1948.07.27~108
1,267 rows ·
9,814 words ·
82 turns
Date shared with another sitting, so the citation carries #108.
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 108η
Τρίτη 27 Ἰουλίου 1948
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 7.30′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Ταλιαδοῦρος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, μὲ τὴν ἑξῆς διόρθωσιν. Εἰς τὴν πρώτην σελίδα καὶ ἐν ἀρχῇ αὐτῆς, μετὰ τὰς λέξεις «τὰ στοιχεῖα καὶ τὰ μέσα μὲ τὰ ὁποῖα» διαγράφεται ἡ λέξις «ἐνισχύθη», τιθεμένης ἀντ’ αὐτῆς τῆς λέξεως «ἠσκήθη». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Κ. Θεοφανόπουλος, Π. Χατζηπᾶνος, Ε. Λουλακάκης καὶ Θ. Τσάτσος, καταθέτουσι τροπολογίας ἐπὶ τῶν ἄρθρων 16, 17, 18, 20, 21 καὶ 22 τοῦ Συντάγματος 1911. Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Μπουρνιᾶς καταθέτει τροπολογίας ἐπὶ τῶν ἄρθρων 5, 11, 12 καὶ 14 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Μιχαλακόπουλος, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς παραγρ. 5 τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Θ. Τσάτσος, Ε. Λουλακάκης καὶ Η. Λαγάκος, καταθέτουσι προσθήκην ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Καλλίας καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Συνεχίζομεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Α. Μπουκουβάλας ἔχει τὸν λόγον.
§4Α. ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑΣ. Τὸ ἄρθρον 5, κύριοι συνάδελφοι, τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 προστατεύει ἕνα ἀπὸ τὰ πολυτιμότερα ἀγαθὰ τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ἀτομικὴν ἐλευθερίαν. Συναφῆ διάταξιν πρὸς τὸ ἄρθρον 5 ἔχομεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 11, τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, καθὼς ἐπίσης καὶ τὸ ἄρθρον 16 τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος. Ἡμεῖς κατεθέσαμεν εἰς τὸ Προεδρεῖον μίαν σχετικὴν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος. Διὰ τῆς τροπολογίας αὐτῆς δεχόμεθα, κατ’ ἀρχήν, ὅτι πρέπει νὰ παραμείνῃ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ὡς ἔχει, ἀπὸ τῆς ἀρχῆς μέχρι τῆς παραγράφου ποὺ ὁμιλεῖ περὶ «....... (ἀναγινώσκει) .............». Ἡ παράγραφος αὐτὴ προτείνομεν ὅπως τροποποιηθῇ καὶ εἰσηγούμεθα εἰς τὴν Ἀντιπροσωπείαν ὅπως τεθῇ τοῦτο «ὁ ἀνακριτὴς ...... (ἀναγινώσκει) ......». Δὲν νομίζομεν ὅτι εἶναι ἀνάγκη, ἀφοῦ δίδομεν τὸ δικαίωμα τῆς παρατάσεως τῆς προθεσμίας μετὰ 5 ὁλοκλήρους ἡμέρας, νὰ δεχθῶμεν καὶ τὴν τροπολογίαν, ὅπως αἱ 48 ὧραι τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 γίνουν 3 ἡμέραι. Προτείνομεν, λοιπόν, ὅπως δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν συλληφθέντα καὶ εἰς τὸν προσαγόμενον νὰ ζητῇ τὴν παράτασιν τῆς προθεσμίας μέχρι 5 ἡμερῶν. Ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι προστατευτικὴ καθ’ ἡμᾶς διὰ τὸν προσαγόμενον κατηγορούμενον, διότι πλειστάκις, ὡς ἐκ τῆς πείρας μας τῆς δικηγορικῆς γνωρίζομεν, οἱ προσαγόμενοι κατηγορούμενοι δὲν εἶναι ἕτοιμοι νὰ ἀπολογηθῶσιν ἐντὸς τῶν προθεσμιῶν, τὰς ὁποίας τάσσει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Δι’ αὐτό, λοιπόν, λέγομεν ὅτι δύναται, τῇ αἰτήσει τοῦ κατηγορουμένου, νὰ παρατείνεται ἡ προθεσμία μέχρι 5 ἡμερῶν. Ἐκτὸς αὐτοῦ, προβλέπομεν καὶ τὴν περίπτωσιν τῆς ἀνωτέρας βίας. Ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν μας ὅτι πλειστάκις, εἰς τὴν Μακεδονίαν ἰδίως ........ (δέν ἀκούεται) .............................. Καὶ εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτὰς ὑπάρχει ἕν γεγονὸς ἀνωτέρας βίας καὶ πρέπει νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, εἰς τὸ δικαστήριον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἀποταθῇ καὶ θὰ ἀναπτύξῃ τὴν περίπτωσιν τῆς ἀνωτέρας βίας, νὰ δύναται νὰ παρατείνῃ τὸ δικαστήριον τὴν προθεσμίαν τῆς κρατήσεως τοῦ κρατουμένου. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν πρότασιν τῶν συναδέλφων κ.κ. Θεοφανοπούλου, Χατζηπάνου, Λουλακάκη καὶ Τσάτσου. Οἱ συνάδελφοι διατυπώνουν τὴν παράγραφον αὐτὴν ὡς ἑξῆς: «........... (ἀναγινώσκει) ......».
§5Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Αἰτήσει τοῦ προσαχθέντος.
§6Α. ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑΣ. Παραλείπεται, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἀπὸ τὴν πρότασιν τῶν κ. κ. συναδέλφων ἡ περίπτωσις τῆς ἀνωτέρας βίας, ἡ ὁποία καθ’ ἡμᾶς εἶναι ἀναγκαία καὶ πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος. Παρακατιόντες, προτείνομεν ὅπως θεσπισθῇ διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας, διὰ νόμου, ὁ ὁποῖος θὰ ὁρίζῃ τὸ ποσὸν τῆς χρηματικῆς ἱκανοποιήσεως, καθ’ ἡμᾶς, δίδεται ἡ ἀποζημίωσις εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος στερεῖται παρανόμως τῆς ἐλευθερίας του. Ἡ ὑφ’ ἡμῶν προτεινομένη διατύπωσις εἰς τὸ ἄρθρον 5 εἶναι ἐπιστημονικωτέρα ἀπὸ τὴν διατύπωσιν, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 μὲ τὴν χρῆσιν τοῦ ὅρου τῆς παρανόμου κατακρατήσεως. Διότι κατακράτησις, καθ’ ἡμᾶς, εἶναι δυνατὸν νὰ συμβαίνῃ μόνον ἐπὶ ἐμψύχων ἀντικειμένων. Τὸ ρῆμα κατακρατῶ λέγεται ἐπὶ πραγμάτων καὶ ἐμψύχων ἀντικειμένων. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ κατακράτησις καὶ ἡ κράτησις νὰ ἀναφέρεται εἰς ἰδιότητας, ὅπως ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία. Ἡ διατύπωσις ἡ ἰδική μας εἶναι ἐπιστημονικωτέρα καὶ λέγομεν: «... .... (ἀναγινώσκει) ..............................». Δὲν δεχόμεθα τὸ προτεινόμενον ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ὅπως ἡ ἀποζημίωσις εἶναι ἴση μὲ τὰς ἡμερησίας ἀποδοχὰς τοῦ ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος προέβη εἰς τὴν στέρησιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ κρατηθέντος ἀτόμου. Ἀφίνομεν τὸ ζήτημα νὰ τὸ ρυθμίσῃ ἡ Νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ θὰ δώσῃ δυνητικὴν ἐξουσίαν εἰς τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ κρίνῃ τὴν ὅλην ὑπόθεσιν. Αὐτὸ δὲ θὰ καθορίσῃ τὴν ἀποζημίωσιν ἀναλόγως τῶν περιστάσεων καὶ τῶν συνθηκῶν, ἀναλόγως τοῦ κρατηθέντος κατηγορουμένου καὶ ἀναλόγως τοῦ μισθοῦ τοῦ κρατήσαντος ὑπαλλήλου. Ὁ νόμος νὰ ρυθμίζῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα καὶ ὄχι τὸ Σύνταγμα. Οὔτε ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ἦτο ὀρθή, ἡ ὁποία ὥριζε 10 δραχμάς, οὔτε ἡ διάταξις τοῦ 1927, ἡ ὁποία ὥριζε τὴν ἀποζημίωσιν εἰς μεταλλικὰς δραχμάς. Δι’ αὐτό ἡμεῖς εἰσηγούμεθα, ὅπως τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως ἀφεθῇ ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὴν Νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἵνα τὸ ρυθμίσῃ. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως τῶν ἀδίκως προφυλακισθέντων καὶ καταδικασθέντων καὶ εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτάς, ἀμφοτέρας, φρονοῦμεν ὅτι ὀρθότερον εἶναι νὰ ἀφήσωμεν τὸ ζήτημα νὰ τὸ ρυθμίσῃ ἡ Νομοθετικὴ ἐξουσία. Δὲν νομίζομεν ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ διατύπωσις ἡ προτεινομένη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, τοῦ περιορισμοῦ εἰς διάφορα χρονικὰ ὅρια τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως, διὰ τὰ κακουργήματα καὶ τὰ πλημμελήματα, δέν νομίζομεν ὅτι εἶναι ὀρθὸν εἰς Συντάγματα καὶ Καταστατικοὺς Χάρτας νὰ ὑπάρχουν τοιαῦται λεπτομερειακαὶ διατάξεις. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε ἄλλο. Φρονῶ, ὅτι ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν εἰσηγοῦμαι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν εἶναι πληρεστέρα τῆς διατυπώσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος καὶ ἀπὸ τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον προτείνουν οἱ συνάδελφοι κ. κ. Θεοφανόπουλος, Χατζηπᾶνος, Λουλακάκης καὶ Τσάτσος.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Οἰκονόμου ἔχει τὸν λόγον.
§8Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι βασικὴ ἀρετὴ τῶν Συνταγματικῶν διατάξεων εἶναι τὸ εὔπλαστον καὶ τὸ ἐλαστικὸν αὐτῶν. Ἐὰν ἡ περιπτωσιολογία εἶναι ἀρετὴ ἑνὸς κοινοῦ νόμου, εἰς τὸ Σύνταγμα αἱ διατάξεις πρέπει νὰ εἶναι εὐρύτεραι, ἐντὸς εὐρυτέρου πλαισίου, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴν ἐπέρχεται κώλυμα ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὴν Νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ρυθμίζῃ τὰ πράγματα κατὰ τρόπον πρόσφορον κατὰ τὰς ἑκάστοτε ἐμφανιζομένας περιπτώσεις καὶ προϋποθέσεις, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ μὴ δίδεται λαβὴ εἰς παραβάσεις τοῦ Συντάγματος, αἱ ὁποῖαι ἄγουν εἰς καταρράκωσιν βραδεῖαν τοῦ Συντάγματος. Ἐδῶ γίνεται συζήτησις τὰ ἄρθρα π. χ. θὰ ὁρίσουν ποῖον εἶναι τὸ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδίκημα. Γίνεται συζήτησις περὶ μιᾶς ἢ δύο ἡμερῶν προσαγωγῆς τοῦ κατηγορουιμένου εἰς τὸν ἀνακριτὴν κλπ. Τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἔχει ἐντὸς εὐρυτέρου πλαισίου τοποθετεῖ τὰ ζητήματα τῆς προστασίας τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας, ἀφήνει δὲ τὸ στάδιον ἐλεύθερον εἰς τὴν Νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ρυθμίζῃ ἑκάστοτε τὰ πράγματα. Νομίζω, ὅτι αὐτὴ ἡ περιπτωσιολογία, αὐτὴ ἡ στενότης καὶ ἡ ρύθμισις λεπτομερειακῶς τῶν ζητημάτων διὰ τοῦ Συντάγματος, ἀντιβαίνει εἰς αὐτὸ τοῦτο τὸ νόημα τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον, ὅπως εἶπον, πρέπει ἐντὸς εὐρυτέρου πλαισίου νὰ περιέχῃ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθοῦν, χωρὶς νὰ ἀποτελοῦν στενὸν γράμμα, τὸ ὁποῖον νὰ παρεμποδίζῃ βραδύτερον τὴν πολιτικὴν ἐξέλιξιν. Αὐτὰ εἶχα νὰ εἴπω καὶ τίποτε ἄλλο. Νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον καλῶς ἔχει (χειροκροτήματα).
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Διακουμόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§10Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ πολύ, ἀλλὰ θὰ ἀρκεσθῶ εἰς ἐλάχιστα, διότι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Θεσσαλονίκης συνάδελφος ἔθεσε τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των. Τοῦτ’ αὐτὸ ἤθελον νὰ εἴπω καὶ ἐγώ. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Τὸ ἄρθρον τοῦτο, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, ἔχει ἄριστα, πλὴν μία καὶ μόνη προσθήκη θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ εἰς τοῦτο, εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον, ὅπου καθορίζει τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως διὰ τοὺς παρανόμως κατακρατοῦντας καὶ ὅπου λέγει: «Οἱ παραβάται τῶν ἀνωτέρω διατάξεων τιμωροῦνται ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει, ὑποχρεοῦνται δὲ εἰς τε τὴν ἀνόρθωσιν πάσης ζημίας προσγενομένης εἰς τὸν ὑποστάντα καὶ προσέτι εἰς ἱκανοποίησιν αὐτοῦ διὰ χρηματικοῦ ποσοῦ». Ὅλα τὰ ἄλλα νὰ σβύσουν καὶ νὰ προσθέσωμεν τὴν φράσιν: «ὡς ὁ νόμος θέλει ὁρίσει». Οὐδεμία ἄλλη, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, τροποποίησις πρέπει νὰ γίνῃ. Καὶ ἡ 5θήμερος προθεσμία, ποὺ προτείνεται ἀπὸ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ τοὺς κ. κ. Χατζηπᾶνον, Θεοφανόπουλον καὶ ἄλλους, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτή, διότι ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν τὴν ἀτομικὴν ἐλευθερίαν καὶ ἡ προθεσμία τοῦ 5θημέρου εἶναι εἰς βάρος τοῦ κατηγορουμένου. Ὅσοι ἠσχολήθησαν περὶ τὰ νομικὰ καὶ ἔχετε πεῖραν δικαστηριακήν, θὰ γνωρίζετε ὅλοι, ὅτι δὲν ἐφαρμόζεται οὔτε διὰ τὸ ἔνταλμα συλλήψεως, οὔτε διὰ τὴν παρουσίασιν ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ. Αἱ προθεσμίαι, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν εἰς τὴν Δικονομίαν καὶ κατὰ τὰς ὁποίας ὁ κατηγορούμενος ἔχει 24ον χρονικὸν διάστημα διὰ νὰ ἀπολογηθῇ καὶ δύναται νὰ ζητήσῃ καὶ παράτασιν τῆς προθεσμίας, νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκεταί. Πᾶσα ἄλλη προθεσμία, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἶναι εἰς βάρος τοῦ κατηγορουμένου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ 5η παράγραφος τοῦ ἄρθρου 16 τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτή. Γνωρίζω τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν, ἀλλὰ τοιαῦται διατάξεις δὲν δύνανται νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὸ Σύνταγμα. Εἶναι διατάξεις νομοθετικοῦ περιεχομένου καὶ δέον νὰ περιλαμβάνωνται εἰς τὸν νόμον, διότι οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον ἐὰν τοιαύτας διατάξεις θελήσωμεν νὰ θεσπίσωμεν καὶ εἰς ἄλλα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Θὰ γίνῃ τὸ Σύνταγμα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε δὲν θὰ εἶναι Σύνταγμα, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελῇ τὴν βάσιν τῆς Πολιτείας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐγώ, τασσόμενος μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἐκ Θεσσαλονίκης συναδέλφου, ἐπιμένω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Συντάγματος δεκτόν ὡς ἔχει, μὲ τὴν προσθήκην, ἀντὶ τῆς τελευταίας φράσεως «ὁριζομένην κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ, οὐδέποτε δὲ κατωτέρας τῶν 10 δραχμῶν δι’ ἑκάστην ἡμέραν», τῆς φράσεως «ὡς ὁ νόμος θέλει ὁρίσει» (χειροκροτήματα).
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τριάντος ἔχει τὸν λόγον.
§12Σ. ΤΡΙΑΝΤΟΣ. Συνομολογῶ καὶ ἐγώ, ὡς καὶ οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες περὶ τοῦ πραγματικῶς ἱεροῦ καὶ ἀπαραβιάστου δικαιώματος, τὸ ὁποῖον θεσπίζεται διὰ τῶν ἄρθρων 4 καὶ 5 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὰ δικαιώματα αὐτὰ δὲν εἶναι ἀπόλυτα. Τὰ δικαιώματα αὐτὰ εἶναι σχετικά, εἶναι δικαιώματα συμβατικά. Διότι τὰ δικαιώματα αὐτὰ ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς βουλήσεως τῆς Πολιτείας, τοῦ συμφέροντος ταύτης καὶ ἐκ τῆς χρήσεως, τὴν ὁποίαν ἐνεργεῖ ὁ πολίτης ἐνασκῶν τὰ δικαιώματά του αὐτά. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλῶμεν περὶ δικαιωμάτων καὶ εἰδικῶς περὶ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, ὅταν τὸ δικαίωμα αὐτὸ χρησιμοποιεῖται εἴτε μονομερῶς ὑπὸ ἑνὸς ἀτόμου, εἴτε ὁμαδικῶς, πρὸς βλάβην τῆς ἐννόμου τάξεως, πρὸς διατάραξιν αὐτῆς καὶ πρὸς σύνθλιψιν αὐτῆς ταύτης τῆς Πολιτείας. Διὰ τοῦτο, νομίζω, ὅτι τὰ δικαιώματα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν εἶναι σχετικά, δὲν εἶναι ἀπόλυτα. Εἰσερχόμενος εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι πρώτιστον καθῆκον τῆς Συντεταγμένης ἐξουσίας, ὡς καὶ τοῦ συντακτικοῦ νομοθέτου εἶναι νὰ πεισθῇ ὁ νομοθέτης, ἀλλὰ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς περὶ τοῦ ἀπαραβιάστου τῶν διατάξεων καὶ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων, πρὸ παντὸς ὅμως τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καθιεροῖ μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία εἶναι τοσοῦτον ἀσαφής, ὥστε εἰς τὸν καθημερινὸν βίον οὐσιωδῶς προσβάλλεται. Τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Συντάγματος λέγει: «Ἐξαιρουμένου τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐγκλήματος, οὐδεὶς συλλαμβάνεται οὐδὲ φυλακίζεται ἄνευ ἠτιολογημένου δικαστικοῦ ἐντάλματος». Πρόκειται δηλαδή, περὶ ἐντάλματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐκδώσῃ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Εἰς τὴν πρᾶξιν, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, βλέπομεν καθημερινῶς, ὅτι αἱ περισσότεραι συλλήψεις ἐνεργοῦνται διὰ ἐνταλμάτων προανακριτικῶν. Συνεπῶς, αἱ οὕτω γενόμεναι συλλήψεις, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, εἶναι ἀντισυνταγματικαί. Πρέπει, λοιπόν, ἡ φράσις «δικαστικοῦ ἐντάλματος» νὰ ἑρμηνευθῇ ὅτι ἀφορᾷ ἔνταλμα ἐκδιδόμενον ἀπὸ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν τὸ ζήτημα ἔχει ἀχθῇ ἐνώπιον τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐὰν ἔχει ἀχθῆ, αἱ συλλήψεις δι’ ἐντάλματος τοῦ προανακριτοῦ ἀσφαλῶς θὰ ἠκυροῦντο, διότι εἶναι ἀντισυνταγματικαί. Συνεπῶς, δὲν εἶναι δυνατὸν δι’ ἑρμηνευτικῆς διατάξεως νὰ δηλωθῇ ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 καὶ τὸ ἄρθρον 16 τοῦ σχεδίου Συντάγματος, ὁμιλοῦντα περὶ δικαστικοῦ ἐντάλματος, ἀσφαλῶς ἐνέχουν καὶ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἀνακριτικοῦ. Περαιτέρω, τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 λέγει: «.....τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κοινοποιηθῇ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως ἢ προφυλακίσεως», εἰς τὴν πρᾶξιν, ἀξιότιμοι κύριοι βουλευταί, οὐδέποτε δύναται νὰ γίνῃ αὐτό, διότι ἐγκληματίαι οἱ ὁποῖοι βαρύνονται διὰ σωρείαν ἐγκλημάτων καὶ παραβάσεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου κατὰ τὸ πλεῖστον συλλαμβάνονται ἀπὸ τὴν ἐνεργοῦσαν τὴν προανάκρισιν καταδιωκτικὴν ἀρχήν, οὐδέποτε ἔχει ἐκδοθῆ δικαστικὸν ἔνταλμα καὶ δὲν εἶναι φυσικῶς νοητὸν καὶ πρακτικῶς ἐφαρμοστέον ἀμέσως κατὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν συλλαμβάνεται ὁ ἐγκληματίας, ἀμέσως κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτήν, ὅπως λέγει ἡ διάταξις τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου, νὰ ἐπιδίδεται καὶ κοινοποιῆται εἰς αὐτὸν τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεώς του.
§13Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Δὲν ἔχετε δίκαιον, κύριε συνάδελφε. Ὅταν συλλαμβάνωνται δυνάμει ἐντάλματος ἐπιδεικνύεται τοῦτο.
§14Σ. ΤΡΙΑΝΤΟΣ. Μόνον ὅταν συλλαμβάνωνται δυνάμει ἐντάλματος τακτικοῦ ἀνακριτοῦ. Ἰδοὺ μία περίπτωσις: Ἐν Κεφαλληνίᾳ ἔγινε ἕνα σοβαρὸν ἔγκλημα, ὁ δὲ ἐγκληματίας εὑρίσκεται εἰς Ἀθήνας. Ἐν τούτοις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συλληφθῇ ὁ ἐγκληματίας εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἁρμόδιος ἀνακριτὴς δὲν ἀποστείλῃ ἐδῶ τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεώς του. Εἰς περίπωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχει γενικὴ κραυγή, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ διαπράξας τὸ ἔγκλημα αὐτό, ἐν ἀναμονῇ τοῦ ἐντάλματος τοῦ ἀνακριτοῦ αὐτὸς θὰ ἔχῃ ἤδη φυγαδευθῆ. Συνεπῶς, εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ εἴμεθα ἀκριβεῖς καὶ σύμφωνοι μὲ τὴν πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἐφαρμόζεται σήμερον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρήσωμεν ὅτι εἶναι ἐπάναγκες νὰ ὑφίσταται ἡ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν δέον ἀμέσως, ἅμα τῇ συλλήψει, νὰ παρουσιασθῇ καὶ νὰ κοινοποιηθῇ εἰς τὸν συλλαμβανόμενον τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως. Διὰ τοῦτο συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Γιαννόπουλον, νὰ γίνῃ τροποποίησις ὡς ἑξῆς: «Ἐξαιρέσει τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐγκλήματος, οὐδεὶς συλλαμβάνεται καὶ φυλακίζεται ἄνευ προεκδοθέντος ἠτιολογημένου δικαστικοῦ ἐντάλματος». Νὰ παραλείψωμεν, δηλαδή, τὴν φράσιν «τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κοινοποιηθῇ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως καὶ προφυλακίσεως». Ἐφ’ ὅσον ἡ οὐσία ἔχει γίνει, ἐφ’ ὅσον τὸ ἔνταλμα τὸ δικαστικόν, βάσει τοῦ ὁποίου ἐνεργεῖται ἡ σύλληψις τοῦ διωκομένου, ἔχει προεκδοθῆ τῆς συλλήψεώς του, νομίζω ὅτι περιττεύει ὁ τύπος τοῦ νὰ κοινοποιῆται ἀμέσως εἰς αὐτὸν κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεώς του, ὡς τὸ Σύνταγμα ὁρίζει. Νομίζω, ὅτι οὐδεμίαν ἀξίαν ἔχει, πολὺ περισσότερον δέ, δεδομένου ὅτι εἰς τὴν πρᾶξιν δὲν ἐφαρμόζεται καὶ συνεπῶς θὰ ἀποφεύγωμεν καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πολλάκις ἐνεργοῦμεν εἰς τὰς ἁρμοδίας ἀνακριτικὰς καὶ προανακριτικὰς Ἀρχάς, ἀσκοῦντες τὸ ἐπάγγελμα νὰ περιλαμβάνωνται πάντα τὰ οἱασδήποτε φύσεως σφάλματα, εἴτε ἐκδιδόμενα παρὰ δικαστικαῖς Ἀρχαῖς, εἴτε παρὰ τῶν προανακριτικῶν Ἀρχῶν ἢ δι’ ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως νὰ εἴπωμεν, ὅτι διὰ τῆς λέξεως «δικαστικοῦ» ἐννοοῦμεν ὅτι πρόκειται καὶ περὶ ἐντάλματος ἐκδιδομένου παρὰ προανακριτικῆς Ἀρχῆς.
§15Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Εἶναι παραδεκτόν, ὅτι καὶ αἱ ἀστυνομικαὶ Ἀρχαί, ὅταν ἐκδίδουν ἐντάλματα, ἐκτελοῦν δικαστικὰ ἔργα.
§16Σ. ΤΡΙΑΝΤΟΣ. Ὑπάρχει πολὺ μεγάλη διαφορά. Δὲν ἐκτελοῦν δικαστικὴν ἐξουσίαν.
§17Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἔκδοσις τῶν ἐνταλμάτων ἐκ μέρους τῶν ἀστυνομικῶν Ἀρχῶν στηρίζεται εἰς τὸν Ὀργανισμὸν περὶ Χωροφυλακῆς.
§18Σ. ΤΡΙΑΝΤΟΣ. Καὶ εἶναι γεγονὸς, ὅτι ἡ καταδιωκτικὴ Ἀρχὴ καὶ πρὸ παντὸς τὰ κατώτερα ὄργανα ἐκτελοῦντα προανακριτικὸν ἔργον νὰ κάμουν μίαν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν γνωρίζομεν ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματική. Οὕτω ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα οἱ Συντεταγμένοι νομοθέται δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν αὔριον, ἀσκοῦντες τὸ ἐπάγγελμα τὸ ὁποῖον ἀσκοῦμεν, νὰ ὑποθάλπωμεν τὴν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον παράβασιν τῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας ἡμεῖς θεσπίζομεν. Διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Γιαννόπουλον εἰς τὸ νὰ εἴπωμεν «ἄνευ προεκδοθέντος ἠτιολογημένου δικαστικοῦ ἐντάλματος».
§19Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐφ’ ὅσον δέχεσθε ὅτι εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ δικαστικοῦ ἐντάλματος δὲν περιλαμβάνεται καὶ τὸ κατὰ κυριολεξίαν «δικαστικὸν ἔνταλμα», διατὶ δὲν δέχεσθε τὴν ἀπάλειψιν τοῦ χαρακτηρισμοῦ «δικαστικόν», ἵνα εἶναι τὸ πρᾶγμα σαφές;
§20Σ. ΤΡΙΑΝΤΟΣ. Ἐγὼ εἶπον ἢ θὰ ἀπαλείψωμεν τὴν λέξιν «δικαστικὸν» διὰ ἔργον, συλλαμβάνοντες τοὺς μεγαλυτέρους ἐγκληματίας. Αὐτὸ τοὐλάχιστον ἔχει ἀποδείξει ἡ πρᾶξις μέχρι σήμερον.
§21Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ προανάκρισις, κ. Τρίαντε, εἶναι ἔργον δικαστικόν. Ἀπὸ ἐκεῖ πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἕνα ἀποτέλεσμα.
§22Σ. ΤΡΙΑΝΤΟΣ. Ὄχι.
§23Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀρνηθῆτε. Εἶναι ἔργον δικαστικὸν καὶ συνεπῶς καὶ ἡ ἔκδοσις βάσει τῆς προανακρίσεως, ἐντάλματος ἀπὸ τὸν προανακριτὴν, εἶναι ἔργον δικαστικόν. Αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον καὶ ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα 40 ἐτῶν δὲν εἶπε τίποτε τὸ ἀντίθετον.
§24Σ. ΤΡΙΑΝΤΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, διατὶ νὰ μὴν ξεκαθαρίσωμεν ἅπαξ διὰ παντὸς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν καὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ τὸ κενὸν, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Νὰ καθορίσωμεν, δηλαδή, τὶ ἐννοοῦμεν διὰ τῆς λέξεως «δικαστικὸν ἔνταλμα», ὅτι ἐννοοῦμεν δηλαδὴ τὰ ἐντάλματα τὰ ἐκδιδόμενα παρὰ τῶν δικαστικῶν Ἀρχῶν ἢ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν κἄν τὴν ἰδιότητα τοῦ δικαστοῦ, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀσκοῦν καθήκοντα δικαστικά, ὡς εἶναι αἱ ἀνακριτικαὶ Ἀρχαί. Καὶ ὁ χωροφύλαξ, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς μίαν οἱανδήποτε διοίκησιν. Εἰδικῶς διὰ τὴν διάταξιν αὐτὴν, νομίζω ὅτι ἡ 5η παράγραφος τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ σχεδίου Συντάγματος πρέπει νὰ ἀπελειφθῇ. Τὸ ζήτημα τῆς προφυλακίσεως εἶναι ἕνα ζήτημα, τὸ ὁποῖον θεωρεῖται καὶ αὐτὸ ὡς ἕν μέσον καταστολῆς τοῦ ἐγκλήματος. Ἡ προφυλάκισις πρέπει νὰ καθορίζεται ἀπὸ τὴν Πολιτείαν, διὰ τῶν Συντεταγμένων νομοθετῶν αὐτῆς, ἀναλόγως τῆς καταστάσεως τοῦ ἐγκλήματος εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, ἀναλόγως τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκει πρὸς καταστολὴν τοῦ ἐγκλήματος καὶ ἐπὶ τῶν μέσων ἐκείνων μὲ τὰ ὁποῖα θέλει νὰ καταστείλῃ τὴν διαταρασσομένην ἔννομον τάξιν. Διὰ τοῦτο, νομίζω, τὸ ζήτημα τῆς προφυλακίσεως δὲν εἶναι δυνατὸν Συνταγματικῶς νὰ τεθῇ. Βεβαίως πρέπει νὰ τεθῇ ὅτι ὑποχρεοῦται ἡ πολιτεία ὁπωσδήποτε νὰ θέτῃ ὅρια προφυλακίσεως, ὄχι ὅμως τὰ ὅρια αὐτὰ νὰ τίθενται εἰς τὸ Σύνταγμα. Διότι ἐπαναλαμβάνω, κ. βουλευταί, ἡ πολιτεία ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν αὐτῆς τὰς ὁποίας ἔχει καὶ ἀναλόγως τῆς ἐγκληματικότητος, ἡ ὁποία πλήττει τὴν ἔννομον αὐτῆς τάξιν καὶ ἐφόσον καὶ ἡ προφυλάκισις εἶναι ἓν ἐκ τῶν μέσων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα καθιερώνει ἡ ἐπιστήμη διὰ τὴν καταστολὴν τῆς ἐγκληματικότητος, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν πολιτείαν, εἰς τὸν συντεταγμένον νομοθέτην τὸ δικαίωμα νὰ καθορίσῃ τὰ ὅρια τῆς προφυλακίσεως. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ τεθῇ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 διατυπωμένη κατ’ ἄλλον τρόπον, δηλαδή, ὅτι τὰ ὅρια τῆς προφυλακίσεως, δέον νὰ καθορίζωνται διὰ νόμων, οὕτως, ὥστε, νὰ ὑποχρεοῦται ἡ πολιτεία πάντοτε καὶ εἰς ὅλας τὰς ἐκδηλώσεις αὐτῆς νὰ ἔχῃ πάντοτε ὅρια προφυλακίσεως καὶ τοῦτο διὰ νὰ δυνηθῇ αὐτὴ νὰ ἔχῃ τὸ κυρίαρχον δικαίωμα νὰ καθορίζῃ τὰ δικαιώματα καὶ τὰ ὅρια τῆς προφυλακίσεως, ἀναλόγως τῆς ἐγκληματικότητος, ἡ ὁποία πλήττει τὸν τόπον. Εἰδικῶς, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, διὰ τὴν προθεσμίαν, ἡ προθεσμία διὰ τῆς προσθήκης, ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὸ ἄρθρον 16 τοῦ σχεδίου Συντάγματος, παρατείνεται μέχρι 5 ἡμέρας τῇ αἰτήσει τοῦ διατελοῦντος ἐν προφυλακίσει ἢ ἐξ ἀνωτέρας βίας. Δηλαδή, κρίνω σκόπιμον ὅτι πρέπει νὰ παρατείνωμεν τὴν τριήμερον προθεσμίαν. Θὰ ἠδυνάμεθα σεβόμενοι τὰ δικαιώματα τοῦ κατηγορουμένου ἐὰν οὗτος εἶναι ἀπαράσκευος καὶ δὲν ἔχει τὰ στοιχεῖα νὰ παραστῇ πρὸς ἀπολογίαν ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ νὰ δεχθῶμεν μόνον ὅτι δύναται νὰ παραταθῇ ἡ προθεσμία αὕτη μέχρι 5 ἡμέρας μόνον τῇ αἰτήσει τοῦ κατηγορουμένου. Διότι παρ’ ὅλον τὸν σεβασμὸν τὸν ὁποῖον ἔχομεν πρὸς τοὺς δικαστὰς, οἱ ὁποῖοι πράττουν τὸ καθῆκόν των, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ἡ ἀνωτέρα βία πάντοτε, εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις θὰ εἶναι ὁ φόρτος τῆς ἐργασίας καὶ πάντοτε θὰ εὑρίσκωμεν τὸν τρόπον νὰ δίδωμεν τὴν πενθήμερον παράτασιν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἀπὸ τὸν δικαστὴν ἔστω καὶ ἂν δικαιολογεῖται ἡ ἀνωτέρα βία νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἀπὸ τὸν δικαστὴν, ἔστω καὶ ἠτιολογημένως καὶ νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο μόνον εἰς τὸν κατηγορούμενον, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι ἀπαράσκευος διὰ νὰ παράσχῃ εἰς τὴν ἀνάκρισιν ὅλα τὰ στοιχεῖα πρὸς ὑπεράσπισίν του, καὶ νὰ ἀπολογηθῇ. Συνεπῶς, ἡ παράγραφος νὰ διατυπωθῇ ὡς ἑξῆς: «Ἡ προθεσμία αὐτὴ παρατείνεται μέχρι 5 ἡμέρας», δηλαδὴ νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸ ἐξ ἀνωτέρας βίας.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Οἰκονομίδης ἔχει τὸν λόγον.
§26Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ θέμα ἔχει ἐξαντληθῆ, θὰ ἀπασχολήσω μόνον τὴν Βουλὴν εἰς ἓν σημεῖον, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Θεσσαλονίκης συνάδελφος ἀπεκάλεσεν ὡς παρωνυχίδα. Εἶναι γνωστόν, εἰς πάντα ἀσκοῦντα ἢ ἀσκήσαντα τὴν δικηγορίαν ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ μία διάταξις τῆς ἰδικῆς μας νομοθεσίας, ἡ ὁποία ἐκακοποιήθη καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ κακοποιεῖται, εἶναι ἡ ἀφορῶσα τὰς περὶ αὐτοφώρου ἀδικήματος διατάξεις. Ὁ συνάδελφος κ. Μπερνίτσας, παρεπονέθη καὶ ὀρθῶς, εἶχε δὲ εὔλογα παράπονα ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι καθημερινῶς ἐκακοποιοῦντο διὰ τὴν ἀσάφειαν τῶν διατάξεων αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι διατάξεις, ρυθμίζουσαι τὰ αὐτόφωρα ἀδικήματα, τῆς παμπαλαίας ποινικῆς δικονομίας, τοῦ Μπάουερ. Ὡς γνωστόν, τρεῖς εἶναι αἱ περιπτώσεις, αἱ προσδιορίζουσαι τὰ αὐτόφωρα ἀδικήματα, ἐὰν τὸ ἀδίκημα διεπράχθη ἀναιτίως, ἐὰν ὁ κατηγορούμενος εὑρίσκετο ἐγγὺς εἰς τὸν τόπον τῆς τελέσεως φέρων καὶ τὰ πειστήρια τοῦ ἀδικήματος, ἢ ἐὰν καταδιώκεται. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἀσάφεια τῶν διατάξεων αὐτῶν εἶναι προφανὴς καὶ καθημερινῶς ἔχομεν καταχρήσεις καὶ καταστρατηγήσεις τῶν νόμων. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰς τὰς συζητήσεις τῆς Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἐπροτάθη εἰδικὴ διάταξις καὶ ἀπερρίφθη ἡ πρότασις ἐκείνη καὶ ἐγὼ συμφωνῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναγραφῇ εἰδικὴ διάταξις, ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος παρακολουθεῖ τὰς συζητήσεις τοῦ Συντάγματος θὰ ἔχῃ διαπιστώσει τὴν ἀτέλειαν τῆς νομοθεσίας μας εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Σημειώσατε, κ. ὑπουργέ, ὅτι εἶναι ἀθρόα τὰ ἀδικήματα αὐτά. Ἑπομένως δύο τρόποι ὑπάρχουν διὰ νὰ τακτοποιηθῇ τὸ ζήτημα, ἢ νὰ κάμωμεν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν καὶ νὰ δεχθῶμεν ἕνα χρονικὸν ὅριον, πέραν τοῦ ὁποίου τὸ ἀδίκημα δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ αὐτόφωρον, ἤ, ἐὰν δὲν προκριθῇ ἡ λύσις αὐτή, νὰ προσαγάγητε, κ. ὑπουργέ, ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ λύῃ τὸ ζήτημα. Ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς, ὅτι εἶναι μὲν πράγματι ἀσαφεῖς αἱ διατάξεις τῆς ποινικῆς δικονομίας, ἀλλὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ καθώρισαν σαφῶς μεταγενέστεροι νόμοι τοῦ 1911. Τρεῖς εἶναι οἱ νόμοι αὐτοί, εἶναι ὁ ΓΨΠΓ τοῦ 1911, ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει τὴν προφυλάκισιν εἰς τὰ πταίσματα. Ὁ συνάδελφος κ. Παραβάντης, εἶπεν ὅτι, τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ διώρθωσε ριζικὰ ὁ νόμος 217 τοῦ 1914. Ὁ νόμος ὅμως αὐτὸς δὲν ἔλυσε τίποτε καὶ λέγει, ὅτι, τὰ αὐτόφωρα ἀδικήματα βεβαιοῦνται ἀπὸ ἐπίσημον ἔκθεσιν τῶν δημοσίων ἀρχῶν. Ἀλλ’ αἱ δημόσιαι ἀρχαὶ ποὺ θὰ στηριχθοῦν ποῖα εἶναι τὰ κριτήρια, εἰς τὰ ὁποῖα στηρίζονται; Εἶναι τὰ ἴδια τὰ τασσόμενα ἀπὸ τὴν ποινικὴν δικονομίαν. Ἑπομένως, οὔτε ὁ νόμος αὐτὸς ἔλυσε τὸ δίλημμα καὶ ἑπομένως ἔχομεν ἐδῶ ἕνα κενόν, καὶ δι’ αὐτὸ συζητοῦμεν τὸ Σύνταγμα διὰ νὰ θεραπεύσωμεν τὰ κενά. Ἐὰν θεωρεῖται πολυτέλεια ἡ συνταγματικὴ διάταξις, νὰ τὸ κάμωμεν διὰ νόμου, διότι τὸ θέμα αὐτὸ ἀφορᾷ ὅλα τὰ κοινωνικὰ στρώματα, διότι τὰ αὐτόφωρα ἀδικήματα εἶναι μία κοινωνικὴ πληγή, εἶναι κάτι τι, τὸ ὁποῖον κατέστη συνείδησις, ὅτι εἶχε καταστῆ ἀνεφάρμοστος ἡ συνταγματικὴ αὐτὴ διάταξις. Δι’ αὐτό, ἐγώ, νομίζω, ὅτι, ἐὰν δὲν γίνῃ μία ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, νομίζω ὅτι, οὐδὲν κωλύει νὰ γίνῃ ἕνας νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ λύῃ τὸ ζήτημα. Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο σημεῖον, θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ὑποστηρίξω ὅτι ἡ προθεσμία, ἡ παράτασις τῆς προθεσμίας ἀπὸ 3 ἡμέρας εἰς 5 ἡμέρας, αὐτὴν εἶχε καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 καὶ πρέπει νὰ παραμείνῃ καὶ ἐδῶ καὶ ὀρθῶς ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ τὴν περιέλαβεν. Ἐπίσης ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἠθέλησε νὰ καθορίσῃ καὶ τὸ ἀνώτατον ὅριον προφυλακίσεως. Καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 εἶχε θίξει τὸ θέμα καὶ τὸ ἀφῆκεν εἰς τὸν συντεταγμένον νομοθέτην καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι ὁ συντεταγμένος νομοθέτης θὰ λύσῃ τὸ ζήτημα. Παρακαλῶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ θελήσῃ νὰ τακτοποιήσῃ τὸ θέμα.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Παπαδῆμος ἔχει τὸν λόγον.
§28Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Κάμνω τὴν δήλωσιν ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 εἰς βασικάς του διατάξεις πρέπει νὰ μείνῃ ὡς ἰσχύει μέχρι σήμερον. Τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἀπετέλεσεν ἕνα καθεστὼς μόνιμον ἐπὶ μίαν ἑκατονταετίαν, δὲν ἔθεσεν ἐπὶ τάπητος οὐδὲν ζήτημα τόσον ἀμφίβολον, ὥστε νὰ γεννηθῇ ἀνάγκη τροποποιήσεως, ἢ μεταρρυθμίσεως, ἢ συμπληρώσεως τοῦ Συντάγματος. Ἐκλήθημεν ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ νὰ ψηφίσωμεν Σύνταγμα, ὄχι κατὰ κύριον λόγον, διότι καλούμεθα ὡς Βουλὴ μὲ τὴν πρόσθετον ὑποχρέωσιν νὰ ἀναθεωρήσωμεν τὸ Σύνταγμα. Δὲν ἐκλήθημεν νὰ κάμωμεν ἀνακάθαρσιν ὅλου τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ ὁμιλοῦμεν ἐντὸς τῆς Βουλῆς περὶ αὐτοφώρων ἐγκλημάτων καὶ περὶ πραγμάτων τεθέντων ἀπὸ τὴν ἐπιστήμην καὶ λυομένων καθ’ ἡμέραν, τὰ ὁποῖα νὰ δύναται ἡ ἐπιστήμη νὰ τὰ διευρύνῃ καὶ νὰ δώσῃ νέαν μορφήν. Οὔτε τὸ ζήτημα τῶν 5 ἡμερῶν νομίζω ὅτι εὐσταθεῖ, διότι αἱ 3 ἡμέραι εἶναι ἀρκεταὶ δύναται δὲ τὸ ζήτημα τῶν 5 ἡμερῶν νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις καὶ παρερμηνείας καὶ εἰς αὐτὴν τὴν παράνομον κατακράτησιν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπεστηρίχθη ἀπὸ ἕνα τῶν ἀξιοτίμων καὶ μορφωμένων συναδέλφων εἶναι τὸ ζήτημα τῆς προεκδόσεως ἐντάλματος. Ἐν τῇ πράξει θὰ ἀποτύχῃ. Καὶ δὲν νομίζω ὅτι θὰ πρέπει νὰ ψηφισθῇ διάταξις ἡ ὁποία θὰ ἀποτύχῃ ἐν τῇ πράξει. Κατὰ συνέπειαν ὑποστηρίζω, ὅτι καλῶς ἔχει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τῆς 1911.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Σφαέλλος ἔχει τὸν λόγον.
§30Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν χωρεῖ καμμία ἀμφιβολία ὅτι τὸ ἄρθρον 5 δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα παρουσιάζουν πολλὰ κενά. Ἡ ἑκατονταετὴς καὶ πλέον ἐφαρμογή του ἀπέδειξεν ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν ζητημάτων τὰ ὁποῖα ρυθμίζονται διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ καλῶς ρυθμίζονται. Ὁμολογῶ ὅτι αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Γιαννοπούλου δὲν ἀπέχουσιν καθόλου τῆς πραγματικότητος. Ἐὰν ὑπάρχει δὲ ἕνα σημεῖον ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ τροποποίησις θὰ ἦτο τὸ σημεῖον αὐτὸ τῆς δικονομίας, καὶ εἰς τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ἐπὶ μίαν 100ετίαν ὁλόκληρον ἐζήσαμεν κατὰ ἕνα τρόπον ἀνώμαλον καὶ ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ περάσωμεν ἀκόμη μερικὰ ἔτη, νομίζω ὅτι θὰ ἠμπορούσαμεν νὰ δώσωμεν μίαν μέσην λύσιν ρυθμίζοντες δι’ ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως τὸ ζήτημα τοῦτο. Δεύτερον σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῶν κ. συναδέλφων εἶναι τὸ ποῖος εἶναι ἁρμόδιος, εἰς τὴν κρίσιν, ποῖος θὰ ἐφαρμόσῃ πρὸς κύρωσιν τῶν πράξεων τῶν παραβατῶν τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 5. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν τροπολογίαν τῶν κ.κ. Τσάτσου, Θεοφανοπούλου, Χατζηπάνου, Λουλακάκη ἡ ὁποία λέγει ὅτι τὴν τιμωρίαν τῶν παραβατῶν τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 5 ἐμπιστεύεται εἰς «εἰδικὸν νόμον ἐκδοθησόμενον». Ἐγὼ κύριοι βουλευταὶ προτιμῶ τὴν ἐλαστικὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ 1911 τὸ ὁποῖον ἀναθέτον τὸ ἔργον τοῦτο εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστοῦ λέγει «ὁρίζονται κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου». Δὲν ἠμπορεῖ δὲ νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ 1911 ἡ ὁποία εἶναι ἀπείρως καλυτέρα δίδει τὴν δυνατότητα εἰς τὸν δικαστὴν νὰ ἔχῃ τὴν ἐλαστικότητα τῆς κρίσεως ἡ ὁποία ἀναμφιβόλως δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ διὰ πάσας τὰς περιπτώσεις εἰς τὸν νόμον. Τρίτον σημεῖον διὰ τὸ ὁποῖον καὶ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα εἶναι νὰ ὑποστηρίξω μίαν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ἔχω καταθέσει σχετικῶς μὲ τοὺς χρεοφειλέτας τοῦ Δημοσίου. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ ἀποστέρησις τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας εἶναι ἀποστέρησις ἐπὶ τοῦ μεγαλυτέρου ἀγαθοῦ, ἡ σκοπιμότης τῆς ὁποίας ἤρχισεν νὰ συζητῆται εἰς τὴν σύγχρονον ἐπιστήμην. Δὲν λέγω ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς συμπέρασμα ὅτι ἡ ἀποστέρησις τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας δὲν πρέπει νὰ ἀκολουθῇ τὴν ποινήν. Ἀλλὰ λέγω ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἂν δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ ἔχωμεν ἠθικὴν ἀποκατάστασιν ἢ ἀντιστρόφως. Ἤδη δὲ ὅπου μεταπολεμικῶς τὸ ἔγκλημα παρουσιάζει μίαν αὔξησιν στατιστικῆς ἐνῶ παρ’ ἡμῖν τὰ Σωφρονιστικὰ καταστήματα παρουσιάζουν τὴν γνωστὴν κατάστασιν, εἰς τὴν Ἀγγλίαν συζητοῦν ἕνα νέον σύστημα συμφώνως πρὸς τὸ ὁποῖον παρακολουθοῦν τὴν ἠθικὴν βελτίωσιν τοῦ καταδικασθέντος παραμένοντες εἰς σχετικὴν ἐλευθερίαν ἀλλ’ ὑπὸ ἐπιτήρησιν καὶ ἐκ παραλλήλου ἐξετάζεται ἐὰν ὑπάρχει συμφέρον τῆς Πολιτείας ἀπὸ τὴν ἀποστέρησιν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας καὶ δι’ ἐγκλήματα ἀκόμη, νομίζω ὅτι ἡ προσωποκράτησις διὰ χρέη κάτω ἑνὸς ὁρίου εἶναι λίαν συζητήσιμος. Δὲν τάσσομαι μὲ ὅσα λέγω βεβαίως ὑπὲρ τοῦ Ἀγγλικοῦ αὐτοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν χώραν μας θὰ ἀπετέλει κἄτι πολὺ τολμηρὸν διὰ νὰ τὸ συζητήσωμεν σήμερον. Ἀλλὰ ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους δὲν ἐπιτρέπουν τὴν πολιτισμένην συντήρησιν πολλῶν σωφρονιστικῶν καταστημάτων, καθὼς καὶ τὸ ὅτι τὸ ἀδιαχώρητον τῶν φυλακῶν ἔχει φθάσει εἰς τὸ ἔπακρον ὥστε νὰ εἶναι σήμερον χειροτέρα ἡ κατάστασις τῶν ἀνὰ τετραγ. μέτρ. κρατουμένων ἢ τὸ 1879 εἰς ὥραν δὲ καθ’ ἣν προβαίνομεν εἰς ἀποσυμφόρησιν τῶν φυλακῶν ἐκ τῶν ἐγκληματιῶν καταντᾶ ἐπιβεβλημένη ἡ μελέτη ἂν πρέπει νὰ φυλακίζωμεν εἰς τὰς φυλακὰς πρόσωπα ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου διὰ μικρὰ ποσά. Βεβαίως, κύριοι, εἰς τὴν νομικὴν συνείδησίν μου ταλαντεύομαι, ἐὰν τοῦτο εἶναι θέμα Συνταγματικὸν ἢ θέμα νόμου, διότι ἰσχυρὰ ἐπιχειρήματα ἑκατέρωθεν προτάσσονται. Εἶναι θέμα Συνταγματικόν, διότι πρέπει νὰ ἀποτελῇ ἀρχὴν ἢ οὔ ἡ στέρησις τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας διὰ μικρὰ χρέη. Εἶναι θέμα ἐπίσης Συνταγματικὸν διότι ἐνδεχομένως νόμος ὁ ὁποῖος θὰ προβαίνῃ εἰς διακρίσεις καὶ διαβαθμίσεις τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου θὰ ἠδύνατο νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς Ἀντισυνταγματικός. Διὰ τοῦτο προτείνω εἰς τὸ τέλος τῆς παραγράφου 6 νὰ προστεθῇ μία παράγραφος ἡ ὁποία νὰ ὁρίζῃ, ὅτι «κράτησις χρεοφειλετῶν τοῦ Δημοσίου ἐκ πάσης αἰτίας διὰ ποσὸν κατώτερον τῶν 25 μεταλλικῶν δραχμῶν οὐδέποτε ἐνεργεῖται». Πρέπει νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς ὅτι καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 εἶχε ζητηθῆ νὰ τεθῇ διάταξις συναφὴς διὰ τοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ εἶχε τὸ ἀτύχημα ὁ προτείνας νὰ προτείνῃ ποσὰ τόσον ὑπερβολικά, ὥστε ἐδίστασεν ἡ Βουλὴ νὰ τὴν δεχθῇ. Ἐὰν ἐστερούσαμεν τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ μέσου αὐτοῦ θὰ κατελήγομεν νὰ μὴ δύναται τοῦτο νὰ εἰσπράξῃ τὰς ὀφειλὰς τῶν κακοπίστων ὀφειλετῶν του. Ἡ ὑποστήριξις τῆς τροπολογίας μου ἐπιβάλλεται ἐκ τοῦ ἀδιαχωρήτου καὶ τῆς καταστάσεως ἀσφαλείας ἡ ὁποία ὑφίσταται σήμερον εἰς τὰς φυλακὰς ὅπου διεστραβλώνονται κατὰ τὸν χαρακτῆρα οἱ ἐκεῖ εὑρισκόμενοι ἀντὶ νὰ βελτιοῦνται, καὶ νομίζω ὅτι τὸ Κράτος διὰ 25 μεταλλικὰς δραχμὰς δὲν πρέπει νὰ κατακρατῇ τὸν πολίτην, ὁ ὁποῖος καὶ τοῦ στοιχίζει περισσότερον τῶν ὅσων προσδοκᾷ νὰ εἰσπράξῃ καὶ τὸν διαφθείρει καὶ τὸν καταστρέφει καὶ τὸν ἀποδίδει ἀπείρως χειρότερον εἰς τὴν Κοινωνίαν. Χάριν λοιπὸν τῶν πολιτῶν, χάριν τῆς μὴ στρεβλώσεως αὐτῶν, προτείνω νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς μου, καὶ νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Συντάγματος ἡ πρότασις διὰ τῆς ὁποίας οὐδέποτε ἐνεργεῖται ἡ προσωποκράτησις διὰ τοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 25 μεταλλικῶν δραχμῶν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Καλλίας ἔχει τὸν λόγον.
§32Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἐξετάσω δι’ ὀλίγων τὰς προταθείσας μεταρρυθμίσεις εἰς τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ἡ πρώτη πρότασις μεταρρύθμισις, εἶναι ἡ παράτασις ἐν ἀνάγκῃ τῆς προθεσμίας, διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἐντάλματος φυλακίσεως. Νομίζω ὅτι ἡ προσθήκη τῆς διατάξεως ταύτης, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει τὴν αὔξησιν τῶν 3 ἡμερῶν εἰς 5, εἴτε τῇ αἰτήσει τοῦ κατηγορουμένου, εἴτε λόγῳ διαπιστώσεως ἀνωτέρας βίας, εἶναι ὀρθή. Δευτέρα προσθήκη, εἶναι, τὸ ὅτι συμφώνως πρὸς τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ δίωξις τοῦ παρανόμως κατακρατοῦντος, γίνεται καὶ αὐτεπαγγέλτως. Ἡ προσθήκη αὐτή, δύναται νὰ λείψῃ, λόγῳ τοῦ ὅτι εἶναι περιττή. Πράγματι πρέπει νὰ διώκεται τὸ ἀδίκημα τῆς παρανόμου κατακρατήσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ παρανόμως κατακρατηθέντος, ὀρθώτερον θὰ ἦτο νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸν νόμον, διότι αἱ πολλαὶ λεπτομέρειαι δὲν προσήκουν εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ περιληφθῇ, εἶναι ὀρθωτέρα ἡ διάταξις τοῦ σχεδίου τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπου ἀντὶ τῶν 10 μεταλλικῶν δραχμῶν, ὁρίζεται ὡς ἐλάχιστον ὅριον, τοὐλάχιστον τὸ σύνολον τῶν ἡμερησίων ἀποδοχῶν. Ἐὰν ἤθελε θεωρηθῇ, ὅτι πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, νομίζω ὅτι ὀρθώτερον θὰ ἦτο νὰ παραμείνῃ εἰς τὸν νόμον. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἀδίκως προφυλακισθέντων, καὶ τοῦτο ὀρθῶς ἀνατίθεται εἰς τὸν νομοθέτην. Ἡ προσθήκη ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος, ἔχει ληφθῆ ἐκ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ πράγματι ἐπίμαχον ζήτημα τοῦ ὁρίου τῆς προφυλακίσεως. Εἶμαι, κύριοι συνάδελφοι, ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θεωροῦν ὅτι, καὶ μία ἀκόμη ὥρα ἐλευθερίας εἶναι ἀγαθὸν πολύτιμον, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τὴν στερῆται ὁ πολίτης. Ἀλλά, δὲν ἔχω τόσην φιλυποψίαν πρὸς τὸν νομοθέτην ὥστε, νὰ νομίζω ὅτι ὅλα τὰ πράγματα πρέπει νὰ περιληφθοῦν εἰς τὸ Σύνταγμα. Δὲν βλέπω διὰ ποῖον λόγον, ἡ πρώτη Συντακτικὴ Συνέλευσις, ἡ πρώτη Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, αἰσθάνεται τόσην ὑποψίαν πρὸς τὸν νομοθέτην, ὥστε νὰ θέλῃ ὅλας τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὀρθαί, νὰ τὰς περιλάβῃ εἰς τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος. Ὑπάρχει τὸ ἑπόμενον ἄρθρον περὶ προφυλακίσεως ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων, καὶ ἐκεῖ, ὑπάρχει πράγματι δικαιολογία δι’ ἕνα ὅριον. Διότι, ἐκεῖ μία πλειοψηφία, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιδιώξῃ δι’ ἑνὸς νόμου τὴν παράτασιν τῆς προφυλακίσεως ἐπὶ τοῦ ἰδίου ἐγκλήματος, ἡ ὁποία εἰς τὸ βάθος, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μετατροπή. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ κοινῶν ἀδικημάτων, ὑπάρχουν ὑποψίαι ὅτι ὁ νομοθέτης θὰ ἐκδηλώσῃ ἀνεπάρκειαν τοιαύτης ἐκτάσεως, ὥστε νὰ θέλῃ νὰ στερήσῃ ἀθώων πολιτῶν τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν; Νομίζω ὅτι καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν ποὺ ὑπάρχει φόβος καταστρατηγήσεως ἀπὸ τὸν τακτικὸν νομοθέτην, ἡ συνταγματικὴ διάταξις περὶ ὁρίου προφυλακίσεως δὲν πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἄλλωστε ποῖαι εἶναι αἱ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ παραταθῇ ἐπὶ περισσότερον χρόνον τοῦ κανονικοῦ μία προφυλάκισις; Θέτω τὸ ἐνδεχόμενον, ὅσον καὶ ἐὰν εἶναι ἀπίθανον, διότι ὑπάρχει ἀδυναμία νὰ φθάσῃ μία ὑπόθεσις μέχρι τοῦ ἀκροατηρίου ἐγκαίρως. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν εἶναι τὸ κατάλληλον εἰς τὸ ὁποῖον δύναται νὰ εὕρῃ μίαν θέσιν. Νομίζω δὲ ὅτι τώρα εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ Συντάγματος καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ συνειδητοποιήσωμεν ἕνα πρᾶγμα ὅτι ὁ συντακτικὸς νομοθέτης ἔχει ὡρισμένας μικροδιαφορὰς ἀπὸ τῶν τακτικῶν. Ὁ συντακτικὸς νομοθέτης ἔχει τὴν συνείδησιν τῆς ηὐξημένης ἐξουσίας καὶ τῆς ηὐξημένης εὐθύνης διότι τὸ ἔργον του πρόκειται νὰ εἶναι μόνιμον. Ἐπὶ πλέον τοῦ τακτικοῦ νομοθέτου ἔχει μίαν ἐξουσίαν ἐπὶ τοῦ ἔργου καὶ τὸ ἔργον του μπορεῖ νὰ εἶναι μονιμώτερον ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει εἰδικὴ διαφορὰ κατ’ ἀρχὴν μεταξὺ τοῦ συντακτικοῦ καὶ τοῦ τακτικοῦ νομοθέτου, ἑπομένως πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι πλὴν τῶν περιπτώσεων κατὰ τὰς ὁποίας ὑπάρχει ὁ φόβος, ἡ ἑκάστοτε πλειοψηφία νὰ θέλῃ νὰ βλάψῃ τοὺς ὀλιγωτέρους πλὴν τῶν περιπτώσεων ἐκείνων δι’ ὅλας τὰς ἄλλας περιπτώσεις ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν τακτικὸν νομοθέτην, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἁρμοδιότητα ὅλα τὰ λεπτομεριακὰ ζητήματα νὰ τὰ λύῃ. Ἐξ ἄλλου πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁλόκληρον τὸ σύστημα περὶ ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν στηρίζεται εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν τακτικὴν δικαιοσύνην. Ἐὰν δὲν ὑπάρχει ὑποψία ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν ἐκ μέρους τοῦ τακτικοῦ δικαστοῦ εἶναι ἀνεφάρμοστος καὶ εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀποδώσῃ τὸ σύστημα. Κατὰ συνέπειαν τὰ περισσότερα εἶναι ἐκεῖνα διὰ τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἀνάγκην νὰ λάβωμεν μέτρα προνοίας διὰ νὰ μὴ παρασυρθῶμεν, τὰ δὲ ὑπόλοιπα ὀφείλομεν νὰ τὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς τὸν τακτικὸν νομοθέτην καὶ εἰς τὴν καλὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων ὑπὸ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Παπαληγούρας ἔχει τὸν λόγον.
§34Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐλαχίστας λέξεις ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5. Ἐπειδὴ ἡ συζήτησις ἡ συνταγματικὴ γίνεται διὰ νὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ὡρισμένων διατάξεων καὶ ὄχι διὰ νὰ διατυπώσωμεν ὁ καθείς μας θεωρίας συνταγματικὰς καὶ ἐπειδὴ ἀποδίδω ἰδιαιτέραν σημασίαν εἰς τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Γιαννόπουλος θὰ ἤθελον νὰ ἐνισχύσω τὴν ἄποψίν μου καὶ δι’ αὐτὸ καὶ μόνον ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα. Ἑπομένως θὰ περιορισθῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς πρώτης περιόδου τῆς φράσεως τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος τοῦ ἄρθρου 5. Ὁ κ. Γιαννόπουλος διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του νομίζω ὅτι ἔθεσεν ἕν θέμα ἀρχῆς τὸ ὁποῖον συνίσταται εἰς τοῦτο. Θὰ ἀνεχθῶμεν νὰ περιληφθοῦν εἰς τὸ Σύνταγμα διατάξεις αἱ ὁποῖαι γνωρίζομεν ὅτι δὲν ἐφαρμόζονται ἐν τῇ πράξει ἢ ἐὰν ὑπάρχῃ διαφορὰ διατάξεων εἰς τὸ ἐν ἰσχύϊ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος θὰ προσπαθήσωμεν νὰ τὰς μεταβάλωμεν καὶ νὰ τὰς καταστήσωμεν ἐφαρμοσίμους. Ἐναντίον τῆς ἀπόψεως, τοῦ κ. Γιαννοπούλου ὑπάρχουν ἀρκετὰ ἐπιχειρήματα. Ὑπάρχει προφανῶς τὸ ἐπιχείρημα ὅτι τὸ ἄρθρον 5 παραμένον ὡς ἔχει ἀποτελεῖ φράγμα κατὰ τῆς καταχρήσεως τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ὑπάρχει ὅμως ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ ἐπιχειρήματος ἕνα ἄλλο ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἐὰν θέλητε νὰ ψηφίσητε πρέπει νὰ τὸ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας καὶ νὰ σταματήσητε τὰ ὑπὲρ καὶ τὰ κατά. Εἶναι κίνδυνος νὰ δεχθῶμεν τὴν ὑποδιαίρεσιν τοῦ Συντάγματος εἰς δύο μεγάλας κατηγορίας, ἐκείνην ἡ ὁποία πράγματι ἐφαρμόζεται καὶ ἐκείνην, ἡ ὁποία δὲν ἐφαρμόζεται. Τὸ ἄρθρον 5 οὐδέποτε ἐφηρμόσθη εἰς ἣν μορφὴν ἔχει σήμερον. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ φύγῃ ἀπὸ δῶ τὸ ἄρθρον 5 καὶ νὰ μὴν παρέχῃ κανόνας δικαίου. Κανὼν δικαίου σημαίνει διάταξις, ἡ ὁποία εἶναι ἐπιδεκτικὴ ἐφαρμογῆς. Ἠμποροῦμεν νὰ προφυλαχθῶμεν ἀπὸ τὴν καταστρατήγησιν, ἐκ μέρους τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ἐὰν ἐπιβάλωμεν αὐστηροτάτας κυρώσεις εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θὰ κάνουν κατάχρησιν. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ψηφίζω καὶ ἐγὼ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Τσάτσου κ.λ.π. πιστεύων ὅτι θὰ διασφαλισθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἄρθρου καὶ ὅτι ἡ ἔννοια τῶν δικαστικῶν ἐνταλμάτων περιλαμβάνει καὶ τὸ προδικαστικὸν ἔνταλμα. Συνιστῶ λοιπόν, τὴν ἀπάλλειψιν τῆς λέξεως «δικαστικοῦ».
§35Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Τὸ προανακριτικὸν ἔνταλμα εἶναι δικαστικόν;
§36Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Ἔχει δοθῆ θεωρητικὴ ἑρμηνεία. Ὅπου τὸ Σύνταγμα ὁμιλεῖ περὶ δικαστικοῦ ἐντάλματος, ἐννοεῖ ἔνταλμα, ἐκδιδόμενον παρὰ τῶν ὀργάνων τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἀντιθέτως ὅμως εἰς τὴν πρᾶξιν γίνεται ἀντιστρόφως. Τὰ προανακριτικὰ ὄργανα ἐκδίδουν ἔνταλμα. Εἰς τὴν θεωρίαν ἔχετε δίκαιον· εἰς τὴν πρᾶξιν ὅμως δὲν συμβαίνει αὐτό.
§37Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀπάλειψις τῆς λέξεως, συνάδελφοι, «Δικαστικὸν» θὰ δημιουργήσῃ ἀχαλινωσίαν τῶν κατωτέρων ἀστυνομικῶν ὀργάνων ὥστε καὶ ὁ τελευταῖος ἀγροφύλαξ θὰ δύναται νὰ σκαρώνῃ ἐντάλματα συλλήψεως.
§38Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Καὶ σήμερον τὰ προανακριτικὰ ὄργανα ἐκδίδουν ἐντάλματα. Πρὸς περιορισμὸν αὐτῆς τῆς καταστάσεως θὰ χρειασθῇ ὁ νομοθέτης νὰ λάβῃ κυρώσεις κατὰ τῶν καταστρατηγούντων τὴν διάταξιν αὐτήν· αὐτὸ ὅμως εἶναι ἔργον τοῦ νομοθέτου. Καὶ τὸ δεύτερον σημεῖον εἶναι ὅτι τὸ ἔνταλμα πρέπει νὰ ὑπάρχῃ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως ἢ τῆς προφυλακίσεως. Δηλαδὴ τὸ ἔνταλμα πρέπει νὰ εἶναι προεκδιδομένον· νὰ ὑπάρχῃ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως εἰς χεῖρας τῆς ἀρχῆς καὶ μόλις προφυλακισθῇ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τὸ ἔνταλμα. Πρέπει, κ. συνάδελφοι, νὰ δείξωμεν ρεαλισμόν, ἀκριβῶς δι’ αὐτὸν τὸν λόγον κηρύσσομαι ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν εἰσηγήθη ὁ κ. Γιαννόπουλος.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Σπηλιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§40Π. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Θεωρῶ, κ. συνάδελφοι, τελείως ἐξηντλημένον τὸ θέμα καὶ τοῦτο διότι ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὰς γενικὰς ἀρχὰς, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἐπιδέχονται τροπολογίας τότε καὶ μόνον ὅταν κατὰ τὴν πάροδον τοῦ χρόνου παρουσιάζουν ὡρισμένα κενὰ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ καλύπτωνται. Κατὰ γενικὴν ὁμολογίαν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ἀποτελεῖ μίαν πλήρη νομοθεσίαν, νομοθετῶν σοφῶν, οἱ ὁποῖοι τὸ ἔκαμον μὲ πολλὴν προσπάθειαν, ὅπως δὲ ἔχει τὸ ἄρθρον 5 ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι εἶναι ἀπολύτως πλῆρες καὶ δὲν ἐπιδέχεται διορθώσεις. Ὅταν, κύριοι, ὁμιλοῦμεν περὶ προφυλακίσεως καὶ δικαστικῶν ἐνταλμάτων εἶναι γεγονὸς ἄσχετον πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὑπάρχει ἕνα κενὸν εἰς τὸν νόμον τὸν ἀφορῶντα τὴν ἐπ’ αὐτοφώρῳ διαδικασίαν, διότι τὸ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδίκημα περιέχει διαφόρους περιπτώσεις. Σᾶς ἀνέφερον μίαν ἐκ τῶν προσωπικῶν μου περιπτώσεων ὡς παράδειγμα. Τὴν σύλληψιν τοῦ περιφήμου Μανωλέα, μετὰ 12 ἡμέρας ἀπὸ τῆς τελέσεως τῆς πράξεώς του, ὁ ὁποῖος προσέβαλεν τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ εἰσαγγελέως, ὅταν ἦλθεν μὲ 500 γυναῖκας καὶ μὲ πέτρας ἐκτύπησε τὸ εἰσαγγελικὸν κατάστημα Πειραιῶς. Κατόπιν ἐκρύβη ὁ Μανωλέας καὶ συνελήφθη μετὰ 12 ἡμέρας. Θὰ ἔπρεπε βεβαίως νὰ καθορισθῇ ἡ ἔννοια τοῦ αὐτοφώρου ἀδικήματος διότι πολλαὶ ὑπερβασίαι ἐγένοντο, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἔργον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἐγεννήθη πολὺς λόγος περὶ τοῦ δικαστικοῦ ἐντάλματος. Ἔχω τὴν ἐντύπωσιν ὅτι οἱ ὁμιλήσαντες περὶ δικαστικοῦ ἐντάλματος ὅτι πρέπει νὰ εἶναι αὐτόχρημα δικαστικὸν πλανῶνται. Καὶ τοῦτο διότι ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τί εἶναι ἔνταλμα καὶ ποῖος ἐκδίδει τὸ ἔνταλμα. Μόνον ὁ ἀνακριτὴς ἐκδίδει ἐντάλματα. Ὅταν λοιπὸν κάμωμεν διάκρισιν μεταξὺ ἀστυνομικοῦ ἐντάλματος καὶ ἐντάλματος δικαστικοῦ τότε πρέπει νὰ εἴπωμεν ὅτι εἰς πᾶσαν περίπτωσιν πρέπει νὰ ἐκδίδῃ ἔνταλμα συλλήψεως ὁ ἀνακριτής. Φαντασθῆτε τί θὰ γίνῃ ἂν ἀναμένεται ἡ ἔκδοσις ἐντάλματος ἀπὸ τὸν ἀνακριτήν. Ἐλέχθη πρὸ ὀλίγου ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἐκδώσῃ ἔνταλμα καὶ ἕνας ἀγροφύλαξ. Ἀλλ’ ὁ ἀγροφύλαξ δὲν εἶναι ἀνακριτικὸς ὑπάλληλος. Καὶ ἀνακριτικὸς ὑπάλληλος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐκτελεῖ ἀνακριτικὰ καθήκοντα. Τότε ἔχει δικαίωμα νὰ συλλάβῃ.
§41Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδή, ὑποστηρίζετε, ὅτι πᾶν ἔνταλμα συλλήψεως εἶναι δικαστικόν; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ βάλωμεν τὸν προσδιορισμὸν «δικαστικὸν ἔνταλμα».
§42Χ. ΑΛΕΤΡΑΣ. Γνωρίζετε ὅτι ἐν τῇ πράξει ὁσάκις ἡ δικογραφία περιέλθει εἰς χεῖρας τοῦ εἰσαγγελέως τὸ προανακριτικὸν ἔνταλμα καταργεῖται. Λοιπὸν ἐξ αὐτοῦ συνάγεται ὅτι τὸ ἔνταλμα ἐξεδόθη κατ’ ἐντολὴν τοῦ εἰσαγγελέως.
§43Π. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Αὐτὸ ἔχει σχέσιν μὲ τὴν διάταξιν τῆς δικονομίας κατὰ τὴν ὁποίαν πᾶς ἀνακριτικὸς ὑπάλληλος δὲν προβαίνει εἰς ἐνέργειαν, ἄνευ παραγγελίας τοῦ εἰσαγγελέως. Τὸ ἔνταλμα καταργεῖται ὅταν ἡ δικογραφία ἔλθῃ εἰς τὸν εἰσαγγελέα, διότι ὑπάρχει σχετικὴ δικονομικὴ διάταξις.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Σαρρῆς ἔχει τὸν λόγον.
§45Δ. ΣΑΡΡΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἰς μίαν πρὸ ἡμερῶν ἀγόρευσίν του ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτὴς κ. Θεοφανόπουλος εἶπεν ὅτι τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι μόνον ἔργον τῶν νομικῶν καὶ τούτου ἐπωφελούμενος λαμβάνω τὸν λόγον. Πᾶσα πρᾶξις τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ὅρια. Οὐδεμία πρᾶξις εἶναι ἄνευ ὁρίων. Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ τὸ ἰδικόν μας ἀναθεωρητικὸν ἔργον πρέπει νὰ πλαισιώνεται ἀπὸ ὡρισμένα ὅρια. Ποῖα εἶναι τὰ ὅρια αὐτά; Ἐὰν καλῶς ἐκφράζομαι καὶ ὡς ἀντιλαμβάνομαι ἡ ἔννοια τοῦ Συντάγματος εἶναι ὅτι καθορίζει τὰς σχέσεις τῶν πολιτῶν μεταξύ των καὶ ὅλων αὐτῶν πρὸς τὸ συντεταγμένον Κράτος. Λοιπὸν ἕνα ὅριον συνταγματικὸν πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἀπόλυτος κατοχύρωσις τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου, ἡ κατοχύρωσις τῶν δικαιωμάτων τοῦ πολίτου. Αὐτὸ ἀποτελεῖ τὸ ἕνα, τὸ θετικὸν ὅριον. Καὶ τὸ ἄλλο ὅριον, ἐξ ἀντιθέσεως, τὸ ἀρνητικὸν, πρέπει νὰ εἶναι ἡ κατοχύρωσις τοῦ Κράτους. Ἐξ αὐτῶν συνάγεται ὅτι πρέπει τὸ Σύνταγμα νὰ εἶναι τόσον ἐλαστικόν, ὥστε νὰ δύναται νὰ μετατίθεται ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ὁρίου μέχρι τοῦ ἄλλου. Δεδομένου δὲ ὅτι τὰ Συντάγματα φιλοδοξοῦν νὰ ἔχουν μίαν ζωὴν μακροχρόνιον, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ κράτη καὶ οἱ λαοὶ διανύουν διαφόρους φάσεις τῆς πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς των ζωῆς, πρέπει τὰ Συντάγματα νὰ εἶναι ἐλαστικά, ὥστε νὰ δύνανται νὰ ἀνταποκρίνωνται εἰς ὅλας τὰς διακυμάνσεις τὰς πολιτειακὰς καὶ τὰς κοινωνικὰς, τὰς ὁποίας θὰ διανύῃ τὸ Κράτος. Καὶ θέλω εὐθὺς ἀμέσως νὰ καλέσω μίαν διαπίστωσιν. Τὸ γεγονὸς ὅτι μέχρι σήμερον, δηλαδὴ ἐπὶ μίαν διετίαν καὶ πλέον, καθ’ ἥν ἀσχολούμεθα μὲ τὴν ἀναθεώρησιν, εὑρισκόμεθα εἰς τὸ 5ον ἄρθρον δὲν εἶναι κολακευτικὸν καὶ ἐποικοδομητικὸν διὰ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ μᾶς ἐμφανίζει ἐκτεθειμένους ἀπέναντι τοῦ λαοῦ.
§46ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μά, κ. συνάδελφε, μόλις ἀπὸ 5 ἡμερῶν ἀρχίσαμεν.
§47Δ. ΣΑΡΡΗΣ. Ἐπὶ δύο ἔτη ἀγωνίζονται αἱ σοφαὶ κεφαλαὶ τοῦ κοινοβουλίου μας διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Καὶ τὸ ἔργον ὅλων αὐτῶν ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ὁ Θεὸς ξεύρει μέχρι πότε θὰ συνεχίσωμεν. Μὲ τὰς ἀντιλήψεις αὐτὰς ὅτι πρέπει νὰ εἶναι εὐρύτατον καὶ ἐλαστικὸν τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ κινῆται ἀπὸ τοῦ μάξιμουμ μέχρι τοῦ μίνιμουμ, ἔρχομαι εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν τοῦ συζητουμένου ἄρθρου 5. Ἐτέθη τὸ ζήτημα διατάξεως καθοριζούσης τὴν ἀποζημίωσιν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι παρανόμως κρατοῦνται. Τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα Συντάγματος, ἀλλὰ τοῦ νομοθέτου. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἀποζημιωθῇ ὁ παρανόμως κρατηθείς. Πόσα θὰ λάβῃ καὶ ποῖος θὰ τὸν ἀποζημιώσῃ, θὰ καθήσῃ ὁ νομοθέτης καὶ θὰ τὰ καθορίσῃ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄλλο ζήτημα τῆς συλλήψεως καὶ τῆς ἐκδόσεως ἐντάλματος, ἡμεῖς θέλομεν νὰ μὴ συλλαμβάνεται κανεὶς ἄνευ ἐντάλματος, πλὴν τῶν ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδικημάτων. Τὸ πότε θὰ ἐκδοθῇ τὸ ἔνταλμα πάλιν δὲν εἶναι ἔργον ἰδικόν μας. Νομίζω ὅτι θὰ εἴμεθα ἀπολύτως ἐν δικαίῳ, καθορίζοντες ὡς διάταξιν τοῦ Συντάγματος ὅτι οὐδεὶς συλλαμβάνεται ἄνευ ἐντάλματος συλλήψεως. Τὰ λοιπὰ ἂς καθήσῃ ὁ νομοθέτης νὰ τὰ ρυθμίσῃ. Ἐπίσης πότε εἶναι αὐτόφωρον ἕνα ἀδίκημα, ἐὰν εἶναι ἀμέσως μετὰ τὴν πρᾶξιν, ἂν εἶναι μετὰ 12 ἡμέρας κ.τ.τ. καὶ αὐτὸ πάλιν εἶναι ζήτημα τοῦ νομοθέτου. Δὲν ἔχω ἄλλα νὰ εἴπω καὶ νὰ μὲ συγχωρεῖτε διότι ἠθέλησα, μὴ εἰδικὸς ἐγώ, νὰ εἰσέλθω εἰς ξένα ἐδάφη.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Τσάτσος ἔχει τὸν λόγον.
§49Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ προσπαθήσω νὰ τακτοποιήσω τὰ ὅσα ἐλέχθησαν ἤδη, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διαφόρων ἀπόψεων, αἱ ὁποῖαι ὑπεστηρίχθησαν ποία εἶναι ὀρθοτέρα. Τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, τὸ ἄρθρον 5, εἶναι ἡ βάσις τῆς ἐργασίας μας. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος ἔχει ἐπιφέρει μεταβολὰς τὸ μὲν διὰ προσθήκης, τὸ δὲ δι’ ἐπαναλήψεως διατάξεως ληφθείσης ἐκ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927. Ἐπειδὴ τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς παρακολουθήσαντας τὴν συζήτησιν, σημειώνω ποῖαι εἶναι αἱ μεταβολαὶ τῆς Ἐπιτροπῆς. Αὗται εἶναι, πρῶτον ἡ προσθήκη εἰς τὴν βʹ παράγραφον καθ’ ἣν «ἡ προθεσμία αὕτη παρατείνεται μέχρι 5 ἡμερῶν......... (ἀναγινώσκει) ............». Ἡ προσθήκη αὐτὴ εἶναι εἰλημμένη ἐκ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ προσθήκη καλῶς ἔχει μέχρις ὡρισμένου σημείου. Ὑπεστήριξα καὶ ἐξακολουθῶ νὰ ὑποστηρίζω ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ ἁρμοδίου Συμβουλίου τῆς παρατάσεως εἶναι ἀδύνατον νὰ ληφθῇ ἐγκαίρως. Νομίζω ὅτι θὰ εἶχε καλῶς ἡ διάταξις ἐὰν διετυποῦτο ὡς ἑξῆς: «... .......... (ἀναγινώσκει)..............». Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἄποψις τοῦ κ. Γιαννοπούλου εἶναι ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ διατηρηθῇ ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ἐντάλματος ὡς δικαστικοῦ. Νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις ἀπέδειξεν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης διαφωνία. Δὲν ὑπάρχει διαφωνία, διότι καὶ οἱ δεχόμενοι ὅτι δέον νὰ διατηρηθῇ ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ἐντάλματος ὡς δικαστικοῦ καὶ οἱ ὑποστηρίζοντες ὅτι δέον ὁ προσδιορισμὸς οὗτος νὰ ἀπαλειφθῇ, δέχονται ὅτι ὡς ἔνταλμα εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν δὲν νοεῖται μόνον τὸ ἐκδιδόμενον ἀπὸ κατὰ κυριολεξίαν δικαστικὸν ὄργανον ἀλλὰ ἀπὸ πᾶν ὄργανον ἀσκοῦν ἔστω καὶ προανακριτικὰ μόνον καθήκοντα. Τούτου δοθέντος ἡ συζήτησις δὲν ἔχει πλέον χαρακτῆρα διαφωνίας ἀλλὰ ἔχει χαρακτῆρα εὑρέσεως τῆς ὀρθῆς διατυπώσεως. Ὑπάρχουν δύο ἀπόψεις: 1 εἶναι νὰ μὴ μεταβάλωμεν τὴν ἄποψιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, εἶναι ὅτι ἡ ἑρμηνεία ποτὲ δὲν ἠμφισβητήθη, ἡ ἑρμηνεία τὴν ὁποίαν δέχεται καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Γιαννοπούλου. Ὑπάρχει ἡ ἄλλη ἄποψις, ὅτι εἶναι προτιμώτερον νὰ ἀπαλειφθῇ ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ἐντάλματος ὡς δικαστικοῦ. Νομίζω, ὅτι πράγματι ἡ ἄποψις τοῦ κ. Γιαννοπούλου εἶναι ἡ ὀρθοτέρα. Δυνατὸν νὰ χαρακτηρίζεται ἐν τῇ πράξει ὡς ἔνταλμα δικαστικὸν ἀπὸ κάθε ὄργανον τὸ ὁποῖον ἀσκεῖ ἔστω καὶ προανακριτικὰ καθήκοντα ἀλλὰ κατὰ κυριολεξίαν δικαστικὸν ὄργανον εἶναι μόνον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχει τὰ προσόντα τοῦ δικαστοῦ, ὅπως ὁρίζονται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπιστημονικὴ ἡ νομικὴ κυριολεξία. Τούτου δοθέντος, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ὑφίσταται οὐσιαστικὴ διαφωνία, δὲν βλέπω διατὶ δὲν θὰ δεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Γιαννοπούλου ἡ ὁποία καθιστᾷ ἀπολύτως σαφὲς καὶ ἀναμφισβήτητον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καὶ ἡ πρᾶξις ἔχει ἐφαρμόσει. Τὸ δεύτερον θέμα τὸ ὁποῖον γεννᾶται ὡς πρὸς τὴν πρώτην παράγραφον συνεπείᾳ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Γιαννοπούλου εἶναι τὸ ζήτημα τῆς κοινοποιήσεως τοῦ ἐντάλματος. Νομίζω πράγματι ὅτι πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἐπαρκὴς ἡ ἐγγύησις τῆς προεκδόσεως τοῦ ἐντάλματος, ἀρκεῖ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως νὰ ἔχῃ ἐκδοθῆ τὸ ἔνταλμα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ προηγηθῆ κοινοποίησις, ἡ ὁποία ἐνδέχεται νὰ παρεμβάλῃ πολὺ περισσότερα προσκόμματα, προσκόμματα τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι πολὺ σοβαρώτερα εἰς ἀποτελέσματα ἀπὸ ὅτι θὰ εἶναι εἰς ὠφέλειαν ἡ ἐγγύησις τῆς κοινοποιήσεως τοῦ ἐντάλματος κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως. Μένει πρὸς συζήτησιν ἡ προσθήκη κατὰ τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν δύο τελευταίων παραγράφων τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ σχεδίου. Νομίζω ὅτι αἱ δύο αὐταὶ προσθῆκαι ἔρχονται εἰς ἀποσαφήνισιν θεμάτων τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἀποσαφηνίσῃ ἐπαρκῶς καὶ πλήρως ὁ νομοθέτης. Νομίζω ὅτι ἡ διατύπωσις εἰς τὴν ὁποίαν προέβημεν ἡμεῖς ὅτι εἰδικὸς νόμος ὁρίζει τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους παρέχεται ἀποζημίωσις ἀπὸ τὸ Κράτος εἰς ἀδίκως προφυλακισθέντας ἢ καταδικασθέντας παρέχει τὴν ἀπαραίτητον Συνταγματικὴν ἐγγύησιν. Τὰ περαιτέρω νομίζω ὅτι εἶναι ἔργον τοῦ νομοθέτου. Πρὸς ὁλοκλήρωσιν δὲ τῆς ὅλης ἐμφανίσεως τοῦ ὅλου ζητήματος καὶ τῆς συζητήσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀπομένει τὸ θέμα τοῦ καθορισμοῦ εἴτε δι’ ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως, εἴτε ἐντὸς τοῦ κειμένου τοῦ ἄρθρου τῆς ἐννοίας τοῦ αὐτοφώρου ἀδικήματος. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐπιστημονικῶς ὀρθὸν νὰ ὑπάρξῃ ὁ προσδιορισμὸς τῆς ἐννοίας τοῦ αὐτοφώρου ἀδικήματος ἐντὸς τοῦ κειμένου τῆς Συνταγματικῆς διατάξεως. Ἡ ἔννοια τοῦ αὐτοφώρου ἀδικήματος, ἔννοια κατ’ ἐξοχὴν δυσχερής, εἶναι ἔννοια ἡ ὁποία δέον νὰ προσαρμόζεται ὄχι μόνον πρὸς ἕκαστον εἶδος ἀδικήματος, ἀλλὰ ἐνίοτε καὶ πρὸς ἑκάστην περίπτωσιν ἀδικήματος. Διὰ τοῦτο μετὰ πολλῆς περισκέψεως πάντοτε οἱ κατὰ τὴν ποινικὴν δικονομίαν, προσδιορίζοντες τὴν ἔννοιαν τοῦ αὐτοφώρου ἀδικήματος, προβαίνουν εἰς τὸν χαρακτηρισμόν του. Εἶναι ἔννοια τῆς ὁποίας ἡ δυσχέρεια τοῦ προσδιορισμοῦ ἐπιβάλλει νὰ ἐπαφεθῶμεν εἰς τὴν νομολογίαν. Καὶ δὲν ἤκουσα ὁμολογουμένως ἐντὸς τῆς αἰθούσης ἐπαρκῆ παράπονα, τὰ ὁποῖα νὰ καταδεικνύουν ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε νομολογιακὴ διαμόρφωσις τῆς ἐννοίας τοῦ αὐτοφώρου ἀδικήματος ἐγέννησε πράγματι ζητήματα τοιαῦτα, ὥστε νὰ θεωρῆται ὅτι ἀποτελεῖ ὑπερβασίαν εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει τὸ Σύνταγμα νὰ θέσῃ τέρμα. Κατὰ συνέπειαν ὑποστηρίζω ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ αὐτοφώρου ἀδικήματος εἶναι περιττὸν νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 5. Δέχομαι συνεπῶς ὡς πρὸς τὴν πρώτην παράγραφον τὴν πρότασιν τοῦ κ. Γιανοπούλου καὶ κατὰ τὰ λοιπὰ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ παραμείνωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, μὲ τὴν προσθήκην τῆς τελευταίας παραγράφου συμφώνως πρὸς τὴν πρότασιν τῶν κ. κ. Θεοφανοπούλου, Χατζηπάνου, Λουλακάκη καὶ Τσάτσου.
§50Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Κατὰ τίνα τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλεγχθῇ ἡ προέκδοσις τοῦ ἐντάλματος; Εἶναι δυνατὸν νὰ μὲ πιάσῃ ὁ χωροφύλαξ καὶ νὰ μὲ πάῃ μέσα, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἐκδοθῆ, ἐνῷ ἐὰν τοῦ εἴπω, ποῦ εἶναι τὸ ἔνταλμα, καὶ μοὶ τὸ ἐπιδείξει, αὐτὸ κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι ἡ κοινοποίησις.
§51Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε Ἀστερίου, θὰ σᾶς δώσω μίαν ἀπάντησιν. Ὑπάρχουν ἄπειροι τρόποι κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν, οἱ ὁποῖοι καθιστοῦν δυνατὸν τὸν ἔλεγχον τῆς προεκδόσεως τοῦ ἐντάλματος. Αὐτὸ θὰ τὸ καθορίσῃ ὁ νόμος, διότι, δὲν εἶναι ἔργον τοῦ συντεταγμένου νομοθέτου, ὅτι, προκειμένου περὶ τῶν ἐνταλμάτων, ταῦτα ὑποχρεωτικῶς καταχωροῦνται εἰς βιβλίον, εἰς τὸ ὁποῖον βιβλίον ἐγγράφεται, ἅμα τῇ ἐκδόσει του τὸ ἔνταλμα καὶ συντάσσεται, ἐπὶ τῇ ἐκδόσει τοῦ ἐντάλματος πρακτικόν, τὸ ὁποῖον προσυπογράφεται.
§52Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Ἐγὼ θὰ πάω ὁπωσδήποτε μέσα, καὶ δὲν θὰ μὲ ἀποζημιώσῃ κανείς. Ἄς ἀφήσωμεν αὐτό, ὅλα αὐτὰ ποὺ λέγητε, ἠμποροῦν νὰ γίνουν ἐκ τῶν ὑστέρων.
§53Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε Ἀστερίου, εἶναι ἀδύνατον νὰ μᾶς πείσετε ποτέ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ περιορισθῇ ἡ ἐνέργεια ἡ καταδιωκτική, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐμποδισθῇ ἡ σύλληψις, διότι συνέπεσε νὰ συναντήσῃ τὸν διωκόμενον ἐγκληματίαν, ὄχι ἐκεῖνο τὸ ὄργανον διώξεως, τὸ ὁποῖον ἔχει εἰς τὴν τσέπην του τὸ ἔνταλμα συλλήψεως, ἀλλὰ ἄλλον ὄργανον.
§54Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Τότε νὰ καταργήσωμεν τὴν διάταξιν.
§55Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὄχι, κύριε Ἀστερίου, δὲν εἶναι λογικὸν τὸ συμπέρασμά σας ὅτι, ἐπειδὴ ἡ διάταξις τὴν ὁποίαν ἔχομεν σήμερον, δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἐνέργειαν αὐτήν, θὰ πρέπει νὰ τὴν καταργήσωμεν ἐξ ὁλοκλήρου. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ μία διάταξις ἡ ὁποία δύναται νὰ παρέχῃ ἴσας ἐγγυήσεις ἀλλὰ ἐγγυήσεις πάντοτε.
§56Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 ἔχει μίαν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν, διὰ τοὺς παρανόμως κατακρατουμένους: «... (ἀναγινώσκει) ...».
§57Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Τὴ ξεύρω αὐτὴν τὴν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν. Ἡ γνώμη μου ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι ἡ ἑξῆς: Ὅτι ἄνευ τῆς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως, ἡ ὁποία προσετέθη τὸ 1927, ἡ ἔννοια τοῦ δόλου καλύπτεται πλήρως, ἀπὸ τὸ κείμενον τῆς διατάξεως. Ὅταν κατακρατοῦμαι ἐγώ, χωρὶς νὰ ὑπάρχουν αἱ νόμιμοι προϋποθέσεις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι κατακρατοῦμαι ἄνευ δόλου. Ὄχι, διότι νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, ἀλλὰ διότι εἶναι περιττή.
§58Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι καὶ ὀλίγον ἀνόητος, διότι ὁ δόλος ὑπάρχει πάντοτε εἰς τὴν παράβασιν τοῦ νόμου. Ὅταν λέγωμεν, εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ποινικοῦ νόμου δόλον, δὲν ἐννοοῦμεν μίαν πονηρίαν, ἐννοοῦμεν παράβασιν νόμου.
§59Χ. ΑΛΕΤΡΑΣ. Πρόθεσιν.
§60Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἡ γνῶσις τῆς παρανομίας. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι, ὀρθῶς θέτει τὸ ζήτημα ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, ἀλλὰ εἶναι περιττὴ διότι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ὑπάρχῃ δόλος κατὰ τὴν παράνομον κατακράτησιν.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Λαγᾶκος ἔχει τὸν λόγον.
§62Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν πρόκειται νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5, διότι καὶ ἐγὼ συνομολογῶ, τὸ μὲν ὅτι τὸ θέμα ἔχει ἐξαντληθῆ, τὸ δὲ ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε δικαστικὴ πρᾶξις δὲν ἐνεφάνισεν τοσαῦτα καὶ τοιαῦτα κενά, ὥστε νὰ ἐπιβάλεται ἡ τροποποίησις αὐτοῦ καθ’ ἑαυτοῦ τοῦ ἄρθρου 5. Συνεπῶς ἀποδέχομαι τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ὡς ἔχει. Θὰ κάμω ὅμως τρεῖς προτάσεις δι’ ἐλαχίστων. Πρῶτον ὅτι πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ τεθῇ διάταξις προβλέπουσα τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἀδίκως προφυλακισθέντων. Δὲν ὑπάρχει τοιαύτη διάταξις εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Εἶναι τόσον μεγάλο, τόσον βασικόν τὸ θέμα τῆς ἱκανοποιήσεως, ἐκείνων οἱ ὁποῖοι πίπτουν θύματα τῶν ὀργάνων τοῦ Κράτους, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ λαμβάνωνται μέτρα ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι παραβαίνουν τὸν νόμον. Νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸ Σύνταγμα ἡ καθιέρωσις τῆς ἀρχῆς αὐτῆς, ἀφήνουσα εἰς τὸν νόμον νὰ καθορίσῃ τὴν ἔκτασιν καὶ τὸν τρόπον τῆς ἀποζημιώσεως, κτλ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη πρότασις καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μπῇ εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἡ δευτέρα πρότασις εἶναι ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἀνέγραψε τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον. Παρὰ τὰ ἀντιθέτως λεχθέντα, κατὰ πλειοψηφίαν, περὶ μὴ ἀναγραφῆς ἐν τῷ Συντάγματι διατάξεων αἱ ὁποῖαι ἐπιβαρύνουν τὸ ἄρθρον ἢ διατάξεων, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶχον σχέσιν μὲ τὴν διάρκειαν τῆς προφυλακίσεως, διότι δῆθεν ὁ νόμος δύναται νὰ καθορίσῃ τὰς περιπτώσεις αὐτάς, θὰ ἤθελον ἀπὸ μίαν προσωπικὴν ἀντίληψιν καὶ ἀπὸ μίαν ὀδυνηρὰν πεῖραν τῶν πραγμάτων νὰ συστήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. συνάδελφον, ὅτι πρέπει εἰδικῶς διὰ τὴν Ἑλλάδα νὰ ὁρισθῇ ἐν τῷ Συντάγματι ἀνώτατον ὅριον προφυλακίσεως. Διότι, κ. συνάδελφοι, ὁ νόμος ἐκεῖνος ὑπέστη μίαν ταλαιπωρίαν ἄνευ προηγουμένου: Ἔγιναν δύο, τρεῖς τροποποιήσεις καὶ κατέστη, ἐν τέλει ὁ νόμος αὐτός, κατέστη τελείως ἀνενεργός, διότι ἐνθυμοῦμαι ὅτι διὰ κάθε ἀνακοπήν, διὰ κάθε βαθμὸν εἰς τὸν ὁποῖον θὰ εὑρίσκετο ἡ ὑπόθεσις, παρήρχετο τετράμηνον καὶ ἑξάμηνον, οὕτως ὥστε ἡ προστασία, ἐκ τοῦ νόμου νὰ μὴ ὑπάρχῃ. Ἐὰν δὲν ἀρέσουν τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα καθορίζει ἡ διάταξις εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον, ἐὰν θέλετε δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ τὰ ἀλλάξωμεν, ἀλλὰ πάντως πρέπει ἐν τῷ Συντάγματι νὰ καθορισθῇ ἕνα ἀνώτατον ὅριον προφυλακίσεως. Δὲν ὑπάρχει περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ ἐφηρμόσθη ὁ παλαιὸς νόμος. Οὐδεὶς ποτὲ ἀπεφυλακίσθη ἔστω καὶ ἐὰν ἐκρατῆτο 5 χρόνια προφυλακισμένος. Δὲν τὸ λέγω αὐτὸ ἀπὸ διάθεσιν κριτικῆς, τὸ λέγω ἀπὸ μίαν πρακτικὴν ἀντίληψιν τῶν σωφρονιστικῶν μας πραγμάτων. Ρίπτονται εἰς τὰς φυλακὰς λόγῳ τῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ εἰς τὸν κλάδον τῆς διοικήσεως συναγελάζονται ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους, ἐπὶ ἔτη, ἀθῶοι ἄνθρωποι μὲ τοξικομανεῖς, μὲ ψυχοπαθεῖς, μὲ πεπορωμένους ἐγκληματίας, μὲ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν πράγματι κατακάθια τῆς κοινωνίας. Καὶ αὐτὸ ἄνευ οὐδεμιᾶς προστασίας αὐτοῦ τοῦ στοιχειώδους δικαιώματος ὥστε νὰ μὴ προσβάλεται ἡ προσωπική καὶ ἡ ψυχική του ὑπόστασις. Δὲν εἶναι δὲ ἄνευ πρακτικότητος, αὐτὴ ἡ διάταξις διότι γνωρίζομεν ὅλοι ἀκριβῶς— δὲν θέλω νὰ μεμφθῶ τῆς δικαιοσύνης, ἀλλά, καὶ αὐτὴ ἔχει τὰ τρωτά της—εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ ἀνακριτής, γνωρίζων ὅτι δὲν πιέζεται ἀπὸ προθεσμίας προκειμένου περὶ δυσχερῶν ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐμφανίζουν μίαν ἰδιάζουσαν μορφήν, ἀπὸ ἀπόψεως ἀποδεικτικοῦ ὑλικοῦ, ὁ ἀνακριτὴς συνεχῶς τὸ ἀναβάλλει. Ἔχομεν περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἡ ὑπόθεσις ἀφορῶσα πολλοὺς κρατουμένους ἢ ἀφορῶσα μεγάλας ὑποθέσεις, παραπέμπεται εἰς 3 ἢ 4 ἢ 6 ἀνακριτὰς ἀλληλοδιαδόχως. Ἐὰν λοιπόν, δὲν θέσωμεν ἐν τῷ Συντάγματι διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ὁρίζεται τὸ ἀνώτατον ὅριον προφυλακίσεως, κ. συνάδελφοι, παραβαίνομεν μίαν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν διὰ μίαν ἀνάγκην, ἡ ὁποία ὑφίσταται σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα. Συνεπῶς, κ. συνάδελφοι, τάσσομαι ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ σχεδίου, μὲ τὴν ἀντίληψιν ὅτι δυνάμεθα νὰ τὸ ἀνεβάσωμεν τὸ ὅριον κατὰ 2–3 μῆνας, πάντως πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ Συντάγματι ἀνώτατον ὅριον προφυλακίσεως. Ἡ τρίτη παρατήρησίς μου δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν παρατήρησιν ἐν τῷ σχεδίῳ, ἔχει σχέσιν μὲ μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Σφαέλλος καὶ ἡ ὁποία τροπολογία, ἀφορᾷ τοὺς κρατουμένους διὰ χρέη. Γνωρίζω τὴν ἰδιομορφίαν τοῦ προβλήματος καὶ τὰς ἀντιρρήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ προβληθοῦν διὰ τοὺς κακοπληρωτάς, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε πληρώνουν. Μ’ ὅλα ταῦτα, κ. συνάδελφοι, ἀπὸ τὴν προσωπικήν μου πεῖραν, διότι διετέλεσα ἀνώτερος ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης καὶ ἐπεσκέφθην ἐπανειλημμένως ὅλα τὰ σωφρονιστικά μας ἱδρύματα, εἶδον κρατουμένους εἰς τὰς φυλακὰς ἀγρότας, μικροεπαγγελματίας διὰ χρέη προπολεμικῶς 150–200 δρχ., κρατουμένους ἐπὶ ἑξάμηνον ὁλόκληρον, χρέη, τὰ ὁποῖα ὑπερεκάλυψαν τὰ ἔξοδα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθη τὸ Κράτος, διὰ νὰ τοὺς συντηρήσῃ. Διότι ἐνῷ μὲν δὲν ὑπῆρχε νόμιμος ὑποχρέωσις πρὸς διατροφήν, ἐν τούτοις πάντοτε τὸ Κράτος, τοὺς κρατουμένους διὰ χρέη, ὅσοι ἐπικαλοῦντο ἀδυναμίαν διατροφῆς, τοὺς διατρέφει τὸ ἴδιον καὶ τὸ Κράτος ἐδαπανοῦσε τριπλάσια καὶ τετραπλάσια ποσά, ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὤφειλον οἱ κρατούμενοι καὶ εἰς τὸ τέλος νὰ παραμένουν ἐπὶ ἑξάμηνον καὶ νὰ τοὺς ἀπολύῃ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἄλλης πραγματοποιήσεως τῆς ἀπαιτήσεως τοῦ δημοσίου ἢ τοῦ ἰδιώτου. Ἐὰν πρόκειται ὅμως, περὶ μεγάλων ποσῶν, τῶν ὁποίων ἡ μὴ πληρωμὴ ὀφείλεται εἰς δόλον, νομίζω ὅτι, θὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ... (δὲν ἠκούσθη) .... διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται μεγάλα χρηματικὰ ποσά, αὐτοὶ πρέπει νὰ αἰσθάνωνται μίαν ἀπειλὴν καὶ τὸ φάσμα τοῦ νόμου, ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ χειρισθοῦν τὰ συμφέροντα τῶν ἄλλων, κατὰ τρόπον ὄχι ἐπιμελῆ, ἀλλὰ ἐὰν πρόκειται διὰ χρέη πρὸς τὸ δημόσιον ἢ πρὸς ἰδιώτας μικρᾶς ἀξίας......
§63Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει σχέσιν αὐτὸ μὲ τὸ ἄρθρον 5;
§64Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Βεβαίως ἔχει σχέσιν. Ἐὰν δεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν ὅτι πρέπει νὰ τύχῃ Συνταγματικῆς προστασίας, κάπου πρέπει νὰ τεθῇ. Ποῦ νὰ τὸ βάλωμεν;
§65Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Ἐπιστημονικῶς δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν. Σκεφθῆτε σεῖς καὶ κάμετε μίαν τοιαύτην πρότασιν.
§66Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις καὶ ὑποστηρίζω αὐτὴν τὴν πρότασιν. Νομίζω ὅτι, ἡ πρότασις ἔχει καλῶς. Τώρα ἐὰν ἡ Βουλή, κρίνῃ ὅτι πρέπει ἀλλοῦ νὰ τεθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§67Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Τὸ θεωρεῖτε ἄξιον αὐτὸ νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα;
§68Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Διότι ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἡ εὐχέρεια τῆς καταργήσεως συνολικῶς τῆς κρατήσεως, ἀλλὰ ὅτι μέχρις ἑνὸς ὡρισμένου ποσοῦ....
§69Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ὁ νόμος λέγει ὅτι, δὲν κρατοῦνται οἱ γέροντες, οἱ ὑπερήλικες κλπ., δύναται νὰ προστεθῇ καὶ αὐτό.
§70Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Νομίζω ὅτι δύναται νὰ γεννηθοῦν ζητήματα Συνταγματικότητος.
§71Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Διατί θὰ γεννηθοῦν;
§72Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Διότι ἐὰν κρατεῖται ὁ ὀφειλέτης ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ εἴπομεν ὅτι ὁ ὀφειλέτης 999.000 δὲν κρατεῖται εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ λεχθῇ, ὅτι ἔτσι παραβιάζεται ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσότητος ἔναντι τοῦ νόμου.
§73Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ὅταν εἶναι δι’ ὅλους τὸ ποσὸν αὐτό, δὲν ἔχει σημασίαν.
§74Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ προσχεδίου τοῦ Συντάγματος καὶ τὸ τοιοῦτον τὸ θέτω ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ καὶ τῆς Βουλῆς. Ἐὰν κριθῇ ὅτι, δὲν ὑπάρχει λόγος Συνταγματικῆς προστασίας δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν ὥστε, νὰ ἐπιμείνω.
§75Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσ.). Νομίζω ὅτι, τὸ θέμα τοῦ ἄρθρου 5 ἔχει λάβει μίαν ἔκτασιν καὶ τοιαύτην εὐρύτητα, ὥστε νὰ μὴ μένῃ καμμία πτυχὴ ἀνεξέταστος ... (δὲν ἠκούσθη)... εἶναι 2–3 στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀρύεται ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπὸ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 καὶ ἀναμφισβητήτως τὸ βελτιώνουν καὶ τὸ κάμουν αὐστηρότερον καὶ τὸ λεγόμενον περὶ ὀφειλομένης ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς παρανόμως κρατουμένους, τὸ εὑρίσκουν ὀρθώτερον πάσης ἄλλης ἀντιλήψεως καὶ ὅτι, ἡ διάρκεια τῆς προφυλακίσεως δὲν θὰ ὑπερβαίνῃ ὡρισμένα χρονικὰ ὅρια, ὅλα αὐτὰ ἀποσαφηνίζουν τὴν ἔννοιαν αὐτὴν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 5. Ἐγεννήθη ἓν ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Τσάτσος ἔλαβε σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν ... (δὲν ἠκούσθη) ... ὅτι, θὰ πρέπει νὰ προσδιορισθῇ σαφέστερον ἡ ἔννοια τοῦ δικαστικοῦ ἐντάλματος. Κατὰ ταῦτα, νομίζω, ὅτι, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀπαμακρυνθῶμεν ἀπὸ τὴν σημερινὴν διατύπωσιν, ἡ ὁποία ρητῶς κατονομάζει τὸ δικαστικὸν ἔνταλμα, διότι ἡ ἐξήγησις αὐτὴ τὴν ὁποίαν ἐλπίζω ὅτι ἀποδέχονται οἱ κ. συνάδελφοι, εἶναι ἐπαρκὴς διὰ νὰ δώσῃ τὴν ὀρθὴν ἀντίληψιν.... Πέραν τούτου, θὰ ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι πράγματι τὰ θέματα τῆς προφυλακίσεως εἶναι ὀξύτατα προβλήματα, τὰ ὁποῖα σήμερον ἡ πολιτεία ἀντιμετωπίζει εἰς μίαν ἔκτασιν ἀληθινὰ τραγικὴν, ὄχι μόνον διὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν εὑρισκομένων εἰς τὴν κατάστασιν αὐτήν, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ ἔννοια τῆς δικαιοσύνης ἐξανίσταται ὅταν ἀντιλαμβάνεται τὴν ὕπαρξιν πολιτῶν εἰς τοιαύτην κατάστασιν. Ὅμως θὰ ὁμολογηθῇ ἐξ ἄλλου ὅτι, ὁ Συνταγματικὸς περιορισμὸς τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν εἰς κενὰ ὅρια, ἀποτελεῖ κάτι ποὺ θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἐμβάλῃ τὴν πολιτείαν εἰς δυσχερείας πραγματικὰς, καὶ τοῦτο ἀκριβῶς ὑπῆρξεν ἡ αἰτία διὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἑκάστοτε νομικοὶ ὁρισμοὶ τοῦ νόμου τοῦ καθορίζοντος ὅρια, διὰ τὴν προφιλάκισιν, ἐδέησε νὰ ὑποστοῦν ἐξ ἀνάγκης ἐκ τῶν πραγμάτων ἐπιβληθείσας διαδοχικὰς μεταβολάς. Οὕτω πιστεύω, πράγματι, ὅτι ἐπειδὴ καὶ αἱ στιγμαὶ, τὰς ὁποίας διανύομεν, καίτοι τὰ Συντάγματα δὲν γίνονται μὲ τὴν προοπτικὴν ἀνωμάλων στιγμῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον προβλέπουν παγίας καταστάσεις ὁμαλῶν ἐξελίξεων, εἶναι στιγμαὶ δυσχερειῶν καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει σήμερον κατ’ ἐξοχήν, δὲν ὑπάρχει καὶ αὐτὴ ἡ ὁμαλότης, νομίζω, ὅτι ἦτο κατ’ ἐξοχὴν ἴσως ἀτυχὲς τὸ νὰ περιορίσωμεν τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Τοῦτο εἶναι μία ἀντίληψίς μου, ἡ ὁποία ἔχει ἐφαρμογήν, ὄχι μόνον εἰς τὸ προκείμενον ἄρθρον, ἀλλὰ καὶ εἰς πλείστας διατάξεις τοῦ Συντάγματος ὅτι ἀσφαλῶς δὲν ἠμποροῦν αὐτὰ νὰ ἀποτελοῦν τὸ ἀντικείμενον τῆς καθ’ ἕκαστα διαβιώσεως ἐντὸς τῆς ἐννόμου τάξεως τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν καὶ ὅτι πρὸς τοῦτο ὑπάρχουν, ἀναλόγως τοῦ θέματος, οἱ κατ’ ἰδίαν νόμοι, εἴτε τῆς κοινῆς δυνάμεως, εἴτε μιᾶς ἐπηυξημένης ἠθικῆς δυνάμεως, ὅταν τὸ Σύνταγμα παραπέμπει εἰς τοὺς νόμους. Διότι οἱ νόμοι ἐκεῖνοι δὲν εἶναι οἱ ἐφ’ ἅπαξ ἐκδιδόμενοι νόμοι, ἀλλ’ εἶναι νόμοι, οἱ ὁποῖοι κατ’ ἐμέ, ἔχουν μίαν ἐπηυξημένην ἠθικῶς τυπικὴν δύναμιν καὶ τοῦτο ἔχει μίαν ἀξίαν. Αὐτὸ εἶναι τὸ γεγονὸς ποὺ μᾶς ἐπιτρέπει πολλά, πλεῖστα ὅσα θέματα ἀφορῶντα εἴτε τὸ προκείμενον ἄρθρον, εἴτε ἄλλα, λεπτομερειακῆς φύσεως, νὰ τὰ περιωρίσαμεν ἐν τῷ Συντάγματι, εἰς τὰ ὅρια ἐκεῖνα, ὅπου πράγματι... ... (δὲν ἠκούσθη)... τὴν διαβίωσιν τῶν πολιτῶν. Καταλήγων φρονῶ, ὅτι τὸ ἄρθρον μὲ αὐτὰς τὰς προσθήκας καὶ μερικὰς παραπομπὰς εἰς τὸν νόμον, καλύπτει ἀπολύτως τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας καλεῖται νὰ θεραπεύσῃ καὶ ἀπὸ τόσων ἐτῶν ἀπέβλεψε νὰ θεραπεύσῃ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 5. Τώρα ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος ἐκ Πειραιῶς, κατέθεσεν ἓν σχέδιον τροπολογίας ἡ ὁποία, ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας, ὅπου ἔχω ἀναλάβει τὴν εὐθύνην τὴν βαρεῖαν τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης, ἰδιαιτέρως μὲ συγκινεῖ καὶ μοῦ προκαλεῖ ἕνα θερμὸν ἐνδιαφέρον. Πράγματι θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον καὶ ἀπὸ πάσης πλευρᾶς εὐκταῖον νὰ ἐξευρίσκετο τρόπος... (δὲν ἠκούσθη)... νὰ ἠμπορέσουν νὰ τύχουν κάποιας περισσοτέρας ἀνέσεως, κάποιου περισσοτέρου... (δὲν ἠκούσθη)... Κατὰ ταῦτα, ἐγώ, θὰ τοῦ ἤμην ἰδιαιτέρως εὐγνώμων, διότι ὑπέβαλε τὴν τροπολογίαν αὐτήν. Ἀλλὰ καὶ πάλιν... ... (δὲν ἠκούσθη)... ὅτι ἴσως καὶ πάλιν νὰ θεωρηθῇ ὅτι, προσφορώτερον θὰ ἦτο νὰ ρυθμισθῇ διὰ νόμου. Νομίζω, ὅτι, ὁ κ. Παπαδῆμος εἶπεν ὅτι, θὰ ἦτο δυνατόν, τοιοῦτος νόμος νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀντισυνταγματικός.
§76Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Ἐπιτρέπετε, νὰ ἐκφράσωμεν τὴν εὐχὴν νὰ καταθέσετε τὸ συντομώτερον τοιοῦτον νόμον;
§77Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἐὰν ἔχω τὴν γνώμην τοῦ Σώματος, ὅτι θὰ ἐγένετο εὐμενῶς δεκτός διὰ νὰ τὸν προσαγάγω.
§78ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀφοῦ ρωτήσετε καὶ τὸν κ. Χέλμην. (Γέλωτες).
§79Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Νομίζω, ὅτι μολονότι ἀναγνωρίζω τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας τελοῦμεν... ... (δὲν ἠκούσθη)... (Χειροκροτήματα).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§81ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 10.30′ π. μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως συνέχισιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἄρθρων 5–20 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. (Ὥρα 9.30′ μ.μ.)