1949.07.07
1.637 στίχοι · 11.344 λέξεις · 191 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 72α
Πέμπτη 7 Ἰουλίου 1949
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 7.15′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Ταλιαδοῦρος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Γκίνης ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κ.λ.π.
§4Γ. ΓΚΙΝΗΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Ἀργολιδοκορινθίας κ. Πραξιτέλης Μουτζουρίδης δι’ ἀναφορᾶς του ζητεῖ τὴν μέριμναν καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὴ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν διὰ τὰς καταστροφὰς ἐκ τῆς χαλάζης εἰς τὴν παραγωγὴν τῶν χωρίων Ἑλληνοχωρίου, Σοφιανῶν καὶ Κλημεντίου Ἀργολιδοκορινθίας. Ὁ βουλευτὴς Ἀργολιδοκορινθίας κ. Πραξιτέλης Μουτζουρίδης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἀναστασίου Μούτρου, κατοίκου Λουτρακίου, ζητοῦντος τὴν χορήγησιν ἀναγκαίων μέσων πρὸς συντήρησιν τοῦ ἀνικάνου υἱοῦ του πάσχοντος ἐκ φυματιώσεως τῶν πνευμόνων. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Πρ. Μουτζουρίδης κ.λ.π., καταθέτουσι τὰ ἀπὸ 28 Ἰουνίου 1949 δύο ὑπομνήματα τοῦ Βʹ Πανελληνίου Συνεδρίου Ξενοδόχων Ἀθηνῶν δι’ ὧν ἐπικαλοῦνται τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν μελέτην καὶ εὐνοϊκὴν ἐπίλυσιν τῶν ἐν τοῖς ὡς ἄνω ψηφίσμασι αἰτημάτων τοῦ ξενοδοχειακοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδος. Ὁ βουλευτὴς Ἀργολιδοκορινθίας κ. Πραξιτέλης Μουτζουρίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἐθνικῆς Ἑνώσεως Ἀναπήρων καὶ Θυμάτων Πολέμου Κορινθίας 1912–49, ζητούντων ἄμεσον ἐφαρμογὴν καὶ εἰς τὴν περιφέρειαν Κορινθίας τῆς ὑπ’ ἀριθ. 43075 τῆς 17ης Ἰουλίου 1947 ἀποφάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Μεταφορῶν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιτρέπεται ἡ δωρεὰν μεταφορὰ δύο ἀναπήρων ἀξιωματικῶν ἢ ὁπλιτῶν ἐφ’ ὅσον οὗτοι εἶναι ἐφωδιασμένοι διὰ δελτίου ταυτότητος παρὰ τῆς Δ)σεως Στρατ. Προσωπικοῦ Ὑ. Σ. Ὁ βουλευτὴς Ἀργολιδοκορινθίας κ. Πραξιτέλης Μουτζουρίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως Θυμάτων αὐτοκινήτων στρατευμάτων κατοχῆς ζητούντων ἄμεσον ἀποζημίωσίν των. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Πολυζώης Οἰκονομίδης, καταθέτει ἀναφορὰν Πολιτικῶν Συνταξιούχων Πατρῶν παραπονουμένων διότι τὸ Ταμεῖον Προνοίας εἰς τοὺς ἐξελθόντας τῆς ὑπηρεσίας μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν κατέβαλε βοήθημα ἐντελῶς ἀσήμαντον, ἤτοι τὸ 12πλάσιον ἢ 25πλάσιον τοῦ προπολεμικοῦ καὶ ζητούντων τὴν ἀναπροσαρμογὴν τούτου. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Πολυζώης Οἰκονομίδης, καταθέτει ἀναφορὰν Πολιτικῶν Συνταξιούχων Πατρῶν, ζητούντων ὅπως τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν ὁ νόμος 2471)1940 ὁ προβλέπων τὴν ὑποχρεωτικὴν ἀσφάλισιν μιᾶς τοὐλάχιστον ἀγάμου θυγατρὸς τῶν πολιτικῶν συνταξιούχων. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Πολυζώης Οἰκονομίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου, τῆς Ὁμοσπονδίας Ἐπαγγελματιῶν καὶ Βιοτεχνῶν καὶ τοῦ Ἐργατοϋπαλληλικοῦ Κέντρου Αἰγίου, ζητούντων ἄμεσον διάνοιξιν δημοσίας ὁδοῦ Αἰγίου–Καλαβρύτων καὶ συνιστᾷ τὴν ἀποδοχὴν τοῦ δικαιοτάτου τούτου αἰτήματος ζωτικωτάτου διὰ τὰς ἀνάγκας ἀμφοτέρων τῶν ἐπαρχιῶν Αἰγιαλείας καὶ Καλαβρύτων. Ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κ. Σ. Τρίαντος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου Κερκύρας, διαμαρτυρομένου διὰ διαταχθεῖσαν ἀναστολὴν παιδικῶν ἐξοχῶν. Ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κ. Σ. Τρίαντος καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Ἑλλήνων Ἀποστράτων Ἀξιωματικῶν Κερκύρας, ζητούντων τὴν ρύθμισιν καὶ προσαρμογὴν τῶν συντάξεών των συγχρόνως μὲ τὴν ρύθμισιν τῶν ὑπαλληλικῶν μισθῶν. Ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κ. Σ. Τρίαντος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου Κερκύρας, ζητοῦντος ταχεῖαν ἐκποίησιν καὶ ἐκκαθάρισιν τῶν ἐν Κερκύρᾳ ἀκινήτων Ἰταλικῶν περιουσιῶν. Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Κ. Καλλίας καταθέτει ἀναφορὰν τῶν πληγέντων φοροτεχνικῶν ὑπαλλήλων διοδίων Ἑλλάδος, ζητούντων τακτοποίησιν αὐτῶν εἰς κενὰς θέσεις εἰσπράξεων φόρων θεαμάτων, ἐλεγκτῶν αὐτοκινήτων καὶ ἀλλαχοῦ. Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Κ. Καλλίας καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ Δημάρχου καὶ τῶν ὀργανώσεων Ἱστιαίας (Εὐβοίας) ζητούντων, κατόπιν καὶ τῶν προσφάτων θλιβερῶν γεγονότων Καστανιωτίσσης, ὁριστικὴν ἐκκαθάρισιν Εὐβοίας ἀπὸ συμμοριτισμόν. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Δ. Νικολαΐδης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου Ἐμποροβιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου Θεσσαλονίκης διαμαρτυρομένου διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ γραφείου εἰσαγωγῶν Β. Ἑλλάδος καὶ ζητοῦντος τὴν ἄμεσον ἐπανασύστασιν καὶ ἐπαναλειτουργίαν του. Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Γ. Βογιατζῆς, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, διαμαρτύρεται διὰ τὴν τελείαν ἐγκατάλειψιν τῆς Εὐβοίας εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἀνταρτῶν καὶ διὰ τὴν ὠργανωμένην ἐπίθεσιν τῶν συμμοριτῶν ἐναντίον τοῦ χωρίου Καστανιώτισσα. Οἱ βουλευταὶ Εὐβοίας κ.κ. Γ. Βογιατζῆς, Α. Κακκαρᾶς, Κ. Μπακόλας καὶ Χ. Θηβαῖος, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τοῦ κυνηγετικοῦ συλλόγου Ἱστιαίας, τοῦ Δημάρχου Λίμνης καὶ τοῦ Προέδρου τῶν Συν)σμῶν Ἁγίας Ἄννης, διαμαρτυρομένων δι’ ἐγκατάλειψιν τῆς Εὐβοίας εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἀνταρτῶν καὶ ζητούντων ἄμεσον ἀντικατάστασιν ὑπευθύνων δι’ ἀσφάλειαν ὑπαίθρου ἀρχῶν καὶ καταλογισμὸν εὐθυνῶν δι’ ἐπίθεσιν Καστανιωτίσσης. Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Γ. Βογιατζῆς καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Ἁγίας Ἄννης, διαμαρτυρομένου διὰ τελείαν ἐγκατάλειψιν περιφερείας εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἀνταρτῶν καὶ ζητοῦντος ταχεῖαν ἐκκαθάρισιν καὶ παγίωσιν τῆς τάξεως. Ἡ ἐπὶ τῶν Τ.Τ.Τ. Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν Ἀνώνυμον Ἑλληνικὴν Τηλεφωνικὴν Ἑταιρίαν». Ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων 1) «περὶ ὀργανικῶν ἀριθμῶν Ἀξιωματικῶν Β. Ν.» καὶ 2 «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 794) 1948 Α. Ν. «περὶ καταστάσεως Ἀξιωματικῶν Β. Ν.». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Βαμβέτσος καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως καὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Γαρουφαλιᾶς, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως καὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Ἀστερίου, Μ. Καρζῆς, Δ. Κορκολῆς καὶ Κ. Οἰκονομίδης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Α.Ν. 948) 49 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συνθέσεως τῶν Ὑπηρεσιῶν Κεντρικῆς Ὑπηρεσίας Ὑπουργείου Ὑγιεινῆς». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Καραθόδωρος, Ι. Μπερνίτσας, Α. Πέγιος, Μ. Καρζῆς, Μ. Κότσιανος, Ε. Εὐθυμιάδης κ. ἄ., καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ φόρου ἐπὶ εἰδῶν πολυτελείας». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ἰ. Λαυρεντίδης, Θ. Διακουμόπουλος, Κ. Μουρατίδης, Ἰ. Δούμπας κ. ἄ., καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καλλιεργείας καπνοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1949 καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Κ. Μπέλλας, Λ. Ξαρχᾶκος, Α. Μπασιᾶκος, Ε. Κομνηνός, Ν. Ἀντωνιάδης κ.ἄ., καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ — Αʹ Μέρος — διατάξεων διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Νικολαΐδης, Ἰ. Λαυρεντίδης, Σ. Παπάζης καὶ Α. Πέγιος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καλλιεργείας καπνοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1949 καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ε. Κοθρῆς, Ἰ. Μογγογιάννης, Ἰ. Φουντουλάκης καὶ Κ. Παπαδάκης καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διατάξεων ἀφορωσῶν τοὺς Δήμους καὶ τὰς Κοινότητας». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ἀ. Καλαντζᾶκος καὶ Γ. Βορρὲς καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων Α. Ν. 832) 1948 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ ἰατρικῶν εἰδικοτήτων κ. λ. π. διατάξεων».
§5Γ. ΜΠΑΡΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, καταθέτω τηλεγραφικὴν διαμαρτυρίαν τοῦ Ἐμπορικοῦ καὶ Βιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου καὶ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Ἰωαννίνων διαμαρτυρομένων διὰ τὴν ἐγγραφὴν τῆς πρωτοδικειακῆς περιφερείας εἰς τὴν φορολογίαν τῶν εὐπόρων. Ἡ περιοχὴ τῶν Ἰωαννίνων ἀκριτικὴ οὖσα, ὑπέστη τελείαν οἰκονομικὴν καταστροφὴν καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποστῇ τὸ βάρος τῆς φορολογίας τῶν εὐπόρων. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν ὅπως διαγράψῃ τὴν πρωτοδικειακὴν περιφέρειαν Ἰωαννίνων ἐκ τῆς φορολογίας τῶν εὐπόρων.
§6Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ πρωτοδικειακὴ περιφέρεια Πρεβέζης καὶ ἰδίως ἡ εἰρηνοδικειακὴ περιφέρεια Πάργας, εἶναι ἐντελῶς κατεστραμμέναι καὶ δι’ αὐτὸ ζητοῦν νὰ ἐξαιρεθοῦν ἐκ τῆς φορολογίας τῶν εὐπόρων. Ἡ περιφέρεια Πρεβέζης ὑπέστη ἀλλεπαλλήλους βομβαρδισμούς, ἐξ ὧν κατεστράφη πλήρως. Ὡς ἐπιστέγασμα τῶν καταστροφῶν τούτων ἐπηκολούθησαν οἱ καταστρεπτικοὶ σεισμοί, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων κεῖται ἡ πόλις κατὰ τὸ μεῖζον μέρος εἰς ἐρείπια. Κανὲν ἐμπόριον καὶ καμμία κίνησις δὲν ὑπάρχει. Ὡς νὰ μὴ ἔφθαναν πάντα ταῦτα ὁλόκληρος ὁ Νομὸς Πρεβέζης γέμει συμμοριοπλήκτων. Τὶ νὰ εἴπῃ τις δὲ ἰδιὰ τὴν εἰρηνοδικειακὴν περιφέρειαν τῆς Πάργας, περιοχῆς ἡ ὁποία καὶ ἀλίμενος εἶναι καὶ συνεπῶς καμμίαν ἀπολύτως ἐμπορικὴν κίνησιν δὲν ἔχει, ἀλλὰ καὶ οὐδένα ἀπολύτως δημόσιον δρόμον, οὔτε ἐπαρχιακὸν οὔτε κἂν κοινοτικὸν εἰς τρόπον ὥστε καὶ τὰ ἐλάχιστα προϊόντα της νὰ μένουν ἀζήτητα. Ἀποτέλεσμα δὲ τούτου, εἶναι ὄχι μόνον εὔποροι νὰ μὴ ὑπάρχουν εἰς τὴν περιοχὴν ταύτην, ἀλλ’ οὔτε καὶ τὰ πρὸς τὸ ζεῖν στοιχειώδη νὰ δύνανται νὰ ἐξοικονομήσουν. Πιστεύω ἀκραδάντως ὅτι ἐπιβολὴ φορολογίας εἰς τὴν εἰρηνοδικειακὴν ταύτην περιφέρειαν θὰ εἶναι σφάλμα δεινὸν καὶ ἀδικία πρώτου μεγέθους. Ὑπογραμμίζω ἀκόμη ὅτι ἡ περιοχὴ αὕτη δύο μέχρι τοῦδε ὑπέστη εἰσβολὰς συμμοριτῶν, οἵτινες ἐλεηλάτισαν κυριολεκτικῶς ταύτην. Πάντα ταῦτα κατέστησαν γνωστὰ πλειστάκις εἰς τοὺς κ.κ. Ὑπουργὸν καὶ Ὑφυπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐλπίζω ὅτι θ’ ἀποδοθῇ δικαιοσύνη εἰς τὰς ἀναξιοπαθούσας ταύτας περιοχάς.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, οἱ συνάδελφοι κ.κ. Α. Κωστόπουλος καὶ Δ. Χατζηγάκης, ζητοῦν ἄδειαν προκειμένου νὰ μεταβοῦν εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Κύριοι βουλευταί, θέλετε νὰ διεξέλθωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νὰ γίνουν δεκτὰ τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις;
§10ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφ’ ἅπαξ συζήτησις καὶ ψήφισις τοῦ «προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς χρήσεως 1949–1950».
§12Θ. ΚΩΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ κεφάλαιον 3 ἄρθρον 1 «ἀποζημίωσις προσωπικοῦ λόγῳ ὑπερωριῶν κ.λ.π.», πρέπει νὰ αὐξηθῇ κατὰ 250.000.000 τοὐλάχιστον, διότι δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ διὰ τὴν καθ’ ὑπερωρίαν ἀμοιβὴν τοῦ προσωπικοῦ τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον, ὡς γνωρίζετε ἐργάζεται μέχρι τοῦ μεσονυκτίου καὶ ἐνίοτε μέχρι τῶν πρωϊνῶν ὡρῶν, καὶ δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ τὸ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἀναγεγραμμένον ποσόν, κατόπιν μάλιστα τῆς ἐπικειμένης αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ αὐξηθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο κατὰ 250.000.000 τοὐλάχιστον.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλπίζω νὰ ἐπαρκέσῃ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἔχει ἀναγραφῆ εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ἐὰν ὅμως δὲν ἐπαρκέσῃ δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν συμπληρωματικὴν πίστωσιν.
§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸς εἰς ἐφ’ ἅπαξ συζήτησιν «ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς χρήσεως 1949–1950». Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου: «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 773) 1948 Α.Ν. «περὶ τιμωρίας τῆς κλοπῆς καὶ ὑπεξαιρέσεως στρατιωτικῶν πραγμάτων κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἰσχύος τοῦ γʹ ψηφίσματος τῆς 16 Ἰουνίου 1946 «περὶ ἐκτάκτων μέτρων κ.λ.π.».
§16ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ σχέδιον νόμου: «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 773) 1948 Α.Ν. «περὶ τιμωρίας τῆς κλοπῆς καὶ ὑπεξαιρέσεως στρατιωτικῶν πραγμάτων κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἰσχύος τοῦ γʹ ψηφίσματος τῆς 16 Ἰουνίου 1946 «περὶ ἐκτάκτων μέτρων κ.λ.π.». Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου: «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 43 τοῦ Στρατιωτικοῦ Ποινικοῦ Κώδικος».
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ σχέδιον νόμου: «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 43 τοῦ Στρατιωτικοῦ Ποινικοῦ Κώδικος». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «περὶ ἀποζημιώσεως τῶν θυμάτων τοῦ ναυαγήσαντος ἀ)π «Χειμάρα».
§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τὸ σχέδιον νόμου: «περὶ ἀποζημιώσεως τῶν θυμάτων τοῦ ναυαγήσαντος ἀ)π «Χειμάρα». Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «περὶ κατατάξεως Λιμενικῶν Δοκίμων καὶ κανονισμοῦ τῆς ἀρχαιότητός των ὡς ἀξιωματικῶν».
§22ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου: «περὶ κατατάξεως Λιμενικῶν Δοκίμων καὶ κανονισμοῦ τῆς ἀρχαιότητός των ὡς ἀξιωματικῶν». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ Ταμείου Ἀσφαλίσεως καὶ Ἀρωγῆς τοῦ Ἐφημεριακοῦ Κλήρου Ἑλλάδος (Τ.Α.Κ.Ε.) διατάξεων, καὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 48 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2200)40 Α. Ν. «περὶ Ἱερῶν Ναῶν καὶ ἐφημερίων κ. λ. π.».
§24ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ Ταμείου Ἀσφαλίσεως καὶ Ἀρωγῆς τοῦ Ἐφημεριακοῦ Κλήρου Ἑλλάδος (Τ.Α.Κ.Ε.) διατάξεων, καὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 48 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2200)40 Α. Ν. «περὶ Ἱερῶν Ναῶν καὶ ἐφημερίων κ. λ. π.». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τῆς παραγρ. 5 τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ Α. Ν. 970)1946 «περὶ ὀργανώσεως τῆς κρατικῆς πολιτικῆς ἀεροπορίας τοῦ Ὑπουργείου Ἀεροπορίας».
§26ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ συμπληρώσεως τῆς παραγρ. 5 τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ Α. Ν. 970)1946 «περὶ ὀργανώσεως τῆς κρατικῆς πολιτικῆς ἀεροπορίας τοῦ Ὑπουργείου Ἀεροπορίας». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταβιβάσεως τῆς δικαστικῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὑπουργοῦ ἢ Ὑφυπουργοῦ Ἀεροπορίας τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 186 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2803)1941 Α. Ν. «περὶ στρατιωτικοῦ Ποινικοῦ Κώδικος καὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ Α. Ν. 528) 1945 «περὶ ἱδρύσεως διαρκοῦς στρατοδικείου ἀεροπορίας κ. λ. π.».
§28ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ μεταβιβάσεως τῆς δικαστικῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὑπουργοῦ ἢ Ὑφυπουργοῦ Ἀεροπορίας τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 186 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2803)1941 Α. Ν. «περὶ στρατιωτικοῦ Ποινικοῦ Κώδικος καὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ Α. Ν. 528) 1945 «περὶ ἱδρύσεως διαρκοῦς στρατοδικείου ἀεροπορίας κ. λ. π.». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων Ν. Δ. 634)1948 «περὶ συστάσεως κλάδου τηλεπικοινωνίας καὶ Ραδιοναυτιλίας Κ.
Υ.Π.Α. καὶ κλάδου τηλεπικοινωνίας
Ε.Μ.Υ. — Υ. Α.».
§30ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων Ν. Δ. 634)1948 «περί συστάσεως κλάδου τηλεπικοινωνίας καὶ Ραδιοναυτιλίας Κ.
Υ.Π.Α. καὶ κλάδου τηλεπικοινωνίας
Ε.Μ.Υ. — Υ Α.».
Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως δαπανῶν τινῶν πραγματοποιηθεισῶν, κατὰ τὰ οἰκονομικὰ ἔτη 1945–46, 1946–47 καὶ 1947–1948 ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Ἀεροπορίας καὶ τῆς ἐγγραφῆς τῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τούτου τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους 1948–49».
§32ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἐγκρίσεως δαπανῶν τινῶν πραγματοποιηθεισῶν, κατὰ τὰ οἰκονομικὰ ἔτη 1945–46, 1946–47 καὶ 1947–1948 ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Ἀεροπορίας καὶ τῆς ἐγγραφῆς τῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τούτου τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους 1948–49». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. κειμένων διατάξεων».
§34ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. κειμένων διατάξεων». Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ θεσπίσεως τοῦ ἐνδίκου μέσου τῆς ἐφέσεως ἐνώπιον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου κατὰ τῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Τάξεως ἐκδιδομένων καταλογιστικῶν ἀποφάσεων».
§36ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ θεσπίσεως τοῦ ἐνδίκου μέσου τῆς ἐφέσεως ἐνώπιον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου κατὰ τῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Τάξεως ἐκδιδομένων καταλογιστικῶν ἀποφάσεων». Συνέχισις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ σχεδίου Ψηφίσματος «περὶ κυρώσεως τῶν Ψηφισμάτων, Νομ. Διαταγμάτων καὶ Ἀναγκαστικῶν Νόμων».
§38Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἀπεσύρθη τὸ Ψήφισμα αὐτό;
§39Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι βουλευταί. Εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι συνηγοροῦν καὶ ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι φρονοῦν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει δικαίωμα καὶ ὑποχρέωσιν νὰ ἐκδίδῃ Α.Ν., ἰδία ὅταν διερχώμεθα τὰς κρισίμους αὐτὰς περιστάσεις καὶ δὲν λειτουργεῖ τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν προσαγομένων πρὸς κύρωσιν νόμων, ὑπάρχουν καί τινες οἱ ὁποῖοι, νομίζω, ξενίζουν πλείστους ἐξ ἡμῶν. Εἰσέρχομαι κατὰ πρῶτον εἰς τὸν ὑπ’ ἀριθ. 971 Α.Ν. Ἐψηφίσθη καὶ ἐδημοσιεύθη τὴν 29.4.1949, δύο ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ἀκυροῖ καὶ καταργεῖ τὸν ὑπ’ ἀριθ. 844 Α.Ν. περὶ ἠθικῶν ἀμοιβῶν εἰς τοὺς λαβόντας μέρος εἰς τὰς ὁμάδας Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως κατὰ τὴν κατοχήν, ὁ ὁποῖος νόμος 844, δυνάμει Ψηφίσματος τοῦ Σώματος κατὰ τὸ θέρος τοῦ 1946 ἐπροτάθη ὑπὸ Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς σχηματισθείσης ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης μετὰ μακρὰς συζητήσεις τριῶν μηνῶν. Συνετάχθη ὁ νόμος αὐτός, συνεκεράσθησαν ὅλαι αἱ ἀπόψεις τῶν Κομμάτων τῆς Ἀντιστάσεως, διότι ὑπῆρχον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν μέλη τοῦ Σώματος, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς ὅλας τὰς ὁμάδας ἀντιστάσεως κατὰ τὴν κατοχήν, ὑπεβλήθη εἰς τὸ Γ. Ε.Σ., ἐμελετήθη ὑπ’ αὐτοῦ, συνετάχθη νομοτεχνικῶς, ἀπεστάλη εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ἐπεξειργάσθη καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Βουλήν, ἀφοῦ ἐμελετήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐψηφίσθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ ἐπῆλθον αἱ διακοπαὶ τοῦ Ὀκτωβρίου 1948 καὶ ἔμεινε τὸ Ψήφισμα μόνον ψηφισθὲν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐδημοσίευσε τὸν Δεκέμβριον 1948 τὸν νόμον αὐτὸν ὡς Ἀναγκαστικόν. Παραδόξως βλέπομεν τὴν 29.4.49 δημοσιευόμενον ἕνα νόμον οὐσιαστικῶς διαφέροντα ἐκείνου, ὁ ὁποῖος τοιαύτην ὑπέστη ἐπεξεργασίαν, ὅστις καταργεῖ τὸν προηγούμενον. Ἂν, κύριοι βουλευταί, κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου παρουσιάσθησαν ἀτέλειαί τινες, δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναμείνῃ δύο ἡμέρας τὴν Βουλήν, ἵνα μὴ ἔλθῃ εἰς τοιαύτην ἀντίθεσιν πρὸς τὴν Συνέλευσιν, ἡ ὁποία μετὰ τοσαύτης προσοχῆς εἶχε ψηφίσει τὸν νόμον περὶ ἀντιστάσεως; Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Α.Ν., ἀλλὰ θέτω ὑπ’ ὄψιν τῆς Συνελεύσεως μερικὰ σημεῖα τοῦ Νόμου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος νομίζω ὅτι ἀκαίρως καὶ ἀτόπως ἐδημοσιεύθη. Ἕτερος νόμος, ὁ ὁποῖος νομίζω ὅτι κακῶς εἶδε τὸ φῶς τῆς ἡμέρας, εἶναι ὁ περὶ συνθέσεως Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου. Κύριοι βουλευταί, ὁ παλαιὸς νόμος εἶναι ὁ νόμος 2307. Βάσει αὐτοῦ ἐσχηματίσθη τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον προηδρεύετο ἀπαραιτήτως ἀπὸ τὴν πολιτικὴν ἐν τῷ Στρατῷ ἡγεσίαν. Διὰ τοῦ Α.Ν., ὁ Ὑπουργὸς ἀποξενοῦται τῆς προεδρείας τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου. Δὲν εἶναι μόνον αὐτό, κύριοι συνάδελφοι, διότι κατ’ ἐμέ, δὲν εἶμαι Συνταγματολόγος ἀλλὰ νομίζω ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ θεσμὸν καὶ δὲν εἶχεν οὔτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δικαίωμα οὔτε ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκδώσῃ τοιοῦτον Α.Ν., διότι μόνον ἡ Συνέλευσις, οἵα ἡ παροῦσα, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπεμπολήσῃ τὰ δικαιώματά της. Ἐκ τούτου, κύριοι βουλευταί, προῆλθον πολλὰ κακά. Ἡ πρώτη ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου αὐτοῦ μὲ Πρόεδρον ὄχι τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, προεκάλεσε τοιαύτην ἀτμόσφαιραν, ὥστε τινὲς βουλευταὶ κατέθεσαν ἐπερώτησιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ ἀπάντησις ἦτο τοιαύτη, ὥστε θὰ προκαλέσῃ θυελλώδη συζήτησιν, ἂν ποτὲ συζητηθῇ. Θὰ παρεκάλουν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀφαιρέσῃ τοὺς δύο αὐτοὺς νόμους ἀπὸ τὸ Ψήφισμα ἢ νὰ κάνῃ ἕνα συγκερασμὸν μεταξὺ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τοῦ Σοσιαλιστικοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος καὶ τῆς κυβερνητικῆς τροπολογίας, ὥστε οἱ νόμοι αὐτοὶ νὰ ἰσχύσουν μέχρις ἑνὸς σημείου, ἀλλὰ νὰ ἔλθουν πάντως πρὸς ἐπεξεργασίαν εἰς μίαν, δύο ἢ καὶ περισσοτέρας Ἐπιτροπάς, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν εὐθεῖαν τάξιν. Αὐτὰ εἶχα νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ.
§40Λ. ΜΑΚΚΑΣ. Κύριοι βουλευταί. Νομίζω ὅτι τὸ θέμα ἐξηντλήθη, διότι ἔχει ἀπολύτως ἀποκρυσταλλωθῆ ἡ γνώμη τοῦ Σώματος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν πολιτικὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία εἰσάγει πρὸς νομιμοποίησιν ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὰ 286 αὐτὰ νόθα καὶ ἔκθετα τέκνα. Ὡς πρὸς αὐτὰ νομίζω ὅτι ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς εἶναι ὁμόφωνος, ἀνεξαρτήτως Κομμάτων καὶ ἑπομένως τὸ ζήτημα δὲν εἶναι πλέον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ. Τὸ μόνον θέμα ποὺ μένει, εἶναι τὸ πῶς θὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδον, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη, συνεπεία τοῦ ὁποίου ὑπάρχουν κεκτημένα συμφέροντα, ἐκκρεμότητες αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπαράδεκτοι καὶ ἑπομένως ἐπιτακτικὸν τῆς Πολιτείας συμφέρον νὰ τακτοποιήσῃ κατὰ ἕνα οἱονδήποτε τρόπον, ταχύν, λογικόν, ἀποτελεσματικὸν καὶ ἐξασφαλίζοντα τὴν νομιμότητα, τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν τὴν τύχην. Ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται, νομίζω, πρὸ δύο γενικῶν λύσεων, τῆς μιᾶς ὑποβληθείσης ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τοῦ Σοσιαλιστικοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ παραπεμφθοῦν τὰ νομοθετήματα αὐτὰ — μεῖον τῶν Ψηφισμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἔλθουν εἰς τὴν Βουλὴν — εἰς τὰς οἰκείας Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπάς, μὲ ἐπηυξημένην τὴν δύναμιν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, τὴν ὁποίαν θὰ ἀπέκτων διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν Ψηφίσματος — καὶ τῆς δευτέρας, πρωτοβουλίας κυβερνητικῆς ἡ ὁποία ζητεῖ τὴν ἀνάθεσιν τοῦ ἐλέγχου αὐτοῦ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Νομοθετικῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Νομίζω ὅτι ἡ ἀντιπαραβολὴ τῶν δύο συστημάτων, δίδει καὶ τὴν λύσιν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἁρμοδιότητος καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ταχύτητος, ἡ κατανομὴ τοῦ ἔργου τῶν ὑπὸ κρίσιν νομοθετημάτων εἰς τὰς οἰκείας Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπάς, θὰ ἦτο ἡ μόνη πρακτικὴ λύσις διὰ νὰ ρυθμισθῇ τὸ θέμα καὶ διότι αἱ Ἐπιτροπαὶ αὗται ἀπαρτίζονται ἀπὸ κατὰ τεκμήριον τὰ ἁρμοδιώτερα μέλη τοῦ Σώματος καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον, τὸν ὁποῖον θὰ ἤθελον ἰδιαιτέρως νὰ τονίσω, διότι ἄλλη εἶναι ἡ φύσις τῆς ἐργασίας ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἄλλη γύρω ἀπὸ μίαν τράπεζαν. Νομίζω ὅτι εἰς τὴν ἡμικύκλιον τράπεζαν, ἡ ὅλη ἐργασία συντελεῖται ταχύτερον, ψυχραιμότερον καὶ ἀντικειμενικώτερον.
§41Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ ἦτο καλὸν νὰ ἀναμείνετε τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία εἶναι ἀπησχολημένη. Ἀνερχόμεθα εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ διευκολύνωμεν τὴν Κυβέρνησιν καὶ ζητοῦμεν τὴν προσοχήν της.
§42Λ. ΜΑΚΚΑΣ. Πρόκειται περὶ προσφορᾶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὄχι περὶ προσπαθείας δυσχεράνσεως τοῦ ἔργου σας. Συνεπῶς νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιδιώξητε τὴν υἱοθέτησιν τῆς σκέψεως αὐτῆς. Πάντως ὁ τρόπος αὐτὸς εἶναι ὁ καλύτερος τρόπος. Αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ γύρω ἀπὸ μίαν τράπεζαν θὰ λύσουν πολὺ ταχύτερον τὸ θέμα ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ. Ὅσον ἀφορᾷ τώρα τὸ ἄλλο ἐπιχείρημα ὅτι πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν μὴ λειτουργοῦντος τοῦ Σώματος νὰ λειτουργήσουν αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαί, πιστεύω ἀκραδάντως ὅτι ἀκόμη ἕνα μῆνα θὰ χρειασθῇ ὁπωσδήποτε νὰ λειτουργήσῃ τὸ Σῶμα ἐν τῇ ὁλομελείᾳ καὶ ἑπομένως θὰ ὑπάρξῃ ὁ ἐπαρκὴς χρόνος καὶ διὰ τὰς Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπάς, μὲ τὴν συμμετοχὴν καὶ συνεργασίαν τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν προσερχομένων τακτικὰ εἰς τὰς ἐργασίας τῶν Ἐπιτροπῶν, ὥστε νὰ περαιωθῇ τὸ ἔργον αὐτὸ ἐντὸς ἑνὸς μηνός. Ὅσον ἀφορᾶ τώρα τὸ μέλλον, γνωρίζετε ποῖαι εἶναι αἱ σκέψεις τοῦ Κόμματος εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω. Πάντως, ἕνα πρᾶγμα δὲν πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ: Τὸ λάθος εἰς τοῦ ὁποίου τὴν ἐπανόρθωσιν καταγίνεται ἡ Βουλὴ ἐπὶ τόσας ἤδη ἡμέρας.
§43Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂν δὲν καθορίσετε ἐπὶ ποίου σχεδίου συζητοῦμεν, θὰ πελαγοδρομοῦμεν χωρὶς νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τροπολογίαν ὑπογεγραμμένην ὑπὸ τῶν κ.κ. Μελᾶ, Στεφανοπούλου καὶ Γουλοπούλου. Ἄλλην τροπολογίαν ὑπογεγραμμένην ὑπὸ τῶν κ.κ. Τσαλδάρη, Κανελλοπούλου καὶ Μελᾶ. Καὶ ἄλλην μίαν ὑπὸ τοῦ κ. Στεφάνου Στεφανοπούλου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθορισθῇ ἐπὶ ποίας θὰ γίνῃ συζήτησις; Ἐκ τοῦ ὅτι δὲν διευθύνεται ἡ πλειοψηφία, φθάνομεν εἰς ἀτέρμονας συζητήσεις, χωρὶς νὰ καταλήγωμεν εἰς ἀποτέλεσμα. Θὰ πρέπει νὰ διευκρινισθῇ ἐπὶ ποίας τροπολογίας θὰ γίνῃ συζήτησις.
§44Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Κύριοι βουλευταί, ἀπὸ πολλῶν ἡμερῶν ἀπασχολεῖται τὸ Σῶμα ἐπὶ ἑνὸς θέματος, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη καὶ συζητεῖται, παρὰ τὴν θέλησιν οὐδενός, ἀλλὰ ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς φορᾶς τῶν πραγμάτων. Ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως τῶν πολιτικῶν καὶ ἐθνικῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐξελίσσονται ἀπὸ τριετίας ἐντὸς τῆς χώρας καὶ τὰ ὁποῖα ἐπέφεραν μίαν κατάστασιν τόσον ἰδιότυπον, ὥστε ἐνῷ πρὸ τριετίας ἀκριβῶς ἔχομεν ἐπανέλθει εἰς τὸν κανονικὸν καὶ ὁμαλὸν κοινοβουλευτικὸν δρόμον τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ καὶ τῆς ὁμαλῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματός μας κατὰ τὸ διάστημα ἀκριβῶς τοῦτο ἔχουν ἐξελιχθῆ τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα προὐκάλεσαν τὴν ἔκτακτον ἄσκησιν νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ τὴν συνεχιζομένην συζήτησιν. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπαναλάβω δήλωσιν, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοτε εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ κάνω ἐνώπιον τοῦ Σώματος, ὅτι εὐλαβοῦμαι ὅσον ὀλίγοι, πράγματι, τοὺς κοινοβουλευτικούς μας θεσμούς καὶ ὅτι πιστεύω εἰς τὸ κοινοβουλευτικόν μας πολίτευμα, ὡς εἰς Εὐαγγέλιον. Ὅτι τοῦτο εἶναι ἀνάγκη ἐθνική, εἶναι τὸ μέσον διὰ τοῦ ὁποίου ἐξασφαλίζεται ὁμαλὸς βίος τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς Πολιτείας. Ἀλλὰ ὑπάρχουν, ὡς γνωστόν, περιστάσεις ἰσχυρότεραι τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων, αἱ ὁποῖαι ἀφ’ ἑαυτῶν ἐπιβάλλουν ὡρισμένας καταστάσεις, δημιουργοῦν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἴς τινας χώρας ἀπεκλήθη δίκαιον τῆς ἀνάγκης, δημιουργοῦν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἰς ὅλας τὰς ἐποχὰς καὶ τὰς πολιτισμένας χώρας διήκει ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον, ὅπως ὁ γνωστὸς κανὼν SALUS POPULI SU-PRIMA LEX ESTO. Πρὸ τοιούτων, λοιπόν, συνθηκῶν εὑρισκομένη ἡ Κυβέρνησις, ὄχι μία ἀλλὰ διαδοχικαὶ Κυβερνήσεις —διότι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ σύρει τὸν φόρτον ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν Κυβερνήσεων ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως καὶ ἀπὸ τῶν ἐκλογῶν μέχρι σήμερον— ἤχθη εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς προσφυγῆς εἰς ἔκτακτον ἄσκησιν νομοθετικῆς ἐξουσίας. Καὶ τὸ Ψήφισμα τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ τὴν ἔγκρισιν εἰς τὸ Σῶμα, ἀνάγεται εἰς τὴν ἔγκρισιν καὶ κύρωσιν νομοθετημάτων ἀρχομένων ὄχι ἁπλῶς ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς προηγηθείσης τῆς συγκλήσεως τοῦ Σώματος, τῆς ἐποχῆς τῆς πρώτης Κυβερνήσεως, τῆς ἐποχῆς τῆς πρώτης μεγάλης συμμαχικῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1947 καὶ ὅλων τῶν μετέπειτα Κυβερνήσεων. Διαφέρει καὶ παραλλάσσει ἀπὸ τὴν ἀντίληψιν τοῦ ἀγαπητοῦ μου ἐξαδέλφου καὶ συναδέλφου τοῦ προλαλήσαντος ἐδῶ καὶ εἰπόντος ὅτι ἔχει ἀποκρυσταλλώσει σαφῆ γνώμην ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ καταδικαστέου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Πιστεύω εἰλικρινῶς, ὄχι διότι ἀνήκω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ διότι εἶμαι συνεπὴς πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου εἶχα τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω περὶ τοῦ πόσον εἶμαι προσηλωμένος εἰς τοὺς κοινοβουλευτικοὺς θεσμούς, ὅτι δὲν ὑπάρχει πταῖσμα, ὅτι δὲν ὑπάρχει τὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ ἔρχεται ἐδῶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ κατὰ τὸ συνταγματικὸν δόγμα καὶ τὴν θεωρίαν περὶ τῆς ἐκ τῶν ὑστέρων ἐπικυρώσεως τῶν Ἀναγκαστικῶν Νόμων, ἁπλῶς τὴν «συγγνώμην» τῆς Βουλῆς.
§45Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐγκρίναμε τὴν χρῆσιν, καταδικάζομεν τὴν κατάχρησιν.
§46Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ ἀναφέρω τοῦτο καὶ μόνον τὸ περιστατικόν. Ὅταν εἶχα τὴν τιμὴν νὰ κληθῶ ὅπως ἀναλάβω τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, κατὰ τὸν πρῶτον ἐκεῖνον μῆνα, συνέπεσε νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐκ τοῦ ἄρθρου 38 τοῦ Συντάγματος μηνιαία ἀναστολὴ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος καὶ εἰς ὅλα τὰ διαδοχικὰ συμβούλια ὑπέμνησα εἰς ὅλους τοὺς συναδέλφους νὰ ἀποφύγωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν τοὺς Ἀναγκαστικοὺς Νόμους. Καὶ ὅταν μίαν ἡμέραν μοῦ διεμηνύθη ἀπὸ τὰ Ἀνάκτορα ὅτι ἡ Α.Μ. ζητεῖ νὰ γίνῃ ἕνας νόμος ἀναγκαστικός, ἀπαραίτητος διὰ τὴν τακτοποίησιν τῶν ἐγκαταλειφθέντων περιουσιακῶν στοιχείων τοῦ Βασιλέως Γεωργίου εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ ἐχρειάζετο εἰδικὴ διὰ νόμου ἐξουσιοδότησις εἰς τὸν διαχειριστὴν τῆς βασιλικῆς χορηγείας, ἐζήτησα ἀπὸ αὐτὸν τοῦτον τὸν Ἄνακτα ὅπως μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀποφύγωμεν τὸν Ἀναγκαστικὸν Νόμον, διὰ νὰ δώσωμεν ἕνα παράδειγμα. Ὁ Μεγαλειότατος προθύμως ἔστερξεν εἰς τοῦτο. Θέλω νὰ εἴπω μὲ τοῦτο μέχρι ποίου σημείου ἔφθασα ἐπιζητῶν νὰ ἐκτελέσω τὸ καθῆκον μου.
§47Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἄρα, εἴμεθα σύμφωνοι.
§48Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Ἀλλὰ τὰ γεγονότα ἔρχονται νὰ ἐπιβάλουν ἀμείλικτα τὴν θέλησίν των. Καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐδέησε νὰ γίνῃ πάλιν ἀναγκαστικὸς νόμος, διότι θὰ ἐχάνοντο ὡρισμέναι προθεσμίαι καὶ δὲν φαντάζομαι ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ μοῦ ἐζήτει νὰ ἀρνηθῶ τὴν σύμπραξιν εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ ἀναγκαστικοῦ τούτου νόμου, τοῦ μόνου ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης κατὰ τὴν μηνιαίαν ἐκείνην ἀναστολήν. Καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ εἴπω περισσότερα διὰ τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, διότι καθ’ ἣν στιγμὴν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὁμιλῶ, ἔχω τρόπον τινὰ καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀπολογουμένου ἐνώπιον τοῦ Σώματος, διότι κατὰ τὸ διάστημα τὸ ὁποῖον ἐμεσολάβησε μεταξὺ τῆς τελευταίας συνεδριάσεως ποὺ μᾶς ἀπησχόλησε ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ καὶ τῆς σημερινῆς, ἐνεφιλοχώρησε ἕνα γεγονός, ὅπερ θεωρῶ πολὺ ἀξιοπρόσεκτον. Νομοθέτημα τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον μὲ πραγματικὴν προσοχὴν ἀπέφυγε τὴν χρῆσιν τῆς ἐκτάκτου αὐτῆς ἀσκήσεως νομοθετικῆς ἐξουσίας, νομοθέτημα ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον αὐτὸ προερχόμενον, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ ἰδιαίτερος ἐπόπτης καὶ ὁ ἐφορεύων ἰδιαιτέρως εἰς τὰ τῆς πιστῆς καὶ ἀκριβοῦς τηρήσεως τῶν συνταγματικῶν ἐπιταγῶν, νομοθέτημα τὸ ὁποῖον βεβαίως εἰς τὴν ἐξωτερικήν του ἐμφάνισιν φαίνεται ἕνας ἁπλοῦς νόμος περιέχων χαριστικὰς διατάξεις, ἠκυρώθη ὡς «σαφῶς ἀντισυνταγματικὸν» ἀπὸ τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας. Πρόκειται περὶ τοῦ Α.Ν. 824, ποὺ ἐπιτρέποντος κατὰ παρέκτασιν ἁπλῶς προηγουμένων διατάξεων νομοθετήματος τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ, ὅπως οἱ ὑπηρετήσαντες εἰς τὴν γραμμὴν τῶν πρόσω καὶ ἀσκηθέντες ἐπὶ ἑξάμηνον, ἄνευ βεβαίως πλήρων στοιχείων, ἀσκήσουν τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα. Θὰ μὲ ἐρωτήσετε, ἴσως, ποία εἶναι ἡ τόσον αὐστηρὰ προσήλωσις εἰς τοὺς νόμους καὶ τοὺς τύπους τοῦ Πολιτεύματος ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης, ἂν τόσον βαρείας παρεκτροπὰς κάμνετε; Θὰ σᾶς ἐξηγήσω ἀμέσως διατὶ κατέληξα εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους μὲ ἐπεσκέπτοντο ὁμάδες νέων καὶ ἀπαραλλάκτως εἰς ὅλους ἀπηύθυνον, ὅτι λυποῦμαι καθ’ ἣν ὥραν συμπαθέστατα ἀντιμετωπίζω τὸ αἴτημά των, ἀτυχῶς δὲν ἠμπορῶ νὰ παρεκκλίνω ἀπὸ τῶν κανόνων. Ἐπανήρχοντο, καὶ πάλιν τὴν ἰδίαν σχολαστικὴν ἀπάντησιν ἐλάμβανον. Προσῆλθε καὶ σωρεία ἀγαπητῶν συναδέλφων, τοὺς ὁποίους δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐνθυμηθῶ σήμερα, ἀλλὰ ἐκεῖνοι θὰ τὸ ἐνθυμοῦνται ἀσφαλῶς, καὶ ὅλοι, μέχρις ἑνός, ἔλαβον τὴν αὐτὴν παρ’ ἐμοῦ ἀπάντησιν. Μίαν ἡμέραν, εἰς τὸν διάδρομον ἐδῶ τῆς Βουλῆς, ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μὲ ἠρώτησε, τὶ θὰ κάνῃς μὲ αὐτὸ τὸ ζήτημα Μελᾶ; Καὶ ἀπήντησα, κύριε Πρόεδρε συγχωρῆστε με ἀλλὰ εἶναι στενόχωρον τὸ θέμα καὶ δὲν ἠμπορῶ. Καὶ ἔτσι ἐξηκολούθησεν ἡ κατάστασις, ἕως ὅτου μίαν ἡμέραν τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1948 προσῆλθε κάποιος βιαστικὸς ἀνώτερος ἀξιωματικὸς νὰ μὲ ἴδῃ, ἕνας ἀρχηγὸς ὑπηρεσίας τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου τοῦ φρονήματος μαχομένων ἢ ἀκριβέστερον «ἠθικῆς ἀγωγῆς», καὶ μοῦ εἶπε: Κύριε Ὑπουργέ, ἐξ ὀνόματος τοῦ Ἐπιτελείου σᾶς παρακαλοῦμε νὰ μὴ ἐμμείνετε εἰς τὴν ἄρνησίν σας περὶ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ διὰ λόγους ἐπιδράσεως ἐπὶ τοῦ ἠθικοῦ τῶν νέων αὐτῶν πολεμιστῶν. Ἦτο Σεπτέμβριος τοῦ 1948. Εἶχε προηγηθῆ ὁ Γράμμος καὶ ἡ μέ τόσας θυσίας ἀπώθησις τῶν βαρβάρων ἐπιδρομέων, οἵτινες ὅμως μετ’ ὀλίγον εἰσέβαλον μέσῳ Ἀλβανίας, πρὸς ἄλλο σημεῖον τοῦ μετώπου, τὸ Βίτσι καὶ ἐσημειοῦτο κάποια πτῶσις τοῦ ἠθικοῦ. Ἐκείνην τὴν στιγμὴν πλέον, κύριοι συνάδελφοι, παραμερίζων ὅλας τὰς περὶ τύπων καὶ συνταγματικότητος καὶ τηρήσεως τῶν κανόνων πεποιθήσεις καὶ τὴν προσήλωσίν μου ὁλόκληρον, χωρὶς πλέον νὰ διστάσω, ἀσυζητητὶ εἰσηγήθην εἰς τὸ πρῶτον Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸν ἀναγκαστικὸν ἐκεῖνον νόμον. Καὶ τὸν νόμον αὐτόν, κύριοι συνάδελφοι, σήμερον χαρακτηρίζει ὡς «σαφῶς ἀντισυνταγματικὸν» τὸ Ἀνώτατον Διοικητικὸν Δικαστήριον τῆς χώρας. Καὶ τοῦτο δὲν μοῦ γεννᾷ ἀπορίαν, ἐὰν ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν ὡρισμέναι ἄλλαι ἀπορίαι, τὰς ὁποίας ἔχω. Πῶς, δηλαδή, ἤχθη τὸ Ἀνώτατον Διοικητικὸν Δικαστήριον νὰ θέση ὡς γνώμονα τῆς κρίσεώς του τῆς δικανικῆς ὡρισμένα ὅρια, ἡ περὶ τῶν ὁποίων ἐκτίμησις εἰς ἄλλας, ἀσφαλῶς, ἐξουσίας ἀνήκει καὶ καθιστάμενον ἐκεῖνο κριτής, ἀντὶ τοῦ φυσικοῦ κριτοῦ, τῆς ὑπάρξεως ἢ μὴ καὶ τῆς συνδρομῆς τῶν στοιχείων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶναι στοιχεῖα πραγματικότητος, τὰ ὁποῖα εἶναι στοιχεῖα δυναμισμοῦ, τὰ ὁποῖα εἶναι στοιχεῖα σκοπιμότητος πολιτικῆς καὶ οὐδέποτε δικανικῆς κρίσεως, καταδικάζει τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὡς διαπράξαντα «σαφῶς ἀντισυνταγματικὴν πρᾶξιν» τὴν ἐπαύριον τῆς μάχης τοῦ Γράμμου καὶ ὅταν τὸ Ἐπιτελεῖον μοῦ ἐζήτησε νὰ μὴ ἀναβάλω ἐπὶ πλέον τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην καὶ διότι ἀπέβαλον τοὺς συνταγματικοὺς δισταγμούς μου ἀσυζητητὶ εἰσηγούμενος —ὡς πρᾶξιν ἐθνικοῦ καθήκοντος νομίζω— τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου ἐκείνου ὡς νόμου ἀναγκαστικοῦ. Ἰδού κύριοι συνάδελφοι, πόσον ἀναγκαία εἶναι ἡ μεταξὺ ἡμῶν συνεξήγησις. Διότι θεωρῶ ὅτι περὶ συνεξηγήσεως μόνον πρόκειται, κατὰ πόσον εἶναι ἀναγκαῖον νὰ διακρίνωμεν σαφῶς τὰ ὅρια ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἄλλως τε πρό τινων ἑβδομάδων, ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ καθορίσω ὡς ἀποτελοῦντα, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, μίαν ἀνάγκην, παρὰ τὴν πάροδον τῶν χρόνων, παρὰ τὴν κατὰ τὴν ἐξέλιξιν τῶν αἰώνων καὶ ἔκτοτε ἀπὸ τοῦ Μοντεσκιὲ καὶ ἐντεῦθεν παραφθορὰν τῆς ἐννοίας τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν. Εἰς ὡρισμένα θέματα, εἰς τὰς βασικὰς γραμμάς, ἡ διάκρισις μεταξὺ δικαστικῆς καὶ πολιτικῆς ἐξουσίας εἶναι καὶ ἀναγκαία καὶ μοιραία. Καὶ ἰδοὺ μία σαφὴς ἐκδήλωσις τῆς ἀνάγκης ἐκείνης. Ἐπανέρχομαι ἐπὶ τοῦ ἰδίου κανόνος, διὰ νὰ ἀντλήσω ἄλλας σκέψεις καὶ νὰ καταλήξω εἰς τὸ ἀναγκαῖον τοῦτο συμπέρασμα. Ἐὰν κριτὴς τοῦ ἀκροτάτου ὁρίου, ὡς ὡρίσθη κατὰ τὴν παράδοξον διατύπωσιν ὡρισμένου Ἀνωτάτου Δικαστηρίου καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ θεωρηθῇ ὅτι κάμνω ἐπίκρισιν αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἀλλ’ ἁπλῶς διασαφήνισιν, ἁπλῶς κατατόπισιν τῆς ἀκριβοῦς ἐννοίας τοῦ ποῦ πρέπει νὰ σταθῶμεν διὰ νὰ σεβώμεθα μὲν καὶ ἡμεῖς ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι τὸ πολίτευμά μας καὶ τὰς ἐπιταγάς του. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ προβληθῇ ὁ ἰσχυρισμὸς καὶ νὰ προβάλλεται σοβαρῶς ὅτι δὲν ὑπάρχει καὶ δὴ κατεπείγουσα, ἀναπότρεπτος καὶ ἐπιτακτικὴ ἐθνικὴ ἀνάγκη καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν ποὺ σᾶς ἀνέφερα καὶ ἀκόμη καὶ εἰς ἄλλας περιπτώσεις αἱ ὁποῖαι προηγήθησαν αὐτῆς, ὅπου τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας προσέβαλε τὸ κῦρος ἀναγκαστικοῦ νόμου, τοῦ περὶ Ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ ἀναγκαστικοῦ νόμου. Κύριοι συνάδελφοι, διὰ νὰ κρίνωμεν τὴν ὕπαρξιν τῆς ἀνάγκης καὶ συνδρομὴν τῆς ἀνάγκης ὄχι κἂν τῶν ἀκροτάτων ὁρίων ἐκδόσεως τῶν νόμων αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ αὐτῆς τῆς ἁπλῆς ὑπάρξεώς της, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ἀπαραίτητα τινὰ καὶ στοιχεῖα. Ἀλλ’ εἰς αὐτὸ εἶναι φυσικόν, πλησιέστερον παντὸς ἄλλου, νὰ εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ εἶναι θέμα δικανικῆς κρίσεως ἡ ὕπαρξις ἢ μὴ λόγων πολιτικῆς σκοπιμότητος. Δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἀνάγεται αὐστηρῶς, ἡ κρίσις αὐτὴ περὶ τῆς ἀνάγκης εἰς τὴν σφαῖραν τῆς κυβερνητικῆς γνώσεως καὶ τῆς κυβερνητικῆς πάντοτε εὐθύνης ἐνώπιον τοῦ κυριάρχου ὅλων, τοῦ κυριάρχου Νομοθετικοῦ Σώματος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἡ Κυβέρνησις δὲν διενοήθη νὰ ἀποτινάξῃ οὐδένα ἔλεγχον, δὲν διενοήθη νὰ παραγνωρίσῃ τὸ καθῆκον, τὸ καθῆκον τὸ ἐπιτακτικὸν τοῦ νὰ φέρῃ ἐδῶ πρὸς κύρωσιν μόλις ὑπάρξῃ σοβαρὸς συναπτὸς χρόνος ἐργασίας τὰ νομοθετήματα αὐτά. Ἀλλὰ ἐὰν πιστεύετε, ὅπως ἐπιστεύθη γενικῶς ἐκ τῆς συζητήσεως ποὺ διεξάγομεν ἐπ’ αὐτοῦ, ὅτι τὰ εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς ἀνεπικύρωτα ὑπὸ τῆς Βουλῆς νομοθετήματα εἶναι 290, ὡς ἰσχυρίζονται οἱ κ.κ. συνάδελφοι ἐκ τῆς ἁπλῆς ἀριθμήσεως τῶν πρὸς κύρωσιν νομοθετημάτων, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω πρὸς τὸ Σῶμα μίαν ἀκόμα διασάφησιν διὰ νὰ ἐπέλθῃ πλήρης κατατόπισις καὶ ἀποκατάστασις τῶν πραγμάτων. Τὰ νομοθετήματα ταῦτα εἶναι 222 Ἀν. Νόμοι, κατὰ τέσσαρας διακοπὰς ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, διαρκείας ὑπὲρ τοὺς 8 μῆνας, 44 Νομοθετικὰ Διατάγματα τῆς πρώτης περιόδου μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἀλλὰ πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς μας, 15 Ψηφίσματα καὶ 7 ἀκόμη Νομοθετικὰ Διατάγματα τῆς Κυβερνήσεως Μαξίμου. Ἐκ τούτων, κύριοι συνάδελφοι, οἱ Ἀναγκαστικοὶ Νόμοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἔκθετοι ἀπὸ συνταγματικῆς ἀπόψεως εἰς τὴν ἀδυναμίαν τοῦ ὅτι δὲν περιεβλήθησαν τὸν τύπον τῆς τακτικῆς νομοθετικῆς καταρτίσεώς των ὑπὸ τῶν δύο παραγόντων τῆς Νομοθετικῆς Διατάξεως, εἶναι μόνον 131. Δώδεκα διὰ τὴν περίοδον τῆς μηνιαίας διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος κατὰ Μάϊον 1948. Ἑβδομήκοντα πέντε κατὰ τὸ δίμηνον Αὐγούστου–Ὀκτωβρίου 1948, 44 ἀπὸ 20 Νοεμβρίου 1948 μέχρι 1ης Φεβρουαρίου 1949. Ἤτοι, ἐν συνόλῳ, 131 Ἀναγκαστικοὶ Νόμοι. Αὐτά, κύριοι συνάδελφοι, καὶ μόνα, εἶναι ἔκθετα ἀπὸ ἀπόψεως συνταγματικῆς.
§49Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ Κυβέρνησις Μαξίμου πόσα ἔχει;
§50Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Ἑπτὰ ἀκόμη ἀνεπικύρωτα. Ἰσχυρίζομαι, λοιπὸν —καὶ ἐπιμένω— καὶ ἐν τούτῳ εὑρίσκομαι εἰς παρέκκλισιν ἀπὸ τῆς περιληφθείσης σκέψεως εἰς μίαν ἀπόφασιν Ἀνωτάτου Διοικητικοῦ Δικαστηρίου μας, ὅτι δὲν ὑπάρχει τάχα ἐξουσιοδότησις, ὅτι τοῦτο οὐδαμῶς εὐσταθεῖ. Ἰσχυρίζομαι, ἀντιστρόφως, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὡς πρὸς τοὺς τελευταίους 91 Ἀναγκαστικοὺς Νόμους ὑπάρχει καὶ καλοϋπάρχει ἐξουσιοδότησις τοῦ κυριάρχου Σώματός μας.
§51Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ἄκυροι αὐτοὶ οἱ νόμοι.
§52Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἐὰν τηρῶμεν τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα, τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν πολίτευμα, καὶ ἐὰν πιστεύωμεν εἰς αὐτό, μία εἶναι ἡ χαρακτηριστικὴ ἔννοιά του. Ὁ σεβασμός, δηλονότι, τῆς πλειοψηφίας, τῆς ἐκφράσεως αὐτῆς τῆς κυριαρχίας τοῦ Λαοῦ.
§53Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Νομίζω ὅτι ἐννοεῖ ἄλλο. Μήπως ἐννοεῖ ἡ ἀπόφασις ὅτι δὲν ἐξεδόθησαν ὑπὸ Ἐπιτροπῆς τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσιοδοτήσεως;
§54Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Ὅταν τὸ Σῶμα καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ περιβληθῆ μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην 250 περίπου ψήφων ἐπὶ 285 παραστάντων κατὰ τὴν πανηγυρικὴν ἐκείνην συνεδρίασιν καὶ ἔθεσεν εἰλικρινῶς ἐνώπιον αὐτοῦ, διὰ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων, τὸ αἴτημα τοῦ νὰ νομοθετῇ δι’ Ἀναγκαστικῶν, φυσικά, Νόμων —διότι ἄλλος τρόπος δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ— καὶ ἔλαβε περὶ τούτου τὴν πλειοψηφίαν περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλῶ, δὲν ἠμπορεῖ νὰ λέγεται ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἐξουσιοδότησις.
§55Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὄχι γενικῶς.
§56Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Γενικῶς. Ὁ Λαός...
§57Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Νομίζω ὅτι ἀποτελεῖ παράτολμον, ἀληθῶς, ἰσχυρισμὸν ὅτι ἀπέλιπεν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις. Ἐκτὸς ἐὰν οἱ τύποι οἱ ξηροὶ καὶ αἱ παρωπίδες ἀποτελοῦν τὸν γνώμονα τῆς κρίσεως τῆς ἐπιστημονικῆς καὶ τῆς δικανικῆς, ἐπὶ θεμάτων τὰ ὁποῖα καθαρῶς καὶ μόνον εἰς τὴν πολιτικὴν κρίσιν ἠμποροῦν ν’ ἀναχθοῦν. Νομίζω ὅτι ὑπῆρξα σαφέστατος, ὅτι ὅσα λέγω εἶναι ἀδύνατον διὰ τῆς ἀντικειμενικῆς κρίσεως καὶ τῆς καλῆς πίστεως νὰ ἀνασκευασθοῦν. Θὰ χρειάζεται μόνον παραποίησις τοῦ ὀρθοῦ λόγου καὶ τῆς ἀντικειμενικῆς κρίσεως διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἀμφισβητήσωμεν τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν ὀντότητα τὴν συνταγματικὴν καὶ τὴν πολιτικὴν τῶν ἰσχυρισμῶν μου, διὰ νὰ μὴ εἴπω καὶ τὴν νομικήν. Κατάχρησις ἐξουσίας δὲν ὑπάρχει. Ὑπάρχει ἐντολὴ τοῦ Ἔθνους κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐθνικῆς κρίσεως. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς Κονίτσης μέχρι τοῦ Γράμμου καὶ ἀπὸ τοῦ Γράμμου εἰς τὸ Καρπενῆσι καὶ ἔκτοτε ἐκυβερνήθη ὑπὸ ἀνωμάλους περιστάσεις ἡ χώρα, ἔστω καὶ ἂν εὑρισκώμεθα ὑπὸ τὴν πλήρη λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ὁμολογῶ ὅτι ἄλλως εἶμαι εἰς ἀδυναμίαν νὰ συλλάβω τὶ ὀνομάζομεν δυσκόλους ἐθνικὰς περιστάσεις καὶ κατάστασιν ἀνάγκης. Κύριοι, ἀποτελεῖ νομίζω περισσότερον ἀπὸ ἀνάγκην, ἐν προκειμένῳ, ἡ κλασσικὴ συρροὴ ὅλων ἐκείνων τῶν ὅρων καὶ συνθηκῶν ποὺ συναποτελοῦν τὴν ἀπολύτως πλήρη ἔκφρασιν τοῦ γνωστοῦ ἐκείνου δόγματος τοῦ πολιτικοῦ καὶ πολιτειακοῦ, τοῦ SALUS POPULI SUPREMA LEX ESTO. Αὐτά, κύριοι συνάδελφοι, εἶχα ὑποχρέωσιν νὰ θέσω ἐνώπιον ὑμῶν, προσθέτω ἀκόμη ὅτι ἐὰν ἐμφανίζεται ἡ ἐκκρεμότης ποὺ ἐμφανίζεται εἰς ἀριθμὸν 10 νομοθετημάτων, τοῦτο εἶναι ἀπότοκον ἐπίσης τοῦ ὅτι κατὰ τὰ διαστήματα τὰ ἐν τῷ μεταξύ, ὅπου ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν λειτουργίᾳ, ἡ νομοθετικὴ ἀπόδοσις δὲν ὑπῆρξε πολὺ πλουσία καὶ τοῦτο διότι προσήγοντο ἐκτὸς τῶν κανονικῶς εἰσαγομένων νομοσχεδίων καὶ ἄλλα καθυστερημένα ἀπὸ τῆς περιόδου τῶν διακοπῶν καὶ ἀνέμενον πρὸς ταὐτόχρονον ἔκδοσιν καὶ ψήφισιν καὶ συνεπῶς καθίστατο τὸ πρᾶγμα κάπως φορτικὸν καὶ δὲν ἐπρολάμβανε νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ ὅλα τὰ εἰσαγόμενα. Κατ’ ἐπανάληψιν ἀνεγράφοντο εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν πολλὰ ἐκ τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν ποὺ παρουσιάζονται σήμερον συλλήβδην πρὸς κύρωσιν. Ἀναφερόμενος καὶ πάλιν εἰς τὸ ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, δύναμαι νὰ εἴπω, κατὰ τὴν τελευταίαν λειτουργίαν τοῦ Σώματος, εἶχον ὑποβληθῆ οἱ 7 νόμοι καὶ μόνον, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλε τὸ Ὑπουργεῖον πρὸς ἔκδοσιν ὑπὸ μορφὴν Α.Ν. Εὑρίσκοντο ὑποβεβλημένοι πρὸς κύρωσιν ἀπὸ τὸ Σῶμα, ἀλλὰ δὲν ἐπρόλαβαν νὰ κυρωθοῦν καὶ διὰ τοῦτο εὑρίσκονται καὶ πάλιν σήμερον ἐνώπιον αὐτοῦ ὡς τὸ πρῶτον εἰσαγόμενοι. Αὐτὸ συνέβη εἰς πλεῖστα ὅσα Ὑπουργεῖα. Τ’ ἀνωτέρω ἐξηγοῦν διατὶ τὰ ἀποδιδόμενα εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἶναι ἀβάσιμα ἐν πολλοῖς καὶ ἀπολύτως ὑπερβολικά. Τώρα, ἐρχόμενος διὰ νὰ καταλήξω εἰς τὴν διαμόρφωσιν τῆς προτάσεως τοῦ ὑπὸ κρίσιν Ψηφίσματος, θὰ ζητήσω ἀπὸ τὸ Σῶμα νὰ μὲ συγχωρήσῃ ἂν ἔγινα παραίτιος κάποιας συγχύσεως περὶ τὴν συζήτησιν τοῦ μέτρου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ ἦτο κάπως λεπτῆς φύσεως καὶ ἰδιαζούσης καὶ ἐξαιρετικῆς μορφῆς καὶ μοιραίως ἔφερεν εἰς διάστασιν ἀντιλήψεων καὶ γνωμῶν. Καὶ διὰ τοῦτο, εἰς τὴν ἀρχικὴν διατύπωσιν, ἐγένοντο αἱ μετέπειτα τροπολογίαι. Ὑπάρχει, ἐν τούτοις, ἀπὸ μέρους βουλευτῶν καὶ ἄλλη τροπολογία, ἡ ὁποία νομίζω ὅτι ἴσως παρέχει τὴν πληρεστέραν εἰκόνα τοῦ ζητήματος καὶ συναρμολογεῖ καὶ ἐπιτρέπει ἐν τῷ συνόλῳ του νὰ ἀντιμετωπισθῇ καὶ ρυθμισθῇ. Ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ὑπεδέχθη ἀσμένως τὴν ὑπὸ μορφὴν τροπολογίας ὑποβληθεῖσαν πρότασιν τῶν ἀξιοτίμων μελῶν τοῦ Δημ. Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος περὶ ὑποβολῆς πρὸς κύρωσιν εἰς μίαν ἑκάστην ἐκ τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν, δὲν τὸ πράττει δι’ ἄλλον τινὰ λόγον, παρὰ διότι πιστεύει καὶ φοβεῖται ὅτι εἶναι δυνατόν, κατὰ τὴν περίοδον αὐτὴν ἡ ὁποία συμπίπτει μὲ θερινὴν περίοδον διακοπῶν καὶ ἀπουσίαν πολλῶν εἰς τὰς ἐπαρχίας των, αἱ Ἐπιτροπαὶ κατεσπαρμέναι κατὰ Ὑπουργεῖα, νὰ εὑρεθοῦν γυμναὶ ἐπαρκῶν μελῶν, ὥστε νὰ ἀποτελεσθῇ ἀπαρτία καὶ νὰ ἐργασθοῦν. Διὰ τοῦτο ἐνόμισεν ὅτι ἡ ὕπαρξις μιᾶς μεγαλυτέρας Ἐπιτροπῆς, ὡς καὶ ἡ δευτέρα τροπολογία καὶ ἡ μεταγενεστέρα ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τῶν κ.κ. βουλευτῶν ἀναφέρει, ἐξασφαλίζει τὴν διεκπεραίωσιν τοῦ κυρωτικοῦ ἔργου μέχρι πέρατος τῆς περιόδου. Καὶ λέγομεν τῆς περιόδου, ὄχι διὰ κανένα ἄλλον λόγον παρελκύσεως, ἀλλὰ διὰ νὰ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι δὲν θὰ λήξῃ τὸ ἔργον τοῦ Σώματος χωρὶς τακτοποίησιν νομοθετικὴν αὐτῶν ὅλων τῶν ἐκκρεμοτήτων, αἱ ὁποῖαι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἀνάγονται εἰς αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν ἀλλὰ καὶ ὅλας τὰς προηγουμένας. Ὁ μόνος λόγος ὁ ὁποῖος συντρέχει εἰς τὴν προτίμησιν αὐτῆς τῆς λύσεως, εἶναι αὐτὸς ποὺ ἀνέφερα καὶ οὐδείς, ἀπολύτως, ἄλλος οὔτε λόγος παρελκύσεως ὑπάρχει. Καὶ διὰ νὰ ἀναφέρω διὰ πολλοστὴν φορὰν τὰ τοῦ ὑπ’ ἐμὲ Ὑπουργείου, ἐγὼ ἔχω ἤδη καταθέσει τοὺς 21 Ἀναγκαστικοὺς Νόμους ποὺ τὸ ἀφοροῦν εἰς τὸ κυρίαρχον Σῶμα, τὴν Βουλήν, χωρὶς κἂν ν’ ἀναμένω σύστασιν Ἐπιτροπῆς.
§58Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἂν καλῶς ἀντελήφθην, παραδέχεσθε ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκδίδωνται Α. Ν.
§59Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Κύριε συνάδελφε, παραδέχομαι κατὰ τὴν ὀρθὴν καὶ αὐστηρὰν ὀρθόδοξον συνταγματικὴν ἀντίληψιν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκδίδωνται. Ὅταν, ὅμως, μία χώρα κινδυνεύῃ καὶ ἀγωνίζεται, ὅλα αὐτὰ παραμερίζονται.
§60Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀφήσατε τὸ «κινδυνεύει».
§61Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Καὶ ἄλλοτε ἠγωνίζετο ἡ χώρα.
§62Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἂν ἀπετέλεσε ἕνα εἶδος παραβάσεως ἡ ἔκδοσις Α.Ν., ἂν ἐγένοντο μόνον 7 παραβάσεις, δὲν πειράζει. Ἀλλά, ἕως ποῖον ἀριθμὸν πειράζει; ...
§63Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Κατὰ ταῦτα...
§64Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ παράβασις τοῦ Πολιτεύματος εἶναι ὀλεθρία.
§65Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Ἔχετε τὰς ἀντιλήψεις σας περὶ τοῦ Πολιτεύματος, τὰς ὁποίας ὅλοι σεβόμεθα, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὰς ἰδικάς μας.
§66Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὰς ἔχει ἡ Ὑφήλιος, ὄχι ἐγώ.
§67Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Νομοθετήματα .... (ἀναγινώσκει τὴν ὁριστικὴν τροπολογίαν βουλευτῶν Κιζάνη, Α. Νικολαΐδη κ.λ.π.).
§68Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἡ τροπολογία αὐτὴ εἶναι ἰδική σας, κύριε Ὑπουργέ;
§69Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Εἶναι τροπολογία βουλευτῶν, τὴν ὁποίαν υἱοθετεῖ ἡ Κυβέρνησις.
§70Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Αἱ κυβερνητικαὶ τροπολογίαι εἶναι τέσσαρες.
§71Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Ἀποδέχομαι τὴν τροπολογίαν ὡς ἔχει ἐν συνδυασμῷ μὲ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ βασικοῦ κειμένου τοῦ κατατεθέντος σχεδίου Ψηφίσματος. (Συνεχίζει τὴν ἀνάγνωσιν τῆς τροπολογίας).
§72Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἡ τροπολογία αὐτή, τὴν ὁποίαν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου διότι διενεμήθη, λέγει: «Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀποφασίζει κατόπιν προτάσεων βουλευτῶν καὶ Ὑπουργῶν ...... (ἀναγινώσκει) ......». Ἤθελα νὰ κάμω μίαν ἐρώτησιν: Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἐντὸς τῆς προθεσμίας αὐτῆς δὲν εἰσαχθοῦν, δὲν κριθοῦν καὶ δὲν ἀποφασισθῇ ἐπ’ αὐτῶν τίποτε, θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπ’ ἄπειρον ἡ ἰσχὺς αὐτῶν τῶν Α.Ν.;
§73Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Τὸ φαντάζομαι, κύριε συνάδελφε.
§74Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὀρθότερον εἶναι νὰ τεθῇ μία προθεσμία πρὸς διευκόλυνσιν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐγὼ οὐδέποτε θὰ συγκατατεθῶ νὰ εἴπω ὅτι δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικοί.
§75Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). STRICTO JURE εἶναι ἀντισυνταγματικοί, ἐφ’ ὅσον δὲν συνέπραξαν οἱ κατὰ τὸ ἄρθρον 22 τοῦ Συντάγματος δύο παράγοντες τῆς νομοθετικῆς λειτουργίας. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἁπλῶς τὸ τυπικὸν μέρος τοῦ πράγματος οὐχὶ δὲ καὶ τὸ οὐσιαστικόν.
§76Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Λέγω, λοιπόν, πρὸς διευκόλυνσιν θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι θὰ εἶχε μίαν βάσιν ἡ τροπολογία εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ἐτίθετο ἓν χρονικὸν ὅριον. Νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐπὶ 3 μῆνας ἐξακολουθοῦν νὰ ἔχουν τὴν ἰσχύν των, ἀλλ’ ἅμα τῇ παρόδῳ τῆς προθεσμίας αὐτῆς, μέχρι 10–15 Σεπτεμβρίου ἢ καὶ ὅλον τὸν Σεπτέμβριον ἂν θέλετε, ἂν δὲν ἐπικυρωθοῦν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἢ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀποβάλλουν ὁλοσχερῶς τὴν ἰσχύν των καὶ θεωροῦνται ὡς μηδέποτε γενόμενοι.
§77Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Θέλω νὰ σᾶς ἐρωτήσω: Ἠμπορεῖτε νὰ ἐγγυηθῆτε ὅτι μέχρι μιᾶς τακτῆς συντόμου προθεσμίας θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ ἐπεξεργασθοῦν καὶ νὰ τὰ ἐπικυρώσουν αἱ Ἐπιτροπαί;
§78Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἐδῶ δὲν ὑπάρχει καμμιά προθεσμία, κύριε Ὑπουργέ. Ἔτσι μένουν εἰς τὸν κενόν, ἐπ’ ἄπειρον.
§79Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ὅτι τὰ ἀναγκαστικὰ αὐτὰ νομοθετήματα παύουν νὰ εἶναι νόμοι μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον. Δὲν εἶναι νόμοι, διότι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἠκύρωσε διοικητικὰς πράξεις ἐστηριγμένας ἐπὶ τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν, ὡς ἀντισυνταγματικῶς ἐκδεδομένων.
§80Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Ἕν τοιοῦτον πρᾶγμα, ἐὰν συνέβαινε, θὰ ἀπετέλει ἀντιποίησιν νομοθετικῆς ἐξουσίας.
§81Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Θέλω, κύριε Ὑπουργέ, νὰ μὲ ἀκούσητε: Εἶπον ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἠκύρωσεν διοικητικὰς πράξεις ἐστηριγμένας εἰς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἐθεωρήθησαν ὡς ἀντισυνταγματικῶς ἐκδεδομένοι. Καὶ καλῶς ἔπραξε.
§82Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Εἶναι καινοφανὴς καὶ πρωτοφανὴς ἡ θεωρία αὐτή.
§83Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἀπὸ τὴν στιγμὴν αὐτήν, παύουν τὰ νομοθετήματα αὐτὰ νὰ εἶναι νόμοι τοῦ Κράτους. Ἑπομένως θὰ ἔλθῃ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις νὰ εἴπῃ τί; Ὅτι αὐτὰ εἶναι ἔγκυρα; Βεβαίως, ἔχει τὸ δικαίωμα αὐτό, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἀντίκρυς ἀντίθετον πρὸς τὸ δημόσιον αἴσθημα.
§84Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω καὶ νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν ὑπ’ ἀριθ. 560)1936 ἀπόφασιν τοῦ ἰδίου δικαστηρίου, ἀφορῶσαν τὰ νομοθετήματα τῶν Κυβερνήσεων Κονδύλη καὶ Δεμερτζῆ, αἵτινες ἄνευ ἁρμοδιότητος καὶ ἐξουσιοδοτήσεως ἐξέδωκαν Ἀναγκαστικοὺς Νόμους, ἀκόμη καὶ Συνταγματικὰς Πράξεις. Ἰδού, λοιπόν, τὶ λέγει ἡ ἀπόφασις: .... (ἀναγινώσκει) .... Καὶ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι. Ὑπάρχει παγία, μακρὰ νομολογία καὶ τοῦ ἄλλου Ἀνωτάτου Δικαστηρίου τῆς χώρας, τοῦ Ἀρείου Πάγου, δικάζοντος, καθ’ ἃ τινὲς ἰσχυρίζονται, μὲ τὸ ξηρὸν πνεῦμα τοῦ Ρωμαϊκοῦ δικαίου, καθ’ ἃ ἐγὼ πιστεύω μὲ τὸ πνεῦμα τῆς καθημερινῆς ἐπαφῆς πρὸς τὴν ἀνθρωπίνην ζωήν. Καὶ οὐδὲ ἅπαξ εὑρέθη τὸ Δικαστήριον ἐκεῖνο, οὔτε εἰς τὸ αἰτιολογικόν, ἀλλ’ οὔτε καὶ εἰς τὸ διατακτικὸν οἱασδήποτε ἀποφάσεως, κηρῦσσον ἀντισυνταγματικὸν νόμον τινά. Καὶ προσφάτως μόλις, τὸ Βʹ τμῆμα τοῦ Ἀρείου Πάγου, δικάζον ἐπὶ Ἀναγκαστικοῦ Νόμου παρατείνοντος ἁρμοδιότητα τῶν Πενταμελῶν Ἐφετείων, τὰ ὁποῖα, ὡς γνωστόν, δικάζοντα ἐπὶ κακουργημάτων, ἀφαιροῦν ἐξουσίας καὶ ἁρμοδιότητας ἀνηκούσας, κατὰ συνταγματικὴν ἐπιταγήν, εἰς ὡρισμένα ἄλλα δικαστήρια, ἀπεφαίνετο ὅτι καλῶς ἐξεδόθη ὁ Ἀναγκαστικὸς αὐτὸς Νόμος —καὶ ἐπεκαλέσθη ἀκριβῶς τὸν λόγον τοῦ ἀνταρτοπολέμου ὡς πλήρη δικαιολογίαν τῆς ἐκδόσεως συνταγματικοῦ περιεχομένου διατάξεως— βάσει τοῦ κανόνος SALUS POPULI. Αὐτά, κύριοι, εἶχον νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν. Καὶ ἀπόκειται εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, κυρίαρχου εἰς τὰς πράξεις της, κατὰ τρόπον ἀναφαίρετον εἰς τὰ δικαιώματά της, νὰ κρίνῃ αὐθεντικῶς, ἐπικυρώνουσα τὰ νομοθετήματα, ἵνα διατηρήσουν τὴν ἰσχύν των ἢ ὄχι. Ἀλλὰ καὶ αἱ εὐθῦναι, εἰς τὴν ἀντίθετον περίπτωσιν, θὰ εἶναι ἰδικαί της, διότι τὰ πάντα θὰ ὑποστοῦν ἕνα κλονισμὸν ἐκ θεμελίων, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἀπέχῃ πολὺ ἀπὸ τὸν κλονισμὸν αὐτῶν τούτων τῶν θεμελίων τῆς Πολιτείας καὶ τῆς Κοινωνίας.
§85Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Τὴν ὅλην σας ἐπιχειρηματολογίαν, κ. Ὑπουργέ, ἐστηρίξατε εἰς τὸ ὅτι ἐλάβατε ἐξουσιοδότησιν παρὰ τῆς Βουλῆς. Ὀφείλετε νὰ ὁμολογήσετε ὅτι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐλάβατε αὐτὴν τὴν ἐξουσιοδότησιν, εἶναι πρωτοφανὴς εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ χρονικὰ ἀφ’ ὅτου ὑπάρχει Ἑλλάς. Οὐδέποτε μαζὶ μὲ τὴν ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ἐζητήθη καὶ τοιαύτη ἐξουσιοδότησις καὶ ὅτι ὑπονοεῖ ἡ ψῆφος ἐμπιστοσύνης καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν καὶ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τετράμηνον. Ἡμεῖς τότε ἐζητήσαμε νὰ γίνουν χωρισταὶ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, σεῖς ὅμως ἐδώσατε τὴν ἑρμηνείαν ὅτι ἁπλῶς ἡ ψῆφος ἐμπιστοσύνης ὑπονοεῖ καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν εἰς τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
§86Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἡ ἐξουσιοδότησις, αὐτὴ καθ’ ἑαυτήν, εἶναι ἄκυρος.
§87ΣΤ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ἐγὼ λυποῦμαι διότι τότε τὸ Δημοκρατικὸν Σοσιαλιστικὸν Κόμμα ἔδωσε ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Τουρκοβασίλης ἔχει τὸν λόγον.
§89Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν ἤθελα νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τεθέντος σχεδίου Ψηφίσματος, διότι ἀντιλαμβάνομαι ὡς δυσχερῆ τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις. Κύριοι βουλευταί, ὅταν τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ἐξέδωσε τὴν ἀπόφασιν αὐτήν, ἡ ὁποία τιμᾷ τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας, ὅπως καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τιμᾷ τὸν τόπον, διότι εἰς μίαν περίοδον σχετικῶς ἀνώμαλον, τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐκράτησε τὴν.... (δὲν ἠκούσθη).... τοῦ Κράτους, ἡ Κυβέρνησις ἀφυπνισθεῖσα ἐκ τοῦ ληθάργου, συνέλαβε τὴν ἰδέαν πρὸ τοῦ ἀδιεξόδου εἰς τὸ ὁποῖον εὑρέθη...
§90Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Κύριε Πρόεδρε, νὰ μὲ συγχωρήσετε, θὰ ἤθελα νὰ σᾶς εἴπω τοῦτο. Πρὸ πάσης ἀκυρώσεως καὶ ἀκυρωτικῆς ἀποφάσεως, εἶχε καταστῆ γνωστὸν εἰς τὸ Συμβούλιον, ὅτι ἀπὸ ἐμέ, ἀπὸ ἀνώτερον ἱστάμενα πρόσωπα, ὅτι εἶναι μία κατάστασις ἀσφαλῶς λεπτὴ καὶ ἀνώμαλος, ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἐν νῷ ὡς πρᾶξιν νὰ ὑποβάλῃ ὅλα τὰ νομοθετήματα πρὸς κύρωσιν.
§91Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἐν νῷ τὸ νὰ ὑποβάλῃ σχέδιον Ψηφίσματος. Ἀλλοίμονον ἐὰν δὲν τὴν ἀπησχόλει καὶ καθόλου τὸ ζήτημα τοῦτο. Καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔφθασεν εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ καταθέσῃ τὸ Ψήφισμα ὅταν τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ἐξέδωκε τὴν ἀπόφασίν του καὶ ἠκύρωσε διοικητικὰς πράξεις ἐστηριγμένας ἐπὶ νόμων ἀντισυνταγματικῶς ἐκδεδομένων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ποτὲ δὲν ἐπέτρεψε νὰ τοῦ κάμω μίαν διακοπήν. Τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀκυροῖ νόμους. Τοὺς νόμους τοὺς ἀκυροῖ τὸ ὄργανον τὸ ὁποῖον τοὺς ἐκδίδει, καὶ τὸ ὄργανον τὸ ὁποῖον τοὺς ἐκδίδει, εἶναι ἡ Βουλή. Τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ἔχει δικαίωμα νὰ ἀκυροῖ πράξεις διοικητικάς, αἱ ὁποῖα στηρίζονται εἰς νόμους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι συνταγματικοὶ καὶ ἑπομένως τὸ Συμβούλιον ἀκύρωσε τὰς πράξεις αὐτάς. Ἡ Κυβέρνησις εἴτε τὸ εἶχε ὑπ’ ὄψιν της εἴτε ἐκ τῆς πράξεως τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας εὑρέθη εἰς ἕνα ἀδιέξοδο καὶ κατέθεσε τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον τοῦ Ψηφίσματος ἐνώπιόν σας. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἐπληροφορήθη ποίας ὑποδοχῆς ἔτυχε τὸ σχέδιον Ψηφίσματος ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ὅταν εἶδε τὴν σφοδρότητα καὶ τὴν ὀξύτητα μὲ τὴν ὁποίαν ἐπετέθησαν οἱ ἀξιότιμοι εἰσηγηταὶ κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς συζητήσεως καὶ ἰδίως ὁ δεύτερος ἐξ αὐτῶν, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς τὴν κυβερνητικὴν παράταξιν, τότε ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη νὰ ὑποβάλῃ μίαν τροπολογίαν καὶ τὴν συνέταξε μεθ’ ἑνὸς συναδέλφου ἐξ ἄλλου Κόμματος. Ἠναγκάσθη νὰ ὑποβάλῃ καὶ δευτέραν τροπολογίαν ἔπειτα καὶ τρίτην, ἀλλὰ καὶ αἱ τρεῖς αὐταὶ τροπολογίαι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μεταβάλουν τὴν οὐσίαν, ἡ ὁποία ἦτο, ἡ Βουλὴ νὰ κυρώσῃ τοὺς 286 νόμους χωρὶς νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της οὔτε τὸ περιεχόμενον τῶν νόμων, ἀλλ’ οὔτε καὶ τοὺς τίτλους τῶν νόμων. Δηλαδή, κύριοι βουλευταί, ἦτο μία πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀπετέλει ἐξανδραποδισμὸν τῆς Βουλῆς. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ ὁσηνδήποτε ἐμπιστοσύνην καὶ ἂν ἔχῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔγκρισιν αὐτοῦ τοῦ Ψηφίσματος; Θὰ εἶναι κάτι τὸ ὁποῖον θὰ ἀπαθλιώσῃ τελείως εἰς τὴν συνείδησιν ὅλου τοῦ κόσμου τὴν Βουλήν.
§92Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Καὶ δὲν εἶναι μόνον 286 νόμοι, ἀλλ’ ὅσοι θὰ δημοσιευθοῦν μέχρις ἐκδόσεως τοῦ παρόντος Ψηφίσματος.
§93Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀναλαβὼν τὸ βαρὺ αὐτὸ ἔργον, ἐπωμίσθη, πρέπει νὰ εἴπωμεν, τὸν σταυρόν, διότι πραγματικῶς Γολγοθᾶς εἶναι αὐτό. Ὁ κ. Ὑπουργός, ὅταν εἶδε τὴν ἐπίθεσιν ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκ μέρους τῶν εἰσηγητῶν καὶ ἰδίως τοῦ δευτέρου εἰσηγητοῦ, τοῦ ἀνήκοντος εἰς τὴν κυβερνητικὴν παράταξιν —καὶ ποὺ μᾶς ἔκαμε μίαν μεγάλην εὐχαρίστησιν διότι εἴδαμεν ὅτι ἡ κυβερνητικὴ πλευρά, εἰς τὰ ζητήματα αὐτά, ἀνθίσταται διότι ἡ κρίσις τοῦ εἰσηγητοῦ ἦτο αὐστηρά— ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι ἡ ἐπίθεσις εἶναι ἄδικος καὶ ἀδικαιολόγητος. Τότε ἠναγκάσθην νὰ τὸν διακόψω καὶ εἶπα ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπαγαγοῦσα εἰς τὴν Βουλὴν ἓν τοιούτου εἴδους νομοθέτημα θὰ ἔπρεπε νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιόν της συντετριμμένη, νὰ ζητήσῃ συγγνώμην ἀπὸ τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα νὰ κύψῃ τὴν κεφαλὴν καὶ νὰ παρακαλέσῃ νὰ ἐξευρεθῇ ἕνας —μόντους βιβάντυ ἕνας τρόπος διὰ νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδον εἰς τὸ ὁποῖον ἰδίᾳ ὑπαιτιότητι εὑρέθη. Ἡ διακοπή μου αὕτη δὲν ἠρέθισε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἠρέθισε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος μὲ ἀσυνήθη νευρικότητα ἠγέρθη ἐκ τῆς θέσεώς του καὶ εἶπεν, ἀπευθυνόμενος πρὸς ἐμέ, ὅτι «εἴμεθα Κυβέρνησις κοινοβουλευτικὴ καὶ δεχόμεθα καὶ τὴν ἀντίθετον ψῆφον τῆς Βουλῆς». Τότε τοῦ ἀπήντησα, εἰς τὸν αὐτὸν τόνον, «κύριε Ὑπουργέ, ἐὰν ἡ Βουλή μας εἶχε φιλότιμο, ὄχι μόνον θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπορρίψῃ τὸ νομοθέτημα αὐτὸ παμψηφεί, ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε καὶ ἄλλη συνέπεια νὰ εἶχε ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἡ συνέπεια αὐτὴ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἡ ἀνατροπὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐντὸς ἑνὸς τετάρτου.
§94Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Σεῖς γνωρίζετε καλύτερον ἐμοῦ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Νομίζετε ὅτι πράγματι ἠρεθίσθη; Ὅλα αὐτὰ ἦσαν πλαστά, ἦσαν προσποίησις.
§95Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ψυχολογήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, αὐτὴν τὴν φορὰν διετέλει, πράγματι, ἐν νευρικότητι. Ἀλλὰ προεβλήθη τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ἡ Βουλὴ εἶχε διακόψει τὰς ἐργασίας της ἐπὶ πολὺν χρόνον καὶ δὲν κατώρθωσεν ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσαγάγῃ ἐνώπιόν της τὰ σχετικὰ νομοθετήματα. Ἀλλὰ ἡ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ὠφείλετο πάντοτε εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡμεῖς εἴμεθα πάντοτε ἀντίθετοι εἰς τὰ Ψηφίσματα διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν μας, ἐνῷ τὰ ἄλλα Κόμματα ὅταν ἦσαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἦσαν σύμφωνα, ὅταν δὲ δὲν ἦσαν, τότε ἦσαν ἀντίθετα. Ἡμεῖς ἐλέγαμε τὴν γνώμη μας ὅπως τὴν αἰσθανόμεθα καὶ ἐλέγαμεν πάντοτε ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος νὰ διακοποῦν. Τελευταίως, μάλιστα, ἡ Κυβέρνησις, μαζὶ μὲ τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης συνεδίαζε εἰς τὸ αὐτὸ Ψήφισμα καὶ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως, ἡ Κυβέρνησις ἔχει πλήρη τὴν εὐθύνην τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Παρετηρήθη ἐπίσης ὅτι πολλὲς φορὲς ὁλόκληρες συνεδριάσεις κατηναλώθησαν μὲ θέματα ἐκτὸς ἡμερησίας διατάξεως. Τοῦτο ἀσφαλῶς θὰ ἐλέχθη διὰ τὰς συζητήσεις ἐπὶ τῶν ζητημάτων ἀσφαλείας ἐν Πελοποννήσῳ. Κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ὅταν ἐβλέπαμεν πόλεις καὶ χωρία νὰ καταστρέφωνται, νὰ φέρωμεν μίαν διαμαρτυρίαν εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ δεδοκιμασμένου Λαοῦ. Συνεπῶς καὶ τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ δὲν ἔχει βάσιν. Τώρα τί πρέπει νὰ γίνῃ; Νὰ εἴπωμεν ὅτι τὰ νομοθετήματα αὐτὰ εἶναι ἰσχυρὰ ἢ παρατείνομεν τὴν ἰσχύν των; Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπεκαλέσθη ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ἐπίσης ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπεκαλέσθη δεδομένα ἐκ τοῦ παρελθόντος. Ἡ μὲν ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀπολύτως σχέσιν, διότι τὰ ζητήματα τῆς Διοικήσεως συζητοῦνται εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας. Δὲν ὑπάρχει σχέσις Ἀρείου Πάγου καὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα κρίνει τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, εἶναι ζητήματα τῆς Διοικήσεως, ἀναμφισβητήτως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι συνέβησαν εἰς τὸ παρελθὸν παρόμοιαι περιπτώσεις.
§96Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τὴν ἀντισυνταγματικότητα τῶν νόμων ὀφείλει νὰ ἐξετάζῃ πᾶν Δικαστήριον.
§97Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Εἶναι ὑποχρεωμένοι, κατὰ τὸ Σύνταγμα, οἱ Δικασταί, νὰ ἐξετάζουν τὴν συνταγματικότητα τῶν νόμων.
§98Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ Δικαστήριον δικαιοῦται νὰ ἐξετάζῃ ἐὰν ἐξεδόθη ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας νομοθετικῆς ἐξουσίας ἢ ὄχι. Βεβαίως δὲ δικαιοῦται νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ἦτο ἀπαρτία ἢ ὄχι. Ἀλλὰ πρέπει νὰ εἶναι ἁρμοδία ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Ἐξουσιοδοτήσεως ἢ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον; Τὸ ἀντίθετον ἀποτελεῖ κακοήθειαν πολιτικήν.
§99Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Αἱ ἀντιρρήσεις τοῦ κ. συναδέλφου ἐξ Ἀθηνῶν ἀνάγονται εἰς τὴν ἀντισυνταγματικότητα τῶν νόμων. Τὸ Δικαστήριον εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἀντισυνταγματικότητα τῶν νόμων γενικῶς.
§100Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχει ἐδῶ καὶ κακοήθειαν μέσα.
§101Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ μόνον τὸ ὁποῖον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ κάνωμεν ἐν σχέσει μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν τεθὲν σχέδιον Ψηφίσματος, εἶναι τὸ ἑξῆς. Νὰ κυρώσωμεν ὁμαδικῶς ὅλα τὰ νομοθετήματα, εἶναι ἀδύνατον. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἔχω τὴν δύναμιν νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὴν Βουλὴν τοιαύτην σύστασιν. Τὶ μπορεῖ, ὅμως, νὰ γίνῃ; Θὰ ἐνόμιζαν ὅτι ὅλα τὰ νομοθετήματα τὰ ἐμπίπτοντα εἰς τὴν ὑπόδειξιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἤτοι τὰ ἀφορῶντα τὴν ἀσφάλειαν τῆς χώρας, τὴν διάρθρωσιν τοῦ Στρατεύματος, τὴν ἄμυναν τῆς χώρας καὶ τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ σχεδίου Μάρσαλ, αὐτά, ὄχι καλῶς, κακῶς —κάκιστα— δὲν δυνάμεθα νὰ τὰ ἐγκρίνωμεν ὁμαδικῶς. Τὰ ἄλλα ὅμως νομοθετήματα θὰ ἦτο δυνατόν, ὄχι νὰ τὰ ἀκυρώσωμεν, θὰ εἴχομεν ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ἀναστείλωμεν τὴν ἀκυρότητά των μέχρις ὡρισμένης προθεσμίας, μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου, π.χ. καὶ ἐν τῷ μεταξὺ ἡ Βουλὴ εἴτε διὰ μιᾶς εἴτε διὰ περισσοτέρων, τριῶν ἢ τεσσάρων, Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν, νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως ὅλων αὐτῶν τῶν νομοθετημάτων.
§102Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Ἐγὼ ὡμίλησα περὶ ἑνὸς εἰδικοῦ νομοθετήματος τοῦ Ὑπουργείου. Πῶς τὸ ἀμελεῖτε αὐτὸ τὸ νομοθέτημα. Ὑπεισέρχεται ἢ ὄχι εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας;
§103Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Τὸ περὶ κρίσεως δικηγόρων; Πῶς ἐγένετο αὐτὴ ἡ δοκιμασία δικηγόρων χωρὶς νὰ δώσουν ἐξετάσεις; Θέλω νὰ τὸ μάθω, διὰ νὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§104Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Σᾶς εἶπον ὅτι τὸ Γενικὸν Ἐπιτελεῖον μοῦ ἐζήτησε τὸν νόμον αὐτόν.
§105Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Διὰ τοὺς ὑπηρετοῦντας εἰς τὰς τάξεις τοῦ Στρατοῦ;
§106Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Μάλιστα.
§107Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν νομίζω ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ κάνωμεν καμμίαν ἄλλην ὑποχώρησιν ἐν σχέσει πρὸς τὸ τεθὲν σχέδιον Ψηφίσματος. Οἱαδήποτε ἄλλη ὑποχώρησις, θὰ εἶναι εἰς βάρος τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Σώματος. Εἶπον, μάλιστα, ἀναγνωρίζω τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκδώσῃ ἡ Κυβέρνησις μερικοὺς Α.Ν., ἀλλὰ αὐτοὶ οἱ Α.Ν. ἔπρεπε νὰ ἀναφέρωνται εἰς τὴν σωτηρίαν τῆς Πατρίδος.
§108Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται εἰς τὸ Ψήφισμα, ἡ Κυβέρνησις ἐξεῦρεν καὶ ἕναν ἄλλον τρόπον νομοθετήσεως. Τὰς κυβερνητικὰς ἀποφάσεις, διὰ τῶν ὁποίων ἀνατρέπονται νόμοι. Τὶ θὰ γίνουν αὐταί;
§109Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. συναδέλφου εἶναι πολὺ λογικὴ καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ συζητηθῇ.
§110Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ὅ,τι καὶ ἂν γίνῃ, κύριοι βουλευταί, Ἐπιτροπὴ ἀντισυνταγματικὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ. Κατὰ τὸν ἰσχύοντα θεμελιώδη νόμον, οἱ Α.Ν. ἐκδιδόμενοι ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, ἐγκρίνονται ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀπορρέει ἐκ τῆς Βουλῆς. Ὁ τρόπος τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν καὶ ἀκολουθοῦμεν, εἶναι τρόπος ἀντισυνταγματικός, δὲν γεννᾶται ζήτημα. Διότι, πῶς εἶναι δυνατόν, κύριοι βουλευταί, τὸ Σύνταγμα νὰ καθορίζῃ ἄλλα καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς ζητῇ ἄλλα; Ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ αὐτοῦ. Οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐξεδόθησαν, ἐξεδόθησαν πλημμελῶς καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τοὺς κυρώσωμεν χωρὶς κἂν νὰ τοὺς ἀναγνώσωμεν; Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸν 921)Α.Ν., ὁ ὁποῖος ἐπιτρέπει νὰ διορίζωνται κατὰ κληρονομικὴν διαδοχὴν συμβολαιογράφοι προνομιακῶς. Ἐκεῖνο, ὅμως, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνώμαλον, εἶναι τοῦτο. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 11 τοῦ νόμου 921, λέγεται «.... (ἀναγινώσκει) ....». Δὲν τηρεῖται, διότι ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ὑπηρετεῖ ἐπὶ 4 χρόνια εἰς τὸν Στρατὸν καὶ ἀπαγγέλλεται μετὰ τὸ 1946 ἡ ἀκύρωσις.
§111Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Θὰ κάνωμεν τροπολογίαν κατὰ τὴν κύρωσιν καὶ ἐὰν τὴν δεχθῇ τὸ Σῶμα, ἔχει καλῶς.
§112Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ ἄριστον ὅλων, εἶναι τὸ ἑξῆς. Νὰ τὰ φέρετε αὐτὰ τὰ νομοθετήματα ἐδῶ καὶ ὅπως συμβαίνει συχνά, νὰ ἀναγινώσκεται ἡ ἡμερησία διάταξις, δεκτόν, δεκτόν, δεκτόν, νὰ ψηφίζωνται 5–6–8–10 πολλάκις καὶ νὰ τελειώνωμεν. Δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος, ἐκτὸς τῆς συνήθους κοινοβουλευτικῆς οἰκονομίας.
§113Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Μὲ τοὺς συμβολαιογράφους, τὶ θὰ γίνῃ;
§114Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Εἶναι κατατεθειμένον εἰς τὸ Σῶμα καὶ κατὰ τὴν σχετικὴν συζήτησιν ἐπιφέρατε τὴν τροπολογίαν σας. Δὲν προσέξατε κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν, ἐδιάβασα ἕνα «καὶ διὰ Ν.Δ.», ἑπομένως ἀφ’ ἑνὸς διατηροῦμεν τὴν συνήθη διαδικασίαν τῆς ἐνώπιον τοῦ κυριάρχου Σώματος προσαγωγῆς τῶν νομοθετημάτων πρὸς κύρωσιν καὶ ἀφ’ ἑτέρου παραπέμπομεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν διὰ νὰ ὑπάρξῃ πλήρης ἀσφάλεια.
§115Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Στρατιωτ.). Αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν γίνεται ἐπικύρωσις. Δὲν ζητοῦμεν τὴν ἐπικύρωσιν τῶν Α.Ν., ἀλλὰ τὴν κατοχύρωσιν τῶν νόμων αὐτῶν μέχρι τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἶναι δυνατὸν καθ’ ὡρισμένην διαδικασίαν ἡ ἐπικύρωσις αὐτῶν. Ἑπομένως ὁ κ. Κίνιας ὑποβάλλων τὸ ἐρώτημα διατὶ νὰ γίνῃ ἡ ἐπικύρωσις ὅλων τῶν νόμων αὐτῶν καὶ νὰ ἀποκλεισθοῦν αἱ τροπολογίαι αἵτινες θὰ βελτιώσουν ὡρισμένους ἐξ αὐτῶν τῶν Νόμων, δὲν εὑρίσκεται ἐν δικαίῳ καὶ τοῦ ἀπαντῶ ὅτι δὲν ἀποκλείεται ἡ τροποποίησις, ἀλλὰ ὄχι αὐτὴν τὴν στιγμήν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ζητῶμεν τὴν ἐπικύρωσίν των ὁριστικῶς τῶν Α.Ν., ἀλλὰ ἁπλῶς καὶ μόνον πρὸς ἀποτροπὴν τῆς ἀνωμαλίας, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ κατόπιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, παρακαλοῦμεν τὴν Βουλὴν νὰ καταχωρήσῃ προσωρινῶς ὅλα αὐτὰ τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι 286 ἐν συνόλῳ. Μετὰ ταῦτα, ἡ Βουλὴ θὰ ἔχῃ ἐξ ὁλοκλήρου τὴν ἄνεσίν της νὰ τροποποιήσῃ τὰ νομοθετήματα αὐτά. Τὸ σχέδιον Ψηφίσματος, κύριοι βουλευταί, εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγω ἐγώ.
§116Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν ἔχομεν κανένα κείμενον νόμου καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητῶμεν ἀπ’ ἔξω, ὅπως τὸ λέτε σεῖς.
§117Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Στρατιωτ.). Πάντως αὐτὴ εἶναι ἡ διατύπωσις, ὅτι δηλαδὴ διατηροῦν τὰ νομοθετήματα αὐτὰ τὴν ἰσχύν των μέχρις ὅτου κυρωθοῦν. Ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας κατέστησεν ἀναγκαίαν τὴν κύρωσιν τούτων. Ἄλλως τε δὲν νομίζω ὅτι ὅσα νομοθετήματα κρίνῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἶναι καὶ ἀντισυνταγματικά.
§118Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὰ δὲν εἶναι νόμοι, εἶναι ἄχρηστα χαρτιά.
§119Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Στρατιωτ.). Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε ἀποτελεῖ οὐσιαστικὴν κρίσιν καὶ ὄχι νομικήν.
§120Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἤμουν δικηγόρος πρὶν γεννηθῆτε... (Φωναί, θόρυβος).
§121Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διετύπωσε μίαν γνώμην, ὅτι δὲν ζητοῦμεν παρὰ τῆς Βουλῆς, παρὰ τὴν ἔγκρισιν τῆς ἰσχύος τῶν νόμων μέχρις ὡρισμένης χρονικῆς περιόδου, μετὰ τοῦτο δὲ ἡ Βουλὴ νὰ διατηρήσῃ ἀναφαίρετα τὰ δικαιώματά της, ἐγκρίνουσα, τροποποιοῦσα ἢ ἀκυροῦσα τὴν βάσιν ἡ ὁποία ἐτέθη. Ἐὰν πράγματι εἶχον τὰ πράγματα οὕτω, εἶναι συζητήσιμον τὸ θέμα, διότι ἡ Βουλὴ δίδει μίαν διέξοδον εἰς τὸ ἀδιέξοδον, ἐγκρίνει τὴν ἰσχὺν τῶν νόμων μέχρις ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα χωρὶς νὰ ἀποκλείεται τὸ δικαίωμα αὐτῆς νὰ ἐγκρίνῃ, ἀκυρώσῃ ἢ τροποποιήσῃ τοὺς νόμους. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου μίαν τροπολογίαν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς ὁμιλῶ.
§122Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Στρατιωτ.). Θὰ σᾶς τὴν ἀναγνώσω ἐγὼ τὴν τροπολογίαν. «Νομοθετικαὶ πράξεις.... (ἀναγινώσκει)....».
§123Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ βάσις ἡ ὁποία τίθεται, εἶναι συνταγματικῶς ὀρθή, διότι διατηροῦνται τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ ἡ ἔρευνα τῶν νόμων εἶναι ζήτημα χρόνου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐρευνηθοῦν οἱ νόμοι διὰ μιᾶς, καὶ διὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ ὑπάρχει τὸ δεύτερον ἄρθρον τῆς τροπολογίας. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου ἤθελον νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς. Λέγει τοῦτο: «.... (ἀναγινώσκει)....». Ἡμεῖς θέλομεν νὰ σᾶς δώσωμεν ἕνα δικαίωμα, ὅπου ὑπάρχει λάθος, διὰ νομοθετικοῦ διατάγματος νὰ διορθώνεται τὸ λάθος. Ἀλλά, ὅπως διατυποῦται ἡ τροπολογία, εἶσθε ὑποχρεωμένοι διὰ νὰ ἀκυρώσητε τὸ νομοθετικὸν διάταγμα νὰ προηγηθῇ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ πρᾶξις τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Διατὶ δὲν τὸ διατυπώνετε ὡς ἑξῆς: «Διὰ Ν.Δ..... (ἀναγινώσκει)....». Τὸ Σῶμα, δηλαδή, εἶναι διατεθειμένον νὰ σᾶς δώσῃ αὐτὴν τὴν εὐχέρειαν. Ἂν δὲν γίνῃ αὐτό, δὲν θὰ ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ διορθώσετε τὸ λάθος.
§124Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Ἐδῶ ἡ Βουλὴ μᾶς ἀμφισβητεῖ τὸ δικαίωμα αὐτό, σεῖς μᾶς ἐκχωρεῖτε περισσότερα.
§125ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς διατυπώνετε τὴν τροπολογίαν σας;
§126Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Ὡς ἑξῆς: «Δύναται... .... (ἀναγινώσκει)....».
§127Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Πρόκειται περὶ μιᾶς ἀκυρολεξίας. Ἐδῶ λέγει πρῶτα «ὑπὸ τύπον Ψηφισμάτων μετ’ ἀπόφασιν τῆς Ἐπιτροπῆς.... (ἀναγινώσκει)....», τὸ δὲ δεύτερον λέγει «ὑπὸ τύπον Ἀναγκαστικῶν Νόμων.... (ἀναγινώσκει) ....». Τὸ ἄρθρον 2 δὲν ὁμιλεῖ περὶ ἐπικυρώσεως, ὁμιλεῖ περὶ ἀκυρώσεως, κατὰ συνέπειαν πρόκειται περὶ σφαλερᾶς διατυπώσεως, ἡ ὁποία θὰ μᾶς ἀγάγῃ εἰς ἀδιέξοδον. Πρέπει νὰ λέγῃ ἐδῶ «μέχρι τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 2 ἀκυρώσεως». Κατὰ συνέπειαν, μὴ ἀκυρουμένων τῶν Ψηφισμάτων κατὰ τὸν νόμον, εἶναι ἔγκυρα ταῦτα.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, νομίζω ὅτι ἡ λέξις «νὰ ἀκυρωθῶσιν», εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ μπῇ.
§129Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Στρατιωτ.). Αὐτὸ ἔχει τὴν ἔννοιαν νὰ μὴ γίνῃ τροποποίησις τοῦ πρώτου ἄρθρου, ἀλλὰ διόρθωσις τοῦ δευτέρου. Τὸ πρῶτον ἄρθρον λέγει «μέχρι τῆς ἀκυρώσεώς των», ἐνῷ τὸ δεύτερον ἄρθρον λέγει «δύναται ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως νὰ ἀκυρώσῃ καὶ τροποποιήσῃ». Ἂν δὲν κάνῃ χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος, ἐπικυρώνει ἐμμέσως. Ἐπειδὴ εἶναι δυνατὸν νὰ προκληθοῦν παρεξηγήσεις καὶ παρερμηνεῖαι, δι’ αὐτὸ προτείνω νὰ τροποποιήσωμεν ὄχι εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον, ἀλλὰ εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον τὴν λέξιν «ἐπικυρώσεως» καὶ ἀντὶ «ἐπικυρώσεως», νὰ εἴπωμεν «τροποποιήσεως ἢ καταργήσεώς των».
§130Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὅλη ἡ δύναμις τοῦ νομοθετήματος εἶναι εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον, τὸ ἄλλο δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν, τὸ ἄλλο καθορίζει τὴν δικονομίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπεν ἀπόψε γνώμην, ἡ ὁποία κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου εἶναι νομικῶς ἀκατάληπτος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπεν «οἱ νόμοι αὐτοὶ ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι ἰσχυροὶ καὶ αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχει τὸ νομοθέτημα νὰ βεβαιωθῇ ὅτι εἶναι ἰσχυροί». Κύριε Ὑπουργέ, οἱ νόμοι δὲν ὑπάρχουν, καὶ δὲν ὑπάρχουν διότι τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ὡρισμένας διοικητικὰς πράξεις ἐστηριγμένας ἐπὶ αὐτῶν τῶν νόμων, εἶπεν ὅτι εἶναι ἄκυροι. Διατί; Διότι οἱ νόμοι εἶναι ἀντισυνταγματικοί. Καὶ διὰ νὰ τὸ καταλάβετε, κ. Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν —τὸ ἀντιλαμβάνεσθε, ἀλλὰ ἡ ἰδιότης σας ὡς μέλους τῆς Κυβερνήσεως δὲν σᾶς ἀφήνει νὰ ἐκδηλώσετε ὅτι τὸ ἀντιλαμβάνεσθε— λέγει: «Ἐξακολουθῶσι νὰ κέκτηνται τὴν ἣν εἶχον κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐκδόσεώς των ἰσχύν». Δηλαδὴ δὲν ἔχουν τώρα καμμίαν.
§131Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Τὴν ἣν εἶχον τυπικὴν δύναμιν, δηλαδὴ τὰ Ψηφίσματα, Ψηφίσματα καὶ οἱ νόμοι νόμοι.
§132Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τυπικὴ δύναμις δὲν ὑπάρχει. Ἡ δύναμις εἶναι οὐσιαστική.
§133Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν δικαίωμα νὰ κάνωμεν νόμους, ἔχομεν δικαίωμα νὰ τροποποιήσωμεν καὶ νὰ καταργήσωμεν, ἀλλὰ εἰς ἀνεπάρκειαν ἡμῶν πῶς θὰ τοὺς δώσωμεν ἰσχύν; Δὲν ἔχομεν δικαίωμα εἰς πράγματα ποὺ ἔχουν ἀποθάνει νὰ τοὺς δώσωμεν ἰσχύν. Ἡμεῖς δυνάμεθα μόνον νὰ ἀναστείλωμεν τὴν ἀκυρότητα αὐτῶν.
§134Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ ὡς Σῶμα, διὰ τῆς κυρώσεως τὴν ὁποίαν κάνει, ἀποδίδει τὴν ἰσχὺν καὶ τὴν δύναμιν εἰς τοὺς νόμους, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἰσχύῃ ἡ ἀκυρωτικὴ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, διότι ἡ Βουλὴ εἶναι παντοδύναμον Σῶμα.
§135Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ συμπληρώσω τὴν σκέψιν σας λέγων, μοῦ κάνει κατάπληξιν πῶς εἶναι δυνατὸν Νομοθετικὸν Σῶμα κηδόμενον τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν προνομίων του, νὰ θέλῃ νὰ τὰ ἀπεμπολήσῃ. Ἀντιθέτως, θὰ ἐνόμιζον ὅτι θὰ ἤθελεν νὰ κατοχυρώσῃ δι’ ὅλων τῶν δυνατῶν μέσων καὶ εἰς ἀκέραιον τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἔχει.
§136Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ἔκρινεν ὡς ἔκρινεν, ἀλλὰ ἡ Βουλὴ εἶναι παντοδύναμον Σῶμα, ἐνώπιον τῆς ὁποίας ἔρχονται οἱ νόμοι καὶ δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι τοὺς ἐγκρίνει καὶ τοὺς παρέχει ὅλην τὴν παντοδυναμίαν, δὲν ἠμπορεῖ δὲ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νὰ ἀκυρώσῃ τὴν θέλησιν αὐτὴν τῆς Βουλῆς.
§137Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Τὸ Ψήφισμα αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἀκυρώσῃ ἄριστα.
§138Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἐὰν τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ἐπιχειρήσῃ νὰ θέσῃ ἑαυτὸ ὑπεράνω τοῦ Σώματος, τότε εἶναι ἐκτὸς ζωῆς καὶ ἐκτὸς Συντάγματος. Τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς εἶναι ἀναφαίρετα. Ἑπομένως, ὅταν ἡ Βουλὴ δώσῃ τὴν ἔγκρισίν της, ὡς παντοδύναμον Σῶμα, τὰ νομοθετήματα αὐτὰ ἔχουν ἰσχὺν νόμων. Ἐάν, λοιπόν, ἡ Βουλὴ σᾶς δώσῃ δικαίωμα νὰ τροποποιῆτε ἢ νὰ καταργῆτε αὐτοὺς τοὺς Ἀναγκαστικοὺς Νόμους, σεῖς διατὶ δὲν τὸ δέχεσθε αὐτὸ τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ θέλετε ὅπου ὑπάρχει ἕνα λάθος νὰ τὸ περιπλέκετε μὲ τὸν μηχανισμὸν αὐτόν; Διατὶ δὲν δέχεσθε τὸ δεύτερον ἄρθρον νὰ σταματήσῃ ἕως ἐκεῖ;
§139Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Στρατιωτ.). Ἡμεῖς τὸ δεχόμεθα, διότι πιστεύομεν ὅτι πράγματι ἡ Βουλή, ὡς κυρίαρχον Σῶμα, ἔχει ἀπόλυτον δικαίωμα τῆς μεταβιβάσεως οἱουδήποτε δικαιώματός της, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις κατ’ οὐσίαν εἶναι μία Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς. Τὸ Σύνταγμά μας — καὶ ἐπωφελοῦμαι τῆς εὐκαιρίας διὰ νὰ προβῶ εἰς αὐτὴν τὴν παρατήρησιν — εἶναι βασισμένο ἐπὶ τῶν προκοινοβουλευτικῶν διατυπώσεων. Διότι, ὅταν τὸ Σύνταγμά μας διετυπώθη, δὲν ἴσχυον αἱ κοινοβουλευτικαὶ Κυβερνήσεις. Τὸ δὲ 1911, ὅταν ἐγένετο ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος, δὲν ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον διότι δὲν εἶχε γίνει εἰς ἄλλα μέρη τοῦ κόσμου, ὅπως τροποποιηθοῦν αἱ σχετικαὶ διατάξεις τοῦ Συντάγματος αἱ ἀφορῶσαι τὰς κοινοβουλευτικὰς Κυβερνήσεις. Δηλαδὴ τὸ Σύνταγμά μας δὲν λέγει ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Αὐτὰ ὅλα μετεβλήθησαν καὶ ἔχουν μεγίστην σημασίαν εἰς τὴν ὁποίαν ὁ σεβαστὸς καὶ ἀγαπητὸς κ. Κουλουμβάκης δὲν ἔχει προσέξει ἐπαρκῶς.
§140Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διὰ ποῖον πρᾶγμα; Κύριε Πρόεδρε, νὰ μοῦ δώσετε τὴν ἄδειαν νὰ ἀπαντήσω.
§141Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Στρατιωτ.). Δὲν ἔχετε προσέξει, λέγω, ἐπαρκῶς τὴν μεταβολήν, ἡ ὁποία ὑπάρχει. Καὶ ποία εἶναι ἡ μεταβολή; Σύμφωνα μὲ τὰς ἀρχὰς καὶ μὲ τὰς νομικὰς θεωρίας, ἐπὶ τῶν ὁποίων βασίζεται τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματός μας, αἱ ἐξουσίαι εἶναι πλήρως διακεκριμέναι. Πρόκειται περὶ τῆς θεωρίας τῆς παλαιᾶς τοῦ 18ου αἰῶνος, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ Μοντεσκιὲ καὶ ἡ ὁποία περιελήφθη εἰς τὸ πρῶτον Σύνταγμα τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως καὶ κατόπιν εἰς τὸ Βελγικὸν καὶ ἀργότερον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν καὶ ἄλλα Συντάγματα. Αὐτὴ ὅμως ἡ λεγομένη διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν κατ’ οὐσίαν ἔπαυσεν ὑπάρχουσα. Σήμερον ἔχομεν σύγχυσιν ἢ μᾶλλον διασταύρωσιν ἐξουσιῶν. Ἔχομεν τὴν διασταύρωσιν τῶν ἐξουσιῶν τῶν δύο, τῆς Νομοθετικῆς καὶ τῆς Ἐκτελεστικῆς. Τὴν διασταύρωσιν αὐτὴν τῶν ἐξουσιῶν τὴν προεκάλεσεν ἡ ἐξέλιξις τῆς πολιτικῆς ζωῆς, τὴν προεκάλεσεν ὁ δυναμισμός, ὅπως λέγει ὁ κ. συνάδελφος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ δυναμισμὸς τῆς ζωῆς καὶ παραλλήλως πρὸς τοὺς νομίμους κανόνας, οἱ ὁποῖοι περιλαμβάνονται γραμμένοι εἰς τὸ Σύνταγμα, οἱ ὁποῖοι εἶναι κατὰ λέξιν γεγραμμένοι εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀνεπτύχθησαν ἄλλοι κανόνες, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένοι, οἱ ὁποῖοι ἐγράφησαν διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὰ Συντάγματα, τὰ ὁποῖα ἐγεννήθησαν μετὰ τὸν πρῶτον παγκόσμιον πόλεμον. Ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ κανόνες, οἱ ὁποῖοι μέχρι τοῦ 1918 δὲν εἶχον γραφῆ εἰς οὐδὲν Σύνταγμα τοῦ κόσμου; Εἶναι οἱ κανόνες τῆς Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία προεκάλεσε κατ’ οὐσίαν μίαν σύγχυσιν μεταξὺ τῶν ἐξουσιῶν. Ἐκεῖ ποὺ εἴχαμε διάκρισιν ἀπόλυτον, ἔχομεν σύγχυσιν καλῆς φύσεως, συνεργασίαν, δηλαδὴ συγχέονται αἱ ἐξουσίαι, ἔχομεν διασταύρωσιν τῶν ἐξουσιῶν. Ἡ Κυβέρνησις, χωρὶς νὰ τὸ λέγῃ τὸ Σύνταγμα, δὲν εἶναι κεχωρισμένη ἀπὸ τὴν Βουλήν.
§142Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ποῖος σᾶς εἶπε ὅτι εἶναι κεχωρισμένη; Ποῖος ἠλίθιος ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι κεχωρισμένη;
§143Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Στρατιωτ.). Ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι κεχωρισμένη, ὅπως ἦτο ἄλλοτε...
§144Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ σᾶς φέρω Ἀγγλικὸν Σύνταγμα τοῦ 1860, εἰς τὸ ὁποῖον γράφονται αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε τώρα.
§145Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Στρ.). Ἐξαιρετικῶς εἰς τὰ Ἀγγλικὰ Συντάγματα, δικαίως γράφονται εἰς τὰ 1860, διότι εἶχον ἀρχίσει νὰ ἰσχύουν.
§146Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ εἰς τὰ 1875 τὰ ἔγραφεν ὁ Τρικούπης.
§147Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Στρατιωτ.). Ἐπιβάλλετε τὴν τάξιν, ἐπὶ τέλους, κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ νὰ ὁμιλήσω.
§148Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὴ ἀπευθύνεσθε εἰς ἐμέ.
§149Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Στρατιωτ.). Νὰ μὲ ἀφήσετε νὰ συνεχίσω.
§150Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Σᾶς συγχαίρω.
§151Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Στρατιωτ.). Ἔκαμα μίαν ἀνάπτυξιν.
§152Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι νὰ μοῦ λέγετε ὅτι δὲν τὰ ἀνέγνωσα ἐγώ.
§153Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Στρατιωτ.). Κάνομεν μίαν συζήτησιν καθαρῶς ἐπιστημονικὴν καὶ νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ γίνῃ ἡσυχία.
§154Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως, ἀλλὰ κατὰ τρόπον ἐπιστημονικόν.
§155Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Στρατιωτ.). Νομίζω ὅτι δὲν ἐγένετο ἡ ἀνάπτυξις κατὰ τρόπον μὴ ἐπιστημονικόν.
§156Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἴπατε ὅτι δὲν τὰ ἔχω ἀναγνώσει.
§157Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Στρατιωτ.). Εἶπον ἐγὼ τοιοῦτον τί;
§158Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ εἴπατε.
§159Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Στρατιωτ.). Οὐδέποτε τὸ εἶπον. Εἶπον ὅτι δὲν δώσατε προσοχὴν εἰς μίαν διάκρισιν.
§160Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἐλάβατε ὑπ’ ὄψιν τὴν πολιτικὴν τοῦ Τρικούπη, ἡ ὁποία διεμόρφωσε τὸ Κράτος.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ὑποβληθῆ ἔνστασις ἀπαρτίας.
§162Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Στρατιωτ.). Νὰ ὁλοκληρώσω τὴν σκέψιν μου. (Θόρυβος). Ξέρετε ὅτι ἐξευτελίζετε, ἐπὶ τέλους, τὸν θεσμόν; Δὲν ὑπάρχει τρόπος συνεχοῦς ἀγορεύσεως;
§163Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι γραφομηχανημένον.
§164Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Ἐκυκλοφόρησεν ἀπὸ 20ημέρου.
§165Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Ἀπόψε ἐκυκλοφόρησεν.
§166Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Στρατιωτ.). Εἶναι περίεργον αὐτὸ τὸ ὕφος τὸ πολεμικόν, τὸ ὁποῖον κατέχει μερικοὺς ἐκ τῶν κ.κ. συναδέλφων, ὅταν συζητοῦμεν θέματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ θίγωνται μὲ ἀπόλυτον ψυχραιμίαν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σταθῇ τὸ Κοινοβούλιον, ἐὰν διαρκῶς γίνωνται ἐπεισόδια. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ οὔτε Πολίτευμα, οὔτε Βουλή. Κύριε Σφαέλλο, εἶναι γραμμένον καὶ τυπωμένον καὶ νὰ τὸ διαβάσετε.
§167Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Τὸ ξέρω κύριε Πρόεδρε .... (Θόρυβος) ....
§168Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Στρατιωτ.). Θὰ ἀναπτύξω, ἐνδεχομένως, καὶ αὔριον τὰς ἀπόψεις μου, ἐφ’ ὅσον ὑπεβλήθη ἔνστασις ἀπαρτίας, ἀλλὰ θὰ ἤθελον νὰ ὁλοκληρώσω ἁπλῶς μίαν σκέψιν τὴν ὁποίαν διετύπωσα καὶ τὴν ὁποίαν, νομίζω, ὅτι ἔχω δικαίωμα νὰ ὁλοκληρώσω.
§169Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Εἶναι κυβερνητικὸν σχέδιον αὐτό;
§170Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει τρόπος συνεννοήσεως.
§171Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, καταλήγων προτείνω τοῦτο ...... (Δὲν ἀκούεται λόγῳ τοῦ θορύβου) ......
§172Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Εἶναι ἄλλοι βουλευταὶ ὑπογεγραμμένοι εἰς τὴν τροπολογίαν. Ἐρωτῶ, ποίαν ψηφίζετε; Ἔχω δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω τὸ Προεδρεῖον ποίαν ψηφίζετε.
§173Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ πρυτανεύσῃ κάποια λογικὴ καὶ κάποια σύνεσις, θὰ ὑπῆρχε δυνατότης συζητήσεως. Κύριε Καλκάνη, ἡ ὑπογραφεῖσα καὶ γραφομηχανηθεῖσα αὐτὴ τροπολογία, δὲν εἶναι παρὰ μία συναρμολόγησις τῆς τροπολογίας τῶν συναδέλφων .... (δὲν ἀκούεται) ....
§174Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἐδῶ λέγει: Κανελλόπουλος, Μελάς, Παπαρρηγόπουλος. Εὐλόγως, λοιπόν, ἐρωτῶ.
§175Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Στρατιωτ.). Αὐτὴ εἶναι ἡ τροπολογία. Διατὶ δὲν σᾶς ἐνδιαφέρει ἡ οὐσία καὶ σᾶς ἐνδιαφέρουν αἱ φράσεις;
§176Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὑποβάλλω μίαν τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου 8 «.... (ἀναγινώσκει) ....». Συνεπῶς, θέλω νὰ δώσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὡς Σῶμα, τὴν εὐχέρειαν νὰ τροποποιῇ ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ τροποποιήσῃ.
§177Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Στρατιωτ.). Αὐτὸ τὸ ἀποδεχόμεθα. Ἐὰν θελήσετε νὰ προστεθῇ καὶ αὐτό, ἡμεῖς τὸ ἀποδεχόμεθα.
§178Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ὡς γνωστόν, οἱ ἀναγκαστικοὶ νόμοι ἔρχονται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς ἔγκρισιν.
§179Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργ. Στρατιωτ.). Ἡμεῖς τὸ ἀποδεχόμεθα.
§180Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἐφ’ ὅσον τὸ Σῶμα ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ἐγκρίνῃ, τὸ ἐγκρίνει, ἐπιτρεπομένης τῆς τροποποιήσεως ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ἀνάγκη. Δὲν εἶναι λογικὸν ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ἓν λάθος νὰ μὴ ἐπιτρέπωμεν τὴν διόρθωσιν τοῦ κακῶς ἔχοντος. Αὐτὸ λέγεται σχολαστικισμός. Πρέπει νὰ δώσωμεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα.
§181Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ὅταν πρόκειται δυνάμει ἀποφάσεως τοῦ Σώματος νὰ τροποποιηθοῦν, εἶμαι σύμφωνος.
§182Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἐγὼ ὑποβάλλω τὴν τροπολογίαν αὐτὴν καὶ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ....
§183Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ποίαν τροπολογίαν;
§184Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ἐφ’ ὅσον τὸ Σῶμα θὰ δεχθῇ τὸ Ψήφισμα αὐτὸ τὸ ὁποῖον κατατίθεται ὅπως ἔχει, ἐγὼ προσθέτω τὸ ἑξῆς: «...... (ἀναγινώσκει) ......». Νὰ ἔχῃ, δηλαδή, τὴν εὐχέρειαν ὁ Ὑπουργὸς νὰ διορθώσῃ ἓν λάθος. Ἀφοῦ ἐγένετο ὅ,τι ἐγένετο, ἐπὶ τρία ὁλόκληρα χρόνια, ἐπιβάλλεται νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν αὐτήν, ἐὰν θέλωμεν νὰ εἴμεθα σύμφωνοι πρὸς τὰ πράγματα καὶ τὴν ἀλήθειαν.
§185ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, τὶ γίνεται ἡ ἔνστασις ἀπαρτίας;
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένουν οἱ ὑποβαλόντες αὐτήν;
§187Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἔνστασις ἔχει σκοπόν....
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν μπορεῖτε νὰ μοῦ λέγετε τὶ σκοπὸν ἔχει ἡ ἔνστασις. Ἢ ὑπάρχει ἔνστασις ἀπαρτίας ἢ ὄχι.
§189Π. ΝΤΕΝΤΙΔΑΚΗΣ. Διαβάσατε τὰ ὀνόματα, κύριε Πρόεδρε, τῶν ὑποβαλόντων τὴν ἔνστασιν. Εἶναι παρόντες;
§190Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἡ ἔνστασις ὑπεβλήθη ἐκ τοῦ φόβου μὴ τυχὸν τὸ Ψήφισμα αὐτὸ ψηφισθῇ ἀπόψε, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀπαρτία. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δηλώσῃ ὅτι θὰ ἀναβάλῃ τὴν ψηφοφορίαν δι’ αὔριον... (Ἀναγινώσκει ὁ κ. Πρόεδρος τὰ ὀνόματα τῶν ὑποβαλόντων τὴν ἔνστασιν ἀπαρτίας, οἵτινες εἶναι παρόντες).
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ ἀριθμὸς τῶν παρόντων βουλευτῶν εἶναι κατώτερος τοῦ προβλεπομένου ὁρίου ἀπαρτίας, λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως. (Ὥρα 10.20′ μ.μ.)