1948.07.13~92
973 στίχοι ·
7.425 λέξεις ·
69 παρεμβάσεις
Η ημερομηνία συμπίπτει με άλλη συνεδρίαση· συνεπώς η παραπομπή φέρει #92.
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 92α
Τρίτη 13 Ἰουλίου 1948
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 7.10′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Βογιατζῆς, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς 90ης καὶ 91ης συνεδριάσεως.
§2Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων 90 καὶ 91.
§4Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ πρωῒ δὲν εἴχομεν συνεδρίασιν. Ἐματαιώθη λόγῳ ἐλλείψεως ἀπαρτίας.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Καὶ ἰδοὺ πῶς ἔχει διατυπωθῆ τὸ πρακτικὸν «.... (ἀναγινώσκει).... Κύριοι βουλευταί, αὔριον εἶναι ἡ Ἐθνικὴ ἑορτὴ τῆς Μεγάλης Συμμάχου μας Γαλλίας. Παρακαλῶ ὅπως ἐξουσιοδοτηθῇ τὸ Προεδρεῖον νὰ ἐκφράσῃ τὰ συγχαρητήρια τοῦ Σώματος εἰς τὸν Πρεσβευτὴν τῆς φίλης καὶ συμμάχου χώρας.
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς καὶ Νήσων κ. Δ. Σφαέλλος, καταθέτει τροπολογίας ἐπὶ τῶν ἄρθρων 6 καὶ 22 τοῦ σχεδίου Συντάγματος τῆς ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Συζήτησις εἰς μίαν ἀνάγνωσιν τῶν ἐπὶ τῶν ἄρθρων 3– 20 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 τροποποιήσεων τῆς ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς, συμφώνως τῷ διανεμηθέντι σχεδίῳ αὐτῆς. Ὁ κ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§8Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀρχόμεθα σήμερον τῆς συζητήσεως κατὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ σχεδίου Συντάγματος ἀπὸ τὸ δεύτερον κατὰ σειρὰν μέρος, τὸ ἀφορῶν τὸ «Δημόσιον Δίκαιον τῶν Ἑλλήνων», καὶ ἀπὸ τὸ Κεφάλαιον Αʹ αὐτοῦ, τὸ ἐπιγραφόμενον «Γενικὰ Δικαιώματα καὶ καθήκοντα» καὶ συνιστάμενον ἐκ 5 ἄρθρων, ἅτινα καὶ θ’ ἀποτελέσουν τὸ ἀντικείμενον τῆς εἰσηγήσεώς μου κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν. Ἡ κατὰ πάντα ἐμπεριστατωμένη γενικὴ εἰσήγησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου Συντάγματος ὑπὸ τοῦ διακεκριμένου ἐξ Ἠλείας συναδέλφου, δὲν ἀφῆκεν εἰς ἡμᾶς ζητήματα, χρήζοντα περαιτέρω ἀναπτύξεως. Ἐν πλήρῃ σαφηνείᾳ καὶ ἐν λεπτομερειακῇ γενικότητι ἀνέπτυξε μὲ ἀξιοθαύμαστον ἀλληλουχίαν, σὺν τοῖς ἄλλοις τὴν ἱστορικὴν προέλευσιν, τὴν ἐξέλιξιν καὶ τὸν συνταγματικὸν κατατοπισμὸν ἐν Ἑλλάδι τῶν διατάξεων τοῦ σχεδίου ἐν αἷς καὶ αἱ περὶ ὧν πρόκειται τοιαῦται. Οὐδὲν ἀφῆκεν ἐπίσης ἀνεξέταστον· οὔτε ἐν τῇ σφαίρᾳ τῆς θεωρίας, οὔτε εἰς τὸ ἐπίπεδον τῆς οὐσιαστικῆς σκοπιμότητος. Τοῦτο ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ βραχὺ τοῦ ἐπιτρεπομένου χρόνου διὰ τὸν εἰδικὸν εἰσηγητὴν εἰσερχόμεθα εὐθέως εἰς τὰς εἰσηγητικὰς παρατηρήσεις μας ἐπὶ τῶν ἐπενεχθεισῶν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς μεταβολῶν εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν ἄρθρον. Βεβαίως ἡ ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιφέρῃ ριζικὰς μεταβολὰς ἢ τροποποιήσεις θιγούσας τὴν βασικὴν ἀρχὴν θεμελιωδῶν διατάξεων, οἷαι εἶναι αἱ ἀναγνωρίζουσαι καὶ προστατεύουσαι δικαιώματα τοῦ πολίτου ἔναντι τῆς πολιτείας. Δι’ ὃ καὶ περιωρίσθη μόνον εἰς τὴν ἐπὶ τὸ νομοτεχνικώτερον διατύπωσιν τῶν ἄρθρων, εἰς τὴν κατάταξιν αὐτῶν ὑπὸ οἰκεῖον κεφάλαιον κατὰ ὁμοιογένειαν, ταύτης κριθείσης ἐκ τῆς σχέσεως τῆς ἐννοίας καὶ τοῦ σκοποῦ τῶν ἄρθρων πρὸς τὴν αὐτὴν γενικὴν ἀρχήν. Διὰ τὴν ὀρθοτέραν καὶ ἐπιστημονικωτέραν διατύπωσιν καὶ κατάταξιν τῶν ἄρθρων αὐτῶν, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐσκέφθη, καὶ ὀρθῶς, ὅπως ἀποσυμφορήσῃ, οὕτως εἰπεῖν, τὸ περιεχόμενον τινῶν ἐξ αὐτῶν, ὅπερ ἐνεφάνιζε σύμπλεγμα διαφόρων διατάξεων, διαφόρου περιεχομένου καὶ σκοποῦ καὶ διαχωρίζουσα τὰς ἀνομοιογενεῖς διατάξεις, νὰ διατυπώσῃ ταύτας εἰς ἰδιαίτερα ἄρθρα. Ἐπίσης ἡ Ἐπιτροπὴ προέβη εἰς προσθήκας τινὰς εἴς τινα τῶν ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρων, εἴτε ὡς νέα ἐδάφια εἴτε ὡς ἑρμηνευτικὰς δηλώσεις. Αἱ γενόμεναι ὅμως προσθῆκαι εἶναι ἐλάχιστοι καί τινες ἐξ αὐτῶν εἶναι, κατὰ τὴν γνώμην μας, περιτταί, δι’ ὃ καὶ θὰ εἰσηγηθῶμεν τὴν διαγραφήν των. Ἡ σημαντικωτέρα ὅλων εἶναι ἡ γενομένη εἰς τὸ ἄρθρον 6 τοῦ σχεδίου, τὸ ἀφορῶν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ἐπ’ αὐτῆς ἡ εἰσήγησίς μου θὰ εἶναι ὀλίγον τι ἐκτενεστέρα τῆς ἐπὶ τῶν ἄλλων τοιαύτης, ἐὰν ὁ χρόνος μοῦ ἐπιτρέψῃ. Καὶ διὰ νὰ εἶμαι σαφέστερος λέγω, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ προέβη, χάριν τῆς νομοτεχνικωτέρας διατυπώσεως καὶ τῆς ἐπιστημονικωτέρας κατατάξεως τοῦ ἄρθρου, εἰς τὸν διαχωρισμὸν τῶν ἀνομοίων εἰς περιεχόμενον καὶ σκοπὸν διατάξεων, φέρω ὡς παράδειγμα τὸ ἄρθρον 3ον τοῦ ἀναθεωρουμένου Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον αὐτό, ὡς εἶχε διατυπωθῆ, ἀπετέλει σύμπλεγμα τοιούτων ἀνομοιογενῶν διατάξεων. Καὶ τοῦτο παρατηρεῖται ὄχι μόνον μεταξὺ τῶν ἐδαφίων τοῦ ὅλου ἄρθρου, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ αὐτῷ ἐδαφίῳ καὶ ἐν μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ φράσει, ὡς π.χ. διὰ τοῦ πρώτου μέρους τῆς πρώτης φράσεως, καθ’ ὃ «οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου» καθιεροῦται καὶ προστατεύεται «δικαίωμα», διὰ τοῦ δευτέρου δὲ μέρους αὐτῆς, ἀκολουθοῦντος μετὰ ἓν κόμμα, καὶ μὴ ἀποτελοῦντος κἂν ἰδιαίτερον ἐδάφιον, ἐπιβάλλεται ὑποχρέωσις· ὑποχρέωσις συνεισφορᾶς εἰς τὰ δημόσια βάρη. Ἡ Ἐπιτροπὴ διεχώρισε τὰς δύο αὐτὰς ἐννοίας, προφανῶς διαφόρου περιεχομένου καὶ σκοποῦ, καὶ ἐξετύπωσε τὴν πρώτην εἰς ἰδιαίτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 4 καὶ τὴν δευτέραν ἐπίσης εἰς ἰδιαίτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 7 ἐν τῷ σχεδίῳ. Ἐν τῷ ἰδίῳ δὲ ἐδαφίῳ τοῦ ἰδίου αὐτοῦ ἄρθρου 3 ἀναγράφεται διάταξις μὴ προσήκουσα εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν γενικῶν δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων, ἅτε μὴ δημιουργοῦσα οὔτε δικαίωμα οὔτε καθῆκον ἀλλ’ ἁπλῶς ὁρίζουσα ὅτι «μόνον πολῖται Ἕλληνες εἶναι δεκτοὶ εἰς ὅλας τὰς δημοσίας λειτουργίας». Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι μᾶλλον φύσεως πολιτικῆς ἐλευθερίας. Διὸ δ’ ἡ Ἐπιτροπὴ κατέταξε ταύτην ὑπὸ τὸ οἰκεῖον κεφάλαιον περὶ «προστασίας τῆς πολιτικῆς ἐλευθερίας» καὶ ὡς ἰδιαίτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 21. Βλέπω ὅτι εἰς τὴν ὡς ἰδιαίτερον ἐδάφιον διατυπωθεῖσαν ὑπὸ ἄρθρου 4 τοῦ σχεδίου διάταξιν τοῦ ἀναθεωρουμένου ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος, ὁρίζουσαν ὅτι «οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου», ἔχουν προστεθῆ τρεῖς λέξεις: «Καὶ τοῦ Κράτους». Ὁμολογῶ δὲν ἐνθυμοῦμαι διὰ ποίους λόγους καὶ ὑπὸ ποίας συνθήκας ἐγένετο δεκτὴ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοιαύτη προσθήκη. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι ἡ προσθήκη αὐτὴ οὐ μόνον εἶναι περιττή, ἀλλὰ δὲν ἐναρμονίζεται καὶ πρὸς τὴν γενικότητα τῆς διατάξεως, ἥτις καλῶς εἶχεν ὡς εἶχε διατυπωθῆ καὶ ἐν τῷ ἀναθεωρουμένῳ Συντάγματι καὶ ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1927 ἐν ἄρθρῳ 6ῳ. Καὶ προσκρούει ἡ προσθήκη αὕτη πρὸς τὴν γενικότητα τῆς διατάξεως καὶ πρὸς τὸν μοναδικὸν καὶ κύριον σκοπὸν αὐτῆς, ὅστις εἶναι ἡ ἰσότης ἐνώπιον τοῦ νόμου, διότι καὶ τὸ Κράτος αὐτὸ διέπεται ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ ὑπόκειται εἰς τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ καὶ πολλάκις συμβαίνει νὰ ἔρχεται εἰς αὐθαίρετον ἀντίθεσιν πρὸς τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα τοῦ πολίτου καὶ ἀμφότεροι νὰ προσφεύγουν εἰς τὸν νόμον, οὗτινος τὴν ἐφαρμογὴν αἰτοῦνται διὰ τῆς δικαιοσύνης εἴτε τῆς διοικητικῆς εἴτε τῆς πολιτικῆς. Εἶναι καὶ αὐτὴ μία ἀπὸ τὰς περιπτώσεις, τὰς ὁποίας ἡ διάταξις περὶ ἰσότητος ἔχει ὑπ’ ὄψιν της. Ἐλέχθη, καὶ ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ Σατωβριάνδου, ὅτι ὁ πολίτης εἶναι ἐλεύθερος διὰ τοῦ νόμου, ἀλλὰ εἶναι δοῦλος τῆς διοικήσεως. Καὶ ἂν αὐτὸ εἶναι ἀληθές, ἡ ἄνισος μεταχείρισις τοῦ πολίτου ὑπὸ τῆς διοικήσεως εἶναι εὐχερὲς ἐπακόλουθον. Ἀλλὰ τὸ κακὸν δὲν θεραπεύεται ἂν διὰ συνταγματικῆς διατάξεως ὁρίσωμεν, ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ Κράτους. Τὸ κακὸν θεραπεύεται κατὰ μεγαλύτερον μέτρον, ἂν τὸ Κράτος καὶ ὁ πολίτης εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς εἰσηγοῦμαι τὴν διαγραφὴν τῆς προσθήκης αὐτῆς. Ἐπίσης ἡ Ἐπιτροπὴ λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν της ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ διάταξις περὶ ἰσότητος ἐνώπιον τοῦ νόμου ἑρμηνευθῇ ὑπό τε τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς διοικήσεως, ἁρμοδίας οὔσας εἰς τινας περιπτώσεις νὰ δημιουργῇ δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις, ὡς κατευθυντήριος γραμμὴ καὶ οὐχὶ ὡς δεσμευτική, προσέθεσεν ὑπὸ τὸ ἄρθρον 4 ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν ἔχουσαν οὕτω. «Ἡ φράσις οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου ἀποτελεῖ κανόνα δικαίου καὶ ὄχι κατευθυντήριον γραμμήν». Εἶναι ὅμως ἀβάσιμος ὁ φόβος αὐτὸς τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι ἡ διάταξις αὕτη, διὰ τῆς ὁποίας καθιεροῦται θεμελιώδης ἀρχὴ τοῦ δημοσίου ἡμῶν δικαίου, θέτει κανόνας δεσμευτικοὺς καὶ διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ διὰ τὴν διοίκησιν. Οὕτω δὲ ἀπεφάνθη καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 2175)1947 ἀποφάσεώς του διὰ τῆς ὁποίας ἠκύρωσε πρᾶξιν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Ἐργασίας, συνιστῶσαν ἀποκλειστικὸν δικαίωμα ὑπὲρ ὁριζομένων ἐξ ὑποκειμένου προσώπου. Ἡ τοιαύτη πρᾶξις τοῦ ὑπουργοῦ ἐκρίθη ὡς ἀντισυνταγματικὴ κατὰ τὴν δεσμευτικὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ἰσχύοντος τότε Συντάγματος. Εἶναι κατὰ ταῦτα περιττὴ ἡ ἑρμηνευτικὴ αὐτὴ δήλωσις καὶ εἰσηγοῦμαι τὴν διαγραφήν της.
§9Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι ἀποφάσεις αἵτινες ἀναφέρουν τὸ ἀντίθετον καὶ δι’ αὐτὸ ἐτέθη παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ λήξῃ τὸ ζήτημα ἅπαξ διὰ παντός.
§10Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ἐπανειλημμένων ἀποφάσεων τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δέχεται, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3 περὶ ἰσότητος ἔναντι τοῦ νόμου, θέτει θεμελιώδη ἀρχὴν Δημοσίου Δικαίου δεσμευτικὴν διὰ τὴν Νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν Διοίκησιν. Τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ Κεφαλαίου, 3ον ἐν τῇ σειρᾷ τοῦ σχεδίου, ἐλήφθη ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, καὶ ὀρθῶς ἡ Ἐπιτροπὴ μετέθεσεν αὐτὸ εἰς τὸ σχέδιον. Ἀνταποκρίνεται ἀπολύτως πρὸς τὴν εὐρύτητα τῶν δημοκρατικῶν μας ἀρχῶν, αἵτινες διέπουν τὰ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας, καὶ κατὰ τὰς ὁποίας πάντως οἱ εὑρισκόμενοι ἐν αὐτῇ εἶναι ἐξ ἴσου ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων, ἀδιακρίτως ἐθνικότητος, θρησκείας καὶ γλώσσης, ὅπως καὶ οἱ Ἕλληνες πολῖται. Ἐξαίρεσις μόνον γίνεται τῶν περιπτώσεων ἐκείνων, καθ’ ἃς εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἐκ τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου νὰ ἄρωμεν τὴν προστασίαν ἀλλοδαπῶν εὑρισκομένων ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ μας. Τὸ ἄρθρον 5ον ἐν τῷ σχεδίῳ εἶναι ἀκριβῶς τὸ 10ον τοῦ ἀναθεωρουμένου Συντάγματος. Δι’ αὐτοῦ ἀναγνωρίζεται τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς Ἕλληνας τοῦ συνέρχεσθαι ἡσύχως καὶ ἀόπλως, καὶ εἰς δημοσίας συναθροίσεις καθ’ ἃς καὶ μόνον δύναται νὰ παρίσταται καὶ ἡ Ἀστυνομία. Ἀφ’ ἑτέρου ὅμως τὸ ἄρθρον θέτει περιορισμόν τινα εἰς τὸ δικαίωμα αὐτό, καθ’ ὃν αἱ ἐν ὑπαίθρῳ συναθροίσεις δύνανται ν’ ἀπαγορευθοῦν, ἂν ἐκ τούτων ἐπίκειται κίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Καὶ ὀρθῶς. Τοὺς λόγους τῆς ὀρθότητος τοιούτων περιορισμῶν δικαιωμάτων τοῦ πολίτου, ἀνέπτυξε πρὸς τὴν Συνέλευσιν ὁ Γενικὸς Εἰσηγητής, οὐδὲν παραλείψας καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ. Δὲν θὰ ἦτο ἐν πάσῃ περιπτώσει, δυνατὸν ν’ ἀμφισβητήσῃ τις, ὅτι ἡ Πολιτεία ἔχει οὐ μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ ὑποχρέωσιν, ὅπως προβλέψῃ καὶ διὰ συνταγματικῆς ἀκόμη διατάξεως, διὰ τὴν κατασφάλισιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ συνόλου. Τὸ ἄρθρον 7 τοῦ σχεδίου ἀποτελεῖται ἐκ μιᾶς διατάξεως τοῦ ἀποσυμφορηθέντος ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος καὶ ἐκ μιᾶς προσθήκης νέας διατάξεως. Διὰ τῆς νέας αὐτῆς διατάξεως καθιεροῦνται καὶ συνταγματικῶς δύο «καθήκοντα». Κατὰ τὸ πρῶτον «πᾶς πολίτης Ἕλλην ὑποχρεοῦται νὰ ἐκπληροῖ τὰς κατὰ νόμον στρατιωτικὰς αὐτοῦ ὑποχρεώσεις». Κατὰ τὸ δεύτερον πᾶς πολίτης Ἕλλην ὑποχρεοῦται «ν’ ἀποδέχεται τιμητικὰς λειτουργὰς κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ νόμου». Τὸ πρῶτον ἐκπληροῦται καὶ ἔχει μάλιστα, ἐκπληρωθῆ ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας κατὰ κόρον, ἀφ’ ὅτου συνεκροτήθη τὸ Κράτος αὐτὸ καὶ χωρὶς συνταγματικὴν διάταξιν, ὁριζόμενον διὰ νόμου. Τὸ δεύτερον προβλέπεται ὑπὸ τοῦ νεαροῦ νόμου περὶ πολιτικῆς ἐπιστρατεύσεως, χωρὶς οὗτος νὰ εἶναι ἀντισυνταγματικός. Ἐκτὸς αὐτοῦ, τοιαύτη διάταξις δὲν δύναται νὰ νοηθῇ ἐν τῷ Συντάγματι. Ἴσως εἶχε θέσιν, ἐὰν ἦτο γενικὴ καὶ ἐδημιούργει ἴσην ὑποχρέωσιν ὅλων τῶν Ἑλλήνων καὶ δικαίωμα τοῦ Κράτους νὰ ὑποχρεοῖ ἐν περιπτώσει ἀνάγκης καὶ πρὸς ὄφελος τοῦ συνόλου πάντα εἰς ἀνάληψιν ὑπηρεσίας ἢ καὶ χειρονακτικῆς ἀκόμη ἐργασίας. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ θὰ ἠδύνατο νὰ συσχετισθῇ μὲ τὸ περὶ προστασίας τῆς ἐργασίας ἄρθρον, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ὁποίου ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς εἶχα τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχετικὴν πρότασιν, μὲ τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ θελήσῃ νὰ ἀσχοληθῇ ἐν καιρῷ καὶ ἡ Συνέλευσις. Φρονῶ, ὅτι οὐδὲν ἐξυπηρετεῖ ἡ νέα αὐτὴ προσθήκη, οὔτε δύναται ν’ ἀποτελέσῃ περιεχόμενον συνταγματικῆς διατάξεως καὶ εἰσηγοῦμαι τὴν διαγραφήν της.
§11Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τίνος ἄρθρου 7 ὁμιλεῖτε;
§12Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ σχεδίου τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Εἴμεθα ἠναγκασμένοι ὅπως, διὰ τὴν συστηματικωτέραν καὶ εὐχερεστέραν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν μας καὶ τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον ἐξεπόνησεν αὕτη κατ’ ἐντολὴν τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, δοθείσης διὰ τοῦ Βʹ ψηφίσματος. Τὸ ἄρθρον 6, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ Ἕλληνες ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ἀναγράφεται ἐν τῷ σχεδίῳ ἀκριβῶς ὅπως ἔχει διατυπωθῆ ἐν τῷ ἀναθεωρουμένῳ Συντάγματι, ἄρθρ. 11, καὶ ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1927, ἀριθ. 14, σὺν τῇ προσθήκῃ καὶ τρίτου ἐδαφίου κατὰ τὸ ὁποῖον «διὰ νόμου δύναται ν’ ἀπαγορευθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ ὑπαλλήλους νομικῶν προσώπων καὶ ὀργανισμῶν δημοσίου δικαίου ἢ νὰ ὑποβληθῇ τοῦτο εἰς ὡρισμένους περιορισμούς». Πρόκειται περὶ νέας διατάξεως ἥτις ἐπροτάθη ὡς συμβιβαστικὴ λύσις τῶν διεστώτων ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος.
§13Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ὁμιλεῖτε περὶ σειρᾶς ἄρθρων ὡς εἰδικὸς εἰσηγητὴς ὑπὸ γενικὴν ἔποψιν;
§14Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλῶ ὡς εἰδικὸς εἰσηγητὴς τῶν πέντε ἄρθρων τοῦ πρώτου Κεφαλαίου τοῦ δευτέρου Μέρους τοῦ σχεδίου Συντάγματος τῆς Ἐπιτροπῆς, συμφώνως πρὸς τὴν διανεμηθεῖσαν ἡμερησίαν διάταξιν. Βεβαίως ὁ καθωρισμένος χρόνος τοῦ ¼ τῆς ὥρας εἶναι βραχὺς διὰ τὴν εἰσήγησιν πέντε ἄρθρων. Δι’ αὐτό, προκειμένου περὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ 6, θὰ παρεκάλουν τὴν Βουλὴν ὅπως συγκατατεθῇ, ἐρωτωμένη ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου, νὰ παρατείνω ἐπ’ ὀλίγον τὸν χρόνον.
§15ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§16Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου εἰσηγητής, εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἀξιότιμος ἐξ Ἠλείας συνάδελφος κ. Β. Στεφανόπουλος, ἐπρότεινεν, ὅπως ἀναγραφῇ ὡς τρίτον ἐδάφιον εἰς αὐτὸ διάταξις καθ’ ἣν «ἐπαγγελματικοὶ Συνεταιρισμοὶ Δημοσίων ὑπαλλήλων δὲν ἐπιτρέπονται». Παρ’ ὅτι ἡ πλειονότης τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς συνετάσσετο μὲ τὴν γνώμην, ὅτι δὲν δύναται νὰ νοηθῇ δικαίωμα τοῦ συνδικαλιστικῶς συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἐν τούτοις ἐδίστασε νὰ ἀποδεχθῇ τὴν προταθεῖσαν προσθήκην καὶ ἀπέκλινεν ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς ἑτέρας ἠπιωτέρας τοιαύτης, προταθείσης ὑπὸ τοῦ ἑτέρου τῶν εἰσηγητῶν, τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Εὐβοίας συναδέλφου κ. Θηβαίου, ἥτις τροποποιηθεῖσα, ἀποτελεῖ τὴν ὑπὸ κρίσιν προσθήκην. Ἠμφισβητεῖτο, ἐὰν κατὰ τὸ πνεῦμα τῆς ἀρχικῆς διατυπώσεως εἶχον δικαίωμα νὰ συνεταιρίζωνται ἐπαγγελματικῶς. Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἠγέρθη κατὰ τὸ 1932 καὶ ὁ τότε Πρωθυπουργὸς Ἐλευθ. Βενιζέλος εἶπεν, ὅτι τοιοῦτον δικαίωμα δὲν ἔχουν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι. Διὰ τῆς προσθήκης ὅμως αὐτῆς ἀναγνωρίζεται ὡς ὑφιστάμενον καὶ ἀφήνομεν εἰς τὸν νομοθέτην νὰ τὸ καταργήσῃ. Αὐτὸ δὲν ἀρκεῖ διότι δὲν εἴμεθα βέβαιοι ἐὰν ὁ νομοθέτης θὰ τὸ καταργήσῃ. Δέον νὰ θέσωμεν ρητὴν διάταξιν διὰ τῆς ὁποίας ν’ ἀπαγορεύεται τὸ συνεταιρίζεσθαι εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Εἶναι, βέβαια, περιττὸν νὰ εἴπω, ὅτι ὅλοι μας συμπαθοῦμεν τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ ὅλοι γνωρίζομεν πόσον γλίσχρως ἀμείβονται. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ συνταγματικοῦ νομοθέτου. Διὰ νὰ κρίνωμεν ἐὰν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἔχει ἠθικὸν ἔρεισμα, πρέπει νὰ ἴδωμεν τί σημαίνει ἐπαγγελματικὸς συνεταιρισμὸς καὶ τὶ ἐπιδιώκει. Ὁ ὅρος «Συνεταιρισμός», ὑφ’ ἣν ἔννοιαν ἀναγράφεται ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρῳ 11 σημαίνει ἕνωσιν πολλῶν ἢ ὀλίγων, ἐπιδιωκόντων ἐξυπηρέτησιν ἰδίων συμφερόντων. Ἐπαγγελματικὸς συνεταιρισμός, ὑπὸ μορφὴν συνδικαλιστικὴν, ἀποβλέπει πάντοτε εἰς τὴν διεκδίκησιν οἰκονομικῶν συμφερόντων καὶ προϋποθέτει ὕπαρξιν ἑτέρου παράγοντος τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται ἡ ἱκανοποίησις τῶν συμφερόντων αὐτῶν καὶ κατὰ τοῦ ὁποίου στρέφεται ἡ σχετικὴ ἐνέργεια τοῦ συνεταιρισμοῦ. Δὲν δύναται νὰ νοηθῇ τοιοῦτος συνεταιρισμὸς δημοσίων ὑπαλλήλων μὲ ἀντίπαλον παράγοντα τὸ Κράτος, διότι αὐτοὶ ἐκπροσωποῦν τὸ Κράτος καὶ εἶναι οἱ φορεῖς τῶν ἁρμοδιοτήτων αὐτοῦ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἐγένοντο μακρόταται συζητήσεις κατὰ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν τοῦ 1927. Τότε ἐξετέθησαν διάφοροι σκέψεις καὶ γνῶμαι, ἀλλὰ ἀτυχῶς ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη τοῦ μακαρίτου Παπαναστασίου καὶ δὲν ἀνεγράφη ἐν τῷ ἄρθρῳ ἡ ὑποστηριχθεῖσα διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπροτείνετο ἡ ἀπαγόρευσις τοῦ δικαιώματος εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἐπαγγελματικῶς. Μετά τινα ἔτη καὶ ἂν δὲν μὲ ἀπατᾶ ἡ μνήμη, κατὰ τὸ 1922 ἀνεφύη καὶ πάλιν τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ὁ τότε Πρωθυπουργὸς Ἐλευθέριος Βενιζέλος, ἐτάχθη ἀναφανδὸν κατὰ τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι, οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἀποτελοῦν αὐτὸ τοῦτο τὸ Κράτος, ἔχουν οὗτοι περιβληθῆ ὡς τοιοῦτοι μὲ πολλὰ προνόμια, ἐν οἷς καὶ τὸ τῆς μονιμότητος, καὶ ἐξ αὐτοῦ εἶναι φανερὸν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ κοινῶν ὑπαλλήλων ἐμπορικῆς τινὸς ἑταιρείας ἢ ἄλλου ἐπιχειρηματίου μεθ’ οὗ ἔχουν συγκρουόμενα συμφέροντα. Τοὐναντίον τὸ Κράτος προστατεύει αὐτοὺς διὰ τῆς μονιμότητος. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὸ δραστικώτερον μέσον τῆς ἐπιτυχίας τοῦ σκοποῦ ἑνὸς συνεταιρισμοῦ ἐπαγγελματικοῦ εἶναι ἡ ἀπεργία. Πῶς φαντάζεσθε λοιπόν, τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι θὰ λέγουν εἰς τὸ Κράτος: «Ἐὰν δὲν δεχθῇς τὰς ἀξιώσεις μας, ἐὰν δὲν μᾶς δώσῃς μεγάλους μισθοὺς ἡμεῖς θὰ ἀπεργήσωμεν καὶ σὲ παραλύομεν;». Αὐτὸ θὰ ἦτο κάτι παρόμοιον πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἔπραττεν ἕνας στρατιώτης, εὑρισκόμενος πρὸ τοῦ ἐχθροῦ, καὶ ὁ ὁποῖος θὰ ἔλεγεν, ὅτι: «Ἀπεργῶ καὶ δὲν πολεμῶ διότι τὸ συσσίτιον εἶναι ἐλλιπές». Ὁ δημόσιος ὑπάλληλος εἶναι στρατιώτης τῆς πολιτείας, ὡς στρατιώτης εἶναι τοῦ Κράτους. Ἀμφότεροι ὁρκίζονται, ὅτι θὰ ἐπιτελέσουν τὸ καθῆκόν των. Ἡ μονιμότης καὶ ὁ ὅρκος καθιστοῦν τὸν δημόσιον ὑπάλληλον ἀνώτερον ἐπαγγελματικοῦ συνεταιρισμοῦ, δυναμένου νὰ προβῇ εἰς ἀπεργίαν. Βεβαίως, οὐδεὶς Ἕλλην δύναται νὰ στερηθῇ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Καὶ ἂν ὁ δημόσιος ὑπάλληλος θέλῃ νὰ συμμετάσχῃ συνεταιρισμοῦ, ἐπιδιώκοντος ἐξυπηρέτησιν οἰκονομικῶν συμφερόντων, εἶναι ἐλεύθερος νὰ παραιτηθῇ ἀπὸ τὴν δημοσίαν θέσιν καὶ νὰ συμμετάσχῃ τοιούτου συνεταιρισμοῦ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ δικαίωμα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ὡς καὶ τῶν ὑπαλλήλων προσώπων δημοσίου δικαίου πρέπει ν’ ἀπαγορευθῇ διὰ ρητῆς διατάξεως. Εἰρήσθω δὲ ὅτι πλεῖστοι ὑπάλληλοι δὲν ἐπιθυμοῦν νὰ συνεταιρίζωνται ἐπαγγελματικῶς. Εὑρίσκονται ἐν ἠθικῇ ἀδυναμίᾳ ἔναντι τῶν συναδέλφων των. Κύριοι βουλευταί, ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου τὴν ἀρχικῶς διανεμηθεῖσαν ἡμερησίαν διάταξιν ἔμεινα μὲ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ εἰσήγησίς μου θὰ περιωρίζετο σήμερον εἰς τὸ πρῶτον κεφάλαιον τοῦ δευτέρου μέρους τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐπληροφορήθην ὅμως πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἡ εἰσήγησις, δέον νὰ ἐπεκταθῇ ἐφ’ ὅλων τῶν ἄρθρων τοῦ κεφαλαίου περὶ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ εἰσέλθω καὶ εἰς τὸ δεύτερον κεφάλαιον τοῦ δευτέρου μέρους τοῦ σχεδίου, ὅπου ὡς πρῶτον ἄρθρον ἀναγράφεται τὸ περὶ προστασίας τῆς τέχνης καὶ ἐπιστήμης, διὰ νὰ ἐμφανίσω τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἐμπερικλείει αὐτό, ἐπιδεκτικὸν παρερμηνείας, κατὰ θεσμῶν οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν ἀκρογωνιαῖον λίθον τοῦ πολιτικοῦ καὶ πολιτειακοῦ οἰκοδομήματος. Ἐκ πρώτης ὄψεως τὸ ἄρθρον αὐτὸ κινεῖ τὸν ἐνθουσιασμόν, διότι, τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ ἀποτελεῖ ἐκδήλωσιν πολιτισμοῦ, ἔχει δὲ οὕτως. «Ἡ τέχνη καὶ ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ διδασκαλία αὐτῶν εἶναι ἐλεύθεραι, τελοῦν δὲ ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον συμμετέχει εἰς τὴν ἐπιμέλειαν καὶ ἐξάπλωσιν αὐτῶν». Εἶναι ὅμως ἐπιδεκτικὸν ἐπικινδύνου παρερμηνείας κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ νοσηραὶ δοξασίαι, διεκδικοῦσαι χαρακτηρισμὸν ἐπιστήμης δύνανται νὰ διεκδικήσουν τὴν προστασίαν αὐτοῦ. Καὶ πρὸς πρόληψιν τῆς τοιαύτης παρερμηνείας πρέπει νὰ καθορίσωμεν τὴν ἔννοιαν τοῦ ὅρου «ἐπιστήμη», ὅπως οὗτος ἀναγράφεται ἐν τῷ ἄρθρῳ καὶ τὴν ἔκτασιν αὐτῆς. Καὶ πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ καθορίσωμεν τὶ ἐστὶ ἐπιστήμη κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου. Κατὰ τὸν ἐπικρατέστερον ὁρισμὸν: «Ἐπιστήμη εἶναι τὸ σύνολον γνώσεων ἀναφερομένων εἰς κύκλον τινὰ τοῦ ἐπαιστητοῦ καὶ ἡ μεθοδικὴ ἔρευνα τῶν κατὰ τοῦτο φαινομένων». Ἡ ἔρευνα ὅμως τῶν φαινομένων αὐτῶν πρέπει νὰ διέπεται ὑπὸ νόμων γενικῶν καὶ ἑνιαίων. Ἑνιαῖοι καὶ γενικοὶ εἶναι μόνον οἱ φυσικοὶ νόμοι. Καὶ ἂν εἶναι «ἐπιστήμη» ἡ φιλολογία κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου, ἢ ἡ θεολογία, ὡς ἔχουσαι σημεῖα τινὰ διεπόμενα ὑπὸ γενικῶν νόμων, δὲν εἶναι ὅμως «ἐπιστήμη» κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου ἡ ὀρθόδοξος θρησκεία ἢ ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ ἑπομένως οἱ τυχὸν διδάσκοντες αὐτὰς οὐχὶ συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους τῆς Πολιτείας ἢ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κοινωνίας, δὲν προστατεύονται ὑπὸ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου. Ἡ ἐπιστημονικὴ ἀλήθεια εἶναι γενικὴ καὶ δὲν ὑφίσταται ἐπιστήμη ὅταν αὕτη πραγματεύεται περὶ τῶν καθ’ ἕκαστον ἢ περὶ μεμονωμένου ζητήματος, ὅπως λέγει καὶ ὁ Ἀριστοτέλης. Ἐπίσης ἡ πολιτικὴ δὲν εἶναι ἐπιστήμη κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου οὔτε δύναται πολιτικός τις ἐν ὀνόματι τῆς προστασίας τῆς ἐπιστήμης νὰ κηρύσσῃ π. χ. ἀναρχισμόν, καὶ νὰ ἀξιοῖ τὴν προστασίαν τοῦ ἄρθρου. Ἡ ἐπιστήμη ἔχει ἕνα κοινὸν καὶ ἀμετάβλητον χαρακτηριστικόν, ἐφαρμόζεται καὶ ἀσκεῖται ὁμοιομόρφως. Ἡ πολιτικὴ ὅπως καὶ ἡ νομικὴ δὲν ἐφαρμόζονται ὁμοιομόρφως ὄχι μόνον ἐν παντὶ τόπῳ καὶ χρόνῳ ἀλλὰ οὔτε εἰς τὸν αὐτὸν τόπον. Περιλαμβάνονται αὗται ἐν τῇ προστασίᾳ τοῦ ἄρθρου; Ὄχι, βεβαίως. Τὸ ἄρθρον νοεῖ τὴν πραγματικὴν ἐπιστήμην, ὡς αὕτη ὁρίζεται διὰ τοῦ ὁρισμοῦ τὸν ὁποῖον σᾶς ἀνέφερα. Ἀλλὰ ἡ τοιαύτη «ἐπιστήμη» δὲν ἔχει ἀνάγκην συνταγματικῆς προστασίας ἐν Ἑλλάδι. Οὔτε ἀναγράφεται τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἰς τὸ ἀναθεωρούμενον Σύνταγμα τοῦ 1911. Ἐλήφθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Ἀσφαλῶς ἐκρίθη περιττὴ τοιαύτη διάταξις ἀπὸ τοὺς συντάξαντας τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Κατὰ τὴν σχετικὴν συζήτησιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος, ἐπρότεινα ὅπως μὴ ἀναγραφῇ αὕτη εἰς τὸ σχέδιον, ὅπως εἰσηγοῦμαι καὶ τώρα νὰ μὴ ἀναγραφῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, ὡς περιττή. Καὶ εἶναι περιττή, διότι ἐν Ἑλλάδι οὐδέποτε ἡ τέχνη καὶ ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ ἐλευθέρα διδασκαλία αὐτῶν διέτρεξαν κίνδυνον διώξεως ἢ περιορισμοῦ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Φειδίου καὶ πρὸ αὐτοῦ. Τὸ παράδειγμα τοῦ Γαλιλαίου δὲν παρετηρήθη ποτὲ εἰς τὴν χώραν μας. Ἄλλως τε ἡ ἐποχή του καὶ τὸ πνεῦμά της παρῆλθον ἀνεπιστρεπτί. Ἐν Ἑλλάδι ἡ ἐπιστήμη καὶ οἱ ἐρευνηταί της, οὐ μόνον δὲν ἐδιώχθησαν ἀλλὰ καὶ εἰς πολλὰς περιπτώσεις ἐθεοποιήθησαν. Ὁ Ἀρίσταρχος, ὁ ὁποῖος πρῶτος πρὸ Χριστοῦ ἐπενόησε καὶ ὑπεστήριξεν ὅτι ἡ γῆ κινεῖται περὶ τὸν Ἥλιον, ὁ Πυθαγόρας, ὁ Ἀσκληπιός, ὁ Ἱπποκράτης, ὁ Πλάτων, ὁ Ἀριστοτέλης ἐθαυμάζοντο ὡς ἡμίθεοι, ὅπως καὶ τώρα θαυμάζονται καὶ εἶναι ἀπολύτως ἀνεμπόδιστοι ἡ τέχνη καὶ ἡ ἐπιστήμη ἐν Ἑλλάδι. Ἐκεῖνοι ἠσχολοῦντο μὲ τὴν ἐπιστήμην, ὡς ταύτην νοεῖ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον, καί, ἔχοντες ὡς ἀφετηρίαν τὴν γνῶσιν ὡρισμένων δεδομένων, διεπομένων ὑπὸ γενικῶν καὶ ἑνιαίων νόμων, ἠρεύναν αὐτὰ πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς ἐπιστημονικῆς ἀληθείας. Ἀλλὰ ὁ δημόσιος ὑπάλληλος, ὡς εἶναι οἱοσδήποτε καθηγητὴς ἢ ἐκπαιδευτικός, δὲν ἐμπίπτει εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ ὅρου αὐτοῦ «ἐπιστήμη» τοῦ ἄρθρου, διδάσκων ἐν ὀνόματι δῆθεν τῆς ἐπιστήμης ἀντίθετα πρὸς τὰ ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἢ τῆς Κοινωνίας παραδεδεγμένα ἢ ὁριζόμενα. Δὲν δύναται π.χ. ὁ θεολόγος καθηγητὴς ν’ ἀξιώσῃ συνταγματικὴν προστασίαν διδάσκων τὴν ἀθεΐαν. Οὔτε ὁ φιλόλογος ἐκπαιδευτικὸς ὑπάλληλος τῆς Πολιτείας, προπαγανδίζων διὰ τῆς διδασκαλίας του εἰς τὰ δημόσια ἐκπαιδευτήρια τὴν κατάργησιν τῶν τόνων τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Ἀλλὰ οὔτε καὶ ὁ καθηγητὴς τῆς Νομικῆς δύναται νὰ διδάξῃ ἀρχὰς ἢ πεποιθήσεις του, ἀντικειμένας πρὸς τοὺς ὑπὸ τῆς Πολιτείας θεσπισμένους νόμους. Ἡ θρησκεία, οἱ τόνοι τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης καὶ ἡ νομικὴ δὲν ἀποτελοῦν «ἐπιστήμην» κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου. Καὶ ἐν τούτοις, εἶναι δυνατὸν ν’ ἀξιώσουν καὶ αὐταὶ τὴν προστασίαν του, λόγῳ τῆς ἀορίστου διατυπώσεώς του. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ προκύψῃ ἐκ τῆς διατάξεως αὐτῆς εἶναι αἱ ἐπικίνδυνοι παρερμηνεῖαι καὶ ἀτελεύτητοι διαφωνίαι καὶ ἀντιθέσεις. Εἶναι καὶ αὐτὸ εἷς ἐπὶ πλέον λόγος νὰ μὴ ἀναγραφῇ εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἐὰν ὅμως ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις ἤθελε τυχὸν ἀποφασίσει ὅπως ἀναγραφῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἰς τὸ Σύνταγμα, προτείνω ὅπως τοῦτο συμπληρωθῇ διὰ τῆς φράσεως «Τηρουμένων τῶν νόμων τοῦ Κράτους». Πάντοτε, ἀλλ’ ἰδιαιτέρως τώρα, ἡ Πολιτεία καὶ ἡ Κοινωνία ἔχουν ἀνάγκην προστασίας ἀπὸ τὸ ρεῦμα τῆς νοσηρᾶς προοδευτικότητος, ἥτις διδάσκεται ἐν ὀνόματι τῆς προόδου καὶ τῆς ἐπιστήμης. Συνοψίζων, κ. Πρόεδρε, προτείνω τὰς κάτωθι τροπολογίας καὶ διαγραφάς, ἅς ἐγχειρίζω εἰς ὑμᾶς καὶ ἐγγράφως. Ἔχουσι δὲ αὗται ὡς ἑξῆς: 1) Νὰ διαγραφῇ ἡ προσθήκη εἰς τὴν ὡς ἰδιαίτερον ἐδάφιον διατυπουμένην φράσιν περὶ ἰσότητος ἐνώπιον τοῦ νόμου τῶν τριῶν λέξεων «καὶ τοῦ Κράτους». 2) Νὰ διαγραφῇ ἡ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις ἡ κάτωθεν τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ σχεδίου. 3) Νὰ ἀντικατασταθῇ ἡ τρίτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 6 διὰ τῆς ἑξῆς διατάξεως: «Ἐπαγγελματικοὶ Συνεταιρισμοὶ Δημοσίων Ὑπαλλήλων Προσώπων Δημοσίου Δικαίου δὲν ἐπιτρέπονται». 4) Νὰ διαγραφῇ ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 7. 5) Νὰ διαγραφῇ τὸ ἄρθρον 8 τοῦ σχεδίου ἢ ἄλλως νὰ συμπληρωθῇ διὰ τῆς φράσεως «τηρουμένων τῶν Νόμων τοῦ Κράτους».
§17Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐνῷ ἡ πρώτη ἡμερησία διάταξις, ὥριζε θὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν ἄρθρων τάδε καὶ τάδε τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ δημοσιευθεῖσα σήμερον ἡμερησία διάταξις διετυπώθη ἄλλως καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατυπώσεως αὐτῆς ἐγένετο ἡ εἰσήγησις τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου συναδέλφου. Νομίζω ὅτι τοῦτο οὔτε ὀρθὸν οὔτε πρακτικὸν εἶναι, διότι ἡ ἐκφρασθεῖσα σαφῶς γνώμη τοῦ Σώματος εἶναι ἡ βάσις τῆς συζητήσεως θὰ εἶναι τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ γίνῃ πρακτικὴ συζήτησις ἐπὶ τῶν συζητήσεων, ἂν ληφθῇ ὡς βάσις τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 διότι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπέφερε τοιαύτας μεταβολὰς ὥστε νὰ προκύπτῃ χάος ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν αὐτὴν τὴν ἀρχήν. Θὰ σᾶς φέρω δύο παραδείγματα. Τὰ περὶ ὅρκου ἀλλοῦ εὑρίσκονται εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 καὶ ἀλλοῦ εὑρίσκονται εἰς τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς εἰς τὸ περὶ ἐκτάκτων δικαστηρίων κ.λ.π. Ἐνῷ εἰς τὸ πρῶτον εὑρίσκεται εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ δικαστικῆς ἐξουσίας, εἰς τὸ ἄλλο εἶναι εἰς τὸ κεφάλαιον δημοσίου δικαίου. Θὰ εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ γίνῃ συζήτησις ἔτσι. Εἶναι ἀνάγκη ἢ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς ἢ νὰ ἀργήσῃ αὐτό, καὶ νὰ ἀρχίσωμεν μὲ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπηρχαιωμένον, ὡς βάσις συζητήσεων. Ἡ ἀνάμιξις τῶν δύο αὐτῶν πραγμάτων εἶναι ἀπολύτως ἀπαράδεκτος καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ τεθῇ σαφῶς τὸ ζήτημα. Ἢ θὰ ἔχωμεν ὡς βάσιν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 καὶ θὰ ἀγνοήσωμεν τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς ἢ θὰ ἐργασθῶμεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς. Εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον καὶ τὰ δύο πράγματα νὰ γίνουν συγχρόνως.
§18Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δυνάμει τοῦ Βʹ ψηφίσματος συνεκροτήθη ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία συνέταξε σχέδιον Συντάγματος, τροποποιήσασα ὡρισμένας διατάξεις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ἐφ’ ὅσον ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ συνέστησε διὰ ψηφίσματος, πρέπει νὰ ληφθῇ ὡς βάσις τῆς συζητήσεως τὸ σχέδιον αὐτῆς.
§19Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Νομίζω ὅτι χρειάζεται νὰ κάνωμεν μίαν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι βάσις τῆς συζητήσεως εἶναι τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς. Τοῦτο καὶ ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως, διότι καὶ μέσα εἰς τὸ ψήφισμα, ἀναφέρονται ὡρισμένα ἄρθρα τοῦ σχεδίου ψηφίσματος διὰ τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπεται ἡ παράτασις τῆς συζητήσεως πέραν τῆς συνήθους διαρκείας. Ἀκριβῶς καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον φρονῶ ὅτι βάσιν τῶν συζητήσεων θὰ ἀποτελέσῃ τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις ἐπ’ αὐτοῦ. Ἀκόμη νομίζω ὅτι ἐκ παραδρομῆς ἔχει τεθῆ καὶ τὸ ζήτημα τῶν πλειόνων εἰσηγητῶν κατ’ ἄρθρα. Ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔκανα τὴν τροπολογίαν καὶ νομίζω ὅτι κατὰ τὴν ἀντιγραφὴν ἐγένετο τὸ λάθος αὐτό. Καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἐγὼ μείναμεν μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι ἕνας εἶναι ὁ γενικὸς εἰσηγητής. Τώρα μένομεν μὲ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἐμφανίζονται καὶ ἄλλοι. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι σωστό, διότι ἕνας εἶναι ὁ εἰσηγητής. Ἑπομένως ὅλοι οἱ ἄλλοι ὑπόκεινται εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς ½ ὥρας.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι οἱ κατὰ μέρους εἰσηγηταὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι.
§21Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ὅλοι οἱ ἄλλοι πρέπει νὰ ὑπαχθοῦν εἰς τὸ ἡμίωρον. Πρέπει καὶ ἐπ’ αὐτοῦ νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δώσῃ ἑρμηνεία ἡ Βουλή, ἵνα τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς ἀποτελέσῃ τὴν βάσιν τῆς συζητήσεως, ὅπως καὶ τὸ τῆς ὁμιλίας τῶν ἀγορητῶν ἐπὶ ½ ὥραν. Δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχῃ ἐπ’ αὐτοῦ ἀντίρρησις.
§22Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὑπάρχει ἀντίφασις μεταξὺ τῶν 2 ἡμερησίων διατάξεων, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς συζητήσεως. Νομίζω καὶ ἐγὼ ὅτι ἡ συζήτησις ἔπρεπε νὰ ἀρχίσῃ ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς. Μάλιστα τόσον πολὺ δίδω προσοχὴν εἰς τοῦτο, ὥστε πιστεύω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ μία πρότασις ἀπορρίψεως τοῦ σχεδίου αὐτοῦ καθολικῶς, διότι ἀναμφιβολώτατα πρόκειται περὶ ἀσυναρτήτου καὶ παιδαριώδους κατασκευάσματος 145 ἄρθρων. Διότι, κ. Πρόεδρε, ἀναμφιβολώτατα θὰ ζητήσω καὶ πάλιν συγχαρητήρια, διότι ὅσας ἡμέρας καὶ ἂν συζητήσωμεν καὶ 145 ἡμέρας ἂν συζητήσωμεν δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέλος τῶν 145 ἄρθρων τοῦ σχεδίου. Ἡ Συνέλευσις αὐτὴ ἐκλήθη νὰ ἀναθεωρήσῃ μερικὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, κύριοι, ἐξακολουθεῖ νὰ ἰσχύῃ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1215. Δὲν κατασκευάζονται τὰ Συντάγματα ἑκάστοτε τοῦ τοῦ πρώτου μέχρι τοῦ τελευταίου ἄρθρου. Ἀλλ’ ἐντούτοις, ἐφόσον ἐγένετο ἡ σειρὰ αὐτὴ τῶν σφαλμάτων, τὸ κανονικὸν βέβαια εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Γονατᾶς, νὰ ἀρχίσωμεν νὰ συζητῶμεν ἓν πρὸς ἓν τὰ ἄρθρα τοῦ ἀσυναρτήτου, παιδαριώδους κατασκευάσματος, τοῦ τραγελαφήματος αὐτοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου ἀναμφιβόλως θὰ γράψῃ μετὰ καταπλήξεως καὶ ἀηδίας ἡ πολιτική μας ἱστορία (Θόρυβος—κωδωνοκρουσίαι).
§23Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. (Ἐν μέσῳ τοῦ θορύβου). Δὲν εἶναι δυνατὸν, κ. Πρόεδρε, νὰ λέγωνται ὕβρεις ἐναντίον ....... Δὲν τὸ ἀνεχόμεθα αὐτό. Ἢ θὰ ἀνακληθῇ ὁ ἄνθρωπος εἰς τὴν τάξιν ἢ ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτάς. Θὰ ἀποχωρήσωμεν.
§24Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἰς τὸ καλό, νὰ ἀπαλλαγῶμεν. Ἐβάλθηκαν, κύριοι, νὰ καταστρέψουν ὁλόκληρον τὸ πολίτευμα τῆς χώρας. (Θόρυβος).
§25Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Πρέπει νὰ ἀνακαλέσῃ κ. Πρόεδρε, ἄλλως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχισθῇ ἡ συνεδρίασις.
§26Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Παρακαλῶ καὶ τοὺς ἐν τῇ Κυβερνήσει κυρίους, νὰ λάβουν τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος.
§27Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπιμένω ἐν ὀνόματι τῆς Πατρίδος, τὴν ὁποίαν κατήσχυναν.
§28Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπεν ὁ κ. Κουλουμβάκης ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἰσχύει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1215. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθές. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν τὸ Σύνταγμα ἐξελίσσεται καθ’ ἑκάστην. Τὸ παρλαμέντο, συγκροτούμενον ἀπὸ τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων, τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων καὶ τὸν Βασιλέα, συντάσσει καθ’ ἑκάστην καὶ προσαρμόζει τὰς συνταγματικὰς διατάξεις. Ἐπίσης δὲν εἶναι ὀρθόν, οὔτε ἁρμόζει εἰς συνάδελφον ὅπως ὁ κ. Κουλουμβάκης, νὰ χαρακτηρίζεται ὡς παιδαριῶδες ἔργον ἕνα ἔργον τὸ ὁποῖον, ἢ οὐχὶ τι ἄλλο, τοὐλάχιστον κατέγραψε τὰ ἄρθρα κατὰ τρόπον ἐπιστημονικόν.
§29Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὁμιλεῖ ἐν ἀρχῇ ἐν μέσῳ θορύβου μὴ ἀκουόμενος)... Νομίζω ὅτι πράγματι ἡ ἀποστολὴ τῆς Συνελεύσεώς μας ὑπῆρξε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένῃ ἡ ἀναθεώρησις ὡρισμένων διατάξεων τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος τοῦ 1911. Εὑρισκόμεθα, ἐννοεῖται, ἐνώπιον ἑνὸς σχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐπιμελέστατα ἐξεποίησεν, ἐργασθεῖσα ἐπὶ 2 ὁλόκληρα ἔτη, ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή. Ἕνας ἕκαστος ἐξ ἡμῶν μπορεῖ ἐπὶ τοῦ σχεδίου αὐτοῦ νὰ ἔχῃ παραλλασσούσας ἀντιλήψεις, ἐὰν ἐπεξετάθη πολὺ εὐρέως ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὸ ἔργον της, ἐὰν ἴσως ἔθιξε διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ θιγοῦν τὸ παράπαν ἢ ἐὰν τέλος πάντων ἠκολούθησε σειρὰν ἄλλην εἰς τὸ ἔργον της. Καὶ ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ ὅτι ὡρισμένα σημεῖα τοῦ παρόντος, τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος δὲν ὑπῆρχεν ἀποχρῶν λόγος νὰ θιγοῦν, τοσούτῳ μᾶλλον ὅσον κατὰ τίποτε οὐσιῶδες δὲν θὰ ἐπήρχετο μεταβολή. Ἀλλὰ πάλιν σημεῖα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπέρχεται οὐσιώδης μεταρρύθμισις, ἀνακαίνισις τοῦ ἐν ἰσχύϊ πολιτεύματός μας, εἶναι ὀρθά, ὅπως ὡρισμένα σημεῖα ἀφορῶντα τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν καὶ ἄλλα, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ὑπάρξῃ οὐσιώδης συζήτησις καὶ ἴσως ὡς πρὸς αὐτὰ θὰ παραμείνῃ τὸ σχέδιον ὡς ἔχει. Δὲν κάμνω μαντικήν, ἀλλὰ μίαν ὑπόθεσιν. Διὰ ταῦτα πρέπει νὰ εὕρωμεν ἕνα πρακτικὸν τρόπον προόδου τοῦ ἔργου μας. Ὁ τρόπος αὐτὸς θὰ εἶναι ἢ νὰ πάρωμεν ὡς βάσιν τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα τοῦ 1911 ἢ τὸ ἐκπονηθὲν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς σχέδιον. Τὸ τελευταῖον βέβαια ψήφισμα, διὰ τῆς παραθέσεως ὡρισμένων ἄρθρων μὲ τὴν σειρὰν τοῦ σχεδίου, μας δίδει τὴν εὐχέρειαν νὰ ἀντλήσωμεν ἐκεῖθεν τὸ ἐπιχείρημα ὅτι τὸ σχέδιον ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τῆς συζητήσεως. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει δι’ αὐτὸ νὰ χρονοτριβήσωμεν. Τὸ ἐὰν εἰς τὰς συζητήσεις μας καὶ διὰ λόγους πρακτικοὺς θὰ λάβωμεν ὡς βάσιν τὰ ἕνα ἢ τὸ ἄλλο εἶναι μία λεπτομέρεια τυπική. Ἡ οὐσία εἶναι ὅτι τὸ ἰσχῦον πολίτευμα εἶναι ἡ βάσις τοῦ ἀναθεωρητικοῦ μας ἔργου. Τὰ περαιτέρω εἶναι θέμα συνεννοήσεως μεταξύ μας, ὥστε ἀπροσκόπτως νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν οὐσιαστικὴν ἐξέτασιν τοῦ ἔργου μας.
§30Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐλέχθησαν φράσεις ἀπαράδεκτοι καὶ φρονοῦμεν καὶ τὸ φρονεῖ ὁλόκληρος ἡ Βουλή, ὅτι ἐδημιουργήθη προσωπικὸν ζήτημα. Νὰ μᾶς δώσετε τὸν λόγον.
§31Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Πῶς τὸ ἀνέχεσθε αὐτὸ κ. Πρόεδρε.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι προσωπικόν κ. Τσάτσο. Ἐν πάση περιπτώσει ὁρίστε, ἔχετε τὸν λόγον.
§33Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἠκούσατε, κύριοι προηγουμένως ὅτι ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς παιδαριώδη κατασκευάσματα, ὡς κατασκευάσματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθοῦν σοβαρῶς, τὰ πορίσματα μιᾶς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία εἰργάσθη ἐπὶ διετίαν. Ὁ κ. βουλευτὴς Ἀθηνῶν, ὁ ὁποῖος εἶπεν τὴν φράσιν αὐτήν, ἔχει ἀναμφιβόλως τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύῃ ὅ,τιδήποτε θέλει. Χαρακτηρισμὸν ὅμως περὶ τῆς ἐργασίας τῶν ἄλλων ὡς παιραδιώδους, δὲν ἔχει τὸ ἀνάστημα κανεὶς ἐξ ἡμῶν νὰ δίδῃ. Οὔτε ὁ κ. βουλευτὴς Ἀθηνῶν, οὔτε κανεὶς ἄλλος. Εἶναι ζήτημα τιμῆς διὰ τὸ Σῶμα νὰ ζητηθῇ ἡ ἀνάκλησις τῶν χαρακτηρισμῶν αὐτῶν.
§34Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸν πρὸ ὀλίγου ἀγορεύσαντα πολλάκις ἐγὼ ἐνεκωμίασα ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης. Λυποῦμαι διότι τὸ ἐλησμόνησε. Ἐγὼ εἶμαι ἕτοιμος νὰ συνεχίσω τὰ ἐγκώμια. Ἀλλὰ τὰ 145 αὐτὰ ἄρθρα εἶναι ἐναντίον τοῦ προορισμοῦ τῆς Συνελεύσεως, εἶναι ἐναντίον τῆς Πατρίδος. Ἔχω τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ τοῦ λόγου χαρακτηρίζω αὐτὸ ὡς ἔργον ἀσυνάρτητον καὶ παιδαριῶδες. Εἶναι ἐλευθερία αὐτή. Δὲν θίγω τὰ πρόσωπα. Ἀνησύχησαν ἀπὸ μίαν ὑπερβολικὴν φιλοτιμίαν. Παρεσύρθησαν ὁ εἷς ἀπὸ τὸν ἕτερον καὶ ἐξετράπησαν. Παρεπλανήθησαν εἰς ἕνα κατασκεύασμα πρὸ τοῦ ὁποίου τρέμω τὴν στιγμὴν ταύτην, διότι εἶπον ἡ ἰδική μας ἱστορία θὰ γράψῃ σελίδας ζωηράς, σκληρὰς, εἰς τοιαύτας περιστάσεις νὰ ἔρχεται σχέδιον 145 ἄρθρων χωρὶς κανένα λόγον, εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν κατὰ τὴν ὁποίαν διεξάγομεν ἀγῶνα κατὰ τοῦ κομμουνισμοῦ νὰ ἔρχεται σχέδιον μὲ ὑπαγορεύσεις κομμουνιστικάς.
§35Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἶναι Σύνταγμα τὸ ὁποῖον κατ’ ἐξοχὴν συνετάχθη μὲ πνεῦμα ἀντιμετωπίσεως τοῦ κομμουνισμοῦ καὶ τὸ λησμονεῖτε.
§36Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ τὸ ἀντίθετον καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὸ εἴπω. Δὲν θίγω πρόσωπα καὶ μάλιστα ὡς ὁ κ. Θεμ. Τσάτσος, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, τὸν ὁποῖον τόσον τιμῶ. Λοιπὸν ποῦ εἶναι τὸ προσωπικὸν ζήτημα;
§37ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει.
§38Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ποίαν στάσιν ἔλαβε τὸ Προεδρεῖον ἔναντι αὐτῶν τῶν ὕβρεων τῶν ἐκστομισθεισῶν ἐναντίον τῶν 40 μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς; Ὡς πρόεδρος ὀφείλεται νὰ λάβητε θέσιν. Ἢ θὰ εἰπῆτε ὅτι ὁ βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος ἠσχημόνησε κατὰ τοιοῦτον τρόπον, παρεξετράπη καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ τὸν ἀνακαλέσητε εἰς τὴν τάξιν, ἢ ἄλλως θὰ γίνητε ἀλληλέγγυος καὶ σεῖς μετ’ αὐτοῦ. Καὶ τότε ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ὀφείλει νὰ συνέλθῃ αὔριον καὶ νὰ λάβῃ θέσιν ἔναντι τῆς στάσεως αὐτῆς.
§39Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Σᾶς ἐρωτῶ, ὅταν λέγει τις ὅτι ἠσχημόνησα, δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ λέγω ὅτι εἶναι αὐθάδης;
§40Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω βαθεῖαν ἀμφιβολίαν ἐὰν εἴμεθα κατάλληλοι καὶ ἄξιοι διὰ νὰ καταρτίσωμεν νέον Σύνταγμα. Ὅταν ἐπὶ θεμάτων ἐπιστημονικῶν δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ διατηρήσωμεν τὴν ψυχραιμίαν μας εἰς τὰς ὁμιλίας μας, αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν εἴμεθα ἄξιοι νὰ καταρτίσωμεν νέον Σύνταγμα (χειροκροτήματα).
§41Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. (Ἐν μέσῳ θορύβου καὶ κωδωνοκρ.). Δὲν αἰσθάνεσθε τὴν ὕβριν κ. Πρόεδρε; Δηλαδὴ ἐὰν εἴπωμεν αὔριον ὅτι τὸ προεδρεῖον ἐργάζεται παιδαριωδῶς, δὲν θὰ θεωρήσητε τὸν ἑαυτόν σας ὑβρισθέντα;
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
§43Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἔ! λοιπὸν τότε;
§44Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶπα αὐτό. Εἶπα τὸ ἔργον, τὸ σχέδιον, ὄχι οἱ ἄνθρωποι.
§45ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Συνεπῶς δὲν ὑπάρχει προσωπικὸν ζήτημα.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Δὲν ἠκούσθη)......................... ....................................................
§47Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι διὰ τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος διὰ τὸ ὁποῖον ἐκλήθη ἡ Βουλή, οὔτε διὰ ἀποφάσεων αὐτὰ τὰ ὡρισμένης συνταγματικῆς δυνάμεως ψηφίσματα δυνάμεθα νὰ τὰ μεταβάλωμεν, οὔτε ἄλλως κατὰ διαφόρους τρόπους, ἐὰν δὲν θέλῃ ἡ ἰδία νὰ θέσῃ ἑαυτὴν ἐκτὸς τῶν ψηφισμάτων αὐτῶν. Ἐκλήθη ἡ ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ μὲ τὸ διάταγμα τῶν ἐκλογῶν πρὸς ἀναθεώρησιν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἔχει τὴν ἐξουσίαν ἀναθεωρήσεως τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, πλὴν τῶν καθοριζουσῶν τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος. Κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τῆς συγκροτήσεώς της ἡ Βουλὴ ἐξέδωκε τὸ ὑπ’ ἀριθ. Βʹ ψήφισμα, εἰς τὸ ὁποῖον καθώριζε τὸ ἔργον της τὸ ἀναθεωρητικόν, συμφώνως δὲ μὲ τὸ ψήφισμα αὐτό, ἀνετίθετο εἰς Ἐπιτροπήν, ἡ προπαρασκευὴ τῶν ἐπενεκτέων εἰς τὸ Σύνταγμα μεταρρυθμίσεων. Τοῦτο εἶναι τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὑπάρχει διάταξις τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ Ἀναθεωρητικαὶ Βουλαὶ συγκροτοῦνται μετ’ ἀπόφασιν τῶν προηγουμένων Βουλῶν, αἱ ὁποῖαι ὁρίζουν ποῖαι θὰ εἶναι αἱ ἀναθεωρητέαι διατάξεις. Δὲν ἐτηρήθη βεβαίως, κατὰ τὴν προκήρυξιν τῶν ἐκλογῶν ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ Συντάγματος. Πλέον ἡ αὐτὴ συνέλευσις καθώρισε διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Βʹ ψηφίσματος ποῖαι θὰ εἶναι αἱ ἀναθεωρητέαι διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Συνεκράτησε δέ, ἐπὶ τούτῳ τὴν Ἐπιτροπήν. Τὸ ἔργον συνεπῶς τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τοῦ ὑποβληθέντος σχεδίου εἶναι ἔργον ἀναθεωρήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστον τὸ ὅτι τὸ ἔργον τοῦτο ἡ Ἐπιτροπὴ τὸ ἔκαμε διὰ τοῦ καταρτισθέντος σχεδίου. Εἰς τὸ καταρτισθὲν σχέδιον ἡ Ἐπιτροπὴ, ὅπως ἀναλύεται καὶ ἀπὸ τὴν διεύθυνσιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο, κύριοι, ὅπως θέλω ἀποδείξει δι’ ὀλίγων πρὸς ὑμᾶς, παρὰ ἐμελέτησε καὶ κατὰ τρόπον ἐπιστημονικὸν εἰργάσθη διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν διατάξεων. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ἔχει διατηρηθῆ εἰς τὰ ἄρθρα 4, 7 καὶ 21 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς. Πρόκειται δὲ ἀπὸ τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς ὡς ἄρθρον 3 νέα διάταξις μὴ ὑφισταμένη εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ὑφισταμένη ὅμως εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1929. Ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει νὰ ἀπασχοληθῇ παρὰ θὰ ἀποφασίσῃ ἐὰν θὰ τὴν δεχθῇ ἢ θὰ τὴν ἀπορρίψῃ. Καὶ θὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ ἄρθρον 4, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπανάληψις τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος 1911, θὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ ἄρθρον 5.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέμα συζητήσεως αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι ἐὰν θὰ ληφθῇ ὡς βάσις εἰς τὰς συζητήσεις τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς ἢ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911.
§49Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Συνεπῶς ὀρθότατα ἔχει ἡ ἡμερησία διάταξις. Οὔτε τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς ἔγινεν ἐπὶ ματαίῳ, ὅπως ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος, ἀλλὰ θὰ συμβάλῃ εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος. Νομομαθῆ μέλη τῆς Συνελεύσεως, συνῆλθον καὶ εἰργάσθησαν ἐπὶ τὸ αὐτό, καὶ θὰ βοηθήσουν τὴν Συνέλευσιν εἰς τὸ νὰ ἀποδεχθῇ ἢ νὰ ἀπορρίψῃ ὡρισμένας τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου. Συνεπῶς, ὀρθῶς ἔχει ἡ ἡμερησία διάταξις καὶ ὀρθῶς προχωρεῖ ἡ Συνέλευσις εἰς τὸ ἔργον της. Θὰ ἠδύνατο νὰ τὸ μεταβάλῃ μόνον, ἐὰν διὰ νέου ψηφίσματός της ἤθελεν ἐπὶ τούτου ἀποφανθῆ.
§50Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα προτιμήσεως, ἡ ἐκλογὴ τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς. Εἶναι ἐπιβεβλημένον, ἐκ τῶν δύο κειμένων, τὰ ὁποῖα ἰσχύουν ἐκ τοῦ ψηφίσματος Β, καὶ ἐκ τοῦ τελευταίου ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος κ. Γονατᾶς. Προσθέτω, ὅτι τὸ ψήφισμα Βʹ ἀναφέρει ρητῶς ὅτι, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἀνατίθεται ἡ προπαρασκευὴ τοῦ σχεδίου τῶν ἐπενεκταίων εἰς τὸ Σύνταγμα μεταρρυθμίσεων. Ἑπομένως τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον κατηρτίσθη, ὀφείλει νὰ λεχθῇ, ὅτι τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ ἐκδήλωσιν φιλαυτίας τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ μίαν πρακτικὴν ἀνάγκην. Νομίζω δὲ ὅτι, ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν παρετηρήθη εἷς ἄτοπος ἐκνευρισμὸς εἰς τὴν αἴθουσαν, παρῆλθεν ἀρκετὴ ὥρα ὥστε, ὁ σεβαστὸς συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ἐξεστόμισεν ὑβριστικὰς φράσεις ἐναντίον συναδέλφων, νὰ εἶναι πρόθυμος νὰ ἐξηγήσῃ ὅτι, δὲν εἶχε τὴν διάθεσιν νὰ θίξῃ οὐδένα, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν, καὶ Σύνταγμα νὰ γίνῃ καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ τὸ ἔργον της. Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ νὰ ὑπάρχῃ μισαλλοδοξία, τότε οὔτε ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ καταρτίσῃ Σύνταγμα, καὶ θὰ καταπέσῃ καὶ τὸ γόητρον τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως.
§51Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι, ἀπὸ ἀπόψεως καθαρῶς συνταγματικῆς τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλοῦν καὶ σαφές. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ἐξακολουθεῖ νὰ ἰσχύῃ καὶ πρόκειται νὰ κρίνωμεν, ποῖαι ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ ἰσχύοντος ἤδη Συντάγματος, χρήζουν ἀναθεωρήσεως. Συνεστήθη ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία ὑπέδειξε τὰς ἀναθεωρητέας καὶ τροποποιητέας διατάξεις. Ἐὰν ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτή, συνέταξε σχέδιον ὁλόκληρον, ἐνεσωμάτωσε τὸ Σύνταγμα, τὸ ἐκωδικοποίησε, περιλαβοῦσα καὶ τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας αὐτὴ ὑπέδειξε, καὶ μετέβαλε τὴν σειρὰν τῶν ἄρθρων εἰς τὸ Σύνταγμα, τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι, τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ἔπαυσε νὰ ἰσχύῃ καὶ δὲν ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν τροποποιήσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπέλθουν. Τὸ ζήτημα τῆς βάσεως τῆς συζητήσεως, δὲν εἶναι ἁπλοῦν, ἔχει μίαν οὐσιαστικὴν σημασίαν. Ἐὰν θέσωμεν ὡς βάσιν τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς, νομίζω ὅτι κατ’ αὐτὸν τρόπον τίθεται ἐν παραμερισμῷ, τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα τοῦ 1911. Θὰ ἤθελον νὰ σᾶς φέρω τὸ ἑξῆς παράδειγμα. Τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν μνημονεύει τὸ ἄρθρον 107, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ γλώσσης. Καὶ ἐρωτῶ: Ἐὰν θέσωμεν ὡς βάσιν τῆς συζητήσεως τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς σημαίνει ὅτι καταργοῦμεν τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος. Καὶ πῶς θὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὴν ἀνάποδη καὶ θὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ ἄρθρον 107 εἶναι τὸ συζητούμενον. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἐντελῶς ἁπλοῦν δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ γεννηθῇ ζήτημα. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀγνοήσωμεν καὶ τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθοῦν, ἐὰν θέσωμεν ὡς βάσιν ὅτι συζητοῦμεν, ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς νέου Συντάγματος. Τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ ἐδημιούργει καὶ γενικώτερον κίνδυνον. Τούτου δέ, ἐπαναλαμβάνω ἐγώ, δὲν ὑφίσταται κανεὶς πρακτικὸς λόγος, διότι κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου οὐδεμία δυσχέρεια θὰ ἐπέλθῃ συμβιβασμοῦ μὲ βάσιν συζητήσεως τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, καὶ ἐν ὄψει τῶν τροπολογιῶν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῶν προτάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς. Διατὶ νὰ ἀποστῶμεν τοῦ ὀρθοδόξου συστήματος; Διατί, νὰ θέσωμεν ζήτημα ἐπαναλαμβάνω, ἔστω καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον, ζήτημα ἰσχύος τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, καὶ νὰ ἀρχίσωμεν συζητοῦντες μὲ τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον πολλὰς μὲν διατάξεις παρέλειψε τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ἐνῷ ἀντιθέτως προσέθεσε καὶ ἐντελῶς νέας. Ἐὰν πάρωμεν ἕνα–ἕνα ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ παραλείψωμεν τὰς προτάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς, βεβαίως βάσιν τῆς συζητήσεως θὰ ἀποτελέσῃ τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἐπάνω εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ἐκεῖ θὰ ἐπιφέρωμεν τὰς τροποποιήσεις. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι, δὲν ὑφίσταται οὐδεμία δυσχέρεια συμβιβασμοῦ ἀμφοτέρων. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον, νομίζω, ὅτι πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ ἐργασθῶμεν μὲ βάσιν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ἐν παραβολῇ πρὸς τὰς τροποποιήσεις τὰς ὁποίας ἐπεφέραμεν.
§52Χ. ΤΟΥΝΤΑΣ. Ἡ ἐπικρατοῦσα ἄποψις, εἶναι νὰ προχωρήσωμεν μὲ βάσιν τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὅποιος ἔχει ἀντίθετον γνώμην νὰ τὸ ἐκθέσῃ, διὰ νὰ προχωρήσωμεν, οἱ λοιποὶ δὲ νὰ παραιτηθοῦν τοῦ λόγου.
§53Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω δύο μόνον λέξεις. Λέγω τοῦτο: Ἐὰν πράγματι θέλωμεν, δὲν λέγω νὰ ψηφίσωμεν Σύνταγμα, ἀλλὰ πάντως νὰ προχωρήσωμεν κατὰ ἕνα τρόπον εἰς τὰς ἐργασίας μας, πρέπει νὰ ἀντιληφθῶμεν ὅτι προωθοῦντες τὴν οὐσίαν ὑπὲρ τοὺς τύπους, εἶναι ἀνάγκη νὰ δημιουργήσωμεν μίαν οἰκονομίαν, βάσει τῆς ὁποίας ἡ συζήτησις θὰ προχωρήσῃ. Ἀληθῶς, κατὰ μὲν τὸ πρῶτον ψήφισμα, φαίνεται σαφῶς ὅτι ἡ Συνέλευσις ἠθέλησε νὰ γίνῃ ἕνα σχέδιον τῶν ἐπενεκταίων μεταρρυθμίσεων εἰς τὸ ὑφιστάμενον Σύνταγμα. Μὲ τὸ ἄλλο ψήφισμα τὸ τελευταῖον, φαίνεται ἀντιθέτως, ὅτι, ἡ Συνέλευσις ζητεῖ νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς. Εἰς τὸ τελευταῖον ψήφισμα, ὑπάρχει ἓν ἄρθρον, κύριε Πρόεδρε, τὸ ὁποῖον λέγει σαφῶς ὅτι: «Ἡ συζήτησις τῆς ἀναθεωρήσεως................ .......... (ἀναγινώσκει)..........» Ἑπομένως, κατὰ τὰ ἄρθρα αὐτὰ, ὑπάρχει τὸ ὑφιστάμενον Σύνταγμα, τοῦ ὁποίου ἔχομεν προτάσεις μεταρρυθμίσεως. Κατὰ τὸ ἄρθρον 4, ὁρίζεται ὅτι ὡρισμένα ἄρθρα, τοῦ σχεδίου, θὰ συζητηθοῦν ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου. Ἐνώπιον λοιπόν, αὐτῆς τῆς ἐλλείψεως, ἂς εἴπωμεν, συνοχῆς εἰς τὰς ἀποφάσεις μας, θὰ ἤθελον νὰ προτείνω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον εἰς τὴν ἀρχήν, νὰ ὑπάρξῃ μία οἰκονομία, ἡ ὁποία νὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ προωθήσωμεν τὴν οὐσίαν ὑπὲρ τὸν τύπον. Ἡ οἰκονομία εἶναι ὅτι, ὑπάρχει σήμερον ἓν Σύνταγμα ἰσχῦον —δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ ἀρνηθῶμεν ὅτι Σύνταγμα ὑφίσταται— καὶ ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ κάμωμεν ἀναθεώρησιν. Αὐτὸ εἶναι ἓν ἀναμφισβήτητον γεγονός. Κατὰ συνέπειαν ἔχομεν ὡρισμένας προτάσεις ἀναθεωρήσεως διατυπωθείσας ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν, εἰς ἓν εἶδος σχεδίου Συντάγματος. Αὐτὰς τὰς προτάσεις θὰ τὰς συζητήσωμεν ὅταν ἔρχεται ἑκάστη εἰς τὴν σειρὰν τοῦ οἰκείου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἐπειδή, κύριοι συνάδελφοι, ὡρισμέναι ἀπὸ τὰς προτάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐνδέχεται δὲ καὶ προτάσεις ἀξιοτίμων συναδέλφων, ποὺ δὲν συμμετέσχον εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, δὲν εἶναι εἰς σειράν, ἂς εἴπω μορφολογικήν, σύμφωνα μὲ τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, θὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις παρεκκλίσεως εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο καὶ ὅταν θὰ συζητῶμεν, φερ’ εἰπεῖν, τὰ ἄρθρα 3–20 τοῦ Συντάγματος, θὰ πρέπει νὰ συζητοῦμεν καὶ τὸ ἄρθρον 8 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς, περὶ τέχνης καὶ ἐπιστήμης. Μὲ αὐτό, νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι δημιουργεῖται μία οἰκονομία εἰς τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία δὲν παραβλέπει τὴν οὐσίαν, ἐνδεχομένως παραβλέπει τὸν τύπον, ἀλλὰ ἡ ὁποία προωθεῖ εἰς τὸ νὰ συζητήσωμεν χωρὶς ἀντιρρήσεις. Ἡ οὐσία εἶναι ὅτι ἔχομεν Σύνταγμα, καὶ τὰς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος τροπολογίας. Ἀλλά, μὴ μᾶς εἴπετε, κύριε Πρόεδρε καὶ κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ ἄρθρον 8, φέρ’ εἰπεῖν, δὲν εἶναι μέσα εἰς τὸ Δημόσιον Δίκαιον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, καὶ ἆρα δὲν τὸ συζητοῦμεν. Πάσας τὰς τροποποιήσεις, καὶ τὰς ὑπαρχούσας εἰς τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ τὰς ἀναφερομένας εἰς τὸ Δημόσιον Δίκαιον, ἀσχέτως μορφολογικῆς κατατάξεως, θὰ τὰς συζητήσωμεν μὲ τὴν σειράν των.
§54Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ἐάν, κύριε Πρόεδρε, γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Στεφανοπούλου, ὑπὲρ τῆς ὁποίας εἶμαι καὶ ἐγώ, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι ἡ οἰκονομία ἡ καλυτέρα, δηλαδὴ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ἀλλὰ μὲ ὅλας τὰς προτάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος, ἄνευ οὐδεμιᾶς παραλείψεως εἰς τὸ οἰκεῖον μέρος, τότε παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
§55Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικ.). Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς οὐσίας καὶ μιᾶς πρακτικῆς περιπτώσεως. Ἔχομεν ἐν ἰσχύϊ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ τοῦτο, ἄλλως θὰ ἐτίθετο ἐν ἀμφισβητήσει τὸ πολίτευμα τῆς χώρας. Ἡ συζήτησις πρέπει, συνεπῶς, νὰ εὕρῃ ἕνα πρακτικὸν δρόμον. Διὰ πρακτικοὺς λόγους νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐν συναρτήσει βεβαιότατα μὲ τὰ ἀντίστοιχα κεφάλαια τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ἐν ἰσχύϊ Σύνταγμα.
§56Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκρίθη ἐπανειλημμένως ὅτι ἡ ἔκτασις τῶν ἁρμοδιοτήτων τῆς Ἐπιτροπῆς ἦτο ἐκτεταμένη, ἀπολύτως ἐκτεταμένη, πλὴν τῶν ἄρθρων τῶν ἀφορώντων τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος. Ἡ Ἐπιτροπὴ εἶχε δικαίωμα νὰ κάμῃ οἱασδήποτε καὶ ὁσασδήποτε ἔκρινε μεταρρυθμίσεις. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπῆρε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 καὶ εἶπεν ἂς κάμω ἓν σχέδιον, σύμφωνα μὲ τὸ Βʹ ψήφισμα, λαμβάνω ὑπ’ ὄψει μου τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 καὶ κάμνω αὐτὰς τὰς τροπολογίας. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ τὰς φέρῃ ἀσυνδέτους καὶ χωρὶς κανένα εἱρμόν, ἐνέταξεν αὐτὰς εἰς ἓν ἀρχιτεκτονικὸν σχέδιον, τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον δὲν ἀφίσταται τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Δὲν θὰ ἠμπορέσωμεν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἐργασθῶμεν, ἐὰν δὲν μεθοδεύσωμεν τὸν τρόπον τῆς ἐργασίας μας. Πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας τὸ σχέδιον ὅπως εἶναι...
§57ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§58Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος. Πρόκειται νὰ εὕρωμεν μίαν καλυτέραν μέθοδον ἐργασίας, ἄλλως θὰ ματαιοπονήσωμεν.
§59Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἔχομεν μίαν ὑποχρέωσιν καὶ ὑποχρέωσιν ἱεράν, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τὸ νὰ γίνῃ ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος τὸ ταχύτερον καὶ νὰ εἶναι καρποφόρος διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν τύχην ἄλλων Συνελεύσεων, ὅπως συμβαίνει ἐν Ἑλλάδι καὶ εἰς ἄλλα Κράτη. Ἐγὼ πιστεύω ὅτι ἡ συζήτησις ἂν θὰ ἀναγράφωνται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὰ ἄρθρα τοῦ ὑπὸ ἀναθεώρησιν Συντάγματος ἢ θὰ ἀναγράφωνται αἱ τροποποιήσεις, εἶναι ἄσκοπος καὶ ἐπιζημία. Κύριοι, ἐκλήθημεν νὰ ἀναθεωρήσωμεν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 εἶναι τὸ Σύνταγμα τὸ ἰσχῦον. Περὶ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία. Ἐφ’ ὅσον ἡ Ἐπιτροπὴ ἔθεσεν ὡρισμένας ἀναθεωρητέας διατάξεις, ἐγὼ πιστεύω ὅτι διὰ τὴν ταχυτέραν διεκπεραίωσιν τοῦ ἔργου της, χρειάζεται νὰ ἀναγράφωνται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν αἱ ἀναθεωρητέαι διατάξεις καὶ αὐτὸ εἶναι σύμφωνον καὶ μὲ τὸ ψήφισμα, διότι τὸ ψήφισμα λέγει θὰ τροποποιήσωμεν τὸ Σύνταγμα, συνεπῶς ἡμεῖς θὰ συζητήσωμεν τὰς τροποποιήσεις, ἐπὶ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Βλέπω, λοιπόν, ὅτι θὰ εἴμεθα συμφωνότεροι μὲ τὸ ψήφισμα, ἀλλὰ καὶ τὸ ἔργον μας θὰ γίνῃ καλύτερον ὅταν ἀναγράφωνται εἰς τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος αἱ τροποποιήσεις τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ἔχει ὡρισμένας διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀναφέρονται εἰς τὸ σχέδιον, αὐταὶ θὰ μείνουν νὰ συζητηθοῦν; Αὐταὶ θὰ...... (δὲν ἠκούσθη). Πιστεύω, ἀξιότιμοι κύριοι, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ λυθῇ τὸ ταχύτερον τὸ ζήτημά μας, ἀλλὰ νομίζω ὅτι χρειάζεται νὰ λύσωμεν καὶ ἕνα ἄλλο ζήτημα. Τὸ ψήφισμα λέγει ὅτι οἱ εἰσηγηταὶ θὰ ὁμιλοῦν ἡμίσειαν ὥραν καὶ οἱ ἄλλοι θὰ ὁμιλοῦν ἐπὶ ἓν τέταρτον. Καὶ γεννᾶται τὸ ζήτημα, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου θὰ ἔχωμεν περιωρισμένην τὴν συζήτησιν ἐπὶ ἓν τέταρτον ἢ ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§60ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν τῶν ἀγορεύσεων, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν, δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Στεφανόπουλος;
§62Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Προηγεῖται ἡ ἰδική μου τροπολογία.
§63Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Προηγεῖται ἡ ἰδική μας, τὴν ὁποίαν ἐδέχθη ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρώτη πρότασις εἶναι νὰ τεθῇ ὡς βάσις συζητήσεως τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι).
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ἀπερρίφθη.
§66Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ γίνεται παραπομπὴ εἰς τὰ εἰδικὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§68ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 10.30′ π.μ., μὲ θέμα τὸ ἐν τῇ διανεμηθείσῃ ἤδη ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγραφόμενον. (Ὥρα 8.45′ μ.μ.)