1948.07.28~109
682 rows ·
5,217 words ·
50 turns
Date shared with another sitting, so the citation carries #109.
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 109η
Τετάρτη 28 Ἰουλίου 1948
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 11.25′ π.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Μπουρνιᾶς καταθέτει τροπολογίας ἐπὶ τῶν ἄρθρων 7 καὶ 10 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Συνέχισις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§3Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εὑρισκόμεθα ἐν στενῷ κύκλῳ καὶ μὲ μεγαλύτερον θάρρος θὰ ἐκφέρω γνώμην, ἥτις δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς πρωτότυπος. Αὕτη ἀφορᾷ τὴν ἔννοιαν καὶ τὸν σκοπὸν τοῦ ἄρθρου 5. Χθές, συνεφώνησα, ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ αʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου τούτου, ὡς ἔχει. Συμφωνῶ καὶ τώρα, ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται νὰ ὑποστῇ ριζικὴν μεταβολὴν ἡ διατύπωσίς του, συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς ἐκθέσω. Ὅλαι αἱ ὑποβληθεῖσαι τροπολογίαι, παρὰ τὴν μεταξύ των διαφοράν, εἶναι ὀρθαί. Τί συμβαίνει ὅμως; Διατὶ συναντῶμεν δυσχέρειαν εἰς τὴν τελικὴν διατύπωσιν αὐτοῦ; Ἐξ ὅσων ἤκουσα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, μοῦ ἐγεννήθη ἡ ἀπορία καὶ ἐβασάνισα τὴν σκέψιν μου, νὰ ἀνεύρω τὴν αἰτίαν τῆς τοιαύτης δυσχερείας. Νομίζω, ὅτι εὑρῆκα τὴν αἰτίαν καὶ αὕτη ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι θέλομεν νὰ περιλάβωμεν ἐν τῇ αὐτῇ διατάξει δύο περιπτώσεις, οὐχὶ πολὺ κατ’ ἐπίφασιν διαφερούσας, ἀλλὰ διαφερούσας πολὺ κατὰ τὸν βαθμόν, καθ’ ὅν ἀξίζει ἑκάστη Συνταγματικῆς προστασίας. Καὶ διὰ νὰ γίνω σαφέστερος, θὰ ἐκθέσω ἐν συντομίᾳ τὴν ἐξέλιξιν τῆς ἀρχῆς αὐτῆς. Ἡ ἀρχὴ αὐτὴ τῆς προστασίας τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν ἐξηκολούθει πρὸ πολλῶν αἰώνων κατὰ τὸ 1676 περίπου, ἐν Ἀγγλίᾳ, διὰ τοῦ περιφήμου «Χάμπεας–Κόρπους» (λατινικὴ ἔκφρασις σημαίνουσα «ἔχειν τὸ Σῶμα»). Ἡ διάταξις αὐτή, δὲν εἶχε προληπτικὸν χαρακτῆρα, εἶχε κατασταλτικόν, ἀδικίαν, ἡ ὁποία τυχὸν προσεγένετο πρὸς πολίτην ἐκ μέρους τοῦ τυχὸν αὐθαιρέτου ἡγεμόνος, ὁ ὁποῖος σήμερον, ἐξειλίχθη εἰς Κράτος. Κύριον καὶ πρωταρχικὸν σκοπόν, ἔχει, τὴν προστασίαν τοῦ πολίτου ἔναντι τῶν τυχὸν αὐθαιρέτων ἐνεργειῶν τῶν ὀργάνων τοῦ Κράτους. Γνωρίζετε βεβαίως, τοὺς ἀγῶνας τῶν λαῶν, κατὰ τῶν αὐθαιρέτων ἡγεμόνων. Ἐν τέλει κατέληξεν εἰς τὸ νὰ ἀναγνωρισθῇ ὁ λαός, ὁ κυριώτερος πολιτειακὸς παράγων ἐν τῇ πολιτείᾳ. Καὶ ἀναπτύσσων ὁ λαὸς τὸ δικαίωμα αὐτό, ἐσκέφθη νὰ συντάξῃ καὶ ἐγγράφως τὸ Σύνταγμά του καὶ νὰ ἀναγράψῃ ἐν αὐτῷ, τὰς διατάξεις, τὰς ἀφορώσας τὴν προστασίαν του ἔναντι τοῦ ἡγεμόνος, ἔναντι τοῦ σημερινοῦ Κράτους, διὰ ὑποτιθέμενα ἀδικήματα διαπραττόμενα κατὰ παράβασιν γενικῶν νόμων, ἀφορώντων τὴν Πολιτείαν ἢ τὸ σύνολον τοῦ λαοῦ καὶ ὄχι τὴν προστασίαν ἐγκληματίου διαπράττοντος ἀδίκημα κατὰ ἄλλου ἀτόμου. Ἐὰν θέσωμεν τὴν σκέψιν αὐτὴν, ὡς σημεῖον ἐκκινήσεως πρὸς ὀρθὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου, πρέπει νὰ διαιρέσωμεν αὐτὸ ἀναλόγως πρὸς τὰς δύο αὐτὰς περιπτώσεις. Καὶ διὰ μὲν τὴν πρώτην πρέπει νὰ ὁρίσωμεν ρητῶς, ὅτι, ἀπαιτεῖται ἔνταλμα ἀπὸ δικαστικὴν ἀρχήν, ἥτις καὶ ἀποτελεῖ μεγαλυτέραν ἐγγύησιν. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν δευτέραν, πρέπει νὰ ὁρίσωμεν, ὅτι ἡ σύλληψις δύναται νὰ ἐνεργηθῇ δι’ ἐντάλματος πάσης ἁρμοδίας ἀρχῆς, ὡς ὁ νόμος θέλει ὁρίσει. Διότι, ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, θὰ παρέχωμεν τὴν εὐχέρειαν εἰς τὸν κοινὸν ἐγκληματίαν καὶ διὰ Συνταγματικῆς διατάξεως, νὰ διεκφεύγει τῆς Δικαιοσύνης. Ἐγὼ δὲν πιστεύω εἰς τοιούτου εἴδους ἀτομικὰς ἐλευθερίας τοῦ ἀδικοῦντος, ἄλλο ἄτομον, ὅσον πιστεύω εἰς τὸ δίκαιον τοῦ ἀδικουμένου. Τώρα ἡμεῖς εὑρισκόμεθα πρὸ συγκρούσεως δύο περιπτώσεων. Ἀφ’ ἑνὸς, ὁ λαὸς ἀξιοῖ τὴν προστασίαν τοῦ ἀδίκως συλλαμβανομένου, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως ἀξιοῖ τὴν ταχεῖαν ἐνέργειαν τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τοῦ ἐγκληματίου. Ὡς ἀντιλαμβάνεσθε, αἱ δύο αὐταὶ περιπτώσεις διαφέρουν ἀλλήλων, ἀλλ’ ἡμεῖς παραβλέποντες τὸν κύριον σκοπὸν τῆς τοιαύτης διατάξεως καὶ παρασυρόμενοι ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἀποδείξωμεν φιλελευθερισμὸν καὶ παρασυρθέντες ἀπὸ τὸ ρεῦμα τῆς νοσηρᾶς προοδευτικότητος, συνεσχετίσαμεν τὰς δύο αὐτὰς περιπτώσεις, κατὰ τρόπον μὴ συμβιβαζόμενον μὲ τὸν βαθύτερον σκοπὸν τῆς διατάξεως αὐτῆς. Ἐὰν θέλωμεν πράγματι νὰ ἀναγράψωμεν διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἀπορρέουν ἀπὸ τὴν σημερινὴν πλοκὴν καὶ σύνθεσιν τῆς κοινωνίας καὶ τῆς ἀνάγκης πραγματικῆς ἐξυπηρετήσεως τοῦ σκοποῦ, διὰ τὸν ὁποῖον συντάσσονται τὰ Συντάγματα, πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ὁριστικὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, καὶ νὰ ἀνεύρωμεν τὴν ἐπιστημονικὴν διατύπωσιν αὐτοῦ. Ἄς ἀνατεθῇ τὸ ἔργον αὐτὸ εἰς τοὺς 4 σοφούς, τοὺς ὁποίους ὑπέδειξεν ἡ Κυβέρνησις, διὰ τὴν τελικὴν διατύπωσιν τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. (Γέλωτες καὶ χειροκροτήματα). Αὐτὴ εἶναι ἡ φιλοσοφικὴ καὶ ἱστορικὴ ἐξέλιξις τῆς διατάξεως καὶ σύμφωνα πρὸς αὐτὴν πρέπει νὰ γίνῃ ἡ διατύπωσις αὐτῆς πρὸς ἀποτελεσματικὴν προάσπισιν τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας τῶν ἀδίκως συλλαμβανομένων καὶ πρὸς ταχεῖαν ἐνέργειαν τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τῶν ἐγκληματιῶν. (Χειροκροτήματα).
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Κώττας ἔχει τὸν λόγον.
§5Ν. ΚΩΤΤΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 5 ὡς ἐμφανίζεται περιέχει δικονομικὰς διατάξεις. Ἐν τούτοις δὲν εἶναι τὸ πνεῦμα τῆς διατάξεως αὐτό, καὶ εἰς τὴν παρανόησιν νομίζω, ὅτι ὀφείλεται ὅλη ἡ συζήτησις ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὸ ἄρθρον 5 εἶναι ἡ ἐλάσσων πρότασις τοῦ ἄρθρου 4 καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ δεχθῇ καμμίαν τροπολογίαν. Τὸ ἄρθρον 4 εἶναι θεσπισμένον ἀπὸ τὸ Ἀγγλικὸν Σύνταγμα τοῦ 1215, ἀφ’ ἧς ἡ ἐλευθερία ἀνεπτύχθη εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Τὸ ἄρθρον 4 ἀποκρούει τὴν καταπίεσιν τοῦ πολίτου ὑπὸ τοῦ Κράτους. Δὲν συλλαμβάνεται καὶ δὲν προφυλακίζεται οὐδεὶς ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ὡρισμένος νόμος. Ποῖος εἶναι ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐπιτακτικώτερον, ἐπιτρέπει τὸν περιορισμὸν τῶν πολιτῶν; Εἶναι νόμος διοικητικός; Ὄχι, καθὼς γνωρίζω, οὔτε διοικητικὸς νόμος εἶναι, οὔτε ἄλλος τις. Ἐπιτρέπουν τὴν σύλληψιν τῶν πολιτῶν οἱ δικαστικοὶ καὶ οἱ ἀστυνομικοί, ἐφ’ ὅσον ἐνεργοῦν καὶ αὐτοὶ κατ’ ἐντολὴν τῶν δικαστῶν. Ἔρχεται τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐλάσσων πρότασις τοῦ ἄρθρου 4 καὶ ζητεῖ τὸ ἄρθρον 5 τὸν κολασμὸν τῶν ἐνόχων. Ἐδῶ προκειμένου ὁ νομοθέτης νὰ προστατεύσῃ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, λέγει: «...... ...... (ἀναγινώσκει) .............» Δὲν λέγει ἐξαιρουμένου τοῦ ἐγκλήματος σαφῶς, λέγει ὅτι, ἐκτὸς τοῦ αὐτοφώρου ἐγκλήματος. Ἐδῶ πρόκειται περὶ παραβιάσεως τοῦ ποινικοῦ νόμου. Δηλαδὴ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 5 συμπληροῖ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 4. Τί συνεπλήρωσεν ὁ νομοθέτης· εἶπεν ὅτι, εἰς τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ γίνῃ σύλληψις ἐλευθέρου πολίτου, δὲν ἐπιτρέπεται οὔτε ἀπὸ τὸν δικαστὴν νὰ γίνεται ἄνευ ἐντάλματος καὶ ἀπαιτεῖται, ἢ τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως ἢ τὸ ἔνταλμα τῆς προφυλακίσεως, τὸ ὁποῖον νὰ ἐκδίδεται ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου, μετὰ τὴν σύλληψιν. Ἡ διάταξις ὡς ἦτο εἰς τὸ Σύνταγμα, σκοπὸν ἔχει νὰ προστατεύσῃ τὸν πολίτην, νὰ θέσῃ τρόπον τινὰ τροχοπέδην καὶ εἰς αὐτὴν τὴν δικαστικὴν αὐθαιρεσίαν. Ὁ δικαστὴς συλλαμβάνει τὸν πολίτην καὶ τὸν προσάγει δι’ ἀνάκρισιν, ὁπότε θέλει, αὐτὸ δὲ ἀναμφισβητήτως γίνεται εἰς ὅλα τὰ ἀδικήματα. Γίνεται μάλιστα ἐγκληματικὴ κατάχρησις τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἐλευθερίας, ὄχι διὰ τὰ μεγάλα ἀδικήματα, κυρίως διὰ τὰ μικρότερα, οἱ ἀστυνομικοὶ συλλαμβάνουν τὸν πολίτην καὶ τὸν κρατοῦν ἕως ὅτου ἐξαντληθῇ ὁλόκληρον τὸ 24ωρον. Φυσικὰ τοῦτο εἶναι μία περίπτωσις, ποὺ δὲν θὰ ἐξετασθῇ ἐδῶ. Ἐν προκειμένῳ τὸ ἄρθρον ἐπιπροσθέτως θέλει νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν δικαστὴν τὴν αἰτιολογημένην σύλληψιν καὶ τὴν αἰτιολογημένην κατόπιν προφυλάκισιν. Ἐφ’ ὅσον ἐξεδόθη ἔνταλμα προφυλακίσεως, τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὁμιλεῖ διὰ τὴν πρόσκαιρον διαδικασίαν, προβλέπει ἐὰν ὑπάρξῃ αὐθαιρεσία νὰ τιμωρεῖται ὁ παραβάτης δι’ ἄδικον προσωποκράτησιν καὶ ἐπὶ πλέον νὰ τοῦ ἐπιβάλλεται, κάποια χρηματικὴ ποινή, ἀποζημιώσεως, τοῦ κατακρατουμένου. Παρ’ ὅλα τοῦτα ὅμως τὸ ἄρθρον δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Ἐὰν ἐλεύθερος καὶ ἀθῶος πολίτης συλληφθῇ καὶ προφυλακισθῇ, ὁ ἀθῶος τοῦτος πολίτης, δὲν ἔχει καμμίαν ἔμμεσον προστασίαν ἐκ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Δι’ αὐτὸ κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι ξέναι αἱ διατάξεις, αἵτινες παρεισέφρυσαν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, περὶ τοῦ καθορισμοῦ τῆς τοιαύτης προφυλακίσεως, αἵτινες παρέχουν μείζονα ἐγγύησιν. Ἐκεῖ ἀναφέρεται κατὰ τίνα τρόπον, θὰ ἀπονεμηθῇ ἡ δικαιοσύνη καὶ ἄλλα ζητήματα. Διότι ἐκεῖ ὁ πολίτης ἀφ’ ἧς θεωρηθῇ ὅτι δίδει σημεῖα ἐνοχῆς, ἀπὸ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ἀφ’ ἧς ἐκδοθῇ τὸ ἔνταλμα προφυλακίσεως, δὲν ὑπάρχει δι’ αὐτὸν προσωπικὴ ἐλευθερία, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀθώου, ἀπὸ τότε ὑπάρχουν αἱ διατάξεις καὶ αἱ κυρώσεις, τὰς ὁποίας συνεπάγεται ἡ δικαστικὴ διαδικασία. Τοῦτο κυρίως, θὰ ἦτο ἑρμηνευτέον ζήτημα, κατὰ τίνα δηλαδὴ τρόπον θὰ ἐπήρχετο ἕνας ρυθμὸς τοῦ ζητήματος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄδικον προφυλάκισιν καὶ τὰς πεπλανημένας δίκας. Ἐδῶ εἰς τὸ Σύνταγμα, εἰς τὴν τροποποίησιν τῆς Ἐπιτροπῆς λέγει: «Εἰδικὸς νόμος ὁρίζει ὅταν εἶναι καταδικασμένος». Ἀλλὰ δὲν ἔχει θέσιν ἡ διάταξις αὐτὴ ἐφ’ ὅσον κατεδικάσθη.
§6ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἀναψηλάφισις.
§7Ν. ΚΩΤΤΑΣ. Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ συζητηθῇ ἀλλοῦ μὲ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἐνδεχομένως ἀδικοῦνται πολλοὶ ἄνθρωποι καὶ διὰ τῆς δικαιοσύνης, διότι ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐξ ἀμελείας τῆς δικαιοσύνης πρέπει νὰ παρέλθῃ ἕνα ἔτος νὰ δικασθοῦν καὶ δικαζόμενοι ἀπαλλάσσονται. Τούτων δεδομένων τὸ ἄρθρον 5 εἶναι σαφῶς διατυπωμένον καὶ εὑρίσκω ὅτι ὅλαι αἱ προτεινόμεναι τροποποιήσεις δὲν ἔχουν θέσιν ἐδῶ, οὐδὲ αὐτὴ ἡ προθεσμία, διότι, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐντάλματα, κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ὁ ἀνακριτὴς ὤφειλεν ἐντὸς τριῶν τὸ πολὺ ἡμερῶν νὰ ἐπιδώσῃ τὸ ἔνταλμα προφυλακίσεως. Εἰς τὴν πρᾶξιν ὅμως, εἶναι γνωστόν, ὅτι οἱ ἴδιοι οἱ κατηγορούμενοι ζητοῦν προθεσμίαν δι’ ἀπολογίαν καὶ παρέχεται αὕτη. Χωρὶς νὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθοῦν αἱ δικονομικαὶ αὐταὶ διατάξεις εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι τὸ πνεῦμα τῆς διατάξεως, δὲν εἶναι νὰ τεθοῦν δικονομικαὶ διατάξεις εἰς τὸ Σύνταγμα, παρὰ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν προηγουμένην παράγραφον καθ’ ἣν ὁ Ἕλλην πολίτης προστατεύεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ὑποστῇ ἀδίκημα ἀπὸ κανένα. Περαιτέρω τὸ ἄρθρον ποῖον ζήτημα λύει; Λύει τὸ ζήτημα τῆς τιμωρίας τοῦ ὑπαιτίου καὶ σαφῶς. Εἰς τὴν πρᾶξιν δὲν παρουσιάσθη καθόλου μέχρι σήμερον περίπτωσις ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως χρησιμεύει ὡς μία τροχοπέδη διὰ τοὺς δικαστικοὺς οἱ ὁποῖοι ὄχι ἐκ προθέσεως, ἀλλ’ ἐξ ἀμελείας ἔστω ἢ καὶ ἀβελτηρίας εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονήσουν ἕνα πολίτην μέσα εἰς τὰς φυλακὰς καθ’ ἣν στιγμήν, εἶναι δυνατὸν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας νὰ εἶναι τελείως ἀθῶος.
§8Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Εἶσθε ἐναντίον τῆς παρατάσεως τῆς προθεσμίας;
§9Ν. ΚΩΤΤΑΣ. Θεωρῶ ὅτι, δὲν ἔχει καμμίαν ἔννοιαν. Αὐταὶ, ἄλλωστε, ὅπως ὀρθῶς ἐλέχθη, αἱ λεπτομέρειαι ἀτονοῦν τὴν ἔκφρασιν τοῦ Συντάγματος. Καὶ εὑρίσκω καὶ ἐγὼ, ὅτι τὸ Σύνταγμα, ἀπὸ τὸ 1844 μέχρι σήμερον ἐνεπνέετο ἀπὸ ἕνα βαθὺ αἴσθημα εὐλαβείας πρὸς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, τὸ ὁποῖον ἀτυχῶς σήμερον κατὰ τὴν γνώμην μου δὲν ὑφίσταται. Ἐντεῦθεν δὲ ἴσως καὶ ἡ ἀδιαφορία μὲ τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν διὰ τὸ σημερινὸν Σύνταγμα. Δὲν ἔχουν δὲ σχέσιν αἱ διατάξεις αὐταὶ, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὴν προστασίαν τοῦ πολίτου μὲ τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα παρουσιάσθησαν σήμερον. Διότι σήμερον εἶναι γνωστόν, ὅτι δὲν συγκινούμεθα ὅσον ἔπρεπεν ἀπὸ τὰ διαπραττόμενα ἀδικήματα εἰς βάρος ἀθώων πολιτῶν. Βέβαια τὸ Σύνταγμα εἰς τὰ εὐτυχῆ ἐκεῖνα χρόνια ἐπροστάτευε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου καὶ δὲν ἤθελε, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, οὔτε μύτη νὰ ματωθῇ, εἴτε ἀπὸ τὸν χωροφύλακα εἴτε ἀπὸ τὸν δικαστήν, ἀθώου πολίτου. Ἀπὸ τὰ χρόνια ἐκεῖνα ὅμως ἔχομεν ἀπομακρυνθῆ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ παραπείσῃ, ὅτι τὸ πνεῦμα τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος, εἶναι αὐτό, ὑφίσταται ἡ ἀνάγκη νὰ προστατευθοῦν αἱ ἀτομικαὶ ἐλευθερίαι ἀπὸ τὰς ὑπερβάσεις τῶν ὀργάνων τοῦ Κράτους. Καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 5 μόνη αὐτὴ παρέχει τὴν προστασίαν αὐτήν. Ἐπαναλαμβάνω, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἡ διάταξις περὶ προφυλακίσεως δὲν ἀνήκει εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό. Ἡ διάταξις αὐτὴ ἀφορᾷ ζήτημα δικονομικὸν. Νομίζω, ὅτι, εἰς τὸ νέον σχέδιον τῆς δικονομίας, ἔχει περιληφθῇ ἡ διάταξις αὐτή, καὶ γενικῶς ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀπονέμεται ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη, ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν. Αὐτὸ θὰ πρέπει πάντως νὰ εἶναι ἀντικείμενον ἐρεύνης τῶν ἄρθρων τῆς ὀργανώσεως τῆς δικαιοσύνης. Φρονῶ, περαίνων, ὅτι, τὸ ἄρθρον 5 πρέπει νὰ παραμείνῃ ὡς ἔχει, ἄνευ τροποποιήσεώς τινος. (Χειροκροτήματα).
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μιχαλακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§11Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δικαίως προκαλεῖ τὸ ἄρθρον αὐτὸ μακροτέραν συζήτησιν, δεδομένου ὅτι ἀφορᾷ οὐσιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος καὶ δύναμαι νὰ εἴπω θεμελιώδη διάταξιν αὐτοῦ. Ἀφορᾷ δηλαδὴ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν καὶ ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου πρέπει νὰ εἶναι τοιαύτη ὥστε νὰ μὴ προστατεύεται μόνον ἡ Πολιτεία διὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς, ἀλλὰ νὰ προστατεύεται πρὸ παντὸς ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία.
§12Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι δηλαδὴ σπουδαιότατον ἄρθρον καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ψηφισθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§13Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Διὰ τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις οἷαι αἱ σημεριναί, προβλέπονται καὶ ἐξαιρετικὰ μέτρα, προβλέπεται ἡ κήρυξις τῆς καταστάσεως πολιορκίας, ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου κλπ. Ὥστε ἡ διάταξις αὕτη προβλέπει περιστάσεις ὁμαλῆς διαβιώσεως τοῦ Κράτους καὶ δι’ αὐτὴν τὴν περίπτωσιν πρέπει νὰ προστατευθῇ ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία. Θὰ ἑρμηνευθῇ δὲ ἐν συνεχείᾳ πρὸς τὸ ἄρθρον 4. Τὸ ἄρθρον 4 λέγει: «Ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία .... (ἀναγινώσκει) Δηλαδὴ λέγει ὅτι δύναται ὁ νόμος τὰ ἀδικήματα τὰ ὁποῖα δὲν προβλέπει τὸ ἄρθρον 5 νὰ τὰ ρυθμίσῃ. Ποῖα εἶναι αὐτά; Τὰ πταίσματα. Δὲν δύναται λοιπὸν νὰ γίνῃ οὐδεμία ἐκ τῶν πράξεων αὐτῶν ἐπὶ πταισμάτων, τὰ ὁποῖα προστατεύει τὸ ἄρθρον 4. Καὶ ἔρχεται τὸ ἄρθρον 5 τὸ ὁποῖον λέγει: «..........(ἀναγινώσκει) ..........». Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου ἔγιναν καὶ αἱ διατάξεις τῆς ποινικῆς δικονομίας καὶ περιορίζεται μάλιστα τὸ δικαίωμα εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν πλημμελημάτων τοῦ ἄρθρου 209 τῆς ποινικῆς δικονομίας, τὸ δικαίωμα τῆς συλλήψεως. Τί λέγει τὸ ἄρθρον 209; «Ἔνταλμα συλλήψεως.... .......... (ἀναγινώσκει) ..........». Ἑπομένως τὰ ἄρθρα 207 καὶ 208 προβλέπουν τὰ πλημμελήματα καὶ λέγουν: «.................... .......... (ἀναγινώσκει) ..........». Ἔχομεν λοιπόν, καὶ ἐκεῖ περιορισμὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Φρονῶ ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ μέχρι τοῦδε τοῦ ἄρθρου ἐγένετο πλήρως. Ὑπῆρξαν βέβαια περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας τὰ ὄργανα τὰ κατώτερα παρεβίασαν τὴν ἀρχὴν αὐτήν. Ἀλλὰ αἱ παραβιάσεις αὗται εἶναι δυνατὸν νὰ κατασταλοῦν ἐὰν οἱ προϊστάμενοι δικαστικοὶ εἶχον ἀσκήσει τὰ δικαιώματά των τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Καὶ ἀκριβῶς δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἐπειδὴ συνήθως δὲν ἀσκοῦνται αὐτὰ τὰ δικαιώματα, ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἐθεώρησε προσῆκον νὰ προσθέσῃ ὅτι ἡ δίωξις γίνεται καὶ ἐξ ἐπαγγέλματος. Μὰ ὁ δικαστὴς τὸ ἀνώτερον ὄργανον θὰ καταδικάσῃ τὸ κατώτερον ὄργανον τὸ ὁποῖον παρεβίασε τὸ ἄρθρον; Τέλος πάντων, ὑπάρχει μία προτροπὴ πρὸς τὸν δικαστὴν νὰ τὸ κάμῃ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, διότι, ὅπως γνωρίζομεν ἡμεῖς οἱ νομικοί, τὸ ἀδίκημα αὐτὸ τῆς παρανόμου κατακρατήσεως ἀπαιτεῖ ἐγγυήσεις. Δὲν θὰ τολμήσῃ ποτὲ ὁ κατηγορούμενος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀδίκως ἐκρατήθη νὰ ὑποβάλῃ μήνυσιν, ἀλλὰ καὶ ἐὰν ὑποβάλῃ ἡ τύχη αὐτῆς τῆς μηνύσεως δὲν θὰ εἶναι ἡ δέουσα.
§14Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κόρακας κοράκου μάτι δὲν βγάζει ποτέ.
§15Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ὁ συνάδελφος κ. Γιαννόπουλος, διετύπωσε, δὲν ἔχει καμμίαν ἔννοιαν, δὲν ἐκπληροῖ κανένα σκοπόν. Διὰ ποῖον λόγον; «Οὐδεὶς συλλαμβάνεται ἢ φυλακίζεται .......... (ἀναγινώσκει) ..........». Δηλαδή, δὲν εἶναι ἀνάγκη ὅταν θὰ τὸν συλλάβῃ νὰ τοῦ τὸ δείξῃ, καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν προσάγεται διὰ νὰ γίνῃ ἡ προφυλάκισις, λέγει τὸ Σύνταγμα, ἠμπορεῖ καὶ τότε ἀκόμη ὁ ἀνακριτὴς νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ ἐντάλματος προφυλακίσεως. Ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος δὲν ἐπιβάλλει τὴν κοινοποίησιν κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως.
§16Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς προφυλακίσεως τὸ ἔνταλμα τῆς προφυλακίσεως καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως τὸ ἔνταλμα συλλήψεως.
§17Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐν τῇ πράξει αὐτὸ γίνεται σήμερον. Κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως δὲν ἐπιδεικνύεται ἔνταλμα. Προσάγεται ὁ συλληφθεὶς ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτικοῦ ὑπαλλήλου ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ τὸ ἔνταλμα τῆς προφυλακίσεως καὶ τὸ ἐπιδεικνύει τὸ ἔνταλμα αὐτό. Φρονῶ ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ ἡ ὁποία δὲν παρουσίασε παρὰ μόνον μικρὰς παρεκτροπὰς ἔχει καλῶς καὶ πρέπει νὰ μείνῃ ὡς ἔχει. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς τροποποιήσεις τὰς ὁποίας προτείνει ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴ διὰ τὴν παράτασιν τῆς προθεσμίας μέχρι 5 ἡμερῶν, ναὶ μὲν γίνεται αὐτὸ ἀπὸ τοὺς ἀνακριτὰς σήμερον, δι’ αἰτήσεως τοῦ κατηγορουμένου δίδεται παράτασις καὶ ἑπομένως θὰ ἦτο περιττὴ ἡ προσθήκη τῆς διατάξεως, ἀλλὰ πάντως, ἐπειδὴ παρουσιάσθη καὶ περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἀνακριταὶ δὲν ἠθέλησαν νὰ δώσουν τὴν παράτασιν μὲ τὴν δικαιολογίαν ὅτι εἶναι ὥριμος ἡ ὑπόθεσις καὶ ἐκάλεσαν τὸν κατηγορούμενον νὰ ἀπολογηθῇ, νομίζω ὅτι ἡ τροποποίησις αὐτὴ δὲν βλάπτει καὶ πρέπει νὰ παραμείνῃ ὅπως τὴν ἔθεσεν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή. Ἐπίσης ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάρκειαν τῆς προφυλακίσεως, νομίζω ὅτι πάντως, ἐὰν δὲν τεθῇ ὡρισμένος χρόνος διὰ τοῦ Συντάγματος, πρέπει νὰ τεθῇ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ νόμου θὰ καθορίζεται ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως. Ἔχομεν πλεῖστα ὅσα παραδείγματα κατὰ τὰ ὁποῖα ἔμειναν προφυλακισμένοι ὁλόκληρα χρόνια κατηγορούμενοι, μὲ τὸ ἀποτέλεσμα εἰς τὸ τέλος νὰ κηρυχθοῦν ἀθῶοι. Θὰ πρέπει λοιπόν, δι’ αὐτὸ νὰ τεθῇ διάταξις εἰς τὸ Σύνταγμα, καθ’ ἥν διὰ νόμου νὰ καθορίζεται ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Ἀστερίου ἔχει τὸν λόγον.
§19Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Κύριοι βουλευταί, ὑποθέτω ὅτι δὲν ἀμφισβητεῖται ἡ σπουδαιότης τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 5 καὶ νομίζω ὅτι ἀπὸ ὅλας τὰς συζητήσεις ἐξάγεται τὸ συμπέρασμα ὅτι ὑπάρχει ὁμοφωνία. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ περίοδος τὴν ὁποίαν διερχόμεθα ἔχει συντείνει εἰς τὸ νὰ ἀπαμβλυθῇ τὸ αἴσθημα τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὰς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν. Ἐγὼ ὅμως πιστεύω ὅτι, ἐπειδὴ ἐκ τῆς σημερινῆς περιόδου θὰ ἀπομείνῃ κἄποιος ἐθισμὸς εἰς τὰς ἀρχὰς καὶ ἰδίᾳ εἰς τὰ καταδιωκτικὰ ὄργανα, κἄποιος ἐθισμὸς τοῦ νὰ μὴ σέβωνται τὰς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου, δι’ αὐτὸ καταντᾷ τὸ ἄρθρον αὐτὸ νὰ ἔχῃ ὑψίστην σημασίαν. Πιστεύω δὲ ἐπίσης ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἐκ τῶν πρώτων ἀναγραφέντων εἰς τὰ Ἑλληνικὰ Συντάγματα, ἦτο ἀπόρροια ὄχι μόνον ἀντιγραφῆς ξένων Συνταγμάτων, ἀλλὰ καὶ ἀπόρροια ἀνάγκης ἡ ὁποία προκύπτει ἀπὸ τὴν πολιτικὴν ζωὴν τῆς χώρας. Νομίζω ἐπίσης ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὑπῆρξε σωτήριον, διότι πολλάκις κατωρθώθη διὰ τῆς ἐπικλήσεως τοῦ ἄρθρου 5 νὰ προστατευθοῦν αἱ ἐλευθερίαι τῶν Ἑλλήνων. Ἔχω μάλιστα προσωπικὴν περίπτωσιν ἀπὸ τὴν πολιτικήν μου ζωήν. Ἠπειλήθη κἄποτε ἡ προσωπική μου ἐλευθερία καὶ ὅταν κατέστησα ὑπεύθυνον τὸν ἀξιωματικὸν τῆς Χωροφυλακῆς καὶ ὅταν ἀπήτησα τὴν ἐπίδειξιν ἐντάλματος, κατώρθωσα νὰ ἀποκρούσω τὴν σύλληψιν. Ἔχω λοιπόν, τὴν γνώμην, ἐπειδὴ διατρέχομεν τὴν σημερινὴν περίοδον, ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν ἰδιαιτέραν προσοχὴν εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου, διότι θὰ ὑπάρξῃ μία κακὴ συνήθεια παρὰ τῇ ἀστυνομίᾳ, ἡ ὁποία διὰ ψίλου πήδημα θὰ ἁρπάζῃ τὸν πολίτην ἀπὸ τὸ αὐτὶ καὶ θὰ τὸν ρίπτῃ εἰς τὴν φυλακήν. Ἐναντίον αὐτῶν τῶν ὑπερβασιῶν, αὐτῶν τῶν ὑπερβολῶν αἱ ὁποῖαι πολλάκις ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἀποτέλεσμα μιᾶς πολιτικῆς ἐμπλοκῆς, ἀλλὰ ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἀποτέλεσμα καὶ ὑπερβολικοῦ ζήλου τῶν ἀστυνομικῶν, ἐναντίον αὐτῶν πρέπει νὰ ἀσφαλίσωμεν τὰς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου. Εἰδικῶς θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τοῦ ἀνακινηθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Τσάτσου ζητήματος, ὅτι θὰ ἦτο ἴσως ὀρθὸν νὰ ἀντιγραφῇ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει μὲ τὴν ὑποχρέωσιν ὅπως κοινοποιῆται τὸ ἔνταλμα. Τώρα εἰς τὴν πρᾶξιν τί γίνεται; Ὅταν ὁ ἀνακριτὴς προφυλακίζῃ τὸν κατηγορούμενον, λαμβάνει γνῶσιν τοῦ ἐντάλματος ὁ δικηγόρος καὶ ὁ κατηγορούμενος ἀπὸ τὸν Γραμματέα. Συνεπῶς εἰς τὴν πραγματικότητα γίνεται ἡ κοινοποίησις. Διότι τί θὰ εἴπῃ κοινοποίησις; Νὰ γνωρίζῃ ὁ κατηγορούμενος ὅτι δυνάμει ἐντάλματος προφυλακίζεται. Δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν ὅτι θὰ πρέπει νὰ συναφθῇ καὶ ἀποδεικτικὸν τῆς κοινοποιήσεως.
§20Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ νὰ τοῦ ἐπιδειχθῇ τὸ ἔνταλμα;
§21Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Δὲν ὑπάρχει ὁ κίνδυνος εἰς τὴν προφυλάκισιν.
§22Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν σύλληψιν;
§23Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Διὰ τὴν προφυλάκισιν ὁμιλῶ. Διὰ μὲν τὴν προφυλάκισιν οὕτως ἔχουν τὰ πράγματα. Ὁ δικηγόρος λαμβάνει γνῶσιν τῆς δικογραφίας. Τὸ ζήτημα τῆς συλλήψεως, ἐκεῖ εἶναι κἄπως δυσχερὲς τὸ ζήτημα. Εἶναι ὀρθόν, μετὰ τὴν συνήθειαν τὴν ὁποίαν θὰ ἔχουν ἀποκτήσει τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, νὰ ἔρχωνται εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος οἱ χωροφύλακες ἢ οἱ ἀστυφύλακες νὰ συλλαμβάνουν τὸν πολίτην καὶ ὁ πολίτης νὰ μὴ ἔχῃ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσῃ διατὶ συλλαμβάνεται; Ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ καὶ νὰ ἀξιώσῃ κατὰ τὸ Σύνταγμα νὰ τοῦ ἐπιδειχθῇ τὸ ἔνταλμα. Ὅταν λέγωμεν ἔνταλμα ἐννοοῦμεν ἀντίγραφον ἐντάλματος. Θέλω νὰ σᾶς ἐξηγήσω πῶς εἶναι δυνατὸν ὅλαι αἱ περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται καὶ αἱ ὁποῖαι φαίνεται ὅτι δυσχεραίνουν πολὺ τὴν σύλληψιν τῶν ἐγκληματιῶν εἶναι δυνατὸν νὰ οἰκονομηθοῦν. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι ἔχει ἐκδοθῆ ἕνα ἔνταλμα συλλήψεως εἰς τὰς Πάτρας καὶ μαθαίνει ἡ ἀρχὴ ὅτι εἶναι ἐδῶ ὁ κατηγορούμενος. Δὲν ἔχει παρὰ νὰ διαβιβάσῃ διὰ τοῦ τηλεγραφείου ὅλα τὰ στοιχεῖα τοῦ ἐντάλματος διὰ νὰ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα ἡ ἐνταῦθα ἀστυνομικὴ ἀρχή. Συνεπῶς δὲν ὑπάρχει δυσκολία εἰς τὴν σύλληψιν τῶν ἐγκληματιῶν.
§24Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνεῖτε ὅτι ἐπιβάλλεται ὁ χωροφύλαξ, τὸ καταδιωκτικὸν ὄργανον τὸ συλλαμβάνον νὰ ἐπιδείξῃ τὸ ἔνταλμα;
§25Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Βεβαιότατα.
§26Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν αὐτὴ εἶναι ἡ θέλησις τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος νὰ γίνῃ ἀποδεκτὸν ὅπως τὸ λέγετε. Ἀλλ’ ὑπεστηρίχθη ἐδῶ ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ γίνῃ ἡ ἐπίδειξις τοῦ ἐγγράφου.
§27Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Τί λέγετε; Αὐτὸ τὸ ἔχουν εἴπει τόσα Συντάγματα.
§28Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ εἶπεν ὁ κ. Στεφανόπουλος, ὅτι αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ συγχωρήσωμεν.
§29Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὁ πολίτης, κ. Γιαννόπουλε, καὶ καθῆκον καὶ δικαίωμα ἔχει νὰ ἀντισταθῇ εἰς τὴν σύλληψιν αὐτήν. Δὲν ἠμπορεῖ ὁ χωροφύλαξ νὰ λέγῃ, σὲ παίρνω μέσα καὶ δὲν σοῦ ἐξηγῶ διατί.
§30Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σκεφθῆτε τὰς συνεπείας, εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ καταδιωκτικὸν ὄργανον νὰ συλλαμβάνῃ τὸν ἐγκληματίαν, διότι δὲν θὰ ἔχει ἔνταλμα συλλήψεως εἰς τὰ χέρια του.
§31Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Μπορεῖ νὰ τὸ ἔχῃ. Ἐγὼ δικηγορῶ ἐπὶ 35 ἔτη καὶ δὲν γνωρίζω περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ ἔχῃ συλληφθῆ ἐγκληματίας διότι δὲν ὑπάρχει τὸ ἔνταλμα.
§32Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ 99%.
§33Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Γνώμη σας. Ἐγὼ πάντως πιστεύω, ὅτι ἡ ἀντίληψις αὐτὴ γεννᾶται σήμερον ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι διατρέχομεν τὴν σημερινὴν περίοδον, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι ἡ σημερινὴ περίοδος εἶναι ἔκτακτος καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σκεπτώμεθα βάσει τῶν σημερινῶν γεγονότων, πῶς θὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἐπιβολὴν τῆς Κρατικῆς ἐξουσίας ἔναντι τῶν ἀτόμων. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας, ὅτι θὰ εἰσέλθωμεν κἄποτε εἰς τὴν εἰρηνικὴν περίοδον, ὁπότε ἡ ἐλευθερία τοῦ πολίτου θὰ εἶναι τὸ κατ’ ἐξοχὴν γεγονὸς τὸ ὁποῖον θὰ ἐπισύρῃ τὴν προσοχὴν ὅλων. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ οἱοσδήποτε πολίτης νὰ εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν οἱουδήποτε χωροφύλακος. Ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἐπὶ 35 χρόνια δικηγορῶ, ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἦτο ἀπαραίτητος ἡ ἐπίδειξις τοῦ ἐντάλματος ὑπὸ τοῦ χωροφύλακος. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι εἰς Ἑλλάδα ξέφυγε ἐγκληματίας, ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχεν ἔνταλμα. Ἐὰν ξέφυγε, θὰ ξέφυγεν ἀπὸ ἄλλους λόγους. Ἔχω λοιπόν, τὴν γνώμην νὰ συμπεριληφθῇ ἡ διάταξις ὡς ἔχει εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ἄλλως τὸ ἄρθρον θὰ εἶναι χωλὸν καὶ δὲν θὰ προστατεύωνται αἱ ἐλευθερίαι τῶν πολιτῶν. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ διαφύγουν 2 ἐγκληματίαι, αὐτὸ θὰ ἦτο καλύτερον παρὰ νὰ συλληφθῇ εἷς ἀθῶος. (Χειροκροτήματα). Σᾶς εἶπον, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτό, κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀντιγραφῆς τῶν ξένων Συνταγμάτων, εἶναι ἀποτέλεσμα ἀνάγκης πολιτικῆς ἐν Ἑλλάδι. Μὴ λησμονῆτε, ὅτι κατὰ τὴν παλαιοτέραν ἐποχὴν αἱ φατρίαι κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, κατώρθωναν νὰ φυλακίζουν πολίτας, μὴ λησμονῆτε ὅτι κατὰ τὴν ἐμπλοκὴν τῆς τριακονταετίας μεταξὺ Βενιζελισμοῦ καὶ Ἀντιβενιζελισμοῦ ἐγένοντο μεγάλαι ἀτασθαλίαι. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Συνέλευσις νὰ μὴ ἐξασφαλίσῃ τοὺς πολίτας ἐκ τῶν τοιούτων ὑπερβολῶν. Ἐγὼ πιστεύω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς περίοδον ὁμαλότητος νὰ διέφυγον ἐγκληματίαι εὐκόλως ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Πότε ὑπῆρξαν περιπτώσεις εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ διαφύγουν ἐγκληματίαι; Σᾶς εἶπον μὴ λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὴν σημερινὴν περίοδον. Εἶναι περίοδος ἔκτακτος καὶ κατ’ ἀνάγκην θὰ λαμβάνωνται ἔκτακτα μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀντιμετωπισθῇ ἡ κατάστασις αὐτή. Ὡς πρὸς τὰ λοιπά, κύριοι βουλευταί, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὸ ἄρθρον ὡς διετυπώθη ἀπὸ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν εἶναι πληρέστατον. Ἐλησμόνησα νὰ ἀναφέρω ὅταν συνεζητεῖτο τὸ ζήτημα, ἐὰν τὸ ἔνταλμα πρέπει νὰ εἶναι δικαστικόν, ἢ ἀνακριτικόν, τὰ ἑξῆς: Ἐφ’ ὅσον συμφωνοῦμεν ὅτι καὶ διὰ προανακριτικοῦ ἐντάλματος δύναται νὰ γίνῃ σύλληψις καὶ ἐφ’ ὅσον συμφωνοῦμεν εἰς τὴν φράσιν «δικαστικοῦ ἐντάλματος», εἰς αὐτὴν περιλαμβάνεται καὶ τὸ προανακριτικὸν ἔνταλμα. Νομίζω ὅτι δὲν γεννᾶται ζήτημα, δοθέντος ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἐφαρμόζεται ἀπὸ τοῦ 1864 καὶ διότι νομίζω ὅτι ἡ ἑρμηνεία κατώρθωσεν ὥστε νὰ λύσῃ ὅλας αὐτὰς τὰς ἀπορίας καὶ δὲν ἔχω τὴν γνώμην ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ θέσωμεν ἄλλην διατύπωσιν εἰς τὸ Σύνταγμα. Μολονότι ἐὰν ἐγένετο δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Γιαννοπούλου, πάλιν θὰ κατετείνομεν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα. Νομίζω ἐπίσης, κύριοι, ὅτι ὀρθῶς ὁ κ. Μιχαλακόπουλος ὑπεστήριξεν ὅτι τὸ ἀδίκημα τῆς παρανόμου κατακρατήσεως, διώκεται κατ’ ἔγκλησιν. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ὀρθῶς ἡ Ἐπιτροπὴ προσδιώρισεν ὅτι οἱ παραβάται τῶν ἀνωτέρω διατάξεων διώκονται καὶ ἐξ ἐπαγγέλματος. Πρέπει νὰ τεθῇ ἡ φράσις αὐτὴ «ἐξ ἐπαγγέλματος», διότι δὲν εἶναι δύσκολον ὁ πολίτης νὰ ἀγνοῇ τὰς παραβάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς βάρος του, ἐνῷ ὁ Εἰσαγγελεὺς μπορεῖ νὰ ἀσκήσῃ τὴν δίωξιν ἐξ ἐπαγγέλματος. Δὲν νομίζω δὲ ἐγὼ ὅτι οἱ Πρόεδροι τῶν Ἐφετῶν ἢ Πρωτοδικῶν, ὁσάκις δοθῇ ἀφορμὴ θὰ παραβοῦν τὸ καθῆκόν των. Συνεπῶς φρονῶ ὅτι ὀρθῶς ἡ Ἐπιτροπὴ προσέθεσε τὴν φράσιν «ἐξ ἐπαγγέλματος», διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, ἐξ ἐπαγγέλματος ἡ δίωξις εἰς τοιαύτας περιστάσεις. Δυσχέρειαι ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὑπῆρξαν εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ὡς πρὸς τὸ τελευταῖον μέρος τοῦ 2ου ἐδαφίου. Ἐὰν θὰ ἐνθυμῆσθε, τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ὁμιλεῖ περὶ ἱκανοποιήσεως διὰ χρηματικοῦ ποσοῦ, ὁριζομένου κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ, οὐδέποτε δὲ κατωτέρου τῶν δραχ. δέκα δι’ ἑκάστην ἡμέραν. Δὲν ἦτο βεβαίως δυνατὸν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ νὰ θελήσῃ νὰ καθορίσῃ διὰ νέου ποσοῦ τὴν χρηματικὴν ἱκανοποίησιν, διότι δυστυχῶς, εἰς τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ζῶμεν, δὲν εἶναι γνωστὸν ποίαν ἀξίαν θὰ ἔχουν αἱ σημεριναὶ δραχμαί. Συνεπῶς ὀρθῶς κατέληξεν εἰς τὴν διατύπωσιν περὶ καταβολῆς ὡς χρηματικῆς ἱκανοποιήσεως ποσοῦ τὸ ὁποῖον δὲν θὰ εἶναι κατώτερον τοῦ συνόλου τῶν ἡμερησίων ἀποδοχῶν τοῦ ἐνόχου, δι’ ἑκάστην ἡμέραν. Καὶ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἀποδεχθῶμεν τὸν καθορισμὸν αὐτόν. Δὲν δύναμαι, κύριοι, νὰ ἐννοήσω τὰς ἀντιρρήσεις τοῦ κ. Κώττα, ἐπὶ τοῦ ἐπακολουθοῦντος ἐδαφίου. Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ὅτι νόμος δύναται νὰ καθορίσῃ τὴν ἀποζημίωσιν, ἐκείνων οἱ ὁποῖοι προεφυλακίσθησαν ἀδίκως. Δὲν νομίζω ὅτι κάμνομεν τι τὸ νέον ἢ ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ κάμῃ μόνη της ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἀλλὰ ἐδῶ ὑπάρχει ἡ διαφορά, ὅτι δημιουργεῖται μία ἠθικὴ ὑποχρέωσις τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἰσαγάγῃ ἕνα τοιοῦτον νόμον.
§34Ν. ΚΩΤΤΑΣ. Ὑπάρχει λόγος.
§35Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Διότι δὲν εἶναι σπάνιαι αἱ περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας νὰ προφυλακισθῇ ἀθῶος πολίτης καὶ πολλοὶ ἀθῶοι κατεδικάσθησαν ἀδίκως καὶ μετὰ τὴν ἔκτισιν τῆς ποινῆς των ἀνεγνωρίσθη τὸ δίκαιόν των. Πρέπει ἑπομένως νὰ κάμωμεν μίαν ἀπαρχήν, ὥστε αἱ δικαστικαὶ ἀρχαί, μετὰ μεγαλυτέρας προσοχῆς νὰ ἐκτελῶσι τὸ καθῆκόν των, διότι θὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν των ὅτι θὰ ἐκτεθῇ τὸ Κράτος εἰς ἀποζημίωσιν, ἔναντι ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἠδικήθησαν. Καὶ τέλος φθάνω εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον προσετέθη ἀπὸ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν. Κύριοι, ὀρθῶς ἴσως ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁμιλῶν χθὲς εἶπεν, ὅτι αὐτὸ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ κανεὶς δὲν ἐμποδίζει τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, μετὰ τὴν διάταξιν αὐτήν, ἐὰν θελήσῃ, νὰ θέσῃ κατώτατον ὅριον προφυλακίσεως. Διάστημα 8 μηνῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἐπαρκές, διὰ νὰ ἀποδοθῇ δικαιοσύνη.
§36Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἡ παρατήρησίς σας, κύριε συνάδελφε, εἶναι ἐντελῶς ὀρθὴ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως τυπικῆς, καὶ ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς, καὶ ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς καὶ ἠθικῆς, διότι ἐδῶ πρόκειται περὶ τοῦ ἱερωτέρου πράγματος τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου καὶ δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ Ἕλλην, πολίτης τῆς χώρας αὐτῆς ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐξεπήγασεν ἡ ἔννοια τῆς ἐλευθερίας ἀπὸ πολλῶν αἰώνων, ὁ ὁποῖος θὰ εἶχεν ἀντίθετον γνώμην ἀπὸ αὐτήν. Ἡ ἔννοια ἑπομένως τοῦ περιορισμοῦ διαρκείας τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως, εἶναι ἱερὰ καὶ σεβαστὴ καὶ πρέπει νὰ ἀποτελῇ τὴν βάσιν πάσης εὐνομουμένης Πολιτείας. Γνωρίζετε, κύριοι συνάδελφοι, ἐπίσης, ὅτι σήμερον ὑπάρχουν καὶ εἰδικοὶ λόγοι καθιστῶντες ἀδύνατον ἂν μὴ ἀνυπέρβλητον τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ ἔργου αὐτοῦ ἐντὸς τῶν κοινωνικῶν ὁρίων. Σήμερον οἱ οὐσιαστικοὶ αὐτοὶ λόγοι, εἶναι τόσον σοβαροί, ὥστε ἀντιμετωπίζει δυσχερείας πολλὰς ἡ Πολιτεία, διὰ νὰ φέρῃ εἰς πέρας ἐντὸς τῶν λογικῶν ὁρίων τῶν πεπολιτισμένων ὁρίων, τὸ ἔργον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ πρωταρχικὸν ἔργον τῶν ἀπονεμόντων τὴν δικαιοσύνην. Δὲν ἕπεται ὅμως ἐκ τούτου, ὅτι εἶναι κατωτέρας ἀποδοτικότητος ἢ ἀξίας ἢ ὅτι ἐκτελοῦν ἀνεπαρκῶς τὸ καθῆκόν των, ἀλλὰ σᾶς λέγω ὑπάρχουν οἱ ἀνυπέρβλητοι αὐτοὶ λόγοι. Δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει, ἐπιμένοντες εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν, τῆς ὁποίας τὴν δικαίαν καὶ οὐσιαστικὴν βάσιν, οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν θὰ ἐδικαιοῦτο νὰ ἀμφισβητήσῃ, νὰ δημιουργήσωμεν πράγματα εἰς τὴν παροῦσαν κατάστασιν καὶ ἐπειδὴ τὸ θέμα θὰ ἐλύετο καλύτερον διὰ νόμου, ὁ ὁποῖος, ὅπως ἐτόλμησα νὰ ἐκφράσω χθὲς μίαν ἀντίληψιν, θεσπιζόμενος ἐνέχει, ἂν μὴ ἐπηυξημένην τυπικὴν δύναμιν, πάντως, κατὰ μίαν θεωρίαν τὴν ὁποίαν πρεσβεύω, ἐπηυξημένην ἠθικὴν δύναμιν, λέγω ὅτι πάντοτε παραπέμπομεν εἰς τὸν νόμον καὶ τοῦ δίδομεν τὴν εὐχέρειαν νὰ ρυθμίσῃ τὰ ζητήματα αὐτὰ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν πεπολιτισμένων, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ οὐδεμία ἀτέλεια εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος μὴ προσδιορίζοντος εἰδικώτερον ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ἡ ἀναγωγὴ τοῦ θέματος εἰς ρύθμισιν διὰ νόμου δὲν ἐλαττώνει τὴν ἀξίαν, οὔτε τὴν σοβαρότητα τοῦ ρυθμιζομένου θέματος. Ἀπόδειξις δὲ πόσον βάσιμον εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζω, εἶναι ὅτι μέχρι τοῦδε, οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλὰ κατ’ ἐπανάληψιν ....... (δὲν ἠκούσθη)....... Τοῦτο νομίζω ἀκριβῶς τονώνει τὴν ἀξίαν του, ὡς πρὸ ὀλίγου εἶπον, ὅτι ἡ ἄκαμπτος ρύθμισις, ἀσφαλῶς δὲν εἶναι ὁ προσφυέστερος τρόπος ρυθμίσεως τοῦ θέματος. Βεβαίως, δὲν παύω νὰ πιστεύω ὅτι εἶναι πρωταρχικῆς σημασίας, καὶ νομικῆς, καὶ ἠθικῆς, καὶ οὐσιαστικῆς, δι’ ἓν εὐνομούμενον Κράτος, (χειροκροτήματα), τὸ θέμα αὐτό.
§37Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Ἐκτιμῶ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνεφέρατε, κύριε ὑπουργέ, καὶ ὁμολογῶ ὅτι, ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις, οἱ λόγοι οὗτοι εἶναι σοβαρώτατοι. Ἐπειδὴ ὅμως, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐπὶ τόσον χρόνον δὲν κατωρθώθη νὰ σημειωθῇ πρόοδος ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ... (δὲν ἠκούσθη)... Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, θὰ ὑπάρξουν ἴσως καὶ εἰς τὸ μέλλον τοιαῦται ἐκδοχαὶ καὶ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει νὰ λυθῇ διὰ Συνταγματικῆς διατάξεως ... (δὲν ἠκούσθη)... ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῇ ἓν ἔτος μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἀνταρσίας. Αὐτὸ θὰ ἦτο τὸ καλύτερον τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ προτείνω εἰς ὑμᾶς. Καὶ διὰ Συνταγματικῆς διατάξεως, εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ ἕν τέρμα εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, κύριε ὑπουργέ, ἐκ τῆς δικηγορικῆς μου πείρας, ὅτι... (δὲν ἠκούσθη).... Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω.
§38Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσ.). Δὲν εἶναι σωστὸν νὰ γίνῃ ἀναγωγὴ μιᾶς Συνταγματικῆς διατάξεως, εἰς ἀνώμαλα γεγονότα. Πρέπει αἱ διατάξεις νὰ θεσπίζωνται διὰ τὸ μέλλον περισσότερον καὶ νὰ ρυθμίζουν παγίως τὸν βίον τῶν λαῶν. Ἐὰν ὑπάρχουν ἀνώμαλοι περιστάσεις ... (δὲν ἠκούσθη) ... τῶν κειμένων διατάξεων. Τὰ Συντάγματα, ὅμως θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ μὴ περιέχουν τοιαῦτα μέτρα.
§39Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν μίαν ἀνώμαλον περίοδον εἶναι ὀρθὸν νὰ λάβωμεν τοιαῦτα μέτρα. Νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ ἐφαρμόζεται ἓν ἔτος μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἀνταρσίας.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
§41Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ συζητούμενον θέμα, εἶναι κατ’ ἐξοχὴν θέμα δικηγόρων καὶ ὑπάρχει μία συνήθεια σεβαστὴ ἀπὸ ὅλους μας τοὺς δικηγόρους, ὁ πρεσβύτερος νὰ ἀγορεύῃ τελευταῖος. Ἑπομένως, ἀγορεύω τελευταῖος καὶ θὰ ψηφίσω τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ἐπίσης θὰ τὸ ψηφίσω μὲ οἱασδήποτε τροπολογίας καὶ τελειώνων τὸν λόγον μου, κύριε Πρόεδρε, πράττω τοῦτο διὰ νὰ φύγωμεν. Νὰ τελειώνωμεν. Δὲν εἶναι συζήτησις Συνταγματικὴ αὐτή.
§42Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Συμφωνῶ καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε μὲ τὸν κ. Κουλουμβάκην, ἀπολύτως.
§43Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἀντιρρήσεις ὅλων, κύριοι συνάδελφοι, ἐγεννήθησαν ἀπὸ μίαν προκατάληψιν ἡ ὁποία ὑπάρχει ἀπὸ τὰ ψηφίσματα περὶ μέτρων τάξεως καὶ πρέπει νὰ κάμωμεν αὐτὴν τὴν διαστολήν. Δὲν πρόκειται περὶ νομοθετημάτων τοῦ ὑπουργείου Δημοσίας Τάξεως, αὐτὰ τὰ ὁποῖα ψηφίζομεν, πρόκειται περὶ Συντάγματος, προϋποθέτοντος ὁμαλὸν πολιτικὸν καὶ κοινωνικὸν βίον. Καὶ θὰ ἦτο ἐντελῶς περίεργον νὰ ἀρνηθῶμεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐδέχθησαν ὅλα τὰ Συντάγματα τοῦ Ἐλευθέρου Ἑλληνικοῦ Κράτους, εἰς τὰ 130 χρόνια τοῦ ἐλευθέρου πολιτικοῦ του βίου. Ὅσον ἀφορᾷ τώρα τὸ ζήτημα τῆς κοινοποιήσεως ἢ μὴ τοῦ ἐντάλματος, αὐτὸ εἶναι ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον ὡμίλησε πρεσβύτερος συνάδελφος καὶ ὅσοι ἔχετε πεῖραν δικηγορικὴν ἠξεύρετε τὶ ἔχει νὰ πῇ, τὶ σημαίνει κοινοποίησις. Δὲν εἶναι νοητὸν νὰ περιοριζώμεθα εἰς τὴν ἁπλῆν ἔκδοσιν αὐτοῦ, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὐδεμία ἐγγύησις παρέχεται περὶ τοῦ ὅτι ἡ σύλληψις εἶναι νόμιμος. Τώρα ἀντιμετωπίζομεν ἕν ἄλλο πρακτικὸν ζήτημα. Διὰ τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ χωροφύλαξ δὲν ἔχει τὸ ἔνταλμα, ἔχω μίαν ἁπλῆν σκέψιν, ὄχι βέβαια, σκέψιν, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ μπορεῖ νὰ γίνῃ ἐφαρμοστή. Νὰ ἐκδίδωνται πολλαπλᾶ ἐντάλματα. Μὴ σᾶς φαίνεται περίεργον. Εἶναι ἕνας τρόπος καὶ αὐτός.
§44Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Καὶ νὰ ἀνακοινοῦνται εἰς ὅλας τὰς Εἰσαγγελίας.
§45Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ σᾶς φαίνεται περίεργον; Διὰ πρώτην φορὰν τὸ συζητῶμεν, δι’ αὐτό. Νὰ ὑπάρχουν ἀντίγραφα τῶν ἐνταλμάτων.
§46Σ. ΤΡΙΑΝΤΟΣ. .............. (ὁμιλεῖ ἀπὸ τῆς θέσεώς του μὴ ἀκουόμενος)............
§47Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ προϋποθέτει, ὅτι ὅσοι ὁμιλοῦν περὶ τοῦ θέματος, ἔχουν μίαν πεῖραν τοῦ θέματος καὶ σεῖς πρέπει νὰ ἔχετε τὴν πεῖραν, ὅτι ὅλα τὰ καταδιωκτικὰ ὄργανα δὲν ἀσχολοῦνται μὲ τὴν δίωξιν τῶν ἐγκληματιῶν. Ἕν Δημοκρατικὸν Σύνταγμα δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀρνῆται τὴν ἀρχὴν τὴν βασικήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία τοῦ πολίτου δέον νὰ εἶναι σεβαστὴ καὶ νὰ μὴ συλλαμβάνεται ἄνευ ἐντάλματος. Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα μία καλὴ πίστις τῆς Νομοθεσίας καὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, δύναται νὰ τὰ λύσῃ κατὰ τὸν καλύτερον τρόπον. Καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς εἶπον, ὅτι ἁπλούστατα, δυνάμεθα νὰ κάμωμεν πολλαπλᾶ ἐντάλματα ἢ μίαν κοινοποίησιν τῆς ἐκδούσης τὸ ἔνταλμα Ἀρχῆς πρὸς τὰς ἄλλας καταδιωκτικὰς Ἀρχὰς καὶ βάσει αὐτοῦ τοῦ ἀποσπάσματος θὰ δυνάμεθα νὰ τὸν συλλάβωμεν. Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μᾶς δημιουργῇ συζητήσεις διὰ τὴν ἀρχὴν τῆς Συνταγματικῆς διατάξεως. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο μέγα σφάλμα νὰ τὸ ἀμφισβητήσωμεν καὶ νὰ συζητοῦμεν ἐὰν τὸ παραδεχώμεθα ἢ ὄχι.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 κηρύσσεται περαιωμένη. Προτείνω νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν διὰ τὸ ἀπόγευμα καὶ νὰ συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ ἄλλων ἄρθρων· καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ ἀπαρτία, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῶν τροπολογιῶν ἐπὶ τοῦ ἄρ. 5.
§49ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὸ ἀπόγευμα, ὥραν 6ην μ.μ. (Ὥρα 0.45 μ.μ.)