1948.07.07~86
1,113 rows ·
8,118 words ·
31 turns
Date shared with another sitting, so the citation carries #86.
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 86η
Τετάρτη 7 Ἰουλίου 1948
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 7 μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Βογιατζῆς, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῶν δύο χθεσινῶν συνεδριάσεων.
§2Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῶν δύο χθεσινῶν συνεδριάσεων. Ὁ κ. Β. Στεφανόπουλος καλεῖται, ἵνα συνεχίσῃ τὴν εἰσήγησίν του ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος.
§4Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, συνεχίζων τὴν διακοπεῖσαν εἰσήγησίν μου κατὰ τὴν πρωϊνὴν συνεδρίασιν, εἰσέρχομαι εἰς τὰς δημοσιονομικὰς διατάξεις. Αἱ ἐν ἰσχύϊ δημοσιονομικαὶ διατάξεις τῶν Συνταγμάτων τοῦ 1911 καὶ τοῦ 1927 διετηρήθησαν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, τροποποιηθεῖσαι καὶ συμπληρωθεῖσαι (ἄρθρα 33, 35, 61, 66, 67 τοῦ σχεδίου) ἐν πνεύματι προσαρμογῆς πρὸς τὴν ἰδιάζουσαν σημασίαν τὴν ὁποίαν προσλαμβάνει εἰς τὴν ἐποχήν μας ὁ τομεὺς τῆς Δημοσίας Οἰκονομίας, ὡς οὐσιώδης παράγων ἐκπληρώσεως τῆς ποικίλης ἀποστολῆς τοῦ Κράτους. Τὸ κύριον χαρακτηριστικὸν τῆς ἰδιαζούσης αὐτῆς σημασίας εἶναι ἡ σχετικῶς ηὐξημένη δημοσιονομικὴ πρωτοβουλία τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, κατὰ λογικὴν συνέπειαν τῆς ηὐξημένης εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἰσορροπίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν ὁμαλὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ, τ. ἔ. διὰ τὴν καλὴν πορείαν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς χώρας. Ὁ ὁλονὲν περισσότερον ἰσχυροποιουμένη ἐκ τῶν πραγμάτων ἀντίληψις αὕτη διατηρεῖ τὴν θέσιν της εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ Κράτη, ἐπειδὴ δὲν στηρίζεται εἰς θεωρητικὴν βάσιν, ἀλλ’ εἰς τοὺς ἀτέγκτους νόμους τῶν οἰκονομικῶν φαινομένων, ἡ ἰσχυρὰ ἐπίδρασις τῶν ὁποίων ἐπὶ τῆς δημοσίας καὶ τῆς καθόλου Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τῶν Κρατῶν, εἶναι ἀναπόφευκτος. Εἶναι κατὰ συνέπειαν προφανὲς ὅτι ἡ ἐν πρέποντι μέτρῳ κατοχύρωσις τοῦ κανόνος «La ou est la Responsabilité, la doit etre le pouvoir» ἡ ὁποία ὑπῆρξεν ἀντικείμενον Συνταγματικῆς μερίμνης εἰς Κράτη πολὺ μείζονος οἰκονομικῆς εὐρωστίας, ἀποτελεῖ ὑποχρέωσιν διὰ τὴν χώραν ἡμῶν τῆς ὁποίας, ἡ οἰκονομία ἐν γένει πάσχει μονίμους δυσχερείας. Ἡ Ἐπιτροπή, ἐν ὄψει πάντων τούτων καὶ τῶν σχετικῶν προτάσεων τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως Δημ. Λογιστικοῦ, προῆλθεν εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν ἀκολούθων νέων γενικῶν ἀρχῶν, εἰς τροποποίησιν καὶ συμπλήρωσιν τῆς ἰσχυούσης Συνταγματικῆς Νομοθεσίας ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου: α) Καθιεροῦται ὁ ἀνεξαίρετος κανὼν ὅτι τὸ ἀντικείμενον τῆς φορολογίας, οἱ φορολογικοὶ συντελεσταί, καὶ αἱ ἀπαλλαγαὶ ἢ ἐξαιρέσεις, πρέπει νὰ ρυθμίζωνται πάντοτε διὰ τυπικοῦ νόμου, ἀποκλειομένης οἱασδήποτε νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς ρύθμισιν αὐτῶν. β) Περιορίζεται ἡ ἀναδρομικὴ ἰσχὺς τῶν φορολογικῶν νόμων, προαπαιτουμένης πρὸς τοῦτο εἰδικῆς ηὐξημένης πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς. γ) Ἀπαγορεύεται ἡ ἄνευ νόμου ἔκδοσις χαρτονομίσματος ἢ παροχὴ ἐγγυήσεως ἐκ μέρους τοῦ Κράτους. δ) Καθιεροῦται ἡ ἀπόλυτος δημοσιονομικὴ πρωτοβουλία τῆς Κυβερνήσεως προκειμένου περὶ καταρτίσεως καὶ καταθέσεως Νομοσχεδίων συνεπαγομένων δαπάνας ἢ μείωσιν τῶν ἐσόδων ἢ τῆς περιουσίας τοῦ Κράτους καὶ τῶν Νομικῶν προσώπων Δημ. Δικαίου. ε) Καθιεροῦνται αἱ βασικαὶ ἀρχαὶ τῆς ἑνότητος καὶ τῆς καθολικότητος τοῦ προϋπολογισμοῦ, αἵτινες, παγκοσμίως ἀνεγνωρισμέναι, ἀποτελοῦν κλασσικὴν προϋπόθεσιν ὑγειοῦς δημοσιονομικῆς πολιτικῆς. Ἐκ τῶν ἀρχῶν τούτων, ἡ ὑπὸ στοιχ. δʹ προεκάλεσε ἀξίας λόγου συζητήσεις εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπέκτασιν τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς νομοθετικὰ μέτρα θίγοντα τὴν περιουσίαν τῶν Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, ἀνεγνωρίσθη, γενικῶς, ὅτι ἀποτελεῖ χρήσιμον καὶ συνετὸν μέτρον προνοίας. Διότι οἱ ὀργανισμοὶ οὗτοι ἀποτελοῦντες, ἀνεξαρτήτως τῆς ἰδίας ἠθικῆς των προσωπικότητος, ὑπηρεσίας δημοσίου χαρακτῆρος, συνδέονται στενώτατα μὲ τὸν κρατικὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἐπηρεάζουν ἀμέσως καὶ ἐμμέσως τὰ Δημόσια οἰκονομικὰ ἐν τῇ γενικῇ ἐννοίᾳ τοῦ FISCUS. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὴν διάταξιν καθ’ ἣν οὐδὲν νομοσχέδιον συνεπαγόμενον οἱασδήποτε φύσεως δαπάνην τοῦ Κράτους ἢ τῶν ὡς ἄνω Νομικῶν προσώπων, εἶναι δεκτὸν εἰς τὴν Βουλὴν ἐφ’ ὅσον δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἰσχυρὰ μειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς προέβαλε σημαντικὰς ἀντιρρήσεις. Συνταχθέντες προσωπικῶς μὲ τὴν διαφωνήσασαν μειοψηφίαν, ἐθεωρήσαμεν ὅτι ἡ διατύπωσις τῆς διατάξεως ὑπερακοντίζει, ἄνευ ἀνάγκης, τὴν ὁμολογουμένην χρησιμότητα τῆς ἐνισχύσεως τῆς δημοσιονομικῆς πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνήσεως. Ὑφισταμένου τοῦ κανόνος ὅτι οὐδεμία πρότασις, ἀφορῶσα αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ μισθοδοσίαν ἢ σύνταξιν ἢ πρὸς ὄφελος προσώπου, προέρχεται ἐκ τῆς Βουλῆς, οὐδεμία, ὄντως, ὑπάρχει ἀνάγκη καταργήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς Βουλῆς νὰ προτείνῃ πάντα σχεδὸν νόμον. Διότι, πράγματι, ἀφοῦ, κατ’ οὐσίαν, ἡ μεγίστη πλειονότης τῶν νόμων ἐμμέσως ἢ ἀμέσως συνεπάγεται δαπάνας τινάς, μικρὰς ἢ μεγάλας, ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος διάταξις ἀποτελεῖ, ἐν τῇ πραγματικότητι, σχεδὸν παντελῆ ἀφαίρεσιν ἀπὸ τῆς Βουλῆς τοῦ δικαιώματος τῆς προτάσεως νόμων. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἰσχύει ἐν Ἀγγλίᾳ ἢ καὶ ἀλλαχοῦ, δὲν μεταβάλλει τὰς ἀπόψεις ἡμῶν, στηριζομένας εἰς τὴν ἰδιάζουσαν ἐν Ἑλλάδι μορφὴν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ δικαιώματος τῆς προτάσεως τῶν νόμων. Ἐν συνόψει, φρονοῦμεν ὅτι διὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην αἱ ἀπαιτούμεναι ἐκθέσεις περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς δαπάνης ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς καλύψεως αὐτῶν, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν κοινοβουλευτικὴν πλειοψηφίαν τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι μέσα ἱκανὰ διὰ τὴν ἐπίτευξιν τῆς μὴ ἐπιψηφίσεως Νομοσχεδίου εἰς τὸ ὁποῖον ἔχει λόγους νὰ ἀντιτίθεται ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ πρότασις περὶ καθιερώσεως ἐν τῷ Συντάγματι τῆς ἀρχῆς καθ’ ἣν δύναται ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀρνηθῇ ἢ νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐκπλήρωσιν καὶ νομίμως ἔτι ἀνειλημμένης ὑποχρεώσεως τοῦ Δημοσίου, συνεπαγομένης δαπάνην, ἀπεκρούσθη. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐδέχθη τὴν ὑπὸ τὰς παρούσας οἰκονομικὰς τοῦ Κράτους συνθήκας, ἀνάγκην ἀναγνωρίσεως τῆς ἰδιαζούσης ηὐξημένης αὐτῆς ἐξουσίας τοῦ ὑπευθύνου ὑπουργοῦ, ἡ ὁποία ἔχει θεσπισθῆ διὰ τοῦ ἀπὸ 7 Ἰουνίου 1927 ψηφίσματος, καὶ ἰσχύει. Δὲν ἐνόμισεν ὅμως ὅτι ἔδει καὶ ἡ βεβαίως, ἀνώμαλος αὐτὴ ἐξουσία νὰ περιληφθῇ ἐν αὐτῷ τῷ Συντάγματι καὶ νὰ διαμορφωθῇ εἰς πάγιον δημοσιονομικὸν δίκαιον. Τοὐναντίον, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκφράζει τὴν εὐχὴν ὅπως, ὅσον οἷον τε τάχιστα, εὑρεθῇ ἡ Ἑλλὰς εἰς θέσιν ὥστε, διατηροῦσα τὴν σχετικὴν δημοσιονομικὴν πρωτοβουλίαν τῆς Κυβερνήσεως, νὰ καταργήσῃ διάταξιν ἀντιτιθεμένην πρὸς τὴν στοιχειώδη ἀρχὴν τοῦ σεβασμοῦ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, καὶ μόνον ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς ἐξ ἀδηρίτου ἀνάγκης προσωρινότητος, οὖσαν ἀνεκτήν. Κατόπιν τούτων ἡ Ἐπιτροπὴ εἰσῆλθεν, εἰς τὰ τῆς ἐρεύνης τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Εἰς τὰ περὶ Βασιλείας καὶ Βασιλικῆς ἐξουσίας ἡ Ἐπιτροπὴ, ὅπως ἦτο ἑπόμενον, οὐδόλως ἀπέστη τῶν διατάξεων τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος. Ἐρρύθμισε, μόνον κατὰ πληρέστερον τρόπον τὰ τῆς Ἀντιβασιλείας καὶ Τοποτηρητείας τοῦ Θρόνου, εἰσαγαγοῦσα καὶ τὴν Ἀντιβασιλείαν τῆς Βασιλίσσης, τὴν ὁποίαν ἠγνόει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Εἰς τὴν τροποποίησιν ταύτην προῆλθεν ἡ Ἐπιτροπὴ ὁμοφώνως καὶ διὰ τὸ ὀρθὸν κατ’ ἀρχήν, τῆς τοιαύτης ρυθμίσεως, καὶ διότι κοινὴ κατέστη Ἑλληνικὴ συνείδησις ἡ σεμνὴ ἀξιότης, ἡ ἀκάματος δραστηριότης καὶ ἡ ἄμεμπτος Ἐθνικὴ πνοὴ τῆς σημερινῆς Ἀνάσσης (χειροκροτήματα), ἡ ὁποία, ἐκ τῶν λόγων τούτων βασιλεύει ἤδη καὶ εἰς τὴν ψυχὴν τῶν Ἑλλήνων. Εἰς τὸ περὶ ὑπουργῶν κεφάλαιον, ἐτέθη γενικώτερον ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς τὸ βασικὸν πρόβλημα τῆς Συνταγματικῆς τεχνικῆς τῆς Δημοκρατίας, τ. ἔ. τὸ πρόβλημα τῶν σχέσεων μεταξὺ Βουλῆς καὶ Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον κυριαρχεῖ πάντοτε εἰς τὴν σφαῖραν τῶν Κοινοβουλευτικῶν καθεστώτων. Ἀφ’ ὅτου ἡ ἐξέλιξις τῶν συνθηκῶν τῆς καθ’ ὅλου δημοσίας ζωῆς ἀπέβη ἐντατικὴ καὶ πολυσύνθετος, ἡ ἀληθὴς πολιτικὴ οὐσία τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ δὲν ἔγκειται πλέον εἰς τὴν παντοδυναμίαν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Σώματος. Ἡ ὄψις αὐτὴ τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, ἡ ὁποία ἐκράτησε, λογικῶς, ὅταν ὁ ἀγὼν μεταξὺ τῆς Λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας καὶ τοῦ Ἐκτελεστικοῦ εἶχε τὴν μορφὴν τῆς ἀγρύπνου πάλης τοῦ Λαοῦ ἐναντίον τῆς Μοναρχικῆς ἀπολυταρχίας, καὶ ἡ ὁποία ἐφάνη ἀναζῶσα εἰς τὰ πρῶτα μεσοπολεμικὰ Συντάγματα ἐπειδὴ προῆλθον κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκ τῶν ἐπαναστάσεων ποὺ κατέστησε μοιραίας ἡ ἧττα ἢ ἡ οἰκονομικὴ ἐξαθλίωσις ἐκ τοῦ πρώτου πολέμου, δὲν φαίνεται νὰ ἔχῃ πλέον λόγον ὑπάρξεως. Ἀντιθέτως ἡ ἐνίσχυσις τῆς Ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἀποτελεῖ πλέον ἀδήριτον ἀνάγκην τῶν καιρῶν. Διότι σήμερον ἡ δραστηριότης τῆς Κυβερνήσεως, μὲ τὴν τόσον πολύπλοκον ἔντασιν τῆς κοινωνικῆς ζωῆς, ἐκτείνεται εἰς εὐρύτατον, θὰ ἔλεγε κανεὶς ἀπέραντον, πεδίον δράσεως, εἰς τὸ ὁποῖον εἰσχωρεῖ καὶ παρεμβαίνει ὄχι τόσον ὡς Νομοθέτης ὅσον, πρὸ πάντων, ὡς Διοίκησις. Ἡ οὕτω, διαγραφομένη διαφορὰ τῆς σημερινῆς Ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἀπὸ τὴν παλαιὰν εἶναι οὐσιῶδες στοιχεῖον διὰ τὴν διαφοροποίησιν τῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν δύο ἐξουσιῶν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἡ διαφοροποίησις αὕτη εὗρε σύμφωνον τὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία, σὺν τοῖς ἄλλοις, διατυπώσασα ρητῶς τὴν Κοινοβουλευτικὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, διετήρησε τὴν πρωτότυπον διὰ τὴν ἐποχήν της «δικονομίαν τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ» τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, ἐπαυξήσασα μάλιστα, τὸ χρονικὸν ὅριον καθ’ ὃ δὲν δύναται νὰ τεθῇ ζήτημα δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Οὕτω χωρὶς νὰ θίγεται ἡ ἐλευθερία τοῦ Κοινοβουλίου, παρέχεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπαρκὴς ἀσφάλισις ἐναντίον μιᾶς ἐκ σπουδῆς ἢ πλάνης ἢ ἀπερισκεψίας, ἀκαίρου καταψηφίσεως. Πέραν, ὅμως, τούτου, ἡ Κοινοβουλευτικὴ μορφὴ τοῦ Πολιτεύματος παραμένει ἄθικτος. Ἡ Κυβερνητικὴ ἐξουσία ἐξακολουθεῖ νὰ ἕλκῃ τὴν καταγωγήν της ἀπὸ τὴν καθολικὴν λαϊκὴν ψῆφον μέσῳ τοῦ Κοινοβουλίου. Ὁ πολιτικὸς της χαρακτὴρ ἐξακολουθεῖ νὰ προσδιορίζεται ἀπὸ τὸν Κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς, δηλαδὴ τοῦ Ἔθνους. Οὐδ’ ἦτο δυνατὸν ἄλλως γενέσθαι, ἐφ’ ὅσον, ἄνευ τῆς συνδρομῆς ἀμφοτέρων τῶν ὅρων τούτων, δὲν θὰ ὑπῆρχε Κοινοβουλευτισμός. Εἰς τὸν ἔλεγχον, ὅμως, αὐτὸν καὶ εἰς τὰς συνεπείας του, ὑπάρχουν οἱ φρονοῦντες ὅτι ἔγκειται κατ’ οὐσίαν ἡ ἐξουδετέρωσις τῆς γενικῶς ἀναγκαίας κρινομένης ἐνισχύσεως τῆς Ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας.
§5Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἕως ποῦ;
§6Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρις ὡρισμένων ὁρίων.
§7Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰ πρακτικὰ τοῦ 1911 καὶ θὰ ἴδητε ὅτι ἐμείναμεν τότε σύμφωνοι, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχουν ἐξουσίας ἰσοδυνάμους.
§8Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς βάρος τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος καὶ ἔτι μᾶλλον, ἡ μείωσις τῆς δυνάμεως τῆς πρώτης ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς ἐξουσίας τοῦ δευτέρου. Τοιαύτη, ἐν κυρίαις γραμμαῖς, ἀντίληψις στηρίζει πρότασιν πρὸς τὴν Βουλὴν Ἀρχηγοῦ Κόμματος περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν οἰκείων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἡ πρότασις εἰσηγεῖται εὐθέως τὴν κατάργησιν τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ ὡς βάσεως τοῦ πολιτεύματος. Εἰδικώτερον, ὁ Βασιλεὺς ἀπομένει Ἀνώτατος Ἄρχων ἄνευ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἐκλέγεται ἀπ’ εὐθείας παρὰ τοῦ Λαοῦ διὰ καθολικῆς ψηφοφορίας καὶ εἶναι ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τελείως ἀνεξάρτητος ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ μὴ ὑποκείμενος εἰς τὴν ψῆφον της καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς τετραετίας διὰ τὴν ὁποίαν ἐκλέγεται. Ἀντιστοίχως, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα. Διὰ τὴν ἄρσιν συγκρούσεως μεταξὺ Βουλῆς καὶ Κυβερνήσεως, δυναμένης νὰ προκύψῃ ἀπὸ τὴν ἄρνησιν τῆς Βουλῆς νὰ ψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν, φερ’ εἰπεῖν, ἢ ἄλλον τινὰ νόμον τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ἀναγκαῖον, ἁρμόδιος εἶναι ὁ Λαός, καλούμενος εἰς διαιτητικὸν δημοψήφισμα. Αἱ πολιτικαὶ συνέπειαι τοῦ δημοψηφίσματος ἀναλόγως τῆς ἐκβάσεώς του, δύνανται νὰ εἶναι ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἢ ἡ παραίτησις τῆς Κυβερνήσεως. Τῶν συνεπειῶν τούτων ἀμφοτέρων ἡ ἐπέλευσις ἀπόκειται εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς Ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἡ μεταρρύθμισις αὕτη μεταφέρει εἰς τὴν ἄλλην ἄκραν τὰ μειονεκτήματα τῆς παλαιᾶς κοινοβουλευτικῆς ἀρχῆς τῆς παντοδυναμίας τῶν Βουλῶν καὶ τῶν Συνελεύσεων. Χαρακτηριζομένη ἀπὸ ἀπόλυτον καί, ἐν πολλοῖς, ἀδικαιολόγητον δυσπιστίαν πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, φθάνει εἰς τὴν ἄρνησιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς μορφῆς τοῦ Πολιτεύματος, χάριν μιᾶς πολιτικῆς χιμαίρας. Εἶναι δὲ χίμαιρα ἡ σκέψις ὅτι ἡ κατάργησις τῆς Κοινοβουλευτικῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἀνεδεικνύετο πανάκεια κατὰ τῶν κοινωνικῶν καὶ πολιτικῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους ἀντιμετωπίζομεν διὰ τὸ λίαν προσεχὲς μέλλον. Ὁ Κοινοβουλευτισμὸς ἔχει βεβαίως τὰ μειονεκτήματα του καὶ οὐδεμία ὑπάρχει αὐταπάτη ὡς πρὸς τὴν σοβαρότητά των. Ἀλλ’ εἶναι ὁ φρουρὸς τῶν ἐλευθεριῶν (ὁ κ. Κουλουμβάκης χειροκροτεῖ) καὶ εἶναι τοῦτο ὁ μέγας λόγος διὰ νὰ διατηρηθῇ κατ’ ἀρχὴν ἀκατάλυτος. Ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῆς κοινοβουλευτικῆς μορφῆς τοῦ Πολιτεύματος εἶναι ἐνδεδειγμένη κατὰ πάντα τρόπον ἡ ἐνίσχυσις τῆς δυνάμεως τῆς Ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἔξω τοῦ πλαισίου τούτου ὁ δρόμος πρὸς τὴν ἀπολυταρχίαν τῶν Κυβερνήσεων εἶναι ἀνοικτός. Ἐλάχιστα ἐμπόδια θὰ προεβάλοντο ἐκ τοῦ θεσμοῦ τοῦ διαιτητικοῦ δημοψηφίσματος, καὶ ταῦτα θὰ ἔβαινον, σὺν τῷ χρόνῳ, μειούμενα. Καὶ εὐχερῶς θὰ ἦτο δυνατόν, ὑπὸ τοιοῦτον καθεστώς, νὰ μεταβάλλωνται αἱ βουλαὶ εἰς πειθήνια ὄργανα τῶν «ἰσχυρῶν» Κυβερνήσεων.
§9Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Εἰς τὸ νέον σύστημα οὐδόλως ἀπαγορεύεται ἡ σύμπραξις τῆς κοινοβουλευτικῆς καὶ ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν εἶναι νὰ ἀπαλλάξωμεν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς. Δηλαδὴ νὰ κάμῃ ἡ Βουλὴ τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ νὰ μὴ καταδικάζῃ αὐτήν. Νὰ τὴν καταδικάζῃ ὁ Λαὸς διὰ δημοψηφίσματος.
§10Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δηλαδὴ νὰ ἔχωμεν ὀχλοκρατίαν ἀφ’ ἑνός, καὶ τυραννίαν ἀφ’ ἑτέρου.
§11Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως καὶ ἀλλαχοῦ ἀνωτέρω ἐσημειώσαμεν, ἔχομεν ἐκ τοῦ παρελθόντος, καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ καὶ ἰδίως τοῦ ξένου, ἄφθονα διδάγματα πρὸς παραδειγματισμόν. Ἄλλοτε οἱ Λαοὶ ὑφίσταντο τὴν ἀπολυταρχίαν κληρονομικῷ ἐλέῳ Θεοῦ. Ἐσχάτως ἔφθασαν εἰς αὐτὴν διὰ τοιούτων «σταθερῶν» Κυβερνήσεων καὶ μέσῳ τοιούτων δημοψηφισμάτων. Χωρὶς τὰς ἐγγυήσεις τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, ἡ συντήρησις τῆς οὐσίας τῆς Λαϊκῆς Κυριαρχίας καὶ τῶν ἐπ’ αὐτῆς στηριζομένων ἐλευθεριῶν, εἶναι ζήτημα ἰσχυροῦ ἢ ἀσθενοῦς Κυβερνήτου, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι ἀμφότεροι ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτάς, ἐξ ἴσου δύνανται νὰ βλάψωσι τὴν Βασιλευομένην Δημοκρατίαν. Ἡ πρότασις περὶ ἧς πρόκειται δὲν εἰσήχθη εἰσέτι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἰσερχόμεθα εἰς τὴν λεπτομερῆ της ἐξέτασιν. Περιοριζόμεθα μόνον νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ ἀληθὴς ἀξία τῆς Δημοκρατίας, ἔγκειται ἀκαταλύτως εἰς μίαν ἰσχυράν, πράγματι, ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ πάντοτε ἐλεγχομένην καὶ πάντοτε ὑποκειμένην εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ὡς πρὸς τὴν ἀποκέντρωσιν ἡ Ἐπιτροπή, ἀποβλέπουσα εἰς τὴν διαρκῶς ἐντονώτερον καταδεικνυομένην ἀνάγκην τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως μετέφερεν εἰς τὸ Σχέδιον τὸ ἄρθρ. 108 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 (ἄρ. 106 τοῦ Σχεδίου). Τὰ ἐκ τῆς Διοικήσεως ἐξαρτώμενα ζητήματα τῶν πολιτῶν, ἀποβαίνοντα σὺν τῷ χρόνῳ πολυαριθμότερα, βαρύνουν τὴν Κεντρικὴν διοίκησιν εἰς βαθμὸν ἀληθῶς ἀφόρητον. Μοιραίως ἐκ τούτου ἕπονται τὸ μέν, ἡ βραδύτης, ἂν μὴ ἡ ἀδυναμία, τῆς ἱκανοποιητικῆς ἐπιλύσεως τῶν πλείστων ἐκ τῶν ζητημάτων τούτων, τὸ δέ, ἡ ἔλλειψις τοῦ ἀναγκαίου χρόνου καὶ τῆς φυσικῆς καὶ πνευματικῆς ἀντοχῆς τῶν ὑπουργῶν διὰ τὴν παρασκευὴν τοῦ Νομοθετικοῦ ἔργου, καὶ τὴν ἄσκησιν σοβαρωτέρων των καθηκόντων. Ἡ ἐξ ἀμφοτέρων τῶν συνεπειῶν τούτων γενικωτέρα βλάβη εἶναι καταφανής. Δεδομένου δὲ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι ἤδη πλέον ἢ ὥριμος διὰ τὴν ἀποδοχὴν τοῦ θεσμοῦ, ἡ ἀναγραφή του εἰς τὸ ἀναθεωρούμενον Σύνταγμα ἐκρίθη ὁμοφώνως ἐνδεδειγμένη. Περαιτέρω ἡ Ἐπιτροπὴ ἐμελέτησε μετὰ ἰδιαζούσης προσοχῆς τὸ σύνολον τοῦ λεγομένου «ὑπαλληλικοῦ ζητήματος» ἐν τῇ ἀντιλήψει ὅτι ἡ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 μέχρι σήμερον τεραστία ἐξέλιξίς του, δικαιολογεῖ ὡρισμένην αὐτοῦ ρύθμισιν διὰ νέων βασικῶν διατάξεων. Ἡ ἐπιτροπὴ θέσασα τὴν ὀρθὴν βάσιν ὅτι ἡ ρύθμισις τῆς καταστάσεως τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως εἶναι, κατ’ ἀρχήν, ἀντικείμενον νομοθετικῆς ἁρμοδιότητος, καὶ ἀποβλέπουσα εἰς τὴν διὰ τῆς ὁδοῦ ταύτης λίαν προσεχῆ —κατὰ τὰς ἐλπίδας της —θέσπισιν ὑπαλληλικοῦ Κώδικος, διεπίστωσεν, ἐν τούτοις, κατὰ μεγάλην πλειοψηφίαν, τὴν ἀνάγκην τῆς Συνταγματικῆς ἀσφαλίσεως γενικῶν τινων ἀρχῶν, ἐπὶ θεμάτων ἅτινα ἡ μέχρι τοῦδε πρᾶξις ἀπέδειξε, διὰ διαφόρους λόγους, ὑπέρτερα τῆς ἱκανότητος τοῦ Συντεταγμένου νομοθέτου. Αἱ ἀρχαὶ αὗται, διατυπωθεῖσαι εἰς τὰ ἄρθρα 107–118 τοῦ Σχεδίου ρυθμίζουν τὴν ὑπηρεσιακὴν κατάστασιν τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, κατὰ τρόπον ἀσφαλίζοντα τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν καὶ ἱκανοποιητικὴν ἀπόδοσιν τῆς διοικητικῆς μηχανῆς ἀλλὰ καὶ τὴν σταθερὰν καὶ ἠγγυημένην ἐξέλιξιν τῆς ὑπαλληλικῆς σταδιοδρομίας ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς Συνταγματικῆς προστασίας. Οὕτω διατηρουμένων τῶν ἐκ τοῦ ἰσχύοντος ἄρθρ. 114 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 ἀρχῶν περὶ προσόντων καὶ Συμβουλίου, εἰσήχθη ἐπὶ πλέον διὰ πάντα διορισμὸν τακτικοῦ ὑπαλλήλου ὁ θεσμὸς τῶν ἐξετάσεων. Περαιτέρω ὡρίσθη ὅτι ἡ μονιμοποίησις αὐτῶν γίνεται μόνον μετὰ πάροδον διετίας καὶ μετὰ φοίτησιν εἰς εἰδικὴν Σχολήν, καὶ ἐτέθη ἀνώτατον ὅριον χρόνου ὑπηρεσίας μὴ δυνάμενον νὰ παραταθῇ διὰ νόμου. Ἐν συνεχείᾳ ἡ Ἐπιτροπὴ ἠσφάλισε τὸ ἀμετάβλητον τῆς ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων νομοθεσίας, ἄνευ γνωμοδοτήσεως εἰδικοῦ Συμβουλίου παρέχοντος ἐγγύησιν ἀνεξαρτήτου καὶ ὀρθῆς κρίσεως. Μετεφέρθη ἐπίσης εἰς τὸ Σχέδιον ἡ ἐγγυητικὴ διάταξις τοῦ ἄρθρ. 118 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 καὶ ἐτέθησαν ἀναγκαῖοι τινὲς περιορισμοὶ ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἀσυμβίβαστα, τὰς ἀπονομὰς βαθμῶν, τοὺς ἐπαναδιορισμοὺς καὶ πολυθεσίαν, θέματα διὰ τὴν σταθερὰν ρύθμισιν τῶν ὁποίων ὁ Συντεταγμένος νομοθέτης ὑπὸ διαρκῆ πίεσιν τῆς ὠργανωμένης ὑπαλληλοκρατίας, δὲν ἐφάνη εἰς τὸ παρελθὸν ἀρκούντως ἱκανός. Τέλος ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη πρότασιν ἕλκουσαν τὴν καταγωγὴν ἐκ τοῦ ἐν Σχεδίῳ ἐκπονηθέντος Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος, καθ’ ἥν ἀντίκεινται ἀπολύτως πρὸς τὴν ἰδιότητα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου ἰδεολογίαι σκοποῦσαι τὴν διὰ βιαίων μέσων ἀνατροπὴν τοῦ ὑφισταμένου πολιτικοῦ καὶ κοινωνικοῦ καθεστῶτος. Ἡ διαρκὴς σκοπιμότης τῆς διατάξεως ταύτης ἀνάλογος πρὸς τὴν ὁποίαν ὑπάρχει καὶ εἰς τὸ ἄρθρ. 98 § 1 τοῦ Ἰταλικοῦ Δημοκρατικοῦ Συντάγματος, εἶναι, ὑπὸ τοὺς σημερινοὺς ἀλλὰ καὶ τοὺς διὰ μακρότατον εἰσέτι χρόνον ὁμοίως διαγραφομένους καιρούς, κατάδηλος. Μακρὰ καὶ λεπτομερὴς ὑπῆρξεν ἡ ἐξέτασις τοῦ θέματος τῆς σκοπιμότητος τῆς μονιμοποιήσεως τῶν Νομαρχῶν καὶ τοῦ καθορισμοῦ δι’ αὐτοὺς προσόντων. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη κατὰ πλειοψηφίαν ὅπως διὰ Νόμου ὁρισθῇ ὅτι οἱ Νομάρχαι, διοριζόμενοι ἐπὶ τῇ βάσει τυπικῶν καὶ οὐσιαστικῶν προσόντων κρινομένων παρὰ Συμβουλίου ἐξ ἰσοβίων καὶ μονίμων ὑπαλλήλων, καθίστανται μόνιμοι μετὰ τριετῆ θητείαν καὶ σύμφωνον γνώμην τοῦ Συμβουλίου τούτου. Εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην προῆλθεν ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἐν τῇ ἀντιλήψει ὅτι οἱ κρατοῦντες σήμερον ὅροι ἐπιλογῆς καὶ διορισμοῦ τῶν Νομαρχῶν, σχετιζόμενοι, ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, πρὸς τὴν ἐξυπηρέτησιν κομματικῶν καὶ μόνον συμφερόντων συντελοῦσιν εἰς τὴν ἀπογοητευτικὴν εἰκόνα τὴν ὁποίαν, ὄντως παρέχει πλὴν ἐξαιρέσεων, ἡ λειτουργία τοῦ θεσμοῦ. Προσωπικῶς συνετάχθημεν μὲ τὴν μειοψηφίαν, ἡ ὁποία ἀπέκρουσε τὴν πρότασιν. Πεπεισμένοι περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ὑγειοῦς ὀργανώσεως τῆς ἐπαρχιακῆς αὐτοδιοικήσεως, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν διαίρεσιν ὁλοκλήρου τῆς χώρας εἰς Γενικὰς Διοικήσεις, ἔχομεν τὴν γνώμην ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν Νομαρχιῶν καὶ τῶν Νομαρχῶν δέον νὰ καταργηθῇ, ὡς οὐδεμίαν ὑπηρετῶν ὠφελιμότητα. Ὁ Ἔπαρχος, μόνιμος δημόσιος ὑπάλληλος μὲ ὑπηρεσιακὴν συνείδησιν, ὡς ἀνωτάτη περιφερειακὴ ἐκπροσώπησις τῆς Διοικήσεως, καὶ ὁ Γενικὸς Διοικητής, ἀξιωματοῦχος μετακλητὸς Κυβερνητικῆς ἐμπιστοσύνης καὶ εὐθύνης, ὡς ἐκπροσώπησις τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς γενικῆς της πολιτικῆς γραμμῆς, συνθέτουν καθ’ ἡμᾶς τὸν πλέον ἱκανοποιητικὸν συνδυασμὸν εἰς τὴν ὀργάνωσιν τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως τῆς χώρας. Ἀναγκαῖον ἐκρίθη νὰ περιληφθῶσι εἰς τὸ Σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς αἱ περὶ αὐτοδιοικήσεως καὶ Ἁγίου Ὄρους διατάξεις, ὡς περίπου εἶχον, ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1927, διότι τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα ἀγνοεῖ ἀμφότερα τὰ θέματα ταῦτα. Προσετέθη μόνον ὅτι αἱ διατάξεις περὶ προσόντων, μονιμοποιήσεως καὶ ὑπηρεσιακοῦ Συμβουλίου τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων (ἀρ. 109 καὶ 110 τοῦ Σχεδίου) ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τῶν δημοτικῶν καὶ δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν καὶ ἐπὶ τῶν κοινοτικῶν ὑπαλλήλων. Ὡς πρὸς τοὺς τελευταίους, ἡ διάταξις τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη ἡ Ἐπιτροπή, ἀποτελεῖ ἁπλῶς κατευθυντήριον διὰ τὸν Νόμον γραμμὴν πρὸς τὴν ὁποίαν ἄγνωστον ἐὰν καὶ πότε θὰ συμμορφωθῇ οὗτος. Προσωπικῶς θεωροῦμεν ὅτι εἶναι ἀδικαιολόγητος ἡ διάκρισις μεταξὺ δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν ὑπαλλήλων, ἔστω καὶ ὑπὸ τὴν ἐν τῷ πνεύματι τῆς Ἐπιτροπῆς ἔννοιαν τῆς δυνατότητος τῆς διὰ νόμου ἐξομοιώσεως αὐτῶν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς τόσον ἀπαραιτήτου Συνταγματικῆς κατοχυρώσεως τῆς ὑπηρεσιακῆς των καταστάσεως. Καὶ ἐλπίζομεν ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ δεχθῇ τὴν ἄρσιν τῆς διαφορετικῆς αὐτῆς μεταχειρίσεως ἐπεκτείνουσα τὴν κατοχύρωσιν ταύτην εἰς πάντας τοὺς ὑπαλλήλους τῶν ὀργανισμῶν τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Μετὰ τὸ θέμα αὐτὸ ἡ Ἐπιτροπὴ ἠσχολήθη μὲ τὴν ρύθμισιν τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας. Εἰς τὰ κατὰ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ἰσχύοντα ἐκ τῶν Συνταγμάτων τοῦ 1911 καὶ 1927, ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη οὐσιώδεις τροπολογίας. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀντιλήψεως ὅτι ἡ λειτουργία τῆς Δικαιοσύνης γενικῶς, ἀποτελοῦσα προϋπόθεσιν SINE QUA NON διὰ τὴν ἀρτίαν καὶ ἀποδοτικὴν ἀνάπτυξιν ὅλων τῶν ἐν τῷ Κράτει θεσμῶν, ὀφείλει, ὄχι μόνον νὰ εἶναι ἀλλὰ καὶ νὰ ἐμφανίζεται ἄψογος, ἐπεδιώχθη ἡ μείζων ἀποκέντρωσις τῶν μελῶν της, ἡ διακεκριμένη κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ πρέπον θέσις αὐτῶν μεταξὺ τῶν λοιπῶν Κρατικῶν ὀργάνων καί, γενικώτερον, ἡ ἐνίσχυσις τῆς ἀπολύτου καὶ ἀπεριορίστου ἐπ’ αὐτῶν ἐμπιστοσύνης τοῦ Κράτους καὶ τῶν πολιτῶν. Διότι ἄνευ τοιαύτης ἀνεπιφυλάκτου ἐμπιστοσύνης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτελέσῃ τὴν μεγάλην ἠθικήν της ἀποστολήν. Ἡ πρώτη βασικὴ μεταβολὴ τὴν ὁποίαν ἐδέχθη ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι ἡ καθιέρωσις τοῦ θεσμοῦ τῶν Διοικητικῶν Δικαστηρίων. Εἰς μακρὰς καὶ διονυχιστικὰς συζητήσεις ἐτέθη ὡλοκληρωμένον τὸ πρόβλημα τῆς ὀργανώσεως τῆς Διοικητικῆς Δικαιοσύνης ἐν Ἑλλάδι. Ἀπὸ τῆς συνολικῆς αὐτῆς ἀπόψεως αἱ διαπιστώσεις ὑπῆρξαν ἥκιστα ἐποικοδομητικαί. Ἀκαθόριστος ἀριθμὸς δικαστηρίων καὶ ἐπιτροπῶν πολυωνύμων καὶ πολυποικίλλων, μὲ ἰσαρίθμους εἰδικὰς δικονομίας, τέμνει τὰς διαφορὰς τῶν πολιτῶν πρὸς τὴν Διοίκησιν ἐξ ὧν πολλαὶ εἶναι σημαντικωτάτων περιεχομένων. Πλήρης ἔλλειψις ἐγγυήσεων διὰ τὴν ὀρθὴν δικαιοδότησιν, καὶ οὐσιαστικῶν καὶ ἐπιστημονικῶν. Κοινὸν αἴσθημα περὶ τοῦ ὅτι τὸ Κράτος διὰ τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων του εἶναι καὶ διάδικος καὶ δικαστής, καί, συνεπῶς, κοινὴ ἐντύπωσις περὶ ἀνυπαρξίας ἰσότητος δικονομικῆς ἐν τῇ δίκῃ. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἡ συνείδησις τοῦ Λαοῦ περὶ Κράτους δικαίου, εἰς τὸν τομέα τοῦτον, ἔχει καταπέσει εἰς τὴν ἀνυπαρξίαν. Ἡ Ἐπιτροπὴ καταλήξασα, κατ’ ἀρχήν, εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς θεραπείας τῆς θλιβερᾶς αὐτῆς καταστάσεως διὰ τῆς ἱδρύσεως Διοικητικῶν Δικαστηρίων, ἀντεμετώπισεν, ἐν συνεχείᾳ δύο βασικὰ ζητήματα: αʹ) Τὸ ζήτημα τῆς καθ’ ὕλην ἁρμοδιότητος τῶν Δικαστηρίων τούτων. βʹ) Τὸ ζήτημα τῆς συνθέσεως αὐτῶν. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ἐγένετο εὐχερῶς δεκτὸν ὅτι ὅλαι αἱ διοικητικαὶ διαφοραὶ αἱ κατεσπαρμέναι σήμερον εἰς τὰς ὡς ἄνω πολυωνύμους ἁρμοδιότητας, ὅπως καὶ αἱ μέχρι τοῦδε ὑπαγόμεναι εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας διαφοραὶ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, θὰ πρέπει νὰ ὑπαχθοῦν εἰς τὰ ἱδρυόμενα νέα δικαστήρια. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ἐγένετο πρότασις περὶ συμμετοχῆς εἰς τὰ διοικητικὰ Δικαστήρια καὶ λαϊκῶν μελῶν. Ἡ Ἐπιτροπή, κατὰ πλειοψηφίαν, δὲν ἀπέβλεψεν μετ’ ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν καταλληλότητα αὐτῶν, ὅπως χειρισθοῦν καὶ ἐφαρμόσουν τοὺς πολυπλόκους διοικητικοὺς καὶ φορολογικοὺς νόμους. Ὁ προβληθεὶς παραλληλισμὸς πρὸς τὸ ἔργον τοῦ λαϊκοῦ δικαστοῦ τοῦ Κακουργιοδικείου δὲν ἔπεισε τὴν Ἐπιτροπὴν περὶ τοῦ ἀντιθέτου, καὶ ὀρθῶς. Διότι εἰς τὸ ὁρκωτὸν δικαστήριον ὁ λαϊκὸς δικαστὴς εἶναι ὁ φορεὺς τῆς περὶ δικαίου κοινῆς συνειδήσεως ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὑποκειμενικὸν στοιχεῖον τῶν κατηγορουμένων, τὸ ὁποῖον οὐσιώδη ἀσκεῖ ἐπιρροὴν εἰς τὸν ποινικὸν καταλογισμόν. Συνεπῶς ἐκεῖ ὁ λαϊκὸς δικαστὴς εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν ὀρθὴν καὶ σύμφωνον πρὸς τὴν κοινὴν περὶ δικαίου συνείδησιν, κρίσιν. Εἰς τὸ Διοικητικὸν δικαστήριον, ἀντιθέτως, ἡ φύσις τῆς δικαιοδοσίας πιθανότερον εἶναι ὅτι θὰ ἐμφανίσῃ αὐτὸν ὡς ὑπερασπιστὴν τῆς ἐπαγγελματικῆς του τάξεως περισσότερον, καὶ ὀλιγώτερον ὡς ἐκπρόσωπον τῆς συνολικῆς λαϊκῆς γνώμης. Ἐν συνεχείᾳ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ πρὸς ὁλοκλήρωσιν τῶν ἐγγυήσεων διὰ τὸν νέον θεσμόν, ἐδέχθη προτάσεις καθ’ ἅς: 1) οἱ διοικητικοὶ δικασταὶ ἀπολαμβάνουν τῆς ἰσοβιότητος καὶ ὅλων τῶν λοιπῶν ἐγγυήσεων τῆς ἀνεξαρτησίας των, ὧν ἀπολαμβάνουν καὶ οἱ τακτικοὶ δικασταί, 2) ἀπαγορεύεται ἡ καθιέρωσις διατάξεων μὴ ἐξασφαλιζουσῶν δικονομικὴν ἰσότητα μεταξὺ Κράτους καὶ πολίτου ἐν δίκῃ....
§12Ι. ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Εἰς τὴν ἰσότητα Κράτους καὶ πολίτου ὑπάρχει καὶ ἡ ἐκτέλεσις δικαστικῶν ἀποφάσεων κατὰ τοῦ Δημοσίου.
§13Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τὸ θέμα αὐτὸ δὲν συνεζητήθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὴν δικονομικὴν ἰσότητα.
§14Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον ὑφίσταται νόμος ἀπαγορεύων τὴν ἐκτέλεσιν κατὰ τοῦ Δημοσίου. Δὲν κατοχυροῦται τοῦτο διὰ τοῦ Συντάγματος. Καὶ 3) ἀπαγορεύεται ἡ ἐφαρμογὴ ἑρμηνευτικοῦ ἢ ἀναδρομικοῦ νόμου ἐπὶ δικῶν ἀρξαμένων πρὸ τῆς ἐκδόσεώς του. Οὕτω κατοχυρωθεὶς ὁ νέος θεσμὸς εἶναι ἀναμφίβολον ὅτι, ἐὰν, ὅπως ἐλπίζομεν, ἡ Βουλὴ συμφωνήσῃ εἰς τὴν καθιέρωσίν του, θὰ ἀποτελέσῃ σταθμὸν εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Διοικήσεως καὶ τῆς Δικαιοσύνης τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀφετηρίαν εἰς τὴν ἐξέλιξιν αὐτῆς πρὸς ὑγιεστέρους ὁρίζοντας. Αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 περὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας δὲν ἐθίγησαν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς εἰμὴ καθ’ ὅσον ἐπηρεάσθησαν ὑπὸ τῶν περὶ διοικητικῶν δικαστηρίων διατάξεων καὶ τῶν ἄρθρων 42 καὶ 60 τοῦ Σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀφῃρέθησαν δηλ. ἀπὸ τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας αἱ διαφοραὶ τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ καὶ προσετέθησαν αἱ ἀναιρέσεις τῶν ἀποφάσεων τῶν Διοικητικῶν Δικαστηρίων, ἡ ἐπεξεργασία τῶν Νομοσχεδίων, ἡ σύνταξις Κωδίκων ἰσχυούσης διοικητικῆς νομοθεσίας καὶ ὁ ἔλεγχος τοῦ κύρους τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν. Διατηρεῖται πάντοτε ἡ σκόπιμος δυνατότης τῆς διὰ Νόμου δημιουργίας καὶ ἄλλων ἁρμοδιοτήτων τοῦ Συμβουλίου. Ἡ Ἐπιτροπὴ μετὰ λεπτομερῆ συζήτησιν ἀπέρριψε πρότασιν περὶ ἱδρύσεως εἰδικοῦ Δικαστηρίου διὰ τὴν ἔρευναν τῆς Συνταγματικότητος τῶν Νόμων. Ἡ ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐστηρίχθη εἰς τὴν ὀρθὴν ἀντίληψιν ὅτι, καθιερωμένου ὄντος παρ’ ἡμῖν διὰ συνταγματικοῦ ἐθίμου πηγάσαντος ἀπὸ τὸ ὅλον πνεῦμα τῶν Ἑλληνικῶν συνταγμάτων, τοῦ δικαιώματος ἀλλὰ καὶ τοῦ καθήκοντος παντὸς Δικαστηρίου νὰ κρίνῃ τὴν συνταγματικότητα τῶν Νόμων, οὐδόλως ὑπάρχει ἀνάγκη καθιερώσεως εἰδικοῦ πρὸς τοῦτο δικαστηρίου.
§15Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Διὰ τῆς προτάσεως θὰ ἐδημιουργεῖτο δικαστήριον συγκεκροτημένον ἐκ μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἤλεγχε καὶ τὴν κατάρτισιν τῶν νόμων.
§16Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ προβληθεῖσα ἄποψις καθ’ ἥν, ἀκριβῶς ἐκ τῆς τοιαύτης γενικῆς ἁρμοδιότητος εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ σύγκρουσις ἀποφάσεων, ἔχει μόνον τὴν ἀξίαν τῆς πρώτης ὄψεως. Διότι ἡ ἐκ τῆς μακρᾶς μέχρι τοῦδε ἐφαρμογῆς τοῦ δικαστικοῦ αὐτοῦ δικαιώματος πεῖρα δὲν φαίνεται νὰ ὑποστηρίζῃ τὴν βασιμότητα τοῦ ἐπιχειρήματος. Ἀλλὰ καὶ οὐδὲν ἐκ τῶν ξένων συνταγμάτων ἐξαιρέσει, ἐφ’ ὅσον γνωρίζομεν, τοῦ Ἱσπανικοῦ (1931) τὸ ὁποῖον καθιέρωσεν εἰδικὸν Δικαστήριον «Συνταγματικῶν ἐγγυήσεων», καὶ τοῦ νέου Ἰταλικοῦ τὸ ὁποῖον εἰς τὸ «Corte Constitugionale» ἀνέθεσε μεταξὺ ἄλλων καὶ τὴν ἁρμοδιότητα ταύτην, ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην τοιούτου εἰδικοῦ θεσμοῦ. Ὅσα Συντάγματα δὲν ἀπηγόρευσαν ρητῶς τὸ δικαίωμα τῆς ἐρεύνης τῆς Συνταγματικότητος τῶν νόμων, ἐνεπιστεύθησαν τοῦτο εἰς τὰ καθιερωμένα Δικαστήρια, εἴτε εἰς πάντα, εἴτε εἰς τὸ ἀνώτερον ἐξ αὐτῶν. Ἀσχέτως ὅμως πρὸς τὰ ἐκτὸς τῆς χώρας ἡμῶν παραδείγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι πάντα πρὸς μίμησιν, τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ Ἕλληνες δικασταὶ μὲ συνετὴν περίσκεψιν καὶ ἠθικὸν θάρρος ἐχρησιμοποίησαν τὴν ἁρμοδιότητά των ταύτην, συνηγόρησεν ἀποφασιστικῶς εἰς τὴν παρὰ τῇ Ἐπιτροπῇ τύχην τῆς προτάσεως. Ὑπεβλήθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν πρότασις καταργήσεως τῶν ὁρκωτῶν Δικαστηρίων.
§17Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Τὴν πρώτην λαϊκὴν κατάκτησιν;
§18Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα τὴν πρώτην λαϊκὴν κατάκτησιν καὶ τὴν ὑπαγωγὴν τῶν κακουργημάτων εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν τακτικῶν δικαστῶν. Ἑτέρα πρότασις, τροποποιοῦσα τὴν πρώτην, εἰσηγήθη τὴν ὑπαγωγὴν τῶν πράξεων τούτων εἰς μικτῆς συνθέσεως Δικαστήρια. Ἀμφότεραι αἱ προτάσεις ὑπεστηρίχθησαν μὲ τὰ κοινῶς πλέον γνωστὰ ἐπιχειρήματα περὶ ἀποτυχίας τοῦ ὁρκωτικοῦ θεσμοῦ. Μεταξὺ αὐτῶν τὰ οὐσιωδέστερα εἶναι ἡ δυνατότης ἐπηρεασμοῦ τῆς δικαστικῆς συνειδήσεως τῶν λαϊκῶν δικαστηρίων καὶ ἡ ἀκαταλληλότης αὐτῶν νὰ ἐφαρμόσωσι τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ἡ ὀρθὴ ἀπονομὴ αὐτῆς συνδέεται μὲ προβλήματα εἰδικῶν γνώσεων, ἰατροδικαστικῆς, ψυχολογίας, βιολογίας, στατιστικῆς, κοινωνιολογίας κλπ. Ἡ Ἐπιτροπή, κατὰ πλειοψηφίαν, ἀπέκρουσεν ἀμφοτέρας τὰς μορφὰς τῆς προτάσεως. Κατὰ τὴν ὀρθήν, καὶ καθ’ ἡμᾶς, ἄποψιν τῆς πλειοψηφίας, ὁ θεσμὸς τῶν ἐνόρκων ἐξακολουθεῖ νὰ διατηρῇ τὴν ἀξίαν του καὶ τὴν χρησιμότητά του, οὐδόλως μειωθεῖσαν ἐκ τῶν λίαν σχετικῆς ἀξίας ἐπιχειρημάτων τῶν ἀρνουμένων αὐτόν. Διότι, ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην ἐλαττωματικότητα, ὁ θεσμὸς διατηρεῖ πάντοτε τὴν ὑπεροχήν του ἐπὶ τῶν τακτικῶν δικαστῶν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν περὶ δικαίου καὶ ἀδικήματος κοινὴν λαϊκὴν συνείδησιν. Ἐνῷ ὁ τακτικὸς δικαστής, ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὴν τυποποιημένην καθημερινὴν ἄσκησιν τῆς λειτουργίας του, ἀντιμετωπίζει τὸ οἱονδήποτε ἔγκλημα ὡς τυπικὴν μορφὴν παραβάσεως τοῦ γράμματος τοῦ Ποινικοῦ νόμου, μὲ τὴν γνωστὴν ἐπαγγελματικὴν σκλήρυνσιν, ὁ λαϊκὸς δικαστὴς κρίνει ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κοινωνικῆς περὶ αὐτοῦ ἀντιλήψεως καὶ προσαρμόζει τὴν κρίσιν του εἰς τὸ περὶ δικαίου κοινὸν αἴσθημα τοῦ ὑγιοῦς Κοινωνικοῦ συνόλου. Ἡ ἐν τῇ διαφορᾷ ταύτῃ ἐγκειμένη ἀξία διὰ τὴν ὀρθὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ προβλήματος τῆς ποινικῆς δίκης, οὐδέποτε ἐμειώθη. Τὸ ἐπιχείρημα τῆς ἐλλείψεως εἰδικῶν ἐπιστημονικῶν γνώσεων παρὰ τοῖς λαϊκοῖς δικασταῖς, καὶ ἂν ἀληθεύῃ, δὲν ἔχει τὴν σημασίαν ἥτις τοῦ ἀποδίδεται. Διότι ἀρκούντως κάμπτεται ἐκ τῆς συνυπάρξεως εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον καὶ πλήρους συνθέσεως τακτικῶν δικαστῶν. Ἀλλὰ καί, κυρίως, διότι δὲν ὑπάρχουν εἰσέτι παρ’ ἡμῖν εἰδικοὶ Ποινικοὶ δικασταί, ἡ κατάρτισις τῶν ὁποίων θὰ ἐστηρίζετο πρὸ πάντων εἰς τὴν πλήρη γνῶσιν τῶν ὡς ἄνω βοηθητικῶν τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης ἐπιστημῶν. Ἡ ἐντύπωσις δὲ ὅτι ὁ σημερινὸς τακτικὸς δικαστὴς ὁ διαβλέπων τὴν ἐπαγγελματικήν του ἐξέλιξιν μόνον εἰς τὴν συχνωτέραν καὶ ἀφθονωτέραν ἀνατάραξιν τῆς κόνεως τῶν Βυζαντινῶν πανδεκτῶν εἰς τὰς πολιτικὰς του ἀποφάσεις, θὰ παρέχῃ μείζονα ἐγγύησιν προσαρμογῆς πρὸς τὰ ζωντανὰ δεδομένα τῶν ἐπιστημῶν τούτων, ἀποδεικνύεται, ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε πείρας, τοὐλάχιστον ἀφελής. Τὸ ἕτερον ἐπιχείρημα περὶ εὐχεροῦς ἐπηρεασμοῦ τῆς λαϊκῆς δικαστικῆς συνειδήσεως δὲν φαίνεται στηριζόμενον ἐπαρκῶς εἰς τὴν πεῖραν ἐκ τοῦ θεσμοῦ. Τοὐλάχιστον, δέν φαίνεται ὅτι ἔχει ἀξίαν μείζονα τῆς ἀξίας αὐτοῦ προκειμένου περὶ παντὸς δικαστοῦ μὲ ἀνθρωπίνους ἀδυναμίας. Βεβαίως ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἀρνεῖται τὴν ἀνάγκην τῆς νομοθετικῆς βελτιώσεως τοῦ ὁρκωτικοῦ συστήματος, ἰδίᾳ ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον καταρτισμοῦ τῶν καταλόγων τῶν ἐνόρκων, τὴν χρησιμότητα τῆς ἐπαρκοῦς ἀποζημιώσεως αὐτῶν κλπ. Οὐδόλως ὅμως συνιστᾷ τὴν κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ ἢ τὴν καθιέρωσιν μικτῆς συνθέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι προφανὴς ἡ δυνατότης τοῦ μέχρις ἀναιρέσεως τῶν πλεονεκτημάτων τοῦ συστήματος ἐπηρεασμοῦ τῶν λαϊκῶν ὑπὸ τῶν τακτικῶν δικαστῶν. Τὴν δυνατότητα ταύτην τοῦ νόμου ὡς πρὸς τὴν καθιέρωσιν μικτῆς δικαστηριακῆς συνθέσεως, παρεδέχθη κατ’ ἐξαίρεσιν ἡ Ἐπιτροπὴ μόνον προκειμένου περὶ δικαστηρίων δικαζόντων πάσης φύσεως ἐργατικὰς διαφοράς, περὶ τῶν εἰδικῶν διοικητικῶν δικαστηρίων ἢ ἐπιτροπῶν ἐν τῇ παρ’ αὐτῶν ἐκδικάσει ἀσημάντων διοικητικῶν διαφορῶν εἰς πρῶτον μόνον βαθμόν, καὶ περὶ παιδικῶν δικαστηρίων. Εἰς τὰ τρία ταῦτα εἰδικὰ θέματα ἡ μικτὴ σύνθεσις δικαιολογεῖται ἐπαρκῶς ἐκ τῆς αὐστηρῶς ἐπαγγελματικῆς μορφῆς τοῦ περιεχομένου τῆς δίκης εἰς τὸ πρῶτον, ἐκ τῆς ἐντελῶς δευτερευούσης σημασίας αὐτοῦ εἰς τὸ δεύτερον, ἔνθα ὑφίσταται ἐπὶ πλέον, ἡ σταθερὰ ἐγγύησις τοῦ δευτέρου βαθμοῦ καὶ ἐκ τῆς εἰδικῆς φύσεως καὶ σκοπιμότητος τὴν ὁποίαν καλεῖται νὰ ἐξυπηρετήσῃ εἰς τὸ τρίτον, ὅπου μάλιστα ἡ περὶ τὴν κατάρτισιν τοῦ σχετικοῦ δικαστηρίου ἐλευθερία τοῦ νόμου ἀφέθη ἐπίτηδες εὐρυτάτη.
§19Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἀπαραίτητος προϋπόθεσις τῆς ποιοτικῆς βελτιώσεως τῶν δικαστῶν καὶ ὅλων τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, εἶναι ἡ βελτίωσις τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν, ἰδιαίτατα δὲ τῶν δικαστῶν.
§20Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἀκολούθως ἡ Ἐπιτροπὴ προῆλθεν εἰς οὐσιώδεις τινὰς μεταρρυθμίσεις καὶ ἐπὶ τῶν ἀφορωσῶν τὴν κατάστασιν τῶν ὀργάνων τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας διατάξεων. Οὕτω ὑπήγαγεν εἰς τὴν ἰσοβιότητα καὶ τοὺς μέχρι τοῦδε ἀπολαύοντας μόνον μονιμότητος Εἰσαγγελεῖς ἀντισαγγελεῖς, εἰρηνοδίκας καὶ πταισματοδίκας, ἐν τῇ ἀντιλήψει ὅτι οὐδεὶς οὐσιαστικὸς λόγος συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς μειώσεως τῶν ἐγγυήσεων διὰ τὰ πρόσωπα ταῦτα τῶν ὁποίων τὰ καθήκοντα δὲν εἶναι οὐδόλως διαφόρου φύσεως. Μετέβαλε τὴν ἀμιγῆ σύνθεσιν τῆς ὁλομελείας τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου εἰς μικτὴν, ἐπιφυλάξασα τὸ τρίτον τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ ἑκατέρας τούτων, διὰ τὴν συμμετοχὴν μελῶν τῆς ἄλλης καὶ καθηγητῶν τῆς νομικῆς σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Ἡ οὐσιώδης αὐτὴ καινοτομία, ἔκρινεν ἡ Ἐπιτροπὴ, ὅτι θὰ συντελέσῃ σημαντικῶς εἰς ὑγιεστέραν καὶ μᾶλλον ἀμερόληπτον ἐκπλήρωσιν τῆς ἄκρως λεπτῆς ἁρμοδιότητος τῶν ὁλομελειῶν ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὑπηρεσιακὴν κατάστασιν τῶν δικαστικῶν. Καθιέρωσεν τὸ καὶ ἤδη νομοθετημένον δικαίωμα προσφυγῆς τῶν παραλειπομένων ἐκ τῶν προαγωγῶν δικαστῶν εἰς τὴν ὁλομέλειαν, ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις. Ἐπέτρεψεν εἰς τὸν νόμον τὸν διορισμὸν εἰς θέσιν Ἀρεοπαγίτου ἢ Συμβούλου Ἐπικρατείας διαπρεπῶν καὶ ἐξόχου φήμης νομομαθῶν μετὰ σύμφωνον γνώμην τῆς ὁλομελείας τοῦ οἰκείου Σώματος. Ὑπήγαγεν πρὸς ἀποσυμφόρησιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβούλου, ἀλλὰ καὶ λόγῳ πληρεστέρας κατατοπίσεως καὶ συνεπῶς ὀρθοτέρας κρίσεως, τὰς ἐντὸς τῆς αὐτῆς Ἐφετειακῆς περιφερείας μεταθέσεις κατωτέρων δικαστικῶν εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν τῆς περιφερείας. Καὶ τέλος, ἐρρύθμισε κατὰ νέον τρόπον, ἐγγυώμενον τὴν οὐσιαστικὴν λειτουργίαν τῶν σχετικῶν θεσμῶν τὰ κατὰ τὸ Δικαστήριον τῶν ἀγωγῶν κακοδικίας καὶ τὸ πειθαρχικὸν Συμβούλιον. Διὰ τῶν μεταβολῶν τούτων, αἵτινες ἐστηρίχθησαν εἰς τὴν ἐκ τῆς λειτουργίας τῶν δικαστικῶν θεσμῶν κτηθεῖσαν πεῖραν, προσδοκᾶ βασίμως ἡ Ἐπιτροπὴ τὴν οὐσιαστικὴν βελτίωσιν αὐτῶν. Μετὰ ταῦτα ἡ Ἐπιτροπὴ εἰσῆλθεν εἰς τὴν προστασίαν τῆς ἐπισήμου γλώσσης. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 109 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος, ἡ Ἐπιτροπὴ προέβη εἰς ἐμπεριστατωμένην ἐξέτασιν προτάσεως περὶ ἀπαλείψεως τῆς ἀφορώσης τὴν ἐπίσημον γλῶσσαν τοῦ Κράτους συνταγματικῆς διατάξεως. Προεβλήθη πρὸς ὑποστήριξιν τῆς προτάσεως ὅτι ἡ κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 θέσπισις τῆς διατάξεως ἐθεωρήθη «περιστατικὴ» κατὰ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἦτο προϊόν πολιτικῆς ἀνάγκης ἐκ τῆς ὀξύτητος εἰς ἣν εἶχε περιέλθει προσφάτως τὸ γλωσσικὸν ζήτημα. Ὅτι ἡ γλῶσσα εἶναι φαινόμενον ἱστορικὸν καὶ κοινωνικὸν καὶ ἐξελίσσεται διαρκῶς κατὰ λόγον τῆς ἐξελίξεως τοῦ πολιτισμοῦ γενικῶς καὶ τῆς πνευματικότητος τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος χρησιμοποιεῖ ταύτην, καὶ ὅτι ὁ Συνταγματικὸς περιορισμὸς μοιραίως θὰ ἀναστείλῃ τὴν φυσιολογικὴν καὶ λελογισμένην ἐξέλιξιν αὐτῆς. Ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος νὰ θεωρηθῇ ἡ διάταξις, εὐρέως ἑρμηνευομένη, ὡς περιλαμβάνουσα καὶ τὴν γλῶσσαν τῆς παιδείας. Ὅτι ἡ κατάργησις τοῦ ἄρθρου περὶ γλώσσης διευκολύνει ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸν ἱστορικὸν παραμερισμὸν τῆς διαμάχης ἐκ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος. Καὶ τέλος ὅτι ἡ διάταξις εἶναι, καὶ ἤδη ἀνενεργός, μὴ ὑπάρχουσα εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντακτικοῦ νομοθέτου, ὁ ὁποῖος τῷ 1935, ἐπαναφέρων ἐν ἰσχύϊ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, οὐδὲν εἶχε κατὰ νοῦν ἄλλο, πλέον τῆς ἐπαναφορᾶς καὶ τῆς Συνταγματικῆς πλαισιώσεως τοῦ Βασιλικοῦ Θεσμοῦ. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σκέψεων τούτων ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπεδέχθη τὴν κατάργησιν τοῦ ἄρθρου 109 τοῦ Συντάγματος. Προσωπικῶς συντασσόμεθα μὲ τὴν μειοψηφήσασαν πλευρὰν τῆς Ἐπιτροπῆς. Δὲν παραγνωρίζομεν ὅτι ἡ γλῶσσα εἶναι, ὄντως, φαινόμενον ἱστορικόν, ἐπιδεκτικὸν ἐξελίξεως, ἡ ὁποία δὲν πρέπει νὰ δεσμεύεται. Καὶ θεωροῦμεν παραχάραξιν τῆς ἐξελίξεως ταύτης πᾶσαν προσπάθειαν τεχνητῶς τείνουσαν εἴτε εἰς ἐπιτάχυνσιν, εἴτε εἰς συγκράτησιν τῆς φυσιολογικῆς διαμορφώσεως τῆς γλώσσης. Ἡ λύσις τοῦ λεγομένου γλωσσικοῦ ζητήματος δὲν ἀνήκει παρὰ εἰς τὸν λαὸν καὶ εἰς τὸν χρόνον. Ἀλλὰ ἡ ἀλήθεια αὕτη οὐδόλως ἐπηρεάζει τὴν πλευρὰν τῆς σκοπιμότητος τὴν ὁποίαν ἐκλήθη καὶ καλεῖται ἀκόμη νὰ ὑπηρετήσῃ ἡ Συνταγματικὴ διάταξις περὶ ἧς πρόκειται. Διότι ἡ σκοπιμότης αὐτὴ περιορίζεται εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπισήμου ἀπὸ ἀπόψεως γλώσσης ἐμφανίσεως τῆς Πολιτείας, καὶ οὐδαμῶς σχετίζεται μὲ τὴν ἑτέραν σκοπιμότητα τῆς ἀκωλύτου ἐλευθερίας τῆς διαμορφώσεως τῆς γλώσσης, ἀπὸ ἀπόψεως κοινῆς χρήσεως αὐτῆς. Οὐδόλως συμμεριζόμεθα τὸν φόβον παρερμηνείας τῆς διατάξεως ὡς πρὸς τὰ ὅρια τῆς ἐκτάσεώς της. Εἶναι σαφὲς καὶ τὸ γρᾶμμα καὶ τὸ πνεῦμά της. Καταλείπει ἐκτὸς πάσης Κρατικῆς ἐπεμβάσεως καὶ τὴν γλῶσσαν τῆς σχολικῆς παιδείας καὶ τὴν γλῶσσαν τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τέχνης. Καὶ προστατεύει μόνον τὴν ἐπίσημον γλῶσσαν τοῦ Κράτους, τὴν γλῶσσαν δηλαδὴ ἐν τῇ ὁποίᾳ ὀφείλει νὰ ἐκφράζεται ἡ ἐπίσημος Πολιτεία εἰς τὰς διαφόρους ἐκδηλώσεις της. Διότι, πράγματι, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ὑπάρχῃ εἷς ἑνιαῖος κατὰ τὸ δυνατὸν γλωσσικὸς τύπος διὰ τὸ Κράτος, ὡς τοιοῦτον. Δὲν εἶναι νοητόν, σύγχρονοι δικαστικαὶ ἀποφάσεις, φερ’ εἰπεῖν, νὰ διατυποῦνται ἄλλη εἰς τὴν γλῶσσαν τοῦ Μιστριώτη καὶ τοῦ Κόντου, ἄλλη εἰς τὴν γλῶσσαν τῶν ἐφημερίδων καὶ ἄλλη εἰς τὴν γλῶσσαν τοῦ Ψυχάρη. Πολλῷ δὲ ἧττον, εἶναι νοητόν, ἕκαστος ὑπουργός, ἢ ἑκάστη ὑπηρεσία, νὰ διατυπώνῃ τὰ ἔγγραφά της εἰς τὴν διάλεκτον ποὺ προτιμᾷ, μὲ τοὺς γνωστοὺς ἐκ τῆς περιφήμου κωμῳδίας τοῦ Βυζαντίου ἐξωφρενικοὺς ἰδιωματισμούς, οἱ ὁποῖοι ἀξιοῦν τιμὰς δημοτικῆς δῆθεν ἐκφράσεως. Τὸ κῦρος καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Κράτους ἐπιβάλλει νὰ ὑπάρχῃ ἑνιαῖος γλωσσικὸς τρόπος διατυπώσεως τῶν πράξεων αὐτοῦ καὶ ὁ τρόπος οὗτος ὀρθὸν εἶναι νὰ τύχῃ Συνταγματικῆς προστασίας. Ἡ ἀνάγκη τῆς προστασίας ταύτης, ἴσως δὲν ἐνεφανίζετο τόσον ἄφευκτος, ἐὰν δὲν ὑπῆρχον οἱ ὀπαδοὶ τῶν βεβιασμένων γλωσσικῶν ἀκροτήτων τῶν ὑπερβαινουσῶν πάντα χυδαϊσμὸν ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου οἱ κατὰ σύστημα καὶ ἐκ λόγων ἀντεθνικῆς προπαγάνδας ἐκμεταλλευόμενοι τὴν διάθεσιν ταύτην πρὸς ἐξουθένωσιν τῶν ὁσίων καὶ τῶν ἱερῶν τοῦ Ἔθνους. Ἐὰν, ἀληθῶς, ἡ εἰσαγωγὴ τῆς περὶ γλώσσης διατάξεως εἶχε δικαιολογίαν περιστατικήν, νομίζομεν ὅτι ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην περίστασιν, ἡ δικαιολογία αὕτη ἔχει τὴν θέσιν της ὑπὸ τὰς σημερινὰς ἀλλὰ καὶ δι’ ἀρκετὸν ἀκόμη χρόνον ὁμοίως διαγραφομένας πολιτικὰς καὶ κοινωνικὰς συνθήκας. Περαιτέρω θεωροῦμεν ἀδικαιολόγητον τὸν φόβον ὅτι ἡ διάταξις αὕτη θὰ δεσμεύσῃ τὴν ἐξέλιξιν τῆς κοινῆς χρήσεως γλώσσης. Οὐδόλως εἴδομεν τοιαύτην συνέπειαν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἰσχύος τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ οὔτε τὴν βλέπομεν καὶ σήμερον. Ἐξ ἄλλου καὶ αὐτὴ ἡ προστατευομένη γλῶσσα ὑφίσταται ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῆς προστασίας τῆς ἀρκοῦσαν φυσιολογικὴν ἐξέλιξιν. Ἡ ἀντιπαραβολὴ τῶν κειμένων τῶν Συνταγμάτων καὶ τῶν ἐπισήμων πράξεων τῆς πολιτείας, τῶν παλαιῶν καὶ τῶν σημερινῶν, παρέχει τὴν ἀπόδειξιν. Εἰδικῶς δὲ ἡ γλῶσσα τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου Συντάγματος δὲν ἐμφανίζει ἐπίφοβον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης παράδειγμα. Διὰ τοὺς λόγους τούτους θεωροῦμεν, μετὰ τῆς μειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, χρήσιμον νὰ παραμείνῃ ἐν ἰσχύϊ τὸ ἄρθρον 119 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος. Εἰς τὰς γενικὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἡ Ἐπιτροπὴ περιέλαβε νέαν τοιαύτην, διὰ τῆς ὁποίας ἀναγνωρίζεται ἡ χρησιμότης τῆς συμμετοχῆς τῆς Ἑλλάδος εἰς διεθνεῖς ὀργανισμοὺς καὶ περιφερειακὰς ἑνώσεις Κρατῶν, ἀποβλεπούσας εἰς εἰρηνικὰς ἐπιδιώξεις. Παρόμοιαι διατάξεις ὑπάρχουν εἰς τὸ προοίμιον τοῦ Γαλλικοῦ καὶ εἰς τὸ ἄρθρ. 11 τοῦ Ἰταλικοῦ Συντάγματος. Ἡ πρότασις ὡς ὑπεβλήθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν εἶχε τὴν ἔννοιαν τῆς ἄρσεως ἐνδεχομένως προκύπτοντος Συνταγματικοῦ κωλύματος διὰ τὰς διεθνεῖς αὐτὰς συνεργασίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἡ Ἐπιτροπὴ διεπίστωσεν ὅτι οὔτε ἐκ τοῦ γράμματος, οὔτε ἐκ τοῦ πνεύματος τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος προκύπτει οὐδὲ πόρρωθεν τοιοῦτον κώλυμα. Δι’ ὃ καὶ ἡ Ἑλλὰς οὐχὶ ἅπαξ μέχρι τοῦδε, μετέσχε καὶ ἤδη μετέχει τοιούτων συμφώνων καὶ ὀργανώσεων ἐν πλήρει ἐκ τοῦ Συντάγματος ἡμῶν ἐλευθερίᾳ, παρὰ τοὺς περιορισμοὺς τῆς Κυριαρχίας τοὺς ἐκ τῶν καταστατικῶν τῶν ὀργανώσεων τούτων προκύπτοντας διὰ τὰ Κράτη — μέλη αὐτῶν. Διὰ τοῦτο ἡ Ἐπιτροπή, τροποποιήσασα τὴν ἑρμηνευτικὴν διατύπωσιν τῆς προτάσεως, ἀπεδέχθη τὸ ἐν τῷ σχεδίῳ ἄρθρον 142, ὡς γραμμὴν ἠθικῆς μόνον σημασίας διὰ τὴν Ἑλληνικὴν καὶ τὴν διεθνῆ κοινὴν γνώμην καὶ ὡς ἐπίσημον διακήρυξιν τῆς βαθυτάτης προσηλώσεως τῆς χώρας ἡμῶν πρὸς τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ καθοριζόμενα εἰρηνιστικὰ καὶ ἐκπολιτιστικὰ ἰδεώδη. Αἱ Συνταγματικαὶ διατάξεις κατ’ ἀρχὴν ἀποτελοῦσιν, νόμους ἐσαεί. Ἐκφράζουσαι τὴν κατὰ τὴν θέλησιν τοῦ Ἔθνους παγίαν σύνταξιν τῶν Πολιτειακῶν θεσμῶν, εἶναι ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν ἠσφαλισμέναι ἀπροσδιορίστως, πρὸς ἀνεμπόδιστον ἐπιτέλεσιν τοῦ σκοποῦ τῆς Κοινωνίας. Ὅσῳ σπανιώτερον κάμπτεται ἡ θεωρητικὴ αὕτη τοποθέτησις, τόσῳ σταθερότερον ἐπιτυγχάνεται ὁ θεμελιώδης σκοπὸς, ὁ ὁποῖος ἦτο καὶ μένει πάντοτε ἡ ἐπιγραμματικὴ ρῆσις τοῦ ἄρθρ. 1 τοῦ Γαλλικοῦ Συντάγματος τὸ 1793 «Σκοπὸς τῆς Κοινωνίας εἶναι ἡ κοινὴ εὐτυχία». Ἀλλὰ τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων ἐπιδιώκεται ἡ πραγμάτωσις τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἰδεώδους εἰς τὸ ὁποῖον τείνει ἡ θεμελιακὴ συγκρότησις τῶν δημοσίων θεσμῶν, ὑφίστανται φυσικὰ τὴν ἐπίδρασιν διαφόρων συνθηκῶν μεταβαλλομένων κατὰ καιρούς. Ἡ ἐπίδρασις αὕτη εἶναι χρήσιμον νὰ ἔχῃ τὴν δυνατότητα τῆς ἐκδηλώσεως εἰς τὴν Πολιτειακὴν σύνταξιν, ἐφ’ ὅσον βεβαίως δὲν θίγει τὰ θεμέλια τοῦ οἰκοδομήματος καὶ ἐφ’ ὅσον ἀκόμη ἤθελε καταστῆ σαφὲς ὅτι ἀποτελεῖ κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον καθολικὴν καὶ ὥριμον τοῦ Ἔθνους συνείδησιν. Ἡ ἐκ τῆς σκοπίμου αὐτῆς ἀνάγκης κάμψις τῆς θεωρητικῆς ἀρχῆς τῆς διηνεκοῦς ἰσχύος, εἰς πάντα σχεδὸν τὰ Συντάγματα, περιορίζεται καθ’ ὕλην. Εἰς τὸ Τουρκικὸν Σύνταγμα (ἄρ. 102) ὁ περιορισμὸς αὐτὸς ἀφορᾷ μόνον τὸ πρῶτον ἄρθρον αὐτοῦ καθ’ ὃ: «Τὸ Τουρκικὸν Κράτος εἶναι Δημοκρατία». Εἰς τὸ νέον Ἰταλικὸν, ὁ περιορισμὸς ὁρίζεται οὕτως! La Forma republicana non puo essere oggeto di revisioni Constitutionale (ἄρθρ. 139). Εἰς τὸ Γαλλικὸν Σύνταγμα ὁ περιορισμὸς περιλαμβάνει μόνον τὴν «δημοκρατικὴν μορφὴν τῆς Κυβερνήσεως». (ἄρθρ. 95). Εἰς τὸ τελευταῖον Ρουμανικὸν (13 Ἀπριλίου 1948) οὐδεὶς ὑφίσταται περιορισμός. Εἰς τὰ ἡμέτερα Συντάγματα, πλὴν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844, τὸ ὁποῖον ἠγνόει τὴν ἀναθεώρησιν παντελῶς, ὁ περιορισμὸς περιελάμβανε τὰς λεγομένας «θεμελιώδεις» διατάξεις, ἡ μεταβολὴ τῶν ὁποίων ἦτο ἀνεπίτρεπτος εἰς τὸ διηνεκὲς ἢ μέχρι τῆς δημιουργίας νέου Ἐπαναστατικοῦ δικαίου. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπεζήτησε νὰ περιορίσῃ ἔτι μᾶλλον τὴν ἔκτασιν τῶν νομικῶς ἀμεταβλήτων διατάξεων τοῦ Συντάγματος, θεωροῦσα ὅτι ὅσῳ στενώτερος εἶναι ὁ κύκλος οὗτος τόσῳ μᾶλλον σεβαστὸς δύναται νὰ παραμένῃ». Δεδομένου δὲ ὅτι ἡ ἰσχύουσα διαχωριστικὴ γραμμὴ μεταξὺ τῶν θεμελιωδῶν καὶ μὴ διατάξεων ὑπῆρξε πάντοτε ἐν τῇ ἐπιστήμῃ ἀσαφὴς καὶ ἀκαθόριστος καὶ ἐν τῇ πράξει ἐπανειλημμένως παρεβιάσθη, ἀνεζήτησε σαφέστερον κριτήριον. Ἡ Ἐπιτροπὴ συνεζήτησε σχετικῶς ἐπὶ δύο προτάσεων: Ἡ πρώτη συνέστησε τὸν ἀριθμητικὸν προσδιορισμὸν ὅλων τῶν ἄρθρων ἢ καὶ τῶν ἀρχῶν τῶν ἐν αὐτοῖς περιλαμβανομένων, τῶν ὁποίων δὲν θὰ συγχωρῆται ἡ ἀναθεώρησις. Ἡ δευτέρα προέτεινε τὸν περιορισμὸν αὐτῶν εἰς ἓν ἄρθρον καὶ μίαν ἀρχήν, τὸ ἄρθρον 25 (τοῦ σχεδίου) καὶ τὴν δι’ αὐτοῦ προσδιοριζομένην μορφὴν τοῦ πολιτεύματος. Ἡ Ἐπιτροπὴ, τροποποιήσασα τὴν δευτέραν αὐτὴν πρότασιν, ἀπεδέχθη ὡς κριτήριον περιορισμοῦ τῆς ἀναθεωρήσεως τὴν μορφὴν καὶ τὰς βάσεις τοῦ πολιτεύματος. Προσωπικῶς, δὲν θεωροῦμεν ὅτι ηὐτύχησεν ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην, τοὐλάχιστον ἐν ὄψει τοῦ ἑτέρου τῶν λόγων δι’ οὓς ἀπεδέχθη κατ’ ἀρχὴν τὴν τροποποίησιν τοῦ ἰσχύοντος ἄρθρου 108 τοῦ Συντάγματος. Διότι οὐχ’ ἧττον ἀσαφὲς εἶναι καὶ τὸ νέον κριτήριον καὶ οὐδόλως ἄμοιρον ἀμφιβολιῶν ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενον τῶν ὅρων «μορφὴ» καὶ ἰδίως «βάσεις» τοῦ πολιτεύματος. Παρὰ τὴν ὁμολογουμένην δυσκολίαν τοῦ καθορισμοῦ κατ’ ἄρθρα τῶν μὴ ἀναθεωρητέων διατάξεων, προκρίνομεν τὴν πρώτην πρότασιν, ἥτις θὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον τὸ προσὸν ὅτι ὁ διαχωρισμὸς καὶ ἂν δὲν εἶναι, θεωρητικῶς, πλήρως ὀρθός, θὰ εἶναι πάντως σαφὴς καὶ ἀναμφισβήτητος. Ὡς πρὸς τὴν δικονομίαν τῆς Ἀναθεωρήσεως ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη τὴν ἁπλούστευσιν αὐτῆς, κατὰ τοῦτο μόνον, ὅτι δὲν ἔκρινεν ἀναγκαίαν τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν σύγκλησιν νέας πρὸς ἐνέργειαν τῆς ἀναθεωρήσεως. Ὡρμήθη ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὴν τροποποίησιν ταύτην ἐκ τῆς σκέψεως ὅτι, ἐνδεχομένως ἀπαραίτητος ἀνάγκη ἀναθεωρήσεως, θὰ καθίστατο δυσχερῶς ἀποδεκτὴ ὑπὸ Βουλῆς, ἡ ὁποία θὰ ὑπέγραφε διὰ τῆς ἀποδοχῆς ταύτης τὴν ἄμεσον διάλυσίν της. Ὑπεβλήθη εἰς ἀντιστάθμισμα πρότασις περὶ καθιερώσεως τοῦ Συνταγματικοῦ Δημοψηφίσματος διὰ τὴν λαϊκὴν ἔγκρισιν τῆς ἀναθεωρήσεως. Ἡ Ἐπιτροπή, ἀποβλέψασα εἰς τὰς σχεδὸν ἀνυπερβλήτους τεχνικὰς δυσχερείας τοῦ θεσμοῦ, περὶ ὧν ὡμιλήσαμεν ἤδη προκειμένου περὶ νομοθετικοῦ δημοψηφίσματος, ἀπέκρουσε καὶ τὴν πρότασιν ταύτην. Περιβαλοῦσα ὅμως τὴν διαδικασίαν τῆς ἀναθεωρήσεως διὰ τῆς ἐγγυήσεως ἐπανειλημμένων καὶ ηὐξημένων πλειοψηφιῶν, ἔκρινεν, ὀρθῶς, νομίζομεν, ὅτι ἀσφαλίζεται λίαν ἐπαρκῶς ἡ μετὰ συνετῆς περισκέψεως καὶ κατόπιν ὡρίμων συμπερασμάτων λελογισμένη λειτουργία τοῦ μηχανισμοῦ τῆς ἀναθεωρήσεως.
§21Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Οὐδέποτε ἕως σήμερα ἐτηρήθη ἡ δικονομία, ἡ συντεταγμένη εἰς τὸ πολίτευμα. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ μέχρι τοῦ νὰ θεωρῆται πᾶσα Βουλὴ ἀναθεωρητική, γίνεται μέγα ἅλμα.
§22Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποκατάστασις ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καὶ κτηνοτρόφων. Εἰς διάταξιν μεταβατικῆς ἰσχύος καθιέρωσεν ἡ Ἐπιτροπὴ τὴν δυνατότητα ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ὡρισμένων κατηγοριῶν ἀγροτικῶν κτημάτων κατὰ παρέκκλισιν ἀπὸ τῶν περιορισμῶν τοῦ περὶ ἰδιοκτησίας ἄρθρου, πρὸς ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καὶ κτηνοτρόφων. Ἡ ἀποκατάστασις αὕτη ἀπετέλεσε πάντοτε, ὀρθῶς, θεμελιώδη ἐπιδίωξιν τῆς ἀγροτικῆς μας πολιτικῆς. Εἰς μίαν χώραν τὴν ὁποίαν ἡ σύνθεσις τοῦ πληθυσμοῦ καθιστᾶ ἐντονώτατα ἀγροτικήν, ἡ λύσις τοῦ κοινωνικοῦ προβλήματος εὕρηται, κατὰ μέγιστον μέρος του, εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς μικροϊδιοκτησίας τῶν ἀγροτικῶν μαζῶν, εἰ δυνατὸν ἄνευ ἐξαιρέσεων. Πρὸς τὴν κατεύθυνσιν ταύτην ἔτεινε καὶ τὸ μεταβατικῆς, ἐπίσης, ἰσχύος ἀνάλογον ἄρθρον 119 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, τὸ ὁποῖον ὅμως, ἐν ὄψει τῆς ἀνάγκης τῆς ἀποκαταστάσεως καὶ ἀστῶν προσφύγων ἐκ τῆς Μικρασιατικῆς συμφορᾶς, εἶχεν εὐρύτερον περιεχόμενον. Ἡ Ἐπιτροπὴ μολονότι ἐζήτησε, δὲν ἔλαβε ἀκριβεῖς στατιστικὰς πληροφορίας περὶ τῶν μετὰ τὴν λῆξιν τῆς πενταετίας τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, ἀπομενουσῶν εἰσέτι ἀναπαλλοτριώτων ἐκτάσεων ἐξ ἀγροκτημάτων, φυτειῶν καὶ κτηνοβοσκῶν, δυναμένων, νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς νέαν ἀπαλλοτρίωσιν. Ἐξ ὅσων, ὅμως, ἀτελῶν στοιχείων ἐτέθησαν ὑπ’ ὄψιν της, ἐπείσθη ὅτι αἱ ἐκτάσεις αὗται εἶναι ἐπαρκεῖς πρὸς ἀποκατάστασιν σημαντικοῦ ἀριθμοῦ κτηνοτρόφων καὶ γεωργῶν. Προῆλθεν ἑπομένως εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν διατηρητέων παρὰ τοῦ ἰδιοκτήτου ἐκτάσεων ἐν πνεύματι δικαίας ἐκτιμήσεως τῶν ἀναγκῶν του καὶ ἐκήρυξε πᾶσαν ἄλλην τοιαύτην ἔκτασιν ἀπαλλοτριωτέαν ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις. Ἡ ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ πιστεύει κατ’ ἀρχὴν ὅτι τὰ Συντάγματα ἀποκτοῦν τὴν ἀξίαν των ὀλιγώτερον ἐκ τῶν κειμένων των καὶ περισσότερον ἐκ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν τὰ κείμενα ταῦτα ἐφαρμόζονται. Ἀλλὰ συγχρόνως πιστεύει ὅτι Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον δὲν διαπνέεται ἀπὸ τὰς γενικὰς ἰδέας τῶν συγχρόνων καιρῶν, καὶ δὲν προσαρμόζεται πρὸς τὰς κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον καθολικὰς ἀνάγκας αὐτῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τρόπον ἀνάλογον πρὸς τὰς ἐλπίδας τοῦ Ἔθνους, τὸ ὁποῖον προώρισται νὰ ὑπηρετήσῃ. Ἡ Ἐπιτροπὴ θέλει νὰ ἐλπίζῃ ὅτι διὰ τῆς βελτιώσεως τῶν παλαιῶν διατάξεων καὶ τῆς λελογισμένης εἰσαγωγῆς τῶν νέων τοιούτων, κατήρτισε σχέδιον Συντάγματος εἰς τὸ ὁποῖον παρὰ τὴν Ἐθνικὴν παράδοσιν, διακρίνεται καὶ ἡ ἰδεολογικὴ τοῦ Ἔθνους τοποθέτησις ἐν τῇ ἐνεστώσῃ κρίσει τῆς Δημοκρατίας, καὶ ἡ πνοὴ τῆς ἐποχῆς μας, μιᾶς ἐποχῆς τὴν ὁποίαν ὁ παρατηρητὴς τῶν ἀρχῶν τοῦ ΧΧ αἰῶνος δυσκόλως θὰ ἠδύνατο νὰ ἀνεχθῇ καὶ ν’ ἀναγνωρίσῃ. Τέσσαρες περίπου δεκαετηρίδες παρεντίθενται μεταξὺ τῶν δύο ἀναθεωρήσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος. Τεράστια ἱστορικὰ γεγονότα μετέβαλαν μαζὺ μὲ τὴν ὄψιν τοῦ Κόσμου καὶ τὰς ἰδέας τῶν λαῶν. Μία κοινωνικὴ ἐξέλιξις τὴν ὁποίαν ἡ δίνη τῶν δύο πολέμων παρέσυρεν ἀσυγκρατήτως εἰς σκληρὰς καὶ βιαίας μεταβολὰς, κατέληξεν, ὑπὸ τὴν πίεσιν ἰσχυρῶν, ὅσῳ καὶ ἀπιθάνων ροπῶν καὶ κατευθύνσεων, εἰς τὴν μεταβολὴν καὶ τῆς φύσεως — θὰ ἔλεγα — τῶν κοινωνικῶν φαινομένων. Ἡ ἐπίδρασις τῶν κοσμογονικῶν αὐτῶν ἐποχῶν ἐξεδηλώθη ὅπως ἦτο φυσικόν, εἰς τὴν διαμόρφωσιν κυρίως τῶν θεσμῶν τοῦ Δημοσίου Δικαίου τῶν Λαῶν. Ὁ παγκόσμιος πόλεμος τοῦ 1914–1918 ἐξέπληξε πρῶτος τοὺς λαοὺς μὲ τὴν ἀήθη διὰ τὴν ἐποχὴν του σκληρότητα τῶν μέσων τῆς νίκης καὶ τῶν συνεπειῶν τῆς ἥττης. Καὶ τῆς πρώτης καὶ τῆς δευτέρας ἀπέμεινε κοινὴ μοῖρα ὁ κοινωνικὸς σεισμὸς καὶ ἡ οἰκονομικὴ καταστροφή. Οἱ λαοὶ ποὺ ἡττήθησαν, ἀνεζήτησαν τὴν ἐκδίκησιν τῆς ἥττης εἰς κοινωνικὰς ἀνατροπάς, στρεφομένας ἐναντίον τῶν πολιτικῶν ἡγητόρων τοῦ ἀτυχήσαντος πολέμου, καὶ ἐπεζήτησαν νὰ συντάξουν τὴν Πολιτείαν των ἐν πνεύματι ἐπαναστατικῷ κατὰ τῆς κρατούσης ἕως τότε κοινωνικῆς συγκροτήσεως αὐτῆς. Οἱ λαοὶ ποὺ ἐξῆλθον διὰ τῆς νίκης εἰς τὸν ροῦν τῆς ἱστορικῆς ζωῆς, ἐπεδίωξαν ἐπίσης τὴν ὀργάνωσίν των ἐν τῷ πνεύματι τῆς ἀμύνης κατὰ τῆς ἀπολυταρχίας, τῆς ὁποίας ἦσαν ἕως τότε ὑποτελεῖς. Οὕτω μία σειρὰ Συνταγμάτων (Βαϊμάρη 11 Αὐγούστου 1919, Αὐστρία 1 Ὀκτωβρίου 1920, Δάντσιγκ 11 Μαΐου 1922, Ἐσθονία 15 Ἰουνίου 1920, Λεττονία 15 Φεβρουαρίου 1922, Πολωνία 17 Μαρτίου 1921, Ρουμανία 28 Μαρτίου 1923, Γιουγκοσλαυΐα 28 Ἰουνίου 1921, Τσεχοσλοβακία 29 Φεβρουαρίου 1920 κλπ.), καταρτισθέντων ὑπὸ νέων ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους τὰ ρεύματα τῶν ἰδεῶν περὶ ὧν ὡμιλήσαμεν ἔφεραν ταγοὺς τῶν λαῶν, ἐπεχείρησε νὰ ἐγκαθιδρύσῃ εἰς τὴν κεντρικὴν καὶ τὴν Ἀνατολικὴν ἰδίως Εὐρώπην, τὸ δόγμα τῆς Δημοκρατίας, ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς παντοδυναμίας τῶν Συνελεύσεων. Ὕψωσαν τὸ λάβαρον τῶν Σοσιαλιστικῶν ἰδεῶν. Παρεμέρισαν τὴν ἰδέαν τῆς θρησκείας, ἡ ὁποία ἐξεπροσώπει τὸν συντηρητισμόν. Διηύρυναν τὴν ἔννοιαν τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων μέχρις ἀχαλινώτου προωθήσεως τῶν ἀτόμων ὑπὲρ τὰ συμφέροντα τῶν Ἐθνῶν. Διότι οἱ λαοὶ ἦσαν ἔξαλλοι ἀπὸ σκληρὰς ἀναμνήσεις δοκιμασιῶν, καὶ ἐπίστευον ὅτι ἐγκαθίστων ἀκλόνητον Κράτος Δικαίου, ἐξουθενοῦντες τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, εἰς τὴν δύναμιν, τῆς ὁποίας ἔβλεπον ἀκόμη τὴν μισητὴν σκιὰν τοῦ Καισαρισμοῦ τῶν Ἁψβούργων, τῶν Ρωμανὼφ καὶ τῶν Χοετζόλερν. Εἶναι ἄλλωστε παράδοσις τῶν ἐπαναστάσεων ἡ βαθεῖα δυσπιστία πρὸς τὸ Ἐκτελεστικόν, τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ τὴν ἰδέαν τῆς ἀμέσου ἐπιβολῆς τοῦ νόμου καὶ τῆς τάξεως ἐπὶ τῶν ἀχαλινώτων ἐλευθεριῶν, ἐν ὀνόματι τῶν ὁποίων δίδεται ἡ μάχη τῶν μαζῶν κατὰ τῆς συγκεκροτημένης ἐξουσίας. Οἱ πολιτικοὶ καὶ οἱ δημοσιολόγοι τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως ἔδωκαν τὸ παράδειγμα. Καὶ ἦτο παράδειγμα τὸ ὁποῖον θεμελιοῦται εἰς αὐτὴν τὴν φύσιν τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι κάμνουν τὰς ἐπαναστάσεις. Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν ὑπῆρξε τὸ καθεστὼς αὐτὸ συνταγματικὴ πραγματικότης, δὲν εἶχε παρὰ βραχεῖαν τὴν ζωήν. Ἡ πολιτικὴ πραγματικότης ἡ ὁποία παρεμερίσθη, ἐξεδικήθη συντόμως. Ἡ παντοδυναμία τῶν Συνελεύσεων δὲν ἦτο ὑγιὲς ἱστορικὸν φαινόμενον. Καὶ ἡ κρίσις τῆς Δημοκρατίας ἦτο μοιραῖον νὰ ἐκραγῇ, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἡ δύναμις τῆς ἀνασχέσεως. Ὁ Χίτλερ κατήργησε τὴν Βαϊμάρην. Καὶ ἕνας νεοκαισαρισμὸς, ὁ ὁποῖος, χωρὶς νὰ εἶναι ἡ δύναμις τῶν πριγκήπων ἢ τῆς Ἐκκλησίας, ἦτο, μολαταῦτα, ἀπείρως περισσότερον βαρὺς καὶ σκληρός, διεσκόρπισε τὰ φύλλα τῶν Συνταγμάτων τοῦ Κράτους Δικαίου τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης, πρὶν ἀκόμη παρέλθῃ πενταετία ἀπὸ τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν ὑπὸ τὰς ἐξάλλους κραυγὰς τῶν Λαϊκῶν Συνελεύσεων ἐκήρυσσον τὴν κατάλυσιν τῆς ἀπολυταρχίας καὶ τὴν αὐτοκυριαρχίαν τῶν λαῶν. Ὁ δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος ὑπῆρξε νέος καὶ σκληρότερος σεισμὸς εἰς τὴν ζωὴν τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κοινωνιῶν. Ἔπνιξαν εἰς τὸ αἷμα τὸ καθεστὼς τῶν χθεσινῶν Δικτατοριῶν, ἀλλ’ οἱ λαοὶ μετέβαλον μόνον τυράννους. Τὸ δόγμα τοῦ ἑνὸς κόμματος, τὸ ὁποῖον ἐξεπροσώπησε πρὸ τοῦ πολέμου καὶ ἐκπροσωπεῖ καὶ μετ’ αὐτὸν τὴν Συνταγματικὴν τάξιν εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Εὐρώπην, ἐξακολουθεῖ νὰ νοθεύῃ καὶ τὴν Δημοκρατίαν καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κοινοβουλευτισμόν. Καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἀγνοῇ τὰς ἐλευθερίας, χάριν τῶν ὁποίων τὰ μεταπολεμικὰ Συντάγματα ὕψωσαν τὸ λάβαρον τῆς παντοδυναμίας τῶν ἀδυνάτων Συνελεύσεων. Ὁ σημερινὸς κοινωνικὸς νεοκαισαρισμὸς ἐξελίσσεται ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς πλήρους ἀρνήσεως τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ 1789. Οἱ λαοὶ ὅμως δὲν ἔχουν ὅλοι τὴν δύναμιν τῆς ἀντιδράσεως. Καὶ ἡ μορφὴ τῶν νέων Συνταγμάτων (Ρουμανία, Βουλγαρία, Γιουγκοσλαυΐα, Τσεχοσλοβακία) παρέχει σαφῆ τὴν ἐντύπωσιν ἐγγράφων τὰ ὁποῖα καταρτίζονται ἐν τῇ ἐξελίξει τῆς σοβαρᾶς ἠθικῆς κρίσεως ποὺ δοκιμάζει τὰς ἐννοίας τῆς Δημοκρατίας καὶ τῆς Ἐλευθερίας. Δύο ἄλλα Συντάγματα, τῆς Γαλλικῆς (13 Ὀκτωβρίου 1946) καὶ τῆς Ἰταλικῆς (22 Δεκεμβρίου 1947) Δημοκρατίας, προϊόντα ἡμιουσιαλιστικῶν πλειοψηφιῶν, φέρουν καὶ αὐτὰ σημαντικὰ ἴχνη τῆς ἐπιδράσεως ἰσχυρῶν κομμάτων, πρεσβευόντων τὸ δόγμα τῆς μονοκομματικῆς συγκροτήσεως τῆς Πολιτικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς ἀπολυταρχικῆς μορφῆς τῆς Δημοκρατίας. Μ’ ὅλα ταῦτα, φέρουν ἀκόμη τὴν σφραγῖδα τῆς ὑγιοῦς ἐννοίας τῆς Δημοκρατίας καὶ ὑγιοῦς ἀντιλήψεως περὶ τῶν ἐλευθεριῶν. Καθ’ ὃν χρόνον ἡ τεραστία αὐτὴ σύγκρουσις μεταξὺ Ἀνατολικῆς καὶ Δυτικῆς Εὐρώπης ἐξακολουθεῖ καὶ ὁ ἀγὼν μεταξὺ ἐλευθερίας καὶ ἀπολυταρχίας συνεχίζεται, ἡ δὲ κρίσις τῆς Δημοκρατίας εὑρίσκεται εἰς τὸ Μάξιμουμ τῆς ἐντάσεώς της, ἐπέρχεται ἡ Ἀναθεώρησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος. Ἡ Ἑλλάς, μολονότι δὲν συμπεριλαμβάνεται εἰς τὸν κύκλον τῶν χωρῶν αἱ ὁποῖαι ὑπέστησαν ἀμέσως τὰς δραματικὰς αὐτὰς ἐξελίξεις εἰς τὴν ἱστορικήν των πορείαν, ἐδέχθη, ἐν τούτοις, ἀμέσως καὶ ἐμμέσως τὴν ἐπίδρασιν τῶν βαρειῶν συνεπειῶν των. Αἱ δεκαετηρίδες αἱ ὁποῖαι ἐμεσολάβησαν, οἱ πόλεμοι, αἱ νίκαι καὶ αἱ καταστροφαί, ἡ ἐχθρικὴ κατοχὴ καὶ τὰ ἀποτελέσματά της, ἡ συμμοριακὴ ἐπιβουλὴ καὶ ὁ ἐναντίον τῆς πολυαίμακτος ἀγὼν τὸν ὁποῖον διεξάγει ἀκόμη τὸ Ἔθνος, προεκάλεσαν καὶ παρ’ ἡμῖν βαθείας κοινωνικὰς καὶ οἰκονομικὰς μεταβολάς. Νέαι ἐξελίξεις καὶ νέαι συνθῆκαι καὶ δι’ ἡμᾶς, ἀναμένουν τὴν ἀνάλογον πρὸς τὰς ἀνάγκας των ρύθμισιν. Ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ ἀπόψεως ἐννοίας τῆς Δημοκρατίας εἶναι σαφῶς τοποθετημένη. Ἀρνεῖται τὴν Δημοκρατίαν τοῦ Ἀνατολικοῦ τύπου, δηλαδὴ τὸν Ἀπολυταρχισμόν, καὶ ἀρνεῖται πάντα θεσμὸν ὁ ὁποῖος θὰ ἠδύνατο νὰ ὁδηγήσῃ πρὸς αὐτόν. Διὰ τοῦτο ἀρνεῖται τὴν νοθείαν τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ καὶ διὰ τῆς παντοδυναμίας τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τῆς παντοδυναμίας τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπιδιώκει τὴν σταθερότητα τῶν Κυβερνήσεων, ἀλλὰ δὲν ἀγνοεῖ ὅτι τοῦτο εἶναι μᾶλλον ζήτημα κοινοβουλευτικῆς πλειοψηφίας καὶ οὐχὶ συνταγματικῶν διατάξεων. Ἀρνεῖται τὴν κατάργησιν τῶν ἐλευθεριῶν, ἀλλ’ ἀρνεῖται καὶ τὴν κατάχρησιν αὐτῶν. Δὲν ἀγνοεῖ τὰς νέας κοινωνικὰς ἀνάγκας τὰς ὁποίας ἐδημιούργησαν οἱ μεταπολεμικοὶ καιροί, καὶ τὰς ὁποίας ὑπηρετοῦν ἀνεπαρκῶς ἢ οὐδόλως οἱ παλαιοί μας θεσμοί. Ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ ζωὴ κινεῖται καὶ ἐξελίσσεται μὲ ρυθμὸν καὶ τάσεις αἱ ὁποῖαι θὰ κατέπλησσον τὸν Ἕλληνα πολιτικὸν τοῦ 1911. Καὶ συγκροτεῖται πολιτειακῶς κατὰ τρόπον ἱκανοποιοῦντα καὶ τὸν ρυθμὸν καὶ τὰς τάσεις ταύτας. Ἐν γένει ἡ Ἑλλάς, καὶ διὰ τοῦ αἵματος τῶν τέκνων της καὶ διὰ τοῦ Συντάγματος τὸ ὁποῖον καταρτίζει, διακηρύσσει ἑαυτὴν καὶ τὸν λαόν της πιστοὺς εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἀληθοῦς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀληθοῦς Δημοκρατίας. Οἱ θεσμοί της, οἱ παλαιοὶ καὶ οἱ νέοι, οἰκοδομοῦν τὸν ναὸν τῆς τάξεως, τῆς ἐργασίας, τῆς κοινωνικῆς καὶ οἰκονομικῆς προόδου, τῆς πνευματικῆς ἀναπτύξεως, τῆς ἐλευθερίας. Καὶ διὰ τὴν συντήρησιν τῶν θεσμῶν αὐτῶν διασφαλίζει τὴν ἐξέλιξιν εἰς ὅλας της τὰς μορφάς, ἀλλ’ ἀρνεῖται τὴν βίαν εἰς ὅλας της τὰς ἐκδηλώσεις. Αὗται εἶναι αἱ οὐσιώδεις γραμμαὶ αἱ ὁποῖαι διέπουν τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος, καὶ τὰς σκέψεις τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία τὸ κατήρτισε. Παραδίδοντες τοῦτο εἰς τὴν κρίσιν τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἐλπίζομεν καὶ εὐχόμεθα, ὑπὸ τὴν βάσανον τῶν ἐπ’ αὐτοῦ συζητήσεων, νὰ ἐξέλθῃ πληρέστερον καὶ ἀρτιώτερον, ὠφελημένον ἀπὸ τὴν ἐπιστημονικὴν ἐμβρίθειαν, τὴν φωτεινὴν πεῖραν καὶ τὴν σώφρονα σύνεσιν τοῦ Σώματος. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§23Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πιστεύω ὅτι ἐκφράζω τὴν ὁμόθυμον γνώμην τοῦ Σώματος, ἐὰν διατυπώσω τὰς εἰλικρινεῖς μου εὐχαριστίας καὶ τὰ θερμότατά μου συγχαρητήρια πρὸς τὸν διακεκριμένον συνάδελφον κ. Στεφανόπουλον, ὅστις, διὰ τῆς γλαφυρᾶς καὶ μεστῆς εἰς περιεχόμενον ἀγορεύσεώς του, εἰσηγήθη πρὸς τὸ Σῶμα τὸ νέον Σύνταγμα. Θέλω νὰ ἐλπίζω, ὅτι ὁ ἐπιστημονικὸς τόνος τῆς εἰσηγήσεως θὰ πρυτανεύσῃ καὶ κατὰ τὰς συζητήσεις τοῦ Συντάγματος.
§24Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Θὰ ἔχω ἕως τώρα ἀκούσει δύο ἕως τρεῖς εἰσηγήσεις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ γενομένη εἰσήγησις ὑπὸ τοῦ διακεκριμένου συναδέλφου κ. Στεφανοπούλου, ὑπῆρξεν ἡ ἀρτιωτέρα πασῶν. Τοῦ ἐκφράζω τὰ θερμότατά μου συγχαρητήρια διὰ τὴν ὑπέροχον εἰσήγησίν του.
§25Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, κ. Πρόεδρε, ἀγορεύσεις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος τοῦ ἀειμνήστου πατρός σας, τοῦ Δημ. Γούναρη, τοῦ Βενιζέλου, τοῦ Ράλλη, τοῦ Μιχαλακοπούλου, τοῦ Δεληγιάννη καὶ ἄλλων ἐπιφανῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν καὶ δύναμαι νὰ ἰσχυρισθῶ καὶ νὰ βεβαιώσω, ὅτι, ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Στεφανοπούλου ἀντιμετωπίζει τὰς ἀγορεύσεις ἐκείνων τῶν ἀνδρῶν. Τὸ λέγω δὲ τοῦτο χωρὶς δισταγμόν, ἀσχέτως ἐὰν εἰς τὰ καθ’ ἕκαστον θέματα ἔχω ἀντίθετον γνώμην. Οἱ δύο παγκόσμιοι πόλεμοι μᾶς ἔδωσαν τὸ δίδαγμα, ὅτι οἱ ἄγραφοι νόμοι οὓς Θεοὶ ἔθεντο, εἶναι αἰώνιοι. Διότι ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ὂν θνητὸν καὶ ἑπομένως κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς αἰωνιότητος δὲν μεταβάλλονται οἱ θεμελιώδεις ὅροι τῆς ζωῆς. Μὲ τὴν πίστιν αὐτὴν προτρέπω τοῦ κ. συναδέλφους, ὅπως διεξαγάγωμεν τὰς προσεχεῖς συζητήσεις.
§26Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἐκφράζω τὰ συγχαρητήριά μου πρὸς τὸν κ. εἰσηγητὴν καὶ εἰς τοὺς ἐκφρασθέντας ἐπαίνους θέλω νὰ προσθέσω, ὅτι διὰ τῆς εἰσηγήσεώς του, ἔδωσεν ἁπτὸν δεῖγμα ὅτι δυνάμεθα νὰ διεξαγάγωμεν τὴν συζήτησιν «περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος».
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ τῶν λεχθέντων συνάγεται ὅτι ἡ Βουλὴ δέχεται νὰ ἐκφρασθοῦν τὰ συγχαρητήρια τοῦ Σώματος πρὸς τὸν κ. Στεφανόπουλον.
§28ΠΑΝΤΕΣ ΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατετέθη δήλωσις τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ι. Μελᾶ καὶ Γ. Τσουδεροῦ, σχετικῶς μὲ τὴν ἀρξαμένην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀνεθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. (Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ). Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§30ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ.μ., μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως, νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 9.30′ μ.μ.)