1948.07.27~107
1,112 rows ·
8,344 words ·
65 turns
Date shared with another sitting, so the citation carries #107.
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 107η
Τρίτη 27 Ἰουλίου 1948
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 11.20 π.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ὁ συνάδελφος κ. Βαμβέτσος καὶ Πολυζωγόπουλος διὰ μιᾶς μακροσκελοῦς δηλώσεώς των δηλώνουν, ὅτι διαμαρτύρονται διὰ τόν, κατ’ αὐτούς, ἀντικανονικὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἐπισπεύδονται αἱ συζητήσεις τοῦ Συντάγματος καὶ δηλώνουν ὅτι δὲν θὰ παρίστανται εἰς τὸ μέλλον εἰς τὰς διεξαγομένας συζητήσεις.
§2Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ποῖα εἶναι τὰ ὀνόματα;
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαμβέτσος καὶ ὁ κ. Πολυζωγόπουλος.
§4Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Κατὰ τὴν προχθεσινὴν ψήφισιν τῶν ἄρθρων 3 καὶ 4, νομίζω, ὅτι ἔλαβε χώραν μία παρατυπία καὶ θὰ ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τούτου. Μετὰ τὸ πέρας τῆς συζητήσεως καὶ πρὸ τῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τῆς τροπολογίας, ἡ ὁποία εἶχεν ὑποβληθῆ ὑπὸ τοῦ κ. Θεοφανοπούλου......
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Πρακτικὰ ὅμως, ἐπεκυρώθησαν.
§6Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Ἐκ τῶν Πρακτικῶν διαπιστοῦται τοῦτο, ὅτι δὲν ἐθέσατε εἰς ψηφοφορίαν τὰς τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι εἶχον ὑποβληθῆ καὶ διότι ἀπετέλουν ὑποτροπολογίας ἔδει νὰ ἐγκριθοῦν ἢ καὶ νὰ ἀπορριφθοῦν προηγουμένως καὶ ἀκολούθως...
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπορριπτομένων ὅλων τῶν σχετικῶν τροπολογιῶν...
§8Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. .... συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμὸν καὶ τὸ σχετικὸν ἄρθρον 61, πρέπει νὰ προηγῆται ἡ ἀπόρριψις ἢ ἡ ἐπιψήφισις τῶν ὑποτροπολογιῶν καὶ ἀκολούθως νὰ ψηφίζωνται αἱ τροπολογίαι.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Συνέχεια τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5. Ὁ κ. Ν. Ἀβραὰμ ἔχει τὸν λόγον.
§10Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Δὲν νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη νὰ ἐξάρω καὶ ἐγὼ τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς παρελθούσης ἑβδομάδος ἐγένοντο ὡρισμέναι παρατηρήσεις καὶ τροπολογίαι ὑπὸ συναδέλφων, πρῶτον, ἐπὶ τῆς πρώτης περιπτώσεως τῆς ἀφορώσης τὴν ἔννοιαν τοῦ αὐτοφώρου ἐγκλήματος. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καὶ κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ἐγένετο μακρὰ συζήτησις. Εἶναι βέβαιον, ὅτι εἰς τὴν πρᾶξιν, τὰ ἁρμόδια διωκτικὰ ὄργανα ἔχουν σημειώσει καταχρήσεις. Τὸ ζήτημα ἀπησχόλησε διὰ μακρῶν τὴν εἰδικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία κατηρτίσθη τὸ 1913 ἐπὶ τῆς ὑπουργίας μου, διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νέου Κώδικος τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Κατ’ ἀρχὰς δὲν καθωρίσθη εἰς τὴν νέαν μας Ποινικὴν Δικονομίαν ἡ ἔννοια τοῦ αὐτοφώρου ἀδικήματος. Κατὰ τὴν τελευταίαν ὅμως ἀναθεώρησιν τοῦ Κώδικος τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἐθεωρήθη ἐπιβεβλημμένον ὅπως καθορισθῇ πληρέστερον παρ’ ὅτι καθωρίζετο κατὰ τὴν παλαιὰν διάταξιν τῆς Ποινικῆς μας Δικονομίας ἡ ἔννοια τοῦ αὐτοφώρου ἐγκλήματος. Καὶ προσετέθη μία παράγραφος, ἡ ὁποία λέγει: «Ὡς ἐπ’ αὐτοφώρῳ....... (ἀναγινώσκει).......». Ἐτέθη καὶ 2) παράγραφος, κατὰ τὴν ὁποίαν: «Οὐδέποτε θεωρεῖται....... (ἀναγινώσκει).......» Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατόν, ὅπως ὑπεστήριξε καὶ ὁ κ. Παπαρρηγόπουλος, ὅτι αὐτὸ πρέπει νὰ καθωρισθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 5 δι’ εἰδικῆς διατάξεως. Νομίζω, ὅμως, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον, ὡς ἑρμηνευτικὴ δήλωσις. Ἡ 2) παράγραφος τοῦ νέου ἄρθρου τῆς Ποινικῆς Δικονομίας λέγει: «Οὐδέποτε.................. .............. (ἀναγινώσκει)..........» Αὐτὸ νομίζω, ὅτι, πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον ὡς ἑρμηνευτικὴ δήλωσις.
§11Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εἶναι γνωστὸν τὸ πρόσωπον καὶ διώκεται καὶ πέραν τοῦ 24ώρου;
§12Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Κύριοι συνάδελφοι, διὰ νὰ ὑπομνήσω τὰς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, θέλω νὰ εἴπω ὅτι, ἐξητάσθη διὰ μακρῶν, τὸ θέμα αὐτὸ ἀπὸ τοὺς εἰδικοὺς ἐπιστήμονας καὶ τοὺς Εἰσαγγελεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀπήρτιζον τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν τὸ 1931 καὶ ἀπὸ τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου. Νομίζω καὶ ἐγὼ ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ αὐτὴ ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις καὶ ὄχι νὰ προστεθῇ ὡς εἰδικὴ διάταξις εἰς τὸ ἄρθρον 5, ἡ ὁποία θὰ καθορίζῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ αὐτοφώρου ἐγκλήματος. Βέβαιον εἶναι ὅτι εἰς τὴν πρᾶξιν πολλάκις εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ κατάχρησις, ἡ ὁποία γίνεται ἀπὸ μέρους τῶν καταδιωκτικῶν ὀργάνων, διότι ἐξακολουθεῖ ἡ καταδίωξις ἐκείνου τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον ἔχει διαπράξει ἀδίκημα ἐπ’ αὐτοφώρῳ καὶ διὰ τοῦτο συμβαίνει ἐπί τινας ὥρας μετὰ τὴν πρᾶξιν νὰ συλλαμβάνεται ὡς ὑπαίτιον ἀδικήματος ἐπ’ αὐτοφώρῳ. Εἰς τὸ παλαιὸν δίκαιον, εἰς τὸν ὀργανισμὸν τῆς Χωροφυλακῆς, ἔχει ὡς ἑξῆς καθορισθῆ ἐπίσης ἡ ἔννοια τοῦ αὐτοφώρου ἀδικήματος, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρέχωνται πολλαὶ ὧραι ἀπὸ τῆς τελέσεως τῆς πράξεως καὶ πρέπει νὰ εἶναι περιωρισμένη, νὰ εἶναι στενή, ἡ ἑρμηνεία τῆς ἐννοίας τοῦ αὐτοφώρου ἐγκλήματος ἀπὸ τὰ ὄργανα τὰ καταδιωκτικά. Βέβαιον εἶναι, ὅτι καὶ εἰς τὰς ξένας νομοθεσίας δὲν ἔχει καθορισθῆ αὐστηρῶς καὶ ρητῶς ἡ ἔννοια τοῦ αὐτοφώρου ἐγκλήματος. Εἰς τὴν Γαλλικὴν Ποινικὴν Δικονομίαν εἶναι πολὺ εὐρυτέρα ἡ ἔννοια τοῦ ἀδικήματος τούτου, καὶ ἰδίως στηρίζεται εἰς αὐτὰς τὰς περιπτώσεις τῆς καταδιώξεως τοῦ ἐγκληματίου. Ἐγένετο ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου παρατήρησις, ἰδίως διὰ τὰς προσθήκας, τὰς ὁποίας ἔθεσεν εἰς τὸ ἄρθρον 16 ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ προσετέθη ἡ διάταξις ἡ προβλέπουσα τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἀδίκως προφυλακιζομένων, ἢ ἀδίκως καταδικαζομένων. Ἐπίσης πολλὴ συζήτησις ἐγένετο διὰ τὴν προσθήκην περὶ τοῦ χρονικοῦ ὁρίου τῆς διαρκείας τῆς προφυλακίσεως, τὸ ὁποῖον ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ καθώρισε... (δὲν ἠκούσθη)... Ἐπὶ τῶν δύο αὐτῶν θεμάτων, ἐπίσης ἀπησχολήθη ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας καὶ ἔχει περιλάβει τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἔχει ὡς γνωστὸν ψηφισθῆ καὶ ἔχει τεθῆ εἰς ἐφαρμογὴν τὸ πρῶτον ἀπὸ τοῦ 1929, τὸ δεύτερον ἀπὸ τοῦ 1934 καὶ εἶναι ὁ νόμος ὁ ἀφορῶν τὰ ὅρια τῆς χρονικῆς διαρκείας τῆς προφυλακίσεως, τὸν ὁποῖον εἰσηγήθη ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου καὶ διαπρεπὴς ποινικολόγος Κ. Τσουκαλᾶς. Αὐτὸν τὸν νόμον, περὶ καθορισμοῦ τῶν ὁρίων τῆς προφυλακίσεως, τὸν εἶχε ψηφίσει ἡ Βουλὴ τὸ 1933. Εἰς τὸν νόμον αὐτὸν διαιροῦνται εἰς δύο τὰ στάδια τῆς προφυλακίσεως. Ἔχουν δὲ κατὰ τὸ ἴδιον ἀκριβῶς σύστημα διατυπωθῆ εἰς τὰ νέα ἄρθρα τοῦ νέου σχεδίου τῆς Ποινικῆς μας Δικονομίας, ἡ ὁποία εἶναι Κῶδιξ, εἶναι ἕτοιμος πρὸς ψήφισιν. Ἐπρόκειτο τελευταίως, ὡς εἶναι γνωστόν, ὁ ἀείμνηστος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, Λαδᾶς, νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς κώδικας καὶ τοῦ Ποινικοῦ νόμου καὶ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Ἔχουν ὅλα τὰ ἄρθρα αὐτὰ τοῦ νόμου, ὡς καὶ τοῦ παλαιοτέρου νόμου, ἔχουν περιληφθῆ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Κώδικος τῆς νέας Ποινικῆς μας Δικονομίας εἰς τὰ ἄρθρα 273 καὶ 279. Ὑπῆρχε πράγματι ἀρχικῶς ἡ ἀντίληψις, διότι εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις εἶχε παραταθῆ ἐπὶ μακρὸν ἡ διάρκεια τῆς προφυλακίσεως τῶν κατηγορουμένων ὑπῆρξεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ πρὸ τοῦ 1921. Ἡ Συνέλευσις τοῦ 1921, εἰσηγουμένου τοῦ ἀειμνήστου ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τότε, Δ. Γούναρη, εἶχεν εἰσηγηθῆ εἰδικὸν νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον, διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἀκριβῶς, διότι παρετείνετο ἡ προφυλάκισις τῶν κατηγορουμένων, ἐπετρέπετο ὅπως τὰ δικαστήρια τῶν ἐνόρκων τῶν κακουργιοδικείων, μετὰ πρώτην ἀναβολὴν δικάζουν τὰς ὑποθέσεις τῶν κακουργιοδικείων ἐν ἀπουσίᾳ ὅλων τῶν μαρτύρων ἄνευ τῆς παρουσίας οὐδενὸς μάρτυρος κατηγορίας, εἰς τὴν πρᾶξιν ὅμως ἀπεδείχθη, ὅτι βέβαια ὁ λόγος αὐτὸς δὲν εἶχε τὴν ἀναμενομένην ἀπόδοσιν, διότι τὰ δικαστήρια ἐδυσκολεύοντο νὰ τὴν ἐφαρμόζουν καὶ κατηργήθη ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, τοῦ πρώτου Συντάγματος τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως τοῦ 1924, τὸ ὁποῖον ὅπως εἶναι γνωστόν, εἶχε συνταχθῆ ἀπὸ μίαν ὡρισμένην Ἐπιτροπήν, τῆς ὁποίας εἶχε συμμετάσχει καὶ ὁ ὑποφαινόμενος, διότι εἶχε προκαλέσει ἕνα θόρυβον δημοσιογραφικὸν μία περίπτωσις ἑνὸς ταμίου τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος διετέλεσεν ἐν προφυλακίσει μίαν ὁλόκληρον τριετίαν, ὡδηγήθη εἰς κακουργοδικεῖον καὶ ἀπηλλάγη, διὰ τοῦτο ἡ Συντακτικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1924, ἡ ὁποία τὸ συνέταξε καὶ τὸ ἐδημοσίευσεν ἡ Κυβέρνησις Κονδύλη, καθώρισε τὰς προϋποθέσεις τῆς διαρκείας τῆς προφυλακίσεως: «Ἡ προφυλάκισις............... ........ (ἀναγινώσκει)............». Αὐτὴν τὴν διάταξιν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ὑπέβαλε ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς σημερινῆς Συνελεύσεως τὸ σχέδιόν της καὶ αὐτὸ καθώρισε ρητῶς τὰς προθεσμίας τῆς παρατάσεως τῆς προφυλακίσεως. Καὶ τὸ θέμα ὅμως αὐτό, κύριοι συνάδελφοι, ὅπως εἶπον προηγουμένως, ἐξητάσθη διὰ μακρῶν, ἀπὸ τοὺς συντάκτας τοῦ νέου κώδικος καὶ ὅλα τὰ ἄρθρα περιέχονται εἰς τὸν νόμον 4541 καὶ εἰς τὸν νέον Κώδικα τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, διότι ὑπῆρχον περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ ὑπαιτιότης τῆς παραστάσεως τῆς προφυλακίσεως ἀνῆκεν ὁλόκληρος εἰς τὸν κατηγορούμενον. Εἶναι ... (δὲν ἠκούσθη) ... τῆς ἀσκήσεως τῶν ἐνδίκων μέσων, ὡς εἶναι γνωστόν, καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν προβλέπεται καὶ μία ἀναστολὴ τῆς διαρκείας τῆς προφυλακίσεως καὶ τίθενται ὡρισμένα ὅρια κατὰ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ δικάζωνται ὅλα τὰ ἔνδικα μέσα. Ὅλα αὐτὰ ἔχουν λεπτομερῶς καθορισθῆ εἰς τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν, δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι, δὲν πρέπει εἰς τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Συντάγματος νὰ τεθῇ διάταξις, ἡ ὁποία θὰ καθορίζῃ ρητῶς τὰς προθεσμίας τῆς προφυλακίσεως. Φρονῶ, λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἄλλον θεσμὸν, ὁ ὁποῖος τίθεται εἰς τὴν τροπολογίαν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι: «Εἰδικὸς νόμος ὁρίζει τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους παρέχεται ἀποζημίωσις.................... ............ (ἀναγινώσκει)............». Ὁ νόμος αὐτὸς, ὁ εἰδικός, ἐπὶ τῇ βάσει σχετικῆς διατάξεως, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, ἐψηφίσθη τὸ 1931. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ νόμου αὐτοῦ εἶχον ἀναπτύξει ἐγὼ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλον τὴν καθιέρωσιν καὶ παρ’ ἡμῖν τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ, τῆς ἀποζημιώσεως τῶν ἀδίκως προφυλακιζομένων ἢ καταδικαζομένων. Ἐγεννήθη ὅμως εἰς τὴν πρᾶξιν μακρὰ συζήτησις καὶ ἐπιστημονικὴ συζήτησις, ποία εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ «ἀδίκως» καὶ πότε τὸ δικαστήριον δύναται νὰ κρίνῃ ὅτι ἡ προφυλάκισις ὑπῆρξεν ἀπολύτως ἄδικος, καὶ πότε τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀναθεωρήσῃ τὴν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν, δύναται νὰ κρίνῃ ὅτι κατεδικάσθη τις πράγματι ἀδίκως καὶ συντρέχει περίπτωσις ἀποζημιώσεως. Αὐταὶ αἱ διατάξεις εἶχον περιληφθῆ τότε εἰς τὸν νόμον, καὶ περιωρίσθη ἡ ἔννοια τοῦ ἀδίκως προφυλακιζομένου μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκ τῆς ἀποδεικτικῆς διαδικασίας προκύπτει, ὅτι ἀπεκλείετο ἀπολύτως ἡ τέλεσις τῆς πράξεως παρὰ τοῦ κατηγορουμένου, ὁ ὁποῖος ἦτο προφυλακισμένος. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἀπήλειψε μίαν διάταξιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ νόμος αὐτὸς, «ἢ προέκυψεν ἐκ τῆς ἀποδεικτικῆς διαδικασίας, ὅτι δὲν συντρέχουν κἂν οὔτε ὑποψίαι διὰ τὴν προφυλάκισιν τοῦ κατηγορουμένου» Τὴν διάταξιν αὐτὴν, εἶναι περίεργον πῶς ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας τὴν ἀπήλειψε καὶ περιώρισε τὴν ἔννοιαν τοῦ «ἀδίκως» μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐβεβαιοῦτο προφανῶς καὶ ἀπολύτως, ὅτι ἀποκλείεται ὁπωσδήποτε ἡ τέλεσις τοῦ ἀδικήματος παρὰ τοῦ προφυλακισθέντος κατηγορουμένου. Διότι ἐξητάσθη ἡ γενικωτέρα παρατήρησις, ὅτι τὰ δικαστήρια οὐδέποτε ἐξέδωκαν ἀπόφασιν μετὰ τὴν ἀπαλλαγὴν κατηγορουμένων, οἱ ὁποῖοι διετέλεσαν πράγματι ἐπὶ καιρὸν προφυλακισμένοι. Καὶ ἐγὼ ἐκ τῆς πείρας μου γνωρίζω, ὅτι οἱ κατηγορούμενοι, οἱ ἀπαλλασσόμενοι ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ, μετὰ μακρὰν ἔστω προφυλάκισιν, ἱκανοποιοῦνται μὲ τὴν ἀθώωσιν ἐπ’ ἀκροατηρίῳ. Δὲν ὑπεβλήθη εἰμὴ σπανιώτατα, καμμία ἀξίωσις, ἐκ μέρους κατηγορουμένου, ὁ ὁποῖος διετέλεσεν ἐπὶ μακρὸν προφυλακισμένος, καὶ ἀπηλλάγη εἰς τὸ ἀκροατήριον, περὶ ἀποζημιώσεως, διὰ τὸν χρόνον τὸν μακρὸν ποὺ διετέλεσεν ἐν προφυλακίσει. Ἄλλωστε αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος καθώρισε τὰς περιπτώσεις τῶν «ἀδίκως» προφυλακιζομένων καὶ ἑπομένως τὰ δικαστήρια ὀρθῶς ἐφήρμοσαν τὸν νόμον αὐτόν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν περίπτωσιν, τῶν ἀδίκως καταδικαζομένων, αὐτὴ δὲν δύναται νὰ κριθῇ καὶ ἐξετασθῇ πρὶν ἢ ἐφαρμοσθῇ παρ’ ἡμῖν πληρέστερον ὁ θεσμὸς τῆς ἐπαναλήψεως τῆς δίκης, τῆς ἀναψηλαφήσεως τῆς δίκης. Αὐτὸ εἰς τὴν νέαν Ποινικήν μας Δικονομίαν, καθορίζεται λεπτομερῶς. Διότι τότε μόνον, ὅταν γίνῃ ἀναψηλάφισις τῆς δίκης, πλήρης καθ’ ὡρισμένας περιπτώσεις, τότε καὶ μόνον δύναται τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον μετὰ τὴν ἀναψηλάφισιν τῆς δίκης, θὰ ἀθωώσῃ ἕνα κατηγορούμενον, ὁ ὁποῖος κατεδικάσθη διὰ τῆς προηγουμένης ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἀναθεωρεῖ τὸ δικαστήριον αὐτό, καὶ θὰ κρίνῃ ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ὑπῆρξεν ἄδικος ἡ καταδίκη. Τὸ χαρακτηριστικὸν εἶναι ὅτι, εἰς τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν καὶ πάλιν καθορίζεται, ὅτι: «Ἡ ἀξίωσις ἀποζημιώσεως ἕνεκα ἀδίκου προφυλακίσεως δύναται.......... .......... (ἀναγινώσκει)..........». Περιέχονται δηλαδή, ὅλαι αἱ περιπτώσεις. Δὲν ἔχω νὰ προτείνω ἐγὼ καμμίαν τροπολογίαν, μόνον αὐτὴν τὴν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν.....
§13Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην, ἔχετε προτείνει νὰ διατηρηθῇ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, καθ’ ἣν ἡ προφυλάκισις δὲν δύναται νὰ παραταθῇ πέραν τοῦ διὰ τοῦ νόμου ὁριζομένου ὁρίου. Κύριε συνάδελφε, ἐγὼ δὲν γνωρίζω τὴν ἀκριβῆ ἱστορίαν τῆς διατάξεως, πῶς ἐψηφίσθη τὸ 1927, ἀλλὰ μοῦ γεννᾶται ἡ ἐντύπωσις ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν ὅρια τεθειμένα διὰ νόμου, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ παραβιασθοῦν. Εἶναι περιττὴ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει τὴν τήρησιν τοῦ νόμου. Εἶναι νοητόν, ὅτι ὅριον τεθειμένον διὰ νόμου, τότε μόνον δὲν παραβιάζεται, ἐὰν ἐπιτάσσηται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ὁρίου, τοῦ διὰ νόμου τεθειμένου ἀπὸ τὸ Σύνταγμα. Νομίζω, ὅτι πρόκειται περὶ παρανοήσεως.
§14Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἔννοια εἶναι, ὅτι θὰ τεθῇ ὑποχρεωτικῶς νόμος. Δὲν εἶναι ἡ ἔννοια, ὅτι τὰ ὅρια θὰ καθορισθοῦν, ἀλλ’ ὅτι ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἡ διάταξις εἰς τὸ Σύνταγμα, ἐνδέχεται ὁ νομοθέτης νὰ μὴ θέσῃ νόμον. Τὸ Σύνταγμα τοῦ ἐπιτάσσει νὰ θέσῃ νόμον.
§15Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Τότε νὰ θέσωμεν: «Νόμος θέλει ὁρίσει τὰ ὅρια τῆς προφυλακίσεως». Ἀλλὰ ἐπιταγὴ τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι δὲν δύναται νὰ παραβιασθῇ ὁ νόμος εἰς εἰδικὰς περιπτώσεις τεθειμένας, εἶναι παραλογισμὸς πλήρης.
§16Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς αὐτὸ εἶμαι σύμφωνος.
§17Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος λέγει: «Εἰδικὸς νόμος ὁρίζει..... (ἀναγινώσκει)..........».
§18Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. «Νόμος ὁρίζει τὸ ὅριον τῆς προφυλακίσεως».
§19Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Αὐτὸ λέγει.
§20Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὄχι. Λέγει ὅτι, ἡ προφυλάκισις δὲν δύναται νὰ παραταθῇ. Ἄλλως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ κανεὶς ὅτι, μὴ ὑπαρχούσης τῆς Συνταγματικῆς διατάξεως, εἶναι δυνατὸν νὰ παραβιάζωνται τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου τεθειμένα ὅρια.
§21Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 λέγει: «Εἰδικὸς νόμος θέλει ὁρίσει..................... ............ (ἀναγινώσκει)...............».
§22Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κακὴ διατύπωσις εἶναι.
§23Σ. ΤΡΙΑΝΤΟΣ. «Εἰδικὸς νόμος θέλει ὁρίσει τὰ ὅρια τῆς προφυλακίσεως».
§24Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Καταλήγων, κ. συνάδελφοι, προτείνω, ὅπως τεθῇ ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις εἰς τὸ ἄρθρον 5 καὶ ὅπως τὰ χρονικὰ ὅρια τῆς προφυλακίσεως καθορισθοῦν δι’ εἰδικοῦ νόμου.
§25Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ; Ἀπὸ ὡρισμένα κόμματα δὲν παρίσταται κανείς.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Κώης ἔχει τὸν λόγον.
§27Θ. ΚΩΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν, κ. συνάδελφοι, νὰ διατυπώσω παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τῶν προτεινομένων τροποποιήσεων καὶ προσθηκῶν εἰς τὸ ἰσχῦον ἄρθρον 5 τοῦ Συντάγματος ὑπὸ τῆς ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων Ἐπιτροπῆς καὶ ὑπὸ τῶν 4 συναδέλφων κ. κ. Λουλακάκη, Χατζηπάνου, Θ. Τσάτσου καὶ Θεοφανοπούλου. Κατὰ τὸ ἐδάφιον 3 τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος, ὁ ἀνακριτὴς ὀφείλει ἐντὸς τριημέρου, εἴτε νὰ ἀπολύσῃ τὸν προσαχθέντα ἢ νὰ ἐκδώσῃ κατ’ αὐτοῦ ἔνταλμα φυλακίσεως. Ἡ διάταξις αὕτη ἴσχυε μέχρι τοῦ 1927, ὅτε τὸ τότε ἐκδοθὲν Σύνταγμα, διὰ τοῦ ἄρθρου 1 περιέλαβε τὴν προσθήκην, καθ’ ἥν, ἡ προθεσμία, ἡ ὁποία, σημειωθήτω, κατὰ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 ἦτο 48ωρος, παρατείνεται μέχρι πέντε ἡμερῶν αἰτήσει τοῦ προσαχθέντος ἢ ἐξ ἀνωτέρας βίας βεβαιουμένης ἀμέσως δι’ ἀποφάσεως τοῦ ἁρμοδίου, Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Τὴν προσθήκην ταύτην ἐπὶ λέξει εἰσηγεῖται νῦν ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴ καὶ νομίζω ὅτι εἶναι ἀποχρώντως δεδικαιολογημένη. Θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι σκοπὸς τῆς τεθειμένης ἐν τῷ ἰσχύοντι ἄρθρῳ τριημέρου προθεσμίας εἶναι, ὅπως μὴ πέραν ταύτης ὁ ἀνακριτὴς μένει ἄνευ ἀποφάσεως περὶ τῆς τύχης τοῦ συλληφθέντος, αὐτοῦ ἀντιλέγοντος, ἀλλ’ ὅταν αὐτὸς ὁ προσαχθεὶς ὑποβάλῃ αἴτησιν παρατάσεως τῆς προθεσμίας, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης τὸ ζήτημα μετατίθεται εἰς τοιοῦτο τῆς διαδικασίας τῆς ἀπολογίας ρυθμιζόμενον ὑπὸ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας καὶ ἑπομένως ἡ οὑτωσὶ παρεχομένη παράτασις προθεσμίας δὲν ἀποτελεῖ παράβασιν. Θὰ ἠδύνατο δὲ ὡσαύτως, νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ὑπαρχούσης ἀνωτέρας βίας ἀναστέλλεται ἡ τριήμερος αὕτη προθεσμία, ἣν τάσσει τὸ ἐδάφιον 3 τοῦ ἄρθρου 5. Ἴσως δὲ ἐκ τῶν λόγων τούτων εἰς τὴν νομολογίαν τῶν Δικαστηρίων δὲν φαίνονται προκύψαντα ζητήματα. Ἀληθῶς ὁ κατηγορούμενος, ὅστις, ἵνα παρασκευάσῃ τὰ μέσα τῆς ἀμύνης αὐτοῦ ζητεῖ παράτασιν καὶ συμφωνοῦντος τοῦ ἀνακριτοῦ λαμβάνει τοιαύτην, δὲν δύναται μετὰ ταῦτα εὐλόγως νὰ παραπονεθῇ, ὅτι ἀδίκως ἐκρατήθη. Σπανιωτέρα εἶναι ἡ περίπτωσις τῆς παρατάσεως τῆς προθεσμίας ἐξ ἀνωτέρας βίας. Παρὰ ταῦτα ὅμως τὴν προτεινομένην ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 προσθήκην καθιστᾷ τὰ μάλιστα σκόπιμον ἡ ἀκολουθοῦσα ἐν αὐτῷ διάταξις, ἀπὸ τῆς ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ προσαγωγῆς, «πᾶς δεσμοφύλαξ ἢ ἄλλος ἐπιτετραμμένος τὴν κράτησιν τοῦ συλληφθέντος, εἴτε πολιτικὸς εἴτε στρατιωτικὸς ὀφείλει νὰ ἀπολύσῃ παραχρῆμα τὸν συλληφθέντα, ὑποκείμενος ἄλλως εἰς βαρείας κυρώσεις». Ὑπὸ τὴν τοιαύτην κατηγορηματικὴν διατύπωσιν πᾶς δεσμοφύλαξ ἢ ἄλλος ἐπιτετραμμένος τὴν κράτησιν ὑπάλληλος, παρελθόντος τοῦ τριημέρου καὶ μὴ ἐκδοθέντος ἐντάλματος φυλακίσεως ὑποχρεοῦται νὰ ἀπολύσῃ τὸν συλληφθέντα καὶ ἂν οὗτος ὑπέβαλεν αἴτησιν παρατάσεως προθεσμίας καὶ ἂν ἔτι ἐν τῷ μεταξὺ ἐνεφιλοχώρησεν ἀνωτέρα βία. Εἶναι τόσον ρητὴ ἡ διάταξις αὕτη, ὥστε ἡ ἀνάγκη τῆς προσθήκης, ἣν προτείνει ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος εἶναι ἔκδηλος καὶ οὐσιαστικῶς εἰς ἀμφοτέρας τὰς περιπτώσεις δεδικαιολογημένη. Γινομένης δεκτῆς τῆς προσθήκης ὁ δεσμοφύλαξ, παρελθούσης τῆς τριημέρου προθεσμίας, ὀφείλει νὰ ἀπολύσῃ τὸν συλληφθέντα, ἐφ’ ὅσον ἢ δὲν ἔχει ἔνταλμα φυλακίσεως ἢ δὲν ἔχει ἐγγράφως κατατεθειμένην αἴτησιν παρατάσεως προθεσμίας, ἢ ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου Πλημμελλειοδικῶν, ἥτις δέχεται ἐμφιλοχωρήσασαν τὴν ἀνωτέραν βίαν. Γινομένης δεκτῆς τῆς προτεινομένης διατάξεως ἐγγράφως πλέον καθορίζονται τὰ ὅρια τῆς ἐνάρξεως τῆς προθεσμίας διὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς προσαγωγῆς τοῦ συλληφθέντος ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς παρατάσεως ταύτης. Οὕτω δὲν παραμένει ἐν ἀμφιβόλῳ ἡ τύχη τοῦ κατηγορουμένου, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι οἱ δεσμοφύλακες ἢ οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι ἐπιτετραμμένοι τὴν κράτησιν τοῦ συλληφθέντος μὴ κρυπτόμενοι, διὰ διαταγῆς τοῦ προϊσταμένου αὐτῶν θὰ ὤφειλον παραχρῆμα νὰ ἀπολύσωσι τὸν συλληφθέντα μετὰ τὴν πάροδον τοῦ τριημέρου. Εἶναι δυνατὸν νὰ παρατηρηθῇ ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος καταχρήσεως τῶν ἐξαιρέσεων τούτων, τὸ μὲν διότι ὁ ἀνακριτὴς δύναται νὰ πειθαναγκάσῃ τὸν κατηγορούμενον ὅπως ζητήσῃ παράτασιν προθεσμίας ἢ διότι τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον θὰ ἐδέχετο περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἐλλείπουσι τὰ στοιχεῖα πραγματικῆς ἀνωτέρας βίας. Ἀλλ’ ἡ συνταγματικὴ διάταξις, ὡς καὶ πᾶς νόμος κατ’ Ἀριστοτέλη γενικεύει καὶ ὀφείλει νὰ γενικεύῃ, πρέπει δὲ νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψει τὸ καθ’ ὅλου συμβαῖνον καὶ οὐχὶ τὸ ἐνδεχόμενον σπανιωτάτων καὶ ἀπιθάνων περιπτώσεων, δεδο☐ τὰ κανόνα ἐξηλεγμένη. Τὸ ἄρθρον 5 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος ἐν τῇ ἑπομένῃ διατάξει διαλαμβάνει: «Οἱ παραβάται τιμωροῦνται ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει». Νομίζω ὅτι ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ ἀδικήματος γινόμενος ὑπὸ τοῦ Συντάγματος εἶναι ἀτελὴς διότι τὸ Σύνταγμα πρέπει νὰ καθορίζῃ τὰ οὐσιαστικὰ στοιχεῖα τοῦ ἀδικήματος, ἀλλ’ ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτοῦ εἶναι ἀντικείμενον τοῦ ποινικοῦ νόμου, βελτιουμένου ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τῆς ἐξελισσομένης ἐπιστήμης. Ἀλλὰ καὶ ὁ ὅρος «παράνομος κατακράτησις» ἔχει ὑπὲρ αὐτοῦ τὴν συνήθειαν ὅτι δὲν ἀποδίδει ἐπακριβῶς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἀδικήματος. Εἰς νεωτέρους κώδικας ἀπαντᾷ ὁ ὅρος «παράνομος στέρησις τῆς ἐλευθερίας» ὡς ἀδίκημα διαπραττόμενον ἐν τῇ ἰδιότητι δημοσίου ὑπαλλήλου. Ὁ ὅρος αὐτὸς εἶναι ἐπιστημονικώτερος καὶ ἑπομένως ἔπρεπεν ἐν τῇ διατυπώσει τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, νὰ ἀπαλειφθῇ ὁ ἀτυχὴς ὅρος «παράνομος κατακράτησις». Τόσον δὲ τοῦτο εἶναι ἀληθές, ὥστε ἐν τοῖς σχεδίοις τοῦ Ἑλληνικοῦ ποινικοῦ κώδικος τῶν ἐτῶν 1924 καὶ 1948 κατ’ ἀνάγκην ἐτηρήθη ὁ ὅρος ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ 1924 ἐν ἄρθρῳ 303 ὑπὸ τὸν χαρακτηρισμὸν «κατακράτησις παρὰ τὸ Σύνταγμα», ὡσαύτως δὲ ἐν ἄρθρῳ 326 τοῦ σχεδίου τοῦ 1928. Ἀτόπως δὲ τὰ ἄρθρα ταῦτα δὲν περιελήφθησαν ἐν τῷ κεφαλαίῳ «περὶ τῶν περὶ τὴν ὑπηρεσίαν ἐγκλημάτων». Ἀλλ’ ὡς ἐλέχθη, ἐφ’ ὅσον ὁρίζονται ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 τοῦ Συντάγματος τὰ οὐσιαστικὰ στοιχεῖα τοῦ ἀδικήματος, ὁ χαρακτηρισμὸς εἶναι ἔργον τοῦ ποινικοῦ νόμου. Ἀτυχεστέραν ἔτι καὶ προδήλως ἐσφαλμένην διατύπωσιν ἀνευρίσκει τις καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ 12 τοῦ ἀπαραβιάστου τοῦ ἀσύλου τῆς κατοικίας, ὅπερ διαλαμβάνει ὅτι, «οἱ παραβάται τιμωροῦνται, ἐπὶ καταχρήσει ἐξουσίας» ἀλλὰ κατάχρησις ἐξουσίας δὲν εἶναι ἡ παραβίασις τοῦ ἀσύλου, ἥτις ἀπαρτίζει ἰδιώνυμον ἀδίκημα τελούμενον ὑπὸ δημοσίου ὑπαλλήλου. Κατάχρησις ἐξουσίας ὑπάρχει ὅταν οἱ ὑπάλληλοι μετέρχωνται παρανόμως μέσα ἐκβιαστικὰ κατὰ τοῦ κατηγορουμένου μάρτυρος ἢ πραγματογνώμονος, ὅπως ἐπιτύχωσιν οἱανδήποτε ἔγγραφον ἢ προφορικὴν κατάθεσιν παρ’ αὐτῶν ἢ ἐν γνώσει ἐκθέτουσί τινα ἀθῶον εἰς δίωξιν ἢ τιμώρησιν ἢ παραλείπουσι τὴν δίωξιν ἢ ἐπιφέρουσι τὴν ἀπαλλαγὴν ἐνόχου, ὡς προβλέπουσι τὰ ἄρθρα 252 σχεδίου ποιν. κώδικος 1924 καὶ 239 τοῦ 1948, εἰδικεύοντα τὴν προκειμένην παράβασιν ὡς «παραβίασιν οἰκιακοῦ ἀσύλου» (ἄρθρα 254 καὶ 241). Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ μὴ ἀκριβολογήσασα ἀζημίως ἐν τοῖς ἀνωτέρω προτείνει καί τινα προσθήκην εἰς τὸ ἄρθρον 5 καθ’ ἣν οἱ «παραβάται τιμωροῦνται διωκόμενοι καὶ ἐξ ἐπαγγέλματος ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει». Νομίζω ὅτι ἡ προσθήκη αὐτή, ἡ ὁποία ὑπῆρχε καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, παρέλκει ἐντελῶς. Ἀληθῶς ἡ αὐτεπάγγελτος δίωξις προκύπτει ἐκ τῆς ἐννοίας τῆς προστασίας τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας, τῆς φυσικῆς ἐλευθερίας, ἡ ὁποία εἶναι τόσον πολύτιμον ἀγαθὸν διαφέρον τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὸ Κράτος ἐν τῷ κυρίῳ αὐτοῦ σκοπῷ, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ αὐτεπάγγελτος δίωξις ἔγκειται ἐν τῇ φύσει τῶν παραβάσεων τούτων, διότι αἱ διατάξεις περὶ προστασίας τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας καθορίζουσιν ὅρια, φραγμούς, κατὰ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας ἐμφανιζομένης διὰ τῶν ὀργάνων αὐτῆς. Ἑπομένως τὰ ἀδικήματα ταῦτα δύνανται νὰ διαπραχθοῦν μόνον παρὰ δημοσίων λειτουργῶν, ὡς ὀρθῶς ἡρμήνευσε τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου ἐν ἐπισήμῳ γνωμοδοτήσει ὁ Ἀντεισαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Χοϊδᾶς ἐν ἔτει 1930 καὶ ρητῶς ὥρισε τὸ ἄρθρον 7 τοῦ Α. Ν. 271)3.4 Ἀπριλίου 1945. Ἀληθῶς τὸ Σύνταγμα ἐξασφαλίζει, τὴν ἀτομικὴν ταύτην ἐλευθερίαν ἔναντι τοῦ Κράτους. Δὲν προνοεῖ περὶ τῶν ἐπεμβάσεων τῶν ἰδιωτῶν, περὶ ὧν ὁ ποινικὸς νόμος προβλέπει. Παραστατικῶς δὲ ἐπιφανεῖς συγγραφεῖς ἐδίδαξαν, ὅτι τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος, τὸ προνοοῦν περὶ τῆς προστασίας τῆς ἰδιοκτησίας, ἔναντι τῆς Πολιτείας προστατεύει ταύτην καὶ δὲν προνοεῖ περὶ ἐπεμβάσεων αὐθαιρέτων τῶν ἰδιωτῶν κατ’ αὐτῆς, περὶ ὧν προβλέπει τὸ οἰκεῖον τοῦ ποινικοῦ νόμου κεφάλαιον. Ἐὰν τεθῇ λοιπὸν τὸ ζήτημα ἐπὶ τῆς βάσεως αὐτῆς, τῆς μόνης ὀρθῆς, ἐφ’ ὅσον ὁ δημόσιος ὑπάλληλος εἶναι ὑποκείμενον τοῦ ἀδικήματος τούτου, ἕπεται ὅτι πρόκειται περὶ ὀξείας παραβάσεως καθήκοντος δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τὸ ἀδίκημα τοῦτο ἔχει θέσιν ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ ἐν τῷ τμήματι περὶ ἀδικημάτων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει πάντοτε εἶναι ἀδίκημα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ὡς τοιούτων ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντός των διωκόμενον αὐτεπαγγέλτως. Κατὰ ταῦτα ὀρθὴ κατὰ τοῦτο εἶναι ἡ πρότασις τῶν τεσσάρων βουλευτῶν ἡ μὴ περιέχουσα τὴν προσθήκην περὶ αὐτεπαγγέλτου διώξεως.
§28Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰσχυρίζεσθε ὅτι τὸ ἐξ ἐπαγγέλματος προκύπτει ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως τοῦ ἀδικήματος καὶ ἑπομένως εἶναι περιττόν;
§29Θ. ΚΩΗΣ. Μάλιστα.
§30Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶσθε ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως ὅτι πρέπει νὰ εἶναι κατ’ ἔγκλησιν;
§31Θ. ΚΩΗΣ. Πᾶν ἄλλο. Ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴ ἔπρεπε βεβαίως νὰ προτείνῃ, ὡς καὶ ἔπραξε, τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ ἐδαφίου 5 τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος, ὅπερ καθορίζει τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως διὰ τὴν λεγομένην ἠθικὴν βλάβην. Ἀληθῶς ἡ διάταξις αὕτη ἡ ὁρίζουσα τὸ ἐλάχιστον ὅριον τὰς δραχμὰς δι’ ἑκάστην ἡμέραν παρανόμου κρατήσεως ἦτο καιρικὴ καὶ ἑπομένως χρήζει ἀναθεωρήσεως, ἀλλὰ ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἐξέλεξε τὸν εὐστοχώτερον τρόπον ρυθμίσεως καὶ προτείνει καθορισμὸν τοῦ ποσοῦ καθ’ ἡμέραν ἐπὶ τῇ βάσει ἐλαχίστου ὁρίου τοῦ συνόλου τῶν ἡμερησίων ἀποδοχῶν τοῦ ἐνόχου. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴ μετὰ μίαν ἑκατονταετίαν καὶ πλέον διετίμησε τὸ τίμημα τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας εἰς πολὺ πενιχρὸν ποσόν. Πράγματι κατὰ τὸ ἄρθρον 225 τοῦ ποινικοῦ νόμου ὅστις ἰσχύει πρὸ ἑκατονταετίας καὶ πλέον, ὡρίζετο ὅτι ὁ ἔνοχος παρανόμου κατακρατήσεως ὑποχρεοῦται εἰς ἀποζημίωσιν τοὐλάχιστον 25 δραχμῶν ἡμερησίως, εἰς ἣν ἀποζημίωσιν περιελάμβανε βεβαίως καὶ τὴν ὑλικὴν ζημίαν. Ἀλλ’ εἶναι γνωστόν, ὅτι τὰ ἡμερομίσθια εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἦσαν εἰς ἀριθμὸν δραχμῶν ἐλάχιστα, ἑπομένως τὸ μεῖζον ποσὸν ἦτο ποσὸν ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὴν ἱκανοποίησιν λόγῳ ἠθικῆς βλάβης. Ἀντιθέτως ὀρθὴ εἶναι ἡ πρότασις, ὅπως τὸ ζήτημα τοῦτο καθορισθῇ διὰ νόμου. Ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλων λόγων ἐπιβάλλεται τοῦτο. Ἀληθῶς τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἰσχύει νῦν, διαλαμβάνει, ὅτι οἱ παραβάται τῶν διατάξεων αὐτοῦ ὑπέχουσιν εὐθύνας πρὸς ἀποζημίωσιν διὰ τὴν ὑλικὴν καὶ ἠθικὴν βλάβην τοῦ παρόντος. Περιλαμβάνει δηλαδὴ καὶ τοὺς ἠθικοὺς αὐτουργοὺς καὶ τοὺς συνεργοὺς οἵτινες δύνανται νὰ εἶναι καὶ ἰδιῶται· διότι τὰ ἐν λόγῳ ἀδικήματα δύνανται νὰ διαπραχθῶσι μόνον παρὰ δημοσίων ὑπαλλήλων, ὡς φυσικῶν αὐτουργῶν. Εἶναι ὀρθότερον λοιπὸν τὸ ζήτημα νὰ ρυθμισθῇ δι’ εἰδικοῦ νόμου, ὁπότε θὰ ἀντιμετωπισθῇ ἡ τοιαύτη εὐθύνη, περὶ ἧς σιγᾷ ἡ πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς, οὐ μόνον ὡς πρὸς τὸν πταίσαντα δημόσιον ὑπάλληλον ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸν συνεργόν, καὶ ἠθικὸν αὐτουργόν. Ὅταν ἐπὶ παραδείγματι χρησιμοποιῇ τις παράνομα μέσα ἢ καὶ κομματικὴν ἰσχὺν ἐπηρεάζων ἀστυνομικόν τινα ὑπάλληλον, ὅστις οὕτω προβαίνει εἰς παράνομον κατακράτησιν, ἡ εὐθύνη καὶ ἐκείνου εἶναι ἐπίσης βαρεῖα καὶ ἡ ἐγκληματικὴ βούλησις ἐπικίνδυνος. Ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴ ὅσον καὶ τὸ σχέδιον τῶν τεσσάρων ἀξιοτίμων συναδέλφων προτείνει ὅπως, θεσπισθῇ διάταξις, καθ’ ἣν εἰδικὸς νόμος ὁρίζει τοὺς ὅρους καὶ τὰς προϋποθέσεις, ὑφ’ οὕς παρέχεται ἀποζημίωσις ὑπὸ τοῦ Κράτους εἰς ἀδίκως προφυλακισθέντας ἢ καταδικασθέντας. Ἡ διάταξις αὐτὴ ὑπῆρχεν εἰς τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 ἀλλὰ δὲν εἶναι νέα, διότι ἰσχύει καὶ νῦν διατηρηθεῖσα διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν Ζʹ Συντακτικῆς Πράξεως τοῦ 1935 τῆς 28ης Ὀκτωβρίου τοῦ 1935. Πράγματι, ἐπειδὴ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 κατηργήθη, διὰ τῆς ἐπαναφορᾶς ἐν ἰσχύϊ τοῦ ἀναθεωρηθέντος τῷ 1911 Συντάγματος, προέκυψε ζήτημα ποία ἦτο ἡ τύχη τοῦ νόμου περὶ καθορισμοῦ τῶν ὅρων τῆς ἀποζημιώσεως τῶν ἀδίκως προφυλακισθέντων καὶ καταδικασθέντων. Ἡ δὲ Συντακτικὴ αὕτη Πρᾶξις ἐν ἄρθρῳ 2 ὁρίζει ὅτι ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 καὶ παρὰ τὴν κατάργησιν ἐξακολουθοῦσιν ὑφιστάμενοι οἱ νόμοι περὶ τῶν ἰδίως προφυλακισθέντων καὶ καταδικασθέντων, καθ’ ἅπερ καὶ οἱ νόμοι οἱ ὁρίζοντες τὴν διάρκειαν τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως. Ὥστε βλέπομεν, ὅτι διὰ τῆς προτεινομένης διατάξεως δὲν πρόκειται νὰ δημιουργηθῇ νέον δίκαιον, ἀλλὰ νὰ διατηρηθῇ τὸ ἰσχῦον ἐκ τῆς Συντακτικῆς Πράξεως Ζʹ τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1935. Ὁ νόμος 4915 περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἀδίκως προφυλακισθέντων, ὡς ἔλεγεν ὁ ἀείμνηστος ἀντεισαγγελεὺς Γιδόπουλος, ὅστις ὑπῆρξε καὶ ὁ συντάκτης τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως καὶ τοῦ σχεδίου, ἐσκόπει, ὥστε ἀδίκως προφυλακιζόμενος ἢ καταδικαζόμενος, ὁ ὁποῖος πολλάκις διὰ τῆς ὁδοῦ τῆς προφυλακίσεως ἢ καταδίκης ἄγεται εἰς οἰκονομικὴν καταστροφήν, νὰ μὴ μένῃ ἄνευ ἀποζημιώσεως, πολλαχόθεν δὲ εἶχεν ἐκδηλωθῆ ἡ ἀντίληψις, ἡ συνείδησις περὶ τῆς νομοθετικῆς ρυθμίσεως τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Προέκυψε δὲ ἡ ἀνάγκη τοῦ νόμου αὐτοῦ διότι δυσκόλως ἠδύνατο νὰ βασισθῇ ἡ εὐθύνη τοῦ Δημοσίου, δοθέντος, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἢ λειτουργία εἶναι ἀνεξάρτητος. Οἱ δικασταὶ εἶναι ἄμεσα ὄργανα τοῦ Κράτους καὶ ἑπομένως δὲν δύναται νὰ θεμελιωθῇ ἐπαρκῶς ἡ εὐθύνη τοῦ Δημοσίου διὰ πράξεις ἢ παραλείψεις τῶν δικαστῶν, ἀφοῦ οὗτοι ὀφείλουσι κυρίως νὰ ἀκούωσι τὴν φωνὴν τῆς συνειδήσεως αὐτῶν καὶ δὲν ὑπόκεινται εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν ἑτέρου ὀργάνου. Ἀλλὰ καὶ ἐν ὄψει τῶν ἄρθρων 104–106 τοῦ εἰσαγωγικοῦ νόμου τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος πάλιν παραμένει τὸ ζήτημα καὶ διότι ἡ ἀξίωσις τῶν ἀδίκως προφυλακισθέντων ἢ καταδικασθέντων δικαιολογεῖται οὐσιαστικῶς καὶ ὁσάκις δὲν δύναται νὰ ἀποδοθῇ ὑπαιτιότης εἰς τὰς ἀνακριτικὰς καὶ τὰς δικαζούσας ἀρχάς. Ἑπομένως εἶναι ὀρθὴ ἡ πρότασις καὶ τῶν τεσσάρων ἀξιοτίμων συναδέλφων καὶ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως εἰδικὸς νόμος προνοεῖ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἀλλὰ τοῦτο σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ τύχῃ τὸ ζήτημα καὶ πρακτικῆς λύσεως, ἧς δὲν ἔτυχεν ἄχρι τοῦδε. Ἡ διάταξις λοιπόν, τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 ἥτις ἐμμέσως διετηρήθη διὰ τῆς Ζʹ Συντακτικῆς Πράξεως τοῦ 1935 πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ, περιλαμβανομένη ἐν τῷ ἄρθρῳ 5. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν προτεινομένην διάταξιν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς περὶ καθορισμοῦ ὁρίων προφυλακίσεως ἐπὶ κακουργημάτων καὶ πλημμελημάτων, παρατηροῦμεν ὅτι διάταξις ὁμοία εἶχε προταθῆ καὶ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, ἀλλ’ ἀπερρίφθη, διότι ἀνεγνωρίσθη μέν, ὅτι οἱ προτείνοντες διαπνέονται ἐκ πνεύματος σεβασμοῦ πρὸς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, ἀλλὰ ἐθεωρήθη ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ ἐγκυμονεῖ κινδύνους διὰ τὴν ἔννομον τάξιν. Ἐλέχθη, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ ποινικὴ δικονομία παρέχει τὴν εὐχέρειαν τῆς καταχρήσεως ἐν τῇ ἀσκήσει ἐνδίκων μέσων, ἐφ’ ὅσον ἡ ποινικὴ δικονομία δὲν τροποποιεῖται, ὥστε νὰ παρουσιάζῃ βελτιώσεις εὐνοούσας τὴν ταχυτέραν πρόοδον τῆς διαδικασίας, ἐφ’ ὅσον εἰς τὸν κατηγορούμενον παρέχονται ἄφθονα τὰ μέσα πρὸς παρέλκυσιν τῆς διαδικασίας, θὰ ἦτο ἐπιβράβευσις ἐν πολλοῖς τῶν στρεφοδικοπανούργων κακοποιῶν ἡ ἐπὶ τῇ βάσει ἀπολύτως ὁριζομένων χρονικῶν κριτηρίων ἀπόλυσις ἐπικινδύνων ἐγκληματιῶν. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν ὅτι τὸ ὅριον τῆς προφυλακίσεως ἐξαρτᾶται καὶ ἐκ τῆς ὑπαρχούσης ἐγκληματολογικῆς καταστάσεως ἐν τῇ χώρᾳ, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον κατὰ καιροὺς νὰ ἐπιχωριάζωσιν ἐγκλήματα σκοτεινὰ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀπαιτεῖται μακρὰ καὶ ἔντονος προσπάθεια πρὸς ἀνακάλυψιν καὶ τούτων καὶ τῶν εἰς αὐτὰ συνεργῶν καὶ συναιτίων. Δυστυχῶς τοιαύτη περίπτωσις ἀντιμετωπίζεται καὶ ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας, ὅπου τὰ ἐγκλήματα καὶ ἐπηυξημένα καὶ ἀγρίας μορφῆς καὶ σκοτεινὰ πολλάκις εἶναι. Διὰ τοῦτο δὲν ἐπιδοκιμάζω τὴν πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ἀπολύτων ἐν τῷ Συντάγματι χρονικῶν ὁρίων ἀλλὰ τὴν ἄλλην, καθ’ ἣν πρέπει νὰ περιληφθῇ διάταξις ὅτι ὁ νόμος πρέπει νὰ ὁρίζῃ ὅριον προφυλακίσεως. Ὄντως ὁ νόμος ὀφείλει νὰ ὁρίζῃ ὅριον προφυλακίσεως καὶ πράγματι ὑπάρχει τοιοῦτος νόμος, ὁ ἀν. νόμος 559)1945, ὁ ὁποῖος ἀντιμετωπίζει τὸ ζήτημα κατὰ τὸν εὐστοχώτερον τρόπον. Ὁρίζει δηλαδὴ ὅτι ἐὰν παρῆλθε 4μηνον ἐν προφυλακίσει ἐπὶ κακουργημάτων, ἢ δίμηνον ἐπὶ πλημμελημάτων ὀφείλει ὁ ἀνακριτὴς νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ἐκθέτων τοὺς λόγους δι’ οὓς δὲν ἐπερατώθη εἰσέτι ἡ ἀνάκρισις, ὑποκείμενος οὕτως εἰς τὸν ἐν ἀδικαιολογήτῳ καθυστερήσει ἔλεγχον. Ἀλλὰ περαιτέρω ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ καὶ αἴτησιν εἰς τὸ Συμβούλιον Πλημμελειοδικῶν, ὅπερ ἀκοῦον, ἐφ’ ὅσον ἐφικτόν, καὶ τοῦ κατηγορουμένου, δύναται νὰ διατάσσῃ τὴν διακοπὴν τῆς προφυλακίσεως τοῦ κατηγορουμένου καὶ νὰ παρατείνῃ τὴν προθεσμίαν πρὸς περάτωσιν τῆς ἀνακρίσεως οὐχὶ πλέον τῶν δύο μηνῶν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον ἐξετάζει ἑκάστην περίπτωσιν καὶ ἀναλόγως τῶν συγκεκριμένων περιστατικῶν δύναται νὰ ἀπολύσῃ τὸν κατηγορούμενον ἢ πάντως νὰ περιορίσῃ τὸν χρόνον τῆς προδικασίας. Σημειωτέον ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἰσχύει βάσει τῆς ὑπ’ ἀριθ. Ζʹ Συντακτικῆς Πράξεως τοῦ 1935 ἡ ὁποία ὁρίζει, ὅτι διατηρεῖται ὡς Συνταγματικὴ ἐπιταγὴ ἐκ τοῦ καταργηθέντος τότε ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927. Συνελόντ’ εἰπεῖν, φρονοῦμεν, ὅτι ἡ πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς ὅπως ἡ προθεσμία παραταθῇ ἐπὶ 5θήμερον ἐν περιπτώσει αἰτήσεως τοῦ κατηγορουμένου ἢ ἐν περιπτώσει ἀνωτέρας βίας εἶναι ὀρθή. Νομίζομεν ὅτι εἶναι ἄστοχος ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς πράξεως ὡς παρανόμου κατακρατήσεως καὶ δὴ ἐν τῷ Συντάγματι. Νομίζομεν, ὅτι παρέλκει τελείως ἡ προσθήκη διατάξεως ὅτι αἱ παραβάσεις τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 5 διέπονται αὐτεπαγγέλτως καὶ ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ ποσοῦ τῆς ἀποζημιώσεως διὰ τὴν ἠθικὴν βλάβην πρέπει νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὴν διὰ νόμου ρύθμισιν ὅπως ἄλλωστε ἔπραξεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου εἰς τὸ περὶ προστασίας τοῦ ἀσύλου τῆς κατοικίας παρ’ αὐτῆς προτεινόμενον ἄρθρον. Νομίζομεν ὡσαύτως, ὅτι ὀρθὴ εἶναι ἡ προσθήκη περὶ διατηρήσεως τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἀδίκως προφυλακισθέντων ἢ καταδικασθέντων καὶ ὅτι τέλος δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ σχετικὴ πρότασις τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ ἡ διατύπωσις ἐκ τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, ὅτι εἰδικὸς νόμος ὁρίζει τὸ ὅριον προφυλακίσεως, πέραν τοῦ ὁποίου δὲν δύναται αὕτη νὰ παραταθῇ.
§32Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἰς τὸ σχέδιον τὸ ὁποῖον ὑπεβάλαμεν ἡμεῖς, ἔχομεν ἀπαλείψει τὸ μέρος εἰς τὸ ὁποῖον ὁρίζεται ὅτι: «.................... (ἀναγινώσκει) ..........». Ἡ ἀπάλειψις δὲν ἔχει ἄλλην τινὰ ἔννοιαν εἰ μὴ μόνον ἀπὸ ἀπόψεως πρακτικῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνέλθῃ τὸ συμβούλιον ἐγκαίρως ὥστε νὰ δοθῇ ἡ παράτασις αὕτη μέχρι 5 ἡμερῶν. Πρακτικῶς εἶναι ἀνεφάρμοστος ἡ διάταξις. Δὲν ὑπάρχει δηλαδὴ ἀντίθεσις πρὸς τὴν οὐσιαστικὴν ἔννοιαν τῆς διατάξεως. Ὑπάρχει ἁπλῶς ἡ σκέψις ὅτι πρόκειται περὶ ἀνεφαρμόστου πρακτικῆς διατάξεως.
§33Θ. ΚΩΗΣ. Αὐτὸ προϋποθέτει ὅτι τὸ γεγονὸς τῆς ἀνωτέρας βίας θὰ προκύψῃ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἀλλὰ φυσικώτερον εἶναι τὸ γεγονὸς τῆς ἀνωτέρας βίας νὰ προκύψῃ πρότερον, ὁπότε ὑπάρχει ἡ εὐχέρεια καὶ ἡ χρησιμότης.
§34Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Πρακτικὴν σπουδαιότητα δὲν ἔχει.
§35Θ. ΚΩΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ δεσμοφύλαξ βλέπων ὅτι παρῆλθε τὸ 3ήμερον δύναται νὰ ἀπολύσῃ τὸν κατηγορούμενον, πλὴν ἂν ἔχῃ ὑπ’ ὄψει τὸ παρατεῖνον βούλευμα.
§36Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Θὰ παρεκάλουν νὰ σημειωθῇ ὄχι τοῦ «συμβουλίου» ἀλλὰ τοῦ «προσαχθέντος» πρόκειται περὶ λάθους.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Γιαννόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§38Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Συμμορφούμενος πρὸς τὸ τεταγμένον χρονικὸν ὅριον τοῦ ὁποίου ἡ παράβασις κατέστη προνόμιον τῆς αὐθαιρεσίας, θὰ περιορισθῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν, ὄχι ὁλοκλήρου τοῦ ἄρθρου 5, τοῦ ὁποίου ἄλλωστε αἱ ἀπόψεις ἐξετέθησαν ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων προλαβόντων τὸ βῆμα, ἀλλὰ εἰς τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου 5 τὴν περιέχουσαν τὴν διάταξιν περὶ συλλήψεως καὶ φυλακίσεως, (ἀναγινώσκει): «Οὐδεὶς συλλαμβάνεται, οὐδὲν φυλακίζεται ἄνευ ἠτιολογημένου δικαστικοῦ ἐντάλματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κοινοποιηθῇ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως ἢ προφυλακίσεως». Ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως αὐτῆς, κύριοι βουλευταί, προφανῶς εἶναι ὅτι θέλει νὰ προστατεύσῃ τὰς ἀτομικὰς ἐλευθερίας καὶ καθορίζει τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους εἶναι δυνατὸν νὰ παραβιασθῇ τὸ ἀγαθὸν αὐτό. Ἀλλὰ εἰς τὸν αὐτὸν σκοπὸν ἀποβλέπει καὶ τὸ προηγουμένως ψηφισθὲν ἄρθρον 4 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία εἶναι ἀπαραβίαστος. Προχωροῦν, τὸ ἄρθρον τοῦτο, καθορίζει ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ ἀπαραβίαστα δικαιώματα τῆς ἐλευθερίας. Εἶναι ἡ μὴ φυλάκισις, ἡ μὴ σύλληψις, καὶ περαιτέρω κανονίζει τὰς προϋποθέσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ παραβιασθοῦν αὐτὰ τὰ δικαιώματα τῆς ἐλευθερίας. Ὁρίζει δηλαδὴ τὸ ἄρθρον 4 τὴν κατευθυντήριον γραμμὴν τοῦ ἀπαραβιάστου τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας καὶ ἐξουσιοδοτεῖ τὸν νόμον νὰ καθορίσῃ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ παραβιασθῇ ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία. Ἔχομεν δηλαδὴ μίαν ἐξουσιοδότησιν τοῦ Συντάγματος πρὸς τὸν κοινὸν νομοθέτην νὰ κανονίσῃ, ὑπὸ ποίους ὅρους δύναταί τις νὰ καταδιωχθῇ, νὰ συλληφθῇ καὶ νὰ φυλακισθῇ, ὡς καὶ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ λαμβάνῃ χώραν ἡ σύλληψις καὶ φυλάκισις. Ἀφοῦ αὐτὴ εἶναι ἡ κατευθυντήριος γραμμή, ἔρχεται τὸ ἄρθρον 5 καὶ ἀντιθέτως πρὸς τὸ ἄρθρον 4, μᾶς λέγει: (ἀναγινώσκει). «Οὐδεὶς συλλαμβάνεται, οὐδὲ φυλακίζεται, ἄνευ ἠτιολογημένου δικαστικοῦ ἐντάλματος κλπ». Καὶ δὲν περιορίζεται εἰς τοῦτο μόνον, νὰ ἄρῃ δηλαδὴ τὴν ἐξουσιοδότησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωσεν εἰς τὸν συντεταγμένον νομοθέτην, καὶ νὰ καθορίζῃ τὴν προϋπόθεσιν ὑπὸ τὴν ὁποίαν θὰ λαμβάνῃ χώραν ἡ σύλληψις, ἀλλὰ προχωρῶν λέγει: «Τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κοινοποιηθῇ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως ἢ προφυλακίσεως». Τοῦ καθορίζει δηλαδὴ καὶ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ λαμβάνῃ χώραν καὶ ἡ σύλληψις. Ὅλα αὐτὰ δὲν εὑρίσκονται ἐν συμφωνίᾳ μὲ τὸ προηγούμενον ἄρθρον 4. Φρονῶ, κ. βουλευταί, ὅτι προφανῶς παρουσιάζεται ἀσυνέπεια τῶν δύο αὐτῶν ἄρθρων, διὰ νὰ μὴ εἴπω σύγκρουσις. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτηθῇ, τὸ πρᾶγμα ἔχει ἀξίαν θεωρητικήν, ἢ ἔχει καὶ πρακτικήν; Φρονῶ ὅτι ἔχει πολλὴν πρακτικὴν σημασίαν καὶ ἀνευρίσκεται αὕτη ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τῆς λέξεως δικαστικὸν ἔνταλμα, καὶ ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τῆς φράσεως «νὰ κοινοποιηθῇ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως». Ἄς ἐξετάσωμεν τί ἐννοοῦμεν λέγοντες δικαστικὸν ἔνταλμα. Φρονῶ ὅτι ἡ γραμματικὴ ἑρμηνεία εἶναι σαφής. Δικαστικὸν ἔνταλμα σημαίνει τὸ ἐκδοθέν, ἐκ μέρους τῶν δικαστικῶν ὀργάνων. Ἐν τούτοις ἐν τῇ πρακτικῇ ἐφαρμογῇ καὶ τὰ ἐντάλματα τὰ ἐκδιδόμενα ἀπὸ τὴν προανακριτικὴν ἀρχήν, τὴν ἀστυνομικήν, καὶ αὐτὰ ἔχουν ἰσχύν. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐπελήφθη τὸ ἀνώτατον δικαστήριον. Ἐὰν ἐπελήφθη ὅμως δὲν ἦτο δυνατὸν ὑποθέτω νὰ εἴπῃ ὅτι τὸ ἔνταλμα τὸ ὁποῖον ἐκδίδει ὁ πρῶτος ἀστυνομικὸς σταθμάρχης, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς δικαστικὸν ἔνταλμα. Φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ὑποχρέωσιν, εἴτε νὰ ἀπαλείψῃ τὴν λέξιν δικαστικόν, εἴτε νὰ περιλάβῃ σαφῶς εἰς ταῦτα καὶ τὰ προανακριτικά, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ δημιουργῆται ἡ ἐπικίνδυνος σύγχυσις, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε δημιουργεῖται διὰ τῆς σιωπηρᾶς παραδοχῆς ὅτι δικαστικὰ ἐντάλματα εἶναι καὶ τὰ ἐκ μέρους τῶν προανακριτικῶν ἐκδιδόμενα καὶ συνεπῶς δίδεται ἑρμηνεία μὴ συνάδουσα πρὸς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος. Ὁ κίνδυνος, κύριοι, εἶναι μεγάλος ἐκ τῆς συγχύσεως αὐτῆς, διότι δεδικαιολογημένως θὰ δύναται πᾶς τις νὰ ἀρνηθῇ τὴν Συνταγματικὴν ἀναγνώρισιν τῶν προανακριτικῶν ἐνταλμάτων, δυνάμει τῶν ὁποίων διώκονται τὰ πλεῖστα τῶν ἐγκλημάτων καὶ μάλιστα εἰς τὴν ὕπαιθρον. Ὑπάρχει ὅμως καὶ μία ἄλλη περίπτωσις. Πρέπει δηλαδὴ νὰ κοινοποιηθῇ τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως. Αὐτὸ δὲν ὑπόκειται εἰς ἑρμηνείαν διότι εἶναι ἐντελῶς σαφές. Τὴν στιγμὴν ποὺ τὸ καταδιωκτικὸν ὄργανον λέγει εἰς τὸν Αʹ σὲ συλλαμβάνω, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξαγάγῃ ἐκ τοῦ θυλακίου του καὶ νὰ ἐπιδείξῃ τὸ ἔνταλμα, ἄλλως ἐνεργῆ παρανόμως καὶ ἀντισυνταγματικῶς. Πρέπει κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως νὰ κοινοποιηθῇ καὶ τὸ ἔνταλμα. Καὶ ἐρωτᾶται θεσπίζομεν διατάξεις διὰ νὰ ἐφαρμοσθοῦν ἢ ὄχι;
§39Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Εἶναι δυνατὴ ἡ ἐπιτήρησις τῆς ἐφαρμογῆς;
§40Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Δὲν νομίζω ἄλλωστε, ὅτι ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν συντακτικὴν μας ὑποχρέωσιν νὰ θεσπίζωμεν διατάξεις καὶ νὰ μὴ ἀξιοῦμεν τὴν αὐστηρὰν τήρησίν των. Ἐάν τις ἐρωτήσῃ τί πρέπει νὰ κάμῃ τὸ καταδιωκτικὸν ὄργανον τὸ ὁποῖον βλέπει ἐνώπιόν του ἱστάμενον ἕνα ὁ ὁποῖος ἔχει διαπράξει φόνους καὶ ἔχει ἐκδοθῆ ἔνταλμα, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ ἔνταλμα εἰς χεῖρας του τὸ ἐν λόγῳ ἀστυνομικὸν ὄργανον, ἡ ἀπάντησις εἶναι ὅτι θὰ πρέπει νὰ τὸν συλλάβῃ καὶ παρὰ τὸ Σύνταγμα. Αὐτὸ θὰ γίνῃ καὶ γίνεται, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ὑποθάλψωμεν αὐτὴν τὴν ἀντισυνταγματικότητα. Τὸ πρᾶγμα ἔχει μεγάλην σημασίαν εἰς τὰς παρούσας στιγμάς, ὅταν μάλιστα τὸ ἔγκλημα μετεβλήθη εἰς μέσον πολιτικῆς ἐπικρατήσεως ἀπὸ ὁμάδας ἢ καὶ κόμματα ἀκόμη. Ἀκριβῶς δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους δημιουργεῖται ἡ ὑποχρέωσις νὰ διορθωθῇ τὸ πρᾶγμα. Ἀποτελεῖ ὑποχρέωσιν νὰ διορθώσωμεν μίαν διάταξιν ἡ ὁποία δὲν ἐνδείκνυται, καὶ διότι ἐὰν δὲν τὴν διορθώσωμεν δημιουργεῖται ζήτημα εἰς τὴν ἔννομον τάξιν. Εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν συνεζητήθη διὰ μακρῶν εἷς δὲ παριστάμενος συνάδελφος ἔταμε τὸ ζήτημα ριζικῶς, καὶ ὑπεστήριξεν ὅτι ἡ διάταξις πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ἐξ ὁλοκλήρου, ὁλόκληρος δηλαδὴ ἡ παράγραφος: «Ἐξαιρουμένου τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐγκλήματος, οὐδεὶς συλλαμβάνεται, οὐδὲ φυλακίζεται, ἄνευ ἠτιολογημένου δικαστικοῦ ἐντάλματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κοινοποιηθῇ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως ἢ προφυλακίσεως», δεδομένου ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, ἱκανοποιεῖται ἀπὸ τὴν διάταξιν τοῦ προηγουμένου ἄρθρου 4. Βασίμως ὑπεστηρίχθη ὅτι δύναται νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις χωρὶς νὰ διατρέχωμεν τὸν κίνδυνον νὰ κατηγορηθῶμεν, ὅτι παραβιάζομεν τὸ ἀγαθὸν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, διότι αὐτὸ προστατεύεται ἀπὸ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 4. Ἐν τούτοις ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἐδέχθη τὴν ἄποψιν αὐτήν. Καὶ ἐγὼ δὲν συνεμερίσθην τὴν ἀντίληψιν περὶ καταργήσεως ὁλοκλήρου τῆς ἐν λόγῳ διατάξεως ὄχι διότι δὲν συμφωνῶ εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς προτάσεως. Πιστεύω καὶ ἐγὼ ὅτι αἱ ἐλευθερίαι αἱ ἀτομικαὶ πρέπει νὰ εἶναι κατὰ τοιοῦτον τρόπον διατυπωμέναι καὶ κατωχυρωμέναι, ὥστε νὰ μὴ χρησιμοποιοῦνται ἐκ μέρους τῶν ἐγκληματιῶν ὡς μέσον καταργήσεως τῆς δημοκρατικῆς ἐλευθερίας πρὸς τὴν ὁποίαν ἀποβλέπουν αἱ διατάξεις αὐταί. Ὅταν πρόκειται αἱ ἀτομικαὶ ἐλευθερίαι νὰ χρησιμοποιηθοῦν εἴτε ἀπὸ τὴν μίαν παράταξιν, εἴτε ἀπὸ τὴν ἄλλην, ὡς μέσον ἐπικρατήσεως, διὰ τὴν κατάλυσιν πάσης ἐννοίας ἐλευθερίας, τότε αἱ διατάξεις αὐταὶ ἀντὶ καλοῦ φρονῶ ὅτι φέρουν κακὸν διὰ τὰς δημοκρατικὰς ἐλευθερίας. Ὄχι λοιπόν, ἀπὸ αὐτὴν τὴν σκέψιν ἐκινήθην ἐναντίον τῆς προτάσεως διαγραφῆς ὁλοκλήρου τῆς παραγράφου, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν σκέψιν ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ δείξωμεν μίαν ἀνευλάβειαν πρὸς μίαν συνταγματικὴν παράδοσιν, διότι βέβαια ἡ διάταξις αὐτὴ ἐπαναλαμβάνεται εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως καὶ ἐντεῦθεν, ἐφ’ ὅσον τὸ ζήτημα εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθῇ καὶ διὰ τῆς παραμονῆς τῆς παραγράφου αὐτῆς, γινομένης ὅμως καταλλήλου τροπολογίας. Ἡ κατάλληλος τροπολογία κατ’ ἐμὲ εἶναι, κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ καθορισθῇ ἡ ἔννοια τοῦ δικαστικοῦ ἐντάλματος. Καὶ ὡς δικαστικὰ ἐντάλματα νὰ θεωρηθοῦν καὶ τὰ ἐντάλματα τὰ ἐκδιδόμενα ἀπὸ μέρους τῶν προανακριτικῶν ἀρχῶν. Τοῦτο δὲ δύναται νὰ γίνῃ διὰ μιᾶς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως καθ’ ἣν, εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ δικαστικοῦ ἐντάλματος, περιλαμβάνονται καὶ τὰ ἐντάλματα τὰ ἐκδιδόμενα ὑπὸ τῶν προανακριτικῶν ἀρχῶν. Καὶ τὸ δεύτερον ζήτημα τῆς κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως ἐπιδείξεως τοῦ ἐντάλματος νὰ διαγραφῇ ἐξ ὁλοκλήρου. Δὲν συντρέχει κανένας λόγος νὰ ὑπάρχῃ. Ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχῃ, κύριοι, ἡ ἐξασφάλισις διὰ τὸν κατηγορούμενον ὅτι δὲν συλλαμβάνεται ἄνευ ἐντάλματος. Θὰ γνωρίζῃ ὁ κατηγορούμενος ὅτι διὰ νὰ συλληφθῇ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἕνα ἔνταλμα συλλήψεως. Ἐὰν τὸ ἔνταλμα εὑρίσκεται εἰς τὰ χέρια τοῦ διενεργοῦντος ἐκείνην τὴν στιγμὴν τὴν σύλληψιν ἢ εἰς τὰ γραφεῖα τῆς Ἀστυνομίας, δὲν ἔχει σημασίαν. Θὰ τοῦ κοινοποιηθῇ ἢ τὴν ἡμέραν τῆς συλλήψεως ἢ τὴν ἑπομένην. Πάντως πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἕνα ἔνταλμα συλλήψεως διὰ νὰ γίνῃ ἡ σύλληψίς του. Τὸ πότε θὰ τοῦ κοινοποιηθῇ δὲν ἔχει σπουδαίαν σημασίαν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, αἴρομεν τὸν κίνδυνον καὶ καταργοῦμεν τὴν τυπικὴν σημασίαν τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ κοινοποίησις ἡ αὐτοστιγμεὶ τοῦ ἐντάλματος τῆς συλλήψεως. Αὐταὶ ἦσαν αἱ παρατηρήσεις τὰς ὁποίας εἶχα νὰ κάμω, κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τῆς παραγράφου 1 τοῦ ἄρθρου καὶ φρονῶ ὅτι μᾶς ἐπιβάλλει ἡ συναίσθησις τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ὡς συντακτικοὶ νομοθέται, μίαν προφανῆ παραβίασιν τὴν ὁποίαν ἠνεχόμεθα κατὰ τὸ παρελθόν, ἐὰν θέλωμεν νὰ προλάβωμεν τὰς παρεκτροπάς, ἐὰν θέλωμεν νὰ διατηρήσωμεν τὴν ἔννομον τάξιν, μίαν τόσον προφανῆ παραβίασιν πρέπει νὰ τὴν διορθώσωμεν καὶ κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος νὰ μὴ μᾶς ἐκθέτῃ εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, ὅτι ἡμεῖς δῆθεν παραβιάζομεν τὰς προσωπικὰς ἐλευθερίας διότι δὲν λέγομεν ὅτι ἠμπορεῖ νὰ συλλαμβάνεται κανεὶς ἄνευ ἐντάλματος, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ κοινοποιῆται τὸ ὑπάρχον ἔνταλμα συλλήψεως κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως. Ὄχι μόνον διὰ τὰς ἀνωμάλους περιστάσεις τὰς ὁποίας διερχόμεθα, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ μέλλον εἶναι σοβαρὸς ὁ κίνδυνος. Δὲν τὸν ᾐσθανόμεθα μέχρι σήμερον τὸν κίνδυνον διότι τὰ καταδιωκτικὰ ὄργανα παρεβίαζαν τὴν ἐπιταγὴν αὐτὴν τοῦ Συντάγματος.
§41Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Μίαν ἐρώτησιν. Ἤθελα νὰ γνωρίζω, κατὰ τὴν ἀντίληψίν σας διορθοῦται τὸ πρᾶγμα ἐὰν ἀφαιρεθῇ ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ ἐντάλματος ὡς δικαστικοῦ, ἄνευ ᾐτιολογημένου ἐντάλματος;
§42Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν διατηρήσωμεν τὴν λέξιν δικαστικοῦ, πρέπει νὰ κάμωμεν μίαν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν.
§43Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὑπὲρ τῆς ἀπόψεώς σας ὑπάρχει τὸ ἐπιχείρημα ὅτι εἰς χώρας αἱ ὁποῖαι θεωροῦνται πρότυπα κατοχυρώσεως τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας ἡ σύλληψις ἐνεργεῖται δι’ ἀστυνομικῶν ἐνταλμάτων καὶ ὄχι διὰ δικαστικῶν.
§44Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐπικαλούμεθα τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερίας ὡς παρεμποδίζουσαν τὴν καθιέρωσιν τῆς συλλήψεως καὶ δι’ ἐντάλματος τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἐκδίδεται ἀπὸ δικαστικὴν ἀρχήν. Συμφωνῶ δηλαδὴ μὲ τὴν ἄποψίν σας. Συνεπῶς νομίζω ὅτι ἐὰν γίνῃ ἡ διαγραφὴ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ ἐντάλματος ὡς δικαστικοῦ, ἐν μέρει διορθοῦται τὸ πρᾶγμα. Παραμένει δεύτερον ζήτημα, τὸ ζήτημα τῆς κοινοποιήσεως κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς προφυλακίσεως ἢ τῆς συλλήψεως. Ὑπάρχουν δι’ αὐτὸ δύο τρόποι διορθώσεως. Ἢ θὰ πρέπει νὰ εἴπωμεν ὅτι γενικῶς νὰ ἔχῃ προεκδοθῆ τὸ ἔνταλμα καὶ θὰ πρέπει τοῦτο νὰ διαπιστωθῇ, καὶ ἀρκεῖ διὰ τὴν νομιμότητα τῆς συλλήψεως, ἢ θὰ πρέπει νὰ εἴπωμεν ὅτι δέον νὰ κοινοποιηθῇ ἅμα τῇ προσαγωγῇ εἰς τὰς ἀστυνομικὰς ἀρχάς. Μία ἀπὸ τὰς δύο ἐκδοχάς. Ἡ κατοχύρωσις τοῦ δικαιώματος τῆς ἐλευθερίας γίνεται διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἐντάλματος. Ἐὰν τὰ καταδιωκτικὰ ὄργανα προβοῦν εἰς τὴν σύλληψιν ἑνὸς ἀνθρώπου, ἐναντίον τοῦ ὁποίου δὲν ὑπάρχει ἔνταλμα συλλήψεως, γίνονται ἔνοχοι παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος.
§45Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐνῷ ἐὰν ἔχῃ προεκδοθῆ, τότε δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν ἴσως τὴν ἑξῆς διατύπωσιν: «Ἐξαιρουμένου τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐγκλήματος, οὐδεὶς συλλαμβάνεται, οὐδὲ φυλακίζεται, ἄνευ ἠτιολογημένου ἐντάλματος, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ ἐκδοθῆ πρὸ τῆς συλλήψεως κλπ.».
§46Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Θὰ ἐπιτρέπεται νὰ ἐκδίδουν ἐντάλματα συλλήψεως καὶ προφυλακίσεως τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα ἐνῷ, μέχρι σήμερον εἶναι αἱ δικαστικαὶ ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι ἔχουν τὸ δικαίωμα.
§47Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Πρόκειται περὶ συγχύσεως. Θὰ εἴχατε δίκαιον, κ. συνάδελφε, εἰς τὴν ἄποψίν σας, ἀλλ’ ὄχι εἰς τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν μᾶς ἀποδίδετε. Ἐγὼ ὁμιλῶ γενικῶς περὶ τοῦ ἐντάλματος. Τί ἀπαιτεῖται; Ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρχῃ ἠτιολογημένον ἔνταλμα, τὸ ὁποῖον ἢ θὰ εἶναι ἔνταλμα συλλήψεως ἢ ἔνταλμα φυλακίσεως, ἀναλόγως τῆς ἁρμοδιότητος τῆς ἐκδιδούσης τὸ ἔνταλμα ἀρχῆς. Καὶ ἀπαιτεῖται τὸ ἔνταλμα τοῦτο νὰ ἔχῃ ἐκδοθῆ πρὸ τῆς συλλήψεως ἢ προφυλακίσεως, ἀναλόγως τοῦ περιεχομένου τοῦ ἐντάλματος. Δὲν προδικάζει ἡ διατύπωσις αὐτή, ὅτι ἔχει ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ δικαίωμα προφυλακίσεως.
§48Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ἐπεκράτησεν ἡ ἀρχή, ὅτι ὅπου ὑπάρχει ζήτημα ἐπιστημονικῆς ἀρχῆς, ἢ μᾶλλον εἶναι ὅλα τὰ ζητήματα τὰ στρεφόμενα περὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων, ὑπόκειται εἰς ἀμφισβήτησιν. Δὲν ὑπάρχει σχεδὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι ξένον πρὸς πᾶσαν ἀμφισβήτησιν. Ὅλα ὑπόκεινται εἰς ἀμφισβητήσεις, ὅλα ἔχουν ἀντιρρήσεις ὀρθάς. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισεν, ἐπὶ ζητημάτων τὰ ὁποῖα, δὲν εἶναι παγκοίνως καὶ ὁμολογουμένως ἀποδεκτὰ καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, νὰ μείνῃ εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ Συντάγματος 1911, παρὰ τῶν ἐπιστημόνων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐδόξασαν τότε τὴν Πατρίδα μας. Τοῦτο ἦτο ὄχι μόνον ὀρθὸν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς Συνταγματικῆς ἀπόψεως διότι, τὸ Σύνταγμα δὲν ἠμπορεῖ νὰ προβῇ εἰς τὰς λεπτομερείας. Τὸ Σύνταγμα θὰ προβῇ εἰς τὰς γενικὰς διατάξεις καὶ γενικὰς διατάξεις θὰ θέσῃ. Λεπτομερείας ὄχι. Ἀλλὰ ὅ,τι δήποτε καὶ ἐὰν ὁρίσωμεν, ἡ πρᾶξις δὲν ἠμπορεῖ νὰ μένῃ πάντοτε ἐντὸς τῆς κοίτης τῆς χαρασσομένης ἀπὸ τὸν νόμον ἢ ἀπὸ τὸ Σύνταγμα. Ἡ πρᾶξις θὰ ἐξέλθῃ πάντοτε. Καὶ ἔχει ἐξέλθει ἤδη κατ’ ἐμέ, ἀναγνωρίσας τὸ δίκαιον τῆς ἐκδόσεως ἐντάλματος εἰς τὰς ἀστυνομικὰς ἀρχάς. Τοῦτο κατ’ ἐμέ, συμφωνεῖ μὲ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Διότι δικαστικὸν ἔνταλμα δὲν ἐννοεῖται ἄνευ τοῦ ἐνωμοτάρχου, τοῦ προανακριτοῦ. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὰ πράγματα ὅπως ἔχουν. Διότι ἐὰν εἴπωμεν δι’ ἀστυνομικοῦ ἐντάλματος, θὰ φθάσωμεν εἰς καταχρήσεις. Καὶ ὁ τελευταῖος ἐνωμοτάρχης θὰ ἐκδίδῃ ἔνταλμα. Ἀφήσατε τὸν ροῦν τῶν πραγμάτων ὅπως τρέχει ἀπὸ τοῦ 1911 μέχρι σήμερον, χωρὶς νὰ ἔχωμεν κανένα θέμα, τὸ ὁποῖον νὰ πλήξῃ τὴν κοινὴν συνείδησιν. Μὴ φεύγετε ἀπὸ τὰς γενικὰς διατάξεις, ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911.
§49Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονεῖτε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν ἐγωϊσμὸν ἑνὸς Συντακτικοῦ Σώματος, νὰ γίνεται ἀπὸ μέρους σας αὐτὴ ἡ διαπίστωσις, ὁ ὁποῖος ἔχετε ἐντρυφήσει εἰς τὴν νομικὴν ἐπιστήμην καὶ εἰς τὴν ἄσκησιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, νὰ γίνεται ἡ διαπίστωσις, ὅτι ἐν τῇ πράξει παραβιάζονται αἱ Συνταγματικαὶ διατάξεις, δηλαδὴ συλλαμβάνονται ἄνθρωποι ἄνευ δικαστικοῦ ἐντάλματος, ὅπως λέγει τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ δι’ ἐντάλματος προανακριτικῆς ἀρχῆς καὶ ὅτι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι σήμερον ἀναθεωροῦμεν τὸ Σύνταγμα, πρέπει νὰ ὑποθάλψωμεν τὴν παραβίασιν αὐτήν, καὶ νὰ τὴν υἱοθετήσωμεν ἐπισήμως διαπιστουμένην ἀπὸ ἡμᾶς, κ. Πρόεδρε;
§50Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουν δύο εἴδη νομοθέται, ἡμεῖς ποὺ νομοθετοῦμεν καὶ ὁ λαὸς ποὺ ἀγράφως νομοθετεῖ. Ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι αἱ περιστάσεις ἐπιβάλλουν ἴσως νὰ ἀναγνωρίσωμεν κάποτε καὶ τὸ ἀστυνομικὸν ἔνταλμα. Αὐτὸ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὸ κάμωμεν. Ἀλλὰ ἐὰν τὸ θέσωμεν ὡς ἀρχήν, ὅτι τὸ ἀστυνομικὸν ἔνταλμα εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξισοῦται μὲ τὸ δικαστικόν, ὁ κίνδυνος εἶναι μέγας. Ἀντὶ λοιπόν, τῆς ἐπιστημονικῆς ὀρθότητος, ἂς προφυλαχθῶμεν ἀπὸ τὸν κίνδυνον, ὁ ὁποῖος εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ.
§51Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε νὰ ὑποθάλψωμεν τὴν συνταγματικὴν αὐτὴν παραβίασιν, τίποτε ἄλλο δὲν συνιστᾶτε.
§52Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνθρώπινος ἀδυναμία αὐτή, νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ διατυπώσωμεν ἀπολύτως εἰς τοὺς νόμους, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλομεν.
§53Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ συντάξει τοῦ πολιτεύματος, πρέπει νὰ εἴμεθα εἰλικρινέστεροι καὶ συνεπέστεροι. Καὶ νὰ ἔχωμεν ἕνα στοιχειώδη ἐγωϊσμὸν ὥστε, αἱ διατάξεις τὰς ὁποίας ἡμεῖς, συντάσσομεν καὶ ἐπιβάλλομεν εἰς τὸ Ἔθνος, νὰ τηροῦνται ἀπὸ τὰ ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ ὄχι νὰ ἐπιτρέπωμεν νὰ παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα.
§54Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπατε προηγουμένως διὰ τὸ ζήτημα τῆς κοινοποιήσεως, εἶναι ὀρθὸν βέβαια. Ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐξέλθετε ἀπὸ τὸν ποταμόν, ἀπὸ τὸν ροῦν τῆς ζωῆς.
§55Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δυνάμεθα νὰ διωρθώσωμεν τὸ πρᾶγμα, χωρὶς νὰ προσβάλωμεν καὶ τὸ φιλελεύθερον πνεῦμα.
§56Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσ.). Νομίζω, ὅτι τὸ Σύνταγμα ρυθμίζει γενικοὺς κανόνας, περὶ τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν. Ἐὰν ὑπάρχουν ὡρισμένα ἄρθρα, ὅπως τὸ ἄρθρον 5, εἰς τὸ ὁποῖον ρυθμίζονται λεπτομερέστερον, τὰ τοῦ τρόπου συλλήψεως βάσει ἐντάλματος προφυλακίσεως κλπ., δὲν ἕπεται, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἐξαντλεῖ τὸ θέμα. Ὁ νόμος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ρυθμίσῃ τὰ λεπτομερειακὰ στοιχεῖα τὰ ἀφορῶντα τὴν σύλληψιν καὶ τὴν φυλάκισιν. Τὸ Σύνταγμα κατὰ γενικὸν τρόπον, θεσπίζει ὅρους καὶ κανόνας προασπίζοντας τὰς ἀτομικὰς ἐλευθερίας. Αἱ λεπτομέρειαι ὅτι, τὸ ἔνταλμα θὰ εἶναι δικαστικὸν ἢ ἀστυνομικὸν, εἶναι φυσικὸν νὰ μὴ καθορισθοῦν τόσον καταληπτῶς εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἔχει μίαν ἐγγύησιν τὸ Σύνταγμα, διὰ τῆς δικαστικῆς κρίσεως. Ἴσως νὰ ὑπάρξουν περιπτώσεις, ὅπου κατά τινα οἰκονομίαν τῶν πραγμάτων, αἱ ἀρχαὶ θὰ ἐνεργήσουν ἄλλως, πρὸς ἐπιτέλεσιν τοῦ καθήκοντος. Αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει, ὅτι ἐπισημοποιοῦμεν τὴν παραβίασιν τοῦ Συντάγματος. Πρόκειται περὶ τῆς μοιραίας γενικότητος ποὺ ἐγκλείουν οἱ Συνταγματικοὶ κανόνες, ὅταν θεσπίζουν θέματα, τὰ ὁποῖα κατ’ ἀνάγκην θὰ ἀποτελέσουν ἀντικείμενον ρυθμίσεως λεπτομερειακῆς, ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἴδιον τὸν συντεταγμένον νομοθέτην. Ἐκ τούτου νομίζω, ὅτι καλῶς ἔχει τὸ ἄρθρον καὶ ὅτι, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ ἐπεκτείνωμεν μὲ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἐντάλματος τοῦ οἱουδήποτε, διότι, ὅπως ἐλέχθη ὀρθότατα, αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ μᾶς ἀγάγῃ εἰς μίαν χαλάρωσιν τῶν κανόνων, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἦτο ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ γενικοῦ σεβασμοῦ τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας. Ἐλέχθη ὅτι, ὑπάρχει σκοπιμότης νὰ τεθῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ διάταξις, λόγῳ τῶν σοβαρῶν περιστάσεων, τὰς ὁποίας σήμερον τὸ Ἔθνος ἀντιμετωπίζει καὶ ἐν συνεχείᾳ θὰ ἔχῃ νὰ ἀντιμετωπίσῃ. Τὴν σκοπιμότητα αὐτὴν, ὅλοι τὴν ἀναγνωρίζομεν ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπαρκὴς λόγος διὰ νὰ θεσπίσωμεν παρομοίαν διάταξιν.
§57Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἔχετε μίαν λέξιν, ἡ ὁποία δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ δυσχεραίνῃ τὴν σύλληψιν τῶν ἀτάκτων στοιχείων. Λέγεται «κοινοποίησις». Δηλαδὴ λέγεται εἰς τὸν ὑπάλληλον, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ συλλάβῃ τὸν ἀδικήσαντα, ἐὰν δὲν τοῦ κοινοποιήσῃ τὸ ἔνταλμα. Ἐὰν δὲν ἔχῃ τὸ ἔνταλμα εἰς χεῖράς του τὸ ὄργανον, πρέπει νὰ μὴ συλλάβῃ τὸν κακοποιόν; Νὰ τὸν ἀφήσῃ νὰ φύγῃ;
§58Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα τῆς κοινοποιήσεως διὰ τῆς ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐφαρμογῆς, ἐπῆρε μίαν ὀρθὴν ἑρμηνείαν. Δηλαδή, ἡ κοινοποίησις δὲν πρέπει νὰ γίνεται ἀμέσως ἀπὸ τὸν συλλαμβάνοντα. Τὸν συλλαμβάνει, τὸν πάει εἰς τὸν ἀνακριτὴν καὶ ἐκεῖ τοῦ ἐπιδεικνύεται τὸ ἔνταλμα.
§59Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς εἰσηγητής, ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ, ἐγὼ θὰ καταλήξω εἰς τὸ ἑξῆς συμπέρασμα, ἐν σχέσει μὲ τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου. Ἐὰν ἀντελήφθην καλῶς, προτείνετε, κύριε Γιαννόπουλε, τὴν διαγραφὴν τῆς λέξεως «δικαστικοῦ» ἢ τὴν προσθήκην «καὶ ἀστυνομικοῦ» ἐντάλματος. Ὁ σκοπὸς μας εἶναι ἡ προστασία τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν τοῦ πολίτου ἔναντι τῆς τυχὸν αὐθαιρεσίας τοῦ Κράτους. Ὡς ἀσφαλεστέρα ἀρχὴ προστασίας τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων, κατ’ ἐμέ, εἶναι ἡ δικαστικὴ ἀρχή. Ἐὰν ὁ σκοπός μας αὐτὸς εἶναι, δὲν ἠμπορεῖ νὰ λείψῃ ἡ λέξις «δικαστικοῦ». Αἱ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προβοῦν εἰς τὴν σύλληψιν ἄνευ ἐντάλματος, καθορίζονται διὰ τῆς διατάξεως τῆς προβλεπούσης περὶ τῶν ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδικημάτων. Εἰς μόνην τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἡ ἀστυνομία παρίσταται ἀνάγκη νὰ σπεύσῃ νὰ συλλάβῃ τὸν δράστην ἄνευ ἐντάλματος. Ἐγὼ δὲν κρίνω ἐὰν κατ’ οὐσίαν πρέπει νὰ δώσωμεν τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα νὰ ἐκδίδουν ἐντάλματα συλλήψεως, ἀλλὰ κρίσιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν. Ἐὰν τὸν σκοπὸν αὐτόν, ἐπιδιώκομεν, πρέπει νὰ μὴ λείψῃ ἡ λέξις «δικαστικοῦ» καὶ νὰ μὴ προστεθῇ ἡ λέξις «ἀστυνομικοῦ». Ἐπὶ πλέον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν κοινοποίησιν τῶν ἐνταλμάτων κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως καὶ προφυλακίσεως, αὐτό, σῴζει τὴν κατάστασιν. Ἠμπορεῖ νὰ κοινοποιηθῇ καὶ κατὰ τὴν ὥραν τῆς συλλήψεως καὶ κατὰ τὴν ὥραν τῆς προφυλακίσεως, ὅταν προσέλθῃ εἰς τὸν ἀνακριτήν. Εἶναι πλήρης ἡ διατύπωσις αὐτή. Ἐγὼ ἀπεκόμισα τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχω ὡς εἰσηγητής, νὰ μείνῃ ἡ λέξις «δικαστικοῦ» καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ διατυπωθῇ ὅπως ἔχει. Ἡ λέξις «σύλληψις» ἠμπορεῖ νὰ λείψῃ. Δὲν ἀλλάζει καθόλου τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου.
§60Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἀπαντήσω καὶ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν καὶ εἰς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους. Ἐλέχθη ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν, ὅτι σκοπὸς τοῦ Συντάγματος εἶναι νὰ καθορίζῃ τὰς γενικὰς γραμμάς, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ κινηθῇ ὁ νομοθέτης. Εἰς αὐτὸ ἀκριβῶς, εὑρίσκομαι καὶ ἐγὼ σύμφωνος μὲ τὸν κ. ὑπουργόν. Ἐὰν μὲ εἶχε παρακολουθήσει ὁ κ. ὑπουργὸς ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ λόγου μου, θὰ ἤκουεν ὅτι εἰς τὴν γενικὴν γραμμήν, τὴν ὁποίαν καθορίζει τὸ ἄρθρον 4, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι, ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία εἶναι ἀπαραβίαστος, ἐν συνεχείᾳ ἔπειτα καθορίζει, ἀντιθέτως πρὸς τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν πρεσβεύει τὸ ἄρθρον 4, ἔρχεται τὸ ἄρθρον 5, καὶ καθορίζει λεπτομερέστερον πότε γίνεται ἡ σύλληψις, ἐνῷ τὸ ἄρθρον 4 λέγει, «ὁπόταν καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει». Καὶ τὸ ἄρθρον 5, ἀντιθέτως πρὸς αὐτό, καθορίζει λεπτομερῶς, πότε γίνεται καὶ πῶς γίνεται. Δηλαδή, ρυθμίζει καὶ τὸ «ὁπόταν» καὶ τὸ «ὅπως». Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄποψιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, κ. Μπακοπούλου, δὲν διαφωνῶ. Ὁ κ. Μπακόπουλος, εἶπεν ὅτι, πρέπει νὰ παράσχωμεν αὐτὰς τὰς ἐγγυήσεις καὶ τὰς ἐγγυήσεις αὐτὰς τὰς παρέχει μόνον ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀντίρρησιν, ἀλλὰ ἔχω νὰ πληροφορήσω τὸν κ. Μπακόπουλον, τὸ ἑξῆς, ἐγώ, ὁ ὁποῖος εὑρίσκομαι εἰς συνεχῆ ἐπαφὴν μὲ αὐτὰ τὰ ζητήματα, ὅτι ἐπὶ 100 συλλαμβανομένων πολιτῶν, οἱ 90 συλλαμβάνονται δυνάμει ἐνταλμάτων, καὶ λόγῳ ἐπικινδύνων ἐγκλημάτων, ζωοκλοπῆς, φόνου, εἰς τὴν ὕπαιθρον, κλοπῶν, τοιούτων ἐγκλημάτων, τῶν ὁποίων ἡ διὰ μίαν στιγμὴν διαφυγὴ σημαίνει σπουδαῖον κίνδυνον διὰ τὴν ἔννομον τάξιν τῆς περιφερείας. Τὰ 90% αὐτῶν τῶν ἐγκληματιῶν, συλλαμβάνονται μὲ ἔνταλμα τῶν προανακριτικῶν ἀρχῶν, τοῦ ἀστυνόμου, τοῦ ὑπενωμοτάρχου, τοῦ ἐνωμοτάρχου. Τί θέλετε; Θέλετε νὰ κάμωμεν τὰ βήματα τῆς προόδου; Εἶμαι σύμφωνος, ἐν γνώσει τοῦ γεγονότος αὐτοῦ νὰ καθορίσωμεν αὐτὰ καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι μόνον τὰ δικαστικὰ ἐντάλματα εἶναι ἐκεῖνα ποὺ ἰσχύουν καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ εἶναι σαφὴς πλέον καὶ κατηγορηματικὴ ἡ θέλησις τοῦ Σώματος νὰ καταργηθοῦν ὅλαι αἱ ἄλλαι συλλήψεις, αἱ γενόμεναι διὰ προανακριτικῶν μέτρων. Ἀλλὰ τὸ νὰ λέγωμεν, ὅτι θέλωμεν τὰς ἐγγυήσεις καὶ ὅτι τὰς θέλομεν διὰ τὴν προάσπισιν τῶν ἐλευθεριῶν αὐτῶν, ἀλλὰ παραλλήλως νὰ παραδεχώμεθα καὶ τὰ 90% τῶν συλλήψεων τῶν γενομένων ἀπὸ μέρους τῶν ἀστυνομικῶν ἀρχῶν δυνάμει προανακριτικῶν ἐνταλμάτων, αὐτὸ δὲν εἶναι ἔργον σοβαροῦ Συντακτικοῦ Σώματος...
§61Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀντισυνταγματικόν.
§62Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. ... ἢ εἶναι ἔργον ἀπάτης; (Χειροκροτήματα). Ἐπὶ πλέον ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Θεοφανόπουλον, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι, τὸ «κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως» δὲν σημαίνει, ὅτι τὴν στιγμὴν αὐτὴν νὰ τοῦ τὸ δίδομεν τὸ ἔνταλμα. Μὲ συγχωρεῖτε ὅμως. Ὑπάρχουν λέξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἐπιδεκτικαὶ ἑρμηνείας. Ὅταν λέγομεν κατὰ τὸν χρόνον τῆς συλλήψεως, ἐννοοῦμεν χρονικὸν διάστημα κάπως εὐρύτερον, ἤτοι ἡμέραν, ὥραν. Ὅταν λέγομεν ὅμως, κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως ἐννοοῦμεν, κατὰ τὴν στιγμήν, τὴν ὁποίαν συλλαμβάνεται. Πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν ἔννοιαν τὴν πραγματικήν, τῶν λέξεων, τὰς ὁποίας καθιερώνομεν εἰς τὸ Σύνταγμα ἢ ἄλλως πρέπει νὰ τὰς καταργήσωμεν καὶ ὄχι νὰ λέγωμεν ὅτι ἑρμηνευτικῶς καὶ λογικῶς παρερμηνεύομεν, διότι εἶναι ἀδύνατον ἐν τῇ πράξει νὰ λάβῃ χώραν ἀλλέως. Δὲν νομίζω δέ, ὅτι οἱ ἄλλοι συνάδελφοι, εἶναι φανατικώτεροι προασπισταὶ τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας ἀπὸ ἐμέ. Καὶ ἐγὼ πιστεύω εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας καὶ ἔχω ὑποστῆ καὶ ἐγὼ τὰς δεούσας θυσίας, χάριν αὐτῶν τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν. Ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ παράσχωμεν τὰ μέσα, ἐπὶ τῇ βάσει δῆθεν τῶν ψευδῶν ἐλευθεριῶν, εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπιδιώκουν, νὰ μᾶς καταργήσουν πᾶσαν ἔννοιαν ἐλευθερίας. (Χειροκροτήματα).
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§64ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 7 μ. μ., μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως, τὴν συνέχισιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν ἄρθρων 5 ἕως 20 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. (Ὥρα 0.55′ μ.μ.)