1949.06.01
1.912 στίχοι · 14.577 λέξεις · 93 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 53η
Τετάρτη 1 Ἰουνίου 1949
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 7.15′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Γκίνης νὰ ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Γ. ΓΚΙΝΗΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Συνέχισις τῆς συζητήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τῆς προτάσεως ψηφίσματος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Π. Σωτηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§4Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, σχετικῶς μὲ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ σχεδίου ψηφίσματος ἀνεπτύχθησαν κατὰ τὰς προηγουμένας συνεδριάσεις διάφοροι ἀπόψεις. Ἡ σκέψις, ἡ ὁποία ἐπρυτάνευσεν εἰς τοὺς συντάκτας τοῦ ψηφίσματος, νὰ ξεχωρίσουν τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ἀπὸ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, αἱ ὁποῖαι ἴσχυσαν καὶ αὐταὶ ἐπὶ χρονικόν τι διάστημα καὶ αἱ ὁποῖαι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐνταχθοῦν ἀναθεωρούμενον εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, καὶ τὰς διατάξεις τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς, αἱ ὁποῖαι προκρίνονται ὅπως εἰσαχθοῦν εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ ψηφιζόμενον καὶ ἀναθεωρούμενον, αὐτὴ ὑπῆρξε καλή. Πλὴν δὲν ὑπῆρξε καλὴ ἡ νομοτεχνικὴ διατύπωσις τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος εἰς τρόπον ὥστε νὰ διευκολύνῃ τὸ ἔργον ἡμῶν, προκειμένου νὰ ἀποφασίσωμεν καὶ ἐπὶ τῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι θὰ διατηρηθοῦν ἐκ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ ἐκείνων αἱ ὁποῖαι θὰ εἰσαχθοῦν ἐκ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 καὶ τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐκείνων αἱ ὁποῖαι θὰ παραμείνουν διὰ νὰ συζητηθοῦν εἰς συνεδριάσεις ἄλλας, ὡς ἐκ τοῦ εἰδικοῦ καὶ ἰδιαιτέρου ἐνδιαφέροντος, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν κρίσιν τῶν συντακτῶν τοῦ σχεδίου, ἔχουν. Καὶ ἐκ τοῦ λόγου αὐτοῦ ἀναγκαζόμεθα νὰ συζητῶμεν κατ’ ἰδίαν διατάξεις τοῦ Συντάγματος, περιεχομένας εἰς τὰ κατ’ ἰδίαν ἄρθρα τοῦ ψηφίσματος καὶ ἀναφερομένας εἰς κεφάλαια τοῦ Συντάγματος, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἄλλας διατάξεις κρίνομεν διατηρητέας, ἄλλας προσθέτομεν εἰς τὰ κεφάλαια αὐτὰ ἐκ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 καὶ ἄλλας τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς. Θὰ εἶχον νὰ ὑποβάλω τὴν πρότασιν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς, ἐφ’ ὅσον ἀκόμη δὲν ἐψηφίσθησαν τὰ ἄρθρα τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, τὴν ἐργασίαν αὐτὴν τῆς κατατάξεως κατὰ κεφάλαια κατὰ τὴν διάρθρωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ ἰσχῦον καὶ ἀναθεωρούμενον Σύνταγμα, νὰ ἐπιμεληθῇ νὰ γίνῃ ἡ ἐργασία αὐτὴ τῆς κατατάξεως, ἐκείνων τῶν διατάξεων αἱ ὁποῖαι θὰ διατηρηθοῦν ἐκ τοῦ 1911, ἐκείνων αἱ ὁποῖαι θὰ εἰσαχθοῦν ἐκ τοῦ 1927 καὶ τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐκείνων αἱ ὁποῖαι θὰ παραμείνουν πρὸς συζήτησιν ἰδιαιτέραν, καὶ αὐτὰ νὰ ἐνταχθοῦν εἰς ἓν κείμενον, ὥστε τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς Βουλῆς, προκειμένου νὰ ἀποφασίσουν καὶ νὰ δώσουν τὴν ψῆφον των ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου θέματος κατ’ ἄρθρον, νὰ ἔχουν μπροστά τους τὸ κείμενον ἑνὸς ἑκάστου κεφαλαίου τοῦ Συντάγματος, διὰ νὰ δύνανται νὰ ἀντιληφθοῦν τὴν συνάρτησιν καὶ τὴν ἐξάρτησιν τὴν ὁποίαν ἔχουν αἱ παραμένουσαι διατάξεις μὲ τὰς νέας καὶ νὰ κρίνουν ἐὰν ἀντιτίθενται πρὸς ἀλλήλας. Φρονῶ ὅτι πολὺ θὰ διευκολύνῃ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς ἡ τοιαύτη νομοτεχνικὴ καθαρῶς ἐργασία διὰ νὰ δύνανται νὰ σκεφθοῦν ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου θέματος καὶ ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου κεφαλαίου, διότι ἡ ψήφισις ἰδιαιτέρως ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου ἀπαιτεῖ τὴν ἐνδελεχῆ προσοχὴν τῶν κειμένων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ τοῦ 1927 καὶ τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι εὔκολον νὰ γίνεται ἐπὶ τῶν μελῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας κατὰ τὰς συνεδριάσεις, ἀλλὰ οὔτε εἰς σπουδαστήριον. Τοῦτο φρονῶ ὅτι εἶναι πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δύναται νὰ γίνῃ, ἂν ὑπάρχῃ καλὴ θέλησις. Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ψηφίσματος περιέχει τὰ ἄρθρα 22 καὶ 24 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν ἄρθρα τοῦ περὶ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων. Τὰ ἄρθρα 80 καὶ 92 ἔχουν ληφθῆ ἐκ τοῦ κεφαλαίου τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 «περὶ Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργῶν», τὸ ἄρθρον δὲ 108 ἐκ τοῦ κεφαλαίου «περὶ αὐτοδιοικήσεως» καὶ τὸ ἄρθρον 117 ἐκ τῶν γενικῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927. Ἐζήτησα καὶ ἔκαμα τὴν πρότασιν τὴν προηγουμένην, διότι ἐπὶ τῶν αὐτῶν κεφαλαίων, δηλ. τῶν αὐτῶν θεμάτων τὰ ὁποῖα ρυθμίζονται διὰ τοῦ ἄρθρου 2, τῶν διατηρουμένων καὶ προτεινομένων νὰ διατηρηθοῦν διατάξεων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 καὶ ἑτέρων ἄρθρων τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος, ἐπὶ τῶν αὐτῶν κεφαλαίων γίνεται ἄλλη διαρρύθμισις διὰ προτάξεως διατάξεων εἰλημμένων ἐκ τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ οὕτω θὰ πρέπει, διὰ τὴν πλήρη κατανόησιν τῆς ρυθμίσεως τὴν ὁποίαν θὰ κάμωμεν μὲ ἕκαστον ἄρθρον ἐκ τῶν διατηρουμένων νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ποία δύναται νὰ ὑπάρξῃ μεταβολὴ ἢ ποία δέσμευσις ἡμῶν ψηφιζόντων τὰ ἄρθρα αὐτά, ὡς πρὸς τὴν ρύθμισιν τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν ἐπὶ τῶν ἄρθρων τὰ ὁποῖα θὰ ψηφισθοῦν καὶ εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ συζητηθοῦν ὅταν πλέον ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος. Ἐφ’ ὅσον ἤδη εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ σκεφθῶμεν καὶ νὰ ἀποφασίσωμεν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 τὸ ὁποῖον περιέχει τὰ ἄρθρα 22 καὶ 24 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, διὰ τῶν ὁποίων προτείνεται ἡ συμπλήρωσις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, θὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὰ δύο αὐτὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἄρθρα ἀναγόμενα εἰς τὴν ὕλην τοῦ περὶ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων κεφαλαίου τοῦ Συντάγματος. Δὲν μὲ εὑρίσκει σύμφωνον ἡ ἄποψις, ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία καὶ ἀπαραίτητος ἡ νομοθέτησις τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ ἀναφερομένου εἰς τὴν ἐργασίαν καὶ τοῦ εἰσάγοντος τὴν ἀρχὴν τῆς προστασίας τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ὁρίζεται ὅτι ὑποχρεοῦται νὰ μεριμνᾷ συστηματικῶς ὑπὲρ τῆς ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν ἐργαζομένων. Τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον κατ’ ἐμὲ ἐνδείκνυται ἡ ρύθμισις αὐτὴ εἰς τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἡ παροῦσα Βουλὴ θὰ ἀποφασίσῃ, διὰ νὰ καθοδηγῇ καὶ νὰ ρυθμίζῃ τὸν βίον τὸν δημόσιον τῶν Ἑλλήνων καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἀποτελέσῃ τὸ θεμέλιον τῆς συγκροτήσεως τῆς κοινωνίας. Λέγω ὅτι δὲν μὲ εὑρίσκει σύμφωνον ἡ πρότασις αὐτή, διότι ἡ Ἑλλάς, ὡς μέλος τοῦ ΟΗΕ, ἀπεδέχθη, κατὰ τὴν ἐπεξεργασίαν, ἡ ὁποία ἐγένετο τῆς διακηρύξεως προστασίας τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων, ἐδέχθη καὶ κατὰ τὴν ψήφισιν τῆς διακηρύξεως αὐτῆς, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν Παρισίοις κατὰ τὴν τελευταίαν Γενικὴν Συνέλευσιν τοῦ ΟΗΕ, τὴν διακήρυξιν αὐτὴν ἡ ὁποία περιέχει διατάξεις προστασίας καὶ ρυθμίσεως τῶν θεμάτων τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν ἐργασίαν. Καὶ ναὶ μέν, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, τὰς περισσοτέρας τῶν διατάξεων αὐτῶν, τῶν ἀναφερομένων εἰς τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα, τὸ Σύνταγμά μας τοῦ 1911 τὰς περιέχει—διότι περιέχει τὰς διατάξεις τῆς διακηρύξεως τοῦ 1789 περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου—πλὴν ὅμως διατάξεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸν 20ὸν αἰῶνα, μετὰ τὸν πρῶτον καὶ τὸν δεύτερον παγκόσμιον πόλεμον, ἐκρίθησαν ὡς διατάξεις ἀναγκαῖαι, ἐξασφαλιστικαὶ τῆς οἰκονομικῆς δραστηριότητος τῶν ἀτόμων, τὰ ὁποῖα, ἀφοῦ ἐξησφάλισαν τὰς πολιτικάς των ἐλευθερίας ἐπεζήτησαν, ἀγωνισθέντα καὶ ἀγωνιζόμενα, καὶ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν οἰκονομικῶν των ἐλευθεριῶν, λέγω ὅτι τὰς διατάξεις αὐτάς, αἱ ὁποῖαι αὐτὴν τὴν ἐξασφάλισιν παρέχουν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰς ἀγνοήσῃ τὸ Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος. Πρώτη δὲ ἐκ τῶν διατάξεων αὐτῶν εἶναι ἡ περὶ προστασίας τῆς ἐργασίας. Ὄχι μόνον δὲ δὲν δύναται τὸ Σύνταγμά μας νὰ ἀγνοήσῃ τὴν διάταξιν αὐτήν, ἀλλά, κατ’ ἐμὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω καὶ διὰ τροπολογίας, ἡ διάταξις αὐτὴ πρέπει νὰ εὐρυνθῇ κατὰ τὸ περιεχόμενον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἔχει τεθῆ καὶ εἰς τὰ ἄλλα Συντάγματα, τὰ συνταγέντα μετὰ τοὺς δύο παγκοσμίους πολέμους. Καὶ παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ, διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὸ αἴτημα περὶ εὐρύνσεως κατὰ τὸ περιεχόμενον τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 22, νὰ ἀναφέρω κατὰ ποῖον τρόπον ἐσκέφθησαν καὶ ἐρρύθμισαν εἰς τὰ Συντάγματα ἄλλων Κρατῶν τὸ θέμα τοῦτο. Τὸ Σύνταγμα τὸ γερμανικὸν —καὶ τὸ ἀναφέρω πρῶτον, διότι ἐξ αὐτοῦ ἔχει ληφθῆ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρ. 22 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, ὅπως προκύπτει ἐκ τῶν πρακτικῶν τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς ἐκείνης— ἀναγράφει εἰς τὸ ἄρθρ. 157 ὅτι «ἡ ἐργασία διατελεῖ ὑπὸ τὴν ἰδιαιτέραν προστασίαν τῆς Ἐπικρατείας.....» (Ἀναγινώσκει). Τὸ Πολωνικὸν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἔγινε μετὰ τὸν αʹ παγκόσμιον πόλεμον, εἰς τὸ ἄρθρον 162 ὁρίζει: «Τῆς ἐργασίας οὔσης τῆς κυριωτέρας πηγῆς πλούτου ἐν τῇ δημοκρατίᾳ......» (Ἀναγινώσκει). Τὸ Τουρκικὸν Σύνταγμα εἰς τὸ ἄρθρον 79 ὁρίζει: (Ἀναγινώσκει). Τὸ μεταπολεμικὸν Γιουγκοσλαβικὸν Σύνταγμα εἰς τὸ ἄρθρον 22 ἀναγράφει: «Ἡ ἐργασία διατελεῖ....». (Ἀναγινώσκει). Θὰ ἀναφερθῶ ἐπίσης εἰς τὰ Συντάγματα, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν εἰς τὰς διαφόρους χώρας τῆς Εὐρώπης μετὰ τὸν βʹ παγκόσμιον πόλεμον. Οὕτω τὸ Γαλλικὸν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον διατηρεῖ τὰς ἀρχὰς τῆς Διακηρύξεως τοῦ 1789, προσθέτει ἐπὶ πλέον ὅτι «εἶναι ἀπαραίτητον εἰς τὴν ἐποχήν μας......» (Ἀναγινώσκει). Τὸ Ἰταλικὸν Σύνταγμα ὁρίζει ἐπίσης ὅτι «τὸ Κράτος ἐπιβλέπει καὶ προστατεύει τὴν ἐργασίαν......» (Ἀναγινώσκει). Τὸ σημαντικὸν δὲ εἶναι, κύριοι, ὅτι τὴν διατύπωσίν του τὸ Σύνταγμα τὸ Ἰταλικὸν τὴν ἔχει ἐμπνευσθῆ ἀπὸ τὴν διακήρυξιν τοῦ κοινωνικοῦ συμβολαίου, τὸ ὁποῖον εἶχε κάμει ὡς ὑπέρτατον νόμον ὁ σφαγιασθεὶς ὑπὸ τῶν Ἰταλῶν Μουσουλίνι. Μεταγενεστέρως ὁ ΟΗΕ συνεκρότησε μίαν Ἐπιτροπήν, ἀπαρτισθεῖσαν ἐκ τῶν κορυφαίων δημοσιολόγων καὶ συνταγματολόγων ὅλων τῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα συμμετέχουν εἰς τὸν ΟΗΕ, ἡ ὁποία, ἐπεξεργασθεῖσα τὸ θέμα αὐτό, καθώρισε διὰ τοῦ ἄρθρου 37 ὅτι «πᾶν πρόσωπον ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐργάζεται εἰς μίαν κοινωνικῶς ὠφέλιμον ἐργασίαν», διὰ τοῦ ἄρθρου 38 ἀναγράφει τὴν ἀρχήν, ὅτι ἕκαστον πρόσωπον ἔχει δικαίωμα νὰ ἀξιώσῃ καλοὺς ὅρους ἐργασίας καὶ διὰ τοῦ ἄρθρου 39 καθιεροῖ τὴν ἀρχήν, ὅτι ἕκαστον πρόσωπον ἔχει τὸ δικαίωμα, ἀναλόγως τῆς ἐργασίας του, νὰ συμμετέχῃ εἰς τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα ἐφ’ ὅσον διὰ τῆς ἐργασίας του αὐξάνει τοῦτο. Κύριοι, ἐὰν ἔχῃ κανεὶς τὴν περιέργειαν καὶ τὴν θέλησιν νὰ ἀναδιφήσῃ τὰ πρακτικὰ τῶν συζητήσεων αὐτῶν τοῦ Ο. Η.Ε., διὰ νὰ ἴδῃ πόση ἐργασία κατεβλήθη διὰ νὰ καταλήξουν εἰς ὡρισμένας διατυπώσεις, θὰ μείνῃ κατάπληκτος πρὸ τῆς σοβαρότητος καὶ τοῦ ὄγκου τῆς ἐργασίας αὐτῆς. Παραγνωρίζομεν, κύριοι, ἐδῶ, ὅτι εἰς τὸ δυτικὸν ἡμισφαίριον, εἰς τὰς Ἡνωμ. Πολιτείας, ἕνας νέος κόσμος γεννᾶται, κόσμος ὠργανωμένος εἰς νέαν κοινωνίαν καὶ εἰς νέον Κράτος, κόσμος ὁ ὁποῖος ἤδη εἶναι φορεὺς τεραστίας δυνάμεως, τοῦ κόσμου δὲ αὐτοῦ τὰς σκέψεις καὶ τὰς τάσεις δὲν δυνάμεθα νὰ ἀγνοήσωμεν ἡμεῖς, νομοθετοῦντες ἐπὶ ἰδικῶν μας πραγμάτων. Διότι ἡ μετατόπισις τῶν δυνάμεων, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν ἐκ τῆς καταστροφῆς τῆς Εὐρώπης, πρὸς Ἀνατολὰς καὶ πρὸς Δυσμάς, ἐπέφερε καὶ θὰ ἐπιφέρῃ νέαν διαμόρφωσιν καταστάσεως ἐκ τῆς ὁποίας θὰ πηγάσῃ νέος πολιτισμός. Ὀφείλομεν, λέγω, κύριοι, νὰ προσέξωμεν ἰδιαιτέρως καὶ τὸ τὶ γίνεται ἀλλαχοῦ καὶ νὰ μὴ μένωμεν ὀμφαλοσκοποῦντες ἡμεῖς εἰς τὴν ἄκραν αὐτὴν γωνίαν τῆς γῆς. Ἔχω, συνεπῶς, τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἀντίληψις, ἡ ὁποία ἐξεφράσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, νὰ μὴ περιληφθῇ δηλ. εἰς τὸ Σύνταγμά μας ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, θὰ κριθῇ καὶ παρ’ ὑμῶν ὅτι δὲν εἶναι ὀρθή. Ἕτερον ἄρθρον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου προκαλεῖται συζήτησις, εἶναι τὸ ἄρθρον 24, ἀναφερόμενον εἰς τὸν γάμον ὡς θεμέλιον τοῦ οἰκογενειακοῦ βίου καὶ τῆς συντηρήσεως καὶ προαγωγῆς τοῦ Ἔθνους. Καὶ κατὰ τῆς ἀποδοχῆς τοῦ ἄρθρου τούτου ἐξεφράσθησαν ἀντιρρήσεις καὶ διετυπώθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἡ ἄποψις, ὅτι, ἐφ’ ὅσον διὰ τοῦ ἄρθρου 1 εἰσήχθησαν καὶ ἰσχύουν οἱ κανόνες τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι τὸν γάμον ὡς μυστήριον ἔχουν, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ θέσωμεν τὴν διάταξιν αὐτὴν εἰς τὸ Σύνταγμα. Κύριοι, ὅ,τι εἶπον διὰ τὸ ἄρθρον 22 καὶ διὰ τὴν κίνησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο διὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο «περὶ ἐργασίας», νὰ περιληφθῇ εἰς ὅλα τὰ μεταπολεμικὰ Συντάγματα, τὸ αὐτὸ δύναται νὰ λεχθῇ καὶ διὰ τὸ ἄρθρον 24. Ἐπὶ πλέον, κύριοι συνάδελφοι, διὰ τὸ ἄρθρον 24 συντρέχει καὶ ἕνας ἄλλος λόγος: Εἶναι γνωστὴ ἡ κοσμοθεωρία, ἡ ὁποία ἐπιζητεῖ τὴν διάλυσιν τῆς οἰκογενείας καὶ τὴν δημιουργίαν τῶν ἑνώσεων ἐκείνων τῶν κομματικῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀποτελοῦν τὸ κύτταρον τοῦ νέου οἰκονομικοῦ, πολιτικοῦ καὶ κοινωνικοῦ οἰκοδομήματος, τὸ ὁποῖον γίνεται προσπάθεια νὰ οἰκοδομηθῇ εἰς τὸν κόσμον ὅλον. Ἐάν, ἑπομένως, ἄλλοτε δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ υἱοθετήσωμεν διάταξιν περὶ οἰκογενείας καὶ γάμου, ἰδιαίτατα εἰς τὴν περίοδον, τὴν ὁποίαν διερχόμεθα, εἶναι τοῦτο ἀπαραίτητον. Χωρὶς νὰ ἐπεκταθῶ καὶ νὰ ἀναφέρω διατάξεις ἄλλων Συνταγμάτων, θὰ περιορισθῶ νὰ ἀναφέρω εἰς ὑμᾶς, ὅτι διὰ τὴν προστασίαν τοῦ θεσμοῦ τῆς οἰκογενείας, τοῦ γάμου καὶ τῆς μητρότητος τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, μετὰ πολλὰς συζητήσεις καὶ προτάσεις, κατέληξαν εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 14 τῆς Διακηρύξεως, ψηφισθεῖσαν εἰς τοὺς Παρισίους κατὰ τὴν Γεν. Συνέλευσιν διὰ ψήφων 34, ἡ ὁποία καθορίζει ὅτι «ὁ γάμος δὲν δύναται νὰ συναφθῇ ἄνευ ἐλευθέρας καὶ πλήρους συναινέσεως τῶν μελλονύμφων......» (Ἀναγινώσκει). «Οἱ ἄνθρωποι, οἱ ἄνδρες καὶ αἱ γυναῖκες.....» (Ἀναγινώσκει). Τὸ ἄρθρον 24, τοῦ ὁποίου προτείνεται ἡ εἰσαγωγή, ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ο γάμος ὡς θεμέλιον τοῦ οἰκογενειακοῦ βίου... ...» (Ἀναγινώσκει). Θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ φρονῶ ὅτι κατὰ πληρεστέραν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 24 θὰ ἔπρεπε νὰ προστεθῇ «ὁ γάμος καὶ ἡ οἰκογένεια καὶ ἡ μητρότης τυγχάνουν ἰδιαιτέρας μερίμνης καὶ προστασίας τοῦ Κράτους». Παραλλήλως δὲ εὑρίσκω ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ διατύπωσις, ἡ ὁποία ἐγένετο ἀποδεκτὴ ὑπὸ τῶν Η. Ε., ὅτι οἱ ἄνδρες καὶ αἱ γυναῖκες πρέπει νὰ ἔχουσιν ἴσα δικαιώματα καὶ διὰ τὴν σύναψιν τοῦ γάμου καὶ διὰ τὸ διαζύγιον. Θὰ ἤθελα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας ἐπὶ μιᾶς διαφορᾶς, ἡ ὁποία ὑφίσταται παρ’ ἡμῖν καὶ ἡ ὁποία, νομίζω ὅτι θᾶττον ἢ βράδυον δὲν δύναται παρὰ νὰ ἐγκαταλειφθῇ, ὅτι θὰ ἔπρεπε καὶ ἡμεῖς νὰ ἀποδεχθῶμεν ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ διάκρισις εἰς τὸν γάμον μεταξὺ προσώπων διαφόρου ἐθνικότητος, θρησκείας ἢ ράτσας. Γνωρίζω ὅτι αἱ διατάξεις τῶν θρησκευτικῶν κανόνων, αἱ ὁποῖαι ρυθμίζουσι τὰ τοῦ γάμου, ἔχουσι περιορισμοὺς ἐπειδὴ δὲ διὰ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Συντάγματος ἐθεσπίσαμεν τὴν ἰσχὺν τῶν διατάξεων αὐτῶν, φρονῶ ὅτι ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, διὰ νὰ εἴμεθα σύμφωνοι μὲ τὴν ὁλότητα τῶν ἀνθρωπίνων κοινωνιῶν, αἱ ὁποῖαι στηρίζονται εἰς τὴν διακήρυξιν τοῦ Χριστοῦ περὶ ἑνώσεως καὶ οὐδεμιᾶς διαφορᾶς μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, φρονῶ καὶ προτείνω ὅπως ἡ τοιαύτη διάταξις περιληφθῇ καὶ εἰς τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν νομίζω ὅτι μὲ τὰς διατάξεις τῶν δύο ἄρθρων, τοῦ 22 καὶ τοῦ 24 περὶ ἐργασίας καὶ περὶ οἰκογενείας, ὁλοκληροῦμεν τὰς περὶ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων διατάξεις. Τὸ κατ’ ἐμὲ ὑπάρχουν καὶ διατάξεις ἄλλαι, τὰς ὁποίας φρονῶ ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ περιληφθοῦν εἰς τὸ περὶ Δημοσίου Δικαίου κεφάλαιον καὶ τὰς ὁποίας θὰ φέρω ἐν καιρῷ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἄρθρων τῶν προτεινομένων ἐκ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 νὰ διατηρηθοῦν, τῶν ἄρθρων 88 καὶ 92, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἶναι εἰλημμένα ἐκ τοῦ κεφαλαίου ΣΤʹ «περὶ Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργῶν». Ἀναφέρομαι καὶ εἰς ὅσα προηγουμένως ἀνέπτυξα ἀπὸ τὰ ἄρθρα τὰ δύο καὶ ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος ἐγένετο πρότασις νὰ ἀποφασίσῃ ἡ συνέλευσις ἐπὶ ἄρθρου ἀναφερομένου εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς περιληφθέντος, ὅμως, εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος καὶ ἐπρότεινα, κύριοι, ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ὅτι θὰ πρέπει αὐτὰ νὰ πάρουν μίαν νομοτεχνικὴν κατάταξιν καὶ νὰ ἔλθουν μὲ τὰ κεφάλαια, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ εἶναι τεταγμένα καὶ ἐκεῖναι αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀποφασισθοῦν νὰ μείνουν καὶ νὰ ὑπάρχουν, προσέτι καὶ αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι θὰ συζητηθοῦν ἀργότερον. Ἀλλὰ δὲν γίνεται αὐτό. Καὶ καταλαβαίνετε τὶ θὰ γίνῃ μὲ τὰς διατάξεις αὐτάς, ὅπως καὶ μὲ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος; Λέγω, λοιπόν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, ὁσονδήποτε μυαλὸ καὶ νὰ ἔχῃ ἕνας ἄνθρωπος, νὰ κρατήσῃ ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα εἰς τὸ μυαλό του, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὰ κείμενα μπροστά του, νὰ κάμῃ συσχετισμόν, διὰ νὰ ἴδῃ μήπως, νομοθετώντας τὸ ἄρθρον αὐτὸ π.χ. δὲν θὰ ἔλθωμεν εἰς σύγκρουσιν μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν ἢ μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διατηροῦμεν ἢ πρόκειται νὰ συζητήσωμεν. Κύριοι, τὸ ἄρθρον 98 ἀναφέρεται εἰς τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδιαιτέρως ἑκάστου τῶν Ὑπουργῶν. Εἶναι γνωστὴ ἡ κοινοβουλευτικὴ ἀρχή, ἡ ὁποία δηλοῦται ἤδη καὶ γραπτῶς. Τὸ ἄρθρον 92 ἔχει τοῦτο τὸ ἰδιάζον, ὅτι δύναται νὰ εἶναι Ὑπουργὸς πρόσωπον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι βουλευτὴς καὶ εἰσάγει τὴν διάκρισιν καὶ λέγει ὅτι, τὰ ἀσυμβίβαστα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ὡς πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ ἰσχύουν καὶ διὰ τὰ καθήκοντα τῶν Ὑφυπουργῶν καὶ Ὑπουργῶν. Ἀλλὰ περὶ τίνων, τότε, πρόκειται; Πρόκειται περὶ τῆς δυνατότητος τῆς συγκροτήσεως ἐξωκοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, ὁπότε τὸ ἄρθρον τοῦτο ὁρίζει, ὅτι διὰ τοὺς Ὑπουργούς, εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ἰσχύει τὸ ἴδιον ἀσυμβίβαστον, ὅπως καὶ διὰ τοὺς βουλευτάς. Δὲν νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἔχει ἀντίθετον γνώμην διὰ τὴν ratio τοῦ ἄρθρου 92. Φρονῶ, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν ὑφίσταται ἀνάγκη νομοθετήσεως τοῦ ἄρθρου 92 καὶ ἀποκρούω τὸ ἄρθρον τοῦτο διὰ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ καταρτίσωμεν. Δὲν γνωρίζω εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα νὰ ὑπάρχουν περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ διοικήσουν καὶ νὰ ἡγηθοῦν τοῦ τόπου αὐτοῦ, νὰ ἀφήνουν τοὺς ἁπλοῦς πολίτας νὰ τεθοῦν ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Δὲν φρονῶ, κύριοι βουλευταί, ὅτι δύνανται αὐτοὶ οἱ πολῖται νὰ μὴ εἶναι πολιτικοὶ ἄνδρες, νὰ μὴ ἔχουν ἀγωνισθῆ εἰς ἀγῶνας πολιτικούς, νὰ μὴ ἔχουν τὴν πολιτικὴν ἐμπειρίαν, ἀλλὰ νὰ λαμβάνωνται ἄλλοθεν. Ἴσως ἡ πίστις εἰς τὸν ἀμιγῆ κοινοβουλευτισμὸν νὰ μὲ ὁδηγῇ εἰς τὰς σκέψεις αὐτάς. Προτείνω ὅθεν ὅπως ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ διὰ νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ προσφέρουν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν τόπον, ὡς ἀρχηγοὶ καὶ ὑπουργοί, ἤτοι νὰ ἀσκήσουν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, κατέρχωνται εἰς τὸν πολιτικὸν στίβον καὶ λαμβάνουν τὴν ἐντολὴν τοῦ λαοῦ, νὰ εἰσέρχανται εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ ἐξ αὐτῶν νὰ ἀπαρτίζεται ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ δυνατότης νὰ λαμβάνωνται ἄλλοθεν.
§5Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριε συνάδελφε, εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος μαζί σας ἐπὶ τοῦ ὅτι ἐν κοινοβουλευτικῇ Κυβερνήσει πρέπει νὰ μετέχουν μόνον κοινοβουλευτικοὶ Ὑπουργοί. Ἀλλὰ καὶ παρὰ τοῦτο ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι ἀπαραίτητος, διότι δὲν ἀποκλείεται ἡ δυνατότης διαλύσεως τῆς Βουλῆς καὶ σχηματισμοῦ ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως πρὸς διενέργειαν ἐκλογῶν καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ πρόκειται περὶ κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως. Δι’ αὐτὸ δὲ διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτήν, εἶναι ἀπαραίτητον οἱ Ὑπουργοὶ μιᾶς τοιαύτης Κυβερνήσεως νὰ ἔχουν τὰ ἴδια ἀσυμβίβαστα, τὰ ὁποῖα ἰσχύουν διὰ τοὺς βουλευτάς. Τὸ ἐμελετήσαμεν τὸ ζήτημα, τὸ ἐσκέφθημεν καὶ δι’ αὑτὸν τὸν λόγον τὸ περιελάβομεν. Ὄχι διὰ νὰ κάμωμεν ρῆγμα εἰς τὸν κοινοβουλευτισμόν, ἀλλὰ διότι ὑπάρχει μία περίπτωσις, ἡ ὁποία δύναται νὰ προκύψῃ, τῆς ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως πρὸς διενέργειαν ἐκλογῶν.
§6Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ αὐτό, κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὴν γνώμην σας, ἀλλὰ παρὰ τὴν ἀπάντησίν σας, θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ φρονῶ ὅτι κοινοβουλευτικῶς πρέπει νὰ διοικῆται ἡ χώρα καὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ οὔτε ἡ ἐλαχίστη ὑπόνοια, ὅτι εἶναι δυνατόν, ἄνδρες μὴ προερχόμενοι ὑπὸ τὸ Κοινοβούλιον, νὰ καθέξουν θώκους τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, διὰ νὰ διοικήσουν κατὰ τὸ δοκοῦν. Αἱ ὑπηρεσιακαὶ Κυβερνήσεις, πρὸς διενέργειαν ἐκλογῶν, δι’ ἃς ἐτέθη, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος, ἡ διάταξις αὐτή, φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαῖαι.
§7Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἀνεξαρτήτως, ὅμως, καὶ τῆς ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως, ὅταν διαλύεται ἡ Βουλή, ὁπότε δὲν ὑπάρχουν βουλευταὶ πλέον, ὑπάρχει ἡ περίπτωσις καθ’ ἣν καλεῖ ὁ Βασιλεὺς τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ὁποία ἔχει κατὰ τεκμήριον τὴν διάθεσιν τοῦ λαοῦ μαζί της καὶ τοῦ ἀναθέτει τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν διενέργειαν ἐκλογῶν. Εἶναι δυνατὸν Ὑπουργοὶ μιᾶς τοιαύτης Κυβερνήσεως νὰ μὴ εἶναι βουλευταί. Βλέπετε, λοιπόν, ὅτι ὑπάρχουν περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας πιθανὸν νὰ μὴ εἶναι βουλευταὶ οἱ ὑπουργοὶ καὶ δι’ αὐτὸ χρειάζεται τὸ ἀσυμβίβαστον καὶ δι’ αὐτούς.
§8Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Τὸ νὰ κληθοῦν ἄνδρες ἔξω τοῦ Κοινοβουλίου, δὲν μπορεῖ αὐτὸ νὰ ἀποτελέσῃ ὑπονόμευσιν τοῦ πολιτεύματος.
§9Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Ἡ ἀρχὴ τοῦ νὰ σχηματίζωνται Κυβερνήσεις καὶ ἐξ ἀνδρῶν ἔξω τοῦ Κοινοβουλίου, εἶναι μία ἐκ τῶν 3 ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι ἰσχύουν εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν. Μία εἶναι, ἡ Κυβέρνησις νὰ προέρχεται ἐκ τῆς δεδηλωμένης. Ἡ ἑτέρα εἶναι νὰ σχηματίζωνται Κυβερνήσεις ἐκ τῶν ἀνδρῶν τῶν ἐκλεγέντων ἀπὸ τὸν λαὸν καὶ τρίτη, τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ ρίπτῃ ἢ νὰ ἀνεβάζῃ Κυβερνήσεις. Ἡ δευτέρα ἀρχή, μολονότι δὲν εἶναι καινοφανής, ἐγένετο πολλάκις ἀπόπειρα ὅπως καθιερωθῇ, δηλ. ἅπαντα τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως νὰ προέρχωνται ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον. Ἡ πρώτη καὶ κυρία προσπάθεια ἐγένετο ἐπὶ Λουΐ–Φιλίπ, ἐν Γαλλίᾳ. Αὐτὴ δὲ ἡ ἀρχὴ ἐπεκράτησε μέχρι σήμερον εἰς ἅπαντα τὰ Κράτη. Ὑπάρχουν, ὅμως, καὶ περιπτώσεις περισσότεραι τῆς μιᾶς, κατὰ τὰς ὁποίας μετὰ μίαν περίοδον 2 ἐτῶν, εἰσέρχονται ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ πρόσωπα ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ αὐτὸ γίνεται λόγῳ τῆς πνευματικῆς ὑπεροχῆς καὶ λόγῳ πολιτικῆς ἀνάγκης. Αὐτὴν τὴν ἀρχὴν δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπερπηδήσωμεν ἡμεῖς τὸ πρῶτον διὰ καθιερώσεως διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι, διότι εἶναι ἀρχή, ἡ ὁποία ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τῆς πολιτικῆς ἀνοχῆς καὶ ἀνήκει εἰς τὸν κόσμον καὶ τὴν σφαῖραν τοῦ πολιτικοῦ δυναμισμοῦ ἢ τῆς πολιτικῆς ἀνάγκης.
§10Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀγνοῶ οὔτε τὰς τάσεις, οὔτε τὰς καταστάσεις αὐτάς, πλὴν φρονῶ ὅτι νομοθετοῦντες διὰ τὸ μέλλον, νομοθετοῦντες ἤδη, ὄχι διὰ τὸ ταραχῶδες μόνον παρόν, ἀλλὰ διὰ τὸ μέλλον, ἐὰν ἔχωμεν τὴν συνείδησιν ὅτι τὸ Σύνταγμα ποὺ πρόκειται νὰ καταρτίσωμεν θὰ ρυθμίσῃ τὴν ζωὴν τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας εἰς τὸ μέλλον καὶ διὰ μακρὰν περίοδον, ὀφείλομεν νὰ προβλέψωμεν εἰς αὐτὸ καὶ εἰς αὐτὸ προβλέποντες, ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω τὴν γνώμην καὶ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν ὅπως ἡ ἄσκησις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας διὰ τοῦ διορισμοῦ ὡς Ὑπουργῶν, γίνεται παρὰ προσώπων, τὰ ὁποῖα εἶναι μέλη τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἐπὶ ὑπηρεσιακῶν Κυβερνήσεων ἢ ἐν διαλύσει αὐτῶν λαμβάνονται ἐκ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ὁπότε ὡς πρώην βουλευταὶ δὲν θὰ ἔχουν τὸ ἀσυμβίβαστον.
§11Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ πρῶτος ὑπεστήριξα ὅτι εἶναι περιττὴ αὐτὴ ἡ διάταξις. Νὰ ἀπολογηθῶ διατὶ τὸ ὑπεστήριξα, διότι εἶπον εἰδικώτερον, ἐὰν θέλωμεν νὰ μιμηθῶμεν τοὺς Ἄγγλους, διὰ τοὺς ὁποίους πολλάκις ἰσχυριζόμεθα ὅτι εἶναι οἱ τελειότεροι ἐφαρμοσταὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος, εἰς τὴν Ἀγγλίαν μόνον πολιτικοὶ ἄνδρες ἀναλαμβάνουν ὑπουργικὰ χαρτοφυλάκια. Τώρα τί συνέβη εἰς τὸν τόπον μας; Συνέβη εἰς τὸν τόπον μας πολλάκις νὰ ὑπάρξουν καὶ Ὑπουργοὶ καὶ Πρωθυπουργοὶ μὴ πολιτευόμενοι συστηματικῶς. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο εἴμεθα εὐχαριστημένοι; Ἐγὼ σέβομαι πᾶσαν ἀντίθετον γνώμην, δὲν εἶμαι εὐχαριστημένος ἀπὸ αὐτό. Τώρα εἰς περίπτωσιν, ἐλέχθη, κατὰ τὴν ὁποίαν διαλυθῇ ἡ Βουλὴ καὶ κληθῇ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, τί θὰ συμβῇ; Ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι πολιτικὸς ἀνήρ. Εἶναι δυνατόν, κατὰ τὸ διάστημα ὀλίγων ἡμερῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶναι πρὸ τῶν ἐκλογῶν, νὰ ἀναλάβῃ ἐργασίαν τινὰ ἀσυμβίβαστον πρὸς τὸ ἀξίωμα καὶ τοῦ βουλευτοῦ ἀκόμη; Ὁ πολιτικὸς ἀνήρ, ὁ κατὰ σύστημα πολιτευόμενος, ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ οἱ Ὑπουργοί του, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ εἶναι ἀπὸ τὸ κόμμα τὸ πολιτικὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐὰν θέλωμεν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ μιμηθῶμεν τοὺς Ἄγγλους, ὅπου οὐδέποτε διορίζεται Ὑπουργὸς μὴ πολιτευόμενος, καὶ πρέπει νὰ παραδεχθῆτε, κύριοι, ὅτι οἱ πολιτευόμενοι ἔχομεν πάντοτε ὑψηλοτέραν ἀντίληψιν τῆς ἀξιοπρεπείας.
§12Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κύριοι βουλευταί, ἔθεσα τὸ ζήτημα, ὡς ζήτημα ἀρχῆς, ἡ ὁποία καθιεροῦται διὰ τοῦ Συντάγματος καὶ ἐπικρίνω τὴν διάταξιν αὐτὴν θεωρήσας αὐτὴν ὡς διάταξιν, ἡ ὁποία δὲν ἔπρεπε νὰ περιληφθῇ οὔτε εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927.
§13Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ μὲ συγχωρῆτε, τί συνέβη παρ’ ἡμῖν; Παρ’ ἡμῖν ὁ ἀείμνηστος Ἰωάννης Δροσόπουλος ἐκλήθη ὡς Ὑπουργός, κατ’ ἐμὲ ὑπῆρξεν ὁ τελειότερος Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, κατὰ τὴν γνώμην μου. Λοιπόν, μετὰ ταῦτα, ὅταν ἔπαυσε νὰ εἶναι Ὑπουργός, ἐπανῆλθεν εἰς τὴν Τράπεζαν. Δὲν εἶναι καμμία ἀνάγκη νὰ θεσπισθῇ δι’ αὐτὸν τὸ ἀσυμβίβαστον.
§14Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην σας. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω μίαν διακοπήν. Συμφωνῶ ἀπολύτως ὅτι τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν δὲν δύνανται νὰ τὴν διαχειρίζωνται ἄλλοι, ἐκτὸς τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ διάταξις, ὅμως, τὴν ὁποίαν ἀμφισβητεῖτε σεῖς σήμερον, πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα. Ὀρθῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς σᾶς εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ, διότι ὑπάρχουν περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὑπάρχῃ Βουλή, ὁπότε θὰ γίνῃ Κυβέρνησις μὲ Ὑπουργοὺς μὴ κοινοβουλευτικὰ μέλη. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ζητεῖτε σεῖς, πρέπει νὰ τὸ ζητήσητε εἰς τὴν διάταξιν περὶ διορισμοῦ τῶν Ὑπουργῶν. Ὁ Βασιλεὺς διορίζει Ὑπουργούς, ὑπαρχούσης δὲ Βουλῆς, δὲν δικαιοῦται νὰ διορίζῃ ἄλλα μέλη, ἐκτὸς τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Τότε θὰ εἴμεθα ἐν ἀπολύτῳ τάξει. Καὶ εἶναι ὀρθόν, ὀρθότατον, διότι ὁ διορισμὸς Ὑπουργοῦ ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου, δὲν προσβάλλει μόνον τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ἀλλὰ προσβάλλει αὐτὴν ταύτην τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαχειρίζωνται κυβερνητικὰς ὑποθέσεις ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι δὲν προσῆλθον εἰς τὸν λαὸν νὰ ζητήσουν παρ’ αὐτοῦ τὸν διορισμόν των ὡς ἐκπροσώπων τοῦ Ἔθνους. Τοιαύτη διάταξις πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον τὸ ἀφορῶν τὸν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως διορισμὸν τῶν Ὑπουργῶν. Ἀλλὰ θὰ φθάσωμεν, κύριοι συνάδελφοι, εἰς μίαν δύσκολον θέσιν πρὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἂς τεθῇ μία διάταξις, ἢ ἕνα ψήφισμα, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις θὰ ἀποτελέσῃ ἐξαίρεσιν.
§15Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὡμίλησα διὰ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, οὔτε ἔθιξα τυχὸν κακῶς κείμενα. Ὁμιλῶ ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐγείρει τὸ ἄρθρον 92 τοῦ Συντάγματος καὶ τὸ ὁποῖον ἄρθρον θὰ καθιερώσῃ μίαν ἀρχήν. Αὐτῆς τῆς ἀρχῆς δὲν εἶμαι ὑπέρ. Καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, τὴν ὁποίαν προέβαλεν ὁ κ. Βαμβέτσος, διορισμοῦ Κυβερνήσεως ἐν διαλύσει Βουλῆς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ὁπότε δύνανται νὰ κληθοῦν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν βουλευταί, διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτὴν φρονῶ, κύριοι, κατὰ τὴν καθιερωθεῖσαν ἀρχὴν καὶ εἰς τὰ νέα Συντάγματα, ὅπως τὸ γαλλικόν, μόνον εἰς τὸν Πρόεδρον. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καλούμενος ὑπὸ τοῦ Βασιλέως νὰ λάβῃ τὴν ἐντολήν, δὲν θὰ πρέπει νὰ μὴ εἶναι κοινοβουλευτικὸς ἀνήρ. Ἐὰν θὰ ἔχωμεν αὐτό, δὲν θὰ ἠμπορῇ νὰ εἶναι καὶ δὲν θὰ πρέπει νὰ μὴ εἶναι κοινοβουλευτικὸς ὁ Πρόεδρος, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὴν ἐντολὴν καὶ ἐκεῖνος ἐὰν θέλῃ νὰ ἀναθέσῃ τὴν ἄσκησιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἦσαν βουλευταί, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν ἐντολὴν τοῦ λαοῦ, ἦσαν μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Διότι τὸ ἀντίθετον, κύριοι, ἐὰν ἀνετίθετο ἡ ἄσκησις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς πρόσωπα τὰ ὁποῖα, οὔτε ἐπολιτεύθησαν, οὔτε πρόκειται νὰ πολιτευθοῦν, εἶναι ἐπικίνδυνον, διότι δὲν δύνανται νὰ ἔχουν συναίσθησιν καὶ νὰ κήδωνται τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ, ἀπὸ τὸν ὁποῖον προέρχονται καὶ ἀπὸ τὸν ὁποῖον θὰ ζητήσουν νὰ ἀναβαπτισθοῦν, λογοδοτοῦντες, ἐνῶ οἱ μὴ πολιτευόμενοι εἰς οὐδένα λογοδοτοῦν.
§16Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Συμβαίνει καὶ ἄλλο, κακοσυνηθίζουν μερικοί...
§17Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι διὰ τοῦ νέου Συντάγματος ὀφείλομεν νὰ θέσωμεν ἄκρως κοινοβουλευτικὰς ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι μόναι ἐξασφαλίζουν τὴν δημοκρατίαν καὶ δι’ αὐτῆς τὴν ἐλευθερίαν. Κύριοι, ἔρχομαι εἰς τὸ ἑπόμενον ἄρθρον. Τὸ ἄρθρον περὶ Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργῶν εἶναι εἰλημμένον ἐκ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Σωτηρόπουλε, παρῆλθεν ἡ ὥρα σας. Ὁμιλεῖτε μίαν ὥραν καὶ 10 λεπτά.
§19Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τελειώνω, κύριε Πρόεδρε. Ἐπίσης τὸ ἄρθρον 117 ἔχει ληφθῆ ἐκ τῶν γενικῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ὅτι παρ’ οὐδενὸς ἀμφισβητεῖται ὅτι ἡ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐπιψήφισις τοῦ Συντάγματος θὰ δημιουργήσῃ ζητήματα. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς νὰ κάμῃ μίαν ταξινόμησιν κατὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ ψηφίσματος, ὥστε νὰ δύναται νὰ γίνῃ κάτι τὸ θετικὸν (χειροκροτήματα).
§20Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Συμμορφούμενος πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν περὶ συντομεύσεως τῆς συζητήσεως, θὰ περιορισθῶ εἰς ἐλάχιστα. Ἀφορμὴν λαμβάνω ἀπὸ τὴν τροπολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Οἰκονόμου, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτησε, πλὴν τῆς προστασίας τῆς ἐργασίας (ἄρθρον 22 παρ. 2) νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὥστε νὰ ἐπιτρέπεται εἰς τὸν συντεταγμένον νομοθέτην διὰ νόμου νὰ καθορίζῃ ὑποχρεωτικοὺς συνεταιρισμοὺς ἐργασίας καὶ ἐπιχειρήσεως. Ἠρύσθη τὴν τροπολογίαν ἐξ ἑνὸς παραδείγματος εἰς τὴν Ἀμερικήν, ὅπου μία ἐπιχείρησις βιομηχανικὴ συνῆψε συνεταιρισμοὺς μεταξὺ τῶν ἐργατῶν καὶ τῶν μετόχων τῆς ἐπιχειρήσεως καὶ ἐκ τῶν συνεταιρισμῶν αὐτῶν προέκυψε περίπτωσις συμμετοχῆς εἰς τὰ κέρδη τῶν ἐργατῶν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον συνετέλεσεν εἰς τὴν αὔξησιν τῆς ἐργασίας καὶ τῆς παραγωγῆς. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι παρόμοια μέτρα εἶναι μέτρα ἄριστα καὶ ἀνταποκρίνονται πρὸς τὴν τροπὴν τῆς συγχρόνου οἰκονομίας. Ἀπὸ τοῦ σημείου, ὅμως, αὐτοῦ, τῆς ἑκουσίας δημιουργίας συνεταιρισμοῦ μεταξὺ ἐργατῶν καὶ μετόχων μέχρι τοῦ σημείου νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν νομοθέτην νὰ δημιουργῇ ὑποχρεωτικοὺς συνεταιρισμοὺς ἐργασίας καὶ ἐπιχειρηματιῶν ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασις. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Π. Μουτζουρίδης). Πρόκειται περὶ ἐπικινδύνου μέσου, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ τὰς ἑξῆς συνεπείας: Πρῶτον δίδομεν εἰς χεῖρας τοῦ Κόμματος, τὸ δικαίωμα νὰ δύναται κυριολεκτικῶς νὰ ὑπόσχεται εἰς τοὺς ἐργάτας τῆς Α ἐπικερδοῦς ἐπιχειρήσεως, ὅτι εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιτύχῃ εἰς τὰς ἐκλογὰς θὰ τοὺς κάμῃ, ὑποχρεωτικὸν συνεταιρισμόν. Δεύτερον, ὁ ἑκάστοτε Ὑπουργὸς θὰ ἀναγκάζεται πιεζόμενος ἀπὸ τὴν ἐργατικὴν τάξιν νὰ ὑποκύπτῃ μὲ συνεπείας ἐνδεχομένως οἰκονομικὰ φοβεράς. Τὰ τονίζω αὐτά, κύριοι βουλευταί, διὰ νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ ἄλλων θεμάτων. Σκεφθῆτε λοιπὸν εἰς μίαν ἐπιχείρησιν εἰς τὴν ὁποίαν τὰ κέρδη εἶναι προφανῶς μεγάλα, νὰ ἔρχωνται οἱ ἐργάται νὰ ζητοῦν νὰ δημιουργήσουν ἕνα ὑποχρεωτικὸν συνεταιρισμὸν μεταξὺ ἐργατῶν καὶ ἐργοδοτῶν. Τότε θὰ διπλασιάζεται τὸ ἡμερομίσθιον μὲ τὸ κέρδος. Αὐτὸ ὅμως συμβαίνει διὰ τὴν Αʹ ἐπιχείρησιν, ἡ ὁποία εἶναι ἐπικερδής, ἀλλὰ δὲν θὰ συμβαίνῃ καὶ δι’ ἄλλας μὴ ἐπικερδεῖς ἐπιχειρήσεις ὅπου βέβαια δὲν θὰ ἔχουν λόγον οἱ ἐργάται νὰ ζητοῦν συνεταιρισμόν. Δημιουργοῦμεν ὅμως οὕτω προνομιακὰς καταστάσεις εἰς τοὺς ἐργάτας τῶν ἀνθουσῶν ἐπιχειρήσεων. Αὐτὸς εἶναι ὁ πρῶτος κίνδυνος. Δεύτερος κίνδυνος, οἰκονομολογικῆς σπουδαιότητος. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὅλοι ἐμπνεόμεθα ἀπὸ ἀνθρωπιστικὰς ἰδέας, ὅλοι θέλομεν τὴν αὔξησιν τῶν ἐργατικῶν ἡμερομισθίων, ὅλοι θέλομεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν μίαν καλὴν ζωὴν εἰς τοὺς ἐργάτας. Ὅταν ὁμιλῶ περὶ ἐργατῶν, ὁμιλῶ περισσότερον περὶ τῶν ἐργατῶν τῆς ὑπαίθρου, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦντες τὸ 90%, μένουν ἀπροστάτευτοι. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ πρόνοιά μας ὡς ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, ἐκτείνεται ἐφ’ ὅλων τῶν ἐργατῶν, καὶ εὐχάριστον θὰ ἦτο νὰ ἀνυψώσωμεν τὸ ἐπίπεδον τῆς ζωῆς των. Σκεφθῆτε, ὅμως, κύριοι, μὴ τυχὸν τοῦτο ἀποβῇ ἡ μεγαλυτέρα ζημία ποὺ θὰ δημιουργήσωμεν εἰς τοὺς ἐργάτας, ἐὰν δηλαδὴ ἐκεῖνο τὸ κέρδος τῆς ἐπιχειρήσεως, τὸ φυσιολογικῶς καὶ κατὰ οἰκονομολογικὸν κανόνα ἀπαράβατον εἶναι ἡ ἀποταμίευσις, εἶναι τὸ δημιουργούμενον κεφάλαιον, τὸ κέρδος αὐτό, μήπως τὸ ἐξανεμίσωμεν εἰς σπάταλον ζωὴν τῆς ἐργατικῆς τάξεως καὶ ἐπὶ θλιβερᾷ βλάβῃ τῆς ἐργασίας εἰς τὸ μέλλον. Τοῦτο δὲ εἶναι τὸ εὐεργέτημα διὰ τὸν ἐργατικὸν κόσμον, νὰ φροντίζωμεν νὰ ἀποταμιεύουν, διὰ νὰ δημιουργήσωμεν εἰς τὸ μέλλον ἐργασίαν, καὶ ὄχι νὰ συντελοῦμεν διὰ τῆς σπατάλης εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς ἐργασίας καὶ τῆς ἐργατικῆς προόδου μελλοντικῶς. Ἐπὶ πλέον ἔχω καὶ τοῦτο νὰ παρατηρήσω. Ἔχομεν εἰς τὴν Ἑλλάδα δύο σπουδαῖα οἰκονομικὰ πλεονεκτήματα: τὴν ἐργασίαν, τὴν ἄφθονον ἐργασίαν καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν γεωγραφικήν μας θέσιν, ἡ ὁποία εἶναι ἓν μεγάλο προσόν. Ἔχομεν λοιπὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δύο αὐτῶν πλεονεκτημάτων τὴν δυνατότητα νὰ δημιουργήσωμεν μίαν βιομηχανίαν, καὶ μόνον δι’ αὐτῆς θὰ κατορθώσωμεν νὰ ἀντεπεξέλθωμεν εἰς τὰς οἰκονομικάς μας ἀνάγκας τοῦ μέλλοντος. Ἀλλὰ διὰ τὴν δημιουργίαν, κύριοι βουλευταί, τῆς βιομηχανίας, εἶναι ἀναγκαῖον τὸ κεφάλαιον, εἴτε ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἶναι, εἴτε ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ. Ἐὰν ὅμως ἔλθετε καὶ εἴπητε εἰς τὸ κεφάλαιον ὅτι ἂν δημιουργήσῃ ἐπικερδεῖς βιομηχανίας, διατρέχει τὸν κίνδυνον νὰ τοῦ κάμετε ἀναγκαστικοὺς συνεταιρισμοὺς μὲ τοὺς ἐργάτας, εἶναι σὰν νὰ τοῦ λέγετε μὲ ὅλην τὴν δύναμίν σας, φῦγε ὅσον ἠμπορεῖς μακρὰν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Ταῦτα εἶχον, κύριοι βουλευταί, νὰ σᾶς τονίσω, διὰ νὰ προτρέψω νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου ὡς ἔχει, καὶ νὰ μὴ φανῇ ὅτι ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1949 εἶναι ὀλιγώτερον προοδευτικὴ καὶ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα τοῦ 1927.
§21Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Ἐὰν λείψῃ τὸ ἄρθρον 22 ἀπὸ τὸ Σύνταγμα νομίζετε ὅτι θὰ ἔχῃ στερηθῆ τοῦτο σπουδαίου τινὸς ἄρθρου;
§22Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀσφαλῶς ὄχι.
§23Θ. ΚΩΗΣ. Κύριοι βουλευταί, καλούμεθα δι’ ἑνὸς ἄρθρου τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος νὰ ψηφίσωμεν ἓξ νέα ἄρθρα ἐν τῷ ἀναθεωρουμένῳ Συντάγματι. Τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ταῦτα περιείχοντο ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1927 καὶ ὅτι τινὰ ἐξ αὐτῶν ἐλήφθησαν ἐκ τοῦ Συντάγματος τῆς Βαϊμάρης, στερεῖται σημαντικῆς ἀξίας. Ἡ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐπιψήφισις ἀποκλείει τὴν συγκέντρωσιν τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ νέας διατάξεως, ἐπάγεται τὰς ἐντεῦθεν ἐπιβλαβεῖς συνεπείας καὶ θὰ καταστήσῃ διαβλητὸν τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον, ἂν ἤγετο εἰς πέρας, ὡς ἄνευ ἐπιστασίας γενόμενον. Ὅταν, προκειμένου περὶ δευτερεύοντος νόμου ἐπιβάλλεται ὡς οὐσιώδης ἐγγύησις ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις, πόσον ἄτοπον εἶναι τὸ νῦν ἐπιχειρούμενον, προκειμένου περὶ συνταγματικῶν διατάξεων. Καὶ ταῦτα, ἐν ᾧ ὁ νόμος ἐσφαλμένος καταδειχθεὶς εὐκόλως διορθοῦται, καὶ οὐχὶ ὅμως καὶ αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις. Προτείνω ὅθεν, ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο. Εἰς τὴν πρότασιν ταύτην ἐνισχύομαι ἐκ τῆς ἐρεύνης τῶν καθ’ ἕκαστον διατάξεων. Ἡ ἀληθῶς ἐμβριθεστάτη ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτοῦ κ. Κουλουμβάκη καὶ προαγορευσάντων κ. συναδέλφων διευκολύνει ἐμὲ εἰς τὴν σύντομον διατύπωσιν παρατηρήσεων. Τὸ ἄρθρον 22 ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ Κράτους πρὸς προστασίαν τῆς ἐργασίας ἐν γένει, τὸ δὲ ἄρθρον 24 περιέχον μάλιστα καὶ τὴν ἀήθη ἐν νομικαῖς διατάξεσι αἰτιολογίαν ὅτι ἐπειδὴ ὁ γάμος ἀποτελεῖ θεμέλιον τοῦ οἰκογενειακοῦ βίου καὶ τῆς συντηρήσεως καὶ προαγωγῆς τοῦ Ἔθνους, τὸ Κράτος ὑποχρεοῦται εἰς ἰδιαιτέραν προστασίαν αὐτοῦ καὶ εἰς εἰδικὴν μέριμναν ὑπὲρ τῶν πολυμελῶν οἰκογενειῶν. Συμφωνῶ ὅμως καὶ ἐγὼ μετ’ ἄλλων συναδέλφων, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται ἐν τῇ ἄκρᾳ αὐτῶν ἀοριστίᾳ στεροῦνται ἀξιολόγου χρησιμότητος. Ἐὰν πρόκειται νὰ τεθῶσι τοιαῦται διατάξεις ἐν τῷ Συντάγματι, θὰ ἔπρεπε νὰ συζητηθῶσιν αὐτοτελῶς καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ σκεφθῶμεν εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τρόπου, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ καθίσταντο αὗται οὐσιαστικαί. Πράγματι διὰ τοῦ Συντάγματος ὀργανοῦται τὸ Κράτος. Τὴν ἔννοιαν τοῦ Κράτους ἔχει ὑπ’ ὄψει τὸ Σύνταγμα, ὅταν ἐν ἄρθρῳ 21 διαλαμβάνῃ, ὅτι ποῖαι ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ Ἔθνους, ὁμοίως δὲ ἐν ἄρθρῳ 16. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἰς τοὺς σκοποὺς τοῦ Κράτους ὑπάγεται καὶ ἡ προστασία τῆς ἐργασίας καὶ τῶν ἐργαζομένων καὶ ἡ προστασία τοῦ γάμου καὶ τῶν πολυτέκνων κατὰ νομικὴν μάλιστα ὑποχρέωσιν. Τὸ κράτος ὑποχρεοῦται ἐκ τῆς φύσεως αὐτοῦ νὰ μεριμνᾷ διὰ τὴν ἠθικὴν ἀνύψωσιν καὶ ὑλικὴν εὐημερίαν τῶν πολιτῶν αὐτοῦ. Αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 22 καὶ 24 περὶ προστασίας τῆς ἐργασίας καὶ τοῦ γάμου, ἀποτελοῦσιν ἔξαρσιν ἁπλῆς ὑφισταμένης τοῦ Κράτους ὑποχρεώσεως, ἀποτελοῦσιν ὅμως κανόνας δικαίου. Ἀποτελοῦσι κανόνας δικαίου, διότι εἶναι συνηθέστατον, ἀλλ’ ὄχι ἀπαραίτητον τὸ στοιχεῖον τοῦ Δικαστικοῦ ἐξαναγκασμοῦ. Ἐν αὐτῷ τῷ Συντάγματι διατυποῦνται ὑποχρεώσεις μὴ ὑπάρχοντος ἐξαναγκασμοῦ. Τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Συντάγματος ὑποχρεοῖ τὴν Βουλήν, ἵνα ἐν τῇ ἐτησίᾳ τακτικῇ συνόδῳ, ψηφίζῃ διὰ τὸ ἑπόμενον οἰκονομικὸν ἔτος. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀδικαιολογήτως παραλείψῃ τὸ καθῆκον τοῦτο, παραβιάζει ὑφιστάμενον δίκαιον, καίτοι δὲν ὑπάρχει ἄμεσος ἐξαναγκασμὸς ὑπάρχουν ὅμως ἡ διάλυσις καὶ αἱ ἐκ τῆς ἐξεγέρσεως τοῦ λαοῦ ἐγγυήσεις. Ἂν τὸ Κράτος δὲν λαμβάνῃ μέτρα προστασίας τῆς ἐργασίας καὶ τοῦ γάμου, δημιουργεῖ αἰτίας τοῦ ἰδίου κλονισμοῦ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐκταθῶ περισσότερον ἐπὶ τοῦ θέματος. Ὡς διατυποῦνται ὅμως ἐν τῇ ἀοριστίᾳ αὐτῶν αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 22 καὶ 24 ἐξαιροῦσι μὲν ὑφισταμένας νομικὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, ἀλλὰ δὲν δημιουργοῦσιν ἐξ ὑποκειμένου δίκαια, δικαιώματα. Παράδειγμα συνταγματικῆς διατάξεως οὐσιαστικοῦ περιεχομένου ἀποτελεῖ τὸ ἄρθρον 16 τοῦ Συντάγματος. Κατ’ αὐτὸ ἡ ἐκπαίδευσις ἐνεργεῖται δαπάνῃ αὐτοῦ, ἡ δὲ στοιχειώδης παρέχεται δωρεὰν ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἐκ τῶν διατάξεων τούτων ἐκ τῆς εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ Κράτους ἀναγομένης ὑποχρεώσεως αὐτοῦ πρὸς ἐκπαίδευσιν τῶν πολιτῶν, δημιουργοῦνται δικαιώματα αὐτῶν ἔναντι τοῦ Κράτους πρὸς τὸ ποιῆσαι. Διὰ τοῦτο εἶπον ἐν ἀρχῇ, ὅτι τὰ ἄρθρα 22 καὶ 24 ταῦτα ἂν ἐπρόκειτο νὰ λάβωσιν οὐσιαστικὴν σημασίαν, ἔπρεπε νὰ συζητηθῶσιν αὐτοτελῶς. Τώρα ἐξ αὐτῶν δύνανται νὰ ἐπέλθωσι δύο συνέπειαι, ἡ μία εἶναι, ὅτι θὰ ἦσαν ἀντισυνταγματικοὶ οἱ νόμοι, οἵτινες θὰ ἔβαλλον καταδήλως κατὰ τῆς ἐργασίας καὶ τῆς ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς ἐξυψώσεως τῶν ἐργαζομένων καὶ κατὰ τοῦ γάμου, περιπτώσεις ὅλως ἀπίθανοι, ἡ δὲ ἔκδοσις τοιούτων, π.χ. ἀναγκαστικῶν νόμων, θὰ ἐξέθετε τοὺς Ὑπουργοὺς διὰ παράβασιν τοῦ Συντάγματος ἡ δευτέρα, καθαρῶς ἑρμηνευτική, ὅτι ἐν τοῖς ἀμφιβόλοις θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπικρατῇ ἡ ἐκδοχὴ ἡ εὐνοοῦσα τὴν ἐργασίαν, τοὺς ἐργαζομένους καὶ τὸν γάμον, ὅπερ καὶ πρέπει νὰ συμβαίνῃ καὶ ἐκ τοῦ κρατοῦντος δικαίου. Κατὰ ταῦτα ἢ πρέπει νὰ καταστήσωμεν τὰς διατάξεις οὐσιαστικὰς δι’ αὐτοτελοῦς συζητήσεως ἢ ψηφίζοντες ταύτας δὲν πρέπει νὰ νομίζωμεν, ὅτι εἰσήγομεν νέας καὶ ἀξιολόγους διατάξεις. Ἐπὶ παραδείγματι οὐσιαστικὴ θὰ ἦτο ἡ διάταξις, ὅτι τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ στεγάσῃ ἐργαζομένους πράγματι ἔχοντας πολυμελεῖς οἰκογενείας. Τὸ ἄρθρον 88 περὶ τῆς συλλογικῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν διὰ τὴν γενικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἀτομικῆς δὲ διὰ τὰς πράξεις τῆς ἁρμοδιότητος ἑκάστου εἶναι ἀπαράδεκτον μετὰ τῶν σχετικῶν ἄρθρων 76, 98 καὶ 102, ἅτινα εἰσάγουσι τὸ σύστημα τῆς λεγομένης Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως. Οἱ κανόνες τῆς Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως στηρίζονται ἐπὶ μακρᾶς παραδόσεως, εἶναι κατ’ ἐξοχὴν λεπτοί, ἐξελίσσονται καὶ κέκτηνται ὑπέρτατον κῦρος. Διὰ τὴν προτεινομένην διάταξιν τῶν τασσομένων προθεσμιῶν καὶ τῆς περιπτωσιολογίας πᾶσαι αἱ ἀρεταὶ τῆς ἐφαρμοζομένης Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως ὑφίστανται ἀστόχους καὶ ἐπικινδύνους παρεμβολάς. Ἀπόδειξις ἡ προτεινομένη διάταξις τοῦ ἄρθρου 88. Αὕτη δύναται νὰ παρερμηνευθῇ ὡς λογικῶς ἀποκλείουσα συλλογικὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τῶν πράξεων ἑνὸς Ὑπουργοῦ. Ἐν ᾧ, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, ἐκ τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργοῦ δύναται νὰ προκύψῃ βαρυτάτη εὐθύνη τοῦ κυβερνῶντος Κόμματος, διότι τοιοῦτον Ὑπουργὸν ἐξέλεξε, καίτοι δὲν πρόκειται περίπτωσις ἀσκήσεως γενικῆς πολιτικῆς. Ἐν ἄρθρῳ 92 καὶ 117 ἐδ. 1 ὁρίζεται, ὅτι τὰ ἀσυμβίβαστα τοῦ ἄρθρου Χ τοῦ ἀφορῶντος τοὺς βουλευτάς, ἐπεκτείνονται καὶ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς ἐμμίσθους δημοσίους ὑπαλλήλους. Βεβαίως δύνανται νὰ ἐπεκταθῶσι καὶ ἐπ’ αὐτῶν τὰ ἀσυμβίβαστα τὰ ἰσχύοντα περὶ τῶν βουλευτῶν. Ἀλλὰ δὲν νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ποῖα ταῦτα; Καὶ διατί νὰ ψηφίζωμεν ἀπὸ τοῦ νῦν διατάξεις, αἵτινες μόνον θὰ ἠδύναντο νὰ παραγάγωσι τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι πολλὰ ἄρθρα ψηφίζομεν, ἐν ᾧ ἐν τῇ οὐσίᾳ οὐδὲν γίνεται, ἀφ’ οὗ ψηφιζομένης ἐν καιρῷ τῆς περὶ ἀσυμβιβάστου ἐπὶ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος διατάξεως, θὰ ἤρκει ἡ φράσις ὅτι τὰ ἀσυμβίβαστα ἰσχύουσι καὶ ὡς πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ ἐμμίσθους δημοσίους ὑπαλλήλους. Τὸ προτεινόμενον ἄρθρον 108 χρήζει αὐτοτελοῦς διερευνήσεως. Ὡραία εἶναι ἡ ἐν αὐτῷ διατύπωσις ὅτι τὸ Κράτος ὀργανοῦται κατὰ τρόπον, ὥσστε ἡ κρατικὴ ἐξουσία νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον προσιτὴ εἰς τοὺς πολίτας, ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ αὕτη ἐν τῇ πράξει ὑπονομεύεται. Ὡς ὀρθῶς παρετηρήθη, ὅταν οἱ Νομάρχαι, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὸν ὀφθαλμὸν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν ἐκτελεστὴν τοῦ κυβερνητικοῦ προγράμματος, δὲν συμφωνοῦσι πρὸς τὸ κυβερνητικὸν πρόγραμμα, τότε ἢ ἑκόντες ἢ ἄκοντες θὰ ἀντιδρῶσι πρὸς αὐτό. Καὶ οὕτως ἀντὶ ἡ κρατικὴ ἐξουσία νὰ εἶναι προσιτὴ εἰς τοὺς πολίτας, παρεμβάλλονται ἐμπόδια καὶ παρεμποδίζεται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος τῆς Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως πρέπει νὰ ὁρίζωνται γενικὰ προσόντα τῶν Νομαρχῶν, ὥστε τὸ κυβερνῶν Κόμμα νὰ ἐπιλέγῃ τοὺς ἀρίστους, ὡς προσήκει νὰ πράττῃ ἂν εἶναι πολιτικὸν Κόμμα πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ Ἔθνους καὶ οὐχὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς συναλλαγῆς, ὅτε δὲν εἶναι πολιτικὸν Κόμμα, ἀλλὰ πολιτικὴ φατρία, κατὰ τῆς ὁποίας τὸν λόγον ἔχει ὁ λαός. Εἰς τὸ ἄρθρον ὅμως 108 περιέχεται καὶ μία ἐπικίνδυνος διάταξις. Εἶναι δὲ αὕτη «αἱ κεντρικαὶ ὑπηρεσίαι πρέπει νὰ ἔχωσι μόνον τὴν γενικὴν διεύθυνσιν καὶ ἐποπτείαν». Διὰ τῆς διατάξεως στεροῦμεν τὰς κεντρικὰς ὑπηρεσίας τῆς δικαιοδοσίας πρὸς ἀπόφασιν. Ἀλλ’ εἶναι πρόδηλον, ὅτι πλεῖστα θέματα περιφερειακὰ μεγάλης σπουδαιότητος μόνον ὑπὸ τῶν κεντρικῶν ὑπηρεσιῶν κεκτημένων τὰς πρὸς τοῦτο δυνατότητας προσήκει νὰ ἀποφασίζωνται. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρ. 117 ἐδ. 2 ἥτις σκοπεῖ νὰ περιορίσῃ τὰς μηνιαίας προσθέτους ἀμοιβὰς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἕνεκα παροχῆς ὑπηρεσιῶν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ μέχρι τοῦ συνόλου τοῦ ὀργανικοῦ μισθοῦ αὐτῶν, ἔχει θέσιν ἐν τῷ ὑπαλληλικῷ κώδικι, ἀλλὰ καὶ πάλιν οὐχί, ὡς διατυποῦται. Ἀληθῶς πρέπει νὰ ἀπαγορευθῇ ἡ ἀδικαιολόγητος μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων διάκρισις ἐν ταῖς ἀποδοχαῖς, ὅταν μάλιστα αὗται λαμβάνωνται ὑπὸ τὸ πρόσχημα παρεχομένων τάχα ὑπηρεσιῶν. Πολλαὶ δὲ ἀληθῶς καταχρήσεις γίνονται διὰ τῆς συστάσεως ἀσκόπων Ἐπιτροπῶν, ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ περιπτώσεις, καθ’ ἃς τὸ Κράτος ἔχει ἀνάγκην τῆς παροχῆς ἐπιστημονικῶν καὶ τεχνικῶν ὑπηρεσιῶν, ὅτε καὶ οὐσιαστικαὶ καὶ ἐπίπονοι ἀπαιτοῦνται προσπάθειαι εἰδικῶν ὑπαλλήλων, ὡς προκειμένου περὶ συντάξεως κωδίκων ἢ μελέτης ἀξιολόγων θεμάτων. Διὰ τὰς περιπτώσεις ταύτας ἐνδείκνυνται ἐξαιρέσεις, ἵνα μὴ τὸ Κράτος εὑρεθῇ εἰς ἀδυναμίαν πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν διαφόρων προβλημάτων ἐπὶ βλάβῃ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ. Ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου, ἵνα πλήξῃ τὰς καταχρήσεις ἀποκλείει καὶ τὰς δεδικαιολογημένας περιπτώσεις τῶν μειζόνων ἀποδοχῶν δι’ ἀξιολόγους προσθέτους ὑπηρεσίας. Συνελόντ’ εἰπεῖν προτείνομεν ν’ ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον 2, διότι αἱ ἐν αὐτῷ διατάξεις αἱ ἑτεροειδεῖς ἢ εἶναι ἀλυσιτελεῖς ὡς διατυποῦνται ἢ ἄγουσιν εἰς ἄτοπα καὶ εἰσάγουσιν ἐπικίνδυνα καὶ χρήζουσιν νέας αὐτοτελοῦς διερευνήσεως. (Χειροκροτήματα).
§24Κ. ΔΗΛΑΒΕΡΗΣ. Ὅταν ὡμιλήσατε περὶ τοῦ ἄρθρου 22 τὸ ἐχαρακτηρίσατε ὡς μίαν ὑποχρέωσιν, ἐπιβαλλομένην εἰς τὸ Κράτος, νὰ προστατεύῃ τὴν ἐργασίαν καὶ νὰ τὴν προστατεύῃ δεόντως ὑπὲρ τῶν ἐργαζομένων μαζῶν καὶ ὡμιλήσατε ὀρθῶς περὶ τοῦ ζητήματος, ἂν ὑπάρχουν ἢ δὲν ὑπάρχουν κυρώσεις, ὡς πρὸς τὸ θέμα αὐτό. Νομίζω ὅτι παρείδατε μίαν ἄλλην οὐσιώδη πλευρὰν τοῦ ἄρθρου 22. Δὲν τὸ ἐπραγματεύθητε ὡς ὑποχρέωσιν ἐπιβαλλομένην εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαόν, νὰ ὑποτάσσεται εἰς τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους, ὑποχρέωσιν διὰ τὴν ὁποίαν ἄπειραι θὰ εἶναι αἱ κυρώσεις, τὰς ὁποίας ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία καὶ ἡ Νομοθετικὴ θὰ ἐπιβάλλουν εἰς τὸν ἰδιώτην ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος, δὲν θὰ θέλῃ νὰ ὑποταχθῇ, εἰς τὴν προστασίαν, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει τὸ Κράτος, ἔστω καὶ ἂν δὲν εἶναι σκόπιμος ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν. Πρόκειται περὶ δεσμεύσεως τοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία δὲν ἔχει θέσιν εἰς ἑλληνικὰ Συντάγματα, ἀλλὰ ἀνήκει εἰς ὁλοκληρωτικὰ Κράτη.
§25Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπωφεληθεὶς τῆς τυχαίας, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παρουσίας τῶν ἀρχηγῶν τῶν δύο μειζόνων ἐν τῇ Κυβερνήσει Κομμάτων, διὰ νὰ ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα, ἂν ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται σοβαρῶς νὰ ψηφίσῃ Σύνταγμα ἢ ὄχι.
§26ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι ἐδῶ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων.
§27Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὅταν ἐζήτησα τὸν λόγον, ἦσαν παρόντες, δυστυχῶς ὅμως ἐξῆλθον τῆς αἰθούσης, καὶ θὰ παρεκάλουν ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ γίνῃ φορεὺς κατ’ ἀνάγκην — καὶ διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὸν νομικὸν ὅρον — «ἄγγελος» αὐτῶν, τὰ ὁποῖα θὰ εἴπω πρὸς τοὺς συναδέλφους του ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ ἰδίως πρὸς τοὺς ἐν τῇ Κυβερνήσει ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων. Ὅπως ἐνθυμεῖσθε, κατὰ μίαν ἐκ τῶν πρώτων συνεδριάσεων τοῦ Σώματος, ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος καί, ἐν διαλογικῇ συζητήσει, μεταξὺ τῶν ἀρχηγῶν τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει Κομμάτων, τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀξιωματικῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐμοῦ ὁ ὁποῖος ἤμην ἐπὶ τοῦ βήματος, κατελήξαμεν εἰς τὴν σκέψιν, νὰ γίνῃ μία προσπάθεια, νὰ ψηφισθοῦν ἐν σώματι ὡρισμένα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, ἐκκαθαρισθῇ οὕτω τὸ ἔδαφος καὶ ἀπομονωθοῦν τὰ ἄλλα ἄρθρα πρὸς λεπτομερεστέραν αὐτῶν συζήτησιν καὶ ψήφισιν. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς κοινῆς σκέψεως, ἐγένετο ἡ προσπάθεια, ἡ ὁποία περιέχεται εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος. Αὐτὸ βεβαίως προϋποθέτει ὅτι τὰ ἐν τῇ Κυβερνήσει Κόμματα θὰ ἤσκουν ποιάν τινα ἐπιρροὴν ἐπὶ τῶν ὀπαδῶν των, ὥστε αἱ συζητήσεις αὗται νὰ δώσουν τὸ ἐξ αὐτῶν προσδοκώμενον ἀποτέλεσμα. Προϋποθέτει, δηλαδή, ὅτι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει Κομμάτων θὰ ἐκάλουν τοὺς φίλους των καὶ θὰ συνεννοοῦντο μετ’ αὐτῶν, ἵνα ἀσκηθῇ μία περιωρισμένη χρῆσις τοῦ δικαιώματος τοῦ λόγου, θὰ τοὺς ἔδιδον μίαν κατεύθυνσιν ἐπὶ τῶν σκέψεων, αἱ ὁποῖαι κατευθύνουν, ἢ ὑποτίθεται ὅτι κατευθύνουν, τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν κατευθύνσεων θὰ ἐλειτούργει τὸ Σῶμα. Ἔχομεν ὅμως ἕως σήμερον 4 ἕως 5 συνεδριάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἀσχολούμεθα μὲ τὸ σχέδιον αὐτὸ ψηφίσματος, ἐνῷ ὑπετίθετο ὅτι ἐντὸς 2–3 τὸ πολὺ συνεδριάσεων θὰ κατωρθοῦτο νὰ ψηφισθῇ αὐτὸ τὸ σχέδιον ψηφίσματος διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ψήφισιν μιᾶς 80δος περίπου ἄρθρων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν γνώμην τῆς μερίδος ἐκείνης τοῦ Σώματος, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖ τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, δὲν ἦσαν διατάξεις προκαλοῦσαι σοβαρὰν συζήτησιν, ὥστε νὰ χρειάζεται νὰ ἀπασχοληθῇ τὸ Σῶμα ἐπὶ τόσας ἡμέρας. Ἀλλ’ ἂν ἐξακολουθήσῃ αὐτὸς ὁ ρυθμός, τότε πραγματικῶς τὸ σχέδιον αὐτὸ ψηφίσματος ἦτο περιττόν, διότι γίνεται ἡ ἰδία συζήτησις, ἡ ὁποία θὰ ἐγένετο ἐὰν ἕκαστον ἄρθρον συνεζητεῖτο χωριστά. Καὶ ἐρωτῶ τότε, ποίαν ἀξίαν ἔχει ὅλη αὐτὴ ἡ συμφωνία, ἡ ὁποία ἐγένετο μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει ἀρχηγῶν καὶ διὰ ποῖον λόγον ἐκάμαμεν αὐτὴν τὴν προσπάθειαν καὶ δὲν ἀφίναμεν νὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ ἴδιος ρυθμὸς ποὺ ἤρχισε τὸν Αὔγουστον καὶ θὰ ἐτελείωνε τὸ 2000 μ.Χ.; Κύριοι, δὲν νομίζω ὅτι τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἐπεξειργάσθη ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος ἢ κάν, ἀκόμη ὀλιγώτερον τὰ ἄρθρα τὰ περιεχόμενα ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν σχεδίῳ ψηφίσματος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος, εἶναι ἔργον τέλειον, δὲν νομίζω κἂν ὅτι εἶναι ἀπολύτως συγχρονισμένον, ὅτι ἐκπροσωπεῖ, δηλαδή, ἢ δικαιοῦται νὰ ἐκπροσωπῇ τὰς ἀπόψεις μιᾶς χώρας, ἡ ὁποία ἐξῆλθε ἀπὸ ἕνα παγκόσμιον πόλεμον. Ἐὰν ἀναγνώσητε ἄλλα Συντάγματα, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν μετὰ τὸν πόλεμον αὐτὸν καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν οὔτε Κομμουνιστικά, οὔτε Σοσιαλιστικά, ὅπως ἐκεῖνο τὸ ἐπικατάρατον Σύνταγμα τῆς Βαϊμάρης, τὸ ὁποῖον δὲν ἠθέλαμεν νὰ τὸ ἀκούσωμεν, ἀλλ’ ἐπὶ παραδείγματι ὅπως τὸ Σύνταγμα τὸ Ἰταλικόν, ὅπου ἡ πλειοψηφία ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸ Χριστιανικὸν Δημοκρατικὸν Κόμμα, τοῦ σημερινοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἰταλίας κ. Ντὲ Γκάσπερι καὶ συγκρίνετε τὸ Σύνταγμα αὐτὸ μὲ τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, θὰ ἴδετε πόσον ὀπισθοδρομικοὶ εἴμεθα ἡμεῖς ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἄλλας χώρας. Δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴμεθα ὑπερήφανοι δι’ οἱονδήποτε ἔργον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ καταστήσωμεν Σύνταγμα, λόγῳ τῶν ἀτυχῶν συνθηκῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρξαν οἱ δημιουργοὶ τῆς παρούσης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Θὰ πρέπει, ἐν τούτοις, ἡμεῖς τουλάχιστον νὰ κάμωμεν μίαν προσπάθειαν διὰ νὰ εὕρωμεν μίαν συμβιβαστικὴν λύσιν. Θὰ πρέπει ἀκόμη νὰ σκεφθῶμεν σοβαρῶς, ἂν θέλωμεν ἢ δὲν θέλωμεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν νὰ ἔχωμεν κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Συζητοῦμεν π.χ. περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὡς ὁρίζει τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ μὲ τὸν ρυθμὸν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, μὲ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν, φαντάζεσθε πόσους μῆνας θὰ ἔπρεπε νὰ ἀσχοληθῶμεν διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅταν δὲν κατορθώνωμεν νὰ ψηφίσωμεν 15 ἄρθρα ἐντὸς ὀλίγων συνεδριάσεων; Ἡμεῖς οἱ ἴδιοι, κύριοι, γινόμεθα οἱ νεκροθάπται τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ πρὸ παντὸς οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀντελήφθησαν ἀκόμη τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον διατρέχει ἡ κοινοβουλευτικὴ δημοκρατία, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ αὐτὸς ὁ ρυθμὸς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Ἐφιστῶ ἐπὶ τούτῳ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῶν συναδέλφων του καὶ νὰ ἔλθῃ ἐδῶ νὰ μᾶς εἴπῃ: Πρῶτον, σκέπτονται σοβαρῶς νὰ ψηφισθῇ Σύνταγμα, δεύτερον σκέπτονται σοβαρῶς νὰ σεβασθοῦν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἢ θέλουν νὰ ἔχουν εἰς βάρος των μεταξὺ ἄλλων καὶ τὴν εὐθύνην ὅτι οἱ ἴδιοι κατερράκωσαν τὸν κοινοβουλευτισμόν. Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ αὐτὸς ὁ τρόπος τῆς ἐργασίας, κύριοι βουλευταί, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι θὰ καταρρεύσῃ τὸ οἰκοδόμημα αὐτὸ τὸ κοινοβουλευτικόν, ἀπὸ τὸ ὁποῖον καθ’ ἑκάστην πίπτει καὶ ἕνας λίθος, θὰ ἔλθῃ μιὰ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν χωρὶς νὰ τὸ ἀντιληφθῶμεν θὰ καταρρεύσῃ καὶ θὰ μᾶς πλακώσῃ. Λοιπόν, κάμνω ἔκκλησιν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς ἕνα ἕκαστον ἐξ ὑμῶν. Εἶπον ὅτι τὸ σχέδιον ψηφίσματος κάθε ἄλλο παρὰ εἶναι τέλειον καὶ συγχρονισμένον, εἶναι ἔργον ἀνάγκης, σκληρῆς ἀνάγκης καὶ ὑποταγῆς εἰς τὴν πραγματικότητα τὴν προκύπτουσαν ἀπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐξελέγη ἡ Δʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. Ἐὰν ἀρχίσωμεν δι’ ἕκαστον ἄρθρον νὰ ζητοῦμεν τὴν τελείαν διατύπωσιν, νὰ ζητοῦμεν τὴν ἀκριβεστέραν διατύπωσιν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ. Θὰ πρέπει, ὅπως εἶπον εἰσηγούμενος, τὸ σχέδιον ψηφίσματος ἐνώπιον τοῦ Σώματος, ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ κάμῃ ἐκείνας τὰς συγκαταβάσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμαν καὶ τὰ μέλη τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ὅταν ἐψηφίσθη τὸ σχέδιον αὐτό. Σᾶς βεβαιώνω ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον θὰ ἐντρεπόμην νὰ ψηφίσω ὡρισμένας διατάξεις σήμερον ἢ νὰ παραλείψω ὡρισμένας διατάξεις, ἀλλ’ ὅταν ἔχῃ κανεὶς νὰ κάμῃ μὲ μίαν ὡρισμένην πραγματικότητα, τὴν ὁποίαν δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀγνοήσῃ, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ κάμῃ συγκαταβάσεις καὶ συμβιβασμούς. Καὶ τοιοῦτον ἔργον εἶναι τὸ σχέδιον αὐτὸ ψηφίσματος. Μὴ ζητῆτε τὸ τέλειον, μὴ κάμνετε τροπολογίας ἐὰν θέλετε νὰ ἐπιβιώσωμεν ὡς Κοινοβουλευτισμὸς καὶ Δημοκρατία. Ἐὰν δὲν θέλετε, τότε κάμνετε ἑκατὸν τροπολογίας ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἄρθρων διὰ νὰ μὴ τελειώσωμεν ποτέ, ἀλλὰ τότε θὰ ἔχετε τὴν εὐθύνην, ἀπέναντι τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἷς ἕκαστος ἐξ ὑμῶν, ὅτι σεῖς οἱ ἴδιοι προεκαλέσατε τὴν περιφρόνησιν πρὸς τὸ πολίτευμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἰσχυρίζεσθε ὅτι πιστεύετε. Θὰ ἤθελα νὰ εἴπω δύο λέξεις ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 2. Τί εἶναι αὐταὶ αἱ διατάξεις αἱ ὁποῖαι προκαλοῦν ὅλον αὑτὸν τὸν σάλον; Εἶναι ἄρθρα τὰ ὁποῖα ἴσχυσαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 διὰ μίαν περίπου δεκαετίαν, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο ἀποδεκτὰ ἀπὸ τὴν κοινὴν τοῦ Ἔθνους συνείδησιν καὶ ἐν τούτοις ἐπὶ τῶν ἄρθρων αὐτῶν θέλομεν νὰ συζητήσωμεν. Κύριοι, τὸ ἄρθρον 22 εἶναι τὸ πενιχρότερον τῶν ἄρθρων τὸ ὁποῖον ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ μετὰ τὸν παγκόσμιον πόλεμον. Ἔχομεν τὸ Ἰταλικὸν Σύνταγμα τοῦ Χριστιανικοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος. Ἀρχίζει ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 1ον. Ἡ Ἰταλία εἶναι Δημοκρατικὴ Δημοκρατία (ἀτυχῶς ἑλληνιστὶ παρουσιάζεται αὐτὴ ἡ δυσχέρεια τῆς διὰ μιᾶς λέξεως ἀποδόσεως τῶν ὅρων repubblica democratica) θεμελιουμένη ἐπὶ τῆς ἐργασίας». Εἰς τὸ ἄρθρον πρῶτον, τοῦ Συντάγματός του, θεωρεῖ ἀναγκαῖον ὁ ἰταλικὸς λαός, προτοῦ διακηρύξῃ κἂν τὴν κυριαρχίαν τοῦ λαοῦ, νὰ ὁρίσῃ ὅτι ἡ πολιτεία βασίζεται ἐπὶ τῆς ἐργασίας. Ἀκολουθεῖ τὸ ἄρθρον 4ον τὸ ὁποῖον λέγει: «Ἡ Δημοκρατία ἀναγνωρίζει εἰς ὅλους τοὺς πολίτας τὸ δικαίωμα πρὸς ἐργασίαν καὶ προάγει τοὺς ὅρους, οἱ ὁποῖοι καθιστοῦν ἀποτελεσματικὸν τὸ τοιοῦτον δικαίωμα. Πᾶς πολίτης ἔχει τὸ καθῆκον νὰ ἀσκῇ ἀναλόγως τῆς ἱκανότητός του καὶ τῆς ἐκλογῆς του, δρᾶσιν ἢ ἐπάγγελμα συντελοῦν εἰς τὴν ὑλικὴν καὶ πνευματικὴν πρόοδον τῆς κοινωνίας». Τί εἶναι αὐταὶ αἱ διατάξεις, εἶπεν ὁ προλογήσας κ. συνάδελφος; Δὲν εἶναι βεβαίως κανόνες δικαίου ὅλαι αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις, δὲν εἶναι πάντοτε κανόνες δικαίου. Ὅταν τὸ πρῶτον ἔγινεν ἡ διακήρυξις τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ πολίτου, ἠθέλησε νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν σκέψιν ἑνὸς ἔθνους ἔπειτα ἀπὸ ἕνα κλυδωνισμόν. Αὐτοὶ εἶναι, κύριοι, οἱ σκοποὶ ἑνὸς Συντάγματος. Εἶναι νὰ δίδουν τὸ πνεῦμα μιᾶς ἐποχῆς ποὺ ἐκπροσωποῦν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Τὸ Ἰταλικὸν Σύνταγμα δὲν ἠρκέσθη εἰς τὰς δύο ἐκείνας διατάξεις, ἔχει μίαν δεκάδα ἄρθρων ἀφιερωμένων εἰς τὰ τῆς ἐργασίας καὶ ἡμεῖς ἐδῶ συζητοῦμεν ἂν θὰ θέσωμεν αὐτὸ τὸ ἄρθρον καὶ αὐτὸ τὸ εὑρίσκομεν περιττόν. Θὰ εἶναι, κύριοι, στίγμα διὰ τὴν Δʹ ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, νὰ ἐξέλθῃ ἐξ αὐτῆς Σύνταγμα μὴ περιέχον οὔτε μίαν λέξιν περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐργασίας (χειροκροτήματα). Ἔρχεται τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ἄρθρου 24 τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ τοῦ γάμου ὡς θεμελίου τοῦ οἰκογενειακοῦ βίου. Εἶναι καὶ αὐτὸ ἄρθρον ἐξαιρετικῶς πενιχρόν. Σᾶς ἀναφέρω πάλιν τὸ Ἰταλικὸν Σύνταγμα. Ἔχει ὁλόκληρον τίτλον περὶ τῶν ἠθικοκοινωνικῶν σχέσεων, ἐν τῷ ὁποίῳ τρία ἄρθρα ἀναφέρονται εἰς τὴν οἰκογένειαν. Λέγει τὸ ἄρθρον 29: «Ἡ Δημοκρατία ἀναγνωρίζει τὰ δικαιώματα τῆς οἰκογενείας ὡς φυσικῆς κοινωνίας, θεμελιωμένης ἐπὶ τοῦ γάμου. Ὁ γάμος βασίζεται ἐπὶ τῆς ἠθικῆς καὶ νομικῆς ἰσότητος τῶν συζύγων, μὲ τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου καθοριζόμενα ὅρια πρὸς κατοχύρωσιν τῆς οἰκογενειακῆς ἑνότητος». Ἀκολουθεῖ ἄρθρον εἰδικὸν περὶ τῶν καθηκόντων τῶν γονέων ἔναντι τῶν τέκνων των καὶ περὶ τοῦ πῶς ἀνατρέφονται τὰ τέκνα ἐν περιπτώσει ἀνικανότητος τῶν γονέων, ὡς καὶ περὶ τῶν ἐξωγάμων τέκνων. Τὸ ἄρθρον 31 ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν οἰκονομικῶν μέσων πρὸς σχηματισμὸν οἰκογενείας καὶ τῆς προστασίας τῆς πολυτεκνίας. Καὶ ἀκολουθεῖ ἕτερον ἄρθρον περὶ ὑγείας. Ὅταν, κύριοι, ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας αὐτὰ τὰ πρότυπα τὰ σύγχρονα, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἄξιον τῶν περιστάσεων τὸ νὰ συζητοῦμεν ἐὰν αὐτὰ τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 θὰ ἐξακολουθήσουν ἰσχύοντα καὶ σήμερον ἢ ὄχι.
§28Θ. ΚΩΗΣ. Νὰ γίνουν οὐσιαστικὰ ἐζητήσαμεν.
§29Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Εἶπον, κ. κ. συνάδελφοι, καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν, ὅτι ἡ ἐπιθυμία σας διὰ τὸ καλύτερον, κινδυνεύει νὰ χαντακώσῃ τὸ καλόν. Μὴ ζητᾶτε, κύριοι, ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας καὶ ὑπὸ τὴν πεῖραν τοῦ τρόπου τῶν μέχρι τοῦδε ἐργασιῶν τοῦ Σώματος τούτου, μὴ ζητᾶτε διατάξεις τελείας, διότι δὲν θὰ κάμετε τίποτε. Ἂς ἀρκεσθῶμεν εἰς τὸν συμβιβασμόν, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα. Μὴ θελήσετε μὲ τὰς ὡραιοτάτας κατὰ τὰ ἄλλα τροπολογίας σας νὰ καταστήσετε τὰς συζητήσεις ἀτέρμονας. Ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 88, κύριοι, τοῦτο, χωρὶς ν’ ἀποκλείῃ τὴν γενικωτέραν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, ἀτομικεύει τὰς εὐθύνας ἑνὸς ἑκάστου Ὑπουργοῦ διὰ τὰς πράξεις τῆς ἁρμοδιότητός του. Δὲν σημαίνει ὅτι παύει νὰ ὑπάρχῃ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως ἐὰν εἷς Ὑπουργὸς κάμῃ μίαν βαρεῖαν παράβασιν καὶ ἐπικριθῇ ἡ Κυβέρνησις διότι διατηρεῖ τὸν Ὑπουργὸν εἰς τὴν θέσιν του.
§30Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἡ εὐθύνη ἡ πολιτικὴ εἶναι ἀλληλέγγυος. Ἐὰν ἕνας Ὑπουργὸς διαπράξῃ τὸ παράπτωμα, δύναται νὰ παρασύρῃ ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν.
§31Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κάμνετε λάθος. Ἄλλο τὸ «δύναται» καὶ ἄλλο τὸ «γίνεται πάντοτε». Τὸ κανονικὸν εἶναι δι’ ὡρισμένην παράβασιν τοῦ Ὑπουργοῦ, νὰ εὐθύνεται μόνον ὁ Ὑπουργός.
§32Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Πολὺ ὀρθῶς. Αὐτὸ εἶναι συνάρτησις, ἀναλόγως τοῦ μεγέθους, τῆς σοβαρότητος καὶ τῆς ἐκτάσεως τῆς παραβάσεως.
§33Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τὸ ἄρθρον 88 ἐξαίρει τὴν ἀτομικὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν καθηκόντων του, χωρὶς νὰ ἀποκλείῃ τὴν γενικὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν πρᾶξιν αὐτήν. Ἑπομένως μία σοβαρωτάτη παράβασις Ὑπουργοῦ, ἡ ὁποία θίγει τὴν γενικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, περιλαμβάνεται εἰς τὸ πρῶτον ἐδάφιον.
§34Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὅπως εἶναι διατυπωμένον τὸ ἄρθρον «πάντες οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου ὑπεύθυνοι κλπ., ἕκαστος δὲ ἐξ αὐτῶν ἰδιαιτέρως...» — αὐτὸ τὸ «ἰδιαιτέρως» δίδει τὴν ἐντύπωσιν τῆς ἐξατομικεύσεως τῶν κυβερνητικῶν εὐθυνῶν. Δι’ αὐτὸ ἴσως θὰ ἐχρειάζετο μία σαφεστέρα διατύπωσις.
§35Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὅλα τὰ Συντάγματα ἔχουν ἀμφιβόλους διατάξεις, τὰς ὁποίας ἑρμηνεύομεν προσφεύγοντες εἰς τὰ Πρακτικὰ τῶν Συνελεύσεων κλπ., ἐκ τῶν ὁποίων ἐξάγομεν τὰ συμπεράσματά μας, ἑπομένως τὰ ἤδη λεγόμενα θὰ χρησιμοποιηθοῦν διὰ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται τώρα περὶ αὐτοῦ. Ἐὰν θέλετε διὰ κάθε διάταξιν, ἡ ὁποία εἶναι παλαιά, προϋπάρχουσα, ἰσχύσασα ἐπὶ μακρόν, νὰ κάμωμεν μίαν καλυτέραν διατύπωσιν καὶ νὰ συζητοῦμεν ἐπὶ μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν δι’ αὐτήν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν πρόκειται νὰ τελειώσωμεν ποτέ. Ἀρκεῖ, νομίζω, ὅτι διατυποῦμεν τὰς γνώμας μας κατὰ τὴν συζήτησιν. Τοῦτο θὰ ἀποτελέσῃ μελλοντικῶς διὰ τὸν Σαρίπολον, τὸν τρίτον, τὴν πηγὴν ἐκ τῆς ὁποίας θὰ ἀντλήσῃ τὴν ἑρμηνείαν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος.
§36Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Κύριε συνάδελφε, τὰ εἴπατε τόσον ὀρθῶς καὶ εἶναι, πράγματι, ἀκαταμάχητα τὰ ἐπιχειρήματά σας. Ὑπολείπεται ὅμως, κατὰ τὴν γνώμην μου, καὶ ἓν πρᾶγμα ἀκόμη: Πρέπει, κύριοι, νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν ἡ κλεψύδρα. Κακίζομεν τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν ἔρχεται νὰ παρακολουθήσῃ τὰς συνεδριάσεις καὶ νὰ μᾶς ἐμπνέῃ διὰ τῆς παρουσίας της, ἀλλὰ ὀφείλομεν νὰ κακίσωμεν καὶ τὸ ἐλάττωμα αὐτὸ τῆς Βουλῆς: Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν Σύνταγμα, ὅταν ὁμιλοῦν πέντε βουλευταὶ καὶ καταναλίσκουν ὅλας τὰς συνεδριάσεις. Ἂν δὲν τεθῇ, ἐπαναλαμβάνω, εἰς ἐφαρμογὴν ἡ κλεψύδρα, δὲν θὰ ψηφίσωμεν ποτὲ Σύνταγμα.
§37Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τὸ ἄρθρον 92 τί τὸ καινοφανὲς παρουσιάζει; Ἐπεκτείνει ἁπλῶς τὸ ἀσυμβίβαστον ὡς πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ καὶ διὰ τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ Ὑφυπουργοῦ. Ἐγὼ συμφωνῶ μὲ ἐκείνους ἐκ τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν ὅτι κανονικῶς, ἐπὶ κοινοβουλευτικοῦ καθεστῶτος, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποφεύγωνται Ὑπουργοὶ μὴ προερχόμενοι ἐκ τοῦ Σώματος. Ἀλλ’ ὅταν τοῦτο εἶναι ἀναπόφευκτον; Θὰ εἴπητε: δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ εὕρῃ μεταξὺ 300 βουλευτῶν 25 ἀνθρώπους, ὥστε νὰ πάρῃ μόνον ἐξ αὐτῶν; Ἴσως ὅμως ὑπάρχουν κάποτε εἰδικοὶ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους εἶναι τοῦτο ἀναπότρεπτον. Δὲν ἠμπορεῖτε διὰ συνταγματικῆς διατάξεως νὰ τὸ ἀπαγορεύσητε. Ἡ Βουλὴ μόνον θὰ κρίνῃ, ὡς πολιτικὸν Σῶμα, ἐὰν τοῦτο εἶναι δικαιολογημένον ἢ ὄχι. Καί, ἀναμφιβόλως, ἐὰν παρουσιασθῇ πρὸ τοῦ Σώματος μία Κυβέρνησις ἀδικαιολογήτως κοσμουμένη ἀπὸ τοιαῦτα πρόσωπα, ἔχει τοῦτο τὴν δυνατότητα νὰ τὴν ἀποδοκιμάσῃ. Ἐκτὸς αὐτοῦ ἔχομεν τὰς περιπτώσεις σχηματισμοῦ ὑπηρεσιακῶν Κυβερνήσεων μετὰ διάλυσιν τῆς Βουλῆς πρὸς διενέργειαν ἐκλογῶν ἢ σχηματισμὸν Κυβερνήσεως ἐκ τῆς μειοψηφίας, τῆς μὴ μετεχούσης Βουλῆς κατὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ὁπότε κανεὶς δὲν εἶναι βουλευτής. Θὰ εἴπωμεν διὰ τὰς περιπτώσεις αὐτὰς ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἀσυμβίβαστα; Ὅλοι σας ἐνθυμεῖσθε κατὰ τὰς πρώτας συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς μετὰ τὰς ἐκλογὰς πόσαι παραιτήσεις βουλευτῶν ὑπεβλήθησαν ἀπὸ ἔργα ἀσυμβίβαστα, διὰ νὰ διατηρήσουν τὴν βουλευτικὴν ἰδιότητα. Μέλος τῆς Κυβερνήσεως σήμερον ἀνῆκεν εἰς ἐπιχείρησιν, ἡ ὁποία τελεῖ ὑπὸ διάταξιν ἀσυμβιβάστου. Ἐὰν τὸ μέλος τῆς Κυβερνήσεως αὐτό, δὲν εἶναι αὔριον βουλευτὴς καὶ μετέχει εἰς Κυβέρνησιν πολιτικὴν ἐνεργοῦσαν ἐκλογάς, δὲν θὰ πρέπει νὰ εἶναι παρῃτημένον ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀσυμβίβαστον θέσιν; Θὰ εἶναι δυνατὸν π.χ. νὰ ἀσκῇ ἔργα συμβούλου Α. Ε., περιλαμβανόμενα εἰς τὰ ἀσυμβίβαστα τοῦ Συντάγματος; Εἶναι, κύριοι, μία ἁπλουστάτη διάταξις, ἐπὶ τῆς ὁποίας δὲν θὰ ἔπρεπε ν’ ἀκουσθῇ οὐδεὶς ρήτωρ καί, ἐν τούτοις, μᾶς ἀπησχόλησε καὶ προεκάλεσε μακροτάτας συζητήσεις. Καὶ ἔρχεται τὸ ἄρθρον 108, περὶ ἀποκεντρώσεως. Ὑποθέτω, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ ἔτη δὲν συζητοῦμεν τίποτε ἄλλο παρὰ περὶ ἀποκεντρώσεως, ἡ ὁποία ἐνταῦθα ἀνεμίχθη καὶ μὲ τὴν αὐτοδιοίκησιν, ὅπως ἀνεμίχθη καὶ εἰς τὴν κεφαλὴν τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις, καί, ἀκόμη, μὲ τὸ ζήτημα τῶν Νομαρχῶν. Δὲν ὁμιλεῖ περὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων τὸ ἄρθρον 108. Ἐὰν ὡμίλει δὲν θὰ τὸ περιελαμβάνομεν εἰς τὰ ἐκτὸς συζητήσεως, διότι γνωρίζομεν ὅτι ὑπάρχει συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν. Ὑπάρχει ἄλλο ἄρθρον εἰς τὸ σχέδιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀναφερόμενον εἰς τὴν μονιμότητα τῶν Νομαρχῶν, τὸ ὁποῖον θὰ συζητηθῇ μεμονωμένως, διότι, νομίζω, ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ πρέπει ν’ ἀκουσθοῦν αἱ γνῶμαι τῶν μελῶν τοῦ Σώματος ἐν ἐκτάσει. Δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ στιγμὴ διὰ ν’ ἀναπτύξω τὰς γνώμας μου ἐπ’ αὐτοῦ — τὰς ἀνέπτυξα εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Καὶ ἀκολουθεῖ τὸ ἄρθρον 117, τὸ ὁποῖον ἐπεκτείνει τὰ ἀσυμβίβαστα τῶν βουλευτῶν καὶ ἐπὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐπὶ τῆς 1ης παραγράφου αὐτοῦ, νομίζω, ὅτι οὐδεμία θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις. Ὡς πρὸς τὴν 2αν παράγραφον, εἶναι πράγματι ὀρθὴ ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Κώη, ὅτι τὸ ἐδάφιον 2 εἶναι κάπως ξεπερασμένον. Εἶναι ξεπερασμένον διὰ τὸν ἑξῆς λόγον, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ ἐδαφίου 2 τοῦ ἄρθρου 117, εἶχε τεθῆ ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ περιορίσῃ ὡρισμένας καταχρήσεις εἰς τὰ ἐπιμίσθια τῶν ἀνωτάτων δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀλλ’ ὅταν ἐπελήφθημεν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ ὑπαλληλικοῦ Κώδικος, προεβλήθη ἀπὸ ὡρισμένους Ὑπουργοὺς ἡ ἀντίρρησις, ὅτι δὲν θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ἔχωμεν μίαν διάταξιν τόσον ἄκαμπτον ἐν τῷ Συντάγματι, διότι εἶναι ὡρισμέναι θέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουν εἰς τὸν ὑπάλληλον τὴν συμμετοχήν του εἰς ὡρισμένα συμβούλια. Εἶναι δηλαδὴ συμμετοχὴ εἰς συμβούλια ratione officii, λόγῳ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχει ὁ ὑπάλληλος. Καὶ ἐπίσης εἶναι καὶ κάτι ἄλλο. Ὁσονδήποτε καὶ ἂν θελήσῃ κανεὶς νὰ εἶναι ὑπεράγαν αὐστηρός, ὑπάρχουν ὡρισμένα ἀνώτατα ὄργανα τῆς Πολιτείας, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμείβωνται μὲ τὸ ἴδιον μέτρον, μὲ τὸ ὁποῖον θὰ ἀμειφθῇ καὶ ὁ τελευταῖος κλητήρ. Διὰ νὰ ἔχετε ἕνα διακεκριμένον ὑπάλληλον ὡς γενικὸν διευθυντὴν τοῦ Δημοσίου Λογιστικοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν πληρώσετε μὲ ἕνα ἑκατομμύριον. Θὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἕνας τρόπος νὰ τοῦ αὐξήσετε τὰς ἀποδοχάς. Καὶ μετὰ μακρὰν συζήτησιν καὶ καθ’ ὑπόδειξιν τοῦ Ὑπουργοῦ Οἰκονομικῶν, κατελήξαμεν, διότι ἡμεῖς εἰς τὸ ἀρχικὸν σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς ὑπήρξαμεν ἐξ ἴσου φειδωλοί, κατελήξαμεν, λέγω, εἰς τὸ νὰ δεχθῶμεν τὴν ὑπόδειξιν αὐτὴν καὶ ἐθέσαμεν ὡς ὅριον, ὄχι τὸν ὀργανικὸν μισθόν, ἀλλὰ τὰς πλήρεις ἀποδοχάς. Δηλαδὴ νὰ μὴ ὑπερβῇ τὸ διπλάσιον τῶν πλήρων ἀποδοχῶν τοῦ ὑπαλλήλου. Καὶ αὐτὴ ἡ διάταξις ἐτέθη εἰς τὸν ὑπαλληλικὸν κώδικα. Νομίζω, ἑπομένως, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐναρμονίσωμεν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος καὶ τὴν διάταξιν τοῦ ὑπαλληλικοῦ κώδικος καὶ νὰ εἴμεθα κάπως εὐρύτεροι ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐπίσης χωρὶς νὰ χρειάζεται νὰ τεθῇ εἰδικὴ διάταξις ὡς ἁπλῆ ἑρμηνεία πηγάζουσα ἐκ τῶν συζητήσεων δύναται νὰ προκύψῃ ἡ ἄλλη ἄποψις, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀχαΐας, ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀπασχόλησιν ὡρισμένων ὑπαλλήλων εἰς εἰδικά τινα ἔργα. Ὅταν ἀναθέτωμεν εἰς ἕνα καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὸν Ἀστικὸν Κώδικα ἢ τὸν Κώδικα τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἀπασχολεῖται τὰς νυκτερινὰς ὥρας, δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ αὐτὴν τὴν εἰδικὴν ἐργασίαν νὰ τὴν περιλάβωμεν εἰς τὸ ἀνώτατον ὅριον τῶν ἀμοιβῶν τῶν προβλεπομένων ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ προκύπτει σαφῶς ἑρμηνευτικῶς. Δηλαδὴ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἔχει ὑπ’ ὄψιν της τὴν μόνιμον ἀποζημίωσιν καὶ ὄχι τὴν ἔκτακτον ἀποζημίωσιν διὰ μίαν εἰδικὴν ἐργασίαν, ἡ ὁποία ἀπασχολεῖ τὸν ὑπάλληλον ἐξαιρετικῶς.
§38Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Ἐδῶ θὰ ἠμποροῦσε νὰ προκύψῃ μία περιοριστικὴ ἑρμηνεία. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Βʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Γ. Ἀστερίου).
§39Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν εἶναι περιοριστική. Ἐὰν θέλετε δυνάμεθα καὶ ρητῶς νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεδέχεται τὴν ὑπ’ ἐμοῦ δοθεῖσαν ἑρμηνείαν αὐτήν. Διότι αὐταὶ αἱ περιπτώσεις εἶναι τόσον μεμονωμέναι, ὥστε δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ τὰς βάλωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπενοήθησαν αἱ ἑρμηνευτικαὶ δηλώσεις καὶ αἱ ἑρμηνευτικαὶ διατάξεις. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἄποψίς μου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2. Παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸ Σῶμα νὰ καταστείλῃ τὰς ἐξαιρετικῶς καινοτόμους ὁρμὰς μερικῶν ἐκ τῶν μελῶν του, ἐν οἷς καὶ ἐγὼ αὐτός, νὰ καταστείλῃ τὴν προσπάθειαν τῆς πλήρους καὶ ἀρτιωτάτης διατυπώσεως καὶ νὰ ἀντιληφθῇ τὴν κατάστασιν οἵα πράγματι εἶναι, ἐὰν ἐπιθυμῇ νὰ τελειώσωμεν τὸ Σύνταγμα. Διότι τὸ Σύνταγμα σήμερον θὰ ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ προσεγγίζῃ κάπως νεωτέρας τινὰς ἀντιλήψεις. Ἐλέχθη, ὅτι τὸ Σύνταγμα τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι μακρὸν διότι περιέχει 145 ἄρθρα. Τὸ ἰταλικὸν Σύνταγμα περιέχει 139 κυρίους διατάξεις καὶ 18 μεταβατικάς, δηλαδὴ τὸ ὅλον 157. Κανεὶς δὲν εἶπε ὅτι εἶναι ἐξαιρετικῶς μακρόν. Τοὐναντίον, ἡμεῖς εἴμεθα πολὺ σύντομοι, διότι ὡρισμένας κεφαλαιώδεις διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ εἶναι εἰς τὸ Σύνταγμα, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ τὰς περιλάβωμεν ὡς ἐκ τοῦ πνεύματος, τὸ ὁποῖον διέπει τὸ Σῶμα. Παρακαλῶ λοιπὸν πρῶτον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ γίνῃ φορεὺς αὐτῶν τῶν ἀπόψεων παρὰ τοῖς συναδέλφοις του καὶ ἀναμένομεν ὅπως κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν παρίστανται οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐπιβάλουν τὴν πειθαρχίαν εἰς τοὺς ὀπαδούς των. Ἀναμένομεν ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐξωπλισμένον καὶ μὲ τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως, περὶ τοῦ ἐὰν πράγματι προτίθεται νὰ ψηφίσῃ Σύνταγμα. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν μᾶς βοηθήσῃ εἰς τοῦτο, θὰ ἤθελα νὰ κάμω ἔκκλησιν εἰς τὸ ἰδικόν σας αἴσθημα τῆς ἀτομικῆς εὐθύνης. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει νὰ γνωρίζετε ὅτι ἡμεῖς θὰ εἴμεθα μία ἐκ τῶν τελευταίων, ἂν ὄχι ἡ τελευταία ἑλληνικὴ Βουλὴ (χειροκροτήματα).
§40Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς δικαίως ἐπέκρινε τὸν ρυθμὸν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος καὶ ἔστρεψε ὁλόκληρον τὴν ἐπιτίμησίν του κατὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν κατάστασιν τῆς μέχρι τοῦδε πλημμελοῦς προόδου τοῦ ἔργου αὐτοῦ τῆς Βουλῆς. Ἐγώ, βεβαίως, θὰ γίνω φορεὺς τῶν ὅσων μᾶς εἶπε, καὶ εἶναι καθῆκον μου αὐτό, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ μὴ παρατηρήσω ὅτι ἡ εὐθύνη εἶναι καταμερισμένη ἀσφαλῶς καὶ μεταξὺ τῶν ἡγετῶν τῆς Κυβερνήσεως, τῶν ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ καὶ ἑνὸς ἑκάστου ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Σώματος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ ὅτι ἡ εὐθύνη αὐτὴ βαρύνει μόνον τὴν Κυβέρνησιν, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς παρακολουθεῖ προσεκτικώτατα τὰς συζητήσεις καὶ προσπαθεῖ νὰ συμβάλῃ καὶ ὄχι νὰ δυσχεράνῃ τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς. Θὰ παρατηρήσω ὅτι ὁ ἔλεγχος αὐτός, ὁ τόσον ἐντοπισμένος, εἶναι καὶ ἀδικαιολόγητος καὶ ὑπερβολικὸς εἰς δριμύτητα. Ἡ εὐθύνη, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι καταμερισμένη σαφῶς μεταξὺ ἑνὸς ἑκάστου τῶν μελῶν τοῦ Σώματος, διότι ἐλάχιστοι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι παρίστανται κατὰ τὰς συζητήσεις τὰς συνταγματικάς. Ἀποτέλεσμα τούτου εἶναι ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀποτελεσθῇ ἡ πλειοψηφία τῶν 118 βουλευτῶν, ὅσων ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἀπαρτίαν, διὰ τὴν ψήφισιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἔχομεν ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου πολλὰς διατάξεις, διὰ τὰς ὁποίας δὲν ἔγινεν ἡ σχετικὴ ψηφοφορία. Τὸ ἄρθρον 11 εἶναι ἐκ τῶν οὐσιαστικωτέρων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Πρόκειται περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι· εἶναι πλήρως ἐξηντλημένον εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπικαθωρισμένον εἰς τὴν συνείδησιν τῶν κ. κ. βουλευτῶν καὶ ἔχει περαιωθῆ ἡ συζήτησίς του καθὼς καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10. Τόσον δὲ εἶναι τὸ Σῶμα σύμφωνον ἐπ’ αὐτῶν, ὥστε ὁ τέως Πρόεδρος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ κ. Θεοφανόπουλος, νὰ μοῦ κάμῃ τὴν τιμὴν νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον νὰ καταχωρηθῇ ἡ ἀγόρευσίς μου ὁλόκληρος εἰς τὰ πρακτικά, ὡς θέτουσα τὸ ζήτημα σαφῶς. Ἐν τούτοις τὸ θέμα τοῦ ἄρθρου 11 ἐπανῆλθε πρὸ ἡμερῶν ἀκέραιον, καὶ ἀπετέλεσεν ἀντικείμενον σωρείας ὁλοκλήρου νέων τροπολογιῶν.
§41Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Κακῶς ἐπέτρεψε τοῦτο τὸ Προεδρεῖον, διότι ἡ συζήτησις εἶχε τερματισθῆ.
§42Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Κύριε συνάδελφε, ἐγὼ ἐξιστορῶ τὰ πράγματα ὡς ἔχουν καὶ ὑπεραμύνομαι τῆς πραγματικότητος. Λέγω λοιπὸν ὅτι ὅλοι μαζὶ ἔχομεν ἕνα κοινὸν καθῆκον ἐὰν θέλωμεν νὰ δώσωμεν εἰς τὴν χώραν Σύνταγμα. Διότι ἐλέχθη ἐδῶ κατὰ κόρον ὅτι ἐπὶ τῶν συνταγματικῶν ζητημάτων δὲν ὑπάρχει κῦρος, ἢ ἁρμοδιότης τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἔχει κἂν δικαίωμα νὰ καταθέσῃ σχέδιον κυβερνητικόν, καὶ ἐὰν καταθέσῃ τοιοῦτον, θὰ εἶναι τὸ σχέδιον οὐχὶ τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ πάντως σχέδιον μελῶν τοῦ Σώματος. Ἰδοὺ λοιπὸν πόσον ἀληθές εἶναι, ὅτι ἡ εὐθύνη ἐξ ὁλοκλήρου δὲν δύναται νὰ βαρύνῃ τὴν Κυβέρνησιν μόνον, ἀλλὰ παραλλήλως καὶ τοὺς βουλευτὰς ὅλων τῶν Κομμάτων.
§43Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Καὶ πρὸ παντὸς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία προέτεινε νὰ συζητηθοῦν τόσα πολλὰ ἄρθρα.
§44Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Τὸ Προεδρεῖον δὲν ἐφαρμόζει τὸ ψήφισμα περὶ τοῦ τετάρτου.
§45Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικ.). Ἠθέλησα παρακολουθῶν ἀπὸ τὰ ἑδώλια αὐτὰ τὴν συζήτησιν νὰ εἶμαι εὐπρεπής, κατευθύνων ἁπλῶς τὴν συζήτησιν, μὲ πλήρη σεβασμὸν πρὸς τὸ Σῶμα καὶ πρὸς τὰ ἀναφαίρετα αὐτοῦ δικαιώματα ἐπὶ συνταγματικῶν θεμάτων. Ἐλέχθη ἀπὸ συναδέλφους καὶ ἐπαναλαμβάνεται, ὅτι εἴμεθα ζηλότυποι τῶν δικαιωμάτων μας, τῶν ἀναφαιρέτων, τῶν κοινοβουλευτικῶν, ὅταν γίνεται συνταγματικὴ συζήτησις καὶ ἐπὶ τοιούτων θεμάτων δὲν ἀναγνωρίζομεν Κυβέρνησιν. Λοιπὸν παρὰ ταῦτα, ἐδῶ δὲν ἐγένετο ἀπὸ μέρους ἑνὸς ἑνὸς ἑκάστου ἐξ ἡμῶν, ἐπαρκὴς ἐκδήλωσις σεβασμοῦ πρὸς ὡρισμένας ἀρχάς. Ποίας ἀρχάς; Τὸν χρόνον, τὴν ἐπίδρασιν τοῦ χρόνου τῶν ἀγορεύσεων ἐπὶ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Δὲν ἠμπορεῖ καμμία συζήτησις νὰ περατωθῇ, ὅταν συζητοῦμεν ἐκεῖ ποὺ δὲν χωρεῖ συζήτησις. Ἐν τούτοις κατορθώνομεν πᾶν θέμα ἀνεπίδεκτον συζητήσεως νὰ τὸ καταστήσωμεν ἀντικείμενον συζητήσεως. Ἐλέχθη, νὰ ἀποχωρισθοῦν τὰ μὴ πρὸς συζήτησιν ἄρθρα. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἤμην παρών, οὔτε μὲ συνεβουλεύθησαν κατὰ τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην, διότι θὰ ἤμην λίαν ἀντίθετος. Τὸ λέγω ἐκ τῶν ὑστέρων, ἔπρεπε νὰ ἀποχωρισθοῦν ἁπλῶς τὰ πρὸς συζήτησιν τοιαῦτα. Πάντως εὑρίσκεται πρὸ ἡμῶν ὡρισμένον Ψήφισμα, εἰσήλθομεν εἰς τὴν συζήτησίν του, ἐπροχωρήσαμεν καὶ ἔπρεπε νὰ τὴν εἴχαμε περατώσει.
§46Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Τὸ Ψήφισμα αὐτὸ περιπλέκει τὴν κατάστασιν ἀφορήτως, διότι ἐνῷ ἐξεκινήσαμεν ἀπὸ μίαν ἀρχήν, τὴν συντόμευσιν τοῦ χρόνου τῶν συζητήσεων, ἐνεπλέχθημεν εἰς πολὺ μεγαλυτέρας συζητήσεις, ἐνῷ θὰ ἠμπορούσαμεν ἄριστα νὰ πάρωμεν ἕκαστον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν βάσιν καὶ δεκτόν — δεκτόν, αὐτὸ παραλείπεται διὰ νὰ συζητηθῇ καὶ νὰ ἐτελειώναμεν. Μὲ αὐτὸ τὸ ὁποῖον κάνομεν ἐδῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ξέρετε ὅτι θὰ τρομάξωμεν νὰ συναρμολογήσωμεν τὰ ἄρθρα καὶ μεθαύριον ὁ ἑρμηνευτὴς θὰ καταφεύγῃ εἰς χίλια δύο μέσα διὰ νὰ εὑρίσκῃ ἄκρη.
§47Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Τὸ εἶπον ἐδῶ πρὸ ἡμερῶν.
§48Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, κύριοι βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις διὰ ποῖον λόγον δὲν ἔρχεται ἐδῶ. Εἶναι ἕνα ζήτημα τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ. Λέγω τὸ ἑξῆς, κύριοι βουλευταί, οἱ βουλευταὶ εἶναι εἰς τὰς ἐπαρχίας των...
§49Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Εἶναι 200 ἐδῶ.
§50Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἐδῶ.
§51Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Πηγαίνετε εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος νὰ τοὺς εὕρητε.
§52Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Τὸ Σῶμα ἔχει ἀποφασίσει διὰ Ψηφίσματος, νὰ μὴ ἐκτείνεται ἡ συζήτησις πέραν τοῦ ¼ τῆς ὥρας. Βεβαίως, ἐὰν εἶναι μία ἐξαιρετικὴ συζήτησις, ἐὰν πρόκειται περὶ ἑνὸς ἄρθρου σπουδαίου, ὅπως τὸ ἄρθρον περὶ ἰδιοκτησίας, μπορεῖ ἡ συζήτησις νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐντοπισθῇ εἰς 15′ λεπτὰ τῆς ὥρας. Ἀλλὰ ἀνάπτυξις ἀπόψεων ἐπὶ τῶν μέχρι τοῦδε ἐλθόντων πρὸς συζήτησιν ἄρθρων, θὰ ἔπρεπε ἐντὸς πενταλέπτων νὰ εἶχαν περατωθῆ καὶ νὰ εἶχε σχηματισθῆ ἐντύπωσις περὶ τοῦ συνόλου αὐτῶν τῶν ἄρθρων. Ἤκουσα, λαμπρὸν βουλευτήν, ἐξαίρετον νομικόν, νὰ ὁμιλῇ ἀπὸ τὸ βῆμα μίαν ὥραν καὶ πλέον δι’ ἓν ἀσήμαντον ζήτημα. Ἱκετεύω λοιπὸν καὶ παρακαλῶ ὅλους τοὺς συναδέλφους νὰ γίνουν καὶ αὐτοὶ πρὸς τοὺς ὑπολοίπους, ὅπως καὶ ἐγὼ θὰ γίνω φορεὺς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς πυκνοτέρας προσελεύσεως. Τότε μόνον θὰ ψηφίσωμεν καὶ τὸ Ψήφισμα τοῦτο καὶ ἐν συνεχείᾳ τὸ Σύνταγμα, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ ἡ χώρα ὁριστικῶς τὸν Καταστατικόν της Χάρτην.
§53Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον, παρακαλῶ.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐφαρμόσω τὸν Κανονισμόν. Ἐπὶ τοῦ Συντάγματος δὲν ὑπάρχει αὐτὸ τὸ δικαίωμα.
§55Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ ὁμιλήσῃ, κύριε Πρόεδρε.
§56Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἀφήσατε τόσους νὰ ὁμιλήσουν, δὲν μπορεῖ νὰ μὴ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Γονατᾶς.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§58Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ ὁποίου τόσον τὴν ἐργατικότητα καὶ τὴν διαρκῆ παρουσίαν εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος, ἰδίως τῆς ἀναθεωρητικῆς ἐργασίας μας, τιμῶμεν καὶ τὴν συνεχῆ παρακολούθησιν καὶ τὴν ἐνδελεχῆ τοιαύτην τῶν συζητήσεων τιμῶμεν, νομίζω ὅτι κάπως κατηγορηματικῶς εἶχεν τὴν ἔμπνευσιν νὰ θελήσῃ νὰ δικαιολογήσῃ καὶ τὴν ὅλην Κυβέρνησιν ἀπουσιάζουσαν ἐν τῷ συνόλῳ της ἀπὸ τὰς συνεδριάσεις τὰς ἀναθεωρητικάς. Δὲν λέγω, βεβαίως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία κατευθύνει τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ εἶναι τόνος καὶ αὐτὸς καὶ ὡς ἄτομα καὶ ὡς βουλευταὶ καὶ διὰ τῆς παρουσίας καὶ τῶν 25, ὅπως εἶπα, ἠμποροῦσαν νὰ συμβάλλουν πολὺ εἰς τὴν ἀπαρτίαν τοῦ Σώματος. Ἐκτὸς τούτου θὰ ἀπετέλουν καὶ ἓν παράδειγμα ἐν τῷ Σώματι διὰ τῆς παρουσίας των. Ἑπομένως, νομίζω ὅτι καί ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς ἀπουσίας της συμβάλλει εἰς τὴν ἀταξίαν αὐτήν.
§59Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Ἐζήτησα νὰ συμμερισθῶμεν τὰς εὐθύνας, δὲν τὰς ἀπέρριψα.
§60Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐγώ, κύριε Ὑπουργέ, δὲν ἀπηυθύνθην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀπηυθύνθην τετράκις πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει Κομμάτων. Ἀλλὰ καὶ οἱ Ὑπουργοί, διὰ τῆς παρουσίας των, ἀσκοῦν μίαν ἠθικὴν ἐπιρροήν.
§61Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀσκεῖ μίαν ἐπίδρασιν. Δὲν γεννᾶται οὐδεμία ἀμφιβολία. Πρῶτα–πρῶτα, τὴν νομοθετικὴν πρωτοβουλίαν ἔχει αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαγᾶκος ἐμέμφθη τὸ Προεδρεῖον ὅτι εἰσάγει νέας τροπολογίας. Αἱ τροπολογίαι αὗται εἶχον ὑποβληθῆ πρὸ ἔτους. Ὁ κ. Κίνιας παραπονεῖται ὅτι δὲν ἐφαρμόζομεν τὸ Ψήφισμα. Ἠγέρθη συζήτησις καὶ πρὸ ἡμερῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ τὸ Προεδρεῖον εἶπεν ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ Ψηφίσματος ΝΘʹ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθοῦν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ὑπὸ ψήφισιν Ψηφίσματος. Τὸ ΝΘʹ Ψήφισμα εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὴν συζήτησιν ἐπὶ κάθε ἑνὸς χωριστὰ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ἤδη πρόκειται συλλήβδην καὶ ἀθρόως νὰ ψηφισθοῦν 50 ἄρθρα. Δὲν εἶναι δυνατόν, λοιπόν, νὰ περιορίσωμεν τὸν λόγον. Αὐτό, ὅμως, δὲν σημαίνει ὅτι δύνανται οἱ κ. κ. βουλευταὶ νὰ ἀπασχολοῦν ἐπὶ μίαν ὥραν τὴν Βουλήν. Πρέπει, λοιπόν, νὰ αὐτοπεριορισθῶμεν. Ἐπίσης ἔχω νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῶν Ἐθνικοφρόνων, ὅτι τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἔχει πληροφορίας ὅτι ἐν τῇ πρωτευούσῃ διαμένουν αὐτὴν τὴν στιγμὴν 241 βουλευταί, ἐκ τῶν ὁποίων προσέρχονται ὀλίγοι εἰς τὰς συνεδριάσεις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Π. Λυκουρέζος.
§63Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τόσον πιστεύω εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ περαιωθῇ τὸ ταχύτερον ἡ συζήτησις τοῦ Ψηφίσματος, ὥστε καίτοι εἶχον ὡρισμένας σκέψεις νὰ διατυπώσω πρὸς τὸ Σῶμα ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, οὐδ’ ἔλαβον τὸν λόγον οὔτε κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, οὔτε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ πρώτου ἄρθρου, διότι ἐπιθυμία μου εἶναι νὰ συμβάλω τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἔστω καὶ ἀρνητικῶς εἰς τὸ νὰ περαιωθῇ τὸ ταχύτερον ἡ συζήτησις. Διότι εἶναι, κύριοι, ἀπογοητευτικὸν ὅτι εἶναι σήμερον ἡ ἕκτη συνεδρίασις καθ’ ἣν συζητοῦμεν τὸ Ψήφισμα καὶ εὑρισκόμεθα, μάλιστα, ἀκόμη εἰς τὸ ἄρθρον 2. Ἐφθάσαμεν, κύριοι βουλευταί, μετὰ τρία ὁλόκληρα ἔτη, εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εἴχαμεν ἀρχίσει· δηλαδὴ νὰ καθορίσωμεν εὐθὺς ἅμα τῇ ἐνάρξει τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος ποῖαι εἶναι αἱ διατάξεις ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι δὲν χρήζουν ἀναθεωρήσεως καὶ νὰ παραπέμψωμεν εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν τὰς διατάξεις αἱ ὁποῖαι εἶχον ἀνάγκην ἀναθεωρήσεως καὶ οὕτω θὰ εἴχωμεν ταχύτερον τὸ πόρισμα τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἤδη ἴσως ἐψηφισμένον τὸ Σύνταγμα. Ἀλλ’ ὅ,τι ἔγινε, ἔγινε. Ἤδη ἐφθάσαμεν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, ἀλλὰ καὶ πάλιν κάνομεν κακόν, κάκιστον, χειρισμὸν τοῦ ζητήματος. Διότι, ἐνῷ θὰ ἠδυνάμεθα εἰς τὰ 32 ἄρθρα τοῦ ἄρθρου πρώτου, τὰ ὁποῖα δὲν χρήζουν ἀναθεωρήσεως, νὰ προσθέσωμεν ἄλλα 30 ἢ 40, ἐπιδιώκομεν διὰ Ψηφίσματος νὰ εἰσαγάγωμεν διατάξεις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, αἱ ὁποῖαι εἶναι μοιραῖον νὰ προκαλοῦν ἀντιρρήσεις. Ἐπιδιώκομεν νὰ εἰσαγάγωμεν κατόπιν ἄλλας διατάξεις τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Διὰ ποῖον λόγον; Διὰ νὰ ἐμφανίσωμεν ὅτι ἐψηφίσαμεν πολλὰς συνταγματικὰς διατάξεις; Οὐδέποτε θὰ τελειώσωμεν, διότι εἶναι φυσικόν, κύριοι βουλευταί, ὅταν διὰ τοῦ ἄρθρου 2 εἰσάγωμεν διατάξεις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, αἱ ὁποῖαι εἶχον προκαλέσει ὡρισμένας ἀντιρρήσεις, ὅταν διὰ τοῦ ἄρθρου 2 εἰσάγεται σωρεία διατάξεων τοῦ σχεδίου τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχουν διαφωνίαι, εἶναι φυσικὸν νὰ προκαλῆται συζήτησις καὶ εἶναι φυσικὸν ἡ συζήτησις αὐτὴ νὰ μὴ τερματισθῇ ποτέ, διότι δὲν συζητοῦμεν ἕνα ἄρθρον, ἀλλὰ πολλὰ ἄρθρα μαζὶ καὶ μοιραίως περιπλέκεται ἡ συζήτησις χωρὶς νὰ φθάνωμεν εἰς ἕνα συμπέρασμα. Καὶ τὸ θλιβερώτερον ἀπὸ ὅλα εἶναι ὅτι καθ’ ὅλας τὰς συνεδριάσεις συζητοῦμεν ἐνώπιον 20–25 συναδέλφων, τὰ ἀκούομεν ἡμεῖς, τὰ λέγομεν ἡμεῖς, καὶ ὅταν αὔριον θὰ ὑπάρξῃ ἀπαρτία διὰ νὰ ψηφισθοῦν τὰ ἄρθρα αὐτά, πῶς θὰ ἀποφανθοῦν οἱ λοιποὶ κ. κ. συνάδελφοι ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν καὶ τῶν σκέψεων αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ τὰς ὁποίας οὐδέποτε ἤκουσαν;
§64Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄς ἤρχοντο νὰ τὰς ἀκούσουν.
§65Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν εἶναι ἔτσι, διότι ἐὰν σεῖς κ. Γιαννόπουλε, εἴχατε ὑποστηρίξει μίαν ὀρθὴν ἄποψιν, αὔριον ἅμα ἀκούσουν οἱ λοιποὶ συνάδελφοι τὴν τροπολογίαν σας καὶ τὴν ἀπορρίψουν, τότε ἡ συζήτησις θὰ ἀποβῇ ἐπὶ ματαίῳ. Ἐὰν ἀποφασίσωμεν σήμερον νὰ διαγράψωμεν ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ Ψηφίσματος καὶ νὰ ἐξετάσωμεν ποῖα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 δὲν χρήζουν ἀναθεωρήσεως, νομίζω ὅτι τοῦτο θὰ ἦτο πολὺ σκοπιμώτερον. Θὰ ἠδυνάμεθα, οὕτω, ἀφοῦ καθορίσωμεν συντόμως ποῖα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 δὲν χρήζουν ἀναθεωρήσεως, νὰ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν θεμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα, πράγματι πρέπει νὰ προκαλέσουν συζήτησιν.
§66Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἐγίνετο συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ θὰ ἐλέγομεν ὅτι δὲν θέλουν συζήτησιν;
§67Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι πολὺ μεγαλυτέρα συζήτησις προκαλεῖται καὶ δικαίως εἰς τὸ Σῶμα ὅταν εἰσάγωνται νέαι διατάξεις Συνταγματικαί, παρὰ διατάξεις Συνταγματικαί, αἱ ὁποῖαι ἰσχύουν ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον τεσσαρακονταετίαν. Καὶ ἐὰν δὲν ἔχωμεν βασικὰς ἀντιρρήσεις, εἶναι φυσικὸν νὰ μὴ θελήσωμεν νὰ προκαλέσωμεν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Ὅταν ὅμως εἰσάγεται μία νέα διάταξις, εἶναι φυσικὸν νὰ παρακινῆται ὁ κάθε βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἔχει μελετήσει τὸ Σύνταγμα, ἢ καὶ πᾶς ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν φιλοδοξίαν νὰ συμβάλῃ ἔστω καὶ ἐπὶ τῆς φραστικῆς διατυπώσεως, νὰ θέλῃ νὰ συζητήσῃ. Καὶ ἤδη ἐφθάσαμε εἰς τὴν ἕκτην συνεδρίασιν καὶ συζητοῦμεν ἀκόμη τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ Ψηφίσματος. Ὅλας αὐτὰς τὰς συνεδριάσεις θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὰς εἴχομεν χρησιμοποιήσει συζητοῦντες θέματα, τὰ ὁποῖα πράγματι εἶναι σοβαρά.
§68Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ποῖα ἄρθρα σᾶς ξενίζουν; Προκαλεῖται συζήτησις ἄνευ λόγου.
§69Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἐὰν προκαλῆται ἄνευ λόγου ἢ μετὰ λόγου συζήτησις, θὰ κριθῇ ἐκ τοῦ ποία εἶναι ἡ ἀφορμὴ τῆς συζητήσεως αὐτῆς. Ἐὰν ἠμπορέσωμεν νὰ παραμερίσωμεν τὴν ἀφορμήν, εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἔργον μας, διαγράφοντες ὡρισμένας διατάξεις.
§70Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Θὰ προκαλέσουν νέαν συζήτησιν.
§71Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν θὰ προκαλέσουν νέαν συζήτησιν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δύο καὶ μόνον παρατηρήσεις ἔχω νὰ κάμω, παραλείπων ἀντιρρήσεις τὰς ὁποίας δὲν θεωρῶ θεμελιώδεις, ὥστε νὰ ἀπασχολήσω τὸ Σῶμα. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2. Πρῶτον. Τὸ ἄρθρον 88 εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὴν εὐθύνην διὰ τὴν γενικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδιαιτέρως τῶν πράξεων τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι συναφὴς καὶ πρὸς τὰς ἄλλας διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ζητεῖται νὰ εἰσαχθοῦν εἰς τὸ Σύνταγμα, διατάξεις θετικοῦ δικαίου, συναφεῖς πρὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Τὸ θέμα, νομίζω, ὅτι εἶναι ζήτημα ἀρχῆς καὶ πρέπει μετὰ πολλῆς προσοχῆς νὰ τὸ ἐξετάσωμεν. Δι’ αὐτὸ νομίζω ἐπειδὴ θὰ ἔλθουν πρὸς συζήτησιν καὶ τὰ ἄλλα ἄρθρα, τὰ ὁποῖα συνάπτονται πρὸς τὸ ὅλον θέμα, ὅτι ὀρθὸν θὰ ἦτο ἀπὸ τοῦδε νὰ παραπεμφθοῦν καὶ αὐτὰ εἰς συζήτησιν. Κύριοι βουλευταί, τὸ θέμα τῶν κανόνων καὶ συνθηκῶν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, εἶναι τόσον λεπτὸν καὶ τόσον σοβαρόν, ὥστε δὲν νομίζω ὅτι προάγεται μὲ τὴν εἰσαγωγὴν σχετικῶν θετικῶν διατάξεων εἰς τὸ Σύνταγμα. Ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης ἐπεκρίθη ἡ διὰ διατάξεων θετοῦ δικαίου καθιέρωσις τῶν κοινοβουλευτικῶν κανόνων. Μετὰ τὸν πρῶτον παγκόσμιον πόλεμον εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα τῶν μεταπολεμικῶν Δημοκρατιῶν καὶ τὸ πρῶτον εἰς τὸ Σύνταγμα τῆς Βαϊμάρης, εἶχον περιληφθῆ διατάξεις περὶ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἐπεκράτησεν ἐν Γερμανίᾳ ἡ σκέψις τότε ὅτι ἐφ’ ὅσον οὐδεμία κοινοβουλευτικὴ παράδοσις ὑπῆρχε, ἔδει τὸ θετικὸν δίκαιον νὰ προνοήσῃ σχετικῶς. Ἀληθῶς, μόνον ὀλίγους μῆνας πρὸ τῆς καταρρεύσεως τοῦ 1918 ὑπήσχετο ὁ τότε αὐτοκράτωρ διὰ τοῦ Καγκελλαρίου Πρίγκηπος τῆς Βάδης τὴν καθιέρωσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, δηλαδὴ τὴν καθιέρωσιν τοῦ βασικοῦ κοινοβουλευτικοῦ κανόνος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἀπολαύῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Reichstag. Οἱ συντάκται τοῦ Συντάγματος τῆς Βαϊμάρης, ἀποβλέποντες εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ πρῶτον εἰσήγετο ὁ κοινοβουλευτισμὸς εἰς τὴν Γερμανίαν, ἐνόμισαν ὅτι ἔπρεπε νὰ εἰσαγάγουν σχετικὰς περὶ αὐτοῦ διατάξεις. Αἱ διατάξεις αὐταὶ τοῦ Συντάγματος τῆς Βαϊμάρης ἔχουν περιληφθῆ καὶ εἰς πολλὰ ἄλλα Συντάγματα τῶν μεταπολεμικῶν Δημοκρατιῶν τῆς Πολωνίας, τῆς Τσεχοσλοβακίας κ.λ.π. Ἀλλὰ ἐν Ἑλλάδι τὸ θέμα εἶναι τελείως διάφορον, διότι παρ’ ἡμῖν ἔχομεν μακρὰν κοινοβουλευτικὴν παράδοσιν. Δὲν θὰ ἐπεκταθῶ περισσότερον ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἀλλὰ θὰ ἤθελα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς γνώμης τοῦ ἀειμνήστου καθηγητοῦ Σαριπόλου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὡς γνωστόν, ὁ αὐθεντικώτερος Ἕλλην Συνταγματολόγος καὶ ὁ ὁποῖος, εἰς εἰδικὴν διατριβήν του, περὶ «Κοινοβουλευτικῶν Κυβερνήσεων», ἀνασκοπῶν τὰ πρῶτα μεταπολεμικὰ Συντάγματα, λέγει τὰ ἑξῆς: «Τοιαύτη, ὅμως καθιέρωσις, καίτοι εὐκόλως ἐξηγεῖται προκειμένου περὶ τῶν νέων Δημοκρατιῶν, ἰδίως περὶ τῆς Γερμανίας, εἶναι αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν κατακριτέα, καθ’ ὅσον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατυπωθῶσι νομικῶς καὶ νὰ καθορισθῶσι εἰς ἄρθρα γραπτὰ τοῦ Συντάγματος αἱ ἀρχαὶ τοῦ λεπτοτάτου κοινοβουλευτικοῦ συστήματος, ἐν τῇ λειτουργίᾳ τοῦ ὁποίου ἐνεργοῦν τόσοι ψυχολογικοὶ καὶ ἱστορικοὶ παράγοντες, τόσαι ποικίλαι δυνάμεις, τόσοι ἀστάθμητοι παράγοντες». Καὶ προσθέτει, περαιτέρω, ὁ Σαρίπολος: «... Τοιαύτη ρύθμισις εἶναι κατακριτέα καθ’ ὅσον τοιαῦτα ζητήματα, ὄντα ζητήματα πολλάκις πολιτικοῦ τάκτ, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποβληθοῦν εἰς κανόνας δικαίου, νὰ λύωνται ἐπὶ τῇ βάσει σταθερῶν διατάξεων». Ὅταν, λοιπόν, κύριοι βουλευταί, ἔχωμεν γνώμην τόσον ἔγκυρον, περιττεύει νὰ προχωρήσω εἰς τὴν περαιτέρω ἀνάπτυξιν τοῦ θέματος. Πῶς θέλετε, λοιπόν, ἄνευ συζητήσεως, ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ 4, 5 ἄρθρα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀκριβῶς ἀντίθετα πρὸς ὅσα τόσον κατηγορηματικῶς ὑποστηρίζει ἡ ἐπιστήμη; Μοιραίως θὰ προκληθῇ συζήτησις. Δι’ αὐτὸ προτείνω, τόσον τὸ ἄρθρον 88, ὅσον καὶ τὰ ἄλλα ἄρθρα τοῦ σχετικοῦ πρὸς τὴν καθιέρωσιν διὰ τοῦ Συντάγματος τῶν κανόνων τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος νὰ παραπεμφθοῦν εἰς ἰδιαιτέραν συζήτησιν. Δευτέραν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ κάμω, εἶναι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 117. Εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι τὸ θέμα τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἀμοιβῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον συνταγματικῆς διατάξεως. Ἤδη, εἰς τὸν ὑπαλληλικὸν κώδικα, ἐλάβομεν πρόνοιαν περὶ τοῦ θέματος. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη καὶ διατάξεως ηὐξημένης τυπικῆς δυνάμεως. Ἂν τοῦτο ἐγένετο κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, δὲν σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ καὶ σήμερον. Ἴσως νὰ εἶναι καὶ αἱ συνθῆκαι διάφοροι. Ὀρθὸν εἶναι νὰ ὑπάρχῃ ὡς βασικὴ ἀρχὴ ἐν τῷ νόμῳ, ἀλλὰ νὰ ὑπάρχῃ παραλλήλως καὶ ἡ εὐχέρεια ὡρισμένων ἐξαιρέσεων, ἐπιβαλλομένων ἐξ αὐτῆς τῆς ὁμαλῆς λειτουργίας τῆς διοικήσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης χαρακτηριστικώτατα ἔφερε τὸ παράδειγμα τῶν Ἐπιτροπῶν τῶν νομοπαρασκευαστικῶν κωδίκων. Πῶς θὰ ἀξιώσῃ ἀπὸ τὰ μέλη αὐτῶν νὰ ἀπασχολοῦνται εἰς τὴν σοβαρὰν αὐτὴν ἐργασίαν, χωρὶς νὰ λαμβάνουν μίαν συμπληρωματικὴν ἀμοιβὴν διὰ τὴν σοβαρωτάτην ἐργασίαν τὴν ὁποίαν, πέραν τῆς ὑπηρεσίας των, θὰ καταβάλλουν; Καθιερώνοντες παρομοίας συνταγματικὰς διατάξεις, καθιστῶμεν ἀδύνατον οἱανδήποτε ἐξαίρεσιν. Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ μίαν ἄλλην βασικὴν ἀρχὴν ὑπ’ ὄψιν. Αἱ διατάξεις αἱ συνταγματικαὶ δὲν πρέπει νὰ εἶναι περιπτωσιακαί. Αἱ διατάξεις αἱ συνταγματικαὶ πρέπει νὰ καθορίζουν εὐρέα πλαίσια, ὥστε νὰ ἐπιτρέπουν καὶ εἰς τὴν νομοθετικὴν καὶ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ κινοῦνται ἐντὸς τῶν εὐρέων αὐτῶν πλαισίων εὐχερῶς. Τὸ νὰ θέτωμεν μὲ τὸ Σύνταγμα ἀκάμπτους διατάξεις καὶ περιορισμούς, δὲν κάνομεν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ προετοιμάζωμεν τὰς μελλούσας παραβιάσεις. Διότι ἡ δύναμις τῆς πραγματικότητος εἶναι ἀνωτέρα καὶ τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον καὶ ἐπιφυλάσσομαι τὰς ἄλλας παρατηρήσεις μου ἐπὶ τῶν θεμάτων τῶν σχετιζομένων μὲ τὰ ἄρθρα 3–4 νὰ τὰς κάμω κατὰ τὴν σχετικὴν ἐπ’ αὐτῶν συζήτησιν.
§72Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Εἶναι ἀπολύτως δεδικαιολογημένη, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ὑποβαλλομένη διαμαρτυρία διὰ τὴν διαιωνιζομένην συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Νομίζω, ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιπαρέλθωμεν ὡρισμένα ἄρθρα χωρὶς νὰ τύχουν πλήρους ἐπεξεργασίας.
§73Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Γενικῶς, ὅταν συζητῶμεν τὸ Σύνταγμα, πρέπει νὰ τὸ συζητῶμεν εὐρέως, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ συζητῶμεν τροχάδην. Ἢ δὲν ἔπρεπε δι’ ἑνὸς Ψηφίσματος νὰ εἴπωμεν ὅτι κυρώνομεν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, ὅσες διατάξεις μᾶς ἐνδιαφέρουν, διότι οὔτε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, τὸ ὁποῖον ἐπανῆλθεν ἐν ἰσχύϊ ἔχει κυρωθῆ, οὔτε ἡ Ζʹ Συντακτικὴ πρᾶξις ἔχει τύχει κυρώσεως, συνεπῶς ἠμποροῦμε νὰ εἴπωμεν, ἁπλούστατα, αὐτὰ τὰ κυρώνομεν. Ὅταν, ὅμως, θέλωμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, πρέπει νὰ συζητήσωμεν.
§74Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἐπ’ ἄπειρον;
§75Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὄχι ἐπ’ ἄπειρον. Ἐγὼ ἤδη εἶπα ὅτι τὸ Ψήφισμα αὐτὸ ὄχι μόνον δὲν ἐπιταχύνει τὴ συζήτησιν, ἀλλὰ ἀντιθέτως τὴν ἐπιμηκύνει. Ἐδῶ θὰ ἔπρεπε νὰ προχωρήσωμεν κανονικῶς, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ποῖα ἐκ τῶν ἄρθρων εἶναι δεκτὰ καὶ ποῖα δὲν εἶναι δεκτά, νὰ ἀφήσωμεν δὲ μερικὰ ἄρθρα ἢ νὰ προσθέσωμεν ἄρθρα τινὰ 3–4 εἰς τὰ ὁποῖα νὰ περιλαμβάνωνται οἱ γενικοὶ κοινωνικοὶ καὶ οἰκονομικοὶ κανόνες, οἱ ὁποῖοι εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὴν ἐποχὴν τὴν ὁποίαν διανύομεν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἶναι ἀδύνατον νὰ τελειώσωμεν.
§76Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δυσχεραίνει καὶ ἐπιμηκύνει τὴν συζήτησιν, εἶναι ἡ πολυλογία καὶ ἡ ἀμετροέπεια, ἡ ὁποία μᾶς διακρίνει. Ἕκαστος ἀνερχόμενος εἰς τὸ βῆμα, νομίζει ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ κάμῃ μίαν τροπολογίαν καὶ τὴν ἀναπτύσσει ἐπὶ πολὺ χρόνον, ἐνῷ ἐδῶ πρόκειται νὰ τεθοῦν ζητήματα ἐντελῶς πρακτικά, τῶν ὁποίων ἡ συζήτησις δύναται νὰ τερματισθῇ ἐντὸς ¼ τῆς ὥρας, τὸ πολύ. Ἐὰν ἔλαβον τὸν λόγον, τὸν ἔλαβον, διότι εἶχον τὴν τιμὴν πρὸ ἡμερῶν νὰ ὑποβάλω μίαν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ λάβω τὸν λόγον σχετικῶς μὲ τὸ ἄρθρον τοῦτο. Εἶδον μετὰ λύπης μου, ὅτι ἐνῷ σήμερον εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς κοσμοθεωρίας καὶ ἐνῷ μεγάλα γεγονότα συντελοῦνται ὑπὸ τὸ κράτος τῶν νέων ἰδεῶν, ἐμφανίζει ἡ Βουλὴ τὸ ἀντιδραστικὸν φαινόμενον νὰ ἀποκρούῃ τὴν καταχώρησιν ἐν τῷ Συντάγματι διατάξεων αἱ ὁποῖαι ἐξασφαλίζουν τὴν ἐργασίαν. Νομίζω, κύριοι, ὅτι καὶ ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ ἄρθρου 22, ὅπως εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω προχθές, εἶναι ἐντελῶς πλατωνική. Τὸ ἄρθρον 22 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 περὶ ἐργασίας, εἶναι μία διάταξις πλατωνική, ἔχει χροιὰν ἐντελῶς πλατωνικήν. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἔπρεπε τὴν διάταξιν αὐτὴν νὰ καταστήσωμεν οὐσιαστικωτέραν. Εἴτε θέλετε, κύριοι, εἴτε δὲν θέλετε, σήμερον ὑπάρχει παγκόσμιον ἐργατικὸν ζήτημα.
§77Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δὲν ἀνέχομαι νὰ ὑβρίζεται ἡ πολιτεία ἡ ἑλληνική, ὅτι δὲν ἐνδιαφέρεται διὰ τοὺς ἐργάτας. Ἐδῶ εἰς τὴν ἑλληνικὴν πολιτείαν ἔχουν ληφθῆ τοιαῦτα μέτρα καὶ τοιαύτη προστασία ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν, ποὺ δὲν ἔχει ληφθῆ οὔτε εἰς Κράτη πεπολιτισμένα. Αἱ συλλογικαὶ συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν μίαν πρόοδον διὰ τοὺς ἐργάτας, ἐνῶ εἰς τὴν Γαλλίαν συνεζητήθησαν εἰς τὰ 1938, ἐδῶ εἰσήχθησαν ἀπὸ τὸ 1935 καὶ κατόπιν ἐλήφθησαν ἐν Γαλλίᾳ μέτρα διὰ τὴν προστασίαν τοῦ ἐργάτου, διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τῶν συλλογικῶν συμβάσεων. Ἑπομένως, δὲν δικαιολογεῖται ἡ ἀνησυχία σας, ἀγαπητὲ κ. συνάδελφε, ὅτι ἐὰν δὲν καταστήσωμεν αὐστηροτέραν τὴν διάταξιν αὐτήν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κατηγορηθῶμεν ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐλάβομεν πρόνοιαν διὰ τὸν ἐργάτην.
§78Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἀξιότιμε κ. συνάδελφε, νομίζω ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε εἶναι ἀπολύτως ἀληθῆ, ὅτι ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπὸ τοῦ 1915, προτρέχουσα τῶν ἀναγκῶν, ἐφρόντισε νὰ ψηφίσῃ νόμους οἱ ὁποῖοι ἐξασφαλίζουν τὰ δικαιώματα τῶν ἐργατῶν. Τοῦτο ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι εἷς Σύνταγμα ἐκπονούμενον τὸ 1949, ὑπὸ τὸ κράτος τῶν νέων ἰδεῶν καὶ ὑπὸ τὸ κράτος αὐτῶν τῶν ἐπειγουσῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς νὰ ὁμιλοῦμεν ἀπόψεως συνταγματικῆς διατυπώσεως, ἀσυγκίνητοι ἀπέναντι μιᾶς ἐργατικῆς ἀνάγκης καὶ ἑνὸς κινήματος τὸ ὁποῖον εἶναι παγκόσμιον. Κύριοι, εἴτε θέλομεν εἴτε ὄχι, σήμερον ὑπάρχει δημιουργημένον ἐργατικὸν ζήτημα. Τὸ ἐργατικὸν ζήτημα αὐτὸ δὲν λύεται μὲ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἑκάστοτε λαμβάνονται, αὔξησις ἡμερομισθίων κ.λ.π. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι τοῦτο. Ὅτι ἐνῷ ἡ βιομηχανία εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον δασμοσυντήρητος καὶ ἐνῷ ἔχει τύχει πλείστης ὅσης προστασίας, ἐν τούτοις ἡ ἐργατικὴ τάξις μαστίζεται ἀπὸ πενίαν. Ἐσκέφθητε, κύριοι, πῶς διαβιοῖ ὁ ἐργάτης μὲ τὸ ἡμερομίσθια τῶν 18.000 καὶ πόσο ἔχει τὸ λάδι; Μὲ αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη μὲ τὴν προστασίαν ἡ ὁποία ἐχορηγήθη καὶ χορηγεῖται εἰς τὴν βιομηχανίαν, βλέπετε νὰ περνᾷ ἡ λιμουζίνα τοῦ βιομηχάνου ἀπέναντι τοῦ ἀνυποδήτου ἐργάτου. Νομίζω ὅτι αὐτὰ εἶναι γεγονότα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ συγκινήσουν τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Νομίζω ὅτι ὁ πόλεμος αὐτὸς ὁ ἀκήρυκτος, ὁ ὁποῖος συνεχίζεται μεταξὺ ἐργασίας καὶ κεφαλαίου, πρέπει νὰ σταματήσῃ. Ἐνόμισα, λοιπόν, ὅτι μία τοιαύτη δυνατότης θὰ ἐξησφάλιζε τὴν ἀπρόσκοπτον συνεργασίαν κεφαλαίου καὶ ἐργασίας. Τὸ Σύνταγμα τῆς Γαλλίας ἐψήφισε διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἐργάται μετέχουν τῆς διαχειρίσεως καὶ τῆς διοικήσεως τῶν ἐπιχειρήσεων δι’ ἀντιπροσώπων των. Ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἐγὼ προτείνω, ἀποτελεῖ μίαν κατευθυντήριον γραμμήν.
§79Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι κατευθυντήριον γραμμήν.
§80Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Ἡ ἀρχή της εἶναι ὡραία, ἀλλὰ ἠμπορεῖ νὰ φθάσῃ εἰς ἀποτελέσματα διαφορετικά.
§81Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Εἶναι ζήτημα συμφωνίας ἐργατῶν καὶ ἐργοδοτῶν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, θὰ ἔλθῃ μία ἡμέρα, ὅπου ὁ νομοθέτης θὰ λάβῃ τὰ μέτρα αὐτά, διότι ἐκεῖ τείνουν τὰ πράγματα. Μία τοιαύτη εὐχέρεια εἰς τὸ Σύνταγμά μας, θὰ ἀπετέλει ἀπόδειξιν ὅτι τὸ Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος προετρέχει καὶ φωτίζει τὰ ἄλλα Κράτη. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι ὁ συνεταιρισμὸς ἐργασίας καὶ κεφαλαίου, ἀποτελεῖ καὶ πρόγραμμα τοῦ Κόμματος τοῦ Ντὲ Γκώλ.
§82Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Διὰ τοὺς ἀγρότας, ποὺ ἀποτελοῦν τὸ 60% τοῦ πληθυσμοῦ μας, δὲν θὰ ληφθῇ μέριμνα;
§83Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Διὰ τὴν τάξιν τῶν ἀγροτῶν ἔχουν ἤδη ληφθῆ μέτρα καὶ ἀπὸ κολλίγους, τὸ Κράτος τοὺς ἀπεκατέστησε, τοὺς ἔκαμε κυρίους τῆς γῆς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ τροπολογία μου ἀποτελεῖ τὴν καλυτέραν ὑπόσχεσιν πρὸς τοὺς ἐργάτας. Τὸ ἄρθρον 88, κύριοι, λέγει: (ἀναγινώσκει). Ἐκεῖνο, κύριοι, ποὺ χαρακτηρίζει τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν καὶ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμά μας, εἶναι ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ ἀπέναντι τοῦ Στέμματος. Ὑπάρχει ἀντιπροσωπευτικὸν πολίτευμα ποὺ δὲν εἶναι κοινοβουλευτικόν, ὅπως π.χ. τὸ ἰσχῦον ἐπὶ Κάϊζερ Σύνταγμα ἐν Γερμανίᾳ, ὅπου οἱ Ὑπουργοὶ διωρίζοντο ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα καὶ ἀπέναντι αὐτοῦ ἦσαν ὑπεύθυνοι καὶ ὄχι τοῦ Σώματος. Συνεπῶς, ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ θέσωμεν τὰς βάσεις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, πρέπει νὰ περιληφθῇ θετικὴ διάταξις ἡ ὁποία νὰ καθιεροῖ τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν ἔναντι τοῦ Σώματος. Ἠκούσθη, κύριοι, ἐν ἔτει 1949 ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 108 περὶ ἀποκεντρώσεως, εἶναι περιττὴ ἢ μᾶλλον ἐπιζημία καὶ βλαβερά. Οἱ λέγοντες ταῦτα ἀγνοοῦν τὰ δίκαια τῶν ἐπαρχιῶν, διότι σήμερον δὲν ἔχομεν τὸ Κράτος τοῦ 1864, ὅτε δὲν ὑπῆρχε ἀνάγκη ἀποκεντρώσεως, δεδομένου ὅτι τὸ Κράτος ἐξετείνετο μέχρι τῆς Λαμίας. Δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ πολῖται τοῦ Πυθίου ἢ δὲν ξεύρω ποίου ἀπωτάτου σημείου τῆς χώρας, νὰ ἔρχωνται νὰ ἐπιλύσουν τὰ ζητήματά των εἰς τὸ κέντρον καὶ νὰ δαπανοῦν τεράστια ποσά, περισσότερα ἐξ ἐκείνων ἅτινα πρόκειται νὰ τοὺς προσπορίσῃ ἡ ἐπιτυχὴς λύσις τῆς ὑποθέσεως, ἥτις τοὺς ἔφερεν εἰς τὸ κέντρον.
§84Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Τὴν διάταξιν αὐτὴν τὴν περιέλαβε καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, ἀλλὰ δὲν ἐφηρμόσθη.
§85Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἐγὼ θὰ προτείνω νὰ γίνουν καὶ τὰ Νομαρχιακὰ Συμβούλια. Ὁ νόμος περὶ ἀποκεντρώσεως πρέπει νὰ εἶναι καθολικός. Αὐτὰ θὰ ἤθελα νὰ εἴπω καὶ νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν ἀπὸ τὸ Σῶμα. (Χειροκροτήματα).
§86Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπέφυγα νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος, διότι δὲν ἐπεθύμουν παρεμποδίσω τὴν ψήφισιν αὐτοῦ. Εἶμαι ἀπὸ τοὺς πιστεύοντας εἰς τὴν ἀνάγκην ὅπως ἡ παροῦσα Βουλὴ δώσῃ εἰ τὴν χώραν Σύνταγμα, δὲν λέγω ὅτι ἐὰν δὲν δώσῃ Σύνταγμα θὰ εἶναι ἡ τελευταία Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος. Θὰ πρέπει νὰ εἴμεθα πολὺ ὑπερήφανοι νὰ φανταζώμεθα ὅτι εἴμεθα ἡ τελευταία λέξις τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ ἐὰν δὲν δώσῃ Σύνταγμα, ἁπλούστατα θὰ παρατείνῃ τὴν πολιτικὴν ἀνωμαλίαν τῆς χώρας καὶ ἄδηλον τὸ μέλλον. Αὐτὴ εἶναι ἡ εὐθύνη τῆς Βουλῆς καὶ θὰ εἶναι ὑπόδικος τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ ἐπιθυμῶ νὰ μὴ ἀφήσω ἀναπάντητον μίαν συζήτησιν, ἡ ὁποία διημείφθη μεταξὺ ἐκπροσώπου τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δύναται ἄριστα; ἀρτιώτατα, νὰ ἐκπροσωπήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ὡς Κυβέρνησιν. Ἀλλά, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν εἶναι οὔτε ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, οὔτε ἀρχηγὸς τοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος, οὔτε ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, τὰ ὁποῖα ἀπαρτίζουν τὴν Κυβέρνησιν. Κύριοι, ἂς μὴ αὐταπατώμεθα. Δὲν εἶναι ἐπιδοκιμαστέον ὅταν ἀναγράφεται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος αὐτὸ νὰ σημαίνῃ κοινοβουλευτικὴν διακοπὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἀπουσιάζει. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις νίπτει τὰς χεῖρας τοῦ Πιλάτου μὲ τὸ νὰ ἐπιρρίπτῃ τὰς εὐθύνας ἐπὶ τοῦ Σώματος. Τὰ Σώματα κατευθύνονται καὶ καθοδηγοῦνται. Εἰς τὸ Σύνταγμα, δὲν δύνανται αἱ Κυβερνήσεις νὰ θέτουν ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι αἱ Κυβερνήσεις εἶναι ξέναι πρὸς τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Τὰ Συντάγματα, κύριοι, δὲν εἶναι ἔξω τόπου καὶ χρόνου. Εἴχαμεν τὸν μεγαλύτερον φιλόσοφον τοῦ κόσμου ποὺ ἔκαμε Σύνταγμα τὴν Πολιτείαν τοῦ Πλάτωνος, διότι ἦτο ἀνεδαφικόν. Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, τὰ Συντάγματα δὲν εἶναι ἐκτὸς τόπου καὶ χρόνου, ἀλλὰ εἶναι ἡ σύνθεσις τῶν κοινωνικῶν καὶ πολιτικῶν ρευμάτων μιᾶς ἐποχῆς, τὰ Κόμματα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἁπλῶς διακοσμήσεις τῶν ἀρχηγῶν των, ἀλλά, εἶναι μία ἔκφρασις αὐτῶν τῶν κοινωνικῶν καὶ πολιτικῶν ρευμάτων τῆς ἐποχῆς των, ἔχουν ὑποχρέωσιν νὰ θέσουν τὴν σφραγῖδα τῆς πολιτικῆς των εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Ὀφείλουν νὰ ἔλθουν οἱ ἀρχηγοὶ καὶ νὰ εἴπουν τὶ εἶναι, εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀποκεντρώσεως, εἶναι ὑπὲρ τῆς συγκεντρώσεως, εἶναι ὑπὲρ τῆς κοινοβουλευτικῆς δημοκρατίας ἢ ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας ἄνευ Βουλῶν ἢ τῆς Δημοκρατίας ἑνὸς Συντονιστικοῦ Συμβουλίου; Τὶ εἶναι; Εἶναι ὑπὲρ τῶν ἀγροτῶν ἢ ὑπὲρ τῶν μεγάλων γαιοκτημόνων ἢ ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν ἢ ὑπὲρ τῶν ἐργοδοτῶν, τὶ εἶναι; Δὲν ἠμποροῦν εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα νὰ εἶναι ξένα τὰ Κόμματα. Ἑπομένως, ὁ φίλος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀρτιώτατα καθ’ ὅλα δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀναλάβῃ τὸ βάρος τῆς ἐκπροσωπήσεως ξένης εὐθύνης.
§87Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Οἱ ἀρχηγοὶ ὅλων τῶν μεγάλων Κομμάτων ἐν τῇ Κυβερνήσει ἦσαν παρόντες, ἀλλὰ ἀργότερον, καθήκοντα ἐπείγοντα, τοὺς ἔκαμαν νὰ ἀποχωρήσουν, ὅπως καὶ ἐκ τῶν ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι ὡρισμένοι ποὺ δὲν εἶναι παρόντες.
§88Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Πάντως, ἀγαπητὲ κ. Ὑπουργέ, ἂς ἔλθουν τὰ Κόμματα καὶ ἂς εἴπουν ἐὰν εἶναι δυνατὸν συζητοῦντες ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος νὰ κατορθώσωμεν ἐντὸς τῶν θερινῶν αὐτῶν μηνῶν νὰ δώσωμεν τὸ Σύνταγμα τῆς χώρας. Κύριοι, δὲν τὸ φαντάζομαι. Θὰ ἀφήσωμεν, λοιπόν, νὰ μᾶς καταλάβῃ ὁ χρόνος κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ λήξῃ ἡ ζωὴ τῆς Βουλῆς αὑτῆς, χωρὶς νὰ δώσῃ Σύνταγμα; Πολὺ τὸ φοβοῦμαι αὐτό, ἀλλὰ δὲν θὰ εἶναι οὔτε πολιτικόν, οὔτε ὑπὲρ τῆς Βουλῆς αὐτῆς. Δι’ αὐτὸ νομίζω κύριοι ὅτι ἐπειδὴ δὲν ἠμποροῦμεν, δὲν μᾶς ἀφήνει ὁ χρόνος οὔτε τὰ πράγματα νὰ δώσωμεν Σύνταγμα τοιοῦτον εἰς τὸν τόπον αὐτόν, ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω ὅτι θὰ ἠμπορούσαμεν ἀντὶ νὰ προέρχεται ἡ πρωτοβουλία ἀπὸ ἕνα ἢ δύο βουλευτὰς ποῖα ἄρθρα ἠμποροῦν νὰ ψηφισθοῦν ἄνευ συζητήσεως νὰ ἔλθουν τὰ Κόμματα τὰ ὁποῖα συγκροτοῦν τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ εἴπουν ἀπὸ τὰ 100 ἄρθρα τὰ 98 τὰ θέλω ὅπως εἶναι καὶ νὰ συζητήσωμεν μέσα εἰς μίαν ἕως δύο βραδυὲς τὰ ἐναπομένοντα 10 ἢ 12 ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὰ κοινωνικὰ ρεύματα τῆς ἐποχῆς μας καὶ αὐτὰ νὰ συζητήσωμεν καὶ εἰς αὐτὰ νὰ δώσωμεν τὴν μάχην, ὅπως εἶναι ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀγροτῶν, ἡ ἐργατικὴ πολιτικὴ καὶ ἡ πολιτικὴ ὑπὲρ τῆς οἰκογενείας. Ἀλλοίμονον, κύριοι, ἐὰν δὲν εἶχεν ὁ τόπος αὐτὸς καὶ ἓν στοιχεῖον ἱστορίας προοδευτικόν, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Ἐθνικοφρόνων. Ἐλέχθη ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἐργατικὴν νομοθεσίαν καὶ ἀγροτικὴν νομοθεσίαν. Καὶ αὐτὰ ἔχουν ψηφισθῆ ἀπὸ τὸ 1911 καὶ ἐντεῦθεν μεταξὺ τοῦ 1911–1920 καὶ ἔπειτα ἦλθεν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927. Ὅταν, λοιπόν, ἐψηφίσθησαν ὅλα αὐτὰ καὶ ὁ τόπος αὐτὸς εἰς τὸ 1911 καὶ εἰς τὸ 1917 εἶχεν ἀγροτικοὺς νόμους καὶ εἰς τὰς 1922 ἦλθεν ἡ Συντακτικὴ Πρᾶξις τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1922 καὶ εἰς τὰ 1927 ἦλθεν τὸ ἄρθρον 119 περὶ παρεκκλίσεως ἀπὸ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Συντάγματος διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, ὅταν, ἐπαναλαμβάνω, αὐτὰ ἀποτελοῦν τὴν δόξαν τοῦ τόπου αὐτοῦ, δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὰ ἀρνηθῇ σήμερον ἡ Βουλὴ αὐτὰ καὶ θὰ εἶναι πολὺ ὀπισθοδρομικὴ ὕστερα ἀπὸ 30 χρόνια καὶ μετὰ τόσους πολέμους... (δὲν ἠκούσθη).... Αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι μάχονται εἰς τὸν Γράμμον ἔχουν ἰδανικά. Δὲν μάχονται, κύριοι, διὰ νὰ ἐπαναφέρουν τὸν τόπον μας εἰς μίαν κοινωνικὴν ὀπισθοδρομικότητα τοῦ μέσου αἰῶνος. Ἐὰν κάμετε τοιοῦτον Σύνταγμα θὰ εἶναι ἐπὶ τῆς ἄμμου, θὰ εἶναι ἔξω τόπου καὶ χρόνου. Συνοψίζων, λοιπόν, καταλήγω καὶ ἐκφράζω μίαν εὐχήν, ἀφοῦ ἀνέλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ γίνῃ ὁ φορεὺς τῶν ἀπόψεων τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν καὶ τὴν εὐθύνην τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδίως τῶν ἡγετῶν τῶν κομμάτων οἱ ὁποῖοι συμπράττουν, ὅπως εἰς τὸ Συντονιστικόν σας Συμβούλιον κάμητε ἕνα συντονισμὸν τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ ἔλθουν νὰ μᾶς εἴπουν, ὡς βουλευταὶ πλέον, ποῖα ἀπὸ τὰ 112 ἄρθρα φρονοῦν ὅτι ἠμποροῦν νὰ μείνουν. Βέβαια, δὲν εἶναι τὸ τελικὸν αὐτό. Ἐγὼ πιστεύω, ὅμως, ὅτι τὰ πράγματα αὐτὰ προχωροῦν, δὲν μένουν στάσιμα, μεταβάλλονται. Τέλος πάντων, ὅμως, ἠμποροῦν νὰ μείνουν 10, 20 χρόνια ἔτσι ὅπως ἔμειναν ἐπὶ 40 καὶ 60 χρόνια. Ἀλλὰ θὰ μείνουν, ὅμως καὶ καμμιὰ δεκαριὰ κοινωνικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα θὰ συγκινοῦν τὴν μᾶζαν καὶ τὰ ὁποῖα θὰ ὑψώσουν τὸ ἐπίπεδον τῆς Βουλῆς αὐτῆς καὶ ὅτι αὐτὴ ἡ Βουλὴ εἶναι μέσα εἰς τὰ ρεύματα τὰ κοινωνικά, τὰ ὁποῖα ἀνταποκρίνονται εἰς τὸ μαχόμενον πλῆθος. Τότε καὶ ἡ Δημοκρατία θὰ σωθῇ καὶ ὁ κοινοβουλευτισμὸς θὰ σωθῇ καὶ ἡ Βουλὴ θὰ ἠμπορῇ νὰ εἴπῃ ὅτι ἔπραξε τὸ καθῆκον της.
§89Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Ἐὰν δὲν τὸ κάμουν αὐτὸ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων, θὰ ὑπάρξῃ δυνατότης νὰ ἐπαναληφθῇ τὸ διάγγελμα τῆς 6ης Ὀκτωβρίου 1864.
§90Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Δὲν θὰ παράσχωμεν ψῆφον εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ὅπως ἐξακολουθεῖ. Συζητοῦμεν διαρκῶς καὶ οὐδὲν ψηφίζομεν.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπάρχοντος ἑτέρου ρήτορος, ἡ συζήτισις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ψηφίσματος θεωρεῖται περαιωμένη καὶ ἀπομένει ἡ λῆψις ἀποφάσεως ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τῶν ἐπ’ αὐτοῦ ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§92ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν προσεχῆ Παρασκευὴν καὶ ὥραν 6.30 μ.μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως. (Ὥρα 10.35′ μ.μ.)