις, δὲν τὴν ἐφαρμόζει ἀπὸ λόγους ἐσωτερικῆς μόνον διαθέσεως, καὶ ἀπὸ λόγους θεωρητικῆς μόνον διαθέσεως. Ἡ ἐφαρμογὴ τῆς πολιτικῆς εἰς τοὺς διαφόρους τομεῖς τῆς Πολιτείας ἀποτελεῖ συνάρτησιν καὶ οἰκονομικῶν πραγματικοτήτων, καὶ δημοσιονομικῶν πραγματικοτήτων καὶ διπλωματικῶν πραγματικοτήτων, τὰς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ, οὔτε νὰ ἐκτιμήσῃ ἄλλη, παρὰ ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις. Εἶναι ἀπαράδεκτον, λοιπόν, εἶναι ἄτοπον καὶ θεωρητικῶς καὶ πρακτικῶς νὰ δεχθῶμεν, ὅτι μεταξὺ Νομάρχου καὶ Κυβερνήσεως δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἀπόλυτος σχέσις καὶ ἀπόλυτος συνεννόησις. Συνδέων ὅμως τὸ νῆμα τῶν σκέψεών μου μὲ ὅ,τι εἶπον, ὅτι θὰ ἀπετέλει ὁμολογίαν χρεωκοπίας διὰ τὰ πολιτικὰ κόμματα τὸ παρὸν νομοσχέδιον, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὑπενθυμίσω τοῦτο. Ἀσυγχώρητον καὶ ἀπαράδεκτον καὶ ἀνεπίτρεπτον εὑρίσκω τὴν θεωρίαν, ὅτι τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον καὶ ἐν τῇ πράξει, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ θεωρίᾳ ἐκπροσωπεῖται ἀπὸ τὸν ἀρχηγόν του, ὅτι τὸ κόμμα καὶ ὁ ἀρχηγός του κρίνονται ἄξιοι νὰ δίδουν εἰς τὸν Βασιλέα τὸν κατάλογον τῶν Ὑπουργῶν καὶ δὲν κρίνονται ἄξιοι νὰ καταρτίζουν τὸν κατάλογον τῶν Νομαρχῶν. Εἶναι τόσον βαθεῖα ἡ ἠθικὴ ἀντινομία τῆς παραδοχῆς μιᾶς τοιαύτης ἀρχῆς, κύριοι βουλευταί, ὥστε θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ πιστεύω ὅτι πάντες τὴν ἀποκρούομεν.
§154Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντ. Κυβερν.). Εἶναι γνωστὸν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀποτελεῖ τὸν πρῶτον σταθμὸν μιᾶς μεταβατικῆς περιόδου. Θὰ ἐπακολουθήσῃ σειρὰ νομοθετημάτων τὰ ὁποῖα θὰ προβλέπουν περὶ τῶν προσώπων τῶν διοικητῶν καὶ ὑποδιοικητῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐφαρμόζουν τὴν κυβερνητικὴν πολιτικήν.
§155Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Διατὶ προχωρεῖτε πρωθυστέρως;
§156Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντ. Κυβερν.). Τὰ διάφορα διότι, εἶναι τὰ ὀλιγώτερον ποὺ ἀνήκουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὰ ἐξηγήσεως, τὴν στιγμὴν αὐτήν. Ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν συστημάτων, τὰ ὁποῖα προεκρίθησαν καὶ ἠρχίσαμεν νὰ τὰ ἐφαρμόζωμεν ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου. Καὶ ἐγὼ θὰ ἤμην κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐὰν δὲν ἐγνώριζον, ὅτι θὰ ἔλθῃ ταχέως πρὸς συζήτησιν τὸ δεύτερον νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως.
§157Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ (Ἀργ)νθίας). Νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ ἔγγραφον.
§158Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Νὰ διαβάσετε ὁλόκληρον τὸ ἔγγραφον.
§159Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ ἔγγραφον αὐτό. (Θόρυβος).
§160Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Μὲ ποῖον δικαίωμα θέλετε νὰ ἀπαγορεύσητε εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ ἀναγνώσῃ τὴν σύμβασιν;
§161Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Εἶναι πρωτοφανὲς νὰ θέλῃ ὁ ὑπουργός, νὰ ἀναγνώσῃ ἔγγραφον καὶ ἡ Βουλή, νὰ μὴ τοῦ ἐπιτρέπῃ. Ὁ κ. ὑπουργός, γνωρίζει ἐπαρκῶς ποῖα ἔγγραφα ἠμπορεῖ νὰ ἀναγνώσῃ καὶ ποῖα δὲν ἠμπορεῖ. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἔχει τὸ κῦρος νὰ τοῦ ἀρνηθῇ τὸ δικαίωμα αὐτό.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5′ λεπτά.
§163Α. ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ. Νὰ κατατεθῇ εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§164Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Φρονεῖτε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀλλάξῃ τὸ σύστημα τῆς διοικήσεως;
§165Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντ. Κυβερν.). Τὰ «διατί» εἶναι τόσα πολλὰ ὥστε θὰ ἠδυνάμην νὰ σᾶς ἀναφέρω ἀρκετά. Τὸν Ἰανουάριον, ὅτε εἶχεν ἀποφασισθῆ νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ νὰ ὑποβληθῇ τὸ Νομοσχέδιον περὶ ἀποκεντρώσεως ἦτο καὶ αὐτὴ ἡ διάταξις. Κατόπιν ἦλθον αἱ Κυβερνητικαὶ κρίσεις καὶ εὑρίσκετο ἐν ἐκκρεμότητι τὸ ζήτημα. Σᾶς εἶπον δέ, ὅτι πιθανὸν καὶ ἐγὼ νὰ εἶμαι ἐναντίον, ἀλλὰ ἐπειδὴ πρέπει νὰ γίνῃ τοῦτο ταχύτατα, διὰ τοῦτο λέγω. νὰ γίνῃ τοῦτο σήμερον καὶ τὴν ἄλλην μορφὴν τῆς διοικήσεως νὰ τὴν δώσωμεν ἀργότερον.
§166Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Εἶναι κάτι τι ποὺ εἶναι ἐκτὸς πάσης λογικῆς. Τὸ νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὰ πρόσωπα τῶν Νομαρχῶν, ἐνῷ πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὸν θεσμὸν τῆς διοικήσεως καὶ ἀπορῶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ γνώμη ἐκ μέρους τοῦ συμμαχικοῦ παράγοντος, ὅτι τὸ σχέδιον Μάρσαλ θὰ ἔχῃ ἀπόδοσιν, ἂν διορισθοῦν νέοι Νομάρχαι καὶ ἀπορῶ πῶς εὑρίσκετε λογικόν, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως οἱ Νομάρχαι ἐκλέγωνται ἀπὸ μίαν Ἐπιτροπήν, ἐνῷ εἶναι γνωστόν, ὅτι οἱ Νομάρχαι εἶναι ἀντιπρόσωποι τῆς Κυβερνήσεως. Τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐθεσμοθετήσαμεν τὸν θεσμόν, ὁμιλοῦμεν περὶ Νομαρχῶν καὶ αὐτὸ τὸ εἴπατε καὶ σεῖς, ὅτι ἀπετέλει πρόγραμμα τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὅτι οἱ Νομάρχαι πρέπει νὰ ἐκλέγωνται ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν. Ὁ Νομάρχης, κατὰ τὸν μακαρίτην καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου, Ἀγγελόπουλον, ἦτο σύνολον Ὑπουργῶν. Δηλαδὴ ἐκλέγεται μία Βουλή, ἡ Βουλὴ ὁρίζει τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ἐκπροσωπεῖ τὴν ἄποψιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ διὰ τῶν ὑπευθύνων Νομαρχῶν θέλει νὰ ἐφαρμόσῃ ἕνα πρόγραμμα. Ἐὰν ὑποτεθῇ πὼς ὁ Νομάρχης αὐτός, δὲν ἐφαρμόζῃ τῆς Κυβερνήσεως τὰς διαταγὰς ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ διοίκησις; Τὶ εἶναι αὐτὸ ποὺ λέγετε; Εἶναι ἀκατανόητα πράγματα καὶ λυποῦμαι πάρα πολύ, διότι δὲν εἴπατε εἰς αὐτοὺς τοὺς κυρίους ποὺ σᾶς συνέστησα αὐτὰ τὰ πράγματα νὰ τοὺς εἴπετε ὅτι εἶναι ἀνεφάρμοστα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν πραγματικότητα, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωνται εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας, ἀλλὰ εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι πράγματα ἀκατανόητα.
§167Δ. ΜΠΕΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο ποὺ θὰ προσέθετα εἰς ὅσα παρετήρησεν, ὁ ἀξιότιμος κ. Τουρκοβασίλης, θὰ ἦτο ὅ,τι καὶ ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου ἐτόνισα, ὅτι ἐπιθυμῶ νὰ ἴδω τὸ ταχύτερον ἐφαρμοζόμενον τὸν θεσμὸν τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως καὶ ἀκριβῶς ἐπειδὴ πιστεύω, ὅτι μία κακὴ ἀρχὴ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ θὰ βλάψῃ αὐτὸν τοῦτον τὸν θεσμόν, δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἐπικαλοῦμαι καὶ τῆς Κυβερνήσεως τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Βουλῆς τὴν ἀντίληψιν διὰ νὰ ἐξετάσωμεν μὲ μίαν διάθεσιν ἀντικειμενικότητος καὶ ἐπιστημονικῆς ἀντιλήψεως τὸ ὅλον θέμα. Λέγω λοιπόν, ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐξετάσωμεν καὶ νὰ ἀποσαφηνίσωμεν τὶ εἶναι ὁ Νομάρχης. Εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος ἢ ὄργανον τῆς διοικήσεως; Βεβαίως οὐδεὶς δύναται σοβαρῶς νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι πρόκειται περὶ ὑπαλλήλου. Ἐάν, λοιπόν, κ. βουλευταί, ὁ Νομάρχης εἶναι ὄργανον τῆς διοικήσεως δὲν δύναται νὰ τὸν διορίσῃ ἄλλος, παρὰ μόνον ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία καὶ δὲν νομίζω, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκχωρήσῃ τὴν ἐξουσίαν αὐτὴν εἰς ἄλλο ὄργανον, ὡς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προτείνει τὸ κρινόμενον νομοσχέδιον. Αὐτὴ εἶναι ἡ θεωρητικὴ καὶ ἐπιστημονικὴ ἄποψις τὴν ὁποίαν ἐγὼ σοβαρώτατα πιστεύω. Ἐλᾶτε ὅμως —διότι ἡ πολιτικὴ δὲν εἶναι θεωρία, ἡ πολιτικὴ εἶναι ἡ τέχνη προσαρμογῆς, τῆς θεωρίας εἰς τὴν πρᾶξιν— ἐλᾶτε ὅμως εἰς τὴν πρᾶξιν. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀτυχεστέρα ἔμπνευσις ἀπὸ τὴν θεσμοθέτησιν συλλογικοῦ ὀργάνου διὰ τὴν ἐπιλογὴν τῶν Νομαρχῶν. Συνομολογῶ, ὅτι τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα καταρτίζουν τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν εἶναι ἀξιολογότατα διὰ τὸ κύριον ἔργον των, τὸ ὁποῖον ἡ Πολιτεία τοὺς ἔχει ἀναθέσει, ἐπιτρέψατέ μου ὅμως, ταὐτοχρόνως νὰ εἴπω, ὅτι τοὺς ἀρνοῦμαι οἱανδήποτε ἱκανότητα διὰ νὰ ἐκλέξουν τοὺς Νομάρχας. Καὶ ἐξηγοῦμαι, κ. βουλευταί. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτή, ἡ ἀποτελουμένη ἀπὸ ὅλην τὴν διοικητικὴν καὶ δικαστικὴν ἱεραρχίαν τοῦ τόπου καὶ φθάνουσα μέχρι τὴν ἐκπροσώπησιν τῶν ἐργατικῶν ὀργανώσεων, τί θὰ ἐξετάσῃ; Οὐδὲν ἄλλο, κύριοι, πλὴν τῶν τυπικῶν προσόντων. Θὰ βλέπῃ τὰ διπλώματα τῶν Πανεπιστημίων, τὰ ἀποδεικτικὰ τῶν ξένων γλωσσῶν καὶ πολλὰ ἄλλα ἴσως εὔσημα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ καταρτίσῃ τὸν πίνακα τῆς ἐπιλογῆς, διὰ νὰ τὸν προσκομίσῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ὡς ὄργανον πλέον τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς, εἴτε θέλουσα εἴτε ὄχι, εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ διορίσῃ τοὺς Νομάρχας. Ἐρωτῶ ὅμως τὴν Βουλήν, ἡμεῖς ἀπὸ τί πάσχομεν, κ. βουλευταί; Ἀπὸ τί πάσχει ὁ δημόσιος βίος, ὁ Ἑλληνικός; Ἀπὸ ἔλλειψιν σοφῶν ἀνθρώπων ἢ ἀπὸ ἔλλειψιν ἐντίμων ἀνθρώπων; Ἂς θέτωμεν, κύριοι, ἡμεῖς τὸ ἐρωτήματα καὶ ἂς ἐκφράζωμεν εἰλικρινῶς καὶ ἀνδρικῶς τὴν πραγματικότητα. Δοθέντος ὅθεν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπή, οὐδὲ κατ’ ὄψιν δύναται νὰ γνωρίζῃ τοὺς ὑποψηφίους, δὲν δύναται νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ ἤθους καὶ τοῦ χαρακτῆρος αὐτῶν. Καὶ συνεπῶς τὸ ἔργον της εἶναι ἐξ ὑπαρχῆς καταδικασμένον εἰς ἀποτυχίαν. Νομίζω, ὅτι ἰδιάζουσα δέον νὰ ἀποδοθῇ προσοχὴ εἰς τὸ παράνομον καὶ ἀντισυνταγματικὸν τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς, προκειμένου νὰ ἐκλέξῃ ὄργανα τῆς διοικήσεως. Ἐπαναλέγω καὶ τονίζω, ὅτι ἡ Ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει παραχωρηθῆ τὸ δικαίωμα αὐτό, δὲν δικαιοῦται νὰ τὸ ἐκχωρήσῃ εἰς ἕτερον συλλογικὸν ὄργανον. Καὶ δὲν δικαιοῦται, κ. βουλευταί, διὰ τὸν ἑξῆς ἀδήριτον λόγον: Ἐὰν δεχθῶμεν, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, δύναται νὰ ἐκχωρήσῃ εἰς ὄργανόν τι συλλογικὸν τὸ δικαίωμα ἵνα τοῦτο ἐκλέγῃ τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως καὶ ἡ ἀπόφασις αὕτη νὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἐλύσαμεν κατ’ ἀρχὴν θεμελιῶδες θέμα τοῦ Δημοσίου βίου μας. Οὕτω ἐν τῷ μέλλοντι ἑτέρα τις Ἐπιτροπὴ θὰ δύναται νὰ προκρίνῃ τοὺς Ὑπουργούς, ὅπερ σημαίνει, ὅτι κατελύσαμεν ὁλόκληρον τὸ σύστημα τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος, κατελύσαμεν τὴν δημοκρατίαν καὶ τὸ Σύνταγμα. Δὲν εἶναι δυνατόν, λοιπόν, ἓν τόσον κεφαλαιῶδες καὶ θεωρητικῶς καὶ πρακτικῶς θέμα, τὸ ὁποῖον ἀνακινεῖ καὶ δημιουργεῖ τὸ κρινόμενον νομοσχέδιον, νὰ τὸ ἀντιπαρέλθωμεν χωρὶς μίαν βαθυτέραν παρατήρησιν, χωρὶς μίαν μεγαλυτέραν προσοχήν. Καὶ αἱ παρατηρήσεις εἰς τὰ ἐπὶ μέρους κεφάλαια τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἠδύναντο νὰ εἶναι τόσον πολλαὶ καὶ τόσον οὐσιώδεις, ὥστε καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νὰ ἦτο τις ὑποχρεωμένος νὰ ἀποστῇ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ! Ἐπειδὴ ὅμως ἡ συζήτησις γίνεται ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καί, μάλιστα, ἐνώπιον κενῶν ἑδωλίων, νομίζω, ὅτι καὶ ἀνεπίκαιρον θὰ ἦτο ἂν ἐξετεινόμην εἰς τὴν λεπτομερῆ αὐτοῦ κριτικήν. Περιοριζόμενος εἰς αὐτὰς τὰς γενικὰς παρατηρήσεις ἐναντίον τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ συμπληρώσω τὰς παρατηρήσεις μου αὐτὰς καὶ μὲ ἄλλας αἱ ὁποῖαι ἀνέκυψαν ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ ἐγγράφου ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἶναι ἀληθὲς καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἡ μεγάλη Ἀμερικανικὴ Συμπολιτεία, εὐεργετικὴν καὶ σωτηρίαν, δὲν διστάζω νὰ εἴπω, παρέμβασιν ἐποιήσατο εἰς τὰ καθ’ ἡμᾶς καὶ οἰκονομικῶς καὶ πολιτικῶς. Ὀφείλω ὅμως νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλήν, καί, ἰδιαιτέρως, εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν εἶναι ἡ Ἑλλὰς ἡ μόνη Χώρα, ἡ ὁποία ἐδέχθη αὐτὴν τὴν εὐεργετικὴν ἐπίδρασιν καὶ συμβολὴν τῆς μεγάλης δημοκρατίας τῶν Βορείων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς. Καὶ ἄλλαι χῶραι τῆς Εὐρώπης, ἔχουσαι ὀλιγωτέραν οἰκονομικὴν καὶ πολιτικὴν ἀνάγκην ἀπὸ τὴν ἰδικήν μας, ἐδέχθησαν μεγαλυτέραν ἀπὸ τὴν ἰδικήν μας ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν βοήθειαν, κατώρθωσαν ὅμως νὰ τοποθετήσουν τὰς σχέσεις των εἰς τὸ ἐπίπεδον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξησφάλιζεν ἰσότητα ἠθικὴν ἐν ταῖς συζητήσεσι καὶ ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσιν. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, κατὰ τρόπον ὅσον δύναμαι ὑπεύθυνον δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ συνομολογήσω, ὅτι κάθε ἄλλο παρὰ ὀπαδὸς εἶμαι τῶν ἀντιλήψεων περὶ ἀκράτου ἀνεξαρτησίας, καὶ αὐτοτελείας τῶν Κρατῶν. Συνομολογῶ ἀδιστάκτως, ὅτι διατρέχομεν αἰῶνα, κατὰ τὸν ὁποῖον, τὰ πάντα εἶναι ἐξηρτημένα πρὸς ἄλληλα. Καί, εἰδικώτερον, ὀφείλομεν νὰ διαπιστώσωμεν, ὅτι ὁ κόσμος τοῦ λεγομένου «Δυτικοῦ πολιτισμοῦ» εἶναι ὑποχρεωμένος ἀπὸ ἱστορικὴν ἀνάγκην νὰ εὑρίσκεται εἰς μίαν σκληροτέραν ἀλληλεξάρτησιν καὶ εἰς ἕνα σφικτότερον ἐναγκαλισμόν. Τοῦτο ὅμως δὲν σημαίνει, ὅτι τὰ μικρότερα γεωγραφικῶς Κράτη πρέπει νὰ ἐκτελοῦν ἀσυζητητὶ τὰς ἐπιταγὰς ἢ τὰς ἐμπνεύσεις τῶν μεγαλυτέρων Κρατῶν. Καί, εἰς τὴν συγκεκριμένην δι’ ἡμᾶς περίπτωσιν νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὸν οὔτε νοητὸν νὰ ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν, ὅπως οἱ ἀξιολογώτατοι καθ’ ὅλα νέοι Ἀμερικανοὶ τῶν ἐνταῦθα Ἀποστολῶν γνωρίζουν περὶ Ἑλλάδος περισσότερα ἀπ’ ὅσα γνωρίζομεν ἡμεῖς. Νὰ γνωρίζουν περὶ τοῦ δημοσίου βίου τῶν Ἑλλήνων, περὶ τῆς ἱστορίας των, τῆς ψυχολογίας, τῶν ἐθίμων, τῶν συνηθειῶν, περὶ τῶν ἐλαττωμάτων, ἂν θέλετε, καὶ τῶν προτερημάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, περισσότερα ἀπ’ ὅ,τι γνωρίζομεν ἡμεῖς. Ἰδοὺ κατὰ τὴν γνώμην μου, μία γενικὴ γραμμή, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὁρόσημον καὶ ὡς περίγραμμα, πέραν τοῦ ὁποίου νὰ μὴ γίνωνται ὑποχωρήσεις κατὰ τὰς συζητήσεις. Μετὰ μίαν τοιαύτην καλόπιστον καὶ εἰλικρινῆ ἐξήγησιν, οἱ νεαροὶ σύμβουλοι τῶν Ἀμερικανικῶν Ἀποστολῶν νομίζω, ὅτι θὰ κατενόουν τὸ πρᾶγμα. Ἐὰν αὐτὸ δὲν ἔγινε ἡ εὐθύνη ἀνήκει ἀπολύτως εἰς τοὺς κυβερνῶντας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠθέλησαν ἢ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ρυθμίσουν τὰς σχέσεις των μὲ τὰς ξένας ἀποστολάς. Ἀλλὰ ὅ,τι δὲν ἔκαμεν εἰς τὸ παρελθὸν καὶ τώρα ἂν τὸ ἐπιχειρήσῃ καὶ τὸ πραγματοποιήσῃ ἡ Κυβέρνησις, πλεῖστα ὅσα ἔχει νὰ κερδίσῃ καὶ εἰς τοὺς τομεῖς αὐτοὺς τῆς διαμορφώσεως τῆς νομοθεσίας μας, περὶ τὴν διοίκησιν καὶ εἰς τὸν τομέα τὸν οἰκονομικὸν καὶ εἰς τὸν τομέα τὸν στρατιωτικὸν καὶ ἐν τῇ καθόλου διαχειρίσει τῶν ἐθνικῶν θεμάτων. Ὑπάρχουν, κύριοι συνάδελφοι, δύο μέθοδοι καθορισμοῦ τῶν σχέσεων μὲ τὰς ξένας Ἀποστολάς. Ἡ μία εἶναι νὰ φαίνεται τίς πάντοτε εὐάρεστος καὶ νὰ ὑποχωρῇ πρὸ τῶν συστάσεων καὶ τῶν ὑποδείξεων τῆς Ἀποστολῆς. Ἡ ἄλλη εἶναι νὰ λέγῃ τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὰς ἀπόψεις του, ἐφ’ ὅσον, φυσικά, αὗται εἶναι ὀρθαί. Οἱ κυβερνῶντες δυστυχῶς ἐχρησιμοποίησαν τὴν πρώτην μέθοδον, ἡ ὁποία ὑπῆρξε πρόξενος κακοῦ ἐπὶ τοῦ τόπου. Εὔχομαι, ἔστω καὶ τώρα νὰ ἀλλάξουν μέθοδον καὶ νὰ ἀκολουθήσουν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει ἡ ἀξιοπρέπεια καὶ τὸ συμφέρον τοῦ τόπου μας.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Πιπιλιάγκας ἔχει τὸν λόγον.
§169Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ διακόψωμεν. Δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ 10 βουλευτὰς νὰ συνεχισθῇ ἡ συνεδρίασις.
§170Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ πράγματι νὰ ὑπάρξῃ μία ἔννοια ἀντικειμενική, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἄλλως παρὰ μὲ κάπως ἀνεκτὸν ἀριθμὸν ἀντιπροσώπων, οἱ ὁποῖοι νὰ κρίνουν περὶ τίνος πρόκειται νομίζω, ὅτι ἐὰν τοιοῦτόν τι θέλῃ ἡ Κυβέρνησις, θὰ πρέπει αὔριον εἰς τὰς 6.30′ μ.μ., νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις καὶ νὰ τελειώσωμεν τὸ νομοσχέδιον αὔριον.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι 18 ἐγγεγραμμένοι.
§172Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὅταν ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ διακόψῃ ἀπόψε διὰ νὰ ἔλθωμεν αὔριον εἰς τὰς 6.30′ μ.μ., ὑποθέτω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει στοιχειώδη ὑποχρέωσιν νὰ δεχθῇ, διότι εἴμεθα καταπεπονημένοι.
§173Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ καταπονήσεως. Δὲν εἶμαι ὁ ὑγιέστερος ὅλων. Ἔχω τὴν διάθεσιν νὰ καθήσω ἕως τὸ πρωΐ, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἐξυπηρετήσεως τοῦ σκοποῦ, διὰ τὸν ὁποῖον παρεκαλέσαμεν, ὅπως τὸ παρὸν νομοσχέδιον εἰσαχθῇ πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Δὲν ἐποικοδομεῖται ὁ σκοπός μας. Παρακαλῶ, τὴν Κυβέρνησιν, νὰ λάβῃ μίαν ἀπόφασιν.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Πιπιλιάγκα.
§175Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται περὶ σοβαρωτάτων περιστάσεων. Ἐγὼ θέλω νὰ πείσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς σαθρᾶς βάσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον. Συνεπῶς πρέπει νὰ εἶναι παρόντες βουλευταί, ἐνῷ ἀπουσιάζουν οἱ πλεῖστοι.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ συνεχίσετε τὸν λόγον σας.
§177Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Εἶναι τραγικὸν τὸ θέαμα, νὰ θέλετε νὰ ὁμιλήσω ἐνώπιον Βουλῆς μὴ ὑφισταμένης.
§178Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι μερικαὶ τροποποιήσεις θὰ γίνουν δεκταί.
§179Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὰς 6.30′ μ.μ. νὰ ἀρχίσωμεν αὔριον. Τώρα δὲν δυνάμεθα νὰ παρακολουθήσωμεν.
§180Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Ἐκ τῶν 354 βουλευτῶν, εἶναι παρόντες μόνον 20. Σᾶς ἐρωτῶ: Ποῖοι βουλευταὶ θὰ μὲ ἀκούσουν διὰ νὰ μορφώσουν γνώμην; Διὰ νὰ ὑποβάλω ἔνστασιν ἀπαρτίας, γνωρίζετε, κ. Πρόεδρε, ὅτι τὴν ἔνστασιν ἀπαρτίας οἱ βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως δὲν τὴν ὑπογράφουν. Ἐκ τῶν βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἱ ὀπαδοὶ τοῦ πάτρωνος τοῦ νομοσχεδίου καὶ αὐτοὶ δὲν τὴν ὑπογράφουν, οἱ ὑπόλοιποι εἶναι 4. Ἡ ἔνστασις ἀπαρτίας θέλει 10. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπογράψωμεν ἔνστασιν ἀπαρτίας; Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀφοῦ ἐπιμένει ἡ Κυβέρνησις, διαμαρτύρομαι ἐντονώτατα διὰ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ ὑποκλέψῃ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ Κυβέρνησις, καὶ εἰδικῶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπιθυμεῖ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ὅλην τὴν νύκτα, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ μὴ δυνηθῶσι οἱ συνάδελφοι νὰ πεισθοῦν περὶ τῶν ἀτοπημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ἐντὸς τοῦ νομοθετήματος. Εἶναι φυσικὸν νὰ ἐπιθυμῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὥστε οὔτε εἰς τὰ θεωρεῖα νὰ ὑπάρχῃ κόσμος, οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν βουλευταὶ, διὰ νὰ ἀκούσουν ὡρισμένα πράγματα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς θὰ εἴπωμεν, καὶ θὰ εἴπωμεν διότι τὰ κατέχομεν.
§181Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Λοιπὸν ἀφήσατε νὰ τὰ πῆτε αὔριον.
§182Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις, ἀπὸ διαλογικὴν συζήτησιν ποὺ ἤκουσα, μεταξὺ Ὑπουργῶν, εἰς τὸν διάδρομον, θέλει ἡ συζήτησις νὰ θεωρηθῇ περαιωμένη ἀπόψε. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπιμένει ἡ Κυβέρνησις.
§183Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, τὸν λόγον.
§184Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Ὅταν, κύριε Πρόεδρε, διαπιστώνεται ἔλλειψις ἀπαρτίας, λύεται ἡ συνεδρίασις. Αὐτὰ εἶναι δικτατορικὰ δικαιώματα ἰδικά σας. Βλέπετε παραπάνω ἀπὸ 20 βουλευτάς; Ὁ Κανονισμὸς καὶ τὸ Σύνταγμα λέγει 118 βουλευταί.
§185Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριε Πιπιλιάγκα, νὰ κατέβετε κάτω, νὰ μὴ ὁμιλήσετε.
§186Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Θὰ κατέβω.
§187Δ. ΖΗΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ὅσοι συνάδελφοι εἶναι ἐδῶ, ἔχουν τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἀκούσουν τοὺς ὁμιλητάς.
§188Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι θὰ πείσω τοὺς συναδέλφους εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις νὰ ψηφίσουν ὅπως ἐγὼ θὰ τοὺς ὑποδείξω, διότι θὰ τοὺς πείσω.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πιπιλιάγκα, παρακαλῶ νὰ ἐπανέλθετε εἰς τὸ βῆμα, νὰ συνεχίσετε τὴν ὁμιλίαν σας.
§190Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Δὲν μοῦ συμβαίνει διὰ πρώτην φορὰν, ἀλλὰ δυστυχῶς παρατηρῶ, ὅτι μόλις ἐγὼ ἀγορεύσω, ἀμέσως διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. Τοῦτο ἀποτελεῖ πρόκλησιν ἐναντίον μου.
§191Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Εἶναι 12 μ.μ. ἡ ὥρα. Δὲν συμφέρει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνεχίσωμεν.
§192Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντ. Κυβερν.). Ἐφ’ ὅσον ἡ Ἀντιπολίτευσις θέλει διὰ τῆς ὁδοῦ αὐτῆς νὰ ματαιώσῃ τὰς συνεδριάσεις.......
§193Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ἔχετε 240 βουλευτὰς καὶ εἶναι μόνον 5 παρόντες καὶ αὐτοὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§194Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντ. Κυβερν.). Ἐὰν κρίνετε, ὅτι πρέπει νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις, ἂς διακοπῇ.
§195Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Οἱ βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι περισσότεροι ἀπὸ τοὺς Κυβερνητικοὺς βουλευτάς.
§196ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§197Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Κάμετε μίαν ἀρίθμησιν.
§198Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντ. Κυβερν.). Κύριε Πρόεδρε, ἐπαναλαμβάνω. Ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπιμένει νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις, νὰ διακόψωμεν.
§199Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Σᾶς παρεκάλεσα καὶ ἐξήγησα τοὺς λόγους. Νομίζω, ὅτι συμφέρον καὶ ὑμῶν καὶ τῆς Βουλῆς, εἶναι νὰ ἀφήσετε τοὺς ρήτορας νὰ ἠμποροῦν νὰ ὁμιλήσουν ἐνώπιον τοῦ Σώματος, καὶ ὄχι ἐνώπιον κενῶν ἑδωλίων. Ἐὰν νομίζετε, ὅτι τὰ κενὰ ἑδώλια, ἀκούουν, κρίνουν καὶ ἐκλέγουν τὸν καλλίτερον τρόπον ἐπιψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων, ἔχει καλῶς. Ὁμιλεῖτε πρὸς τὰ κενὰ ἑδώλια.
§200Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντ. Κυβερν.). Νομίζω, ὅτι ἐγένετο συζήτησις κατ’ ἀρχήν. Ἂς ὁμιλήσουν οἱ κύριοι, ἐπὶ τῆς κατ’ ἄρθρον συζητήσεως, ἂς ἀναπτύξουν τὰς γνώμας των, διὰ νὰ τερματισθῇ ἡ συζήτησις, ἄλλως ἂς λυθῇ ἡ συνεδρίασις ὑπ’ εὐθύνῃ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§201Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ὡς τώρα κατηγορεῖτε ἡμᾶς, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, διὰ δικτατορικὰς τάσεις, σεῖς ἰσχυρίζεσθε, ὅτι εἶσθε ὁ κατ’ ἐξοχὴν Κοινοβουλευτικὸς ἀνήρ. Λοιπόν, διατὶ ἐπιμένετε;
§202Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντ. Κυβερν.). Νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι κατόπιν αἰτήσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, λύεται ἡ συνεδρίασις.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§204ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ., μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως, συνέχισιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 893)1949 Α.Ν. «περὶ Αʹ μέρος — διατάξεων διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως» καὶ λοιπὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 11.30′ μ.μ.)