1949.05.18
1,710 rows · 12,506 words · 116 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 43η
Τετάρτη 18 Μαΐου 1949
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 7.15′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ε. Γαλενιανός, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Ε. ΓΑΛΕΝΙΑΝΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Κύριοι συνάδελφοι, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ἐπαρκὴς ἀριθμὸς διὰ νὰ ψηφίσωμεν τὰ συζητηθέντα ἄρθρα 10, 11, 12 καὶ 13 τοῦ Συντάγματος, θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ δευτέρου θέματος τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Θὰ παρακαλέσω ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοὺς κ. συναδέλφους καί, ἰδιαιτέρως, τοὺς κ.κ. ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων, νὰ συστήσουν εἰς τοὺς φίλους των ὅπως παρευρίσκωνται κατὰ τὴν καθοριζομένην ὥραν ἐνάρξεως τῶν συζητήσεων. Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τῆς προτάσεως ψηφίσματος «περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος». Ὁ κ. Α. Βαμβέτσος, ὡς εἰσηγητής, ἔχει τὸν λόγον.
§4Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ἡ παράκλησίς σας, κ. Πρόεδρε, μᾶς εὑρίσκει συμφώνους, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἀδικεῖτε καὶ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων καὶ τοὺς κ. βουλευτάς, ὅταν ἀποδίδετε εἰς αὐτοὺς τὴν κωλυσιεργίαν. Δὲν πταίουν αὐτοί. Πταίει ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ὄχι εἰς τὰς 6, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὰς 7, δὲν εὑρίσκεται ἐδῶ καὶ σεῖς ἀκόμη, τὸ Προεδρεῖον, διότι δὲν ἀρχίζετε τὴν συνεδρίασιν τὴν καθοριζομένην ὥραν.
§5Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, συμφώνως πρὸς ὅσα εἶχον ἐκθέσει κατὰ μίαν τῶν τελευταίων συνεδριάσεων, ὅταν ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τοῦ τρόπου τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συν)τος, ἡ ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συν)τος Ἐπιτροπὴ ἐπελήφθη τῆς ἐξετάσεως ὅλων τῶν σχεδίων ἢ προτάσεων ψηφισμάτων, αἱ ὁποῖαι εἶχον ὑποβληθῆ εἰς τὸ Σῶμα ἀπὸ διαφόρους συναδέλφους, καὶ αἱ ὁποῖαι ὅλαι ἔτεινον εἰς τὸ νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος ταχυτέρας ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος. Καθὼς εἶπον εἰς τὴν προηγουμένην ἐκείνην συνεδρίασιν, εὑρισκόμεθα πρὸ δύο ἀντιθέτων ἀντιλήψεων. Ἡ πρώτη ἦτο ἡ ἀντίληψις τῆς ὁπωσδήποτε ἐπιψηφίσεως ἑνὸς κειμένου Συντάγματος, εἰ δυνατὸν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ἄνευ τροποποιήσεων, καὶ ἡ ἑτέρα τῆς λεπτομερειακῆς συζητήσεως ὅλων τῶν διατάξεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας περιέλαβεν εἰς τὸ σχέδιόν της ἡ ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπή. Ἀλλ’ ἡ πεῖρα τῶν μέχρι τοῦδε συνεδριάσεων πρὸς συζήτησιν συνταγματικῶν διατάξεων ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ δευτέρου συστήματος θὰ ὡδήγει εἰς τὸ ἀπροχώρητον, διότι δὲν θὰ κατελήγομεν ποτὲ εἰς τὴν ψήφισιν ἑνὸς κειμένου Συντάγματος. Ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἐμμονὴ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 θὰ ἦτο πρᾶξις ἐξαιρετικῶς ἐπικίνδυνος, διότι θὰ ἄφηνεν ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τῆς πολιτειακῆς τάξεως, ἐκκρεμὲς διὰ μίαν μέλλουσαν Βουλήν, ἄγνωστον ἀκόμη συνθέσεως. Ἔπρεπε, λοιπόν, νὰ ἐξευρεθῇ μία μέση λύσις, ἵνα, ἀφ’ ἑνός, δώσωμεν εἰς τὸν τόπον Σύνταγμα συγχρονισμένον, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ προκαλῇ τὴν ἀνάγκην ταχείας μεταρρυθμίσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καταστήσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν εὐχερεστέραν τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος εἰς τρόπον, ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἐντὸς βραχέως χρονικοῦ διαστήματος ἐπιψήφισις ὁλοκλήρου τοῦ Συντάγματος. Αὐτὴν τὴν μέσην λύσιν ἐξέλεξεν ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος κατὰ τὰς τελευταίας αὐτῆς συνεδριάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας, ἐργασθεῖσα συντόνως, κατώρθωσε νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ σχέδιον ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν. Τὸ σχέδιον αὐτὸ ψηφίσματος ἔχει τὴν ἑξῆς μορφὴν καὶ κατάταξιν. Εἰς τὸ ἄρθρον πρῶτον καθορίζονται ἐκεῖναι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, αἱ ὁποῖαι, κατὰ τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν χρήζουν ἀναθεωρήσεως. Ἐν τούτῳ ἡ Ἐπιτροπὴ προέβη εἰς μερικὰς συγκαταβάσεις, διὰ νὰ εὐχερανθῇ περισσότερον τὸ ἔργον τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος. Ἐπὶ παραδείγματι, ἐνομίσαμεν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὅταν συνεζητεῖτο τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος, ὅτι ἄρθρα τινὰ θὰ ἔχρηζον φραστικῶν τινων τροποποιήσεων καὶ ὅτι μερικοὶ ἐπιστημονικοὶ ὅροι θὰ ἔδει ν’ ἀντικατασταθοῦν, ὡς λ.χ. τὸ «ἐνεργεῖται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία» διὰ τοῦ «ἀσκεῖται ἡ νομοθετικὴ λειτουργία». Ἐν τούτοις διὰ ν’ ἀποφύγωμεν τὰς μακρὰς θεωρητικὰς συζητήσεις ἐπὶ τοιούτων ἁπλῶς λεκτικῶν διαφορῶν, ἠναγκάσθημεν νὰ παραιτηθῶμεν ἀπὸ τὴν ἐπιστημονικὴν τροποποίησιν καὶ νὰ προτείνωμεν τὴν διατήρησιν τῶν ἄρθρων ὡς ἔχουν. Διὰ τοῦτο, νομίζω, ὅτι, πέραν τῶν διατάξεων αὐτῶν, τὰς ὁποίας περιελάβομεν εἰς τὸ ἄρθρον πρῶτον τοῦ συζητουμένου ψηφίσματος, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προσθέσωμεν καὶ ἄλλας διατάξεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνουν δεκταὶ ἄνευ συζητήσεως. Τὸ ἄρθρον 2ον τοῦ σχεδίου ψηφίσματος περιλαμβάνει διατάξεις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, αἱ ὁποῖαι ἴσχυσαν ἐπὶ μακρόν, ἀνταπεκρίθησαν πρὸς τὸ κοινὸν αἴσθημα καὶ αἱ ὁποῖαι, ὡς ἐκ τούτου, δὲν χρήζουν συζητήσεως διὰ νὰ περιληφθοῦν εἰς τὸ νέον Σύνταγμα. Πρόκειται περὶ τῶν διατάξεων, τῶν ἀφορωσῶν τὴν προστασίαν τοῦ γάμου καὶ τῆς οἰκογενείας, τῆς ἐργασίας, τὴν μὴ μεταβολὴν τοῦ περιεχομένου ἢ τῶν ὅρων διαθήκης ἢ δωρεᾶς κατὰ τὰς ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἢ κοινωφελοῦς σκοποῦ διατάξεις αὐτῆς, τὴν εὐθύνην τῶν ὑπουργῶν διὰ τὴν γενικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν ὀργάνωσιν τῆς διοικήσεως κατὰ τὸ ἀποκεντρωτικὸν σύστημα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον κατέστη κοινὸν κτῆμα κατὰ τοὺς τελευταίους ἰδίᾳ μῆνας. Εἰς τὸ ἄρθρον 3ον περιλαμβάνομεν διατάξεις τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος, ὡς αὗται, ἀναθεωρηθεῖσαι, ἀντεκατεστάθησαν ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀριστερὰ εἰς τὸ ψήφισμα παραθέτομεν τὴν εἰσαγομένην διάταξιν καὶ δεξιὰ ἐκείνην, ἣν ἀντικαθιστᾷ, ἵνα εὐχερέστερον γίνεται ἀντιληπτὴ ἡ διαφορά. Αἱ ἐπερχόμεναι μεταβολαὶ εἶναι κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἐπουσιώδεις. Μία ἐκ τῶν κυριωτέρων μεταβολῶν, εἶναι ἡ εἰσαγωγὴ τῆς κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, οἵα εἶχε γίνει δεκτὴ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927. Τὸ σχετικὸν ἄρθρον εἶναι ἁπλῆ ἀντιγραφὴ τοῦ ἀντιστοίχου τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι τὸ δίμηνον τοῦ 1927 τὸ ἐκάμομεν τρίμηνον, δηλαδὴ ἐδώσαμεν μίαν μεγαλυτέραν ἄνεσιν κυβερνητικῆς σταθερότητος. Αὗται εἶναι, κύριοι, ἐν ὀλίγοις αἱ τροποποιήσεις καὶ αἱ ἀπόψεις, τὰς ὁποίας ἐν λεπτομερείᾳ θὰ παρακαλέσω νὰ ἐκθέσῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Παπακωνσταντίνου, ὁ ὁποῖος ἐπεξειργάσθη τά, καθέκαστον, ἄρθρα. Ἐκεῖνο ποὺ ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω εἰς τὸ Σῶμα εἶναι, ὅτι, ἐὰν πράγματι τὸ Σῶμα ἐπιθυμῇ νὰ τελειώσωμεν τὸ ταχύτερον τὸ ἀναθεωρητικόν μας ἔργον, θὰ εἶναι σκόπιμον νὰ κάμωμεν μερικὰς ὑποχωρήσεις, τὰς ἀπαραιτήτους ἐκείνας ὑποχωρήσεις, αἱ ὁποῖαι χρειάζονται διὰ ν’ ἀποδώσωμεν κἄτι τι, ἂν ὄχι τὸ ἀπολύτως τέλειον, τοὐλάχιστον ποὺ θὰ ἠμπορῇ νὰ σταθῇ πρακτικῶς καὶ τὸ ὁποῖον εὐχερῶς θὰ ἠμπορῇ νὰ γίνῃ δεκτόν. Ἐὰν ἕκαστος ἐξ ὑμῶν παραιτηθῇ ἐκείνων τῶν τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας θεωρεῖ ἴσως ἀπαραιτήτους χάριν τῆς ἐπιστημονικωτέρας διατυπώσεως, καὶ κάμῃ τὰς συγκαταβάσεις, τὰς ἀπαραιτήτους ἐν πάσῃ ἀνθρωπίνῃ συμβάσει, νομίζω ὅτι τὸ ἔργον μας θὰ προχωρήσῃ ἀνέτως. Διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ ψηφίσματος, ψηφίζομεν ὁμαδικῶς 80 ἄρθρα ἐντὸς μιᾶς ἢ δύο συνεδριάσεων, ἀντὶ νὰ συζητῶμεν 80, καθέκαστον, ἄρθρα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπῄτουν, μὲ μίαν κακὴν διάθεσιν, ἄνω τῶν 80 συνεδριάσεων. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν θὰ ὑπολείπωνται παρὰ 60 ἄρθρα, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τελειώσωμεν συντόμως. Καὶ ἐγώ, ὡς Πρόεδρος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, κάμνω τὴν ἔκκλησιν πρὸς τὰ μέλη τοῦ Σώματος, ἡ ὁποία εὗρε ἀπήχησιν καὶ εἰς τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως ὅλοι πράξωμεν ὅ,τι ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἡμᾶς, ὅπως δείξωμεν πᾶσαν δυνατὴν συγκατάβασιν καὶ ὑποχώρησιν εἰς τρόπον, ὥστε νὰ συζητήσωμεν ἐν συντομίᾳ τὰ ἁπλούστατα αὐτὰ ἄρθρα καὶ δώσωμεν οὕτω Σύνταγμα εἰς τὸν τόπον. Διότι, ἐὰν πράγματι ἡ παροῦσα Βουλὴ κατορθώσῃ ἐντὸς τοῦ βραχέος χρονικοῦ διαστήματος ποὺ εὑρίσκεται πρὸ αὐτῆς νὰ τελειώσῃ τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ δώσῃ λύσιν εἰς ἄλλα σοβαρώτατα ζητήματα, ὡς εἶναι αἱ ἀγοραπωλησίαι τῆς κατοχῆς, ὁ ὑπαλληλικὸς κῶδιξ κλπ., νομίζω, ὅτι θὰ ἔχωμεν ἐκπληρώσει ἕνα μέγα μέρος τοῦ κυρίου προορισμοῦ μας καὶ θ’ ἀποδείξωμεν ἐμπράκτως, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶναι τὸ μόνον πολίτευμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπικρατήσῃ καὶ ἐδῶ καὶ ὁπουδήποτε ἀλλοῦ σέβονται τὰς ἀτομικὰς καὶ τὰς κοινωνικὰς ἐλευθερίας. (Χειροκροτήματα).
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Παπακωνσταντίνου, ὡς εἰσηγητὴς ἐπὶ τῆς προτάσεως ψηφίσματος, ἔχει τὸν λόγον.
§7Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴ ἠσχολήθη μὲ τὴν ἀπὸ κοινοῦ ἐπεξεργασίαν τεσσάρων προτάσεων ψηφισμάτων ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Αἱ δύο πρῶται προτάσεις, ὑποβληθεῖσαι κατ’ Αὔγουστον π.ἔ. ὀφείλονται εἰς τοὺς συναδέλφους κ.κ. Πρ. Μουτζουρίδην, Χ. Ἀλιβιζᾶτον καὶ ἄλλους. Δι’ αὐτῶν ἐπιζητεῖται τρόπος ἐπισπεύσεως τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου μὲ βάσιν τὸν περιορισμὸν τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων, κατὰ τρόπον ἀνάλογον πρὸς τὸν ὑποδεικνυόμενον διὰ τῆς ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος διατυπωθείσης προτάσεως. Ἡ τρίτη ὑποβληθεῖσα κατ’ Ὀκτώβριον 1948 ὑπὸ τῆς τότε ὁμάδος τῶν δεκατριῶν βουλευτῶν ἀπεδέχετο κατὰ βάσιν ὡς ὁριστικὸν Σύνταγμα τὸ κείμενον τοῦ 1911 μὲ ἐλαφρὰς συμπληρώσεις ἐκ τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῶν εἰδικῶν Συντακτικῶν Πράξεως τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ὀκτωβρίου 1935. Ἡ τετάρτη τέλος πρότασις ἄλλων συναδέλφων, ἐν οἷς καὶ ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτὴς κ. Κουλουμβάκης, θεωρεῖ ὡς μὴ χρῇζον οὐδεμιᾶς μεταβολῆς ἢ συμπληρώσεως τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, τὸ ὁποῖον κυρούμενον δέον νὰ ἀποτελέσῃ τὸν Συνταγματικόν μας Χάρτην. Αἱ ἐκλογαὶ τοῦ Μαρτίου 1946, κύριοι βουλευταί, καὶ τὸ ἐπακολουθῆσαν δημοψήφισμα ἐτερμάτισαν τὴν πολιτειακὴν ἀταξίαν καὶ ἔλυσαν ὁριστικῶς τὸ ἀστόχως, καὶ ἐπὶ ζημίᾳ προφανῶς τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, κατὰ τὴν περίοδον τῆς κατοχῆς μετὰ τόσης ὀξύτητος ἀνακινηθὲν καθεστωτικὸν ζήτημα. Ἡ εὐτυχὴς λύσις τῆς πολιτειακῆς ἀνωμαλίας, ἡ ὁποία ἔτυχε μάλιστα τῆς ὁμοθύμου ἀναγνωρίσεως τῶν ἐθνικῶν κομμάτων, ἀποτελεῖ ἀναμφισβητήτως σπουδαιοτάτην ὑπηρεσίαν, τῆς παρούσης Βουλῆς, πρὸς τὴν χώραν, ἡ τιμὴ δὲ αὐτῆς ἀντανακλᾷ κυρίως εἰς ὅσους ἐπέμειναν εἰς τὴν ἐπίσπευσιν τῆς δοθείσης λύσεως πρὶν ἢ ἡ χώρα μας δεχθῇ τὴν ἀπροκάλυπτον τῶν γειτόνων ἐπίθεσιν. Καὶ μετὰ τὸν τερματισμὸν ὅμως τῆς πολιτικῆς ἀταξίας ἀπέμεινε, κύριοι συνάδελφοι, ὡς ἔργον καὶ βασικὴ ἀποστολὴ τῆς παρούσης Βουλῆς ἡ ἐξασφάλισις διὰ τὴν χώραν τοῦ ὁριστικοῦ καταστατικοῦ χάρτου της, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ τερματισθῇ ἐκκρεμότης βαρύνουσα τὴν πολιτικὴν ζωὴν τῆς χώρας. (Χειροκροτήματα). Ἡ Εʹ Ἐθνοσυνέλευσις, καταργοῦσα τὸ ἀβασίλευτον πολίτευμα καὶ προκηρύσσουσα τὴν ἐνέργειαν τοῦ δημοψηφίσματος τοῦ Νοεμβρίου 1935 πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς καθεστωτικῆς ὁμαλότητος, κατήργησε συγχρόνως καὶ τὸν ἰσχύοντα τότε καταστατικὸν χάρτην, τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, διὰ τὴν προσωρινὴν δὲ ἐξοικονόμησιν τῶν πραγμάτων ἐπανέφερεν ἐν ἰσχύϊ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ὄχι ὡς ὁριστικὸν συνταγματικὸν κείμενον, ἀλλὰ ὡς προσωρινόν, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ ἰσχύσῃ μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νέου Συντάγματος. Τοῦτο ἀκριβῶς διακηρύσσει ἡ παράγραφος 4 τοῦ ψηφίσματος περὶ ἐπαναφορᾶς τῆς Βασιλευομένης Δημοκρατίας. Οὕτως, ἡ Εʹ Ἐθνοσυνέλευσις, ὡς Συντακτικὸν Σῶμα, εὐλόγως ὡμίλει περὶ ἐπιψηφίσεως νέου Συντάγματος. Δὲν ἠδυνήθη ὅμως, αὕτη διὰ τοὺς γνωστοὺς λόγους νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ἐπαγγελίαν της. Μετὰ τὴν διάλυσιν αὐτῆς τὸ διάταγμα προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν τῆς Βουλῆς τοῦ 1936 ὡμίλησε περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, τοιαύτην δὲ ἀντελήφθη τὴν ἀποστολήν της καὶ ἡ ἀπὸ τῶν ἐκλογῶν προελθοῦσα Γʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, εἰς ἣν ἐξεπροσωποῦντο ὅλα τὰ ὑφιστάμενα τότε Κόμματα, περιλαμβανομένου καὶ τοῦ κομμουνιστικοῦ. Τὰ ἐπακολουθήσαντα ἔπειτα γεγονότα, ἡ συνταγματικὴ ἐκτροπή, ὁ πόλεμος καὶ ἡ κατοχὴ καὶ ἐπὶ πᾶσι τὸ ἔγκλημα καὶ ἡ στάσις τῶν ἐσωτερικῶν ἐχθρῶν τῆς Πατρίδος κατέστησαν πλέον ἐπιτακτικὴν τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναθεωρήσεως διὰ νὰ προικισθῇ ἡ χώρα μὲ τὸν ὁριστικὸν καταστατικόν της χάρτην. Τὴν κοινὴν ἀναγνώρισιν τῆς ἀνάγκης ταύτης διερμηνεύει τὸ διάταγμα τῆς προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν τῆς παρούσης Βουλῆς. Ὀρθῶς μάλιστα δι’ αὐτοῦ προσεδόθη μεγαλυτέρα εὐρύτης εἰς τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἐμεσολάβησαν τόσα γεγονότα καὶ ὀρθῶς καθωρίσθη ὅτι τῆς δικαιοδοσίας τῆς νέας Βουλῆς ἐξέρχονται ὅσαι διατάξεις ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος, ὑπὸ τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀνακτήσει τὴν ἐλευθερίαν της ἡ Ἑλλὰς καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἀναγνώρισις ἔμελλε νὰ πραγματοποιηθῇ διὰ τοῦ ἐπακολουθήσαντος δημοψηφίσματος. (Χειροκροτήματα). Τὴν ἀνάγκην τῆς εἰς τὰ εὐρύτερα ταῦτα ὅρια ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἀπεδέχθησαν ὅλα τὰ διαγωνισθέντα εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ἐκπροσωπούμενα κόμματα. Εἶναι γνωστόν, κύριοι βουλευταί, ποίαν σημασίαν ἔχει εἰς τὸν δημόσιον βίον ἡ κατὰ τὸν ἐκτεθέντα τρόπον ἀναγνώρισις τῆς ἀποστολῆς καὶ τῆς ἐξουσίας τῶν ἀντιπροσωπευτικῶν Σωμάτων μετὰ περιόδους ἀνωμαλιῶν καὶ συνταγματικῆς ἐκτροπῆς. Εἰς τὴν χώραν μας κατ’ ἐπανάληψιν ἐθεμελιώθη ἐπ’ αὐτῆς ἡ διευκρίνησις τῆς φύσεως καὶ τῆς ἀποστολῆς τῶν διὰ τῶν ἐκλογῶν ἀναδειχθέντων Σωμάτων. Ἡ Γʹ Ἐθνοσυνέλευσις τοῦ 1920 ἐθεώρησεν ἑαυτὴν ὡς Συντακτικὴν βαπτιζομένη εἰς τὴν λαϊκὴν ἔγκρισιν τοῦ οὕτω εἰς τὰς ἐκλογὰς ὑπὸ τῆς ἐπικρατησάσης ἡνωμένης ἀντιπολιτεύσεως τεθέντος ζητήματος μετὰ τὴν προηγηθεῖσαν ἐκτροπὴν καὶ καθεστωτικὴν ἀνωμαλίαν. Δὲν ἐτέθη ἑπομένως, κύριοι βουλευταί, ζήτημα ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος τὸ πρῶτον κατὰ τὴν κατοχὴν ἢ μετέπειτα, ἀλλὰ ὑπάρχει τοῦτο ἀπὸ τοῦ 1935 ὡς μοιραία συνέπεια τῆς μεταβολῆς τοῦ πολιτεύματος καὶ τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ Συντάγματος 1911 ὡς προσωρινοῦ μέχρι τῆς ἀναθεωρήσεώς του. Τὴν ἐκκρεμότητα ταύτην ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ τερματίσῃ ἡ σημερινὴ Βουλή. Διακήρυξις τῆς Βουλῆς, κατὰ τὰς ὑποβληθείσας ὑπὸ συναδέλφων προτάσεις, ὅτι ὁ Καταστατικός μας χάρτης δὲν χρήζει ἀναθεωρήσεως, δὲν λύει τὸ ζήτημα, κύριοι συνάδελφοι, ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ γίνῃ μετὰ συζήτησιν καὶ βάσανον τῶν θεμάτων, ἀλλὰ τὸ μεταθέτει ἁπλῶς διὰ νὰ λυθῇ ὑπὸ τῆς μελλούσης νὰ μᾶς διαδεχθῇ Βουλῆς. Τοιαύτη διακήρυξις δὲν ἀντιμετωπίζει τὸ πρόβλημα Διαπιστώνει μόνον ὅτι ἡ σημερινὴ Βουλὴ δὲν εἶναι εἰς θέσιν ἢ δὲν ἔχει τὸν χρόνον νὰ τολμήσῃ λόγῳ τῶν ἐξαιρετικῶν συνθηκῶν, ὑφ’ ἃς διατελεῖ ἡ χώρα, ἢ λόγῳ τῆς συνθέσεώς της ἴσως καὶ διότι εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀντιμετωπίζῃ τόσα ἄλλα θέματα τῆς συντηρήσεως τῆς χώρας. Τοιαύτη ἀναγνώρισις τῆς ἰδίας μας ἀδυναμίας πρὸς ἀπόδοσιν εἰς τὴν χώραν ὁριστικοῦ Συντάγματος δὲν θὰ ἦτο, καθ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἡμῶν ὅλων ὡς μελῶν τοῦ Σώματος, ἐπὶ τέλους, σοβαρά, ἔστω καὶ ἂν ἀποτελῇ ὁμολογίαν χρεωκοπίας τοῦ σημερινοῦ πολιτικοῦ κόσμου τοῦ Κοινοβουλίου, διότι ἴσως ἄλλοι, ἀποτελοῦντες τὴν ἐφεδρίαν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐπιτελέσουν τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν ἐντολήν. Ἡ ἀδυναμία μας θὰ εἶχεν ἐπὶ τέλους καὶ ἀσθενῆ ἔστω δικαιολογίαν τὰς ἐξαιρετικὰς συνθήκας τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν προσήλωσιν ὅλων εἰς τὴν προσπάθειαν τοῦ Στρατοῦ. Φοβοῦμαι ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν θὰ εἶναι ἀδιάφορος καὶ ἄμοιρος συνεπειῶν καὶ πικρῶν διὰ τὴν χώραν δοκιμασιῶν ἡ συνταγματικὴ ἐκκρεμότης καὶ ἡ ἐγκατάλειψις τοῦ ζητήματος διὰ τὴν νέαν Βουλήν. Ἐν ὄψει δὲ τῶν κινδύνων τούτων παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ διατυπώσω τὴν ἀπορίαν μου πῶς, οἱ ἐξ ἀγαθοῦ συνειδότος συντελοῦντες εἰς τὴν παραπομπὴν τῆς ἀναθεωρήσεως εἰς τὴν νέαν Βουλὴν καὶ οἱ ἐμμέσως ἀποδεχόμενοι τὴν αὐτὴν λύσιν μὲ τὴν ἄρνησιν τῆς ἀναθεωρήσεως, δὲν ἐπρόσεξαν ποίους ἔχουν συμμάχους καὶ συνοδοιποροῦντας εἰς τὴν ἀντίληψιν ταύτην. Ὑπάρχει, λοιπόν, ἐκκρεμότης καὶ τὴν ἐκκρεμότητα ὀφείλει νὰ ἄρῃ ἡ Βουλὴ διὰ νὰ ἀπαλλάξῃ τὴν χώραν ἐπικινδύνων εἰς τὸ μέλλον περιπετειῶν, συνδέουσα οὕτω καὶ τὴν ἰδικήν της ζωὴν μὲ τὴν ἐπιτέλεσιν ἐθνικοῦ πράγματι ἔργου. Διαπρεπεῖς συνάδελφοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔδωσαν παλαιότερον τὴν ἀπάντησιν εἰς ἁγνὰς καὶ ἀπὸ ὑπολογισμὸν διατυπωθείσας κρίσεις ὅτι τάχα αἱ περιστάσεις δὲν εἶναι πρόσφοροι διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος καὶ ὑπεμνήσθη ὅτι κατὰ κανόνα ὅλα τὰ Συντάγματα εἰς ὅλας σχεδὸν τὰς χώρας ἐψηφίσθησαν μετὰ πολεμικὰς ἢ ἐσωτερικὰς ἀνωμαλίας ἀπὸ Σώματα ἐκλεγέντα ὅταν δὲν εἶχον αἱ χῶραι ἐκεῖναι ἐπανέλθει ἀκόμη εἰς τὴν ὁμαλότητα. Εἰσήρχοντο ὅμως εἰς ταύτην ἐφωδιασμέναι μὲ τοὺς οὕτω ψηφισθέντας καταστατικοὺς χάρτας. Τὸ ἔργον παλαιοτέρων Σωμάτων εἰς τὴν χώραν μας, κύριοι βουλευταί, καὶ τώρα ἰδίως τὸ ἔργον τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἐξεπροσωπεύθη κατὰ τὸ δυνατὸν τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς μὲ τὴν συμμετοχὴν βουλευτῶν ὅλων τῶν πολιτικῶν τάσεων καὶ κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς δυνάμεως τῶν κομμάτων, ἔχουν καταδείξει ὅτι δὲν παρεσκευάσθησαν Συντάγματα ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν ἢ τὴν παρόρμησιν προσκαίρων ἐξαιρετικῶν περιστάσεων, ἀλλὰ διατυποῦνται διατάξεις συγχρονισμέναι πρὸς τὰς ἀληθεῖς προοδευτικὰς ἀρχὰς καὶ συντάσσεται Σύνταγμα μακρᾶς πνοῆς, ὄργανον κατάλληλον διὰ νὰ διέρχεται ἡ χώρα ὁμαλὰς συνθήκας, ἀλλὰ καὶ χρήσιμον διὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἐξαιρετικὰς περιστάσεις. Λέγων ὅμως ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ τερματίσῃ τὴν ἀνωμαλίαν καὶ νὰ περατώσῃ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, δὲν ἐννοῶ ποσῶς ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ τροποποιήσῃ τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα καὶ νὰ μεταβάλῃ τὰς διατυπουμένας ἐννοίας. Νομίζω, ὅμως κύριοι βουλευταί, ὅτι, ἀσχέτως μεταβολῶν, εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἀποδειχθῇ διὰ τῶν συζητήσεων καὶ τῆς ἐλευθέρας ἀναπτύξεως τῶν ἀπόψεων ἐκείνων, οἵτινες θεωροῦν ἄρτιον τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα, ὅτι πράγματι τοῦτο ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς εἰς τὸν δημοκρατικὸν κόσμον παραδεδεγμένας γενικῶς ἀρχὰς καὶ ὅτι δὲν χρῄζει συμπληρώσεως ἢ ἀναθεωρήσεως καὶ ἀκόμη ὅτι ὅπως ἔχει εἶναι ὄργανον ἱκανὸν διὰ τὰς ἰδιοτύπους συνθήκας τὰς ὁποίας ἡμεῖς, ὅπως καὶ ὅλαι αἱ χῶραι, θὰ ἀντιμετωπίσωμεν ἐφεξῆς λόγῳ τῆς εἰς πᾶσαν ἐλευθέραν γῆν παρουσίας ξενοδούλου καὶ ξένης πρὸς τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα καὶ μέχρι τοῦ ἐγκλήματος μαχητικῆς μειοψηφίας. (Χειροκροτήματα). Μόνον ὑπὸ τὸ φῶς τῆς συζητήσεως θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα. Ἄλλως θὰ μετατεθῇ χρονικῶς ζήτημα ἀναμφισβητήτως ὑφιστάμενον, ζήτημα διὰ τὸ ὁποῖον συζητεῖ ὁ πολιτικὸς κόσμος καὶ ἡ ἑλληνικὴ ἐπιστήμη καὶ ἡ κοινὴ γνώμη ἀπὸ τοῦ 1935 καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ συνέστησεν εἰδικὴν Ἐπιτροπήν. Θὰ ἦτο τὸ ὀλιγώτερον παράδοξον, κύριοι βουλευταί, ἂν ἡ Βουλὴ μετὰ τριετῆ ἀπασχόλησιν μὲ τὸ θέμα τοῦτο καὶ ἀφοῦ ὑπὸ τὸν καύσωνα τοῦ Ἰουλίου καὶ τοῦ Αὐγούστου τοῦ παρ. ἔτους συνεζήτει τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ἐχόντων τὴν πάγκοινον ἀναγνώρισιν διατάξεων περὶ τοῦ δημοσίου δικαίου, ἀνεκάλυπτεν ἐξαίφνης κατὰ Μάϊον τοῦ 1949 ὅτι δὲν ὑφίσταται ζήτημα ἀναθεωρήσεως καὶ μάτην ἐπὶ τριετίαν ἀσχολούμεθα ἐπὶ ἀνυπάρκτου θέματος. Ἀλλὰ λέγοντες, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὑπάρχει ζήτημα ἀναθεωρήσεως, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ λυθῇ διὰ τῆς ἀνέτου συζητήσεως οὕτως ἢ ἄλλως, εἴτε διὰ τῆς διατηρήσεως ἀμεταβλήτου τοῦ ἰσχύοντος κειμένου, εἴτε διὰ τῆς ἀποδοχῆς τροποποιήσεων, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι λογικὸν νὰ ὑπολαμβάνωμεν ὅτι ὅλα τὰ ἄρθρα καὶ ὅλαι αἱ παράγραφοι τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθοῦν ὑπὸ διεξοδικὴν συζήτησιν. Ἄρθρα πολλά, ὅπως πρὸ ὀλίγου ἐξέθεσεν ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς ἀποδίδουν βασικὰς ἐννοίας τοῦ πολιτεύματός μας, αἱ ὁποῖαι ἔχουν τύχει τῆς γενικῆς ἐπιδοκιμασίας τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ τῆς ἐπιστήμης τοῦ δημοσίου δικαίου. Ἄλλα ἄρθρα πραγματεύονται δευτερευούσας ἐννοίας, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχει ἀπόλυτος ἐπίσης ὁμοφωνία. Ἀντιθέτως, ὑπάρχουν διατάξεις, αἵτινες ἀπετέλεσαν ἀντικείμενον συζητήσεων καὶ ἐπικρίσεων. Κατ’ ἀνάγκην ἡ συζήτησις θὰ περιστραφῇ εἰς αὐτάς. Εἶναι ἀνάγκη ἑπομένως, νὰ ἀποχωρισθοῦν τὰ σχετικὰ ἄρθρα τῶν ὑπολοίπων καὶ διὰ τὴν πρόδηλον ἀνάγκην νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἔκτασιν καὶ τὸν ὄγκον τοῦ ἀναμένοντος τὴν δραστηριότητά της ἔργου καὶ διὰ νὰ μὴ περισπᾶται ἑκάστοτε εἰς ματαίας συζητήσεις, ἀπὸ τὰς ὁποίας θὰ ἀνακύπτῃ ἡ διαπίστωσις ὅτι ἡ συζήτησις ἦτο περιττή. Εἰς τὸν σκοπὸν τοῦτον, κύριοι συνάδελφοι, ἀποβλέπει ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγοῦμαι. Τῆς προτάσεως ἔδωσε λεπτομερῆ ἀνάλυσιν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς. Προσωπικῶς φρονῶ ὅτι εἰς τὸ ἄρθρ. 1 τοῦ σχεδίου θὰ ἠδύνατο νὰ προστεθοῦν καὶ ἄλλα ἄρθρα τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου δὲν χρήζουν ἀναθεωρήσεως. Ἐπεκράτησεν ὅμως ἡ ἄποψις τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ προστεθοῦν ἄρθρα, διὰ τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν διάφοροι ἀντιρρήσεις διὰ νὰ μὴ ματαιωθῇ ὁ ἐπιδιωκόμενος διὰ τῆς προτάσεως σκοπός. Διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τῆς προτάσεως προστίθενται εἰς τὸν καταστατικὸν χάρτην διατάξεις ἐκ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 ἐπὶ θεμάτων παγκοίνου ἀναγνωρίσεως. Ἴσχυσαν αὗται ἐπὶ ὀκταετίαν ἀπὸ τοῦ 1927 μέχρι τοῦ 1935, ἡ πρᾶξις δὲ καὶ ἡ θεωρία κατέδειξαν τὴν σκοπιμότητα καὶ τὴν χρησιμότητα αὐτῶν, τὸ ἄρθρον 20 ἀφορᾷ τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς μεταβολῆς τῶν ὅρων τῶν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ἢ κοινωφελῶν σκοπῶν διαθηκῶν καὶ δωρεῶν. Τὸ ἄρθρον 22, διακηρύσσει κατευθυντήριον γραμμὴν τὴν κρατικὴν προστασίαν τῆς ἐργασίας καὶ τῶν σωματικῶς ἢ πνευματικῶς ἐργαζομένων. Τὸ ἄρθρον 24 ὁμοίως διακηρύσσει τὴν ἀρχὴν τῆς προστασίας τοῦ γάμου καὶ τῶν πολυμελῶν οἰκογενειῶν. Διὰ τοῦ ἄρθρου 88 ἀποδίδεται ἀνεγνωρισμένη ἀρχὴ τοῦ ἰσχύοντος πολιτεύματος περὶ τῆς συλλογικῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν διὰ τὴν γενικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Τὰ ἄρθρα 92 καὶ 117 εἰσάγουν καὶ διὰ τοὺς ὑπουργοὺς καὶ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους τὰ εἰς τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ ὑπάρχοντα ἀσυμβίβαστα. Τέλος διὰ τοῦ ἄρθρου 108 εἰσάγεται ὡς κανὼν συνταγματικὸς ἡ ἀναμφισβήτητος ἀρχὴ τῆς ἀποκεντρώσεως ἐν τῇ διοικήσει τοῦ Κράτους, διὰ τῆς ὁποίας ἡ διοίκησις θὰ εὑρίσκεται πλησίον τοῦ διοικουμένου διὰ νὰ ἔχῃ ἄμεσον ἀντίληψιν τῶν τοπικῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν ζητημάτων καὶ διὰ νὰ δίδῃ εἰς ταῦτα λύσιν ἄμεσον, χωρὶς τὴν χρονοτριβὴν καὶ τὴν ἔλλειψιν γνώσεως τῶν κατ’ ἰδίαν θεμάτων, ἡ ὁποία ἀναπόφευκτος εἰς τὴν κεντρικὴν διοίκησιν. Διὰ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ψηφίσματος προτείνεται ἡ ἀντικατάστασις ὡρισμένων διατάξεων τοῦ ἰσχύοντος κειμένου διὰ τῶν ἀντιστοίχων ὁρισμῶν τοῦ μετὰ μελέτην καὶ σκέψιν διατυπωθέντος σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς. Πολλαὶ τῶν προτεινομένων διατάξεων ἀπετέλεσαν μέρος τοῦ καταργηθέντος Συντάγματος τοῦ 1927. Ὅσαι δὲν ἀφοροῦν τυπικὰς ἢ καὶ φραστικὰς μόνον μεταβολάς, περιλαμβάνουν διατάξεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχουν διαφωνίαι. Τινὲς τούτων, ὅπως τὰ περὶ διαδοχῆς καὶ ἀντιβασιλείας ἄρθρα, ἔχουν ἤδη τύχει καὶ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Σώματος. Τὸ ἄρθρον 4 τοῦ σχεδίου προσθέτει διάταξιν περὶ τῆς συγκροτήσεως καὶ τῆς ἀποστολῆς τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν, οἵαν περιελάμβανε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, δὲν περιέχει ὅμως τὸ ἰσχῦον, προβλέπεται δὲ νῦν διὰ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Προσθέτει ἐπίσης διάταξιν περὶ τῆς συνθέσεως τῆς Κυβερνήσεως, ὡς περίπου διεγράφετο εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 καὶ ὅπως ἀκριβῶς ἔχει διαμορφωθῆ ἀπὸ τὰς ἀγράφους συνθήκας τοῦ πολιτεύματός μας. Ἰδιαιτέραν σημασίαν ἀποδίδω εἰς τὴν προτεινομένην διάταξιν τοῦ ἄρθρου 102 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀποδίδει καὶ αὕτη ἰσχύουσαν ἀρχὴν τοῦ πολιτεύματος, ἰσχύουσαν βάσει τῶν ἀγράφων ἐπίσης κανόνων τοῦ Συντάγματός μας. Δι’ αὐτῆς διατυποῦται εἰς γραπτὸν δίκαιον τὸ σύστημα τῆς κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, οἷον ἀκριβῶς λειτουργεῖ ἀπὸ 70 καὶ πλέον ἐτῶν εἰς τὴν χώραν μας. Ἐξυπηρετεῖ ὅμως καὶ ἄλλην σπουδαίαν ἀνάγκην τὸ προτεινόμενον ἄρθρον, ἀνάλογον τοῦ ὁποίου περιελάμβανε καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927. Ὅπως εἶπε κἄποτε εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτὴς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, ὁ κ. Θ. Τσάτσος, τὰ νέα Συντάγματα καλοῦνται νὰ προστατεύσουν τὴν ὠργανωμένην κοινωνίαν καὶ τὴν πολιτείαν κατὰ τῶν ἐπιβουλευομένων τὴν ὑπόστασίν της, διότι ἡ προστασία τοῦ πολίτου ἀπὸ τὴν κρατικὴν παντοδυναμίαν καὶ αὐθαιρεσίαν εἶναι πλέον θεμελιωμένη καὶ ἀπρόσβλητος εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν. Καλοῦνται ἐπίσης τὰ νέα Συντάγματα νὰ τονώσουν τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐνισχύσουν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Αὐτὸ ἀποτελεῖ πρωταρχικὴν ἀνάγκην τῆς νέας μορφῆς τῶν πολιτειῶν καὶ τῶν ἐμφανιζομένων ἀντιθέσεων. Τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐξυπηρετεῖ ἔστω καὶ ἐν μέρει ἡ προτεινομένη διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας, ὅπως ἐτόνισεν ὁ προηγηθεὶς εἰς τὸ βῆμα κ. Βαμβέτσος, ἐξασφαλίζεται σταθερότης τις καὶ ἄνεσις εἰς τὴν τυχοῦσαν τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς Κυβέρνησιν. Τὰ ὑπόλοιπα ἄρθρα τῆς προτάσεως εἶναι μᾶλλον τυπικά. Ἐπαναλαμβάνουν δὲ ἐν μέρει τὰς διατάξεις, αἵτινες ἔχουν ἤδη περιληφθῆ εἰς παλαιότερα ψηφίσματα. Ἐλπίζω νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ νὰ μὲ ἀκούσῃ πάλιν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν κατ’ ἰδίαν διατάξεων τοῦ προτεινομένου ψηφίσματος ἐὰν χρειασθῇ περαιτέρω ἀνάπτυξις τῶν λόγων, ἐξ ὧν ὡρμήθη ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὴν διατύπωσίν του. Πιστεύω, κύριοι βουλευταί, ὅπως καὶ προηγουμένως εἶπον, ὅτι ὁ ἀποχωρισμὸς τῶν ἐπουσιωδῶν καὶ τῶν τυχόντων τῆς γενικῆς ἀναγνωρίσεως τῶν ἄρθρων θὰ δώσῃ τὴν εὐχέρειαν νὰ διεξαχθῇ ἀνέτως ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ὑπολοίπων ἐπιμάχων. Πιστεύω ἀκόμη ὅτι τοῦτο θὰ εἶναι ἀνυπολόγιστον κέρδος διὰ τὸ γόητρον τοῦ Σώματος, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ποιότητα τοῦ ἔργου μας. Ἀπαντῶν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης εἰς ἀντιρρήσεις προβληθείσας ἐσχάτως διὰ τοῦ τύπου, φρονῶ ὅτι δὲν ὑπάρχουν συνταγματικὰ ἐμπόδια διὰ τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως. Ἀναθεώρησις δὲν ἀπεφασίσθη ἀπὸ τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα συμφώνως πρὸς τὴν ὑφισταμένην διάταξιν τοῦ ἰσχύοντος καταστατικοῦ χάρτου, ἀλλ’ ἐπεβλήθη ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927. Καὶ προεβλήθη εἰς τὸν λαόν, τὸ πρῶτον διὰ τῆς προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν τῆς Γʹ Ἀναθ. Βουλῆς, ὅπως καὶ ἐν ἀρχῇ εἶπον, ἔπειτα δὲ καὶ διὰ τοῦ διατάγματος τῆς προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν τῆς σημερινῆς Ἀναθ. Βουλῆς. Ἐπὶ πλέον ἀνεγνωρίσθη ἡ ἀνάγκη αὐτῆς ὑπὸ τῶν ἰδίων τούτων Σωμάτων μετὰ τὴν συγκρότησίν των. Δὲν ἐδόθη οὕτω εὐκαιρία ἐφαρμογῆς τῶν ἄρθρων 108 τοῦ Συντάγματος ὡς πρὸς τὴν διαδικασίαν τῆς ἀναθεωρήσεως. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τύχῃ ἐφαρμογῆς τοῦτο, διότι μετὰ τὴν συνταγματικὴν ἐκτροπὴν τοῦ 1936 δὲν ὑπῆρξε κἂν Βουλὴ διὰ νὰ κηρύξῃ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναθεωρήσεως, καθορίζουσα καὶ τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις. Τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον μας ἑπομένως δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ γραπτὸν κείμενον καὶ βασίζεται εἰς τὴν διὰ τῆς ἐκλογῆς δοθεῖσαν ἔγκρισιν ἀνωμάλου διαδικασίας. Παρακαλῶ ἐν τούτῳ, κύριοι βουλευταί, νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ὑπομνήσω τὸ κοινῶς γνωστὸν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ὅτι καὶ ἡ συμπληρωθεῖσα εἰς τὸ παρελθὸν ἐν τῇ χώρᾳ μας μοναδικὴ ἀναθεωρητικὴ ἐργασία, ἡ ἀναθεώρησις τοῦ 1911, ἐβασίσθη ὁμοίως εἰς ἀνώμαλον διαδικασίαν, ἡ ὁποία ἀντέκειτο πρὸς τὸ ἄρθρον 107 τοῦ τότε ἰσχύοντος Συντάγματος τοῦ 1864, διὰ τοῦ ὁποίου καθωρίζετο ὅτι ἡ ἀναθεώρησις ἔπρεπε νὰ ἀποφασισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς δύο διαφόρους περιόδους. Καὶ ἡ ἀναθεώρησις τοῦ 1911, κατὰ τὴν δοθεῖσαν ἐπίσημον ἐξήγησιν, ἐθεμελιώθη εἰς τὴν λαϊκὴν ἔγκρισιν ἐπαναστατικῆς πράξεως, διὰ τῆς ὁποίας ἱκανοποιεῖτο λαϊκὸν αἴτημα καὶ ἐτερματίζετο ἡ ἀνωμαλία ἐκ τῆς παρουσίας τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1909. Δὲν ἐμποδίζεται ἄρα ἡ ἀναθεώρησις, ἐπειδὴ δὲν προηγήθη ψήφισμα ἄλλης Βουλῆς, οὔτε διότι παρῆλθεν ἡ εἰς τὸ ἄρθρον 108 τοῦ Συντάγματος ἀναφερομένη Αʹ Σύνοδος τῆς Ἀναθ. Βουλῆς. Ἡ ἀντίθετος ἀντίληψις δὲν ἔχει σύννομον καὶ συνταγματικὸν ἔρεισμα διὰ τοὺς ἐκτεθέντας λόγους. Θὰ ἦτο ὅμως, κύριοι βουλευταί, καὶ πολιτικῶς ἐπικίνδυνος, διότι μὲ τὴν στενόκαρδον ἀντίληψιν ἀνυπάρκτων περιορισμῶν θὰ ἔμενεν ἄλυτον τὸ ὑφιστάμενον ζήτημα. Ἐὰν ἡ Βουλή, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἔχῃ πλέον τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον, ἐπειδὴ ἔληξεν ἡ Αʹ Σύνοδος, δὲν θὰ εἶχεν ὁμοίως τὸ δικαίωμα διὰ τὸν αὐτὸν λόγον νὰ λύσῃ καὶ ἀντιθέτως τὸ ζήτημα. Δὲν θὰ εἶχε δηλαδή, τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ ὅτι τὸ Σύνταγμα οὐδεμιᾶς χρῄζει ἀναθεωρήσεως, διότι καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ ἄσκησιν ἀναθεωρητικοῦ ἔργου. Ἐπαναλαμβάνω, λοιπόν, ὅτι δὲν ὑπάρχουν συνταγματικὰ ἐμπόδια εἰς τὸ ἔργον μας, παρὰ ὅσα θέτει τὸ διάταγμα τῆς προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν καὶ ἡ βάσει αὐτοῦ διεξαγωγὴ τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος καὶ ἡ παροχὴ τῆς λαϊκῆς ἐντολῆς. Διανύομεν, κύριοι συνάδελφοι, τὸ δ’ ἔτος τῆς ἐκλογῆς μας. Οὐδεὶς δύναται νὰ προβλέψῃ ἀσφαλῶς πόσος θὰ εἶναι ὁ ὑπολειπόμενος βίος τῆς Βουλῆς. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἔχει καθυστερήσει ἀρκετὰ ἕως τώρα ἡ ἐκπλήρωσις τῆς βασικῆς ἐντολῆς μας καὶ ἡ ἀντίληψις αὕτη πρέπει νὰ μᾶς ἐμπνεύσῃ τὴν ἰδέαν τῆς ἀόκνου καὶ συντόνου εἰς τὸ ἔργον τοῦτο προσηλώσεως. Δὲν καταλογίζω εὐθύνην εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὴν καθυστέρησιν. Τοὐναντίον μάλιστα ὑπάρχουν σοβαραὶ δικαιολογίαι. Ἐχρειάσθη πρῶτον νὰ παρασκευασθῇ τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος καὶ ἔγινε ἀσφαλῶς μὲ σημαντικὴν καθυστέρησιν. Τὸ ὁμολογῶ ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ μετέπειτα ἐπιδείνωσις τῆς καταστάσεως καθίστα δυσχερῆ τὴν ἀπρόσκοπτον ἐκτέλεσιν τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου. Ἐπὶ μακρὸν δὲν ἐπίστευαν ὅλοι εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναθεωρήσεως, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδύναντο νὰ φέρουν εἰς πέρας ἓν ἢ πλείονα κόμματα μὴ διαθέτοντα ἀπόλυτον πλειοψηφίαν καὶ ἐπὶ πλέον συνεργαζόμενα εἰς συμμαχικὰς Κυβερνήσεις. Ἀκόμη ἡ ὕπαρξις τοιούτων Κυβερνήσεων καὶ αἱ ἀνώμαλοι συνθῆκαι ἐπέβαλλον συχνὰ μακρὰς διακοπὰς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος καὶ δι’ ἄλλους λόγους, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ ἀποδοθῇ ἀπερίσπαστος ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν πολεμικὴν προσπάθειαν. Ἤδη ὅμως εὑρισκόμεθα πρὸ παντελῶς διαφόρου καταστάσεως. Ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναθεωρήσεως ἔχει σχεδὸν γενικῶς ἀναγνωρισθῆ καὶ ὁμολογεῖται ἡ ὑποχρέωσις ἐπισπεύσεως τοῦ ἔργου ἀπὸ ὅλα τὰ κόμματα τῆς Βουλῆς, κυρίως δὲ καὶ αὐτὸ ἔχει ἰδιαιτέραν σημασίαν, ἀπὸ τὰ συνεργαζόμενα εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ συγκεντροῦντα τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Σώματος κόμματα. Εὐτυχῶς τώρα ἡ κατάστασις εἰς τὴν χώραν μας ἐσημείωσε πασιφανῆ καὶ σημαντικὴν βελτίωσιν χάρις εἰς τὸν ἡρωϊσμὸν καὶ τὰς θυσίας τῶν μαχομένων καὶ τὴν πίστιν τοῦ λαοῦ. Πιστεύω εἰλικρινῶς, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ προσήλωσις σήμερον τῆς Βουλῆς εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως δὲν πρόκειται νὰ σκανδαλίσῃ τοὺς πολίτας, οὔτε νὰ ἐπηρεάσῃ τοὺς μαχομένους. Δὲν πρόκειται ἐπίσης νὰ παρεμποδίσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τὴν πολεμικὴν της προσπάθειαν. Ἀντιθέτως μάλιστα, θὰ δώσῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι μὲ τὴν μεταβολὴν τῶν συνθηκῶν ὅλοι καὶ ἕκαστος χωριστὰ ἀφοσιώθησαν εἰς τὰ ἔργα εἰς ἃ ἐτάχθησαν. Ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, κύριοι βουλευταί, ἐκπληροῦσα τὴν ἀποστολήν της, θὰ καταστήσῃ σαφῆ καὶ τὴν συναίσθησιν τῶν ἰδίων της ὑποχρεώσεων καὶ τὴν ἀμετάτρεπτον ἐπιθυμίαν της νὰ δώσῃ εἰς τὴν δοκιμαζομένην χώραν τὸν ὁριστικὸν καταστατικὸν χάρτην, ὥστε ἡ τελικὴ ἐξασφάλισις τῆς γαλήνης τῆς Πατρίδος νὰ τὴν εὕρῃ μὲ ὁλοκληρωμένην τὴν προπαρασκευήν της διὰ τὸν ὁμαλὸν ἐθνικὸν καὶ πολιτικὸν βίον. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα ἐξ ὅλης τῆς αἰθούσης).
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀπαρτία, νὰ διακόψωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως ψηφίσματος διὰ νὰ ψηφίσωμεν τὰ ἄρθρα 10, 11, 12 καὶ 13 ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ συζήτησις ἔχει περατωθῆ.
§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10 ὑπάρχει ἡ ἑξῆς τροπολογία τοῦ κ. Κουλουμβάκη (ἀναγινώσκει): «Οἱ Ἕλληνες ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι ἡσύχως καὶ ἀόπλως. Ἡ Ἀστυνομία δικαιοῦται ν’ ἀπαγορεύσῃ καὶ νὰ διαλύσῃ συνάθροισιν παντὸς εἴδους, ἀπειλοῦσαν τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ νὰ προβῇ εἰς συλλήψεις κατὰ τοὺς ποινικοὺς νόμους τοῦ Κράτους». Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι ἐκ τῶν κ.κ. βουλευτῶν). Ἑπομένως ἡ τροπολογία ἀπερρίφθη.
§11Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ τεθῇ καὶ ἀντιστρόφως τὸ ἐρώτημα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κουλουμβάκη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν). (Ἐγείρονται ἐλάχιστοι ἐκ τῶν κ.κ. βουλευτῶν). Ἑπομένως ἡ τροπολογία τοῦ κ. Κουλουμβάκη ἀπερρίφθη. Ὑπάρχει μία ἑρμηνευτικὴ δήλωσις τοῦ κ. Ἀλιβιζάτου, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς: Ἑρμηνευτικὴ δήλωσις Ὡς «ἐν ὑπαίθρῳ συναθροίσεις» νοοῦνται πᾶσαι αἱ συναθροίσεις εἰς μὴ «ἐστεγασμένον χῶρον». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ἀλιβιζάτου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ἐλάχιστοι ἐκ τῶν κ.κ. βουλευτῶν). Ἑπομένως ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις τοῦ κ. Ἀλιβιζάτου, ἀπερρίφθη. Ἐπίσης ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ι. Μπουρνιᾶ, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς: «Τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι ἡσύχως καὶ ἀόπλως εἶναι ἀναφαίρετον. Κατ’ ἐξαίρεσιν μόνον εἰς τὰς δημοσίας συναθροίσεις δύναται νὰ παρίσταται ἡ Ἀστυνομία καὶ νὰ ἀπαγορευθοῦν αἱ ἐν ὑπαίθρῳ μόνον συναθροίσεις ἂν ὡς ἐκ τούτων ἐπίκειται κίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, καθ’ ὃν τρόπον νόμος ὁρίζει». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μπουρνιᾶ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ἐλάχιστοι ἐκ τῶν κ.κ. βουλευτῶν). Ἑπομένως ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μπουρνιᾶ, ἀπερρίφθη. Τὸ ὁριστικὸν κείμενον τοῦ ἄρθρου 10 εἶναι ὡς ἔχει εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ὡς ἑξῆς: «Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι ἡσύχως καὶ ἀόπλως· μόνον εἰς τὰς δημοσίους συναθροίσεις δύνανται νὰ παρίσταται ἡ ἀστυνομία. Αἱ ἐν ὑπαίθρῳ συναθροίσεις δύναται νὰ ἀπαγορευθῶσιν, ἂν ὡς ἐκ τούτων ἐπίκειται κίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10 ὡς εἶχεν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι τῶν κ.κ. βουλευτῶν). Ἑπομένως ἡ Βουλὴ μὴ ἀναθεωροῦσα τὸ ἄρθρον 10 ἀποδέχεται τοῦτο ὡς περιείχετο εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ἔχον οὕτω: Ἄρθρον 10. Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι ἡσύχως καὶ ἀόπλως· μόνον εἰς τὰς δημοσίους συναθροίσεις δύναται νὰ παρίσταται ἡ ἀστυνομία. Αἱ ἐν ὑπαίθρῳ συναθροίσεις δύναται νὰ ἀπαγορευθῶσιν, ἂν ὡς ἐκ τούτων ἐπίκειται κίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 ὑπάρχει ἡ ἑξῆς τροπολογία τοῦ κ. Γ. Παραβάντη: § 3. «Ἑνώσεις Συνεταιρισμῶν δύνανται νὰ ἐπιτρέπωνται ὑπὸ τοῦ νόμου ἐλευθέρως ρυθμιζόμεναι ὑπ’ αὐτοῦ». Ἑρμηνευτικὴ δήλωσις: «Οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι δύνανται ν’ ἀσκοῦν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἐφ’ ὅσον τοῦτο δὲν ἀντίκειται εἰς ἰδιάζουσαν φύσιν τῶν καθηκόντων των, πάντοτε δὲ ἐντὸς τῶν δι’ αὐτοὺς καθοριζομένων περιορισμῶν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Παραβάντη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ἐλάχιστοι ἐκ τῶν κ.κ. βουλευτῶν). Ἑπομένως ἡ τροπολογία τοῦ κ. Παραβάντη, ἀπερρίφθη. Ὑπάρχει τροπολογία τῶν κ.κ. Κ. Θεοφανοπούλου, Π. Χατζηπάνου, Θ. Τσάτσου καὶ Ε. Λουλακάκη, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς: «Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, οἵτινες ὅμως οὐδέποτε δύνανται νὰ ὑπαγάγωσι τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς προηγουμένην τῆς Κυβερνήσεως ἄδειαν. Συνεταιρισμός τις δὲν δύναται νὰ διαλυθῇ ἕνεκα παραβάσεως τῶν νόμων, εἰ μὴ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ ὑπαλλήλους Νομικῶν προσώπων καὶ ὀργανισμῶν Δημοσίου Δικαίου, δύναται διὰ νόμου νὰ ὑποβληθῇ εἰς ὡρισμένους περιορισμούς. Ἡ ἀπεργία εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ τοὺς ὑπαλλήλους νομικῶν προσώπων καὶ ὀργανισμῶν Δημοσίου Δικαίου ἀπαγορεύεται». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν αὐτὴν τῶν τεσσάρων συναδέλφων παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι ἐκ τῶν κ.κ. συναδέλφων). Ἑπομένως ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν τροπολογίαν τῶν κ.κ. Κ. Θεοφανοπούλου, Π. Χατζηπάνου, Θ. Τσάτσου καὶ Ε. Λουλακάκη.
§13Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω καὶ ἐγὼ παρομοίαν τροπολογίαν, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ.
§14Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐφ’ ὅσον ἡ τροπολογία τοῦ κ. Κουλουμβάκη εἶναι ἀπωτέρα, πρέπει νὰ τεθῇ αὕτη πρώτη εἰς ψηφοφορίαν.
§15Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχομεν νόμον ὁ ὁποῖος ἰσχύει ἀπὸ τοῦ ἔτους 1932 καὶ βάσει τοῦ ὁποίου τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους παρέχεται διὰ νόμου. Ἐνῷ διὰ τῆς τροπολογίας τῶν κ.κ. συναδέλφων τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους δίδεται διὰ τοῦ Συντάγματος καὶ δύναται νὰ περιορισθῇ διὰ νόμου. Ὑποστηρίζω ὅτι μόνον διὰ νόμου παρέχεται τοιοῦτον δικαίωμα.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουν δύο τροπολογίαι τοῦ κ. Κουλουμβάκη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11. Ἡ πρώτη τροπολογία ἔχει ὡς ἑξῆς: «Διὰ νόμου δύναται νὰ δοθῇ καὶ ν’ ἀπαγορευθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς δημοσίους λειτουργοὺς παντὸς εἴδους, καθορίζεται δὲ διὰ τοῦ αὐτοῦ νόμου ἐν γένει καὶ λεπτομερῶς ἡ ἔκτασις καὶ ἡ λειτουργία τοῦ συνεταιρισμοῦ. Καὶ στεροῦνται ἀπολύτως οἱ δημόσιοι λειτουργοὶ δικαιώματος ἀπεργίας». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρώτην τροπολογίαν τοῦ κ. Κουλουμβάκη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλιγώτεροι ἐκ τῶν κ.κ. συναδέλφων). Ἑπομένως ἡ πρώτη τροπολογία τοῦ κ. Κουλουμβάκη ἀπερρίφθη. Ἐπὶ τῆς δευτέρας τροπολογίας τοῦ κ. Κουλουμβάκη, ὁ κ. Α. Παπαδῆμος, ἔχει τὸν λόγον.
§17Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ψηφίζεται Σύνταγμα εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ ἀκούωμεν, οὔτε τὸν Πρόεδρον, οὔτε τὰς τροπολογίας, οὔτε τὰ οἰκεῖα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Δεύτερον, ἡ τροπολογία τοῦ κ. Κουλουμβάκη ἔχει στοιχεῖα ὀρθότητος, ἐπίσης δὲ καὶ ἐπικαιρότητος. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ ψηφίζεται καθ’ ὃν τρόπον ψηφίζεται, ἐνῷ ἐψηφίσθη ἄλλη τροπολογία, ἀντίθετος πρὸς τὴν τροπολογίαν αὐτήν. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ τροπολογία ἡ ψηφισθεῖσα, νὰ ἀναγνωσθῇ κατόπιν ἡ τροπολογία τοῦ κ. Κουλουμβάκη, καὶ ἐὰν ἡ τροπολογία αὐτή, δὲν ἀντιτίθεται πρὸς τὴν πρώτην, νὰ ἐνταχθῇ ἐν τῷ Συντάγματι, ὡς ἑρμηνευτικὴ διάταξις, ἡ ὁποία θὰ δύναται τοιουτοτρόπως, νὰ μὴ ἀνατρέψῃ τὴν ὅλην τοῦ Συντάγματος εὐνομίαν.
§18Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ὑποβάλει πρότασιν, ἐν σχέσει μὲ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐπρότεινα τότε, νὰ ἀπαγορευθῇ ρητῶς διὰ συνταγματικῆς διατάξεως τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ σᾶς τὴν ἀναγνώσω.
§20Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, τὸν λόγον. Ἐψηφίσαμεν ἤδη τὴν διάταξιν περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τοὺς Δημ. Ὑπαλλήλους. Ἐλήφθη εἰδικὴ μέριμνα περὶ τοῦ ὅτι, δύναται διὰ νόμου νὰ περιορισθῇ τὸ δικαίωμα αὐτό. Οὐδεμία ἄλλωστε τροπολογία, ἀφορῶσα τὸ θέμα τοῦτο, εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ συζητηθῇ, διότι πᾶσα ἄλλη τροπολογία θὰ εὑρίσκετο εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὴν ψηφισθεῖσαν διάταξιν. Ἀλλά, ἡ τροπολογία τοῦ κ. Κουλουμβάκη, δὲν εὑρίσκεται εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὸ ψηφισθὲν ἄρθρον, εἶναι συμπληρωματική, διότι θίγει ἕνα ἄλλο ζήτημα μὴ ρυθμισθέν, δύναται, ἑπομένως, νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ γεννῶνται ζητήματα δι’ ἑκάστην παράγραφον, παρακαλῶ νὰ ἀναγινώσκεται μία–μία παράγραφος.
§21Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Ἤθελον νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς: Ὅτι κατ’ οὐσίαν, βεβαίως, ἡ πρότασις τοῦ κ. συναδέλφου, κατὰ τὴν κρίσιν μου, εἶναι ὀρθή, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο, δὲν εἶναι ἀντικείμενον συνταγματικῆς ρυθμίσεως, δύναται νὰ ρυθμισθῇ κάλλιστα διὰ νόμου. Αἱ τροπολογίαι, ὡς γνωστόν, εἶναι ἑνιαῖαι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰς ψηφίζωμεν κατὰ παράγραφον. Ἐνίσταμαι κατὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ, τῆς ψηφίσεως τῶν τροπολογιῶν αὐτῶν.
§22Α. ΔΗΜΗΤΡΑΤΟΣ. Ἐπειδὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Κουλουμβάκη ἀποβλέπει εἰς ἐκρίζωσιν τῶν παλαιμάχων στελεχῶν τοῦ ἑλληνικοῦ συνδικαλισμοῦ καὶ στρέφεται ἐναντίον τῆς φυσιολογικῆς ἀναπτύξεως τοῦ συνδικαλιστικοῦ κινήματος, θέλω νὰ κάμω μία δήλωσιν. Διὰ νὰ κατανοήσῃ ἡ Βουλή, πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της, ὅτι ἂν μία τοιαύτη πρότασις ἐψηφίζετο εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας ἢ τὴν Γαλλίαν, θὰ ἐσήμαινεν ἀποκλεισμὸν ἀπὸ τὴν ἐνεργὸν συνδικαλιστικὴν ζωὴν τοῦ Ἀμερικανοῦ Γκρὴν καὶ τοῦ Γάλλου Ζουώ. Μόνον τὸ πνεῦμα τῆς ὀπισθοδρομήσεως θὰ εἶναι ἐκεῖνο, ποὺ τυχὸν θὰ ὁδηγήσῃ τὴν παροῦσαν Βουλὴν εἰς τὴν ψήφισιν μιᾶς τοιαύτης προτάσεως. Ἂς μὴ λησμονήσῃ ἡ Βουλή, ὅτι τυχὸν ψήφισις τῆς τροπολογίας, θὰ προκαλέσῃ κῦμα ἀγανακτήσεως εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Δηλῶ, συνεπῶς, ὅτι δὲν θὰ λάβω μέρος εἰς τὴν ψηφοφορίαν, τὴν ὁποίαν ἀποδοκιμάζω ὡς ὑπεύθυνος ἡγέτης τοῦ ἑλληνικοῦ ἐργατικοῦ κινήματος. Εἰς περίπτωσιν δὲ ψηφίσεώς της, θέλω ἀποχωρήσῃ τῆς συνεδριάσεως.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Γραμματέα, ὅπως ἀναγνώσῃ τὴν πρώτην παράγραφον τῆς δευτέρας τροπολογίας τοῦ κ. Κουλουμβάκη. (Ὁ κ. Γραμματεύς, ἀναγινώσκει τὴν παράγραφον, ἔχουσαν οὕτω: «Ἐπὶ παντὸς εἴδους συνεταιρισμὸν ἐργατικὸν ἢ ἐπαγγελματικὸν δὲν δικαιοῦται νὰ εἶναι μέλος τῆς διοικήσεως ὁ μὴ ἀσκῶν ἐνεργῶς τὴν ἐργασίαν ἢ τὸ ἐπάγγελμα τῶν μελῶν τοῦ Συνεταιρισμοῦ»). Οἱ παραδεχόμενοι ταύτην, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἑπομένως, γίνεται δεκτὴ ἡ πρώτη παράγραφος τῆς δευτέρας τροπολογίας τοῦ κ. Κουλουμβάκη, ἥτις τίθεται ὡς ἑρμηνευτικὴ δήλωσις.
§24Α. ΔΗΜΗΤΡΑΤΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ λησμονήσῃ ἡ Βουλή, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὸ 1949 καὶ ἂν θέλῃ νὰ ἵσταται πραγματικὰ εἰς τὸ ὕψος της, θὰ πρέπει νὰ ἀντιπροσωπεύῃ τὸ πνεῦμα τοῦ πολιτικοῦ, οἰκονομικοῦ καὶ κοινωνικοῦ συγχρονισμοῦ τῆς χώρας. (Ὁ κ. Δημητρᾶτος, ἀποχωρεῖ τῆς αἰθούσης).
§25Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶχον καμμίαν ἐπιθυμίαν ν’ ἀναξέσω ζήτημα ψηφισθέντος ἤδη ἄρθρου, ἀλλὰ δὲν εἶχον καλῶς κατανοήσει τὴν ἔννοιαν τῆς τροπολογίας τοῦ ἀξιοτίμου καὶ ἀγαπητοῦ συναδέλφου ἐξ Ἀθηνῶν. Ἐὰν ἡ ἔννοιά της ὅμως ἦτο, ὅτι ἁπλῶς καὶ μόνον ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι τίς δὲν ἐνασκεῖ ἐνεργῶς τὸ ἐπάγγελμα τῆς κατηγορίας, τῆς ὁποίας μέλη πρόκειται νὰ συνεταιρισθῶσι, πρέπει νὰ ἀποκλεισθῇ τῆς ἐνεργοῦ συμμετοχῆς καὶ ἐφορείας ἐπὶ τῶν κοινῶν τῆς κατηγορίας ταύτης, δὲν νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἐπαρκὲς στοιχεῖον ἀποκλεισμοῦ.
§26ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐψηφίσθη ἤδη. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§27Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐάν, κ. συνάδελφε, λόγῳ ἐργατικοῦ ἀτυχήματος, ὑμεῖς, 40 ἐτῶν, εἰς τὴν ἀκμὴν τῆς ἡλικίας σας, εὑρίσκεσθε ἀποκεκομμένος ἀπὸ τὴν ἐνεργόν σας ὑπηρεσίαν, θὰ εἴπετο ἐκ τούτου, ὅτι δὲν θὰ ἠμποροῦσαν οἱ συνάδελφοί σας νὰ σᾶς βάλουν νὰ διοικήσητε τὰ κοινὰ μαζύ των; Ὁμολογῶ, ὅτι τὸ πρᾶγμα μὲ ἐκπλήσσει καὶ δὲν μοῦ φαίνεται ὅτι εἶναι σύμφωνον μὲ τὸ πνεῦμα προηγμένης Πολιτείας, αὐτὰς τὰς τροποποιήσεις νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὸ Σύνταγμά μας. Παρακαλῶ τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, νὰ σκεφθοῦν δὶς καὶ καὶ τρεῖς, πρὶν τοιούτου εἴδους τροποποιήσεις προσθέσωμεν. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§28Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. ..... (Θόρυβος).
§29Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, εἶναι περίεργος ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν τοιαύτας σοβαρωτάτας τροπολογίας. Τοὐλάχιστον ἐγώ, δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἀπόψε θὰ συνεζητοῦντο αὐτὰ τὰ θέματα. Ψηφίζομεν τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν κατατεθῆ καὶ αἱ ὁποῖαι κατ’ οὐσίαν ἀνατρέπουν ὁλόκληρον τὸ συνδικαλιστικὸν κίνημα, ἐκτὸς ἐὰν ἑρμηνεύσωμεν τί θέλομεν καὶ τί ψηφίζομεν. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ψήφισις τοῦ Συντάγματος. Νὰ διανεμηθοῦν αἱ τροπολογίαι, νὰ τὰς μελετήσωμεν καὶ αὔριον νὰ τὰς ψηφίσωμεν.
§30Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι βουλευταί, τὸ θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου λαμβάνομεν ἀποφάσεις εἶναι θεμελιῶδες. Εὔλογον, ἑπομένως, εἶναι νὰ ληφθοῦν ἐν πλήρει ἐπιγνώσει τῆς σοβαρότητός του. Ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον εἰσήλθομεν εἰς τὴν λῆψιν τῆς ἀποφάσεως, δὲν πείθει ὅτι ἔχομεν πλήρη ἐνημερότητα διὰ τὸ βάρος τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν λαμβάνομεν. Διὰ τοῦτο, ἐπιθυμῶ νὰ προβῶ εἰς δύο δηλώσεις. Πρῶτον, ὅτι τὸ Δημοκρατικὸν Σοσιαλιστικὸν Κόμμα, ἐπειδὴ δι’ ἀναστάσεως δὲν καθίσταται σαφὲς ποίαν γνώμην ἕκαστος βουλευτὴς καὶ ἕκαστον Κόμμα ἔχει, ἐπιθυμῶ νὰ δηλώσω, ὅτι τὸ Δημοκρατικὸν Σοσιαλιστικὸν Κόμμα δὲν ἀποδέχεται αὐτὴν τὴν πρότασιν, διότι θίγει τὰς βάσεις τοῦ συνδικαλισμοῦ, ὅπως λειτουργεῖ καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Δεύτερον, ἐπιθυμῶ νὰ προβῶ εἰς μίαν πρότασιν. Λόγῳ τῆς σοβαρότητος τοῦ θέματος καὶ λόγῳ τῆς ἀμφισβητήσεως τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ψηφοφορίας, προτείνω ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν δι’ αὔριον, ὥστε νὰ ἔχωμεν τὸν καιρόν. Κύριοι βουλευταί, ἐπιθυμῶ ἡ σημερινὴ πρότασίς μου ν’ ἀποτελέσῃ προηγούμενον καὶ διὰ τὰς ψηφοφορίας τοῦ μέλλοντος, ὁσάκις ἀνακύπτει, λόγῳ τῆς σοβαρότητος τοῦ θέματος, διαφωνία, νὰ μὴ σπεύδωμεν εἰς τὴν ἄμεσον ψηφοφορίαν. Τὸ θέμα θὰ κοινολογηθῇ, θὰ κοινοποιηθοῦν τροπολογίαι, θὰ γνωρίζωμεν τὸ θέμα καὶ κατὰ τὴν ἑπομένην θὰ ἐπακολουθῇ δι’ ἀναστάσεως ἢ δι’ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας ἢ λῆψις τῆς ἀποφάσεως. Αὐτὸ ὡς προηγούμενον, κατοχυρώνει τὴν σοβαρότητα καὶ τὴν ἐπίγνωσιν τῶν λαμβανομένων ἀποφάσεων. Διὰ τοῦτο, προτείνω ἡ ψηφοφορία εἴτε ὀνομαστικῶς, εἴτε δι’ ἀναστάσεως, νὰ γίνῃ αὔριον.
§31Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Νομίζω καὶ ἐγὼ καὶ χαίρω πολύ, διότι ὁ κ. Παπανδρέου, ἐκ μέρους τῆς ἀξιωματικῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὑποστηρίζει τὴν αὐτὴν ἄποψιν, ὅτι ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ψηφοφορίας ἠμποροῦν νὰ ὑπάρχουν ἀμφιβολίαι καὶ ἀμφισβητήσεις, διότι δὲν ἠξεύρομεν ποῖοι εἶναι οἱ περισσότεροι. Ἄλλωστε ἀμφισβητεῖται ἀπὸ διάφορα Κόμματα καὶ πρέπει νὰ τὸ συζητήσωμεν ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, ἀλλά, λέγω καὶ ἐγὼ αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, ὅτι τοιαῦται τροπολογίαι πρέπει νὰ ἔχουν διανεμηθῆ ἀπὸ πρίν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται ψηφοφορία τοιαύτης ἐκτάσεως τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας αὐτὴν τὴν στιγμὴν κατ’ οὐσίαν δὲν δυνάμεθα νὰ παρακολουθήσωμεν λεπτομερῶς.
§32Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μοῦ λέγουν, ὅτι πρόκειται νὰ ἀνατρέψω τὰς βάσεις τοῦ συνδικαλισμοῦ. Κύριοι βουλευταί, σᾶς ἐρωτῶ: Ἐγὼ τώρα ποὺ εἶμαι δικηγόρος ἐν ἐνεργείᾳ, δικαιοῦμαι νὰ ἐκλεγῶ;
§33Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς οὐσίας συζητῶμεν; Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Κουλουμβάκη.
§34Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω. Δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ὅταν λέγουν, ὅτι πρόκειται νὰ ἀνατρέψω τὰς βάσεις τοῦ συνδικαλισμοῦ, δὲν ὁμιλοῦν ἐπὶ τῆς οὐσίας; Λοιπόν, θὰ εἴπω: Ὅταν πάρω τὴν σύνταξίν μου, ὡς δικηγόρος, θὰ δικαιοῦμαι νὰ εἶμαι Πρόεδρος τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου; Ὄχι!
§35Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐὰν δὲν ἀσκῆτε τὸ ἐπάγγελμα, διὰ τὸν Α ἢ Β λόγον, δὲν δικαιοῦσθε;
§36Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἅμα πάρω σύνταξιν, δὲν δικαιοῦμαι νὰ ἀσκῶ τὸ ἐπάγγελμα αὐτό. Δεύτερον, λέγω, συμφωνῶ καὶ προσθέτω, ὅτι εἰς τὸ 1911 ἐνηργεῖτο πάντοτε ὀνομαστικὴ ψηφοφορία τῇ αἰτήσει ἑνὸς καὶ μόνον βουλευτοῦ, ἔστω ἀντιπολιτευομένου.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὅτι τὰ ἄρθρα 10, 11, 12 καὶ 13, συνεζητήθησαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον καὶ ἐτερματίσθη ἡ ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις. Ἀπομένει δὲ ἡ ἐπιψήφισίς των, συμφώνως πρὸς τὸ ΝΖʹ ψήφισμα, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ νεωτέρου ψηφίσματος τῆς 7ης Ὀκτωβρίου 1948. Τὸ ΝΖʹ ψήφισμα, προβλέπει τὸν τρόπον τῆς ψηφίσεως, ψηφοφορία δὲ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως γίνεται, κατόπιν αἰτήσεως, ὑπογεγραμμένης παρὰ 15 βουλευτῶν.
§38Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Ὡς ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας, ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ μία τοιαύτη ἀπόφασις, προσκρούουσα εἰς τὴν διεθνῆ συνδικαλιστικὴν κίνησιν. Προτείνω καὶ ἐγώ, νὰ γίνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὥστε ἕκαστος νὰ ἀναλάβῃ τὰς εὐθύνας του.
§39Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κάμνω καὶ ἐγὼ ἔκκλησιν πρὸς τὴν Βουλήν, νὰ δείξῃ ἐξαιρετικὴν προσοχὴν καὶ νὰ ἀντιληφθῇ τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος. Ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις αὐτή, ἐκτὸς τῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ, ὑπάρχει φόβος νὰ παραβιάζεται συστηματικῶς τὸ Σύνταγμα.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις, δεόντως ὑπογεγραμμένη, δι’ ἧς ζητεῖται, ὅπως ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Κουλουμβάκη, γίνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§41ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, δεκτή, δεκτή.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς, ἡ Βουλὴ ἀνακαλεῖ τὴν ληφθεῖσαν ἀνωτέρω ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς 1ης παραγράφου τῆς δευτέρας τροπολογίας τοῦ κ. Κουλουμβάκη, δέχεται ὅπως διακοπῇ ἡ ψήφισις τοῦ ἄρθρου 11 δι’ αὔριον, γίνῃ δὲ ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Κουλουμβάκη ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§43ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§44Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἀντιτιθέμεθα καὶ ἡμεῖς πρὸς τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κουλουμβάκη, διότι αὕτη ἀποτελεῖ κίνδυνον καὶ ἀντιτίθεται πρὸς τὴν συνδικαλιστικὴν ἐλευθερίαν καὶ ἐξέλιξιν.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις, ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος. Ὁ κ. Χ. Ἀλιβιζᾶτος, ἔχει τὸν λόγον.
§46Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ εἰσαγόμενον ἐνώπιόν σας ψήφισμα, σχετικῶς μὲ τὰς μὴ ἀναθεωρητέας ἢ διατηρητέας ἐν ἰσχύϊ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἀποτελεῖ πρόοδον, ἀλλά, δυστυχῶς, νομίζω, ὅτι εἶναι ταὐτοχρόνως καὶ ἀνεπαρκές. Ἀποτελεῖ πρόοδον, διότι θὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ καθαρισθῇ ἕνα σημαντικὸν ἔδαφος ἀπὸ τὴν ἀναθεωρητέαν ὕλην καὶ θὰ παράσχῃ τοιουτοτρόπως τὸν χρόνον διὰ μίαν ἄνετον ὁπωσδήποτε συζήτησιν τῶν ὑπολοιπομένων ἄρθρων. Εἶναι ὅμως, παρὰ ταῦτα, ἀνεπαρκές, καὶ εἶναι ἀνεπαρκές, διότι, δυστυχῶς, ἐχάθη πολύτιμος χρόνος. Ὅταν ἀρχικῶς ὑπεβλήθη, κατόπιν προσωπικῆς πρωτοβουλίας καὶ ἄλλων συναδέλφων, τὸ σχετικὸν ψήφισμα, πρὸ ἑνὸς περίπου ἔτους, τὸν Αὔγουστον τοῦ 1948, παρείχετο εἰς τὸ Σῶμα ἐπαρκὴς χρόνος, ὥστε νὰ συζητηθοῦν ἀνέτως καὶ ἐμπεριστατωμένως τὰ ὑπόλοιπα ἄρθρα. Δυστυχῶς, διὰ λόγους, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς ὅλους γνωστοί, ἐχάθη ὁ χρόνος αὐτὸς καὶ ἤδη εἰσάγεται τὸ ψήφισμα εἰς περίοδον, ἡ ὁποία ἔχω σοβαρὰς ἀμφιβολίας ἐὰν θὰ ἐπιτρέψῃ μία ἐμπεριστατωμένην καὶ σοβαρὰν καὶ ἐξονυχιστικὴν συζήτησιν τῶν ὑπολοιπομένων διατάξεων. Διότι καὶ ἐὰν τὸ παρὸν ψήφισμα ἤθελε γίνει ἐν τῷ συνόλῳ του ἀποδεκτὸν ἀπὸ τὸ Σῶμα, θὰ παρέμεινον ἐκκρεμεῖς πρὸς συζήτησιν διατάξεις 40 περίπου ἄρθρων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, μάλιστα τῶν σοβαρωτέρων τῶν ἄρθρων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐγέννησαν, γεννοῦν καὶ εἶναι φυσικὸν νὰ γεννήσουν τὰς μεγαλυτέρας καὶ σοβαρωτέρας συζητήσεις καὶ ἀμφιβολίας. Παραμένουν ἀκόμη νέα ἄρθρα, τὰ ὁποῖα προτείνονται νὰ προστεθοῦν ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐπὶ τῶν ἄρθρων αὐτῶν, τῶν 60 ἄρθρων, ἔχουν ἤδη ὑποβληθῆ μέχρι τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν διεκόπησαν αἱ τελευταῖαι Συνταγματικαὶ συζητήσεις, ὑπὲρ τὰς 120 τροπολογίας καὶ ἐκ τῶν ὁποίων πολλαὶ σοβαραὶ καὶ χρήζουσαι ἰδιαιτέρας συζητήσεως. Διὰ τὸν λόγον αὐτόν, μολονότι διαβλέπων τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ προκύψουν, θὰ ἐπρότεινα καὶ ἐγὼ τὴν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος, μὲ ὡρισμένας τοὐλάχιστον ἐπιφυλάξεις, ὡς πρός τινα ἄρθρα, τὰ ὁποῖα, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιληφθοῦν εἰς τὴν ὁμαδικὴν ψήφισιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ παραπεμφθοῦν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς συζήτησιν καὶ ταυτοχρόνως νὰ ἀντιμετωπισθῇ τὸ ζήτημα τῆς συντομωτέρας καὶ ἐνεργοτέρας συνεχίσεως τῶν συντακτικῶν ἐργασιῶν καὶ τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ ψηφίσματος, διὰ νὰ περαιώσω τὰς παρατηρήσεις μου ἐπ’ αὐτοῦ, τὸ μὲν ἄρθρον πρῶτον ἀφορᾷ ἐντελῶς ἰσχυούσας συνταγματικὰς διατάξεις, ἀλλὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ ὀφείλει νὰ ἐπισύρῃ τὴν προσοχήν μας, εἶναι τὸ ἄρθρον 3, διότι δι’ αὐτοῦ προτείνεται ἡ ἀντικατάστασις ὡρισμένων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 δι’ ἀντιστοίχων ἄρθρων, διατυπωθέντων ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ τῶν ὁποίων ἐπέρχονται σοβαρώταται ἐνίοτε μεταβολαὶ εἰς τὸ δημόσιον δίκαιον τῆς χώρας. Νομίζω δέ, ὅτι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς πρέπει νὰ ἐξαιρεθῇ τοῦ παρόντος ψηφίσματος καὶ νὰ παραπεμφθῇ πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλὴν 1) ἡ διάταξις περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 11, διότι διὰ τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου τούτου, προκειμένου ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐπέρχεται οὐσιωδέστατος περιορισμὸς τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀπορρήτου τῶν ἐπιστολῶν καὶ τῆς ἀλληλογραφίας. Ὑπὸ ὡρισμένας συνθήκας θὰ δύναται νὰ φθάσῃ ἡ ἐξαίρεσις καὶ μέχρι καταργήσεως τοῦ ἀπορρήτου. Θὰ ἦτο ἐπ’ αὐτοῦ ἀνάγκη νὰ ἀποφανθῇ ψυχραίμως ἡ Βουλή. Ἐν συνεχείᾳ, νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ παραπεμφθῇ πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ εἰς τὸ αὐτὸ ἄρθρον τοῦ ψηφίσματος περιλαμβανόμενον ἄρθρον 70 τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς, εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ἄρθρου 58 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος. Δι’ αὐτοῦ καθορίζεται τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν, κατὰ τρόπον διακρίνοντα σημαντικῶς τὰς ἁρμοδιότητας καὶ διαδικασίας τοῦ Σώματος, ποὺ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εὕρῃ σύμφωνον τὴν Βουλήν, ἀλλὰ ποὺ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ. Τρίτον, καὶ διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, νομίζω, ὅτι θὰ ἔδει νὰ παραπεμφθῇ ἐνώπιον τοῦ Σώματος, διαγραφόμενον ἐντεῦθεν, τὸ ἄρθρον 47, διότι εἰσάγει μίαν τροποποίησιν σημαντικήν, ἐν τέλει τῆς παραγράφου 2 εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν δημιουργεῖ, τῆς συστάσεως ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν, ἢ μᾶλλον τὴν ἀνακοίνωσιν τῶν πορισμάτων τῶν ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν εἰς τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία καθίσταται ὑποχρεωτική, ἐνῷ μέχρι τοῦδε, δὲν ἦτο πάντοτε τοιαύτη. Διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ὁλομέλειαν ἡ συζήτησις τοῦ ἄρθρου 102. Ὀρθῶς, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, παρετήρησεν, ὅτι κατὰ βάσιν τὸ ἄρθρον τοῦτο διετυπώθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς ἐμφανίσεως τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν νομίζω, ὅτι ἐγὼ θὰ εἶχον σοβαρὰν διαφωνίαν ἐπὶ τῶν προτεινομένων μεταρρυθμίσεων. Ἐπειδὴ ὅμως δι’ αὐτοῦ γίνεται μία προσπάθεια, μία ἀπόπειρα, ὅπως ὀργανωθῇ κάπως σταθερότερος ὁ κυβερνητικὸς βίος, διὰ τῆς ἀπαλλαγῆς τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τὰ συχνὰ ζητήματα ἐμπιστοσύνης, ἐπειδὴ δὲν εἶναι, ἴσως, ὁ ἀποτελεσματικώτερος τρόπος πρὸς ἀντιμετώπισιν τοῦ ζητήματος —ὑπάρχουν δὲ καὶ ἐκκρεμεῖς ἄλλαι προτάσεις ἀφορῶσαι τὸ αὐτὸ θέμα, εἰσαγόμεναι ὑπὸ παλαιῶν κοινοβουλευτικῶν ἀνδρῶν· ὑπῆρχεν ἄλλοτε καὶ πρότασις Κόμματος, ἐκπροσωπουμένου ἐν τῇ Βουλῇ, μὴ ὑποστηριχθεῖσα, ὡς ἐγένετο δήλωσις, δι’ ἄλλους λόγους, ἀφορῶσα πάλιν τὸ αὐτὸ θέμα, νομίζω ὅτι διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς τὸ ἄρθρον 102, τὸ ὁποῖον προσπαθεῖ ν’ ἀντιμετωπίσῃ ἓν ἀπὸ τὰ πλέον βασικὰ ζητήματα τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, θὰ πρέπει νὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§47Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε συνάδελφε, θὰ ἤθελα, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ, νὰ προβῶ εἰς τὴν δήλωσιν, ὅτι ἡ ἀπὸ μέρους τῶν βουλευτῶν τοῦ Κόμματος ψήφισις τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, δὲν ἐνέχει τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἐγκαταλείπεται ἡ προγραμματικὴ ἄποψις τοῦ Κόμματος, ὅσον ἀφορᾷ τὸν λαοπρόβλητον Κυβερνήτην, Κυβερνήτην, δηλαδή, ἐκλεγόμενον ὑπὸ τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ Κόμμα μας δὲν διαθέτει τὴν πλειοψηφίαν, δὲν θέλει νὰ δημιουργήσῃ μία συζήτησιν, τῆς ὁποίας τὸ ἀποτέλεσμα προφανῶς θὰ εἶναι ἡ παράτασις τῆς συνταγματικῆς ἐκκρεμότητος.
§48Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθω τὴν στιγμὴν αὐτὴν εἰς οὐσιαστικὴν συζήτησιν, περὶ τοῦ ἂν ἀποτελῇ παρέκκλισιν ἢ ὄχι ἡ τοιαύτη ἀντίληψις ἀπὸ τὰς κοινοβουλευτικὰς βάσεις τοῦ πολιτεύματος. Ὑφίσταται ὅμως τροπολογία, κατατεθεῖσα ὑπὸ παλαιοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἀνδρός, τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ, μὲ μακρὰν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν καί, συνεπῶς, ὁπωσδήποτε τὸ ζήτημα θὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν. Νομίζω, ἑπομένως, ὅτι παρόμοια ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν βασικὰ θέματα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, καλὸν εἶναι νὰ συζητηθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ κατ’ ἄρθρον, οὐχὶ δὲ νὰ ψηφισθῶσιν ὁμαδικῶς διὰ τῶν 80 ἄρθρων, τὰ ὁποῖα ἀφορᾷ τὸ συζητούμενον ψήφισμα.
§49Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριε συνάδελφε, δοθέντος ὅτι τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρετε, εἶναι μόνον 3–4, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις ἐπ’ αὐτῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ διατυπωθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ τούτου τοῦ ψηφίσματος, ἐνῷ, ἐὰν τὰ ἀποχωρίσωμεν καὶ τεθοῦν εἰς συζήτησιν μεμονωμένως, θὰ ἔχωμεν δι’ αὐτὰ τὰ ἄρθρα τέσσαρας συνεδριάσεις. Πρακτικὸς λόγος ἐπέβαλεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ τὰ περιλάβῃ ἐδῶ, διότι, ἄλλως, θὰ εἴχομεν ἀτέρμονας συζητήσεις.
§50Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Δὲν ἐπικρίνω τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἐπειδὴ κατ’ αὐτὴν ἐμειοψήφισα, εἶμαι ὑποχρεωμένος, κάμνω τώρα τὴν εἰσήγησίν μου, νὰ ὑποστηρίξω τὰς ἀπόψεις ποὺ ὑπεστήριξα καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ νὰ ἐξηγήσω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἀπάλειψίς των ἀπὸ τὸ ψήφισμα. Φοβοῦμαι, ἄλλως τε, ὅτι, συνεχιζομένης τῆς συζητήσεως, θὰ ἐπεκταθῇ αὕτη ἐπὶ τῶν ἄρθρων αὐτῶν, ἐνδεχομένως δὲ καὶ ἐπὶ ἄλλων ἄρθρων.
§51Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ἡ συζήτησις, ἀσφαλῶς θὰ ἐπεκταθῇ, διότι θὰ τὴν συνεχίσω ἐγώ.
§52Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐμμονῆς μας, εἰς τὸ νὰ περιληφθοῦν τὰ 4 αὐτὰ ἄρθρα ἐν τῷ ψηφίσματι, θὰ εἶναι νὰ παραταθοῦν ἐπὶ πολὺ αἱ συζητήσεις καί, τοιουτοτρόπως, νὰ καθυστερήσῃ ἡ ψήφισις τῶν 75 ἄλλων ἄρθρων ποὺ ἀφορᾷ τὸ παρὸν ψήφισμα, ἀντὶ νὰ ψηφισθοῦν ταχύτερον τὰ 4. Δι’ αὐτό, νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται κάποια προσοχὴ ἤ, τοὐλάχιστον, μία συμπλήρωσις, τὴν ὁποίαν ἔθεσα ὑπ’ ὄψιν καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Συν)κῆς Ἐπιτροπῆς. Ἔρχομαι εἰς τὸ ἄρθρον 5 τοῦ ψηφίσματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἀντικαθίσταται τὸ ἄρθρον 96 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Εἰς τὴν παράγραφον 2 τοῦ ἄρθρου τούτου, καθορίζονται τὰ ἀσυμβίβαστα πρὸς τὴν ἰδιότητα τῶν δικαστῶν καὶ προστίθεται ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, διὰ τῆς ὁποίας ἀπαγορεύεται εἰς πάντα δικαστικὸν ὑπάλληλον νὰ ἀναλαμβάνῃ θέσιν συμβούλου ἢ προέδρου συμβουλίου ἰδιωτικῆς ἐπιχειρήσεως. Ἐπειδὴ συμβαίνει εἰς ὡρισμένους δημοσίου ἢ κοινωφελοῦς χαρακτῆρος ὀργανισμοὺς ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρεωτικῶς νὰ μετέχουν πρόσωπα δικαστικά, ἡ δὲ συμμετοχή των εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτὰς πολλάκις εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν κατοχύρωσιν τῶν ὀργανισμῶν καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας των, νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει ν’ ἀποσαφηνισθῇ, διὰ μιᾶς προσθήκης, ὅτι ἡ τοιαύτη ἀπαγόρευσις, ἐὰν ψηφισθῇ, δὲν ἀφορᾷ τὰς περιπτώσεις αὐτάς. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν τὸ ἐποπτικὸν συμβούλιον τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸν ἔλεγχον τῆς νομιμότητος τῶν πράξεων τῆς Διοικήσεως τῆς Τραπέζης καὶ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου της, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον μετέχουν ἀνὰ εἷς Ἀρεοπαγίτης, Σύμβουλος Ἐπικρατείας, Σύμβουλος Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Τυχὸν ἀπαγόρευσις τῆς τοιαύτης συγκροτήσεώς του, θὰ ὡδήγει ἐνδεχομένως εἰς μείωσιν τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Ἱδρύματος καὶ οἱονεὶ κρατικοποίησίν του, διότι ὁ τοιοῦτος ἔλεγχος κατ’ ἀνάγκην θὰ ἀνατεθῇ εἰς κάποιαν ἄλλην δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ ἀποσαφηνισθῇ τὸ ζήτημα διὰ σχετικῆς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως. Παρόμοιαι περιπτώσεις ἐμφανίζονται, ἄλλως τε, καὶ εἰς ἄλλους ὀργανισμούς.
§53Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι τοῦτο ἀπαραίτητον, καθ’ ὅσον ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως εἶναι ὅτι, ὁ δι’ αὐτῆς τιθέμενος περιορισμὸς — καὶ θὰ παρεκάλουν τοῦτο νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ— δὲν περιλαμβάνει τὰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας δημόσιοι ὑπάλληλοι μετέχουν συμβουλίων EX OFFICIO. Τοῦτο συμβαίνει ὄχι μόνον εἰς τὴν Α.Τ.Ε., συμβαίνει καὶ εἰς τὴν Τηλεφωνικὴν Ἑταιρείαν, ἐφ’ ὅσον θὰ λειτουργῇ, ὑφ’ ἣν μορφὴν σήμερον. Εἶναι πρόδηλον, ὅτι αὐταὶ αἱ περιπτώσεις δὲν περιλαμβάνονται εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν, διότι τὸ τοιοῦτον θὰ ἐματαίωνε τὸν σκοπὸν δι’ ὃν ἐτέθησαν. Μία δήλωσις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐν προκειμένῳ, νομίζω, ὅτι θὰ ἔλυε τὸ ζήτημα.
§54Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὀρθῶς.
§55Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Κατόπιν τῶν δηλώσεων αὐτῶν, τὸ ζήτημα τερματίζεται. Ἀπομένει, κύριοι, μία τελευταία παρατήρησίς μου, ἀφορῶσα τὸ ἄρθρον 8 § 1 τοῦ ψηφίσματος. Τὸ ἄρθρον 8 § 1, διετυπώθη ἐν ὄψει τῶν ἀνωμάλων συνθηκῶν, τὰς ὁποίας διερχόμεθα, καὶ δι’ αὐτοῦ παρέχεται τὸ δικαίωμα εἰς τὰς Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ διαχειρισθοῦν τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, ὅπως καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου τῆς παρούσης Βουλῆς, συνεχίσουν τὴν ἔκδοσιν ψηφισμάτων πρὸς ἀντιμετώπισιν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων καὶ ἐφ’ ὅσον θὰ ὑφίστανται αὗται. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀρνηθῇ εἰς τὸ Κράτος καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία τὸ ἐκπροσωπεῖ, τὸ δικαίωμα τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων. Ἀλλά, νομίζω, ἐπίσης, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ μία διατύπωσις κάπως σαφεστέρα, ὥστε νὰ γίνεται κατάδηλον, ὅτι ἡ ἔκδοσις ψηφισμάτων θὰ ἐπιτρέπεται ἐφ’ ὅσον διαρκοῦν αἱ ἐκ τῆς ἀνταρσίας ὑφιστάμενοι ἐξαιρετικαὶ περιστάσεις.
§56Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ζήτημα δι’ αὐτό.
§57Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Νομίζω, ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου εἶναι σαφής.
§58Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κύριε ὑπουργέ, ὡς εἶναι διατυπωμένον τὸ ἄρθρον, ἀπόκειται εἰς τὴν ἑκάστοτε Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλήν, ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθεῖ ἡ τελευταία σύνοδός της, νὰ κρίνῃ περὶ τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων. Ἡ σκέψις μου θὰ ἦτο ὅτι ἔπρεπε νὰ προσδιορισθοῦν ποῖαι εἶναι αἱ ἐξαιρετικαὶ αὐταὶ περιστάσεις, δηλαδὴ νὰ προσδιορισθῇ ἡ ἀντιμετώπισις σαφῶς καὶ καθαρῶς τῆς ἀνταρσίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἄποψις, τὴν ὁποίαν ἔχω, διότι καθ’ ὃν τρόπον εἶναι διατυπωμένη ἡ παράγραφος 1 τοῦ ἄρθρου 8, παρέχεται κάποια μεγαλυτέρα ἐλευθερία ἑρμηνείας τῆς ὑπάρξεως ἐξαιρετικῶν περιστάσεων.
§59Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δοθέντος ὅτι ἡμεῖς οἱ ἴδιοι, αὔριον θὰ ἑρμηνεύσωμεν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, τί βλάπτει ἡ διατύπωσις «ἐξαιρετικῶν περιστάσεων»; Μπορεῖ νὰ γεννηθῇ ζήτημα ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ περίπου, νὰ δημιουργηθῇ, δηλαδή, κάτι ἔκτακτον οἰκονομικὸν γεγονός, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἔχῃ σχέσιν μὲ τὴν ἀνταρσίαν. Θέλετε, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νὰ εἶναι δεσμευμέναι αἱ χεῖρες τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡμῶν τῶν ἰδίων, ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν τοιαύτην κατάστασιν;
§60Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ περίστασις, καθ’ ἣν θὰ εὑρεθῇ, εἴτε ἡ παροῦσα, εἴτε οἱαδήποτε διάδοχός της Κυβέρνησις, διατεθειμένη νὰ κάμῃ καταχρηστικὴν χρῆσιν τοῦ μέτρου τῶν ἐκτάκτων ψηφισμάτων.
§61Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐξωτερ.). Ἐγὼ ἐρωτῶ· μετὰ τὸ τέλος τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου μετατρέπεται εἰς Βουλὴν τὸ Σῶμα, ἢ ὄχι;
§62Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κατὰ κανόνα βεβαίως δύναται νὰ μετατραπῇ εἰς Βουλήν, ἀλλ’ ἀπόκειται εἰς ἡμᾶς τοὺς ἰδίους νὰ ὁρίσωμεν ἀπὸ ποίου χρονικοῦ σημείου ἐπιθυμοῦμεν νὰ παύσωμεν τὴν ἔκδοσιν ψηφισμάτων. Σᾶς φέρω ὅμως ἕνα παράδειγμα. Ὑποθέτετε, ὅτι αὔριον παρίσταται ἀνάγκη νὰ ἐκδώσετε ψήφισμα σχετικῶς μὲ τὴν ἵδρυσιν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν εἰς ξένον νόμισμα καὶ ἔχετε τελειώσει τὴν ἐργασίαν τοῦ Συντάγματος, παρίσταται δὲ διεθνὴς ἀνάγκη ἐκδόσεως τοιούτου ψηφίσματος, θὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ κάμωμεν;
§63Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερ.). Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπ’ ἄπειρον νὰ ἐκδίδωμεν ψηφίσματα.
§64Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Διατί θέλετε νὰ δεσμευθῆτε ἀπὸ σήμερον;
§65Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερ.). Ἅμα τὸ εἴπωμεν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα θὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ αὐτὴ θὰ παραμείνῃ ἀναθεωρητικὴ μέχρι τέλους τῆς ζωῆς της. Θέλω δι’ εἰδικῆς διατάξεως νὰ δημιουργήσω κάποιον φραγμόν.
§66Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσ.). Δὲν θὰ ἠμπορεῖτε νὰ καταργήσετε ἰσχύοντα ψηφίσματα.
§67Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Θὰ παύσωμεν νὰ εἴμεθα ἀναθεωρητικὴ Βουλή. Δὲν θὰ ἠμποροῦμεν, δηλαδή, νὰ ἐπανέλθωμεν ἐπὶ διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ θὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν πρωτοβουλίαν νὰ ἐκδίδῃ ψηφίσματα. Ἐὰν δὲν τὴν θέλετε τὴν διάταξιν αὐτήν, ἀπορρίψατε τὸ ἄρθρον.
§68Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερ.). Ἀπόκειται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παρατείνῃ τυχὸν τὸ ἔργον τοῦ τερματισμοῦ τῆς ἀναθεωρήσεως καὶ τότε ρυθμίζονται τὰ ζητήματα. Ἀλλ’ ὅταν σταματήσῃ ἡ ἀναθεώρησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ βγάζωμεν ψηφίσματα περαιτέρω.
§69Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι οἱ φόβοι σας δὲν εἶναι βάσιμοι. Ἐκκινῶ ἀπὸ τὴν ἀρχήν, ὅπως καὶ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, ὅτι ὁ βίος τῆς σημερινῆς Βουλῆς εἶναι συνδεδεμένος μὲ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ὁμαλότητος.
§70Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερ.). Αὐτὸ εἶναι ἄλλο θέμα.
§71Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἐὰν ὅμως τὸ ἔργον τὸ ἀναθεωρητικὸν τοῦ Συντάγματος, λήξῃ πρὸ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς ὁμαλότητος καὶ τῆς τάξεως εἰς τὴν χώραν μας, δὲν θὰ πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἐξαιρετικὰς περιστάσεις διὰ ψηφισμάτων;
§72Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερ.). Ὄχι, ἐὰν θέλετε ἀπόλυτον νομιμότητα.
§73Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ παρατήρησίς μου, δὲν ἐνόμιζον, ὅτι θὰ προεκάλει μίαν τοιαύτην συνέχειαν καί, ὅπως ἀκούω, θὰ ἕπεται συζήτησις ἐπ’ αὐτῆς ὀρθῶς δὲ διέγνωσα ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως, τὸν εὐρύτερον χαρακτῆρα τῆς διατυπώσεως, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ κίνδυνον τῆς ἐκδόσεως ψηφισμάτων δι’ ἄλλους λόγους πλὴν τῆς ἀντιμετωπίσεως τῆς ἀνταρσίας.
§74Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Ἐὰν ἴδητε τὴν βʹ παράγραφον......
§75Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτήν. Ἡ παρατήρησις αὐτὴ εἶναι σοβαρωτάτη, διότι διὰ τῆς παραγράφου 2 τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου τοῦ παρόντος ψηφίσματος, προβλέπεται, ὅτι θὰ καθορισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὁ τρόπος τῆς καταργήσεως ἢ τροποποιήσεως τῶν ἐκδοθέντων ψηφισμάτων. Κατὰ συνέπειαν, καὶ ἐὰν ἀκόμη ἐκδοθῇ ἕνα ψήφισμα τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ π.χ. τὰ ξένα κεφάλαια, θὰ ἔχετε τὴν ἱκανότητα καὶ διὰ Β. Διατάγματος νὰ τὸ καταργήσετε. Καὶ ἐρωτᾶται, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ποία εἶναι ἡ σκοπιμότης τῆς ἐκδόσεως ψηφισμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ καταργοῦνται τὴν ἑπομένην τῆς ἐκδόσεώς των, εἴτε διὰ νόμου, εἴτε διὰ Β. Διατάγματος; Λέγω Βασιλικὸν Διάταγμα, διότι ἠμπορεῖ μέχρι τῆς ἐνεργείας ἐκλογῶν, νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς καταργήσεως ἢ τῆς τροποποιήσεως ὡρισμένων ψηφισμάτων. Εἶναι ἕνας τρόπος, διὰ νὰ σᾶς περιγράψω ἐμφανέστερον τὴν ἀντίθεσιν, ἡ ὁποία ὑφίσταται μεταξὺ πρώτης καὶ δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Καὶ παρακαλῶ τὸ Σῶμα νὰ προσέξῃ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, προκειμένου νὰ λάβῃ ἀπόφασιν. Καὶ μὲ τὴν παρατήρησιν αὐτήν, περατώνω ὅσα εἶχα νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος. Ἐπιθυμῶ νὰ ἐπιστήσω ἐν τούτοις τὴν προσοχὴν καὶ τοῦ Σώματος καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ἑνὸς κινδύνου, διότι κατ’ ἐμέ, πρόκειται περὶ ἀληθοῦς κινδύνου, τὸν ὁποῖον διατρέχομεν, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ληφθοῦν σύντονα μέτρα καὶ ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπὸ μέρους τοῦ Σώματος διὰ τὴν ταχεῖαν ὁλοκλήρωσιν τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος. Βεβαίως τὸ γεγονός, ὅτι 70–74 ἄρθρα ἀναλόγως τῶν ἀποφάσεων τοῦ Σώματος, θὰ ἐξέλθουν τῆς συζητήσεως, θὰ διευκολύνῃ τὴν περαιτέρω συζήτησιν, ἀλλ’ ἡ ἀπομένουσα ὕλη εἶναι σημαντικὴ καὶ εἰς ὄγκον καὶ εἰς ἀριθμὸν καὶ εἰς οὐσίαν. Εἶναι ὅλα τὰ ἐπίμαχα ζητήματα καὶ δυστυχῶς ἐν τῇ προσπαθείᾳ, τὴν ὁποίαν ὅλοι καταβάλλομεν καὶ τῆς ὁποίας τὴν εὐθύνην κατὰ τὸ ἀνάλογον ποσοστὸν φέρω, διότι μετέχω εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ἐκ τῆς προσπαθείας τῆς βελτιώσεως τῶν παλαιῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, πολλάκις ἀθελήτως ἐδημιουργήσαμεν νέα ζητήματα, τὰ ὁποῖα πρακτικῶς μὲν δὲν ὑφίσταντο, διότι εἶχον λυθῆ ἐν τῇ πράξει καὶ διὰ τῆς νομολογίας καὶ τῆς ἐπιστήμης καὶ τὰ ὁποῖα, ὅταν ἐδημοσιεύθη τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος τῆς Ἐπιτροπῆς, ἔλαβον ἔκτασιν. Φέρω ὡς παράδειγμα τὸ ζήτημα τῶν σχέσεων Ἐκκλησίας καὶ Κράτους, ὅπου δύο ἀντίθετες ἀπόψεις ἐξεδηλώθησαν, ἡ μία τείνουσα νὰ δημιουργήσῃ νέα ζητήματα διὰ τῆς ἀνακινήσεως τοῦ παλαιοημερολογιτισμοῦ, ἡ ἄλλη ἀπὸ τῆς πλευρᾶς ὡρισμένων ἀξιωματούχων τῆς Ἐκκλησίας, ζητούσης νομοθετικὸν βέτο ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων. Παρόμοια ζητήματα θὰ ἐμφανισθοῦν καὶ εἰς τὰ κεφάλαια τὰ ἀφορῶντα τὰς σχέσεις ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ Βουλῆς. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, ὁμολογῶ, ὅτι εἶμαι ἰδιαιτέρως διστακτικός, ἢ καλύτερα φοβισμένος, ἐὰν ἐντὸς τοῦ βραχέος χρονικοῦ διαστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ὡς λέγεται, θὰ συνεχίσῃ τὰς ἐργασίας της ἡ παροῦσα σύνοδος, δηλαδή, μέχρι τῶν μέσων Ἰουλίου ἢ τὰ τέλη Ἰουλίου, καθ’ ἃ ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ἐὰν θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ψηφίσει τὸ Σύνταγμα. Διὰ τοῦτο δηλῶ, μολονότι εἶμαι ἀπὸ τοὺς λαβόντας τὴν πρωτοβουλίαν διὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ παρόντος ψηφίσματος καὶ τὴν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ἀποδοχὴν παρομοίας διαδικασίας, ὅτι ἐὰν εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον ἐτίθετο τὸ πρόβλημα, εἴτε ἕνα συγχρονισμένον Σύνταγμα, εἴτε μία διακίνησις τῆς σημερινῆς Συνταγματικῆς ἀοριστίας, θὰ ἐπροτιμοῦσα τὴν λῆξιν τῆς Συνταγματικῆς ἀοριστίας, παρὰ τὴν διακίνησιν καὶ φοβοῦμαι, ὅτι ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνισχύσῃ θετικῶς τὸ Σῶμα καὶ ἡ πρώτη θετική του ἐνίσχυσις εἶναι ἡ ὁμαδικὴ παράστασις τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλήν, ὥστε νὰ δοθῇ ὁ τόνος τῆς σοβαρότητος εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τοῦ ἐνδιαφέροντος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐὰν δὲν περιορισθοῦν αἱ συζητήσεις εἰς ὀλίγα θεμελιώδη ζητήματα ἀφιεμένων τῶν λοιπῶν μεταρρυθμίσεων, ἐκτὸς τῶν συζητήσεων τοῦ Σώματος, φοβοῦμαι, ὅτι δὲν θὰ ἀχθῇ εἰς αἴσιον πέρας, ταχέως τοὐλάχιστον, τὸ συντακτικὸν ἔργον καὶ θὰ διαιωνισθῇ ἡ σημερινὴ ἀοριστία, ἡ ὁποία εἶναι πολλαπλῶς ἐπιζημία. Διὰ τοῦτο δὲν ἠξεύρω, ἐὰν μετὰ τὴν ἔγκρισιν τοῦ παρόντος ψηφίσματος, ἐὰν δὲν θὰ ἔπρεπε ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, ἀπὸ τῆς ἰδικῆς της πλευρᾶς, ἡ Κυβέρνησις ἐν συνεννοήσει μετὰ τῶν ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων, ἀπὸ τῆς ἑτέρας πλευρᾶς, νὰ ἐξετάσουν τὸ δυνατὸν τῆς ἐξευρέσεως ἑνὸς κοινοῦ πεδίου συμπτώσεων τῶν ἀπόψεων Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως, εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τοὺς βασικοὺς δεσμούς. Ἀναγνωρίζω ὅλην τὴν χρησιμότητα τοῦ ἔργου τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, τὴν παρηκολούθησα ἐπὶ 3 ὁλόκληρα ἔτη καὶ δύναμαι νὰ γνωρίζω, πόσας φιλοτίμους προσπαθείας κατέβαλε. Δὲν θὰ εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ συνεζήτει τὴν ἀξίαν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ «οἱ καιροὶ οὐ μενετοί». Παρῆλθε χρόνος, κύριοι, ἀφ’ ὅτου ἐπεράτωσε τὰς ἐργασίας της ἡ Ἐπιτροπή, καὶ ὁ χρόνος αὐτὸς ἐπῆγε χαμένος. Ἐὰν δὲ σήμερον συζητοῦμεν, κύριοι, περὶ Συντάγματος, τοῦτο εἶναι ἐντελῶς τυχαῖον, ὀφείλεται δὲ εἰς μίαν τυχαίαν Κυβερνητικὴν μεταβολήν, διότι ἄλλως θὰ ἐκαλούμεθα ἐδῶ τὴν 1ην Ἰουνίου καὶ ἡ συζήτησις θὰ ἐγένετο εἰς τὸ τέλος αὐτοῦ τοῦ μηνός. Φοβοῦμαι τὰ τυχαῖα, ἐπειδὴ τὰ ἄτομα δυνάμεθα μὲν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τοὺς ἐκ τῆς τύχης κινδύνους, οἱ λαοὶ ὅμως, δὲν ἐπιτρέπεται, νὰ ἀντιμετωπίζουν τὰ ἐκ τύχης συμβαίνοντα, καὶ δὴ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ προληφθοῦν καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχει μία παροιμία, εἰς τὴν ὁποίαν πιστεύω, ὅτι «τὸ καλύτερον εἶναι ὁ ἐχθρὸς τοῦ καλοῦ», διὰ τοῦτο εἶμαι πρόθυμος νὰ παραιτηθῶ τοῦ καλυτέρου, διὰ νὰ ἔχωμεν τὸ καλὸν καὶ τὸ καλὸν θὰ εἶναι ἓν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ θέση τέρμα εἰς τὴν σημερινὴν Συνταγματικὴν ἀοριστίαν καὶ θὰ ἐπιτρέψῃ μεθαύριον νὰ προκηρυχθοῦν ἐκλογαί. Προσθέτω, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἐπεξειργάσθη ἡ Ἐπιτροπή, ἔχει μίαν εὐτυχῆ διάταξιν ἀφορῶσαν τὴν Ἀναθεώρησιν ἐφεξῆς τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει νὰ διορθώσωμεν τὰς σημερινὰς ἀτελείας, βραδύτερον ἄνευ συγκλήσεως Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, συνηγορῶ ἐκθύμως, εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ παρόντος ψηφίσματος, ἐπισημαίνων πάντως, τὴν προσοχὴν ἰδιαιτέρως τῆς Κυβερνήσεως, καὶ γενικώτερον ὅλων μας, εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δεχθῶμεν τροποποιήσεις, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἐφικτὸν καὶ τὸ καλόν, τὸ ὁποῖον πάντως κάποτε εἶναι καλύτερον ἀπὸ τὸ κακὸν τῆς ἀοριστίας. (Χειροκροτήματα).
§76Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἀπὸ τὴν κατακλεῖδα τῆς ὁμιλίας, τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὁ ὁποῖος ἄρτι κατῆλθε τοῦ βήματος, λαμβάνω τὴν ἀφορμὴν νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς: Ἡ κατηγορία, ἡ ὁποία ἀπευθύνεται καὶ ἐκ μέρους ἡμῶν ἐναντίον τῆς Βουλῆς, διὰ τὴν ἐπιβράδυνσιν τοῦ Συντακτικοῦ της ἔργου, δὲν εἶναι βάσιμος. Ἐπίσης τὰ παράπονα ἐνίων ἐφημερίδων, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν συνετέλεσε τὸ ἀναθεωρητικόν της ἔργον, ἐπίσης δὲν εἶναι βάσιμα. Διότι ἡμεῖς, μέχρι πρό τινος ἀκόμη, εὑρισκόμεθα εἰς μίαν ἔκτακτον κατάστασιν ἀπὸ ἀπόψεως πολεμικῆς. Ἐδῶ δὲν εἴχομεν οὐδεμίαν ἡσυχίαν, ἡ Ἑλλὰς εἶχε μεταβληθῆ εἰς μέτωπον. Ἀλλοίμονον δὲ ἐὰν ἡμεῖς, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ λαὸς ἐπερίμενε πῶς θὰ εὑρεθῇ τρόπος νὰ κατασταλῇ ἡ ἀνταρσία, ἀλλοίμονον, ἐὰν ἡμεῖς καταγινώμεθα ἐδῶ εἰς ἀναθεώρησιν διατάξεων. Τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ ὁ Στρατὸς νὰ κάνῃ τὴν δουλειά του, καὶ ἡμεῖς ἐδῶ τὴν ἰδικήν μας, δὲν εἶναι ψυχολογημένον. Καὶ ἔχω τὸ παράδειγμα τῆς Βουλῆς τοῦ 1920. Καὶ τότε, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Μικρασιατικῆς ἐκστρατείας, ἡ ὁποία δὲν εἶχε βεβαίως τὴν ἔκτασιν καὶ τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἐνέκλειεν ἡ σημερινὴ ἀνταρσία, ἡ Βουλὴ ἔκαμνε συζητήσεις τῶν σχετικῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐνθυμοῦμαι εἰδικῶς, ὅτι κεφαλαιώδης κατηγορία κατὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Προέδρου αὐτῆς, τοῦ ἀειμνήστου Γούναρη, ἦτο, ὅτι ἐνῷ ὁ Στρατὸς ἐθυσιάζετο εἰς τὸ μέτωπον, ἡμεῖς ἐδῶ ἠσχολούμεθα, ἐὰν πρέπει νὰ δώσωμεν ἢ ὄχι ψῆφον εἰς τὰς γυναῖκας καὶ μεταξὺ τῶν κεφαλαίων τῆς κατηγορίας ἐναντίον τοῦ ὑπερόχου αὐτοῦ πολιτικοῦ ἀνδρός, ἦτο καὶ τὸ κεφάλαιον αὐτό, ὅτι ὁ Στρατὸς ἐμάχετο εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν καὶ ἡ Βουλὴ συνεζήτει. Λοιπόν, εὑρίσκω, κύριοι βουλευταί, ὅτι δὲν θὰ ἦτο καθόλου ψυχολογικῶς ἐπιβεβλημένον, ἡμεῖς, εἰς μίαν ἔντασιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ πολεμικὸς ἀγών, ὅταν ἡ κατάστασις εὑρίσκετο πρὸ 6–7 μηνῶν, εἰς τὴν ὀξυτέραν της φάσιν καὶ τὴν τραγικωτέραν της ἐκδήλωσιν, ἡμεῖς ἐδῶ νὰ ἀσχολούμεθα μὲ τὴν Ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος καὶ ὁ Στρατός μας νὰ ἠγωνίζετο. Δὲν πιστεύω δέ, κύριοι βουλευταί, ὅτι εἰς τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὑπῆρχε ποσῶς ἔκφρασις ἐπιθυμίας διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Ἡ ἐντολή, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν, ἦτο ἡ καταστολὴ τῆς ἀνταρσίας, καὶ ἡ ἀποκατάστασις τῆς ἡσυχίας. Βεβαίως δὲν ἔχει ἀκόμη ψηφισθῆ τὸ Σύνταγμα καὶ ὅλοι συναισθανόμεθα τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιτελέσεως τοῦ ἔργου αὐτοῦ. Διαμαρτύρομαι ὅμως, διὰ τὰς κατηγορίας ἐναντίον τῆς Βουλῆς, καὶ τὰς μεμψιμοιρίας τοῦ τύπου, διότι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀρχίζομεν. Τὸ Συντακτικόν μας ἔργον, θὰ τὸ ἐπιτελέσωμεν, διότι εὑρέθη ὁ τρόπος νὰ ψηφισθοῦν 60–70 ἄρθρα ταχέως καὶ τὰ ὑπόλοιπα θὰ τὰ συζητήσωμεν ἐπίσης μὲ πᾶσαν ἄνεσιν. Αὐτὰ εἶχον, κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπω ἐξ ἀφορμῆς τῆς κατακλεῖδος τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. συναδέλφου.
§77Κ. ΔΗΛΑΒΕΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ νὰ ἐξαιρεθοῦν ὡρισμένα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, μὴ χρήζοντα ἀναθεωρήσεως, νομίζω, ὅτι εἶναι ἐντὸς τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου ἡμῶν. Ἐπιτρέψατέ μου ὅμως, νὰ νομίζω, ὅτι εἰσαγωγὴ νέων διατάξεων ἢ διατάξεων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, κατηργημένου διὰ ψηφίσματος καὶ ἡ ἐπιζήτησις τῆς ὁμαδικῆς ἐπιψηφίσεώς των, ἐπιτρέψατέ μου, ἐπαναλαμβάνω, νὰ νομίζω, ὅτι ἐκφεύγει τῆς ἁρμοδιότητος ἡμῶν καὶ δὲν κεῖται ἐντὸς τῶν καθηκόντων μας καὶ τοῦ προορισμοῦ μας. Ὁ λαός, κύριοι βουλευταί, ἐξεδήλωσε τὴν θέλησίν του, ὅτι τὸ πολίτευμά του εἶναι ἡ Συνταγματικὴ Βασιλεία. Ἐξεδήλωσεν ἐπίσης σαφῶς διὰ τῆς ψήφου του καὶ τὸν συντηρητισμόν του. Ὁ λαὸς ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν Ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, τὸ ὁποῖον θεωρεῖ ὡς πολὺ καλῶς ἔχον. Ὁ λαὸς ἐν ὀνόματι τοῦ ὁποίου καὶ διὰ τὸν ὁποῖον ἐνεργοῦμεν, μόλις ἀνέχεται τὴν Ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Ἡμεῖς λέγομεν εἰς τὸν λαόν, ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 πρέπει νὰ ἀναθεωρηθῇ καὶ ὁ λαὸς ἀπαντᾷ, ἀφοῦ χρειάζεται, νὰ ἀναθεωρηθῇ, ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Ἄλλο Σύνταγμα δὲν θέλει ὁ λαός. Αὐτὴ εἶναι ἡ νοοτροπία τοῦ λαοῦ. Δι’ ἑνὸς ψηφίσματος εἰσάγομεν νέας διατάξεις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, χωρὶς ἰδιαιτέραν συζήτησιν, διὰ νὰ διαπιστωθῇ, τὸ κατὰ πόσον εἶναι ἀπαραίτητος ἡ εἰσαγωγὴ τοιούτων διατάξεων, διὰ τὸ μέλλον τῆς χώρας, ἐὰν εἶναι θεμελιώδεις Συνταγματικαὶ διατάξεις, ὅπως τὰς φαντάζεται ὁ λαὸς καὶ ὄχι ἡ νεωτέρα ἐπιστήμη. Μία τοιαύτη ἐνέργεια, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος, δείχνει ἀστοργίαν πρὸς τὸν λαόν, καὶ τὰ θεμελιώδη ζητήματα τοῦ ἐνδιαφέροντος τοῦ λαοῦ. Μία τοιαύτη ἐνέργεια θὰ δημιουργήσῃ Σύνταγμα διαβλητὸν καὶ θὰ ἀποτελέσῃ χρεωκοπίαν τῆς Βουλῆς, μεγαλυτέραν ἀπ’ ὅ,τι θὰ ἀπετέλει ἡ ὁμολογία, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀδυνατεῖ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον της αὐτὸ δι’ οἱονδήποτε λόγον, ἴσως διότι ὑφίσταται πολλὰς διακοπάς. Δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ ἀσυζητητὶ τὸ Σύνταγμα, δι’ ἑνὸς ψηφίσματος.
§78Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Τὸ ψήφισμα δὲν ἐμποδίζει τὴν συζήτησιν ἐπὶ ὡρισμένων διατάξεων.
§79Κ. ΔΗΛΑΒΕΡΗΣ. Τὸ ψήφισμα προτείνει τὴν διὰ μιᾶς καὶ μόνης συζητήσεως ἀν μπλὸκ παραδοχὴν πολλῶν ἄρθρων. Ὁ τρόπος αὐτός, δὲν ἀποτελεῖ ἐγγύησιν, ὅτι δημιουργεῖται Σύνταγμα διὰ τὸν λαόν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ ἀναθεωρηθοῦν, ὀρθὸν εἶναι χάριν συντομίας νὰ τὰ δεχθῶμεν ὡς ἔχουν δι’ ἑνὸς ψηφίσματος. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως, τὰ ἐντελῶς νέα ἄρθρα, μία τοιαύτη ἐνέργεια δημιουργεῖ διαβλητὸν καὶ ἀδυναμίαν τῆς Βουλῆς νὰ συζητήσῃ τὰ ἄρθρα αὐτὰ τὰ νέα. Διατί νὰ μὴ συζητηθοῦν ὅλα αὐτὰ τά ἄρθρα, ὅπως τὸ περὶ ἀπορρήτου τῶν ἐπιστολῶν, ἐργασίας κλπ.; Τοσούτῳ μᾶλλον θὰ ἦτο διαβλητὸν τὸ Σύνταγμα, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει σαφῶς δεδηλωμένη ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ ἀντίρρησις, διὰ τοὺς νεωτερισμοὺς εἰς τὰς σχέσεις μεταξὺ Κράτους καὶ οἰκονομικοῦ ἀνθρώπου, οἱ ὁποῖοι, νεωτερισμοί, τίθενται ἐντὸς τοῦ νέου Συντάγματος διὰ τοῦ ψηφίσματος καὶ διὰ τῶν ἄρθρων 22, διὰ τοῦ ἄρθρου περὶ ἀπορρήτου τῶν ἐπιστολῶν κλπ. Ἐγὼ ὁ ἴδιος, κύριοι, ἀσκῶν τὸ βουλευτικόν μου καθῆκον ἐζήτησα τὴν 30.7.48 διὰ μακρᾶς εἰσηγητικῆς μου ἐκθέσεως, τὰς ἀντιρρήσεις μου, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 22 τοῦ καταργηθέντος Συντάγματος τοῦ 1927 καὶ ὑπέδειξα ὡρισμένας πλευρὰς ἀκράτου Κρατικοῦ παρεμβατισμοῦ, αἱ ὁποῖαι ἐμφανίζονται εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό, καὶ ὑπέδειξα συγχρόνως καὶ τὰς βλάβας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπέλθουν εἰς βάρος τοῦ βιωτικοῦ ἐπιπέδου τοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν τὴν ἀνύψωσιν διὰ τοῦ ἐν λόγῳ ἄρθρου.
§80Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ὁ λαὸς δὲν θέλει νὰ γράφεται εἰς τὸ Σύνταγμα, ὅτι ἡ ἐργασία τελεῖ ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους;
§81Κ. ΔΗΛΑΒΕΡΗΣ. Σᾶς ἤκουσα πλειστάκις ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἀλλὰ σᾶς δηλῶ, ὅτι τό ἄρθρον τοῦτο, ἀντιτίθεται πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν ἐργατῶν καὶ ἀγροτῶν. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ ἐπεκταθῶ περισσότερον ἐπ’ αὐτοῦ, διότι ὁμιλοῦμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ ψηφίσματος. Τοῦτο μόνον θέλω νὰ μὴ φιμωθῇ τὸ στόμα καὶ ἡ σκέψις βουλευτοῦ ἔχοντος νὰ ὑποδείξῃ σαφῶς καὶ ἐμπεριστατωμένως μεγάλας βλάβας προερχομένας ἀπὸ ἕνα ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἀθῶον κατὰ τὸ πλεῖστον, ἐνῷ ἐν τῇ πραγματικότητι συμβαίνει τὸ ἀντίθετον. Ἐκ τοῦ παρεμβατισμοῦ αὐτοῦ προκαλεῖται μία σχετικὴ ἐξαθλίωσις ὁλοκλήρου τῆς Ἑλληνικῆς ἐργαζομένης μάζης. Οἱ λόγοι εἶναι σαφεῖς καὶ δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ σᾶς τοὺς ἀναπτύξω. Φοβοῦμαι, ὅτι μὲ μίαν ἀπάντησιν μόνον δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς πείσω.
§82Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ διαπιστώσω, ὅτι αἱ ἀντιρρήσεις, εἶναι ἀντιρρήσεις ὑμῶν καὶ ὄχι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§83Κ. ΔΗΛΑΒΕΡΗΣ. Ὁ λαὸς περὶ πολλοῦ λόγου ποιεῖται τοὺς νεωτερισμοὺς εἰς τὰς σχέσεις, μεταξὺ ἐργαζομένου καὶ ἐργοδότου.
§84Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. συνάδελφε....
§85Κ. ΔΗΛΑΒΕΡΗΣ. Ἀφήσατε, κ. Πρόεδρε, τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἕνα ἐργαζόμενον νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του. Ἡμεῖς σᾶς ἀκούομεν ἐπὶ ὁλόκληρον τριετίαν ὁμιλοῦντα. Σεῖς δὲν πληρώνετε φόρους, δὲν ἐργάζεσθε, παρὰ μόνον διὰ λόγων. Πολλὰ λέγετε, ἔχετε τὴν εὐχέρειαν τοῦ λόγου καὶ λέγετε, καὶ λέγετε. Ἀφήσατε νὰ ἀκουσθῇ καὶ ἡ γνώμη τοῦ λαοῦ μίαν φορὰν ἀπό τοῦ βήματος τούτου.
§86Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. (Ἐπιχειρεῖ νὰ διακόψῃ).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ρήτωρ δὲν δέχεται διακοπὰς καὶ ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ τὸν προστατεύσω.
§88Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θέλω νὰ εἴπω δύο λέξεις.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ προστατεύσω τὸν κ. συνάδελφον, ὁ ὁποῖος δηλοῖ, ὅτι δὲν δέχεται διακοπάς. Ἐπὶ πλέον καὶ ἐγώ, ἔχω ἀπαγορεύσει τὰς διακοπάς. (Θόρυβος).
§90Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Θέλω νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς:
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι θὰ προστατεύσω τὸν ρήτορα.
§92Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Θέλω νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς: Δὲν θέλω νὰ διακόψω τὸν συνάδελφον. Θέλω νὰ τοῦ εἴπω τὸ ἑξῆς: Ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ παρόντος ψηφίσματος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ τροπολογίαν.
§93Κ. ΔΗΛΑΒΕΡΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ, διότι μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ κάμω τροπολογίαν.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δηλῶ, ὅτι ὁ ρήτωρ δὲν δέχεται διακοπάς. Ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ τὸν προστατεύσω καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ τὸν διακόψῃ οὐδείς.
§95Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἰσχύει τὸ τέταρτον;
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι προκειμένου περὶ συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος τοῦ ὑπὸ κρίσιν, δὲν πρέπει νὰ ἰσχύῃ τὸ τέταρτον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγορεύουν οἱ ρήτορες ἐπὶ ἕνα τέταρτον, προκειμένου, νὰ ψηφισθοῦν ἀθρόως τόσα ἄρθρα.
§97Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κάμετε λάθος. Διότι, ἐὰν τὸ ψήφισμα δὲν συντομεύῃ τὴν συζήτησιν, τότε ὑπονομεύομεν τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγειρομένου ζητήματος Κανονισμοῦ, ἔχω δικαίωμα νὰ ἀγορεύσω. Τὸ ΝΖʹ ψήφισμα, ἐγένετο προκειμένου νὰ γίνῃ συζήτησις κατ’ ἄρθρον ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Συνεπῶς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύῃ, προκειμένου νὰ ψηφίσωμεν ἀθρόως 90 ἄρθρα τοῦ Συντάγματος.
§99Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ προχωρήσωμεν.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, ἀποδέχεται τὴν γνώμην;
§101ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§102Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Νὰ σημειωθῇ, ὅτι ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ συντόμευσις τῶν συζητήσεων. Ὑπονομεύομεν τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, ὅταν δὲν συντομεύωμεν.
§103Κ. ΔΗΛΑΒΕΡΗΣ. Ὑπονομεύομεν τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς ὅταν ἀπαγορεύεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἄρδην ἀνατρέπουν τὴν ζωὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, διεμορφώθη ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς εἰς δύο ἄρθρα, τρόπον τινὰ ἐδιχοτομήθη καὶ ἔγιναν τὸ ἄρθρον 22 καὶ τὸ ἄρθρον 23. Εἰδικώτερον, τὰ δύο αὐτὰ ἄρθρα τελοῦσιν ὑπὸ τὸν τίτλον «προστασία τῆς οἰκονομικῆς δραστηριότητος». Τὰ δύο αὐτὰ ἄρθρα ἀντικαθιστοῦν τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911.
§104Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν περιέχεται εἰς τὸ ψήφισμα τὸ θέμα.
§105Κ. ΔΗΛΑΒΕΡΗΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἤθελα νὰ εἴπω. Ἐνῷ τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, δὲν εἶναι μεταξὺ τῶν διὰ τοῦ ψηφίσματος συζητουμένων, γίνεται ἡ ἑξῆς ἐξαίρεσις ἐν σπουδῇ. Τὸ μὲν ἄρθρον 22 ἐξέρχεται ἀπὸ τὰ διὰ τοῦ ψηφίσματος ἀν μπλόκ ψηφιζόμενα ἄρθρα, ἐνῷ τὸ ὑπόλοιπον σκέλος τοῦ ἄρθρου 17, δηλαδή, τὸ 28 τοῦ νέου Συντάγματος, μένει ὑπὸ συζήτησιν. Καὶ ἐρωτᾶται: Διατί αὐτὴ ἡ σπουδή; Ἀπετάνθην πρὸς ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ μοῦ ἀπήντησαν, ὅτι δὲν εἶναι τίποτε, εἶναι ἀθῶον, εἶναι κατευθυντήριος γραμμή. Καὶ μοῦ γεννᾶται ἡ ἀπορία: Ἀφοῦ εἶναι τόσον ἀθῶον, ποῖος ὁ λόγος τῆς σπουδῆς νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ ψήφισμα τοῦτο; Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Ἐγὼ γνωρίζω ἀπὸ στόματος τοῦ ἐγκρίτου νομομαθοῦς κ. Θηβαίου, ὁ ὁποῖος ἔλαβε μέρος ἐνεργὸν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νέου σχεδίου Συντάγματος, γνωρίζω, ὅτι ἐλέχθη, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ Σύνταγμα ταχέως διὰ νὰ κατοχυρώσωμεν τὸν Κρατικὸν παρεμβατισμόν, δήλωσις εἰς τὴν ὁποίαν ὁ κ.... (δὲν ἠκούσθη)... ἀπήντησε «μὰ ὁ Κρατικὸς παρεμβατισμὸς εἶναι καταστροφή». Τὸ λέγω αὐτό, ὄχι διὰ νὰ θέσω ὑπὸ συζήτησιν ζήτημα τοῦ Κρατικοῦ παρεμβατισμοῦ, διότι δὲν εἶναι τοῦ παρόντος, τὸ λέγω, μόνον, διότι τὸ ἄρθρον τοῦτο σημαίνει ὄντως Κρατικὸν παρεμβατισμόν.
§106ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸν ἐμποδίζει τὸ Σύνταγμα, τὸν παρεμβατισμόν.
§107Κ. ΔΗΛΑΒΕΡΗΣ. Ὄχι, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐνίσταμαι κατὰ τοῦ ἄρθρου 22. Τί σημαίνει προστασίαν ἐργασίας, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπόκειται πᾶσα οἰκονομικὴ δραστηριότης; Προστασία τῆς ἐργασίας σημαίνει κατεύθυνσιν ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, περιορισμὸν ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, ἐμπόδια ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, ἐπέκτασιν τῆς πολυνομίας. Ἔχομεν προστασίαν, ὅταν λέγωμεν, ὅτι τὸ Σύνταγμα προστατεύει τὴν ἐργασίαν; Προσέξατε, κύριοι, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐδημιούργησεν ἐκ τοῦ μηδενὸς αὐτὸ ποὺ ἐδημιούργησεν, ἀλλὰ τί σημαίνει ἡ σημαντικὴ μέριμνα, διὰ τὴν ἰσοπέδωσιν τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου τῶν ἐργαζομένων, παρὰ ἐπέκτασιν τῶν ἐπεμβάσεων τῆς Κρατικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἀτόμου;
§108Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸ ἑξῆς: Ἐὰν ἔλλειπεν ἡ διὰ Συνταγματικῆς διατάξεως προστασία τῆς ἐργασίας, ἂν ἔλλειπεν ἡ κατευθυντήριος αὐτὴ γραμμή, δὲν θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα, τὸ Κράτος, νὰ παρεμβαίνῃ εἰς τὴν ἐργασίαν;
§109Κ. ΔΗΛΑΒΕΡΗΣ. Θὰ φθάσω καὶ ἐκεῖ. Ὅλα αὐτὰ ποὺ εἶπε διὰ τὸ ἄρθρ. 22 σημαίνουν ἀρκετὸν παρεμβατισμὸν τοῦ Κράτους. Ὅ,τι λέγει τὸ Κράτος «πρόνοια», σημαίνει ὅτι τὸ ἄτομον περιορίζεται εἰς τὴν σφαίραν τῆς δράσεώς του τοσοῦτον ποὺ οὔτε αὐτὸς ὁ κ. Καλλίας, ὁ τόσον ὑπὲρ τοῦ παρεμβατισμοῦ θὰ ἤθελεν. Καὶ ἐρχόμεθα τώρα ἡμεῖς ὡς Βουλὴ Ἀναθεωρητική, ἀλλὰ καὶ Συντακτικὴ νὰ εἴμεθα, νὰ κατοχυρώνωμεν τὴν ἀσυδοσίαν καὶ τὴν πολυνομίαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, εἰς βάρος τοῦ ἐργαζομένου λαοῦ. Θεωρούμεθα προστάται τοῦ ἐργαζομένου λαοῦ καὶ διὰ τῶν διατάξεων αὐτῶν κατοχυρώνομεν τὴν πολυνομίαν καὶ τὴν ἀσυδοσίαν. Δὲν εἶπον ὅτι δὲν πρέπει τὸ Κράτος νὰ κάμῃ κἂν τροποποιήσεις, ἄπαγε τῆς βλασφημίας. Ἐγὼ εἶπον ὅτι τὸ Κράτος πρέπει νὰ ἐμφανίζεται ἐκεῖ ποὺ χρειάζεται. Ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ μέχρι τοῦ νὰ κατοχυρωθῇ ὁ παρεμβατισμὸς Συνταγματικῶς ὑπάρχει ἀπόστασις. Τὸ Κράτος διὰ διατάξεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ἔχει πᾶν δικαίωμα ἐπὶ τοῦ λαοῦ, εἴτε προστασίας, εἴτε ἐπιβολῆς ἐλέγχου. Ποῖος λοιπόν, εἶναι ὁ λόγος νὰ κατοχυρώσωμεν τὸ δικαίωμα αὐτὸ τοῦ Κράτους καὶ δι’ εἰδικῶν διατάξεων; Κινδυνεύομεν μὲ τὸ ἄρθρον αὐτὸ νὰ δημιουργήσωμεν μίαν πολὺ ἄσχημον κατάστασιν. Ὑπάρχουν πολλοὶ τρόποι νὰ παταχθῇ ἡ αἰσχροκέρδεια καὶ τὸ κέρδος καὶ τὰ πάντα. Δύναται τὸ Κράτος νὰ ρυθμίζῃ τὰς σχέσεις αὐτὰς μὲ τὸν ἐργαζόμενον κόσμον χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ὁ Συνταγματικὸς αὐτὸς δεσμός. Εἶναι παράδοξον ποὺ οἱ παρεμβατισταὶ ἐπροχώρησαν τόσον πολὺ ἀριστερά, ὥστε νὰ σπεύδουν νὰ γίνουν Συνταγματικαὶ διατάξεις τοιαῦτα πράγματα. Τὰ ἀποτελέσματα τοῦ παρεμβατισμοῦ δὲν εἶναι κἂν γνωστὰ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἡ παρέμβασις αὐτὴ μᾶς ὠθεῖ πρὸς τὰ ἀριστερὰ ἐνῷ ὁ λαὸς εἶπεν ὅτι θέλει δεξιά, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἐψήφισε τὰ σοσιαλιστικὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα εὐθέως διεκήρυσσον τοιαύτας ἀρχάς, καὶ προγράμματα. Ὁ λαὸς ἐψήφισε δεξιὰ καὶ παρουσιάζεται τὸ παράδοξον, ἡμεῖς θέλομεν νὰ συνεχίσωμεν τὸν ἀριστερισμόν, καὶ ὁ λαὸς δὲν ξέρει τί ἐψήφισεν. Ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι εἰς βάρος μας. Νὰ κάμνωμεν ἡμεῖς τοὺς σοσιαλιστὰς καὶ νὰ ψηφίζωμεν τοιαῦτα ψηφίσματα.
§110Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Τὸ πρόγραμμα τὸ ἰδικόν σας εἶναι σοσιαλιστικόν.
§111Κ. ΔΗΛΑΒΕΡΗΣ. Ὁ λαὸς ἐψήφισε Τσαλδάρη διὰ νὰ ἔχῃ δεξιὰν πολιτικήν. Αὐτὸ ἐψήφισε, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μὴ διαψευσθῇ δι’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπίστευσε, ψηφίζων τὸ Λαϊκὸν Κόμμα. Ὁ κόσμος βοᾷ ἐναντίον τοῦ Κρατικοῦ παρεμβατισμοῦ, κ. συνάδελφοι, οἱ ἐπαγγελματίαι, οἱ πάντες ἐξανίστανται κατὰ τῆς Κρατικῆς αὐτῆς πολιτικῆς. Ὁ λαὸς φωνάζει καθημερινῶς, ἐναντίον τοῦ Κράτους μπακάλη, τοῦ Κράτους ἐμπόρου, τοῦ Κράτους βιομηχάνου, εἶναι κοινὸν μυστικόν, ὅτι κάθε ἐπιχείρησις θὰ ........ (δὲν ἠκούσθη).
§112Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πλὴν τῶν ἐφοδίων ἐκ τῆς Ἀμερικῆς.
§113Κ. ΔΗΛΑΒΕΡΗΣ. Εἶναι νομίζω, περιττὴ ἡ προσπάθεια πειθοῦς ἐκ μέρους ἑνὸς ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι γεννημένος διὰ νὰ πείθῃ τὴν Βουλήν, διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι θὰ ἔπρεπε ὄχι, κύριοι βουλευταί, νὰ ἀπαλείψωμεν τὸ ἄρθρον, ὄχι νὰ τὸ τροποποιήσωμεν ἐπὶ τὸ ἁπλούστερον, εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν θὰ τὸ ἐπιτύχῃ αὐτό. Ἀλλὰ τὸ νὰ δεχθῶμεν μέσα εἰς ἕνα ἄλλο ἄρθρον νὰ παρεισφρύσῃ καὶ αὐτό, τὸ θεωρῶ ἀπαράδεκτον. Ἀλλά, τί νὰ εἴπω διὰ τὸ ἄρθρον περὶ ἀπορρήτου τῶν ἐπιστολῶν; Ἐνῷ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 λέγει ρητῶς ὅτι τὸ ἀπόρρητον τῶν ἐπιστολῶν εἶναι ἀπαραβίαστον, ἔρχεται τὸ ψήφισμα καὶ μᾶς λέγει ὅτι αἱ ἐπιστολαὶ ἠμπορεῖ νὰ ἀνοίγωνται ὅταν ὁ νόμος θεσπίσῃ μίαν ἀξιόποινον πρᾶξιν καὶ τὴν ἀνάγκην τοῦ ἀνοίγματος τῶν ἐπιστολῶν. Ποῦ εἶναι λοιπὸν τὸ ἀπόρρητον τῶν ἐπιστολῶν; Κατηργήθη τὸ ἀπόρρητον τῶν ἐπιστολῶν. Καὶ ἔχομεν τοιαύτην ἐντολὴν παρὰ τοῦ λαοῦ; Θέλετε καὶ τὴν γνώμην μου ἐὰν αὐτὸ εἶναι θεμελιῶδες ἢ μή; Ἡ διάταξις περὶ ἀπορρήτου τῶν ἐπιστολῶν εἶναι ἐκ τῶν θεμελιωδεστέρων. Τὸ ἀπόρρητον τῶν ἐπιστολῶν εἶναι τὸ ἐγὼ τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἐκδήλωσις σεβασμοῦ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, εἶναι σεβασμὸς καὶ ὑπεράσπισις τῶν μυχίων ἑνὸς ἀνθρώπου. Αἱ ἐπιστολαὶ δὲν πρέπει νὰ ἀνοίγωνται. Τώρα βέβαια ἔγινε καὶ μία ἐξαίρεσις διὰ τὸ Συνάλλαγμα διὰ νὰ περιφρουρήσωμεν τοὺς νόμους τοὺς ὁποίους ἡ Βουλὴ ψηφίζει, ἀρχίζομεν νὰ καταλύωμεν τὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ, θεσπίζοντες εἰς τὸ Σύνταγμα ἀρχὰς δεσμευτικὰς τῆς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ. Δὲν εἶναι μόνον τὸ ἄρθρον 22 εἰς τὸ ὁποῖον ἔμεινα περισσότερον, εἶναι πολλὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα θέλουν κεχωρισμένην συζήτησιν, ἐὰν θέλωμεν νὰ κάμωμεν Σύνταγμα μὴ διαβλητόν. Νομίζω, κύριοι, ὅτι περισσότερον καὶ πολὺ ταχύτερον θὰ προχωρήσωμεν ἐὰν ἁπλῶς ὁμιλήσωμεν περὶ τῶν μὴ ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Θὰ κάμωμεν μέγα ἅλμα πρὸς τὰ ἐμπρὸς καὶ θὰ μείνουν πολὺ ὀλίγα ἄρθρα, τὰ ὁποῖα θὰ θέλουν ἰδιαιτέραν συζήτησιν. Ὅπως ἦλθον τὰ ἄλλα, ἂς ἔλθουν καὶ αὐτά, ἢ ἂς μὴ ἔλθουν καθόλου. Δὲν εἶναι ἀληθὲς τὸ λεγόμενον ἀπὸ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ὅτι μόνον τὸ περὶ Βασιλέως κεφάλαιον εἶναι θεμελιῶδες. Ὄχι! Εἶναι καὶ αὐτὸ θεμελιῶδες, ἀλλ’ εἶναι καὶ πολλὰ ἄλλα. Ὁ ἴδιος ὁ κ. Βαμβέτσος, ἔχει τὴν ἀδιάσειστον πεποίθησιν, ὅτι θεμελιῶδες εἶναι πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος. Ἡ εὐρεῖα αὐτὴ ἀντίληψις περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος εἶναι ἐπικίνδυνος καὶ ἠμπορεῖ νὰ ὁδηγήσῃ μέχρι τοῦ σημείου νὰ δημιουργηθοῦν πολλαὶ παρεξηγήσεις. Πρέπει νὰ μελετήσωμεν ἐπισταμένως τὰς Συνταγματικὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἅπτονται τῶν οἰκονομικῶν καὶ κοινωνικῶν σχέσεων Κράτους καὶ λαοῦ. Καὶ πρέπει, ἀφοῦ τὰς μελετήσωμεν στοργικῶς ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, νὰ θελήσωμεν νὰ θέσωμεν χεῖρα ἐπὶ τοῦ Συντάγματος καὶ ἰδίως νὰ προσέξωμεν εἰς τοῦτο: Τὸ Σύνταγμα πρέπει νὰ κατοχυρώνῃ ἐλευθερίας καὶ ὄχι νὰ δημιουργῇ ἀπαγορεύσεις καὶ δεσμεύσεις. Τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερον δημιουργοῦν δεσμεύσεις παρὰ πᾶσαν συνταγματικὴν ἔννοιαν. (Χειροκροτήματα).
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ εἶναι ἀκόμη ἀρκετοὶ νὰ ὁμιλήσουν, θέλετε νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§115ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ.μ., μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως, συνέχεια τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως ψηφίσματος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. (Ὥρα 10.05′ μ.μ.)