1948.07.19
1,641 rows · 12,476 words · 135 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 98η
Δευτέρα 19 Ἰουλίου 1948
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 7 μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ε. Λουλακάκης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Ε. ΛΟΥΛΑΚΑΚΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, μὲ τὰς κάτωθι διορθώσεις: 1) Εἰς τὴν τελευταίαν σελίδα μετὰ τὰς λέξεις: «Πρόεδρος. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν σύστασιν δύο», νὰ προστεθοῦν αἱ λέξεις: «ἐξεταστικῶν τῶν πραγμάτων Διακομματικῶν Κοινοβουλευτικῶν» καὶ 2) Μετὰ τὰς λέξεις: «Συνεπῶς ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν... ἡ δὲ ἑτέρα μὲ τὴν ἀσκηθεῖσαν ἀπὸ τῆς», νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις: «ἀπελευθερώσεως» καὶ νὰ προστεθῇ: «1ης Ἀπριλίου 1946».
§4Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶχε ζητηθῆ νὰ τεθῇ προθεσμία καὶ εἰς τὴν πρώτην καὶ εἰς τὴν δευτέραν Ἐπιτροπήν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ προθεσμία εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς, οὔτε εἰς τὴν μίαν οὔτε εἰς τὴν ἄλλην. Θὰ παρακληθοῦν μόνον νὰ συντομεύσουν τὸ ἔργον των. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Βογιατζῆς, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§6Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Οἱ βουλευταὶ Φθιώτιδος κ. κ. Χ. Στεργιόπουλος καὶ Ν. Πετρίδης, καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Θυμάτων σφαγιασθέντων Νομῶν Φθιωτιδο–Φωκίδος καὶ Εὐρυτανίας, ζητούσης ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς κατὰ τὰς εἰσαγωγικὰς ἐξετάσεις διὰ τὴν Γʹ. τάξιν τοῦ Γυμνασίου ἀπορριφθέντας μαθητάς, νὰ δώσουν νέας εἰσαγωγικὰς ἐξετάσεις κατὰ Σεπτέμβριον μετὰ πληρεστέραν κατάρτισιν αὐτῶν. Οἱ βουλευταὶ Φθιώτιδος κ. κ. Χ. Στεργιόπουλος καὶ Ν. Πετρίδης καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Λιανοκλαδίου καὶ Ροδίτσης Φθιώτιδος, διαμαρτυρομένων, διότι διὰ τῆς μετὰ τῆς Γαλλίας ὑπογραφείσης προσφάτως συμβάσεως, ἐπελθοῦσα αὔξησις τῆς τιμῆς τοῦ Γαλλικοῦ φράγκου τῇ προσθήκῃ 25% πρὶμ καὶ σὺν ἐπὶ πλέον 30%, ἐπιβαρύνει καταθλιπτικῶς τὰς κατὰ τὸ ἥμισυ προεξοφληθείσας παραγγελίας γεωργικῶν μηχανημάτων τῶν Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν κλπ. Οἱ βουλευταὶ Φθιώτιδος κ. κ. Χ. Στεργιόπουλος καὶ Ν. Πετρίδης, καταθέτουν πρακτικὸν τοῦ Διοικ. Συμβουλίου τοῦ ἱδρύματος Ἀντωνίτσης Λαμίας, αἰτουμένου εἰς σχετικὴν ἀναφοράν του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Ὑγιεινῆς, ὅπως τὸ ἀναρρωτήριον Ἀντωνίτσης ἀνασυγκροτηθῇ ἐργαζόμενον εἴτε προσωρινῶς εἴτε μονίμως εἰς ἐπισκευαζόμενα οἰκήματα τοῦ φρουρίου Ἀκρολαμίας, εἴτε εἰς λυόμενα οἰκήματα ἐν αὐτῷ. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Πολυζώης Οἰκονομίδης, διαβιβάζει αἴτημα κατοίκων τῆς τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης καὶ Πατρῶν πρὸς τοὺς κ.κ. ὑπουργοὺς Συντονισμοῦ καὶ Οἰκονομικῶν, διαμαρτυρομένων, διότι μολονότι παρῆλθε χρονικὸν διάστημα πέραν τοῦ ἔτους, δὲν ἐτέθη εἰς λειτουργίαν ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ ψηφίσματος ἀνοικοδομήσεως ἡ ἀφορῶσα τὴν χρηματοδότησιν τῆς Ἐθνικῆς Κτηματικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος πρὸς διευκόλυνσιν τῆς ἀνοικοδομήσεως μὲ ἄμεσον συνέπειαν τὴν ἄμβλυνσιν τοῦ προβλήματος τῆς στέγης. Παρακαλεῖ δὲ τοὺς οἰκονομικοὺς ὑπουργοὺς ὅπως μεριμνήσωσιν διὰ τὴν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἄμεσον χρηματοδότησιν τῆς Ἐθνικῆς Κτηματικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, πρὸς τιμὴν τῆς ὁποίας δέον νὰ ἐξαρθῇ τὸ γεγονὸς τῆς ὑπ’ αὐτῆς διαθέσεως κατὰ τὸ ἔτος 1947 δραχ. 12.467.456.000 μὲ μέσον ἐτήσιον ἐπιτόκιον 6.40% ὡς ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1947 ἀναφέρει. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Π. Οἰκονομίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἰατρικοῦ Συλλόγου Αἰγιαλείας, συνηγοροῦντος ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως πόρου ἰδιοσκευασμάτων ἀποτελοῦντος βάσιν τοῦ Ταμείου ὑγειονομικῶν. Ὁ βουλευτὴς Ρεθύμνης κ. Ε. Παπαδογιάννης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Ρεθύμνης, ζητοῦντος, ὅπως ἀναβληθῇ ἐπ’ ἀόριστον ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Νόμου περὶ τηρήσεως Λογιστικῶν βιβλίων. Ὁ βουλευτὴς Πέλλης κ. Ι. Παπαδόπουλος, διαμαρτύρεται διὰ τὴν καθυστέρησιν συγκεντρώσεως σιτηρῶν καὶ διὰ τὸν καθορισμὸν τιμῆς ἀσφαλείας τοῦ σίτου εἰς ἐξευτελιστικὰς τιμάς. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Α. Ἀντωνόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν σταφιδοκτηματιῶν Ἀχαΐας, ζητούντων, ὅπως ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ ἐμπορία τοῦ σταφιδοκάρπου. Ὁ βουλευτὴς Πρεβέζης κ. Ι. Φωτόπουλος ζητεῖ τὴν ἀποστολὴν φορητῶν κλιβάνων διὰ παρασκευὴν ἄρτου τῶν ἀνταρτοπλήκτων συσσωρευθέντων εἰς Πρέβεζαν. Ἡ Κυπριακὴ ἀδελφότης Ἀθηνῶν διὰ ψηφίσματός της, διαμαρτύρεται διὰ τὴν συνεχιζομένην κατοχὴν τῆς Νήσου Κύπρου παρὰ τῆς Μεγάλης Βρεττανίας καὶ ζητεῖ τὴν ἀπόδοσιν τῆς Νήσου εἰς τὴν μητέρα Ἑλλάδα. Ἡ Σύγκλητος Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ὑποβάλλει ἀπόσπασμα πρακτικῶν ἐν τῷ ὁποίῳ ἐκφράζεται ἡ εὐχή, ὅπως περιληφθῇ εἰς τὸ ὑπὸ ψήφισιν Σύνταγμα ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, ἡ κατασφαλίζουσα τὰς δωρεὰς κληροδοτήματα καὶ κληρονομίας καὶ ἐνισχύουσα ἐν ταὐτῷ τὴν πρόθεσιν τῶν δωρητῶν. (Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν). Ὁ Κωνστ. Ι. Σισμάνογλου δι’ ἀναφορᾶς του, ὑποβάλλει πρόσθετον ἱδρυτικὴν πρᾶξιν τοῦ ἱδρύματος «Φυματιολογικὸν Ἰνστιτοῦτον Α. Σισμάνογλου καὶ τοῦ οἴκου αὐτοῦ» συνταχθεῖσαν ἐνώπιον τοῦ συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν Δημητρίου Κώτερη καὶ ὑποβάλλει τὴν θερμὴν εὐχήν, ὅπως ἡ Δʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ κατοχυρώσῃ διὰ ψηφίσματος αὐτῆς τόσον τὴν πρώτην, ὅσον καὶ τὴν πρόσθετον ἱδρυτικὴν πρᾶξιν ἐπὶ τῷ τέλει, ὅπως ἀποτελέσωσιν ἑνιαίαν ἱδρυτικὴν πρᾶξιν ἐκφράζουσαν τὴν πλήρη θέλησιν αὐτοῦ. Τὸ Σωματεῖον Καταστηματαρχῶν Κουρέων καὶ Κομμωτῶν Καβάλας, ζητεῖ βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν κουρέων καὶ κομμωτῶν, ἐπαύξησιν τῶν πόρων τοῦ ΤΕΒΕ κλπ. Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Νομοῦ Καβάλας, ζητεῖ καταβολὴν τοῦ ζητηθέντος ποσοῦ παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ΤΑΚ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν πολλαπλῶν ὑποχρεώσεων ἔναντι τῶν μετόχων του. Ὁ Δῆμος Κερκυραίων, ζητεῖ τὴν ἵδρυσιν Γενικῆς Διοικήσεως Ἑπτανήσου καὶ Θεσπρωτίας μὲ ἕδραν τὴν Κέρκυραν. Οἱ φοιτηταὶ Χημείας τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, διαμαρτύρονται διὰ τὸ διενεργούμενον παιδομάζωμα ὑπὸ τῶν συμμοριτῶν κλπ. Ἡ Ὁμοσπονδία Ἐπαγγελματιῶν καὶ Βιοτεχνῶν Ἀγρινίου, ζητεῖ τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου 519)48 καὶ τὴν ἀνάληψιν τῆς ἐπιδοτήσεως τῶν στρατευομένων παρὰ τοῦ Ταμείου ἀνεργίας. Ἡ Ὁμοσπονδία Ἐπαγγελματιῶν καὶ Βιοτεχνῶν Νομοῦ Σερρῶν, ζητεῖ ἀναστολὴν τοῦ νόμου 578)48 περὶ τηρήσεως λογιστικῶν βιβλίων. Ὁ Νομάρχης Κοζάνης, διὰ τηλεγραφήματός του ἐκφράζει τὴν εὐγνωμοσύνην του πρὸς τὸν ἡρωϊκὸν στρατὸν καὶ τὴν Ἐθνικὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς μαρτυρικῆς ἐπαρχίας Βοΐου. Ὁ Σύνδεσμος γηγενῶν Πειραιωτῶν, ζητεῖ ὅπως τὸ Ναυτικὸν Νοσοκομεῖον ἀνοικοδομηθῇ οὐχὶ ἐν Ἀθήναις, ἀλλὰ ἐν Πειραιεῖ. Τὸ Σωματεῖον Καπνεργατῶν Ἀγρινίου, διαμαρτύρεται διὰ τὴν μελετωμένην ὑπὸ ὑπουργοῦ Ἐργασίας συγχώνευσιν Ταμείου Ἀσφαλίσεως καπνεργατῶν εἰς Ι.Κ.Α. Ὁ Νομάρχης Πατρῶν, ὁ Ἐμποροεπαγγελματικὸς κόσμος Προσωτσάνης καὶ Ἀταλάντης, αἱ Ὁμοσπονδίαι Ἐπαγγελματιῶν καὶ Βιοτεχνῶν Ξάνθης. Ζακύνθου, Κερκύρας Μεσολογγίου, Ἀμφίσσης, Καβάλας κλπ, ζητοῦν ἀναστολὴν τηρήσεως λογιστικῶν βιβλίων. Οἱ παλαιοημερολογῖται Καβάλας, Τρικάλων, Χίου, Καλυμνῶν καὶ ἄλλων πόλεων καὶ περιφερειῶν τῆς Ἑλλάδος, ζητοῦσι συνταγματικὴν κατοχύρωσιν ἐλευθέρας θρησκευτικῆς συνειδήσεως. Τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν ἀνακοινοῖ ὅτι, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 142945)5.7.48 ἀποφάσεώς του παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος διὰ τὴν παρ’ αὐτῆς χορήγησιν πιστώσεως δραχ. 100.000.000 πρὸς τὸν Προμηθευτικὸν καὶ Καταναλωτικὸν Συνεταιρισμὸν ὑπαλλήλων Ὑπουργείου Γεωργίας. Τὰ Ἐργατικὰ Κέντρα Κυκλάδων, Καλαμῶν, καὶ τὸ Σωματεῖον ἐργατῶν καὶ ἐργατριῶν Χαρτοποιΐας Κερκύρας, ζητοῦν αὔξησιν τῶν βασικῶν ἡμερομισθίων ἀνδρῶν κατὰ 30% καὶ κατάργησιν τῆς μειώσεως τῶν 15% διὰ τὴν ἐπαρχίαν. Ἡ Ἕνωσις Ἐπαγγελματιῶν καὶ Βιοτεχνῶν Χαλανδρίου ζητεῖ τὴν ἀναστολὴν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 578)48 Ν. Δ. περὶ τηρήσεως λογιστικῶν βιβλίων. Ἡ Ἕνωσις Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Ἐορδαίας, οἱ Γεωργικοὶ Πιστωτικοὶ Συνεταιρισμοὶ Κουφαλίων, Νέας Μαγνησίας, ζητοῦν ἄμεσον συγκέντρωσιν καὶ καθορισμὸν τιμῆς ἀσφαλείας σίτου εἰς δραχμὰς 3.000 κατ’ ὀκᾶν. Οἱ κ. κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν) καὶ Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπουργ. Οἰκονομικῶν) καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ ἐγκρίσεως τῶν κατὰ τὰ οἰκονομικὰ ἔτη 1944–1945 (Βʹ περίοδος) 1945–46 καὶ 1946–47 πραγματοποιηθεισῶν δαπανῶν ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν καὶ ἐγγραφῆς τῶν διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τούτου τοῦ οἰκον. ἔτους 1948–49». Ὁ κ. Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν), καταθέτει σχέδια νόμων: 1) «περὶ ἀνασυγκροτήσεως καὶ μετονομασίας τοῦ Σώματος Ἀρχειοφυλάκων εἰς Σῶμα Στρατιωτικῶν Γραμματέων» καὶ 2) «περὶ ἁρμοδιότητος τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου Στρατοῦ ἐν περιπτώσει διορισμοῦ του ὡς Διοικητοῦ τοῦ Στρατοῦ». Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑ-ΣΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας), καταθέτει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 143 τοῦ σχεδίου Συντάγματος τῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς». Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς καὶ Νήσων κ. Δ. Σφαέλλος, καταθέτει τροπολογίας ἐπὶ τῶν ἄρθρων 4 καὶ 7 τοῦ σχεδίου Συντάγματος τῆς ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Μ. Βολουδάκης, Κ. Μητσοτάκης, Δ. Σαρρῆς, Π. Γύπαρης, Ε. Κοθρῆς καὶ Ε. Λουλακάκης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ρυθμίσεως ὑπηρεσιακῶν τινῶν ζητημάτων τῆς Τ.Τ.Τ. Ὑπηρεσίας». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Μπέης Ἀντωνόπουλος, Δ. Οἰκονόμου, Η. Μπάτζιος, Σ. Τρίαντος, Χ. Μητσιάλης, Δ. Κούτσικας κ. ἄ., καταθέτουσι τροπολογίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ρυθμίσεως ζητημάτων ἀναγομένων εἰς τὴν περὶ στεγάσεως Νομοθεσίαν».
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Συνέχισις τῆς βʹ συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τακτοποιήσεως τῆς θέσεως τῶν Ἀξιωματικῶν καὶ Ἀνθυπασπιστῶν Χωροφυλακῆς τῶν τελούντων εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐκτὸς ὑπηρεσίας καὶ ὀργανικῶν θέσεων». Ὁ κ. Δ. Μπέης Ἀντωνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§8Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δικαίως ἀπὸ ἐδῶ, κύριοι βουλευταί, ἠκούσθησαν λόγοι πολλοὶ ὑπὲρ τοῦ Σώματος τῆς Χωροφυλακῆς καὶ αὐτὸ ἀσφαλῶς ἀπετέλει τὴν καλυτέραν ἐκδήλωσιν τῆς Βουλῆς πρὸς τὸ Σῶμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προσέφερε καὶ προσφέρει πολυτίμους ὑπηρεσίας εἰς τὴν Πατρίδα. Ἐὰν θέλωμεν ὅμως νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι αἱ πράξεις τῆς Βουλῆς, ὑπῆρξαν ἀντίθετοι πρὸς τοὺς λόγους της. Διότι ἐνῷ διὰ τῶν λόγων ἐξήραμεν τὴν συμβολὴν τῆς Χωροφυλακῆς εἰς τὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον διεξάγει τὸ Ἔθνος ἀπὸ τοῦ 1941, διὰ τῶν πράξεών μας, ἀπὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ ἐντεῦθεν, ὄχι μόνον δὲν προηγάγομεν τὰ ζητήματα τῆς Χωροφυλακῆς ὡς εἴχομεν ὑποχρέωσιν, ἀλλὰ ἀντιθέτως ἐκάναμεν τὸ πᾶν διὰ νὰ τὰ παρακωλύσωμεν. Θὰ ἔπρεπε λοιπὸν αἱ πράξεις νὰ εἶναι σύμφωνοι μὲ τοὺς λόγους καὶ ἡ Βουλὴ ἐν ὄψει τῆς σοβαρότητος τοῦ ζητήματος καὶ τῆς συμβολῆς, τὴν ὁποίαν παρέχει ἡ Χωροφυλακὴ εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦ Ἔθνους, καὶ ἐν ὄψει τῶν ἠθικῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἔχει ἀναλάβει ἔναντι τῆς Χωροφυλακῆς, θὰ ἔπρεπε νὰ προχωρήσῃ δι’ ὅλων της τῶν δυνάμεων καὶ χωρὶς ἀντεγκλήσεις καὶ κωλυσιεργίας ὁθενδήποτε προερχομένας, εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ Σώματος τῆς Χωροφυλακῆς, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνάγκην τῆς τακτοποιήσεως αὐτῆς. Κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν ἐγένετο πολὺς λόγος περὶ τοῦ ἄρθρου πρώτου τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου καὶ ἐξετέθησαν γνῶμαι αἱ ὁποῖαι ἀνεφέροντο εἰς τὴν ἐπετηρίδα τῆς Χωροφυλακῆς καὶ εἰς ἄλλα θέματα κρίσιμα, διὰ τὴν τακτοποίησιν τῶν ζητημάτων τῶν ἀναφερομένων εἰς τὴν Χωροφυλακήν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ ἄρθρον 1 τοῦ σχεδίου νόμου, τὸ ὁποῖον συζητεῖται, θὰ ἠδύνατο νὰ μὴ περιείχετο εἰς τὸ νομοσχέδιον, διότι ἀναμφισβητήτως, οὔτε προσθέτει οὔτε ἀφαιρεῖ τι, ἀπὸ τὸ ὑπάρχον νομικὸν καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς τὴν Χωροφυλακήν, διότι κύρωσις τῆς ὑπ’ ἀριθ. 29 Συντακτικῆς Πράξεως τοῦ 1945, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ πιστεύω ὅτι δὲν θὰ χρειάζεται οὐδεμία, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον αὕτη ἰσχύει. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠμφισβητήθη εἶναι τὸ ἐὰν ἡ Σ. Π. εἶναι συνταγματικοῦ ἢ νομοθετικοῦ περιεχομένου. Παρεμπιπτόντως θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ κανεὶς ὅτι λύεται τὸ ζήτημα τοῦτο, διὰ τῆς παρεμβολῆς τῆς διατάξεως αὐτῆς, ἀλλὰ ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ὑπάρξεως αὐτῆς τῆς διατάξεως, τῆς ἀναφερομένης εἰς τὴν κύρωσιν τῆς 29 Σ. Π., ἐπιθυμῶ, κύριοι βουλευταί, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω δι’ ὀλίγων. Ἐγὼ δὲν εἶμαι φυσικὰ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ γίνω ὁ ἀπολογητὴς τῶν Κυβερνήσεων τῆς κατοχῆς, ἀλλὰ ἔχω τὸ θάρρος καὶ ἐὰν ἐπιτρέπεται καὶ τὴν ἠθικὴν δύναμην νὰ εἴπω τοῦτο: Ὅτι δὲν εἶναι οὔτε εὐπρεπὲς κἂν τὸ νὰ ἐμφανίζωνται εὔκολοι τιμηταὶ τῆς Χωροφυλακῆς, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι διαρκούσης τῆς κατοχῆς ὁ τόπος ἀντεμετώπισε μίαν εἰδικὴν κατάστασιν, διὰ τὴν ὁποίαν οἱ τότε ὑπευθύνως διαχειριζόμενοι τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου, ἠναγκάσθησαν νὰ λάβουν ὡρισμένα μέτρα, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦσαν καὶ ἡ ἐνίσχυσις τῆς Χωροφυλακῆς. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν θὰ εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἔπαιζε τὸν ρόλον τοῦ ἀπολογητοῦ τοῦ ὑπουργοῦ Δημοσίας Τάξεως διαρκούσης τῆς κατοχῆς, ἀλλά, κύριοι βουλευταί, πρέπει νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς καὶ ὀφείλομεν νὰ διαστείλωμεν τὸ πρᾶγμα κατὰ τρόπον βασικόν. Ἐὰν ὑπῆρξαν ἄνθρωποι, ἐπιχειρήσαντες νὰ διαχειρισθοῦν τὰς τύχας τοῦ τόπου κατὰ τὴν δύσκολον ἐκείνην περίοδον, ὅπου ὁ τόπος μας ἐτέλει ὑπὸ τὴν ἐχθρικὴν κατοχήν, ὀφείλομεν νὰ κάμωμεν αὐτὴν τὴν δικαίαν διαστολήν. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ὑπῆρξαν ἄνθρωποι πιστεύσαντες εἰς τὴν νίκην τῶν Γερμανῶν καὶ προσπαθήσαντες νὰ βοηθήσωσι τὸν κατακτητὴν εἰς τὸ ἔργον του ἢ ὑπῆρξαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐφορτώθησαν τὸν σταυρὸν τῆς Ἑλλάδος, διὰ νὰ ἐλαττώσωσι, ὅσον ἦτο δυνατόν, τὰ δεινά της καὶ νὰ βοηθήσωσι τὸν τόπον ἀπὸ τὴν παράλληλον κομμουνιστικὴν ἀπειλήν;
§9Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ὄχι ὅλοι, ἕνα μέρος ἦτο ὅπως τὸ λέγετε τὸ ἄλλο ὄχι.
§10Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ ὀρθῶς. Ἐὰν λοιπόν, ὅπως ὀρθότατα παρατηρεῖ ὁ ἀξιότιμος κύριος Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἦτο ἓν μέρος ἔτσι καὶ ἓν ἄλλο ἀλλέως, δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ γενικεύσωμεν τὰ ζητήματα αὐτά, ἀλλὰ ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ τὰ ἐξετάζωμεν μὲ περισσότερον θάρρος, μὲ περισσότερον ἀνδρισμὸν καὶ μὲ περισσοτέραν ἀντικειμενικότητα. Καὶ ἐρωτῶ. Ὅταν ἡ τότε κατάστασις ὑποχρεωμένη οὖσα, νὰ διεξαγάγῃ τὸν διμέτωπον αὐτὸν καὶ σκληρὸν ἀγῶνα, ἰδιαίτατα κατὰ τοῦ κομμουνισμοῦ, ἠναγκάσθη πρὸ τῆς ἀνάγκης αὐτῆς νὰ ἀνακαλέσῃ ἀξιωματικοὺς τῆς Χωροφυλακῆς εὑρισκομένους ἐν ἀποστρατείᾳ, δι’ οἱουσδήποτε λόγους, καὶ ἐὰν εἰς τὴν πρόσκλησιν αὐτὴν ὑπῆρξαν ἀξιωματικοὶ τῆς Χωροφυλακῆς, οἱ ὁποῖοι ἔσπευσαν νὰ ἀνταποκριθοῦν εἰς τὸ προσκλητήριον αὐτὸ καὶ νὰ ἀγωνισθοῦν ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς Πατρίδος ἐναντίον τοῦ κομμουνισμοῦ, ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, ἔχει δικαίωμα, κύριοι, ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ τὰς ὑπηρεσίας αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων καὶ ἀντιθέτως ἔχει δικαίωμα νὰ τοὺς προσάψῃ ἕνα νέον στίγμα;
§11Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἀφοῦ ἐχρησιμοποιήθησαν καὶ κατὰ τὸ κίνημα τοῦ Δεκεμβρίου.
§12Χ. ΤΟΥΝΤΑΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ χωρήσῃ ἀντιδιαστολὴ μεταξὺ ὁμάδος ἀξιωματικῶν τῆς Χωροφυλακῆς, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους, καὶ ὁμάδος, ἡ ὁποία δὲν ἐπολέμησεν ὑπὲρ αὐτοῦ. Σᾶς ὑπενθυμίζω σχετικῶς, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀπὸ τὴν διαταγὴν περὶ καταθέσεως τῶν ὅπλων τῶν ἐνόπλων ὁμάδων, ἐξῄρεσε τὴν Χωροφυλακήν.
§13Σ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν ἐπαναφορὰν τῶν ἀξιωματικῶν, μὲ τοὺς βαθμοὺς ποὺ θὰ εἶχον ἐὰν δὲν ἀπεστρατεύοντο, οὔτε συζητοῦμεν. Οὐδεὶς ἠκούσθη ἀντιλέγων εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Νὰ ἐπανέλθουν μὲ ὅλα τὰ γαλόνια καὶ τὰς τιμάς.
§14Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν χωρίζω τὸ θέμα εἰς κατηγορίας, ἀλλ’ ὁμιλῶ ἐπὶ τῆς γενικῆς ἀρχῆς. Καὶ ἐὰν εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα ἡ σημερινὴ Βουλὴ ν’ ἀρνηθῇ τὰς ὑπηρεσίας τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν ἀνδρῶν τῆς Χωροφυλακῆς, οἱ ὁποῖοι διαρκούσης τῆς κατοχῆς καὶ διαρκοῦντος τοῦ γνωστοῦ ἐκείνου κινήματος, εἰς τοῦ Μακρυγιάννη καὶ τὴν Σχολὴν Χωροφυλακῆς — διὰ νὰ μὴ εἴπω ὅτι ἔσωσαν τὴν Ἑλλάδα — ὀφείλω ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι συνέβαλον ἀποφασιστικῶς διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς Ἑλλάδος, ἐρωτῶ ἐὰν ὑπῆρξεν ὁ καλύτερος τρόπος ἐκεῖνος, μὲ τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἡ σημερινὴ ἀντεμετώπισε τὸ θέμα. Καὶ τώρα, κ. βουλευταί, θὰ εἰσέλθω εἰς ἓν ἄλλο κρίσιμον, κατὰ τὴν γνώμην μου, σημεῖον τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ ἔρχεται νὰ κυρώσῃ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 29 1945 Συντακτικὴν Πρᾶξιν. Ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐὰν ἡ κύρωσις αὐτὴ εἶναι ἄνευ οὐσιαστικοῦ ἀποτελέσματος ἢ ὄχι, θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς: Πρῶτον, δὲν πρέπει νὰ διαφεύγῃ κανενὸς τὴν ἀντίληψιν ὑπὸ ποίας ψυχολογικὰς συνθήκας, ἐσωτερικὰς καὶ διεθνεῖς ἀκόμη, θὰ ἔλεγον, ἐγένετο αὐτὴ ἡ περίφημος 29 Σ. Π. Ἂς μὴ λησμονῶμεν, κ. βουλευταί, ὅτι κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην ὅλοι σχεδόν, ἐκτὸς ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, ἐκαμπτόμεθα ὑπὸ τὰ συνθήματα τοῦ κομμουνισμοῦ: «Κάτω οἱ προδότες» καὶ «πᾶς μὴ ἐαμίτης προδότης»! Ἂς μὴ λησμονῶμεν τὸ περίφημον «διεθνὲς κλῖμα», ὑπὸ τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἄνθρωπος ἐτόλμα νὰ βγῇ εἰς τὸ παράθυρον καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἦτο ἐαμίτης. Ἂς μὴ λησμονῶμεν ὅλα αὐτὰ διὰ νὰ ἐκτιμήσωμεν τὰς ψυχολογικὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας εἶδε τὸ φῶς τῆς ἡμέρας ἡ 29 Σ. Π.
§15Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ὁμαλαὶ ἦσαν αἱ περιστάσεις τότε, ὅταν ἔγινεν ἡ 29 Σ. Π., διότι οὐδεὶς ἐτόλμα τότε νὰ εἶναι ἐαμίτης.
§16Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω, ὅτι καὶ τώρα, πολὺ φοβοῦμαι, ἂν πολλοὶ τολμοῦν νὰ λέγουν ὅτι δὲν ἦσαν ἐαμῖται καὶ κατορθώνουν μὲ παρρησίαν καὶ θάρρος ν’ ἀποκηρύσσουν τὸν ἀριστερισμόν, τὸν κομμουνισμὸν καὶ ὅλα τὰ εἰς —ισμόν, τὰ ὁποῖα ἐπληρώσαμεν καὶ ἐξακολουθοῦμεν νὰ πληρώνωμεν μέχρι σήμερον καὶ ἐξ αἰτίας τῶν ὁποίων ἐφθάσαμεν ὅπου ἐφθάσαμεν. Λοιπόν, ἐνῷ ὑπὸ τὸ κλῖμα αὐτὸ καὶ τὰς ψυχολογικὰς αὐτὰς συνθήκας ἐγένετο ἡ περίφημος 29 Σ.Π., τί ἔκαμε, κ. βουλευταί; Μήπως ἐρρύθμισε κανὲν θέμα; Μήπως ἔλυσε τὰ ἐπίμαχα ζητήματα τῆς Χωροφυλακῆς; Ἀντιθέτως ἐδημιούργησεν ἀληθὲς καρκίνωμα. Συνεπῶς θὰ ἔλεγα τοῦτο, κ. βουλευταί: Μήπως θὰ εἴμεθα συνεπέστεροι πρὸς τὸν ἑαυτόν μας καὶ τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν δικαιοσύνην ἐὰν ἐλέγομεν ὄχι ὅτι κυροῦται, ἀλλ’ ὅτι ἀκυροῦται ἡ ὑπ’ ἀριθ.
29 Σ. Π.
§17Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαιότατα. Ἀκυροῦται. Διότι εἶναι ἄκυρος.
§18Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Τότε συμφωνεῖτε μὲ τὸν κ. Πολυζωγόπουλον.
§19Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βιάζεσθε, κύριε συνάδελφε, καὶ δὲν μοῦ κάμνετε τὴν τιμὴ νὰ μὲ παρακολουθήσετε. Θὰ ἀκυρώσωμεν τὴν ὑπ’ ἀριθ. 29 Συντ. Πρᾶξιν ἡ ὁποία ἐνῷ δὲν λύει κανὲν ζήτημα ἀντιθέτως δημιουργεῖ νέα ζητήματα καὶ γίνεται ἀληθὲς καρκίνωμα διὰ τὰ ζητήματα τῆς Χωροφυλακῆς. Ἐὰν ἀκυρώσωμεν, λέγω τὴν ὑπ’ ἀριθ. 29 Σ. Π. τότε θὰ ἔχωμεν τὴν ἑξῆς ἠθικὴν εὐχέρειαν, νὰ ξεκινήσωμεν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ὅτι ἐὰν ὑπῆρξαν ἄνθρωποι διαρκοῦσης τῆς κατοχῆς οἱ ὁποῖοι προέταξαν τὸ στῆθος των διὰ νὰ ὑπερασπίσουν τὴν Πατρίδα, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι ὑποχρέωσις τῆς Πατρίδος νὰ τιμηθῶσιν. Ὁ τρόπος μὲ τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ τιμηθῶσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν θὰ ἔπρεπε βέβαια νὰ γεννήσῃ γενικώτερα ζητήματα εἰς τὴν ἱεραρχίαν τῆς Χωροφυλακῆς καὶ τὴν ὁμαλὴν ἐξέλιξιν τοῦ Σώματος ἀλλὰ ἡ Βουλή, τότε καὶ μόνον θὰ ἐξεπλήρου τὸν ἰδικόν της προορισμόν, ἐὰν ἤγετο ἐκ γενικῶν ἀρχῶν νὰ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην καὶ ἠθικὴν ἀποκατάστασιν εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι ἀνακληθέντες εἰς τὴν ἐνέργειαν ἔσπευσαν εἰς τὴν φωνὴν τῆς Πατρίδος διὰ νὰ δώσουν τὴν ζωήν των εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς Ἑλλάδος.
§20Γ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διενοήθη κανεὶς νὰ τοὺς θίξῃ αὐτοὺς, κύριε συνάδελφε;
§21Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τρία σχεδὸν ἔτη ἀπὸ τῆς διενεργείας τῶν ἐκλογῶν καὶ τῆς ἀναδείξεως τῆς 4ης τῶν Ἑλλήνων Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ὑπάρχει, κ. συνάδελφε, ὁ Βʹ πίναξ, τὸν ὁποῖον ἐδημιούργησεν ἡ 29 Σ. Πρ. καὶ ἐξακολουθοῦν καὶ σήμερον ἀκόμη νὰ σκοτώνωνται εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν ἀξιωματικοὶ τοῦ Βʹ πίνακος, οἱ ὁποῖοι οὔτε κἂν συντάξεως ἀπολαμβάνουν, αὐτοὶ καὶ αἱ οἰκογένειαί των ἂν φονευθοῦν. Οὐδὲν λοιπὸν τιμιώτερον καὶ δικαιότερον ἐὰν ἐλέγομεν ὅτι καταργοῦμεν τὸν Βʹ πίνακα.
§22Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολλοὶ ἐμπῆκαν εἰς τὸν Βʹ πίνακα χωρὶς νὰ κριθοῦν κἄν.
§23Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Ἀντωνόπουλε, μὲ συγχωρεῖτε, ἐπειδὴ εἶσθε εἰς θέσιν νὰ ἀπαντήσετε αὐθεντικῶς, εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ Σῶμα σας ὑπὸ τὸν γενναῖον στρατηγὸν ἀξιότιμον κ. Ζέρβαν εὑρίσκετο εἰς ἐπικοινωνίαν μὲ τὸν Ἰωάννην Ράλλην;
§24Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Ὄχι, κ. συνάδελφε.
§25Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἠρώτησα τὸν κ. Ἀντωνόπουλον.
§26Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Ἡμεῖς, διὰ προκηρύξεώς μας τῆς 22ας Δεκεμβρίου 1942 ἀπεκηρύξαμεν τὸ Κράτος τῶν Ἀθηνῶν χαρακτηρίσαντες αὐτὸ ὡς Κράτος προδοτῶν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς διακηρύξεως ἐπολιτεύθημεν μέχρι τέλους τοῦ ἀγῶνος, ὁ ὁποῖος συνεχίσθη ἐναντίον τῶν κατακτητῶν καὶ ἐναντίον τοῦ κομμουνισμοῦ χωρὶς καμμίαν ἐλάττωσιν.
§27Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ βεβαιῶ, κύριοι συνάδελφοι, τὴν Βουλὴν ὅτι κατέκρινα μὲ φιλονικίαν τεσσάρων ὡρῶν τὸν ἀείμνηστον Ἰωάν. Ράλλην, διότι ἀνέλαβεν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ βεβαιῶ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς μου ὅτι ὄχι μόνον εὑρίσκετο εἰς ἐπικοινωνίαν ἀλλὰ εἶχε κάμει κατὰ τὸ 1944 καὶ πολλὰς εὐκολίας. Ὅπως ἐπίσης, βεβαιῶ ἐνώπιον τῆς Ἐθν. Ἀντιπροσωπείας καὶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὅτι, ὅταν ἐπρόκειτο ὁ ἀείμνηστος Ἰωάν. Ράλλης νὰ παραιτηθῇ, εἶχεν εἰδοποιηθῆ ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς ὑπηρεσίας ὁ ἀείμνηστος Τσολάκογλου νὰ ἀναλάβῃ ἐκεῖνος τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ἦσαν προδόται οἱ ἄνθρωποι αὐτοί. Ἦσαν πατριῶται ἐκλεκτότατοι.
§28Δ. ΚΟΥΤΣΙΚΑΣ. Ἐξεγείρεται ἡ συνείδησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅταν μέσα εἰς τὴν Βουλὴν ἀκούεται ἡ διατύπωσις τῆς κατηγορίας, ὅτι ὁ Ἰωάννης Ράλλης ὑπῆρξεν προδότης. (Φωναί, θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§29Ε. ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ θέμα.
§30Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Ὀφείλω μίαν διασάφησιν, κύριε Πρόεδρε. Εἶπα προηγουμένως εἰς ἀπάντησιν τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. Κουλουμβάκης, ὅτι αἱ ἐθνικαὶ ὁμάδες Ἑλλήνων ἀνταρτῶν,—ὡς ἄλλωστε κάλλιστα γνωρίζω λόγῳ τῆς ἰδιότητός μου καὶ τῆς ὑπευθύνου θέσεως τὴν ὁποίαν κατεῖχον εἰς τὸν ἀγῶνα αὐτὸν—ἀπὸ τῆς 29.12.42 διὰ προκηρύξεώς των εἶχον χαρακτηρίσει τὸ Κράτος τῶν Ἀθηνῶν, ὡς Κράτος προδοτικὸν καὶ οὐδεμία ἐπαφὴ ὑπῆρχεν, τῶν ἐθνικῶν ἀνταρτικῶν σωμάτων μὲ τὰς κατοχικὰς Κυβερνήσεις. Σήμερον—αὐτὴ εἶναι ἡ διασάφησις—ὅταν ὁ ἀγὼν αὐτὸς ἔχῃ λήξει, ὅταν πλέον ἠδυνήθημεν ἐκ τοῦ πλησίον νὰ κρίνωμεν καὶ τὴν στάσιν καὶ τὴν τακτικὴν τῶν κατοχικῶν Κυβερνήσεων, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι πράγματι αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι δὲν δύνανται νὰ χαρακτηρισθοῦν ὡς προδοτικαί. Βεβαίως ἐπιμένομεν ἐπὶ τῆς προηγουμένης ἀπόψεώς μας καὶ τῆς πληροφορίας, τὴν ὁποίαν δίδομεν ὑπευθύνως εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδέποτε εἴχομεν ἐπαφήν, διότι δὲν ἐνεκρίναμεν τὰς πράξεις των ἐκείνας, ἀλλὰ τοῦτο μόνο ἠμπορῶ νὰ εἴπω σήμερον, ὅτι ὁ χαρακτηρισμός των ὡς προδοτικῶν, οἷος ἐδόθη παρ’ ἡμῶν τότε, δὲν εἶναι, ἴσως, ἀπολύτως ἀκριβής.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀντωνόπουλε, προχωρήσατε εἰς τὸ θέμα.
§32Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι, λοιπόν, ἀναμφισβήτητον, κ. βουλευταί, καὶ ἐκτὸς τοῦ θέματος θὰ ἦτο ἡ συζήτησις, ἐὰν ἐκρίνετο τὸ γεγονὸς τῆς ἀνακλήσεως τῶν ἀξιωματικῶν τῆς Χωροφυλακῆς διαρκούσης τῆς κατοχῆς, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Κουλουμβάκης, ὁ ἀξιοσέβαστος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος τιμᾷ διὰ τῆς παρουσίας του τὸ Σῶμα καὶ ἔχει τόσην πεῖραν καὶ τόσην ἐγκράτειαν καὶ περὶ τὰ πολιτικὰ καὶ περὶ τὰ κοινωνικὰ καὶ περὶ τὰ νομικὰ ζητήματα, θέτει μίαν ἐρώτησιν, ἡ ὁποία ἀνακινεῖ θέμα σοβαρώτατον, ἀναφερόμενον εἰς τὴν δρᾶσιν τῶν ἐθνικῶν ὁμάδων ἑλλήνων ἀνταρτῶν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἄσχετος ἡ συζήτησις, κ. συνάδελφε. Ἐπειδὴ ἕνας συνάδελφος σᾶς ἔκαμε μίαν ἐρώτησιν πρέπει νὰ φύγωμεν ἀπὸ τὸ θέμα;
§34Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐρώτησις ἀναφέρεται εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἐὰν δὲν ἀνεφέρετο εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον θὰ ἦτο ἐκτὸς θέματος. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀναφέρεται ἡ ἐρώτησις καὶ ἅπαξ γενομένης τῆς ἐρωτήσεως πρέπει νὰ δοθῇ ἀπάντησις, διότι ἐὰν δὲν δοθῇ ἀπάντησις ἀφήνεται ἡ ἐντύπωσις εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, καὶ γενικώτερον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἡ ὁποία νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἠθικῶς ἐπιτετραμμένον νὰ ἀφήνεται. Ὅσον ἀφορᾷ, λοιπόν, τὸ θέμα τῆς προδοτικότητος τῶν κατοχικῶν Κυβερνήσεων, προσωπικῶς, ἔχω τὸ θάρρος νὰ διακηρύξω καὶ νὰ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην τῶν λεγομένων μου, ὅτι ὄχι μόνον δὲν τὰς δέχομαι προδοτικάς, ἀλλ’ ἀντιθέτως, ἀναγνωρίζω, ὅτι ἐν γνώσει, ὅτι ὁ Γερμανὸς εἶχε χάσει τὸν πόλεμον, ἐφορτώθησαν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ τὸν σταυρὸν τῆς Ἑλλάδος διὰ νὰ ἐλαττώσωσι τὰ μαρτύρια τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ νὰ κατορθώσωσι νὰ διεξαγάγωσι τὸν πόλεμον κατὰ τοῦ κομμουνισμοῦ. Διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι φεύγων ὁ Γερμανός, ἐξ Ἑλλάδος, εἶχε πᾶν συμφέρον ν’ ἀφήσῃ τὴν Ἑλλάδα κομμουνιστικήν. Ἐὰν αὐτὸ τὸ σημεῖον, κ. βουλευταί, διαφεύγῃ τὴν ἀντίληψιν οἱουδήποτε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προαχθῇ οὗτος εἰς ἀσφαλῆ συμπεράσματα. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὴν συνεργασίαν τῶν ἐθνικῶν ὁμάδων Ἑλλήνων ἀνταρτῶν μὲ τὰς Κυβερνήσεις τῆς κατοχῆς καὶ εἰδικώτερον μὲ τὴν Κυβέρνησιν Ράλλη, ὑπάρχει τεραστία ἀπόστασις, ἐπὶ τῆς ὁποίας, ἅπαξ ἐρωτήθην, ὀφείλω νὰ εἶμαι κατηγορηματικώτατος. Ὄχι μόνον δὲν ὑπῆρχε συνεργασία, ὑπὸ οἱονδήποτε τύπον, περὶ τῆς ὁποίας θὰ ἠδύνατό τις νὰ ὁμιλήσῃ μὲ τὴν ἔκφρασιν αὐτήν, ἀλλ’ ἀντιθέτως εἶναι γνωστόν, κ. Κουλουμβάκη, ὅτι μετὰ τὴν διάσπασιν τοῦ ΕΔΕΣ εἰς τὰς Ἀθήνας, περὶ τῆς ὁποίας δὲν εἶναι ὥρα, νὰ ὁμιλήσωμεν, μεταξὺ τῶν δύο ΕΔΕΣ, δηλαδὴ τοῦ ΕΔΕΣ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶχε μίαν ἐπαφὴν μὲ τὴν Κυβέρνησιν Ράλλη καὶ τοῦ ΕΔΕΣ τοῦ ὀρθοδόξου, τοῦ ὁποίου ἡγεῖτο ὁ στρατηγὸς Ζέρβας, ὑπῆρχε μία θανάσιμος πάλη, ἐπακολουθησάσης καὶ ἀποκηρύξεως ἐκ μέρους τοῦ στρατηγοῦ Ζέρβα. Ὥστε, θὰ ἠδυνάμεθα, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐξ αἰτίας τῆς διασπάσεως αὐτῆς τοῦ ΕΔΕΣ εἰς τὰ δύο αὐτὰ ΕΔΕΣ, ὑπῆρχεν ἐχθρότης μεταξὺ τοῦ ΕΔΕΣ τοῦ Ζέρβα καὶ τῆς Κυβερνήσεως Ράλλη. Λέγω λοιπόν, κατηγορηματικῶς καὶ ἀπεριφράστως, ὅτι οὐδεμία συνεργασία ὑπῆρξε ποτὲ μεταξὺ τῶν ἐθνικῶν ὁμάδων Ἑλλήνων ἀνταρτῶν τοῦ ΕΔΕΣ καὶ Κυβερνήσεως Ράλλη. Ἄς ἐπανέλθωμεν ἤδη εἰς τὸ θέμα μας. Ἐὰν λοιπόν, δεχθῶμεν ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι τῆς Χωροφυλακῆς, οἱ ὁποῖοι ὑπήκουσαν εἰς τὴν φωνὴν τῆς Πατρίδος, τότε, καλῶς ἐπανῆλθον εἰς τὴν ἐνέργειαν καὶ προσέφερον καλῶς τὰς ὑπηρεσίας των εἰς τὸ Ἔθνος, πρέπει ἀναγκαστικῶς νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἡ ὑπ’ ἀριθ. 29 Σ. Πρᾶξις ἦτο ἄδικος, ἄσκοπος, καὶ δὴ ὡς ἀποτέλεσμα μιᾶς ψυχολογικῆς βίας ἐσωτερικῆς καὶ διεθνοῦς, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὁ νομοθέτης τὴν ἐξεμαίευσεν. Δίκαιον συνεπῶς καὶ τίμιον καὶ ἠθικὸν θὰ ἦτο ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἤρχετο νὰ τὴν ἀκυρώσῃ. Ἐὰν τὴν ἠκύρωνε, τότε ἡ τακτοποίησις τῶν ἀξιωματικῶν τῆς Χωροφυλακῆς θὰ ἦτο ἀσυγκρίτως εὐχερεστέρα ἀπὸ ὅτι εἶναι μὲ τὸ καθεστὼς τῆς 29 Σ. Π. καὶ τοῦ Βʹ πίνακος. Ὥστε, διὰ νὰ περιορισθῶ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ 1ου ἄρθρου, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀντικατασταθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο διὰ διατάξεως ἀκυρούσης τὴν ὑπ’ ἀριθ. 29 Συντ. Πρᾶξιν. Ὅταν θὰ ἔλθωμεν πλέον εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἑπομένων ἄρθρων ὅπου καθορίζεται ἡ διαδικασία τῆς κρίσεως καὶ ὁ τρόπος τῆς λειτουργίας τῶν Συμβουλίων, τότε θὰ εἰσηγηθῶ πρὸς τὴν Βουλήν, ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν πρότασιν αὐτήν, καὶ ἄλλας διατάξεις αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν γνώμην μου θὰ ἐξομαλύνουν τὸ καθεστὼς τὸ ὁποῖον ὑπάρχει σήμερον εἰς τὴν Χωροφυλακὴν καὶ θὰ ἀποκαταστήσουν εἰς τὸ Σῶμα τὴν τάξιν.
§35Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Προτείνετε τὴν ἀκύρωσιν τῶν κατοχικῶν νόμων; Ναὶ ἢ ὄχι. Αὐτὸ μᾶς ἐνδιαφέρει.
§36Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον εὑρισκόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 1ου προτείνω ἀκύρωσιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 29 Σ. Πράξεως.
§37Δ. ΚΟΥΤΣΙΚΑΣ. Ἑπομένως, κύρωσιν τῶν κατοχικῶν νόμων.
§38Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκύρωσιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 29 Σ. Πράξεως.
§39Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύρωσιν τῶν κατοχικῶν νόμων. Διότι ἐὰν πέσῃ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 29 Σ. Πρᾶξις μένουν οἱ κατοχικοὶ νόμοι.
§40Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 2 καὶ τῶν ἄλλων ἄρθρων τὰ ὁποῖα καθορίζουν τὸν τρόπον τῆς διαδικασίας τῶν Συμβουλίων κτλ., θὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν τί πρέπει νὰ γίνῃ ὁ κόσμος αὐτός, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον τὸ ἑξῆς, ὅτι ἐφ’ ὅσον σήμερον τὸ Ἔθνος διεξάγει ἕνα θανάσιμον ἀγῶνα καὶ καθημερινῶς σκοτώνονται δεκάδες καὶ ἑκατοντάδες ἄνδρες καὶ ἀξιωματικοὶ τῆς Χωροφυλακῆς, εἶναι ἠθικῶς ἀπαράδεκτον καὶ ἐθνικῶς ἐγκληματικὸν νὰ διατηροῦμεν ἡμεῖς αὐτὴν τὴν κακὴν ψυχολογίαν εἰς τὸ Σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς, ἀντὶ νὰ τοῦ δώσωμεν ὅλην τὴν ἠθικὴν ἐνίσχυσιν τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ τοῦ δώσωμεν ἐὰν θέλωμεν νὰ κάμωμεν ἀποτελεσματικῶς τὸν ἀγῶνα κατὰ τοῦ κομμουνισμοῦ.
§41Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν καταργηθῇ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 29 Σ. Πρᾶξις παραμένουν ἐν ἰσχύϊ οἱ 365 καὶ 603 νόμοι. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 29 Σ. Π. ἐπικυρώνει τοὺς νόμους 365 καὶ 603.
§42Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν κατηγορῇς τοὺς κατοχικοὺς νόμους ἐπὶ ἠθικῇ ἢ ἐθνικῇ ἀταξίᾳ τότε δύναμαι νὰ σοῦ ἀπαντήσω ὅ,τι εἶπον προηγουμένως, ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἠθικὴ καὶ ἔντιμος αὐτὴ ἡ κατηγορία κατὰ τῶν κατοχικῶν νόμων γενικῶς. Ἐὰν τώρα τοὺς κατηγορῇς ἐπὶ ἀνατροπῇ τῆς ἐπετηρίδος, πάλιν δὲν ἔχεις δίκαιον, κ. Διακουμόπουλε, διότι τὸ καθεστὼς τὸ ὁποῖον ἐθέσπιζον, ἐπεκυρώθη ἀπὸ τὴν πρώτην μετὰ τὰς ἐκλογὰς Κυβέρνησιν, τὸ καθεστὼς δὲ τὸ ἴδιον διατηρεῖται καὶ σήμερον μὲ τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§43Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κ. συνάδελφε.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Τούντας ἔχει τὸν λόγον.
§45Χ. ΤΟΥΝΤΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἰς ὅλους εἶναι γνωσταὶ αἱ θυσίαι εἰς τὰς ὁποίας τὸ Σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς ὑπεβλήθη κατὰ τοὺς χρόνους τῆς κατοχῆς καὶ ἀργότερον κατὰ τὸ κίνημα. Καὶ ὡς νὰ μὴ ἤρκουν αἱ θυσίαι ἐκεῖναι, αἱ ἀπροσμέτρητοι, προσετέθησαν αἱ θυσίαι τοῦ αἵματος, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλεται καθημερινῶς τὸ Σῶμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐνῷ εἶχε συντεθῆ μὲ τὸν σκοπὸν νὰ ὑπάρξῃ Σῶμα ἀστυνομικὸν, κατέληξεν ἐξ αἰτίας τῶν ἀναγκῶν τῶν σημερινῶν νὰ διεξάγῃ πολεμικὰς ἐπιχειρήσεις κατὰ τῶν συμμοριτῶν. Ἐνῷ ταῦτα ἐπετέλεσεν ἡ Χωροφυλακή, ἡμεῖς, ὡς ὀρθῶς ἐλέχθη ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι διῆλθον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου οὐδὲν ὑπὲρ τοῦ Σώματος τούτου ἐπετελέσαμεν. Ἀπὸ τοῦ μηνὸς τοῦ Σεπτεμβρίου, ἀφ’ ἧς συνέστη ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινή, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως, προσπαθείας ἀπείρους κατέβαλε νὰ ἴδῃ ψηφιζόμενα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα πρόκεινται ἐνώπιόν μας. Εἰς ὅλους μας εἶναι γνωσταὶ, αἱ προσπάθειαι αὐταί, ὡς ἐπίσης εἶναι γνωστοὶ οἱ λόγοι καὶ αἱ συνθῆκαι ὑπὸ τὰς ὁποίας ἡ ἐπιψήφισίς των δὲν κατωρθώθη μέχρι σήμερον. Καὶ δὲν κατωρθώθη, διότι δὲν συνέβη μὲ τὸ θέμα τοῦτο, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας βουλευτής, πρὸ ἡμερῶν, ὅτι ὤφειλε δηλαδὴ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ θέμα τοῦτο ἐν τῷ πνεύματι τῆς ἑνότητος τῆς Ἐθνικῆς παρατάξεως. Ἐνθυμοῦμαι, κ. συνάδελφοι, ὅτι πλεῖστα ὅσα θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὄχι ἁπλῶς ἐπιφυλάξεις ὑπῆρξαν τῶν διαφόρων βουλευτῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀλλὰ σαφὴς ἀντίθεσις, κατωρθώθη νὰ ψηφισθοῦν ὑπὸ τὴν σκέψιν καὶ τὴν κατανόησιν, ὅτι τὰ θέματα ταῦτα ὑπηρετοῦν τὴν Ἐθνικὴν ὑπόθεσιν καὶ τὴν ἀνάγκην τῶν καιρῶν τῶν σημερινῶν. Δυστυχῶς ἐξαίρεσιν ἀπετέλεσαν τὰ ζητήματα τῆς Χωροφυλακῆς. Καὶ τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην, τὴν βλέπομεν εἰς ὅσα ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει της ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἀναφέρει. Παραγνωρίζοντες τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου καὶ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν γνωρίσει ἀπὸ τὸ ἔτος 1915 μέχρι σήμερον, ἠθελήσαμεν νὰ κάμωμεν διάκρισιν προελεύσεως τῶν διαφόρων ἀξιωματικῶν νὰ ἐνθυμηθῶμεν ποῖοι νόμοι ἔχουν τοὺς περισσοτέρους τίτλους νομιμοφανείας καὶ ποῖοι τοὺς ὀλιγωτέρους. Καὶ ἐλέχθη ὅτι, ὁ νόμος ὁ κατοχικὸς 365 διὰ τοῦ ὁποίου κατηργήθη ὁ νόμος 6200 τοῦ 1934, ἔχει εἰς βάρος του τὸ τυπικὸν καὶ οὐσιαστικὸν ἐλάττωμα, ὅτι εἶδε τὸ φῶς ἀπὸ μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν προήρχετο ἀπὸ τὴν ἐτυμηγορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, κ. συνάδελφοι, διατὶ τότε δὲν ἐνθυμούμεθα ὅτι ζῶμεν ἀκόμη κάτω ἀπὸ νόμους, οἱ ὁποῖοι μετροῦνται εἰς χιλιάδας, οἱ ὁποῖοι ἐξεδόθησαν ἀπὸ τὸ καθεστὼς τῆς 4ης Αὐγούστου, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν εἶχεν ἀναδειχθῆ ἀπὸ τὴν ἐτυμηγορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ χάρις εἰς τὴν ἀσκηθεῖσαν ἐπὶ τοῦ λαοῦ βίαν; Τὰς χιλιάδας ταύτας νόμων, οἱ ὁποῖοι σχεδὸν δεσπόζουν τῆς ζωῆς μας; Ἄλλωστε, κύριοι συνάδελφοι, καὶ αὐτὴ ἡ νομιμοφάνεια, τὴν ὁποίαν ἐπικαλοῦνται ὑπὲρ τοῦ νόμου 6200, ὑφίσταται; Θὰ ἤθελον νὰ σᾶς πληροφορήσω, ὅτι ὁ νόμος 6200 τοῦ 1932 ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς μὲ τὴν πλειοψηφίαν μιᾶς μόνον ψήφου καὶ ὅτι ἀπεστάλη εἰς τὴν Γερουσίαν ὑφ’ ἧς θὰ ἀπερρίπτετο λόγῳ τῆς συνθέσεως, τῆς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, πλὴν δὲν ἦλθεν εἰς συζήτησιν παρελκυθείσης τῆς εἰσαγωγῆς του καὶ μόνον οὕτω παρελθουσῶν τῶν προθεσμιῶν κατέστη νόμος. Καὶ ταῦτα ὡς πρὸς τὴν νομιμοφάνειαν τοῦ νόμου 6200. Ἀλλὰ ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ζῶμεν, εἴτε τὸ θέλομεν, εἴτε δὲν τὸ θέλομεν κάτω ἀπὸ καταστάσεις δημιουργημένας, ἐξ ὧν ἄλλαι μὲν ἔχουν νομιμοφάνειαν, ἄλλαι δὲ δὲν τὴν ἔχουν καὶ ἀντιθέτως ζῶμεν ὑπὸ καθεστὼς νόμων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐναντίον τους τὸ ἀπροκάλυπτον τῆς βίας, ὑπὸ τὴν ὁποίαν εἶδον τὸ φῶς, δὲν πρέπει πλέον νὰ ἐρευνήσωμεν τὸ στοιχεῖον τοῦτο, ἀλλὰ νὰ ἀποβλέψωμεν μόνον εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος καὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον μελετῶμεν. Οὕτω εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν θὰ πρέπει νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον βλάπτει τὸ συμφέρον τοῦ Σώματος τῆς Χωροφυλακῆς, ἡ ὕπαρξις τοῦ νόμου 6200. Ὡς ἐλέχθη, κατόπιν τῆς διὰ τῶν νόμων 365 καὶ 603 τοῦ 1943 ἐπαναφορᾶς τῆς πρὸ τοῦ νόμου 6200 ἐπετηρίδος, ἔχουν προαχθῆ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἐὰν ὑπῆρχεν ὁ νόμος 6200 θὰ εἶχον τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου. Τί θὰ γίνῃ λοιπόν, ἐὰν καταργήσωμεν τὸν κατοχικὸν Νόμον; Ἀσφαλῶς οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ θὰ ὑποβιβασθοῦν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου.
§46Γ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ διατηρήσουν τοὺς βαθμούς των.
§47Χ. ΤΟΥΝΤΑΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ ἐλάττωμα τὸ διεῖδεν καὶ τὸ κατενόησε καὶ τὸ ἐξετίμησεν ὁ κ. ἐκ Κερκύρας συνάδελφος καὶ εἰς τὴν τροπολογίαν του ζητεῖ τὴν διατήρησιν τῶν βαθμῶν. Ἀλλὰ τί θὰ γίνουν οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι τῆς αὐτῆς κατηγορίας καὶ οἱ ὁποῖοι ἐν τῷ μεταξὺ ἐφονεύθησαν εἰς τὸ πεδίον τῶν μαχῶν ἔχοντες τὸν βαθμὸν τὸν ὁποῖον ἀπέκτησαν χάρις εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου 6200 καὶ τῶν ὁποίων σήμερον αἱ χῆραι καὶ τὰ ὀρφανὰ θὰ ἴδουν μειουμένην τὴν γλίσχρον σύνταξίν των; Συγκεκριμένως τί θὰ γίνῃ διὰ τὸν ὑποστράτηγον Νικηφοράκην καὶ τὸν ἥρωα ταγματάρχην Φελουδάκην, οἱ ὁποῖοι ἐφονεύθησαν εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν; Θὰ ἔχωμεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν ἐπίσης ἐνδεχομένην ἀκυρότητα ὡρισμένων ἀποφάσεων συμβουλίων καὶ στρατοδικείων ἀκόμη. Διότι ἀποφάσεις συμβουλίων ὑπηρεσιακῶν ἐξεδόθησαν διὰ τῆς ψήφου ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἦσαν δυνάμει τοῦ κατοχικοῦ νόμου μὲν ἀρχαιότεροι, δυνάμει δὲ τοῦ νόμου 6200 νεώτεροι. Ἀλλὰ θὰ φθάσωμεν καὶ κάπου ἀλλοῦ, θὰ θέσωμεν ὑπὸ ἀμφισβήτησιν ὅλας τὰς διαδοχικὰς σημειώσεις αἱ ὁποῖαι συνετάγησαν ἀπὸ ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι τυπικῶς κατὰ τὸν χρόνον τῆς συντάξεως ἦσαν ἀρχαιότεροι ἐκείνων διὰ τοὺς ὁποίους ἐγένοντο αἱ σημειώσεις. Θὰ προκύψῃ σοβαρὰ διαταραχὴ καὶ θὰ ὑποχρεωθῶμεν νὰ εὕρωμεν τρόπον ρυθμίσεως τόσων καὶ τόσων ζητημάτων. Ἀντιθέτως ἐρωτῶ εἰς τὶ ζημιοῦνται οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, ὄντες συνταγματάρχαι ἐὰν διατηρηθῇ ὁ κατοχικὸς νόμος καὶ ἡ ἐπετηρίς; Πέραν κάποιας διαφορᾶς κατὰ τὴν ἀρχαιότητα μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑφίστανται ὅλας αὐτὰς τὰς κακώσεις ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ κατοχικοῦ νόμου οὐδέν. Διότι, ὡς ἐλέχθη, οὐδεὶς συνταγματάρχης πρόκειται νὰ προαχθῇ κατ’ ἀρχαιότητα εἰς ὑποστράτηγον ἢ ταξίαρχον ἵνα τοῦτο ἀποτελέσῃ λόγον ἀμφισβητήσεως τῆς ἀρχαιότητος. Ἀλλὰ καὶ ἡ διάρθρωσις ἐν τῇ διοικήσει τῆς Χωροφυλακῆς εἶναι τοιαύτη ὥστε, οὔτε ζητήματα κἂν ἀνακύπτουν πειθαρχίας καὶ ἱεραρχήσεως ἐκ τοῦ ὅτι εἰς τὴν ἐπετηρίδα τῶν συνταγματαρχῶν θὰ ὑφίσταται ἡ σημερινὴ ἀνωμαλία ἐπειδὴ αὐτόνομοι εἶναι αἱ ἐπὶ μέρους διοικήσεις τῆς Χωροφυλακῆς καὶ δὲν εὑρίσκονται εἰς ὑπηρεσιακὴν ἀλληλοεξαίρεσιν. Ἐννοῶ τὰς διοικήσεις Χωροφυλακῆς, αἵτινες δὲν εὑρίσκονται εἰς μίαν ἱεραρχικὴν ἐξάρτησιν μεταξύ των, ὥστε νὰ γεννᾶται ζήτημα πειθαρχίας καὶ νὰ μὴν ὑπάρχῃ τρόπος ὁμαλῆς συνυπάρξεως ἐν τῷ Σώματι τῶν ἀξιωματικῶν τούτων, τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα συγκρούονται εἰς τὴν ἐπετηρίδα. Ἀλλὰ ἐν τῇ ἐρεύνη τῆς οὐσίας, κύριοι, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀποβλέψωμεν μετὰ τῆς δεούσης σοβαρότητος εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ συνάδελφος κ. Τσάτσος, ὑπεστήριξεν εἰς τὴν προχθεσινήν του ἀγόρευσιν. Εἰς τὸ ὅτι δηλαδή, τὸ ἐπιτευχθὲν διὰ τοῦ νόμου 6200, ἡ ἀνατροπὴ δηλαδὴ τῆς ἐπετηρίδος ἥτις ὑφίστατο ἀπὸ τοῦ ἔτους 1919 μέχρι τοῦ 1934, ἐγένετο κατὰ διατάραξιν καὶ ἀνατροπὴν τοῦ παγίου θεσμοῦ, κατὰ τὸν ὁποῖον αἱ ἐπετηρίδες ἀρχίζουν ἀπὸ τῆς πρώτης βαθμίδος καὶ αἱ μὲν τῶν ὁπλιτῶν ἀπὸ τῆς κατατάξεως τοῦ ὁπλίτου, τῶν δὲ ἀξιωματικῶν ἀπὸ τῆς ὀνομασίας τοῦ ἀξιωματικοῦ.
§48Σ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Τσάτσος δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὸ θέμα. Τὸ ζήτημα πρέπει νὰ ἀντιληφθῶμεν πῶς προῆλθεν. Τὸ 1917, ἡ ἄμυνα, ἡ Κυβέρνησις τότε, ἔφερε τοὺς ἀμυνήτας τοὺς προσχωρήσαντας εἰς τὸ κίνημα τῆς ἀμύνης ὑπαξιωματικοὺς καὶ προήγαγεν ὅλους τοὺς ἰδικούς της ὡς προσφέραντας ὑπηρεσίας, ἐνῷ τοὺς μὴ προσχωρήσαντας εἰς τὸ κίνημα τοὺς ἀπέταξε ἢ τοὺς ἀφῆκεν εἰς τὸν ἴδιον βαθμὸν τοῦ ὑπαξιωματικοῦ. Ἐγένετο μία ἀδικία καὶ ἀνετράπη. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀειμνήστου Γούναρη, ἠθέλησε τὴν ἀδικίαν αὐτὴν νὰ ἄρῃ, ἐψήφισε τὸν νόμον 2771, καὶ εἶπεν ὅτι, δὲν θὰ κάμῃ τὴν διάκρισιν μεταξὺ τῶν προσχωρησάντων εἰς τὸ κίνημα ἢ μή. Διὰ νὰ τὸ ἐπιτύχω αὐτὸ θὰ πάρω ὡς βάσιν τὴν ἀρχὴν τῆς ἀρχαιότητος τοῦ ὑπαξιωματικοῦ.
§49Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ λάθος.
§50Σ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔπρεπε νὰ ἀφήσωμεν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.
§51Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν ἔπρεπε νὰ παραβιασθῇ οὔτε τότε, οὔτε σήμερον μία βασικὴ ἀρχή, ὅτι εἶναι ἄλλη ἡ ἀρχαιότης τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ ἄλλη ἡ ἀρχαιότης τῶν ἀξιωματικῶν.
§52Σ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Τσάτσος κάμνει τὸ ἑξῆς λάθος, ὅσους προήγαγεν ἡ Κυβέρνησις τότε εἶχον τίτλον μόνον ὅτι προσεχώρησαν εἰς τὸ κίνημα.
§53Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ὄχι.
§54Χ. ΤΟΥΝΤΑΣ. Ἀπαντῶ εἰς ὑμᾶς, ὅτι πάντοτε κρατεῖ ἡ ἀρχὴ, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπεμακρύνθησαν διὰ λόγους πολιτικοὺς καθ’ ὡρισμένην περίοδον νὰ ἐπανέρχωνται καὶ προάγωνται, ἀλλὰ νὰ τάσσωνται εἰς τὸ ἀριστερὸν τῶν ὁμοιοβάθμων των. Οὐδεὶς ψέγει τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, διότι προήγαγεν εἰς ἀξιωματικοὺς τοὺς ἀποτάκτους ὑπαξιωματικούς. Τὴν μεμφόμεθα ὅμως, διότι τοὺς ἐνέταξεν εἰς σειρὰν ἀρχαιότητος, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς σειρᾶς ἀρχαιότητος, τὴν ὁποίαν εἶχον ὡς ὑπαξιωματικοί, ἐνῷ ὤφειλε νὰ τοὺς ἐντάξῃ εἰς τὸ ἀριστερὸν τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον, τελοῦντες ἐν τῷ μεταξὺ ἐν ὑπηρεσίᾳ καταλάβει θέσιν εἰς τὴν ἐπετηρίδα τῶν ἀξιωματικῶν.
§55Α. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνῷ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔμειναν εἰς τὰς ὑπηρεσίας των ἔχουν τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ. Μόνον οἱ ἐνωμοτάρχαι τοῦ 1938 εἶναι σήμερον ἀνθυπασπισταί, ἐνῷ οἱ ἄλλοι εἶναι μοίραρχοι καὶ ὑπομοίραρχοι.
§56Χ. ΤΟΥΝΤΑΣ. Οἱ ὑπαξιωματικοὶ τοῦ 1935 ἐγένοντο ἀξιωματικοί, ἀλλὰ ἐτέθησαν εἰς τὸ ἀριστερὸν τῶν ἄλλων ἀξιωματικῶν. Τοῦτο εἶναι σημαντικόν. Ὅτι ἐπανελθόντες δὲν ἐτέθησαν εἰς τὴν ἐπετηρίδα, βάσει τῆς ἀρχαιότητος, τὴν ὁποίαν εἶχον ὡς ὑπαξιωματικοί. Ἐτάχθησαν εἰς τὸ ἀριστερὸν τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἤδη εἶχον ὀνομασθῆ.
§57Α. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουν τρεῖς κατηγορίαι ἀξιωματικῶν. Οἱ φοιτήσαντες εἰς τὰς σχολάς, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐξῆλθον.......
§58Χ. ΤΟΥΝΤΑΣ. Ἐλέχθη, κ. συνάδελφοι, καὶ ὅπως κατεδείχθη ἐξ ὅσων αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐσημειώθησαν διὰ τῶν διακοπῶν, ἐρωτήσεων καὶ ἀπαντήσεων, ὅτι ἑνότης καὶ συνεργασία, δὲν δύναται νὰ νοηθῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Αἱ παρατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν διαφορὰς πολιτικάς, εὑρίσκουν μίαν μικρὰν βάσιν, κοινῆς συνεργασίας, κοινῆς πολιτικῆς, ἀλλὰ πρὸ παντός, ρίπτουν λήθην εἰς τὸ παρελθόν, καὶ δὲν ἀναμοχλεύουν τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα χωρίζονται. Τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, δὲν τὸ ἐφήρμοσεν εἰς τὴν πρᾶξιν. Γνωρίζετε ὅτι, τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἔχει, ὄχι ἁπλῶς ἐπιφυλάξεις πρὸς ὡρισμένας κυβερνητικὰς ἀπόψεις, ἀλλὰ πλήρη ἀντίθεσιν. Συγκεκριμένως, εἰς τὸν τομέα τῆς αὐτοδιοικήσεως, πλήρως ἀντιγνωμεῖ εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι πιστεύει, ὅτι οὗτος, ἐν τῇ ἀσκήσει τοῦ δικαιώματος τοῦ διορισμοῦ, τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν ἀρχόντων, ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἀποβλέπῃ εἰς τὸ συμφέρον καὶ τῆς Ἐθνικῆς παρατάξεως καὶ τῶν λεγομένων προσφυγικῶν δήμων καὶ κοινοτήτων καὶ νὰ μὴ διορίζῃ εἰς τὰς περιφερείας ταύτας, πρόσωπα, κατὰ κανόνα, καὶ ἀκατάλληλα καὶ ξένα πρὸς αὐτάς, ὡς ἀτυχῶς πράττει, προσφέρων οὕτω ἐπιχειρήματα εἰς τὴν διαβρωτικὴν προπαγάνδαν τῶν κομμουνιστῶν. Τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, οὐδεμίαν ἀντιπολίτευσιν διεξαγάγει ἐναντίον τῶν ὅσων συμβαίνουν αὐτὴν τὴν στιγμήν, εἰς τὸν στρατόν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀπεμακρύνθησαν καὶ ἀπομακρύνονται, ἀξιωματικοὶ κάλλιστοι, ἂν καὶ ἀναγνωρίζεται ὑπὸ πάντων καὶ τὸ ἐμπειροπόλεμον καὶ ἡ ἐπάρκεια αὐτῶν. Νομίζω ὅτι, μὲ τὰ δύο αὐτὰ παραδείγματα, δικαιούμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν, ὅτι ἡμεῖς δὲν λέγομεν μόνον λόγους, ὡς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν περὶ ἑνότητος τῆς Ἐθνικῆς παρατάξεως, ἀλλὰ ἡμεῖς χάριν ταύτης, ὑπεβλήθημεν καὶ εἰς θυσίας. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως, δὲν ζητεῖ νὰ κάμετε καμμίαν θυσίαν. Διατηρήσατε τὰς ἐπιφυλάξεις σας, καὶ τὰς πάσης φύσεως ἀντιλήψεις σας. Δὲν πρόκειται νὰ μεταβληθῇ ἡ ἐπικρατοῦσα τάξις, ἐν τῇ Χωροφυλακῇ. Ἁπλῶς θὰ σεβασθῶμεν τὴν ὑπάρχουσαν σήμερον κατάστασιν, καὶ θὰ ἐνισχύσωμεν τὸ ἡρωϊκὸν τοῦτο Σῶμα εἰς τὸν ἔνδοξον ἀγῶνα του, τὸν πλήρη τόσων θυσιῶν.
§59Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἐπιμένω, ὅτι, ἡ συζήτησις, εἶναι ἐκτὸς τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ζήτημα τοῦ Βʹ πίνακος θὰ ἠδύνατο νὰ παραπεμφθῇ εἰς συμβούλιον, ἂν δὲν θέλωμεν νὰ ἀδικηθοῦν οἱ ἀξιωματικοί, οἱ μαχόμενοι εἰς τὸ μέτωπον.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Παπαγεωργίου ἔχει τὸν λόγον.
§61Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ μοῦ συγχωρηθῇ ἵνα, χωρὶς διθυράμβους διὰ τὸ Σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς, τὸ ὁποῖον δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο, πέραν τοῦ καθήκοντός του, νὰ εἰσέλθω εὐθέως εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἐπὶ 4 ἡμέρας ἀπασχολεῖ τὸ Σῶμα τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι εἴμεθα ἐντελῶς ξένοι, πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοθέτημα. Τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοθέτημα, κατ’ ἀρχὴν ἔχει τὴν σκοπιμότητα νὰ τακτοποιήσῃ τὸ ζήτημα τῶν ἀξιωματικῶν τῆς Χωροφυλακῆς, τῶν ἐνταχθέντων εἰς τὸν Βʹ πίνακα. Δὲν εἶναι ἄγνωστον, ὅτι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1946, ἀλλὰ καὶ τοῦ 1947, ὑπὲρ ἑβδομήκοντα ἀξιωματικοί, τῆς Χωροφυλακῆς, ἐπὶ συνόλου 250, οἱ ὁποῖοι ἦσαν εἰς τὸν πίνακα Βʹ, ἐκλήθησαν δι’ ὑπουργικῆς ἀποφάσεως καὶ εὑρίσκονται εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 29 Συντακτικὴ πρᾶξις, ἐμποδίζει εἰς τούτους πᾶσαν προαγωγήν, εἴτε ἐκ τῆς σειρᾶς ἀρχαιότητος, εἴτε καὶ ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ. Ἀκόμη δέ, στερεῖ τούτους τοῦ εὐεργετήματος, ἐν περιπτώσει θανάτου, ἀπὸ τοῦ νὰ τύχουν τῶν 2 βαθμῶν τοῦ νόμου τοῦ 1946. Εἶναι, κ. συνάδελφοι, τρομακτικὸν τοῦτο, νὰ μάχωνται σήμερον ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι, ἐν περιπτώσει θανάτου των, νὰ μὴ δύνανται νὰ τύχουν ἀνωτέρου βαθμοῦ, ἐκείνου, τὸν ὁποῖον δικαιοῦνται. Ἐστερήθησαν οἱ ἀξιωματικοί, τοῦ Βʹ πίνακος, τῆς προαγωγῆς. Συνεπῶς, καὶ ἐφ’ ὅσον μάχονται, δὲν δύνανται νὰ προάγωνται ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ, διότι ἡ 29 Συντακτικὴ Πρᾶξις, δὲν τοὺς δίδει τὸ δικαίωμα τοῦτο, καὶ τοῦτο παρὰ τὸν νόμον 36 τοῦ 1946, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀξιωματικοί, πίπτοντες εἰς τὸ πεδίον τῆς μάχης, δικαιοῦνται δύο ἀνωτέρων βαθμῶν.
§62Μ. ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ. Εἶναι κακὴ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, ἡ ἀνδραγαθία δὲν δύναται νὰ μὴ ἀμειφθῇ.
§63Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Βʹ πίνακος, δὲν ἀνεκλήθησαν διὰ νόμου, ἀλλὰ διὰ μιᾶς ἀποφάσεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Τάξεως, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ τροποποιῇ τὸν βασικὸν νόμον, πολὺ δὲ περισσότερον τὴν 29 Συντακτικὴν Πρᾶξιν. Βεβαίως, εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνῃ ἀλλὰ τοῦτο, δὲν εἶναι δυνατόν. Ἡ πρᾶξις τοῦ κ. ὑπουργοῦ, τείνει πρὸς τήρησιν αὐτῆς. Βάσις, κύριοι συνάδελφοι, τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοθετήματος εἶναι, τὸ πῶς ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, θὰ δώσῃ τὴν δυνατότητα, εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, νὰ νομιμοποιήσῃ τὴν ἀνάκλησιν τῶν ἀξιωματικῶν τούτων. Τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοθέτημα, σκοπεῖ εἰς τὴν κύρωσιν τῆς 29 Συντακτικῆς Πράξεως καὶ τῶν δύο κατοχικῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι ρυθμίζουν τὰ τῶν ἀξιωματικῶν. Ἔχω τὴν γνώμην, κ. συνάδελφοι, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 1 δὲν ἔχει καμμίαν θέσιν εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοθέτημα. Ἐὰν δὲν ρυθμίσωμεν τὴν ἀρχαιότητα τῶν ἀξιωματικῶν, ἐφαρμοζομένης τῆς ὑφισταμένης ἀρχαιότητος, αὔριον θὰ ἔλθουν ὡρισμένοι ἀξιωματικοί νὰ ἀπαρτίσουν τὰ συμβούλια, τὰ ἐκκαθαριστικά, καὶ κατὰ συνέπειαν, τὰ συμβούλια αὐτὰ δὲν θὰ εἶναι ἱκανά, νὰ κρίνουν ὅλους τοὺς ἀξιωματικούς. Ἀντιθέτως, ἐὰν ἰσχύσουν οἱ κατοχικοὶ νόμοι, οἱ ὁποῖοι καθώρισαν τὴν ἀρχαιότητα τῶν ἀξιωματικῶν, τὰ συμβούλια θὰ ἀπαρτισθοῦν ἀπὸ ἄλλους ἀξιωματικούς. Ἐὰν δὲν ἀναθεωρηθοῦν οἱ κατοχικοὶ νόμοι, θὰ ἀπαρτισθοῦν ἀπὸ ἄλλους ἀξιωματικούς. Συνεπῶς, ἐν ἑκατέρᾳ τῶν περιπτώσεων, θὰ εἶναι διαφορετικὴ ἡ κρίσις. Ὀφείλω νὰ εἴπω καὶ εἰς τὸν ἁρμόδιον ἐπὶ τῆς Δημοσίας Τάξεως ὑπουργόν, καὶ εἰς ὑμᾶς, ὅτι οἱ κατοχικοὶ αὐτοὶ νόμοι, περὶ τῶν ὁποίων πολὺς γίνεται λόγος, ἔπαυσαν νὰ ἰσχύουν ἀπὸ τῆς 1.7.48 καὶ ἐντεῦθεν.
§64Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 530 ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, παρετάθη ἡ ἰσχὺς τῶν κατοχικῶν νόμων μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1948. Ἑπομένως ὡς κατοχικοὶ νόμοι ἰσχύουν.
§65Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, κ. συνάδελφοι, ὅτι ἡ σειρὰ τῆς ἀρχαιότητος, θὰ ἀλλάξῃ, ἀλλὰ ὅπως, καὶ προηγουμένως ἐτόνισα, δὲν ἔχει καμμίαν θέσιν ἡ ρύθμισις τῆς ἀρχαιότητος μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοθέτημα, διότι δι’ αὐτὴν ὁρίζονται εἰδικὰ συμβούλια, τόσον διὰ τοὺς συνταγματάρχας ὅσον καὶ διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῶν ἄλλων βαθμῶν. Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἀπαλείψῃ τὸ ἄρθρον 1 ὅταν δε, διὰ τοῦ ἄρθρου 2, ρυθμισθοῦν τὰ πράγματα, ὅταν θεσπίσῃ εἰδικῶς τὰ συμβούλια, τὰ ὁποῖα θὰ κρίνουν τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Βʹ πίνακος, τότε νὰ προσέξῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, νὰ συνθέσῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὰ συμβούλια, ὥστε ἡ κρίσις αὐτῶν νὰ εἶναι ἀδιάβλητος. Φυσικά, τὸ ζήτημα τῆς ἐπετηρίδος εἶναι ἕνα ζήτημα ἀκανθῶδες, θὰ ἤμην ἠναγκασμένος νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος τῆς ἐπετηρίδος, ἀλλὰ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἔχει θέσιν, ἡ συζήτησις αὐτὴ εἰς τὸ παρὸν νομοθέτημα. Δυνάμεθα νὰ ἀποφύγωμεν τὴν συζήτησιν αὐτήν, ἐὰν τὰ συμβούλια, ἀποφασίσουν ἀδιαβλήτως. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἐδέχθη νὰ ἀπαλειφθῇ τελείως ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 1 καὶ νὰ προχωρήσωμεν ἄνευ ἄλλου εἰς τὴν τακτοποίησιν τοῦ ἄρθρου 2, καὶ εἰδικώτερον εἰς τὴν τακτοποίησιν τοῦ συμβουλίου Βʹ, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ κρίνῃ τοὺς ἀξιωματικούς. Ἀλλὰ ἐάν, παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν, δὲν ἐπικρατήσῃ ἡ ἄποψις αὐτή, εἶμαι ὑποχρεωμένος καὶ οὐσιαστικῶς, νὰ διεξέλθω τὸ θέμα. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐφωτίσθην ἐπαρκῶς, ἀπὸ τὰς συζητήσεις καὶ τὰς γνώμας τῶν δύο τέως ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Δημοσίας Τάξεως. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, ὡς ἐκ τούτου νὰ ἀναπτύξω τὰς ἀπόψεις μου, καὶ πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι θὰ εἶμαι ὁ πλέον ἀκριβὴς εἰς τὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστηρίξω. Ἡ θεμελιώδης ἀρχή, κατὰ τὴν ὁποίαν κανονίζεται ἡ ἐπετηρὶς τῶν ἀξιωματικῶν, εἶναι ὅτι ἡ ἀρχαιότης ρυθμίζεται ἀπὸ τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν γίνεται ἀξιωματικός. Καὶ ὑπάρχει καὶ ἄλλη διὰ τοὺς ὑπαξιωματικούς. Ἡ ἀρχὴ αὐτὴ ἐκράτησε καὶ κρατεῖ, ὅτι ἡ ἀρχαιότης τῶν βαθμοφόρων ρυθμίζεται ἀπὸ τῆς ὀνομασίας των, ἐὰν δὲ μεταξὺ τῶν αὐτῶν βαθμοφόρων συμπίπτῃ ὁ χρόνος τῆς ὀνομασίας των ἀνατρέχει εἰς τὸν προηγούμενον βαθμὸν κ.ο.κ., μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς κατατάξεως. Παρέκκλισιν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς ἔχει κάμει μόνον, ὁ νόμος περὶ συστάσεως σχολῶν ἀξιωματικῶν, ὅπου ἡ ἀρχαιότης ρυθμίζεται κατὰ τὴν ἔξοδον, ἀπὸ τὴν ἐπίδοσιν ποὺ εἶχεν εἰς τὴν σχολήν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου μᾶς ἀπασχολεῖ, τὸ ὅτι, δὲν ἔχομεν ἀξιωματικοὺς τῆς σχολῆς, ἀλλ’ ἀξιωματικοὺς μὴ προερχομένους ἐκ τῆς σχολῆς, καὶ ἐκεῖ θὰ ἀναζητήσωμεν τὸν θεμελιώδη κανόνα τῆς ἀρχαιότητος. Πρὸ τοῦ 1920, ἀπὸ τοῦ 1946, εἰς μίαν ἀνώμαλον περίοδον, μέχρι καὶ τοῦ τέλους Δεκεμβρίου 1920, ἐγένοντο προαγωγαὶ ἀνθυπασπιστῶν καὶ ἐνωμοταρχῶν εἰς ἀνωτέρους βαθμοὺς ἄνευ ἐξετάσεως. Αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοὶ φέρουν σήμερον τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου. Κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην, ἄλλοι ὑπαξιωματικοὶ μὴ ὑποκύψαντες, εἰς τὴν ἐκραγεῖσαν τότε ἐπανάστασιν ἀπετάχθησαν τοῦ Σώματος. Ἦλθεν ἡ μεταπολίτευσις τῆς 1ης Νοεμβρίου, ἡ ὁποία ἔπρεπε κατὰ τὴν γνώμην της, μίαν κατ’ αὐτήν, ἀδικίαν νὰ τὴν ἐπανορθώσῃ. Καὶ τὴν ἐπανόρθωσεν ἀφοῦ ἐπανέφερε τοὺς ἀποταχθέντας. Προήγαγε κατὰ συνέπειαν τοὺς ὑπαξιωματικούς, ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐπανέφερε καὶ παρελείφθη νὰ ὁρισθῇ χρονολογία προαγωγῆς, ἡ ἡμέρα ἀφ’ ἧς καὶ οἱ προαχθέντες συνάδελφοί των, ἡ ὁποία καὶ ἐπεβάλετο, διότι ὅταν προήγοντο οἱ ὑπαξιωματικοὶ μεταξὺ τοῦ 1917 καὶ 1920, δὲν ὑπῆρχον οἱ συνάδελφοί των νὰ κριθοῦν καὶ ἐκεῖνοι, ἐὰν θὰ προαχθῶσιν ἢ ὄχι, διότι εἶχον ἐξέλθει τοῦ Σώματος. Ὅταν αἱ μετέπειτα Κυβερνήσεις ἐκ τοῦ λαοῦ, προῆλθον καὶ διεδήλωσαν τὴν θέλησίν των, τῆς ἐπαναφορᾶς, ὤφειλον νὰ τοὺς προαγάγουν ἀφ’ ἧς χρονολογίας καὶ οἱ συνάδελφοί των. Ὁπότε, κύριοι, ποία σειρὰ ἀρχαιότητος θὰ ἐτίθετο; Ἡ σειρὰ τῶν ἀνθυπασπιστῶν, διότι ὅταν ἡ προαγωγὴ θὰ εἶχεν ἀναδρομικὴν δύναμιν καὶ δι’ ἐκείνους, δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἀνατρέξουν εἰς τὴν σειράν.
§66ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ἔκαμαν αὐτό.
§67Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἀφοῦ διὰ διαταγμάτων, ἡ ἐκ τῶν ἐκλογῶν προελθοῦσα Κυβέρνησις, προήγαγε τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτούς, ἀφ’ ἧς χρονολογίας καὶ τὰ διατάγματα, διεπιστώθη ὅτι, ἄλλοι ἔφερον χρονολογίαν τοῦ 19 καὶ ἄλλοι τοῦ 20. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐγένετο ὁ νόμος 2771, ὁ ὁποῖος, διὰ τοῦ ἄρθρου 6 ἐρρύθμισεν ὁριστικῶς τὸ ζήτημα. Τουτέστιν δὲν ἔταξε τοὺς ἐπανελθόντας εἰς τὸ δεξιόν, ἀλλά, τοὺς ἔδωσε τὴν σειρὰν ἀρχαιότητος ἀπὸ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ. Ἐδῶ, βέβαια, εἶναι μία ἀδικία διὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ποία δηλαδή; Ἀξιωματικοὶ προαχθέντες τὸ 1916, 17, 18, 19 παρέμειναν εἰς τὸ Σῶμα, ἐπολέμησαν ἐπαξίως, προσέφερον ὑπηρεσίας εἰς τὸ Ἔθνος καὶ ἔπρεπε νὰ δικαιωθοῦν ἰδιαιτέρας τιμῆς, οἱ δὲ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἐκάθηντο, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξισωθοῦν πρὸς αὐτούς. Ἀλλὰ κατὰ τὴν διαδρομὴν τοῦ χρόνου θὰ ἰδῆτε, ὅτι τὸ ἀντίθετον συμβαίνει διὰ τοὺς ἄλλους. Βασικά, λοιπόν, ἐτακτοποιήθη τὸ ζήτημα αὐτὸ διὰ νόμου ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Τὸ 1923, κατηργήθη ὁ νόμος, ἔγινε ἕνα διάταγμα τῆς τότε ἐπαναστάσεως καὶ ἐπανέρχεται τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἐκράτει, τουτέστιν οἱ ἀξιωματικοί, οἱ προαχθέντες πρὸ τοῦ 1920, εἶχον σειρὰν εἰς τὸ δεξιὸν, οἱ δὲ ὑπόλοιποι εἰς τὸ ἀριστερόν. Καὶ φθάνομεν εἰς τὸ 1934, ὁπότε ψηφίζεται ὁ νόμος 6200, διὰ τοῦ ἄρθρου 2, τοῦ ὁποίου ἐπανέρχεται ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος 2271, διότι ἐνόμισαν, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος βασικὰ ἔπρεπε νὰ ρυθμίσῃ τὴν ἀρχαιότητα. Ἀλλ’ ὁ νόμος αὐτός, ὁ 6200, δὲν εἶναι ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος ἐρρύθμισε τὸ ζήτημα τῆς ἐπετηρίδος. Ἔγινε καὶ κάτι ἄλλο.
§68Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ὁ 6200 ἔγινε μετὰ πόσα ἔτη; Πόσα ἔτη ἴσχυσε τὸ προηγούμενον διάταγμα;
§69Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. 11 ὁλόκληρα χρόνια. Ἐκτὸς τοῦ Ν. 6200, ὁ ὁποῖος ἀναμφισβητήτως ἔρχεται νὰ ἀνατρέψῃ μίαν σειρὰν 12 ἐτῶν, ἐκδίδεται ὁ 6310 τοῦ Ὀκτωβρίου 1934, ὁ ὁποῖος πλέον ἀποφαίνεται τὴν σύστασιν ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου, ἐκ τῶν ἐν ἀποστρατείᾳ ἀντιστρατήγων, διὰ νὰ ρυθμίσῃ γενικῶς τὸ ζήτημα τῆς ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν, ἔν τε τῷ στρατῷ καὶ τῇ Χωροφυλακῇ. Συνέρχεται τὸ Συμβούλιον αὐτό, διὰ διατάγματος ἀνακαλοῦνται οἱ ἀνώτατοι αὐτοὶ ἀξιωματικοί, καταρτίζεται πίναξ τῆς σειρᾶς ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν καὶ ἐκδίδεται Α. Ν. ἀπὸ 28)7)1935, ὁ ὁποῖος κυρώνει τὸ πρακτικὸν αὐτὸ τῶν ἀντιστρατήγων καὶ τακτοποιεῖ ἅπαξ διὰ παντός, τὸ ζήτημα τῆς ἀρχαιότητος. Μεσολαβοῦν μετὰ ταῦτα, ἄλλαι καταστάσεις, ἰσχύουν αὐτὰ τὰ δεδομένα καὶ φθάνομεν μέχρι τοῦ 1943, ὁπότε, ἐπὶ κατοχῆς, γίνονται οἱ δύο αὐτοὶ νόμοι, ὁ 365 καὶ ὁ 603. Οὐδείς, κύριοι συνάδελφοι, καὶ δι’ οὐδένα ὅπλον, νόμος, κατοχικός, μετέβαλε τὴν σειρὰν ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν. Ἡ 7η Συντακτικὴ Πρᾶξις, ἡ ὁποία ἐρρύθμισε τὰ ζητήματα τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, δὲν μετέβαλε τὴν ἀρχαιότητα τῶν ἀξιωματικῶν. Δι’ αὐτὸ, ὡς νομοθετικοῦ περιεχομένου πρᾶξις, ἐκυρώθη διὰ τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία. Ἀλλὰ, καὶ εἰς τὸ Ναυτικὸν τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὴν Ἀεροπορίαν τὸ αὐτό, πλὴν τῆς Χωροφυλακῆς, διὰ τὴν ὁποίαν ἴσχυσαν οἱ δύο αὐτοὶ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἤλλαξαν εἰδικῶς τὴν κατάστασιν τῆς ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν, ἰδιαιτέρως δὲ τῶν συνταγματαρχῶν, διότι περὶ αὐτῶν πρόκειται καὶ περὶ ἐλαχίστων, φερόντων τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου. Καὶ ἐπεμβαίνει ἡ Συντακτικὴ Πρᾶξις, ἡ ὁποία εἰς τὰ σημεῖον τοῦτο, βέβαια, θὰ ὤφειλε νὰ σιωπήσῃ ἐπὶ τέλους, ἀφοῦ πρόκειται περὶ μιᾶς καταστάσεως εἰδικῶς διὰ τὴν Χωροφυλακήν, ἡ ὁποία ἀνατρέπει ἕνα, τὸ ὁποῖον ἐφηρμόζετο μέχρι τῆς κατοχῆς, ζήτημα ἀρχαιότητος. Καὶ διὰ τῆς παραγράφου 5, ἡ Συντακτικὴ Πρᾶξις, ἀφοῦ καὶ αὐτὴ ἠκύρωσε καὶ θεωρεῖ ὡς μηδέποτε ὑπαρχούσας μεταβολὰς τῆς ἀρχαιότητος ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν γενομένας κατὰ τὸ διάστημα τῆς κατοχῆς, διατηρεῖ ὅμως τὴν ἰσχὺν τῶν νόμων 365 καὶ 603, οἱ ὁποῖοι ἐρρύθμισαν τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς ἀρχαιότητος. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, κ. συνάδελφοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀποσαφηνίσω μίαν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἐκ μέρους τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος, ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τρικάλων συνάδελφος. Ἐτόνισεν ὅτι, ὅ,τι ἐγένετο διὰ τὸν στρατόν, ἐγένετο ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ διὰ τὴν Χωροφυλακήν, καὶ ὅτι, αἱ ἀπόψεις τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος, τοῦ ὁποίου ὁ ἀρχηγὸς εἶχεν ἀναλάβει τὸ Ὑπουργεῖον Δημοσίας Τάξεως, ἦσαν αὐταί. Καὶ ἐτέθη ἡ διάταξις παρὰ τοῦ τότε ὑπουργοῦ. Εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο. Οὐχὶ ὅμως καὶ εἰς τὸ νομοθέτημα αὐτό, περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ πίνακος Βʹ. Ἀληθὲς δὲ ἐπίσης εἶναι, ὅτι ἐπήρχετο ἡ κύρωσις τῆς Συντακτικῆς Πράξεως 29 διὰ τῆς διατάξεως ἐκείνης, ὅπως καὶ μὲ τὴν 7ην εἰς τὸν στρατόν, πλὴν ὅμως ἐκεῖ ὑπῆρχε διάταξις διὰ τῆς ὁποίας, ἐθεωροῦντο βεβαίως ἄκυροι, αἱ πράξεις τῆς κατοχῆς, αἱ ἄλλως ρυθμίζουσαι τὴν σειρὰν ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν. Τὸ εἶπον αὐτό, διότι ὁ κ. συνάδελφος, ὀρθῶς ἔκαμε τὴν δήλωσίν του, ἀλλὰ ἴσως νὰ τοῦ διέφυγεν αὐτὸ τὸ σημεῖον, νὰ μὴ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὴν 29ην Συντακτικὴν Πρᾶξιν ἢ νὰ μὴ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του τὴν 7ην τοῦ στρατοῦ, ἡ ὁποία, οὐδόλως ἔθιξε τὸ ζήτημα τῆς ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει, οὕτως ἔχει τὸ ζήτημα καὶ μεταξὺ τῶν δυϊσταμένων ἀπόψεων ἔχει νὰ κρίνῃ τις, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ποὺ ἔγκειται τὸ δίκαιον. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία. Οἱ κατοχικοὶ αὐτοὶ νόμοι μετέβαλαν ἄλλους βασικοὺς νόμους, ἀλλὰ καὶ βασικὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι ρυθμίζουν τὴν ἀρχαιότητα τῶν ἀξιωματικῶν. Ποῦ ἔγκειται ἡ ἔρις καὶ ἡ διαφορά; Οἱ μὲν ὑπερασπισταὶ τῶν κατοχικῶν νόμων καὶ αὐτῆς τῆς σειρᾶς ἀρχαιότητος ἰσχυρίζονται, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοί, ἀφ’ ἧς εἰσῆλθον μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ χωροφύλακος, οὐδέποτε ἐξῆλθον τοῦ Σώματος. Ἔδωσαν ἀξιολόγους μάχας, ὑπερήσπισαν τὴν Πατρίδα καὶ ἐπετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἐπὶ τριακονταετίαν ἢ τεσσαρακονταετίαν. Οἱ ἄλλοι εἶναι κάπως εἰς μειονεκτικὴν θέσιν, διότι ἀπετάχθησαν. Οὔτε τὸ ἕνα οὔτε τὸ ἕτερον συμβαίνει. Διότι ἐὰν ἀπετάχθησαν οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ 17, οἱ μὴ φίλα φρονοῦντες πρὸς τὴν τότε, ὄχι μόνον δικαιολογημένην, ἀλλὰ καὶ ἀξίαν ἐπαίνου ἐπανάστασιν, ἀπετάχθησαν καὶ ἔμειναν ἐκτὸς τοῦ στρατεύματος ἐπὶ μίαν 3ετίαν, μὴ λησμονοῦμεν, ὅτι ἀπετάχθησαν καὶ ἄλλοι ἀξιωματικοί.
§70Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Περὶ ὑπαξιωματικῶν πρόκειται καὶ ὄχι περὶ ἀξιωματικῶν.
§71Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Καὶ περὶ ὑπαξιωματικῶν, ἔστω. Ἀλλ’ ἂς μὴ λησμονῶμεν, ὅτι μὲ τὰ κινήματα τοῦ 1933 καὶ 1935, εἴχομεν ἀποτάκτους καὶ ἐξ ἀντιθέτου. Διὰ νὰ παραμείνῃ ἕνας τότε, ἐκτὸς τοῦ στρατεύματος ἢ ὡς ὑπαξιωματικὸς ἢ ὡς ἀξιωματικός, παρέμειναν ἐν ταὐτῷ μεταγενεστέρως καὶ ἄλλοι ἐκτὸς τοῦ στρατεύματος. Ὥστε ἐπέρχεται ἕνας συγκερασμός. Καὶ δὲν θὰ εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀποφύγωμεν τὴν θεμελιώδη ἀρχήν, τῆς ρυθμίσεως τοῦ ζητήματος τῆς ἀρχαιότητος.
§72ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μεγάλη διαφορά.
§73Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Μεγάλη διαφορά, ὅσον ἀφορᾷ τὴν πολεμικὴν δρᾶσιν, κύριοι συνάδελφοι, ἀναμφισβητήτως. Ὑποθέτω, ὅτι ἐτόνισα πλειστάκις τὸ γεγονός, ὅτι ἔζησα καὶ ἐπόνεσα καὶ πονῶ τὴν κατάστασιν αὐτήν. Ἀλλά, ὑποθέτω, ὅτι, ὅταν ἐκφέρω τὰς γνώμας μου ἐπὶ μιᾶς νομιμότητος, τὸ νομοθετικὸν Σῶμα βεβαίως, καὶ αὐτὰς τὰς ἐξαιρετικὰς ὑπηρεσίας θὰ τὰς ἐκτιμήσῃ. Δὲν χωρεῖ περὶ αὐτοῦ καμμία ἀμφιβολία. Ἀλλὰ ὅταν τις νομοθετῇ, κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιοποιῇ περισσότερον τὸν ἕνα ἀγῶνα καὶ ὀλιγώτερον τὸν ἄλλον. Νομίζω, ὅτι ὑπῆρξα σαφὴς ὅταν εἶπον, εἰρωνεύεταί τις ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ τὴν Χωροφυλακήν, ὅταν ἐξυμνῇ τὰς πράξεις της. Διότι, οὐδὲν ἔπραξεν ἡ Χωροφυλακὴ πέραν τοῦ καθήκοντος. Ὅ,τι πράττει, τὸ πράττει ἐκ καθήκοντος Ὅ,τι ἔπραξεν εἰς ἐπαναστατικὰς ἢ μὴ περιόδους τὸ ἔπραξεν ἐν ἐπιγνώσει, ὅτι ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν της. Οὐδεὶς ἔπραξε τι πέραν τοῦ καθήκοντός του. Δὲν εἶναι λοιπόν, δυνατὸν, νὰ κάμωμεν τὴν ἐπίκρισιν, ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, ὅταν τίθενται διὰ τῆς συζητήσεως αὐτῆς κανόνες δικαίου. Διότι οἱ κανόνες δικαίου, ὅταν τίθενται, τίθενται ἄνευ ἐξαιρέσεως, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς λογικῆς καὶ πρὸς συντήρησιν τῆς πολιτείας. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἐγὼ προσχωρῶ εἰς τὴν ἄποψιν αὐτήν, διὰ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπομακρυνόμεθα ἀπὸ τὴν βασικὴν καὶ θεμελιώδη ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ἀνέτρεψαν οἱ κατοχικοὶ νόμοι. Δὲν ἀνήκει εἰς ἐμέ, ἡ κρίσις ἐὰν οἱ κατοχικοὶ ἐδικαίωσαν ἢ δὲν ἐδικαίωσαν τοὺς ἀξιωματικούς.
§74Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Μὴ ἐπαναλαμβάνετε διαρκῶς τὸν νόμον τῆς κατοχῆς. Μὴ κάμετε κατάχρησιν τοῦ κατοχικοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἠκύρωσε νόμον, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε καὶ ἴσχυε πρὸ 20ετίας.
§75Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ὁ κατοχικὸς νόμος 565 καὶ ὁ νόμος 603, κύριε ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας συνάδελφε, ἠκύρωσε τὸ ἄρθρον 2 τοῦ 6200, προκατοχικοῦ νόμου τοῦ 1934.
§76Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀκυρώσει ἄλλον νόμον τοῦ 1933.
§77Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ὁ ὁποῖος, ἐπιτρέψατέ μου, νὰ εἴπω ἐπεκύρωσεν ἀπολύτως τὸν 2271... (δὲν ἠκούσθη)... τὸ ἄρθρον 6. Ἐμεσολάβησε τὸ Ν. Δ. τῆς Κυβερνήσεως Πλαστήρα, τὸ ὁποῖον ἠκύρωσε τὸν νόμον τοῦ 1922. Ὥστε βλέπετε νόμους, οἱ ὁποῖοι ἐρρύθμισαν τὴν σειρὰν ἀρχαιότητος ἔχομεν τὸν 2271, ἐν συνεχείᾳ τὸν 6200 καὶ ἀκολούθως τοὺς κατοχικούς, οἱ ὁποῖοι ἠκύρωσαν καὶ τοὺς δύο προηγουμένους, μάλιστα καὶ τὸν Α. Ν. τοῦ 1923.
§78Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ὁ ὁποῖος ὑπερήσπιζεν ἀνθρώπους ὑπηρετήσαντας καὶ πολεμήσαντας.
§79Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Συμφωνῶ καὶ ἐγώ, ὅτι εἶναι ἄξιοι ἰδιαιτέρας τιμῆς.
§80Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος καὶ ἄλλοι νὰ πάρουν βαθμούς, ἀλλ’ ὅμως ἡ ἠθικὴ βάσις δὲν ἔχει οὕτως. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ τιμήσωμεν ἐξ ἴσου ἕνα ἀξιωματικόν, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησεν ὑπὸ μίαν κατάστασιν χωρὶς νὰ πταίῃ διὰ τὴν κατάστασιν αὐτήν, καὶ ἐπολέμησεν ἐπὶ 4 χρόνια με ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησε καὶ αὐτὸς ὑπὸ μίαν κατάστασιν χωρὶς νὰ πταίῃ δὲν ἐπολέμησεν ὅμως. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ λεχθῇ ὅτι ἀποτελεῖ ἠθικὴν βάσιν, τὸ γεγονός, ὅτι ἐγὼ φεύγω διότι δὲν ἀκολουθῶ ἕνα καθεστὼς καὶ ὅταν ἐπανέλθω νὰ παίρνω 2 καὶ 3 βαθμούς.
§81Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ρίψω μιὰ ματιὰ εἰς τὸν πίνακα τῶν συνταγματαρχῶν. Θὰ κάμω μίαν ἀναδρομὴν εἰς τὸν πίνακα διὰ νὰ ἀντιληφθῇ τὸ Σῶμα, ὅτι δὲν ἐπέρχεται καμμία οὐσιώδης διαφορά.
§82Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Καμμία ἀπολύτως.
§83Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν νομίζω δηλαδή, ἐὰν ἐπὶ παραδείγματι ὁ συνταγματάρχης Πανίτσας, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν ὑφισταμένην ἐπετηρίδα ἔχει ἀριθμὸν 4 καὶ μὲ τὸν 6200 θὰ ἔλθῃ πρῶτος, ὅτι τοῦτο θὰ παίξῃ κανένα ρόλον.
§84ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ παίξῃ τὸν ἑξῆς ρόλον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν προαγωγήν του εἰς στρατηγόν.
§85Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἡ ἀλλαγὴ τῆς σειρᾶς ἀρχαιότητος, δὲν ἐπιφέρει σημαντικὴν ἀλλαγὴν εἰς τοὺς συνταγματάρχας μόνον ἐλαφράν. Δηλαδὴ ὁ Ἀναστασόπουλος, ἐκεῖ ὅπου εἶχε ἀριθμ. 17 θὰ ἔλθῃ τώρα 9. Τοιαῦται διαφοραὶ ὑπάρχουν. Ἀλλὰ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της τὸ ἑξῆς. Δὲν πρόκειται ἐκ τῆς σειρᾶς ἀρχαιότητος, νὰ ρυθμισθῇ τὸ ζήτημα τῶν προαγωγῶν, διότι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως, ἐξέδωσεν μίαν ἀπόφασιν δυνάμει τῆς ὁποίας διατάσσει νὰ καταρτισθοῦν τὰ Συμβούλια, καὶ νὰ περιληφθῶσιν ἅπαντες οἱ συγκεντροῦντες τὰ προσόντα ἀξιωματικοί. Συνεπῶς καὶ οἱ 24 συνταγματάρχαι πρόκειται νὰ κριθοῦν ἀπ’ αὐτὸ τὸ Συμβούλιον, διὰ νὰ γίνουν στρατηγοί. Βεβαίως αὐτὴ εἶναι ἡ μάχη τὴν ὁποίαν δίδουν οἱ κ. συνταγματάρχαι, περὶ τοῦ ποῖος δηλαδὴ θὰ γίνῃ στρατηγός, ἀδιαφοροῦντες ἂν οἱ κρινόμενοι μὲ αὐτοὺς ἀξιωματικοί, ἔχουν 8 ὁλόκληρα ἔτη εἰς τὸν αὐτὸν βαθμόν. Ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται οἱ κύριοι αὐτοὶ νὰ λέγουν ποῖος θὰ γίνῃ στρατηγὸς παρασύροντας καὶ τὰς ὑπολοίπους ἐξουσίας, πλὴν τῆς νομοθετικῆς ὑπὸ τὰς ἰδικάς των τροχιὰς. Δὲν θὰ ἤθελον νὰ φθάσω μέχρι τοῦ σημείου τούτου, ἀλλὰ ὅταν, κύριοι συνάδελφοι, βλέπετε ὅτι ὑπάρχουν 24 συνταγματάρχαι καὶ ὅταν βλέπετε 4 ἀνωτέρας διοικήσεις νὰ διοικοῦνται ἀπὸ ἀντισυνταγματάρχας, δώσατέ μου τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συμβαίνῃ τοῦτο. Διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι αἱ 4 διοικήσεις αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ ἔχουν ἐκ τῶν 24 συνταγματαρχῶν διοικητάς, δὲν ἔχουν, διὰ ποῖον λόγον, δὲν τὸ ἠξεύρω.
§86Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ὑπάρχουν συνταγματάρχαι οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν νὰ τοὺς ἀναθέσουν ὑπηρεσίαν καὶ δὲν τοὺς ἀναθέτουν.
§87Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Διότι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία δὲν μεριμνοῦν νὰ καθαρίσουν τὸν πίνακα Βʹ.
§88Γ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπατε, βαρύνει τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Τάξεως καὶ ὀφείλει νὰ κάμῃ δήλωσιν διὰ ποῖον λόγον δὲν στέλνει συνταγματάρχας εἰς τὰς ἀνωτέρας διοικήσεις καὶ διοικοῦνται ἀπὸ ἀντισυνταγματάρχας.
§89Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Πάντως τὸ πρᾶγμα ἔτσι ἔχει καὶ ἂν μερικοὶ ἐξῆλθον, ἐξῆλθον ἀπὸ πίστιν. Γεγονὸς ὅμως εἶναι ὅτι ἡ σπουδὴ διὰ τὸν ἀνώτερον βαθμὸν εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία κρατεῖ τὸ Σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς εἰς τὸ ἐπίπεδον αὐτό, διότι διαρκῶς καταρτίζονται νομοθετήματα διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ Σώματος τῆς Χωροφυλακῆς, ἀλλὰ κατὰ κακὴν συγκυρίαν ἔχουμε συμμάχους οἱ ὁποῖοι βρίσκουν καιρὸν νὰ τορπιλλίζουν τὰ νομοθετήματα αὐτά. Πρέπει, κύριοι συνάδελφοι, νὰ παρακάμψωμεν πρὸς στιγμὴν τὰς ἀκάρπους συζητήσεις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου ἕνα, ἀποδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν τούτου καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 2 νὰ ὁρισθοῦν τακτὰ συμβούλια ὅπως ὁρίζει τὸ σχέδιον νόμου. Νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὥστε αὔριον νὰ δημοσιευθῇ τὸ νομοθέτημα διὰ νὰ τακτοποιηθῇ τὸ ζήτημα, διότι ὑπάρχουν ἀξιωματικοὶ οἱ ὁποῖοι ἀναμένουν νὰ ἐπανέλθουν διὰ νὰ μετάσχουν τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος. Εἶναι ἀξιωματικοὶ οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὰς προφυλακάς, ἀξιωματικοὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄνευ θητείας χωροφύλακες, οἱ ὁποῖοι μὲ πολλὴν πικρίαν ἀπευθύνονται διὰ τὴν τακτοποίησίν των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Τάξεως. Ἐὰν ἄλλως πρόκειται νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα τῶν προαγωγῶν, νομίζω ὅτι θὰ προκύψῃ τοιοῦτον ζήτημα διὰ τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω τὶ θὰ συμβῇ καὶ ὑπεύθυνος θὰ εἶναι ἡ Κυβέρνησις νὰ βαδίσῃ, ἡ ὁποία ἐπιμένει εἰς τὴν ὕπαρξιν τῆς διατάξεως 1. Ἀρνούμεθα ἐπίσης τὴν τροπολογίαν τὴν κατατεθεῖσαν ἐκ μέρους συναδέλφων. Νομίζω ὅτι πρὸ ἡμερῶν ἠκούσθη κἄτι ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, ὅτι δικαίωμα τῆς Βουλῆς εἶναι (δὲν ἠκούσθη) ... καὶ ἂν ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς εἶναι ἐναντίον τοῦ ἄρθρου 1 καὶ ὑπὲρ τῆς τροπολογίας, ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως, θὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοθέτημα καὶ πάλιν οἱ 120 αὐτοὶ ἀξιωματικοὶ δὲν θὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσουν κἄποτε νὰ εἰσέλθουν εἰς ἐνεργὸν κατάστασιν. Νὰ τί ἐπιβάλλει ἀκριβῶς, νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου ἕνα καὶ νὰ προχωρήσωμεν ἀμέσως ἔστω καὶ ἂν προσκρούσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοθετήματος. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μᾶς ἀφήσῃ τὴν ὑπόνοιαν ὅτι τὰ Συμβούλια τῆς κρίσεως, τὰ ὁποῖα ὁρίζονται ἀπὸ τὴν ὑφισταμένην σήμερον σειρὰν τῶν ἀνωτάτων ἀξιωματικῶν, δὲν θὰ δώσουν ἀπόφασιν ἀδιαβλήτου κύρους, δυνάμεθα νὰ τὸ καθορίσωμεν μὲ τακτικὰ Συμβούλια ὅπως τὸ ἄρθρον 2 ρητῶς ὁμιλεῖ περὶ τῶν Συμβουλίων αὐτῶν. Νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς ἔδωσε τὴν δυνατότητα τῆς ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ καὶ δὲν θὰ πρέπει ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιβράδυνσιν τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοθετήματος. Εἶναι ἄγνωστον ἡ Κυβέρνησις τί θὰ κάμῃ ἂν συνδέσῃ τὴν τύχην της μὲ τὴν διάταξιν ὡς τὴν διετύπωσεν καὶ ἀποσύρει ὁλόκληρον τὸ νομοθέτημα, διότι δὲν ὑπάρχει ἄλλο νομοθέτημα τὸ ὁποῖον νὰ ρυθμίζῃ τὸ ζήτημα αὐτό. Μόνον ἔτσι ἠμπορεῖ νὰ λυθῇ.
§90Κ. ΡΕΝΤΗΣ. (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Νομίζω ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ οὕτως ὥστε νὰ ψηφισθῇ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον χωρὶς νὰ συνδεθῇ μὲ τὸ θέμα τῆς σειρᾶς ἀρχαιότητος.
§91Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Θὰ παρεκάλουν ἐκ τῶν 5 μελῶν τοῦ Συμβουλίου, οἱ δύο ἐπιθεωρηταὶ νὰ ἀντικατασταθοῦν μὲ ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ εἰς τρόπον ὥστε νὰ διευκολυνθῇ τὸ ἀδιάβλητον.
§92Κ. ΡΕΝΤΗΣ. (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν ὅπως νομίζετε καλύτερον ὅτι θὰ διευκολυνθῇ τὸ ἀδιάβλητον.
§93Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ ἔποψιν ἀρχαιότητος ποῦ θὰ βασισθοῦν;
§94Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Εἶναι γνωστὴ ἡ σειρά.
§95Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶπεν ὅτι δὲν ἔχομεν τοὺς Βʹ πίνακας, ποῦ θὰ τεθῶσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί;
§96Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἐκεῖ ὅπου εἶναι ὅλοι οἱ ἀξιωματικοί.
§97Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ πλὴν τοῦ βαθμοῦ τοῦ συνταγματάρχου καὶ τοῦ ταγματάρχου διατηροῦν τὴν αὐτὴν σειρὰν ἀρχαιότητος. Ἐπίσης τὸ νομοθέτημα προτείνει μίαν ἀποκατάστασιν εἰς οὓς βαθμοὺς οἱ ἄλλοι προήχθησαν, τουτέστιν ἕνας μοίραρχος προερχόμενος ἀπὸ τὸν Βʹ πίνακα ἀποκαθίσταται καὶ αὐτὸς εἰς ταγματάρχην, ἀφ’ ἧς χρονολογίας καὶ ὁ συνάδελφός του προήχθη καὶ ἑπομένως δὲν ὑστερεῖ εἰς τὴν σειράν του. Ἐκεῖ ὅπου θὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον οἱ συνταγματάρχαι καί τινες ταγματάρχαι.
§98Κ. ΡΕΝΤΗΣ. (Ὑπ. Δημ. Τάξ.). Ὅπως πάσχουν ἐκ τῆς ἀμφισβητήσεως οἱ εὑρισκόμενοι εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν, εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν θὰ ὑπαχθοῦν καὶ οἱ τοῦ πίνακος Βʹ μέχρις οὗ ψηφίσωμεν καὶ τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ρυθμισθῇ ὁριστικῶς τὸ ζήτημα τῆς ἀρχαιότητος. Ἂς προχωρήσωμεν λοιπὸν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διὰ νὰ ἐπακολουθήσῃ μετὰ ταῦτα καὶ ὁ καθορισμὸς τῆς ἀρχαιότητος.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζέρβας ἔχει τὸν λόγον.
§100Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Κύριοι βουλευταί, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλή, καλεῖται νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ ἑνὸς καὶ μόνον θέματος, τοῦ θέματος τοῦ ἀφορῶντος τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς Χωροφυλακῆς τοῦ πίνακος Βʹ. Ἄλλο εἶναι τὸ θέμα, ὅπως πολὺ καλῶς εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δημοσίας Τάξεως ὑπουργός, ἄλλο εἶναι τὸ θέμα τῆς ἀρχαιότητος, τὸ ὁποῖον θέλω καὶ ἐλπίζω ὅτι ταχέως θὰ ἔλθῃ καὶ αὐτὸ ἐνώπιον τοῦ Σώματος, ὁπότε θὰ ἔχῃ τὴν εὐκαιρίαν τοῦτο νὰ τὸ ἐξετάσῃ καὶ νὰ λάβῃ τὴν ἀπόφασίν του, ἀφοῦ οἱ κ.κ. συνάδελφοι ἐκθέσουν τὰς ἐπ’ αὐτοῦ ἀπόψεις των. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προέχει σήμερον εἶναι νὰ δοθῇ ἄμεσος λύσις εἰς τὸ θέμα τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ καὶ πρέπει κατὰ τὴν γνώμην μου νὰ μὴ παρέλθῃ ἄπρακτος καὶ ἡ ἀποψινὴ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς. Ἡ τακτοποίησις τῆς θέσεως τῶν ἀξιωματικῶν τῆς Χωροφυλακῆς τοῦ πίνακος Βʹ εἶναι, κύριοι βουλευταί, θέμα σοβαρὸν καὶ χρήζει προσοχῆς πολλῆς. Ἔντιμοι κ. συνάδελφοι, ἀνέπτυξαν ἐπαρκῶς τοὺς λόγους οἵτινες ἐπιβάλλουν τοῦτο. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ προσθέσῃ τις εἶναι τοῦτο. Ὅτι δι’ αὐτὸ τοῦτο τὸ Σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς, διὰ τὴν πλήρη καὶ ἀπόλυτον ἀπόδοσίν του, εἶναι ἐπάναγκες νὰ ρυθμισθῇ ἀμέσως καὶ ταχέως τὸ ζήτημα τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πίνακος Βʹ, διότι ἡ μὴ ρύθμισις τῆς ὑπαρχούσης ἀδικίας ἐπιδρᾷ, ὡς πάντες θὰ κατανοῆτε, ἄκρως καὶ ἐπιβλαβῶς καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πειθαρχίαν, ἀλλὰ καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπόδοσιν τοῦ μείζονος ἔργου ἀπὸ μέρους τοῦ Σώματος τῆς Βασιλικῆς Χωροφυλακῆς.
§101ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποία κατηγορία ἀξιωματικῶν εἶναι εἰς τὸν Βʹ πίνακα;
§102Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Εἶναι πάσης κατηγορίας ἢ ἂν θέλητε φρονημάτων ἀξιωματικοί. Εἶναι ἀξιωματικοὶ καὶ τῆς παρατάξεως διὰ τὴν ὁποίαν πιθανῶς νὰ ἐνδιαφέρεσθε σεῖς ἀλλὰ καὶ τῆς ἑτέρας τοιαύτης, δι’ ἣν ἐνδιαφέρονται ἄλλοι συνάδελφοι. Ἡμεῖς ἀδιαφοροῦμεν εἰς ποίαν κατηγορίαν ἀνήκουν οἱ τοῦ πίνακος Βʹ καὶ ἐνδιαφερόμεθα μόνον διὰ τὴν ἄμεσον τακτοποίησιν αὐτοῦ, κηδόμενοι αὐτοῦ τούτου τοῦ Σώματος τῆς Χωροφυλακῆς. Πιστεύομεν ὅτι τὸ θέμα τοῦ πίνακος Βʹ εἶναι καὶ ἐπιβλαβὲς καὶ ἄδικον νὰ μείνῃ ἀκόμη ἐκκρεμὲς ἰδίᾳ δὲ ἐφ’ ὅσον παρόμοιον ζήτημα ἐρρυθμίσθη ἤδη πρὸ πολλοῦ δι’ ὅλους τοὺς ἄλλους ἀξιωματικοὺς τῶν ἄλλων ὅπλων καὶ ὑπηρετῶν. Θὰ ἤθελον νὰ εἴπω ἀκόμα καὶ τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν. Ὅταν ἤμην ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως ἐθεώρησα ὑποχρέωσίν μου νὰ ρυθμίσω, κατὰ σειρὰν προτιμήσεως πρῶτον καὶ κυρίως τὸ θέμα τὸ ἀφορῶν τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Βʹ πίνακος. Καὶ τοῦτο διότι πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν ἀνακληθέντες προσῆλθον μὲ ἐνθουσιασμὸν διὰ νὰ προσφέρουν τὰς ὑπηρεσίας των εἰς τὸ Ἔθνος, παρὰ τὴν πικρίαν, ἣν δικαίως, εἶχον. Καὶ δὲν κρίνω ἄσκοπον νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν εἶναι ὀλίγα τὰ θύματα τὰ ὁποῖα ἀγωνισθέντα τὸν κοινὸν ὑπὲρ τῆς Πατρίδος ἀγῶνα, ἔπεσαν ἐν τῇ ἐπιτελέσει τοῦ καθήκοντός των. Εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν θυμάτων αὐτῶν, ὡς ἐπίσης καὶ τὰς οἰκογενείας τῶν ὑπολοίπων ἀξιωματικῶν τοῦ πίνακος Βʹ οἱ ὁποῖοι ἐξακολουθοῦν νὰ ἀγωνίζωνται, ἀπομένει τὸ πικρὸν παράπονον ὅτι ἡ Πατρὶς χρησιμοποιεῖ, δύο μέτρα καὶ δύο σταθμὰ διὰ τὰ τέκνα της. Θὰ πρέπει συνεπῶς ἡ Βουλή, νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργόν, θὰ κάνω δὲ καὶ ἐγὼ τὴν αὐτὴν παράκλησιν πρὸς αὐτόν, ὅπως ἐντὸς τῆς ἀπόψε ρυθμίσῃ τὸ θέμα αὐτό. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν γνώμην μας διὰ ἄρσιν 1, ἐφ’ ὅσον ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δημοσίας Τάξεως ὑπουργὸς ἐδέχθη νὰ ἀπαλειφθῇ, μετὰ τὴν ἀπάλειψίν του, νομίζω, ὅτι τὸ ὅλον θέμα ρυθμίζεται μὲ συγκρότησιν τακτοῦ συμβουλίου, ἐξ ἐπιλέκτων κριτῶν, τὸ ὁποῖον ἄλλως τε ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως ἐδέχθη, ἀποκλειομένου οὕτω τοῦ διαβλητοῦ τῆς οἱασδήποτε ἀποφάσεως ποὺ ἤθελε λάβει τοῦτο. Ἀργότερον, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, ἡμεῖς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύστασιν τοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον θὰ κρίνῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πίνακος Βʹ., θὰ ἐκφέρωμεν δεόντως τὴν γνώμην μας. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, σχετικῶς μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Παπαδόγιαννης, ἔχει τὸν λόγον.
§104Ε. ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅταν, κ. συνάδελφοι, ἐζήτησα τὸν λόγον, ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὸ θέμα, τὸ μέχρι τῆς στιγμῆς ἀπασχολοῦν τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, παρὰ ἁπλῶς, ἤθελον νὰ ὑποστηρίξω δύο τροπολογίας. Ὀφείλω μάλιστα νὰ εἴπω, ὅτι ἀμφότεραι αἱ τροπολογίαι τὰς ὁποίας εἶχον καταθέσει, ἀφοροῦν τὴν ἀποκατάστασιν ἀξιωματικῶν οἱ ὁποῖοι ἐξῆλθον τὸ 1935 τοῦ Σώματος Χωροφυλακῆς καὶ ἐκ τοῦ λόγου τούτου δέον νὰ καταδηλωθῇ, ὅτι δὲν εἶναι κομματικὸν τὸ ἐλατήριον, τὸ ὁποῖον μὲ ὤθησε νὰ ἀχθῶ εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα, ἀλλὰ εἶναι ἐλατήριον γενικόν. Τὸ θέμα, κύριοι συνάδελφοι, ἔχει σχεδὸν ἐξαντληθῆ ἀπὸ τὰς γενομένας συζητήσεις. Νομίζω δέ, ὅτι ἀντικειμενικώτερος ἐξ ὅλων τῶν ὁμιλησάντων ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ὑπῆρξεν ὁ κ. Παπαγεωργίου. Παρηκολούθησα καὶ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Τσάτσου, ὑποστηρίξαντος τὴν ἀρχήν, ὅτι ἡ ἀρχαιότης τῶν ἀξιωματικῶν καθορίζεται ἀπὸ τὴν χρονολογίαν κατὰ τὴν ὁποίαν καθεὶς καταλαμβάνει τὴν θέσιν τοῦ ἀξιωματικοῦ, καὶ δὲν ἠμφισβήτησεν κανεὶς ὅτι ἡ ἀρχὴ αὐτὴ ὑφίσταται, ἀλλὰ ὅπως εἶπεν ὁ κ. Παπαγεωργίου, αὐτὴ ἀφορᾷ τοὺς ἐξελθόντας ἐκ τῶν Σχολῶν, ἀλλὰ ἐν προκειμένῳ δὲν πρόκειται μόνον περὶ ἀξιωματικῶν ἐξελθόντων ἐκ τῶν Σχολῶν, ἀλλὰ καὶ ἀξιωματικῶν οἱ ὁποῖοι ἐξῆλθον εἰς ἀνωμάλους περιόδους διὰ τὸν τόπον, καὶ ἀξιωματικῶν οἱ ὁποῖοι πῆραν τὸν βαθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος. Συνεπῶς, ἐφ’ ὅσον, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον πιστεύω, ἡ παροῦσα περίοδος ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι κρίσιμος καὶ ἱστορική, νομίζω, ὅτι πρέπει ὅλοι νὰ θάψωμεν τὸ κομματικὸν παρελθὸν χάριν τοῦ γενικωτέρου συμφέροντος. Ἐνῷ βλέπω, ὅτι μολονότι ὁμιλοῦμεν περὶ γεγονότων λαβόντων χώραν πρὸ 30 ἐτῶν, ἐξακολουθοῦμεν νὰ σκεπτώμεθα κομματικῶς. Ἐγώ, νομίζω, ὅτι πρέπει ὅλοι νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ξεχάσωμεν τὸ κομματικὸν παρελθόν. Δυστυχῶς ὅμως, βλέπω ὅτι δὲν ἀπομακρυνόμεθα ἀπ’ αὐτό. Εὐτυχῶς ποὺ ἡ κατάστασις θὰ μᾶς φέρῃ εἰς ἕνα τοιοῦτον σημεῖον ὅπου θὰ τὸ ἐγκαταλείψωμεν, διότι σήμερον συζητοῦμεν περὶ γεγονότων τὰ ὁποῖα ὑπῆρξαν πρὸ 30ετίας καὶ δὲν δικαιολογεῖται νὰ ὑπάρχῃ φανατισμός. Ἄν δὲ ἡ παροῦσα συζήτησις πρόκειται νὰ γίνῃ πάλιν μετὰ 10 ἔτη, δὲν θὰ ὑπάρχουν εἰς τὴν ζωὴν τὰ ἐνδιαφερόμενα πρόσωπα. Νομίζω, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, δὲν πρέπει νὰ ὁδηγεῖται εἰς πράξεις ἐκ κομματικῶν κριτηρίων, καὶ θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἀντικειμενικὴ εἰς τὴν κρίσιν τῶν ζητημάτων.
§105Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἀφορᾷ πολλοὺς ἀξιωματικοὺς τὸ ἐρεστὸν ζήτημα. Πάντως θὰ ἀφορᾷ συνταγματάρχας ἢ τὸ πολὺ ταγματάρχας.
§106Ε. ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ὁλόκληρος ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἀποβλέπει μετὰ συμπαθείας πρὸς τὸ Σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς, διότι προσέφερεν ἐξαιρετικὰς ὑπηρεσίας πάντοτε, καὶ δὴ σήμερον. Ὀφείλω αὐτὴν τὴν στιγμὴν μάλιστα νὰ εἴπω, ὅτι εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα, ὁ συνταγματάρχης Βαρδουλάκης μοῦ ἔδωσε μίαν πλήρη εἰκόνα τῆς δράσεως τοῦ Σώματος. Διὰ τῆς δράσεώς του, ἀπέδειξεν ὅτι εἶναι ἄξιος τῆς ἱστορίας τοῦ Σώματος τῆς Χωροφυλακῆς, διότι κατώρθωσε νὰ ἐμπεδώσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν, κατὰ τὸ δυνατὸν εἰς τὴν περιφέρειαν Χανίων, ὅπου καὶ μόνον, καθ’ ὅλην τὴν Κρήτην διασαλεύεται. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ὅλοι εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ψηφίσωμεν τὸν νόμον. Ὀφείλω ὅμως νὰ εἴπω, εἰς τὸν κ. Τούνταν, ὅτι δὲν πταίει ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία διότι δὲν ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον καὶ γνωρίζει ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως μετὰ τοῦ ὁποίου ἔχω παλαιὸν δεσμόν. Πρέπει ὅμως νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι τὴν μεγαλυτέραν εὐθύνην τοῦ ζητήματος αὐτοῦ τὴν φέρει αὐτοπροσώπως ὁ κ. ὑπουργός. Κατὰ τὰ τέλη τοῦ Ὀκτωβρίου ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐψήφισεν ὅλας αὐτοῦ τὰς διατάξεις καὶ ἐν τῷ συνόλῳ της μάλιστα, ἀλλὰ ἀτυχῶς ἐγένετο μία τροπολογία ὁπότε ἦλθεν ὁ κ. ὑπουργὸς καὶ ἀπῆλθεν ἐξ ἀφορμῆς δὲ αὐτοῦ δὲν ἐψηφίσθη τότε τὸ νομοσχέδιον. Δὲν θέλω τώρα νὰ ἀσχοληθῶμεν μὲ τὸ τί ἐγένετο τότε. Ἀλλὰ θέλω νὰ ἀποσείσω τὴν εὐθύνην τὴν ὁποίαν ἀπέδωσεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ὁ κ. Τούντας.
§107Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς εὑρίσκετο εἰς μίαν πολὺ δύσκολον θέσιν. Τότε τὸ νομοσχέδιον ὅπως τὸ εἴχαμε κάμει ἦτο διαφορετικόν.
§108Ε. ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἔχω νὰ παρατηρήσω ὅτι ὅλο τὸ Σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς προσφέρει τὰς ὑπηρεσίας του καὶ πρέπει ἐπιπροσθέτως νὰ εἴπω ὅτι αἱ μεταξὺ τῶν συνταγματαρχῶν ἀντιθέσεις εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ δημιουργῆται τὸ προκείμενον ζήτημα. Ὑπῆρξε σφάλμα ὁ ἀποχωρισμὸς τοῦ Σώματος τῆς Χωροφυλακῆς ἀπὸ τοῦ στρατεύματος καὶ πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ παλαιὸν σύστημα.
§109Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀφήσατε, κ. συνάδελφε, νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§110Ε. ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι νὰ ψηφισθῇ, ἀλλ’ ὄχι μὲ κομματικὰ κριτήρια. Εἶναι βέβαιον, κ. συνάδελφοι, ὅτι ἐγένοντο ἁμαρτήματα εἰς ὅλας τὰς περιόδους τῆς πολιτικῆς ἀνωμαλίας, ἀλλὰ εἶναι ἐπίσης βέβαιον καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀμφισβητηθῇ τοῦτο ὅτι εἶχον ρυθμίξει τὸ ζήτημα νόμοι ψηφισθέντες ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας νόμοι, ὅπως ὁ νόμος 2771 καὶ 8200. Ἀλλὰ οἱ νόμοι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἐθεσπίσθησαν ὑπὸ τῆς τακτικῆς Νομοθετικῆς ἐξουσίας ἀνετράπησαν κατὰ τὸ 1923, ἀπὸ μίαν ἐπαναστατικὴν κατάστασιν ὅπως ἐπίσης καὶ ὁ νόμος 6200 ἀνετράπη ἀπὸ τοὺς κατοχικοὺς νόμους. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι οἱ νόμοι τοὺς ὁποίους διὰ τοῦ παρόντος πρόκειται νὰ ἀνατρέψωμεν εἶναι προϊόντα τῆς νομίμου ἐξουσίας, ἐνῷ αἱ διατάξεις τὰς ὁποίας θέλει τὸ νομοσχέδιον νὰ υἱοθετήσωμεν προέρχονται ἀπὸ μίαν ἐπαναστατικὴν κατάστασιν καὶ ἐξεδόθησαν ἀπὸ ἀναρμόδια ὄργανα διὰ νὰ θέσουν κανόνας δικαίου ἀντιθέτως ἐκείνων τοὺς ὁποίους κανονικῶς ἐψήφισεν ἐπανειλημμένως ἡ τακτικὴ νομοθετικὴ ἐξουσία. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν νομίζω ὅτι πρέπει ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ ἀκολουθήσῃ μέσην λύσιν, καὶ τοιαύτην ἔδωσεν ἡ Ἐπιτροπὴ τὴν ὁποίαν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως αὐτοπροσώπως κατήρτισεν ἢ ἠνέχθη, τὴν ὁποίαν ἀπετέλεσαν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Χωροφυλακῆς, ὁ Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίας Τάξεως, ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀγγλικῆς Ἀποστολῆς καὶ οἱ ὁποῖοι συνεπείᾳ ἐγγράφου τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Τάξεως, συνῆλθον καὶ συνεζήτησαν τὰ ζητήματα αὐτά, κατέληξαν δὲ εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα καὶ τὰ συμπεράσματα αὐτὰ ἀποτελοῦν τὴν μέσην λύσιν τοῦ ζητήματος. Τὴν λύσιν αὐτὴν τὴν ἀποδέχομαι διότι νομίζω ὅτι ἡ λύσις αὐτὴ εἶναι ὑποχρεωτική, ἐφ’ ὅσον προτείνεται ὑπὸ τῆς συγκροτηθείσης ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ Ἐπιτροπῆς, διότι τὰ συμπεράσματα αὐτὰ ἀποκαθιστοῦν τὴν τάξιν, ἀφ’ ἑνός, καὶ ἀφ’ ἑτέρου δὲν ἀδικοῦν, ἐκείνους τοὺς ὁποίους οἱ κατοχικοὶ νόμοι ἀποκατέστησαν, διότι τοὺς δίδουν καὶ διατηροῦν τὰ ὠφελήματα καὶ τοὺς βαθμοὺς τοὺς ὁποίους ἔλαβον βάσει τοῦ κατοχικοῦ νόμου. Θὰ παρακαλέσω νὰ ἀκούσητε ποῖα εἶναι τὰ συμπεράσματα αὐτά: «.................... (ἀναγινώσκει) ....................». Ἡ λύσις τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι ὀρθὴ μὲ τὸν νόμον 6200 καὶ 2771 ............ (δὲν ἠκούσθη). Ἐφ’ ὅσον, ἐπαναλαμβάνω, δύο ὄργανα ἀμέσως ἐξαρτώμενα ἀπὸ αὐτὸν τὸν κ. ὑπουργὸν ὅπως εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τῆς Χωροφυλακῆς καὶ ἰδιαίτατα ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου Δημ. Τάξεως συνέπραξαν εἰς μίαν πρᾶξιν κατόπιν μελέτης τοῦ ὅλου θέματος δύο ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἐκουράσθησαν ἐργαζόμενοι διὰ τὸ Σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς δι’ ὅλης τῆς ζωῆς των, οἱ ὁποῖοι ἀπέβλεπον εἰς τὴν ἐξομάλυνσιν τῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν εἰς τὴν Χωροφυλακήν, νομίζω ὅτι καὶ ἡμεῖς καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ἐφ’ ὅσον κατέληξαν εἰς κοινὸν συμπέρασμα ἄνδρες τοιαύτης περιωπῆς καὶ ἐφ’ ὅσον καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ συνεκροτήθη δι’ ἐγγράφου τοῦ ὑπουργοῦ, νομίζω, ὅτι, εἴχομεν ὑποχρέωσιν τὴν ὑπόδειξιν αὐτὴν νὰ σεβασθῶμεν καὶ νὰ τεθῇ ἡ διάταξις αὐτὴ εἰς τὸν νόμον, ἡ ὁποία εἶναι σύμφωνος, ἡ ἀρχὴ αὐτὴ καὶ πρὸς τὰς παραδεδειγμένας ἀρχὰς περὶ τῆς ἀρχαιότητος, τὴν ὁποίαν καταλαμβάνουν τὰ στελέχη τοῦ στρατεύματος, ἐξαιρέσει ἐκείνων, τὰ ὁποῖα στελεχοῦνται, ὡς προερχόμενα ἐκ τῶν σχολῶν. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἀπόψεις, τὰς ὁποίας ἔχω, ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ ἐπιμένω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῶν. Συγχρόνως, δὲ τάσσομαι ὑπὲρ τῆς ἀνάγκης τῆς ταχείας ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, διότι δὲν ἐμποδίζει καὶ τὰ δύο νὰ γίνουν ταὐτοχρόνως. Καὶ νὰ λείψουν τὰ προσωπικὰ ζητήματα ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἡ μέση λύσις, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα. (Χειροκροτήματα).
§111Α. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργός, δέχεται νὰ ἀποσύρῃ τὸ ἄρθρον 1 καὶ νὰ τὸ περιλάβῃ εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ προαγωγῶν ἀξιωματικῶν. Νομίζω, ὅτι αὐτό, πρέπει νὰ γίνῃ.
§112Κ. ΡΕΝΤΗΣ. (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν δέχεται τὴν πρότασίν μου, περὶ ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρου καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 2.
§113Σ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν τὸ ἄρθρον 2 ἀπαλειφθῇ, παραμένει ἡ τροπολογία, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐζητήθη ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ.
§114Α. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἐδήλωσεν ὅτι, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 1 θὰ περιληφθῇ εἰς τὸ νέον νομοσχέδιον. Πρόκειται περὶ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι πολεμοῦν.
§115Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ὑπάρχει διάχυτος ἡ ἀντίληψις, μεταξὺ πολλῶν, κ.κ. συναδέλφων, ὅτι μετὰ τὴν ἀποδοχὴν τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοθετήματος, ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως, δὲν πρόκειται νὰ φέρῃ ἐγκαίρως τὸν νόμον περὶ προαγωγῶν. Ἐὰν ἐπαναληφθῇ πλέον ἀξιωματικῶς, ἡ δήλωσις ἀπὸ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Τάξεως, καὶ δοθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ἡ βεβαίωσις ὅτι, ὁ νόμος περὶ προαγωγῶν, θὰ ἀχθῇ ἐνώπιον ἡμῶν, τὸ ταχύτερον, νομίζω, ὅτι, εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τοῦδε, νὰ ὑπάρξῃ μία τακτὴ ἡμερομηνία. Ἀναμένω τὴν δήλωσιν ἀπὸ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Τάξεως.
§116Κ. ΡΕΝΤΗΣ. (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Εἶναι ἐγγεγραμμένον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ θὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν εὐθὺς ἀμέσως, ἐν συνεχείᾳ πρὸς τοῦτο.
§117ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν.
§118Γ. ΠΑΡΑΒΑΝΤΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως, ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως, τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, ἐξεδήλωσε πράγματι τὴν καλὴν πίστιν του, διότι ἐδήλωσεν, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἀκανθῶδες. Καὶ πράγματι, εἶναι ἀκανθῶδες τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐρρύθμισεν ἡ 29 Συντακτικὴ Πρᾶξις καὶ περαιτέρω ἐδήλωσεν, ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ διαγραφῇ τὸ ἄρθρον 1, ὥστε νὰ ἀποφύγῃ τὸν σκόπελον τῆς συζητήσεως, τῆς 29 Σ. Π. Κατ’ ἐμέ, δὲν εἶναι ἕνα καὶ μόνον τὸ ζήτημα τῆς ἀρχαιότητος, ἀλλὰ εἶναι καὶ πλεῖστα ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα θίγει ἡ ὑπὸ συζήτησιν Σ. Π. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἔπρεπεν ἡ Βουλή, νὰ ἀποδεχθῇ τὴν καλόπιστον αὐτὴν πρότασιν, τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Τάξεως, ὥστε νὰ τοῦ δοθῇ καιρὸς νὰ συναρμολογήσῃ καὶ τὰς ἄλλας τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν. Διότι, ἂν καλῶς ἀντελήφθην, ἡ ἀντίδρασις, ἡ παρατηρηθεῖσα εἶναι διὰ νὰ ἄρῃ τὰς ἀδικίας, τὰς ὁποίας θέτει ἡ Σ. Π. Θὰ ἀμβλυνθῇ ἡ ἀδικία, ἂν γίνουν ὡρισμέναι τροπολογίαι δεκταί, αἱ ὁποῖαι πράγματι ἔχουν ψηφισθῆ καὶ ἔχουν γίνει ἀποδεκταὶ ἀπὸ τὴν Βουλήν, εἰς προηγουμένην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Χρῄζουν, ὅμως, αἱ τροπολογίαι αὐταί, μιᾶς μακρᾶς ἐργασίας παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ. Διὰ τοῦτο, λοιπόν, καὶ πρὸς τὸ συμφέρον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀνάγκην τῶν τροπολογιῶν αὐτῶν, διὰ νὰ δικαιωθῶσιν, πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ ἄρθρου τούτου, καὶ ἀναβάλλεται διὰ τῆς διαγραφῆς τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου ὁπότε θὰ δοθῇ εὐκαιρία διὰ νὰ δικαιωθοῦν καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀδικοῦνται. Ἡ δὲ τροπολογία τοῦ κ, Θεοτόκη νὰ συζητηθῇ εἰς τὸ προσεχὲς νομοσχέδιον καὶ οὕτω, διευκολύνεται τὸ ἐμφανισθὲν ζήτημα.
§119Γ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κάμω μίαν πρότασιν. Ἐφ’ ὅσον, ὁ κ. ὑπουργὸς δέχεται αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, κάμω τὴν πρότασιν, νὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν τὸ δεύτερον νομοσχέδιον.
§120Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Νομίζω, ὅτι, παραβιάζεται ὁ Κανονισμός. Ἔχω ἐγὼ σειρὰν νὰ ὁμιλήσω.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. ... (Δὲν ἠκούσθη)...
§122Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἀκριβῶς ἐπ’ αὐτῆς τῆς προτάσεως, γίνεται ἡ ὅλη συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 καὶ ἔχομεν ἐγγραφῆ.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Θεοτόκης ἔχει τὸν λόγον.
§124Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχει ἡ πρότασις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Τάξεως. Αὐτὴ ἡ πρότασις εἶναι μία νέα πρότασις, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου 1 ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον. Ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς, ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ὑπὲρ καὶ ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω, δι’ ὀλίγων, κατά. Ἡ διαγραφὴ ἡ προτεινομένη, ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου, ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας δὲν εὐσταθεῖ διότι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1, ὡς ἡμεῖς τοὐλάχιστον τὴν ἐμφανίζομεν ἀφορᾷ τὴν ὑποστήριξιν μιᾶς τροπολογίας τοῦ ἄρθρου 1 καὶ ὄχι τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου, ἐνῷ ἀντιστρόφως ἀφορᾷ τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου 1, ἑπομένως, ἀφορᾷ νέαν πρότασιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας, ἐπαναλαμβάνω, ὁ μὲν κ. Παραβάντης ὡμίλησεν ὑπὲρ καὶ ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω κατά. Ἡ ἀντίρρησίς μας κατὰ τῆς προτάσεως, τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Τάξεως, ὀφείλεται εἰς δύο λόγους. Ὁ μὲν πρῶτος, ὅτι, διὰ τῆς διαγραφῆς τοῦ ἄρθρου 1, ἐξακολουθεῖ νὰ ἰσχύῃ τὸ καθεστὼς τὸ κατοχικὸν, πρὶν ἔλθῃ τὸ ἄρθρον 1, ἢ νὰ τὸ ἐπικυρώσῃ, ἢ νὰ τὸ διαρρυθμίσῃ κατὰ τὸν Α ἢ Β τρόπον, πρίν, ἢ δηλαδή, ἡ Βουλή, ἀποφανθῇ ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου 1, ἢ ὑπὲρ τῆς κατατεθείσης τροπολογίας. Τὸ ἐπιχείρημα διὰ τὴν ἀναβολήν, ἢ μᾶλλον τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου 1, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως, καὶ ἡ Βουλή, ὅσοι ἐξ ἡμῶν ὑπεστηρίξατε, τὴν ἄποψιν, εἶναι νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν περαιτέρω συζήτησιν, διὰ νὰ τάμωμεν τὸ ἐπίμαχον ζήτημα τοῦ πίνακος Βʹ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ὑπάρχει ἄλλωστε, οὐδεμία ἀντίρρησις. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως, εἶπεν ὅτι, εὐθὺς ἀμέσως, θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 1, ἐμφανιζομένης ὡς εἰδικῆς διατάξεως εἰς ἄλλο νομοσχέδιον. Ἐρωτῶ, λοιπόν, ἐὰν πρόκειται νὰ γίνῃ τοῦτο εὐθὺς ἀμέσως, διατὶ δὲν τὸ συζητοῦμεν τώρα;
§125Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Διότι δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ.
§126Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος, κ. Κοθρῆ, νὰ διαμαρτύρεσθε, ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν γνώμην μου καὶ σεῖς εἶσθε ἐλεύθερος νὰ εἰπῆτε τὴν γνώμην σας.
§127Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Εἶναι μεγίστη ὑποχρέωσις νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ταχεῖαν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, 6 μῆνες τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἐκκρεμεῖ, ἐξ αἰτίας ὅλων μας. Ἔξω μάχονται, καὶ ἀγωνίζονται διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν ἐλευθερίαν μας ἐδῶ καὶ ἡμεῖς δὲν κάμνομεν τίποτε. Νὰ ὑποδείξετε μίαν λύσιν διὰ νὰ τελειώσωμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§128Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ διακοπή σας εἶναι ἀτυχὴς, διότι θέλετε νὰ προκαλέσετε νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν. Εἰς αὐτὴν τὴν ἄποψίν σας δὲν θὰ παρασύρετε, τοὐλάχιστον ἐμέ. Ἐγὼ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ συζητήσω καὶ ἀναπτύξω διὰ ποίους λόγους, ἀντιτίθεμαι εἰς τὴν γενομένην πρότασιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Τάξεως. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, σεῖς δύνασθε νὰ διακόπτετε ὅσον θέλετε, ἐγὼ ὅμως δὲν πρόκειται νὰ σᾶς παρακολουθήσω. Καὶ παρακαλῶ νὰ ἐνθυμηθῇ ἡ Βουλή, ὅτι ἐτάχθην κατὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς, διότι θεωρῶ τὴν παράτασιν τῆς ἐκκρεμότητος ἐξαιρετικῶς ἐπιζημίαν. Ἡ Βουλὴ καὶ εἷς ἕκαστος ἐξ ὑμῶν, κ. συνάδελφοι, ἂς ἀναλάβῃ τὰς καθ’ ἑαυτὸν εὐθύνας. Ἡμεῖς, τοὐλάχιστον, ἐπιθυμοῦμεν, νὰ εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς, ὅτι ἀντετάχθημεν εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς ρυθμίσεως τοῦ ζητήματος καὶ εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Τάξεως.
§129Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Νὰ γραφῇ, κ. συνάδελφε.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Λεονάρδος ἔχει τὸν λόγον.
§131Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ παραβιάσω τὸν Κανονισμὸν καὶ τὸ Σύνταγμα. Τὸ δικαίωμα τῆς ὑποβολῆς σχεδίων νόμων εἶναι δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλει τὸ νομοσχέδιον καὶ εἶναι ἀπόλυτον δικαίωμά της, νὰ τὸ ἀποσύρῃ. Ἐπίσης δικαίωμα ἔχει, ἐὰν δὲν ἀποσύρῃ ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον, νὰ διαγράψῃ ὡρισμένα ἄρθρα αὐτοῦ. Ὁ κ. Θεοτόκης, εἰσήγαγε τροπολογίας. Βεβαίως εἶναι δικαίωμα τοῦ βουλευτοῦ, ἡ ὑποβολὴ τροπολογιῶν, ὑπὸ ἕναν ὅρον, ὅτι δὲν πρέπει αὗται νὰ εἶναι ἀντίθετοι πρὸς τὸ Σύνταγμα, ὅπως εἶναι ἐν προκειμένῳ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Θεοτόκη. Τὸ Σύνταγμα λέγει, εἰς τὸ ἄρθρον 49: «Οὐδεμία προσθήκη... ......... (ἀναγινώσκει).........». Τὸ κύριον θέμα τῆς προτάσεως, ἀφορᾷ τὴν ρύθμισιν τοῦ πίνακος Βʹ, τῶν ἀτυχῶν αὐτῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐκτὸς τοῦ στρατεύματος, μέρος τῶν ὁποίων μάχεται καὶ μέρος τῶν ὁποίων κάθεται εἰς τὰ καφενεῖα. Ποίαν σχέσιν ἔχει μὲ τὸ θέμα τοῦτο, ἡ πρότασις, διὰ τὴν ἀρχαιότητα; Ἡ πρότασις εἶναι ἀντισυνταγματικὴ ἀφ’ ἑαυτῆς καὶ θὰ ὤφειλεν, ὁ κ. Πρόεδρος νὰ τὴν ἀποσύρῃ.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖτε τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 1; Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀπάλειψις τοῦ ἄρθρου 1. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν, ἡ δὲ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 νὰ συνεχισθῇ τὴν ἐρχομένην Πέμπτην;
§134ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον, ὥραν 10 π. μ., μὲ θέμα τῆς ἡμερησίας διατάξεως, συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. (Ὥρα 9.30′ μ.μ.)