1948.07.07~85
849 στίχοι ·
6.223 λέξεις ·
35 παρεμβάσεις
Η ημερομηνία συμπίπτει με άλλη συνεδρίαση· συνεπώς η παραπομπή φέρει #85.
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 85η
Τετάρτη 7 Ἰουλίου 1948
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 11.20′ π.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Ταλιαδοῦρος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§2Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Σ. Βενιζέλος καταθέτει προσθήκην μεταβατικῆς διατάξεως εἰς τὸ Σύνταγμα, κατοχυροῦσαν τὰς ἐκ δανείων ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ κ. Στεφανόπουλος νὰ συνεχίσῃ τὴν εἰσήγησίν του.
§4Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Χθὲς διενεμήθη ἡμερησία διάταξις, ἡ ὁποία ἀναφέρει τὴν συζήτησιν ὡρισμένων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἡμερησία διάταξις, ἡ ὁποία διενεμήθη, ἰσχύει διὰ τὴν ἀπογευματινὴν συνεδρίασιν. Τώρα θὰ συνεχίσῃ τὴν διακοπεῖσαν εἰσήγησίν του ὁ κ. Στεφανόπουλος καὶ κατόπιν δύνασθε νὰ ζητήσετε τὸν λόγον.
§6Ε. ΓΟΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μετρῶνται οἱ παριστάμενοι βουλευταί, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἱστορικοῦ αὐτοῦ ἔργου.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στεφανόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§8Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἔλεγον χθές, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος, ἐν ὄψει τῶν νέων προβλημάτων, ἐδέχθη τὸν περιορισμὸν τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν καὶ δικαιωμάτων ἐν εἴδει πολιτικοῦ ἐλέγχου, ἀλλὰ σαφὲς κατέστη ἐκ τῶν συζητήσεων εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ὅτι δὲν πρόκειται ποσῶς «περὶ πολιτικοῦ ἐλέγχου» ὁ ὁποῖος εἶναι ἀληθῶς, ὑπὸ οἱασδήποτε συνθήκας, ἀνεπίτρεπτος εἰς τὴν Διακήρυξιν. Καί, ἀκόμη, ὅτι ὁ περιορισμὸς οὗτος χάριν γενικωτέρων κοινωνικῶν σιμφερόντων, εὕρηται ἤδη θεσπισμένος ἄνευ ἀντιρρήσεων, εἰς ὡρισμένας βασικὰς ἐλευθερίας. Κλασσικὰ παραδείγματα, εἶναι τὸ πιστοποιητικὸν γάμου, ἡ ρύθμισις τῆς πορνείας, ἡ ρύθμισις τῆς κικλοφορίας, ὁ περιορισμὸς τῆς ἐλευθερίας τῶν λεπρῶν, κλπ. κλπ. Πάντα ταῦτα ἀποτελοῦν ἤδη, ἀναμφιβόλως, περιορισμὸν τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας, ἀλλ’ οὐδείς, ἰσχυρίχθη ποτὲ ὅτι ἀποτελοῦν διὰ τοῦτο ἀνεπίτρεπτον ἐπέμβασιν τῆς Πολιτείας εἰς τὴν σφαῖραν τῆς δράσεως τοῦ ἀτόμου. Οὐδόλως λοιπὸν ἄγει εἰς δεσποτισμόν, ὅπως ὀρθῶς δογματίζει ὁ Ζέζ, ὁ σεβασμὸς καὶ ἡ προστασία τοῦ γενικωτέρου κοινωνικοῦ συμφέροντος, τὸ ὁποῖον, μαζὺ μὲ τὸ ἄτομον, καλεῖται νὰ ὑπηρετήσῃ καὶ τὸ κοινωνικὸν σύνολον. Ὅπως ἡ Πολιτεία περιορίζει τὴν ἐλευθερίαν τῆς κινήσεως τοῦ λεπροῦ, ἵνα μὴ μεταδώσῃ τὴν λέπραν του εἰς τὸ ὑγιὲς Κοινωνικὸν σύνολον, οὕτω δικαιοῦται καὶ ὀφείλει νὰ περιορίσῃ τὴν ἐλευθερίαν κυκλοφορίαν, φέρ’ εἰπεῖν, τοῦ ἐντύπου τὸ ὁποῖον θὰ μεταδώσῃ τὴν ἰδικήν του πνευματικὴν νόσον, τὴν ἀπειλοῦσαν τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὸ γενικώτερον κοινωνικὸν συμφέρον. Καί, ὅπως ἐτονίσαμεν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, πράγματι οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει ἐκτροπῆς πρὸς δεσποτισμόν, ὅταν τὸ κριτήριον τοῦ κοινωνικοῦ συμφέροντος εἶναι μόνον ἡ ἁρμονία πρὸς τὸ γενικὸν πνεῦμα καὶ τὸν οὐσιαστικὸν σκοπὸν τῆς Διακηρύξεως. Μὲ τὸ κριτήριον τοῦτο, βεβαίως, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς βασάνους, εἰς τὸν πολιτικὸν θάνατον, εἰς τὴν φεουδαρχικὴν ἰδιοκτησίαν. Τὰ φαινόμενα ταῦτα εἶναι ὁριστικῶς «ξεπερασμένα», διότι εἶναι ἀντίθετα πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ τὸν σκοπὸν τῆς Διακηρύξεως, ἡ ὁποία τείνει εἰς τὴν ὑλικήν, τὴν ἠθικὴν καὶ τὴν πνευματικὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ ἀτόμου. Ἀλλ’ ὅπως δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν διαπίστωσιν τῆς ὀφειλῆς, φέρ’ εἰπεῖν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ μεγάλη ἰδιοκτησία πρὸς τὴν ἀκτημοσύνην, οὕτω δυνάμεθα ἐπίσης νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν λογικὸν περιορισμὸν καὶ κυρίως εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς καταχρήσεως μιᾶς ἀκράτου ἐλευθερίας, ἡ ὁποία ἐνδέχεται, διὰ τῆς ἀσυδοσίας της, νὰ ὑποδουλώσῃ ἐκ νέου τὸ ἀληθῶς ἐλεύθερον πνεῦμα εἰς τὴν σκοτεινὴν δεσποτείαν τῆς οἱασδήποτε ἠθικῆς ἀναρχίας. Ἡ Ἐπιτροπή, πεπεισμένη ὅτι αἱ δύο αὗται νέαι ἐν τῷ Δημοσίῳ Δικαίῳ τάσεις, τὰ κοινωνικὰ δικαιώματα καὶ ἡ ἐνίσχυσις τῆς ἀμύνης τῆς Πολιτείας κατὰ τῶν ἐκ τῆς καταχρήσεως τῶν ἐλευθεριῶν κινδύνων συγκροτοῦν τὴν ὀρθὴν ρεαλιστικὴν ἀντίληψιν περὶ τῆς ἐγγυήσεως τῶν ἐλευθεριῶν, ἀντίληψιν, ἡ ὁποία, ἐν ὀνόματι τῆς κοινωνικῆς πειθαρχίας, εἰσδύει σήμερον εἰς τὰς νέας Διακηρύξεις ὅλων τῶν ἀληθινῶν Δημοκρατικῶν Κοινωνιῶν, ἀπεδέχθη τὰς ἀκολούθους βασικὰς μεταβολὰς εἰς τὴν Διακήρυξιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀτόμου. Εἰς τὸ ἄρθρον 16 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος (ἀρ. 9 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς) καθώρισε τὸν σκοπὸν καὶ τὸ ἰδεολογικὸν περιεχόμενον τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν νέων, καθώρισε, δηλαδή, τὸ Ἑλληνικὸν ἐκπαιδευτικὸν ἰδεῶδες. Εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦτον ἔθηκεν ὡς βάσιν τὴν πνευματικὴν καὶ ἠθικὴν ἀγωγὴν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως τῆς μαθητιώσης νεολαίας, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰδεολογικῶν κατευθύνσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ καὶ Χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ. Ἡ κατευθυντήριος αὐτὴ ἐκπαιδευτικὴ γραμμή, ὑπάρχουσα καὶ εἰς ἄλλα Συντάγματα, ἐκρίθη ἀπαραίτητον νὰ χαραχθῇ δι’ αὐτοῦ τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου, ὄχι μόνον διὰ νὰ παραμείνῃ ἀπαράβατος καὶ ἀπαρέγκλιτος, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ τονισθῇ σταθερώτερον ἡ πρωταρχικὴ σημασία τὴν ὁποίαν ἔχει διὰ τὴν Ἑλληνικὴν φυλήν, ἡ παρὰ τὴν κοινὴν σχολικὴν καὶ ἐπιστημονικὴν μόρφωσιν, διάπλασις εἰς τὴν νεότητα τῆς Ἑλλάδος καὶ χαρακτήρων ἠθικῶς χαλυβδίνων καὶ συνειδήσεων ἐθνικῶς ἰσχυρῶν. Καθώρισεν ἐπίσης σαφῶς πρὸς ἄρσιν ἀμφισβητήσεων, ὅτι ἡ λειτουργία ἰδιωτικῶν ἐκπαιδευτηρίων ἐπιτρέπεται μόνον κατόπιν ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως, δυναμένης ἐλευθέρως νὰ ἀνακληθῇ. Διὰ τῶν ὁρισμῶν τούτων, ἐν ᾧ δὲν παύει νὰ ἀσφαλίζεται ἡ ἐλευθέρα διάδοσις τῆς σκέψεως καὶ τῶν ἰδεῶν, περιορίζεται ὅμως ἡ δυνατότης ὅπως διὰ καταχρήσεως μεταβληθῇ αὕτη ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς Συνταγματικῆς προστασίας εἰς ἐλευθερίαν θρησκευτικοῦ ἢ ἄλλου ἰδεολογικοῦ προσηλυτισμοῦ τῆς ἀνωρίμου νεότητος. Περιορίζεται ἐπίσης ἡ δυνατότης προπαγανδιστικῆς διδασκαλίας καὶ διαδόσεως ἀναρχικῶν ἰδεῶν, τεινουσῶν εἰς τὴν διάβρωσιν καὶ ἀποσύνθεσιν τῶν θεμελίων τῆς κοινωνικῆς τάξεως. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη ἐπίσης τὴν μεταφορὰν εἰς τὸ σχέδιον Συντάγματος τοῦ ἄρθρου 21 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 περὶ Κρατικῆς προστασίας τῆς τέχνης, τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς διδασκαλίας αὐτῶν, ἡ διατύπωσις τοῦ ὁποίου εἶναι εἰλημμένη ἐκ τοῦ ἄρθρου 142 τοῦ Συντάγματος τῆς Βαϊμάρης. Ἔκρινεν ὅμως κατὰ πλειοψηφίαν ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν ἦτο ἐνδεδειγμένος ὁ αὐτὸς ὡς ἄνω περιορισμός, ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενον τῆς διδασκαλίας. Διότι εἰς τὴν ἀνωτάτην ἐκπαίδευσιν, ὥριμος πλέον ἡ σκέψις καὶ προετοιμασμένη, δύναται νὰ χρησιμοποιῇ τὸ κριτικὸν ὅπλον τοῦ ἐλέγχου τῶν διαφόρων τάσεων, καὶ νὰ δέχεται ἢ νὰ μὴ δέχεται τὰς διαφόρους διδασκομένας ἰδέας, ἀναλόγως τῆς ἐπιδράσεως αὐτῶν. Εἰς τὸ ἄρθρον 14 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος (ἄρ. 10 τοῦ σχεδίου) ἡ Ἐπιτροπή, ἐν τῷ αὐτῷ πνεύματι τῆς ἀποφυγῆς τῶν καταχρήσεων ἐν τῇ ἀσκήσει τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου, τῆς πανισχύρου αὐτῆς δυνάμεως ἐπηρεασμοῦ τῆς κοινῆς γνώμης, ἐδέχθη ἐπέκτασιν τῶν κατασταλτικῶν μέτρων, καὶ δή, τῆς μετὰ τὴν δημοσίευσιν κατασχέσεως τοῦ ἐντύπου, καὶ εἰς τὰς περιπτώσεις καθ’ ἃς τὸ δημοσίευμα ἀποκαλύπτει κινήσεις τῶν ἐνόπλων δυνάμεων στρατιωτικῆς σημασίας, ἢ εἶναι προφανῶς στασιαστικοῦ περιεχομένου ἢ στρέφεται κατὰ τῆς ἐθνικῆς ἀκεραιότητος ἢ προκαλεῖ εἰς διάπραξιν ἐγκλήματος ἐσχάτης προδοσίας. Ἐδέχθη ἐπίσης τὴν δυνατότητα τῆς ὁριστικῆς ἢ προσωρινῆς παύσεως τοῦ φύλλου καὶ τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ἀσκήσεως τοῦ δημοσιογραφικοῦ ἐπαγγέλματος.
§9Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Μέτρα διὰ τὴν ὀργάνωσιν τῆς δημοσιογραφικῆς οἰκογενείας ἐλάβατε;
§10Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ἐλήφθησαν τοιαῦτα μέτρα ὡς πρὸς τὴν ἔκδοσιν ἐφημερίδων καὶ προσόντων τῶν δημοσιογράφων. Ἡ Ἐπιτροπὴ τέλος ὥρισεν ὅτι τὰ ἀδικήματα τοῦ Τύπου εἶναι αὐτόφωρα. Εἰς τοὺς προσθέτους αὐτοὺς περιορισμοὺς ἤχθη ἡ Ἐπιτροπὴ ἐνώπιον τοῦ τεραστίου κινδύνου διὰ τὰ ἐθνικὰ καὶ κοινωνικὰ συμφέροντα τῆς χώρας ἐκ τῆς καταχρήσεως τῆς ἐλευθεροτυπίας. Διετήρησεν ὅμως ἀπαραβίαστον τὴν διάταξιν περὶ ἀπαγορεύσεως παντὸς προληπτικοῦ μέτρου, καί, ὅσον ἀφορᾷ τὰ κατασταλτικά, περιέβαλεν ταῦτα μὲ τοιαύτας καὶ τοσαύτας δικονομικὰς ἐγγυήσεις, ὥστε νὰ μὴ δικαιολογῆται οὐδεμία ἀνησυχία περὶ τὴν ἐφαρμογήν των. Τοὐναντίον, ἀνησυχίαι προεβλήθησαν ἀπὸ μερίδα τῆς Ἐπιτροπῆς ὡς πρὸς τὴν ἐπάρκειαν τῶν μέτρων τούτων, ἐν ὄψει τοῦ μεγάλου ἐκ τῆς ἀσυδοσίας τοῦ Τύπου κινδύνου. Διὰ λόγους εὐχερῶς νοητούς, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐξῄρεσε ρητῶς ἀπὸ τὰς προστατευτικὰς τοῦ Τύπου διατάξεις ἄλλα μέσα εὐρυτάτης μεταδόσεως λόγου ἢ παραστάσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὀρθὸν εἶναι νὰ δύναται ὁ νόμος νὰ ἐφαρμόζῃ καὶ τὴν πρόληψιν καὶ τὴν καταστολήν, ἐὰν ὑφίσταται ἀνάγκη. Ταῦτα εἶναι ὁ κινηματογράφος, τὸ θέατρον, τὸ ραδιόφωνον, ἡ φωνογραφία κ.ο.κ. Εἰς τὸ ἄρθρον 20 τοῦ Συντάγματος (ἄρθρ. 11 τοῦ σχεδίου), ἡ Ἐπιτροπὴ προσέθηκε διάταξιν, καθ’ ἣν ὑπὸ σημαντικὴν δικαστικὴν ἐγγύησιν ἐπιτρέπεται ἡ παραβίασις τοῦ ἀπορρήτου τῆς ἀλληλογραφίας μόνον πρὸς διαπίστωσιν ἀξιοποίνου πράξεως. Εἰς τὸ Κεφάλαιον τῆς προστασίας τῆς οἰκονομικῆς δραστηριότητος τοῦ ἀτόμου ἡ Ἐπιτροπὴ κατηνάλωσε πολλὰς συνεδριάσεις εἰς τὴν μελέτην τῶν ζητημάτων τῆς ἰδιοκτησίας, τῆς ἐργασίας καὶ τῆς καθ’ ὅλου ὀργανώσεως τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς. Παρ’ ὅλας ἐν τούτοις τὰς μακρὰς συζητήσεις δὲν ἠδυνήθη νὰ καταλήξῃ εἰς συγκεκριμένας νέας προτάσεις. Ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἰδιοκτησίας εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μεταφέρῃ εἰς τὸ σχέδιον τὸ ἄρθρ. 19 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, παραπέμψασα προφανῶς τὴν ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ περιωρίσθη μόνον νὰ ἀποδεχθῇ, ἐκτὸς τῆς μεταβατικῆς ἰσχύος διατάξεως τοῦ ἄρθρου 143 τοῦ σχεδίου, διάταξιν ἐπιτρέπουσαν τὴν δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, λαμβανομένης δι’ εἰδικῆς πλειοψηφίας, ἀπαλλοτρίωσιν ἐπιχειρήσεων κοινῆς ὠφελείας ἢ μονοπωλιακοῦ οὐσιαστικοῦ χαρακτῆρος. Ἡ τροπολογία αὕτη, γενομένη δεκτὴ δι’ ἐλαχίστης πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, εὗρεν ἡμᾶς εἰς τὴν πλευρὰν τῆς μειοψηφίας, ἐν τῇ ἀντιλήψει ὅτι οὐδὲν ἐκ τῆς ἐνδεχομένης ἐφαρμογῆς της κοινωνικὸν ὄφελος προβλέπεται. Διότι τοιαῦται ἐπιχειρήσεις ἐν Ἑλλάδι δὲν εἶναι εἰς χεῖρας ἰδιωτῶν παρὰ ἐλάχισται, καὶ αὗται τελοῦν, ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, ὑπὸ τὴν κατοχύρωσιν ἰσχυρῶν ξένων προστασιῶν, τὰς ὁποίας διὰ λόγους γενικωτέρας ἐθνικῆς πολιτικῆς, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ παραγνωρίσῃ καμμία Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Διότι, ἀπὸ ἀπόψεως διοικήσεως καὶ διαχειρίσεως τῶν ἐπιχειρήσεων τούτων, τὸ Κράτος εἶναι ὁ χειρότερος ἐπιχειρηματίας. Ἄφθονα εἶναι τὰ παραδείγματα τὰ ὁποῖα πείθουν ὅτι τοιαύτης φύσεως ἐπιχειρήσεις εἰς χεῖρας τοῦ Κράτους, εἶναι προωρισμέναι νὰ καταστραφοῦν ἢ νὰ ζήσουν ἀτόνως εἰς βάρος του, πρὸς οὐσιώδη ζημίαν καὶ τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας καὶ τῆς ἐργασίας ἐν Ἑλλάδι. Καί, τέλος, διότι μία τοιαύτη Συνταγματικὴ διάταξις θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀποφυγὴν τῆς εἰσροῆς μεγάλων ξένων κεφαλαίων εἰς τὴν χώραν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν διαφυγὴν τῶν ἐν αὐτῇ ὑπαρχόντων τοιούτων, λόγῳ τοῦ πάντοτε ὑφισταμένου κινδύνου τῆς ἐθνικοποιήσεως. Φρονοῦμεν, συνεπῶς, μαζὺ μὲ τὴν μειοψηφίαν, ὅτι ἔναντι τοιούτων ἐπιχειρήσεων τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ ἀσκῇ τὰς ἁρμοδιότητάς του ἐν τῷ ἐλέγχῳ τῆς παντοειδοῦς διασφαλίσεως τῶν ἐργαζομένων, τῆς προστασίας τῶν συμφερόντων τοῦ κοινοῦ, καὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐκ τῆς φορολογίας ἐσόδων τοῦ Δημοσίου Ταμείου.
§11Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Παρελείψατε μίαν οὐσιώδη λεπτομέρειαν. Ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν προτάσεις αἵτινες ἦρον τὰς ἀπόψεις αὐτάς, ἀλλ’ ἡ μειοψηφία ἐψήφισε κατ’ αὐτῶν, διὰ νὰ ἔχῃ τὸ ἀποτέλεσμα διὰ τῆς εἰς ἄτοπον ἀπαγωγῆς.
§12Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἐργασίας ἡ Ἐπιτροπή, ἐκ τῶν συζητήσεων, ἐφαίνετο ἀποδεχομένη τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐργασίας, ὡς καὶ τὴν ἀνάγκην, παραλλήλως, τῆς προστασίας τῶν ἀπεργοσπαστῶν. Οὐσιώδεις ὅμως διαφωνίαι προέκυψαν διὰ τὴν ρύθμισιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπεργίας, δι’ ὃ καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ περιωρίσθη καὶ ἐνταῦθα εἰς τὴν ἀναγραφὴν ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ ἄρθρ. 22 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927. Καὶ μόνον ὡς πρὸς τὸ εἰδικώτερον θέμα τῆς ἀπεργίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ὑπαλλήλων ὀργανισμῶν καὶ Νομικῶν προσώπων Δημοσίου Δικαίου, ἠδυνήθη νὰ προέλθῃ εἰς ἄμμεσον καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀνεπαρκῆ, καθ’ ἡμᾶς, ρύθμισιν αὐτοῦ. Ἡ Ἐπιτροπή, δηλαδή, ἐν τῇ ὀρθῇ βεβαίως ἀντιλήψει, ὅτι τὴν δυνατότητα τῆς ἀπεργίας τῶν ὑπαλλήλων θάλπει κυρίως ὁ ἀνεμπόδιστος ἐπαγγελματικὸς Συνεταιρισμός, ἐξήρεσεν, ἐπὶ τῷ σκοπῷ ἐμμέσου ματαιώσεως τῆς δυνατότητος τῆς καθολικῆς παραλύσεως τῆς Κρατικῆς μηχανῆς, τοὺς ὑπαλλήλους τούτους ἐκ τῆς συνταγματικῆς προστασίας τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ἀπέκρουσεν ὅμως πρότασιν ρητῆς ἀπαγορεύσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπεργίας αὐτῶν, παρὰ τὸ ἀναμφισβήτητον γεγονὸς ὅτι τὸ μέσον τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῇ ἀφθόνως εἰς σκοποὺς ξένους πρὸς τὰ πραγματικὰ ἐπαγγελματικὰ συμφέροντα τοῦ ὑπαλληλικοῦ κόσμου. Ἐπὶ τοῦ ὅλου τούτου θέματος τῆς προστασίας τῆς οἰκονομικῆς δραστηριότητος τοῦ ἀτόμου, ἡ Βουλὴ θὰ ὤφειλε, νομίζομεν, νὰ δώσῃ λύσεις εἰς τοὺς δισταγμοὺς τῆς Ἐπιτροπῆς. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν προστασίαν τῆς ἰδιοκτησίας, ὀφείλουν βεβαίως νὰ διατηρηθοῦν ὅλαι αἱ ἐγγυήσεις τοῦ δικαιώματος, ὅπως προσδιορίζονται ὑπὸ τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος, καὶ δή, ὅπως ἐβελτιώθησαν διὰ τῶν προσθηκῶν τοῦ ἀντιστοίχου ἄρθρου 19 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 (πλήρης ἀποζημίωσις — τακτικὰ Δικαστήρια). Ἐν τούτοις, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀγνοηθῇ ὅτι ἡ ἄκαμπτος περὶ ἰδιοκτησίας ἀντίληψις τοῦ παρελθόντος αἰῶνος ἐπηρρεάσθη σοβαρῶς ἀπὸ τὴν παγκόσμιον κοινωνικὴν ἐξέλιξιν, αἱ σιδηραῖ οἰκονομικαὶ συνέπειαι τῆς ὁποίας ἀπεδείχθησαν ἰσχυρότεραι πάσης παραδόσεως καὶ πάσης ἀτομιστικῆς ἀρχῆς. Τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ ἰδιοκτησία, χωρὶς νὰ παύῃ νὰ εἶναι δικαίωμα ἠγγυημένον, εἰσῆλθε μοιραίως εἰς τὰ ὅρια τοῦ κοινωνικοῦ λειτουργήματος. Καὶ διὰ τοῦτο δὲν δικαιοῦται εἰς ἀσφάλισιν τῆς ἀνωφελείας της. Ἐντεῦθεν προῆλθε φυσικῶς ἡ κοινὴ ἀναγνώρισις τοῦ δόγματος ὅτι ἡ ἰδιοκτησία ὑποχρεοῖ, καὶ ἡ κοινὴ παραγνώρισις τῆς ἀρχῆς τοῦ Utendi et Abutendi τοῦ πλούτου τοῦ τελοῦντος ὑπὸ τὴν ἀτομικὴν δεσποτείαν. (Συντ. Βαϊμάρης ἄρ. 153, Γκιουκοσλ. 1921 ἄρθρ. 37, Δάντσιγ 1922, ἄρ. 111 κλπ.). Δεδομένων τῶν ἀντιλήψεων τούτων, ἡ Ἐπιτροπὴ (ἐξαιρουμένης τῆς ρηθείσης ἤδη μεταβατικῆς διατάξεως), ἢ ὑπερηκόντισε τὸν σκοπὸν ἢ ὑπελείφθη τούτου. Εἶναι κατὰ συνέπειαν ἐνδεδειγμένη ἡ συνταγματικὴ ρύθμισις τῆς ὠφελιμότητος τῆς ἀσκήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας. Καὶ εἶναι ἐπὶ πλέον ἀπαραίτητος ἡ ἀφαίρεσις, ἔναντι δικαίας ἀποζημιώσεως, ἀπὸ τὴν ἀτομικὴν ἰδιοκτησίαν καὶ ἐκμετάλλευσιν, ὅλων τῶν φυσικῶν πλουτοπαραγωγικῶν δυνάμεων ὅσαι εἶναι οἰκονομικῶς χρησιμοποιήσιμοι (ὑπόγειος, ὀρυκτός, ὑδατικός, θαλάσσιος πλοῦτος κλπ.). Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐργασίας, ἡ ἀνάγκη τῆς Συνταγματικῆς ρυθμίσεως προβάλλει κυρίως διὰ τὸ ἕτερον σκέλος, ἐφ’ οὗ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐρείδεται, τὴν ἐλευθερίαν δηλ. τῆς ἀπεργίας. Διότι, ὁμολογουμένως, τὸ δικαίωμα τῆς καθ’ αὑτὸ ἐργασίας (ἐκλογὴ ἐργασίας, ὅροι ἀσκήσεως αὐτῆς, Κοινωνικαὶ ἀσφαλίσεις, Συνδικαλιστικαὶ ἐλευθερίαι) καὶ διὰ τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, καὶ διὰ λίαν φιλελευθέρας ἐργατικῆς Νομοθεσίας ἐν Ἑλλάδι, προηγηθείσης πάσης συνταγματικῆς ἐπιταγῆς, ἐτέθη ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους. Εἶναι δὲ ἔργον τῆς Συντεταγμένης ἐξουσίας, ἡ, πράγματι, ἀναγκαία βελτίωσις τῶν βάσεων τούτων τοῦ δικαιώματος, ἰδιαίτατα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς διευρύνσεως τῆς Κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως, ἐπὶ τῷ τέλει νὰ ἀποβῇ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, καθολική, συμπεριλαμβάνουσα πάντα ἐργαζόμενον, ἀπὸ τοῦ βιομηχανικοῦ ἐργάτου μέχρι τοῦ ἀγρότου. Ἡ ἐλευθερία ὅμως τῆς ἀπεργίας δύναται καὶ ὀφείλει νὰ ὑποβληθῇ εἰς Συνταγματικοὺς περιορισμούς. Δὲν θεωροῦμεν ὀρθὴν τὴν ἀπαγόρευσιν γενικῶς τῆς ἀπεργίας. Ἀλλὰ θεωροῦμεν ἀναγκαίαν τὴν ἀπαγόρευσιν αὐτῆς, ὅταν πρόκειται περὶ ἐργατῶν μεγάλων ἐπιχειρήσεων κοινῆς ὠφελείας (φῶς, κίνησις, θέρμανσις κλπ.) ὡς ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας ἐπιδράσεώς της εἰς εὐρυτάτας λαϊκὰς μάζας, καὶ συγχρόνως ἔχει σκοποὺς ξένους πρὸς τὰ οἰκονομικὰ καθαρῶς συμφέροντα τῶν ἐργατῶν τούτων. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀντιλήψεων τούτων προτείνομεν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀναγραφήν, μόνον διὰ τοὺς ἄνω ἐργάτας, ἐν εἴδει κατευθυντηρίου γραμμῆς, διατάξεως ἀναλόγου πρὸς τὴν περιλαμβανομένην εἰς τὸ Μεξικανικὸν Σύνταγμα (31 Ἰανουαρίου 1917) καὶ καθ’ ἣν «ἡ ἀπεργία εἶναι νόμιμος εἰς μόνην τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν ἔχει ὡς σκοπὸν τὴν ἐπίτευξιν μεταξὺ τῶν παραγόντων τῆς παραγωγῆς, ἰσορροπίας φερούσης εἰς ἁρμονίαν τὰ δικαιώματα τῆς ἐργασίας καὶ τοῦ κεφαλαίου». Παρὰ τὴν ὁμολογουμένως θεωρητικήν της βάσιν, ἡ διάταξις θὰ ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸν συντεταγμένον νομοθέτην διὰ τὴν ἀνάλογον ἑκάστοτε ρύθμισιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπεργίας τῶν ἐργατῶν τούτων, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν ἐποχήν μας κατήντησεν ἰσχυρότατον μέσον πολιτικῶν ἐπιδιώξεων καὶ ὅπλον ἀναρχικῶν διαταραχῶν. Νέα διάταξις διὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 εἶναι ἡ ἐν ἄρθρῳ 21 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς προτεινομένη ἐξίσωσις τῶν δύο φύλων ὡς πρὸς τὰ πολιτικὰ δικαιώματα. Ἡ δικαιολογία τῆς διατάξεως ταύτης ἐξαντλεῖται εἰς τὰ κοινῶς γνωστὰ ἐπιχειρήματα περὶ τῆς πλήρους ὡριμότητος τῆς Ἑλληνίδος γυναικὸς πρὸς ἄσκησιν τῆς ὑψηλῆς αὐτῆς πολιτικῆς λειτουργίας, καὶ τὰ ὁποῖα ἀπεδέχθη ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ μεταρρύθμισις, ἄλλως τε, ἔχει ἤδη εἰσαχθῆ καὶ τελεῖ ἐν ἰσχύϊ ὡς πρὸς τὰς δημαιρεσίας, καὶ εἶχε κατ’ ἀρχὴν ἀναγνωρισθῆ, ὡς πρὸς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 (Ἑρμ. Δήλωσις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6). Ἀλλ’ ὅπως εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 οὕτω καὶ ἤδη ἡ Ἐπιτροπὴ ἔκρινε κατὰ πλειοψηφίαν ὅτι ἀπόκειται εἰς τὸν νόμον νὰ ἐκτιμήσῃ πότε ἡ Ἑλληνικὴ κοινὴ συνείδησις θὰ εἶναι ὥριμος διὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου θεσμοῦ.
§13Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Παρακαλοῦμεν νὰ ἐκθέσητε καὶ τοὺς εἰδικοὺς λόγους, οἵτινες ἤγαγον τὴν πλειοψηφίαν εἰς τὴν λῆψιν τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς.
§14Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἔκρινε, ὅτι ἡ Ἑλληνὶς θὰ κριθῇ ὑπὸ τοῦ νομοθέτου πότε εἶναι ὥριμος διὰ τὴν παραχώρησιν εἰς αὐτὴν τοῦ πολιτικοῦ δικαιώματος. Ἐγὼ προσωπικῶς συνετάχθην ὑπὲρ τῆς ἀπαλείψεως τοῦ περιορισμοῦ τούτου καὶ τῆς ἀμέσου παραχωρήσεως εἰς τὰς Ἑλληνίδας τοῦ γενικοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἐν ἐκτάσει ἀνεφέραμεν εἰς τὴν σελ. 10 καὶ ἐπὶ τῆς εἰδικῆς ἐπὶ τοῦ θέματος εἰσηγήσεώς μας πρὸς τὴν Ἐπιτροπήν. Τέλος, ἐν ἄρθρῳ 24 τοῦ σχεδίου περιέλαβεν ἡ Ἐπιτροπὴ τροποποιουμένας τὰς διατάξεις τῶν ἐδ. 2, 3 καὶ 4 τοῦ ἄρθρου 91 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος. Ἡ λίαν οὐσιώδης τροποποίησις, γενομένη ὁμοφώνως δεκτὴ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ἔγκειται εἰς τὴν δυνατότητα τῆς προσωρινῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος ὡρισμένων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, εἰς περίπτωσιν ὄχι μόνον πολέμου ἢ γενικῆς, ἕνεκα ἐξωτερικῶν κινδύνων, ἐπιστρατεύσεως ἀλλὰ καὶ σοβαρᾶς διαταραχῆς ἢ ἀπειλῆς τῆς δημοσίας τάξεως ἕνεκα ἐσωτερικῶν κινδύνων. Τὰ δυνάμενα νὰ ἀνασταλοῦν ἄρθρα ἀσφαλίζουσι τὰς αὐτὰς ἃς καὶ τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα ἀτομικὰς ἐλευθερίας καὶ αἱ ἐγγυήσεις εἶναι αἱ αὐταί. Ὑπὸ τὸ Κράτος ὅμως τῶν ἀντιλήψεων περὶ ὧν ἐκτενῶς ὡμιλήσαμεν ἀνωτέρω καὶ ἐν ὄψει τῶν σοβαρωτάτων κινδύνων διὰ τὴν Πολιτείαν ἐκ τῆς καταχρήσεως τῶν ἐλευθεριῶν αὐτῶν εἰς καιροὺς καθ’ οὓς, χωρὶς νὰ πληροῦνται τυπικῶς αἱ προϋποθέσεις τῆς ἐμπολέμου καταστάσεως ἢ τῆς γενικῆς ἐπιστρατεύσεως, ἀντιμετωπίζει, ἐν τούτοις, τὸ Κράτος δεινάς, ὅπως σήμερον, περιστάσεις, ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἐδίστασεν οὐδόλως. Κρίνουσα ὅτι τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα δὲν εἶναι ὑπὲρ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, καὶ ὀρθὴν ἔχουσα προοπτικὴν περὶ τῆς μορφῆς καθ’ ἣν καὶ σήμερον καὶ ἐπὶ μακρόν, ἴσως, εἰς τὸ μέλλον θὰ ἀσκῆται ὁ πόλεμος κατὰ τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ τῆς ἀκεραιότητος τοῦ Κράτους ἀπὸ μέρους τοῦ Παγκοσμίου Κομμουνιστικοῦ στρατοῦ, ὑποδυόμενος τὰς ἐσωτερικὰς ἐπαναστάσεις καὶ διαταραχάς, προῆλθεν εἰς τὴν τροποποίησιν, ὑπόδειγμα τῆς ὁποίας ἐθεσπίσθη τὸ πρῶτον διὰ τοῦ ἄρθρου 48 τοῦ Συντάγματος τῆς Βαϊμάρης, καὶ ἤδη εἰσερχόμεθα εἰς τὸ τέταρτον μέρος τῆς συντάξεως τῆς Πολιτείας. § 1. Ρητὸς προσδιορισμὸς τῆς μορφῆς τοῦ Πολιτεύματος. Τὸ τρίτον μέρος τοῦ σχεδίου Συντάγματος εἶναι ἀφιερωμένον εἰς τὴν Σύνταξιν τῆς Πολιτείας καὶ προσδιορίζει τὴν μορφὴν καὶ τὰς βάσεις τοῦ Πολιτεύματος. Ἡ μορφὴ τοῦ Πολιτεύματος, ρητῶς, ὡς ἐλέχθη ἤδη, ἐξαιρεθεῖσα τῆς ἐκτάσεως τῆς ἀναθεωρήσεως διὰ τοῦ ἀπὸ 19 Ἰανουαρίου 1946 Διατάγματος καὶ τῶν Βʹ καὶ Δʹ Ψηφισμάτων τῆς παρούσης Βουλῆς, ἔχει καθορισθῆ διὰ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ Πολιτειακοῦ Δημοψηφίσματος τῆς 1ης Σεπτεμβρίου 1946. Εἰς τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν συνεπῶς δὲν ἀπόκειται παρὰ ἡ κρίσις περὶ τῆς ἀναγραφῆς ἢ μὴ διατάξεως ὡς πρὸς τὸν καθορισμὸν τοῦτον, καὶ τῆς μορφολογικῆς διατυπώσεως αὐτῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ υἱοθέτησε κατὰ πλειοψηφίαν πρότασιν περὶ ἀναγραφῆς διατάξεως ἐχούσης οὕτω: «Τὸ Πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος εἶναι Βασιλευομένη Δημοκρατία». Ἠθέλησεν ἡ Ἐπιτροπὴ διὰ τοῦ σαφοῦς αὐτοῦ προσδιορισμοῦ τῆς μορφῆς τοῦ Πολιτεύματος νὰ διατρανώσῃ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπέδωκεν εἰς τὴν πολιτειακὴν ψῆφον του τῆς 1ης Σεπτεμβρίου 1946, ἔννοιαν στερρῶς ἐχομένην τῶν δημοκρατικῶν βάσεων ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἡ Βασιλεία ἐν Ἑλλάδι. Καὶ ἦτο ἀληθῶς ἀπαραίτητος ἡ διακήρυξις αὕτη, εἰς καιρούς, μάλιστα, καθ’ οὓς οὐχὶ μόνον, ἡ Ἑλλὰς συκοφαντεῖται εἰς τὴν διεθνῆ Κοινωνίαν ὡς μοναρχοκρατούμενον Κράτος, ἀλλὰ καὶ γενικώτερον τὸ ἰδεολογικὸν περιεχόμενον τῆς Δημοκρατίας ὑφίσταται ἀπὸ τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρωπαϊκῆς πλευρᾶς πλήρη ἐννοιολογικὴν ἀνατροπήν. Ὁ χαρακτηρισμὸς οὗτος εἶναι ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ πρὸς τὰς βάσεις αἵτινες ἐν αὐτῷ τῷ παλαιῷ Συντάγματι τοῦ 1911 πλαισιώνουν τὸν Βασιλικὸν θεσμόν. Αἱ βάσεις αὗται εἶναι: 1) Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 21 καθ’ ἣν ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουν ἐκ τοῦ Ἔθνους, ἐνεργοῦνται δὲ καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα. 2) Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 44 καθ’ ἣν ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει ἄλλας ἐξουσίας εἰ μὴ ὅσας τῷ ἀπονέμουσιν ρητῶς τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ συνάδοντες πρὸς αὐτὸ ἰδιαίτεροι νόμοι, καὶ 3) Ἡ παγία Συνταγματικὴ Ἀρχὴ καθ’ ἣν τὸ Σύνταγμα εἶναι ἔργον ἀποκλειστικὸν τῆς Λαϊκῆς Ἀντιπροσωπείας ἄνευ συμπράξεως τοῦ Βασιλέως. Ἐκ τῶν βάσεων τούτων σαφὲς εἶναι τὸ συμπέρασμα ὅτι ἀνώτατον ὄργανον καὶ φορεὺς πάσης ἐξουσίας ἐν Ἑλλάδι εἶναι ὁ λαός, τοῦ ὁποίου ἡ Κυριαρχία εἶναι ἀπεριόριστος, ἐν ᾧ ἡ ἐξουσία τοῦ Βασιλέως εἶναι περιωρισμένη εἰς ὅσον μέρος ἀπονέμει αὐτῷ ἡ ἀνωτάτη ἐξουσία, ὁ λαός. Εἶναι, ἑπομένως, Βασιλευομένη Δημοκρατία τὸ Πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος καὶ τυπικῶς καὶ οὐσιαστικῶς, καὶ εἶναι, ὄντως, ὑπόδειγμα ἀληθοῦς τύπου Δημοκρατίας, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἔχουν χάσει τὸ πραγματικόν των νόημα ἡ ἔννοια τῶν ὅρων καὶ ἡ οὐσία τῶν θεσμῶν. Ἡ καθιερωμένη διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν παρέμεινε, φυσικά, βασικῶς ἀμετάβλητος καὶ ἐν τῷ νέῳ σχεδίῳ (ἄρθρα 26, 27, 28). Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐδέχθη ὅτι ὁ ὅρος «ἐξουσία», ὡς προῆλθεν ἀπὸ τὴν ἑρμηνείαν τῶν ἰδεῶν τοῦ Μοντεσκιέ, πάσχει βασικὸν ἐλάττωμα ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς κατατμήσεως τοῦ ἑνιαίου Imperium τῆς Πολιτείας, καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ μεταβληθῇ. Ἡ ἐξουσία ἐν τῇ Πολιτείᾳ εἶναι μία—αὐτὴ ἡ Πολιτεία. Ὅ,τι διαχωρίζεται πρὸς εὐρυθμοτέραν καὶ μᾶλλον ἠγγυημένην ἐπιτέλεσιν τοῦ ἑνιαίου Πολιτειακοῦ σκοποῦ, εἶναι τὰ ὄργανα εἰς τὰ ὁποῖα καταμερίζεται ἡ ἐπιτέλεσις αὕτη, ἡ δικαιοδοσία αὐτῶν καὶ ὁ τρόπος δι’ οὗ ἐπιδιώκεται ἡ ἐπίτευξις τοῦ σκοποῦ τούτου. Οἱ ἐπαναστάται τῆς Συντακτικῆς τοῦ 1789 ἔβλεπον, βεβαίως, κατ’ ἄλλον τρόπον τὴν θεωρίαν τῶν ἐξουσιῶν τοῦ Esprit Des Lois, καὶ ὁ τρόπος οὗτος ἔβλαψεν σοβαρῶς τὴν προσπάθειαν πρὸς διαμόρφωσιν τοῦ ἀληθοῦς Δημοκρατικοῦ πνεύματος. Ἀτενίζοντες, ὅπως ὅλοι οἱ ἐπαναστάται περισσότερον εἰς τὸ χθὲς μὲ τὴν τυραννίαν του καὶ ὀλιγώτερον εἰς τὸ αὔριον μὲ τὰς ἀπαιτήσεις του, ἔβλεπον εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸν Βασιλέα καὶ τὴν Βαστίλλην, καὶ ἐξηντλοῦντο εἰς ἐφευρετικότητα διὰ τὴν μείωσιν τῆς ἐξουσίας τοῦ ἐκτελεστικοῦ — «αἰωνίου ἐχθροῦ, ὅπως λέγει ὁ Mably, τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας». Ἐντεῦθεν τὸ πνεῦμα τῆς θεωρίας ἐκυριάρχησεν ἐπὶ μακρὸν ἐσφαλμένως, καὶ αἱ συνέπειαι, καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ εἰς τὰ λοιπὰ Εὐρωπαϊκὰ πολιτεύματα τὰ συντεθέντα ἐν τῷ πνεύματι τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως, δὲν ὑπῆρξαν μόνον θεωρητικαί. Διὰ τὴν πληρότητα τῆς ἱστορικῆς ἀληθείας ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν ὅτι τὸ δόγμα τοῦ Μοντεσκιέ, ἀπεκατεστάθη κατὰ τὸ ἀληθές του νόημα ὑπὸ τοῦ Aisenman, («Τὸ πνεῦμα τῶν νόμων καὶ ὁ χωρισμὸς τῶν ἐξουσιῶν» 1933), ὁ ὁποῖος, ἀναλύων τὴν θεωρίαν, ἀποφαίνεται ὅτι ὁ Μοντεσκιὲ δὲν χωρίζει τὴν Νομοθετικὴν ἀπὸ τὴν Ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἡ ἀνεξαρτησία τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζει εἰς αὐτὰς δὲν εἶναι πραγματικὴ ἀλλὰ διαδικαστική. Ἡ ὀρθὴ αὕτη καὶ ἐπιστημονικῶς κρατήσασα πλέον τοποθέτησις τοῦ σταθεροῦ αὐτοῦ πολιτειακοῦ στοιχείου τοῦ ἡμετέρου πολιτεύματος, ἐπιτρέπει τὴν συνεργασίαν τῶν τριῶν κλάδων τῆς Πολιτειακῆς ἐξουσίας εἰς ὡρισμένα πεδία πρακτικῆς ἐφαρμογῆς. Καὶ ἡ ἀκριβὴς ὁμολογία τοῦ πράγματος θὰ ἠδύνατο, ὡς ἐλέχθη ἤδη, νὰ ὁδηγήσῃ τὴν Ἐπιτροπὴν εἰς μεταβολὴν τοῦ ὅρου «ἐξουσία» εἰς «λειτουργίαν», εἰς τὰ οἰκεῖα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Μ’ ὅλα ταῦτα, ἐπειδὴ ἡ μεταβολὴ στερεῖται οὐσιαστικῆς ἐξουσίας, ἡ Ἐπιτροπή, κατὰ πλειοψηφίαν, ἐνέμεινεν εἰς τὸν παλαιὸν καθιερωμένον ὅρον. Καὶ εἰσερχόμεθα ἀκολούθως, κύριοι βουλευταί, εἰς τὸ πέμπτον μέρος περὶ νομοθετικῆς ἐξουσίας. Τὰ κατὰ τὸ Βουλευτικὸν Σῶμα ἰσχύοντα διετηρήθησαν, βασικῶς, ἀμετάβλητα ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐπηνέχθησαν, ἐν τούτοις, λεπτομερειακαί τινες μεταβολαί, αἵτινες, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῆς Ἐπιτροπῆς, βελτιώνουν καὶ ἐξυγιαίνουν σημαντικῶς τὰς βάσεις καὶ τὴν λειτουργίαν τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ συστήματος. Οὕτω καθωρίσθη ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν μεταξὺ διακοσίων καὶ διακοσίων πεντήκοντα. Ἡ θεωρητικὴ ἀρχὴ καθ’ ἣν ὅσῳ μᾶλλον πολυτελὲς εἶναι τὸ Σῶμα τόσῳ καλύτερον προστατεύονται τὰ κοινὰ συμφέροντα, καὶ τὸ πολιτικὸν ἀξίωμα καθ’ ὃ «μᾶλλον ἀδιάφθορον τὸ πολύ», εὐλόγως κάμπτονται ἐνώπιον τῶν μειονεκτημάτων τοῦ πολὺ μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, τὰ ὁποῖα μακρὰ πεῖρα καὶ παρ’ ἡμῖν κατέδειξε. Ἄλλως τε, διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸν πληθυσμόν της, ὁ καθορισθεὶς ἀριθμὸς εἶναι πλέον ἢ ἐπαρκὴς διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς γνώμης τοῦ Σώματος καὶ τὴν ἀποφυγὴν τοῦ κινδύνου τῆς ἐκτροπῆς του εἰς ὀλιγαρχικὴν ἐξουσίαν. Περαιτέρω ὡρίσθη ὅτι νέος ἐκλογικὸς νόμος οὐδέποτε ἐφαρμόζεται εἰς τὰς ἀμέσως μετὰ τὴν ψήφισίν του βουλευτικὰς ἐκλογάς. Ἡ σκοπιμότης τοῦ περιορισμοῦ εἶναι κατάδηλος, ἐν ὄψει τῶν κομματικῶν συμφερόντων τὰ ὁποῖα πολλάκις καλεῖται νὰ ἐξυπηρετήσῃ μία αἰφνιδία μεταβολὴ τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος ἢ ἄλλων βασικῶν διατάξεων τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Ἰδιαιτέρως αὐστηρὰ ἐφάνη ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν κωλυμμάτων τῆς ἐκλογῆς καὶ τῶν ἀσυμβιβάστων πρὸς τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ. Ἐν τῇ συναισθήσει τῆς ἰδιαζούσης σοβαρότητος τῆς ἀσκήσεως τοῦ νομοθετικοῦ δικαιώματος, διηύρυνε τὸν κύκλον τῶν κωλυμάτων, τῶν ἀσυμβιβάστων καὶ τῶν ἀπαγορεύσεων καὶ ἐπηύξησε τὰς κυρώσεις τῶν παραβάσεων. (Ἄρθρα 41, 48, 49 καὶ 50 τοῦ σχεδίου). Προεβλήθησαν ἀντιρρήσεις, περισσότεραι ὡς πρὸς τὰ κωλύματα, ὑποστηριχθεῖσαι διὰ τῆς ἀπόψεως ὅτι στενεύεται οὐσιωδῶς ὁ κύκλος τῶν δυναμένων νὰ ἀναμιχθῶσιν εἰς τὰ κοινά, ἐνισχυομένης οὕτως τῆς τάσεως πρὸς ἐπαγγελματοποίησιν τῆς πολιτικῆς ἐπὶ βλάβῃ τοῦ γενικωτέρου δημοσίου συμφέροντος. Ἐτάχθημεν μὲ τὴν ἄποψιν τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία ἀπέκρουσε τὰς ἀντιρρήσεις. Διότι κατ’ ἀρχὴν καὶ παρ’ ὅλα τὰ νέα κωλύματα, ὁ κύκλος οὗτος παραμένει πάντοτε ἀρκούντως εὐρύς, ὥστε νὰ μὴ δυσχεραίνεται ἡ χρήσιμος πράγματι διαρκὴς ἀνανέωσις τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, διὰ στοιχείων νέων, στερουμένων πολιτικῆς κληρονομίας. Διότι, περαιτέρω, εἶναι ζήτημα πρὸς λύσιν ἐὰν ἀποτελῇ κέρδος διὰ τὰ γενικώτερα δημόσια συμφέροντα ἡ ἐρασιτεχνική, τρόπον τινά, ἀνάμιξις εἰς τὰ κοινὰ προσώπων ἀπιθάνων, ξένων πρὸς πᾶσαν πολιτικὴν παράδοσιν, θεωρούντων τὴν πολιτικὴν ὡς ἕνα ἐπὶ πλέον σπὸρ ἢ ὡς μίαν προσωρινὴν ἀπασχόλησιν, προωρισμένην νὰ ὑπηρετήσῃ εἴτε τὴν μάχην κατὰ τῆς ἀνίας, εἴτε ἐπαγγελματικά, εἴτε ἄλλα ἀνομολόγητα, ἴσως, συμφέροντα. Καί, κυρίως, διότι πάσης ἄλλης σκέψεως προέχουν δύο σημαντικαὶ ἀνάγκαι: Πρῶτον ἡ ἀνάγκη τῆς περιφρουρήσεως τῶν Κρατικῶν συμφερόντων τὰ ὁποῖα, μὲ τὴν πολυσύνθετον σημερινὴν ἀνάπτυξιν τῆς δημοσίας καὶ ἰδιωτικῆς οἰκονομικῆς ζωῆς, ἐκτεινόμενα πρὸς πολλὰς καὶ ποικίλας πλευράς, εἶναι δυνατὸν νὰ φθάνουν εἰς τὴν σφαῖραν τῆς ἐπαγγελματικῆς δράσεως τῶν προσώπων εἰς τὰ ὁποῖα ἐπεξετάθησαν οἱ περὶ ὧν πρόκειται περιορισμοί. Καὶ δεύτερον, ἡ ἀνάγκη τῆς περιφρουρήσεως τοῦ κύρους τῶν μελῶν τοῦ Βουλευτικοῦ Σώματος, ἐκτεθειμένων, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τοῦ λειτουργήματος αὐτῶν, εἰς κινδύνους σοβαρωτάτων δυσφημήσεων. Εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν Νομοθετικὴν λειτουργίαν ἡ Ἐπιτροπὴ ἀφιέρωσεν μακρὰς καὶ ἐξαντλητικὰς συνεδριάσεις ἐν τῇ συναισθήσει τῆς σοβαρότητος τῶν θεμάτων τὰ ὁποῖα διὰ προταθεισῶν τροπολογιῶν ἔκειντο πρὸς ἔρευναν. Ἐκ τῶν συζητήσεων κατεδείχθη ὅτι ἡ Νομοθετικὴ λειτουργία πάσχει ἀπὸ σοβαρώτατα ἐλαττώματα ὁ ἔμμεσος, ἀλλὰ σαφής, ἀντίκτυπος τῶν ὁποίων ἐπηρεάζει δυσμενῶς τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα τῆς χώρας. Ἤδη καὶ ἐξ ἄλλων λόγων, ἀναγομένων εἰς τὴν περὶ αὐτοῦ κοινὴν ἀντίληψιν, τὸ σύστημα τοῦτο ὑφίσταται πολλαχόθεν σοβαρὰν κριτικήν, καλόπιστον ἢ κακόπιστον, ἔν τισι, πάντως, οὐχὶ τελείως ἀδικαιολόγητον. Διὰ τοὺς πιστεύοντας ἑπομένως εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς συντηρήσεως τῆς κοινοβουλευτικῆς βάσεως τοῦ πολιτεύματος, τὸ πρόβλημα τῆς ρυθμίσεως τῆς Νομοθετικῆς λειτουργίας κατὰ τρόπον ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὴν ἀποστολήν της, ἐνέχει κεφαλαιώδη ἀληθῶς σημασίαν. Ἡ διαπίστωσις τῆς νόσου, περὶ ἧς ὁ λόγος, δὲν συνήντησε πολλὰς δυσκολίας. Ἀφόρητος πολυνομία. Βραδύτης περὶ τὴν κατάρτισιν τῶν νόμων. Ἔλλειψις ἐναρμονίσεως ἐντὸς τοῦ κύκλου τῆς νομοθετικῆς ρυθμίσεως ὁμοειδῶν θεμάτων. Κακὴ νομοτεχνική. Κακὴ καὶ ἀνεπαρκὴς προπαρασκευὴ τῆς νομοθετικῆς ὕλης. Καὶ περαιτέρω: Νομοθετικὴ ἀκολασία ἐκ νόμων προσωπικῶν, καταχρήσεις ἐκ χαριστικῶν διατάξεων, κομματικὴ συναλλαγὴ ἐν τῇ ἀσκήσει τῆς νομοθετικῆς λειτουργίας κλπ. Ἐπὶ σκοπῷ θεραπείας ἢ τουλάχιστον ἀπαμβλύνσεως τοῦ κακοῦ, ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν διάφοροι οὐσιώδεις προτάσεις: Προετάθη ἡ ἐπαναβίωσις τοῦ θεσμοῦ τοῦ Δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος. Οἱ ὑποστηρικταὶ τῆς προτάσεως ἀνέπτυξαν ὅλα τὰ κοινῶς γνωστὰ πλέον ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ, τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὴν χρησιμότητα αὐτοῦ ὡς συντηρητικῆς τροχοπέδης εἰς τὰς ἐπικινδύνους ἐνίοτε προοδευτικὰς τάσεις τῆς Βουλῆς καὶ ὡς κρίκου τῆς ἱστορικῆς συνεχείας εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ κοινωνικὴν ἐξέλιξιν τοῦ τόπου. Ἰδίως δὲ ἀπὸ τῆς ὑπὸ συζήτησιν εἰδικωτέρας ἀπόψεως, οἱ ὑπεραμυνόμενοι τῆς Γερουσίας εὗρον ὅτι διὰ τῆς Νομοθετικῆς ἁρμοδιότητος αὐτῆς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμβλυνθοῦν πλεῖστα ὅσα ἐκ τῶν ἀναφερθέντων μειονεκτημάτων τῆς Νομοθετικῆς λειτουργίας. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐν τούτοις, θεωροῦσα, κυρίως, ὅτι ἡ ἐκ τῆς λειτουργίας τοῦ θεσμοῦ ὑπὸ τὸ Κράτος τῆς ἰσχύος τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 ἀποκομισθεῖσα πεῖρα, δὲν ἐδικαίωσε τὰς στηριχθείσας εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο προσδοκίας.
§15Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ Γερουσία, ὡς θεσμός, ἀπέδωσε.
§16Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. ... καὶ ὅτι εἰς ἐποχὴν πολιτικῶν καὶ κοινωνικῶν ἐξελίξεων, καθ’ ἃς ἐμφανίζεται ἡ ἀνάγκη ἰσχυρᾶς, ταχείας καὶ ἀπροσκόπτου Κυβερνητικῆς δράσεως, ἡ διὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας ἐνδεχομένη ἐξασθένισις τῆς δράσεως ταύτης δύναται νὰ ὁδηγήσῃ εἰς εὐρείας πολιτικὰς ἀνωμαλίας μὲ ἄμεσον ἀντίκτυπον ἐπὶ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, δὲν προῆλθε, κατὰ πλειοψηφίαν, εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἵδρυσιν δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος. Προετάθη ἐπίσης εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καθιέρωσις τοῦ προαιρετικοῦ Νομοθετικοῦ Δημοψηφίσματος, πρὸς ἔγκρισιν νόμων ψηφιζομένων ὑπὸ τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος. Ἡ Ἐπιτροπὴ διὰ μεγίστης πλειοψηφίας ἀπέκρουσε τὴν πρότασιν καί, νομίζομεν, ὀρθῶς. Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ μορφὴ αὕτη τοῦ δημοψηφίσματος, ἤδη μετὰ τὸν πρῶτον παγκόσμιον πόλεμον, εἰσήχθη εἰς ὡρισμένα Συντάγματα, ὅπως τῆς Ἰρλανδίας, Αὐστρίας, Τσεχοσλοβακίας, τῶν Βαλτικῶν χωρῶν κλπ., κατὰ μίμησιν τοῦ Συντάγματος τῆς Βαϊμάρης (ἄρθρ. 43, 73–79) —αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι καὶ ἡ Ἑλβετία, χῶραι μὴ κοινοβουλευτικαί, δὲν παρέχουν στάδιον συγκρίσεως, καὶ ἡ Δημοκρατικὴ Ἰταλία (ἄρθρ. 75) δὲν ἐφήρμοσεν ἀκόμη τὸν θεσμὸν— δὲν συνέτρεξαν, καὶ ἐκ τῆς πείρας τῆς αὐτόθι ἐφαρμογῆς του, λόγοι νὰ δεχθῇ τις ὅτι ἀποτελεῖ σημαντικὸν μέσον βελτιώσεως τῶν ἐλαττωμάτων τῆς Νομοθετικῆς μηχανῆς ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι. Διότι ἐνῷ οὐδαμόθεν πείθεταί τις ὅτι ὁ αὐτὸς πολίτης ὡς ψηφοφόρος τοῦ Δημοψηφίσματος δύναται νὰ ἀποφανθῇ ὀρθότερον ἐπὶ ἑνὸς νομοθετήματος ἀφ’ ὅ,τι ἀπεφάνθη ὡς ψηφοφόρος τῆς ἐκλογῆς τῶν βουλευτῶν οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν πρέπει, ἐπὶ πλέον, νὰ παρορῶνται αἱ τεχνικαὶ δυσχέρειαι διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μέτρου. Καὶ ἡ ἄποψις αὐτὴ εἶναι ἡ νῦν, κυρίως, ἐξεταζομένη παρ’ ὅλων τῶν μελετητῶν καὶ κριτῶν τοῦ θεσμοῦ, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν XVIIIον καὶ XIXον αἰῶνα, ὁπότε, κυρίως, ἐκρίνετο ἡ σχέσις του πρὸς τὴν φιλοσοφίαν τοῦ δικαίου καὶ πρὸς τὰς θεωρητικὰς ἀπόψεις περὶ τῆς φύσεως τῆς λαϊκῆς Κυριαρχίας. Ἡ τεχνικὴ αὕτη μορφὴ τοῦ Δημοψηφίσματος ἐμφανίζει τὴν δυσχέρειαν τῆς θέσεως ὅλων τῶν ἔν τινι νόμῳ θεμάτων, τὴν ἀδυναμίαν τῆς ἀπαντήσεως ἐπὶ ὅλων τούτων, τὴν ἔλλειψιν τῆς ἀναγκαίας, διὰ τὴν ὀρθὴν ἐκτίμησιν τῶν ζητημάτων, μορφώσεως καὶ πείρας τοῦ πλείστου μέρους τῶν ψηφοφόρων, ὡς καὶ πλείστας ὅσας ἄλλας δυσκόλους πλευράς, τὸ σύνολον τῶν ὁποίων καθιστᾷ τὸν προτεινόμενον θεσμὸν καὶ τεχνικῶς ἀχρησιμοποίητον. Προετάθη ἐν συνεχείᾳ ἡ ἵδρυσις εἰδικοῦ νομοπαρασκευαστικοῦ Συμβουλίου συγκειμένου ἐκ μελῶν τῶν ἀνωτάτων Δικαστηρίων τῆς χώρας ἀνωτάτων Διοικητικῶν Ὑπαλλήλων καὶ ἄλλων εἰδικῶν ἐπιστημόνων, πρὸς μελέτην καὶ προπαρασκευὴν τῶν νόμων. Τοιοῦτον Συμβούλιον ἐξ ὅσων γνωρίζομεν μόνον εἰς τὸ Ρουμανικὸν Σύνταγμα τοῦ 1923 (ἄρ. 76) εἶχε καθιερωθῇ. Ἡ Ἐπιτροπή, ἐν τῇ ἀντιλήψει ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος, ἐνῷ περικλείει τὸν κίνδυνον ὑπερβολικῆς ἐπιβαρύνσεως τῆς λειτουργίας τῆς Νομοθετικῆς μηχανῆς, οὐδὲν προσθέτει οὐσιῶδες εἰς τὴν ὀρθὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ ζητήματος, ἀφ’ οὗ καὶ ἤδη τὰ σχέδια νόμων καταρτίζονται ἀπὸ Ὑπηρεσιακὸν ἐπιτελεῖον τῆς Διοικήσεως, καί, ἐπὶ πλέον, ἀποτελεῖ μείωσιν τοῦ κύρους τοῦ Κοινοβουλίου, ἀπέρριψε κατὰ πλειοψηφίαν τὴν πρότασιν. Ὑπεβλήθη, ἀκολούθως, ἀνάλογος πρότασις ὑπὸ μορφὴν καθιερώσεως Νομοτεχνικοῦ ἁπλῶς συμβουλίου, ἁρμοδίου διὰ τὴν ἐξέτασιν μόνον τῆς νομοτεχνικῆς ἀρτιότητος καὶ διατυπώσεως τῶν νομοσχεδίων καὶ τῆς προσαρμογῆς αὐτῶν πρὸς τὴν ὑφισταμένην ἐπὶ τοῦ ρυθμιζομένου θέματος νομοθεσίαν. Ἡ πρότασις αὕτη ἐπέσυρεν δεόντως τὴν προσοχὴν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἀπεδέξατο μὲν τὴν προφανῆ ἀνάγκην τῆς τοιαύτης τῶν νομοσχεδίων ἐπεξεργασίας, προέκρινεν ὅμως, ἀντὶ τῆς ἱδρύσεως νέου θεσμοῦ, τὴν ἀνάθεσιν ταύτης εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας (ἄρθρ. 60, καὶ 121 τοῦ σχεδίου). Τέλος, ὑπεβλήθη ἡ πρότασις τῆς διαιρέσεως εἰς τμήματα τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος. Οἱ ὑποστηρικταὶ τῆς τροπολογίας ἀνέπτυξαν ὅτι σημαντικὰ μειονεκτήματα τῆς νομοθετικῆς παραγωγῆς κεῖνται εἰς τὸν τρόπον καθ’ ὃν λειτουργεῖ ἡ νομοθετικὴ μηχανή, εἰς τὴν πολυάνθρωπον σύνθεσιν τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος, καὶ εἰς τὴν ἔλλειψιν τοῦ ἀναλόγου χρόνου διὰ τὴν ταχεῖαν ἀλλὰ καὶ πλήρη ἐπεξεργασίαν τῶν νόμων, δεδομένου ὅτι ὁ χρόνος τῆς Βουλῆς κατανέμεται μεταξὺ νομοθετικοῦ ἔργου καὶ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ἀνεπαρκῶς δὲ δι’ ἀμφότερα. Κατ’ ἀκολουθίαν ὑπεστήριξαν τὸ σύστημα τῆς διαιρέσεως τῆς Βουλῆς εἰς τμήματα νομοθετικῆς μόνον ἁρμοδιότητος, τὰ ὁποῖα, ἐν ἁπλουστέρᾳ δικονομικῇ διαδικασίᾳ, θὰ ἐπιλαμβάνωνται τῆς συζητήσεως καὶ ψηφίσεως τῶν νόμων τῆς καθορισθησομένης ἁρμοδιότητος ἑκάστου ἐξ αὐτῶν.
§17Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εὕρητε ἀντίθετον διάταξιν, ἀντίθετον εἰς τὰ Εὐρωπαϊκὰ Συντάγματα;
§18Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§19Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ εὗρον εἰς τὸ Γαλλικὸν τοῦ 1946.
§20Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὁλομέλεια τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν πρότασιν ταύτην, παραμένει ἁρμοδία διά τινας μόνον νόμους, γενικωτέρας σημασίας καὶ σπουδαιότητος, διὰ τὰ κατ’ εἰδικὰς διατάξεις παραπεμπόμενα εἰς αὐτὴν νομοθετήματα, διὰ τὰ πολιτικὰ θέματα καὶ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον.
§21Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐφ’ ὅσον σήμερον ἐν τῇ πράξει ἀναθέτετε εἰς Ἐπιτροπὰς Ἐξουσιοδοτήσεως εἴτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἄσκησιν νομοθετικῆς ἐξουσίας, εἶναι χειρότερον νὰ ἀναθέτετε εἰς τμήματα τῆς Βουλῆς.
§22Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ συστήματος τούτου ἡ Ἐπιτροπὴ ἠσχολήθη, ὡς ἦτο ἑπόμενον ἐξαντλητικῶς. Ἐκ τῶν συζητήσεων διεπιστώθη ὅτι, ἀληθῶς, διὰ τοῦ προτεινομένου μηχανισμοῦ ἐπιτυγχάνεται: αʹ) ἡ ἀπαραίτητος ἐπάρκεια χρόνου τῆς Βουλῆς διὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ πολιτικοῦ ἐλέγχου, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν οὐσίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, βʹ) ἡ ταχεῖα καὶ ἀπρόσκοπτος, διὰ τῆς συγχρόνου λειτουργίας τῶν Τμημάτων, νομοθέτησις ἐπὶ τῶν ἀπείρων θεμάτων τῶν ὁποίων τὴν ρύθμισιν ἐπιβάλλει, πολλάκις ἐπειγόντως, ἡ ἀνάγκη τῆς ὀργανώσεως τῆς μεταπολεμικῆς κοινωνικῶς ἐντόνου, ἐξελίξεως τῆς Χώρας.
§23Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Γνωρίζετε τὰ ζητήματα περὶ ἁρμοδιότητος τῶν Ἐπιτροπῶν, τί ἄλλα ζητήματα δύνανται νὰ προκαλέσουν;
§24Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ λειτουργοῦν, βάσει κανονισμοῦ, ὅστις θὰ ρυθμίζῃ τὴν ἁρμοδιότητα. Αἱ προβληθεῖσαι ἀντιρρήσεις ἐξητάσθησαν ἐπίσης μετὰ τῆς ἀναλόγου πρὸς τὴν σοβαρότητα τοῦ θέματος προσοχῆς. Κυρίως ἐστρέφοντο αὗται περὶ τὸ ἀπαράδεκτον τῆς κατατμήσεως τῆς ἑνότητος τῆς λαϊκῆς ἐντολῆς, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ὁ νόμος δὲν θὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς συνεργασίας καὶ τῆς ψήφου ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν ἐκπροσώπων της, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουν ἑνιαίως καὶ ἀδιαιρέτως τὸ σύνολον Ἔθνος. Τὸ ἐπιχείρημα ἔχει τὴν ἀξίαν τῆς πρώτης ὄψεως. Διότι α) οἱ γενικωτέρας σημασίας νόμοι, (περὶ προϋπολογισμοῦ καὶ ἀπολογισμοῦ, περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν, περὶ κυρώσεως διεθνῶν συμβάσεων καὶ παραχωρήσεων, περὶ κυρώσεως κωδίκων, περὶ συμβάσεων μετὰ ἰδιωτῶν, καὶ ὅλοι οἱ βάσει Συνταγματικῆς ἐπιταγῆς καταρτιζόμενοι ηὐξημένης τυπικῆς ἰσχύος τοιοῦτοι) παραμένουν παγίως εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς ὁλομελείας, β) ἡ Κυβέρνησις ἢ τὰ τμήματα ἢ ὡρισμένος ἀριθμὸς βουλευτῶν δύνανται νὰ παραπέμπουν εἰς τὴν ὁλομέλειαν οἱονδήποτε σχέδιον νόμου ἁρμοδιότητος τῶν τμημάτων. Κατὰ συνέπειαν ὑφίσταται πάντοτε ἡ δυνατότης τῆς ἐπεκτάσεως τῆς ἁρμοδιότητος τῆς ὁλομελείας εἰς εὐρύτατον ἢ καὶ ὁλόκληρον, ἐὰν χρειασθῇ, κύκλον τῆς νομοθεσίας. Περαιτέρω εἰς τὰς ἀντιρρήσεις ἀντετάχθη ὅτι ἀκριβῶς ἡ ἄποψις καθ’ ἣν ἡ λαϊκὴ ἐντολὴ εἶναι ἀδιαίρετος μειώνει οὐσιωδῶς τὴν ἀξίαν τοῦ ἐπιχειρήματος. Διότι, νόμος ψηφιζόμενος κατὰ παραχώρησιν τῆς Βουλῆς ἀπὸ τμῆμα αὐτῆς, εἰς τὸ ὁποῖον μάλιστα τηροῦνται ἀναλλοίωτοι αἱ εἰς τὴν Βουλὴν ἀναλογίαι κομματικῆς συνθέσεως, οὐδεμίαν ἐπὶ τῇ βάσει τοὐλάχιστον τῆς ἀρχῆς τοῦ ἀδιαιρέτου τῆς λαϊκῆς ἐντολῆς πάσχει ἀτέλειαν. Ἄλλωστε ἡ μεταβίβασις τῆς νομοθετικῆς (ὄχι τῆς Συντακτικῆς ἢ τῆς Ἀναθεωρητικῆς) ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς εἰς τμῆμα αὐτῆς, ἀνεγνωρίσθη καὶ ἐν τῇ θεωρίᾳ καὶ ἐν τῇ πράξει πάντοτε δυνατή. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενικῶν αὐτῶν σκέψεων ἡ Ἐπιτροπὴ κατὰ πλειοψηφίαν ἀπεδέχθη τὸν νέον θεσμόν, καὶ ἐπενεγκοῦσα ὡρισμένας μεταρρυθμίσεις εἰς τὴν ἀρχικὴν πρότασιν διετύπωσεν ὡς ἔχει αὐτὸν ἐν τοῖς ἄρθροις 56–58 τοῦ σχεδίου. Ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν παραβλέπει, ὅτι παρὰ τὰ λεχθέντα, ἡ νέα αὕτη διαρρύθμισις τῆς λειτουργίας τῆς νομοθετικῆς μηχανῆς, ἀληθῶς, συνιστᾷ ἐν τῇ πράξει μικρόν τινα περιορισμὸν τῶν καθολικῶν δικαιωμάτων ἑκάστου ἐκ τῶν βουλευτῶν. Οὐδὲ παραγνωρίζει τὴν ἰσχυρὰν ἀντίδρασιν, τὴν ὁποίαν ἡ καινοτομία αὕτη θὰ συναντήσῃ ἐκ μέρους τῶν θεωρητικῶν τῆς παλαιᾶς κοινοβουλευτικῆς παραδόσεως, ἡ ὁποία, δυσπιστοῦσα εἰς τὴν πενικιλλίνην, ἐπιμένει εἰς τὴν διὰ τῶν πατροπαραδότων σικυῶν θεραπείαν τῆς κρίσεως τῆς πνευμονίας, ἐπὶ πιθανωτάτῳ, ἂν μὴ βεβαίῳ κινδύνῳ τῆς ζωῆς τοῦ ἀσθενοῦς. Ἀλλ’ ὁ ἀσθενὴς εἶναι ὁ κοινοβουλευτισμός, δηλαδή, ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος, ἡ ὁποία, ὁμολογουμένως, διανύει εἰς τοὺς τόσον δυσκόλους κοινωνικῶς καιροὺς μας μίαν κρίσιμον καμπήν. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ τὶ ὑπάρχει ὄπισθεν τῆς καμπῆς καὶ συνεπῶς οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ ἀδιαφορήσῃ διὰ τὴν ἔκβασιν τῆς κρίσεως μιᾶς νόσου ἡ ὁποία δύναται νὰ στοιχίσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν τύχην τῶν ἐλευθεριῶν της. Καὶ εἰς τὸ παρελθὸν ὑπάρχουν παθήματα ἐξ ὧν δυνάμεθα νὰ ἀντλήσωμεν διδάγματα. Καὶ εἰς τὸ ἐπαρκῶς καθαρὰ διαγραφόμενον μέλλον ὑπάρχουν ἐνδείξεις, τὴν σημασίαν τῶν ὁποίων ὀφείλομεν νὰ χρησιμοποιήσωμεν. Ἰδού, διατὶ ἡ Ἐπιτροπή, ἔκρινεν ὅτι, ἐν εἴδει ἀβαρίας ἐκ τοῦ κινδυνεύοντος σκάφους, συμφέρει νὰ παραιτηθῶμεν τοῦ ὀλίγου διὰ νὰ κερδίσωμεν τὸ πολύ.
§25Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀβαρίας. Πρόκειται περὶ ἐκλογικεύσεως ἑνὸς μηχανισμοῦ.
§26Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως δὲν εἶναι μόνον, ἀποκλειστικῶς διὰ τοῦ μέσου τούτου, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ ἄσκησις τῆς νομοθετικῆς λειτουργίας θὰ καταστῇ ὅσον εἶναι δυνατὸν περισσότερον ἀνεπίδεκτος σοβαρῶν κατακρίσεων. Ἡ Ἐπιτροπὴ προῆλθεν καὶ εἰς ἄλλας τινὰς οὐσιώδεις βελτιώσεις εἰς τὰ οἰκεῖα μέρη, διὰ τῆς συνδρομῆς τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἐλπίζεται σημαντική, ἀληθῶς, ἐξυγίανσις εἰς τὴν λειτουργίαν ταύτην. Οὕτω ἡ Ἐπιτροπὴ πρὸς ἀποφυγὴν τῶν τόσον συνήθων ἀτυχῶς εἰς τὸ παρελθὸν νομοθετικῶν παρεκτροπῶν, ἔλαβε πρόνοιαν διὰ τὴν βεβαίωσιν τῆς ἀληθοῦς τῶν νόμων χρονολογίας, διὰ τὸν περιορισμὸν τῶν ὑπόπτων, ἐνίοτε, αὐθεντικῶν ἑρμηνειῶν καὶ τῆς ἀναδρομικῆς ἐκτάσεως τῆς ἰσχύος αὐτῶν καὶ διὰ τὴν μὴ παρεισαγωγὴν εἰς τὸν νόμον θεμάτων ξένων πρὸς τὸ κύριον περιεχόμενον αὐτοῦ.
§27Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Πρέπει νὰ λαμβάνεται πρόνοια διὰ τὴν σχέσιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τοῦ περιεχομένου αὐτοῦ.
§28Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ἐλήφθη τοιαύτη πρόνοια παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς. Εἰς πάντα ὅμως ταῦτα πρέπει βεβαίως νὰ προστεθῇ, ὡς σημαντικώτατος παράγων τῆς καλῆς νομοθετικῆς λειτουργίας, ἡ ἔντονος συναίσθησις τῆς ἰδιαζούσης σοβαρότητος τοῦ δικαιώματος τοῦ νομοθετεῖν, τόσον εἰς τὰ κατ’ ἰδίαν μέλη τοῦ κοινοβουλευτικοῦ Σώματος, ὅσον καί, ἰδίως, εἰς τὴν πολιτικήν, τῶν Κομμάτων καὶ μάλιστα τῶν πλειοψηφιῶν, ἡγεσίαν. Ὁ παράγων οὗτος εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν δημιουργίαν τοῦ ψυχολογικοῦ κλίματος ἐντὸς τοῦ ὁποίου θὰ ὡριμάσῃ ἡ κοινὴ πρὸς τὴν Κοινοβουλευτικὴν νομοθεσίαν ἐκτίμησις. Βεβαίως δὲν ὑπῆρξαν οὔτε ὑπάρχουν αὐταπάται ἐν σχέσει, μὲ τὴν ἀντίληψιν τῆς, κατὰ τὸ ἐνεστώς, ἐμπιστοσύνης τῶν μεγάλων κοινωνικῶν μαζῶν πρὸς τοὺς κοινοβουλευτικοὺς νομοθέτας, χωρὶς τὸ φαινόμενον νὰ εἶναι μόνον Ἑλληνικόν. Ἐχθροὶ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, τύπος σκανδαλοθηρικός, ἀντιπολιτεύσεις κατώτεραι τῆς ἀποστολῆς των, οὐσιωδῶς συνετέλεσαν, διὰ τῆς ἐντατικῆς ἐκμεταλλεύσεως ἀναμφισβητήτων τινῶν σφαλμάτων πολιτικῆς ἢ καὶ ἠθικῆς ἀκόμη φύσεως, εἰς τὴν δημιουργίαν τῆς ντεζιλουζιὸν αὐτῆς τοῦ λαοῦ ὡς πρὸς τὴν ἀνωτερότητα τῆς πλειονότητος τῶν διὰ τὴν θέσιν τῶν νόμων ἐντολοδόχων του. Ἀλλά, βεβαίως, ἂν ἡ ἐντύπωσις αὕτη ἠδύνατο ν’ ἀνθέξῃ εἰς σοβαρὰν καὶ ἀντικειμενικὴν κριτικὴν εἰς παλαιοτέρους κοινοβουλευτικοὺς καιροὺς, διὰ τοὺς ὁποίους ἀντεπεκρίνετο, ἄλλως τε, ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, εἰς τὴν ποιοτικὴν σύνθεσιν τοῦ ἐκλογικοῦ σώματος, ὅσον νεώτεροι γίνονται οἱ καιροὶ, τόσον δυσκολώτερον φαίνεται νὰ προσαρμόζεται πρὸς τὴν πραγματικότητα. Πράγματι, ὁ χρόνος, ἡ ἀνάπτυξις τῆς παιδείας καὶ τῆς κοινωνικῆς μορφώσεως εἰς ὁλονὲν εὐρυτέρους κύκλους τοῦ ἐκλογικοῦ σώματος καὶ κυρίως ἡ σφυρηλάτησις τῆς ἠθικῆς προσωπικότητος τῶν μελῶν του μέσα εἰς τὴν κάμινον τῶν τόσων δυσκόλων καὶ ἐπικινδύνων πολεμικῶν καὶ μεταπολεμικῶν καιρῶν, φαίνεται νὰ ηὐνόησαν τὴν ἀνύψωσιν τῶν πολιτικῶν ἠθῶν. Καὶ κατὰ λογικὴν συνέπειαν οἱ ἐντολοδόχοι τοιούτου σώματος παρέχουν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς των, διαρκῶς καὶ μεγαλειτέραν ἐγγύησιν τῆς ἠθικῆς ἐκείνης ἀνωτερότητος, τὴν ὁποίαν ἄλλωστε, ἐνισχύει ἡ αἴσθησις τῆς εὐθύνης διὰ τὰς πράξεις των, μία αἴσθησις, ἡ ὁποία συνήθως δὲν ἀνευρίσκεται ὁλοκληρωμένη εἰς τοὺς κατὰ σύστημα κατακρίνοντας τὴν ποιοτικὴν σύνθεσιν τῶν νομοθετικῶν σωμάτων. Βεβαίως οἱ βουλευταί, ὡς τοιοῦτοι, θὰ εἶναι ἐπὶ μακρὸν ἀκόμη, ἀντικείμενον κατακρίσεων καὶ θὰ εἶναι ὅπως ὀρθότατα ἐλέχθη, τόσῳ μᾶλλον εὔκολος ἡ κατάκρισις ὅσῳ λόγῳ τοῦ δημοσίου καὶ ὑπευθύνου χαρακτῆρος τοῦ λειτουργήματός των, εἶναι οἱ μόνοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται εὐχερῶς νὰ κατακρίνωνται. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἓν πολιτικὸν ἀξίωμα, καὶ ὄχι μόνον θεωρητικόν, τὸ ὁποῖον παρέχει σπουδαῖον μέσον ἀποτελεσματικῆς ἀμύνης ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι στηρίζονται εἰς τὴν εὐχέρειαν ταύτην διὰ νὰ βάλλουν ἀνευθύνως κατὰ τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ: «Διὰ τὴν καλὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ δὲν εἶναι ἀπαραίτητον οἱ βουλευταὶ νὰ εἶναι οἱ καλλίτεροι καὶ οἱ σοφώτεροι ἄνθρωποι. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει σημασίαν εἶναι νὰ τελοῦν ὑπὸ περιστάσεις πολιτικῆς εὐθύνης τοιαύτας, ὥστε ὅλαι των αἱ πράξεις νὰ πρέπει, ἀναγκαίως, νὰ εἶναι κοινωνικῶς ἄψογοι». Ὅταν ἐσημειώσαμεν ἀνωτέρω περὶ τοῦ παράγοντος τῆς ἐντόνου συναισθήσεως τῆς σοβαρότητος τοῦ νομοθετικοῦ δικαιώματος, ὑπεννοοῦμεν ἀκριβῶς ὅτι διὰ τῆς συναισθήσεως τῆς εὐθύνης ταύτης, βουλευταὶ καὶ Ἡγέται δύνανται καὶ ὀφείλουν νὰ ὑπενθυμίζουν διαρκῶς εἰς τοὺς ἐχθροὺς καὶ τοὺς ἀρνητὰς τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ διακόψωμεν δι’ ὀλίγον τὴν συνεδρίασιν, διὰ νὰ ξεκουρασθῇ ὁ ρήτωρ;
§30ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν διὰ τὸ ἀπόγευμα.
§31Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Νομίζω, ὅμως ὅτι, θὰ πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν ἀκριβῶς εἰς τὰς 6.
§32Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐκ παραλλήλου λειτουργοῦν καὶ αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαί.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν διὰ τὸ ἀπόγευμα, ἀλλὰ νὰ ἀρχίσωμεν ἀκριβῶς εἰς τὰς 6.30′.
§34Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Πρέπει νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψει τους οἱ κ.κ. βουλευταὶ, ὅτι θὰ ἀρχίσωμεν ἀκριβῶς εἰς τὰς 6½, διότι πρέπει νὰ τελειώνωμεν.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὸ ἀπόγευμα καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ., μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως συνέχειαν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ Γεν. Εἰσηγητοῦ κ. Β. Στεφανοπούλου. (Ὥρα 1 μ. μ.)