1949.07.11
3.417 στίχοι · 26.141 λέξεις · 215 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 74η
Δευτέρα 11 Ἰουλίου 1949
Προεδρία κ. Ι. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 7.20′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ε. Ἐμμανουηλίδης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Ε. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ε. Γαλενιανὸς ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Ε. ΓΑΛΕΝΙΑΝΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Γονῆς καταθέτει πρότασιν νόμου «περὶ συστάσεως παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ Ἐργασίας Συμβουλίου Ρυθμίσεως Συλλογικῶν Σχέσεων καὶ Διαφορῶν». Ἡ ἐπὶ τῶν Μεταφορῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ χορηγήσεως ἐπαγγελματικῶν ἀδειῶν ὁδηγῶν αὐτοκινήτων ἐπὶ εἰδικῶν τινῶν περιπτώσεων», 2) «περὶ ρυθμίσεως θεμάτων ἀφορώντων εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ Ἐργοστασίου ἀναγομώσεως καὶ ἐπισκευῆς ἐλαστικῶν τῆς Ὑπηρεσίας Συγκεντρώσεως καὶ Διανομῆς Αὐτοκινήτων (Υ.Σ.Δ.Α.)» καὶ 3) «περὶ ἐγκρίσεως τῶν κατὰ τὰ οἰκ. ἔτη 1944–45 (βʹ περίοδος) 1945–46, 1946–47 καὶ 1947– 48 πραγματοποιηθεισῶν δαπανῶν ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Μεταφορῶν καὶ τῆς ἐγγραφῆς τῶν διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τούτου». Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 777)48 Α.Ν. «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως ἐνίων διατάξεων τοῦ ἀπὸ 25.1.36 Α.Ν. «περὶ καταστάσεως τῶν Ἀξιωματικῶν τοῦ κατὰ Ξηρὰν Στρατοῦ» καὶ 2) «περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ἀπὸ 10)11 Μαΐου 1946 Ν.Δ. «περὶ συστάσεως ὑπηρεσίας Συγκεντρώσεως καὶ διανομῆς Αὐτοκινήτων (Υ.Σ.Δ.Α.) κυρωθέντος ὑπὸ τοῦ Ν.Δ. 89)1946». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ε. Κοθρῆς, Κ. Παπαδάκης, Α. Σακελλαρίου, Ε. Γονῆς, Ι. Γιαννόπουλος, Α. Καραθόδωρος, Μ. Βολουδάκης κ.ἄ. καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν.Δ. 119)1946 ὡς καὶ ἐνίων διατάξεων τῶν περὶ ἱεραρχίας προαγωγῶν καὶ Ἐφέδρων Ἀξιωματικῶν Β. Ἀεροπορίας Νόμων καὶ Νομοθ. Διαταγμάτων». Ὁ βουλευτὴς Χ. Πιπιλιάγκας καταθέτει τροπολογίας 1) ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ κυρώσεως ψηφισμάτων, Νομοθετικῶν Διαταγμάτων καὶ Ἀναγκαστικῶν Νόμων» καὶ 2) ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 893 Α.Ν. «Περὶ Αʹ Μέρους διατάξεων Διοικητικῆς Ἀποκεντρώσεως». Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Μπέης Ἀντωνόπουλος καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ κυρώσεως ψηφισμάτων, Νομοθετικῶν Διαταγμάτων καὶ Ἀναγκαστικῶν Νόμων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Σ. Σχινᾶς, Π. Μουτζουρίδης, Χ. Πιπιλιάγκας καὶ Δ. Παπαδημητρίου καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 794)1948 Α.Ν. «περὶ καταστάσεως Ἀξιωματικῶν Β. Ν.».
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Συνέχισις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ κυρώσεως τῶν ψηφισμάτων, νομ. διαταγμάτων καὶ ἀναγκαστικῶν νόμων». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§6Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Στρατιωτικῶν). Κύριοι βουλευταί, ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος προσέλαβε μίαν ὀξύτητα, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ἐντελῶς ἀδικαιολόγητον. Μολονότι δὲν εἶμαι ἐγὼ προσωπικῶς καὶ ἀμέσως ὑπεύθυνος παρὰ μόνον δι’ ὡρισμένους καὶ δὴ ὀλίγους εἰς ἀριθμὸν ἀναγκαστικοὺς νόμους, παρὰ ταῦτα τὸ πρόβλημα παρουσιάζει τοιοῦτον ἐνδιαφέρον, τὸ πρόβλημα ἔχει τοιαύτην γενικωτέραν θεωρητικὴν καὶ πρακτικὴν σημασίαν, ὥστε θεωρῶ καθῆκον μου, οὐχὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ μέλους τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ τὸ ἀντιμετωπίσω. Καὶ νομίζω ὅτι τὸ θέμα τὸ ὑπὸ συζήτησιν πρέπει ἀσχέτως τῆς τοποθετήσεως ἑκάστου ἐξ ἡμῶν, κυβερνητικῆς ἢ ἀντικυβερνητικῆς τοποθετήσεως, νὰ ἐξετασθῇ ὡς θέμα ἐπιστημονικόν, ὡς θέμα εὐρυτέρας σημασίας καὶ οὐχὶ εἰδικῆς σημασίας συνδεόμενον μὲ τὴν εὐθύνην τῆς Α ἢ Β Κυβερνήσεως. Ἂς ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὸ θεμελιῶδες ἐρώτημα: Ἡ νομοθετικὴ ἐργασία εἶναι ἄραγε σήμερον ἡ αὐτὴ ὅπως ἦτο ἄλλοτε; Ἔχει ἄραγε ἡ νομοθετικὴ ἐργασία τὴν αὐτὴν ἔκτασιν καὶ τὴν αὐτὴν σημασίαν τὴν ὁποίαν εἶχε π.χ. πρὸ 100 ἢ 150 ἐτῶν; Εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο, κ. συνάδελφοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσω εἰμὴ ἀρνητικὴν ἀπάντησιν. Καὶ πολιτειολογικῶς, ἀλλὰ καὶ οὐσιαστικῶς ἡ νομοθετικὴ ἐργασία δὲν ἔχει πλέον σήμερον τὴν μορφὴν καὶ τὴν σημασίαν τὴν ὁποίαν εἶχεν ἄλλοτε. Καὶ πρῶτον πολιτειολογικῶς. Ἄλλοτε ὑπῆρχεν ἀπόλυτος ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν. Ὁ 18ος αἰὼν ἐθέσπισε θεωρητικῶς μὲν διὰ τοῦ MONTESQUIEU, πρακτικῶς δὲ ὑπὸ τῆς μεγάλης Δημοκρατίας, τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς, τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν. Ἡ ἀρχὴ τῆς πλήρους διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν ὀφείλεται εἰς ὡρισμένους ἱστορικοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἐξετάσωμεν. Ἡ ἀρχὴ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν διέπει ὅλα τὰ Συντάγματα τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως, καθὼς ἐπίσης καὶ τὰ περισσότερα Συντάγματα τοῦ 19ου αἰῶνος, εἰδικῶς τὸ Βελγικὸν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἀπετέλεσε τὴν πηγὴν ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἠρύσθησαν τὰς κυρίας περὶ τῆς συγκροτήσεως τοῦ Πολιτεύματος ἀντιλήψεις των καὶ οἱ συντάκται τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος τοῦ 1864. Ἄλλοτε, λοιπόν, κύριοι βουλευταί, ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ πλήρης διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν καὶ ἡ διάκρισις αὐτὴ ἦτο θεωρητικὴ καὶ πρακτική. Καὶ ἐν τῇ θεωρίᾳ ἐκρίνετο ἀπαραίτητον ὅπως διακρίνωνται ἀπ’ ἀλλήλων πλήρως αἱ ἐξουσίαι, καὶ συγκεκριμένως ἡ Νομοθετικὴ καὶ ἡ Ἐκτελεστική, καὶ ἐν τῇ πράξει ἐπίσης διεκρίνοντο πλήρως αἱ ἐξουσίαι ὅπως ἐξακολουθοῦν νὰ διακρίνωνται καὶ σήμερον ἀκόμη εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας τῆς Ἀμερικῆς, ὅπου ὁ Πρόεδρός των ὢν συγχρόνως καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς δὲν μετέχει τοῦ Κογκρέσσου καὶ ὅπου ἐπίσης καὶ τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως δὲν δικαιοῦνται νὰ εἶναι μέλη τοῦ Κογκρέσσου. Αὐτὰ συνέβαινον ἄλλοτε παντοῦ καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ συμβαίνουν ὅπως εἶπον εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας τῆς Ἀμερικῆς. Ἐν τῷ μεταξὺ βάσει τῆς ἐξελίξεως, ἡ ὁποία ἐσημειώθη οὐχὶ ἐν ὀνόματι ρητῶς διατετυπωμένων ἀρχῶν, ἀλλὰ ἐν ὀνόματι μιᾶς παραδόσεως μακρᾶς ἐν Ἀγγλίᾳ, βάσει λέγω τῆς ἐξελίξεως αὐτῆς, ἀπέστη σὺν τῷ χρόνῳ ἡ πολιτειακὴ πραγματικότης ὡρισμένων Κρατῶν ἀπὸ τὰ ὁριζόμενα εἰς τὰ διάφορα Συντάγματα. Καὶ ἀντικατεστάθη ἡ θεωρία τῆς διακρίσεως τῶν Ἐξουσιῶν, διὰ τῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία θεωρητικῶς δὲν ἔχει ἀναπτυχθῆ ἐπαρκῶς, ἀλλὰ εἰς τὴν πρᾶξιν ἐπραγματοποιήθη πλήρως διὰ τῆς ἀρχῆς τῆς συγχύσεως καὶ διασταυρώσεως τῶν ἐξουσιῶν. Ἐπῆλθε σύγχυσις μεταξὺ τῆς Νομοθετικῆς καὶ τῆς Ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Τοῦτο δὲ ἐσημειώθη βάσει τῆς Ἀγγλικῆς παραδόσεως καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ὅπως ὀρθῶς εἶπε προχθὲς ὁ κ. Κουλουμβάκης ὅτι τὰ Ἀγγλικὰ Συνταγματικὰ δίκαια ἤδη κατὰ τὸν 19ον αἰῶνα ὁμιλοῦν ἐν τῷ πνεύματι τούτῳ.
§7Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μόνον τὰ Ἀγγλικά;
§8Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Στρατιωτικῶν). Βεβαίως, ἀλλὰ ἐπιτρέψατέ μου νὰ συνεχίσω.
§9Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλὰ ἡ Εὐρώπη συνεταράχθη ἀπὸ μίαν ἀντισυνταγματικὴν ἐνέργειαν τοῦ συνταγματικωτάτου βασιλέως Λεοπόλδου τοῦ Βελγίου εἰς τὰ 1860.
§10Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Στρατιωτικῶν). Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχει οὐσιώδη σημασίαν εἶναι ὅτι πρὸ τοῦ 1860 εἰς οὐδεμίαν ἠπειρωτικὴν χώραν ἴσχυσε πλήρως ἡ ἔννοια τῆς Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, δηλαδὴ τῆς Κυβερνήσεως τῆς βασιζομένης ἐπὶ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς....
§11ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπὸ τὸ 1711.
§12Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Στρατιωτικῶν). Ἐφ’ ὅσον ἐπιμένετε εἰς τὴν ἀναζήτησιν τῆς ἀρχικῆς ἡμερομηνίας, ἡ ἀρχικὴ ἡμερομηνία ἢ μᾶλλον ἡ ἀρχικὴ ἐποχή, διότι δὲν ὑπάρχει συγκεκριμένη ἡμερομηνία, ἡ ἀρχικὴ ἐποχὴ ἀπὸ τὴν ὁποίαν διαφαίνεται ὁ θεσμὸς τῆς Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ ἐποχὴ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ Οὐόλπολ. Κατὰ τὸν 18ον δηλ. καὶ ὄχι κατὰ τὸν 19ον αἰῶνα ἤρχισε νὰ διαφαίνεται ὁ θεσμὸς εἰς τὸν ὁρίζοντα τοῦ ἀγγλικοῦ πολιτεύματος, ὁ θεσμὸς τῆς Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως. Ὁ Οὐόλπολ ὑπῆρξεν ὁ πρῶτος Πρόεδρος Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὸν τίτλον τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἔκτοτε ἤρχισε νὰ δημιουργῆται ἡ παράδοσις, ἡ ὁποία κατὰ τὸν 19ον αἰῶνα ἐκρυσταλλώθη. Αἱ ἄλλαι ὅμως χῶραι, αἱ χῶραι τῆς Ἠπειρωτικῆς Εὐρώπης ἤρχισαν μόλις κατὰ τὸ δεύτερον ἥμισυ τοῦ 19ου αἰῶνος νὰ προσανατολίζωνται πρὸς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Κυβέρνησιν καὶ ἑπομένως νὰ ἐγκαταλείπουν τὴν ἀρχὴν τῆς πλήρους διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν. Ἡμεῖς εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τοῦ 1875, ὄχι διὰ ρητῆς Συνταγματικῆς διατάξεως, ἀλλὰ διὰ τῆς περιφήμου «δεδηλωμένης» τοῦ Χαρ. Τρικούπη, ἐγκαινιάσαμεν τὸ σύστημα τῆς Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως. Ἔκτοτε, κ.κ. βουλευταί, τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματός μας δὲν ταυτίζεται πλήρως πρὸς τὴν πολιτικήν μας ζωήν. Ἡ πολιτική μας ζωὴ ἐξέφυγεν, ἐν μέρει τοὐλάχιστον, ἀπὸ τοῦ αὐστηρῶς νοουμένου γράμματος τοῦ Συντάγματός μας, καὶ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 καὶ τοῦ Συντάγματος τοῦ ἀναθεωρηθέντος ἐν ἔτει 1911, διότι τὸ 1911, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι εἶχεν ἤδη ἀπὸ δεκαετιῶν ἰσχύσει ἡ ἀρχὴ τῆς δεδηλωμένης δηλ. τῆς Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον, ὅπως ἡ ἀρχὴ αὐτὴ προσλάβει καὶ τὴν συγκεκριμένην μορφὴν Συνταγματικῆς διατάξεως. Ὡς γνωστὸν μόνον μετὰ τὸν Αʹ Παγκόσμιον Πόλεμον διάφορα Εὐρωπαϊκὰ Συντάγματα προέβησαν καὶ εἰς τὴν συγκεκριμένην διατύπωσιν τῆς ἀρχῆς αὐτῆς. Ἑπομένως αἱ διατυπώσεις τοῦ Συντάγματός μας εἶναι προκοινοβουλευτικαί. Αἱ διατυπώσεις αἱ ἀφορῶσαι τὴν Κυβέρνησιν, τὸν διορισμὸν δηλ. τῶν Ὑπουργῶν, διότι τὸ Σύνταγμα δὲν ὁμιλεῖ περὶ Κυβερνήσεως, αἱ διατυπώσεις αὐταὶ εἶναι προκοινοβουλευτικαί, εἶναι διατυπώσεις ἀναγόμεναι εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐθεωρεῖτο ἐν τῇ Ἠπειρωτικῇ Εὐρώπῃ ὡς θεμιτὴ ἡ διασταύρωσις τῶν ἐξουσιῶν.
§13Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ 1911 ἦτο γνωστή.
§14Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Στρατιωτικῶν). Βεβαίως. Ποῖος εἶπεν ὅτι δὲν ἦτο; Εἶπον ἐπὶ λέξει: Δὲν ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον ἐν ἔτει 1911 νὰ γίνῃ διατύπωσις συγκεκριμένη ἐν τῷ Συντάγματι τῆς ἀρχῆς τῆς Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦτο διότι δὲν εἶχε διατυπωθῆ εἰς ἄλλα Συντάγματα καὶ μόνον μετὰ τὸ 1918, ὅταν εἰς ὡρισμένα Συντάγματα τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης διετυπώθη ἡ ἀρχὴ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως ἤρχισεν συζητουμένη καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ αὐτὸ ἐγένετο ἐν ἔτει 1918 καὶ ἐδῶ. Ἤρχισε δηλαδὴ συζητουμένη ἐν Ἑλλάδι ἡ μεταρρύθμισις τοῦ Συντάγματος, ὡς πρὸς τὸ σημεῖον αὐτό. Διετυπώθη δὲ ὡς πρότασις τὸ πρῶτον τότε....
§15Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ὁ Μοντεσκιέ....
§16Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Στρατιωτικῶν). Ὁ Μοντεσκιὲ ἔγραψε τὰ ἔργα του πρὸ τοῦ 1760. Εἰς ἐποχὴν ἑπομένως, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶχε κρυσταλλωθῆ ἡ Κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις ἐν Ἀγγλίᾳ.
§17Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Δὲν εἶχον κρυσταλλωθῆ; Δὲν ἀνεγράφετο ρητῶς ἐν τῷ Συντάγματι;
§18Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Στρατιωτικῶν). Ὄχι! Δὲν εἶχε κἂν γεννηθῆ. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς νέας πλέον ἀρχῆς, τῆς ἀρχῆς τῆς διασταυρώσεως τῶν ἐξουσιῶν, τῆς νομοθετικῆς δηλ. καὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἡ Κυβέρνησις κατ’ οὐσίαν, ἂν θέλετε καὶ κατὰ νομικὸν τύπον, διότι ἡ οὐσία εἶναι ἡ προσδιορίζουσα τοὺς νομικοὺς τύπους, εἶναι μία ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν ὁποίαν δικαιοῦται ἡ Βουλὴ νὰ μεταβιβάσῃ, ὅπως εἰς οἱανδήποτε ἄλλην ἐπιτροπήν, οἱονδήποτε ἔργον της.
§19Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ εἶναι Κυβέρνησις, πρέπει νὰ ἀπολαμβάνῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς.
§20Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Στρατιωτικῶν). Δὲν εἶναι ὁ σκοπός μου νὰ παρατείνω πολὺ τὴν ἀγόρευσίν μου. Θέλω νὰ τοποθετήσω ὡρισμένας ἐννοίας εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν ἱστορικῶς καὶ θεωρητικῶς ἀνήκουν. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν ἐν τῷ πλαισίῳ πολιτεύματος διεπομένου ὑπὸ τῶν ἀρχῶν τῆς κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἁπλῆ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς μὲ μίαν μόνον διαφορὰν καὶ αὐτὴ εἶναι διαφορὰ οὐσίας, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀποδίδω καὶ ἐγὼ σημασίαν, ἂν καὶ μετέχω τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ οὐσιώδης διαφορὰ εἶναι ὅτι τῆς Κυβερνήσεως δὲν μετέχει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐνῷ ὅλων τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν μετέχουν καὶ ἀντιπρόσωποι τῶν κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Αὐτὸ ἔχει οὐσιώδη σημασίαν καὶ δι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος ὁ ὁποῖος εἶμαι συνυπεύθυνος διὰ τοὺς Ἀναγκ. Νόμους οἱ ὁποῖοι ἐξεδόθησαν κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας, καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον ἀντὶ νὰ ἐκδοθοῦν οἱ νόμοι αὐτοὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ τύχουν ἐπεξεργασίας εἰς μίαν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τῆς ὁποίας θὰ μετεῖχον καὶ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα οὐσίας καὶ ὄχι νομικῶν ἀρχῶν. Ἑπομένως τὸ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπουσιαζούσης τῆς Βουλῆς καὶ λαβοῦσα ψῆφον ἐμπιστοσύνης, καθὼς καὶ τὴν ἄδειαν τῆς ἐκδόσεως Ἀναγκ. Νόμων, προέβη εἰς τὴν ἔκδοσιν τοιούτων, αὐτὸ δὲν ἀντιφάσκει πρὸς τὸ Πολίτευμα, διότι ἁπλούστατα τὸ Πολίτευμά μας, παρὰ τὰς διατυπώσεις τοῦ Συντάγματος, ἔχει ὑποστῆ μίαν ἐξέλιξιν ὀφειλομένην εἰς τὴν παράδοσιν τὴν Κοινοβουλευτικήν.
§21Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δύναται, δηλαδή, νὰ ἐκδώσῃ μίαν ἀπόφασιν ἡ Βουλή, ὄχι ἡ Δʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, μία κοινὴ Βουλή, ἡ ὁποία νὰ λέγῃ, ἐξουσιοδοτῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀσκῇ τὴν Νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ ἡμεῖς νὰ φύγωμεν; Ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ ἕναν τοιοῦτον νόμον καὶ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἐργάζεται;
§22Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Στρατιωτικῶν). Μοῦ ἐπιτρέπετε. Δὲν δέχομαι διακοπάς. Ἀπαντῶ εἰδικῶς εἰς τὸν κ. Βαμβέτσον ὅτι οὐσιαστικῶς ἔχει δίκαιον, ἀλλὰ νομικῶς θὰ ἦτο δυνατὸν καὶ αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγει. Ἀπὸ ἀπόψεως ὅμως οὐσίας δὲν θὰ ἦτο ὀρθόν. Ἕτερον ἑκάτερον. Ἄλλο τὸ νομικῶς καὶ πολιτειολογικῶς δυνατὸν καὶ ἄλλο τὸ ὀρθόν. Οὐσιαστικῶς δὲν θὰ ἦτο ὀρθόν.
§23Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἐνῷ ὅλοι θέλομεν νὰ βοηθήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἡ Κυβέρνησις ἀναλαμβάνει νὰ κωλυσιεργήσῃ. Πρέπει νὰ καταλήξωμεν κάπως εἰς τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἀναγκασθῶμεν καὶ ἡμεῖς νὰ ἀπαντήσωμεν.
§24Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Στρατιωτικῶν). Ἐὰν νομίζετε ὅτι εἶναι περιττὰ αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγω, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ σταματήσω. Σεῖς ὅμως ὡμιλήσατε καὶ ἀνεπτύξατε τὰς ἀπόψεις σας. Νομίζω ὅτι ἐπαρκῶς τὰς ἀνεπτύξατε, ὅπως πάντοτε ἐπαρκῶς ἀναπτύσσετε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα σκέπτεσθε. Εἰς τὸ ἑξῆς δὲν δέχομαι διακοπὰς καὶ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ τοιαύτας. Εἶπον ἀνερχόμενος εἰς τὸ βῆμα ὅτι θὰ ὁμιλήσω ὡς βουλευτής. Ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον καὶ εἶχον καὶ δικαίωμα ὄχι ὡς Κυβέρνησις ἀλλ’ ὡς ἁπλοῦς βουλευτὴς νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ ἀναπτύξω ὡρισμένας ἀπόψεις. Κύριοι, σᾶς εἶπα πῶς ἔχει τὸ πρᾶγμα ἀπὸ ἀπόψεως πολιτειολογικῆς. Ἔρχομαι νὰ τὸ ἐξετάσω καὶ οὐσιαστικῶς. Οὐσιαστικῶς ἐπίσης ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ νομοθετεῖν ὅπως τοῦτο ἐσημειοῦτο ἄλλοτε καὶ τοῦ νομοθετεῖν ὅπως τοῦτο σημειοῦται καὶ σήμερον: Ἄλλοτε ἐνομοθέτει ἡ Πολιτεία, ὅπως γνωρίζετε ἄριστα, ἐπὶ ἐλαχίστων θεμάτων. Σήμερον νομοθετεῖ ἡ Πολιτεία ἐπὶ παντὸς σχεδὸν θέματος. Θὰ καθίστατο ἑπομένως ἀδύνατος ἡ λειτουργία τοῦ Κράτους ἐὰν ἔπρεπεν ὅλα τὰ νομοθετήματα νὰ ἐξέρχωνται ἀπὸ τὴν Βουλήν. Τὸ μέγιστον ἄλλωστε ποσοστὸν τοῦ περιεχομένου τῶν νομοθετημάτων δὲν εἶναι κατ’ οὐσίαν νομοθετικόν. Τὸ μέγιστον ποσοστὸν τοῦ περιεχομένου τῶν νομοθετημάτων εἶναι κυβερνητικὸν καὶ διοικητικόν. Ὡς ἐκ τούτου καὶ ὡρισμένα κόμματα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, ἔχει διακηρύξει ἀπὸ μακροῦ καὶ τὴν ἄποψιν αὐτὴν υἱοθέτησε καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Δημ. Σοσ. Κόμματος ὅτι θὰ πρέπει οἱ περισσότεροι νόμοι νὰ εἶναι νόμοι πλαισίων, νὰ εἶναι νόμοι, οἱ ὁποῖοι νὰ ἀπαρτίζουν πλαίσια, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἔπειτα ἡ Κυβέρνησις νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν ἔκδοσιν διαταγμάτων, πραγματοποιούντων, ὑλοποιούντων τὸ πλαίσιον τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ θὰ ἔχῃ θεσπίσει. Ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν αὐτῶν τῶν σκέψεων, σκέψεων, αἱ ὁποῖαι βασίζονται ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐπὶ τῆς οὐσιώδους πολιτειολογικῆς διαφορᾶς, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ νομοθετεῖν ἄλλοτε καὶ τοῦ νομοθετεῖν σήμερον καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐπὶ τῆς διαφορᾶς, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἀπὸ ἀπόψεως περιεχομένου μεταξὺ τῶν ἄλλοτε νομοθετημάτων καὶ τῶν σημερινῶν, ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τῶν σκέψεων αὐτῶν, ἐν ἔτει 1937 μετὰ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῆς 4ης Αὐγούστου καὶ ἔχων ἀπόλυτον τὴν ἄνεσιν τὴν θεωρητικήν, διετύπωσα σχέδιον Συντάγματος, τὸ ὁποῖον καὶ ἐκυκλοφόρησε τότε εἰς ὡρισμένα πολυγραφημένα ἀντίτυπα, εἰς τὸ ὁποῖον περιέλαβον ὡρισμένας διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων ἐθέσπιζον θεωρητικῶς τὸ ὅτι τὸ νομοθετεῖν εἶναι ἔργον —αὐτὴ εἶναι ἡ φράσις, τὴν ὁποίαν ἐχρησιμοποίησα— τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ ἐλέγχειν ἔργον τῆς Βουλῆς. Κύριοι, δὲν θὰ ἤθελον νὰ ἀντιδράσητε εἰς τὴν σκέψιν μου αὐτὴν χωρὶς νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν μίαν δήλωσιν εἰς τὴν ὁποίαν θὰ προβῶ, δηλαδὴ τὴν δήλωσιν ὅτι ἡ διατύπωσις αὐτή, ἡ ὁποία εἶναι συνυφασμένη καὶ μὲ ἄλλας διατάξεις διὰ τῶν ὁποίων καθίσταται δυνατὴ καὶ ἡ ὑπὸ τῆς Βουλῆς παρακολούθησις τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ διατύπωσις αὐτὴ ἔγινεν ἐν ἔτει 1937, δηλαδὴ ὅταν ἤμην πολὺ νεώτερος. Σήμερον δὲν ἐμμένω ἀπολύτως εἰς τὴν διατύπωσιν ἐκείνην, ἀλλ’ ἡ διατύπωσις, εἰς τὴν ὁποίαν προέβην, δεικνύει τὴν κατεύθυνσιν, πρὸς τὴν ὁποίαν ἐστρέφετο ἡ σκέψις μου, σκέψις ὑπαγορευομένη ἀπὸ τὰς οὐσιώδεις μεταβολάς, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον μεταξὺ τοῦ 19ου καὶ 20οῦ αἰῶνος εἰς τὴν πολιτικὴν ζωήν. Λέγω δὲ ὅτι σήμερον ἔχω ὡρισμένους δισταγμοὺς ἔναντι τῆς διατυπώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν τότε εἶχον προβῆ, διότι ἡ ὡριμότης, ὡς γνωστόν, πολύτιμον ἀγαθόν, ἀντιστρατεύεται κάπως τὰς τολμηρὰς ἐμπνεύσεις καὶ πρωτοβουλίας. Καὶ σήμερον, ὡριμώτερος, ἔχω ὡρισμένους δισταγμοὺς ἔναντι τῆς διατυπώσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμα ἐν ἔτει 1937. Πάντως, ἡ βασικὴ σκέψις, ἡ ὁποία ἐκίνησε τὸ πνεῦμα μου, ὅταν διετύπωσα τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ νομοθετεῖν εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἡ βασικὴ σκέψις ἐξακολουθεῖ ὑπάρχουσα. Δὲν ἐπιμένω καὶ σήμερον ὅτι πρέπει τὸ νομοθετεῖν νὰ περιέλθῃ ὡς λειτουργία εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀποκλειστικῶς, ἀλλ’ ἐπιμένω εἰς τὸ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ διευκολυνθῇ ἡ νομοθετικὴ λειτουργία. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς τὸ νομοθετεῖν γίνεται εἰς μίαν ἔκτασιν τεραστίαν, γίνεται ἐπὶ παντὸς τοῦ ἐπιστητοῦ, πρέπει νὰ εὐχερανθῇ τὸ ἔργον τοῦ νομοθετεῖν καὶ πρέπει νὰ καταστῇ ἑπομένως ἡ Βουλὴ περισσότερον καὶ κυρίως Σῶμα ἐλέγχου. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν εἶναι ὀρθαὶ αἱ παρατηρήσεις εἰς τὰς ὁποίας προέβην —καὶ πιστεύω ὅτι εἶναι ὀρθαί— ἐν τούτοις δὲν προέτεινα βάσει τῶν παρατηρήσεων αὐτῶν κατὰ τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ Συντάγματος οὐσιώδεις μεταρρυθμίσεις τοῦ Συντάγματος. Διότι ὅπως σᾶς εἶπον καὶ εἰς μίαν ἀγόρευσίν μου πρὸ ἔτους, δὲν νομίζω, ὅτι αἱ ριζικαὶ μεταβολαὶ τοῦ Συντάγματος πρέπει νὰ γίνουν πρὸ τῆς λήξεως τῆς μεγάλης τοῦ Ἔθνους μας δοκιμασίας. Ἡ Δημοκρατία, τὸ μόνον δυνατὸν πολίτευμα διαρκείας, τὸ μόνον δυνατὸν πολίτευμα δικαίου, τὸ μόνον δυνατὸν πολίτευμα ἐν γένει, ἐὰν τὴν ἔννοιαν τοῦ πολιτεύματος συνδυάσωμεν μὲ ἀντικειμενικοὺς κανόνας δικαίου, ἡ Δημοκρατία, λέγω, πρέπει, διὰ νὰ ἐπιζῇ, νὰ ἀναθεωρῇ ἑαυτὴν μετὰ πᾶσαν μεγάλην δοκιμασίαν, μετὰ πάντα μεγάλον κίνδυνον. Αὐτὸ ἐσημειώθη καὶ μετὰ τὸν πρῶτον παγκόσμιον πόλεμον, ὅταν διεφάνησαν εἰς τὸν ὁρίζοντα οἱ κίνδυνοι τοῦ φασισμοῦ, αὐτὸ σημειοῦται καὶ σήμερον. Δι’ αὐτὸ εἰς ὅλας τὰς χώρας σημειοῦται ἡ ἀναζήτησις νέων μορφῶν ἐντὸς τῶν ὁποίων πρέπει νὰ κινηθῇ ἡ Δημοκρατία. Τοῦτο λέγω σημειοῦται καὶ σήμερον, ὁπότε ἡ Δημοκρατία διέρχεται τὸν μέγιστον ὅλων τῶν κινδύνων. Διότι οὐδεὶς κίνδυνος ὑπῆρξε μεγαλύτερος διὰ τὴν Δημοκρατίαν, ἀπὸ τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον ἐνσαρκώνει ὁ Κομμουνισμός, ὁ ἐρυθρὸς ὁλοκληρωτισμός. Ἀλλὰ τὴν ἀναθεώρησιν αὐτὴν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν κάμῃ ἡ Δημοκρατία, τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ ἑαυτοῦ της, μόνον ἀφοῦ παρέλθῃ ὁ κίνδυνος. Τότε μὲ ἤρεμον καὶ μὲ ἀπόλυτον συνείδησιν τῆς εὐθύνης, εὐθύνης ὡς πρὸς τὸ μέλλον καὶ ὄχι ἁπλῶς ὡς πρὸς τὸ παρόν, εἶναι δυνατὸν ἡ Δημοκρατία—καὶ αὐτὸ θὰ γίνῃ εἰς ὅλας τὰς χώρας—νὰ ἀναθεωρήσῃ ἑαυτὴν καὶ νὰ ἐξετάσῃ ποῖοι ἐκ τῶν θεσμῶν πρέπει νὰ παραμείνουν ὡς ἔχουν καὶ ποῖοι ἐκ τῶν θεσμῶν πρέπει νὰ μεταβληθοῦν. Θὰ γίνουν, λοιπόν, καὶ πρέπει νὰ γίνουν ριζικαὶ μεταβολαί, δηλαδὴ ἀναπροσαρμογαὶ τῆς Δημοκρατίας καὶ αὐτὸ θὰ γίνῃ καὶ ἐν Ἑλλάδι. Πλὴν τῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι διέπουν τὸ Σύνταγμά μας, συγκεκριμένως πλὴν τῆς μορφῆς τοῦ Πολιτεύματος ἡ ὁποία εἶναι καὶ θὰ μείνῃ ἀμετάβλητος, πλὴν τῶν βασικῶν ἐλευθεριῶν ἢ μᾶλλον δικαιωμάτων καὶ ὑποχωρήσεων τοῦ πολίτου καὶ τοῦ ἀτόμου καὶ πλὴν ὡρισμένων βασικῶν γραμμῶν τῆς λειτουργίας τοῦ Πολιτεύματος, ὅλα τὰ ἄλλα θέματα θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετασθοῦν μὲ ἠρεμίαν καὶ ἀντικειμενικότητα μετὰ τὴν ὑπερνίκησιν τοῦ μεγάλου κινδύνου, τὸν ὁποῖον σήμερον διέρχεται ὁ τόπος καὶ ἡ ἀνθρωπότης ὁλόκληρος, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετασθοῦν ἀπὸ ἄλλην Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν ἰδικήν μας. Ἀλλὰ καὶ χωρὶς νὰ προβῶμεν εἰς τὰς ριζικὰς μεταβολὰς δέον, κύριοι συνάδελφοι, κατ’ οἰκονομίαν δικαίου νὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς περιστάσεις. Καὶ ἀκριβῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν σήμερον ἀπὸ τὴν Βουλήν, τὸ νὰ θεωρήσῃ τοὺς ἀναγκαστικοὺς νόμους, ὡς ἐγκύρους, αὐτὸ ἀποτελεῖ προσαρμογὴν εἰς τὰς περιστάσεις, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῶν γενικωτέρων ἐθνικῶν συμφερόντων καὶ ἐπίσης ὑπὸ τῆς οἰκονομίας τοῦ χρόνου, τὸν ὁποῖον διαθέτει ἀκόμη ἡ παροῦσα Βουλή. Καὶ τοσούτῳ μᾶλλον θὰ πρέπει νὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς περιστάσεις καθ’ ὅσον ἄλλωστε εὑρισκόμεθα ἐν πολέμῳ, δηλαδὴ ἐν κρισίμῳ καταστάσει. Ἄλλωστε, κύριοι βουλευταί, σχεδὸν ὅλα τὰ κόμματα διῆλθον ἐκ περιτροπῆς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ μετέσχον κατὰ μεγάλον ἢ μικρὸν βαθμὸν τῆς εὐθύνης τῆς ἐκδόσεως Νομοθετικῶν Διαταγμάτων ἢ Ἀναγκαστικῶν Νόμων. Γνωρίζομεν λοιπὸν ὅλοι, ὅτι εἶναι ἀναπότρεπτον νὰ νομοθετῇ κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις. Ἐὰν δὲν ἐνομοθέτει θὰ εἴχομεν τεράστια κενά, θὰ εἴχομεν τεράστια ἀδιέξοδα καὶ εἰς τὸν τομέα τῆς διεξαγωγῆς τοῦ πολέμου καὶ τοῦ Σχεδίου Μάρσαλ, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὸν ἀκόμη τὸν τομέα τῆς συνήθους λειτουργίας τῆς Κρατικῆς μηχανῆς. Ὡρισμένοι μάλιστα νόμοι, κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν ἤρχοντο πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν, ἐπιτρέψατέ μου νὰ εἴπω, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προκαλέσουν καὶ βλάβην. Καὶ θὰ χρησιμοποιήσω ἕνα παράδειγμα, παράδειγμα συνδεόμενον ἄλλωστε καὶ μὲ τὴν ἰδικήν μου εὐθύνην ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Θὰ χρησιμοποιήσω τὸ παράδειγμα τῶν δύο νόμων, τοῦ νόμου τῆς Ἀρχιστρατηγίας καὶ τοῦ νόμου διὰ τοῦ ὁποίου ἠλλοιώθη ἡ σύνθεσις τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου. Ἐκ τῆς κριτικῆς τὴν ὁποίαν ἤσκησεν, ἐμοῦ ἀπουσιάζοντος, διότι ἐὰν δὲν ἀπουσίαζον θὰ ἐθεώρουν χρέος νὰ δώσω ἀμέσως ἀπάντησιν, ἐκ τῆς κριτικῆς τὴν ὁποίαν ἤσκησεν ὁ ἀξιότιμος καὶ ἀγαπητὸς προκάτοχός μου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν συνάγω τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ συζήτησις, γενικευμένη, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα καὶ αὐτὸ ἀκόμη τὸ ὀλέθριον ἀποτέλεσμα, νὰ μὴ ἀναλάβῃ τὴν Ἀρχιστρατηγίαν, ὁ ἀσκῶν σήμερον ταύτην καθ’ ὃν εὐτυχῆ τρόπον ἀσκεῖ. Ἐκ τῆς κριτικῆς τὴν ὁποίαν ἤσκησεν ὁ κ. Στρᾶτος κατὰ τοῦ νόμου διὰ τοῦ ὁποίου ἠλλοιώθη ἡ σύνθεσις τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου, μαντεύετε, κ.κ. συνάδελφοι, τί συζήτησις θὰ ἐγίνετο καὶ πόσον βλαβερὰ θὰ ἦτο ἡ συζήτησις αὐτὴ κατὰ τὴν κρισιμωτάτην ἀκριβῶς καμπὴν τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος, κατὰ τοὺς παρελθόντας δύο μῆνας, Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον. Δὲν ἀποκλείεται ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία θὰ διεξήγετο καλοπίστως καὶ μὲ ἀπόλυτον ἐθνικὴν τὴν διάθεσιν τῶν ἀντιφρονούντων νὰ εἶχεν ὀλέθρια ἀποτελέσματα.
§25Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κοινὴ ἦτο ἡ συνείδησις τῆς Βουλῆς περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ διορισμοῦ Ἀρχιστρατήγου. Δὲν ὑπάρχει παράδειγμα ἐν τῇ ἱστορίᾳ διεξαγωγῆς πολέμου ἄνευ στρατιωτικοῦ ἀρχηγοῦ. Ὁμοίως κοινὴ ἦτο ἡ συνείδησις τῆς Βουλῆς περὶ διορισμοῦ ὡς Ἀρχιστρατήγου τοῦ διορισθέντος τοιούτου. Ἑπομένως οὐδεμία θὰ ὑπῆρχεν ἀντίδρασις διὰ τὴν ἔγκρισιν τοῦ σχετικοῦ σχεδίου.
§26Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Στρατιωτικῶν). Κύριοι βουλευταί, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ προκάτοχός μου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ κ. Στρᾶτος εἶπεν ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ γενικῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἀφαιρέσουν, ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Βουλῆς, δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, συγκεκριμένως τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον εἶχεν ὡς πρόεδρος τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου. Πρῶτον ὑπάρχει μία ἁπλῆ καὶ εὔκολος ἀπάντησις. Τὸ δικαίωμα αὐτὸ μετεβιβάσθη εἰς τὸν Ἀρχιστράτηγον μόνον ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ὁ πόλεμος, δηλαδὴ ἐφ’ ὅσον ἰσχύει ὁ θεσμὸς τῆς Ἀρχιστρατηγίας. Ἑπομένως ὁριστικὴ ἀπεμπόλησις τοῦ δικαιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἐσημειώθη. Ἀλλ’ ἀσχέτως αὐτοῦ κύριοι βουλευταί, οὐδεμίαν μείωσιν αἰσθάνομαι ὅτι ὑπέστη ἡ πολιτικὴ ἐξουσία, διὰ τῶν χορηγηθέντων εἰς τὸν Ἀρχιστράτηγον δικαιωμάτων. Ὅ,τι ἀποβαίνει πρὸς ὄφελος τοῦ Ἔθνους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ, κύριοι βουλευταί, ὅτι μειώνει τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν. Ἀντιθέτως τὴν ἐξυψώνει ἠθικῶς.
§27Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ (Ἀργολιδοκορινθίας). Ἡ ἀρχιστρατηγία ἔσωσε τὴν Ἑλλάδα. Ἡ οὐσία θὰ ἐπικρατῇ καὶ ποτὲ οἱ τύποι, οἵτινες εἶναι ἐπινοήματα τῶν πονηρῶν καὶ σκοτεινῶν ἀνθρώπων.
§28Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Στρατιωτικῶν). Συμφωνεῖτε δηλαδὴ μαζί μου. Ὁ κ. Στρᾶτος ἔκαμεν ἐπίθεσιν κατὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ καὶ ἠμφισβήτησε τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἀλλοίωσιν τῆς συνθέσεως τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου. Καὶ ἐφ’ ὅσον ἐλέχθησαν αὐτὰ ἔχω ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα ἀλλὰ καὶ πέραν τοῦ δικαιώματος τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσω καὶ νὰ προβῶ εἰς τὴν ὀρθὴν τοποθέτησιν τοῦ ζητήματος. Καὶ λέγω καὶ ἐπαναλαμβάνω, κύριοι βουλευταί: Πᾶν, ὅ,τι ὠφελεῖ τὸ Ἔθνος ὠφελεῖ καὶ τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν. (Χειροκροτήματα). Ἡ πολιτικὴ ἐξουσία—καὶ προβαίνω εἰς τὴν διατύπωσιν αὐτὴν βέβαιος ὅτι αἱ φράσεις μου θὰ ἔχουν πλήρη ἀνταπόκρισιν καὶ ἀπήχησιν εἰς τὴν συνείδησίν σας—ἡ πολιτικὴ ἐξουσία εἶναι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ἔθνους καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἑαυτῆς. Ὑπάρχουν βεβαίως καὶ δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ τὸ ἀρνηθῶ, ἀρκετοὶ ἀναγκαστικοὶ νόμοι, ἐὰν θέλετε πολλοὶ οἱ ὁποῖοι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναμείνουν τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπιψήφισιν. Αὐτὸ ὀφείλω, κ.κ. βουλευταί, ὄχι μόνον ὡς βουλευτὴς ἀλλὰ καὶ ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὸ ὁμολογήσω, ἀλλ’ ὀφείλομεν καὶ ὅλοι ἂν δὲν θέλωμεν —ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις αὐτή— νὰ εἴμεθα Φαρισαῖοι νὰ ὁμολογήσωμεν ἐπίσης ὅτι εἶναι σχεδὸν ἀδύνατον νὰ ἀντιστῇ μία Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀνθρωπίνην ἀδυναμίαν ὅπως δημοσιεύῃ ἐκτὸς τῶν ἐπειγόντων νομοθετημάτων καί τινα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐπείγοντα. Δὲν νομίζω ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἶμαι τόσον αὐστηρὸς κριτής, ὅπως σεῖς, γνωρίζων ὄχι μόνον τὰς ἀδυναμίας τῶν ἄλλων, ἀλλὰ καὶ τὰς ἀδυναμίας ἐμοῦ τοῦ ἰδίου. Καὶ αἱ ἀδυναμίαι αὐταὶ ἐκδηλοῦνται, κ.κ. συνάδελφοι, ἔτι μᾶλλον ὅταν αἱ κυβερνήσεις εἶναι κυβερνήσεις συνασπισμοῦ, διότι ὅπως γνωρίζετε πολὺ καλῶς εἰς τὰς κυβερνήσεις συνασπισμοῦ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τοὐλάχιστον ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀσκεῖ τὴν ἀπόλυτον ἐκείνην πρωθυπουργικὴν ἐφ’ ὅλων τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἑνὸς κόμματος. Καὶ εἶναι φυσικὸν αἱ κυβερνήσεις συνασπισμοῦ νὰ βασίζωνται ὀλιγώτερον ἐπὶ τῆς ἐξουσιαστικῆς βουλήσεως τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ περισσότερον νὰ βασίζωνται ἐπὶ τῶν ἀμοιβαίων παραχωρήσεων καὶ συγκαταβάσεων μεταξὺ τῶν διαφόρων μετεχόντων τῆς κυβερνήσεως κομμάτων. Αὐτὸ εἶναι ἀνθρώπινον, ἀναπόφευκτον, εἶναι κοινοβουλευτικῶς ἀναπόφευκτον καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναπόφευκτον δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀποτελῇ ἀντικείμενον τόσον δριμείας κριτικῆς, ὡς εἶναι ἡ κριτικὴ ἡ ὁποία ἠσκήθη ὑπό τινων συναδέλφων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐκτὸς τούτου θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἀμφιβάλω, κ.κ. βουλευταί, ἐὰν οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐψηφίζοντο ἀπὸ τὴν Βουλήν, θὰ ἦσαν πολὺ καλύτεροι ἀπὸ τοὺς νόμους τοὺς ὁποίους ἐξέδωσεν ἡ Κυβέρνησις. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ παρακολουθήσητε τὴν σκέψιν μου μὲ ψυχραιμίαν. Ἡ διάθεσίς μου δὲν εἶναι νὰ προσβάλω τὴν Βουλήν. Θὰ εἴπω κάτι, τὸ ὁποῖον δὲν ἀφορᾷ τὰ πρόσωπα τὰ ἀπαρτίζοντα τὴν Βουλήν. Δέν γνωρίζω, κ.κ. βουλευταί, ἐὰν εἰς περιόδους κρίσεως, ἐὰν εἰς περιόδους μεγάλης ἀνάγκης, ἐὰν τὰ μεγάλα συλλογικὰ Σώματα, τὰ ἀπαρτιζόμενα οὐχὶ ἀπὸ τοὺς ἀμέσως ὑπευθύνους διὰ τὴν διακυβέρνησιν τοῦ τόπου, ἐὰν εἶναι τὰ μᾶλλον κατάλληλα διὰ νὰ νομοθετοῦν. Καὶ λέγω τοῦτο, βασιζόμενος κυρίως ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ἐπιχειρήματος. Κατ’ ἀνάγκην ἡ Βουλή, ἀπαρτιζομένη ἀπὸ πολιτευτὰς οἱ ὁποῖοι δὲν ἀσκοῦν κατὰ τρόπον ἄμεσον τὴν ὑπεύθυνον διακυβέρνησιν τῆς Χώρας, κατ’ ἀνάγκην εἶναι ἐλευθεριωτέρα, εἶναι περισσότερον ἐκτεθειμένη εἰς τὸν πειρασμόν, ὅπως ἐκδηλώσῃ γενναιόφρονας διαθέσεις ἀπέναντι τοῦ λαοῦ, ἀπέναντι τῶν διαφόρων ὁμάδων. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπῃνισσόμην πρὸ ὀλίγου λέγων ὅτι δὲν γνωρίζω ἐὰν οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξήρχοντο ἀπὸ τὴν Βουλὴν θὰ ἦσαν καλύτεροι ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξέρχωνται ἀπὸ στενὰ καὶ κυβερνητικῶς ὑπεύθυνα Σώματα. Εἶναι εὐκολώτερον οἱ βουλευταὶ νὰ δεικνύουν γενναιοφροσύνην ἀπέναντι τῶν κοινωνικῶν τάξεων ἀπὸ ὅ,τι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει ὑπ’ ὄψει ὅλας τὰς δυσκολίας μὲ τὰς ὁποίας συνδέεται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ οἱουδήποτε μέτρου, δυσκολίας δημοσιονομικὰς καὶ ἄλλας συνδεομένας καὶ μὲ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ κράτους ἔναντι ἐκείνων τῶν μεγάλων τῆς Ἑλλάδος βοηθῶν καὶ εὐεργετῶν πρὸς τοὺς ὁποίους ἔχει συμβληθῇ. Οἱ περισσότεροι νόμοι, ὡς γνωρίζετε ἄριστα, ὑφίστανται εἰς τὰς διαφόρους κοινοβουλευτικὰς ἐπιτροπὰς τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι εὐρύνουν τὸν κύκλον τῆς ἐφαρμογῆς των. Αὐτὸ γίνεται διὰ λόγους, οἱ ὁποῖοι δὲν συνδέονται μὲ τὸ γεγονός, ὅτι οἱ βουλευταί γνωρίζουν ὀλιγώτερον τὸ καθῆκον των ἀπὸ ὅ,τι τὸ γνωρίζουν οἱ Ὑπουργοί. Οἱ ἴδιοι βουλευταὶ ἐὰν ἦσαν ὑπουργοὶ καὶ ἔβλεπον τὰς δυσκολίας θὰ ἦσαν δυσκολώτεροι καὶ δὴ ἀσκητικώτεροι, διότι ἡ περίοδος τὴν ὁποίαν διέρχεται ὁ τόπος εἶναι περίοδος ἡ ὁποία ἀντιμετωπίζεται οὐχὶ δι’ εὐκόλων λύσεων, διὰ μεγάλων παροχῶν, ἀλλὰ κυρίως διὰ περιστολῆς, περισυλλογῆς καὶ ἀσκητισμοῦ. Ἀλλά, κ.κ. βουλευταί, καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ τεθοῦν ὅλα τὰ νομοθετήματα ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς καὶ δή τῆς Βουλῆς λειτουργούσης ἐν ὁλομελείᾳ καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι αὐτὸ θὰ συνέφερεν ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας, καὶ ἐν πολλοῖς θὰ συνέφερε, πρέπει νὰ ὁμολογήσετε ὅτι τοῦτο θὰ ἦτο πρακτικῶς ἀδύνατον. Εἶναι γενναιότερον ἠθικῶς καὶ θετικώτερον νὰ παραδεχθῆτε τοῦτο παρὰ νὰ ἐπιμείνετε εἰς τὴν διεκδίκησιν ἑνὸς δικαιώματος, τὸ ὁποῖον γνωρίζετε ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιήσετε. Διότι εἶναι πολὺ μεγάλος ὁ ἀριθμὸς τῶν νομοθετημάτων καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβῆτε εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ περιεχομένου αὐτῶν. Νομίζω ὅτι εἶναι γενναιότερον νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἡ ἐξάσκησις ἑνὸς δικαιώματος παρὰ νὰ γίνεται διεκδίκησις αὐτοῦ, χωρὶς ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιωθῇ ὑπὸ τῆς ἱστορίας καὶ τοῦ λαοῦ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διεκδικεῖτε. Τίποτε δὲν μειώνει τὴν Βουλὴν περισσότερον ἀπὸ τὴν διεκδίκησιν κατὰ τρόπον ἀνεύθυνον τοῦ ἀδυνάτου. Ἡ Βουλὴ μειοῦται ἐξ αὐτοῦ περισσότερον παρὰ ἐὰν συμμορφωθῇ εἰς τὴν παράκλησιν τῆς Κυβερνήσεως ὅπως ἐπενδύσῃ διὰ τῆς ψήφου της ἕνα τετελεσμένον πραγματικὸν γεγονός. Εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἐξετασθοῦν ὅλα τὰ νομοθετήματα. Δι’ αὐτὸ ἄλλωστε διὰ τῆς τελευταίας διατυπώσεως τοῦ σχεδίου ψηφίσματος τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑπογράψω ζητοῦμεν ὅπως κατ’ ἀρχὴν ἡ Βουλὴ κατοχυρώσῃ ἀπὸ ἀπόψεως ἰσχύος ὅλα αὐτὰ τὰ νομοθετήματα καὶ μετὰ ταῦτα νὰ παραπεμφθοῦν εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν ἐξουσιοδοτήσεως, ἡ ὁποία νὰ μελετήσῃ ἐκεῖνα ἐκ τῶν νομοθετημάτων τὰ ὁποῖα θὰ ἐπεθύμει νὰ τροποποιήσῃ.
§29Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἄνευ προθεσμίας;
§30Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Στρατιωτικῶν). Μὲ προθεσμίαν. Νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι θὰ γίνῃ αὐτομάτως ἡ κύρωσις τῶν περισσοτέρων νομοθετημάτων χωρὶς νὰ τύχουν ἐπεξεργασίας. Φοβοῦμαι ὅτι δὲν θὰ προλάβῃ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον της ὑπὸ προθεσμίαν καὶ αὐτὸ θὰ εἶναι, ἐπὶ ζημίᾳ τῶν ἰδικῶν σας ἀξιώσεων καὶ διεκδικήσεων.
§31Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ περιμένωμεν ἐπ’ ἄπειρον ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἰσαγάγῃ τὰ νομοθετήματα πρὸς κύρωσιν. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ὡρισμένα δεδομένα. Ἔγινε μία σύμβασις ὡρισμένων δισεκατομμυρίων. Παρῆλθον 3 χρόνια καὶ δὲν ἦλθε πρὸς κύρωσιν, τὸ αὐτὸ θὰ συμβῇ μὲ τοὺς νόμους αὐτούς.
§32Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δι’ αὐτὸ εἴπομεν μέχρι λήξεως τῆς συνόδου διὰ νὰ ὑπάρξῃ εὔλογον χρονικὸν διάστημα ἐπιτρέπον νὰ ἐξετασθοῦν ὅλα τὰ νομοθετήματα αὐτὰ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς.
§33Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Στρατιωτικῶν). Νομίζω λοιπόν, ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ ἐγκριθῇ τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος, νὰ κατοχυρωθοῦν ἀπὸ ἀπόψεως ἰσχύος τὰ νομοθετήματα καὶ μετὰ ταῦτα θὰ ἔχῃ ἡ Ἐπιτροπὴ τὸν χρόνον νὰ προβῇ εἰς τὴν τροποποίησιν ἢ τὴν ἀκύρωσιν ὡρισμένων ἐξ αὐτῶν. Θεωρῶ ἀναγκαῖον ὅπως προβῶμεν εἰς τὴν κατοχύρωσιν τῶν ἀναγκαστικῶν νόμων, διὰ τὸν λόγον ὅτι πλεῖστα τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν ἔχουν ἄμεσον ἢ ἔμμεσον σχέσιν μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ σχεδίου Μάρσαλ καὶ δηλῶ, κύριοι συνάδελφοι, κατηγορηματικῶς καὶ ἀπεριφράστως ὅτι τὸ ἐθνικὸν συμφέρον ἐπιβάλλει ὅπως μὴ μείνουν ἐκκρεμεῖς οἱ νόμοι αὐτοί. Ἡ Κυβέρνησις —καὶ ὁ ἐπίλογός μου εἶναι ἐπίλογος, τὸν ὁποῖον διατυπώνω ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως καὶ οὐχὶ ὡς ἁπλοῦς βουλευτὴς—δὲν δέχεται καὶ μάλιστα ἀποκρούει ἐντόνως τὰ ὅσα ἐλέχθησαν, ὄχι βεβαίως κατὰ τὰς τελευταίας συνεδριάσεις, ἀλλὰ εἰς προηγουμένας συνεδριάσεις ὑπό τινων συναδέλφων σχετικῶς πρὸς τὰ νομοθετήματα τὰ συνδεόμενα μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ σχεδίου Μάρσαλ. Τὸ σχέδιον Μάρσαλ εἶναι παγκόσμιος πολιτική, εἶναι πολιτικὴ ἀποβλέπουσα εἰς τὴν σωτηρίαν τοῦ κόσμου καὶ εἶναι τιμὴ ἡμῶν ὅτι συμβάλλομεν εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς παγκοσμίου αὐτῆς πολιτικῆς. Θὰ ἦτο θανάσιμον σφάλμα νὰ ἀντιδράσωμεν κατὰ τρόπον μικρόψυχον εἴτε πρὸς τὸ σύνολον τοῦ σχεδίου —πρᾶγμα τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν σκέπτεται— εἴτε πρὸς ὡρισμένας πτυχὰς ἢ πλευρὰς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ σχεδίου Μάρσαλ. Ὡρισμένοι συνάδελφοι καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ψηφίσματος καὶ εἰς προγενεστέρας περιστάσεις ἔκαμαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατάχρησιν τῆς ἐννοίας, ἐπεκαλέσθησαν κατὰ τρόπον ὑπέρμετρον τὴν ἔννοιαν τῆς κυριαρχίας τοῦ Ἔθνους. Οὐδεὶς σκέπτεται νὰ μειώσῃ τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν. Ἀλλὰ ὅπως γνωρίζετε ἄριστα, ἐν ὀνόματι ἀκριβῶς τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, πρὸς ὄφελος τοῦ ἔθνους καὶ πρὸς ὄφελος τῆς ἀνθρωπότητος ὁλοκλήρου, ἔχει τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ὄχι μόνον τὸ δικαίωμα ἀλλὰ καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ αὐτοπεριορίζεται. Αὐτὸ ἀκριβῶς σημαίνει συμβολὴν εἰς τὴν παγκόσμιον πολιτικήν, καὶ ἀποτελεῖ τίτλον τιμῆς διὰ τὴν Ἑλλάδα. Συμβάλλουσα ἡ Ἑλλὰς δι’ αὐτοπεριορισμοῦ τῆς κυριαρχίας της εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ σχεδίου Μάρσαλ, συμβάλλει εἰς τὴν ἀπόκρουσιν τοῦ μεγαλυτέρου κινδύνου, ὁ ὁποῖος ἐσημειώθη ποτὲ εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς ἀνθρωπότητος, συμβάλλει εἰς τὴν θεμελίωσιν νέας ζωῆς βασιζομένης ἐπὶ νέων ἀρχῶν, ἐπὶ μεγαλυτέρας μεταξὺ τῶν Κρατῶν ἀλληλεγγύης, βασιζομένης πρωτίστως ἐπὶ μιᾶς πρωτοφανοῦς, πρωτοτύπου καὶ ὑπερόχου ἀλληλεγγύης μεταξὺ τῶν δύο Ἠπείρων, τῆς Ἀμερικῆς καὶ τῆς Εὐρώπης. (Χειροκροτήματα). (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ κ. Π. Μουτζουρίδης Αʹ Ἀντιπρόεδρος).
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Μαλλινδρέτος ἔχει τὸν λόγον.
§35Ν. ΜΑΛΙΝΔΡΕΤΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ ἔκδοσις Νομοθετικῶν Διαταγμάτων ἤρχισε τὸ πρῶτον ἀπὸ τοῦ 1911 αὐξάνει δὲ κατ’ ἔτος δι’ ὃ δυστυχῶς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ἐβράδυνε νὰ σταματήσῃ τὸν κατήφορον αὐτὸν τῆς ἐκδόσεως Νομοθετικῶν Διαταγμάτων. Γνωρίζετε, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ ἔκδοσις Ἀναγκαστικῶν Νόμων ἀπαγορεύεται κατὰ τὸ Σύνταγμα. Ἄλλωστε σήμερον πολὺ περισσότερον εἶναι ἀπηγορευμένον διότι μὲ τὰς ὑφισταμένας σήμερον συνθήκας συγκοινωνίας, μὲ τὰ μέσα τὰ ὁποῖα διατίθενται σήμερον καὶ εἰς τὰς περιπτώσεις ἀκόμη ἀνάγκης δύναται ὅποτε θέλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ παροῦσαν τὴν Βουλήν. Ἡ ἔκδοσις, κύριοι βουλευταί, Ἀναγκαστικῶν Νόμων λαμβάνει χώραν καὶ συγχωρεῖται μόνον εἰς ἐπιτακτικὰς περιπτώσεις, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτὰς τὰς κρισίμους, πρέπει νὰ ἔλθουν τὸ ταχύτερον ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος, ἵνα κυρωθοῦν. Κύριοι βουλευταί, ἡ ἔκδοσις Ἀναγκαστικῶν Νόμων εἶναι μία περιφρόνησις οὕτως εἰπεῖν πρὸς τὸ Σῶμα. Ὑπάρχουν πλεῖσται ὅσαι περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας νομοσχέδια τὰ ὁποῖα ὑποβληθέντα εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς ἢ εἰς τὰς Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπὰς ἀπερρίφθησαν κατόπιν ὅμως ἐρχόμενα κατὰ τὴν περίοδον τῶν διακοπῶν τοῦ Σώματος ὡς Ἀναγκαστικοὶ Νόμοι ἐψηφίσθησαν. Τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὅτι ἔχουν δημιουργηθῆ καταστάσεις μὲ τὴν ἔκδοσιν Ἀναγκαστικῶν Νόμων δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθόν. Οἱ ἀντισυνταγματικοὶ νόμοι εἶναι ἀνύπαρκτοι ὡς νόμοι, ὅσοι δὲ ἐδημιούργησαν δυνάμει τῶν νόμων αὐτῶν καταστάσεις ὀρθῶς ζημιοῦνται διότι ἐξ ἰδίου ἁμαρτήματος ζημιοῦνται. Βεβαίως οἱ νόμοι οἱ ἀφορῶντες τὸν θεσμὸν τοῦ Ἀρχιστρατήγου καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Σχεδίου Μάρσαλ δύνανται νὰ ἐξαιρεθοῦν, ἀλλὰ μοῦ κάμνει κατάπληξιν καὶ ἐρωτῶ ποίαν σχέσιν ἔχει τὸ ἐκλογικὸν δικαίωμα τῶν γυναικῶν μὲ τὰ ἀνωτέρω νομοθετήματα. Καὶ τὰ ὑπήγαγε διὰ μιᾶς διατάξεως εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν κατὰ τόπους Προέδρων Πρωτοδικῶν. Δὲν εἰσήχθησαν ὅμως αὐτὰ εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ ἔγιναν Ἀναγκαστικὰ Διατάγματα. Ποῖον ἐκ τῶν δύο εἶναι ὠφελιμώτερον καὶ λυσιτελέστερον; Οἱ νόμοι ἀκριβῶς ἔγιναν καὶ γίνονται διότι θέλουν ν’ ἀποφεύγουν τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν μελέτην τῆς Βουλῆς. Καὶ εἶδα ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν τροποποιητικὸν νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον λέγει νὰ συσταθῇ ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία νὰ ἐλέγξῃ τοὺς νόμους. Εἶπον προηγουμένως ὅτι αἱ καταστάσεις ὑποχρεώνουν τὴν Βουλὴν νὰ κυρώσῃ τοὺς νόμους αὐτούς. Ἡ κατάστασις, τότε, μεταβάλλεται, ὅταν ἀκυρωθοῦν τὸν Σεπτέμβριον; Ἀλλά, πλὴν αὐτῶν, τὶ θὰ εἴπῃ ἡ ἐπιτροπή; ἢ θὰ εἴπῃ, νὰ ἐπικυρωθοῦν, ἢ θὰ εἴπῃ, ὄχι. Εἶναι ἓν πρόσχημα διὰ νὰ δείξῃ δῆθεν ὅτι γίνεται μία ὑποχώρησις. Ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἐκλεγῇ ἀπὸ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων καὶ ἐκ τῶν προτέρων, τρόπον τινά, θὰ ἐγκρίνῃ. Εἶναι περιττὸν λοιπὸν νὰ δημιουργηθῇ ἐπιτροπή.
§36Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ διότι ὑπάρχουν νομοθετήματα εἰσαχθέντα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως τὰ ὁποῖα δὲν ἐπέρασαν καὶ ἐπέρασαν κατόπιν δι’ Ἀναγκαστικοῦ Νόμου.
§37Ν. ΜΑΛΙΝΔΡΕΤΟΣ. Ἄλλη ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ ἄλλη ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτή. Ἐὰν θέλετε νὰ τὰ ψηφίσετε, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ μετανοήσετε διότι ἐὰν ψηφίσετε τὸ σχέδιον αὐτὸ τοῦ ψηφίσματος τὸ παιχνίδι τῶν ἀναγκαστικῶν νόμων θὰ ἐξακολουθήσῃ ἔστω καὶ ὑπὸ διάφορον ὄνομα. Ὅλαι αἱ ἀτασθαλίαι αὐταὶ μὲ ἄλλας ἀτασθαλίας συνδυαζόμεναι θὰ φέρουν εἴτε ἐπανάστασιν, εἴτε ἀποσύνθεσιν τοῦ Κράτους.
§38Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἂν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπείγεται διὰ νὰ τελειώσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐν τούτοις, διὰ τῆς παρεμβολῆς τῶν λόγων τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ καταναλίσκουν πολλὴν ὥραν ἐδῶ, ἐπιβραδύνουν οἱ ἴδιοι τὴν ψήφισιν τοῦ ψηφίσματος τούτου. Ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ἀρχηγὸς τοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος τὸν ὁποῖον ἤκουσα μετὰ προσοχῆς προσεπάθησε νὰ καταπείσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς δημιουργηθείσης ἀνάγκης ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ ψηφίσματος καὶ ἀνέπτυξεν θεωρίας αἱ ὁποῖαι συνεκίνησαν τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ἀθηνῶν, κύριον Κουλουμβάκην, ὁ ὁποῖος τὸν παρηκολούθησεν σχεδὸν μετ’ ἔρωτος.
§39Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅλως τὸ ἀντίθετον. Τὰ χειροκροτήματά μου ἦσαν ὅτι οὐδεὶς τῶν βουλευτῶν, οὐδεὶς ἀπολύτως Ἕλλην, ἀρνεῖται ὅτι ὀφείλομεν μίαν εὐγνωμοσύνην πρὸς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας καὶ ἑπομένως εἶναι περιττὸν καὶ νὰ λέγεται. Εἰς ὅλα τὰ ἄλλα διαφωνοῦμεν.
§40Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιστήμων βαθύτατος μᾶς εἶπεν ὅτι κάποτε θὰ ἐξελιχθῶμεν καὶ θὰ πρέπῃ νὰ νομοθετῇ μόνον ἡ Κυβέρνησις, θέλων οὕτω ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις καλῶς ἔπραξεν, ὅτι θὰ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ θεωρηθῇ ὡς Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία ἐξουσιοδοτεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς διὰ νὰ κάμῃ ὅ,τι ἔκαμεν. Καὶ μάλιστα παρετήρησεν ὅτι τὸ θέμα εἶναι ἐπιστημονικὸν διὰ νὰ καταλήξῃ ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς πραγματικῆς καταστάσεως τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐξυπηρετήσωμεν καὶ ὅτι αἱ ἄλλαι θεωρίαι ἐκεῖναι τὰς ὁποίας ἐξήγγειλεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶναι θεωρίαι αἱ ὁποῖαι ἴσως ἐφαρμοσθοῦν καὶ εἰς τὸ μέλλον, ἀλλ’ εἶναι γνωσταὶ εἰς ὅλους καὶ ὅλοι οἱ βουλευταὶ οἱ παρελάσαντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὰς εἶπον. Δὲν ξεύρω τὶ θὰ γίνῃ μετά τινα ἔτη, ἐὰν θὰ κερνᾷ ὁ Γιάννης καὶ ὁ Γιάννης πίνῃ καὶ ἐὰν νομοθετῇ μόνον ἡ Κυβέρνησις διότι τότε διατὶ νὰ μὴν τ’ ἀναθέσωμεν εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ νὰ πᾶμε καὶ εἰς τὰ σπίτια μας καὶ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀνατροπὴν τοῦ Πολιτεύματος παντελῶς;
§41Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Προχθὲς ἔθεσα τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των, ὁμιλῶν πρὸς τὴν Βουλήν.
§42Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Κατὰ τὸ Σύνταγμα τὸ ὁποῖον ἔχομεν τώρα καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἔχωμεν διὰ πολὺ καιρόν, οἱ Ἀναγκαστικοὶ Νόμοι εἶναι ἀντισυνταγματικοί, εἶναι ἐκτὸς Συντάγματος, ἐφ’ ὅσον τὸ Σύνταγμα μᾶς λέγει τὸν τρόπον τῆς καταρτίσεως τῶν νόμων, ἐφ’ ὅσον διαλαμβάνει τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον καταρτίζονται οἱ νόμοι. Τὰ περαιτέρω εἶναι ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος. Ἐν τούτοις καὶ εἰς τὸ παρελθὸν ἔγινε καὶ τώρα γίνεται καὶ πάλιν θὰ γίνωνται Ἀναγκαστικοὶ Νόμοι διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν δύναται τὸ Κράτος νὰ παραμένῃ νεκρὸν ὅταν δὲν ὑπάρχῃ Βουλὴ εἰς τὸν τόπον μας. Ὅταν ἔχωμεν ἀνωμάλους περιστάσεις δὲν ὑπάρχει Βουλή, ἐπίσης καὶ ὅταν ἄλλαι περιστάσεις ἀναγκάζουν νὰ διακόπτωνται αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ συνέπειαν Ἀναγκαστικοὺς Νόμους θὰ ἔχωμεν. Ἀλλ’ ὅμως οἱ Ἀναγκαστικοὶ αὐτοὶ Νόμοι διὰ νὰ ἐκδίδωνται, ἔχομεν ἐπίσης παραδεχθῆ ὅτι πρέπει νὰ ἐκδίδωνται, πρῶτον, ὅταν ὑπάρχῃ ἀπόλυτος ἀνάγκη, ὅταν τὸ Κράτος κινδυνεύῃ, ὁπότε ὅλοι μας δεχόμεθα ὅτι θὰ εἶναι μωρὰ ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία θὰ σταματήσῃ καὶ δὲν θὰ προλάβῃ νὰ διορθώσῃ ἓν κακὸν ἁπλῶς διὰ νὰ τηρήσῃ τὸν τύπον. Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν εἴπομεν ὅτι οἱ Ἀναγκαστικοὶ Νόμοι ὅταν ἐκδίδωνται εἰς τὰς κρισίμους αὐτὰς περιστάσεις πρέπει νὰ ἔρχωνται τάχιστα εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν ὁπότε δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἀντιρρήσεις οὔτε ὁ ἐπιστήμων, οὔτε ὁ εὔθικτος συνταγματολόγος. Συνέβη τοῦτο εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν; Δηλαδὴ χάριν τῆς σωτηρίας τῆς χώρας ἐξεδόθησαν Ἀναγκαστικοὶ Νόμοι, καὶ τοὺς ἔφεραν πρὸς κύρωσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν; Πταίομεν; Πταίουν ὅλοι ποιὸς λίγο, ποιὸς πολύ, ποτέ, ἡ πρώτη Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ αἱ μετέπειτα Κυβερνήσεις διότι δὲν τὰ ἔφεραν αὐτὰ τὰ νομοθετήματα εἰς τὴν Βουλήν. Ἔρχεται κατόπιν ἡ Κυβέρνησις Μαξίμου, ἡ ὁποία ἐψήφισεν καὶ αὐτὴ μερικοὺς νόμους, ἀλλὰ δὲν εὗρε εὐκαιρίαν καὶ αὐτὴ νὰ τοὺς φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ συζητηθοῦν. Ἀλλὰ ἐκεῖ ὅπου εἶναι τῶν «Ἁγίων Πάντων» εἶναι ὅταν ἦλθε ἡ Κυβέρνησις τῶν δύο μεγάλων Κομμάτων ὁπότε 120 νομοθετήματα ἐξεδόθησαν. Ἴσως τὰ δύο αὐτὰ Κόμματα δὲν ἔδωσαν καὶ πολλὴν προσοχήν, ἴσως ἀκόμη καὶ διότι οἱ ἀξιότιμοι κύριοι βουλευταί, ἤθελον νὰ ὑπακούουν πάντοτε ὁσάκις ἡ Κυβέρνησις τοὺς ἐκάλει διὰ νὰ ὑψώσουν τὴν χεῖραν καὶ νὰ ψηφίσουν.
§43Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Θὰ σᾶς κάμω μίαν διασάφησιν, οἱ 228 νόμοι ἀνάγονται ἐν τῷ συνόλῳ εἰς περίοδον 8½ μηνῶν. Πρόκειται λοιπὸν περὶ περιόδου ἡ ὁποία καλύπτει τὴν κανονικὴν περίοδον μιᾶς Βουλευτικῆς Συνόδου.
§44Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν κατώρθωσα νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν σκέψιν σας, θέλετε νὰ εἰπῆτε ὅτι εἶναι ὀλίγοι; Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ἠκούσθησαν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ἐπικρίσεις, ἐπικρίσεις ἀπὸ τοὺς περισσοτέρους τῶν κυρίων βουλευτῶν καὶ ἀπὸ τὴν Ἀξιωματικὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἐπικρίσεις καὶ ἀπὸ τὸ Νέον Κόμμα, ἐπικρίσεις καὶ ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς τοὺς κυβερνητικούς. Ὅταν, κύριοι βουλευταί, κατὰ Φεβρουάριον ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐστηρίχθη ἐπὶ μιᾶς ψήφου, ἠναγκάσθη νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἠκούσθησαν καὶ τότε διάφορα καὶ μάλιστα τότε δὲν κατωρθώσαμεν νὰ πείσωμεν τοὺς ἑαυτούς μας ὅτι ἔστω καὶ εἷς ἐκ τῶν νόμων αὐτῶν ἦτο διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς πατρίδος. Ἡ Κυβέρνησις τότε ἐσχηματίσθη, ὡς ἐσχηματίσθη, ἀπὸ τὰ περισσότερα κόμματα τῆς Βουλῆς, ἦλθε καὶ ἐζήτησε τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, ὡς ἐνθυμεῖσθε δέ, μαζὶ μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην ἐζήτησε καὶ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἔλεγε δὲ ὅτι θὰ ἐξέδιδε Ἀναγκαστικοὺς Νόμους εἰς τὴν Α, Β, Γ, περίπτωσιν. Τοῦτο δὲν ἐσήμαινε ὅτι ἐζήτει τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἐκδώσῃ Ἀναγκαστικοὺς Νόμους, διότι ἡ Βουλὴ δὲν εἶχε κἂν τὸ τοιοῦτον δικαίωμα διότι, ὡς εἶπεν συνάδελφος, δὲν ἔχει παντοδυναμίαν. Δὲν ἐπετρέπετο, λοιπόν, ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς διὰ πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ τὸ δώσῃ. Ἔλεγε λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ὑπ’ εὐθύνῃ μου θὰ τοὺς ἐκδώσω, καὶ τοῦτο ἔλεγε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς παρισταμένων τῶν βουλευτῶν τῶν Κομμάτων τῶν ἀπαρτιζόντων τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ τῆς Ἀξιωματικῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Εἶπε, εἴπατε, ὅτι ἔκαμα ἕνα ἔγκλημα, ἀκοῦστε τώρα θὰ τὸ συνεχίσω. Τότε μόνον ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Ἐθνικῶν Φιλελευθέρων, κύριος Γονατᾶς ἐπέκρινε τὸ γεγονὸς καὶ εἶπε εἶναι πρωτάκουστον μὲ ἕνα σμπάρο νὰ σκοτώσετε ὅλα τὰ τρυγόνια. Θέλετε καὶ ἐμπιστοσύνην καὶ δικαίωμα νὰ ἐκδώσετε Ἀναγκαστικοὺς Νόμους, καὶ μαζὶ μ’ αὐτὰ νὰ κλείσετε τὴν Βουλήν. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ μᾶς διώξετε ἀμέσως, εἶπε. Λάβατε ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρῶτον, καὶ ἀφήσατε νὰ συζητήσωμεν ἐὰν πρέπῃ νὰ διακοποῦν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ἔκβασιν ὅλης αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως διότι ὁμολογῶ ὑπῆρχε κάποια δυσπιστία ἐὰν θὰ ἐπετυγχάνετο εὐκόλως τὸ κλείσιμον μεταγενεστέρως. Εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ κυρίου Γονατᾶ, ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ἕνα ὡραῖον διὰ τὴν Βουλὴν συνταγματικὸν παράγοντα ᾐσθάνθη καὶ αὐτὸς τύψεις συνειδήσεως διότι ἀνεγνώριζε ὅτι εἶχεν ἀπολύτως δίκαιον ὁ κ. Γονατᾶς καὶ εὐθὺς εἶπε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπιμένετε δι’ ἑνὸς ψηφίσματος νὰ λάβητε ψῆφον ἐμπιστοσύνης, κλείσιμον τῆς Βουλῆς καὶ δικαίωμα ἐκδόσεως Ἀναγκαστικῶν Νόμων, ἀφοῦ ἐπιμένετε, ἐκφράζομεν τὴν λύπην μας· ταῦτα εἶπε καὶ ἐκάθησε εἰς τὴν θέσιν του. Ἦτο ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ὁ κ. Παπανδρέου δὲν ἠθέλησε οὔτε μίαν φράσιν περισσοτέραν νὰ ἀρθρώσῃ, καὶ ἔρχονται ἐκ τῶν ὑστέρων οἱ ἀξιότιμοι βουλευτοί, οἱ ὁποῖοι ἐπιτίθενται διότι ἦλθεν αὐτὸς ὁ ὄγκος, ἀφοῦ παρεδέχθητε σιωπηρῶς νὰ γίνῃ τὸ ἔγκλημα, εἶσθε καὶ σεῖς συνυπεύθυνοι τώρα. Χθές, ὁ συνάδελφος κ. Θηβαῖος, μοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μοῦ εἴπῃ ὅτι κατέχω τὸν Κανονισμὸν ἀλλὰ ὑστερῶ ὀλίγον εἰς τὰ νομικά. Ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἤμην εἰς τὸν στρατὸν ἀλλ’ ὅταν διὰ λόγους ἀνεξαρτήτους τῆς θελήσεώς μου ἀπεχώρησα ἔλαβα καὶ ἐγὼ ἓν δίπλωμα νομικῆς καὶ ἔφθασα νὰ δικηγορήσω καὶ μέχρι Ἐφετῶν. Ἐγὼ θαυμάζω τὸν κ. Θηβαῖον διὰ τὴν νομικήν του κατάρτισιν ἀλλὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν παραδέχομαι τὸν κ. Θηβαῖον εἶναι ὅτι εἶναι νέος πολιτικός. Ἐνῷ ἄριστα γνωρίζει ὁ κ. Θηβαῖος τὸ Σύνταγμα, ἐσιώπησε καὶ ἐκεῖνος ὅταν ἐζητεῖτο ἡ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἐσεῖς παραδέχεσθε ὅτι δὲν ἠμπορεῖ ἡ νομοθετικὴ μηχανὴ νὰ σταματήσῃ, πρέπει τὸ Κράτος νὰ ζῇ, νὰ κινῆται. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν λειτουργῇ θὰ γίνουν Ἀναγκαστικοὶ Νόμοι.
§45Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Τὸ θέμα εἶναι ὄχι ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐκδίδωνται Ἀναγκαστικοὶ Νόμοι, διότι ἀσφαλῶς συντρεχουσῶν τῶν περιπτώσεων εἶναι καθῆκον νὰ ἐκδίδωνται. Αἱ εὐθῦναι ἄρχονται ἐκδοθέντων τῶν Ἀναγκαστικῶν Νόμων ἀφ’ ἧς δὲν εἰσάγονται ἐμπροθέσμως ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς διὰ τὴν λῆψιν τῆς γνώμης καὶ τὴν κύρωσιν ἢ ἀκύρωσιν.
§46Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Αὐτὸ ἀκριβῶς ἔκαμε ἡ Κυβέρνησις.
§47Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Πῶς ἠθέλατε νὰ ἔλθουν ἀμέσως πρὸς κύρωσιν οἱ Ἀναγκαστικοὶ Νόμοι ἐφ’ ὅσον ἐζητήθη ἑξάμηνος διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Ἀλλὰ θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος εἶπε ὅτι ἦτο ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως νὰ φέρῃ πρὸς κύρωσιν τοὺς Ἀναγκαστικοὺς Νόμους, καὶ δὲν ἐξηναγκάσθη εἰς τοῦτο κατόπιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου.
§48Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Διαμαρτύρομαι εἰς τοῦτο τὸ ὁποῖον ἐλέχθη καὶ προχθὲς καὶ εἶπα ὅτι δὲν ἀνταποκρίνεται οὐδὲ κατὰ κεραίαν εἰς τὰ πράγματα. Ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως ἦτο εἰλημμένη προκαταβολικῶς καὶ δὲν ἐξηναγκάσθη ἐκ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου.
§49Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ παραδέχομαι ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἀπολύτως ἐν τάξει πρὸς τὴν συνείδησίν του. Ἐσκέφθην καὶ ἐγὼ ἐπὶ πολλὴν ὥραν τὰ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βαμβέτσος, μὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὑπεστήριξαν οἱ κύριοι Θηβαῖος καὶ Κώης. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι παίζει κάποιον ρόλον, κάμνει καὶ αὐτὸ μερικὰ λάθη. Ἔχομεν παραδείγματα μεγάλων λαθῶν.
§50ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐσκεμμένων ἢ μή.
§51Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Τέλος πάντων. Ἀλλὰ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν κάποιο λάθος ὑπάρχει. Ἐδῶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἁρμόδιον νὰ ἀκυρώνῃ πράξεις διοικητικὰς ὅταν αὗται στηρίζωνται εἰς νόμον ἀντισυνταγματικόν, προέβη περαιτέρω. Δὲν ἐξήτασε τὰς διατάξεις τοῦ νόμου διὰ νὰ εἴπῃ ἐὰν εἶναι ἀντισυνταγματικαί, ἀλλ’ ἐπροχώρησεν ἐπὶ πλέον καὶ εἶπεν, ὅτι ὁ νόμος κακῶς ἐξεδόθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ τὸν νόμον διότι δὲν συνέτρεχον αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἐπέβαλλον τὴν ἔκδοσίν του, καί, κατὰ συνέπειαν, ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος δι’ αὑτὸν τὸν λόγον εἶναι ἀντισυνταγματικός, ἐγὼ κηρύσσω τὰς πράξεις ἀκύρους. Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν εἶμαι ὑπὲρ τοῦ κυρίου Θηβαίου, διότι δὲν νομίζω ὅτι ἠμπορεῖ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νὰ ὑποκαταστήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, πολλῷ δὲ μᾶλλον δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπεισέλθῃ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Βουλῆς. Ἡ Κυβέρνησις ὑπ’ εὐθύνη της, κρίνουσα τὰς περιστάσεις, ἐκδίδει τὸν Ἀναγκαστικὸν Νόμον. Ἀπόκειται εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία δίδει συγχωροχάρτι ἢ παραπέμπει τοὺς Ὑπουργοὺς εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον.
§52Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Μάλιστα.
§53Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ ἔχομεν μίαν διαφωνίαν. Διότι νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ἀφ’ ἧς κατηργήθη τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν Γερουσίαν, ἡ ὁποία ἐδίκαζε κλπ., σχεδὸν εἶναι σὰν νὰ μὴν ὑπάρχῃ. Συνεπῶς εἶναι ἀνάγκη νὰ ρυθμισθῇ καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ὥστε νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ παραπέμπῃ τοὺς Ὑπουργούς, ὁσάκις ἐκφεύγουν τῶν ὁρίων, εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον. Τώρα ὅμως τὶ θὰ γίνῃ; Ἡ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισε τὸ λάθος της καὶ ἔφερε ἕνα ψήφισμα διὰ νὰ κυρωθοῦν οἱ Ἀναγκαστικοὶ Νόμοι. Μόνον εἶπεν, ὅτι «δὲν τὰ ἔκαμα ὅλα ἐγώ, τὰ ἔκαμαν καὶ ἄλλοι»! Τὶ θὰ γίνῃ, λοιπόν, μὲ αὐτοὺς τοὺς Ἀναγκαστικοὺς Νόμους; Εἶμαι τῆς γνώμης, κύριοι βουλευταί, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ κυρώσωμεν τοὺς νόμους, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὰς ὑπερβασίας καὶ διότι τὰ περισσότερα τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν εἶναι νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὰ ἀρνηθῶμεν. Ἐάν, ἄλλως τε, μεταξύ των ὑπάρχουν καὶ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα χρήζουν διορθώσεως, τὸ 2ον ἄρθρον τοῦ ψηφίσματος παρέχει καὶ αὐτὴν τὴν εὐκαιρίαν, νὰ διορθωθοῦν τὰ τυχὸν λάθη. Συνεπῶς τάσσομαι ὑπὲρ τοῦ ψηφίσματος, ὑπὸ τοὺς ἑξῆς περιορισμούς: Ἐλέχθη ἐκ μέρους τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος νὰ γίνουν ἐπιτροπαί. Κατὰ θεωρίαν ἡ σκέψις εἶναι ὀρθοτάτη. Πολλαὶ ἐπιτροπαὶ τελειώνουν γρήγορα, ἀσφαλῶς. Τὶ γίνεται ὅμως. Ἔχομεν τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Ὑπουργείου Στρατιωτικῶν, ἡ ὁποία συνέρχεται 10 φορὲς γιὰ νὰ κάμῃ ἀπαρτίαν καὶ δὲν τὸ κατορθώνει! Καὶ τοῦτο, ὅταν ἡ Βουλὴ εἶναι παροῦσα! Κατὰ συνέπειαν, δὲν εἶναι δυνατόν, ὅταν θὰ κλείσῃ ἡ Βουλή, νὰ ὑπάρξουν πολλαὶ ἐπιτροπαί. Καταλήγω, ἑπομένως, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἡ ὁποία ἂν καὶ προκαλεῖ τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ κυρίου Κουλουμβάκη, ἐν τούτοις, ἀπέδωκεν ἴσως τὸ μεγαλύτερον μέρος τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Ἐλέχθη ὅτι τὰ 30 μέλη εἶναι ὀλίγα καὶ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν λάθη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ἑνωτικοῦ Κόματος καὶ ὁ κ. Καλλίας, ἢ νὰ βάζουν διατάξεις περισσοτέρας ἀπ’ ὅ,τι θέλει ὁ Ὑπουργός. Δὲν τὸ παραδέχομαι. Ἐκ τῆς πείρας μου, διότι διηύθυνα ἐπὶ μακρὸν τὰς ἐργασίας τῶν ἐπιτροπῶν ἐξουσιοδοτήσεως, διεπίστωσα ὅτι τὰ νομοθετήματα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐξουσιοδοτήσεως τυγχάνουν πάντοτε ἐπισταμένης μελέτης καὶ κρίσεως. Ἄλλως τε, κύριοι βουλευταί, ἔχετε παρακολουθήσει καὶ τὴν Βουλήν, ὅταν διεξάγῃ νομοθετικὴν ἐργασίαν, ὅτι πολλάκις δὲν παρίστανται παρὰ ὀλιγώτεροι τῶν 50 βουλευτῶν, ἀπ’ ὅσους προβλέπει ἡ ἐπιτροπὴ ἐξουσιοδοτήσεως. Μάλιστα πολλὲς φορὲς εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην ἐγὼ νὰ ἐναντιωθῶ, διότι ἐγένετο ἀπόπειρα ψηφίσεως νομοθετημάτων μὲ 5 βουλευτάς!
§54Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ὁ μικρὸς ἀριθμὸς δημιουργεῖ τὸν πειρασμὸν διαφόρων τροπολογιῶν. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ εἶναι 50μελής.
§55Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ δημιουργήσῃ καὶ ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Πῶς θὰ ἐξοικονομηθῇ ὁ αἰτούμενος ἀριθμὸς βουλευτῶν; Κύριοι, εἶναι ἀνάγκη ὅλα τὰ πράγματα νὰ λέγωνται καθαρά. Γνωρίζετε κατὰ ποῖον τρόπον ὁ κ. Χέλμης ὑποστηρίζει τοὺς βουλευτάς. Πρέπει νὰ τονισθῇ ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς, ὅτι οἱ βουλευταὶ εἶναι μάρτυρες, διότι δὲν εἶναι ὅλοι πλούσιοι. Εἰς τὸ 2ον ἄρθρον ὅμως ὑπάρχει ἀντίφασις, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης. Λέγομεν δηλαδὴ ὅτι οἱ μέχρι τέλους τῆς βουλευτικῆς περιόδου ἐκδιδόμενοι, προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, μετ’ ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς...» Αὐτὸ εἶναι ἐκ παραδρομῆς ἀντιγραφὴ τοῦ ψηφίσματος, διότι ἐδῶ πρόκειται περὶ νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἤδη δημοσιευθῆ. Δὲν πρόκειται περὶ νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ καταρτισθοῦν καὶ θὰ προτείνῃ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Πρόκειται περὶ νόμων, οἱ ὁποῖοι ἐφαρμόζονται. Καὶ θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ λεχθῇ ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ νόμοι θὰ περάσουν ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς ἔλεγχον. Καὶ ἐκεῖνο, ποὺ θὰ σᾶς ἀπασχολήσῃ, εἶναι πῶς θὰ γίνεται αὐτό. Θὰ τοὺς κανονίζει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀπ’ εὐθείας μὲ τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ παρακάτω: «προτάσει τῶν βουλευτῶν». Τὶ θὰ πῇ αὐτό; Ποῦ θὰ πηγαίνῃ ὁ βουλευτὴς νὰ ὑποβάλῃ τὴν πρότασίν του; Οἱ βουλευταὶ τῆς ἐπιτροπῆς ἢ ὅλοι οἱ βουλευταί; Πρέπει νὰ καθορισθῇ. Καὶ παρακάτω: Ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως ψηφίσῃ Νομοθετικὸν Διάταγμα, αὐτὸ εἶναι ὑποχρεωτικὸν διὰ τὸν Ὑπουργόν, πλὴν ἐὰν ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν ὁ Ὑπουργός... Αὐτὸ δὲν εἶναι νοητόν, δεδομένου ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ θὰ λειτουργῇ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ Βουλή. Συνεπῶς τὶ σχέσιν ἔχει αὐτὸ τὸ «ἐκτὸς ἐάν...».
§56Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).........(Δὲν ἠκούσθη).
§57Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἐπιτροπὴ Νομοθ. Ἐξουσιοδοτήσεως, ὑπαρχούσης Βουλῆς, σημαίνει ἀνατροπὴν τοῦ Συντάγματος. Τὸ 2ον ἄρθρον θὰ ἔπρεπε νὰ εἰπῇ, μὲ δυὸ λόγια, ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ νομοθετήματα θὰ εἰσαχθοῦν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐξουσιοδοτήσεως καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θὰ τὰ εἰσάγῃ κατὰ σειράν. Ἔτσι θὰ εἶχε κάποιο νόημα τὸ πρᾶγμα. Ἀλλὰ αὐτὰ τὰ «προτάσει βουλευτῶν» ἢ «προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου» εἶναι, νομίζω, πολὺ πρόχειρα γραμμένα καὶ θὰ ἔπρεπε, κύριε Ὑπουργέ, ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ τὰ φέρετε κάπως πρακτικώτερα, διὰ νὰ μὴ εὑρεθῇ ἡ ἐπιτροπὴ εἰς δύσκολον θέσιν. Συμπεραίνων τάσσομαι ὑπὲρ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ἐὰν ἠμπορῇ νὰ αὐξηθοῦν τὰ μέλη κατά τι, διότι ἄνθρωποι εἶναι καὶ οἱ βουλευταὶ καὶ ἔχουν ἀνάγκας. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν οἱ 30 νὰ γίνουν 45 καλὸν θὰ ἦτο. Καὶ δεύτερον νὰ καθορισθῇ λεπτομερέστερον ὅτι τὰ νομοθετήματα αὐτὰ θὰ συζητηθοῦν τὰ περισσότερα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐξουσιοδοτήσεως καὶ τὰ ἄλλα μὲ τὴν σειράν των ὅταν θὰ ἀνοίξῃ ἡ Βουλή. Ἐὰν θὰ κλείσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὰς 20 Ἰουλίου, μετὰ τὰς 20 Ἰουλίου, ὅταν θὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐπιτροπὴ ἐξουσιοδοτήσεως, ἐὰν ἐργάζεται ἡ ἐπιτροπὴ καὶ κάμνει 5 συνεδριάσεις καθ’ ἑβδομάδα, ἔχομε περίπου 45 συνεδριάσεις. Ἐπειδὴ ἐκ τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν τὰ περισσότερα δὲν δύνανται οὔτε νὰ μεταβληθοῦν, ὅπως αὐτὰ ποὺ ἀφοροῦν τὸ σχέδιον Μάρσαλ καὶ τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδια ποὺ ἔγιναν ἐν συνεννοήσει μὲ τὴν Ἀμερικανικὴν Ἀποστολήν, τὰ δὲ ψηφίσματα θὰ συζητηθοῦν εἰς τὴν Βουλήν, συνεπῶς θὰ ἔχωμεν ἕνα ἀριθμὸν 150 νομοθετημάτων. Ὅταν ὁ Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς παρακολουθῇ μετὰ προσοχῆς τὰς ἐργασίας καὶ τὰ μέλη θὰ εἶναι καὶ αὐτὰ ὑποχρεωμένα νὰ παρίστανται, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι σοβαρὸν πρᾶγμα, ἐὰν εἰς κάθε ἡμερησίαν διάταξιν ἔχομεν 3–4 νομοθετήματα, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἐλπὶς μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου νὰ μὴ ὑπολείπωνται παρὰ ἐλάχιστα νομοθετήματα πρὸς συζήτησιν παρὰ τῆς Βουλῆς. Αὐταὶ εἶναι αἱ γνῶμαι μου καὶ ἀφέονται ὅλαι ἡμῶν αἱ ἁμαρτίαι.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Δαπέργολας ἔχει τὸν λόγον.
§59Π. ΔΑΠΕΡΓΟΛΑΣ. Κύριοι βουλευταί, φρονῶ ὅτι ἐὰν ἐγένετο ἀπ’ ἀρχῆς δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ σεβαστοῦ συναδέλφου, κ. Κουλουμβάκη καὶ μόνον δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν ἡ παραδοχὴ τοῦ ψηφίσματος, φρονῶ ὅτι μὲ ἕνα ναὶ ἢ ὄχι θὰ εἶχε λυθῆ τὸ ὅλον ζήτημα καὶ δὲν θὰ ἐφέρετο ἐπὶ ἕνα μῆνα ἡ συζήτησις τοῦ ἀτυχοῦς αὐτοῦ ψηφίσματος τῆς ἐπιψηφίσεως 286 Ἀναγκαστικῶν Νόμων.
§60Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Εἶναι ἀκαθορίστου ἀριθμοῦ, διότι εἶναι μέχρι τῆς δημοσιεύσεως.
§61Π. ΔΑΠΕΡΓΟΛΑΣ. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις ἔχω ὑποχρέωσιν καὶ ἐγὼ νὰ διερμηνεύσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἀναγκάζουν νὰ εἴπω τὸ ὄχι. Διότι ἐλέχθησαν τόσον πολλὰ καὶ συνταγματικῶς καὶ οὐσιαστικῶς ἐξηντλήθη τὸ θέμα παρ’ ἀξιοτίμων συναδέλφων, τόσον ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς κυβερνητικῆς παρατάξεως ἤκουσα φωνὰς ἐναντίον τοῦ ψηφίσματος μὲ ἀπολογητὰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ Σαρίπολος λέγει καὶ οἱ συνταγματολόγοι ὅλοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς νομοθετήσεως Ἀναγκαστικῶν Νόμων. Μόνον τότε, λέγει, ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις κατὰ παρέκκλισιν τοῦ Συντάγματος νὰ νομοθετῇ, ὅταν ὑπάρχῃ ἀπόλυτος ἀνάγκη. Ἀλλὰ ἐν προκειμένῳ μὲ τοὺς ὑπὸ κρίσιν Ἀναγκαστικοὺς Νόμους ἀπὸ τοὺς περισσοτέρους ἐξ αὐτῶν λείπει ἡ φωτογραφία.
§62Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ποία εἶναι ἡ φωτογραφία, κύριε συνάδελφε;
§63Π. ΔΑΠΕΡΓΟΛΑΣ. Καὶ ὅμως, ἀξιότιμε κ. Ὑπουργέ, σχεδὸν ἡ φωτογραφία λείπει. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸν ὑπ’ ἀριθ. 939 Ἀναγκαστικὸν Νόμον, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχει παρεισφρήσει μία διάταξις ἔχουσα οὕτω: (Ἀναγινώσκει) «Ὡς ἰδιοκτήτης κατὰ τὴν ἔννοιαν....» Ὁ Ἀναγκαστικὸς αὐτὸς Νόμος ἐγένετο δι’ ἕνα προστατευόμενον συγγενῆ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
§64Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω πῶς ἔγινε. Δὲν ὥριζε ποσοστὸν τὸ γενόμενον σχέδιον. Ἐγὼ προσῆλθον αὐτόκλητος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἐπρότεινα ὡρισμένας τροποποιήσεις καὶ εἰς τὸ περὶ συνιδιοκτησίας διὰ νὰ ὑπάρχῃ τοὐλάχιστον ἕνα ὅριον, οὔτε πρόσωπα γνωρίζω, οὔτε τὸ νομοθέτημα προέρχεται ἀπὸ ἐμέ, ἀλλὰ ἡ παρατήρησίς μου ἔγινε πρὸς βελτίωσιν τῶν διατάξεων. Ἰδοὺ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ φωτογραφίας, ἀλλὰ αἱ πληροφορίαι σας εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβεῖς.
§65Π. ΔΑΠΕΡΓΟΛΑΣ. Ἐξ ἐγγράφων τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως Ἀναπήρων Πολέμου προκύπτουν ὡρισμένα γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλήν. Τὸν νόμον μάλιστα αὐτὸν τὸν περιέφερεν ὁ ἐνδιαφερόμενος καὶ τονίζω τοῦτο, ὅτι θῦμα τοῦ νόμου αὐτοῦ ἦτο ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος ἴσως κατὰ τὰ 90% ἀπῆλθεν τοῦ κόσμου τούτου πρὸ ἡμερῶν ἐξ αἰτίας τοῦ νόμου αὐτοῦ.
§66Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε συνάδελφε, ὁ συνιδιοκτήτης εἶναι ἰδιοκτήτης ἢ ὄχι;
§67Π. ΔΑΠΕΡΓΟΛΑΣ. Μάλιστα.
§68Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Χρειάζεται νὰ τὸ λέγῃ κανεὶς νόμος; Ἐφ’ ὅσον ὁ συνιδιοκτήτης εἶναι ἰδιοκτήτης, τὸ νὰ προσθέσῃ κανεὶς ἕνα ποσοστὸν εἶναι φωτογραφία; Ἀφοῦ ὁ οἱοσδήποτε συνιδιοκτήτης ἔχει ὅσα δικαιώματα καὶ ὁ ἰδιοκτήτης, τὸ νὰ προσθέσῃ κανεὶς τὸ ὑπὲρ τὸ 50% ἀποτελεῖ ἁπλῆν προστασίαν καὶ μείζονα ἐγγύησιν.
§69Π. ΔΑΠΕΡΓΟΛΑΣ. Σεῖς, κύριε συνάδελφε, ὁμιλεῖτε ἐκ μέρους τοῦ Ἀρχηγοῦ σας;
§70Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ὁμιλῶ, διότι ἀκούω πράγματα τὰ ὁποῖα εἶναι παράδοξα. Ὅταν ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τοῦ τὰ εἴπητε διὰ νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ἡ ἁρμοδία ἐπιτροπὴ ἐνήργησε καλῶς ἢ κακῶς, ἀλλ’ εἰς τὸν νόμον οὔτε φωτογραφία ὑπάρχει, οὔτε καμμία ὕποπτος διάταξις.
§71Π. ΔΑΠΕΡΓΟΛΑΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐξεβίαζε ὁ ἐνδιαφερόμενος τὸν ἐνοικιαστήν του.
§72Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐὰν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν ὑπάρχουν ἀνωμαλίαι ἢ ἀταξίαι θὰ κολασθοῦν δεόντως.
§73Π. ΔΑΠΕΡΓΟΛΑΣ. Καὶ ὑπάρχουν πολλοὶ τοιοῦτοι νόμοι. Ἕνας ἄλλος νόμος, ὁ Ἀναγκαστικὸς Νόμος 974. Αὐτὸς ὁ νόμος ὡς νομοθέτημα εἰσήγετο ἀπὸ τοῦ 1946 εἰς τὴν Βουλήν, δὲν κατωρθώθη νὰ ψηφισθῇ καὶ ἐδημοσιεύθη δύο ἡμέρας πρὸ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Αὐτὸς ὁ νόμος δὲν σκοπεῖ τίποτε ἄλλο, παρὰ ἕνα προσωπικὸν φίλον τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἕνα ἔφεδρον λοχαγὸν τοῦ μηχανικοῦ, προαχθέντα εἰς διάστημα ἑπτὰ μηνῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου, νὰ τὸν μονιμοποιήσῃ. Ἀλλὰ εἶναι τόσοι ἄλλοι νόμοι, περὶ τῶν ὁποίων οἱ προλαλήσαντες εἶπον. Ἀλλὰ καὶ τὸ κατεπεῖγον λέγει τὸ Σύνταγμα, ποῦ εἶναι τὸ κατεπεῖγον; Κατεπεῖγον ἦτο νὰ γίνῃ ἐσπευσμένη ἡ ψήφισις καὶ ἡ ἔκδοσις Ἀναγκαστικοῦ Νόμου περὶ παροχῆς δικαιώματος ψήφου εἰς τὰς γυναῖκας; καὶ δὲν ἦτο ὑποχρέωσις τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ κατεπεῖγον ἑνὸς λαοῦ ὁ ὁποῖος ὑποφέρει, μιᾶς μεγάλης μερίδος τοῦ σηροτηλεγραφικῶν ἐκκλήσεων, ἀπηύθυνε διαμαρτυρίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ λάβῃ ἕνα τέλος ἡ ἐπίλυσις τοῦ σηροτροφικοῦ. Νομίζω ὅτι ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, ἐπὶ τοῦ θέματος τροφικοῦ κόσμου τοῦ Ἕβρου, ὁ ὁποῖος δι’ ἀλλεπαλήλων τούτου θὰ ἔπρεπε ἡ Κυβέρνησις νὰ στρέψῃ τὴν προσοχήν της καὶ νὰ λάβῃ μέτρα. Συσκέψεις ἐπὶ συσκέψεων ἐγένοντο χωρὶς νὰ γίνῃ τίποτε, παρὰ τὴν τελευταίαν ἔκκλησιν, παρὰ τὰς ἀλλεπαλλήλους διαμαρτυρίας ὅλων τῶν βουλευτῶν τῶν σηροτροφικῶν περιοχῶν, ὁ ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς μᾶς ἐβεβαίωσεν ὅτι ἐντὸς τῶν ἡμερῶν θὰ ἔφερεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα λελυμένον. Καίτοι παρῆλθον 20 καὶ πλέον ἡμέραι δὲν ἐλήφθη οὐδεμία πρόνοια διὰ τοὺς ἀτυχεῖς παραγωγοὺς οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν ἐφετεινὴν περίοδον καὶ τὴν περυσινὴν παραγωγὴν θ’ ἀπολέσουν. Καὶ ἐπανέρχομαι, κύριοι βουλευταί, εἰς τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ἔκαμε ὁ σεβαστὸς συνάδελφος κ. Κουλουμβάκης, δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐὰν τὸ περιεχόμενον τῶν νόμων αὐτῶν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸν ἀπὸ τὴν Βουλήν. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ἀσέβεια τὸ ὀλιγώτερον ἡ ὑποβολὴ τοιούτου ψηφίσματος περὶ συλλήβδην ἐπικυρώσεως 286 νόμων, οἱ πλεῖστοι τῶν ὁποίων ἐξεδόθησαν ὀλίγα εἰκοσιτετράωρα πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς παρούσης Βουλῆς. (Χειροκροτήματα).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
§75Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, κύριοι, εἶναι θέμα συνταγματικὸν καὶ ἑπομένως συζητεῖται καὶ πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἀνεξαρτήτως κομματικῆς ὑποχρεώσεως. Ἕκαστος εἶναι ἀπολύτως ἐλεύθερος νὰ ψηφίσῃ κατὰ τὴν γνώμην του, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τὸ Κόμμα του νὰ διατυπώσῃ διαμαρτυρίαν, ἢ ἁπλῶς παράπονον. Ἔπειτα, κύριοι, ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἐξαιρετικὰ φιλτάτου μου κ. Κανελλοπούλου θὰ προσπαθήσω κατὰ πᾶν τὸ δυνατὸν νὰ ζήσω ἀκόμη δώδεκα ἔτη, διότι, καθὼς ἠκούσατε, ἐβελτίωσε τὰς σκέψεις του ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ἀπὸ τὸ 1937 μέχρι σήμερον, δηλαδὴ μετὰ μίαν δωδεκαετίαν. Πιστεύω ὅτι μετὰ μίαν ἄλλην δωδεκαετίαν θὰ ἔχῃ συμπληρωθῆ ἡ τελεία ἐν αὐτῷ διόρθωσις. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ἐπίσης ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νὰ εἴπω πρὸς αὐτόν.... εἶναι ἀπών; Ἄς ἀναλάβῃ εἷς ἄλλος Ὑπουργὸς νὰ διαβιβάσῃ τὴν συμβουλήν μου.
§76Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ὁ Ἀρχηγός σας εἶναι ὁ καταλληλότερος.
§77Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἔχει ἀσκήσει ὁ ἀξιότιμος κύριος Μελᾶς ἐπάγγελμα δικηγορικὸν καὶ ἀγνοεῖ ποσάκις καὶ πόσον βλάπτουν οἱ κακοὶ συνήγοροι εἰς τὰς ὑποθέσεις, τῶν ὁποίων ἀναλαμβάνουν τὴν ὑπεράσπισιν. Εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον εἶχε συμβῆ κἄποτε ἐνῷ εἶχε πεισθῆ τὸ Δικαστήριον τῶν ἐνόρκων νὰ ἀθωώσῃ ἕνα κατηγορούμενον, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἑτέρου συνηγόρου εἰς τὴν ὑπόθεσιν τὸν ἐκήρυξεν ἔνοχον. Λοιπόν, θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἀνελάμβανε καὶ μάλιστα τόσον συχνὰ νὰ ὑπερασπίζῃ ψήφισμα, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ ἴδιος, καθὼς ὁμολογεῖ, διαφωνεῖ, διαφωνεῖ ἀλλὰ τὸ ὑπερασπίζει! Ἀλλὰ τὶ νὰ κάμῃ! Τὶ νὰ κάμῃ; Νὰ εὕρῃ μίαν ὀρθὴν λύσιν. Ἐὰν δὲν εὕρῃ ὀρθὴν λύσιν νὰ παραιτηθῇς, κύριε. Ὑψίστη ἀρετὴ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν εἶναι νὰ παραιτοῦνται ὅταν σκοντάπτουν. Ἀλλὰ κατ’ ἐμέ, κύριοι, τὸ σπουδαιότερον ἐπιχείρημα, διὰ νὰ καταψηφίσω τὸ Ψήφισμα τοῦτο, εἶναι ὅτι δὲν χωρεῖ εἰς τὴν διάνοιάν μου, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ ψηφίζω ἀθρόως, συλλήβδην, 286 νομοθετήματα, νομοθετήματα τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ πλεῖστον δὲν ἔχω ἀναγνώσει. Τὸ ἀπαγορεύει ἡ συνείδησις, τὸ ἀπαγορεύει οἱαδήποτε πολιτικὴ σκοπιμότης, τὸ ἀπαγορεύει ἡ στοιχειώδης εὐπρέπεια. Πῶς εἶναι δυνατόν, κύριοι, νὰ διατηρήσωμεν τὴν ὑπόληψίν μας ψηφίζοντες συλλήβδην 286 νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἀγνοοῦμεν, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνεγνώσαμεν καὶ τὰ ὁποῖα δὲν προλαμβάνομεν νὰ ἀναγνώσωμεν.
§78Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τῶν ὁποίων οἱ τίτλοι δὲν ἀναφέρονται εἰς τὸ Ψήφισμα;
§79Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ δεύτερον ἐπιχείρημα, διὰ τὴν καταψήφισιν, εἶναι ἐκείνη ἡ λέξις «Ἀναγκαστικοί». Διότι, κύριοι, πρόκειται περὶ ἑνὸς ψεύδους. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐντρεπώμεθα ἡμᾶς αὐτούς, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐντρεπώμεθα τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔστειλεν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην νὰ τὸν προστατεύσωμεν, νὰ τὸν κυβερνήσωμεν, νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἱστορικήν του σταδιοδρομίαν, πρέπει νὰ ἀντιληφθῶμεν πόσον μέγα, πόσον τεράστιον εἶναι αὐτὸ τὸ ψεῦδος καὶ ἂς λέγωνται νομοθετικὰ διατάγματα, ἂς λέγωνται κυβερνητικὰ νομοθετήματα, ὅταν λέγωνται «Ἀναγκαστικοὶ Νόμοι». Εἶναι Ἀναγκαστικοί; Εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ κανεὶς ἀπὸ ὑμᾶς ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ νόμοι ἐψηφίσθησαν κατ’ ἀνάγκην ὑπερτάτην, ἀναπότρεπτον, ἀκαταγώνιστον;
§80Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ὄχι ἐψηφίσθησαν, ἐξεδόθησαν.
§81Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐξεδόθησαν, ἐψηφίσθησαν λέγουν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§82Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ψηφίζει λοιπὸν καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον;
§83Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διατί ὄχι; Λοιπὸν εἶναι δύο ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ὡς ἄνθρωπος καὶ ἐγὼ λογικὸς καὶ ἐντρεπόμενος ἑαυτόν, πρέπει νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν. Συλλογισθῆτε ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία ἐδίδαξεν, ὅτι τὸ πρῶτον ὅπλον ἐπιθετικῆς ἀμύνης, τὸ ὁποῖον ἔδωσεν ὁ Θεὸς εἰς τὸν ἄνθρωπον εἶναι τὸ ὅπλον τῆς αἰδοῦς. Ἡ αἰδὼς εἶναι τὸ πρῶτον χαρακτηριστικόν. Ἀλλὰ ἀφοῦ ἀνεφέρθην εἰς τὴν Ἑλληνικὴν φιλοσοφίαν, θὰ ἐπανέλθω καὶ πάλιν εἰς αὐτήν. Καθὼς εἶπον καὶ ἄλλοτε ὁ Μέγας Σωκράτης εἶπε: «Μόνον τὸ νόμιμον εἶναι δίκαιον». Καὶ γνωρίζει πᾶς τις ἐξ ὑμῶν ὅτι μόνον τὸ δίκαιον εἶναι τὸ ὠφέλιμον. Τὸ μὴ νόμιμον εἶναι ἄδικον καὶ τὸ ἄδικον εἶναι ὀλέθριον. Τὸ Σύνταγμα μας ὑπάρχει καὶ ἐπιτάσσει ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα καὶ τὴν Βουλήν. Ἔργον νομοθετικὸν τὸ ὁποῖον δὲν προῆλθεν ἀπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν ὁποίαν συνῄνεσε καὶ ὁ Βασιλεύς, δὲν εἶναι νόμιμον, εἶναι αὐθαίρετον κατασκεύασμα καὶ ὀλέθριον. Διατί; Πῶς δύναταί τις νὰ ψηφίσῃ 286 νόμους συλλήβδην; ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας ὅτι αὔριον ἄλλη Κυβέρνησις εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ πρὸς ὁμαδικὴν ψήφισιν οὐχὶ 286 ἀλλὰ 800. Παρακαλῶ τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ πλειοψηφοῦντος Κόμματος θερμότατα καὶ γνωρίζει πόσον τὸν ἐκτιμῶ καὶ τὸν σέβομαι, νὰ ἀκούσῃ τοὺς λόγους μου καὶ νὰ σκεφθῇ, ὡς εἶπον προηγουμένως, περὶ τῆς Ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, ἡ ὁποία ἐδίδαξε τὴν ἐντροπὴν καὶ νὰ συνηγορήσῃ καὶ αὐτὸς εἰς τὴν γνώμην, ὅπως καταψηφισθῇ τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα Εἶναι μία περίπτωσις ἰδιαιτέρα καὶ πρέπει ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἡγοῦνται Κομμάτων καὶ οἱ ὁποῖοι ἀξιοῦν νὰ κυβερνήσουν τὴν Πατρίδα καὶ ὀνειροπολοῦν νὰ γράψῃ ἡ ἱστορία περὶ αὐτῶν σελίδας ἐπαινετικάς, νὰ μὴ κρίνουν τὸ θέμα μὲ τὸ γνωστὸν «δὲν βαριέσαι». Ἐγὼ ἀναγνωρίζω εἰς τὸν Ἀρχηγόν μου, τὸν κύριον Κ. Τσαλδάρην, καὶ γράφω καὶ ἑκάστην ἑβδομάδα, ὅτι τὸν θέλω νὰ εἶναι ὁ Κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος, διότι πιστεύω εἰς τὴν ἠθικότητά του πρὸ παντός. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατόν, κύριε Ἀρχηγέ μου, νὰ ἐννοηθῇ ἠθικότης χωρὶς ἐντροπήν; Ἐγένετο ἀπόψε λόγος περὶ Κοινοβουλίου. Τί ἐννοοῦμεν ὅμως λέγοντες Κοινοβουλευτισμόν; Ἐννοοῦμεν μίαν συνεργασίαν τῶν Ἐξουσιῶν κατὰ τὰ καθοριζόμενα ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἠκούσαμεν, ὅτι τάχα ἡ θεωρία αὐτὴ εἶναι ὀλίγων ἐτῶν! Κύριοι συνάδελφοι, ὁ κοινοβουλευτισμὸς δὲν εἶναι ὀλίγων ἐτῶν ἐφεύρεσις. Εἶναι ἐφεύρεσις πολλῶν αἰώνων. Κοινοβουλευτισμὸς ὑπῆρχεν εἰς τὴν Ρώμην καὶ ὅταν ἐθεσπίζετο Δικτατορία, διότι ὁ δικτάτωρ διωρίζετο ὑπὸ τῆς Συγκλήτου, τῇ προτάσει τοῦ ἑνὸς τῶν δύο ὑπάτων καὶ ὅστις εἶχε χρόνον παραμονῆς εἰς τὴν ἐξουσίαν ὄχι μείζονα τῶν 6 μηνῶν. Ἄν μάλιστα τὸ ὑπόλοιπον τῆς ἐξουσίας τῶν ὑπάτων ἦτο διαρκείας ὀλιγωτέρων μηνῶν, τότε τόσων μηνῶν, θὰ ἦτο καὶ ἡ διάρκεια τῆς δικτατορίας. Πάντα ταῦτα, ὑπῆρχον, κύριοι συνάδελφοι, καὶ τὸ σπουδαιότερον εἶναι ὅτι ὁ δικτάτωρ εἶχε πᾶσαν ἄλλην ἐξουσίαν πλὴν τοῦ εἰσπράττειν καὶ δαπανᾶν. Τὰ εἰσπραττόμενα ἔσοδα καὶ αἱ δαπάναι αὐτῶν διετάσσοντο ὑπὸ τῆς Συγκλήτου. Δηλαδὴ καὶ τὰς δαπάνας διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ κράτους τὰς καθώριζε καὶ τὰς διέτασσεν ἡ Σύγκλητος καὶ αὐτὸ εἶναι καὶ σήμερον, κύριοι συνάδελφοι, τὸ κυριώτερον χαρακτηριστικὸν τοῦ Πολιτεύματός μας. Καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλή, κατὰ τὰ Ἑλληνικὰ Συντάγματα αὐτὴ καὶ μόνον καθορίζει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, αὐτὴ καθορίζει τὰς δαπάνας, αὐτὴ ἐγκρίνει τοὺς ἀπολογισμούς. Καὶ αὐτὸ εἶναι, κύριοι βουλευταί, τὸ κυριώτατον χαρακτηριστικὸν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Βεβαίως ὁ Μοντεσκιὲ συνέγραψε περίφημον σύγγραμμα περὶ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, ἀλλὰ ὅλοι οἱ κριτικοὶ τοῦ Μοντεσκιέ, εἶπον περὶ αὐτοῦ ἀπὸ τότε, ὅτι δὲν ἔδωσε πολλὴν προσοχὴν εἰς τὸ Ἀγγλικὸν Πολίτευμα, ὅπερ περιεῖχε διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν καὶ ὡς εἶχε καὶ ὡς ἐφηρμόζετο εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἀλλὰ δὲν περιεῖχε καὶ δὲν περιέχει καὶ τώρα ἀδιάκρισιαν τῶν ἐξουσιῶν. Διάκρισις ὑπάρχει, ὄχι ἀδιακρισία. Ὑπάρχουν λειτουργίαι τὰς ὁποίας ἐκτελεῖ ἡ μία ἐξουσία καὶ δὲν ἐκτελεῖ ἡ ἄλλη, ἀλλὰ δὲν παύει νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἑνότης τοῦ Κράτους καὶ ἡ ἑνότης τοῦ Κράτους ἐννοεῖται κυρίως εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου, τῆς Βουλῆς. Καὶ διὰ τοῦτο λέγομεν ὅτι ἔχομεν κοινοβουλευτισμόν. Ἀλλὰ καὶ ἄλλη πλάνη· ἡ μία κατόπιν τῆς ἄλλης, πρὸ ὀλίγου ἠκούσθη. Νομίζουν τινές, κύριοι, ὅτι ὁ ὅρος «Βασιλευομένη Δημοκρατία» εἶναι τάχα ἰδική μας τώρα ἐφεύρεσις! Ὄχι, κύριοι, εἰς τὰ 1789, ὅταν ἐκηρύχθη ἡ Γαλλικὴ Ἐπανάστασις, κατὰ τὴν πρώτην αὐτῆς περίοδον, ὅτε ἐκυριάρχησε τὸ πνεῦμα τοῦ Μιραμπώ, ὠνόμασαν τὸ Πολίτευμά των Πολίτευμα καὶ ἐκεῖ Βασιλευομένης Δημοκρατίας (Ντημοκρασὶ Ρουαγιὰλ) βέβαια δὲ καὶ τότε μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς ἑνότητος τοῦ Κράτους. Ἐπροχώρησεν ὁ κοινοβουλευτισμός, ἐπαναλαμβάνω, κρατοῦντος τοῦ Κοινοβουλίου τὴν κυρίαν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν μας μέσων. Ἀλλὰ ὄχι μόνον τοῦτο. Λέγει τὸ Σύνταγμά μας, «Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἀξιώσῃ τὴν παρουσίαν τῶν Ὑπουργῶν ἐνώπιόν της». Καὶ δυστυχῶς τοῦτο δὲν τὸ ἐπράξαμεν ἡμεῖς! Λέγει ἐπίσης τὸ Σύνταγμα μας «οἱ Ὑπουργοὶ ἐλέγχονται, ἀπαγγέλονται κατηγορίαι κατ’ αὐτῶν, διορίζονται ἐπιτροπαὶ ἐξετάσεως τοῦ ἔργου των» Ἰδοὺ ἡ ἐπαφὴ τῶν ἐξουσιῶν πρὸς ἀλλήλας. Βεβαίως εἶναι μία κυρίαρχος ἔννοια εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος, διότι, ὡς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς καὶ ἄλλοτε, ἐπαναφέρεται εἰς ἰσχὺν τὸ ὑπὸ τοῦ Ὁμήρου λεχθέν: «Εἷς τύραννος, εἷς βασιλεὺς ἔστω». Καὶ κατὰ τὸ Γαλλικὸν ἔκτοτε Πολίτευμα τοιοῦτος εἶναι ὁ Πρωθυπουργός. Ἄν ἀναγνώσητε, κύριοι, τὸ σχετικὸν σύγγραμμα τοῦ μακαρίτου Φλογαΐτου, θὰ ἴδητε, μίαν θαυμασίαν ἔποψιν, περὶ τοῦ ποίας ἰδιότητας πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ Πρωθυπουργός. Πρέπει νὰ εἶναι πολυμαθής, ἔμπειρος εἰς τὴν πολιτικήν, πρέπει νὰ εἶναι ρήτωρ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ χειραγωγῆται, νὰ ρυθμίζεται ἡ λειτουργία μιᾶς Βουλῆς, χωρὶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἀγορεύῃ μὲ δύναμιν καὶ ἐπιβολὴν εἷς ρήτωρ, μὲ ἱκανότητα, μὲ ἐπιβάλον, λέγω, μὲ γνῶσιν ἀπέραντον. Καὶ διὰ τοῦτο ἀκόμη, προσθέτει ὁ συγγραφεὺς ἐκεῖνος, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἔχῃ καὶ ὑγείαν κραταιάν, διότι ἄλλως πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κυριαρχῇ εἰς μίαν Πολιτείαν, νὰ ρυθμίζῃ ὅλας τὰς πράξεις αὐτῆς ὡς Πρωθυπουργός; Δυστυχῶς ἡ παροῦσα Βουλή, χωρὶς νὰ πταίῃ αὐτή, κύριε Ἀρχηγέ μου, γνωρίζετε μὲ πόσην εὐλάβειαν ἀπηυθύνθην πάντοτε πρὸς ὑμᾶς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχετε καὶ ἐλαχίστην ἀντίρρησιν, ὅτι, εἴτε κατ’ ἰδίαν, εἴτε κατὰ τὰς ἐδῶ συζητήσεις μας, ὡμίλησα πρὸς ὑμᾶς μὲ εὐλάβειαν καὶ λατρείαν, ἀλλὰ πῶς δύναμαι, ἐν ὀνόματι τῆς Πατρίδος μας, νὰ ἀρνηθῶ ὅτι δὲν ἐξετελέσαμεν ὅπως ἔπρεπε τὸ καθῆκόν μας; Ἔγραφον πρὸ ἡμερῶν εἰς τὴν ἐφημερίδα μου, καὶ λέγω καὶ πρὸς ὑμᾶς τὴν στιγμὴν ταύτην: ἐνθυμῆσθε μὲ πόσον ἐνθουσιασμὸν ἤκουσα ὅταν μοῦ εἴπατε εἰς ἰδιαιτέραν μας ὁμιλίαν, ὅτι «ἢ Πρωθυπουργὸς θὰ εἶμαι εἰς τὸ ἑξῆς, ἢ Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως;» ἐνεθουσιάσθην καὶ ἐπῆρα τὴν δεξιάν του χεῖραν καὶ τὸν συνεχάρην.
§84Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Μὴ τὸ λέτε, διότι κοκκινίζει!
§85Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ κοκκινήσῃ, ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Λαϊκῶν, διότι ἐνεργεῖ μὲ κραταιὰν πίστιν, ἔστω ἐσφαλμένην. Ὅταν ἔρχεται τοιοῦτον ψήφισμα ἐδῶ, τὸ ὁποῖον προκαλεῖ τὴν ἐντροπὴν τῆς Βουλῆς, ἀποτελεῖ σφάλμα. Κύριοι, ἐπεξετάθη εὐλόγως ὁ λόγος περὶ κοινοβουλευτισμοῦ. Ὁ κοινοβουλευτισμὸς ἀρχίζει εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἀπὸ τοῦ 1100, ἔσχε δὲ μίαν ὁλοκλήρωσιν εἰς τὰ 1215 καὶ μετὰ ταῦτα ἄπειρα ψηφίσματα καὶ νομοθετήματα θεμελιώδη συνεπλήρωσαν τὸ Πολίτευμα τοῦτο τῆς Ἀγγλίας. Ἐγένετο μία παράβασις τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, κατὰ τὰ 1834 καὶ γράφουν ὅλοι οἱ συγγραφεῖς, πόσον ζωηρὰ ἐσημειώθη ἡ παράβασις ἐκείνη. Ἔκτοτε εἶναι αὐστηρά, ἀδίστακτος ἡ λειτουργία τοῦ Ἀγγλικοῦ Κράτους, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν δύει ὁ Ἥλιος, λειτουργοῦντος τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ αὐστηρά, σταθερά, εἰς ὅλην τὴν ὁρμήν, λέγω, τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Ἀπὸ δὲ τοῦ 1832 καὶ ἰδιαίτατα μάλιστα ἀπὸ τοῦ 1884 ὁπότε ἀνυψώθη τὸ ἠθικὸν τοῦ Ἀγγλικοῦ Κοινοβουλίου, διότι ἤρχισεν ἀπὸ τοῦ 1832 μέχρι τοῦ 1884 ὁ ἀγὼν διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐκλογὴ τῶν βουλευτῶν, κατὰ ἕνα τρόπον, ὥστε πᾶς βουλευτὴς νὰ δύναται νὰ εἶναι ὑπερήφανος, ὅτι μὲ ὅλας τὰς ἀρχὰς τῆς ἠθικῆς ἐξελέγη ἀντιπρόσωπος τοῦ μεγάλου ἐκείνου Ἔθνους. Τέλος πάντων, ἂς ἐγκαταλείψωμεν τὰ ξένα κράτη, καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ ἰδικόν μας. Βεβαίως τὸ Πολίτευμα τοῦ 1844, ἦτο συμβόλαιον μεταξὺ Βασιλέως καὶ Λαοῦ, συμβαλλομένου τοῦ Λαοῦ διὰ τὴν ἀντιπροσώπευσίν του εἰς τὴν τότε Ἐθνοσυνέλευσιν. Ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ 1864 ἀρχίζει πλέον ὁ κοινοβουλευτισμός, ὁ ἁγνός, ὁ λαϊκός, τὸ Πολίτευμα δηλαδὴ τοῦ λαοῦ, ὑπὸ τοῦ λαοῦ, διὰ τὸν λαόν. Καὶ διὰ τοῦτο, ἀρχίζει ὁ σεβασμὸς πρὸς τὰς ἀρχὰς τὰς κοινοβουλευτικάς. Καθὼς γνωρίζετε, ἀπεφασίσθη κατὰ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν ἐκείνην, νὰ ἀποφασίσῃ ἡ πρώτη μετ’ αὐτὴν Κοινὴ Βουλή, ἐὰν θὰ θεσπισθῇ Συμβούλιον Ἐπικρατείας. Ἀνέλαβεν ἡ πρώτη Κοινὴ Βουλή, μετὰ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, Πρωθυπουργὸς δὲ ἦτο ὁ μέγας ρήτωρ, ὁ ὑπέροχος ἐπιστήμων, ὁ ἀνωτάτης ἀξίας ἠθικὸς πολιτικὸς ἀνήρ, ὁ Ἐπαμεινώνδας Δεληγιώργης, καὶ Πρωθυπουργὸς καὶ βουλευτής, προεκλήθη δὲ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπιμονώτατα νὰ λάβῃ τὸν λόγον, καὶ ἠρνήθη. «Ἐγὼ εἶμαι διωρισμένος ὑπὸ τοῦ Βασιλέως», εἶπε, «καὶ δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ἀναμιγνύωμαι εἰς τὰ συνταγματικὰ ζητήματα». Καὶ περὶ ψηφίσματος τοιούτου, ὡς τὸ ὑφ’ ἡμῶν συζητούμενον, ὁ Δεληγιώργης δὲν θὰ ὡμίλει λοιπόν. Δὲν θὰ ἐκάθητο ἐκεῖ νὰ διακόπτῃ τοὺς ρήτορας εἰς ἑκάστην σχεδὸν φράσιν των, ὡς πράττει ὁ νῦν κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης! Προσεπάθησεν ὁ Ἀλέξανδρος Κουμουνδοῦρος, νὰ ἐφαρμόσῃ τελειότερον τὰς κοινοβουλευτικὰς ἀρχάς, δὲν τὸ κατώρθωσεν ὅμως. Ἀλλ’ ἐπελήφθη τοῦ ἀγῶνος ὁ Χαρίλαος Τρικούπης εἰς τὰ 1875, διὰ τῶν ἱστορικῶν ἐκείνων ἄρθρων του «Τίς πταίει;» Καθιέρωσεν, δηλαδὴ ἐκεῖνος, εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ μὴ κυβερνοῦν, παρὰ μόνον οἱ ἀπολαμβάνοντες τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, καὶ τοιουτοτρόπως κατωρθώθη, ὥστε δύο Κόμματα, τὸ Τρικουπικὸν καὶ τὸ Δηληγιαννικόν, μὲ πλειοψηφίαν μόνον 5 ψήφων, τοῦ Τρικουπικοῦ Κόμματος καὶ τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ Ἀρχηγοῦ του Χαρ. Τρικούπη, νὰ ὀργανωθῇ τὸ Κράτος τοῦτο. Προηγουμένως, τὸ Κράτος, ἦτο ἐν πολλοῖς ἐν ἀποσυνθέσει, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1887 μέχρι τὸ 1890, τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ Χαριλάου Τρικούπη ὠργανώθη καὶ εἰς τὴν σταθερῶν ἀρχῶν ὑπαλληλίαν του τὸ κοινοβουλευτικόν μας Κράτος. Καί, μὴ λησμονῆτε, κύριοι, ὅτι παυθέντος τοῦ Πρωθυπουργοῦ Δηληγιάννη τὸ 1892 καὶ κληθέντος νὰ ἀναλάβῃ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Χαριλάου Τρικούπη, ἐκεῖνος, ὁ πλέον ὡλοκληρωμένος πολιτικὸς τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, ἠρνήθη. Ἀλλὰ καὶ ὁ πολυμαθέστατος καὶ ἐνάρετος Δηληγιάννης τὸν ἐμιμήθη εἰς τὸ 1895, καὶ ἐκεῖνος ἀπεποιήθη νὰ ἀναλάβῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ καὶ ἐκεῖνος τότε δὲν εἶχε τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Καί, διὰ νὰ τελειώνωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερον, διὰ νὰ μὴ ἀνυπομονῇ ὁ διευθύνων ἀγαπητός του κύριος Ἀντιπρόεδρος, μετὰ τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι συγγενής, ἀπὸ τὸ 1910 μέχρι τοῦ 1915 ἐδιπλασιάσθη ἡ Ἑλλάς, ἀνυμνήθη ἡ Ἑλλάς, εἰς τὸν κόσμον, διότι εἶχεν ἕνα Πρωθυπουργόν, ὁ ὁποῖον κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα, ἐφαρμόζων πιστῶς καὶ ἀπαρεγκλίτως τὸν κοινοβουλευτισμόν, ἠρνήθη τὴν ψῆφον ἀνοχῆς τῶν παλαιῶν Κομμάτων, διέλυσε τὴν πρώτην Διπλῆν Βουλήν, καὶ ἐδοξάσθη, ἐφαρμόζων τὴν Πολιτικήν του. Ἀτυχῶς κατὰ τὸ 1911 ἠθέλησε, συζητουμένου τοῦ Συντάγματος, νὰ θεσπίσῃ διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν, ἀπουσιαζούσης τῆς Βουλῆς, θὰ ἐξεδίδοντο νομοθετικὰ διατάγματα. Διωρίσθη μία ὑποεπιτροπὴ τῆς μεγάλης ἐπιτροπῆς, μὲ εἰσηγητὴν τὸν σημερινὸν ἀξιότιμον κύριον Πρωθυπουργόν μας, καὶ παρενετέθη μία διάταξις ὑποβολιμιαίως πως εἰς τὰς διατάξεις περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Ἀλλ’ ὅταν ἦλθεν ἐκείνη ἡ ὑποεπιτροπὴ ἐνώπιον τῆς μεγάλης ἐπιτροπῆς, ἐζήτησα τὸν λόγον καὶ κατεξέσχισα τὴν διάταξιν ἐκείνην. Καθωρίσθη νέα ὑποεπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν συμπεριελήφθην. Εἴχομεν τὴν τιμὴν καὶ τὴν εὐχαρίστησιν νὰ μᾶς κάμῃ πλουσιώτατον γεῦμα εἰς τὴν οἰκίαν του ὁ κύριος Διομήδης καὶ ἐκεῖ ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ καὶ ὁ ἀείμνηστος Χαράλ. Βοζίκης, μὲ τὴν πεῖραν του τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν εἶχε τὴν εὐφυεστάτην, ἐπεκρατήσαμεν καὶ διεγράφη ἡ ὑποβολιμιαία ἐκείνη διάταξις. Δὲν ἐτολμήθη ἡ ἔκδοσις Ἀναγκαστικῶν Νομοθετημάτων ἀπὸ τοῦ 1911 μέχρι τοῦ 1917. Μετὰ τὸ 1917 ἐξεδόθησαν νομοθετικὰ διατάγματα, ὄντως, ἀλλὰ τότε ἡ κατάστασις ἦτο ἐντελῶς ἀνώμαλος, καὶ δὲν ἦσαν αἱ περιστάσεις εὐνοϊκαὶ νὰ τηροῦνται οἱ νόμοι, μολονότι ἐγὼ πιστεύω ὅτι καὶ ἐκεῖνο ἦτο σφάλμα, ἦτο παρεκτροπή, μέσα εἰς τὰ μεγάλα καὶ ἔνδοξα κατορθώματα διεπράχθησαν τότε καὶ σφάλματα, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ αὐτό. Δὲν εἶναι λοιπόν, εἰς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν, καὶ τοῦ νεωτέρου Κράτους μας, ἡ παράβασις τῶν κοινοβουλευτικῶν ἀρχῶν, ἡ παράβασις τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὰς ὁποίας κανονικῶς νομοθετεῖ ἡ Βουλὴ καὶ ἐλέγχει ἡ Βουλή, ἡ δὲ Κυβέρνησις κυβερνᾷ καὶ ρυθμίζει τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Βέβαια, διότι ἡγεῖται τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, βέβαια, ἀναμφιβόλως βέβαια, ἀφοῦ κυβερνᾷ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἐπιδρᾷ καὶ εἰς τὴν νομοθεσίαν ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ ἡ Βουλὴ θὰ ψηφίζῃ. Αὗται εἶναι αἱ ρηταὶ διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ δὲν ἔχει νὰ πάθῃ ὑπὸ τοιαύτην ἐφαρμογὴν τίποτε ὁ κοινοβουλευτισμός. Διότι, κύριοι, ἐὰν θέλωμεν νὰ λέγωμεν, καθὼς ἐξηναγκάσθημεν νὰ λέγωμεν ὅλην τὴν ἀλήθειαν, οὔτε προϊόντα ἀνάγκης εἶναι οἱ νόμοι αὐτοί, οὔτε ἄμεσα προϊόντα τῆς διανοίας καὶ τῆς θελήσεως τῶν Ὑπουργῶν. Δημόσιοι ὑπάλληλοι συνήθως εἶναι οἱ συντάκται τῶν τοιούτων νομοθετικοῦ τάχα ποιοῦ κατασκευασμάτων. Διατί δὲ τόσον αὐστηρῶς λέγω ταῦτα; Διότι εἶπον καὶ πρὸς ὑμᾶς καὶ πρὸ ἡμερῶν δὲ καὶ ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, παραπλανηθέντος καὶ αὐτοῦ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα αὐτό, ὅτι οὐδέποτε ἐπιτρέπεται ἡ ἔκδοσις τοιούτων νόμων. Ἐὰν ὑπάρξῃ ἡ ἀνωτάτη ἀνάγκη πρὸς σωτηρίαν τῆς Πατρίδος καθὼς λέγεται, δὲν ἐκδίδονται νόμοι, ἀλλὰ αἱ Κυβερνήσεις τολμοῦν πράξεις, καὶ τολμῶσαι πράξεις ἔρχονται μετὰ ταῦτα, ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ὑπερήφανοι, ἐὰν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ εἶναι ὑπερήφανοι, καὶ λέγουν: «αὐτὸ ἐπράξαμεν, ζητοῦμεν συγγνώμην παρὰ τῆς Βουλῆς». Καὶ ἡ Βουλή, ἀπονέμει εἰς αὐτοὺς οὐχὶ συγγνώμην, ἀλλ’ ἔπαινον, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ περίπτωσις νὰ ἀπαγγείλῃ κατηγορίαν. Νομοθετικαὶ πράξεις δὲν ἐκδίδονται κατὰ τὰς ἐξαιρετικὰς αὐτὰς περιστάσεις, διότι ἐπιμένω εἰς τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξα πολλάκις ἐνώπιον καὶ τῆς παρούσης Βουλῆς, καὶ ἄλλων Βουλῶν, ἡ πολυνομία ἰσοῦται μὲ τὴν κακονομίαν. Δὲν εἶναι δὲ καμμία ἀνάγκη λεπτομερειῶν εἰς τὰς διατάξεις τῶν νόμων, διότι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἄνετος καὶ ἡ πρωτοβουλία τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Οἱ Ὑπουργοί, μάλιστα δὲ καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἱ ἀνώτατοι ἐξ αὐτῶν, πρέπει νὰ ἔχουν τόλμην, ἀνδρείαν, εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν περιστάσεων νὰ κρίνουν κατὰ λογικὴν καὶ ἠθικὴν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου συμφέροντος καὶ εἰς μίαν ἀνάγκην ἐκ τῶν περιστάσεων, ἄξιοι ἐπαίνου θὰ εἶναι ἐὰν πράξουν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐγκρίνει ὁ νόμος. Θὰ ἔλθῃ ἡ Βουλὴ νὰ συγχωρήσῃ, νὰ ἐπαινέσῃ τὴν πρᾶξιν καὶ μετὰ ταῦτα θὰ τεθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἡ νομικὴ διάταξις. Τοιουτοτρόπως κυβερνῶνται τὰ Κράτη, καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐπιβαλλομένων ὑποχρεώσεων εἶναι καὶ οἱ ἔχοντες τὴν ἀξίωσιν νὰ γίνωνται δεκταὶ αἱ γνῶμαι των, οἱ ἀξιοῦντες νὰ ρυθμίζουν τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ πράξεις τῶν Ἐθνικῶν Ἀντιπροσωπειῶν, οἱ φιλοδοξοῦντες νὰ γράψῃ περὶ αὐτῶν ἡ ἱστορία, εἶναι παρόντες ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως μέχρι τοῦ τερματισμοῦ τῶν κοινοβουλευτικῶν συζητήσεων. Παρακολουθῶ, κύριοι τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος ἀπὸ τοῦ 1890, ἀφ’ ὅτου χρονολογοῦμαι ὡς δημοσιογράφος. Ὑπηρέτησα εἰς τὸ θεωρεῖον τὸ δημοσιογραφικὸν ἐπὶ μακρὰ ἔτη. Οὐδέποτε εἶδον ἀπουσιάζοντα, ἔστω καὶ ἐπὶ δευτερόλεπτα τὸν Χαρίλαον Τρικούπην, τὸν πολυμαθέστατον καὶ ἐναρετώτατον Θ. Δηλιγιάννην, τὸν Γεώργιον Θεοτόκην, τὸν Δ. Ράλλην καὶ μετὰ ταῦτα τὸν Ἐλευθέριον Βενιζέλον. Παρίσταντο πάντοτε, κατὰ πάσας τὰς συνεδριάσεις, ἀπὸ τῆς ἀρχῆς μέχρι τοῦ τέλους αὐτῶν. Δὲν εἶναι λειτουργία Κοινοβουλίου, δὲν εἶναι ἐφαρμογὴ Πολιτεύματος ἡ σημερινή! Λέγουν οἱ σημερινοὶ Κυβερνῆταί μας: «Εἴπομεν, ψηφίσατε, μὴ μᾶς στενοχωρῆτε, μὴ μᾶς ἐνοχλῆτε!» Αὐτὸ δὲν εἶναι πολιτική. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ εὐθιξία τῶν νεύρων οὐδὲν τὸ καλὸν δύναται νὰ κατορθώσῃ.
§86Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἴσχυε καὶ τὸ σύστημα τῆς ὑποβολῆς ἐνστάσεων ἀπαρτίας.
§87Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ τώρα πρέπει νὰ ἰσχύσῃ καὶ νὰ ἐφαρμόζωμεν κατὰ σύστημα τὴν διάταξιν αὐτὴν τοῦ Κανονισμοῦ μας, διάταξιν δηλαδή, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει ἡ ἀνάγκη τῆς ζωῆς τῶν Κρατῶν, ὁπότε θὰ εἴχομεν κατορθώσει καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ παρίσταται καὶ ἡ Βουλή. Διότι, κύριοι, ἤκουσα καὶ ἀπόψε, ἀλλὰ καὶ προχθὲς ἀπὸ σοσιαλιστὰς καὶ σοσιαλίζοντας ἀξιωματικὸν καὶ ὑπαξιωματικόν(!) ἤκουσα ὅτι τάχα αἱ Βουλαὶ ἀποφαίνονται περὶ γενικῶν τινων ἀρχῶν, περὶ «πλαισίων», π.χ. ὅπως γράφω σήμερον καὶ εἰς τὴν ἐφημερίδα μου, ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται ὅτι ἐπιβάλλεται προσευχὴ εἰς τὸν Θεόν! Ἔ!, ἀρκετὸν εἶναι νὰ ἀποφανθῇ. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ νομοθεσία θὰ καθορισθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ ὅτι τὸ Κράτος πρέπει νὰ φροντίζῃ ὑπὲρ τῶν ἰατρῶν καὶ φαρμακοποιῶν. Ἔ, ἡ Κυβέρνησις καθορίζει ποῖοι εἶναι οἱ ἰατροὶ καὶ φαρμακοποιοί. Ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται «ἐνδιαφέρομαι διὰ τοὺς ἐργάτας» Ποία θὰ εἶναι ἡ ἐργατικὴ νομοθεσία, εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ αὐτὸ ὀνομάζεται Κοινοβουλευτισμός;! Δὲ ἠξεύρω ὑμεῖς, κύριοι, τὶ ἠσθάνθητε πρό τινος ὥρας, ὅταν ἠκούοντο αὐτοῦ τοῦ εἴδους αἱ θεωρίαι. Ἀλλὰ ἐγὼ μὲ ὅλην τὴν θερμοτάτην ἀγάπην, τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸς τὸν ἠθικώτατον ἄνδρα, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπαξιώτατα, διότι καὶ τὴν φιλοπατρίαν του τὴν φλογερὴν ἔχει ἀποδείξει καὶ ὅτι ἀντιμετωπίζει ἀκόμη καὶ τὸν κίνδυνον τῆς ζωῆς εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ καθήκοντός του εἰς τὴν γραμμὴν τοῦ πυρός, ἐστενοχωρήθην ἀπόψε τ’ ἀπερίγραπτα μέχρι τοῦ ἐσωτάτου βάθους τῆς ψυχῆς μου, ἀκούων θεωρίας παραδόξους, ὅτι τάχα μία Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοθετικὸν ἔργον δὲν χαράσσει παρὰ μερικὰ πλαίσια καὶ αὐτὸ ἀρκεῖ, ὅτι τάχα μ’ αὐτὸ ἐξετέλεσε τὸ καθῆκον της! Ὄχι, κύριε, ὑμεῖς βεβαίως προτείνετε καί, διὰ νὰ σᾶς δέχεται εὐμενῶς καὶ προθύμως τὸ Κοινοβούλιον ὅπως προτείνετε ὑποχρεοῦσθε, κατὰ ἀνθρωπίνην συνήθη παντὸς συναίσθησιν, νὰ εἶσθε βουλευταί. Αὐτὸς εἶναι ὁ κοινοβουλευτισμός. Βουλευταὶ νὰ κομίζετε προτάσεις νομοθετικάς, ἀλλὰ ἡ Βουλὴ νὰ τὰς ἐξετάσῃ εἰς Ἐπιτροπάς της καὶ κατόπιν εἰς τὴν Ὁλομέλειαν αὐτῆς, ὅπου μὲ τὴν ψυχολογίαν τῆς Ὁλομελείας τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας αἰσθάνεται ἕκαστος ἐξ ἡμῶν τὴν εὐθύνην του καὶ θὰ γνωρίζωμεν τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ γνωρίζωμεν. Αὐτὸς εἶναι ὁ κοινοβουλευτισμὸς καὶ ὄχι νὰ λέγωμεν ἐδῶ ἡμεῖς μίαν φράσιν ἐπιπολαίαν, ἀερολόγον καὶ μετὰ ταῦτα νὰ πηγαίνετε ὑμεῖς νὰ ἀναθέτετε εἰς τοὺς Διευθυντὰς τῶν Ὑπουργείων καὶ τοὺς τμηματάρχας νὰ καταρτίζουν τοὺς νόμους! Ὡμίλησα περὶ Ἐπιτροπῶν Κοινοβουλευτικῶν, κύριοι βουλευταί, ἀλλὰ ἐγὼ ἐννοῶ τὰς εἰσηγουμένας γνώμας πρὸς τὴν ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς, οὐχὶ νομοθετούσας. Καὶ εἶναι δυνατὸν εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς αὐτὰς νὰ γίνῃ ἐργασία σοβαρωτάτη. Δὲν βλέπω τὸν κύριον Παπαδημητρίου, βουλευτὴν ἐξ Ἠλείας, διὰ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μαρτυρίαν του, ὅτι κἄποτε εἰς μίαν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, κύριοι, νομοσχέδιον 70 ἄρθρων τὸ ἔκαμα μὲ ἄρθρα 8 καὶ ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τῆς Βουλῆς μὲ ἄρθρα 8 καὶ ἦτο πληρέστερον, διότι αἱ ἄλλαι διατάξεις περιεῖχον θέματα διὰ τὴν πρωτοβουλίαν καὶ ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ, τοῦ διευθυντοῦ, τοῦ τμηματάρχου, τοῦ εἰσηγητοῦ, τοῦ γραφέως. Καὶ πολλὰ ἐκ τῶν νομοθετημάτων, τῶν ὁποίων μᾶς ζητεῖται ἡ συλλήβδην ψήφισις, τοιαῦτα θέματα περιέχουν, λεπτομερείας ἀνηκούσας εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῶν ὑπαλλήλων. Δὲν εἶναι αὐτὸ νομοθετικὸν ἔργον, εἶναι μία, ἂς μοῦ συγχωρηθῇ ἡ ἔκφρασις, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ 286, μία πολύλογος φλυαρία ἐν πολλοῖς ἀσυγχώρητος.
§88Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Μεταξὺ τῶν νομοθετημάτων...
§89Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μεταξὺ τῶν νομοθετημάτων, θέλει νὰ εἴπῃ ὁ κύριος Σφαέλλος ὀρθότατα, εἶναι καὶ νομοθέτημα μεταξὺ αὐτῶν, τὸ ὁποῖον λέγει περὶ τοῦ ἐμφυλίου(;!) πολέμου κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1944 καὶ νὰ φροντίσωμεν περὶ ὅλων τῶν θυμάτων τοῦ ἐμφυλίου αὐτοῦ πολέμου!
§90Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Ἀποστεροῦνται δυνάμει τούτου τὰ θύματα τοῦ κινήματος, τοῦ 1944 πάσης συντάξεως.
§91Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει, ἀπαγορεύεται ἀπολύτως νὰ παρασυρώμεθα ἀπὸ τὰ γενόμενα κατὰ τὸ 1915 εἰς τὴν Πατρίδα μας καὶ νὰ λέγωμεν: «Εἶναι καθιερωμένον, ὑπάρχουν προηγούμενα!» Νὰ λησμονήσωμεν καθ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν τὰ διάφορα κινήματα. Νὰ λησμονήσωμεν τὴν αὐθαιρεσίαν καὶ τὴν παρανομίαν, ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ ὁπλισθῶμεν μὲ θάρρος καὶ ἀποφασιστικότητα καὶ νὰ μὴ ἀκολουθήσωμεν τὸ παράδειγμά των. Βέβαια, ἦλθε μία τυραννὶς — διότι ἡ λέξις δικτατορία πρέπει νὰ ἀναφέρεται εἰς τὴν Ρώμην καὶ εἶπον πρὸς ὑμᾶς τὶ ἦτο ὁ δικτάτωρ εἰς τὴν Ρώμην — λέγω μία τυραννὶς καὶ ἐνεδύθη ἕνα, ὡς ἐνομίσθη, τότε «κοινοβουλευτικὸν μανδύαν». Ἀνέθεσεν εἰς μίαν Ἐπιτροπὴν ὑπὸ ἕνα γενναῖον ἄνδρα, ἀλλὰ φανατικώτατον ἀριστερὸν νὰ συντάξῃ τὸ Πολίτευμα τῆς Χώρας. Κατώρθωσα καὶ τότε, κατώρθωσα κἄτι, νὰ πείσω τὸν τότε Κυβερνήτην, ὅτι θὰ ἦτο ἄτοπον νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα διάταξις περὶ τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον ὁ Ἐλ. Βενιζέλος ἀπεδέχθη νὰ τὸ ὀνομάζω «ἀντιπολιτικόν, ἀντικοινοβουλευτικόν, ἀντεθνικόν, ἄτιμον», τὸ ἐκλογικὸν σύστημα τῆς Ἀναλογικῆς. Καὶ ἐπῆλθεν ἡ σύγκρουσις μεταξὺ Παγκάλου καὶ Παπαναστασίου. Νὰ μιμηθῶμεν λοιπὸν αὐτὸ τὸ παράδειγμα καὶ τώρα; Νὰ ὁρίσωμεν Ἐπιτροπὴν 30μελῆ ἢ 40μελῆ ἡ ὁποία νὰ ἀναθεωρήσῃ τὸ Πολίτευμα; Νὰ ἐξουσιοδοτήσωμεν Ἐπιτροπὰς πρὸς νομοθεσίαν, ὅπως ἠκούσθη ἀπὸ πολιτευόμενον πολὺ συγκρατούμενον καθ’ ἑαυτὸν πρὸ ὀλίγου παραδόξως; Ἐπιτροπὰς Νομοθετικῆς Ἐξουσιοδοτήσεως; Ὥστε ὅταν εἶναι σπουδαῖον νομοθέτημα νὰ παρατείνουν τὰς συζητήσεις νὰ ἀπουσιάζουν οἱ μὴ ἐνδιαφερόμενοι, ὥστε οἱ ἐνόχως ἐνδιαφερόμενοι 8 ἢ 10 ἢ 12, ἀποτελοῦντες ἀπαρτίαν νὰ καταρτίζουν τὴν νομοθεσίαν τῆς Πατρίδος μας χωρὶς ψυχολογίαν τῆς Ὁλομελείας τοῦ Σώματος, χωρὶς τὴν ἀνύψωσιν αὐτήν, τὴν ἔντασιν τῆς συναισθήσεως τῶν εὐθυνῶν, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται ἡ Βουλή, ὅταν μάλιστα ὑπάρχουν Ἡγέται, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται εἰς τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ὁμιλοῦν καὶ συγκινοῦν καὶ πείθουν καὶ ἐνδυναμώνουν τὰς ψυχὰς ἡμῶν; Ἡγέται οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἔρχωνται ἐδῶ, διὰ νὰ δείξουν σεβασμὸν πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἀφοσίωσιν πρὸς τὸ Πολίτευμα καὶ οὐχὶ νὰ ἀναπτύξουν παιδαριώδεις θεωρίας περὶ Συντάγματος τὸ ὁποῖον ἔχουν εἰς τὴν διάνοιάν των, διότι ἔχουν τὴν φιλοδοξίαν νὰ τοὺς ἐκλέξῃ ὁ λαὸς Τσάρους! Ποῖος Ἕλλην, ἐκλεγόμενος ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ Λαοῦ Κυβερνήτης δὲν θὰ εἶναι ὕποπτος, ὅτι εἶναι ἔστω μόνον αὐθαίρετος; Τὰ Πολιτεύματα, κύριοι, τὰ Συντάγματα περιοριστικῶς ἔστω, δὲν εἶναι προϊόντα στιγμῶν, δὲν εἶναι ἔργα μεμονωμένων ἀνδρῶν, οὔτε ὀλιγαρίθμων ὁμάδων. Τὰ Συντάγματα εἰς ὅλα τὰ Κράτη εἶναι προϊόντα τῶν παθημάτων εἰς τὸ διάστημα πολλῶν αἰώνων τῆς ἱστορίας, εἶναι προϊόντα τῆς πείρας πολλῶν αἰώνων τοῦ πολιτισμοῦ, ὅλων τῶν αἰώνων. Διατὶ δὲν ὑπῆρχεν κοινοβουλευτισμὸς εἰς τὴν ἀρχαίαν Ἑλλάδα ἀκόμη; Πῶς δὲν ὑπῆρχε κοινοβουλευτισμὸς καὶ τότε; Ὅταν ὡς Πρωθυπουργὸς Κοινοβουλευτικοῦ Κράτους ὁ Περικλῆς ἀνύψωσε τὴν ἱστορίαν τῶν Ἀθηνῶν, ὥστε καὶ τώρα νὰ εἶναι δίδαγμα εἰς ὅλην τὴν ἀνθρωπότητα, ἀγορεύων εἰς τὴν Πνύκα, δὲν ἐφηρμόζετο Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα; Ὅταν εἰς τὴν Σπάρτην συνώδευον τοὺς ἐκστρατεύοντας Βασιλεῖς δύο πολιτικοὶ ἄνδρες, ἀντιπρόσωποι τῶν Ἐφόρων, διὰ νὰ ρυθμίζουν τὰς πράξεις των, δὲν ἦτο αὐτὸ κοινοβουλευτισμός; Μετὰ τὸν παγκόσμιον 1914–1918 πόλεμον συνετάχθη τὸ Σύνταγμα τῆς Βαϊμάρης, Σύνταγμα Σοσιαλιστικόν, τὸ ὁποῖον ἐπέβαλε τὴν Ἀναλογικὴν καὶ προεκάλεσε τὰς τρομερὰς ἐκείνας κυβερνητικὰς κρίσεις εἰς τὴν Γερμανίαν, ὥστε μετὰ πεντάμηνον ἀπὸ τῆς τελευταίας ὑπουργικῆς κρίσεως ὁ Στρατάρχης Χίντεμπουργκ εἶπεν εἰς τὸν Χίτλερ: «ἔλα, πάρε τὴν ἐξουσίαν, ἀπάλλαξέ με ἀπὸ τὴν ἐνόχλησιν!» Ἀναλογικὴ ἐπίσης εἰς τὴν Ἰταλίαν διότι δὲν κατωρθοῦτο νὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις εἰς τὴν Βουλήν, προεκάλεσε τὴν ἐμφάνισιν τοῦ Φασισμοῦ. Ἡ Ἀναλογικὴ εἰς τὴν Ρουμανίαν προεκάλεσε τὴν παμβασιλείαν τοῦ Καρόλου. Ἡ Ἀναλογικὴ εἰς τὴν Γιουγκοσλαβίαν προεκάλεσεν ἐπίσης τὴν ἀποσύνθεσιν. Διατὶ τὰ λέγω αὐτά; Τὰ λέγω αὐτά, διότι ἡ Ἀναλογικὴ ἀντίκειται εἰς τὸ Πολίτευμά μας. Τὸ Πολίτευμά μας ἀπὸ τοῦ 1875, μετὰ τὰ ἱστορικὰ ἄρθρα τοῦ Χαριλάου Τρικούπη, λέγει: «νὰ κυβερνᾷ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς». Πῶς θὰ κυβερνᾷ ἡ πλειονοψηφία ὅμως τῆς Βουλῆς ὅταν νομίζωμεν, ὅτι ἐπειδὴ ὑπάρχουν μερικὰ ἐμπόδια, μερικαὶ ἀνάγκαι, δυνάμεθα νὰ καταρτίζωμεν Κυβερνήσεις, τῆς «Ἐθνικῆς Ἀσυναρτησίας(!)», τὴν μίαν φοράν, τῆς ἐπιβαλλομένης προχείρου Συμμαχίας τὴν ἄλλην, μὲ Πρωθυπουργὸν ἄλλοτε μὲν ἑτοιμοθάνατον, ἄλλοτε δὲ ἕνα μὴ βουλευτήν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐξοικονομήσωμεν τὴν περίστασιν καὶ νὰ ἐκδοθοῦν καὶ 300 νομοσχέδια εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε, νὰ τὰ ἐπικυρώσωμεν δὲ αὐτὰ συλλήβδην καὶ ἀθρόως καὶ νὰ ἀπέλθωμεν εἰς τὰς οἰκίας μας;! Κύριοι βουλευταί, πικραίνομαι, διότι δὲν εἶναι ἐδῶ ὅλοι. Ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι εἴμεθα ἐδῶ πρέπει νὰ ἀγωνισθῶμεν ὑπὲρ τῆς Πατρίδος μας. Θὰ ἀγωνισθῶμεν ὑπὲρ τῆς Πατρίδος μας, θ’ ἀγωνισθῶμεν ὑπὲρ τῆς νομιμότητος, ὑπὲρ τῆς ἐντροπῆς, διότι ἐντροπὴ εἶναι μία Βουλὴ τοῦ 1949, μία Ἑλληνικὴ Βουλή, μία Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, μία Βουλή, ἡ ὁποία ἀντιμετωπίζει ἕνα κίνδυνον τῆς Πατρίδος, ὡς τὸν ἀντιμετωπίζει διὰ τοῦ ἡρωϊκοῦ μας Στρατοῦ, νὰ ἔρχεται ἐδῶ καὶ νὰ λέγῃ: «ψηφίζω συλλήβδην 300 νόμους χωρὶς νὰ τοὺς ἔχω ἀναγνώσει!» Δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ Κράτος, μὲ ἐλπίδας μέλλοντος, ὅταν κατὰ τοιοῦτον τρόπον δὲν ἐντρέπονται οἱ ἀντιπρόσωποί του. Κύριοι, δέχομαι ὅτι ἐνίοτε σᾶς κουράζω, ἀλλὰ διατὶ νὰ μὴ δεχθῆτε καὶ ὑμεῖς, ὅτι κἄτι συμβαίνει διὰ νὰ ἔρχεται εἷς πάσχων—διότι κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας ἡ ὑγεία μου δὲν ἔχει καλῶς—διατὶ καὶ σεῖς δὲν σκέπτεσθε, πῶς συμβαίνει ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς τῶν 76 ἐτῶν, χωρὶς νὰ ἔχῃ καλὰ εἰς τὴν ὑγείαν του, νὰ ἔρχεται ἐδῶ καὶ νὰ ἀγωνίζεται καὶ νὰ παλαίῃ, ἐν ὀνόματι τοῦ νόμου, ἐν ὀνόματι τῆς λογικῆς, ἐν ὀνόματι τῆς ἐντροπῆς, ἐν ὀνόματι τῆς Πατρίδος; Διότι κύριοι, ἐλέχθη προηγουμένως, ὅτι ἔχομεν νὰ ἐπιτελέσωμεν καὶ μερικὰ παγκοσμίου σημασίας καθήκοντα. Τοιοῦτο καθῆκον εἶναι, νὰ καταψηφίσωμεν αὐτὸ τὸ ψήφισμα, διὰ νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Ἀνθρωπότητα, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχει «μοναρχοφασισμός», ὡς λέγουν οἱ προδόται καὶ ὡς ὑπαγορεύουν εἰς τοὺς προδότας οἱ ἐχθροί μας ἀπὸ Βορρᾶ, οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦν τὸν παγκόσμιον Χριστιανικὸν Κόσμον καὶ Πολιτισμόν. Εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπάρχει μία Βουλή, ἡ ὁποία ἀνυψοῦται μέχρι τῆς Θεότητος, διὰ νὰ σώσῃ τὸ καύχημα τῆς ἀνθρωπίνης ἱστορίας, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται Ἑλλάς. (Χειροκροτήματα).
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γ. Χρυσοστόμου ἔχει τὸν λόγον.
§93Γ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ. Ἐλέχθη, κύριοι βουλευταί, πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τὸν διακεκριμένον συνάδελφον, τὸν ἄρτι τοῦ βήματος κατελθόντα, ὅτι τὰ ὑπὸ κρίσιν νομοθετήματα, δὲν ἀποτελοῦν προϊόντα ἀνάγκης. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπερθεματίσουν εἰς τὴν ἄποψιν ταύτην, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι λέγουν τοῦτο, ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὀλιγώτερον τούτων μετέχουν εἰς τὴν εὐθύνην. Εἶναι γνωστόν, ὅτι εἰς τὰ 288 αὐτὰ νομοθετήματα ἐλάχιστον εἶναι τὸ μέρος τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν φέρει, ἐὰν φέρῃ, τὸ Κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, καὶ τὰ πλεῖστα τούτων ἐξεδόθησαν ὑπὸ σχήματα διαφόρων Κυβερνήσεων, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν μετεῖχε τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Ἐν τούτοις ὅμως ὁ μετέχων σήμερον εἰς τὴν Κυβέρνησιν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐκπροσωπῶν ἐπαξίως τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἀνέλαβεν, ὡς «Ἄτλας», νὰ στηρίξῃ τὰ νομοθετήματα ταῦτα καὶ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Βουλήν, ὡσεὶ ἐγκολπούμενος, ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην τῆς κυρώσεώς των. Δὲν πρόκειται περὶ ἁπλῆς κοινοβουλευτικῆς πράξεως ἢ πολιτικῆς τοιαύτης. Πρόκειται περὶ μιᾶς ἐκδηλώσεως τοῦ ἐπικρατοῦντος σήμερον ἐθνικοῦ πνεύματος, τοῦ πνεύματος ἐκείνου, διὰ τοῦ ὁποίου σύμπας ὁ λαός, διὰ τῶν στελεχῶν καὶ τῶν ἡγετῶν του, ἀντιμετωπίζει τὸν μεγαλύτερον τῆς Ἑλλάδος κίνδυνον. Κύριοι, πρὸ ὀλίγων μόλις ἡμερῶν ἦλθον ἀπὸ τὴν ὕπαιθρον τῆς Θράκης. Κατόπιν τριετοῦς σχεδὸν διακοπῆς μοῦ ἐδόθη εὐκαιρία νὰ ἔλθω εἰς ἐπαφὴν μὲ τὰ ἀκρότατα ἀκόμη χωρία τῆς Θράκης καὶ τοῦ Νομοῦ μου καὶ νὰ ἐπικοινωνήσω μετὰ τοῦ λαοῦ. Τὶ συνέβη, ἆραγε, κατὰ τὴν περίοδον ταύτην, τὴν χρονικήν; Συνέβη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπήνεγκεν ἡ ὁλόσωμος καὶ ὁλόψυχος ἑνότης τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ· συνέβη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησε τὰς ἐποποιΐας τὰς ἐθνικάς· συνέβη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπανέφερεν εἰς τὴν ὕπαιθρον, διὰ τῶν ἡρωϊκῶν πράξεων τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν ἐνόπλων δυνάμεων καὶ τῆς ἀντιστάσεως τοῦ λαοῦ, τὸ συναίσθημα τοὐτέστι τῆς ἀσφαλείας, τὸ συναίσθημα τῆς χαρᾶς καὶ τῆς εὐτυχίας, μὲ τὸ ὁποῖον βαδίζει σήμερον ὁ Λαός. Καὶ δι’ αὐτό, σήμερον ἡμεῖς, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Λαοῦ, ἔχομεν ὅλην τὴν εὐκαιρίαν καὶ ὅλην τὴν ψυχικὴν ἠρεμίαν νὰ συζητῶμεν, νὰ σχολιάζωμεν, νὰ κατακρίνωμεν τὰ 288 νομοθετήματα, ἡ δημιουργία τῶν ὁποίων ἀνάγεται εἰς χρόνον πολὺ παλαιότερον τοῦ σημερινοῦ κυβερνητικοῦ σχήματος. Καὶ διερωτῶμαι—καὶ ἐρωτῶ καὶ τὴν Βουλὴν Πῶς δὲν ἐξηγέρθημεν τὸ 1946, πῶς δὲν ἐξηγέρθημεν τὸ 1947, πῶς δὲν ἐξηγέρθημεν τὸ 1948, πάντες, ὅσοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατακρίνουσι τὰ νομοθετήματα ταῦτα;
§94Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγώ, ἐξηγέρθην.
§95Γ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ. Καὶ διατί—ἀπαντῶ εἰς τὴν ἐξέγερσίν σας—διατὶ ἐδώσατε ὅλοι εἰς τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις ψῆφον ἐμπιστοσύνης καὶ δὲν διεμαρτυρήθητε διότι αἱ Κυβερνήσεις αὐταί, εἰς τὰς ὁποίας δὲν μετεῖχε τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, δὲν ἔφεραν τὰ νομοθετήματα ταῦτα, τὰ πλεῖστα τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος, εἰς κύρωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Ἀπαντῶ ἐγὼ διὰ λογαριασμόν των: Διότι τότε, κύριοι, —καὶ δι’ αὐτὸ μετέφερον εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ψυχολογίαν τοῦ λαοῦ τῆς ὑπαίθρου—διότι τότε δὲν ὑπῆρχε εἰς τὸ Κοινοβούλιον ἡ ψυχολογία διὰ τοιαύτας μικροπραγμοσύνας καὶ περιστασιολογίας. Ὑπῆρχε τότε, κύριοι, μία καὶ μόνον ἀνάγκη, ἡ ἀνάγκη τῆς σωτηρίας τῆς Πατρίδος, ἡ ἀνάγκη τῆς ἀντιμετωπίσεως τοῦ μεγαλυτέρου κινδύνου, τὸν ὁποῖον ἀναγράφει ἡ Ἑλληνικὴ ἱστορία, κινδύνου τῆς κατασυντριβῆς καὶ ἐξουθενώσεως τοῦ Ἔθνους ἡμῶν. Ὑπῆρχεν ἡ ἀνάγκη τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ζωῆς τοῦ λαοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐμάχετο, νῆστις καὶ ρακένδυτος, ἐπὶ τῶν ἐπάλξεων τοῦ Ἔθνους, διὰ νὰ σώσῃ τὴν Πατρίδα του. Ἰδοὺ διατὶ δὲν ἐξηγέρθη οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν τότε μολονότι τὴν εὐθύνην δὲν τὴν ἔφερεν, οὔτε τὴν φέρει ὁ ἀναλαβὼν σήμερον νὰ εἰσαγάγῃ τὸ ψήφισμα καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν κύρωσιν αὐτοῦ ὑπὸ τῆς Βουλῆς πρὸς συνταγματικὴν τακτοποίησιν τῶν νόμων τούτων χάριν τῆς εὐρύθμου λειτουργίας τοῦ Πολιτεύματός μας, τὴν εὐθύνην, ἐὰν πρέπει νὰ ἀναζητηθῇ τοιαύτη, τὴν φέρουν ἄλλοι. Ἀλλὰ εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ὁποῖον εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπαινέσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου— καὶ ὁμολογῶ εἰλικρινῶς, ὅτι τὸν αὐτὸν ἔπαινον θὰ τῷ ἀπηύθυνον καὶ ἂν εὑρισκόμην εἰς ἀντιθέτους παρατάξεις—ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, λέγω, ἀπηχεῖ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐν τῷ συνόλῳ της τὴν ἐθνικὴν ἐκείνην ἑνότητα, τὴν ἐθνικὴν ἐκείνην ἑνιαίαν, ἀρραγῆ καὶ ἄκαμπτον γραμμήν, τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ πολιτικοῦ του κόσμου, ἡ πρὸ τοῦ κινδύνου δημιουργηθεῖσα καὶ ἡ σώσασα τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ἔρχεται σήμερον, ὁ φέρων τὴν ὀλιγωτέραν εὐθύνην διὰ νὰ σᾶς εἴπῃ: Κύριοι, ἐψηφίσαμεν 285 νόμους ἤ, μᾶλλον, τοὺς ἐψηφίσατε πολλοὶ ἐξ ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι σήμερον τοὺς κατακρίνετε. Οἱ νόμοι αὐτοὶ ὑπῆρξαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διώκησαν τὴν Ἑλλάδα. Οἱ νόμοι αὐτοὶ ἐν τῷ συνόλῳ των, μολονότι χωλοὶ καὶ παρουσιάζοντες ἐν πολλοῖς αἰχμὰς ἀδικίας καὶ φατριασμοῦ, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰς ὅλους τοὺς τομεῖς ἀνέπτυξαν τὴν πατριωτικὴν ζωτικότητα καὶ δι’ ὧν ἐσώθη ἡ Πατρίς μας. Τοὺς νόμους αὐτοὺς τοὺς φέρω σήμερον, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τοὺς θέτω ὑπὸ τὴν κρίσιν σας διὰ νὰ τοὺς κυρώσετε, χωρὶς βεβαίως νὰ διατηρήσωμεν καὶ τὰς ἔν τισι τούτων ὑπαρχούσας αἰχμάς, τὰς ὁποίας διὰ τροπολογιῶν, ἃς καταθέτω, ζητῶ νὰ ἐλέγξητε καὶ νὰ διορθώσητε. Ἰδού, λοιπόν, τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον, ἤγαγε τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὸ νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα τοῦτο. Καὶ θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀπευθύνω παράπονον ἤ, μᾶλλον, νὰ κάμω μίαν φιλικὴν παρατήρησιν, διότι ὁ κύριος Ὑπουργὸς στενοχωρεῖται τόσον πολὺ διὰ τὰς τυχὸν ἀντιρρήσεις τῶν ἐχόντων τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι οὐδαμῶς εἶναι δυνατὸν—διότι θὰ ἦτο παράλογον—νὰ ἐστρέφοντο ἐναντίον του.
§96ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἐστρέφοντο ἐναντίον του, ἀλλ’ ἐναντίον ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως.
§97Γ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ. Τὰ Πρακτικὰ τῆς Βουλῆς ὑπάρχουν καὶ εἶναι γνωστόν, ὅτι πολλοὶ ἤλεγξαν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διότι ἔφερε τὸ ψήφισμα τῆς ἐπικυρώσεως τῶν νόμων αὐτῶν.
§98Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ὁμόθυμος εἶναι ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔπραξε τὸ καθῆκον του. Ὑπῆρξαν ἀληθῶς ἀνάπηρά τινα καὶ εἶναι ἀνάπηρα πράγματι νομοθετήματά τινα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ κυρώσωμεν. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν ἕνα συλογικὸν σῶμα, ὀλιγομελές, ὅπως εἶναι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, εἰς μίαν βραχεῖαν συζήτησιν νὰ ψηφίσῃ ἄρτια νομοθετήματα, ὅπως ψηφίζῃ ταῦτα τὸ Κοινοβούλιον. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι αἱ ἀνάγκαι τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν πολλαπλῶν προβλημάτων τῆς ὑγιεινῆς, τῶν συμμοριοπλήκτων, τοῦ στρατιωτικοῦ ἰδίως ζητήματος, τῆς ἀνασυγκροτήσεως καὶ τόσαι ἄλλαι ἀνάγκαι ἐπέβαλον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ψήφισιν τῶν Ἀναγκαστικῶν αὐτῶν Νόμων καὶ μάλιστα εἰς ἐποχάς, καθ’ ἃς ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ἐδίδομεν μακρὰς νομοθετικὰς ἐξουσιοδοτήσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐνεφανίσθη καὶ ἐδημιούργησεν τὸ ὅλον ζήτημα καὶ τὸ μετέβαλεν εἰς τρόπον τινὰ ἀκανθῶδες μία ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἡ ἀπόφασις αὐτὴ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἡ 1041)49 εἶναι καθ’ ὅλα ἐπαινετή, ἀλλ’ ἐκεῖ ὅπου τινὲς ἐξ ὑμῶν παρερμηνεύουν, εἶναι τοῦτο ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη ἔπραξε, ὅ,τι ἔπρεπε ἀπὸ πολλοῦ νὰ εἶχε πράξει. Δηλαδὴ τὸ νὰ θεωρήσῃ κυρωτέα τὰ νομοθετήματα ταῦτα καὶ τρόπον τινὰ νὰ ὑποκινήσῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ὁλοκλήρωσιν τοῦ καθήκοντός της συνταγματικῶς. Δὲν εἶναι τὸ πνεῦμα καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἡ ἀκύρωσις τῶν νομοθετημάτων, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀποφάσεώς του μᾶς θυμίζει κατὰ τρόπον ἔντονον ὅτι ὀφείλομεν νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν κύρωσιν τούτων πρὸς συνταγματικὴν των τακτοποίησιν ἵνα μὴ διαλυομένης τυχὸν τῆς ὑπευθύνου ταύτης Βουλῆς ἔλθῃ μία ἄλλη καὶ τὰ ἀνατρέψῃ καὶ δημιουργήσῃ κοινωνικὸν καὶ διοικητικὸν σάλον ἄνευ προηγουμένου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ τύπος νὰ καταπνίξῃ τὴν οὐσίαν, διότι ἡ οὐσία εἶναι οὐσία τριῶν ὁλοκλήρων ἐτῶν, εἶναι οὐσία ἐφαρμογῆς τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησαν δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις, εἶναι οὐσία, ἡ ὁποία ἐδημιούργησε καταστάσεις καὶ ἐναντίον τῶν δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεων, ἐναντίον τῶν καταστάσεων τούτων δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ταχθῶμεν, διότι τότε δὲν πράττομεν ἄλλο τι, παρὰ νὰ ἀνατρέπωμεν ἐκ βάθρων τὴν τριετῆ ταύτην δημιουργηθεῖσαν κατάστασιν, ἡ ὁποία περιβάλλεται διὰ τοῦ πνεύματος ἐκείνου τοῦ πατριωτικοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχει ἐξαρθῆ ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος. Χρειάζεται λοιπὸν ἐπικύρωσις, ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει ἀσυζητητὶ τοιαύτην. Δι’ ὅ, κύριοι, καὶ συνυπέγραψα μετ’ ἄλλων συναδέλφων τροπολογίαν. Εἶναι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπογράφουν ὁ κύριος Κανελλόπουλος, ὁ κύριος Μαῦρος, ὁ κύριος Παπαρρηγόπουλος κλπ.
§99ΣΤ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει υἱοθετήσει τὴν ἄλλην τροπολογίαν, νομίζω τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§100Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Εἶναι ἕνα ἐνδιάμεσον στάδιον.
§101ΣΤ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ὑπερέβημεν τὸ στάδιον αὐτό.
§102Γ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ. Δέκα τέσσαρες, ἐν συνόλῳ τροπολογίαι, ἔχουν ὑποβληθῆ. Εἰς τὰς χεῖρας μου περιῆλθον μόνον ἑπτά.
§103ΣΤ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι συζητῶμεν ἐπὶ τῆς τελευταίας, τὴν ὁποίαν ὑπέγραψεν ὁ κύριος Μελᾶς, ὁ κύριος Κανελλόπουλος καὶ ὁ κύριος Παπαρρηγόπουλος.
§104Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Εἶναι σχέδιον ψηφίσματος, δὲν εἶναι τροπολογία.
§105Γ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ. Ἐπ’ αὐτοῦ συζητῶ, ἔχω δὲ ὑπ’ ὄψιν μου καὶ τὴν συζητουμένην τροπολογίαν, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἡ μία ἀπὸ τὴν ἄλλην δὲν παραλλάσσουν εἰς κύρια σημεῖα, δι’ αὐτὸ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου. Ἐπιμένω ἐπὶ τῆς τροπολογίας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀρχικῶς ὑπεγράψαμεν, διότι ὑπάρχει μία τροπολογία, ἡ ὁποία συνιστᾷ 30μελῆ Ἐπιτροπὴν μὲ 20 ἀναπληρωματικὰ μέλη, τῆς ὁποίας ἔργον κύριον θὰ εἶναι ἡ μελέτη τῶν νομοθετημάτων τούτων κατὰ μίαν διαδικασίαν γνωστὴν διὰ τῆς προτάσεως βουλευτῶν, ἢ καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἀκόμη. Κατόπιν ἐκδίδονται νομοθετικὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα θεωροῦν τὴν τροπολογίαν ταύτην ὡς παράρτημα τοῦ κυρίου νόμου καὶ συνεπῶς συγκροτεῖται ὁ νόμος εἰς ἑνιαῖον σῶμα. Ἡ τροπολογία αὐτὴ ἔχει τακτὴν προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὀφείλει ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ μελετήσῃ τὸ ἔργον της. Ὑπάρχει ἄλλη τροπολογία ἡ ὁποία ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τὸν κύριον Κανελλόπουλον, ὅτι δὲν χρειάζεται προθεσμία. Ἐκεῖ, ὅπου πάντως συναντῶνται, εἶναι ἡ ἀνάγκη τοῦ ἐλέγχου τῶν νομοθετικῶν διαταγμάτων καὶ τῶν Ἀναγκαστικῶν Νόμων ἀπὸ μίαν Ἐπιτροπήν. Κατ’ ἄλλους ὑπεστηρίχθη ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ πρέπει νὰ εἶναι ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως, κατ’ ἄλλους πρέπει νὰ εἶναι Εἰδικὴ Ἐπιτροπή. Τασσόμεθα μὲ τὴν δευτέραν ἄποψιν ὅτι πρέπει νὰ εἶναι Εἰδικὴ Ἐπιτροπή, διότι δὲν νομίζω ὅτι μέσα εἰς τὸν κυκεῶνα τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους θὰ εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Ἐξουσιοδοτικὴ Ἐπιτροπὴ νὰ συζητήσῃ καὶ νὰ ψηφίσῃ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφοσιωθῇ εἰς ἕνα τεράστιον ἔργον, εἰς τὸ ἔργον τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς τροποποιήσεως ἢ ἀκυρώσεως τῶν νομοθετημάτων τούτων, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἱστορίαν τριῶν ὁλοκλήρων ἐτῶν. Νομίζω ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη πρέπει νὰ εἶναι Εἰδικὴ Ἐπιτροπὴ μελέτης καὶ ἐπεξεργασίας τῶν νόμων αὐτῶν καὶ νὰ μὴ ἀσχοληθῇ μὲ κανένα ἄλλο ἔργον. Δύναται δημοσίᾳ νὰ συνεδριάζῃ ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Προέδρου, ἀλλὰ νὰ μὴ μετέχουν τὰ μέλη της, εἰ δυνατόν, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως. Πάντως ἔργον ἀποκλειστικὸν πρέπει νὰ εἶναι ἡ μελέτη τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν καὶ ἐπακόλουθον φυσικὸν ἡ θέσπισις τακτῆς προθεσμίας. Δὲν πρέπει κατὰ τὴν ἡμετέραν ἀντίληψιν νὰ ἀφήσωμεν ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τοῦτο. Πρῶτον μὲν διότι, ἐὰν τὸ ἀφήσωμεν ἐκκρεμὲς μέχρι τὸ τέλος τῆς βουλευτικῆς περιόδου, ποῖος μᾶς λέγει ὅτι ἡ βουλευτικὴ περίοδος δὲν δύναται νὰ διακοπῇ αἰφνιδίως καὶ συνεπῶς μετὰ δίμηνον, ἢ τρίμηνον, ἢ δὲν ξεύρω μετὰ πόσον χρόνον, νὰ ἐπέλθῃ βιαία διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου διὰ διαλύσεως τῆς Βουλῆς καὶ νὰ σταματήσῃ τὸ ἔργον αὐτὸ καὶ νὰ μείνῃ ἡμιτελές. Ποῖος μοῦ λέγει, ἐπίσης, ὅτι, ἐὰν ἀφήσωμεν μέχρι τέλους τῆς βουλευτικῆς περιόδου τὴν ἐργασίαν αὐτὴν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὅτι δὲν θὰ μεσολαβήσουν γεγονότα, τὰ ὁποῖα θὰ σταματήσουν τὸ ἔργον αὐτὸ τὸ σπουδαῖον; Φρονῶ ὅτι πρέπει ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ εἶναι Εἰδική, ὅπως ἡ πρώτη τροπολογία λέγει, νὰ εἶναι πολυμελής, νὰ ἐργασθῇ εἰδικῶς εἰς τὸ ἔργον τοῦτο καὶ εἰς τακτὴν προθεσμίαν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δεχόμεθα ἡμεῖς ὡς ὀρθόν, εἶναι νὰ μεταφέρωμεν τὴν προθεσμίαν, ἡ ὁποία προβλέπεται ἀπὸ τὴν πρώτην τροπολογίαν, νὰ τὴν μεταφέρωμεν χρονικῶς μετὰ δύο μῆνας ἢ μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1949. Νὰ δώσωμεν δηλαδὴ μίαν προθεσμίαν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ ἐπεξεργασθῇ ἀρτιώτερον τὰ νομοσχέδια αὐτά. Ταῦτα, κύριοι, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐν κατακλεῖδι λέγω, ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ κυρώσωμεν τὰ νομοθετήματα ταῦτα, διότι ὅλοι μας ἔχομεν εὐθύνας εἰς αὐτά, ἐφ’ ὅσον ἀλλεπαλλήλως ἐδώσαμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ δὲν ὑπάρχει τις ὁ ἀναμάρτητος, ὁ ὁποῖος εἶναι δυνατὸν νὰ βάλῃ λίθον ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κ. Καλκάνης ἔχει τὸν λόγον.
§107Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Νομίζετε ὅτι ἠμπορεῖ νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις μὲ 25 βουλευτάς; Θὰ σᾶς παρεκάλουν νὰ δηλώσητε σεῖς τῇ εὐσυνειδησίᾳ σας, ἂν ὑπάρχῃ τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἀπαρτία, ἂν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ ψηφισθῇ οἱονδήποτε νομοσχέδιον νομίζω ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ συστήσῃ εἰς τοὺς φίλους τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὰ συνεργαζόμενα Κόμματα νὰ προσέρχωνται εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ συζητῶνται τέτοιου εἴδους νομοθετήματα. Θὰ σᾶς παρεκάλουν λοιπὸν νὰ προβῆτε εἰς τὴν δήλωσιν ὅτι ὑπάρχει ἀπαρτία.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὑρίσκω ὅτι ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ὑπάρχει ἀπαρτία.
§109Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν ὅτι ὑπάρχει ἀπαρτία θὰ προσχωρήσω. Κύριοι βουλευταί, καὶ ὅταν εἰσηγούμην ὡς εἰσηγητὴς τῆς συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς τὸ προηγούμενον ψήφισμα τοῦ αὐτοῦ περίπου περιεχομένου, εἶχα τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ τὴν ἀπόρριψίν του, τοὺς λόγους οἵτινες ἐπέβαλον τὴν ἀπόρριψίν του τοὺς ἐξέθεσα διὰ μακρῶν καὶ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι πρέπον νὰ ἐπαναλάβω τούτους καὶ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, εἶναι ὅτι ἡ ἀντίρρησις τὴν ὁποίαν ἔχω μετὰ πολλῶν ἄλλων συναδέλφων ἐναντίον τῆς ψηφίσεως τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος συνίσταται κυρίως ἢ μᾶλλον ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν συναίσθησιν τὴν ὁποίαν ἔχω ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου, παραβιάζεται τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα καὶ ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν διαπνέονται ὑπὸ τῶν ἀντιλήψεων αὐτῶν, νὰ προβαίνωσι εἰς τὸν ἐνδεικνυόμενον ἀγῶνα πρὸς προστασίαν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Ἐμφορούμενος λοιπόν, ἀπὸ τὴν ἀντίληψιν ταύτην, θεωρῶ καθῆκον καὶ ὑπερτάτην ὑποχρέωσίν μου νὰ ἀντιταχθῶ μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς κατὰ τοῦ κινδύνου τούτου, διότι φρονῶ ὅτι ἐν τούτῳ ἐργάζομαι ὑπὲρ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος αἰρόμενος εἰς τὸ ὕψος ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον πάντες ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ἱστάμεθα. Ἀλλὰ πρὶν ἢ προχωρήσω περαιτέρω ἤθελον νὰ... (δὲν ἠκούσθη).
§110Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κύριε συνάδελφε, δὲν ὑπήρξατε καὶ σεῖς μέλος τῶν Κυβερνήσεων ἐκείνων;
§111Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Σᾶς παρέχω τὴν ἀναμφισβήτητον καὶ κατηγορηματικὴν διαβεβαίωσιν ὅτι καὶ ὅταν διετέλεσα Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὅταν διετέλεσα Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως, οὐδὲ ἕνα ἐπαναλαμβάνω Ἀναγκαστικὸν Νόμον εἰσηγήθην (χειροκροτήματα), διότι ἔτρεφον πάντοτε σεβασμὸν ἀπόλυτον πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν.
§112Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὑπογράψατε ἄλλους;
§113Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Σᾶς προσθέτω περαιτέρω καὶ τοῦτο, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον διετέλεσα Ὑπουργὸς ὑπῆρχε Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως, ὥστε καὶ ἂν ὑπέγραψα, ὑπέγραψα κατόπιν ψηφίσεως παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Ὀφείλατε λοιπόν, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, παρ’ ὅλον τὸν σεβασμὸν τὸν ὁποῖον πράγματι τρέφω πρὸς ὑμᾶς, πρὶν ἐξετάσητε τοῦτο νὰ μὴ μοῦ κάνετε τὴν διακοπὴν ποὺ μοῦ ἐκάματε. Ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνῷ ὑπεβλήθη ἀρχικῶς ἕνα ψήφισμα μὲ χρονολογίαν 3 Ἰουνίου καὶ μὲ ὑπογραφὴν τοῦ ἀειμνήστου μακαρίτου Προέδρου Θεμιστ. Σοφούλη καὶ τὸ ὁποῖον ψήφισμα εἰσήχθη εἰς τὴν συνταγματικὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἀπεφάνθη ἡ συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπ’ αὐτοῦ, ὅλως μεθυστέρως ἀφοῦ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ψηφίσματος ὑπεβλήθησαν 14–17 τροπολογίαι καὶ κατὰ μίαν χαρακτηριστικὴν φράσιν ἀγαπητοῦ συναδέλφου ὑπὸ τύπον μεταμορφώσεων Ὀβιδίου, ὑπέγραψαν οἱ διάφοροι Ὑπουργοὶ καὶ οἱ διάφοροι βουλευταί, διότι ὅτε μὲν ἐμφανίζονται δεχόμενοι τοῦτο, ὅτε δὲ ἐμφανίζονται δεχόμενοι ἄλλο.
§114Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Σαφεστάτη ἀπόδειξις τῆς θελήσεως τῆς Κυβερνήσεως νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς.
§115Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Λέγω ὅτι τὴν μίαν ἡμέραν ἐμφανίζεται ὁ Ὑπουργὸς φέρων τὴν Αʹ τροπολογίαν, τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐμφανίζεται ὁ Ὑπουργὸς ὑπογράφων τὴν Βʹ τροπολογίαν, τὴν ἄλλην τρίτην, τετάρτην, πέμπτην, ἑβδόμην, διότι ὅλαι εἶναι 17 αἱ τροπολογίαι.
§116Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ καταισχύνην.
§117Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὡμίλησε κανεὶς περὶ καταισχύνης; Δὲν ὡμίλησα ἐγὼ παντάπασι περὶ καταισχύνης. Ὡμίλησα περὶ διαφόρων ἑκάστοτε ἀντιλήψεων. Ἐνῷ λοιπὸν τὸ ψήφισμα τῆς 3.6.49 κατὰ τὴν συνταγματικὴν διαδικασίαν εἰσήχθη εἰς τὴν συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἡ συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἐνέκρινε τὴν ἀπόρριψίν του, ὅμως ἐκ τῶν ὑστέρων ἔρχεται τὸ ψήφισμα τὸ ὑπὸ κρίσιν τῆς 9.6.1949, τὸ ὁποῖον εἶναι νέον ψήφισμα, διότι λέγει: «σχέδιον ψηφίσματος περὶ ἐπικυρώσεως νομοθετικῶν Διαταγμάτων καὶ Ἀναγκαστικῶν Νόμων». Αὐτὸ τὸ ψήφισμα δὲν ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ καὶ αὐτὸ εἰς τὴν συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν;
§118Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὄχι, κύριε συνάδελφε, εἶναι συναρμολόγησις τῶν ἄρθρων τοῦ πρώτου ψηφίσματος, καὶ εἶναι ἕωλον νὰ ὁμιλοῦμεν περὶ τοιούτων πραγμάτων. Σᾶς ἀπήντησα ὅτι τὸ ψήφισμα εἶναι πάντοτε τὸ βασικὸν μέρος τοῦ πρώτου ἄρθρου τὰ δὲ μετέπειτα ἀποτελοῦν τὴν προσπάθειαν τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὸ αἴσθημα τὸ ἐκδηλωθὲν πρὸς τὴν Βουλήν. Σεβασμὸν ἑπομένως πρὸς τὴν κυριαρχίαν τοῦ Σώματος ἀποτελεῖ αὐτὸ καὶ τίποτε ἄλλο. Οὐδὲ πρόκειται περὶ νέου ψηφίσματος.
§119Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τὰ ψηφίσματα διακρίνονται, κύριε Ὑπουργέ, ἀπὸ τὸ περιεχόμενον, ἀπὸ τοὺς τίτλους καὶ ἀπὸ τὰς ἐπικεφαλίδας. Δὲν ὁμιλεῖτε εἰς τὸ δεύτερον ψήφισμα περὶ τροποποιήσεως τοῦ πρώτου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει αὐτὸ ἂς τὸ ἐκτιμήσῃ ἡ Βουλή. Ἐκεῖνο, κύριοι, τὸ ὁποῖον μὲ ἠνάγκασε νὰ λάβω τὸν λόγον εἶναι ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος κατ’ ἐμὴν γνώμην προσπαθεῖ νὰ εἰσαγάγῃ καινὰ δαιμόνια, προσπαθεῖ νὰ εἰσαγάγῃ ἀντιλήψεις μακρὰν τοῦ Συμβουλευτικοῦ καὶ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν ὁποῖον, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι σέβομαι ἐξ ὁλοκλήρου καὶ ἐκτιμῶ ἰδιαιτέρως, ὡμίλησε οὐχὶ DE LEGE RATA ἀλλὰ DE LEGE FERENDA, ὡς νὰ εἶχον λάβει χώραν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπιθυμεῖ καὶ κατέληξε εἰς ἐσφαλμένο συμπέρασμα ἐφ’ ὅσον ἐσφαλμέναι ἦσαν καὶ αἱ προϋποθέσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριξε τὰ συμπεράσματά του αὐτά. Κύριοι βουλευταί, δὲν κομίζω γλαῦκα εἰς Ἀθήνας ὅταν τονίζω ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κειμένου Συντάγματος καὶ τῶν κειμένων νόμων θὰ ἴδω τὸ ἔγκυρον ἢ τὸ ἄκυρον τοῦ νόμου. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει διάκρισις ἐξουσιῶν, βάσει τῶν κειμένων διατάξεων δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ ἀποδεχθῶμεν καὶ νὰ ἐφαρμόσωμεν ἑτέρας θεωρίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλοῦμεν περὶ ἐκείνου τὸ ὁποῖον θὰ γίνῃ εἰς τὸ μέλλον. Ὀφείλομεν σεβασμὸν εἰς τοὺς νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα τὸ ὁποῖον καθορίζει κατηγορηματικῶς καὶ εἶναι ἀνεπίδεκτον οἱασδήποτε ἀντιρρήσεως διότι ὁ ἁπλὸς πολίτης ὁ γνωρίζων ἀνάγνωσιν καὶ γραφὴν γνωρίζει ὅτι διὰ νὰ γίνῃ ἕνας νόμος τοῦ Κράτους ὀφείλει νὰ τὸν ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ τὸν ἐκδώσῃ ὁ Βασιλεύς. Αὐτὸ καθορίζει τὸ Σύνταγμα καὶ ἡ ἐπιστήμη λέγει ὅτι μόνον ἐν περιπτώσει ὑπερτάτης ἀνάγκης ἰσχύει τὸ SALUS PO-PULI SUPREMA LEX EST. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται ὑπῆρξε τοιαύτη περίπτωσις ἐν προκειμένῳ ἐφαρμογῆς τοῦ δόγματος αὐτοῦ; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι βουλευταί, ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου καὶ τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τοῦ ἀειμνήστου Πρωθυπουργοῦ Σοφούλη ὁ ὁποῖος ἔλεγε: «Εἶναι αὐτονόητον..... (Ἀναγινώσκει)....». Ὥρισεν δηλαδὴ διὰ τῶν προγραμματικῶν της δηλώσεων ἡ Κυβέρνησις καὶ εἶπε ὅτι τότε καὶ μόνον τότε θὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ τοῦ νομοθετεῖν ἐὰν ὑπάρξῃ πρῶτον ἀναπότρεπτος ἀνάγκη καὶ δεύτερον ἐὰν ὑπάρχουν λόγοι οἰκονομικοὶ ἐπιβάλοντες τοῦτο. Καὶ ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος αἴρει τὸν Σταυρὸν τοῦ μαρτυρίου, ὁ ὁποῖος ἀνεβιβάσθη εἰς τὸν Γολγοθᾶν, χωρὶς νὰ εἶναι καὶ αὐτὸς ὑπεύθυνος. Ἠσθάνετο τὰς παραμονὰς τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, ὅταν ἐδημοσιεύετο ὁ νόμος διὰ τοῦ ὁποίου καθωρίζετο ὅτι καταργεῖται μία θέσις μαρμαρογλύπτου τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας, καὶ ἀντ’ αὐτῆς συνίστατο θέσις μαρμαροτεχνίτου, ἠσθάνετο ὅτι ἐκινδύνευε τὸ Κράτος ἐὰν δὲν ἐγένετο τοῦτο; ἢ ποία ἀναπότρεπτος ἀνάγκη ἐπέβαλλεν τὸν διορισμὸν μιᾶς ἀρχινοσοκόμου;
§120Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ ἐλέγξῃ τὰ ζητήματα καὶ ὅσα ἐκ τῶν νομοθετημάτων κρίνῃ ὅτι δὲν πρέπει νὰ κυρωθοῦν θὰ τ’ ἀπορρίψῃ.
§121Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἐκινδύνευεν ἡ οἰκονομικὴ ἀνόρθωσις τῆς Χώρας εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐγένετο νόμος διὰ τὸν μαρμαρογλύπτην;
§122Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ κρίνῃ τὰ ζητήματα καὶ ὅσα πρέπει νὰ περάσουν.....
§123Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἀλλά, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἔχετε τὴν ἀντίληψιν ὅτι....
§124Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Δὲν ψηφίζομεν τὴν οὐσίαν.
§125Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐν προκειμένῳ ἡ οὐσία εἶναι ἡ ἑξῆς: μᾶς καλεῖτε νὰ ψηφίσωμεν 286 Ἀναγκαστικοὺς Νόμους χωρὶς νὰ τοὺς διαβάσωμεν, χωρὶς νὰ ἴδωμεν τὰς ἐπικεφαλίδας καὶ χωρίς, ἐπαναλαμβάνω, οὐδὲ ἡ Κυβέρνησις ἡ εἰσηγουμένη τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν ὅλων νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ γνωρίζῃ. Καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μοῦ εἴπῃ τὶ λέει ὁ νόμος 217 περὶ τῶν ὑποψηφίων τῆς Φαρμακευτικῆς;
§126Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἀσφαλῶς ὁ καθεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ τοὺς νόμους τῆς ἁρμοδιότητός του.
§127Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ τοὺς γνωρίζετε ὅλους αὐτοὺς τοὺς νόμους, κύριε Ὑπουργέ, μετὰ τὰ Χριστούγεννα. Τότε θὰ τοὺς διαβάσω καὶ ἐγώ.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀφήσετε τὸν κύριον ἀγορητὴν νὰ συνεχίσῃ.
§129Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Εἶναι σωρεία, κύριε Ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Ἐὰν ποτὲ εὐκαιρίσητε θὰ ἴδητε......
§130Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Νὰ ὁρίσῃ ἡ Βουλὴ μία Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία θὰ τοὺς ἐλέγξῃ. Τὶ θέλετε νὰ γίνῃ; Ὅπως τὸ ἔχετε διατυπωμένον πᾶμε εἰς τὸ ἀχανές, εἰς τὸ διηνεκές. Δὲν θὰ τελειώσωμεν οὔτε τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1950.
§131Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰπῆτε μας τὶ προτείνετε νὰ γίνῃ; (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι).
§132Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Σᾶς τὸ εἶπον. Νὰ μὴ τεθῇ κἄν πρὸς συζήτησιν καὶ ψηφοφορίαν νὰ κρατήσωμεν μερικὰ ἀπ’ αὐτὰ τὰ διασκευάσματα τὰ ὁποῖα ἠμποροῦμεν νὰ τὰ συζητήσωμεν λεπτομερέστερον. Τὰ ἄλλα νὰ ἔλθουν ἐδῶ καὶ ν’ ἀκολουθήσουν τὴν δικονομίαν τὴν Κοινοβουλευτικήν. Εἶναι ζήτημα 3 ἕως 4 ἡμερῶν.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ τελειώσῃ ὁ ρήτωρ.
§134Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἐπίσης ἄλλος νόμος διὰ τοῦ ὁποίου ἐνῷ ἡ Βουλὴ εἶχε ψηφίσει διὰ τὰ δάνεια τὰ ὁποῖα δίδονται ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης λαμβάνουν τόκον 12%. Ἐπανῆλθον δι’ ἄλλου νόμου εἰς τὸ παρελθὸν καὶ φθάνουν κατ’ ἄλλους μὲν 42% κατ’ ἄλλους δὲ εἰς 52%.
§135Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Διὰ νὰ ἀπαλλαγοῦν κατηγορούμενοι καὶ καταδικασθέντες.
§136Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Βάσει προηγουμένου νόμου κατεδικάσθησαν ἀπὸ τὰ Δικαστήρια τῆς Κατερίνης, ἀπὸ τὰ Δικαστήρια τῆς Θεσσαλονίκης οἱ Διευθυνταὶ τῶν ἐκεῖ Ὑποκαταστημάτων τῶν Τραπεζῶν καὶ κατεδικάσθησαν εὐλόγως καὶ συννόμως ἐπὶ τοκογλυφίᾳ διότι ἐνῷ ἐκ τοῦ νόμου εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ λάβουν 12% τόκον ἀπεδείχθη ὅτι ἐλάμβανον τόκον 42% καὶ 52% διὰ τῶν μεθόδων τῆς κατὰ μῆνα προμηθείας καὶ δὲν ἠξεύρω τὶ ἄλλα κατασκευάσματα τῶν μεγαλοκαρχαριῶν τῶν Τραπεζῶν. Ὅταν ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις αὐτὴ ἐγένετο νόμος διὰ τοῦ ὁποίου νόμου ἠκυρώνοντο ἀναδρομικῶς αἱ καταδικαστικαὶ ἀποφάσεις καὶ ἐπανήρχετο πάλιν ἡ προηγουμένη τοκογλυφία ἡ ὁποία σπάζει εἰς βάρος τοῦ πτωχοῦ γεωργοῦ, τοῦ μικροεπαγγελματίου, εἰς βάρος τοῦ μικρεμπόρου ὁ ὁποῖος πληρώνει τόσα τεράστια ποσά. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιπέσῃ παρὰ ἐπ’ αὐτῶν ὁ τόκος αὐτός. Δὲν εἶναι, κύριοι, οὔτε ἕνας, οὔτε δύο, οὔτε τρεῖς οὔτε πέντε, οὔτε δέκα, ἀλλὰ εἶναι πολλοί, οἱ νόμοι αὐτοί. Μὲ ποίαν, λοιπόν, ἐθνικὴν συνείδησιν, μὲ ποῖον λοιπὸν σεβασμὸν πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦ βουλευτοῦ, μὲ ποῖον σεβασμὸν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κληθῶμεν νὰ τοὺς ψηφίσωμεν. Τινὲς τῶν ὁποίων—δὲν θέλει ἡ μεγάλη πλειονότης—τινὲς τῶν ὁποίων εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εἶναι καὶ σκανδαλώδεις, τινὲς τῶν ὁποίων δὲν ἔχουν κανὲν κατεπεῖγον. Καὶ εἶναι παρὰ τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις, βάσει τῶν ὁποίων ἐδόθη ἡ Ἐξουσιοδότησις, βάσει τῶν ὁποίων ἐδόθη ἡ ψῆφος ἐμπιστοσύνης. Κατὰ τίνα τρόπον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθω νὰ τοὺς ἐπικυρώσω EN BLOC χωρὶς νὰ ἔχω γνῶσιν; Πολὺ πρὶν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τὸ Ἀνώτατον δηλονότι Διοικητικὸν Δικαστήριον ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν του 10 ἡμέρας ἢ 13 πρὶν ἐκάλεσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἶπον ὅτι ὀφείλει τοὺς νόμους αὐτοὺς τοὺς ὁποίους πρὸ χρόνου ἐξέδωσε ὑπὸ τὸν τύπον νομοθετικῶν διαταγμάτων, ἢ ψηφισμάτων, ἢ Ἀναγκαστικῶν Νόμων, ὅτι εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ πρὸς κύρωσιν εἰς τὸ Σῶμα. Δὲν τοὺς ἐπανέφερε. Ἔκρουσα τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου 15 ἕως 20 ἡμέρας πρὶν κὰν γίνῃ ζήτημα εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας, πρὶν εἰσέλθῃ ἡ ὑπόθεσις ἡ σχετικὴ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ εἶπον ὅτι καθιστῶ προσεκτικὴν τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὑπεύθυνον καὶ ἀνεγράφη εἰς τὰ πρακτικά, καθιστῶ προσεκτικὴν καὶ ὑπεύθυνον τὴν Κυβέρνησιν διότι ἐπὶ τόσον χρόνον ἐνῷ ἐξεδίδοντο ὑπὸ τὸν τύπον Ἀναγκαστικοῦ Νόμου δὲν εἰσήχθησαν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ἣν εἶχεν ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν πρὸς τὸ Σῶμα πρὸς ψήφισιν. Καὶ εἶπον τότε ἐὰν ποτὲ οἱ νόμοι οὗτοι ἔλθουν εἴτε εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἴτε εἰς οἱοδήποτε ἄλλο τακτικὸν Δικαστήριον τῆς Πολιτικῆς δικαιοσύνης, οἱ νόμοι αὐτοὶ καθ’ ὃ ἀντισυνταγματικοὶ ἐκδοθέντες ἀπὸ ὄργανον τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἁρμόδιον πρὸς ἔκδοσιν νόμων καθ’ ὃ μὴ ἔχων οὐδεμίαν Εἰδικὴν Ἐξουσιοδότησιν πρὸς τοῦτο, αὐτοὶ λέγω οἱ νόμοι ἀσφαλῶς καὶ βεβαίως θ’ ἀκυρωθοῦν καὶ ποία θὰ εἶναι ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως; Ἐγενόμην μάντις κακῶν. Καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀνωτάτου Διοικητικοῦ Δικαστηρίου, ἡ ὁποία ἔγραφε ἐπὶ λέξει τὰ ὅσα ἐγὼ εἶπον. Διατὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ σπεύσῃ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας νὰ ἔλθῃ δεικνύουσα τὸν ἀπαιτούμενον σεβασμὸν πρὸς τὸ Σῶμα νὰ φέρῃ τοὺς νόμους αὐτοὺς ἔστω καὶ ἐκδοθέντας παρὰ τὸ κατεπεῖγον, ἔστω ἐκδοθέντας παρὰ τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις, ἔστω ἐκδοθέντας καὶ παρὰ τὴν Ἐξουσιοδότησιν. Ἕνεκα τίνος λόγου δὲν τοὺς ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Συνεπῶς δικαίωμά μου εἶναι νὰ ἐλέγχω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἶναι δικαίωμά μου ἀπόλυτον ν’ ἀρνοῦμαι νὰ μεταβληθῶ εἰς πρόβατον μιᾶς ἀγέλης τὸ ὁποῖον νὰ καλῆται νὰ ψηφίσῃ 286 νόμους τῶν ὁποίων δὲν γνωρίζει οὔτε τὴν ἐπικεφαλίδα, οὔτε τὸ περιεχόμενον.
§137Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς λέγητε ἀγέλην. Ν’ ἀνακαλέσῃ ὁ κύριος βουλευτής.
§138Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Λέγω ὅτι εἶναι δικαίωμα τοῦ βουλευτοῦ καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀσκεῖ ἐλέγχων τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἐρωτῶ τίνα ἔννοιαν, τίνα σκοπὸν θὰ ἐκπληρώσῃ αὐτὴ ἡ ψήφισις. Ὅταν εἶναι τοῖς πᾶσιν γνωστὸν ὅτι ψηφίζει νόμους τοὺς ὁποίους δὲν δύναται οὔτε αὐτός, οὔτε ἡ Κυβέρνησις οὔτε οἱοσδήποτε ἄλλος νὰ τοὺς ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του, οὔτε ἔχει τὸν χρόνον νὰ τοὺς ἐλέγξῃ τυπικῶς. Τίνα σκοπὸν ἔχει ἡ ψήφισις τῶν νόμων αὐτῶν.....
§139Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Σκοπὸν ἔχει νὰ διασφαλίσῃ τὰς ἐννόμους σχέσεις εἰς τὴν χώραν αὐτήν, ἡ ὁποία ὑποφέρει καὶ νὰ τὰς προασπίσῃ ἀπὸ τοῦ κινδύνου, ὁ ὁποῖος ἐξεδηλώθη εἰς τὴν πρᾶξιν, ἐκ τῆς ἀκυρώσεως τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν. Κατὰ τὰ ἄλλα διατηροῦσιν ἁπλῶς τὴν ἰσχύν των καὶ καθιεροῦται ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναφαίρετον, τὸ δικαίωμα τοῦ Σώματος νὰ τοὺς τροποποιήσῃ καὶ νὰ τοὺς καταργήσῃ. Δὲν βλέπω ποῦ προσκρούομεν εἰς τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας τόσον ὀρθοδόξως ἀναπτύσσετε ἀπὸ κοινοβουλευτικῆς ἀπόψεως. Αὐτὸ κάνει ἡ Κυβέρνησις καὶ τὴν ἐλέγχετε. Δὲν δύναμαι νὰ κατανοήσω τὰς ἀντιλήψεις σας.
§140Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἐλέγχω αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε καὶ τὰ ἐλέγχω διότι στηρίζεσθε ἐπὶ ἀνακριβῶν προϋποθέσεων. Εἴπατε ὅτι τὰς ἐννόμους αὐτὰς σχέσεις ζητοῦμεν νὰ προστατεύσωμεν. Καὶ ἐρωτῶ· ὑπάρχουν ἔννομοι σχέσεις; ὑπάρχουν ἔγκυροι νόμοι; Οὐδὲν ὑπάρχει.
§141Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Καὶ μεταξὺ αὐτῶν τῶν νόμων, ὑπάρχουν νόμοι αὐτοῦ τούτου τοῦ Προέδρου τοῦ ἀκυρώσαντος Δικαστηρίου. Ὑπάρχουν νόμοι ἐκδοθέντες κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς τριετίας οἱ ὁποῖοι ἕλκουν τὴν καταγωγήν τους ἀπὸ τὰς διαφόρους Κυβερνήσεις. Συνεπῶς δὲν δυνάμεθα νὰ ζητῶμεν σήμερον μετὰ τὰ ἐθνικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα διήνυσεν ἡ Χώρα εὐθύνας, διότι ἡ Κυβέρνησις κάνει τὸ καθῆκον της.
§142Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε δὲν εἶναι ὀρθόν. Θὰ ἦτο ὀρθὸν ἂν εἶχον δημιουργηθῆ βάσει αὐτῶν ἔννομοι σχέσεις.
§143Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν ἀγνοεῖτε τὰ περὶ δικαίου, ἀγαπητὲ φίλε.
§144Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἀνάγκη δὲν ὑπῆρχε, κύριε Ὑπουργέ. Τὸ εἴπαμεν. Ὁ οἱοσδήποτε πολίτης, ὁ ὁποῖος ἀπέκτησεν τυχὸν οἱονδήποτε δικαίωμα, ἢ οἱανδήποτε ἔννομον σχέσιν βάσει αὐτοῦ τοῦ νόμου εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του καὶ ὤφειλεν νὰ ἔχῃ ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ἄντικρυς ἀντίθετος πρός...
§145Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του τὴν παγίαν νομολογίαν τῆς Πατρίδος του, ἡ ὁποία ἦτο ἄντικρυς ἀντίθετος πρὸς αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε.
§146Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Λέγω ὅτι οἱ πολῖται ὤφειλον νὰ γνωρίζουν ὅτι οἱ νόμοι οἱ Ἀναγκαστικοί, οἱ ὁποῖοι ἐξεδόθησαν ὄχι παρὰ τὴν ἐξουσιοδότησιν καὶ τὸ κατεπεῖγον, διότι καὶ ἐξουσιοδότησις ἐὰν ὑπῆρχεν ὤφειλον νὰ γνωρίζουν οἱ πολῖται ὅτι οἱ νόμοι αὐτοὶ θὰ ὑποβληθοῦν πρὸς κύρωσιν εἰς τὸ Σῶμα καὶ ὅτι τὸ Σῶμα ἔχει δικαίωμα νὰ μεταβάλῃ, νὰ καταργήσῃ, νὰ μετατρέψῃ καὶ νὰ τροποποιήσῃ τοὺς νόμους αὐτούς. Ποῖαι λοιπὸν εἶναι αἱ ἔννομοι σχέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν καὶ οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι νόμιμοι κατ’ οὐσίαν, ἀλλὰ κατὰ τὸν τύπον βάσει τοῦ Συντάγματος εἶναι παράνομοι; Ποιοῦμαι ἔκκλησιν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ἵνα μελετήσῃ τὸ ζήτημα, ὅσον τὸ δυνατὸν βαθύτερον, οὐαὶ δὲ καὶ ἀλλοίμονον, ἂν τοῦτο ἀποτελέσῃ προηγούμενον καὶ διὰ τὰς μελλούσας Βουλάς. Θὰ εἴπῃ ἡ τότε Κυβέρνησις, ἰδοὺ μία Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ἡ Δʹ Ἀναθεωρητική, ἦλθεν καὶ ἐκύρωσεν 286 νόμους μαζὶ χωρὶς νὰ γίνῃ συζήτησις εἰς οὐδένα ἐξ αὐτῶν. Καὶ θὰ προβῇ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἰς τὴν ἔκδοσιν ἄλλων 200 νόμων καὶ θὰ εἴπῃ ἡ Βουλή, ὅπως καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἔχῃ καὶ ἀναθεωρητικὸν δικαίωμα, κατὰ δεύτερον λόγον καὶ ἐγὼ ἡ ἁπλῆ Βουλὴ ἔχω δικαίωμα νὰ ψηφίζω τοιούτους νόμους. (Φωναὶ–κωδωνοκρουσίαι–θόρυβος).
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Οἰκονόμου, παρακαλῶ νὰ καθήσητε εἰς τὴν θέσιν σας.
§148Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ὁμιλήσητε, νὰ καθήσητε εἰς τὴν θέσιν σας. Ἔγινες δικτάτωρ καὶ θέλεις νὰ μᾶς βουλώσῃς τὸ στόμα. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον συμπεριφέρονται πρὸς τοὺς βουλευτάς;
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ.
§150Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Νὰ καθήσητε κάτω.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν.
§152Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Δὲν δύνασθε νὰ μὲ ἀνακαλέσητε. Σᾶς ἀνακαλῶ ἐγώ.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀνακαλῶ καὶ ζητῶ τὴν ἀναγραφὴν εἰς τὰ πρακτικά. (Φωναὶ–θόρυβος).
§154Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε συνάδελφε, ὑβρίζετε τὸ Σῶμα ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Προέδρου.
§155Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάνῃ τὴν δουλειά του. Εἶσθε ἀνίκανος διότι μεταχειρίζεσθε τὴν Βουλὴν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ἔχω δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνασθε νὰ μοῦ τὰ ἀφαιρέσητε σεῖς, διότι βγήκατε 4ος ἀντιπρόεδρος.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ ἡ ἀνάκλησις νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§157Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Αὐτὸ τὸ ψήφισμα ἀποτελεῖ καὶ θὰ ἀποτελέσῃ δυναμίτην ἐναντίον τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος. Ἐφιστῶ ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐφιστῶ ἀκόμη τὴν προσοχὴν τοῦ Σώματος τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, ὅτι τοῦτο τὸ ψήφισμα, ἀκριβῶς τιθέμενον ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν, ἀποτελεῖ δυναμίτην τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ. Οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον ἂν εἴπωμεν ὅτι εἶναι ἄχρηστος ἡ Βουλή, ὅτι δικαιοῦται νὰ ψηφίζῃ ἡ Κυβέρνησις, χωρὶς νὰ γίνεται διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν. Κάμνω ἔκκλησιν πρὸς ὑμᾶς ἵνα αἰρόμενοι εἰς τὸ ὕψος τῶν περιστάσεων, ἀπαντήσητε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι εἴμεθα πρόθυμοι νὰ δεχθῶμεν ἐκείνους τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἀφοροῦν τὰ στρατιωτικὰ θέματα καὶ τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἀφοροῦν τὸ σχέδιον Μάρσαλ. Ὄχι ὅμως μαζὶ μὲ τὰ ξηρὰ νὰ καοῦν καὶ τὰ χλωρά, νὰ ἐπιδιώκῃ δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις μὲ πράγματι κατεπείγοντα νομοθετήματα τὴν ἐπιψήφισιν καὶ ἑτέρων 200, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ πλεῖστον εἶναι σκανδαλώδη. Καταλήγων ποιοῦμαι τὴν ἔκκλησίν μου ταύτην, πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ἀντιληφθῇ τὸ μέγεθος τοῦ κινδύνου εἰς τὸν ὁποῖον εὑρισκόμεθα.
§158ΣΤ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Τὸ ψήφισμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου γίνεται συζήτησις, εἶναι ψήφισμα εἰς τὸ ὁποῖον τὸ Σῶμα, ἀπέδωσεν ἐξαιρετικὴν σπουδαιότητα. Κατὰ τὴν νῦν συζήτησιν ἡμεῖς ὡς Ἀντιπολίτευσις, ἐδέχθημεν ὅπως καὶ ἡ σημερινὴ ἡμέρα κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον συζητήσεως τοῦ ψηφίσματος τοῦ ὑπὸ κρίσιν. Τοῦτο ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι πρέπει ἡ συζήτησις νὰ γίνῃ κατὰ τρόπον οὐχὶ σύμφωνον μὲ τὸν Κανονισμόν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ἠθέλαμεν νὰ πληροφορηθῶμεν ἂν πρόκειται νὰ ληφθῇ ἀπόφασις ἀπόψε.
§159Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὄχι, κύριε Πρόεδρε.
§160Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Τὰς συζητήσεις τὰς διέπει ἡ εὐπρέπεια καὶ ὁ σεβασμὸς ἀπέναντι τοῦ Σώματος. Δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ βουλευταὶ νὰ ἀνέρχωνται ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ νὰ λέγουν ὅτι ἐγὼ δὲν εἶμαι πρόβατο καὶ ὅτι σεῖς εἶσθε ἀγέλη. Τοῦτο ἀποτελεῖ ὕβριν κατὰ τοῦ Σώματος, διότι διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ θέλουν νὰ ἐπηρεάσουν τὴν ψῆφον ὡρισμένων βουλευτῶν. Παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ λάβῃ ἀνάλογα μέτρα καὶ νὰ καλέσῃ τὸν κύριον βουλευτὴν νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν φράσιν τὴν ὁποίαν ἐξετόξευσεν κατὰ τοῦ Σώματος, ὅταν μάλιστα πράττῃ τοῦτο εἰς στιγμὰς ὡς αἱ σημεριναί. Καὶ ἂν ἀκόμη δὲν ἐξέδωκεν ὁ ἴδιος τοιούτους νόμους ὡς λέγει εὐθύνεται ἔστω καὶ ἂν συνυπέγραψεν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία τοὺς ἐξέδωκεν.
§161Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντ. Κυβερνήσεως). Νομίζω ὅτι ὀρθῶς θέτει τὸ ζήτημα ὁ κύριος συνάδελφος καὶ θὰ πρέπει ὁ κύριος βουλευτὴς νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν φράσιν, ἢ πρέπει νὰ δηλώσῃ ὅτι εἶναι ἀνεξάρτητος βουλευτής. (Χειροκροτήματα).
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Καλκάνης ἀπουσιάζει.
§163Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντ. Κυβερνήσεως). Παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον, νὰ κληθῇ ὁ κύριος βουλευτὴς αὔριον νὰ ἀνακαλέσῃ, ἄλλως νὰ δηλώσῃ ὅτι εἶναι ἀνεξάρτητος βουλευτής.
§164Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τελευταῖος σχεδὸν ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ κυρώσεως ψηφισμάτων, νομοθετικῶν διαταγμάτων καὶ Ἀναγκαστικῶν Νόμων». Ἤκουσα πάντας τοὺς προλαλήσαντας κυρίους συναδέλφους καὶ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὰς ἐκτεθείσας ἀπόψεις, ὡς καὶ τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῆς Κυβερνήσεως τοὺς ὁποίους κατ’ ἐπανάληψιν καὶ διὰ μακρῶν ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν θὰ ὑπεραμυνθῶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν συμφωνῶ πρὸς τὰς ἀπόψεις της. Ἡ ἀποδιδομένη κατὰ τῆς Κυβερνήσεως κατηγορία ὅτι αὕτη, ἄνευ τῆς Βουλῆς καὶ παρὰ τὴν θέλησιν καὶ γνώμην αὐτῆς ἐνομοθέτησε δὲν εἶναι ἀναληθής. Ἀλλ’ ἡ κατηγορία ποὺ βαρύνει τὴν Κυβέρνησιν δὲν στρέφεται μόνον κατ’ αὐτῆς, ἀλλὰ κατὰ τοῦ μεγαλυτέρου μέρους τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς χώρας, ὁ ὁποῖος σχεδὸν ἐν τῷ συνόλῳ του (ἐξαιρέσει τῶν μὴ λαβόντων μέρος εἰς τὰς ἀπὸ τῶν ἐκλογῶν Κυβερνήσεις κομμάτων καί τινων ἀνεξαρτήτων βουλευτῶν) προῆλθε εἰς τὴν συζητουμένην πολιτικὴν ἀταξίαν. Ὁ αὐτὸς πολιτικὸς κόσμος ἐκ περιτροπῆς, σχεδὸν ἐν τῷ συνόλῳ του, πάλιν μετὰ τὰς ἀποδιδόμενας ἀντισυνταγματικὰς της πράξεις ὑπερεψήφισε τῆς Κυβερνήσεως πολλάκις μέχρι σήμερον, ὅτε αὕτη ἐτίθετο ἀνασχηματιζομένη, καὶ εἰς διαφόρους ἄλλας περιστάσεις, ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Ὁπωσδήποτε ὅμως παρὰ τ’ ἀνωτέρω δὲν δύναταί τις νὰ ἐπιδοκιμάσῃ τὰς ὑπὸ κρίσιν Κυβερνητικὰς πράξεις, πολλαὶ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι κἂν συγγνωσταί. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία παρ’ ἡμῖν ἀσκεῖται ὡς ὁρίζει τὸ Σύνταγμά μας οὐδεμία διάταξις τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ νομοθετῇ. Ἀληθὲς εἶναι ὅτι ἡ νομοθετικὴ μηχανὴ παρ’ ἡμῖν κινεῖται βραδέως κατὰ τὴν περίοδον ὅμως ποὺ διατρέχομεν θὰ ἔλεγέ τις καὶ νωχελῶς. Εἶναι ἐπίσης ὅμως ἀληθὲς ὅτι ὑπάρχουν ἄλλαι χῶραι ὡς ἡ Μεγάλη Βρεταννία καὶ αἱ Ἡνωμ. Πολιτεῖαι εἰς τὰς ὁποίας ἡ νομοθετικὴ μηχανὴ εἶναι βραδυτέρα καὶ πολυπλοκωτέρα. Ἐξ οὐδενὸς λόγου ὅμως ἐπιτρέπεται ἡ ἕνωσις εἰς τὸ αὐτὸ ὄργανον μονομελὲς ἢ πολυμελὲς τῆς νομοθετικῆς καὶ ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ὅταν ἡ νομοθετικὴ καὶ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἑνοῦται (ἢ ἀσκεῖται) ἐν τῷ αὐτῷ προσώπῳ ἢ σώματι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐλευθερία. Δὲν ὑπαγορεύεται δὲ τοῦτο ἁπλῶς ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ μίαν νεωτέραν κρατοῦσαν ἤδη, τὴν θεμελιώδη ἀρχὴν τῆς κυριαρχίας τοῦ νόμου. Παρέχει ὅμως τὸ Πολίτευμά μας εὐχέρειαν ὅπως εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν κοινωνικῶν ἀναταραχῶν ἢ ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν κινδύνων ἡ Κυβέρνησις κατὰ παρέκκλισιν τοῦ Συντάγματος ἐκδίδει ἀναγκ. νόμους καὶ νομοθετικὰ διατάγματα εἴτε δυνάμει ἐξουσιοδοτήσεως εἴτε ἄνευ. Οἱ νόμοι αὐτοὶ ἐκρίθησαν ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς νομολογίας ὡς ἐξυπηρετοῦντες τὸ γενικώτερον συμφέρον τῆς χώρας καὶ ἐθεωρήθησαν ὡς ἔχοντες πλήρη ἰσχὺν νόμου, ἐφ’ ὅσον δὲν καταργοῦνται διὰ νεωτέρου νομοθετήματος ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Οἴκοθεν νοεῖται ὅτι ἀποτελεῖ ὑποχρέωσιν τῆς Κυβερνήσεως ἡ εἰσαγωγὴ τῶν τοιούτων ἀτάκτων, ἀλλὰ πλήρη νομικὴν ἐνέργειαν καὶ ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν νόμου ἐχόντων νομοθετημάτων εἰς τὴν Βουλήν, εὐθὺς ἅμα αὕτη συνέλθῃ. Τὸ ᾐτιολογημένον τῆς ἐκδόσεως τῶν νόμων αὐτῶν, μία ἐξουσία καλεῖται νὰ κρίνῃ καὶ ἡ ἐξουσία αὕτη εἶναι ἡ νομοθετική. Ἡ ἔρευνα τῆς ὑπάρξεως περιστάσεων ἐπιτρεπουσῶν τὴν τοιαύτην νομοθετικὴν παρέκκλισιν, ἡ ἐξέτασις δηλαδὴ τῆς ἀνάγκης καὶ ἐκτίμησις τῶν περιστάσεων καὶ τῆς ὑπάρξεως ἐπείγοντος κινδύνου δὲν ἀπόκειται εἰς τὴν ἐξουσίαν τῶν Δικαστηρίων, ἀλλὰ τῆς Βουλῆς. Εἶναι μία περίπτωσις καθ’ ἣν τὸ Πολίτευμά μας δέχεται κατ’ ἀπόκλισιν τῆς ὀρθοδόξου θεωρίας, τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν παρέμβασιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐγκρίσεως ἐκ τῶν ὑστέρων ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς βάσει τῆς ἀρχῆς SALUS POPULI SUPREMA LEX ESTO. Εἶναι ἡ θεωρία τῆς ἀντισταθμίσεως τῶν ἐξουσιῶν ἡ ἰσορρόπησις τῶν ὁποίων ἐπέρχεται διὰ τῆς ἐπικρατήσεως τῆς νομοθετικῆς, ὅτε ἡ ἀπόφασις τῆς ἐκτελεστικῆς τίθεται ὑπὸ τὴν τελικὴν κρίσιν της. Ἀντιτίθεμαι κατὰ συνέπειαν εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον οὔτε τὴν ἀνάγκην οὔτε τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνωμάλου τῶν περιστάσεων ἔδει νὰ ἐρευνήσῃ καὶ ὧν στοιχείων ἡ ἐκτίμησις ἀπόκειται μόνον εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ Ἄρειος Πάγος ἔχει ἀποφανθῆ ἐπ’ αὐτῶν δι’ ἐπανειλημμένων ἀποφάσεών του καὶ αὐτὸ τοῦτο τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας παλαιότερον. Παρὰ ταῦτα δὲν ἐπικροτῶ τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο ὅμως ἀποτελεῖ ζήτημα καθαρῶς πολιτικοῦ ἐλέγχου. Ὑπάρχουν νομοθετήματα τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν ἀνάγκην ἐξυπηρετοῦν οὔτε ἐθνικὴν οὔτε κοινωνικήν. Δι’ αὐτῶν οὔτε ὁ ἀγὼν προάγεται οὔτε καλύπτονται ἐπιτακτικαὶ ἀνάγκαι οἰκονομικαὶ καὶ κοινωνικαὶ προκληθεῖσαι ἐκ τῆς περιπετείας τοῦ μεγάλου ἀγῶνος τοῦ ὁποίου διεξάγει ἡ φυλὴ καὶ διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ὁποίου συγχωρεῖται καὶ ἐπιβάλλεται πᾶσα παρέκκλισις καὶ πᾶσα θυσία. Οὐδεμία ὑπῆρχε ἀνάγκη διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Ἀναγκ. Νόμου 858 περὶ συμπληρώσεως τῆς Γεν. Διευθύνσεως Δημ. Λογιστικοῦ. Οὔτε διὰ τὸν Ἀναγκ. Νόμον 869 περὶ ἐργοληπτῶν Δημοσίων ἔργων, ὡς καὶ τῶν ἀναγκ. Νόμων 871 τοῦ Ὑπουργείου Τύπου, 872 τοῦ Ὑπουργείου Μεταφορῶν, 876 περὶ καταργήσεως τῆς θέσεως τοῦ μαρμαροτεχνίτου παρὰ τῇ Σχολῇ Καλῶν Τεχνῶν καὶ τῆς ἱδρύσεως θέσεως ἀρχιτεχνίτου μαρμάρου (Ὑπουργείου Παιδείας) τοῦ νόμου 929 τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας περὶ ἀναθέσεως ἔργων ἐποπτείας εἰς μέλη τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμ)λίου τοῦ νόμου 975, (Ὑπ. Παιδείας) περὶ συμπληρώσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν Ἀποστολικὴν διακονίαν τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τοῦ νόμου 962 (Ὑπουργείου Τ.Τ.Τ.) τῶν νόμων 948 καὶ 949 Ὑπουργείου Ὑγιεινῆς, τοῦ Ἀναγκ. Νόμου 927 (Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ) τοῦ Ἀν. Νόμου 911 (Ὑπουργείου Μεταφορῶν) τοῦ Ἀν. Νόμου 920 (Γεν. Γραμματείας Τουρισμοῦ) καὶ ἄλλων ὑπερεκατὸν Ἀν. Νόμων καὶ Νομοθετικῶν Διαταγμάτων. Ἡ δημοσίευσις ὅμως νόμων ποικίλου περιεχομένου μὴ ἀφορώντων ὡς ἐρρήθη τὸν στρατόν, τὸν ἀγῶνα καὶ τὰς ἐπειγούσας λόγῳ τῶν συνθηκῶν ἀνάγκας τῆς χώρας, διὰ τὸν ἀγῶνα ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἔστω καὶ τὴν ὑλικὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς χώρας πολλάκις κατὰ τὴν προτεραίαν τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ ὅτε αὕτη εἶχε κληθῆ ἀποτελεῖ δεινὸν πολιτικὸν ἀτόπημα. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐκταθῶ εἰς εὐρύτερον ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου. Κρίνω ὅμως ὅτι δύο εἶναι τὰ αἴτια τῆς πολιτικῆς αὐτῆς ἀστοχίας τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ πρῶτον εἶναι ἡ νοοτροπία τῆς ἐποχῆς. Νοοτροπία πολυνομίας καὶ πλάνη καθ’ ἣν τὰ πάντα ἐξαρτῶνται ἐκ τῶν πολλῶν νόμων οἱ ὁποῖοι κατὰ τοὺς θιασώτας τῆς θεωρίας αὐτῆς πρέπει νὰ θεσπίζωνται διὰ κάθε ὑπόθεσιν καλυπτομένης οὕτω τῆς κατεχούσης πολλοὺς πολιτικῆς δειλίας πρὸς δρᾶσιν βάσει τῆς ἑρμηνείας τῶν ὑπαρχόντων νόμων καὶ τῆς πολιτικῆς των εὐθύνης. Τὸ δεύτερον αἴτιον εἶναι ἡ ἀνυπαρξία Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐξάρτησις τῶν πάντων οὐχὶ ἀπὸ τὴν γνῶσιν καὶ συζήτησιν ἐν Ὑπουργ. Συμβουλίῳ τῶν μελῶν αὐτοῦ, ἀλλὰ ὡρισμένων ἐκ τῶν Ὑπουργῶν ποὺ ἀποτελοῦν τὸ μικρὸν Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον μετ’ ἀλληλοδιαδόχους ὀνομασίας ἐπολιτογραφήθη εἰς τὴν πολιτικὴν γλῶσσαν ὑπὸ τὸ ὄνομα Συντονιστικὸν Συμβούλιον. Εἰς τὰ σφάλματα ὅμως τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ εἶμαι ἀμερόληπτος καὶ νὰ μὴ ἐξέλθω ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ δικαίου πρέπει νὰ προσθέσω καὶ τὸ ἰδικόν μας σφάλμα, τὸ σφάλμα τῆς Βουλῆς δηλαδή. Ὁ ἀφόρητος βερμπαλισμὸς ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἀδιαφορία μας δὲν πρέπει νὰ ἀποσιωπηθοῦν. Πολλοὶ συνάδελφοι ἀγορεύουν ἐπὶ ὥρας μακρὰς καὶ οἱ περισσότεροι δὲν προσέρχονται καθιστῶντες οὕτω ἀδύνατον τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὅταν παλαιότερον ἤμην Ὑπουργὸς προσῆλθον εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τριάκοντα δύο συνεχεῖς ἡμέρας διὰ νὰ κατορθώσω νὰ ψηφίσω ἕνα τυπικὸν νόμον. Εἰς ἐκτάκτους ὅμως περιστάσεις ἀπαιτοῦνται ἰσχυρὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐμπνέῃ ἡ Βουλὴ ὑποβοηθοῦσα τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ὀφείλει νὰ μὴ παραγνωρίζῃ τὸ νομοθετικὸν Σῶμα. Ἐνθυμοῦμαι τοὺς λόγους ἑνὸς μεγάλου συγγραφέως τοῦ Οὐΐκερμαν: «Ἡ Βουλή, σῶμα πολυμελές, ἀπαρτιζόμενον ἀπὸ μέλη διαφόρου χαρακτῆρος καὶ γνωμῶν εἶναι ἀνίκανον νὰ ἀσκήσῃ ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ ἐλάχιστα ὑποβοηθεῖ αὐτήν, διὰ κωλυσιεργίαν ὅμως εἶναι ἰδεῶδες». Αἱ ἀταξίαι ὅμως τῆς Κυβερνήσεως—διότι δὲν πρόκειται περὶ μιᾶς ἀλλὰ περὶ πολλῶν κατ’ ἐξακολούθησιν λαβουσῶν χώραν—ἂς μὴ μᾶς ἀγάγουν εἰς τὰ ἄκρα. Αἱ περιστάσεις εἶναι κρίσιμοι καὶ δὲν ἐπιτρέπουν δημιουργίαν πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν. Διὰ τοῦτο ἂς δεχθῶμεν τὸ ψήφισμα. Προτείνω ὅμως ὅπως μὴ καταρτίσωμεν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, διότι τότε οὐδέποτε θὰ περατωθῇ τὸ ἔργον αὐτὸ τὸ δυσχερές, ἀλλὰ νὰ ὑποβληθῶσιν τὰ νομοθετήματα εἰς τὰς Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπὰς καὶ τὰ Ὑπουργεῖα, ὅτε ἐντὸς συντόμου χρόνου θὰ περατωθῇ ἡ μελέτη καὶ ἐπεξεργασία των. Τέλος μαζὶ μὲ τὴν πρότασίν μου καὶ σύστασιν πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ ἀποδοχῆς τοῦ ψηφίσματος μὲ τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν εἰσηγήθην συνιστῶ καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν περισσότερον σεβασμὸν εἰς τὸ πολίτευμα ἐπάνοδον εἰς τὸν θεσμὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἀποφυγὴν ἀπὸ τοὺς ἐπικινδύνους πειραματισμοὺς τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου, οἱ ὁποῖοι εἰς τοιαῦτα μᾶς ἤγαγον δεινά. (χειροκροτήματα).
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Γιαννόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§166Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἔχω μίαν ἀτυχίαν, ἡ ὁποία μὲ συνοδεύει καθ’ ὅλην τὴν περίοδον αὐτήν: Ὁσάκις ζητῶ τὸν λόγον, συμβαίνει νὰ εἶναι μεταμεσονύκτιοι ὧραι καὶ τὸ ἀκροατήριόν μου νὰ ἀποτελῆται ἀπὸ μίαν εἰκοσάδα βουλευτῶν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν μὲ δυσαρεστεῖ, διότι λαμβάνω τὸν λόγον κυρίως διὰ νὰ διατυπωθοῦν αἱ ἀντιλήψεις μου εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς. Ἀποδίδω ἰδιαιτέραν σημασίαν εἰς τὰ Πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὸν βίον μου — τὸν πολιτικὸν — θὰ σᾶς ἐξηγήσω δὲ τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἐνδιαφέρομαι διὰ τὰ Πρακτικά. Ὅ,τι καὶ ἂν ἐλέχθη, ὅσαι καὶ ἂν ἠκούσθησαν θεωρίαι ὑπὲρ ἢ ἐναντίον τοῦ συζητουμένου ψηφίσματος μία παραμένει ἀλήθεια ἀκλόνητος καὶ ἀναμφισβήτητος, ὅτι τὸ ψήφισμα αὐτὸ ἀποτελεῖ ἱστορικὸν κοινοβουλευτικὸν ἀνέκδοτον ἐντελῶς πρωτότυπον. Ὁσονδήποτε καὶ ἂν θέλῃ κανεὶς νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τοῦ ψηφίσματος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι εἰς οὐδεμίαν κοινοβουλευτικὴν χώραν τοῦ κόσμου θὰ συναντήσῃ παρόμοιον κοινοβουλευτικὸν ἀνέκδοτον, νὰ φέρῃ, δηλαδή, ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ψήφισιν—ὄχι πρὸς κύρωσιν, διότι τὸ Σύνταγμά μας δὲν ἔχει τὸν ὅρον κύρωσις—286 νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνει εἰς 9 τυπογραφικὰς σειράς, χωρὶς νὰ ἀναφέρῃ οὔτε τοὺς τίτλους, οὔτε τοὺς ἀριθμοὺς τῶν νόμων, αὐτῶν. Ἔ!, κύριοι, τοιοῦτον τι ἀσφαλῶς δὲν ἔχει συμβῆ μέχρι σήμερον εἰς κανὲν κοινοβουλευτικὸν Κράτος.
§167Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ ἀλλαχοῦ.
§168Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ ἀναφέρετε τὰς περιπτώσεις κ. συνάδελφε; Ἔχομεν 288 νόμους, ἐκδοθέντας κατὰ τὴν περίοδον τῆς Βουλῆς αὐτῆς. Οἱ πλεῖστοι τούτων ἐξεδόθησαν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν παρελθοῦσαν ἢ τὴν προπαρελθοῦσαν καὶ ἡ μεγίστη μερὶς ἐκ τούτων εἶναι Ἀναγκαστικοὶ Νόμοι. Λέγω, λοιπόν, ὅτι πρόκειται περὶ ἱστορικοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἀνεκδότου, τοῦ ὁποίου μάλιστα, ἡ κωμικότης προσδιορίζεται καὶ ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ χρόνου. Σκεφθῆτε, κ. βουλευταί, 288 νόμους ψηφιζομένους δι’ ἑνὸς ψηφίσματος 9 σειρῶν, καὶ ἡ Βουλὴ νὰ λάθη τὴν ἀπόφασιν ὅπως ὁ λόγος περιορισθῇ εἰς ἓν τέταρτον δηλαδὴ εἰς χρόνον, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἐπήρκει οὔτε διὰ νὰ ἀναγνώσῃ κανεὶς τοὺς τίτλους τοῦ ⅒ τῶν νόμων αὐτῶν ἐπὶ τροχάδην! Αὐτὸ προσδιορίζει τὴν κωμικότητα τοῦ πράγματος, ἡ ὁποία ἀδιαφιλονικήτως δὲν θὰ καταπλήξῃ τὸν σύγχρονον κόσμον, ἀλλὰ καὶ τὰς μελλούσας γενεάς. Ὅταν οἱ ἐπίγονοί μας θὰ διαβάζουν καμμιὰ φορά, ὅτι ἡ Δʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἐψήφισε δι’ ἑνὸς ψηφίσματος 286 σπουδαιοτάτους νόμους, θὰ καταπλήσσωνται καὶ θὰ ἀναδιφοῦν τὰς δέλτους τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἴδουν κατά τίνα τρόπον ἐπετεύχθη ὁ ἆθλος αὐτός! Θὰ ἤθελα, κ. βουλευταί, ἐὰν κανεὶς ἐκ τῶν ἐπιγόνων αὐτῶν συνδέεται μὲ τὸ ὄνομά μου καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, νὰ ἔβλεπε τὸ ὄνομά μου ἀναφερόμενον ὄχι μὲ ἓν ναὶ ἢ ὄχι, ἀλλὰ νὰ ἐδιάβαζε μερικὰς σειράς, ὅτι ἐξέφρασα τοὐλάχιστον καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον κυρίως ἐνδιαφέρομαι διὰ τὰ Πρακτικά. Κύριοι βουλευταί, κάποιος ἀνεμνήσθη τοῦ Γερμανικοῦ Ράϊχσταγ! Ὀφείλω νὰ σᾶς τονίσω, ὅτι τὸ Ράϊχσταγ ἐπὶ Χίτλερ ἐγένετο περισσότερον σεβαστὸν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν ἐκλήθη ποτὲ νὰ ψηφίσῃ τόσους νόμους, ὅσους ζητεῖται ἀπὸ ἡμᾶς σήμερον νὰ ψηφίσωμεν. Συνεπῶς δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ βασίμως ὅτι εἶναι περισσότερον παρεξηγήσιμος ἡ Κυβέρνησίς μας ἡ σημερινὴ ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν ἐκείνην τοῦ Χίτλερ. Τὸ παρὸν ψήφισμα, κ. βουλευταί, δημιουργεῖ, κατὰ τὴν κρίσιν μου, τρία ζητήματα: Πρῶτον, ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον ἐξεδόθησαν τὰ νομοθετήματα αὐτά. Δεύτερον, ἡ ποιότης τῶν νομοθετημάτων καί, τρίτον ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἐπιζητεῖται ἡ ρύθμισίς των. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ πρῶτον ζήτημα ἐλέχθησαν πάρα πολλά. Ὅτι καθιερώθη ἡ ἀρχὴ τῶν Νομοθ. Διαταγμάτων, τῇ ἐγκρίσει τῶν Ἐπιτροπῶν Ἐξουσιοδοτήσεως. Ὅτι κατόπιν εἰσήχθη ὁ τρόπος τῶν Α.Ν., καταργηθείσης τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως! Ἐλησμονήθη ὅμως ὅτι ἐφευρέθη καὶ ἕνας ἄλλος τρόπος νομοθεσίας. Οὗτος εἶναι τὸ σύστημα τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, αἱ ὁποῖαι ἐξικνοῦνται πολλάκις μέχρι τῆς καταργήσεως νόμων ψηφισθέντων ὑπὸ τῆς Βουλῆς! Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι καὶ ἐγὼ κατὰ ἕνα ποσοστὸν συντάκτης ἑνὸς νόμου, ὁ ὁποῖος ἐπέρασεν ἀπὸ τὴν Κοινοβ. Ἐπιτροπὴν καὶ ἐνεκρίθη παμψηφεί, ἀφορᾶ δὲ τοὺς δυστυχεῖς σταφιδοπαραγωγοὺς οἱ ὁποῖοι ἐπλήγησαν ἐκ τῶν παγετώνων. Ὁ νόμος αὐτὸς ἐψηφίσθη κατόπιν συγκαταθέσεως τῶν σταφιδοπαραγωγῶν ὅλων τῶν περιφερειῶν καὶ πρωτοβουλίᾳ τοῦ Α.Σ.Ο. Διὰ τούτου ἐπεβλήθη μία εἰσφορὰ εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγούς, διὰ νὰ ἐξευρεθοῦν τὰ μέσα τῆς ἀποζημιώσεως τῶν παγοπλήκτων. Ὁ νόμος αὐτὸς ἐδημιούργησε πλέον δικαιώματα. Δηλαδὴ ὁ σταφιδοπαραγωγός, ὁ ὁποῖος εἶχε δεδομένην ζημίαν 1.000 ὀκάδων σταφίδος, ἤξευρε ὅτι θὰ πάρῃ ἀποζημίωσιν 60% τὸ ὀλιγώτερον, ἀπὸ εἰσφορὰν τὴν ὁποίαν οἱ ἴδιοι οἱ παραγωγοὶ θὰ κατέβαλον. Ὅταν ἔφθασε τὸ ζήτημα εἰς τὴν πραγματοποίησίν του ὁ Α.Σ.Ο. εἰσηγεῖται εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τὴν ἀπὸ βάσεως τροποποίησιν τοῦ νόμου, δηλαδὴ τὸν περιορισμὸν τοῦ ποσοστοῦ ἀντὶ 60% κατ’ ἐλάχιστον ὅριον, εἰς ποσὸν ἐξαρτώμενον ἐκ τῆς διαθέσεως τοῦ Σταφιδικοῦ Ὀργανισμοῦ ὅστις θὰ δύναται νὰ καθορίσῃ οἱονδήποτε ποσὸν ἀποζημιώσεως ἤθελε. Οὕτω ἐδημοσιεύθη μία Κυβερνητικὴ Πρᾶξις, ὑπ’ ἀριθ. 170, διὰ τῆς ὁποίας μεταβάλλεται ὁ νόμος εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ καὶ ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Α.Σ.Ο. νὰ καθορίζῃ ὅσον θέλει τὸ ποσοστὸν ἀποζημιώσεως. Αὐτὴ ἡ Κυβερνητικὴ Πρᾶξις, ἡ ὁποία ἀντιστρατεύεται ἐντελῶς πρὸς τὸν νόμον εἶναι καὶ ἀντισυνταγματική, διότι καταργεῖ κτηθέντα ἤδη δικαιώματα. Ὥστε ἐξευρέθη καὶ αὐτὸς ὁ τρόπος τοῦ νομοθετεῖν, διὰ τῶν Κυβερνητικῶν Πράξεων. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν ποιότητα τῶν νόμων ἐλέχθησαν πάρα πολλά. Ἐλέχθη ὅτι δὲν εἶναι καλλίτεροι οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους ψηφίζει ἡ Βουλή. Δὲν θὰ ἀναφέρω ἰδιαιτέρως νόμους τινάς, τοῦ συζητουμένου ψηφίσματος, ἀλλὰ θὰ σᾶς εἴπω μόνον, ὅτι 11 Ἀναγκ. Νόμοι ἐξεδόθησαν διὰ νὰ μεταβάλουν Α. Ν. ἐκδοθέντας πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν. Τοῦτο καὶ μόνον νομίζω ὅτι χαρακτηρίζει ἐπαρκῶς τὴν ποιότητα τῶν νόμων τούτων! Συνεπῶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ καυχᾶται ἡ Κυβέρνησις ὅτι οἱ Ἀναγκ. Νόμοι της ὑπῆρξαν οἱ ἄριστοι τῶν Νόμων. Καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ διατείνεται κανεὶς βασίμως, τοὐλάχιστον, ὅτι ὁ νόμος ὁ ἐπεξεργαζόμενος ἀπὸ τὴν Κοινοβ. Ἐπιτροπήν, ὁ συζητούμενος κατόπιν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπου λαμβάνουν μέρος ὅλοι οἱ εἰδικευμένοι εἰς τὸ ζήτημα εἶναι χειρότερος τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἀποφασίζει καὶ διασκευάζει μόνη ἡ κυβέρνησις. Ἀλλὰ διὰ νὰ εἶμαι εἰλικρινὴς—καὶ ἀδιαφορῶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἐὰν αἰσθανθοῦν τινές ἐξ ὑμῶν ὅτι θίγονται—εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι καὶ τὸ πρῶτον ζήτημα τὸ προκῦπτον δηλαδὴ τοῦ τρόπου τῆς ἐκδόσεως τῶν νόμων, καὶ τὸ δεύτερον ζήτημα, δηλαδὴ τῆς ποιότητος τῶν νόμων ἔχουν καλυφθῆ διὰ τοὺς πλείστους ἐξ αὐτῶν διὰ τῆς ψήφου ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν, κύριοι, ἐχορηγήσατε τρὶς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ προηγουμένη κυβέρνησις συνεκέντρωσε 240 ψήφους, ἡ προπροηγουμένη ἐπίσης ἀναλόγους, ἡ τελευταία 200. Ἀδιαφιλονικήτως ἔπρεπε νὰ εἴχατε ὑπ’ ὄψιν ὅταν τὴν ἐψηφίσατε, ὅτι εἶναι ἡ κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐβαρύνετο μὲ τὴν ἔκδοσιν τῶν ἀναγκαστικῶν αὐτῶν νόμων. Τοῦτο εἶναι τὸ ὑπ’ ἀριθ. Αʹ κεφάλαιον εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀποβλέψετε, προκειμένου νὰ χορηγήσετε ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Ὁ τρόπος δηλ. μὲ τὸν ὁποῖον μᾶς διοίκησε, μὲ τὸν ὁποῖον ἐνομοθέτησεν, ἦτο ὁ ἄριστος; Ἐγὼ ὁ ὁποῖος εἶχον ὑπ’ ὄψει μου αὐτά, δὲν παρέσχον ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Ὅσοι παρέσχον ὑποτίθεται ὅτι δι’ αὐτοὺς ζήτημα δὲν ὑπάρχει. Ὅσον ἀφορᾶ τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἐψηφίσθησαν οἱ νόμοι αὐτοὶ καὶ ὅσον ἀφορᾶ τὴν ποιότητά των. Ἀπομένει ὅμως τὸ τρίτον ζήτημα, τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ τὴν ψήφισιν καὶ τονίζω τὴν λέξιν «ψήφισιν» καὶ ὄχι «κύρωσιν» διότι ἡμεῖς ψηφίζομεν, δὲν κυροῦμεν. Βέβαια, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις τὴν ψήφισιν τῶν νόμων τούτων εἶναι ὁ τρόπος, ὁ ὁποῖος, ὑποστηρίζω, δὲν ἀφήνει ἄθικτον οὐδὲν τὴν κοινοβουλευτικὴν φιλοτιμίαν τῶν ἀξιοτίμων Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι ἔθεσαν τὰς ὑπογραφάς των ὑπὸ τὸ ψήφισμα αὐτό. Κύριοι βουλευταί, κάποιος ἀξιότιμος συνάδελφος εἶπεν ὅτι ὄχι ὡς βουλευτὴς ἀλλὰ καὶ ὡς δικηγόρος καὶ ὡς κοινὸς ἄνθρωπος, ἐὰν τοῦ ἐζήτουν νὰ ὑπογράψῃ κάτω ἀπὸ ἕνα χαρτί, ποὺ ἐγκρίνει 286 νόμους, χωρὶς νὰ τοὺς ἔχει κἂν ὑπ’ ὄψει του, θὰ ᾐσθάνετο τοῦτο ὡς ὕβριν. Ἐγὼ προσθέτω ὅτι αὐτὸ θίγει καὶ τὴν κοινοβουλευτικὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν κ. Ὑπουργῶν, νὰ ἐμφανίζωνται μὲ τοιοῦτον ἔγγραφον πρὸ τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ἀξιώνουν ἀπὸ αὐτὴν νὰ τὸ ψηφίσῃ. Ἐφευρέθη ὅμως μιὰ δικαιολογία: Τί θὰ κάμωμεν; Εὑρισκόμεθα πρὸ ἀδιεξόδου! Καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς εἶπε: Κύριοι, ἂς ἀφήσωμεν τοὺς ρωμαντισμοὺς καὶ ἂς ἀποβλέψωμεν κατὰ πρόσωπον εἰς τὴν σκληρὰν πραγματικότητα! Καὶ ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ἐννοεῖ νὰ ἀγωνίζεται ἐπὶ τῶν ἐπάλξεων τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, ἐπὶ τῶν ἐπάλξεων τῆς ἐντίμου πολιτικῆς, θεωρεῖ ρωμαντισμὸν τὸ νὰ θέλωμεν ἡμεῖς νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκον μας; Ἀποτελεῖ ρωμαντισμὸν ἐὰν ἀρνοῦμαι νὰ ἐγκρίνω νόμους, τοὺς ὁποίους δὲν γνωρίζω, τοὺς ὁποίους δὲν μοῦ δίδει ἡ Κυβέρνησις τὴν εὐκαιρίαν οὔτε κἄν νὰ ἀναγνώσω; Αὐτὸ λέγεται ρωμαντισμός; Ἡ συμμόρφωσίς μου, λοιπόν, πρὸς τὸ καθῆκον, νὰ μὴ ψηφίζω νόμους ποὺ δὲν ἔχω διαβάσει, αὐτὸ ἀποτελεῖ ρωμαντισμόν; Ὄχι! δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ! Διαμαρτύρομαι διὰ τὴν δήλωσιν αὐτήν. Ἀλλ’ ἔρχεται ἡ τροπολογία, φέρουσα τὰς ὑπογραφὰς τῶν ἀξιοτίμων κ.κ. Κανελλοπούλου, Μελᾶ καὶ Παπαρρηγοπούλου, καὶ διὰ ταύτης ὑποστηρίζεται ὅτι τὸ ζήτημα βελτιώνεται. Ἤθελα ὅμως νὰ ἀποτείνω μίαν ἐρώτησιν εἰς τοὺς συντάκτας της: Τί ἐπιζητοῦν; Τὴν κύρωσιν; Εἶναι κυρωτικὸν αὐτὸ τὸ ψήφισμα ἢ δὲν εἶναι; Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ θὰ ἀναμνησθῶ τῆς γνώμης τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Ἐθνικοφρόνων. Οὗτος ὀρθῶς παρετήρησεν ὅτι ἐκ τῆς φράσεως «διατηροῦσι τὴν μέχρι τῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπικυρώσεώς των» δὲν συνάγεται κύρωσις διότι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, κατὰ τὸν Α ἢ Β τρόπον κρῖνον, εἶπεν ὅτι οἱ νόμοι αὐτοὶ δὲν ἔχουν ἰσχύν. Συνεπῶς ἐκ τῆς πρώτης παραγράφου δὲν ἐξάγεται τὸ συμπέρασμα, ὅτι εἶναι κυρωτικὸν τὸ ψήφισμα καὶ οὕτω ἀντὶ τῆς ἐπιζητουμένης νομοθετικῆς διεξόδου δημιουργεῖται νομικὴ περιπλοκή. Ὥστε ἀντὶ τῶν πλαγίων αὐτῶν μέσων μὲ τὰ ὁποῖα ἐπιζητεῖται ἡ κύρωσις τῶν ἀνωτέρω νόμων θὰ ἦτο προτιμώτερον νὰ γίνῃ εὐθέως ἡ κύρωσις διὰ νὰ ἀποφευχθῇ τοὐλάχιστον ἡ δημιουργία νομικῶν ἀνωμαλιῶν καὶ ἀμφισβητήσεων εἰς τὸ μέλλον. Ἂς λείψουν λοιπὸν τὰ προσχήματα καὶ ἂς λάβῃ τὰς ἀποφάσεις της ἡ Βουλὴ εὐθέως καὶ ἄνευ προσχημάτων κυρώνουσα ἐν τῷ συνόλῳ ἢ ἀκυροῦσα τὸ ψήφισμα. Ὁ ἔχων τὴν δύναμιν ἐξ ἡμῶν νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην καὶ ἀπέναντι τῶν συγχρόνων καὶ τῶν μεταγενεστέρων καὶ τῆς κοινοβουλευτικῆς ἱστορίας τῆς Ἑλλάδος, θὰ ψηφίσῃ ἕνα «ναί», ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει τοιαύτην δύναμιν θὰ ψηφίσῃ ἕνα «ὄχι». Ἐγὼ δέ, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ ἀκούσῃ τὴν συμβουλήν μου θὰ τῆς συστήσω νὰ ἀποσύρῃ τὸ νεώτερον ψήφισμα καὶ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ πρῶτον, διότι τὸ δεύτερον δημιουργεῖ μίαν ἐπικίνδυνον ἀσάφειαν. Ἐλέχθη καὶ θὰ ἐπαναληφθῇ’ τί πρέπει νὰ γίνῃ ἀφοῦ δὲν ἀποδεχόμεθα τὴν συνολικὴν αὐτὴν κύρωσιν. Κύριοι βουλευταί, δὲν ἐπεφορτίσθην μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ ἐξεύρω τρόπον λύσεως, διότι τότε θὰ εἶχον καὶ ἐγὼ μίαν θέσιν εἰς τὰ Ὑπουργικὰ ἑδώλια. Ἐγὼ εἶμαι βουλευτὴς ἀπὸ τὸν ὁποῖον ζητεῖται ἡ ψῆφος. Ἐὰν ἐτιθέμην πρὸ τοῦ διλήμματος ὅτι τυχὸν ἀπόρριψις τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ θὰ ἐπέφερε γενικὴν ἀνατροπήν, σᾶς δηλῶ ὅ,τι ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ ἐδήλωσα καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος εἰς τὴν ὁποίαν εἰσήχθη τὸ ψήφισμα τοῦτο ὅτι δηλαδὴ θὰ προτιμοῦσα, ἐὰν εὑρισκόμην πρὸ τοῦ διλήμματος αὐτοῦ, νὰ ἀπαλλαγῶ τοῦ βάρους τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος παρὰ νὰ θέσω τὴν ὑπογραφήν μου τὴν ἐγκριτικὴν κάτωθι 286 Νόμων, τῶν ὁποίων δὲν ἠξεύρω ὄχι μόνον τὸ περιεχόμενον ἀλλ’ οὔτε κἂν τοὺς τίτλους. Μάλιστα, κύριοι βουλευταί, ἐὰν οὕτω ἐτίθετο τὸ δίλλημμα εἰς ἐμέ, θὰ ἀπεφάσιζον καλύτερον νὰ ἀπαλλαγῶ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. (χειροκροτήματα).
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δ. Μπέης Ἀντωνόπουλος.
§170Δ. ΜΠΕΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρέχει κακίστην ὑπηρεσίαν εἰς τὸν Κοινοβουλευτισμὸν καὶ τὴν Δημοκρατίαν, διεξάγουσα τὴν συζήτησιν, καθ’ ὃν τρόπον τὴν διεξάγει ἐπὶ τοῦ παρόντος σοβαρωτάτου νομοθετικοῦ μέτρου. Ἐπίσης νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις δέν ἐγγράφει εἰς τὸ ἐνεργητικόν της ὅτι κατώρθωσε νὰ συγκεντρώσῃ αὐτὸν τὸν ὄγκον τῶν νομοθετημάτων τῶν ὁποίων τὴν κύρωσιν ζητεῖ ἀπὸ τὴν Βουλὴν καθ’ ὃν τρόπον τὴν ζητεῖ. Καί, ὅπως ἐτόνισεν ὁ μόλις κατελθὼν τοῦ βήματος συνάδελφος κ. Γιαννόπουλος, ἀποτελεῖ ζήτημα στοιχειώδους συνειδήσεως ἑκάστου βουλευτοῦ, τὸ νὰ ἐπιψηφίσῃ ἢ ὄχι τὸν ὄγκον τοῦτον τῶν νομοσχεδίων, τῶν ὁποίων οὐδὲ κἂν τοὺς τίτλους εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του. Ἀσφαλῶς τὸ κυβερνητικὸν σχῆμα διαθέτει ὅλην τὴν ἀπαιτουμένην πλειοψηφίαν διὰ νὰ ἐπιψηφίσῃ καὶ τὸ μέτρον αὐτό, ἀρκεῖ νὰ ἐξασφαλίζῃ καὶ τὴν κομματικὴν πειθαρχίαν, τὸ δὲ παρελθὸν μᾶς πείθει ὅτι καὶ τὴν κομματικὴν πειθαρχίαν διαθέτει, ὥστε νὰ ἀπέβαινεν ἴσως ἄσκοπος ἡ κατανόησις, εἰς τὴν ὁποίαν ὑποβαλλόμεθα καὶ ἡμεῖς καὶ οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν εὐαρέσκειαν νὰ παρακολουθοῦν τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς. Καὶ λόγῳ τοῦ προκεχωρηκότος τῆς ὥρας δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐπανάληψιν ὅλων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν, διότι τὸ θέμα εἶναι ἐξηντλημένον. Δὲν δύναμαι νὰ ἀποκρύψω τὴν ἰδιαιτέραν ἐντύπωσιν τὴν ὁποίαν μοῦ ἐπροξένησε τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Κυβέρνησις ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ μεταφέρῃ ἐδῶ καὶ μίαν ἐπιστημονικὴν οἱονεὶ πανοπλίαν, διὰ νὰ καλύψῃ τὰ χαίνοντα κενά. Ἡ ἰδιότης τοῦ μεταφέροντος τὴν πανοπλίαν αὐτὴν ἐδῶ, ὡς ἀρχηγοῦ τοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος καὶ ἡ ἀκαδημαϊκὴ του προέλευσις μὲ ὑποχρεώνει ὅπως ἀπαντήσω εἰς ὅσα ἐλέχθησαν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Δὲν εἶναι τὶ τὸ καινὸν ἡ ἀρχὴ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν ἀπὸ πολλοῦ ἤρξατο ὑποχωροῦσα. Νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὅμως ὁ κ. Κανελλόπουλος νὰ παρατηρήσω ὅτι δὲν ὑπεχώρησε πρὸ νέας τινὸς θεωρίας συγχύσεως ἢ διασταυρώσεως τῶν ἐξουσιῶν, διότι καθ’ ὅσον γνωρίζομεν οὐδεμία τοιαύτη θεωρία εἶδε μέχρι σήμερον τὸ φῶς τῆς ἡμέρας. Ἡ θεωρία τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν ὑπεχώρησεν ἐνώπιον τῆς θεωρίας τῆς «ἑνότητος τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας». Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ λεχθῇ ὅτι δὲν εἶναι μικρὰ οὔτε ἀξιοκαταφρόνητα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιστήμη τοῦ δημοσίου δικαίου παρατάσσει διὰ τὴν ὑποστήριξιν τῆς θεωρίας αὑτῆς. Εἶναι ἅμα ἀληθὲς ὅτι οὔτε ἡ θεωρία, οὔτε ἡ πολιτικὴ τέχνη ἠδυνήθησαν ἀκόμη νὰ καθορίσουν σαφῶς τὰ σχήματα τῆς θεωρίας ταύτης τὰ ὁποῖα θὰ προσηρμόζοντο εἰς ἓν ἐλεύθερον Δημοκρατικὸν καὶ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα. Καὶ δικαιοῦμαι ἀκόμη νὰ παρατηρήσω ὅτι δὲν ἀπέχει πολὺ ἡ θεωρία τῆς «ἑνότητος τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας» ἀπὸ τὴν θεωρίαν τοῦ «ὁλοκληρωτισμοῦ» ὡς οὗτος ἀνεπτύχθη καὶ ἐφηρμόσθη κατὰ τὴν τελευταίαν 50ετίαν. Καὶ ἐπειδὴ ἀντιλαμβάνομαι ἐπαρκῶς ὅτι ἐδῶ δὲν εἶναι βῆμα θεωρητικὸν οὔτε ἀκαδημαϊκόν, ἀλλὰ βῆμα καθαρῶς πολιτικόν, περιορίζομαι εἰς ἀντίκρουσιν τῶν ὅσων ὑπεστήριξεν ὁ κ. Κανελλόπουλος νὰ τονίσω τοῦτο: Ἐὰν συνεπεῖς πρὸς τὴν θεωρίαν ταύτην, ταυτίσωμεν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, μὲ τὴν νομοθετικὴν τοιαύτην, ἐρωτῶν τὸν κ. Κανελλόπουλον, κατά τί διαφέρομεν ἀπὸ τὸν ὁλοκληρωτισμὸν ὡς οὗτος ἔν τε τῇ θεωρίᾳ καὶ τῇ πράξει διεμορφώθη;
§171Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κατὰ τὴν ἀνανέωσιν τῆς ἐξουσίας.
§172Δ. ΜΠΕΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἐπ’ αὐτοῦ. Δίδω τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν πρῶτον ὅτι κατ’ οὐδὲν διαφέρομεν, καὶ ἐὰν δὲν ὁλοκληρούμεθα ἀμέσως εἰς ὁλοκληρωτισμόν, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Κανελλοπούλου νὰ ἔχω τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἔχομεν ὁλοκληρώσει τὸ πρῶτον καὶ τὸ σημαντικώτερον βῆμα πρὸς τὸν ὁλοκληρωτισμόν. Καὶ ἤδη ἐπιλαμβάνομαι τῆς παρατηρήσεως τοῦ ἐκλεκτοῦ συναδέλφου καὶ ὀπαδοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ κόμματος, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ὁποίου ἀνέπτυξε προχθὲς εἰς ἀπάντησιν τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς κυβερνήσεως παρομοίας ἰδέας ἐνισχύσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ναὶ συνομολογῶ καὶ ἐγὼ ὅτι εἶναι χρήσιμον νὰ ἐνισχυθῇ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐνώπιον τῶν τεραστίων κοινωνικῶν προβλημάτων, τὰ ὁποία καλεῖται νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἡ Δημοκρατία. Δὲν φοβεῖται ὅμως ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος ὅτι ἀπαραίτητος προϋπόθεσις διὰ νὰ ἀχθῇ κανεὶς εἰς μίαν ἀποτόλμησιν πραγματοποιήσεως τῆς ἰδέας αὐτῆς, ὅτι ἀπαραίτητος προϋπόθεσις εἶναι πρῶτον ὕπαρξις μιᾶς ἰδιαιτέρως ἰσχυρᾶς πολιτικῆς προσωπικότητος, οἱ ὦμοι τῆς ὁποίας νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ βαστάσουν τὸ τεράστιον αὐτὸ βάρος. Καὶ δεύτερον νομίζει ὅτι διὰ νὰ μὴ ἐκτραπῇ εἰς τυραννίδα ἡ τοιαύτη ἐφαρμογὴ θὰ ἔπρεπε ἐκτὸς τῶν ἄλλων νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸ ἔπακρον ἐν ἐφαρμογῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐκφράζομεν διὰ τῆς λέξεως πολιτικὴ εὐθιξία.
§173Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὅσον ἀφορᾶ μὲν τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον ἐθέσατε, δηλαδὴ τὸ ἐὰν ἀπαιτῆται διὰ νὰ εἶναι ἐφαρμόσιμος ἡ ἀντίληψις αὐτὴ ἡ ὕπαρξις μιᾶς ἰσχυρᾶς προσωπικότητος, θὰ εἶχα νὰ παρατηρήσω τοῦτο. Ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ σχῆμα, τὸ ὁποῖον διαγράφεται εἰς μίαν πολιτείαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι προσηρμοσμένον πρὸς τὴν ὕπαρξιν μιᾶς συγκεκριμένης προσωπικότητος. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβοηθῇ τὴν ἀνάδειξιν προσωπικότητος, ὄχι ὅμως ὅτι ἔχει τὴν ἔννοιαν ὅτι ἀποτελεῖ συνάρτημα τῆς ὑπάρξεως μιᾶς προσωπικότητος, διότι τότε δὲν θὰ ἦτο καθεστὼς πάγιον, θὰ ἦτο καθεστὼς προσωπικόν. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ δεύτερον ζήτημα νομίζω ὅτι σᾶς διέφυγεν τὶ ἀκριβῶς εἶπεν ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος. Ἔχει προτείνει ἡ Βουλὴ νὰ περιορισθῇ κυρίως εἰς τὴν ψήφισιν τῆς ἀρχῆς, διότι ἡ ἀρχὴ εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἔχει πολιτικὴν σημασίαν, ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Μετὰ ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἀρχῆς εἶναι ἕνα ζήτημα τεχνικόν, εἶναι δὲ τόση ἡ ἐξέλιξις ἡ διεύρυνσις τῆς ἁρμοδιότητος τῆς πολιτείας καὶ τόσον μεγάλη ἡ τεχνικὴ τῆς νομοθεσίας σήμερον, ὥστε νὰ γεννῶνται πολλαὶ καὶ βασικαὶ ἀμφιβολίαι, ἐὰν ἕνα Σῶμα ἀπὸ 354 βουλευτὰς εἶναι τὸ κατάλληλον διὰ νὰ προβῇ εἰς τὴν νομοτεχνικὴν κατάλληλον διατύπωσιν πρὸς ἐκτέλεσιν μιᾶς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν δύναται ἀσφαλῶς καὶ ὀφείλει νὰ θεσπίζῃ τὸ Σῶμα.
§174Δ. ΜΠΕΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν πρώτην παρατήρησιν τοῦ συναδέλφου κ. Τσάτσου ἀντιπαρατηρῶ τοῦτο, ὅτι ἡ διαφορὰ τῆς ἐκτιμήσεως καθ’ ἣν ἡμεῖς θέλομεν τὴν προϋπόθεσιν τῆς ὑπάρξεως τῆς πολιτικῆς προσωπικότητος, καὶ ἐκείνης καθ’ ἣν δέον νὰ εἶναι ἐλπιζομένη νομίζω ὅτι εὐσταθεστέρα εἶναι ἡ ἰδική μας κρίσις, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ νὰ γνωρίζομεν τὴν προσωπικότητα εἰς τὴν ὁποίαν νὰ δυνάμεθα νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὴν ἄσκησιν ὅλων σχεδὸν τῶν λειτουργιῶν πλὴν τῆς Δικαστικῆς. Εἰς τὴν ἄγνωστον ἢ ἐλπιζομένην προσωπικότητα νομίζω ὅτι τὰ ἔθνη δὲν δικαιοῦνται νὰ ἐμπιστεύωνται τὴν τύχην των. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν δευτέραν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἔχω νὰ παρατηρήσω τοῦτο. Θεωρητικῶς δύναται νὰ λέγεται ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ψηφίσῃ τὰς ἀρχάς, πρακτικῶς ὅμως φρονῶ ὅτι μεταξὺ τῆς κατ’ ἀρχὴν ἐπιψηφίσεως ἑνὸς μέτρου, ἀναφερομένου εἴτε εἰς τὴν κοινωνικήν, εἴτε εἰς τὴν οἰκονομικήν, εἴτε εἰς οἱανδήποτε πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς δημοσίας ζωῆς, μεταξύ, λέγω, τοῦ κατ’ ἀρχὴν μέτρου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ μέτρου αὐτοῦ ὑπάρχει τρομερὰ ἀπόστασις. Ἐκ τῆς ὑπαρχούσης πείρας εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐντὸς τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος τὸ Νομοσχέδιον γίνεται πολλάκις ἀγνώριστον μὲ τὰς τροπολογίας κλπ. καὶ χάνει σχεδὸν τὸν Ἀρχικόν του χαρακτῆρα. Σκεφθῆτε τώρα κ. βουλευταί, νὰ ψηφισθῇ ἡ Ἀρχὴ τοῦ Νομοσχεδίου ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ὕστερον ἡ κατάστρωσις τοῦ Νομοσχεδίου καὶ ἡ τελικὴ διαμόρφωσις νὰ γίνῃ ἀπὸ ἄλλο ὄργανον. Ὁ κανὼν θὰ εἶναι νὰ ἀποβαίνῃ ἀγνώριστον. Μοῦ φαίνεται λοιπὸν ὅτι οἱ εἰσηγηταὶ τῆς θεωρίας αὐτῆς ἐὰν βασανίσουν πρακτικώτερον τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ ἐπιμείνουν τελικῶς. Ἕν ἕτερον σημεῖον τὸ ὁποῖον μοῦ ἔκαμε ἐντύπωσιν ἀπὸ ὅσα ἀνεπτύχθησαν ἀπόψε ἐκ μέρους τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἑνωτικοῦ κόμματος εἶναι τοῦτο. Ἔρριψε διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του ὁ κ. Κανελλόπουλος ἕνα ὑπαινιγμὸν σαφῆ ὅτι ἡ Τετάρτη Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων δὲν ἀντιλαμβάνεται ἐπαρκῶς τὴν ἀξίαν τὴν ὁποίαν ἐνέχει ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ σχεδίου Μάρσαλ καὶ ὑπέδειξε κατὰ ἕνα τρόπον εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἔχει χρέος νὰ συμβάλλῃ καὶ αὐτὴ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματος Μάρσαλ. Ἐλπίζω ὅτι ἐκφράζω τὰς πεποιθήσεις ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς ἐὰν κάμω ἀπροκάλυπτον διαμαρτυρίαν διὰ τὸν ὑπαινιγμὸν αὐτὸν ὁ ὁποῖος ἐγένετο εἰς βάρος τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Εἶναι βέβαιον ὅτι οὐδεὶς τῶν Ἑλλήνων βουλευτῶν ἀγνοεῖ τὴν παγκόσμιον σημασίαν τῆς Ἀμερικανικῆς αὐτῆς πολιτικῆς οὐδεὶς τῶν Ἑλλήνων βουλευτῶν ὑποτιμᾶ τὴν σημασίαν αὐτῆς οὐδεὶς δύναται νὰ ἐμφορῆται ἀπὸ ἠλλαττωμένην διάθεσιν ἐνισχύσεως παντοιοτρόπως τῆς πολιτικῆς αὐτῆς ἡ ὁποία εἶναι γνωστὴ ὡς σχέδιον Μάρσαλ. Θεωρῶ ὅμως—καὶ μὲ ἐξένισε ἰδιαιτέρως διότι ἐχρησιμοποιήθη ὁ ὑπαινιγμὸς ἐκ μέρους τοῦ κ. Κανελλοπούλου— θεωρῶ ἀνεπίτρεπτον τὸν οὑτωσὶ ἐπιχειρηθέντα ψυχολογικὸν καταναγκασμὸν εἰς βάρος τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων. Καὶ θεωρῶ ψυχολογικὸν τὸν ἀναγκασμὸν διότι καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἑνωτικοῦ κόμματος πιστεύει ὅτι σύμπαντες οἱ Ἕλληνες βουλευταὶ ἔχωσιν τὴν ἐμπρέπουσαν θέσιν λάβει ἔναντι τῆς Ἀμερικανικῆς πολιτικῆς καὶ τοῦ Σχεδίου Μάρσαλ.
§175Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Διὰ νὰ ἐνισχύσω τὰς ἀπόψεις σας, σᾶς γνωρίζω ὅτι ἡμεῖς ἐπροτείναμεν ὅπως ὅλα τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ σχεδίου Μάρσαλ, νὰ ἐπικυρωθοῦν χωρὶς κἂν νὰ εἰσαχθοῦν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὥστε ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἀπὸ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐπεδείχθη ἡ δέουσα κατανόησις.
§176Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἴσως πρόκειται περὶ κακῆς διατυπώσεως τῶν λεχθέντων διότι δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἠθέλησε νὰ ἀσκήσῃ ἐξαναγκασμὸν εἰς βάρος τῆς Βουλῆς.
§177Δ. ΜΠΕΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε ὡς ὑπαινιγμὸς δύναται νὰ ριφθῇ εἰς βάρος τῆς Βουλῆς, ὅτι ὑποτιμᾶ ἢ ἀντιτίθεται εἰς τὴν βαρυσήμαντον Ἀμερικανικὴν πολιτικὴν ἐν σχέσει πρὸς τὸ σχέδιον Μάρσαλ. Θὰ ἤθελα ἐπίσης νὰ σᾶς ἀναπτύξω ἐν συντομίᾳ μίαν τροπολογίαν μου τὴν ὁποία πρὸ ὀλίγου ἔδωκα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν διὰ νὰ ἐκτυπωθῇ. Ὁμολογῶ ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἔχω κατατοπισθῇ περὶ τῶν προθέσεων ἢ τῶν κατευθύνσεων εἰς τὰς ὁποίας ἐπιθυμεῖ νὰ καταλήξῃ ἡ Κυβέρνησις. Θὰ ἐπιδιώξῃ δηλαδὴ τὴν ψήφισιν τοῦ ψηφίσματος ὡς κατετέθη ἢ θὰ θελήσῃ νὰ τὸ παραπέμψῃ εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπήν. Μέχρι τῆς στιγμῆς δὲν ἔχω κατορθώσει νὰ διακρίνω τὰς κυβερνητικὰς προθέσεις. Ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν εἰσηγοῦμαι καὶ ἡ ὁποία θεραπεύει καὶ τὸ πρακτικὸν μέρος ἀλλὰ καὶ τὸ θεωρητικὸν εἶναι ἁπλῆ καὶ συνίσταται εἰς τοῦτο Ὅλος αὐτὸς ὁ νομοθετικὸς πακτωλὸς νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰς ἁρμοδίας κοινοβουλευτικὰς ἐπιτροπάς. Ἐλέχθη ὡς παρατήρησις ὅτι ἐντὸς ὀλίγου θὰ διακόψῃ ἡ Βουλὴ καὶ θὰ σταματήσῃ ἡ λειτουργία τῶν ἐπιτροπῶν αὐτῶν. Εἰσηγοῦμαι λοιπὸν ἀντὶ νὰ λάβῃ ἡ κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ οἱονδήποτε ἄλλο μέτρον καὶ οἱανδήποτε ἀπόφασιν ἡ ὁποία καὶ τὸν κοινοβουλευτισμὸν θὰ ἐξέθετε καὶ τὸ κῦρος τῶν νόμων, θὰ ἠδύνατο νὰ λάβῃ ἀπόφασιν διὰ τῆς ὁποίας νὰ παρατείνῃ τὸν βίον τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῶν διακοπῶν. Δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ, ἐὰν τὸ υἱοθετήσῃ φυσικὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ θὰ λειτουργοῦν κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν θερινῶν διακοπῶν ἐκφράζω δὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ Ἕλλην βουλευτής, ὁ ὁποῖος νὰ ἀρνηθῇ τὴν πρόσθετον αὐτὴν καταπόνησιν. Οἱ βουλευταὶ ἔχουν πληρεστάτην τὴν συναίσθησιν ὅτι δὲν δικαιοῦνται νὰ φεισθοῦν κόπου, ὅταν οἱ στρατιῶται μας δὲν φείδονται τῆς ζωῆς των μαχόμενοι καὶ πίπτοντες εἰς τὰ πεδία τῆς τιμῆς καὶ τῆς σωτηρίας τοῦ Ἔθνους. Τὸ μέτρον λοιπὸν τοῦτο θὰ ἔδιδε τὴν λύσιν ἡ ὁποία καὶ τὴν πρακτικὴν ἀνάγκην θὰ ἐθεράπευε καὶ τὴν θεωρητικὴν ἀνάγκην δὲν θὰ παρέβλεπε ὥστε ἐὰν τὸ σκεφθῶμεν ὀλίγον πρακτικῶς ἐφόσον θὰ λειτουργήσουν ὅλαι αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ καὶ ἐφόσον τὰ Νομοσχέδια τὰ ὁποῖα θ’ ἀπαιτήσουν μίαν μακρὰν ἐπεξεργασίαν εἶναι ὀλίγα, αἱ Ἐπιτροπαὶ αὐταὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ θέρους συνερχόμεναι εἰς δύο ἢ τρεῖς τὸ πολὺ συνεδριάσεις καθ’ ἑβδομάδα θὰ ἠδύνατο νὰ τερματίσουν τὸ ἔργον μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου ἢ τοῦ Ν)βρίου τὸ πολύ. Καὶ ὅταν ἐπαναληφθοῦν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς νὰ εἶναι ἕτοιμαι νὰ παρουσιάσουν εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Σώματος μὲ τρόπον ἄριστον μὲ ἐπεξεργασίαν κατὰ τὸ ἀνθρωπίνως δυνατὸν καλὴν καὶ ἐπιτέλους μὲ τρόπον ἀδιάβλητον καὶ διὰ τὰ Νομοθετήματα καθ’ ἑαυτὰ καὶ διὰ τὸ πολίτευμα περὶ τοῦ ὁποίου τέλος πάντων μία μέριμνα διὰ πράξεων καὶ ὄχι διὰ λόγων νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ γίνῃ. Ἐὰν ὅμως, κ. βουλευταί, καὶ εἰς αὐτὸ δὲν σταθεῖ ἡ Κυβέρνησις καὶ θελήσῃ νὰ ἐπικυρώσῃ ὅλα μαζὶ τὰ Νομοσχέδια θὰ παρακαλέσω καὶ θὰ εἰσηγηθῶ ὅ,τι καὶ εἰς τὴν σχετικὴν τροπολογίαν περιέλαβον νὰ ἐξαιρεθῇ κυρίως ὁ 893 Ἀναγκ. Νόμος ὁ περὶ Νομ)χῶν, ὁ τίτλος τοῦ ὁποίου εἶναι περὶ μέτρων τῆς Διοικήσεως, διότι καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν κατέστη σαφὲς ὅτι μεγάλαι καὶ ριζικαὶ εἶναι αἱ διαφωνίαι Κομμάτων ὁλοκλήρων καὶ βουλευτῶν ἐπὶ μέρους διὰ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἐθεσπίσθη ὁ θεσμὸς αὐτὸς τῶν Νομαρχῶν. Καὶ ἐπειδὴ ἡ συζήτησις περὶ Νομαρχῶν καὶ ἐπειδὴ τόσαι θεωρίαι ἀνεπτύχθησαν ἀπόψε ἀπὸ τὸ βῆμα αὐτὸ ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ μὲ δύο λέξεις μόνον νὰ σημειώσω μερικὰς ἀπὸ τὰς ἀντιρρήσεις αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν ὡς πρὸς τὴν Συνταγματικότητα καὶ τὴν κοινοβουλευτικότητα τοῦ νόμου αὐτοῦ τῶν Νομαρχῶν. Ἐθεσμοθετήθη τὸ γνωστὸν Συμβούλιον Ἐπιλογῆς τὸ ὁποῖον θὰ καταρτίσῃ τὸν κατάλογον τῶν Νομαρχῶν. Ὁ ὑπουργὸς δὲ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις ὡς ἁπλᾶ ὄργανα τοῦ Συμβουλίου ὑποχρεοῦνται νὰ διορίσουν τοὺς ἐκλεκτοὺς τοῦ Συμβουλίου. Ὁ Νέος αὐτὸς θεσμὸς Κύριοι ἐπιτρέψατέ μου νὰ εἴπω ὅτι διασείει τὰ βάθρα αὑτῆς ταύτης τῆς Κοινοβουλευτικῆς Δημοκρατίας καὶ καταλύει τὸ Δημόσιον Δίκαιον τῶν Ἑλλήνων. Ὁ Δημόσιος βίος καὶ τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα ἔχουν ὡς βάσιν τὰ πολιτικὰ Κόμματα καὶ τοὺς Ἀρχηγοὺς αὐτῶν. Τὰ Κόμματα ὡς πολιτικοὶ ὀργανισμοὶ προσέρχονται ἐνώπιον τοῦ Λαοῦ λαμβάνουν παρ’ αὐτοῦ τὴ δύναμιν καὶ τὴν ἐντολὴν τῆς ἐκπροσωπήσεώς του ἐν τῇ Βουλῇ. Τὰ Κόμματα συνθέτουν ἐν τῇ Βουλῇ τόσον τὴν Κυβέρνησιν ὅσον καὶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, δηλαδὴ ἐπανδρώνουν τὸν μηχανισμὸν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ Νομοθετικὴ ἐξουσία συγκροτεῖται ἀπὸ τὰ Κόμματα, καθὼς καὶ ἡ Ἐκτελεστικὴ τοιαύτη. Εἰς τὴν Ἀμερικανικὴν τὴν προεδρευομένην Δημοκρατίαν οἱ ὑπουργοὶ λαμβάνονται ἐκτὸς τῶν κομμάτων καὶ τοῦ Κοινοβουλίου, παρ’ ἡμῖν ἀντιθέτως λαμβάνονται ἐκ τῆς Βουλῆς δηλαδὴ ἐκ τῶν Κομμάτων. Ὅπως ὁ ὑπουργὸς καὶ ὁ Γεν. Διοικητὴς οὕτω καὶ ὁ Νομ)χης εἶναι ἄμεσα ὄργανα τῆς Δ)σεως. Τὸν ἔλεγχον τοῦ διορισμοῦ τῶν ἀμέσων αὐτῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως τοῦ Λαοῦ τὸ δημόσιον δίκαιόν μας τὸ παρεκράτησε διὰ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Κυβέρνησιν ὥρισεν ὅτι τοὺς ὑπουργοὺς θὰ λαμβάνῃ ἐκ τῆς Βουλῆς τοὺς δὲ Νομάρχας ἐκτὸς αὐτῆς, ἀλλὰ μὲ Κυβερνητικὴν εὐθύνην τῆς ἐκλογῆς τῶν προσώπων. Ἐὰν λοιπὸν δεχθῶμεν κατ’ ἀρχὴν ὅτι τὰ ἄμεσα ὄργανα τῆς Διοικήσεως δύναται νὰ ἐπιλέγῃ Συμβούλιόν τι τότε ἀνατρέπωμεν ὁλόκληρον τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα, διότι καὶ τοὺς ὑπουργοὺς θὰ δύναται βάσει τῆς ἀρχῆς αὐτῆς νὰ ἐπιλέγῃ αὔριον ἄλλο τι Συμβούλιον. Δὲν εἶναι μικρά, κύριοι βουλευταί, ἡ πολεμικὴ τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ὁ Κοινοβουλευτισμός. Νομίζω δὲ ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες καὶ εἰδικώτερον οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων δὲν δύνανται νὰ γίνωνται σύμμαχοι τῶν πολεμίων των. Καὶ συμμαχοῦν μὲ τοὺς ἐχθροὺς τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ καὶ προσυπογράφουν τὴν καταδίκην τοῦ Κοινοβουλίου ὅταν υἱοθετοῦν καὶ εἰσάγουν τοιαῦτα νομοσχέδια. Ὅταν ὁμολογοῦμεν κύριοι, ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος εἶναι ἀναξιόπιστος καὶ ἀκατάλληλος νὰ ἐπιλέξῃ τὸν Νομάρχην, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν ὅτι δύναται νὰ ἐπιλέξῃ τὸν ὑπουργόν. Τοῦτο ἀποτελεῖ ἠθικὴ ἀντινομίαν καὶ παραλογίαν τῆς ἠθικῆς ἀδυναμίας τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος νὰ ἐπιλέξῃ τὸν Νομάρχην, τότε δὲν ὁμολογοῦμεν παρὰ τὴν ἠθικὴν ἀδυναμίαν τοῦ Κόμματος νὰ συνεχίσῃ τὸν ρόλον του ἐν τῷ πολιτικῷ βίῳ τῆς χώρας. Ἄλλωστε κύριοι καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως βλέπω ἀκατάλληλον τὸ Συμβούλιον Ἐπιλογῆς τῶν Νομαρχῶν. Νομίζω, ὅτι ἐὰν πάσχωμεν ἀπὸ κάτι, πάσχομεν ἀπὸ ἔλλειψιν ἐντίμων καὶ ἠθικῶν χαρακτήρων, καὶ ὄχι ἀπὸ ἔλλειψιν σοφῶν καὶ διαβασμένων. Μοῦ φαίνεται λοιπὸν ὅτι τὸ Συμβούλιον τὸ μόνον περὶ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ κρίνῃ εἶναι τὰ τυπικὰ προσόντα τῶν ὑποψηφίων, δηλαδή, αἱ γνώσεις. Περὶ τοῦ ἤθους καὶ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ ὑποψηφίου δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἰδέαν τὸ συμβούλιον. Προτιμῶ λοιπὸν νὰ ἐκλέγουν τοὺς Νομάρχας οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων καὶ οἱ πολιτικοὶ οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν τό ἠθικόν ποιόν τῶν ἐπιδόξων Νομαρχῶν παρὰ οἷος δήποτε ἄλλος ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζει κἂν τοὺς ἀνθρώπους. Αἱ παρατηρήσεις μου αὗται δέν ἐξαντλοῦν τὸ θέμα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ ὅπως τὸ Νομοσχέδιον τῶν Νομαρχῶν ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα δοθῇ ἡ εὐκαιρία διὰ μίαν προσεκτικὴν καὶ ψύχραιμον ἐξέτασίν του. Ὁ κοινοβουλευτισμὸς κύριοι Συνάδελφοι ἔχει ἀναμφιβόλως τὰ ἐλαττώματά του καὶ τὰς ἀτελείας του. Ἔχει ὅμως βασικὰ πλεονεκτήματα ἐξασφαλίζοντα τὴν ἐλευθερίαν τῆς σκέψεως καὶ τῆς ὁμαλῆς πολιτικῆς ἐξελίξεως, τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐλέγχου καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα οὐδὲν ἄλλο σύστημα διακυβερνήσεως τὰ ἐξασφαλίζει. Ἀντὶ λοιπόν νὰ συμβάλλωμεν εἰς τὴν καταρράκωσιν τοῦ πολιτεύματος, καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ μελετῶμεν τοὺς τρόπους τῆς βελτιώσεώς του. Ἕνα ἄλλο νομοθέτημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι τό 875 καὶ 1919 «περὶ (ἀναγινώσκει)....» Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἔκανε τὸ ἑξῆς περίεργον διὰ τῶν Α.Ν., κατήργησε τὴν ἄσκησιν τῶν ἐνδίκων μέσων εἰς τὰ τακτικὰ Στρατοδικεῖα. Ἐὰν ἡ κατάργησις περιωρίζετο μόνον εἰς τὰ Ἔκτακτα Στρατοδικεῖα τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο καὶ νοητὸν καὶ εὔλογον. Ἐπεκτεινόμενον ὅμως καὶ εἰς τὴν τακτικὴν Στρατιωτικὴν Δικαιοσύνην ἀποβαίνει παράλογον καὶ ἀπαράδεκτον. Γνωρίζετε βεβαίως ὅτι οἱ Ἀξιωματικοὶ κυρίως δοσιδικοῦν εἰς τὰ τακτικὰ Στρατοδικεῖα. Τὸ ἴδιον φυσικὰ ἰσχύει καὶ διὰ τοὺς στρατιώτας. Ἐπίσης γνωρίζετε ὅτι ἡ ἄσκησις τοῦ ἐνδίκου μέσου ἀποτελεῖ θεμελιώδη ἀρχὴν τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν δύναμαι λοιπὸν νὰ ἐννοήσω πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ στερήσωμεν τοιούτων στοιχειωδῶν δικαιωμάτων τοὺς ἀνθρώπους εἰς τοὺς ὁποίους τόσα ὀφείλει ἡ Πατρίς. Μία ἄλλη ἐξαίρεσις τὴν ὁποίαν εἰσηγοῦμαι εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς ἀναστολὴν διατάξεων τῆς 113 Συντακτικῆς Πράξεως. Ἡ ἀντισυνταγματικὴ αὐτὴ πρᾶξις ἦτο ἕνα νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον παρεῖχε εἰς τοὺς πολεμιστὰς ὑπαλλήλους μερικὰ εὐεργετήματα, χωρὶς νὰ ἐπέρχεται ἐπιβάρυνσις εἰς τὸν Δημόσιον Προϋπολογισμόν. Ἐπ’ αὐτοῦ ἔλαβον διαμαρτυρίαν τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως ὑπαλλήλων τῶν πρόσω. Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ κυρωθῇ ὁ νόμος αὐτὸς. Αὐταὶ κύριοι, ἦσαν αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ θὰ ἤμην εὐτυχὴς ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔδιδεν εἰς αὑτὰς τὴν δέουσαν προσοχήν.
§178Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Θὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις; Θὰ καταλήξωμεν ἀπόψε εἰς ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς;
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§180Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἀναμφισβητήτως κ. βουλευταί, τὴν ὅλην κατάστασιν τὴν ἐδημιούργησε μία ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ ἀποτελεῖ ἕνα μεγάλο σφάλμα διότι καὶ ἂν δὲν προέβλεπε τὰς δύο περιπτώσεις δηλ. τὴν ἔκδοσιν νόμου ὑπὸ κατάστασιν ἀνάγκης καὶ τὴν ἔκδοσιν νόμου ὑπὸ μὴ κατάστασιν ἀνάγκης θὰ ἔλεγον ὅτι εἶχε κάποιαν δικαιολογίαν διότι εἶναι Συνταγματικῶς παραδεδεγμένον ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν ἀναγράφει περιπτώσεις ἐκδόσεως Α.Ν. καὶ Ν.Δ. ἀλλὰ καθιερώθη ἀπὸ τὸν ὑπέρτατον νόμον ἡ ἀρχὴ ὅτι εἰς περιστάσεις καθ’ ἃς κινδυνεύει ἡ πατρὶς δύναται ἡ Κυβέρνησις χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς Πατρίδος νὰ ἐκδώσῃ ἀναγκαστικοὺς νόμους. Πῶς εἶναι δυνατὸν τὴν ὑπερτάτην αὐτὴν ἀνάγκην νὰ τὴν κρίνῃ τὸ Σ. Ἐπικρατείας; Καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ Α νόμος εἶναι νόμος ἀναγκαστικὸς διότι ἐξεδόθη χάριν γενικωτέρου συμφέροντος καὶ ὁ Β ὄχι; Τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ δικαιολογίαν παραδέχονται μεγάλοι Συνταγματολόγοι ὅλου τοῦ κόσμου ὅτι εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτὰς τοῦ κινδύνου καὶ τῆς ἀνάγκης δύνανται νὰ ἐκδοθοῦν ἀν. ν. Συνεπῶς ἡ Κυβέρνησις ἁπάσης τῆς Βουλῆς ἐκδώσασα ἀναγκαστικοὺς νόμους κατ’ ἐμὲ ἔπραξε καλῶς καὶ δὲν νομίζω ὅτι δύναται τὸ Σ. Ἐπικρατείας ἢ ἄλλο τι δικαστήριον νὰ κρίνῃ τὰ ἐσωτερικὰ γνωρίσματα τοῦ νόμου. Τὸ Σ. Ἐπικρατείας καὶ αἱ δικαστικαὶ ἀρχαὶ ἔχουν ἕνα δικαίωμα δικαιοῦνται νὰ κρίνουν ἂν ὁ νόμος εἶναι ἐκδιδόμενος κατὰ τοὺς τύπους ποὺ καθιερώνει τὸ Σύνταγμα διὰ τὰ ἐξωτερικά του γνωρίσματα. Ἂν δηλαδὴ δὲν ὑπεβλήθη ἔκθεσις τοῦ γενικοῦ λογιστηρίου ἢ ἂν δὲν ἐψηφίσθη ὁ νόμος ἅπαξ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον. Ἑπομένως ἡ βάσις τὴν ὁποίαν ἔβαλε τὸ Σ. τῆς Ἐπικρατείας δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὴ διότι δημιουργεῖται προηγούμενον καὶ κινδυνεύει νὰ γίνῃ κάτι εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως ἡ ὁποία προβλέπει ὑπὲρ πᾶν ἄλλο τὴν σωτηρίαν τῆς Πατρίδος ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ μέχρι τοῦ σημείου τοῦ νὰ θέλουμε κατὰ ἀπολύτως συνταγματικὸν τρόπον νὰ δώσουμε κύρωσιν εἰς τοὺς ἀν. αὐτοὺς ν. ἀπέχουμε πολύ. Πρώτην ἐκδήλωσιν τῶν νόμων τούτων ἔχομεν τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1913, ἕως τότε, δὲν εἶχε ἐκδοθῆ ἀν. ν. καὶ διαρκοῦντος τοῦ Βαλκανικοῦ Πολέμου, ἀπούσης τῆς Βουλῆς ὁ μεγάλος ἐκεῖνος πολιτικὸς Ἐλευθ. Βενιζέλος ἐλεγχόμενος διότι εἰσήγαγε τὴν κύρωσιν τῶν διαταγμάτων τῶν ἀναγκαστικῶν τὰ ὁποῖα ἐξέδωκεν ὄχι κατὰ τοὺς τύπους τοῦ Συντάγματος εἶπεν ὅτι ζητεῖ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν ἀλλὰ συγχρόνως ἀπέσυρε τὸ νομοθέτημα διὰ νὰ ἐγγράψῃ ὁλόκληρον τὸ κείμενον, διὰ νὰ δώσῃ οὕτω εἰς αὐτὸ τὸ κῦρος τὸ ἀνάλογον καὶ δι’ αὐτὸ εἰς τὰ σχέδια ἀναγράφεται, κυροῦται καὶ ὄχι ψηφίζεται. Τὸ Σύνταγμά μας ὅμως λέγει ὅτι γίνεται ψήφισις ἅπαξ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον εἰς τρίτην συζήτησιν κατ’ ἄρθρον δὲ καὶ σύνολον εἰς δευτέραν, δὲν δυνάμεθα συνεπῶς νὰ κυρώσωμε τοὺς ἀ.ν. ἄνευ συζητήσεως διότι παραβιάζομεν τὸ Σύνταγμα, τὸ παραβιάζομεν μίαν φορὰν διότι ὑπάρχει ἀνάγκη καὶ δευτέραν διότι δὲν κυροῦμεν τὰς διατάξεις τοῦ συντάγματος. Δὲν ἐλέγχω ἂν οἱ νόμοι εἶναι καλοὶ ἢ κακοὶ διότι δὲν τοὺς ξέρω καὶ συνεπῶς δὲν δύναμαι νὰ κάνω τὸν κριτήν. Ὅ,τι εἶπον εἶναι ἀναμφισβητήτως σύμφωνον πρὸς τὴν συνείδησίν μου. Τώρα δύναται νὰ ἀντιταχθῇ μία ἀντίρρησις εἰς τὴν βάσιν τὴν ὁποίαν θέτω, ὅτι παραβιάζομεν τὸ Σύνταγμα, ζητοῦντες νὰ κυρώσωμεν χωρὶς νὰ ἀναγράφωνται ὁλόκληρα τὰ νομοθετήματα αὐτά. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι πρόκειται περὶ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ὅμως δύναται νὰ ἐκδίδῃ ψηφίσματα καὶ ἐν τοιαύτη περιπτώσει δικαιοῦται χωρὶς νὰ ψηφίζῃ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον εἰς πρώτην συζήτησιν κατ’ ἄρθρον δὲ καὶ σύνολον εἰς δευτέραν, διάφορα ψηφίσματα ὡς καὶ τὸ ὑπὸ κρίσιν. Ἀλλά, κύριοι, θὰ ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ ἕνα ψήφισμα εἰς τὸ ὁποῖον νὰ λεχθῇ ὅτι τὸ Σῶμα αὐτὸ κάνει τὰς μεταβολὰς εἰς τὸν Κανονισμὸν καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ δύναται νὰ ψηφίζῃ καὶ νὰ κυροῖ καὶ ἄνευ τῆς ἀναγραφῆς τῶν νόμων τῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων ἢ Ἀναγκαστικῶν Νόμων οἱ ὁποῖοι ἐξεδόθησαν ἀπούσης τῆς Βουλῆς, ὁπότε τότε ἀναμφισβητήτως θὰ εἶχε δικαίωμα νὰ ψηφίζῃ οἱονδήποτε ψήφισμα. Τὸ τοιοῦτον ὅμως δὲν συνέβη. Πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νὰ κυρώσωμεν ψήφισμα παρὰ τὸ Σύνταγμα; Ὁμολογῶ κύριοι ὅτι ἡ κατάστασις εἶναι κρίσιμος, καὶ τὴν ἐδημιούργησεν μία ἄστοχος, ἐπιζήμια καὶ ἀψυχολόγητος ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἂν ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ἔκανε ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν τῆς προθεσμίας, ἢ τοὐλάχιστον διὰ νὰ μπορέσωμεν νὰ ξεφύγωμε ἀπὸ τὸν σκόπελον εἰς τὸν ὁποῖον πέσαμεν, νὰ ἐγκρίνωμεν ὅλα ἐκεῖνα τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὴν Δημοσίαν Τάξιν καὶ τὸ Σχέδιον Μάρσαλ καὶ νὰ καθορίσωμεν, ὅτι τῶν ἄλλων ἀναστέλλεται ἡ κύρωσις, ἵνα ἐπεξεργασθοῦν ὑπὸ ἐπιτροπῆς.
§181Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Μεταφορῶν). Αὐτὸ γίνεται κύριε συνάδελφε.
§182Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Θὰ ἤθελον νὰ κυρώσωμεν ἀπὸ τώρα, χωρὶς νὰ παραπεμφθοῦν εἰς ἐπιτροπήν, τὰ νομοθετήματα, τὰ σχετικά, μὲ τὴν Δημ. Τάξιν καὶ τὸ Σχέδιον Μάρσαλ, τῶν δὲ ἄλλων νὰ ἀνασταλῇ ἡ κύρωσις καὶ νὰ ἔχουν τὴν ἰσχύν των μέχρις ὅτου ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ.
§183Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Αὐτὸ ἀποτελεῖ περισσότερον, ἀπὸ τὸ ζητούμενον διὰ τοῦ ψηφίσματος.
§184Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Δυνάμεθα νὰ προσφέρωμεν περισσότερα, διότι ἐξετάζομε ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως. Πῶς δηλ. δυνάμεθα νὰ ξεφύγωμεν ἀπὸ τὸν σκόπελον, εἰς τὸν ὁποῖον μᾶς ἐνέπλεξε μία ἀπόφασις τὴν ὁποίαν ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ κατακρίνωμεν.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Οἰκονόμου ἔχει τὸν λόγον.
§186Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἐλέχθη κ. συνάδελφοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι πολλοὶ συνάδελφοι, εὑρισκόμενοι ἐν ἀσφαλείᾳ ἀντιπολιτεύονται δῆθεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ σχετικοῦ τούτου ψηφίσματος, περὶ κυρώσεως τῶν ἀ.ν. Ἐπειδὴ εἶμαι ἐξ ἐκείνων τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι καθ’ ὅλον τὸ 4ετὲς διάστημα, δὲν εὑρέθην οὔτε μίαν ἡμέραν ἐν ἀσφαλείᾳ ἀλλὰ διαρκῶς κινδυνεύω, ἀπαντῶ ὅτι τοὐλάχιστον κατ’ ἐμὲ ἡ ἀντίρρησις τὴν ὁποίαν ἔχω ὡς πρὸς τὴν κύρωσιν ὡρισμένων νόμων, δὲν ἔχει τὸν λόγον ὅτι ὀφείλεται νὰ τηρῆται ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς. Γνωρίζομεν κ. συνάδελφοι ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἄνευ ἐξουσιοδοτήσεως ἀκόμη, καθ’ ἡμᾶς, εἶχεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ ἀ.ν. κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διακοπῶν τῆς Βουλῆς λόγῳ τοῦ ἐκτάκτου τῶν ἀναγκῶν, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰς τὴν χώραν μας. Ἔπρεπε ἡ Κυβέρνησις νὰ περιορισθῇ εἰς τοὺς Νόμους οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖοι διὰ τὴν συντήρησιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ λαοῦ μας. Αὐτοὺς λοιπὸν τοὺς νόμους ἔπρεπε ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς φέρῃ δι’ ἑνὸς ψηφίσματος νὰ ἐγκρίνομεν αὐτοστιγμεί. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει αὐτό, θέλει μαζὶ μὲ αὐτοὺς νὰ κυρώσωμεν τὸν νόμον περὶ συστάσεως Ταμείου Φορτηγῶν Αὐτοκινήτων, ὁ ὁποῖος ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς 21 Μαρτίου καὶ δημιουργεῖ θέσεις πολυτελεστάτας, μαζεύει δισεκατομμύρια, τὰ ὁποῖα τοποθετοῦνται εἰς Τράπεζαν κατ’ ἐκλογὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, κάμνει δαπάνας διὰ τὴν ἐπίπλωσιν τῶν γραφείων, διὰ τὴν μίσθωσιν ἀκινήτων, διὰ τὴν ἀγορὰν ἀκινήτων κατὰ παρέκκλισιν τῶν παγίων διατάξεων τῶν ἰσχυουσῶν ἐπὶ μία πεντηκονταετίαν.
§187Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Μεταφορῶν). Ἐλπίζω νὰ συζητηθῇ ὁ νόμος αὐτὸς καὶ τότε θὰ ἰδῆτε ὅτι αὐτὰ ποὺ λέγετε δὲν εἶναι ἀκριβῆ, ἂς ἔλθῃ νὰ συζητηθῇ ἐδῶ καὶ τότε θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἐγώ.
§188Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ζητεῖτε ὅμως τώρα νὰ τὸν κυρώσωμεν αὐτὸν τὸν νόμον καὶ νὰ ἰσχύσῃ ἐν τῷ μεταξὺ. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ ἡ ὁποία μᾶς χωρίζει. Ἐνῷ ἡμεῖς λέγομεν ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἰσχύσῃ προτοῦ ψηφισθῇ ἀπὸ ἡμᾶς.
§189Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Μεταφορῶν). Ἠξεύρετε πόσα δισεκατομμύρια εἰσπράττει τὸ δημόσιον δυνάμει αὐτοῦ τοῦ νόμου;
§190Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Θὰ ἦτο εὐχάριστο νὰ ἀνεπληροῦντο ὅλα τὰ ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ Ἀλλὰ θὰ ἦτο εὐχαριστώτερον, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Μεταφορῶν, ἡ διάταξις ἐκείνη ἡ ὁποία δημιουργεῖ δαπάνας κατὰ παρέκκλισιν τῶν παγίων διατάξεων αἱ ὁποῖαι ἰσχύουν ἐπὶ μίαν πεντηκονταετίαν καὶ τοῦ νόμου περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ νὰ μὴν εἶναι ἀναγεγραμμένη. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν τὰ ψηφίσματα καὶ οἱ νόμοι ψηφίζονται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον. Καὶ ἐρωτῶ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς νὰ μοῦ ἀπαντήσῃ καὶ εἶναι ὑποχρεωμένον ν’ ἀπαντήσῃ ἐφ’ ὅσον θέλει νὰ τηρῇ τὸν Κανονισμόν, τὶ ἀφορᾶ τὸ ΙΑ ψήφισμα περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς «... ἀναγινώσκει...». Ἐρωτῶ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς νὰ μοῦ εἴπῃ κατ’ ἀρχὴν τὶ ἀφορᾶ τὸ ψήφισμα αὐτὸ καὶ περιμένω τὴν ἀπάντησιν διὰ νὰ δώσω τὴν ψῆφον τῆς κυρώσεως. Διότι πῶς θὰ τὴν δώσω; Μὲ καλεῖ τὸ Προεδρεῖον νὰ κυρώσω διὰ τῆς ψήφου μου αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα. Ἐρωτῶ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς καὶ αὖθις τὶ ἀφορᾶ κατ’ ἀρχὴν καὶ πόσα ἄρθρα ἔχει διὰ νὰ δώσω τὴν ψῆφον μου τὴν κυρωτικὴν ἢ ὄχι. Τὸ Προεδρεῖο δὲν ἀπαντᾶ.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον δὲν εἰσάγει Νομοσχέδια.
§192Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν τὰ ἀναγιγνώσκει τὸ Προεδρεῖον. Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν γνωρίζει τὸ Προεδρεῖον ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν τὶ ἀφορᾶ τὸ ψήφισμα αὐτό.
§193Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ἀντιπ. Κυβερνήσεως). Δὲν εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ τὰ κυρώσετε.
§194Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Βεβαίως δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος. Ἐρωτῶ ὅμως ἐγὼ καὶ οἱ συνάδελφοί μου τὶ λέγει αὐτὸ τὸ διάταγμα διὰ νὰ τὸ κυρώσω.
§195Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὰ ψηφίσματα ὅλα θὰ ἔλθουν εἰς τὸ Σῶμα πρὸς κύρωσιν.
§196Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ὅταν ἔλθουν τὰ ψηφίσματα, κύριε Ὑπουργὲ, τότε θὰ εἴπωμεν ναὶ. Ἀλλὰ ἀπόψε ποὺ μὲ ἀναγκάζετε νὰ εἴπω ναὶ ἢ ὄχι, λέγω ὄχι εἰς τὸ ἀνύπαρκτον. Διότι δὲν ὑπάρχει. Χωρὶς ὑπογραφὴν οὔτε τοῦ Ὑπουργοῦ οὔτε τῆς Κυβερνήσεως, ἦλθε ἕνα χαρτὶ μόνον εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἤδη καλεῖται ἡ Βουλὴ ἡ Ἀναθεωρητικὴ εἰς αὐτὸ τὸ χαρτὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει καμμίαν ὑπογραφὴν καλεῖται μιὰ Βουλὴ Ἀναθεωρητικὴ, ἐπαναλαμβάνω, νὰ εἴπῃ καλῶς ἔχει. Διὰ τὸ ΙΑ ψήφισμα ὅμως δὲν ἀπήντησε ἡ Κυβέρνησις.
§197Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Διατὶ σᾶς βασανίζει τόσον πολὺ τὸ ΙΑʹ ψήφισμα;
§198Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Δὲν μὲ βασανίζει μόνον τὸ ΙΑ, μὲ βασανίζει τὸ ΚΒ «περὶ παρατάσεως τῶν προθεσμιῶν τοῦ ἄρθρου 3 παράγραφος 1 καὶ 10 τοῦ Θ ψηφίσματος. Μὲ βασανίζει καὶ τὸ ΚΣΤ περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 16 «.... ... (ἀναγιγνώσκει).....»
§199Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ἀντιπ. Κυβερνήσεως). Εἴπατε ὅτι ὑμεῖς ζητήσατε τὰ τρία αὐτὰ χρόνια ἐν μέσῳ κινδύνων. Νὰ μοῦ εἴπητε αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ κατάστασις ἔχει βελτιωθῆ εἰς τὴν περιοχὴν σας;
§200Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἐν μέρει.
§201Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ἀντιπ. Κυβερνήσεως). Μήπως ὅλα αὐτὰ τὰ μέτρα ποὺ ἐλήφθησαν συνετέλεσαν εἰς τὸ ν’ ἀποκατασταθῇ ἡ ἀσφάλεια ἡ ὁποία σᾶς παρέχεται σήμερον;
§202Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἡ διαφωνία μας δὲν ἔγκειται εἰς τὴν λῆψιν τῶν μέτρων, ἀλλ’ εἰς τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον καλούμεθα νὰ τὰ ψηφίσωμεν.
§203Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ἀντιπ. Κυβερνήσεως). Διεφωνήσαμεν ἡμεῖς εἰς αὐτὸ;
§204Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ὅταν συνεζητοῦντο τὰ μέτρα τὰ ἀφορῶντα τὸ Γʹ ψήφισμα διεφώνησε τὸ κόμμα σας.
§205Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Μὲ συγχωρῆτε.
§206Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Κύριε πρόεδρε, δὲν εἶμαι ἀνακόλουθος. Τὸ ΚΖ ψήφισμα περὶ παρατάσεως τὶ λέγει; «......... (ἀναγιγνώσκει)...» Οὔτε εἰς αὐτὸ ἀπαντᾶ ἡ Κυβέρνησις. Τὸ ΚΑ περὶ παροχῆς «... (ἀναγιγνώσκει).........» Δὲν ἀπαντᾶ καὶ εἰς αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις. Ἐὰν θελήσω ν’ ἀναφέρω ὅλα τὰ νομοθετήματα θὰ καθώμαστε ἐδῶ ὅλη τὴν νύκτα νὰ τὰ συζητήσωμεν. Καὶ εἰσερχόμεθα ἤδη εἰς τὰ νομοθετικὰ διατάγματα. Τὸ πρῶτον τούτων, κύριοι βουλευταὶ, εἶναι τὸ περὶ συστάσεως θέσεως Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας καὶ τὸ δεύτερον ἀφορᾶ τὴν σύστασιν Ὑφυπουργοῦ τῶν Ἐξωτεκῶν.
§207Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὸ τελευταῖον τοῦτο ἐξεδόθη ἐπὶ Κυβερνήσεως Πουλίτσα.
§208Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἀφοῦ, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ἐδημοσιεύθη ἀπὸ τοῦ 1946 διατὶ δὲν ὑπεβλήθη μέχρι σήμερον πρὸς κύρωσιν ὑπὸ τοῦ Σώματος;
§209Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὰ ἐκδοθέντα νομοθετικὰ διατάγματα πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, ἀνήρχοντο ἐν συνόλῳ εἰς 110, ἐξ ὧν μέχρι σήμερον ἐκυρώθησαν τὰ 70 περίπου, ἀπέμενε δὲ ἓν κατάλοιπον, δὲν κατέστη δὲ δυνατὴ ἡ μέχρι σήμερον κύρωσίς των λόγῳ τῶν ἐπανειλημμένων διακοπῶν τοῦ Σώματος, μεταξὺ δὲ αὐτῶν ἦσαν καὶ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοθετικὸν διάταγμα.
§210Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Διὰ τοῦ τελευταίου αὐτοῦ νομοθετήματος, κύριε Ὑπουργὲ, δημιουργοῦνται δαπάναι. Εἶναι δυνατὸν νὰ μοὶ εἰπῆτε ποῖαι δαπάναι πρόκειται νὰ δημιουργηθοῦν; Κύριοι βουλευταὶ, ἡ Κυβέρνησις ἔφερεν ἐνώπιον ἡμῶν πλεῖστα ὅσα νομοθετικὰ διατάγματα καὶ ἀναγκαστικοὺς νόμους ζητοῦσα παρ’ ἡμῶν τὴν κύρωσιν αὐτῶν, ἀλλὰ χωρὶς νὰ μᾶς γνωρίσῃ τὸ περιεχόμενόν των, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν κύρωσιν αὐτῶν; Ἐκτὸς αὐτοῦ ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς γνωρίσῃ καὶ ποῖαι δαπάναι δημιουργοῦνται ἐξ’ ἑνὸς ἑκάστου ἐξ’ αὐτῶν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν. Κύριοι βουλευταὶ, ἐξαιρέσατε 10 περίπου ἐν συνόλῳ νομοθετήματα, τὰ λοιπὰ τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν, δὲν ἐξεδόθησαν εἰμὴ μόνον πρὸς ἱκανοποίησιν κομματικῶν ὠφελημάτων τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων καὶ χαρακτηρίζονται μόνον ὡς νόμοι σπατάλης καὶ διασπαθίσεως τοῦ δημοσίου χρήματος.
§211Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης) Σᾶς βεβαιῶ, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι ἐκ τῶν 21 νομοθετημάτων μὲ τὰ ὁποῖα φέρεται χρεωμένον τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, οὔτε ἓν δὲν ἐξεδόθη, χωρὶς ἀδήριτος καὶ ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη νὰ ἐπέβαλε τοῦτο.
§212Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς δηλώσω ὅτι οἱ νόμοι οἱ δικοί σας πράγματι ἐξεδόθησαν διότι ὑπῆρχε κάποια ἀνάγκη. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς εἴπω ὅτι καὶ οἱ νόμοι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἀσφαλείας ἦσαν ἀναγκαῖοι. Ἀλλὰ δὲν ἦσαν ἀναγκαῖα ὅλα αὐτὰ τὰ νομοθετήματα. Ἔπρεπε ἐπὶ τέλους κάθε Ὑπουργεῖο νὰ μᾶς φέρῃ μίαν κατάστασιν ἕνα πίνακα κεχωρισμένως τὸ κάθε Ὑπουργεῖον. Ἔπρεπε ἡ Κυβέρνησις νὰ δείξῃ μεγαλύτερον σεβασμὸν. Ἐλέγχω λοιπὸν ὄχι μόνον ἐσᾶς κ. Ὑπουργὲ, ἐλέγχω τὴν Κυβέρνησιν ὁλόκληρον, διότι περιεφρόνησε τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἂς λέγαμε ὅτι εἶναι κοινοβουλευτικὰ διότι ὑπάρχουν μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρόσωπα κοινοβουλευτικὰ ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ πρόσωπα τινά, τὰ ὁποῖα κάνουν κάποια παρέκκλισιν τῶν κοινοβ)τικῶν θεσμῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἐγκρίνῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα ἐφέρατε, οὔτε ἐπιτρέπεται νὰ τὰ ἐγκρίνῃ. Ἡ πλειοψηφία εἶναι δικαίωμά της νὰ τὰ ἐγκρίνῃ, ἀλλὰ αὔριον θὰ πάρω αὐτὸ τὸ χαρτὶ καὶ θὰ τὸ μοιράσω σ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα καὶ θὰ εἴπωμεν: «Τῆς τὰ εἴπαμε τῆς τὰ ὑπεδείξαμε καὶ ὁ κυρίαρχος Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ κρίνῃ σχετικῶς. Ἐγὼ οὐδέποτε θὰ δώσω ψῆφον κυρωτικὸν εἰς νόμον ἐρχόμενον πρὸς κύρωσιν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Εἶμαι πρόθυμος ἐπαναλαμβάνω νὰ κυρώσω ἀσυζητητὶ τὰ νομοσχέδια τῶν Ὑπουργείων Στρατιωτικῶν, Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Δημοσίας ἀσφαλείας, ἀλλὰ οὐδὲν τῶν ἄλλων Ὑπουργείων. Θέλω νὰ εἰσαχθοῦν εἰς ἐπιτροπὰς εἴτε εἰς μία εἴτε εἰς δύο τυπωμένα καὶ ὑπογεγραμμένα ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς μὲ ἔκθεσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου διὰ τὰς δαπάνας, καὶ ἀφοῦ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν τότε θὰ τὰ ψηφίσωμεν (χειροκροτήματα).
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθέντος τοῦ καταλόγου τῶν ἐγγεγραμμένων νὰ ὁμιλήσουν, ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ ὅπως ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος διεξαχθῇ κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν ἀποτελέσει δὲ τὸ πρῶτον θέμα τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§214ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 7 μ. μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως ψηφοφορίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ κυρώσεως ψηφισμάτων κλπ.» καὶ λοιπὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν». Ὥρα 1.30 π.μ.