1948.07.21~102
1,166 rows ·
8,946 words ·
110 turns
Date shared with another sitting, so the citation carries #102.
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 102α
Τετάρτη 21 Ἰουλίου 1948
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 7.15′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Βογιατζῆς, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῶν δύο χθεσινῶν συνεδριάσεων.
§2Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῶν δύο χθεσινῶν συνεδριάσεων. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ε. Λουλακάκης ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Ε. ΛΟΥΛΑΚΑΚΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Μπουκουβάλας, Γ. Παραβάντης καὶ Π. Κάντζιας, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ σχεδίου Συντάγματος. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Κ. Θεοφανόπουλος, Π. Χατζηπᾶνος, Ε. Λουλακάκης καὶ Θ. Τσάτσος, καταθέτουσι τροπολογίας ἐπὶ τῶν ἄρθρων 3, 5, 7, 10, 11, 12, 13 καὶ 14 τοῦ Συντάγματος. Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Κασιμάτης, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Μπουκουβάλας, Χ. Πιπιλιάγκας, Π. Κάντζιας, Σ. Πηλείδης, καὶ Κ. Καλαμαρᾶς, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Συνέχισις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Β. Στεφανόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§6Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία, ἡ κυρίως προσωπικὴ ἐλευθερία, δηλαδὴ θὰ ἔλεγε κανεὶς ἡ σωματικὴ ἐλευθερία τοῦ ἀτόμου θεσπίζεται μὲ τὸ Σύνταγμα ἀπὸ μίαν σειρὰν ἄρθρων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς μὲν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 εἰς τὰ ἄρθρα ὑπ’ ἀριθ. 13, 8, 4, 5, 6, 12 καὶ 18 καὶ τὰ ὁποῖα ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος τὰ καθώρισε κατὰ σειρὰν εἰς τὸ κεφάλαιον Γʹ. Εἴτε τὰ ἄρθρα περὶ ἀδικήματος, περὶ ποινῆς, ἡ ὁποία δὲν ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου, τὸ ἄρθρον περὶ φυσικοῦ δικαστοῦ, τὸ περὶ ἀτομικῆς ἐλευθερίας, τὸ περὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων, τὸ περὶ ἀσύλου τῆς κατοικίας καὶ τὸ περὶ βασάνων καὶ γενικῶς δημεύσεως. Αὐτὰ τὰ ἄρθρα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προστατεύουν τὴν καθ’ αὐτὸ προσωπικὴν ἐλευθερίαν, θὰ ἔλεγε κανεὶς τὴν σωματικὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου. Τὸ βασικὸν τοῦτο ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀντίρρησις ὡς εἶναι εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, εἶναι τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ μίαν βασικὴν ἀρχήν, τῆς ὁποίας ἡ νομοθετικὴ πραγμάτωσις συντελεῖται κυρίως διὰ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄρ. 16 τοῦ Συντάγματος τοῦ σχεδίου. Ἐδῶ ὑπάρχουν 3 μεταβολαί. Ἡ πρώτη εἶναι ἡ παράτασις τῆς τριημέρου προθεσμίας, ἡ ὁποία καθορίζεται ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1911, ἐπὶ 5 ἀκόμη ἡμέρας. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ πρέπει νὰ ἔχῃ ἀντιρρήσεις, καὶ νὰ δεχθῇ τὴν παράγραφον ἐκείνην. Εἶναι καὶ ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου καὶ ὑπὲρ τῆς Πολιτείας. Διότι ἐνδέχεται καὶ ὁ κατηγορούμενος νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην, νὰ χρησιμοποιήσῃ μίαν παράτασιν πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἐντάλματος καὶ ἡ Πολιτεία νὰ εἶχεν ἀνάγκην τῆς παρόδου τῆς προθεσμίας αὐτῆς, διὰ νὰ χρησιμοποιήσῃ ὡρισμένας ἀποδείξεις, τὰς ὁποίας ἐνδεχομένως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ κατὰ τὸ διάστημα αὐτό. Εἶναι διάταξις, τὴν ὁποίαν εἶχε καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, ἡ ὁποία ἐφηρμόσθη ἐπὶ μίαν δεκαετίαν καὶ τὴν ὁποίαν ἡ δικηγορικὴ καὶ δικαστηριακὴ πεῖρα, ἀπέδειξεν ἀναγκαίαν καὶ ἐπιβεβλημένην. Ἄλλωστε δὲν εἶναι καὶ οὐσιώδης διάταξις, εἶναι μία δυνητικὴ παράτασις, καὶ μάλιστα ὑπὸ τὴν προστασίαν ὡρισμένων δικαστικῶν ἐγγυήσεων. Διότι λέγει τὸ ἄρθρον 16: «Ἡ ἀνωτέρα βία... ............» (ἀναγινώσκει) Ὥστε εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν, δὲν θὰ ὑπάρχῃ πράγματι ἀνωτέρα βία, καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη χρησιμοποιήσεως αὐτῆς τῆς παρατάσεως, τὸ δικαστικὸν συμβούλιον δὲν θὰ ἐγκρίνῃ, καὶ συνεπῶς δὲν θὰ ὑπάρχῃ λόγος οὐδεμιᾶς ἀνησυχίας τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὴν προσθήκην αὐτῆς τῆς παρατάσεως τοῦ πενθημέρου. Ἄλλη μεταβολὴ τὴν ὁποίαν ἐπέφερεν ἡ Ἐπιτροπή, εἶναι εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον καθορίζονται αἱ κυρώσεις, διὰ τὴν παράνομον κατακράτησιν. Μία ἐκ τῶν κυρώσεων τούτων εἶναι καὶ τὸ ὅτι τιμωρεῖται ὁ ἔνοχος διὰ χρηματικοῦ ποσοῦ, ὁριζομένου κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστηρίου, οὐδέποτε δὲ κατωτέραν τοῦ συνόλου τῶν ἡμερησίων ἀποδοχῶν τοῦ ἐνόχου δι’ ἑκάστην ἡμέραν. Αὐτὴ εἶναι ἡ μεταβολή. Τὸ μὲν Σύνταγμα τοῦ 1911 ἔλεγεν, ὅτι ἡ ποινὴ αὐτὴ τῆς παρανόμου κατακρατήσεως εἶναι 10 δραχμαὶ δι’ ἑκάστην ἡμέραν, τὸ δὲ Σύνταγμα τοῦ 1927, λέγει 10 μεταλλικὰς δραχμὰς δι’ ἑκάστην ἡμέραν. Ἡ Ἐπιτροπὴ ὅμως, εἶπεν ὅτι ὁ ἔνοχος, δι’ ἑκάστην ἡμέραν παρανόμου παρακρατήσεως, θὰ καταβάλῃ ὡς χρηματικὴν ἱκανοποίησιν, τὸ σύνολον τῶν ἡμερησίων ἀποδοχῶν του, διότι, αἱ μὲν 10 δραχμαὶ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 δὲν συζητοῦνται σήμερον, ἀπὸ ἀπόψεως ἀριθμητικῆς, ἀλλὰ καὶ αἱ 10 μεταλλικαὶ δραχμαὶ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, καὶ ἐκεῖναι, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἡ ὀρθὴ βάσις καθορισμοῦ τῆς ποινῆς. Διότι σήμερον, μεταλλικὴ δραχμὴ δὲν ὑφίσταται, παρὰ μόνον εἰς ὡρισμένας τελωνειακῆς φύσεως, ἃς εἴπωμεν κυρώσεις καὶ διότι δὲν γνωρίζομεν ποία θὰ εἶναι αὔριον ἡ τύχη τοῦ θεσμοῦ τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς. Ἐσκέφθη λοιπόν, ἡ Ἐπιτροπή, καὶ ἦτο τοῦτο εἰσήγησις τοῦ ἔχοντος τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ καθορισθῇ τὸ ποσὸν αὐτό, τῆς χρηματικῆς ἱκανοποιήσεως, κατὰ ἕνα τρόπον, ὁ ὁποῖος θὰ ἠδύνατο νὰ εἶναι μόνιμος καὶ ἀμετάβλητος.
§7Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ὁ ἔνοχος τῆς παρανόμου κατακρατήσεως, δὲν εἶναι ὑπάλληλος, ἀλλ’ ἰδιώτης συνεργὸς ἢ ἠθικὸς αὐτουργός;
§8Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι ὑπῆρξαν περιπτώσεις τοιαῦται ἰδιωτῶν, διότι ἔνοχος θὰ εἶναι, ἢ ὁ ἀνακριτής, ἢ ὁ δεσμοφύλαξ, ἢ ὁ ἀστυνόμος. Δηλαδὴ νοεῖται ὡς ἔνοχος πρόσωπον τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ἀποδοχὰς, θὰ εἶναι ὑπάλληλος. Ἡ περίπτωσις, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Παπαρρηγόπουλος, δὲν νομίζω νὰ παρουσιάσθη ποτὲ ἐν τῇ πράξει, καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι τόσον σπανία, ὥστε, δὲν χρειάζεται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, θὰ ἔλεγον ὅτι, καὶ διὰ τὸ ἐνδεχόμενον τοιούτου ἠθικοῦ αὐτουργοῦ, ἢ συνεργοῦ, ὑπάρχει ὁ ποινικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος τιμωρεῖ τὴν παράνομον κατακράτησιν. Ἐδῶ πρόκειται νὰ προστατεύσωμεν τὸ ἄτομον, ἔναντι τῆς αὐθαιρεσίας τοῦ ὑπαλλήλου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἡ προσπάθεια τοῦ Συντάγματος.
§9Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τὸ ἀφήσωμεν εἰς τὸν νόμον νὰ τὸ καθορίσῃ.
§10Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς τὸ ἀφήσωμεν εἰς τὸν νόμον, δὲν ἔχει σημασίαν. Ἤθελον ὅμως, νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλήν, διατὶ ἐθέσαμεν αὐτὴν τὴν βάσιν. Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει, νὰ καθορίσωμεν μίαν ποινήν, διὰ τὸν οἱονδήποτε συνεργήσαντα εἰς τὴν παράνομον κατακράτησιν, διότι αὐτὸς εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ποινικοῦ νόμου, μᾶς ἐνδιαφέρει, νὰ καταστήσωμεν χείρονα τὴν θέσιν τοῦ ὑπαλλήλου τοῦ ἐντεταλμένου τὴν κράτησιν καὶ τοῦ ὑποχρεουμένου εἰς ἀπόλυσιν διὰ τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν Συνταγματικὴν ἐπιταγήν. Καὶ συνεπῶς, ὁ ὑπάλληλος, θὰ πρέπει νὰ ξεύρῃ ὅτι κάθε ἡμέραν ποὺ θὰ κρατῇ παρανόμως τὸν κρατούμενον, θὰ χάνῃ τὸ σύνολον τῶν ἡμερησίων ἀποδοχῶν του. Ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς, ἡ διάταξις αὐτή, ἔχει καὶ ψυχολογικὴν σκοπιμότητα. Θέλω νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν νὰ τὸ καθορίσωμεν ἔτσι, ὅπως τὸ καθώρισεν ἡ Ἐπιτροπή. Δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ὑπόκειται εἰς χρηματικὴν ἱκανοποίησιν. «ὡς ὁ νόμος θέλει ὁρίσει». Τρίτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔθιξε τὴν πρωΐαν, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀθηνῶν, κ. Μπακόπουλος, τὸ ζήτημα δηλαδὴ τῆς ἀποζημιώσεως ἀπὸ μέρους τοῦ Κράτους, πρὸς τὸν ἀδίκως προφυλακισθέντα ἢ καταδικασθέντα. Εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ὅτι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς καταδικασθέντας, τοῦτο πράγματι ἔχει μικροτέραν σημασίαν, διότι οἱ ἀδίκως καταδικασθέντες εἶναι πολὺ ὀλιγώτεροι. Διότι διὰ νὰ ὑπάρξῃ τις ἀδίκως καταδικασθεὶς, πρέπει νὰ ἔχῃ ἐμπέση εἰς μίαν δικαστικὴν πλάνην, ἡ ὁποία νὰ ἀποδειχθῇ καταφώρως, ὅτι εἶναι δικαστικὴ πλάνη, καὶ νὰ παράσχῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν καταδικασθέντα νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν. Εἶναι, ὡς ἀντιλαμβάνεσθε περίπτωσις σπανία, διὰ τὴν ὁποίαν νομίζω, ὅτι πρέπει τὸ Κράτος νὰ φέρῃ ὑποχρέωσιν ἀποζημιώσεως, αὐτὸ τοῦτο τὸ Κράτος, ὡς fiscus. Δὲν ὑπάρχει δέ, λόγος ἀνησυχίας διότι, αἱ περιπτώσεις αὐταὶ εἶναι εὐτυχῶς σπανιώταται, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ δικαστικὴ πλάνη κατεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων κατάφωρος, καὶ θεμελιοῖ τὸ δικαίωμα τοῦ καταδικασθέντος, νὰ ἀποζημιωθῇ. Συμφωνῶ μαζύ σας, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ δικαίωμα ἀποζημιώσεως εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν. Ἐκεῖ ποὺ ἔχει μείζονα σημασίαν, τὸ πρᾶγμα, εἶναι εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν ἀδίκως προφυλακιζομένων, ὅπου αἱ περιπτώσεις εἶναι συχνότεραι. Ἐκεῖ ὑπάρχει ἕνας νόμος, ὅστις θεσπίζει τὸ δικαίωμα τοῦ ἀδίκως προφυλακισθέντος νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν. Ἡ τύχη τοῦ νόμου αὐτοῦ ἦτο κωμική, διότι μέχρι τοῦδε, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἀπὸ μακρὰν δικηγορικὴν πεῖραν, δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀποφάσεις δικαστηρίου ἀνεγνώρισαν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἀδίκως προφυλακισθέντα νὰ λάβῃ ἀποζημίωσιν. Δὲν ὑπάρχει τοιαύτη περίπτωσις, καὶ τοῦτο διότι δὲν καθωρίσθη ἐπὶ τοῦτο Συνταγματικὴ ἐπιτακτικὴ ὑποχρέωσις. Ἀφήσαμεν εἰς τὸν νόμον νὰ καθορίσῃ πότε θὰ ἐπιβάλλεται ὑποχρέωσις ἀποζημιώσεως. Ὁ νόμος λέγει, ὅτι διὰ τῆς ἀποφάσεως ὅπου θὰ ἀπαλλάσσηται ὁ ἀδίκως προφυλακισθείς, θὰ ὁρίζεται ἐὰν κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστηρίου ὑπάρχῃ δικαίωμα ἀποζημιώσεως. Δι’ αὐτὸ λέγω, ὅτι δὲν ἔχω παράδειγμα ἀπὸ μακρὰν σχετικὴν δικηγορικὴν σταδιοδρομίαν, ἀποφάσεως, ἡ ὁποία νὰ εἶπεν ὅτι ὑφίσταται δικαίωμα ἀποζημιώσεως. Διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ τύχη τοῦ νόμου αὐτοῦ ἦτο κωμική. Δὲν θὰ ἦτο δυνατόν, διὰ πάντα προφυλακιζόμενον νὰ χωρῇ περίπτωσις ἀποζημιώσεως. Ἡ προφυλάκισις εἶναι ἕνα γεγονός, τὸ ὁποῖον δὲν στηρίζεται ἐπὶ ἀποδείξεων, ἀλλὰ ἐνδείξεων καὶ ὑποψιῶν. Πᾶς δικαστής, ὁ ὁποῖος θὰ ἐκαλεῖτο νὰ ἀποζημιώσῃ τὸν προφυλακισθέντα, θὰ εἴπῃ ὅτι εἶχεν ὑποψίας καὶ τὸν προεφυλάκισεν. Διὰ τοῦτο ἡ Ἐπιτροπή, ἐν ὄψει τῶν δύο αὐτῶν ἐνδεχομένων, ἐδέχθη τὴν ἐπανάληψιν τῆς διατάξεως τοῦ 1927 εἰς τὸ σχέδιόν της, καὶ δι’ εἰδικοῦ νόμου θέλει ὁρισθῆ πότε θὰ παρέχεται ἡ ἀποζημίωσις ἀδίκου προφυλακίσεως. Δὲν εἶναι δυνατόν, ἐκ τῆς φύσεως τῶν δύο αὐτῶν περιστατικῶν τῆς προφυλακίσεως καὶ τῆς καταδίκης νὰ ὑπάρχῃ καλυτέρα διάταξις. Θὰ ἀφήσωμεν τὸ πρᾶγμα πάλιν εἰς τὸν νόμον καὶ θὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν ἀνάγκην, ὅπως ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία προβλέψῃ ὅσον τὸ δυνατόν, ταχυτέραν τὴν διαδικασίαν τῆς περιπτώσεως τῆς ἀδίκου προφυλακίσεως.
§11Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ἔχει διατυπωθῆ ἡ διάταξις; Δὲν ἀναγνωρίζετε δικαίωμα· ἁπλῶς ἀποδίδεται εἰς τὴν καλωσύνην τοῦ νομοθέτου, ἂν θὰ ζητήσῃ νὰ ἀναγνωρισθῇ δικαίωμα, καὶ νὰ καθορισθῇ διὰ νόμου.
§12Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διάταξις λέγει τὰ ἑξῆς: «......... (ἀναγινώσκει)..................». Αὐτὸ θεμελιοῖ τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ δίδεται καὶ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον θὰ προσδιορίσῃ ὁ νόμος.
§13Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς κάθε ἀπόφασιν δικαστικὴν ὅπου εἶχε προφυλακισθῆ καὶ ἀπαλλαγῆ ὁ κατηγορούμενος τὸ δικαστήριον λέγει, ὅτι δὲν ἔγινεν ἀδικαιολόγητος ἡ προφυλάκισις. Συνεπῶς ὑπάρχει νόμος καὶ δίδεται ἡ εὐχέρεια εἰς τὸ δικαστήριον νὰ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ δεδικασμένου. Αὐτὸ πῶς θὰ τὸ ἀποφύγωμεν;
§14Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ ἐμελετήσαμεν, ὅσον ἦτο δυνατόν, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ ἀποφύγωμεν. Θὰ τὸ ἀφήσωμεν εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ νόμου, διότι δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ γίνῃ τὶ καλύτερον.
§15Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἀδίκως προφυλακισθέντας νὰ προσφύγουν εἰς τὰ πολιτικὰ δικαστήρια.
§16Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Φαντάζεσθε τὰς συνεπείας, ἂν γίνῃ τοῦτο, διότι τὸ πολιτικὸν δικαστήριον θὰ πρέπει νὰ ἐξετάσῃ ἐξ ἀρχῆς ὅλας τὰς συνθήκας τῆς προφυλακίσεως. Τὸ τελευταῖον ζήτημα, κ. συνάδελφοι, εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ καθορισμοῦ ἀνωτάτου χρονικοῦ ὁρίου προφυλακίσεως. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, ἡ Ἐπιτροπὴ θέτει ἀνώτατον ὅριον προφυλακίσεως. Εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 δὲν ὑπάρχει τοιαύτη διάταξις. Εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 ὑπάρχει διάταξις, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι διὰ νόμου, καθορίζεται ἀνώτατον ὅριον, προφυλακίσεως. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον τίθεται ἐνώπιόν μας, εἶναι τοῦτο. Θέλει ἡ Βουλὴ ἢ δὲν θέλει νὰ καθορίσῃ ἕνα ἀνώτατον ὅριον προφυλακίσεως, μὴ δυνάμενον νὰ ὑπερβληθῇ; Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν, ὅτι πρέπει νὰ καθορισθῇ ἀνυπέρβλητον ὅριον ὑπεστήριξαν τοῦτο, ὅτι ἐπανειλημμένως ἐνεφανίσθησαν εἰς τὰ δικαστήρια περιπτώσεις προφυλακίσεως, αἱ ὁποῖαι ἔφθανον μέχρις 1–2 ἐτῶν, χωρὶς νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσῃ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια. Αὐτό, νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ στῖγμα διὰ τὴν Ἑλληνικὴν δικαιοσύνην. Θὰ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἕνα ὅριον τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι ἀνυπέρβλητον. Δὲν ἔχει σημασίαν πόσον θὰ εἶναι τὸ ὅριον· αὐτὸ εἶπεν ἡ Ἐπιτροπή, δύναται νὰ καθορισθῇ κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ συμβουλίου Ἐφετῶν· δύναται νὰ γίνῃ 8–10 μῆνες, ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὅριον πέραν τοῦ ὁποίου δὲν θὰ πρέπει νὰ ἐπιτρέπεται ἡ παράτασις τῆς προφυλακίσεως.
§17Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἀρχή, τὴν ὁποίαν θέτετε εἶναι ὀρθή, ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ μαζύ σας, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποῖον θὰ εἶναι τὸ ἀνώτατον αὐτὸ ὅριον, δεδομένου, ὅτι τὸ ἀνώτατον αὐτὸ ὅριον δὲν θὰ πρέπει νὰ εἶναι παρὰ μόνον 1–2 μῆνες, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ ὅριον ἑνὸς πεπολιτισμένου Κράτους, δεδομένου ὅμως ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι τάσσομεν μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία θὰ προβλέπῃ ἕνα τοιοῦτον πολιτισμένον ὅριον 1–2 μηνῶν, εἶναι ἀνάγκη νὰ μὴ θεσπίσωμεν κανένα ὅριον, διότι ἐὰν θεσπίσωμεν ὅριον 8–10 μηνῶν αὐτὸ θὰ ἀπετέλει ἔλλειψιν πολιτισμοῦ.
§18Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔλεγον τοῦτο. Ὅτι ὅταν θεσπίσωμεν ἕνα ὅριον 6–8 μηνῶν, δὲν θὰ πῇ ὅτι εἶναι ὑποχρεωτικὸν νὰ ἐξαντληθῇ, ἐὰν ὁ δικαστὴς δύναται νὰ μὴ τὸ ἐξαντλήσῃ. Πάντως ὁμολογῶ καὶ ἐγώ, ὅτι δυνάμεθα νὰ τὸ ἀφήσωμεν εἰς τὸν νόμον, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι ὁ νόμος δὲν θὰ χρησιμοποιῇ ὅλα ἐκεῖνα, τὰ παράθυρα, τὰ ὁποῖα ἐχρησιμοποίει μέχρι σήμερον. Διότι ὑπάρχουν 1.000 παράθυρα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ χρησιμοποιήσῃ ὁ δικαστὴς βάσει τοῦ νόμου αὐτοῦ.
§19Ι. ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, ὑπάρχει καὶ μία ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν εὐθύνην τῶν πολιτῶν διὰ τὴν κατακράτησιν.
§20Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς ἑρμηνευτικῆς αὐτῆς δηλώσεως, ἡ ὁποία σχετίζεται μὲ τὴν δολίαν προαίρεσιν τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Ἀντωνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§22Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Συντάγματος δὲν παρέχει κανένα δικαίωμα, ἀλλὰ θέλει νὰ διασαφηνίσῃ, κ. συνάδελφοι, τὸ μεγαλύτερον ἀγαθὸν τοῦ ἀνθρώπου, τὴν προσωπικήν του ἐλευθερίαν. Ἰδίως δέ, θέλει νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ Συντάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου παρέχεται ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία. Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, πρόκειται περὶ ἑνὸς τόσον σοβαροῦ θέματος, νομίζω, ὅτι ὑπάρχει ἕνας λόγος ἐπὶ πλέον, νὰ ἐξετασθῇ κατὰ τρόπον προσεκτικόν. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀθηνῶν, κ. Μπερνίτσας, μᾶς ὡμίλησε κατὰ τὴν πρωϊνὴν συνεδρίασιν, περὶ ἐπ’ αὐτοφώρου ἀδικήματος καὶ ἠξίωσεν ὅπως ἡ ἔννοια τοῦ ἀδικήματος αὐτοῦ ἀναγραφῇ καὶ καθιερωθῇ ἐν τῷ καταστατικῷ χάρτῃ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθόν· διότι τί εἶναι αὐτόφωρον ἀδίκημα; Εἶναι μία ἔννοια, ἡ ὁποία ἔχει καθιερωθῆ ἀπὸ τὴν ποινικὴν ἐπιστήμην καὶ ἡ ὁποία ἔχει διατυπωθῆ ἐντὸς τοῦ πλαισίου τοῦ ποινικοῦ νόμου, κατὰ τρόπον ποὺ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἔχῃ σχέσιν μὲ τὸν καταστατικὸν χάρτην. Ἐγὼ πιστεύω λοιπόν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς τὸν καταστατικὸν χάρτην τοῦτο. Τώρα, ὁ κ. συνάδελφος, ἰσχυρίσθη ὅτι γίνονται καταστρατηγήσεις. Ἡ ἔννοια, τοῦ αὐτοφώρου ἀδικήματος εἶναι μία εὐρεῖα ἔννοια, ἡ ὁποία ἐφαρμόζεται κατὰ τρόπον εὐρὺν καὶ νομίζω ὅτι ἐφαρμόζεται, κατὰ τρόπον ἄριστον ἀπὸ τοὺς δικαστάς, καὶ πολλὰς φορὰς μάλιστα κινεῖται καὶ κατὰ τρόπον εὐρύ, καὶ τοῦτο γίνεται πρὸς ὄφελος τῆς δικαιοσύνης. Ἐὰν π.χ. ἕνας ἀπατεὼν τὴν ἑπομένην ἡμέραν τῆς τελέσεως τοῦ ἀδικήματος τὸ ὁποῖον διεπράχθη πρὸ 24 ὡρῶν εὑρεθῇ εἰς ἀπόκεντρον μέρος, καὶ ἕνας χωροφύλαξ, γνωρίζει ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ ἔνοχος τῆς πράξεως, νομίζω ὅτι θὰ προσφέρῃ σοβαρὰν οὗτος ὑπηρεσίαν εἰς τὴν Δικαιοσύνην ἐὰν θὰ τὸν συλλάβῃ.
§23Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Θεωρεῖτε τὴν διάταξιν τῆς πολιτικῆς δικονομίας σαφῆ;
§24Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι σαφὴς ἀλλὰ ἡ ἔννοια τοῦ αὐτοφώρου ἀδικήματος οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι σαφής, ἔστω καὶ ἐὰν ἀναγραφῇ εἰς τὸν καταστατικὸν χάρτην. Εἶναι ζήτημα ἐπιστημονικόν, καὶ εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀπασχολήσῃ τοὺς ἀπησχολημένους μὲ τὴν ποινικὴν ἐπιστήμην. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὴν διάταξιν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀνακριτής, ἐντὸς 3 ἡμερῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸν φυλακίσῃ. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ὁμιλεῖ περὶ 24ώρου, τὸ δὲ Σύνταγμα τοῦ 1927 περὶ 48ώρου. Νομίζω ὅτι ἡ διάταξις εἶναι περιοριστική. Βεβαίως εἰς ἕνα Κράτος, ὅπου ὁ ἀνακριτὴς εἶναι εἰς τὸ ἀνακριτικόν του γραφεῖον καὶ διατελεῖ ὑπὸ ἄλλας συνθήκας εἶναι πολὺ ὀρθὸν νὰ ἐπιληφθῇ ἀμέσως τῆς ὑποθέσεως. Ἀλλὰ ὅταν ἔχωμεν μίαν πραγματικὴν κατάστασιν, ὄχι μόνον εἰς τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια, ἀλλὰ εἰς ὅλου τοῦ κόσμου τὰ δικαστήρια, ὅπου οἱ δικασταί, εἶναι βεβαρυμένοι μὲ ἑκατοντάδας δικογραφιῶν, δὲν νομίζω, ὅτι, θὰ πρέπει νὰ θέσωμεν τὸ 48ωρον, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ δώσωμεν εὐρυτέραν προθεσμίαν, εἰς τρόπον, ὥστε ὁ ἀνακριτὴς νὰ ἔχῃ τὸν καιρὸν νὰ μελετήσῃ τὴν δικογραφίαν. Θεωρῶ λοιπόν, ὀρθοτέραν τὴν προθεσμίαν μέχρι 3 ἡμερῶν. Οἱ δικαστικοί εἰς τὴν Ἑλλάδα, κ. βουλευταί, ἐκτελοῦν τὸ καθῆκόν τους μετὰ πάσης ἀντικειμενικότητος καὶ μετὰ πάσης προθυμίας. Καίτοι ἔχει μίαν προθεσμίαν, τὸ ἐνδιαφέρον του εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ κάμῃ χρῆσιν τῆς προθεσμίας αὐτῆς. Ὅταν ὅμως, πρόκειται περὶ ὑποθέσεως σκοτεινῆς, πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα μιᾶς προθεσμίας 3 ἡμερῶν, ὥστε νὰ ἠμπορῇ νὰ μελετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ κατηγορουμένου. Διότι μὲ τὴν προθεσμίαν τῶν 48 ὡρῶν, θὰ εἶναι πολὺ δύσκολον, ἡ ἐργασία αὐτὴ νὰ γίνῃ κατὰ τρόπον σοβαρὸν καὶ δίκαιον. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ἡ διάταξις εἶναι ὀρθοτάτη. Πρὸ ὀλίγου, μᾶς διενεμήθη ἓν σχέδιον τροποποιήσεως τῆς διατάξεως αὐτῆς, τὸ ὁποῖον λέγει: «............ ...... (ἀναγινώσκει) ......». Παραλείπεται ἐδῶ ἡ περίπτωσις τῆς ἀνωτέρας βίας. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ κατάλληλος διάταξις, εἶναι ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ δικαστὴς θὰ ἔχῃ τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον νὰ μελετήσῃ τὴν ὑπόθεσίν του. Αὐτὸ εἶναι τὸ συμφέρον τὸ πραγματικόν, τοῦ κατηγορουμένου. Ὅταν εὑρισκώμεθα πρὸ ἀνακριτικῶν γραφείων, τὰ ὁποῖα γέμουν δικογραφιῶν, βεβαιωθῆτε ὅτι, τὸ συμφέρον τοῦ κατηγορουμένου εἶναι νὰ ὑπάρχῃ ἡ εὐχέρεια χρόνου εἰς τὸν ἀνακριτήν, τὸν φιλότιμον ἀνακριτήν, νὰ μελετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ ζήτημα τῶν παραβατῶν, τῆς περιφήμου αὐτῆς ἀρχῆς τῆς καταδίκης ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει. Ὀρθὴ εἶναι ἡ διάταξις καὶ πρέπει νὰ παραμείνῃ. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς χρηματικῆς ἀποζημιώσεως εἶναι ζήτημα τοῦ νομοθέτου. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, κύριοι, νὰ γίνεται αὐτὸ τὸ ὁποῖον γίνεται συνήθως εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὥστε ἁρμοδιότητες καθαρῶς τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, νὰ λαμβάνουν χροιὰν Συντακτικῶν Πράξεων. Ἄς ἀφήσωμεν εἰς τὸν νομοθέτην νὰ ρυθμίζῃ τὴν ἀποζημίωσιν. Εἶναι ἔπειτα τὸ ζήτημα τῆς προφυλακίσεως. Περὶ τούτου ἀναφέρει τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 27. Τὸ σχέδιον λέγει: «......... (ἀναγινώσκει) ....». Τὸ ὅτι, κύριοι, γίνονται καταστρατηγήσεις καὶ ἀδικίαι γύρω ἀπὸ τὸν χρόνον προφυλακίσεως, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅπως ἐπίσης εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ὡς συνταγματικὴ ἐπιταγή, ὅτι πρέπει νὰ τίθεται ἕνας φραγμὸς εἰς τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως. Ἀλλ’ εἶμαι καὶ ἐγὼ τῆς γνώμης, ὅτι ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ ἀπὸ ἡμᾶς. Ὀρθότερον καὶ δικαιότερον καὶ τακτικώτερον θὰ εἶναι νὰ ὁρίζεται ἀπὸ τὸν νομοθέτην. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θέσωμεν συνταγματικὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἰσχύσουν ἐπὶ δεκαετίας ὁλοκλήρους καὶ νὰ ὁρίζωμεν ὅριον ποινῆς διὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα θὰ προκύψουν μετὰ 10 καὶ 20 χρόνια. Ἄς ἀφήσωμεν τὸν νομοθέτην νὰ ρυθμίζῃ ἑκάστοτε τὸ θέμα. Ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ἕνας φραγμὸς τὸ πιστεύω, ἀλλὰ πᾶσα περαιτέρω διάταξιν περὶ ὁρίου θὰ πρέπει νὰ τὴν ἀφήσωμεν εἰς τὸν νομοθέτην. Γύρω ἀπὸ τὰς ἀποζημιώσεις τοῦ κατηγορουμένου δι’ ἄδικον προφυλάκισιν, εἶναι ὡραῖον τὸ θέμα καὶ φιλελευθέρα ἡ ἀρχὴ καὶ πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ, πρὸς Θεοῦ, μὴ θέτωμεν ὅρους εἰς τὸ Σύνταγμα. Πρέπει νὰ γίνῃ ἕνας νόμος νὰ τὰ κανονίσῃ, διότι τὸ θέμα εἶναι τεράστιον. Τί σημαίνει «ἀδίκως προφυλακισθέντες»; Ἐὰν εἶναι ἐκ πλάνης δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ ζητῇ ἀποζημίωσιν. Τελευτῶν, κύριοι συνάδελφοι, πιστεύω, ὅτι μὲ τὰς διατάξεις τοῦ σχεδίου, τροποποιουμένας ὡς ἀνέφερον, ἀσφαλέστατα προστατεύεται ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία τοῦ πολίτου καὶ μάλιστα τοῦ πολίτου, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐπίγνωσιν τῶν δικαιωμάτων, ἀλλὰ καὶ τῶν ὑποχρεώσεων τὰς ὁποίας ἔχει ἀπέναντι τῆς πολιτείας.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν θέλετε, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀπαρτία, νὰ διακόψωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 καὶ νὰ ψηφίσωμεν τὸ ἄρθρον 3 καὶ 4.
§26Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, χθὲς ὁ κ. Γιαννόπουλος, εἰς μίαν διακοπήν, ἔθεσεν ἕνα πολὺ ὀρθὸν ζήτημα προδικαστικόν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λύσωμεν. Νομίζω, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν θὰ ψηφίσωμεν ἄρθρα, ἀλλὰ διατάξεις. Θὰ ψηφίσωμεν δηλαδὴ κατὰ περιεχόμενον. Γίνεται δεκτὸν νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος 1911 π.χ. Σύμφωνοι. Κατόπιν θὰ ἴδωμεν εἰς τὸ τέλος, πόσας διατάξεις καὶ ποίας ἐκ τῶν τροπολογιῶν θὰ δεχθῶμεν καὶ ὕστερα θὰ ἐνσωματώσωμεν τὰς διατάξεις αὐτὰς εἰς τὸ ἄρθρον καὶ θὰ προβῶμεν εἰς τὴν κατάταξιν. Αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ὑποθέτω ὅτι ἔχει ἡ ψήφισις τῶν ἄρθρων.
§27Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Τὴν ἰδίαν πρότασιν ἔκαμε καὶ ὁ κ. Τσάτσος χθές.
§28Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἔτσι λέγει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911.
§29Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσ.). Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ κάμωμεν τὴν προσθήκην αὐτήν. Ἐὰν αὔριον θελήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ μεταβάλῃ τὴν σειρὰν ἢ ὡρισμένα ἄρθρα νὰ τὰ συγχωνεύσῃ δὲν κωλύεται ἔχει τὴν ἐξουσίαν.
§30Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Αὐτὸ καὶ ἡμεῖς λέγομεν.
§31Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικ.). Εἶναι ἀναφαίρετον δικαίωμα τῆς Βουλῆς. Εἶναι περιττὸν νὰ συζητοῦμεν ἐπ’ αὐτοῦ.
§32Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει ἀνάγκην διευκρινήσεως τὸ ζήτημα. Διότι ἐὰν πᾶμε μὲ τὴν ἄποψιν ὅτι, ἐψηφίσαμεν τὸ ἄρθρον 3 ὡς σύνολον ὅπως ἔχει, δηλαδή, ἐὰν ἐψηφίσαμεν, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην μεταβολῆς καὶ θὰ παραμείνῃ ὡς ἔχει, δὲν θὰ ἠμποροῦμεν ἀργότερα νὰ πάρωμεν τὴν διάταξιν ἀπὸ τὸ ἄρθρον 3 περὶ δημοσίου δικαίου καὶ νὰ τὴν μεταφέρωμεν ἐκεῖ, ὅπου εἶναι πράγματι ἡ θέσις της. Δι’ αὐτὸ κ. Πρόεδρε, ἔπρεπε νὰ καθορισθῇ ὅτι, ἐδῶ ψηφίζομεν διατάξεις, ἀρχάς. «Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου». Ψηφίζεται αὐτό, ναί. Ἐψηφίσθη ὡς ἀρχή. Δὲν ψηφίζομεν τὰ ἄρθρα ὅπως ἔχουν ἐν τῇ ἐννοίᾳ ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ τὰ μεταβάλωμεν. Ψηφίζομεν προτάσεις, τὰς ὁποίας προτάσεις, θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα κατόπιν ἡ Βουλὴ νὰ τὰς κατατάξῃ, νὰ τὰς ἐντάξῃ ἐκεῖ ὅπου εἶναι ἡ φυσική των θέσις.
§33Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Βεβαίως, δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἄλλως. Διότι τότε θὰ ἔπρεπε νὰ συζητήσωμεν ὅλας τὰς συναφεῖς διατάξεις καὶ νὰ κάμωμεν ἀπὸ τοῦδε νομοτεχνικὴν συζήτησιν ποὺ εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ.
§34Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐὰν θὰ ψηφίσωμεν τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος 1911 ὡς ἔχει, θὰ μείνῃ διὰ νὰ τὸ ψηφίσωμεν εἰς τὸ τέλος.
§35Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικ.). Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ὁ κ. Παπαληγούρας, εἶναι ἀφ’ ἑαυτοῦ τεθειμένον. Ψηφίζομεν διατάξεις εἰς τὰς ὁποίας θὰ δώσωμεν ἕνα τύπον συναρμολογήσεως. Καὶ ὅταν πάλιν πρόκειται αἱ διατάξεις νὰ διαμορφωθοῦν ὑπὸ μορφὴν ἄρθρων, παραμένει ἀναφαίρετον τὸ δικαίωμα τοῦ Σώματος νὰ ἐπιφέρῃ καὶ πάλιν τροπολογίαν.
§36Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Ἐγὼ μέν, κ. ὑπουργέ, εἶμαι σύμφωνος μὲ αὐτὸ ποὺ λέγετε σεῖς, δὲν εἶναι ὅμως σύμφωνος ἡ Βουλή, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὰς διακοπάς. Καὶ ὑπάρχει τὸ ἑξῆς θέμα. Εἶναι ἀρχή, τὴν ὁποίαν τηρεῖ πάντοτε τὸ Σῶμα, ὅτι δὲν ἐπανέρχεται ἐπὶ προηγουμένων ἀποφάσεων. Ἑπομένως ἡ Βουλή, πρέπει νὰ ἀποδεχθῇ ἢ νὰ ἀπορρίψῃ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. ὑπουργὸς αὐτὴν τὴν στιγμήν, καὶ τὴν ὁποίαν ὑποβάλω καὶ ἐγώ. (Θόρυβος). Κύριοι, πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς: Ἡ ἔννοια τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, διότι αὐτὸ θὰ ψηφίσωμεν, εἶναι ἡ ἀκόλουθος, ὅτι δέχεται, αἱ διατάξεις αὐταὶ τοῦ Συντάγματος 1911, ὅπως τὰς ἐτροποποίησε κατὰ τὴν συζήτησιν νὰ περιληφθοῦν εἰς τὸ νέον Σύνταγμα. Ἐπειδὴ ὅμως, προκύπτουν δύο θέματα, ἕνα θέμα νομοτεχνικὸν κατατάξεως τῆς ὕλης καὶ δεύτερον, θέμα οὐσίας.
§37ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖον εἶναι τὸ θέμα οὐσίας;
§38Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Ὑποτεθείσθω, ὅτι δεχόμεθα τὸ ἄρθρον 3 ὡς ἔχει, καὶ συζητουμένου τοῦ ἄρθρου 5, ὅπου ὑπάρχουν χρονολογίαι, ψηφίζομεν μίαν ἄλλην διάταξιν, ἡ ὁποία θὰ πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 3. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα οὐσίας. Νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιτρέπῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. ὑπουργός. Δὲν εἶναι διόλου αὐτονόητον. Διότι δὲν εἶναι αὐτονόητον, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐπανέρχεται ἐπὶ τῶν ἀποφάσεών της. Καὶ νομίζω ὅτι, πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἄποψις τὴν ὁποίαν καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς ἐξέφρασε καὶ πρὸς τὴν ὁποίαν ἄλλοι συμφωνοῦν καὶ ἄλλοι ὄχι.
§39Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, νὰ μὲ συγχωρῆτε, ἀλλὰ πρὸ ἑνὸς ὁλοκλήρου μηνὸς ἐγὼ κατήγγειλα εἰς τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ καταγγέλλω καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην ὅτι ἐπιδιώκεται νὰ μὴ ψηφισθῇ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος.
§40ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος τὸ εἶπεν αὐτό;
§41Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ εἶπον ἐγώ. Ἐπιδιώκεται. Πῶς, λοιπόν, εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν τοιούτου εἴδους προτάσεις; Ψηφίζομεν ἀλλὰ τὸ ἐψηφισμένον μένει ἀψήφιστον.
§42Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Δὲν εἶπε κανεὶς τέτοιο πρᾶγμα.
§43Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ μὲ συγχωρῆτε. Ἐὰν ὑπάρχουν διατάξεις αἱ ὁποῖαι συνδέονται μὲ τὸ ἄρθρον 3 νὰ τὰς συνδέσητε.
§44Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν συνδέονται.
§45Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐὰν δὲν συνδέωνται, τὸ ἄρθρον 3 ἐψηφίσθη ὡς ἔχει καὶ θὰ μείνῃ ὡς ἔχει. Τὰ ἄλλα εἶναι ἀπαράδεκτα, διότι εἶναι ἀκατανόητα. Τώρα, ποία θὰ εἶναι ἡ συναρμολόγησις. Ἡ συναρμολόγησις ἐγένετο πάντοτε, ἀλλὰ δὲν ἐγένετο μὲ μετατροπὴν τῶν ψηφισθεισῶν διατάξεων, προσέχει μήπως συμβῇ ἀταξία, ὄχι νὰ καθορίσῃ νέαν συναρμολόγησιν. Προσέχει μήπως ἐγένετο σφάλμα, ἀποτρέπει τὴν κακὴν συναρμολόγησιν. Αὐτὴ ἡ ἐργασία, ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὸ τέλος. Τὰ ἄρθρα αὐτά, θὰ τεθοῦν κατὰ τὴν σειράν, τὴν ὁποίαν εἶχον. Τώρα, δὲν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν νέον Σύνταγμα, πρόκειται εἰς τὸ ὑπάρχον νὰ ἀναθεωρήσωμεν μερικὰς διατάξεις. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργον μας. Ἐάν, κύριοι, δὲν πρόκειται νὰ προσηλωθῶμεν μετὰ πάσης προσοχῆς εἰς τὸ ἔργον μας τοῦτο, δὲν ἐκτελοῦμεν ἐδῶ τὸ καθῆκόν μας. Κύριοι Ἕλληνες βουλευταί, σέβομαι τὸ φρόνημα ἑκάστου τῶν ἀνθρώπων. Τὸ σέβομαι μὲ ὅλην μου τὴν ψυχήν. Πιστεύω εἰς τὴν ἐλευθερίαν, ὅπως εἶπον προηγουμένως, διότι πιστεύω, ὅτι ἡ ἐλευθερία εἶναι τὸ κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν πρὸς τὸν Θεόν, χαρακτηριστικὸν τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλά, ἐλευθερία σημαίνει πρὸ παντὸς παρρησίαν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πιστεύει ἕκαστος νὰ τὸ δηλώσῃ. Τὸ καρκίνωμα τοῦ πολιτειακοῦ ἐθεραπεύθη ἢ δὲν ἐθεραπεύθη;
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Τσάτσος ἔχει τὸν λόγον.
§47Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, πρέπει νὰ τεθοῦν τὰ ζητήματα εἰς τρόπον, ὥστε νὰ εἴμεθα εἰς θέσιν εἷς ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ ξεύρῃ, ἐὰν πρέπει νὰ ψηφίσῃ ναί, ἢ ἐὰν πρέπει νὰ ψηφίσῃ ὄχι. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἔχω αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὴν ἀφέλειαν, νὰ μὴ γνωρίζω ἐάν, μὲ τὴν πρότασιν ἡ ὁποία ἐτέθη, καὶ ὡς ἐτέθη, θὰ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ψηφίσω ναὶ ἢ ὄχι. Καί, θέλω νὰ γνωρίζω ὑπὸ ποίαν ἔννοιαν ἀντιλαμβάνεται τὸ πρᾶγμα ἡ Βουλή, ὥστε νὰ κάμω καὶ ἐγὼ τὸ καθῆκόν μου. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρόβλημα, τὸ ὁποῖον τίθεται εἰς ἐμὲ προσωπικῶς, καὶ ὑποθέτω ὅτι, τίθεται καὶ εἰς ὅλους τοὺς συναδέλφους. Ὑπάρχει ἓν σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι. Ὅτι, ὁλόκληρος ἡ ὕλη τῶν ἄρθρων τὰ ὁποῖα θὰ συζητήσωμεν, καὶ ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, πρέπει νὰ παραμείνῃ ὡς ἔχει μὲ ἐλαχίστας τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἐδέχθη κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον, τὸ σύνολον τοῦ Σώματος. Ὡς πρὸς τὴν ὕλην, ἡ ὁποία ἀπαρτίζεται ἀπὸ μίαν σειρὰν προσθέτων προτάσεων, εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι, ὅπως καὶ αἱ προτάσεις αὗται ψηφισθῶσιν, ὡς ὕλη τοῦ μέλλοντος Συντάγματος. Ὅταν δέ, θὰ συζητήσωμεν καὶ αὐτάς, τότε θὰ τεθῇ τὸ ζήτημα τῆς συναρμολογήσεως τῶν ἄρθρων καὶ τῶν προσθηκῶν τὰς ὁποίας ἐδέχθη τὸ Σῶμα, τῶν παλαιῶν ἄρθρων, τῆς κατατάξεως τῆς ὀρθολογιστικωτέρας, τὴν ὁποίαν προτιμᾷ τὸ Σῶμα. Ἄν λοιπόν, ἀντὶ τούτου τεθοῦν αὐστηρὰ σχήματα καὶ ἄκαμπτα καὶ μᾶς εἴπουν ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ ἄρθρον 3, ἐὰν τὸ θέλετε θὰ εἴπετε ναί, ἐὰν δὲ δὲν τὸ θέλετε θὰ ψηφίσετε ὄχι, τότε ἡμεῖς θὰ ψηφίσωμεν ὄχι, καὶ δὲν θὰ συγκεντρώσῃ τὴν πλειοψηφίαν τὴν ὁποίαν χρειάζεται τὸ Σῶμα.
§48Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δεδομένου ὅτι τὸ ζήτημα τῆς διαδικασίας τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος προέκυψε καὶ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ἐκεῖ ἐλήφθη μία ἀρχὴ ὅτι, ἡ ἀπωτέρα πρότασις, εἶναι τὸ ἄρθρον τὸ ὑφιστάμενον τὸ ἰσχῦον. Ὅταν λοιπόν, τίθεται ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον εἰς ψηφοφορίαν, ἡ διάταξις ὡς ἔχει εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ ἡ Βουλὴ εἴπει, ὅτι ἀποδέχομαι τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει δὲν τελειώνει ἡ ψηφοφορία;
§49Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄσχετον. Ἐὰν ἡ Βουλή, κύριοι συνάδελφοι, διὰ μίαν ψηφοφορίαν εἴπῃ ὅτι δέχεται τὸ ἄρθρον, ὑπὸ τὴν μορφήν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν προτείνεται, τότε ἀναμφισβητήτως δὲν γεννᾶται κανένα ζήτημα. Ἐκφράζει σαφῶς τὸν φόβον, ὅτι ὑπὸ τὴν ἄκαμπτον αὐτὴν μορφήν, θὰ χάσουν τὰ περισσότερα τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ψήφους, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὑπὲρ τῆς οὐσίας τῶν ἄρθρων αὐτῶν καὶ θὰ φθάσωμεν ἴσως εἰς δυσχέρειαν κατὰ τὰς ψηφοφορίας, ἐνῷ δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίρρησις εἰς τὴν οὐσίαν. Ἡ ἐπιμονὴ δέ, εἰς τὴν ἀντίθετον ἄποψιν, ἡ ὁποία ὑπάρχει καὶ ἡ ὁποία μοῦ εἶναι ἀκατανόητος, ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ἐδημιουργήθη μία πρόληψις κατὰ τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος. Εἶναι ἕνα ἀτύχημα διὰ τὸ μέλλον Σύνταγμα αὐτὴ ἡ πρόληψις. Εἶναι ἀτύχημα, διότι αὐτὸ τὸ σχέδιον ἐμπνέεται ἀπὸ ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ εἶναι πολὺ κοντὰ εἰς τὰ αἰσθήματα τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Λαγᾶκος ἔχει τὸν λόγον.
§51Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἴμεθα ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν ζωηρῶς, τὴν περαίωσιν τοῦ ἔργου τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, Ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον αὐτόν, εἴμεθα ὑπὲρ μιᾶς εὐλήπτου καὶ ταχείας διαδικασίας ἐπιψηφίσεως, ἵνα ἡ δυσχέρεια, ἡ ὁποία ἐνεφανίσθη ἀπόψε μὴ ἐμφανίζεται ἀνὰ πᾶν ἄρθρον ψηφιζόμενον. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν τὴν ἀπόφασιν νὰ δεχθῶμεν ὅλα τὰ ἄρθρα ὅπως ἔχουν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ἀλλὰ νὰ δεχθῶμεν ἔστω καὶ ἐλαφρὰς τροπολογίας, γεννᾶται τὸ ζήτημα τῆς νομοτεχνικῆς διατυπώσεως, τοῦ ἐπιψηφισθησομένου κειμένου. Γεννᾶται δηλαδή, τὸ ζήτημα, κατὰ πόσον, τὸ Σύν)γμα τοῦ 1911, νομοτεχνικῶς ἔχει ἀρτίως καὶ κατάταξιν τῆς ὅλης ὕλης τοιαύτην, ὥστε σήμερον νὰ εἶναι ἀνεκτὴ ἡ ταξινόμησις καὶ διάρθρωσις τῆς συνταγματικῆς ταύτης ὕλης. Ἡμεῖς ἔχομεν σχηματίσει τὴν πεποίθησιν, ὅτι πρέπει νὰ γίνουν δεκταὶ σοβαραὶ τροπολογίαι καὶ νὰ γίνῃ ἀνακατάταξις ἐπιστημονικωτέρα, νὰ ἐνταχθοῦν δὲ τροπολογίαι καὶ ἄρθρα εἰς τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα πρέπει μεθοδικῶς νὰ ἀνήκουν. Ἰδοὺ διατὶ νομίζω, ὅτι ὑπῆρξε σφάλμα τὸ ὅτι δὲν ἠκολουθήθη ἡ δέουσα τακτική, κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν πρὸς συζήτησιν καὶ ψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Εἶπον καὶ προχθές, ὅτι τὸ τελικὸν σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ἥτις συνεστήθη ἀπὸ τὸ Σῶμα, περιλαμβάνει καὶ τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἔκαμε δεκτὰς ἡ Ἐπιτροπὴ ἐνσωματώσασα πάντα ταῦτα εἰς ἓν ὀργανικὸν καὶ μεθοδικὸν σύνολον. Θὰ ἦτο εὐκτέον νὰ συζητήσωμεν τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς.
§52ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§53Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Μὴ ταράττεσθε, κύριοι συνάδελφοι, ὁ θόρυβος δὲν εἶναι ἴδιον ψυχραίμου σκέψεως. Καὶ χρειάζεται σύνεσις εἰς τὰ συνταγματικὰ θέματα τὰ μέλλοντα νὰ ρυθμίσουν ἐπὶ μακρὸν τὴν ζωὴν τοῦ Ἔθνους ἡμῶν. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἐὰν ἐπανήρχετο τὸ Σῶμα ἐπὶ τῆς προχθεσινῆς του ἀποφάσεως καὶ ἔλεγεν ὅτι τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος θὰ ἀπετέλει τὴν βάσιν ὅλων τῶν διεξαγομένων συζητήσεων, θὰ κατελήγομεν εἰς ἀσφαλέστερα, ἐπιστημονικώτερα καὶ ταχύτερα συμπεράσματα. Ἤδη ἐμφανίζεται αὐτὴ ἡ μεγάλη δυσχέρεια διότι εἰς τὰ συζητητέα δὲν περιλαμβάνονται τὰ θέματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἡμεῖς θέλομεν νὰ περιλάβωμεν. Τὰ συνταγματικὰ εἶναι θέματα εἰς τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ διχαζώμεθα. Μὴ ἐπιμένετε ἐπὶ τῆς ἐσφαλμένης σας τακτικῆς. Κάμνω ἔκκλησιν· διότι ἀνὰ πᾶν βῆμα θὰ εὑρισκώμεθα πρὸ ἀνυπερβλήτων δυσχερειῶν, ἐνῷ ἐὰν χωρήσωμεν μὲ τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς ὡς βάσιν συζητήσεως, θὰ δυνηθῶμεν νὰ καταλήξωμεν εἰς ταχέα καὶ ἀσφαλῆ ἀποτελέσματα.
§54Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Αὐτὸ ἐδῶ εἶναι σχέδιον Συντάγματος, δὲν εἶναι τροπολογία καὶ συνεπῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§55Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Θὰ μεταμεληθῆτε ἀσφαλῶς διότι δὲν πρόκειται νὰ τελειώσωμεν ποτὲ μὲ τὴν ἔλλειψιν μεθόδου καὶ εἱρμοῦ ἥτις διακρίνει τὰς συνεχιζομένας συζητήσεις. Βεβαίως πρόκειται περὶ σχεδίου Συντάγματος. Τοιαύτη ἦτο ἡ ἀποστολὴ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Ἐπιτροπῆς ἥτις συνεστήθη ἀπὸ τὸ Σῶμα δυνάμει τοῦ Βʹ Ψηφίσματος. Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ συγκροτήσῃ καὶ νὰ ἐμφανίσῃ εἰς ἓν ἁρμονικὸν σύνολον τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ἃς ἔκρινε διατηρητέας καὶ τὰς τροπολογίας εἰς τοῦτο τὰς ὁποίας ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ ἐπιφέρῃ ἵνα τὸ καταστήσῃ ὄργανον θεραπείας τῶν συγχρόνων πολιτικῶν καὶ κοινωνικῶν ἀναγκῶν. Ἐὰν δὲν ἔπραττε τοῦτο καὶ ἔφερεν ἀσυνδέτους καὶ κεχωρισμένας τροπολογίας εὐλόγως θὰ κατηγορεῖτο ἐπὶ ἐλλείψει μεθόδου καὶ ἑνότητος. Προσπαθεῖτε νὰ τὴν τιμωρήσετε διότι ἐπετέλεσεν εὐσυνειδήτως τὴν ἀποστολήν της. Καίτοι δὲν εἶμαι εἰς πολλὰ σημεῖα σύμφωνος πρὸς τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι δὲν ἠθέλησεν ἐκ συντηρητικότητος νὰ καινοτομήσῃ ὅσον ἐπέβαλον οἱ σύγχρονοι καιροί, ὀφείλω ἐν τούτοις νὰ διακηρύξω ὅτι τὸ σχέδιόν της εἶναι ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ἀνώτερον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§57Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Νομίζω ὅτι ἐπανερχόμεθα συνεχῶς ἐπὶ τῶν αὐτῶν πραγμάτων καὶ νομίζω ἐπίσης ὅτι μᾶς χαρακτηρίζει κἄποια παρανόησις τῶν πραγμάτων. Ἡ Ἐπιτροπὴ βεβαίως εἶχε μίαν ἐκτεταμένην ἐντολὴν τοῦ Σώματος νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκπόνησιν τοῦ σχεδίου ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων. Εἰργάσθη συνεχῶς καὶ ἐπὶ δύο συναπτὰ ἔτη ἐξεπόνησε πολλὰς διατάξεις· ἐτροποποίησε διατάξεις, καὶ πάντως κατήρτισεν ἕνα πλῆρες νέον Σύνταγμα, μὲ σωρείαν νέων διατάξεων, μὲ τροπολογίας νέας καὶ νέους θεσμούς. Εἴπομεν ὅτι βάσις τῶν συζητήσεων εἶναι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 καὶ περὶ τούτου δευτέρα σκέψις δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ. Ἀναθεωροῦμεν ἀναμφισβητήτως τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, τὸ εἴπομεν αὐτὸ καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνομεν. Δὲν ὑπῆρξεν οὐδεμία προκατάληψις καὶ ἔφεσις νὰ μείνωμεν προσκεκολλημένοι μόνον εἰς τὰς παραδόσεις καὶ εἰς τὰ ἀναγεγραμμένα κείμενα. Ἡ ἄποψις ἥτις διετυπώθη ἀπὸ τὰ πλέον ἐξαίρετα μέλη, τὰ ὁποῖα κοσμοῦν τὴν συνέλευσίν μας, ὅτι ἂν δὲν συζητήσωμεν ὡς σχέδιον ὁριστικὸν καὶ ἀμετάκλητον τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς, τοῦτο θὰ ἀπετέλει ἕνα εἶδος ἁπλῆς κατοχυρώσεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ἐκ μέρους τοῦ Σώματος, εἶναι μία ὑπερβολή. Νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ συζητήσωμεν περὶ θεμάτων τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ μᾶς ἐπιτρέψουν νὰ προχωρήσωμεν. Νομίζω ὅτι ἡ παράλληλος συζήτησις διατάξεων τοῦ κειμένου πρὸς τὰς ἀντιστοίχους διατάξεις τοῦ σχεδίου, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κάμωμεν. Τώρα ἐὰν ἡ ἀναλυτικὴ διατύπωσις τοῦ Α ἢ Β ἄρθρου τοῦ Συντάγματος δὲν ἱκανοποιεῖ ὅλους, δὲν εἶναι ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ἡ Ἐπιτροπή, αὐτὸ εἶναι θέμα τὸ ὁποῖον θὰ κρίνῃ κυριαρχικῶς ἡ Ἀντιπροσωπεία μας. Βεβαίως, τὰ ἄρθρα τὰ διατυπωθέντα ὡς σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς, τὰ συζητοῦμεν καὶ μοιραίως θὰ τὰ συζητήσωμεν. Παρακαλῶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ ἐντύπωσις ὅτι ἐρχόμεθα ἐδῶ μὲ προκατάληψιν ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου σχεδίου, ἀλλ’ ἀναζητοῦμεν τὴν καλυτέραν διατύπωσιν μιᾶς ἑκάστης διατάξεως.
§58Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ ἐπ’ αὐτοῦ νὰ μᾶς δώσῃ μίαν διευκρίνησιν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον 3 ὡς ἔχει, θὰ ὑπάρχει δυνατότης ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπὸ μέρους τῆς Βουλῆς τὸ ἄρθρον 3 νὰ κατανεμηθῇ εἰς ἄρθρον 5, ἄρθρον 6, ἄρθρον 7 μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ συνόλου τοῦ Συντάγματος;
§59Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Βεβαίως, ὄχι.
§60Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Ὅταν πλέον ἕνα ἄρθρον ἔχει ψηφισθῆ ἀποτελεῖ ψηφισμένην διάταξιν ἀδιάφορον ποῦ τελικῶς, θὰ καταταχθῇ αὕτη κατὰ τὴν συναρμολόγησιν τοῦ τελικοῦ κειμένου. Δὲν ἠθέλησα νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ ζήτημα αὐτό. Θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι, δὲν θέλω νὰ κάμω κρίσεις καὶ ἐπικρίσεις, ἀναγκάζομαι νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν ἁπλῶς. Θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν ἂν ἡ κατάταξις τῶν περὶ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων διατάξεων, ὑποδιαιρουμένων, εἰς ἓξ κεφάλαια εἶναι ἀναγκαία ἆραγε ἢ ὄχι; Ἀσφαλῶς ὄχι. Εἶναι μία προσπάθεια ἀναμφισβητήτως ὀρθολογιστικωτέρας κατατάξεως τῆς ὕλης καὶ βεβαίως δὲν ἀποκλείω νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἔργον ἀναζητοῦντες πάντοτε τὸν τρόπον νὰ δώσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμά μας μίαν μεθοδικωτέραν κατάταξιν. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συζητήσωμεν τὸ θέμα αὐτό, θὰ ἔλεγον ὅτι παρ’ ὅλας τὰς προσπαθείας τῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς ὀρθολογιστικωτέραν κατάταξιν τῆς ὕλης, τὴν μετατόπισιν πολλῶν ἄρθρων, τὴν κατάτμησιν ἄλλων, δὲν ἐπέφερε παρὰ ταῦτα ριζικὴν καὶ πράγματι μεθοδικὴν κατάταξιν τῆς ὕλης. Τὸ ν’ ἀρχίζῃ πράγματι τὸ Σύνταγμα ἀπὸ τὰ περὶ Ἐκκλησίας, ν’ ἀκολουθοῦν αἱ περὶ ἀτομικῶν δικαίων διατάξεις καὶ μόνον μετὰ ταῦτα ν’ ἀκολουθῇ τὸ κεφάλαιον περὶ συντάξεως τῆς Πολιτείας δὲν εἶναι πολὺ δόκιμον. Δὲν ἔχει καμμίαν ἄλλην ἔννοιαν πλὴν τῆς ἐκ παραδόσεως αἰσθηματικῆς καὶ συναισθηματικῆς ἕξεως. Φυσικώτερον θὰ ἦτο νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὸ κεφάλαιον περὶ συντάξεως τῆς Πολιτείας. Χωρὶς μὲ τοῦτο νὰ θέλω νὰ κάμω καμμίαν ἐπίκρισιν δὲν νομίζω ὅμως ὅτι ἡ βάσις ποὺ ἐτέθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι ἐπαρκὴς διὰ νὰ διευκολύνῃ τὴν ταχεῖαν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν. Τίποτε δὲν μᾶς κωλύει εἰς τὰς διατάξεις, κατὰ τὴν πρόοδον τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, νὰ προσθέσωμεν ἐκείνας ποὺ πρέπει νὰ προσθέσωμεν, καὶ τροποποιήσεις νὰ κάμωμεν καὶ εἰς τὴν ὅλην ὕλην καὶ πάλιν ἂν χρειασθῇ τροποποιήσεις νὰ ἐπιφέρωμεν κατὰ τὴν συναρμολόγησιν τοῦ συνόλου τοῦ Συντάγματος.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Τσάτσος ἔχει τὸν λόγον.
§62Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, διεξάγεται μία συζήτησις μέσα εἰς μίαν ἀτμόσφαιραν νευρικότητος καὶ ἐμμονῆς εἰς διαφόρους ἀντιλήψεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὀρθαί, ἢ ἐσφαλμέναι, ἀλλὰ πρὸς τὸ παρὸν δὲν ἔχουν ἄλλην ἀξίαν, πλὴν τῆς ἀξίας ὅτι ὑποστηρίζονται ἀπὸ ὡρισμένα μέλη τοῦ Σώματος. Νομίζω ὅτι ἐὰν συνεχίσωμεν μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον, διακόπτοντες ἑκάστοτε τὴν ἐπὶ τῶν ἄρθρων συζήτησιν, διὰ νὰ παρεμβάλωμεν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ τρόπου τῆς διεξαγωγῆς τῶν συζητήσεων, εἶναι προφανὲς ὅτι οὐδέποτε θὰ δυνηθῶμεν νὰ φέρωμεν τὸ ἔργον ἡμῶν εἰς πέρας. Ἐλήφθη πράγματι ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς μία ἀπόφασις νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κειμένου τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Συγκαταλέγομαι καὶ ἐγὼ μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν ὅτι θὰ ἦτο πολὺ προσφορωτέρα ἡ συζήτησις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κειμένου τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ ἐλήφθη ἀπόφασις τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ δὲν πρόκειται νὰ συζητήσω περαιτέρω. Ἐὰν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὴν ἀπόφασιν ταύτην προϊούσης τῆς συζητήσεως συναγάγουν πράγματι τὸ συμπέρασμα ἐκ τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν θὰ ἀποκτήσουν ἐκ τῆς συζητήσεως, καὶ τὴν ὁποίαν βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπέκτησαν ἀκόμη· διότι εὑρισκόμεθα εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον ἀπὸ ἀπόψεως συζητήσεως, καὶ δὲν ἔχομεν ψηφίσει ἀκόμη κανένα, ἐὰν λέγω ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς ληφθείσης ἀποφάσεως, πεισθοῦν πράγματι ὅτι εἶναι προσφορώτερον νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ σχεδίου, ὅπως ἡμεῖς πιστεύομεν — καὶ ἐψηφίσαμεν, ὀφείλουν νὰ τὸ εἴπουν καὶ ἐλπίζω ὅτι οὐδεὶς θὰ αἰσθανθῇ κώλυμα, νὰ διαδηλώσῃ, ὅτι πράγματι μετέβαλε γνώμην. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ παρεισάγεται ἑκάστοτε κατὰ τὰς συζητήσεις· εἶναι θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου ἐὰν ἡ πλειοψηφία πεισθῇ, θὰ εὕρῃ τρόπον νὰ τὸ ἐκδηλώσῃ εἰς τὴν κατάλληλον στιγμήν. Συνεπῶς νομίζω ὅτι θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἔργον μας μὲ βάσιν τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ὑπεβλήθη ἀπὸ μέρους τοῦ συναδέλφου ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας κ. Παπαληγούρα ζήτημα, περὶ τοῦ ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ ἡ τάξις, ἡ σειρὰ τῶν ἄρθρων καὶ ἴσως τὸ περιεχόμενον νὰ κατατμηθῇ εἰς περισσότερα ἄρθρα μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ περιεχομένου. Κύριοι, νομίζω, καὶ ἰδίως οἱ παλαιότεροι ἐκ τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν πεῖραν τῆς ἐπιψηφίσεως καὶ ἄλλων Συνταγμάτων, θὰ γνωρίζουν, ὅτι ὄχι μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν ὅλων τῶν ἄρθρων ἐξετάζουσι ποίαν τάξιν ἐμφανίζει τὸ σύνολον τοῦ νομοθετήματος. Ἀναμφισβητήτως τὸ ὑπολειπόμενον τότε τοῦ ἔργου, δὲν θὰ εἶναι ἔργον μεταβολῆς τῶν ἄρθρων......
§63Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Σύμφωνοι.
§64Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἀμφιβάλλω ἐὰν πραγματικὰ εἴμεθα σύμφωνοι. Λέγω ὅτι θὰ ὑπάρξῃ τὸ ἑξῆς ζήτημα: Πρῶτον, εἰς ποίαν σειρὰν πρέπει νὰ καταταγοῦν τὰ ἄρθρα αὐτούσια, καὶ δεύτερον ἀποδεικνυομένου ὅτι προσετέθη ἄρθρον, τὸ ὁποῖον περιέχει ἀπὸ ἀπόψεως ὀρθολογικῆς τάξεως, μέρος τοῦ λογικοῦ περιεχομένου θέματος ἄλλου ἄρθρου, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ διασπάσωμεν τὸ ἓν ἄρθρον καὶ νὰ ἑνώσωμεν μέρος του μὲ τὸ κείμενον ἄλλου ἄρθρου. Αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι δύναται νὰ γίνῃ, ἐὰν δὲν ληφθῇ σχετικὴ ἀπόφασις. Δηλαδὴ ὅπως ψηφίζονται τὰ ἄρθρα κατὰ περιεχόμενον, οὕτω θὰ ψηφίζωμεν τελικῶς τὴν κατάταξιν, καὶ ἐὰν προκύψῃ ζήτημα κατατμήσεώς των εἰς τὸν κατάτμησιν ἑκάστου ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην εἶναι δυνατὸν νὰ εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι.
§65Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Νομίζω ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι ἐπ’ αὐτοῦ.
§66Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἰδιαιτέρως χαίρω διότι ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς πλειοψηφίας τῆς παρούσης Βουλῆς ἐπιβεβαιώνει τὴν συμφωνίαν ὅλων ἡμῶν. Τώρα ὑπάρχει καὶ ἕνα δεύτερον θέμα.
§67Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Εἴπομεν ὅτι τώρα θὰ ψηφίζωμεν διατάξεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐντάσσωνται εἰς κἄποιο ἄρθρον.
§68Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Ἐὰν εἶναι τὸ ἄρθρον 3 καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 3 προστεθῇ μία παράγραφος, δὲν ἔχει σημασίαν τὸ πρᾶγμα.
§69ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Σύμφωνοι. Σύμφωνοι.
§70Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε Κουλουμβάκη, θὰ σᾶς ὑπενθυμίσω εἰδικῶς ἕνα ἄρθρον, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶναι ἰδιαιτέρως προσφιλὲς καὶ εἰς ἐμέ εἶναι ἰδιαιτέρως ἀντιπαθές, τὸ ἄρθρον 107 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος. Γνωρίζετε ὅτι ἐψηφίσθη ὡς τμῆμα τοῦ ἄρθρου 92 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ ἐν τούτοις τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἐθεωρήθη ὅτι εἶναι ἄσχετον πρὸς τὸ ἄρθρον 92 τοῦ Συντάγματος. Ἐθεωρήθη, ὅπως εἶπεν ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, ὅτι εἶναι διάταξις περιστατικὴ καὶ ἀπεχωρίσθη καὶ ἔλαβε τὴν θέσιν τοῦ ἄρθρου 107. Τοῦτο κατ’ ἐμέ, ἀποκλείεται νὰ συμβῇ.
§71Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβ.). Θὰ γίνῃ καὶ μία ἐπιψήφισις τοῦ συνόλου.
§72Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ σχεδίου θὰ τεθῇ ὑπὸ ψηφοφορίαν;
§73Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχίσω, θὰ σᾶς παρακαλέσω, νὰ προσέξετε καὶ τὰ δύο ζητήματα τὰ ὁποῖα προέκυψαν. Προέκυψαν δὲ ἐκ μιᾶς παρατηρήσεως τοῦ κ. Παραβάντη καὶ τοῦ κ. Κ. Τσάτσου. Ἐτέθη τὸ ζήτημα τί θὰ γίνωνται αἱ διάφοροι προτάσεις ποὺ ὑπάρχουν μέσα εἰς τὸ σχέδιον καὶ πῶς θὰ τίθενται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Εἶπεν ὁ κ. Παραβάντης καὶ δὲν ἀντίλεξεν οὐδείς, ὅτι κατὰ τοῦτο ἔσφαλον τὰ μέλη τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς· ὅτι τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 θεωρεῖται ὡς μία ἀπωτέρα πρότασις, ἡ ὁποία τίθεται τὸ πρῶτον ὑπὸ συζήτησιν. Ὄχι, κύριοι, εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον καὶ ἀντιτίθεται εἰς τὴν λογικὴν τῶν πραγμάτων, νὰ θεωρεῖται ὡς ἀπωτέρα μάλιστα πρότασις ἐκεῖνο τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ καμμία πρότασις, ἐξακολουθεῖ νὰ ἰσχύῃ. Ἡ πρότασις εἶναι κείμενον, τὸ ὁποῖον δὲν ἰσχύει καὶ τὸ ὁποῖον τότε τίθεται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ὅταν ἀμφισβητεῖται ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ παραμείνῃ τὸ ἤδη ἐν ἰσχύϊ. Τὰ κείμενα τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 εἶναι τὰ ὁριστικὰ κείμενα ἐφ’ ὅσον δὲν ὑφίστανται οὐδεμίαν τροποποίησιν. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθοῦν ποτὲ ὡς ἀπωτέρα πρότασις, δὲν εἶναι πρότασις, εἶναι ἰσχῦον δίκαιον. Πῶς θέλετε νὰ τὰ μεταβάλωμεν αὐτὰ εἰς ἀπωτέραν πρότασιν; Αὐτὸ εἶναι τὸ ἓν θέμα. Τώρα τί θεωρεῖται ἀπωτέρα πρότασις· εἶναι ἓν ζήτημα εἰς τὸ ὁποῖον, ἠμποροῦν νὰ ἔχουν γνώμην, ὅλα τὰ μέλη τῆς Βουλῆς καὶ ἕκαστον γνώμην διάφορον. Ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ ἀφεθῶμεν κυρίως εἰς τὸ Προεδρεῖον, διότι ἐὰν θέλωμεν ὅλοι νὰ ἀσκήσωμεν τὰ ἔργα τοῦ Προεδρείου, ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι θὰ δημιουργηθῇ μία σύγχυσις, ἡ ὁποία θὰ μᾶς ἐμποδίσῃ νὰ ἐπιτελέσωμεν τὸ ἔργον μας. Καὶ ἐὰν κἄποτε ὁ κ. Πρόεδρος, ἐμφανίζῃ ὡς ἀπωτέραν μίαν πρότασιν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι κατὰ τὴν ἰδικήν μας γνώμην ἀπωτέρα, μόνον ἐὰν προέκυπτεν ἓν σοβαρὸν ζήτημα, θὰ ἐπετρέπετο νὰ δημιουργήσωμεν καὶ ἡμεῖς, θέμα νέας συζητήσεως· ἄλλως θὰ πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὴν τάξιν τῆς συζητήσεως, τὴν ὁποίαν θέτει τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Ἐδῶ ὑπάρχουν διάφοροι προτάσεις. Μεταξὺ αὐτῶν πρέπει νὰ θεωρῶμεν ὡς πρότασιν τὸ ἔργον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, διότι, κύριοι, νομίζω, ὅτι δὲν ἀνήκει εἰς τὰς σκέψεις οὐδενὸς ἐκ τῶν μελῶν τῆς παρούσης Βουλῆς, νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν οὐχὶ αὐτοβούλως ἐπετέλεσαν τὰ 40 μέλη τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν ἀποτελεῖ κἂν πρότασιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ σχέδιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τυχὸν προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ ἄλλων συναδέλφων, αἱ ὁποῖαι θὰ προκύψουν ἐκ τῆς συζητήσεως καὶ κατὰ τὴν κρίσιν του, θὰ θέσῃ ὑπὸ συζήτησιν τὰς διαφόρους προτάσεις. Τώρα, ἐὰν συμβαίνῃ εἰς τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ ἔχῃ κατατμηθῆ ἡ ὕλη ἑνὸς ἄρθρου τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ νὰ ἐμφανίζωνται τμήματα τοῦ ἄρθρου εἰς διάφορα ἄρθρα τοῦ σχεδίου, ὀφείλει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, νὰ θέτῃ ὅλας αὐτὰς τὰς διατάξεις ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς διατάξεως τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ἐὰν θὰ ἐγεννῶντο περαιτέρω ζητήματα θὰ τὰ ἴδωμεν. Ἠμπορεῖ νὰ προκύψουν, ἠμπορεῖ καὶ νὰ μὴ προκύψουν. Θὰ εἶχον ἐπίσης νὰ κάμω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ διεξάγωνται πρωθύστεροι συζητήσεις ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Εἶναι πρωθύστερον νὰ λέγωμεν ποῖα θέματα, ὡς πρὸς τὴν κατάταξιν θὰ προκύψουν, προτοῦ γνωσθῇ ποῖα θὰ εἶναι τὰ κείμενα τὰ ὁποῖα θὰ ἔχωμεν πρὸς κατάταξιν. Ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι ἀριθμοί, τῶν ὁποίων ἡ μεταβολὴ τῆς τάξεως δὲν ἐπιφέρει διαφορὰν εἰς τὸ ἄθροισμα. Εἶναι συλλογισμός. Ἡ μεταβολὴ αὐτῶν θὰ ἐπιφέρῃ ἐνδεχομένως οὐσιώδεις μεταβολάς. Διὰ τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, ἀπευθύνω μίαν ἔκκλησιν εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν πράγματι ἀποτελῇ εἰλικρινῆ πρόθεσίν της ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Συντάγματος, νὰ παύσουν αἱ βυζαντινίζουσαι συζητήσεις περὶ τὴν μέθοδον τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ ἀρχίσωμεν νὰ ἀσχολούμεθα μὲ τὴν πραγματικὴν αὐτοῦ ἐπιψήφισιν. Ὑπάρχουν ἀρκετὰ θέματα, ὥστε νὰ μὴ κουραζώμεθα εἰς συζητήσεις περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ κάμωμεν μίαν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ κάμωμεν ποτὲ ἐὰν δὲν τὴν ἀρχίσωμεν ἐπὶ τέλους μίαν ἡμέραν.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχουν ἐγγεγραμμένοι ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος αὐτοῦ ζητήματος ἀκόμη 8 συνάδελφοι. Ἐπειδὴ τὸ θέμα ἔχει ἐξαντληθῆ καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχει πρότασις, ὅπως τὸ ἄρθρον 3 ψηφισθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, νομίζω ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ παύσῃ πλέον τὸ ζήτημα καὶ νὰ προβῶμεν εἰς ψηφοφορίαν.
§75Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἐκ τῆς λύσεως τοῦ παρεμπίπτοντος αὐτοῦ ζητήματος ἐξαρτᾶται ἐὰν θὰ γίνῃ ὀνομαστικὴ ψηφοφορία;
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§77Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἔτσι εἶναι. Ἐὰν τὸ παρεμπῖπτον λυθῇ κατὰ τρόπον ἱκανοποιητικὸν διὰ τὸ σύνολον τῆς Βουλῆς, δὲν θὰ χρειασθῇ νὰ γίνῃ ὀνομαστικὴ ψηφοφορία.
§78Γ. ΠΑΡΑΒΑΝΤΗΣ. Ἐὰν ἀλλάξῃ ἡ διαδικασία, θὰ τὴν ἀποσύρωμεν τὴν πρότασιν.
§79Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δηλαδὴ νὰ σᾶς περάσῃ;
§80Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Νὰ πεισθῇ ἡ πλειοψηφία.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Θεοτόκης ἔχει τὸν λόγον.
§82Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, κατὰ τὴν συνεδρίασιν, τὴν ἑσπέραν ταύτην, προέκυψεν, ὅπως ἐχαρακτηρίσθη ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον, ἕνα παρεμπῖπτον ζήτημα ἀφορῶν τὸν τρόπον, τὸν καλλίτερον τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν καὶ ψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως, μοῦ φαίνεται, ὅτι περιεπλάκη τὸ ὅλον ζήτημα. Περιεπλάκη τὸ θέμα καὶ θὰ δοκιμάσω δι’ ὀλίγων νὰ τὸ ἀποσαφηνίσω καὶ νὰ τοποθετήσω τὰ πράγματα, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον, νομίζω ὅτι ἔχουν. Ὑπάρχουν, κύριοι βουλευταί, τρία οὐσιαστικὰ σημεῖα. Τὸ πρῶτον ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι βάσις τῶν συζητήσεων τῆς ἀναθεωρήσεως, θὰ εἶναι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Ὑπάρχει ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν —καὶ τὴν ἄποψιν αὐτὴν ἐνίσχυσε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος κ. Τσάτσος— δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν διατάξεις, κατὰ τρόπον στεγανόν, δηλαδή, ἐὰν θεωρηθῇ μία διάταξις ὅτι, ἔχει ψηφισθῆ, νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν μετέπειτα ἐνδεχομένων τροπολογιῶν καὶ σκέψεων νὰ τροποποιηθῇ ἡ ψηφισθεῖσα διάταξις. Ἐξ ἑτέρου διετυπώθη ἐξ ἀντιθέτου, ἄλλη ἄποψις ἐκ μέρους τοῦ κ. Κουλουμβάκη, ὅτι ἐὰν ψηφίζωμεν ὑπὸ αἵρεσιν διατάξεις, δηλαδὴ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ναὶ μὲν ἐψηφίσθησαν, ἀλλὰ ὅμως εἶναι δυνατὸν ἐν τῇ ἐξελίξει τῶν συζητήσεων διὰ μεταγενεστέρων διατάξεων, νὰ τροποποιηθοῦν, οὐσία, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ ἑτέρου ἐξ Ἀθηνῶν συναδέλφου, ἀντλοῦμεν ἐκ τοῦ πίθου τῶν Δαναΐδων. Ἐγώ, θὰ δοκιμάσω, κύριοι συνάδελφοι, νὰ δώσω ἕνα συγκερασμὸν τῶν ἀπόψεων αὐτῶν, πιστεύων ὅτι αὐτὸ ἠμπορεῖ ἴσως νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν καλυτέραν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ὡς πρὸς τὴν καλυτέραν ἀνάπτυξιν τοῦ ἔργου τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχουν διατάξεις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, αἱ ὁποῖαι κατὰ κοινὴν ὁμολογίαν τῶν διαφόρων κομμάτων, ἀνεξαρτήτως ἰδεολογικῆς ἀποχρώσεως, δὲν πρόκειται νὰ τροποποιηθοῦν. Εἶναι αἱ διατάξεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι θεωροῦνται ὅτι ὀρθῶς ἔχουν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 καὶ συνεπῶς ὡς μὴ ἔχουσαι ἀνάγκην ἀναθεωρήσεως, θὰ ἰσχύσουν αὐτούσιαι καὶ εἰς τὸ νέον μας Σύνταγμα. Ὑπάρχει, ὅμως, καὶ ἡ κατηγορία τῶν διατάξεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι μετὰ τὰ ὅσα ἐλέχθησαν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος καὶ μετὰ τὰ ὅσα θὰ ἀναπτυχθοῦν κατὰ τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τοῦ Σώματος, πρόκειται νὰ ἀποτελέσουν εἴτε τροποποιημένας διατάξεις εἴτε νέας τοιαύτας ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὸ νέον μας Σύνταγμα. Ἐγὼ θὰ ἐπρότεινον, διὰ νὰ προχωρήσῃ καὶ ἡ ἐργασία μας ταχύτερον νὰ ἀποφασίσωμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς προτάσεώς μου καὶ νὰ ξεχωρίσωμεν τὰς διατάξεις αἱ ὁποῖαι δὲν πρόκειται νὰ μεταβληθοῦν καὶ αἱ ὁποῖαι αὐτουσίως θὰ περιληφθοῦν εἰς τὸ νέον Σύνταγμα, ἀπὸ τὰς διατάξεις καὶ τὰ ἄρθρα ἐπὶ τῶν ὁποίων καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ Συνταγματικὴ εἰσηγήθη, τροπολογίας καὶ ἐνδεχομένως, οἱ διάφοροι κ.κ. συνάδελφοι, ἀναλόγως τῶν ἰδεολογικῶν πεποιθήσεων, ὑποτίθεται ὅτι θὰ κάμουν τροποποιητικὰς προτάσεις. Αὐτὴ ἡ δευτέρα κατηγορία θὰ ἀποτελέσῃ τὸ ἀντικείμενον τῶν ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεων. Ὅταν περατωθῇ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς τότε θὰ δημιουργηθῇ πλέον θέμα συναρμολογήσεως καὶ τῶν δύο κατηγοριῶν διατάξεων, ὁπότε ἐφ’ ὅσον τὸ μὲν θὰ ἔχωμεν τὰς διατάξεις τὰς ὁποίας θεωροῦμεν παγίως ἰσχυούσας ἐκ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 τὸ δὲ τὰς διατάξεις πλέον τὰς ψηφισθείσας, εἴτε νέας εἴτε τροποποιημένας παλαιὰς τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, θὰ ἔχωμεν πρὸ ἡμῶν πλέον ὄχι ἔργον ἐρεύνης τῆς οὐσίας, ἀλλ’ ἔργον νομοτεχνικόν, τὸ ἔργον τῆς συναρμολογήσεως τῶν διατάξεων τῶν μέν, καὶ τῶν δέ. Τότε δὲ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἠμπορεῖ τὸ θέμα αὐτὸ νὰ τὸ ρυθμίσῃ ἡ Βουλὴ ἡ ἐν ὁλομελείᾳ ἢ ἠμπορεῖ καὶ νὰ σχηματίσῃ κατόπιν ἀποφάσεώς της μίαν εὐρυτέραν διακομματικὴν Ἐπιτροπήν. Ἐγὼ κάμνω αὐτὴν τὴν πρότασιν ἡ ὁποία νομίζω ὅτι θὰ εἶναι συντελεστής τῆς ταχυτέρας περαιώσεως τοῦ ἔργου μας.
§83ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν χρειάζεται πρότασις. Ἐδῶ ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
§84Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν ἔχετε ἀντιρρήσεις οὐσιαστικὰς νὰ τὰς διατυπώσετε. Ἐγὼ δὲν σᾶς λέγω νὰ υἱοθετήσετε τὰς ἀπόψεις μου ὁπωσδήποτε. Ἀφήσατέ με νὰ τελειώσω διότι πιστεύω ὅτι διὰ τῆς μεθόδου αὐτῆς θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος καὶ θὰ ἀποδώσωμεν εἰς τὸ ἔργον μας. Κατὰ ταῦτα λοιπόν, ἀφοῦ τελειώσει τὸ ἔργον μας τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων, εἴτε ἐκείνων αἱ ὁποῖαι θὰ παραμείνουν ὡς ἔχουν εἴτε ἐκείνων αἱ ὁποῖαι θὰ μεταβληθοῦν, ἡ Βουλὴ δι’ ἀποφάσεώς της νὰ σχηματίσῃ μίαν διακομματικὴν Ἐπιτροπὴν εὐρεῖαν ἢ στενωτέραν, τῆς ὁποίας τὸ ἔργον, διὰ τῆς αὐτῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν συναρμολόγησιν τοῦ νέου Συντάγματος καὶ τὴν κατάταξιν τῆς ὕλης. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἰδοὺ τί θὰ κερδηθῇ, κύριε ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Ἡ παρέλκυσις τῆς συζητήσεως ἐπὶ ἄρθρων καὶ διατάξεων ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν προτείνονται μεταβολαί, θὰ περιορισθῇ δηλαδὴ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν προτάσεων καὶ ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν ἐπὶ τῶν ἄρθρων ἐκείνων τὰ ὁποῖα καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ Συνταγματικὴ ἐδέχθη, ὅτι πρέπει νὰ ἀποτελέσουν ἀντικείμενον ἀναθεωρήσεως. Αὐτὴ θὰ ἦτο μία λύσις τὴν ὁποίαν πιστεύω ὅτι ἐὰν σεῖς τὴν υἱοθετούσατε, ὑπάρχει τρόπος νὰ εὑρεθῇ καὶ ἡ λύσις τῆς νομοτεχνικῆς τοποθετήσεως, τῆς ὕλης, εἰς τρόπον ὥστε νὰ προχωρήσωμεν τὸ συντομώτερον. Διότι ἡ συζήτησις τὴν ἑσπέραν αὐτὴν παρέχει τοῦτο τὸ ἐνδεικτικὸν ὅτι τὸ ψήφισμα ΝΖʹ τὸ καθορίζον τὰς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, δὲν μᾶς βοηθεῖ, κ. ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, εἰς τὸ νὰ προχωρήσωμεν ὑπάρχει κἄποιο ἐμπόδιον εἴτε διότι τὸ ψήφισμα αὐτὸ δὲν εἶναι πλῆρες, εἴτε διότι δὲν ἐρρυθμίσθησαν ὡς ὤφειλε τὰ πράγματα, διότι ἄλλως δὲν δικαιολογεῖται, μετὰ μίαν ἑβδομάδα συνεχῶν συνεδριάσεων νὰ μὴ ἔχωμεν ἐπιτύχει τὴν ψήφισιν οὐδὲ ἑνὸς ἄρθρου. Διὰ τὸν λόγον αὐτόν, παρακαλῶ τὸν κ. ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, καὶ ἐν γένει τοὺς κ.κ. συναδέλφους νὰ θελήσουν νὰ ἐρευνήσουν τὴν πρότασιν αὐτὴν ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἕνας τρόπος διὰ νὰ προχωρήσωμε ταχύτερον εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ ἀναθεωρητικοῦ μας ἔργου.
§85Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅταν ὁμιλοῦμεν περὶ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἐννοοῦμεν ὅτι πρὶν ἀρχίσῃ τὰς ἐργασίας της πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, ἔχουν καθορισθῆ τὰ ἄρθρα τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος τὰ ὁποῖα θὰ ἀναθεωρηθοῦν. Δυστυχῶς ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ δὲν καθώρισεν ἀναθεωρητέα ἄρθρα, ἀλλὰ κατεσκεύασε Σύνταγμα ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους.
§86Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὡς χθὲς μᾶς ἐλέγατε ὅτι ἔχομεν Συντακτικὴν Βουλήν.
§87Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἐπιμένω εἰς αὐτό. Μόνον τὰ περὶ μορφῆς τοῦ πολιτεύματος ἄρθρα δὲν δύναται νὰ μεταβληθοῦν. Ἐγὼ εἶπον καὶ ἐπιμένω, ὅτι εἴμεθα Συντακτικὴ Συνέλευσις, ἀλλὰ καὶ Συντακτικὴ Συνέλευσις ἐὰν εἴμεθα, ἔπρεπε νὰ εἴπῃ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐξ ἀρχῆς: Ἐπιλαμβάνομαι τῆς ἐξετάσεως ὡρισμένων ἄρθρων τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος. Δὲν εἶπε τοῦτο.
§88Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Αὐτὸ ἔκαμε.
§89Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἔκαμεν αὐτό, ἀλλὰ κατεσκεύασε νέον Σύνταγμα.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ κάμνετε διαλογικὴν συζήτησιν. Νὰ ὁμιλῆτε πρὸς ἡμᾶς.
§91Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τελειώνω μὲ μίαν φράσιν: Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν 1ην Σεπτεμβρίου 1936 εἶπε: «Θέλω Βασιλευομένην Δημοκρατίαν».
§92Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ποῖος εἶπε τὸ ἀντίθετον.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Μακκᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§94Λ. ΜΑΚΚΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας διότι νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις καὶ τὸ ὅλον θέμα ἔχουν περιέλθει εἰς ἓν ἀδιέξοδον ἄνευ ἀποχρῶντος λόγου, διότι ἡ διαφωνία μας δὲν ἀφορᾷ ζήτημα οὐσίας, ἀλλὰ εἶναι καθαρῶς μεθοδολογική. Ἡ διαφωνία δὲν εἶναι ὡς πρὸς τὸ γεγονὸς ὅτι κυριαρχοῦσα γνώμη τοῦ Σώματος, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, θὰ ἐπικρατήσῃ διὰ τὴν λῆψιν ὡρισμένων ἀποφάσεων. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία. Πέραν τούτου τὰ ἄλλα εἶναι μεθοδολογία καὶ μόνον: Τὸ δεῖνα ἢ τὸ τάδε ἄρθρον θὰ προταχθῇ κλπ. Ἐγὼ θὰ ἔκαμνα, κύριοι βουλευταί, τὴν ἑξῆς πρακτικὴν καὶ καθαρῶς τυπικὴν πρότασιν, τῆς ὁποίας ἡ μέχρι τοῦδε μὴ διατύπωσις ὑπῆρξε καὶ ἡ ἀφορμή, νομίζω, ὅλης αὐτῆς τῆς συζητήσεως. Πιστεύω δηλαδή, ὅτι τὸ Προεδρεῖον θὰ ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτύπωσιν ἑνὸς πίνακος, εἰς τὴν πρώτην στήλην τοῦ ὁποίου θὰ ἦσαν τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ἐφ’ ὅσον τὸ Σύνταγμα αὐτὸ θὰ ἦτο ἡ βάσις τῶν συζητήσεών μας. Εἰς τὴν δευτέραν στήλην τοῦ πίνακος αὐτοῦ θὰ εὕρισκαν θέσιν αἱ ἀντίστοιχοι διατάξεις αἱ διατυπωθεῖσαι ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ εἰς τὴν τρίτην στήλην θὰ ὑπεσημειοῦντο αἱ διαφοραί, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν μεταξὺ τοῦ κειμένου τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ τῶν ἀντιστοίχων διατάξεων τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ συζήτησις τότε θὰ ἦτο εὐκολωτέρα, διότι δὲν θὰ εἴχομεν παρὰ νὰ πάρωμεν τὴν σειρὰν τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, θεωροῦντες ὡς τροπολογίας προτεινομένας εἰς τὴν Βουλήν, τὰ ἐν τῇ στήλῃ 3 περιεχόμενα, τὰ διαφοροποιοῦντα ἢ μεταβάλλοντα τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ εἴχομεν ὑπὸ τύπον τροπολογιῶν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 τὰς προτάσεις τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἔπειτα, θὰ παρέμενεν ἓν ζήτημα συναρμολογήσεως καὶ μόνον, διὰ τὸ ὁποῖον εἶμαι βέβαιος ὅτι ἀκόμη καὶ οἱ μεγαλύτεροι ἀντίπαλοι τῶν μεταρρυθμίσεων, δὲν θὰ ἠρνοῦντο μεθοδολογικῶς νὰ ἀκολουθήσουν τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἠκολούθησεν ἡ Ἐπιτροπή. Λέγω ταῦτα αὐτὴν τὴν στιγμήν, διότι νομίζω ὅτι εἶναι περισσότερον τεχνικόν, καὶ μεθοδολογικὸν τὸ ἐπίμαχον ζήτημα, παρὰ ζήτημα οὐσίας. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι τὸ ἐὰν τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς προβῇ εἰς αὐτὴν τὴν ἐκτύπωσιν τῶν τριῶν αὐτῶν στηλῶν ἑνὸς πίνακος καὶ ἡ τρίτη στήλη ἐθεωρεῖτο ὡς τὸ σύνολον τῶν τροπολογιῶν ἐπὶ τῆς πρώτης στήλης, δηλαδὴ ἐπὶ τοῦ κειμένου τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος τοῦ 1911, τότε ἀσφαλῶς θὰ ἦτο εὐκολωτέρα καὶ ἡ ψήφισις καὶ ἡ μεθοδολογικὴ κατάταξις τῶν κειμένων. Αὐτὰ τὰ ὀλίγα καὶ πρακτικὰ εἶχον νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, κ. συνάδελφοι.
§95Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Νομίζω ὅτι ἡ παρεμπίπτουσα αὐτὴ συζήτησις θὰ ὤφειλε νὰ τερματισθῇ καὶ παρακαλῶ νὰ τερματισθῇ, διότι δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοήσω περὶ ποῖον ἀκριβῶς θέμα στρέφεται. Στρέφεται περὶ θέμα οὐσίας ἢ περὶ θέμα διαδικασίας; Πιστεύω ἀκραδάντως ὅτι στρέφεται περὶ θέμα διαδικασίας, νομίζω δὲ ὅτι ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ θέματος διαδικασίας εἶναι περιττὸν νὰ καταπονῆται ἡ Βουλὴ ἐπὶ τόσας ὥρας, δοθέντος ὅτι δὲν ψηφίζομεν ἀριθμοὺς ἀλλὰ διατάξεις Συντάγματος. (Χειροκροτήματα). Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ τῆς συναρμολογήσεως ἠμπορεῖ ὡρισμένα ἄρθρα του νὰ μετακινηθοῦν. (Χειροκροτήματα). Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου 3. Ἐὰν ὑπάρχῃ καμμία διάταξις ποὺ πρέπει νὰ γίνῃ δεκτή, νὰ γίνῃ καὶ θὰ ἠξεύρωμεν ὅτι ἐψηφίσαμεν αὐτὴν τὴν διάταξιν. Διότι ὡς προεῖπον ψηφίζομεν διατάξεις καὶ ὄχι ἀριθμούς.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως τί γίνεται ἡ πρότασις;
§97Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἀποσύρεται.
§98Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Μίαν διευκρίνησιν θέλομεν ἀπὸ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Πρέπει νὰ μᾶς δοθῇ διὰ νὰ ἀποσύρωμεν τὴν πρότασιν. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅσον εἴπατε εἶναι δυναταί, ὄχι ποτὲ μεταβολαί, τῶν ψηφιζομένων ἀλλὰ συμπληρώσεις νὰ ψηφίζωνται κατωτέρω;
§99Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Τί συμπληρώσεις; Διαβάζω τὸ ἄρθρον 3 καὶ εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι ὅτι, ὅ,τι περιέχει τὸ ἄρθρον 3 περιέχεται καὶ σὲ ἄλλας διατάξεις, ψηφίζονται ὅλαι αἱ διατάξεις. Ἐὰν αὔριον ἴδωμεν ὅτι μίαν διάταξιν πρέπει νὰ τὴν μεταφέρωμεν ἀπὸ ἄλλο ἄρθρον εἰς τὸ ἄρθρον 3 τότε τὴν μεταφέρωμεν. (Χειροκροτήματα).
§100Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Διὰ νὰ μὴ γεννῶνται συνεπῶς ζητήματα σἂν τὰ σημερινὰ ἡ μόνη διευκρίνησις τὴν ὁποίαν ἠθέλαμεν εἶναι ἡ ἑξῆς: Ὅτι δὲν θὰ ἀντιταχθῇ, ὅτι αὐτὴ ἡ διάταξις θὰ ἔπρεπε νὰ προταχθῇ ἄλλου ἄρθρου.....
§101Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Ὄχι, ἀγαπητέ μου. Δὲν θὰ ἀντιταχθῇ αὐτό. Διατάξεις ψηφίζομεν.
§102Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Τότε ἀποσύρεται ἡ πρότασις.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ἀπεσύρθη. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ καὶ δύναται νὰ ἀποφασίσῃ δι’ ἀναστάσεως. Ὡς ὁριστικὴ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 3 προτείνεται παρὰ τῶν βουλευτῶν κ. κ. Κ. Θεοφανοπούλου, Π. Χατζηπάνου, Ε. Λουλακάκη καὶ Θ. Τσάτσου ἡ ἑξῆς, ἥτις διενεμήθη. (ἀναγινώσκει). Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἀποδέχεται τὴν ἀνωτέρω πρότασιν ὡς ὁριστικὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 3;
§104ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς γίνεται δεκτὴ ἡ ἀνωτέρω πρότασις καὶ ἀναθεωρεῖται τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος 1915 ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 3. Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου. Οἱ Ἕλληνες πολῖται συνεισφέρουν ἀδιακρίτως εἰς τὰ δημόσια βάρη, ἀναλόγως τῶν δυνάμεών των. Μόνον πολῖται Ἕλληνες εἶναι δεκτοὶ εἰς ὅλας τὰς δημοσίας λειτουργίας, πλὴν τῶν δι’ εἰδικῶν νόμων εἰσαγομένων ἐξαιρέσεων. Οὐδεὶς δύναται νὰ διορισθῇ δημόσιος ὑπάλληλος εἰς μὴ νομοθετημένην θέσιν. Πολῖται εἶναι ὅσοι ἀπέκτησαν ἢ ἀποκτήσωσι τὰ προσόντα τοῦ πολίτου κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Εἰς πολίτας Ἕλληνας, τίτλοι εὐγενείας ἢ διακρίσεως οὔτε ἀπονέμονται οὔτε ἀναγνωρίζονται». Ἅπασαι αἱ λοιπαὶ τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἀπορρίπτονται. (Χειροκροτήματα).
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ Συντάγματος 1911 οὐδεμία πρότασις τροποποιήσεώς του ἢ ἀναθεωρήσεώς του ὑπεβλήθη, ἑπομένως δέχεται ἡ Βουλὴ καὶ ἀποφασίζει ἵνα παραμείνῃ τοῦτο ὡς ἔχει ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1911;
§107ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ δέχεται καὶ ἀποφασίζει, ὅπως τὸ ἄρθρον 4 τοῦ Συντάγματος παραμείνῃ ὡς περιέχεται ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1911, ἔχον οὕτω: «Ἄρθρον 4. Ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία εἶναι ἀπαραβίαστος· οὐδεὶς καταδιώκεται, συλλαμβάνεται, φυλακίζεται ἢ ἄλλως πως περιορίζεται, εἰμὴ ὁπόταν καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει». Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§109ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ., μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως, νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 9.10′ μ.μ.)