1949.05.19
1,500 rows · 11,031 words · 99 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 44η
Πέμπτη 19 Μαΐου 1949
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 7 μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Ταλιαδοῦρος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως εἰς τὴν σελίδα 5 διορθοῦνται ὡς ἑξῆς: Εἰς τὸν στίχον 23 ἀντὶ τῶν λέξεων «διατυποῦται ὡς ἑξῆς» τίθενται αἱ λέξεις «εἶναι ὡς ἔχει εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911», εἰς τὸν στίχον 31 ἀντὶ τῆς λέξεως «διετυπώθη» τίθενται αἱ λέξεις «εἶχεν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911» καὶ εἰς τοὺς στίχους 34 καὶ 35 ἀντὶ τῶν λέξεων «ἀπεδέχθη τὸ ἄρθρον 10 ὡς τελικῶς διετυπώθη» τίθενται αἱ λέξεις «μὴ ἀναθεωροῦσα τὸ ἄρθρον 10, ἀποδέχεται τοῦτο ὡς περιείχετο εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911». Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, ὡς διωρθώθησαν.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Συνέχισις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως ψηφίσματος ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Ε. Κουλουμβάκης ἔχει τὸ λόγον.
§4Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐρωτῶ καὶ Ὑμᾶς καὶ τοὺς κ.κ. συναδέλφους, ἐὰν νομίζετε ὅτι εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ, διὰ νὰ λάβω τὸν λόγον.
§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἴμεθα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουν εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς συνάδελφοι, καὶ συνεπῶς εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ λάβετε τὸν λόγον.
§7Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς λέγει, ὅτι οἱ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης καὶ οἱ εἰς τὰ καφενεῖα εὑρισκόμενοι, δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν.
§8ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι παροῦσα.
§9Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις δὲν μὲ ἐνδιαφέρει, διότι τὸ Σύνταγμα δὲν εἶναι θέμα ἐμπιστοσύνης καὶ οὐδεὶς ὁμιλεῖ ἐν ὀνόματι τοῦ Κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει, προκειμένου περὶ Συντάγματος, εἶναι ἐκτὸς τοῦ Πολιτεύματος, εἶναι ἀσεβὲς πρὸς τὸ πολίτευμα. Καὶ, ὁ ἀξιῶν νὰ ὁμιλῇ περὶ Συντάγματος, κατ’ ἐντολὴν τοῦ Ἀρχηγοῦ του, ἔστω, εἶναι ἐκτὸς τοῦ Πολιτεύματος ἐπίσης. Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω, ἀλλὰ πρέπει νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐρωτᾶτε τὴν Βουλὴν ἐὰν ἔχῃ τὴν γνώμην ὅτι ὑπάρχει ἀπαρτία;
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠρώτησα τὴν Βουλήν, καὶ εἶπον οἱ κ.κ. βουλευταί ὅτι ἔχουν τὴν γνώμην ὅτι ὑπάρχει.
§11Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν, τοὐλάχιστον, νὰ εἶναι παρὼν ὁ εἰσηγητής, ἢ μᾶλλον ὁ πρῶτος εἰσηγητής.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ κ. Ἀλιβιζᾶτος.
§13Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ἀλιβιζᾶτος εἶναι παρών, καὶ παραξενεύομαι δι’ αὐτὸν πάρα πολύ, διότι τὸν κ. Ἀλιβιζᾶτον, κύριοι συνάδελφοι, τὸν ἐθαύμασα εἰς τὴν πρώτην του ἀγόρευσιν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, καὶ ὡς νέον ἄξιον, ἀλλὰ καὶ ὡς υἱὸν φίλου μου τὸν συνεχάρην θερμότατα καὶ ᾐσθάνθην μίαν εὐχαρίστησιν, διότι συνήντων ἕνα νέον δικηγόρον, τοιαύτης εὐγλωττίας, ἀλλὰ δὲν ἐφανταζόμην, ὅτι θὰ ἀναγκασθῶ νὰ τὸν συναντήσω ὡς εἰσηγητὴν τοιούτου ψηφίσματος!
§14Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Θὰ ἴδετε, ὅτι ἔχω διαφωνήσει, καὶ ἐὰν διαβάσητε τὰ χθεσινὰ πρακτικὰ θὰ ἴδετε ὅτι ὑπερασπίζομαι ὑπόθεσιν, ἐξ ἴσου προσφιλῆ πρὸς ὑμᾶς.
§15Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀνακουφίζομαι ἀκούων τὴν δήλωσιν ταύτην τοῦ κ. συναδέλφου. Διότι τὸ ψήφισμα εἶναι ἀπολύτως ἀπαράδεκτον, οὐχὶ ἁπλῶς ἀπαράδεκτον, ἀλλ’ ἀπολύτως ἀπαράδεκτον. Πῶς ὅμως, κύριοι βουλευταί, θὰ ἀποδειχθῇ τὸ ἀπολύτως ἢ ἔστω καὶ ἁπλῶς ἀπαράδεκτον; Πῶς ἄλλως, παρὰ κατὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐψηφίζοντο αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις, κατὰ τὸ 1911. Ὅταν, κύριοι συνάδελφοι, τὸ πρῶτον, ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τῆς τότε Βουλῆς, τοῦ 1910, τῆς πρώτης Διπλῆς Βουλῆς, ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ τὸν Ἐλευθέριον Βενιζέλον, καὶ προέβη εἰς τὰς δηλώσεις αὐτάς, ἐνόμισα, ὅτι ἡ ἔννοια τῶν φράσεων τῶν δηλώσεων ἐκείνων ἦτο ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀνεμειγνύετο εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ Συντάγματος. Ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ὑπεστήριξα τότε ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι συζήτησις ἀφορῶσα τὴν Κυβέρνησιν, διότι τὸ Σύνταγμα εἶναι μονομερὴς πρᾶξις τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς ὁποίας πράξεως δὲν συμπράττει ὁ Βασιλεύς. Καὶ ἀφοῦ δὲν συμπράττει ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ συμπράττουν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον οἱ ὑπ’ αὐτοῦ διοριζόμενοι Ὑπουργοί. Εἶναι μονομερὴς, ἐπαναλαμβάνω, πρᾶξις τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἡ διατύπωσις τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ τώρα δὲν σεβόμεθα αὐτοὺς τοὺς κανόνας τοῦ ἀληθῶς Δημοκρατικοῦ, Βασιλευομένου μὲν, ἀλλὰ Δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Διότι ἡ θέλησις τῆς Βουλῆς, ἡ πραγματική, ἡ ἀναντίρρητος, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἰδίως ψηφιζομένων Συνταγματικῶν διατάξεων. Καὶ τοῦτο συμβαίνει ὅταν ἡ ψηφοφορία γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Καὶ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο κατὰ τὸ 1911 εἴχομεν ἀποδεχθῆ νὰ ἐνεργῆται ψηφοφορία ὀνομαστικὴ τῇ αἰτήσει ἑνὸς καὶ μόνον βουλευτοῦ, ἀντιπολιτευομένου ἔστω. Φοβοῦμαι, λοιπόν, ὅτι δὲν θὰ ἔχουν τὴν συνέπειαν, τὴν ὁποίαν πρέπει καὶ αἱ ἀγορεύσεις ἡμῶν ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ αἱ θελήσεις ἡμῶν αἱ πραγματικαί. Διότι αὐτὴ ἡ μέθοδος «οἱ ἀποδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν», «ἡ Βουλὴ παρεδέχθη» ἢ «ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη», εἶναι μέθοδος μιᾶς κοινοβουλευτικῆς εὐκολίας, ἀλλὰ δὲν εἶναι μέθοδος, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει μίαν τρανήν, ἀναμφισβήτητον, ἀπολύτως ἀληθῆ ἐνέργειαν, πρᾶξιν, ἀπόφασιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἑπομένως, καὶ ψηφίσματα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἀποφασίζονται διὰ κλήσεως πρὸς ἔγερσιν ἢ μὴ ἔγερσιν, δὲν εἶναι αἱ πρέπουσαι. Καὶ ἂς ἔλθω τώρα εἰς τὸ περιεχόμενον τοῦ ψηφίσματος. Πρόκειται περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος καὶ ἀντὶ νὰ διατυποῦνται τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀναθεωρηθοῦν, διατυποῦνται αὐτά, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἀναθεωρηθοῦν! Ποῦ τὸ ἀνεκάλυψαν αὐτό; Πότε ἀνεκαλύφθη αὐτὴ ἡ μέθοδος; Ποίου εἴδους πρωτοτυπία εἶναι, τίνος εἶναι ἐφεύρεσις καὶ πρὸς ποῖον λόγον καὶ πρὸς ποίαν σκοπιμότητα; Ἀφοῦ δὲν θὰ ἀναθεωρηθοῦν αὐτὰ τὰ ἄρθρα, διατὶ νὰ ἀπασχολούμεθα περὶ αὐτῶν; Διατὶ νὰ τὰ ὀνομάζωμεν; Ἔχομεν Σύνταγμα ἀναμφιβόλως ἰσχῦον. Νὰ καθορίσωμεν τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀναθεωρηθοῦν. (Θόρυβος). Καλὸν εἶναι μερικοὶ νέοι, καὶ μάλιστα ἀξιόλογοι νέοι, νὰ ἀναμένουν τὴν ἀνάπτυξιν ὅλου τοῦ θέματος. Βέβαια, ἔχω καὶ ἐγὼ ὑπ’ ὄψιν μου ὅτι καὶ εἰς τὰ 1911 δὲν ἀνεθεωρήθησαν μόνον τὰ ἄρθρα, τῶν ὁποίων εἶχε προκαθορισθῆ ἡ ἀναθεώρησις. Ἀνεθεωρήθησαν καὶ ἄλλα καὶ μάλιστα προσετέθησαν καὶ ἄλλα ἄρθρα. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο διωρίσθη Ἐπιτροπὴ καὶ ἠσχολήθη περὶ αὐτῶν. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ διατύπωσις «τὰ α, β, γ, δ, ζ, ἄρθρα δὲν θὰ ἀναθεωρηθοῦν», εἶναι διατύπωσις περίεργος, πρωτοφανής, ἄσκοπος. Καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι Σῶμα πολιτικὸν καὶ ἀσχολεῖται εἰς τὰ ἔργα της μετὰ σκοπιμότητος πρακτικῆς. Διαφωνῶ, λοιπόν, εἰς αὐτὴν τὴν διατύπωσιν καὶ ἐπιμένω ὅτι ἡ συζήτησις ἡ Συνταγματικὴ δὲν εἶναι συζήτησις κομματική. Ἐπιμένω ὅτι δὲν εἶναι πρέπον, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, θέλω νὰ εἴπω, νὰ τίθενται ὡς ζητήματα ἐμπιστοσύνης τὰ ζητήματα τὰ Συνταγματικά. Ἐπιμένω ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, ἐπαναλέγω, νὰ τίθενται ὡς ζητήματα ἐμπιστοσύνης τὰ ζητήματα τὰ Συνταγματικά. Θὰ διαδηλώσω τὴν γνώμην, ἔστω καὶ ἂν διαφωνῶ πρὸς ὁλόκληρον Κόμμα, διὰ τὴν βάπτισιν καὶ ὀνομασίαν τοῦ ὁποίου συγχαίρω τὸν ἀξιότιμον καὶ σεβαστόν μου ἀρχηγόν. Ὑπήρξατε ἀνάδοχος, κ. ἀρχηγέ, ἐβαπτίσατε μίαν κόρην, τὴν ὁποίαν ὠνομάσατε «Ἀξιωματικὴν Ἀντιπολίτευσιν»! Ἐγὼ σᾶς συγχαίρω, ἀλλὰ ψῆφον ὑπὲρ τῆς γνώμης αὐτῆς δὲν δίδω. (Γέλωτες).
§16Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερ.). Δὲν εἶναι ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
§17Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως, δὲν εἶναι ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Διότι θέλω νὰ πιστεύω, κ. ἀρχηγέ, ὅτι δὲν θὰ εἶναι ζήτημα πρακτικῆς ἐφαρμογῆς καὶ πᾶσα τοιαύτη διάδοσις, εἶναι διάδοσις ἀνακριβής, ἡ ὁποία εἶναι ἀναξία τῆς ὑπεροχῆς ἡμῶν, τὴν ὁποίαν ἀνεγνώρισεν ὁ ἑλληνικὸς λαὸς κατὰ τὴν 31ην Μαρτίου 1946. Ἡ τυχὸν σύμπραξις μετὰ τῆς ἀναδεκτῆς σας, δηλαδή, ἀπαγορεύεται. Λοιπόν, ἐλάττωμα τοῦ ψηφίσματος τούτου εἶναι αὐτὴ ἡ παράδοξος διατύπωσις. Ἀλλὰ εἶναι ἄράγε ἡ διατύπωσις αὐτὴ παράδοξος, ἁπλῶς πως; Εἶναι ἄνευ τινὸς πονηρᾶς σκοπιμότητος, εἶναι ἀπηλλαγμένη ἀξιοκατακρίτου σφοδρότατα ἐπιβουλῆς κατὰ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν; Εἶναι ἡ διατύπωσις αὐτὴ ἀπηλλαγμένη ἐπιβουλῆς κατὰ τῆς Ἀναθεωρητικῆς ἡμῶν Βουλῆς; Διότι εἶναι ἀπηγορευμένον εἰς μίαν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν νὰ θίγῃ ζητήματα θεμελιωδῶν διατάξεων. Ἐγὼ δὲ πιστεύω, ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ εἶναι Συνταγματικὴ καὶ ἐπιμένω καὶ λέγω ὅτι καὶ ἐφ’ ὅσον καὶ τοῦτο ἀκόμη εἶναι ἀληθὲς — καὶ εἶναι ἀληθὲς καὶ ἀναμφίβολον — δηλαδὴ καὶ κατὰ στοιχειώδη ἐπιστημονικὴν ἀντίληψιν καὶ ἂν ἀποτελοῦμεν Συντακτικὴν Συνέλευσιν καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀνατρέψωμεν διατάξεις τοῦ Συντάγματος θεμελιώδεις, διατάξεις συμφώνους πρὸς τὸ περὶ δικαίου φρόνημα τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, τὸ φρόνημα κατὰ τὸ ὁποῖον κυβερνῶνται οἱ λαοὶ ὑπὸ τῶν λαῶν διὰ τοὺς λαούς, τὸ φρόνημα ἐκεῖνο, δηλαδή, κατὰ τὸ ὁποῖον κυβερνοῦν τιμιώτατα, δηλαδὴ νομοθετοῦν αἱ ὁλομέλειαι τῶν Ἐθνικῶν Ἀντιπροσωπειῶν καὶ οὐχὶ τμήματα αὐτῶν, οὐχὶ Ἐπιτροπαὶ Ἐξουσιοδοτήσεως, οὐχὶ Κυβερνήσεις ἐκδίδουσαι «ἀναγκαστικοὺς νόμους», ἀλλά, ἐπαναλέγω καὶ τονίζω — ἐπιμόνως καὶ ἀκάμπτως — αἱ ὁλομέλειαι τῶν Ἐθνικῶν Ἀντιπροσωπειῶν. Ἔχει, λοιπόν, αὐτὴ ἡ διατύπωσις μίαν ἐπιβουλὴν κατὰ τοῦ πολιτεύματος ἢ πικρίαν κατὰ τρόπον πρωτότυπον διατυπουμένην; (Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ὁμιλεῖ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας). Διότι ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι τὰ Συνταγματικὰ ζητήματα δὲν τίθενται ὡς ζητήματα ἐμπιστοσύνης, οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων, καὶ μάλιστα οἱ ἀρχηγοὶ τῶν μεγάλων Κομμάτων, ἔχουν ὑποχρέωσιν μὲ ἰδιάζουσαν προσοχὴν νὰ παρακολουθοῦν τοιαύτας ἢ τοιαύτας συζητήσεις καὶ μάλιστα καὶ ἰδιαίτατα, ὅταν ἡ συζήτησις δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ φθάσῃ εἰς μίαν ἄλλην ἐπιβουλήν, εἰς τὴν ἐπιβουλὴν ἐναντίον τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον προσεπάθησε νὰ μᾶς σώσῃ ἀπὸ τὰς σημερινὰς συμφορὰς καὶ τοὺς κινδύνους, τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος, τοῦ ἀντιτιθεμένου εἰς τὸ ἄτιμον καὶ προδοτικὸν καὶ κακοηθέστατον καὶ κακοῦργον ἐκπαιδευτικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον κρατεῖ ἀπὸ τοῦ 1917 καὶ διέφθειρε μέγα μέρος τῆς νεολαίας μας. Οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων, καὶ μάλιστα τῶν μεγάλων Κομμάτων, πρέπει νὰ ὑποδεικνύουν καὶ τοὺς βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι πηγαίνουν καὶ ὁμιλοῦν κατὰ τοιαύτας συζητήσεις πρὸς αὐτοὺς μὲ σημειώματα! Εἶναι, λοιπόν, πονηρὰ ἡ διατύπωσις αὐτή. Διότι λέγει, ἀκούσατε, κύριοι Συνάδελφοι (ἀναγινώσκει). Διατὶ παραλείπεται τὸ 22 τοῦ Συντάγματος καὶ δὲν θεωρεῖται καὶ αὐτὸ μὴ ἀναθεωρητέον;
§18Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Μπορεῖ ἡ Βουλὴ νὰ θελήσῃ νὰ κάμῃ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα.
§19Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Συνάδελφε, δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχετε ὑπογράψει σεῖς τοιοῦτον ψήφισμα. Διότι αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε αὐτὴν τὴν στιγμήν, μὲ κάμνει νὰ ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἶμαι πρεσβύτερός σας κατὰ τεσσαράκοντα πέντε ἔτη.
§20Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἐγὼ σᾶς σέβομαι.
§21Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς ἀγαπῶ ἐξαιρετικὰ καὶ τὸ γνωρίζετε αὐτό. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ εἴπετε, διότι εἰς τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐσκέπτεσθο νὰ ἱδρύσητε Γερουσίαν, ἔπρεπε νὰ τὸ ὑπαινιχθῆτε εἰς τὰ 145 ἄρθρα τοῦ σχεδίου σας. Δὲν τὸ ὑπαινίττεσθε.
§22Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ἀπερρίφθη. Ἀλλ’ ὑπάρχουν ἐκκρεμεῖς προτάσεις.
§23Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀπερρίφθη καὶ δὲν εἶναι θέμα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ προχωρῶ. Δὲν περιλαμβάνονται τὰ ἄρθρα 56 καὶ 57. (Ἀναγινώσκει).
§24Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίθετος πρότασις. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος.
§25Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διατὶ δὲν ἀναφέρονται αὐτὰ τὰ ἄρθρα; Διότι ἐξακολουθεῖ ἡ νέα ἐκείνη ἐπιβουλὴ κατὰ τοῦ πολιτεύματος, νὰ διασπαράσσεται ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία εἰς Ἐπιτροπάς, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ ἔχουν τὸ κῦρος τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν τὴν ψυχολογίαν τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος, αἱ ὁποῖαι καὶ εἰς τὴν δρᾶσιν των καὶ εἰς τὴν ἐφαρμογήν των ἐδῶ, ἀπεδείχθησαν ἀνάξιαι τοῦ ὀνόματός των, ἀνάξιαι ὄχι μόνον ὑπὸ ἔποψιν ἱκανότητος, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἄποψιν, ἐνίοτε, ἠθικῆς! Διότι καὶ ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω ὅτι παρουσιάσθη εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπὸ μίαν τοιαύτην Ἐξουσιοδοτήσεως Ἐπιτροπὴν ἠκούσθησαν φρικώδεις ὕβρεις, ἔλεγχος αὐστηρότατος. Διὰ τοῦτο, λοιπόν, δὲν ἀναφέρονται αὐτὰ τὰ ἄρθρα. Διότι ἐξακολουθεῖ αὐτὴ ἡ ἐπιβουλὴ νὰ ἀπειλῇ τὸ πολίτευμά μας. Ἐγώ, κύριοι βουλευταί, νομίζω ὅτι καὶ ἐν γένει εἰς τὴν νομοθεσίαν, ἀλλὰ ἰδίως εἰς τὴν Συνταγματικὴν νομοθεσίαν τῶν Κρατῶν, ἔχει μέγα κῦρος ἡ ἐφαρμογή, ἡ νομολογία, ἂς εἴπωμεν, κατὰ δικαστικὴν ἔκφρασιν, διότι κατὰ τὴν διατύπωσιν τοιούτων τινῶν ἐθιμικῶν κανόνων, ἂς τοὺς θαυμάσωμεν, ἀναμιμνήσκεται κανεὶς τὰς φράσεις τοῦ Σωκράτους, τοῦ «ἀνδρῶν ἁπάντων σοφωτάτου», κατὰ τὸν ὁποῖον, ἐκτὸς τῶν γραπτῶν νόμων, ὑπάρχουν καὶ οἱ ἄγραφοι νόμοι, «οὓς θεοὶ ἔθεντο», ὡς εἶπεν. Κατ’ αὐτοὺς τοὺς κανόνας διατυποῦνται οἱ κανόνες τῆς ἐφαρμογῆς τῶν πολιτευμάτων. Καὶ πρέπει νὰ τοὺς ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, καὶ μάλιστα ἐὰν τοὺς ἐδοκιμάσαμεν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω δὲ νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς κἄτι τι, νομίζω μάλιστα ὅτι τὸ εἶπον καὶ ἄλλοτε. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ 1910 –1911 ἀπετελεῖτο ἀπὸ 36 ἐπιλέκτους πολιτευτὰς καὶ Πρόεδρος ἡμῶν ἦτο ὁ φιλοτιμότερος ἐπιστήμων, τὸν ὁποῖον ἐγὼ συνήντησα κατὰ τὸν μακρόν μου βίον, ὁ ἀείμνηστος Στέφανος Δραγούμης. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, κύριοι βουλευταί, μίαν καὶ μόνην ἔστω περίπτωσιν ὁ ὑπέροχος ἐκεῖνος ἀνὴρ καὶ εἰς ἐπιστήμην καὶ εἰς ἀρετὴν νὰ ἦλθεν ἀνεπαρκῶς μελετημένος κατὰ τὰς συζητήσεις ἐκείνας. Καὶ ὑπῆρξαν περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἀπεδέχθημεν ὡρισμένας γνώμας εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἀλλ’ ὑπῆρξαν καὶ περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὅταν ἐνεφανίσθημεν προτείνοντες μερικὰς τοιαύτας προτάσεις, ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος, κατεπλησσόμεθα πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποδεχθῶμεν τοιαύτας προτάσεις. Ἡ ὁλομέλεια τοῦ Σώματος, ὑπὸ τὸ Προεδρεῖον της, μὲ παροῦσαν τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία πρέπει κατὰ πάσας τὰς συνεδριάσεις δι’ ὅλων τῶν μελῶν της νὰ παρίσταται, μὲ τὴν παρουσίαν τοῦ ἀκροατηρίου πολιτῶν ἀρκετοῦ ἀριθμοῦ εἰς τὰ θεωρεῖα, δημιουργεῖ μίαν ψυχολογίαν διάφορον, ἐξυψώνει, δηλαδή, μίαν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ἀξίαν τοῦ ὀνόματος καὶ τοῦ προορισμοῦ της εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ δικαίου, εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ σκοπίμου, εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος. Ἑπομένως, πρέπει ἐγκαίρως νὰ ἀμυνθῶμεν κατὰ τῆς προσπαθείας νὰ νομοθετῇ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία διασπαρασσομένη, κατακερματιζομένη εἰς Ἐπιτροπάς, τὰς καλουμένας Ἐξουσιοδοτήσεως. Ἑπομένως, κύριοι βουλευταί, τὸ ψήφισμα τοῦτο δὲν ἔχει καμμίαν θέσιν. Εἶναι τόσον ἀδέξιον, τόσον ἀπαράδεκτον, ὥστε νὰ προκαλῇ κυριολεκτικῶς ἀγανάκτησιν. Ἡ σειρὰ τῶν κανόνων τῶν ἀναθεωρήσεων τῶν Βουλῶν, εἶναι, τονίζω, αὕτη, προκαθορίζονται ἐκ τῶν προτέρων αἱ ἀναθεωρητέαι διατάξεις καὶ οὐχὶ αἱ μὴ ἀναθεωρητέαι, καὶ θὰ ἔπρεπε... Νομίζω ὅτι ἤκουσα ὅτι τὸ ἴδιον εἶναι, εἶπε κἄποιος. Δὲν εἶναι τὸ ἴδιον, διότι ἔχει μίαν πονηρίαν αὐτὴ ἡ διατύπωσις, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ τὸ ἴδιον, διότι ἀντιτίθεται εἰς τὰς γενομένας μέχρι σήμερον ἐφαρμογὰς τοῦ πολιτεύματός μας. Καὶ δὲν εἶναι πρόοδος, κύριοι, ἡ καθ’ ἑκάστην, ἢ κατὰ καιρούς, ἔστω, συντόμους μάλιστα καιρούς, ἀνατροπὴ τῶν κανόνων τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ πολιτεύματος. Εἶχον ἀναγκασθῆ πρό τινων ἐτῶν, πολλῶν ἐτῶν, νὰ εἴπω κἄποτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου: Ἡ κυριωτέρα διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῶν ἄλλων ζώων, εἶναι ἡ ἱστορία. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει τὴν ἱστορίαν του, ἐνῷ ἕκαστον τῶν ζώων ἔχει, ἁπλῶς, τὴν ζωϊκήν του ὕπαρξιν καὶ οὐδὲν ἄλλο. Ἐὰν κρατῆται δι’ ἀμφοτέρων τῶν χειρῶν του ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τῆς ἱστορικῆς του παραδόσεως, βέβαια θὰ μείνῃ στάσιμος. Ἀλλ’ ἐὰν κρατῆται διὰ τῆς μιᾶς χειρός του ἀπὸ τῆς ἱστορικῆς παραδόσεως καὶ διὰ τῆς ἑτέρας χειρός του προχωρεῖ καὶ καθοδηγεῖται πρὸς τὴν γραμμὴν τοῦ μέλλοντος, τὴν γραμμὴν τῆς προόδου, ἐὰν δὲ παύσῃ ἐντελῶς νὰ κρατῆται ἀπὸ τῆς ἱστορικῆς παραδόσεως, θὰ κουτρουβαλιασθῇ, ἵνα ἐκφρασθῶ μαλλιαριστί, τοῦτ’ ἔστι κατὰ τὸ Τσατσιστὶ λεγόμενον. (Γέλωτες). Λοιπόν, νὰ ἀναθεωρήσωμεν τὸ πολίτευμά μας κατὰ τὴν πολιτειακήν μας νομολογίαν, κατὰ τὰς συνηθείας μας, κατὰ τοὺς κανόνας τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν βίου καὶ οὐχὶ μὲ τοιαῦτα πρόχειρα κατασκευάσματα ἀναφερόμενα ὁτὲ μὲν εἰς τὸ ἰσχύον Σύνταγμα, ὁτὲ δὲ εἰς τὸ περίφημον ἐκεῖνο σχέδιον τῶν 145 ἄρθρων, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπομείνῃ εἰς τὴν Ἱστορίαν μας μία διηνεκὴς ἀφορμὴ κατακρίσεως τῆς Βουλῆς μας, διότι τὸ ἠνέχθη καὶ τὸ ἀνέχεται: Ἔπρεπε ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα καὶ νὰ τὸ σχίζῃ. Δὲν εἶναι πρόοδος αὐτή. (Ἀναγινώσκει εἰς τὴν αἰτιολογικὴν του ἔκθεσιν): «...τὰ προοδευτικά, τὰ συμβιβαζόμενα μὲ τὴν ἐποχήν μας». Λοιπόν, ἡ ἱστορία τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τοῦ 1911 καὶ ἀπὸ τοῦ 1927 ἀκόμη, διότι καὶ ἀπ’ ἐκεῖ ἔχομεν ἐρανισθῆ διατάξεις, τόσον πολὺ ἡ ἱστορία τῆς Ἑλλάδος μετεβλήθη, ὥστε ἐπιβάλλονται νέοι κανόνες πολιτικοῦ βίου, νέοι θεσμοὶ πολιτειακοί; Διατί; Διὰ νὰ γράψῃ ὅτι κἄποιος ἐξ ἡμῶν εἶναι ὁ αἴτιος αὐτῶν τῶν μεταβολῶν; Βέβαια, κύριοι, πολιτικὸς ἀνὴρ μὴ ἔχων φιλοδοξίαν, εἶναι ἀνάξιος νὰ εἶναι πολιτικὸς ἀνήρ. Βέβαια, πρέπει νὰ μᾶς ἐμπνέῃ ὅλους μία φιλοδοξία, ἀλλὰ πᾶν μέτρον ἄριστον καὶ εἰς τὴν φιλοδοξίαν ἀκόμη. Κἄποτε ἀντελήφθην ἕνα κύριον, δυστυχῶς ἀποθανόντα, νὰ ἀπασχολῆται ἐπὶ ὥρας μακρὰς ὅπως διορθώσῃ τὴν ἀγόρευσίν του καὶ κατεπονεῖτο εἰς τὴν ἐξεύρεσιν λέξεων καὶ φράσεων. Καὶ εἶπον πρὸς αὐτόν: «Ἀγαπητέ Γεώργιε, πιστεύεις ἀδιστάκτως ὅτι ἡ Ἱστορία θὰ ἀσχοληθῇ περὶ τῶν ἀγορεύσεών σου;». Λοιπόν, αὐτοῦ τοῦ εἴδους αἱ σπεύδουσαι φιλοδοξίαι, αἱ ὁρμητικαὶ φιλοδοξίαι, αἱ πολυπράγμονες φιλοδοξίαι, αἱ φιλοδοξίαι νὰ ἀσχοληθῇ τις περὶ ὅλων τῶν Συνταγμάτων, περὶ ὅλων τῶν διατάξεων, περὶ ὅλων τῶν νομοσχεδίων, τῶν ἄρθρων, τῶν παραγράφων καὶ ἐδαφίων, αὐτοῦ τοῦ εἴδους αἱ φιλοδοξίαι δὲν εἶναι προοδευτικαί, εἶναι ὀπισθοδρομικαί, διότι εἶναι ἀσυνάρτητοι. Ἡ πρόοδος θέλει ἁρμονίαν, θέλει ρυθμόν. Οἱ ρυθμοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὰ πολιτεύματα καὶ τοὺς κανόνας τῆς Ἱστορίας τῶν λαῶν καὶ ἐδῶ δὲν ὑπάρχει ρυθμός. Ἔπρεπε, ἐὰν ὑπῆρχεν ἐξ ἀρχῆς Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἀξία τοῦ προορισμοῦ της, νὰ καθορίσῃ τὰ ἀναθεωρητέα ἄρθρα, κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην, δὲν ἐπιμένω εἰς αὐτήν, ἀλλὰ τὴν διατυπώνω μετὰ θάρρους, κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην ἔπρεπε νὰ ὁρισθοῦν ὡς ἀναθεωρητέα 3, 4, 5 τὸ πολὺ ἄρθρα. Αὐτὸ δύναται νὰ γίνῃ καὶ σήμερον, καὶ τώρα. Ἐὰν εἶχον τὸ δικαίωμα, θὰ ἐξέλεγον ἐγὼ 4–5 συναδέλφους, ἐπὶ τέλους δὲν θὰ ἐδυσκολευόμην νὰ παρακαλέσω ὅπως λάβῃ μέρος καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος μὲ τὰς δύο ἐπωνυμίας, νὰ ὁρίσωμεν αὐτὰ τὰ 4, 5 τὸ πολὺ ἄρθρα καὶ νὰ τὰ φέρωμεν ἐνώπιόν σας, νὰ τὰ ψηφίσωμεν καὶ αὐτὸ θὰ εἶναι πολύτιμον, διότι θὰ εἶναι πρακτικὸν καὶ πολύτιμον εἶναι μόνον τὸ πρακτικὸν καὶ αὐτὸ θὰ ἦτο μόνον προοδευτικόν, διότι δὲν θὰ ἦτο ἀσυνάρτητον, ἀκατανόητον. Διότι, κύριοι βουλευταί, ἐγὼ κατέχομαι καὶ ὑπὸ ἄλλου τινὸς φόβου. Ἔλεγον κατὰ τὸ 1911, νὰ μὲ συγχωρῆτε διότι συχνὰ μεταχειρίζομαι τὴν ἔκφρασιν αὐτήν, ἔχει μίαν σημασίαν. Ἡ Συνέλευσις τοῦ 1911 καὶ ἡ Συνέλευσις τοῦ 1864 ἀπετέλουν δύο μεγάλους σταθμοὺς εἰς τὴν πολιτικὴν Ἱστορίαν τῆς πατρίδος μας. Ἔλεγον τότε, ὅτι πρέπει νὰ προσέχωμεν νὰ μὴ ὑπερβαίνωμεν μερικὰ ὅρια εἰς τὰς σκέψεις μας, νὰ εἴμεθα ἐντὸς τῆς πρακτικῆς, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ Βουλῆς καὶ Ἀκαδημίας. Ἡ Ἀκαδημία ἀσχολεῖται ἀπεριορίστως περὶ τοῦ παρελθόντος, τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος, ἐνῷ αἱ Βουλαὶ ἀσχολοῦνται περὶ τῶν ἐνώπιον αὐτῆς συγχρόνων, ἐπικαίρων, πραγματικοτήτων. Ἡ σημερινὴ πραγματικότης ἡμῶν, ἐνώπιον μάλιστα τῶν κινδύνων τοὺς ὁποίους ἀντιμετωπίζομεν, δὲν εἶναι περίστασις τοιούτων ψηφισμάτων, δὲν εἶναι περίστασις σχεδίων 145 ἄρθρων, δὲν εἶναι περίστασις νὰ δείξῃ ὁ καθένας ἐξ ἡμῶν τὴν σοφίαν του τὴν ἀσύγκριτον, τὴν πολυμαθῆ, ὅτι ἔχει γνῶσιν ὅλων τῶν Συνταγμάτων, ὅλων τῶν νομοσχεδίων, ὅλων τῶν παραγράφων, ὅλων τῶν ἐδαφίων, ὅλων τῶν φράσεων! Ἡ περίστασις, τὴν ὁποίαν ἀντιμετωπίζομεν τώρα, εἶναι περίστασις ἄλλου εἴδους πρακτικῶν καθηκόντων καὶ οὐχὶ νὰ ἀπασχοληθῶμεν ἐπὶ μῆνας, διότι ἐπὶ μῆνας θὰ ἀπασχοληθῶμεν ψηφίζοντες τοιοῦτο ψήφισμα καὶ δὲν γνωρίζω ποῦ θὰ καταλήξωμεν. Ἡ ἰδική μου πεποίθησις εἶναι ὅτι δὲν θὰ καταλήξωμεν, δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα. Καὶ τότε, κύριοι Συνάδελφοι, τὶ μοῦ χρησιμεύει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς εἴπω, πολλοὶ ἐξ ἡμῶν λέγετε συχνά.
§26Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Πρέπει νὰ καταλήξωμεν.
§27Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως, αὐτὸ εἶπον, ἀλλὰ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν θὰ καταλήξωμεν. Λοιπόν, πρέπει νὰ δώσωμεν προσοχὴν διὰ νὰ καταλήξωμεν. Νὰ καταψηφίσωμεν τὸ ψήφισμα τοῦτο, νὰ ὁρισθῇ μία ἐξαιρετική, Ἔκτακτος Ἐπιτροπή, ὀλιγομελής, ἡ ὁποία νὰ ὁρίσῃ τὰ ἀναθεωρητέα ἄρθρα καὶ μὲ μίαν σύστασιν τῆς ὁλομελείας ἡμῶν, μὲ τὴν σύστασιν νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερα τὰ ἄρθρα τὰ ἀναθεωρητέα. Ἐὰν ψηφίσωμεν αὐτὸ τὸ ψήφισμα καὶ ἐξακολουθήσουν αἱ ἀτέρμονες συζητήσεις, πρῶτον μὲν δὲν θὰ καταλήξωμεν καὶ ὑπάρχει πρὸς τοῦτο ἐπιβουλή! Προκαλῶ τὸν κ. ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἐὰν πρὸ ἔτους ὁλοκλήρου δὲν εἶπον πρὸς αὐτὸν ὅτι ἦλθον δύο πολιτευταὶ εἰς τὴν οἰκίαν μου καὶ μὲ ὥρκισαν ἐπὶ τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου νὰ μὴ τοὺς μαρτυρήσω καὶ μοῦ εἶπον ὅτι ὑπάρχει πρόθεσις νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς τέρμα, καὶ νὰ μὴ καταλήξωμεν ἀναθεωροῦντες τὸ Σύνταγμα.
§28Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ἀσχολεῖσθε διαρκῶς μὲ τὴν συνταγματικὴν προσπάθειαν. Πῶς θέλετε νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέρμα; Ἀγωνίζεσθε ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον καταπολεμεῖτε. Δὲν ἀφήνετε ὥστε νὰ φθάσωμεν εἰς συζητήσεις.
§29Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εὖγε, κύριε Συνάδελφε, ἀφοῦ ἐγὼ συνέταξα τὰ 145 ἄρθρα εἶμαι ἄξιος θανάτου, ἀλλά, ἐὰν τὰ συνέταξες ἐλόγου σου, εἶσαι ἐσὺ ἄξιος θανάτου. Ἐάν, κύριοι, κατηναλίσκετο ὅλος ὁ χρόνος τῆς Βουλῆς μὲ μίαν ἀγόρευσιν, ἡ ὁποία ἀκόμη δὲν συμπληροῖ ὥραν, ἀλλοίμονον καὶ τρὶς ἀλλοίμονον. Τότε ὅτι μᾶς φέρετε ἐδῶ δεκτόν, δεκτόν, δεκτόν, διὰ νὰ ἀπέλθωμεν εἰς τὰς οἰκίας μας; Διατὶ δὲν ἐδώσατε προσοχήν, κύριε Θηβαῖε, νὰ μὴ συντάξητε 145 ἄρθρα, ἀλλὰ μόνον πέντε; Προτείνω, λοιπόν, νὰ καταψηφισθῇ τὸ ψήφισμα, νὰ διορισθῇ δὲ μία ὀλιγομελὴς Ἐπιτροπή, ὅπως καθορίσῃ τὰ ἀναθεωρητέα ἄρθρα, τὰ ὁποῖα νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερα, κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην ὄχι περισσότερα τῶν πέντε, καὶ νὰ τελειώσωμεν αὐτὴν τὴν συζήτησιν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν δὲν πράξωμεν τοῦτο καὶ κατορθώσητε νὰ καταλήξωμεν εἰς ἀπόφασιν ὁριστικήν, ἐγὼ θὰ ὁμολογήσω ὅτι δὲν σκέπτομαι ὀρθῶς καὶ θὰ σκεφθῶ ἂν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσω νὰ πολιτεύωμαι. Τόσον σπουδαῖον καὶ σοβαρὸν θεωρῶ τὸ θέμα τοῦτο. Ἐπικαλοῦμαι καὶ τὴν ἰδικήν σας σκέψιν, μήπως ἐγὼ ἔχω δίκαιον καὶ οὐχὶ ὁ ἀγαπητὸς Συνάδελφος κ. Θηβαῖος καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ συμπράξαντες εἰς τὴν συγγραφὴν τῶν 145 ἄρθρων! (Χειροκροτήματα).
§30Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Δὲν ὑπάρχει, κύριοι βουλευταί, ἀμφιβολία ὅτι θὰ ἦτο φυσικώτερον νὰ μὴ ἀνεφέροντο εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον ψηφίσματος τὰ ἄρθρα τὰ μὴ ἀναθεωρούμενα, ἀλλ’ ἐνῷ ἐξεκίνησε τὸ ψήφισμα ἀπὸ τὴν αὐτονόητον προϋπόθεσιν ὅτι ἰσχύει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, προτείνεται δὲ νὰ μὴ μεταρρυθμισθοῦν τὰ ἀκόλουθα ἄρθρα. Νομίζω ὅμως ὅτι, παρὰ ταῦτα, ὑπάρχει κἄποια δικαιολογία τῆς ἀνωμαλίας αὐτῆς καὶ ἡ δικαιολογία φαίνεται ἐν τούτῳ, ὅτι αὐτὸ τοῦτο τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 τελεῖ ἐν ἰσχύϊ ἀπὸ τοῦ 1935 προσωρινῶς. Θὰ ἔπρεπε, λοιπόν, νὰ ἀκολουθήσωμεν μίαν ἐκ τῶν δύο διαδικασίων, ἢ νὰ εἰσαχθῇ ἓν ψήφισμα, τὸ ὁποῖον νὰ λέγῃ ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἰσχύει ὁριστικῶς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ἐπιφέρονται δὲ αἱ ἀκόλουθοι μεταρρυθμίσεις ἢ νὰ γίνῃ αὐτὸ ποὺ ἔγινε διὰ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, νὰ προταθῇ, δηλαδή, ρητῶς ὅτι ὡρισμένα ἐκ τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ὁριστικοποιοῦνται· ἀλλὰ ἐδῶ πρόκειται νὰ συζητηθοῦν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον, ἐκ πρώτης ὄψεως, πράγματι τὸ ψήφισμα φαίνεται κάπως παράδοξον. Δὲν εἶναι, ὅμως, καὶ νομίζω ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ συζήτησις εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ, διότι ἢ οὕτως ἢ ἄλλως εἰς τὸ ἴδιον θὰ καταλήξωμεν ἀποτέλεσμα. Κύριοι, διὰ τοῦ εἰσαχθέντος σχεδίου ψηφίσματος, τίθεται πάλιν, διὰ τετάρτην φοράν, ἐνώπιον τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, τὸ ἐρώτημα περὶ τῆς ἐκτάσεως τοῦ ἀναθεωρητικοῦ μας ἔργου, διότι τὸ σχέδιον ψηφίσματος τοῦτο ἀκριβῶς κάμνει, ἀποτελεῖ, τρόπον τινά, τὸ πρόγραμμα τῶν ἐργασιῶν μας. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Π. Μουτζουρίδης). Κύριοι βουλευταί, ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ὑπεστηρίξαμεν ὅτι ἡ παροῦσα Συνέλευσις εἶναι Συνέλευσις συντακτικὴ καὶ οὐχὶ Συνέλευσις ἀναθεωρητική· ἐκ τοῦ λόγου τούτου θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ Συνέλευσις νὰ προβῇ εἰς ὁσασδήποτε καὶ εἰς οἱασδήποτε μεταβολὰς περὶ τοῦ Συντάγματος. Ἐν τούτοις, μολονότι ἀπὸ τυπικῆς καὶ νομικῆς ἀπόψεως ἡ ἔκτασις τοῦ ἀναθεωρητικοῦ μας ἔργου εἶναι περίπου ἀπεριόριστος, δεσμευομένη μόνον εἰς τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς καὶ οὐσιαστικῆς, ἡ ἔκτασις τοῦ ἀναθεωρητικοῦ μας ἔργου εἶναι, καὶ πρέπει νὰ εἶναι, περιωρισμένη. Λόγῳ τῆς παρόδου τοῦ χρόνου, αἱ φιλοδοξίαι καὶ ἐκείνων μεταξὺ ἡμῶν οἱ ὁποῖοι εἰς μίαν ἐκτεταμένην ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος περιωρίσθησαν· διότι, κύριοι βουλευταί, ἡ παροῦσα Συνέλευσις ἐξελέγη μὲ κύριον σκοπὸν νὰ συγκροτήσῃ καὶ νὰ ἀνασυντάξῃ τὸ πολίτευμα, ἀλλ’ αἱ τραγικαὶ περιστάσεις τῆς χώρας κατέστησαν τὸ πρῶτον αὐτὸ ἔργον τῆς Συνελεύσεως δεύτερον. Ἐκλήθημεν διὰ νὰ συγκροτήσωμεν τὸ Κράτος εἰρηνικῶς καί, δυστυχῶς, ἐγίναμε μία Βουλή, ἡ ὁποία ἐκλήθη νὰ παρακολουθήσῃ πόλεμον. Ἀντεστράφη ἡ ἀποστολή μας. Εἶναι φανερὸν ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον ψηφίσματος δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ἕνας συμβιβασμὸς μεταξὺ τῆς ἀνάγκης τοῦ ταχυτέρου δυνατοῦ τερματισμοῦ τῆς Συνταγματικῆς ἐκκρεμότητος καὶ μεταξὺ μιᾶς πληρεστέρας ἀναθεωρήσεως, διότι, δυστυχῶς, εἶναι μοιραῖον ἡ ταχύτης τῆς ἀναθεωρήσεως νὰ εἶναι κατὰ ἕνα ποσοστὸν ἀντιστρόφως ἀνάλογος τῆς τελειότητος τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκτελέσωμεν. Τὸ ψήφισμα αὐτό, ἡ ὑποβαλλοῦσα αὐτὸ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἔχει τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν εἶναι τέλειον καὶ ὅτι ἔχει πλεῖστα ἐλαττώματα, ἀλλὰ ἐξαναγκάζεται ἀπὸ τὰ πράγματα ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ νὰ τὸ προτείνῃ ὡς ψήφισμα. Κύριοι βουλευταί, καὶ ἐὰν αἱ περιστάσεις δὲν ἦσαν τόσον τραγικαὶ ὡς συμβαίνει νὰ εἶναι αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὴν χώραν, ἐάν, δηλαδή, συγκεκριμένως σήμερον δὲν διεξῆγε τὸ Ἔθνος τὸν ἀγῶνα κατὰ τῆς ἀνταρσίας καὶ πάλιν πιστεύω ὅτι ἡ σημερινὴ Βουλὴ δὲν θὰ εἶχε τὴν ἀποστολὴν νὰ συντάξῃ τὸ ὁριστικὸν πολίτευμα τῆς χώρας, καὶ τοῦτο διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: Ὕστερα ἀπὸ ἕνα μεγάλο παγκόσμιον πόλεμον, ὁ ὁποῖος ἐσημειώθη, ὅλοι θὰ ἐπερίμεναν τὰ νέα Συντάγματα, τὰ Συντάγματα τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ ἐπακολουθήσουν τὴν εἰρήνην, νὰ εἶναι Συντάγματα τὰ ὁποῖα θὰ περιέχουν τὰς νέας ἠθικὰς καὶ κοινωνικὰς ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι προέκυψαν ἀπὸ τοὺς ἀγῶνας, αἱ ὁποῖαι καθιερώθησαν διὰ τοῦ αἵματος τῶν ἀγωνιστῶν τῆς ἐλευθερίας. Εἶναι, ὅμως, φανερόν, ὅτι αἱ περιστάσεις, αἱ οἰκονομικαὶ καὶ αἱ ἠθικαί, δὲν ἀπεκρυσταλλώθησαν εἰσέτι καὶ δὲν παύουν, εἰς τὴν χώραν τὴν ἰδικήν μας, ἀποκρυσταλλούμεναι ἀρκούντως, ὥστε ὁπωσδήποτε ἡ ἀναθεωρητικὴ ἐργασία, τὴν ὁποίαν καλεῖται νὰ ἐκτελέσῃ ἡ παροῦσα Βουλή, εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ καὶ κατ’ ἀνάγκην ἱστορικήν, περιωρισμένη. Καὶ εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον, ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, ἔλαβε τὴν πρόνοιαν νὰ προτείνῃ πρὸς τὴν Βουλὴν μίαν εὐχερεστέραν διαδικασίαν ἀναθεωρήσεως, διότι προέβλεπεν, ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, ὅτι δὲν θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ Ἔθνος διαβιοῦν ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα χωρὶς νὰ ἐπέλθουν οὐσιώδεις μεταρρυθμίσεις ἠθικαί, κοινωνικαί, οἰκονομικαὶ καὶ ἐπροτιμήσαμεν ἀντὶ νὰ εἶναι ἀνάγκη αἱ μεταρρυθμίσεις αὐταὶ νὰ ἐπέλθουν διαρρηγνυομένων τῶν τυπικῶν καὶ νομικῶν θεσμῶν, τοὺς ὁποίους ἱδρύει τὸ Σύνταγμα, νὰ ὑπάρχῃ, διὰ τοῦ ἰδίου αὐτοῦ τοῦ Σώματος, μία διέξοδος πολιτικὴ καὶ ἠθική. Ἐπίστευσεν, ὅμως, ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἐὰν δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ὁλοκληρωθοῦν τὴν στιγμὴν αὐτὴν αἱ κοινωνικαὶ καὶ οἰκονομικαὶ μεταρρυθμίσεις, εἶναι καιρὸς καὶ πρέπει νὰ ἐπέλθουν ὡρισμέναι μεταρρυθμίσεις ἄλλου εἴδους, ἐὰν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπέλθουν. Ἐὰν προσέξατε, κύριοι βουλευταί, ποῖα εἶναι τὰ διατηρούμενα καὶ ποῖα εἶναι τὰ ἀναθεωρούμενα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, θὰ παρετηρήσατε καὶ τοῦτο, ὅτι ἀφήνει, ἡ Ἐπιτροπή, κυρίως, πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τὰ ἑξῆς θέματα: Ἀφήνει πρὸς συζήτησιν τὸ θέμα τῆς ἐνισχύσεως πρῶτον τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, διότι κατέστη κατάδηλον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κυβερνηθῇ ὁ τόπος μὲ τὸ σύστημα τῶν παραδεδομένων, ἀλλὰ παρῳχημένων πλέον ἱστορικῶς, πολιτικῶν ἐλευθεριῶν τοῦ 19ου αἰῶνος, διότι αἱ ἐλευθερίαι αὐταὶ διὰ τῆς καθιερωμένης Συνταγματικῆς διαδικασίας δὲν προστατεύονται, ἀλλὰ παρέχεται ἡ εὐχέρεια εἰς Κόμματα στασιαστικά, εἰς Κόμματα μὴ κοινοβουλευτικά, νὰ τὰς ἀνατρέψουν. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἐλήφθη εἰδικὴ πρόνοια ἐνισχύσεως τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Μία σοβαρωτάτη, ὅμως, τροποποίησις, ἡ ὁποία, κύριοι βουλευταί, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπέλθῃ, εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀφορᾷ αὐτὴν ταύτην τὴν λειτουργίαν τοῦ Συντάγματος. Δὲν πρόκειται, κύριοι βουλευταί, νὰ συζητήσωμεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὰς ἐπὶ μέρους τροποποιήσεις. Νομίζω, ὅμως, ὅτι ἀρχομένου σήμερον τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀπαιτήσωμεν συνείδησιν ὡρισμένων καθημερινῶν περιστατικῶν, τὰ ὁποῖα συμβαίνουν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ νὰ θελήσωμεν νὰ συναγάγωμεν ὡρισμένα ἁπλᾶ συμπεράσματα. Ὅλοι μας, κύριοι βουλευταί, λέγομεν ὅτι δίδεται αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ μάχη τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Ὅλοι μας, κύριοι βουλευταί, κατηγορήσαμεν τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις διότι προέβαινον εἰς τὴν συνεχῆ ἔκδοσιν ἀναγκαστικῶν νόμων καὶ ἐγὼ πρῶτος, καὶ τὴν παροῦσαν καὶ τὰς προηγουμένας Κυβερνήσεις, διὰ τὸν λόγον τοῦτον εἶμαι διατεθειμένος νὰ τὰς κατηγορήσω. Ἀλλά, σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι βουλευταί, ἂς σκεφθῶμεν τοῦτο: τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἐκκρεμοῦν 240 ἀναγκαστικοὶ νόμοι, πρὸς κύρωσιν, τῆς παρούσης Συνόδου. Ἀλλά, πλὴν τῶν ἀναγκαστικῶν νόμων, ἐκκρεμοῦν οὐσιωδέστατα ψηφίσματα καὶ θὰ ἐκκρεμῇ συνεχῶς ἡ τρέχουσα νομοθετικὴ ἐργασία.
§31Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Καὶ ἀμφισβητεῖται τὸ κῦρος τῶν ἀναγκαστικῶν νόμων.
§32Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Καὶ ἀμφισβητεῖται τὸ κῦρος τῶν ἀναγκαστικῶν νόμων ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας.
§33Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Στρατιωτικῶν). Ἐπιτρέπεται; Δὲν ἠμφισβητήθη. Ἀκόμη δὲν ἐξεδόθη ἀπόφασις.
§34Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Δὲν θὰ ἦτο ἀμφισβήτησις τότε, κύριε Πρόεδρε. Ἠμφισβητήθη, λέγων, ἐννοῶ, ὑπεστηρίχθη ἡ ἄποψις αὐτὴ ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Καὶ συνέπεσε, μάλιστα, ὁ εἰσηγητὴς τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας νὰ συνταχθῇ μὲ τὴν ἄποψιν αὐτήν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐρωτῶ: Ὑπάρχει κανεὶς ἀπὸ ὅλους μας, τοὺς κατηγορήσαντας καὶ τὴν παροῦσαν Βουλήν, καὶ ὅλας τὰς Κυβερνήσεις, διότι δὲν συμπεριεφέροντο κατὰ τρόπον ὀρθοδόξως κοινοβουλευτικόν, ὁ ὁποῖος πιστεύει ὅτι εἶναι δυνατόν, χωρὶς οὐσιώδεις μεταρρυθμίσεις τοῦ συστήματος κατὰ τὸ ὁποῖον γίνονται αἱ συζητήσεις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, νὰ διατηρηθῇ τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα; Διότι φοβοῦμαι, ὅτι ἡ ἀπάντησις θὰ εἶναι ἀρνητική. Κύριοι βουλευταί, δὲν ἀρκεῖ νὰ λέγεται ὅτι εἴμεθα ὑπὲρ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ νὰ μὴ ζητῶμεν νὰ πειθαρχήσωμεν τοὺς ἑαυτούς μας καὶ νὰ λάβωμεν ἔναντι τῆς κακῶς ἐννοουμένης ἐλευθερίας μας μέτρα.
§35Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ποῦ τὴν ηὕρατε τὴν ἐλευθερίαν;
§36Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐστερήθημεν τὴν ἐλευθερίας μας, διότι ἐκάναμεν κατάχρησιν τῆς ἐλευθερίας μας.
§37Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἐπιτρέπετε; Εἴπατε ὅτι στερούμεθα ὡρισμένων ἐλευθεριῶν καὶ ὅτι κακῶς ἢ καλῶς... (δὲν ἠκούσθη). Ἤθελον νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν σας τοῦτο. Ἡ Βουλή, ὡς γνωστόν, εἶναι τὸ Σῶμα τὸ ὁποῖον νομοθετεῖ κατὰ τὸ Σύνταγμα. Εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως ἐσημειοῦτο τοῦτο, ὅτι ἐζητεῖτο νὰ τῆς δοθῇ, τῆς Κυβερνήσεως, εἰδικὴ ἐξουσιοδότησις ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ψηφίσῃ ὡρισμένους νόμους. Ρητῶς δὲ διεβεβαιώθη, εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἔναυλα εἶναι ἀκόμη εἰς τὰς ἀκοάς μας τὰ λεχθέντα ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι μόνον εἰς περιπτώσεις κατεπειγούσης ἀνάγκης, ἀνάγκης ἀδηρίτου, ἐκεῖ ὅπου δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως, τότε καὶ μόνον θὰ ἐξεδίδοντο ἀναγκαστικοὶ νόμοι. Ἐπιτρέψατέ μου νὰ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο δὲν ἐτηρήθη καί, συνεπῶς, ὀρθῶς παρετηρήθη ὅτι οἱ ἀναγκαστικοὶ νόμοι εἶναι καὶ πρέπει νὰ ἀμφισβητηθοῦν καὶ ὀρθῶς οἱονδήποτε Δικαστήριον, Διοικητικὸν ἤ ὅ,τι δήποτε ἄλλο, ὀρθῶς θὰ πράξῃ νὰ κηρύξῃ ἀκύρους τοὺς νόμους ἐκείνους τοὺς ἀναγκαστικούς, οἱ ὁποῖοι ἐξεδόθησαν παρά, ἐπαναλαμβάνω, παρὰ τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις, βάσει τῶν ὁποίων ἐδόθη ἡ ἐξουσιοδότησις.
§38Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ἀναμφισβητήτως.
§39Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Διότι, κύριοι, ἡ Βουλὴ ἐπίστευσεν ἀπολύτως εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις, ὅπως εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ πιστεύσῃ. Ἔχω ἤδη ὑπ’ ὄψιν μου τοῦτο τὸ γεγονός, ὅτι 2–3 ἡμέρας ἀκόμη, πρὸ τῆς Συνόδου τῆς Βουλῆς, ἐξεδόθησαν ἀναγκαστικοὶ νόμοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν περιεχόμενον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἐπεβάλλετο ἡ ἔκδοσίς των. Δὲν ὑπῆρχεν, δηλαδή, ἀναπότρεπτος, πλήρης καὶ τελεία ἡ ἀνάγκη τῆς ἐκδόσεώς των. Αὐτὸ εἶναι.
§40Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Θὰ ἤθελον νὰ κάμω μίαν ὑπόμνησιν εἰς τὸν ἀγαπητὸν συνάδελφον καὶ ἰδιαιτέρως πρὸς τὸν κ. Καλκάνην, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κάμνῃ μετὰ φειδοῦς χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκδόσεως ἀναγκαστικῶν νόμων. Ἦτο σαφὴς ἡ ἐξουσιοδότησις, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν δυνάμει τῆς τελευταίας παραγράφου τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων, εἰς θέματα ἀφορῶντα καὶ διοικητικὰ καὶ κοινωνικὰ καὶ οἰκονομικὰ θέματα, ἀφορῶντα...
§41Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ποῖος ἔχει ἐξουσιοδότησιν, κύριε Ὑπουργέ;
§42Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ποῖος ἔχει δικαίωμα νὰ δώσῃ ἐξουσιοδότησιν; Δὲν ἔχει δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ἐξουσιοδοτῇ.
§43Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἐλέχθη εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως.
§44Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν ἔχει δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ἐξουσιοδοτῇ. Δὲν δικαιοῦται. Δὲν λέγεται πουθενὰ εἰς τὸ Σύνταγμα, ὅτι διορίζει πληρεξούσιον ἡ Βουλή.
§45Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἀπεφάνθη τὸ Βʹ Τμῆμα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅτι νομίμως ἐτέθησαν ὑπὸ μορφὴν ἀναγκαστικῶν διατάξεων ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο περὶ διατάξεων ἀπαραιτήτων διὰ τὴν διαδικασίαν τῶν Πενταμελῶν Ἐφετείων. Ἀπεφάνθη, τὸ Ἀνώτατον Δικαστήριον, ὅτι καλῶς ἐγένετο τοῦτο, ὅτι ὑπάρχουν περιστάσεις δικαιολογοῦσαι πλήρως τὴν ἔκδοσιν τοιούτων νόμων. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐπιρρεπεῖς εἰς τὴν ἔκδοσιν τοιούτων νόμων καὶ ὡς ὑπουργὸς ἐλάχιστα προσέφυγα καὶ εἰς περιστάσεις ἀπολύτου ἀδηρίτου ἀνάγκης καὶ ὅταν ἐπεβάλλετο ἡ λῆψις ὡρισμένων μέτρων. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κάμω αὐτὴν τὴν σύντομον δήλωσιν, διὰ τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν ἱστορίαν.
§46Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω τὶ εἶπεν τὸ Δικαστήριον. Ἐγώ, ὡς ἐπιστήμων, ἔχω τὴν γνώμην μου καὶ νομίζω ὅτι ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν ἐλέχθη, πάντως οἱ νόμοι οὗτοι δὲν στηρίζονται ἐπὶ τοῦ Συντάγματος.
§47Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Χθὲς τὸ πρωΐ εὑρισκόμην εἰς τὴν Λάρισαν καὶ μοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴν ὅμιλος δικαστῶν νὰ μοῦ εἴπῃ τὸ «καλῶς ὥρισες» καὶ ἐγὼ εἶπον εἰς αὐτούς: Κύριοι, ἔχω ἕνα παράπονον κατὰ τῶν δικαστῶν, διότι, τέλος πάντων, δὲν εὑρέθησαν μερικοὶ ἀπὸ σᾶς νὰ σχίσουν μερικοὺς ἀναγκαστικοὺς νόμους.
§48Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Νομίζω ὅτι τὸ θέμα τῆς ἐκδόσεως τῶν ἀναγκαστικῶν νόμων, εἶναι τελείως διαφορετικὸν ἀπὸ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον συζητῶμεν. Ἄλλο, κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα τῆς εὐθύνης τῶν ἐκδιδομένων ἀναγκαστικῶν νόμων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἄλλο τὸ θέμα τὸ ὁποῖον καλούμεθα νὰ συζητήσωμεν σήμερον. Λόγῳ τῆς ἐξελίξεως τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς κοινωνίας, ὑφίσταται συχνότατα ἀνάγκη ἐπειγούσης λήψεως μέτρων νομοθετικῶν. Νομίζω ὅτι συνήθης κοινοβουλευτικὴ διαδικασία, δὲν ἐπιτρέπει εἰς οἱανδήποτε Κυβέρνησιν νὰ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὸν ρυθμὸν τὸν ὁποῖον ἀπαιτοῦν αἱ περιστάσεις καὶ ἡ ἐξαιρετικὴ περίοδος, τὴν ὁποίαν διερχόμεθα. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, κύριοι βουλευταί, εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι διὰ νὰ ἐπιζήσῃ ἡ Δημοκρατία εἰς τὸν 20ὸν αἰῶνα, εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνουν μεταρρυθμίσεις. Μόνον ἡ ἰδέα τῆς Δημοκρατίας εἶναι αἰωνία. Αἱ διάφοραι ἐξωτερικαὶ μορφαί, μὲ τὰς ὁποίας ἐμφανίζεται ἑκάστοτε, εἶναι παροδικαί. Εἰς τοὺς ἀρχαίους Ἀθηναίους ἡ ἔμμεσος μορφὴ τῆς Δημοκρατίας θὰ ἐθεωρεῖτο τυραννία, καὶ δι’ αὐτὸ ἡ ἄμεσος μορφὴ τῆς σημερινῆς Δημοκρατίας θὰ ἐθεωρεῖτο δι’ ἡμᾶς ὀχλοκρατία. Ὅπως, λοιπόν, ἀπὸ τὴν Δημοκρατίαν τοῦ ἄστεως, φθάσαμεν εἰς ἄλλην μορφήν, τὴν μορφὴν τῆς Δημοκρατίας τοῦ 19ου αἰῶνος, τὴν μορφὴν τῆς κοινοβουλευτικῆς Δημοκρατίας, εἶναι ἀνάγκη ἀπὸ τὴν παραδεδεγμένην αὐτὴν μορφὴν νὰ φθάσωμεν εἰς μίαν πλέον συγχρονισμένην. Εἶναι ἀνάγκη ἡ ἰδέα τῆς Δημοκρατίας, ἡ αἰωνία, νὰ ἀνασυνταχθῇ μέσα εἰς τὰ πλαίσια τῆς σημερινῆς κοινωνίας, τὰ τεχνικὰ καὶ τὰ οἰκονομικά, τὰ ὁποῖα συνίστανται εἰς τοῦτο: ὅτι τὸ Κράτος τοῦ 20οῦ αἰῶνος ἔχει ἀνάγκας μεγαλυτέρας ἀπὸ ἐκείνας τὰς ὁποίας ἀντιμετώπιζε τὸ Κράτος τοῦ 19ου αἰῶνος νὰ προσαρμοσθῇ πρὸς τὰς νέας κατευθύνσεις καὶ ἀπαιτήσεις τῆς κοινωνίας. Διὰ νὰ ἀντιμετωπισθοῦν τὰ σημερινὰ ζητήματα, χρειάζονται μεταρρυθμίσεις. Αὐταὶ εἶναι αἱ ὀργανικαὶ ἀδυναμίαι τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος· δὲν εἶναι τῆς παρούσης Βουλῆς ἀδυναμίαι, ὡς ἠθέλησαν πολλοὶ βουλευταὶ νὰ εἴπουν. Εἶναι ὀργανικαὶ ἀδυναμίαι, τὰς ὁποίας ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀναθεωροῦμεν τὸ Σύνταγμα, πρέπει νὰ εὕρωμεν καὶ νὰ θεραπεύσωμεν. Ἂν ἐμμείνωμεν προσηλωμένοι εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ἀδιαιρέτου τοῦ Κοινοβουλίου, φοβοῦμαι ὅτι καταδικάζομεν τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν εἴμεθα πλήρως ἱκανοποιημένοι ἀπὸ τὴν λύσιν, ἡ ὁποία δίδεται. Θὰ προετίμων νὰ γίνῃ συστηματικὴ συζήτησις· νὰ ἀρχίζαμεν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τὴν σύνταξιν τοῦ πολιτεύματός μας. Δυστυχῶς, ὅμως, τοῦτο δὲν δύναται νὰ γίνῃ. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐπιχειρήσωμεν πρὸ τῆς ἀνάγκης τοῦ ταχυτέρου τερματισμοῦ τῆς Συνταγματικῆς ἐκκρεμότητος καὶ δι’ αὐτὸ δέχομαι τὸ ψήφισμα, παρ’ ὅλα του τὰ ἐλαττώματα. Διότι, κύριοι βουλευταί, ἂν παραδεχθῶμεν καὶ αὐτὰς μόνον τὰς τροποποιήσεις καὶ ἂν ἀρκεσθῶμεν εἰς τὸ νὰ κάνωμεν μόνον φραστικὰς καὶ λεκτικὰς τροποποιήσεις καὶ ἂν ἀκόμη πράξωμεν τὸ ἁπλούστατον, νὰ κυρώσωμεν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, μὴ πιστεύετε ὅτι πρόκειται νὰ θεμελιώσωμεν τὸ πολίτευμα καὶ μὴ πιστεύετε, ὅσοι ἐξ ὑμῶν νομίζετε, ὅτι δι’ ἀποφάσεως τῆς παρούσης Βουλῆς, θὰ κάμωμεν τὸ πολίτευμα ἀμετάκλητον. Μὴ πιστεύετε ὅτι, διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ συμβάλλετε εἰς τὴν διατήρησιν τοῦ πολιτεύματος. Δὲν συμβάλλετε, διότι δι’ αὐτῆς τῆς μεθόδου δημιουργοῦμεν ἀφρονήτως τὰς προϋποθέσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀνατινάξουν τὸ πολίτευμα. Καὶ ἄν, κύριοι, ἔκ τινος ἀφορμῆς, ἀνατιναχθῇ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, μπορεῖ νὰ ἀνατιναχθῇ καὶ τὸ σύνολον τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ πολιτεύματος καὶ νομίζομεν ὅτι πρέπει νὰ σκεφθοῦν ἐκεῖνοι ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι ὡς ἔχει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 καὶ ἄνευ μεταρρυθμίσεων, διασφαλίζει τὸ πολίτευμα. Διότι ἡμεῖς πιστεύομεν ὅτι ὄχι μόνον δὲν τὸ διασφαλίζει, ἀλλὰ τὸ ὑπονομεύει.
§49Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ συζητηθοῦν εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι πλέον τῶν 50. Σᾶς ἐρωτῶ: 60 οὐσιώδη ἄρθρα, πιστεύετε ὅτι δύναται ἡ παροῦσα Βουλὴ σήμερον καὶ κατὰ τὴν ἑπομένην σύνοδον νὰ τὰ συζητήσῃ. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναφέρω τὸ ζήτημα τῆς Βουλῆς καὶ τῆς διαιρέσεως αὐτῆς εἰς τμήματα, τὸ ζήτημα τῆς ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας κλπ., ὅταν ἕκαστον καὶ μόνον ἐκ τῶν ἄρθρων αὐτῶν θὰ ἀπαιτήσῃ τουλάχιστον 3 –4 συνεδριάσεις;
§50Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Δυοῖν θάττερον. Ἢ τὰ ἄρθρα αὐτὰ εἶναι οὐσιώδη καὶ αἱ μεταρρυθμίσεις αἱ ὁποῖαι προτείνονται εἶναι οὐσιώδεις καὶ δικαιολογημέναι, ὡς τὰς ἀντελήφθη κατὰ κατηγορίας ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, ἢ δὲν εἶναι καὶ ἂν δὲν εἶναι, ὡς ἀναμολογεῖτε σεῖς, τότε τὸ πρόβλημα ὑπάρχει.
§51Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἄν καὶ καθ’ ὅσον εἶναι ὄντως ἀναθεωρητέα καὶ συζητητέα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον...
§52Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Συζητούσαμεν ἐπὶ 15 συνεχεῖς συνεδριάσεις 10 ἄρθρα. Ἄρα λοιπόν, τί θὰ γίνῃ μὲ τὰ 60;
§53Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Δὲν εἶναι ἔτσι, κ. συνάδελφε. Εἰς τὴν Συντακτικὴν Ἐπιτροπὴν ἔγιναν ὡρισμέναι συζητήσεις, κατὰ τὰς ὁποίας τὰ μέλη, κατὰ παμψηφίαν σχεδόν, ἐδέχθησαν, ὅτι τὰ 60 αὐτὰ ἄρθρα δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ συζητηθοῦν εἰς τὴν Βουλήν. Αὐτὸ εἶναι δυστυχῶς τὸ πρᾶγμα. Τί νὰ κάνουμε; Θὰ περιορισθῶμεν εἰς συζήτησιν τῶν 60 ἄρθρων καὶ ἐγὼ πιστεύω ὅτι, ὅταν ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων αὐτῶν, ἕνα πρὸς ἕνα, θὰ δοῦμε. Καὶ ἂν προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἀναθεωρητικόν μας ἔργον, τότε ἂν ληφθοῦν ὡρισμέναι βασικαὶ ἀποφάσεις, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι ἐν τῷ ἅμα θὰ τροποποιοῦνται 4–5 ἄρθρα αὐτομάτως. Διότι ἔχομεν 10 ἄρθρα ἀφορῶντα τὴν Νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Τὸ ἂν θὰ ἔχωμεν Γερουσίαν ἢ ὄχι καὶ τὸ ἂν θὰ ἔχωμεν τμήματα ἢ ὄχι. Ἂν αὐτὰ τὰ δύο τμήματα ἐπιλυθοῦν αὐτομάτως καὶ τὰ 10 αὐτὰ ἄρθρα θὰ διατυπωθοῦν εὐχερέστατα. Δὲν εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἄρθρων, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει· εἶναι τὸ ζήτημα τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἀπασχολήσουν τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ὑπάρχουν δὲ τὰ ἑξῆς θέματα: Πρῶτον τὸ θέμα τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Δεύτερον τὸ τῆς ἀναμορφώσεως τῆς ζωῆς τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τρίτον ὡρισμένα ἄρθρα ἀφορῶντα τὴν λειτουργίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Αὐτὰ εἶναι τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀπαιτεῖται συζήτησις. Ἐπ’ αὐτῶν τῶν ζητημάτων καλούμεθα νὰ συζητήσωμεν, καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ συζητήσωμεν, ἐπὶ ποινῇ ἀνατροπῆς τοῦ Συντάγματος, διότι ἂν δὲν λάβωμεν ἀπόφασιν ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν, ἂν ἀφήσωμεν τὴν κατάστασιν ὡς ἔχει, θὰ κινδυνεύσῃ τὸ πολίτευμα. Καὶ τοῦτο ὄχι διότι πταίει ἡ Βουλή, ἢ οἱ βουλευταί, ἀλλὰ ἔτσι εἶναι σήμερον αἱ περιστάσεις καὶ ἀλλοιώσεις οὐσιώδεις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος αἱ περιστάσεις ἀπαιτοῦν. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, κ. βουλευταί, νομίζω ὅτι ὅλοι μας εἴμεθα σύμφωνοι καὶ ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ψηφίσωμεν τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔφερεν πρὸ ἡμῶν ἡ Συντακτικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ νομίζω ὅτι θὰ ἁπλουστευθῇ πάρα πολὺ ἡ συζήτησις, ἂν συγκεντρώσωμεν, ὅλας τὰς προσπαθείας μας περὶ τὴν ἐπίλυσιν 3 ἢ 4 κυρίως προβλημάτων, τὰ ὁποῖα καὶ μόνον πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσουν καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων καὶ μόνον θὰ ὑπάρχουν οὐσιώδεις διαφωνίαι. Νομίζω ὅτι μία σύντονος ἐργασία θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν σημαντικοῦ ἔργου ἀναθεωρητικοῦ, τοῦ ὑπολοίπου μέλλοντος νὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν προσεχῆ σύνοδον. Πάντως πιστεύω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τί πλέον αὐτῶν. Αὐτὸ εἶναι τὸ μάξιμουμ τῶν ὑποχρεώσεών μας. Φοβοῦμαι ὅτι ἂν ἡ Βουλὴ λάβῃ ἄλλην ἀπόφασιν, δὲν θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν συντόμευσιν, ἀλλὰ εἰς τὴν ταχεῖαν ἀνατίναξιν τοῦ πολιτεύματος.
§54Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ πόσον νομίζετε ὅτι οἱ ἀναγκαστικοὶ νόμοι ἀνταποκρίνονται εἰς τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς καὶ τὸ Σύνταγμα;
§55Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ θέλῃ ἀναγκαστικοὺς νόμους.
§56Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε, δηλαδή, τὴν γνώμην ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκδίδουσα τοὺς νόμους αὐτούς, δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς; Ἀναφέρω τοῦτο, ἐπειδὴ παρεμπιπτόντως ἀνεκινήθη τὸ ζήτημα. Θεωρῶ τὸ ζήτημα τοῦτο σπουδαιότατον καὶ δὲν νομίζω, ὅτι θὰ ἠμποροῦσε νὰ περάσῃ ἀπαρατήρητον ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἀφήσῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει σήμερον.
§57Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Δὲν ἐξετάζω ἂν ἐξεδόθησαν συμφώνως πρὸς τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς.
§58Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δώσω αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν...
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Γονατᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§60Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ἡ τελευταία συζήτησις, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ, ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἦτο τῆς 11ης Αὐγούστου παρελθόντος ἔτους. Καὶ τότε ἐπεζητήθη ἡ ἀθρόα ψήφισις ὡρισμένων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, καὶ διεγνώσαμεν ὅτι δὲν ὑπῆρχε πρόθεσις συνεχίσεως καὶ ἀποπερατώσεως τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου, ἀλλ’ ἐπεζητεῖτο ἁπλῶς ἡ ἐντύπωσις ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἐψήφισε μόνον 4 ἢ 5 ἄρθρα, τὰ ὁποῖα καὶ πραγματικῶς εἶχε ψηφίσει, ἀλλ’ ἐψήφισεν ἕνα πολὺ μεγαλύτερον ἀριθμὸν ἄρθρων. Ὅτι δὲ ἡ διαίσθησίς μας ἐκείνη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπεζήτει πράγματι τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου, δὲν διεψεύσθη, ἀπεδείχθη ἐκ τοῦ ὅτι τὴν ἑπομένην ἀκριβῶς, τὴν 12ην Αὐγούστου, ἐδημοσίευσεν τὸ διάταγμα τῆς λήξεως τῆς συνόδου, τὸ ὁποῖον καὶ ἐδημοσίευσεν αὐθημερόν, καὶ τὸ ὁποῖον ἐκοινοποίησεν ἐπίσης αὐθημερὸν καὶ εἰς τοὺς κ.κ. βουλευτάς. Ἐὰν ἐνθυμεῖσθε μάλιστα, ἐτέθη καὶ κἄποια φρουρὰ εἰς τὴν Βουλήν, μὴ τυχὸν οἱ κ.κ. βουλευταὶ παραβιάσουν τὴν λῆξιν τῆς συνόδου. Διὰ τοῦτο ἡμεῖς τότε, ἀντεδράσαμεν εἰς τὴν μέθοδον τῆς ἀθρόας ψηφίσεως ὡρισμένων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος καὶ ἡ συνεδρίασις ἐκείνη, ἡ τελευταία, ἐλύθη τῇ ἐνστάσει μας δι’ ἔλλειψιν ἀπαρτίας. Σήμερον, μετὰ 9 μῆνας καὶ τινας ἡμέρας ὑπὸ τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης, ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν αὐτὴν μέθοδον τῆς ὑπερψηφίσεως, δηλαδή, τοῦ Συντάγματος, ἀθρόως, Ἀλλά, καὶ πάλιν μοι μένει ἡ ἐντύπωσις, ἡ καὶ τότε, ὅτι δηλαδὴ δὲν πρόκειται νὰ προωθηθῇ τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως μέχρι τῆς ἀποπερατώσεως αὐτοῦ. Καὶ ἡ ἐποχὴ τοῦ ἔτους εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴν ἐπιτρέπῃ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου, ἀλλὰ ἐπὶ πλέον φοβοῦμαι, ὅτι καὶ πάλιν ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἕτοιμον τὸ διάταγμα τῆς διακοπῆς τῆς Συνόδου, τὸ ὁποῖον θὰ κοινοποιήσῃ, μόλις νομίσῃ ὅτι ἡ παρουσία τῆς Βουλῆς, τῆς εἶναι ἐνοχλητική. Ἐγὼ προσωπικῶς, ὡς καὶ ἄλλοτε ἔχω εἴπει, νομίζω, ὅτι αἱ συνθῆκαι ὑπὸ τὰς ὁποίας προεκηρύχθησαν αἱ ἐκλογαὶ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ὑπῆρξαν πολὺ διάφοροι ἀπὸ τὴν ἐξέλιξιν, τὴν ὁποίαν τὰ πράγματα ἔλαβον, καὶ αὐτὴ ἡ ἐξέλιξις τῶν πραγμάτων εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐπέφερε καὶ ἐπιφέρει τὴν καθυστέρησιν τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς, καὶ ὄχι ἡ ἀπροθυμία τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν ὁποίαν θέλουν τινὲς νὰ ἐπιρρίψουν τὸ βάρος. Ἀμφιβάλλω, ἐὰν κανεὶς ἐκ τῶν κ.κ. βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπικοινωνοῦν συχνότερα μετὰ τῶν ἐκλογέων των, ἀμφιβάλλω λέγω, ἐὰν κανεὶς ἐξ αὐτῶν ἐπεκρίθη ποτέ, διὰ τὴν βραδύτητα τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Εἶναι αἱ συνθῆκαι τοιαῦται, ὥστε ὁ κόσμος, περὶ ἄλλα θέματα σπουδαιότερα, θέματα ἐνδιαφέροντα, καὶ τὴν ἐπίλυσιν αὐτῶν ζητεῖ, θέματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν σχέσιν μὲ αὐτὴν ταύτην τὴν ὕπαρξίν του, καὶ τὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς χώρας. Διὰ τοῦτο, καὶ οἱ κ.κ. βουλευταί, καὶ αὐτοὶ οἱ μᾶλλον εὐσυνείδητοι περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των, καὶ αὐτοὶ διαβλέπουν ὅτι μέσα εἰς τὸν κλυδωνισμὸν τὸν ὁποῖον διερχόμεθα, δὲν θὰ ἦτο ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος, ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ ἔλυε τὸ ἑλληνικὸν δρᾶμα καὶ ἀφ’ ἑτέρου, θέλοντες νὰ εἶναι καὶ συνεπεῖς πρὸς τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἔχουν ἀναλάβει, προσπαθοῦν νὰ ἐπιφέρουν ἕνα κάποιον συμβιβασμὸν ἐπιζητοῦντες νὰ ψηφίσουν ἕνα Σύνταγμα, ὅπως–ὅπως, μὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι, τὸ Σύνταγμα αὐτὸ δὲν θὰ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι. Καὶ πραγματικῶς αἱ ψυχολογικαὶ συνθῆκαι ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν, δὲν εἶναι αἱ καταλληλότεραι διὰ νὰ δοθοῦν εἰς τὸ νέον μας Σύνταγμα αἱ ἀρχαί, αἱ προοδευτικαὶ ἀρχαί, τὰς ὁποίας θὰ ἔπρεπε νὰ περιλάβῃ ἕνα Σύνταγμα συγχρονισμένον. Ἀντιστρόφως, μάλιστα, ἠμπορεῖ νὰ εἴπω, ὅτι αἱ συνθῆκαι εἶναι τοιαῦται, ὥστε ἐξασκοῦν μίαν διαρροὴν καὶ μίαν ἐπίρροιαν ἐπὶ τῶν σκέψεών μας. Καὶ φοβοῦμαι, μήπως τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ παρουσιάσωμεν, εἶναι ὀπισθοδρομικώτερον καὶ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, τοῦ ψηφισθέντος πρὸ 38 ἐτῶν. Καὶ αὐταὶ αἱ φραστικαὶ, αἱ αὐστηραὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι προτείνονται παρὰ τινων συναδέλφων, νὰ εἰσαχθοῦν εἰς τὸ Σύνταγμα, μὲ τὴν ἀντίληψιν ὅτι δι’ αὐτῶν θὰ προελαμβάνοντο μελλοντικαὶ ἀνωμαλίαι, νομίζω ὅτι δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὴν πραγματικότητα. Καὶ ἔχομεν παραδείγματα, ὅτι δὲν εἶναι αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι ἠμποροῦν νὰ προλάβουν ἢ νὰ ματαιώσουν πολιτικὰς ἀνωμαλίας. Ἔχομεν ἐκτὸς τῶν ἄλλων παραδειγμάτων καὶ ἕνα τελευταῖον παράδειγμα, τὸ τῆς Πανυπαλληλικῆς ἀπεργίας, ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ καθεστὼς στρατιωτικοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος εἶναι αὐστηρότερος οἱασδήποτε σχετικῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν τυχὸν θὰ ἐβάζατε εἰς τὸ Σύνταγμα. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν πρόκειται νὰ μᾶς ἀπαλλάξουν μελλοντικῶν ἀνωμαλιῶν ὡς τυχὸν αὐστηραὶ διατάξεις, τὰς ὁποίας θὰ ἐβάζομεν μέσα εἰς τὸ Σύνταγμα. Φοβοῦμαι ὅτι καὶ περαιουμένου τυχὸν τοῦ ἔργου τῆς ἀναθεωρήσεως, συντόμως θὰ χρειασθῇ νὰ γίνῃ νέα αὐτοῦ ἀναθεώρησις, αἱ δὲ συχναὶ ἀναθεωρήσεις τοῦ καταστατικοῦ χάρτου μιᾶς χώρας, ἀποδεικνύουν τὴν ἀστάθειαν αὐτοῦ. Καὶ διὰ τοῦτο πολλαὶ χῶραι ἐπροτίμησαν νὰ διατηρήσουν σταθερότητα εἰς τὸν καταστατικόν των χάρτην, παρὰ νὰ ἐπιδιώξουν τὴν τελειότητα αὐτοῦ. Καὶ διὰ τοῦτο μετὰ σχολαστικότητος διατηροῦν ἀνέπαφον τὸν ἀρχικὸν καταστατικόν των χάρτην, ὅπως ἡμεῖς θεωροῦμεν ἱεροσυλίαν νὰ μεταβάλωμεν ἔστω καὶ μίαν λέξιν, ἀπὸ τὰς Ἁγίας Γραφάς. Ἐν τούτοις παρ’ ὅλα αὐτὰ δὲν θὰ εἴμεθα ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι θὰ συνεβουλεύαμεν νὰ σταματήσῃ τὸ ἀρξάμενον ἤδη ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως. Ὁμολογῶ ὅτι ὀφείλομεν χάριτας εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία μὲ μίαν εὐσυνείδητον καὶ ἀξίαν παντὸς ἐπαίνου προσπάθειαν μᾶς ἐπαρουσίασεν ἕνα ἔργον, ἕνα σχέδιον ἀρκετὰ μελετημένο καὶ μᾶς ὑπέδειξεν ἑκάστοτε καὶ τρόπους ταχυτέρας ἀποπερατώσεως τοῦ ἀναθεωρητικοῦ μας ἔργου. Καὶ ἡμεῖς, τουλάχιστον, μὴ ἀποδίδοντες, ὅπως ἤδη εἶπον, ὅτι θὰ εἶχε σημαντικὰς συνεπείας ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη διατύπωσις τῶν ἄρθρων τοῦ ὑπὸ ἀναθεώρησιν Συντάγματος, δὲν θὰ ἀπεκρούαμεν οἱανδήποτε λύσιν, ἡ ὁποία θὰ συνέτεινεν εἰς τὴν ταχυτέραν ἀποπεράτωσιν τοῦ Συνταγματικοῦ μας ἔργου, ἔστω καὶ διὰ τοῦ ψηφίσματος, τοῦ πρὸ ἡμῶν, τὸ ὁποῖον προτείνεται ἀπὸ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν. Ἐξακολουθῶ ὅμως νὰ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ ἀποπεράτωσις τοῦ ἔργου τῆς ἀναθεωρήσεως εἶναι εἰς χεῖρας τῆς πλειοψηφίας τῆς κατευθυνομένης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ πάντα μοῦ μένει ἡ ἀμφιβολία, ἐὰν θὰ προτιμήσῃ τὴν ἰδικήν της ἄνεσιν, διακόπτουσα τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς διὰ τῆς λήξεως τῆς συνόδου, ἀπὸ τὴν κοπιώδη ἐργασίαν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Εὔχομαι νὰ μὴ εἶμαι μάντις κακῶν.
§61Θ. ΚΩΗΣ. Κύριοι βουλευταί. Ἡ παροῦσα Βουλὴ εἰσῆλθεν εἰς τὸ τέταρτον ἔτος τῆς Βουλευτικῆς Περιόδου, ἀλλ’ εἰς τὸ ἀναθεωρητικὸν αὐτῆς ἔργον ἐσημειώθη μεγάλη καθυστέρησις προανάκρουσμα τοῦ κινδύνου τῆς ματαιώσεως. Πολλοὶ βουλευταὶ ἠθέλησαν κατὰ καιροὺς νὰ ἀντιμετωπίσωσι τὸ θέμα τοῦτο. Μεταξὺ ἄλλων τῇ 10–8–1948 οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Μουτζουρίδης, Θεοφανόπουλος, Χατζηπάνος, Θ. Τσάτσος, Λαγάκος, Ἀριστείδου, Ἀβέρωφ καὶ ἄλλοι κατ’ Ὀκτώβριον δὲ 1948 τεσσαράκοντα καὶ πλέον βουλευταὶ κατέθεσαν πρότασιν ἵνα διατηρηθῶσιν ἐν ἰσχύϊ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, ὡς τὸ 1911 ἀνεθεωρήθη, συμπληρούμενον ὑπὸ τῶν δυνάμει συντακτικῶν πράξεων ἰσχυουσῶν καὶ νῦν διατάξεων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927. Εὐρυτέραν ἀνάλυσιν τῆς προτάσεως ταύτης ἀντιμετωπίζουσαν καθ’ ἡμᾶς τὸ προκείμενον ζήτημα μετὰ προσθηκῶν περιέχει ἡ πρότασις ἡ κατατεθεῖσα ὑπὸ 13 βουλευτῶν τὴν 22 Ὀκτωβρίου 1948. Ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ἂν οἱ ἄλλοι ὑπογράψαντες τὴν πρότασιν ταύτην κ.κ. συνάδελφοι ἐμμένουσιν εἰς ταύτην. Μεταξὺ τῶν ὑπογραψάντων εἴμεθα καὶ ἡμεῖς καὶ ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἀναπτύξωμεν τὴν ἔννοιαν καὶ τὸν σκοπὸν αὐτῆς συγκριτικῶς πρὸς τὰς ἄλλας ὑποβληθείσας καὶ τεθείσας ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν. Ἀληθῶς ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπή, ἧς μετεῖχον νεωστί, ἐχομένη τοῦ ἔργου αὐτῆς ἐν ἀρχῇ ἀντετάσσετο κατὰ πάσης προσπαθείας, ἥτις ἀπέκλειε τὴν συστηματικὴν συζήτησιν τῶν προτάσεων αὐτῆς. Ἐκ τῶν πραγμάτων ὅμως ἐπείσθη, ὅτι παρίσταται ἀνάγκη μεταβολῆς κατευθύνσεων ἐν τῇ διαδικασίᾳ τῆς ἀναθεωρήσεως. Καὶ κατήρτισε τὴν κρινομένην πρότασιν. Περὶ τῶν προτάσεων τούτων πρόκειται νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, προτάσεων αἵτινες ἔχουσι τὸν αὐτὸν σκοπόν, ἀλλὰ διάφορον εἰσηγοῦνται διαδικασίαν πρὸς ἐπίτευξιν αὐτοῦ. Αἱ σκέψεις ἐξ ὧν ὡρμήθησαν εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεως τῶν 13 εἶναι αὗται. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, ὡς ἀνεθεωρήθη τὸ 1911, καὶ συνεπληρώθη διὰ τῆς Κοινοβουλευτικῆς πράξεως θεωροῦμεν ἐν τῷ συνόλῳ ἄρτιον. Τοῦτο ἀναθεωρηθὲν εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν ἤκμασαν διαπρεπέστατοι τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς πολιτικῆς ἐκπρόσωποι περιέλαβε διατάξεις εὐστόχους καὶ ἐλαστικάς, ὥστε νὰ δύναται προσφυῶς νὰ ἀνταποκρίνηται εἰς τὰς ἑκάστοτε ἐξελίξεις. Ταύτην τὴν κατ’ ἐξοχὴν ἀρετὴν περιέχει τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα. Ἥκιστα ἐν τῇ πράξει συναντῶνται περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας διαφαίνεται ἀνωμαλία ἀποδοτέα εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἀσφαλῶς ἡ ἐν τῇ χώρᾳ κακοδαιμονία οὐδαμῶς δύναται νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα. Ὡς τοῦτο μάλιστα συνεπληρώθη διὰ συντακτικῶν πράξεων ἐκ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 καί τινων ἄλλων τροποποιήσεων ἀπέβη πλῆρες καὶ ἄρτιον. Ἐπὶ τούτου πρέπει νὰ διακρίνωμεν τὰς διατάξεις τὰς ἀφορώσας τὴν νομικὴν καθαρῶς διάρθρωσιν τῆς Πολιτείας καὶ τὰς διατάξεις κοινωνικοοικονομικοῦ περιεχομένου. Βάσει τῶν σκέψεων τούτων συνετάχθη ἡ ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν ἡμετέρα πρότασις. Οὕτως ἐν ἀρχῇ τῆς προτάσεως ἐξαίρεται ἡ διὰ τοῦ δημοψηφίσματος καθορισθεῖσα μορφὴ τοῦ Πολιτεύματος ὡς Δημοκρατίας Βασιλευομένης. Ἐν ἄρθρῳ πρώτῳ καθορίζεται ὡς ἰσχῦον ὁριστικῶς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, ὡς ἀνεθεωρήθη τῷ 1911 τροποποιούμενον καὶ συμπληρούμενον διὰ τῆς Ζʹ συντακτικῆς πράξεως τῆς 28.10.1935 ἐκ τοῦ συντάγματος τοῦ 1927 διατηρηθεισῶν καὶ ἰσχυουσῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 29, 49, 57, 58, 99, 102, 105, 109, 112 καὶ 114. Διὰ τοῦ ἄρθρου 2 ἰσχύουσιν τὰ ἄρθρα 3–9 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ὡς διεγράφησαν καὶ ἐψηφίσθησαν ἀναθεωρηθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦ ἄρθρου 3 ρυθμίζονται ὁριστικῶς τὰ τῆς Δʹ Συντακτικῆς πράξεως ρυθμισθέντα προσωρινῶς ζητήματα τὰ προκύψαντα ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 καὶ ἐπαναφορᾶς ἐν ἰσχύϊ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Τὸ ἄρθρον 5 ρυθμίζει τὰ περὶ Ἀντιβασιλείας. Πρόκειται περὶ ἐπαναλήψεως διατάξεων, αἵτινες ἐλήφθησαν ἐκ τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς. Διὰ τοῦ ἄρθρου 5 πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις καταστάσεως διὰ τῆς χρησιμοποιήσεως κατὰ τὰς περιστάσεις καὶ κακῶν πολιτικῶν προσώπων, ἀναιρεῖται τὸ ἀσυμβίβαστον πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, Πρέσβεως καὶ Διπλωματικοῦ ἀντιπροσώπου. Διὰ τοῦ ἄρθρου 6 προστίθεται διάταξις καὶ νῦν ἰσχύουσα δυνάμει τῆς ΚΑ 14.5.1935 συντακτικῆς πράξεως, ὡς ἀνεμορφώθη διὰ τῆς ἀπὸ 11.2.1945 τοιαύτης ἐπιτρέπουσα τὴν κήρυξιν τῆς καταστάσεως πολιορκίας καὶ ἐν περιπτώσει κινδύνου σοβαρᾶς διαταραχῆς τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας τῆς χώρας. Λαμβάνεται δὲ καὶ ἡ πρόνοια περὶ τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων περὶ ὑπαγωγῆς κακουργημάτων εἰς Ἐφετεῖα μέχρις οὗ διὰ νόμου ἀποφασισθῇ ἡ ἐπαναγωγὴ τούτων εἰς τὰ ὁρκωτὰ Δικαστήρια. Αὗται εἶναι αἱ διατάξεις αἱ ἀφορῶσαι τὴν νομικὴν διάρθρωσιν τοῦ Συντάγματος. Αἱ ἐπὶ τούτων συζητήσεις κατ’ ἐξοχὴν θεωρητικαὶ θέτουσι τὴν Βουλὴν ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις ἐκτὸς τῆς ὑπαρχούσης πραγματικότητος. Πράγματι δὲ περιορίζουσι καὶ τὸ Νομοθετικὸν ἔργον καὶ τὸ τοῦ ἐλέγχου. Οὕτω τὰ τοιαῦτα ζητήματα τῆς νομικῆς κατασκευῆς διὰ τῆς προτάσεως ἡμῶν καθ’ ἡμᾶς εὑρίσκουσι τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν καλλίτερον τρόπον λύσιν καὶ τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον δύναται νὰ θεωρηθῇ συμπληρωθέν, προστιθεμένων ἐπὶ τέλους καί τινων ἄλλων διατάξεων. Ἀλλ’ ἡ πρότασις ἡμῶν ἔχει καὶ τοῦτο τὸ σημαντικόν. Ἐπιτρέπει καὶ συντελεσθέντος τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου ἵνα διὰ παρεκκλίσεων ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος ληφθῇ μέριμνα πρὸς ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, κτηνοτρόφων καὶ πρὸς ἀστικὴν τοιαύτην ἀστέγων ἀγροτῶν, ἐργατῶν, δημοσίων καὶ ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ καὶ τοιαύτη διὰ τὴν οἰκονομικὴν συγκρότησιν καὶ ἄμυναν τῆς χώρας. Οὕτω λοιπὸν ἡ παροῦσα Βουλὴ διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς ἐξ εὐαρίθμων ἄρθρων, ἰσχυόντων κατὰ τὸ πλεῖστον, προτάσεως τερματίζει τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον ὡς πρὸς τὰς θεωρητικὰς συζητήσεις. Καὶ εἰσέρχεται εἰς θέματα κοινωνικοπολιτικῆς φύσεως, ὡς τὸ τῆς ἀποκαταστάσεως ἀστικῆς καὶ ἀγροτικῆς ἀκτημόνων καὶ ἀστέγων, ἅτινα θέλουσι προκαλέσει ἀμείωτον τὸ ἐνδιαφέρον τῆς κοινῆς γνώμης. Ὀφείλω νὰ τονίσω, ὅτι ἐπιστημονικώτατον καὶ πολύτιμον εἶναι τὸ ἔργον τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ κατ’ ἐξοχὴν θεωρητικὸν ἐν πολλοῖς μὴ ἀντιμετωπίζον τὰς ὑπαρχούσας πραγματικότητας. Ἡ Βουλὴ ἀπέδειξε τοὐλάχιστον ἐκ τῶν ἄχρι τοῦδε συζητήσεων ὅτι ἐμμένει περίπου εἰς τὰς παλαιὰς διατάξεις. Ἀληθῶς τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς ἔν τισι μὲν παρουσιάζεται ἀναχρονιστικὸν ἔν τισι δὲ προτείνει πρωτότυπα νομικὰ μορφώματα ἢ καὶ μεταρρυθμίσεις δυσπιστίαν πρὸς τὴν Βουλὴν ἐμφαινούσας. Ἐπηρεασθεῖσα ἐκ τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως, τὴν ὁποίαν διέρχεται ἡ Χώρα, προτείνει τὸν περιορισμὸν τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι, τὸν περιορισμὸν τῆς ἐλευθεροτυπίας, τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀπαραβιάστου, τοῦ ἀπορρήτου τῶν ἐπιστολῶν καὶ ἄλλων. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον θεσπίζεται τὸ δυνατὸν τῆς ἀναστολῆς τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν κηρυσσομένου τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου καὶ διὰ λόγους διαταράξεως τῆς τάξεως, οἱ καὶ διὰ τὰς ὁμαλὰς καταστάσεις προτεινόμενοι ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς περιορισμοὶ τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν ἐλέγχονται ἄνευ οὐσιαστικῆς δικαιολογίας. Νέα ὅμως νομικὰ μορφώματα εἶναι ἡ διασπῶσα τὴν ἑνότητα τῆς Βουλῆς παρὰ τὴν ἔννοιαν τῆς λαϊκῆς βουλήσεως καὶ προτεινομένη ἐν ἄρθρῳ 116 τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς διαίρεσις τῆς Βουλῆς εἰς τμήματα. Παράδοξον εἶναι τὸ δυνατὸν τῆς συστάσεως Δικαστηρίων ἐκ βουλευτῶν πρὸς ἐκδίκασιν ὡρισμένων πειθαρχικῶν παραπτωμάτων τῶν Ἀεροπαγιτῶν καὶ Συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἄλλων, ἀσύστατος δὲ εἶναι ἡ προτεινομένη καὶ ἐκ καθηγητῶν τῆς Νομικῆς Σχολῆς καί Συμβούλων Ἐπικρατείας (ἄρθρ. 130), σύνθεσις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἐν ὁλομελείᾳ καὶ ὅσαι ἄλλαι διατάξεις προδίδουσιν ἀδικαιολόγητον δυσπιστίαν πρὸς τὴν Βουλὴν ὑποβάλλουσαι ταύτην ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν ἄλλων κρατικῶν, ἐκτὸς αὐτῆς, ὀργάνων. Ἀκριβῶς δὲ ὡς παρετηρήθη αἱ καινοτόμοι προτάσεις τῆς ἐπιτροπῆς προκαλοῦσι τὰς ἀτελευτήτους συζητήσεις, αἵτινες διεξάγονται μεταξὺ τῶν προτεινόντων τὰς καινοτομίας καὶ τῶν ἀμυνομένων ὑπὲρ τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων. Ὑπὸ τὰς συνθήκας ταύτας ἡ πρότασις τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς οὐδόλως πρόκειται νὰ ἐπιτύχῃ τοῦ σκοποῦ τῆς ἐπισπεύσεως τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου. Μεταξὺ τῆς ἡμετέρας προτάσεως καὶ ἐκείνης τῆς ἐπιτροπῆς ὑπάρχει οὐσιώδης διαφορά. Ψηφιζομένης τῆς ἡμετέρας προτάσεως τερματίζεται τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον, περιοριζομένης τῆς Βουλῆς εἰς τὸ τῆς ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων, ἀγροτῶν καὶ ἀστέγων. Ψηφιζομένης τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς ἐπουσιωδῶς διευκολύνεται τοῦτο, ἀνοίγεται δὲ καὶ αὖθις ἡ ὁδὸς εἰς ἀτέρμονας συζητήσεις. Πρέπει νὰ σημειώσω ἐνταῦθα, ὅτι ἐκ τῶν 14 μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἀποφασισάντων κατὰ τὴν συνεδρίαν ἐκείνην μόνον ὁ κ. Θεμ. Τσάτσος συνετάχθη κατὰ βάσιν πρὸς τὴν ἡμετέραν πρότασιν ὁμόδοξοι ὅμως ἦσαν πλεῖστοι συνάδελφοι, ὑποβαλόντες παρομοίας προτάσεις. Τὰ ἄλλα τῆς ἐπιτροπῆς μέλη φιλοστόργως διακείμενα πρὸς τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς συνετάχθησαν πρὸς τὴν νῦν κρινομένην ταύτης πρότασιν. Τὸ πρῶτον ἄρθρον τῆς ἐπιτροπῆς οὐδόλως διευκολύνει τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς εἰμὴ μόνον κατ’ ἐπιφάνειαν. Κρίνει ὡς μὴ ἀναθεωρητέα ὡρισμένα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν οὔτε συζητήσεις ἠδύναντο νὰ προκαλέσωσιν, οὔτε νὰ ἀναθεωρηθῶσι. Δὲν ἀποτελεῖ ἐπίσης διευκόλυνσιν τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου ἡ προτεινομένη διατήρησις τῶν ἐκ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 ἰσχυουσῶν καὶ νῦν διατάξεων. Προτείνεται ὅμως ἡ ἀθρόα ἐπιψήφισις ἄρθρων, τῶν ὁποίων τινὰ μὲν διαφέρουσι φραστικῶς ἢ ἐπουσιωδῶς τῶν νῦν ἰσχυόντων καὶ δὲν ἐπρόκειτο ἐπὶ τούτων νὰ προηγηθῶσι συζητήσεις. Ἀλλὰ προτείνονται καὶ μεταβολαὶ καθ’ ἡμᾶς, αἵτινες εἶναι οὐσιώδεις καὶ δὲν προσήκει νὰ γίνωσι δεκταὶ δι’ ἀθρόας ἐπιψηφίσεως. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν ἀκολούθων. Οὕτως, ἐνῷ τὸ ἄρθρον 20 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος καθορίζει τὸ ἀπολύτως ἀπαραβίαστον τοῦ ἀπορρήτου τῶν ἐπιστολῶν καὶ θὰ ἠδύνατο καὶ νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ πάσης ἀνταποκρίσεως, προτείνεται πρὸς ἀθρόαν ἐπιψήφισιν τὸ ἄρθρον 12 τῆς ἐπιτροπῆς, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπὶ τῇ ὑποψίᾳ ἀξιοποίνου πράξεως ἀποφάσει δικαστικοῦ Συμβουλίου ἐπιτρέπεται ἡ παραβίασις τοῦ ἀπορρήτου, ὅπερ τὸ ἰσχῦον ἄρθρον κηρύσσει ἀπολύτως ἀπαραβίαστον.
§62Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ ἔννοια εἶναι ὅτι θὰ ἔχῃ ὑποβληθῆ μήνυσις καὶ ὅτι συνεθείᾳ τῆς μηνύσεως διενεργεῖται ἀνάκρισις καὶ παραπέμπεται ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ, νὰ παραβιασθῇ ἡ ἐπιστολή. Δὲν νομίζω δηλαδὴ ὅτι ἡ ἔννοια εἶναι ὅτι εἰς πᾶσαν περίπτωσιν, προκειμένου νὰ παραβιασθῇ τὸ ἀπόρρητον μιᾶς ἐπιστολῆς, θὰ δύναται νὰ συνέλθῃ ἓν ὁποιοδήποτε Δικαστικὸν Συμβούλιον καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι πρέπει νὰ παραβιασθῇ ἡ ἐπιστολή. Αὐτὸ θὰ ἦτο ἀκατανόητον.
§63Θ. ΚΩΗΣ. Σεῖς λέγετε ὅτι θὰ ἀφίσῃ νὰ ὑποβληθῇ μήνυσις καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι θὰ γίνῃ κατάχρησις τῆς διαταγῆς αὐτῆς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἀναίρεσιν τῶν ἐγγυήσεων. Δι’ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα ἔθεσε τὴν λέξιν «ἀπολύτως», τὴν ὁποίαν δὲν εἶχε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844. Πάντως ἡ ἐξαίρεσις τοῦ ἀπορρήτου δὲν δύναται νὰ γίνῃ δι’ ἀθρόας ἐπιψηφίσεως. Πρόκειται περὶ περιωρισμοῦ θεμελιώδους διατάξεως. Τὸ ἄρθρον 76 τῆς ἐπιτροπῆς συνδεόμενον πρὸς τὸ ἄρθρον 102 τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἀπαράδεκτον δι’ ἀθρόας ἐπιψηφίσεως. Προτείνει τὴν θέσπισιν διατάξεων περὶ τῆς λεγομένης Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως ἤτοι Κανόνων Κοινοβουλευτικῶν ἐν αὐτῷ τῷ Συντάγματι. Οἱ Κανόνες τῆς Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, προϊὸν μακρᾶς παραδόσεως καὶ ἐφαρμογῆς, ἔχουσι τὴν βάσιν αὑτὴν εἰς τὴν βαθεῖαν συνείδησιν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, οὗτινος εἶναι ἀπόκτημα. Αἱ διατάξεις τῆς ἠθικῆς τοῦ πολιτεύματος ἔχουσι κῦρος ἀνώτερον πάσης συνταγματικῆς. Ἀποτελοῦσιν, ὡς ἐν Ἀγγλίᾳ τῇ κοιτίδι τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος, τὸ ἄγραφον δίκαιον, τὸ ὑπεράνω παντὸς ἄλλου κρατοῦν. Οὐδεὶς ὁ διαφωνῶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἀπολαύῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς ἀκινητοποιεῖ τὴν ἐκ τῶν πραγμάτων ἐξέλιξιν τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν, ἀλλὰ καὶ εἰσάγει καὶ ἀπαραδέκτους περιορισμούς, ἀποκλείουσα τὴν ἐπανάληψιν προτάσεως δυσπιστίας, ἀπορριπτομένης, εἰμὴ μετὰ πάροδον τριμήνου. Ἐν τῷ μεταξὺ θὰ παραμένῃ Κυβέρνησις ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Ἔθνους. Τοιαῦται προτάσεις χρήζουσι συζητήσεως. Δὲν ἐκχωρεῖται ἀθρόα ἐπιψήφισις. Αἱ διατάξεις αὗται θίγουσι τὰς βάσεις τοῦ Πολιτεύματος. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἄρθρον 24, δι’ οὗ προστίθεται διάταξις ἐπιτρέπουσα τὴν κήρυξιν τοῦ Στρατιωτικοῦ Νόμου διὰ λόγους σοβαρᾶς διαταραχῆς τῆς τάξεως μεγάλης σημασίας δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ ἀθρόως μετὰ τόσων ἄλλων. Ἐν τῇ ἡμετέρᾳ προτάσει κεῖται μετ’ εὐαρίθμων ἄλλων ἄρθρων ἐν ἄρθρῳ αὐτοτελεῖ. Ἄξιον ἐρεύνης ἰδιαιτέρας εἶναι τὸ προτεινόμενον ἄρθρον 85 ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς κατὰ τὸ σημεῖον, καθ’ ὅ ἀπαγορεύεται ἀμνηστία ἐπὶ κοινῶν ἐγκλημάτων καὶ διὰ νόμου ἔτι. Αἱ καταχρήσεις δὲν δύνανται νὰ ἀγάγωσιν εἰς τὴν τοιαύτην διάταξιν, ἐφ’ ὅσον μάλιστα τὴν κατάχρησιν δὲν ἀποκλείει ἡ μέθοδος τῶν εἰσαγομένων παραδόξων βραχυπροθέσμων παραγραφῶν τοῦ ἀξιοποίνου καὶ τῶν ποινικῶν ἀποφάσεων. Οὐδὲ εἶναι ἀπροσμάχητον τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι διατάξεις τινὲς ἴσχυσαν ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1927. Τί δὲ θὰ συμβῇ ὅταν ἀδήριτος ἀνάγκη ἐπιβάλλει τὴν ἀμνηστίαν ἐκ λόγων ποινικῆς πολιτικῆς, ἢ ἐξ ἄλλης φύσεως ἀναποτρέπτου. Τὸ προτεινόμενον ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἄρθρον 70, καθ’ ὅ, αἰτήσει τοῦ τρίτου τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, ὑποχρεοῦται νὰ ὁρίζῃ ἐξεταστικὰς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὰς χρήζει ἰδιαιτέρας συζητήσεως, διότι ἱδρύει εἶδος κοινοβουλευτικῆς τυραννίδος τῆς μειοψηφίας, καθ’ ὅσον ὑπαρχόντων μὲν σπουδαίων ζητημάτων ἡ Βουλὴ δὲν ἠρνήθη τὴν σύστασιν ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν, ἀλλ’ ἡ ὑποχρεωτικὴ σύστασις ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν, αἰτήσει τοῦ τρίτου, δύναται, ἐπαναλαμβανομένη, νὰ ἀγάγῃ εἰς φθορὰν τοῦ κύρους τῆς Κυβερνήσεως. Χρῄζει λοιπόν, καὶ ἡ προτεινομένη αὕτη καινοτομία, ἀσχέτως ὀρθότητος, διερευνήσεως. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατὶ ἡ σύντομος διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 65, καθ’ ὃ ἡ Βουλὴ προσδιορίζει διὰ Κανονισμοῦ, πῶς θέλει νὰ ἐκτελῇ τὰ καθήκοντά της, ὅπερ ἡρμηνεύθη ἐπιστημονικῶς, σημαῖνον ὅτι, δηλαδὴ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἀποτελεῖ ἰδιότυπον νόμον μὴ δυνάμενον νὰ τροποποιηθῇ εἰμὴ διὰ νόμου, δὲν δύναμαι λέγω νὰ ἐννοήσω διατὶ προτείνεται νὰ ἀντικατασταθῇ διὰ διατυπώσεως ἐν πλατυασμῷ καὶ ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως ἐχούσης θέσιν εἰς ἐπιστημονικὰ συγγράμματα. Ἀλλ’ ἀσχέτως ἄλλων καὶ ἡ προτεινομένη καινοτομία τοῦ ἄρθρου 98 τῆς ἐπιτροπῆς, καθ’ ἣν τὸ ἀνώτατον ὅριον τῆς ἡλικίας ἐλεγκτῶν καὶ παρέδρων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δύναται νὰ ἐπεκταθῇ μέχρι τοῦ 75 ἀντὶ τοῦ νῦν 60 στερεῖται σκοπιμότητος καὶ θ’ ἀπετέλει μεταρρύθμισιν ἐπὶ τὰ χείρω. Τὸ ὅριον τῶν 75 ἐτῶν εἶναι ὑπέρμετρον. Δὲν δυνάμεθα διὰ νόμων νὰ ἀντεπεξερχώμεθα κατὰ τῆς ἐκ τοῦ χρόνου κατὰ κανόνα ἀναλώσεως ἐν τῇ δράσει. Διατάξεις δὲ τοιαῦται μαραίνουσι τὸν ὑπηρεσιακὸν ζῆλον τῶν νεωτέρων, ἀφ’ ὧν ἀποκόπτουσι τὴν ἐλπίδα τῆς ἐν καιρῷ προαγωγῆς, λόγῳ ἐλλείψεως θέσεων, παραμενόντων τῶν ὑπερηλίκων. Ἱκανὰ ἐλέχθησαν καὶ ἄλλα θὰ ἠδύναντο νὰ λεχθῶσιν. Ἀλλὰ νομίζομεν, ὅτι ἐκ τῶν λεχθέντων δύνανται νὰ συνταχθῶσιν ταῦτα. Ἢ θὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον, ἀκολουθοῦσα τὴν πρὸς τοῦτο προσφυᾶ διαδικασίαν ἢ θὰ κρίνῃ, ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ λόγῳ τῶν περιστάσεων ἢ ἐξ ἄλλων λόγων δὲν δύναται ἢ δὲν πρέπει νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον τοῦτο. Ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς αὐτὴ μὲν καθ’ ἑαυτὴν δημιουργεῖ ζητήματα, ἐλάχιστα διευκολύνει τὴν ἐπίσπευσιν τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου, ἀνοίγει τὴν θύραν εἰς ἀτελευτήτους συζητήσεις, τῶν ὁποίων τὸ τέλος τελεσφόρον δὲν προοιωνίζεται. Εἰς Ὑμᾶς, κύριοι βουλευταί, ἀπόκειται περὶ τούτων νὰ ἀποφασίσητε, ἡμεῖς δὲ τὸ ἐφ’ ἡμᾶς θὰ προσπαθήσωμεν νὰ συμβάλωμεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν οἱασδήποτε ἀποφάσεως Ὑμῶν, ἀλλ’ ἐπισημαίνομεν τὰς προβλέψεις μας. (Χειροκροτήματα).
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Θηβαῖος ἔχει τὸν λόγον.
§65Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, κανὼν τῶν συνταγματικῶν συζητήσεων εἶναι, ὅτι αἱ ἀναθεωρήσεις διεξάγονται κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ὁπότε πρόσφατος εἶναι καὶ ἡ λαϊκὴ ἐντολὴ καὶ ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἐν ἀπολύτῳ ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ ἐντολέως λαοῦ. Τοῦτο ἔπρεπε νὰ γίνῃ καὶ εἰς τὴν παροῦσαν Βουλήν. Δυστυχῶς παρῆλθον τρία ὁλόκληρα ἔτη καὶ βαίνομεν πρὸς τὴν λῆξιν τοῦ βίου τῆς παρούσης Βουλῆς, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἐκπληρώσῃ τὸ πρώτιστον καὶ οὐσιῶδες καθῆκον μας, τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Χαρακτηρίζομεν τοῦτο ὡς πρώτιστον καὶ οὐσιῶδες, διότι, οὐσιαστικῶς, ἀπὸ τοῦ ἔτους 1911 εὑρισκόμεθα ἐν συνταγματικῇ ἀρρυθμίᾳ — ἐπαναστάσεις, ἐκτροπαὶ ἐκ τοῦ Συντάγματος, μεταβολαὶ τοῦ πολιτεύματος, δικτατορία, κατοχή. Εὑρισκόμεθα, δηλαδή, ὄχι μόνον εἰς πλήρη Συνταγματικὴν ἀρρυθμίαν, ἀλλὰ καὶ εἰς μίαν ἴσως ἀλλοίωσιν τοῦ πολιτεύματος, ἐπιβληθεῖσαν ἐκ τῶν δυσχερῶν περιστάσεων καὶ τῆς μεταβολῆς τῶν πολιτικῶν συνθηκῶν, αἱ ὁποῖαι ἐμεσολάβησαν κατὰ τὸν ἐνδιάμεσον χρόνον. Νομίζω, ὅτι θ’ ἀπετέλει πολιτικὴν στρουθοκαμήλου ἐὰν ἐκλείομεν τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ ἐθεωροῦμεν ὅτι ἡ συνταγματικὴ ἐπιστήμη καὶ ἡ πολιτικὴ ἀνέλιξις τῆς Χώρας ἐσταμάτησεν εἰς τὰ πολιτικὰ καὶ κοινωνικὰ δεδομένα τοῦ 1911. Ἔκτοτε ἐπηκολούθησαν δύο τεράστιοι παγκόσμιοι πόλεμοι, κοινωνικαὶ ἀντιλήψεις καὶ ἀξίαι αἰωνόβιοι ἀνετράπησαν, νέαι ἰδέαι ἐνεφανίσθησαν, αἱ ὁποῖαι ἔτεινον, ἐὰν ἐπεκράτουν, νὰ ἐπηρεάσουν τὸν βίον ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου εἴτε θετικῶς, εἴτε ἀρνητικῶς. Θὰ ἀπετέλει λοιπὸν μυωπίαν εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν μεταβολὴν τῶν πραγμάτων ἐὰν δὲν ἀντιλαμβανώμεθα καὶ ἡμεῖς τὴν ἀνάγκην νὰ προσαρμοσθῶμεν τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα εἰς τὰ νέα αὐτὰ δεδομένα. Πέραν τούτου θὰ ἔλεγον, ὅτι δύο εἶναι τὰ κύρια σημεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐπιτροπὴ ἔλαβε καινοτόμους ἀποφάσεις. Πρῶτον τὸ ζήτημα τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἀποτελεῖ κύριον μυωπίαν μεγίστου βαθμοῦ νὰ πιστεύωμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν μὲ τὰς συνταγματικὰς κατοχυρώσεις καὶ τὰς μεθόδους τοῦ πολιτεύματος τοῦ 1911, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀντεπεξέλθῃ εἰς τὸν ἐν καιρῷ πολέμου ἐλλοχεύοντα καὶ ἐν καιρῷ εἰρήνης δρῶντα ἐχθρόν. Ἀποτελεῖ κάλυμμα εὐλογοφανὲς τῶν προσπαθειῶν τῶν ἀναρχικῶν τὸ κεφάλαιον τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν. Ὅλαι αἱ ἐνέργειαι τῶν κομμουνιστῶν ὅλου τοῦ κόσμου γίνονται ἐν ὀνόματι τοῦ κεφαλαίου περὶ πολιτικῶν ἐλευθεριῶν.
§66Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ κ. Γονατᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην φράσιν, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν διαύγειαν καὶ τὴν θεληματικότητα τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν.
§67Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ἄλλο τὸ πρόβλημα τῶν... (δὲν ἠκούσθη). Ἀποτελεῖ, ἀναμφισβητήτως, δέσμευσιν τῆς Κυβερνήσεως ἡ ὕπαρξις πολιτικῶν ἐλευθεριῶν ἠγγυωμένων, ἡ ὁποία διευκολύνει τὴν κατάχρησιν εἰς βάρος τοῦ Κράτους. Σήμερον αἱ πολιτικαὶ ἐλευθερίαι εἶναι τὸ μέσον τῆς κατοχυρώσεως τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν εἰς βάρος τῆς ὑπάρξεως τοῦ Κράτους. Δηλαδὴ ἄλλοτε κατωχυροῦμεν τοὺς πολίτας διὰ τὴν πολιτικὴν ἐλευθερίαν, σήμερον εἶναι καιρὸς νὰ κατωχυρωθῇ τὸ κράτος ἐναντίον τοῦ κινδύνου ὡρισμένων ἀναρχικῶν πολιτῶν. Τοῦτο εἶναι τὸ οὐσιῶδες πρόβλημα, ἡ ἐνίσχυσις τῆς κρατικῆς ἐξουσίας.
§68Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι ἐνίσχυσις.
§69Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψίς μου, ἀκριβῶς διὰ νὰ παράσχωμεν τὴν εὐχέρειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κυβερνᾶ τὸν τόπον καὶ νὰ μὴ ταλανίζεται. Δεύτερον θέμα εἶναι ἡ περίσωσις τοῦ Κοινοβουλίου. Οἱ καιροὶ καὶ αἱ περιστάσεις ἐπιβάλλουν πολλάκις ταχὺν ρυθμὸν πρὸς παρακολούθησιν τῶν ἐναλλασσομένων καταστάσεων. Δύο εἶναι τὰ προβλήματα. Ἢ θὰ ἀναγνωρίσετε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ νομοθετῇ, ἢ θὰ ἀναγκάσετε τὴν Βουλὴν νὰ νομοθετῇ ταχύτερον κατά τινα τρόπον. Ἐὰν ἡ Βουλὴ συμφωνῇ νὰ καταργήσωμεν τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἀναθέσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ νομοθετῇ, εἶναι μία λύσις. Ἀλλὰ ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀμύνεται ὑπὲρ τοῦ δικαιώματος, καθ’ ὃ δὲν λειτουργεῖ αὕτη καὶ ἀνέχεται τὰς ἐξουσιοδοτήσεις καὶ τοὺς ἀναγκαστικοὺς νόμους, τότε πρόκειται περὶ νοθείας.
§70Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Καὶ νὰ ἔχετε καὶ μίαν δικτατορίαν.
§71Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ὄχι, κύριοι, δὲν λέγω αὐτό. Τὸ πρόβλημα τίθεται οὕτως. Αἱ περιστάσεις ἐπιβάλλουν ταχὺν ρυθμὸν εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔργον. Τὸν ταχὺν αὐτὸν ρυθμὸν θὰ τὸν ἀντιμετωπίσετε ἢ διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ πολιτεύματος καὶ τῆς ἀναθέσεως τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἢ διὰ τῆς ταχείας νομοθετήσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ τὸ νὰ ὑπάρχουν νομοθετικαὶ ἐξουσιοδοτήσεις καὶ ἀναγκαστικοὶ νόμοι σημαίνει ὅτι ἀγόμεθα εἰς διαφθορὰν τοῦ πολιτεύματος καὶ ὄχι εἰς διόρθωσιν καὶ εἰς διατήρησιν τοῦ Συντάγματος.
§72Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Πρέπει νὰ γίνῃ καὶ κάτι ἄλλο, νὰ ὑποχρεωθῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ νὰ νομοθετοῦν ὀλιγώτερον.
§73Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα πράξεως.
§74Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ζήτημα νόμου γενικῶς. Ἡ πολυνομία ἰσοῦται μὲ τὴν κακονομία.
§75Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Συμφωνοῦμεν, ἀλλὰ αὐτὴ δὲν εἶναι διάταξις τοῦ Συντάγματος. Ἑπομένως αὐτὰ εἶναι τὰ δύο θέματα, τὰ ὁποῖα ἔθεσεν ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπή, τὰ περαιτέρω ἀποτελοῦν καθιέρωσιν τῶν ἰσχυόντων, δηλαδὴ λύσιν τῶν ἐπιστημονικῶν διαφωνιῶν τῶν δικαστηρίων ἐπὶ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, διότι πράγματι ὡρισμέναι διατάξεις εἶχον δημιουργήσει εἰς τὴν νομολογίαν προβλήματα. Ἦτο ὑποχρέωσις καὶ εἶναι ὑποχρέωσις τῆς Βουλῆς νὰ δώσῃ λύσιν εἰς τὰ ζητήματα αὐτά. Δὲν δύναται ἡ ἁπλῆ Βουλὴ νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸ Σύνταγμα. Καὶ τρίτον ἁπλούστατα συνεδύασαμεν τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ 1911. Ἑπομένως ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος οὐδὲν τὸ τερατῶδες ἔκαμεν, ὥστε νὰ δέχεται τὰς ἐπικρίσεις τοῦ κ. Κουλουμβάκη, ὁ ὁποῖος κατέχεται ἀπὸ μίαν μανίαν κατὰ τοῦ ἔργου τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ ἁπλούστατα ἔθεσε τὰ ζητήματα ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν, ὁ κ. Κουλουμβάκης, ὁ ὁποῖος ἀγορεύει ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ ἐν τούτοις καταβάλλει πᾶσαν προσπάθειαν νὰ μὴ τερματίζωνται αἱ συζητήσεις καὶ νὰ μὴ εἰσερχώμεθα εἰς τὴν οὐσίαν.
§76Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι καθόλου ἀληθὲς αὐτό, κύριε. Ἀποτελεῖ ἀπόδειξιν αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον κάμνετε σεῖς.
§77Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ἀποτελεῖ ἀπόδειξιν ὅτι ἐπὶ 3 ἄρθρων τοῦ Συντάγματος ὑπεβάλατε 3 τροπολογίας.
§78Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αἱ τρεῖς τροπολογίαι εἶναι μηδαμιναὶ ἀπέναντι τῶν 145 ἄρθρων.
§79Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Καὶ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον ψηφίσματος. Βεβαίως θὰ εἶναι ἰδεῶδες ἐὰν συνεχίσωμεν τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον, τερματίσωμεν τοῦτο καὶ καταλήξωμεν εἰς ἔργον ἄρτιον καὶ λεκτικῶς καὶ ἐπιστημονικῶς. Τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως εἶναι ἔργον κατ’ ἐξοχὴν ἐπικίνδυνον. Καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι κατὰ τῆς περατώσεως τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου ἔγιναν δύο ἐπιθέσεις. Συμφέρει νὰ διατηρήσωμεν ἀνοικτὴν τὴν θύραν πρὸς ἐπιδίωξιν... (δὲν ἠκούσθη).
§80Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐγὼ δὲν συμμερίζομαι τὰς ἀπόψεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου, ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀξίαν τοῦ ἔργου τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἐν τούτοις νομίζω ὅτι παρὰ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἀπεδόθη ἐπαρκὴς σημασία εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἐξέλιξις τῶν πολιτευμάτων δὲν γίνεται μόνον διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ γραπτοῦ κειμένου. Ὑπάρχουν πολιτεύματα, τὰ ὁποῖα κατ’ ἐξοχὴν ἐξειλίχθησαν, ὅπως τὸ ἀγγλικόν, χωρὶς οὐδεμίαν μεταβολὴν τοῦ κειμένου καὶ δὴ ἐνεπιστεύθημεν εἰς αὐτὰς τὰς μεταβολάς, αἱ ὁποῖαι ἐπέρχονται ἀπὸ μίαν ἔρευναν καὶ ἀπὸ μίαν διαδοχὴν γεγονότων καὶ ἐνομίσαμεν ὅτι ὅλαι αἱ μεταβολαὶ ἔπρεπε νὰ διατυπωθοῦν ἐγγράφως. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ διακηρύξω ὅτι πρέπει νὰ εἶναι σύσσωμος ἡ γνώμη τοῦ Σώματος ὅτι τὸ πολίτευμα δὲν ἐξελίσσεται μόνον διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ γραπτοῦ του κειμένου, ἐξελίσσεται μὲ τὴν συνολικὴν ἐξέλιξιν τοῦ πνεύματος, τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ περὶ δικαίου καὶ ὀργανώσεως τῆς πολιτείας καὶ ὅτι συνεπῶς ὑπάρχουν μεταβολαί, αἱ ὁποῖαι ἐπέρχονται χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη γραπτῆς διατυπώσεως.
§81Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος ἀπολύτως, ὑπὸ δύο περιορισμούς. 1) Ὅτι τὸ γραπτὸν Σύνταγμα ἀποτελεῖ τὸ κείμενον καὶ 2) ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἦτο νὰ ψηφίσῃ Σύνταγμα, ἀλλὰ νὰ θέσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ δεδομένα συνταγματικὰ προβλήματα. Δὲν σημαίνει ὅτι δὲν περιελήφθη μία διάταξις μέσα εἰς τὸ σχέδιον. Ἡμεῖς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀγνοήσωμεν τὸ πρόβλημα. Ἑπομένως, τὸ νόημα τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ὅτι ἁπλῶς θέλομεν νὰ ἐμφανίσωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ προκύπτοντα συνταγματικὰ προβλήματα καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ σχέδιον. Ἐπιδιώκομεν τὸ ἑξῆς: νὰ ἀποκλείσωμεν τὴν ὑποβολὴν τροπολογιῶν ἐπὶ τῶν διατάξεων αὐτῶν, διότι αὐτὸ τὸ νόημα ἔχει. Ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ δεχθῇ τροπολογίας καὶ νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῶν διατάξεων αὐτῶν καὶ ἑπομένως ἔχει ἕνα πρακτικὸν σκοπόν, νὰ ἀποκλείσῃ τὴν ὑποβολὴν νέων τροπολογιῶν. Εἰς τὸ ἄρθρον 2 περιλαμβάνονται ὡρισμέναι διατάξεις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ νομίζω ὅτι αἱ τρεῖς πρῶται διατάξεις πρέπει νὰ τεθοῦν ὡς ἑξῆς: Ἡ πρώτη διάταξις τοῦ ἄρθρου 20 ἀποτελεῖ μερικὴν ὑπαγωγὴν τοῦ σήμερον ἰσχύοντος δικαίου εἰς τὸ Δʹ ψήφισμα καὶ πρέπει νὰ παραμείνῃ. Αἱ δύο, ὅμως, ἄλλαι διατάξεις δὲν ἔχουν καμμίαν θέσιν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ ἀποτελοῦν ἀντιγραφὴν τοῦ Συντάγματος τῆς Βαϊμάρης, τὸ ὁποῖον ὅταν συνετάσσετο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἰς τὴν Ρωσίαν, εἶχε καταργηθῆ καὶ ὁ νόμος καὶ τὰ πάντα καὶ οἱ σοσιαλισταὶ ἠγωνίζοντο εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ Συντάγματος αὐτοῦ καὶ προσεπάθουν νὰ διατηρήσουν ὡρισμένους θεσμοὺς ἀπαραιτήτους διὰ τὴν κατοχύρωσιν τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας. Συνεπῶς, τότε, εἶχον κάποιον λόγον. Αἱ διατάξεις, ὅμως, αὐταί, μεταφερόμεναι εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, ἀπετέλουν διατάξεις καθυστερημένας καὶ ἄνευ σημασίας. Διότι ἡ διάταξις περὶ προστασίας τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐργασίας εἶναι πολὺ καθυστερημένη, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τεραστίαν ἐργατικὴν νομοθεσίαν. Τὸ θέμα εἶναι τοῦτο: Πρέπει νὰ συζητηθοῦν ἢ νὰ φύγουν καὶ νὰ πᾶνε εἰς τὴν Βουλήν;
§82Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Πρέπει νὰ γίνῃ δεκτόν, δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ὅτι θὰ γίνῃ κατ’ ἄρθρον συζήτησις, διότι, ψηφιζομένου τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ, ἀποκλείεται ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις.
§83Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, προτείνω νὰ μὴ περιληφθῇ κἂν ἡ διάταξις περὶ ἐργασίας, διότι... (δὲν ἠκούσθη).
§84Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Εἰσήλθατε εἰς τὴν οὐσίαν. Συζητοῦμεν κατ’ ἀρχήν.
§85Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρεκάλουν νὰ καθορισθῇ εἷς τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ψηφισθῇ αὐτὸ τὸ ψήφισμα, διότι μέχρι τοῦδε, νομίζω, ὅτι πολλοὶ ἐξ ἡμῶν δὲν γνωρίζουν ἂν τὸ ψήφισμα θὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει, ὡς Κῶδιξ, ἢ θὰ ἐπιτραπῇ ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις. Νὰ διευκρινισθῇ αὐτὸ τὸ σημεῖον.
§86Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κάθε νομοθέτημα ἔχει μίαν συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ μίαν κατ’ ἄρθρον. Ἀλλ’ ἐδῶ τὰ ἄρθρα ἀποτελοῦν ἀπαρίθμησιν ἄρθρων καί, ἑπομένως, νομίζω ὅτι ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις ἐνέχει κατ’ ἀνάγκην καὶ ἀναλυτικὴν μνείαν ὅλων αὐτῶν τῶν κατηγοριῶν. Ἡ ἀρχὴ τοῦ ψηφίσματος περιέχει ὅλα αὐτὰ τὰ στοιχεῖα.
§87Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Δι’ ὅ,τι δὲν συμφωνοῦμεν, τὸ στέλλομεν εἰς τὴν Βουλήν.
§88Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Ὅσα μένουν, θὰ μείνουν ὡς ἄρθρα τοῦ νέου Συντάγματος. Τὰ ἄλλα θὰ παραπεμφθοῦν εἰς τὴν Βουλήν.
§89Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ συντομία ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι ἕκαστος βουλευτὴς θὰ ὁμιλήσῃ μίαν φορὰν ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος, θὰ ἐπιληφθῇ ὅλων τῶν ἄρθρων, εἴτε τῶν διατηρητέων εἴτε τῶν μὴ διατηρητέων, θὰ ἐπιληφθῇ, δηλαδή, ὁλοκλήρου τοῦ θέματος.
§90Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Συνολικὴ πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἀγόρευσις.
§91Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Νὰ διαιρεθοῦν εἰς τρεῖς κατηγορίας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, αἱ δύο διατάξεις εἶναι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀντιπροσωπεύουν τίποτα.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τίθεται ὑπὸ ψηφοφορίαν ἕκαστον ἄρθρον καὶ μόνον ἐὰν ὑφίσταται τροπολογία θὰ τίθεται καὶ αὐτὴ ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς.
§93Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὴν τρίτην κατηγορίαν τοῦ ἄρθρου. Τὸ μόνον πρόβλημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον σκέψεως, εἶναι ἐὰν τὰ ἄρθρα 98 καὶ 102 πρέπει νὰ ψηφισθοῦν ἢ νὰ ἀποτελέσουν θέμα ἰδιαιτέρας συζητήσεως. Συμφέρει διὰ ρητῶν διατάξεων νὰ καθιερώσωμεν τὴν λειτουργίαν τῆς Κυβερνήσεως ἢ εἶναι συμφερώτερον νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὰς ἰδίας ἀντιλήψεις. Τὸ θέμα εἶναι ἄξιον μεγίστης συζητήσεως, δὲν νομίζω ὅτι ἠμποροῦμε νὰ τὸ παρακάμψωμεν. Ἔχω ἀκόμη βασικὰς ἀντιρρήσεις εἰς τὸ ἄρθρον 8 τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον λέγει: (Ἀναγινώσκει) Νομίζω ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι ἐντελῶς ἀπαράδεκτος, διότι ἀποτελεῖ ἱστορικὴν ἀλήθειαν, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν τερματίζεται τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς, αὐτομάτως ἀποβάλλει τὸν ἀναθεωρητικὸν της χαρακτῆρα καὶ γίνεται μία ἁπλῆ Βουλή. Διὰ τὰ ὑπάρχοντα μόνον μέχρι τότε ψηφίσματα ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ δεκτὸν νὰ τροποποιοῦνται ἢ καταργοῦνται ἐφ’ ἑξῆς δι’ ἁπλοῦ νόμου, ὅπως ἐγένετο καὶ εἰς τὸ παρελθόν, ἀλλὰ νὰ καθιερώσωμεν νὰ ὑποβάλλωμεν ψηφίσματα τὴν ἑπομένην τῆς λήξεως τοῦ ἀναθεωρητικοῦ μας ἔργου, αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθόν. (Χειροκροτήματα).
§94Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἴμεθα παρόντες μόνον 22. Δὲν φρονεῖτε ὅτι πρέπει νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§95Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ συζητῆται τόσον σοβαρὸν ψήφισμα παρόντων ἐλαχίστων βουλευτῶν.
§96Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν δι’ αὔριον. (Ἅπαντες ἵστανται ὄρθιοι καὶ ἀποχωροῦν).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Γ. Ἀστερίου, βʹ Ἀντιπρόεδρος). Παρακαλῶ νὰ προχωρήσωμεν.
§98ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε, νὰ λύσετε τὴν συνεδρίασιν.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ. μ., μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως, ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. (Ὥρα 9.50′ μ. μ)