1948.06.17
3.271 στίχοι · 24.412 λέξεις · 259 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 72α
Πέμπτη 17 Ἰουνίου 1948
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 6.45′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Ταλιαδοῦρος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Βογιατζῆς, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Α. Κωστόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Α. Γκογκίδου κατοίκου Κουφαλίων (Θεσσαλονίκης) ζητοῦντος τὴν ἀνοικοδόμησιν τῆς καταστραφείσης οἰκίας του ὑπὸ τῶν κατακτητῶν. Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Σωτηρόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Ποινικῶν Κλητήρων Πατρῶν ζητούντων τὴν ἔνταξίν των εἰς τοὺς Ποινικοὺς κλητῆρας αʹ, βʹ, γʹ καὶ δʹ τάξεως. Ὁ βουλευτὴς Βόλου κ. Ν. Ἀντωνόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Ἐξαγωγέων ἐλαιῶν Βόλου ζητοῦντος τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου τῶν ἐλαιῶν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Βόλου κ. Ν. Ἀντωνόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Βιομηχάνων Βόλου ζητούντων τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου 519)48 «περὶ στρατευομένων ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων καὶ ἐργατῶν» καὶ τὴν λῆψιν ἐνισχυτικῶν μέτρων. Οἱ κάτοικοι Βιάνου διαμαρτύρονται διὰ τὴν αὐθαίρετον καὶ βιαίαν ἀντικατάστασιν τῶν Κοινοτικῶν Ἀρχῶν τῆς Ἐπαρχίας Βιάνου παρὰ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἐθνικῆς ἀντιστάσεως Κρήτης. Ὁ βουλευτὴς Ἕβρου κ. Β. Μητσόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ σηροτροφικοῦ Γεωργικοῦ Συν)σμοῦ Σουφλίου ζητοῦντος καθορισμὸν τιμῆς ἀσφαλείας τῶν κουκουλίων κλπ. Οἱ ἐργατοτεχνῖται καὶ ξυλουργοὶ Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ διάφορα ἄλλα Σωματεῖα ζητοῦν ἄμεσον τερματισμὸν ὑποθέσεως πωλησάντων ἀκίνητα κατὰ τὴν περίοδον κατοχῆς, πρὸς καταστολὴν ἀνεργίας. Ὁ Γ. Λυράκης κάτοικος Λαγκαδᾶ ζητεῖ τὴν ἀπονομὴν συντάξεως διὰ τὸν ὑπὸ τῶν κομμουνιστῶν φονευθέντα υἱόν του. Οἱ κάτοικοι Ζαχάρως ζητοῦν τὴν ἀποστολὴν ἐπαρκοῦς στρατιωτικῆς δυνάμεως, πρὸς φρούρησιν ταύτης, ἐκ τῶν ἐπιθέσεων τῶν συμμοριτῶν. Τὸ Τεχνικὸν Ἐπιμελητήριον τῆς Ἑλλάδος ζητεῖ τὴν ρύθμισιν τῶν ἐπὶ Κατοχῆς γενομένων ἀγοραπωλησιῶν ἀκινήτων. Οἱ συμμοριόπληκτοι Ἐλασσῶνος διαμαρτύρονται διὰ τὴν περικοπὴν τοῦ χρηματικοῦ βοηθήματος, ἀπὸ 280 ἑκατομμύρια εἰς 75 ἑκατομμύρια. Ἡ Ὁμοσπονδία Ἐπαγγελματιῶν καὶ Βιοτεχνῶν Κερκύρας ζητεῖ τὴν ἵδρυσιν Γενικῆς Διοικήσεως Ἰονίων Νήσων καὶ Θεσπρωτίας μὲ ἕδραν τὴν Κέρκυραν. Ὁ Συν)σμὸς πωλήσεως Κηπευτικῶν Χίου ζητεῖ τὴν χορήγησιν συναλλάγματος δι’ εἰσαγωγὴν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ πατατοσπόρου. Ἡ Ὁμοσπονδία Ἐπαγγελματιῶν καὶ Βιοτεχνῶν Τρικάλων ζητεῖ ὅπως οἱ ἐπαγγελματίαι καὶ Βιοτέχναι ἐξαιρεθῶσι τῆς τηρήσεως λογιστικῶν βιβλίων. Οἱ Δικαστικοὶ κλητῆρες τοῦ Πρωτοδικείου Βόλου ζητοῦν ὅπως ὑπαχθοῦν εἰς τὴν αʹ κατηγορίαν τῶν ἠσφαλισμένων μείωσιν τῶν συνταξίμων ἐτῶν ἀπὸ 35–30 κλπ. Ὁ Σύνδεσμος Ἐπαγγελματιῶν μισθωτῶν ὁδηγῶν αὐτοκινήτων Μεσσηνίας ζητεῖ ἀναστολὴν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου 641, δι’ οὗ ἐπιτρέπεται ἡ χορήγησις καὶ ἄλλων ἀδειῶν ὁδηγῶν αὐτοκινήτων. Τὸ Ἐμπορικὸν καὶ Βιομηχανικὸν Ἐπιμελητήριον Καβάλλας ζητεῖ ἄμεσον συγκέντρωσιν καὶ ἐπεξεργασίαν καπνῶν, χορήγησιν ἐπιδομάτων ἀνεργίας εἰς ἀνέργους καπνεργάτας κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἰωαννίνων κ. Γ. Τζωρτζόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου Ἰωαννίνων ζητοῦντος χορήγησιν 3.000.000.000 δραχμῶν δι’ ἐκτέλεσιν κοινωφελῶν ἔργων ἐν τῇ πόλει Ἰωαννίνων. Ὁ κ. Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ ἀπροβλέπτων ἐξόδων τοῦ Στρατοῦ». Ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ ἐκποιήσεως ἀχρήστων πολεμικῶν πλοίων καὶ ἀχρήστου ἐν γένει ὑλικοῦ πολεμικοῦ ἢ μή». 2) «Περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ νόμου 6321)1934, «περὶ Συνεργείων τοῦ κατὰ θάλασσαν Στρατοῦ». 3) «Περὶ παρατάσεως προθεσμίας ἀναγνωρίσεως ἀδειῶν γάμου Ἀξιωματικῶν, Ὑπαξιωματικῶν καὶ Ἐθελοντῶν Β. Ν.». 4) «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεων Α. Ν. 2226)40 «περὶ καταστάσεως τοῦ Σώματος Φαροφυλάκων» καὶ «περὶ καθορισμοῦ ὀργανικῶν ἀριθμῶν τεχνιτῶν Φάρων», καὶ 5) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. Δ. 269)47 «περὶ Συνεργείου Ραδιεντοπισμοῦ καὶ Τεχνικοῦ Ἀνθυποβρυχιακοῦ Τμήματος» κλπ. καὶ «περὶ Ραδιοτεχνιτῶν, Τεχνιτῶν Ἠχοεντοπικῶν καὶ Τεχνιτῶν Ὀπτικῶν Ὀργάνων καὶ Διευθύνσεως Βολῆς». Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Γονατᾶς, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως ψηφίσματος «περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὸ Βʹ Ψήφισμα «περὶ Εἰδικοῦ Κανονισμοῦ διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, ἐργασίαν τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Ἀντωνόπουλος καὶ Β. Στεφανόπουλος καταθέτουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τακτοποιήσεως τῆς θέσεως τῶν Ἀξιωματικῶν καὶ Ἀνθυπασπιστῶν Χωροφυλακῆς τῶν τελούντων εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐκτὸς ὑπηρεσίας καὶ ὀργανικῶν θέσεων».
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Μπέλλας ζητεῖ ὅπως τοῦ χορηγηθῇ ἄδεια, προκειμένου ν’ ἀναχωρήσῃ διὰ τὸ ἐξωτερικόν. Δέχεται ἡ Βουλή;
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλή, ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν ἀδείας εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Κ. Μπέλλαν, προκειμένου νὰ ἀναχωρήσῃ διὰ τὸ ἐξωτερικόν. Ὁ ὑπουργὸς τῆς Προνοίας κ. Δεσύλλας, ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§8Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. (Ὑπουργὸς Προνοίας). Κύριοι βουλευταί, θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλή, νὰ τὴν ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον, ἐπὶ προσωπικοῦ μου ζητήματος. Θὰ ἀνεγνώσατε τὴν σημερινὴν «Ἑστίαν» ἡ ὁποία συνεχίζουσα τὴν καμπάνιαν τῆς ὀρύζης, ἐνόμισεν, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ περιλάβῃ περισσότερα πρόσωπα εἰς τὴν πολεμικήν της. Βεβαίως, ἡ ἀποστολὴ τοῦ τύπου εἶναι μεγάλη καὶ ἱερά, ἐξαρτᾶται ὅμως, ἀπὸ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ τύπος ἐνεργεῖ καὶ ἀσκεῖ τὸν ἔλεγχον. Ἕνα τηλεφώνημα πολλάκις, θὰ ἔλυε μίαν ἀπορίαν, χωρὶς νὰ ἐκτίθενται ὑπολήψεις, ὅπως πολλάκις συμβαίνει μὲ τὰς ἐφημερίδας. Συγκεκριμένως ἡ «Ἑστία» γράφει τὰ ἑξῆς. «Ἐξ ἄλλου ἐντύπωσιν ἐπροκάλεσεν σήμερον εἰς τοὺς πολιτικοὺς κύκλους τὸ γεγονὸς, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἥτις ὑπεχρεώθη νὰ καταβάλῃ εἰς τὸ Δημόσιον τὴν ἐκ 523 ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἐγγύησιν τῶν Πανταζοπούλου καὶ Φραγκίστα, εὑρέθη κεκαλυμμένη διὰ γραμματίου παρασχεθέντος ὑπὸ τοῦ Φραγκίστα, καὶ ὑπογεγραμμένου ὑπὸ τοῦ γνωστοῦ οἴκου Δεσύλλα (τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Προνοίας). Τὸ θέμα τοῦτο, θὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον εὐρυτέρας συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ. Θὰ γνωρίζουν βεβαίως, οἱ κ. κ. συνάδελφοι, ὅτι καὶ ἐγὼ ἔχω ἕνα ἐπάγγελμα, καὶ τὸ ἐπάγγελμά μου εἶναι ἡ βιομηχανία, εἰς τὴν ὁποίαν συμμετέχω, ὡς μέτοχος μιᾶς ἀνωνύμου Ἑταιρείας, ἡ ὁποία φέρει τὸ ὄνομα τοῦ πατρός μου. Ἡ «Ἑστία» ὅμως, ἀναφέρει τὸν Οἶκον Δεσύλλα τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Προνοίας. Αὐτὸ δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν. Οὐδεὶς καλῆς πίστεως συζητητής, θὰ ἐπηρεάζετο ἀπὸ αὐτὸ τὸ δημοσίευμα, τὸ ὁποῖον εἶναι προφανῶς ὑποβολιμαῖον. Ἄλλωστε, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, γνωρίζει τὰς ἐπὶ τῆς Συμβάσεως τῆς ὀρύζης ἀντιλήψεις μου. Ἅμα τῇ ἀναγνώσει τοῦ δημοσιεύματος, ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ τὴν Ἑταιρείαν, εἰς τὴν ὁποίαν συμμετέχω, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν, ἀφ’ ἧς εἶμαι ὑπουργός, δὲν ἀναμιγνύομαι καὶ ἔλαβον τὰς ἀκολούθους πληροφορίας, διὰ τὴν ἀκρίβειαν τῶν ὁποίων ἐγγυῶμαι προσωπικῶς. 1) Ὅτι οὐδεμίαν ἔχει ἀνάμιξιν εἰς τὴν Σύμβασιν τῆς ὀρύζης, ἢ ἄλλην οἱανδήποτε μετὰ τοῦ Κράτους, περιοριζομένη ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ ἔργον της. 2) Ὅτι ἀπὸ τοῦ 1945 μεταξὺ τῶν ἄλλων προμηθευτῶν της εἶναι καὶ ὁ Οἶκος «Φραγκίστα καὶ Καρδομάτη», παρὰ τοῦ ὁποίου ἐπρομηθεύθη αὕτη τὰς ἑξῆς ποσότητας πρώτης ὕλης, φίνου ἐξ Αἰγύπτου. Τὸ 1945 25½ τόννους, τὸ 1946 300 τόννους, τὸ 1947, 200 τόννους καὶ τὸ 1948, 150 τόννους. Πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι μετὰ τὸν πόλεμον ἡ δυναμικότης τῆς ἰδικῆς μας Ἑταιρείας, δὲν ἦτο ἡ προπολεμική, ὅπως καὶ τῶν περισσοτέρων ἐπιχειρήσεων. Τὴν ἐξόφλησιν τῶν πρώτων ὑλῶν, ἐνήργει ἡ Ἑταιρεία τμηματικῶς, εἴτε διὰ ρευστοῦ χρήματος, εἴτε διὰ γραμματίων. Οὕτω διὰ γραμματίων ἐξώφλησεν ἡ Ἑταιρεία τὰ ἑξῆς ποσὰ πρὸς τὸν Οἶκον Φραγκίστα Καρδομάτη, λήξεως 15.7.47, 50 ἑκατομμύρια, ἐπὶ Ἰονικῆς Τραπέζης, λήξεως 15.3.48, 100 ἑκατομμύρια ἐπὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης, λήξεως 11.5.48, 100 ἑκατομμύρια ἐπὶ Ἰονικῆς Τραπέζης. Τὴν 21 Ἀπριλίου 1948, ἡ Ἑταιρεία, ὤφειλεν εἰς τὸν Οἶκον Φραγκίστα, 700 ἑκατομμύρια περίπου, ἔναντι δὲ τῆς ὀφειλῆς, παρέδωσεν εἰς τοῦτον τρεῖς συναλλαγματικάς. Μίαν λήξεως 16 Ἰουνίου 1948, μίαν λήξεως 16 Ἰουλίου καὶ τρίτην λήξεως 16 Αὐγούστου 1948. Ποίαν χρῆσιν ἔκαμεν ὁ Προμηθευτικὸς Οἶκος Φραγκίστα, αὐτῶν τῶν συναλλαγματικῶν, αὐτὸ ἀφορᾷ αὐτόν. Ἐὰν ἦτο ρευστὸν χρῆμα, θὰ τὸ ἔκαμεν ὅτι ἤθελεν. Ἐὰν ἔδωσεν τὰς συναλλαγματικὰς ὡς ἐγγύησιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, διὰ νὰ ἐκδώσῃ μίαν ἐγγυητικὴν ἐπιστολήν, ἢ τὰς προεξώφλησεν, αὐτὸ δὲν εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν Ἑταιρείαν εἰς τὴν ὁποίαν συμμετέχω, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ἐμέ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, θὰ παρεκάλουν τὴν Βουλήν, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὁρίσῃ μίαν διακομματικὴν Ἐπιτροπήν, ἐκ βουλευτῶν...
§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν χρειάζεται.
§10Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. (Ὑπ. Προν.)...οἱ ὁποῖοι νὰ βεβαιώσουν τὴν ἀκρίβειαν τῶν δηλώσεών μου. Ἐπαναλαμβάνω τὴν δήλωσιν, ὅτι οὐδεμίαν ἀνάμιξιν ἔχω.
§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν χρειάζεται. Εἶναι γνωστὸν τὸ ὄνομα Δεσύλλα. (Χειροκροτήματα).
§12Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἀνεγράφη εἰς τὴν «Ἑστίαν», ὅτι ἡ ἀναβολὴ ὡρισμένης δίκης, ἡ ὁποία διεξήγετο πρὸ ἡμερῶν, ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ἐπίκεινται δικαστικαὶ διακοπαί, καὶ κατόπιν θὰ ἔχωμεν ἄλλην σύνθεσιν, καὶ φυσικά, ὑπουργὸς εἶναι τὸ κόμμα, δηλαδὴ ὁ ὑποφαινόμενος. Κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ ἀντίληψίς μου περὶ δικαιοσύνης, δὲν εἶναι τοιαύτη, εἶναι ὅλως ἀλλοία, καὶ νομίζω, ὅτι ἐγώ, δὲν ἔχω ἔργον νὰ ἀναμιγνύομαι εἰς τὴν σύνθεσιν τῶν Δικαστηρίων, οὔτε ἔχει καμμίαν θέσιν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἀναμιγνύεται εἰς τοιαῦτα θέματα. Νομίζω, ὅτι ὡς ἐκ περισσοῦ, εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ κάμω τὴν δήλωσιν ταύτην. (Χειροκροτήματα).
§13Β. ΣΑΓΙΑΣ. Εἰς τὰ ὅσα εἶπεν, ὁ κ. ὑπουργός, προσθέτω καὶ τοῦτο. Ὅτι καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη, εἶναι ἀναξία τοιούτου καὶ οἱουδήποτε ἄλλου ὑπαινιγμοῦ. (Χειροκροτήματα).
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Μελᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§15Ι. ΜΕΛΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐπιφυλασσόμενος νὰ ἐκθέσω ἐν καιρῷ τὰς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἀπόψεις ἡμῶν, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν τῆς Συνελεύσεως, σχέδιον Συντάγματος, ἐκπονηθὲν κατὰ τὸν πόλεμον, ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Νικολάου Πολίτου. Τὸ σχέδιον, τὸ πρῶτον βλέπον τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος, προέρχεται ἀπὸ τὸ προσωπικὸν ἀρχεῖον τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ καὶ Ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος τῶν Δημοκρατικῶν Προοδευτικῶν κ. Ἐμμανουὴλ Τσουδεροῦ. Ἐπιγράφεται «σχέδιον μελλοντικοῦ πολιτεύματος τῆς Ἑλλάδος», φέρει δὲ τὴν σημείωσιν τοῦ συντάκτου, ὅτι τὸ «σχέδιον ἐμπνέεται α) ἀπὸ τὰς διαρκοῦς χαρακτῆρος παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ βάσεις τῶν ἀπὸ τοῦ 1864 Συνταγμάτων, β) ἀπὸ τὰς ἐν γένει κρατούσας σήμερον πολιτικὰς θεωρίας ἐφ’ ὅσον δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἐφικταὶ ἐφαρμογῆς ἐν Ἑλλάδι καὶ γ) ἀπὸ τὰς πιθανὰς συνθήκας ὑφ’ ἃς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ εὑρεθῇ μετὰ τὸν παρόντα πόλεμον». Συνετάχθη κατ’ ἐκδηλωθεῖσαν ἐπιθυμίαν τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ, ἀναθέσαντος εἰς εἰδικοὺς ἄνδρας τὴν μελέτην τῶν ἀποφάσεων διὰ τὴν σύνταξιν τῆς μεταπολεμικῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας. Αἱ ἀντιλήψεις τοῦ σχεδίου, εἶναι ἐν πολλοῖς ἀνεπίκαιροι, ἢ ἔχουν παλαιωθῆ καὶ τὰς ὁποίας εἰς τὰ περισσότερα σημεῖα δὲν συμμεριζόμεθα. Ἀσχέτως ὅμως πρὸς τοῦτο, νομίζω, ὅτι δὲν θέλετε κρίνει περιττὴν τὴν προκειμένην ἐνέργειαν, νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν τῆς Ἀντιπροσωπείας, ἐπικαίρως, τὸ σχέδιον τοῦτο, ἀποτελοῦν καὶ τὴν πολιτικὴν διαθήκην ἀνδρός, ἀναλωθέντος ὑπὲρ Πατρίδος.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Ὁ ὑπουργὸς τοῦ Ἐφοδιασμοῦ, κ. Σ. Κωστόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§17Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐφοδιασμοῦ). Κύριοι βουλευταί, θὰ ἤθελον νὰ παρακαλέσω, ὅπως στέρξῃ ἡ Βουλὴ ἵνα πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος, γίνῃ δεκτὸν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 5 νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 5 Μαρτίου 1948 διεθνοῦς συμβάσεως σίτου, μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἑτέρων χωρῶν». Πρόκειται περὶ συμβάσεως, ἡ ὁποία συνήφθη μεταξὺ ἀφ’ ἑνὸς τῶν σιτοπαραγωγῶν χωρῶν τοῦ Νοτίου Ἡμισφαιρίου καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῶν χωρῶν τῆς Εὐρώπης, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἀνάγκην σίτου. Διὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς ἡ Ἑλλὰς θὰ λαμβάνῃ παρὰ τῶν σιτοπαραγωγῶν χωρῶν ἐπὶ 5 ἔτη 510.000 τόννους σίτου εἰς ὡρισμένην τιμὴν κατ’ ἀνώτατον ὅριον ἀνεξαρτήτως τῆς διακομίσεως κατὰ τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα τῶν διεθνῶν τιμῶν. Κατόπιν σχετικῆς τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς τῆς πρεσβείας Οὐασιγκτῶνος, εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη τὰ κυρωτικὰ ἔγγραφα τῆς συμβάσεως αὐτῆς νὰ εὑρίσκωνται εἰς Οὐάσιγκτων πρὸ τοῦ τέλους Ἰουνίου. Οἱαδήποτε καθυστέρησις θὰ βλάψῃ, ἐφ’ ὅσον ἄλλωστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ καμμία τροποποίησις.
§18Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Πότε ὑπεγράφη ἡ σύμβασις;
§19Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐφοδ.). Ἡ σύμβασις ὑπεγράφη εἰς τὰς 5 Μαρτίου 1948 εἰς Οὐάσιγκτων. Κάμνω ἔκκλησιν πρὸς τὴν Βουλήν, νὰ γίνῃ δεκτή.
§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§21Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ φέρωμεν ἀντιρρήσεις, ἀλλὰ διατὶ αὐτὴ ἡ σπουδή. Νομίζω, ὅτι θὰ ἐδικαιοῦτο ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ γνῶσιν τῆς συμβάσεως αὐτῆς, ἡ ὁποία διενεμήθη χθὲς τὸ βράδυ καὶ δὲν ἐπρολάβομεν νὰ τὴν ἀναγνώσωμεν. Ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς, τονίζει δύο ἀνησυχίας. Πρῶτον διὰ τὸν καθορισμὸν τοῦ ἂν πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ σῖτος ἢ ἄλευρα, καὶ δεύτερον, διὰ τὸν καθορισμὸν τῆς ἐνδεχομένης ἐπιρροῆς τῆς ὑπὸ κύρωσιν συμβάσεως ἐπὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας. Ἐπίσης ἤθελα νὰ πληροφορηθῶ, ἐὰν ἡ σύμβασις αὐτὴ θὰ ἐπηρεάσῃ τὴν τύχην τῶν τιμῶν τοῦ ἐγχωρίου σίτου.
§22Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐφοδ.). Ὅσον ἀφορᾷ τὴν σχέσιν τῆς συμβάσεως αὐτῆς, μὲ τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν, ἀπὸ τὸ κείμενον τῆς συμβάσεως, εἶναι προφανές, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη σχέσις. Δὲν συνήφθη σύμβασις διὰ τῆς ὁποίας ἀναλαμβάνεται ἡ προμήθεια καὶ ἡ μεταφορά. Διὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς μᾶς ὑπόσχονται νὰ μᾶς πωλήσουν σῖτον. Ὅταν ὁ σῖτος αὐτὸς ἀγορασθῇ καὶ γεννηθῇ ζήτημα μεταφορᾶς, τότε θὰ ρυθμισθῇ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ τῆς συμβάσεως νὰ προβλεφθῇ ἡ περίπτωσις αὐτή. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν σχέσιν ἀλεύρου καὶ σίτου, δὲν ἔχομεν εὐχέρειαν ἐπιλογῆς. Ἀφ’ ὅτου ἐγκατεστάθησαν ἀλευρόμυλοι ἐν Ἑλλάδι, πάντοτε τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, ἐζήτει νὰ μεταφέρωνται σιτηρὰ καὶ ὄχι ἄλευρα. Δὲν εἶναι ὅμως δυνατὸν νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τοὺς Ἀμερικανούς, νὰ μὴν ἐργάζεται ἡ βιομηχανία των καὶ ἓν ποσοστὸν ἔρχεται εἰς ἄλευρα. Εἰς τὴν σύμβασιν, δὲν προβλέπεται τίποτε, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ταύτης, τὸ μέλημα τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀποφύγωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν τὰ ἄλευρα, ὅπως κάμνωμεν καὶ μέχρι σήμερον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς τιμῆς τοῦ ἐγχωρίου σίτου, ξεύρετε πολὺ καλά, ὅτι πάντοτε αἱ τιμαὶ εἰς τὴν συγκέντρωσιν τοῦ ἐγχωρίου σίτου εἶναι πολὺ ἀκριβότερος ἀπὸ τὰς τιμὰς τοῦ σίτου τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἑπομένως, δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ τῆς συμβάσεως αὐτῆς νὰ ἀλλοιωθῇ μία παγία πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἀκολουθουμένης ἐπὶ εἰκοσαετίαν.
§23Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐφ’ ὅσον ζητεῖται ἡ ταχεῖα ψήφισις τῆς συμβάσεως, διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν, ὁ κ. ὑπουργός, οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ. Δικαιούμεθα ὅμως νὰ σημειώσωμεν ὅτι ἡ σύμβασις ὑπεγράφη εἰς τὰς 5 Μαρτίου καὶ ἔρχεται πρὸς κύρωσιν τὴν τελευταίαν στιγμήν, ὑπὸ τύπον τελεσιγράφου καὶ ἐκφράζωμεν τὴν εὐχὴν εἰς ἄλλας περιπτώσεις νὰ λαμβάνεται πρόνοια ἐγκαίρου προσκομίσεως, διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἄνεσις συζητήσεως.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 5 Μαρτίου 1948 διεθνοῦς συμβάσεως εἰς τὸν μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἑτέρων χωρῶν».
§25ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 5 Μαρτίου 1948 Διεθνοῦς Συμβάσεως Σίτου μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἑτέρων χωρῶν». Συνέχισις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τῆς προτάσεως ψηφίσματος «περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὸ βʹ Ψήφισμα περὶ εἰδικοῦ Κανονισμοῦ διὰ τὴν Ἀναθεωρητικὴν τοῦ Συντάγματος Ἐργασίαν τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Σ. Γονατᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§27Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Κατὰ τὸ τέλος τῆς χθεσινῆς συζητήσεως, ἐπὶ τοῦ θέματος τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ καὶ σήμερον, δηλαδὴ ἐπὶ τοῦ τρόπου τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος διὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἐξέφερα μερικὰς γνώμας καὶ τόσον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅσον καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοῦ συνέστησαν νὰ διατυπώσω τὰς παρατηρήσεις μου αὐτὰς ὑπὸ μορφὴν τροπολογιῶν, διὰ νὰ διευκολυνθῇ ἡ συζήτησις ἡ σημερινή. Ἐν τῇ ἀσχολήσει μου διὰ τὴν διατύπωσιν τῶν τροπολογιῶν, κατέληξα εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι θὰ ἦτο προτιμώτερον νὰ διατυπωθῇ ἕνα πλῆρες αὐτούσιον σχέδιον ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον θὰ διευκόλυνε κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου τὴν συζήτησιν. Ὅπως ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας ἤδη ἔχομεν τὸ ψήφισμα Β, τὸ ὁποῖον ἀρχικῶς ἐρρύθμισε τὰ τῆς συστάσεως τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ γενικώτερον τὰ τῶν ἐργασιῶν διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Αὐτὸ εἶχεν ἐκδοθῆ εἰς τὰς 12 Ἰουνίου 1946, ἀμφιβάλλω δὲ ἐὰν οἱ περισσότεροι ἐκ τῶν κ. κ. βουλευτῶν τὸ ἔχουν ὑπ’ ὄψει των. Δεύτερον, ἔχομεν μίαν τροπολογίαν τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τρίτον ἔχομεν μίαν τροπολογίαν τῶν δύο βουλευτῶν κ. κ. Παπαδήμου καὶ Βασιλειάδη, τροπολογίαν ἐπὶ τῆς τροπολογίας τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐκπροσωπεύουν ἐμμέσως Κυβερνητικὰς ἀπόψεις. Ἐὰν, ὅθεν, ἐξακολουθήσωμεν, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν συζήτησιν, θὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν τρία κείμενα πρὸ ἡμῶν, ἐνῷ ἂν ἔχωμεν ἓν κείμενον, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν κρίσιν σας, νομίζω, ὅτι καὶ ἡ συζήτησις θὰ διευκολυνθῇ καὶ αὐτὸ τροποποιούμεναν, ἔστω, θὰ ἀποτελέσῃ ἓν ἑνιαῖον καὶ αὐτοτελὲς κείμενον, τὸ ὁποῖον θὰ ρυθμίζῃ τὰς ἐργασίας μας. Δι’ αὐτοῦ, δὲν νομίζω, ὅτι θὰ ἐθίγετο, οὔτε ἡ φιλοτιμία τοῦ Βʹ ψηφίσματος, οὔτε ἡ φιλαυτία τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, οὔτε ὁ ἐγωϊσμὸς τῶν δύο βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον τὴν τροπολογίαν. Οὔτε ἐγὼ ἠξίωσα ἐν προκειμένῳ εὑρεσιτεχνίαν. Προσεπάθησα ἁπλῶς νὰ συνδυάσω καὶ ἐκ τῶν τριῶν κειμένων, ὅ,τι καλὸν εἶχεν ἕκαστον, διὰ νὰ ἀποτελεσθῇ ἕνα νέον κείμενον ἑνιαῖον. Εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ κειμένου τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, κατέληξα ἐκ τῶν σκέψεων, τὰς ὁποίας ἔχω περιλάβει εἰς τὴν εἰσηγητικήν μου ἔκθεσιν. Λέγω εἰς αὐτήν: Ἐκ τῆς διεξαχθείσης ἐπὶ διήμερον συζητήσεως προέκυψε, κατὰ τὴν ἀντίληψιν ἡμῶν ὅ,τι 1ον) πάντες οἱ βουλευταὶ εἶναι σύμφωνοι ὅτι κυρία ἀποστολὴ τοῦ Σώματος εἶναι ἡ ἀναθεώρησις τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος τοῦ 1911. 2ον) Ἡ πλειονότης τουλάχιστον, τῶν βουλευτῶν θὰ ἤθελε νὰ καταστῇ ἐνήμερος τῶν διεξαχθεισῶν ἐν τῇ Συνταγματικῇ Ἐπιτροπῇ συζητήσεων, κατόπιν τῶν ὁποίων κατέληξεν αὕτη εἰς τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὸ Σῶμα «Σχέδιον Συντάγματος τῆς Ἑλλάδος», διὰ νὰ ἔχῃ ταύτας ὑπ’ ὄψιν της κατὰ τὴν συζήτησιν. 3ον) Τὸ Σῶμα εἶναι διατεθειμένον νὰ δεχθῇ χρονικοὺς περιορισμοὺς κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἀναθεωρηθησομένων ἄρθρων, χωρὶς ὅμως οὗτοι νὰ ἀποβῶσιν ἐπὶ ζημίᾳ τῆς οὐσίας. 4ον) Τὸ Σῶμα θὰ ἤθελε νὰ καθορισθῇ ἀπὸ τοῦδε ὁ χρόνος τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως, διατεθειμένον νὰ βοηθήσῃ τὴν ἐπίσπευσιν τῆς ὅλης ἀναθεωρητικῆς ἐργασίας, δὲν θὰ ἀπεδέχετο ὅμως τὸν προκαταβολικῶς καθορισμὸν χρονικῶς τοῦ τέρματος τῆς ἀναθεωρήσεως, ὁ ὁποῖος, ἄλλως τε, θὰ ἦτο ἄσκοπος, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ ἐπιβληθῇ οὗτος. 5ον) Τὸ Σῶμα δὲν εἶναι διατεθειμένον νὰ παραιτηθῇ τῶν καθωρισμένων δύο ἡμερῶν ἐλέγχου καθ’ ἑβδομάδα καὶ 6ον) Κρίνει ὅτι ἡ συνέχισις τῆς νομοθετικῆς του ἐργασίας εἶναι ἀπαραίτητος λόγῳ τῶν ἑκάστοτε ἐπειγόντων ζητημάτων τῶν ἀπαιτούντων νομοθετικὴν ρύθμισιν, δεδομένων τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων ὑφ’ ἃς διατελεῖ ἡ Χώρα. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σκέψεων αὐτῶν καὶ τῶν διαπιστώσεων, τὰς ὁποίας, νομίζω, ὅτι ἐκάμαμεν κατὰ τὰς προηγηθείσας συζητήσεις, κατέληξα εἰς τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχετε ἤδη ὑπ’ ὄψιν σας. Ὁμολογῶ, ὅτι ἠναγκάσθην νὰ τροποποιήσω κάπως τὴν ἀρχικήν μου ἀντίληψιν, εἰς τὸ ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος θὰ ἔπρεπε νὰ ἀρχίσουν κατὰ τὴν ἑπομένην Σύνοδον καὶ κατέληξα εἰς τὴν ἄποψιν, ὅτι πρέπει νὰ καθορισθῇ μετὰ 10 ἡμέρας, ἀφ’ ἧς διανεμηθοῦν τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ θὰ παρεκαλεῖτο, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐπισπεύσῃ τὴν ἐκτύπωσιν τῶν πρακτικῶν αὐτῶν, οὕτως ὥστε, ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς συζητήσεως νὰ εἴμεθα ἐνήμεροι τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐπίσης λέγω ὅτι θὰ πρέπει νὰ ὁρισθοῦν δύο ἡμέραι Συνταγματικῆς ἐργασίας, δύο ἡμέραι ἐλέγχου καὶ δύο ἡμέραι νομοθετικῆς ἐργασίας. Ὅπως εἶπον καὶ προχθές, ἡ νομοθετικὴ ἐργασία δὲν ἠμπορεῖ, παρὰ νὰ εἶναι δύο ἡμέραι τῆς ἑβδομάδος, διότι ἂν εἶναι μία, ὡς ἔχει τὸ σχέδιον, τότε ἡ ἐλαχίστη τροπολογία, ἡ ὁποία θὰ γίνεται εἰς ἕνα νομοσχέδιον, θὰ ἀπαιτῇ ἐπιβράδυνσιν μιᾶς ἑβδομάδος, διὰ νὰ ψηφισθῇ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὴν ἀντίστοιχον ἡμέραν τῆς ἄλλης ἑβδομάδος νομοθετικῆς ἐργασίας. Διὰ τὸν χρόνον τῶν ἀγορεύσεων, προτείνω ὅπως ὁ γενικὸς εἰσηγητὴς μείνῃ ἀπολύτως ἐλεύθερος, ἄνευ χρονικοῦ ὁρίου. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, πληροφοροῦμαι, ὅτι ἔχει ὁρίσει καὶ εἰσηγητὰς κατὰ κεφάλαια. Δι’ αὐτοὺς, νομίζω, ὅτι θὰ ἤρκει ἡμίσεια ὥρα, δι’ ὅλους δὲ τοὺς ἄλλους, ἄνευ διακρίσεως, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὸν χρόνον εἰς ἕνα τέταρτον, μὲ ἐξαίρεσιν, ἂν ἡ Βουλὴ θὰ ἤθελε νὰ παρατείνῃ τὸν χρόνον τῆς ἀγορεύσεως, ἐρωτωμένη παρὰ τοῦ Προέδρου αὐτῆς. Ἡ ψήφισις γίνεται κατ’ ἄρθρον καὶ εἰς μίαν μόνον ἀνάγνωσιν. Δύναται νὰ ζητηθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ψηφοφορία, ἀλλὰ τὴν ὁρίζω, ὅτι πρέπει νὰ ζητηθῇ ἀπὸ δέκα πέντε τοὐλάχιστον βουλευτάς. Ἐπίσης, ἡ συζήτησις, δύναται νὰ θεωρηθῇ περαιωμένη πάλιν κατόπιν ἐρωτήσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, πρὸς τὸ Σῶμα, τοὐλάχιστον τρεῖς ὥρας ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐλάχιστον, ὥστε, ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν εὐρυτέραν ἀντίληψιν τοῦ θέματος, ἀντιλαμβάνεται, ὅτι ἓν θέμα δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐξαντληθῇ εἰς τρεῖς ὥρας, ἠμπορεῖ νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλήν, μετὰ 4, 5 ἢ 6 ὥρας, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὴν ἐρωτήσῃ πρὸ τῆς παρόδου τριῶν ὡρῶν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως ἑκάστου ἄρθρου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν τροπολογιῶν, αἱ τροπολογίαι θὰ πρέπει νὰ ὑποβληθοῦν ἐκ μέρους τῶν κ. πληρεξουσίων πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος θὰ τὰς διαβιβάσῃ φυσικὰ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν, μέχρι τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ διανεμηθοῦν τὰ πρακτικά. Δὲν τάσσω εἰς τὴν πρότασίν μου χρόνον εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ ἑκάστης τροπολογίας, ἀλλὰ πάντως ὁρίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀποφανθῇ πρὸ τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν ἔρχεται ἡ σειρὰ τῆς συζητήσεως τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἡ τροπολογία. Λόγου χάριν ὑποβάλλω μίαν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ 100οῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Διατὶ νὰ τῆς τάξω προθεσμίαν τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν διὰ νὰ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῆς, ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ νὰ μὴ ἔχῃ προθεσμίαν ἑνὸς μηνὸς π. χ. ἕως ὅτου θὰ ἔλθῃ ἡ σειρὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ νὰ συζητηθῇ; Ὅταν ὅμως ἔλθῃ ἡ σειρὰ τοῦ ἄρθρου, ἡ Βουλὴ θὰ δύναται νὰ συζητήσῃ, ἔστω καὶ ἂν δὲν ἔχει ὑποβληθῆ εἰς τὸ Σῶμα ἡ ἔκθεσις τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐπίσης καὶ μετὰ τὴν προθεσμίαν αὐτήν, ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς συζητήσεως, θὰ δύναται νὰ ὑποβάλωνται τροπολογίαι καὶ εἴτε τῇ αἰτήσει τοῦ ὑποβάλλοντος τὴν τροπολογίαν, εἴτε τὸ ἴδιον τὸ Σῶμα, ἐρωτώμενον παρὰ τοῦ Προέδρου, ἂν λόγῳ τῆς σοβαρότητος τῆς τροπολογίας κρίνει ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ γνωμάτευσις τῆς Ἐπιτροπῆς, θὰ δύναται νὰ τὴν παραπέμψῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἄλλως προχωρεῖ ἡ συζήτησις, ἐν συναφείᾳ μὲ τὸ ἄρθρον τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ. Ἐπίσης, ὁμολογῶ, ὅτι κάπως, ὁ κ. Κουλουμβάκης, μὲ ἐπηρέασε καὶ ἔχω εἰδικὸν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον προβλέπει, ὅτι κατὰ τὰς συζητήσεις τὰς ἀναθεωρητικὰς δὲν ἀπολαμβάνουν προνομίων προτιμήσεων οἱ ὑπουργοὶ καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων, ἐπειδὴ τὰ συνταγματικὰ θέματα δὲν εἶναι οὔτε κυβερνητικά, οὔτε κομματικά, ὅλοι θὰ λαμβάνουν τὸν λόγον μὲ τὴν σειράν των. Κατὰ τὰ λοιπά, θὰ ἰσχύῃ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς. Ἐπίσης, ἔχω τελευταῖον ἄρθρον, ὁρίζον, ὅτι δύναται ἓν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, μετὰ τὴν ἐπιψήφισίν του δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, νὰ τεθῇ ἐν ἰσχύϊ καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ προτοῦ ψηφισθῇ τὸ ὅλον τοῦ Συντάγματος καὶ τεθῇ τὸ ὅλον Σύνταγμα ἐν ἐφαρμογῇ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἔχει συμβῆ καὶ εἰς ἄλλας ἀναθεωρήσεις τοῦ Συντάγματος. Νομίζω, ὅτι θὰ ἠμποροῦσε, ἐφ’ ὅσον χθὲς ἀπεδέχθημεν τὸ ψήφισμα κατ’ ἀρχήν, καὶ εἰσερχόμεθα εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, τὸ παρ’ ἐμοῦ προτεινόμενον σχέδιον, νὰ ἀποτελέσῃ τὴν βάσιν ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις. Διότι σᾶς εἶπον, ὅτι κατ’ ἄλλον τρόπον θὰ πελαγοδρομήσωμεν καὶ θὰ εἶναι ὄχι ἐποικοδομητικὸν δι’ ἡμᾶς, ἐὰν καὶ σήμερον δὲν καταλήξωμεν εἰς μίαν ἀπόφασιν, περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐννοοῦμεν νὰ ἐργασθῶμεν, διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπ’ ἄπειρον ἐπ’ αὐτοῦ. Νομίζω, ὅτι τροπολογίαι, φυσικά, ἂς γίνουν, ἀλλὰ νὰ ὑπάρχῃ μία βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ προχωρήσωμεν. Ὁ κ. Πρόεδρος ἂς ἐρωτήσῃ τὸ Σῶμα, ἐὰν ἀποδέχεται νὰ ἀποτελέσῃ τὸ σχέδιον τοῦτο τὴν βάσιν τῶν περαιτέρω συζητήσεων. (Χειροκροτήματα).
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Κανελλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§29Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, παρηκολούθησα μετὰ πολλῆς προσοχῆς τὰς συζητήσεις τῶν δύο τελευταίων ἡμερῶν. Δὲν ἐζήτησα τὸν λόγον, μεταξὺ τῶν πρώτων ὁμιλητῶν, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἤθελον νὰ ἱκανοποιήσω τὸν σεβαστὸν ἐκ Λακωνίας βουλευτὴν Ἀθηνῶν, ὁ ὁποῖος διαρκῶς παραπονεῖται, διὰ τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα χορηγεῖ ὁ Κανονισμὸς εἰς ὡρισμένα μέλη τῆς Βουλῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διότι ἐπανελθών, μόλις πρὸ τριῶν ἡμερῶν, ἀπὸ τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας, δὲν εἶχον ἐξακριβώσει τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὴν ὅλην αὐτὴν συζήτησιν καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι καὶ ἀπόψε ἀκόμη, μετὰ τὴν παρακολούθησιν τῶν ἀγορεύσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο χθὲς καὶ προχθές, δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ συλλάβω τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι κατέστησαν ἀναγκαίαν τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ τρόπου καὶ περὶ τῶν δικονομικῶν προϋποθέσεων, βάσει τῶν ὁποίων πρέπει νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Δὲν κατώρθωσα νὰ ἐξακριβώσω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους διετυπώθησαν τόσα σχέδια ψηφισμάτων. Δὲν κατώρθωσα νὰ συλλάβω, διατί ἡ Κυβέρνησις μετὰ τόσης, νὰ εἰποῦμε, σπουδῆς θέλει νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν περαίωσιν τοῦ ἔργου τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Βέβαια, ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἡ σκέψις αὐτή, εἶναι ἄξιον μελέτης καὶ προσοχῆς, ὅτι ἡ ψῆφος τῆς 31ης Μαρτίου 1946 εἶχε κυρίως τὸ νόημα, ὅπως ἡμεῖς συνερχόμενοι ἐνταῦθα, προβῶμεν εἰς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Πρέπει νὰ ὁμολογήσω, κύριοι βουλευταί, ὅτι δὲν συμφωνῶ πρὸς τὴν ἄποψιν αὐτήν. Ἡ ψῆφος τῆς 31ης Μαρτίου 1946 εἶχε δύο νοήματα: Τὸ πρῶτον ἦτο καθαρῶς πολιτειακόν, τὸ ἕτερον ἦτο γενικώτερον Ἐθνικόν. Τὸ πολιτειακὸν νόημα συνεδέετο ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον μὲ τὴν διενέργειαν τοῦ δημοψηφίσματος καὶ τὴν ἐπάνοδον τοῦ Βασιλέως. Δὲν εἶχε συνδεθῆ εἰς τὴν συνείδησιν κανενὸς Ἕλληνος ἐκλογέως μὲ τὴν σκέψιν τῆς ἀναθεωρήσεως οἱουδήποτε ἄρθρου τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος, τοῦ ἄρθρου, π. χ., τοῦ ἀναφερομένου εἰς τὸ δικαίωμα τῶν Ἑλλήνων, ὅπως συνεταιρίζωνται, δὲν συνεδέθη, λέγω, εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ μὲ τὴν ἀνάγκην τροποποιήσεως οὐδενὸς ἄρθρου τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος. Δεύτερον νόημα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ ψῆφος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ δοθεῖσα τὴν 31 Μαρτίου 1946, ἦτο γενικώτερον Ἐθνικὸν καὶ ἀφεώρα τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους, ἔναντι τῶν ἐχθρῶν αὐτοῦ (χειροκροτήματα), τὴν ἄμυναν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ἔναντι τοῦ Κομμουνισμοῦ. Αὐτὰ τὰ δύο ἦσαν τὰ μοναδικά, βασικὰ καὶ θεμελιώδη νοήματα, μὲ τὰ ὁποῖα συνέδεσεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰς τὴν συνείδησίν του τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν ἔδωκε πρὸς ἡμᾶς. Ἐνθυμεῖσθε καλῶς, τί ἔγινε τὸ 1910. Τὸ 1910 ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶχεν ἀπαιτήσει ὅπως τροποποιηθῇ τὸ Σύνταγμα. Ἡ ἀπαίτησις αὐτὴ ἐξεδηλώθη κατὰ τρόπον ἐντονώτατον εἰς τὴν Πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος. Ὁ Ἑλληνικός, μάλιστα, λαὸς ἀπῄτει τότε Συντακτικὴν Συνέλευσιν καὶ ὁ τότε ἡγέτης τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως περιώρισε τὸ αἴτημα αὐτὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐπενέβη δηλαδή, καὶ ὡς ὁδηγὸς εἰς τὴν συνείδησιν τῶν Ἑλλήνων καὶ ἐπιβληθείς, κατώρθωσε νὰ πείσῃ τὸν ἐκλογέα, ὅπως ἀρκεσθοῦν εἰς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Ὑπῆρχε δηλαδὴ μία κοινὴ συνείδησις περὶ τῆς ἀνάγκης τροποποιήσεως τοῦ Συντάγματος. Ἐγώ, κύριοι βουλευταί, εἰς ὅλας τὰς περιοδείας, τὰς ὁποίας ἔκαμα τὸν Μάρτιον τοῦ 1946, καὶ ἔκαμα περιοδείας καθ’ ὅλην σχεδὸν τὴν Ἑλλάδα, δὲν διεπίστωσα πουθενὰ τὴν ὕπαρξιν αἰτήματος, ὅπως ἀναθεωρηθῇ τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα. Ὑπάρχει εἰς τὴν σκέψιν τὴν ἰδικήν μας ἡ ἀνάγκη, προκύπτει ἀπὸ τὴν ἐπιστημονικὴν μελέτην ὡρισμένων λεπτομερειῶν ὡρισμένων διατυπώσεων. Ὑπάρχει εἰς τὴν συνείδησίν μας, ἂν θέλετε, καὶ ἡ πρόβλεψις μιᾶς ἀνάγκης μελλοντικῆς τροποποιήσεως τοῦ Συντάγματος. Ἀλλά, κοινὴ συνείδησις δὲν εἶχε σημειωθῆ καὶ ἑπομένως, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, δέσμευσις τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, ὅπως τάχιστα προβῇ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος, δὲν ὑπάρχει. Προτιμῶ, κύριοι βουλευταί, νὰ ἀγώμεθα ἀπὸ πραγματικὰς θέσεις καὶ ὄχι ἀπὸ ἀφῃρημένας ὑποθέσεις. Κύριοι βουλευταί, ἐγὼ πιστεύω καὶ εἰς τοῦτο, πιθανὸν νὰ διαφωνήσουν πολλοὶ ἐξ ὑμῶν, ἀλλ’ αὐτὸ βασίζεται ἐπὶ ὡρισμένης ἱστορίας διαισθήσεως, ἡ ὁποία μὲ διέπει, ἐλπίζω, ὅτι ταχέως, ἐλπίζω δηλαδή, ταχέως, θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ προβῶμεν, ὄχι μόνον ἡμεῖς ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ πολλὰ ἄλλα ἔθνη, εἰς τὴν τροποποίησιν μερικῶν ἀρχῶν καὶ θεσμῶν, ποὺ ἀνάγονται εἰς τὸν 18ον αἰῶνα. Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ σήμερον. Εὑρισκόμεθα εἰς τὸ ὅριον δύο ἐποχῶν, δέν ὑπερέβημεν ἀκόμη ὅμως τὸ ὅριον, διότι ὑπέρβασις τοῦ κρισίμου αὐτοῦ ὁρίου προϋποθέτει τὴν λῆξιν τοῦ μεγάλου ἀγῶνος, ὁ ὁποῖος παγκοσμίως σήμερον διεξάγεται. Μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἀγῶνος, τοῦ τραγικωτάτου ἀφ’ ἑνὸς ἀλλὰ καὶ μεγαλειωδεστέρου, τὸν ὁποῖον ἔχει ποτὲ διεξαγάγει ὁ κόσμος διὰ τὴν συγκρότησιν νέου παγκοσμίου πνεύματος. Μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ ἀγῶνος αὐτοῦ, μετὰ τὴν κατανίκησιν δηλαδή, τοῦ μεγάλου ἐχθροῦ, ὁ ὁποῖος ἀπειλεῖ τὸν Ἑλληνοχριστιανικὸν καὶ δημοκρατικὸν πολιτισμόν, τότε, κύριοι βουλευταί, εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι, θὰ παραστῇ ἀνάγκη λήψεως μεγάλων ἱστορικῶν ἀποφάσεων ἐν σχέσει πρὸς τοὺς κειμένους συνταγματικοὺς θεσμοὺς καὶ αἱ μεγάλαι αὗται ἀποφάσεις θὰ ληφθοῦν καὶ ἐν Ἀμερικῇ καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ καὶ βεβαίως καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ τότε ἴσως θὰ πρέπει ἡμεῖς δεδομένου ὅτι πάντοτε διέπει τὴν Ἑλληνικὴν σκέψιν ἡ ἱστορικὴ πρωτοβουλία, διαισθανόμενοι τὸ μέγεθος τῶν στιγμῶν νὰ ὑποβάλωμεν ὡρισμένας οὐσιώδεις μεταρρυθμίσεις. Αἱ μεταρρυθμίσεις κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ ἀναφέρωνται καὶ εἰς αὐτὴν ἀκόμη τὴν πατροπαράδοτον ἀρχὴν καὶ ἔννοιαν τῆς κυριαρχίας, ἡ ὁποία ἀρχίζει οὐσιωδῶς νὰ ἀλλοιοῦται εἰς τὴν συνείδησιν καὶ τῶν Ἀμερικανῶν καὶ τῶν Βρεττανῶν. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ σήμερον. Σήμερον δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν ἀκόμη, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προβῶμεν εἰς οὐσιώδη μεταβολὴν τῶν κειμένων Συνταγματικῶν θεσμῶν. Ἑπομένως δὲν πρέπει καὶ νὰ θεωροῦμεν ὡς ἐκτάκτως καὶ σπουδαιότατα ἱστορικὸν τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον καλούμεθα νὰ ἐπιτελέσωμεν τροποποιοῦντες ὡρισμένα ἄρθρα τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀποφύγωμεν τὸ οἱονδήποτε δονκιχωτικὸν συναίσθημα ὅτι, καλούμεθα νὰ ἐπιτελέσωμεν τεράστιον ἔργον. Ὄχι, κύριοι βουλευταί. Καλούμεθα ὡς συνετοὶ καὶ προσεκτικοὶ ἐκπρόσωποι τοῦ λαοῦ νὰ τροποποιήσωμεν ὡρισμένας μόνον διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ὡρισμένας διατάξεις τῶν ὁποίων ἡ τροποποίησις ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῶν ἀντικειμενικῶν περιστάσεων. Δὲν καλούμεθα νὰ ἀνακαινίσωμεν νέους μεγάλους θεσμούς. Ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη, τοῦτο θὰ συμβῇ αὔριον ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν παγκόσμιον μεταβολὴν ἡ ὁποία θὰ σημειωθῇ. Δὲν καλούμεθα νὰ ἀνακαινίσωμεν νέους μεγάλους θεσμούς. Καλούμεθα ἁπλῶς καὶ μόνον νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸν ὑφιστάμενον, βέβαια, τραγελαφισμὸν τὸν προκύπτοντα ἀπὸ τὰς τόσας πολλὰς δεκάδας ἢ ἴσως καὶ ἑκατοντάδας ψηφισμάτων καὶ Συντακτικῶν πράξεων καὶ νὰ ἀντιμετωπίσωμεν ὡρισμένα ζητήματα ἐκ τῆς πράξεως προκύπτοντα. Αὐτὰ ὅλα χρειάζονται προσοχήν, ἠρεμίαν μεγάλην, ἔξαρσιν. Νὰ ἐπιφυλάξωμεν τὴν ἔξαρσίν μας διὰ τὰς μεγάλας ὥρας, τὰς αὐριανάς. Σήμερον δὲν χρειάζεται ἔξαρσις, δὲν χρειάζεται τόσον μεγάλη σπουδή, ὡς ἐκείνη, ἡ ὁποία διέπει τὸ πνεῦμα τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν βουλευτῶν, τῶν δύο συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὸ ψήφισμα, δηλαδὴ τοῦ κ. Παπαδήμου καὶ τοῦ κ. Βασιλειάδη. Νομίζω, κ. βουλευταί, ὅτι ὀρθῶς ἀπὸ μιᾶς ἀπόψεως ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ ἀποφύγῃ τὴν ὑπερβολικὴν παράτασιν τῶν συζητήσεων. Ὀρθῶς θέλει νὰ συμβάλῃ εἰς τὴν ὅσον τὸ δυνατόν, ταχυτέραν διεκπεραίωσιν τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβεν ἡ Βουλή. Ἀλλ’ ἐξ ἄλλου κατὰ τὴν γνώμην μου ἀποτελεῖ ἐσφαλμένην προσπάθειαν τὴν ὀρθὴν αὐτὴν ἄποψιν νὰ τὴν συνδυάσῃ μὲ μίαν δικονομίαν ἐξαιρέτως σπεύδουσαν, ἐξαιρέτως σπασμωδικήν, ὅπως εἶναι ἡ δικονομία, ἡ ὁποία διαγράφεται εἰς τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Παπαδήμου καὶ Βασιλειάδη, σχέδιον ψηφίσματος. Οὔτε εἶναι δυνατὸν τὸ καλοκαῖρι, τὸν Ἰούλιον, νὰ συνερχώμεθα ἐνταῦθα καὶ τὸ πρωῒ καὶ τὸ ἀπόγευμα, οὔτε εἶναι δυνατὸν αἱ σκέψεις νὰ εἶναι ὑγιεῖς καὶ ἄρτιοι ἐὰν συνερχώμεθα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ οὔτε εἶναι καμμία τόσον μεγάλη ἀνάγκη ἐντὸς διμήνου νὰ ἔχουν γίνει αἱ τροποποιήσεις τοῦ Συντάγματος. Δὲν ἐξαρτᾶται καμμία ἀνάγκη τῆς Ἑλλάδος, κύριοι βουλευταί, ἀπὸ τὴν ἐντὸς δύο μηνῶν ἐπιψήφισιν τῶν μεταβολῶν καὶ τροποποιήσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος. Πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν ἀπαιτουμένην ἱστορικὴν σοβαρότητα ὅταν ἀντικρύζωμεν τὰ διάφορα θέματα, τὰ ὁποῖα καλούμεθα νὰ ἀντιμετωπίσωμεν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὀρθόν, διότι αὐτὸ μειώνει τὸ κῦρος τῆς Ἐθνικῆς μας Συνελεύσεως καὶ ἐμφανιζόμεθα σπεύδοντες ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει σπουδὴ ἐνῷ ἐμφανιζόμεθα ἐξ ἄλλου ἀργοποροῦντες ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ἀνάγκη σπουδῆς. Πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν συνείδησιν τὴν ἀνάλογον, πρὸς τὰ διάφορα προβλήματα, τὰ ὁποῖα καλούμεθα νὰ ἐπιλύσωμεν. (Χειροκροτήματα).
§30Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Κύριε Πρόεδρε, ἐφ’ ὅσον εἰσήλθομεν εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν καὶ τοῦ τρόπου τῆς συζητήσεως τοῦ ψηφίσματος καὶ διὰ νὰ τερματισθῇ ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία συνεχίζεται ἀπὸ δύο ἡμερῶν, θὰ ἤθελον νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Γονατᾶ σχέδιον ψηφίσματος, ἐν τῷ συνόλῳ του, ἠμπορεῖ νὰ ἀποτελέσῃ τὴν βάσιν τῶν περαιτέρω συζητήσεων, διότι πραγματικῶς ἀποτελεῖ ὡς ἐκ τῶν συζητήσεων ἀντελήφθην, καὶ τὴν συνισταμένην τῶν διαφόρων σκέψεων καὶ γνωμῶν, αἱ ὁποῖαι ἀντηλλάγησαν ἐν τῇ Βουλῇ. Φοβοῦμαι, ὅτι, ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ, ἀπεδόθη πολὺ μεγαλυτέρα σημασία, ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν πραγματικῶς ἔχει, διότι ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς ψηφίσματος ἀφορῶντος τὴν ρύθμισιν τῶν λεπτομερειῶν τῶν συζητήσεων ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ἅπαξ εἰσαχθέντος τούτου ἀπὸ τὴν ὁρισθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Σώματος, πρὸ διετίας, Ἐπιτροπήν. Ὡς ὅλοι ἐνθυμῆσθε, τὸ Βʹ ψήφισμα τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1946, καθώριζεν ἔν τινι καὶ τὸν τρόπον τῆς διαδικασίας, ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἐκρίθη σκόπιμον, ἀπὸ τὰ μέλη τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, εἴτε τινὰ ἐξ αὐτῶν κατ’ ἰδίαν, εἴτε ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ ὑποβληθῇ ἕν σχέδιον ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον νὰ εὐχεραίνῃ ἔτι μᾶλλον καὶ νὰ διευκολύνῃ τὰς συζητήσεις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Αὐτὸ δὲν νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ τόσον μέγα σφάλμα τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, πολὺ δὲ μᾶλλον δὲν πρέπει νὰ δημιουργῇ τοιαύτην νευρικότητα κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος. Ἐάν τινες, τῶν κ. συναδέλφων, ἢ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, ὑπέβαλον ἐν προκειμένῳ τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι περισσότερον καθορίζουν τὰς λεπτομερείας τῶν συζητήσεων αὐτῶν, αὗται θὰ ἠδύναντο νὰ συζητηθοῦν παρ’ ἡμῶν καὶ ἄλλαι ἐξ αὐτῶν νὰ γίνουν δεκταὶ καὶ ἄλλαι νὰ ἀπορριφθοῦν. Τὸ γενικὸν πνεῦμα, ἐν προκειμένῳ, νομίζω, ὅτι, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξάγεται ἐξ ὅλων τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι ἑκάστοτε ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν διεξάγονται ἐπὶ τῶν Συνταγματικῶν γενικῶς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεων εἰς ὅλας τὰς Βουλὰς καὶ ἱστορικῶς ἔχει σχεδὸν ἀποδειχθῆ ὅτι, αἱ Συνταγματικαὶ συζητήσεις παρελκύονται τόσον πολύ, ὥστε πραγματικῶς τὸ ἀποτέλεσμα παρὰ τῇ κοινῇ γνώμῃ νὰ εἶναι ἀντίθετον ἀκριβῶς ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιδιώκῃ ἡ Βουλή, καί, ὅπως ἐσημειώθη ἀπὸ διαφόρους συναδέλφους, ἐνῷ θὰ ἔπρεπε αἱ συζητήσεις ἐπὶ ἑνὸς Συντάγματος νὰ προκαλοῦν τὸ ἐνδιαφέρον ὅλου τοῦ τόπου, τοὐναντίον λόγῳ τῆς παρελκύσεως τῶν συζητήσεων, τῆς ματαιώσεως αὐτῶν καὶ τῆς παρόδου τοῦ χρόνου, παρέρχεται καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ κοινοῦ, καὶ οὕτω πως, σοβαρώταται συζητήσεις ἐπὶ οὐσιωδῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, τὰ ὁποῖα συζητοῦνται δὲν δημιουργοῦν τὸν ἀντίκτυπον, τὸν ὁποῖον θὰ ἔπρεπε παρὰ τῇ κοινῇ γνώμῃ νὰ δημιουργοῦν καὶ ὄχι μόνον δὲν δημιουργοῦν τὸν ἀντίκτυπον αὐτόν, ἀλλὰ τοὐναντίον δημιουργοῦν τὸ ἀντίθετον αἴσθημα. Αὐτὴ εἶναι μία ἐκ τῶν οὐσιωδεστέρων αἰτιῶν, διὰ τὰς ὁποίας εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ θέσωμεν μερικοὺς αὐτοπεριορισμούς, ὅταν δὲ λέγω αὐτοπεριορισμούς, δὲν χρειαζόμεθα καμμίαν κύρωσιν. Ἐν τῇ Βουλῇ ὑπάρχουν διάφοροι περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὁρίζομεν εἴτε ὥρας, εἴτε τέταρτα, εἴτε δευτερόλεπτα. Δὲν ἕπεται ἐξ αὐτοῦ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν καθορίζει ὡρισμένα ζητήματα ἐκ τῶν προτέρων, ἐπαφιεμένη διὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν εἰς τὸ κῦρος τὸ ὁποῖον ἀσκεῖ τὸ Σῶμα καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους. Οἱ αὐτοπεριορισμοὶ τυχὸν τιθέμενοι δὲν θὰ ἀποτελέσουν τίποτε τὸ κακόν, οὔτε τίποτε τὸ νέον. Ὁ κ. Γονατᾶς ὑπέβαλε ἓν σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ τουλάχιστον δὲν ἔχω καμμίαν ἀπολύτως ἀντίρρησιν νὰ δεχθῶ ὡς βάσιν συζητήσεως, ἐφ’ ὅσον τοῦτο ἐξέρχεται ἐκ τῆς γενομένης μέχρι σήμερον συζητήσεως. Ἄλλωστε δὲν πρόκειται περὶ ἄλλου σχεδίου, ἀλλὰ περὶ σχεδίου ἐξελθόντος ἐκ τῶν γενομένων συζητήσεων. Ἔχει ὅμως 1–2 σημεῖα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς ταχυτέρας ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διευκρινισθοῦν, διότι δὲν πρέπει αἱ συζητήσεις τοῦ Συντάγματος νὰ παρατείνωνται ἐπὶ ἕνα χρόνον. Ἀνεξαρτήτως οἱουδήποτε ἄλλου λόγου, ὁ ὁποῖος ὀρθῶς καλῶς ἢ κακῶς ἀνεφέρθη, νομίζω ὅτι ἡ παρέλκυσις τῶν συζητήσεων ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀποτελεῖ φθορὰν καὶ τοῦ Σώματος, ὡς κοινοβουλευτικοῦ ὀργανισμοῦ, ἀλλὰ καὶ αἱ συζητήσεις διὰ τὸ Σύνταγμα θὰ πρέπει νὰ διεξαχθοῦν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, ὄχι βεβαίως ἐν καλπασμῷ, ἀλλὰ μετὰ τοιαύτης ἐνδελεχείας, ὥστε πραγματικῶς νὰ δημιουργῆται καὶ ὁ ἀντίκτυπος τῆς σοβαρᾶς ἐργασίας ἐπὶ τοῦ σοβαρωτάτου θέματος τοῦ Συντάγματος. Δι’ αὐτὸ λέγω ὅτι αἱ προτάσεις τοῦ κ. Γονατᾶ θὰ ἀπετέλουν μίαν βάσιν συζητήσεως δι’ ἐμέ. Ἔχει βεβαίως καὶ τὸ σχέδιον αὐτὸ ἕνα ἀσθενὲς σημεῖον. Ὡς εἶναι διατυπωμένον κατ’ οὐσίαν δὲν καθορίζει χρόνον ἐνάρξεως συζητήσεων, διότι ἐξαρτᾷ τὴν ἔναρξιν τῶν συζητήσεων ἀπὸ ἕνα πραγματικὸν περιστατικόν, τὸ ὁποῖον ὁσασδήποτε ἀποφάσεις καὶ ἂν ἐκδώσῃ ἡ Βουλὴ σχετικῶς, πάντως θὰ παραμένῃ πραγματικὸν περιστατικόν. Ἄλλωστε τὸ ἄρ. 1 ὁμιλεῖ περὶ μιᾶς δεκαημέρου προθεσμίας ἀρχομένης ἀπὸ τῆς διανομῆς τῶν πρακτικῶν. Ἂς ἐξετάσωμεν τώρα τί εἶναι τὸ θέμα τῆς διανομῆς τῶν πρακτικῶν, διότι πρέπει νὰ κάμωμεν μίαν ἀπόφασιν ρεαλιστικὴν καὶ οὐχὶ θεωρητικήν. Τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων κατ’ οὐσίαν ἔχουν τὰ περισσότερα δημοσιευθῆ. Πρῶτον πραγματικὸν περιστατικόν. Δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐξαρτηθῇ ἀπὸ τὸ πραγματικὸν περιστατικὸν τῆς ἐκδόσεως τῶν πρακτικῶν; Αὐτὸ εἶναι ἀκατανόητον, εἴτε διότι ἐν τῷ μεταξὺ θὰ βραδύνουν οἱ κύριοι συνάδελφοι νὰ ἐπιστρέψουν διωρθωμένας τὰς ἀγορεύσεις των, εἴτε διότι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, δὲν τὰ δίδει διὰ λόγους οἰκονομίας εἰς μίαν ἰδιωτικὴν ἑταιρείαν νὰ τὰ τυπώσῃ ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν. Διότι ἐὰν ἐδίδοντο εἰς μίαν ἑταιρείαν σὲ 3 ἡμέρας θὰ ἦσαν ἕτοιμα. Συνεπῶς ὁ ὅρος αὐτὸς τοῦ δεκαημέρου ἀπὸ τῆς ἐκτυπώσεως τῶν πρακτικῶν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀνατραπῇ εὐχερέστατα ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ θεωρήσῃ τὰ πρακτικὰ ὡς ἔχουν καὶ νὰ δώσῃ αὐτὰ ἀμέσως πρὸς ἐκτύπωσιν. Ἐπίσης θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐκτυπώσωμεν χωρὶς διόρθωσιν τὰς ἀγορεύσεις τῶν βουλευτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν τὰς ἐδιώρθωσαν, διότι ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Τσαλδάρης ἢ ἕνας βουλευτὴς δὲν ἔστειλε τὸν λόγον του, δὲν θὰ δημοσιευθῇ οὔτε μετὰ 3 χρόνια. Αὐτὴ ἡ περίπτωσις τῆς δημοσιεύσεως τῶν πρακτικῶν, ἡ ὁποία βεβαίως εἶναι σκόπιμος ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς βαθυτέρας μελέτης αὐτῶν ὑπὸ τῶν κ. βουλευτῶν καὶ διὰ τὴν παρακολούθησιν τῶν συζητήσεων, εἶναι περίπτωσις, ἡ ὁποία θὰ βραδύνῃ, διότι καθ’ ὅλας τὰς πληροφορίας μας ἡ ἐκτύπωσις ἀπὸ τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον θὰ ἀπαιτήσῃ ὑπὸ ὁμαλὰς συνθήκας 3–4 ἑβδομάδας, ἐνῷ ἠμποροῦμεν εἰς 2–3 ἡμέρας νὰ τὰ τυπώσωμεν ἔξω. Δὲν γνωρίζω ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ γίνῃ ἔξω ἡ ἐκτύπωσις. Ἂς ἔλθωμεν τώρα εἰς τὸ πρακτικὸν θέμα. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ὅλαι αἱ συζητήσεις αἱ γενόμεναι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν βάσιν ἔχουν τὰς εἰσηγήσεις τῶν κ.κ. εἰσηγητῶν. Νομίζω ὅτι ἐπὶ τῆς βάσεως αὐτῆς εἰργάσθη ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ἕκαστος τῶν κ. συναδέλφων μετὰ τόσης ἀκριβείας, καὶ ἐργατικότητος συνέγραψε τὴν εἰσήγησίν του, διὰ νὰ τὴν ὑποβάλῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Αὐταὶ αἱ εἰσηγήσεις νομίζω ὅτι ἀποτελοῦν καὶ τὴν κυριωτέραν βάσιν τῶν διεξαχθησομένων συζητήσεων. Ἐὰν θέλουν οἱ κ. συνάδελφοι νὰ παρακολουθήσουν τὰς συζητήσεις τοῦ Συντάγματος, αὐταὶ ἀποτελοῦν τὴν ἀφορμὴν πρὸς περαιτέρω μελέτην. Δὲν ἀποτελεῖ τὴν βάσιν πρὸς περαιτέρω μελέτην ἡ γενικὴ εἰσήγησις ἀλλ’ ἡ εἰσήγησις τοῦ συναδέλφου Α, Β, Γ. Αὐτὴ θὰ δημιουργήσῃ ἐπὶ πλέον τὰ ἀναγκαῖα κίνητρα, τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς κάμουν νὰ ἐργασθῶμεν διὰ τὸ Σύνταγμα. Αὐταὶ αἱ εἰσηγήσεις νὰ ἀποτελέσουν ἕνα ἰδιαίτερον τόμον καὶ αὐταὶ νὰ διανεμηθοῦν. Καὶ ἐγὼ ἐζήτησα καὶ ἔχω μίαν σειρὰν τῶν εἰσηγήσεων αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι, ἐπαναλαμβάνω, ἀποτελοῦν τὴν κυριωτέραν βάσιν τῶν συζητήσεων. Ἐν τῷ μεταξὺ εἶναι βέβαιον, μετὰ τὴν ἔρευναν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε τὸ πρωΐ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅτι θὰ ἐκτυπωθοῦν τὰ πρακτικὰ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον. Ὁ δεύτερος τόμος βγαίνει τὰς ἀρχὰς τῆς προσεχοῦς ἑβδομάδος, ὁ δὲ 3ος καὶ 4ος τόμος μετὰ 15 ἡμέρας, ἐκτὸς ἐὰν τὰ δώσωμεν ἔξω, ὥστε νὰ ἱκανοποιηθῇ ἡ ἀξίωσις τῆς Βουλῆς. Τὸ σύνολον αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι ἀποτελεῖ ἕνα πραγματικὸν περιστατικόν, διότι εἶναι μία ἐργασία πολὺ σοβαρά, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ κ. Κανελλόπουλος παρεδέχθη ὡς σοβαράν, ἀλλ’ εἶπεν ὅτι μερικὰ τῶν ἄρθρων εἶναι λίαν σοβαρά. Βεβαίως δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι ἡ περίοδος ποὺ διατρέχει ὁ κόσμος εἶναι μία περίοδος, ἡ ὁποία θὰ δημιουργήσῃ νέας θεωρίας, διότι τὸ δεύτερον ἥμισυ αἰῶνος τὸ ὁποῖον διερχόμεθα θὰ εἶναι ἥμισυ αἰῶνος τὸ ὁποῖον θὰ θελήσῃ νὰ καρπωθῇ, εἴτε ἠθικῶς, εἴτε ὑλικῶς ὅλου ἐκείνου τοῦ αἵματος καὶ τῆς δαπάνης, τῆς καταναλωθείσης ἀπὸ τὴν ἀνθρωπότητα μέχρι σήμερον. Ἀλλὰ μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου ὑπάρχει ἀνάγκη διεκπεραιώσεως τοῦ ἔργου τῆς ἀναθεωρήσεως, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τιθέμεθα ἑκάστοτε ὑπὸ τὸ κράτος Ἀναθεωρητικῶν Βουλῶν. Πρέπει νὰ σταματήσῃ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι τὸ 1936 πάλιν εἴχομεν ἐκκρεμότητα ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς καὶ θὰ ἐνθυμοῦνται πολλοὶ ἐκ τῶν συναδέλφων, ὅταν τότε συνηρχόμεθα, ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀντεμετωπίζαμεν καὶ τὸ ζήτημα τοῦ Συντάγματος. Αὐτὰ τὰ ἐνθυμεῖσθε ὅλοι, κύριοι συνάδελφοι, δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ οὐδενὸς ἰδιαιτέρως τὴν γνώμην ἐν προκειμένῳ. Δυστυχῶς αἱ παρελκύσεις ἐπὶ τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου τοῦ Συντάγματος φέρουν φθοράς, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ φέρουν εἰς κακὰ ἀποτελέσματα. Αὐτὸ οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν δύναται νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ καὶ θὰ παρακαλέσω τοὺς νεωτέρους νὰ τὸ εἴπουν ὅτι οὕτω πως συνετελέσθη πάντοτε. Αὐτὸ εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον. Λοιπὸν θὰ ἤθελα, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς πρώτης τροπολογίας τοῦ κ. Γονατᾶ νὰ τονίσω ὅτι ὀρθότερον νομίζω εἶναι νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα τακτὴ ἐνάρξεως τῶν συζητήσεων ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ἐντὸς τῆς τακτῆς αὐτῆς προθεσμίας θὰ ὑποβληθοῦν σχέδια, τροπολογίαι κλπ., πλὴν τοῦ σχεδίου τῶν κ.κ. Παπαδήμου καὶ Βασιλειάδη, τὸ ὁποῖον κατὰ βάσιν δὲν ἀφίστατο καὶ ὡρισμένων Κυβερνητικῶν δηλώσεων καὶ ἀναγνωρίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ, ὅπως ἐφηρμόσθη κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927. Θὰ ἤθελα λοιπὸν αἱ ὑποβληθεῖσαι τροπολογίαι νὰ μὴ ἀφίστανται μιᾶς περιόδου 10–15 ἐν ὅλῳ ἡμερῶν. Νομίζω ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποτελέσῃ βάσιν συζητήσεως μὲ τὸν καθορισμὸν τακτῆς ἡμερομηνίας ἐνάρξεως τῶν συζητήσεων εἰς τὸ σχέδιον τῶν συναδέλφων κ.κ. Παπαδήμου καὶ Βασιλειάδη, καθορίζοντες καὶ τέρμα τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν. Αὐτὸ ἦτο κατ’ οὐσίαν ἀντίγραφον τοῦ Κανονισμοῦ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 καὶ νομίζω ὅτι ἐφ’ ὅσον συναντᾷ καὶ σχετικὴν ἀντίδρασιν τῆς Βουλῆς, δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος, ὥστε οἱ κ.κ. συνάδελφοι νὰ θελήσουν νὰ ἐμμείνουν ἐπ’ αὐτοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Γονατᾶ, ἐὰν καθορισθοῦν μερικαὶ ἡμέραι συνεδριάσεων καθ’ ἑβδομάδα, αὐταὶ νὰ δύνανται νὰ καθορισθοῦν χωρὶς βλάβην οὔτε τῶν ἡμερῶν κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, οὔτε τῶν ἡμερῶν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Κατ’ οὐσίαν ἡ δευτέρα ἡμέρα τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας θεωρεῖται ἀναγκαία, διὰ νὰ περνοῦν τὰ διάφορα σύνολα τῶν τυχὸν ψηφιζομένων νομοθετημάτων εἶναι δυνατὸν τὰ σύνολα, ἐὰν εἶναι ἀπαραίτητον, νὰ καθορισθῇ ὅτι καὶ εἰς ἄλλην ἡμέραν θὰ ψηφίζωνται, ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ τὸ Σάββατον πρωΐ θὰ γίνεται νομοθετικὴ ἐργασία, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ δύναται νὰ ψηφίζωνται, εἴτε ἀποτελοῦν νομοσχέδια, εἴτε σύνολα. Ἑπομένως δύο ἡμέραι νομοθετικῆς ἐργασίας δύνανται νὰ καθορισθοῦν μὲ μίαν ἡμέραν τακτὴν ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ Σύνταγμα, ἔχει ἀποδεχθῆ ἡ Βουλὴ ὅτι πρέπει νὰ περαιωθῇ τὸ ταχύτερον ἐν τῇ ἐννοίᾳ, ποὺ ἐξέθεσα προηγουμένως. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ Συνταγματικὸν ἔργον νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν διὰ τὸ ἔργον αὐτὸ καὶ δύο πρωϊνὰς συνεδριάσεις. Θὰ εἶναι δὲ πολὺ εὐτυχὴς ἡ Βουλὴ ἐὰν αἱ συνεδριάσεις ἐπὶ τῆς συζητήσεως τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος θὰ προκαλέσουν πραγματικῶς τὸ ἐνδιαφέρον ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ προκαλέσουν ἀντιστοίχως καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τῆς κοινῆς γνώμης. Φαντάζομαι ὅτι ἐὰν καθορισθοῦν δύο συνεδριάσεις πρωϊναὶ ἀπὸ 10–2 διὰ τὸ Σύνταγμα θὰ εἴμεθα ἀπολύτως ἐν τάξει μὲ τὰς ἀπαιτήσεις τῶν περιστάσεων, ὡς ἐπίσης καὶ δύο ἡμέραι κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι πρέπει πραγματικῶς, πρὸς ἀποφυγὴν ἀκριβῶς ἐντυπώσεων, νὰ μὴ εἰσέλθωμεν εἰς ἀπεραντολογίας καὶ μακρὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ διαρκέσουν ἐπὶ μῆνας, πρέπει νὰ δώσῃ τακτὴν ἡμέραν ἐνάρξεως τῶν συζητήσεων. Διότι δὲν θὰ πρέπει ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας διεξάγεται ὁ ἀγὼν αὐτὸς τοῦ Ἔθνους, ὅταν ὁ Ἕλλην στρατιώτης δὲν ἐξετάζει οὔτε πρωΐ, οὔτε βράδυ, οὔτε μεσάνυχτα, δὲν θὰ πρέπει ἡμεῖς, οὔτε ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν συζήτησιν καὶ νὰ ἐκβάλωμεν ἀπὸ τοῦ μέσου μίαν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ θεμελιώδους αὐτοῦ νόμου τῆς Ἑλληνικῆς πολιτείας δι’ ὡρισμένων συνεδριάσεων, συμπληροῦντες τὸ ἔργον αὐτὸ τὸ ταχύτερον, ὥστε ἐκ τῆς συμπτώσεως τοῦ νικηφόρου ἔργου τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ νὰ εἴμεθα καὶ ἡμεῖς ἀπηλλαγμένοι τῆς ἐννοίας τῆς ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ὡς γνωστόν, δὲν λέγω ὅτι πάντοτε θὰ δημιουργήσῃ, ἀλλὰ πολλάκις ἐδημιούργησεν ἔκτροπα. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζέρβας ἔχει τὸν λόγον.
§32Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ἡ συζήτησις τῶν τελευταίων 4 ἡμερῶν, κύριοι βουλευταί, εἶχεν ὡς ἀφορμὴν τὴν σπουδὴν μὲ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Τὸ θέμα τῆς σπουδῆς αὐτῆς, οἱ λόγοι τῆς σπουδῆς καθ’ ἡμᾶς, ἐξηγήθησαν ἀρκούντως σαφῶς ἀπὸ τὸν συνάδελφόν μας, τὸν ἐκ Τρικάλων βουλευτὴν τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος Ἑλλάδος κύριον Βαμβέτσον. Δὲν θὰ ἐλάμβανα τὸν λόγον σήμερον, ἐάν, ὕστερα ἀπὸ τὴν τόσον σαφῆ ἐξήγησιν τὴν τόσον καθαρὰ διατυπωθεῖσαν, ἐὰν λέγω δὲν ἔβλεπον τὴν Κυβέρνησιν ἐπιχειροῦσαν νὰ ἀφήσῃ καὶ ὑπονοηθῇ ὅτι ἡ ἀντίθετος, ἢ ἡ γνώμη ἡμῶν ἐπ’ αὐτοῦ ἀποτελεῖ τρόπον τινὰ κωλυσιεργίαν ἐκ μέρους τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος Ἑλλάδος, ὡς πρὸς τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἀνάγκην τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου τούτου βήματος νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Τὸ Ἐθνικὸν Κόμμα Ἑλλάδος καὶ εἰδικώτερον, ὁ εἰσηγηθεὶς τὸ θέμα τοῦ Συντάγματος, ἀξιότιμος ἐκ Τρικάλων συνάδελφος, ὄχι ἁπλῶς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κατηγορηθῇ ἐπὶ κωλυσιεργίᾳ ἀλλὰ τοὐναντίον νομίζω, ὅτι εἶναι ζήτημα στοιχειώδους δικαιοσύνης νὰ ἀναγνωρισθῇ ὅτι καθ’ ὅλην τὴν διαρρεύσασαν κοινοβουλευτικὴν περίοδον, ἐξεπλήρωσε μετὰ θρησκευτικοῦ φανατισμοῦ τὰ κοινοβουλευτικὰ χρέη. Τὸ σύνολον τῶν συναδέλφων μου τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος Ἑλλάδος, καὶ εἰδικώτερον ὁ κ. Βαμβέτσος, ὑπῆρξαν ἴσως οἱ μόνοι οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἀπὸ οὐδεμίαν τῶν συνεδριάσεων τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς ἔλειψαν. Καὶ ὄχι μόνον δὲν ἐκωλυσιέργησαν ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύνταξιν τοῦ ὑπὸ ψήφισιν Συντάγματος ἀλλὰ τὸ ἀντιθέτως, προσεπάθησαν, ὅσον τοὺς ἦτο δυνατόν, ὅπως διὰ τῆς συνεχοῦς, τῆς ἐξακολουθητικῆς ἐν ταῖς συνεδριάσεσιν συμμετοχῆς των, νὰ δώσουν καὶ εἰς τοὺς ἄλλους τοὺς συναδέλφους τὸν τόνον τῆς ἀνάγκης τῆς ταχείας περατώσεως τοῦ ὑπὸ ψήφισιν Συντάγματος. Ἐπικαλοῦμαι, πρὸς τοῦτο, τὴν γνώμην ὅλων τῶν ἐπὶ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς κ. κ. συναδέλφων. Ἴσως θὰ ἐνομίσθη, ὡς κωλυσιεργία ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀφέθη ἐν συνεχείᾳ νὰ σχηματισθῇ τοιαύτη ἀντίληψις καὶ παρά τινων ἐκ τῶν συναδέλφων, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐκ τοῦ λόγου ὅτι τόσον ὁ κ. Βαμβέτσος, ὅπως καὶ ὁλόκληρον τὸ Ἐθνικὸν Κόμμα, ὅπως καὶ ὁ ὑποφαινόμενος, ἔχομεν τὴν ἀντίληψιν, ὅτι τὸ θέμα αὐτό, τὸ ὑπὸ ψήφισιν δηλαδὴ Σύνταγμα, δὲν εἶναι τὸ ἅπαν, δὲν εἶναι κυρίως τὸ μόνον δὲν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητεῖ σήμερα ὑπὸ τὴν Ἐθνικήν του Ἀντιπροσωπείαν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Δὲν θέλομεν μὲ αὐτὸ νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν εἶναι ἕνα θέμα σοβαρόν. Θέμα ὅμως τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο αὐτὸ καὶ μόνον νὰ δικαιολογήσῃ καὶ κατὰ ἕνα ποσοστόν, ἔστω καὶ πολὺ μικρόν, τὴν ὕπαρξίν μας, δὲν εἶναι, καθ’ ἡμᾶς. Τὸ νὰ θεωρῆται, ὅπως ἐθεωρήθη ἀπὸ ὡρισμένους προλαλήσαντας συναδέλφους ὅτι τὸ ἅπαν τῆς ἀναθεωρητικῆς μας Βουλῆς εἶναι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Συντάγματος, αὐτὸ δὲν μᾶς εὑρίσκει συμφώνους. Ἡμεῖς, τὸ Ἐθνικὸν Κόμμα Ἑλλάδος, πιστεύομεν ὅλως τὸ ἀντίθετον. Πιστεύομεν ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ ἔχει ἄλλα θέματα ἀσυγκρίτως σοβαρώτερα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νὰ ἀσχοληθῇ. Εὑρισκόμενος ἐν συνεχῇ ἐπαφὴν μὲ τὸν λαόν, εὑρισκόμενος εἰς συνεχῇ ἐπαφὴν μὲ τὸν κόσμον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀπέστειλεν ἐδῶ ἀκούομεν συνεχῶς ἀπὸ τὸ στόμα του πάντοτε τοῦτο. Ἀκούομεν νὰ μᾶς ἀπευθύνῃ τὴν ἑξῆς κατηγορίαν, τὸ δίκαιον καὶ πικρὸν τοῦτο παράπονόν του: «Διατὶ δὲν μοῦ ἐδώσατε ἀκόμη τὴν ζωήν μου, διατὶ δὲν μοῦ ἐπαναφέρατε τὴν γαλήνην, τὴν ἡσυχίαν μου». Ποτὲ δὲν μᾶς εἶπε, «διατὶ δὲν μοῦ ἐψηφίσατε τὸ Σύνταγμα». Ἔχομεν τὴν γνώμην ὅτι ἐὰν τινες ἐκ τῶν κ.κ. συναδέλφων καὶ μάλιστα ἐκ τῶν προλαλησάντων εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ εὑρεθοῦν, ἔστω καὶ πρὸς στιγμὴν πλησίον, καὶ πολὺ πλησίον τοῦ λαοῦ καὶ ὄχι νὰ ἐπικοινωνοῦν μετ’ αὐτοῦ ἀπὸ τὰ γραφεῖα των, ἂς εἶναι βέβαιοι ὅτι θὰ ἤκουον εἰλικρινῶς τὰς δικαίας διαμαρτυρίας τοῦ μαρτυρικοῦ αὐτοῦ κόσμου. Καὶ ἔχει δίκαιον ὁ λαός μας. Ἔχει δίκαιον διότι ὕστερα ἀπὸ τόσον χρόνον, ὕστερα ἀπὸ μίαν διετίαν καὶ πλέον δὲν τὸν ἐπροσέξαμεν, ἀλλὰ τὸν ἀφήκαμεν κυριολεκτικῶς εἰς τὴν τύχην του. Μόνον, ἂν ἡ ἐπαφὴ αὕτη μὲ τὸν λαὸν ὑπῆρχε, μόνον τότε θὰ συνεφώνουν, οἱ προλαλήσαντες μὲ τὸν ἀγαπητὸν ἀρχηγὸν τοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος κύριον Κανελλόπουλον, εἰς τὴν διατύπωσίν του ὅτι «ἡ ψῆφος τῆς 31ης Μαρτίου τοῦ 1946, πολλοῦ γε καὶ δή, εἶχε τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ ἀποδώσῃ ἕτερος ἀρχηγὸς κόμματος». Ἄς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι ἡ ψῆφος, τῆς 31ης Μαρτίου τοῦ 1946, μίαν καὶ μόνον ἔννοιαν καὶ σημασίαν εἶχεν. Τὴν ἔννοιαν ὅτι ὤφειλεν νὰ τεθῇ ὁριστικῶς τέρμα εἰς τὴν πολιτειακὴν ἀνωμαλίαν. Δι’ αὐτὸ ἡμεῖς τοὐλάχιστον εἴχαμε τὴν γνώμην, ὅτι μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 31ης Μαρτίου, τὸ δημοψήφισμα παρεῖλκε. Ἀπετέλει τοῦτο ἄσκοπον ταλαιπωρίαν τοῦ λαοῦ μας. Ἀφοῦ ὅμως κατεφύγαμεν καὶ εἰς τὸ δημοψήφισμα καὶ μετὰ τὴν ἔκβασιν τούτου τοῦ ἐδώσαμεν τὸ ὁριστικόν του πολίτευμα, τὸ πολίτευμα ποὺ ἀβιάστως ἠθέλησεν, ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ὕστερα, δύναμαι νὰ εἴπω, ἀδιστάκτως ὅτι ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ, ὡς τερματισθὲν τὸν ἔργον τῆς Ἀναθεωρητικῆς μας Βουλῆς. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι, ἐὰν αἱ περιστάσεις, μετὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ δημοψηφίσματος καὶ τὴν ἐπάνοδον τοῦ Βασιλέως, ἔπρεπε, θὰ ἔπρεπεν ἀμέσως νὰ διαλύσωμεν τὴν Συνέλευσιν καὶ νὰ προκηρύξωμεν νέας ἐκλογάς. Ἀλλὰ δυστυχῶς αἱ περιστάσεις δὲν μᾶς τὸ ἐπέτρεψαν. Καὶ τοῦτο, διότι ὁ τόπος μας, ἔκτοτε, ζῇ ὑπὸ μίαν ἀγωνίαν καὶ μίαν δοκιμασίαν, ὁμοίαν τῆς ὁποίας σπανίως ἐγνώρισε κατὰ τὴν μακραίωνα ἱστορίαν του. Καὶ οὕτω πως παρέστη ἡ ἀνάγκη νὰ παρατείνωμεν τὸν βίον ἡμῶν ὡς ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς μέ μοναδικὸν σκοπὸν ὅμως νὰ δώσωμεν εἰς τὸν λαόν μας τὴν ζωήν του, καὶ νὰ τὸν βοηθήσωμεν ὥστε νὰ ἐπανακτήσῃ τὴν γαλήνην του. Ἐὰν ὑπάρχουν οἱ ἰσχυριζόμενοι ὅτι σήμερον δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ κύριον ἔργον μας, ἀλλ’ ὅτι ἔργον ἡμῶν εἶναι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Συντάγματος, νομίζω ὅτι οὗτοι εὑρίσκονται ἐν πλάνῃ καὶ μάλιστα ὅτι εὑρίσκονται ἐν πλήρει ἀντιθέσει πρὸς τὸ δημόσιον φρόνημα. Πρὸς τὴν ἔκδηλον θέλησιν καὶ καθολικὸν αἴτημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐν τούτοις ὅμως ἐπειδὴ πιθανῶς ὁ τόνος τῆς διατυπωθείσης ἀντιθέσεως ἀπὸ τὸν εἰσηγητὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐκ Τρικάλων ἐδημιούργησε τὴν ἐντύπωσιν κωλυσιεργίας, θεωροῦμεν ὑποχρέωσιν νὰ δηλώσωμεν, ὅτι ναὶ μὲν δὲν μᾶς ἀφήνει ἀσυγκινήτους ἡ ἀνάγκη τῆς ταχείας ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ ἡ σπουδὴ τῆς Κυβερνήσεως μᾶς ὑποχρεώνει νὰ εἴμεθα σκεπτικοί. Καὶ σκεπτόμεθα τοῦτο. Διατὶ ἡ τόση σπουδή, ἡ ἀλόγητος αὐτὴ σπουδή. Διατὶ ὕστερα ἀπὸ μίαν διετῆ παντελῆ ἔλλειψιν ἐνδιαφέροντος ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, διατὶ λέγω, ὕστερα ἀπὸ μίαν διετῆ ἀπόλυτον νέκραν ἐπιχειρεῖ αὕτη σήμερον νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐπιτροχάδην ψήφισιν τοῦ Συντάγματος, Συντάγματος ὅπερ ἔχει μάλιστα καὶ τόσον οὐσιώδεις τροπολογίας, ἐν σχέσει καὶ ἐν συγκρίσει μὲ ἐκεῖνο τοῦ 1911. Αὐτό, κύριοι βουλευταί, εἶναι ἐκεῖνο ποὺ μᾶς κάνει νὰ εἴμεθα σκεπτικοί. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν ὅτι θὰ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ τὴν σχετικὴν ἄνεσιν, ὥστε ἄρθρα, ὡς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα φέρονται σήμερον, τροποποιοῦντα οὐσιώδη τοιαῦτα τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, νὰ μὴ τὰ διεξέλθωμεν ἐπιτροχάδην καὶ ἐν σπουδῇ. Θέλετε ὅμως νὰ κάμω καὶ μίαν πρόβλεψιν, κύριοι συνάδελφοι, χωρὶς μάλιστα νὰ διατρέξω τὸν κίνδυνον νὰ διαψευσθῶ. Προβλέπω σταθερὰ τὴν ἐπιμονὴν τὴν ὁποίαν δεικνύει ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Ὕστερα ἀπὸ ὀλίγον χρόνον, αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ θέμα τοῦτο εἰς τὴν τύχην του. Καὶ τότε ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅταν θὰ ἴδῃ ὅτι ἡμεῖς ἐφάνημεν δι’ ἄλλην μίαν φορὰν ἀδιάφοροι πρὸς τὸ δρᾶμα του, τότε λέγω ὁ λαὸς αὐτὸς μὲ ὅλον του τὸ δίκαιον θὰ μᾶς σιχαθῇ καὶ θὰ μᾶς ἀναθεματίσῃ. (Χειροκροτήματα).
§33Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι βουλευταί, ἀνεπτύξαμεν κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν τὰς ἀπόψεις μας καὶ δὲν θὰ ἐλαμβάνομεν τὸν λόγον καὶ πάλιν, ἐὰν δὲν συνέβαινεν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, συνάδελφοι, ἀρχηγοὶ κομμάτων, νὰ ἀναφερθοῦν εἰς τοὺς χθεσινοὺς λόγους μας καὶ νὰ διατυπώσουν διαφωνίας. Ὑπεστηρίξαμεν, κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, ὅτι ἡ ψῆφος τῆς 31ης Μαρτίου, εἶχε χαρακτῆρα κυρίως πολιτειακόν· ὅτι ὁ λαὸς ὁ Ἑλληνικὸς τὴν 31ην Μαρτίου δὲν ἐξέλεξεν Κυβερνήτας, ἐξέλεξε Πολίτευμα. Καὶ τοῦτο, ὑπῆρξε τὸ βαρὺ λάθος τῆς προτάξεως τῶν ἐκλογῶν ἀπέναντι τοῦ δημοψηφίσματος. Ὑπεστηρίξαμεν ἀνέκαθεν μετ’ ἐπιμονῆς, παλαίοντες, ὅτι ἡ λογικὴ καὶ ἡ ἠθικὴ τάξις ἐπέβαλον τότε τὴν πρόταξιν τοῦ δημοψηφίσματος, ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἐνέργειαν τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἐπακολουθήσουν αἱ ἐκλογαί. Τότε μόνον τὸ δημοψήφισμα θὰ εἶχε χαρακτῆρα πολιτειακόν, αἱ δὲ ἐκλογαὶ θὰ εἶχον χαρακτῆρα πολιτικὸν καὶ εἰς τὰς ἐκλογάς, τότε δὲν θὰ ἐξελέγοντο οἱ φορεῖς μιᾶς πολιτειακῆς ἰδέας, ἀλλὰ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνωδεύοντο ἀπὸ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἔθνους, ὡς ἄξιοι Κυβερνῆται τῆς Χώρας. Τοῦτο, ὑπῆρξε τὸ βαρύτατον λάθος ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τότε εἰσηγήθησαν αὐτὴν τὴν ἐπιστροφήν, ἐναντίον καὶ τῆς ἰδικῆς μας γνώμης καὶ τῆς γνώμης πολλῶν ἄλλων. Διότι ὅμως συνέβη τὸ λάθος νὰ προταχθοῦν αἱ ἐκλογαὶ, κατ’ ἀνάγκην προσέλαβον πολιτειακὸν χαρακτῆρα καὶ ἐδημιουργήθη ἡ σύγχυσις τοῦ πολιτειακοῦ καὶ τοῦ πολιτικοῦ θέματος. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἄποψις, τὴν ὁποίαν προχθὲς ὑπεστηρίξαμεν καὶ ἡ ὁποῖα ἀποτελεῖ τὴν παγίαν πεποίθησίν μας καὶ ἡ ὁποία πιστεύομεν, ὅτι ἀνταποκρίνεται ἀπολύτως πρὸς τὴν ἱστορικὴν πραγματικότητα. Τούτου δεδομένου, ποῖαι συνέπειαι ἕπονται; Ὡμολογήθη ἀπὸ τοὺς προλαλήσαντας συναδέλφους, ὅτι τὸ αἴτημα τοῦ λαοῦ ὑπῆρξε πράγματι πολιτειακὸν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἀπέβλεπεν εἰς τὴν ἀποκατάστασιν ὡρισμένης μορφῆς πολιτεύματος καὶ οὐδαμοῦ ἐγένετο σαφὲς αἴτημα ἀναθεωρήσεως τοῦ περαιτέρω Συντάγματος, πέραν τῆς μορφῆς τοῦ Πολιτεύματος. Καὶ τοῦτο, εἶναι πρᾶγμα βασικόν. Διότι, ἡ ἱστορικὴ προέλευσις τοῦ πολιτειακοῦ θέματος, ὠφείλετο εἰς τὴν δικτατορίαν τῆς 4ης Αὐγούστου, ἡ ὁποία ἔθεσε ζήτημα μορφῆς Πολιτεύματος. Δὲν προέκυψεν ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναθεωρήσεως ἐκ γενικωτέρων πολιτικῶν καὶ κοινωνικῶν ρευμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπέβλεπον εἰς τροποποίησιν ὡρισμένων θεμελιωδῶν ἢ μὴ θεμελιωδῶν ἄλλων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ὁλόκληρος ἡ πολιτειακὴ διαμάχη καὶ λόγῳ τῆς ἱστορικῆς της προσελεύσεως καὶ λόγῳ τῶν περαιτέρω εἰδικῶν συνθηκῶν, ὁλόκληρος, εἶχεν συγκεντρωθῆ εἰς τὸ θέμα τῆς μορφῆς τοῦ Πολιτεύματος: Τοῦ Ἀνωτάτου ἀνευθύνου Ἄρχοντος. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ οὐσία τῆς πολιτειακῆς διαμάχης. Ἀλλὰ τοῦτο ποῦ ὁδηγεῖ, κύριοι συνάδελφοι; Εἰς ποῖον συμπέρασμα; Ὁδηγεῖ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἅπαξ λυθέντος τοῦ θέματος τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος, κατὰ ἕνα ὡρισμένον τρόπον, περαιτέρω παράτασις τῆς πολιτειακῆς κρίσεως, ἦτο ἀπολύτως ἀπαράδεκτος. Καὶ ἦτο ἀπολύτως ἐκτὸς τῆς προθέσεως καὶ τῆς ἐντολῆς τοῦ λαοῦ καὶ ἐπεβάλετο ἡ συντομωτέρα ὁλοκλήρωσις τοῦ πολιτεύματος, διὰ νὰ λήξῃ ἡ πολιτειακὴ κρίσις. Ἐφόσον οὐσία τῆς πολιτειακῆς διαμάχης, ἦτο ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος, πόθεν ἠκούσθη, ὅτι ἐκ τῆς διαπιστώσεως αὐτῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ συνάγεται τὸ περίεργον συμπέρασμα, ὅτι ἐφόσον οὐδαμοῦ ἠκούσθη αἴτημα συγκεκριμένον ἀναθεωρήσεως τούτου δὲν συνάγεται ὡς συμπέρασμα ἡμῶν, ὅτι ἢ πρέπει νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἡ ἀναθεώρησις, ἢ ὅτι πρέπει νὰ συντομευθῇ, ὅπως ἡμεῖς ζητοῦμεν, ἀλλὰ συνάγεται τὸ περίεργον συμπέρασμα, ὅτι πρέπει νὰ παρελκυσθῇ ἡ πολιτειακὴ κρίσις, μὲ τὴν ἀναβολὴν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος; Ἰδοὺ ἡ λογικὴ ἀσυνέπεια εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἰδέας. Ἔπειτα ἀπὸ τὴν διαπίστωσιν, ὅτι αἴτημα ἀποκλειστικὸν ὑπῆρξεν ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος καὶ ὅτι περαιτέρω, αἴτημα, δὲν ὑπῆρξεν ἡ ἀναθεώρησις ἄλλων διατάξεων, ἀποτελεῖ παραλογισμὸν ἡ ἀσυνέπεια, ὅτι τοῦτο ὁδηγεῖ εἰς τὸ συμπέρασμα τῆς ἀτέρμονος ἀναβολῆς καὶ τῆς ἐκκρεμότητος τῆς πολιτειακῆς κρίσεως, ὁδηγεῖ ἀναποφεύκτως εἰς ἕνα ἐκ τῶν δύο συμπερασμάτων. Ἢ τὸ θέμα ὑπῆρξεν ἀνύπαρκτον καὶ ἡ ἀναθεώρησις πρέπει νὰ ἐγκαταλειφθῇ καὶ νὰ θεωρηθῇ λῆξαν τὸ πολιτειακὸν θέμα μὲ τὸ δημοψήφισμα, ἢ πρέπει νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἡ ἀναθεώρησις εἶναι αὐτόματος συνέπεια τοῦ δημοψηφίσματος, καὶ ἡ λογικὴ συνέπεια εἶναι ἡ ταχυτέρα συμπλήρωσις, διὰ τὴν ὁλοκλήρωσιν τοῦ πολιτεύματος.
§34Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Τὸ αἴτημα τῆς ἀναθεωρήσεως, προέκυψεν ἀπὸ τοῦ 1932, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ε. Βενιζέλου, ὁπότε, ἐκεῖνος, προκειμένου νὰ δεχθῇ τὴν Προεδρίαν τῆς Δημοκρατίας, εἶπεν ὅτι δὲν τὴν δέχεται μὲ τὸ περιεχόμενον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927. Λοιπόν, ὑπῆρχεν αἴτημα ἀναθεωρήσεως ἀπὸ τοῦ 1932.
§35Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε ἀρχηγὲ τοῦ νέου κόμματος, δὲν εὐστοχήσατε εἰς τὴν διακοπήν σας. Ἀλλοίμονον, ἐὰν ἰσχυριζώμεθα, ὅτι ἡ σημερινὴ πολιτειακὴ συζήτησις, ὀφείλετο εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ὁ Ε. Βενιζέλος εἰς τὰ 1932, εἶχεν ἀποβλέψει εἰς ὡρισμένον τρόπον ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας.
§36Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Δὲν διεφώνησα, συνεφώνησα μαζύ σας, εἶπον ὅτι τὸ αἴτημα τῆς ἀναθεωρήσεως, ὑπῆρχεν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀφ’ ἧς στιγμῆς τὸ ἔθεσεν ὁ Βενιζέλος.
§37Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι βουλευταί, καταλήγω, εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ τῆς 31ης Μαρτίου, πράγματι εἶχον πολιτειακὸν χαρακτῆρα καὶ ὅτι τὰ κόμματα τὰ ὁποῖα ἐπλειοψήφησαν, ἐπλειοψήφησαν ὄχι ἐν ὀνόματι τῆς ἰδικῆς των πολιτικῆς ἡγεσίας, ἀλλὰ ἐν ὀνόματι τοῦ πολιτειακοῦ των ἐμβλήματος. Καταλήγω εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς Βασιλευομένης Δημοκρατίας, αὐτόματος εἶναι ἡ συνέπεια, ὅτι ἐπεβάλετο ὁ ταχύτερος τερματισμὸς τῆς πολιτειακῆς ἐκκρεμότητος καὶ ἡ ἀποκατάστασις ὁριστικοῦ πολιτεύματος. Ἐλέχθη, ὅτι ἡ πεῖρα τῶν πραγμάτων θὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὸ δεύτερον ἥμισυ τοῦ αἰῶνος, κατὰ τὸν συγκεκριμένον προσδιορισμὸν τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§38Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Δὲν τὸ εἶπα ἐγώ.
§39Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Σεῖς τὸ εἴπατε καὶ δὲν τὸ εἴπατε. Ἀπόψε ἐνεπλάκην εἰς ἀμφιβολίαν. Διετυπώθησαν ἑπομένως προβλέψεις, ὅτι πρὸς ἐκεῖ θὰ εἶναι τὰ παγκόσμια ρεύματα τὰ ὁποῖα θὰ διαμορφώσουν τὴν ἀνάγκην βασικῶν μεταβολῶν εἰς τὸ πολίτευμα. Κανεὶς δὲν γνωρίζει τὸν ροῦν τῆς ἱστορίας· ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς εἰς τὸ νέον πολίτευμα θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προνοηθῇ ὁ εὐχερὴς τρόπος τῆς ἀναθεωρήσεως, ὥστε νὰ μὴ παρίσταται ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου ἡ ἀνάγκη νέων πολιτειακῶν κρίσεων. Ἰδού, διατὶ, κ. συνάδελφοι, καὶ ἔπειτα ἀπὸ τὰς ἀπόψεις αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ, ὅτι βασίμως ὑπεστηρίξαμεν τὰς ἰδικάς μας ἀπόψεις καὶ βασίμως ἐπιμένομεν εἰς τὴν ἀνάγκην τοῦ ταχυτέρου τερματισμοῦ τοῦ ἀναθεωρητικοῦ μας ἔργου. Ἐὰν οἱ στρατιῶται παλαίουν εἰς τὸ μέτωπον διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς Ἐθνικῆς ἀσφαλείας καὶ τῆς ὁμαλότητος καὶ ἡμεῖς ἐδῶ παλαίομεν διὰ τὴν ἀποκατάστασιν πολιτειακῆς καὶ πολιτικῆς ὁμαλότητος. Παράλληλος εἶναι ὁ ἀγὼν καὶ εἰς τὸν κοινὸν σκοπὸν ἀποβλέπομεν, συντάσσουν τὸ Ἔθνος καὶ συντάσσομεν πολίτευμα καὶ τὸ πολιτικῶς συντεταγμένον Ἔθνος, θὰ δυνηθῇ ἐξερχόμενον ἀπὸ τὴν δοκιμασίαν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸν δρόμον τῆς Εἰρήνης καὶ τῆς ἀναγεννήσεως. Καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὸν συγκερασμὸν τρόπου, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Γονατᾶς συνόψισε κατὰ τρόπον ἐπιτυχῆ τὰς διαφόρους παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν· δὲν ὑπολοίπονται, παρὰ ὀλίγα σημεῖα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἠμποροῦν νὰ διεξαχθοῦν συζητήσεις καὶ ἐπὶ τῶν σημείων αὐτῶν εἴμεθα καὶ πάλιν πρόθυμοι νὰ συμβάλωμεν κατεχόμενοι πάντοτε ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν, ὅτι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν δὲν πρόκειται νὰ εἴμεθα ἀρνητικαὶ, ἀλλὰ θετικαί, σοβαραὶ δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι συντελοῦν εἰς τὴν εὐόδωσιν τοῦ ἔργου τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. (Χειροκροτήματα).
§40Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Κύριοι βουλευταί, λαμβάνω καὶ πάλιν τὸν λόγον, ὕστερα ἀπὸ τὰ λεχθέντα ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τοῦ δημοκρατικοῦ σοσιαλιστικοῦ κόμματος. Πληροφορεῖται ἀπὸ τὸν κ. Παπανδρέου ἡ Βουλή, ὅτι ὑφίσταται ἀκόμη καὶ σήμερον θέμα πολιτειακόν. Ὀφείλω νὰ δηλώσω κατηγορηματικῶς, ὡς ἀρχηγὸς τοῦ ἐθνικοῦ κόμματος Ἑλλάδος, ὅτι διὰ τὸ κόμμα μας τοιοῦτον θέμα δὲν ὑφίσταται. Ἐὰν ὑφίσταται διά τινας ἄλλους, θέμα πολιτειακόν, ὀφείλουν νὰ δηλώσουν τοῦτο σαφῶς καὶ ἀπεριφράστως. Ἡ ψήφισις τοῦ Συντάγματος δὲν ἔχει καθ’ ἡμᾶς, οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὸ πολίτευμα. Ἡ ψήφισις τοῦ Συντάγματος εἶναι ἡ μέλλουσα νὰ ἐπιλύσῃ ἢ νὰ βοηθήσῃ διὰ τὴν ἐπίλυσιν ζητημάτων, ἅτινα ἐξεπήγασαν μετὰ τὰ τελευταῖα παγκόσμια γεγονότα. Τὸ πολιτειακὸν ἔληξε καθ’ ἡμᾶς ὁριστικῶς, ὡς εἶχα τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω προηγουμένως ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῶν ἐκλογῶν τῆς 31ης Μαρτίου, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπῆρξαν ἁπλῶς προκριματικαί, ἀλλὰ τοιαῦται τελεσίδικοι. Αἱ ἐκλογαὶ ἐκεῖναι ἔδειξαν εἰς ὅλους μας, ὅτι ἡ ἐπάνοδος τοῦ Βασιλέως εἰς τὴν Ἑλλάδα ἦτο κοινὸν τοῦ Ἔθνους αἴτημα, τὸ ὁποῖον ἐπεβλήθη διὰ λόγους, οὓς δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἀναπτύξῃ. Ἐπεσφραγίσθη τὸ ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο τῶν ἐκλογῶν τῆς 31ης Μαρτίου κατὰ τρόπον ὁριστικόν, καὶ μηδεμίαν ἐπιδεχόμενον ἀμφισβήτησιν. Ἡμᾶς δὲν ἐνδιαφέρει ποσῶς, ἐὰν ἡ σύνθεσις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι προϊόν ἐκμεταλλεύσεως τοῦ Βασιλικοῦ θέματος. Καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν δὲν θὰ ἀσχοληθῶμεν μὲ ὅσα ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ κόμματος εἶπεν. Τοῦτο μόνον μᾶς ἐπιβάλλεται νὰ τονίσωμεν. Ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συνδεθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος μὲ τὸ πολιτειακόν. Εἶναι ἐντελῶς ἀπαράδεκτον, τὸ λεγόμενον, ὅτι μόνον μετὰ τὸν τερματισμὸν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος τερματίζεται καὶ ἡ ὑπάρχουσα κρίσις.
§41Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Προφανῶς ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος ἐπὶ τοῦ Συνταγματικοῦ θέματος, προέβη εἰς μίαν παρανόησιν. Ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος, ἐλύθη ὁριστικῶς, διὰ τοῦ δημοψηφίσματος, νόμιμον πολίτευμα τῆς Χώρας εἶναι ἡ Βασιλευομένη Δημοκρατία. Τὸ θέμα ἔληξε, φρονῶ, ὅμως, τοῦτο, ἐφόσον παραμείνωμεν Ἀναθεωρητικὴ Συνέλευσις, ἐκκρεμεῖ τὸ θέμα ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν στερούμεθα Συντάγματος, διατρέχομεν ἑπομένως πολιτειακὴν κρίσιν. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἔννοια τῶν ἀπόψεών μου καὶ ἐπιθυμῶ νὰ διαφωτίσω τὸν ἀγαπητὸν συνάδελφον πρὸς καθησύχασίν του.
§42Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἐλέχθη, ὅτι ἡ θέσις μας ἐν τῇ Βουλῇ ὀφείλεται εἰς τὰ πολιτικά μας φρονήματα. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ δι’ αὐτό. Εἴμεθα Βασιλόφρονες. Θὰ ἔπρεπε διὰ νὰ δοκιμάσωμεν τὴν ἀντοχήν μας ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, νὰ τὸ δηλώσωμεν αὐτό; Θὰ ἦτο καταπληκτικὸν ἄλλωστε. Ἡ παράταξις, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, αὐτὴ ἠθέλησε νὰ προσδιορίσῃ τὰς ἐκλογὰς πρὸ τοῦ Δημοψηφίσματος.
§43Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Συνοψίζετε κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἀληθής. Μᾶς κατατάσσετε εἰς μίαν παράταξιν εἰς τὴν ὁποίαν δὲν μετέχομεν.
§44Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Τὸ δημοψήφισμα κατὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία διενήργησε τὰς ἐκλογὰς ὡρίσθη τὸ 1948. Ἑπομένως, αἱ ἐκλογαὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναβληθοῦν καὶ πρὸ τοῦ 1948. Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἠξιώσαμεν νὰ γίνουν πρῶτον αἱ ἐκλογαί, διότι ἠθελήσαμεν νὰ λυθῇ ἡ πολιτειακὴ ἐκκρεμότης, ἥτις δὲν ἐδημιουργήθη ἀπὸ τὴν 4ην Αὐγούστου, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν κατοχήν, ὅτε ὑπεγράφοντο τὰ πρωτόκολλα, τὰ ὁποῖα ἐστρέφοντο κατὰ τοῦ Βασιλέως Γεωργίου προσωπικῶς, τοῦ μόνου Ἐθνικοῦ ἐργάτου κατὰ τὴν περίοδον τῆς κατοχῆς εὑρισκομένου εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἑπομένως, δὲν πρέπει νὰ συγχέωμεν τὰ πράγματα, τὸ δημοψήφισμα ἔδει νὰ προηγηθῇ, αὐτὴ ἦτο ἡ ἐπιθυμία ὅλων τῶν ἐθνικοφρόνων καὶ βασιλοφρόνων, ἀκόμη δὲ περισσότερον τῶν δεξιῶν κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην, ὅπου ἐκυριάρχει τὸ ἀριστερὸν τμῆμα καὶ κατεβάλοντο προσπάθειαι, ὅπως ἡ σύνθεσις τῶν Κυβερνήσεων τῶν μεταπελευθερωτικῶν προέρχονται ἀπὸ ὅσον τὸ δυνατὸν ἀριστεροὺς ὑπουργούς. Ἀλλοίμονον, τότε ἐὰν μετεῖχε τῆς Κυβερνήσεως ἀριστερὸς ὑπουργός. Καὶ ἐνθυμοῦμαι καὶ ἕνα ἄλλο. Ἐνῷ εἰς τὰς διαφόρους διασκέψεις, εἶχον ληφθῆ ἀποφάσεις ἐκ μέρους τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς, ὅπως εἰς τὰς ἀπελευθερουμένας χώρας, εἰς τὰ κυβερνητικὰ προβλήματα, δίδονται δημοκρατικαὶ λύσεις, κατ’ ἐξαίρεσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα αἱ κυβερνήσεις ἐλάμβανον οὐχὶ δημοκρατικὰς λύσεις, ἀλλὰ ἀντιδημοκρατικὰς, διότι οὐδεὶς τῶν τότε κυβερνητῶν ἀπελάμβανε στοιχειώδους ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἦλθον αἱ ἐκλογαὶ καὶ ἀπέδειξαν τοῦτο, κατὰ τρόπον σαφῆ. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τελοῦμεν ὑπὸ τὴν κατηγορίαν, ὅτι τὴν θέσιν μας τὴν ὀφείλομεν εἰς τὸν πολιτικὸν παράγοντα, δι’ ἐμὲ αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ θέσιν, διότι ἐγὼ δὲν ἀνήκω εἰς τὸ κόμμα τὸ ὁποῖον εἶχε τὸ ρεῦμα· ἐπάλαισα ἐκτὸς τοῦ κόμματος καὶ μὲ ὅλα τὰ κόμματα, ἀλλὰ καὶ τὸ λαϊκὸν κόμμα δὲν ἀφορᾷ...
§45Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Μὴ ὁμιλῆτε περὶ τοῦ λαϊκοῦ κόμματος.
§46Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Τὸ λαϊκὸν κόμμα, τὸ ἠθέλησεν ὁ λαός, διότι τὸ εὑρῆκε συντηρητικόν, τὸ εὑρῆκε βασιλόφρον καὶ αὐτὸς ἦτο ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον τὸ ἐξέλεξε. Τὸ πολιτειακὸν ζήτημα ἐδημιουργήθη κατὰ τὴν κατοχήν, καθ’ ἣν ὥραν ὁ τόπος ἐσπαράσσετο καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀφορμὴ τοῦ σημερινοῦ μας καταντήματος τοῦ κυβερνητικοῦ.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι κατόπιν τῶν ἀγορεύσεων τῶν ἀρχηγῶν, τῆς καταθέσεως τοῦ σχεδίου ψηφίσματος ὑπὸ τοῦ κ. Γονατᾶ καὶ τῆς συμφωνίας πρὸς τοῦτο τοῦ κ. Τσαλδάρη, αἱ περαιτέρω ὁμιλίαι, πρέπει νὰ περιορισθοῦν ἐπὶ τῶν θεμάτων τὰ ὁποῖα ἀφορᾷ τὸ ψήφισμα, καὶ ὄχι ἐπὶ ἄλλων θεμάτων.
§48Β. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, θὰ περιορίσω τὸν λόγον μου ἐπὶ τοῦ θέματος, ἀλλὰ ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι οἱ λαβόντες τὸν λόγον καὶ ἐπὶ τόσην ὥραν καταδυναστεύσαντες ἡμᾶς, πολλὰς ἀνακριβείας ἐξεστόμησαν καὶ ἐλπίζω αἱ ἀνακρίβειαι αὐταὶ δὲν πρέπει νὰ παραμείνουν εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς ἀναπάντητα. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἐν ὀνόματι τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς ἀληθείας, νὰ παρατάξωμεν καὶ ἡμεῖς τὰ ἐπιχειρήματά μας. Πρῶτον αἱ ἐκλογαὶ τῆς 31 Μαρτίου δὲν εἶχον πολιτειακὴν μορφήν. Τοῦτο τὸ ἀπέκλεισε καὶ τὸ διάταγμα ποὺ προεκήρυξε τὰς ἐκλογὰς, λέγει:... ... (Ἀναγινώσκει)...... Δὲν δύναμαι νὰ κατανοήσω, διατὶ ἐξάπτεσθε, ὅταν ἕνας βουλευτὴς, εὑρισκόμενος εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, λαμβάνῃ τὸν λόγον καὶ δὲν ἐξάπτεσθε, ὅταν διάφοροι νεοφανεῖς ἀρχηγοί, λαμβάνουν τὸν λόγον καὶ μᾶς λέγουν, ὅτι πολιτειακὸν ζήτημα ὑπῆρχε ἀπὸ τὸ 1932. Πάντως ἐγώ, δὲν παραιτοῦμαι ἀδείας δικαιώματός μου καὶ θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ ὅλων τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἐθίγησαν.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ σχεδίου τοῦ κ. Γονατᾶ;
§50Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Χθὲς ἐγένετο κατ’ ἀρχὴν δεκτόν, τὸ ψήφισμα ὡς γράφουν τὰ πρακτικά, ὥστε ἡ συζήτησις θὰ περιορισθῇ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον.
§51Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Ποῖον ψήφισμα ἐγένετο δεκτόν;
§52Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ................
§53Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ ψήφισμα τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐπ’ αὐτοῦ γίνεται συζήτησις ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν. Ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν τὸ σχέδιον τοῦ κ. Γονατᾶ.
§54Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Πρόκειται περὶ συγχύσεως. Εἶναι ψήφισμα, κ. Πρόεδρε, δὲν εἶναι τροπολογία.
§55Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶπε τέτοιο πρᾶγμα, ὁ Πρόεδρος.
§56Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι παραμένει θέμα συζητήσεως τὸ σχέδιον μόνον τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὸ Βʹ ψήφισμα περὶ τοῦ Εἰδικοῦ Κανονισμοῦ διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Ἐπ’ αὐτοῦ συζητοῦμεν. Χθὲς ἐγένετο ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἀποδεκτὸν, ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὰς τροπολογίας θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ σχέδιον τοῦ κ. Γονατᾶ, σύντομον καὶ σαφές, τὸ ὁποῖον ἀπεικονίζει τὴν γνώμην αὐτοῦ, ὡς ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος τῶν Ἐθνικῶν Φιλελευθέρων. Λαμβάνομεν τὸν λόγον, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, μετὰ τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, οἱ ὁποῖοι ἄξιοι κατὰ πάντα τῆς Πατρίδος καὶ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἴσως ἐπισκιάζουν πάντα ἄλλον, ὥστε μετὰ δέους αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ λαμβάνωμεν τὸν λόγον.
§57Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ μετριοφροσύνη εἶναι ἀρετή.
§58Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παλαιὸν μέλος κοινοβουλευτικὸν καὶ ἐγὼ δὲν θὰ ὀρρωδήσω νὰ ἀναπτύξω τὰς γνώμας μου σχετικὰς μὲ τὰς τροπολογίας τοῦ ὑπὸ ψήφισιν σχεδίου Ψηφίσματος, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως, νὰ τονίσω τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην τοῦ ταχέως τερματισμοῦ τῆς Ἀναθεωρητικῆς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, δι’ ὅλους τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι ἀνεπτύχθησαν, ἀλλὰ καὶ δι’ ἕνα ἀκόμη, ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος, κ. Κουλουμβάκης, ὅτι ἔχει πληροφορίας κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον βασίμους....
§59Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον. Κατὰ τὸ μᾶλλον.
§60Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. ... ὅτι ἐπιδιώκεται νὰ τερματίσῃ ἡ Συνέλευσις τὸν βίον της καὶ νὰ μείνῃ ἐκκρεμὲς τὸ ἀναθεωρητικὸν αὐτῆς ἔργον.
§61Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλ’ ὄχι Ἰούλιον, δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ.
§62Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ σεβαστὸς συνάδελφος, νὰ μὴ συμφωνήσω μαζί του, ὅταν ὑποστηρίζῃ, ὅτι πρέπει μεμονωμένως τὸ κεφάλαιον τοῦ Συντάγματος τὸ ὁμιλοῦν περὶ πολιτεύματος ταχύτατα καὶ ἐν σπουδῇ νὰ ψηφισθῇ, ἵνα μὴ μείνῃ ἐκκρεμὲς τὸ μέγα τοῦτο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὅμως ἔχει, ἐπαναλαμβάνω μίαν φορὰν ἀκόμη, λυθῆ διὰ τοῦ δημοψηφίσματος καὶ τῶν ἐκλογῶν καὶ δὲν ὑφίσταται, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει θὰ δώσωμεν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἡμεῖς φοβούμεθα πολιτικὴν μεταβολὴν, τὴν ὁποίαν δὲν φοβούμεθα, ὄχι μόνον διότι ἔχει λυθῆ διὰ τοῦ δημοψηφίσματος καὶ τῶν ἐκλογῶν, ἀλλὰ καὶ διότι ἀκόμη σήμερον ἡ μεγάλη πλειοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ εἶναι συντεταγμένη πρὸς τὴν Βασιλευομένην Δημοκρατίαν καὶ πιστεύει, ὅτι αὐτὴ εἶναι συνυφασμένη μὲ τὸ μεγαλεῖον τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος. Τώρα εἰδικώτερον, κύριοι συνάδελφοι, ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ πιστεύσωμεν εἰς τὸν τερματισμὸν τῶν ἐργασιῶν τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς; Δὲν θὰ εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ σχολιάσω ἢ θὰ συμπληρώσω τὰς ἀπόψεις, ἐπαναλαμβάνω, τῶν πολιτικῶν ἀρχηγῶν. Ὅμως, θὰ μοῦ ἐπέτρεπε, ἐὰν ἦτο παρὼν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ σοσιαλιστικοῦ κόμματος νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι εἴτε τὸ δημοψήφισμα ἐγένετο πρὸ τῶν ἐκλογῶν εἴτε ἀντιθέτως κατ’ οὐδεμίαν τῶν περιπτώσεων ἦτο δυνατὸν νὰ σωθῇ τὸ ὑπ’ αὐτὸν κόμμα. Διότι, ὅταν θὰ ἐγίνετο τὸ δημοψήφισμα, ἐρωτῶ, τὰ κόμματα καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων δὲν θὰ ἐλάμβανον θέσιν; Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι τὰ κόμματα ἐνώπιον ἑνὸς τόσον μεγάλου ζητήματος τοῦ Ἔθνους, τοῦ πολιτειακοῦ, τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ μεγάλου ἡμῶν Βασιλέως, ὁ ὁποῖος τοιαύτην συμβολὴν παρέσχε διὰ τῆς ἡγεσίας του εἰς τὸν ἑλληνικὸν ἀγῶνα, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι τὰ κόμματα δὲν θὰ ἐλάμβανον θέσιν; Καὶ ἐὰν ἐλάμβανε θέσιν ἐπὶ τῆς ἀντιθέτου ἀπόψεως, ἦτο ποτὲ δυνατὸν καὶ μετὰ τὸ δημοψήφισμα ὁ λαὸς νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς αὐτοὺς τὴν διακυβέρνησιν τῆς Χώρας; Τούτῳ τῷ λόγῳ, νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει μεγάλην σημασίαν ἡ πρόταξις τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι ὁ λαὸς ἀπέβλεψεν ὄχι μόνον εἰς τὰς πολιτειακὰς ἰδέας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ πρόσωπα τῶν ὑποψηφίων τοῦ λαϊκοῦ κόμματος. Ἀλλά, κύριοι, ἀνεπτύχθησαν καὶ ἄλλαι γνῶμαι. Ἀνεπτύχθη ἡ γνώμη, ὅτι ἐφόσον ὁ ἡρωϊκὸς ἑλληνικὸς στρατὸς μάχεται ἐναντίον τῶν προδοτῶν καὶ θὰ ἔλθῃ ταχέως ἡ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐξασφαλίσῃ τὰς ἐλευθερίας καὶ τὴν δημοκρατικότητα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀπὸ τὸν κίνδυνον τῶν ὁλοκληρωτικῶν καθεστώτων, δὲν θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένον ἡμεῖς νὰ ἀσχολούμεθα μὲ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, πᾶν ἄλλο ἢ εὐσταθεῖ. Διότι παραλλήλως πρὸς τὸ μέγα τοῦ στρατοῦ ἔργον, ἡ Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις θὰ κατοχυρώσῃ διὰ τοῦ νέου Συντάγματος τὰς ἐλευθερίας διὰ τὰς ὁποίας ἀγωνίζεται ὁ ἡρωϊκός μας στρατός. Ἐλέχθη ὡσαύτως, ὅτι τερματιζομένης τῆς παγκοσμίου ἀνωμαλίας θὰ ἐπικρατήσουν τοιαῦται ροπαὶ καὶ νεωτεριστικαὶ ἀντιλήψεις καὶ μεταβολαί, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ ἀνεπηρέαστος καὶ ὁ ἰδικός μας Καταστατικὸς Χάρτης. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τοῦ ἀκαθορίστου τοῦ χρόνου τοῦ τερματισμοῦ τῆς ἀνωμαλίας αὐτῆς, αἱ μεγάλαι ἰδέαι ποὺ ἀνεπτύχθησαν εἰς τὴν ἀρχαίαν Ἑλλάδα, αἱ μεγάλαι ἰδέαι τῆς Ἐλευθερίας, τῆς Δικαιοσύνης, τῆς Θρησκείας, τῆς Οἰκογενείας, εἶναι ἀμετάβλητοι ἐν τῷ μέσῳ τῶν αἰώνων, ἐξασφαλίζονται δὲ πλήρως, περισσότερον μάλιστα ἀπὸ κάθε ἄλλον φιλελεύθερον Σύνταγμα, ἀπὸ τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς Ἑλλάδος, ὡς διὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος διεμορφώθη καὶ ὡς θέλει ψηφισθῆ ὑφ’ ἡμῶν. Ἀλλὰ ἐὰν ἐπεκαλέσθη εἰς ἀντίκρουσιν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τρικάλων βουλευτής, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1920, ὅτε καὶ τότε ἐμάχετο ὁ στρατός, ὄχι τόσον ὡς σήμερον διὰ τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς τῆς ἐνδόξου Πατρίδος μας, διεμαρτύρετο καὶ ἐδυσφόρει τότε ἡ κοινὴ γνώμη καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ποὺ διεξήγετο ὁ ἀγὼν εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν συνεζητοῦντο μεταρρυθμίσεις Συνταγματικαί, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπιχείρημα καὶ τοῦτο εὐσταθές. Δὲν γνωρίζω, ποῖοι ἐξ ὑμῶν ἦσαν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, πληρεξούσιοι. Ὀλίγοι μοῦ φαίνεται μεταξὺ ἡμῶν. Τότε καὶ ἐγὼ νεαρός, ἂς τὸ εἴπωμεν πληρεξούσιος, εἶχα τὴν φιλοδοξίαν................
§63Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ τώρα νεαρὸς εἶστε.
§64Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ μοῦ κάνετε αὐτὴν τὴν φιλοφροσύνην, νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ τὴν ἀποδεχθῶ. (Γέλωτες). Εἶχον, λέγω, καὶ ἐγὼ τὴν φιλοδοξίαν νὰ φανῶ ἂς τὸ εἴπωμεν, ἀρεστὸς εἰς τὸ ὡραῖον φῦλον καὶ νὰ λάβω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον προκειμένου περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ψήφου τῶν γυναικῶν. Πῆγα τότε εἰς τὸν γηραιὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς κ. Λομβάρδον καὶ ἐνεγράφην καὶ ἐγὼ μεταξὺ τῶν ρητόρων οἱ ὁποῖοι θὰ ὡμίλουν. Κύριοι συνάδελφοι, ἀνέμενα ἐπὶ ὥρας, ἀνέμενα ἐπὶ ἡμέρας, ἀνέμενα ἐπὶ ἑβδομάδας, διὰ νὰ ἔλθῃ ἡ σειρά μου νὰ ὁμιλήσω καὶ εἰς τὸ τέλος ἀπηλπίσθην καὶ παρῃτήθην τοῦ λόγου. Τέλος πάντων, κύριοι συνάδελφοι, τότε πλέον ἡ παράτασις τῶν συζητήσεων ἐπέφερε τὴν δυσφορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ τῆς κοινῆς γνώμης, ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη μετὰ τὴν Μικρασιατικὴν καταστροφήν. Διότι, καὶ μὲ ὅλην τὴν ἀπεραντολογίαν αὐτὴν καὶ μὲ ὅλας τὰς ἑβδομάδας ποὺ ἠσχολεῖτο ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις, δι’ ὡρισμένα θέματα Συνταγματικά, οὐχὶ μεγάλης ἀξίας, ἐὰν δὲν ἀντεμετωπίζαμεν τὴν κακὴν τροπὴν τοῦ ἀγῶνος, ὅλα αὐτὰ θὰ ἐλησμονοῦντο. Ἀλλὰ ἡ κακὴ τροπὴ τοῦ ἀγῶνος, ἐνεθύμησε τὰς ἀτέρμονας καὶ μεγάλας συζητήσεις τὰς Συνταγματικὰς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Οὐχὶ λοιπόν, ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν Συνταγματικῶν θεμάτων, ἀλλ’ ἡ ἀδικαιολόγητος παράτασις αὐτῆς καὶ ἡ ἀπεραντολογία, ἐπέφερον τὴν δυσφορίαν τοῦ λαοῦ καὶ τούτῳ τῷ λόγῳ πρέπει νὰ θέσωμεν φραγμὸν εἰς τὰς συζητήσεις. Λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, ὑφίσταται ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ἀρχίσωμεν τὸ Συνταγματικὸν ἔργον, νὰ ἐργασθῶμεν μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς μας καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ θέρους ἀκόμη. Ἄς ἀρχίσωμεν μίαν φοράν. Θὰ ἴδωμεν πῶς προχωροῦμεν, θὰ ἴδωμεν τί ἐργασίαν κάνουμε. Μάλιστα, ἐὰν κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν προκύψῃ ἀνάγκη μεταρρυθμίσεώς τινος τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, τότε νὰ κάμωμεν κάποιαν ἀναθεώρησιν καὶ κάποιαν τροπολογίαν τοῦ σχεδίου αὐτοῦ. Πότε θὰ τερματισθῇ τὸ ἔργον, ἂς μὴ τὸ ὁρίσωμεν. Τὸ σχέδιον ψηφίσματος τοῦ τέως ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας κ. Παπαδήμου καὶ τοῦ κ. Βασιλειάδη ἔχει χρόνον τερματισμοῦ τοῦ ἔργου τῆς Συνελεύσεως, καὶ λέγει ὅτι εἰς τὸ τέλος τοῦ Ἰουλίου πρέπει νὰ τερματισθῇ τὸ ἔργον αὐτό. Αὐτὸ τὸ πήρανε, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἀπὸ τὸ σχετικὸν ψήφισμα περὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τοῦ 1927. Ἀλλὰ αὐτὸ εἶχε καὶ μίαν προσθήκην. Καὶ ἔλεγε μὲν ὅτι τὸ Ἀναθεωρητικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ τερματισθῇ μέχρι τοῦ τέλους Μαΐου, ἀλλὰ εἶχε καὶ τὴν προσθήκην ὅτι, εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν μέχρι τῆς τασσομένης προθεσμίας δὲν ἤθελε καταστῆ δυνατὸς ὁ τερματισμὸς τῶν ἐργασιῶν τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς, θὰ ἐθεωρεῖτο ψηφισμένον τὸ Σύνταγμα.
§65Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Ὄχι.
§66Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ μοῦ λέτε ὄχι, διότι ἐπῆγα καὶ εὑρῆκα τὰ πρακτικά. Ἠναγκάσθη τότε ὁ Παπαναστασίου νὰ εἴπῃ: «Εἴπομεν ὅτι διαγράφομεν τὴν διάταξιν.... ..........(ἀναγινώσκει)...........καθ’ ἣν ἐὰν δὲν τερματισθῇ τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς μέχρι τέλους Μαΐου θεωρεῖται ψηφισμένο τὸ Σύνταγμα». Τὴν ἔβγαλε τὴν προσθήκην αὐτὴν καὶ ἔμεινε τέλος ὅτι τὸ ἔργον πρέπει νὰ τερματισθῇ μέχρι τέλους Μαΐου. Καὶ ἀπέμεινεν οὕτω μία ἐθνικὴ ὑποχρέωσις τῆς Συνελεύσεως ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους νὰ τερματίσῃ τὸ ἔργον εἰς τὸ τέλος Μαΐου. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, μήπως ἡ ὑποχρέωσις αὐτὴ δὲν ὑφίσταται ἄνευ τοιούτου περιορισμοῦ καὶ δι’ ἡμᾶς; Ὑπεστηρίχθη ἐπὶ πλέον ὅτι καθ’ ὃν χρόνον ἐπιδρομαὶ γίνονται ἐκ μέρους τῶν προδοτῶν καὶ συμμοριτῶν ἐναντίον χωρίων καὶ πόλεων, ὅπου μακρὰν πάσης ἀληθοῦς πολεμικῆς δράσεως διαπράττουν δολοφονίας καὶ μόνον δολοφονίας, ληστείας, καὶ μόνον ληστείας, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις δὲν θὰ εἶχε τὴν ἀπαιτουμένην ψυχραιμίαν νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Καὶ τοῦτο, κύριοι, δὲν τὸ εὑρίσκω βάσιμον. Κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως ὅταν ὡμίλει ὁ Δαντὼν ἠκούσθησαν κρότοι κανονιοβολισμῶν οἱ ὁποῖοι ἀνησύχησαν ὅλους τοὺς πληρεξουσίους οἱ ὁποῖοι ἠγέρθησαν ὄρθριοι. Ἐκείνην τὴν στιγμὴν ὁ Δαντὼν εἶπεν εἰς αὐτοὺς ἐν ἀποστροφῇ τοῦ λόγου του: Ναί, ἀκούετε κρότους κανονιοβολισμῶν οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τὴν ἔννοιαν ἀναγγελίας χαρμοσύνων γεγονότων. Εἶναι οἱ κανονιοβολισμοὶ τοὺς ὁποίους ρίπτουν οἱ ἐχθροὶ τῆς Γαλλίας εὑρισκόμενοι ἔξωθεν τῆς πρωτευούσης. Ἀλλὰ θάρρος, πάντοτε θάρρος καὶ ἀκόμη θάρρος. Καὶ ὑπὸ τοὺς ἤχους τῶν κανονιοβολισμῶν συνεχίσθησαν αἱ συζητήσεις περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τοῦ πολιτεύματος καὶ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Γαλλικοῦ λαοῦ.
§67Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ τὰ ἔκαμαν θάλασσα.
§68Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι, κύριοι, διατὶ προβαίνουν εἰς τὰς δολοφονίας αὐτάς, διατὶ προβαίνουν εἰς τὰς ληστείας; Διατὶ προβαίνουν εἰς τὰς ἐπιδρομὰς αὐτὰς ἐναντίον τῶν πόλεων καὶ τῶν χωρίων; Μόνον καὶ μόνον ἵνα διὰ τῶν σπασμωδικῶν αὐτῶν κινήσεων καταστῇ δυνατὸν νὰ μειώσουν τὴν ἐντύπωσιν ἀπὸ τὰς νίκας τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ νὰ κλονίσουν τὸ ἠθικὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ ὄχι, εἰς τὰς ἐπιδιώξεις αὐτὰς τῶν Σλαυοκομμουνιστῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσχωρήσῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ἡ ὁποία θὰ εὕρῃ τὴν ἀπαιτουμένην ψυχραιμίαν νὰ κατοχυρώσῃ διὰ τοῦ νέου συνταγματικοῦ χάρτου τὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ, διὰ τὰς ὁποίας ἀγωνίζεται τὸν ὑπέρτατον ἀγῶνα ὁ ἔνδοξος στρατός μας. Ἡμεῖς, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ἀνήκομεν εἰς περιφέρειαν ἡ ὁποία πλήττεται ἀπὸ τὴν ἀνταρτοκρατίαν, καὶ βλέπομεν φίλους καὶ συμπολίτας ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι πίπτουν θύματα δολοφονιῶν, καὶ πένθος βαρύ, βαρύτατον κατέχει τὴν ψυχήν μας, καὶ ψυχικὴ ὀδύνη βαρυτάτη κατέχει τὴν ψυχήν μας. Ἀλλά, κύριοι, δὲν νομίζομεν μὲ ὅλα ταῦτα ὅτι πρέπει νὰ φέρωμεν ἐπὶ τῶν ἐπιδρομῶν αὐτῶν τὸν λόγον, μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργοῦ, ὅτι λόγῳ εὐρυτέρων κινήσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ πληροφορίας, καὶ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ἀγορητάς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔφερον εἰς τὴν Βουλήν, τὴν συζήτησιν αὐτήν. Διεπράχθησαν σφάλματα, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, καὶ εἰς ποίαν σύρραξιν, δὲν διαπράττονται σφάλματα. Ὅπως εἶπεν ἄλλοτε, Φρειδερίκος ὁ Μέγας, «κερδίζει τὸν πόλεμον, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ κάμῃ τὰ ὀλιγώτερα σφάλματα». Ἀλλὰ ἄς παύσωμεν νὰ θρηνωδοῦμεν διὰ τὸ παρελθόν, καὶ ἄς πιστεύσωμεν ὅτι, θὰ ἴδωμεν καλυτέρας ἡμέρας. Ἄς πιστεύσωμεν ὅτι, αἱ ἐκκλήσεις ἡμῶν, πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργόν καὶ τὸν κ. ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Τάξεως, αἱ ἐκκλήσεις αἱ καθημεριναί, αἱ ἐκκλήσεις αἱ ἔμμονοι, θὰ εὕρουν μίαν ἀπήχησιν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς αὐτῶν ψυχάς, καὶ θὰ καταστῇ δυνατόν, τέλος πάντων, νὰ λάβουν τὰ ἐνδεικνυόμενα μέτρα. Ἀλλά, νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ κάμω μίαν παρέκκλησιν καὶ μίαν ἐρώτησιν: Ἐκάμαμεν εἰς τὴν Πάτρα, ἓν τάγμα ἐθελοντικόν.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε ἐκτὸς θέματος.
§70Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι εὐγνώμων πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν διότι μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἀκούσῃ, εὐχαρίστως μέχρι τῆς στιγμῆς, ἀλλὰ λυποῦμαι ὅτι δὲν θὰ ἠμπορέσω νὰ ἀποφύγω τὴν ἐρώτησιν αὐτὴν πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν: Ἐκάμαμεν ἕνα τάγμα, ἐβάλαμεν τοὺς συμπολίτας μας νὰ πληρώσουν φόρους.......
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε ἐκτὸς θέματος.
§72Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἐρώτησιν θὰ τὴν κάμω ὁπωσδήποτε πρὸς τὸν κ. ὑπουργόν.
§73Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβ)σεως). Θέλω νὰ σᾶς ἐρωτήσω: Πρόκειται περὶ νέας τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος διὰ τὰ τάγματα;
§74Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοιαύτης τροπολογίας, ἀλλ’ εἰς τὸ θέμα ποὺ συζητοῦμεν ἐὰν πρέπει νὰ γίνῃ ταχέως τὸ Σύνταγμα, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν μάχεται ὁ στρατός, δὲν εἶμαι ἐντελῶς ἐκτὸς τοῦ θέματος, ἐὰν φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐπειγούσης λόγῳ τῶν ἐπιδρομῶν τῶν συμμοριτῶν ἀνάγκης τῆς ἀποστολῆς τῶν ὅπλων αὐτῶν διὰ νὰ ὁπλίσωμεν 400 ἄνδρας πρὸς ἄμυνάν μας. Δὲν φέρω τὸν λόγον ἐπὶ στρατιωτικῶν θεμάτων τῶν μετακινήσεων τοῦ στρατοῦ διὰ νὰ θεωρηθῇ ἡ συζήτησις ἐπιβλαβὴς εἰς τὸν διεξαγόμενον ἀγῶνα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐλέχθη ὡς ὑπόνοια, ἀπὸ τὸν κ. Βαμβέτσον ὅτι, πιθανὸν νὰ γίνεται σκέψις, ἡ κατάστασις τῆς ἀνταρσίας καὶ τῆς προδοσίας νὰ λυθῇ ἄλλως, εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν ἢ διὰ τῆς πλήρους συντριβῆς τῶν συμμοριτῶν, δὲν θὰ ἔπρεπε κἄν νὰ λεχθῇ. Καὶ ἐδόθη ἡ ἀπάντησις ἐκ μέρους τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐδόθη ἡ ἀπάντησις ὡς ἐνθυμεῖται ὁ κ. Βαμβέτσος καὶ διὰ δηλώσεων τοῦ μεγάλου Προέδρου τῆς Δημοκρατίας τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι, πρὸς ἐπίτευξιν μιᾶς λύσεως, διὰ συμφωνίας, μεταξὺ τῶν Μεγάλων, διὰ τῆς ὁποίας θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ἀποφευχθῇ ὁ παγκόσμιος πόλεμος, μὲ τὰ τρομακτικὰ αὐτοῦ ἀποτελέσματα, διὰ μίαν τοιαύτην συμφωνίαν οὐδέποτε εἶναι δυνατόν, νὰ θυσιασθοῦν τὰ δημοκρατικὰ ἰδεώδη, καὶ αἱ ἐλευθερίαι τῶν μικρῶν λαῶν, καὶ ἰδίως τῆς Ἑλλάδος, τῆς μικρᾶς ἀλλ’ ἐνδόξου Ἑλλάδος, ἡ ὁποία τοσαύτας ὑπηρεσίας προσέφερεν εἰς τὸν κοινὸν συμμαχικὸν ἀγῶνα, καὶ τοσαύτας προσφέρει σήμερον, ἀγωνιζομένη ὄχι μόνον ὑπὲρ τῆς ἰδίας αὐτῆς ἐλευθερίας, ἀλλ’ ἀγωνιζομένη ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν καὶ δημοκρατιῶν τοῦ κόσμου ὁλοκλήρου. (Χειροκροτήματα). Κύριοι, τώρα θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὁμιλήσω, ἐπ’ ὀλίγον, σχετικῶς μὲ τὰς τροπολογίας, καὶ τὸ σχέδιον τοῦ ἀξιοτίμου κ. Γονατᾶ, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν κρίσει, μετὰ μεγάλης σαφηνείας, ἐκθέτει τὰς ἀντιλήψεις αὐτοῦ, διὰ τῶν τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Εἶναι εὐτύχημα ὅτι, παρητήθη τῆς ἀπόψεως, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξε χθές, καὶ ἡ ὁποία παρηρμηνεύθη καὶ ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας, ὅτι δέον αἱ ἐργασίαι τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, νὰ ἀρχίσουν ἀπὸ τὴν προσεχῆ βουλευτικὴν σύνοδον, καὶ ἔθεσεν ἓν ἄλλο ὅριον, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, δέον νὰ ἀρχίσῃ 10 ἡμέρας ἀπὸ τῆς διανομῆς τῶν πρακτικῶν τῶν συνεδριάσεων τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς εἰς τοὺς βουλευτάς. Ἔγινε μεγάλος λόγος, περὶ τῆς δημοσιεύσεως τῶν πρακτικῶν. Ἀλλά, κύριοι, τάχα εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν ὅλοι πρὸ ἡμῶν, τὰ πολύτιμα πρακτικά, καὶ νὰ περάσουν καὶ 10 ἡμέραι ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτῶν, διὰ νὰ ἀρχίσωμεν τὸ ἀναθεωρητικὸν ἡμῶν ἔργον; Καί, πρέπει ἡ προθεσμία τῆς ἐνάρξεως νὰ εἶναι τοσοῦτον ἀόριστος; Ἐγώ, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, ἔχω τὸ θάρρος νὰ διαφωνήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον πολιτικὸν ἀρχηγόν, καὶ ὑποστηρίζω ἄλλην ἄποψιν, τὴν ἄποψιν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἢ μᾶλλον τὰς ἀπόψεις τῶν κ.κ. συναδέλφων, εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ κ.κ. Βασιλειάδη καὶ Παπαδήμου, ὅτι πρέπει νὰ ταχθῇ μία προθεσμία πρὸς ὑποβολὴν τῶν τροπολογιῶν. Αὐτὴ ἡ προθεσμία, εἰς τὴν ἀρχὴν ὑπεστήριξαν ὅτι πρέπει νὰ εἶναι 30 ἡμερῶν. Ἔπειτα ἐδέχθησαν ὅλοι, καὶ ἐδέχθη καὶ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ νὰ περιορισθῇ ἡ προθεσμία αὕτη εἰς 15 ἡμέρας. Λοιπόν, ὡς ἡμέρα τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ καθορισθῇ ἡ ἑπομένη, μετὰ τὴν λῆξιν τῆς προθεσμίας τῶν 15 ἡμερῶν, τῆς ὑποβολῆς τῶν τροπολογιῶν. Θὰ μοῦ εἴπετε: Διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς δι’ ἧς τάσσεται ἀνατρεπτικὴ προθεσμία, δὲν ἐμποδίζεται ἡ ὑποβολὴ τροπολογιῶν, μετὰ τὴν ἔναρξιν τῶν συζητήσεων, καὶ δὲν ἐμποδίζεται ἡ ὑποβολὴ τροπολογιῶν καὶ κατ’ αὐτὴν ταύτην, τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως μιᾶς συνταγματικῆς διατάξεως; Ἀναμφισβητήτως, ναὶ ἐμποδίζεται, καὶ τοῦτο κατ’ ἐξαίρεσιν καὶ κατὰ παρέκκλισιν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ἐπιτρέπει καὶ τροπολογίας αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ ἔχουν δημοσιευθῆ καὶ διανεμηθῆ, καὶ κατ’ αὐτὴν ταύτην τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως. Ἐγώ, κύριοι, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὁ περιορισμὸς αὐτὸς εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν τροπολογιῶν, πρέπει νὰ ἰσχύσῃ καὶ πρέπει νὰ ἀπαγορευθῇ ἡ ὑποβολὴ τροπολογιῶν μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἄνω προθεσμίας. Τὰ ἐπιστημονικὰ θέματα ἐπὶ τοῦ Συντάγματος δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι προχειρολογίαι τῆς τελευταίας στιγμῆς. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑποτεθῇ ὅτι προχείρως θὰ μορφώσῃ τις γνώμην, καὶ μὲ ἕνα σημείωμα θὰ κάμῃ μίαν τροπολογίαν. Κύριοι, ὄχι μόνον ἐκ τῆς αἰτίας αὐτῆς, ἀλλὰ ἐκ τοῦ ὅτι κύριος λόγος τῆς παρελκύσεως καὶ τῆς παρατάσεως τῆς συζητήσεως θὰ εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν προχείρων αὐτῶν τροπολογιῶν τῆς τελευταίας στιγμῆς. Νομίζω, ὅθεν, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ φραγμὸς καὶ ἀνατρεπτικὴ προθεσμία πέραν τῆς ὁποίας τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑποβάλλωνται ἄλλωστε πότε θὰ προφθάσῃ ν’ ἀποφανθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ, ὡς ἀξιοῖ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ Βʹ ψηφίσματος, ὅπερ ἄρθρον 4 δὲν κατηργήθη ἀπὸ καμμίαν μεταγενεστέραν διάταξιν καὶ παραμένει ἐν ἰσχύει;
§75Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἀπεφάνθη ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ἔλθῃ τὸ ἄρθρον πρὸς συζήτησιν, θὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἔκθεσις.
§76Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅτι, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ προθεσμία πρέπει νὰ ἀφεθῇ, διότι κύριος λόγος τῆς παρελκύσεως τῶν συζητήσεων θὰ εἶναι ἡ παρεμπίπτουσα συζήτησις ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν.
§77Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, μὲ συγχωρεῖτε, εἶσθε καὶ παλαιὸς δικηγόρος, διεξάγεται ἡ συζήτησις καὶ ἀναπτύσσονται διάφοροι γνῶμαι καὶ ἀκούονται αἱ γνῶμαι αὐταί, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν μελετήσει τὸ θέμα ἐὰν ζητήσουν κατὰ τὴν συζήτησιν νὰ προστεθῇ, ἢ νὰ ἀφαιρεθῇ ἢ νὰ μεταβληθῇ μία λέξις, μία φράσις, αὐτὸ νὰ ἀπαγορεύεται;
§78Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι τροπολογία μία λέξις, μία φράσις. Ἀνέφερεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Ἐθνικῶν Φιλελευθέρων, ἕνα παράδειγμα τροπολογίας ποὺ ἔκαμεν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, σχετικῶς μὲ τὴν ἐλευθέραν κυκλοφορίαν τῶν βουλευτῶν εἰς τὰς σιδηροδρομικὰς, τροχιοδρομικὰς γραμμὰς κλπ.
§79Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀφήσατε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927.
§80Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι, τὸ θέμα αὐτὸ δὲν ἦτο θέμα καθαρῶς ἐπιστημονικὸν καὶ ἠδύνατο διὰ μιᾶς τροπολογίας, ἐκείνης τῆς στιγμῆς, νὰ γίνῃ ἀποδεκτόν, ἀλλὰ ὅταν ὑπάρχῃ ἐπιστημονικὸν θέμα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, δύο χρόνια ἐβασανίσθη καὶ τέλος πάντων ἔφερεν εἰς πέρας ἕνα ἔργον. Ἔλαβε ὑπ’ ὄψει κάθε τροπολογίαν, κάθε πρότασιν. Τώρα ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν νὰ δεχώμεθα καὶ ἄλλας τροπολογίας μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀπεραντολογίαν. Κύριοι, ὅσον ἀφορᾷ τὸν περιορισμὸν τῶν συζητήσεων κατ’ ἄρθρον ποὺ προτείνουν οἱ κ. συνάδελφοι, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν τοιοῦτόν τι νὰ γίνῃ ἀποδεκτόν, διότι εἶναι ἄρθρα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ προκαλέσουν καμμίαν συζήτησιν. Καὶ δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι ἡ τροπολογία τοῦ κ. Γονατᾶ ὅπου τάσσει προθεσμίαν ¼ τῆς ὥρας εἰς πάντα ἄλλον ρήτορα πλὴν τῶν εἰσηγητῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἠμποροῦν νὰ ἀγορεύσουν ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν, ἔχει καλῶς καὶ διὰ τοῦ μέτρου αὐτοῦ περιορίζεται ἡ συζήτησις. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι περιορίζεται ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου, διότι εἰς τὴν Γαλλίαν δὲν ἠξεύρω ἂν ὑπάρχῃ τώρα, πάντως ὑπάρχει διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἐκπρόσωποι τῶν κομμάτων ἀγορεύουν ἐπὶ ¼ καὶ οἱ λοιποὶ βουλευταὶ ἐπὶ 10 λεπτά. Τοῦτο ἐνθυμοῦμαι τὸ εἶπε ὁ ἀείμνηστος Μιχαλακόπουλος, συζητουμένου τοῦ ψηφίσματος τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, κύριοι, ὁ λαὸς θὰ βλέπῃ ὅτι ἐργαζόμεθα καὶ δὲν ἀπεραντολογοῦμεν. Ἂς χωρήσωμεν, λοιπόν, εἰς τὴν οὐσίαν τῶν διατάξεων. Αἱ γνῶμαι πολλῶν ἐκ τῶν διακεκριμένων συναδέλφων, θὰ διαφωτίσουν τὴν συνέλευσιν, ἂς μὴ ἀραδιάζωμεν θεωρίας καὶ μόνον θεωρίας κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος καὶ ἂς καταλήξωμεν εἰς συμπεράσματα. Τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἔχει ἐχθρούς. Οἱ βάλλοντες ἐναντίον τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ τὸ κατηγοροῦν, ὅτι προκαλεῖ ἀπεράντους καὶ ἀκάρπους συζητήσεις. Ἂς θέσωμεν κλεψύδραν εἰς αὐτὰς καὶ ἂς προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἔργον ἡμῶν παραλλήλως πρὸς τὸ μέγα ἔργον τοῦ στρατοῦ μας καὶ ἂς ἐλπίσωμεν, ὅτι ἂν γίνουν διακοπαί, θὰ γίνουν διὰ νὰ ἐξυμνήσωμεν τὰς νέας καὶ τελειωτικὰς νίκας τοῦ ἐνδόξου στρατοῦ μας. (Χειροκροτήματα).
§81Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ μίαν διευκρίνισιν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀπὸ τὰ πρακτικὰ φαίνεται ὅτι, τὸ ψήφισμα ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχήν. Εἶναι τοῦτο ἀληθές, ἢ ὄχι;
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν τὸ ψήφισμα τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς.
§83Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Συνεπῶς πᾶσα συζήτησις κατ’ ἀρχὴν τοῦ λοιποῦ θὰ ἐκλείψῃ.
§84Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἔπρεπε νὰ ἐκλείψῃ ἀπὸ χθές, ἐὰν ἐγένετο δεκτὸν ἀπὸ χθὲς τὸ ψήφισμα. Ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν ὑπάρχει ἡ ἀπαιτουμένη πειθαρχία καὶ ἐφ’ ὅσον συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, θὰ συζητήσωμεν ὅλοι ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§85Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ αὐτὸ κάμνω αὐτὴν τὴν ἐρώτησιν, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, Κύριε Πρόεδρε, ἐφ’ ὅσον γίνεται συζήτησις κατ’ ἀρχὴν πρέπει νὰ ξεύρωμεν.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ἡ συζήτησις γίνεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον, θὰ παρακαλέσω τοὺς ρήτορας τοὺς ἐγγεγραμμένους νὰ περιορισθοῦν ὅσον τὸ δυνατὸν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§87Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ ἀπόψεως τυπικῆς σημασίας ἡ συζήτησις ἔληξεν. Ἀπὸ ἀπόψεως οὐσιαστικῆς ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν πατριωτισμὸν τῶν βουλευτῶν ἐὰν θὰ συντομεύσουν τὴν συζήτησιν.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν τὴν συνεδρίασιν ἐπὶ μίαν ὥραν.
(Ὥρα 9.15′ μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Κ. Τσᾶτσος καὶ ὁ κ. Θ. Τσᾶτσος, διαγράφονται ὡς ἀπόντες. Ὁ κ. Δ. Χατζηγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§90Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, θὰ παραιτηθῶ τοῦ λόγου, διότι θέλω νὰ ψηφισθῇ τὸ ψήφισμα. Ἤθελα μόνον νὰ κάμω μίαν σύστασιν πρὸς τὸ Σῶμα. Δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἀρνηθῇ νὰ ψηφίσῃ τὸ Σύνταγμα. Θὰ εἶναι ἡ μεγαλυτέρα ὁμολογία καὶ ἡ μεγαλυτέρα ἀπογοήτευσις, ὅτι ὁ ἐθνικόφρων κόσμος εἶναι ἀνίκανος νὰ δώσῃ καὶ ἕνα Σύνταγμα εἰς τὸν τόπον του. Δι’ αὐτὸ ἐπιθυμῶ νὰ διευκολυνθῇ ἡ ψήφισις τοῦ Συντάγματος, ὄχι βεβαίως, ὅπως εἶπε καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τροχάδην, τῶν τροπολογιῶν, ἀφ’ ἧς καὶ θὰ ἀρχίσουν αἱ συζητήσεις. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς τροπολογίας ἡ πρότασις τῶν δύο βουλευτῶν, τάσσει προθεσμίαν 8 ἡμερῶν. Ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας πρὸς ὑποβολὴν τροπολογιῶν, θὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος εἶχε τάξει προθεσμίαν 30 ἡμερῶν ἀλλὰ κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς τροπολογίας τῶν κ.κ. Βασιλειάδη καὶ Παπαδήμου, περιωρίσθη ἡ προθεσμία εἰς 15 ἡμέρας. Ὑπάρχει ὅμως, καὶ μία ἄλλη τροπολογία τῶν κ.κ. Χ. Θηβαίου καὶ Κ. Τσάτσου, ἡ ὁποία τάσσει προθεσμίαν 20 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος.
§91Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ κηρύξῃ ἑαυτὴν Συντακτικήν, ἐὰν νομίζῃ ὅτι συμφωνεῖ τοῦτο μὲ τὸ λαϊκὸν αἴσθημα. Τὸ λέγει ρητότατα ὁ Ἐσμάϊν.
§92Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ 1ου ἄρθρου τοῦ σχεδίου ψηφίσματος τοῦ κ. Γονατᾶ, θὰ ἤθελα νὰ παρατηρήσω σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τῶν πρακτικῶν τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς, ὅτι δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν ἄποψιν ὅτι τὴν βάσιν τῶν συζητήσεων ἐπὶ τοῦ Συντάγματος θὰ ἀποτελέσουν αἱ ἔντυποι εἰσηγήσεις τῶν διαφόρων εἰσηγητῶν. Καὶ δὲν συμφωνῶ ἀκόμη, ἐπὶ τοῦ ὅτι, αἱ ἐν τῇ Συνταγματικῇ Ἐπιτροπῇ λαβοῦσαι χώραν συζητήσεις, ὑπῆρξαν συζητήσεις ἄνευ σοβαρᾶς σημασίας. Διότι εἶναι γεγονὸς, ὅτι κατὰ μέγα μέρος, ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεμακρύνθη βασικώτατα, ἀπὸ τὰς εἰσηγήσεις τῶν κ.κ. εἰσηγητῶν, αἱ δὲ συζητήσεις, αἱ λαβοῦσαι χώραν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ὑπῆρξαν ἐξόχως ἐμπεριστατωμέναι καὶ διαφωτιστικαὶ καὶ διεξήχθησαν ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι διακρίνονται διὰ τὴν βαθεῖαν των μόρφωσιν, τὴν συνταγματικήν των κατάρτισιν καὶ τὴν μεγάλην πεῖραν των. Ἑπομένως τὰ πρακτικὰ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, νομίζω, ὅτι ἀποτελοῦν ἕνα πολυτιμώτατον στοιχεῖον μεγαλυτέρας ἀξίας τῶν δημοσιευθεισῶν εἰσηγήσεων καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρχίσῃ κἂν ἡ συζήτησις χωρὶς νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν πραγματικὴν εἰκόνα τῶν συζητήσεων εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν.
§93Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα τὰ πρακτικά; Βαθμηδὸν θὰ δημοσιευθοῦν. Ἤδη εἶναι ἕτοιμοι δύο τόμοι.
§94Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνωρίζω ὅμως, ὅτι, δὲν δυνάμεθα νὰ θέσωμεν ὡς ἀφετηρίαν τῆς ἐνάρξεως τῶν συζητήσεων ἐπὶ τοῦ Συντάγματος τὸ πέρας τῆς δημοσιεύσεως τῶν πρακτικῶν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Χρονικὸν δηλαδὴ σημεῖον ἄδηλον. Ἑπομένως ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, εἶναι ὀρθότερον τὸ ψήφισμα τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον ὁρίζει προθεσμίαν ἀπὸ τοῦ πέρατος τῆς ὑποβολῆς ἀλλὰ μὲ ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ συγκερασθῇ μὲ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου καὶ τὴν ἐπιστημονικὴν κατάρτισιν τοῦ Συντάγματος καὶ ἡ ταχυτέρα ἐπιψήφισις αὐτοῦ. Ἀκόμη, ἤθελον νὰ παρατηρήσω τοῦτο: Ἐάν, διαρκούσης τῆς ἀνταρσίας ἡ Βουλὴ αὐτή — ὅταν μάλιστα δὲν ὑπάρχει πλέον ἡ ἐπιβολὴ τῶν κομμάτων, διότι εἰς τὰ συνταγματικὰ ζητήματα εἶναι ἐλεύθερος κάθε βουλευτής, νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του — ἐὰν ἡ Βουλὴ αὐτὴ κατορθώσῃ νὰ δώσῃ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἀγκαλιάσῃ τὰς σημερινὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας, δηλαδὴ Σύνταγμα μὲ οὐσιαστικὸ Δημοκρατικὸ περιεχόμενον, θὰ δώσῃ τὸν ὡραιότερον ἠθικὸν ἐξοπλισμὸν εἰς τὸ νόμιμον Κράτος, καὶ θὰ ἐπιφέρῃ τὸν ἠθικὸν ἀφοπλισμὸν εἰς τὴν ἀνταρσίαν καὶ εἰς κάθε ἐπιβουλὴν ἐναντίον τοῦ Κράτους. Ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς, νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ διευκολύνωμεν τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος καὶ εὔχομαι ὅπως τοῦτο εἶναι συγχρονισμένον εἰς τρόπον, ὥστε ὅταν τὸ ἀφιερώσωμεν εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων, νὰ εἶναι πράγματι Σύνταγμα Ἑλληνικὸν καὶ ὄχι Σύνταγμα ὡρισμένων τάξεων.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Παπαρρηγόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§96Ε. ΓΟΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις μὲ τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν τῶν παρόντων βουλευτῶν. Παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὔτε ὁ νόμιμος ἀριθμὸς διὰ τὴν ἐπιβολὴν ἐνστάσεως ἀπαρτίας.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Παπαρρηγόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§98Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐγώ, θὰ ἤθελα εἰς ἀπάντησιν τῶν ὅσων ἐλέχθησαν ὅτι, ὁ λαὸς δὲν ἔχει τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ ἔχει ἀναθεωρητικὴν ἁρμοδιότητα, νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸ διάταγμα τῆς προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν, τὸ ὁποῖον λέγει: «Ἡ ἐκ τῶν ἐκλογῶν τούτων συγκροτηθησομένη Βουλή, θέλει ἔχει τὴν ἐξουσίαν ἀναθεωρήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, Πλὴν τῶν καθοριζουσῶν τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος».
§99Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Αὐτὸ δὲν προσθέτει τίποτε.
§100Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς δὲν προσθέτει τίποτε; Νομίζω, ὅτι ἡ προθεσμία τὴν ὁποίαν τάσσει ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος, τῶν 15 ἡμερῶν, ἡ ὁρισθεῖσα κατὰ παμψηφίαν σχεδὸν τῶν μελῶν αὐτῆς, εἶναι ἡ λογικωτέρα καὶ ἡ καλυτέρα. Τώρα βέβαια, ἐγεννήθη καὶ ἄλλο ζήτημα. Τὸ περίφημο ζήτημα τῆς ἐννοίας τῆς προθεσμίας πρὸς ὑποβολὴν τροπολογιῶν. Κατὰ πόσον δηλαδή, ἡ προθεσμία αὐτὴ θὰ εἶναι ἀνατρεπτικὴ καὶ ποίαν ἔννοιαν ἔχει ἡ ἀνατρεπτικότης τῆς ὑποβολῆς τροπολογιῶν. Νομίζω, ὅτι, τὸ ζήτημα ἐτέθη ὀρθῶς καὶ ἀπὸ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς σχετικῆς διατάξεως, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ. Ἡ ἔννοια τῆς ἀνατρεπτικότητος εἶναι ἡ ἑξῆς: Βεβαίως, πρέπει νὰ ταχθῇ μία προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ὑποβληθοῦν αἱ διάφοροι τροπολογίαι. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπ’ ἄπειρον καὶ εἰς πᾶσαν στιγμήν, νὰ ὑποβάλλωνται τροπολογίαι, ριζικαί, ἀνεξάρτητοι καὶ αὐτοτελεῖς, αἱ ὁποῖαι νὰ χρήζουν ἰδιαιτέρας μελέτης καὶ νὰ παρατείνεται οὕτω ἐπ’ ἄπειρον τὸ ἔργον τῆς συζητήσεως. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι ἀπαγορεύεται ὅπως ὑποστηριχθοῦν κατὰ τὴν συζήτησιν δευτερευούσης φύσεως τροπολογίαι ἢ τοιαῦται τείνουσαι εἰς τὴν διαμόρφωσιν καὶ διατύπωσιν ἑνὸς ἄρθρου κατὰ τρόπον διάφορον τοῦ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς προτεινομένου. Ἐπὶ πλέον, νομίζω, ὅτι, μὲ τὴν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἀρχηγοῦ τῶν Ἐθνικῶν Φιλελευθέρων, διατυπουμένην τροπολογίαν, θὰ ἐπιτρέπεται ἡ ὑποβολὴ ἀκόμη καὶ αὐτοτελῶν τροπολογιῶν κατὰ τὴν συζήτησιν, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι τὸ Σῶμα θὰ κρίνῃ κατὰ πόσον θὰ εἰσέρχεται εἰς ἀπ’ εὐθείας συζήτησιν αὐτῶν ἢ θὰ παραπέμπωνται αὗται λόγῳ τῆς σοβαρότητός των εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν. Ὥστε ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν τὴν διατύπωσιν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ προθεσμία παραμένει ἀνατρεπτικὴ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὑπὸ τὴν ὁποίαν διετυπώθη εἰς τὸ σχέδιον τοῦ κ. Γονατᾶ. Τὸ σημεῖον ὅπου δὲν συμφωνῶ μὲ τὸ ψήφισμα τοῦ κ. Γονατᾶ, εἶναι τοῦτο. Εἰς τὰ ἄρθρα 3 καὶ 5, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὴν διάρκειαν τῶν συζητήσεων ἐν τῇ Βουλῇ. Βλέπω ὅτι, τὸ σχέδιον ψηφίσματος λέγει: «Διὰ τὴν ἀγόρευσιν τῶν γενικῶν εἰσηγητῶν δὲν τίθεται χρονικὸν ὅριον. Οἱ κατὰ κεφάλαια εἰσηγηταὶ δὲν δύνανται νὰ ὑπερβῶσι τὴν ἡμίσειαν ὥραν. Ὅλαι αἱ λοιπαὶ ἀγορεύσεις δὲν δύνανται νὰ ὑπερβῶσι τὸ ¼ τῆς ὥρας, ἐκτὸς ἐναντίας, κατ’ ἐξαίρεσιν ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἐρωτωμένης παρὰ τοῦ Προέδρου». Νομίζω, ὅτι, εἶναι ὀρθωτέρα ἡ διατύπωσις τῆς προτάσεως τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς «Ἐξαιρέσει τῶν ἀγορεύσεων............... (Ἀναγινώσκει)... ἡμισείας ὥρας». Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο συμφωνεῖ ἡ πρότασις τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Γονατᾶ.
§101Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν προβλέπει γενικὸν εἰσηγητὴν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ, οὔτε εἶναι καὶ ἀνάγκη.
§102Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὕπαρξις γενικοῦ εἰσηγητοῦ εἶναι, ἀναμφισβητήτως, ἀπαραίτητος.
§103Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πῶς «ἀναμφισβητήτως». Ἰδοὺ ἡ ἀμφισβήτησις: (Δεικνύει τὸν κ. Α. Μιχαλακόπουλον). (Γέλωτες).
§104Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ γενικὸς εἰσηγητὴς εἶναι κατὰ τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπαραίτητος.
§105Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί θὰ κάνῃ ὁ γενικὸς εἰσηγητής; Θὰ συνοψίζῃ τὰ πρακτικά.
§106Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ γενικὸς εἰσηγητὴς θὰ δώσῃ τὴν γενικὴν εἰκόνα τῶν κατευθυντηρίων γραμμῶν αἱ ὁποῖαι ἐπεκράτησαν κατὰ τὰς συζητήσεις τῆς Ἐπιτροπῆς.
§107ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔκανε γενικὴν εἰσήγησιν ὁ κ. Θεοφανόπουλος.
§108Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι ἡ περιληπτικὴ εἰκὼν, τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ κ. Θεοφανόπουλος ἀποτελεῖ τὴν γενικὴν εἰσήγησιν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ἡ γενικὴ εἰσήγησις εἶναι, τονίζω, ἀναμφισβητήτως ἀπαραίτητος. Λέγω, λοιπόν, ὅτι, τὸ ἄρθρον 3 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς, εἶναι ὀρθὸν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς διαρκείας τῶν συζητήσεων καὶ ὄχι τοῦ κ. Γονατᾶ. Ἐπίσης λέγει τοῦτο, ὅτι οἱ μὲν εἰσηγηταὶ δύνανται νὰ ἀγορεύωσιν ἄνευ περιορισμοῦ, καὶ τοῦτο νομίζω εἶναι ὀρθότερον. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς περαιτέρω ἀγορεύσεις, τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς τὰς καθορίζει εἰς ἡμίσειαν ὥραν ἐκτὸς ἐὰν παράσχῃ ἄδειαν παρατάσεως ἡ Βουλή. Λέγει δέ: «Τὸ χρονικὸν τοῦτο ὅριον ἰσχύει καὶ διὰ τοὺς..........». (Ἀναγινώσκει) Συμφωνεῖ εἰς αὐτὸ μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Γονατᾶ. Ἐκεῖνο ποὺ παρουσιάζει, τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς, εἶναι ὅτι μετὰ τετράωρον συζήτησιν τὸ χρονικὸν ὅριον περιορίζεται εἰς ἓν τέταρτον. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι προτιμότερον, διότι τάσσει ἓν ἀνώτατον ὅριον, ἓν 8ωρον. Διότι, τὸ σχέδιον λέγει:..... (Ἀναγινώσκει)......». Τὸ σχέδιον τοῦ κ. Γονατᾶ λέγει, ὅτι τοῦτο δὲν δύναται νὰ συμβῇ πρὸ τῆς παρελεύσεως 3 ὡρῶν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως. Τάσσει ἕνα ἐλάχιστον ὅριον, ἀλλ’ ἀφήνει ἀνοικτὸν τὸ περιθώριον τοῦ ἀνωτάτου ὁρίου καὶ ὡς ἐκ τούτου δύναται νὰ λάβῃ μεγάλην ἔκτασιν ἡ συζήτησις. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ἕνα ἀνώτατον ὅριον, μετὰ τὸ ὁποῖον θὰ κυρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις. Ἐὰν καθιερωθῇ ὅτι οἱ εἰσηγηταὶ δὲν θὰ ἔχουν περιορισμὸν καὶ ἡ συζήτησις κατόπιν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἀνὰ ἡμίωρον, νομίζω ὅτι συμπληρουμένων 8 ὡρῶν ἢ 12 ὡρῶν θὰ δύναται νὰ κηρυχθῇ περαιωμένη ἡ συζήτησις. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως, αὕτη θὰ ἀρχίσῃ μετὰ τὴν πάροδον τῆς 15θημέρου προθεσμίας, ἡ ὁποία θὰ ταχθῇ διὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν τροπολογιῶν.
§109Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Ὄχι ἀμέσως μετὰ τὴν πάροδον τῶν 15 ἡμερῶν, διότι ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ θὰ ἐξετάσῃ τὰς τροπολογίας αὐτάς.
§110Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Κύριε Πρόεδρε, εὐθὺς ὡς τερματίσει ὁ κ. συνάδελφος τὴν ἀγόρευσίν του, παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθοῦν μερικαὶ τροπολογίαι, διὰ νὰ γίνῃ ἐπ’ αὐτῶν πλέον ἡ συζήτησις καὶ φαντάζομαι ὅτι αὐταὶ συνοψίζουν τὸ γενικὸν πνεῦμα τῆς ὅλης συζητήσεως.
§111Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ τροπολογίαι εὐθὺς ὡς ὑποβληθοῦν εἰς τὴν Βουλὴν θὰ παραπέμπωνται εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ὑποχρεοῦται ἐντὸς 48 ὡρῶν νὰ ἀποφανθῇ.
§112Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι εἶδον μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία μοῦ ἐφάνη ὀρθοτέρα. Τὸ ὀρθότερον θὰ ἦτο ἡ ὑποβληθησομένη κατὰ τὴν συζήτησιν τροπολογία, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ κρίνεται κατὰ τὴν συζήτησιν.
§113Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Αὐτὸ εἴπομεν καὶ δι’ αὐτὸ παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἀναγνώσῃ μερικὰς τροπολογίας.
§114Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντως θὰ ταχθῇ μία προθεσμία ὑποβολῆς τροπολογιῶν καὶ παραπομπῆς των εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος. Ὅταν καὶ τὸ πλέον ἁπλοῦν νομοσχέδιον παραπέμπεται εἰς τὴν ἁρμοδίαν κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι περίεργον ἐὰν μία τροπολογία τοῦ Συντάγματος παραπέμπεται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος.
§115Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Δὲν ἠρνήθη κανεὶς τοῦτο, τοὐλάχιστον ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διευθύνουν τὰ κόμματα, δὲν διετυπώθη ἀντίρρησις ὅτι δὲν θὰ πρέπει αἱ τροπολογίαι νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Εἴπομεν ὅτι, ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ παραπέμπωνται, νὰ μὴ παραπέμπωνται εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Πάντως ἡ Βουλὴ θὰ κρίνῃ ἐὰν πρόκειται περὶ τυπικῆς τροπολογίας.
§116Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ διὰ τὰς τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι θὰ ὑποβληθοῦν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν συζητήσεων.
§117Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβ.). Καὶ αὐταὶ τὴν ἰδίαν διαδικασίαν θὰ ἀκολουθήσουν.
§118Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, ἀσφαλῶς θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν καὶ διαπληκτισμοὺς εἶναι αἱ τροπολογίαι αἱ ὑποβληθησόμεναι κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως τοῦ ἄρθρου, διότι θὰ ὑποβληθοῦν καὶ τότε τροπολογίαι καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι τὰς ἀφήνομεν.
§119Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ τὸ ἀφήνομεν καὶ τὸ συζητοῦμεν μετὰ 2 ἡμέρας, ἕως ὅτου κριθῇ ἡ ὑποβαλομένη τροπολογία.
§120Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἀπὸ μίαν μακρὰν πεῖραν, τὴν ὁποίαν ἔχω, λέγω τοῦτο: Δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ψηφισθῇ ἄρθρον ἄνευ τῆς τροπολογίας. Νομίζω ὅτι, ἐὰν ἡ τροπολογία εἶναι ἁπλῆ, θὰ γίνῃ δεκτή, ἐὰν εἶναι τροπολογία, ἡ ὁποία χρειάζεται νὰ περιβληθῇ μίαν διατύπωσιν, θὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ οὐσία της, παραπεμπομένης τῆς φραστικῆς διατυπώσεως εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος, διότι ἄλλως ὅλα τὰ ἄρθρα θὰ ἀναβάλλωνται.
§121Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τροπολογία αὐτὴ θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος. Ἐπάνω εἰς τὴν τροπολογίαν αὐτὴν σεῖς θὰ προτείνετε ἄλλην προσθήκην ἢ τροπολογίαν ἡ ὁποία θὰ συζητηθῇ ἀμέσως ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐὰν εἶναι ἁπλῆ, ἐὰν ὅμως εἶναι τροπολογία, ἡ ὁποία ἀλλάσσει ἐντελῶς τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τότε θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, διὰ νὰ κρίνῃ αὕτη.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν διατύπωσιν τῆς τροπολογίας: «Τροπολογίαι ὑποβαλλόμεναι κατὰ τὴν ὥραν τῆς συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ δὲν παραπέμπονται εἰς τὴν τὸ Σῶμα».
§123Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Ἡ τροπολογία ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἐπὶ τῆς προτάσεως ψηφίσματος τῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς...... .............. (ἀναγινώσκει)............». Δηλαδὴ αἱ τροπολογίαι γίνονται ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη ἀπὸ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ τὸ ὁποῖον ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχήν. Προτείνομεν νὰ ἀντικατασταθῇ τὸ ἄρθρον. 1 ὡς ἑξῆς: «Ἡ συζήτησις τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος θὰ ἀρχίσῃ τὴν 6ην Ἰουλίου............. (ἀναγινώσκει)............». Ἑπομένως καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἔχει μίαν εὐχέρειαν ἀπολύτως ἐλαστικήν.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν αὐτό;
§125ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν.
§126Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ προχωρήσητε εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν προτοῦ δώσητε τὸν λόγον εἰς τοὺς θέλοντας νὰ ὁμιλήσουν κατ’ ἀρχήν. Παραβιάζετε τὸν Κανονισμόν.
§127Δ. ΛΟΝΤΟΣ. (Ὑπ. Ἀνοικοδομήσεως). Ὁ κύριος Πρόεδρος, ἀνέγνωσε τὴν τροπολογίαν.
§128Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ κ. Πρόεδρος παρεβίασε τὸν Κανονισμόν.
§129Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Πῶς τὸ λέγετε αὐτὸ, ὁ κ. Πρόεδρος μοῦ ἔδωσε τὸν λόγον. Ἐὰν θέλετε νὰ ὁμιλήσητε, θὰ ὁμιλήσητε.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τῶν ἄρθρων.
§131Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ Κανονισμοὶ ἔγιναν διὰ νὰ ἐπιβάλλωνται εἰς ἡμᾶς.
§132Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Συνεχίζομεν τὴν ἀνάγνωσιν. Ἡ παράγραφος 2 τοῦ ἄρθρου 1 θὰ μείνῃ ὡς ἔχει. Ἄρθρον 2 νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «......... (ἀναγινώσκει) .....................». Ἄρθρον 3 ................................ «......... (ἀναγινώσκει) .....................». Τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Γονατᾶ ἐγὼ τοὐλάχιστον τὴν ἀποδέχομαι. Νομίζω ὅτι ἡ διατύπωσίς της, εἶναι ἡ ἀκριβεστέρα. Ἄρθρον 4: ........................ «......... (ἀναγινώσκει) .....................». Θὰ ὁμιλοῦν ἐπὶ 3 καὶ 4 ὥρας. Ἄλλωστε ἡ διάταξις τοῦ σχεδίου τοῦ κ. Γονατᾶ ἀφήνει τὴν εὐχέρειαν αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν.
§133Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ τρίωρον βάζει ἕνα δίλημμα. Νὰ τὸ καταργήσωμεν ἢ νὰ τὸ ἀφήσωμεν;
§134Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Τρίωρον ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως. Ἐδῶ θὰ πρέπει νὰ προστεθῇ ἐφ’ ὅσον εἶναι ἐγγεγραμμένοι ὁμιληταί. Διότι ἐὰν δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένοι, δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ τερματίσωμεν πρὸ τῆς παρελεύσεως τοῦ τριώρου.
§135Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δηλαδή, κ. Πρόεδρε, θὰ γίνεται «πατεῖς με πατῶ σε» ποῖος θὰ ἐγγραφῇ πρῶτος.
§136Ε. ΓΟΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θέτω τὸ ἑξῆς ἐρώτημα: Δι’ ἕνα ἄρθρον διὰ τὸ ὁποῖον εἴμεθα σύμφωνοι, τὴν ἀγόρευσιν τοῦ τετάρτου θὰ τὴν ἀπαγορεύσητε; (Φωναί, θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§137Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ νὰ ὁρίσητε χρονικὸν διάστημα ἑκάστης ἀγορεύσεως καὶ μάλιστα ἐφ’ ὅσον ὑπάρχῃ καὶ ἡ εὐχέρεια νὰ ἀποδεχθῇ ἡ Βουλὴ παράτασιν εἶναι ὀρθόν, ἀλλὰ νὰ ὁρίσητε ἀνώτατον ὅριον συζητήσεως ἑνὸς ἄρθρου, δὲν εἶναι ὀρθὸν διότι εἰς τὸ Α ἄρθρον θὰ ζητήσουν τὸν λόγον 3 καὶ εἰς τὸ Β 23. Δὲν εἶναι λοιπόν, ὀρθὸν νὰ ἀποκλεισθοῦν ὡρισμένοι ἀπὸ τοῦ νὰ ὁμιλήσουν.
§138Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἀκριβῶς ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς παρατάσεως ἔγκειται τοῦτο. Θὰ ἠμποροῦσε ἄλλωστε νὰ δώσῃ τὴν ἐξήγησιν ὁ κ. Γονατᾶς περὶ τῆς ἐννοίας τῆς διατάξεώς του. Εἰς τὴν κρίσιν ἄλλωστε τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς εἶναι τὸ νὰ περιορίσῃ ὄχι μετὰ τρεῖς ὥρας τὴν συζήτησιν. Ἐφ’ ὅσον δὲν προτιμᾶτε τὸν χαλινὸν εἴτε τὸ 8ωρον εἴτε τὸ 6ωρον ἡ πρότασις τοῦ κ. Γονατᾶ ἡ ὁποία καθορίζει ἐλάχιστον ὅριον συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, ἀφήνει ἀπόλυτον ἐλευθερίαν εἰς τὸ Σῶμα, ἵνα δι’ ἀποφάσεως αὐτοῦ παρατείνῃ τὸν χρόνον τῆς συζητήσεως. Τί ἐλευθεριώτερον ἀπὸ αὐτὸ θέλετε;
§139Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἡ ἔννοια τοῦ ὑποχρεωτικοῦ ἐλαχίστου ὁρίου εἶναι ἀκατανόητος.
§140Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διάταξις, κύριοι, λέγει τὰ ἑξῆς: «...... (ἀναγινώσκει) .....................». Δηλαδή, κ. συνάδελφοι, δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον ἀπὸ τοὺς ἐγγεγραμμένους. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὰς ἰσχυούσας Συνταγματικὰς διατάξεις.
§141Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Νὰ προστεθῇ ὡς ἄρθρον Γʹ τὸ ἄρθρον 7 τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Γονατᾶ καθ’ ὅ: «...... (ἀναγινώσκει) .......».
§142Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Νομίζω ὅτι δὲν χρειάζεται ἄρθρον ἐκ τῶν προτέρων. Θὰ εἶναι πλεονασμός.
§143Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Δὲν βλάπτει νὰ εἶναι κἄτι πλέον. (Συνεχίζει τὴν ἀνάγνωσιν).
§144Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ τεθῇ ἡ διάταξις τοῦ κ. Γονατᾶ ὁλόκληρος καθ’ ἣν δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς προνομιοῦχος. Ὅταν θὰ ζητοῦν τὸν λόγον οἱ ἀρχηγοὶ νὰ ὁμιλοῦν μὲ τὴν σειράν των. Δὲν θὰ εἴμεθα ἡμεῖς πάντοτε οἱ ὑποδεκανεῖς τῶν στραταρχῶν.
§145Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, χθὲς ἀπεφασίσθη νὰ θεωρηθῇ κατ’ ἀρχὴν ψηφισθὲν τὸ σχέδιον αὐτό.....
§146Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἀπεφασίσθη αὐτό. Δὲν εἶναι ἀληθὲς τὸ περιεχόμενον τῶν πρακτικῶν.
§147Γ. ΜΑΥΡΟΣ. .. καὶ ὅτι οἱ ἐγγεγραμμένοι βουλευταὶ οἱ ὁποῖοι ἐκλήθησαν νὰ παραιτηθοῦν θὰ ἦτο δυνατόν, νὰ ὁμιλήσουν σήμερον ἐπὶ τῶν ἄρθρων. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον διότι πρόκειται νὰ διατυπώσω ἀπόψεις αἱ ὁποῖαι διαφωνοῦν πρὸς ἐκείνας τῶν συναδέλφων οἱ ὁποῖοι προηγήθησαν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο. Γνωρίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ τὰς δεχθῇ κατὰ πλειοψηφίαν, ἀλλά, κατὰ μείζονα λόγον, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τὰς εἴπω διὰ νὰ μείνουν διὰ τὴν ἱστορίαν. Κύριοι συνάδελφοι, ἐτέθησαν δύο ζητήματα: Ἐὰν ἡ Βουλὴ αὐτὴ εἶναι κατ’ ἀρχὴν κατάλληλος διὰ νὰ κάμῃ συντακτικὸν ἔργον καὶ δεύτερον ἐὰν θὰ εἶναι κατάλληλος ἡ στιγμὴ διὰ τὸ ἔργον τοῦτο. Ἡ τελευταία παρατήρησις ἀφορᾷ τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Βαμβέτσου, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξεν ὅτι πρὶν ἢ ἀποκατασταθῇ πλήρως ἡ τάξις καὶ ἐπαναπατρισθοῦν ὅλοι οἱ συμμοριόπληκτοι, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸ Σῶμα νὰ ἀσχοληθῇ μὲ ἔργον συντακτικόν. Κύριοι συνάδελφοι, ἀνακύπτει εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἕνα θέμα: Πῶς αὐτὴ ἡ Βουλή, ἡ ὁποία ἐκλήθη ὡς Βουλὴ ἀναθεωρητική, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐπιτελέσῃ τὸν κύριον σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον ἐκλήθη. Ἡ Βουλὴ ἐκλήθη κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον δὲν δίδει τὸ δικαίωμα εἰς καμμίαν Κυβέρνησιν νὰ καλῇ, χωρὶς τὴν διαδικασίαν τοῦ ἄρθρου 108, μίαν Βουλήν, διὰ νὰ κάμῃ ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἀνακύπτει ἕνα θέμα συνταγματικόν. Πῶς κατὰ Ἰανουάριον 1946 ἡ προεκλογικὴ Κυβέρνησις Σοφούλη, ἐκάλεσε Βουλὴν ἀναθεωρητικὴν καὶ διατὶ τὸ ἔκαμεν αὐτό; Ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, εἶχε προηγηθῆ τὸ δημοψήφισμα τῶν ἐκλογῶν, ἀσφαλῶς δὲν θὰ εὑρισκώμεθα ἐδῶ ὡς Βουλὴ ἀναθεωρητική.
§148Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Φέρει τὴν ὑπογραφήν σας ἕνα διάταγμα τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἀντίθετα. Σεῖς τότε, κ. Μαῦρο, παρεβιάσατε τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, διότι σεῖς μᾶς καλεῖτε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἰς ἐκλογὰς ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς.
§149Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ ὁμιλῶ, κ. συνάδελφε, καὶ ἂν θέλετε νὰ μὲ ἀφήσετε. Ἐρωτᾶται, λοιπόν, πῶς ἡ Βουλὴ αὐτή, κληθεῖσα ὡς ἀναθεωρητική, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ κύριον ἔργον της, τὸ ἀναθεωρητικόν; Ἐὰν τὸ δημοψήφισμα εἶχε προηγηθῆ τῶν ἐκλογῶν, ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἤμην καὶ ἐγὼ μέλος, δὲν θὰ ἐκάλει ποτὲ Βουλὴν ἀναθεωρητικὴν, κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ Συντάγματος.
§150Γ. ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ. (Διακόπτει τὸν ρήτορα μὴ ἀκουόμενος).
§151Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἐὰν θέλετε νὰ μὲ ἀφήσετε νὰ συνεχίσω. Λοιπόν, ἐὰν εἶχε προηγηθῆ τὸ δημοψήφισμα, ἡ Κυβέρνησις ἡ προεκλογικὴ δὲν θὰ ἐκάλει ἐκλογὰς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, θὰ ἐκάλει μίαν ἁπλῆν Βουλήν, ἡ ὁποία ἐνδεχομένως, θὰ καθώριζε τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις καὶ μετὰ ἄλλη Βουλή, θὰ ἔκαμε τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ ἦτο ἐκκρεμὲς τὸ πολιτειακόν, δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξεν ὁ κ. Παπανδρέου, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὑπῆρχε τὸ ἐνδεχόμενον ὁ λαὸς νὰ ἀποφανθῇ ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας. Τότε θὰ εὑρισκώμεθα ἄνευ Συντάγματος, διότι τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα τοῦ 1911, εἶχεν ἀνάγκην μεταρρυθμίσεων διὰ νὰ προσαρμοσθῇ εἰς τὴν δημοκρατικὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος. Αὐτὴν μόνον τὴν περίπτωσιν προέβλεψεν ἡ Κυβέρνησις Σοφούλη καὶ δι’ αὐτὸ ἐκάλεσε ἐκλογὰς Βουλῆς Ἀναθεωρητικῆς. Ὁ ἄλλος λόγος, ὁ ὁποῖος μᾶς ὡδήγησε νὰ καλέσωμεν Βουλὴν Ἀναθεωρητικὴν ἦτο τὸ ἐπικρατοῦν πνεῦμα κατευνασμοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπέτρεπεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβλέπῃ μίαν ἡσυχίαν μακρὰν, ἡ ὁποία θὰ καθίστα δυνατὸν τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Ἀλλά, κύριε συνάδελφε, τί ἐμεσολάβησεν ἔκτοτε;
§152Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ πνεῦμα τῆς Βαρκίζης.
§153Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἐμεσολάβησεν αὐτὸ τὸ διεθνὲς πνεῦμα, κ. Κουλουμβάκη.
§154Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τίποτε ἀπὸ αὐτά. Ἐμεσολάβησεν ἡ προδοσία κατὰ τῆς Ἑλλάδος μόνον!
§155Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Περὶ αὐτοῦ ὁμιλῶ. Ἐμεσολάβησεν ἡ ἀνοχὴ τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος, ἀπὸ τὰς ἐκλογὰς ἠκολούθησεν ἡ ἀνταρσία καὶ ἐν γένει ἐπῆλθον ἀνωμαλίαι τοιαῦται, αἱ ὁποῖαι μετέβαλον καὶ τὸν χαρακτῆρα καὶ τὰς ἁρμοδιότητας τῆς Βουλῆς. Αὐτὴ ἡ Βουλὴ ἔχει σήμερον καθῆκον νὰ ἡγηθῇ τοῦ ἀγῶνος διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιδοθῇ εἰς ἔργον ἀναθεωρητικόν, ὅταν διεξάγεται διεθνὴς σύρραξις ἐπὶ ἐδάφους Ἑλληνικοῦ, ὅταν εὑρισκώμεθα οὐσιαστικῶς εἰς γενικὴν ἐπιστράτευσιν, ὅταν τὸ ⅒ τοῦ πληθυσμοῦ περιπλανᾶται λόγῳ τῶν ζημιῶν τῆς ὑπαίθρου ἀπὸ τὴν ἀνταρσίαν. Ἀλλὰ καὶ ἕνας ἄλλος λόγος ἐπιβάλλει τὴν ὀρθότητα αὐτῆς, νομίζω, τῆς ἀπόψεως, ὅτι καὶ ἐὰν τὸ Σύνταγμα τὸ ψηφίσωμεν, κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύσῃ διότι αὐτὴν τὴν στιγμὴν εὑρίσκονται ἐν ἰσχύϊ 52 Συντακτικαὶ Πράξεις ἢ Ψηφίσματα αὐτῆς τῆς Βουλῆς. Τί θὰ γίνῃ μὲ ὅλα αὐτά; Θὰ εἶναι δυνατὸν μετὰ ἕνα μῆνα νὰ θέσωμεν εἰς ἰσχὺν Σύνταγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἔρχεται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὰς Συντακτικὰς Πράξεις ἢ θὰ ἐνσωματώσωμεν αὐτὰς εἰς τὸ Σύνταγμα; Ἐὰν κάνωμεν τὸ τελευταῖον, τότε κάνομεν Σύνταγμα μόνον διὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἀγῶνος ἐναντίον τῆς ἀνταρσίας. Ἐὰν πάλιν ἀναστείλωμεν τὸ Σύνταγμα καὶ εἴπωμεν διὰ μεταβατικῆς διατάξεως ὅτι, ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ ἀνταρσία δὲν θὰ ἰσχύῃ τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ αἱ 52 Συντακτικαὶ Πράξεις τῆς Βουλῆς, καὶ τότε δὲν βλέπω ποῖος λόγος μᾶς ἀναγκάζει νὰ προβῶμεν εἰς τόσον βεβιασμένην ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι ἐπιχειρουμένη αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος καὶ μετὰ τὰς διαστάσεις τῶν συζητήσεων τὰς ὁποίας προβλέπω, διότι ἀντιλαμβάνομαι πῶς ἡ Βουλὴ εἶναι ἀντίθετος πρὸς οἱονδήποτε περιορισμὸν τοῦ λόγου, ἀπὸ τὴν πεῖραν δὲ τὴν μέχρι τοῦδε ἐπιτρέπεται νὰ προβλέψῃ κανείς, ὅτι οὐδεὶς περιορισμὸς θὰ ἐφαρμοσθῇ — οὐδέποτε τὸ τέταρτον ἐφηρμόσθη καὶ ὅταν ἐψηφίσθη — μοιραίως θὰ ἀχθῶμεν εἰς συζητήσεις ἀπεραντολόγους. Καὶ λέγω, αὐτὸ θὰ ἀποτελέσῃ κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν τοὐλάχιστον πρόκλησιν πρὸς τὸν μαχόμενον λαόν.
§156ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δι’ αὐτὸ θέτομεν ὅρια.
§157Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Δύο ἔτη τώρα συνεδριάζομεν. Οὐδέποτε ἐτηρήθησαν τὰ χρονικὰ ὅρια. Θὰ ἔλεγα εἰς τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐμιμῆτο τὸ παράδειγμα τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐπεσκέπτετο ὁ ἴδιος τὰς ἐνόπλους δυνάμεις ἐκεῖ ποὺ μάχονται καὶ νὰ ἐπληροφορῆτο ἀπὸ ἀξιωματικοὺς καὶ ὁπλίτας τί γνώμην ἔχουν αὐτοὶ περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, περὶ τῆς ἐκτάσεως τῶν συζητήσεων αἱ ὁποῖαι θὰ γίνουν ἐδῶ, (θόρυβος), ἐὰν δέχωνται ὡς ἐπικαίρους τὰς συζητήσεις περὶ τῆς ψήφου τῆς γυναικὸς ἢ τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου ἡ ὁποία μόνη φοβοῦμαι ὅτι θὰ ἀπασχολήσῃ ἐπὶ ἑβδομάδας τὴν Βουλὴν αὐτήν. Ἐὰν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι αἱ ἔνοπλοι δυνάμεις ἀνέχονται αὐτὴν τὴν ἀπασχόλησιν μὲ ἀνεπίκαιρα ἔργα τῆς Βουλῆς, τότε δυνάμεθα νὰ ἀρχίσωμεν ἀπόψε τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως. Ἀλλὰ ἐάν, ὡς εἶμαι βέβαιος, σχηματίσῃ τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ στρατὸς δὲν ἀνέχεται καὶ ὁ λαὸς δὲν ἀνέχεται ἄλλην ἀπασχόλησιν τοῦ Σώματος πλὴν τὴν ἀναγομένην εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς δημοσίας τάξεως, τότε ἐν ἀνάγκῃ νὰ τερματίσωμεν ἀπόψε τὸ ἔργον τοῦτο τὸ ἀναθεωρητικὸν καὶ νὰ τὸ φέρωμεν ἐκ νέου εἰς αἰσιωτέρας καὶ καταλληλοτέρας ἡμέρας· καὶ τότε θὰ ἔχωμεν καιρὸν καὶ περὶ τῆς ψήφου τῶν γυναικῶν νὰ ὁμιλήσωμεν ἀκόμη καὶ περὶ τοῦ παλαιοημερολογιτισμοῦ ἐὰν οἱ καταλαμβανόμενοι ἀπὸ ἱερὰν συγκίνησιν δι’ αὐτὸ ἐπιμείνουν καὶ τότε.
§158Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, κύριε Πρόεδρε. Ἔχει ὑποβληθῆ ἔνστασις ἀπαρτίας ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ ἀπαιτουμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν. Καὶ σεῖς ἀντὶ νὰ ἀνακοινώσητε αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν, τὴν περιάγητε ἀπὸ τὸν ἕνα εἰς τὸν ἄλλον ζητῶν γνώμας.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πράγματι ὑπεβλήθη τοιαύτη ἔνστασις, ἀλλὰ φέρει 9 μόνον ὑπογραφὰς καὶ συνεπῶς θεωρεῖται μὴ ὑποβληθεῖσα.
§160Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ, βεβαίως, νὰ δημιουργήσω ζητήματα. Θέλω ὅμως νὰ παρατηρήσω ὅτι ὁ κατέχων μίαν Ἀρχήν, δὲν δύναται νὰ κατευθύνῃ τὰ πράγματα ὅπως θέλει, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐνεργῇ συμφώνως πρὸς τὸ καθῆκον ὅπερ τοῦ ἐπιβάλλει ἡ θέσις του. Παρομοία ὑπόδειξις θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ καὶ πρὸς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων τὴν ἑσπέραν αὐτήν, ὡς ἐκ τῆς στάσεώς των. Οἱ κύριοι ἀρχηγοὶ ἐπιμόνως ἠμιλλῶντο ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς συνεδριάσεως νὰ λάβουν τὸν λόγον διὰ νὰ ἀναπτύξουν τὰς ἀλλοκότους καὶ περιέργους ἰδέας των, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν, καὶ ἠνάλωσαν πολύτιμον χρόνον πρὸς τοῦτο. Καὶ παρὰ τὸ ἐπιδειχθὲν ἐνδιαφέρον των καὶ τὴν ἐπιμονήν των ὅπως ὁμιλήσουν, δὲν ἐπανῆλθον ὡς βλέπετε, εἰς τὴν ἐπαναληφθεῖσαν συνεδρίασιν. Ἀφῆκαν οὕτω ἐκθέτους τὰς γνώμας των καὶ παρέχουν εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύωμεν ὅτι ἔλαβον τὸν λόγον διὰ νὰ γραφῇ τοῦτο εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας. Μᾶς εἶπον σὺν τοῖς ἄλλοις, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ τῆς 31ης Μαρτίου εἶχον πολιτειακὸν χαρακτῆρα, ἀφήνοντες νὰ ἐξυπακούεται ὅτι ἡ σημερινὴ σύνθεσις τῆς Βουλῆς δὲν ἐκπροσωπεῖ τὸ λαϊκὸν φρόνημα. Δὲν γνωρίζω ἂν σήμερα ἡ Βουλὴ ἐκπροσωπῇ τὸ λαϊκὸν φρόνημα. Εἶναι ὅμως βέβαιον ὅτι αἱ ἐκλογαὶ ἐκεῖναι δὲν εἶχον πολιτειακὸν σκοπὸν οὔτε ἐκρίθη δι’ αὐτῶν ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος. Ὑπῆρξαν βεβαίως, τινές, ἔνθεν καὶ ἐκεῖθεν, οἱ ὁποῖοι διὰ δημοκοπικοὺς λόγους ἔρριψαν ὡς ἐκλογικὸν σύνθημα τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως καὶ τὴν «μορφὴν τοῦ πολιτεύματος», ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι πράγματι αἱ ἐκλογαὶ εἶχον πολιτειακὸν χαρακτῆρα. Τοῦτο, ἄλλως τε, ρητῶς ἀπεκλείσθη καὶ διὰ τοῦ Διατάγματος τῆς 19 Ἰανουαρίου 1946 «περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν καὶ συγκλήσεως τῆς Βουλῆς», διὰ τοῦ ὁποίου ὁρίζετο ὅτι: (ἀναγινώσκει) «Ἡ ἐκ τῶν ἐκλογῶν τούτων συγκροτηθησομένη Βουλὴ θέλει ἔχει καὶ τὴν ἐξουσίαν ἀναθεωρήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος πλὴν τῶν καθοριζουσῶν τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος». Βλέπετε ὅτι καὶ νόμῳ ἀπεκλείσθη ἡ περίπτωσις αὐτή. Ἀλλὰ τί ἐστὶ «μορφὴ πολιτεύματος»; Τί ἐννοοῦμεν λέγοντες «μορφὴν πολιτεύματος»; Χρησιμοποιοῦμεν τὸν ὅρον αὐτὸν κατὰ κόρον καὶ δὲν ἐσκέφθημεν ποτὲ νὰ καθορίσωμεν τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ καὶ νὰ ἴδωμεν μετὰ ταῦτα κατὰ πόσον ὑπὸ τὴν πραγματικήν του ἔννοιαν ἐτέθη ἢ ἦτο δυνατὸν νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ λαοῦ κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 31ης Μαρτίου. Καὶ διὰ νὰ καθορίσωμεν τὴν ὀρθήν, τὴν πραγματικὴν ἔννοιαν τοῦ ὅρου, πρέπει νὰ ἀνεύρωμεν τοὺς παράγοντας, οἱ ὁποῖοι προσδίδουν τὴν μορφὴν εἰς τὸ πολίτευμα, καὶ ποίων ἡ μεταβολὴ ἢ κατάργησις θὰ ἠδύνατο νὰ μεταβάλῃ καὶ τὴν μορφὴν αὐτοῦ. Ἐὰν θελήσωμεν ἐν τῇ ἐρεύνῃ μας νὰ ἐμβαθύνωμεν εἰς τὴν σημασίαν τῶν πραγμάτων καὶ ὄχι τῶν λόγων καὶ τῶν ἐκ κληρονομίας ἐσφαλμένων ἑρμηνειῶν τῶν διαφόρων ὅρων, θὰ ἴδωμεν ὅτι τὸ αἱρετὸν ἢ τὸ ἰσόβιον τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος, ἢ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ, δὲν εἶναι ἐκ τῶν πολιτειακῶν παραγόντων, οἱ ὁποῖοι προσδίδουν τὴν μορφὴν εἰς τὸ πολίτευμα. Ἡ θέσις τοῦ λαοῦ καὶ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ ἐν τῷ πολιτεύματι εἶναι τὸ κυριώτερον καὶ ἴσως τὸ μοναδικὸν χαρακτηριστικὸν τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος. Ἐξ αὐτοῦ κρίνεται ἐὰν ἕνα πολίτευμα εἶναι δημοκρατικόν, ἢ μοναρχικόν, ἢ δικτατορία. Κατὰ τὸ ἀπώτερον παρελθὸν οἱ λαοὶ διεξήγαγον ἀγῶνα ὅπως ἀποκτήσουν κυριαρχικὰ δικαιώματα. Καὶ ἐφ’ ὅσον ἕνας λαὸς ἀπέκτησε καὶ ἔχει τοιαῦτα δικαιώματα, τὸ πολίτευμά του εἶναι Δημοκρατία, ἀσχέτως ἐὰν ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων εἶναι αἱρετὸς ἢ ἰσόβιος, ἀσχέτως ἐὰν λέγεται δημοκρατία ἢ μοναρχία. Τὴν μορφὴν εἰς τὸ πολίτευμά μας προσδίδει τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει ἀναγνωρισθῆ ἀπὸ τὸ Σύνταγμά μας ὡς ὁ κυριώτερος πολιτειακὸς παράγων. Αὐτὸ καὶ μόνον ἀποτελεῖ τὸ βασικὸν στοιχεῖον τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματός μας. Ἀλ’ αὐτὸ οὔτε ἐτέθη οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ λαοῦ κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 31ης Μαρτίου. Ἄλλως τε καὶ νόμῳ ἀπεκλείσθη ὡς εἶπον, θέσις τοιούτου ζητήματος κατὰ τὰς ἐκλογάς. Ἑπομένως οὐδόλως εἶχον αὗται πολιτειακὸν χαρακτῆρα. Ἐν τῇ πραγματικότητι οὔτε καὶ τὸ δημοψήφισμα εἶχε πολιτειακὸν χαρακτῆρα, διότι δι’ αὐτοῦ ὁ λαὸς ἔκρινε περὶ τοῦ προσώπου τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος καὶ ὄχι περὶ τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος, τὸν ὁποῖον ἦτο καὶ παρέμεινε Δημοκρατία μὲ ἰσόβιον Ἄρχοντα, καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ Ἔθνους. Τὸ ὅτι τὸ αἱρετὸν ἢ τὸ ἰσόβιον τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν ὅσον ἀφορᾷ τὴν δημοκρατικὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος, ἐφ’ ὅσον ὁ λαὸς εἶναι κυρίαρχος, θ’ ἀπεδεικνύετο καὶ ἐκ τῆς ἑξῆς περιπτώσεως ἂν συνέβαινε: Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ὁ «Δῆμος», ὁ λαὸς ἐξέλεγεν ἕνα Ἀνώτατον Ἄρχοντα διὰ χρονικὴν περίοδον 2 ἢ 3 ἢ 4 ἐτῶν μὲ δικαίωμα ἀπολύτου ἐξουσίας ἐπὶ παντός, καὶ ἐπὶ τῆς ζωῆς ἀκόμη τῶν πολιτῶν. Θὰ εἴχομεν «Δημοκρατίαν» κατὰ τὴν πραγματικὴν ἔννοιαν τῆς λέξεως; Ὄχι, βεβαίως. Καὶ τἀνάπαλιν, ἐὰν ἕνας ἰσόβιος Ἄρχων ἄρχῃ κατὰ τὴν θέλησιν τοῦ «Δήμου», τοῦ λαοῦ, καὶ συμφώνως πρὸς τὴν θέλησιν καὶ ἐπιταγὴν αὐτοῦ, θὰ εἴχομεν «Μοναρχίαν»; Ὄχι, βεβαίως. Λοιπόν, οὐδόλως καὶ ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἐτέθη πολιτειακὸν ζήτημα, οὔτε κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 31ης Μαρτίου οὔτε κατὰ τὸ Δημοψήφισμα. Κατ’ αὐτὸ ἀπεφασίσθη ἡ ἐπάνοδος τοῦ Γεωργίου τοῦ Βʹ οὐχὶ ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος. Τὸ πολιτειακὸν οἰκοδόμημα ἦτο καὶ παρέμεινε πλῆρες, Δημοκρατία. Καὶ ἐπὶ τῆς κορυφῆς αὐτοῦ ὁ λαὸς ἔθεσε καὶ πάλιν ὡς ρυθμιστὴν ἰσόβιον Ἀνώτατον Ἄρχοντα, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἀποτελεῖ μίαν καθ’ ἕξιν πλάνην νὰ ὑποστηρίζεται ὅτι ἡ χρονικὴ περίοδος τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος εἶναι βασικὸν στοιχεῖον τῆς μορφῆς ἑνὸς πολιτεύματος. Ἀπὸ τὴν πλάνην αὐτὴν δὲν κατώρθωσαν ν’ ἀπαλλαγοῦν καὶ οἱ κύριοι ἀρχηγοί, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν ὅτι τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν ὀφείλονται εἰς πολιτειακὸν ζήτημα. Τοιοῦτον ζήτημα ἦτο ἀνύπαρκτον ἐκ τῶν πραγμάτων, καὶ πάντα τὰ λεχθέντα ἐκ τῆς θέσεως αὐτῆς ἦσαν προχειρολογήματα.
§161Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν μᾶς ἐπείσατε, κύριε συνάδελφε. Ἀνταποδίδομεν τὸν χαρακτηρισμόν.
§162Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ ὅτι τὸν ἐκ Λαρίσης ἀγαπητόν μου συνάδελφον, χαρακτηρίζει ψυχικὴ ἁγνότης καὶ καλὴ πίστις, ἀλλὰ ἂς μὴ εἶναι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι δὲν πλανᾶται, ἐὰν τυχὸν συμφωνῇ πρὸς ὅσα ὁ ἀρχηγός του εἶπε. Τὰ ζητήματα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐθίξαμεν κατὰ τὴν συνεδρίασιν αὐτήν, εἶναι ἁπλᾶ, ἁπλούστατα, ἀρκεῖ νὰ μὴ πολυπλοκοποιοῦνται, ὅπως συμβαίνει πολλάκις, ἢ ἐκ προθέσεως πρὸς ἐπίδειξιν γνώσεων ἢ ἀπὸ ἡμιμάθειαν. Ἐλέχθη ἀκόμη ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ δὲν εἶναι ἁρμοδία οὔτε ἔχει καὶ τὸ ἀνάλογον κῦρος διὰ ν’ ἀναθεωρήσῃ τὸ Σύνταγμα. Αὐτὰ εἶναι τόσον ἀβάσιμα, ὥστε νὰ προξενοῦν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι λέγονται ἀπὸ ὑστεροβουλίαν καὶ ἀπὸ σκοπιμότητα μελλοντικῶν πολιτειακῶν ἐπιδιώξεων. Ἡ παροῦσα Ἐθνοσυνέλευσις ἀντλεῖ τὴν ἁρμοδιότητά της καὶ τὸ κῦρος της ἀπὸ ρητὴν διάταξιν τοῦ Διατάγματος καὶ τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσα. Τὴν διάταξιν αὐτήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐκ τῶν ἐκλογῶν συγκροτηθησομένη Βουλὴ θέλει ἔχει τὴν ἐξουσίαν ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του ὁ λαὸς ὅταν ἐξέλεγεν ἡμᾶς. Ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος εἶναι ἡ κυρία ἀποστολή μας. Καὶ ἠκούσθη συνάδελφος λέγων: «Τὸ ἐδιάβασεν ὁ λαὸς αὐτό;» Ἄλλοι εἶπον ὅτι ὁ λαὸς δὲν ἐνδιαφέρεται διὰ τὸ Σύνταγμα. Καὶ τοῦτο τὸ εἰκάζουν, ἀσφαλῶς, ἐκ τοῦ ὅτι τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ λαοῦ διὰ τὸ Σύνταγμα πνίγεται εἰς τὴν ἀγωνίαν του λόγῳ τῆς προδοτικῆς ἀνταρσίας. Τὸ ὅτι δὲν ἐκδηλοῦται τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι δὲν ἐνδιαφέρεται. Ἄλλως τε τὴν μέριμναν αὐτὴν ἀνέθεσεν εἰς ἡμᾶς. Ἡ μὴ ἐκπλήρωσις τῆς ἐντολῆς του θὰ βαρύνῃ ἡμᾶς καὶ ὄχι τὴν τυχὸν ἀδιαφορίαν τοῦ λαοῦ ὅπερ ἐν τῇ πραγματικότητι δὲν συμβαίνει. Εἶναι ἀναμφισβητήτως ἁρμοδία καὶ ἔχει καὶ τὸ κῦρος ἡ παροῦσα Βουλὴ ὅπως ἀναθεωρήσῃ τὸ Σύνταγμα. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ συμφωνήσω καὶ μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀναθεωρήσῃ καὶ τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Καὶ συνάγουν τοῦτο ἐκ τοῦ ὅτι τὸ Διάταγμα τῆς 19ης Ἰανουαρίου 1946 περὶ ἐκλογῶν ἀποκλείει ἀπὸ τὴν ἀναθεωρητικὴν ἁρμοδιότητα τῆς Βουλῆς μόνον τὰς διατάξεις, τὰς καθοριζούσας τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος. Ὁ συλλογισμὸς εἶναι ἐσφαλμένος. Τὸ Διάταγμα ποιεῖται μνείαν μόνον τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος διότι τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶχεν ἀνακινηθῆ τότε καὶ εἶχε καταστῆ φλέγον. Ἐὰν καὶ ἄλλα ζητήματα, καθοριζόμενα ὑπὸ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, εἶχον ἀνακινηθῆ τότε, ὡς π. χ. τὸ περὶ Δημοσίου Δικαίου τῶν Ἑλλήνων, καὶ αὐτὰ θ’ ἀνεγράφοντο ἐν τῷ Διατάγματι ὡς ἀποκλειόμενα τῆς ἀναθεωρήσεως. Ἑπομένως δὲν εἶναι ἀσφαλὲς τὸ κατ’ ἀντιδιαστολὴν ἐκ τῆς διατάξεως αὐτῆς συμπέρασμα, καθ’ ὃ δυνάμεθα νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν ἀναθεώρησιν καὶ εἰς τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος, δεδομένου ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ εἶναι ἀναθεωρητικὴ καὶ ὄχι συντακτική. Κακῶς, κατὰ τὴν γνώμην μας, ἡ ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως Ἐπιτροπὴ ἐπεξετάθη ἐφ’ ὅλων τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Καὶ γεννᾶται ἴσως τὸ ἐρώτημα ποῖαι εἶναι αἱ θεμελιώδεις καὶ ποῖαι αἱ μὴ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἡ διάκρισις δὲν καθορίζεται οὔτε ὑπὸ τῆς Ἐπιστήμης οὔτε ἀπὸ τὴν νομοθεσίαν. Δὲν ὑπάρχει καθιερωμένον κριτήριον τῆς διαφορᾶς. Οὔτε δύναται νὰ εἶναι κοινὸν δι’ ὅλα τὰ Συντάγματα τῶν διαφόρων Κρατῶν. Ὅπως εἶχα τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω καὶ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, νομίζω ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ὡς κριτήριον δέον νὰ λαμβάνεται ἡ ἀντίληψις τοῦ λαοῦ περὶ μιᾶς διατάξεως τοῦ Συντάγματός του. Εἶναι βεβαίως πρωτότυπον τὸ κριτήριον, τὸ ὁποῖον ὑποδεικνύω, εἶναι ὅμως τὸ φυσικώτερον καὶ ἑπομένως, τὰ ἀσφαλέστερον. Τὸ Σύνταγμα διερμηνεύει τὴν θέλησιν καὶ τὰς πολιτικὰς καὶ πολιτειακὰς πεποιθήσεις τοῦ λαοῦ. Ἐκ τοῦ γεγονότος αὐτοῦ θ’ ἀντλήσωμεν τὸ κριτήριον τῶν θεμελιωδῶν ἢ μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων αὐτοῦ. Ἐὰν ὁ λαὸς ἔχῃ ἀναγάγει εἰς περιωπὴν σπουδαιότητος καὶ μεγάλης δι’ αὐτὸν σημασίας μίαν περίπτωσιν, ἥτις διέπεται ἀπὸ μίαν συνταγματικὴν διάταξιν, ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι θεμελιώδης. Εἶναι πιθανὸν ἄλλος λαὸς νὰ μὴ ἀποδίδῃ μεγάλην σημασίαν εἰς ὁμοίαν περίπτωσιν. Ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ Συντάγματός του δὲν εἶναι θεμελιώδης. Ὅπως π.χ. ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει ἀναγάγει ἐκ πεποιθήσεως, εἴτε ὀρθῶς εἴτε ἐσφαλμένως, εἰς περιωπὴν πρωτίστης σημασίας τὴν θρησκείαν. Ἡ περὶ αὐτῆς διάταξις τοῦ Συντάγματος εἶναι κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ λαοῦ θεμελιώδης.
§163Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὰ εἶναι οὐσία τοῦ Συντάγματος καὶ θὰ τὰ εἴπωμεν μεθαύριον πάλιν.
§164Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὑπάρχουν συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι κουράζονται ἐκ τῆς συζητήσεως, θὰ ἐπεθύμουν νὰ ὑπομνήσω εἰς αὐτοὺς μίαν μεγάλην παράλειψιν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ὑποχρεοῦται νὰ παραμένῃ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Ἐκ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ψηφίσματος ἐγεννήθη ἀφ’ ἑαυτοῦ τὸ ζήτημα τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Συνελεύσεως καὶ τῆς ἐκτάσεως τῆς ἁρμοδιότητος αὐτῆς. Ἀκριβῶς ἐπ’ αὐτοῦ ὁμιλῶ. Ἠμφισβητήθη ὑπὸ συναδέλφων ἡ σκοπιμότης τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν θεσπίζεται ψήφισμα, ἀφορῶν τὴν δικονομίαν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Ἀπὸ τοῦ 1911 καὶ ἐντεῦθεν ἐγένοντο ἐπανειλημμέναι ἀναθεωρήσεις τοῦ Συντάγματος. Ὁ συνάδελφος κ. Κουλουμβάκης ἔκτοτε ἀσχολεῖται μὲ αὐτὰς καὶ δύναται νὰ μαρτυρήσῃ. Δόξα τῷ Θεῷ εἴμεθα πλούσιοι εἰς προηγούμενα, καὶ εὐχερῶς δυνάμεθα νὰ παραδειγματισθῶμεν καὶ ν’ ἀντλήσωμεν μαθήματα ἐξ αὐτῶν. Ἀνατρέχω μόνον εἰς τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1926– 1927. Κατ’ αὐτὴν ὑπεβλήθη ψήφισμα παρόμοιον. Τὸ ὑπέβαλον ὡς βουλευταὶ οἱ ὑπουργοὶ τῆς τότε Κυβερνήσεως κ. Θ. Σοφούλης, οἱ μακαρῖται Γ. Καφαντάρης, Ἰωάννης Μεταξᾶς, Α. Μιχαλακόπουλος καὶ Α. Παπαναστασίου. Διὰ τοῦ ψηφίσματος ἐκείνου καθωρίζετο ὁ χρόνος τοῦ λόγου καὶ ὁ τρόπος τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος. Οὕτω καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ψήφισμα καθορίζει τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως καὶ ψηφίσεως τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Περιορίζει δὲ καὶ τὸν χρόνον τοῦ λόγου. Καὶ ὀρθῶς, διότι ἐὰν δὲν περιορίσωμεν τὸν χρόνον, ὄχι μόνον δύο ἔτη θὰ ἀναλώσωμεν, τὰ ὁποῖα ἠνάλωσεν ὅλως περιττῶς ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπή, ἀλλὰ καὶ ὅλην τὴν τετραετίαν καὶ δὲν θὰ ἔχωμεν τελειώσει. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος συζήτησις δίδει ἀφορμὴν πρὸς ἀπεραντολογίαν, δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ θέσωμεν ὅριον χρόνου τῶν ἀγορεύσεων. Ἄλλως τε ἡ Ἐπιτροπὴ ἔχει παρουσιάσει ἐμβριθεστάτην καὶ λεπτομερῆ ἐργασίαν, καὶ ἐφ’ ὅσον τὰ μέλη αὐτῆς κατέχουν καλῶς τὰ ζητήματα δὲν παρίσταται ἀνάγκη μακρηγορίας. Ὁ κατέχων ἕνα θέμα δύναται νὰ τὸ ἀναπτύξῃ μὲ συντομίαν. Τὸ ¼ τῆς ὥρας, τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Ἐθνικῶν Φιλελευθέρων εἶναι ἀρκετὸν δι’ ἕνα ρήτορα πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς γνώμης του ἐπὶ ἑνὸς ἄρθρου. Δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ γνώμη ὅπως ἀναβάλωμεν τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος πρὸς τοῦτο. Εἶναι πολὺ ἀφελὴς ὁ ἰσχυρισμὸς καθ’ ὃν ἡ σπουδὴ τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ παρεξηγηθῇ καὶ νὰ ἀποδοθῇ εἰς ἡμᾶς ἡ πρόθεσις ὅτι σπεύδομεν νὰ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα διὰ νὰ ἔλθωμεν εἰς συνεννόησιν μὲ τὸν Μᾶρκον. Καὶ τοῦτο ἐλέχθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Τρικάλων συνάδελφον. Πρέπει, τέλος πάντων, ν’ ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ τὴν ὑπολανθάνουσαν ἐπίδρασιν τοῦ ἐπαράτου αὐτοῦ πνεύματος τοῦ κομμουνισμοῦ, τὸ ὁποῖον ὡς ἐφιάλτης ἐπικάθεται ἐπὶ τῆς σκέψεώς μας καὶ φανταζόμεθα αὐτὸ ἱπτάμενον ὑπὲρ τὰς κεφαλάς μας εἰς πᾶσαν αἴθουσαν ὅταν συσκεπτώμεθα ἐπὶ γενικῶν ζητημάτων, καὶ ν’ ἀδιαφορήσωμεν πρὸς τὴν γνώμην ἢ τὴν συκοφαντικὴν προπαγάνδαν τῶν κακοπίστων ἐπικριτῶν τῶν ἀποφάσεών μας. Καὶ διατὶ θὰ παρεξηγηθῶμεν ἀπὸ τὸν στρατὸν ἀσχολούμενοι μὲ τὸ Σύνταγμα ἐνῷ ἐκεῖνος ἀγωνίζεται κατὰ τῆς ἀνταρσίας, ὡς ὑπεστηρίχθη ὑπό τινων, καὶ δὲν παρεξηγούμεθα ἀσχολούμενοι μὲ τὴν ἐπιψήφισιν δευτερευούσης σημασίας νομοσχεδίων; Καὶ διατὶ ὁ στρατὸς θὰ ἐπικρίνῃ ἡμᾶς ἀσχολουμένους μὲ τὸ βασικώτερον νομοθέτημα τῆς χώρας; Τουναντίον, οὐδεὶς Ἕλλην θὰ ἤθελε νὰ σταματήσῃ ἡ λειτουργία τῆς Κρατικῆς Μηχανῆς ἐξ αἰτίας τῆς ἀνταρσίας. Θὰ παρεξηγούμεθα καὶ δικαίως θὰ ἐκρινόμεθα ἀνάξιοι τῆς ἀποστολῆς μας καὶ τῶν περιστάσεων ἐὰν ἐσταυρώναμεν τὰς χεῖρας καὶ κεχηνότες ἐθεώμεθα πλανώμενα ἀνὰ τὰς κορυφὰς τῶν ὀρέων τὰ ἀνθρώπινα ἐκεῖνα ράκη, τὰ κοινωνικὰ ἐκεῖνα ἀποβράσματα, τὰ ὁποῖα καλοῦνται «δημοκρατικὸς στρατός». Ἡ ἀνταρσία εἶναι παροδικὸν γεγονός. Δὲν ἐμπρέπει εἰς τὴν Ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἔθνους νὰ σταματήσῃ ἐκ τοῦ θλιβεροῦ αὐτοῦ γεγονότος τὸ ἔργον της. Πρέπει νὰ χωρήσωμεν εἰς τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Ἡ ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Ἐθνικῶν Φιλελευθέρων ὑποβληθεῖσα πρότασις ψηφίσματος ἐξυπηρετεῖ κατὰ μέγα μέρος τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν περὶ τοῦ τρόπου τῆς συζητήσεως. Δὲν συμφωνῶ ὡς πρός τινα σημεῖα μόνον. Δὲν βλέπω σκοπίμους τὰς περὶ ὑποβολῆς τροπολογιῶν διατάξεις του. Ἐν προκειμένῳ αἱ τροπολογίαι δύνανται νὰ ὑπαχθοῦν εἰς δύο κατηγορίας. Εἶναι αἱ τροπολογίαι αἱ ἀγορῶσαι ὑφισταμένας διατάξεις καὶ ἐκεῖναι διὰ τῶν ὁποίων προτείνεται προσθήκη νέου ἄρθρου ἢ διατάξεώς τινος εἰς τὸ Σύνταγμα. Ὡς πρὸς τὴν πρώτην περίπτωσιν ἐρωτᾶται, ἐπὶ ποίου κειμένου θὰ γίνουν αἱ προτάσεις τροποποιήσεως; Ἐπὶ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ἢ ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς; Ἐὰν γίνουν ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ 1911, ἡ πρότασις τροπολογίας δύναται λογικῶς νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν ὅμως γίνουν ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ ἐκπονηθέντος ἤδη ὑπ’ αὐτῆς σχεδίου, δὲν θὰ ἔχῃ κανένα σκοπόν, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ δυσκόλως θ’ ἀνατρέψῃ ἢ μᾶλλον οὐδόλως θὰ τροποποιήσῃ τὴν γενομένην ὑπὸ τῆς ἰδίας διατύπωσιν. Προκειμένου περὶ προτάσεως προσθήκης νέας διατάξεως τὸ πρᾶγμα διαφέρει. Μένω μὲ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ὡς βάσιν τῆς συζητήσεως θὰ θέσωμεν τὸ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκπονηθὲν σχέδιον, διότι, ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ συσταθῇ αὕτη. Ἔχει ἄλλως τε, συμφώνως καὶ πρὸς τὸ Βʹ ψήφισμα, ρητὴν ἐντολὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν σύνταξιν σχεδίου Συντάγματος καὶ νὰ ὑποβάλῃ τοῦτο εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει μόνον πρότασις προσθήκης νέας διατάξεως θὰ ἠδύνατο νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ἐν πάσῃ ὅμως, περιπτώσει, αἱ προτάσεις τροπολογιῶν ἐπὶ τοῦ ἀναθεωρηθέντος ἤδη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς Συντάγματος, θὰ ἔπρεπε νὰ ὑποβληθοῦν εἰς ἄλλην, εἰς νέαν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, καὶ ὄχι εἰς τὴν ἰδίαν, τῆς ὁποίας, ἄλλως τε, δέον νὰ θεωρηθῇ ὡς λῆξαν τὸ ἔργον μετὰ τὸ πέρας τῆς ὑπ’ αὐτῆς συντάξεως τοῦ σχεδίου Συντάγματος. Τὸ σχέδιον αὐτὸ ὑπεβλήθη ἤδη εἰς τὴν Συνέλευσιν.
§165Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσ.). Βάσις συζητήσεως δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα.
§166Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Δὲν ἔχετε δίκαιον, ἡ βάσις θὰ εἶναι τὸ σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι τὸ παλαιὸν Σύνταγμα εἶχεν 108 ἄρθρα καὶ τὸ νέον ἔχει 150.
§167Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἰδία Ἐπιτροπὴ δὲν θὰ εὕρῃ, ἀσφαλῶς, τροποποιητέας τὰς ὑπ’ αὐτῆς ἀναθεωρηθείσας καὶ διατυπωθείσας διατάξεις. Μόνον προτάσεις τροπολογίας ἄρθρων μὴ ἀναθεωρηθέντων ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς πιθανὸν νὰ τύχουν τῆς προσοχῆς της. Πρότασις ἀποβλέπουσα εἰς τροπολογίαν τροποποιηθέντος καὶ διατυπωθέντος ὑπ’ αὐτῆς ἄρθρου, εἶναι ἀκατανόητος. Ὑπεστήριξα ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ὑποστηρίζω καὶ τώρα ὅτι, τὸ ἔργον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ἔληξε. Ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς ὑποβολῆς τῶν τροπολογιῶν νομίζω ὅτι ὁρίζεται ἡ πρώτη Ἰουλίου μετὰ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ τις τροπολογίαν. Τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον εἷς βουλευτὴς νὰ θέλῃ νὰ ὑποβάλῃ τροπολογίας ἐπὶ πολλῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος καὶ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προφθάσῃ ὅπως μελετήσῃ ὅλας τὰς περιπτώσεις καὶ νὰ συντάξῃ τόσας αἰτιολογικὰς ἐκθέσεις ὅσαι θὰ εἶναι καὶ αἱ προτεινόμεναι τροπολογίαι. Ἐὰν πρόκειται νὰ δεχθῶμεν ὑποβολὴν τροπολογιῶν, πρέπει νὰ καθορίσωμεν ὅπως αὗται ὑποβάλλωνται μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ψηφίσεως τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου. Πᾶσα ἄλλη προθεσμία θὰ εἶναι αὐθαίρετος. Δὲν βλέπω τὸν λόγον νὰ θέσωμεν προθεσμίαν πρὸς ὑποβολὴν τροπολογιῶν. Ἡ ἡμέρα συζητήσεως τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου ἢ ἡ ἡμέρα ψηφίσεως αὐτοῦ, θὰ εἶναι ἡ τελευταία προθεσμία ὑποβολῆς τροπολογιῶν. Ὅπως, ὅμως, εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ἦτο λογικώτερον νὰ ὁρίσωμεν ὡς τελευταίαν προθεσμίαν τὴν ἡμέραν τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως ἑνὸς ἄρθρου. Ἀλλὰ θὰ συμβαίνῃ πολλάκις οἱ βουλευταὶ νὰ μὴ γνωρίζουν καὶ τὴν ἡμέραν ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως, καὶ δὲν θὰ εἶναι παρεσκευασμένοι.
§168Δ. ΛΟΝΤΟΣ. (Ὑπ. Ἀνοικ.). Εἰς τὸ σχέδιον τροπολογίας, ποὺ ὑπέβαλεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ὑπάρχει περιορισμὸς τοῦ χρόνου ὑποβολῆς τροπολογιῶν. Γίνεται μόνον διάκρισις διὰ τὰς ριζικάς, τὰς οὐσιώδεις καὶ αὐτοτελεῖς τροπολογίας, τὰς ὁποίας βουλευτής, μὴ μετέχων τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, θέλει νὰ ὑποβάλῃ οὕτως, ὥστε, νὰ εἶναι ἢ πρότασις νέας συνταγματικῆς διατάξεως ἢ πρότασις τροπολογίας ἄρθρου τινός. Δι’ αὐτὰς τὰς τροπολογίας τάσσεται ἓν χρονικὸν ὅριον διὰ νὰ ὑπάρξῃ προθεσμία ὑποβολῆς των εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὥστε κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως νὰ εἶναι περαιωμένη ἡ ἐπεξεργασία αὐτῶν. Βεβαίως θὰ ἦτο ἀπαράδεκτον νὰ ἀπαγορευθῇ εἰς οἱονδήποτε βουλευτὴν νὰ ὑποβάλῃ, ὁποτεδήποτε θέλει, μίαν τροπολογίαν, αὐτὸ λέγει ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως: Ὅτι οἱανδήποτε στιγμὴν ἠμπορεῖ νὰ ὑποβάλλεται τροπολογία παρὰ βουλευτῶν μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ἄρθρου, ὁπότε ἢ γίνεται ἀμέσως δεκτὴ καὶ συζητεῖται ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἤ, ἐὰν κρίνῃ τὸ Σῶμα ἢ ζητήσῃ ὁ βουλευτὴς τὴν παραπομπὴν της εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, δι’ ἀποφάσεως τοῦ Σώματος, παραπέμπεται εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἀποφαίνεται ἐπ’ αὐτῆς καὶ κατόπιν ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου.
§169Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἀναγράφεται ἡ τροπολογία περὶ τῆς ὁποίας μᾶς ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Ἀνοικοδομήσεως. Εἶναι ὀρθοτάτη, καὶ ἴσως πληρεστέρα ἀπὸ τὴν ὑπὸ τοῦ κυρίου ἀρχηγοῦ τῶν Ἐθνικῶν Φιλελευθέρων διατυπουμένην. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς κατὰ τὴν συζήτησιν ὑποβαλλομένας προτάσεις, νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ ἔχω οὐδεμίαν ὑπόληψιν εἰς αὐτάς, διότι ἄρθρα καὶ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, προωρισμένα νὰ ἰσχύσουν ἐπὶ πολὺν χρόνον, εἶναι ἀνεπίδεκτα προχειρολογίας καὶ στιγμιαίων τροπολογιῶν. Τοιαύτη προχειρολογία δὲν θὰ εἶναι καὶ καλὸν συστατικὸν διὰ τὴν σοβαρότητα τῆς προτάσεως.
§170Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Ἐὰν βουλευτής, προσαγάγῃ τροπολογίαν τὴν τελευταίαν στιγμήν, ἔτσι προχείρως, θὰ τὴν συζητήσωμεν ἐδῶ;
§171Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ αὐτοῦ ἀκριβῶς πρόκειται.
§172Ε. ΓΟΝΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἔκαμε δεκτὸν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§173Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Ἐγώ λέγω τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου.
§174Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν δικαιολογεῖται ἡ ἐπὶ τόσον χρόνον ἐπιβράδυνσις τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Ἡ ἀναβολὴ τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως θὰ εἶναι περισσότερον ἀδικαιολόγητος. Δὲν βλέπω οὐδένα λόγον τῆς τοιαύτης ἀναβολῆς. Τοὐναντίον πολλοὶ λόγοι συντρέχουν εἰς τὴν ταχυτέραν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Πρέπει τὸ ταχύτερον νὰ εὑρεθῶμεν ὑπὸ ὁριστικὴν πολιτειακὴν στέγην, διὰ νὰ εἴμεθα ἐστεγασμένοι ἐὰν ἡ ἀνάγκη ἀπροσδοκήτων περιστάσεων τὸ ἐπιβάλῃ. Αἱ περιστάσεις αὐταί, αἱ ὁποῖαι εἶναι καὶ ἐνδεχόμεναι δὲν πρέπει νὰ εὕρουν ἐκκρεμὲς τὸ Σύνταγμα. Ἐὰν δὲν ψηφισθῇ τώρα θὰ παραμείνῃ διὰ τὴν ἑπομένην Βουλήν. Εἰς αὐτὴν δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ εἰσέλθουν καὶ βουλευταὶ διαφωνοῦντες ριζικῶς πρὸς ἡμᾶς. Ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἔχουν σιμφέρον νὰ καταρακώνουν τὸ Κοινοβούλιον καὶ τὸ Σύνταγμα. Δὲν εἶναι σκόπιμον νὰ τὸ ἀφήσωμεν ἐκκρεμές.
§175Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κατ’ αὐτὸ τὸ διάστημα δὲν ὑπάρχει ἰσχῦον πολίτευμα; Βεβαίως ὑπάρχει.
§176ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἄν ἐπικρατήσουν αὐτοί, θὰ σεβασθοῦν τὸ Σύνταγμα;
§177Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ὑπάρχει πολίτευμα. Ἀλλά, καλῶς ἢ κακῶς, ἡμεῖς ἔχομεν θέσει τὸ Σύνταγμα ὑπὸ ἀναθεώρησιν καὶ κατ’ ἀνάγκην θὰ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ.
§178Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι περὶ τοῦ Συντάγματος.
§179Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ἔχουν διαμορφωθῆ τὰ πράγματα τώρα, ἡ ἰσχὺς τοῦ Συντάγματος ἔχει τεθῆ ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς ἀναθεωρήσεώς του. Ἰσχύει μὲν ἀλλὰ ὑπόκειται εἰς ἀναθεώρησιν. Δὲν ὑπάρχει λόγος τοσαύτης παρατάσεως τῆς ἐκκρεμότητος. Ἀρκετὰ τὴν παρέτεινεν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, γεγονὸς διὰ τὸ ὁποῖον δὲν εἶμαι καὶ πολὺ ὑπερήφανος ὡς μέλος αὐτῆς. Ἐὰν 15–20 ἄνθρωποι, διότι τόσοι προσήρχοντο συνήθως κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἠσχολήθησαν ἐπὶ δύο ἔτη διὰ νὰ διατυπώσουν τὸ ὑποβληθὲν σχέδιον Συντάγματος, φαντασθῆτε τί θὰ γίνῃ ἐδῶ μὲ 345 βουλευτάς. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ θέσωμεν ὅριον χρόνου τῆς διαρκείας τῶν ἀγορεύσεων καὶ νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ ἔργου τὸ ταχύτερον. Ὁ κατὰ συμφωνίαν ὅλων τῶν ἐνδιαφερομένων αὐτοπεριορισμὸς δὲν εἶναι ἀντιδημοκρατικός. Ὁ περιορισμὸς εἶναι ἀντιδημοκρατικὸς ὅταν ἐπιβάλλεται ἀδικαιολογήτως ὑπὸ ἄλλων.
§180Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσην ὥραν θέλετε;
§181Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕν τέταρτον τῆς ὥρας ἀρκεῖ. Καὶ νὰ μὴ γίνῃ καμμία διάκρισις. Αὐτὸ νὰ τηρηθῇ ἀπαρεγκλήτως. Οὕτω θὰ κατορθώσωμεν νὰ φέρωμεν εἰς πέρας τὸν ἔργον, διὰ τὸν ὁποῖον κυρίως εἴθεμα ἐδῶ, καὶ νὰ ὁριστικοποιήσωμεν τὸ σοβαρώτερον καὶ σπουδαιότερον νομοθέτημα τὸ Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος. (Χειροκροτήματα).
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Σωτηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§183Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω μὲ τὸ πολιτικὸν μέρος. Μὲ τοῦτο ἀπησχολήθησαν οἱ προλαλήσαντες, ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος περὶ τροπολογίας τοῦ Εἰδικοῦ Κανονισμοῦ διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Θὰ σᾶς ἐκθέσω γενικάς, νομικὰς κυρίως, ἀπόψεις, ἐπὶ τῆς δικονομίας ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ψηφισθῇ παρ’ ἡμῶν σχετικῶς μὲ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον θὰ ψηφίσωμεν τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Λυποῦμαι διαπιστῶν ὅτι εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ παριστάμεθα περίπου 20 βουλευταί. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἀναθεωρητικὴ ἡμῶν Συνέλευσις κληθεῖσα πρὸς ἀναθεώρησιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἐπετέλεσε τὸ καθ’ ἑαυτὴν συνταγματικὸν ἔργον ἀφ’ ἑνὸς διὰ τοῦ ψηφίσματος διὰ τοῦ ὁποίου ἀπεφάσισε καὶ προσδιώρισε τὸν χρόνον πρὸς διενέργειαν τοῦ δημοψηφίσματος, ἀφ’ ἑτέρου διὰ τοῦ ψηφίσματος διὰ τοῦ ὁποίου συνεκρότησεν Ἐπιτροπὴν Συνταγματικὴν πρὸς ὑποβολὴν συνταγματικῶν μεταρρυθμίσεων. Διὰ τοῦ πρώτου κατέστησε μετὰ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ Βʹ προψηφίσματος, ὁριστικὰ τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος. Τοῦτο εἶναι συνταγματικὸν ἔργον τῆς Συνελεύσεως, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν παρεπέμφθη ἡ ἐπικύρωσίς του εἰς τὸν λαὸν διὰ τοῦ δημοψηφίσματος, διότι μεταπολεμικῶς καὶ ἄλλαι χῶραι, ὡς ἡ Γαλλία, ὁλοκλήρωσε τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ τὰς παρέπεμψεν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ λαοῦ διὰ δημοψηφίσματος. Διὰ τοῦ δευτέρου ψηφίσματος, ἡ παροῦσα Συνέλευσις συνεκρότησεν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν διὰ τὴν ἐκπόνησιν σχεδίου τῶν τροποποιητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Λυποῦμαι διαπιστῶν ὅτι λόγῳ τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ Προέδρου τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς δὲν κατέστη δυνατὸν ἐνωρίτερον τῆς διετίας νὰ περατώσῃ αὐτὸ τὸ ἔργον της, καὶ νὰ ἔχῃ πρὸ πολλοῦ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν τοῦ γενικοῦ εἰσηγητοῦ της εἰς τὴν ἡμετέραν Συνέλευσιν.
§184Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ κατηγορῆτε τὸν Πρόεδρον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ μάλιστα ἐφ’ ὅσον εἶναι καὶ ἀπών.
§185Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἔδειξεν πολὺ ἐνδιαφέρον καὶ τάκτ, κατὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ἐντολῆς τὴν ὁποίαν εἶχε.
§186Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ναὶ μὲν ὁμιλῶ πρὸ κενῶν ἑδωλίων καὶ ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς, γεγονὸς ἀποδεικνῦον ὅσα λέγω, ἀλλὰ θὰ ἤθελον τὰ ὀλίγα αὐτὰ τὰ ὁποῖα θὰ εἴπω καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἐξέρχονται τοῦ θέματος, νὰ γίνουν ἀκουστὰ ἀπὸ τοὺς ἐλαχίστους παρισταμένους καὶ θὰ ἀποτελέσουν διαμαρτυρίαν διὰ τοὺς μεταγενεστέρους οἱ ὁποῖοι θὰ μελετήσουν τὸν τρόπον καθ’ ὃν κατηρτίσθη τὸ Σύνταγμα. Λέγω, λοιπόν, ὅτι δὲν ἐπεραίωσεν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἐνωρίτερον τὸ ἔργον της ἐκ τοῦ ἀνωτέρω καὶ ἄλλων λόγων καὶ δὲν ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἡ ὁποία θὰ ἐρρύθμιζε τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος εἰς πολὺ ἐνωρίτερον χρόνον, ἂν εἶχε τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Αἱ δικονομικαὶ διατάξεις τὰς ὁποίας ἐψηφίσαμεν καὶ αἱ ὁποῖαι εἰς τὸ Βʹ ψήφισμα τῆς Συνελεύσεως ἀπὸ τοῦ ἔτους 1946 ἦσαν ἀρκεταὶ διὰ νὰ κατοχυρώσουν τὴν καλὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν θεμάτων τοῦ Συντάγματος. Κύριοι, ἐλέχθη καὶ ὀρθῶς, ὅτι τὰ συνταγματικὰ ζητήματα εἶναι ζητήματα ἐπιστημονικὰ, εἶναι ζητήματα, ἐπιστημονικῆς ἐπεξεργασίας, ἐπιστημονικῆς προπαιδεύσεως. Τοῦτο εἶναι ἀληθές, αἱ διατάξεις αἱ δικονομικαὶ αἱ ὁποῖαι περιλαμβάνονται εἰς τὸ Βʹ ψήφισμα διακρίνονται εἰς οὐσιαστικὰς διατάξεις καὶ τυπικὰς τοιαύτας. Οὐσιαστικαὶ εἶναι ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι θίγουν καὶ τροποποιοῦν ἰσχυούσας συνταγματικὰς διατάξεις. Τοιαῦται τροποποιούμεναι συνταγματικαὶ διατάξεις εἶναι αἱ ἀφορῶσαι τὸν τρόπον τῆς ὑποβολῆς καὶ ψηφίσεως τῶν προτάσεων, ἤτοι διατάξεις τοῦ ἄρθρου 49 τοῦ Συντάγματος. Ἐπίσης καὶ τροποποιοῦνται καὶ αἱ τυπικαὶ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Λέγω συνεπῶς ὅτι χρειάζεται ἰδιαιτέρα προσοχὴ εἰς τὴν νομοθέτησιν τῶν δικονομικῶν αὐτῶν διατάξεων. Ἠσχολήθησαν οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀναπτύξαντες τὸ ζήτημα κυρίως μὲ τὴν κλεψύδραν τοῦ λόγου. Συμφωνῶ καὶ ἐγὼ νὰ καθορισθῇ χρονικὸν ὅριον τῶν συζητήσεων διὰ νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ περαίωσις τοῦ ἔργου, ἀλλὰ εἶναι λυπηρὸν τὸ ὅτι ἐνῷ τροποποιοῦνται μὲ τὸ ψήφισμα διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ ἰδίως τὸ ἄρθρον 49 καθοριζομένης ἀντὶ τῆς συνήθους διὰ τοὺς ἁπλοὺς νόμους διαδικασίας μία καὶ μόνη συζήτησις. Εἰς τὴν σκέψιν τῶν συντακτῶν δὲν ἦλθε τὸ θέμα τῆς ἀπαρτίας, δηλαδὴ πόσοι θὰ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποφασίζουν κατὰ τὴν μοναδικὴν συζήτησιν διὰ τὸ Σύνταγμα. Θὰ παραμείνωμεν εἰς τὰς συνήθεις διατάξεις τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος; Καὶ θὰ ἀποφασίζωνται αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος μὲ τοὺς 25 παρισταμένους ἀπόψε βουλευτάς; Ἢ τοὺς 20 κατὰ τὴν αὐριανὴν συνεδρίασιν; Αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ ρυθμισθῇ. Ἢ θὰ πρέπει νὰ ὑποχρεωθοῦν, νὰ παρίστανται οἱ βουλευταί, καὶ πρὸς τοῦτο, θὰ πρέπει νὰ ἐκδηλωθῇ ἐντονώτατον ἐπὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ αὐτοῦ θέματος, ἡ θέλησις τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ὅπως ἡ συζήτησις μὴ δύναται νὰ προχωρήσῃ ἐπὶ παρουσίᾳ μόνον τοῦ ⅓ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, ὡς ὁρίζει τὸ ἄρθρον, ἡ δὲ ἀπόφασις νὰ μὴ λαμβάνεται διὰ τῆς ἀπολύτου πλειοψηφίας, τοῦ ἑνὸς τρίτου. Φρονῶ ὅτι θὰ πρέπει εἰς αὐτὸ κυρίως νὰ δοθῇ ἰδιαιτέρα προσοχή, νὰ τροποποιήσωμεν κατὰ τοῦτο τὴν οὐσιαστικὴν αὐτὴν διάταξιν ὁρίζοντες ὅτι διὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος εἶναι ἀπαραίτητος ἡ παρουσία τοῦ ἡμίσεος τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν καὶ διὰ τὴν ἀπόφασιν ἡ πλειοψηφία τῶν ⅔ τῶν παρόντων. Φρονῶ, ἀγαπητοὶ συνάδελφοι, ὅτι δὲν διαλανθάνει τῆς ἀντιλήψεώς σας τὸ σημαντικὸν ἔργον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐπιτελεσθῇ. Δὲν πρόκειται περὶ νόμου, τὸν ὁποῖον θὰ δυνάμεθα νὰ ἀνατρέψωμεν αὔριον ἡμεῖς ἢ αἱ ἄλλαι Βουλαί. Πρόκειται περὶ τοῦ Συντάγματος καὶ ἐφιστῶ ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τῆς τροπολογίας αὐτῆς τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω εἰς τὸ Σῶμα, καταθέσας αὐτὴν εἰς τὸ Προεδρεῖον. Δὲν συμφωνῶ παντάπασιν ἀπὸ νομικῆς πλευρᾶς μὲ τὰ λεχθέντα, ὅτι ἔχομεν Σύνταγμα, ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς κατάλληλος νὰ κάμωμεν Σύνταγμα, ὅτι ἔχομεν πόλεμον καὶ δὲν μπορεῖ νὰ προσέξῃ ὁ κόσμος τὸ Σύνταγμα. Κύριοι, ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἠσχολήθητε, ἢ ἀσχολεῖσθε μὲ ἐπίλυσιν νομικῶν ζητημάτων, θὰ ἀντελήφθητε ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 καὶ αἱ διατάξεις αὐτοῦ αἱ οὐσιαστικαὶ συνισχύουν μὲ διατάξεις ψηφισμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουν τὴν ἰδίαν οὐσιαστικὴν δύναμιν μὲ τὰς συνταγματικὰς διατάξεις. Δὲν διεπόμεθα, ὡς κακῶς νομίζετε, ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Τοῦτο ἰσχύει εἰς ἃ σημεῖα δὲν ἐτροποποιήθη ἀπὸ τὴν Ζʹ συντακτικὴν πρᾶξιν τοῦ 1933 ἥτις διετήρησεν ἐν ἰσχύϊ διατάξεις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, καὶ ὅτι συνισχύουν καὶ ἄλλαι συντακτικαὶ πράξεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ καιροὺς ἐψηφίσθησαν, παραλλήλως δὲ μὲ αὐτὰς ἰσχύουν αἱ διατάξεις 53 συντακτικῶν πράξεων, τὰς ὁποίας ἡ παροῦσα Συνέλευσις ἔχει νομοθετήσει μὲ ἐπηυξημένην καὶ ἑπομένως συντακτικὴν ὑπερισχύουσαν δύναμιν τῶν κοινῶν νόμων. Ἔχομεν δὲ καὶ συντακτικὰς πράξεις ἐκδοθείσας ἀπὸ τὰς Κυβερνήσεις τὰς πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Ἐκ τοῦ λόγου αὐτοῦ, ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς, συνταγματικῶς ἐπικρατεῖ χάος. Ἐκ τοῦ λόγου αὐτοῦ φρονῶ ὅτι ἐφ’ ὅσον διὰ τὴν ὕπαρξιν τακτικοῦ καὶ ὁμαλοῦ κοινωνικοῦ βίου εἶναι ἀναγκαῖον καὶ πρώτιστον ἡ ὁριστικότης τῶν τεθειμένων καὶ τῶν γραπτῶν κανόνων δικαίου καὶ κυριώτατα τῶν ηὐξημένης τυπικῆς δυνάμεως κανόνων τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου, ἐπιβάλλεται ἡ ταχίστη ψήφισις τοῦ Συντάγματος. Αὐτὴν τὴν ἐργασίαν ἀπὸ νομικῆς πλευρᾶς εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐπιτελέσωμεν, διὰ νὰ δώσωμεν εἰς τὸν λαὸν ὁριστικὰς τὰς θεμελιώδεις αὐτὰς διατάξεις καὶ νὰ ἐπιβάλωμεν τὸν πρὸς αὐτὰς σεβασμὸν καὶ τὴν τήρησιν αὐτῶν. Ἄλλως τὰ πάντα θὰ ἐξακολουθήσουν νὰ εἶναι ρευστὰ καὶ οὐδεμία δύναμις θὰ δυνηθῇ νὰ κατισχύσῃ τῆς ἀνατροπῆς των. Ἂς μὴ πλανώμεθα ἐπὶ τούτου. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι κοινῶς γνωσταὶ καὶ ἐγγυῶνται τὸν ὁμαλὸν συνταγματικὸν καὶ κοινωνικὸν βίον τῶν ἀνθρώπων, δὲν θὰ εἶναι μακραὶ καὶ οὔτε θὰ πρέπει νὰ ἀσχοληθῶμεν ἡμεῖς ἐπὶ πολύ, διότι αὗται ἔχουν ἐξερευνηθῆ καὶ μελετηθῆ ἀπὸ πολλοὺς καὶ ἀπὸ ὅλας τὰς Συνελεύσεις καὶ ἀποτελοῦν ἀνωτάτας ἠθικὰς ἀρχὰς τοῦ κοινωνικοῦ τῶν ἀνθρώπων βίου. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὁ χρόνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀπαιτηθῇ διὰ αὐτὰς τὰς συζητήσεις γνωστῶν πραγμάτων. Ἴσως τινὲς νεωτερίζοντες, οἱ ὁποῖοι ἀγνοοῦν ἢ ἐλησμόνησαν τοὺς ἀγῶνας, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο διὰ τὴν καθιέρωσιν τοῦ σεβασμοῦ τῆς ἰδιοκτησίας, διὰ τὴν καθιέρωσιν τοῦ σεβαστοῦ δικαιώματος τοῦ ἀσύλου τῆς κατοικίας, διὰ τὴν καθιέρωσιν τῶν ἀτομικῶν ἐν γένει δικαιωμάτων καὶ μὲ δῆθεν κοινωνικὰς ἀρχὰς οἱ νεωτερισταὶ αὐτοί, μὲ δῆθεν ἀρχὰς προστασίας ἀπὸ τὸ Κράτος τῶν ἐνδεῶν, λησμονοῦντες ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀγῶνας παρεμβάλλουν διατάξεις ὑποσκαπτούσας τὰ θεμέλια τοῦ ὁμαλοῦ κοινωνικοῦ βίου τῶν ἀνθρώπων καὶ ἐμποδίζουν τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς. Φρονῶ ὅμως ὅτι ἡ προσπάθεια αὕτη δὲν θὰ πρέπει νὰ ἐμποδίσῃ τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία θὰ σταθῇ εἰς τὸ ὕψος της, καὶ ἀπὸ τοῦ νὰ νομοθετήσῃ ἐπὶ τῶν γνωστῶν καὶ ἀσφαλῶν ἐρεισμάτων τοῦ φιλελευθέρου κοινωνικοῦ βίου τῶν ἀνθρώπων, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστὰ καὶ διὰ τὰ ὁποῖα δὲν χρειάζεται οὐδεμία ἀνάπτυξις πρὸς ἀντιπροσώπους τῆς περιωπῆς τῶν μελῶν τῆς παρούσης Ἐθνοσυνελεύσεως. Ἐπὶ τῆς κατ’ ἄρθρον συζητήσεως. Τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον καὶ τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον ἀναφέρει: «.................... (ἀναγινώσκει) ....................». Ἡ πρότασις αὐτὴ δὲν προνοεῖ διὰ τὰς περιπτώσεις καθ’ ἃς ἄρθρα ἔχουν προσθήκας ἢ ἐμφανίζονται ἄλλαι διατάξεις ἄσχετοι πρὸς τὰ νῦν ὑπάρχοντα νέα ἄρθρα. Ἄν ὑπάρξουν τοιαῦται περιπτώσεις, πότε θὰ γίνῃ ἡ συζήτησίς των;
§187Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἐπὶ τῆς συζητήσεως τῆς διατάξεως αὐτῆς τῆς νέας, ἐὰν ἔλθῃ ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς, τότε θὰ ὁμιλήσωμεν, ἐὰν πρόκειται περὶ νέου ἄρθρου.
§188Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἤθελον μίαν ἐξήγησιν ἄλλην, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4, ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ ἄρθρον 4 τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθητε τοῦ κ. Γονατᾶ, ὁρίζει: «Ὅτι ἡ συζήτησις δύναται.... ........ (ἀναγινώσκει)....................». Ἡ καθιερουμένη διάρκεια τῆς συζητήσεως εἰς τρεῖς ὥρας, ἀπὸ ἕνα τέταρτον δι’ ἕκαστον τῶν 12 ἐγγεγραμμένων ἔχει καλῶς. Ἐὰν ὅμως εἶναι περισσότεροι, ἀφοῦ τελειώσει ὁ κατάλογος τῶν 12, δύναται ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς συμφώνως μὲ τὴν τιθεμένην διάταξιν νὰ θεωρήσῃ περαιωμένην τὴν συζήτησιν. Ἑπομένως οἱ κατόπιν ἐγγεγραμμένοι, οἱ, 13ος, 14ος, 15ος κ.ο.κ. θὰ στερηθοῦν τοῦ δικαιώματος νὰ ὁμιλήσουν.
§189Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Μὰ δὲν ὑπάρχει ποτὲ περίπτωσις εἰς τὴν Βουλήν, νὰ ἐστέρησε τὸν λόγον τὸ Προεδρεῖον ἀπὸ βουλευτήν. Δὲν ἐπιτρέπεται ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἐπιρίπτεται τοιαύτη μομφὴ ἐναντίον τοῦ Προεδρείου· εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ στερήσῃ τὸν λόγον ἀπὸ ἐγγεγραμμένον;
§190Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ θὰ εἶναι συνταγματικὴ διάταξις ἡ ἀπαγορεύουσα τὴν συνέχισιν τῆς συζητήσεως. Διατὶ νὰ μὴ ἀπαλειφθῇ ἡ παράγραφος αὐτή;
§191Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἐὰν ἀπαλειφθῇ ἡ παράγραφος αὐτή, θὰ πέσωμεν εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον, εἰς τὰς 8 ὥρας, τὰς ὁποίας θέλει ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή. Λοιπὸν τί προτιμᾶτε 4, 6, 8 ὥρες ἢ προτιμᾶτε αὐτὸ τὸ γνωστόν, τὸ πάγιον, τὸ ὡρισμένον; Ἄλλως τε μὲ τὴν ἀρχικὴν πρότασιν ἐγὼ θὰ συμφωνοῦσα καὶ θὰ προτιμοῦσα 8 ὥρας καὶ θὰ ἐτελείωνεν ἡ δουλειά, ἐνῷ ἡ πρότασις τοῦ κ. Γονατᾶ εἶναι εὐρυτέρα. Ἀλλὰ ὅσα ἀπὸ τοῦ βήματος λέγετε ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως θὰ παραβιάσῃ τὴν διάταξιν καὶ τοὺς Κανονισμοὺς τοὺς ἀνέκαθεν τεθειμένους περὶ μὴ ἀφαιρέσεως τοῦ λόγου δὲν εὐσταθοῦν καὶ μάλιστα αὐτὸ τὸ παράπονον νὰ τὸ κάνετε σεῖς, ἀπόψε, ἐδῶ, ποὺ ὁμιλεῖτε ἐπὶ μίαν ὥραν χωρὶς νὰ σᾶς ἐνοχλήσῃ κανείς. Ἀφῃρέθη ποτὲ ὁ λόγος ἀπὸ βουλευτήν; Ἐγὼ δὲν ἠξεύρω τοιοῦτον γεγονὸς ἀπὸ τὴν ἱστορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου. Σεῖς μὲν δικαίως δύνασθε νὰ λέγετε τοιαῦτα πράγματα διότι δὲν ἔχετε ζήσει καὶ εἰς παλαιοτέρας Βουλές. Ὑπῆρξε ποτὲ καὶ ἐν αὐτῇ ἀκόμη τῇ Βουλῇ καὶ εἰς τὰς ἄλλας Βουλάς, ὑπῆρξε ποτὲ ἡ αὐτὴ πλειοψηφία καὶ θέλω νὰ σᾶς ἐρωτήσω εὐθέως, θέλετε νὰ ψηφισθῇ τὸ Σύνταγμα ναὶ ἢ ὄχι;
§192Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ βεβαίως, κύριε Πρόεδρε.
§193Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Μὲ αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε κάνετε τὸ ἀντίθετον. Θέλω νὰ τονίσω τὸ ἑξῆς, ὅτι καμμιὰ φορὰ τὸ ὑπερβολικὸν ἐνδιαφέρον εἶναι ὅμοιον μὲ τὴν ἀγάπην ποὺ ἔχει ἡ μαϊμοῦ εἰς τὰ παιδιά της, ποὺ τὰ σφίγγει καὶ τὰ πνίγει εἰς τὴν ἀγκαλιάν της.
§194Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὸ δὲν συμβαίνει τώρα; Τὸ ὑπερβολικὸν ἐνδιαφέρον! Διὰ νὰ τελειώνωμεν μία ὥρα ἀρχύτερα παρουσιάζεται αὐτὸ τὸ θέαμα, τῶν κενῶν ἑδωλίων. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὑπερβολικὸν ἐνδιαφέρον. Θὰ συζητῶμεν περὶ Συντάγματος Τρίτην καὶ Τετάρτην πρωΐ καὶ ἀπόγευμα. Ἐὰν μείνωμεν καὶ ὅλην τὴν νύκτα τῆς Τρίτης πρὸς τὴν Τετάρτην καὶ ἔχομεν πάλιν συνεδρίασιν τὸ πρωΐ, θὰ καταλήξωμεν 5 ἄνθρωποι νὰ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα.
§195Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἐγὼ θὰ εἶμαι εὐτυχὴς ἐὰν ἡ συζήτησις γίνῃ εἰς τὴν Βουλὴν κανονικῶς. Ἕν ὀκτάωρον, ἀρκεῖ νὰ γίνεται ἐργασία πραγματικὴ καὶ ὄχι μὲ διακοπὰς διότι 4 καὶ 4 ὧρες δηλαδὴ μία συνεδρίασις τὸ πρωΐ 10–2 μ.μ. καὶ 6–10 μ.μ. ἀρκοῦν νὰ γίνεται καὶ ἡ ἐπιψήφισις.
§196Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ συμφωνῶ νὰ ἀρχίζωμεν εἰς τὰς 4 μ.μ. καὶ νὰ τελειώνωμεν τὸ μεσονύκτιον, ἐγὼ δὲν θέλω ἑπτάωρα καὶ ἑξάωρα, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ὄχι πρωΐ καὶ ἀπόγευμα, δὲν γίνεται, κύριε Πρόεδρε.
§197Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τροπολογία μου ἡ ἀναφερομένη εἰς τὸ ἄρθρον τῆς ἐπιψηφίσεως, βασίζεται εἰς τὸ ἑξῆς: Τελευταία στατιστικὴ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Ἀγγλικοῦ Κοινοβουλίου — ὑπάρχει τμῆμα στατιστικῆς, τὸ ὁποῖον θὰ ηὐχόμεθα νὰ γίνῃ καὶ εἰς τὴν ἡμετέραν Βουλὴν διὰ τοῦ Κανονισμοῦ — ὑπολογίζει εἰς 7.30′ ὥρας καθ’ ἑκάστην τὰς ἐργασίας τοῦ Ἀγγλικοῦ Κοινοβουλίου.
§198Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἐγὼ σᾶς λέγω 8 ὥρας, τὸ ἴδιο κάνει.
§199Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. 7 καὶ ¾ ἡμεῖς δὲν εἰργάσθημεν ποτέ.
§200Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἔ, 8 ὧρες.
§201Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. 7 καὶ ¾. Πάντως ἡμεῖς δὲν ἐργαζόμεθα. Αὐτὸ τὸ βροντοφωνῶ καὶ τὸ βροντοφωνῶ καὶ διὰ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία χάρις εἰς τὴν ἀδεξιότητα τῆς διευθύνσεως τῶν ἐργασιῶν της ἀπὸ τὸν τότε Πρόεδρον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἐπεραίωσεν ἐνωρίτερον τὸ ἔργον της παρὰ τὴν φιλότιμον προσπάθειαν καὶ ἐργατικότητα τῶν μελῶν της.
§202Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ Ἐπιτροπή, κύριε συνάδελφε, ἔκανε τὸ ἑξῆς σφάλμα, ὅτι δὲν ἤρχισε τὸ ἔργον της καθορίσασα ποῖα ἄρθρα θὰ ἀναθεωρηθοῦν. Ὄχι νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τὸ Α διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ Ω. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα καὶ ἡμεῖς αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἀναγνώσωμεν αὐτὴν τὴν τεραστίαν ἔκθεσιν ἀπὸ τὴν 1ην σελίδα ἕως τὴν τελευταίαν. Αὐτὰ εἶναι παιδαριώδη καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ συμβαίνουν καὶ παρ’ ὅτι μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι μερικοὶ φιλομαθέστατοι, ἡ φιλοδοξία τοὺς ἐσήκωσε τὰ μυαλά.
§203Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πιστεύω, ὅτι ἡ Ἐθνοσυνέλευσίς μας, Ἐθνοσυνέλευσις τοσούτου ὕψους καὶ περιωπῆς, θὰ εἶναι ἀνταξία, διὰ νὰ ἀποδώσῃ ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον αἱ μέλλουσαι γενεαὶ θὰ εἶναι ὑπερήφανοι καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ὁριστικοποίησιν τῶν σχέσεων τῶν ἀνθρώπων. Μὲ τὴν εὐχὴν αὐτὴν περαίνων τὴν παροῦσαν ἀγόρευσίν μου, θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποία ὑπέβαλα καὶ ἡ ὁποία ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ τὸ Σύνταγμα ἰσχυρὸν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι ἀναφύονται εἰς τοιαῦτα ζητήματα κατὰ τὴν ἐπιψήφισίν των, θὰ γίνῃ ἀποδεκτή.
§204Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Εἶσθε εἰς θέσιν νὰ βάλετε κυρώσεις περὶ παρουσίας τῶν βουλευτῶν. Ἐὰν μᾶς προτείνετε καὶ κυρώσεις περὶ παραμονῆς τῶν βουλευτῶν, τότε νὰ συζητήσωμεν τὴν τροπολογίαν σας. Ὑπάρχει ὅμως περίπτωσις νὰ βάλωμεν κυρώσεις εἰς βουλευτήν; Ἐφ’ ὅσον εἴπατε ὅτι ὁμιλεῖτε ἀπὸ νομικῆς πλευρᾶς, αὐτὰ τὰ πράγματα θεωρητικῶς ἀναφέρονται ἀλλὰ εἰς τὴν πραγματικότητα δὲν ἐφαρμόζονται. Ἀπὸ νομικῆς πλευρᾶς μπορεῖ νὰ ἔχετε δίκαιον. Ἀλλὰ σᾶς λέγω, ἀπὸ νομικῆς πάλιν πλευρᾶς, ἐὰν προτείνετε κυρώσεις, ποῖαι εἶναι αἱ κυρώσεις σας; Ὑπάρχουν κυρώσεις εἰς τὸ Κοινοβούλιον;
§205Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω νὰ ἀποδεχθῶ τὴν γνώμην, ὅτι ἡ τροπολογία αὐτή, δὲν θὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἐπειδὴ οἱ κ. κ. συνάδελφοι, δὲν θὰ προσέρχωνται οἰκείᾳ βουλήσει εἰς τὸ κύριον ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐξελέγησαν ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, καὶ θὰ πρέπει νὰ ἐπιβληθοῦν κυρώσεις. Πάντως ἡ ἐπιθυμία μου εἶναι καὶ εἰς αὐτὸ κατευθύνονται ὅσα εἶπον, ὅτι ὀφείλομεν νὰ παγιώσωμεν τὸν κοινωνικὸν βίον τῶν συμπολιτῶν μας, καὶ τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, διὰ τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποτελέσῃ κρηπίδωμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ σπάσουν ὅλαι αἱ καταιγίδες καὶ τοῦ ἄκρου ἀριστερισμοῦ καὶ τοῦ κομμουνισμοῦ ὅλων ἐκείνων τῶν —ἰσμῶν— οἱ ὁποῖοι κατῆλθον εἰς τὴν πολιτικὴν κονίστραν καὶ ἐσήκωσαν τὸν κουρνιαχτὸ τῶν δρόμων, διὰ νὰ τὸν θέσουν ἐπὶ κεφαλῆς καὶ ὁδηγὸν τῶν λαῶν.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Δηλαβέρης ἔχει τὸν λόγον.
§207Κ. ΔΗΛΑΒΕΡΗΣ. Τὸ νὰ καταστρώσωμεν τὸν καταστατικὸν χάρτην ὁ ὁποῖος θὰ μᾶς ἐξασφαλίσῃ ὁμαλὸν κοινωνικὸν βίον καὶ θὰ κατοχυρώσῃ πραγματικῶς τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας εἶναι ἔργον ὄχι τόσον εὐχερὲς ὅπως ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται. Τὸ ἔργον εἶναι δυσχερὲς καίτοι εἶναι καὶ ἐπεῖγον. Εἶναι δυσχερὲς διότι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἔχουν πνεύσει ἰδέαι, ἀποκλείνουσαι πολὺ ἀπὸ τὰς ὀρθολογιστικὰς ἀντιλήψεις περὶ κοινωνικῆς ἐλευθερίας, περὶ προορισμοῦ τοῦ Κράτους, περὶ παρεμβατισμοῦ τοῦ Κράτους εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἐξέλιξιν, διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς καὶ δι’ ἄλλους παρεμφερεῖς καὶ συγκεχυμένας σοσιαλιστικάς, ἡμιαριστερὰς ἢ ἄλλας περὶ διευθυνομένης οἰκονομίας θεωρίας, ὅλαι αὐταὶ αἱ ἰδέαι δὲν ἔχουν λάβει ἀκόμη τὴν ἐπιστημονικὴν μορφὴν καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν εἶναι κάπως ἐπικίνδυνες. Ἐν τῇ πράξει ἔχει ἤδη ἀποδειχθῆ ὅτι κατὰ τὸ πλεῖστον, αἱ ἰδέαι αὐταὶ βλάπτουν κυρίως τὴν φυσικὴν οἰκονομικὴν ἐξέλιξιν ἰδιαίτατα δὲ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἐμποδίζουν τὴν ἀνάρρωσίν του. Ἐὰν θελήσῃ κανεὶς αὐτὰς τὰς ἰδέας νὰ τὰς θέσῃ ὑπὸ τὸ πλαίσιον τῆς πραγματικότητος καὶ τῆς ἐξετάσεως αὐτῆς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μαθηματικῆς λογικῆς τὸ ὀλιγώτερον θὰ φρίξῃ ἐνώπιον τῶν καταστροφῶν τὰς ὁποίας ἀσφαλῶς αὗται θὰ φέρουν εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἐξέλιξιν τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἐν τούτοις αἱ ἰδέαι αὐταὶ ἐπρυτάνευσαν, αἱ ἰδέαι αὐταὶ αἱ ὁποῖαι τρόπον τινὰ ἐν βρασμῷ ψυχῆς ἐξῆλθον. Ὑπὸ τὸ κράτος αὐτῶν τῶν ἰδεῶν γεννᾶται καὶ ἡ ἐργασία πρὸς διαμόρφωσιν τοῦ σχεδίου τοῦ νέου Συντάγματος. Δὲν εἶναι ἀπηλλαγμένον τοιούτων ἰδεῶν ἀφιλοσοφήτων ἀκόμη καὶ ἀβασανίστων τὸ νέον Σύνταγμα. Τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς καθ’ ὅλα ἐμβριθῆ δὲν ἀπέφυγον καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὸν μαγνήτην τῶν νέων ἰδεῶν. Συνεπῶς τὸ νέον Σύνταγμα δὲν καταστρώνει τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας μὲ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον θὰ τὰς κατέστρωνε ἂν αἱ ἰδέαι αὐταὶ δὲν εἶχον ἀκόμη ἐπικρατήσει.
§208Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Δὲν ψηφίζομεν ἀπόψε τὸ νέον Σύνταγμα.
§209Κ. ΔΗΛΑΒΕΡΗΣ. Δὲν ψηφίζομεν τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ θὰ ψηφίσωμεν τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ τὸ ψηφίσωμεν. Εἶπον αὐτὰ τὰ ὀλίγα, κ. Πρόεδρε, διὰ νὰ καταδείξω ἁπλῶς καὶ μόνον ὅτι τὸ σχέδιον τοῦ νέου Συντάγματος δὲν εἶναι τόσον ὥριμον, ὅσον θεωρεῖται ὥστε ἡ ψήφισίς του νὰ εἶναι μία ἁπλῆ τυπικὴ ἔγκρισις. Ὄχι, δὲν εἶναι ὥριμον τὸ Σύνταγμα, θέλει ἐπεξεργασίαν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν ὅτι τὸ ἔργον αὐτὸ εἶναι πλῆρες. Ἐτέθησαν αἱ οἰκονομικαὶ καὶ πολιτικαὶ ἐλευθερίαι τοῦ λαοῦ ὡς ἔπρεπε νὰ τεθοῦν. Θέλομεν τὸν λαὸν εἰς τὸν ἐλεύθερον δρόμον του. Θὰ θεμελιώσωμεν τὴν πίστιν καὶ τὴν χάριν τῆς ἐργασίας αὐτοῦ. Θὰ δικαιώσωμεν τὰς θυσίας τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ στρατοῦ. Τὸ Σύνταγμα δὲν ἔχει πετύχει ὅλα αὐτά. Ἀντιθέτως, αἱ νέαι ἰδέαι αἱ ὁποῖαι κατοπτρίζονται εἰς τὸ σχέδιον Συντάγματος, ἐν πολλοῖς θέτουσιν τὴν θρυαλλίδα, ἀνατρέπουσιν πᾶσαν ἐλπίδα, βελτιώσεως τῶν συνθηκῶν τῆς ζωῆς ἐν Ἑλλάδι. Χρειάζεται λοιπόν, κυρίως μεγαλυτέρα περίσκεψις ἐν τῇ ψηφίσει καὶ ἐπεξεργασίᾳ τοῦ σχεδίου Συντάγματος, διότι ἐὰν μέχρι σήμερον ἔγιναν πολλαὶ ἐκτροπαὶ ἀπὸ τὰ ὀρθόδοξα δεδομένα, ὀφείλονται εἰς παρεκκλίσεις ἀπὸ τὸν ὀρθὸν λόγον. Λέγαμε ἕως τώρα, ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ ὅπου θὰ ψηφισθῇ τὸ Σύνταγμα, καὶ θὰ μποῦν τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των. Πρέπει λοιπόν, νὰ προσέξωμεν μήπως τυχὸν εἰς τὸ νέον Σύνταγμα προσπαθοῦντες νὰ καταστρώσωμεν τὰς νέας κατευθύνσεις καὶ τὰς ἐνσωματώσωμεν, παραδώσωμεν τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸ ἀφιλοσόφητον τῶν νέων ἰδεῶν καὶ τὴν ὁδηγήσωμεν εἰς τὴν καταστροφήν. Ἐὰν δὲ κανεὶς ἤθελεν ἀμφιβάλλει ἐπ’ αὐτοῦ σᾶς ὑπενθυμίζω τὴν στοιχομυθίαν ἡ ὁποία ἔγινε μεταξὺ τοῦ κ. Θηβαίου, ἑνὸς ἐκ τῶν ἐξαιρέτων πατέρων τοῦ νέου Συντάγματος καὶ τοῦ κυρίου Κουλουμβάκη. Ὁ μὲν κ. Θηβαῖος λέγει ὅτι τὸ Σύνταγμα πρέπει νὰ κατοχυρώσῃ τὴν παρέμβασιν τοῦ Κράτους, ὁ δὲ κ. Κουλουμβάκης ὄχι. Ὁ παρεμβατισμὸς εἶναι ὀλέθριος. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἀποκρυσταλλώσει ἐὰν ναὶ ἢ ὄχι τὸ νέον Σύνταγμα πρέπει νὰ ἔχῃ παρεμβατισμόν. Διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος, ἀπαιτεῖται μία τὶς συζήτησις. Μία δυνατότης συζητήσεως, ἂν μὴ τὶ ἄλλο, ἐκείνων τῶν βουλευτῶν οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ συντελέσουν εἰς τὸ νέον Σύνταγμα. Δὲν νομίζω ὅτι ἔτσι θὰ δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ πάγιον χάρτην ὁ ὁποῖος θὰ διευθύνῃ τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος. Εἰς τὸ σχέδιον Συντάγματος ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 29 τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι: «Τὸ Κράτος πρέπει νὰ μεριμνᾷ διὰ τὴν ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν ἀνύψωσιν τῶν ἐργαζομένων τάξεων». (Φωναί, θόρυβος). Τὸ Σύνταγμα ἀναγνωρίζει ἄτομα καὶ ὄχι τάξεις.
§210Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀναγνωρίζει καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι.
§211Κ. ΔΗΛΑΒΕΡΗΣ. Ἐάν, κύριοι, θέλωμεν νὰ παύσῃ ὁ παρεμβατισμὸς καὶ ἡ ἐπέκτασις τῆς ὑπαλληλοκρατίας πρέπει νὰ δώσητε εἰς τὰ ἄτομα ἐκεῖνα τὰ δικαιώματα ποὺ τοὺς εἶναι ἀναγκαῖα. Πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ δικαιώματά του ὁ Ἑλληνικὸς λαός, καὶ ὅταν ὁμιλῶ περὶ τοῦ λαοῦ, ὁμιλῶ περὶ τῶν μαζῶν, καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἀνησυχεῖ δὲν εἶναι τὰ ἄτομα ἀλλὰ αἱ μᾶζαι. Εἶναι νομίζω πολὺ ἐξεζητημένον νὰ θέσωμεν ὅριον ὁμιλίας τὸ 3ωρον. Ὅπως εἶπον καὶ ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου οὐδεὶς λόγος συντρέχει νὰ θέσωμεν τὸ ὅριον αὐτό, ἀφοῦ ἐγὼ ὁ ἴδιος ὁ ὁποῖος ἤθελον ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους νὰ ἐκθέσω τὰς ἀπόψεις μου δέχομαι τὸ ¼. Θὰ ἦτο πολὺ παράδοξον νὰ προσθέσωμεν ὅτι μετὰ 3ωρον δύναται ἡ Βουλὴ νὰ κηρύξῃ περαιωμένην τὴν συζήτησιν. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐμὸν ἀρχηγόν, ἐφ’ ὅσον τὸ ¼ γίνεται δεκτόν, ποῖος ὁ λόγος τῆς καθιερώσεως τοῦ 3ώρου;
§212Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Ὑποθέτω ὅτι ὁ ρήτωρ θέλει νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν καὶ ὄχι τὸ κοινόν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ κρίνῃ ὅτι διεφωτίσθη ἐπαρκῶς καὶ θέλει νὰ τερματισθῇ ἡ συζήτησις, ἠμπορεῖ νὰ τὴν τερματίσῃ. Ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Πρόεδρον.
§213Κ. ΔΗΛΑΒΕΡΗΣ. Νομίζω ὅτι ὅλοι οἱ ρήτορες, πρέπει νὰ ὁμιλήσουν, χωρὶς νὰ κινδυνεύουν νὰ κατέλθουν τοῦ βήματος.
§214Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Οὐδέποτε ἀπὸ καταβολῆς, ἀφῃρέθη ὁ λόγος, καὶ κατεβιβάσθη ρήτωρ ἀπὸ τοῦ βήματος. Πάντως ἐὰν θέλετε νὰ βάλωμεν μετὰ τὸ 3ωρον νὰ γίνεται πεντάλεπτον.
§215Κ. ΔΗΛΑΒΕΡΗΣ. Τὸ Σύνταγμα θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἀδιάβλητον, καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀκούσωμεν ὅτι σταματᾷ ἡ συζήτησις καὶ ἀφαιρεῖται ὁ λόγος ἀπὸ τοὺς ρήτορας, διότι παρῆλθεν ἡ ὥρα.
§216Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Αὐτὸ δὲν θὰ γίνῃ ποτὲ σᾶς τὸ διαβεβαιῶ ἐγώ.
§217Κ. ΔΗΛΑΒΕΡΗΣ. Ἐφ’ ὅσον τὸ ἐξασφαλίζει ὁ ἐμὸς ἀρχηγὸς τότε ἐγὼ τὸ δέχομαι.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ἄρθρον 1ον.
§219Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἔχω νὰ κάμω μερικὰς παρατηρήσεις.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν θὰ ἔλθῃ τὸ σχετικὸν ἄρθρον. «.......» (ἀναγινώσκει) «.......».
§221Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Καὶ ἐὰν πιστεύωμεν, ὅτι εἶναι ἀκατάλληλος ἡ ἐποχή, δὲν θὰ κάμωμεν ζήτημα, ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς τροπολογίας, νομίζω, ὅτι, πρέπει νὰ γίνῃ μέχρι τῆς 6ης Ἰουλίου τοὐλάχιστον.
§222Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ, νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Καλλία, ὅσον ἀφορᾷ τὰς τροπολογίας.
§223Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Μὴν ἐπιμένετε, κ. συνάδελφοι, διότι δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν αὐτό. Ἡ παρεχομένη προθεσμία εἶναι ὑπερεπαρκής. Ἐὰν γίνῃ δεκτή, ἡ πρότασίς σας, δὲν θὰ ὑπάρχῃ κατ’ οὐσίαν, διαφορὰ παρὰ 2–3 ἡμερῶν καὶ ἀντιθέτως θὰ ὑπάρχῃ ὁ κίνδυνος νὰ ἀνατρέψωμεν τὴν ὅλην δικονομίαν τῶν συζητήσεων.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «... (συνεχίζει τὴν ἀνάγνωσιν) ...».
§225Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ ἔννοια εἶναι ὅτι συζητοῦνται χωρὶς νὰ παραπέμπωνται, διότι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ Βʹ ψηφίσματος, σημαίνει ὅτι δὲν γίνονται δεκταὶ πρὸς συζήτησιν. Θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ διατυπωθῇ «τροπολογίαι ὑποβαλλόμεναι μετὰ τὴν συζήτησιν...... (Ἀναγινώσκει) ......».
§226Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Μάλιστα, δεκτόν.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1ον ὡς ἐτροπολογήθη;
§228ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, δεκτόν.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 1ον ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἐτροπολογήθη. Ἄρθρον 2ον. Τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «............... ....................... (Ἀναγινώσκει)............».
§230Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Θὰ εἶναι ἀνεφάρμοστον τὸ ἄρθρον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2ον ὡς ἐτροπολογήθη;
§232ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, δεκτόν.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 2 ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἐτροπολογήθη. Ἄρθρον 3ον.
§234Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ προτείνω νὰ προστεθῇ: «Ὅλαι ἀνεξαρτήτως αἱ λοιπαὶ ἀγορεύσεις».
§235Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Δεκτόν.
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 3 δεκτὸν ὡς ἐτροπολογήθη;
§237ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, δεκτόν.
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 3 ἐγένετο δεκτὸν, ὡς ἐτροπολογήθη. Ἄρθρον 4ον.
§239Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον 4 μὲ τὸ ὅριον τῶν 3 ὡρῶν, εἶναι ἀπαράδεκτον. Ἐὰν τοῦτο γίνῃ δεκτόν, θὰ σκεφθῶμεν ἂν δυνάμεθα νὰ μετάσχωμεν εἰκονικῶν Συνταγματικῶν συζητήσεων. Ἀποδεχόμεθα ὅλα τὰ ἄλλα, ὄχι ὅμως καὶ αὐτό. Πρέπει πρῶτα νὰ διακρίνωμεν, ὅτι ὑπάρχουν τριῶν εἰδῶν ἄρθρα. Τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ προκαλέσουν καμμίαν συζήτησιν, ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ προκαλέσουν ὀλίγας συζητήσεις καὶ τὰ κατ’ ἐξοχὴν ἐπίμαχα ὡς τὸ περὶ ἰδιοκτησίας, νομοθετικῆς ἐξουσίας κλπ. Τὰ πρῶτα δὲν θὰ προκαλέσουν χρονοτριβήν, διὰ τὰ δεύτερα πρέπει νὰ ὁρισθῇ τὸ 8ωρον, ὡς προβλέπει τὸ σχέδιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, τέλος δέ, διὰ τὰ ἐπίμαχα, πρέπει νὰ ὁρισθῇ τοὐλάχιστον τὸ 16ωρον, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν ἀγορηταί, διότι ἐπ’ αὐτῶν θὰ πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἐξάντλησις τοῦ θέματος.
§240Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Πῶς ἀκριβῶς διατυπώνετε τὴν τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ;
§241Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Εἰς τὴν τρίτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ σχεδίου τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ἀναφέρεται «μετὰ 8ωρον συζήτησιν........................... ............ (Ἀναγινώσκει) ............». Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἐδεχόμην, ἐδῶ ποὺ ἀναφέρει «μετὰ 8ωρον συζήτησιν», νὰ σημειωθῇ μετὰ 6ωρον, ἀλλὰ νὰ αὐξηθῇ ὁ χρόνος διὰ τὰ ἐπίμαχα ἄρθρα.
§242Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Διατυπώσατε τὴν τροπολογίαν σας, κύριε Καλλία, ὥστε νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§243Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Καλλία, διότι τὸ 3ωρον διάστημα θὰ ἀποτελέσῃ πειρασμὸν εἰς τὰ χέρια τῆς πλειοψηφίας. Κύριε Πρόεδρε, ὑπενθυμίζω τοῦτο, εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ 1911, προκειμένου νὰ συζητηθῇ τὸ ἄρθρον περὶ ἰδιοκτησίας ἀπησχολήθησαν τότε ἐπὶ ὁλοκλήρους συνεδριάσεις, ὄχι ὡριαίας, ἀλλὰ συνεδριάσεις ὁλονυκτίους. Καὶ τώρα τὸ ἄρθρον αὐτὸ θὰ περάσῃ μέσα σὲ 6 ὧρες;
§244Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς, παρεκάλεσα τὸν κ. Καλλία, νὰ διατυπώσῃ τὴν πρότασίν του. Βλέπετε, ὅτι τείνω νὰ συμφωνήσωμεν.
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰ ἄλλα ἄρθρα καὶ νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς τροπολογίας μετὰ τὴν διατύπωσίν της ὑπὸ τοῦ κ. Καλλία. Ἄρθρον 5ον.
§246ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν.
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 5 ἐγένετο δεκτόν. Ἄρθρον 6ον. Αὐτὸ συνεχωνεύθη.
§248Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6, κύριε Πρόεδρε. Πηγαίνομεν 10 βουλευταὶ καὶ ἐγγραφόμεθα διὰ νὰ ὁμιλήσωμεν. Ἐρχόμεθα ἐδῶ, ἀρχίζει ἡ συνεδρίασις, ἀρχίζουν οἱ ἀρχηγοὶ καὶ περιμένουν οἱ ἐγγραφέντες νὰ τελειώσουν οἱ ἀρχηγοὶ καὶ ἔπειτα περνοῦν 3 ὧρες, διότι θὰ δοθῇ καὶ παράτασις εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς καὶ ἔτσι ἡ Βουλή, ἐξαφανίζεται, ὑποδουλώνεται. Τὸ ἄρθρον 6 τοῦ κ. Γονατᾶ εἶναι ἄρθρον μεγαλόψυχον.
§249Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Εἶμαι σύμφωνος κατ’ ἀρχὴν νὰ παραμείνῃ τὸ ἄρθρον. Ἀλλὰ νὰ διαγραφοῦν αἱ λέξεις «μὴ θεωρουμένων Κυβερνητικῶν ἢ κομματικῶν».
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6ον, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου;
§251ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, δεκτόν.
§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 6 ἐγένετο δεκτόν, ὡς ἐτροπολογήθη.
§253Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἔχω διατυπώσει ὡς ἑξῆς τὴν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4: «Μετὰ 6ωρον συζήτησιν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ κηρύξῃ περαιωμένην τὴν συζήτησιν καὶ νὰ προβῇ εἰς ἀπόφασιν ἐπὶ πάντων τῶν ἄρθρων πλὴν τῶν ἄρθρων 2, 6, 10, 23, 24, 37, 56–58, 61, 109–110, 127–128, 130, 141 καὶ 143 τοῦ σχεδίου Συντάγματος, διὰ τὰ ὁποῖα δύναται νὰ κηρυχθῇ περαιωμένη ἡ συζήτησις μετὰ 16ωρον». Ἡ Βουλὴ ἐρωτωμένη ὑπὸ τοῦ Προέδρου ἀποδέχεται τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Καλλία ὁρίζουσα τὸν χρόνον πρὸς συζήτησιν τῶν ἄρθρων 2, 6, 10 κλπ. εἰς 12ωρον ἀντὶ 16ώρου.
§254Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διὰ τὸ ἄρθρον 56 προκειμένου περὶ τεμαχισμοῦ τῆς Βουλῆς δὲν χρειάζεται οὔτε 6 ὧραι, οὔτε 8 ὧραι, οὔτε ἡμίωρον, οὔτε ἡμίλεπτον. Διότι ὑποθέτω ὅτι, διὰ βοῆς θὰ τὸ ἀπορρίψωμεν αὐτό. Ἄλλως θὰ εἴμεθα ἀνάξιοι νὰ ὀνομαζώμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους.
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς τὸ ἄρθρον γίνεται δεκτὸν ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Καλλία καὶ τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, συμφωνούσης τῆς Βουλῆς, ἀπορριπτομένων ὅλων τῶν ἄλλων τροπολογιῶν, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 καὶ τῶν ἄλλων ἄρθρων. Δεκτὸν καὶ εἰς τὸ σύνολον;
§256ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τὸ σχέδιον ψηφίσματος «περὶ τοῦ τρόπου συζητήσεως καὶ ψηφίσεως τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος», ὡς ἐτροποποιήθη. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§258ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6 μ. μ. μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. (Ὥρα 2 π.μ.)