1948.08.11~125
1,524 rows ·
11,533 words ·
123 turns
Date shared with another sitting, so the citation carries #125.
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 125η
Τετάρτη 11 Αὐγούστου 1948
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 7.15′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Ταλιαδοῦρος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων 123 καὶ 124.
§2Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων 123 καὶ 124. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Βογιατζῆς, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ κ. Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως — Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ καταργήσεως τῶν ἐν Ἰταλίᾳ Κυβερνητικῶν Πρακτορείων καὶ ἱδρύσεως ἐμμίσθου Ὑποπροξενείου ἐν Μπάρι». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Μ. Βαρβιτσιώτης, Κ. Σταμούλης, Ν. Ἔξαρχος, Ι. Μπερνίτσας, Ν. Παπαγεωργίου κ. ἄ., καταθέτουσι πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 595)1948 Ν.Δ., «περὶ ρυθμίσεως προαγωγῶν ἐφέδρων ἐκ μονίμων Ἀξιωματικῶν καὶ Ἀνθυπασπιστῶν ὑπηρετησάντων κατὰ τὴν πολεμικὴν περίοδον 1940–1945».
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, συμφώνως μὲ τὴν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία ἐλήφθη χθές, σήμερον θὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως ψηφίσματος «περὶ καθορισμοῦ τῶν μὴ ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 κλπ.» Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Χ. Ἀλιβιζᾶτος.
§6Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶναι κοινὴ ἡ ἀναγνώρισις διὰ τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ὁλοκλήρωσις καὶ ἡ ταχεῖα συμπλήρωσις τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς, καθὼς ἐπίσης εἶναι κοινὴ ἡ ἀναγνώρισις τῆς ἀνάγκης τῆς ταχείας ἀποπερατώσεως τοῦ ἔργου τούτου. Εἶναι ὅμως ἐξ ἴσου κοινὴ ἡ διαπίστωσις, ὅτι αἱ σχετικαὶ συνταγματικαὶ ἐργασίαι βαίνουν μὲ ἐξαιρετικὴν βραδύτητα, ἡ ὁποία γεννᾷ εἰς πολλοὺς τὸν φόβον, ὅτι ἐὰν συνεχισθοῦν μὲ τὸν αὐτὸν ρυθμόν, δὲν ἀποκλείεται νὰ εὑρεθῶμεν μίαν ἡμέραν πρὸ ἀδιεξόδου. Τοῦτο εἶναι καταφανές. Ἐὰν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἓν καὶ μόνον γεγονός, ὅτι αἱ ἐργασίαι ἤρχισαν πρὸ δύο καὶ πλέον μηνῶν, ἀπὸ τὰς 6 Ἰουνίου, καὶ μέχρι σήμερον δὲν κατωρθώθη εἰ μὴ ἡ ψήφισις 7 ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, ἐκ τῶν ὁποίων 2 προεκάλεσαν μόνον συζήτησιν καὶ εἰς τὰ 2 αὐτὰ ἐγένοντο οὐχὶ σοβαραὶ τροποποιήσεις. Ἐὰν ἐπρόκειτο αἱ ἐργασίαι αἱ ἀναθεωρητικαὶ τοῦ Σώματος νὰ συνεχισθοῦν μὲ τὸν αὐτὸν ρυθμὸν εἶναι εὔκολον ὁ καθεὶς ἐξ ἡμῶν νὰ ὑπολογίσῃ πόσος χρόνος θέλει ἀπαιτηθῆ διὰ νὰ ἀχθοῦν εἰς αἴσιον πέρας αἱ ἐργασίαι αὐταί. Εἶναι φυσικὸν ἡ βραδύτης αὐτὴ νὰ γεννᾷ δυσφορίαν καὶ εἰς τὴν κοινὴν γνώμην καὶ ἐντὸς ἀκόμη τοῦ Σώματος. Καὶ ἠκούσθησαν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκ μέρους ἐγκρίτων συναδέλφων κρίσεις καὶ ἐπικρίσεις. Δὲν συμμερίζομαι αὐτάς, δὲν ἀποδέχομαι, ὅτι ὑπάρχει εἰδικὸς λόγος, ὁ ὁποῖος συντελεῖ εἰς τὴν βραδύτητα αὐτὴν τῶν ἐργασιῶν τῶν ἀναθεωρητικῶν, ὀφειλόμενος εἰς ἔλλειψιν ἐνδιαφέροντος ἀπὸ μέρους τοῦ Σώματος. Ἄλλως τε δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ ἀναλογισθῶμεν, ὅ,τι συνέβη καὶ εἰς ἄλλας Συνελεύσεις Συντακτικὰς ἢ Ἀναθεωρητικάς. Κατὰ τὸ 1864 ἐχρειάσθη μήνυμα, εἰδικὸν τελεσίγραφον διὰ νὰ ψηφισθῇ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, τὸ ὁποῖον ἐν τούτοις ἔζησε τὸ μακρότερον βίον εἰς τὴν χώραν μας. Εἰς τὰ τέλη τοῦ 1927 ἀφοῦ ἐπὶ 6 μῆνας περίπου εἰργάσθη ἡ τότε συνέλευσις, δηλαδὴ ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1926 μέχρι τοῦ Μαΐου τοῦ 1927, ἐχρειάσθη καὶ τότε ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ ἀχθῇ πρὸς ψήφισιν εἰδικὸν ψήφισμα, περὶ ἐπιταχύνσεως τοῦ συνταγματικοῦ ἔργου τῆς τότε συνελεύσεως, βάσει τοῦ ὁποίου καὶ πράγματι τοῦτο ἐπερατώθη. Ἐὰν παρατηρῆται ἡ τοιαύτη βραδύτης περὶ τὴν συζήτησιν καὶ ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος τούτου, θὰ ἔπρεπε κυρίως νὰ ἀποδοθῇ ὄχι εἰς κακὴν διάθεσιν, ὅσον εἰς τὴν κακὴν ἴσως διαδικασίαν, ἡ ὁποία ἠκολουθήθη μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς. Ἡ κακὴ αὐτὴ διαδικασία ὡδήγησε τὸ Σῶμα εἰς τὸ νὰ δώσῃ ἔκτασιν ἐξαιρετικὴν εἰς τὸ ἀναθεωρητικὸν τοῦ ἔργον, ἡ ὁποία εἶναι φυσικὸν νὰ δημιουργῇ ζητήματα καὶ ἐπιβραδύνσεις. Ὑπῆρξε σφάλμα, τὸ ὅτι εἰς τὸ Βʹ ψήφισμα τῆς παρούσης Βουλῆς, διὰ τοῦ ὁποίου συνεκροτήθη ἡ ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ καθωρίσθη εἰς τὰς γενικὰς γραμμὰς, ὁ τρόπος καὶ ἡ μέθοδος τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, δὲν περιελήφθη εἰδικὴ διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας νὰ καθορίζωνται ποῖαι αἱ ἀναθεωρητέαι καὶ ποῖαι αἱ μὴ ἀναθεωρητέαι διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἴσως τὸ σφάλμα τοῦτο νὰ ἐξηγῆται ἐκ τοῦ λόγου, ὅτι τότε ἦτο ἀκόμη ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τοῦ δημοψηφίσματος καὶ συνεπῶς, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶχε τελικῶς ἀποφανθῆ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπὶ τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος, καθίστατο κάπως δυσχερὲς τὸ Σῶμα νὰ καθορίσῃ ἐκ τῶν προτέρων τὰς μὴ ἀναθεωρητέας διατάξεις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ἀλλ’ εἰς τὸ σφάλμα αὐτό, προσετέθη μία παράλειψις, παράλειψις σοβαρά, παράλειψις δηλαδή, τῆς μὴ ὑποβολῆς πρὸς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ἀπὸ μέρους οὐδενὸς τῶν ἐν τῇ παρούσῃ Βουλῇ κομμάτων, προτάσεων συνταγματικῶν μεταρρυθμίσεων. Ἐὰν τοιαῦται προτάσεις εἶχον ὑποβληθῆ θὰ διηυκολύνετο σοβαρῶς τὸ ἔργον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ συγχρόνως, κατ’ ἀνάγκην θὰ εἰργάζετο κάπως ἐντὸς ὡρισμένων πλαισίων, ὥστε καὶ ταχύτερον νὰ ἀχθῇ τοῦτο εἰς πέρας καὶ αἱ συζητήσεις τῆς Βουλῆς νὰ διατηρηθοῦν ἐντὸς ὡρισμένων πλαισίων. Δυστυχῶς, ἐνῷ οὔτε τὸ πρῶτον, οὔτε τὸ δεύτερον ἐγένετο, ὅταν ἐψηφίσθη τὸ ΝΖʹ ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου καθωρίζετο ὁ τρόπος τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος πρὸ διμήνου περίπου, παρελείφθη καὶ τότε νὰ καθορισθοῦν εἰς αὐτὸ αἱ ἀναθεωρητέαι καὶ μὴ ἀναθεωρητέαι διατάξεις. Ὡς νὰ μὴ ἤρκει τοῦτο, καθωρίσθησαν καὶ διατάξεις πρωτοφανοῦς εὐρύτητος ἀπὸ ἀπόψεως παροχῆς εὐχερειῶν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος. Ἀρκεῖ νὰ σημειωθῇ ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1927 εἶχε δοθῇ τρίωρος προθεσμία διὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων διὰ τοῦ ΝΖʹ ψηφίσματος καθορίζεται ἑξάωρον, τὸ ὁποῖον διὰ μίαν δεκαπεντάδα ὁλόκληρον, ἄρθρων, ὁρίζεται εἰς τὸ διπλάσιον. Τὸ ἀποτέλεσμα τῶν παραλείψεων αὐτῶν εἶναι διπλοῦν. Ἀφ’ ἑνὸς τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς ἔλαβεν ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν ἴσως ἀρχικῶς νὰ μὴ εἶχε προβλέψει ἡ Βουλή. Ἠκούσθησαν ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς, κρίσεις καὶ ἐπικρίσεις, διὰ τὸ ἔργον τῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς. Νομίζω, κύριοι, ὅτι αἱ κρίσεις ὑπῆρξαν καὶ ἄδικοι καὶ ἀδικαιολόγητοι. Ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπή, ἐπετέλεσεν ἔργον χρήσιμον καὶ ἐὰν ἑκάστοτε αἱ πρακτικαὶ λύσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν, δὲν ἱκανοποίησαν ὅλους ὑμᾶς, πάντως ὀφείλομεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι προσεπάθησε νὰ δώσῃ τὰς καλυτέρας ἀπαντήσεις καὶ πρακτικὰς λύσεις. Τὸ δεύτερον ἀποτέλεσμα τῶν παραλείψεων, τὰς ὁποίας σᾶς ἐξέθεσα, ἦτο νὰ ἀρχίσουν αἱ συζητήσεις ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος καὶ νὰ λάβουν καὶ αὐταὶ ἔκτασιν ἐξαιρετικῶς μεγάλην. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι μετὰ ἐργασίας δύο ὁλοκλήρων μηνῶν καὶ μιᾶς ἑβδομάδος, παραμένουν αὐτὴν τὴν στιγμὴν πρὸς ψήφισιν ἐνώπιόν σας, 105 ἄρθρα ἐκ τοῦ παλαιοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, 20 νέα ἄρθρα προστίθενται εἰς τὸ σχέδιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ προτείνομεν πρὸς ψήφισιν, 9 ἄρθρα προστίθενται ἀπὸ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 καὶ 13 ἄρθρα προτείνεται νὰ ἀντικατασταθοῦν ἐκ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 εἰς ἀντικατάστασιν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927. Σύνολον ἄρθρων ὑπὸ ἀναθεώρησιν, τὰ ὁποῖα τίθενται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, 147. Ἐὰν εἰς αὐτὰ, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐχρειάσθησαν δύο μῆνες καὶ μία ἑβδομὰς διὰ νὰ ψηφισθοῦν δύο ἄρθρα μὲ συζήτησιν καὶ 6 ἄνευ συζητήσεως, ἐὰν εἰς ταῦτα προστεθοῦν 151 τροπολογίαι ὑποβληθεῖσαι παρὰ μελῶν τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τῶν ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, ὅσαι τοὐλάχιστον εἶναι αἱ τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι μοῦ ἐδόθησαν ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον γραφεῖον τῆς Βουλῆς, εἶναι φυσικόν, κύριοι, ὅτι ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, ἐπιβάλλεται κάποια πρωτοβουλία τοῦ Σώματος, ὥστε ἡ ὅλη ἐργασία τῆς ἀναθεωρήσεως, νὰ ἀρχίσῃ νὰ εἰσέρχεται εἰς κάποιον ρυθμὸν. Δὲν λέγω νὰ περιορισθῇ, ἀλλὰ τοὐλάχιστον νὰ ἐπέλθῃ μία ἐκκαθάρισις τοῦ ἀναθεωρητέου συνταγματικοῦ πεδίου, νὰ προσδιορίσωμεν τὰ ὅρια μεταξὺ τῶν διατάξεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ὄντως χρήζουν συζητήσεως, προκαλοῦν ἀμφισβήτησιν, ἀπαιτοῦν μίαν ἀπάντησιν καὶ μίαν λύσιν ἀπὸ μέρους τοῦ Σώματος καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῶν διατάξεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ὀφείλουν νὰ παραμείνουν ὡς ἔχουν. Εἰς αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἀποβλέπει, τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ὁ ὑποφαινόμενος ὑπέγραψε μαζὶ μὲ ἄλλους συναδέλφους. Δὲν ἀποβλέπει εἰς κανένα περιορισμὸν τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἁπλῶς ἀποβλέπει εἰς τὴν ὑποβοήθησιν τοῦ ἔργου της, διὰ τὴν ταχυτέραν, καὶ ἀποτελεσματικωτέραν, ὅπως θὰ ἐκθέσω εὐθὺς ἀμέσως, ἀπόδοσιν τῶν ἀναθεωρητικῶν ἐργασιῶν της. Προτοῦ ὑποβληθῇ τὸ ψήφισμα αὐτό, εἰς τὴν σκέψιν ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὸ ὑπέγραψαν, ἐκυριάρχησε μία ἰδέα, μία ἐπιθυμία: Τοῦ σεβασμοῦ τοῦ ἔργου τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ σεβασμοῦ παραλλήλως τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο, προκειμένου νὰ καταρτισθῇ τὸ ψήφισμα καὶ νὰ καθορισθοῦν τὰ μὴ ἀναθεωρητέα ἄρθρα κατεφύγαμεν εἰς αὐτὰς ταύτας, τὰς ἐργασίας τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ προσπορισθῶμεν ἀπὸ ἐκεῖ στοιχεῖα, περὶ τοῦ ποῖα ἄρθρα ἐθεωρήθησαν ἀναθεωρητέα ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 καὶ ποῖα ἐθεωρήθησαν ὡς μὴ χρήζοντα ἀναθεωρήσεως. Ἀπὸ τὴν ἐργασίαν αὐτήν, κύριοι συνάδελφοι, προκύπτουν τὰ ἑξῆς συμπεράσματα, ὅτι συμφώνως πρὸς τὸ ἔργον τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐὰν διὰ λόγους μεθοδολογικοὺς ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, μετέβαλε τὴν σειρὰν τῶν ἄρθρων, πολλάκις ἐδιχοτόμησεν ἄρθρα διὰ λόγους πάντοτε καλυτέρας κατατάξεως ἢ παρενέβαλεν ἑνιαίας διατάξεις αὐτοτελεῖς εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Εἰς ἕτερα ἄρθρα εὐρυτέρου περιεχομένου, ἐν τούτοις ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν ὡς μὴ ἀναθεωρητέα ἄρθρα καὶ τὰ ἄφησεν αὐτολεξεὶ ὡς εἶχον εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ἄρθρα 39. Εἰς ἕτερα ἑπτὰ ἄρθρα ἁπλῶς ἐπέφερε φραστικὰς τροποποιήσεις, δηλαδή, ἀδοκίμους, διὰ τὴν νεωτέραν ἀντίληψιν ἐκφράσεις, τὰς ἀντικατέστησε δι’ ἐκείνων τὰς ὁποίας ἐθεώρησε δοκίμους, ὅπως π. χ. ἀντὶ τῆς φράσεως «ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία διενεργεῖται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως» ἐτέθη «ἀσκεῖται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως». Ἑπομένως, καὶ ταῦτα δέον νὰ περιληφθοῦν εἰς τὰ μὴ ἀναθεωρητέα ἄρθρα. Ἕτερα 8 ἄρθρα, συνεπλήρωσεν ἁπλῶς, 38 ἀναθεώρησε σοβαρῶς, 13 ἀντικατέστησεν, ὅπως καὶ προηγουμένως σᾶς ἐξέθεσα, δι’ ἀντιστοίχων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, προέτεινε τὴν συμπλήρωσιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 δι’ 9 ἄλλων ἄρθρων εἰλημμένων ἐκ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 καὶ προσέθεσεν 20 νέα ἐντελῶς ἄρθρα. Ἐπειδή, ὅμως, προκειμένου νὰ ὑποβληθῇ ψήφισμα περὶ τῶν μὴ ἀναθεωρητέων διατάξεων, ἐπιθυμοῦμεν ὅπως, τοῦτο εἶναι σύμφωνον, ὄχι μόνον πρὸς τὰς προτάσεις τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὰς ἀντιλήψεις τοῦ Σώματος ὅπως, αὐτὰ ἐξεδηλώθησαν ἤδη. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν, προσεπαθήσαμεν νὰ καθορίσωμεν ἐπὶ ποίων ἄρθρων ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐκρίθησαν ἀπὸ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν κατ’ ἀρχὴν μὴ ἀναθεωρητέα, ὑπάρχουν, ἢ δὲν ὑπάρχουν τυχὸν τροπολογίαι ἀπὸ μέρους τοῦ Σώματος. Ἡ ἔρευνα αὐτὴ μᾶς ἤγαγεν εἰς τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα: Τὰ μὴ κριθέντα ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ὡς ἀναθεωρητέα ἄρθρα, εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν προεκάλεσαν τὴν ὑποβολήν, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, τροπολογιῶν ἀπὸ μέρους τῶν μελῶν τοῦ Σώματος. Εἶναι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς χαρακτηριστικὸν ὅτι, ἐπὶ συνόλου 104 ἄρθρων ἀναθεωρητέων καὶ μὴ τοῦ Συντάγματος, πλὴν τῶν ψηφισθέντων 7 ἄρθρων, ὑπεβλήθησαν τροπολογίαι 151. Ὅπως σᾶς προεῖπον, ἐξ αὐτῶν μόνον 21 ἀφοροῦν τὰ εἰς τὸ ψήφισμα περιλαμβανόμενα μὴ ἀναθεωρητέα ἄρθρα καὶ ἐκ τῶν 21 τούτων τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὰ 48 περίπου ἄρθρα, τὰ μὴ τροποποιηθέντα, 11 ἀφοροῦν, οὐχὶ τροποποιήσεις, ἀλλὰ προσθήκας. Ἐκ τῶν ἄλλων δέ, πέντε ἀφοροῦν μόνον τὴν προσθήκην τῆς λέξεως «Γερουσία» εἰς τὰ ἄρθρα ἰδίως, περὶ Βουλῆς, καὶ νομοθετικῆς λειτουργίας, ἐπὶ τῇ προβλέψει τῆς τυχὸν ἀναβιώσεως τοῦ θεσμοῦ τούτου.
§7Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἐδῶ ἔχομεν ἕνα ψήφισμα, βάσει τοῦ ὁποίου γίνεται ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν πρόκειται νὰ τὸ τροπολογίσωμεν....
§8Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὅταν προτείνεται ἡ μὴ ἀναθεώρησις ὡρισμένων διατάξεων, ὑποτίθεται, ὅτι ἡ μὴ ἀναθεώρησις ἀποτελεῖ συνείδησιν τοῦ Σώματος. Τοὐναντίον, ἐὰν εἶχον ὑποβληθῆ τροπολογίαι ἐπὶ τῶν προτεινομένων πρὸς μὴ ἀναθεώρησιν ἄρθρων, τότε θὰ ἀπετέλει ἡ πρότασις αὐτὴ κάπως αὐθαίρετον πρᾶξιν. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι ὤφειλον νὰ κατατοπίσω τὸ Σῶμα, ὅτι ἐπὶ τῶν περιλαμβανομένων εἰς τὸ ψήφισμα ὡς μὴ ἀναθεωρητέων ἄρθρων, οὔτε ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπή, ὑπέβαλε τροπολογίας, οὔτε καὶ ἐκ μέρους τῶν μελῶν τοῦ Σώματος, διὰ τὸ μέγιστον μέρος τούτου, ὑπεβλήθησαν τροπολογίαι, ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Κατὰ συνέπειαν, ἐκ τούτων συνάγεται ἀσφαλῶς τὸ συμπέρασμα, ὅτι κατὰ κοινὴν συνείδησιν τοῦ Σώματος, ὄντως τὸ μέγιστον μέρος τῶν περιλαμβανομένων εἰς τὸ ψήφισμα, ὡς μὴ ἀναθεωρητέων διατάξεων, εἶναι πράγματι μὴ ἀναθεωρητέαι.
§9Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Ἀφοῦ κατὰ τὰ ἄρθρα καὶ κατὰ τὴν γνώμην τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς θεωροῦνται μὴ ἀναθεωρητέα, διατὶ νὰ ἔλθουν διὰ ψηφίσματος καὶ νὰ μὴ τὰ βάλωμεν εἰς μίαν ἡμερησίαν διάταξιν ὅλα καὶ νὰ τὰ ψηφίσωμεν;
§10Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Μὲ προλάβατε, κ. συνάδελφε. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀντιλήψεων αὐτῶν κατηρτίσθη τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Πιπιλιάγκα, μὲ προκατέλαβε. Ἠγέρθησαν παρατηρήσεις, ἐὰν ἡ ἀκολουθουμένη μέθοδος, τοῦ διὰ τοῦ ψηφίσματος χαρακτηρισμοῦ σειρᾶς ἄρθρων ὁλοκλήρων ὡς μὴ ἀναθεωρητέων, εἶναι ἡ καλυτέρα, διὰ νὰ μὴ τὴν χαρακτηρίσω ἀντισυνταγματικήν, Ἡ ἀπάντησις ἐπ’ αὐτοῦ εἶναι μία: Καὶ ἐὰν ἀκόμη, ἡ Βουλή, ἐξ ἰδίας της πρωτοβουλίας, νὰ ἔχῃ κηρύξει μὴ ἀναθεωρητέας τὰς ἐν λόγῳ διατάξεις, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑφίστανται τροπολογίαι ἐπ’ αὐτῶν. Ἐὰν ὑποβάλετε τὸ ψήφισμα αὐτό, ἔχει ἕνα καὶ μόνον σκοπόν, νὰ συγκεντρώσῃ τὰς διατάξεις αὐτάς, εἰς ἕνα σύνολον, τὸ ὁποῖον νὰ θέσῃ ὑπὸ τὴν κρίσιν σας καὶ ἀδιακρίτως σειρᾶς ἄρθρων, τὰ ὁποῖα θὰ συζητηθοῦν, νὰ τεθῇ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐκτὸς ἀναθεωρήσεως τὸ σύνολον τῶν μὴ ἀναθεωρητέων διατάξεων. Γίνεται, δηλαδή, ἐκ τῶν ὑστέρων κάτι, τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε γίνει ἤδη κατὰ τὴν ψήφισιν τοὐλάχιστον τοῦ ΝΖʹ ψηφίσματος. Εἰς τοῦτο δὲν κάμομεν κάτι τὸ πρωτότυπον. Τὸ αὐτὸ ἔλαβε χώραν καὶ τὸ 1927. Αἱ συζητήσεις τότε τοῦ Συντάγματος ἐσυνεχίζοντο ἀπὸ 6μήνου, ὅτε κατὰ Μάϊον ὑπεβλήθη ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου ρητῶς καθωρίζοντο αἱ μὴ ἀναθεωρητέαι διατάξεις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 καὶ ἐτίθεντο ἐκτὸς συζητήσεως. Ἐλέχθη, ὅμως, κύριοι, ὅτι ἡ κατὰ παρόμοιον τρόπον συζήτησις δὲν ἀποτελεῖ συμφέρον, διότι θὰ ἔπρεπε νὰ συζητηθοῦν εὐρέως, ὅλα τὰ ἄρθρα, ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ. Ἐπιθυμῶ νὰ δώσω εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, μίαν ἀπάντησιν. Τὸ συμφέρον, κύριοι, εἶναι νὰ μὴ παρασυρθῇ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ μὴ πελαγοδρομήσωμεν εἰς συζητήσεις ἐπὶ διατάξεων, ἄνευ σοβαρῶν διαφορῶν, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ ἡ Βουλή, νὰ συγκεντρώσῃ τὴν προσοχήν της ἐπὶ τῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι ὄντως χρήζουν συζητήσεως καὶ προσοχῆς. Κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑποβληθέντος ψηφίσματος, διὰ τοῦ ἄρθρου 1, καθορίζονται αἱ μὴ ἀναθεωρητέαι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι παραμένουν ὡς ἔχουν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, ἐθεώρησεν ὅτι ὤφειλε νὰ διαγράψῃ ὡρισμένα ἄρθρα. Διέγραψεν 11 ἢ 12 ἄρθρα, ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων ἀρχῶν, τὰς ὁποίας εὐθὺς ἀμέσως θὰ σᾶς ἐκθέσω. Διὰ τοῦ ἄρθρου 2 καθορίζονται 4 ἄρθρα ἐκ τῶν ἐν ἰσχύϊ παραμενόντων τοῦ Συντάγματος 1927, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὸ καθεστὼς τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Αὐτὰ δὲν μετεβλήθησαν, οὔτε ὑφίσταται τροπολογία τις περὶ μεταβολῆς των. Εἰς τὸ ἄρθρον 3, προβλέπεται ἡ ἀποκάθαρσις τῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν πλέον ἀντικείμενον καὶ ἡ συγχώνευσις τῶν ἄρθρων 43 καὶ 49. Τὸ ἄρθρον 42, καθορίζει τὸν τρόπον προσδιορισμοῦ τῆς Βασιλικῆς χορηγίας, περιέχει δὲ ἐπὶ πλέον διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὴν περιουσίαν τοῦ Γεωργίου Αʹ, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν ἀντικείμενον πλέον. Ἑπομένως οὐσιαστικὰ εἶναι μία ἀποκάθαρσις τοῦ ἄρθρου 42. Διὰ δὲ τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 3, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, προτείνεται ἡ συγχώνευσις τοῦ ἄρθρου 45, τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος, μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 49. Εἶναι διάταξις ἀφορῶσα ὅρκους τῶν Βασιλέων καὶ ἑπομένως ἄνευ οὐσιαστικῆς σημασίας. Περαιτέρω, ἐκρίθη σκόπιμον, νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 4 μία διάταξις, ἡ ὁποία νὰ προλάβῃ κάθε ἐνδεχόμενον παρεξηγήσεως περὶ τῆς λειτουργίας μιᾶς Συνταγματικῆς ἐκκρεμότητος. Δηλαδή, δι’ αὐτοῦ καθορίζεται, ὅτι μέχρι πέρατος τοῦ ὅλου ἀναθεωρητικοῦ μας ἔργου καὶ θέσεως ἐν ἰσχύϊ τοῦ νέου Συντάγματος, ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένῃ ἐν ἰσχύϊ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν συζητήσεων ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ἠγέρθη τὸ ζήτημα τοῦ τί θὰ γίνῃ μὲ τὰς τροπολογίας διὰ τῶν ὁποίων προτείνονται προσθῆκαι εἰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Διὰ τοῦ ἄρθρου 5 ἐπιδιώκεται νὰ δοθῇ ἐν προκειμένῳ μία λύσις. Καὶ ἀφ’ ἑνὸς μὲν προσδιορίζεται, ὅτι μετὰ τὸ πέρας τῶν ἀναθεωρητικῶν ἐργασιῶν ἡ Βουλὴ θὰ ἀνακατατάξῃ καὶ θὰ ρυθμίσῃ τὰ ἄρθρα, ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ συναρμολόγησις ἑνὸς ἑνιαίου Συντάγματος καὶ ἀφ’ ἑτέρου προσετέθη ἡ οὐσιαστικὴ αὐτὴ προσθήκη, γενομένη ἀπὸ μέρους τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, καθ’ ἥν: «..... ἐπιτρέπεται ἡ ὑποβολὴ ................». (ἀναγινώσκει) Διὰ τῆς προσθήκης αὐτῆς ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, ἠθέλησε νὰ δώσῃ νομικὸν κῦρος εἰς τὸ λεχθὲν κατὰ τὰς συζητήσεις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ὅτι δηλαδή, αἱ τροπολογίαι αὐταὶ ἀφορῶσαι ψηφιζόμενα ἄρθρα, τελικῶς θὰ ἀχθοῦν εἰς τὸ οἰκεῖον μέρος. Ἐπ’ αὐτοῦ εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος. Θὰ ἐνόμιζον μόνον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἔθεσα ὑπ’ ὄψιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι θὰ ἔπρεπεν ἴσως νὰ τεθῇ κάποιος περιωρισμός, ὥστε αἱ τοιαῦται προσθῆκαι νὰ εἶναι τοὐλάχιστον σύμφωνοι πρὸς τὰ ἤδη ψηφιζόμενα ἄρθρα. Ἐναντίον, κύριοι, τοῦ ψηφίσματος καὶ τῆς κατὰ τοιοῦτον τρόπον καθορίσεως τῶν μὴ ἀναθεωρητέων διατάξεων, προεβλήθησαν ὡρισμέναι ἀντιρρήσεις, αἱ ὁποῖαι νομίζω, ὅτι θὰ ἀχθοῦν καὶ ἐνώπιον τοῦ Σώματος καὶ διὰ τοῦτο εἶναι σκόπιμον νὰ τὰς θέσω ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς. Ἐλέχθη, δηλαδή, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ διαδικασία ἡ ἀκολουθουμένη ὑπὸ τοῦ ψηφίσματος, εἶναι ἀντίθετος καὶ πρὸς τὴν τοῦ ΝΖʹ ψηφίσματος. Ἡ παρατήρησις αὐτὴ, νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν, διότι τὸ ψήφισμα δύναται νὰ τροποποιηθῇ δι’ ἑτέρου ψηφίσματος καὶ ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ἐπιμένω. Ἐλέχθη ἀκόμη, ὅτι τὸ ψήφισμα θὰ ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ μετὰ τὴν πλήρη συμφωνίαν ὅλων τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων.
§11Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπὶ τῶν συζητήσεων τοῦ Συντάγματος ἔχομεν καταργήσει τὰ προνόμια τῶν ἀρχηγῶν.
§12Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ἀκόμη ὅτι τὸ ψήφισμα δὲν πρέπει νὰ περιλάβῃ καμμίαν διάταξιν, ὡς μὴ ἀναθεωρητέαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὑφίσταται ἔστω καὶ μία ἀντίρρησις ἀπὸ μέρους μέλους τῆς Βουλῆς καὶ τέλος, ὅτι ἀντίθετος τακτικὴ, θὰ ἀντέβαινε πρὸς αὐτὸ τοῦτο τὸ διάταγμα τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς. Κύριοι βουλευταί, δὲν γνωρίζω ἐὰν θὰ ἦτο δυνατή, μία γενικὴ συμφωνία τῶν ἀξιοτίμων ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, ἐπὶ συνταγματικῶν διατάξεων, ἐφ’ ὅσον ὑποτίθεται, ὅτι ὑφίστανται προγραμματικαὶ διαφοραὶ μεταξύ των. Πάντως ἡ πρωτοβουλία, διὰ τὴν πραγματοποίησιν μιᾶς τοιαύτης συμφωνίας, ἡ ὁποία θὰ ἦτο δι’ ἐμὲ εὐχῆς ἔργον, δὲν ἀπέκειτο εἰς τοὺς ὑποβαλόντας τὸ ψήφισμα, οὔτε ἀφαιρεῖ ἀπὸ αὐτὸ τὸ δικαίωμα ὑποβολῆς αὐτοτελοῦς προτάσεως πρὸς τὴν Βουλήν. Καὶ ὡς ἀπεδείχθη ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐὰν τοιαύτη συμφωνία ὅλων τῶν κομμάτων, δὲν ὑπῆρχεν ἐκ τῶν προτέρων, ἐπραγματοποιήθη κατὰ μέγιστον μέρος διὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀπόκειται δὲ εἰς ὑμᾶς νὰ τὴν ὁλοκληρώσωμεν διὰ τῆς ἀποφάσεώς μας. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ἐλέχθη ὅτι ἴσως ὁ τοιοῦτος τρόπος ψηφίσεως, θίγει τὰς προνομίας τοῦ Σώματος, διότι θὰ ἔπρεπεν, ἢ θὰ ἦτο δυνατὸν, ἐπὶ τῶν μὴ ἀναθεωρητέων τὴν στιγμὴν αὐτήν, ἄρθρων, νὰ προκύψουν ἀντιρρήσεις, κατὰ τὴν πρόοδον τῶν συζητήσεων. Νομίζω, ὅτι ἀκριβῶς, ὁ καθορισμός, τῶν μὴ ἀναθεωρητέων διατάξεων, αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχει, νὰ ἀποφύγῃ τὴν διαιώνισιν τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου. Δὲν νομίζω, ὅμως, ὅτι αὐτὰς τὰς μὴ ἀναθεωρητέας διατάξεις ἠμποροῦμεν νὰ τὰς κανονίσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐὰν ὑπάρχουν ἁπλῶς ἀντιρρήσεις ἢ ὄχι, ἀπὸ μέρους ἑνὸς ἢ περισσοτέρων μελῶν τοῦ Σώματος. Τὸ ἐὰν εἶναι ἀναθεωρητέα μία διάταξις, τὸ κανονίζει ἡ κοινὴ συνείδησις τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἡ συνείδησις τῆς Βουλῆς ἔχῃ καταλήξει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι μία ὡρισμένη διάταξις δὲν εἶναι ἀναθεωρητέα, τοῦτο ἐκεῖνο, ποὺ ἔχει σημασίαν, ὄχι τὸ ἐὰν ὑπάρξῃ ἀντίρρησις μεμονωμένη ἢ ἀπὸ ἓν μέλος ἢ ἀπὸ πλείονα μέλη. Νομίζω, ὅμως, κύριοι βουλευταί, ὅτι, ἐὰν ἐθέτομεν παρομοίαν ἀρχήν, θὰ ἦτο ὀλίγον ἐπικίνδυνον, διότι ὑπάρχει μία τροπολογία, δύο ἐπὶ παραδείγματι μελῶν τῆς Βουλῆς ἀνηκόντων εἰς κόμμα ἐξωκοινοβουλευτικόν, τῶν συναδέλφων ἐκ Ρεθύμνης καὶ ἐκ Πειραιῶς, κ.κ. Τσουδεροῦ καὶ Μελᾶ. Βάσει τῆς τροπολογίας αὐτῆς δὲν ἀναγνωρίζεται οὐδὲν ἀναθεωρητικὸν οὐσιαστικὸν δικαίωμα, εἰς τὴν παροῦσαν Βουλήν, καὶ θὰ ἔπρεπε τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον νὰ τὸ ἀφήσωμεν εἰς ἄλλην Βουλήν.
§13Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἐκ προκαταβολῆς ἀντικρούονται ἀντιρρήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀνεπτύχθησαν εἰς τὴν Βουλήν.
§14Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Κύριε συνάδελφε, αἱ ἀντιρρήσεις ἐλέχθησαν εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὰς θέσω ἐνώπιόν σας. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργον τοῦ εἰσηγητοῦ. Συντόμως θὰ σᾶς θέσω ὑπ’ ὄψει τὰς ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι ἐξετέθησαν εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς προτάσεως. Ἀλλά, κύριοι, μὴ λησμονεῖτε ἓν ἄλλο πρᾶγμα: Κατὰ τὸ ΝΖʹ ψήφισμα, αἱ προτάσεις αἱ ὑποβαλλόμεναι ἐνώπιον τοῦ Σώματος, μόνον ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς γίνονται ἀποδεκταί. Ἑπομένως, καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς τὸ ψήφισμα τὸ ὑποβαλλόμενον εἶναι σύμφωνον, διότι θὰ ἔπρεπεν αἱ σχετικαὶ προτάσεις νὰ εἶχον ἤδη ὑποβληθῆ εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπήν, ὥστε, ὁπωσδήποτε αἱ νέαι προτάσεις νὰ δύνανται νὰ τύχουν συζητήσεως. Τὸ ψήφισμα κάμνει μίαν διάκρισιν, κύριε συνάδελφε, μεταξὺ τῶν τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, μέχρι τῆς 30ῆς Μαΐου, καὶ τῶν μετέπειτα ὑποβληθεισῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Διὰ τὰς δευτέρας, ἀπομένει δικαίωμα τοῦ Σώματος νὰ τὰς ἐγκρίνῃ. Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὸ ψήφισμα ὡς ὑποβάλλεται, κατ’ οὐδὲν περιορίζει τὰς ἁρμοδιότητας τοῦ Σώματος. Κύριοι βουλευταί, νομίζω, ὅτι θὰ προαχθῇ κατὰ πολὺ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἐξευρεθῇ εἷς τρόπος ἀποκαθάρσεως μέρους τοὐλάχιστον τῶν ὑπὸ ἀναθεώρησιν διατάξεων, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν ταχύτερον εἰς τὴν ψήφισιν τῶν ὑπολοίπων. Εἶναι ἀνάγκη ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ συντελέσωμεν ὅλοι, ὥστε νὰ μὴ ἀπομένῃ συνταγματικὴ ἐκκρεμότης, ὅταν ποτὲ ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ λήξῃ τὸ ἔργον τῆς παρούσης Βουλῆς. Καὶ αὐτό, ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Λυκουρέζος ἔχει τὸν λόγον.
§16Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὀρθῶς ἐτόνισεν ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος ἐκ Κεφαλληνίας κ. συνάδελφος, ὅτι εἶναι κοινὴ ἡ διαπίστωσις, ὅτι πρέπει τὸ ταχύτερον νὰ ἀχθῇ εἰς πέρας τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς, καὶ οὐδεὶς νομίζω, ὑπάρχει ὁ διαφωνῶν. Ἀλλά, ἡ διαφωνία συνίσταται εἰς τοῦτο: Ποῖος εἶναι ὁ προσφορώτερος τρόπος, διὰ νὰ ἀχθῇ ὡς ἐμπρέπει, καὶ μὲ τὴν σοβαρότητα ποὺ ἐμπρέπει εἰς πέρας, τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς. Δὲν θέλω, κύριοι βουλευταί, νὰ ἀνατρέξω εἰς τὸ παρελθὸν τὸ πρόσφατον, διὰ νὰ εἴπω τί ἔγινε καὶ τί δὲν ἔγινε, καὶ τί ἔπρεπε νὰ γίνῃ, ἀλλὰ δὲν μοῦ εἶναι δυνατόν, νὰ μὴ τονίσω, ὅτι ἀφοῦ ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον διετίαν, οὐδεμία ἐλήφθη μέριμνα διὰ τὴν ὁπωσδήποτε ἕναρξιν καὶ ἐπίσπευσιν τοῦ ἔργου τοῦ ἀναθεωρητικοῦ τῆς Βουλῆς, ἤδη ἀπὸ διμήνου μετεπηδήσαμεν εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον, καὶ ἀξιοῦμεν ἵνα ἐν τάχει, καὶ μὲ μίαν ἀλόγιστον, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, σπουδήν, σπεύσωμεν εἰς τὸν τερματισμὸν τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς. Αὐτὸ ἀκριβῶς, τὸ ὁποῖον ἐπιχειρεῖται νὰ γίνῃ σήμερον, δηλαδή, νὰ καθορισθοῦν, ποῖαι εἶναι, αἱ μὴ ἀναθεωρητέαι διατάξεις τοῦ Συντάγματος, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ γίνει ἀπὸ μιᾶς διετίας, καὶ τοῦτο ἀκριβῶς, κύριοι βουλευταί, θὰ διηυκόλυνε καὶ τὸ ἔργον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ κατόπιν τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς. Ἀλλά, τὰ πάντα γίνονται ἐδῶ, κατὰ τρόπον ἀντίστροφον, ἀφοῦ δηλαδή, ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον διετίαν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ εἰργάσθη, χωρὶς διάγραμμα, χωρὶς σχέδιον, χωρὶς καμμίαν κατεύθυνσιν, χωρὶς καμμίαν καθοδήγησιν, ὅταν ἐπερατώθη πλέον τὸ ἔργον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπεν, ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις, καὶ εἰς τὴν περίοδον αὐτὴν τοῦ ἔτους, νὰ ἐπισπεύσῃ τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς. Ἀπὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ ἐντεῦθεν, οὐδεμία ἐκ τῶν Κυβερνήσεων ἠσχολήθη ὁπωσδήποτε σοβαρῶς μὲ τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ἡ παροῦσα δὲ Κυβέρνησις, ἀπὸ 9 μηνῶν, ὄχι μόνον δὲν ἠσχολήθη, ἀλλὰ οὔτε κἂν ἐνόμισεν, ὅτι εἰς τὰς προγραμματικάς της δηλώσεις, κατὰ τὴν ἐμφάνισίν της ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, οὔτε κἂν ἐνόμισε λέγω, ὅτι εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ κάμῃ καὶ τὴν ἐλαχίστην μνείαν, περὶ τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς. Καί, μετὰ ἐννεάμηνον, ἡ αὐτὴ Κυβέρνησις, ἐνεφανίσθη πιέζουσα καὶ ἐπισπεύδουσα τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς, κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν βοηθεῖ εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν συνέχισιν καὶ περάτωσιν αὐτοῦ. Ἤδη, ὅταν μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ψηφίσματος ΝΖʹ, περὶ τοῦ τρόπου συζητήσεως καὶ ψηφίσεως τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἐπρόκειτο κατὰ τὴν 6ην Ἰουλίου νὰ ἀρχίσουν αἱ ἐργασίαι τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ὡρισμένοι συνάδελφοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων περιλαμβάνομαι καὶ ἐγώ, ὑπεβάλομεν πρότασιν, ὅτι λόγῳ τῶν περιστάσεων τῶν κρισίμων, καὶ λόγῳ τῆς ἐποχῆς τοῦ ἔτους, καὶ λόγῳ τοῦ γεγονότος, ὅτι δὲν εἴχομεν κἂν τὸν λογικὸν χρόνον, νὰ λάβωμεν γνῶσιν καὶ νὰ μελετήσωμεν τὸ ἔργον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ἔναρξις τῶν ἐργασιῶν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ἔπρεπε νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν 1ην Σεπτεμβρίου, ὁπότε θὰ ἠδύναντο νὰ συνεχισθοῦν τακτικῶς καὶ νὰ περατωθῶσιν. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως ἐπέμεινε. Καὶ ὅλοι γνωρίζομεν τί συνέβη ἐπὶ δύο μῆνας. Πλεῖσται ὅσαι τῶν συνεδριάσεων τῶν προωρισμένων διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος ἐματαιώθησαν ἐλλείψει ἀπαρτίας. Ἄλλαι συνεδριάσεις διεξήχθησαν ἄνευ πραγματικῆς ἀπαρτίας καὶ μόνον 6 ἢ 7 ἄρθρα τοῦ Συντάγματος ἐψηφίσθησαν μέχρι σήμερον ἐπὶ δύο ὁλοκλήρους μῆνας. Καὶ ἤδη, ἐὰν φθάσωμεν, ὡς φημολογεῖται, εἰς τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου καὶ εἰς τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν, καταλήγομεν εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐξ ἀρχῆς ἐπροτείναμεν, δηλαδή, νὰ ἀρχίσῃ ἡ πραγματικὴ ἐργασία τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος τὴν 1ην Ὀκτωβρίου. Ἀλλὰ ἐν συνεχείᾳ τῶν ὅσων ἔγιναν μέχρι σήμερον, ὑπεβλήθη χθὲς μὲ σπουδήν, τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον συζητεῖται σήμερον. Χθὲς τὸ ἀπόγευμα συνεκαλεῖτο ἐκτάκτως ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία συνῆλθε, συνέχισε τὴν συζήτησιν μέχρι σήμερον καὶ ἀμέσως μετὰ ἐπιλαμβάνεται ἡ Βουλή. Τί δὲ ζητεῖται διὰ τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ; Νὰ ψηφισθοῦν ἐν τῷ συνόλῳ καὶ ἄνευ συζητήσεως 46 ἄρθρα τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος, τὰ ὁποῖα, κατὰ τοὺς προτείνοντας βουλευτάς, δὲν χρήζουν οὐδεμιᾶς ἀναθεωρήσεως. Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὁ τρόπος αὐτὸς δὲν εἶναι ὀρθός. Δὲν εἶναι ὀρθόν, διὰ ψηφίσματος νὰ ζητῆται ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἄνευ συζητήσεως νὰ ψηφίσῃ ἢ νὰ καθορίσῃ ὡς μὴ ἀναθεωρητέα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος ἐν τῷ συνόλῳ. Δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ βοηθήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν προσπάθειάν της νὰ ἐπισπεύσῃ τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ νομίζομεν, ὅτι ὁ καλύτερος τρόπος δὲν εἶναι αὐτός, ὁ ὁποῖος προτείνεται ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων. Ἐὰν ὑπάρχουν ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, καὶ ὑπάρχουν πολλά, τὰ ὁποῖα ἄνευ συζητήσεως πρόκειται νὰ γίνουν δεκτά, μία ἁπλῆ, ἁπλουστάτη λύσις ὑπάρχει, νὰ ἀπαγγελθοῦν τὰ ἄρθρα αὐτά, νὰ ἐκφωνηθοῦν ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις, νὰ ψηφισθοῦν. Ὅταν αὐτὴ ἡ στοιχειώδης ἀρχὴ κρατεῖ προκειμένου καὶ περὶ τοῦ πλέον τυπικοῦ τῶν νομοσχεδίων, δὲν ἀντιλαμβάνομαι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προτείνεται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ἡ ψήφισις, ἄνευ συζητήσεως, 45 ἄρθρων τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος. Διὰ τὸν λόγον αὐτόν, κύριοι βουλευταί, καὶ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, δεχθεῖσα κατὰ πλειοψηφίαν κατ’ ἀρχὴν τὸ ψήφισμα, ἔθεσε μίαν ἀρχήν, ὅτι ἐκεῖνα τὰ ἄρθρα πρέπει νὰ περιληφθοῦν, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις. Τὸ προβληθὲν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας, ὅτι τάχα πρέπει νὰ περιληφθοῦν τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔχουν ὑποβληθῆ τροπολογίαι, δὲν εἶναι ὀρθόν.
§17Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Δὲν κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα αὐτὸ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή. Εἶπε τὸ ἑξῆς: Νὰ παραμείνουν τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ μὲν Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ δὲν τὰ ἔθιξε, τὰ ἄφησεν ἀναλλοίωτα, ἡ δὲ Βουλὴ ἐντὸς τῆς ταχθείσης προθεσμίας, δὲν ὑπέβαλε τροπολογίαν. Εἰς αὐτὸ ἐμείναμεν σύμφωνοι.
§18Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν ἐπικαλεῖσθε τὶ εἶπεν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, ἀφοῦ ἁπλούστατα ἀπουσιάζατε ἀπὸ τὴν σημερινὴν συνεδρίασίν της. Εἰς τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐτέθη μία ἀρχή...
§19Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλήφθη χθὲς μία ἀπόφασις. Καὶ δὲν πιστεύω νὰ τὴν μετεβάλατε σήμερον, διότι αὐτό θὰ ἦτο ἀντίθετον πρὸς τὴν ἀρχήν, ἡ ὁποία ἐκράτησεν εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ κρατεῖ παντοῦ...
§20Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δυστυχῶς μετεβλήθη.
§21Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ εἰργάσθη ἐπὶ διετίαν. Οὐδεμία ἀπόφασις, ληφθεῖσα μετεβλήθη ἢ μεταβάλλεται ἀπὸ τοὺς βουλευτάς. Ἐὰν τὴν μεταβάλατε σήμερον ὑμεῖς, ἐπράξατε παρὰ τὴν συνείδησίν σας, τὴν τακτικὴν καὶ τὴν παράδοσιν, ἡ ὁποία διέπει τὴν διαδικασίαν τῶν Σωμάτων.
§22Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ὅτι πρὶν ἢ λυθῇ ἡ συνεδρίασις τῆς Ἐπιτροπῆς, χθές, ὅταν εἴπατε, ὅτι ἀπεφασίσθη νὰ γίνῃ κατ’ ἀρχὴν δεκτόν τὸ ψήφισμα, σᾶς εἶπον ἐγὼ ὁ ἴδιος, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, δὲν ἔλαβε καμμίαν ἀπόφασιν.
§23Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλαβε καὶ εἶπον ὅτι, ἡ ἰδική σας γνώμη θὰ διατυπωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὡς μειοψηφία. Καὶ εἶσθε ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος ἐμειοψηφίσατε.
§24Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐπιμείνω. Τὰ πράγματα ἐξειλίχθησαν ὅπως τὰ εἶπον. Ἐπικαλοῦμαι δὲ καὶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Μακκᾶ.
§25Λ. ΜΑΚΚΑΣ. Ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι χθὲς δὲν ἐλήφθη καμμία ὁριστικὴ ἀπόφασις, διότι χθὲς ἡ Ἐπιτροπὴ ἐν τῇ συνόλῳ της ἦτο ἀπροετοίμαστος διὰ νὰ συζητήσῃ τὸ σχέδιον ψηφίσματος.
§26Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Εἴχατε ἀποχωρήσει ὅταν ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις, κ. Μακκᾶ.
§27Ε. ΛΟΥΛΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ἐλήφθη χθὲς ἀπόφασις. Ἀνεβλήθη ἡ συζήτησις, διὰ νὰ μελετήσουν τὰ μέλη τὸ σχέδιον καὶ νὰ κατατοπισθοῦν ἐπὶ τῶν διατάξεών του.
§28Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἀλλὰ ἀνεξαρτήτως τῆς ἀντιρρήσεως αὐτῆς, ὅτι τάχα κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ἐλήφθη ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν ἐγὼ τοὐλάχιστον καὶ πολλοὶ ἄλλοι συνάδελφοι δὲν ἀντελήφθημεν, βέβαιον εἶναι, κύριοι βουλευταί, ὅτι σήμερον ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ, ἔθεσε μίαν ὀρθὴν ἀρχήν, ὅτι προκειμένου νὰ ἐγκρίνωμεν τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ψηφίσματος, θὰ δεχθῶμεν νὰ περιληφθοῦν εἰς τὸ ἄρθρον 1, ἐκεῖνα μόνον τὰ ἄρθρα, ἐπὶ τῶν ὁποίων οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίρρησις. Συνεπῶς, τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχει καὶ ἡ ἐλαχίστη ἀντίρρησις, δὲν δύνανται νὰ περιληφθοῦν. Καὶ αὐτὰ κατ’ ἀρχὴν εἰσηγοῦμαι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ἐὰν οἱ προτείναντες ἐπιμείνουν καὶ ἡ Κυβέρνησις υἱοθετήσῃ τὸ ψήφισμα αὐτό. Διότι, ἐπαναλαμβάνω, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὸ ψήφισμα αὐτό, εἶναι τελείως περιττόν. Ὑπάρχουν ἀναμφισβητήτως ἄρθρα πολλά, προχείρως δύναμαι νὰ εἴπω περὶ τὰ 30, ἴσως καὶ πλείονα, τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος, ἐπὶ τῶν ὁποίων οὐδεμία ὑπάρχει οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις. Μία ἁπλῆ ἐκφώνησις, ἔστω καὶ κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν, τῶν ἄρθρων αὐτῶν, καὶ ἐπιψήφισίς των ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, λύει τὸ ζήτημα ἄνευ ἑτέρου. Διατὶ νὰ ἐπιδιώκεται καὶ νὰ ἐπιζητεῖται νὰ ψηφισθοῦν συνολικῶς ἄρθρα τοῦ Συντάγματος διὰ ψηφίσματος, εἰς τὰ ὁποῖα νὰ περιλαμβάνωνται καὶ ἄρθρα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχει οἱαδήποτε ἀντίρρησις, ὅταν, ἐπαναλαμβάνω, καὶ διὰ τὸ πλέον ἀσήμαντον τῶν νομοσχεδίων, ἡ τυχὸν προβληθεῖσα ἀντίρρησις οἱουδήποτε βουλευτοῦ, ματαιοῖ τὴν ψήφισίν του ἄνευ συζητήσεως. Νομίζω, ὅτι, αὐτὸ δὲν θὰ εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνῃ καὶ δὲν θὰ εἶναι ἐποικοδομητικόν τῆς σοβαρότητος, ἡ ὁποία πρέπει νὰ μᾶς συνέχῃ ὅλους, ὅταν μάλιστα ψηφίζωμεν ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Ὅσον ἀφορᾷ, κύριοι βουλευταί, τὸ ἄρθρον 3, συντάσσομαι καὶ ἐγώ, ὅπως καὶ συνετάγην ἤδη εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, πρὸς τὴν τροποποίησιν, ὡς τὴν διετύπωσεν ἡ Ἐπιτροπή, δηλαδὴ νὰ τεθῇ ἐν ἰσχύϊ τὸ ἄρθρον 82 τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον ἁπλῶς συναρμολογεῖ τὰ δύο ἄρθρα 49 καὶ 43 τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος. Ἐπίσης δέ, κύριοι βουλευταί, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ καὶ ἡ τροπολογία τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι: «Πρότασις ἢ τροπολογία....................... .................(ἀναγινώσκει)...............». Διότι, εἶναι πολὺ πιθανόν, κατὰ τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τοῦ Συντάγματος, ἡ ψήφισις ἄλλων ἄρθρων νὰ ἐπιβάλῃ νὰ συναρμολογηθοῦν ὡρισμένα εἰς τὰ ἤδη ἐψηφισμένα καὶ δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀποκλείσωμεν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, τὴν δυνατότητα νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην ἀντικατάστασιν, συναρμολόγησιν ἢ προσθήκην. Περαίνων, κύριοι βουλευταί, ἐπιθυμῶ νὰ ἐπιστήσω ἰδιαιτέρως τὴν προσοχήν σας καὶ ἐπιμένω καὶ λέγω, ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἀντιτίθεμαι εἰς τὸ ψήφισμα, διότι, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος τρόπος τῆς ἐπιψηφίσεως ἄρθρων τοῦ Συντάγματος συλλογικῶς διὰ ψηφισμάτων. Ὅλοι ἐπιθυμῶμεν νὰ προωθηθῇ τὸ συνταγματικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ὅλοι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει καὶ πάντοτε πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι ἀποστολὴ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας δὲν εἶναι νὰ καταρτίσῃ ἐν σπουδῇ ἕν οἱοδήποτε Σύνταγμα, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ εἴπῃ κατόπιν εἰς τὸν λαόν, ὅτι, κύριοι, ἐξετέλεσα ὡς πρὸς τὸ Σύνταγμα τὴν ἀποστολήν μου. Ἀποστολὴ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὡς ὀρθότατα κατὰ τὴν σχετικὴν συζήτησιν ἐτόνισεν ὁ ἀξιότιμος κ. ἀρχηγὸς τοῦ Νέου Κόμματος, εἶναι νὰ κλείσῃ μίαν ἀπὸ τεσσαρακονταετίας συνταγματικὴν ἀνωμαλίαν. Τοῦτο πρέπει νὰ τὸ ἀντιληφθῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις καί μετὰ τῆς προσηκούσης σοβαρότητος νὰ ἀντιμετωπίζῃ τὰ συνταγματικὰ ζητήματα. Σπουδὴ ἀλόγιστος καὶ βεβιασμέναι ἐνέργειαι καὶ ψηφίσματα βεβιασμένα καὶ βεβιασμέναι ψηφοφορίαι καὶ συζητήσεις ἄνευ ἀπαρτίας καὶ ματαίωσις συζητήσεων λόγῳ ἐλλείψεως ἀπαρτίας, δὲν εἶναι ἐποικοδομητικὰ τοῦ ἔργου καὶ τῆς σοβαρότητος, ἡ ὁποία χρειάζεται. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμῇ νὰ ἐμφανίσῃ, ἐπὶ τῇ λήξει τῆς συνόδου, εἰς τὸν λαόν, ὅτι τάχα ὡρισμένα ἄρθρα δὲν ἠξεύρω πόσα, ἐψηφίσθησαν, ἂς γίνῃ καὶ αὐτό, ἀλλ’ ἂς γίνῃ τοὐλάχιστον μὲ τὸν κατάλληλον τρόπον. Ἐκεῖνο, δηλαδή, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἀπ’ ἀρχῆς, ἂς γίνῃ σήμερον, καὶ ὄχι, ἐπαναλαμβάνω, διὰ ψηφισμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχουν τὴν ἔννοιαν ὑφαρπαγῆς τῆς ψήφου τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Νὰ γίνῃ κατὰ τὸν προσήκοντα τρόπον καὶ ὁ προσήκων τρόπος, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι, ὅτι τῶν ἄρθρων ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑποβάλλεται οἱαδήποτε ἀντίρρησις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία.
§29Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπ’ αὐτοῦ.
§30Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Τότε εἶναι περιττὸν τὸ ψήφισμα.
§31Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικ.). Ἐπ’ αὐτοῦ ἐγένετο μακρὰ συζήτησις. Πάντως οὐδέποτε ὑπῆρξε πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως, ἐξ ὑφαρπαγῆς, ὅπως πρὸ ὀλίγου εἴπετε, ἀποσπάσῃ τὴν ψήφισιν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, διότι, ἂν μὴ τι ἄλλο, ἡ Κυβέρνησις εὐλαβεῖται τοῦ καταστατικοῦ χάρτου τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἐπρόκειτο ἁπλῶς περὶ ἄρθρων, ἐκ τῶν ὁποίων δὲν θὰ ἐγένετο συζήτησις. Ἐὰν ὅμως, παρὰ ταῦτα, κατὰ τὴν ἀντίληψιν ἢ καὶ ἄλλων τινῶν μελῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας γεννηθῇ σαφῶς ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις, βεβαίως δὲν θὰ ἦτο πρόθεσις τῆς Βουλῆς ἐξ ὑφαρπαγῆς νὰ καταστήσῃ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, διατάξεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις. Συνεπῶς, δὲν ὑπάρχει ζήτημα, οὔτε πρόκειται περὶ σπουδῆς.
§32Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Μοῦ δίδετε τὴν εὐκαιρίαν νὰ κάμω μίαν διευκρίνισιν καὶ νὰ ἀπαντήσω καὶ εἰς τὸν κ. Ἀλιβιζᾶτον. Ὅταν χθές, τὸ πρῶτον, εἰσήχθη τὸ ψήφισμα εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ἐγένετο λόγος ὅτι εἰσάγεται κατόπιν συμφωνίας τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων.
§33Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Κανεὶς δὲν εἶπε τέτοιο πρᾶγμα.
§34Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ὅταν δὲ ἐγὼ ἐδήλωσα, ὅτι τὸ Νέον Κόμμα, δὲν ἔχει γνῶσιν τοιαύτης συμφωνίας, δὲν ἐνθυμῶμαι παρὰ τίνος συναδέλφου ἐλέχθη, ὅτι ἀποτελεῖ συμφωνίαν τῶν κομμάτων Λαϊκῶν, Φιλελευθέρων καὶ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ.
§35Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Αὐτὰ τὰ γράφουν αἱ ἐφημερίδες.
§36Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἐγὼ ἀνέφερα τὶ ἐλέχθη εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, χωρὶς νὰ διαψευσθῇ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει κατόπιν τῆς δηλώσεως τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι υἱοθετεῖ τὴν ἀρχήν, ὅτι δὲν θὰ περιληφθοῦν ἄρθρα, ἐφ’ ὧν θὰ ὑπάρξῃ οἱαδήποτε ἀντίρρησις, ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν, διότι τὸ πρᾶγμα διευθετεῖται.
§37Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν τὸ ψήφισμα.
§38Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κ. Καλλίας.
§40Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Θὰ εἶμαι, κύριοι συνάδελφοι, ἀπολύτως σύντομος. Κατὰ τὸν τελευταῖον καιρόν, δηλαδή, ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Μαΐου, εὑρισκόμεθα ἐνώπιον ἑνὸς ἀτόπου. Ἄπειροι προτάσεις καὶ μέθοδοι ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, παρουσιάζονται, ἡ μία δὲν γίνεται δεκτή, ἡ ἄλλη ψηφίζεται καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας παρουσιάζεται ἄλλη πρότασις. Ἐνθυμίζει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα τὴν συνεχῆ ἐναλλαγὴν φαρμάκων, ἡ ὁποία, ὅπως ἔλεγε κάποτε ὁ φιλόσοφος Σενέκας, γράφων πρὸς τὸν ἐν Σικελίᾳ ἀνθύπατον Λουκίλιον, εἶναι ἡ χειροτέρα μέθοδος θεραπείας. Διὰ τὸ Σύνταγμα, κύριοι συνάδελφοι, δὲν χρειάζονται βότανα· χρειάζεται συστηματικὴ ἢ συνεχὴς προσπάθεια καὶ διαρκὴς ἐργασία, ἡ ὁποία λόγῳ τῆς ἐκλεγείσης ἀκαταγγέλου διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος ἐποχῆς, δὲν παρετηρήθη μέχρι σήμερον. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, οἱ κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀναμφισβητήτως ἀγαθῆς προθέσεως καὶ τείνει εἰς τὴν ἁπλούστευσιν τῆς διαδικασίας τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος. Δὲν νομίζω, ὅμως, ὅτι ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς προτάσεως, ὁ ἐπιδιωκόμενος σκοπός, διότι τὰ πλεῖστα τῶν ἄρθρων, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται εἰς τὴν πρότασιν, ὁπωσδήποτε εἰσαγόμενα εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ἐπρόκειτο νὰ προκαλέσουν συζήτησιν. Ἐγὼ θὰ ἐνόμιζον ὅτι, θὰ ἦτο καλύτερον, ὁ προσδιορισμὸς τῶν ἄρθρων, τὰ ὁποῖα δὲν πρόκειται νὰ ἀναθεωρηθοῦν, νὰ γίνῃ καθ’ ἕκαστον κεφάλαιον χωριστά, καὶ τοῦτο διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ δυσαρέσκεια μεταξὺ διακριθησομένων ἄρθρων καὶ ἐνδεχομένως, τροποποιηθησομένων. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς νομίζῃ, ὅτι συνολικῶς καὶ ἀπὸ τοῦδε πρέπει νὰ γίνῃ ὁ προσδιορισμὸς τῶν ἄρθρων, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ μεταβληθοῦν, τότε θὰ ἐνόμιζον, ὅτι δύο πράγματα πρέπει νὰ προσέξωμεν. Τὸ πρῶτον ἀφορᾷ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἄρθρων, διότι βεβαίως δὲν εἶναι δυνατόν, δι’ ἁπλῆς ἀναγραφῆς εἰς ἓν ψήφισμα νὰ θεωρηθοῦν ὡς ψηφισθέντα ἀπὸ τὸ Σῶμα ὁλόκληρα ἄρθρα Συντάγματος, τὸ δεύτερον εἶναι περιορισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἄρθρων τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ τύχουν ἰδιαιτέρας συζητήσεως. Νομίζω, ἐγώ, ὅτι τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἐξῄρεσεν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, πρέπει νὰ διαγραφοῦν ἀπὸ τὸ ὑποβληθὲν σχέδιον, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον, πρέπει νὰ διαγραφῇ καὶ τὸ ἄρθρον 21. Ὄχι διότι ἡ ἀρχὴ τοῦ ἄρθρου 21 πρόκειται νὰ μεταβληθῇ ποτέ, ὡς ἐκ τῆς φύσεώς της, διότι ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ διότι εἰς τὸ ἄρθρον 21 ἡ ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπή, προσέθεσε τὸ πρῶτον ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι τὸ πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος, εἶναι Βασιλευομένη Δημοκρατία. Κύριοι συνάδελφοι, οὐδέποτε ἠμφισβητήθη ἡ φύσις τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ ἰσχύοντος τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ μὲ τὴν βοήθειαν τῆς ΚΔʹ Συντακτικῆς Πράξεως, ἐπὶ τέσσαρα ὁλόκληρα ἔτη ἐγένετο ἀναστολὴ τοῦ ἐλευθέρου δημοκρατικοῦ πολιτεύματος τῆς χώρας. Νομίζω, ὅτι ἡ προσθήκη εἶναι χρήσιμος, διότι διὰ τῆς προσθήκης αὐτῆς, θὰ γίνῃ μία ἀναβάπτισις τοῦ δημοκρατικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος, προσδιοριζομένου ρητῶς τοῦ χαρακτῆρος του. Πέραν αὐτοῦ, πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ καὶ ἡ πρότασις τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, περὶ προσθήκης δευτέρας παραγράφου εἰς τὸ ἄρθρον 4, ἡ ὁποία προβλέπει τὴν προσθήκην νέων ἄρθρων καὶ τὴν συμπλήρωσιν τῶν ἐψηφισμένων. Αὐταί εἶναι αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας εἶχον νὰ κάμω. Καὶ ἐπειδὴ καὶ ἂν ἀκόμη ἐψηφίζοντο τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα περιέχονται εἰς τὸ ψήφισμα, πάλιν θὰ μείνῃ ἐκκρεμές, τὸ κύριον συντακτικὸν ἔργον, θὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅταν ἐν καιρῷ ἐπανέλθωμεν μὲ περισσότερον ἀπερίσπαστον, ἐλπίζω, τὴν σκέψιν μας, ἀπὸ τὸ πρόβλημα τῆς δημοσίας τάξεως, τότε θὰ πρέπει νὰ χωρήσωμεν εἰς τὸ ἔργον τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, ὄχι διὰ τῆς συνεχοῦς ἐναλλαγῆς μεθόδων, ἀλλὰ διὰ τῆς συνεχοῦς ἐργασίας καὶ τῶν μακρῶν συνεδριάσεων.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Τσάτσος ἔχει τὸν λόγον.
§42Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, συζητοῦμεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν περὶ ἀντικειμένου, περὶ τοῦ ὁποίου, ἐκ τῶν προτέρων εἶναι φανερόν, ὅτι δὲν ὑπάρχει συζήτησις. Διότι, συνεφωνήθη κατόπιν τῶν δηλώσεων τοῦ κ. ὑπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι μόνον ἐκεῖνα τὰ ἄρθρα εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσουν ἀντικείμενον ψηφίσματος, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις. Ἑπομένως, προφανῶς συζητοῦμεν περὶ ἀντικειμένου, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ὑπάρχει συζήτησις. Θὰ πρέπει αὐτὴ ἡ συζήτησις, τόσον κενὴ περιεχομένου νὰ λήξῃ συντόμως, διότι, ἐὰν καταναλώσωμεν τὴν σημερινὴν ἑσπέραν εἰς ματαίους διαφωτισμοὺς καὶ εἰσέλθομεν εἰς τὴν οὐσίαν τῶν ἄρθρων, περὶ ὧν τὸ ψήφισμα, τότε εἶναι βέβαιον, ὅτι καὶ τὸ ψήφισμα ἀπόψε δὲν θὰ ψηφίσωμεν, καὶ τὸ ἄρθρον 11, τοῦ ὁποίου τὴν ψήφισιν διεκόψαμεν, δὲν θὰ ψηφισθῇ, καὶ θὰ τερματισθῇ οὕτως ἀδόξως, ἡ ἀδόξως ἀρξαμένη συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Μόνον, ὑπὸ τὸν ρητὸν ὅρον, ὅτι δὲν θὰ γίνῃ συζήτησις μακρά, ἀλλὰ τόση, ὥστε νὰ κατανοηθῇ τὸ ἀντικείμενον, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἀποφανθῶμεν, εἶναι δυνατόν, νὰ προχωρήσωμεν. Διότι, ἐὰν πράγματι εἰσέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν καθ’ ἕκαστον ἄρθρων, ποὺ ἀναφέρει τὸ ἄρθρον 1, τοῦ ψηφίσματος, εἶναι ἀπολύτως βέβαιον, ὅτι ἡ συζήτησις δὲν θὰ καταλήξῃ εἰς ψηφοφορίαν. Τί ἠθέλησε νὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις.
§43Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Ποία Κυβέρνησις; Πρέπει νὰ γνωρίζετε, ὅτι μόνον εἷς ἀρχηγὸς κόμματος εἶπεν ὡρισμένα πράγματα ἀφορῶντα τὸ Σύνταγμα.
§44Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἶμαι ἀπολύτως διατεθειμένος, νὰ ἀνακαλέσω τὴν ἀρχικήν μου φράσιν, νὰ λησμονήσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ εἴπω, ὅτι, οἱ κύριοι βουλευταί, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν πρωτοβουλίαν αὐτοῦ τοῦ ψηφίσματος, καὶ οἱ ὁποῖοι συμπτωματικῶς ἁπλῶς εὑρίσκονται νὰ ἀνήκουν εἰς ἓν ἐκ τῶν κυβερνώντων κομμάτων, σκέφθησαν ὅτι, θὰ ἦτο σκόπιμον, ἐὰν ὑπάρχουν ἄρθρα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀμφισβητοῦνται ἀπὸ κανένα μέλος τῆς Βουλῆς, νὰ τὰ θεωρήσωμεν ὡς καλῶς ἔχοντα καὶ νὰ τὰ ψηφίσωμεν.
§45ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς τὸ ξεύρετε;
§46Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρξῃ οἱαδήποτε, κατὰ τὴν παροῦσαν συνεδρίασιν ἀμφισβήτησις, πρέπει τὰ ἄρθρα αὐτά, νὰ διαγραφοῦν. Αὐτὸ εἶπον καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἐσκέφθησαν ἀμφότεροι ὅταν ἔκαμον αὐτὰς τὰς δηλώσεις ὡς βουλευταὶ φυσικά, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν θέσιν λαμβάνει εἰς τὸ ζήτημα, ὅτι ἐὰν ὑπάρχῃ, πρὸς Θεοῦ, μία σειρὰ ἄρθρων ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀπὸ τοῦ 1864 δὲν ἐδημιουργήθη καμμία ἀμφισβήτησις, νὰ μὴ τὰ ἀναθεωρήσωμεν, νὰ εἴπωμεν, ὅτι καλῶς ἔχουν, καὶ νὰ προχωρήσωμεν. Μετὰ τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ θέμα ἐντοπίζεται ἐκεῖ ὅπου, ὁ κ. πρῶτος εἰσηγητὴς δὲν τὸ εἶχε περιορίσει, ἐπροχώρησεν εἰς μίαν ἐπικίνδυνον θεωρίαν καθ’ ἣν, ἔχει δικαίωμα ἡ Βουλὴ διὰ ψηφίσματος νὰ καθορίσῃ a priori, τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις, καὶ νὰ ἀποκλείσῃ ἑπομένως, τὸ δικαίωμα τῆς συζητήσεως εἰς τὴν μειοψηφίαν τῆς συνελεύσεως. Αὐτὸ εἶναι ἀπολύτως ἀπαράδεκτον.
§47Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Αὐτὸ ἐφηρμόσθη εἰς τὸ παρελθόν.
§48Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐγὼ προτείνω πρῶτον: Ὅπως ἀναγνωσθοῦν τὰ ἄρθρα κατὰ σειράν, καὶ τὰ ἄρθρα ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις, νὰ διαγραφοῦν, καὶ ὅσα μείνουν νὰ ἀποτελέσουν τὸ περιεχόμενον τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ψηφίσματος. Καὶ δεύτερον, νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τῆς Ἐπιτροπῆς, περὶ τοῦτο ὅτι, ἐὰν ὑπάρχουν εἰς τὰ ἄρθρα αὐτά, τυχὸν προσθῆκαι, οἱ ὁποῖαι θὰ προταθοῦν, ἢ ἐὰν ὑπάρχουν ἄρθρα συναφοῦς περιεχομένου, τῶν ὁποίων θέλει ἡ Βουλὴ τὴν προσθήκην καὶ ὑπάρχουν σχετικαὶ προτάσεις, ὀφείλει νὰ ἀναγνωρισθῇ διὰ τοῦ παρόντος ψηφίσματος, καὶ διὰ τῆς προτεινομένης τροπολογίας, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἀποκλείει τὸ δικαίωμα τῆς συζητήσεώς των. Ἡμεῖς ἁπλῶς, ἀναλαμβάνομεν μίαν ὑποχρέωσιν διὰ τοῦ παρόντος ψηφίσματος, ὅτι ὅσα ἐθεωρήσαμεν ὡς καλῶς ἔχοντα, δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ τὰ διαγράψωμεν. Ἐὰν θέλετε νὰ κάμωμεν τὰς προσθήκας αὐτάς, τότε θὰ ψηφίσω τὸ ψήφισμα. Ἐὰν ὅμως ὄχι θὰ καταψηφίσω τοῦτο, διότι νομίζομεν, ὅτι ἀποτελεῖ ἀπεμπόλησιν τῶν βασικῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, καὶ καθιστᾷ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος, ἐπιψήφισιν ἐξ ὑφ’ ἁρπαγῆς.
§49Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντ. Κυβ.). Νομίζω, ὅτι εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον τῆς προτάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς λέγεται «προτάσεις ἢ τροπολογίαι δι’ ὧν προτείνεται ἡ προσθήκη νέων ἄρθρων ἢ ἡ συμπλήρωσις τῶν κατὰ τὸ παρὸν ψήφισμα μὴ ἀναθεωρουμένων διατάξεων τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος, συζητοῦνται καὶ ψηφίζονται κατὰ τὸ ΝΖʹ ψήφισμα». Καὶ περὶ μὲν τῆς προσθήκης ἐν τοῖς ἄρθροις, αὕτη φυσικὰ θὰ γίνῃ κατὰ τὸν τρόπον τοῦ ψηφίσματος. Ἐὰν γίνουν καὶ συμπληρώσεις τῶν ἄρθρων τότε δὲν κάμωμε τίποτε εἰς οὐδεμίαν διάταξιν.
§50Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Τὰ κείμενα, τὰ ὁποῖα ἐδέχθημεν ὡς καλῶς ἔχοντα εἶναι ὁριστικά. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέραν ὅμως πρέπει νὰ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ κάμνῃ προσθήκας καὶ συμπληρώσεις.
§51Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντ. Κυβερν.). Διατὶ νὰ γίνῃ συμπλήρωσις τοῦ ἄρθρου καὶ νὰ μὴ γίνῃ νέον ἄρθρον; Θὰ δεχθῶμεν τὴν τελευταίαν παράγραφον τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ νὰ γίνῃ νέον ἄρθρον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον θέμα ἔχομεν τὸ ἄλλο ἄρθρον τῆς συναρμολογήσεως, ἡ ὁποία συμπληρώνει. Νὰ κάμωμεν λοιπὸν ἕν νέον ἄρθρον ὅταν θὰ γίνῃ ἡ τελευταία ἀνακεφαλαίωσις. Τότε θὰ γίνῃ αὐτό.
§52Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Διατὶ ἀφοῦ ἐμμέσως δύνανται νὰ γίνουν καὶ προσθῆκαι νὰ μὴ εἴμεθα ἀπολύτως εἰλικρινεῖς καὶ νὰ μὴ δεχθῶμεν καὶ τὴν δυνατότητα τροπολογιῶν;
§53Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Δέχομαι τὴν προσθήκην ἀλλὰ δὲν ἀντιλαμβάνομαι τὸ δεύτερον μέρος τῆς προτάσεως, ὅταν ἡ συμπλήρωσις δύναται νὰ γίνῃ διὰ νέου ἄρθρου. Νομίζω, ὅτι εἶναι τὸ ἴδιον πρᾶγμα.
§54Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αἱ τροπολογίαι δὲν θὰ γίνουν δεκταί. Σεῖς θέλετε καὶ ἐπιμένετε ἐπὶ τῶν προσθηκῶν, ἀλλὰ καὶ αἱ προσθῆκαι μεταβάλλουν τὴν οὐσίαν. Ἐὰν αἱ προσθῆκαι ποὺ προτείνετε μεταβάλλουν τὴν οὐσίαν, τότε τί ψηφίζομεν; Ποία εἶναι ἡ ἐγγύησις; Διότι ἢ ψηφίζομεν Συνταγματικὰς διατάξεις διὰ νὰ ἰσχύσουν ἢ δὲν τὰς ψηφίζομεν. Διότι, ἐὰν πρόκειται διά τῶν προσθηκῶν, νὰ τροποποιήσωμεν τὴν οὐσίαν, τότε τί ψηφίζομεν;
§55Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἶναι πολὺ ὀρθαὶ αἱ παρατηρήσεις σας. Οὐδέποτε θὰ γίνουν δεκταὶ προσθῆκαι, ἀλλοιώσεις ἢ ἀκυρώσεις τῶν ψηφισθεισῶν διατάξεων.
§56Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Τότε νὰ διασαφηνίσετε, ὅτι πρόκειται περὶ προσθηκῶν, μὴ ἀντιτιθεμένων εἰς τὰ ἄρθρα.
§57Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὁμιλεῖτε περὶ ἀνυπάρκτων πραγμάτων. Ὑπάρχουν ἄρθρα μὴ συνεπαγόμενα συζητήσεις, διότι δὲν ὑπάρχει συνείδησις περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς μεταβολῆς αὐτῶν καὶ τότε ἡ ὅλη συζήτησις στερεῖται περιεχομένου. Τὸ πᾶν ἀνασυζητεῖται, ἐὰν ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ σύμπτωσις ἀντιλήψεων δὲν συζητεῖται.
§58Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει τὸ παράδειγμα τοῦ ἄρθρου 11, τὸ ὁποῖον συνεζητήθη καὶ συζητεῖται ἀκόμη. Σήμερον τὸ πρωΐ σχεδὸν ὁμόφωνος ἦτο ἡ γνώμη ὅλων ἂν καὶ δὲν ἐγένετο ὀνομαστικὴ ψηφοφορία, ὅτι θὰ ἔπρεπεν ἡ διάταξις ἡ ὁρίζουσα, ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν δικαιοῦνται νὰ ἀπεργοῦν, νὰ μὴ μπῇ εἰς τὸ ἄρθρον 11, ἀλλὰ εἰς τὸ ἄρθρον περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων τὸ ἀφορῶν τὴν διοίκησιν. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἀποφασίσωμεν, ὅτι θὰ τεθῇ εἰς ἕνα ἄρθρον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἐγένετο συζήτησις. Ἢ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφασίσωμεν, ὅτι δὲν θὰ τεθῇ μία διάταξις, ὅταν ἐκ τῆς συζητήσεως ἔγινε κατάδηλος ἡ ἀνάγκη τῆς προσθήκης της εἰς κἄποιον ἄρθρον; Μεθοδολογικῶς λοιπόν, ἐπιβάλλεται νὰ ὑποβάλωμεν τὰς τροπολογίας ἐπιστημονικῶς καὶ οὐχὶ προχείρως. Ἐπιβάλλεται νὰ κάμωμεν τὴν ἐπιφύλαξιν, τὴν ὁποίαν εἰσηγεῖται ὁ κ. Τσάτσος. Ἄνευ τῆς ἐπιφυλάξεως θὰ κριθῶμεν ὡς ἐστερημένοι τῆς ἐπιστημονικῆς ἐκείνης σοβαρότητος, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Δὲν εἶναι νοητὸν πρὸ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἄρθρων νὰ προεξοφληθῇ, κατὰ τρόπον ἀπόλυτον, ὅτι δὲν θὰ γίνῃ μία προσθήκη εἰς τὰ ἄρθρα 92 ἕως 95 λ.χ. Μία τοιαύτη προεξόφλησις σημαίνει καὶ ἔλλειψιν ἐπιστημονικοῦ ἀλλὰ καὶ οὐσιαστικοῦ ἐνδιαφέροντος τῆς Βουλῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον.
§59Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Τοῦτο θὰ ἦτο ὀρθόν, ἐὰν ἐπρόκειτο ὅμως περὶ ἄρθρων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἤθελεν ὑπάρξει συζήτησις οὐσιώδης. Ἤδη ὅμως ὁμιλοῦμεν περὶ ἄρθρων ἐφ’ ὧν δὲν ὑπάρχει συζήτησις.
§60Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τὰ ἑξῆς σημεῖα. Δὲν θὰ περιληφθοῦν ἄρθρα ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις. Αἱ τυχὸν μεταγενεστέρως μέλλουσαι νὰ γίνουν προσθῆκαι εἴτε ὑπὸ μορφὴν ἄρθρων, εἴτε ὑπὸ μορφὴν διατάξεων, δὲν θὰ ἔρχωνται ποτὲ εἰς ἀντίφασιν πρὸς ψηφισμένα ἄρθρα, ἀλλὰ θὰ ἀποτελοῦν συμπλήρωσιν καὶ ὄχι μεταβολήν. Μὲ αὐτὴν τὴν βάσιν νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν.
§61Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Ὅπως τροποποιεῖτε τὴν τροπολογίαν, τὴν δέχομαι. Συμπληρώσατέ την νὰ γίνῃ δεκτή.
§62Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε τί ἔχει νὰ προσθέσῃ, προσθήκη μὴ ἀντιτιθεμένη εἰς ψηφισθεῖσαν διάταξιν; Ποῖος θὰ τὸ κρίνῃ, ἐὰν ἀντιτίθεται ἢ ὄχι;
§63Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Μίαν ἐξαίρεσιν πιθανῶς.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
§65Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν δυσκολεύομαι, κύριοι, νὰ διακηρύξω, ὅτι ὁσάκις συνέβη κατὰ τὸν βίον μου νὰ εἶμαι ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους, ἐξετέλουν καὶ ἐκτελῶ καὶ τώρα τὰ καθήκοντά μου μετ’ ἐνθουσιασμοῦ, μὲ εὐαρέσκειαν δι’ ὅλης τῆς ψυχῆς μου. Εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν ἔρχομαι εἰς βῆμα δυσηρεστημένος. Κύριοι βουλευταί, ἐπὶ δύο ὁλόκληρα ἔτη καὶ ἐφώναζον προφορικῶς καὶ ἔγραφον εἰς τὴν δημοσιότητα—κύριε Κωστάκη (ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν κ. Κ. Τσάτσον)—ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα εἰς καλὴν κατάστασιν ἕνεκα τῆς ἀδικαιολογήτου βραδύτητος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Διότι, δὲν εἶναι τὰ Συντάγματα προϊόντα τῆς στιγμῆς. Εἶναι προϊόντα τῆς μακρᾶς πολλῶν αἰώνων πείρας τῶν Ἐθνῶν. Καὶ τὰ Συντάγματα καθορίζουν τὰ συντεταγμένα καθὼς τὸ ἰδικόν μας, πῶς γίνεται ἡ ἀναθεώρησις. Προηγεῖται μία ἐργασία, καθορίζουσα ποῖα ἄρθρα εἶναι ἀναθεωρητέα. Αὐτά, τὸ Α, τὸ Β, τὸ Γ. Ἐδῶ δὲν ἐγένετο ὅμως αὐτὸ καὶ ἐπὶ δύο ὁλόκληρα ἔτη ἐγὼ δυστυχῶς δὲν ἠκουόμην καθόλου. Δὲν ἐγνώριζον ἐγὼ τί ἔπρεπε νὰ γίνῃ, ἀλλὰ τὸ ἐγνώριζον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐφιλοδόξουν νὰ συντάξουν ὅλα τὰ Συντάγματα, ὅλους τοὺς νόμους, ὅλα τὰ ἔθιμα τὰ κοινωνικὰ, διότι καὶ περὶ αὐτῶν ἀκόμη διέλαβον εἰς τὸ «σχέδιον Συντάγματος», τῶν 145 ἄρθρων! Λοιπόν, ἔρχομαι ἐδῶ δυσηρεστημένος, τὸ ἐπαναλαμβάνω, διότι ἀντιλαμβάνομαι καὶ ἐγώ, ὅτι ἀντιμετωπίζομεν μίαν δύσκολον κατάστασιν. Ἀλλὰ ἀλλοίμονον καὶ τρὶς ἀλλοίμονον καὶ δι’ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν Πατρίδα μας, ἐὰν δὲν ἀντιληφθῶμεν τοῦ θέματος βασικῶς, ὑπὸ ἔποψιν ἠθικὴν ἀφ’ ἑνός, ὑπὸ ἔποψιν νομικὴν ἀφ’ ἑτέρου. Ὑπὸ ἔποψιν ἠθικήν, δηλαδὴ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ μεγάλου κανόνος, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀρχίζει ὁ πολιτισμὸς τῶν ἀνθρώπων, καθὼς διδάσκει καὶ ἡ μεγάλη ἱστορία τοῦ Ἑβραϊκοῦ Ἔθνους, τὴν ὁποίαν οἱ χριστιανοὶ ἀποκαλοῦμεν «Ἁγίαν Γραφήν», ἀλλὰ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία, ὅτι ἀρχίζει ἡ ἠθικὴ ἀπὸ τῆς αἰδοῦς, ἀπὸ τῆς ἐντροπῆς. Ἐὰν καταρτίσωμεν ἔργον παρὰ τὸν κανόνα τῆς ἐντροπῆς, μὴ πλανᾶσθε, κύριοι, τὸ ἔργον μας οὔτε σταθερὸν θὰ εἶναι, οὔτε ὠφέλιμον. Καὶ θὰ εἶναι ἄρνησις τῆς ἐντροπῆς ἐὰν περὶ τοιούτου εἴδους ψηφισμάτων, ἐάν, προκειμένου ἐν γένει περὶ τῶν Συνταγματικῶν διατάξεων, ἀποφαινώμεθα δι’ ἀναστάσεως καὶ χωρὶς νὰ ἐνεργῆται πάντοτε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία, χωρὶς δὲ νὰ ὑπάρχῃ ἡ νόμιμος ἀπαρτία τοῦ Σώματος προφανῶς. Ἡμεῖς οἱ ἴδιοι θὰ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τὴν αἴθουσαν αὐτὴν δυσχεραίνοντες, ἐντρεπόμενοι καὶ ὁμολογοῦντες, ὅτι κακόν, κάκιστον ἔργον ἐπετελέσαμεν. Ἡ νομικὴ ἄποψις, κύριοι, ἡ νομικὴ βάσις τοῦ θέματος εἶναι ἡ ἑξῆς. Ὅτι ἰσχύει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ὡς συνεπληρώθη διὰ ψηφίσματος τοῦ 1935, καὶ θὰ ἰσχύῃ μέχρις ὅτου τὸ νέον Σύνταγμα—τὸ λέγω «νέον» διότι θὰ περιέχῃ τὰς ἀναθεωρήσεις—θὰ δημοσιευθῇ εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Δηλαδή, ἐὰν ἡμεῖς δὲν συμπληρώσωμεν ἐδῶ τὸ ἔργον μας, δὲν ἀνακατατάξωμεν τὰ ἄρθρα εἰς τὴν προσήκουσαν σειρὰν καὶ δὲν δημοσιευθοῦν αὐτὰ ὅλα τὰ ἀναθεωρητέα ἄρθρα εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἐξακολουθεῖ καὶ θὰ ἐξακολουθῇ παγίως, σταθερῶς, νὰ ἰσχύῃ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Αὐτὴ εἶναι ἡ νομικὴ βάσις τοῦ ζητήματος. Καὶ ἑπομένως, περιττεύει καὶ ἐκείνη ἡ προσθήκη εἰς τὸ ἄρθρον 21 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει πολίτευμα Βασιλευομένης Δημοκρατίας. Περιττεύει ἐντελῶς, περιττεύει, μάλιστα, μέχρις ἐλλείψεως σοβαρότητος. Διότι, ὅταν λέγωμεν «ὁ Βασιλεὺς ἀσκεῖ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν», «ὁ Βασιλεὺς κυροῖ τοὺς νόμους», «ὁ Βασιλεὺς διορίζει τὴν Κυβέρνησιν», «ὁ Βασιλεὺς ὑπογράφει τὸ Διάταγμα περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς», τί ἄλλο εἶναι αὐτὸ παρὰ Βασιλευόμενον πολίτευμα; Καὶ μάλιστα, ὅταν ὅλα αὐτὰ ἔχουν ἐξασφαλισθῇ καὶ διὰ τοῦ Δημοψηφίσματος, Δημοψηφίσματος, μάλιστα, τὸ ὁποῖον ἀπεφάσισε μία Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην Συντακτική, ἡ Βουλή μας. Διότι ἄνευ τούτου, κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην, θὰ ἦτο ἄκυρον τὸ Δημοψήφισμα, ὅπως ἄκυρον ἦτο τὸ Δημοψήφισμα, φέρ’ εἰπεῖν, τοῦ 1920. Διότι τὸ Σύνταγμά μας εἶναι ἔμμεσος Δημοκρατία, δὲν εἶναι ἄμεσος, τὸ Κοινοβούλιον, ἡ Ἀντιπροσωπεία τοῦ Ἔθνους εἶναι ἡ ὑπάτη νόμιμος Ἀρχή. Λοιπόν, οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ποία εἶναι ἡ ὑπόστασις τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν μας ψηφίσματος; Ἔπρεπε, καθὼς εἶπον προηγουμένως, νὰ εἶχον ὁρισθῇ ἐκ τῶν προτέρων τὰ ἀναθεωρητέα ἄρθρα. Δὲν ἐγένετο αὐτό. Δὲν τὸ ἔκαμεν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, ἂς μου συγχωρηθῇ ἡ ἔκφρασις λόγῳ τῆς ἡλικίας μου, ἡ πολυλογοῦσα ἀφορήτως ἐπὶ δύο ἔτη καὶ δύο μῆνας! Δὲν τὸ ἔπραξεν αὐτή. Τὸ πράττομεν ἡμεῖς τώρα. Τὸ πράττομεν δὲ κατὰ ἕνα τρόπον, βέβαια, ἀντίστροφον, ἀλλὰ εἰς τὴν οὐσίαν μὴ οὐσιωδῶς διαφέροντα. Ἀντὶ νὰ εἴπωμεν ποῖα εἶναι τὰ ἀναθεωρητέα ἄρθρα, λέγομεν ποῖα εἶναι τὰ μὴ ἀναθεωρητέα. Ἄρα ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι ἀναθεωρητέα. Ὅταν λέγωμεν ἀναθεωρητέα δέ, δὲν ἐννοοῦμεν, ὅτι θὰ μεταβληθοῦν. Θὰ συζητηθοῦν καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ μείνωμεν σύμφωνοι, ὅτι δὲν θὰ μεταβληθῇ ἕν ἄρθρον, τὸ ὑπὸ συζήτησιν. Λοιπόν, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν εἰς αὐτό. Ἐφ’ ὅσον, δηλαδή, ὁρίζει τὸ ψήφισμα ποῖα ἄρθρα εἶναι μὴ ἀναθεωρητέα, ἄρα τὰ ὑπόλοιπα εἶναι ἀναθεωρητέα, ὑπὸ συζήτησιν. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, διότι θέλω νὰ εἴπω καὶ πρὸς τὸν ἀγαπητὸν φίλον κ. Τσάτσον, τὸν Κωνσταντῖνον—δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν τὸ πρᾶγμα, ἐάν, μὲ τὴν ἀγάπην, τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ τὴν ὑπόληψιν, ἀλλὰ μὲ τὴν διαφορὰν τῆς ἡλικίας, ἐνίοτε τὸν μαλλώνω—λοιπόν, λέγω πρὸς αὐτόν: «Θέλεις νὰ κάμῃς προσθήκας, ὄχι τροπολογίας, προσθήκας, μάλιστα, μὴ ἀντικειμένας, ὡς εἶπες, εἰς τὸ περιεχόμενον τοῦ ἄρθρου εἰς ὃ ἡ προσθήκη σου». Ναί, ἀλλὰ θὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἐὰν εἶναι προσθήκη ἢ τροπολογία.
§66ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἐὰν ἀντίκειται ἢ ὄχι εἰς τὸ περιεχόμενον;
§67Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐνῷ ἐὰν γίνῃ δεκτὴ αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν δίδω ἐγώ, ὅτι, ὅταν λέγωμεν, ἰδοὺ τὰ ἄρθρα τὰ μὴ ἀναθεωρητέα καὶ ἄρα, ἰδοὺ τὰ ἄρθρα τὰ ἀναθεωρητέα, λέγομεν, ὅτι καθὼς δὲν θὰ ἐγίνετο συζήτησις ἑνὸς ἄλλου ἄρθρου, ἐὰν εἶχον καθορισθῆ τὰ ἀναθεωρητέα, ὁμοίως θὰ γίνῃ συζήτησις περὶ τῶν ἀναθεωρητέων, ἀφοῦ καθορίζομεν ὡς μὴ ἀναθεωρητέα τὰ ἄλλα.
§68Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τὸ εἴπωμεν αὐτό;
§69Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχομεν προδήλως, τὸ δικαίωμα νὰ τὸ εἴπωμεν, διότι ἀναθεώρησιν κάμνομεν. Ἐὰν εἴπωμεν, ὅτι κάμνομεν ἀναθεώρησιν, καθορίζομεν ἐκ τῶν προτέρων τὰ ἀναθεωρητέα. Ἐδῶ, λοιπόν, τὰ καθορίζομεν, κατὰ ἕνα τρόπον ἀντίστροφον, ἐπαναλαμβάνω. Ὅταν λέγωμεν ποῖα εἶναι τὰ μὴ ἀναθεωρητέα, ἐμμέσως λέγομεν ποῖα εἶναι τὰ ἀναθεωρητέα, καὶ ὅτι, ἑπομένως, περὶ τῶν μὴ ἀναθεωρητέων ἄρθρων δὲν θὰ γίνῃ λόγος. Διότι ἄλλως, διὰ νὰ μὴ πολυλογήσωμεν εἰς αὐτό, ἐφ’ ὅσον θέλετε προσθήκην, ἡ ὁποία δὲν μεταβάλλει καθόλου τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου, διατυπώσατέ την εἰς χωριστὸν ἄρθρον, ὥστε ἐκτενεστέρα νὰ εἶναι καὶ ἡ συζήτησις, ἐὰν πρόκειται περὶ προσθήκης, καὶ οὐχὶ τροπολογίας. Διατυπώσατέ την εἰς χωριστὸν ἄρθρον, δὲν σᾶς ἐμποδίζει κανείς. Ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους, κύριοι, θὰ ἐπρότεινον νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ψήφισμα. Καὶ ἐκφράζομαι μὲ τοιοῦτον τόνον τῆς φωνῆς, διότι, βέβαια, καὶ ἐγὼ κἄπως δυσφορῶν λέγω ταῦτα. Ἀλλά, ἀφοῦ ἐφθάσαμεν εἰς αὐτὸ τὸ κατάντημα καὶ δὲν ἠκούσθημεν—συγχωρήσατέ μου νὰ νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ δοθῇ μία τις προσοχὴ εἰς τὴν φωνήν μου ἐπὶ δύο ὁλόκληρα ἔτη—πρέπει νὰ εὕρῃ κατὰ μίαν λογικὴν τὴν σκοπιμότητά της ἡ συζήτησις. Ἤρχισαν ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι νὰ ἀναθεωρήσουν τὰ σύμπαντα.
§70Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Κουλουμβάκη......
§71Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Παρακαλῶ. Σᾶς ἐπῄνεσα, διότι ἐδηλώσατε, ὅτι διεφωνεῖτε μὲ τὴν πλειονοψηφίαν. Ἐὰν ἀνακαλέσητε αὐτό, θὰ ἀνακαλέσω καὶ ἐγώ.
§72Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ἀνακαλῶ, ἀλλὰ θέλω, νὰ εἴπω, ὅτι εἰς αὐτὸ δὲν ἠθέλησαν νὰ ἐπιφέρουν μεταβολήν.
§73Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ εἴπομεν αὐτό, ἀλλά, τέλος πάντων, «σχέδιον Συντάγματος!». Ποῖος δὲ εἶναι ὁ κύριος συγγραφεύς; Εἷς, ὁ γνωστὸς πολυπράγμων ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἀναμορφώσῃ τὴν ἀνθρωπότητα!
§74Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πολὺ ἐσφαλμένη ἡ ἀντίληψίς σας, ὅτι εἶναι ἔργον ἑνὸς κυρίου. Τὰ συνεζητήσαμεν καὶ ἔτυχον πολλῆς μελέτης ὅλα τὰ ζητήματα. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον μᾶς ὑβρίζετε ὅλους. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα αὐτό. Ἡμεῖς οἱ ἄλλοι τί ἐπράξαμεν;
§75Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Παρεπλανήθητε!
§76Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν παρεπλανήθη κανείς. Νὰ διαβάσετε τὰ πρακτικὰ τῆς Ἐπιτροπῆς. Μὴ μᾶς προσβάλλετε. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§77Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν προσβάλλω κανένα. Ἐκφράζω τὴν γνώμην μου ἁπλῶς, μετὰ παρρησίας ἔστω. Λοιπόν, κ.κ. βουλευταί, ὑπ’ αὐτὰς τὰς περιστάσεις, ἀφοῦ καὶ πρὸ ἡμερῶν δὲν ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρότασίς μου νὰ ἀνασταλῇ ἡ συζήτησις περὶ τοῦ Συντάγματος διὰ τὴν 1ην Σεπτεμβρίου—ἡ γνώμη μου ἡ ἐσωτέρα ἦτο διὰ τὴν 1ην Ὀκτωβρίου—ἂς δεχθῶμεν τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν ψήφισμα, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν τέρμα τῆς ἐργασίας αὐτῆς, τῆς σπουδαιοτάτης. Ἄλλως, ἂς μὴ φοβούμεθα καὶ πολύ. Ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω, χωρὶς κανένα ἐνδοιασμόν, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ ἀναθεώρησις δὲν θὰ δημοσιευθῇ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, στηριζόμενον καὶ ἐπὶ τοῦ Δημοψηφίσματος τῆς 1ης Σεπτεμβρίου 1946, εἶναι ἀναμφιβόλως ἐν ἰσχύϊ ἀδιαμφισβητήτως. (Χειροκροτήματα).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀρχηγὸς τῶν Ἐθνικῶν Φιλελευθέρων κ. Σ. Γονατᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§79Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ὅταν, μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ πορίσματος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς τὸ Σῶμα, ἠγέρθη συζήτησις περὶ τοῦ τρόπου τῆς συζητήσεως τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος παρὰ τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος, ἐγὼ ὑπεστήριξα τότε, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὐτὴ διὰ τὴν νέαν Σύνοδον. Καὶ τοῦτο, ἀφ’ ἑνὸς μέν, διότι θὰ ἐδίδετο χρόνος ἐπαρκέστερος εἰς τοὺς κυρίους πληρεξουσίους νὰ μελετήσουν τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα, μάλιστα, ἕως τότε δὲν εἶχον ἐκτυπωθῆ ἀκόμη, καὶ τὰ ὁποῖα κατόπιν ἐσπευσμένως ἐξετυπώθησαν. Δεύτερον, διότι ἡ ὥρα τοῦ ἔτους, ἡ θερμή, δὲν ἦτο ἡ κατάλληλος διὰ τοιούτου εἴδους σοβαρὰς συζητήσεις. Καὶ τρίτον, διότι ἡ εὐοίωνος τότε ἐξέλιξις τῶν ἐπιχειρήσεων κατὰ τῆς ἀνταρσίας θὰ μᾶς παρεῖχε βραδύτερον μεγαλυτέραν ψυχικὴν ἄνεσιν καὶ θὰ ἐξήσκει ὀλιγώτερον ἐπηρεασμὸν ἐπὶ τῶν σκέψεών μας καὶ τῶν ἀποφάσεών μας. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἡ πλειοψηφία τοῦ Σώματος ἀπεφάσισεν ἄμεσον ἔναρξιν τῶν συζητήσεων, τότε καὶ ἡμεῖς προσεπαθήσαμεν, συμμορφούμενοι πρὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Σώματος, νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ἐπίσπευσιν τῶν συζητήσεων αὐτῶν. Καὶ ἦλθε τότε τὸ γνωστὸν ψήφισμα «διὰ τὸν τρόπον συζητήσεως τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων». Γενικώτερον, μάλιστα, ἡμεῖς εἴχομεν τὴν γνώμην, ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε κατὰ τὴν παροῦσαν ἀναθεώρησιν νὰ ἐπέλθουν ριζικαὶ μεταβολαὶ καὶ πολλαὶ καινοτόμοι κατευθύνσεις εἰς τὸ Σύνταγμα. Γενικῶς ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν τὸ Σύνταγμα ἡ ἀφορμὴ ὅλων τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα εἴχομεν ἑκάστοτε, οὔτε νομίζω, ὅτι ὑπῆρξεν ἡ ἔλλειψις Συνταγματικῶν διατάξεων ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐπροκάλεσεν ἐπανειλημμένας πολιτειακὰς ἀνωμαλίας εἰς τὸν τόπον μας, οὔτε, νομίζω, ὅτι οἱανδήποτε διάταξιν καὶ ἂν βάλωμεν, θὰ προλάβωμεν τὰς μελλοντικὰς τοιαύτας ἀνωμαλίας. Ἀλλοῦ ἴσως θὰ πρέπει νὰ στρέψωμεν τὴν προσοχήν μας. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ, τοῦ νὰ ἐπισπεύσωμεν τὰς ἐργασίας τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, μέχρι τοῦ σημείου καὶ τοῦ τρόπου, τὸν ὁποῖον ἐμφανίζει τὸ ψήφισμα ποὺ μᾶς παρουσίασαν ἀπόψε, εἶναι, νομίζω, μεγάλη κολοσσιαία, ἡ ἀπόστασις. Δι’ ὃ νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ἔξω τῆς σοβαρότητος τοῦ Σώματος ἐὰν ἐδέχετο τὸ τοιοῦτον ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐντὸς τῆς νυκτὸς αὐτῆς θὰ ψηφίσωμεν ὅλας τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις. Καὶ δὲν ἠξεύρω διατὶ μοῦ ἔρχονται εἰς τὸν νοῦν, τὴν στιγμὴν αὐτήν, οἱ στίχοι τοῦ Σούτσου, τοὺς ὁποίους πιστεύω, ὅτι θὰ ἐνθυμῆται καὶ ὁ κ. Κουλουμβάκης: «Ἐν μιᾷ νυκτὶ καὶ μόνη, ἀντιστάσεως μὴ οὔσης ἔθραυσαν ἀρειμανίως τοὺς φανοὺς τῆς πρωτευούσης».
§80Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ μάλιστα ν’ ἀποφασίσωμεν οὐχὶ δι’ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας.
§81Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ἄλλο ζήτημα αὐτό. Καὶ τότε μὲν οἱ θραύσαντες τοὺς φανοὺς τῆς πρωτευούσης ἐσκόρπισαν τὸ σκότος εἰς τὰς Ἀθήνας, ἐνῷ ἡμεῖς προσπαθοῦντες ἐν μιᾷ νυκτὶ καὶ μόνῃ νὰ ἀναθεωρήσωμεν τὸ Σύνταγμα, φιλοδοξοῦμεν νὰ διασκορπίσωμεν τὸ φῶς ἀνὰ τὸ Πανελλήνιον. Φοβοῦμαι μήπως, τὸ πρᾶγμα φθάσῃ νὰ γίνῃ νούμερο ἐπιθεωρήσεως, μὲ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον κάμνομεν τὴν ἀναθεώρησιν. Δὲν ἠξεύρω διατί, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ἀρχίσει τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος καὶ μετὰ πάροδον πλέον τοῦ μηνός, μόλις κατωρθώσαμεν νὰ ἀναθεωρήσωμεν 5 ἢ 6 ἄρθρα, παρουσιάζεται σήμερον τὸ ψήφισμα αὐτό, ἔτσι ἀπροόπτως καὶ ἐπειγόντως, ἐνῷ εἶναι διάχυτος ἡ πληροφορία, ὅτι πρόκειται μετὰ μίαν ἢ δύο ἡμέρας νὰ διακοποῦν αἱ ἐργασίαι τοῦ Σώματος.
§82Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε ποὺ θὰ σᾶς κάμω μίαν διακοπήν. Μοῦ εἴπατε ἐὰν ἐνθυμοῦμαι τοὺς στίχους αὐτούς. Βέβαια δὲν ἔζων τότε, εἰς τὰ 1868. Εἶμαι βέβαια γέρων, ἀλλὰ ὄχι τόσον πολύ.
§83Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι ἐν μιᾷ νυκτὶ, καὶ μάλιστα τὴν τελευταίαν τῆς συνόδου, θέλομεν νὰ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἔχωμεν ἄλλην συνεδρίασιν ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος κατὰ τὴν Σύνοδον αὐτήν, καὶ δεύτερον, οὕτω ἐνεργοῦντες, θὰ ἀφίναμεν τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ὁ Ἀννίβας εὑρίσκεται πρὸ τῶν πυλῶν, ὅτι κινδυνεύει ἡ Πατρίς μας. Ἡμεῖς ὅμως δὲν βλέπομεν οὔτε τὸν Ἀννίβαν ἐπὶ θύραις ἀλλὰ καὶ οὔτε, ἐὰν ὑφίστατο τοιοῦτος κίνδυνος, ἡ ἐσπευσμένη ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος θὰ ἦτο ἐκείνη, ποὺ θὰ ἔσωζε τὴν πατρίδα μας. Συνεπῶς δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ παρασυρθῶμεν, εἰς τοὺς μαιάνδρους αὐτούς, εἰς τοὺς ὁποίους ὡρισμένοι συνάδελφοι, οἱ ὑπογράψαντες τὸ ψήφισμα, ζητοῦν νὰ μᾶς παρασύρουν.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Τσάτσος ἔχει τὸν λόγον.
§85Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, διεξάγεται, νομίζω, μία μακρὰ συζήτησις ἐπὶ θέματος μὴ δεκτικοῦ τόσης συζητήσεως, διότι τὸ θέμα τοῦτο ἔχει πρὸ καιροῦ ἐξαντληθεῖ. Τὸ ἔργον ἡμῶν εἶναι ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος. Ἡ Βουλὴ ἀνέθεσεν εἰς μίαν Ἐπιτροπὴν νὰ ἐξετάσῃ τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ διατυπώσῃ προτάσεις. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκατηγορήθη ὄχι διὰ συντομίαν, ἀλλ’ οὕτως εἰπεῖν διὰ τὴν ἄκαιρον ἐπιμέλειάν της. Ἡ Βουλὴ ὑποτίθεται ὅτι εἶναι ἐν γνώσει τοῦ πορίσματος τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐφ’ ὅσον ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπέληξεν εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα, ἐκ τῶν ὁποίων διαπιστοῦται, ὅτι ὡρισμένα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, δὲν χρήζουν οὐδεμιᾶς μεταρρυθμίσεως. Δὲν ἀντιλαμβάνομαι διὰ τοῦτο, τί προκαλεῖ τόσην συζήτησιν σήμερον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ὤφειλε νὰ κάμῃ ἐὰν ἀποδίδῃ εἰς τὸ ἔργον της σοβαρότητα, εἶναι νὰ παραμερίσῃ τὰ θέματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρεμβάλλονται κατὰ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ ἀναθεωρητικοῦ της ἔργου, ὥστε νὰ δυνηθῇ μετὰ περισσοτέρας προσοχῆς νὰ ἐπιμεληθῇ τῶν ὑπολοίπων. Ἡ προσπάθεια τοῦ νὰ διαπιστωθῇ ἐκ τῆς μακρᾶς ἐργασίας, ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ποῖα εἶναι τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα χρήζουν κατὰ μίαν ἄποψιν, ὀρθὴν ἢ μὴ ὀρθήν, —θὰ τὸ κρίνῃ ἡ Βουλή— ἀναθεωρήσεως καὶ ποῖα κατὰ γενικὴν ὁμολογίαν, δὲν χρήζουν ἀναθεωρήσεως, πρέπει νὰ διευκολύνῃ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς. Διατί αὐτὴ ἡ μακρὰ συζήτησις; Φοβοῦμαι, ὅτι ὑπάρχει μία παρεξήγησις ἡ ὁποία δίδει εἰς τὸ θέμα μίαν ὄψιν διάφορον τῆς πραγματικῆς. Ἐὰν εἶχεν ἐφαρμοσθῆ ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 108, ἀναθεωρητικὴ διαδικασία, τί θὰ εἶχε συμβῆ; Μὲ τὰ ἄρθρα αὐτά, οὐδεὶς θὰ εἶχεν ἀσχοληθῆ, διότι ἐκ τῶν προτέρων τὰ ἄρθρα αὐτὰ θὰ εἶχον κηρυχθῆ ὡς μὴ ἀναθεωρητέα. Δὲν θὰ εἶχον χαρακτηρισθῆ ὡς ἀναθεωρητέα. Ἐπειδή, ἐδέχθη, ὀρθῶς, ἡ Βουλή, ὅτι ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ ἐξετάσῃ ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος, ἀνετέθη εἰς μίαν Ἐπιτροπήν, νὰ εἰσηγηθῇ τὰς ἐπιβαλλομένας μεταβολάς. Ἡ Βουλὴ ἔλαβε γνῶσιν τοῦ πορίσματος τῆς γενομένης μακρᾶς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει νὰ προτείνῃ καμμίαν τροπολογίαν εἰς τὰ ἄρθρα αὐτά. Ἄς ἴδωμεν μήπως ἔχῃ ἡ Βουλή. Ἀλλὰ καὶ αἱ τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἀπὸ τὴν Βουλήν, δὲν ἀφοροῦν παρὰ μόνον φραστικὰς μεταβολάς. Τότε ὅμως διατὶ νὰ ἀφήνωμεν νὰ παρεμβάλλεται εἰς τὸ ὑπόλοιπον ἔργον, τὸ θέμα αὐτὸ τῆς ἐπιψηφίσεως ἄρθρων ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν πρόκειται νὰ διεξαχθῇ συζήτησις; Διετυπώθη μία ἀντίρρησις. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ψηφισθοῦν διὰ μιᾶς. Σκόπιμον εἶναι νὰ ἐκφωνηθῇ ἕκαστον ἄρθρον καὶ νὰ ψηφισθῇ κεχωρισμένως. Κύριοι, ἐὰν δὲν εἶχε προηγηθῆ καμμία ἐργασία, θὰ ἦτο πράγματι τοῦτο ὀρθόν. Δοθέντος ὅμως, ὅτι ἔχει προηγηθῆ μία μακρὰ, καὶ νομίζω, ἐπιμελὴς ἐργασία ἐκκαθαρίσεως καὶ διεπιστώθη, ὅτι τὰ ἄρθρα αὐτὰ τὰ ἐδέχθη καὶ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ, ὡς διατυποῦνται εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, διατί εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναληφθῇ 35 ἢ 40 φορὰς τὸ ἴδιον πρᾶγμα καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς ἓν ἄρθρον νὰ μνημονευθοῦν τὰ ἄρθρα αὐτά, καὶ νὰ γίνῃ συντομωτέρα ἡ διαδικασία; Νομίζω, καὶ πάλιν, ὅτι ἁπλῶς παρεμβάλλεται μία ἄσκοπος καὶ περιττὴ δυσχέρεια. Ἐκτὸς ἐὰν δεχθῶμεν, ὅτι οἱ κύριοι βουλευταί, πρόκειται νὰ λάβουν γνῶσιν καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου κειμένου μόνον ἐκ τῆς ἀναγνώσεως ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐὰν αὐτὸς ἦτο ὁ ὑποδηλούμενος ἰσχυρισμὸς, τότε βεβαίως σκόπιμον θὰ ἦτο νὰ γίνῃ ἡ ἀνάγνωσις ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου, ἀλλὰ ὑποτίθεται, ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν ἔρχονται οἱ βουλευταί, ἐν γνώσει τῆς γινομένης προεργασίας καὶ δὲν ἀναμένουν νὰ πληροφορηθοῦν, ποῖον εἶναι τὸ ψηφιζόμενον ἑκάστοτε ἄρθρον ἐκ τῆς ἀναγνώσεώς του ἀπὸ τοῦ βήματος. Διότι, ἐὰν τόσος μόνον εἶναι ὁ κόπος εἰς τὸν ὁποῖον ὑποβάλλονται καὶ ἐὰν οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι τόσην ἐπιδεικνύουν ἐπιμονὴν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ἀρκεσθοῦν εἰς τὸ νὰ ἐπιδεικνύουν πάντοτε τὴν αὐτὴν ἐπιμέλειαν, δὲν θὰ κάμουν ἄλλο, παρὰ νὰ παρεμβάλλουν περιττὰς δυσχερείας εἰς τοὺς ἄλλους.
§86Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Εἴχατε ὑποβάλει δύο ψηφίσματα. Τώρα ἔγιναν ἕνα;
§87Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Νὰ μὲ συγχωρῆτε. Τὸ πρῶτον συζητεῖται. Ἐφ’ ὅσον, ὁ κ. ὑπουργὸς, εἰσήγαγε τὸ πρῶτον, θὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ. Ὅταν εἰσαγάγῃ τὸ δεύτερον θὰ ὁμιλήσω καὶ ἐπ’ αὐτοῦ.
§88Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ὥστε ὑπάρχουν δύο;
§89Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Μάλιστα.
§90Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ὥστε διὰ ψηφισμάτων θὰ ψηφίσωμεν τὴν ἀναθεώρησιν;
§91Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἡ Βουλὴ κρίνῃ, ὅτι δὲν εἶναι σκόπιμον, νὰ ψηφισθῇ διὰ ψηφίσματος ἡ ἀναθεώρησις, ὡς πρὸς τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ρυθμίζει τὸ δεύτερον ψήφισμα, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ἀπορρίψῃ.
§92Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ἔχει ἀναμφιβόλως δικαίωμα.
§93Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἀκριβῶς, ἐπειδή, μεταξὺ τῶν ὑπογραψάντων ἐπεκράτησεν ἡ ἄποψις ὅτι διάφορον εἶναι τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ρυθμίζεται διὰ τοῦ πρώτου ψηφίσματος, καὶ διάφορον τὸ ρυθμιζόμενον διὰ τοῦ δευτέρου, δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς διετυπώθησαν τὰ δύο ψηφίσματα κεχωρισμένως. Τοῦτο ἀποδεικνύει τὴν προσοχὴν τῶν ὑπογραψάντων καὶ τὸν σεβασμόν των, καὶ πρὸς τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ Σῶμα. Δέον νὰ ὑπογραμμισθῇ, ὁ σεβασμὸς τῶν ὑπογραψάντων πρὸς τὸ Σῶμα, διότι ἐπρονόησαν νὰ ὑπάρχῃ ἡ εὐχέρεια νὰ ἀποχωρίσουν οἱ βουλευταὶ τὴν κρίσιν των, ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενον τοῦ πρώτου ψηφίσματος καὶ ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενον τοῦ δευτέρου ψηφίσματος.
§94Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Θὰ ἤθελον νὰ παρατηρήσω τοῦτο. Ἐὰν μεταξὺ τῶν ἄρθρων, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται εἰς τὸ ἄρθρον 1ον ὑπάρχουν καὶ 1 ἢ 2 ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις, ἐὰν μὲν ζητεῖται ἡ ψήφισις τοῦ ἄρθρου ὡς ψηφίσματος, εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ ἔχων ἀντιρρήσεις ἐπὶ ἑνὸς ἢ δύο ἄρθρων νὰ καταψηφίσῃ ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον τοῦ ψηφίσματος, ἐνῷ ἐὰν γίνῃ δι’ ἕκαστον ἄρθρον χωριστὰ διευκολύνεται ὁ ἔχων ἀντιρρήσεις ἐπὶ ἑνὸς ἢ δύο ἄρθρων νὰ ψηφίσῃ τὰ ἄρθρα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔχει ἀντίρρησιν.
§95Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἡ παρατήρησίς σας θὰ ἦτο ὀρθή, ἐὰν ἦτο καθιερωμένον, ὅτι τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται πρέπει ἢ νὰ γίνῃ δεκτὸν ἐπὶ λέξει ὡς ἔχει, ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους ἢ νὰ ἀπορριφθῇ. Ἐὰν διετυποῦτο ἐκ μέρους σας ἡ παρατήρησις, ὅτι ἐπλανήθησαν οἱ ὑπογράψαντες τὸ κείμενον τῆς προτάσεως, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποκλείεται, ὅτι ἐπλανήθη ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, καὶ ὅτι παραμένουν ἄρθρα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑφίστανται τυχὸν ἀντιρρήσεις, νομίζω, ὅτι ἐκεῖνο ποὺ ἐπιβάλλεται εἶναι νὰ τὰ συζητήσωμεν ἀφ’ ἧς στιγμῆς διαπιστωθῇ, ὅτι ὑπάρχουν πράγματι ὡς πρὸς τὰ ἄρθρα αὐτὰ ἐπιφυλλάξεις. Ἐὰν ἔχουν ὑποβληθῆ τροπολογίαι, ὑπάρχει πάντοτε ἡ ὁδὸς τῆς διαγραφῆς των ἐκ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου. Συνεπῶς, δὲν θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὴν δυσχέρειαν, περὶ τῆς ὁποίας ὡμιλήσατε.
§96Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ ἓν ψήφισμα εἶναι διάφορον τοῦ ἄλλου.
§97Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν συζητοῦμεν αὐτό.
§98Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐλησμόνησα νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. Κανελλόπουλον, ὅταν ἐρχόμεθα ἐδῶ καὶ συζητοῦμεν, ἐρχόμεθα μελετημένοι καὶ μάλιστα προκειμένου περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος.
§99Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Τώρα, κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι ἀπομένει ἀκόμη, ἡ ἀντίρρησις, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Ἐθνικῶν Φιλελευθέρων, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ψηφισθῇ τὸ ψήφισμα αὐτὸ σήμερον, καὶ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναμείνωμεν μέχρι τῆς 1ης Ὀκτωβρίου διὰ νὰ δοθῇ ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος εἰς τοὺς βουλευτὰς πρὸς πληρεστέραν μελέτην. Κύριοι, παρὰ τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον τρέφω πρὸς τὸν κ. ἀρχηγὸν τῶν Ἐθνικῶν Φιλελευθέρων, θὰ λάβω τὸ θάρρος νὰ διαφωνήσω πρὸς αὐτόν. Νομίζω, ὅτι ἐὰν ἡ παροῦσα Βουλὴ ἔχει καταστῆ ἀντικείμενον ἐπικρίσεων ἐκ μέρους τῆς κοινῆς γνώμης, δὲν εἶναι ἀσφαλῶς διὰ τὴν σπουδήν, μὲ τὴν ὁποίαν ἐργάζεται. Ἀντιθέτως ἔχει καταστῆ ἀντικείμενον ἐπικρίσεων, διότι ἡ παροῦσα Βουλή, δὲν κατώρθωσε νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἔργον της μὲ ὅσην ἐπεβάλετο ταχύτητα. Καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς, προκειμένου περὶ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, τμήματος τῆς Βουλῆς, ἠκούσθησαν δριμύταται ἐπικρίσεις, διότι ἐπὶ δύο ἔτη παρέτεινε τὰς ἐργασίας της καὶ τόσον ἐπεξετάθη εἰς οἱονεὶ ἀκαδημαϊκὰς μελέτας. Συνεπῶς νομίζω, ὅτι ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐξαντληθῆ καὶ ἐφ’ ὅσον διαπιστοῦται, ὅτι ἡ μακρὰ ἐπεξεργασία, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, ἀπέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὡρισμένα ἄρθρα τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος δὲν χρήζουν μεταρρυθμίσεως δὲν βλέπω διατὶ πρὶν ἢ διακοποῦν τυχὸν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, δὲν θὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν διαπίστωσιν, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται οὕτως ὥστε τὰ ἄρθρα ταῦτα νὰ μὴ πρόκειται πλέον νὰ ἀπασχολήσουν αὐτήν. Καὶ ἀπομένει τὸ τελευταῖον θέμα, τὸ ὁποῖον προεκλήθη ἐκ παρατηρήσεως τοῦ κ. Κ. Τσάτσου. Ὁ κ. Κ. Τσάτσος ζητεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἡ δυνατότης τῆς προσθήκης εἰς αὐτὸ τοῦτο τὸ κείμενον τῶν ἄρθρων, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ ψηφίσματος ψηφίζονται. Νομίζω, ὅμως, ὅτι ζητεῖ νὰ ἀποσαφηνισθῇ κἄτι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἤδη σαφές. Δὲν ὑπάρχει περίπτωσις νὰ μὴ συμβῇ τοῦτο, οὔτε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενομένων ἤδη δηλώσεων τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κειμένου τοῦ ψηφίσματος. Διότι ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν νέων ἄρθρων καὶ ἐφ’ ὅσον κατὰ τὴν κατάταξιν ἔχομεν δικαίωμα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀνακατάταξιν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι κατόπιν, δὲν θὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα τὸ ἄρθρον 124 καὶ 125 ἢ 19 καὶ 20 π.χ., τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπολύτως συναφῆ, νὰ τὰ συνενώσωμεν εἰς ἕνα κατὰ τὴν συναρμολόγησιν. Εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ὅταν εἰς τὸ τέλος ἐγένετο ἡ ἐργασία τῆς συναρμολογήσεως, ὑπῆρξεν ἡ περίπτωσις καὶ διασπάσεως, καὶ συνενώσεως ἄρθρων. Δὲν ὑπάρχει λοιπόν, λόγος νὰ μὴ συμβῇ καὶ τώρα τοῦτο, ἀναμφισβητήτως δὲν θὰ εἶναι δυνατόν, ἡ τοιαύτη διάσπασις ἢ συναρμολόγησις ἄρθρων νὰ ἔχῃ ὡς σκοπὸν ἢ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀνατροπὴν τοῦ περιεχομένου των. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι τὸ θέμα δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ. Πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ ὅλον θέμα μὲ μίαν τάσιν ἁπλοποιήσεως τῶν προβλημάτων καὶ νομίζω, ὅτι ἁπλοποιοῦντες τὸ θέμα καὶ μὴ θέλοντες νὰ παρεμβάλωμεν συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἄσχετοι πρὸς αὐτό, θ’ ἀντιληφθῶμεν, ὅτι τὸ ψήφισμα τοῦτο εἶναι ἀπαύγασμα μιᾶς μακρᾶς ἐξηλεγμένης τελείως ἐργασίας καὶ ἐμφανίζεται ὡρίμως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ὀρθῶς πρὸ τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν της, διὰ νὰ μὴ προκληθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι καθ’ ὅλην αὐτὴν τὴν μακρὰν περίοδον, δὲν ὑπῆρξεν ἐργασία ἱκανὴ ν’ ἀγάγῃ εἰς ὡρισμένα πορίσματα. Τὰ πορίσματα ὑφίστανται καὶ ἓν ἐξ αὐτῶν εἶναι τὸ κείμενον τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία τίθεται ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν. (Χειροκροτήματα).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Λεονάρδος ἔχει τὸν λόγον.
§101Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὑπῆρξα καὶ ἐγὼ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὅταν ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὀρθῶς ἐνεθυμήθη, ὅτι εἴχομεν ἐπιβραδύνει τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος καὶ ἀπεφάσισε νὰ ἡγηθῇ μιᾶς κινήσεως διὰ νὰ φέρῃ τοῦτο πρὸς συζήτησιν, ἤμην ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκάθησαν εἰς τὴν θέσιν των, ἀλλὰ περιεφερόμην ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης διὰ νὰ κατατοπίσω τοὺς βουλευτὰς περὶ τῆς ὀρθότητος τῶν ἀντιλήψεων αὐτῶν τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ὄντως, μετ’ ἀγῶνα, ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἐδέχθη τὰς ἀπόψεις αὐτάς, ὅπως συνεχισθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Ὅλως ὅμως παραδόξως πληροφοροῦμαι, ὅτι τῇ συγκαταθέσει τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἔχει ἤδη ὑπογραφεῖ Διάταγμα λήξεως τῆς συνόδου καὶ διαλύσεως τῆς συνεδριάσεως.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε ἐκτὸς θέματος.
§103Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Κανονισμοῦ. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον ἡ ἐνέργεια αὐτὴ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐντὸς τοῦ Συντάγματος, διότι κατ’ ἐμὲ ἡ Κυβέρνησις παρανομεῖ ἐκθέτουσα τὸν Βασιλέα εἰς τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Διατάγματος αὐτοῦ, διὰ τὸν λόγον ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, ἡγουμένου μάλιστα τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ μεγαλυτέρου κόμματος, ἤρξατο τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας της, ἐκτὸς ἐὰν αὐτὴ αὕτη ἡ Βουλὴ θελήσῃ νὰ διακόψῃ ταύτας.
§104Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ ἔχομεν τέτοιο θέμα πρὸς συζήτησιν, κ. συνάδελφε;
§105Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Κύριε συνάδελφε, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτετε. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εὑρίσκομαι ἐντὸς τοῦ θέματος. Ἑπομένως, κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως ἢ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ Βουλὴ ἤρξατο τοῦ ἔργου τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ συνεχίσῃ ἢ ἐὰν ἐνομίζατε, ὅτι τὸ θέρος θὰ ἦτο ἐμπόδιον, θὰ ἔπρεπε νὰ δεχθῆτε τὴν ἄποψιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔλεγον, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀρχίσωμεν τὰ ἐργασίας ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου. Ποῖον σκοπὸν ἔχει ἡ ὑποβολὴ τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως;
§106Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν ὑποβάλλεται ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Διατὶ ἀποδίδεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ψηφίσματα, τὰ ὁποῖα αὐτὴ δὲν ὑπέβαλεν;
§107Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ δέχομαι τὴν ἄποψίν σας, ἀλλὰ ἡ κίνησις δὲν ἀπέρρευσεν ἐκ μέρους τῶν βουλευτῶν, ἀλλὰ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως.
§108Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Πρόκειται περὶ ἀπόψεως τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὑπεστήριξα ἀπὸ ἑνὸς ἔτους.
§109Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. .... (δὲν ἠκούσθη). (Θόρυβος).
§110Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν ἔχει ἔννοιαν Κυβερνητικὴν τὸ ψήφισμα.
§111Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ ἐπίσπευσις τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, δὲν προέρχεται ἐκ μέρους τῶν βουλευτῶν. Καὶ τώρα ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία βλέπει μὴ προοδεῦον τὸ ἔργον της προσεπάθησε νὰ λύσῃ τὴν συνεδρίασιν, διότι τί ἄλλο, κύριοι, προσεπάθησε διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ψηφίσματος;
§112Π. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, εἶσθε ἐκτὸς θέματος. Ὁ κ. Πρόεδρος ἐπιδεικνύει μεγάλην ἀνοχὴν ἀπέναντί σας. Εἶσθε, ἐπαναλαμβάνω, ἐκτὸς Κανονισμοῦ.
§113Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Θὰ ἔλθω εἰς τὰ πράγματα καὶ θὰ ἐφαρμόσω καὶ τὸν Κανονισμόν. Ἐδῶ ὑπάρχουν δύο ψηφίσματα. Κακῶς, κύριοι βουλευταί, εἰσάγεται πρὸς συζήτησιν τὸ ψήφισμα, διότι ἔχομεν ἤδη ἕνα ψήφισμα, τὸ ὁποῖον καθορίζει τὴν διαδικασίαν τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Πῶς τώρα εἰσάγεται ἄλλο, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἐπ’ αὐτοῦ σχετικὴν ἐπεξεργασίαν; Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριοι συνάδελφοι, ὅλοι ἐπιθυμοῦμεν τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Ἡ μὴ ὅμως ἐπιψήφισις τοῦ ὑπὸ κρίσιν ἤδη νέου Συντάγματος, δὲν δημιουργεῖ κίνδυνον διὰ τὴν χώραν, οὔτε πρόκειται αὔριον νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸν ἐχθρὸν διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος. Εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις καὶ ἐπὶ ἑνὸς ἄρθρου, τότε ἡ ψήφισις δὲν θὰ γίνῃ. Ἀλλὰ ἐρωτῶ πῶς θὰ ἐξακριβωθῇ, ἀξιότιμε κ. ὑπουργὲ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τοῦτο;
§114Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Καθορίσατε σεῖς, κ. συνάδελφε, ποῖα ἄρθρα εἶναι ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα ἔχετε ἀντίρρησιν καὶ ποῖα ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἔχετε.
§115Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Εἶναι ματαιοπονία καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον νὰ γίνῃ αὐτό, ἐφ’ ὅσον ἀπουσιάζουσιν ἀπὸ τὴν Βουλὴν πολλοὶ βουλευταί. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει ἀνεξαρτήτως ὅλων αὐτῶν, διὰ νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ψηφίσματος πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀπαρτία. Τοιαύτη ὅμως δὲν ὑπάρχει. Ἔχων, κύριοι συνάδελφοι, συνείδησιν τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τοῦ Συντάγματος, καταλήγω διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν ζωήν μου εἰς τὸ νὰ ὑποβάλω ἔνστασιν ἀπαρτίας.
§116Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Θὰ ἤθελον νὰ παρακαλέσω, νὰ μᾶς διανεμηθῇ ἡμερησία διάταξις δι’ αὔριον καὶ θὰ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω, ἐὰν ἡ κυκλοφοροῦσα φήμη, ὅτι ὑπεγράφη διάταγμα, περὶ λήξεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, εἶναι ἀληθής, ὥστε νὰ γνωρίζωμεν τὶ θὰ κάμωμεν καὶ ἰδίᾳ ἐὰν θὰ ἔχωμεν αὔριον συνεδρίασιν.
§117Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ συζήτησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ συνεχισθῇ, διότι ὑπεβλήθη ἔνστασις ἀπαρτίας.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἔνστασις ἀπαρτίας, ἀλλὰ τὰ ὀνόματα τῶν ὑποβαλλόντων δὲν ἔχουν γραφῆ καθαρὰ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγνωσθοῦν.
§119Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Νὰ σᾶς τὰ ἀναγνώσω ἐγώ, κ. Πρόεδρε.
§120Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ἐκ τῶν ὑπογραψάντων τὴν ἔνστασιν καὶ ἐπειδὴ μᾶς ἀποδίδεται μομφὴ διὰ τὴν ὑποβολὴν ταύτην, δηλῶ, ὅτι ὑπεβάλαμεν τὴν ἔνστασιν, διότι δὲν παρίσταται ἐπαρκὴς ἀριθμὸς βουλευτῶν διὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὑπεβλήθη ἔνστασις ἀπαρτίας. Νὰ καθαρογραφοῦν τὰ ὀνόματα, διὰ νὰ τὰ ἀνακοινώσω. Ἐν τῷ μεταξὺ κυροῦνται τὰ πρακτικὰ μέχρι τοῦ σημείου τούτου.
§122ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθοῦν τὰ ὀνόματα.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ὑπογράψαντες τὴν ἔνστασιν εἶναι οἱ ἑξῆς: Δ. Λεονάρδος, Γ. Κουγιουμτζόγλου, Χ. Καραΐσκος, Α. Περρωτῆς, Π. Οἰκονομίδης, Ι. Μπερνίτσας, Χ. Στεργιόπουλος, Θ. Οἰκονόμου, Γ. Μπάρδας, Δ. Θανόπουλος, καὶ Κ. Σταμούλης. Πρὸς ἀποφυγὴν καταπονήσεως τοῦ Σώματος διὰ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ἐπαρκὴς ἀριθμὸς βουλευτῶν λύεται ἡ συνεδρίασις καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ μέχρι τοῦ σημείου τούτου.
(Ὥρα 9.40′ μ.μ.)
ΔΙΑΤΑΓΜΑ
Περὶ κηρύξεως λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βʹ Τακτικῆς Συ-
νόδου τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς
ΠΑΥΛΟΣ
ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 37 τοῦ Συντάγματος, Κηρύσσομεν Τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βʹ Τακτικῆς Συνόδου τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἡμετέρου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου θέλει δημοσιεύσει καὶ ἐκτελέσει τὸ παρὸν Διάταγμα. Ἐν Ἀθήναις τῇ 12 Αὐγούστου 1948.
ΠΑΥΛΟΣ Β.
Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου
Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ