1948.10.07
2,010 rows · 15,191 words · 145 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 5η
Πέμπτη 7 Ὀκτωβρίου 1948
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 6.30′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Γκίνης ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Γ. ΓΚΙΝΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ Κανονισμοῦ, κατήρτισα τὰς ἑξῆς Ἐπιτροπάς. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ: 1) Ἀριστείδου Γεώργιος, 2) Γιαννόπουλος Δημήτριος, 3) Καλαντζόπουλος Γεώργιος, 4) Λαμπρόπουλος Ἰωάννης, 5) Πλατῆς Γεώργιος, 6) Σαββίδης Σάββας καὶ 7) Τσάτσος Θεμιστοκλῆς. Ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ: 1) Ἀντωνίου Ἀπόστολος, 2) Βαρβιτσιώτης Μιλτιάδης, 3) Γεωργαντέλης Δημήτριος, 4) Δημητρακόπουλος Ἀνάργυρος καὶ 5) Σπηλιώτης Παναγιώτης. Ἐπὶ τῆς Βιβλιοθήκης: 1) Ἀντωνόπουλος Νικόλαος, 2) Κυρόζης Ἰωάννης καὶ 3) Τσάτσος Κωνσταντῖνος.
§4Β. ΣΑΓΙΑΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, κ. Πρόεδρε. Κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης συνόδου, κατετέθη εἰς τὸ Προεδρεῖον μία δήλωσις 13 βουλευτῶν, τὴν ὁποίαν τὸ Προεδρεῖον, ὀχυρούμενον ὄπισθεν τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, ὅτι τὴν ἡμέραν τῆς καταθέσεως τῆς δηλώσεως, ἦτο ἡμέρα συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος, δὲν ἀνεκοίνωσεν αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν. Τὴν ἑπομένην, ὡς εἶναι γνωστόν, ἡ Βουλὴ ἐκλείσθη, μολονότι εἶχε διανεμηθῆ ἀπὸ τὴν προηγουμένην ἡ Ἡμερησία Διάταξις. Ἤδη ἡ πρότασις αὕτη ἐκκρεμοῦσα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δέον νὰ ἀνακοινωθῇ, διότι ἡμεῖς ὑπογράψαντες τὴν δήλωσιν αὐτήν, ἐμμένομεν εἰς αὐτὴν καὶ τὴν θεωροῦμεν ἐκκρεμοῦσαν. Δι’ αὐτοῦ δὲν ἐννοοῦμεν ὅτι θέλομεν νὰ προκαλέσωμεν συζήτησιν ἄκαιρον ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις, παριδοῦσα τὴν ἐκκρεμῆ πρότασιν, ἀνέλαβε τὰς εὐθύνας τῆς ἐκπροσωπήσεως τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὴν συνέλευσιν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, ἐννοοῦμεν ὅμως τοῦτο: Ὅτι πρέπει νὰ τηρηθῇ Κανονισμὸς, καὶ νὰ ἀνακοινωθῇ ἡ αἴτησις αὕτη εἰς τὴν Βουλήν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν πρώτην συνεδρίασιν θὰ γίνῃ.
§6Β. ΣΑΓΙΑΣ. Ἡ πρώτη συνεδρίασις δὲν εἶναι αὐτή, τὴν ὁποίαν κάμνομεν σήμερον;
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ σημερινὴ συζήτησις εἶναι διὰ νὰ κανονισθῇ, πῶς θὰ ρυθμισθοῦν αἱ ἐργασίαι.
§8Β. ΣΑΓΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ σημερινὴ σύνοδος εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην δὲν ἀποτελεῖ συνεδρίασιν;
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως, ἀλλὰ θὰ ἦτο ὀρθώτερον νὰ ἀναγνωσθῇ, ὅταν πλέον κανονισθῇ ὁ τρόπος τῆς ἐργασίας.
§10Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα, 17 βουλευτῶν, ἡ ὁποία εἶχε τὴν αὐτὴν τύχην. Φυσικὰ συνδυάζονται.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀνακοινωθῇ καὶ αὐτὴ εἰς τὸ Σῶμα.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τῆς προτάσεως ψηφίσματος «περὶ ἀντικαταστάσεως καὶ συμπληρώσεως ἐνίων διατάξεων τοῦ ΝΖʹ ψηφίσματος «περὶ τρόπου συζητήσεως καὶ ψηφίσεως τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος». Ὁ κ. Δ. Μπέης–Ἀντωνόπουλος, ὡς Εἰσηγητής, ἔχει τὸν λόγον.
§12Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἐν τῇ ἐπεξεργασίᾳ τοῦ σχετικοῦ ψηφίσματος ἔλαβε ὑπ’ ὄψει της τρία τινά. Πρῶτον, τὴν ἀνάγκην τῆς περαιώσεως τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τὸν λόγον ὁλοκληρώσεως τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ διὰ μίαν ἱκανοποίησιν τῆς δημοσίας γνώμης. Κινδυνεύομεν νὰ χαρακτηρισθῶμεν ἀνίκανοι νὰ περαιώσωμεν τὸ κυριώτερον ἔργον διὰ τὸ ὁποῖον ἐκλήθημεν, τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος.
§13Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀναθεώρησιν μερικῶν διατάξεων.
§14Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις, κ. συνάδελφε, εἴτε οὐσιώδεις εἴτε ἐπουσιώδεις, εἴτε καλὰς εἴτε κακάς. Μιὰ φορὰ ἡ Βουλὴ βαρύνεται μὲ τὸ ἔργον αὐτό, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ τὸ τερματίσῃ. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἔθεσε τὴν ἀρχὴν αὐτήν, τὴν ἔθεσεν ὡς βάσιν τῆς σκέψεώς της διὰ νὰ τὴν εἰσηγηθῇ, ὡς ἔχω ἤδη τὴν τιμὴν νὰ τὴν εἰσηγοῦμαι, ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Δεύτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπετέλεσε ἀρχὴν κατευθυντήριον εἰς τὰς σκέψεις τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ὑπῆρξεν ἡ ἀνάγκη κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ περιορισθῇ ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος, διότι νομίζει ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ὅτι ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος ἀποτελεῖ οὐσιώδη θεσμὸν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὁ ὁποῖος εἶναι πρέπον νὰ ἐμφανισθῇ ἀτονίσας κατὰ τὴν παροῦσαν Βουλήν. Τρίτον, ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ δὲν παρέλειψε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει της τὴν ἀνάγκην τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸ νομοθετικόν της ἔργον, καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ βοηθήσῃ καὶ ἐν τούτῳ τὴν Κυβέρνησιν. Ἀπὸ αὐτὰς τὰς κατευθυντηρίους σκέψεις ἀγομένη, καθώρισε τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος, ὥστε 2 ἡμέραι τῆς ἑβδομάδος, Τρίτη καὶ Πέμπτη, νὰ εἶναι ἀποκλειστικῶς ἀφιερωμέναι διὰ συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, 2 ἡμέραι τῆς ἑβδομάδος, Δευτέρα καὶ Παρασκευή, νὰ διεξάγεται ὁ Κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος καὶ ἀφήνεται μία ἡμέρα, ὡς ἡμέρα ἐργασίας νομοθετικῆς. Ἀνέκυψε τὸ ζήτημα τῆς συνεδριάσεως τοῦ Σαββάτου. Ἐπ’ αὐτοῦ ἠκούσθησαν δύο ἀντίθετοι ἀπόψεις εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ μία κατὰ τὴν ὁποίαν, τὸ παρελθὸν ἀπέδειξε ὅτι δὲν καθίσταται δυνατὴ ἡ συνεδρίασις τοῦ Σαββάτου λόγῳ ἀπουσίας βουλευτῶν, καὶ ἡ ἑτέρα ἄποψις ὅτι, ἐν ὄψει τῆς σημερινῆς καταστάσεως κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον μάχεται ἐναντίον τοῦ Σλαυϊσμοῦ καὶ οἱ στρατιῶται πολεμοῦν καθημερινῶς καὶ χύνουν τὸ αἷμα των, θὰ ἦτο σκόπιμον καὶ ἡ Βουλὴ νὰ θυσιάσῃ τὴν ἀνάπαυσιν τοῦ Σαββάτου, νὰ παραμερίσῃ οἱανδήποτε ἄλλην ἐργασίαν καὶ νὰ ἀσχοληθῇ καὶ τὸ Σάββατον μὲ τὰ κοινοβουλευτικά της καθήκοντα. Μὲ τὴν σκέψιν αὐτὴν περιελήφθη διάταξις, τὴν ὁποίαν εἰσηγοῦμαι εἰς τὴν Βουλήν, κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐκτιμῶν εἴτε τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τοῦ Συντάγματος, νὰ ὁρίζῃ καὶ τὸ Σάββατον ὡς ἡμέραν συνεδριάσεως εἴτε τοῦ Συντάγματος, εἴτε τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, ἀναλόγως τῶν ἑκάστοτε ἀναγκῶν τὰς ὁποίας διαπιστοῖ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει καὶ τὴν σχετικὴν εὐθύνην. Περιέλαβε δὲ καὶ μίαν διάταξιν εἰς τὸ μέρος αὐτό, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν τὸ Σάββατον ὁρισθῇ ὡς ἡμέρα νομοθετικῆς ἐργασίας νὰ κοινοποιῆται ἡ Ἡμερησία διάταξις τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας ἀπὸ τῆς προτεραίας. Αὐταὶ εἶναι αἱ κεντρικαὶ ἰδέαι τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ δὲν ἀπομένει παρὰ νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν διατὶ δὲν υἱοθέτησε τὰς ἀπόψεις τῶν συναδέλφων, ὡς αὗται διατυποῦνται εἰς τὴν πρότασιν ψηφίσματος τὴν εἰσαχθεῖσαν ἐνώπιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς.
§15Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Δηλαδὴ εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τῶν συναδέλφων πρὸς ὑποβολὴν τοῦ σχεδίου ψηφίσματος δὲν μετέχει κἂν ἡ Κυβέρνησις;
§16Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, οἱ ὑπογράψαντες εἶναι κατὰ πλειοψηφίαν τοὐλάχιστον, κυβερνητικοὶ βουλευταὶ καὶ ὑπετέθη κατὰ τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι οἱ ὑπογράψαντες βουλευταὶ ἐκπροσωποῦν τὰς ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἄλλωστε ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐδῶ καὶ ἐὰν ἀνακύψῃ ζήτημα διαφόρου γνώμης, δὲν ἔχει παρὰ νὰ δώσῃ τὰς δεούσας ἐξηγήσεις καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν θὰ τὰς ἀρνηθῇ. Θὰ πρέπει, λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ σᾶς ἐξηγήσω διατὶ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ δὲν υἱοθέτησε τὰς ἀπόψεις τῶν προτεινάντων τὸ ψήφισμα κυρίων βουλευτῶν. Προτείνεται εἰς τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὸ ἑξῆς: «Ἡ Δευτέρα, Τρίτη ..... (ἀναγινώσκει) ........». Ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι, ἐὰν υἱοθέτει καὶ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ ἡμεῖς ὡς Βουλὴ τὴν διάταξιν αὐτήν, οὔτε ὀλιγώτερον, οὔτε περισσότερον, θὰ ἐξομοιοῦτο μὲ κατάργησιν ὁλοκλήρου τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ ἀπὸ τὰς 5 ἕως τὰς 9 νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος καὶ ἀπὸ τὰς 9 καὶ κατόπιν νὰ κάμῃ νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ἐκτὸς ἐὰν εἴπητε ὅτι διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ θὰ προκύψῃ τὸ ἀποτέλεσμα, ὥστε ἀπὸ τὰς 9 καὶ κατόπιν νὰ ἔχῃ διαρρεύσει τὸ σύνολον τῶν βουλευτῶν καὶ νὰ ἔχουν μείνει μερικοὶ συνάδελφοι μὲ τοὺς ἐνδιαφερομένους ὑπουργοὺς διὰ νὰ περάσουν ἐρήμην οὐσιαστικῶς τῆς Βουλῆς τὰ νομοθετήματά των. Αὐτὸ τὸ ἄτοπον θὰ ἐμφανίσῃ ἀσφαλῶς καὶ βεβαίως κατὰ τὰς συνεδριάσεις της ἡ Βουλὴ μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν Ψήφισμα καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε κανένας ἐκ τῶν ἀξιοτίμων κυρίων συναδέλφων θέλει νὰ γίνῃ αὐτό. Δι’ αὐτὸν κυρίως τὸν λόγον ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ εὗρεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ υἱοθετήσῃ κατὰ τὸ μέρος τοῦτο τὴν πρότασιν τῶν ὑπογραψάντων τὸ ψήφισμα ἀξιοτίμων συναδέλφων. Ἐπίσης, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 3, τὸ ὁποῖον δὲν υἱοθέτησε ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, προετείνετο κατὰ τὸ σχέδιον ψηφίσματος, ὅτι προκειμένου περὶ συνταγματικῆς συζητήσεως «ἡ ἀπαρτία μειοῦται εἰς τὸ ἥμισυ ...... (ἀναγινώσκει) .......». Ἐδῶ, κύριοι βουλευταί, ὅπως ἀντιλαμβάνεσθε, ἐκδηλοῦται μία ἄποψις κατὰ τὴν ὁποίαν, εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος, πρέπει νὰ παρίσταται ἕνας ὡρισμένος ἀριθμὸς βουλευτῶν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι θὰ ὡδηγούμεθα οὕτω ἐν περιπτώσει ἀποδοχῆς τῆς τοιαύτης ἀπόψεως εἰς τὸ ἄτοπον καθ’ ὃ εἰς τὰς συζητήσεις τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος νὰ ἀπαιτῆται ἐλάσσων ἀριθμὸς ἀπὸ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται διὰ τὸ πλέον ἁπλοῦν καὶ τυπικὸν νομοσχέδιον. Θὰ ἦτο λοιπὸν ἡ υἱοθέτησις αὐτῆς τῆς ἀπόψεως εἰς βάρος καὶ τοῦ ηὐξημένου, ἂς τὸ εἴπωμεν, κύρους, τὸ ὁποῖον ὑποτίθεται ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ καὶ ταὐτοχρόνως, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ ὁμιλοῦντος, θὰ ἐμαρτύρει μίαν ἔλλειψιν μεγάλου ἐνδιαφέροντος ἐκδηλουμένην κατὰ τρόπον πανηγυρικὸν καὶ ἐπίσημον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον τὸ ὀλιγώτερον θὰ ἦτο ἄτοπον. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἡ Ἐπιτροπὴ ἤχθη εἰς τὴν σκέψιν, ὅτι ὀρθότερον θὰ ἦτο νὰ υἱοθετήσῃ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 48 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 κατὰ τὴν ὁποίαν «Ἡ Βουλὴ δύναται ......... (ἀναγινώσκει ........». Καὶ κατόπιν ἔρχεται μία ἑρμηνευτικὴ δήλωσις κατὰ τὴν ὁποίαν «Ἡ ἀληθὴς ἔννοια ...... (ἀναγινώσκει) ....». Αὐτὴν τὴν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν, ὁμολογουμένως ἐκ παραλείψεως δὲν τὴν περιελάβομεν εἰς τὴν πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς τὸ ἄρθρον 3 καὶ τὴν εἰσηγοῦμαι, ἐξουσιοδοτημένος ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν. Ἀντιλαμβάνεσθε βεβαίως ὅτι εἶναι περισσότερον ἐγγὺς πρὸς τὰ πράγματα καὶ περισσότερον βεβαιωμένη ἀπὸ τὴν πεῖραν, τῆς ὁποίας προϊὸν ὑπῆρξε τὸ ἄρθρον 48 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν συζήτησιν, ὄχι πλέον τοῦ Συντάγματος — ἐπ’ αὐτοῦ παρακαλῶ νὰ προσθέσω ὅτι δὲν κάνωμεν διαστολὴν μεταξὺ συζητήσεως τοῦ Συντάγματος καὶ νομοθετικῆς ἐργασίας, ἀλλὰ λαμβάνομεν γενικῶς ὅλην τὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς — κατὰ τὴν συζήτησιν λοιπὸν, δὲν ἀπαιτεῖται ἀπαρτία. Τώρα ἀντιλαμβάνεσθε εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ, ὅτι ἀπόκειται εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅταν διαπιστώνῃ ὅτι ἡ συζήτησις γίνεται ἐνώπιον κενῶν ἐδωλίων, νὰ διακόπτῃ τὴν συζήτησιν καὶ νὰ τὴν ἀναβάλλῃ διὰ τὴν ἑπομένην. Ἀπαιτεῖται ὅμως ἡ ἀπαρτία τοῦ ἄρθρου 48 διὰ τὴν ἀπόφασιν καὶ υἱοθετουμένης τῆς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως ἡ ἀπόφασις ἀκυροῦται καὶ ὁ τερματισμὸς τῆς συζητήσεως. Διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ διασφαλίζεται ἀπολύτως ἡ ἐγγύησις διὰ τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς, ἵνα μὴ δύνανται 5–10 βουλευταὶ νὰ κηρύσσουν περαιωμένην τὴν συζήτησιν καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι προτίθενται νὰ ὁμιλήσουν, νὰ εὑρεθοῦν πρὸ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ συζήτησις ἐτερματίσθη. Αὐτήν, λοιπόν, τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν εὗρεν ὀρθὴν ἡ Ἐπιτροπή, τοῦ ἄρθρου 48 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, ἀντέγραψεν εἰς τὸ ἄρθρον 3 καὶ ἐλπίζει ὅτι θὰ υἱοθετηθῇ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, σὺν τῇ προσθήκῃ ὡς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως, ὅτι ἀπόφασις εἶναι ὁ τερματισμὸς τῆς συζητήσεως. Δηλαδὴ νὰ μὴ δύναται νὰ κηρυχθῇ περαιωμένη ἡ συζήτησις ἄνευ τῆς νομίμου ἀπαρτίας. Αὐτὰ εἶναι τὰ οὐσιώδη σημεῖα, τὰ ὁποῖα περιέχει τὸ σχέδιον ψηφίσματος, ὡς ἐτροποποιήθη ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἤδη δὲν θὰ εἶχον παρὰ νὰ προσθέσω 2 λέξεις, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 1, κατὰ τὸ ὁποῖον «Κατὰ τὴν διάρκειαν ....... ................. (ἀναγινώσκει) ..................». Ἐδῶ ὅμως ὑπενθυμίζω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὑπάρχει ἀντίθετος ἀπόφασις, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ διαρκουσῶν τῶν συζητήσεων τοῦ Συντάγματος δύνανται ἐν τῇ Βουλῇ νὰ ὑποβληθοῦν τροπολογίαι ἐκ μέρους τῶν βουλευτῶν. Καὶ αὐτὸ τὸ ὁποῖον καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἐγένετο καὶ τὸ ὁποῖον ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ νομίζει ὀρθόν, πρέπει νὰ παραμείνῃ καὶ ὡς καθεστὼς τοῦ μέλλοντος, δηλαδὴ νὰ δύνανται οἱ βουλευταὶ καὶ διαρκουσῶν τῶν συζητήσεων ἐπὶ τοῦ Συντάματος, νὰ ὑποβάλλουν ἐφ’ ἑκάστου ἄρθρου τροπολογίας. Ἀφήσαμεν ὅμως τὴν διάταξιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν εἶχεν περιλάβει τὸ ψήφισμα, διὰ νὰ καλυφθοῦν τυχὸν ἀντιρρήσεις περὶ τὴν ἐγκυρότητα τῆς ὑποβολῆς τροπολογιῶν μετὰ τὰς προθεσμίας τοῦ πρώτου ψηφίσματος, καίτοι, ἐπαναλέγω καὶ τονίζω, ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι ἀντίθετος. Συνεπῶς ἡ ἀπόφασις ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπονται εἰσαγωγαὶ τροπολογιῶν καὶ διαρκούσης τῆς συζητήσεως, εἶναι ἡ μείζων πρότασις, ἡ ὁποία περιέχει συνεπῶς νομιμοποίησιν, δύναταί τις εἰπεῖν, τῶν προτάσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν προηγουμένως.
§17Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπ. Ἐσωτερ.). Κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς ἐδῶ, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν ἀκούομεν ἀπολύτως τίποτε. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ διάθεσις ἑνὸς νέου μηχανήματος;
§18Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἄς ἐλπίσωμεν, κ. Πρόεδρε, ὅτι εἰς τὴν τρίτην Σύνοδον τῆς Προεδρίας σας, θὰ ἔχωμεν μεγάφωνα. Δὲν ἀκούομεν τίποτε.
§19Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπ. Ἐσωτερ.). Ἀκούομεν συγκεχυμένα πράγματα.
§20Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Ἔχει κρίσιν καὶ αὐτό.
§21Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο οὐσιῶδες σημεῖον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Ψηφίσματος, εἶναι τὸ ἀφορῶν τὴν τελευταίαν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ σχεδίου, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ αὐτὴν θέλω νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς. Ἡ Κυβέρνησις καὶ δικαίως, ἀλλὰ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὅλοι μας, ἐμφανιζόμεθα ὡς ἐπιθυμοῦντες τὴν προώθησιν τῶν ἐργασιῶν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Αὐτὸ ὅμως εἶναι ἀντιστρόφως ἀνάλογον πρὸς τὴν εἰσαγομένην διὰ τοῦ σχεδίου τῶν συναδέλφων τροπολογίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἀπαιτεῖται ἀπαρτία τοῦ ἑνὸς τετάρτου. Ὑπάρχουν περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας παρίστανται πολὺ ὀλίγοι βουλευταί. Ἐὰν θέλωμεν νὰ προωθηθῇ τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως, δὲν χρειάζεται νὰ μᾶς πειράξῃ αὐτό, ἀφοῦ προστατεύομεν τὴν περαίωσιν τῆς συζητήσεως. Ἄς γίνῃ ἡ συζήτησις καὶ ἐνώπιον μικροτέρου ἀριθμοῦ βουλευτῶν, ἀρκεῖ νὰ μὴ δύναται νὰ θεωρηθῇ περαιωμένη ἡ συζήτησις ἄνευ τῆς νομίμου ἀπαρτίας. Συνεπῶς ἐὰν θέλωμεν νὰ προχωρήσωμεν τὴν συζήτησιν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, δὲν πρέπει νὰ υἱοθετήσωμεν τὴν πρότασιν τὴν Κυβερνητικὴν — ἂς τὴν εἴπω τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι τὴν ὑπέγραψαν — εἶναι δύο πράγματα ἀλληλοσυγκρουόμενα. Ἄλλα οὐσιώδη σημεῖα δὲν ὑπάρχουν παρὰ μόνον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπηνίχθη ὁ ἀξιότιμος καὶ ἀγαπητὸς συνάδελφος κ. Λεονάρδος, τὸ ἐὰν δηλαδή, οἱ ὑπογράψαντες τὸ σχέδιον, κ. συνάδελφοι, ἐκπροσωποῦν τὰς ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν λοιπὸν αὐταὶ εἶναι αἱ ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω τὰς ἀντιθέτους εἰς ὅσα σημεῖα ὑπῆρξαν, ἀπόψεις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐλπίζω ὅτι ἡ Ἐπιτροπή, διὰ τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐπεξειργάσθη, θὰ βοηθήσῃ ἀκόμη περισσότερον εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιθυμεῖ ἡ Κυβέρνησις.
§22Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Νομίζω ὅτι δὲν πρόκειται περὶ Κυβερνητικοῦ σχεδίου, ἀλλὰ προφανῶς περὶ σχεδίου βουλευτῶν.
§23Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Δὲν σᾶς μέλει ἐσᾶς ὡς Κυβέρνησις; Ἀκύρως ἤχθη πρὸς συζήτησιν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνδιαφέρεται.
§24Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ἀποδεικνύει τὴν ἀδημονίαν ὑπὸ τῆς ὁποίας κατέχονται οἱ ὑπογράψαντες ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ἀλλὰ καὶ τὴν συναίσθησιν τῆς εὐθύνης διὰ τὸν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τερματισμὸν τοῦ ἔργου τοῦ ἀναθεωρητικοῦ τῆς Βουλῆς. Πιστεύω ὅτι ἡ ἀδημονία αὐτὴ ὑπάρχει καὶ εἰς ὁλόκληρον τὸ Σῶμα. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐγένοντο πολλαὶ ἀπόπειραι διὰ τὸν ταχύτερον τερματισμὸν τοῦ ἔργου τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Ἐψηφίσθησαν διάφορα ψηφίσματα, ἐπροτάθησαν διάφορα ψηφίσματα μὴ προταθέντα, ἀλλὰ δυστυχῶς, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῶν συζητήσεων δὲν κατωρθώσαμεν νὰ συζητήσωμεν καὶ ψηφίσωμεν παρὰ 4–5 ἄρθρα, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ Συντάγματος. Ἔχω, λοιπόν, τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω, ὑπάρχει ἐλπὶς διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος νὰ θεραπευθῇ τὸ κακόν, νὰ θεραπευθῇ μία ἀσθένεια, ὑπὸ τὴν ὁποίαν κατέχονται κατὰ κανόνα, ἅπασαι αἱ Συντακτικαὶ Συνελεύσεις ὅλων τῶν Κρατῶν, ἀσθένεια δηλαδή, ἡ ὁποία φέρει βραδύτητα καὶ καθυστέρησιν γύρω ἀπὸ τὴν ψήφισιν τῶν Συνταγμάτων; Κύριοι, πιστεύω ἀκραδάντως ὅτι καὶ τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα δὲν θὰ δυνηθῇ κατ’ ἐλάχιστον νὰ τερματίσῃ τὸ ἔργον τὸ ἀναθεωρητικὸν τῆς Βουλῆς. Ἡ πρότασις καθορίζει συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος 3 ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος, ἀλλὰ θέτει ἕνα ὅριον καὶ λέγει ὅτι αἱ συζητήσεις θὰ γίνουν Δευτέραν, Τρίτην καὶ Τετάρτην μέχρι τῆς ἐννάτης ὥρας μ.μ. Δηλαδὴ θὰ ἐρχώμεθα τρεῖς ἡμέρας τὴν ἑβδομάδα, θὰ συζητῶμεν τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις καὶ θὰ ἔρχεται ἐννέα ἡ ὥρα τὸ βράδυ, ὅταν πλέον θὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀπασχολούμεθα μὲ τὸ νομοθετικὸν ἔργον. Φαντάζεσθε ὅτι εἶναι ποτὲ δυνατὸν, κύριοι, νὰ συζητοῦνται αἱ ἀναθεωρητέαι διατάξεις καὶ ὅταν ἔρχεται ἐννέα ἡ ὥρα νὰ σταματᾶμε καὶ νὰ ἀρχίσωμε μίαν ἄλλην ἐργασίαν; Τὸ θεωρῶ ἀδύνατον καὶ μάλιστα ἐπιβλαβὲς λίαν. Διότι ἐὰν αὐτὴν τὴν ἐποχὴν εὑρισκώμεθα ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει, κύριοι, δὲν εὑρισκόμεθα κυρίως νὰ συζητῶμεν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, εὑρισκόμεθα διὰ νὰ ἀσχολούμεθα μὲ τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως καὶ μὲ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Εὑρισκόμεθα ἐνταῦθα, κύριοι, διὰ νὰ ἀσχολούμεθα μὲ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἡ ὁποία σκοπὸν ἔχει νὰ λύσῃ ἄμεσα καὶ κατεπείγοντα προβλήματα τῆς χώρας. Αὐτὸ εἶναι τὸ κύριον ἔργον ἡμῶν, ὑφ’ ἃς συνθήκας τελοῦμεν. Πιστεύω, λοιπόν, ἀκραδάντως ὅτι ματαιοπονοῦμεν ψηφίζοντες αὐτὸ τὸ ὁποῖον παρουσιάσθη, ὅλως φιλοτίμως, ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους κυρίους συναδέλφους. Ἐὰν δεχθῶμεν τὴν πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπανερχόμεθα πάλιν εἰς τὰ ἴδια ψηφίσματα, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι μειοῦται ὁ ἀριθμὸς τῆς ἀπαρτίας. Κύριοι, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἔχω μίαν γνώμην. Ὅταν ἀρχῆθεν ἐγένετο συζήτησις περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ἐξέφρασα μίαν γνώμην ταπεινήν. Εἶπον ἐνώπιον ὑμῶν ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλος ὁ καιρὸς νὰ ἀσχολούμεθα μὲ ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Εἶπον ἐνώπιον ὑμῶν ὅτι τὰ Συντάγματα ἀναθεωροῦνται ὄχι ὅταν ὑπάρχει θύελλα καὶ τρικυμία, τὰ Συντάγματα ἀναθεωροῦνται μετὰ τὴν κόπασιν τῆς τρικυμίας, τότε εἶναι ὁ κατάλληλος καιρὸς διὰ νὰ ἀναθεωρήσωμεν τὸ Σύνταγμα. Ἐάν, ἐρωτᾶται, λοιπὸν κύριοι, εὑρισκώμεθα εἰς μίαν τοιαύτην κατάστασιν; Ἐσωτερικῶς ὑπάρχει ἡ πλέον ἔκρυθμος κατάστασις, ἡ ὁποία μᾶς ἐμποδίζει καὶ ψυχολογικῶς ἀκόμη διὰ νὰ ἐρευνήσωμεν νὰ ἀνεύρωμεν τὸ πρέπον. Ἄλλωστε, κύριοι, αἱ ἰδέαι αἱ παγκόσμιοι, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀμφιβάλῃ κανεὶς ὅτι ἀλληλοσυγκρούονται αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ ἐφ’ ὅσον αἱ ἰδέαι ἀλληλοσυγκρούονται, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνεύρωμεν ποῖον εἶναι τὸ ὀρθόν, ποῖον εἶναι τὸ πρέπον, ποῖον εἶναι τὸ σύμφωνον μὲ τὴν πραγματικότητα, μὲ τὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ. Ἔχομεν, κύριοι, Σύνταγμα, τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 μὲ τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ὑπέστη καὶ τὰς διατάξεις τὰς ὁποίας φέρει ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927. Εἶναι Σύνταγμα ἄρτιον. Δι’ αὐτὴν τὴν ἐποχὴν εἶναι Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἐξυπηρετεῖ κατὰ τρόπον ἐθνοφελῆ καὶ ἄριστον τὰς ἀνάγκας τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ λαοῦ. Οἱανδήποτε, κύριοι, ἀναθεώρησιν καὶ ἐὰν κάμωμεν, οἱασδήποτε σοφὰς διατάξεις καὶ ἐὰν θέσωμεν ἐν τῷ Συντάγματι, εἴτε δὲν θέσωμεν, βεβαιωθῆτε ὅτι ὅταν ἡ ἔκρυθμος παγκόσμιος κατάστασις ριθμισθῇ καὶ ἐπέλθῃ ἡσυχία καὶ κατασταλάξουν αἱ ἰδέαι, θὰ εἴμεθα τότε ὑποχρεωμένοι, ἐπαναλαμβάνω, οἱασδήποτε σοφὰς ἀναθεωρήσεις καὶ ἐὰν κάμωμεν, θὰ εἴμεθα τότε ὑποχρεωμένοι νὰ ἀναθεωρήσωμεν τὸ Σύνταγμα, θὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι διότι τότε ἡ κατάστασις θὰ ἐμφανισθῇ ἄλλως, κατὰ τρόπον ποὺ ἡ ἀδήριτος ἀνάγκη τῶν πραγμάτων θὰ μᾶς ἐπιβάλῃ νὰ ἐπιβάλωμεν τὰς ἀναθεωρήσεις. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, λοιπόν, σεβόμενος τὴν κατάστασιν ὑφ’ ἣν τελεῖ τὰ Κράτος καὶ ὁ λαὸς ὁ ἀγωνιζόμενος, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω μίαν πρότασιν ἐνώπιον ὑμῶν. Τὰς σοφὰς γνώμας καὶ ἔργα τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος νὰ τὰ παραμερίσωμε κατά τι. Τὰς τροπολογίας τὰς ὁποίας ὅλοι ὑπεβάλαμε, λίαν φιλοτίμως, νὰ τὰς θέσωμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος ἐντὸς τοῦ χαρτοφύλακός μας καὶ ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ νυκτί, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, νὰ δεχθῶμεν ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, δὲν ἔχει ἀνάγκην οὐδεμιᾶς ἀναθεωρήσεως.
§25Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κάποιος ἄλλος τὸ εἶπε πρωτύτερα.
§26Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Κουλουμβάκη, δὲν ἠξεύρω ποῖος τὸ εἶπε, θὰ τὸ ἐπαναλάβω καὶ ἐγώ. Νομίζω, κύριοι, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ προσφέρωμεν τὴν μεγαλυτέραν ὑπηρεσίαν τὴν ὁποίαν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προσφέρῃ τὸ Κοινοβούλιον εἰς τὸ Ἔθνος καὶ τὸν λαόν. Καὶ ὅταν πράξωμεν τοῦτο, θὰ ἀφοσιωθῶμεν εἰς τὸ κύριον ἔργον τῆς Βουλῆς, τὸ Νομοθετικὸν ἔργον, τὸ Νομοθετικὸν ἔργον, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαραίτητον, ἄμεσον, ἔχει σκοπὸν νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ τρομερὰ καὶ ἐπείγοντα προβλήματα, τὰ ὁποῖα προκύπτουν ἑκάστοτε. Ἐκτὸς αὐτοῦ, κύριοι, θὰ ἔχωμεν καὶ ὡρισμένες ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος, διὰ νὰ προβῶμεν ἐλεύθεροι, κατὰ τρόπον ἀπόλυτον εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως. Πιστεύω, λοιπόν, ὅτι ἡ μεγαλυτέρα ὑπηρεσία ποὺ θὰ προσφέρωμεν εἰς τὸ Κράτος, εἶναι νὰ ἀφήσωμεν ἐν ἰσχύϊ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὸ Κράτος, θὰ ἱκανοποιήσωμεν τὸν ἐργαζόμενον καὶ κουρασμένον λαόν, ὁ ὁποῖος μάχεται εἰς τὰ σύνορα καὶ τὸν ἄλλον λαόν, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς τὰς πόλεις καὶ καταστρέφεται. Δὲν πιστεύει ὁ λαός εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως. Ὁ λαὸς αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀγωνιᾷ, καταστρέφεται καὶ θέλει νὰ ἀκούσῃ ἔργα πραγματικά, τὰ ὁποῖα θὰ τείνουν εἰς τὴν ἄμεσον θεραπείαν του. Ἀλλά, κατ’ αὐτὸν κυρίως τὸν τρόπον, ἐὰν θεωρήσωμεν διὰ μιᾶς νυκτὸς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ὡς ἔχει τροποποιηθῆ διὰ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, θὰ σώσωμεν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν ἡμῶν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Καλλίας, ἔχει τὸν λόγον.
§28Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ μὲν τοῦ γενικωτέρου ζητήματος τοῦ πότε εἶναι κατάλληλος ὁ χρόνος διὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος καὶ ποίας πρόκειται νὰ ὑποστῇ εἰς τὸ μέλλον μεταβολάς, δὲν θὰ ἀσχοληθῶ σήμερον, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ἑνὸς διαδικαστικοῦ ψηφίσματος. Νομίζω, ὅμως, ὅτι ὅταν θὰ συζητηθοῦν αἱ περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος διατάξεις, θὰ πρέπει τότε νὰ προβλέψωμεν ὥστε τὸ Σύνταγμα νὰ εἶναι εὔπλαστον καὶ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προσαρμόζεται ἑκάστοτε πρὸς τὰ παγκόσμια καὶ τὰ Ἑλληνικὰ ρεύματα, χωρὶς νὰ ἀπαιτῆται ἀνάγκη ἀναταραχῆς καὶ ἐπαναστάσεων. Ἤδη, ἔρχομαι εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον ψηφίσματος. Ὅταν ἐτέθη ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, τὸ Ψήφισμα Ν.Ζ., ἐξεφράσαμε πολλὰς ἀμφιβολίας, ἂν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προέβλεπεν ὀκτὼ (8) συνεδριάσεις ἑβδομαδιαίως. Τὰ πράγματα ἐδικαίωσαν τὰς ἀπαισιοδόξους προβλέψεις μας, παρὰ τὴν προθυμίαν τὴν ὁποίαν ἐπέδειξεν ἐλάχιστος ἀριθμὸς βουλευτῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὅλοι ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι εἴχομεν τότε ὑποστηρίξει, ὅτι ἦτο ἐπικίνδυνον νὰ ὁρίσωμεν ὀκτὼ (8) συνεδριάσεις ἑβδομαδιαίως. Ἤδη τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον ψηφίσματος, νομίζω, ὅτι κατὰ τὰ ἄρθρα αὐτοῦ 1 καὶ 2, εἶναι ἐπιτυχέστερον τοῦ προηγουμένου. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ἔχω νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι τὸ ἀποδέχομαι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι θεωροῦνται ὡς ἐμπρόθεσμοι αἱ ὑποβληθεῖσαι τροπολογίαι, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι αἱ τροπολογίαι αὐταὶ παραπέμπονται πρὸς ἐξέτασιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος. Δὲν μεταβάλλεται δηλαδὴ τὸ ἀποφασισθὲν κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον τῆς Βουλῆς, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν δύνανται νὰ ὑποβάλωνται τροπολογίαι, διότι ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβάλλωνται τροπολογίαι κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται ἡ τελικὴ διατύπωσις, μετὰ τὴν ὑπὸ τῆς ὁλομελείας ψήφισιν, τότε κατ’ οὐσίαν καταργεῖται τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον τῆς ὁλομελείας τῆς Βουλῆς, διότι περιοριζόμεθα εἰς τὸ σχῆμα καὶ εἰς τὸν τύπον καὶ τὰς διατυπώσεις, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται διὰ τροπολογιῶν. Κατὰ συνέπειαν νομίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 1, ἀλλὰ χωρὶς νὰ καταργηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ὑποβολῆς τροπολογιῶν, δηλαδὴ τῆς τελικῆς διατυπώσεως μετὰ τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία θὰ γίνῃ ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος.
§29Ε. ΓΟΝΗΣ. Ὥστε εἶσθε ἐναντίον τοῦ ἄρθρου 1;
§30Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ὄχι. Ὁ σκοπὸς τοῦ ἄρθρου 1 δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἄλλος παρὰ νὰ θεωρήσῃ τὰς ἐκπροθέσμους τροπολογίας ὡς ἐμπροθέσμους διὰ νὰ παραπέμπωνται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος πρὸς ἔγκρισιν.
§31Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Διατὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ πᾶνε εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος αἱ τροπολογίαι;
§32Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Διὰ νὰ ἐναρμονισθοῦν μὲ τὴν συντελεσθεῖσαν ἐργασίαν.
§33Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Μὰ δὲν εἶναι μέλη τῆς Βουλῆς οἱ βουλευταί οἱ ὑποβαλόντες τὰς τροπολογίας; Διατὶ θὰ σταλοῦν αἱ τροπολογίαι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν σοφῶν;
§34Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Συνήθως τὰ ὑποβαλόμενα σχέδια, στέλλονται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέτασιν, ἐπειδὴ κατὰ τὸν τελευταῖον καιρὸν ὑποβάλλονται πολλαὶ τροπολογίαι, διὰ νὰ ἐναρμονισθοῦν πρὸς τὴν ὅλην ἐργασίαν καὶ τοῦτο ἐκρίθη πάντοτε σκόπιμον, ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων νὰ στέλλωνται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος πρὸς ἐπεξεργασίαν. Ἤδη ἔρχομαι εἰς τὸ οὐσιαστικὸν ἄρθρον 2. Δὲν συμφωνῶ πρὸς τὴν διατύπωσιν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, διότι ἀναμφιβόλως ἡ ἡμέρα τοῦ Σαββάτου πρέπει νὰ παραμείνῃ ἐλευθέρα διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν οἱ βουλευταὶ νὰ ἐπικοινωνοῦν μὲ τὰς ἐπαρχίας, μὲ τὸν λαόν. Ἀπὸ τῆς ἑσπέρας τῆς Παρασκευῆς μέχρι τῆς Δευτέρας τὸ ἀπόγευμα ὑπάρχει διὰ πολλὰς περιφερείας τοῦ Κράτους ἡ δυνατότης τῆς ἐπισκέψεως τῶν ἐπαρχιῶν. Κατὰ συνέπειαν ἡ ἡμέρα τοῦ Σαββάτου δὲν πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς τὰς τακτικὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἄλλας ἐργασίας, νομίζω, ὅτι κατὰ βάσιν ἡ διατύπωσις τοῦ σχεδίου τῶν ὑποβαλόντων τὸ ψήφισμα συναδέλφων εἶναι ἐπιτυχής. Δηλαδή, ἡ Δευτέρα, ἡ Τρίτη καὶ ἡ Τετάρτη, πρέπει πράγματι νὰ εἶναι ἡμέραι ἀφ’ ἑνὸς μὲν συνταγματικῆς ἐργασίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νομοθετικῆς, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι δὲν πρέπει ἡ συνταγματικὴ ἐργασία νὰ φθάνῃ μέχρι τῆς 9 μ.μ., διότι δὲν θὰ ὑπάρχῃ χρόνος διὰ νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἀλλὰ τὴν μὲν Δευτέραν καὶ Τρίτην, ἀπὸ 5–8 μ.μ., ἡ Βουλὴ νὰ ἀπασχολῆται μὲ τὸ Σύνταγμα, πέραν δὲ τῆς 8 μ.μ. μὲ νομοθετικὴν ἐργασίαν, τὴν δὲ Τετάρτην πρέπει νὰ προηγῆται ἡ νομοθετικὴ ἐργασία, ὥστε τὰ σοβαρώτερα τοὐλάχιστον τῶν νομοθετημάτων νὰ ἔρχωνται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, πρὶν ἤδη ἀρχίσῃ νὰ ἔχῃ κάματον. Ἡ Πέμπτη καί ἡ Παρασκευή, πρέπει, ὡς ἔχει περιληφθῆ εἰς τὸ σχέδιον, νὰ ἀφιερωθοῦν εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος παραμένει ὡς προβλέπεται ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἡ νομοθετικὴ ἐργασία, ἔχει ὅσας συνεδριάσεις προβλέπει ὁ κανονισμὸς καὶ προστίθενται 3 καθ’ ἑβδομάδα συνεδριάσεις συνταγματικῆς ἐργασίας, αἱ ὁποῖαι συνεδριάσεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθοῦν διὰ μαγείας, ἀλλὰ διὰ προσθήκης ἐργασίας, διότι οὔτε συνταγματικὴ, οὔτε νομοθετικὴ ἐργασία, οὔτε καὶ ἓν σοβαρὸν ἔργον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιζητῆται νὰ γίνῃ διὰ συνεχοῦς ἐναλλαγῆς μεθόδων. Διὰ νὰ γίνουν αὐτὰ τὰ πράγματα χρειάζεται προθυμία καὶ ἐργασία. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ προθυμία καὶ ἐργασία, εἶναι ἀδύνατον νὰ Ψηφισθῇ τὸ Σύνταγμα. Δὲν ἀποδέχομαι τὰς περὶ ἀπαρτίας μεθόδους τοῦ σχεδίου τῶν συναδέλφων τὰς ὁποίας ἔχει καὶ τὸ σχέδιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Καί δὲν ἀποδέχομαι τὴν μεταβολὴν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Σύνταγμα νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ ἐλαχίστου ἀριθμοῦ βουλευτῶν, ἀφοῦ ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης προέβλεψεν ὡρισμένην ἀπαρτίαν. Εἶναι τελείως ἀπαράδεκτον ὁ θεμελιώδης νόμος νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ μικροτέρου ἀριθμοῦ βουλευτῶν, διότι παρατηρεῖται ἀπροθυμία προσελεύσεως. Οὔτε Σύνταγμα, οὔτε νόμοι, οὔτε κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται χωρὶς ἐπαρκῆ ἐργασίαν καὶ χωρὶς προθυμίαν. Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ νὰ παρουσιάζεται αὐτὴ ἡ ἀπροθυμία ἡ ὁποία παρουσιάσθη κατὰ τὴν Βʹ Σύνοδον, τότε οὔτε Σύνταγμα θὰ ψηφίσωμεν, οὔτε νόμους καλοὺς θὰ συντάξωμεν, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον θὰ ἐκθέσωμεν ἀνεπανορθώτως καὶ τὸ κῦρος τῆς παρούσης Βουλῆς καὶ αὐτὸ τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα. (Χειροκροτήματα).
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Κώης ἔχει τὸν λόγον.
§36Θ. ΚΩΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 καὶ 2 τῆς ὑπὸ κρίσιν προτάσεως ψηφίσματος τῶν κ.κ. βουλευτῶν, δὲν προτίθεμαι νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις, συμφωνῶ δὲ μόνον πρὸς τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Καλλία, ἐξενεχθεῖσαν γνώμην ὡς πρὸς τὴν κατάργησιν τῆς ἡμέρας τοῦ Σαββάτου ὡς ἡμέρας ἐργασίμου. Διαφωνῶ ὅμως ριζικῶς πρὸς τὸ προτεινόμενον ὑπὸ τῶν κ.κ. βουλευτῶν ἄρθρον 3 τῆς προτάσεως ψηφίσματος. Διὰ τοῦ ἄρθρου 3 περιορίζεται τὸ ἐλάχιστον νόμιμον ὅριον ἀπαρτίας προκειμένου περὶ τῶν συζητήσεων εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος ὁριζομένου διὰ τὴν ψήφισιν τῶν κοινῶν νομοσχεδίων. Εἰσάγεται δηλαδὴ τὸ συνταγματικὸν παράδοξον, ὅτι προκειμένου περὶ ἁπλοῦ νομοσχεδίου, ἀπαιτεῖται πρὸς συγκρότησιν ἀπαρτίας ἐλάχιστον ὅριον ἐκ τοῦ ⅓ τοὐλάχιστον τοῦ συνόλου τῶν βουλευτῶν, προκειμένου δὲ περὶ ἀναθεωρήσεως συνταγματικῶν διατάξεων, ἀπαιτεῖται κατὰ τὸ σχέδιον ὡς ἐλάχιστον ὅριον τὸ ½ τοῦ ⅓ ἤτοι τὸ ⅙. Κύριοι βουλευταί, ὁ λαὸς ἐξέλεξε 355 βουλευτάς, ἵνα μετέχωσι τῶν συζητήσεων καὶ ἀποφασίζωσιν ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἔχει μεγίστην σημασίαν, διότι ἡ ἐπὶ τούτου ἀπόφασις ἀποτελεῖ τὴν ἀνωτάτην ἀπόφασιν τοῦ λαοῦ ἐν τῇ ὀργανώσει τοῦ Κράτους, ἡ δὲ ἀπόφασις αὕτη ἀνήκουσα εἰς τὸν κυρίαρχον λαὸν καὶ ἀσκουμένη παρ’ αὐτοῦ, ἄνευ τῆς συμπράξεως τοῦ Βασιλικοῦ ὀργάνου, τοῦ φορέως τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας, καθιστᾷ τὸν λαὸν ἀνώτατον ὄργανον καὶ χαρακτηρίζει τὸ πολίτευμα ὡς κατ’ ἐξοχὴν δημοκρατικόν. Αὐτὴν λοιπὸν τὴν ἀποστολὴν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ἐνεπιστεύθη εἰς ἡμᾶς τοὺς βουλευτὰς ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Κατὰ τὰ προηγηθέντα Συντάγματα, ἡ ἀπόφασις περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων, προϋπέθετε προδικασίαν, καθ’ ἣν ἐλαμβάνετο προαπόφασις περὶ τῶν ἀναθεωρητέων μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων. Ἀλλὰ καὶ παρὰ τὴν προδικασίαν ταύτην, τὸ Σύνταγμα τὸ ἰσχῦον ἐν ἄρθρῳ 108 ἀπαιτεῖ διὰ τὴν ψήφισιν Συνταγματικῶν διατάξεων πλειονοψηφίαν ἀπόλυτον τοῦ συνόλου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, τὸ ὁποῖον ἀστόχως ἐπικαλοῦνται οἱ ἀξιότιμοι κύριοι βουλευταὶ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τῆς ὑπὸ κρίσιν προτάσεως αὐτῶν, ἀπαιτεῖ πρὸς ψήφισιν Συνταγματικῶν διατάξεων ἐν ἀναθεωρήσει τὰ ⅗ τοῦ συνόλου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, προκειμένου περὶ ἀναθεωρητέων μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων. Τὸ δὲ ἄρθρον 128 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1925, ἐπίσης τὰ ⅗. Ἀτυχῶς ὅμως διὰ τοῦ ἄρθρου 3 καὶ 5 τοῦ Βʹ Ψηφίσματος τῆς παρούσης Βουλῆς, ἐφαρμόζεται καὶ ἐπὶ τῆς συζητήσεως καὶ ψηφίσεως Συνταγματικῶν διατάξεων, τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον προβλέπει περὶ τῆς συζητήσεως καὶ ψηφίσεως κοινῶν νομοσχεδίων. Παρὰ ταῦτα, ἐνῷ ἡ παροῦσα Ἐθνοσυνέλευσις πρόκειται νὰ προβῇ εἰς ἀναθεώρησιν, ἄνευ προδικάσεως, ἄνευ προαποφάσεώς τινος, καὶ ἐνῷ ἡ παροῦσα Βουλὴ ἔχει εὐρυτέραν ἁρμοδιότητα μὴ περιοριζομένη στενῶς εἰς τὰς μὴ θεμελιώδεις ἁπλῶς διατάξεις, ἐν τούτοις, κατὰ τὴν πρότασιν τῶν κ.κ. βουλευτῶν, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ συζητῇ ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων δι’ ἐλαχίστου ὁρίου ἀπαρτίας, τὸ ὁποῖον ὑστερεῖ τῶν συζητήσεων ἐπὶ τῶν κοινῶν νομοσχεδίων.
§37Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Αὐτὸ βέβαια εἶναι ἀπαράδεκτον.
§38Θ. ΚΩΗΣ. Προφανῶς εἶναι ἀπαράδεκτον. Οἱ κ.κ. βουλευταί, οἵτινες προέτεινον τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον ψηφίσματος, ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ἰσχυρίζονται, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου τῆς καταργήσεως τῶν συζητήσεων, ἡ ἐργασία τοῦ Σώματος θὰ εἶναι πλέον ἀποδοτικὴ καὶ ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ ἐπιθυμίαν τοῦ Σώματος. Ἀλλὰ ἡ ἀπόδοσις ἑνὸς ἔργου δὲν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ποσότητος, ἀλλὰ ἐξαρτᾶται βεβαίως καὶ ἐκ τῆς ποιότητος. Τὸ ἐπιχείρημα ἑπομένως οὐδόλως εἶναι πειστικόν. Ἀλλὰ ἐπὶ πλέον ἐπικαλοῦνται οἱ κ.κ. βουλευταὶ τὸ ἄρθρον 48 τοῦ Συντάγματος τοῦ 27, τὸ ὁποῖον δὲν ὁρίζει ἀπαρτίαν συζητήσεως. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἐπίκλησις τοιούτου ἐπιχειρήματος εἶναι ἐστερημένη πάσης βάσεως. Πρῶτον διότι ἐκεῖ πρόκειται κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, περὶ ψηφίσεως νομοσχεδίων ἁπλῶν. Δεύτερον, ὡς ἀνέφερε προηγουμένως καὶ ὁ κ. εἰσηγητής, ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 48 καὶ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις προκειμένου περὶ ψηφίσεως νομοσχεδίων, ὅτι δηλαδὴ ὁ τερματισμὸς τῆς συζητήσεως θεωρεῖται ἀπόφασις καὶ ἑπομένως ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις περὶ ἀποφάσεων. Ἀλλὰ παρεῖδον οἱ προτείνοντες τὸ σχέδιον κ.κ. βουλευταί, καὶ τοῦτο, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, ὑπῆρχε νομοθετικὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία ἀπετελεῖτο ἐκ τῆς συμπράξεως δύο παραγόντων, τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας. Ἑπομένως καὶ διὰ τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων ὑπῆρχον μείζονες ἐγγυήσεις. Ἐὰν οἱ κ.κ. βουλευταί, ἤθελον νὰ ἐπικαλεσθῶσι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, ἔπρεπε ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ἐπικαλεσθῶσι τὸ ἄρθρον 125 αὐτοῦ, διότι τὸ ἄρθρον 125 τοῦ Συντάγματος, διαλαμβάνει περὶ τῆς πλειονοψηφίας, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἀναθεώρησιν διατάξεων, τὸ δὲ ἄρθρον 125 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, ἀπαιτεῖ τὴν πλειονοψηφίαν τῶν ⅗ τοῦ συνόλου.
§39Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Παγίως εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα.
§40Θ. ΚΩΗΣ. Εἰς τὸ ἰσχῦον ἀπαιτεῖται πλέον τοῦ ½ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀπεδέχετο τὸ ἄρθρον 3, τὸ προτεινόμενον ὑπὸ τῶν κ. βουλευτῶν, θὰ ἐκήρυσσε τὴν ἑαυτῆς ἀπροθυμίαν ἢ τὴν ἀδυναμίαν πρὸς ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος, διότι θὰ ἦτο τοῦτο ἀναγνώρισις, ὅτι ἡ παροῦσα Βουλή, εἴτε ἐξ ἀπροθυμίας, εἴτε ἐξ ἀδυναμίας, λόγῳ τῶν περιστάσεων δὲν δύναται νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸ αἴτημα τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, πρέπει νὰ εἴμεθα συνεπεῖς πρὸς τὴν πραγματικότητα, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν ψηφισθῇ τοῦτο ὡς προτείνεται, ὑπάρχει ὁ κίνδυνος, ἐλάχιστοι βουλευταί, μονολογοῦντες καὶ δι’ ἐλαχίστης πλειονοψηφίας, νὰ ἀποδεχθῶσι διατάξεις ἐπικινδύνους ἢ καὶ ἀσυμφόρους καὶ νὰ ἰσχύσωσιν αὗται ὡς Συνταγματικαὶ διατάξεις. Κύριοι βουλευταί, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐτέθη, ὡς ἔδει, ὡς ὅρος ἐπιψηφίσεως συνταγματικῶν διατάξεων ἡ ἀπόλυτος πλειονοψηφία τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, ἡ διατήρησις τοὐλάχιστον τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος, ὥστε νὰ ἀπαιτῆται ἡ ἀπαρτία ἡ διὰ τὰ κοινὰ νομοσχέδια εἶναι ἡ στοιχειωδεστέρα ἐγγύησις, ὅτι οἱ παριστάμενοι κατὰ τὴν συζήτησιν βουλευταί, θὰ ἀποφασίζωσι καὶ κατὰ τὴν ψηφοφορίαν, ἐνῷ ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει ὑπάρχει κίνδυνος νὰ ψηφισθῶσι συνταγματικαὶ διατάξεις, ὡς εἴπομεν, αἱ ὁποῖαι νὰ μὴ ἀνταποκρίνωνται πρὸς τὴν θέλησιν τῆς πλειονοψηφίας τῶν βουλευτῶν καὶ ἑπομένως νὰ μὴ ἀνταποκρίνωνται πρὸς τὴν θέλησιν τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διὰ τοιαύτας ὅμως διατάξεις καὶ διὰ τοιαύτας περιπτώσεις, θὰ εἶχε θέσιν ὁ παραλληλισμός, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται ὁμοιάζουσι πρὸς φυτὰ ἄνευ χυμοῦ, μὴ εὑρίσκουσαι ἀπήχησιν πρὸς τὴν κοινὴν ἀντίληψιν καὶ θρυμματιζόμεναι εἰς τὴν πρώτην ἀντίξοον περίστασιν. Ἀλλὰ τοιοῦτον Σύνταγμα, κύριοι, δὲν ἐκλήθημεν νὰ ψηφίσωμεν. Ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπή, ἐν ἀντιθέσει πρὸς ἑαυτὴν καὶ ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω τοῦτο, ἐν ἀντιθέσει πρὸς ὅσα αὐτὴ προτείνει ἐν ἄρθρῳ 141 τοῦ ἐκπονηθέντος παρ’ αὐτῆς σχεδίου, ἀποδεχθεῖσα κατὰ πλειονοψηφίαν τὴν ὑπὸ κρίσιν πρότασιν περιῆρε καί τὴν ἀξίωσιν περὶ συγκροτήσεως ἀπαρτίας διὰ τὰς συζητήσεις καὶ περιωρίσθη μόνον εἰς τὸ ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ ληφθῇ ἀπόφασις, δι’ ἀριθμοῦ βουλευτῶν ἥσσονος τοῦ ¼ τοῦ συνόλου. Δηλαδὴ κατὰ τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν προτείνει νῦν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, δὲν ἀπαιτεῖται πλέον ἀπαρτία πρὸς συζήτησιν — ἀρκεῖ νὰ ὑπάρξωσι καί τινες μονολογοῦντες— ἀλλὰ πρὸς ἀπόφασιν ἀπαιτεῖται ἡ ἀπαρτία, ἀπαιτεῖται ὅπως τοὐλάχιστον οἱ ψηφίζοντες ὑπὲρ τῆς ἀναθεωρήσεως μὴ εἶναι ὀλιγώτεροι τοῦ ¼, δηλαδὴ τῶν 86 βουλευτῶν περίπου.
§41Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ὄχι, εἶναι κλασματικὸς ἀριθμός. Καὶ 2)4 βουλευτῶν.
§42Θ. ΚΩΗΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν ὑπὸ τὴν διαφέρουσαν ἡμῖν ἔποψιν.
§43Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἔχει σημασίαν.
§44Θ. ΚΩΗΣ. Ἐὰν δέ, κ. βουλευταί, ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ μέλη τῆς ἐπί τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς εἶναι 50, οἱ ἀξιότιμοι οὗτοι βουλευταί οἱ ὁποῖοι φιλοτίμως παρακολουθοῦν τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος, θὰ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ ἀσκήσωσιν ἐπιρροὴν εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νέων Συνταγματικῶν διατάξεων. Ἀλλά, ὡς εἶπον, ἡ πρότασις αὐτὴ τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς, εἶναι ἀσυνεπὴς καὶ ἐν ἀντιθέσει πρὸς πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴ ἐποιήσατο διὰ τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦ ἄρθρου 141 ὅπερ προτείνει ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ἐν τῷ σχεδίῳ αὐτῆς, προκειμένου περὶ ἀναθεωρήσεως, ἀπαιτεῖται προαπόφασις, ἡ ὁποία λαμβάνεται διὰ τῶν ⅔ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Ὅταν δὲ πρόκειται νὰ γίνῃ εἰδικῶς ἀναθεώρησις ἐπὶ τῶν καθ’ ἕκαστα πράξεων, ἀπαιτεῖται ἀριθμὸς τῶν ⅔ τοῦ συνόλου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Ἀφοῦ, λοιπόν, ἡ ἰδία, ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπή, καλεῖ ἡμᾶς καὶ προτείνει, νὰ ψηφίσωμεν τοιαύτην διάταξιν, ὥστε πρὸς λῆψιν ἀποφάσεως νὰ ἀπαιτῆται πλειονοψηφία τῶν ⅔ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, πῶς δικαιολογεῖται, ἤδη ἡ ἰδία Ἐπιτροπὴ προτείνουσα, ὅπως αἱ Συνταγματικαὶ διατάξεις ἀναθεωρῶνται διὰ τῆς πλειονοψηφίας, ἡ ὁποία νὰ ὑπερβαίνῃ τοὐλάχιστον τὸ ¼. Εἶναι προφανὴς ἡ ἀντίθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς ἑαυτήν.
§45Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Αὐτὸ στηρίζεται εἰς τὴν πεῖραν τὴν ὁποίαν εἴχομεν τὸ καλοκαῖρι ἐπὶ δύο μῆνας καὶ δεύτερον εἰς Σύνταγμα τοῦ 1927 καὶ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ 1925. Ἄλλως, δὲν θὰ ψηφισθῇ ποτὲ τὸ Σύνταγμα.
§46Θ. ΚΩΗΣ. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, ἀπαιτεῖ τὰ ⅗ τοῦ συνόλου. Δὲν προτίθεμαι δὲ νὰ ἐπαναλάβω πάντα τὰ εἰρημένα. Τουλάχιστον, κ. βουλευταί, διετηρήσατε τὸ ἐφαρμοζόμενον ἤδη 56ον ἄρθρον, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἡ συνήθης ἀπαρτία κατὰ τὰς συνταγματικὰς συζητήσεις. Εἶναι τοῦτο ἡ ἐλαχίστη ἐγγύησις τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ κρατήσωμεν πρὸς ψήφισιν μετὰ περισκέψεως τῶν Συνταγματικῶν διατάξεων.
§47Δ. ΜΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ εἰς τὸ ἄρθρον τὸ ὁποῖον ἡρμηνεύσατε, γίνεται μία πρόβλεψις τῆς Ἐπιτροπῆς, περὶ τοῦ τὶ πρέπει νὰ γίνεται εἰς τὸ μέλλον. Διὰ τοῦ συζητουμένου ψηφίσματος, ἀντιμετωπίζεται ὑπὸ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν μία πραγματικότης, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα ὡς εἰσηγητής.
§48Θ. ΚΩΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἢ ἡ Βουλὴ ἔχει διάθεσιν νὰ ψηφίσῃ τὸ Σύνταγμα, καθ’ ἣν ἐντολὴν ἔλαβε καὶ τότε ὅλοι οἱ βουλευταὶ ὀφείλουσι νὰ προσέρχωνται κατὰ τὰς συζητήσεις ἢ δὲν ἔχει τοιαύτην διάθεσιν, ὁπότε ἀπομακρύνεται ἀπὸ τῆς ἐντολῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα.
§49Δ. ΜΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύνανται οἱ ὁμιλοῦντες νὰ διοικοῦν τὴν Βουλήν. Εἶναι λογικῶς καὶ ἠθικῶς ἀνήθικον, νὰ διοικοῦν τὴν Βουλὴν οἱ ἀμελεῖς.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λυκουρέζος ἔχει τὸν λόγον.
§51Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Συνεχίζεται, κ. βουλευταί, ἡ ἰδία πάντοτε τακτική, δηλαδὴ συζητοῦμεν ἐπὶ ψηφίσματος ἀξιοτίμων συναδέλφων, ψηφίσματος ἀφορῶντος τὸν τρόπον καθ’ ὃν τὸ Σῶμα θὰ κανονίσῃ τὰς ἐργασίας του, τὰς ἡμέρας καὶ τὰς ὥρας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀφιερωθοῦν εἰς Νομοθετικὴν Ἐργασίαν, τὰς ἡμέρας καὶ τὰς ὥρας, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ ἀφιερωθοῦν εἰς τὰς Συνταγματικὰς συζητήσεις, χωρὶς ἀκόμη νὰ ἔχωμεν ἀκούσει, ἐνῷ θὰ ἔπρεπε ἐκ τῶν πρώτων νὰ γίνῃ αὐτό, ποία εἶναι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία εἶναι ἁρμοδία νὰ κατευθύνῃ καὶ κατευθύνει τελικῶς τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος.
§52Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἀπὸ πότε ἔχετε τοιαύτας ἀξιώσεις ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν;
§53Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἐξακολουθῶ νὰ ἐλπίζω, ὅτι ἔστω καὶ παρὰ τὴν τηρουμένην τακτικήν, θὰ ἀποφασίσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ λέγῃ τὴν γνώμην της ἐπὶ τῶν θεμάτων τὰ ὁποῖα συζητεῖ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, κάπως ἐγκαιρότερον, ἀπ’ ὅ,τι συνήθως τὴν λέγει.
§54Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἰς τὰς συζητήσεις τοῦ Συντάγματος; Δὲν ἔχει καμμίαν θέσιν ἡ Κυβέρνησις.
§55Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς θέσεως τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς συζητήσεις τοῦ Συντάγματος. Συζητοῦμεν Ψήφισμα, κ. Κουλουμβάκη, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ κανονίσῃ τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος καὶ διὰ τὴν Νομοθετικὴν Ἐργασίαν καὶ διὰ τὰς συνταγματικὰς συζητήσεις. Νομίζω, ὅτι ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον καὶ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσῃ ποῖος εἶναι ὁ ὄγκος τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας, ποίας ἀξιώσεις ἔχει πρὸς Νομοθετικὴν Ἐργασίαν ἀπὸ τὸ Σῶμα, καὶ ἡμᾶς, καὶ τί ζητεῖ ἀπὸ τὸ Σῶμα ἐν σχέσει μὲ τὸ πρόγραμμα τῶν Συνταγματικῶν συζητήσεων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, διὰ τοῦ ψηφίσματος τοῦ ὑποβληθέντος παρὰ τῶν ἀξιοτίμων κ. συναδέλφων, ἔρχεται, ἔστω καὶ ἀργά, νὰ ἀναγνωρισθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπ’ ἀρχῆς ὑπεστηρίξαμεν. Ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ ψηφίσματος ΝΖ, ἀντὶ νὰ διευκολύνουν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος, ὡς ἐπηγγέλετο τότε ἡ Κυβέρνησις, ὄχι δὲν τὴν διευκολύνουν, ἀλλὰ τοὐναντίον τὴν παρεμποδίζουν. Καὶ ἀφοῦ ἐταλαιπωρήθη, ὑπενθυμίζω, κ. βουλευταί, ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἐπὶ τρεῖς ὁλοκλήρους μῆνας κατὰ τὸ θέρος, μὲ τὴν ἐπιμονὴν τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ψηφίσωμε μόνον 7 ἐν συνόλῳ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, ἐκ τῶν ὁποίων 2 ἕως 3 ἄνευ συζητήσεως, σήμερον διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου Ψηφίσματος ἐπιζητεῖται ἡ ὀρθοτέρα διαρρύθμισις τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος, ἔχω νὰ κάμω τὰς ἑξῆς παρατηρήσεις: Πρῶτον, ἐν σχέσει μὲ τὸ ἄρθρον 1. Τὸ ἄρθρον 1 καθορίζει, ὅτι τροπολογίαι ἐκπροθέσμως ὑποβληθεῖσαι θεωροῦνται ὡς ἐμπρόθεσμοι. Ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐβοίας συνάδελφος κ. Καλλίας, ὅτι ἡ διάταξις αὐτή, οὐδαμῶς δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν, ὅτι καταργεῖ τὴν 3 παράγραφον τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν.Ζ. Ψηφίσματος, καθ’ ἣν τροπολογίαι ὑποβαλλόμεναι κατὰ τὴν συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ, συζητοῦνται χωρὶς νὰ παραπέμπωνται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος. Δηλαδή, ὅτι δικαίωμα πάντοτε ἑκάστου βουλευτοῦ παραμένει κατὰ τὰς συζητήσεις τῶν σχετικῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, νὰ ὑποβάλῃ τὰς τροπολογίας ἐκείνας, τὰς ὁποίας θεωρεῖ ἐνδεικνυομένας. Τὸ ἄρθρον 1 μόνον ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν δυνάμεθα νὰ τὸ ἀποδεχθῶμεν, δηλαδή, ὅτι ἀφορᾷ τὴν διαδικασίαν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ τηρηθῇ διὰ τὰς τροπολογίας αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν πρὸ τῆς 1ης Ἰουνίου, δηλαδή, ὅτι ἐκκρεμεῖς τροπολογίαι δύνανται ἤδη νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν πρὸς ἐπεξεργασίαν.
§56Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἡ γραμματικὴ ἑρμηνεία εἶναι διάφορος ἐπ’ αὐτοῦ.
§57Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἢ θὰ διαρρυθμίσωμεν ἄλλως τὴν γραμματικὴν διατύπωσιν ἢ θὰ κάμωμεν αὐτὴν τὴν δήλωσιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 2, τοῦ καθορισμοῦ δηλαδὴ τῶν ἡμερῶν, νομίζω, ὅτι εὐστοχωτέρα εἶναι ἡ διαρρύθμισις, τὴν ὁποίαν ἀπεφάσισεν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ ἐπιθυμῶ νὰ συστήσω εἰς τοὺς κ. συναδέλφους νὰ δεχθοῦν τὴν πρότασιν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ὥστε νὰ καθορισθοῦν δύο ἡμέραι διὰ τὰς Συνταγματικὰς συζητήσεις, μία διὰ τὴν Νομοθετικὴν Ἐργασίαν, νὰ παραμείνουν αἱ δύο ἡμέραι τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου κατὰ τὸν Κανονισμόν, καὶ νὰ ἀπόκειται εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχῃ Νομοθετικὴ Ἐργασία ἢ ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι ἀνάγκη νὰ προωθηθῇ περαιτέρω ἡ Συνταγματικὴ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος, νὰ ὁρίζῃ συνεδρίασιν καὶ διὰ τὸ Σάββατον. Διαφωνῶ ὅμως ἀπολύτως πρὸς τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 2, καθ’ ἣν ἀναβαλλόμενα σύνολα νομοθετημάτων, δύνανται νὰ ψηφίζωνται, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις καθ’ ὅλας τὰς ἐργασίμους ἡμέρας. Ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας, κ. βουλευταί, ἐπὶ τῆς διατάξεως αὐτῆς. Τὰ σύνολα νομοθετημάτων πρέπει νὰ ψηφίζωνται κατὰ τὰς ἡμέρας Νομοθετικῆς Ἐργασίας, καθ’ ἃς εἶναι ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ οἰκείᾳ ἡμερησίᾳ διατάξει. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ δεχθῶμεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς κάθε συνεδρίασιν, εἴτε αὕτη εἶναι ἐλέγχου, εἴτε αὕτη εἶναι Συνταγματική, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προτείνωνται πρὸς ἐπιψήφισιν σύνολα νομοθετημάτων. Εἶναι ἀπαραίτητον νομίζω νὰ ψηφίζωνται μετὰ τὴν ἐγγραφήν των εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἡ πεῖρα μας καὶ ἡ πεῖρα ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος εἰς περισσοτέρας τῶν Ἐπιτροπῶν Ἐξουσιοδοτήσεως, μᾶς λέγει ὅτι κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ συνόλου εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐφιστᾶται ἡ προσοχὴ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχουν παρακολουθήσει καὶ γνωρίζουν τὸ νομοθέτημα, διότι πολλάκις γίνονται ἀνωμαλίαι καὶ σφάλματα. Συνεπῶς νομίζω, ὅτι ἡ παράγραφος αὕτη πρέπει νὰ διαγραφῇ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 3 διὰ τὴν καθιέρωσιν ἠλαττωμένης ἀπαρτίας διὰ τὰς Συνταγματικὰς συζητήσεις, νομίζω ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ ἀρχὴ νὰ καθιερώσωμεν ἠλαττωμένην ἀπαρτίαν. Ὅταν δι’ ἕνα νομοθέτημα καὶ ἐντελῶς τυπικὸν ἀπαιτῆται κατὰ τὸ Σύνταγμα ἕνα ἐλάχιστον ὅριον ἀπαρτίας, δὲν νοεῖται, ὅτι προκειμένου περὶ Συνταγματικῶν συζητήσεων, πρέπει νὰ καθιερώσωμεν ἠλαττωμένην ἀπαρτίαν. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον 3 καὶ νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ὡς ἔχει. Ἐὰν ὅμως παρὰ ταῦτα ἡ Βουλὴ θὰ ἐνόμιζεν ὅτι πρέπει νὰ περιορίσῃ τὸ ἐλάχιστον ὅριον ἀπαρτίας διὰ τὰς Συνταγματικὰς συζητήσεις, νομίζω, ὅτι τοῦτο θὰ πρέπει νὰ γίνῃ διὰ πᾶσαν συζήτησιν, γενομένην ἐνώπιον ἡμῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖται ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν καθιεροῦται ἐλάχιστον ὅριον ἀπαρτίας διὰ τὰς συζητήσεις, ἀλλὰ ἀπαιτεῖται μόνον τὸ ¼ τοῦ συνόλου τῶν βουλευτῶν διὰ τὰς ἀποφάσεις, νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας, εἶναι εὔστοχον νὰ καθιερωθῇ τοῦτο, διότι ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Κώης, κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 ὑπῆρχε καὶ ἡ Γερουσία καὶ τὰ νομοθετήματα μετὰ τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπεξεργασίαν των περιεπέμποντο καὶ εἰς τὴν Γερουσίαν. Ὑπῆρχον συνεπῶς περισσότεραι ἐγγυήσεις καὶ ἡ διάταξις αὕτη ἦτο ἴσως τότε σκόπιμος. Ἀλλὰ ἐὰν θελήσωμε νὰ καταργήσωμε τὸ ἐλάχιστον ὅριον τῆς ἀπαρτίας διὰ τὰς Συνταγματικὰς συζητήσεις, πρᾶγμα ποὺ ἡ Βουλὴ δὲν θὰ πρέπει νὰ παραδεχθῇ, ἐὰν παρ’ ἐλπίδα ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἤθελε παραδεχθῆ τὴν πρότασιν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 28 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, ὑπῆρχε καὶ ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, ὅτι ἀπόφασις θεωρεῖται καὶ ὁ τερματισμὸς τῆς συζητήσεως, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ τερματίζεται ἡ συζήτησις, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ τὸ ἐλάχιστον ὅριον τῆς ἀπαρτίας, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται διὰ τὴν λῆψιν ἀποφάσεως.
§58Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ αὐτό.
§59Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὑπενθυμίζω εἰς τὸ Σῶμα, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐλήφθη μὲ πλειοψηφίαν μόνον μιᾶς ψήφου.
§60Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἡ γνώμη εἶναι ὅτι, πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ὑπάρχουσαν ἀπαρτίαν. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω καὶ πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος, θέλω νὰ κάμω μίαν γενικωτέραν παρατήρησιν. Οὔτε μὲ τὰ ἑκάστοτε ψηφίσματα, οὔτε μὲ τὴν καθιέρωσιν ηὐξημένων ὡρῶν, οὔτε μὲ τὴν κατάργησιν τοῦ ἐλαχίστου ὁρίου ἀπαρτίας εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσουν αἱ ἐργασίαι τοῦ Σώματος. Αἱ ἐργασίαι τοῦ Σώματος τότε μόνον θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ προχωρήσουν, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἀποφασίσῃ νὰ παρακολουθῇ τακτικὰ τὰς συνεδριάσεις, νὰ κατευθύνῃ τὰς ἐργασίας καὶ νὰ πειθαρχῇ τὴν πλειοψηφίαν της. Ἔχομεν τὴν πεῖραν τῶν ἐργασιῶν τοῦ θέρους. Τότε ἐπεμείναμεν ὅτι ἦτο ἄστοχος ἡ διάταξις τοῦ ΝΖ ψηφίσματος, ὅτι ἦσαν ἄσκοποι αἱ πρωϊναὶ συνεδριάσεις καὶ ἐπαληθεύσαμεν. Ἐπέστη ὁ καιρὸς νὰ προωθηθῇ ἡ ἀναθεώρησις, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Κυβέρνησις τὶ θέλει, τὶ ἐπιδιώκει, νὰ ἀποφασίσῃ δηλαδὴ ἐὰν θέλῃ πράγματι νὰ φθάσῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Μὲ τὴν συνεχιζομένην τακτικὴν τῆς σιωπῆς τῆς Κυβερνήσεως, ὁσαδήποτε ψηφίσματα καὶ ἂν ψηφισθοῦν, δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν.
§61Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Κύριοι βουλευταί, ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἐφανταζόμην ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καταστῇ ἀντικείμενον ἐπικρίσεων, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀρρωδεῖ πρὸ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων της, ὡς πρὸς τὴν προώθησιν τῶν Συνταγματικῶν συζητήσεων. Θὰ ἐνταχθῶ ἀσυζητητὶ μὲ τοὺς συναδέλφους τοὺς λέγοντας, ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιορισθῇ τὸ ὅριον τῆς ἀπαρτίας καὶ οἱ ὁποῖοι ἀνέπτυξαν, ὅτι καθ’ ἣν ὥραν εἰς ὡρισμένα τυπικὰ νομοθετήματα, ἀπαιτεῖται ὡρισμένη ἀπαρτία, θὰ ἦτο τελείως παράδοξον διὰ τὰς Συνταγματικὰς συζητήσεις νὰ θεσπίσωμεν μικροτέραν ἀπαρτίαν. Ὡς πρὸς τὰ ἄλλα, νομίζω ὅτι ἀσυζητητὶ τὸ καθῆκον ἡμῶν ὡς τὸ ἀντιλαμβάνεσθε, τοὐλάχιστον θὰ ἦτο νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἰσχύοντος ἄρθρου τοῦ Συντάγματος περὶ ἀπαρτίας, διότι ἐκεῖ νομίζω ὅτι ἐντοπίζεται τὸ ὅλον ζήτημα. Περὶ τοῦ ἂν δηλαδὴ ὑπάρχῃ ἀρκετὸς ζῆλος καὶ ἐνδιαφέρον, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀπαιτουμένη ἀπαρτία διὰ τὴν συζήτησιν. Καὶ τολμῶ νὰ εἴπω, ὅτι ἡ πρότασις δὲν εἶναι ὅλως ἀδικαιολόγητος μὲ τὴν πρᾶξιν. Νὰ προχωροῦμεν εἰς τὰς συζητήσεις μας ἀδιακρίτως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν παρόντων, βεβαίως ὄχι ἐνώπιον κενῶν ἑδωλίων, καὶ κατὰ τὰ ἄλλα αὐστηρῶς ἐχόμενοι τοῦ τύπου καὶ τοῦ γράμματος τοῦ Συντάγματός μας, εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ἔλλειψιν ἀπαρτίας, διὰ πᾶσαν συζήτησιν, ἡ ὁποία καταλήγει εἰς τὴν λῆψιν ἀποφάσεως. Αὐτό, νομίζω, ὅτι εἶναι τὸ ἐλάχιστον ὅριον τοῦ καθήκοντός μας, πρὸς στοιχειώδη σεβασμὸν τοῦ Σώματός μας. Περαίνων, κύριοι, νομίζω, ὅτι οὔτε ἡ Κυβέρνησις ἠμπορεῖ νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον μομφῶν καὶ ἐπικρίσεων, ὅτι ἠθέλησε κατὰ ἕνα τρόπον, ἄνευ τοῦ ὀφειλομένου σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους, νὰ δημιουργήσῃ διαδικασίαν ἄλλην ἀπὸ τὴν ἀπαιτουμένην διὰ τὰς συζητήσεις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν συμμετοχήν των εἰς τὰς συζητήσεις, νομίζω, ὅτι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἀντιλαμβάνεται τὴν σοβαρότητα τοῦ ἔργου τούτου τοῦ συντακτικοῦ καὶ τὴν ὑποχρέωσιν τῶν καθηκόντων του καὶ θὰ φροντίσῃ νὰ μὴ ἀπόσχῃ τῶν συζητήσεων. Ὡς πρὸς τὰς ἡμέρας τῶν συζητήσεων, νομίζω, καὶ ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι οὐδέποτε διενοήθη ἡ Κυβέρνησις νὰ περιορίσῃ τὸν ἔλεγχον. Αὐτὸ εἶναι ἡ πρώτη βάσις καὶ κατὰ ταῦτα, αἱ δύο ἡμέραι ἐλέγχου, πρέπει νὰ ὑφίστανται πάντοτε, διότι εἶναι ἀναφαίρετον δικαίωμα τῆς Βουλῆς τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου.
§62Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ποίου εἴδους ἔλεγχον θὰ κάνουμε;
§63Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Οἱ ἀποτελέσαντες τὴν πλειοψηφίαν εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ἐδέχθησαν τὸ ἄρθρον 28 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927.
§64Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν νομίζω, ὅτι θὰ ὑποβάλλεται ἔνστασις ἀπαρτίας, ἐὰν πράγματι δὲν εἶναι 118 βουλευταί. Πιστεύω δέ, ὅτι αἱ συζητήσεις θὰ προχωρήσουν κανονικῶς καὶ ὅτι κατ’ ἀνοχὴν, ὅπως ὑφίσταται ἄλλως τε παλαιότερον, δὲν θὰ ὑποβάλλεται ἔνστασις ἀπαρτίας διὰ τὴν ἁπλῆν συζήτησιν. Πάντως, νομίζω, ὅτι ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ συζητήσεων Συνταγματικῶν θεμάτων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μειωθῇ περαιτέρω ἡ ἀπαρτία καὶ ἐπανέρχομαι ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ ἐλέγχου. Ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, οὔτε κἂν διενοήθη νὰ περιορίσῃ τὸν ἔλεγχον καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὑφίστανται δύο ἡμέραι τῆς ἑβδομάδος διὰ τὸν ἔλεγχον. Ὡς πρὸς τὰ ἄλλα θέματα, πιστεύω ὅτι ἡ πρότασις τῶν 4 συναδέλφων περὶ συνδυασμοῦ ἐν τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ συντακτικοῦ καὶ νομοθετικοῦ ἔργου, θὰ ἀντιμετωπισθῇ μετὰ κατανοήσεως καὶ ἔχει κάποιαν σκοπιμότητα. Πρέπει, ἄλλωστε, νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι τὸ σύστημα τῶν πρωϊνῶν συνεδριάσεων ἀφ’ ἑνὸς ἀπέτυχεν καὶ ἀφ’ ἑτέρου καθιστᾶ τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως ἀδύνατον. Ἄλλωστε, τὸ σύστημα τῶν διπλῶν συνεδριάσεων καθ’ ἑσπέραν, ἤτοι ἕνα μέρος τῆς συνεδριάσεως νὰ διατίθεται διὰ τὸ συντακτικὸν ἔργον καὶ ἕνα ἕτερον μέρος διὰ τὸ νομοθετικόν, θὰ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀντιμετωπισθῇ τὸ σύνολον τῆς ἀποστολῆς καὶ τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐνώπιον ἡμῶν. Κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου, ὡς εἶπεν καὶ ὁ κ. Κανελλόπουλος, εἶναι χρήσιμον καὶ σκόπιμον, εὐνοούσης πρὸς τοῦτο καὶ τῆς ὑπάρξεως τῶν ἀεροπορικῶν συγκοινωνιῶν, νὰ εὑρίσκωνται οἱ κύριοι συνάδελφοι πλησίον τῶν συμπολιτῶν των.
§65Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Αἱ πρωϊναὶ συνεδριάσεις καὶ αἱ συνεδριάσεις τοῦ Σαββάτου, πρέπει νὰ ἀποκλεισθοῦν.
§66Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐπ’ αὐτῶν τῶν βάσεων, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ρυθμισθοῦν τὰ ζητήματα καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ χαρακτηρίζεται ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπουσιάζει καὶ τρόπον τινὰ φυγομαχεῖ ἐπὶ Συνταγματικῶν, μάλιστα, ζητημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα μάλιστα ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἄλλην τινὰ θέσιν, εἰ μὴ μόνον νὰ κατευθύνῃ τὰς συζητήσεις, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἔπραξε καὶ πράττει.
§67Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον μίαν ἀποσαφήνισιν τῶν ἀπόψεων τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἤθελον, δηλαδή, νὰ ἐρωτήσω, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ νομοθετικὴ ἐργασία κατὰ τὸν τρόπον ποὺ λέγει, ὅταν ὁ κάθε ὑπουργὸς ἐνδιαφέρεται ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον νὰ περάσῃ τὰ νομοσχέδιά του. Ἐγὼ ἔχω αὐτὴν τὴν ἀνησυχίαν καὶ αὐτὸν τὸν φόβον, ὅτι δὲν θὰ γίνεται ἔργον καὶ κάθε ὑπουργὸς θὰ κοιτάζῃ νὰ περάσῃ τὰ νομοσχέδιά του.
§68Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Αὐτὸ εἶναι ζήτημα συνειδήσεων.
§69Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Διατί, κύριοι συνάδελφοι, θέλετε νὰ δεσμεύετε τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ Προεδρεῖον δι’ ἑνὸς ψηφίσματος, καὶ πῶς νομίζετε, ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν μετὰ 4 ὥρας συζητήσεων ἐπὶ Συνταγματικῶν θεμάτων, μετέπειτα νὰ συνεχίζεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ ἄλλων σοβαρωτάτων θεμάτων; Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι δημοτικὸν σχολεῖον νὰ ἔχῃ 9– 10 μαθηματικὰ καὶ 10–11 ἑλληνικά.
§70Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ποίαν λύσιν προτείνετε, κύριε συνάδελφε;
§71Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Νὰ ὑφίσταται μεγάλη ἐλαστικότης εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἵνα, ἐν συνεννοήσει μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ καθορίζῃ ἑκάστοτε τὰ θέματα καὶ τὰς συζητήσεις, ἀφοῦ καθορισθῇ ὅτι αἱ δύο ἡμέραι τῆς ἑβδομάδος θὰ εἶναι ὁ ἔλεγχος. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἐν συνεννοήσει πάντοτε μὲ τὸ Προεδρεῖον, νὰ ρυθμίζῃ τὰ ζητήματα αὐτά. Διότι, ἐὰν π.χ. ὑπάρχῃ ἓν κατεπεῖγον νομοσχέδιον, θὰ πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα, διότι δὲν θὰ ὑπάρχῃ συνεδρίασις.
§72Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις εἰς ταῦτα.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Τσάτσος, ἔχει τὸν λόγον.
§74Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν μὲ ἐνδιαφέρει, οὔτε τὸ πρῶτον, οὔτε τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ ψηφίσματος· μὲ ἐνδιαφέρει τὸ τρίτον. Τὸ ἄρθρον 3 εἶναι τὸ κίνητρον, ἀσφαλῶς, τῶν ἐπιθυμιῶν τῶν Ἑλλήνων βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι τὸ συνέταξαν καὶ τὸ διετύπωσαν, διὰ νὰ κυρωθῇ τρόπος διευκολύνσεως τοῦ συνταγματικοῦ ἔργου. Καθ’ ἣν στιγμὴν διέρχεται τὸ Ἔθνος στιγμὰς ἀναμφισβητήτως κρισίμους, ἡ ἀπάθεια καὶ ἡ ἔλλειψις πραγματικῆς ἐπαφῆς μὲ τὰς ἀνησυχίας, αἱ ὁποῖαι ταράσσουν τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ, χαρακτηριστικὸ ἐξ ἀφορμῆς τῶν ὁποίων πάσχει σήμερον, δυστυχῶς, ὁ τόπος, πρέπει νὰ λείψουν. Παρατείνομεν ἐπὶ μακρὸν συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως τοῦ Συντάγματος, διότι θίγομεν συνταγματικὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἔπρεπε ἐλάχιστα νὰ μᾶς ἀπασχολήσουν καὶ ἔχομεν λησμονήσει ὑπὸ ποίας περιστάσεις διάγει τὸ Ἔθνος καὶ ἔχομεν λησμονήσει ὅτι ὀφείλομεν ἀπὸ καιροῦ ἤδη νὰ ἔχωμεν περατώσει τὸ Συνταγματικὸν ἔργον. Ἡ παράτασις τῆς ἀναθεωρητικῆς ἰδιότητος, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Βουλή, ἡ παράτασις αὐτὴ τῆς ἐμμέσου Συνταγματικῆς ἐκκρεμότητος, ἡ ὁποία δημιουργεῖται, διότι ἐπιτελεῖται ἔργον ἀναθεωρητικόν, εἶναι κάτι, τὸ ὁποῖον εἶναι προφανῶς ἀσυμβίβαστον καὶ πρὸς τὰς περιστάσεις καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους. Διὰ τοῦτο δὲν πρόκειται νὰ ἀμφισβητήσω ποσῶς τὴν ἀναμφισβήτητον ὀρθότητα ὅλων ἐκείνων τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα διετυπώθησαν μὲ ἀπόλυτον νομικὴν ἀκρίβειαν, ἰδιαιτέρως ἀπὸ τὸν συνάδελφον ἐξ Ἀχαΐας κ. Κόην, οὔτε πρόκειται νὰ ἀμφισβητήσω ὅσα ἄλλα ἐπιχειρήματα προσέθεσαν ἄλλοι συνάδελφοι, διότι ἀναμφισβητήτως εἶναι ὀρθὰ καὶ ἀναμφισβητήτως, ὑπὸ ὁμαλὰς περιστάσεις, ἡ νομοτεχνική, ἡ ὁποία ἔχει προκύψει ἐκ τῆς μακρᾶς πείρας, τῆς συναχθείσης εἰς ἠρέμους περιόδους, θὰ ἐπέβαλλε νὰ τηρηθοῦν ὅλαι αἱ διατυπώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται διὰ νὰ ψηφισθῇ τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα, δυστυχῶς, δὲν ψηφίζεται. Καὶ περιορίζομαι νὰ ἀναφέρω τὸ Σύνταγμα, διότι περὶ αὐτοῦ σήμερον πρόκειται. Καὶ πολλὰ ἄλλα πράγματα δὲν συμβαίνουν, τὰ ὁποῖα θὰ ἔπρεπε νὰ συμβαίνουν. Ἡμεῖς ἀπὸ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχομεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀπὸ τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἠμποροῦμε νὰ διαθέσωμεν, τίποτε ἄλλο δὲν δυνάμεθα νὰ προσφέρωμεν εἰς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἔργον της, παρὰ νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ψηφίσωμεν ὅλας ἐκείνας τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ διευκολύνουν, ἐπὶ τέλους, τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Δὲν θὰ μᾶς εὕρῃ ποτέ, ὁ ἱστορικός, ὁ ὁποῖος θὰ ἐρευνήσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς παρούσης Βουλῆς, νὰ ἔχωμεν παραλείψει ποτὲ κάτι τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συντείνῃ εἰς τὴν ταχυτέραν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Ὄχι, συνεπῶς, διότι διαφωνοῦμεν πρὸς ὅσα ὀρθὰ ἐλέχθησαν ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως, ἀλλὰ διότι πιστεύομεν ὅτι εἶναι ἐπιτακτικὴ ἡ ἀνάγκη τῆς ταχείας ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, δι’ αὐτὸν καὶ μόνον τὸν λόγον καὶ ἡμεῖς ἐψηφίσαμεν ὑπὲρ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 3 εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ ἐνταῦθα ὑποστηρίζομεν τοῦτο. Ἀπευθυνόμεθα πρὸς τὴν Βουλὴν ὡς σύνολον καὶ εἰς τοὺς συναδέλφους τῆς μειοψηφίας, διὰ νὰ ἐπισημάνωμεν τὸν κίνδυνον. Κύριοι, εἶναι ἀδύνατον, μὲ τὴν μακαριότητα, ἡ ὁποία μᾶς χαρακτηρίζει, νὰ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα. Πιστεύω, ὅτι πεποίθησις ὅλων εἶναι, ἐκ τῆς πείρας, ἡ ὁποία ἀπεκτήθη, ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν ψηφίζεται. Μακάρι νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν ἡ Κυβέρνησις ἢ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων, τὰ ὁποῖα τὴν ἀποτελοῦν, τὴν ἐπιβολὴν ἐπὶ τῆς πλειοψηφίας, ὥστε νὰ μὴ παρίσταται ἡ ἀνάγκη ἐπιψηφίσεως παρομοίων διατάξεων. Εἰς ἡμᾶς, προερχομένους ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, τοῦτο τὸ καθῆκον ἐγκύπτει: Νὰ μὴ ἔχῃ ὑπάρξει ἀπὸ μέρους μας καμμία ἀντίρρησις, ἡ ὁποία νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἐμπόδιον εἰς τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Ἐγὼ αἰσθάνομαι τὸ καθῆκον νὰ εἴπω, ὅτι μὲ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἐργαζόμεθα, συσσωρεύομεν λόγους ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀπομακρύνεται ἡ κοινὴ γνώμη ἀπὸ τὴν πεποίθησιν τὴν ὁποίαν εἶχε εἰς τὸ Σῶμα, συσσωρεύομεν κινδύνους, διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐνεργοῦμεν. Καὶ οἱ κίνδυνοι αὐτοί, εἶναι πλέον ὀφθαλμοφανεῖς καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἐξαιρετικῶς ὀξεῖαν τὴν ὅρασιν. Κύριοι, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποκτήσωμεν συνείδησιν τῆς κρισιμότητος τῆς καταστάσεως καὶ νὰ ἐπιτελέσωμεν τὸ καθῆκόν μας, χωρὶς νὰ χανώμεθα εἰς λεπτομερείας αἱ ὁποῖαι εἶναι κατάλληλοι δι’ ἄλλας περιστάσεις. Πάντως, τὴν εὐθύνην τὴν ἰδικήν μας, τὴν ἀποχωρίζομεν τελείως ἀπὸ τὴν εὐθύνην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Σώματος καὶ ἡ ὁποῖοι εἶχον τὸ καθῆκον νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἡ ἀνάγκη, ἡ ὁποία ἐπέβαλε τὴν πρότασιν αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν. (Χειροκροτήματα).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Σαρρῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§76Δ. ΣΑΡΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ ἔργον καὶ ἡ θέσις τῶν βουλευτῶν, εὑρίσκεται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Δυστυχῶς, ὅμως, εἴτε ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ Σώματος, εἴτε τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς προσδοκίας ἡμῶν καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἔχει σχηματισθῆ ἡ ἀντίληψις παρὰ τῷ λαῷ, ὅτι αἱ συζητήσεις τοῦ Σώματος ἔχουν καταστῆ ἄκαρποι. Παρατηρήσατε ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν πρώτην συνεδρίασιν τῆς Γʹ Συνόδου καὶ ἐν τούτοις, σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ψηφίσματος, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Τοῦτο τί σημαίνει; Ὅτι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἀντελήφθημεν αὐτὴν τὴν δυσφορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἔχομεν καταλήξει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ θέσις μας εἶναι περισσότερον κοντὰ εἰς τὸν λαὸν καὶ ὀλιγώτερον εἰς τὴν Βουλήν, εἰς τὴν ὁποίαν, ἐπαναλαμβάνω, ὑπὸ ὁμαλὰς συνθήκας εἶναι ἡ θέσις τῶν βουλευτῶν, διὰ νὰ συζητοῦν καὶ νὰ βουλεύωνται ἐπὶ τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὸ Ἔθνος. Μετὰ πάροδον 10 ἡμερῶν, κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ εὑρίσκωνται ἐδῶ πλέον τῶν 30–40 βουλευτῶν. Συνεπῶς, πρὸς τί ἡ συζήτησις, ἐὰν τὰ προηγούμενα Συντάγματα ἔχουν καθιερώσει διατάξεις, ὅτι πρέπει ἡ ἀπαρτία νὰ εἶναι τόση ἢ τόση. Εὑρισκόμεθα, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Τσᾶτσος, ἐκτὸς τῆς πραγματικότητος, δὲν θέλομεν νὰ ἀντιληφθῶμεν τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐργαζόμεθα. Καταλήγω εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμῇ νὰ λήξῃ τὸ συνταγματικὸν ἔργον τοῦ Σώματος, πράττει οὐχὶ ὀρθῶς, καθορίζουσα ὡς ἀπαρτίαν τὸ ¼, διότι οὐδέποτε θὰ τὸ εὕρῃ. Ἐὰν εἶναι ἐπάναγκες νὰ περαιωθῇ τὸ ἔργον αὐτό, πρέπει νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ ⅙ ἢ τὸ ⅐ καὶ νὰ σταματήσῃ ἡ θεωρία περὶ τῶν ⅖. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἀντιλήψεις μου, κ. Πρόεδρε, καὶ νομίζω, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης, τὴν ὁποίαν ἀντιμετωπίζομεν ὡς Σῶμα, ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Καλκάνης, ἔχει τὸν λόγον.
§78Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα παρὰ τῶν προλαλησάντων καὶ μετὰ τὰ ὅσα ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐξέθεσεν ἐνώπιον ἡμῶν, ἀπαλλασσόμεθα ἐντελῶς τῆς μακρᾶς συζητήσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως, κατ’ οὐδεμίαν ἐκδοχὴν νὰ μὴ ὑπογραμμίσω καὶ νὰ μὴ ἐπισημάνω τοῦτο τὸ γεγονός: Ὅτι πρόκειται περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, δηλονότι περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου, περὶ αὐτοῦ τούτου τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ρυθμίσῃ τὰς ἐξουσίας, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν ἐν τῷ Κράτει καὶ τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ἁρμοδιότητας ἑνὸς ἑκάστου. Πρόκειται, λοιπόν, περὶ ἔργου σοβαρωτάτου, περὶ ἔργου διὰ τὸ ὁποῖον χρειάζεται ἡ καταβολὴ πάσης ἐπιμελείας καὶ πάσης προσοχῆς, ἐὰν θέλωμεν νὰ εἶναι ἔργον ἀδιάβλητον, ἐὰν θέλωμεν νὰ εἶναι ἔργον ὅσον τὸ δυνατὸν τέλειον. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν προϋπόθεσιν, παραμένει καὶ εἰς ἐμὲ ἐντελῶς ἀκατανόητον, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ζητοῦμεν διὰ τὴν ψηφοφορίαν καὶ διὰ τὴν συζήτησιν ἑνὸς ἄρθρου ἁπλοῦ νομοθετήματος τὸν Α ἀριθμὸν βουλευτῶν καὶ πῶς προκειμένου περὶ σοβαρωτάτου ἔργου, ἔργον τὸ ὁποῖον ὑποτίθεται, τοὐλάχιστον, ὅτι πρέπει νὰ διαρκέσῃ ἐπὶ ὅσον τὸ δυνατὸν μακρότερον χρόνον, εἶναι δυνατὸν διὰ τὸ ἔργον αὐτό, τὸ οὑτωσὶ σοβαρόν, νὰ ζητοῦμεν μειωμένον ἀριθμὸν βουλευτῶν, τόσον διὰ τὴν συζήτησιν, ὅσον καὶ τὴν ψηφοφορίαν. Πιστεύσατέ με, ὅτι δι’ ἐμὲ εἶναι ἐντελῶς ἀκατανόητον καὶ ἀπορῶ καὶ ἐξίσταμαι, πῶς εἰς ὡρισμένας διανοίας ἐπεκράτησεν ἀντίθετος ἀντίληψις. Ἐὰν πρόκειται δι’ ἓν ἐλαφρότερον νομοσχέδιον, νὰ χρειάζωνται 100 βουλευταὶ καὶ διὰ τὸ Σύνταγμα νὰ χρειάζωνται 50, ὁμολογῶ, ὅτι ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν μαντικὴν δύναμιν νὰ ἐννοήσω καὶ νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν διάνοιαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔκριναν ἀντιθέτως τὸ πρᾶγμα. Ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένῃ κατάπληξις ἐν ἐμοί, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συμβιβασθοῦν τὰ πράγματα αὐτά, ὅταν πρόκειται περὶ σοβαρωτάτου πράγματος, διὰ τὸ ὁποῖον χρειάζεται εἰδικὴ προσοχή, λόγῳ τοῦ ὅτι θὰ διαρκέσῃ, ὅπως ὑποτίθεται ἐπὶ μήκιστον χρόνον, διότι ἀφορᾷ αὐτὸν τοῦτον τὸν θεμέλιον λίθον τοῦ πολιτεύματος, ἀφορᾷ αὐτὴν ταύτην τὴν ὑπόστασιν τοῦ Κράτους, δι’ αὐτὸ ζητοῦμεν μικρότερον ἀριθμὸν βουλευτῶν, ὡσὰν νὰ πρόκειται περὶ παρονυχίδος. Ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένῃ ἐμοί, πιστεύσατέ με, μυστήριον τὸ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συλλάβῃ μία ἀνθρωπίνη διάνοια τοιαύτην τινὰ διάκρισιν.
§79Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Παρακαλῶ νὰ σημειώσητε, ὅτι τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι νόμος ηὐξημένης τυπικῆς ἰσχύος, συζητεῖται ὑπὸ ἠλαττωμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν.
§80Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Εἶναι πράγματι ἀκατανόητον, δὲν εἶναι τρόπος τοῦ λέγειν, αὐτὸ τὸ ὁποῖον γίνεται. Εἶναι μία κατάπληξις, ἡ ὁποία μὲ συνέχει, ὅταν ἐδιάβασα τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Δηλαδή, λέγομεν, ὅταν πρόκειται νὰ ἀγορασθῇ ἓν κτῆμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀξίαν 100.000 λιρῶν, χρειάζονται 5–10 ἐκτιμηταὶ καὶ ὅταν πρόκειται νὰ ἀγορασθῇ ἓν κτῆμα, τὸ ὁποῖον ἔχει 10 λίρες, χρειάζονται 50 ἐκτιμηταί. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συλληφθῇ μὲ λογικὸν εἱρμὸν τοιαύτη σκέψις. Δι’ αὐτὸ εἶμαι ἄντικρυς ἀντίθετος πρὸς αὐτό. Ἐὰν τοὐλάχιστον ἔλεγεν ὅτι καὶ διὰ τοὺς νόμους, διὰ τὴν ψήφισιν τῶν νόμων, χρειάζεται ὁ ἠλαττωμένος αὐτὸς ἀριθμός, δὲν θὰ εἶχον οὐδεμίαν ἀντίρρησιν, ἀλλὰ ὅταν γίνεται ἡ διάκρισις ὅτι διὰ τὸ σοβαρὸν ἔργον χρειάζεται ὀλίγος ἀριθμὸς καὶ διὰ τὸ εὐτελὲς ἔργον χρειάζεται μεγαλείτερος ἀριθμὸς βουλευτῶν, δι’ ἐμὲ ἐξακολουθεῖ ἡ κατάπληξίς μου νὰ εἶναι τεραστία. Τώρα, ὅσον ἀφορᾷ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐλέχθη, ὅτι ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ εἶναι χωρισταὶ αἱ Συνεδριάσεις διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, καὶ χωρισταὶ αἱ Συνεδριάσεις διὰ τὴν Συνταγματικὴν ἐργασίαν, αὐτὸ βεβαίως εἶναι τὸ καλλίτερον, αὐτὸ εἶναι τὸ τέλειον διότι θὰ ἀπασχολῆται κανεὶς ἐν συνεχείᾳ, μὲ ἕνα εἱρμὸν πλήρη διὰ τὴν Συνταγματικὴν ἐργασίαν καὶ δὲν θὰ ἦτο ὀρθὸν τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν συζητεῖται τὸ Σύνταγμα, ὅπως προσφυῶς ἐλέχθη, ὡς εἰς σχολεῖον νὰ διακόπτεται ἡ συζήτησις. Ἐὰν ὑπῆρχεν ἕνας τρόπος νὰ διορθωθῇ τοῦτο, δὲν θὰ εἶχον οὐδεμίαν ἀντίρρησιν, ἀλλὰ βλέπω, ὅτι λόγῳ τοῦ περιωρισμένου ἀριθμοῦ τῶν 5 ἡμερῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἡμέραι ἐργασίας, δὲν ὑπάρχει τρόπος, διότι ἐὰν ἀφήσωμε μίαν μόνον ἡμέραν νομοθετικῆς ἐργασίας, δὲν νομίζω, ὅτι θὰ εἶναι ἀρκετή. Δι’ αὐτὸ κατ’ ἀνάγκην τείνω νὰ ἀποδεχθῶ νὰ παραμείνῃ, ὅπως ὁρίζει τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα, νὰ παραμείνουν αἱ ἡμέραι τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας μέχρι τῆς ἐνάτης. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχα νὰ κάνω καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ κρίνουσα, ὅπως πάντοτε, ἐν ὅλῃ τῇ εὐρύτητι τῆς σκέψεώς της, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἀποδεχθῇ τὰς ἀντιλήψεις αὐτάς.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος, ἔχει τὸν λόγον.
§82Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὅταν συνεζητεῖτο τὸ προηγούμενον ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου καθωρίσθη ὁ τρόπος τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ διάστημα τῶν θερινῶν μηνῶν, ἔλαβον τὸν λόγον καὶ εἶχον διατυπώσει, ὁμιλῶν πρὸς ὑμᾶς, πολλὰς ἐπιφυλάξεις, ὡς πρὸς τὴν δυνατότητα καὶ χρησιμότητα τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν περίοδον αὐτὴν τῆς Βουλῆς, περίοδον ἡ ὁποία συμπίπτει πρὸς περίοδον δυσκόλου καὶ κρισίμου ἐθνικοῦ ἀγῶνος. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἡ Βουλὴ ἐχαρακτηρίσθη ἤδη διὰ τῶν ἐκλογῶν, ὡς Ἀναθεωρητική, καθῆκόν της εἶναι νὰ προβῇ ἔστω καὶ ἀκαίρως εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος καὶ καθῆκόν της εἶναι, ἑπομένως, ἐπίσης νὰ ἐξεύρῃ τὰ καταλληλότερα μέσα, διὰ νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ ἔργον της, τὸ μέγα. Τὰ μέσα εἶναι ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, τὰ μέσα εἶναι αἱ ὧραι ἐργασίας τῆς Βουλῆς, τὰ μέσα εἶναι ἡ προθυμία τῶν βουλευτῶν, ὅπως ἐργασθοῦν. Δυστυχῶς, ἤδη κατὰ τὴν ἀποψινὴν συνεδρίασιν, διαπιστοῦται ἡ ἔλλειψις προθυμίας τῶν περισσοτέρων βουλευτῶν, ὅπως ἐργασθοῦν. Εἶναι ἡ πρώτη Συνεδρίασις τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκλήθημεν ὅπως συνεδριάσωμεν πράγματι, διότι αἱ προηγούμεναι συνεδριάσεις ἀφεώρων τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προεδρείου καὶ κατὰ τὴν πρώτην αὐτὴν συνεδρίασιν τὰ ἑδώλια εἶναι κενά. Κύριοι βουλευταί, εἶπεν βεβαίως ὁ κ. Σαρρῆς καὶ συμμερίζομαι τὴν ἄποψίν του, ὅτι πολλοὶ τῶν κ.κ. βουλευτῶν, αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως εὑρίσκωνται ἀλλοῦ καὶ ὄχι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν.
§83Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. (Ἀργολιδοκορινθίας). Κατὰ παράλειψιν καθήκοντος, βεβαίως.
§84Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλά, ἐρωτῶ τὸν κ. Σαρρῆν, οἱ ἀπουσιάζοντες κατὰ τὴν ἀποψινὴν συνεδρίασιν κ.κ. βουλευταί, εὑρίσκονται ὅλοι εἰς τομεῖς ἐπικινδύνους, εὑρίσκονται ὅλοι εἰς τομεῖς κρισίμους;
§85ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§86Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι οἱ περισσότεροι τῶν κυρίων βουλευτῶν, δηλαδὴ σχεδὸν ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παρευρέθησαν κατὰ τὴν ἐκλογήν, τοῦ Προεδρείου χθὲς καὶ προχθές, εὑρίσκονται καὶ ἀπόψε εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ ἐν τούτοις δὲν παρευρίσκονται μεθ’ ἡμῶν, εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Δὲν αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην κἂν νὰ παραστοῦν εἰς τὴν αἴθουσαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχουσι κληθῆ, ὅπως ἐργασθοῦν. Εἶναι, λοιπόν, ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐφ’ ὅσον δὲν λύεται διὰ τῆς λειτουργίας τῆς αὐτονόμου, τῆς συνειδήσεως ἑκάστου βουλευτοῦ ἰδιαιτέρως, πρέπει νὰ λυθῇ κατὰ κάποιον τρόπον, διὰ τῆς ἐπιβολῆς, δηλαδή, τῆς ἡγεσίας τῶν διαφόρων Κομμάτων. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι βουλευταί, νὰ ἐξακολουθῶμεν δίδοντες αὐτὴν τὴν εἰκόνα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Καὶ συζητοῦμε περὶ τῶν ὡρῶν, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, καὶ τῶν ὡρῶν, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν, μελέτην καὶ ψήφισιν τῶν νόμων. Κύριοι βουλευταί, καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ παρελθόντος χειμῶνος — δὲν ὁμιλῶ κἂν περὶ τοῦ θέρους, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τέλους θέρος δυσχεραίνει κάπως τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐνωρὶς τὸ ἀπόγευμα — καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ παρελθόντος χειμῶνος, οὐδέποτε ἡ Βουλὴ συνῆλθεν ἢ μᾶλλον ἤρχισε συνεδριάζουσα, πρὸ τῆς 7ης ἢ 7ης καὶ ἡμισείας βραδυνῆς. Καὶ ζητοῦμεν τώρα, ἡ Βουλή, ἡ ὁποία ἤδη ἀπόψε παρουσιάζει τόσα κενὰ ἑδώλια, νὰ συνέρχεται εἰς τὰς 5 τὸ ἀπόγευμα... Τὸ θεσπίζομεν αὐτὸ εἰς Συντακτικὴν Πρᾶξιν, διότι τὰ ψηφίσματα εἶναι συντακτικοῦ περιεχομένου νομοθετήματα. Ἀπαιτοῦμεν, λοιπόν, νὰ συνέρχεται ἡ Βουλὴ εἰς τὰς 5 τὸ ἀπόγευμα καὶ μέχρι τῆς 8ης, ὅπως ἐζήτησεν ὁ κ. Καλλίας, ἢ μέχρι τῆς 9ης, ὅπως θεσπίζει τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς, θὰ προβαίνωμεν εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, καὶ μετὰ τὰς 9 θὰ εἶναι τόση ἡ προθυμία τῆς ἤδη χαρακτηριζομένης ὑπὸ τόσων κενῶν ἑδωλίων Βουλῆς, ὥστε θὰ εἰσερχώμεθα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Κύριοι βουλευταί, ἀμφιβάλλω, ἐὰν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα, καί, ἐπειδὴ ἔχω τὴν ἀμφιβολίαν αὐτήν, ἀμφιβολίαν ἡ ὁποία βασίζεται ἐπὶ τῆς πείρας τῶν δύο ἐτῶν, νομίζω ὅτι, δὲν πρέπει διὰ ψηφισμάτων, ὅπως εἶναι τὸ ὑπὸ συζήτησιν ψήφισμα, νὰ καταστήσωμεν ἔτι δυσχερέστερον τὸ ἔργον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, ἐν πάσῃ περιπτώσει, καλούμεθα νὰ ἐπιτελέσωμεν, τὸ ἔργον δηλαδὴ τὸ νομοθετικόν. Διὰ τῶν ψηφισμάτων, ὅπως εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν ἀπόψε, δυσχεραίνομεν ἐκεῖνο τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπὶ τέλους ἀρρήκτως συνυφασμένον μὲ τὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἔργου, διότι ἡ νομοθεσία εἶναι ἀρρήκτως συνυφασμένη μὲ τὴν διακυβέρνησιν τῆς χώρας. Ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος δὲν ἀφορᾷ, καὶ εἶσθε ὅλοι περὶ αὐτοῦ πεπεισμένοι, τόσον θεμελιώδη προβλήματα τῆς συντάξεως τοῦ Κράτους μας, ὥστε, νὰ εἶναι ἀπόλυτος ἡ ἀνάγκη τῆς παραμερίσεως τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου, διὰ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν τακτοποίησιν τῆς συγκροτήσεως καὶ συντάξεως τῆς Πολιτείας. Συντεταγμένη εἶναι ἡ Πολιτεία μας. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ τροποποιήσωμε, θὰ εἶναι λεπτομέρειαι, θὰ εἶναι λέξεις, θὰ εἶναι τελεῖαι καὶ κόμματα, δὲν πρόκειται νὰ τροποποιήσωμε βασικὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος.
§87Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Πῶς ἐξηγεῖτε αὐτὴν τὴν ἀπροθυμίαν τῆς Βουλῆς διὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ προσέλθῃ, ἐφ’ ὅσον χθὲς καὶ προχθὲς ἡ Βουλὴ ἦτο πλήρης; Πῶς ἐξηγεῖται αὐτὴ ἡ ἀπροθυμία;
§88Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, νὰ μὴ δώσω ἀμέσως τὴν ἀπάντησιν. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ συνεχίσω τὸν συλλογισμόν, τὸν ὁποῖον διετύπωσα καὶ θὰ εἰσέλθω κατόπιν εἰς τὸ θέμα αὐτό. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν παραμέρισιν τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποστῇ μεγάλην μείωσιν, ὅπως ὑπέστη κατὰ τὸ διάστημα τοῦ θέρους.
§89Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Τὸ ἔχει λύσει ἡ Κυβέρνησις, κάμνει ἀναγκαστικοὺς νόμους.
§90Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ τὸ ἐπιτρέψωμεν. Παραμεριζομένου κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου, θὰ συντελῆται τὸ νομοθετικὸν ἔργον καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ὑπὸ μόνης τῆς Κυβερνήσεως.
§91Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Φοβοῦμαι μήπως ἀσκεῖται καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
§92Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε δὲ νὰ προσθέσω ὅτι θεωρῶ κατ’ ἐξοχήν, κατὰ τὴν περίοδον αὐτὴν τὴν κρίσιμον, σπουδαιότερον τὸ ἔργον τὸ νομοθετικόν, ἀπὸ τὸ ἔργον τῆς μᾶλλον τυπικῆς καὶ νομικῆς συμβατικῆς ἀναθεωρήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Τὸ νομοθετικὸν αὐτὸ ἔργον, εἰς τὸ ὁποῖον καλούμεθα νὰ συμβάλλωμεν, εἶναι ἔργον τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ συνδεθῇ μὲ τὴν προστασίαν μαζῶν, αἱ ὁποῖαι βασανίζονται, δοκιμάζονται καὶ πένονται. Εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ συνυφανθῇ μὲ τὴν ὑπόστασιν τοῦ Κράτους, καὶ τοῦ ὑπαλληλικοῦ μας ὀργανισμοῦ, τῆς διοικήσεως, δηλαδὴ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Κράτους. Εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον θὰ πρέπει νὰ συνυφανθῇ μὲ τὴν βοήθειαν, τὴν ὁποίαν καλούμεθα νομοθετικῶς νὰ θεσπίσωμεν εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν μαχομένων, μὲ τὴν βοήθειαν τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ θεσπίσωμεν εἰς τὸν μαχόμενον στρατόν. Αὐτὸ εἶναι τὸ κύριον ἔργον, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ ἐπιτελέσῃ ἡ Βουλή. Δὲν νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι δικαιούμεθα νὰ τὸ παραπέμψωμεν εἰς τὰς κατὰ τὴν 9ην νυκτερινὴν νυσταλέας φυσιογνωμίας μας. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ παραπέμψωμεν τὸ κύριον ἔργον τῆς Βουλῆς, εἰς μίαν ὁμάδα μόνον ἐλαχίστων βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ παραμένουν μετὰ τὴν 9ην βραδυνήν, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἔχουν καὶ αὐτοί, παραμένοντες, τὴν διάθεσιν, καὶ τὸ πραγματικὸν ἐνδιαφέρον, ὅπως ἐπιληφθοῦν σοβαρῶς τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβαλλομένων εἰς ἡμᾶς νομοσχεδίων.
§93Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἐπειδὴ ὡμιλήσατε περὶ μαζῶν, καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωμεν διὰ τὰς μάζας, ξεύρετε ὅτι οἱ ἀνταρτόπληκτοι ἔχουν φθάσει τὸν ἀριθμὸν αἰσίως τῶν 700 χιλιάδων, ὁ δὲ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὥρισεν ὅτι ἐκεῖνοι, δικαιοῦνται κάποιας σχετικῆς προνοίας, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὁλοκληρωτικῶς λεηλατηθέντες, ἤ εἶναι πυροπαθεῖς; Ὅλος ὁ ἄλλος πληθυσμὸς τῶν ἀνταρτοπλήκτων, ὁ ὁποῖος συνεκεντρώθη εἰς τὰς πόλεις, διότι φοβεῖται τοὺς κομμουνιστάς, καὶ ὁ φόβος του εἶναι βάσιμος, αὐτὸς δὲν παίρνει ἐκεῖνα τὰ ἐλάχιστα ψιχία, ποὺ ἔπαιρνε μέχρι χθές. Καὶ τί ἔπαιρνον αὐτοί; Ἔπαιρνον 500 δραχμὰς καθ’ ἥν στιγμὴν οἱ κομμουνισταί, οἱ ὁποῖοι ἦσαν εἰς τὰ στρατόπεδα συγκεντρώσεως ἔπαιρνον 3 χιλ. δραχμάς. Διωρθώθη αὐτὸ κατόπιν ἐπεμβάσεώς μας καὶ ἔφθασαν νὰ παίρνουν 1.500 δραχ. οἱ ἀνταρτόπληκτοι καὶ 3 χιλ. πάλιν οἱ κομμουνισταί. Καὶ ἐπειδὴ ὡμιλήσατε περὶ ἀπροθυμίας τῶν κ. κ. συναδέλφων, ἔχω νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς: Τὴν ἀπροθυμίαν αὐτὴν τὴν δίδει ἡ Κυβέρνησις. Ἡ ἔλλειψις τόνου ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία διευθύνει τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Βλέπετε πόσοι ὑπουργοὶ εἶναι παρόντες; Διατί ὁμιλεῖτε περὶ βουλευτῶν; Πόσοι ὑπουργοὶ εἶναι σήμερον παρόντες ἐντὸς τῆς Βουλῆς; Ἀλλὰ ἡ ὅλη κατάστασις εἶναι κακή, καὶ πρέπει νὰ λάβωμεν μέτρα ριζικά, ταχέα καὶ κεραυνοβόλα, διότι σήμερον τορπιλλίζομεν τὸν Κοινοβουλευτισμὸν κατὰ τὸν χειρότερον τρόπον.
§94Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Ἐλευθεροφρόνων, ἀλλὰ βεβαίως συμμερίζομαι ἀπολύτως τὴν ἀγωνίαν, ἡ ὁποία τὸν κατέχει καὶ ἀκριβῶς, συμμεριζόμενος τὴν ἀγωνίαν αὐτήν, θεωρῶ ἐπιβεβλημένον νὰ ἐπαναλάβω πρὸς ὑμᾶς, κύριοι βουλευταί, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιδοθῶμεν κυρίως εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔργον. Πρέπει νὰ ἀφήσωμεν, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, τὴν ὑπερβολικὴν νομικὴν καὶ νομοτεχνικὴν ἐπίδοσιν καὶ σοφιστείαν, ἡ ὁποία μᾶς διέπει, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνέβη κατὰ τὸ διάστημα τοῦ θέρους, ὅπου, συνηρχόμεθα ἐλάχιστοι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν βουλευταί, καὶ συνεζητούσαμε περὶ ὅλων τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος καὶ περὶ ἐκείνων, ὡς πρὸς τὰ ὁποῖα εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι δὲν χρειάζεται καμμία μεταβολή. Νὰ ἀφήσωμε τὴν τακτικὴν τῆς ἐπιδείξεως τῶν γνώσεών μας καὶ νὰ ἐπιδοθῶμεν, ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ κάποτε νὰ ἡγηθῇ τοῦ τόπου, πράγματι νὰ ἐπιδοθῶμεν εἰς τὸ ἔργον τὸ νομοθετικόν, καὶ εἰς τὸ ἔργον βεβαίως ἐπίσης τοῦ ἐλέγχου. Αὐτὸ δὲν θίγεται ὑπὸ τοῦ ψηφίσματος, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ὁμιλῶ περὶ αὐτοῦ. Ἀλλὰ τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου ἡ σημασία εἶναι παμμεγίστη. Ἔχομεν παραλείψει, κύριοι βουλευταί, τὸ κύριον μέλημά μας, κατὰ τὸ διάστημα τῶν 2 καὶ ἥμισυ ἐτῶν. Τὸ κύριον μέλημά μας εἶναι, νὰ νομοθετήσωμεν κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς κρισίμους περιστάσεις, τὰς ὁποίας διέρχεται τὸ Ἔθνος. Καὶ δὲν ἔχει περάσει σχεδὸν κανένα νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον πράγματι νὰ εἶναι εἰς τὸ ὕψος τῶν περιστάσεων αὐτῶν καὶ νὰ ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἐπιταγὴν τοῦ Ἔθνους καὶ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ πάσχοντος Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τοῦ ἀγωνιζομένου Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Ἐκτὸς τούτου, κατὰ τὸ διάστημα τῶν μηνῶν ποὺ ἡ Βουλὴ ἦτο κλειστή, ἐψηφίσθη ἕνας τεράστιος ἀριθμὸς νομοθετημάτων, ἐξεδόθη μᾶλλον, διότι δὲν πρόκειται περὶ Ψηφοφορίας. Ὅλα ταῦτα τὰ νομοθετήματα εἶναι δυνατὸν μετὰ τὴν 9ην βραδυνήν, εἰς 2 ἤ 3 συνεδριάσεις τὴν ἑβδομάδα νὰ συζητηθοῦν; Εἶναι ἀδύνατον. Ἑπομένως νομίζω ὅτι πρέπει, εὑρισκόμενοι, κατ’ ἀνάγκην, ἐνώπιον τοῦ διλήμματος αὐτοῦ, νὰ θυσιάσωμεν τὸ οὕτως ἢ ἄλλως συμβατικὸν μᾶλλον νομοθετικόν μας ἔργον, ἢ νὰ θυσιάσωμεν τὸ κύριον ἔργον εἰς τὸ ὁποῖον εἴμεθα τεταγμένοι, τὸ ἀναθεωρητικόν. Καταλήγω εἰς τὴν πρότασιν ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ σχέδιον ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ἀφήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς νὰ ὁρίζουν ἐλευθέρως τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἡ δυνατότης, ἵνα προχωροῦμεν καὶ εἰς τὴν συζήτησιν τὴν ἀφορῶσαν τὸ Σύνταγμα. Διὰ νὰ ὑπάρχῃ δὲ ἡ δυνατότης θὰ ἀναβάλωμεν τὴν ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος συζήτησιν, ἡ ὁποία συζήτησις ἄλλωστε, ὡς ἀπέδειξε τὸ παρελθὸν δὲν ὁδηγεῖ εἰς πράγματι θετικὸν ἀποτέλεσμα, ἐφ’ ὅσον ἐπὶ δύο ὁλοκλήρους μῆνας δὲν ἐψηφίσθησαν παρὰ μόνον 7 ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Τί ὠφελεῖ ἡ συζήτησις αὐτή, κύριοι, ἐὰν ἡ θυσία τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα ἐντὸς 2 ἤ 3 μηνῶν τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος; Θὰ ἔλεγον ἐπὶ τέλους, κ. βουλευταί, ἐπὶ 2 ἤ 3 μῆνας ἄς προβῶμεν εἰς τὴν προσωρινὴν αὐτὴν θυσίαν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ θυσίας. Θὰ παρατείνεται ἐπ’ ἄπειρον ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, χωρὶς νὰ καταλήγωμεν εἰς ταχεῖαν λύσιν τοῦ προβλήματος καὶ τοιουτοτρόπως ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους, ἐπὶ ἔτος ὁλόκληρον, ἐπὶ 1½ ἔτος ἀκόμη, αὐτὸ εἶναι τὸ ὑπολοιπόμενον εἰς τὸν βίον τῆς Βουλῆς μας, θὰ συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος θυσιάζοντες τὸ κύριον ἔργον μας, τὸ νομοθετικόν. Προτείνω, λοιπόν, κύριοι, ὅπως ἀπορριφθῇ τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ψήφισμα. Ὅπως ἀποφασίσωμεν...
§95Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἐὰν ἀπορριφθῇ θὰ ἰσχύῃ τὸ προηγούμενον.
§96Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι αὐτονόητον, ὅτι ἡ ἀπόρριψις αὐτοῦ θὰ πρέπει νὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν κατάργησιν τοῦ προηγουμένου, καὶ νὰ ἀφήσωμεν ἐλευθέραν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ὅπως προβαίνουν κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας εἰς τὴν λύσιν τοῦ Θέματος αὐτοῦ, ὁρίζοντες, τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἡ συζήτησις θὰ γίνῃ ἐπὶ νομοθετημάτων ἤ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Αὐτὸ ἄλλωστε ἀνταποκρίνεται καὶ εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος, διότι δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐκδίδωνται τοιούτου εἴδους ψηφίσματα νομοθετικοῦ περιεχομένου. Ἐὰν κάποτε κανεὶς ἱστορικὸς τοῦ μέλλοντος, καὶ ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι ὁ κ. Θ. Τσάτσος ἐπεκαλέσθη τοῦτο, καταδεχθῇ νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὰ πρακτικὰ τοιούτων συνεδριάσεων θὰ κακίσῃ τὴν Βουλήν μας, διότι τοιαῦτα Θέματα, ὅπως εἶναι αἱ ὧραι ἐργασίας μιᾶς Βουλῆς, δὲν δύνανται νὰ περιλαμβάνωνται εἰς νομοθετήματα συντακτικοῦ περιεχομένου ὡς εἶναι τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον ψηφίσματος.
§97Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Τὰ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος μᾶς εὑρίσκουν ἀπολύτως συμφώνους. Ἐὰν ἐγένετο ἡ συζήτησις, προεκλήθη ἐκ τῆς ὑποβολῆς ψηφίσματος καὶ οὐχὶ ἐκ Κυβερνητικῆς πρωτοβουλίας. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠμποροῦσε παρὰ νὰ δέχεται ὑφιστάμενα ψηφίσματα καὶ τοιοῦτον ψήφισμα ὑπάρχει, ὡς γνωρίζετε, τὸ ΝΖ. Ἐὰν σήμερον, ὀρθότατα, ὑποστηρίζομεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συμπτυχθῇ ἡ νομοθετικὴ ἐργασία τῆς Βουλῆς, τοῦτο τὸ ὑπεστήριξα καὶ ἄλλοτε, ἀλλὰ θὰ ἦτο ἐποικοδομητικὸν ἀπὸ πάσης πλευρᾶς ἐὰν ἡ Βουλὴ ἠσχολεῖτο μὲ τὸ νομοθετικὸν ἔργον, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ κυρίως ἔργον της. Καὶ ἐκ παραλλήλου, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχῃ ὁ ζῆλος τῶν κ. κ. συναδέλφων νὰ προχωρήσωμεν καὶ εἰς τὸ ἀναθεωρητικόν μας ἔργον. Κατὰ ταῦτα συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος. Ὑπεστήριξεν εἰς τὴν προηγουμένην ἀγόρευσίν του, τονίσας τὴν ἀνάγκην τῆς ηὐξημένης δυνατότητος νομοθετικοῦ ἔργου. Ἡ δευτέρα τροπολογία λέγει (ἀναγινώσκει): «............................» Θὰ ἔλεγον ὅτι 3 ἡμέραι τῆς ἑβδομάδος θὰ ἦτο πολὺ ὀλίγον διὰ νὰ κάμωμεν καὶ τὰ δύο ἔργα καὶ τότε θὰ ἔπρεπε νὰ θυσιασθῇ καί τὸ Σάββατον.
§98Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν τροπολογίαν αὐτήν, ἄν καὶ ὑμεῖς τὴν υἱοθετεῖτε, ὅτι δηλαδὴ θὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ Προεδρεῖον νὰ κανονίζῃ τί θὰ συζητοῦμεν κατὰ τὰς συνεδριάσεις τοῦ Σώματος ἑκάστοτε, θὰ ἔλεγον ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ τοῦτο: Θὰ πρέπει νὰ ὁρισθῇ ὅτι ἡ ἡμερησία διάταξις θὰ διανέμεται ἐγκαίρως εἰς τοὺς βουλευτάς. Διότι, ἐὰν, κ. Πρόεδρε, ὁρίσητε τὴν μεσημβρίαν ὅτι τὸ ἀπόγευμα θὰ γίνῃ νομοθετικὴ ἐργασία, πῶς θὰ εἴμεθα ἕτοιμοι τὸ ἀπόγευμα;
§99Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ θὰ εἶναι μέλημα τοῦ Προεδρείου.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Ἐθνικῶν Φιλελευθέρων ἔχει τὸν λόγον.
§101Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Νομίζω, ὅτι ἐφθάσαμε νὰ δεχώμεθα ψηφίσματα δι’ ἀσημάντους ἀφορμάς, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ τηρήσωμεν τὰ ψηφίσματα εἰς κάποιαν περιωπὴν καὶ διὰ πολὺ σοβαρὰ ζητήματα. Ἀλλὰ ἀφοῦ ἐφθάσαμεν ἤδη μέχρις ἐκεῖ, προκειμένου περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως προηγουμένου ψηφίσματος, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι διὰ νέου τοιούτου νὰ τὸ τροποποιήσωμεν. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δεχθῶμε μερικὰς τροποποιήσεις γενικῆς μορφῆς καὶ νὰ μὴ εἰσέλθωμεν εἰς λεπτομερείας, ὅπως ἐκάμαμεν εἰς τὸ προηγούμενον ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ του ἀπεδείχθη ἀνεφάρμοστον. Τὸ προηγούμενον ὥριζε καὶ ὥρας διαρκείας τῶν συνεδριάσεων. Θὰ ἤθελον νὰ μὴ ὑποπέσωμε καὶ σήμερον εἰς παρόμοιον παράπτωμα. Νομίζω, ὅτι καὶ τὸ 2ον καὶ τὸ 3ον ἄρθρον πρέπει νὰ διαγραφοῦν καὶ πρέπει νὰ περιορισθῶμεν μόνον εἰς τροποποιήσεις τοῦ 1ου ἄρθρου, τὸ ὁποῖον προβλέπει τὸν καθορισμὸν τῶν ἐργασιῶν μας. Καὶ ἐγὼ συντάσσομαι μὲ τὰ ὅσα ἐλέχθησαν, ὅτι πρέπει νὰ ὁρίσωμεν: δύο ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος ἀποκλειστικῶς ὡς ἡμέρας κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, αἱ δὲ ὑπόλοιποι ἡμέραι τῆς ἑβδομάδος νὰ ὁρίζωνται ὑπὸ τοῦ Προεδρείου, ἐν συνεννοήσει μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὴν ἑπομένην ἑβδομάδα, ποῖαι ἐξ αὐτῶν θὰ εἶναι διὰ νομοθετικὴν καὶ ποῖαι δι’ ἀναθεωρητικὴν ἐργασίαν, ἀναλόγως τῶν ὑφισταμένων νομοθετικῶν ἀναγκῶν. Ἐκεῖνο ἐπίσης τὸ ὁποῖον παρετηρήθη, εἶναι ὅτι καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ οἱ ἄλλοι ρήτορες — μόνον ὁ κ. Τουρκοβασίλης ἔκαμεν ἀντίθετον παρατήρησιν — συνέστησαν εἰς τὸ Σῶμα προθυμίαν κατὰ τὰς συνεδριάσεις τὰς ἀναθεωρητικάς. Ἐγὼ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ συνίστα ὁμοίαν προθυμίαν καὶ εἰς τὰ λοιπὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν συζητήσεων. Οἱ ὑπουργοὶ εἶναι μέλη τοῦ Σώματος καὶ πρέπει νὰ δεικνύουν καὶ αὐτοί τὸ ἴδιον ἐνδιαφέρον.
§102Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Πρὸ ὀλίγου παρίσταντο δέκα ὑπουργοί.
§103Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Εἶναι καταπληκτικὸν τὸ ὅτι παρευρίσκοντο τόσοι.
§104Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ἐὰν αὐτὴν τὴν στιγμὴν παρίσταντο 20 ὑπουργοὶ εἰς τὰ ἑδώλιά των, νομίζω ὅτι αὐτὸ θὰ ἐπέδρα καὶ ἐπί τῶν φίλων των βουλευτῶν. Ἐπίσης θὰ ἤθελον, ὄχι βέβαια νὰ τὸ βάλωμεν εἰς τὸ ψήφισμα, ἀλλὰ νὰ ἀποφασίσωμεν, καὶ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ἀποδώσῃ σημασίαν, εἰς τὴν ἀκρίβειαν τῆς ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων. Ἐγὼ θὰ ἤθελον νὰ φθάσωμεν μέχρι τῆς σχολαστικότητος, ὅταν τὸ ὡρολόγιον σημαίνῃ τὴν ὥραν 6, νὰ σημαίνῃ καὶ ὁ κώδων τοῦ Προέδρου τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως. Ἡ ἀκρίβεια εἶναι πολιτισμός, ἡ ἀκρίβεια βοηθεῖ ὅλους μας. Ὄταν γνωρίζωμεν τὴν ἀκριβῆ ὥραν τῆς ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων, ἕκαστος θὰ κανονίζῃ τὴν ἔγκαιρον ἄφιξίν του. Καὶ ἀποτελεῖ, οὕτως εἰπεῖν, καὶ ἀνευλάβειαν πρὸς τοὺς συναδέλφους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ εἶναι ἀκριβεῖς, νὰ ἀναμένουν, χάριν τῶν καθυστερούντων. Φρονῶ, ὅτι καὶ ἐὰν κάποτε συντρέχῃ ἔκτακτος λόγος Κυβερνητικὸς διὰ τὴν μὴ κανονικὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως, καὶ τότε ὁ κ. Πρόεδρος νὰ ἀρχίζῃ τὴν συνεδρίασιν καὶ νὰ ἐξηγῇ τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους θὰ πρέπει νὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν ἐπὶ ὡρισμένην ὥραν καὶ ὄχι νὰ ἀναμένουν οἱ κ. κ. βουλευταὶ ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν καί πλέον. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ θὰ συντελέσῃ πολὺ εἰς τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος καὶ θὰ δώσῃ τῆς μεγαλυτέρας τάξεως μίαν εὐπρέπειαν τόσον χρήσιμον διὰ τὴν σοβαρότητα τῆς Βουλῆς.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζέρβας ἔχει τὸν λόγον.
§106Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ἠκούσθησαν, κ. βουλευταί, μερικαὶ καινοφανεῖς θεωρίαι καὶ γνῶμαι ἀπόψε, σχετικῶς μὲ ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, οὔτε κὰν θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ. Προκειμένου, δηλαδὴ νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ψήφισις τοῦ Συντάγματος εἰσηγήθησαν τινὲς ἐκ τῶν συναδέλφων, νέον καθορισμὸν τῶν ἡμερῶν, ἀκόμη καὶ τῶν ὡρῶν, καθ’ ἃς τὸ Σῶμα θὰ ἀσχοληθῇ. Ἀλλὰ πρὸς τί αὐτό; Ἔχομεν, κύριοι, ἕνα ψήφισμα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἔφερεν ἡ Κυβέρνησις πρὸ τετραμήνου περίπου καὶ τὸ ὁποῖον τότε ἀπεδέχθημεν. Καὶ ἔφερε τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο, ὅπως θὰ ἐνθυμεῖται τὸ Σῶμα, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἐθεώρει ὡς ἐπιτακτικὴν τὴν ἀνάγκην, νὰ τερματισθῇ τὸ ταχύτερον τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον ἡμῶν. Ἡμεῖς εἴπαμε τότε εἰς τὴν Κυβέρνησιν περίπου τὰ ἑξῆς: Διατί ὕστερα ἀπὸ διετῆ σιγὴν τώρα μόνον ἐνεθυμήθητε, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι Ἀναθεωρητική; Μήπως τάχα ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος ἐθεωρεῖτο ἕως σήμερον ὡς μία ἁπλῆ, ἁπλουστάτη ὑπόθεσις καὶ τὴν ὁποίαν μόνον τώρα ἐνεθυμήθη ἡ Κυβέρνησις; Αὐτὰ περίπου εἴπαμε τότε, ὅτε ἤχθη πρὸς ψήφισιν τὸ ΝΖʹ ψήφισμα καὶ προσεθέσαμεν: Ἐφ’ ὅσον, ἔστω καὶ ἀργὰ, ἔστω καὶ μετὰ διετίαν ἐνεθυμήθητε τὸ Σύνταγμα, ἡμεῖς θὰ ἀποδεχθῶμεν τὸ ψήφισμά σας, εὐχόμενοι ὅμως, ὅπως, τώρα τοὐλάχιστον, χωρήσητε μετὰ σπουδῆς εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος καὶ πρὸς τὴν λῆξιν τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου τῆς παρούσης Βουλῆς. Εἴπαμε τὰ ἀνωτέρω τότε, διότι εἴχαμε τὴν γνώμην, ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν ἦτο ἕνα ἐπουσιῶδες ἔργον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἕνα σοβαρόν, σοβαρώτατον τοιοῦτον ἔργον, χάριν τοῦ ὁποίου, ἄλλως τε καὶ συνεκροτήθη ἡ παροῦσα Βουλή. Βεβαίως, ἡμεῖς τοὐλάχιστον, δὲν εἴμεθα ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν, ὅτι μόνον διὰ τὸν λόγον αὐτὸν συνεκροτήθη ἡ παροῦσα Συνέλευσις καὶ ὅτι εἰς τὰς σημερινὰς κρισίμους ὥρας, δὲν ὑπάρχουν καὶ ἄλλα σοβαρώτατα θέματα, τὰ ὁποῖα καλούμεθα νὰ ρυθμίσωμεν, ἐν τούτοις, ἀναγνωρίζομεν ὅτι παρίσταται ἀνάγκη νὰ τερματισθῇ τὸ θέμα τοῦ Συντάγματος. Παρὰ ταῦτα, δὲν εἶναι δυνατόν, μετὰ τὴν πάροδον ἀπράκτου ἑνὸς ἀκόμη τετραμήνου, νὰ δικαιολογήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἀφοῦ ἐπὶ δύο ἔτη καὶ πλέον παρέλειψε τὸ κύριον αὐτῆς ἔργον, μᾶς καλεῖ ἤδη νὰ δεχθῶμεν μίαν νέαν πρότασιν τροποποιοῦσαν τὸ ΝΖʹ ψήφισμα καὶ ἐπιπροσθέτως ζητεῖ διὰ ταύτης τὰ ρυθμίσωμεν ὄχι μόνον τὰς ἡμέρας, ἀλλὰ καὶ τὰς ὥρας τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος καὶ νὰ ρυθμίσωμεν ταύτας κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῶν προτεινόντων Βουλευτῶν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ μὲ ὑπεχρέωσε νὰ εἴπω ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ὅτι ἡ ἀποψινὴ συζήτησις οὔτε ἔπρεπε κἂν νὰ ὑπάρξῃ. Διὰ νὰ μὴ ταλαιπωρήσω τὴν Βουλήν, λέγω τοῦτο. Θὰ ἤρκῃ νὰ μᾶς προταθῇ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐν εἴδει προτάσεως, μᾶς παρουσίασεν ἀπόψε ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡμεῖς ἐρωτώμενοι νὰ ἀπαντούσαμε. Ἢ ἀκόμα θὰ ἦτο ἀρκετὸν νὰ γίνῃ μία συνεννόησις Προεδρείου τῆς Βουλῆς καὶ Κυβερνήσεως, καὶ αὕτη νὰ μᾶς ἀνεκοινοῦτο καὶ ἔτσι θὰ παρῆλκεν ἐντελῶς τὸ νὰ ἔλθωμεν ἀπόψε καὶ νὰ ἀναλώσωμεν μίαν ἑσπέραν ὁλόκληρον, διὰ νὰ καταλήξωμεν τελικῶς, ὅπως πιστεύω, εἰς αὐτὸ τὸ ὁποῖον, προτεινόμενον ἀπὸ τὸν Πρόεδρον, ἢ μετὰ συνεννόησιν αὐτοῦ μὲ τὴν Κυβέρνησιν θὰ εὕρισκε ὅλο τὸ Σῶμα σύμφωνον. Καταλήγων, κύριοι βουλευταί, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι, αἱ δύο ἡμέραι ἐλέγχου πρέπει νὰ παραμείνουν ἀπαραιτήτως, οἱ ἄλλαι τρεῖς, μετὰ προηγουμένην συνεννόησιν Κυβερνήσεως καὶ Προεδρείου, νὰ κανονίζωνται, ἐὰν αὗται θὰ εἶναι ἡμέραι καθαρῶς νομοθετικοῦ ἔργου ἢ τοιούτου ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τουρκοβασίλης ἔχει τὸν λόγον.
§108Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δὲν εἶμαι καθόλου σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ συνδυασθῇ τὸ Νομοθετικὸν καὶ τὸ Συντακτικὸν ἔργον κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν. Εἶναι κάτι τί, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι νοητόν. Ἐγὼ θὰ εἶχον νὰ προτείνω τὸ ἑξῆς: Τὸ Νομοθετικὸν ἔργον τῆς Κυβερνήσεως θὰ πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς μίαν ἡμέραν. Ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται ἀπὸ ἑνὸς καὶ πλέον ἔτους εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ὁλόκληρος ὁ νομοθετικὸς ὀργασμός της ὑποτίθεται ὅτι ἐξηντλήθη καὶ ἐὰν ὑπάρχει ἀνάγκη σοβαρῶν Νομοθετημάτων, τότε βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἀποδοχὴν ἢ τὴν ἔγκρισίν των ἡ Βουλή. Ἀλλὰ τὸ νὰ ὁρίσωμεν, ὅτι τρεῖς ἡμέραι τῆς ἑβδομάδος θὰ εἶναι Νομοθετικὴ καὶ Συνταγματικὴ ἐργασία, εἶναι ἀπαράδεκτον. Μία, λοιπόν, ἡμέρα διὰ τὸ Νομοθετικὸν ἔργον, τρεῖς ἡμέραι διὰ Συνταγματικόν, τοὐλάχιστον ἐπὶ τι χρονικὸν διάστημα καί ὑποθέτω ὅτι ἐὰν θελήσωμεν καὶ θέλει καὶ ἡ Κυβέρνησις, διὰ τὴν ὁποίαν ἐξακολουθῶ νὰ ἐπιμένω ὅτι δίδει τὸν τόνον καὶ τὸν ρυθμὸν τῆς γοργότητος τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, ἐὰν θελήσῃ εἶναι ζήτημα ἑβδομάδων τὸ νὰ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα. Εἶναι εὐτύχημα ὅτι ἀπεδέχθη ἡ Βουλή, ὅτι ὡς σχέδιον Συντάγματος θὰ ληφθῇ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 καὶ ὄχι τὸ προσχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον παρενείρει διαφόρους νέους θεσμούς, οἱ ὁποῖοι ἀπαιτοῦν μίαν μακροτάτην συζήτησιν. Μὲ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ὡς βάσιν, μὲ ὀλίγην προθυμίαν Βουλῆς καὶ Κυβερνήσεως, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ ψηφίσωμεν ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν. Καὶ ἀφοῦ τὸ ψηφίσωμεν, τότε εἰσερχόμεθα εἰς τὸν κανονικὸν ρυθμὸν τῆς Νομοθετικῆς μας ἐργασίας. Περιορισμὸς λοιπὸν τῆς Νομοθετικῆς ἐργασίας ἕως ὅτου ἀποπερατωθῇ ἡ συζήτησις τοῦ Συντάγματος, εἰς μίαν ἡμέραν. Περιορισμὸς ἀκόμη καὶ τοῦ ἐλέγχου εἰς μίαν ἡμέραν. Δὲν ἔχω καμμίαν ἐπιθυμίαν νὰ ἐκδηλώσω συμπάθειαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, κοινοβουλευτικοὺς ἐλέγχους ἐκάμομεν εἰς τὸ παρελθὸν καὶ μᾶς ἀπησχόλησαν ἐφ’ ὁλοκλήρους συνεδριάσεις. Ἐρωτῶ: Ποῖον τὸ ἀποτέλεσμα; Ἄς θυσιάσωμεν, λοιπόν, μίαν ἡμέραν κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου εἰς τὴν Συνταγματικὴν συζήτησιν. Μία, λοιπόν, ἡμέρα ἐλέγχου, μία Νομοθετικῆς ἐργασίας καὶ τρεῖς ἡμέραι Ἀναθεωρητικῆς ἐργασίας. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ταχυτέραν λύσιν αὐτοῦ τοῦ προβλήματος, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται. Κύριοι βουλευταί, τὸ σχέδιον Ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον κατετέθη δὲν εἶναι ἄνευ χρησιμότητος, διότι ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἀπορριφθῇ, θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ἰσχύῃ τὸ ΝΖʹ ψήφισμα καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ἔχωμεν πρωϊνὰς συνεδριάσεις. Ἦτο ἀναγκαῖον τὸ Ψήφισμα καὶ δὲν πρέπει νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις ἀπόψε χωρὶς νὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς προτάσεως αὐτῆς, καθ’ ὃν τρόπον ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τὸ ἀποδεχθῇ ἡ Βουλή, καταργοῦντες τὰς σχετικὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι καθιεροῦν πρωϊνὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Εἶναι δυνατόν, κύριοι, ἐὰν θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἐπιμένω εἰς τὴν γνώμην αὐτήν, ἐὰν θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ δώσῃ τὸν τόνον καὶ τὸν ρυθμὸν τῆς γοργότητος τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, ἐντὸς ἑβδομάδων μόνον, ἐφ’ ὅσον ἐδέχθη ὅτι σχέδιον συζητήσεως θὰ ἀποτελέσῃ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, νὰ τελειώσωμεν τὸ ἀναθεωρητικόν μας ἔργον, ὁπότε πλέον εἰσερχόμεθα εἰς τὰ καθαρῶς Νομοθετικά μας ἔργα καὶ ρυθμίζομεν τὰς ἐργασίας, ὡς προβλέπει ὁ Κανονισμός.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Λεονάρδος ἔχει τὸν λόγον.
§110Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, προφανῶς ἐκ λάθους, ὁ κατὰ πάντα μορφωμένος ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐτόνισεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις τελεῖ ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος καὶ ὅτι αὐτὸς δὲν ἔχει γνῶσιν αὐτοῦ καὶ συνεπῶς δὲν εὐθύνεται. Θὰ διέλαθε τῆς προσοχῆς του, ὅτι ναὶ μὲν ἡ Κυβέρνησις δὲν κατέθηκεν τὰ ψηφίσματα, ἀλλὰ ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῶν συζητήσεων συντάσσηται ὑπὸ τοῦ Προεδρείου ἐν συνεννοήσει μὲ τὴν Κυβέρνησιν.
§111Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Εἶμαι ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχω γνῶσιν, ἀλλὰ σᾶς ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἔχω γνῶσιν. Νομίζω ὅτι θὰ πρέπει νὰ γίνω πιστευτός.
§112Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς ἐβιάσθη νὰ ἀπαντήσῃ, διότι ἐγὼ δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀντιδικίαν πρὸς αὐτόν, ἀλλὰ εἶπα ὅτι διέλαθε τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ὁ Κανονισμὸς, ὁ ὁποῖος λέγει τοῦτο: «Ἡ ἡμερησία διάταξις τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς συντάσσεται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς». Δὲν εἶναι ἑπομένως δικαίωμα τῶν βουλευτῶν νὰ κανονίζουν τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Δὲν ἀναγράφουν αὐτοὶ τὰ ψηφίσματα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ἦτο ἰδικόν σας δικαίωμα, κ. ὑπουργέ, νὰ φέρετε τὰ ψηφίσματα ταῦτα πρὸς συζήτησιν.
§113Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Αὐτὸ εἶναι ἔλεγχος. Δὲν ἠμπορῶ νὰ καταννοήσω τὸν σκοπὸν τῆς συζητήσεως.
§114Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ὀφείλεται εἰς τὸν ἰσχυρισμὸν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει γνῶσιν τοῦ ψηφίσματος.
§115Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουρ. Δικαιοσύνης). Πρόκειται περὶ ζητήματος καθαρῶς διαδικασίας καὶ ἐν τούτοις βλέπω ὅτι ὑπάρχουν συνεχῆ παράπονα, κατὰ τὴν ἐπὶ 4ωρον καὶ ἀδοκήτως συνεχιζομένην συζήτησιν, συνεχῆ παράπονα καὶ μεμψιμοιρίαι, ὡς πυρὰ ὁμαδόν, κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς παραλειπούσης τὸ καθῆκον της. Καὶ ἐρωτῶ: Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς ἕνα λογικὸν συμπέρασμα; Ὅλαι αἱ πτέρυγαι τῆς Βουλῆς συμπίπτουν, διότι εἶναι γεγονός, ὅτι καθίσταται ἀναγκαῖον ὡρισμένα θέσφατα, τὰ ὁποῖα πρακτικῶς ἀπεδείχθησαν ὅτι εἶναι ἀνεφάρμοστα, νὰ ρυθμισθῶσι πρακτικώτερον. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Ἐθνικοφρόνων, μάλιστα, εἶπε, ὅτι θὰ ἐθυσίαζε καὶ μίαν ἡμέραν κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον οὔτε ἡ Βουλή, οὔτε ἐγὼ ἀπετόλμησα νὰ διανοηθῶ, διὰ νὰ διευκολυνθῇ τὸ ἔργον τοῦ Σώματος.
§116Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἀπορῶ πῶς ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εὑρίσκει ὅτι κάμνω ἔλεγχον. Ἐγὼ ἁπλῶς ἀπήντησα εἰς τὸ λεχθὲν παρ’ αὐτοῦ, ὅτι δὲν ἔχει γνῶσιν ἡ Κυβέρνησις τοῦ ψηφίσματος. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ἀπολύτως σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν πρῶτος διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Τρικκάλων, κ. Βαμβέτσος. Δὲν παρίσταται λόγος νὰ κανονίζωνται αἱ ἐργασίαι τοῦ Σώματος διὰ ψηφίσματος. Θὰ ἔπρεπε μάλιστα τὸ ψήφισμα τοῦτο νὰ τροπολογηθῇ διὰ τελευταίας διατάξεως, ὅτι καταργοῦνται ἀμφότερα τὰ ψηφίσματα, καὶ τοῦτο καὶ τὸ προηγούμενον καὶ νὰ ἀφεθῇ μία ἐλευθερία εἰς τὸ Προεδρεῖον νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, κανονίζον τὰς ἡμέρας τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, τῆς συνταγματικῆς καὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Οὕτω πως, θὰ ἠδύνατο ἡ Βουλὴ περισσότερον ἀποδοτικῶς νὰ κανονίζῃ τὰς ἐργασίας της. Τὰ ψηφίσματα εἶναι κάτι τί τὸ δεσμευτικόν καὶ κάμνομεν κατάχρησιν, διαρκῶς, ψηφισμάτων. Πρέπει νὰ τεθῇ εἰς αὐτὸ ἕνα τέρμα τὸ ταχύτερον. Προτείνω λοιπὸν ὅπως ὡς τελευταία διάταξις, τεθῇ εἰς τὸ ψήφισμα ὅτι ἀπὸ σήμερον καταργοῦνται καὶ τὰ δύο ψηφίσματα.
§117ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ πρῶτον.
§118Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τὸ ἄλλο ψήφισμα ἔχει καὶ μερικὰς χρησίμους διατάξεις. Ὁρίζει δηλαδή, καὶ τὰς ὥρας κλπ. κατὰ τὰς ὁποίας θὰ διαρκῇ ἡ συζήτησις. Δὲν εἶναι ἑπομένως δυνατὸν νὰ καταργηθῇ ὁλόκληρον.
§119Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Ἐν τῇ συζητήσει τοῦ Συντάγματος, δὲν ἐφηρμόσθη καμμία διάταξις.
§120Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μὲ ἀφήσετε νὰ συμπληρώσω τὴν σκέψιν μου. Εἶπον λοιπόν, ὅτι εἶμαι σύμφωνος, ὅπως εἶπε καὶ ὁ κ. Βαμβέτσος καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κανονίζωνται διὰ ψηφισμάτων αἱ ἐργασίαι τοῦ Σώματος καὶ συνεπῶς παρίσταται ἀνάγκη καταργήσεως τῶν διατάξεων τῶν Ψηφισμάτων αὐτῶν, πλὴν ἐκείνων αἱ ὁποῖαι ρυθμίζουν τὰς ὥρας, ἂν καὶ ἐκεῖναι θὰ ἠδύναντο νὰ ρυθμισθοῦν δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Διατὶ νὰ γίνεται διὰ ψηφίσματος ὅτι καθορίζονται 8 ὧραι πρὸς συζήτησιν καὶ ὄχι δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς; Εἶμαι ἐξ ἄλλου ἀπολύτως σύμφωνος μὲ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος, προκειμένου περὶ νόμων ἀναγκαστικῶν. Δὲν θὰ θελήσω νὰ στενοχωρήσω ἐκ νέου τὸν ἀξιότιμον κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ὁποῖον ἐκτιμῶ καὶ ὑπολήπτομαι, ἀλλὰ πόσοι ἀναγκαστικοὶ νόμοι ἐδημοσιεύθησαν μέχρι σήμερον, διὰ νὰ ἴδωμεν πόσαι ὧραι ἐργασίας νομοθετικῆς χρειάζονται διὰ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐντὸς τοῦ Συντάγματος; Δὲν πιστεύω νὰ ἐσκέφθη ἡ Κυβέρνησις ὅτι δὲν ἰσχύει ὁ νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν. Διότι ἔχει ὑπερβῆ τὰ ἐσκαμμένα ἡ Κυβέρνησις, προκειμένου, δημοσιεύουσα ἀναγκαστικοὺς νόμους ἀσημάντους, τοὺς ὁποίους μάλιστα ἡ Βουλὴ καὶ αἱ κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ εἶχον ἀπορρίψει. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ καθορισθοῦν......
§121Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουρ. Δικαιοσύνης). Ἄλλο θέμα αὐτό.
§122Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἑβδομήκοντα ἐννέα νόμοι, λέγει τὸ σημείωμα τῆς ὑπηρεσίας τῆς Βουλῆς, ὅτι ἔχουν ἐγκριθῇ ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον; Δὲν εἰσέρχομαι εἰς ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ 79 ἀναγκαστικοὶ νόμοι ἐψηφίσθησαν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης καὶ ἀποτελεῖ τοῦτο πλήρη παραβίασιν τοῦ Συντάγματος καὶ δημιουργεῖ εὐθύνην τῶν ὑπουργῶν τεραστίαν. Δὲν νομίζομεν ὅτι δὲν ἰσχύει ὁ νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν καὶ ἐὰν δὲν ἴσχυσεν ἐπὶ δύο ἔτη, νὰ ἐπανέλθῃ ἐν ἰσχύϊ ἀμέσως. Εἶναι ἀνάγκη συνεπῶς, αἱ ἡμέραι νομοθετικῆς ἐργασίας νὰ καθορισθοῦν, καὶ εἰ δυνατόν, ὅσαι καὶ ἦσαν. Κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος ἐπίσης, δύο ἡμέραι. Ἐγὼ θὰ ἐπρότεινον μάλιστα μέχρι λήξεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ ΟΗΕ, νὰ σταματήσῃ ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος. Θὰ πρέπει νὰ σταματήσωμεν τὰς ἐπερωτήσεις, ἐφ’ ὅσον οὐδὲν σοβαρὸν θέμα δικαιούμεθα κατὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ συζητήσωμεν, ἐφ’ ὅσον ἄλλως τε δὲν ἐπιτρέπεται, σύμφωνα μὲ τὰς δηλώσεις αὐτὰς νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ζητημάτων, ἐπὶ τῶν φλεγόντων αὐτῶν ζητημάτων ποὺ ἀφοροῦν τὴν ζωὴν τῆς χώρας, τὰ φλέγοντα αὐτὰ ζητήματα ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐξαρτᾶται ἡ ζωὴ τῆς φυλῆς μας, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ τὰ συζητήσωμεν διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτραπῶμεν, νὰ δημοκοπήσωμεν, ὅπως πολλάκις ἐτόνισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§123Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Θὰ σᾶς παρακαλέσω......
§124Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Μὰ δὲν μὲ ἀφήνετε νὰ συνεχίσω.
§125Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἐπιθυμῶ νὰ διασαφηνισθῇ......
§126Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Νὰ λάβετε τὸν λόγον μετά καὶ νὰ εἰπῆτε ὅ,τι θέλετε.
§127Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Σᾶς λέγω ὅτι εἶσθε ἐκτὸς θέματος.
§128Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν ἠμπορεῖ νὰ τὴν κάνῃ μόνον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ὄχι ὑμεῖς. Δὲν δυνάμεθα συνεπῶς νὰ συζητήσωμεν τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα. Ἀλλὰ ποῖον ἄλλο ἠμποροῦμεν νὰ συζητήσωμεν; Εἶναι ἐγγεγραμμένη ἡ ἐπερώτησίς μου περὶ τῆς Διοικήσεως. Εἶναι καὶ αὐτὸ σοβαρὸν θέμα καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλέσῃ μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἔκδηλος εἶναι ἡ γνώμη τῶν περισσοτέρων βουλευτῶν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου. Εἶναι δυνατὸν νὰ προκληθῇ ἴσως καὶ διάσπασις τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἡμεῖς τοὐλάχιστον πιστεύομεν ὅτι πρὸ τοῦ τερματισμοῦ τῶν συζητήσεων τοῦ ΟΗΕ, δὲν πρέπει νὰ γίνουν τοιαῦται συζητήσεις. Ἰδού, λοιπόν, ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἂς μείνῃ θεωρητικὸς ὁ ἔλεγχος ὁ κοινοβουλευτικός, ἐγγεγραμμένος διὰ δύο ἡμέρας, ἀλλ’ ἀναβαλλόμενος ἑκάστοτε, ἀφοῦ ὅμως γίνονται εἰς τὴν ἀρχὴν αἱ ἐρωτήσεις καὶ αἱ ἀναφοραὶ διὰ νὰ δίδωνται πληροφορίαι. Κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς τοῦ ἐλέγχου νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς νομοθετικὴν ἐργασίαν, διότι δὲν νοεῖται ἔλεγχος ἄνευ ψηφοφοριῶν ἐπὶ τόσων σοβαρῶν ζητημάτων.
§129Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Οὔτε καὶ ἀποτέλεσμα ἔχει.
§130Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Σύμφωνοι. Τερματίζων συνεπῶς τὴν μακράν μου ἀγόρευσιν ἡ ὁποία ἐπροκάλεσεν τὴν στενοχωρίαν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης λέγω: Νὰ καταργηθῇ τὸ ψήφισμα πλὴν τῶν διατάξεων ἐκείνων περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα, νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμὸς μόνον, καθοριζομένων τῶν ἐργασιῶν καὶ ἀκολούθως: Δύο ἡμέραι διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ προσερχώμεθα κατὰ μίαν ὥραν ἐνωρίτερον, τοὐλάχιστον, ἀπὸ τὴν κανονικήν. Ἀντὶ νὰ ἐρχώμεθα εἰς τὰς 6, νὰ ἐρχώμεθα εἰς τὰς 5 ἢ 4.30′, καὶ νὰ μένωμεν καὶ μίαν ὥραν βραδύτερον. Ἐπίσης νὰ καθορισθοῦν 2 ἡμέραι Νομοθετικῆς ἐργασίας, διότι πρέπει νὰ ἐπιφέρωμεν τὰς διορθώσεις καὶ νὰ ψηφίσωμεν τὰ σύνολα καὶ ἑπομένως ἔχομεν ἀνάγκην δύο ἡμερῶν διὰ τὴν Νομοθετικὴν ἐργασίαν, νὰ ἀφήσωμεν δὲ καὶ δύο ἡμέρας ἐλέγχου μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι μέχρις οὗ λήξει τὸ ζήτημά μας εἰς τὸν ΟΗΕ, νὰ ἀσχολούμεθα καὶ τὰς ἡμέρας αὐτὰς εἰς Νομοθετικὴν ἐργασίαν, διότι δὲν θὰ ἔχωμεν νὰ συζητήσωμεν ἐλέγχοντες σοβαρὰ ζητήματα, οὔτε αἱ τυχὸν γινόμεναι συζητήσεις θὰ εἶναι ἀποτελεσματικαί. Διότι πῶς θέλετε νὰ συζητήσωμεν περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων ὅταν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως χαρακτηρίζῃ τὰς συζητήσεις αὐτὰς δημοκοπικάς; Καὶ θὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐκταθῶμεν κατὰ τὰς συζητήσεις αὐτὰς καὶ θὰ εὑρεθοῦν ἀσφαλῶς 20 βουλευταὶ νὰ προκαλέσουν καὶ ζητήματα δυσπιστίας, ὁπότε θὰ ἐξαναγκασθοῦν καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων νὰ ψηφίσουν κατὰ ἢ ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς εἶναι ἄσκοπος ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος καὶ δι’ αὐτὸ προτείνω κατὰ τὰς δύο ἡμέρας τοῦ ἐλέγχου αὐτοῦ νὰ συζητῶμεν τὰς ἀναφορὰς καὶ ἐρωτήσεις καὶ νὰ συνεχίζωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἢ Νομοθετικῆς ἐργασίας. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω, κύριοι συνάδελφοι.
§131ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔτσι εἶναι 6 ἡμέραι. Περιλαμβάνεται καὶ τὸ Σάββατον.
§132Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Τότε νὰ μείνῃ μία διὰ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Οἰκονομίδης ἔχει τὸν λόγον.
§134Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Κατόπιν τῆς προτάσεως τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Ἐθνικῶν Φιλελευθέρων καὶ οἱ ἄλλοι κ.κ. ἀρχηγοί, νομίζω, ὅτι ἱκανοποιεῖται ἡ ἀντίληψις τῆς Βουλῆς καὶ συνεπῶς παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φ. Ζαΐμης, ἔχει τὸν λόγον.
§136Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐν σχέσει μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 3 περὶ ἀπαρτίας καὶ περὶ ἀριθμοῦ βουλευτῶν, ὄχι μόνον διὰ τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ψήφισιν τῶν ἄρθρων, συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὴν ἄποψιν τοῦ κ. βουλευτοῦ Ἀθηνῶν καὶ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ἔχῃ τὴν θέσιν της. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίζωμεν Σύνταγμα, δηλαδὴ τὸν νόμον μὲ ἐπηυξημένην τυπικὴν δύναμιν μὲ ἀπαρτίαν μειωμένην καὶ αὐτῆς τῆς ἀπαιτουμένης διὰ τὴν Νομοθετικὴν ἐργασίαν.
§137Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σύμφωνοι εἴμεθα ὅλοι, ὡς ἄνω.
§138Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Νὰ ψηφίζεται τὸ Σύνταγμα, μὲ τὴν αὐτὴν ἀπαρτίαν ποὺ ψηφίζονται καὶ οἱ νόμοι. Συνεπῶς, διὰ τὸ ἄρθρον 3, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, τοῦ ἀφορῶντος τὰς ἡμέρας, νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ περιοριζώμεθα, ὁσάκις πρόκειται περὶ ψηφισμάτων, μόνον εἰς τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπαραίτητοι. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἡ Βουλὴ ἐργάζεται σύμφωνα μὲ τὸν Κανονισμόν. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ ὡρισμένοι περιορισμοὶ Συνταγματικοί, τοὺς ὁποίους δὲν μπορεῖ νὰ ὑπερβῇ ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν θέσπισιν τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, οἱ ὁποῖοι ὁρίζονται εἰς 3–4 ἄρθρα, ὅπως, π.χ., τὸ 48 καὶ 49, ἐντὸς δὲ τῶν περιορισμῶν τῶν ἄρθρων αὐτῶν ἡ Βουλὴ ψηφίζει τὸν Κανονισμὸν τῶν ἐργασιῶν της. Ὁσάκις, λοιπόν, πρόκειται νὰ ἐργασθῶμεν ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος ψηφισμάτων. Ὁσάκις ὅμως πρόκειται νὰ μεταβάλλωμεν τὰς περιοριστικὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος Ψηφισμάτων. Ὁσάκις ὅμως πρόκειται νὰ μεταβάλλωμεν τὰς περιοριστικὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, τὰς ὑφισταμένας ἐν τῷ Συντάγματι, τότε καὶ μόνον ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη τῶν ψηφισμάτων. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 2, τοῦτο ἀφορᾷ ζήτημα Κανονισμοῦ καί, συνεπῶς, ἐξ ἀρχῆς ὑπῆρξεν οὐσιῶδες σφάλμα νὰ ἀναμιχθῇ ἡ Συνέλευσις εἰς ἔργα, τὰ ὁποῖα μόνον ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἔπρεπε νὰ ρυθμίζῃ. Ἀντιθέτως, ἄλλαι διατάξεις, ὀρθῶς ἐτέθησαν, διότι μεταβάλλουν ὡρισμένον τρόπον διαδικασίας. Συγκεκριμένως, ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 2, τὸ πρῶτον ψήφισμα καὶ τὸ ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἐτροποποίησεν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, καὶ τὰ δύο περίπου προβλέπουν δωδεκάωρον συζήτησιν ἑβδομαδιαίως, διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Δηλαδή, τὸ ἓν ψήφισμα προβλέπει 3 ἡμέρας ἀπὸ 4 ὥρας = 12 ὥρας, τὸ ἄλλο, τῆς Ἐπιτροπῆς, προβλέπει 2 ἡμέρας ἀπὸ περίπου 6 ὥρας κατ’ ἀνώτατον ὅριον. Διότι δὲν ἐργαζόμεθα ποτὲ τὶς 6 ὧρες, ἀλλὰ πάντως ὑπολογίζω τὸ ἀνώτατον ὅριον 6 ὥρας, ἤτοι 6 καὶ 6 ἴσον 12 ὧραι, συνεπῶς καὶ τὰ δύο Ψηφίσματα προβλέπουν περίπου 12ωρον ἐργασίαν ἑβδομαδιαίως, διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας, ὅτι μὲ 12 ὥρας ἑβδομαδιαίως δὲν πρόκειται νὰ περατωθῇ τὸ Σύνταγμα, ὅπως ὅλοι ἐπιθυμοῦμε, διότι θὰ ψηφίζωμεν 1 μέχρι 2 ὥρας ἑβδομαδιαίως, δηλαδὴ 8 μηνιαίως. Ἐκεῖ θὰ πρέπει νὰ τεθῇ ἕνα ὅριον νὰ ὁρίσωμεν κατώτατον ὅριον συζητήσεως, λέγω δὲ τοῦτο, διότι ἐλέχθη ὑπὸ συναδέλφων νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς κανονίζῃ τὰς ἐργασίας τοῦ ἀναθεωρητικοῦ μας ἔργου. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἐπιτρεπτόν, νὰ δίδωμεν ἡμεῖς, ἡ Συνέλευσις, τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, νὰ μᾶς κανονίσῃ τὸ Συνταγματικὸν ἔργον. Ὀφείλομεν νὰ τὸ κατοχυρώσωμεν καὶ νὰ ὁρίσωμεν ὥρας ἐργασίας διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, εἴτε διὰ τοῦ Κανονισμοῦ, εἴτε διὰ τοῦ Ψηφίσματος. Ἠμποροῦμεν νὰ θέσωμεν ὡρισμένες ὥρας ἑβδομαδιαίως καὶ ὁ Κανονισμὸς δύναται νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ρυθμίζῃ τὰς λεπτομερείας. Θὰ εἶχον τὴν γνώμην, τὸ 3 νὰ διαγραφῇ τελείως. Ὡς πρὸς τὴν ἀπροθυμίαν τῶν βουλευτῶν καὶ ἐγὼ ἀντιλαμβάνομαι, ὅτι εἶναι ἡ πρώτη συνεδρίασις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπουσιάζουν πολλοὶ βουλευταί, δὲν νομίζω, ὅμως, ὅτι εἶναι ἀπροθυμία, εἶναι βαθύτερα τὰ αἴτια.
§139Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ καθορισμοῦ μιᾶς ἡμέρας διὰ νομοθετικὴν ἐργασίαν, ὡς ἐπρότεινεν ὁ κ. Τουρκοβασίλης, τοῦτο νομίζω, δὲν εἶναι ὀρθὸν διὰ τὸν ἑξῆς λόγον: Ἡ Κυβέρνησις, κατὰ τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν, ἐξέδωκεν 80 νομοθετικὰ Διατάγματα. Τινὰ ἐξ αὐτῶν, εἶναι σοβαρωτάτου περιεχομένου, πρόκειται δὲ νὰ ἔλθουν πρὸς κύρωσιν εἰς τὴν Βουλήν. Περιέχουν ὀργανισμοὺς ὑπουργείων καὶ ἄλλα, καὶ πρέπει νὰ ἑρμηνευθοῦν, ἐὰν ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν, ἦσαν ἀπολύτως τακτοποιημένα. Κατὰ συνέπειαν, θὰ ἔλθουν τὰ νομοθετήματα αὐτὰ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν, καὶ θὰ διεξονυχισθοῦν. Ἑπομένως, μία ἡμέρα τὴν ἑβδομάδα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ δι’ ὅλα αὐτά. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, θὰ προκύψῃ καὶ ἄλλη νομοθετικὴ ἐργασία, ἐπείγουσα. Εἶναι, λοιπόν, ἀπολύτως ἀπαράδεκτον μία καὶ μόνη ἡμέρα διὰ νομοθετικὴν ἐργασίαν.
§140Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ προτείνω νὰ ὁρισθοῦν δύο ἡμέραι νομοθετικῆς ἐργασίας, δύο ἡμέραι ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὰς ὁποίας νὰ ἐρχώμεθα ἐνωρίτερον καὶ νὰ ἀποχωροῦμε βραδύτερον καὶ μία ἡμέρα κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ἡ Παρασκευή, ἐὰν δὲν παρίσταται ἀνάγκη νὰ γίνῃ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος καὶ τὸ Σάββατον.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη τροπολογία ὑπὸ τῶν κ.κ. Γονατᾶ, Κανελλοπούλου καὶ Ζέρβα, ἥτις ἔχει ὡς ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει).
§142ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτή.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως, τὸ ἄρθρον 1, παραμένει ὡς ἔχει ἐν τῇ ὑποβληθείσῃ προτάσει ψηφίσματος. Τὸ ἄρθρον 2 ἀντικαθίσταται διὰ τῆς ὡς ἄνω τροπολογίας, ἥτις ἐγένετο ἀποδεκτή, τὸ δὲ ἄρθρον 3 ἀπορρίπτεται καὶ ὡς ἄρθρον 3 τίθεται: «Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεώς του». Ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρότασις ψηφίσματος «περὶ ἀντικαταστάσεως καὶ συμπληρώσεως ἐνίων διατάξεων τοῦ ΝΖʹ ψηφίσματος «περὶ τρόπου συζητήσεως καὶ ψηφίσεως τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος». Δέχεσθε νὰ ὁρίσωμεν διὰ τὴν ἐρχομένην ἑβδομάδα τὴν Τρίτην, Τετάρτην καὶ Πέμπτην, ὡς ἡμέρας συζητήσεως τοῦ Συντάγματος, ἐπειδὴ δὲν ἔχουν ἀνακοινωθῆ ἀκόμη αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ καὶ νὰ λύσωμεν τὴν Συνεδρίασιν διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν καὶ ὥραν 6ην μ.μ. ἀκριβῶς, μὲ θέμα Κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον;
§144ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν καὶ ὥραν 6 μ.μ., μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ Κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. (Ὥρα 9.30′ μ.μ.).