1948.10.14
1,684 rows · 12,515 words · 120 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 9η
Πέμπτη 14 Ὀκτωβρίου 1948
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 6.45′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Γκίνης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Γ. ΓΚΙΝΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Συνέχισις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ὁ κ. Δ. Σφαέλλος ἔχει τὸν λόγον.
§4Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Δὲν προτίθεμαι, κ. βουλευταί, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ μακρόν, διότι τὰς ἀπόψεις μου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ ὑπὸ ἀναθεώρησιν Συντάγματος εἶχον τὴν τιμὴν νὰ τὰς ἀναπτύξω κατὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐνώπιον τοῦ Σώματος κατὰ τὴν 11ην Αὐγούστου, τελευταίαν πρωϊνὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Συνόδου, καὶ διότι τὸ Σῶμα ἤδη εἶναι καταπεπονημένον ἐκ τῆς παρατεινομένης συζητήσεως καὶ δὲν θὰ ἤθελα καὶ ἐγώ, ἀδικαιολογήτως, νὰ προσθέσω νέον κόπον.
§5Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Ἀφοῦ ὡμιλήσατε ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 δὲν δικαιοῦσθε, βάσει τοῦ Ψηφίσματος, νὰ ὁμιλήσετε διὰ δευτέραν φοράν.
§6Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Ἕκαστος τῶν κ. κ. βουλευτῶν δύναται νὰ ὁμιλήσῃ διὰ δευτέραν φοράν, ἐφ’ ὅσον ἀπέχουν ἡ μία συνεδρίασις ἀπὸ τὴν ἄλλην.
§7Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Διαπνεόμεθα ἀπὸ ἕνα Κανονισμόν, ὁ ὁποῖος περιορίζει τὸν λόγον εἰς τὸ τέταρτον καὶ συνεπῶς δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλήσετε.
§8Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Προφανῶς, θὰ ἀγνοῆτε τὸν Κανονισμόν, ὁ ὁποῖος παρέχει τὴν εὐχέρειαν εἰς τοὺς βουλευτὰς νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος δύο φοράς. Τὸ δὲ τέταρτον ἀφήσατε νὰ τὸ ἐξαντλήσω καὶ τότε διαμαρτυρηθῆτε.
§9Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Καὶ χθὲς ἐπανελήφθη τὸ αὐτὸ φαινόμενον. Εἷς βουλευτής, ἐκ τῶν καλυτέρων μελῶν τῆς Βουλῆς, ἀνῆλθε διὰ δευτέραν φοράν. Τοῦτο ἀντιτίθεται ὄχι μόνον εἰς τό ψήφισμα, ἀλλὰ καὶ τὴν ἔννοιαν ταχείας ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡμίλησε καὶ ἄλλος συνάδελφος διὰ δευτέραν φοράν.
§11Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Θὰ ἦτο ἄραγε προτιμότερον νὰ ἔρχεται τὸ Σῶμα νὰ λαμβάνῃ ἀποφάσεις, χωρὶς νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο ἀπαραίτητον νὰ ἔχῃ, δηλ. τὰς κατατεθείσας τροπολογίας; Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἔφερε διὰ δευτέραν φορὰν εἰς τὸ βῆμα εἶναι ἡ ἐπιθυμία νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν τοῦ Σώματος τὰς ἑξῆς ἀναφερθησομένας τροπολογίας. Ἐν πρώτοις, ἂς μοῦ συγχωρηθῇ νὰ διαπιστώσω τὴν συμφωνίαν μου διὰ τὴν παραμονὴν τῶν δύο πρώτων παραγράφων τοῦ ἄρθρου 11, ὡς ἔχουν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Ἐπίσης νὰ δηλώσω τὴν συμφωνίαν μου διὰ τὴν παράγραφον, ἡ ὁποία ἔχει προστεθῆ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῆς ἀπαγορεύσεως, ἤ τῆς παροχῆς τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις, καὶ ἰδιαιτέρως θέλω νὰ ἐπιμείνω εἰς δύο ἄλλα σημεῖα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὴν κυρίαν μου τροπολογίαν. Πρῶτον. Τὴν ἀνάγκην τῆς ρητῆς ἀπαγορεύσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπεργίας εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους. Διαδηλώνω ἐπίσης τὴν ἀπόλυτον συμφωνίαν μου πρὸς τὴν ἄποψιν τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος, ὅτι δηλαδὴ ἡ ἀπαγόρευσις τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπεργίας τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς ἄλλο ἄρθρον, ἐνδεχομένως τὸ ἔχον τὸν ἀριθμὸν τοῦ ἄρθρου 107 ἐν τῷ Σχεδίῳ τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ ἑτέρα τροπολογία μου, τὴν ὁποίαν ἐπίσης θέλω νὰ ἐπαναφέρω εἰς τὴν μνήμην τῶν κυρίων συναδέλφων εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὸ θέμα τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπησχόλησε καὶ προχθές, δηλαδὴ τὸ θέμα τοῦ Συνδικαλισμοῦ. Ἡ τροπολογία μου ἀκριβῶς εἶναι συναφὴς μὲ ἐκείνην τὴν ὁποίαν κατέθεσεν εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ ἄλλος σεβαστὸς καὶ ἀξιότιμος συνάδελφος. Ἀφορᾷ δηλαδὴ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα μετέχουν τῆς διοικήσεως τῶν διαφόρων Συνεταιρισμῶν. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παρατηρήσῃ τις, ὅτι τὸ θέμα εἶναι μᾶλλον νομοθετικῆς φύσεως. Ἀλλὰ πόσον ὁ νόμος 281) 1914 περὶ τῶν Σωματείων, ὅσον καὶ ὁ νόμος 2151)1920 περὶ τῶν Ἐπαγγελματικῶν Ὀργανώσεων δὲν κατώρθωσαν νὰ ἀποκλείσουν τὸν κίνδυνον τοῦ ἐπαγγελματισμοῦ εἰς τὸν Συνδικαλισμόν. Ὀρθὸν καὶ χρήσιμον εἶναι, ἐὰν θέλωμεν νὰ διαφυλάξωμεν τὸν Συνδικαλισμόν, νὰ θεσπίσωμεν μίαν συνταγματικὴν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας ὄντως, οἱ μὴ ἀσκοῦντες τὸ ἐπάγγελμα ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου τὰ συμφέροντα ἐξυπηρετοῦνται ὑπὸ οὗ Συνεταιρισμοῦ, νὰ μὴ δικαιοῦνται νὰ διοικῶσιν τὰς Ὀργανώσεις, καὶ μάλιστα εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν γνωρίζετε, ὅτι αἱ Ὀργανώσεις καὶ οἱ Συνεταιρισμοὶ μετεβλήθησαν εἰς ἐπάλξεις πολιτικὰς ὄχι τόσον τῶν Ἐθνικῶν Κομμάτων, διότι αὐτὰ ἐκ τῆς φύσεως τῶν ὀργανώσεών των δὲν ἔχουν ἀσχοληθῆ μὲ τὸ θέμα τόσον πολὺ ὅσον θὰ ἐνόμιζε κανείς, ἀλλὰ τοῦ Κομμουνισμοῦ. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Διεθνοῦς Ὁμοσπονδίας τῶν Ἐργατῶν ὅλου τοῦ Κόσμου τονίζει, ὅτι ὁ κομμουνισμὸς μετέρχεται τὰς Ἐπαγγελματικὰς Ὀργανώσεις καὶ τοὺς Συνεταιρισμοὺς καὶ ἐπιδιώκει διὰ τῶν Ἐπαγγελματικῶν Ὀργανώσεων καὶ τῶν Συνεταιρισμῶν τοὺς πολιτικούς του σκοπούς, ἡμεῖς θέλομεν νὰ θέσωμεν ἕνα ὑγιᾶ καὶ δημοκρατικώτατον φραγμόν. Καὶ ὅσοι παρακολουθοῦν τὰ ἐργατικὰ καὶ ἐπαγγελματικὰ ζητήματα, γνωρίζουν καλῶς ποσάκις οἱ ἐργάται καὶ οἱ ἐπαγγελματίαι τῶν ἐργατικῶν καὶ ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων ὑπέφεραν ὑπὸ τὰς ὑπονομεύσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὸ ἔργον των καὶ τὴν ἀποστολήν των ἀπὸ τοὺς ἐντεταλμένους τοῦ Κ.Κ.Ε., οἱ ὁποῖοι ἐνεφανίζοντο ἄλλοτε ὡς ἐπαγγελματίαι ἤ ἄλλοτε ὡς ἐργάται διὰ νὰ μετέχουν τῶν διοικήσεων τῶν Ὀργανώσεων, ἐνῷ εἰς τὴν πραγματικότητα δὲν ἦσαν ἐπαγγελματίαι ἤ ἐργάται, ἀλλ’ ἐξυπηρέτουν τὰς ἐντολὰς καὶ τοὺς πολιτικοὺς σκοποὺς τοῦ Κ. Κ. Ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, καὶ αἰσθάνομαι ὅτι ὀφείλω νὰ προσθέσω τὴν ἔκκλησίν μου εἰς τὴν ἔκκλησιν τὴν γενομένην πρὸς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ κ. Κουλουμβάκη καὶ ἄλλων συναδέλφων, ὅπως προστεθῇ σχετικὴ διάταξις εἰς τὸ ἄρθρον 11, διότι ἡ προσήλωσις εἰς τὴν ἀμφισβητουμένην ὄντως ἰδέαν τοποθετήσεως τοιούτων διατάξεων εἰς ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, ἐδημιουργήθη ἐκ τῆς ἀνάγκης πρακτικῆς ἀντιμετωπίσεως ἑνὸς θέματος δευτερευούσης ἐκ πρώτης ὄψεως σημασίας, ἔχοντος ὅμως μεγάλην σημασίαν διὰ τοὺς κοινωνικούς, οἰκονομικοὺς καὶ πολιτικοὺς σκοποὺς τῆς Πατρίδος μας. Ἐπίσης, θὰ ἤθελα νὰ ὑποβάλω καὶ μίαν παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον, ὅπως αἱ κατατεθεῖσαι τροπολογίαι τῶν κυρίων συναδέλφων ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11, δὲν εἶμαι δὲ μόνον ἐγὼ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος κατέθεσα τοιαύτας τροπολογίας, ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Καλλίας, ὁ κ. Μπακόπουλος, ὁ κ. Ἀλιβιζᾶτος καὶ ἄλλοι, καλὸν θὰ ἦτο νὰ διανεμηθοῦν ἐκ νέου, διότι διενεμήθησαν εἰς τὸ τέλος τῆς παρελθούσης Συνόδου, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον εὑρίσκονται εἰς τοὺς φακέλλους τῶν κυρίων συναδέλφων καὶ κατὰ πόσον οἱ κύριοι συνάδελφοι εἶναι δυνατὸν νὰ παρακολουθοῦν τὴν συζήτησιν μὴ ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς τροπολογίας καὶ ἐνδεχομένως νὰ λάβουν θέσιν εἰς τυχὸν διεξαχθησομένην ψηφοφορίαν.
§12Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι αἱ προτάσεις ἔπρεπε νὰ εἶχον τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς Ψηφοφορίαν καὶ ἡ Βουλὴ ἀγνοεῖ τὰς προτάσεις μας.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Μπέης–Ἀντωνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§14Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν τελευταίαν 25ετίαν, κύριοι βουλευταί, ἐπεκράτησε μία σύγχυσις, ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν θεσμῶν 1) τῆς ἐλευθερίας τοῦ συνεταιρίζεσθαι δι’ ὅλους τοὺς Ἕλληνας πολίτας, 2) διὰ τὴν ἀπεργίαν τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ 3) διὰ τὴν τοποθέτησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἐργατικοῦ συνδικαλισμοῦ. Καὶ ἦτο ἑπόμενον νὰ ὑπάρξῃ ἡ σύγχυσις αὐτή, διότι πρόκειται περὶ 3 θεμάτων ἐντελῶς διαφορετικῶν ἀπ’ ἀλλήλων, καὶ ἐπεχειρήθη ἡ τοποθέτησις καὶ ἡ ἑρμηνεία τούτων διὰ τοῦ μοναδικοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος. Καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ διατυπώσω εὐθέως τὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν ἀπεκόμισα ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε συζητήσεων τῆς Βουλῆς, ὅτι τοιαύτη τις σύγχυσις ἐξακολουθεῖ ὑφισταμένη καὶ τώρα ἐν ὄψει τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νέου Συντάγματος. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ γίνῃ μία σαφὴς διαστολὴ τῶν 3 αὐτῶν διαφορετικῶν ἐννοιῶν, διότι αὕτη θὰ ὑπάρξῃ χρήσιμος διὰ νὰ ἀποφασίσῃ τὸ Σῶμα ἐὰν θέλῃ νὰ καθορίσῃ σαφῶς τὰ περιθώρια, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὰ τρία αὐτὰ ξεχωριστὰ δικαιώματα. Ὁ ἐργατικὸς συνδικαλισμὸς εἶναι γνωστὸν ὅτι ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρελθόντος αἰῶνος ἀπετέλεσε πολιτικὴν θεωρίαν μὲ ἀξίωσιν νὰ ὑποκαταστήσῃ τὸ ἀστικὸν καθεστώς. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς θεωρίας αὐτῆς, διότι πρόκειται περὶ πραγμάτων γνωστῶν. Θὰ σημειώσω μόνον, ὅτι ὁ ἐργατικὸς συνδικαλισμὸς ὡς πολιτικὴ θεωρία ὑπέστη τρία θανάσιμα πλήγματα. Τὸ πρῶτον πλῆγμα τὸ ἐδέχθη ἀπὸ τὴν ἐπικράτησιν τῆς κομμουνιστικῆς ἐπαναστάσεως ἐν Ρωσσίᾳ, ἡ ὁποία, ἄν μή τι ἄλλο, ἐβεβαίωσεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ἐργατικὴ ἐπανάστασις νὰ σταθῇ εἰς ἕνα διάμεσον, ὅπως ἐδίδασκεν ὁ συνδικαλισμός, δηλαδὴ εἰς τὴν ὀργάνωσιν τοῦ Κράτους μὲ βάσιν τὰ συνδικάτα. Ἀλλὰ ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ὁδεύσῃ πρὸς τὴν ἐξουσίαν, εἶναι μοιραῖον νὰ φθάσῃ εἰς τὴν δικτατορίαν, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ εὑρίσκεται. Τὸ δεύτερον πλῆγμα εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ ἐδέχθη ἀπὸ τὸν Μουσολίνι, ὁ ὁποῖος ἐπεχείρησε μετ’ ἐπιμονῆς νὰ ὀργανώσῃ τὸ συντεχνιακὸν Κράτος καὶ ἀπέτυχε, παρ’ ὅλον ὅτι διέθετε τὴν ἐξουσίαν. Τὸ τρίτον ὅμως πλῆγμα, κύριοι βουλευταί, τὸ ὁποῖον ἔχει μείζονα πολιτικὴν σημασίαν, ἀξίαν μεγαλυτέρας προσοχῆς, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐδέχθη ὁ συνδικαλισμὸς ἀπὸ τὴν Μεγάλην Βρεττανίαν. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐκεῖ ὁ συνδικαλισμὸς ἦτο μία τεραστία ὀργάνωσις μὲ σοβαρὰν πειθαρχίαν καὶ μὲ μεγάλον ἀριθμόν. Καὶ ἐν τούτοις, παρετηρήθη τοῦτο, ὄχι διὰ πρώτην φορὰν βεβαίως εἰς τὴν Βρεττανικὴν Αὐτοκρατορίαν, τοῦτο τὸ σημαντικώτατον πολιτικὸν φαινόμενον. Κατωρθώθη ὥστε ὁ συνδικαλισμός, ἀπὸ πολιτικὴ θεωρία καὶ ἐπαναστατικὴ τάσις, νὰ μεταβληθῇ, χωρὶς καμμίαν κοινωνικὴν ὀδύνην, εἰς τὸ μεγάλο πολιτικὸν κόμμα, τὸ ὁποῖον κυβερνᾷ σήμερον τὴν Βρεττανικὴν Αὐτοκρατορίαν ἐντὸς τῶν πλαισίων τῆς Δημοκρατίας, τῶν ἐθνικῶν ἰδεωδῶν καὶ τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ.
§15Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὲ συγχωρῆτε, νὰ σᾶς εἰπῶ κάτι. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 συνεζητεῖτο παρόντων τοῦ Ἀλ. Κουμουνδούρου, τοῦ Ἐπ. Δεληγιώργη, τοῦ Κοκκίνη, τοῦ Καλλιγᾶ, τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 συνεζητεῖτο παρόντος κατὰ πάσας τὰς συνεδριάσεις τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου καὶ λαμβάνοντος τὸν λόγον. Τώρα δὲν συζητοῦμεν καθὼς πρέπει Σύνταγμα. Νὰ σταματήσῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις, διὰ τὸ ὄνομα τῆς Πατρίδος. Εἶναι ἐδῶ διὰ τὸν τύπον ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μόνον, τοῦ ὁποίου ἐκτιμῶ πάσας τὰς ἀγορεύσεις ὡς ὑπουργοῦ, ὡς βουλευτοῦ ἔχω διάφορον γνώμην, ἀλλὰ εἶναι παράστασις αὐτή; Μεγάλοι συνταγματολόγοι λέγουν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ Κοινοβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχουν καὶ δὲν συνεργάζονται ἀπὸ κοινοῦ καὶ ἐξ ἴσου ἡ Ἐκτελεστικὴ καὶ ἡ Νομοθετικὴ ἐξουσία. Εἶναι θέαμα αὐτό; Θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέρμα; Τὸ πιστεύει ἀπὸ σᾶς κανεὶς ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέρμα τῆς Συνταγματικῆς συζητήσεως; Ἐὰν τὸ πιστεύῃ κανείς σας, ἐγὼ ὑποχωρῶ.
§16Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὅμως, κύριοι βουλευταί, ἄξιον μείζονος προσοχῆς ὅτι ὁ ἐργατικὸς συνδικαλισμὸς ἔχει μίαν ἱστορικὴν παράδοσιν καὶ βαθύτατα κοινωνικὰ καὶ οἰκονομικὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα τὸν κατοχυρώνουν. Καὶ ἡ μὲν ἱστορικὴ παράδοσις τοῦ ἐργατικοῦ συνδικαλισμοῦ ἀρχίζει ἀπὸ τὸν Μεσαίωνα, μὲ τὰς περιφήμους συντεχνίας, διὰ νὰ ἐξελιχθῇ εἰς τὰ σημερινὰ πανίσχυρα ἐργατικὰ συνδικάτα. Τὰ αἴτια δὲ τὰ κοινωνικά, τὰ ὁποῖα τὸν κατοχυρώνουν, εἶναι ἡ ἀγρία ἐκμετάλλευσις τοῦ ἐργάτου ἀπὸ τοὺς ἐπιχειρηματίας καὶ ἡ ἄνισος κατανομὴ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος καθὼς καὶ αἱ ἐκεῖθεν κοινωνικαὶ ἀναταραχαί. Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ ἱστορικὴ ἀναδρομὴ καὶ αὐτὰ τὰ οἰκονομικὰ καὶ κοινωνικὰ αἴτια τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησαν τὸν συνδικαλισμόν, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου καλεῖται τὸ ἀστικὸν Κράτος, εἴτε θέλει εἴτε δὲν θέλει νὰ λάβῃ θέσιν. Κατὰ τὸ ὑπ’ ἐμοῦ, τὰ κριτήρια τὰ ὁποῖα καθορίζουν τὴν θέσιν τοῦ ἀστικοῦ Κράτους ἐνώπιον τοῦ συνδικαλισμοῦ, εἶναι δύο. Πρῶτον κριτήριον, εἶναι ἐκεῖνο κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ ἀστικὸν Κράτος, εἴτε διότι δὲν δύναται, εἴτε διότι δὲν θέλει, δὲν δίδει τὰς ἀπαιτουμένας λύσεις πρὸς ἀποκατάστασιν κοινωνικῆς δικαιοσύνης. Καὶ δεύτερον κριτήριον εἶναι ἐκεῖνο κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ κομμουνισμὸς ὡς τάσις πολιτικὴ καὶ ἐπαναστατικὴ, ἐν τῇ προσπαθείᾳ του νὰ ἐκμεταλλευθῇ ὅλην τὴν κοινωνικὴν δυστυχίαν, ἐν τῇ προσπαθείᾳ του νὰ ἐκμεταλλευθῇ ὅλα τὰ ἐλαττώματα τοῦ ἀστικοῦ Κράτους, ἐπιδιώκει ἐπιμόνως νὰ εἰσδύσῃ εἰς τὸν συνδικαλισμὸν καὶ νὰ τὸν καταστήσῃ ὄργανόν του. Τὸ ἀστικὸν λοιπὸν Κράτος εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ προαγάγῃ τὴν ἰδέαν τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης μέσῳ τοῦ συνδικαλισμοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἀποτελεῖ οὐδὲν ἔλαττον παρὰ ὄργανον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς καλῆς κατανομῆς τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, καὶ δὲν θὰ ἦτο ἄξιον τοῦ ὀνόματός του τὸ ἀστικὸν Κράτος, ἐὰν ἠδιαφόρει διὰ τὸν τομέα αὐτὸν τῆς καλυτέρας κατανομῆς τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος καὶ τῆς καταπαύσεως τῆς ἐκ τοῦ αἰτίου τούτου κοινωνικῆς ἀναταραχῆς. Ἐπίσης δὲν θὰ ἦτο ἄξιον τοῦ ὀνόματός του, τὸ ἀστικὸν Κράτος, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἔβλεπε τὸν κίνδυνον τὸν ὁποῖον ἀπειλεῖ ὁ κομμουνισμὸς, ἐὰν λάβῃ εἰς χεῖρας του τὸν συνδικαλισμὸν καὶ ἐὰν δὲν ἠμπόδιζε τὸν κομμουνισμὸν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐργασθῇ ἐντὸς τῶν συνδικαλιστικῶν ὀργανώσεων. Μέσῳ λοιπὸν αὐτῶν τῶν δύο κριτηρίων, τὰ ὁποῖα τὸ ἐπ’ ἐμοὶ καθορίζουν τὴν θέσιν τοῦ ἀστικοῦ Κράτους, ἔναντι τοῦ συνδικαλισμοῦ, εὑρίσκω ὅτι ὀφείλει τὸ Κράτος, ἀντὶ δεσμεύσεων νομοθετικῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται ποτὲ νὰ ἔχουν ἀποτελεσματικότητα τινά, τὸ μὲν νὰ περιβάλλῃ μὲ ὅλην του τὴν στοργὴν τὸν συνδικαλισμόν, τὸ δὲ νὰ βοηθήσῃ διὰ νομίμων πάντοτε μεθόδων, ὥστε νὰ μὴν περάσῃ ὁ συνδικαλισμὸς εἰς χεῖρας τοῦ κομμουνισμοῦ, ἀλλὰ νὰ κρατηθῇ εἰς τὰ πλαίσια τοῦ Ἔθνους, τῆς Δημοκρατίας καὶ τῆς Ἐλευθερίας. Καὶ δὲν θὰ ἐπεκταθῶ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ τοῦ συνδικαλιστικοῦ, διὰ νὰ εἰσηγηθῶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁλοκληρώνει τὴν ἀπαίτησιν τὴν κοινωνικὴν ἀπὸ τῆς μιᾶς πλευρᾶς καὶ τὴν συνδικαλιστικὴν ἀπὸ τῆς ἄλλης καὶ συμπληρώνει τὸ κενὸν τὸ ὁποῖον ὑφίσταται εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ ἀναθεωρούμενον τοῦ 1911, ἐπιφυλασσόμενος νὰ εἰσηγηθῶ τὸ σχετικὸν ἄρθρον, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχετικοῦ κεφαλαίου τῆς οἰκονομικῆς δραστηριότητος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου μάλιστα, ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπή, μοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ διορίσῃ εἰσηγητήν. Σημειῶ μόνον ὅτι θὰ εἰσηγηθῶ τότε, τὸ μέν, ἀπόλυτον προστασίαν τοῦ συνδικαλισμοῦ, χωρὶς προηγουμένην ἄδειαν τῆς Κυβερνήσεως, τὸ δέ, ὅτι ὁ συνδικαλισμὸς ὡς δικαίωμα προστατευόμενον καὶ ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως δὲν δικαιοῦται νὰ ἐκτραπῇ εἰς ἕνα εἶδος «συλλογικοῦ ἀτομισμοῦ» καὶ νὰ ἐκδηλοῦται ἐγωϊστικῶς εἰς βάρος τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου. Ἐκ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς, εἰσηγοῦμαι εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό, ὅτι πρέπει νὰ ἐπενεχθοῦν συνταγματικῶς δύο μεταβολαὶ καὶ νὰ χαραχθοῦν δύο ἀρχαί. Πρῶτον, ἐκείνη ἡ ἀρχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς οὐδεμίαν ἐπιχείρησιν δύναται νὰ κηρυχθῇ ἀπεργία, ἄνευ προηγουμένης ὑποχρεωτικῆς διαιτησίας. Καὶ δευτέρα ἀρχή, ὅτι προκειμένου περὶ ἐπιχειρήσεων ἐχουσῶν σχέσιν μὲ τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τῆς καθημερινῆς ζωῆς τῆς κοινωνίας, ὅπως αἱ συγκοινωνίαι καὶ ἄλλαι παρεμφερεῖς ἐπιχειρήσεις, δὲν δύναται νὰ κηρυχθῇ ἀπεργία, οὔτε μετὰ τὸ ναυάγιον τῆς ὑποχρεωτικῆς διαιτησίας, ἐὰν δὲν προηγηθῇ ἀνακοίνωσις ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου, περὶ τῆς κηρύξεως τῆς ἀπεργίας, ὥστε τὸ Κράτος νὰ ἔχῃ τὸν χρόνον νὰ λάβῃ τὰ μέτρα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ προστατεύσουν τὸ Δημόσιον συμφέρον καὶ θὰ ἐξασφαλίσουν τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τῆς καθημερινῆς ζωῆς.
§17Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Αὐτά, κ. συνάδελφε, ἀνήκουν εἰς τὸ ἄρθρον περὶ ἐργασίας.
§18Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶπον.
§19Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Καλύτερον θὰ ἦτο νὰ μὴ ἀναπτύξωμεν καὶ τὰ δύο ζητήματα τώρα.
§20Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἁπλῶς λέγω δύο λέξεις ὡς πρὸς τὰς ἀρχὰς αὐτάς. Ἐὰν μὲ παρακολουθήσετε ἐν συνεχείᾳ, θὰ ἴδετε, ὅτι ὄχι ἀσκόπως ἀναφέρω αὐτά. Νομίζω, ὅτι ἀπεσαφηνίσαμεν κατὰ ἕνα τρόπον λογικὸν τὴν βασικὴν καὶ οὐσιώδη διαφοράν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται μεταξὺ ἐργατικοῦ συνδικαλισμοῦ καὶ τοῦ θέματος τῶν ὑπαλληλικῶν ὀργανώσεων διὰ τὰς ὁποίας εὐθὺς ἀμέσως θὰ ὁμιλήσω. Δὲν κατέστη σαφὲς πόσον βαρὺ εἶναι τὸ λάθος, ὅταν προσπαθοῦμεν νὰ ἑρμηνεύσωμεν τοὺς δύο αὐτοὺς θεσμούς, διὰ μέσου τῆς γενικῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ἔρχομαι τώρα, κύριοι βουλευταί, νὰ ἐξετάσω ἐὰν καὶ κατὰ πόσον τὸ περίφημον αὐτὸ ζήτημα τῆς ὀργανώσεως καὶ τῆς ἀπεργίας τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, τὸ ὁποῖον τόσον σφοδρῶς ἐτάραξε κατὰ τὴν τελευταίαν 25ετίαν τὸν τόπον μας, ἐπέστη ἡ στιγμὴ νὰ λάβῃ μίαν ὁριστικὴν μορφήν. Σημειώνω πρωταρχικῶς ὅτι ὅλαι αἱ τάσεις, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου τοὐλάχιστον, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν πρὸς ἄρνησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους, εἶχον ὡς αἰτίαν τὸν φόβον τῆς ἀπεργίας τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ δύο θεμάτων τόσον διαφορετικῶν καὶ ἀπὸ τῆς πρακτικῆς καὶ ἀπὸ τῆς θεωρητικῆς ἀπόψεως, ἀλλὰ καὶ τόσον σπουδαίων, ὥστε εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν μὲ ὅσην εἶναι δυνατὸν προσοχὴν καὶ ἔλλειψιν προκαταλήψεως. Ἐπεχειρήθη τὸ παρελθὸν ἡ ἄρνησις τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, βάσει δύο θεωριῶν. Ἡ πρώτη θεωρία ἦτο ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι ἦσαν εἰδικοὶ πολῖται καὶ ὡς τοιοῦτοι δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ἐπιτρέψατέ μου νὰ εἴπω ἀπεριφράστως ὅτι, ἡ θεωρία αὐτὴ δὲν παρουσιάζει οὔτε τὴν ἐλαχίστην εὐστάθειαν, διότι εὐτυχῶς διαβιοῦμεν ὑπὸ ἓν πολιτικὸν καὶ κοινωνικὸν καθεστώς, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντελῶς ἀπαράδεκτος καὶ ἄγνωστος, θὰ ἔλεγον ἡ ἔννοια τοῦ εἰδικοῦ πολίτου. Σκεφθῆτε ὅμως εἰς πόσα ἄλλα ἄτοπα θὰ ὡδήγει ἡ παραδοχὴ τοιαύτης τινός θεωρητικῆς ἀρχῆς, περὶ καθιδρύσεως εἰδικῶν πολιτῶν ὅταν θὰ ἐρωτηθῆτε — καὶ θὰ ὑποχρεωθῆτε νὰ ἀπαντήσετε — ἐὰν αὐτοὶ οἱ εἰδικοὶ πολῖται οἱ ἐστερημένοι τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἀπολαμβάνουν ὡς ἰδικοὶ πολῖται, ὅλων τῶν ἄλλων πολιτικῶν καὶ ἀστικῶν δικαιωμάτων, τῶν ὁποίων ἀπολαμβάνουν οἱ ὑπόλοιποι εἰδικοὶ πολῖται. Δὲν εἶναι ὅμως μόνον αὐτό. Ὑπάρχει ρητὴ διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἅπαντες οἱ Ἕλληνες πολῖται εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου. Καὶ ὁμολογῶ ὅτι δὲν βλέπω τὴν εὐχέρειαν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν ᾧ τὸ Σύνταγμα οὕτω ἀποφαίνεται, θὰ ἔφθανε μία νομικὴ ἀκροβασία εἰς τὴν καταστρατήγησιν αὐτῆς τῆς θεμελιώδους διατάξεως τοῦ Συντάγματος, διὰ νὰ καθιερώσῃ εἰδικὴν τάξιν πολιτῶν. Ἡ δευτέρα θεωρία, διὰ τῆς ὁποίας ἐπεχειρήθη ὁ ἀποκλεισμὸς τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων ἀπὸ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἠκούσθη καὶ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι τελοῦν εἰς σχέσιν ἐξουσιάσεως πρὸς τὸ Κράτος καὶ ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα οὔτε τοῦ συνεταιρίζεσθαι, οὔτε τοῦ ἀπεργεῖν. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἀρνηθῶ μετὰ τῆς ἰδίας κατηγορηματικότητος ἀλλὰ καὶ μετά τινος ἀγανακτήσεως καὶ τὴν θεωρίαν αὐτὴν τῆς ἐξουσιάσεως καὶ νὰ πληροφορήσω τοὺς ὑποστηρικτὰς τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, ὅτι οὔτε ἡμεῖς, οὔτε ἡ Βουλή, εἶμαι βέβαιος, ὁλόκληρος, τελοῦμεν ἐν ἀγνοίᾳ τῶν θεωριῶν, αἱ ὁποῖαι ἀναπτύσσονται καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ ἐν τῇ ξένῃ, ἐν σχέσει μὲ τὸ θέμα αὐτό. Καὶ ἐπίσης ἃς μοῦ ἐπιτρέψουν οἱ ὑποστηρίξαντες τὴν ἄποψιν αὐτήν νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἀρκεῖ νὰ ἀναγνώσῃ τις ἔν τινι συγγράμματι μίαν θεωρίαν, διὰ νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ καὶ τὴν υἱοθετήσῃ, ἀλλὰ ὅτι σκοπιμώτερον θὰ ἦτο πᾶσα θεωρία νὰ τίθεται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς λογικῆς καὶ τῆς πραγματικότητος. Καὶ σημειώνω μόνον ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀπαράδεκτον, νὰ ἐπανέλθωμεν σήμερον εἰς μίαν θεωρίαν ἐξουσιάσεως ἀνθρώπων, ἀνεξαρτήτως, ἐὰν ὁ ἐξουσιάζων εἶναι νομικὸν πρόσωπον, διότι δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν, κύριοι βουλευταί, ἐὰν δεχθῆτε ὅτι δύναται νὰ ἐξουσιάζῃ τὸ νομικὸν πρόσωπον, διότι ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ δεχθῆτε ὅτι δύναται νὰ ἐξουσιάζῃ τὸ νομικὸν πρόσωπον, ὑποχρεωτικῶς θὰ δεχθῆτε εἴτε τὸ θέλετε εἴτε δὲν τὸ θέλετε ὅτι δύναται νὰ ἐξουσιάζῃ καὶ τὸ φυσικὸν πρόσωπον. Καὶ ἰδού, ὅτι διὰ τῆς θεωρίας αὐτῆς, οὔτε ὀλίγον, οὔτε πολὺ θὰ φθάσωμεν αἰσίως εἰς τὴν ἐποχὴν ὅπου ἄνθρωποι ἐξουσίαζον ἀνθρώπους, δηλαδὴ εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς ἀνθρωποδουλείας! Ἰδού, λοιπόν, τὰ ἄτοπα, εἰς τὰ ὁποῖα δύναται ἐνίοτε νὰ παρασυρθῇ τις, ἐπαναλαμβάνων θεωρίας, τὰς ὁποίας ἀνέγνωσε κάπου, χωρὶς νὰ τὰς θέσῃ ὑπὸ τὴν βάσανον τῆς λογικῆς. Δοθέντος λοιπὸν ὅτι, οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι εἶναι ἐλεύθεροι Ἕλληνες πολῖται, μὴ δυνάμενοι νὰ τεθοῦν εἰς μειονεκτικὴν θέσιν, ἔναντι τῶν ἄλλων Ἑλλήνων πολιτῶν, δὲν εἶναι ὀρθὸν κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, νὰ γίνεται καὶ συζήτησις, ὅτι στεροῦνται τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Παρεκτὸς ὅμως τῶν θεωρητικῶν καὶ συνταγματικῶν διατάξεων, ὑπάρχει καὶ ἡ ρεαλιστικὴ ἄποψις, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαφύγῃ τὴν ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς. Οἱ συνεταιρισμοὶ τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων ἀποτελοῦν κύριοι βουλευταί, σήμερον μίαν πραγματικότητα καὶ ἀπὸ τῆς πραγματικότητος αὐτῆς οἱ μὲν Δημόσιοι ὑπάλληλοι, δὲν πρόκειται νὰ ἀποστοῦν, τὸ δὲ Κράτος νομίζω ὅτι δὲν δικαιοῦται νὰ ἀγνοήσῃ. Ἐὰν συνεπῶς ἐπιχειρηθῇ μία γενικὴ ἀπαγόρευσις τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, βεβαιωθῆτε, ὅτι οὐδὲν ἄλλο θὰ ἐπιτευχθῇ, παρὰ ἡ ἀπώθησις τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων εἰς τὰς ἀγκάλας μιᾶς παρανόμου ὀργανώσεως. Καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς παρανόμου αὐτῆς ὀργανώσεως, εἰς τὰς ἀγκάλας τῆς ὁποίας, θὰ παραδοθοῦν οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι, δὲν θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ τὰ ἀναλύσω, διότι ὅλοι ἔχομεν πεῖραν τοῦ προσφάτου, προσφατωτάτου παρελθόντος.
§21Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὁ συνδικαλισμὸς ἔχει ὡς σκοπὸν τὴν προστασίαν τῶν ἐργαζομένων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπολαμβάνουν οὐδεμιᾶς κρατικῆς προστασίας καὶ ἀποβλέπει εἰς τὴν προστασίαν τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων τῶν ἐργαζομένων, κυρίως. Οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι ἀπολαύουν κρατικῆς προστασίας ἰσχυροτάτης. Ἀπολαύουν μονιμότητος, ἀπολαύουν ἰσοβιότητος, ἀπολαύουν συντάξεως. Ἔναντι αὐτῆς τῆς προστασίας, τῆς κρατικῆς τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, οἱ ἐργαζόμενοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον οὐδεμίαν προστασίαν, ἐδημιούργησαν τὴν συνδικαλιστικὴν ἔννοιαν, διὰ νὰ δημιουργήσουν μίαν προστασίαν ἰδικήν των, ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς. Ἐνῷ λοιπόν, συντρέχουν διὰ τοὺς ἐργαζομένους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπολαύουν οὐδεμιᾶς προστασίας, οἱ συνδικαλιστικοὶ κανόνες, διὰ νὰ τοὺς προστατεύσουν, δὲν συντρέχουν διὰ τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους. Θὰ μοῦ εἴπητε, ἠμποροῦμεν νὰ ἀρνηθῶμεν τὸ δικαίωμα τοῦ συνδικαλίζεσθαι εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους; Ὄχι. Διότι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 εἶναι ἀφοριστική: «Εἰς πάντας τοὺς Ἕλληνας ἀναγνωρίζεται τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι».
§22Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους.
§23Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Εἰς πάντας. Δὲν κάμνει διάκρισιν.
§24Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὰ τὸ ἀποφασίσαμεν αὐτό, τὸ ἐνομοθετήσαμεν αὐτό, ὅτι δὲν δίδει δικαίωμα τὸ Σύνταγμα. Διὰ νόμου ἐδώσαμεν δικαίωμα.
§25Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὅταν τὸ Σύνταγμα λέγῃ, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἀνήκει εἰς πάντας τοὺς Ἕλληνας πολίτας .....
§26Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τηρουμένων τῶν νόμων τοῦ Κράτους.
§27Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. ..... οἱ ὁποῖοι νόμοι τοῦ Κράτους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπαγάγουν τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἰς προηγουμένην ἄδειαν, αὐτὸ σημαίνει, ὅτι εἶναι ἀφοριστικῶς καθωρισμένον τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Δὲν κάμνει οὐδεμίαν διάκρισιν τὸ Σύνταγμα. Ἐδῶ ὑπάρχει ἓν Σύνταγμα. Ὑπάρχουν συνταγματικοὶ κανόνες. Τὸ λέγω αὐτό, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Κουλουμβάκην.
§28Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὥστε ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἐκάμαμεν εἰς τὰ 1932, ἔπειτα ἀπὸ διετεῖς μελέτας, ἦτο ἀντισυνταγματικός;
§29Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Χωρὶς ἀμφιβολίαν οὐδεμίαν ἀντισυνταγματικός, διότι διὰ νὰ μείνῃ ἡ ἑρμηνεία τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, τόσον ἡ γραμματική, ὅσον καὶ ἡ λογικὴ, δὲν ἀφήνει οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν.
§30Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅταν λέγῃ οἱ Ἕλληνες, δὲν ἐννοεῖ τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους, τοὺς πολίτας ἐννοεῖ. Οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι ὑπάγονται ὑπὸ ὡρισμένους νόμους καὶ περιορισμοὺς καὶ καθήκοντα καὶ ὑποχρεώσεις.
§31Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Λοιπόν, νὰ τροπολογήσωμεν τὸ ἄρθρον 11, ὅπως ἔχωμεν δικαίωμα καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι δύνανται νὰ συνεταιρίζωνται, ἀλλὰ πῶς; Δημιουργοῦντες συνεταιρισμούς, συνεταιριστικοὺς ὀργανισμούς, συνδέσμους, ἀποβλέποντας εἰς τὴν προαγωγὴν τῶν ἠθικῶν καὶ κοινωνικῶν συμφερόντων αὐτῶν καὶ ὄχι τῶν οἰκονομικῶν. Τότε δυνάμεθα νὰ ἀπαγορεύσωμεν διὰ νόμου εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους τὸ συνεταιρίζεσθαι, ἄλλως τὸ δικαίωμα τὸ ἔχουν χωρὶς οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν.
§32Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ὅσον εἶμαι ἀνεπιφιλάκτως ὑπὲρ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, εἶμαι καθ’ ὅμοιον τρόπον ἀνεπιφυλάκτως ὑπὲρ τοῦ ὅτι δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπεργεῖν. Καὶ δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπεργεῖν διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Διὰ νὰ εὕρωμεν τὴν φύσιν, τοῦ Δημοσίου ὑπαλλήλου, εἶναι ἀνάγκη νὰ συζητήσωμεν τὴν φύσιν τοῦ Κράτους. Κράτος δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μία ἠθικὴ ἔννοια ἡ ὁποία πραγματοποιεῖ τὴν ὑλικὴν ἐμφάνισιν, πρῶτον, διὰ τοῦ γεωγραφικοῦ χώρου, καὶ δεύτερον, διὰ τῶν ὀργάνων του, ἀμέσων καὶ ἐμμέσων. Ὁ Δημόσιος ὑπάλληλος, λοιπόν, οὐδὲν ἄλλο εἶναι παρὰ τὸ ἔμμεσον ὄργανον τοῦ Κράτους.....
§33Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ ἄμεσον.
§34Δ. ΜΠΕΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἔμμεσον.
§35Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἔμμεσον.
§36Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄποψίς σας.
§37Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔμμεσα εἶναι οἱ ἄλλοι πολῖται.
§38Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Δημόσιος ὑπάλληλος εἶναι τὸ ἔμμεσον ὄργανον τοῦ Κράτους καὶ ἑπομένως δὲν δικαιοῦται τὸ ὄργανον νὰ καταλύῃ τὸν ὀργανισμὸν δηλαδὴ τὸ Κράτος, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐτάχθη. Θὰ ἀπετέλει λοιπόν, ἠθικὴν καὶ φυσικὴν ἀντινομίαν ἐὰν ἐγίνετο δεκτὸν ὅτι τὸ ὄργανον δικαιοῦται νὰ καταλύσῃ τὸν ὀργανισμόν. Ὁ Δημόσιος ὑπάλληλος εἶναι τὸ ὄργανον καὶ τὸ Κράτος, ὁ ὀργανισμὸς ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐτάχθη καὶ συνεπῶς δὲν δικαιοῦται νὰ τὸν καταλύσῃ, καὶ συνεπῶς δὲν δικαιοῦται νὰ ἀπεργῇ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι, κύριοι, ἡ φυσικὴ αὐτὴ ἀντινομία ἡ ὁποία ἀποκλείει τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐγένετο πολὺ συζήτησις περὶ τῆς νομικῆς σχέσεως ἡ ὁποία διέπει τὸν Δημόσιον ὑπάλληλον μὲ τὸ Κράτος καὶ ἠκούσθησαν διάφοροι θεωρίαι. Θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ, κύριοι βουλευταί, νὰ ἀντιμετωπίσω τὸ θέμα ἀπὸ μιᾶς ἄλλης νομικῆς ἀπόψεως. Δέχομαι ἀνεπιφυλάκτως ὅτι ἡ σχέσις ἡ ὁποία διέπει τὸν Δημόσιον ὑπάλληλον μὲ τὸ Κράτος εἶναι συμβατική, εἶναι σύμβασις, σύμβασις ὅμως ἡ ὁποία κυριαρχεῖται ἀπὸ δύο στοιχεῖα. Πρῶτον, ἀπὸ τὸ στοιχεῖον τῆς ὀργανώσεως τοῦ Κράτους, καὶ δεύτερον ἀπὸ τὸ στοιχεῖον τῆς ἐκπληρώσεως τῶν σκοπῶν τοῦ Κράτους. Ὅταν δηλαδὴ τὸ Κράτος προσλαμβάνῃ τὸν ὑπάλληλον καὶ καταρτίζῃ τὴν σύμβασιν, τὴν καταρτίζει ἐπὶ τῷ τέλει τῆς πραγματώσεως αὐτῶν κυρίως τῶν δύο σκοπῶν, τῆς ὀργανώσεώς του καὶ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν σκοπῶν του. Καὶ ὅπως ἐπὶ πάσης συμβάσεως τὸ κύριον εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τὴν χαρακτηρίζει καὶ τῆς δίδει τὴν νομικὴν μορφήν, οὕτω καὶ ἐπὶ τῆς ὑπαλληλικῆς συμβάσεως, τὸ κύριον, τὸ ὁποῖον δίδει τὸν χαρακτηρισμὸν τὸν νομικὸν εἰς τὴν σύμβασιν, εἶναι ἡ ὀργάνωσις τοῦ Κράτους καὶ ἡ ἐπιτέλεσις τῶν σκοπῶν του. Καὶ ὑπάρχει βεβαίως καὶ εἰς τὴν ὑπαλληλικὴν σύμβασιν καὶ ὁ μισθός, ἀλλὰ οὗτος εἶναι δευτερεῦον στοιχεῖον τῆς συμβάσεως τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἀλλοιώσῃ τὸν χαρακτηρισμὸν τὸν ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκφράσω ὅτι ἀποδίδω εἰς τὴν Δημοσιοϋπαλληλικὴν σύμβασιν. Δὲν εἶναι ὅμως αὐτός, μόνον ὁ λόγος ὁ νομικός, ὁ ὁποῖος ἀποστερεῖ τὸν Δημόσιον ὑπάλληλον τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπεργίας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθοῦν παράλληλοι συλλογισμοὶ διὰ τὴν ἀπεργίαν τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, μὲ ἐκείνους τοὺς ὁποίους χρησιμοποιοῦμεν διὰ τὴν αἰτιολόγησιν τῆς ἀπεργίας τοῦ ἰδιώτου ἐργάτου καὶ ὑπαλλήλου, διότι αἱ διαφοραὶ εἶναι οὐσιώδεις καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρέλθουν ἀπαρατήρητοι. Μία οὐσιώδης αἰτία εἶναι, ὅτι εἰς τὴν σύμβασιν τῆς ἰδιωτικῆς ἐργασίας ὑπάρχει ἡ ἀντίθεσις τοῦ συμφέροντος μεταξὺ ἐργάτου καὶ ἐργοδότου. Εἰς τὴν Δημοσιοϋπαλληλικὴν ὅμως σύμβασιν ὑπάρχει ταὐτότης συμφέροντος καὶ σκοποῦ, Δημοσίου ὑπαλλήλου καὶ Κράτους. Οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ὑπάρχει ἀντίθεσις οἰκονομικοῦ συμφέροντος μεταξὺ Δημοσίου ὑπαλλήλου καὶ Κράτους, διότι αἱ οἰκονομικαὶ ἐπιδιώξεις τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι ἐπιδιώξεις οἰκονομικαί, διὰ τὴν πραγματοποίησιν ἀτομικῶν σκοπῶν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ αἱ οἰκονομικαὶ ἐπιδιώξεις τοῦ Κράτους, οὐδὲν ἄλλο εἶναι, παρὰ οἰκονομικαὶ ἐπιδιώξεις πρὸς πληρωμὴν κατὰ πρῶτον λόγον τῶν μισθῶν τῶν ὀργάνων του, τῶν μισθῶν τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἰδοὺ λοιπὸν διατὶ οἰκονομικὴ ἀντίθεσις μεταξὺ Δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ Κράτους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ ἠθικῶς, νομικῶς καὶ θεωρητικῶς. Εἶναι ὅμως βέβαιον, κ. βουλευταί, ὅτι τὰ θέματα αὐτά, τὰ ὑψίστης κοινωνικῆς σπουδαιότητος, δὲν δύνανται νὰ λύωνται μόνον μὲ θεωρητικοὺς καὶ νομικοὺς συλλογισμοὺς καὶ εἶναι πραγματικότης, ὅτι πολλάκις εἰς τὸ παρελθὸν καὶ μάλιστα εἰς τὸ χθεσινὸν παρελθόν, ἐξ αἰτίας τοῦ μισθοῦ ἐδημιουργήθη σφοδροτάτη ἀντίθεσις μεταξὺ Δημοσίων ὑπαλλήλων καί... τίνος; Κύριοι βουλευταί; Ὄχι τοῦ Κράτους, ἀλλὰ μεταξὺ Δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις δέ, κ. βουλευταί, δὲν εἶναι τὸ Κράτος. Εἶναι ἓν τῶν ἀμέσων ὀργάνων τοῦ Κράτους. Τὸ κύριον δὲ ἄμεσον ὄργανον τοῦ Κράτους εἶναι ὁ λαός, ἄμεσον ὄργανον κείμενον ὑπὲρ ὅλα τὰ ἄλλα ἄμεσα ὄργανα τοῦ Κράτους. Ἀντίθεσις λοιπόν, μεταξὺ Κράτους καὶ Δημοσίων ὑπαλλήλων, οὐδέποτε ἐνεφανίσθη εἰς τὴν ἱστορίαν, οὐδέποτε ἐνεφανίσθη εἰς τὴν πραγματικότητα, ἐνεφανίσθη μόνον ἀντίθεσις μεταξὺ Δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ Κυβερνήσεως. Καὶ ὅταν ὑπάρξῃ ἀντίθεσις μεταξὺ Δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ Κυβερνήσεως, δὲν εὐθύνεται εἰς τίποτε τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ἐν πολλοῖς υἱοθέτησε τὰ αἰτήματα τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων. Καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μνήμην σας ἐπὶ τῆς προσφάτου διαφορᾶς μεταξὺ Δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ Κυβερνήσεως. Ὅλη ἡ Δημοσία γνώμη καὶ ἡμεῖς καὶ ὁ λαός, εὕρισκε ὅτι οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι εἶχον δίκαιον, μέχρις ἑνὸς σημείου, διότι ὁμολογουμένως ὁ μισθὸς τὸν ὁποῖον ἀπελάμβανον, δὲν ἦτο ἱκανὸς νὰ καλύψῃ τὰς ἀνάγκας οὔτε 10 ἢ 15 ἡμερῶν. Ἀντίθεσις συνεπῶς μεταξὺ Δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ Κράτους ἐξ αἰτίας τοῦ μισθοῦ, οὐδέποτε ἐνεφανίσθη, κατὰ τὴν ἐμὴν τοὐλάχιστον ἀντίληψιν, ἀλλ’ ἐνεφανίσθη ἀντίθεσις μεταξὺ Δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ κακῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δὲν κατώρθωσε νὰ προσαρμόσῃ τὰ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ δικαιώματα τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων πρὸς τὰς ἐν τούτῳ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους. Συνεπῶς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ ἀπεργία τοῦ Δημοσίου ὑπαλλήλου. Ἀλλ’ ἐπαναλέγω, κ. βουλευταί, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ λύωνται τὰ ζωντανὰ αὐτὰ κοινωνικὰ προβλήματα διὰ μέσου μόνον τῆς θεωρίας. Ἐὰν ὑπάρχῃ Κράτος ἀνίκανον νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του καὶ νὰ παράσχῃ ἕνα λογικὸν πρὸς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους μισθόν, καὶ θέλει νὰ ἐκτελῇ τὴν λειτουργίαν του μὲ Δημοσίους ὑπαλλήλους πεινῶντας, εἶναι Κράτος μικρὸν καὶ ἀνάξιον. Διότι, πῶς ἔχετε τὴν ἀξίωσιν, ὁ πεινῶν Δημόσιος ὑπάλληλος, νὰ πράξῃ τὸ καθῆκον του; Καὶ φαῦλος θὰ γίνῃ καὶ τὴν ὑπηρεσίαν του θὰ παραμελήσῃ. Ἐκτὸς ἐὰν θέλετε τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους ὑπερανθρώπους. Ἀλλὰ ὑπεράνθρωποι δὲν ὑπάρχουν. Ἔχει λοιπόν, ἡ Κυβέρνησις τὴν ὑποχρέωσιν ἐν ἑκάστῃ περιπτώσει νὰ προλαμβάνῃ καὶ νὰ μὴ ἀφίνῃ τὴν τάξιν τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων νὰ συγκρούεται μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Καὶ ἔχω νὰ προσθέσω καὶ τοῦτο ἀκόμη. Ἡ ρεαλιστικὴ ἀντιμετώπισις τῆς πραγματικότητος δὲν μᾶς ἀφίνει νὰ ἀγνοήσωμεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Κράτος μὲ πεινῶντας Δημοσίους ὑπαλλήλους. Δὲν μᾶς ἀφήνει, κ. βουλευταί, νὰ ἀγνοήσωμεν τὴν σημερινὴν πραγματικότητα καθ’ ἥν ὁ ἐχθρός, κοινωνικὸς καὶ πολιτικός, ὁ ἐχθρὸς τῶν ἐλευθέρων ἀνθρώπων καὶ παντὸς ἐλευθέρου θεσμοῦ ἐλλοχεύει παντοῦ διὰ νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὴν δυστυχίαν, τὴν δυσαρέσκειαν καὶ τὴν πεῖναν, ἡ ὁποία εἶναι ὁ χείριστος σύμβουλος τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν εἶναι δυνατόν, λοιπόν, νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς ἀνιέρου καὶ ἀνατρεπτικῆς ἐκμεταλλεύσεως τὸν κενὸν στόμαχον τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς, νομίζω, ὅτι σύν τῇ ἀπαγορεύσει τῆς ἀπεργίας τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν τὰ μέτρα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ ἐξασφαλίσουν τὴν ἀνθρωπίνως ἐπιβαλλομένην πληρωμὴν τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων. Θὰ εἰσηγηθῶ πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς αὐριανῆς συνεδριάσεως, νομοσχέδιον — διότι δὲν νομίζω ὅτι προσήκει εἰς τὸ Σύνταγμα ἡ διάταξις αὐτή — κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ πρέπει νὰ καθιερωθῇ ἕνα συλλογικὸν ὄργανον ἀποτελούμενον ἀπὸ ἐκπροσώπους τῆς Κυβερνήσεως, ἐκπροσώπους τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ἐκπροσώπους τοῦ λαοῦ, δηλαδὴ βουλευτῶν, μὲ διακομματικὴν σύνθεσιν, καὶ τὸ ὄργανον αὐτό, τὸ συλλογικόν, νὰ ἔχῃ ἐξουσίαν διαιτητικήν, ὥστε οὐδέποτε ἀνακύψῃ διαφορὰ Δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ Κυβερνήσεως, νὰ δύναται τὸ ὄργανον αὐτό, νὰ λύῃ τὴν διαφορὰν λαμβάνον ὑπὸ τὸ ἕνα μέρος ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀπαιτήσεις τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τὰς δυνατότητας τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Αἱ ἀποφάσεις τοῦ ὀργάνου αὐτοῦ, νὰ εἶναι ὑποχρεωτικαὶ καὶ διὰ τὸ Κράτος καὶ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους. Εἶναι ὁ μόνος τρόπος, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, κ. βουλευταί, ὁ ὁποῖος ἀνοίγει τὴν ἀσφαλιστικὴν δικλῖδα ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀποτρέψῃ τὴν σύγκρουσιν μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Δημοσίων ὑπαλλήλων. Καὶ τὸ θέμα αὐτό, θὰ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ τὸ εἰσηγηθῶ ὡς αὐτοτελὲς νομοσχέδιον κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς αὔριον. (Χειροκροτήματα).
§39Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἐὰν τὰς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου ἐκείνου δὲν τὰς δέχεται ἡ Α.Δ.Ε.Δ.Υ.;
§40Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Κράτος ἔχει τὴν δύναμιν νὰ τὰς ἐπιβάλῃ.
§41Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διότι γνωρίζει κανεὶς κανένα βουλευτήν, ποὺ δὲν ἀναγνωρίζει ὅτι φιλανθρωπικῶς μισθοδοτοῦνται οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι; Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν γνωρίζω κανένα.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Σωτηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§43Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αἰσθάνομαι βαθυτάτην ὀδύνην, διότι ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς ὁλόκληρος εἶναι παραδεδομένη εἰς τὸν ὄλεθρον τοῦ πολέμου καὶ εἰς τὴν Πελοπόννησον ἐπικρατεῖ ἡ ἀναρχία, εἰς βαθμὸν ὥστε, μετὰ μῆνα ἐὰν δὲν ληφθοῦν μέτρα, εἰς οὐδὲν σημεῖον θὰ ὑπάρχῃ ἔλεγχος τῶν κρατικῶν ἐξουσιῶν, αἰσθάνομαι λέγω βαθυτάτην ὀδύνην, διότι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συζητοῦμεν ὑπὸ τοιαύτην ὡς ἄνω κατάστασιν, ζητήματα ὕψιστα, ὡς εἶναι ἡ ὀργάνωσις τοῦ Συνταγματικοῦ βίου εἰς τὴν κοινωνίαν τῶν πολιτῶν διὰ τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον καὶ τὰ συζητοῦμεν ἀδιάφοροι καὶ μὲ μακαριότητα καὶ ὄχι ὡς ἐμπρέπει εἰς τὸ Σῶμα, οἵα ἡ Συνέλευσίς μας. Ἀκούομεν ἀγορεύσεις περνῶντας τὴν ὥραν μας συζητοῦντες κατ’ ἰδίαν. Αὐτὸ τὰ πράγματα, κ. συνάδελφοι, μοῦ προξενοῦν τὴν ὀδύνην ἣν ἐξέφρασα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. (Χειροκροτήματα). Κύριοι, ὅταν ἤλθομεν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, μᾶς ἔστειλεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὡρίμους εἰς τὴν θεωρίαν, τὰς γνώσεις καὶ τὴν πεῖραν τῶν θεμάτων τὰ ὁποῖα καλούμεθα νὰ ρυθμίσωμεν. Δὲν εἶναι τὸ βῆμα τοῦτο, βῆμα πανεπιστημιακὸν πρὸς ἀνάπτυξιν θεωριῶν. Γνωρίζομεν τὰς θεωρίας. Ἐδῶ ἤλθομεν διὰ νὰ ἀναζητήσωμεν τὰς προσφόρους λύσεις τῶν θεμάτων τὰ ὁποῖα κυριαρχικῶς δικαιούμεθα νὰ ρυθμίσωμεν. Διὰ νὰ πράξωμεν τοῦτο, ἀπαιτεῖται ἡ γνῶσις τῶν πραγμάτων καὶ ἡ κατάλληλος χρησιμοποίησις τῶν λέξεων διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀποδώσωμεν τὰ πράγματα καὶ ἡ θέσις, τῶν ζητημάτων ἐπὶ τῶν ὁποίων κυριαρχικῶς θὰ ἀποφανθῶμεν. Τούτων δεδομένων, ἔρχομαι εἰς τὸ προκείμενον θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία καλεῖται νὰ ἀποφανθῇ. Ἤτοι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ὅπερ πραγματεύεται περὶ τοῦ δικαιώματος τῶν πολιτῶν τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Κύριοι, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, τὸ περιέχον τὴν διάταξιν αὐτήν, μὲ βάσιν ὅτι αὕτη εἶναι ἐπανάληψις τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος 1864. Θὰ ἐρευνήσωμεν δέ, ποῖα ἦσαν τότε τὰ πράγματα, ἤτοι ποία ἡ κατάστασις ἡ τότε, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ ρυθμίσῃ ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης. Τὴν γνωρίζομεν καὶ πρέπει νὰ τὴν γνωρίσωμεν αὐτήν, ὡς καὶ τὴν σημερινήν. Νὰ τὰς ἀντιπαραβάλωμεν. Λέγω, κύριοι, ὅτι ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης βάσει τῶν πραγμάτων καὶ τῶν καταστάσεων, πρέπει νὰ προβαίνῃ εἰς τὰς δεούσας ρυθμίσεις καὶ ὄχι εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν. Ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης τοῦ 1911 καὶ 1864, ἔθεσε τὴν διάταξιν αὐτὴν ἐν ὄψει καταστάσεως πραγμάτων διαφόρου τῆς σημερινῆς ἐποχῆς. Τότε ἡ ἔννοια τοῦ συνεταιρίζεσθαι ὑπὸ τὴν σημερινὴν μορφὴν δὲν ἦτο γνωστή. Συνεταιριστικὴ κίνησις, ὡς σήμερον νοεῖται βάσει τοῦ Ν. 602 δὲν ὑπῆρχε. Τί ὑπῆρχε τότε; Τοῦτο καταφαίνεται ἀπὸ τὰ ἄρθρα τοῦ ποινικοῦ νόμου 212–222, τὰ ὁποῖα ὁμιλοῦν περὶ τῶν ἀθεμίτων Ἑνώσεων καὶ Ἑταιρειῶν πολιτικῆς μορφῆς. Ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Συντάγματος 1864 καὶ 1911 ἀναφερομένη εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ἐννοεῖ τὰς ἄνω διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου καὶ ὄχι τὰς σημερινὰς τοῦ 1932. Αὐτὴ ἦτο τότε ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων καὶ αὕτη ἐρρυθμίσθη τότε συνταγματικῶς. Ἡ σημερινὴ κατάστασις εἶναι διάφορος. Ἡμεῖς σήμερον θὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν σημερινὴν κατάστασιν πραγμάτων, ὄχι ἐκείνην ἡ ὁποία προεβλέπετο τὸ 1834 ἀπὸ τὸν ποινικὸν νόμον τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα ἤθελε νὰ ἀνατρέψῃ. Ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος 1864, εἶχε τὴν ἔμπνευσιν ἀπὸ τὸν νόμον τῆς 13–19 Μαΐου 1790 τῆς Συν)κῆς Γαλ. Συνελεύσεως τοῦ 1789, ὅστις ἐπέτρεψε τὴν ἐλευθέραν λειτουργίαν τῶν πολιτικῶν ἑταιρειῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, αἱ ὁποῖαι εἶχον δημιουργήσει τὴν ἐπανάστασιν εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ εἰς τὰ Κράτη τῆς Εὐρώπης ὅλα. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 εἶχε περιλάβει τὴν διάταξιν ἀπὸ τὴν γνωστὴν διακήρυξιν τῶν δικαιωμάτων. Ἐπρόκειτο περὶ πολιτικῶν κινήσεων, περὶ ἑταιρειῶν καὶ ἑνώσεων πολιτικῶν, ἡ ἐλευθερία τῶν ὁποίων σήμερον παρ’ οὐδενὸς ἀμφισβητεῖται. Αὐτὴ ἦτο ἡ τότε κατάστασις. Καὶ τὴν γαλλικὴν λέξιν «ASSOCIATION» ἀπέδωσαν μὲ τὴν λέξιν «συνεταιρίζεσθαι». Ἡ σημερινὴ κατάστασις καὶ ἀπὸ ἀπόψεως πραγμάτων καὶ ὀνομασίας τῶν πραγμάτων δὲν εἶναι αὐτή. Ἡμεῖς σήμερον μὲ τὴν λέξιν «συνεταιρίζεσθαι», ἐννοοῦμεν τὴν γνωστὴν σήμερον καὶ ἄγνωστον τότε κίνησιν τῶν οἰκονομικῶν συνεταιρισμῶν τοῦ νόμου 602. Τὰς ἑνώσεις προσώπων δι’ ἠθικοὺς ἢ ἄλλους σκοπούς, τοὺς καλοῦμεν Σωματεῖα βάσει Ν. 182. Τὰ Σωματεῖα τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐπαγγελματικὸν σκοπόν, τὰ ὀνομάζομεν ἐπαγγελματικὰ καὶ αὐτὰ ἐδημιούργησαν τὴν συνδικαλιστικὴν κίνησιν. Τὰ δικαιώματα αὐτὰ δὲν δυνάμεθα νὰ τὰ ἀρνηθῶμεν οὔτε εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἀμφισβήτησις γεννᾶται διὰ τὸ συνδικαλιστικὸν δικαίωμα τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων. Φρονῶ, ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ πρέπει νὰ ἀποφανθῶμεν, διότι εἰς τὰ ἄλλα δὲν διαφωνοῦμεν. Ποῦ ὑπάρχει ἡ διαφωνία; Εἰς τὰ Σωματεῖα τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, τὰ ὁποῖα ἔχουν σκοπὸν ἐπιδεικνύοντα τὴν ἰδικήν τους δύναμιν δι’ ἀπεργιῶν νὰ ἐκβιάζουν τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον αὐτοὶ ἀποτελοῦν καὶ ἐκπροσωποῦν. Τὸ θέμα αὐτὸ ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴ παρέπεμψεν εἰς τὸν κοινὸν νομοθέτην. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι θὰ εἶναι ἔλλειψις θάρρους, τὸ νὰ μὴ ἐπιλύσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία τῆς παρούσης Συν)κῆς Βουλῆς. Θὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν συνδικαλιστικὴν πολιτικὴν κίνησιν τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων ὅπως τῶν ἐργατῶν; Ἐπ’ αὐτοῦ πρέπει νὰ ἀποφανθῇ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία. Δὲν δέχομαι, ὅτι τοιαύτη συνδικαλιστικὴ κίνησις τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, φορέων τῆς Κρατικῆς ἐξουσίας, μὲ σκοπὸν στρεφόμενον κατὰ τοῦ Κράτους, δύναται νὰ ἐπιτραπῇ, διότι τότε τὸ Κράτος παραδίδεται εἰς ὁμάδα ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι θὰ δροῦν ἐντὸς τῶν νομίμων ἐξουσιῶν, ἤ θὰ τὰ καταχρῶνται ὑπὲρ αὐτῶν καὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἰδικῶν των σκοπῶν. Τὸ θέμα τῆς ἀπεργίας τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, τὸ προβλέπει καὶ ὁ νέος ποινικὸς κῶδιξ, ὅστις κατετέθη ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀειμνήστου Κ. Λαδᾶ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1948 καὶ τὸ ρυθμίζει εἰς τὸ ἄρθρον 247. Τὸ ἐδάφ. 4 τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ἀναγνωρίζει τὴν δυνατότητα τῆς ὑπάρξεως σωματείων ὑπαλλήλων διὰ τῶν παρ. ὅμως 1–3 ἀπαγορεύει ρητῶς τὰς ὑπὸ 3 Δημοσίων ὑπαλλήλων ἑνώσεις καὶ παραίτησιν ἢ ἀποχὴν ἀπὸ τῆς ἐργασίας ἢ πράξεις παρακωλυούσας τὴν λειτουργίαν τῆς Κρατικῆς μηχανῆς ἧς ἐθελουσίως διὰ συμβάσεως ἐτάχθησαν ἐκπρόσωποι. Θέλω νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι ἡμεῖς θὰ ἀποφασίσωμεν ἐὰν θὰ ἐπιτραπῇ, ὡς προεῖπον, ἡ συνδικαλιστικὴ πολιτικὴ εἰς σωματεῖα καὶ ὀργανώσεις ὑπαλληλικάς. Ἤδη, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ τροπολογίας ἥν ἔχω ὑποβάλει. Αὕτη δὲν εἶναι ἰδικῆς μου ἐμπνεύσεως, ἀλλὰ ἐλήφθη ἀπὸ τὸ Σχέδιον Διακηρύξεως τῶν Δικαιωμάτων τοῦ Ο.Η.Ε., ὅπου μετὰ μακρὰς συζητήσεις, κατέληξαν εἰς αὐτήν. (Ἀναγινώσκει). Ἡ διάταξις αὕτη ὑπάρχει καὶ εἰς τὸ σχέδιον τοῦ Ἰνστιτούτου τοῦ Ἀμερικανικοῦ Δικαίου καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Σχεδ. Ὁμοσπονδίας Ἀμερ. ἐργατῶν καὶ τὸ Ἀγγλικὸν Σχέδιον. Μὲ τὴν προσθήκην αὐτήν, τίθενται ὅρια τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ καὶ ἀπαγορεύονται οἱ σκοποί, οἱ ὁποῖοι ἀντίκεινται εἰς τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα ἢ στρέφονται κατ’ αὐτῶν. Καταλήγων, κύριοι, φρονῶ ὅτι ἕν ἀπομένει θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, αὐτὸ ποὺ προεῖπον, τὸ συνδικαλιστικὸν πολιτικὸν δικαίωμα τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, διότι ἐπὶ τῶν ἄλλων εἴμεθα σύμφωνοι ἐπὶ τῆς ὀρθῆς ὁρολογίας, ὡς προεῖπον. Αὐτὰ κυρίως εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 καὶ φρονῶ, ὅτι τὸ θέμα εἶναι ἐξηντλημένον. (Χειροκροτήματα).
§44Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν μᾶς εἴπατε ἕνα πρᾶγμα. Θὰ ἔχῃ καὶ αὐτὴ ἡ ἀπόφασις τοῦ ΟΗΕ τὴν αὐτὴν πραγματοποίησιν, τὴν ὁποίαν ἔχουν ὅλαι αἱ ἄλλαι ἀποφάσεις του;
§45Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, αὐτὸ εἶναι πόρισμα μελετῶν ἐπιστημόνων, οἱ ὁποῖοι ἠσχολήθησαν μὲ τὰ ζητήματα αὐτά καὶ οἱ ὁποῖοι κατέληξαν νὰ θέσουν περιορισμούς.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Γιαννόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§47Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τῆς δημιουργηθείσης ἀμφισβητήσεως, ἐὰν ἐκ τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 παρέχεται ἢ ὄχι τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους νὰ συνεταιρίζωνται, νομίζω, ὅτι δύναται νὰ γίνῃ ἡ ἑξῆς σκέψις: Καὶ ἐὰν δὲν ἀληθεύῃ ἡ ἐκδοχὴ ὅτι ἐκ τοῦ Συντάγματος παρέχεται τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους, πάντως ὁ νόμος τοῦ 1932 ψηφισθεὶς καθ’ ὅλους τοὺς νομικοὺς καὶ κοινοβουλευτικοὺς τύπους, ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα, κατ’ ἐπίσημον πλέον γνώμην του, ἀποφαίνεται ὅτι δέχεται μὴ ἀπαγορευόμενον τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἄποψις τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη καὶ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή. Παρεδέχθη, δηλαδή, ὅτι ἔχουν τὸ δικαίωμα καὶ οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ συνεταιρίζωνται, ἀλλὰ ἡ ἄσκησις τοῦ δικαιώματος τούτου ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν νόμον. Εἰς τὴν ἄποψιν αὐτὴν εὑρέθην, κ. βουλευταί, ἀντίθετος, εὑρέθην εἰς τὴν μειοψηφίαν, διότι, πιστεύω, καὶ πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει νὰ λυθῇ ὁριστικῶς καὶ παγίως ὑπὸ τοῦ Συνταγματικοῦ Σώματος καὶ ὄχι νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν Νομοθετικὴν ἐξουσίαν.
§48Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἡ ὁποία δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ρυθμίσῃ.
§49Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς τὸ παρέχομεν σήμερον διὰ τοῦ ἄρθρου, ὡς τὸ ἐψήφισεν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή. Παρέχεται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίσῃ ἐὰν καὶ εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους θὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἄσκησις τοῦ ἀνεγνωρισμένου αὐτοῦ δικαιώματος.
§50Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἡ τροπολογία ἡ ἰδική μου, ἰδία εἶναι, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν ἔχει δοθῆ ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ δίδεται τώρα. Δὲν ἀπαγορεύεται.
§51Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ἄποψιν αὐτήν, κ. συνάδελφε, ἀντιτίθεμαι ἐξ ὁλοκλήρου. Πιστεύω, δηλαδή, ὅτι πρέπει τὸ Συντακτικὸν Σῶμα, νὰ ἀποφασίσῃ ἐὰν θὰ συνεταιρίζωνται οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι ἢ δὲν θὰ συνεταιρίζωνται. Δὲν πρέπει, δηλαδή, ν’ ἀφεθῇ καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν Νομοθετικὴν ἐξουσίαν, διότι τότε δημιουργοῦμεν ἕνα νέον κομματικὸν ἐκλογικὸν σύνθημα, τὸ ὁποῖον ὡς ἀναφερόμενον εἰς μίαν πολυπληθῆ καὶ ἰσχυρὰν τάξιν, προσθέτει νέας αἰτίας πολιτικῶν κλυδωνισμῶν. Καὶ διὰ τοῦτο ἀντὶ νὰ ἐπιτρέψωμεν μελλοντικῶς εἰς τὰ κόμματα νὰ ἐμφανίζωνται ἑκάστοτε μὲ τὸ σύνθημα: «ἡμεῖς θὰ ἐπιτρέψομεν τὸν ὑπαλληλικὸν συνδικαλισμὸν ἢ ὄχι», εἶναι καλύτερον νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα ὁριστικῶς. Εἶναι λοιπόν, τὸ πρῶτον ζήτημα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λύσῃ ἡ παροῦσα Συντακτικὴ Συνέλευσις. Καὶ κατόπιν τούτου ἐρωτᾶται: Θὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν συνδικαλιστικὴν ὀργάνωσιν τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων; Ἐγώ, κ. βουλευταί, καὶ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ἐκηρύχθην ἐναντίον τῆς συνδικαλιστικῆς ὀργανώσεως τῶν ὑπαλλήλων. Λέγων συνδικαλιστικὴν ὀργάνωσιν ὑπαλλήλων, ἐννοῶ τὴν ἕνωσιν τῶν ὑπαλλήλων κατὰ κλάδους καὶ Ὁμοσπονδίας καὶ τούτων εἰς γενικὴν συνομοσπονδίαν πρὸς προάσπισιν τῶν ἐπαγγελματικῶν συμφερόντων των. Τοιαύτη, δι’ ἐμέ, εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ὑπαλληλικοῦ συνδικαλισμοῦ. Φρονῶ, λοιπόν, ὅτι τοιοῦτον δικαίωμα δὲν πρέπει νὰ παρασχεθῇ εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους. Παρήλασαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου οἱ ἀπολογηταὶ τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ἠκούσθησαν τὰ ἐπιχειρήματά των. Μεταξὺ τῶν πρώτων ἐπιχειρημάτων τὰ ὁποῖα ὑπεστηρίχθησαν, εἶναι ἐκεῖνο ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἰδιαιτέρως ἐπέμεινε καὶ λίαν εὐγλώττως, ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργός. Ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς τοῦ συνδικαλισμοῦ τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, εἶναι κατ’ ἐξοχὴν δημοκρατικὸς θεσμὸς καὶ ὡς τοιοῦτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παροραθῇ ἀπὸ ἕνα Σῶμα ἐμπνεόμενον ἀπὸ δημοκρατικὰς ἀρχάς. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἔχω ἀντίθετον ἀντίληψιν. Ἴσως τοῦτο ἀπηχεῖ κάπως παραδόξως, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐπιστημονικὴ τοῦ πράγματος ἔρευνα θὰ πείσῃ ὅτι ἡ ἀντίληψίς μου δὲν εἶναι ἀβάσιμος. Ἀνεξαρτήτως, κ. βουλευταί, τῶν θεωρητικῶν ἐρίδων καὶ τῶν ἐπιστημονικῶν ὁρισμῶν ἂν οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι εἶναι MITTELBARE ἢ UNMITTELBARE (ἔμμεσα ἢ ἄμεσα) ὄργανα τοῦ Κράτους, ἀνεξαρτήτως τῶν ἀντιλήψεων τῶν θεωρητικῶν περὶ τῆς θέσεως τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων ἔναντι τοῦ Κράτους, νομίζω ὅτι ἡ εὐδιάκριτος διὰ τὸν κοινὸν Ἕλληνα ἀλήθεια εἶναι ἡ ἑξῆς: Ὅτι οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἀσκοῦν δημοκρατικὴν διοικητικὴν λειτουργίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ μοναδικὴ ἐκδήλωσις τῆς ὑπάρξεως καὶ τῆς ζωῆς τοῦ Κράτους. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, κατ’ ἐμέ καὶ ἔτσι τὴν ἀντιλαμβάνεται ὁ κοινὸς Ἕλλην. Τὶ σημαίνει τώρα συνδικαλιστικὴ ὀργάνωσις; Ἕνωσις τῶν ὑπαλλήλων πρὸς προάσπισιν τῶν ἐπαγγελματικῶν των συμφερόντων διὰ τοῦ μέσου αὐτοῦ τοῦ προνομιακοῦ, δηλαδὴ τῆς χρησιμοποιήσεως τῆς διοικητικῆς λειτουργίας, δηλαδὴ τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Κράτους. Ἡ ἀντίληψίς μου, μοῦ φαίνεται, εἶναι σαφής, καθαρὰ καὶ εὐδιάκριτος. Καὶ ἐρωτῶ, κ. βουλευταί: Ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς δημοκρατικῆς ἰσότητος καὶ τῆς δημοκρατικῆς δικαιοσύνης, νὰ ὁπλίσωμεν μίαν τάξιν, ἐκτὸς τοῦ μεγάλου τῆς ἀριθμοῦ τῶν 100.000, νὰ τὴν ὁπλίσωμεν ἐπὶ πλέον καὶ μὲ τὸ ἐξαιρετικὸν αὐτὸ ὅπλον; Δηλαδὴ νὰ ἔχῃ εἰς τὰ χέρια της τὴν διοικητικὴν λειτουργίαν διὰ νὰ τὴν χρησιμοποιῇ ἐναντίον τῶν ἄλλων τάξεων πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐπαγγελματικῶν συμφερόντων της; Αὐτὸ ἀποτελεῖ δικαιοσύνην, ἀποτελεῖ δημοκρατικὴν ἰσότητα ἢ ἀποτελεῖ τυραννίαν ἀσκουμένην ἀπὸ μέρους τῆς τάξεως ἐκείνης μὲ τὸ ὅπλον τὸ ὁποῖον ἡμεῖς τῆς ἐνεπιστεύθημεν εἰς βάρος τῶν ὑπολοίπων ἐπαγγελμάτων καὶ τάξεων; Διότι ποία ἄλλη ἐπαγγελματικὴ τάξις ἡ ὁποία ἑνοῦται εἰς συνδικαλιστικὴν ὀργάνωσιν διαθέτει παρόμοιον ὅπλον; Ἐκτὸς τῶν ἄλλων προνομίων μὲ τὰ ὁποῖα ἐφωδιάσαμε τὴν ὑπαλληλικὴν τάξιν καὶ τὰ ὁποῖα ἀνεφέρθησαν προηγουμένως ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος τῶν Ἐθνικοφρόνων, πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς τὰ χέρια 100.000 ὠργανωμένων ἀνθρώπων, νὰ ἔχουν ἐπὶ πλέον καὶ τὸ μέγα αὐτὸ ὅπλον διὰ νὰ καταβασανίζουν καὶ κατατυραννοῦν ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν; Αὐτὸ εἶναι λοιπόν, τὸ σπουδαιότερον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθησαν ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ, ὅτι δηλαδὴ εἶναι κατ’ ἐξοχὴν δημοκρατικὸς θεσμός, εἰς τὴν ἀντίληψίν μου ἀνατρέπεται καὶ καταλήγει νὰ εἶναι οὐχὶ δημοκρατικός, ἀλλὰ ἀντιθέτως τυραννικὸς θεσμός. Ἀλλὰ ὄχι μόνον ἐν σχέσει μὲ τὰς ἄλλας ἐπαγγελματικὰς τάξεις, ἀλλὰ ἐν σχέσει καὶ μὲ τὰς ὑπαλληλικὰς τάξεις, δημιουργεῖται εὐδιάκριτος ἡ ἀδικία. Λέγομεν, ὅτι εἰς τοὺς διοικητικοὺς ὑπαλλήλους, παρέχεται τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῆς ὀργανώσεως τῆς συνδικαλιστικῆς, ἀλλὰ δὲν νοεῖται διατὶ πρέπει νὰ ἐξαιρεθοῦν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος οἱ δικασταὶ καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῶν Σωμάτων Ἀσφαλείας καὶ οἱ στρατιωτικοί. Διατὶ αὐτὴ ἡ διάκρισις; Εἶναι δικαιοσύνη δημοκρατικὴ νὰ δίδῃς τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς διοικητικοὺς ὑπαλλήλους καὶ νὰ στερῇς τούτου τοὺς δικαστικούς; Τὶ ἀσκοῦν οἱ δικασταί; Τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Δὲν εἶναι δίκαιον καὶ ἐκεῖνοι νὰ πάρουν τὸ ὅπλον αὐτό, διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν συνδικαλιστικῶν συμφερόντων των, ὅπως λαμβάνουν οἱ διοικητικοὶ ὡς μέσον τὴν ἐξουσίαν τὴν διοικητικὴν διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν διοικητικῶν συμφερόντων; Καὶ κατὰ τὸ ἴδιον τρόπον δὲν εἶναι δίκαιον καὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῶν Σωμάτων Ἀσφαλείας, νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα αὐτό; Καὶ προχωροῦν οἱ ὑπερασπισταὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων εἰς ἕνα ἄλλο ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἐπετρέπετο κἂν νὰ λεχθῇ. Τοῦτο εἶναι ἄλλης φύσεως, τρόπον τινὰ ἀρνητικῆς. Μᾶς λέγουν: πρέπει νὰ τὸ παραδεχθῶμεν τὸ δικαίωμα, διότι ἄλλωστε δὲν ἔχομεν τὴν δύναμιν νὰ τὸ ἀπαγορεύσωμεν. Καὶ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ὑπεστηρίχθη τὸ ἴδιον ἐπιχείρημα καὶ ἐλέχθη προσφυῶς τότε, ὅτι κατὰ τὴν σκέψιν αὐτὴν τὴν οἱανδήποτε παρανομίαν τὴν ὀφειλομένην ἀπὸ τοὺς δράστας νὰ διαπραχθῇ καὶ μετὰ τὴν ἀπαγόρευσιν, πρέπει νὰ τὴν ἀνεχθῶμεν καὶ νομίμως νὰ τὴν υἱοθετήσωμεν, διότι ἂν τὴν ἀπαγορεύσωμεν, δὲν θὰ ἐπιτύχωμεν ἐπιβολὴν τῆς ἀπαγορεύσεως. Εἶναι συλλογισμὸς ὁ ὁποῖος δὲν προσήκει εἰς ἓν κοινοβουλευτικὸν Σῶμα διότι καταλύει τὴν ἔννοιαν τοῦ Κράτους, τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, τὴν ἔννοιαν τῆς πολιτείας καὶ τοῦ παντὸς, ἀλλὰ πρὸς τούτοις νομίζω ὅτι δὲν εἶναι βάσιμον τὸ ἐπιχείρημα. Ὄχι, ἂν ἀπαγορεύσωμεν διὰ τοῦ Συντάγματος τὴν συνδικαλιστικὴν ὀργάνωσιν τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, δὲν θὰ τολμήσουν οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ κάνουν συνδικαλιστικὰς παρανόμους ὀργανώσεις, ὅπως δὲν τὰς κάνουν οἱ δικαστικοί, οἱ ὑπάλληλοι τῶν Σωμάτων Ἀσφαλείας καὶ οἱ στρατιωτικοί. Δὲν θὰ τολμήσουν νὰ τὰς κάνουν καὶ οἱ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι, διότι θὰ εἶναι εὔκολον νὰ ἀνακαλυφθοῦν καὶ τότε θὰ ὑπάρχουν κυρώσεις καὶ θὰ ἀποβάλλωνται τῆς ὑπηρεσίας. Τρίτον ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἠκούσθη ὑπὲρ τοῦ συνδικαλιστικοῦ δικαιώματος, εἶναι ὅτι ταὐτίζομεν τὴν ἔννοιαν τῆς ἀπεργίας μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς συνδικαλιστικῆς ὀργανώσεως. Ὁ ἔχων στοιχειώδη ἀντίληψιν ὁσονδήποτε καὶ ἂν στερῆται νομικῶν γνώσεων, εἶναι εὔκολον νὰ διακρίνῃ ὅτι ἄλλο βεβαίως σημαίνει συνδικαλιστικὴ ὀργάνωσις καὶ ἄλλο σημαίνει ἀπεργία. Ἀδιαφιλονίκητος εἶναι ἡ σημασία τῶν λόγων καὶ ἡ διαφορὰ τῶν ἐννοιῶν αὐτῶν εἶναι ἀντιληπτή. Ἀλλά, κύριοι ἐν τοῖς πράγμασι συμπίπτει. Ἡ κυριωτέρα, ἂν μὴ ἡ μόνη ἐκδήλωσις τῆς συνδικαλιστικῆς ὀργανώσεως δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ἀπειλὴ τῆς ἀπεργίας καὶ μᾶς τὸ ἐδίδαξεν ἡ παρελθοῦσα πεῖρα. Κατὰ τίνα ἄλλον τρόπον θὰ προστατεύουν οἱ ὑπάλληλοι τὰ συμφέροντά των ἔναντι τοῦ Κράτους διὰ τῆς συνδικαλιστικῆς ὀργανώσεως καὶ εἰς τὶ θὰ ἀποβλέπουν; Παρέλειψα ἀπ’ ἀρχῆς νὰ κάμω μίαν διάκρισιν. Λέγοντες συνδικαλιστικὴν ὀργάνωσιν, δὲν ἐννοοῦμεν τοὺς μορφωτικοὺς συλλόγους, τοὺς ὑποβλέποντας εἰς ἠθικοὺς σκοπούς, οὔτε τὰς καταναλωτικὰς ἑνώσεις τῶν ὑπαλλήλων, τοὺς συνεταιρισμούς, τοὺς τελοῦντας ὑπὸ τὴν προστασίαν καὶ τὸν ἔλεγχον τοῦ Κράτους. Ἐντελῶς διάφορον πρᾶγμα εἶναι τοῦτο. Καὶ ποῖα εἶναι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα θὰ μετέλθῃ διὰ τὴν προστασίαν τῶν ἐπαγγελματικῶν του συμφερόντων ὅταν λείψῃ ἡ ἀπεργία; Καὶ εἶναι ἀνθρωπίνως νοητόν, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἀπεργίας ὅταν ὑπάρχῃ ἡ συνδικαλιστικὴ ὀργάνωσις; Ὅταν θὰ κηρυχθῇ ἡ ἀπεργία, ποία θὰ εἶναι ἡ κύρωσις τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιβάλωμεν κατὰ τῶν παραβατῶν;
§52Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικ.). Τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι βάσιμον καὶ ὅτι εὐσταθεῖ. Πρὸ ὀλίγου χρόνου ἠπειλήθη μία ἀπεργία τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ἐξεδόθη ἓν ἀνακοινωθέν, τὸ ὁποῖον ὑπέμνησε τὴν ἐφαρμογὴν κατὰ τὸ παρελθὸν τοῦ νόμου 5458 καὶ τὴν πρόθεσιν τῆς Κυβερνήσεως νὰ κάμῃ καὶ πάλιν χρῆσιν τοῦ νόμου. Τότε εἴχομεν καὶ πάλιν τὸ εὐχάριστον ἀποτέλεσμα ἡ σαφῶς ἀπειλουμένη ἐκείνη ἀπεργία νὰ ἀποφευχθῇ.
§53Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀπαντήσω. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές, ὅπως δύνανται νὰ εἶναι ἀληθῆ καὶ πλεῖστα ὅσα ἐκ τοῦ παρελθόντος παραδείγματα, ὅτι ἀπειληθείσης ἐφαρμογῆς ἑνὸς παλαιοῦ καὶ ἀπαγορευτικοῦ νόμου συνεκρατήθησαν οἱ ὑπάλληλοι καὶ δὲν ἀπήργησαν. Ἐγὼ δὲν θέτω ἔτσι τὸ ζήτημα: Ἐγὼ λέγω ἂν ἀπεργήσουν οἱ ὑπάλληλοι παρὰ τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ νόμου. Ὁ νόμος ἀπαγορεύει τὴν ἀπεργίαν καὶ ἔχει καθιερώσει κυρώσεις. Ἐν τούτοις οἱ ὑπάλληλοι ἀπεργοῦσαν. Ποῖον μέσον θὰ μετέλθῃ ἡ Κυβέρνησις τότε ἐναντίον τῶν ὑπαλλήλων;
§54Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικ.). Ἐὰν ἡ ἀπαγόρευσις μετατεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα ἐκ τοῦ νόμου, τοῦτο θ’ ἀποτελέσῃ μεγάλην μεταβολήν.
§55Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον νὰ ἀπαγορεύσωμεν τὴν συνδικαλιστικὴν ὀργάνωσιν διὰ τοῦ Συντάγματος καὶ δυνάμεθα ἄριστα νὰ τὸ ἐπιτύχωμεν.
§56Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ ἀρχὴν οἱ συλλογισμοί σας, κύριε συνάδελφε, εἶναι συλλογισμοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐξαιρετικὴν σημασίαν. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ προβῶ εἰς τὰς ἑξῆς παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι οὐσιαστικαὶ καὶ δὲν προσβάλλουν τὴν σειρὰν τῶν συλλογισμῶν σας. Κατὰ τὸ διάστημα τῶν τελευταίων ἐτῶν πολλὰ ἐκ τῶν κυρίων στελεχῶν τῶν συνδικαλιστικῶν ὀργανώσεων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἠγωνίσθησαν κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἀπέτρεψε τὴν οὐσιώδη καὶ ἀποφασιστικὴν διείσδυσιν τοῦ κομμουνισμοῦ εἰς τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας. Ἐνῷ συμφωνῶ λοιπόν, κατ’ ἀρχὴν πρὸς τοὺς συλλογισμούς σας, πρὸς τοὺς ὁποίους αἴρεται ἡ σκέψις μου καὶ οἱ ὁποῖοι συλλογισμοὶ σας ἀπεκρυστάλλωσαν εἰς ἐμὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν θὰ πρέπει νὰ ἔχουν κατ’ ἀρχὴν τὸ δικαίωμα τῆς συνδικαλιστικῆς ὀργανώσεως οἱ ὑπάλληλοι παρὰ τὸ γεγονὸς αὐτό, θὰ προέβαινον αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς μίαν ἀναβολὴν τῆς λήψεως μιᾶς τοιαύτης ἀποφάσεως καὶ θὰ ἔλεγον: Ἂς μείνῃ ὅπως ἔχει ἡ διάταξις καὶ μετά τινα ἔτη, ἂς προβῶμεν εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου ἀπαγορεύοντες τὸν συνδικαλισμὸν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων διὰ νὰ μὴ θίξωμεν ἐν ὥρᾳ ἀγῶνος ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προΐστανται αὐτοῦ τοῦ ἀγῶνος καὶ οἱ ὁποῖοι κυρίως κατὰ τὸ διάστημα τῆς κατοχῆς προέβησαν καὶ μετὰ ταῦτα βεβαίως συνεχίζουν καὶ προβαίνουν εἰς ἀγῶνα, καὶ ἀποφασιστικὸν ἀγῶνα κατὰ τοῦ κομμουνισμοῦ. Αὐτὸς εἶναι ἕνας συλλογισμός, ὁ ὁποῖος μὲ κάμνει διστακτικόν, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁμολογῶ πλήρη πίστιν εἰς τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας ἀνεπτύξατε.
§57Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Πιστεύετε εἰς τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη εἰς τὰ 1932 καὶ ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει τὴν ἀπεργίαν εἰς τὸν δημόσιον ὑπάλληλον; Αὐτὸς εἶναι Συνταγματικὸς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος;
§58Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἕτερον θέμα. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι. Διότι ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος ἂν λάβωμεν τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Κουλουμβάκη...........
§59Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐὰν ἠθέλατε νὰ εἴπω δύο λέξεις.
§60Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. κατὰ τὸν κύριον Κουλουμβάκην, τὸ ἄρθρον 11 δὲν περιλαμβάνει τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Κατ’ ἐμὲ τοὺς περιλαμβάνει, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς ἐξαιρέσωμεν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῶν «Ἑλλήνων». Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ συνεχίσωμεν τὴν διαλογικὴν συζήτησιν, διὰ νὰ ἀφήσωμεν τὸν κ. Γιαννόπουλον νὰ συνεχίσῃ.
§61Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος κατὰ τὸν ἀφοριστικὸν τρόπον λύει τὸ ζήτημα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὥστε δὲν γεννᾶται κανὲν ζήτημα. Τὸ ἄρθρον 11 λέγει, οἱ Ἕλληνες ἔχουσιν τὸ δικαίωμα.......
§62Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ὄχι οἱ ὑπάλληλοι.
§63Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. .. καὶ κατωτέρω λέγει, ὅτι τὸ δικαίωμα αὐτὸ δὲν δύναται νὰ ὑπαχθῇ εἰς προηγουμένην ἄδειαν τῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως «τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους», οἱ ὁποῖοι ὅμως νόμοι οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσαγάγουν αὐτὸ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς προηγουμένην ἄδειαν τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν μένει λοιπὸν καμμία ἀμφιβολία, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἀνήκει εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Πρέπει ὅμως νὰ ἀνήκῃ; Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ὅπως ἔχει σήμερον δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ καμμία ἀμφιβολία καὶ ἡ γραμματικὴ ἑρμηνεία δίδει ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους.
§64Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶμαι ὄχι ὑποχρεωμένος, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἔγινεν αὐτὴ ἡ διακοπὴ ἔχω δικαίωμα νὰ παρέμβω διότι, τέλος πάντων, ὁ Πρόεδρος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ 1911, ὁ μακαρίτης Στέφανος Δραγούμης, εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ὑπὲρ πάντα ἄλλον συνετέλεσα εἰς τὴν τότε ἀναθεώρησιν. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ 1932 ἤμην ὁ εἰσηγητὴς τοῦ ψηφισθέντος νόμου, τὸν ὁποῖον κατηρτίσαμεν εἰς τὸ ξενοδοχεῖον «Ὄλυμπος» τῆς Κηφισιᾶς, μετὰ τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, Πρωθυπουργοῦ τότε. Καὶ ἐγένετο δεκτὸν καὶ ἀπὸ τὴν ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς τότε, ἐπὶ δύο ὁλόκληρα ἔτη, ἀπὸ τοῦ 1930–32, ὅτι ὅταν τὸ Σύνταγμα λέγει οἱ Ἕλληνες ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, δὲν ἐννοεῖ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι φυσικά, ὑποχρεοῦνται νὰ τηροῦν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, διότι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν ἔχουν ἄλλα δικαιώματα. Διότι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν ἔχουν ἄλλα δικαιώματα, παρὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρέχονται εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἔχουν καθήκοντα δημοσίου ὑπαλλήλου, ὑποχρεώσεις δημοσίου ὑπαλλήλου, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἦτο ὀρθὴ καὶ ἡ φράσις ὅτι ὑπάρχει σύμβασις μεταξὺ δημοσίου ὑπαλλήλου καὶ Κράτους. Οὐχί. Ὑπάρχει ἐντολὴ τοῦ Κράτους, τὴν ὁποίαν ἀποδέχεται ὁ δημόσιος ὑπάλληλος κατὰ νόμους ὡρισμένους. Λοιπὸν ἐγένετο δεκτὸν ἀπὸ τὴν ὁλομέλειαν τῆς τότε Βουλῆς, ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν παρέχει δικαίωμα συνεταιρισμοῦ εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἀλλὰ ἐπειδὴ οἱ καιροὶ εἶναι τοιοῦτοι.........
§65Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ἀπαγορεύει.
§66Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. ... ὥστε νὰ προχωρῇ ἡ ἔννοια τοῦ συνεταιρισμοῦ —νὰ μὴ φθάνῃ βεβαίως μέχρις συνδικαλισμοῦ— ἂς τοὺς δώσωμε τοιοῦτον δικαίωμα διὰ τοῦ νόμου καὶ ἐξηρέσαμε τοὺς Στρατιωτικούς, τοὺς ἀστυνομικοὺς καὶ τοὺς Δικαστάς. Ἐὰν τὸ Σύνταγμα ἔδιδε τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, θὰ εἴχομεν τὸ δικαίωμα, ἡμεῖς διὰ νόμου νὰ κάμνωμεν ἐξαιρέσεις; Ὄχι. Ἐκάμαμε λοιπὸν ἐξαιρέσεις; Διατί; Διότι ἔδιδε δικαίωμα τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ ἐδώσαμεν ἡμεῖς τὸ δικαίωμα.
§67Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντισυνταγματικῶς, κύριε Κουλουμβάκη.
§68Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἡ τροπολογία μου λέγει, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἐπιτρέπει, ὅπως διὰ νόμου δοθῇ δικαίωμα εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους νὰ συνεταιρίζωνται, ἀλλὰ ὁ νόμος θὰ καθορίζῃ καὶ τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα αὐτῶν. Καὶ ὁ νόμος τοῦ 1932, τοῦ ὁποίου ἤμην ὁ κύριος εἰσηγητὴς ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τοῦ μακαρίτου Βενιζέλου, λέγει, ὅτι ἐπιτρέπονται συνεταιρισμοὶ μόνον κατὰ κλάδους. Ἀπαγορεύονται ὁμοσπονδίαι καὶ συνομοσπονδίαι καὶ ἰδίως μάλιστα τὸ ἐβάλαμεν αὐτὸ, διότι εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ ἄδεια νὰ συνεταιρίζωνται οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ μάλιστα νὰ ἀποτελοῦν ὁμοσπονδίας μετὰ μὴ δημοσίων ὑπαλλήλων, ἐγέννησε τὸν φασισμόν εἰς τὴν Ἰταλίαν. Ἀπηγορεύσαμε λοιπόν, παντὸς εἴδους ὁμοσπανδίας, παντὸς εἴδους συνεργασίαν καὶ ρητῶς ἀπηγορεύσαμε τὴν ἀπεργίαν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὁ δημόσιος ὑπάλληλος λαμβάνει ἐντολὴν ἀπὸ τὸ Κράτος καὶ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὴν παραβῇ. Ἀπεργῶν δὲ παραβαίνει τὴν ἐντολὴν καὶ παύει νὰ εἶναι πλέον δημόσιος ὑπάλληλος.
§69Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἐδῶ εἴμεθα σύμφωνοι.
§70Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ εἴμεθα σύμφωνοι, κύριε Θεόδωρε, διότι τέλος πάντων τὰ ἐζήτησες τὰ ζητήματα αὐτά.
§71Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὁ νόμος τοῦ 1932 ἔφθασεν εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας καμμιὰ φορά;
§72Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἔφθασεν.
§73ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Βεβαίως ἔφθασε.
§74Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἀμφιβάλλω πάρα πολύ. Διότι ἠξεύρω, ὅτι ἡ ΑΔΕΔΥ εἶναι παράνομος καὶ οὔτε ἔχει καταστατικόν. Δὲν ἐτόλμησε νὰ ὑποβάλῃ αἴτησιν, διὰ νὰ ἐγκριθῇ τὸ καταστατικόν της, διότι ἀντελήφθη ἀσφαλῶς, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγκριθῇ.
§75Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως, κύριε συνάδελφε, Ἦλθεν ἡ ΑΔΕΔΥ ἐνώπιόν μου καὶ τῆς εἶπον, ὅτι εἶσθε ἄριστοι δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἀλλὰ εὑρίσκεσθε ἐν παρανομίᾳ. Ἀναλαμβάνετε σεῖς, αὐτὸ τὸ ἔργον τῆς μισθοδοσίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ μᾶς ἐμποδίζετε ἡμᾶς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, ἀφοῦ ὅλοι μαζὺ εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι δὲν μισθοδοτεῖσθε καθὼς πρέπει καὶ ὡς πρέπει, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ποὺ φέρεσθε, δημιουργεῖτε μίαν ἀναρχίαν καὶ μᾶς ἐμποδίζετε νὰ ἐκτελέσωμεν ἡμεῖς τὸ πρὸς ὑμᾶς καθῆκον. Διότι, κύριοι, εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ ΑΔΕΔΥ, δὲν θὰ ὑπῆρχε κανεὶς βουλευτὴς ἐδῶ ἀνθιστάμενος εἰς τὸ νὰ φθάσωμεν μέχρι τινὸς —ἂς μεταχειρισθῶ τὴν λέξιν μὲ ὑπερβολικὴν ἔννοιαν— εἴδους πιέσεως κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μισθοδοτῇ τοὺς ὑπαλλήλους της.
§76Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐπειδὴ ἐδῶ διατυποῦνται διάφοροι γνῶμαι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ κειμένου Συντάγματος τοῦ 1911, θὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω τοῦτο, διὰ νὰ μὴ ὑπάρξουν κατὰ τὴν συζήτησιν κατόπιν ἀμφιβολίαι ἀπὸ τυχὸν περαιτέρω ἑρμηνείαν. Ἀναμφισβητήτως τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, λέγον, ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἐννοεῖ, ὅτι ὑποκείμενον τοῦ ἀτομικοῦ αὐτοῦ δικαιώματος εἶναι κατ’ ἀρχὴν πᾶς Ἕλλην. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ὁ Ἕλλην ἔχει ὡρισμένην ἰδιότητα, τὴν ὁποίαν ἐκ τοῦ Συντάγματος ἔχει, ἐνδέχεται νὰ ὑποστῇ τὸ δικαίωμα τοῦ περιορισμοῦ. Τοιούτους περιορισμοὺς ἔχομεν δεχθῆ ὅλοι ἀναμφισβητήτως, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς στρατιωτικοὺς π.χ. Οὐδεὶς ποτὲ ὑπεστήριξεν, ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ δὲν εἶναι Ἕλληνες καὶ οὐδεὶς ποτὲ ὑπεστήριξεν ὅτι ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Νομίζω, ὅτι ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ καὶ ἐφεξῆς προκειμένου περὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, δηλαδὴ τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, θὰ ὑπάρξουν καὶ ἐκεῖ ὡρισμέναι διαβαθμίσεις καὶ διακρίσεις. Εἶναι δυσχερὲς ὅμως νὰ θεσπισθοῦν διαβαθμίσεις καὶ διακρίσεις ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ κειμένῳ τοῦ Συντάγματος, διότι τὸ Σύνταγμα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ εἰς σύγγραμμα. Συνεπῶς θὰ ὑπάρξουν 2 ἀπόψεις. Ἡ ἄποψις ἡ ἰδική σας, ἡ ὁποία ἔχει μίαν ἐπιστημονικὴν βάσιν. Ἀπαγορεύει τὸ δικαίωμα ἅπαξ διὰ παντός. Καὶ ἡ ἄποψις ὅτι ἐπιτρέπονται διὰ νόμου ἐκεῖνοι οἱ περιορισμοί, τοῦ Συνταγματικοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῆς φύσεως τῆς ἀνατιθεμένης λειτουργίας ἐπιβάλλονται. Ἐπίσης, θὰ ἤθελον νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς, ἐφ’ ὅσον ἐλέχθη, ὅτι ἡ ΑΔΕΔΥ εἶναι ἐκείνη ἕνεκα τῆς ὁποίας ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις. Θὰ ἤθελον νὰ τονίσω, ὅτι ἀντιθέτως, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐνθαρρυνθῶμεν, εἰς τὸ νὰ ἐπιτρέπεται τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Εἰς τοῦτο θὰ πρέπει νὰ συντείνῃ ὁ πραγματικῶς σώφρων τρόπος καθ’ ὃν ἡ ΑΔΕΔΥ ἔχει διοικήσει τὰ ὑπαλληλικὰ ζητήματα.
§77Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ ὁμολογοῦμεν αὐτό.
§78Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ἐπανέλθωμεν, κύριοι βουλευταί, εἰς τὴν διακοπὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος. Ἡ σκέψις του εἶναι ἀξιόλογος καὶ μοῦ εἶναι συμπαθεστάτη καὶ συμφωνῶ ἀπολύτως εἰς τὴν ἀντίληψιν, ὅτι οἱ ἀρχηγοὶ τῆς συνδικαλιστικῆς ὀργανώσεως ἐπέδειξαν μίαν ἐθνικόφρονα διαγωγὴν καὶ συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ παραδειγματίσουν τὸν ὑπαλληλικὸν κόσμον. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ δεχθῶμεν ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ, ὅτι ὁ μοναδικὸς λόγος, ὁ ὁποῖος συνεκράτησε σήμερον τοὺς ὑπαλλήλους εἶναι ἡ καλὴ ἡγεσία των. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν, ὅτι τὸ πλεῖστον, μέρος, τὸ ἐναπομεῖναν τουλάχιστον μέρος, τοῦ ὑπαλληλικοῦ σώματος, ἐμπνέεται ἀπὸ ἐθνικὰ ἰδεώδη καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν θὰ λάβωμεν ἡμεῖς —τῆς ὀρθῆς ἀποφάσεως— Θὰ μείνουν εἰς τὸν δρόμον τῆς ἐθνικοφροσύνης καὶ τοῦ πατριωτισμοῦ. Ὥστε δὲν ἠμπορῶ νὰ δεχθῶ, ὅτι ὁ λόγος τῆς ἡγεσίας τοῦ ὑπαλληλικοῦ συνδικαλισμοῦ πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ κώλυμα διὰ τὸ Συντακτικὸν Σῶμα, νὰ λάβῃ τὴν δέουσαν ἀπόφασιν. Κύριοι, ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ὑπερασπιστῶν τοῦ συνδικαλισμοῦ, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον, νομίζω ὅτι ἀπεδείχθη, ὅτι ἀναστρέφονται καὶ συντελοῦν εἰς τὴν ὑπεράσπισιν τῆς ἀντιθέτου ἀκριβῶς ἐκδοχῆς, νὰ μὴ ἐπιτραπῇ δηλαδή, ὁ συνδικαλισμὸς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Καὶ θὰ ἐρωτηθῇ: Τί θὰ ἀπομείνῃ ὡς μέσον ὑπερασπίσεως τῶν δικαιωμάτων τῶν ὑπαλλήλων; Τῶν συμφερόντων τῶν ὑπαλλήλων; Ὅ,τι μένει εἰς ὅλους τοὺς Ἕλληνας. Θὰ μείνῃ ἐν πρώτοις ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ἡ ὁποία πρέπει νὰ εἶναι ὁ ἀντιλήπτωρ τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν συμφερόντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀπομένει τὸ μέγιστον ὅπλον, ἡ ὑπαλληλική των ἱεραρχία, ἡ ὁποία εἶναι τόσον ἰσχυρὰ καὶ ἡ ὁποία ἔχει τὸν ἐπηρεασμόν της ἄμεσον, παρὰ τῇ Κυβερνήσει. Ἀπομένει καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, εἰς τὸ ὁποῖον πᾶς ἠδικημένος ὑπάλληλος προσφεύγει, μὲ τὴν βεβαιότητα, ὅτι θὰ τοῦ ἀπονεμηθῇ τὸ δίκαιον. Ἀπομένουν οἱ τόσοι προστατευτικοὶ ὑπαλληλικοὶ νόμοι, ἡ μονιμότης των καὶ τόσα ἄλλα δι’ αὐτοὺς προστατευτικὰ μέτρα. Καὶ εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, ὅτι τὸ μέγιστον μέρος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, δέν ἔχει οὐδεμίαν ἰδιαιτέραν συμπάθειαν εἰς τὰς συνδικαλιστικὰς ὀργανώσεις. Ὅμως ἔχει συμπάθειαν πρὸς τοὺς συνεταιρισμούς, τοὺς συλλόγους ἠθικοῦ καὶ μορφωτικοῦ περιεχομένου. Ἰδιαιτέραν συμπάθειαν διὰ τὰς συνδικαλιστικὰς ὀργανώσεις δέν αἰσθάνεται ὁ πράγματι νομιμόφρων καὶ φιλότιμος Ἕλλην ὑπάλληλος. (Χειροκροτήματα).
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Χατζηγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§80Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀπουσίασα δι’ ἄλλα καθήκοντα ἀπὸ τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς καὶ δὲν εἶμαι ἐνήμερος τῶν συζητήσεων αὐτῆς, δι’ ὅ, δὲν νομίζω, ὅτι ἡ παρέμβασίς μου θὰ διαφωτίσῃ κατὰ πολὺ τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ τὸ θέμα εἶναι ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα καὶ θὰ ἐπεθύμουν καὶ ἐγὼ νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου. Ἄκουσα τὸν φίλον μου βουλευτὴν ἐξ Ἀθηνῶν, τὸν κ. Κουλουμβάκην, νὰ διερωτᾶται εἰς μίαν θερινὴν συνεδρίασιν, πῶς τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ρυθμίζει τὰ δικαιώματα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἦτο ξένον πρὸς τὰ Συντάγματα τὰ πρὸ τοῦ 1848, ἦτο ἄγνωστον καὶ μόνον ἀπὸ τὸ 1864 ἀνεφάνη εἰς τὴν Ἑλλάδα; Καὶ ὁ κ. Κουλουμβάκης, ἐπέρριψεν ... (δὲν ἠκούσθη) ... εἰς τὸ μανιφέστον τοῦ 1848. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω καὶ τὸν φίλον μου τὸν κ. Κουλουμβάκη καὶ τὴν Βουλήν, ἐὰν ὁ Μὰρξ δέν εἶχε γεννηθῇ καὶ δὲν εἶχε βγῇ εἰς τὸν κόσμον τὸ 1883, ὁ κόσμος θὰ ἦτο ἀπηλλαγμένος τῆς σήμερον διαταραχῆς; Ἢ ἐὰν ὁ Μὰρξ εἶχε γεννηθῇ εἰς τὰ 1648 θὰ ἔγραφε τὸ μανιφέστον αὐτοῦ; Καὶ ἐὰν τὸ ἔγραφε θὰ εἶχε τὴν ἀπήχησιν, τὴν ὁποίαν εἶχε ὅταν ἐγράφετο εἰς τὰ 1848; Κύριοι, ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ἐὰν ἔζῃ πρὸ τοῦ 1750, δὲν θὰ ἔγραφε τὸ μανιφέστον του καὶ ἐὰν δὲν ἔζῃ εἰς τὰ 1840, ὁ κόσμος θὰ ἐγνώριζε τὴν ἰδίαν διαταραχήν, τὴν ὁποίαν καὶ σήμερον γνωρίζει. Ποία εἶναι ἡ αἰτία;
§81Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι 2 αἱ γνῶμαι.
§82Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Εἷς σοφὸς ἱστορικός, ὁ..... (δὲν ἠκούσθη) λέγει ὅτι προτοῦ ἀνακαλυφθῇ ὁ ἀτμός, τὸ πῦρ ἦτο ἕνας ταπεινὸς σύντροφος τοῦ ἀνθρώπου. Τοῦ ἐχρειάζετο νὰ τοῦ θερμαίνῃ τὴν ἑστίαν, νὰ τοῦ μαγειρεύῃ τὰ φαγητά. Καὶ ἐνῷ ἦτο τὸ πῦρ τόσον ταπεινὸς θεράπων κάποτε............ Σᾶς μεταφράζω: «διότι................... (ἀναγινώσκει)...». Ἀλλὰ μίαν ἡμέραν ὁ ἄνθρωπος ἀνεκάλυψεν ὅτι αὐτὸς ὁ ταπεινός του σύντροφος, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔδιδε τὴν θερμότητα τὸ βράδυ εἰς τὴν ἑστίαν, ἦτο ἕνας δαίμων, ὁ ὁποῖος εἶχε καὶ ἄλλας ἰδιότητας. Εἶχε τὴν ἰδιότητα νὰ κινῇ τὴν μηχανὴν καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐχρειάζετο κάτι τὸ εἶχεν. Καὶ εἶπεν ὁ ἄνθρωπος, εἶμαι ὁ κυρίαρχος τῆς φύσεως, θὰ κάθωμαι καὶ θὰ ἐργάζωνται αἱ μηχαναὶ δι’ ἐμέ. Ἀλλὰ εἶδεν ὅτι διὰ νὰ παράγῃ ὅ,τι ἐχρειάζετο δι’ ἕνα μῆνα, τὸ παρῆγεν εἰς μίαν ἡμέραν. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἀποδώσῃ αὐτό, ἔπρεπε νὰ αὐξήσῃ ἡ κατανάλωσις τῶν ἀγαθῶν, εἰδ’ ἄλλως σταματᾷ ἡ κίνησις τοῦ δαίμονος αὐτοῦ. Καὶ τότε εἶδεν, ὅτι, ἀντὶ νὰ γίνῃ κυρίαρχος τῆς φύσεως ὁ ἄνθρωπος, ἔγινε δοῦλος τοῦ δούλου του. Κύριοι, εἶναι ὁ μηχανικὸς πολιτισμός, ὁ ὁποῖος ἐδημιούργησε τὰ ζητήματα τὰ κοινωνικὰ καὶ τὰς σημερινὰς ἀναταραχὰς καὶ ὁ μηχανικὸς πολιτισμὸς εἶναι ἡ αἰτία ἐκ τῆς ὁποίας ἐγεννήθη ὁ Μὰρξ καὶ αἱ ἰδέαι του καὶ ἐὰν δὲν ἔζῃ αὐτός, θὰ τὰ ἔγραφον ἄλλοι ἴσως καὶ ἐνωρίτερον. Καὶ ἀπόκειται εἰς τὸν σημερινὸν πολιτισμὸν νὰ λύσῃ τὰ προβλήματα, τὰ ὁποῖα τοῦ ἐδημιούργησεν ὁ μηχανικὸς πολιτισμός, αἱ μηχαναί του. Πάντως, πιστεύω, ὅτι δὲν εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ κεφαλαιοκρατισμοῦ, ἡ ὁποία θὰ δώσῃ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος καὶ τὴν εἰρήνην εἰς τὸν κόσμον. Καὶ ἐφ’ ὅσον θὰ ὑπάρχῃ ὁ ἐργοδότης καὶ οἱ ἐργάται, ἐφ’ ὅσον θὰ ὑπάρχῃ ἡ μηχανή, ἡ ὁποία παράγει, ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ἡ λύσις τοῦ προβλήματος τοῦ ἀνθρώπου, θὰ ἔγγειται κάπου ἀλλοῦ, ἴσως μᾶλλον εἰς τὸν συνεταιρισμόν. Ἰδοὺ διατί, ἔχομεν τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ὁμιλοῦν περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι, διὰ νὰ προστατεύωνται οἱ πτωχοὶ ἐργάται. Κύριοι, παρακολουθῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἔλλειψιν ἐνδιαφέροντος εἰς τὰς συζητήσεις τοῦ Συντάγματος, ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν κοινὴν γνώμην, διερμηνεύς, τῆς ὁποίας εἶναι ὁ τύπος. Ἠρεύνησα σήμερον νὰ ἴδω τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς καὶ ἀνεκάλυψα εἰς κάποιαν στήλην τὴν Δʹ Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων. Πταίομεν ἡμεῖς ἢ αἱ περιστάσεις; Ἴσως καὶ τὰ δύο. Πάντως ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλήν, νὰ ἐξαρθῇ εἰς τὸ ὕψος τῶν σημερινῶν περιστάσεων καὶ διὰ νὰ ἐξαρθῇ πρέπει νὰ διαγνώσῃ τὸ κοινωνικὸν ζήτημα τῆς χώρας καὶ νὰ δώσῃ ἐὰν θὰ δώσῃ, ὄχι πολλὰς 2–3 διατάξεις. Διατάξεις, κύριοι συνάδελφοι, οἰκονομικοῦ περιεχομένου, αἱ ὁποῖαι νὰ εἶναι συγχρονισμέναι πρὸς τὰ σημερινὰ προβλήματα τοῦ Ἔθνους καὶ τῶν ἀνθρώπων αὐτοῦ. Δύο λέξεις ἀκόμη. Καίτοι ἡ τροπολογία τοῦ κ. Καλλία, διὰ τοὺς ἀναγκαστικοὺς συνεταιρισμοὺς ἀναφέρεται εἰς ἄλλο ἄρθρον, ἐγὼ λέγω ὅτι εἶναι ὀρθὴ καὶ τὴν ἀποδέχομαι. Ὅπως ἀνεγνωρίσθη ἤδη, οἱ ἀναγκαστικοὶ συνεταιρισμοὶ δὲν ἀντίκεινται εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἄλλωστε ἡμεῖς εἰς τὴν Λάρισαν ἔχομεν τὸν ὀργανισμὸν ὑδρεύσεως καὶ φωτισμοῦ ὁ ὁποῖος εἶναι ἀναγκαστικὸς συνεταιρισμός. Καὶ τώρα εἰς τοὺς ὑπαλλήλους. Ψυχικῶς καὶ λογικῶς εἶμαι μαζί τους. Ἀλλὰ καὶ τὴν ὥρα αὐτή, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σκεφθῶ καὶ τὰς ὑποχρεώσεις μου πρὸς τὸ Κράτος. Καὶ πιστεύω, καὶ ἐὰν εἶμαι μαζί τους ἰδεολογικῶς, πιστεύω ὅτι τὸ Κράτος δὲν εἶναι συνεταιρισμός τις. Τὸ Κράτος εἶναι πολιτεία κυρίαρχος, ἡ ὁποία ἀσκεῖ ἰδίῳ δικαίῳ, τὴν ἐξουσίαν της. Καὶ ὁρίζει αὐτὸ πῶς θὰ ἀσκοῦνται αἱ ἐξουσίαι του, ἀπὸ ποίους θὰ ἀσκοῦνται καὶ ποῖαι αἱ ἁρμοδιότητες αὐτῶν. Ἐπίσης πιστεύω, ὅτι ὄχι ὡς ὑποκείμενον, ἀλλ’ ὡς ἀντικείμενον, ἡ θέσις τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, δὲν εἶναι προσωπική, οὔτε ... (δὲν ἠκούσθη)... εἶναι λειτουργική, εἶναι ἔκφρασις τῆς ἐξουσίας, τῆς κυριαρχίας τοῦ Κράτους. Εἶναι ὁ δημόσιος ὑπάλληλος δημόσιος λειτουργός, καὶ δὲν ἠμπορεῖ ὁ λειτουργὸς αὐτὸς νὰ ἀποθάνῃ, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σιωπήσῃ, δὲν ἠμπορεῖ νὰ συζητήσῃ. Εἰς τὸ ζήτημα τῆς διὰ τοῦ Συντάγματος, εἴτε ἀναγνωρίσεως, εἴτε ἀπαγορεύσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπεργίας, εἶμαι ὑπὲρ τοῦ Κράτους. Καὶ λέγω, ὅτι δὲν πρέπει τὸ Σύνταγμα νὰ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι δύνανται οἱ φορεῖς τῆς ἐξουσίας του νὰ ἀπεργοῦν. Τοῦτο θὰ ἐσήμαινεν, ὅτι ἡ Πολιτεία ἀναγνωρίζει, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἀποθνήσκῃ, ὅταν τὸ θέλουν οἱ λειτουργοὶ αὐτῆς. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, ἐπιθυμῶ ὅπως τὸ Σύνταγμα ὁρίσῃ ὅτι ἀπαγορεύεται τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας. Ἄλλο, ἐὰν θὰ πρέπει αἱ καλαὶ Κυβερνήσεις, ἢ αἱ κακαὶ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ...(δὲν ἠκούσθη)... Ἀλλ’ ἐδῶ ὁ καταστατικός μας χάρτης πρέπει νὰ διακηρύξῃ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία δὲν θνήσκει οὐδ’ ἐπὶ στιγμήν, θὰ ἐκδηλοῦται ἡ θέλησις αὐτῆς, αἱ ἐξουσίαι, αἱ ὁποῖαι ἐκφράζονται διὰ τῶν ὀργάνων, ὅπως ὁρίζει τὸ Σύνταγμα, καὶ εἰς οἵαν ἔκτασιν ὁρίζει τὸ Σύνταγμα. Θὰ ἀπετέλει δέ, ἐὰν τὸ Σύνταγμα ἀνεγνώριζε τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας, θὰ ἀπετέλει ἀντίφασιν πρὸς τὸ ἄρθρον 21 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ὅλαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουν ἀπὸ τὸ Ἔθνος. Λοιπόν, ἀφοῦ πηγάζουν ἀπὸ τὸ Ἔθνος, πῶς τὸ Ἔθνος θὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἐκπηγάζουν ἀπὸ τὸ Ἔθνος, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν βούλησιν τῶν ὀργάνων αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα ἑκάστοτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπεργοῦν. Πέραν τούτου, ὅσον πειστικὰ καὶ ἐὰν ὑπῆρξαν τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ προλαλήσαντος συναδέλφου κ. Γιαννοπούλου, νομίζω, ὅτι τὸ Σῶμα αὐτὸ δὲν εἶναι Ἀκαδημία, εἶναι Σῶμα πολιτικόν, δὲν εἶναι Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Καὶ νομοθετοῦντες εἰς μίαν τοιαύτην πολυτάραχον ἐποχήν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀγνοήσωμεν τὰς περιστάσεις. Κύριοι, διερχόμεθα μίαν περίοδον διαρκοῦς προσωρινότητος. Τίποτε δὲν εἶναι σταθερόν. Ὅ,τι αἱ ἄλλαι γενεαὶ ἐγνώρισαν μεταβαλλόμενον διὰ 500 χρόνια, ἡμεῖς τὸ γνωρίζομεν μεταβαλλόμενον διὰ 5 χρόνια, διὰ 2 χρόνια. Ζῶμεν εἰς μίαν διαρκῆ προσωρινότητα. Τὰ πάντα ρεῖ. Δὲν νομίζω, κύριοι, ὅτι δυνάμεθα ἡμεῖς σήμερον νὰ λησμονήσωμεν ἐκ τῶν προτέρων ὅλα τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα θὰ ἀντιμετωπίσουν αἱ χῶραι καὶ ὁ συντεταγμένος νομοθέτης. Δι’ αὐτὸ θὰ ἤθελα πρωτοβουλίαν ὑπὲρ τοῦ νομοθέτου. Τίνος νομοθέτου; Τοῦ συντεταγμένου νομοθέτου, δηλαδὴ τοῦ προερχομένου ἀπὸ τὴν λαϊκὴν βούλησιν, τοῦ προερχομένου ἀπὸ τὴν ἔκφρασιν τῆς πλειοψηφίας. Διότι, ἐὰν ἄλλος ἔλθῃ νομοθέτης, ἢ δικτάκτωρ, θὰ ἐλέγατε, δὲν πρόκειται νὰ σεβασθῇ οὔτε τοὺς νόμους. Ἑπομένως δὲν θέλω τόσην μεγάλην δυσπιστίαν πρὸς αὐτὸν τὸν δυστυχισμένον, τὸν συντεταγμένον νομοθέτην. Νὰ τοῦ ἀφήσωμεν ἁρμοδιότητας, νὰ τοῦ ἀφήσωμεν ἐξουσίας, ὥστε ἀναλόγως τῶν περιστάσεων καὶ τῶν καταστάσεων νὰ δύναται νὰ τὰς ἀντιμετωπίζῃ. Καὶ ἐνῷ εἶμαι ὑπὲρ τῆς κατοχυρώσεως τῆς Δημοκρατίας, δὲν πιστεύω ἐγὼ ὅτι ὅλοι ἠμπορεῖ νὰ βάλουν κατὰ τῆς Δημοκρατίας καὶ τοῦ Πολιτεύματος, κατὰ τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν, καὶ ἡ Δημοκρατία νὰ εἶναι ἄοπλος, ἀνίσχυρος. Καὶ πιστεύω καὶ εἰσηγοῦμαι καὶ ἐγὼ ὅπως γίνει δεκτὸν τὸ ἄρθρον 24 τοῦ σχεδίου τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις, ὄχι μόνον πολέμου, ἀλλὰ καὶ ἐσωτερικῶν ἀνωμαλιῶν καὶ ἀναστατώσεων, εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται ἀναστολὴ ὡρισμένων διατάξεων τοῦ Συντάγματος, διὰ νὰ ἠμπορῇ ὁ συντεταγμένος νομοθέτης νὰ ἀμύνεται ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας, ὑπὲρ τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν, ἐναντίον τῆς βίας. Λέγω πάλιν ὅτι θὰ ἔπρεπε διὰ πολλὰ ἄλλα ζητήματα, ζητήματα μάλιστα κοινωνικά, νὰ ἀφήσωμε μεγαλυτέραν πρωτοβουλίαν καὶ περισσοτέραν ἐξουσίαν εἰς τὸν συντεταγμένον νομοθέτην. Καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς νομίζω ὅτι, ὅσον δημοκρατικώτερον καὶ ὅσον περισσότερον φιλελεύθερον θὰ ψηφισθῇ τὸ Σύνταγμα, τόσον ἡ ἐλευθερία τοῦ συντεταγμένου νομοθέτου θὰ εἶναι μεγαλυτέρα. Ὅσον τὸ Σύνταγμα αὐτὸ τὸ διασπάσωμεν μὲ διατάξεις (δὲν ἠκούσθη), μὲ διατάξεις διαβλητέας, μὲ διατάξεις αἱ ὁποῖαι νὰ (δὲν ἠκούσθη) εἰς ἀπηρχαιωμένας ἐποχάς, τόσον δένομε τὰ χέρια τοῦ συντεταγμένου νομοθέτου. Ὅσον δήποτε καὶ ἐὰν αὐτὸ θὰ εἶναι φιλελεύθερον καὶ δημοκρατικόν, θὰ εἶναι δεμένος διὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν κατάστασιν. Καὶ εἰς τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος, διὰ τὸ ἐπιχείρημα τῆς καταπολεμήσεως τοῦ κομμουνισμοῦ, ἐγὼ θὰ εἶχα νὰ προσθέσω τοῦτο: Ὅτι δὲν πρέπει νὰ θεσπισθοῦν διατάξεις αἱ ὁποῖαι θὰ τείνουν νὰ παρεξηγηθοῦν ὅτι εἶναι περισσότερον καθυστερημέναι ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 καὶ ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911.
§83Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Παραδέχεσθε ὅτι οἱ νόμοι καὶ οἱ θεσμοὶ ἐπηρεάζουν τὴν κοινωνικὴν ἀντίληψιν ὡρισμένης ἐποχῆς;
§84Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§85Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Παραδέχεσθε ὅτι σήμερον ἕνα πνεῦμα συντηρητισμοῦ διέπει τὸν Ἑλληνικὸν λαόν;
§86Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι.
§87Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Παραδέχεσθε ὅτι ἡ Βουλὴ ἡ ἰδική μας προέρχεται ἀπὸ ἕνα πνεῦμα συντηρητισμοῦ;
§88Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι.
§89Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Τότε διατὶ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, τὸ κατ’ ἐξοχὴν συντηρητικόν, συνεκέντρωσε τὴν συντηρητικὴν ψῆφον τοῦ λαοῦ ὁλοκλήρου;
§90Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ νὰ φέρῃ τὸν Βασιλέα.
§91Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Τότε τί σημαίνει αὐτό;
§92Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἀντιδράσεως; Ἀλλοίμονον!
§93Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Θέλω νὰ μὲ παρακολουθήσετε διότι ὅταν μεταχειρίζεσθε τρομερὰς ἐκφράσεις, δὲν δυνάμεθα νὰ συνεννοηθῶμεν. Ἕνα πνεῦμα συντηρητισμοῦ ὑπῆρχε. Τὸ πνεῦμα τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1946 ἦτο πνεῦμα συντηρητικὸν καὶ δι’ αὐτὸ ἔδωσε καὶ τὴν ἀρχὴν εἰς τὸ Κόμμα τὸ Λαϊκὸν χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀρχηγόν, χωρὶς τίποτα, διότι ἦτο κατ’ ἐξοχὴν συντηρητικὸν Κόμμα. Λοιπὸν ἡμεῖς ἐκπροσωποῦμεν αὐτὸ τὸ πνεῦμα. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ. Δὲν θὰ ἔπρεπε ἡ Βουλή μας νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ εἴπῃ ὅτι ἐλευθερίας τινάς, τὰς ὁποίας ἐχορήγουν ἄλλοτε, αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶμαι ἐπιφυλακτική. Διατί; Διότι αἱ ἄκραι ἐλευθερίαι, αἱ ὁποῖαι ἐχορηγήθησαν ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν, ἀπὸ ὅλας τὰς Βουλάς, οἱ συνδικαλισμοί, ἴσως ὁ σοσιαλισμός, ὁ κομμουνισμός, ὅλα αὐτὰ τὰ εἰς —ισμός, διὰ τὰ ὁποῖα εἶπον κάποτε ἀπὸ τοῦ βήματος, σκασμὸς ἐπὶ τέλους διὰ νὰ μπορέσουμε νὰ συνέλθουμε, λέγω αὐτὰ ὡδήγησαν τὴν Χώραν εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον εὑρισκόμεθα σήμερον. Διατὶ ἡμεῖς σήμερον δὲν ἔχομεν τὸ θάρρος νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐλευθερίας τινάς, δὲν ἠμποροῦμε νὰ παράσχωμεν αὐτὴν τὴν στιγμήν;
§94Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δῆθεν ἐλευθερίας.
§95Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δῆθεν ἐλευθερίας. Πρέπει νὰ τὰς ἀρνηθῶμε διὰ νὰ δώσωμε τὰς οὐσιώδεις ἐλευθερίας, τὰς κυρίας ἐλευθερίας. Ὁ συνδικαλισμὸς τί κάμνει; Ἔγινε διὰ νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τῶν ἐργαζομένων. Ἀλλὰ ὅμως εἰς τὸν συνδικαλισμὸν, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸν κομμουνισμόν, ἐννοιολογικῶς διΐστανται ἀπολύτως, εἰσεχώρησε τὸ μικρόβιον τῆς ἠθικῆς σήψεως καὶ ἔγινεν ὁ συνδικαλισμὸς ὁ φορεὺς τοῦ κομμουνισμοῦ. Ξεύρετε, κύριοι, τί εἶπεν ὁ κ. (δὲν ἠκούσθη) εἰς ἓν συνέδριον προκειμένου περὶ τοῦ συνδικαλισμοῦ, αὐτὸς ὁ ὁποῖος εἶναι γνώστης τῆς παγκοσμίου πολιτικῆς, ὁ ὁποῖος ἔγραψε τὰ δύο ἄρθρα τὸ θέρος τοῦ 1946 καὶ διεμόρφωσε τὴν νέαν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ σήμερον ἡ Ἀμερική; Εἶπε τὰ ἑξῆς: Ὅτι ὁ συνδικαλισμὸς ἀποτελεῖ τὴν σπονδυλικὴν στήλην τοῦ κομμουνισμοῦ. Καὶ ἔρχεται ὁ ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας τῆς Ἀμερικῆς, ὁ κ. Σόϊν Μπέκερ, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι τὰ ἐργατικὰ Συνδικάτα ἀποτελοῦν τὴν ἀριστερὰν πλευρὰν τοῦ κομμουνιστικοῦ Κόμματος.
§96Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν αὐτά; Εἰς τὴν Ἀμερικὴν τὰ ἐργατικὰ Συνδικάτα ἀποτελοῦν τὴν ἀριστερὰν πλευρὰν τοῦ κομμουνιστικοῦ Κόμματος.
§97Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριε, αὐτὰ τὰ εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν. Λέγω, λοιπόν, ὅτι αὐτοῦ τοῦ εἴδους αἱ ἐλευθερίαι μᾶς ἔφεραν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον. Σήμερον ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι θεσμοθετοῦμε καὶ δὲν νομοθετοῦμεν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ εἴμεθα κάπως ἐπιφυλακτικοὶ καὶ ὅταν βραδύτερον ἐξυγιανθῇ ὁ κρατικὸς ὀργανισμός, τότε θὰ δώσωμε τὰς ἐλευθερίας αὐτὰς Τί γίνεται μὲ ἕνα ἄρρωστον, κύριοι συνάδελφοι; Ὑποβάλλεται εἰς μίαν δίαιτα. Τί τοῦ λέγει ὁ ἰατρός. Δὲν πρέπει νὰ τρώγῃς αὐτὰ τὰ φαγητά, δὲν πρέπει νὰ πίνῃς, νὰ καπνίζῃς, τοῦ στερεῖ τὰς ἐλευθερίας διατί; Διὰ νὰ ἐξυγιάνῃ τὸν ὀργανισμὸν καὶ ὅταν ἐξυγιανθῇ ὁ ὀργανισμὸς τότε τοῦ ἐπιτρέπει ὅλα αὐτά. Ὁ ἰδικός μας κρατικὸς ὀργανισμὸς ἔχει προσβληθῆ ἀπὸ τὸ μικρόβιον τῆς ἠθικῆς σήψεως, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὸν ὑποβάλωμεν εἰς μίαν δίαιταν. Ἡ δίαιτα θὰ εἶναι νὰ τοῦ περιορίσωμεν ἐλευθερίας τινάς. Ὅταν θὰ ἐξυγιανθῇ ὁ ὀργανισμός θὰ τοῦ δώσωμεν τὰς ἐλευθερίας καὶ ἀκόμη περισσοτέρας.
§98Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι, παρ’ ὅλας τὰς διακοπὰς τοῦ ἀγαπητοῦ συναδέλφου, θὰ εἶμαι σύντομος. Καὶ πρῶτον δίδω τὴν ἀπάντησιν ὅτι ὕστερα ἀπὸ δύο παγκοσμίους πολέμους, ὕστερα ἀπὸ τόσους ἰδικούς μας ἐξωτερικοὺς καὶ ἐσωτερικοὺς πολέμους, δὲν πιστεύω ὅτι οὔτε τὸ πνεῦμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οὔτε τὸ πνεῦμα τῆς αἰθούσης αὐτῆς θὰ εἶναι ὀπισθοδρομικώτερον ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ 1911 καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ 1927. Ἡ ἀνθρωπότης προχωρεῖ καὶ πιὸ πολὺ προχωρεῖ ἡ Ἑλλάς, δὲν ὀπισθοδρομεῖ. Τὸ Κόμμα τὸ πλειοψηφῆσαν κατὰ τὰς ἐκλογάς, πέραν τῆς ἐπαγγελίας τοῦ ὅτι ἐγγυᾶται ὅτι θὰ φέρῃ τὴν ἡσυχίαν καὶ τὸν Βασιλέα, πέραν τούτου τίποτε δὲν εἶπε, ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῶν τάξεων τῶν συντηρητικῶν, ὅτι εἶναι κατὰ τοῦ μεγάλου κεφαλαίου, δὲν τὸ εἶπε.
§99Γ. ΠΑΡΑΒΑΝΤΗΣ. Τὸ Λαϊκὸν Κόμμα εἶναι τόσον προοδευτικὸν ὥστε ὄχι μόνον τὸ διέπει ὁ συντηρητισμὸς ἀλλὰ ἔχει καὶ ὡρισμένας ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι εἶναι προοδευτικαί.
§100Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Καὶ κάποτε ἐκυκλοφόρησε τὸ πρόγραμμα τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος τὴν 5ην Μαΐου 1946. Ὡς πολιτικός, ἀσφαλῶς θὰ παρακολουθῆτε τὴν πολιτικὴν ζωὴν καὶ πρέπει νὰ τὸ ξεύρετε τὸ πρόγραμμα τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Τὸ ἐμελέτησε διὰ νὰ τὸ ψηφίσῃ καὶ τὸ ἐνέκρινεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός.
§101Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Βλέπετε ὅτι καὶ χωρὶς νὰ μὲ διακόψετε σεῖς, σᾶς ὑπερασπίζω. Ἐγὼ εἶπον ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ κ. Τουρκοβασίλη δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὸ ἰδικόν σας.
§102Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. (....) (ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§103Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Λέγω τοῦτο, κύριοι, ὅτι ἐγὼ διαφωνῶ μὲ τὸν κ. Τουρκοβασίλην, ὅτι ἡ βασιλεία ἦλθε διὰ νὰ εἶναι ἴνδαλμα συντηρητισμοῦ καὶ ἀντιδράσεως.
§104Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὡμίλησα ἐγὼ περὶ Βασιλέως;
§105Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, διεφώνησα ὅτι τὸ πρόγραμμά σας, ὅπως τὸ ἐπηγγέλθητε ἦτο κεφαλαιοκρατικόν. Ἄλλο ἂν ἡ πολιτική σας, δυστυχῶς εἶναι κεφαλαιοκρατική. Κύριοι, ἐπιθυμῶ νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. Τουρκοβασίλην.
§106Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν; Ὁ συντηρητισμὸς εἶναι προοδευτικός, ἐνῷ ὁ σοσιαλισμὸς εἶναι ἐπάνοδος εἰς τὴν βαρβαρότητα, ὀπισθοδρόμησις.
§107Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Γνώμη σας. Εἴπατε ὅτι θὰ περισώσωμεν τὰς ἐλευθερίας ἐν μέρει. Κύριοι, μὴ νομίζετε ὅτι εἴμεθα οἱ κυρίαρχοι τῆς Ἑλλάδος. Εἴμεθα Σῶμα κυρίαρχον, ἀλλὰ δὲν εἴμεθα κυρίαρχοι τῶν τυχῶν τῆς Ἑλλάδος. Δηλαδή, λέγω τοῦτο. Ἐὰν θέλετε ὄχι μόνον τὸ Σύνταγμά σας νὰ εἶναι βιώσιμον, τοὐλάχιστον διὰ μίαν γενεὰν καὶ ἐὰν θέλετε νὰ ἐξαγάγωμε τὸν ἰὸν αὐτὸν ἀπὸ τὴν δεινὴν δοκιμασίαν τὴν ὁποίαν διέρχεται, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, κύριοι, νὰ ἔλθωμε πλησίον τῶν Ἑλληνικῶν μαζῶν.
§108Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Μὰ εἶναι κανεὶς ἐκτὸς τῶν Ἑλληνικῶν μαζῶν;
§109Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅταν ὅμως λέγετε ἀρνούμεθα εἰς τὸν ἐργάτην τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ......
§110Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἐρωτήσατε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐὰν αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν στέργῃ εἰς τὴν στέρησιν πάσης ἐλευθερίας, ἀρκεῖ νὰ τὸν ἀπαλλάξητε ἀπὸ τὴν τυραννίαν τοῦ κομμουνισμοῦ καὶ νὰ ὑπαλλάξητε τὴν ὕπαιθρον ἀπὸ τὸ μαρτύριον τὸ ὁποῖον ὑφίσταται. Καὶ δικτατορίαν θὰ ἐψήφιζε αὐτὴν τὴν στιγμήν.
§111Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγώ, ὁ ὁποῖος εὑρισκόμην εἰς συνεχῆ ἐπαφὴν μὲ τὰς ἐπαρχίας ἔχω μίαν ἄλλην διαπίστωσιν. Ἔχω τὴν διαπίστωσιν ὅτι ἀπὸ τὶς μᾶζες τῆς Ἑλλάδος καὶ τὶς μᾶζες τῆς ὑπαίθρου ζητοῦμεν ὅλας τὰς θυσίας καὶ μόνον θυσίας, θυσίας εἰς αἷμα, εἰς χρῆμα καὶ ἄλλοι ἀπολαμβάνουν τὰ ἀγαθά. Καὶ τὸ παράπονον αὐτὸ εἶναι τεράστιος. Νὰ μὴ διαθέσωμε ἐχθρικῶς τὶς μᾶζες τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς τὸ Σύνταγμά μας. Λοιπόν, λέγω τοῦτο: Εἶμαι ἐναντίον τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπεργίας τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, διότι ἀσκοῦν ἕνα IMPERIUM, ἀλλὰ δὲν φθάνω μέχρι τῆς ἀπαγορεύσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Νομίζω δὲ ὅτι ἐὰν μείνωμεν εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ 1911, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ «ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει» καὶ δύναται ὁ νομοθέτης ἑκάστοτε νὰ ἀντιμετωπίζῃ τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀνακύπτουν, θὰ εἴμεθα ἐγγὺς καὶ εἰς τὴν πραγματικότητα καὶ θὰ διαφυλάξωμεν καὶ τὸν δημοκρατικὸν χαρακτῆρα τοῦ Συντάγματος τοῦ 1948. Τὸ ζήτημα, κύριοι, εἶναι ζήτημα κυβερνητικόν. Νὰ μὴ δημιουργήσωμε διαταραχὰς εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους. Εἶναι ζήτημα ἀριθμοῦ Δημοσίων ὑπαλλήλων, ζήτημα μισθοῦ Δημοσίων ὑπαλλήλων, εἶναι ζήτημα ἡγεσίας τοῦ Κράτους. Ἐὰν Κυβερνήσεις καλαὶ ἐπιλύσουν καλῶς τὸ ὑπαλληλικὸν ζήτημα ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχουν ἀφορμαὶ προστριβῶν καὶ παραπόνων, δὲν νομίζω ὅτι τὸ φιλελεύθερον Σύνταγμα θὰ βλάψῃ. Ἐὰν ὅμως Κυβερνήσεις κακαὶ ἀφήσουν ἄλυτον τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ δι’ ἀθρόων διορισμῶν ἐπαυξήσουν τὸν ἀριθμὸν τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχουν τὰ μέσα νὰ ἀμειφθοῦν οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἱανδήποτε κατοχύρωσιν καὶ ἐὰν κάμετε εἰς τὸ Σύνταγμά σας, ὁσονδήποτε καὶ ἐὰν τὸ κάμετε ἀναχρονιστικόν, ὁσονδήποτε καὶ ἐὰν τὸ κάμετε δεσποτικὸν, δὲν θὰ σώσῃ τὴν κατάστασιν. Ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ 1911, μὲ μίαν προσθήκην, ὅτι ἀπαγορεύεται τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπεργεῖν εἰς τοὺς Δημοσίους ὑπαλλήλους (χειροκροτήματα).
§112Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουρ. Δικαιοσ.). Νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 ἐπεξετάθη ἴσως καὶ πέραν τοῦ ὁρίου, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐθέσαμεν εἰς ἑαυτούς. Ἐκ τῶν μέχρι σήμερον συζητήσεων δὲν ἦτο δύσκολον νὰ συναγάγῃ κανεὶς σαφῆ ἀντίληψιν, ὅτι εἶχε προκύψει ἀσυζητητὶ μία συνένωσις, μία σύμπτωσις γνωμῶν ἐπὶ τοῦ γεγονότος, ὅτι τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ὡς ἔχει συμπληρωθῆ ἄλλως τε, διὰ τῶν νόμων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους αὐτὸ τοῦτο ἐπιτρέπει καὶ ἐξουσιοδοτεῖ τὸν συντεταγμένον νομοθέτην νὰ θεσπίσῃ, ἐκάλυπτεν ἐξ ὁλοκλήρου τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ρυθμίζεται ὑπὸ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, καὶ κατὰ τρόπον μάλιστα, πλήρη. Ἐπὶ πλέον τούτου ὑπάρχει καὶ παγία νομολογία τῶν ἀνωτάτων μας Δικαστηρίων περὶ τῆς κοινῶς παραδεδεγμένης καταστάσεως αὐτῆς. Σήμερον παραδόξως εἶδον τὴν συζήτησιν ἐκτρεπομένην, θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, ἐξερχομένην, ἂς τὸ εἴπω, τῆς ὁδοῦ ἐκείνης τῆς ἁρμονικῆς ἀπὸ ἀπόψεως συμπτώσεως γνωμῶν καὶ ἀντιλήψεων ἐπὶ ἑνὸς σοβαροῦ θέματος, τοῦ ὁποίου ἡ μέχρι τοῦδε συζήτησις εἶχε σημειώσει τόσην ἐπιτυχίαν. Νομίζω, πράγματι, ὅτι, χωρὶς αἰσθήματα καὶ λυρισμοὺς περὶ τῶν ἰδεολογικῶν μας ἀντιλήψεων ἢ πατριωτικὰς ἐξάρσεις ὅτι, ἐὰν ἀπεβλέπομεν εἰς μίαν συνεπῆ ἐνατένισιν ἐκείνων τὰ ὁποῖα θεσπίζει καὶ ρυθμίζει τὸ σπουδαῖον αὐτὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ὅτι θὰ ἱκανοποίει τὸ αἴσθημα ὅλων, ἐὰν παρεμένομεν εἰς τὴν διάταξιν ὡς ἔχει. Διότι, ὡς ἀπετόλμησα νὰ εἴπω καὶ κατὰ τὴν προχθεσινήν μου ἀγόρευσιν, θὰ προετίμων τοῦτο καὶ ἐκ λόγων ἀρχῆς, διότι εἶμαι συντηρητικός, ἀλλὰ καὶ διότι, ἐπαναλαμβάνω, συγκροτοῦμεν ἤδη τὸ ἄρθρον εἰς ἑνιαῖον σύνολον μετὰ τῶν νόμων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἰς ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους ἔχουν ἤδη θεσπισθῆ. Καὶ συμπληρούμενον τὸ συγκρότημα τῶν ἐκ τοῦ ἄρθρου 11 διατάξεων, κάμνει τὴν χώραν μας κεκαλυμμένην καὶ προησπισμένην ἀπὸ παντὸς κινδύνου, ὁ ὁποῖος θὰ ἠμποροῦσε καὶ νὰ νοηθῇ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς, καὶ κυρίως, ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τόσον ἀνεπτύχθησαν, περὶ τῆς ἀπεργίας ὡς συνεπείας τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ. Καὶ ἐτόλμησα προχθές, τολμῶ ἀκόμη νὰ διακρίνω μεταξὺ τοῦ καθαρῶς δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι καὶ τῆς τυχόν, κατ’ ἐπέκτασιν τῶν συνδικαλιστικῶν ἐννοιῶν, ἐκτροπῆς τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ ἀπὸ τὸ φυσιολογικόν του βάθρον πρὸς ἀκρότητας ἢ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα οὔτε ὁ κοινὸς νομοθέτης, οὔτε ὁ συντεταγμένος εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψουν. Κατὰ ταῦτα, ἀφοῦ αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, διατὶ αὐτὴ ἡ συζήτησις ἐπεξετάθη ἐπὶ τοσοῦτον; Νομίζω ὅτι ἐπὶ τούτου ἔχομεν ὅλοι συμπέσει καὶ ὅτι μᾶς ἀπασχολεῖ ὅλους τὸ ζήτημα τῆς κατοχυρώσεως ὅλων ἐκείνων τῶν θεσμῶν, τοὺς ὁποίους ὡς δημοκράται, πιστεύοντες γνησίως καὶ σθεναρῶς εἰς τοὺς δημοκρατικοὺς θεσμοὺς καὶ ὡς Χώρα ὑπερήφανος διὰ τὸν πολιτισμόν της, θέλομεν νὰ δείξωμεν ὅτι σέβεται, τιμᾶ καὶ εἰς πρώτην γραμμὴν τάσσει διὰ τοῦ κυρίου καὶ θεμελιώδους νόμου αὐτῆς. Αὐτὰ εἶχον, κύριοι συνάδελφοι, νὰ προσθέσω ταπεινῶς ὡς σκέψεις, αἱ ὁποῖοι συνάδουν καὶ μὲ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀντιμετωπίσεως ἑνὸς σοβαρωτάτου θέματος καὶ μὲ τὴν ἀποστολήν μας ὡς συντεταγμένων νομοθετῶν.
§113Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς περιπίπτει εἰς μίαν πλάνην, διότι τὸ «τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους» δὲν μᾶς διευκολύνει. Διότι τὸ ἄρθρον λέγει: «Ἐπιτρέπεται νὰ συνεταιρίζωνται οἱ Ἕλληνες τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπαγάγουν τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἰς τὴν ἄδειαν τῆς Κυβερνήσεως». Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει νόμος ποὺ νὰ ἐπιτρέπῃ ἢ ν’ ἀπαγορεύῃ τὸ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς ὑπαλλήλους. Ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐξαρτᾶται ἢ νὰ δώσῃ ἢ νὰ ἀπαγορεύσῃ, ἂν θέλῃ, τὸ δικαίωμα αὐτό. Νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ πάσχει ἀπὸ ἀτέλειαν ......
§114Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὑπάρχει νόμος.
§115Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ἀντισυνταγματικός. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα ἡ ἔννοια αὐτή, ἔστω καὶ δι’ ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως.
§116Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὄχι μόνον ἐκ τῆς δηλώσεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ προκύπτει αὐτὸ τὸ συμπέρασμα, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν παγίαν νομολογίαν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Ἐὰν ψηφίσωμεν σήμερον τὴν διάταξιν αὐτὴν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ἐν γνώσει τῆς ὑφισταμένης ἤδη νομολογίας, τοῦτο σημαίνει ὅτι τὸ ἄρθρον 11 ἔχει τὴν ἔννοιαν ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι σύμφωνος μὲ τὸ Σύνταγμα.
§117Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ διανεμηθοῦν αἱ κατατεθεῖσαι τροπολογίαι.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 κηρύσσεται περαιωμένη. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§119ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6. μ. μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως, ἀναφορὰς, ἐρωτήσεις καὶ ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως. (Ὥρα 9.25′ μ.μ.)