1948.06.15
1.878 στίχοι · 14.113 λέξεις · 66 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 70ὴ
Τρίτη 15 Ἰουνίου 1948
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 6.30′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ε. Λουλακάκης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Ε. ΛΟΥΛΑΚΑΚΗΣ. (Γραμματεύς). Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Βογιατζῆς, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν ἀνακοινοῖ, ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 84382)29.3.37 ἀποφάσεώς του παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος διὰ τὴν παρ’ αὐτῆς χορήγησιν δανείου 450 ἑκατομμυρίων πρὸς τὴν Ἀνώνυμον Ἑλληνικὴν Τηλεφωνικὴν Ἑταιρείαν. Τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν ἀνακοινοῖ, ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 70205)18.4.48 ἀποφάσεώς του παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου διὰ τὴν παρὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος χορήγησιν πιστώσεως δραχμῶν 10 δισεκα-
τομμυρίων πρὸς τὸν Αὐτόνομον Σταφιδικὸν Ὀργανισμὸν
Α.Σ.Ο.
Τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν ἀνακοινοῖ, ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 107249)21.10.48 ἀποφάσεώς του παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Δημοσίου διὰ τὴν παρὰ τοῦ Ταμείου Παρακαταθηκῶν καὶ Δανείων χορήγησιν δανείου 75 ἑκατομμυρίων πρὸς τὸν Ἐθνικὸν Γυμναστικὸν Σύλλογον Ἀθηνῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 9720) 22.4.48 ἀποφάσεώς του ἀνακοινοῖ, ὅτι παρατείνει τὸν χρόνον τῆς ἐγγυήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν τῆς πιστώσεως τῶν 27 ἑκατομμυρίων δραχμῶν πρὸς τὸν Καταναλωτικὸν Συνεταιρισμὸν Ὑπαλλήλων Ὑπουργείου Δικαιοσύνης. Τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν ἀνακοινοῖ, ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 105832)20.4.48 ἀποφάσεώς του, παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος διὰ τὴν παρ’ αὐτῆς χορήγησιν πρὸς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος πιστώσεως δραχμῶν 20 δισεκατομμυρίων πρὸς συγκέντρωσιν σουλτανίνας 1947. Τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν ἀνακοινοῖ, ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 54603)17.4.48 ἀποφάσεώς του, παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου διὰ τὴν χρηματοδότησιν παρὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης διὰ ποσοῦ δραχμ. 43 δισεκατομμυρίων ἐν συνόλῳ διὰ τὴν ἀξιοποίησιν τῶν ἁλιευτικῶν καὶ ναυτικῶν ἐφοδίων. Ὁ βουλευτὴς Κυκλάδων κ. Τ. Πάρης, καταθέτει ὑπόμνημα κατοίκων Γιούρων Κυκλάδων διαμαρτυρομένων διὰ τὴν ἀπαγόρευσιν ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως τῶν Φυλακῶν Γιούρων, ἵνα μεταβαίνωσι πρὸς καλλιέργειαν τῶν πέριξ τῶν φυλακῶν κτημάτων των κλπ. Ὁ παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ Γενικὸς Ἐπίτροπος τῆς Ἐπικρατείας, ὑποβάλει ἀντίγραφον τῆς ὑπ’ ἀριθ. 4 ἐ.ἔ. πράξεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, δι’ ἧς τοῦτο ἐντέλλεται ὅπως θεωρήσῃ ὑπ’ εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τὸ ὑπ’ ἀριθ. 811 ἐκ δραχμῶν 45.316.230 χρήσεως 1947–48 ἔνταλμα ἐπ’ ὀνόματι Δ. Κ. Ζάνου ἐργολάβου Δημοσίων Ἔργων δι’ ἔξοδα μεταφορᾶς σμύριδος κλπ. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Χ. Καραΐσκος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ὁμοσπονδίας Ἐπαγγελματιῶν–Βιοτεχνῶν Δράμας καὶ περιφερείας διαμαρτυρομένης διότι ὁ νόμος περὶ τηρήσεως Ἐμπορικῶν βιβλίων ὑποχρεοῖ τοὺς Ἐπαγγελματίας καὶ Βιοτέχνας νὰ τηρήσωσι βιβλία καὶ ζητοῦσιν ὅπως τροποποιηθῇ ὁ νόμος καὶ ἀπαλλαγῶσι τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Χ. Καραΐσκος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου Καπνεργατῶν Δράμας παρακαλοῦντος, ὅπως μεριμνήσῃ τὸ Κράτος καὶ ἐπισπευθῶσιν αἱ ἀγοραὶ καπνῶν ὡς καὶ ἡ ἔναρξις ἐπεξεργασίας αὐτῶν καὶ ἡ ἀπορρόφησις οὕτω τῶν ἀνέργων Καπνεργατῶν, ἅμα δὲ καὶ μέχρις ἐνάρξεως ἐπεξεργασίας ἐξασφαλισθῇ παρὰ τοῦ Κράτους ἐπιδότησις τῶν ἀνέργων. Ὁ Π. Παπαδόπουλος. Τριατατικὸς ὑπάλληλος, φυματικὸς ζητεῖ, ὅπως ὑπαχθῇ εἰς τὰς εὐεργετικὰς διατάξεις τοῦ Ταμείου Ἀρωγῆς καὶ Ἀλληλοβοηθείας κλπ. Ὁ Κ. Γιαννᾶτος ἰατρός, ζητεῖ τὸ κλείσιμον τοῦ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Ζήνωνος κακοφήμου οἴκου, καθ’ ὅσον ἡ λειτουργία τούτου θίγει τὴν κοινωνικὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν περιοίκων. Ὁ Σύνδεσμος Συνταξιούχων Σιδηροδρομικῶν καὶ αὐτοκινητιστῶν Η.Ε.Μ. Ἀθηνῶν, διαμαρτύρεται διὰ τὴν τραγικὴν κατάστασιν τῶν μελῶν του καὶ ζητεῖ ἀναπροσαρμογὴν τοῦ διδράχμου εἰς ἕκαστον εἰσιτήριον ἑκάστης διαδρομῆς ὡς καὶ ἐπιβολὴν 50 δραχμῶν δι’ ἐνίσχυσιν τῶν Ταμείων των κ.λ.π. Ὁ Σύλλογος Ἐπαγγελματιῶν Βιοτεχνῶν Νέων Μουδανιῶν, διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ Δημοσίου Ταμείου Πολυγύρου διὰ τὴν εἴσπραξιν φόρου οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδεύματος μὲ 60% καὶ ζητεῖ ἀναστολὴν εἰσπραττομένων κλπ. Τὸ Ἐπαγγελματικὸν Βιοτεχνικὸν Ἐπιμελητήριον Κερκύρας διαμαρτύρεται διὰ τὴν ὑποχρεωτικὴν τήρησιν τῶν λογιστικῶν βιβλίων παρὰ τῶν Ἐπαγγελματιῶν καὶ ζητεῖ τὴν κατάργησιν τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης. Ὁ κ. Σ. Βασίλης κάτοικος Ἀθηνῶν, ζητεῖ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐμπορικοῦ καὶ Βιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου Θεσσαλονίκης Μ. Δημητρακοπούλου, ὡς ἀκαταλλήλου. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Λεχαινῶν, διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς περιφερείας του εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἀνταρτῶν καὶ ζητεῖ τὴν ἀποστολὴν ἐπαρκοῦς στρατιωτικῆς δυνάμεως πρὸς φρούρησιν ταύτης. Τὸ Σωματεῖον ἁλιεργατῶν, πεζοτρατῶν Καβάλας, ζητεῖ τὴν ἄρσιν τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ἁλιείας ἐν τῷ κόλπῳ τῆς Καβάλας πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν πρὸς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν ὑποχρεώσεών των. Ὁ βουλευτὴς Χαλκιδικῆς κ. Βασιλικός, καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ Συλλόγου Ἐπαγγελματιῶν καὶ Βιοτεχνῶν Νέων Μουδανιῶν, παραπονουμένων δι’ εἴσπραξιν τόκων ὑπερημερίας 60% παρὰ τοῦ Ταμείου Πολυγύρου ἐπὶ φόρων οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδεύματος ἄνευ προηγουμένης προειδοποιήσεως φορολογουμένων περὶ ὀφειλῆς κυρίου φόρου. Ὁ βουλευτὴς κ. Βασιλικός, καταθέτει τηλεγράφημα τῶν Προέδρων Κοινοτήτων Κρήμνης, Ριζῶν καὶ Παλαιοχώρας ζητούντων ἐνίσχυσιν πρὸς ἐμπέδωσιν ἀσφαλείας, καθ’ ὅσον οἱ κάτοικοι πανικοβληθέντες ἐγκαταλείπουν ὁμαδικῶς ἑστίας των καταφεύγοντες εἰς κεντρικὰ μέρη. Ὁ κ. Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης), καταθέτει σχέδια νόμων: 1) «περὶ διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τὴν περὶ τῶν Ταμείων Προνοίας Δικηγόρων Νομοθεσίαν». 2) «περὶ ρυθμίσεως ζητήματος προκύπτοντος ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς μετὰ τῆς Ἰταλίας συνθήκης Εἰρήνης». 3) «περὶ κυρώσεως τοῦ Α. Ν. 698)31.5.1948, «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 402)47 Ν. Δ., «περὶ διαχειρίσεως τῆς κληρονομικῆς περιουσίας τοῦ ἀποβιώσαντος Βασιλέως Γεωργίου Βʹ κλπ.», καὶ 4) «περὶ κυρώσεως τοῦ Α. Ν. 199)4.6.1948, «περὶ ἀπονομῆς ἰσοβίας συντάξεως εἰς τὴν χήραν καὶ τὴν θυγατέρα τοῦ ἀειμνήστου ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης Χρήστου Λαδᾶ». Ὁ κ. Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 29 Ἀπριλίου 1948 συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος». Ὁ κ. Θ. ΚΙΖΑΝΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας), καταθέτει σχέδια νόμων: 1) «περὶ ἑρμηνείας καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ Ν. Δ. 475)1948, «περὶ τρόπου ὑπολογισμοῦ καὶ ἐξοφλήσεως ἀπαιτήσεων ἐκ πολεμικῶν ἢ μὴ ἀτυχημάτων εἰς ἐργάτας θαλάσσης» καὶ 2) «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 435)1948 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῆς παρ. 1 τοῦ ἄρθρου μόνου τοῦ
Ν. 340)1947».
Ὁ κ. Α. ΜΠΙΡΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς Τ.Τ.Τ.), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ ρυθμίσεως ὑπηρεσιακῶν τινων ζητημάτων τῆς Τ.Τ.Τ. Ὑπηρεσίας». Ὁ κ. Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ ἀνασυγκροτήσεως τῆς Γεωγραφικῆς Ὑπηρεσίας Στρατοῦ». Ἡ ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν ὑποβληθεισῶν ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Βαμβέτσου τροπολογιῶν ἐπὶ τῆς προτάσεως ψηφίσματος «περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὸ Βʹ ψήφισμα «περὶ εἰδικοῦ Κανονισμοῦ διὰ τὴν Ἀναθεωρητικὴν τοῦ Συντάγματος ἐργασίαν τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς». Ὁ βουλευτὴς Τρικάλων κ. Α. Ἀλεξανδρῆς, καταθέτει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ «ὑπὸ τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καταρτισθέντος σχεδίου Συντάγματος». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Τσιρώνης, Β. Στεφανόπουλος, Μ. Βολουδάκης, Κ. Μητσοτάκης καὶ Ε. Κοθρῆς καταθέτουσιν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προστασίας τῶν ἀπολυομένων ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς παρούσης κατὰ τοῦ Ἔθνους συμμοριακῆς δράσεως».
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς κ. Θεοφανόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§6Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ κάμωμεν μίαν διακοπὴν διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἡ Βουλὴ περισσότερον συγκεκροτημένη διὰ νὰ ἀκούσῃ τὴν εἰσήγησιν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἔχει σύσκεψιν. (Εἰσέρχονται οἱ βουλευταὶ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων).
§8Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, κατόπιν μακρᾶς ἐπιμελημένης καὶ αὐστηρᾶς ἐπεξεργασίας ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ ὑπὸ ἀναθεώρησιν Συντάγματος τοῦ 1911, εὑρίσκεται εἰς τὴν ἐξαιρετικῶς εὐχάριστον θέσιν νὰ ὑποβάλῃ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας τὸ ἐκπονηθὲν ὑπ’ αὐτῆς ἀναθεωρητικὸν σχέδιον. Θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὅτι παρὰ τὰ πολλὰ ἐμπόδια τὰ προερχόμενα ἐκ τῶν ἀνωμάλων τῆς χώρας συνθηκῶν τὰ ὁποῖα παρημπόδισαν τὴν ταχυτέραν περαίωσιν τοῦ ἔργου, ἡ Ἐπιτροπὴ ἔφερεν εἰς πέρας τὸ ἔργον τοῦτο. Τὰ τῆς Ἐπιτροπῆς μέλη, μὲ ἀσυνήθη ἐπιμέλειαν καὶ ἀκάματον φιλοπονίαν, ἐπροθυμοποιήθησαν νὰ συνεισφέρωσιν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν ἀπὸ τὸν πλοῦτον τῶν ἐπιστημονικῶν τῶν γνώσεων καὶ ἀπὸ τὴν περίσσειαν τῆς ἐπιστημονικῆς των καὶ πολιτικῆς ἐμπειρίας. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐν τῇ προόδῳ τῶν ἐργασιῶν της δὲν ἐλησμόνησε ποτὲ τίνων μεγάλων καὶ σοφῶν τέκνων τῆς πατρίδος ἦτο ἔργον τὸ ὑπὸ ἀναθεώρησιν Σύνταγμα τοῦ 1911. Παρὰ ταῦτα δὲν ὤκνησε νὰ ἀνατρέξῃ καὶ εἰς τὰ νεώτερα Συντάγματα ἄλλων Κρατῶν καὶ νὰ παραλάβῃ ἐκεῖθεν ὅ,τι ἐνόμισε πρόσφορον καὶ ἐπιτυχέστερον προσαρμοζόμενον εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ κοινωνικὴν ζωὴν τῆς χώρας. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπέβλεψε μετὰ τοῦ αὐτοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, ἔργον καὶ τοῦτο διακεκριμένων πολιτικῶν ἀνδρῶν καὶ ἐπιστημόνων, παρὰ τοῦ ὁποίου παρέλαβε πολλάς, ἴσως τὰς περισσοτέρας βελτιώσεις καὶ μεταλλαγὰς ἐκ τῶν ἀναφερομένων ἐν τῷ κατατεθέντι σχεδίῳ τῆς Ἐπιτροπῆς. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι κατὰ τὰ διάφορα χρονικὰ στάδια τοῦ ἔργου τῆς Ἐπιτροπῆς ἐξεδηλώθη παρά τινων συναδέλφων ἡ γνώμη, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἔδει νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν τροποποίησιν τῶν διατάξεων ἐκείνων τοῦ ἐν ἰσχύει Συντάγματος, τῶν ὁποίων τὴν μεταβολὴν ἀπῄτουν ἐπιτακτικαὶ ἀνάγκαι τὰς ὁποίας ἐγέννησαν αἱ ἀνώμαλοι συνθῆκαι κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἐν τῇ χώρᾳ. Ἡ μεγάλη ὅμως καὶ παγία τῆς Ἐπιτροπῆς πλειοψηφία ἐθεώρησεν ἔργον της ἅμα καὶ καθῆκόν της νὰ ἐπιληφθῇ ὅλων περίπου τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, πλὴν ἐκείνων αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὴν μορφὴν τοῦ Πολιτεύματος καὶ νὰ ἐπεκτείνῃ τὰς τροποποιήσεις της καὶ τὴν ἐπεξεργασίαν της καὶ τὰς μελέτας της καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων διατάξεων, τῶν ὁποίων ἡ πεῖρα καὶ ἡ πρᾶξις ἐπεδείκνυον τὴν ἀνακαίνισιν ἐν τῷ ἔργῳ της τούτῳ τοῦ ὁποίου τὴν σοβαρότητα καὶ τὴν ὑψίστην σημασίαν ἀντιλαμβάνεσθε ὅλοι. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἐφείσθη καὶ κόπων πολλῶν καὶ προσπαθειῶν περισσοτέρων, διὰ νὰ καταρτίσῃ ἔργον ἀρτιώτερον καὶ πλῆρες ἀνταποκρινόμενον, πρὸς τὰς ὑμετέρας προσδοκίας καὶ τὰς προσδοκίας τοῦ Ἔθνους. Εἶμαι ἀπόλυτα βέβαιος ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία θὰ ἐκτιμήσῃ ἰδιαιτέρως τὴν εὐχέρειαν, μὲ τὴν ὁποίαν ἐκινήθη ἡ Ἐπιτροπὴ ἐν μέσῳ τόσων ἐπιστημονικῶν δυσχερειῶν εἰς τρόπον καὶ βαθμὸν τοιοῦτον, ὥστε αἱ παρ’ αὐτῆς γενόμεναι προσθῆκαι καὶ μεταλλαγαὶ ξένης καὶ ἰδικῆς μας πείρας, νὰ ἀποτελέσουν οἰκοδόμημα πνευματικὸν διὰ τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ λεχθῇ, ὅτι εἶναι προϊὸν γνωμῶν καὶ σκέψεων ἀμιγῶς Ἑλληνικῶν. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐν τῇ κατατάξει τῆς ὕλης δὲν ἀπεμακρύνθη, σχεδὸν τῆς σειρᾶς καὶ τῆς κατατάξεως, τῆς εἰς τὸ ὑπὸ τροποποίησιν Σύνταγμα. Ἠκολούθησε τὴν σειρὰν τοῦ πρώτου ἄρθρου, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐνόμισεν ἡ Ἐπιτροπὴ, ὅτι ἔπρεπε μετὰ σαφηνείας μεγαλυτέρας καὶ ἀκριβείας ἐξ ἴσου μεγαλυτέρας, νὰ διατυπώσῃ τὰς περὶ ἐλευθερίας τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως ὡς καὶ τὰς περὶ ἐλευθερίας τῆς λατρείας διατάξεις καὶ περιορίσῃ τὴν συνταγματικὴν ἰσχὺν ἐπί τινων διατάξεων τῶν ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων. Ἐν τῷ δευτέρῳ κεφαλαίῳ ἐν ᾧ πραγματεύεται τὸ δημ. δίκαιον τῶν πολιτῶν, εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία θὰ παρατηρήσῃ μετὰ ἰδιαιτέρας χαρᾶς τὴν προσπάθειαν τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως διὰ τροποποιήσεων ἐλαφρῶν, ἀλλ’ ἰδιαιτέρας καὶ μεγάλης σημασίας κατοχυρώσῃ τὰς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου περιφρουρήσει— ὅπερ καὶ τὸ σπουδαιότερον— τὰς ἐλευθερίας καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους, δικαιώματα καὶ ἐλευθερίας αἱ ὁποῖαι παρέμειναν καὶ παραμένουν ἀτυχῶς ἀφρούρητοι καὶ ἀκάλυπτοι εἰς τὴν διάθεσιν ξένων καὶ ἀπαραδέκτων διὰ τὸν τόπον ἰδεολογιῶν. Ἡ Ἐπιτροπὴ κατέβαλε πᾶσαν προσπάθειαν εἰς τρόπον ὥστε τὸ Κράτος νὰ ἐμφορῆται ἀπὸ τὸν σεβασμὸν πρὸς τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ ἀφ’ ἑτέρου οἱ πολῖται, νὰ ἐμφοροῦνται ἀπὸ τὸν σεβασμὸν πρὸς τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ἐλευθερίας τοῦ Κράτους. Διότι ἐπίστευσε καὶ πιστεύει ἡ Ἐπιτροπή, ὅτι μόνον διὰ μιᾶς τοιαύτης ἀμοιβαιότητος, εἶναι δυνατὸν νὰ θεμελιωθῇ τὸ ἀληθὲς δημοκρατικὸν πολίτευμα. Εἰς τὸ ἑπόμενον κεφάλαιον, τὸ περὶ συστάσεως τῆς Πολιτείας, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐθεώρησε καθῆκόν της ἐπιβεβλημένον, ἅμα δέ, κατόπιν τῆς ἐκδηλωθείσης τελευταίας θελήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, καὶ ἐπιτακτικόν, πληροῦσα κατὰ τρόπον τοιοῦτον ὑπάρχον κενόν, ἐν τῷ ἰσχύοντι Συντάγματι, νὰ ἀναγράψῃ καὶ ἀνέγραψε δι’ εἰδικῆς διατάξεως, ὅτι τὸ πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος εἶναι Βασιλευομένη Δημοκρατία. Ἡ Ἐπιτροπὴ προχωροῦσα περαιτέρω, εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ τρόπου τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, ἐθεώρησεν εἰς αὐτὴν ἐπιβεβλημένον νὰ σταματήσῃ ἐπὶ ὡρισμένων διατάξεων, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν, τὸν τρόπον τῆς καταρτίσεως τῶν νόμων καὶ νὰ ὑποβάλῃ βελτιώσεις, προσθήκας καὶ μεταλλαγὰς ἐπὶ τῷ ἀποκλειστικῷ καὶ μοναδικῷ σκοπῷ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἀρτιωτέραν καὶ πληρεστέραν κατάρτισιν τῶν νόμων, ἔν τε τῇ ἐσωτερικῇ καὶ ἐν τῇ ἐξωτερικῇ των διασκευῇ καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐπιψήφισιν τῶν ὑποβαλλομένων εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίων, εἰς τρόπον ὥστε, διὰ τῶν ὑποβαλλομένων ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τροποποιήσεων νὰ παραμένῃ καὶ χρόνος ἱκανὸς διά, τὸ ἰδιαιτέρως ἔξοχον ἔργον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, ὅπως εἶναι τὸ ἔργον τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ἧς τὸ λειτούργημα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου εἶναι λειτούργημα ἀνώτερον συνδεδεμένον ἀρρήκτως μὲ τὸν κοινοβουλευτικὸν θεσμὸν ἴσης ἀξίας μὲ τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα τῆς καταρτίσεως τοῦ νόμου. Αἱ ἐπὶ τούτου ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς γενόμεναι προσθῆκαι καὶ μεταλλαγαὶ καθώρισαν, ὅτι ἡ Βουλὴ συνέρχεται ἐν ὁλομελείᾳ καὶ κατὰ τμήματα καὶ ἧς τὰ τμήματα θὰ εἶναι ἁρμόδια διὰ τὴν ψήφισιν δευτερευούσης σημασίας νομοσχεδίων. Θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι αἱ καινοτομίαι αὐταὶ εἶναι αἱ περισσότερον καινοτόμοι καὶ περισσότερον ριζοσπαστικαὶ. Δὲν γνωρίζω, ἀξιότιμοι κύριοι, ἂν αἱ τροποποιήσεις αὗται θὰ τύχουν τῆς ἐπιδοκιμασίας τοῦ Σώματος. Ἐκεῖνο, ὅμως, διὰ τὸ ὁποῖον εἶμαι βέβαιος εἶναι τοῦτο, ὅτι θὰ προσελκύσουν τὴν βαθυτάτην ἡμῶν προσοχὴν ὅπως εὑρεθῇ προσφυέστερος τρόπος ρυθμίσεως τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς, ἵνα ὁ κοινοβουλευτικὸς θεσμὸς ἀνταποκρίνεται πληρέστερον πρὸς τὰς σημερινὰς ἀντιλήψεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἐξυπηρετεῖται ἀρτιώτερον τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους. Εἶτα ἡ Ἐπιτροπὴ ἠκολούθησε καὶ ἀκολουθοῦσα τὴν σειρὰν τοῦ ὑπὸ τροποποίησιν Συντάγματος προέβη εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν διατάξεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὴν διοίκησιν καὶ περιέλαβε πρὸς τοῦτο κοινὰς βελτιώσεις καὶ μεταρρυθμίσεις ἀλλὰ ἐξ ἴσου σπουδαίας μεταρρυθμίσεις περιέλαβεν ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ρύθμισιν τῶν στοιχείων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Δὲν εἶναι μόνον ἡ μονιμότης ἀλλὰ καὶ ἄλλα στοιχεῖα περιέλαβεν, διὰ τῶν ὁποίων ἐξησφάλισε τὴν ἠρεμίαν καὶ τὴν ψυχικὴν γαλήνην τῶν ὁποίων ἔχουν ἀνάγκην οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, διὰ τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν δημοσίων αὑτῶν καθηκόντων. Ἦτο καιρὸς πλέον, νὰ ρυθμισθοῦν τὰ ζητήματα αὐτὰ τῆς μεγάλης αὐτῆς τάξεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τῆς ἀπαραιτήτου αὐτῆς θεραπαινίδος τοῦ κρατικοῦ οἴκου, νὰ ρυθμισθοῦν παγίως, ὀρθῶς καὶ δικαίως. Θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι καὶ ὁ τομεὺς αὐτὸς τοῦ σχεδίου θὰ προκαλέσῃ ἀμέριστον τὴν προσοχὴν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἐν τῷ προτελευταίῳ κεφαλαίῳ περὶ τῆς δικαιοσύνης τοῦ Κράτους, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπέφερε μεταρρυθμίσεις τινὰς ἀφορώσας τὴν διοίκησιν τοῦ δικαστικοῦ Σώματος καὶ ἐπὶ πλέον ἔδωσε τὴν εὐχέρειαν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ συνιστᾷ δικαστήρια μικτὰ ἐκ τακτικῶν καὶ ἰσοβίων δικαστῶν ἀφ’ ἑνός, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐξ αἱρετῶν δικαστῶν, τῶν ἐνόρκων. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι οὐσιωδέστατον καὶ ἔχει ἐξαιρετικὴν σημασίαν ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δι’ ὀλίγων μέν, ἀλλὰ σαφῶν διατάξεων εἰσήγαγε σύστημα διοικητικῶν δικαστηρίων λειτουργούντων δι’ ἰσοβίων δικαστῶν, δικαστῶν ἀκουόντων μόνον, εἰς τὴν φωνὴν τοῦ νόμου, καὶ εἰς οὐδεμίαν ἄλλην ἀρχήν, εἴτε διοικητικῆς, εἴτε ἄλλης τινὸς ἀρχῆς. Κύριοι πληρεξούσιοι, θὰ γνωρίζετε ὅτι, εἰς ὅσα Κράτη παρετηρήθη προηγμένη διοίκησις, ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ θεσμοῦ τῶν διοικητικῶν δικαστηρίων ἐθεωρήθη ἕνας ἀπὸ τοὺς πλέον θαυμασίους θεσμοὺς, θεσμός, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ φράγμα ἀνυπέρβλητον εἰς τὰς αὐθαιρεσίας τῆς διοικήσεως, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου προστατεύει καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους, ἐναντίον τῶν ἐκνόμων ἀξιώσεων τοῦ ἀτόμου. Θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι ἦτο καιρὸς ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀποκτήσῃ διοικητικὸν σύστημα τοιοῦτον, προσαρμοζόμενον πρὸς τὸν διοικητικόν της ὀργανισμόν. Εἶναι δι’ ἐμέ, ἄκρως περίεργον, πῶς ἀφοῦ ἐπὶ μίαν εἰκοσαετίαν, τὴν ὁποίαν ἐπεράσαμεν ἀφ’ ὅτου ἱδρύθη τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ἀνώτατον αὐτὸ διοικητικὸν δικαστήριον καὶ ἐν τῷ μεταξὺ ἐν τῇ παρόδῳ τόσου μακροῦ χρόνου, ὅπου ἐπεξετάθη καὶ εἰς τὸ τελευταῖον χωρίον ἡ διοικητικὴ ἐνέργεια καὶ ἐπολλαπλασιάσθησαν αἱ διοικητικαὶ ὑποθέσεις, τῶν ὁποίων τὸ περιεχόμενον, κατ’ ἀξίαν εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνώτερον ἀπὸ τὸ περιεχόμενον τῶν δικαστικῶν ὑποθέσεων, παρέμεινε καὶ παραμένει ἀκόμη ἡ χώρα ἄνευ διοικητικῶν δικαστηρίων καὶ ἄνευ ἰσοβίων δικαστῶν. Θέλω νὰ πιστευθῇ ὅτι, ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία μετὰ ἰδιαιτέρας χαρᾶς θὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὐτῆς ἐπὶ τῆς προτεινομένης οὐσιώδους μεταρρυθμίσεως, ἡ ὁποία θὰ ἀποτελέσῃ, παρ’ ἡμῖν τὸν γνώμονα τῆς διοικήσεως, τὸν φραγμὸν κατὰ πάσης διοικητικῆς ὑπερβασίας, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου θὰ ἀποτελέσῃ τὸ ἰσχυρὸν καὶ βέβαιον ἔρεισμα τῶν ἐννόμων ἀξιώσεων τῶν πολιτῶν. Εἰς τὸ τελευταῖον κεφάλαιον, περὶ αὐτοδιοικήσεως, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐθεώρησε σκόπιμον νὰ υἱοθετήσῃ τὴν ὑπάρχουσαν αὐτοδιοίκησιν, νὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ὁ πρῶτος βαθμὸς τῆς αὐτοδιοικήσεως εἶναι αἱ κοινότητες καὶ οἱ δῆμοι. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς δήμους, νὰ ὁρίσῃ διὰ τοὺς δημοτικοὺς ὑπαλλήλους, ὅτι καὶ οὗτοι ἀπολαμβάνουν τῶν δικαιωμάτων ἐκείνων καὶ περιφρουροῦνται διὰ τῶν διατάξεων ἐκείνων, διὰ τῶν ὁποίων περιφρουροῦνται οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἴσοδον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, τὴν παραμονὴν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ τὴν ἔξοδον ἐκ τῆς ὑπηρεσίας καὶ τὴν μονιμότητα αὐτῶν. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ προσθέσω, διὰ τὰς ἁδροτάτας γραμμὰς ἐμφανίσεως τοῦ περιεχομένου τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς πολλὰς διατάξεις τοῦ ἀναθεωρηθέντος Συντάγματος καὶ τοῦ σχεδίου, δὲν ἔκαμε προσθήκας μακράς, προσέθεσε πολλάκις μίαν λέξιν, πολλάκις δύο λέξεις, μίαν φράσιν ἐπὶ τῷ σκοπῷ, ὅπως ἄρῃ τὰς γεννηθείσας ἀμφιβολίας, διότι ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὴν ἀρχήν, ὅτι ὁ νομοθέτης δὲν εἶναι νὰ δίδῃ λύσεις ἀκριβεῖς, σαφεῖς, κατηγορηματικάς. Ἠθέλησεν ἡ Ἐπιτροπή, νὰ περιορίσῃ εἰς ὅσον τὸ δυνατὸν στενωτέραν κύκλον, τὸ πεδίον τῶν ἀμφισβητήσεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθῶσιν ἐκ τῶν διαφόρων διατάξεων, καὶ ἀσαφειῶν. Τοῦτο εἶναι μία ὀρθή, ἀλλὰ καὶ θαρραλέα τοῦ νομοθετοῦντος ἀρχή. Τελευταῖον, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ἐπίσης νὰ φέρω εἰς γνῶσιν ὑμῶν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπή, ἐμπνεομένη ἀπὸ βαθύτατα δημοκρατικὰ συναισθήματα, ἐνέγραψεν διατάξεις ἑκάστου τῶν κεφαλαίων τοῦ σχεδίου, αἱ ὁποῖαι διατάξεις, ὡς θὰ παρετηρήσητε, δὲν ἐπέχουν θέσιν κανόνος καὶ ἰσχύος δικαίου, ἀλλὰ ἀποτελοῦσιν γραμμὴν κατευθυντήριον, ἐν τῇ ἀποστολῇ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἴσως, κύριοι συνάδελφοι, ἐκ τοῦ λόγου ὅτι μεταξὺ τῶν γενομένων τροποποιήσεων, καὶ προσθηκῶν, ὑπάρχουν καὶ τινες, αἱ ὁποῖαι θὰ ἠδύναντο νὰ γίνωσι καὶ διὰ νόμου, χωρὶς αὗται νὰ περιβληθῶσι τὸ Συνταγματικὸν κῦρος. Δὲν σᾶς ἀποκρύπτω, ὅτι ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἐδέσποσεν, ἂν καλῶς ἀντελήφθην, κἄποιος φόβος, καὶ κἄποια ἀμφιβολία, μὴ τυχὸν ὁ κοινὸς νομοθέτης, ἐπιδείξῃ τὴν αὐτὴν ραθυμίαν καὶ νωχέλειαν ἣν ἐπεδείξατο καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἐπὶ τῶν γενομένων τροποποιήσεων καὶ προσθηκῶν, ὧν ὅμως τὴν ρύθμισιν καὶ κατοχύρωσιν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, πλὴν ματαίως, ἐπιζητοῦν αἱ Κρατικαὶ καὶ Κοινωνικαὶ ἀνάγκαι. Τοιοῦτον περίπου, εἶναι εἰς γενικωτάτας γραμμὰς τὸ ἀναθεωρητικὸν περιεχόμενον τοῦ ὑποβληθέντος σχεδίου. Μετὰ ὀλίγας ἡμέρας, ὅτε θὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων ἄρθρων, τοῦ Συντάγματος, θὰ σᾶς δοθῇ εὐχάριστος εὐκαιρία, νὰ ἀκούσητε ἀναλελυμένας καὶ διεξοδικῶς, τὰς ἀρχάς, τὰς σκέψεις καὶ τὰς δικαιολογίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων ἄρθρων. Τὸ ἔργον τοῦτο ἀνέλαβον παρακληθέντες διακεκριμένοι συνάδελφοι, βαθεῖς γνῶσται καὶ μελετηταὶ τῶν παρ’ ἡμῖν καὶ ἐν τῇ ξένῃ Συνταγματικῶν θεωριῶν καὶ ζητημάτων. Καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι, αἱ πεφωτισμέναι ἀγορεύσεις των θὰ βοηθήσωσιν ὑμᾶς εἰς τὸ ἔργον σας. (Χειροκροτήματα).
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τῆς προτάσεως ψηφίσματος «περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς Βʹ ψήφισμα «περὶ Εἰδικοῦ Κανονισμοῦ διὰ τὴν Ἀναθεωρητικὴν τοῦ Συντάγματος ἐργασίαν τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς». Τὸν λόγον ἔχει ὁ ἐκ τῶν εἰσηγητῶν κ. Κ. Καλκάνης.
§10Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Μετὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, φυσικὸν εἶναι νὰ κρίνητε ἐπὶ τοῦ ὑποβαλλομένου ἤδη σχεδίου ψηφίσματος, τροποποιητικοῦ τοῦ Βʹ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸν τρόπον, τὴν διαρρύθμισιν τοῦ Κανονισμοῦ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, ὡς δικαιούμεθα ὡς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, διὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Τὸ τιθέμενον ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν ψήφισμα, εἶναι προφανές, ὅτι ἀποτελεῖ τὸν τρόπον καὶ ρυθμίζει γενικῶς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ Σῶμα θέλει προβῆ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Ἀποτελεῖ δηλονότι τὴν δικονομίαν βάσει τῆς ὁποίας θὰ ρυθμίζωνται αἱ ἐργασίαι πρὸς ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Νομίζω, ὅτι ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς ἐξεταζόμενον, τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα, εἶναι ὄντως σπουδαιότατον, διότι ἑδραιώνει ἀσφάλειαν πλήρη καὶ ἀποτελεῖ καὶ τὴν πεποίθησιν, ὅτι διὰ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος θὰ κριθῇ ἐν πολλοῖς καὶ τὸ ἔργον ἐν τῷ συνόλῳ τῆς Ἐπιτροπῆς κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος, δηλονότι, ἂν ὁ τρόπος τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, ἡ δικονομία δηλονότι τοῦ Συντάγματος, εἶναι ἡ πρέπουσα καὶ ἡ ἐνδεδειγμένη, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν γεννᾶται οὐδεὶς δισταγμός, ὅτι καὶ τὸ ὅλον ἔργον θὰ εἶναι τέλειον. Ἐὰν ἐξ ἀντιθέτου, ὁ τρόπος τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, ἡ δικονομία δηλονότι, ἡ ρυθμίζουσα τὴν διαδικασίαν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, εἶναι κἄπως ἀτελής, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει φυσικὸν εἶναι ὅτι, καὶ τὸ ἔργον βάσει τοῦ ὁποίου θὰ ψηφισθῇ θὰ εἶναι ἀτελές. Δι’ αὐτὸ ἡ σημασία τῆς ψηφίσεως, εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα, ὡς ρυθμιστοῦ τοῦ τρόπου τῆς ἐνεργείας καὶ ὡς ρυθμιστοῦ ἐν γένει τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, εἶναι τεραστία. Ἐὰν βεβαίως, τεθοῦν ὡρισμένα ὅρια, ἐλάχιστα τοῦτο θὰ εἶναι κἄτι τι, τὸ ὁποῖον θὰ ἐμποδίζῃ τὴν ἐλευθέραν σκέψιν θὰ εἶναι κάτι τι, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ἀντιδημοκρατικόν, θὰ εἶναι κάτι τι, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ἀντικοινοβουλευτικόν. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρόκειται περὶ ἔργου σοβαρωτάτου, περὶ ἔργου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ πολιτεύματος περὶ ἔργου, τὸ ὁποῖον εἶναι αὐτὸς τοῦτος ὁ καταστατικὸς ἡμῶν χάρτης, εὐθὺς ἀμέσως γεννᾶται ἡ σκέψις, ὅτι δὲν δύνανται νὰ τεθοῦν φραγμοί, ὥστε νὰ ἐμποδίζουν τὴν ἐλευθέραν ἀνάπτυξιν τῶν θεσμῶν καὶ νὰ ἐμποδίζουν τὸν οἱονδήποτε βουλευτήν, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ προτείνῃ ὡρισμένας σκέψεις εἰς τὸ Σῶμα. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐξακολουθήσῃ μία πραγματικῶς μακρὰ συζήτησις, θὰ ἐπέλθῃ ἐξ ἀντιθέτου φθορά. Συνεπῶς εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας, ὅτι ἐν τῷ Σώματι τούτῳ πρέπει νὰ συγκερασθοῦν αἱ δύο ἀπόψεις, ὥστε νὰ ἐπιβληθῇ ἡ μέση λύσις, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἡ ἁρμόζουσα. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ περιορισθῇ ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου ὥστε, νὰ δυσχερανθῇ τὸ ἔργον, οὔτε νὰ περιορισθῇ ἡ ὑποβολὴ σκέψεων πρὸς τὸ Σῶμα παρ’ οἱουδήποτε βουλευτοῦ, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἐλευθερία τοῦ λόγου, ὄχι βέβαια ἀφόρητος, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ βουλευτὴς νὰ αἰτιολογήσῃ τὰς σκέψεις του καὶ νὰ τὰς ἀναπτύξῃ, ὅπως νομίζει. Δὲν πρέπει βέβαια νὰ καταλήξωμεν εἰς ἀτέρμονας συζητήσεις, διότι θὰ ἐπέλθῃ ἀσφαλῶς καὶ βεβαίως, τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν τότε. Τρία, κυρίως, εἶναι τὰ βασικὰ ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ μεταρρύθμισις τοῦ Βʹ ψηφίσματος: Πρῶτον, ποῖαι θὰ εἶναι αἱ προθεσμίαι πρὸς ὑποβολὴν τροπολογιῶν παρὰ τῶν βουλευτῶν, δεύτερον, ἐπὶ πόσον χρόνον θὰ διαρκῇ ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν καὶ πόσος θὰ εἶναι ὁ χρόνος τῶν ἀγορεύσεων. Προθεσμία πρὸς ὑποβολὴν τροπολογιῶν παρὰ τῶν βουλευτῶν. Εἶναι βέβαια ἀναπόδραστος ἀνάγκη νὰ δοθῇ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ ἐπιψήφισις χωρὶς νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ βουλευτὴς νὰ ὑποβάλῃ μίαν δήποτε τροπολογίαν. Καὶ δὲν λέγει, βέβαια, κανείς, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ, ἀλλ’ ὅταν τεθῇ χρόνος περιωρισμένος ἐλάχιστος, καταλήγομεν εἰς τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει μία πρότασις, ἡ ὁποία δίδει προθεσμίαν ὀκτὼ ἡμερῶν ἀνατρεπτικὴν προθεσμίαν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, ὥρισε τριάκοντα ἡμερῶν προθεσμίαν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος. Νομίζω, ὅτι ἡ προθεσμία αὕτη εἶναι μακρά, ἀλλὰ καὶ ἡ προθεσμία τῶν 8 ἡμερῶν εἶναι μικρά. Πρέπει νὰ δοθῇ ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος, ὥστε ὁ βουλευτής, νὰ μελετήσῃ τὰ πράγματα, καὶ τότε νὰ καταλήξῃ ἂν θὰ καταλήξῃ, εἰς ὑποβολὴν προτάσεως. Ἔχω τὴν ἑδραίαν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀντιλαμβανομένη τὸ κρίσιμον τῶν περιστάσεων καὶ τὸ μέγεθος τῆς ἀξίας τοῦ Συντάγματος, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ δώσῃ εἰς τοὺς κ.κ. βουλευτάς, ὅλην τὴν εὐχέρειαν, καὶ τὸν χρόνον τὸν ἀπαιτούμενον, ὥστε ἐμπεριστατωμένως νὰ ὑποβάλουν προτάσεις καὶ τροπολογίας.
§11Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν θὰ προκύψῃ ἡ ἀνάπτυξις τῆς τροπολογίας.
§12Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Κατὰ τὰς συζητήσεις τοῦ προηγουμένου ἄρθρου, εἶναι ἐντελῶς ἐλεύθερος οἱοσδήποτε βουλευτής, νὰ ὑποβάλῃ οἱανδήποτε τροπολογίαν, ἀλλὰ εἰς τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλουν νὰ ὑποβάλουν προτάσεις, ὀφείλουν νὰ ὑποβάλουν ταύτας ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἕνας χρόνος διὰ νὰ παρουσιάζεται ἡ ἐργασία ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Συντάγματος.
§13Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἑνὸς ἄρθρου, ἠμπορεῖ νὰ ὑποβληθῇ τροπολογία;
§14Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Θὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του ὁ κάθε βουλευτής.
§15Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Ἐγώ, νομίζω, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ ὑποβληθῇ, ἀλλὰ ἡ διαρρύθμισις ἡ νομοτεχνική, ἀπαιτεῖ νὰ ὑποβληθῇ κατ’ ὡρισμένον τρόπον.
§16Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Αἱ τροπολογίαι θὰ ὑποβληθοῦν ἐντὸς τῆς προθεσμίας, κατὰ δὲ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκλεισθῇ οἱοσδήποτε συνάδελφος, νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του. Συνεπῶς διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ καταλήγομεν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα. Δὲν εἶναι καινοφανής, ἡ διάταξις αὐτή. Οὔτε εἶναι μία διάταξις τὸ πρῶτον ἐμφανισθεῖσα. Εἶναι διάταξις, ἡ ὁποία ὑπάρχει κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927. Ἀκριβῶς δὲ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, τὸ ὁποῖον ὅπως γνωρίζομεν ἦτο Δημοκρατικὸν Σύνταγμα, καὶ διεπνέετο ἀπὸ γνησίας Δημοκρατικὰς ἀρχὰς, ὑπῆρχεν ἡ διάταξις αὐτὴ καὶ μάλιστα ὑπῆρχεν ἡ διάταξις, ἡ ὁποία καθορίζει, ὅτι τίθεται προθεσμία 8 ἡμερῶν πρὸς ὑποβολὴν τροπολογιῶν κατ’ ἄρθρον τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος. Συνεπῶς δὲν πρόκειται περὶ καινοφανοῦς διατάξεως, ἀλλὰ περὶ διατάξεως, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν ὑπὸ τὸ ἄπλετον δημοκρατικὸν φῶς, τὸ ὁποῖον ἐπεκράτει καὶ τότε. Θὰ παρατηρήσατε, ὅτι ἡ προθεσμία, τὴν ὁποίαν τάσσετε, τῶν 30 ἡμερῶν καὶ ἡ προθεσμία τῶν 15 ἡμερῶν, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινον ἐγώ, εἶναι ἀκριβῶς ἐκείνη, ἡ προθεσμία, ἡ ὁποία ἐτηρήθη καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ δεχθῶμεν προθεσμίαν μεγαλιτέραν τῶν 8 ἡμερῶν, δι’ οὓς λόγους εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἐκθέσω, καὶ διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἀπολύτως ἡ ἐλευθερία, εἰς οἱονδήποτε βουλευτήν, νὰ προτείνῃ οἱανδήποτε τροπολογίαν, προκειμένου περὶ ζητημάτων ὑψίστης σημασίας. Ἄλλη διάταξις ἀφορᾷ τὰς συζητήσεις ἐπὶ τῶν ἄλλων τροπολογιῶν. Ἀφ’ ἧς δημοσιευθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ εἰς χρονικὸν ὅριον ἐνάρξεως τῆς προθεσμίας διὰ τὴν συζήτησιν, νὰ εἶναι ἡ τῆς διανομῆς τῆς ἐκθέσεως τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Λέγει ἡ διάταξις: «...(Ἀναγινώσκει)...». Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρχίσῃ αὔριον τὸ πρωΐ ἡ συζήτησις, ἐὰν δὲν ἔχῃ διανεμηθῇ τὸ σχέδιον τῆς ἀναθεωρήσεως, διὰ νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του ὁ κάθε βουλευτής, ὥστε νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ. Εἶναι ἀναπόδραστος ἡ ἀνάγκη, ἡ ἐπιβληθεῖσα ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ τῆς πείρας ὅτι, πρέπει νὰ ὁρίσωμεν ἕνα χρονικὸν ὅριον τῶν συζητήσεων, διὰ νὰ μὴ καταλήξωμεν εἰς ἀτέρμονας συζητήσεις καὶ ἐξαντλεῖται δι’ αὐτῶν ἡ Βουλή, ἐκ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ προκύψουν ἀγαθὰ ἀποτελέσματα. Πρέπει λοιπόν νὰ καθορίσωμεν ἕνα λογικὸν ὅριον συζητήσεως. Πρέπει νὰ τεθῇ μία κλεψύδρα, ἀλλὰ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ δύναται ὁ ἀγορητὴς νὰ ἀναπτύσσῃ τὰς ἀπόψεις του ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας.
§17Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ προθεσμία ἄρχεται ἀπὸ τὴν ἐκτύπωσιν τῶν πρακτικῶν, ἢ τὴν ἔκθεσιν;
§18Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὄχι ἀπὸ τὴν δημοσίευσιν τῶν πρακτικῶν, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν, τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς.
§19Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν γνωρίζω ἐὰν ὑπάρχῃ τοιαύτη ἔκθεσις.
§20Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἔκθεσις εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ σχέδιον.
§21Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο ἡ ἔκθεσις καὶ ἄλλο τὸ σχέδιον.
§22Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἔκθεσις εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔκανε ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Γενικὸς εἰσηγητής.
§23Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντως τὶ ἐννοεῖτε, θὰ διανεμηθῇ τὸ σχέδιον, ἢ ἡ ἔκθεσις;
§24Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἡ ἔκθεσις τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, εἶναι ἡ ἔκθεσις τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς τὸ Σῶμα... Κατ’ ἀνάγκην καταργεῖται (ἢ διατηρεῖται;) τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Ηʹ ψηφίσματος. «Καὶ ἡ μὲν...(Ἀναγινώσκει)... ...............................». Ἐγώ, νομίζω, ὅτι τὸ «ἐξαιρέσει τῶν ἀγορεύσεων κ.λ.π.», παρέλκει. Νομίζω, ὅτι καὶ εἰς τοῦτο ἀρκεῖ ἡ ἡμίσεια ὥρα. Ἐὰν δὲ χρειάζεται κατόπιν, ἀγορηταὶ νὰ ἔχουν ὀλιγώτερον χρόνον, θὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸ ἓν τέταρτον τῶν ἀγορητῶν καὶ ἂς παραμείνῃ ἡμίσεια ὥρα διὰ τοὺς εἰσηγητάς. Διότι μὴ λησμονῆτε, ὅτι οἱ εἰσηγηταὶ θὰ ἀπασχολήσουν πολὺ τὴν Βουλήν.
§25Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ὁ Εἰσηγητὴς εἶναι ἕνας.
§26Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου ὑπάρχει ἰδιαίτερος εἰσηγητής.
§27Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Τότε δὲν ὑπάρχει συνεννόησις μεταξύ σας.
§28Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὅταν λέγωμεν, κύριε Λεονάρδε, ἐξαιρέσει τῶν εἰσηγητῶν τῶν πρὸς εἰσήγησιν ἐντεταλμένων, ὑποτίθεται ὅτι, ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου, θὰ ὑπάρχῃ καὶ ἕνας εἰσηγητής.
§29Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν παρηκολουθήσατε, κύριε συνάδελφε, τὴν προτελευταίαν συνεδρίασιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐκεῖ καθωρίσθη ἕνας γενικὸς εἰσηγητὴς ἐπὶ τοῦ ὅλου τοῦ Συντάγματος καὶ καθωρίσθησαν καί τινες εἰδικοὶ εἰσηγηταὶ κατὰ κεφάλαια, ὄχι κατ’ ἄρθρα.
§30Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Τὸ εἴπαμε ἀλλὰ δὲν ἔγινε αὐτό.
§31Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡμεῖς συγχαίρομεν τὴν Ἐπιτροπὴν διὰ τὴν ὁμοφροσύνην τῶν μελῶν της.
§32Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὑπῆρξε μία σκέψις, ἐπ’ αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον εἴπατε, κύριε Στεφανόπουλε, ἀλλὰ ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν κατέληξεν εἰς ἀπόφασιν καὶ συνεπῶς διακόπτετε χωρὶς νὰ εἶσθε ἐνήμερος τοῦ πράγματος. Πρέπει, λοιπόν, νὰ τεθῇ καὶ ἐδῶ ἕνα χρονικὸν ὅριον, τοιοῦτον, ὥστε οἱ ἀγορηταὶ νὰ ἐπιτελέσουν τὸ ἔργον τους. Φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ διὰ τοὺς εἰσηγητὰς τὸ πολὺ ἡμίσεια ὥρα, διὰ δὲ τοὺς λοιποὺς ἀγορητάς, ἓν τέταρτον τῆς ὥρας.
§33Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ ἀντίθετον θὰ ἦτο ὀρθότερον. Διότι οἱ εἰσηγηταὶ εἶναι περισσότερον μελετημένοι καὶ δύνανται βραχύτερον νὰ ὁμιλοῦν.
§34Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τάσσεται ἐπίσης καὶ ἓν ἄλλο χρονικὸν ὅριον. «Μετὰ 4ωρον......(Ἀναγινώσκει)......». Νομίζω ὅτι, ἡ 8ωρος συζήτησις εἶναι πλέον ἢ ἀρκετή, ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρξῃ ἕνα θέμα τόσον μεγάλης σοβαρότητος, τόσον μεγάλης ἀξίας, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ θελήσουν νὰ ἀγορεύσουν περαιτέρω προβάλλοντες ἄλλα ἐπιχειρήματα καὶ ἡ Βουλὴ δώσῃ τὴν συγκατάθεσίν της. Ἡ ἰδική μου γνώμη εἶναι ἡ συζήτησις νὰ μὴ παρατείνεται πέραν τοῦ 4ώρου. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ δεχθῇ τὸ 8ωρον, νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπαρκέστατον. Ἐὰν ληφθοῦν τὰ μέτρα αὐτὰ καὶ τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα τεθῇ ἐν ἰσχύι μὲ τὰς τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι προτείνονται θὰ καταλήξωμεν εἰς μίαν συζήτησιν ἤρεμον καὶ ὁμαλήν, ὅπως ἀπαιτεῖται νὰ γίνῃ εἰς τοιαύτης σοβαρότητος ζητήματα καὶ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εἰπῇ κανείς, ὅτι περιωρίσθη ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου. Προτείνω τὴν ψήφισιν τοῦ ψηφίσματος.
§35Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ δώσητε τὴν ἄδειαν νὰ διορθώσω μίαν παράλειψιν, κατ’ ἐμέ, βαρυτάτην, ὅτι ἐν τῇ μνείᾳ τοῦ ἔργου τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς παρέλειψα νὰ κάμω εἰδικὴν μνείαν περὶ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου κ. Χατζίσκου, ὁ ὁποῖος μέχρι τῆς χθὲς ἦτο ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐπὶ δύο ἔτη συνεχῶς, ἀδιαλείπτως, μὲ ἐπιμέλειαν, μὲ ἀνωτερότητα, μὲ βαθυτάτην ἐπιστημονικὴν μόρφωσιν, κάτοχος τελείως καὶ πλήρως τῶν Συνταγματικῶν ζητημάτων, ἀφιερώθη ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὸ ἔργον. Καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐλυπήθη διότι ἐστερήθη ἑνὸς Προέδρου τοιαύτης βαρύτητος. Θέλω νὰ σημειώσω ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ὅτι ἡ συμβολὴ τοῦ Προέδρου ἦτο ἀξία πάσης μνείας καὶ πάσης τιμῆς. (Χειροκροτήματα).
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνω εἰς τὸ Σῶμα νὰ ἐκφράσῃ τὰς εὐχαριστίας του πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν Συνταγματικὴν διὰ τὸ ἐπιτελεσθὲν παρ’ αὐτῆς ἔργον. (Χειροκροτήματα).
§37ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Βαμβέτσος ἔχει τὸν λόγον.
§39Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ εἰσήγησις ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος, μὲ τὸ ὁποῖον ὁ διακεκριμένος συνάδελφός μας, ὁ τόσον ἐπαξίως προεδρεύσας τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος, ἐτερμάτισε τὰ καθήκοντά του ὡς Προέδρου, θελήσας νὰ δώσῃ καὶ τὴν δικονομίαν ὑπὸ τὴν ὁποίαν θὰ ψηφίζεται τὸ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς καταρτισθὲν σχέδιον Συντάγματος, ἡ εἰσήγησις, λέγω, ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος θὰ ἦτο εὐχερὴς καὶ ἁπλῆ, ἐὰν δὲν ἐμεσολάβουν γεγονότα τινά, τὰ ὁποῖα κατέστησαν τὸ ψήφισμα τοῦτο ἰδιαιτέρας σοβαρότητος πολιτικὴν πρᾶξιν. Ὡς ἴσως ἐπληροφορήθητε, κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς, τὸ ἕτερον μὲν τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει συνεργαζομένων κομμάτων ἐπέδειξεν ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα πλήρη σχεδὸν καὶ ἀπόλυτον ἀδιαφορίαν. Ἀραιῶς ἐνεφανίζοντο οἱ ἐκπρόσωποι αὐτοῦ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἐγεννήθη παρ’ ἡμῶν πολλάκις τὸ ἐρώτημα, μήπως ἡ ἀπουσία αὐτὴ ἔχει πολιτικὴν σημασίαν. Βραδύτερον, μετέσχον καὶ ἀντιπρόσωποι τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Τὸ ἕτερον τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει συνεργαζομένων κομμάτων διὰ τῶν μελῶν αὐτοῦ παρηκολούθησεν ἐντατικῶς τὰς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ ὡς κόμμα δὲν ὑπέβαλε συγκεκριμένας τινὰς πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν προτάσεις. Ἐπὶ πλέον ἡ Ἐπιτροπή, εἶχε τὸ παράπονον ὅτι ἡ ἐνέργεια αὐτῆς παρημελήθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἐπὶ μῆνας νὰ ἀγωνιζώμεθα διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἐκτύπωσιν τῶν πρακτικῶν τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ἐστενογραφημένων, ἡ ὁποία μόλις ἐσχάτως ἤρχισε, περατωθείσης τῆς ἐκτυπώσεως ἑνὸς καὶ μόνου τόμου. Ἡ ἐκτύπωσις τῶν πρακτικῶν, ἡ ὁποία καθ’ ἡμᾶς εἶναι ἀπαραίτητος προϋπόθεσις διὰ τὴν ἔναρξιν τῶν συζητήσεων ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, διότι, ὅσον βεβαίως καὶ ἐὰν εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ ἑρμηνεία διατάξεων γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων αὐτῶν, προκειμένου περὶ διατάξεων τοιούτου περιεχομένου, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν πολλάκις ἀντικείμενα σοβαρωτάτων συζητήσεων, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν εἰς τὸ Σῶμα νὰ ἀντιληφθῇ πλήρως τὸ πνεῦμα, ὑπὸ τοῦ ὁποίου διείπετο ἡ Ἐπιτροπή, ὅταν ἐψήφιζε τὰς διατάξεις, οὔτε ὁ βραχὺς χρόνος ὁ ὁποῖος κατ’ ἀνάγκην ἀφίεται διὰ τὴν ἐνώπιον τοῦ Σώματος συζήτησιν, θὰ εἶναι ἐπαρκὴς διὰ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, τὰ ἀγορεύσαντα ἐνώπιον αὐτῆς, καὶ νὰ ἀναπτύξουν, μὲ τὴν αὐτὴν ἄνεσιν τὰς ἀπόψεις, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξαν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς. Θὰ ἦτο λοιπόν, ὅρος ἀπαραίτητος ἡ προηγουμένη πλήρης ἐκτύπωσις τῶν πρακτικῶν, τὰ ὁποῖα θὰ ἀνέλθουν περίπου εἰς 1500 ἢ καὶ περισσοτέρας σελίδας καὶ ἡ ἄνετος μελέτη αὐτῶν ἐκ μέρους τοῦ Σώματος, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν εὐσυνειδήτως τὸ Σῶμα νὰ ἐπιληφθῇ τῶν ἐργασιῶν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Ἐνῷ λοιπόν, ὑφίστανται αὗται αἱ δυσχέρειαι, ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἡ ἀδιαφορία ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἐπὶ τόσον χρόνον ἐκδηλωθεῖσα, ἔξαφνα κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ παρελθόντος μηνὸς ἀνεπτύχθη ἓν ἐξαιρετικὸν τῆς Κυβερνήσεως ἐνδιαφέρον. Ἀνεγνώσαμεν τὸ πρῶτον, εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅταν ἐγένετο ἡ Κυβερνητικὴ μεταρρύθμισις, εἰς ἔνια τῶν ἀποχωρούντων μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, διατηροῦντα τὸν τίτλον ὑπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου, θὰ ἀνετίθετο ἡ σύνταξις ἑνὸς κυβερνητικοῦ σχεδίου Συντάγματος. Καὶ ὅταν βεβαίως ἡ κοινὴ γνώμη ἠγανάκτησεν ἐναντίον μιᾶς τοιαύτης ἀργομίσθου ἐμφανίσεως ὑπουργῶν, τότε τὸ σχέδιον περιωρίσθη εἰς μίαν ἀπόφασιν ληφθεῖσαν ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ἀπόφασιν λίαν πρωτότυπον, ὅσον καὶ λίαν ἀμαθῆ, τὴν ἀπόφασιν δηλ. διὰ τῆς ὁποίας τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὡς τοιοῦτο, διώριζε δύο ἐκ τῶν ἀπολυθέντων ὑπουργῶν, ὡς μέλη Ἐπιτροπῆς διμελοῦς, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ συντάξῃ ἓν σχέδιον Συντάγματος. Ἠγνόει, φαίνεται, ἡ Κυβέρνησις, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἠγνόει, ὅτι τὸ ἔργον τὸ ἀναθεωρητικόν, δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὸ ἔργον τὸ ἀναθεωρητικὸν εἶναι ἔργον τῆς λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας, ἀποκλειστικόν. Ὅτι, δηλ. ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τοὺς ὑπευθύνους συμβούλους τοῦ Στέμματος, δὲν δύναται, ὡς Κυβέρνησις νὰ μετάσχῃ τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου, διότι αὐτὸ ἀκριβῶς, εἶναι τὸ χαρακτηριστικόν, ἓν τῶν χαρακτηριστικῶν τοῦ Πολιτεύματος τῆς Βασιλευομένης Δημοκρατίας, ὅτι ὁ Βασιλεὺς οὐδεμίαν ἄλλην ἔχει ἐξουσίαν, πλὴν ἐκείνων, τὰς ὁποίας ρητῶς ἀπονέμει τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ πρὸς αὐτὸ συνάδοντες ἰδιαίτεροι νόμοι. Οὐδέποτε δὲ τὸ Σύνταγμα, ἀνέθεσεν εἰς τὸν Βασιλέα, οἱανδήποτε συμμετοχὴν εἰς τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον, δι’ ὃ τὰ ψηφίσματα δὲν κυροῦνται, ἀλλὰ ἁπλῶς ἐκδίδονται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ὑπὸ τὴν ἐπιστημονικὴν τῆς λέξεως ἔννοιαν, τῆς λέξεως δηλ. τῆς ἀντιστοιχούσης πρὸς τὴν γαλλικὴν promulgation, ἐκδίδονται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ὡς Ἀρχηγοῦ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ὤφειλεν ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις, γνωρίζουσα τοῦτο, νὰ ἐγνώριζεν ἐπίσης, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ σχέδιον Κυβερνητικόν. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον τοῦ ἑνὸς, τοῦ ἑτέρου, ἢ ἀμφοτέρων τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει συνεργαζομένων κομμάτων, ὡς τοιούτων, οὐδέποτε ὅμως σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ αὐτὴ ὅμως ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου περιεῖχε καὶ ἑτέραν ρήτραν, τὴν ρήτραν δηλ. ἡ ὁποία συνίστα τριμελῆ Ἐπιτροπὴν τεταγμένην νὰ συντάξῃ σχέδιον ἐκλογικοῦ νόμου. Ἡ ἐπὶ τὸ αὐτὸ, ἐν τῇ αὐτῇ συνεδριάσει, ἐν τῇ αὐτῇ ἀποφάσει σύμπτωσις αὐτῶν τῶν δύο διαφόρων πρὸς ἄλληλα θεμάτων ἦτο ἀρκετὴ διὰ νὰ δημιουργήσῃ ὑπονοίας τινὰς περὶ τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι ἐκίνησαν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ ἐξαφνικὸν αὐτὸ ἐνδιαφέρον τῆς συντάξεως Συντάγματος καὶ σχεδίου ἐκλογικοῦ νόμου, μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ παραβιάσῃ καὶ τὰ καθήκοντα αὐτῆς ὡς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ δὲν ἤρκεσε μόνον ἡ πρᾶξις αὐτὴ. Προσετέθη εἰς αὐτὴν καὶ ἕτερον γεγονὸς ἐπίσης ἀξιοσημείωτον, χαρακτηριστικὸν τῶν ἀντιλήψεων τῶν συνεργαζομένων ἐν τῇ Κυβερνήσει κομμάτων. Δύο διακεκριμένοι συνάδελφοι, ἀνήκοντες ἑκάτερος εἰς τὸ ἕτερον τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει συνεργαζομένων κομμάτων, ὑπέβαλον μίαν τροπολογίαν περὶ μιᾶς διὰ σιδηροδρομικῆς, ἢ μᾶλλον ἀεροπλανικῆς, ταχύτητος ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, τάξαντες μάλιστα καὶ μίαν προθεσμίαν μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς Ἰουλίου, διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Βεβαίως, παρὰ τὰς κυρώσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐτίθεντο, εἴτε δι’ ἡμᾶς ὡς βουλευτάς, εἴτε διὰ τὸ κῦρος τοῦ Συντάγματος, ἐὰν παρεβιάζετο τίς τῶν ἱερῶν καὶ ἀπαραβιάστων προθεσμιῶν καὶ ἰδίᾳ τὴν προθεσμίαν τοῦ Ἰουνίου δὲν εἶχον τὴν πρόνοιαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι νὰ προσθέσουν ἐὰν τὸ μετὰ τὴν 31ην Ἰουλίου τυχὸν ψηφιζόμενον Σύνταγμα θὰ ἦτο ἄκυρον ἢ ἐὰν οἱ βουλευταὶ οἱ μὴ ψηφίσαντες τὸ Σύνταγμα αὐτὸ ἐντὸς τῆς τεταγμένης προθεσμίας θὰ ὑφίσταντο ποινικήν τινα ἢ ἄλλην συνέπειαν. Ἐρωτᾶται, λοιπόν, ποῖος ἦτο ὁ λόγος αὐτῆς τῆς ταχύτητος, ἡ ὁποία ἐξεδηλοῦτο καὶ εἰς τὰς λεπτομερειακὰς διατάξεις τῆς τροπολογίας ἐκείνης, ὅπως ἐπὶ παραδείγματι εἰς τὴν διάταξιν, ἡ ὁποία τάσσει βραχυτάτην προθεσμίαν διὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν προτάσεων καὶ τροπολογιῶν καὶ τὴν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπεξεργασίαν αὐτῆς. Βεβαίως, διακεκριμένοι συνταγματολόγοι, ὅπως οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος καὶ ὁ ἐκ Ροδόπης, οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν τὴν πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἔχουν ἀναμφισβητήτως τὴν εὐχέρειαν ἐντὸς τόσον βραχέως χρονικοῦ διαστήματος νὰ κατανοήσουν τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον συνέταξεν ἡ Ἐπιτροπή, ἀκόμη καὶ πρὶν μελετήσουν τὰ πρακτικὰ αὐτῆς, ἀλλὰ ὑποθέτω, ὅτι ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν συναδέλφων, θὰ αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην κάποιας βαθυτέρας μελέτης τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν πρακτικῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, προτοῦ καταλήξουν εἰς συγκεκριμένα συμπεράσματα καὶ προτάσεις, προτοῦ ἀνεύρουν ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς Ἐπιτροπῆς εἴτε λάθη εἴτε ἀτελείας εἴτε παραλείψεις. Ἐπίσης, ἐτάσσετο εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος μία προθεσμία 48 ὡρῶν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὤφειλεν ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν ὑποβαλλομένων εἰς αὐτὴν τροπολογιῶν καὶ προτάσεων. Φαντασθῆτε δέ, κύριοι ἐὰν ὅπως ἀντελήφθην πρὸ ὀλίγου, ὑποβληθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἓν σχέδιον πολλῶν μεταρρυθμίσεων, ὅπως τὸ ὑποβληθὲν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον καὶ διακεκριμένον συμπολίτην μου κύριον Ἀλεξανδρῆν, ἐὰν θὰ εἶναι δυνατὸν αὐτὸς ὁ τόμος τῶν τροποποιήσεων καὶ προτάσεων νὰ συζητηθῇ καὶ νὰ ἀποφασίσῃ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐντὸς 48 ὡρῶν. Ἐρωτᾶται λοιπόν, διὰ ποῖον λόγον αὐτὴ ἡ πρόσθετος σπουδὴ τῶν δύο ἐν τῇ Κυβερνήσει συνεργαζομένων κομμάτων διὰ τὴν ταχεῖαν περάτωσιν τοῦ ἔργου τῆς Ἐπιτροπῆς.
§40Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Εἶναι πρότασις δύο βουλευτῶν, δὲν εἶναι Κυβερνητικὴ πρότασις.
§41Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Βεβαίως, εἶναι πρότασις δύο βουλευτῶν, ἀλλὰ οἱ συνάδελφοί μας ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Συντάγματος οἱ ἀνήκοντες εἰς τὰ κόμματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνήκουν καὶ οἱ ὑπογράψαντες τὴν πρότασιν βουλευταί, μᾶς ἀφῆκαν σαφῶς νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι ἡ πρότασις αὐτὴ ἀποτελεῖ ἔμπνευσιν τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει συνεργαζομένων κομμάτων.
§42Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Λυποῦμαι πολὺ δι’ αὐτό. Ἀλλὰ, ἐκτὸς τῆς σαφοῦς αὐτῆς ὑποδηλώσεως, θὰ ἤρκει τὸ γεγονὸς αὐτοῦ τοῦ περιέργου συνοικεσίου μεταξὺ τῶν δύο ἀξιοτίμων συναδέλφων. Πῶς συνέπεσαν αὐτὰ τὰ δύο πνεύματα νὰ συναντηθοῦν ἐν τῇ ὑποβολῇ τῆς τροπολογίας ταύτης, ἐνῷ ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε πείρας μας ἐκ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, μᾶς ἀπέδειξαν ὅτι δὲν ἔχουν τὴν τοιαύτην πρὸς ἀλλήλους σύμπνοιαν. Θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναζητήσωμεν καὶ ἐξιχνιάσωμεν τὸν μαίανδρον τῶν δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι σᾶς ἔθεσαν ἐπὶ τὸ αὐτό, διὰ νὰ καταλήξετε εἰς αὐτὸ τὸ συμπέρασμα. Ἑπομένως, ἔχομεν πάντα λόγον νὰ πιστεύωμεν, ὅτι ὑπήρξατε ἁπλῶς οἱ φορεῖς τῶν σκέψεων τῶν δύο κομμάτων, τὰ ὁποῖα συνεργάζονται ἐν τῇ Κυβερνήσει. Ἔχοντες ταῦτα ὑπ’ ὄψει πιστεύομεν, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς, τὸ σχέδιον ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον τίθετε ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Σώματος, δὲν εἶναι μόνον ἁπλῶς δικονομικόν, ἀλλὰ περιέχει σιωπηρῶς σοβαρὰς πολιτικὰς σκέψεις καὶ ταύτας τὰς πολιτικὰς σκέψεις ἔχομεν ἐπίσης καθῆκον νὰ ἐξιχνιάσωμεν καί, ἀφοῦ τὰς ἀνεύρωμεν, εἴτε νὰ συμφωνήσωμεν πρὸς αὐτάς, εἴτε νὰ τὰς ἐλέγξωμεν. Αἱ ἑξῆς ἐξηγήσεις εἶναι δυναταὶ τῆς πολιτικῆς σκέψεως ἡ ὁποία ὤθησεν τὰ ἐν τῇ Κυβερνήσει συνεργαζόμενα ἱστορικὰ κόμματα εἰς τὴν ἔκτακτον καὶ αἰφνιδίαν αὐτὴν σπουδὴν περὶ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος ἔπειτα ἀπὸ δύο ἐτῶν μακαρίαν ἀδιαφορίαν. Θὰ ἠδύνατο κανεὶς νὰ ὑποθέσῃ, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τὸ σύνολον τῶν δύο ἀποφάσεων, τὴν ἀφορῶσαν δηλ. τὸ Σύνταγμα καὶ τὴν ἀφορῶσαν τὸν ἐκλογικὸν νόμον, ὅτι ἡ σπουδὴ αὐτὴ ὀφείλεται εἰς μίαν ἐνδοκομματικὴν κίνησιν, μεταξὺ τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει συνεργαζομένων κομμάτων, κίνησιν κάπως στασιαστικὴν, κίνησιν κάποιας χειραφετήσεως καὶ ὅτι ἴσως ἠθέλησαν δι’ αὐτῆς τῆς αἰφνιδίας ἀποφάσεως νὰ ἐπιτύχουν τὴν ἐπαναφορὰν τῆς ἐν τοῖς ὀργανισμοῖς αὐτῶν κλονισθείσης πειθαρχίας. Ἀλλά, ὅπως εἶπον σήμερον καὶ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, δὲν θέλω βεβαίως νὰ ἀποδώσω τοιαῦτα μικροκομματικὰ ἐλατήρια εἰς αὐτὸ τὸ μεγαλειῶδες σχέδιον τῶν τροποποιήσεων τοῦ ψηφίσματος καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ὀφείλω νὰ ἐπιζητήσω ἄλλα ἐλατήρια, μεγαλύτερα, σοβαρώτερα ἐλατήρια ὁλκῆς καὶ σχετιζόμενα μὲ τὴν ὅλην ζωὴν τῆς χώρας. Εἶναι ἆραγε, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις τόσον αἰσιόδοξος ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξέλιξιν τῶν ἐπιχειρήσεων, ὥστε νὰ πιστεύῃ, ὅτι ἐντὸς τοῦ φθινοπώρου θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διενεργηθοῦν ἐκλογαὶ πρὸς ἐκλογὴν νέας Βουλῆς; Ὁσονδήποτε καὶ ἂν θελήσῃ κανεὶς νὰ εἶναι αἰσιόδοξος, δὲν νομίζω, ὅτι ἐνέργεια ἐκλογῶν, ὅσον καὶ ἂν κρίνεται καὶ παρ’ ἡμῶν ἀπολύτως ἀπαραίτητος, διότι τὰ ἀποτελοῦντα τὴν Κυβέρνησιν κόμματα ἐξήτασαν εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν, εἶναι δυνατὴ πρὶν δημιουργηθοῦν ἐκεῖναι αἱ ψυχολογικαὶ καταστάσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπαραίτητοι διὰ τὴν διενέργειαν ἐκλογῶν, πράγματι ἐλευθέρων. Ἐλεύθεραι δὲ ἐκλογαὶ προϋποθέτουν ὄχι ἁπλῶς τὸν τερματισμὸν τῆς ἀνταρσίας διὰ τῆς πλήρους καὶ ἀπολύτου ἐπιβολῆς τοῦ Κράτους ἐπὶ τοῦ συμμοριτισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐπάνοδον τῶν πεντακοσίων τόσων χιλιάδων συμμοριοπλήκτων εἰς τὰς ἑστίας των, ἀπόκτησιν ὑπ’ αὐτῶν τῆς ἐμπιστοσύνης ἐπὶ τὴν ἔννοιαν τοῦ Κράτους καὶ ἐπάνοδον ὁμαλοῦ οἰκονομικοῦ βίου μεταξὺ αὐτῶν τῶν πληθυσμῶν, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διενεργηθοῦν πραγματικῶς ἐλεύθεραι ἐκλογαὶ εἰς τὰς ὁποίας νὰ μετάσχουν καὶ αὐτοί. Ἑπομένως ἀποκλείω τὸ ἐνδεχόμενον, ὅτι μόνον αὐτὴ ἡ αἰσιοδοξία ἦτο δυνατὸν νὰ ὠθήσῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς αὐτὴν τὴν αἰφνιδίαν σπουδήν, διότι καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἀπῃτεῖτο κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον ἐννεάμηνον χρονικὸν διάστημα, ὑπὸ τὰς μᾶλλον αἰσιοδόξους προβλέψεις, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἀπαράδεκτον διὰ νὰ διενεργηθοῦν ἐκλογαί. Βεβαίως, δὲν δύναμαι νὰ συζητήσω οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ὡς σοβαρὰν τὴν διατυπωθεῖσαν ὡς ἤκουσα γνώμην, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνεργηθοῦν ἐκλογαὶ μὲ τοὺς συμμοριοπλήκτους παραμένοντας εἰς τὰ μέρη εἰς τὰ ὁποῖα ὡς πρόσφυγες κατέφυγον. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἀκόμη ἂν ἦτο δυνατὸν θὰ ἀπῃτεῖτο ὁ χρόνος τῆς συντάξεως ἐκλογικῶν καταλόγων εἴτε ἐν ταῖς νέαις περιφερείαις εἰς ἃς αὐτοὶ διαμένουν, τοιοῦτοι, ἄλλως θὰ χρειασθῇ καὶ ἂν ἐπανέλθουν εἰς τὰς ἀρχικάς των περιφερείας, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι μεγάλος, ὥστε τὸ διάστημα τὸ ὁποῖον ἀνέφερον νὰ εἶναι τὸ ἐλάχιστον δυνατόν. Ἑπομένως ἀποκλείω καὶ αὐτὴν τὴν δυνατότητα. Καὶ μένει μία ἄλλη, τρίτη, λογικὴ δυνατότης, τὴν ὁποίαν ὀφείλω ἐπίσης νὰ ἐξετάσω. Διαισθανόμεθα, ἐκ πληροφοριῶν, ὅτι κατὰ τὰς τελευταίας ἑβδομάδας γίνεται κάποια κίνησις περὶ ἐξευρέσεως συμβιβαστικῆς τινος λύσεως τῶν διεθνῶν προβλημάτων καὶ εἶναι πιθανὸν μία τοιαύτη λύσις νὰ θίξῃ ἀμέσως ἢ ἐμμέσως καὶ τὸ Ἑλληνικὸν πρόβλημα καὶ νὰ ἀγάγῃ εἰς τερματισμὸν τοῦ συμμοριτισμοῦ κατὰ τρόπον τὸν ὁποῖον δὲν θέλω ἀκόμη νὰ φαντασθῶ. Διότι ἡ ὁμόφωνος γνώμη τοῦ Ἔθνους καί, ἐλπίζω, καὶ ἡ ὁμόφωνος γνώμη τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, δὲν δύναται νὰ εἶναι ἄλλη, παρὰ ὅτι τοῦ ἐσωτερικοῦ ἡμῶν δράματος, μία καὶ μόνη λύσις, εἶναι δυνατή, ἡ λύσις, εἴτε τῆς διὰ τῶν ὅπλων καταστολῆς τῆς ἀνταρσίας, εἴτε τῆς ἄνευ οὐδενὸς ὅρου καταθέσεως τῶν ὅπλων ἐκ μέρους αὐτῶν. Πᾶσα ἄλλη λύσις θὰ ἦτο ἀντίθετος πρὸς τὴν ὁμόφωνον γνώμην τῆς χώρας καὶ τοῦ Σώματος.
§43Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς ἔχει διάφορον γνώμην.
§44Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐὰν ὅμως, κύριοι, τοιαύτη εἶναι ἡ γνώμη τοῦ Σώματος, ἡ ὁμόφωνος, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν δι’ οἱανδήποτε Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ δι’ οἱανδήποτε ξένην Κυβέρνησιν νὰ ἐπιζητήσῃ λύσεις ἄλλας πλὴν αὐτῆς. Οἱ τυχὸν θέλοντες νὰ ἐπιβάλουν λύσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦγον εἰς διάφορον ἀποτέλεσμα, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ μᾶς ἐπέβαλον λύσεις διαφόρους ἀπὸ αὐτήν, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἀνέφερον, θὰ ἦσαν βέβαιοι, ὅτι θὰ ἀντεμετώπιζον τὴν ἐχθρότητα ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἀλλὰ καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ γνωρίζουν, ὅτι μία τοιαύτη λύσις, θὰ ἦγεν εἰς ἀποτελέσματα ἀπολύτως ἀντίθετα ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκουν, δηλαδὴ ἀντίθετα τοῦ ἀποτελέσματος τοῦ παγκοσμίου κατευνασμοῦ καὶ τῆς παγκοσμίου εἰρήνης καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ κατευνασμοῦ εἰς τὴν χώραν αὐτήν. Ἐὰν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθῶμεν οἱονδήποτε συμβιβασμόν, εἴτε ὑπὸ τὴν ἀθλίαν μορφήν, τὴν ὁποίαν δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω καὶ τὴν ὁποίαν ἀτυχῶς ἐξακολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις ἐπιμόνως διατηροῦσα εἴτε ὑπὸ ἄλλην τινὰ παρομοίαν πρὸς ταύτην μορφήν, μία τοιαύτη λύσις θὰ ἦτο ἀπολύτως ἀντίθετος πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, διότι ἡ ἐπὶ ἴσης ὅροις συμμετοχὴ τοῦ ἐπαναστάτου εἰς τὸν περαιτέρω βίον τῆς χώρας, θὰ καθίστα εἰς αὐτὸν εὐχερὲς τὸ νὰ ἐπαναλάβῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤδη εἴδομεν γενόμενον ἐν ἄλλαις χώραις, αἱ ὁποῖαι σήμερον εὑρίσκονται ὄπισθεν τοῦ σιδηροῦ παραπετάσματος. Θὰ εἴχομεν δηλαδὴ μίαν ἐπανάληψιν τοῦ πειράματος τῆς Τσεχοσλοβακίας καὶ Οὐγγαρίας καὶ ἡ λύσις αὐτὴ θὰ ἦτο μία λύσις ἁπλουστέρα, κερενσκική. Μίαν τοιαύτην λύσιν ἀναμφιβόλως ἀποκρούει τὸ Ἔθνος καί, ἐφ’ ὅσον τὴν ἀποκρούει τὸ Ἔθνος, εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐπίσης δὲν θὰ εὑρεθῇ καμμία Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀξία τοῦ ὀνόματός της, ἡ ὁποία θὰ ἦτο διατεθειμένη νὰ τὴν δεχθῇ; διότι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι, θὰ ἐτόλμων νὰ τὴν δεχθοῦν θὰ ἀνετρέποντο ἐντὸς ὡρῶν ὑπὸ τῆς κοινῆς βοῆς καὶ τοῦ λαοῦ καὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ ἴσως θὰ ὑπεῖχον καὶ τὰς ποινικὰς συνεπείας τοιαύτης τινὸς πράξεως. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, εἶναι δυνατὸν ἄλλως ἡ διὰ μιᾶς τοιαύτης λύσεως νὰ γίνεται σκέψις περὶ ταχείας διενεργείας ἐκλογῶν καὶ ἑπομένως καὶ περὶ προπαρασκευῆς τῆς ἀποδοχῆς ταύτης διὰ τῆς ταχείας ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος; Ἀσφαλῶς ὄχι. Ἑπομένως καὶ ἐπὶ τούτου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὅπως εἶχον ἤδη τὴν τιμὴν νὰ ἐπιστήσω σήμερον τὴν πρωΐαν τὴν προσοχὴν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ὅτι ἡ σπουδὴ περὶ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος ἡ ἐκδηλουμένη κατ’ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν στιγμὴν τῶν προσπαθειῶν τοῦ κατευνασμοῦ θὰ ἐνέχῃ τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἀποδεχόμεθα ἢ θέλομεν ἀποδεχθῆ λύσεις τοιαύτας αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀντίθετοι πρὸς τὸ δημόσιον αἴσθημα, θὰ ἀποτελέσῃ μίαν ἀπόδειξιν ὅτι σπεύδομεν νὰ εἴμεθα ἕτοιμοι διὰ τὴν διενέργειαν ἐκλογῶν ἐὰν αὗται μᾶς ζητηθοῦν ἐντὸς βραχέος χρονικοῦ διαστήματος. Καὶ τὸ σφάλμα τοῦτο, τὸ πολιτικὸν ἐξορκίζω καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν νὰ μὴ τὸ διαπράξῃ. Ἀνεξαρτήτως, κύριοι, αὐτῶν τῶν πολιτικῶν ἀπόψεων, νομίζω, ὅτι καὶ ἄλλοι λόγοι καθιστοῦν ἀδύνατον τὴν ταχεῖαν ἔναρξιν τῶν συζητήσεων ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ἐπιθυμῶ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ κάμω μίαν διάκρισιν μεταξὺ τῆς ἐπισπεύσεως τῶν συζητήσεων καὶ τῆς ἐπισπεύσεως τῆς ἐνάρξεως τῶν συζητήσεων. Ὄσον ἀφορᾷ τὴν ἐπίσπευσιν τῶν συζητήσεων, συμφωνῶ, πλήρως μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἄλλως καὶ μετέσχον. Ἀλλὰ τὸ θέμα δὲν εἶναι τοῦτο. Δὲν πρόκειται αὐτὴν τὴν στιγμὴν περὶ τοῦ κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἐμποδίσωμεν τὴν παρέλκυσιν τῶν συζητήσεων, θὰ ἐμποδίσωμεν τὴν ἀπεραντολογίαν ἐν τῷ Σώματι, θὰ ἐμποδίσωμεν, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν κλασσικὴν λέξιν, τὴν βυζαντινολογίαν. Πρόκειται περὶ τοῦ ἐὰν εἶναι σήμερον ἡ ψυχολογικὴ στιγμὴ κατάλληλος διὰ νὰ ἀρχίσωμεν συζητήσεις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ὅταν ἀρχίσωμεν, θὰ πρέπει νὰ τελειώνωμεν γρήγορα, ἀλλὰ πότε πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν; Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, κύριοι, εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ἐκθέσω μερικὰς ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι ὑπεστηρίχθησαν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Συντάγματος, ὑπὸ ἄλλων συναδέλφων, οὐχὶ παρ’ ἡμῶν. Ἐτέθη τὸ ἐρώτημα τῆς βασικῆς ἀρχῆς, ἐὰν τὸ Σῶμα τοῦτο εἶναι ἱκανὸν καὶ ἐνδεδειγμένον διὰ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, ἐλέχθη δηλαδὴ ἐν τῇ Συνταγματικῇ Ἐπιτροπῇ ἀπὸ ἐκπροσώπους ἑνὸς ὡρισμένου κόμματος, μετέχοντος ἐν τῇ Κυβερνήσει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ παροῦσα Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, νὰ ἐκτελέσῃ πλήρως τὸ ἀναθεωρητικὸν αὐτῆς ἔργον, καὶ ὅτι τὸ ἔργον τοῦτο, θὰ ἦτο ἔργον μιᾶς νέας Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἐρχομένης μετὰ τὰς νέας ἐκλογάς. Ὑπεστηρίχθη μάλιστα, ὑπὸ μεμονωμένων συναδέλφων, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἀποτελεῖ ἓν εἶδος συμβολαίου μεταξὺ πλειοψηφίας καὶ μειοψηφίας καὶ ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἓν μέρος τῆς μειοψηφίας ἀπουσιάζει ἐκ τῆς αἰθούσης, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εὑρισκομένη πλειοψηφία τῶν μελῶν αὐτῆς, νὰ καταρτίσῃ τὸ ὁριστικὸν τῆς χώρας Σύνταγμα. Βεβαίως, δὲν ἀποδέχομαι, τὴν καινοφανῆ αὐτὴν θεωρίαν, περὶ τοιαύτης φύσεως συμβολαίων. Ὑπῆρξεν ἄλλοτε ἡ γνώμη, ὅσον ἀφορᾷ τὰ Συντάγματα τῆς Συνταγματικῆς Μοναρχίας, ὅτι ταῦτα ἀποτελοῦν συμβόλαιον μεταξὺ Μονάρχου καὶ λαοῦ. Ἀλλὰ οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν, ὑπὸ τὸ κράτος δημοκρατικῶν πολιτευμάτων νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ ἰδέα Συνταγμάτων, ἀποτελούντων συμβόλαιον, μεταξὺ πλειοψηφίας καὶ μειοψηφίας, διότι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἤρκει ἓν πολιτικὸν κόμμα, ἰσχυριζόμενον, ὅτι ἀπολαμβάνει ποιᾶς τινος ἐμπιστοσύνης παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, νὰ ἀπέχῃ τῶν ἐκλογῶν Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὐδέποτε νὰ λαμβάνῃ χώραν αὐτὸ τὸ συμβόλαιον μεταξὺ πλειοψηφίας καὶ μειοψηφίας.
§45Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ ὑπεστηρίχθη αὐτό;
§46Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὑπεστηρίχθη εἰς τὸ ἄρθρον συναδέλφου μας, ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Ὑπεστηρίχθη ἐξ ἄλλου, ὅτι οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐξελέγη ἡ παροῦσα Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, καὶ αἱ συνθῆκαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας αὕτη πρόκειται νὰ ἐργασθῇ καθιστοῦν ταύτην ἀκατάλληλον διὰ τὸ ἔργον, τοῦ ὁποίου θὰ πρόκειται νὰ ὑποληφθῇ. Ἐλέχθη, συγκεκριμένως, ὅτι, ὅταν ἡ Κυβέρνησις, ἡ προκηρύξασα τὰς ἐκλογὰς, ἐχαρακτήρισε τὴν παροῦσαν Βουλὴν ὡς Βουλὴν Ἀναθεωρητικήν, ἔπραξε τοῦτο οὐχὶ διότι ἐπίστευεν ὅτι, θὰ ἦτο ἀπαραίτητον, ἡ παροῦσα Βουλὴ νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὸ ἀναθεωρητικὸν αὐτῆς ἔργον, ἀλλὰ διότι ἤθελε, τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὁπότε ἦτο ἄγνωστος ἡ ἔκβασις τοῦ Δημοψηφίσματος, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ ἔκβασις αὐτοῦ ἀπέβαινεν ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας, νὰ ἔχῃ τὴν δυνατότητα ἡ Βουλή, νὰ θέσῃ ἓν Σύνταγμα, διότι ἄλλως θὰ εὑρισκώμεθα ἄνευ Συντάγματος. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν, ὡς πρὸς τὸ ἀκατάλληλον τῆς παρούσης Βουλῆς διὰ νὰ ψηφίσῃ Σύνταγμα. Διαφωνῶ ριζικῶς, μὲ αὐτὰς τὰς ἀπόψεις. Πιστεύω, ὅτι εἶναι ἔργον ἡμῶν τὸ νὰ περατώσωμεν τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον ἡμῶν καὶ ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐπιτρέπεται, νὰ τερματίσωμεν τὰ ἔργα ἡμῶν χωρὶς τὸ ἔργον τοῦτο, νὰ περατωθῇ. Βεβαίως, διὰ νὰ ἔχῃ τὸ ἔργον ἡμῶν ἀξίαν, πρέπει νὰ μὴ εἶναι ἔργον σπουδῆς, πρέπει νὰ μὴ εἶναι ἔργον προχειρότητος, πρέπει νὰ εἶναι ἔργον ἀντάξιον τῶν σημερινῶν περιπτώσεων, τὸ ὁποῖον νὰ φαίνεται ὅτι ἀντελήφθη, τὰς ροπάς, τὰς ἐκδηλωθείσας μετὰ τὸν φοβερὸν αὐτὸν πόλεμον, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ εἶναι στυγνόν, νὰ μὴ εἶναι συντηρητικὸν καὶ ἀντιδραστικόν, ἀλλὰ νὰ ἀντιλαμβάνεται τὰς νέας ὁρμάς, τὰς νέας ροπάς, τὰς νέας ἀνάγκας. Ἐὰν ἡ παροῦσα Βουλὴ κατορθώσῃ νὰ εἶναι ἀξία τοῦ τοιούτου αὐτῆς προορισμοῦ, τότε βεβαίως, τὸ ἔργον αὐτῆς θὰ εἶναι μέγιστον. Ἐὰν ἡ παροῦσα Βουλὴ δὲν δυνηθῇ νὰ ἐξαρθῇ ὑπεράνω τῶν σημερινῶν προσωρινῶν συνθηκῶν, ἐὰν ἐπιτελέσῃ ἔργον, τὸ ὁποῖον ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτοῦ νὰ εἶναι ἐπίμεπτον, τότε τὸ ἔργον θὰ κριθῇ, ὄχι ἁπλῶς ὑπὸ τῆς ἱστορίας καὶ τῆς ἐπιστήμης, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ θεωρήσῃ αὐτό, ἔργον ἀκατάλληλον, ἔργον ἀνάξιον τῶν περιστάσεων, καὶ τότε θὰ προκύψῃ ἀφ’ ἑαυτῆς ἡ ἀνάγκη τῆς ἐκ νέου ἀναθεωρήσεως τοῦ ἔργου. Ἑπομένως, ἔχομεν βεβαίως, καὶ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον, νὰ ὑποληφθῶμεν τοῦ ἔργου τῆς ἀναθεωρήσεως, ἀλλὰ πρέπει, ὅταν θὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ ἔργου αὐτοῦ, νὰ ἐμφορούμεθα παγίως, ἀπὸ μίαν καὶ μόνην σκέψιν, ὅτι, τὸ ἔργον μας αὐτό, ἔχει τὸν προορισμὸν τῆς ἐπιβιώσεως τῆς ἡμετέρας Βουλῆς, καὶ τοῦτο, δὲν θὰ πρέπει νὰ ἀπολείπῃ, οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν τῶν σκέψεων ἡμῶν, Ἀλλά, δὲν ἀρκεῖ ἁπλῶς τὸ περιεχόμενον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης, νὰ ἐπισύρῃ ἀφ’ ἑαυτοῦ, τὸν σεβασμὸν τῆς κοινῆς γνώμης. Θὰ πρέπει ἡ κοινὴ γνώμη, νὰ παρακολουθήσῃ μετ’ ἀδιαπτώτου ἐνδιαφέροντος, τὰς συζητήσεις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, αἱ ὁποῖαι θὰ διεξάγωνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Πρέπει, ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, νὰ ὑπάρξῃ οὐχὶ συμβόλαιον, μεταξὺ πλειοψηφίας καὶ μειοψηφίας, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ συμβόλαιον, μεταξὺ Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ ἐντολέων αὐτῆς. Πρέπει ἡμεῖς νὰ συναισθανώμεθα τὸν παλμὸν τοῦ λαοῦ, ὅταν νομοθετοῦμεν συνταγματικῶς, καὶ πρέπει, τὸν παλμὸν αὐτὸν νὰ τὸν ἐκδηλώνωμεν. Ἐὰν δὲν εὑρισκώμεθα εἰς τοιαύτην ψυχολογικὴν ἁρμονίαν, ἐάν, ἡ Δʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, εὑρίσκεται εἰς διάστασιν ψυχικὴν, μεταξὺ ἑαυτῆς καὶ τῶν ἐκλογέων αὐτῆς, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, οἱοδήποτε καὶ ἐὰν εἶναι τὸ ἔργον ἡμῶν, τὸ ἔργον τοῦτο θὰ ἀφήσῃ ψυχρὰν τὴν Ἑλληνικὴν κοινὴν γνώμην. Ἀλλὰ διὰ νὰ συμβῇ τοῦτο, κύριοι, πρέπει ἡ κοινὴ γνώμη νὰ εἶναι ἀπερίσπαστος, πρέπει ὅλη αὐτῆς ἡ προσοχὴ νὰ στρέφεται πρὸς ἡμᾶς. Αὐτὴν ὅμως τὴν στιγμὴν ἡ κοινὴ γνώμη τῆς Ἑλλάδος, ἀτυχῶς, δὲν στρέφεται πρὸς ἡμᾶς, ἔστω καὶ ὅταν συζητοῦμεν ζητήματα σχετικὰ μὲ τὸν συμμοριτισμὸν, αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ κοινὴ γνώμη τῆς Ἑλλάδος, στρέφεται πρὸς τὰ ἐκεῖ, ὅπου τὰ τέκνα τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος μάχονται τὸν ἱερώτερον ἀγῶνα τῆς Φυλῆς. Ὅταν ὅλων ἡ προσοχὴ εἶναι ἐστραμμένη ἐκεῖ, πῶς θέλετε νὰ παρακολουθήσῃ τὸ Ἔθνος δὲν θὰ ἔλεγον μετὰ τοῦ ἀπαραιτήτου ἀδιαπτώτου ἐνδιαφέροντος, ἀλλὰ μετὰ στοιχειώδους κἂν ἐνδιαφέροντος συνταγματικῆς συζητήσεως διεξαγομένας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ; Διότι αἱ συνταγματικαὶ συζητήσεις, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι κατ’ ἀνάγκην συζητήσεις σχεδὸν θεωρητικαί, διότι τὸ ἔργον τὸ συνταγματικὸν εἶναι βεβαίως ἔργον πολιτικὸν — καὶ εἴπομεν πολλάκις, ὅτι ἄλλο ἡ πολιτικὴ καὶ ἄλλο ἡ ἐπιστήμη, διότι ἡ πολιτικὴ νομοθετεῖ καὶ ἡ ἐπιστήμη ἑρμηνεύει — τὸ Συνταγματικὸν ἔργον, λέγω, εἶναι πολιτικὸν μὲν ἔργον, ἀλλὰ τὸ κατ’ ἐξοχὴν ἐπιστημονικὸν ἐκ τῶν πολιτικῶν ἔργων ἑνὸς πολιτικοῦ Σώματος. Θὰ ἀναπτύσσωνται ἀποφάσεις, κατ’ ἀνάγκην ἐπιστημονικαὶ θεωρίαι καὶ ἔννοιαι ἀφῃρημέναι. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Φαντάζεσθε, ὅτι ἡ ἀνάπτυξις τοιούτων θεωριῶν καὶ τοιούτων ἐννοιῶν θὰ ἀποσπάσῃ ἔστω καὶ ἐλάχιστον τὸ ἐνδιαφέρον ἐκ μέρους τοῦ μαχομένου Ἔθνους; Οἱ 200.000 ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι εἶναι σήμερον ὑπὸ τὰ ὅπλα καὶ αἱ οἰκογένειαι αὐτῶν δηλαδή, ἓν καὶ πλέον ἑκατομμύριον Ἑλλήνων πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι σκέπτονται τὸ μέλλον αὑτῶν τῶν παιδιῶν, τὸ μέλλον τοῦ ἀγῶνος, τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἀγῶνος, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν τὸ παραμικρὸν ἐνδιαφέρον διὰ συνταγματικὰς συζητήσεις; Ἔχετε ἐπὶ πλέον τοῦτο: Ὑπὲρ τὸ ἥμισυ ἑκατομμύριον προσώπων, τὰ ὁποῖα εἴτε ἐξεδιώχθησαν εἴτε ἔφυγον ἀπὸ τὰς περιφερείας των, καὶ σήμερον στεγάζονται, θὰ ἔλεγον στιβάζονται, κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τοῦ μὴ ἀνθρωπίνου; Ἔχετε τὴν πεποίθησιν, ὅτι αὐταὶ αἱ ὑπερπεντακόσιαι χιλιάδες Ἑλλήνων πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι ζοῦν, ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς οἰκτροὺς ὅρους, ὅρους, οἱ ὁποῖοι θὰ γίνουν ἀκόμη χειρότεροι διαρκοῦντος τοῦ θέρους, ὁπότε καὶ συμβίωσις ἐν ἑνὶ δωματίῳ δεκάδων προσώπων θὰ καταστῇ ἀφόρητος καὶ ἐπιδημίαι δυνατὸν νὰ ἀναπτυχθοῦν λόγῳ τῆς ἐλλείψεως στοιχειώδους καθαριότητος, φαντάζεσθε ὅτι, οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι πεινοῦν καὶ ζοῦν μὲ 1.500 δραχμὰς τὴν ἡμέραν καὶ ὀλίγα δράμια ἀλεύρου, τὰ ὁποῖα τοὺς παρέχει τὸ Κράτος, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ μόνον αὐτὴν τὴν σκέψιν ἔχουν, πῶς θὰ κάμωμεν τὸ Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος ἢ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εὑρίσκονται εἰς κατάστασιν πλήρους ἀγωνίας καὶ ἐξαθλιώσεως; Ἔχετε, δηλαδή, ἀμέσως μίαν μεγάλην μάζαν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀδύνατον νὰ παρακολουθήσουν, ὄχι κἂν μετ’ ἐνδιαφέροντος, ἀλλά, θὰ ἔλεγον, νὰ παρακολουθήσουν ἄνευ ἀγανακτήσεως, συζητήσεις ἐν τῷ Σώματι, ἀφορώσας τὴν κατάρτισιν τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν αὐτοὶ οἱ ψυχολογικοὶ λόγοι, καθιστοῦν ἀδύνατον τὴν ἁρμονίαν τὴν ψυχικὴν μεταξὺ Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ λαοῦ, ἀμφιβάλλω ἀκόμη ἂν καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, καθ’ ἑαυτήν, λαμβανομένη, ἔχει τὰ νεῦρα ἰσχυρὰ καὶ τὴν ψυχὴν ἤρεμον διὰ νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ συνταγματικοῦ ἔργου. Κύριοι βουλευταί, θὰ ἐκόμιζον γλαῦκα εἰς Ἀθήνας, ἐὰν ἀνέφερον τὰς καθημερινὰς, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι διεξάγονται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁσάκις, ἀντιπρόσωποι ὡρισμένων περιφερειῶν, πληροφοροῦνται εἰδήσεις θλιβερὰς ἀφορώσας τὴν κατάστασιν τῆς ἀσφαλείας ἐν ταῖς περιφερείαις των. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχετε πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς συνταγματικῆς ἐργασίας μίαν ἢ δύο ὥρας τὸ Σῶμα ἀπασχολούμενον μὲ τὰ ζητήματα τῆς ἀσφαλείας κατ’ ἀνάγκην — διότι οὐδεὶς Πρόεδρος, καὶ οὐδεμία Κυβέρνησις εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ εἰς τοὺς βουλευτὰς νὰ ἀνέλθουν εἰς τὸ βῆμα αὐτὸ διὰ νὰ ἐκθέσουν τὸν πόνον τῶν περιφερειῶν των — Θὰ εἶναι δυνατὸν ἔπειτα ἀπὸ μίαν ἢ δύο ὥρας τοιαύτης συζητήσεως, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἐπὶ τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας νὰ συνεχίζετε τὴν συνεδρίασιν διὰ νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις περὶ τῆς ψήφου τῶν γυναικῶν; Θὰ εἶναι δυνατὸν εἰς ὑμᾶς, κύριοι βουλευταί, νὰ ἔχετε τὴν στοιχειώδη ἐκείνην ἠρεμίαν διὰ νὰ συζητήσητε συνταγματικὰς διατάξεις; Προχθὲς κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν τοῦ Σώματος μετὰ τὰς διακοπάς, παρ’ ὀλίγον νὰ δημιουργηθῇ σχεδὸν κυβερνητικὴ κρίσις ἐξ ἀφορμῆς τῶν συζητήσεων περὶ τῶν λαβόντων χώραν ἐν Ἠλείᾳ. Ἦτο τόσον ἐξημμένη ἡ ἀτμόσφαιρα τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ὥστε, ἐὰν δὲν διελύετο ἡ συνεδρίασις, οὐδεὶς θὰ ἠδύνατο νὰ προΐδῃ καὶ νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν ἐξέλιξιν τῶν συζητήσεων κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Ἐὰν καθ’ ἑκάστην ἢ ἅπαξ ἢ δὶς τῆς ἑβδομάδος συμβαίνῃ νὰ ἔχωμεν τοιαῦτα τινὰ γεγονότα καὶ ἀνέρχονται βουλευταὶ εἰς τὸ βῆμα καὶ διεκτραγωδοῦν τὴν κατάστασιν τῆς περιφερείας των, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν ἔπειτα περὶ τοῦ Συντάγματος; Θὰ ἐπεθύμουν νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω ἓν τραγικὸν ἱστορικὸν παράδειγμα, τὸ παράδειγμα τῆς τρίτης Συντακτικῆς Συνελεύσεως, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε πρέπει νὰ διαφεύγῃ τὴν προσοχὴν Ὑμῶν. Θὰ ἤθελα νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὴν περίπτωσιν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ὅταν τὸ Ἔθνος ἐμάχετο, καὶ ἐμάχετο ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν ἀγῶνα ὀλιγώτερον σκληρὸν καὶ ὀλιγώτερον σοβαρὸν ἀπὸ τὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον σήμερον μάχεται —διότι ἐπρόκειτο περὶ ἁπλῆς ἐπεκτάσεως ἡμῶν, ἐνῷ σήμερον πρόκειται περὶ τῆς ὑπάρξεως ἡμῶν— ὅταν τὸ Ἔθνος ἐμάχετο ἐκείνην τὴν ἐποχήν, ἐπὶ μικρασιατικοῦ ἐδάφους, ἡ τρίτη Συντακτικὴ Συνέλευσις, ἠσχολεῖτο μὲ συνταγματικὰς διατάξεις. Καὶ παρέμεινεν ἱστορικὴ ἡ φράσις ὅτι: «Ὅταν τὸ Ἔθνος μάχεται ἡ Βουλὴ συζητεῖ περὶ τῆς ψήφου τῶν γυναικῶν». Καὶ δὲν ἦτο ἁπλῶς ἱστορικὸν γεγονός, ὑπῆρξε καὶ στοιχεῖον κατηγορίας ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, κατηγορίας, ἡ ὁποία εἶχε τὴν τραγικὴν ἔκβασιν, τὴν ὁποίαν γνωρίζετε ὅλοι, κατηγορίας ὅτι ἀκριβῶς ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅταν τὸ Ἔθνος ἐμάχετο, ἐπέτρεπε νὰ γίνωνται τοιαῦται συζητήσεις. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Ἡ σημερινὴ ἐποχὴ δὲν εἶναι πολὺ χειροτέρα ἀπὸ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην; Καὶ πῶς θὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν ὀργὴν τοῦ μαχομένου Ἔθνους ὅταν ἀσχολούμεθα μὲ θεωρητικὰς συζητήσεις, ὅταν αὐτὸ μάχεται τὸν ὑπὲρ ὅλων ἀγῶνα; Θεωρῶ ὅτι, καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς θὰ ἀπετέλει σοβαρώτατον πολιτικὸν σφάλμα τὸ νὰ ἐπιληφθῶμεν συζητήσεων ἐπὶ τοῦ Συντάγματος προτοῦ ὁ ἀγὼν τοῦ Ἔθνους τερματισθῇ, ἢ προτοῦ ἐπὶ τέλους ἀρχίσωμεν νὰ βλέπωμεν, ὅτι ἐφθάσαμεν πράγματι ἐγγὺς τοῦ τέλους, κατὰ τρόπον σαφῆ, ἀνεπίδεκτον πάσης ἀμφιβολίας. Μόνον τότε, θὰ εἶναι δυνατόν, τὸ Ἔθνος νὰ σκεφθῇ, ὅτι τώρα, ἀφοῦ ἐτελειώσαμεν μὲ τὸν συμμοριτισμόν, εἶναι καιρὸς νὰ ἐπιληφθῶμεν καὶ τῶν ἄλλων ἡμῶν ἔργων, καὶ τότε μόνον ἡ Βουλὴ θὰ ἔχῃ τὴν ψυχικὴν ἠρεμίαν καὶ τὴν διανοητικὴν διαύγειαν νὰ ἀσχοληθῇ μὲ συζητήσεις περὶ τροποποιήσεως τοῦ Συντάγματος. Πρὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, κύριοι, θὰ ματαιοπονήσωμεν, ἀλλὰ ὄχι ἁπλῶς θὰ ματαιοπονήσωμεν, θὰ ἔλθωμεν εἰς ριζικὴν σύγκρουσιν πρὸς τὸ κοινὸν αἴσθημα καὶ ὅταν ἰσχυριζώμεθα ὅτι ἔχομεν δημοκρατικὰς πεποιθήσεις καὶ ὅτι πιστεύομεν πραγματικὰ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν πολίτευμα, ὅπως πιστεύομεν ἡμεῖς, ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ πράττωμεν πᾶν ὅ,τι ἐξαρτᾶται ἀφ’ ἡμῶν διὰ νὰ ἐμπεδώσωμεν τὴν πίστιν εἰς τὰς δημοκρατικὰς ἀρχὰς καὶ τὸν Ἑλληνικὸν κοινοβουλευτισμὸν καὶ νὰ μὴ πράττωμεν τίποτε, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ κλονίσῃ τὴν πίστιν αὐτήν. Καὶ νομίζω ὅτι οἱ μεγαλύτεροι ἐχθροὶ τῆς δημοκρατίας καὶ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ εἰσηγοῦντο σήμερον τὴν ἔναρξιν συζητήσεων περὶ Συντάγματος προτοῦ ὁ ἀγὼν τοῦ Ἔθνους τερματισθῇ. Πιστεύων εἰς ταῦτα, κύριοι, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὸ Σῶμα τὴν πρότασιν ὅπως, ψηφιζομένου βεβαίως τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ, διὰ νὰ τερματισθῇ αὐτὴ ἡ διατύπωσις τῆς ὑπάρξεως δικονομίας ὅσον ἀφορᾷ τὰς συζητήσεις τοῦ Συντάγματος, ψηφίσωμεν συγχρόνως, ὄχι ἁπλῶς ὡς λέγει τὸ σχέδιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἀρχίσῃ τὰς ἀναθεωρητικὰς ἐργασίας αὐτῆς, ὅταν αὕτη ἀποφασίσῃ, ἀλλ’ ὅτι ἡ Βουλή, κρίνουσα, ὅτι σήμερον τὸ Ἔθνος δὲν ἔχει ἄλλην σκέψιν παρὰ τὸν τερματισμὸν τοῦ περὶ τῶν ὅλων ἀγῶνος, δὲν θεωρεῖ τὴν παροῦσαν στιγμὴν κατάλληλον διὰ νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ἔργου τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, θὰ εἴμεθα βεβαίως καθ’ ὅλα ἕτοιμοι, τὸ σχέδιον θὰ εἶναι ἕτοιμον, αἱ προτάσεις θὰ ἔχουν κατατεθῆ, ἡ ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Συντάγματος θὰ ἔχῃ τερματισθῆ, ἡ Βουλὴ θὰ ἔχῃ ἐνώπιόν της τὸ ὅλον σχέδιον μετὰ τῶν πρακτικῶν, τῶν προτάσεων, τῶν ἐπ’ αὐτῶν ἐκθέσεων τῆς Ἐπιτροπῆς. Διότι αὐτά, τὰ ὁποῖα ἰσχύουν διὰ τὴν Βουλὴν δὲν ἰσχύουν διὰ τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος, συνερχομένην ἐν μυστικαῖς συνεδριάσεσι, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη αὐτῆς τῆς ἐπαφῆς μεταξὺ Ἐπιτροπῆς καὶ κοινῆς γνώμης τοῦ Ἔθνους, θὰ ἔχῃ λοιπόν, τερματισθῆ ὁλόκληρον τὸ προπαρασκευαστικὸν ἔργον καὶ ἡ δικονομία θὰ ψηφισθῇ διὰ τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπὸ τὴν κρίσιν μας. Καὶ ὅταν τὸ Ἔθνος κρίνῃ ὅτι ἦλθεν ἡ κατάλληλος στιγμή, τότε θὰ ἐπιληφθῇ μετὰ τῆς προσηκούσης σοβαρότητος καὶ ταχύτητος τοῦ ἔργου τῆς ἀναθεωρήσεως. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τῆς δικονομίας, διότι εἶναι ἀπολύτως δευτερεῦον ζήτημα. Ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τὸν διακεκριμένον συνάδελφον καὶ συνεισηγητὴν. Ἐπιθυμῶ μόνον νὰ διασαφήσω μίαν ἀμφιβολίαν, ἡ ὁποία ἐγεννήθη ὡς πρὸς τὴν ἀνατρεπτικὴν προθεσμίαν τῆς ὑποβολῆς προτάσεων, τῆς ὁποίας ἡ ἔννοια εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ροδόπης συνάδελφος. Πρόκειται δι’ αὐτῆς τῆς ἀνατρεπτικῆς προθεσμίας νὰ δοθῇ ἓν τέρμα εἰς τὴν ὑποβολὴν αὐτοτελῶν καὶ κοινοτόμων προτάσεων. Ἐὰν βεβαίως πρόκειται περὶ λεπτομερειακῶν τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι προκύπτουν ἐκ τῆς συζητήσεως καὶ περὶ φραστικῶν διατυπώσεων, αὐταὶ θὰ γίνωνται ἐν τῷ Σώματι καὶ εἶναι εὐνόητον, ὅτι μὲ αὐτὰς δὲν πρόκειται νὰ ἀπασχολῆται ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή. Αὐτὰ βεβαίως δὲν γράφονται εἰς τὸ χαρτί, ἀλλὰ ἀποτελοῦν μίαν λελογισμένην ἑρμηνείαν τοῦ σχεδίου, πότε πρόκειται περὶ αὐτοτελοῦς προτάσεως, ἡ ὁποία ἐκπροθέσμως ὑποβάλλεται καὶ πότε πρόκειται περὶ ἁπλῆς μεταβολῆς, ἡ ὁποία θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν. Νομίζω ἐπίσης, ὅτι τὰ χρονικὰ ὅρια τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι τὰ προσήκοντα καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἐν ὀνόματι αὐτῆς ὡμίλησαν οἱ δύο ὑποβαλόντες τὴν τροπολογίαν συνάδελφοι, δὲν θὰ ἐπιμείνῃ περαιτέρω ἐπ’ αὐτῶν τῶν τροπολογιῶν, ἀλλὰ θὰ ἀποδεχθῇ τὴν τελικὴν ἀπόφασιν τῆς Ἐπιτροπῆς ὡς αὕτη διεμορφώθη, μολονότι πιστεύω, ὅτι τὸ 48ωρον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὀφείλει ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος νὰ ἀποφανθῇ, θὰ ἔπρεπε καὶ αὐτὸ νὰ ἑρμηνευθῇ Cum grano salis διότι θὰ εἶναι ἀσύνετον ἐπὶ μεγάλων προτάσεων νὰ συνέλθῃ καὶ νὰ λάβῃ ἀπόφασιν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐντὸς τόσον βραχέος χρονικοῦ διαστήματος. Βεβαίως ἐὰν πρόκειται περὶ τροπολογιῶν ἁπλῶν, τὸ 48ωρον δύναται νὰ τηρηθῇ, ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται περὶ γενικωτέρων σχεδίων, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβληθοῦν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ εἶναι ἀδύνατον βεβαίως τότε τοιαῦτα χρονικὰ ὅρια νὰ ἐφαρμοσθοῦν. Ταῦτα ὅμως δεδομένου, τὸ 15θήμερον διάστημα εἶναι τὸ ἐλάχιστον χρονικὸν ὅριον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιτρέπῃ τὴν ὑποβολὴν ἐκθέσεως ἐπὶ τῶν νέων προτάσεων, διότι ἐὰν κρίνω ἀπὸ τὰς μέχρι τοῦδε ἀναγγελομένας ὡς ὑποβληθείσας ἢ ὑποβληθησομένας προτάσεις, τοὐλάχιστον ἄλλο τόσον χρονικὸν διάστημα θὰ ἀπαιτηθῇ διὰ τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία θὰ τὰς ἐπεξεργασθῇ, ὁπότε ἡ σκέψις περὶ ἀμέσου ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Συντάγματος θὰ εἶναι ἄνευ πρακτικῆς ἀξίας, διότι θὰ παρέλθῃ μηνιαῖον χρονικὸν διάστημα ἕως ὅτου περατωθῇ ὅλη αὐτὴ ἡ διαδικασία καὶ θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰ κυνικὰ καύματα τοῦ Ἰουλίου, ὁπότε ἀμφιβάλλω ἐὰν οἱοσδήποτε ἐξ ἡμῶν θὰ δύναται νὰ συζητῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ περὶ συνταγματικῶν μεταρρυθμίσεων. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἄλλη πρότασις, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὸν καθορισμὸν συνεδριάσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ ἔπρεπε νὰ καταναλίσκωνται διὰ τὸ συνταγματικὸν ἔργον, ὑποβληθεῖσα πάλιν κατὰ τὴν αὐτὴν διαδικασίαν ὑπὸ τὴν ἔμπνευσιν, ὡς φαίνεται, τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι καὶ αὐτὴ δὲν εἶναι προσήκουσα. Ἐν πρώτοις ἡμεῖς καὶ ὡς ἐλπίζω, ὅλα τὰ κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν τὸν περιορισμὸν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου εἰς μίαν ἡμέραν. Τὸ ἐλάχιστον χρονικὸν ὅριον τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου εἶναι τὸ προβλεπόμενον ὑπὸ τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ δηλαδὴ δύο ἡμερῶν ἑβδομαδιαίως. Ἀλλὰ καὶ ἡ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προβλεπομένη ἐν τῇ τροπολογίᾳ ταύτῃ μία ἡμέρα νομοθετικῆς ἐργασίας δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ἁπλούστατα ἀπερίσκεπτος. Διότι ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν ὄγκον τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται εἰς τὸν πίνακα τὸν διανεμηθέντα χθὲς ὑπὸ τοῦ Προεδρείου, ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως ἦσαν ἐγγεγραμμένα 40–50 νομοσχέδια διὰ μίαν συνεδρίασιν καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συζητηθοῦν πλέον τῶν 3–4 ἐρωτῶ πῶς σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις νὰ τερματίσῃ αὐτὴν τὴν ἐκκρεμότητα τοῦ νομοθετικοῦ αὐτῆς ἔργου; Δυοῖν θάττερον, ἢ νομίζει ὅτι τὸ ἔργον αὐτὸ εἶναι ἀσήμαντον καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δύναται νὰ περιμένῃ ἀρκετοὺς μῆνας νὰ ψηφισθῇ, ἤ, ἐὰν τὸ θεωρῇ σημαντικόν, θὰ ἔπρεπε νὰ προΐδῃ ἀνάλογον ἀριθμὸν συζητήσεων ἐν τῇ Βουλῇ ἐντὸς τῶν ὁποίων νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διεκπεραιωθῇ ἡ νομοθετικὴ ἐργασία. Διὰ νὰ διευκολύνω τὴν Κυβέρνησιν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διαβιβάσω πρὸς αὐτὴν τὴν σκέψιν, ἡ ὁποία φαίνεται υἱοθετεῖται ὑπὸ τοῦ ἑνὸς τῶν ἐν Κυβερνήσει κομμάτων, ὅπως, παραλλήλως πρὸς τὴν συνταγματικὴν ἐργασίαν καὶ πρὸς τὸ ἀμείωτον ἔργον τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ἀσκῆται ἡ νομοθετικὴ λειτουργία κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξα ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος καὶ τὸ ὁποῖον ἐγένετο δεκτόν. Ἐὰν ἡ σκέψις αὐτὴ υἱοθετηθῇ, τότε βεβαίως θὰ ὑπάρξῃ μία λύσις, διότι ἐὰν διὰ ψηφίσματος εἰσαγάγωμεν ἀπὸ τοῦδε τὴν διάταξιν αὐτὴν περὶ τῆς κατὰ τμήματα ἀσκήσεως τῆς νομοθετικῆς λειτουργίας, τότε θὰ εἶναι δυνατὸν ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, καθ’ ὃν χρόνον συζητεῖ τὸ Σύνταγμα εἰς τὰς ἀπογευματινὰς συνεδριάσεις, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διαθέτῃ δύο ἡμέρας καθ’ ἑβδομάδα, τὸ ἕτερον ἥμισυ τῆς ἡμέρας δηλαδὴ εἴτε τὴν πρωΐαν εἴτε τὸ ἀπόγευμα, ὅπως τὰ τρία τμήματα, συγχρόνως ἐργαζόμενα, δυνηθοῦν νὰ περαιώσουν τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀποδεχθῇ τὴν λύσιν αὐτὴν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν περὶ 3 ἡμερῶν ἑβδομαδιαίως συνταγματικῆς ἐργασίας. Ἐὰν ἡ πρότασις αὐτὴ δὲν ἤθελε γίνει δεκτή, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις ἀναλαμβάνει βαρεῖαν τὴν εὐθύνην διὰ τὴν ψήφισιν τῶν νομοθετημάτων της, ἐὰν θεωρῇ ὅτι ταῦτα ἀποτελοῦν στοιχεῖον σοβαρὸν τοῦ νομοθετικοῦ της προγράμματος. Αὐταί, κύριοι, εἶναι αἱ ἀπόψεις, τὰς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἐκθέσω ὑπὸ τὴν τριπλῆν ἰδιότητα, ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ ψηφίσματος, τοῦ εἰσηγητοῦ ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν τῶν δύο συναδέλφων καὶ τοῦ προτείναντος τὴν τροπολογίαν, ἡ ὁποία σᾶς διενεμήθη χθές. Ἐλπίζω, ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ τεχνικοὶ τοὐλάχιστον λόγοι, θὰ σᾶς πείθουν, ὅτι ἡ σπουδὴ ὑπῆρξε περιττὴ καὶ πρόωρος. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπεθύμουν μόνον διὰ λόγους τεχνικούς, μόνον διὰ λόγους δικονομικοὺς νὰ δηλώσωμεν ὅτι δὲν θεωροῦμεν τὴν στιγμὴν κατάλληλον διὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ συντακτικοῦ μας ἔργου. Θὰ ἐνόμιζον, ὅτι ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων εἰς τὴν κρίσιμον αὐτὴν στιγμὴν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν βίου θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τοὺς οὐσιαστικοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος εἶναι σήμερον ἀδύνατος, ἢ τοὐλάχιστον μὴ ἐνδεδειγμένη. Θὰ ἔπρεπεν ἐπίσης ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ νὰ καταστῇ σαφὲς ὅτι μόνον ἡ ἄνευ ὅρων παράδοσις, ἢ ὁ διὰ τῶν ὅπλων τερματισμὸς τῆς ἀνταρσίας εἶναι ἡ μόνη λύσις, τὴν ὁποίαν ἀποδέχεται τὸ Ἔθνος. (Χειροκροτήματα).
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος κ. Γ. Παπανδρέου.
§48Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι βουλευταί, ἐπιθυμῶ νὰ ἐκφράσω τὴν ζωηράν μου ἱκανοποίησιν, διότι ἔρχεται πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τοῦ Σώματος τὸ σχέδιον τοῦ νέου Συντάγματος. Ἐπιθυμῶ ἐπίσης νὰ ἀπευθύνω θερμὸν ἔπαινον πρὸς τὰ μέλη τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὸν διακεκριμένον της Πρόεδρον, διότι εἰργάσθησαν μὲ τόσον ζῆλον καὶ παρεσκεύασαν τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐνώπιον ἡμῶν καὶ θὰ ἀποτελέσῃ τὴν βάσιν τῶν συζητήσεων μας. Κύριοι βουλευταί, ἤκουσα μὲ μεγάλην μου ἀπορίαν, ὅτι τὸ Σῶμα κινδυνεύει ἀπὸ σπουδὴν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος καὶ ἠπόρησα διὰ τὴν ἄποψιν. Εἰσήλθομεν εἰς τὸ τρίτον ἔτος τῆς Συνελεύσεως, λόγος ὑπάρξεως τῆς ὁποίας ἦτο ἡ σύνταξις τοῦ πολιτεύματος καὶ εἶναι ἀληθῶς καταπληκτικὸν, ὅτι ὑπάρχει τόση λησμοσύνη τῆς κυρίας ἀποστολῆς μας. Τὸ ἀντίθετον ὑπῆρξε τὸ ἀκριβές, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ τῆς 31ης Μαρτίου 1946 εἶχον σφραγίδα πολιτειακὴν καὶ ὅτι, ἐὰν αἱ περιστάσεις τὸ ἐπέτρεπον, θὰ ἦτο ἐπιβεβλημένον ἡ παροῦσα Βουλὴ νὰ διεξαγάγῃ τὸ Δημοψήφισμα, νὰ ψηφίσῃ τὸ Σύνταγμα, καὶ ἀμέσως κατόπιν νὰ διαλυθῇ, διὰ νὰ ἐπακολουθήσουν ἐκλογαὶ πολιτικοῦ χαρακτῆρος, διότι αἱ ἐκλογαὶ τῆς 31ης Μαρτίου 1946 δὲν ἦσαν ἐκλογαὶ πολιτικαί, ἀλλὰ ἦσαν ἐκλογαὶ πολιτειακαί. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς δὲν ἐξέλεξε Κυβερνήτας, ἐξέλεξε πολίτευμα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν τῆς 31ης Μαρτίου. Τὸ περίεργον καὶ τὸ δυσάρεστον εἶναι, ὅτι αἱ περιστάσεις ἠμπόδισαν, ἐπὶ τόσον χρόνον τὴν περαίωσιν τοῦ κυρίου ἔργου τῆς Συνελεύσεως καὶ τὴν ἐμφάνισιν τοῦ Πολιτικοῦ Κόσμου καὶ πάλιν ἐνώπιον τοῦ Λαοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ δώσωμεν τὴν εὐκαιρίαν νέας πολιτικῆς ἐτυμηγορίας. Καὶ συνέβη κατ’ αὐτὴν τὴν περίοδον τοῦτο τὸ παράδοξον. Ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἀπεδεικνύετο περισσότερον ἀνεπαρκής, τόσον περισσότερον ἐβραβεύετο μὲ τὴν διατήρησιν αὐτῆς εἰς τὴν ἐξουσίαν! Ἐὰν εἶχε τὴν ἱκανότητα νὰ τερματίσῃ συντόμως τὴν προδοτικὴν στάσιν, ὁ Λαὸς θὰ εἶχεν ἐκλέξει τοὺς νέους του Κυβερνήτας. Ἀλλά, διότι μεταξὺ τῶν ἄλλων παραγόντων, οἱ ὁποῖοι ἠμπόδισαν τὸν τερματισμὸν τῆς ἀνταρσίας, ὁ κύριος παράγων ὑπῆρξεν ἡ ἀνεπάρκεια τῆς Κυβερνήσεως, παρέτεινεν αὕτη τὸν βίον της, βραβευομένη, κατὰ περίεργον τρόπον, διὰ τὴν ἀρνητικὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν τὴν ὁποίαν προσέφερε εἰς τὸν Λαὸν καὶ τὸ Ἔθνος. Ἐλέχθη, κύριοι βουλευταί, ὅτι πρέπει νὰ προφυλαχθῶμεν, μήπως παρουσιάσωμεν διάστασιν Λαοῦ καὶ Συνελεύσεως. Ἀλλὰ ἡ διάστασις ὑπάρχει καὶ δὲν εἶναι πολιτειακή, εἶναι πολιτική. Καὶ πρέπει νὰ παρέλθωμεν τὸ πολιτειακὸν στάδιον, διὰ νὰ τερματίσωμεν τὴν πολιτικὴν διάστασιν. Ἐλέχθη ἀκόμη, ὅτι ὁ ἀγωνιζόμενος Στρατὸς καὶ ὁ δοκιμαζόμενος Λαὸς τῆς Ἑλλάδος θὰ αἰσθανθοῦν στενοχωρίαν, ὅταν ἴδουν ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ἡ Συνέλευσις, ἐπιδίδεται εἰς τὸ κύριον ἔργον της. Ἀλλὰ ἀπείρως βαρυτέρα εἶναι ἡ στενοχωρία τοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ Λαοῦ, ὄχι ἀπὸ τὰς θεωρητικὰς συζητήσεις, ἀλλὰ ἀπὸ τὰς εὐθύνας τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐνίοτε ἀπὸ τοὺς διαπληκτισμοὺς τῆς Βουλῆς. Αἱ θεωρητικαὶ συζητήσεις θὰ ἐνοχλήσουν πολὺ ὀλιγώτερον. Ἀλλὰ ἠκούσθη καὶ μία περίεργος ἄποψις, ἐναντίον τῆς ὁποίας θεωρῶ καθῆκον νὰ προβῶ εἰς σφοδρὰν διαμαρτυρίαν. Ἠκούσαμεν τὴν περίεργον ἄποψιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ ἐπιτέλεσις τοῦ κυρίου μας ἔργου, ἡ σύνταξις τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, νὰ ἑρμηνευθῇ ὡς προετοιμασία πολιτικῆς ὑποταγῆς τοῦ Ἔθνους εἰς τὰς προτάσεις εἰρηνεύσεως τῶν συμμοριτῶν. Ἐκφράζομεν κατάπληξιν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ συλληφθῇ καὶ νὰ διατυπωθῇ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας τοιαύτη σκέψις. Ἀλλὰ εἶναι δυνατόν, ἐπιτελοῦντες τὸ ἔργον τῆς συντάξεως τῆς πολιτείας, νὰ καταληφθῶμεν ἀπὸ τὴν ἀνησυχίαν, ὅτι θὰ εὑρεθῶμεν δορυάλωτοι, διότι τὸ Ἔθνος θὰ ἔχῃ συντάξει τὸ πολίτευμά του καὶ θὰ παρασυρθῶμεν εἰς ὑποταγὴν ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου; Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ εὐσταθήσῃ ἡ σκέψις, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Ἔθνος εὑρεθοῦν εἰς τὴν ἀδυναμίαν ἀντιμετωπίσεως τοιούτων κινδύνων, ἡ ἀσπὶς τῆς ἐκκρεμότητος τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος θὰ εἶναι ἐπαρκὴς διὰ νὰ μᾶς προστατεύσῃ καὶ νὰ σώσῃ τὸ Ἔθνος; Ἰδοὺ διατί, κύριοι βουλευταί, ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἠκούσαμεν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς πείσουν, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἐγκατάλειψις τοῦ κυρίου μας ἔργου. Τὸ καθῆκον τῆς Συνελεύσεως εἶναι ἡ σύνταξις τῆς Πολιτείας. Καθυστερήσαμεν αὐτὸ τὸ καθῆκον καὶ ἐπανειλημμένως διὰ τοῦτο ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ἠλέγξαμεν ὄχι τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ἀλλὰ τὴν ἡγεσίαν τῆς Βουλῆς, τὴν ἡγεσίαν τῆς πλειοψηφίας, ἡ ὁποία ὤφειλε νὰ γίνῃ ὁδηγὸς καὶ ἡ ὁποία καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν ἠκολούθησε τὴν γνώριμον τακτικήν της, τὴν ἀτυχῆ διὰ τὴν χώραν, τῆς ἐγκαταλείψεως καὶ τῆς σήψεως τῶν ζητημάτων. Χαιρετίζομεν διὰ τοῦτο τὴν ἔναρξιν τῶν συζητήσεων τοῦ Συντάγματος καὶ εὐχόμεθα νὰ εἶναι σύντομος ἡ ἐπιψήφισις καὶ εὐτυχὴς ἡ εὐόδωσις τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιτελέσωμεν. Ἠκούσαμεν ἀκόμη, ὅτι θὰ ἔπρεπεν, ὅταν συντάσσωνται τὰ πολιτεύματα, νὰ ἀναμένεται ἡ ἀποκρυστάλλωσις τῶν ροπῶν τῆς Κοινῆς Γνώμης, διὰ νὰ εἶναι τὰ πολιτεύματα ἡ ἔκφρασις τῶν νέων αὐτῶν ρευμάτων. Ἀλλά, ἐὰν πρόκειται κοινωνιολογικῶς καὶ ψυχολογικῶς τὰ πολιτεύματα νὰ ἐκφράζουν πράγματι τὰς ζυμώσεις καὶ τὰς ροπὰς τῆς Κοινῆς Γνώμης, πότε ὁ χρόνος θὰ ἦτο καταλληλότερος ἀπὸ μίαν περίοδον, ἡ ὁποία εὑρίσκεται μέσα εἰς μίαν σκληροτάτην ἱστορικὴν πάλην διὰ τὴν ὕπαρξιν καὶ τοῦ Λαοῦ καὶ τοῦ Ἔθνους; Οὐδέποτε θὰ εἶναι περισσότερον ἔντονον τὸ συναίσθημα καὶ σκέψις ἀπὸ τὴν περίοδον αὐτὴν τῆς ἐθνικῆς πάλης, ἐντὸς τῆς ὁποίας εὑρισκόμεθα. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο εἶναι παρεξήγησις. Διότι, κύριοι συνάδελφοι, δὲν εὑρισκόμεθα εἰς μίαν περίοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν σαλεύονται καὶ ἀνατρέπονται αἱ βάσεις τοῦ πολιτεύματος. Ἐντὸς μιᾶς γεννεᾶς συνετάξαμεν ἐπανειλημμένως Συντάγματα. Καὶ τὸ Δημοψήφισμα δὲν ὡδήγησεν εἰς νέας ἀπροόπτους μορφὰς Πολιτείας. Ἀποκατέστητε μίαν γνώριμον, παλαιοτέραν μορφὴν Πολιτεύματος, τὴν Βασιλευομένην Δημοκρατίαν. (Χειροκροτήματα). Βεβαίως ὑπάρχει ἐντὸς τοῦ γνωρίμου Πολιτεύματος στάδιον βελτιώσεων, προσαρμογῶν, ἀλλὰ θὰ ἦτο ἀφελὴς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ὑπεστήριζεν, ὅτι, ἔπειτα ἀπὸ τὸ Δημοψήφισμα καὶ ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας, ὑπάρχει ἡ δυνατότης νὰ μεταβληθοῦν αἱ βάσεις τοῦ Πολιτεύματος. Τὸ Δημοκρατικὸν Σοσιαλιστικὸν Κόμμα ἔχει ἀπόφασιν νὰ βοηθήσῃ εἰς τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος καὶ τὴν εὐόδωσιν τῆς συντάξεως τοῦ πολιτεύματος, θεωρεῖ ὅμως παράλογον τὴν ὄψιμον σπουδὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία κατελήφθη ἀπὸ ἕνα οἶστρον καὶ ἐμφανίζεται μὲ τὸ σχέδιόν της ὅτι ὑπαγορεύει εἰς τὴν Βουλὴν τελεσίγραφον. Ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀντιληφθῇ ὅτι πρέπει νὰ δεχθῇ τὸ σχέδιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ τὸ θέμα εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιμείνωμεν καὶ ἐλπίζομεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ μείνῃ σύμφωνος, εἶναι ἡ ἐξασφάλισις τῶν δύο ἡμερῶν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ἐπὶ 4 μῆνας ὁ ἔλεγχος ἐσίγησεν, ἐνῷ ἀποτελεῖ κυρίαν ἀποστολὴν τῶν πολιτικῶν Σωμάτων ἡ ἄσκησις τοῦ ἐλέγχου. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἡ ἰδική μας ἄποψις εἶναι σαφής. Οὐδέποτε θὰ δεχθῶμεν ἐλάττωσιν τῶν δύο ἡμερῶν τοῦ ἐλέγχου. Πέραν ὅμως τῆς ἐξασφαλίσεως ταύτης τῶν δύο ἡμερῶν, εἴμεθα πρόθυμοι νὰ δεχθῶμεν πᾶσαν διαρρύθμισιν ἡ ὁποία θὰ ἐγένετο μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Προεδρείου τῆς Συνελεύσεως διὰ τὴν λειτουργίαν καὶ τοῦ Συντακτικοῦ καὶ τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου. Θὰ εἴμεθα πάντοτε εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καλόπιστος, δημιουργικὴ Ἐθνικὴ Ἀντιπολίτευσις καὶ θὰ βοηθοῦμεν εἰλικρινῶς καὶ τὸ Συντακτικὸν καὶ τὸ νομοθετικὸν ἔργον τοῦ Σώματος. Ἐπιτελοῦντες τοιουτοτρόπως ὁλόκληρον τὸ καθῆκόν μας, θὰ ἀντλήσωμεν πρόσθετον δικαίωμα διὰ νὰ ἐλέγχωμεν αὐστηρῶς τὴν Κυβέρνησιν τῆς ὁποίας ἡ ἀνεπάρκεια βλάπτει τὴν χώραν. (Χειροκροτήματα).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γονατᾶς.
§50Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Κύριοι βουλευταί, δίκαιος ὁ ἔπαινος ὁ ὁποῖος ἀπεδόθη διὰ τὸ ἔργον τῆς συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ ὁποῖος ἐλέχθη διὰ τὸ ἔργον τῆς συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, διότι καὶ ἡμεῖς παρακολουθήσαντες διὰ τῶν ἐκπροσώπων τοῦ Κόμματός μας τὰς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐπείσθημεν ὅτι εἶχε συντελεσθῆ ἐργασία σοβαρὰ καὶ ἐπιμελημένη. Ἤδη, ἔχομεν ὑπ’ ὄψει μας τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἐκπλήσσει εἶναι ἡ σπουδὴ ἡ ὁποία παρουσιάζεται διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Ἀπὸ τῆς Κυβερνητικῆς πλευρᾶς, ὑπάρχει βέβαια ἡ δικαιολογία, ὅτι αὐτὸ ὑπῆρξε μία ἐκ τῶν ἀφορμῶν τῆς εἰσηγήσεως ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Εἶπε δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν Ἄνακτα ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ παρουσιάσῃ ἴδιον σχέδιον Συντάγματος.
§51Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. τῆς Κυβερν.). Δὲν εἶπεν ὅτι θὰ ἑτοιμάσῃ ἴδιον σχέδιον. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Π. Μουτζουρίδης).
§52Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Αἱ ἀποφάσεις τῆς Κυβερνήσεως, αὐτὸ τοὐλάχιστον ἔλεγον.
§53Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ρητῶς ἐλέγετο τοῦτο εἰς τὸ πρακτικὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§54Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Αἱ τροπολογίαι δὲν εἶναι σχέδιον;
§55Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ κάμῃ σχέδια.
§56Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Εἰς τὸ παρελθὸν οἱ ὑπουργοὶ ἠδύναντο νὰ ὑποβάλλουν σχέδια, ἀλλὰ ὡς βουλευταί.
§57Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Κύριε πρόεδρε, χαίρω διότι ἐλέγχεται ἡ Κυβέρνησις δι’ ἔργα τὰ ὁποῖα δὲν ἐπετέλεσε.
§58Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Κύριοι βουλευταί, παρουσιάζεται αὐτὴ ἡ σπουδὴ διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία δὲν δικαιολογεῖται, διότι δὲν θὰ ἔχῃ τὰ ἀποτελέσματα μιᾶς ψυχραίμου συζητήσεως. Ἀπὸ ὅσα εἶπεν ὁ εἰσηγητής, διὰ νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, θὰ πρέπῃ νὰ διατυπωθοῦν καὶ διανεμηθοῦν τὰ πρακτικὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπαιτήσουν ἀρκετὸν χρόνον διὰ νὰ τυπωθοῦν. Εἶναι ἀπαραίτητον, δὲ νὰ γίνῃ τοῦτο, διότι πρέπει οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψει των τὰς συζητήσεις τῆς Ἐπιτροπῆς. Δὲν ἤκουσα κανεὶς νὰ διευκρινίσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἐκθέσεως ἐὰν αὕτη θὰ εἶναι ξεχωριστὴ ἀπὸ τὰ πρακτικὰ καὶ ἂν ἐτυπώθη.
§59Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Τὰ πρακτικὰ τῆς Ἐπιτροπῆς καθυστεροῦν ἐκ τυπικῶν λόγων, διότι οἱ συνάδελφοι δὲν ἔχουν στείλει τὰς διορθώσεις των. Ἐὰν ἐπεριμέναμε τὰ πρακτικὰ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παρατείνεται ἡ κατάστασις αὐτὴ καὶ ἐὰν καθυστεροῦσε τὰς διορθώσεις του καὶ ἕνας ἀκόμη συνάδελφος. Σήμερον ἀκριβῶς ἐζήτησα πληροφορίας καὶ μοῦ εἶπον ὅτι ὁ δεύτερος τόμος καθυστερεῖ διὰ τὸν αὐτὸν λόγον. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἐξαρτήσῃ τὴν ἔναρξιν τῶν συζητήσεων διὰ τὸ Σύνταγμα ἐκ τῆς ἐκτυπώσεως τῶν πρακτικῶν τῆς Ἐπιτροπῆς.
§60Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Νὰ τυπωθοῦν ἄνευ διορθώσεων.
§61Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Δὲν κρίνω περὶ τῶν αἰτίων συνεπεία τῶν ὁποίων καθυστερεῖ ἡ ἐκτύπωσις τῶν πρακτικῶν, ἀλλὰ κρίνω τὸ ὅτι τὰ πρακτικὰ τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα δὲν ἐτυπώθησαν. Ἀλλὰ καὶ αἱ τροπολογίαι αἱ ὁποῖαι θὰ ὑποβληθοῦν, ἐὰν κρίνω ἀπὸ μίαν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν εἶδα, φαίνεται ὅτι θὰ ἔχουν ἔκτασιν ὥστε δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ τὸ 48ωρον. Ἐὰν κρίνωμεν ἀπὸ τὸν χρόνον ὁ ὁποῖος θὰ ἀπαιτηθῇ διὰ τὴν ἐκτύπωσιν τῶν πρακτικῶν καὶ ἀπὸ τὸν χρόνον διὰ τὰς ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ὑποβληθησομένων τροπολογιῶν δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος πρὸ τῆς παρελεύσεως τοὐλάχιστον μηνός. Νὰ ἀφίσωμεν βέβαια νὰ προετοιμασθῇ ὅλη αὐτὴ ἡ ἐργασία, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἔναρξις τῶν συζητήσεων τοῦ Συντάγματος, πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς νέας Συνόδου, ὁπότε ἐλπίζομεν νὰ ἔχῃ κατασταλῆ καὶ ἡ ἀνταρσία καὶ νὰ ὑπάρξουν καλλίτεραι συνθῆκαι.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Νέου Κόμματος κ. Μαρκεζίνης.
§63Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Δὲν ἀφήσαμεν εὐκαιρίαν, κύριοι βουλευταί, διὰ νὰ τονίσωμεν πάντοτε τὴν σημασίαν τὴν ὁποίαν θὰ εἶχε διὰ τὴν Βουλὴν νὰ τερματίσῃ τὸ ταχύτερον τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον της. Καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπὸ ἔτους καὶ πλέον καὶ ἀπὸ τοῦ τύπου ἐπεμείναμεν εἰς τὸ θέμα τοῦτο. Ἐξεφράσαμεν μάλιστα τὴν ἀπορίαν μας κατὰ Σεπτέμβριον 1947, ὅτε ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἰς τὰς προγραμματικάς της δηλώσεις παρέλειψε καὶ μνείαν ἔστω νὰ κάμῃ τῆς πρωτίστης αὐτῆς ὑποχρεώσεως τοῦ Σώματος. Τότε μᾶς ἀπήντησαν ὅτι ἐπὶ τῶν πασιδήλων πραγμάτων δὲν γίνεται οὔτε συζήτησις οὔτε ὑπόμνησις. Ἀλλ’ ἔστω, ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ἐπιμένομεν εἰς τὸ παρελθόν, ὅταν σήμερον εὑρισκώμεθα πρὸ τοῦ εὐχαρίστου γεγονότος ὅτι ἡ Βουλὴ ἤρχισε τὰς συζητήσεις ἐπὶ τοῦ Συνταγματικοῦ θέματος διὰ τῆς καταθέσεως παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ σχεδίου Συντάγματος. Διὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο ἐκφράζομεν καὶ ἡμεῖς τὰ συγχαρητήριά μας πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν διὰ τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἔκαμε καὶ ἐλπίζομεν ὅτι τὰ συγχαρητήρια ταῦτα θὰ ἀποδειχθοῦν ἐκ τῶν ἐνταῦθα συζητήσεων καὶ οὐσιαστικῶς δικαιολογημένα. Ἀπὸ μηνὸς καὶ πλέον, ὅταν ἐφάνη ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἀναθεωρητικὴν ἐργασίαν, διεπιστώσαμεν τὸ ἑξῆς περίεργον γεγονός. Ὅτι μετεπηδήσαμεν εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον. Ἀπὸ νάρκην ἀσυγχώρητον 2 ἐτῶν, ἐπεδιώχθη νὰ τερματισθῇ τὸ ἔργον, ὅσον τὸ δυνατὸν τὸ ταχύτερον, εἰς χρονικὰ ὅρια, μὴ δυνάμενα νὰ πραγματοποιηθοῦν. Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ τοῦ τερματισμοῦ τοῦ Συντάγματος, δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλομεν εἰς ὡρισμένην τυχὸν μικρὰν ἀναθεώρησιν. Ἐὰν μόνον περὶ τούτου ἐπρόκειτο—καὶ θὰ ἦτο ἴσως καὶ αὐτὴ μία ἄποψις συζητητέα—τὸ πρᾶγμα, θὰ ἦτο ἁπλοῦν καὶ δὲν θὰ ἐγεννῶντο ἀπορίαι καὶ στενοχωρίαι, διότι θέλομεν νὰ ἐπισπεύσωμεν τόσον πολὺ τὴν ἐπιψήφισίν του. Ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ὑποβληθὲν σχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἀπὸ μόνον τὴν φυλλομέτρησίν του, ἀντιλαμβάνεται πᾶς τις, ὅτι πρόκειται πράγματι περὶ νέου σχεδίου Συντάγματος μὲ προσθήκην, οὐσιώδους περιεχομένου νέων ἄρθρων. Κατὰ συνέπειαν εἶναι δικαιολογημένη ἡ ἀξίωσις τῆς μεγαλυτέρας προσοχῆς διὰ τὴν προεργασίαν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ γίνῃ ἀπὸ τοὺς βουλευτάς, διὰ νὰ ἠμπορέσουν, ὄχι μόνον νὰ ὑποβάλλουν τροπολογίας, ἀλλὰ καὶ νὰ παρακολουθήσουν τὸ ἔργον τῆς ἐπιψηφίσεώς του. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, δὲν καλούμεθα διὰ νὰ τερματίσωμεν τὸ ἐκκρεμὲς ἀναθεωρητικὸν ἔργον ἐπὶ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ἀλλὰ προβάλλει ἐνώπιον ἡμῶν, μία πολὺ μεγάλη φιλοδοξία, νὰ κλείσωμεν τεσσαρακονταετίαν ἀνωμάλου Συνταγματικοῦ βίου. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον πρόκειται τυπικῶς νὰ ἀναθεωρήσωμεν, τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ἐψηφίσθη εἰς μίαν ἀνάτασιν τοῦ Ἔθνους, ἐψηφίσθη ἀπὸ πράγματι ἐπιλέκτους Ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους καὶ ὑπὸ τὴν σοβαρὰν καθοδήγησιν τοῦ ἐμπνευσμένου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἡγέτου. Καὶ ἐν τούτοις ὅμως καὶ ἐκεῖνο ὑπῆρξεν ἀπόρροια συνταγματικῆς ἀνωμαλίας. Παρὰ ὅμως τὸν ἐπιμελῆ τρόπον τῆς ἐπεξεργασίας του καὶ τὰς προϋποθέσεις, τὰς ὁποίας ἐμνημόνευσα ἐν προκειμένῳ, διὰ τὴν καλλιτέραν κατάρτισίν του, ἐν τούτοις τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο, λόγῳ τῶν ἱστορικῶν γεγονότων, ὑπέστη τὸν πλέον πολυκύμαντον καὶ πολυτάραχον βίον οἱουδήποτε ἄλλου Ἑλληνικοῦ Συντάγματος, οὐδὲ τῶν τῆς Ἐπαναστάσεως ἐξαιρουμένων, τὰ ὁποῖα μόνον εἰς τὸ βραχύβιον δύνανται νὰ τὸ συναγωνισθοῦν ἢ καὶ νὰ τὸ ὑπερβοῦν, διότι πράγματι μόνον πενταετὴς μόλις ἐφαρμογὴ τοῦ Συντάγματος ἐκείνου παρετηρήθη. Ἡ παρεμβολὴ τοῦ Αʹ Παγκοσμίου Πολέμου, ἡ ἔναρξις τῆς πρώτης Συνταγματικῆς διαφορᾶς ἐπὶ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον ἐπολιτεύθη τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὁ Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς, ὁ ἐπελθὼν κατόπιν διχασμὸς τοῦ Κράτους, ἡ ἀναβίωσις τῆς διαλυθείσης Βουλῆς, ἡ ἐμφάνισις τὸ πρῶτον εἰς εὐρεῖαν ἔκτασιν τῶν Ἀναγκαστικῶν Νόμων ἀπὸ τὸ 1917 ἕως τὸ 1920, μὲ τὴν πρόθεσιν τῆς ἐπικυρώσεως ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπὸ Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, ἡ ἐπακολουθήσασα Γʹ Συντακτικὴ Συνέλευσις κατὰ τὸν ἴδιον αὐτῆς πρὸς ἑαυτὴν χαρακτηρισμόν, κατόπιν ἡ Ἐπανάστασις τοῦ 1922 καὶ ἡ μεταπολίτευσις τοῦ 1924, ἀποδεικνύουν ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 δὲν ἐφηρμόσθη, παρὰ μόνον ἐπὶ μίαν πενταετίαν. Μετὰ τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1935 τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ἐπανῆλθεν ἐν ἰσχύϊ, ἀλλὰ καὶ τότε μὲ τὸν ἀνώμαλον τρόπον ποὺ ἐπανῆλθεν, ὁ βίος του ἦτο βραχὺς, ἐπηκολούθησεν ἡ Δικτατορία τῆς «4ης Αὐγούστου» καὶ τοῦ Συντάγματος ἐκείνου οὐσιώδεις διατάξεις ἀνεστάλησαν. Ἐπηκολούθησε μετὰ ταῦτα ἡ Κατοχή, ὁπότε δὲν δυνάμεθα νὰ λέγωμεν, ὅτι ἐλειτούργει Πολίτευμα καὶ Σύνταγμα. Ἦλθεν ἡ Ἀπελευθέρωσις μὲ τὴν ὁποίαν ἐπανῆλθε τυπικῶς τὸ καθεστὼς τοῦ Συντάγματος 1911, διότι ἐφηρμόζετο εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἢ μᾶλλον ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐκινεῖτο εἰς τὰ πλαίσιά του. Τὸ ἀποτέλεσμα, εἶναι ὅτι δὲν ὑπῆρχε Σύνταγμα, ὅτι αἱ οὐσιωδέστεραι διατάξεις του δὲν ἐφηρμόζοντο καὶ μόλις ἡ πρώτη ὁμαλὴ εἴσοδος εἰς τὸν πολιτικὸν βίον εἶναι αἱ ἐκλογαὶ τῆς 31ης Μαρτίου 1946. Ἀλλὰ ἡ εἴσοδος εἰς τὸν ὁμαλὸν πολιτικὸν βίον, δὲν σημαίνει ὅτι ἤρκει αὐτὴ καὶ μόνη διὰ νὰ ἀναβιώσῃ τὸ Συνταγματικὸν καθεστὼς καὶ νὰ τοῦ δώσῃ τὸ πλῆρες αὐτοῦ περιεχόμενον. Γεγονὸς λοιπὸν παραμένει, ὅτι εἰς τόσον μακρὰν χρονικὴν περίοδον τὸ Σύνταγμα, ἑκάστοτε τυπικῶς καὶ μόνον ἴσχυσεν, οὐσιαστικῶς δὲ πολὺ ὀλίγον ἐφηρμόσθη. Διότι συνεχῶς τὸ καταπατοῦμεν. Ἀκόμη καὶ ἡ παροῦσα Συνέλευσις ἔκαμε τοιαύτην χρῆσιν τῶν συντακτικῶν δικαιωμάτων διὰ Ψηφισμάτων, ὥστε οὐσιαστικῶς δὲν ὑπάρχει σήμερον Σύνταγμα τοῦ 1911, παρὰ μόνον εἰς πλαίσιον. Ἐπὶ πλέον καὶ ἡ παρεμβληθεῖσα περίοδος τῆς Δημοκρατίας μεταξὺ τοῦ 1924–1935 καὶ αὐτὴ μόνον 4ετῆ ὁμαλὸν συνταγματικὸν βίον παρουσιάζει, τὴν 4ετίαν Βενιζέλου, ὁ ὁποῖος καὶ αὐτὸς τότε τὸ κατεπάτησε, μὲ τὸ περίφημον ψήφισμα Βαρβαρέσσου ἐπὶ τῆς δραχμοποιήσεως. Συνεπῶς καὶ πάλιν παρεξετράπημεν τῆς συνταγματικῆς ὁμαλότητος. Διατὶ τὰ τονίζω ὅλα ταῦτα; Διότι δὲν ἠμποροῦμε νὰ ὑποτιμήσωμεν ἕνα σπουδαῖον παράγοντα, ὅτι ἐπὶ 40 συνεχῆ ἔτη συνηθίσαντες τὰς ἀνωμάλους συνθήκας νὰ καταπατῶμεν τὸ Σύνταγμα, ἀπεβάλαμεν τὴν συνείδησιν τοῦ Συντάγματος. (Χειροκροτήματα). Κατὰ συνέπειαν περισσότερον ἀπὸ ὅλα πρέπει νὰ προσέξωμεν τὸ μέγα ἔργον, καὶ τὸ ἔργον αὐτό, κύριοι, δὲν κλείει τυπικῶς διὰ μιᾶς ἐπιψηφίσεως Συντάγματος Α ἢ Β τύπου. Κατ’ ἀνάγκην δὲν θὰ εἶναι ἀποτέλεσμα μεγάλης ὡριμότητος. Τίθεται λοιπὸν τὸ ἐρώτημα, ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας εἶσθε ἐναντίον τῆς ἐπισπεύσεως τῆς ἐργασίας τῆς ἀναθεωρήσεως; Ὄχι βεβαίως, ἀφοῦ ἐπὶ τόσον καιρὸν ἐπιμείναμεν διὰ τὴν ψήφισίν του ὡς κυρίου καθήκοντος τοῦ Σώματος. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐφ’ ὅσον δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ ἄριστον, δὲν πρέπει νὰ ἀπεμπολήσωμεν τελείως καὶ τὸ σχετικῶς καλόν, τὸ σχετικῶς ἱκανοποιητικόν. Καὶ δι’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον, τῆς ἀπολύτου σπουδῆς. Ἐάν, κύριοι, εἰς μίαν πυορροοῦσαν πληγὴν κομπογιανίτης τις ἰατρὸς ἐπιθέσῃ βάλσαμα διάφορα καὶ κλείσῃ τὴν πληγήν, δύναται νὰ ἀμειφθῇ καὶ νὰ πανηγυρίζῃ, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, ἂν εἶναι εὐτυχὴς καὶ ὁ ἄρρωστος τοῦ ὁποίου τὸ πῦον θὰ ἐκδηλωθῇ εἰς ἄλλο μέρος καὶ θὰ ἀποθάνῃ ὁ ἀσθενής. Ἔχομεν λοιπὸν ἀπόστημα συνταγματικὸν ἀπὸ 40 ἔτη καὶ ἐπιδιώκομεν διὰ μιᾶς προτάσεως τῶν κ. κ. συναδέλφων, ἡ ὁποία ἐλπίζω νὰ μὴ γίνῃ δεκτὴ ἀπὸ τὸ Σῶμα, μέχρι τέλους Ἰουλίου— ἀδιαφορῶ διὰ τὸ ζήτημα τῆς κυρώσεως, τὴν ἰδέαν μόνον συλλαμβάνω — νὰ τὸ κλείσωμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Ἀλλὰ τότε, δὲν εἶναι καλύτερον νὰ καλέσωμεν τὴν Βουλὴν εἰς μίαν ἢ δύο ὁλονυκτίους συνεδριάσεις καὶ νὰ εἴπωμεν ἢ ἐπικυροῦμεν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ἢ θέτομεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης παρὰ πᾶσαν Συν)κὴν κοινοβουλευτικὴν παράδοσιν, διὰ νὰ τεθῇ τέρμα εἰς δύο–τρεῖς ἡμέρας; Ἀλλὰ τότε, κύριοι, βοηθοῦμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν συμφέρον νὰ μὴ τερματισθῇ, ἡ Συνταγματικὴ ἐκκρεμότης. (Χειροκροτήματα). Διότι λύσις ἐντελῶς σπασμωδικὴ καὶ πρόωρος δὲν θὰ ἀποτελέσῃ λύσιν καὶ κατὰ συνέπειαν εἶναι ἐνδεχόμενον πρὶν παρέλθῃ μὴν ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ Βουλὴ θὰ ψηφίσῃ τὸ Σύνταγμα τόσον ἐπιτροχάδην, νὰ ἀναγκασθῇ ἡ ἰδία καὶ νέαν τινὰ συντακτικὴν πρᾶξιν νὰ ψηφίσῃ. Διότι, ἐπαναλαμβάνω, κύριοι βουλευταί, ὅτι παρῆλθε 40ετία καὶ ἀπωλέσαμεν τὸ αἴσθημα τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς θεσμοὺς καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ θὰ δυνάμεθα ἀπὸ τῆς μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην νὰ ἴδωμεν ἐνδεχομένως ἐπερχομένην μίαν πραγματικότητα, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ κουρελιάσῃ οἱανδήποτε ὑπογραφὴν καὶ οἱονδήποτε ἔγγραφον. Μία λοιπὸν ἄμυνα ὑπάρχει νὰ χαιρετήσωμεν ὅλοι μὲ ἐνθουσιασμὸν τὴν ἀποφασισθεῖσαν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, νὰ λησμονήσωμεν τὴν ἀπολεσθεῖσαν διετίαν καὶ νὰ ἴδωμεν πῶς χωρὶς καμμίαν ἐξεζητημένην σπουδὴν θὰ τερματίσωμεν τὸ ἔργον. Εἶναι δυνατόν, κύριοι, μὲ ποιάν τινα προσοχὴν καὶ μὲ ἀπόφασιν ὅλων μας νὰ βοηθήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ πράγματι καὶ νὰ τερματισθῇ τὸ ἔργον εἰ δυνατὸν ἐντὸς τῆς παρούσης συνόδου. Θὰ ἔλεγον μάλιστα ὅτι ἐὰν τὸ σχέδιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς γίνῃ δεκτόν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου κατ’ ἀρχὴν δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν καὶ τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν δικονομίαν τῆς ἐπιψηφίσεώς του, εἰμὴ μόνον ἐν ταῖς λεπτομερείαις, θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ καὶ ὁ ἑξῆς ἄριστος συνδυασμός. Θὰ χρειασθῇ μὴν περίπου διὰ νὰ ὑποβληθῶσιν αἱ τροπολογίαι, νομίζω δὲ ὅτι αἱ 15 ἡμέραι, τὰς ὁποίας ἐδέχθη κατ’ οἰκονομίαν ἡ συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν ἐπὶ τῆς τροπολογίας τῶν δύο ἀξιοτίμων βουλευτῶν, εἶναι μία συμβιβαστικὴ λύσις. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι εἶναι μικρὸν τὸ διάστημα τοῦτο. Ἀλλ’ ὅπως εἶπε καὶ ὁ κ. Βαμβέτσος, καὶ τὸ δεκαπενθήμερον αὐτὸ μεταβάλλεται ἐκ τῆς δικονομίας τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς εἰς μῆνα. Αἱ 15 λοιπὸν αὗται ἡμέραι καὶ ἄλλαι 15 μᾶς φθάνουν εἰς τὰς 15 Ἰουλίου, ὁπότε θὰ ἦτο δυνατὸν τότε νὰ ἀρχίσῃ ἡ Βουλὴ νὰ συνεδριάζῃ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ὑποτίθεται ὅτι τότε θὰ ἔχῃ παραδοθῇ καὶ τὸ ἔργον τοῦ γενικοῦ εἰσηγητοῦ, ἐκτὸς τῶν πρακτικῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαραίτητον, διότι κατατοπίζει ἐπὶ τοῦ γενικοῦ πνεύματος, ὅπερ διεῖπε τὴν Ἐπιτροπήν. Θὰ ἦτο λοιπὸν στοιχεῖον ἀπαραίτητον διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν συζητήσεων ἐν τῇ Βουλῇ καὶ θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ ἔχουν παραδοθῇ ἕως τότε καὶ τὰ πρακτικά. Ἤκουσα τὴν ἐξήγησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω ὅτι ἡ πρότασις ὅτι ἠμποροῦν νὰ ἐκτυπωθοῦν τὰ πρακτικὰ χωρὶς ἐνδεχομένως τὰς ἀγορεύσεις τῶν μὴ διορθωσάντων αὐτάς, θὰ δώσῃ τὴν λύσιν, ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ἔχουν διανεμηθῇ καὶ αὐτά. Ἐάν, κ. βουλευταί, εἰς τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα ἡ Βουλὴ ἠσχολεῖτο ἐντατικῶς μὲ τὸ νομοθετικόν της ἔργον καὶ μὲ τὸ ἔργον τοῦ ἐλέγχου, θὰ ἠδύνατο μετὰ ταῦτα, κατὰ τὰ εἰωθότα, νὰ θέσῃ εἰς ἐφαρμογὴν πάλιν τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὰς 16 Αὐγούστου, ἐνδεχομένως, μόνον ἐπὶ τῷ ἀποκλειστικῷ σκοπῷ ν’ ἀσχοληθῇ μὲ τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ περατώσῃ τὸ ἔργον μέχρι 15 Ὀκτωβρίου ἢ 1 Νοεμβρίου. Καὶ ταῦτα, χωρὶς ἐκ τῶν προτέρων τακτὰς προθεσμίας, τὰς ὁποίας ἡ οἰκονομία τῶν συζητήσεων θὰ ἀποδείξῃ ἴσως ἀνεφαρμόστους. Ἐπίσης θὰ ἤθελα νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς ὡς πρὸς τὰς λεπτομερείας τοῦ ψηφίσματος: Ἐκεῖ λ.χ. ὅπου ὁρίζεται ὁ χρόνος τῶν ἀγορεύσεων τῶν διαφόρων ρητόρων: Νομίζω, ὅτι καὶ ἐδῶ ἐπιδεικνύεται σπουδὴ εἰς τοιούτους ἐκ τῶν προτέρων καθορισμούς. Συγκεκριμένως, καθορίζεται μία περίεργος ἰσοτιμία τῶν κατ’ ἄρθρων συζητήσεων, πλὴν ὡρισμένων ἐξαιρέσεων. Ἀλλ’ ὑπάρχουν ἀσφαλῶς ἄρθρα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ συζητηθοῦν κἄν, διότι θὰ ἀποτελοῦν ἐπανάληψιν τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ἐπ’ αὐτῶν πιθανῶς θ’ ἀκουσθοῦν μόνον οἱ εἰσηγηταὶ καὶ θὰ ψηφισθοῦν εἰς ἕν τέταρτον ἢ εἰς ἡμίσειαν ὥραν. Ὑπάρχουν ὅμως ὡρισμένα ἄρθρα, διὰ τὰ ὁποῖα ἡ ταχθεῖσα ὥρα εἶναι ἀνεπαρκής. Ἀλλὰ καὶ κάτι σπουδαιότερον τὸ ἑξῆς: ὅτι δὲν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει βασικῶς, ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχει σημασίαν καὶ ἐπὶ τὸ πολύ, εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν Κεφαλαίων. Ὑπάρχουν ὡρισμένα ζητήματα, εἰς τὰ ὁποῖα πολλοὶ ἐκ τῶν κ. κ. συναδέλφων, θὰ θέλουν ν’ ἀναπτύξουν εὐρύτερον τὰς ἀπόψεις των καὶ νὰ μὴ ὁμιλήσουν κατόπιν εἰς τὰ κατὰ μέρη ἄρθρα. Θὰ ἔπρεπε λοιπὸν νὰ κάμωμεν τὸν διαχωρισμὸν τῶν συζητήσεων ἐπὶ τῶν Κεφαλαίων καὶ κατόπιν τῶν συζητήσεων ἐπὶ τῶν ἄρθρων. Πρὸς τούτοις θὰ ἦτο, ἴσως πρόοδος εἰς τὴν ἐπιτάχυνσιν τῆς ἐργασίας νὰ καθωρίζετο ὅτι, ὅταν ἕνα κόμμα ὑποστηρίζει ὡρισμένας ἐν προκειμένῳ ἀπόψεις, νὰ δύναται νὰ χρησιμοποιῇ ἐντεταλμένον ρήτορα, ἀντὶ δηλ. πολλῶν ρητόρων ἐκ τοῦ αὐτοῦ κόμματος, νὰ χρησιμοποιῇ τὸ κόμμα τὸν ἐντεταλμένον ρήτορα, τότε θὰ πρέπει αὐτὸς ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ ὡς ἐντεταλμένος καὶ ἀναπληροῖ τόσους ἄλλους ρήτορας, θὰ πρέπει νὰ ἔχῃ φυσικά, εἰς τὴν διάθεσίν του τὸν χρόνον ἐκεῖνον, διότι αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχει ὁ ἐντεταλμένος ρήτωρ. Οὕτως εἶναι εὐκολώτερον νὰ γίνῃ σπουδαιοτάτη πράγματι ἀνάπτυξις ἀπὸ τοὺς ἔχοντας εἰδικότητα συναδέλφους. Βεβαίως, κύριοι, ἐπειδὴ τονίζω πάντοτε καὶ ἐτόνισα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὅτι φέρομαι πρὸς τὸν πραγματισμὸν καὶ δὲν διστάζω πάντοτε νὰ βλέπω τὴν πραγματικότητα ὡς ἔχει, πιστεύω ὅτι περισσότερον ἀπὸ τὰς δικονομικὰς διατάξεις ἔχει σημασίαν εἰς τὴν συζήτησιν ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον διευθύνεται καὶ πειθαρχεῖται αὕτη. Ἐὰν ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ παρελθὸν θὰ ἴδωμεν ὅτι αἱ Βουλαὶ αἱ ὁποῖαι ἐπέτυχον νὰ περατώσουν εὐστόχως τὸ συνταγματικόν των ἔργον εἶναι ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι κατευθύνοντο λαμπρῶς. Κατ’ ἀκολουθίαν θὰ ὑπεβάλετο ἡ θερμοτάτη ὡς πρὸς τοῦτο σύστασις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι αὕτη ἔχει ἀνάμιξιν εἰς τὸ Σύνταγμα ὡς Κυβέρνησις, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρώτιστον καθῆκον ὅλων ἡμῶν τῶν ἄλλων καὶ ἰδίᾳ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ δώσωμεν ὅλην ἡμῶν τὴν προσπάθειαν διὰ νὰ συγκρατήσωμεν τὴν συζήτησιν εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν θέσιν της. Ὅταν αὐτὸ συμβῇ δὲν νομίζω ὅτι θὰ χρειασθῶμεν τὰ τέταρτα ἢ τὴν μίαν ἢ τὰς δύο ἢ τὰς 7 ὥρας. Ὅταν μία ἀγόρευσις εἶναι καλὴ θὰ ἀκούσωμεν τὸν ρήτορα καὶ ὅταν πάλιν εἶναι κακὸς θὰ τὸν ἴδωμεν κατερχόμενον κατὰ τρόπον ὥστε νὰ μὴν ἀποτολμήσῃ νὰ ἀπασχολήσῃ δευτέραν φορὰν ἀσκόπως τὸ Σῶμα. Διότι τὰ Συνταγματικὰ θέματα ὡς φυσικὸν εἶναι πρωτίστως ἐπιστημονικὰ καὶ δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἀνεβαίνῃ κανεὶς εἰς τὸ βῆμα ἐὰν δὲν εἶναι βέβαιος, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ τὸν παρακολουθήσῃ μετὰ προσοχῆς. Κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν σήμερον ἔχομεν μίαν θλιβερὰν διαπίστωσιν τούτου πόσον ὀλίγοι ὑπάρχουν εἰς τὸ Θεωρεῖον καὶ πόσον ὀλίγοι βουλευταὶ εἰς τὰ ἑδώλια. Ἀλλὰ ἐξ ἄλλου εἶναι εὐχάριστον ὅτι δὲν παρέχεται ἡ εὐχέρεια δι’ ὅλους νὰ κάμουν μακρὰς ἀγορεύσεις. Εἶμαι λοιπὸν ἀπολύτως σύμφωνος διὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος καὶ τὴν ἐπιτάχυνσιν. Ἀλλὰ πάντως ἐπιτάχυνσιν ἐντὸς τῶν λογικῶν ὁρίων. Τὸ φαινόμενον νὰ μεταπηδήσωμεν ἀπὸ τοῦ πλήρους ληθάργου τῶν δύο ἐτῶν εἰς τὴν ἀπόλυτον διέγερσιν καὶ νὰ τερματίσωμεν τὸ ζήτημα ἐντὸς μηνὸς ἢ ἐντὸς 45 ἡμερῶν, πρῶτον θὰ εἶναι δύσκολον νὰ πραγματοποιηθῇ καὶ δεύτερον ἐὰν πραγματοποιηθῇ ἀντὶ νὰ ὁδηγήσῃ εἰς ἔργον λαμπρὸν θὰ εὐρύνῃ περισσότερον πληγὴν χαίνουσαν ἀπὸ τεσσαρακονταετίας. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ νὰ διακόψωμεν δι’ αὔριον.
§65ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συνέχισις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως ψηφίσματος «περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὸ Βʹ Ψήφισμα «περὶ τοῦ Εἰδικοῦ Κανονισμοῦ διὰ τὴν Ἀναθεωρητικὴν τοῦ Συντάγματος ἐργασίαν τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς», ἀναβάλλεται. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ.μ., μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως συνέχειαν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος. (Ὥρα 9.15′ μ. μ.)