1949.06.16
1,798 rows · 13,073 words · 92 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 62α
Πέμπτη 16 Ἰουνίου 1949
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 7.10′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Ταλιαδοῦρος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Κύριοι βουλευταί, ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ αἰτήσεων διώξεως: 1) Τοῦ βουλευτοῦ Καβάλας κ. Π. Παπαδοπούλου, ἐπὶ αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Δράμας. 2) Τοῦ βουλευτοῦ Θεσσαλονίκης κ. Δ. Θεοχαρίδου, ἐπὶ αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν. 3) Τοῦ βουλευτοῦ Ἀρκαδίας κ. Θ. Τουρκοβασίλη, ἐπὶ αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν. 4) Τοῦ βουλευτοῦ Αἰτωλ)νίας κ. Α. Καψάλη, ἐπὶ αἰτήσεων τῶν Εἰσαγγελέων Ἐφετῶν Ἀθηνῶν καὶ Πλημμελειοδικῶν Πειραιῶς. 5) Τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικοβοιωτίας κ. Α. Μπασιάκου ἐπὶ αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσσαλονίκης. 6) Τοῦ βουλευτοῦ Κερκύρας κ. Σ. Θεοτόκη, ἐπὶ αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν. 7) Τοῦ βουλευτοῦ Πέλλης κ. Β. Μουράτογλου, ἐπὶ αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσσαλονίκης. 8) Τοῦ βουλευτοῦ Θεσσαλονίκης κ. Θ. Οἰκονόμου, ἐπὶ αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσσαλονίκης. 9) Τοῦ βουλευτοῦ Φλωρίνης κ. Π. Ἡλιάδου, ἐπὶ αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσσαλονίκης. 10) Τοῦ βουλευτοῦ Αἰτωλ)νίας κ. Ν. Παπαγεωργίου, ἐπὶ αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν καὶ 11) Τοῦ βουλευτοῦ Σάμου κ. Ι. Λάμπρου, ἐπὶ αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν. Θὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς προσεχοῦς Τετάρτης πρὸς λῆψιν ἀποφάσεων. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους, ὅπως προσέλθουν διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἀπαρτία. Ἐπίσης, κύριοι βουλευταί, βάσει ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ληφθείσης κατὰ τὴν συνεδρίασιν ΝΔʹ τῆς 3ης Ἰουνίου 1949 κατηρτίσαμεν 25μελῆ διακομματικὴν Ἐπιτροπὴν διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα τῶν ἐργατικῶν ἡμερομισθίων καὶ τῶν μισθῶν τῶν ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων, ἀποτελουμένην ἐκ τῶν κ.κ. 1) Μιλ. Βαρβιτσιώτη, 2) Βασ. Βύζα, 3) Γεωργ. Λαζανᾶ, 4) Κων. Σκιαδᾶ, 5) Βασ. Παπαρρηγοπούλου, 6) Φωτ. Μακρῆ, 7) Δημ. Πετροπουλάκου, 8) Ἰωάν. Σαραντάκη, 9) Ἀναστασίου Τσερώνη, 10) Ἰ. Δούμπα, 11) Α. Μπακάλμπαση, 12) Ἰωάννου Μογγογιάννη, 13) Σάββα Σαββίδη, 14) Θεμ. Τσάτσου, 15) Ἡλ. Λαγάκου, 16) Παν. Ροζάκη, 17) Κοσ. Ἀλεξανδρίδη, 18) Θεοδ. Οἰκονόμου, 19) Δημ. Σαρρῆ, 20) Δημ. Μπέη–Ἀντωνοπούλου, 21) Ἐλευθ. Γονῆ, 22) Ἰωάν. Τσιμπούκη, 23) Νικ. Σπέντζα, 24) Παν. Κάντζια καὶ 25) Ἀρ. Δημητράτου. Παρακαλῶ νὰ συνέλθῃ αὔριον δι’ ἀρχαιρεσίας. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 53266) 7–6–49 ἐγγράφου του διαβιβάζει αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Πρωτοδικῶν Ξάνθης μετὰ μηνύσεως καὶ λοιπῶν σχετικῶν κατὰ τοῦ βουλευτοῦ Ροδόπης κ. Φετᾶ Ὀγλοῦ Νουρῆ Γελμᾶ κατηγορουμένου ἐπὶ ἐξυβρίσει στρεφομένῃ κατὰ τῶν Ἑλληνικῶν Ἀρχῶν καὶ ζητεῖ ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας τούτου συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. (Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν). Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 45259) 26–5–49 ἐγγράφου του διαβιβάζει αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν μετὰ μηνύσεως καὶ λοιπῶν σχετικῶν κατὰ τοῦ βουλευτοῦ Ἀθηνῶν κ. Φ. Μακρῆ κατηγορουμένου ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημήσει καὶ ζητεῖ ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας τούτου, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. (Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν). Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Γκίνης ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Γ. ΓΚΙΝΗΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς καὶ Νήσων κ. Ν. Ἀβραὰμ καταθέτει ἀναφορὰν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν ἀναξιοπαθούντων συνταξιούχων ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ, ζητούντων ἀναθεώρησιν τῆς νομοθεσίας ὡς πρὸς τὰς εὐεργετικὰς διατάξεις, ἀναδρομικὰς ἀναγνωρίσεις κλπ., βάσει τῶν ὁποίων λαμβάνουν σύνταξιν πρόσωπα μὴ δικαιούμενα, τὴν μονιμότητα τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ν.Α.Τ., κατοχύρωσιν τοῦ Ν.Α.Τ. κλπ. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς καὶ Νήσων κ. Ν. Ἀβραὰμ καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Ἀποστράτων Ἀξιωματικῶν Β. Ναυτικοῦ αἰτουμένης τὴν παροχὴν τῶν αὐτῶν εὐεργετημάτων, ἅτινα ἐδόθησαν καὶ πρὸς συναδέλφους των τοῦ στρατοῦ. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Κ. Μπέλλας καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ὁμοσπονδίας Προσωπικοῦ Ὀργανισμῶν Δημοσίου Δικαίου Ἀθηνῶν, αἰτουμένης συνταγματικὴν κατοχύρωσιν τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., ἵδρυσιν εἰδικοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου καὶ Ταμείου Προνοίας τῶν ὑπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., χορήγησιν τοῦ καταβληθέντος πρὸς δημοσίους ὑπαλλήλους δανείου ἑνὸς μισθοῦ καὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους Ν.Π.Δ.Δ. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Δ. Νικολαΐδης καταθέτει ὑπόμνημα πτυχιούχων Νομικῆς στρατευθέντων ἀπὸ τοῦ ἔτους 1945 καὶ ὑπηρετησάντων ἐπὶ τεσσαράκοντα καὶ πλέον μῆνας, μὴ δυνηθέντων νὰ συμπληρώσωσι τὴν 31ην Δεκεμβρίου 1948 τὴν ἀπαιτουμένην ὑπὸ τοῦ Νόμου ἑξάμηνον ἄσκησιν παρὰ δικηγόρων ζητούντων 8μηνον παράτασιν τοῦ Α. Ν. 824)1948. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Δ. Νικολαΐδης καταθέτει ἀναφορὰς τῆς Κοινότητος καὶ Γεωργικῶν Συν)σμῶν Γαζόρου περιφερείας Σερρῶν, παραπονουμένων διὰ τὴν ἐσφαλμένην κατάταξιν τῆς ἐμπορικῆς καὶ προστατευτικῆς τιμῆς τῶν καπνῶν τῆς κοινότητός των καὶ ζητούντων ἀναθεώρησιν τῶν τιμῶν καὶ ἀναπροσαρμογὴν πρὶν 1947. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Ι. Λαυρεντίδης καταθέτει ὑπόμνημα τῶν ἐκπροσώπων τῶν συνοικισμῶν Ἄνω–Κάτω Ἀμπέλας, Λαγωνίου καὶ Πολυβρύστου Σιντικῆς διαμαρτυρομένων διὰ τὴν μὴ λῆψιν ἀποφάσεως παρὰ τοῦ Ὑπουργείου Ἀνοικοδομήσεως περὶ τῆς τύχης τῶν συνοικισμῶν των καίτοι ἐγένοντο ἐπανειλημμένα διαβήματα καὶ ἀπὸ 8μήνου ἐξεδόθησαν σχετικαὶ διαταγαί. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Λ. Ἰασωνίδης διὰ τηλεγραφήματός του δηλοῖ ὅτι τάσσεται παρὰ τὸ πλευρὸν πτωχῶν σιτοπαραγωγῶν αἰτούντων καθορισμὸν τιμῆς σίτου 3.000 κατ’ ὀκᾶν. Ὁ Κ. Ταλιαδούρης, πρώην βουλευτής, ζητεῖ ἄμεσον ἀπόλυσιν τῶν ὑπαλλήλων Προνοίας γραφείου Τσοτυλίου Ε. Σίσκου καὶ Σ. Πούλιου κατηγορουμένων ἐπὶ πλαστογραφίᾳ. Οἱ κάτοικοι ὀρεινῆς Ναυπακτίας διαμαρτύρονται δι’ ἀσκουμένην πίεσιν βουλευτῶν ἐπαρχίας διὰ παρέκκλισιν χαραχθείσης ἐθνικῆς ὁδοῦ Ρερέσεως, Λιμνιστῆς, Ἄνω Χώρας πρὸς ἰδιαίτερον χωρίον των καὶ ζητοῦν ὅπως ἡ ὁδὸς ἀκολουθήσῃ παλαιὰν χάραξιν, ἐξυπηρετοῦσαν πλειονότητα κατοίκων κλπ. Αἱ Ἑνώσεις ἀγοραστῶν ἀκινήτων Ἠπείρου, Πύργου καὶ Αἰγίου ζητοῦν τὴν μὴ ἀκύρωσιν τῶν ἐπὶ κατοχῆς γενομένων ἀγοραπωλησιῶν. Τὰ σωματεῖα πωλησάντων Ζακύνθου, Βόλου, Μεγάρων, Λέσβου καὶ Ἀγρινίου ζητοῦν τὴν ἀκύρωσιν τῶν ἐπὶ κατοχῆς γενομένων ἀγοραπωλησιῶν. Ὁ Δ. Μαρνασίδης κάτοικος Καλαμαριᾶς Θεσσαλονίκης ζητεῖ ἀπόσβεσιν φόρου εἰσοδήματος οἰκοδομῆς του μὲ εὐνοϊκὴν προθεσμίαν καὶ ἄνευ τόκων. Τροχιοδρομικοὶ Ἀθηνῶν–Πειραιῶς διαμαρτύρονται δι’ ἀνάρμοστον συμπεριφορὰν Δ)ντοῦ Ἑταιρίας κ. Ρίντ. Ὁ Σύλλογος Προσωπικοῦ Τ.Τ.Τ. Λαρίσης διαμαρτύρεται διὰ μελετωμένην ἐκχώρησιν τηλεπικοινωνιῶν. Τὰ Ἐργατικὰ Κέντρα Πατρῶν, Καβάλας καὶ Ἕβρου ζητοῦν ἀναπροσαρμογὴν μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων πρὸς τὸν σημερινὸν τιμάριθμον. Ὁ Σύνδεσμος Ἀναπήρων Δράμας διαμαρτύρεται διὰ μελετωμένην περικοπὴν κεκτημένων δικαιωμάτων των. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Καλλιθέας (Ἐλασσόνος) ζητεῖ ὅπως οἱ 715 κάτοικοι τοῦ χωρίου του χαρακτηρισθῶσιν ὡς συμμοριόπληκτοι. Παράρτημα Ἀποστράτων Ἀξιωματικῶν, Ἕνωσις Ἐφέδρων Ἀξ)κῶν ἀνάπηροι 1912–22 καὶ 1940–41, Ἐμπορικὸς Σύλλογος, Σύνδεσμος Παντοπωλῶν καὶ διάφορα ἄλλα Σωματεῖα Χίου ζητοῦν ἄμεσον ἀποφυλάκισιν ἐνδόξου στρατηγοῦ Μουτούση. Ἡ Πανελλήνιος Ὁμοσπονδία πωλησάντων ἀκίνητα ἐπὶ κατοχῆς Ἀθηνῶν ἀπευθύνει χαιρετισμὸν πρὸς τὰς ἐνόπλους δυνάμεις τοῦ Ἔθνους καὶ ζητεῖ ἱκανοποίησιν δικαίων αἰτημάτων των. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Δ. Στεφανόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ καὶ Βιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου ατρῶν διαμαρτυρομένου διὰ τὴν συγκέντρωσιν βιομηχανιῶν ἐν τῇ περιοχῇ τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης καὶ ζητοῦντος ὑποστήριξιν ἐπαρχιακῆς βιομηχανίας. Ὁ βουλευτὴς Ἀργολιδοκορινθίας κ. Π. Μουτζουρίδης καταθέτει ἀναφορὰν τῶν πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν συνταξιούχων Ναυπλίου, παραπονουμένων διὰ κακὴν μεταχείρισίν των παρὰ τῶν ἁρμοδίων διὰ τὰς συντάξεις των καὶ παρακαλεῖ νὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονά των ταῦτα ὡς δίκαια καὶ νόμιμα. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Φωτόπουλος, Δ. Παπαδημητρίου, Ε. Καζαντζῆς καὶ Χ. Βαλῖνος καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως καὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Κώης καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ κυρώσεως ψηφισμάτων, νομοθετικῶν διαταγμάτων καὶ ἀναγκαστικῶν νόμων».
§5Γ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι εἶναι εὔλογον τὸ παράπονόν μας διὰ τὴν μὴ προσέλευσιν ὡρισμένων Ὑπουργῶν εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ Σώματος, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος δὲν προσῆλθε καὶ διὰ τὸν ὁποῖον θέλω νὰ καταθέσω μίαν ἀναφοράν, τὴν ὁποίαν ὅμως θὰ ἀναβάλω μέχρι τῆς προσελεύσεώς του.
§6Π. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ. Καταθέτω τηλεγράφημα γονέων Ἀργολίδος, παρακαλούντων ὅπως ἀνασταλῇ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 38108 ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, σχετικῶς μὲ τὰς εἰσιτηρίους ἐξετάσεις, παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν παράκλησιν αὐτὴν τῶν γονέων.
§7Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπουργ. Παιδείας). Αἱ εἰσιτήριοι ἐξετάσεις θὰ διεξαχθῶσι βάσει κανόνων αὐστηροτέρων τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ἀλλὰ πάντως κατὰ πολὺ ἐπιεικεστέρων τῶν προπολεμικῶν. Ἐπειδή, ὅμως, διὰ πρώτην φορὰν θὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ μέτρον τοῦτο, θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν παράκλησιν τοῦ κ. συναδέλφου καὶ θὰ δώσω τὰς σχετικὰς ὁδηγίας.
§8Π. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, κ. Ὑπουργέ.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Κύριοι βουλευταί, θέλετε νὰ διεξέλθωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νὰ γίνουν δεκτὰ τὰ νομοσχέδια ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις;
§10ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κατατάξεως Λιμενικῶν Δοκίμων καὶ κανονισμοῦ τῆς ἀρχαιότητάς των ὡς ἀξιωματικῶν».
§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κατατάξεως Λιμενικῶν Δοκίμων καὶ κανονισμοῦ τῆς ἀρχαιότητάς των ὡς ἀξιωματικῶν». αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προστασίας Σώματος Ἑλλήνων Προσκόπων».
§13ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ προστασίας Σώματος Ἑλλήνων Προσκόπων». αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 5762)33 Νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 5 Ἰουλίου 1933 Ν. Δ. «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΓΣΝΣʹ τῆς 20ῆς Μαρτίου 1908 καὶ 2940 τῆς 28ης Ἰουλίου 1922 «περὶ ἀπολυμαντηρίων».
§15ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 5762)33 νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 5 Ἰουλίου 1933 Ν. Δ. «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΓΣΝΣʹ τῆς 20ῆς Μαρτίου 1908 καὶ 2940 τῆς 28ης Ἰουλίου 1922 «περὶ ἀπολυμαντηρίων». αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Α. Ν. 949)49 περὶ ἀναθέσεως ὑπογραφῆς ἐγγράφων καὶ πράξεων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ Ὑγιεινῆς εἰς τὸν Γενικὸν Γραμματέα καὶ Γενικοὺς Διευθυντὰς κλπ., τοῦ Ὑπουργείου Ὑγιεινῆς».
§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Α. Ν. 949)49 περὶ ἀναθέσεως ὑπογραφῆς ἐγγράφων καὶ πράξεων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ Ὑγιεινῆς εἰς τὸν Γενικὸν Γραμματέα καὶ Γενικοὺς Διευθυντὰς κλπ., τοῦ Ὑπουργείου Ὑγιεινῆς». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναστολῆς ἐνίων διατάξεων τοῦ Α. Ν. 2236)40 «περὶ ἐκμεταλλεύσεως τοῦ Λιμένος Ἡρακλείου».
§19ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἀναστολῆς ἐνίων διατάξεων τοῦ Α. Ν. 2236)40 «περὶ ἐκμεταλλεύσεως τοῦ Λιμένος Ἡρακλείου». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς Διεθνοῦς Συμφωνίας τοῦ σίτου τῆς ὑπογραφείσης ἐν Οὐασιγκτῶνι τὴν 23ην Μαρτίου 1949».
§21ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς Διεθνοῦς Συμφωνίας τοῦ σίτου τῆς ὑπογραφείσης ἐν Οὐασιγκτῶνι τὴν 23ην Μαρτίου 1949». Συνέχισις τῆς μόνης συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ κυρώσεως ψηφισμάτων, νομοθετικῶν διαταγμάτων καὶ ἀναγκαστικῶν νόμων». Ὁ κ. Π. Παπαληγούρας ἔχει τὸν λόγον.
§23Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Εἶναι, δυστυχῶς, κύριοι βουλευταί, κατάδηλον ὅτι συνεδριάζομεν ὑπὸ τὴν σκιὰν θεμελιώδους ἀπειλῆς, διότι ἀπειλεῖται τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα τῆς Χώρας μας. Καὶ εἶναι σημεῖον τῶν ἀπειλουμένων κινδύνων τὸ λακωνικὸν σχέδιον ψηφίσματος τὸ ὁποῖον καλούμεθα νὰ κυρώσωμεν. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπῆρξεν ἄλλη Βουλή, ἡ ὁποία νὰ ἐκλήθη νὰ καταδικάσῃ διὰ μιᾶς πράξεως καὶ ἐν μιᾷ νυκτί, τὸν ὑπερτριετῆ ἑαυτόν της. Διότι τὸν ἑαυτόν μας καὶ τὰς πράξεις μας καὶ πρὸ παντὸς τὰς παραλείψεις μας καλούμεθα νὰ καταδικάσωμεν. Τὸ νόημα τῆς κατὰ τὰ 3 ἔτη ὑπάρξεώς της — τὴν ἀνυπαρξίαν της — καλεῖται νὰ ὁμολογήσῃ ἡ Δʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. Ὑπήρξαμεν ὅμως, ἆρά γε, ὑπεύθυνοι καὶ ἑπομένως ἄξιοι τῆς ὅσης ἀνυπαρξίας ἠθέλησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς θεωρήσῃ ἀξίους; Ἡ Κυβέρνησις ὅμως καὶ ἡ παροῦσα καὶ αἱ προκάτοχοι ἦσαν κοινοβουλευτικαὶ καὶ ἐπάνω μας ἐστήριξαν τὴν ὕπαρξίν των. Ἑνὸς μόνον λειτουργήματος ἐθεωρήθημεν παρ’ ὅλων τῶν Κυβερνήσεων ἄξιοι. Ἐθεωρήθημεν ἄξιοι αἱμοδόται καὶ βαπτισταὶ τῆς κυβερνητικῆς νομιμότητος. Φοβοῦμαι ὅμως ὅτι καὶ ἡ μικρὰ αὐτὴ ἁρμοδιότης, ἡ τόσον ὑπὸ ὅλων τῶν Κυβερνήσεων ἀνεκτή, θὰ κινδυνεύσῃ καὶ ἐκείνη, μειουμένου τοῦ κύρους μας, νὰ καταλυθῇ. Ἡ ἐνάσκησις αὐτοῦ τοῦ βαπτιστηρίου λειτουργήματος εἶναι ἐξόχως σημαντική, διότι ὁ τόπος μας χρειάζεται Κυβέρνησιν μόνιμον καὶ κοινοβουλευτικήν. Αἱ κοινοβουλευτικαὶ δὲ Κυβερνήσεις στηρίζουν τὸ κῦρος των ἐπὶ τῆς Βουλῆς. Προϋποθέτουν, ἑπομένως, Βουλὴν μὲ κῦρος. Δὲν θὰ δυνηθῶμεν πλέον ἐντὸς συντόμου χρονικοῦ διαστήματος νὰ ἐνασκήσωμεν τὸ καθῆκον μας, ἐὰν δὲν ἀλλάξῃ ἡ ὅλη ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τακτικὴ καὶ διαδικασία. Ἀντιλαμβάνομαι ὅτι ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις ἡ Κυβέρνησις παρασύρεται εὐκόλως ἀπὸ τὸ δέλεαρ τῆς ἀπερισπάστου, δηλαδὴ ἀπόντων ἡμῶν, ἐνασκήσεως τῆς ἐξουσίας. Ἡ Βουλὴ ὡς ἐλειτούργησεν, ἀπετέλεσε πράγματι τροχοπέδην. Ἀλλὰ πταίει καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν εἰσηγήθη μέτρα ἀποδόσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, πταίει καὶ ἡ Βουλὴ διότι ἠνέχθη τὴν Κυβέρνησιν. Ἂς προσέξῃ ἡ Κυβέρνησις, διότι ἐνδέχεται ἐξακολουθοῦσα νὰ ἀνέχεται τὴν μείωσιν τοῦ κύρους τῆς Βουλῆς, νὰ καταστήσῃ τὴν ὁμαλὴν διαδοχήν της ἀδύνατον. Συντρέχουν ὕψιστοι πολιτικοὶ λόγοι. Νὰ κάμωμεν ὅ,τι ἠμποροῦμεν διὰ νὰ περισώσωμεν ὅ,τι εἶναι δυνατόν. Ἐπειδὴ ἀκριβῶς πιστεύω εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς διαφυλάξεως τοῦ κύρους τοῦ Σώματος, ἐκβιάζομαι νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ σχεδίου. Ἀφήσαμεν, κύριοι βουλευταί, τὰς μετεκλογικὰς Κυβερνήσεις νὰ ἐκδίδουν ἀναγκαστικοὺς νόμους ἐπὶ 3ετίαν καὶ νὰ τοὺς ἐφαρμόζουν ἀνενοχλήτως καὶ τώρα αἰφνιδίως ἀποροῦμεν διατὶ συνεσωρεύθησαν τόσαι ἀνώμαλοι νομοθετικαὶ πράξεις, ὥστε νὰ μὴ δύνανται, διὰ τῆς συνήθους κοινοβουλευτικῆς διαδικασίας, νὰ νομιμοποιηθοῦν.
§24Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος ἤσασθε ἄκαμπτος καὶ αὐστηρός. Καὶ ἤδη θέλετε ἐμβαλωματικὴν λύσιν.
§25Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Κύριε συνάδελφε, ἔχομεν νὰ ἐκλέξωμεν. Θέλετε νὰ ἐγκλεισθῶμεν ἄμωμοι κοινοβουλευτικοὶ παρθένοι εἰς τὸν ἐλεφάντινον πύργον τῆς τυπικῆς νομιμότητος ἀγνοοῦντες τὴν πραγματικότητα, ἢ θέλετε νὰ σταθῶμεν ὄρθιοι ἐπὶ τῶν κλονιζομένων ἐπάλξεων τῆς Δημοκρατίας, ἀνομολογοῦντες τὸν κλονισμόν; Δὲν εἶναι, δυστυχῶς, μόνον συνταγματικὸν τὸ θέμα. Εἰς τὰς συνταγματικὰς συζητήσεις, κύριε συνάδελφε, ἀπεφασίζαμεν περὶ τῶν βάσεων τοῦ μέλλοντος πολιτεύματος. Ἐδῶ πρόκειται περὶ τοῦ πῶς θὰ ἀντιμετωπίσωμεν κατάστασιν πραγματικήν, τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα νὰ ἀγνοήσωμεν. Ἐδημιουργήθη διὰ τῶν 286 ἀναγκαστικῶν νομοθετημάτων κατάστασις πραγματικὴ καὶ οἱονεὶ νομική, ἐπιβαλλομένη ἀφ’ ἑαυτῆς. Ἠνέχθη ἡ Βουλὴ νὰ λειτουργήσῃ ἐπὶ 3ετίαν ὅλην τὸ Κράτος ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀνωμάλων τούτων νομοθετημάτων. Ἠνέχθημεν τρεῖς ἐνιαύσιοι προϋπολογισμοί, ὀργανισμοὶ 3 Ὑπουργείων καὶ ὁ ἀστικὸς κῶδιξ νὰ ἰσχύσουν ὡς ἀναγκαστικοὶ νόμοι; Καὶ τώρα, μετὰ 3ετίαν, ἀποροῦμεν; Δὲν ὑπάρχει, δυστυχῶς, ἄλλη λύσις. Δὲν ὑπάρχει. Προτιμῶ, κύριοι βουλευταί, ἀντὶ νὰ ἐκλάβωμεν τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα ὡς κοινοβουλευτικὸν τέρας, νὰ τὸ ἐκλάβωμεν ὡς σημεῖον τῶν ἀπειλουμένων κινδύνων. Καὶ ἀντὶ νὰ παραπονούμεθα διὰ τὸ παρελθόν, νὰ λάβωμεν ἀποφάσεις αἱ ὁποῖαι θὰ καταστήσουν ἀδύνατον τὴν δημιουργίαν τοιαύτης ἀνωμαλίας εἰς τὸ μέλλον. Διότι νομίζω ὅτι δὲν ὀφείλεται ἁπλῶς εἰς ἀμέλειαν τῶν Κυβερνήσεων τὸ γεγονὸς ὅτι κατέφυγον εἰς τόσους πολλοὺς ἀν. νόμους. Νομίζω ὅτι τὸ φαινόμενον εἶναι κάπως βαθύτερον, ὀφειλόμενον εἰς τὸ ὅτι ἔχομεν ἀποστρακωθῆ εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς Δημοκρατίας τοῦ 19ου αἰῶνος. Ἄς σκεφθῶμεν, λοιπόν, νὰ λάβωμεν ἀποφάσεις θετικάς. Νὰ συμφωνηθοῦν μεταξὺ ὅλων μας ὡρισμέναι θετικαὶ ἀρχαὶ ἐφ’ ὧν θὰ ἠδύνατο νὰ θεμελιωθῇ ἡ ἔννοια μιᾶς συγχρονισμένης Δημοκρατίας. Διότι ἡ ἀποστολὴ τοῦ σημερινοῦ Κράτους παρεμβαίνοντος εἰς πλείστους τομεῖς τῆς κοινωνικῆς δραστηριότητος προϋποθέτει καὶ ρυθμὸν ταχύτερον καὶ διαδικασίαν διάφορον τῆς κλασσικῶς παραδεδεγμένης κοινοβουλευτικῆς διαδικασίας τοῦ παρελθόντος. Πιστεύω ὅτι διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιζήσῃ τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα χρειάζεται οὐσιώδεις μεταρρυθμίσεις, ἄνευ τῶν ὁποίων εἶναι ἀδύνατος ἡ διακυβέρνησις τοῦ τόπου. Διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἀποστολήν της πρέπει νὰ λάβῃ ὡρισμένα μέτρα. Πιστεύω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἀμέσως ἀποδεκτὸν τὸ σχετικὸν ἄρθρον τῆς Συν)κῆς Ἐπιτροπῆς βάσει τοῦ ὁποίου κατὰ τὰς ἑκάστοτε διακοπὰς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς θέλει λειτουργῆ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως μὲ πλήρη νομοθετικὰ δικαιώματα. Δεύτερον εἶναι ἀνάγκη νὰ συντελεσθῇ ἡ ὑποδιαίρεσις τῆς Βουλῆς εἰς τμήματα, ἄλλως εἰς πλαίσια νόμων, διότι οὕτω μόνον θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ψηφίζωνται τὰ νομοθετήματα, γνωστοῦ ὄντος ὅτι συνεπεία τοῦ ρυθμοῦ μὲ τὸν ὁποῖον ἤδη ἐργαζόμεθα ἐκκρεμεῖ ἀπὸ 6μήνου εἰς τὴν Βουλὴν παραμένοντα ἀψήφιστα πληθὺς νομοσχεδίων. Ἐπίσης νομίζω, κύριοι, ὅτι θὰ πρέπει νὰ γίνῃ ὁπωσδήποτε τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθῇ λειτουργοῦσα ἡ Βουλὴ κατὰ τὰ ἤδη κρατοῦντα. Καὶ τέλος πιστεύω ὅτι ὑπάρχει καὶ ἓν τελευταῖον μέτρον. Εἶμαι πλέον ἢ βέβαιος ὅτι ὡς βαίνουν αἱ ἐργασίαι τοῦ Σώματος δὲν πρόκειται νὰ ψηφισθῇ Σύνταγμα. Πιστεύω ὅτι ἐπὶ τοῦ Συντάγματος δὲν διαφωνοῦμεν οὐσιαστικῶς παρὰ ἐπὶ ἐλαχίστων ἄρθρων. Οὐσιώδης διαφωνία ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος, ἐπὶ τοῦ ἐὰν πρόκειται νὰ ἔχωμεν Βουλὴν καὶ Γερουσίαν ἢ μόνον Βουλὴν καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς κατατμήσεως τῆς Βουλῆς εἰς τμήματα πρὸς ἄσκησιν τοῦ νομοθετικοῦ της ἔργου. Αὐτὰ εἶναι μόνον τὰ θέματα ἐφ’ ὧν πράγματι διαφωνοῦμεν. Προτείνω συνεπῶς νὰ γίνῃ μία Ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἀνατεθῇ ἡ σύνταξις τῶν σχετικῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος τῶν ἀφορώντων τὰ προαναφερθέντα θέματα καὶ μὲ δύο ἐκδοχάς, καὶ νὰ ἐκδώσωμεν ἓν εἰδικὸν ψήφισμα διὰ τοῦ ὁποίου νὰ λέγωμεν ὅτι ἡ συζήτησις θὰ διεξαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν τριῶν μόνον αὐτῶν ἄρθρων, τῶν ὑπολοίπων ψηφισθησομένων μετὰ τὴν κατάρτισίν των ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς κατὰ τὴν διαδικασίαν τῶν κωδίκων. Μόνον οὕτω θὰ κατορθώσωμεν νὰ ψηφίσωμεν Σύνταγμα. Ἂς θεωρήσωμεν λοιπὸν τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα ὡς ἀπαρχὴν σκέψεων πρὸς ριζικὰς λύσεις. Διότι πρέπει νὰ ἀποκτήσωμεν Βουλὴν ἐργαζομένην καὶ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐργασθῇ νὰ τὴν ἐξαναγκάσωμεν ἡμεῖς νὰ μεταβάλῃ τὸ Σῶμα εἰς ὄργανον ἐργασίας. Διότι πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ ἐπέλθῃ ἀνανέωσις μεθόδων, ἥτις ὀφείλει νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τὴν παροῦσαν Βουλήν. (Χειροκροτήματα).
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὑπάρχει πρότασις ὑπογεγραμμένη ὑπὸ 26 συναδέλφων, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται ὁ περιορισμὸς τοῦ χρόνου τῶν ἀγορεύσεων εἰς 15′. Δέχεται ἡ Βουλή;
§27Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν θὰ διατυπώσω ἀντίρρησιν εἰς τὴν πρότασιν, ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀντιληφθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠξίωσε χθὲς ὁμοθυμαδὸν θὰ γίνῃ, δηλαδὴ ὅτι τὸ ψήφισμα θὰ γίνῃ δεκτὸν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§28Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Οὐδεὶς ἔχει τὴν πρόθεσιν νὰ κωλυσιεργήσῃ ἐπὶ τοῦ παρόντος ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν καὶ μάλιστα τὴν Χώραν. Διὰ τοῦτο δὲν θὰ εἶχα κατ’ ἀρχὴν ἀντίρρησιν εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ χρόνου τῶν ἀγορεύσεων. Νομίζω ὅμως ὅτι ὅταν ζητῆται ἡ συλλήβδην κύρωσις 286 νομοθετημάτων τοιαύτης σοβαρότητος καὶ τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ ἀγνοεῖ τὸ περιεχόμενον, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦ περιορισμοῦ τοῦ χρόνου νὰ ἐμποδίζεται ἡ διατύπωσις ἀντιθέτων ἀπόψεων καὶ ἡ πλήρης ἔρευνα τοῦ θέματος. Τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς περιορισμὸν τῆς ἐκφράσεως γνώμης, ἀλλὰ δημιουργεῖ αὐτόχρημα ζήτημα συνειδήσεως, δι’ ὅσους πρόκειται νὰ ψηφίσουν.
§29Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ πρωτοβουλία τῆς προτάσεως ἦτο ἰδική μας. Καὶ νομίζω ὅτι ἐξυπηρετεῖται τὸ καθῆκον τῆς Βουλῆς. Ἐπ’ εὐκαιρίᾳ προσθέτω ὅτι ἡ σοβαρότης τοῦ θέματος δὲν πρόκειται νὰ ἐξαχθῇ ἀπὸ τὴν μακρηγορίαν. Ἀντιθέτως, λόγῳ τῆς σοβαρότητος τοῦ θέματος, ἐπιβάλλεται νὰ καταλήξωμεν ταχέως εἰς ἀποφάσεις. (Μεθ’ ὃ ἡ Βουλὴ δέχεται τὴν πρότασιν περὶ περιορισμοῦ τοῦ χρόνου τῶν ἀγορεύσεων εἰς τὸ ¼ τῆς ὥρας).
§30Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Μὲ θλῖψιν ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, διότι ἡ διεξαγομένη συζήτησις ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ καλεῖται νὰ ψηφίσῃ συλλήβδην 286 ἀναγκαστικοὺς νόμους, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ αὐτούς, ἀποτελεῖ τὸ κύκνειον ᾆσμα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἀποτελεῖ δεῖγμα τῆς ἐκπτώσεως αὐτῆς. Ἡ καθ’ ἡμέραν ἐμφανιζομένη ἀντινομία νὰ διαδηλοῦται ἐκ μέρους τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἡ ἄκρατος πίστις εἰς τοὺς δημοκρατικοὺς θεσμοὺς καὶ νὰ καταπατῶνται οὗτοι ὑπ’ αὐτῶν μόλις οὗτοι κατέλθουν τοῦ βήματος. Ἡ συνταγματικὴ ἐκτροχίασις κατέστη πλέον παράδοσις διὰ τῶν συχνῶν καὶ ἀδικαιολογήτων διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, διὰ τῆς ἀθρόας ἐκδόσεως Α. Ν. ὄχι μόνον κατὰ τὰς διακοπὰς καὶ τὰς παραμονὰς τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν κοινοποίησιν τῶν προσκλήσεων πρὸς τοὺς βουλευτὰς ἵνα προσέλθουν, ὅπως μὲ τοὺς κατὰ τὴν 29ην Ἀπριλίου δημοσιευθέντας 33 νόμους. Ἡ ἐμμονὴ βεβαίως εἰς τὴν ἄκαμπτον συνταγματικὴν ὀρθοδοξίαν, ἡ ὁποία διακρίνει τὸν σεβαστὸν φίλον κ. Κουλουμβάκην καθ’ ἣν οἱ νόμοι ἐκδίδονται τῇ συμπράξει τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Βασιλέως, πρὸ πολλοῦ ἔχει ξεπερασθῆ ὑπὸ τῆς πράξεως καὶ τῆς ἐπιστήμης. Ὁσονδήποτε καὶ ἂν ὁ σεβαστὸς συνάδελφος ὑποστηρίξῃ ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις εἶναι ἀντισυνταγματική, ἀποτελεῖ σήμερον κτῆμα τῆς συγχρόνου ἐπιστήμης τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου καὶ ὁμόφωνον πρᾶξιν τῶν δικαστηρίων ἡ ἀντίθετος διδασκαλία.
§31Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν ἐλαχίστων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος.
§32Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ἀξιότιμε κ. συνάδελφε, δὲν ὁμιλῶ περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ περὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος, ἑπομένως ἡ παρατήρησίς σας εἶναι ἔξω τοῦ θέματος. Καὶ προχωρῶν προσθέτω ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν συγχρόνων πολιτικῶν καὶ κοινωνικῶν ἀναγκῶν ἐξηνάγκασε τὴν πολιτικὴν πρᾶξιν νὰ υἱοθετήσῃ καὶ τὴν ἐπιστήμην νὰ δικαιολογήσῃ καὶ τὴν ἔκδοσιν ἀκόμη ἀναγκαστικῶν νόμων. Ἡ θεωρητικὴ δικαιολόγησις αὐτῶν στηρίζεται ἐπὶ τῆς ὑψίστης ἀνάγκης τῆς σωτηρίας τῆς Πατρίδος, ἥτις καὶ αὕτη ἀποτελεῖ κανόνα δικαίου. Οἱ Α. Ν. δὲν εἶναι βεβαίως οὔτε νόμιμοι οὔτε συνταγματικοί, εἶναι ἁπλῶς ἐφ’ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα ἀνεκτοὶ καὶ ἕνεκα τούτου ἐφαρμόσιμοι ὑπὸ τῆς διοικήσεως καὶ τῶν δικαστηρίων. Εἶναι ἀνεκτοὶ κανόνες δικαίου, τελοῦντες ὑπὸ τὴν διαλυτικὴν αἵρεσιν τῆς κυρώσεως αὐτῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Συνεπῶς θεμελιώδης ὑποχρέωσις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ εἰσαγάγῃ τοὺς νόμους αὐτοὺς πρὸς ἐπικύρωσιν καὶ νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν διὰ ταύτης συγγνώμην. Τὸ ζήτημα συνεπῶς, ὅπερ δέον νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, δὲν εἶναι ἂν εἶχον δικαίωμα αἱ μετεκλογικαὶ Κυβερνήσεις νὰ ἐκδίδουν Α. Ν. ὑπαρχούσης ὑψίστης ἀνάγκης, ἀλλὰ ἡ εὐθύνη αὐτῶν διότι δὲν ἐπέσπευσαν νὰ ζητήσουν τὴν ἔγκρισιν αὐτῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν πρώτην μετὰ τὴν ἔκδοσίν των σύνοδον αὐτῆς. Ἡ Βουλὴ ἀντιμετωπίζουσα τοὺς ἀναγκ. νόμους ὑποχρεοῦται νὰ ἐξετάσῃ ἂν οὗτοι ἐξεδόθησαν πρὸς ἀντιμετώπισιν ὑψίστης ἀνάγκης καὶ ἐὰν τὰ ἐν ὀνόματι ταύτης ληφθέντα μέτρα ἦσαν ἀναγκαῖα πρὸς τοῦτο. Καὶ ἂν μὲν εὕρῃ ταῦτα ἀναγκαῖα, τότε νὰ ἐπικυρώσῃ τοὺς νόμους καὶ νὰ παράσχῃ συγγνώμην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἄλλως νὰ ἀσκήσῃ ποινικὴν ἀγωγὴν κατὰ τῶν Ὑπουργῶν, παραπέμπουσα αὐτοὺς ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Ἡ εὐθύνη, συνεπῶς, τῆς Κυβερνήσεως, συνίσταται εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι καὶ κακὴν χρῆσιν τῆς ἀνάγκης τῶν ἀναγκ. νόμων τούτων ἔκαμε καὶ τὴν Βουλὴν περιεφρόνησεν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐπιθυμῶν νὰ ἀποσείσῃ τὰς εὐθύνας τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, ἐπεκαλέσθη δύο ἐπιχειρήματα: 1) Ὅτι ἡ Βουλὴ, περιβάλλουσα διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης της τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις, ἐνέκρινε τὴν τακτικὴν ταύτην. Βεβαίως τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ἐνέχει δόσιν ἀληθείας καὶ οἱ Βουλευταὶ κατά τινα τρόπον εἶναι συνυπεύθυνοι διὰ τὴν κατάστασιν ταύτην, ἀλλὰ πλὴν τῆς εὐθύνης αὐτῆς πρὸ τῶν βουλευτῶν τίθεται σήμερον ἀσυγκρίτως μεγαλυτέρα τοιαύτη. Ψηφίζοντες τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα, νὰ διαδηλώσουν ἐπισήμως ὅτι δὲν ὑφίσταται ἐν Ἑλλάδι κοινοβουλευτισμός. Νομίζω ὅτι μεταξὺ τῶν δύο τούτων εὐθυνῶν ἡ Βουλὴ ἔχει ὑποχρέωσιν ἀναμφιβόλως νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν δευτέραν. Δεύτερον ἐπιχείρημα προεβλήθη ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νόμων τούτων ἐδημιουργήθησαν πραγματικαὶ καταστάσεις καὶ συμφέροντα τὰ ὁποῖα διατρέχουν τὸν κίνδυνον ἤδη νὰ ἀνατραποῦν, ἀκυρουμένων τῶν νόμων τούτων ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο εἶναι δι’ ἡμᾶς ἐντελῶς ἀπαράδεκτον, διότι ὡς εἴχομεν τὴν τιμὴν πρὸ ὀλίγου νὰ παρατηρήσωμεν, οἱ ἀναγκαστικοὶ νόμοι εἶναι κανόνες δικαίου, τελοῦντες ὑπὸ τὴν διαλυτικὴν αἵρεσιν τῆς ἐγκρίσεως αὐτῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Αὐτονόητον εἶναι ὅτι οἱ δικαιοπρακτοῦντες καὶ συναλλασσόμενοι ὑπὸ τὸ κράτος τῶν νόμων τούτων, ὀφείλουν νὰ γνωρίζουν καὶ νὰ ἀντιμετωπίζουν τὸν ἐνδεχόμενον κίνδυνον τῆς ἀποδοκιμασίας τῶν νόμων αὐτῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ συνεπῶς τὴν ἀνατροπὴν τῶν δημιουργουμένων ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν καταστάσεων.
§33Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐκτιμῶ ἀπείρως τὴν μεγάλην νομομάθειάν σας, τὴν ὁποίαν κατ’ ἐπανάληψιν διεπίστωσα. Ἤθελα νὰ μοῦ δώσητε μίαν ἀπάντησιν. Τί θὰ γίνῃ ἤδη, μετὰ τὴν ἀκύρωσιν τοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας;
§34Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλούστατον, κ. συνάδελφε. Ὁ αὐτὸς ὀργανισμὸς μὲ ἀναδρομικὰς διατάξεις, πρὸς κάλυψιν τῶν δημιουργημένων σχέσεων, μὲ νέαν χρονολογίαν θὰ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους κατὰ τὴν τακτικὴν κοινοβουλευτικὴν διαδικασίαν. Ἤδη καλεῖται ἡ Βουλὴ ἄνευ γνώσεως τῶν 286 νόμων νὰ κυρώσῃ αὐτοὺς διὰ τοῦ παρόντος ψηφίσματος. Ἀνεξαρτήτως τῶν ἐνδεχομένων ἀκυροτήτων τοῦ ψηφίσματος τούτου, περὶ ὧν θὰ ὁμιλήσω εὐθὺς ἀμέσως, θὰ ἤθελα νὰ ἐπισημάνω τὴν πολιτικὴν καὶ οὐσιαστικὴν πλευρὰν τοῦ ζητήματος. Διὰ τῆς μεθόδου ταύτης ἀποφεύγεται ὁ ἔλεγχος ἐπὶ τῶν ἀτασθαλιῶν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῶν νόμων τούτων. Καλεῖται δὲ ἡ Βουλὴ ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τοῦ πράγματος νὰ γίνῃ ἀλληλέγγυος τῶν παρανομιῶν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἰδιαιτέρως ἐξεγείρει τὴν ψυχήν μου εἶναι ἡ περιφρόνησις τῆς προσωπικῆς ἀξιοπρεπείας τῶν βουλευτῶν. Ἐάν, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ἐνεφανίζετο πρὸ ὑμῶν ὑπάλληλός σας καὶ σᾶς ἔλεγε, ἵνα διὰ τῆς ὑπογραφῆς σας κυρώσητε διαταγάς του τὰς ὁποίας ἀγνοεῖτε τελείως, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ τὸν ἐπετούσατε ἔξω ἀπὸ τὸ γραφεῖον σας κακὴν κακῶς. Τὸ αὐτὸ θὰ ἔπραττον καὶ ἐγώ. Ἐὰν σεῖς τοιαύτην καλὴν ἀντίληψιν ἔχετε διὰ τὴν προσωπικήν σας ἀξιοπρέπειαν, διατί θέλετε οἱ βουλευταὶ νὰ ἔχουν μειωμένην περὶ τῆς ἰδικῆς των ἀντίληψιν; Καὶ ἤδη φθάνομεν εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν κατ’ οὐσίαν τοῦ προβλήματος. Τί δέον γενέσθαι; Καθ’ ἡμᾶς, βεβαίως, πρέπει νὰ εὑρεθῇ λύσις, ἡ ὁποία ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὸ πρόβλημα. Διὰ τῆς λύσεως ὅμως ταύτης πρέπει νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος καθ’ ὃν καὶ οἱ 286 νόμοι νὰ ὑποστοῦν τὴν βάσανον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ἐπικυρωθοῦν ἢ ἀκυρωθοῦν καὶ ὁ σεβασμὸς πρὸς τὸ πολίτευμα νὰ παραμείνῃ ἀκέραιος. Βεβαίως ἡ ἐπικύρωσις τῶν νόμων τούτων κατὰ τὴν συνήθη κοινοβουλευτικὴν διαδικασίαν εἶναι χρονικῶς ἀδύνατος. Πρέπει, λοιπόν, ν’ ἀναζητήσωμεν ἔκτακτον διαδικασίαν. Ἀλλὰ εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ ὑπὸ τῆς Βουλῆς προτεινομένη ψήφισις, διότι αὕτη δὲν εἶναι ἁπλῶς ἀντισυνταγματική, διότι τοῦτο θὰ ἐκαλύπτετο διὰ τοῦ ψηφίσματος, ἀλλ’ ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, καθ’ ὅσον θίγει τὰς βάσεις τοῦ πολιτεύματος. Ἡ οὐσία τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος συνίσταται εἰς τὴν ἐλευθέραν κατ’ οὐσίαν συζήτησιν τῶν νόμων καὶ ἀπόφασιν ἐπ’ αὐτῶν, αἵτινες προϋποθέτουν γνῶσιν πρωτίστως τοῦ ἀντικειμένου. Ἤδη καλούμεθα νὰ διαδηλώσωμεν ὅτι ἀγνοοῦμεν περὶ τίνος πρόκειται καὶ ἐγκρίνομεν τὸ ἀγνοούμενον. Τοιοῦτον ψήφισμα κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον ὑπάρχει κίνδυνος νὰ θεωρηθῇ καὶ πάλιν ὑπὸ τῶν δικαστηρίων ὡς ἀντισυνταγματικὸν καὶ ν’ ἀφήσῃ τὸ πρόβλημα ἄλυτον. Ἀλλὰ πέραν τούτου τὸ ψήφισμα τοῦτο θὰ σημάνῃ πολιτικῶς τὴν μετατροπὴν τοῦ πολιτεύματος καὶ τὴν ἀναγνώρισιν ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἶναι ὁ ἀνεξέλεγκτος νομοθετικὸς παράγων τῆς Χώρας, ὅπερ σημαίνει ἀπόλυτον μοναρχίαν ἢ δικτατορίαν καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἀνυπολόγιστος ὀργανισμὸς διακοσμητικὸν ἔχων χαρακτῆρα καὶ κάλυμμα ψευδὲς τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, ὡς συμβαίνει ἀκριβῶς ἐπὶ τῶν φασιστικῶν κοινοβουλίων. Ὁ μόνος συνεπῶς τρόπος ἀντιμετωπίσεως τοῦ προβλήματος εἶναι ὁ ἀκόλουθος: Νὰ παράσχωμεν προθεσμίαν ἀνοχῆς τῶν Α. Ν. ἐπὶ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα καὶ συγκεκριμένως μέχρι τῆς 15ης Σεπτεμβρίου, ὥστε νὰ διατηρήσωμεν τοὺς ἀν. νόμους μέχρι τότε ἐν ἰσχύϊ, ν’ ἀναγάγωμεν ὅλας τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐπιτροπὰς εἰς ἐπιτροπὰς ἐξουσιοδοτήσεως, ὁπότε ἑκάστη ἐξ αὐτῶν θὰ ἔχῃ ν’ ἀντιμετωπίσῃ 10 ἕως 15 τὸ πολὺ ἀναγκ. νόμους, τοὺς ὁποίους δύναται νὰ ἐπεξεργασθῇ ἐντὸς μιᾶς ἢ δύο συνεδριάσεων καὶ οὕτω ἐντὸς μηνὸς νὰ περαιώσωμεν τὸ ὅλον ἔργον καὶ νὰ χωρήσῃ ἡ ἔκδοσις Ν. Δ. ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποφάσεων τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐπιτροπῶν. Παρερχομένης τῆς προθεσμίας, οἱ μὴ κυρωθησόμενοι νόμοι θὰ εἶναι ἄκυροι.
§35Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Πρέπει νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸ σύστημα τοῦτο, ὥστε νὰ ἐπικυρώσωμεν τοὺς 286 νόμους ἀλλὰ καὶ νὰ τηρήσωμεν καὶ τὸ πολίτευμα.
§36Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Χαίρω πολύ, διότι ἔχω σύμφωνον πρὸς τὴν ἄποψιν ταύτην καὶ τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσ. Κόμματος.
§37Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Ἔχω πολλοὺς δισταγμοὺς ἂν δυνάμεθα νὰ συστήσωμεν τόσας ἐπιτροπὰς ἐξουσιοδοτήσεως, ὅσαι αἱ κοινοβουλευτικαὶ ἐπιτροπαί.
§38Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, κ. Ὑπουργέ, ὅτι δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν εἰς τοῦτο, διότι ἐφ’ ὅσον ἠδυνήθημεν κατὰ τὸ παρελθὸν νὰ συστήσωμεν μίαν κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπὴν ἐξουσιοδοτήσεως, δυνάμεθα μὲ τὴν αὐτὴν αἰτιολογίαν νὰ συστήσωμεν καὶ πλείονας, πρὸς τὴν ἄποψιν δὲ ταύτην συμφωνεῖ καὶ ἡ γνώμη τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία προέτεινε τὴν κατάτμησιν τῆς Βουλῆς, διότι περὶ τούτου ἀκριβῶς πρόκειται. Προχωροῦμεν κατ’ ἀνάγκην εἰς τὴν κατάτμησιν αὐτῆς. Ἔχω δὲ ἤδη καταθέσει καὶ σχετικὴν τροπολογίαν, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ, ὅμως, πρέπει νὰ ἐπισημάνωμεν καὶ πάλιν τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς συνήθους κοινοβουλευτικῆς διαδικασίας καὶ ἂν ἤδη κυρώσωμεν τοὺς νόμους τούτους μετ’ ὀλίγον νέα σειρὰ Α. Ν. θὰ προκύψῃ χρῄζουσα νέας ἐπικυρώσεως, λόγῳ ἀνεπαρκείας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος. Ἐὰν θέλωμεν νὰ μὴ εὑρεθῶμεν καὶ πάλιν εἰς τὴν θλιβερὰν θέσιν τῆς ἑσπέρας αὐτῆς, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἀπὸ τοῦδε νὰ χωρήσωμεν εἰς συνταγματικὰς μεταρρυθμίσεις αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιτρέψουν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ παρακολουθῇ τὰς νομοθετικὰς ἀνάγκας τῆς Χώρας. (Χειροκροτήματα).
§39Θ. ΚΩΗΣ. Ἂν δὲν προστεθῇ διάταξις εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον παρέχουσα ἐγγυήσεις πρὸς ἔλεγχον καὶ κύρωσιν τῶν νομοθετημάτων τούτων διὰ τῆς Βουλῆς, τότε κατ’ ἀνάγκην θέλομεν συνταχθῆ καὶ ἡμεῖς πρὸς τὰς ἀπόψεις τὰς ὑποστηριχθείσας κατὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου ψηφίσματος «περὶ ὁμαδικῆς κυρώσεως τῶν ἐκδοθέντων ψηφισμάτων καὶ ἀναγκαστικῶν νόμων. Οἱ λόγοι κατὰ τῆς τοιαύτης κυρώσεως ἐντόνως ἐξετέθησαν καὶ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἐπαναλήψεων. Αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις, διότι παρὰ τὴν νομικὴν ἐπιφάνειαν ἡ ἀλήθεια εἶναι προφανής, ἠναγκάσθη νὰ συγκεράσῃ τὴν ἐπιχειρουμένην ὁμαδικὴν κύρωσιν διὰ τῆς ὑποβληθείσης χθὲς τροπολογίας προστιθεμένης ὡς ἄρθρον 2 εἰς τὸ μοναδικὸν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου ψηφίσματος. Ἀλλὰ περὶ τῆς τροπολογίας ταύτης καὶ τῶν παρ’ ἡμῶν προτεινομένων θὰ διαλάβωμεν κατωτέρω. Εἶναι φανερόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου ψηφίσματος ἐπηρεάσθη ἐν τῇ δεικνυομένῃ σπουδῇ ὑπὸ τῆς νεωστὶ ἐκδοθείσης ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Εὐλόγως δὲ ἔσπευσεν ἡ Κυβέρνησις διότι ἀληθῶς ἡ ἀπόφασις αὕτη ἐτάραξεν ἐν ταῖς σημεριναῖς περιπτώσεσι τὴν δικαιονομικὴν κατάστασιν τῆς Χώρας. Ἡ Κυβέρνησις βεβαίως δύναται νὰ ἐλεγχθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι ἐγένοντο καταχρήσεις ἐν τῇ ἐκδόσει ἀναγκαστικῶν νόμων, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἔγκρισιν ἐν ἑκάστῃ περιπτώσει, δύναται νὰ ἐλέγξῃ ταύτην διὰ τὴν μὴ ἔγκαιρον τυχὸν ὑποβολὴν πρὸς κύρωσιν ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ πρὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὅτι ὁ ἔλεγχος τῆς ἀνάγκης πρὸς ἔκδοσιν νομοθετικῶν διαταγμάτων ἀνήκει εἰς αὐτό, διότι καὶ τονίζω τοῦτο, ὅτι ὁ ἔλεγχος οὗτος ὡς πρὸς τὴν κατ’ ἀρχὴν δικαιολογίαν τῆς ἐκδόσεως καθ’ ἑαυτὴν ἀναγκαστικοῦ νόμου, ἀσχέτως τοῦ περιεχομένου αὐτοῦ, ἀνήκει μόνον εἰς τὴν Βουλήν. Τὰ Δικαστήρια δύνανται νὰ ἐλέγξωσι τὴν συνταγματικότητα μόνον τῶν καθ’ ἕκαστον διατάξεων. Πρὸς τὴν ὑπεράσπισιν τῆς ἐκδοχῆς οὐδένα αἰσθάνομαι δισταγμόν, ἐκ τοῦ κύρους τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, διότι εὑρίσκομαι ἐν ἀπολύτῳ συμφωνίᾳ πρὸς τὴν σταθερὰν καὶ παγίαν νομολογίαν τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου, τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅστις μακρὰν ἔχων παράδοσιν μετὰ μεγάλης συνέσεως ἐχειρίσθη τὸ σπουδαῖον τοῦτο θέμα καὶ διὰ προσφάτου ἔτι ἀποφάσεως αὐτοῦ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 263)1948 καὶ διὰ παλαιοτέρων, ἰδίᾳ δὲ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 198)1918 ἐκδοθείσης ἐν ὁλομελείᾳ ἐπὶ ἄλλῃ ὀρθῇ δικαιολογίᾳ. Κατὰ τὴν νομολογίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου πάντες οἱ ἀναγκαστικοὶ νόμοι οἱ ἐκδιδόμενοι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καθ’ ὑπέρβασιν τῶν ἐν τῷ συντάγματι ὁρίων ἐρείδονται ἐπὶ τῆς ἀνάγκης πρὸς ἀντιμετώπισιν ἐκτάκτων περιστάσεων, καθ’ ἃς οὐ μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ ὑποχρέωσιν ἔχει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ ἐκδώσῃ τοιαῦτα νομοθετικὰ διατάγματα, ὅταν πιέζῃ τὸ Κράτος ἐπείγουσα ἀνάγκη, ἡ δὲ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ, εἴτε διότι ἔχει διαλυθῆ, εἴτε διότι περιστάσεις ἀνώμαλοι δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν ἄμεσον σύγκλησιν τοῦ Κοινοβουλίου, εἴτε διότι ἀκόμη ἡ νομοθετικὴ πρᾶξις πρέπει νὰ συντελεσθῇ ἐνωρίτερον παρ’ ὅ,τι ἐπιτρέπουσιν αἱ βραδύτητες τῶν βουλευτικῶν συνελεύσεων. Ἐν συνεχείᾳ δὲ ἐπάγεται ἡ ἀπόφασις, ὅτι τὰ νομ. διατάγματα ταῦτα εἶναι νόμοι πλήρεις καὶ ἄρτιοι, πλήρη νομικὴν ἐνέργειαν καὶ ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν ἔχοντες, ἐπιβάλλοντα δὲ μίαν (οὐχὶ δηλ. ὡς ὅρον τῆς ἰσχύος) ὑποχρέωσιν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ τὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν, ἅμα τῇ παρελεύσει τοῦ κατεπείγοντος, εἰς αὐτὴν δὲ ἀπόκειται νὰ ἀποφασίσῃ ἂν ὑπῆρξε πράγματι ἡ συνδρομὴ τῶν λόγων, ὧν ἕνεκα ταῦτα ἐξεδόθησαν.
§40Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δὲν ἔχουν τὰ αὐτὰ δικαιώματα Συμβούλιον Ἐπικρατείας καὶ Ἄρειος Πάγος. Ὁ Ἄρειος Πάγος καὶ οἱονδήποτε ἄλλο κατώτερον δικαστήριον, ὄχι μόνον δικαιοῦνται ἀλλὰ καὶ ὑποχρεοῦνται νὰ μὴ ἐφαρμόσουν ἀντισυνταγματικὸν νόμον. Τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας, ὅμως, δύναται καὶ ν’ ἀκυρώσῃ νόμον ἐκδιδόμενον ὑπὸ μορφὴν διατάγματος. Διότι τὸ διάταγμα εἶναι πρᾶξις Διοικήσεως, ὑποκειμένη εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Ἀνωτάτου Διοικητικοῦ Δικαστηρίου. Ἐν τῇ συγκεκριμένῃ περιπτώσει, τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ἠκύρωσε πράξεις τῆς Διοικήσεως, θεμελιωμένας εἰς ἀντισυνταγματικὸν νόμον. Καὶ ἀντισυνταγματικοὶ νόμοι εἶναι ὅλοι ὅσοι δὲν καταρτίζονται καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα.
§41Θ. ΚΩΗΣ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀκυροῖ μόνον Διοικητικὰς πράξεις ἁπλῶς δὲν ἐφαρμόζει τοὺς ἀντισυνταγματικοὺς νόμους. Δὲν θὰ ἐπρόκειτο νὰ ἀσχοληθῶ θεωρητικῶς περὶ τὰ τοιαῦτα ζητήματα, ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐκ δεδικαιολογημένης ἐπιστημονικῆς ἀγανακτήσεως ἀποτελεῖ ἀναμφιβόλως ἐπέμβασιν εἰς κατ’ ἐξοχὴν κυβερνητικὰς πράξεις, ὡς εἶναι ἡ κατ’ ἀρχὴν ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἔκδοσιν ἀναγκαστικῶν νόμων, ἀλλὰ καὶ παραγνώρισιν τῆς ἀποστολῆς τῆς δικαιοδοσίας τῆς Βουλῆς, ἥτις εἶναι ἡ μόνη ἁρμοδία νὰ ἐλέγξῃ καὶ ἀποφασίσῃ ἂν ἐδικαιολογεῖτο ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν ἀναγκαστικῶν νόμων. Οὕτω, λοιπόν, κατὰ μὲν τὴν νομολογίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, πάντες οἱ ἐκδοθέντες ἀναγκαστικοὶ νόμοι εἶναι πλήρεις καὶ ἄρτιοι, εἰς τὴν Βουλὴν δὲ ὑπόκειται ἡ περὶ αὐτῶν κρίσις, κατὰ δὲ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τὸ κῦρος αὐτῶν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς κρίσεως, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ ἐκτιμήσει τῶν λόγων τῆς ἀνάγκης ὑπερέβη τὰ ἀκρότατα καὶ ἀπροσδιόριστα ἐπιτρεπόμενα ὅρια. Κατὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας τὸ κῦρος τῶν ἐκδιδομένων ἀναγκαστικῶν νόμων ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς δυναμένης νὰ διαφέρῃ κρίσεως αὐτοῦ τούτου, τοῦ Δικαστηρίου, ἀλλὰ καὶ τοῦ πολίτου, ὅστις καὶ οὗτος ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀρνῆται τὴν ἐφαρμογὴν ἀντισυνταγματικῶν νόμων, διότι φύλαξ τοῦ Συντάγματος εἶναι καὶ ὁ λαός. Οὕτω λοιπὸν διὰ τῆς τοιαύτης νομολογίας καὶ αἱ εἰλικρινεῖς προθέσεις τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως δύνανται νὰ ματαιωθῶσι καὶ τῆς Βουλῆς ἡ ἁρμοδιότης νὰ περιορίζηται. Πράγματι ἡ ἀπόφασις αὕτη εἰσέδυσεν εἰς πολιτικὰ πλαίσια διότι, ἐνῷ θέτει ὡς ἀρχὴν ἐκ τοῦ Συντάγματος ἀπορρέουσαν, ὅτι πάντες οἱ μὴ ἐγκριθέντες ὑπὸ τῆς Βουλῆς νόμοι εἶναι ἄκυροι, ὡς παρὰ τὸ Σύνταγμα ἐκδοθέντες, ἀναγνωρίζει ὅτι εἶναι δυνατὸν οἱ νόμοι οὗτοι οἱ ἐκδιδόμενοι ὑπ’ εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἶναι ἀναλόγως τῆς ἐκτιμήσεως τῆς ὑπάρξεως ἀνάγκης ἔγκυροι ἢ ἄκυροι. Μανθάνομεν ὅθεν οὕτω, ὅτι τὸ νομοθ. διάταγμα 7)10)5 1946 δι’ οὗ, καταργηθέντος τοῦ ἰσχύοντος τότε ἀστικοῦ κώδικος ἐπανῆλθεν ἐν ἰσχύϊ ὁ τοῦ 1940 ὑπ’ ἀριθ. 2540 εἶναι ἀμφιβόλου κύρους καὶ μάλιστα κατὰ τὰ τεθέντα ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ὅρια, πρέπει νὰ εἶναι καθ’ ἡμᾶς ἄκυρος. Κατ’ αὐτὰς συνεζητήθη ἐνώπιον τοῦ Συμβ. Ἐπικρατείας αἴτησις τῶν ἐριοβιομηχάνων περὶ τοῦ κύρους τοῦ ἀν. νόμου 946)49 καθ’ ὃν χρόνον ἡμεῖς συζητοῦμεν. Καὶ ὅμως ἡ ἔκδοσις ἀναγκαστικοῦ νόμου ὑπὸ τὴν αὐθεντίαν τῆς Κυβερνήσεως καθ’ ἑαυτὴν εἶναι κατ’ ἐξοχὴν κυβερνητικὴ πρᾶξις ἐξερχομένη τῶν ὁρίων τοῦ ἐλέγχου τοῦ Συμβουλίου. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τὸ 1937 ἐπὶ δικτατορίας ἐν ὁλομελείᾳ ἀπέρριψε αἴτησιν ἀκυρώσεως Προέδρου Κοινοτικοῦ Συμβουλίου ἄρχοντος αἱρετοῦ κατ’ αὐθαιρέτου πράξεως τῆς Διοικήσεως, παυσάσης αὐτόν, διότι ἔκρινεν ὅτι λόγῳ τῶν ἀθρόων ἀπολύσεων ὑπέκειτο κυβερνητικὴ πρᾶξις ἐκφεύγουσα τὸν ἔλεγχον αὐτοῦ. Καὶ ἐρωτᾶται: Δὲν εἶναι κυβερνητικὴ πρᾶξις ἡ ἔκδοσις ἀναγκαστικοῦ νόμου ὑπ’ εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως ἀπολαμβανούσης τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν ἀναγκαστικῶν νόμων; Πᾶν ἄλλο ἢ γενόμεθα ἡμεῖς ἀπολογηταὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐξάρωμεν τὰ δικαιώματα Κυβερνήσεως καὶ Βουλῆς, ἅτινα εἶναι καὶ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα οὐδεμία ἄλλη ἐξουσία ἐν τῷ Κράτει προσήκει παρεμβαίνουσα νὰ τὰ παραμερίσῃ. Ἀληθῶς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐφαρμόζον ἄχρι τοῦδε τοὺς ἀναγκ. νόμους προὐκάλεσε, διὰ τῆς προσφάτου αὐτοῦ ἀποφάσεως, ἀναταραχὴν ἐν τῷ κρατοῦντι δικαίῳ καὶ ἀβεβαιότητα, διότι περὶ κεκτημένων δικαιωμάτων θὰ ἠδύναντο νὰ ὁμιλήσωσιν οὐ μόνον οἱ δικαιωθέντες διὰ τῆς ἀποφάσεως, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι ἐκ τῶν ὁποίων τὰ δικαιώματα ἐθίγησαν ἐξ ἀναγκαστικῶν νόμων, τῶν ὁποίων τὴν ἀκυρότητα ἐπάγεται ἡ κρίσις, ὅτι δὲν συνέτρεχεν ἡ ἀνάγκη τῆς ἐκδόσεως. Ἀλλ’ εἴπομεν, ὅτι ἡ περὶ τούτου κρίσις κατὰ τὴν ὀρθὴν ἀπόφασιν τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀνήκει εἰς τὴν Βουλήν, ἡ δὲ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἀποτελεῖ παρέμβασιν ἐπικίνδυνον. Ἂν ἡγεῖτο τῆς Κυβερνήσεως ἰσχυρὰ προσωπικότης —καὶ ὁμιλοῦμεν περὶ πάσης Κυβερνήσεως— ἂν ἡ κατάστασις δὲν ἦτο ταραχώδης, ἡ σύγκρουσις θὰ ἦτο ἄφευκτος μεταξὺ Κυβερνήσεως, Βουλῆς καὶ Συμβουλίου, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ θεσμοῦ. Διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῆται, ὅτι ἀσχέτως καταχρήσεων ἐν τῇ ἐκδόσει τῶν ἀναγκ. διαταγμάτων ἡ παροῦσα Βουλὴ ἐν γνώσει τῶν ἐκδοθέντων διαταγμάτων παρέσχεν ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτὴν διὰ μεγίστης πλειονοψηφίας, ἐπιφυλασσομένη διὰ τὴν κρίσιν τῶν ἀναγκ. νόμων. Οὐδόλως δὲ ἐκωλύετο ἡ Βουλὴ νὰ ἀναμένῃ τὴν κατάθεσιν τούτων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως δυναμένη, διὰ προτάσεως σχεδίου νόμου, νὰ ἀκυρώσῃ τὰ καθ’ ὑπέρβασιν ἐκδοθέντα. Ὑπάρχει ἐκ τῶν πραγμάτων διαφορὰ κριτηρίων μεταξὺ τῆς καθημένης Διοικητικῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ὀφείλει νὰ δρᾷ ἀγρύπνως καὶ πολλάκις ταχέως. Εἰρηνικὴν σύγκρουσιν μεταξὺ Συμβουλίου–Κυβερνήσεως–Βουλῆς, ἀποτελεῖ τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα, ὅπερ, ἀσχέτως τῆς συμπληρώσεως ὡς πρὸς τὴν διαδικασίαν τῆς κυρώσεως διὰ τὸ μέλλον, κυροῖ τὰ ἐν λόγῳ νομοθετήματα ὡς πρὸς τὸ παρελθόν. Ἀληθῶς, ἐφ’ ὅσον τὸ ζήτημα ἐτέθη, εὐλόγως ἡ Κυβέρνησις, καίτοι καθυστέρησεν, ἐπιθυμεῖ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ κῦρος τῶν ἐκδοθέντων ἀναγκαστικῶν νόμων, ἀλλ’ εἶναι ἐντόνως ἀπαράδεκτος ἡ προσπάθεια αὐτῆς ὅπως πειραθῇ νὰ ἐξασφαλίσῃ τοῦτο ὁριστικῶς διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος καὶ ἀθρόως. Ὀρθῶς ἐξήρθη, ὅτι ἡ τοιαύτη πρότασις γενομένη μόνη, ἄνευ προσθήκης προνοούσης δεκτή, θὰ κατέρριπτεν ἀνεπανορθώτως τὸ γόητρον τῆς Βουλῆς, ἥτις θὰ ἀπεδεικνύετο ἄχρηστος. Οὐδόλως δὲ εἶναι ἐπιδοκιμαστέα ἡ προτεινομένη ὡς τροπολογία ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοῦ ἄρθρου 2. Ἡ τροπολογία αὕτη ἐν τοῖς πράγμασι γενομένη δεκτὴ θὰ ἐπέφερε τὸ σήμερον ἐπιδιωκόμενον ἀποτέλεσμα τῆς ἀθρόας διὰ μιᾶς πράξεως κυρώσεως μετὰ τὴν 15 Σεπτεμβρίου, διότι ἀληθῶς οὐδεὶς πραγματικὸς ἔλεγχος διὰ τοῦ προτεινομένου σχεδίου θὰ ἠσκεῖτο. Ἀντιθέτως πρὸς ταῦτα νομίζομεν ὅτι ὀρθὴ ἐνδείκνυται ἡ τροπολογία ἣν προτείνομεν καὶ καθ’ ἣν πάντα τὰ νομοθετήματα θὰ κατατεθῶσι παρὰ τῶν Ὑπουργῶν, παραπεμπόμενα εἰς τὰς οἰκείας κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπάς. Ἀλλὰ πρέπει τοῦτο μὲν αἱ ἀποφάσεις τῶν Ἐπιτροπῶν νὰ εἶναι ὑποχρεωτικαί, ἐπιβάλλουσαι τὴν κατ’ αὐτὰς ἔκδοσιν συμφώνων νομοθετικῶν διαταγμάτων, τὸ δὲ νὰ ὁρισθῇ προθεσμία, μεθ’ ἣν τὰ μὴ κυρωθέντα διατάγματα ἀκυροῦνται ἐφεξῆς, ἵνα μὴ ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς προθεσμίας παραμεληθῇ τὸ ἔργον τοῦτο. Τὰ ψηφίσματα, ὅμως, δέον νὰ κυρωθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Παρεμφερῆ εἶπεν ὁ κ. Θηβαῖος καὶ τροπολογίαν προέτεινεν ὁ κ. Καλλίας πρὸς ὃν συμφωνῶ. Ὡς πρὸς δὲ τὴν ἐν τῷ μέλλοντι ἀντιμετώπισιν τῶν ζητημάτων, ὡς καὶ ἄλλοτε προετείναμεν, ἀπούσης τῆς Βουλῆς δύναται νὰ εἰσαχθῇ διάταξις παρεμφερὴς πρὸς τὸ ἄρθρον 77 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927. Διὰ τῶν τοιούτων μέτρων περιορίζονται ἁπλῶς αἱ περιπτώσεις ἐκδόσεως ἀναγκ. νόμων. Ἀλλὰ καὶ πάλιν δέον νὰ γνωρίζωμεν ὅτι, ἂν καὶ ὑπὲρ τοὺς τεθησομένους περιορισμοὺς ἡ Κυβέρνησις ἐν ἐκτάκτῳ περιπτώσει μὴ συμβιβαζομένη πρὸς αὐτοὺς ἐκδώσῃ ἀναγκαστικὸν νόμον καὶ πάλιν ὁ νόμος οὗτος θὰ εἶναι ἔγκυρος ἐκ τῆς φύσεως τοῦ πράγματος, διότι οὐδεὶς περιορισμὸς δύναται νὰ τεθῇ, ὅταν ἡ ὑπὲρ τοῦ Κράτους ἀνάγκη πιέζῃ, ὡς παρὰ καὶ τοὺς εἰδικοὺς περιορισμοὺς ἀπεφήνατο ὁ Ἄρειος Πάγος. (Χειροκροτήματα).
§42Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔγκριτον μέλος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπερ ὑπῆρξε καὶ ὁ Γενικὸς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Εἰσηγητὴς τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, διακόπτον χθὲς ἀγορεύοντα βουλευτήν, ἔλεγεν ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ αὐτὴ εἶναι ἀναθεωρητική, ἔχει δικαίωμα νὰ περιβάλῃ μὲ τὸν μανδύαν τῆς νομιμότητος τὸ συζητούμενον κυβερνητικὸν κατασκεύασμα. Ἀλλὰ τὸ θέμα δὲν εἶναι ἁπλῶς τὶ δικαιοῦται νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή. Εἶναι περισσότερον καὶ πολιτικὸν θέμα. Ὅταν τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας μὲ τὴν ἀπόφασίν του, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐπιδοκιμάζω, διεκήρυξεν ὅτι Κυβερνήσεις Κοινοβουλευτικαὶ δὲν δύνανται νὰ σφετερίζωνται ἀπὸ τὰς Βουλὰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν πέραν νομοθετικῶν μέτρων εἰς κατάστασιν ἀνάγκης ἢ πολέμου καὶ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀποβλέπουν εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν ἢ τὴν θεραπείαν τῆς ἀνάγκης ταύτης, δὲν νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ αὐτή, ὁ φορεὺς τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, δύναται, ἐπικυρώνουσα συλλήβδην τὰ 286 λεγόμενα νομοθετήματα, νὰ δώσῃ δι’ αὐτὰ μὲν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ δὲ τὸ μέλλον νὰ δημιουργήσῃ παράδοσιν ὅτι δύνανται αἱ Κυβερνήσεις νὰ κλείουν τὰς Βουλὰς καὶ νὰ ἐκδίδουν ἀναγκαστικοὺς νόμους οἱουδήποτε θέματος καὶ ἀκόμη καὶ περὶ προσωπικῶν διατάξεων, ἄνευ συμπράξεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ὑποστηρίζεται ὅτι δικαίωμα τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ κυρώσῃ τὸ συζητούμενον κατασκεύασμα. Ἀλλὰ τί θὰ ἠμπόδιζε τὴν Βουλήν, ἀφοῦ αὕτη εἶναι ἀναθεωρητική, νὰ ψηφίσῃ ἕνα ἄλλο ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐξουσιοδοτῇ τὴν Ἀκαδημίαν Ἀθηνῶν, εἴτε ἕνα δικηγορικὸν σύλλογον τοῦ Κράτους, νὰ νομοθετοῦν περὶ παντὸς θέματος καὶ ἀκόμη νὰ ἐξουσιοδοτήσῃ καὶ τὸν σύλλογον τῶν νεωκόρων Ἀθηνῶν νὰ νομοθετῇ περὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν μας ζητημάτων; Καὶ ἀκόμη τί θὰ ἠμπόδιζε τὴν Βουλὴν αὐτὴν νὰ ἐκδώσῃ ἕνα ἄλλο ψήφισμα καὶ νὰ διακηρύξῃ ὅτι ἡ σημερινὴ ἀκέφαλος Κυβέρνησις θὰ κυβερνᾷ τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ 20 ἀκόμη ἔτη; Ἀλλά, κύριοι, ἂν κάποτε παράφρονες Ρωμαῖοι αὐτοκράτορες ἀπένεμαν εἴτε θειότητα εἴτε κοσμικὰς ἐξουσίας εἰς τὰ εἴδωλά των ἢ καὶ εἰς τοὺς ἵππους των, οὔτε ἡ ἐποχή των οὔτε ἡ ἱστορία τοὺς ἐδικαίωσε διὰ τὰς παραδοξότητας ταύτας, ὅσον καὶ ἂν προσέδιδαν εἰς αὐτὰς τὸν μανδύαν τῆς νομιμότητος. Καὶ σήμερον αἱ Βουλαί μας, καὶ μάλιστα Βουλαὶ ἀναθεωρητικαί, δύνανται θεωρητικῶς νὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ περιβάλλουν διὰ τοῦ μανδύου τῆς νομιμότητος οἱονδήποτε κυβερνητικὸν εἴτε νομοσχέδιον εἴτε σχέδιον ψηφίσματος, ἀλλὰ εἰς τὸ δικαίωμά των ὑπάρχει φραγμός, τὰ ρεύματα τῆς κοινῆς γνώμης καὶ κοινὴ συνείδησις καὶ ἐπιστήμη καὶ λογική. Διὰ τὰ νομοθετήματα δὲν ἀρκεῖ μόνη ἡ δύναμις τοῦ νομοθέτου, προσαπαιτεῖται καὶ τὸ κῦρος ἀπὸ τὴν γενικὴν ἀνοχὴν τῆς κοινῆς γνώμης· χωρὶς τὸ κῦρος αὐτὸ ἡ θέλησις τοῦ νομοθέτου εἶναι ἀνίκανος νὰ τὰ ἐπιβάλῃ. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Τὰ 286 νομοθετικὰ διατάγματα ἢ ψηφίσματα, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν ἀπούσης τῆς Βουλῆς, ἀνταποκρίνονται ὅλα εἰς κατάστασιν ἀνάγκης δικαιολογοῦσαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ σφετερισθῇ δι’ ὅλα ἀνεξαιρέτως ξένην ἐξουσίαν, τὴν ἰδικήν σας νομοθετικὴν ἐξουσίαν; Γνωρίζετε τοὐλάχιστον τὸ περιεχόμενον τῶν λεγομένων αὐτῶν νομοθετημάτων; Ἐγὼ δὲν θὰ ἀρνηθῶ κατ’ ἀρχήν, ὅτι εἰς ὥραν κρίσιμον ἡ ἀνάγκης διὰ τὴν Χώραν, καὶ ὅταν εἶναι ἀποῦσαι αἱ Βουλαὶ αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Κυβερνήσεις ἔχουν δικαίωμα νὰ ἐκδίδουν ἀναγκαστικοὺς νόμους ἀνταποκρινομένους εἰς τὰς δυσκόλους στιγμάς. Ἐγὼ δὲν θὰ εἴπω νὰ καταστραφῇ ἡ Χώρα μᾶλλον παρὰ τὸ δόγμα. Καὶ ὅτι ἡ Πατρὶς ὀφείλει νὰ θυσιασθῇ εἰς τὴν νομιμότητα. Εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἐξαιρετικὰς ἡ Κυβέρνησις, ὄχι μόνον δύναται ἀλλ’ ὀφείλει νὰ διαπράξῃ μίαν παρανομίαν διὰ νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν Χώραν. Καὶ σᾶς ὑπενθυμίζω τὶ ἔλεγεν ὁ Γάλλος Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1910: «Ἐάν, ἔλεγε, εὑρισκόμην ἐνώπιον ἐνδεχομένου ποὺ θὰ ἔθετε τὴν Πατρίδα εἰς κίνδυνον καὶ δὲν εὕρισκα εἰς τὴν κειμένην νομοθεσίαν τὴν δυνατότητα νὰ ὑπερασπίσω τὴν ὕπαρξιν τοῦ Ἔθνους διασώζων τὰ σύνορά του, καὶ εὑρισκόμην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προστρέξω εἰς τὴν παρανομίαν, θὰ ἐπήγαινα πρὸς αὐτήν. Θὰ ἦτο καθῆκον μου νὰ ὑπάγω». Ἀλλ’ αὐτὴν τὴν ὑπερτάτην τῆς Χώρας ἀνάγκην ἦλθαν νὰ ἐξυπηρετήσουν καὶ τὰ 286 λεγόμενα κυβερνητικὰ νομοθετικὰ διατάγματα; Σᾶς ὑπενθυμίζω ὅτι ὅταν ἐκηρύχθη ὁ πρῶτος Βαλκανικὸς πόλεμος τὴν 5ην Ὀκτωβρίου 1912, ἡ Βουλὴ ἔκλεισε τὰς πύλας της μέχρι τῆς 20 Φεβρουαρίου 1913. Ἠρεύνησα τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ εὗρον μόλις ὀλιγώτερα τῶν 10 νομοθετικὰ διατάγματα καὶ ἀφεώρων αὐτὰ εἴτε πιστώσεις συμπληρωματικὰς τοῦ διεξαγομένου πολέμου, εἴτε ὀργάνωσιν διοικήσεως εἰς τὰς νέας Χώρας, εἴτε αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν μαχομένων ἀξιωματικῶν. Καὶ ἦλθαν πρὸς ἔγκρισιν εἰς τὴν Βουλὴν μόλις αὕτη ἐπανέλαβε τὰς ἐργασίας. Εἶχον ἀναγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν προτοῦ ἀκόμη διανεμηθοῦν εἰς τοὺς βουλευτὰς τὰ κείμενα τῶν νομοθετικῶν διαταγμάτων καὶ εἰς διαμαρτυρίαν βουλευτοῦ, τοῦ μακαρίτου Θ. Κουτούπη, ἀπαντῶν ὁ τότε Πρωθυπουργὸς Ἐλευθέριος Βενιζέλος, ἔλεγε: «Παρακαλῶ ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διατάξῃ τὸ Γραφεῖον νὰ ἐπιταχύνῃ τὴν ἐκτύπωσιν ὅλων αὐτῶν τῶν διαταγμάτων, ἵνα τὰ ἔχουν οἱ κύριοι βουλευταὶ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ἀλλ’ ἐν προκειμένῳ, ἔλεγε περαιτέρω ὁ Πρωθυπουργός, τὸ νομοθετικὸν διάταγμα διὰ τὸ ὁποῖον ζητεῖται ἄφεσις ἁμαρτιῶν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τὸ νομοθετικὸν τοῦτο διάταγμα δὲν προσάγεται ὡς νομοσχέδιον. Εἶναι νόμος, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐδημοσίευσε, σφετερισθεῖσα ἐξουσίαν μὴ ἀνήκουσαν εἰς αὐτὴν καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἔχει δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ἀποδοκιμάσῃ αὐτὴν εἰς πᾶσαν στιγμήν... Δὲν ἐμποδίζεται κανεὶς τῶν βουλευτῶν θέλων νὰ δώσῃ τροποποιημένην τὴν ψῆφον του ὑπὲρ τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος νὰ φέρῃ τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐζήτει ἵνα τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθέν, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἄφεσις ἁμαρτιῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, μὴ κυρωθῇ ὡς ἔχει, ἀλλ’ ὑπὸ ὡρισμένας τροποποιήσεις». Καὶ τώρα ἐρωτῶ τὴν Βουλήν: Ποῦ εἶναι τὰ κείμενα τῶν 286 ἀναγκαστικῶν νόμων, ἵνα ἡ Βουλὴ εἴτε ἀκυρώσῃ αὐτοὺς εἴτε τοὺς ἐπικυρώσῃ εἴτε δώσῃ τὴν ψῆφον της δι’ ὡρισμένα ἀπὸ αὐτὰ ἢ καὶ μὲ ὡρισμένας τροποποιήσεις; Τὰ κείμενα εἶναι ἀπόντα ἀπὸ τὴν Βουλήν, ὅπως ἐν ἀπουσίᾳ αὐτῆς ἐξεδόθησαν, εἶναι ἀπόντες καὶ οἱ Ὑπουργοὶ οἱ ὁποῖοι τὰ ἐξέδωκαν. Ἀπηξίωσαν νὰ ἐμφανισθοῦν εἰς τὴν Βουλὴν ἀντὶ νὰ δώσουν ἐξηγήσεις διατὶ ἐξέδωκαν τὰ νομοθετήματα αὐτὰ ἀπούσης τῆς Βουλῆς, ποία ἡ ἀνάγκη καὶ ποῖον τὸ περιεχόμενόν των; Καὶ σεῖς καλεῖσθε νὰ τὰ ψηφίσετε συλλήβδην.
§43Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Τὰ κείμενα ἀπουσιάζουν καὶ διὰ σᾶς ἢ μόνον διὰ τὴν Βουλήν; Διότι σχολιάζετε ὅλα τὰ νομοθετήματα ταῦτα καὶ πρέπει νὰ τὰ γνωρίζετε.
§44Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ γνωρίζω ἀπὸ τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Δύναται νὰ τὰ γνωρίζῃ καὶ ἡ Βουλή. Ἀλλὰ κατὰ τίνα τρόπον ἄλλα τούτων θὰ ἀκυρωθοῦν καὶ ἄλλα θὰ τροποποιηθοῦν ἀφοῦ συλλήβδην ζητεῖτε τὴν ἔγκρισίν των, χωρὶς νὰ προσάγωνται τὰ κείμενα καὶ χωρὶς εἰς τὸ σχέδιον ψηφίσματος ν’ ἀναφέρωνται οὔτε κἂν οἱ τίτλοι τῶν λεγομένων νομοθετημάτων;
§45Α. ΔΗΜΗΤΡΑΤΟΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἔχει ἀπόλυτον δίκαιον.
§46Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις δὲν εὑρέθη εἰς κατάστασιν ἀνάγκης διὰ νὰ ἐκδώσῃ τὰ 286 αὐτὰ λεγόμενα νομοθετήματα. Δὲν ἀφοροῦν αὐτὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ πολέμου, οὔτε τὸ σχέδιον Μάρσαλ οὔτε τὴν περίθαλψιν τῶν ἀνταρτοπλήκτων. Ἐὰν περιωρίζοντο μόνον εἰς τὰ ζητήματα αὐτά, οὐδεὶς θὰ ἀντέλεγε. Ἡ Κυβέρνησις ἔκλεισε τὴν Βουλὴν ἵνα ἐκδώσῃ μαζὶ μὲ ἐπείγοντα νομοθετήματα καὶ ἄλλα, ἅτινα δυσκόλως θὰ ἐπετύγχανε νὰ ψηφισθοῦν διὰ τῆς Βουλῆς. Ἐὰν τὰ 286 λεγόμενα νομοθετήματα ἀνταπεκρίνοντο εἰς τὸ γενικώτερον συμφέρον τῆς Χώρας, ἐρωτῶ, ὑπάρχει μεγαλύτερον θέμα ποὺ νὰ συγκινῇ τοὺς μαχομένους στρατιώτας μας, 90% τῶν ὁποίων ἀποτελοῦνται ἀπὸ χωρικούς, ἀπὸ τὸ ψήφισμα περὶ ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων καλλιεργητῶν; Τὸ σχέδιον τοῦτο ψηφίσματος ἐκκρεμεῖ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀπὸ μιᾶς τριετίας καὶ ἡ Κυβέρνησις, Κυβέρνησις πολέμου, δὲν τὸ ἐνεθυμήθη, θὰ ἔλεγε δὲν ἠθέλησε νὰ τὸ συμπεριλάβῃ μέσα εἰς τὰ 286 περὶ παντοίων ἄλλων θεμάτων νομοθετήματά της. Ἐπίσης ἐπὶ τρία ἔτη ἡ Κυβέρνησις ἀπέφυγε νὰ ψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, διότι ἤθελε ν’ ἀποφύγῃ τὴν συζήτησιν τῆς ἀποτυχημένης οἰκονομικῆς της πολιτικῆς. Ἰδοὺ διατί, κύριοι, ἡ Βουλὴ ἂν θεωρητικῶς δικαιοῦται, ὅμως δὲν δύναται πολιτικῶς νὰ κυρώσῃ συλλήβδην τὰ 286 ταῦτα νομοθετήματα. Πράττουσα τοῦτο θὰ παραβῇ τὴν μεγαλυτέραν της ἀποστολήν, θὰ παραβῇ τὸ πολίτευμά μας καὶ τοὺς δημοκρατικούς μας θεσμούς. Καλλιεργεῖται ἡ γνώμη ὅτι περιττεύει ἡ ὕπαρξις τῆς Βουλῆς, εἶναι ἡ γνώμη ποὺ καλλιεργοῦν ἡ ὀλιγαρχία τῆς δεξιᾶς καὶ ἡ τυραννία τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς. Ἡ Βουλή, ἐπικυρώνουσα συλλήβδην καὶ χωρὶς νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν περιεχομένων τῶν 286 νομοθετημάτων, θὰ ὑποβοηθήσῃ καὶ αὐτὴ εἰς τὴν καλλιέργειαν τοῦ ἐδάφους πρὸς λύσεις δικτατορικάς, διότι ἡ ἰδία ἔτσι θὰ ὁμολογήσῃ τὴν ἰδίαν της ἀχρήστευσιν. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ἡ Βουλή, ὡς φορεὺς τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας καὶ φύλαξ τῶν δημοκρατικῶν μας θεσμῶν, ὀφείλει νὰ διαχωρίσῃ τὰς εὐθύνας της ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Τὸ Δημοκρατικὸν Σοσιαλιστικὸν κόμμα ὑπέβαλε διὰ τῶν βουλευτῶν του μίαν ἰδικήν του τροπολογίαν. Δὲν ἀνήκει εἰς ἐμὲ νὰ κρίνω τὴν χειρονομίαν του, μὲ τὴν ὁποίαν καὶ πάλιν ἀπέδειξε πόσον ἐνδιαφέρεται, ἀποβλέπον μόνον εἰς τὸ γενικώτερον τῆς Χώρας συμφέρον, νὰ δοθῇ εἰς τὴν ἐκκρεμότητα τῶν 286 νομοθετημάτων μία οὐσιαστικὴ καὶ ἡ εὐχερεστέρα λύσις. Ἀλλ’ ἡ τροπολογία τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ κόμματος, ὅπως διεκήρυξε σήμερον καὶ ὁ ἀρχηγός του, δὲν σημαίνει ὅτι θὰ δοθῇ ἄφεσις ἁμαρτιῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ διὰ τὰς νομοθετικάς της ἐκδόσεις καὶ διὰ τὸ σημερινόν της πρωτοφανὲς σχέδιον ψηφίσματος. Ἐπίσης, δὲν σημαίνει ὅτι συλλήβδην καὶ τυφλῶς θὰ καταστοῦν ὑποχρεωτικοὶ κανόνες δικαίου ἅπαντα τὰ 286 λεγόμενα νομοθετήματα. Οὔτε ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῶν. Παραπέμπονται διὰ τῆς τροπολογίας τὰ νομοθετήματα πρὸς τὰς καθ’ Ὑπουργεῖον Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπάς. Θὰ ἔχουν αὗται καὶ τὸν ὑλικὸν χρόνον καὶ τὴν ἁρμοδιότητα καὶ τὴν ἐξουσιοδότησιν νὰ κρίνουν ἕνα ἕκαστον τῶν νομοθετημάτων, μόλις δὲ ἀναλογοῦν εἰς ἑκάστην Ἐπιτροπὴν περὶ τὰ 10 καὶ οὕτω ἄλλα μὲν θὰ γίνουν δεκτά, ἄλλα θὰ τροποποιηθοῦν καὶ ἄλλα θὰ ἀπορριφθοῦν. Ἡ τροπολογία τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος παραπέμπει εἰς τὰς Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπὰς μόνον τὰ νομοθετικοῦ περιεχομένου διατάγματα. Διὰ τὰ ἐκδοθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ψηφίσματα ἐπιφυλάσσεται ἡ κρίσις τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος. Αἱ ἀναθεωρητικαὶ Βουλαὶ δικαιοῦνται νὰ δίδουν ἐξουσιοδότησιν διὰ νομοθετήματα περιεχομένων κοινῶν νόμων, προκειμένου ὅμως περὶ ψηφισμάτων ποὺ ἔχουν δύναμιν ἐπηυξημένην δι’ αὐτὰ ἡ ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ δώσῃ ἐξουσιοδότησιν, ἀλλ’ ὀφείλει ἡ ἰδία νὰ ἀποφανθῇ, διότι ἡ ἐξουσία μας νὰ ἀναθεωρήσωμεν τὸ Σύνταγμα ἢ νὰ καταρτίσωμεν νέον Σύνταγμα δὲν εἶναι προσωπικόν μας δικαίωμα, ὅπερ δυνάμεθα νὰ ἐκχωρῶμεν πρὸς ἄλλους, ἀλλ’ εἶναι δημόσιον λειτούργημα, ἐμπιστευθὲν εἰς ἡμᾶς ἀπὸ τὸν κυρίαρχον λαὸν ἵνα τὸ ἀσκήσωμεν αὐτοπροσώπως ἡμεῖς αὐτοί. Ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἡ Κυβέρνησις ἐξέδωκε τοὺς ἀναγκαστικοὺς νόμους καὶ ὁ τρόπος καθ’ ὃν εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ συζητούμενον σχέδιον ψηφίσματός της, ἀποτελοῦν ἀσέβειαν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ κίνδυνον πρὸς τοὺς δημοκρατικοὺς τῆς Χώρας θεσμούς. Καὶ διαχωρίζομεν τὰς εὐθύνας μας. Οἱαδήποτε καὶ ἂν θὰ εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς διὰ τὴν τύχην τῶν 286 ἀναγκαστικῶν νόμων, πρέπει ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ ἀρνηθῆτε τὴν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς τὴν ὑπόδικον ἀπέναντι τοῦ Σώματος Κυβέρνησιν. Τόσον τὸ πιστεύω, ὥστε, ὅπως ἔλεγα καὶ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ἐὰν ἔφθανεν ἡ Βουλὴ νὰ νομίσῃ ὡς πολιτικὴν ἀνάγκην νὰ ψηφίσῃ συλλήβδην τὰ 286 νομοθετήματα, χωρὶς νὰ λάβῃ καὶ γνῶσιν τοῦ περιεχομένου αὐτῶν, θὰ ὤφειλεν ὡς ἀντίρροπον δέος νὰ στηλιτεύσῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ παραπέμψῃ τοὺς ἐκδόντας τὰ μὴ ἐπείγοντα μέτρα Ὑπουργοὺς εἰς εἰδικὸν δικαστήριον. Ἔτσι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ καλλιεργήσῃ τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ἀνοχὴν πρὸς λύσεις δικτατορικάς.
§47Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Νομίζω ὅτι ὑπερβάλλετε εἰς τὸν ἔλεγχον τὸν ὁποῖον ἀσκεῖτε. Νομίζω ὅτι δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι οὐδεμία ὑπῆρχε διακοπὴ ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς. Ἐπὶ πλέον ἐκκρεμοῦν καὶ μερικὰ νομοθετήματα πρὸς κύρωσιν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν μετεῖχε τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ κόμμα εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκετε.
§48Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἔχετε τὴν καλωσύνην νὰ ἀναφέρετε ἕνα ἰδικόν μου νομοθέτημα;
§49Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Δὲν ὁμιλῶ, κ. Πρόεδρε, προσωπικῶς. Ἀναφέρομαι καὶ εἰς ἐκκρεμῆ νομοθετήματα ἐκδοθέντα ἐπὶ Κυβερνήσεως Μαξίμου.
§50Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ γίνῃ ἡ διευκρίνισις ἐὰν ὑπάρχουν κείμενα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας θεωρεῖ ὡς μὴ νομίμως ἐκδοθέντα.
§51Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ προβῶ εἰς σαφῆ διαχωρισμόν, διότι ὁμολογῶ ὅτι δυσκολεύομαι καὶ νὰ παρακολουθήσω τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας εἰς τὰ σκεπτικά του.
§52Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης δίδω δύο ἀπαντήσεις. Πρῶτον ὅταν μετεῖχεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ Δημοκρατικὸν Σοσιαλιστικὸν Κόμμα, ἡ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐγένετο μὲ ταυτόχρονον σύστασιν Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, καὶ διὰ τὴν ἔκδοσιν νομοθετικῶν διαταγμάτων προαπῃτεῖτο ἡ ὁμόφωνος ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ δεύτερον ὅτι ἐκ τῶν 286 ἀναγκαστικῶν νόμων οἱ 54 ἐξεδόθησαν ἐντὸς τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1949 ἤτοι εἰς τὰς παραμονὰς τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
§53Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐξεδόθησαν τὸν Μάϊον μὲ πλαστὴν τὴν χρονολογίαν.
§54Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ μεταξὺ τῶν 54 αὐτῶν νομοθετημάτων τοῦ Ἀπριλίου περιέχεται καὶ ὁ ἀναγκαστικὸς νόμος περὶ συστάσεως τοῦ Νομοῦ Κορινθίας. Ὡς ἂν ὁ νόμος εἶχε καμμίαν σχέσιν καὶ μάλιστα ἐπείγουσαν μὲ τὸν πόλεμον ἢ μὲ τὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς Χώρας. Κύριοι, τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐξέδωκε μίαν ἀπόφασιν ἱστορικήν. Ἡ ἀναθεωρητικὴ Βουλή, φορεὺς τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, δὲν δικαιοῦται νὰ καθαγιάσῃ μὲ τὴν ψῆφον της τὸ πνεῦμα τῆς δικτατορίας, ποὺ καλλιεργοῦν αἱ ὀλιγαρχίαι. Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὰς πολιτικὰς εὐθύνας τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν ψῆφον της ἐπὶ τοῦ κυβερνητικοῦ σχεδίου ψηφίσματος, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑστερήσῃ οὔτε πρὸς τὰς εὐθύνας της, οὔτε πρὸς τὴν ἀποστολήν της, οὔτε πρὸς τὴν ἱστορίαν της ἀπέναντι τῆς Χώρας καὶ τοῦ δημοκρατικοῦ της πολιτεύματος. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπενθυμίζω τὴν ἀπόφασιν περὶ περιορισμοῦ τοῦ χρόνου ἀγορεύσεως εἰς τὸ ¼ τῆς ὥρας, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ τηρήσωμεν. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ βʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Γ. Ἀστερίου).
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μιχαλακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§57Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν ψήφισμα, κ. βουλευταί, εἶναι ἡ μεγίστη ἐκδήλωσις τῆς κακῆς λειτουργίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος παρ’ ἡμῖν. Ἀποτελεῖ ἴσως τοῦτο τὴν χαριστικὴν βολὴν κατὰ τοῦ Κοινοβουλίου. Διότι, ἀντὶ νὰ ἀμβλύνῃ τὴν κρατοῦσαν κακὴν τακτικὴν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου, τὴν ἐπιδεινώνει ἀφοῦ μᾶς ἀναγκάζει ἐπὶ τόσας ἤδη συνεδριάσεις νὰ ἀσχολούμεθα μὲ θέμα τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποφύγωμεν ἐὰν ἐσεβόμεθα τὸ Σύνταγμα καὶ τὴν ἐντολὴν ποὺ ἐλάβομεν ἀπὸ τὸν λαόν. Ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντος σχεδίου ψηφίσματος, δὲν δύναται, νομίζω, νὰ πείσῃ κανένα ἐξ ἡμῶν ὅτι ὑπῆρχεν ἀπόλυτος ἀνάγκη τῆς κατὰ τὸν προτεινόμενον παρ’ αὐτῆς τρόπον ρυθμίσεως τῆς κακῆς τακτικῆς, ἡ ὁποία ἐτηρήθη ἀφ’ ὅτου ὁ ἑλληνικὸς λαὸς μᾶς ἔταξεν ἀντιπροσώπους τῶν συμφερόντων του. Καὶ ἐρωτᾶται: Ποῖαι εἶναι αἱ κατὰ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ κυβερνητικοῦ σχεδίου ἀμφιβολίαι καὶ ἀμφισβητήσεις περὶ τῆς ἰσχύος τῶν νομοθετημάτων, τῶν ὁποίων τὴν οὑτωσὶ ἐπικύρωσιν ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις; Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς τελευταίας ἀποφάσεώς του, μνῆμον τῶν ἐλπίδων τὰς ὁποίας ἐστήριξεν ἐπ’ αὐτοῦ ἡ ἱδρύσασα τοῦτο Κυβέρνησις Βενιζέλου, προσπαθεῖ νὰ φέρῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν καὶ ἀποκαταστήσῃ τὸ κῦρος τοῦ πολιτεύματος, καθορίζει σαφῶς τὰ ὅρια τῆς δράσεως τῆς Κυβερνήσεως σύμφωνα μὲ τὰς ἑκάστοτε ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς. Καὶ θὰ ἠδύνατο, ἀποχωριζομένων τῶν νομοθετικῶν μέτρων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐξέρχονται τῶν ὁρίων τῶν δοθείσης ἑκάστοτε παρὰ τῆς Βουλῆς ἐντολῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ζητηθῇ ἡ ἔγκρισις καὶ ἐπικύρωσις τῶν ἄλλων. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σκέψεων τούτων εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ἐπρότεινα ὅπως ἐγκριθοῦν ἤδη τὰ μέτρα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐνομοθετήθησαν διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ σχεδίου Μάρσαλ, τὰς διεθνεῖς συμβάσεις καὶ τὸν στρατόν. Ἀλλὰ τὰ κακὰ ταῦτα, κ. συνάδελφοι, ἐπῆλθον κατὰ τὴν γνώμην μου διότι, ἐνῷ μέχρι τῆς συγκεντρώσεως τῆς διαχειρίσεως τῶν στρατιωτικῶν ζητημάτων εἰς χεῖρας τοῦ καταλλήλου προσώπου, ἐκτὸς τῆς σφαίρας τῆς πολιτικῆς ἐπιρροῆς καὶ δὴ εἰς τὰς λεπτομερείας, ἐνῷ, λέγω, μέχρι τῆς συγκεντρώσεως ταύτης ἐδικαιολογοῦντο ἴσως αἱ διακοπαὶ τῆς Βουλῆς λόγῳ τῆς ἀκαταστασίας ἥτις εἶχεν ὡς ἐπακόλουθον καὶ τὴν κοινοβουλευτικὴν ἀκαταστασίαν μὴ ἐπιτρέπουσαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀσχολῆται ἀπερίσπαστος εἰς τὰ στρατιωτικὰ ζητήματα μετὰ τὴν συμφωνίαν, μάλιστα, ὅλου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ἀνάθεσιν τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἰς τὸ μόνον πρὸς τοῦτο ἀναγνωρισθὲν ὡς κατάλληλον πρόσωπον, δὲν ἐδικαιολογεῖτο φρονῶ ἡ τελευταία ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου ἐ.ἔ. διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, μὴ δυναμένου οὕτω νὰ παρακολουθῇ ἔστω καὶ διὰ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Ποίαν σημασίαν ἔχει τὸ λεχθὲν παρὰ τοῦ συναδέλφου κ. Λυκουρέζου, ὅτι τὸ Νέον Κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει, δὲν ἐξέδωκεν, εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα διηύθυνεν, ἀναγκαστικοὺς νόμους, ὅταν συνυπέγραφεν ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς ἐκδοθέντας; Καὶ καλούμεθα ἤδη, κύριοι, νὰ ἐπικυρώσωμεν καὶ νομοθετικὰ μέτρα κατὰ τῶν ὁποίων λαύρως ἐπετίθεντο πολλοὶ ἐκ τῶν θεσάντων τὰς ὑπογραφάς των εἰς τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν ψήφισμα, ὅταν ἦσαν εἰς τὰ ἰδικά μας ἑδώλια. Πολλοὶ ἐκ τῶν κ.κ. συναδέλφων ἀνέφεραν νομοθετικὰ μέτρα, μεταξὺ ἐκείνων τῶν ὁποίων μᾶς ζητεῖται ἡ ἐπικύρωσις, τὰ ὁποῖα καλύπτουν προσωπικὰς διατάξεις. Ἐγὼ θὰ μνημονεύσω μόνον δύο νομοθετήματα γενικῆς ἠθικῆς ἀρχῆς, τὸν ἀναγκ. νόμον 828 τῆς 29–9–48 «περὶ διαλύσεως, τροποποιήσεως κλπ. τῶν δημοσίων ἰαματικῶν πηγῶν» καὶ τὸν ἀναγκ. νόμον «περὶ φορολογίας τῶν εὐπόρων». Διὰ τοῦ Α. Ν. 828)47 ἀπεσπάσθη ἡ ὑπηρεσία ἰαματικῶν πηγῶν ἀπὸ τὸ Ὑπουργ. Ἐθν. Οἰκονομίας καὶ ἀπετέλεσεν ἴδιον ὀργανισμόν. Κατὰ τοῦ νομοθετήματος τούτου διεμαρτυρήθη τότε τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, τὸ ὁποῖον, ὅμως, ὅταν ἦλθεν εἰς τὴν ἀρχήν, ὄχι μόνον διετήρησεν αὐτόν, ἀλλὰ καὶ ἐτροποποίησε μὲ πολλὰς προσωπικὰς διατάξεις. Ἐπίσης ἔχομεν τὸν Α. Ν. «περὶ φορολογίας τῶν εὐπόρων» διὰ τὸν ὁποῖον πλεῖστα παράπονα ἠγέρθησαν καὶ ἐδημιουργήθη συνεπεία τούτου σάλος. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ φορολογήσῃ βάσει τοῦ ἐπιτηδεύματος, ὥστε ἡ φορολογία νὰ εἶναι δικαιοτέρα.
§58Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑφ. Οἰκ.). Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιάσῃ ὡρισμένα μειονεκτήματα. Ὁ νόμος αὐτός, στηριζόμενος εἰς τὸ κριτήριον τοῦ πλούτου, ἐθεσπίσθη λόγῳ ἀνάγκης. Ὅπως εἰς πάντα νόμον μὴ στηριζόμενον εἰς ἐπιστημονικὰ κριτήρια φορολογικῆς ὀρθοδοξίας, οὕτω καὶ δι’ αὐτόν, δυνατὸν νὰ ἐμφανίζωνται παράπονα, τὰ ὁποῖα ὅμως ἔχουν ἐντολὴν καὶ καθῆκον νὰ ἐξετάσουν αἱ ἐπιτροπαὶ ἀναθεωρήσεως. Δὲν πρέπει νὰ διαμαρτύρεσθε, διότι ἡ φορολογία αὐτὴ κινεῖται κυρίως μόνον ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ πλούτου καὶ ἡ κοινὴ γνώμη εἶναι βασικῶς σύμφωνος μὲ αὐτὸν καὶ τὸν σκοπόν του.
§59Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί δὲν ἐφηρμόσατε τὸν φόρον ἐπιτηδεύματος;
§60Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑφ. Οἰκονομικῶν). Τὸ νὰ ἐφηρμόζετο ἕνα τακτικὸν κριτήριον θὰ ἦτο πολὺ δύσκολον, ἐκτὸς τούτου θὰ μετεβάλλετο ὁ φόρος εἰς τακτικὴν φορολογίαν, ἐνῷ ἡμεῖς ἠθελήσαμεν νὰ φορολογήσωμεν μόνον τὸν πλοῦτον καὶ ὄχι οἱανδήποτε ἁπλῆν εὐπορίαν. Ἄλλωστε ὁ νόμος αὐτὸς θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὁπότε θὰ ἐκθέσητε τὰς ἀπόψεις σας.
§61Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν: Ὁ νόμος περὶ φορολογίας τῶν εὐπόρων, καταρτισθεὶς κάπως ἐσπευσμένως, φυσικὸν ἦτο νὰ ἔχῃ ἀτελείας. Καὶ ἔχει πολλάς, ἀλλὰ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἀτελοῦς αὐτοῦ νόμου ἰδιαιτέρως προὐκάλεσε τραγικὰς ἀδικίας. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου περιπτώσεις τινὰς αἱ ὁποῖαι προξενοῦν φρίκην. Δύο ὑαλέμποροι, ὁ Καρέλλος καὶ ὁ Κοντογιαννᾶτος, εἰς ἀπομεμακρυσμένην συνοικίαν τῶν Ἀθηνῶν ἔχοντες τὰ καταστήματα ὑπεχρεώθησαν ἀπὸ τὰς Ἐπιτροπὰς νὰ πληρώσωσι 40 ἑκατομμύρια ἕκαστος, ἐνῷ ἡ ἀξία τοῦ καταστήματος ἀπὸ ἀπόψεως ἐμπορεύματος δὲν ὑπερβαίνει κατὰ πολὺ τὸ ποσὸν τῆς ἐπιβληθείσης φορολογίας. Ὁμοίως τῶν τριῶν ἀδελφῶν Πόταγα εἰς τοὺς ὁποίους ἀνήκει κατὰ ἴσα μέρη εἷς κινηματογράφος συνοικιακός, ἐπεβλήθη εἰς τὸν ἕνα ἐξ αὐτῶν φορολογία 40 ἑκατομμυρίων, εἰς τὸν δεύτερον ἀδελφὸν 20 ἑκατομμυρίων καὶ εἰς τὸν τρίτον οὐδεμία ἐπεβλήθη φορολογία. Τὸ λέγω αὐτὸ διὰ νὰ ἀποδείξω μὲ ποίαν προχειρότητα καὶ ἐπιπολαιότητα αἱ Ἐπιτροαὶ ἐπέβαλον τὴν τοιαύτην φορολογίαν. Καὶ εἴπατε, κ. Ὑπουργέ, ὅτι ὑπάρχουν αἱ ἀναθεωρητικαὶ Ἐπιτροπαί. Σᾶς ἀπαντῶ ὅτι αἱ ἀναθεωρητικαὶ Ἐπιτροπαὶ ἀποτελοῦνται ἀπὸ τὰ ἴδια σχεδὸν πρόσωπα καὶ ἑπομένως θὰ ἔχωμεν τὰς αὐτὰς ἀποφάσεις. Ἐπιβάλλεται ἀνακατάταξις τῶν ποσῶν καὶ εἰς τὰς 12 Ἐπιτροπάς.
§62Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑφ. Οἰκ.). Τὰς ἀδικίας αὐτὰς θὰ ἐξετάσουν καὶ θὰ κρίνουν αἱ ἀναθεωρητικαὶ Ἐπιτροπαί, διὰ τὰς ὁποίας ἔχει ληφθῆ πρόνοια ὥστε νὰ διευρυνθοῦν ἢ νὰ ἀποτελεσθοῦν ἀπὸ ἄλλα πρόσωπα.
§63Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν διακόπτων τὸν πρῶτον ἐπὶ τοῦ παρόντος ψηφίσματος εἰσηγητήν, ὅστις ἐτόνιζεν ὅτι τὸ ψήφισμα «ἄγει εἰς τελείαν παραγνώρισιν τοῦ Κοινοβουλίου», ἐδήλωσεν ὅτι «ἡ Κυβέρνησις θὰ ὑποβάλῃ τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι θὰ καλύπτουν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπαινίσσεται οὗτος». Αἱ κυβερνητικαὶ τροπολογίαι ὑπεβλήθησαν πράγματι, ἀλλὰ δι’ αὐτῶν ἀντὶ βελτιώσεως μᾶλλον χειροτέρευσις ἐπῆλθε, διότι δι’ αὐτῶν ηὐξήθη κατὰ 3 ὁ ἀριθμὸς τῶν κυρωτέων νομοθετημάτων καὶ ζητεῖται ἡ διόρθωσις τοῦ κακοῦ, διὰ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἔκδοσιν νέων ἀναγκαστικῶν νόμων πρὸς τροποποίησιν ἢ κατάργησιν τῶν ἀναγκαστικῶν νόμων, τῶν ὁποίων ζητεῖται ἤδη ἡ κύρωσις. Ὡς δικαιολογίαν διὰ τὴν ὑποβολὴν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ ψηφίσματος, ἡ Κυβέρνησις προβάλλει δύο λόγους: Πρῶτον, τὴν ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ἀκύρωσιν ὡρισμένου νομοθετικοῦ διατάγματος καὶ τὸν φόβον μήπως συνεχισθῇ ἡ ὑπ’ αὐτοῦ ἀκύρωσις καὶ ἄλλων νομοθετημάτων. Δεύτερον, προβάλλεται τὸ ἐπιχείρημα ὅτι διανύομεν ἐκτάκτους περιστάσεις καὶ ὅτι συνεπῶς ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη ἠναγκασμένη νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν ἔκδοσιν ἀναγκαστικῶν νόμων. Νομίζω ὅτι ἀμφότερα τὰ ἐπιχειρήματα εἶναι εἰς βάρος τῶν κυβερνητικῶν ἀπόψεων καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ὁδηγήσουν τὴν Βουλὴν εἰς τὴν ἀπόρριψιν ἀκριβῶς τοῦ ψηφίσματος. Ὁ κίνδυνος, ἐν πρώτοις, ἐκ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, δὲν ἔχει τὴν ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ τοῦ προσδώσῃ ἡ Κυβέρνησις. Διότι τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας δὲν εἶναι Δικαστήριον ἀκυρωτικόν, δὲν ἀκυροῖ νόμους, ἀλλὰ συγκεκριμένας διοικητικὰς πράξεις. Αἱ συνέπειαι, ἑπομένως, τῶν ἀκυρωτικῶν ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, εἶναι περιωρισμέναι καὶ κατ’ ἔκτασιν καὶ εἰς χρόνον. Ἐξ αὐτῶν κινδυνεύουν αἱ πράξεις τῆς Διοικήσεως καὶ οὐχὶ οἱ νόμοι. Κατὰ δεύτερον λόγον, διότι ἀκριβῶς ἐξεδόθη ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας μία ἀπόφασις ἱστορικῆς, πράγματι, σημασίας, διὰ τῆς ὁποίας σκοπεῖται ἡ εἴσοδος τῆς Χώρας εἰς τὴν ὁδὸν τῆς συνταγματικῆς ὁμαλότητος καὶ νομιμότητος, δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς, λέγω, ὀφείλει ἡ Βουλὴ ν’ ἀπορρίψῃ τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα. Διότι δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐμφανισθῇ ἀρνουμένη τὴν συμπαράστασίν της εἰς τὴν τοιαύτην προσπάθειαν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας πρὸς ἐπάνοδον εἰς τὴν νομιμότητα. Τὸ ἕτερον προβαλλόμενον ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς κυρώσεως τοῦ ψηφίσματος, εἶναι τὸ ὅτι διερχόμεθα ἐκτάκτους περιστάσεις. Ἀλλὰ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο εἶναι «δίκοπο μαχαῖρι» καὶ τελικῶς καταλήγει εἰς ἐπιχείρημα εἰς βάρος τῶν κυβερνητικῶν ἀπόψεων. Διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπικαλεῖται τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις μόνον ὡς πρὸς τὸ παρελθόν. Αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις, δυστυχῶς, συνεχίζονται. Καὶ ἐρωτᾶται: Ἡ Βουλή, ψηφίζουσα τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα, θὰ δεχθῇ νὰ δώσῃ οἱονεὶ προκαταβολικῶς τὴν ἔγκρισιν καὶ οἱονεὶ ἐξουσιοδότησίν της, ὅπως ἡ Κυβέρνησις συνεχίσῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον τὴν ἰδίαν τακτικήν, τῆς νομοθετήσεως δι’ ἀναγκ. νόμων καὶ τῆς καταργήσεως τῆς Βουλῆς; Τὸ δίλημμα, τὸ ὁποῖον μᾶς τίθεται, εἶναι διπλοῦν: Δίλημμα ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν καὶ δίλημμα ὡς πρὸς τὸ μέλλον. Ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν τὸ δίλημμα ἀφορᾷ τὸ ποιὸν τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους καλούμεθα νὰ κυρώσωμεν. Ὡς πρὸς τὸ μέλλον, τοῦτο ἀφορᾷ ἐὰν πρέπει νὰ ἐνθαρρύνωμεν τὴν ἔκδοσιν ἀναγκαστικῶν νόμων.
§64Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Θὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐξασφάλισις διὰ τὸ μέλλον, ἐὰν περιληφθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα ἡ περὶ ἐξουσιοδοτήσεως διάταξις τοῦ παλαιοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Συντάγματος 1927.
§65Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ὡς ἐτόνισα κατ’ ἐπανάληψιν, ἔχω πολλὰς ἀμφιβολίας ἐὰν θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος καὶ πολὺ φοβοῦμαι ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων θὰ κληροδοτήσωμεν εἰς τὴν μέλλουσαν Βουλὴν καὶ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος.
§66Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑφ. Οἰκ.). Ἀρνεῖσθε τὴν ἔκδοσιν ἀναγκ. νόμων ἐν ὥρᾳ πολέμου;
§67Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ὄχι, ἀλλὰ καθωρίσθησαν σαφέστατα τὰ ὅρια, ἐντὸς τῶν ὁποίων δύναται νὰ κινηθῇ ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἔκδοσιν ἀναγκαστικῶν νόμων, ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, διὰ τῆς τελευταίας ἀποφάσεώς του. Ἐὰν ἐζητεῖτο ἡ ψήφισις ὡρισμένων νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα νὰ εἶχον σχέσιν μὲ τὸν ἐθνικὸν ἀγῶνα ἢ μὲ τὴν ζωὴν τοῦ λαοῦ, θὰ ἐψήφιζα αὐτὰ ἀδιστάκτως. Ἀλλὰ διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος ζητεῖται ἡ κύρωσις καὶ νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα πολλάκις ὑπονομεύουν τὸν ἐθνικὸν ἀγῶνα.
§68Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑφ. Οἰκον.). Τὰ ὅρια τὰ ὁποῖα ἔθεσε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἶναι ἐν πολλοῖς ὑποκειμενικά. Καὶ δὲν νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει τὴν εὐθύνην ἑνὸς πολέμου καὶ μιᾶς ἀνασυγκροτήσεως, θὰ ἠδύνατο νὰ διοικήσῃ μὲ ἀναγκ. νόμους, δι’ οὓς ἓν δικαστήριον τῆς Χώρας θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν τοὺς ἐφαρμόζει, διότι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ρυθμισθῇ ἐπειγόντως τὸ θέμα, ἓν δὲ ἕτερον θὰ ἐφήρμοζε τὸν νόμον κ.ο.κ.
§69Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Τὸ Βʹ Τμῆμα τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐξέδωκεν ἀντίθετον ἀπόφασιν ἀπὸ ἐκείνην τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.
§70Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ἡ διαφορὰ ἀπόψεων μεταξὺ τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ἐκδηλοῦται δυστυχῶς σήμερον διὰ πρώτην φοράν. Ἐξεδηλώθη καὶ ἄλλοτε, διότι τὰ κριτήρια, βάσει τῶν ὁποίων ἀποφαίνονται τὰ δύο αὐτὰ Δικαστήρια εἶναι κάπως διάφορα. Ὁ Ἄρειος Πάγος ἐπηρεάζεται περισσότερον ἀπὸ τὸ γράμμα τοῦ νόμου, ἔχει περισσότερον στενὴν νομικὴν ἀντίληψιν τῶν ζητημάτων. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἀντιθέτως, κρίνει καὶ ἀποφαίνεται μὲ εὐρυτέραν πολιτικὴν καὶ κοινωνικὴν ἀντίληψιν. Δὲν ἀποφαίνεται οὐσιαστικῶς ἐπὶ ἀτομικῶν ἀπόψεων, ἀλλὰ περὶ ζητημάτων ἀφορώντων τὴν κοινωνικὴν καὶ πολιτειακὴν λειτουργίαν καὶ διὰ τοῦτο εἶναι φυσικὸν νὰ ἐκδηλοῦνται διαφοραὶ εἰς τὴν νομολογίαν. Ἐτόνισα προηγουμένως, ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος μᾶς τίθεται ἓν διπλοῦν δίλημμα, εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον. Ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν εἶναι τὸ ποιὸν τῶν προσαγομένων πρὸς κύρωσιν νομοθετημάτων. Ὡς πρὸς τὸ μέλλον εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις, τὰς ὁποίας ἐπικαλεῖται ἡ Κυβέρνησις πρὸς δικαιολογίαν τῆς ἐκδόσεως τῶν ἀναγκαστικῶν νόμων συνεχίζονται. Καὶ ἐρωτᾶται ἐὰν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ δώσῃ τρόπον τινά, διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ παρόντος ψηφίσματος, ἐκ τῶν προτέρων ἐξουσιοδότησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν καὶ εἰς τὸ μέλλον κατάργησιν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ἔκδοσιν ἀναγκαστικῶν νόμων. Ὡς πρὸς τὸ ποιὸν τῶν νόμων θὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ ἐγὼ ὡρισμένα νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι προσωπικά, ἀλλὰ γενικωτάτου καὶ μάλιστα ἐθνικοῦ ἐνδιαφέροντος, διὰ νὰ κρίνετε τὶ ζητεῖτε ἀπὸ ἡμᾶς νὰ ψηφίσωμεν ὁμαδικῶς. Πρώτη περίπτωσις εἶναι τὸ Ν. Δ. 835 «περὶ ἀπονομῆς συντάξεων εἰς τοὺς τραυματίας καὶ τὰς οἰκογενείας τῶν θυμάτων τοῦ συμμοριακοῦ ἀγῶνος». Ὁ νόμος οὗτος ἦλθε τρὶς ἐνώπιον ἀρχικῶς τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως τὸ 1947 καὶ κατόπιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Ὑπῆρξα τρὶς εἰσηγητὴς τοῦ νόμου αὐτοῦ. Καὶ ἔπειτα ἀπὸ ἐμέ, διότι ἀπουσίασα, ὁ κ. Παπαληγούρας. Ἀλλ’ οὔτε αὐτός, οὔτε ἐγὼ εἴδομεν τὸ νομοθέτημα νὰ φθάνῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι, ἁπλούστατα, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπέμενεν εἰς διατάξεις, τὰς ὁποίας ὁμοφώνως, τῇ εἰσηγήσει μου, εἶχεν ἀπορρίψει ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, διατάξεις, ὄχι ἁπλῶς ἀντικοινωνικάς, ἀλλὰ αὐτόχρημα ἀντεθνικάς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε τὴν ἔμπνευσιν νὰ νομίσῃ, ὅτι ἠδύνατο δι’ ἑνὸς νόμου νὰ διατάξῃ τοὺς συμμορίτας νὰ σταματήσουν τὸν συμμοριακὸν ἀγῶνα, τὴν 31ην Δεκεμβρίου 1946. Καὶ μὲ τὴν μεγαλοφυᾶ αὐτὴν ἔμπνευσιν, διὰ τοῦ νόμου 36 τοῦ 1946, παρεχώρησε συνταξιοδοτικὰ δικαιώματα εἰς μόνα τὰ θύματα τοῦ ἀγῶνος μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1946. Ὅταν βραδύτερον ὑπέβαλε νομοσχέδιον διὰ τὴν συνταξιοδότησιν καὶ τῶν λοιπῶν θυμάτων, ἐπέμενε νὰ ἐξαιρέσῃ ταῦτα τῶν εὐεργετικῶν διατάξεων τοῦ ἀνωτέρω νόμου 36. Ἐπεστήσαμεν διὰ τῆς εἰσηγήσεώς μας τὴν προσοχὴν ἐπὶ τοῦ δημιουργουμένου ἀτόπου καὶ παρετηρήσαμεν ὅτι κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν θὰ ἐλάμβανεν ἄλλην σύνταξιν, μεγαλυτέραν, ὁ πίπτων τὴν 31ην Δεκεμβρίου 1946 καὶ ἄλλην ὁ φονευόμενος τὴν 1ην Ἰανουαρίου 1947. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ συνεφώνησε μὲ τὴν ἄποψίν μου παμψηφεί. Καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ὁμοίως συνεφώνησεν ὁμοφώνως ὅπως σημειοῦται εἰς τὴν ἔκθεσίν του. Καὶ ἐτόνισε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἰς τὴν ἔκθεσίν του, ὅπως καὶ ἐγὼ προηγουμένως, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ δημιουργηθῇ διάφορος μεταχείρισις διὰ τὰς αὐτὰς περιπτώσεις θυμάτων τοῦ συμμοριτισμοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐστάθη ἀμετάπειστος. Καὶ διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὡς αὐτὸς τὸ εἶχε καταρτίσει, δὲν τὸ ἔφερε πρὸς ψήφισιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἐξέδωκεν ὑπὸ μορφὴν ἀναγκαστικοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον καλούμεθα ἤδη νὰ κυρώσωμεν ὁμαδικῶς. Ἀλλ’ ἐνῷ μὲ τοιαύτην στενότητα καὶ σκληρότητα κρίνει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὰς περιπτώσεις τῶν θυμάτων τοῦ συμμοριακοῦ ἀγῶνος, ἐνῷ διὰ τοῦ αὐτοῦ νομοθετήματος, ὡς ἐλέχθη ἤδη, ἔφθασε καὶ μέχρι καταργήσεως ἀποφάσεων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου περὶ συνταξιοδοτήσεως τοιούτων θυμάτων, ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ αὐτοῦ Νομοσχεδίου διάταξιν περὶ ἐπικυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 290 τοῦ Μαΐου τοῦ 1946 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διὰ τῆς ὁποίας διατηροῦνται ἐν ἰσχύϊ 86 Κατοχικοὶ Νόμοι διὰ τῶν ὁποίων παρήχοντο προσωπικαὶ τιμητικαὶ συντάξεις εἰς δικαίους καὶ ἀδίκους, εἰς ἐγγόνους, τρισεγγόνους καὶ ἀνεψιὰς ἀγωνιστῶν τοῦ 1821, ἢ ἐνηλίκους ἄρρενας ἀπογόνους των, ἀκόμη δὲ καὶ εἰς πολιτικοὺς συνεργάτας τῶν κατακτητῶν. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπέρριψε τὴν διάταξιν αὐτήν, τὸ δὲ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ὁμοφώνως ἐν τῇ ἐκθέσει του παρατηρεῖ ὅτι δὲν εὑρίσκει δικαιολογίαν διὰ τὴν τοιαύτην σπουδὴν πρὸς κύρωσιν προσωπικῶν συνταξιοδοτικῶν νόμων τῆς Κατοχῆς. Πρὸ τῆς ἀντιδράσεως αὐτῆς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐτόλμησε νὰ περιλάβῃ τὴν κυρωτικὴν διάταξιν τῶν κατοχικῶν τούτων νόμων εἰς τὸ ἀνωτέρω Νομοθετικὸν Διάταγμα, δὲν ἔφερεν ὅμως νόμον πρὸς ρύθμισιν τῆς τύχης αὐτῶν καὶ ὡς μὲ ἐβεβαίωσαν ἁρμοδίως σήμερον ἐξακολουθεῖ νὰ καταβάλῃ τὰς συντάξεις, βάσει τῶν κατοχικῶν τούτων νόμων, ἐνῷ ἀρνεῖται συνταξιοδοτικὸν δικαίωμα εἰς τὰ θύματα τοῦ συμμοριτισμοῦ. Δευτέρα περίπτωσις εἶναι τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα 939 τοῦ 1949 «περὶ στρατιωτικῶν ἐπιτάξεων». Δὲν νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐτέλει ἐν γνώσει τῶν λεπτομερειῶν τοῦ Νομοθετήματος τούτου καὶ τῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας θὰ εἶχεν. Σημειώνω ἁπλῶς, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 8 καταργοῦνται αἱ ἐκδεδομέναι ἤδη δικαστικαὶ ἀποφάσεις καὶ ὅτι δι’ ἄλλου ἄρθρου καταργεῖται ἡ προστασία τοῦ ἐνοικιοστασίου ὑπὲρ τῶν ἀναπήρων πολέμου ἀξιωματικῶν. Βάσει τῆς τελευταίας ταύτης καταργήσεως διεπράχθη βαρυτάτη ἀδικία εἰς βάρος ἀναπήρου ἀξιωματικοῦ, ἑξάκις τραυματισθέντος, ὁ ὁποῖος ἠναγκάσθη νὰ περιορίσῃ τὴν ἑξαμελῆ του οἰκογένειαν εἰς δύο δωμάτια διὰ νὰ παραχωρηθοῦν τὰ ἄλλα δύο εἰς ἔφεδρον ἀξιωματικὸν τοῦ Δικαστικοῦ Σώματος. Καὶ τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ ἔρχεται ἐπίσης πρὸς κύρωσιν. Τρίτη περίπτωσις εἶναι ὁ νόμος «περὶ Νομαρχῶν». Ἀνεξαρτήτως τῆς οὐσίας ἐπὶ τοῦ Νομοθετήματος τούτου, νομίζω ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις ἀντιφάσκει πρὸς ἑαυτὴν τὴν ἰδίαν. Τὸ Νομοθέτημα τοῦτο ἀποτελεῖ οὐσιαστικῶς ὁμολογίαν χρεωκοπίας τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀναγνωρίζει δι’ αὐτοῦ, ὅτι εἶναι ἀνίκανος νὰ συμφωνήσῃ διὰ τὴν ἐκλογὴν 50 εὐυπολήπτων, ἠθικῶν καὶ ἱκανῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα νὰ θέσῃ ἐπὶ κεφαλῆς τῶν Νομαρχιῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἀναθέτει τὴν ἐκλογὴν εἰς Εἰδικὴν Ἐπιτροπήν. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ἡ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισεν ἤδη ὅτι τὸ σχετικὸν Νομοθετικὸν Διάταγμα «περὶ Νομαρχῶν» εἶναι ἀνεφάρμοστον, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ καὶ κατέθεσεν ἤδη σχέδιον νόμου περὶ τροποποιήσεως αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐνῷ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο τὸ τροποποιητικὸν ἐκκρεμεῖ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἔρχεται διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος νὰ ζητήσῃ τὴν κύρωσιν τοῦ ὑπ’ αὐτῆς ἀναγνωριζομένου ὡς ἀνεφαρμόστου Νομοθετικοῦ Διατάγματος. Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ φθάσωμεν δι’ ὁμαλωτέρας ὁδοῦ εἰς τὴν κύρωσιν τῶν ἐκκρεμῶν νομοθετημάτων καὶ ψηφισμάτων, χωρὶς νὰ ἀξιοῖ ἀπὸ ἡμᾶς ἡ Κυβέρνησις τὴν ὁμαδικὴν διὰ τοῦ ψηφίσματος ψήφισίν των. Ἀπὸ μίαν στατιστικήν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα ἐπὶ τοῦ προκειμένου, προκύπτει ὅτι τὰ ἐκκρεμῆ καὶ πρὸς κύρωσιν νομοθετήματα 15 Ὑπουργείων δὲν ὑπερβαίνουν τὰ 5– 10 κατὰ Ὑπουργεῖον. Τρία Ὑπουργεῖα ἔχουν ἐκκρεμῆ 10 –20 νομοθετήματα καὶ τὰ ὑπόλοιπα Ὑπουργεῖα ἄνω τῶν 20. Νομίζω, συνεπῶς, ὅτι ἐὰν τὰ Νομοσχέδια κατενέμοντο κατὰ Ὑπουργεῖα εἰς τὰς οἰκείας Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπὰς πρὸς ἐπεξεργασίαν καὶ προσήγοντο κατόπιν πρὸς ψήφισιν εἰς τὸ Σῶμα, τροποποιουμένου τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὥστε νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν Εἰσηγητῶν, τῶν ρητόρων καὶ ὁ χρόνος τῶν ἀγορεύσεων, ἐψηφίζοντο δὲ ταῦτα εἰς μίαν καὶ μόνην ἀνάγνωσιν, ἐφ’ ὅσον θὰ ὑπῆρχον τροπολογίαι ἐπ’ αὐτῶν, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ταχεῖαν κύρωσιν αὐτῶν κανονικῶς. Ταῦτα ὅμως ὑπὸ μίαν προϋπόθεσιν: Τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐνδιαφέρεται πραγματικὰ διὰ τὴν κανονικὴν κύρωσίν των, ὅτι θὰ ἐπραγματοποίει τὴν οὐσιαστικὴν συνεργασίαν της μὲ τὸ Σῶμα, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ θὰ παρίσταντο κατὰ τὰς συνεδριάσεις αὐτοῦ, καὶ δὲν θὰ ἐνεφανίζοντο μόνον ὁσάκις τίθεται ζήτημα ἐμπιστοσύνης διὰ νὰ ψηφίσουν. Μὲ ἄλλους λόγους ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσιζε νὰ παρίσταται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ συνεργάζεται πραγματικῶς μὲ αὐτήν. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀποῦσα. Καὶ εἶναι, φοβοῦμαι, ἀποῦσα, ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἀλλὰ δυστυχῶς εἶναι ἐν πολλοῖς ἀποῦσα καὶ ἐκτὸς τῆς παρούσης αἰθούσης· (χειροκροτήματα).
§71Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ (Προεδρεύων Βʹ Ἀντιπρόεδρος). Ὁ κ. Β. Παπαρρηγόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§72Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὸ ποὺ γίνεται δὲν εἶναι συζήτησις, εἶναι ἐντροπή.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Κουλουμβάκη, μὴ θορυβῆτε.
§74Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐξακολουθεῖ ἡ ἐντροπή, ἡ ὁποία ἐξέλιπεν ἀπὸ τοῦ προσώπου ὅλων μας.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀνακαλέσητε, διότι θὰ ὑποχρεωθῶ νὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν.
§76Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἶναι ἐντροπή! Εἶναι ἐντροπή! Εἶναι ἐντροπή!
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν. (Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἀποχωρεῖ ἐξακολουθῶν νὰ διαμαρτύρεται).
§78Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κατακρίνω καὶ ἐγὼ τὴν ἀθρόαν ἔκδοσιν ἀναγκαστικῶν νόμων, πολλάκις ἄνευ ἐπειγούσης ἀνάγκης, συχνὰ δὲ κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς. Ὅπως ἐπίσης κατακρίνω τὴν παρατηρουμένην ἀσυγχώρητον βραδύτητα, εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν νόμων τούτων πρὸς κύρωσιν. Οὔτε εὑρίσκω ὁμαλὸν τὸν τρόπον τῆς διὰ μιᾶς πράξεως κυρώσεως ἁπάντων τῶν νόμων τούτων. Θὰ ἦτο εὐκταία ἡ κανονικὴ κύρωσις αὐτῶν ἂν τοῦτο ἦτο ἐφικτόν. Ταῦτα πάντα ἀσφαλῶς δὲν συμβιβάζονται μὲ τὴν ἀληθῆ οὐσίαν τοῦ Δημοκρατικοῦ καὶ Κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν Πολιτεύματος. Ἀλλὰ δὲν συμμερίζομαι καθόλου τὴν ἱερὰν ἀγανάκτησιν ἡ ὁποία κατέλαβεν ὡρισμένους ἐκ τῶν συναδέλφων. Οὔτε τὸ φαινόμενον τῆς ἀθρόας ἐκδόσεως ἀναγκαστικῶν νόμων, οὔτε τῆς βραδείας πρὸς κύρωσιν ὑποβολῆς, οὔτε ὁ τρόπος τῆς κυρώσεως ἀποτελοῦν τι τὸ καινοφανὲς εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἡμῶν ἱστορίαν. Τὸ Σ. Ἐπικρατείας εἰς τὴν ἀπόφασίν του ὁμιλεῖ περὶ τῆς κατὰ τὰ τελευταῖα 30 ἔτη σημειωθείσης ἀνωμαλίας ἥτις ἤγαγεν εἰς τὴν ἔκδοσιν Ἀν. Νόμων. Ἔχω καὶ ἐγὼ ὡρισμένας ἐπιφυλάξεις ἐπὶ τὴν ὀρθότητα τῶν σκέψεων τῆς ἀποφάσεως ταύτης, ἥτις ἔθεσε μετέωρον τὸ κῦρος 280 Α. Ν. Παρατηρῶ πάντως ὅτι τὸ φαινόμενον τῆς ἐκδόσεως Α. Ν. ἐμφανίζεται ἤδη ἀπὸ τὸ 1912–1913, ἐσυνεχίσθη κατὰ τὸν πρῶτον εὐρωπαϊκὸν πόλεμον, εἰς εὐρυτέραν δὲ κλίμακα κατὰ τὸν λήξαντα τοιοῦτον. Ἰδοὺ τὶ γράφει σχετικῶς ὁ Ν. Ν. Σαρίπολος ἐν Τόμ. 2 1918 σελ. 143 καὶ 157. «Ἐν τούτοις οὐ μόνον κατὰ τοὺς πολέμους 1912–1913 ἀλλὰ καὶ μετὰ τούτους ἀπὸ διαφόρους Κυβερνήσεις ἐξεδόθησαν παρὰ τὸ Σύνταγμα πλεῖστα Β. Διατάγματα. Praeter legem καὶ contra legem καὶ δὴ τῆς Βουλῆς παρούσης δηλ. εὑρισκομένης ἐν συνόδῳ: Τὰ Β. ταῦτα Διατάγματα ἐξεδόθησαν κατὰ πρότασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ὥριζαν ὅτι θὰ ὑποβληθοῦν πρὸς κύρωσιν». Περαιτέρω δὲ ἐν σελ. 157 γράφει ὅτι «παρ’ ἡμῖν ἐξεδόθησαν καὶ ἀναγκαστικὰ Συντακτικὰ Διατάγματα ὅπως τὸ Δ)μα τῆς 14)6)917 δι’ οὗ ἀνεστάλησαν τὰ ἄρθρα 88, 89 καὶ 90 τοῦ Συντάγματος». Ἀθρόα ἔκδοσις Α. Ν. καὶ συντακτικοῦ περιεχομένου ἔλαβε χώραν καὶ ἐν ἔτει 1935. Τέλος εἶναι περιττὸν νὰ μνημονεύσω τὴν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Κατοχῆς ἔκδοσιν σωρείας Α.Ν. πλεῖστοι τῶν ὁποίων εἴτε ἦσαν προσωπικοὶ εἴτε ἀπέβλεπαν εἰς ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τοῦ κατακτητοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ τὸ φαινόμενον τῆς ἐκδόσεως τῶν Α. Ν. δὲν εἶναι ἀσύνηθες. Καὶ κατὰ τὸ διάστημα τοῦ 1914–1918 καὶ κατὰ τὸν παρόντα τοιοῦτον ἐγένετο εὐρεῖα χρῆσις τῆς ἐκδόσεως Α. Ν. εἰς πλείστας ἄλλας χώρας. Ἰδοὺ τί γράφει ὁ Σαρίπολος ἐν σελ. 148 ὡς πρὸς τὴν Γαλλίαν: «Ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τοὺς πρώτους ἰδίᾳ 5 μῆνας τοῦ πολέμου τοῦ 1914 ἠσκήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀπολυταρχικὴ ἐξουσία. Ἐξεδόθησαν ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας πλεῖστα decrets–lois, praeter ἢ contra legem. Πολλάκις ἐξεδόθησαν τοιαῦτα decrets–lois, ἄνευ ἐπειγούσης ἀνάγκης, ἅτινα ἠδύναντο νὰ ὑποβληθοῦν ὡς νομοσχέδια εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ Berthelemy ἀναφέρει ἰδίᾳ τὸ παράδειγμα τῶν κατὰ τοῦ ἀλκοολισμοῦ decrets–lois ἐκδοθέντων πέντε μόλις ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνόδου ἄνευ ἐπειγούσης ἀνάγκης. Ἐπίσης τόσον ἐν Γαλλίᾳ ὅσον καὶ παρ’ ἡμῖν οἱ Ἀναγκ. αὐτοὶ Νόμοι πολὺ βραδέως ὑπεβλήθησαν πρὸς κύρωσιν. Ἀλλὰ καὶ ὁ τρόπος τῆς κυρώσεως τῶν Α. Ν. διὰ μιᾶς πράξεως uno actu δὲν εἶναι ἀσυνήθης, οὔτε παρ’ ἡμῖν, οὔτε ἀλλαχοῦ. Ὡς πρὸς τὴν Γαλλίαν ὁ Σαρίπολος ἀναφέρει ἰδίᾳ τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νόμου τῆς 30 Μαρτίου 1915 «περὶ ἐγκρίσεως 34 Ἀναγκ. Νόμων ἐν συνόλῳ uno actu. Παρ’ ἡμῖν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀναφέρωμεν τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ Δʹ ψηφίσματος τῆς 5ης Ἰουλίου 1935 τῆς Εʹ Ἐθνικῆς Συνελεύσεως «περὶ κυρώσεως τῶν συντακτικῶν καὶ νομοθετικῶν πράξεων, Νομοθετικῶν Διαταγμάτων καὶ Α. Ν. τῶν ἐκδοθέντων ἀπὸ τῆς 1ης Μαρτίου μέχρι 1ης Ἰουλίου 1935». Δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν ψήφισμα, ἀποτελεῖ ἁπλῆν ἀντιγραφὴν τοῦ ψηφίσματος ἐκείνου τῆς 5ης Ἰουλίου 1935. Καὶ ὅμως δὲν ἠκούσθησαν τότε αἱ διαμαρτυρίαι ποὺ σήμερον ἀκούομεν οὐδὲ κανεὶς τότε ἰσχυρίσθη ὅτι τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο ἀνέτρεπε τὰς βάσεις τοῦ Δημοκρατικοῦ Πολιτεύματος. Ἄλλο παράδειγμα ἀθρόας κυρώσεως Α. Ν. ἀποτελοῦν αἱ 58 καὶ 69)1945 Συντ. Πράξεις δι’ ὧν, κατὰ τὸν αὐτὸν περίπου τρόπον, δηλ. ἀθρόως, ἐκυρώθησαν οἱ Α. Ν. τῆς Κατοχῆς. Διότι αὐτὸ ἀκριβῶς ἐπιτάσσει τὸ ἄρθρον 2 τῆς 69)45 Σ. Πράξεως, ὅπερ ὁρίζει ὅτι «δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐφ’ ἅπαξ ἐντὸς 6 μηνῶν ἐκδιδομένης, ὁρίζονται τὰ ἀκυρούμενα νομοθετήματα τῆς Κατοχῆς». Ὥστε δὲν εὑρίσκω δεδικαιολογημένην τὴν ἱερὰν ἀγανάκτησιν ἡ ὁποία κατέλαβεν ὡρισμένους συναδέλφους ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσον καὶ αἱ σημεριναὶ περιστάσεις ἃς διέρχεται τὸ ἔθνος εἶναι ἐκτάκτως δειναὶ ἀσφαλῶς δὲ δεινότεραι ἐκείνων ὑφ’ ἃς ἐγένετο προγενεστέρως χρῆσις τῶν Α. Ν. καὶ εἰς τὴν εὐθύνην τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἥτις κατέστησεν ἀναγκαίαν τὴν ἔκδοσιν Α. Ν., ὅλοι συμμετέχομεν. Δὲν δυνάμεθα ἤδη ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ νὰ ἀπορρίψωμεν τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα. Τοῦτο θὰ εἶχεν ὡς συνέπειαν τὴν οὐσιαστικὴν ἀκύρωσιν 280 Α. Ν., οἵτινες διήρθρωσαν τὴν οἰκονομικὴν καὶ κοινωνικὴν ζωὴν τοῦ Τόπου. Διότι αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα, θὰ εἶχεν ἡ ἀπόρριψις τοῦ ψηφίσματος. Ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας κατέστησε μετέωρον τὸ κῦρος τῶν νόμων τούτων, ἀφοῦ κρίνει διὰ τῶν σκέψεών της, ὅτι οἱ μὲν μὴ ἐπείγοντες ἐξ αὐτῶν εἶναι ἐξ ὑπαρχῆς ἄκυροι, οἱ δὲ ἐπείγοντες κατέστησαν ἄκυροι, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐτηρήθησαν οἱ ὅροι ὑφ’ οὓς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας κρίνει ἔγκυρον τὴν ἔκδοσίν των (ὑποβολὴ αὐτῶν πρὸς κύρωσιν καὶ ψήφισις ἅμα τῇ ἐπαναλήψει τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς πάντως δὲ πρὸ τῆς νέας διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς). Ἔχω σοβαρὰς ἐπιφυλάξεις ἐπὶ τὴν ὀρθότητα τῆς ἀποφάσεως ταύτης ἥτις ἐμμέσως ὑπεισῆλθεν εἰς τὸν ἔλεγχον πράξεων καθαρῶς κυβερνητικῶν, ὡς εἶναι ἡ κρίσις περὶ τοῦ ἐπείγοντος ἐκδόσεως Α. Νόμων καὶ ἡ ἔκδοσις αὐτῶν. Γεγονὸς εἶναι πάντως ὅτι τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ἔθεσε μετέωρον τὸ κῦρος τῶν Α. τούτων Νόμων. Ἐὰν ὑπάρχουν καὶ ἀσφαλῶς ὑπάρχουν μεταξὺ τῶν Ν. τούτων πολλοὶ οἱ ὁποῖοι εἴτε εἶναι προσωπικοὶ εἴτε ἐξεδόθησαν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπειγούσης ἀνάγκης, οἱ πλεῖστοι ὅμως τῶν Α. Ν. ἐξυπηρέτησαν τῷ ὄντι ἐπειγούσας ἀνάγκας τοῦ μαχομένου Ἔθνους. Ἐξυπηρέτησαν τὸ Κράτος εἰς τὰς διεθνεῖς σχέσεις του. Ἄλλοι ἀφοροῦν τὴν περίθαλψιν τῶν θυμάτων τοῦ συμμοριτισμοῦ, ἄλλοι ἐρρύθμισαν τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τοῦ τόπου κλπ. Τὸ σύνολον δὲ τούτων διήρθρωσε τὴν καθόλου λειτουργίαν τῆς Κρατικῆς μηχανῆς καὶ ἐδημιούργησε σύνολον σχέσεων ἡ ἀνατροπὴ τῶν ὁποίων θὰ ἐκλόνιζε σύρριζα τὴν ὁμαλὴν ταύτης λειτουργίαν. Ἀρκεῖ νὰ σημειώσω ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ κῦρος τοῦ Α. Κώδικος θὰ ἐτίθετο ἐν ἀμφιβόλῳ. Ἡ ἀνατροπὴ δὲ τῶν 58 καὶ 69)45 Συντ. Πράξεων θὰ ἔχῃ ὡς ἄμεσον συνέπειαν τὴν ἀκύρωσιν τῶν ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν ἐφαρμοζομένων κατοχικῶν νόμων. Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο θὰ ἦτο μοιραῖον ἐπακόλουθον τῆς ἀπορρίψεως τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος. Διότι ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας, μὲ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον λειτουργεῖ ἡ νομοθετικὴ μηχανή, εἶναι τελείως ἀδύνατος ἡ κατ’ ἄλλον τρόπον κύρωσις τῶν 280 τούτων Ἀν. Νόμων. Τοῦτο θὰ ἀπῄτει μακρὰ ἔτη οἱανδήποτε ἄλλην μέθοδον καὶ ἂν ἠθέλομεν ἀκολουθήσει ἐκτὸς ἐκείνης τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος. Κατακρίνω ὡς εἶπον τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἔκαμε κατάχρησιν τῆς ἐκδόσεως Α. Νόμων. Ἀλλ’ ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Πρόκειται ν’ ἀποφασίσωμεν ἂν θ’ ἀνατρέψωμεν μίαν κατάστασιν ἡ ὁποία βαθέως ρυθμίζει τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τοῦ τόπου καὶ ἡ ὁποία ὑπηρετεῖ τὸν ἀγῶνα τοῦ μαχομένου Ἔθνους ἡ ὁποία δὲ ἔχει δημιουργήσει σειρὰν σχέσεων. Τὴν εὐθύνην τῆς τοιαύτης ἀνατροπῆς, ἐγὼ τοὐλάχιστον, δὲν δύναμαι ν’ ἀναλάβω. Καὶ διὰ τοῦτο τάσσομαι ὑπὲρ τοῦ Κυβερνητικοῦ σχεδίου ὡς τοῦτο ἐτροπολογήθη διὰ τῆς προσθήκης τοῦ 2ου ἄρθρου. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀποτελεῖ λίαν ἱκανὴν ἐγγύησιν ὅτι ἐκεῖνοι ἐκ τῶν Α. Ν. οἵτινες εἴτε δὲν εἶναι ἀνεπίληπτοι, εἴτε δὲν ἐξυπηρέτουν πραγματικὰς ἀνάγκας ἢ τέλος χρήζουν τροποποιήσεως, θὰ καταργηθοῦν ἢ θὰ τροποποιηθοῦν ὑπὸ τῆς προβλεπομένης ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως μέχρι τῆς τοιαύτης εἴτε ἀκυρώσεως εἴτε τροποποιήσεως δὲν δύναται νὰ παραμένῃ μετέωρον τὸ κῦρος ἁπάντων τῶν Ἀν. Νόμων οἵτινες ἐξεδόθησαν κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν δεινῶν περιστάσεων ποὺ διέρχεται τὸ Ἔθνος.
§79Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχουν ἀκόμη πλέον τῶν εἴκοσι οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσουν. Τί ἐπιδιώκομεν διὰ τῆς συνεχίσεως τῆς συνεδριάσεως. Τὴν ἐξάντλησιν τοῦ καταλόγου; Ἐπαφίεμαι εἰς τὴν κρίσιν σας, ὁ ἀριθμὸς τῶν παρόντων βουλευτῶν εἶναι ἀνεπαρκής.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ θέτετε τοιοῦτον ζήτημα, ἂν νομίζετε ὅτι ὁ ἀριθμὸς εἶναι ἀνεπαρκής, δύνασθε νὰ κάμετε χρῆσιν τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ.
§81Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Ἂν ἡ Κυβέρνησις μετεῖχεν εἰς τὴν συζήτησιν, θὰ εἴχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν, ἐφ’ ὅσον ὅμως ἡ Κυβέρνησις δὲν μετέχει, ἀλλὰ μόνον δι’ ἑνὸς ἢ δύο Ὑπουργῶν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν.
§82Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Καὶ πάλιν εἶμαι ὑποχρεωμένος, ὡς καὶ εἰς ἄλλας συνεδριάσεις ἐτόνισα νὰ τονίσω ὅτι ὅλοι μαζὶ πρέπει νὰ συμβάλωμεν εἰς τὸν γοργότερον ρυθμὸν τοῦ ἔργου μας. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Παπαρρηγοπούλου λεχθέντα εἶναι σοβαρὰ καὶ πρέπει νὰ τὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν. Ἂν δὲν σπεύσωμεν νὰ θεραπεύσωμεν τὸ κενὸν τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη ἐκ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, θὰ δημιουργηθῇ χάος. Πρέπει νὰ μείνωμεν καὶ νὰ ἐργασθῶμεν.
§83Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μᾶς ἔδωσε χθὲς μίαν ὑπόσχεσιν, ὅτι θὰ ἔλεγε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἦτο παροῦσα κατὰ τὰς συνεδριάσεις σύσσωμος. Δὲν ἦλθεν ὅμως. Ἂν ἦσαν παρόντες 25 Ὑπουργοί, θὰ ἐδίδετο γοργότερος ρυθμὸς καὶ θὰ ἦσαν παρόντες καὶ οἱ βουλευταί. Δυστυχῶς ὅμως, ἡ Κυβέρνησις δὲν πράττει αὐτό. Καὶ ἔχομεν ὑποχρέωσιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ τὸ θάρρος νὰ ἀνατρέψωμεν μίαν τοιαύτην Κυβέρνησιν.
§84Ν. ΚΑΡΑΜΠΕΛΛΑΣ. Δὲν πρόκειται νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὴν ὑποχρέωσιν τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐκδίδῃ Ἀναγκ. Νόμους λόγῳ τῆς ἀνάγκης τῶν περιστάσεων. Πράγματι ἡ Κυβέρνησις ὑποχρεωθεῖσα ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀντιμετωπίσεως τῆς πολεμικῆς καταστάσεως, ἠναγκάσθη νὰ ἐκδώσῃ Ἀναγκαστικοὺς Νόμους, ἀλλ’ εἰς τὸν πίνακα τῶν Ἀναγκαστικῶν Νόμων βλέπομεν καὶ νόμους οἵτινες δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐκδοθοῦν. Ὡς ὁ Νόμος 783. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐπικυρώσω τὸν Νόμον αὐτόν. Ἐπίσης δὲν δύναμαι νὰ ἐπικυρώσω τὸν Νόμον 893, ὅστις ὁμιλεῖ περὶ Νομαρχῶν. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπικυρώσωμεν ἕνα τοιοῦτον Νόμον ἄνευ συζητήσεως; Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι. Ἡ συνείδησίς μου ὡς ἐκπροσώπου μιᾶς ἐπαρχίας, δὲν μοῦ ἐπιτρέπει νὰ κυρώσω τὸν Νόμον αὐτόν.
§85Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Ὁ νόμος αὐτὸς εὑρίσκεται ὑπὸ κύρωσιν ἐνώπιον τοῦ Σώματος.
§86Ν. ΚΑΡΑΜΠΕΛΛΑΣ. Νὰ ἀφαιρεθῇ ὁ νόμος αὐτὸς ἐκ τοῦ πίνακος, καθὼς καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ συζητηθοῦν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τότε νὰ δώσωμεν τὴν ψῆφον μας. Ἐπίσης εἶναι ὁ νόμος 835 ὁ ρυθμίζων τὰς συντάξεις. Γνωρίζετε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι στεροῦνται συντάξεων οἰκογένειαι πεσόντων ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους, ἐνῷ λαμβάνουν συντάξεις ἐλασῖται, κομμουνισταὶ ἀγωνισθέντες διὰ τὴν ὑποδούλωσιν τοῦ Ἔθνους. Πῶς νὰ ἐπικυρώσωμεν τὸν νόμον αὐτὸν χωρὶς νὰ ἐπιφέρωμεν τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται; Ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ εἶπον ὅτι αἱ Ἐπιτροπαὶ δὲν ἐφαρμόζουν τὸν νόμον, λέγουσαι ὅτι εἶναι ἀτελής, ὅτι ἔχει ἀσαφείας καὶ ἐρωτῶ διατί ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐξέδωκε Ἀναγκ. Νόμον πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἀτελοῦς αὐτοῦ νόμου καὶ ἀποσαφήνισιν τῶν ἀτελειῶν του διὰ νὰ ἀναγνωρισθοῦν αἱ θυσίαι τῶν ὑπὲρ Πατρίδος πεσόντων; Θὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν παράδειγμα. Οἱ σλαυοκομμουνισταὶ ἐπετέθησαν ἐναντίον μιᾶς κωμοπόλεως τῆς ἐπαρχίας μου τὴν ὁποίαν ὑπερήσπιζε Χωροφυλακή. Ἡ Χωροφυλακὴ ἐκινδύνευε, τότε ἕνα ἄξιο παλληκάρι, πραγματικὸ Ἑλληνόπουλο ἀπὸ τὸ χωριό, παίρνει τὸ ντουφέκι του, πιάνει ἕνα καραοῦλι καὶ ἀρχίζει νὰ βάλλῃ κατὰ τῶν σλαυοκομμουνιστῶν. Αὐτοὶ βλέποντες ὅτι βάλλονται ἐξ ἄλλης κατευθύνσεως νομίζουν ὅτι κατέφθασε βοήθεια καὶ τρέπονται εἰς φυγήν. Ἀλλὰ διὰ ριπῆς πολυβόλου φονεύουν τὸ ἄξιο αὐτὸ Ἑλληνόπουλο. Παρὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Διοικητοῦ τῆς Χωροφυλακῆς ὅτι τὸ παλληκάρι αὐτὸ ἐξετέλεσε τὸ καθῆκον του καὶ ἔσωσε τὴν Χωροφυλακήν, ἐν τούτοις ἡ οἰκογένεια αὐτοῦ δὲν λαμβάνει σύνταξιν καὶ τοῦτο, διότι ἐπῆγε ἀπρόσκλητον καὶ ἐπολέμησε.
§87Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Τί σχέσιν ἔχει αὐτὸ μὲ τὸ συζητούμενον θέμα;
§88Ν. ΚΑΡΑΜΠΕΛΛΑΣ. Ἔχει σχέσιν, διότι ὁ νόμος 835, ὁμιλῶν περὶ συντάξεων, ἐὰν ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν, θὰ τροποποιηθῇ καὶ θὰ τακτοποιηθοῦν αἱ ἀτέλειαι. Ἐγὼ προτείνω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἀφαιρεθοῦν καὶ ἔλθουν πρὸς κύρωσιν οἱ νόμοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀφοροῦν τὸν ἐθνικὸν ἀγῶνα, οἱ δὲ ἄλλοι νὰ χωρισθοῦν καὶ νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία νὰ τοὺς συζητήσῃ καὶ τοὺς ψηφίσῃ. Ἡ δὲ Βουλὴ δὲν θὰ κωλυσιεργήσῃ εἰς τὴν ψήφισίν των. Μὴ βάλλωμεν κατὰ τῆς Βουλῆς, ἀρκετὰ ἐβλήθη αὕτη παρὰ τῶν σλαυοκομμουνιστῶν, ἀρκετὰ ἐβλήθη παρὰ τῶν ἄλλων, τῶν εὑρισκομένων εἰς τὰς πόλεις. Ἐβλήθη καὶ ἐκ τῶν ἔσωθεν. Μὴ δίδωμεν ἐπιχειρήματα κατὰ τοῦ Κοινοβουλίου εἰς τοὺς κομμουνιστάς, ἐὰν θέλετε κλείσατε τὴν Βουλὴν καὶ ἀναλάβετε δικτατορικῶς τὴν διακυβέρνησιν τῆς Χώρας, ἀναλάβετε ὅμως καὶ τὰς εὐθύνας. (Χειροκροτήματα).
§89ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, δέχεται νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§91ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, Μάλιστα.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30′ μ. μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ συνέχισιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ σιτικοῦ. (Ὥρα 10.40′ μ. μ.)