1949.05.24
2,067 rows · 15,998 words · 108 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 47η
Τρίτη 24 Μαΐου 1949
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 7.20′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ε. Γαλενιανὸς ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Ε. ΓΑΛΕΝΙΑΝΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ὁ κ. Α. Μιχαλακόπουλος, καταθέτει σχέδιον ψηφίσματος «περὶ ἀναγνωρίσεως ὡς ἐγκύρων τῶν γενομένων ἢ γενησομένων μεταξὺ ἀγοραστῶν καὶ πωλητῶν ἀκινήτων, περὶ τῶν ὁποίων ἡ ὑπ’ ἀριθ. 114 τοῦ 1946 Σ. Πρᾶξις, συμβιβασμῶν», τὸ ὁποῖον παραπέμπεται εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν.
§4Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις. Ἡ ὥρα εἶναι 7.25′ καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις. Ἡ Κυβέρνησις, τὸ Προεδρεῖον καὶ ἡ Βουλὴ ἔχουν ὑποχρέωσιν, ἐφ’ ὅσον ἐργαζόμεθα καὶ ἔχομεν νὰ ἐπιτελέσωμεν ἔργον σοβαρόν, νὰ ἔρχωνται τὴν καθορισθεῖσαν ὥραν. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ ὅπως ἀπὸ αὔριον τηρῆται τὸ πρόγραμμα καὶ ἀρχίζει ἡ συνεδρίασις εἰς τὰς 6 ἀκριβῶς.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ εἰς τὰς 6 συνήθως γίνεται Συντονιστικὸν Συμβούλιον ἢ καὶ ἄλλα συμβούλια, ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρεκάλεσε ν’ ἀρχίζῃ ἡ συνεδρίασις εἰς τὰς 6.30′.
§6Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, εἴμεθα σύμφωνοι. Ἀλλὰ ἡ συνεδρίασις ν’ ἀρχίζῃ ἀκριβῶς εἰς τὰς 6.30′,
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις ὅπως ἀπὸ αὔριον ἡ συνεδρίασις ἀρχίζει εἰς τὰς 6.30′ ἀκριβῶς. Καὶ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀπαρτία νὰ λύω τὴν συνεδρίασιν.
§8Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τοιουτοτρόπως, κύριε Πρόεδρε, θὰ καταστῇ σαφὲς ποῦ ὑπάρχουν εὐθῦναι.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Συνέχισις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως ψηφίσματος περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κ. Καλλίας.
§10Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀσυνήθης ὁ τρόπος ψηφίσεως δεκάδων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος ὁμαδικῶς δι’ ἑνὸς ψηφίσματος, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι παρῆλθον τρία ἔτη, καὶ τὰ ἀνυπέρβλητα γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐμεσολάβησαν, συνετέλεσαν εἰς τὴν καθυστέρησιν τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου, καὶ κατὰ συνέπειαν, ὁσονδήποτε καὶ ἐὰν εἶναι ἀσυνήθης ὁ τρόπος αὐτός, πρέπει, δυστυχῶς, νὰ θεωρηθῇ ἀναγκαῖος. Πρέπει, ἐξ ἄλλου, νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη, ὄχι ἁπλῶς νὰ ἀναθεωρήσωμεν τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα, ἀλλὰ νὰ θέσωμεν τέρμα εἰς τὴν ὑπάρχουσαν ἐκκρεμότητα ἣν θὰ ἐξηγήσω ὀλίγον κατωτέρω. Διετυπώθησαν, ὅμως, κύριοι βουλευταί, δύο βασικαὶ ἀντιρρήσεις, δημιουργοῦσαι τὰ ἑξῆς προβλήματα. Πρέπει νὰ γίνῃ ἀναθεώρησις; Νομίζω, ὅτι ἡ ἀπάντησις εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο, πρέπει νὰ εἶναι ἀναμφιβόλως καταφατική. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ δεύτερον ζήτημα. Δικαιοῦται ἡ παροῦσα Βουλὴ σήμερον, μετὰ 3 ὁλόκληρα ἔτη, νὰ προβῇ εἰς ἀναθεώρησιν, ὀλιγώτερον ἢ περισσότερον ριζικὴν τοῦ Συντάγματος; Καὶ ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματος τούτου, νομίζω ὅτι ἡ ἀπάντησις ὀφείλει νὰ εἶναι καταφατική. Ἐλέχθη ὅτι οἱ ἐκλογεῖς τῆς 31–3–46, εἶχον ὑπ’ ὄψιν των πολλὰ ἄλλα προβλήματα, οὐχὶ ὅμως τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰ πράγματα. Εἶχε, βεβαίως, ὁ λαὸς ὑπ’ ὄψιν του ἄλλα ζητήματα, ἐπικρατέστερα τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Κατὰ τοῦτο: Κατὰ τὸ ὅτι ἦσαν ἐπίμαχα, ἐνῷ τὸ ζήτημα ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἀναθεώρησις, δὲν ἦτο ἐπίμαχον. Ἐπίμαχον ἦτο, τί θὰ περιλάβῃ ἡ ἀναθεώρησις καὶ ὄχι τὸ ἐὰν θὰ γίνῃ. Ὁ δεύτερος διατυπωθεὶς ἐνδοιασμὸς ἀφορᾷ τὸν χαρακτῆρα τῆς παρούσης Βουλῆς. Τὰ συντακτικὰ Σώματα, δὲν ἀντλοῦν τὴν ἁρμοδιότητα καὶ τὸ κῦρος των, ἀπὸ τὸ ὄνομά των. Ἡ Βουλὴ τοῦ 1926–1927, ἡ ὁποία νομίζω ὅτι ἀναμφιβόλως πρέπει νὰ θεωρηθῇ συντακτική, δὲν ἔχει συγκαταλεχθῆ οὔτε μεταξὺ τῶν συντακτικῶν, οὔτε μεταξὺ τῶν ἀναθεωρητικῶν Βουλῶν. Ἡ τρίτη συντακτική, ἐξ ἄλλου, δὲν κατώρθωσε νὰ παρουσιάσῃ ἔργον συντακτικόν. Ἑπομένως, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸν ἀληθῆ χαρακτῆρα καὶ τὴν ἁρμοδιότητα τῆς παρούσης Βουλῆς, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὀνόματός της, διότι ἐκ τοῦ ζητήματος τούτου, θὰ κριθῇ ὁλόκληρος ἡ περαιτέρω διαδικασία ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία θὰ λάβῃ χώραν εἰς αὐτὴν τὴν αἴθουσαν. Κύριοι βουλευταί, ὑπεστήριξα ἀπ’ ἀρχῆς, ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ εἶναι συντακτική. Οἱ λόγοι εἶναι περισσότεροι τοῦ ἑνός. Εἶναι συντακτική, διότι τῆς συγκλήσεως αὐτῆς προηγήθη δεκαετὴς ἐκτροπὴ ἐκ τῆς συνταγματικῆς ὁμαλότητος. Προηγήθησαν ἐπαναστάσεις, προηγήθησαν στάσεις, προηγήθησαν πραξικοπήματα. Ὑπάρχει, ἑπομένως, τὸ πολιτικὸν προηγούμενον τῶν συντακτικῶν συνελεύσεων, δηλαδὴ ἡ ἐπανάστασις, ἡ ἀνωμαλία. Καὶ ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς συνταγματικῆς ὁμαλότητος διὰ συντακτικοῦ Σώματος. Θὰ ἦτο παράλογον νὰ δεχθῶμεν ὅτι μετὰ μίαν ὁλόκληρον δεκαετίαν ἐκτροπῆς ἀπὸ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ἡ συνερχομένη Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, δὲν ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν συνταγματικὴν ὁμαλότητα. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ συνταγματικῆς ἀνωμαλίας, πρόκειται καὶ περὶ Συνταγματικῆς ἐκκρεμότητος. Τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἰσχύει σήμερον, τὸ Σύνταγμα δηλαδὴ τοῦ 1911, δὲν ἀντλεῖ τὸ κῦρος του καὶ τὴν ἰσχύν του, οὔτε ἀπὸ τὴν ψῆφον τῆς δευτέρας συντακτικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως τοῦ 1862, οὔτε ἀπὸ τὴν ψῆφον τῆς δευτέρας Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τοῦ 1911. Τὸ κῦρος τὸ ἀντλεῖ ἀπὸ τὸ ψήφισμα τῆς 10 Ὀκτωβρίου 1935. Γνωρίζομεν πῶς ἐψηφίσθη τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο, ἀπερχομένου ἀπὸ τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς πλειοψηφίας, τοῦ ἀειμνήστου Παναγῆ Τσαλδάρη. Ἀλλὰ ἀνεξαρτήτως τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον ἐψηφίσθη, ἂς ἴδωμεν τὸ περιεχόμενον τοῦ ψηφίσματος. Τὸ ψήφισμα τῆς 10ης Ὀκτωβρίου 1935 λέγει ὅτι ἐπαναφέρει, προσωρινῶς, ἐν ἰσχύϊ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νέου Συντάγματος. Τὸ ψήφισμα τοῦτο, εἶναι τὸ ψήφισμα τῆς 5ης Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία ἐκλήθη διὰ νὰ ἀναθεωρήσῃ τὸ Πολίτευμα καὶ ἡ ὁποία δὲν ἐτερμάτισε τὸ ἔργον της, διότι διελύθη. Τῆς παρούσης Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἔχει προηγηθῆ, ὄχι μόνον ἡ Γʹ Ἀναθεωρητική, ἀλλὰ καὶ ἡ Εʹ Συντακτική, ἡ ὁποία δὲν ἐτερμάτισε τὸ ἔργον της. Δηλαδὴ ἀπὸ τῆς καθεστωτικῆς μεταπολιτεύσεως τοῦ 1935 μέχρι σήμερον, δὲν ὑπάρχει ἐψηφισμένον πολίτευμα ὑπὸ Ἐθνικῆς Συνελεύσεως. Ὑπάρχει, ἑπομένως, ὄχι μόνον ἡ συνταγματικὴ ἀνωμαλία ἐκ τῶν ἐκτροπῶν, ἀλλὰ καὶ ἡ πλήρης συνταγματικὴ ἐκκρεμότης τοῦ ὑπάρχοντος πολιτεύματος. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τὸ ψήφισμα τῆς 10ης Ὀκτωβρίου 1935, ἀλλὰ τὴν 28ην Ὀκτωβρίου ἐξεδόθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη, ἡ Ζʹ Συντακτικὴ Πρᾶξις, οὐδέποτε κυρωθεῖσα ὑπὸ οἱουδήποτε Νομοθετικοῦ Σώματος, πολὺ δὲ περισσότερον ὑπὸ Συντακτικοῦ, ἡ ὁποία πρᾶξις ἐπανέφερεν ἐν ἰσχύϊ ὡρισμένα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927. Ἔχομεν, λοιπόν, ὡς πηγὴν τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος, τὸ ψήφισμα, τὸ βεβιασμένον τῆς 10ης Ὀκτωβρίου 1935, καὶ ἔχομεν καὶ τὴν ξεκρέμαστην πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη τῆς 28–29 Ὀκτωβρίου 1935. Νομίζω, ἑπομένως, ὅτι ὑπάρχει καὶ συνταγματικὴ ἐκκρεμότης καὶ συνταγματικὴ ἀνωμαλία.
§11ΚΛ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε τὴν ἰδέαν ὅτι, τόσον ἡ πρᾶξις τοῦ 35 ὡς καὶ τὰ κατόπιν ἀποτελοῦν ἐπιταγὴν πρὸς τὴν ἡμετέραν Ἐθνοσυνέλευσιν ἢ δίδουν τὸ δικαίωμα καὶ τὴν εὐχέρειαν ὥστε, ἐὰν ἡ σημερινὴ Ἐθνοσυνέλευσις, εὑρίσκῃ ἀναθεωρητέον τὸ Σύνταγμα, νὰ τὸ ἀναθεωρήσῃ; Θέλω νὰ ἴδω τὴν γνώμην σας.
§12Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ὁμιλῶ περὶ τῆς συντακτικῆς δυνατότητος καὶ οὐχὶ περὶ τῆς ὑποχρεώσεως πρὸς μεταβολὴν τῶν πάντων. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ κάτι ἄλλο, κύριοι συνάδελφοι. Εὑρισκόμεθα εἰς μίαν ἐποχήν, ἑνὸς παγκοσμίου σεισμοῦ. Ὁ σεισμὸς αὐτὸς ἀπέδειξεν ὅτι ὑπάρχουν ὡρισμέναι ἀξίαι, αἱ ὁποῖαι ἐπέζησαν τοῦ σεισμοῦ. Εἶναι αἱ ἀξίαι, ἐν ὀνόματι τῶν ὁποίων ἀγωνιζόμεθα, ἐν ὀνόματι τῶν ὁποίων νικῶμεν καὶ ἐν ὀνόματι τῶν ὁποίων τελικῶς θὰ νικήσωμεν. Αἱ ἀξίαι αὗται, ἔχουν ἀνάγκην ἀναβαπτίσεως καὶ ἐκ νέου ἐπικυρώσεως καὶ διασφαλίσεως. Συγχρόνως, ὅμως, ἀπέδειξεν ὁ σεισμός, ὅτι ὑπάρχουν καὶ ὡρισμένα ἄλλα πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ἐπιζήσουν αὐτῆς τῆς δοκιμασίας. Ὡς πρὸς αὑτὰ πρέπει νὰ γίνῃ προσπάθεια τῆς ἀναπροσαρμογῆς καὶ τῆς ἀναμορφώσεως. Θὰ ἤθελον νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὅτι κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 25 Ἰανουαρίου 1921, ὁ ἀείμνηστος Νικόλαος Στρᾶτος, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ χαρακτῆρος τῆς Γʹ Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ἔλεγεν ὅτι εἶναι Συντακτική, διότι ἔχει ὡς ὑποχρέωσιν νὰ ἀναπλάσσῃ θεσμούς, οἱ ὁποῖοι ἐφθάρησαν ἐκ τῆς καταχρήσεως, ἢ ἀκόμη καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς χρήσεως. Ἐν συνδυασμῷ, ἑπομένως, πρὸς τὴν ὑπάρχουσαν ἀνωμαλίαν καὶ ἐκκρεμότητα, νομίζω ὅτι καὶ ἡ συνταρακτικὴ περίοδος, τὴν ὁποίαν διερχόμεθα, θὰ ἀπετέλει πρόσθετον λόγον, διὰ νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ παροῦσα Βουλὴ Συντακτική. Ἀλλὰ εἶναι Συντακτικὴ ἡ Βουλὴ καὶ δι’ ἄλλους λόγους. Εἶναι Συντακτική, διότι ἀδέσμευτον ἤσκησε μέχρι σήμερον ἐξουσίαν, Δὲν εἶναι ἐκ τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, οὔτε ὁ τρόπος τῆς ἀσκήσεως νομοθετικῆς ἐξουσίας (καὶ ἐννοῶ τὴν ἄσκησιν αὐτῆς δι’ Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, ἥτις ἐπετράπη ἐπανειλημμένως διὰ ψηφισμάτων) οὔτε ἡ προκήρυξις Δημοψηφίσματος. Καὶ τὰ δύο αὐτὰ θέματα, εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Ἀλλὰ εἶναι Συντακτικὴ καὶ διότι ἀδέσμευτος ἐκλήθη διὰ τοῦ διατάγματος προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν ἐξαιρέσει τοῦ πολιτειακοῦ. Δὲν πιστεύω, βεβαίως, ὅτι τὸ διάταγμα τῆς προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν, δύναται αὐτὸ καὶ μόνον, νὰ προσδώσῃ εἰς μίαν Συνέλευσιν τὸν χαρακτῆρα τῆς συντακτικῆς. Ἐπικαλοῦμαι ὅμως τὸ διάταγμα, ὄχι ὡς μόνην βάσιν χαρακτηρισμοῦ τῆς Συντακτικῆς συνελεύσεως, ἀλλὰ κυρίως ὡς ἀπόδειξιν τῶν ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον καὶ εἶχον ἐπικρατήσει, κατὰ τὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔγινεν ἡ προκήρυξις τῶν ἐκλογῶν. Ὁμόφωνος ἦτο τότε ἡ ἀντίληψις, ὅτι ἐξαιρουμένου τοῦ πολιτειακοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ λυθῇ ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ λαοῦ, πάντα τὰ ἄλλα θέματα, θὰ ὑπήγοντο εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς μελλούσης ἐκ τῶν ἐκλογῶν νὰ προέλθῃ Βουλῆς. Φοβίζει ἐνίοτε ὁ χαρακτὴρ τῆς Συντακτικῆς. Κακῶς, ὅμως, διότι νομικῶς ἀδέσμευτος ἐξουσία, δὲν σημαίνει ποσῶς πολιτικῶς καὶ ἠθικῶς ἀσύδοτος. Ἀσφαλῶς, ὑπάρχουν περιορισμοί, ἀλλ’ οἱ περιορισμοὶ αὐτοὶ δὲν εἶναι νομικοὶ περιορισμοί. Δὲν ὑπάρχει, ὅμως, ἡ δέσμευσις, ἐκ τῶν ἐπικρατουσῶν ἀντιλήψεων, αἱ ὁποῖαι ἑκάστοτε ἐπιβάλλονται καὶ φυσικὰ ἐμποδίζουν τοὺς φορεῖς τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας, νὰ εἶναι ἀσύδοτοι.
§13Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε; Ὁ μακαρίτης Δημήτριος Γούναρης, τοῦ ὁποίου τὴν ἐπιστημονικὴν ἀνωτερότητα, κανεὶς δὲν ἠμφεσβήτησε ποτέ, οὔτε θὰ ἀμφισβητήσῃ, εἶπε κατὰ τὴν συνέλευσιν ἐκείνην τὰ ἑξῆς: Καὶ ἡ Συντακτικὴ Ἐθνοσυνέλευσις δὲν εἶναι παντοδύναμος. Παντοδύναμος εἶναι μόνον ὁ Θεός. Καὶ ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις ἔχει ὅριον εἰς τὴν δρᾶσιν της, τὸ περὶ Δικαίου καὶ ἠθικῆς φρόνημα τοῦ πεπολιτισμένου Κόσμου.
§14Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἀπόδειξις ὅτι εἶναι ἀβάσιμος ὁ φόβος ἐκ τῆς νομικῆς παντοδυναμίας τῶν Συντακτικῶν Συνελεύσεων, παντοδυναμίας ἡ ὁποία, κατ’ ἐμέ, ἀφορᾷ τὸ ἀντικείμενον καὶ ὄχι τὸ ὑποκείμενον, διότι δὲν πιστεύω ὅτι ἡ Συντακτικὴ δύναται νὰ ἐκχωρήσῃ τὰ δικαιώματά της, ἡ παντοδυναμία ἀφορᾷ μόνον τὴν ἁρμοδιότητά της ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον. Ἀπόδειξις, λέγω, ὅτι ὁ φόβος τῆς παντοδυναμίας εἶναι ἀβάσιμος, εἶναι αἱ χῶραι ἐκεῖναι εἰς τὰς ὁποίας ἡ Συντακτικὴ ἐξουσία εἶναι συνεχῶς παροῦσα.
§15Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Συνταγματολόγος Γάλλος σπουδαιότατος, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ἐπικαλεσθῆ ὅλοι ὅσοι ἔχομεν ἀσχοληθῆ μὲ τὸ Σύνταγμα, λέγει ὅτι καὶ μία ἁπλῆ Βουλή, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε πιστεύσει ὅτι ἀντιπροσωπεύει τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ, δύναται νὰ κηρύξῃ ἑαυτὴν Ἐθνοσυνέλευσιν.
§16Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἔρχομαι πλέον, μετὰ ἀπὸ τὰς εἰσαγωγικὰς αὐτὰς παρατηρήσεις, εἰς τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν. Τὰ 75 περίπου ἄρθρα τοῦ ψηφίσματος ἀνήκουν εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ κεφάλαια τοῦ Συντάγματος. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διατυπώσω γενικωτέρας τινὰς παρατηρήσεις ἐπὶ ἑκάστου κεφαλαίου, διὰ νὰ δικαιολογήσω ποῖα ἐκ τῶν ἄρθρων, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται εἰς τὸ ψήφισμα, πρέπει νὰ ἐξαιρεθοῦν τῆς ταχείας αὐτῆς διαδικασίας. Πρῶτον κεφάλαιον, εἶναι τὸ κεφάλαιον τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν. Νομίζω ὅτι ἐκ τοῦ νέου Συντάγματος πρέπει μετ’ ἐμφάσεως νὰ προκύπτῃ ἡ πίστις τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας εἰς τὴν ἐλευθερίαν. Πρέπει ἰδιαιτέρως νὰ προσέξωμεν τοῦτο καὶ περαιτέρω, ἐν ὀνόματι καὶ χάριν αὐτῆς τῆς ἐλευθερίας καὶ ὄχι μὲ τὸν σκοπὸν τῆς πολεμικῆς οἱασδήποτε ἰδέας, ὁσονδήποτε ἀντιθέτου πρὸς τὰς ἰδικάς μας, ἐν ὀνόματι αὐτῆς τῆς ἐλευθερίας νὰ ληφθοῦν ὡρισμένα μέτρα κατοχυρώσεως τῆς ἐλευθερίας κατὰ τῶν ἐναντίον της ἐπιβουλῶν. Ἀλλά, προκειμένου νὰ ληφθοῦν μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων κατοχυρώνεται ἡ ἐλευθερία, πρέπει ἰδιαιτέρως νὰ προσέξωμεν μήπως ὑπερακοντίσωμεν αὐτὸν τὸν σκοπόν, μήπως νοθεύσωμεν τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος, μήπως τὰ μέτρα ταῦτα ἔχουν ὁμοιότητά τινα πρὸς ἀστυνομικὰς διατάξεις ἢ προκηρύξεις στρατιωτικοῦ διοικητοῦ. Κύριοι Συνάδελφοι, τὰ Συντάγματα δὲν εἶναι ἐκ τῶν κειμένων τὰ ὁποῖα ὑφίστανται συχνὰς μεταβολὰς καὶ διορθώσεις. Κατὰ συνέπειαν πρέπει βεβαίως νὰ διαγραφοῦν τὰ πλαίσια ἐντὸς τῶν ὁποίων δύναται νὰ κινηθῇ ὁ συντεταγμένος νομοθέτης, διὰ νὰ προλάβῃ τὴν ἐναντίον τῆς πολιτείας καὶ τῆς ἐλευθερίας ἐπιβουλήν, ἀλλὰ μετὰ λεπτεπιλέπτου προσοχῆς, ὥστε νὰ διατηρηθῇ ἀνέπαφος ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος, νὰ διατηρηθῇ ἀνέπαφος καὶ νὰ ἐνισχύεται ἡ διακήρυξις τῆς πίστεως πρὸς τὴν ἐλευθερίαν. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς ἀντιλήψεως πιστεύω ὅτι τὸ ἄρθρον 24 τοῦ σχεδίου τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον προβλέπει τὴν ἔκτακτον διαδικασίαν καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν ἐσωτερικῶν κινδύνων, εἶναι μὲν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατὰ βάσιν ὀρθόν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑποστῇ μικρὰν μὲν φραστικῶς οὐσιώδη ὅμως κατὰ τὸ περιεχόμενον τροποποίησιν. Πρέπει δηλαδὴ ὄχι εἰς πᾶσαν διαταραχὴν τῆς Δημοσίας Τάξεως, ἀλλὰ εἰς περίπτωσιν διασαλεύσεως, ἢ κινδύνου διασαλεύσεως τῆς Δημοσίας Τάξεως, νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κινῆται ἡ ἔκτακτος διαδικασία. Ἐπὶ πλέον νομίζω ὅτι ἡ προσθήκη, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὸ ἄρθρον περὶ ἀπορρήτου τῶν ἐπιστολῶν, δύναται νὰ θεωρηθῇ δικαιολογημένη, ὅτι δηλαδὴ ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας δύναται καὶ ἡ ἐπιστολὴ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀποδεικτικὸν μέσον καὶ νὰ ἀνοίγεται. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἴδωμεν ποία ἐξασφάλισις πρέπει νὰ ληφθῇ, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν πολιτικὰ ἀδικήματα νὰ περιλαμβάνωνται εἰς τὴν διαδικασίαν αὐτήν. Διότι τότε θὰ εἶναι δυνατὸν μία μήνυσις ἡ ὁποία θὰ ἐγίνετο εἰς χρόνους ὁμοίους τῶν ὁποίων ἔχομεν περάσει εἰς τὸ παρελθόν, ἐπιβεβαιουμένη ἀπό τινας καταθέσεις μαρτύρων, νὰ γίνεται αἰτία κατασχέσεως τῆς ἀλληλογραφίας τῶν πολιτικῶν. Ἄλλης φύσεως διατάξεις εἶναι αἱ διατάξεις κοινωνικοῦ περιεχομένου. Εἰς τὸ περιεχόμενον τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ περιλαμβάνεται ἡ διάταξις ἡ διευκολύνουσα τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν διὰ τὴν ἀποκατάστασιν γεωργῶν καὶ κτηνοτρόφων. Ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν περιλαμβάνεται δυστυχῶς εἰς τὸ σημερινὸν ψήφισμα καὶ θὰ τὴν συζητήσωμεν ὅταν ἔλθῃ. Τὴν ἀναμένομεν τὸ ταχύτερον. Δευτέρα διάταξις εἶναι ἡ διάταξις ἡ ἀφορῶσα τὴν ἐργασίαν ἡ ὁποία περιλαμβάνεται εἰς τὸ παρὸν ψήφισμα, εἶναι δηλαδὴ τὸ ἄρθρον 22 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927. Διετυπώθη ἡ ἀντίρρησις ὅτι ἡ διάταξις ἐκείνη περικλείει κινδύνους. Ἐγὼ πιστεύω τὸ ἀντίθετον. Ὄχι μόνον πρέπει νὰ μείνῃ ἡ διάταξις, ἀλλὰ ἡ διάταξις πρέπει νὰ διευκρινισθῇ νὰ γίνῃ μᾶλλον συγκεκριμένη, νὰ λάβῃ δηλαδὴ ἁπτόν, θετικὸν καὶ συγκεκριμένον περιεχόμενον, καὶ τὸ περιεχόμενον αὐτὸ νὰ εἶναι ὅτι τὸ Κράτος πρέπει ὄχι μόνον πλατωνικῶς νὰ μεριμνᾷ διὰ τὴν ὑλικὴν καὶ ἠθικὴν ἐξύψωσιν τῶν ἐργαζομένων, ἀλλὰ τὸ Κράτος πρέπει εἰδικώτερον νὰ μεριμνᾷ καὶ διὰ τὴν ἐξεύρεσιν ἐργασίας καὶ τὴν ἱκανοποιητικὴν ἀμοιβὴν τῶν ἐργαζομένων. Τρίτη εἶναι ἡ διάταξις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ προστεθῇ, ἡ ἀφορῶσα τὴν προστασίαν τῶν ἀστικῶν καὶ γεωργικῶν συνεταιρισμῶν. Διὰ τῆς διατάξεως περὶ ἧς ὡμίλησα προηγουμένως προστατεύονται οἱ ἐργάται, διὰ τῆς διατάξεως ταύτης προστατεύονται οἱ παραγωγοὶ καὶ οἱ καταναλωταί. Καὶ αἱ τρεῖς αὗται διατάξεις, νομίζω ὅτι εἶναι ἐξ ἐκείνων αἱ ὁποῖαι ἔχουν τὴν θέσιν των εἰς τὸ Σύνταγμα. Διετυπώθη ἡ ἀντίρρησις ὅτι διὰ τῶν διατάξεων αὐτῶν εἰσάγεται ἐκ τοῦ Συντάγματος ὁ κρατικὸς παρεμβατισμός. Κύριοι Βουλευταί, ἤκουσα μὲ πολλὴν προσοχὴν τὰς ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου διετύπωσεν ἀξιότιμος συνάδελφος. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ πιστεύω ὅτι πρόκειται περὶ βαρείας πλάνης. Ὅλη ἡ πολεμικὴ ἡ ὁποία ἠσκήθη κατὰ τοῦ κρατικοῦ παρεμβατισμοῦ ἔχει βάσιν τὸν κακῶς παρ’ ἡμῖν ἀσκηθέντα κρατικὸν παρεμβατισμὸν καὶ ὄχι τὴν ἀρχήν. Ἐκπλήσσομαι μάλιστα ὅτι δὲν ἤκουσα αὐτὰς τὰς ἀντιρρήσεις ὅταν πρὸ ἐτῶν εἰσήγετο τὸ προστατευτικὸν δασμολόγιον, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ σταδιοδρομήσῃ ἡ Ἑλληνικὴ βιομηχανία. Δὲν ἤκουσα αὐτὴν τὴν ἀντίρρησιν ὅταν ἐδίδετο ἡ ἐγγύησις τοῦ Κράτους διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν Λίμπερτυ καὶ ἐγείρεται ἡ ἀντίρρησις ὅταν ζητῆται ἡ παρέμβασις τοῦ Κράτους διὰ τὴν ἀναπροσαρμογὴν τῶν ἡμερομισθίων ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν ἢ διὰ τὴν προστασίαν τῶν συνεταιρισμῶν παραγωγῆς καὶ τῶν συνεταιρισμῶν καταναλώσεως. Εἶναι ἄλλο τὸ θέμα τοῦ Κράτους μπακάλη καὶ ἄλλο τὸ γενικώτερον θέμα τοῦ κρατικοῦ παρεμβατισμοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει ἀντικειμενικῶν κριτηρίων τὰ ὁποῖα καὶ σχεδὸν αὐτομάτως λειτουργοῦν καὶ ἀδιάβλητον καθιστοῦν τὴν παρέμβασιν. Ἠθικὴν δικαίωσιν τῆς ἀρχῆς του ἀποτελεῖ ἡ ἀνάγκη αὐξήσεως τῆς δυνάμεως τῶν οἰκονομικῶς ἀδυνάτων, διὰ νὰ δύνανται νὰ ἀντιμετωπίσουν τοὺς οἰκονομικῶς ἰσχυροτέρους.
§17Κ. ΔΗΛΑΒΕΡΗΣ. Ἐπειδὴ ὑπαινίττεσθε ἐμέ, λέγοντες ταῦτα, δηλῶ ὅτι θεωρῶ τὸ θέμα τῆς μερίμνης ὑπὲρ τῶν ἐργαζομένων τάξεων τόσον μέγα ὥστε νὰ μὴ περιληφθῇ εἰς τὸ ψήφισμα διὰ τοῦ ὁποίου ἀθρόως ψηφίζονται ὡρισμέναι διατάξεις. Αὐτὰ εἶπον καὶ ἐζήτησα νὰ εὑρεθῇ τρόπος μὴ περικλείων κινδύνους. Θὰ πλειοδοτοῦσα διὰ τὴν προστασίαν τῶν ἐργαζομένων τάξεων οὐχὶ πλατωνικῶς διὰ τῆς ἀναγραφῆς εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ ἐζήτησα νὰ μὴ παρεισφρύσῃ τὸ ἄρθρον αὐτό, τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον ἡ Ἐπιτροπὴ εἶχε τὴν ἐντολὴν νὰ περιλάβῃ τὰ μὴ ἀναθεωρητέα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος καὶ οὐχὶ νὰ εἰσαγάγῃ νέα ἄρθρα δι’ ἑνὸς ὁμαδικοῦ ψηφίσματος. Αὐτὸ ἦτο τὸ νόημά μου.
§18Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε συνάδελφε, πολεμῶν τὰς ἰδέας σας δὲν εἶχον οὐδεμίαν πρόθεσιν νὰ ἀμφισβητήσω τὰς προσωπικάς σας διαθέσεις.
§19Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον 22 δὲν χρησιμεύει. Εἶναι δυνατὸν τὸ Κράτος νὰ μὴ ἀσχολῆται μὲ τοιαῦτα ζητήματα;
§20Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς ἐν γένει λειτουργίας τῆς Βουλῆς. Προεβλήθη ἡ ἀντίρρησις ὅτι ἡ πρότασις τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς περὶ διαιρέσεως τῆς Βουλῆς εἰς τμήματα εἶναι ἐπικίνδυνον καινὸν δαιμόνιον. Ἐπιθυμῶ, Κύριοι Συνάδελφοι, νὰ ἀναπολήσωμεν τὰ τελευταῖα 34 ἔτη, δηλαδὴ τὸ χρονικὸν διάστημα ἀπὸ τοῦ 1915 μέχρι τοῦ 1949. Νομίζω ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῶν 34 αὐτῶν ἐτῶν εἶναι ζήτημα ἐὰν κατὰ τὰ 9 χρόνια ἠσκήθη κανονικῶς ἡ νομοθετικὴ λειτουργία. Κατὰ τὰ ἕτερα 25 ἔτη ἐξεδόθησαν χιλιάδες Νομοθετικὰ Διατάγματα καὶ ἀναγκαστικοὶ νόμοι. Ἡ πεῖρα 35 ὁλοκλήρων ἐτῶν νομίζω ὅτι ὤφειλε νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν ἀναζήτησιν τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ νόμοι θὰ ψηφίζωνται κατὰ τὸ Σύνταγμα. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ ἀφετηρία ἡ ὁποία ὡδήγησεν εἰς τὴν ὑπόδειξιν τῆς διαιρέσεως τῆς Βουλῆς εἰς τμήματα. Δὲν εἶμαι σύμφωνος Κύριοι πρὸς τὸν θρυμματισμὸν τῆς Βουλῆς, εἰς πολλὰ τμήματα. Ἀλλὰ πιστεύω ὅτι διὰ νὰ αὐξήσῃ τὰς ἀποδόσεις της, διὰ νὰ δύναται νὰ ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ βαρύτερον σήμερον ἀπὸ ἄλλοτε ἔργον της, ἔχει ἀνάγκην ἁπλουστεύσεως τῆς διαδικασίας, ἔχει ἀνάγκην διαιρέσεως εἰς δύο τμήματα. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ πεποίθησις τῆς πλειοψηφίας τοῦ Σώματος ἐπὶ τὸ ἀδιαίρετον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας εἶναι ἐπίμονος, εἶναι ἀνένδοτος, τότε νομίζω, Κύριοι Συνάδελφοι, ὅτι θὰ ἠδύνατο καὶ ἡ διαίρεσις τῆς Βουλῆς εἰς τμήματα νὰ γίνῃ καὶ νὰ διατηρηθῇ καὶ τὸ ἀδιαίρετον θεσπιζομένης τῆς ψηφίσεως ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος ὡς συνόλων τῶν ὑπὸ τῶν τμημάτων ψηφιζομένων νομοσχεδίων. Ἡ τελευταία αὕτη ψήφισις καὶ ἐπικύρωσις ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τοῦ ἔργου τῶν τμημάτων, ἄνευ ὅμως συζητήσεώς τινος, θὰ ἦρε καὶ τὴν θεωρητικὴν αὐτὴν ἀντίρρησιν περὶ τῆς ἑνότητος καὶ τοῦ ἀδιαιρέτου τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Μεταξὺ τῶν ἄρθρων τὰ ὁποῖα συνδέονται πρὸς τὸν τρόπον λειτουργίας τῆς Βουλῆς ἐκ τῶν περιλαμβανομένων εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον ψηφίσματος, εἶναι καὶ τὸ ἄρθρον 54 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Τὸ ἄρθρον ὁρίζει ὡς ἐλάχιστον ὅριον τῆς βουλευτικῆς συνόδου τοὺς τρεῖς μῆνας. Τὸ διάστημα τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀνεπαρκές. Ἐὰν δὲ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι δύνανται νὰ ὑπάρξουν περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία θὰ ἐπιθυμῇ νὰ ἐπιτύχῃ ἀπροβλέπτως τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς συνόδου, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν διὰ τοῦ Συντάγματος, ὥστε νὰ αὐξηθῇ τὸ ἐλάχιστον ὅριον τῆς συνόδου ἀπὸ 3 μῆνας εἰς 5 τοὐλάχιστον. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἕτερον ἄρθρον τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐξαιρεθῇ τῆς ὁμαδικῆς ψηφίσεως, διότι ἔχει ἀνάγκην συζητήσεως, εἶναι τὸ ἄρθρον 46 τοῦ σχεδίου τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς. Τὸ ἄρθρον τοῦτο προβλέπει περὶ τοῦ τρόπου ρυθμίσεως τῆς λειτουργίας τῆς Βουλῆς διὰ τοῦ Κανονισμοῦ της. Κύριοι συνάδελφοι, πιστεύω ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ ἄλλη διάταξις περιορισμοῦ, ὄχι τοῦ λόγου, ἀλλὰ τῆς πολυλογίας. Πρέπει νὰ προστεθῇ διάταξις ἡ ὁποία ἐξασφαλίζει ἀποδοτικώτερον ἔργον εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Διότι ἡ θεωρουμένη σήμερον ὡς ἐλευθερία, πράγματι δὲ ἀπώλεια χρόνου, συντελεῖ εἰς τὸ νὰ ὑφίσταται ἐπιθέσεις καὶ πλήγματα ὁ θεσμὸς τοῦ Κοινοβουλίου εἰς τὸν ὁποῖον ἐγὼ τοὐλάχιστον πιστεύω ἀπολύτως. Ἄλλη κατηγορία ἄρθρων περιλαμβανομένη εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον ψηφίσματος, εἶναι τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Τὸ ἄρθρον 102 τοῦ σχεδίου τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, εἰσάγει διὰ συνταγματικῆς διατάξεως τὸ σύστημα τῆς κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως. Τὰ συστήματα τῆς δημοκρατικῆς διακυβερνήσεως εἶναι τρία. Εἶναι τὸ σύστημα τῆς Κυβερνώσης Βουλῆς, εἶναι τὸ σύστημα τῆς ἀνεξαρτήτου ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, εἶναι καὶ τὸ σύστημα τῆς Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως. Τὸ τελευταῖον εἶναι τὸ σύστημα τῆς ἰσοσταθμίσεως, τῆς ἰσορροπίας τῶν λειτουργιῶν τῆς πολιτείας. Τάσσομαι ἀδιστάκτως ὑπὲρ τοῦ συστήματος τῆς κοινοβουλευτικῆς κυβερνήσεως. Ἀλλὰ ἐνῷ δέχομαι καὶ συνιστῶ ὅπως καὶ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως καθιερωθῇ τὸ σύστημα τῆς κοινοβουλευτικῆς κυβερνήσεως, διαπιστώνω ὅτι ἀνακύπτει καὶ μία ἄλλη παράλληλος ἀνάγκη, ἡ ἀνάγκη τῆς σχετικῆς σταθερότητος τῶν Κυβερνήσεων. Διὰ τοῦτο εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 ὑπάρχει ἡ διάταξις ἡ ὁποία λέγει ὅτι ἐπὶ δύο μῆνας μετὰ τὴν ψῆφον ἐμπιστοσύνης, δὲν δύναται νὰ τεθῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Καὶ ὑπάρχει καὶ εἰς τὸ σχέδιον τῆς Συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς παρομοία διάταξις ἡ ὁποία ὁρίζει τὸ χρονικὸν διάστημα εἰς τρεῖς μῆνας. Ἀλλὰ ἐνῷ καὶ τὸ δίμηνον χρονικὸν διάστημα εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ μέγα, μετὰ τὴν πάροδον χρονικοῦ διαστήματος ἀπὸ τῶν ἐκλογῶν, διὰ τὸ πρῶτον μετεκλογικὸν διάστημα, διὰ τὸ διάστημα τῆς νωπῆς ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ ἐντολῆς, πιστεύω ὅτι εἶναι ἀνεπαρκές. Νομίζω ἑπομένως ὅτι ἡ πρώτη εὐθὺς μετὰ τὰς ἐκλογὰς Κυβέρνησις, θὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ εὐρύτερον χρόνον, διὰ νὰ δείξῃ τὰς ἱκανότητάς της. Νομίζω ἐπίσης ὅτι τὸ χρονικὸν διάστημα τοῦ τριμήνου ὅταν πλέον ἀλλοιωθῇ ἡ σχέσις λαοῦ καὶ Βουλῆς, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ ἐξαντλήσει τὰς πρώτας ἀποδόσεις της, ἴσως νὰ εἶναι μακρόν. Πιστεύω λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ κρατήσωμεν τὸ ἄρθρον, νὰ ἀκούσωμεν ὅλας τὰς ἀντιλήψεις καὶ νὰ κάμωμεν τὴν σκοπιμωτέραν διαμόρφωσιν τοῦ ἄρθρου. Τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα ἰσχύει παρ’ ἡμῖν ἀγράφως ἀπὸ τοῦ ἔτους 1875, ὅτε ὁ ἀείμνηστος Χαρίλαος Τρικούπης εἰσήγαγε τὴν ἀρχὴν τῆς δεδηλωμένης διὰ τοῦ βασιλικοῦ λόγου.
§21Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ Χαρίλαος Τρικούπης ἐκήρυξε τὴν ἀρχὴν τῆς δεδηλωμένης δι’ ἑνὸς ἄρθρου εἰς τοὺς «Καιρούς».
§22Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Τὸ ἄρθρον ἀπετέλεσε τὴν προϊστορίαν, δὲν ἠδύνατο δὲ διὰ τοῦ ἄρθρου νὰ καθιερωθῇ ἡ ἀρχή. Καθιερώθη αὕτη διὰ τοῦ βασιλικοῦ λόγου.
§23Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἰσήχθη ἡ ἀρχὴ τῆς δεδηλωμένης, τὴν ὁποίαν ἡ ἀναλογικὴ καταλύει.
§24Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπίσης ἔχει ἀνάγκην ἰδιαιτέρας προσοχῆς, εἶναι τὸ ἄρθρον περὶ τῆς διαδικασίας τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Ἀρκεῖ νὰ σημειωθῇ ὅτι 38 ὁλόκληρα ἔτη ἀπὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ 85 ἔτη ἀπὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, οὐδέποτε ἐφηρμόσθη διαδικασία τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Συνεπῶς τὸ ἄρθρον τοῦτο ἔχει ἀνάγκην ἀναπλάσεως διὰ νὰ δυνάμεθα νὰ ἐπιτυγχάνωμεν τὰς σποραδικὰς καὶ μεμονωμένας ἔστω, συνταγματικὰς μεταρρυθμίσεις χωρὶς νὰ προηγῆται συνταγματικὴ ἀνωμαλία. Τελευταῖον θέμα τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ θίξω ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ψηφίσματος τούτου, εἶναι ἡ διατήρησις τῆς ηὐξημένης ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς, μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Τοῦτο εἶναι πράγματι ἀσύνηθες. Βεβαίως καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς ρυθμίσεως τῶν προϋφισταμένων ψηφισμάτων καὶ συντακτικῶν πράξεων, καὶ αἱ ἀνώμαλοι περιστάσεις τὰς ὁποίας διερχόμεθα ἀκόμη εἶναι ἐνδεχόμενον καὶ πιθανὸν νὰ ἐπιβάλλουν τὴν διατήρησιν τῆς ηὐξημένης ἁρμοδιότητος. Ἀλλὰ ἐπειδὴ τοῦτο εἶναι ἀσύνηθες, ἐπειδὴ τοῦτο εἶναι δυσκόλως παραδεκτόν, θὰ προετίμων νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ψήφισίν του, διὰ νὰ τὸ ἐπανεξετάσωμεν ἐν καιρῷ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος ἢ μᾶλλον κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος ὅταν θὰ πρόκειται νὰ τεθῇ τοῦτο ἐν ἰσχύϊ. Διατί ἀπὸ σήμερον νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν ἀρχὴν διατηρήσεως τῆς ηὐξημένης ἁρμοδιότητος, καὶ μετὰ τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου, καὶ νὰ μὴ ἀφήσωμεν νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο τότε ἀναλόγως τῆς ἀνάγκης; Δὲν ἔχω, κύριοι συνάδελφοι, νὰ κάμω ἄλλας παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος. Ἀλλ’ ἐπιθυμῶ καταλήγων νὰ τονίσω ὅτι προϋπόθεσις τῆς ψηφίσεως καὶ τοῦ παρόντος ψηφίσματος καὶ τοῦ ὑπολοίπου Συντάγματος εἶναι νὰ ἀσκήσωμεν τὸ ἀναθεωρητικόν μας ἔργον μὲ σοβαρὰν πρόθεσιν συντακτικοῦ νομοθέτου. Οὔτε μὲ νευρικότητα οὔτε μὲ ἐναλλαγὴν συστημάτων εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν ποτὲ εἰς ψήφισιν Συντάγματος. Εἶναι πολὺ βαρὺ ἔργον, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ κατὰ τρόπον ἐρασιτεχνικόν. Ψηφίζοντες τὸ Σύνταγμα, προχωροῦντες δηλαδὴ καὶ περαιτέρω εἰς τὴν συνταγματικὴν διαδικασίαν, ὀφείλομεν νὰ προχωρήσωμεν μὲ ἐπιμονήν, μὲ σοβαρότητα, μὲ προσοχήν. Ἐπίσης πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὀφείλομεν νὰ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα μὲ νηφαλιότητα, χωρὶς νευρικότητας, χωρὶς τὴν ταραχὴν καὶ τὰς ἀνησυχίας, τὰς ὁποίας προκαλοῦν ἐφήμερα γεγονότα καὶ πρὸ παντὸς διὰ νὰ φέρωμεν εἰς πέρας τὸ βαρὺ αὐτὸ ἔργον, πρέπει νὰ συνειδητοποιήσωμεν καὶ τὴν ἀναγκαιότητα καὶ τὴν βαρύτητα τοῦ ἔργου αὐτοῦ. (Χειροκροτήματα).
§25Ν. ΜΑΛΙΝΔΡΕΤΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁ προλαλήσας κ. συνάδελφος εἶπεν ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ εἶναι συντακτική. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἀντίθετον γνώμην. Διότι αἱ ἐκλογαὶ ἐγένοντο πρὸς ἀνάδειξιν Βουλῆς Ἀναθεωρητικῆς. Οὐδὲν κόμμα ἀντέλεξε καὶ ἑπομένως ἡ παροῦσα Βουλή, συμφώνως πρὸς τὴν ψῆφον τοῦ λαοῦ, εἶναι ἀναθεωρητική. Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, εἶναι ἀναθεωρητικὴ Βουλή, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ καὶ ὡρισμένα ἄρθρα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀναθεωρήσῃ. Ἔπρεπε ἑπομένως ἀπὸ τῆς ἑπομένης τῶν ἐκλογῶν, ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1946, ἀμέσως ἡ Βουλὴ δι’ ἀποφάσεώς της νὰ ὁρίσῃ ποῖα θὰ εἶναι τὰ ἀναθεωρητέα ἄρθρα καὶ ἐπ’ αὐτῶν νὰ ἐργασθῇ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή. Δυστυχῶς ἡ Ἐπιτροπὴ ἀφέθη ἐλευθέρα καὶ ἤρχισε νὰ συντάσσῃ ἓν νέον Σύνταγμα ἐξ ἀρχῆς ἀπὸ τοῦ πρώτου μέχρι τοῦ τελευταίου ἄρθρου καὶ δι’ αὐτὸ ἐφθάσαμεν κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν νὰ σκεπτώμεθα πῶς θὰ καταρτίσωμεν τὸ Σύνταγμα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς πραγματικῆς καταστάσεως καὶ θὰ ἴδωμεν πῶς πρέπει νὰ ἀντεπεξέλθωμεν ἔναντι τοῦ γεγονότος αὐτοῦ. Παρετηρήθη ὅμως ὅτι μεταξὺ τῶν ἄρθρων, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ ἀναθεωρηθοῦν εἶναι καὶ τὸ ἄρθρον 35 καὶ τὸ ἄρθρον 66 τοῦ Συντάγματος. Κατὰ τὸ Σύνταγμα τὸ ἰσχῦον, τοῦ 1911, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ νομοθετοῦν ἄλλα ὄργανα, παρὰ μόνον ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία, ἡ Βουλὴ μετὰ τοῦ Βασιλέως. Δυστυχῶς ἀμέσως μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ἤρξατο ἡ καθιέρωσις τῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων καὶ ἐσχάτως καὶ τῶν ἀναγκαστικῶν νόμων. Αὐτὸ εἶναι ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, καθιερώθη ὅμως πλέον δι’ ἐθίμου. Αὐτὸ ἔφερε μίαν δυσβάστακτον πολυνομίαν, ἡ ὁποία ἔφερεν εἰς δύσκολον θέσιν καὶ τοὺς δικαστὰς καὶ τοὺς νομικούς. Ὑποθέτω ὅτι κανεὶς ἐκ τῶν νομικῶν, τῶν εὑρισκομένων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁσάκις μελετήσῃ ἓν ζήτημα νομικόν, θὰ εἶναι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξεν εἶναι καὶ τὸ ὀρθὸν, ὅτι δὲν θὰ παρέβλεψεν ἕνα νόμον τὸν ὁποῖον δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν λόγῳ τῆς ὑπαρχούσης πολυνομίας. Ἐνθυμεῖσθε τὸν μακαρίτην τὸν Καλλιγᾶν, ὁ ὁποῖος πρὸ 20 ἐτῶν εἶπεν ὅτι δὲν ἐγνώριζε ἐὰν ὅ,τι ἔλεγε εἶναι ὀρθόν, μήπως λόγῳ τῆς ὑπαρχούσης τότε πολυνομίας δὲν θὰ παρέλειψε κανένα νόμον. Ἐὰν ἔζη ὁ κακομοίρης ὁ Καλλιγᾶς σήμερον, θὰ τραβοῦσε τὰ μαλλιὰ τῆς κεφαλῆς του. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ πολυνομία, ὑπάρχει καὶ ὁ τρόπος ὁ εὔκολος τῆς γενέσεως τῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων, ὁ ὁποῖος τρόπος δύναται νὰ φέρῃ καὶ εἰς ἐκτροπὰς καὶ ὄχι εἰς ἠθικοὺς δρόμους τὴν νομοθεσίαν. Ἐγὼ θὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν ἁπλοῦν παράδειγμα. Εἰς τὴν Δράμαν ἐνοικιάσθη κάποτε ἕνας φόρος δημοτικός. Ὁ ἐνοικιαστὴς ἤθελε νὰ εἰσπράξῃ ἕνα φόρον ἀπὸ ἓν εἶδος, ὁ ὁποῖος ὅμως φόρος δὲν ἐπληρώνετο καὶ αὐτὸς προσέφυγε εἰς τὸν δικηγόρον του καὶ ὁ δικηγόρος του τοῦ εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ εἰσπραχθῇ ὁ φόρος, διότι ἀντιστρατεύεται εἰς τὸν Νόμον. Τότε, εἶπεν ὁ πελάτης του, πῶς ἔπρεπε νὰ γράφῃ ὁ νόμος; Ἔτσι καὶ ἔτσι τοῦ εἶπεν ὁ δικηγόρος, γράψε το. Ἔγραψε. Μετὰ τρεῖς ἡμέρας παρουσιάζει τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία περιεῖχεν ἀκριβῶς ὅ,τι τοῦ εἶπεν ὁ δικηγόρος. Ἤγειρε ἀγωγὴν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Δράμας καὶ εἰσηγητὴς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς ἦτο ὁ τότε Πρωτοδίκης καὶ νῦν Ἀρεοπαγίτης Μακρῆς. Ὁ Μακρῆς ἐπῆρε τὴν ὑπόθεσιν, τὴν ἐμελέτησε καὶ λέγει ὅτι ἡ γραμματικὴ ἑρμηνεία τοῦ Νόμου εἶναι αὐτή, τὴν ὁποία ὑποστηρίζει ἡ ἀγωγή. Ἀλλὰ ἐὰν δεχθῶμεν τὴν γραμματικὴν ἑρμηνείαν, καταλήγομεν εἰς τὸ Α, Β, Γ, Δ ἀνήθικον καὶ ὁ νομοθέτης δὲν θὰ ἤθελε πράγματι τὴν ἀνηθικότητα αὐτήν καὶ ἔκαμε μίαν σκέψιν καὶ ἀπορρίπτει τὴν ἀγωγὴν αὐτήν. Αὐτὸς ἐξεκάλεσε τὴν ἀπόφασιν εἰς τὸ Ἐφετεῖον καὶ τὸ Ἐφετεῖον ἀνέτρεψε τὴν ἀπόφασιν καὶ ἐδέχθη τὴν ἀγωγήν. Τὸν Σεπτέμβριον, κατὰ τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν Δικαστικῶν Γραφείων, ἦλθε εἰς Δράμαν ὁ τότε Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν καὶ νῦν Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου Σταυρόπουλος καὶ λέγει εἰς τὸν Μακρῆν: Αὐτὸ ποὺ λὲς εἰς τὴν εἰσήγησίν σου εἶναι ὀρθότατον. Ἀλλὰ τὰ Δικαστήρια κρίνουν κατὰ νόμον καὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ κρίνουν ἀλλέως, ἡ ἀνηθικότης εἰσήχθη διὰ τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος. Ἕκαστος ἐξ ἡμῶν θὰ ἔχῃ πολλὰ ὑπ’ ὄψιν του παραδείγματα. Διὰ νὰ λείψῃ ἡ κατάχρησις αὐτὴ καὶ ἡ πολυνομία, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀπαγορευθοῦν ρητῶς καὶ τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα καὶ οἱ ἀναγκαστικοὶ νόμοι καὶ ἡ θέσις οἱουδήποτε νόμου παρ’ ἄλλης ἐξουσίας, παρ’ ἄλλου ὀργάνου, πλὴν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Μόνον δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, νομίζω ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅτι θὰ ἐπιτύχωμεν νὰ ἀποφύγωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν πολυνομίαν. Διότι πάλιν πολυνομία θὰ ὑπάρξῃ, ἀλλὰ τοὐλάχιστον νὰ κατορθώσωμεν νὰ τὴν μειώσωμεν. Δεύτερον, εἰς τὸ ἄρθρον 66 ὁρίζεται ὅτι οἱ βουλευταὶ ἐκλέγονται μέσῳ καθολικῆς ψηφοφορίας. Ἡ πεῖρα διδάσκει καὶ εἰς τὸ παρελθὸν καὶ εἰς τὸ παρὸν ὅτι τὸ καλύτερον σύστημα διὰ τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἶναι τὸ σύστημα τῆς ἐκλογῆς διὰ σφαιριδίου, ὁπότε εἶναι ἐλεύθερος ὁ ψηφοφόρος νὰ ἐκλέξῃ τοὺς βουλευτὰς τῆς ἀρεσκείας του (χειροκροτήματα). Νομίζω, λοιπόν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 καὶ νὰ ἐπαναφέρωμεν τὴν διὰ σφαιριδίου ψηφοφορίαν.
§26Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 66 εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 δὲν ἦτο διάταξις κατὰ θεωρίαν, ἀλλὰ ἦτο διάταξις πικρᾶς πείρας. Εἶχεν ἀγανακτήσει ὅλος τότε ὁ ἑλληνικὸς λαὸς μὲ τὰ ψηφοδέλτια καὶ διὰ τοῦτο ἦτο πανελλήνιος ἐπιμονὴ νὰ τεθῇ ἡ διάταξις αὐτή. Ἡ ἀντίληψίς μου εἶναι, ὅτι καὶ τώρα ὑπάρχει αὐτὴ ἡ θέλησις τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ μάλιστα ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει κάλπη, ἡ κάλπη τοῦ Βήχου, ἐγκεκριμένη ἐπισήμως, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη σφαιριδίου καὶ ἀποκλείεται οἱοσδήποτε κίνδυνος καλπονοθεύσεως. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἔχωμεν τὴν ἐκλεκτικότητα, δηλαδὴ τὸ τελειότερον σύστημα ἐκλογῶν. Θὰ ἐκλέγωνται προσωπικότητες, αἱ ὁποῖαι ἐρχόμεναι ἐνταῦθα θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπουν: Βέβαια ἤμουν εἰς τὸ κόμμα, μὲ ἐβοήθησε τὸ κόμμα, ἀλλὰ ὀφείλω τὴν ἐπιτυχίαν μου καὶ εἰς τὴν προσωπικότητά μου καὶ εἰς τὴν ἀξίαν μου. Ὁ κ. Γονατᾶς, π. χ., δὲν θὰ ἀποτύχῃ ποτὲ ὡς βουλευτής.
§27Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους ποὺ θὰ ἔχω εἰς τὴν κάλπην.
§28Ν. ΜΑΛΙΝΔΡΕΤΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐλέχθη ἀπὸ τὸν κ. ἀρχηγὸν τῶν Ἐθνικῶν Φιλελευθέρων, ὅτι δύναται νὰ ἐπιδράσῃ ὁ ἀντιπρόσωπος ἐν τῇ κάλπῃ. Πράγματι, ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτὸς δύναται νὰ ἐπιδράσῃ διὰ τοῦ προσώπου του εἰς τοὺς ψηφοφόρους, ἀλλ’ εἰς ἑκάστην ἐκλογικὴν περιφέρειαν τὰ κόμματα δὲν θὰ προσλαμβάνουν τυχαίους εἰς τοὺς συνδυασμούς. Θὰ προσλαμβάνουν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔχουν μίαν ὀντότητα. Ἔτσι, ὁ Α ὑποψήφιος ἔχει εἰς τὸ ἕνα μέρος ἀντιπροσώπους ἀρίστους, ὁ Β εἰς τὸ ἄλλο μέρος καὶ ἡ ἐπίδρασις τῶν ἀντιπροσώπων ἀλληλοεξουδετεροῦται. Ὡς πρὸς τὴν καλπονόθευσιν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τοιαύτη, διότι ἕκαστος ἀντιπρόσωπος θὰ ἔχῃ δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ τοὺς ἀντιπάλους του, οἱ ὁποῖοι θὰ τὸν ἐπιβλέπουν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι ἀπὸ τοῦ 1864 μέχρι σήμερον, ὁπότε ἐφηρμόσθησαν διάφορα ἐκλογικὰ συστήματα, τὸ ἐπιτυχέστερον διὰ τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, νομίζω ὅτι εἶναι τὸ διὰ σφαιριδίου. Ἄλλωστε αἱ ἐκλογαὶ ἔχουν καὶ αὐτὸν τὸν σκοπόν, νὰ ἐκλέξῃ ὁ ἐκλογεὺς τὰ ἄριστα πρόσωπα κατὰ τὴν ἀντίληψίν του.
§29Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Νὰ ὁρισθῇ διὰ τοῦ Συντάγματος αὐτό;
§30Ν. ΜΑΛΙΝΔΡΕΤΟΣ. Ναί. Διότι, ὅταν ὑπάρξῃ διὰ τοῦ Συντάγματος αὐτὸς ὁ περιορισμός, δὲν θὰ δικαιοῦται ἑκάστοτε τὸ πλειοψηφοῦν κόμμα νὰ κανονίζῃ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα ὅπως νομίζει ὅτι τὸ συμφέρει. Βεβαίως, τίθενται πολλαὶ διατάξεις εἰς τὸ Σύνταγμα, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ τεθοῦν καὶ εἰς νόμους. Ἔχομεν, ὅμως, εἰς τὸ Σύνταγμά μας καὶ διατάξεις, ὅπως ἡ ἀπαγορεύουσα τὴν δουλείαν, ἡ ὁποία εἶναι αὐτονόητος. Καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸ Σύνταγμα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ κανεὶς ὅτι θὰ ἐπετρέπετο ἡ δουλεία. Ὡς πρὸς τὰς ἄλλας διατάξεις, νομίζω, ὅτι αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 22, 24 κλπ. δὲν μοῦ φαίνεται ὅτι πρέπει νὰ εἰσαχθοῦν. Ὁρίζεται, π.χ., ὅτι ἡ ἐργασία τελεῖ ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τοῦ Κράτους. Ἐρωτῶ: ὑπῆρξε μέχρι σήμερον καμμία κατάχρησις ἐναντίον τῆς ἐργασίας; Εἰσήχθη ποτὲ φιλεργατικὸς νόμος ἀπὸ οἱανδήποτε Κυβέρνησιν, ἀπὸ τοῦ 1900, ὁ ὁποῖος νόμος νὰ εὕρῃ ἀντίδρασιν ἀπὸ οἱανδήποτε Βουλήν; Ἡ φιλελευθερωτέρα ἐργατικὴ νομοθεσία ὑπάρχει εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δὲν ὑπάρχει, ἑπομένως, ἀνάγκη νὰ ἀναφέρωμεν καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι αὐτονόητα. Ὑπάρχει διάταξις, ἐπίσης, περὶ τοῦ γάμου. Μήπως εἶναι κομμουνιστικὸν Κράτος ἡ Ἑλλάς, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη διάταξις;
§31Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι παραίνεσις πρὸς Δημόνικον!
§32Ν. ΜΑΛΙΝΔΡΕΤΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 117 τοῦ Συν)τος τοῦ 1927 ἡ παράγραφος 2 ἀναφέρει ὅτι: «οὐδέποτε ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου...» (Ἀναγινώσκει). Νομίζω, ἐὰν ἀντελήφθην καλῶς τὴν διάταξιν, ἐννοεῖ ὅτι ὁ ὑπάλληλος πλέον τοῦ ὀργανικοῦ μισθοῦ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ καὶ ἄλλας ἀπολαυάς, αἱ ὁποῖαι θὰ δύνανται ἐν συνόλῳ νὰ ὑπερβαίνουν τὸν ὀργανικὸν μισθόν. Νομίζω ὅτι, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, δίδομεν ἕνα κακὸν ὅπλον εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, διότι δὲν θὰ ἐνδιαφέρωνται διὰ τὴν ἀπόδοσιν τῆς ἐργασίας, ἀλλὰ διὰ τὸ πῶς θὰ τρυπώσουν κάπου διὰ νὰ ἀπολαμβάνουν περισσότερα. Τὸ ἀντίθετον θὰ ἦτο ὀρθόν, δηλαδὴ νὰ ἀπαγορευθῇ εἰς τὸν ὑπάλληλον νὰ λαμβάνῃ πέραν τοῦ ὀργανικοῦ μισθοῦ του, οἱανδήποτε ἄλλην ἀπολαυήν. Ἄν ὁ μισθός του εἶναι μικρός, τὸ Κράτος θὰ πρέπει, βέβαια, νὰ τοῦ δώσῃ μισθὸν ἐπαρκῆ διὰ νὰ ζήσῃ καὶ αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του. Τὸ ἄρθρον 85 ὁρίζει, ἐπίσης, ὅτι ἀμνηστία ἐπὶ κοινῶν ἐγκλημάτων, οὐδὲ διὰ νόμου ἀπονέμεται. Αὐτὸ τὸ ἔχουν καὶ ὅλα τὰ ἄλλα Συντάγματα, ἀλλὰ ἡ Νομοθετικὴ ἐξουσία παρεβίασε ἐπανειλημμένως τὴν διάταξιν αὐτὴν καὶ ἔφθασεν εἰς τὴν ἀμνηστίαν δι’ ἄλλης ὁδοῦ, διὰ τῆς ἐλαττώσεως ἐπὶ παραδείγματι τοῦ χρόνου τῆς παραγραφῆς. Ἰδίως εἰς τὰ ἐκλογικὰ ἀδικήματα αἱ διάφοροι Βουλαὶ ἐπανειλημμένως ἠλάττωσαν τὸν χρόνον τῆς παραγραφῆς των, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἀμνηστευθοῦν ἀδικήματα διαπραχθέντα ἀπὸ φίλους τοῦ κρατοῦντος κόμματος. Νομίζω, ἑπομένως, ὅτι πρέπει νὰ συμπληρωθῇ ἡ διάταξις ὡς ἑξῆς: «Ἀμνηστία ἐπὶ κοινῶν ἐγκλημάτων οὐδὲ διὰ νόμου ἀπονέμεται, οὔτε διὰ παραγραφῆς τεινούσης εἰς τὴν ἀμνηστίαν». Ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν τοῦ ἄρθρου 51, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ προβάδισμα ἔναντι τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἔχει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, νομίζω ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθόν. Κατ’ ἔθιμον ἐπικρατῆσαν εἰς τὴν ἑλληνικὴν Βουλήν, ὁ Πρόεδρος αὐτῆς ἀνήκει εἰς ὡρισμένον κόμμα, τὸν ὑποδεικνύει ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος καὶ ψηφίζεται ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ προβάδισμα, ὁ ὑποδειχθεὶς ὀπαδὸς τοῦ Α κόμματος καὶ ἐκλεγεὶς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔναντι τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως; Δι’ αὐτό, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ ἑρμηνευτικὴ αὐτὴ δήλωσις. Ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Καλλίας, ὅτι δηλαδὴ ὁσάκις δοθῇ ψῆφος ἐμπιστοσύνης εἰς μίαν Κυβέρνησιν, νὰ μὴ δύναται νὰ ἐπανέλθῃ ζήτημα τοιοῦτον πρὸ τῆς παρόδου τριῶν μηνῶν, νομίζω ὅτι καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθόν. Πρέπει νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει. Εἶναι παράξενον, ἐὰν σήμερον δοθῇ ψῆφος ἐμπιστοσύνης εἰς μίαν Κυβέρνησιν, μετὰ δύο ἕως τρεῖς ἡμέρας δὲ ἐμφανισθῇ ἕνα γεγονὸς ἢ μία ἀνηθικότης ἑνὸς Ὑπουργοῦ —ὑποθέτω δὲν θὰ ἐμφανισθῇ ποτέ, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ φέρω ὡς παράδειγμα— νὰ ἐξαναστῇ ἐκ τούτου ὁ λαὸς καὶ ὁ Τύπος καὶ ἡμεῖς νὰ λέγωμεν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπαναφέρωμεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὶν παρέλθουν οἱ τρεῖς μῆνες! Ἐπίσης, εἰς τὸ ἄρθρον 8 τοῦ ψηφίσματος ἀναφέρεται ὅτι, λόγῳ τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων, πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος ἡ ἔκδοσις ψηφισμάτων. Αὐτὸ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθόν. Τί θὰ πῇ ἐξαιρετικαὶ περιστάσεις; Πάντοτε ὑπάρχουν ἐξαιρετικαὶ περιστάσεις. Ἐὰν ἡ παροῦσα Βουλὴ ἐκπνεύσῃ κανονικῶς, τὴν 31ην Μαρτίου 1950 καὶ παρουσιασθῇ τὴν 1ην Ἀπριλίου 1950 ἕνα ἐξαιρετικὸν περιστατικόν, τί θὰ γίνῃ; Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κ. βουλευταί, ὅταν ψηφίζεται ἕνα Σύνταγμα, δὲν νομίζω ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἀγνοηθῇ ἡ ἱστορία ἑνὸς λαοῦ. Ἡ Ἑλλάς, ἀπὸ τοῦ 1830 ἕως σήμερον, ἔχει μακρὸν πολιτικὸν βίον, πολιτικὴν ζωὴν καὶ πολιτικὰς κατευθύνσεις. Δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀφήσωμεν αὐτὴν τὴν γραμμὴν καὶ νὰ ζητοῦμεν ἀπὸ ξενομανίαν νὰ εἰσάγωμεν καὶ ἐδῶ, ὅ,τι ἐγένετο εἰς τὴν Σουηδίαν ἢ τὴν Πολυνησίαν. Εἰς τὴν Ἑλλάδα θὰ πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν γραμμήν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε τὸ Ἔθνος μέχρι σήμερον. Πρέπει νὰ ἴδωμεν ποῖα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, ἐκ τῆς πείρας, ἔχουν ἀνάγκην νὰ διορθωθοῦν καὶ αὐτὰ μόνον νὰ διορθώσωμεν, εἰ δυνατὸν δὲ μόνον φραστικῶς. Βεβαίως, καὶ τὰ ξένα Συντάγματα θὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ μόνον πρὸς διόρθωσιν αὐτῶν τῶν ἄρθρων, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν πεῖραν, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησεν ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματός του· (χειροκροτήματα).
§33Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τὴν μέχρι τοῦδε συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος, βλέπω ὅτι ἡ συζήτησις αὐτὴ δὲν θὰ μπορέσῃ νὰ λήξῃ οὔτε μετὰ ἑβδομάδα. Διότι κατήντησε νὰ συζητῆται ἕνα–ἕνα ἄρθρον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ διαγραφῇ ἀπὸ τὸ ψήφισμα. Νομίζω ὅτι ματαιοπονοῦμεν, χωρὶς νὰ προβλέπεται ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς κανὲν συμπέρασμα. Κάποιος ἄλλος τρόπος πρέπει νὰ εὑρεθῇ, διὰ νὰ προχωρήσωμεν. Ὁ κ. Καλλίας ὑπέδειξεν ὡρισμένα ἄρθρα, ὁ κ. Μαλινδρέτος ὡρισμένα ἄλλα, τὰ ὁποῖα νομίζουν ὅτι πρέπει νὰ διαγραφοῦν. Ἐπ’ αὐτῶν δὲν ἐλήφθη ἀπόφασις. Πότε θὰ ληφθῇ ἐπὶ ὅλων αὐτῶν τῶν συζητήσεων ἀπόφασις; Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ θὰ πρέπει νὰ συνέλθῃ ἐκ νέου καὶ νὰ ἀναθεωρήσῃ τὴν ἀπόφασίν της, διότι ἄλλως δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν εἶχε προχωρήσει μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον, θὰ εἴχομεν ψηφίσει τοὐλάχιστον 10 ἄρθρα ἕως τὴν στιγμὴν αὐτήν, ἐνῷ ἕως τώρα δὲν ἐψηφίσαμεν κανένα.
§34Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Βεβαίως, θὰ εἶναι ἄσκοπον νὰ γίνεται συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ νὰ ἐπανέλθουν καὶ πάλιν οἱ ρήτορες εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν δηλαδὴ πρόκειται νὰ κάμωμεν καὶ νέας ἀγορεύσεις, τότε, βεβαίως, ματαιοπονοῦμεν. Ἑπομένως, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ θεωρηθῇ ἡ συζήτησις ὡς γενομένη καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον, καὶ νὰ προβῶμεν πλέον εἰς τὴν ψήφισιν.
§35Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐὰν δὲν περιορισθῇ ἡ συζήτησις εἰς ὀλίγα ἄρθρα, τὰ ὁποῖα καὶ μόνον χρήζουν, ἀπαραιτήτως, ἀναθεωρήσεως, δὲν θὰ τελειώσῃ ποτὲ τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως.
§36Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θέλω νὰ ἐλπίζω, ἢ μᾶλλον ἔχω λόγους νὰ ἐλπίζω, ὅτι ἴσως παρασκευάζεται κάτι τὸ ὀρθὸν καὶ πρέπον, ἴσως παρασκευάζεται ἔξω τῆς αἰθούσης.
§37Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Κύριε Κουλουμβάκη... (γέλωτες).
§38Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ «ἔξω τῆς αἰθούσης» εἶναι τρόπος τοῦ λέγειν. Πρὸ ὀλίγου ἦλθον εἰς μίαν ὁμιλίαν καὶ ἔχω λόγους νὰ ἐλπίζω ὅτι, τέλος πάντων, θὰ ἀρχίσῃ νὰ πρυτανεύῃ ἡ λογικὴ ἐντὸς τῆς αἰθούσης.
§39Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Νὰ καθορισθῇ συγκεκριμένως πῶς θὰ γίνεται ἡ συζήτησις, διότι αὐτὸ ποὺ γίνεται τώρα εἶναι φαῦλος κύκλος ἀτελείωτος καὶ βάθος ἀμέτρητον.
§40Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι γνωστόν, ὅτι εἰς τὰς συνταγματικὰς συζητήσεις, τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχουν οὐδεμίαν διάφορον θέσιν ἀπὸ οἱονδήποτε μέλος τοῦ Σώματος. Ὡς ἐκ τούτου, ἀπέσχον ἐκ λεπτότητος, ὀφειλομένης εἰς τὸ Σῶμα, ἀπὸ ἔκφρασιν γνώμης, πρὶν ἢ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος. Ἐν τούτοις, μολονότι τὸ ψήφισμα ἀποβλέπει εἰς τὴν ἐπίσπευσιν τῶν ἐργασιῶν τῶν ἀναθεωρητικῶν, δὲν νομίζω ὅτι ὄντως ἐπελήφθημεν κατὰ τὸν ὀρθόν, τὸν ὀρθολογιστικὸν τρόπον καὶ θὰ εἴπω καὶ τὸν συνταγματικῶς ὀρθόδοξον τρόπον τῆς συζητήσεως, διότι τὸ Σύνταγμα περιοριστικῶς ἐπιτρέπει τὴν ἀναθεώρησιν, ἐν ἄρθρῳ 108, καὶ πρέπει νὰ ἀναζητήσωμεν συντακτικὰ δικαιώματά μας διὰ νὰ παρεκκλίνωμεν ἀπὸ τοὺς κανόνας ἐκείνους. Τὸ Σύνταγμα, περιωρισμένως, λέγει ὅτι ἀναθεωροῦνται ὡρισμέναι διατάξεις, οὐδέποτε δὲ τὸ σύνολον. Ἀντιθέτως, σήμερον, εὑρισκόμεθα πρὸ τῆς ἀντιθέτου εἰκόνος. Νομίζω ὅτι τὸ ψήφισμα, τὸ σημερινὸν τοὐλάχιστον, δὲν πρόκειται νὰ προαγάγῃ πλέον δύο ἢ τριῶν σημείων, κατὰ πολὺ τὸ ἔργον, διότι ὁμιλοῦμεν περὶ μὴ ἀνακινήσεως ὡρισμένων ἄρθρων. Ἀλλὰ αὐτὰ ἀκριβῶς, κατὰ τὸν ἀντίθετον τρόπον, ἴσως δὲν θὰ τὰ εἴχομεν ἀνακινήσει ἄνευ συζητήσεως περὶ τοῦ ἐὰν θὰ τὰ ἀνακινήσωμεν ἢ ὄχι, ἐὰν εἴχομεν ἐπιληφθῆ ἀντιθέτως καὶ ὄχι κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν τῆς συζητήσεως. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι καὶ ἐκ σεβασμοῦ ἀπολύτου καὶ πρὸς τὸ κῦρος καὶ τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὰς συνταγματικὰς συζητήσεις καὶ τῆς εἰδικῆς πρὸς τοῦτο Ἐπιτροπῆς, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κάμω ἀλλέως, παρὰ νὰ σεβασθῶ τὴν συζήτησιν καὶ δὲν εἶχα κανένα λόγον νὰ παρέμβω. Λόγου, ὅμως, γενομένου αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὀφείλω νὰ εἴπω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν ἀτομικήν μου σκέψιν, ὅτι, συμφωνῶν μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφον κ. Τσάτσον, νομίζω ὀρθὸν νὰ ἀποχωρίσωμεν ἐκεῖνα καὶ μόνον τὰ ἄρθρα, τῶν ὁποίων οὐσιώδης λόγος ὑπάρχει συζητήσεως καὶ ἀναθεωρήσεως. Νομίζω ὅτι, μᾶς ἐπιβάλλεται νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀναθεώρησιν αὐτῶν τῶν ἄρθρων, καὶ ἐκείνων νὰ ἐπιληφθῶμεν καὶ τὰ ἄλλα, τὰ ἐπουσιώδη, νὰ τὰ ἀφήσωμεν διὰ συζήτησιν εἰς τὸ τέλος καὶ διὰ λόγους εὐπρεπεστέρας διατυπώσεως, ἀπὸ ἀπόψεως συντακτικῆς ἐμφανίσεως τοῦ ὅλου κειμένου. Ἐν τέλει, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἡ συναρμολόγησις, ὁπότε χωροῦν φραστικαὶ μεταβολαί. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐνδόμυχος σκέψις μου.
§41Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ποῖος θὰ καθορίσῃ τὰ ἀναθεωρητέα ἄρθρα;
§42Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Αὐτὸ πρέπει νὰ γίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς μελέτης μιᾶς νέας ὀλιγομελοῦς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐὰν μοῦ ἐπιτραπῇ δὲ νὰ ἐπεκταθῶ ἐπὶ τοῦ ὅλου γενομένου ἀναθεωρητικοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον σέβομαι, διότι εἶναι προϊὸν ἐργασίας εὐσυνειδήτου, ὡς νέους θεσμοὺς εἰς αὐτὴν βλέπω μόνον τὴν κατάτμησιν τοῦ Σώματος καὶ τὸ ἐνδεχόμενον τῆς ὑπαγωγῆς τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας ὑπὸ ὡρισμένον ἔλεγχον τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος. Ἄλλους θεσμοὺς νέους, ὁμολογῶ ὅτι δὲν βλέπω, πλὴν τοῦ χαρακτηρισμοῦ διὰ τοῦ ἄρθρου 102 τῆς Κυβερνήσεως «κοινοβουλευτικῆς», συμφώνως πρὸς τὰ μέχρι τοῦδε κατ’ ἔθιμον ἰσχύοντα. Ἄλλους νέους θεσμούς, νέας διατάξεις, καινοτομίας, μεταρρυθμίσεις, ὁμολογῶ κατὰ συνείδησιν ὅτι δὲν ἀνευρίσκω, ἐκτὸς ἐὰν μοῦ διέφυγε καμμία τοιαύτη οὐσιώδης μεταρρύθμισις. Καὶ ἀκόμη ἡ προσθήκη τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, ἡ ὁποία ὁμιλεῖ περὶ ἑνὸς θέματος, μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μὴ θιγέντος, τοῦ τῆς προστασίας τῆς ἐργασίας, κατὰ τὴν γνώμην κάποιου συναδέλφου ἐδῶ, μόνον πλατωνικὴν ἀξίαν ἔχει ἢ οὐσιαστικήν. Διότι εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ ἐργασία καὶ πᾶς ἐργαζόμενος, θὰ τελῇ πάντοτε ὑπὸ τὴν στοργικὴν φροντίδα πάσης εὐνομουμένης πολιτείας καὶ ἰδίᾳ τῆς ἑλληνικῆς. Τὸ λεχθέν, ὅτι δηλ. τὸ ἄρθρον 22 εἰσάγει παρεμβατισμὸν τοῦ Κράτους καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ, εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, ἄλλο ζήτημα, διότι ὁ παρεμβατισμός, εἴτε τὸ θέλομεν, εἴτε δὲν τὸ θέλομεν, εἰς τὰς συγχρόνους πολιτείας ἀποτελεῖ μίαν κατάστασιν ἀνάγκης, ἡ ὁποία ἰσχύει παντοῦ εἰς τὰ δημοκρατικὰ πολιτεύματα. Κατὰ ταῦτα καὶ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἀκόμη, τὸ φαινομενικῶς καινοτόμον, οὐδὲν νέον οὐσιῶδες εἰσάγει. Οὐσιώδεις, ὅμως, μεταβολὰς δὲν βλέπω, πέραν τῆς καινοτομίας τῆς κατατμήσεως τοῦ Σώματος εἰς τμήματα διὰ τὸ νομοθετικὸν ἔργον. Ὁμολογουμένως, πιστεύω ὅτι τὸ νομοθετικὸν ἔργον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολῇ περισσότερον παντὸς ἄλλου θέματος, διὰ τὴν ταχυτέραν διεκπεραίωσίν του, διὰ τὴν προαγωγήν του. Αἱ ἐργασίαι τοῦ Σώματός μας, ἐὰν κρίνωμεν ἀπὸ τὰ στατιστικὰ στοιχεῖα τῆς μέχρι τοῦδε ἐργασίας, εἶναι ἀπογοητευτικαὶ καὶ ἀποθαρρυντικαί. Βεβαίως, ὑπῆρξαν πολλαὶ αἱ διακοπαὶ καὶ ἐλάχιστοι, ἂς εἴπωμεν, αἱ συναπταὶ περίοδοι ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Ἀλλά, παρὰ ταῦτα, ὁ ρυθμὸς τῆς ἐργασίας, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι τοιοῦτος, ὥστε ν’ ἀσκῆται ἀποτελεσματικῶς τὸ νομοθετικόν μας ἔργον. Δὲν ὁμιλῶ περὶ πολυνομίας, ἀλλὰ εἰς δυσκόλους περιστάσεις γίνεται ἀπαραίτητος, πάντως, ἡ ἔκδοσις νομοθετημάτων εἴτε ἀναπροσαρμογὴ θεσμῶν· καὶ αὐτὰ ἀκόμη καθυστεροῦν πολλάκις, ἐξ οὗ καὶ ὑπῆρξεν ἡ ἀνάγκη, ἡ ἀτυχὴς ἀνάγκη, κατὰ τῆς ὁποίας, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἀντέστην ἐντόνως καὶ ἠθέλησα νὰ εἶμαι περισταλτικός, τῆς χρήσεως τῶν ἀναγκαστικῶν νόμων. Ὑπῆρξε πάντως ὅμως κατὰ τοῦτο μία ἀδήριτος ἀνάγκη προσφυγῆς εἰς τοὺς ἀναγκ. νόμους. Ἐπανερχόμενος καὶ συνοψίζων, λέγω ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος· νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ μία νέα καὶ τελευταία εἰδικὴ ἀπασχόλησις ἐπὶ τοῦ θέματος, μαζὶ μὲ τὴν μελέτην τῆς ἐργασίας τῆς κατὰ τὸ πολίτευμα ἁρμοδίας Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία ἀπεχώρισε τὰ πρὸς ἀναθεώρησιν ἄρθρα. Νομίζω ὅτι θὰ ἠμπορούσαμεν, ἐν συντομωτάτῳ χρόνῳ, νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰ πρὸς ἀναθεώρησιν ἄρθρα καὶ εἰς αὐτῶν καὶ μόνον τὴν μελέτην καὶ τὴν συζήτησιν νὰ χωρήσωμεν. Τὰ ψηφίσματα τὰ ἐκκρεμῆ, αἱ Συντακτικαὶ Πράξεις, αἱ ἐκκρεμεῖς, εἶναι γνωστὸν ὅτι δημιουργοῦν μίαν πολιτειακὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία χρήζει κάποιας ἀναπροσαρμογῆς ἐπισήμου καὶ αὐθεντικῆς καὶ αὐτό, βεβαίως, παραλλήλως θὰ ἐπιχειρήσωμεν καὶ θὰ συμπληρώσωμεν, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο λόγος διὰ νὰ ἐπεκταθῇ τὸ ἔργον μας περισσότερον τοῦ δέοντος.
§43Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Θὰ ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν καὶ τοῦ Προεδρείου καὶ τῆς Βουλῆς, ὅτι ὑφίσταται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐκκρεμὲς ψήφισμα, πλὴν τοῦ συζητουμένου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εἰσαχθῇ πρὸς συζήτησιν καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς τροπολογία γενικὴ ἐπὶ τοῦ ἐκκρεμοῦντος ψηφίσματος. Μάλιστα, ὑπάρχουν δύο, ἕνα τοῦ κ. Κουλουμβάκη καὶ ἕνα τοῦ κ. Κώη, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐγὼ εἶχον ὑπάρξει εἰσηγητὴς εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν. Τὰ δύο αὐτὰ ψηφίσματα, διαφέρουν, κυρίως, κατὰ τοῦτο ἀπὸ τὸ ὑπὸ συζήτησιν, ὅτι περιορίζουν εἰς τὸ ἐλάχιστον μόνον σημεῖον τὴν συζήτησιν τῆς ἀναθεωρήσεως καὶ πιστεύω καὶ ἐγώ, ὅτι ἐὰν εἶχεν ἀρχίσει ταυτοχρόνως πρὸς τὸ ἔργον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἡ συνταγματικὴ συζήτησις, ὅπως εἶχον προτείνει εἰς τὴν Βουλήν, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν εἰσέλθει ἤδη καὶ εἰς τὰς λεπτομερείας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοποθετῆται τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως πρὸ ἡμῶν, ἀσχέτως τοῦ χρόνου τὸν ὁποῖον διαθέτομεν, καὶ ἀποτελεῖ πλάνην τὸ νὰ νομίζωμεν ὅτι μὲ τὸν ρυθμὸν αὐτὸν ἢ καὶ μὲ ταχύτερον ρυθμόν, εἶναι δυνατὸν νὰ περατωθῇ τὸ συνταγματικὸν ἔργον. Διὰ τοῦτο λέγω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ εἰσαχθοῦν καὶ τὸ ψήφισμα τὸ πρῶτον καὶ τὸ ψήφισμα τὸ ὁποῖον φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Κώη, κατὰ τρόπον ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν προτάσεων, αἱ ὁποῖαι περιορίζουν τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως εἰς ὀλίγας βασικὰς μόνον διατάξεις, ὥστε νὰ εὑρεθῇ ὁ τρόπος μιᾶς σοβαρᾶς συζητήσεως, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀπαραίτητος χρόνος, πρὸς λῆψιν μιᾶς πραγματικῆς ἀποφάσεως, διότι ἡ συνέχισις τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἀπέληγεν εἰς ἀποτέλεσμα, μειώνει τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ πολιτεύματος καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς διαφεύγῃ ὁ κίνδυνος καὶ νὰ διολισθαίνωμεν εἰς ἓν σφάλμα διαρκῶς βαρύτερον. Δι’ αὐτό, πρέπει τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὰ τὰ δύο ψηφίσματα ὡς τροπολογίας τοῦ συζητουμένου, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ ἐὰν εἶναι ὀρθὸν νὰ περιορισθῇ τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον μας εἰς ὅ,τι ἐπρότειναν οἱ συντάξαντες τὰ ψηφίσματα.
§44Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶναι τελεσφόρος, διότι ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ δὲν δύναται, ἀποφασίσασα ὅπως ἀπεφάσισε, νὰ ἀνατρέψῃ τὴν ἀπόφασίν της, ἀλλὰ καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Τσάτσου, τὸ νὰ εἰσαγάγωμεν πρὸς συζήτησιν καὶ τὰ ἄλλα δύο ψηφίσματα. Ἡ λύσις ἡ προταθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Κουλουμβάκη, εἶναι ἡ ὀρθοτέρα τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ δεχθῶμεν· καὶ νὰ ὁρίσωμεν ὀλιγομελῆ ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ καθορίσῃ τὰ ἀναθεωρητέα ἄρθρα, τὰ ὁποῖα νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερα.
§45Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἀδυνατῶ νὰ κατανοήσω τὴν τελευταίως γενομένην συζήτησιν. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπεβλήθησαν διάφοροι προτάσεις ἐκ μέρους συναδέλφων, περὶ τοῦ τρόπου ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος. Αἱ προτάσεις αὐταί, διεβιβάσθησαν εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, τὰς ἐπεξειργάσθη ἁπάσας καὶ ὡς πόρισμα καὶ καταστάλαγμα ἔφερε τὸ ὑπὸ συζήτησιν ψήφισμα. Ἐὰν τὸ Σῶμα θεωρῇ ὅτι τὰ ἄρθρα εἶναι πολλὰ ἢ ὀλίγα, ἂς τροποποιήσῃ τὸ ψήφισμα, ἂς τὸ ψηφίσωμεν καὶ τότε νὰ προχωρήσωμεν. Ἡ λύσις τὴν ὁποίαν ἐδέχθημεν, εἶναι μία λύσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας συνεφώνησεν ἡ πλειοψηφία τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐπὶ πλέον, θὰ ἤθελα νὰ γνωρίζω καὶ ποῖαι εἶναι αἱ ἀντιλήψεις τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν κομμάτων. Ἐφάνη πρὸ ἡμερῶν, ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι ἐπὶ τῶν βασικῶν γραμμῶν, τώρα, τί θέλει ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, θέλει νὰ προσθέσωμεν καὶ ἄλλα ἄρθρα ἢ ὄχι. Ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἦτο σκοπιμότερον νὰ συνεννοηθοῦν τὰ ἐν τῇ Κυβερνήσει κόμματα καὶ νὰ μᾶς εἴπουν τὴν γνώμην των, διότι ἄλλως δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ προχωρήσωμεν.
§46Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὅπως εἶναι διατυπωμένον, κ. Πρόεδρε, τὸ σχέδιον ψηφίσματος, ἐὰν συνδυάσωμεν τὸ 1ον ἄρθρον μὲ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, προκύπτει ὅτι πρόκειται νὰ γίνῃ συζήτησις καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἄρθρων. Καὶ ἐρωτῶ: τίνα λόγον ἔχει τὸ ψήφισμα, ὅταν ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν 90 ἄρθρων θὰ γίνῃ συζήτησις, διότι, ὅταν λέγῃ τὸ ἄρθρον 8 ὅτι «τὰ ἄρθρα αὐτὰ δὲν χρήζουν μακρᾶς συζητήσεως» ἕπεται ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποκλείσωμεν τὴν συζήτησιν. Ὅταν, ὅμως, λέγωμεν ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ ἄρθρα δὲν χρήζουν ἀναθεωρήσεως, σημαίνει ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἀναθεωρηθοῦν. Ἑπομένως, ἡ φράσις, ἡ περιλαμβανομένη εἰς τὴν εἰσαγωγικὴν ἔκθεσιν, συγχέει τὰ πράγματα καὶ οὕτω μᾶλλον θόρυβος προκαλεῖται μὲ τὸ ψήφισμα, χωρὶς νὰ ἐπιτυγχάνωμεν οὐδεμίαν σκοπιμότητα.
§47Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἀφ’ ἑνὸς γίνεται συζήτησις διὰ τοῦ ψηφίσματος ποῖα ἄρθρα χρήζουν ἀναθεωρήσεως, χωρὶς νὰ λαμβάνεται καμμία ἀπόφασις καὶ ἀφ’ ἑτέρου θὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ κάμνομεν κατ’ ἀρχὴν δεκτὸν καὶ μετὰ θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν.
§49Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εἰς τὴν συζήτησιν πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ἑξῆς: Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἐφ’ ὅσον τὸ ὑπὸ συζήτησιν ψήφισμα ἀναφέρεται εἰς τὴν παραδοχὴν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ἢ ἄρθρων προερχομένων ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, ἀλλὰ διατηρουμένων δυνάμει τῆς Α καὶ Ζ συντακτικῆς πράξεως τοῦ 1935 ἐν ἰσχύϊ, ἡ Βουλὴ δύναται εὐκόλως νὰ προχωρήσῃ, διότι πρόκειται περὶ διατάξεων, αἱ ὁποῖαι κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι ἰσχυραί, εἶναι ἰσχῦον Σύνταγμα.
§50Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Θὰ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν ἢ ὄχι;
§51ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§52Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως πρέπει νὰ ἑρμηνευθῇ ὡς ἑξῆς: Ὅτι τῶν ἄρθρων αὐτῶν διεπιστώθη ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις ἐπιτελέσεως ἀναθεωρητικοῦ ἔργου. Ἡ διαφωνία τὴν ὁποίαν ἔχω ἐγὼ πρὸς τὸ περιεχόμενον τοῦ ψηφίσματος εἶναι, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἄρθρων, ὁ ὁποῖος λαμβάνεται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 εἶναι, δυστυχῶς, μικρός. Δὲν ἀμφισβητῶ ὅτι τὸ σχέδιον ἐπιφέρει λεπτομερειακὰς ἀναμφιβόλως καὶ ἐπιστημονικῶς δεδικαιολογημένας βελτιώσεις, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιδιώκωμεν λεπτομερείας, καθ’ ἣν στιγμὴν διὰ τῆς ἐπιδιώξεως τῶν λεπτομερειῶν, θὰ μᾶς διαφύγῃ τὸ σύνολον τοῦ ἔργου. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι καὶ ἡ ἀναφορὰ εἰς πλεῖστα ὅσα ἄρθρα ἐκ τοῦ σχεδίου καὶ ἡ μὴ ἀναφορὰ εἰς ἄλλα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ἀποτελεῖ γενικὸν ἐλάττωμα τοῦ ψηφίσματος. Εἶναι, συνεπῶς, ἀνάγκη εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μὴν ἔλθῃ μόνον τὸ συμπέρασμα εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξε τυχὸν ἡ πλειοψηφία τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, διότι ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ψηφίσματα, δύναται ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ νὰ ἐπιφέρῃ μεταβολάς, νὰ προτείνῃ μεταβολάς, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο. Τὰ δύο ψηφίσματα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα προηγουμένως, τὰ ἀνέφερα μὲ τὰ ὀνόματα τῶν ὑπογραψάντων, τοῦ κ. Κουλουμβάκη καὶ τοῦ κ. Κώη Τὰ δύο αὐτὰ ψηφίσματα περιορίζουν εἰς ἐλάχιστον μόνον σημεῖον τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, ἀσκοῦσα ἀπολύτως τὸ δικαίωμά της, δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι κακῶς ὑποβάλλονται τὰ δύο αὐτὰ ψηφίσματα, ἀλλὰ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀντικαταστήσῃ τὰ δύο αὐτὰ ψηφίσματα καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι μόνον αὐτὰ ὑπάρχουν. Θὰ θέσῃ ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς ὅ,τι ἡ ἰδία προτείνει, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ μὴ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ δύο αὐτὰ ψηφίσματα, ὅπως προετάθησαν. Συνεπῶς, ἐπιμένω, κύριε Πρόεδρε, ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀνάγκης, διότι ἐὰν ἔλθουν αὐτὰ τὰ δύο ψηφίσματα, θὰ συζητήσωμεν ἴσως μίαν ἡμέραν, ἀλλὰ μετὰ θὰ συζητήσωμεν κατὰ τρόπον γόνιμον, διότι θὰ προχωρήσωμεν ταχέως.
§53Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 περιέχει 111 ἄρθρα. Κατὰ τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα, τὰ μὴ ἀνασυζητητέα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος εἶναι 38. Ἑπομένως, μένουν πρὸς συζήτησιν 73 καὶ ζητεῖται νὰ συζητηθοῦν ἐκ τῶν 145 ἄρθρων τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς τὰ 24. 73 σὺν 24 ἴσον 97. Πότε θὰ τελειώσωμεν, εἰς τὸ 1970;
§54Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Λυποῦμαι διότι ἐνεπλάκημεν εἰς μίαν συζήτησιν παρεμπίπτουσαν, ἡ ὁποία κατ’ ἀρχὴν μᾶς ἀφαιρεῖ, ὄχι τὸ δικαίωμα τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ τὴν εὐχέρειαν τῆς προόδου τῶν συζητήσεων. Διότι, ἐπειδὴ ἐπὶ δύο ἔτη συνεζητήσαμεν ἐν συνόλῳ 10 ἄρθρα, τὰ ὁποῖα δὲν ηὐτυχήσαμεν, λόγῳ τῆς ἀπουσίας ὡρισμένων βουλευτῶν, νὰ ψηφίσωμεν, πολὺ ἀξιεπαίνως, τὰ μέλη τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ὁ νῦν Πρόεδρος αὐτῆς, κατήρτισαν ἕνα ψήφισμα. Οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων εἶναι τέλεια καὶ ἀναμφισβητήτως καὶ τὸ ἔργον αὐτὸ θὰ εἶναι ἀτελές, πάντως, ὅμως, εἶναι ἔργον ἀξιέπαινον καὶ ἄξιον μεγάλης προσοχῆς. Τώρα, ἐὰν τὸ ψήφισμα λέγῃ ποῖα δὲν θὰ συζητηθοῦν, ἀντὶ νὰ εἴπῃ ποῖα θὰ συζητηθοῦν, αὐτὸ εἶναι τρόπος καὶ μέθοδος. Καὶ ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα, ἐὰν δυνηθῶμεν νὰ συζητήσωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ἐλέχθη ὅτι τὸ ψήφισμα θὰ γίνῃ, κατ’ ἀρχήν, δεκτὸν παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἡμερησία διάταξις ὁμιλεῖ περὶ μόνης συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ ψηφίσματος. Ἀλλὰ ὅταν τὸ ψήφισμα συζητηθῇ κατ’ ἀρχήν, κατόπιν θὰ ἐκφωνηθῇ ἕνα ἕκαστον ἐκ τῶν ἄρθρων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ διαγραφοῦν, οἱ βουλευταί, ὅσοι θέλουν νὰ ὁμιλήσουν, δι’ ὀλίγων θὰ εἴπουν ποῖα θέλουν νὰ μείνουν καὶ ποῖα ὄχι. Ἐὰν προχωρήσωμεν διὰ τῆς μεθόδου τῆς ἐντάξεως καὶ ἑτέρων ψηφισμάτων μαζὶ μὲ τὸ ψήφισμα αὐτό, δὲν γνωρίζω ποῖος θὰ εἶναι τόσον χαλκέντερος, ὥστε νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ 108, καὶ ποῖος θὰ εἶναι τόσον ἐγκρατής, ἀπὸ ἀπόψεως συνταγματικῆς, ὥστε ἀκούων τὸν χαλκέντερον αὐτὸν ρήτορα, νὰ ἀποφαίνεται καὶ νὰ ψηφίζῃ τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος.
§55Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ ψήφισμα τὸ ἰδικόν μου δὲν ἔχει ἄρθρα.
§56Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν καὶ νὰ μὴ ἐμπλακῶμεν εἰς συζήτησιν οὐσιαστικήν, ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ διαιρεθῶμεν εἰς δύο ἀντιμαχομένας μερίδας καὶ οἱ μὲν νὰ ὑποστηρίζουν τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, οἱ δὲ ἄλλοι νὰ ὑποστηρίζουν τὰ ἄρθρα τοῦ ψηφίσματος, διότι τότε δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ. Προτείνω νὰ γίνῃ κατ’ ἀρχὴν δεκτὸν τὸ ψήφισμα καὶ νὰ προχωρήσωμεν, τροποποιοῦντες μερικὰ ἄρθρα. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἰς τὸ μέσον τῆς συζητήσεως, δὲν πρέπει νὰ ἐμπλακῶμεν εἰς ἀδιεξόδους καὶ ἀκάρπους συζητήσεις.
§57Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Οἱ λόγοι τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Ροδόπης, μοῦ ἐπιτρέπουν νὰ συντομεύσω. Δὲν εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ μετάσχω εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Νομίζω καὶ ὑποθέτω ὅτι τὴν ἀντίληψιν αὐτὴν θὰ συμμερίζεται ἡ πλειοψηφία τοῦ Σώματος, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀσχολεῖται πολὺ μὲ τὸν καθορισμὸν τῆς δικονομίας τῆς διεξαγωγῆς τῆς συζητήσεως. Ἐὰν ὑπάρχουν σοβαραὶ ἀντιρρήσεις, ὅτι πρέπει νὰ διαχωρισθοῦν ἐκεῖνα ποὺ χρήζουν ἀναθεωρήσεως, ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν χρήζουν ἀναθεωρήσεως, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ποία εἶναι ἡ ἐργασία ποὺ μᾶς περιμένει, διὰ νὰ κανονίσωμεν τὴν πορείαν τῶν συζητήσεων. Ὑπάρχουν δύο λύσεις τοῦ ζητήματος. Ἡ μία λύσις, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νὰ εἴπῃ ἡ Βουλὴ ποῖα ἄρθρα χρῄζουν ἀναθεωρήσεως καὶ ἡ λύσις τὴν ὁποίαν ἔχει ἀποδεχθῆ τὸ ψήφισμα, νὰ εἴπωμεν ἐκ τῶν προτέρων ποῖαι διατάξεις δὲν χρῄζουν ἀναθεωρήσεως. Ἀνεξαρτήτως τῆς τυπικῆς διαφορᾶς, ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ λύσις, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς, εἶναι ἡ ὀρθοτέρα. Διότι ἐάν, Κύριοι, προκειμένου νὰ καθορίσωμεν τὸ ἀναθεωρητικόν μας ἔργον, ἀσχοληθῶμεν πρῶτον νὰ καθορίσωμεν ποῖαι διατάξεις χρῄζουν ἀναθεωρήσεως, θὰ ἔχωμεν δύο συζητήσεις. Μία συζήτησιν διὰ νὰ ἀποφασίσωμεν, ὅτι ὡρισμέναι διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἔχουν ἀνάγκην ἀναθεωρήσεως καὶ ἑτέρα συζήτησις διὰ νὰ ἀποφασίσωμεν πῶς θὰ ἀναθεωρηθοῦν αἱ διατάξεις αὐταί. Νομίζω ὅτι σκοπιμότερος εἶναι ὁ τρόπος, τὸν ὁποῖον ἀκολουθεῖ τὸ ψήφισμα, δηλαδὴ νὰ εἴπωμεν ποῖα θέλουν ἀναθεώρησιν. Κύριε Πρόεδρε, διατυπώνω τὸ παράπονον, ὅτι τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλει ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς... (δὲν ἠκούσθη). Ὁ τρόπος ὁ υἱοθετηθεὶς ἀπὸ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν εἶχεν ὑποδειχθῆ ἀπὸ ἀξιοτίμους συναδέλφους.
§58Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Λησμονεῖτε ἓν μέρος τῆς συζητήσεως. Ὑπαινίττεσθε προτάσεις αἱ ὁποῖαι φέρουν τὰς ὑπογραφὰς μου, ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζετε ὅτι εἰς ὕστερον χρόνον ἐδήλωσα ὅτι δὲν θεωρῶ πλέον τὸν ὑπολειπόμενον χρόνον ἀρκετὸν διὰ νὰ γίνουν δεκταὶ αὐταὶ αἱ προτάσεις.
§59Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ πρότασίς μου δὲν ἀριθμεῖ ἄρθρα.
§60Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ τελειώσῃ ἡ δικονομικὴ συζήτησις καὶ νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἤθελον νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν εἰς ὅσα ἠκούσθησαν, ὡς πρὸς τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι θὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ψήφισμα, ὡς ἔχει, ἀπομένουν πρὸς συζήτησιν 32 μόνον ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ὁ ἀριθμὸς ἔχει ἐλεγχθῆ ἀπολύτως. Ἠμπορῶ νὰ δώσω καὶ λεπτομερείας. Εἶναι ἐξηκριβωμένον τοῦτο καὶ μάλιστα ὅλα αὐτὰ τὰ ἄρθρα δὲν εἶναι καὶ οὐσιώδη, ὅπως τὸ περὶ ἀκαταδιώκτου τῶν βουλευτῶν κλπ. καὶ δὲν θὰ ἀπαιτήσουν μακρὰς συζητήσεις. Νομίζω ὅτι παρέχει μίαν βάσιν τὸ ψήφισμα καὶ πρέπει νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν.
§61Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀξιόλογος ἡ προσπάθεια τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία εἰσηγήθη τὸ ψήφισμα διὰ νὰ διευκολύνῃ τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Δυστυχῶς, ἠκολουθήθη ἐσφαλμένη ὁδὸς καὶ ἐχάσαμεν 3 χρόνια. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔδωσε μίαν κατεύθυνσιν καὶ αὐτὴ ἔχει μελητηθῆ καὶ ἔχει εἰσαχθῆ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ἰδιαίτατα εἰς τὸ ἄρθρον 108 τοῦ 1911. Ἡ Βουλή, δι’ ἰδίας πράξεως, ὁρίζει τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις. Δηλαδὴ καθορίζει τί εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀναθεωρηθῇ, θὰ εἶναι οἱ θεσμοὶ οἱ βασικοί, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἢ θὰ εἶναι νέαι ἰδέαι. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἔργον ἡμῶν καὶ νὰ θεσπίσωμεν τὰς διατάξεις, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἀποφανθῆ ἐὰν θὰ καταρτισθῇ δεύτερον νομοθετικὸν σῶμα, εἴτε τοῦτο ὀνομάζεται Γερουσία ἢ Συμβουλευτικὸν Σῶμα, ὅπως ἤδη λέγεται ἐν Γαλλίᾳ. Τὸ ὀρθότερον θὰ ἦτο νὰ ἀποφασίζωμεν διὰ πράξεως—τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύνατο νὰ εἰσηγηθῇ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὡς πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως—τὰ βασικὰ ζητήματα, τὰς βασικὰς γραμμάς. Ἐὰν δὲν πράξωμεν τοῦτο, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ θέμα καὶ θὰ πελαγοδρομῶμεν. Ἐὰν ψηφίσωμεν ἓν πρὸς ἓν τὰ ἄρθρα, δὲν θὰ κάμωμεν τίποτε, ἐὰν προηγουμένως δὲν καθορίσωμεν τὰς βασικὰς γραμμὰς τοῦ Συντάγματος. Ἐμμένω εἰς τὴν γνώμην ὅτι πρέπει διὰ πράξεως νὰ ἀποφασίσωμεν περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τῶν βασικῶν, διότι ἄλλως δὲν κάμνομεν τίποτε.
§62Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰσέρχομαι εἰς τὴν αἴθουσαν καὶ ἀντιλαμβάνομαι ὅτι γίνεται συζήτησις ἐκτὸς τοῦ θέματος. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος. Ἐὰν θέλῃ αὔριον ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ ἄλλον τρόπον ψηφίσεως ἂς τὸ κάμῃ, ἀλλὰ θέλομεν νὰ ἐπισπεύσωμεν τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος καὶ ἐν τῇ Βουλῇ νομίζω ὑπάρχει ἑνιαία γνώμη νὰ προχωρήσωμεν. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι θέλει γίνει ἀργότερα ἄλλη πρότασις, θὰ συζητηθῇ, ἀλλὰ τώρα πρέπει νὰ τὸ ψηφίσωμεν τὸ ψήφισμα.
§63Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ συζήτησις εἶναι ἐν τάξει, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Προτείνεται ψήφισμα τὸ ὁποῖον καθορίζει ἕνα τρόπον ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος. Δύναται, ἑπομένως, ἕκαστος βουλευτὴς νὰ διατυπώσῃ τὴν γνώμην του, ἐὰν δέχεται κατ’ ἀρχὴν αὐτὸν τὸν τρόπον τῆς ψηφίσεως, ἢ ἄλλον.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται μία παρεμπίπτουσα συζήτησις, ἡ ὁποία εἶναι ἀτέρμων.
§65Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ συζήτησις ἔλαβε χώραν παρεμπιπτόντως, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος. Διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἔρχεται πρὸς συζήτησιν ψήφισμα περὶ τοῦ τρόπου ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, κατὰ συνέπειαν ἕκαστος θὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του, ἐὰν ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς ψηφίσεως κατ’ ἀρχήν, ἔχῃ καλῶς, ἢ ἂν πρέπει νὰ προτιμηθῇ ἄλλος τρόπος. Κύριε Πρόεδρε, ὅσον καὶ ἂν ἔλαβε τὸν χαρακτῆρα μιᾶς παρεμπιπτούσης συζητήσεως, κατ’ οὐσίαν πρόκειται περὶ τοῦ θέματος τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν καὶ διὰ τοῦτο ὀρθῶς διεξάγεται ἡ συζήτησις. Ἐφ’ ὅσον δὲ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔλαβε τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ, εὔλογον εἶναι ὅτι ἀκολουθοῦμεν ἄλλην σειρὰν ἀπὸ ἐκείνην, ἡ ὁποία προσδιορίζεται εἰς τοὺς ἀναγεγραμμένους ρήτορας.
§66Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὁμόφωνον ἀπόφασιν διὰ τὸν καλύτερον τρόπον τῆς συντόμου ἐπιψηφίσεως.
§67Θ. ΚΩΗΣ. Ἡμεῖς, κύριοι βουλευταί, ὑπεβάλαμεν μίαν πρότασιν, ἡ ὁποία ἀντιμετώπιζε τὸν ταχύτερον τρόπον τῆς διεξαγωγῆς τοῦ ἔργου τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Ὡρμήθημεν δὲ ἐκ τῆς ἑξῆς σκέψεως: Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, ὡς ἀνεθεωρήθη κατὰ τὸ 1911, εἶναι σχεδὸν ἄρτιον, διότι συνετάχθη εἰς ἐποχὴν διαπρεπεστάτων ἐκπροσώπων τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς ἐπιστήμης, συμπληρωθὲν καὶ διὰ διατάξεών τινων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927. Αἱ διατάξεις αὗται, αἱ ἀφορῶσαι τὴν νομικὴν διάρθρωσιν, διατηροῦνται ἐν ἰσχύϊ. Ὑπολείπονται πρὸς ἀναθεώρησιν διατάξεις κοινωνικοοικονομικοῦ περιεχομένου ὡς ἡ τοῦ ἄρθρου 17, ἡ ἀφορῶσα τὴν ἰδιοκτησίαν. Διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς πρέπει καὶ δύνανται νὰ εἰσαχθῶσιν ἐξαιρέσεις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων γεωργῶν καὶ κτηνοτρόφων καὶ στέγασιν ἀστέγων ἐργατῶν ὑπαλλήλων ἰδιωτικῶν καὶ δημοσίων καὶ στρατιωτικῶν. Ἐπίσης δύνανται νὰ τεθῶσι καὶ ἄλλαι διατάξεις κοινωνικῆς δικαιοσύνης. Ἡ Βουλή, λοιπόν, προβαίνουσα οὕτως καὶ τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως ταχέως ἐπιτελεῖ καὶ ζητήματα οὐσιαστικοῦ περιεχομένου ἐνδιαφέροντα τὴν κοινὴν γνώμην ἀντιμετωπίζει, ἅτινα θέτουν τὴν Βουλὴν ἐντὸς τῆς ὑπαρχούσης πραγματικότητος.
§68Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Εἶναι σαφὲς ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἔχει ἀντίθετον ἀντίληψιν, ὅλοι τείνομεν πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν, νὰ ἐπιταχύνωμεν ὅσον εἶναι δυνατὸν τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Ἐρωτᾶται τώρα: Τὸ ὑποβληθὲν σχέδιον ψηφίσματος ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, τείνει πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν ἢ ὄχι. Ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀπαντήσωμεν ἀμέσως, ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ. Τὸ σχέδιον ψηφίσματος, εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον, δίδει τὴν ἐντύπωσιν ὅτι δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις καὶ ἐπὶ τῶν κρινομένων παρ’ αὐτοῦ ἄρθρων ὡς μὴ ἀναθεωρητέων καὶ οὕτω παρατείνεται ἡ συζήτησις ἀσκόπως καὶ ἐπιβραδύνεται τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Θὰ πρέπει, λοιπόν, ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της διὰ νὰ μὴ συζητοῦνται ὅλα τὰ ἄρθρα ἀναμίξ, χωρὶς νὰ λαμβάνεται ἀπόφασις ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ τὰ συγκρατήσωμεν ὅλα, ἵνα γνωρίζωμεν τί θὰ ψηφίσωμεν καὶ νὰ ἐπιταχύνωμεν οὕτω τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι προέχει πρὸ παντὸς ἄλλου, ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της, ὅτι ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 7 δὲν θὰ γίνῃ συζήτησις, διότι ἄλλως ἡ συζήτησις θὰ γίνῃ ἀτέρμων.
§69Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι Βουλευταί, παρεσχέθη ἡ ἐντύπωσις ὅτι ἡ συζήτησις ἐξῆλθεν ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ συζητουμένου θέματος. Ἡ ἐντύπωσις αὐτὴ εἶναι ἐσφαλμένη. Θὰ πρέπει, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ πρῶτον θέσιν ἐπὶ τοῦ θέματος ἀρχῆς. Ποῖον εἶναι τὸ θέμα ἀρχῆς; Αὐτό, μέχρι τοῦδε, δὲν ἔχει διευκρινισθῆ καὶ πρέπει νὰ διευκρινισθῇ, διὰ νὰ διευκολύνῃ τὴν περαιτέρω πορείαν τοῦ ἔργου μας. Ποῖαι εἶναι αἱ δύο ἀπόψεις ἀρχῆς, αἱ ὁποῖαι ἀντιμετωπίζονται; Ἡ μία ἄποψις ὑποστηρίζει ὅτι ὁλόκληρον τὸ Σύνταγμα θὰ ψηφισθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν κατ’ ἄρθρον. Ἡ ἄλλη ἄποψις εἶναι ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν ὅλον τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ μόνον νὰ ἀναθεωρήσωμεν ὡρισμένα ἄρθρα. Καὶ αἱ δύο ἀπόψεις ἀποβλέπουν εἰς τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα. Πρόκειται, ὅμως, ἕκαστος νὰ κρίνῃ, ποίαν προτιμᾷ, ὡς ὁδηγοῦσαν ἀσφαλέστερον καὶ συντομώτερον εἰς τὸ ἀποτέλεσμα. Ἡ διαφωνία ὑφίσταται ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος ἀρχῆς. Φυσικόν, ἑπομένως, εἶναι νὰ τεθῇ αὐτὸ πρῶτον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἀποφασίσῃ ἐὰν προτιμᾷ τὴν γενικὴν ψήφισιν ὅλων τῶν ἄρθρων, συμφώνως πρὸς τὴν πρότασιν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἢ μόνον τὴν ἀναθεώρησιν ὡρισμένων ἄρθρων. Ἐὰν προτιμᾷ τὴν γενικὴν ψήφισιν ἢ τὴν ἀναθεώρησιν; Καὶ μετὰ τὴν λῆψιν ἀποφάσεως ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ τῆς ἀρχῆς, θὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν συγκεκριμένην διευκρίνισιν τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ κατὰ τὸν ταχύτερον τρόπον. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου.
§70Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Χαίρω διότι ὁ κ. Τσάτσος καὶ ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ κόμματος, ἠκολούθησαν τὴν γνώμην μου.
§71Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον νὰ παρατηρήσω τοῦτο, ὅτι καὶ ὁ τρόπος τὸν ὁποῖον θέτει τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος, προϋποθέτει ἰσχῦον Σύνταγμα, ἀποβλέπει εἰς τὴν ἀναθεώρησιν ἰσχύοντος Συντάγματος, δὲν ἀποβλέπει τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος εἰς τὴν ψήφισιν νέου Συντάγματος. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ μας, μεταξὺ τῆς ἀπόψεως τὴν ὁποίαν διατυπώνετε σεῖς καὶ τῆς ἀπόψεως τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ τὸ σχέδιον ψηφίσματος, εἶναι ἡ αὐτή. Ποῖον εἶναι τὸ ὀρθοδοξώτερον νὰ εἴπωμεν, ποῖα ἄρθρα χρήζουν ἀναθεωρήσεως, ἢ ποῖα ἄρθρα δὲν χρήζουν ἀναθεωρήσεως. Ἤθελα νὰ σημειωθῇ τοῦτο, ὅτι καὶ ἡμεῖς ἐξηγγείλαμεν αὐτὰς τὰς ἀπορίας.
§72Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν ὑπάρχει διαφωνία.
§73Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν τὸ παρὸν ψήφισμα, ἐγένετο πρὸ ἑνὸς ἔτους, ὅταν αἱ ἐργασίαι τῆς Ἐπιτροπῆς ἐτελείωσαν, ἤδη θὰ εἴχομεν ψηφίσει τὸ Σύνταγμά μας. Ἐβράδυνεν, ὅμως, καὶ κάλλιο ἀργὰ παρὰ ποτέ. Τὸ ψήφισμα αὐτὸ ἀφορᾷ τὴν διαδικασίαν καὶ πρέπει, κυρίως, νὰ ἀποβλέψωμεν ὄχι εἰς τὴν ταχύτητα, ἀλλὰ εἰς τὴν ὠφελιμότητα τοῦ ἔργου. Δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε νὰ στηριχθῶμεν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ Συντάγματος διὰ νὰ ἀναθεωρήσωμεν τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας κρίνομεν τυχὸν ἀναθεωρητέας, μετὰ πάροδον ὀλίγων ἐτῶν καὶ μάλιστα μὲ σύνθεσιν ἄλλην τῆς Βουλῆς, οὔτε νὰ στηριχθῶμεν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ἢ τοῦ 1864, διότι αἱ κοινωνικαὶ συνθῆκαι μεταβάλλονται καὶ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἐπέρχονται ἐπιβάλλουν καὶ μεταρρυθμίσεις τῶν διατάξεων τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου. Τούτου ἀπόδειξις εἶναι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927. Διότι εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 ἐτέθησαν διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπῆρχον οὔτε εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, οὔτε εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, καὶ τοῦτο διότι αἱ κοινωνικαὶ ἐξελίξεις ἐπέβαλον τὴν θέσιν τῶν διατάξεων τούτων. Ἐρωτᾶται, λοιπόν, ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει περίπτωσις τοιαύτη σήμερον; Καὶ ποία εἶναι ἡ ἀκολουθητέα διαδικασία, διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νέου Συντάγματος, εἴτε ὑπὸ τὸν τύπον, τὸν ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Δημ. Σοσιαλ. κόμματος, εἴτε ὑπὸ τὸν τύπον τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων; Τὸ παρὸν ψήφισμα, ἢ τὰ ψηφίσματα, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν ἐκ μέρους ἄλλων κυρίων συναδέλφων; Ἐγὼ τοὐλάχιστον, κύριοι, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ πᾶσα ἐλευθερία εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος καὶ ἑπομένως ἐκείνη ἡ διαδικασία νὰ προτιμηθῇ, ἡ ὁποία δὲν θὰ παρεμποδίσῃ τὴν συζήτησιν τὴν προτέραν πάσης νέας ἰδέας καὶ πάσης νέας διατάξεως προσθετέας εἰς τὸ Σύνταγμα. Διὰ τοῦτο, προτείνω ὅπως τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν μας ὑποβληθὲν ψήφισμα τῆς διαδικασίας γίνῃ δεκτόν. Ἀλλὰ διατί ἐγένετο ὅλη αὐτὴ ἡ φασαρία καὶ εἴμεθα μιάμιση ὥραν καὶ συζητῶμεν; Διότι, ἀντὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων τοῦ ψηφίσματος, εἰσήλθομεν εἰς τὰς λεπτομερείας. Ἐδῶ ἔχομεν ὡρισμένα ἄρθρα, 8 ἄρθρα, καὶ οἱ ἀγορηταὶ πρέπει νὰ περιορισθοῦν νὰ ἐκφράσουν τὴν γνώμην των ἐπὶ τῶν ἄρθρων αὐτῶν. Ὅταν συζητηθῇ ἓν ἕκαστον ἐκ τῶν ἄρθρων αὐτῶν, ἐὰν ὑπάρξῃ παρατήρησίς τις, ὅπως ἐγὼ π.χ. ἔχω εἰς τὸ ἄρθρον 1 ὑποβάλει δύο τροπολογίας, μίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 70 καὶ μίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 100, τότε ἡ Βουλὴ θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῶν προτάσεων αὐτῶν τῶν κυρίων συναδέλφων. Ἠκολουθήσαμεν, ὅμως, κακὴν ὁδόν. Εἰσήλθομεν εἰς τὴν συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ταυτοχρόνως ὅμως συζητῶμεν τὰς τυχὸν διαφωνίας μας ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τῶν ἄρθρων τοῦ ψηφίσματος. Φρονῶ, λοιπόν, ὅτι μποροῦμεν νὰ προχωρήσωμεν κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ ψηφίσματος καὶ ὅσοι ἐξ ἡμῶν ἔχουν διαφωνίαν τινά, ἐπὶ ἄρθρου τινός, νὰ τὴν ἐκθέσουν διὰ νὰ τελειώνωμεν οὕτω τὸ ταχύτερον.
§74Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ἀναφυέοντος θέματος. Θὰ περιορισθῶ εἰς δύο καὶ μόνον λέξεις, ἵνα τονίσω τοῦτο: Ὅτι ἀνεξαρτήτως τοῦ τρόπου διαδικασίας, τὸν ὁποῖον θὰ ἀκολουθήσωμεν, φρονῶ ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ψηφίσωμεν Σύνταγμα, ἔστω καὶ ἂν ἀκόμη περιορισθῶσι τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τὰ ἀναθεωρητέα, ὅπως λέγει ὁ κ. Κουλουμβάκης εἰς 20 ἢ 10 ἢ 15. Εἶναι ἀδύνατον νὰ καταλήξωμεν εἰς ἀποφάσεις ἐγκαίρως, ἐὰν τὰ κόμματα δὲν λάβουν μίαν τρανὴν ἀπόφασιν, νὰ περιορίσουν τὸν ἀριθμὸν τῶν ρητόρων. Πρέπει ἕκαστον κόμμα νὰ παρουσιάσῃ ἕνα, τὸ πολὺ δύο ρήτορας ἐπὶ ἑκάστου θέματος, ἀπὸ μέρους δὲ ἡμῶν τῶν ἀνεξαρτήτων γίνεται ἡ δήλωσις ὅτι δὲν πρόκειται νὰ παρεμβάλωμεν ἐμπόδια εἰς τὴν ταχεῖαν διεξαγωγὴν τῶν συζητήσεων. Ἐὰν συμβῇ νὰ λαμβάνουν τὸν λόγον 50 καὶ 60 ρήτορες εἰς κάθε θέμα, φαντασθῆτε τὶ θὰ γίνῃ ὅταν θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰ ἄρθρα περὶ Γερουσίας, περὶ διοικητικῶν ὑπαλλήλων κλπ., περὶ διοικητικῶν δικαστηρίων, εἰς τὰ ἄρθρα περὶ συνθέσεως καὶ λειτουργίας τῆς Βουλῆς κ.ο.κ. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι κυρίως ἔργον τῶν κ.κ. ἀρχηγῶν. Ἐἂν οἱ κ.κ. ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων καλέσουν τοὺς φίλους των καὶ πειθαρχήσουν οὗτοι, καὶ διὰ κάθε θέμα ὁρισθῇ εἷς ρήτωρ καὶ ἡ συζήτησις θὰ διεξαχθῇ μεθοδικώτερον καὶ εἰς αἴσιον ἀποτέλεσμα θὰ φθάσωμεν ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος.
§75Ι. ΠΟΛΙΤΗΣ. Νομίζω ὅτι ὅλη ἡ συζήτησις, ἡ παρεμπίπτουσα, ἡ ὁποία ἐγεννήθη σήμερον τὸ ἀπόγευμα, δὲν συνετέλεσε παρὰ εἰς ἀπώλειαν χρόνου. Τονίζω ὅτι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ Βουλὴ ἐδέχθη νὰ ἀρχίσῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς αὐτήν, ἐδέχθη ἕνα ὡρισμένον τρόπον διαδικασίας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προέχει, εἶναι, νομίζω, νὰ μὴ ἀλλάξωμεν διαδικασίαν ἐν μέσῃ πορείᾳ, διότι εἶναι ἀποδεδειγμένον ὅτι τοῦτο ἐν παντὶ καὶ πάντοτε προκαλεῖ καταστροφήν. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ συνεχίσωμεν, ἀλλὰ νὰ συντομευθοῦν αἱ ἀγορεύσεις καὶ νὰ περιορισθῶσιν οἱ ρήτορες καὶ νὰ λάβωμεν ἀπόφασιν κατ’ ἀρχὴν ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος, μεθ’ ὃ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§76Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ συζήτησις ὑπῆρξεν ἀπολύτως χρήσιμος διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Διότι διηυκρίνισε τὴν ἔννοιαν τῆς ἀρχῆς. Εἰσάγεται τὸ ψήφισμα πρὸς ψήφισιν κατ’ ἀρχὴν πρῶτον. Ἀπόφασις ἀκόμη δὲν ἔχει ληφθῆ. Ἡ παρεμπίπτουσα συζήτησις ὡδήγησεν εἰς τὴν διευκρίνισιν ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἀρχῆς. Θὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὸν θετικὸν τρόπον τῆς συνολικῆς ψηφίσεως ἢ θὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς τὸν ἄλλον τρόπον τῆς ἀναθεωρήσεως; Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ἡ συζήτησις ὑπῆρξεν ὄχι ἐπιβλαβής, ἀλλὰ χρήσιμος καὶ ἀπαραίτητος, διότι γνωρίζομεν τώρα, ποία θὰ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ψήφου, ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἢ ἐὰν ἀπορριφθῇ ἡ ἀρχὴ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος.
§77Δ. Κ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Τρία ὁλόκληρα ἔτη, κύριοι συνάδελφοι, μετὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Βουλῆς, ἓν ὁλόκληρον ἔτος μετὰ τὴν λῆξιν τῶν εἰδικῶν ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος συζητήσεων ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀναθεωρήσεως, καὶ δέκα ἡμέρας μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἀποσκοπεῖ εἰς τὴν ἐπίσπευσιν, προώθησιν καὶ ταχυτέραν περαίωσιν τοῦ ἀναθεωρητικοῦ μας ἔργου, εἶναι ἐκπληκτικόν, πῶς ἐπανερχόμεθα ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἀκολουθητέας διαδικασίας κατὰ τὰς συζητήσεις ἐπιτελέσεως τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου, καὶ διεξάγονται ἤδη συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν προάγουν τὸ θέμα. Διότι τὸ θέμα εἶναι πολὺ ἁπλοῦν. Εὑρισκόμεθα πρὸ ἑνὸς ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον εἰς τὰ καθ’ ἕκαστον ἄρθρα του ἀναφέρει καὶ περιλαμβάνει μίαν μακρὰν σειρὰν ἄρθρων, τὰ ὁποῖα καλούμεθα νὰ ἀποδεχθῶμεν ἄνευ πολλῶν συζητήσεων, διότι ἢ δὲν ὑπάρχουν ἐπ’ αὐτῶν βασικαὶ ἀντιρρήσεις, ἢ διότι δὲν εἶναι ἀναθεωρητέα ὡς θεμελιώδους σημασίας. Ἐπὶ τῶν ἄρθρων, λοιπόν, τούτων, ἐὰν ὑπάρξῃ ἀντίρρησις δι’ ὡρισμένα ἄρθρα, εἰς τὰ ὁποῖα ἄλλοι θέλουν νὰ κάμουν τροπολογίας, ἄλλοι δὲν νομίζουν ὅτι ἀποδίδουν ἐπαρκῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀποδώσωμεν, δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ ἀποχωρίσωμεν τὰ ἐμφανιζόμενα ὡς ἐπίμαχα ἄρθρα καὶ νὰ προχωρήσωμεν νὰ ψηφίσωμεν τὰ ὑπόλοιπα, εἰς τὰ ὁποῖα ὁμοφώνως διαπιστοῦμεν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις. Διότι τὸ μὲν ἄρθρον 1 τοῦ ψηφίσματος περιλαμβάνει τὰ πλεῖστα τῶν ἄρθρων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀναθεωρητέα, ἐξ αὐτοῦ τοῦ Διατάγματος τῶν Ἐκλογῶν ἐξ ὧν ἀπέρρευσεν ἡ σημερινὴ Βουλή, εἴτε ἀναφέρονται εἰς τὰ περὶ Βασιλέως, εἴτε περὶ Βουλῆς ἢ ἄλλων θεμάτων, τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν θὰ ὑπάρξῃ—διότι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ— συζήτησις εὐρυτέρα ἢ ἀντιγνωμία, ἀφοῦ δὲν διεξεδικήσαμεν τὴν ἰδιότητα τῆς ἀπεριορίστου Συντακτικῆς Συνελεύσεως διὰ τὴν σημερινὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, πρὸς δὲ καὶ εἰς τὴν Βουλήν, ἢ καὶ τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπὴν ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος δὲν ὑπῆρξαν οὐσιαστικῶς διαφορετικαὶ ἀπόψεις. Συνεπῶς, ἐὰν ἀποδεχθῶμεν ὅπως ἁπλῶς καὶ μόνον ἐπὶ τῇ ἀντιρρήσει ἑνὸς καὶ μόνον συναδέλφου, σχετικῶς πρὸς τὸ Α ἢ Β ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζεται ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη, νὰ ἀναθεωρηθῇ ἢ νὰ συμπληρωθῇ ἢ νὰ τροπολογηθῇ, ἐξαιρέσωμεν τοῦτο ἢ καὶ ἄλλον ἐκ τῶν ἐπιμάχων ἄρθρων, ἀπομένει ὅλος ὁ ὄγκος τῶν ἄλλων ἄρθρων, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιψηφίσωμεν ἀπόψε ἀκόμη καὶ νὰ ἀποδεχθῶμεν. Δὲν βλέπω, λοιπόν, τὸν λόγον, διατὶ αὐτὴ ἡ ἄγονος καὶ μακρὰ συζήτησις, ἡ ὁποία δὲν προάγει καθόλου τὸ θέμα. Καὶ ἀποδεικνύει ὅτι δὲν ἔχει μελετηθῆ ἐπαρκῶς τό τε ψήφισμα καὶ αἱ ἀρχαὶ αὐτοῦ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐὰν τις ἐξ ἡμῶν ἔχῃ ἀντίρρησιν ἐπὶ ἑνὸς ἄρθρου, ἡ ἐξαίρεσις αὐτοῦ θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸ σκοπούμενον θέμα, διότι, ἐξαιρουμένου τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, θὰ προχωρήσωμεν ἀκωλύτως εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῶν ὑπολοίπων. Διὰ πᾶν ἄρθρον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει ἀντίρρησις, ἔστω καὶ ἑνὸς βουλευτοῦ ἀντιγνωμοῦντος, πρέπει νὰ θεωρῆται ὅτι τοῦτο δέον νὰ διαγράφεται. Συνεπῶς, μὲ αὐτὰς τὰς ἀπόψεις εἶμαι καὶ ἐγὼ ὑποχρεωμένος νὰ δικαιολογήσω τὰ ὅσα ἔχω νὰ εἴπω. Ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 1, ἐπαναλαμβάνω ὅτι τόσον καὶ αἱ ἰδικαί μου ἀπόψεις, ὅσον καὶ αἱ ἀπόψεις τῶν περισσοτέρων συναδέλφων, δὲν ἀφήνουν εὐρὺ περιθώριον ἀντιγνωμιῶν, διότι περιλαμβάνει ἄρθρα ἀναφερόμενα εἴτε εἰς ἐπουσιώδη θέματα, εἴτε εἰς θέματα μὴ δυνάμενα νὰ ἀναθεωρηθῶσιν. Συνεπῶς, τὸ ἄρθρον 1, πρέπει νὰ γίνῃ ὁμοφώνως δεκτὸν ὡς ἔχει.
§78Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχω ἢ δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ προτείνω νὰ γραφοῦν καὶ ἄλλα ἄρθρα τὰ ὁποῖα νὰ μὴ ἀναθεωρηθοῦν;
§79Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Βεβαίως. Αὐτὸ δὲν βλάπτει, ἐὰν γίνουν δεκτά. Ἀλλά, ἐὰν τυχὸν εἷς ἄλλος συνάδελφος ἐμφανισθῇ εἰς τὴν πρότασίν σας ἀντιγνωμῶν, πρέπει καὶ ἐσεῖς νὰ ἀποσύρετε τὴν πρότασίν σας καὶ ὁ ἀντιπροτείνων συνάδελφος τὴν ἰδικήν του. Προχωρῶν, τονίζω, ὅτι ὡς πρὸς μὲν τὸ ἄρθρον πρῶτον, ἐὰν ὑπάρχουν ἀντιγνωμίαι συναδέλφων τινῶν ἐπιθυμούντων ν’ ἀπαλειφθῇ ἄρθρον τι ἐκ τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ἀναφερομένων καὶ περιλαμβανομένων, τοῦτο νὰ ἐξαιρεθῇ. Ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 2 ὑπάρχουν τροπολογίαι ἐπὶ ἄρθρων τινῶν τούτου, ἀλλὰ ἐπ’ αὐτῶν θὰ ὁμιλήσω ἂν ἐπιμένετε νὰ συζητήσωμεν τώρα τὰ ἄρθρα αὐτά. Ἄν, ὅμως, τὰ ἐξαιρέσετε τῆς συζητήσεως τοῦ παρόντος, τότε ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω ἐν καιρῷ ἐπ’ αὐτῶν.
§80Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἡ συζήτησις, κατ’ ἀρχήν, δύναται νὰ θεωρηθῇ τερματισθεῖσα ἢ ὄχι; Ν’ ἀποφασίσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ πρωτίστως καὶ κατόπιν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰ ἄρθρα. Ἐδῶ συζητοῦμεν ἐπὶ τῶν ἀρχῶν. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος διὰ τὴν ταχυτέραν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Ἑπομένως, εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ὑποβαλομένου ψηφίσματος, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι θετικὴ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς. Ἢ νὰ προσθέσωμεν ἢ νὰ ἀφαιρέσωμεν. Νὰ τερματίσωμεν, εἴ δυνατόν, τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§81Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀκόμη καὶ πάλι δὲν ἐπῆλθε συνεννόησις μὲ τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Θὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, διότι ἡ ἀρχὴ εἶναι ἐπίμαχος, καὶ κατόπιν θὰ προχωρήσωμεν.
§82Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐξ.). Δηλαδή, τὸ ἐπίμαχον εἶναι ὅπως τὸ ἐθέσατε;
§83Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Μάλιστα.
§84Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐξ.). Ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§85Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ποία Βουλή;
§86Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐξ.). Νὰ κάμετε ἔνστασιν ἀπαρτίας, κ. Κουλουμβάκη.
§87Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Συζητοῦμεν κατ’ ἀρχὴν τὰ ἄρθρα τοῦ Ψηφίσματος.
§88Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Οὐδεμία ἀντίρρησις ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχει, ἀλλὰ εἶναι φανερὸν ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος ἐὰν δὲν διαχωρίσωμεν τὰ ἄρθρα εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει συζήτησις, ἀλλὰ χωρὶς συζήτησιν ἐπὶ τούτου ἀλλ’ ἐπὶ τῇ αἰτήσει κάθε συναδέλφου, μοιραίως θὰ διαιωνίσωμεν τὴν συζήτησιν.
§89Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐξ.). Ἀμφισβητεῖτε τὸν τρόπον τὸν ὁποῖον καθιεροῖ τὸ Ψήφισμα ὡς πρὸς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος;
§90Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπουσιάζατε. Ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ἀκριβῶς διεπιστώθησαν ἐντελῶς σφοδραὶ ἀντιθέσεις. Δὲν ὑπάρχει, κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτήν, παρὰ μόνον τὸ θέμα τῆς ἀρχῆς. Ἕκαστος ποὺ ὁμιλεῖ, νὰ ἐντοπισθῇ εἰς τὸ συγκεκριμένον θέμα. Θέλει αὐτὸν ἢ τὸν ἄλλον τρόπον; Ν’ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Βουλή.
§91Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πῶς θ’ ἀποφανθῇ καὶ ποία Βουλή;
§92Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ αὐτὸ ποὺ λέγει ὁ κ. Παπανδρέου, διότι ποία Βουλὴ θ’ ἀποφανθῇ, ἀφοῦ εἶναι, ἀτυχῶς, ἀποῦσα ἡ Βουλὴ καὶ δὲν ἔχομεν ἀπαρτίαν;
§93Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ παράδοσις, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, εἶναι ὅτι οἱ ρήτορες ὁμιλοῦν καὶ ὅταν οἱ βουλευταὶ εἶναι ὀλιγώτεροι. Αἱ ἀποφάσεις λαμβάνονται ὅταν εἶναι πλήθουσα ἡ συνεδρίασις. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προχωρήσουν οἱ ρήτορες ἐντοπίζοντες τὸ θέμα εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀρχῆς, διότι, ἀφοῦ θέλομεν νὰ βοηθήσωμεν ὅλοι, καὶ οἱ ἀκροαταὶ καὶ οἱ ρήτορες, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλοῦν οἱ ρήτορες διὰ νὰ ἀξιώνουν ἀπὸ τοὺς ἄλλους συντομίαν, διότι ἡ συντομία ἀποδεικνύεται διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ λόγου καὶ οὐχὶ διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῶν λόγων ὑπὲρ τῆς συντομίας. Ὅσοι ἔχουν ἐγγραφῆ, νὰ διατυπώσουν τὰς γνώμας των ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἀρχῆς καὶ νὰ ληφθῇ ἀπόφασις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§94Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Πῶς θὰ ληφθῇ, κ. ἀρχηγὲ τοῦ Σοσιαλιστικοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος τοιαύτη ἀπόφασις ἢ οἱαδήποτε ἔγκυρος ἀπόφασις, ὅταν οἱ συνάδελφοι δὲν θὰ ἔχουν παρακολουθήσει τὰ ὅσα ἀνεπτύχθησαν; Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ ἂν ἀκόμη θεωρήσωμεν ὀρθὴν τὴν ἄποψίν σας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν τρία ἔτη μετὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου νὰ καταντήσωμεν τώρα νὰ συζητῶμεν ἐξ ὑπαρχῆς διὰ νὰ ἀσχοληθῶμεν τώρα μὲ τὸ ποῖαι εἶναι καὶ ποῖαι δὲν εἶναι αἱ ἀναθεωρητέαι διατάξεις. Ἐγώ, ὅμως, ἀφοῦ ἐτάχθην ἤδη ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ Ψηφίσματος, διακόπτω ἐδῶ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἀπόψεών μου καὶ δηλῶ ὅτι τάσσομαι ὑπὲρ τῆς ἀποδοχῆς τοῦ Ψηφίσματος καὶ ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν ἀνάπτυξιν σχετικῶν τροπολογιῶν κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἄρθρων.
§95Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Κύριοι βουλευταί. Κατὰ σύστημα οὐδέποτε καταχρῶμαι τῆς ὑπομονῆς τῆς Βουλῆς, λυποῦμαι μάλιστα διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὁμιλήσω, λόγῳ τῆς τροπῆς τὴν ὁποίαν ἔλαβον αἱ συζητήσεις. Κατ’ ἀρχὴν δὲν ἀντιλαμβάνομαι νὰ ὑπάρχῃ θέλησις πρὸς τερματισμὸν τοῦ ζητήματος τούτου, ὁ χρονισμὸς τοῦ ὁποίου μειώνει τὸ κῦρος τοῦ Σώματος. Ὑποστηρίζεται, παρ’ ὅλων μας, ὅτι ἡ ταχεῖα ἐπιψήφισις ἀρτίου Συντάγματος, ἀποτελεῖ γενικὴν ἐπιθυμίαν. Ἡ τακτική μας, ὅμως, ἄγει εἰς ἀντίθετον συμπέρασμα. Εἶναι πολλαὶ αἱ αἰτίαι τοῦ κακοῦ καὶ οἱ λόγοι τῆς βραδύτητος καὶ τῆς ἀπροθυμίας ἐπίσης πολλοί. Πρῶτον, οἱ περισσότεροι ἐξ ἡμῶν, εἴμεθα δικηγόροι. Καὶ ἐνῷ, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῶν καθηκόντων μας ἐτάχθημεν συνήγοροι μιᾶς τόσον σοβαρᾶς ὑποθέσεως, ἀντιδικοῦμεν. Οὕτω, δὲν εἴμεθα συνεπεῖς πρὸς τὴν ἀποστολήν μας καὶ πέραν τούτου κατέστημεν κακοὶ συνήγοροι μιᾶς ὑποθέσεως, τὴν σοβαρότητα τῆς ὁποίας διακηρύσσομεν ὅτι ἀναγνωρίζομεν. Δεύτερον, οἱ πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν, κατελήφθημεν ἀπὸ ἕνα ἀφόρητον βερμπαλισμόν. Συζητοῦμεν ἐπὶ ἡμέρας πολλὰς κυρίως ὄχι ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἀλλὰ περὶ τοῦ τρόπου καὶ τῶν ἀκολουθητέων, κατὰ τὰς συζητήσεις, μεθόδων καὶ ἐμπλεκόμεθα εἰς δικονομικὰ ἀδιέξοδα ἄνευ τέλους. Ὀρθῶς ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος ἐχαρακτήρισε τὰς ἀκάρπους αὐτὰς συζητήσεις. Ὑπάρχουν πράγματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν λεχθῆ μυριάκις, ἔχουν γραφῆ τόμοι ὁλόκληροι περὶ αὐτῶν καὶ περὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχει γενικὴ ἀναγνώρισις. Καί ὅμως καὶ περὶ αὐτῶν μακραὶ γίνονται ἀγορεύσεις, μὲ τὰς ὁποίας καταταλανίζεται ἡ Βουλή. Ἔπειτα, ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες, πάσχομεν ἀπὸ μίαν τυπολατρείαν. Ἡ μυστικοπαθὴς πίστις μας εἰς τὴν ὑπερφυσικὴν δύναμιν τῶν τύπων, μᾶς ὠθεῖ μοιραίως εἰς συχνὰς μεταβολὰς τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς πολιτείας. Παρ’ ὅτι ὁ ἐλεύθερος πολιτικὸς βίος μας πρὸ πολλοῦ συνεπλήρωσε ἕνα αἰῶνα ζωῆς, ἐπιμένομεν ν’ ἀγνοῶμεν, ὅτι τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ νόμοι δὲν ἔχουν τὴν δύναμιν ποὺ τοὺς ἀποδίδομεν καὶ δὲν μεταμορῴνονται μὲ αὐτοὺς αἱ ψυχαὶ τῶν ἀνθρώπων. Οἱ πατέρες μας, ὅταν ἀπεφάσισαν νὰ πολεμήσουν διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς χώρας, ὀλίγον μετὰ τὴν κήρυξιν τῆς Ἐπαναστάσεως, συνῆλθον τὸ πρῶτον ἐν Καλτέζαις τὸν Μάϊον τοῦ 1821 καὶ ἐψήφισαν τὸν γενικὸν Ὀργανισμὸν τῆς Πελοποννήσου, χωρὶς νὰ παύσουν νὰ συνέρχωνται καὶ νὰ ψηφίζουν Πολιτικοὺς Ὀργανισμοὺς Ψηφίσματα, προσωρινὰ πολιτεύματα καὶ Συντάγματα καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ ἀγῶνος. Ἐντὸς ἑνὸς αἰῶνος, ἡ Ἑλλάς, ἀπέκτησεν ἓξ ἐν ὅλῳ Συντάγματα: Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 (βασιλεία Ὄθωνος), τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 (βασιλεία Γεωργίου τοῦ Αʹ), τοῦ 1925 (δημοκρατικῆς περιόδου), τοῦ 1926 καὶ τὸ Σύνταγμα τῆς 3ης Ἰουνίου 1927. Σήμερον ἔχομεν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, ὡς ἐτροποποιήθη (ἀνεθεωρήθη) κατὰ τὸ 1911. Ἐρωτᾶται ἤδη, ὑπάρχει ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864–1911; Εἶναι ἄνευ ἀξίας καὶ χρησιμότητος τοῦτο, ὥστε νὰ μὴ δύναται ἐπ’ αὑτοῦ νὰ στηριχθῇ ἤρεμος πολιτικὸς βίος. Ὑπάρχει μία ἀντίρρησις. Ἡ Ἑλλὰς διῆλθε τελευταίως ἀπὸ πολέμους, ἐπαναστάσεις καὶ πολιτικὰς διαταραχάς, αἱ ὁποῖαι ἐδημιούργησαν ἀνώμαλον πολιτικὸν βίον ὡς καὶ οἰκονομικὴν καὶ κοινωνικὴν ἀρρυθμίαν καὶ ὅτι, ὡς ἐκ τούτου, τὸ πολίτευμά της χρήζει ἀναπροσαρμογῆς πρὸς ὡρισμένας ἀρχάς, καὶ συγχρονισμοῦ. Συμφωνοῦμεν διὰ τὸ πολίτευμα, ἀλλὰ ὄχι καὶ διὰ τὸ Σύνταγμα. Καὶ ἡ Ἀγγλία ἔκαμε πολέμους καὶ ἐδοκίμασε πολιτικὰς διαταραχὰς καὶ εἶδεν ἄλλοτε δικτάτορας νὰ καταλαμβάνουν τὴν ἀρχήν. Τὴν 20ὴν Ἀπριλίου 1653 ἐκλείσθη τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον ἀπὸ τὸν Κρόμβελ, ὄχι ὅμως διὰ παντός, τὴν 23ην Δεκεμβρίου 1688 ἦλθεν ἡ παλινόρθωσις. Τὸ Σύνταγμα, ὅμως, τὸ ἀγγλικὸν ἴσχυσε καὶ πάλιν ὅπως εἶχεν, ἄνευ ἀναθεωρήσεως κ.λ.π. Καὶ τώρα πάλιν, ἔπειτα ἀπὸ τοὺς δύο μεγάλους πολέμους ποὺ μετέβαλον τὰς συνθήκας τῆς πολιτικῆς ζωῆς τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς μεγάλης Βρεταννικῆς Κοινοπολιτείας, τὸ Σύνταγμα τὸ ἀγγλικὸν ἔμεινε τὸ ἴδιον. Ἰδιόρρυθμον, γραπτόν, ὅμως, παρ’ ὅτι λέγεται ἄγραφον, ἀποτελεῖ θαυμάσιον ὀργανισμόν, εὔκαμπτον δὲ ὡς εἶναι, ἀποτελεῖ ἕνα ζῶντα ὀργανισμόν, εὑρισκόμενον εἰς συνεχῆ ἐξέλιξιν καὶ ἀέναον μεταβολήν. Ἀλλ’ οὔτε αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι μετέβαλαν ἄρδην τὸ Σύνταγμά των. Παρ’ ὅτι δὲ τοῦτο συνετέθη κατὰ τὸ 1787, διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν μιᾶς μικροαστικῆς κοινωνίας, κατορθώνει νὰ ὑπηρετῇ τὰς ἀνάγκας τῆς μεγάλης Ἀμερικανικῆς Συμπολιτείας μὲ τὰς ἐλαχίστας τροπολογίας αἵτινες κατὰ καιροὺς προσετέθησαν, χωρὶς νὰ ὑποστῇ τοῦτο βασικὴν μεταβολήν. Οὕτω, κατὰ τὸ ἔτος 1791, προσετέθησαν κάτωθι τοῦ ἀρχικοῦ κειμένου, ἀπομείναντος ἀναλλοιώτου, ὡρισμέναι διατάξεις περὶ λαϊκῶν ἐλευθεριῶν, δημοσίου βίου καὶ σχέσεων τῶν Πολιτειῶν, κατὰ τὸ 1804 προσετέθη διάταξις περὶ ἐκλογῆς Προέδρου κ.λ.π. Τὸ 1865 καὶ 1868, μετὰ τὸν ἐμφύλιον πόλεμον, προσετέθησαν διατάξεις περὶ καταργήσεως τῆς δουλείας τῶν μαύρων, ἰθαγενείας κ.λ.π. Τὸ 1870 διατάξεις περὶ καθολικότητος τῆς ψηφοφορίας, τὸ 1918 διατάξεις περὶ ποτοαπαγορεύσεως. Τὸ 1920 ἐδόθη ψῆφος εἰς τὰς γυναῖκας. Δι’ ἁπλῶν τροπολογιῶν ἢ μᾶλλον, προσθηκῶν, συμπληροῦται ἑκάστοτε τὸ ἀμερικανικὸν Σύνταγμα καὶ οὕτω ἀποφεύγεται ἡ ἀτονία του. Ἡμεῖς, παρ’ ὅτι παγίως εὑρισκόμεθα εἰς τὸ πλευρὸν τῶν μεγάλων Κρατῶν, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα, ἀκολουθοῦμεν τὴν ἀντίθετον τακτικήν, τὴν ἐξ ὑπαρχῆς συνεχοῦς μεταβολῆς. Ἄλλοθεν λαμβάνομεν παραδείγματα. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὴν νομοτεχνικὴν ἀρτιότητα τοῦ Συντάγματος τῆς Βαϊμάρης. Ἀποτελεῖ γέννημα προσωρινῆς προσπαθείας καὶ ἐκδήλωσιν πάλης τοῦ σοσιαλισμοῦ πρὸς τὸν ἐπερχόμενον κομμουνισμόν. Ἡ θαυμασία, ὅμως, ἀρχιτεκτονικὴ τοῦ Συντάγματος τῆς Βαϊμάρης, δὲν ἔσωσε τὴν μεγάλην χώραν, ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει σήμερον ἐλευθέρα, ἀλλ’ εἶναι ἡττημένη, κατέχεται καὶ δοκιμάζει τὴν δυστυχίαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκε προηγουμένως εἰς τοὺς ἄλλους Λαούς. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβάλλεται ἑκάστοτε καὶ κατὰ συχνὰ διαστήματα τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ διασπᾶται, οὕτω, ἡ παράδοσις ἁπλῶς καὶ μόνον ἵνα τοῦτο ἀποτελῇ ἑνιαῖον σύνολον, ἄρτιον νομοτεχνικῶς. Δὲν εἶναι νόμος τὸ Σύνταγμα. Οὔτε, ἁπλῶς, θεμελιώδης νόμος, ἀλλὰ βασικὸς κατευθυντήριος νόμος, πολλαὶ διατάξεις τοῦ ὁποίου ὡς ἡ ἔννοια τῆς ἐλευθερίας, εἶναι τόσον αὐτονόητοι, ὥστε δὲν βασίζονται κἂν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ ἕλκουν τὴν δύναμιν ἐξ ἑαυτῶν. Ἡ ἄποψις τῆς συγχρονίσεως τοῦ Συντάγματος οὐχὶ διὰ προσθηκῶν ἄνευ μεταβολῆς τοῦ κειμένου, κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, καὶ οὐχὶ διὰ θεμελιωδῶν (συνταγματικῆς ἰσχύος) νόμων, κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῆς Ἀγγλίας, ἀλλὰ διὰ τῆς μεθόδου τῆς ἀναθεωρήσεως, εἶναι ἐσφαλμένη. Τὰ Συντάγματα δὲν ἐκμοντερνίζονται, ἀλλ’ ἀποτελοῦν τὴν ἑδραίαν βάσιν τῶν ἀρχῶν τῶν παραδόσεων τῆς ἱστορικῆς διαδρομῆς καὶ τῶν ἐθίμων τοῦ Ἔθνους. Τὰ πολιτεύματα συγχρονίζονται καὶ ὑφίστανται διαρκῆ καὶ ἀέναον τὴν ἐπιρροὴν τῶν συνθηκῶν τῆς ζωῆς τῶν Λαῶν, τῶν ὁποίων ὑπηρετοῦν τὰς ἀνάγκας, κατὰ τὰς περιστάσεις. Παρ’ ἡμῶν ὑφίσταται πολλάκις σύγχυσις μεταξὺ τῶν ὅρων Σύνταγμα καὶ Πολιτεία. Τὸ τελευταῖον ἀποτελεῖ τὴν πολιτικο—κοινωνικο—οἰκονομικὴν μορφὴν ποὺ προσδίδεται εἰς τὸν πολιτικὸν ὀργανισμὸν μιᾶς χώρας ἀπὸ τὸ Σύνταγμά της, τοὺς νόμους της, τὴν νομολογίαν τῶν Δικαστηρίων καὶ τὰς πράξεις τῆς Διοικήσεως. Δικαίως, ὅθεν, πρὸ διετίας, καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Μελβούρνης, ὅταν μὲ ἠρώτησε περὶ τοῦ πολιτεύματός μας, καὶ ἐγὼ ἤρχισα ἀπὸ τὸ Σύνταγμά μας, μοῦ παρετήρησε ὅτι θὰ ἔδει νὰ ἀποφύγω πᾶσαν ἐπὶ τοῦ Συντάγματός μας (ὅπερ ἐγνώριζε ἐκ τῶν μελετῶν του) ἀνάλυσιν καὶ νὰ τοῦ ὁμιλήσω γενικώτερον περὶ τοῦ πολιτεύματός μας. Μὲ εὐχαρίστησιν ἤκουσα τὸν κ. Τσάτσον, λέγοντα ὅτι δὲν ἀποδίδει τόσην σημασίαν εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ γραπτοῦ τρόπου τῆς διακυβερνήσεως τῆς χώρας ἐν τῷ Συντάγματι.
§96Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὡμίλησα ἐπ’ ὀνόματί μου.
§97Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Τὰ Συντάγματα, κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι πάντοτε συγχρονισμένα, ἐκτὸς ἂν ἀλλάζουν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν. Φυσικά, πρέπει νὰ περιλαμβάνωνται εἰς αὐτὰ ὡρισμέναι διατάξεις ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν καθίσταται δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ ἀρχῶν ἐκ τῶν ὁποίων ἑκάστοτε ἐξαρτᾶται ἡ ἤρεμος διαβίωσις, ἡ οἰκονομικὴ βελτίωσις, ἡ κοινωνικὴ πρόοδος καί, γενικῶς, ἡ εὐημερία τῶν Λαῶν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸν σκοπὸν τοῦ συγχρόνου Κράτους. Ὅταν τοῦτο ἐπιτυγχάνεται καὶ ἄνευ συνεχῶν ἀναθεωρήσεων, ἀλλ’ ἁπλῶς διὰ τῆς νομοθεσίας τῆς πράξεως τῶν Δικαστηρίων (νομολογίας) καὶ τῆς Διοικήσεως, τοῦ πολιτεύματος, δηλαδή, τότε πᾶσα μορφὴ ἀναθεωρήσεως εἶναι περιττὴ ἢ μᾶλλον βλάπτει. Ὑπάρχουν Λαοί, τῶν ὁποίων τὰ Συντάγματα εἶναι ἄρτια, πλήρη καὶ συγχρονισμένα καί, ἐν τούτοις, ἡ στάθμη τοῦ πολιτισμοῦ τῶν Λαῶν οἱ ὁποῖοι διακυβερνῶνται βάσει αὐτῶν εἶναι κατωτέρα. Ὁ πολιτισμὸς δὲν εἶναι ζήτημα περιτέχνων φράσεων καὶ ἡ ἐλευθερία στηρίζεται περισσότερον εἰς τὰς συνειδήσεις τῶν ἀνθρώπων καὶ ὀλιγώτερον εἰς τὰ Καταστατικά, ποὺ συνέταξαν οὗτοι.
§98Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ὅταν ὁ Αὐστραλὸς καθηγητὴς σᾶς ἔλεγε αὐτὰ περὶ Συντάγματος καὶ πολιτεύματος, εἶχεν ἀσφαλῶς ὑπ’ ὄψει του τὸ Σύνταγμα, τὸ ἀνύπαρκτον Σύνταγμα, τῆς Ἀγγλίας. Νομίζω ὅτι εἶναι οὐσιῶδες νὰ διευκρινισθῇ ὅτι ἔχομεν δύο μορφὰς Συνταγμάτων, τὸ αὐστηρᾶς καὶ τὸ ἐλαστικῆς μορφῆς. Τὸ ἰδικόν μας εἶναι αὐστηρᾶς μορφῆς, ἀνεπίδεκτον ἐξελίξεως καὶ ἀνεπίδεκτον τροποποιήσεως διὰ νόμου. Τὸ ζήτημα εἶναι ἐνδιαφέρον. Θὰ θέσωμεν σαφεῖς διατάξεις εἰς τὸ Σύνταγμά μας; Εἶναι αὐστηρᾶς μορφῆς ἢ δὲν εἶναι; Ἐὰν εἶναι ἐλαστικόν, πρέπει νὰ μεταβάλωμεν ἄρδην τὸ νομοθετικὸν ὄργανον. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν εἶναι ἐλαστικόν. Ἐκεῖ ἡ Βουλὴ τῶν Κοινοτήτων, ἡ Βουλὴ τῶν Λόρδων καὶ ὁ Βασιλεὺς ἀποτελοῦν τὸ παρλιαμέντο, τὸ ὁποῖον ἔχει ἁρμοδιότητα συντακτικήν, νὰ θεσπίζῃ τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, ἐνῷ ἡμεῖς ἐδῶ δὲν ἔχομεν τοιαύτην ἁρμοδιότητα. Ἐὰν θὰ μεταβάλωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ νομοθετικοῦ μας ὀργάνου, τότε, βεβαίως, θὰ ἀφήσωμεν ἀσυμπλήρωτον τὸ Σύνταγμά μας, νὰ μὴ θεσπίσωμεν διατάξεις σαφεῖς καὶ ρητάς.
§99Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Κύριε Μπακόπουλε, κάμνω μίαν παρέκκλισιν διὰ νὰ σᾶς ἀπαντήσω γενικώτερον. Ἐν πρώτοις, τὸ Σύνταγμα τῆς Ἀγγλίας δὲν εἶναι ἀνύπαρκτον, ἀπεναντίας, ὑπάρχει γεγραμμένον εἰς τὰ αἰωνόβια ἔγγραφα, ἤτοι τῆς Μάγκνα Κάρτα, ποὺ ὑπεγράφη ἀπὸ τὸν βασιλέα Ἰωάννην κατὰ τὸ 1215 καὶ ἀνενεώθη ἀπὸ τὸν Ἐρρῖκον τὸν ἕκτον, τὴν πετίσιον ὀφ Ράϊτς, τὸ Μπὶλλ ὀφ Ράϊτς καὶ τὸ ἄκτ ὀφ Σέντλμεντ. Τ’ ἀνωτέρω ἀποτελοῦν τὴν κυρίαν βάσιν τοῦ ἀγγλικοῦ Συντάγματος καὶ ἐγένοντο ἀπὸ τοῦ ἔτους 1215 μέχρι τοῦ 1711. Ἔκτοτε, ὅμως, πολλοὶ συνταγματικῆς ἰσχύος νόμοι ἐψηφίσθησαν μέχρι τοῦ περιφήμου Παρλιαμὲντ Μπίλλ, τοῦ 1911, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ τῶν Λόρδων ἀπώλεσε τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολύτου ἀρνησικυρίας καὶ ὅλοι μαζὶ ἀποτελοῦν τὸ ἀγγλικὸν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ὁμοῦ μετὰ τῶν Συνταγματικῶν, κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων καὶ τῶν νόμων, ἀποτελοῦν τὸ μεγαλειῶδες ἀγγλικὸν πολίτευμα. Ἐνταῦθα δὲν προτίθεμαι νὰ ἀναπτύξω τὰς ἀρχὰς καὶ τὴν διάρθρωσιν τοῦ ἀγγλικοῦ Συντάγματος, ἠναγκάσθην, ὅμως, ἐκ τῆς διακοπῆς τοῦ ἐντίμου μέλους τῆς Βουλῆς νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ αὐτοῦ. Εἰδικώτερον ὑποστηρίζω ὅτι αἱ ἔννοιαι τοῦ αὐστηροῦ καὶ τοῦ ἐλαστικοῦ Συντάγματος δὲν κρίνονται πλέον ὡς κατὰ τὸ παρελθόν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ Ἄγγλος νομομαθὴς Λόρδος Ντίσεϋ γράφει ὅτι: Ἐλαστικὸν (Flexible) Σύνταγμα, εἶναι ἐκεῖνο «αἱ διατάξεις τοῦ ὁποίου δύνανται νὰ μεταβληθῶσιν ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ νομοθετικοῦ Σώματος καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον». Γενικῶς, τὸ λεγόμενον «ἄγραφον» Σύνταγμα τῆς Ἀγγλίας εἶναι ἐλαστικόν, πᾶν δὲ γραπτὸν Σύνταγμα εἶναι κατ’ ἀρχὴν αὐστηρόν. Παλαιὰ θεωρία μὴ ἔχουσα πλήρη δικαίωσιν καὶ ἐφαρμογὴν σήμερον, ὅτε οὐχὶ μόνον ἐκ τοῦ τρόπου καὶ τῆς δυνατότητος τῆς ἀναθεωρήσεως κρίνεται ἡ αὐστηρότης τῶν Συνταγμάτων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς δυνατότητος τῆς προσαρμογῆς των πρὸς νεωτέρας ἀρχὰς ἡ ἀνάγκη τῆς ἀποδοχῆς τῶν ὁποίων ὑπὸ τῆς Νομοθεσίας κρίνεται ἀναγκαία. Τὸ Σύνταγμά μας, λοιπόν, παρὰ τὸ τύποις αὐστηρὸν αὐτοῦ, δύναται νὰ καταταγῇ μεταξὺ τῶν ἐλαστικῶν Συνταγμάτων, ἀφοῦ οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἐκ τοῦ γράμματος καὶ τοῦ πνεύματος αὐτοῦ παρεκωλύθη ἡ ἐφαρμογὴ νέων ἀρχῶν (συμφώνων, ἐννοεῖται, πρὸς τὰς παραδόσεις τῆς φυλῆς καὶ τὴν θέλησιν τοῦ Λαοῦ μας) αἱ ὁποῖαι ἀπῃτοῦντο διὰ τὴν οἰκονομικήν, κοινωνικὴν καὶ πολιτικὴν συγκρότησιν τοῦ Λαοῦ καὶ τὴν ἐμφάνισιν τῆς Πολιτείας μας ὡς συγχρόνου τοιαύτης, ἀκολουθούσης τὰ πορίσματα τῆς ἐπιστήμης κατὰ τὴν καθόλου δρᾶσιν τῶν ὀργάνων της. Ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματός μας σήμερον δὲν ἀκολουθεῖ τὴν κανονικὴν ὁδὸν τῆς ἀναθεωρήσεως κατὰ τὸ ἄρθρον 108, ἀλλὰ γίνεται βάσει τοῦ Διατάγματος τῆς 19ης Ἰανουαρίου 1946 καὶ ἀποτελεῖ οὐχὶ κύριον, ἀλλὰ πρόσθετον ἔργον τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ ἐν τῷ Διατάγματι διαλαμβάνεται ὅτι ἡ Βουλὴ «θέλει ἔχει καὶ τὴν ἐξουσίαν τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, πλὴν τῶν καθοριζουσῶν τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος». Ἐκ τῆς φραστικῆς διατυπώσεως αὐτοῦ, προκύπτουν δύο τινα. Πρῶτον, ὅτι ἀποτελεῖ εὐχέρειαν διὰ τὴν Βουλὴν καὶ οὐχὶ ὑποχρέωσιν, ἡ ἀναθεώρησις, καὶ δεύτερον ὅτι καθορίζεται ἡ μορφὴ τῆς ἀναθεωρήσεως, εἰς ὃ θέμα δὲν ἐπεκτείνομαι, ὡς ἄσχετον μὲ τὴν παροῦσαν συζήτησιν. Οὐδαμόθεν προκύπτει ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, ὡς ἀνεθεωρήθη κατὰ τὸ 1911 καὶ ὡς διὰ τῆς προσθήκης τῶν γνωστῶν Ψηφισμάτων ἰσχύει σήμερον, τελεῖ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς προσωρινότητος. Εἶναι τὸ νόμιμον Σύνταγμα τῆς χώρας. Ἄνευ σημασίας εἶναι ἡ διάταξις τῆς παραγράφου 4 τοῦ Ψηφίσματος τῆς 10ης Ὀκτωβρίου 1935, καθ’ ἣν «ἐπαναφέρεται ἐν ἰσχύϊ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νέου Συντάγματος». Ἄρα, τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 εἶναι Σύνταγμα τελοῦν ἐν πλήρει ἰσχύϊ, τὸ ὁποῖον διέπει παγίως τὰς τύχας τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ ἀπουσία τοῦ ὁποίου ἀπὸ τὴν Βουλὴν (ἀτενίσατε, κύριοι, τὰ κενὰ θεωρεῖα) καταδεικνύει τὴν ἔλλειψιν ἐνδιαφέροντος διὰ μίαν ἀναθεώρησιν. Θὰ ἦτο ὀρθότερον ἂν προηρχόμεθα εἰς μίαν ἄλλου τύπου ἀναθεώρησιν κατὰ τὴν μορφὴν τὴν ὁποίαν ἔδωκαν εἰς τὰς μερικὰς συμπληρώσεις τοῦ Συντάγματός των οἱ Ἀμερικανοί, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα ἀνωτέρω. Ἂς ἀφήσωμεν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ὡς ἔχει. Κάτωθι, ὅμως, αὐτοῦ, ἂν ἐκ τῶν συζητήσεων κριθῇ ἀναγκαῖον καὶ σκόπιμον, ἂς προσθέσωμεν ὡρισμένα (ἐλάχιστα) ἄρθρα δι’ ὧν θὰ παρεισάγωνται ὡρισμέναι διατάξεις ποὺ θὰ συμπληροῦν, ἐναρμονίζουν καὶ δίδουν μίαν πληρότητα εἰς τὸ Σύνταγμά μας. Θὰ παύσουν, οὕτω, αἱ ἀτελεύτητοι συζητήσεις, θὰ ἀποφευχθῇ ὁ κίνδυνος τῆς παρεισφρύσεως ἀρχῶν πού, πιθανόν, νὰ βλάψουν καὶ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν σκοπόν μας ἀσφαλῶς. Ἄλλως δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω ὅτι διὰ τῶν ἀκολουθουμένων μεθόδων συζητήσεως θὰ ψηφίσωμεν Σύνταγμα. Οὕτω, θὰ παραμείνῃ ἡ ἐντύπωσις ὅτι ἄλλοι ἐξ ἡμῶν εὐνοοῦμεν τὴν ψήφισιν, ἄλλοι δὲ ὅτι ἀντιτιθέμεθα, χωρὶς νὰ συμβαίνῃ τοιοῦτόν τι. Ὁ ἄκρατος βερμπαλισμός μας, ἡ ἐκ περιτροπῆς ἄνοδος εἰς τὸ βῆμα ὅλων μας, ἡ ἐπανάληψις τῶν αὐτῶν πραγμάτων καὶ τῶν αὐτῶν θεωριῶν εἰς ἡμέρας ὀδύνης καὶ ἀγώνων διὰ τὴν ζωὴν τῆς χώρας, ἀπογοητεύει τὸν λαὸν εἰς τὸν ὁποῖον οἱ λόγοι ἔπαυσαν νὰ ἔχουν σημασίαν καὶ τὸν ἐμπνέουν μόνον τὰ ἔργα. Ὑπῆρξε εἰς τὸ παρελθὸν μία ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Στρατὸς ἐμάχετο καὶ ἡ Βουλὴ συνεζήτει καὶ ἡ ἐπελθοῦσα ἐθνικὴ ἀτυχία ἔδωκε τέρμα εἰς τὰς συζητήσεις. Τώρα μάχεται ὄχι μόνον ὁ Στρατός, ἀλλ’ ὁ λαὸς ὡς σύνολον, πρέπει νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος συντόμου ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος περιοριζομένων τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων εἰς τὸ ἐλάχιστον. Ἐάν, κύριοι βουλευταί, ἐξακολουθήσωμεν τὴν τακτικὴν τῶν συνεχῶν μακρῶν, ἀλλ’ ἀκαίρων, δυστυχῶς, συζητήσεων, ὑπάρχει φόβος νὰ μὴ καταλήξωμεν οὐδαμοῦ. Ὅταν φθάσῃ ἡ συζήτησις τῶν ἄρθρων περὶ ἰδιοκτησίας, θρησκείας, γλώσσης κ.λ.π., θὰ ἐπιταθῇ τὸ κακόν. Ἴσως ἔλθῃ ὥρα κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀπαυδήσωμεν..., ὅτε μόνον θὰ πεισθῶμεν ὅτι «οὐκ ἦν ἄλλως γενέσθαι» καὶ τότε μίαν νύκτα θὰ συνέλθωμεν ἐδῶ ὅλοι μας καὶ εἰδικῶς οἱ γνώριμοι συζητηταὶ καὶ τὰ φιλόπονα καὶ ἄξια ἐπαίνων διὰ τὴν ἐργασίαν των μέλη τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐκ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων καὶ ἐκ τῆς ὀρθῆς περὶ τοῦ Συντάγματός μας ἀντιλήψεως ἀγόμενοι, θὰ ψηφίσωμεν καὶ πάλιν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, μὲ τὸ ὁποῖον ἐζήσαμεν ἄλλοτε ἡμέρας εὐτυχίας καὶ ἄλλοτε δυστυχίας, χωρίς, ὅμως, ποτὲ νὰ δυνάμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν ὅτι αἰτία τῶν τελευταίων ἦτο τὸ Σύνταγμα. (Χειροκροτήματα).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Λαγᾶκος ἔχει τὸν λόγον.
§101Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εἴμεθα ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἠλπίζομεν καὶ ηὐχόμεθα, ἔπειτα ἀπὸ τὴν σκληρὰν δοκιμασίαν, τὴν ὁποίαν διῆλθε τὸ Ἔθνος μας, νὰ ἴδωμεν ψηφιζόμενον ἕνα Συνταγματικὸν Χάρτην, ὁ ὁποῖος θὰ περιεῖχε, καθ’ ἡμᾶς τοὐλάχιστον, βαθείας καὶ μεγάλας πολιτικὰς καὶ κοινωνικὰς μεταρρυθμίσεις. Διότι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτόν, ἔπειτα ἀπὸ τὴν κτηθεῖσαν πικρὰν πεῖραν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ διαρρυθμισθῇ κατὰ τρόπον πληρέστερον ἡ ἐνίσχυσις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν τῷ Κράτει, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ τύχουν ἰδιαιτέρας ρυθμίσεως αἱ σχέσεις Κράτους καὶ ὠργανωμένων κοινωνικῶν καὶ οἰκονομικῶν ὁμάδων καὶ νὰ καθιερωθῇ ἡ ἐπιβολὴ τῆς ἐννοίας τῆς Πολιτείας ἐπὶ τῆς οἰκονομίας, ἥτις πρέπει ἐφ’ ἑξῆς νὰ ὑπηρετῇ ὑπερατομικούς, κοινωνικοὺς καὶ ἐθνικοὺς σκοπούς. Ἔπρεπε νὰ γίνουν ὅλα αὐτά. Ἀτυχῶς, δὲν ἐγένοντο μέχρι σήμερον. Καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἐγένοντο, εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ διλήμματος περὶ τοῦ τὶ δέον γενέσθαι. Πρέπει ἡ τραυματισμένη ἔννοια τῆς Πολιτείας νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑπάρχουσα ἐλεεινὴ καὶ καθημαγμένη, ὅπως εἶναι σήμερον, ἄνευ δυνατότητος τερματισμοῦ τῆς ἐκκρεμότητος; Ἢ πρέπει, ἐπὶ τέλους, νὰ ἀποκτήσωμεν τὴν λεγομένην ἀσφάλειαν δικαίου, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ βάθρον κάθε πολιτείας; Καθ’ ἡμᾶς εἶναι προτιμότερον νὰ ἀποκτήσωμεν ἓν Σύνταγμα ὁμοιόμορφον, ἔστω συντηρητικώτερον, ἔστω ὄχι τόσον εὐρειῶν βλέψεων, τὸ ὁποῖον νὰ δίδῃ εὐχέρειαν κινήσεων εἰς τὰς ἐξουσίας τῆς Πολιτείας διὰ τῆς κατοχυρώσεως τοῦ Κράτους Δικαίου, διὰ τῆς ἀνορθώσεως τῆς καταπεπτωκυίας ἐννοίας τῆς Πολιτείας. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ἰσχύει καὶ ἰσχύει κατὰ τρόπον σχετικῶς ἱκανοποιητικὸν καὶ διότι, ἐπὶ πλέον, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι τόσον τὰ γραπτὰ κείμενα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὴν οὐσίαν τοῦ πολιτεύματος, τὸ πνεῦμα τῆς Πολιτείας καὶ τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ εἶναι αὐτὴ αὕτη ἡ πολιτικὴ Πρᾶξις, τὴν ὁποίαν εἰς τὴν Πολιτείαν, εἰς τὴν ζωήν, εἰς τὴν κίνησιν τῶν θεσμῶν προσδίδει μία ὁμὰς ἀνθρώπων, ἡ ὁποία λέγεται πολιτικὸς κόσμος. Διότι, οἱαδήποτε Συντάγματα καὶ ἂν δημιουργήσωμεν, δὲν πρόκειται νὰ τελεσφορήσουν ἐὰν ὄπισθεν τῶν γραπτῶν κειμένων δὲν ὑπάρχει ἡ ἔννοια τῆς εὐθύνης τῶν «γενικῶν» ἐκείνων, ὅπως ἔλεγε ὁ Σαὶν Σιμόν, καὶ ἀνωτέρων ἀνθρώπων, ποὺ συνιστοῦν τὴν λεγομένην πολιτικὴν ἡγεσίαν. Ἐγεννήθη ζήτημα διαδικασίας καί, πράγματι, ὑπῆρξε γόνιμος ἡ συζήτησις, διότι διηυκρινίσθη ὅτι εἰς τὴν οὐσίαν δὲν ὑπάρχει διαφορὰ ἀπόψεων. Θὰ ἔπρεπε ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος νὰ εἶχε ἀρχίσει πρὸ διετίας. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἐγένετο, ὅμως, καὶ εὑρισκόμεθα πρὸ ἑνὸς κειμένου, τὸ ὁποῖον διευκολύνει τὴν συζήτησιν, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ κατατριβώμεθα εἰς ζητήματα διαδικασίας. Νομίζω ὅτι ἡ καλὴ θέλησις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ πρυτανεύσῃ, ὁπότε δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν βάσει τοῦ σχεδίου Ψηφίσματος καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν δηλῶ ὅτι, καίτοι θὰ ἐπεθύμουν ριζικὰς μεταρρυθμίσεις εἰς τὸ Σύνταγμα, θὰ ψηφίσω, ἐν τούτοις, τὸ σχέδιον Ψηφίσματος ὡς ἔχει, κάμνω δὲ ἔκκλησιν εἰς τοὺς κ. κ. συναδέλφους νὰ προχωρήσωμεν συντόμως καὶ νὰ μὴ γίνωνται συζητήσεις βυζαντινολογικοῦ χαρακτῆρος. Δὲν πρέπει νὰ φανῶμεν κατώτεροι τῆς ἀποστολῆς μας, ἔστω καὶ τὴν τελευταίαν στιγμήν. (Χειροκροτήματα).
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§103Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἔκδηλος ἡ ἐπιθυμία τῆς Βουλῆς ὅπως τεθῇ τέρμα εἰς τὸ χρονίσαν αὐτὸ ζήτημα τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Δὲν δικαιολογεῖται ἡ τριετὴς ἤδη ἐκκρεμότης τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Θὰ εἶναι ἀδικαιολόγητος ἡ παροῦσα Συνέλευσις ἐὰν δὲν ἐκπληρώσῃ τὸν κύριον σκοπόν της, διὰ τὸν ὁποῖον καὶ ἐξελέγη ὑπὸ τοῦ λαοῦ. Εἶναι ὑπόθεσις, ἡ ὁποία ἐνδιαφέρει, καὶ πρέπει νὰ ἐνδιαφέρῃ τὴν Βουλήν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν κοινὴν γνώμην, ἀπέκαμε πλέον νὰ ἐνδιαφέρεται. Διὰ τὸν λόγον αὐτόν, εἶμαι ὑπὲρ τοῦ κρινομένου Ψηφίσματος, διότι τὰ μέγιστα θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ταχεῖαν ἀναθεώρησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἐρωτᾶται τις διατί ἐπὶ μίαν τριετίαν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀπαρχὴν τῆς ἀναθεωρήσεως; Φοβοῦμαι πολὺ ὅτι τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν πιστεύει εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναθεωρήσεως. Συνεστήθη μία ἐπιτροπὴ διὰ τοῦ Ψηφίσματος Βʹ τοῦ 1946, ἥτις συνέταξε τὸ γνωστὸν σχέδιον, τὸ ὁποῖον καὶ ἐτέθη ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ ἡ Βουλὴ δὲν ἠθέλησε νὰ συζητήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ ὡς εἶχε, καὶ ἀνέθεσεν εἰς τετραμελῆ ἐπιτροπὴν ὅπως ὑποδείξῃ τὰ ἀναθεωρητέα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐνέργεια αὐτὴ ἀπέβη ἄνευ ἀποτελέσματος. Τώρα προσάγεται τὸ συζητούμενον Ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου ὑποδεικνύεται ἕνας τρόπος τερματισμοῦ τοῦ χρονίζοντος αὐτοῦ ζητήματος. Νομίζω ὅτι τὰ μέγιστα θὰ συντελέσῃ πρὸς τοῦτο, ἐὰν εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ Ψηφίσματος, ἐν τῷ ὁποίῳ θὰ ἀναγράφωνται αἱ μὴ χρῄζουσαι ἀναθεωρήσεως διατάξεις τοῦ Συντάγματος, προσθέσωμεν καὶ ἄλλα πολλὰ ἄρθρα αὐτοῦ καὶ ἀφήσωμεν μόνον πρὸς ἀναθεώρησιν ἄρθρα ἀφορῶντα τὴν οἰκονομικὴν προσαρμογὴν πρὸς τὰς μεταπολεμικὰς συνθήκας. Τὰ Συντάγματα εἶναι προωρισμένα νὰ προστατεύουν ὑφιστάμενα δικαιώματα τῶν πολιτῶν, ἅτινα ἀνακύπτουν ἑκάστοτε ἀπὸ ἰδίας ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι ὡριμάζουν καὶ ἐπικρατοῦν. Ἐὰν τὸ ἰσχῦον Σύνταγμά μας ἐπρόκειτο, πράγματι, ν’ ἀναθεωρηθῇ, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐναρμονισθῇ πρὸς τὰς σημερινὰς οἰκονομικοκοινωνικὰς καὶ πολιτικὰς συνθήκας. Τοιοῦτόν τι δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ. Καί, δεδομένου ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἐπιφέρωμεν ριζικὰς μεταβολάς, σκόπιμον θὰ ἦτο νὰ περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὸ ἄρθρον 17 καὶ νὰ τροποποιήσωμεν αὐτὸ κατὰ τρόπον δυνάμενον νὰ φέρῃ τὴν Πολιτείαν πλησιέστερον πρὸς τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον συνυπάρχομεν ἐν τῇ αὐτῇ κοινωνίᾳ καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ βελτίωσις τῶν ὅρων τῆς ζωῆς ὅλων τῶν ἀποτελούντων αὐτήν. Καὶ προτείνω, διὰ τὸν ταχὺν τερματισμὸν τῆς ἀδικαιολογήτου ἐκκρεμότητος τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ὅπως μὴ ἐπεκταθῶμεν ἐπὶ πολλῶν διατάξεων αὐτοῦ εἰμὴ μόνον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17 περὶ ἰδιοκτησίας, ἀποδεχόμενοι τὸ Ψήφισμα σὺν τῇ προσθήκῃ, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινα.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀβραὰμ ἔχει τὸν λόγον. (Διαγράφεται). Ὁ κ. Οἰκονομίδης. (Διαγράφεται). Ὁ κ. Τούντας. (Διαγράφεται). Ὁ κ. Θεοφανόπουλος. (Διαγράφεται). Ὁ κ. Κουλουμβάκης. (Διαγράφεται). Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§105Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω. Τὸ θέμα τὸ προσδιώρισε σαφέστατα ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος προηγουμένως, ἀναλύσας τὰς πολιτικὰς θεωρίας, διατὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν Σύνταγμα καὶ τὶ πρέπει νὰ προσδιορίζῃ αὐτό. Τὸ θέμα αὐτὸ ἦτο κατ’ ἀρχὴν τὸ βασικὸν θέμα, τὸ ὁποῖον ἡ συγκροτηθεῖσα Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος δυστυχῶς δὲν τὸ ἐπετέλεσε, παριδοῦσα σχετικὰς προτάσεις μου. Εἶπον εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅταν ἄλλοτε ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοιούτου θέματος, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλή, διὰ Ψηφίσματος, καθώρισε τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος, παραπέμψασα τὴν λύσιν αὐτοῦ εἰς τὸν λαὸν διὰ Δημοψηφίσματος, προσδιώρισε τὰς γενικὰς βασικὰς ἀρχὰς τοῦ πολιτικοῦ βίου τῆς Ἑλλάδος μὲ βάσιν τὸν θεσμὸν τῆς Βασιλευομένης Δημοκρατίας. Ἡ Βουλὴ αὐτή, διὰ τοῦ Ψηφίσματος Βʹ, δὲν ἔδωσεν ἐντολὴν εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν νὰ καταρτίσῃ σχέδιον Συντάγματος, ἡ Βουλή, κ. συνάδελφοι, διὰ τοῦ Ψηφίσματος διὰ τοῦ ὁποίου συνεκρότησε τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, δὲν τῆς εἶπε νὰ κάνῃ σχέδιον Συντάγματος, ὅπως προηγουμένως ἀνέφερε ὁ κ. συνάδελφος. Τὸ Βʹ Ψήφισμα ἀναφέρει, εἰς τὸ ἄρθρον 1, ὅτι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἀνατίθεται ἡ προπαρασκευὴ τῶν ἐπενεκτέων εἰς τὸ Σύνταγμα μεταρρυθμίσεων, δηλαδὴ ὄχι μόνον δὲν τῆς ἔδωσε ἐντολὴν νὰ συντάξῃ σχέδιον Ψηφίσματος, ἀλλὰ προσδιώρισε τὸ ἔργον της, ὡς ἔργον ἀναζητήσεως τῶν μεταρρυθμιστέων διατάξεων. Ἐὰν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ἐπρότεινε ἡ Ἐπιτροπὴ τὰς μεταρρυθμίσεις, αἱ ὁποῖαι, κατὰ τὴν κρίσιν της, ἔπρεπε νὰ ἐπεκταθοῦν, ἐάν, σύμφωνα μὲ τὴν διάταξιν αὐτὴν τοῦ Βʹ Ψηφίσματος, ἡ συσταθεῖσα Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος προέβαινεν εἰς τὴν ἐργασίαν αὐτήν, νὰ ἀναζητήσῃ ποῖαι διατάξεις πρέπει νὰ μεταρρυθμισθοῦν ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ ποῖαι ὄχι, καὶ περὶ τούτου ὑπέβαλε ἔκθεσιν εἰς τὴν Βουλήν, ἡ Βουλὴ θὰ ἀπεφάσιζε ἐπ’ αὐτοῦ καὶ τὸ ἔργον μας θὰ εἶχε τελειώσει. Δυστυχῶς, τοῦτο δὲν ἔγινε καὶ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀρχήν. Ἤδη, μετὰ μίαν τριετίαν, μὲ ὅλας τὰς ἐργασίας, τὰς ἀξιολόγους, τὰς ὁποίας ἔκανε ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, εὑρισκόμεθα πάλιν εἰς τὴν ἀρχὴν νὰ συζητήσωμεν ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶχε δώσει ἐντολὴν ἡ Βουλή μας εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν νὰ τὸ κάμῃ. Καὶ ἐρχόμεθα ἡμεῖς νὰ ἐπιτελέσωμεν σήμερον τὸ ἔργον αὐτό. Λέγω δὲ ὅτι τοῦτο ἔπρεπε νὰ γίνῃ, διότι τοῦτο δὲν ὡρίζετο μόνον ἀπὸ τὴν διάταξιν τοῦ Βʹ Ψηφίσματος, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ ἰσχύον Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον, εἰς τὸ ἄρθρον 117, προσδιορίζει τὴν διαδικασίαν, μὲ τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἀναθεωρηθῇ τὸ Σύνταγμα, ὁρίζον ρητῶς διὰ σαφοῦς διατάξεως, ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν ἀναθεωρήσεως, ὅπως ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἡ Βουλὴ προσδιορίζει τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Καὶ τοῦτο ἐτέθη, ὄχι εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, ἀλλὰ κατόπιν συζητήσεων καὶ βασάνων μακρῶν ἀξιολόγων ἀνθρώπων καὶ μὲ πολιτικὴν καὶ κοινοβουλευτικὴν πεῖραν μακράν, οἱ ὁποῖοι εἶχον πέσει εἰς τὸν λαβύρινθον αὐτόν, εἰς τὸν ὁποῖον ἐπέσαμεν ἡμεῖς, μὴ ἀκολουθοῦντες ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ πεῖρα τοὺς εἶχε διδάξει. Εἶχον δὲ οἱ νομοθέται ἐκεῖνοι ὄχι τὴν πεῖραν τὴν ἰδικήν των μόνον, ἀλλὰ τὴν πεῖραν καὶ ἄλλων Βουλῶν. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ Ψήφισμα, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται σήμερον κατ’ ἀρχήν, περιέχει ἓν τμῆμα, εἰς τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὅτι θὰ μείνουν ὡς ἔχουν αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Τὸ ἄλλο τμῆμα ἐπικυροῖ καὶ ἀφήνει ὡς ἔχουν τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, αἱ ὁποῖαι υἱοθετήθησαν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 καὶ ἐν τέλει εἰσάγει καὶ νέας διατάξεις, τὰς ὁποίας ἔχει ὑποδείξει ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή. Καὶ τὸ πρῶτον τμῆμα καὶ τὸ ἄλλο τμῆμα καὶ τὸ τρίτον τμῆμα τοῦ Ψηφίσματος, ἀναφέρονται εἰς θεσμούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὁλοκληρωτικῶς ρυθμισθῆ εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ ὁποῖοι τροποποιοῦνται κατὰ μέρος. Ἀναφέρονται εἰς τοὺς θεσμοὺς τῆς Βουλῆς, τῶν βουλευτῶν, τοῦ Βασιλέως. Ἀλλά, διὰ νὰ νομοθετήσωμεν καὶ νὰ ἀποφασίσωμεν τὴν παραδοχὴν τῶν θεσμῶν αὐτῶν, ὅπως τοὺς προϋποθέτει τὸ Σύνταγμα, πρέπει προηγουμένως νὰ ἔχῃ ληφθῆ ἀπόφασις ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ἐὰν θὰ δεχθῇ ἢ ὄχι τὴν εἰσαγωγὴν καὶ ἄλλων θεσμῶν, διότι, ἐὰν τυχὸν ἡ Βουλὴ ἤθελε δεχθῇ τὴν εἰσαγωγὴν καὶ ἄλλων θεσμῶν, ἀνατρέπονται αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι τυχὸν θὰ ἐπιψηφισθοῦν, ἢ πάλιν, ἐὰν ψηφισθοῦν ὡς ἔχουν αἱ διατάξεις, ἡ Βουλὴ θὰ εὑρεθῇ εἰς δύσκολον θέσιν νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τὴν εἰσαγωγὴν νέων θεσμῶν. Καὶ ὡς πρόχειρον παράδειγμα φέρω ἕνα μεγάλο πρόβλημα, τὸ ὁποῖον ἀντιμετωπίσθη ἀπ’ ὅλας τὰς Βουλάς, αἱ ὁποῖαι μεταπολεμικῶς ἠσχολήθησαν μὲ τὴν σύνταξιν Συντάγματος: Τὸ πρόβλημα τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος. Αἱ νεώτεραι κοινωνίαι, αἱ ὁποῖαι ἐξῆλθον ἔπειτα ἀπὸ ἕνα παγκόσμιον πόλεμον, ἀντιμετωπίζουν δρᾶσιν ὁμαδικῶν συμφερόντων. Διὰ τῶν ὁμαδικῶν ἐκδηλώσεων, γίνεται προσπάθεια νὰ ἐκβιάσουν λύσεις προβλημάτων, διὰ τὴν λύσιν τῶν ὁποίων ἁρμόδια εἶναι καὶ ἦσαν παλαιότερον τὰ κοινοβουλευτικὰ Σώματα. Τοῦτο γίνεται δι’ ὁμαδικῶν ἐκδηλώσεων δυνάμεως καὶ μὲ τὴν δύναμιν δὲ αὐτὴν τῶν πεζοδρομιακῶν ἐκδηλώσεων, κατώρθωνον νὰ ἐπιβάλλουν τὰς ἀπόψεις των εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι φορεῖς τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Τὸ πρῶτον πρόβλημα τῆς ὁμαδικῆς ἐκδηλώσεως καὶ τῆς συνενώσεως τῆς δυνάμεως πρὸς ἐπιβολὴν πολιτικῆς ἰσχύος εἰς τὰ Κοινοβούλια, εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα, τὰ ὁποῖα ἐνεφανίσθησαν μεταπολεμικῶς καὶ τὰ ἐδημιούργησε αὐτὰ μία θεωρία, ἡ ὁποία στηρίζεται εἰς τὸν ὁμαδικὸν βίον τῶν ἀνθρώπων καὶ ὄχι εἰς τὸν ἀτομικόν των βίον. Διότι ὁ βασικὸς διαχωρισμὸς τῆς θεωρίας τοῦ κομμουνισμοῦ, εἶναι ὁ ὁμαδικὸς βίος, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν βίον τὸν ἀτομικόν, τῶν σημερινῶν κοινωνιῶν, εἰς τὰς ὁποίας ζῶμεν. Λέγω, λοιπόν, ὅτι διὰ τὸ πρόβλημα αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀλλοῦ τὰ ἀντιμετώπισαν, εἰς τὴν Γαλλίαν π.χ., διὰ τῆς δημιουργίας τοῦ Οἰκονομικοῦ Συμβουλίου, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκπροσωποῦνται καὶ αἱ τάξεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἔχουν γνώμην, ὥστε νὰ μὴ μεταφέρεται ἡ ὀχλαγωγία τῶν δρόμων εἰς τὸ νομοθετικὸν Σῶμα, ὑπῆρξε μία λύσις. Δὲν λέγω ὅτι εἶναι ἡ ὀρθή. Ἀλλοῦ, πάλιν, ὑπῆρξεν ἡ λύσις τῆς Γερουσίας, τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος. Αὐτὸ τοῦτο τὸ πρόβλημα δὲν ἀντιμετωπίζεται ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ θὰ νομοθετήσωμεν διὰ τὴν Βουλήν, χωρὶς νὰ ἀντιμετωπίσωμεν ὅμοιον πρόβλημα μὲ αὐτό. Δι’ αὐτό, κύριοι συνάδελφοι, τὰς διατάξεις τὰς ἐπὶ μέρους, τὰς ὁποίας θέτει ἐνώπιον ἡμῶν τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα, τὰς εὑρίσκω ὡς μὴ συμφώνους πρὸς ἀλλήλας πρὸς τὸ γενικὸν πνεῦμα καὶ δυναμένας τελεσφόρως νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸ ζήτημα τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Συνεπῶς, ἐὰν ψηφίσωμεν ὅπως εἶναι διατυπωμένα τὰ ἄρθρα εἰς τὸ σχέδιον τοῦ Ψηφίσματος, ψηφίζομεν ἐπὶ μέρει καὶ κατὰ τμήματα καὶ δὲν ψηφίζομεν οὔτε περὶ ἀρχῶν, οὔτε ἐνοποιημένον σύστημα. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον φρονῶ ὅτι, τὸ ὑπὸ κρίσιν Ψήφισμα δὲν λύει τὸ ζήτημα καὶ τάσσομαι ὑπὲρ τῆς γνώμης τῆς ἀπορρίψεώς του. Προτείνω ὅπως, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων νὰ καταρτίσουν ἕνα Ψήφισμα, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ συζητήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ λάβῃ ἀποφάσεις, ὥστε νὰ τελειώσῃ τὸ ἀναθεωρητικόν της ἔργον. (Χειροκροτήματα).
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου Ψηφίσματος «περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος» κηρύσσεται περαιωμένη. Ἡ λῆψις ἀποφάσεως ἀναβάλλεται δι’ αὔριον καὶ προτείνω ὅπως λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν.
§107ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ. ἀκριβῶς, μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως ψηφοφορίαν διὰ τὴν λῆψιν ἀποφάσεως ἐπὶ τοῦ σχεδίου Ψηφίσματος «περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος». (Ὥρα 10.35′ μ.μ.)