1948.02.03
3,566 rows · 27,301 words · 230 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 50η
Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 1948
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 6.50′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Ταλιαδοῦρος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως.
§2Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Βογιατζῆς, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Μαντούβαλος, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῆς νήσου Καλύμνου ζητούντων τὴν ἵδρυσιν Πρωτοδικείου ἐν τῇ νήσῳ των. Ὁ Εὐστράτιος Σακελλαρίου πατὴρ τοῦ στρατευθέντος ὑπαλλήλου τῆς ΥΕΚΑ Ἰωάννου Σακελλαρίου διαμαρτύρεται, διότι δὲν ἔτυχε τῶν εὐεργετικῶν διατάξεων τοῦ νόμου 519. Ὁ Σύλλογος Καφεζαχαροπλαστῶν Αἰγίου, διὰ τηλεγραφήματός του συγχαίρει τὸν βουλευτὴν κ. Π. Σωτηρόπουλον, διότι διὰ τῆς προσωπικῆς του ἐπεμβάσεως ἐπετεύχθη ἡ ἐκκαθάρισις τῆς περιφερείας Αἰγιαλείας ἐκ τῶν συμμοριτῶν. Ἡ Γενικὴ Ἕνωσις Κώων Ἀθηνῶν «Ὁ Ἱπποκράτης» διαμαρτύρεται διὰ τὴν μελετωμένην σύστασιν ἕδρας Νομαρχίας τοῦ Β. Συγκροτήματος τῆς Δωδεκανήσου ἐν Καλύμνῳ καὶ ζητεῖ ὅπως ἀντὶ ταύτης προτιμηθῇ ἡ Νῆσος Κῶ. Ἡ Ἕνωσις Κρεοπωλῶν Κεντρικῆς Ἀγορᾶς Ἀθηνῶν, ζητεῖ μείωσιν φορολογικῶν ἐπιβαρύνσεων, προστασίαν τῶν ὑπαλλήλων των καὶ ἀπαλλαγὴν τῶν κρεοπωλείων τῶν ἐνοικιοστασιακῶν ὑποχρεώσεων. Οἱ Δήμαρχοι Ἡγουμενίτσης, Φιλιατῶν καὶ οἱ Πρόεδροι τῶν Κοινοτήτων Ἁγίων Πάντων, Ἀσπροκκλησίου, Ἁγίου Νικολάου κλπ. διαμαρτύρονται διὰ τὰς κατὰ τοῦ Νομάρχου κ. Σακκᾶ ἐκτοξευθείσας κατηγορίας. Ἡ Ἕνωσις παθόντων αὐτοκινητιστῶν Ἀθηνῶν καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι ΣΠΑ Καλαμῶν, Ἀμφίσσης, Κοζάνης, Λακωνίας, Δράμας κλπ. διαμαρτύρονται διὰ τὴν μὴ ὑπαγωγὴν τῶν αὐτοκινήτων τοῦ Καλυκοποιείου εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 361 πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ζητοῦν τὴν ὑπαγωγὴν τούτων. Ἔμποροι ἐκπρόσωποι ἐπαγγελματιῶν καὶ ἀγροτῶν ἐπαρχίας Φιλιππιάδος διαμαρτύρονται διὰ τὴν μὴ εἰσέτι ἵδρυσιν ὑποκαταστήματος Α.Τ.Ε. ἐν Φιλιππιάδι. Τὸ Ἐργατοϋπαλληλικὸν Κέντρον Θεσ)νίκης, διαμαρτύρεται διὰ τὴν ληφθεῖσαν ἀπόφασιν περὶ εἰσαγωγῆς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ μακαρονίων καὶ ζητεῖ ἀντὶ τούτων τὴν εἰσαγωγὴν ἀλεύρων πρὸς βιομηχανοποίησιν ἐν Ἑλλάδι ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν ἐργατῶν καὶ τῆς Ἐθνικῆς οἰκονομίας. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Χ. Θηβαῖος, Ι. Μπουρνιᾶς, Λ. Κακαρᾶς, Κ. Μπακόλλας, Κ. Βλαχοθανάσης, καταθέτουσι πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 505)47 «περὶ ἐπιβολῆς οἰκονομικῶν βαρῶν διὰ τὴν καταστολὴν τῆς ἐν Εὐβοίᾳ ἀνταρσίας». Ἡ ἐπὶ τῆς Γεωργίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της: 1) ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς περὶ τῆς Ἑλληνικῆς Γεωργικῆς Ἑταιρείας κειμένης Νομοθεσίας» καὶ 2) ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ νόμου 835)43». Ἡ ἐπὶ τῶν Μεταφορῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως πράξεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Μεταφορῶν, παράτασιν προθεσμίας ὑποβολῆς δικαιολογητικῶν παρ’ ὑποψηφίων ὁδηγῶν αὐτοκινήτων καὶ χορηγήσεως εἰδικῶν ἀδειῶν ὁδηγοῦ αὐτοκινήτων εἰς ἀναπήρους πολέμου». Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Βουρδουμπᾶς καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ Ν. 5237)1932 «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ Στρατολογίας». Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Βασιλειάδης, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ ἐκπτώσεως κληρούχων συμμετεχόντων εἰς τὸν κατὰ τοῦ Κράτους συμμοριακὸν ἀγῶνα». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Τζωρτζόπουλος, Θ. Κονίτσας, Ε. Καζαντζῆς, Γ. Μπάρδας, Δ. Νικολαΐδης, Ν. Ἀντωνόπουλος, Ν. Ἔξαρχος, Β. Στεφανόπουλος κ. ἄ. καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τοὺς τραυματίας καὶ τὰς οἰκογενείας τῶν παρὰ ληστρικῶν συμμοριῶν ἢ ἐνόπλων συμμοριῶν κλπ. φονευομένων στρατιωτικῶν, πολιτικῶν ὑπαλλήλων καὶ ἰδιωτῶν ἐν γένει».
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Μαλαμίδας, ζητεῖ μηνιαίαν ἄδειαν ἀπουσίας εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, ἐγκρίνεται.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρέσχε τὴν ἔγκρισίν της διὰ τὴν χορήγησιν ἀδείας ἀπουσίας εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Ε. Μαλαμίδαν.
§8Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. (Ἀργολιδ.). Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν τεχνιτῶν μακαρονοποιῶν πρέπει νὰ δώσῃ ἄμεσον ἀπάντησιν καὶ ἐξηγήσεις ὁ κ. ὑπουργός. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔρχωνται μακαρόνια ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν καὶ νὰ μένουν ἄνεργοι 4.000 ἐργάται.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ περιμένετε μὲ τὴν σειράν, κύριε συνάδελφε, νὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν ἡ ἀναφορὰ αὐτή.
§10Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. (Ἀργολιδ.). Ἐὰν περιμένωμεν τὴν τάξιν, κύριε Πρόεδρε, θὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν ἡ ἀναφορὰ μετὰ ἓν ἔτος. Εἶναι μερικὰ πράγματα κατεπείγοντα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναβάλωνται. Παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ ἡ διαμαρτυρία ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς καὶ ὅλων τῶν Ἑλλήνων αὔριον εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπουργόν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ σᾶς εἶπον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ σήμερον ἡ ἀναφορὰ αὐτή, διότι τοῦτο θὰ ἀπετέλει ἀταξίαν.
§12Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. (Ἀργολιδ.). Ἡ θέσις τοῦ ἐπείγοντος ζητήματος εἰς τὸν δέοντα χρόνον δὲν εἶναι ἀταξία. Ἡ ἄρνησις τοῦ Προεδρείου νὰ μὴ δέχεται τοῦτο, σημαίνει ὅτι καλεῖ τὸν βουλευτὴν νὰ εἶναι ἐκτὸς καθήκοντος, εἰς τοῦτο δὲ δὲν θὰ μᾶς ὁδηγήσετε ποτέ.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Γονατᾶς, ἀρχηγὸς τῶν Ἐθνικῶν Φιλελευθέρων, ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§14Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ ἡμερησία διάταξις τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας συντάσσεται συνεργασίᾳ τοῦ Προεδρείου καὶ τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ μὲν Προεδρείου ὑποδεικνύοντος τὰ ὥριμα κατὰ τὸν Κανονισμὸν νομοθετήματα πρὸς συζήτησιν, τῆς δὲ Κυβερνήσεως ὑποδεικνυούσης τὰ προτιμητέα κατὰ τὴν ἀντίληψίν της πρὸς ψήφισιν. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς 19ης Δεκεμβρίου, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπῆρχον δύο καὶ μόνον νομοθετήματα, ἓν τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας ἐντελῶς τυπικὸν περὶ ἐνισχύσεως τῶν μουσικῶν Κερκύρας καὶ ἓν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται «μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου περὶ διοικήσεως τῆς Δωδεκανήσου». Ἑπομένως κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὑπῆρχεν ὅλη ἡ ἄνεσις νὰ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἡ ὑπηρεσία τὸ παρουσιάζει καὶ ὡς ἐπεῖγον ἀφοῦ ζητεῖ τὴν εἰς μόνην συζήτησιν ψήφισίν του. Κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐζήτησε τὴν ἀναβολήν του. Ἔκτοτε ἔχει περάσει πλέον τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος μηνὸς καὶ δὲν τὸ εἴδομεν ἀναγεγραμμένον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Καὶ ἡμεῖς προσωπικῶς θεωροῦμεν τὸ ζήτημα ἐπεῖγον, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀμέσως ἐνδιαφερόμενοι, οἱ Δωδεκανήσιοι, καὶ δι’ ἐπιτροπῶν αἱ ὁποῖαι ἦλθον ἐδῶ ὑπὸ τὸν δήμαρχον τῆς Καλύμνου, καθὼς καὶ τὰ Δωδεκανησιακὰ ἐδῶ σωματεῖα ζητοῦν τὴν ἐπίσπευσιν τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου. Καὶ ἡμεῖς, ἐπαναλαμβάνω, τὸ θεωροῦμεν ἐπεῖγον, διότι, ἐκτὸς τοῦ ὅτι δι’ αὐτοῦ θὰ ρυθμισθοῦν πολλὰ ζητήματα, νομίζομεν ὅτι εἶναι καὶ ἀπαραίτητον διὰ τὴν τελικὴν πρᾶξιν τῆς ἐνσωματώσεως τῆς Δωδεκανήσου πρὸς τὴν μητέρα Ἑλλάδα. Ἡ Βουλὴ ἔχει ὑπ’ ὄψιν της ὅτι ἡ συνθήκη μετὰ τῆς Ἰταλίας ὑπεγράφη τὴν 10 Φεβρουαρίου 1947 καὶ ὅτι ἡ Βουλή μας διὰ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως τὴν ἐπεκύρωσε τὴν 15 Ὀκτωβρίου, ἡ δὲν ἐπικύρωσις αὐτὴ κατετέθη παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας τὴν 28 Ὀκτωβρίου. Ἑπομένως ἀπὸ τῆς ἑπομένης 29ης Ὀκτωβρίου εἴχομεν ὅλην τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἐνσωματώσωμεν τὴν Δωδεκάνησον εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἔκτοτε τὸ ζήτημα αὐτὸ παραμένει ἐκκρεμὲς καὶ θὰ ἔπρεπεν, εἴτε ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς δώσῃ μίαν ἐξήγησιν διατὶ ἀναβάλλει τὸ ζήτημα αὐτό, εἴτε ἐὰν σεῖς εἶσθε εἰς θέσιν λόγῳ τῶν συνεννοήσεών σας μὲ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μᾶς εἴπητε διατὶ δὲν ἀναγράφεται τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τὸ ὁποῖον θεωροῦμεν τόσον ἐπεῖγον.
§15Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ εἰς ἄλλους βουλευτὰς μετέβη ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκ Καλύμνου καὶ νομίζω ὅτι ἔχουν μέγα δίκαιον.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πληροφορῶ τὸν κ. ἀρχηγὸν τοῦ Κόμματος τῶν Ἐθνικῶν Φιλελευθέρων ὅτι καὶ εἰς τὴν σημερινὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἀναγράφεται τὸ σχέδιον ψηφίσματος περὶ διοικήσεως τῆς Δωδεκανήσου. Ἐὰν δὲν ἀνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν μέχρι σήμερον, τοῦτο προκύπτει ἐκ τοῦ ὅτι ὑπάρχει κἄποια τροπολογία, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει ἐπιφυλάξεις. Θὰ μεταβιβάσω λοιπόν, τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Ἐθνικῶν Φιλελευθέρων εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, παρακαλῶν αὐτὸν ὅπως συντόμως φέρῃ τὸ σχέδιον ψηφίσματος πρὸς ψήφισιν.
§17Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ὄχι μόνον, ὡς παράκλησιν ἰδικήν μου ἀλλὰ ὡς παράκλησιν ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§19Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ψηφίσματος, ὡς ἐλέχθη καὶ χθές, δύο ἡμέραι τῆς ἡμερησίας διατάξεως θὰ καταναλίσκωνται εἰς τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδια. Ἑπομένως θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ φροντίσετε ὥστε εἰς τὴν αὐριανὴν ἡμερησίαν διάταξιν νὰ ἐγγραφῇ ἐκ τῶν πρώτων τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ διὰ νὰ τὸ ψηφίσωμεν. Εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ Δωδεκάνησος νὰ ἐξακολουθῇ νὰ τελῇ ὑπὸ Στρατιωτικὴν Διοίκησιν ἐπὶ τόσον χρονικὸν διάστημα.
§20Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑπ. Δικ.). Μένει διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν ὅλων τῶν ἄλλων Ὑπουργείων μία μόνον ἡμέρα. Μπορεῖ νὰ γίνῃ αὐτό;
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ διέλθωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νὰ ψηφίσωμεν ὅσα νομοσχέδια δὲν ἔχουν ἀντιρρήσεις.
§22Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι δὲν θὰ εἴμεθα ἐντὸς τοῦ ψηφίσματος. Διότι κατὰ τὸ ψήφισμα πρέπει ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῶν δύο αὐτῶν ἡμερῶν νὰ εἶναι μόνον τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδια. Σᾶς ἐφιστῶ τὴν προσοχήν. Ἢ σεβόμεθα τὰς ἀποφάσεις μας ἢ ὄχι.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ γίνῃ συζήτησις παρὰ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν. Τὰ ἄλλα θὰ γίνουν δεκτὰ ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις. Δὲν θὰ γίνῃ καμμία συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν.
§24Ε. ΓΟΝΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§26Ε. ΓΟΝΗΣ. Νομίζω ὅτι δυνάμει τοῦ ψηφίσματος ὑπάρχει μία ὑποχρέωσις. Χθὲς τὸ βράδυ κατὰ τὴν ἀπουσίαν σας, ἐδηλώθη ὑπὸ τοῦ ἀναπληρωτοῦ σας ὅτι σήμερον θὰ ἦτο ἡμέρα τοῦ ψηφίσματος δηλαδὴ μία ἐκ τῶν δύο ἡμερῶν τοῦ ψηφίσματος......
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύο εἶναι αἱ ἡμέραι.
§28Ε. ΓΟΝΗΣ. Μάλιστα, δύο, καὶ ἡ σημερινὴ θὰ ἦτο μία ἐκ τῶν δύο. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ συζήτησις θὰ εἶναι ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν νομοσχεδίων.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ εἶπον καὶ προηγουμένως. Ἀποκλειστικῶς θὰ εἶναι ἡ συζήτησις διὰ τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδια.
§30Ε. ΓΟΝΗΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε; Τὸ νόημα ἡμῶν τῶν ψηφισάντων τὸ ψήφισμα εἶναι ὅτι, εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγράφωνται ἄλλα νομοσχέδια πλὴν τῶν οἰκονομικῶν. Εἶναι τόσον σαφὴς ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως τοῦ ψηφίσματος.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι σφάλμα. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν μπορεῖ νὰ ἀναγράφωνται καὶ ἄλλα νομοσχέδια τὰ ὁποῖα θὰ γίνωνται δεκτὰ ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχουν συζήτησιν.
§32Ε. ΓΟΝΗΣ. Ὅταν τὸ Σῶμα ἐψήφισε τὸ ψήφισμα ἡ ἔννοια τῆς ψήφου του ἦτο ὅτι κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς οὐδὲν ἄλλο νομοσχέδιον θὰ συζητῆται.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν ἰδικήν σας κρίσιν.
§34Ε. ΓΟΝΗΣ. Νομίζω ὅτι ὁ καταρτισμὸς τῆς ἡμερησίας διατάξεως κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς ξεφεύγει ἀπὸ τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τὸ ψήφισμα δημιουργεῖ ἐξαιρετικὴν διαδικασίαν καὶ ἀποτελεῖ τοῦτο ζήτημα ἑρμηνείας, ἂν καὶ τὸ γράμμα τοῦ νόμου εἶναι πλέον ἢ καθαρόν. Τὸ λέγω τοῦτο διότι βλέπετε ὅτι ἀρχίζει νὰ καταναλίσκεται ὁ χρόνος διὰ ξένα, πρὸς τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον ἠθέλησε τὸ ψήφισμα νὰ καθιερώσῃ τὸν χρόνον αὐτόν, νομοσχέδια. Λέγω λοιπόν, ὅτι τοῦ λοιποῦ καὶ ἀπὸ σήμερον, διότι αἱ παραβιάσεις τοῦ Κανονισμοῦ, καθ’ ἡμᾶς, δημιουργοῦν κακὸν προηγούμενον, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ τὸ τέλος. Δὲν παρεμβαίνω στὰ δικαιώματά σας ἀλλὰ δὲν εἶναι δικαίωμα τοῦ Προεδρείου νὰ καθορίσῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀντιθέτως πρὸς τὸ σαφές, ἐπαναλαμβάνω, κείμενον τοῦ ψηφίσματος. Ἐὰν ὑπάρχῃ διαφωνία ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, θὰ πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ τὸ Σῶμα ποία εἶναι ἡ ἀληθὴς ἑρμηνεία τοῦ ψηφίσματος, διότι καθ’ ἡμᾶς ἀπαγορεύεται ἡ ἀναγραφὴ ἄλλου θέματος εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν πλὴν ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, κλπ. Δηλαδὴ πρέπει νὰ ἰσχύσῃ ἡ ἐξαιρετικὴ ἐκείνη διαδικασία διὰ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς συνεφωνήσαμεν.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεπτύξατε τὴν ἰδικήν σας θέσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Τὸ ψήφισμα δὲν λέγει ὅτι ἀπαγορεύεται νὰ ἀναγραφοῦν καὶ ἄλλα νομοσχέδια.
§36Ε. ΓΟΝΗΣ. Τὸ λέγει σαφῶς.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λέγει ὅτι καθορίζονται δύο ἡμέραι τὴν ἑβδομάδα διὰ τὴν συζήτησιν τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ζήτημα.
§38Ε. ΓΟΝΗΣ. Εἶναι, κ. Πρόεδρε, οὐσιαστικὸν τὸ θέμα.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζήτημα δὲν ὑπάρχει, διότι ἠρώτησα τὴν Βουλὴν ἐὰν συμφωνῇ νὰ διεξέλθωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νὰ ψηφίσωμεν ἐκεῖνα τὰ νομοσχέδια ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις καὶ ἀπήντησεν: Ναί.
§40Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Διαβᾶστε τὴν διάταξιν τοῦ ψηφίσματος.
§41Ε. ΓΟΝΗΣ. Λέγει: «Ἀποκλειστικῶς».
§42Ν. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σκοπὸς τοῦ ψηφίσματος ἦτο νὰ τελειώσῃ τὸ ταχύτερον ἡ ἐκκρεμότης καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἄλλο θέμα. Εἰς αὐτὸ συμφωνῶ ἀπολύτως μαζί σας, κ. Γονῆ. Διότι ὑπάρχει ἐκκρεμότης ἡ ὁποία εἶναι ἀντισυνταγματική.
§43Ε. ΓΟΝΗΣ. Αὐτό, κ. Πρόεδρε, εἶναι ἀπώλεια χρόνου.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπώλεια χρόνου εἶναι αὐτὸ ποὺ κάμετε σεῖς.
§45Ε. ΓΟΝΗΣ. Διότι παραβαίνετε τὸ ψήφισμα.
§46Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τὸ ψήφισμα λέγει: «Ἀποκλειστικὸν θέμα τῆς ἡμερησίας διατάξεως».
§47Ε. ΓΟΝΗΣ. Ἄλλως τε οἱ συντάξαντες τὸ ψήφισμα γνωρίζουν τί ἀκριβῶς ἔγραφον καὶ ἐψήφιζον.
§48Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συμφωνήσωμεν εἰς κάτι. Ὁ κ. Γονῆς δὲν ὠθεῖται προφανῶς ἀπὸ ἐλατήρια νὰ ἐμποδίσῃ τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τοὐναντίον θέλει νὰ προχωρήσουν αὗται. Θὰ παρεκάλουν νὰ συμφωνήσωμεν εἰς τοῦτο, ἐπειδὴ δικαίως ἢ ἀδίκως ὡς εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὸ ψήφισμα δύο μὲν ἡμέραι θὰ εἶναι ἀποκλειστικῶς ἀφιερωμέναι εἰς τὴν συζήτησιν τῶν οἰκονομικῶν νομοσχεδίων, δύο ἡμέραι — αἱ ὁποῖαι δὲν μπορεῖ νὰ μειωθοῦν — θὰ εἶναι ἡμέραι ἐλέγχου καὶ μένει μόνον μία ἡμέρα διὰ τὰ νομοσχέδια τῶν ἄλλων Ὑπουργείων. Θὰ παρεκάλουν νὰ συμφωνήσωμεν ὅλοι ὅτι πρέπει νὰ διευκολύνωμεν τὴν νομοθετικὴν μηχανὴν καὶ νὰ ἀναγράφωνται καὶ ἄλλα νομοσχέδια τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἔχουν συζήτησιν. Ἄγει αὐτὸ εἰς θάνατον ἢ εἰς διευκόλυνσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας; Ἐὰν οἱοσδήποτε βουλευτὴς εἴπῃ ὅτι ἓν τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν ἔχει συζήτησιν δὲν θὰ ψηφισθῇ. Διότι ἐὰν μείνῃ μία μόνον ἡμέρα διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν ὅλων τῶν ἄλλων Ὑπουργείων δὲν θὰ εἶναι ἀρκετὴ καὶ θὰ παρακωλυθῇ αὕτη. Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν τὸν κ. Γονῆν, χάριν τῆς λειτουργίας τῆς νομοθετικῆς μηχανῆς, νὰ συμφωνήσῃ εἰς τὴν λύσιν αὐτήν.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταφορᾶς τοῦ Ταχυδρομείου διὰ τῶν πλοίων».
§50ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ μεταφορᾶς τοῦ Ταχυδρομείου διὰ τῶν πλοίων». Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης τοῦ καλωδιακοῦ πλοίου «Θαλῆς ὁ Μιλήσιος» εἰς τὸν τεχνικὸν ἐξοπλισμὸν τῆς ὑπηρεσίας τῶν Τ.Τ.Τ. πρὸς συντήρησιν καὶ ἐπέκτασιν τοῦ δικτύου ὑποβρυχίων Τ.Τ.Τ. καλωδίων».
§52ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ προσθήκης τοῦ καλωδιακοῦ πλοίου «Θαλῆς ὁ Μιλήσιος» εἰς τὸν τεχνικὸν ἐξοπλισμὸν τῆς Ὑπηρεσίας τῶν Τ.Τ.Τ. πρὸς συντήρησιν καὶ ἐπέκτασιν τοῦ δικτύου ὑποβρυχίων Τ. Τ.Τ. καλωδίων». Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τῶν σχεδίων νόμων: 1) «περὶ καθορισμοῦ τῶν ἀπαιτουμένων ποσῶν προικὸς διὰ τὴν ἔκδοσιν ἀδείας νυμφεύσεως ἀξιωματικῶν, ἀνθ)στῶν καὶ μονίμων ὑπαξ)κῶν τοῦ στρατοῦ ξηρᾶς καὶ παρατάσεως προθεσμίας χορηγήσεως ἀδείας νυμφεύσεως εἰς στρατιωτικούς», 2) «περὶ ἐγκρίσεως δαπανῶν τινῶν πραγματοποιηθεισῶν κατὰ τὰ οἰκονομικὰ ἔτη 1944– 1945 (Βʹ περιόδου), 1945–46 καὶ 1946–47 ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Στρατιωτικῶν καὶ τῆς ἐγγραφῆς τῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τούτου οἰκον. ἔτους 1947–48» καὶ 3) «περὶ καθορισμοῦ διαρκείας ἐκπαιδεύσεως μαθητῶν Στρατιωτικῆς Σχολῆς Εὐελπίδων τάξεων ΙΙ καὶ ΙΙΙ κατὰ τὸ ἔτος 1947».
§54ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτά.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένοντο δεκτὰ εἰς πρώτην συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὰ σχέδια νόμων: 1) «περὶ καθορισμοῦ τῶν ἀπαιτουμένων ποσῶν προικὸς διὰ τὴν ἔκδοσιν ἀδείας νυμφεύσεως ἀξιωματικῶν, ἀνθ)στῶν καὶ μονίμων ὑπαξ)κῶν τοῦ στρατοῦ ξηρᾶς καὶ παρατάσεως προθεσμίας χορηγήσεως ἀδείας νυμφεύσεως εἰς στρατιωτικούς», 2) «περὶ ἐγκρίσεως δαπανῶν τινῶν πραγματοποιηθεισῶν κατὰ τὰ οἰκονομικὰ ἔτη 1944– 1945 (Βʹ περιόδου), 1945–46 καὶ 1946–47 ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Στρατιωτικῶν καὶ τῆς ἐγγραφῆς τῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τούτου οἰκον. ἔτους 1947–48» καὶ 3) «περὶ καθορισμοῦ διαρκείας ἐκπαιδεύσεως μαθητῶν Στρατιωτικῆς Σχολῆς Εὐελπίδων τάξεων ΙΙ καὶ ΙΙΙ κατὰ τὸ ἔτος 1947». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ Δεκεμβρίου 1947 Ν. Δ. περὶ καλλιεργείας καπνοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1947 καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων».
§56Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον.
§58Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι βουλευταί, μὲ τὴν κατάθεσιν τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς μίαν εὐρεῖαν συζήτησιν, ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπιθυμοῦμεν, πρῶτον, νὰ ἐκφράσωμεν τὴν λύπην μας, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐτήρησεν οὔτε τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν παρέσχε προφορικῶς κατὰ τὴν σύσκεψιν, εἰς τὴν ὁποίαν μετέσχον οἱ ἡγέται τῶν πολιτικῶν Κομμάτων τῆς Βουλῆς, οὔτε τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐκ ρητῆς διατάξεως τοῦ Ψηφίσματος. Ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις, ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου, νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, πρὸς κύρωσιν, καὶ δὲν ἐξεπλήρωσεν αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν. Ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ διαμαρτυρηθῶμεν καὶ νὰ καταλογίσωμεν τὴν εὐθύνην. Μὲ τὸν τρόπον αὐτόν, μὲ τὸ προηγούμενον, τὸ ὁποῖον καθιερώνει, δυσχεραίνει διὰ τὸ μέλλον τὴν συνεννόησιν τῶν κομμάτων τῆς Βουλῆς μὲ τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλήσω συγκεκριμένως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔρχεται πρὸς κύρωσιν. Κατ’ ἀρχήν, εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸ νομοσχέδιον. Λαμβάνω ὅμως ἀφορμὴν ἀπὸ τὴν συζήτησιν τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, διὰ νὰ κρίνω γενικώτερον τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀκόμη περισσότερον, διὰ νὰ διατυπώσω τὰς ἀπόψεις τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, ἐν σχέσει πρὸς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Χώρας καὶ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν γνώμην μας, πρέπει νὰ ληφθοῦν πρὸς ἀποτελεσματικήν τῆς ἀντιμετώπισιν. Δὲν ἀνήκει εἰς τὰς συνηθείας τῶν Ἀντιπολιτεύσεων νὰ διατυπώνουν ὑπευθύνως τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς καταστάσεως. Ἡ συνήθεια τῶν Ἀντιπολιτεύσεων εἶναι ὁ ἔλεγχος, καὶ θὰ ἀσκήσωμεν καὶ τὸν ἔλεγχον, ὁ ὁποῖος ἤρχισε χθὲς καὶ θὰ συνεχισθῇ, μὲ τὴν γενίκευσιν τῆς ἐπερωτήσεως. Ἀπὸ τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία ἔγινε χθές, διεπιστώθη ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προσδιώρισε μέλος τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἄλλοτε διαχειρισθεὶς ὑπευθύνως οἰκονομικὸν Ὑπουργεῖον. Εἶπεν, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος Πειραιῶς, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζει τὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν, εἶναι ἡ ἀσυναρτησία καὶ ἡ ἀπουσία εὐθύνης. Καὶ ἐδηλώσαμεν χθές, ὅτι εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι, προσεθέσαμεν ὅμως ὅτι ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος εἶναι ἡ ἀσυναρτησία τοῦ Κράτους καὶ ἡ ἀπουσία εὐθύνης, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο, ὡς συνέπεια, ἡ ἀσυδοσία τῆς οἰκονομικῆς ὀλιγαρχίας. Τοιουτοτρόπως ἡ εἰκὼν συμπληροῦται. Αὐτὸ εἶναι πράγματι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ὅπως ἔχει μέχρι τοῦδε ἐφαρμοσθῇ. Θὰ ἀναμείνωμεν τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐζητήθησαν καὶ μὲ τὴν συνέχειαν τοῦ ἐλέγχου θὰ διατυπώσωμεν τὰς γνώμας μας, διὰ νὰ ἐπακολουθήσουν κυρώσεις διὰ τὸ παρελθὸν καὶ διδάγματα διὰ τὸ μέλλον. Καὶ εἰσερχόμεθα τώρα εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἰδικῶν μας ἀπόψεων. Δὲν πρόκειται νὰ ἀναπτύξωμεν θεωρίας, διότι ἡ θεωρία ἀναπτύσσεται εἰς τὰ Ἀκαδημαϊκὰ Σώματα, ἐνῷ εἰς τὸ πολιτικὸν βῆμα ἀναπτύσσεται ἡ πρᾶξις, μέτρα συγκεκριμένα. Εἴμεθα ὅμως ὑποχρεωμένοι εἰς μίαν σύντομον ἀνάλυσιν νὰ προσδιορίσωμεν τὰς ἐννοίας, τὰς ὁποίας ἐκφράζουν αἱ λέξεις, πρὸς διάλυσιν τῆς συγχύσεως, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ κυρίως, εἰς τὸν σημερινὸν μεταπολεμικὸν κόσμον. Ἡ πρώτη ἔννοια, ἡ ὁποία εἶναι ἐκτεθειμένη εἰς σύγχυσιν, εἶναι ἡ ἔννοια τῆς Δημοκρατίας. Ἐτονίσαμεν καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ παρεξήγησις τῆς ἐννοίας τῆς Δημοκρατίας ἔχει ὁδηγήσει εἰς παρεξήγησιν ὄχι μόνον ἐντὸς τῆς Χώρας, ἀλλὰ κατ’ ἐξοχὴν ἐκτὸς τῆς Χώρας ἡμῶν. Δὲν κατέστη δυνατὴ ἡ διάκρισις δύο θεμελιωδῶς διαφόρων ἐννοιῶν: Τῆς Δημοκρατίας ἐν εἰρήνῃ καὶ τῆς Δημοκρατίας ἐν Πολέμῳ. Ἐκρίθη ἡ πολιτειακή μας κατάστασις μὲ τὰ μέτρα τῆς Δημοκρατίας ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐλησμονήθη ἀπὸ τοὺς ἐπικριτάς μας, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα σήμερον ὑπάρχει κατάστασις πολέμου, καὶ ἂν ὁ πόλεμος εἶναι ἀκήρυκτος, εἶναι διὰ τοῦτο σκληρότερος, διότι διεξάγεται ἐντὸς τῶν τειχῶν Ἐὰν οἱ Δημοκρατικοὶ Λαοὶ καὶ αἱ Κυβερνήσεις καὶ ἡ κοινὴ γνώμη των εἶχον ἐγκαίρως συνειδητοποιήσει τὴν ἀρχὴν τῆς Δημοκρατίας ἐν πολέμῳ, δὲν θὰ εὕρισκον ἐπὶ τόσον χρόνον, μέχρις ὅτου ἡ δύναμις τῶν πραγμάτων, ἡ ἐπιθετικὴ πρωτοβουλία τοῦ Κομμουνιστικοῦ Πανσλαυϊσμοῦ τοὺς ἐξηνάγκασε νὰ ἐννοήσουν, δὲν θὰ εὕρισκον ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Δημοκρατία ἔλαβε μέτρα ἀνελεύθερα, ἀλλὰ θὰ εὕρισκον, ὅτι, ἀντιθέτως, ἔλαβε μέτρα ἀνεπαρκῆ, διὰ τὴν ὑπεράσπισιν τῆς ἐλευθερίας. Ἐὰν συνέκρινον τὴν πολιτείαν μας μὲ τὴν ἰδικήν των Δημοκρατίαν εἰς τοὺς καιροὺς τοῦ πολέμου, τότε, θὰ μᾶς ἔδιδον δίκαιον. Διότι ἡ Δημοκρατία, ἡ ὁποία ἔχει συνείδησιν τοῦ ἰδεώδους, τὸ ὁποῖον ὑπερασπίζει, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα, ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας, νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὸν θάνατον τῆς ἐλευθερίας. Καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι εἰς τὸν σκληρὸν καὶ ἄνισον ἀγῶνα, ὁ ὁποῖος διεξάγεται σήμερον μεταξὺ τῆς Δημοκρατίας καὶ τοῦ ἐρυθροῦ φασισμοῦ, μόνον ἡ συνειδητοποίησις τῆς ἀρχῆς τῆς «Δημοκρατίας ἐν Πολέμῳ» ἡ ὁποία νομιμοποιεῖ τὰ ἐξαιρετικὰ μέτρα, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ ἀποφασιστικὸν ἀντίδοτον, καὶ νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν ὁριστικὴν ὑπεράσπισιν τῆς ἐλευθερίας καὶ εἰς τὴν νίκην. Καθ’ ὅμοιον τρόπον ὑπάρχει σύγχυσις καὶ τῆς ἐννοίας τῆς οἰκονομίας ἐν πολέμῳ, καὶ τῆς οἰκονομίας ἐν εἰρήνῃ. Ὑπάρχει παρεξήγησις, ὅτι εἰς καιροὺς πολέμου, ὅπως εἶναι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους σήμερον ἡ Πατρίς μας ὑφίσταται, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμόζεται ἡ εἰρηνικὴ οἰκονομία. Καὶ εἶναι αὐτὴ ἡ παρεξήγησις, εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλεται πλῆθος σφαλμάτων. Ἡ Χώρα μας εὑρίσκεται εἰς περίοδον ἀκηρύκτου πολέμου, καὶ διὰ τοῦτο ὤφειλε νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς ἀρχὰς ὄχι τῆς εἰρηνικῆς, ἀλλὰ τῆς πολεμικῆς οἰκονομίας. Καὶ ἡ διαφορὰ εἶναι θεμελιώδης. Εἰς τὸν καιρὸν τῆς εἰρηνικῆς οἰκονομίας ἀντικειμενικὸς σκοπὸς εἶναι ἡ ἀνασυγκρότησις τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς. Εἰς τὸν καιρὸν τῆς πολεμικῆς οἰκονομίας γίνεται μέσον — σκοπὸς εἶναι ὁ ὑπέρτατος νόμος τῆς σωτηρίας τῆς Πατρίδος. Εἰς τὴν περίοδον τοῦ πολέμου διαταράσσεται ἡ οἰκονομικὴ ζωὴ τῆς Χώρας. Προστίθενται αἱ δαπάναι τοῦ στρατοῦ, προστίθενται αἱ δαπάναι τῶν οἰκογενειῶν τῶν στρατευομένων, προστίθενται αἱ δαπάναι τῶν θυμάτων τῶν συμμοριῶν, ἐξασθενίζει ἡ ἐθνικὴ οἰκονομία, καὶ ἑπομένως ἐξασθενίζουν οἱ πόροι τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καθ’ ὅμοιον τρόπον, ἄλλα ὀφείλουν νὰ εἶναι τὰ κριτήρια, καὶ διὰ τὴν ἐπιβολὴν τῶν φόρων. Δὲν ἐφαρμόζονται πλέον αἱ ἀρχαὶ τῆς ὀρθοδόξου οἰκονομίας. Κριτήρια τῆς φορολογίας εἶναι αἱ ἀνάγκαι τοῦ Ἔθνους. Καὶ ὅταν εἰς τὸν βωμὸν τῆς Πατρίδος οἱ ἁπλοῖ ἄνθρωποι προσφέρουν ὁλόκληρον τὴν ὕπαρξίν των, δὲν ἠμπορεῖ πλέον νὰ ὑπάρχῃ φραγμὸς καὶ διὰ τὴν θυσίαν τοῦ χρήματος, τὸ ὁποῖον θὰ κριθῇ ἀπαραίτητον διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς Πατρίδος (παρατεταμένα χειροκροτήματα). Θὰ ἔπρεπεν ἐπίσης νὰ προσδιορίσωμεν τὴν ἔννοιαν τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλισμοῦ, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν σύγχυσιν, τὴν ὁποίαν καθημερινῶς διαπιστοῦμεν, ἐνίοτε καὶ εἰς αὐτὴν τὴν αἴθουσαν. Ὁ Καπιταλισμός, ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας, καταλύει τὴν κοινωνικὴν δικαιοσύνην. Ὁ Κομμουννισμός, ἐν ὀνόματι τῆς Κοινωνικῆς Δικαιοσύνης, καταλύει καὶ τὸ Ἔθνος καὶ τὴν Ἐλευθερίαν. Ὁ Δημοκρατικὸς Σοσιαλισμὸς ὑπερασπίζει τὸ σύνολον τῶν ἰδεωδῶν, καὶ τὸ Ἔθνος καὶ τὴν Ἐλευθερίαν καὶ τὴν Κοινωνικὴν Δικαιοσύνην. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπόλυτος ὑπεροχή του ἀπέναντι τῶν ἄλλων συστημάτων, ἡ πληρότης τοῦ ἰδεώδους του. Εἰς τὸν πίνακα τῶν ἠθικῶν ἀξιῶν, τὸν ὁποῖον ὑπερασπίζει ὁ Δημοκρατικὸς Σοσιαλισμὸς, πρώτη ἀξία εἶναι τὸ Ἔθνος. Εἶναι ἡ πρώτη ἀξία τὸ Ἔθνος διότι εἶναι ὁμαδικὸν καὶ διαρκές,— ἐνῷ τὰ ἄτομα εἶναι ἐφήμερα — εἶναι τὸ Ἔθνος ἡ «πρώτη ἑνότης», ὅπως τὸ ἀπεκάλεσεν ὁ Ἔγγελος. Εἶναι ἡ πρώτη ἀξία τὸ Ἔθνος, ἐπίσης, διότι ἀποτελεῖ τὴν προϋπόθεσιν καὶ τῆς Ἐλευθερίας καὶ τῆς Κοινωνικῆς Δικαιοσύνης. Μόνον ἐντὸς τοῦ πλαισίου τοῦ Ἔθνους εἶναι πραγματώσιμος καὶ ἡ Ἐλευθερία καὶ ἡ Κοινωνικὴ Δικαιοσύνη. Εἶναι ἐπίσης πρώτη ἀξία τὸ Ἔθνος, διότι ἀποτελεῖ προϋπόθεσιν καὶ διὰ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ Διεθνισμοῦ, ὁ ὁποῖος σημαίνει συνεργασίαν ἐλευθέρων καὶ ἀνεξαρτήτων Ἐθνῶν, ἐν ἀντιθέσει καὶ πρὸς τὸν Κοσμοπολιτισμόν, ὁ ὁποῖος προϋποθέτει ἐξαφάνισιν τῶν Ἐθνῶν καὶ πρὸς τὸν Ἰμπεριαλισμόν,— ὅπως ὁ σημερινὸς τοῦ Κομμουνιστικοῦ Πανσλαυϊσμοῦ — ὁ ὁποῖος σημαίνει ὑποταγὴν καὶ ἐξουθένωσιν τῶν Ἐθνῶν. Ἔπειτα, ἔρχεται ἡ Ἐλευθερία. Ἡ Ἐλευθερία προτάσσεται τῆς Κοινωνικῆς Δικαιοσύνης, διότι εἶναι αἴτημα ἠθικόν, ἐνῷ τὸ αἴτημα τῆς διανομῆς τῶν ἀγαθῶν εἶναι αἴτημα ὑλικόν. Μόνον ἡ Ἐλευθερία συντελεῖ εἰς τὴν μετάβασιν ἀπὸ τὸ ζῷον εἰς τὸν ἄνθρωπον, συνιστᾶ τὴν ἀνθρωπίνην προσωπικότητα. Καὶ πρέπει, πρῶτον νὰ ὑπάρξουν οἱ ἄνθρωποι, καὶ κατόπιν νὰ μεριμνήσωμεν διὰ τὴν εὐημερίαν των. Καὶ ἤδη τίθεται τὸ ἐρώτημα; Ἡ ἐλευθερία θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἀπόλυτος ἢ δὲν δύναται νὰ εἶναι ἀπόλυτος. Ὀφείλει νὰ εἶναι σχετική. Καὶ τὰ σύνορα τῆς ἐλευθερίας ἑκάστου χαράσσονται εἰς τὸ σημεῖον, ὅπου ἀρχίζει ἡ ἐλευθερία τοῦ ἄλλου. Καὶ ὅπως εἰς τὴν περιοχὴν τοῦ πολιτικοῦ βίου ὑπάρχει ἡ ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως καὶ τῆς γνώμης, ἀλλὰ ὄχι καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς ἐξοντώσεως τοῦ ἄλλου, καθ’ ὅμοιον τρόπον καὶ εἰς τὴν περιοχὴν τῆς οἰκονομικῆς ἐλευθερίας, ὑπάρχει τὸ δικαίωμα τῆς οἰκονομικῆς πρωτοβουλίας καὶ τῆς ἀτομικῆς δραστηριότητος, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει τὸ δικαίωμα τῆς οἰκονομικῆς ἐξοντώσεως τοῦ ἄλλου. Ὅπως εἰς ἕνα ἔνοπλον δὲν παρέχομεν τὸ δικαίωμα τοῦ φόνου ἑνὸς ἀόπλου, καθ’ ὅμοιον τρόπον εἰς ἕνα οἰκονομικῶς ἰσχυρὸν δὲν δυνάμεθα νὰ παράσχωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἐξοντώσεως τῶν οἰκονομικῶς ἀόπλων καὶ ἀνισχύρων καὶ μοχθούντων ἀνθρώπων. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν Κοινωνικὴν Δικαιοσύνην, ἡ ὁποία σημαίνει κατάργησιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον, γενίκευσιν τῆς εὐημερίας. Ἐμπνεόμεθα ἀπὸ τὴν διδασκαλίαν τοῦ Ἀριστοτέλους, ὁ ὁποῖος ἐδίδαξεν ὅτι «οἱ πολὺ πτωχοὶ καὶ οἱ πολὺ πλούσιοι εἶναι ἐχθροὶ τῆς Κοινωνίας». Καὶ συνέστησεν, ὁ ἰσχυρότερος νοῦς τῆς Ἱστορίας, τὴν γενίκευσιν τῆς μέσης τάξεως. Διὰ τοῦτο, τὸ ἰδεῶδες μας εἰς μίαν ἁπλῆν καὶ παραστατικὴν εἰκόνα, δύναται νὰ συνοψισθῇ εἰς τὴν ἀρχὴν ὅτι: «Ὁ κομμουνισμὸς ἐπιδιώκει τὴν προλεταριοποίησιν τῶν νοικοκυραίων, ὁ δὲ Δημοκρατικὸς Σοσιαλισμὸς ἐπιδιώκει τὴν νοικοκυροποίησιν τῶν προλεταρίων». Ἡ κοινωνικὴ δικαιοσύνη, ὡς ἠθικὸν αἴτημα, εἶναι σκοπός. Ὡς ὑλικὸν αἴτημα, εἶναι μέσον. Σκοπὸς εἶναι ἡ εὐημερία τοῦ Λαοῦ. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ εὐημερία, δὲν ἀρκεῖ ἡ δικαιοσύνη τῆς διανομῆς. Πρέπει νὰ προϋπάρξῃ ἐπάρκεια ἐθνικοῦ εἰσοδήματος. Καὶ διὰ τοῦτο, προϋπάρχει ἡ παραγωγὴ καὶ ἕπεται ἡ διανομή. Ὅσοι τὸ λησμονοῦν, εἶναι ἀφελεῖς καὶ δὲν ὑπηρετοῦν τὴν κοινωνικὴν τάξιν, ὑπὲρ τῆς ὁποίας νομίζουν ὅτι μάχονται. Κοινωνικαὶ μεταρρυθμίσεις, αἱ ὁποῖαι, ἐν ὀνόματι τοῦ δόγματος, θὰ ἐλαττώσουν τὴν παραγωγήν, εἶναι μεταρρυθμίσεις ἐχθρικαὶ πρὸς τὸν Λαόν. Διότι, δικαία διανομὴ ἠλαττωμένου ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, δὲν σημαίνει ἐξύψωσιν εὐημερίας, σημαίνει ἐξίσωσιν τῆς ἀθλιότητος. Καὶ τὸ ἰδικόν μας ἰδεῶδες δὲν εἶναι νὰ ἐξισώσωμεν τὴν ἀθλιότητα, εἶναι νὰ ἐξυψώσωμεν τὴν εὐημερίαν. Καὶ τίθεται τὸ ἐρώτημα: Κατὰ ποῖον τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ βοηθήσωμεν τὴν ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς; Θὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀτομικὴ ἰδιοκτησία ἢ ἐθνικοποίησις; Ἐρχόμεθα τοιουτοτρόπως εἰς τὴν διευκρίνησιν τοῦ θέματος τῆς ἐθνικοποιήσεως, ὅπως τὸ ἀντιλαμβάνεται ὁ Δημοκρατικὸς Σοσιαλισμός. Ἀποδεχόμεθα τὴν ἀρχὴν τῆς ἐθνικοποιήσεως, ἀλλὰ τὴν ἀποδεχόμεθα δι’ ὡρισμένας συγκεκριμένας περιπτώσεις. Τὴν ἀποδεχόμεθα μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἐπιχειρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν οὐσιαστικὰ μονοπώλια. Ἀλλὰ διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἡ ἐθνικοποίησις δὲν ἐπιβάλλεται μόνον ἐν ὀνόματι τῶν ἀρχῶν τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλισμοῦ, ἐπιβάλλεται ἀκόμη καὶ ἐν ὀνόματι τῶν ἀρχῶν τοῦ Καπιταλισμοῦ, διότι ἐκλείπουν αἱ προϋποθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν τὴν φύσιν τοῦ Καπιταλισμοῦ. Ποῖαι εἶναι αἱ προϋποθέσεις τοῦ Καπιταλισμοῦ; Εἶναι πρῶτον, ἡ ἀτομικὴ πρωτοβουλία. Εἶναι, δεύτερον, ὁ κίνδυνος τοῦ ἐπιχειρηματίου, καὶ εἶναι, τρίτον, ἡ ρυθμιστικὴ ἐπίδρασις τοῦ νόμου τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως, διὰ τὴν διαμόρφωσιν τῶν τιμῶν. Ἀλλὰ καὶ αἱ τρεῖς προϋποθέσεις ἐκλείπουν εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν οὐσιαστικῶν μονοπωλίων, διότι δὲν ὑπάρχει ἀνταγωνισμός. Ἰδοὺ διατί, εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τοῦ Καπιταλισμοῦ, δὲν ὑπάρχουν αἱ προϋποθέσεις, δὲν ὑπάρχει ἡ δικαίωσις τῆς ἰδιωτικῆς ἐπιχειρήσεως. Ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ἰδικήν μας γνώμην, καὶ ὅταν ἀκόμη συντρέχουν αἱ προϋποθέσεις τῶν οὐσιαστικῶν μονοπωλίων, καὶ πάλιν ἡ ἐθνικοποίησις θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιχειρηθῇ μόνον ἂν ὑπάρξῃ βεβαιότης αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς καὶ αὐξήσεως τῆς κοινωνικῆς ὠφελείας. Μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ἡ ἐθνικοποίησις ἀποτελεῖ ὠφέλειαν τοῦ συνόλου. Ἀλλὰ διὰ νὰ ὑπάρξῃ βεβαιότης αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ προηγουμένως κράτος ἱκανὸν καὶ ἁρμόδιον. Σκέψις πρὸς ἐθνικοποίησιν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει δημιουργηθῆ κράτος ἱκανὸν καὶ ἁρμόδιον, δὲν εἶναι ὠφέλιμος, εἶναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὴν κοινωνίαν. Ἀλλὰ πέραν τῆς περιοχῆς αὐτῆς, τῆς περιωρισμένης, τῆς ἐθνικοποιήσεως, τὸ σύνολον τῆς ἄλλης οἰκονομικῆς ζωῆς θὰ στηρίζεται εἰς τὴν ἀτομικὴν ἰδιοκτησίαν. Καὶ τίθεται τὸ ἐρώτημα: Ἡ ἀτομικὴ ἰδιοκτησία θὰ κινῆται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας, ἢ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πειθαρχίας εἰς τὴν ἐπέμβασιν τοῦ κράτους; Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὴν διευκρίνησιν θέματος, τὸ ὁποῖον φαίνεται ὅτι προκαλεῖ σφοδρὰν διαμάχην. Κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μας, ἡ διαμάχη εἶναι ματαία. Ὅπως ἐδηλώσαμεν καὶ χθές, τόσον ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία, καθὼς καὶ ἡ ἐπέμβασις τοῦ κράτους, εἶναι δεδομέναι διὰ τὴν μεταπολεμικὴν ἐποχήν μας. Ἐφ’ ὅσον ἀποδεχόμεθα τὴν ἀρχὴν τῆς ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας, αὐτόματος εἶναι ἡ συνέπεια τῆς ἀτομικῆς πρωτοβουλίας. Ἀλλὰ ταὐτοχρόνως, ἡ ἐπέμβασις τοῦ κράτους ἀποτελεῖ ἀναμφισβήτητον γεγονὸς εἰς τὴν μεταπολεμικὴν ἐποχήν μας. Κατ’ ἀνάγκην, ἑπομένως θὰ συμπράξουν ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία καὶ ἡ ἐπέμβασις τοῦ κράτους. Δὲν ἀποτελεῖ πλέον ζήτημα ἀρχῆς. Ἀποτελεῖ ζήτημα συγκεκριμένης ἐφαρμογῆς. Καὶ εἰς αὐτὸ τὸ θέμα, εἰς τὴν ἐφαρμογήν, δίδουν τὰς ἐξετάσεις των αἱ Κυβερνήσεις. Ἐκεῖ κρίνονται ἐὰν ἠμποροῦν νὰ ἐνθαρρύνουν τὴν ἀτομικὴν πρωτοβουλίαν καὶ νὰ ἀσκήσουν τὴν ἐπέμβασιν. Ἀπευθυνόμεθα πρὸς τοὺς Ἀποστόλους τῆς ἀπεριορίστου ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας, διὰ νὰ τοὺς θέσωμεν τὸ ἐρώτημα: Νομίζουν, ὅτι ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοηθῇ ἡ ἐπέμβασις τοῦ κράτους; Ἀλλὰ τότε ὀφείλουν νὰ ἀπαντήσουν διατὶ δέχονται τὰς πιστώσεις, τὰς ὁποίας παρέχει τὸ κράτος καὶ αἱ ὁποῖαι βεβαίως ἀποτελοῦν ἐπέμβασιν; Διατὶ ζητοῦν τὸ συνάλλαγμα, διατὶ ζητοῦν τὰς πρώτας ὕλας; Διατὶ ζητοῦν, ἀκόμη, τὴν δασμολογικὴν προστασίαν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν βαρυτέραν μορφὴν τῆς ἐπεμβάσεως; Καὶ διατὶ ἀρνοῦνται τὴν ἐπέμβασιν καὶ διαμαρτύρονται μόνον, ὅταν, τὸ Κράτος ἐνθυμῆται κάποτε καὶ τοὺς ἀνωνύμους καὶ ἁπλοῦς καὶ θυσιαζομένους ἀνθρώπους, διὰ νὰ ἐπέμβῃ πρὸς ἔλεγχον τῶν τιμῶν; Ὅσοι ὑποστηρίζουν τὴν ἀρχὴν τῆς ἀπεριορίστου ἀτομικῆς πρωτοβουλίας, πρέπει νὰ ἀρνηθοῦν τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Κράτους εἰς πᾶσαν ἐκδήλωσίν της. Ἀλλὰ ἡ ἐπιδίωξις θὰ ἦτα ματαία. Ἡ σημερινὴ πραγματικὴ κατάστασις προσδιορίζει τὴν συνύπαρξιν καὶ τῆς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας καὶ τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Κράτους. Καὶ ἀνήκει εἰς τὴν ἱκανότητα τῶν Κυβερνήσεων νὰ καταστήσουν γόνιμον τὴν συνύπαρξίν των. Καθ’ ἡμᾶς, ὑπάρχουν δύο ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἐφαρμόζωνται, διὰ νὰ εἶναι εὐτυχὴς ἡ συνεργασία τῶν δύο παραγόντων, τῆς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας καὶ τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Κράτους. Ἡ πρώτη ἀρχὴ εἶναι ὅτι οὐδέποτε τὸ Κράτος πρέπει νὰ γίνεται διαχειριστής. Τὸ Κράτος εἶναι ἀκατάλληλος διαχειριστής. Τὸ Κράτος πρέπει νὰ δίδῃ τὴν κατεύθυνσιν καὶ νὰ ἀσκῇ τὸν ἔλεγχον. Ἡ πεῖρα τῶν τελευταίων ἐτῶν ἔχει ἀποδείξει, πόσον ἀκατάλληλος διαχειριστὴς εἶναι τὸ Κράτος. Καὶ ἡ δευτέρα ἀρχή, ἡ ὁποία πρέπει νὰ διέπῃ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς συνεργασίας τῶν δύο παραγόντων, κατὰ τὴν γνώμην μας, εἶναι ὅτι, οἱ μὲν νόμοι πρέπει νὰ ὁρίζουν τὰς γενικὰς ἀρχάς, ἐντὸς τῶν ὁποίων ὅμως θὰ ἐπακολουθῇ διοικητικὸς αὐτοματισμός, ὥστε νὰ ἀποκλείεται ἡ ἐπὶ τῶν προσωπικῶν περιπτώσεων, διακριτικὴ ἐξουσία τῆς Διοικήσεως, ἡ ὁποία ἐνίοτε πλανᾶται, ἀλλὰ πάντοτε παρεξηγεῖται καὶ διαβάλλεται. Πρέπει νὰ προφυλάσσωμεν τὴν Διοίκησιν ἀπὸ τὴν παρεξήγησιν, νὰ ἀσκῇ διακριτικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν προσωπικῶν περιπτώσεων. Κύριοι βουλευταί, αὐταὶ εἶναι αἱ γενικαὶ ἀρχαί, ἐκ τῶν ὁποίων ἀπορρέουν τὰ συγκεκριμένα μέτρα, εἰς τὰ ὁποῖα ἔχει καταλήξει τὸ Δημοκρατικὸν Σοσιαλιστικὸν Κόμμα διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῆς καταστάσεως. Καὶ τὰ συγκεκριμένα αὐτὰ μέτρα, θὰ ἀνακοινώσωμεν τώρα εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι δὲ ταῦτα τὰ ἑπόμενα:
Ιʹ.
Ἐξασφάλισις τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου. Διὰ τὴν ἐξασφάλισιν ἑνὸς σταθεροῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου δι’ ὅλους τοὺς Ἕλληνας θὰ πρέπει: 1. Νὰ εἰσάγωνται ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ νὰ διανέμωνται εἰς τὸν Λαὸν διὰ δελτίων, εἰς σταθερὰς τιμάς, ποσότητας καὶ χρονικὰ διαστήματα, ὡρισμένα εἴδη ἱκανοποιοῦντα τὰς ἀνάγκας διατροφῆς, ἱματισμοῦ καὶ ὑποδήσεως. Ἡ διαχείρισις τῶν εἰδῶν τούτων, καθὼς καὶ ἡ παράδοσίς των εἰς τοὺς οἰκείους ἐπαγγελματίας πρὸς διανομὴν διὰ δελτίων, θὰ ἐνεργῆται μέσῳ Τραπεζιτικοῦ Ὀργανισμοῦ, ὑπ’ εὐθύνην του καὶ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Κράτους. 2. Νὰ ἐπιτραπῇ ἡ εἰσαγωγὴ διὰ Κρατικοῦ συναλλάγματος ὅλων τῶν λοιπῶν εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης. 3. Νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἐλευθέρα (ἄνευ ἀδειῶν) εἰσαγωγὴ δι’ ἰδίου συναλλάγματος ὅλων τῶν εἰδῶν, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι θὰ ληφθοῦν μέτρα διὰ τὴν μὴ περαιτέρω διαφυγὴν συναλλάγματος καὶ ὅτι θὰ αὐξηθῇ ἡ μεταλλικὴ δραχμὴ διὰ τὰ εἴδη ταῦτα κατὰ κλίμακα τοιαύτην ὥστε νὰ εὐνοηθῇ ἐμμέσως ἡ εἰσαγωγὴ χρησίμων εἰδῶν καὶ οὐχὶ εἰδῶν πολυτελείας. 4. Νὰ ὀργανωθῇ συστηματικὸς ἔλεγχος ἐπὶ τῶν τιμῶν καὶ τῆς διαθέσεως τῶν εἰσαγομένων εἰδῶν. 5. Νὰ ἐνισχυθοῦν οἱ συνεταιρισμοὶ τῶν δημοσίων καὶ ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων καθὼς καὶ τῶν συνταξιούχων, χορηγουμένου εἰς αὐτοὺς καὶ δικαιώματος εἰσαγωγῆς. 6. Νὰ ρευστοποιηθοῦν ταχύτατα τὰ ἀποθέματα τῆς ΕΦΕΞ.
ΙΙʹ.
Συνταγματικὴ πολιτικὴ καὶ Προϋπολογισμός. Διὰ τὴν σταθερότητα τοῦ νομίσματος, ἥτις ἀποτελεῖ προϋπόθεσιν τῆς κανονικῆς λειτουργίας τῆς οἰκονομίας, καθὼς καὶ διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ νέων ἐσόδων (τοὐλάχιστον 300 δισεκατομμυρίων δραχμῶν ἰσοδυναμουσῶν πρὸς 1.300.000 χρυσᾶς λίρας) θὰ πρέπει νὰ ληφθοῦν τὰ ἑξῆς μέτρα: 1. Νὰ καθορισθῇ μὲ αὐστηρὰς κυρώσεις καὶ εἰδικὴν παρακολούθησιν, ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ὁ προεξοφλητικὸς τόκος τῶν Τραπεζῶν, μετὰ τῶν πάσης φύσεως ἐπιβαρύνσεων δύνανται νὰ ὑπερβῇ τὸ 15%. 2. Νὰ χορηγοῦνται εἰς τὸ μέλλον πιστώσεις εἰς ἐκείνας τὰς βιομηχανίας καὶ ἐμπόρους οἱ ὁποῖοι στεροῦνται εἴτε ὡς ἄτομα, εἴτε ὡς Ἑταιρεῖαι, ρευστῶν κεφαλαίων ἢ ἐμπορευμάτων. 3. Νὰ ὁρισθῇ ὅτι ἡ ἐξόφλησις τῶν χορηγουμένων τοῦ λοιποῦ τραπεζιτικῶν πιστώσεων, πλὴν τῶν ἀγροτικῶν, θὰ γίνεται εἰς ποσὸν ἀνάλογον μὲ τὴν τιμὴν τῆς χρυσῆς λίρας τὴν προτεραίαν ἡμέραν τῆς ἐξοφλήσεως. (Τὸ μέτρον τοῦτο φαινομενικῶς μόνον καθιερώνει ὡς μέτρον ἀξιῶν τὴν χρυσῆν λίραν. Κατ’ οὐσίαν κατοχυρώνει τὴν δραχμήν, ὡς μέτρον ἀξιῶν. Διότι καταργοῦν τὸν κερδοσκοπικὸν πιστωτικὸν πληθωρισμόν, συντελεῖ εἰς τὴν σταθεροποίησιν τῆς δραχμῆς). 4. Νὰ εἰσπραχθοῦν ἄνευ οὐδεμιᾶς παρατάσεως ἢ ἀνανεώσεως ἅπασαι αἱ χορηγηθεῖσαι πιστώσεις, πλὴν τῶν ἀγροτικῶν, ἐπιβαλλομένης εἰς αὐτὰς ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, κατὰ τὴν εἴσπραξιν εἰσφορᾶς ἴσης πρὸς τὴν μεσολαβήσασαν ὑποτίμησιν τῆς δραχμῆς. 5. Νὰ καταργηθῇ τὸ σύστημα τῶν «μπόν», τὸ ὁποῖον ἐπέτεινε τὴν ἀστάθειαν τῶν εἰσαγωγικῶν καὶ ἐξαγωγικῶν τιμῶν καὶ ἤνοιξε νέον πεδίον κερδοσκοπίας καὶ νὰ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς ἐπιβολῆς εἰδικῆς εἰσφορᾶς ἐπὶ τῶν εἰσαγωγῶν, ὅπως ἐκ ταύτης πριμοδοτηθοῦν αἱ ἐξαγωγαί. 6. Νὰ καταβάλλωνται ὑπὸ τῶν εἰσαγωγέων τὰ 80% τῆς ἀξίας τῆς ἀνοιγομένης πιστώσεως, πλὴν τῶν εἰδῶν διατροφῆς, διὰ τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ὁρισθῇ ἡ καταβολὴ τῶν 50%. 7) Νὰ συναφθοῦν ἐμπορικαὶ συμβάσεις μετὰ τῆς Γαλλίας, Βελγίου, Ὁλλανδίας, Δανίας, Πορτογαλλίας, Ἱσπανίας, Ἀγγλίας καὶ νὰ ὁλοκληρωθῇ ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Σουηδίας. 8. Νὰ προσαρμοσθοῦν αἱ ἄμεσοι φορολογίαι μας πρὸς τὴν ὑποτίμησιν τῆς δραχμῆς, πλὴν τῶν βαρυνουσῶν τοὺς μικροὺς ἐπαγγελματίας καὶ βιοτέχνας καὶ νὰ ἐπιβληθοῦν νέαι ἄμεσοι φορολογίαι εἰς τοὺς συγκεντρώνοντας πλεονάζουσαν ἀγοραστικὴν δύναμιν. 10. Νὰ ἐκκαθαρισθῇ ὁριστικῶς ἡ τελματωθεῖσα φορολογία τῶν πλουτισάντων ἐπὶ Κατοχῆς. 11. Νὰ φορολογηθοῦν τὰ ἐκ τοῦ πληθωρισμοῦ τῆς Κατοχῆς κέρδη τὰ προελθόντα ἐκ τραπεζιτικῶν δανείων ἐξαιρουμένων τῶν μικρῶν τοιούτων, καὶ νὰ διατεθῇ τὸ εἰσπραχθησόμενον πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν πληγέντων διὰ τοῦ νόμου 18 καταθετῶν. Ἡ καταβολὴ τοῦ ποσοῦ τούτου εἰς τοὺς καταθέτας θὰ γίνῃ διὰ τῆς ἐκδόσεως ἴσου τοκοχρεωλυτικοῦ δανείου, τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ ἀρχομένου μετὰ διετίαν. 12. Νὰ εἰσπραχθῇ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ὁλόκληρος ἡ προκύψασα διαφορὰ ἐκ τῆς πωλήσεως χρυσῶν λιρῶν ὑπὸ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. III. Αὔξησις τῆς παραγωγῆς καὶ ἐνίσχυσις τῆς ἀνοικοδομήσεως. 1. Νὰ προστατευθῇ καὶ νὰ ὀργανωθῇ ἡ ἐξαγωγὴ τῶν γεωργικῶν μας προϊόντων καὶ ἰδίᾳ τοῦ καπνοῦ, τῆς σταφίδος καὶ τοῦ ἐλαίου. 2. Νὰ ἐφοδιασθοῦν αἱ ἀσφαλεῖς ἀγροτικαὶ περιοχαὶ μὲ τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν συγχρόνων γεωργικῶν μηχανῶν καὶ ἐργαλείων καὶ νὰ ἐκτελεσθοῦν εἰς αὐτὰς μικρὰ ἔργα ἀρδεύσεως καὶ βελτιώσεως καὶ νὰ ἐνισχυθοῦν διὰ παντὸς τρόπου οἱ Γεωργικοὶ Συνεταιρισμοὶ εἰς τὴν εἰσαγωγὴν ἀγροτικῶν εἰδῶν. 3. Νὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ εἰσαγωγὴ κτηνοτροφικῶν τροφῶν. 4. Νὰ διανεμηθοῦν τὰ παραχωρητήρια εἰς τοὺς ἀποκατασταθέντας γηγενεῖς καὶ πρόσφυγας ἀγρότας. 5. Νὰ προωθηθῇ ἡ ἰδιωτικὴ οἰκοδομικὴ προσπάθεια διὰ τῆς ἐλευθέρας εἰσαγωγῆς ὑπὸ τῶν οἰκοδομικῶν ἑταιριῶν καθὼς καὶ ὑπὸ τῶν Οἰκοδομικῶν Συνεταιρισμῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων καὶ ἐν γένει μισθωτῶν ξυλείας καὶ οἰκοδομησίμων ὑλῶν καὶ τῆς πιστωτικῆς ἐνισχύσεως αὐτῶν. 6. Νὰ διατεθοῦν τὰ κεφάλαια τῶν Ἀσφαλιστικῶν Ὀργανισμῶν καὶ διαφόρων Ταμείων εἰς τὴν οἰκοδόμησιν εὐθυνῶν κατοικιῶν διὰ τοὺς ἠσφαλισμένους ὑπαλλήλους καὶ ἐργάτας. 7. Νὰ λυθῇ ὁριστικῶς τὸ ζήτημα τῶν πωληθέντων ἐπὶ Κατοχῆς ἀκινήτων. IV. Κοινωνικὴ Πρόνοια. 1. Νὰ ἀπαγορευθῇ διὰ τὸ ἔτος 1948 ἡ διάθεσις κονδυλίων ἀποσβέσεως διὰ τὰς Τραπέζας καὶ Ἐπιχειρήσεις Κοινῆς Ὠφελείας, διατιθεμένου ἀντιστοίχου ποσοῦ διὰ τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἐργατῶν των. 2. Νὰ ἐπεκταθῇ εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς ἐργασίας ἡ βάσει τῆς ἀποδόσεως ἀμοιβὴ τῶν ἐργατῶν, διπλασιαζομένου ἐπιπροσθέτως τοῦ σχετικοῦ ὁρίου τῶν συλλογικῶν συμβάσεων καὶ νὰ ὁρισθοῦν ἀξιόλογα ἐτήσια χρηματικὰ βραβεῖα ἀμοιβῆς καὶ ἐκπαιδεύσεως διὰ τοὺς ἐπιμελεστέρους ἐργάτας καὶ ὑπαλλήλους ὑφ’ ἑκάστης ἐπιχειρήσεως, διατιθεμένου πρὸς τοῦτο ἀναλόγου ποσοστοῦ ἐκ τῶν καθαρῶν κερδῶν της. Κύριοι βουλευταί, γνωρίζομεν ὅτι δὲν ἀνήκει εἰς τὰς συνηθείας τῶν ἀντιπολιτεύσεων ἡ ὑπεύθυνος διατύπωσις συγκεκριμένων μέτρων. Ἐὰν ἀνελάβομεν καὶ αὐτὴν τὴν εὐθύνην, εἶναι διότι γνωρίζομεν πόσον κρίσιμοι εἶναι αἱ σημεριναὶ περιστάσεις καὶ πόσον ἀπαραίτητον εἶναι νὰ εὐοδωθῇ καὶ ὁ οἰκονομικὸς ἀγών, ἡ ἐπιτυχία τοῦ ὁποίου ἀποτελεῖ ἐπίσης προϋπόθεσιν διὰ τὴν εὐόδωσιν τοῦ κρισίμου ἐθνικοῦ μας ἀγῶνος. Ἔχομεν τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μέχρι τοῦδε ἐνήργησε κατὰ τρόπον ὄχι συστηματικόν, ὄχι συνεπῆ, ἀλλὰ κατὰ τρόπον σπασμωδικὸν καὶ ἐμπειρικόν. Καὶ θὰ πρέπει, διὰ νὰ ὑπάρξῃ μία ἀποφασιστικὴ καὶ εὐτυχὴς ἀντιμετώπισις, σύνολον μέτρων νὰ τεθῇ ταὐτοχρόνως εἰς ἐφαρμογὴν μία ἑνιαία, συνεπὴς καὶ γενναία οἰκονομικὴ καὶ κοινωνικὴ πολιτική. Δὲν γνωρίζωμεν κατὰ πόσον ἡ Κυβέρνησις θὰ μείνῃ σύμφωνος εἴτε μὲ τὸ σύνολον, εἴτε μὲ ἕν μέρος τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα προτείνομεν. Καὶ ἄν ὅμως ἐπρόκειτο νὰ μείνῃ σύμφωνος εἰς τὸ σύνολον τῶν μέτρων, καὶ πάλιν δὲν μᾶς ἐμπνέει ἐμπιστοσύνην. Διότι δὲν ἀρκεῖ ἡ ταὐτότης τῶν προγραμματικῶν ἐπαγγελιῶν, χρειάζεται καὶ ἡ ἔμπνευσις ἡ δημιουργικὴ καὶ ἡ ἱκανότης τῆς πραγματοποιήσεως. Καὶ ἡ πεντάμηνος πεῖρα μᾶς ἔπεισεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν διαθέτει τὴν δημιουργικὴν δύναμιν καὶ τὴν ἱκανότητα τῆς ἐφαρμογῆς. Ἰδοὺ διατὶ καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν ἀκόμη τῆς ταὐτότητος τῶν κατευθύνσεων ἀνησυχοῦμεν διὰ τὸ μέλλον. Ἔχει ἀποτελέσει πλέον κοινὴν συνείδησιν ἡ ἀδυναμία τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἀποστολήν της. Ὁλόκληρος ὁ λαός μας καὶ ὁλόκληρος σχεδὸν ἡ Βουλὴ καὶ ἡ συμμαχικὴ κοινὴ γνώμη τὴν συνώδευσαν μὲ τὴν ἀμέριστον ἐμπιστοσύνην των διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ εὐοδώσῃ τὸ ἔργον της. Καὶ σήμερον, ἔπειτα ἀπὸ 5 μῆνας, ἀποτελεῖ κοινὴν συνείδησιν καὶ τοῦ Λαοῦ καὶ τῆς Βουλῆς, ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἐπισήμως ἀνομολόγητος, καὶ ἀρχίζει ἐπίσης νὰ εἶναι γνώμη καὶ τῶν Συμμάχων μας—ὅτι ἡ Κυβέρνησις διέψευσε τὰς προσδοκίας αἱ ὁποῖαι ἐστηρίχθησαν εἰς αὐτήν. Ἀποτελεῖ κοινὴν συνείδησιν ὅτι σήμερον Κυβέρνησις δὲν ὑπάρχει. Καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, εἰς τοὺς κρισίμους κατ’ ἐξοχὴν καιρούς, νὰ εὐοδωθοῦν οἱ ἀγῶνες χωρὶς τὴν ὕπαρξιν δημιουργικῆς, ἱκανῆς ἀξίας Κυβερνήσεως. Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, μόνον ὅταν ὑπάρξῃ Κυβέρνησις ἡ ὁποία πρῶτον, εἰς τὴν περιοχὴν τοῦ ἐνόπλου ἀγῶνος, θὰ συντάξῃ σχέδιον νίκης ἐντὸς συντόμου χρονικοῦ διαστήματος διότι τὸ Ἔθνος δὲν δύναται νὰ ὑφίσταται ἐπ’ ἄπειρον τὴν ἐπικίνδυνον αἱμορραγίαν, καὶ θὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ τὸ πραγματοποιήσῃ. Μόνον ὅταν Κυβέρνησις εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Διοικήσεως κάμῃ νὰ πνεύσῃ ἄνεμος ἀνορθώσεως καὶ καταλύσῃ ἐπιτέλους αὐτὸν τὸν ἀφόρητον κομματισμόν, ὁ ὁποῖος μέσα εἰς τὴν κρισιμότητα τῶν σημερινῶν περιστάσεων ἀποτελεῖ ὕβριν πρὸς τὸ ἀγωνιζόμενον Ἔθνος (χειροκροτήματα). Μόνον ὅταν εἰς τὴν περιοχὴν τῆς οἰκονομίας καταλύσῃ καὶ τὴν ἀσυναρτησίαν τοῦ Κράτους καὶ τὴν ἀσυδοσίαν τῆς οἰκονομικῆς ὀλιγαρχίας καὶ θέσῃ εἰς ἐφαρμογὴν σύνολον μέτρων τὰ ὁποῖα νὰ ὑπηρετοῦν τὰ ἀληθῆ συμφέροντα τοῦ Λαοῦ, μόνον τότε μία Κυβέρνησις θὰ δυνηθῇ νὰ ὁδηγήσῃ τὸ δοκιμαζόμενον Ἔθνος εἰς τὴν σωτηρίαν καὶ τὴν ἀναγέννησιν. Καὶ τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν ἀναμένει τὸ Ἔθνος. (Χειροκροτήματα).
§59Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§60Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διότι ἀπηγγέλθη ἕνας λόγος ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ, τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ ἐπακολουθήσουν καὶ ἄλλαι πολυλογίαι αὐθαίρετοι. (Θόρυβος). Εἴπομεν ὅτι ἀπόψε θὰ συζητήσωμεν τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα.
§61Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκ.).—Σήμερον εἶναι ἡμέρα Νομοθετικῆς ἐργασίας. Εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν εἶναι ἐγγεγραμμένα φορολογικὰ νομοσχέδια. Θὰ ἔπρεπε ἡ συζήτησις νὰ περιορισθῇ ἐπὶ τῶν Νομοσχεδίων αὐτῶν. Ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος ἠθέλησε νὰ ἐπωφεληθῇ τῆς εὐκαιρίας τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως τῶν Νομοσχεδίων διὰ νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ κοινωνικοῦ καὶ οἰκονομικοῦ προγράμματος. Αὐτὸ εἶναι ἕνα παρεμπίπτον θέμα τὸ ὁποῖον δὲν ἔρχεται κανονικῶς πρὸς συζήτησιν. Διότι θὰ ἔπρεπε ἄλλην ἡμέραν καὶ ἐπ’ εὐκαιρίᾳ ἄλλης συζητήσεως νὰ κριθῇ ὁλόκληρος ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἢ καὶ νὰ ἐκτεθοῦν τὰ οἰκονομικὰ πουγράμματα τῶν διαφόρων Κομμάτων. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο λογικόν, εἶναι νὰ μὴ ἐπεκταθῇ ἡ συζήτησις. Ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ ὁρισθῇ μία εἰδικὴ ἡμέρα, εἰδικὴ συζήτησις καὶ ἐπερώτησις ἐὰν θέλετε, διὰ τῆς ὁποίας νὰ κριθῇ τὸ ἔργον, τὸ οἰκονομικὸν τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ἀποδοθοῦν, ὡρισμέναι κατηγορίαι κατ’ αὐτῆς καὶ νὰ ἀκουσθοῦν τὰ προγράμματα τὰ οἰκονομικά. δὲν θὰ εἴχωμεν ἀντίρρησιν. Ἀλλὰ ὄχι ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως τῶν φορολογικῶν Νομοσχεδίων νὰ ἐπεκταθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ὅλης οἰκονομικῆς πολιτικῆς. Δι’ αὐτὸ θὰ ἤθελα, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ δεχθῆτε τὴν ἐπέκτασιν τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἀπαντήσω μὲ ὀλίγας λέξεις εἰς τὸν κ. Πρόεδρον καὶ νὰ προχωρήσωμεν κατόπιν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§62Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐφόσον ἤρχισεν ἡ συζήτησις δὲν δύναται νὰ διακοπῇ κατ’ οὐδένα λόγον. (Θόρυβος). Καὶ ἐφ’ ὅσον ἓν κόμμα ἀνέπτυξε τὸ οἰκονομικόν του πρόγραμμα δὲν δύνανται τὰ ἄλλα ἐν τῇ Βουλῇ κόμματα νὰ σιωπήσουν. (Θόρυβος).
§63Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχουν δίκαιον, κύριε ὑπουργέ, ὅταν σᾶς κατηγοροῦν, διότι ἠνέχθητε αὐτὴν τὴν παραβίασιν. Δὲν ἔπρεπε νὰ τὴν ἀνεχθῆτε. (Θόρυβος).
§64Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε ὑπουργέ, εὑρίσκεσθε ἐν πλάνῃ, διότι τὰ φορολογικά σας νομοσχέδια ἀποτελοῦν τμῆμα τῆς γενικῆς σας πολιτικῆς καὶ ἀνήκει εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἐντόπισις ἐπὶ τῶν συγκεκριμένων νομοσχεδίων ἢ ἡ γενίκευσις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς σας πολιτικῆς. Ἀτόπως λοιπὸν ἠπορήσατε....
§65Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν ἠρωτήθη ἡ Βουλή.
§66Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε ὑπουργέ, ἀδικεῖτε τὸν ἑαυτόν σας. Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον γίνονται αἱ συζητήσεις τῆς Βουλῆς εἶναι ἢ ὁ ἔλεγχος ἢ ἡ νομοθετικὴ ἐργασία. Ἐπειδὴ κέντρον τοῦ βάρους τῆς σημερινῆς ὁμιλίας μου δὲν ἦτο ὁ ἔλεγχος, ἀλλ’ ἡ γενικωτέρα οἰκονομικὴ πολιτική, διὰ τοῦτο ἐπροτίμησα τὴν ἡμέραν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ἐπερώτησις θὰ ἀσκήσωμεν τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῆς πολιτικῆς σας, ὅπως ἐδηλώσαμεν. Ἑπομένως διὰ κόμμα, τὸ ὁποῖον ἐκφράζει αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ τὴν ἀξιωματικὴν ἀντιπολίτευσιν καὶ τὸ ὁποῖον προσέρχεται πρόθυμον νὰ διατυπώσῃ συγκεκριμένα μέτρα, ἀπὸ τὰς τάξεις σας ἔπρεπε νὰ ἐκφρασθοῦν εὐχαριστίαι διὰ τὴν συμβολὴν καὶ ὄχι διαμαρτυρίαι διότι ἐπετελέσαμεν καθ’ ὃν τρόπον ἐνομίσαμεν καὶ συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμόν, τὸ καθῆκόν μας. (Χειροκροτήματα).
§67Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Ὀφείλω νὰ σᾶς δηλώσω ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ εἰδικῶς ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δέχεται ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν τὸν ἔλεγχον τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, δέχεται τὴν οἱανδήποτε συζήτησιν, τὴν ὁποίαν θὰ θελήσῃ ἡ Βουλὴ καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων νὰ κάμουν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν θεμάτων. Ἀλλ’ ἐξέφρασα ἁπλῶς τὴν γνώμην ὅτι ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως νομοσχεδίου περὶ καπνοῦ δὲν ἦτο ἡ ἐνδεδειγμένη στιγμὴ νὰ ἐκταθῶμεν εἰς ἀνάπτυξιν οἰκονομικῶν προγραμμάτων.
§68Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ καπνοῦ, εἶναι ἡ ἐμφάνισις ἑνὸς ὁλοκλήρου προγράμματος.
§69Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Ἡ ἐμφάνισις ὁλοκλήρου τοῦ προγράμματος θὰ εἶναι εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ τὴν ἐπέκτασιν τῆς συζητήσεως, εὐχαρίστως τὴν δέχομαι.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Γονατᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§71Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Κύριοι, δὲν πρόκειται νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ πολύ, ὅπως συνηθίζω νὰ μὴ ἀπασχολῶ τὴν Βουλήν, οὔτε θὰ ἀκολουθήσω τὸν κ. ἀρχηγὸν τοῦ Σοσιαλιστικοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος, ὁ ὁποῖος ἐνόμισεν ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἐκθέσῃ τὸ πολιτικόν του πρόγραμμα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, ὅπως καὶ ὁ ἴδιος ὡμολόγησε, δὲν εἶναι εἰς τὰς συνηθείας τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ ἐγὼ νομίζω ὅτι ἐπειδὴ σήμερον εἰδικῶς ἐγένετο ἀπαρχὴ τῆς συζητήσεως μιᾶς σειρᾶς οἰκονομικῶν νομοσχεδίων, δὲν βλάπτει νὰ ἀκουσθοῦν καὶ μερικαὶ γενικώτεραι γνῶμαι. Τὸ ὅλον πρόβλημα, τὸ Ἑλληνικόν, ὅπως ὅλοι ἔχομεν ἀντιληφθῆ ὑπὸ τὰς δυσχερεῖς συνθήκας τὰς ὁποίας περνοῦμε, αἱ ὁποῖαι εἶναι καὶ αἱ δυσχερέστεραι, τὰς ὁποίας ἐπέρασεν ὁ τόπος μας, τὸ ὅλον πρόβλημα στηρίζεται εἰς τὰ δύο αὐτὰ σκέλη, εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς δημοσίας τάξεως, διὰ τῆς καταστολῆς τῆς ἀνταρσίας, καὶ εἰς τὴν προσπάθειαν τῆς οἰκονομικῆς μας ἀνασυγκροτήσεως ἀπὸ πάσης πλευρᾶς, τόσον τῆς δημοσίας, ὅσον καὶ τῆς ἰδιωτικῆς, οὕτως ὥστε νὰ μὴ καταρρεύσωμεν οἰκονομικῶς, διότι τὸ ἓν συντελεῖ εἰς τὸ ἄλλο. Ἐὰν ὑπάρξῃ ἐντελῶς οἰκονομικὴ κατάρρευσις θὰ ἐπιφέρῃ καὶ ἐπὶ τοῦ ἠθικοῦ τοῦ πληθυσμοῦ μίαν μεγάλην ἐπίδρασιν, ἡ ὁποία, ἂν μή τι ἄλλο, μειώνει τὴν ἀντίστασίν του πρὸς τὴν ἀνταρσίαν. Καὶ ἐπὶ μὲν τοῦ πρώτου σκέλους, τῆς καταστολῆς τῆς ἀνταρσίας, ἐπανειλημμένως ἐγένοντο συζητήσεις καὶ διὰ μακρῶν ἐξητάσθησαν τὰ θέματα καὶ παρὰ τὰς ἀκουσθείσας ἀντιρρήσεις, ἐγὼ νομίζω ὅτι ἀπέδωσαν ἀποτελέσματα, καὶ ἀπόδειξις εἶναι ὅτι ἀρκεταὶ ἀπὸ τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι ἐντεῦθεν διετυπώθησαν, ἤρχισαν νὰ γίνωνται καὶ πεποιθήσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ἐπέρχωνται μεταβολαί, αἱ ὁποῖαι νομίζω ὅτι θὰ εἶναι ὠφέλιμοι καὶ χρήσιμοι. Διὰ τοῦτο καὶ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ζητημάτων ἐπιβάλλεται βέβαια μία εὐρυτέρα συζήτησις καὶ εἰς τὸ ἕνα καὶ εἰς τὸ ἄλλο, καὶ εἰς τοὺς δύο αὐτοὺς κλάδους, εἰς τοὺς ὁποίους ἐπὶ τοῦ παρόντος νομίζω ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ ὅλη ἡ δραστηριότης, καὶ ἡ Κοινοβουλευτική, καὶ ἡ οἰκονομική. Ἀντελήφθημεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ἐξωτερικῆς βοηθείας, καὶ ὅτι δὲν δυνάμεθα διὰ τῶν ἰδίων μας δυνάμεων νὰ ἀνταποκριθῶμεν, οὔτε εἰς τὴν καταστολὴν τῆς ἀνταρσίας, λόγῳ τοῦ ὅτι αὐτὴ δὲν εἶναι ἐσωτερικόν μας ζήτημα, ἀλλὰ ἔχει τὰ ἐλατήριά της εἰς τὴν ἐνίσχυσίν της ἔξωθεν, οὔτε οἰκονομικῶς νὰ ἀνορθωθῶμεν μόνοι μας κατόπιν τῶν μακρῶν πολέμων, τοὺς ὁποίους ἐκάμομεν, τῆς περιόδου τῆς κατοχῆς καὶ τῶν καταστροφῶν, τὰς ὁποίας ἐξακολουθῶμεν νὰ ὑφιστάμεθα λόγῳ τῆς ἀνταρσίας. Ἔχομεν, λοιπόν, ἀνάγκην ἐξωτερικῆς βοηθείας, καὶ κατὰ τὴν πρώτην περίοδον ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι οἱ Ἄγγλοι καὶ κατὰ τὴν δευτέραν περίοδον οἱ Ἀμερικανοὶ ἦλθον αὐθόρμητοι εἰς τὴν οἰκονομίαν μας βοηθοὶ καὶ πρέπει νὰ εἴμεθα εὐγνώμονες δι’ αὐτό. Εἶναι φυσικὸν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπεφάσισαν νὰ μᾶς δώσουν τὴν βοήθειάν των νὰ ἔχουν καὶ τὰς ἰδίας των ἀντιλήψεις περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον νομίζουν αὐτοὶ προσφορότερον, ὅτι θὰ εἶναι ὠφέλιμος ἡ βοήθεια, τὴν ὁποίαν μᾶς δίδουν, διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἐκφράζωμεν δυσφορίαν ἐὰν κάποτε αἱ ἀντιλήψεις αἱ ἰδικαί των δὲν συμπίπτουν μὲ τὰς ἀντιλήψεις τὰς ἰδικάς μας. Καὶ βεβαίως ὅλοι μας, πολὺ δὲ περισσότερον ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κατατοπίζῃ τοὺς ἐντεταλμένους τὴν διαχείρισιν τῆς βοηθείας μὲ τὰς ἀντιλήψεις τὰς Ἑλληνικάς, αἱ ὁποῖαι καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι συνήθως εἶναι ὀρθότεραι, διότι εἴμεθα περισσότερον πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν πραγματικότητα, παρὰ ἕνας ξένος, ὁ ὁποῖος ἔρχεται καὶ εἶναι δύσκολον ἐντὸς ἐλαχίστου χρονικοῦ διαστήματος νὰ παραλληλισθῇ. Διὰ τοῦτο ὅσον καὶ ἂν εἴμεθα πεπεισμένοι ὅτι ἀδυνατῶμεν νὰ ἀντεπεξέλθωμεν ἄνευ τῆς ξένης αὐτῆς βοηθείας, πρέπει ἔστω καὶ κακῶς νὰ δεχθῶμεν τοῦτο, νὰ δεχθῶμεν τὸ ποσοστὸν τὸ ὠφέλιμον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαραίτητον. Ἑπομένως πάντοτε πρέπει νὰ ἀποφεύγωμεν τὰς ἐκδηλώσεις δυσαρεσκείας διὰ τυχὸν ἀντιλήψεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι σύμφωνοι μὲ τὰς ἰδικάς μας, ἐφ’ ὅσον καὶ τὸ ποσοστόν, τὸ ὁποῖον εἶναι ὠφέλιμον εἶναι πάντοτε ἀπαραίτητον δι’ ἡμᾶς. Καὶ μὲ αὐτὴν τὴν σκέψιν καὶ αὐτὴν τὴν ἄποψιν, θὰ ἤθελον ὄχι μόνον εἰς τὸ στρατιωτικὸν μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον ἠκούσθησαν ὡρισμέναι κρίσεις, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ οἰκονομικὸν νὰ μὴ θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ὀχυρωθῇ ὄπισθεν γνωμῶν τῆς Ἀμερικανικῆς ἀποστολῆς βοηθείας, διότι θὰ ἦτο ἀπαράδεκτον ἐὰν μία Κυβέρνησις, θεωροῦσα τυχὸν τὰς εἰσηγήσεις ὡς βλαπτικάς, ἀφ’ οὗ ἐξήντλει τὴν προσπάθειάν της νὰ τὰς μεταβάλῃ, ἐὰν δὲν τὸ κατώρθωνε, δὲν θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα καὶ δὲν θὰ ἦτο καὶ πατριωτικὸν νὰ ἐφαρμόζῃ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ ἰδία θὰ ἐθεώρει ὡς βλαβερὰ διὰ τὸν τόπον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους καὶ ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας δὲν ὑπάρχει ἄλλος ὑπεύθυνος, παρὰ ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἀποδεχθῇ τὰς τυχὸν εἰσηγήσεις, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης καὶ πέραν ἔχει ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην. Βεβαίως τὰ προβλήματα εἶναι δύσκολα. Αἱ λύσεις τῶν προβλημάτων δὲν εἶναι τῆς κλασικῆς μορφῆς, τὴν ὁποίαν ἐγνωρίζομεν ἄλλοτε. Σήμερον δὲν μποροῦμεν νὰ πηγαίνωμεν μὲ ἀξιώματα τῆς παλαιᾶς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης. Εἶναι τοιαῦται περιστάσεις ὥστε εἶναι φυσικὸν νὰ φθείρωνται καὶ τὰ πρόσωπα, ὄχι διότι ἔχουν ἔλλειψιν ἱκανότητος ἢ ἔλλειψιν πατριωτισμοῦ, ἀλλὰ διότι αἱ περιστάσεις εἶναι τοιαῦται ὥστε νὰ φθείρουν τὰ πρόσωπα. Καὶ νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε, ἐφ’ ὅσον βλέπουν ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι των δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὴν ἱκανοποίησιν καμμιᾶς ἐκ τῶν κοινωνικῶν μας τάξεων —διότι ἐρωτῶ, ὑμᾶς, κύριοι βουλευταί, εἴδατε, ἐκ τῶν οἰκονομικῶν μέτρων, νὰ εἶναι καμμία τάξις εὐχαριστημένη; βιομήχανοι, βιοτέχναι, ἔμποροι, ἐπαγγελματίαι, ἐργάται, δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἐπιστήμονες; —οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν δὲν εἶναι εὐχαριστημένος. Καὶ νομίζω ὅτι θὰ ἀπετέλει μίαν ἐνθάρρυνσιν καὶ ἐὰν τυχὸν ἑκουσίως ἄφηναν τὰ ὑπουργήματα τὰ ὁποῖα κατέχουν, διὰ νὰ τὰ δοκιμάσουν καὶ οἱ ἄλλοι. Δὲν νομίζω ὅτι ἔχουν τόσον θέλγητρον τὰ ἀξιώματα αὐτὰ σήμερον. Ἡμεῖς τοὐλάχιστον τὸ ἀπεδείξαμεν, διότι δὶς μᾶς προσεφέρθη ἡ συνεργασία ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ ἠρνήθημεν μὲ τὴν πρόθεσιν ἀκριβῶς διὰ νὰ δώσωμεν διευκόλυνσιν εἰς σχηματισμὸν καταστάσεων αἱ ὁποῖαι νομίζομεν ὅτι θὰ ἦσαν χρησιμώτεραι. Καὶ τώρα ἐξακολουθοῦμεν νὰ νομίζωμεν ὅτι αἱ περιστάσεις εἶναι τόσον δύσκολοι ὥστε νὰ ἐπιβάλεται ἡ συνέχισις τῆς Ἐθνικῆς Ἑνότητος καὶ ἡ δοκιμασία καὶ ἐκ τῶν ἰδίων καὶ ἐκ τῶν ἄλλων ἐν τῇ Βουλῇ προσώπων, τῶν πλέον καταλληλοτέρων καὶ τῶν ὁποίων ἡ παρουσία θὰ ἐμπνέῃ μίαν ἐνθάρρυνσιν, τόσον εἰς τὰ ζητήματα τῆς δημοσίας τάξεως ὅσον καὶ εἰς τὰ ζητήματα τὰ οἰκονομικά. Ἡμεῖς θὰ παρακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν ἐν ἑκάστῳ Νομοσχεδίῳ καὶ χωρὶς νὰ ἔχωμεν προκατάληψιν ὅτι τὸ ὅλον οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ καταδικασθῇ ἢ πρέπει νὰ ἐπιδοκιμασθῇ, θὰ παρακολουθήσωμεν, λέγω, καὶ θὰ ἐπιζητήσωμεν τὴν βελτίωσιν τῶν αἰτημάτων αὐτῶν κατὰ τρόπον ὥστε νὰ ἀνταποκριθοῦν περισσότερον εἰς τὰς κοινωνικάς μας ἀνάγκας. (Χειροκροτήματα).
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἡ κάτωθι δήλωσις: «Πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Οἱ ὑπογεγραμμένοι βουλευταὶ Νομοῦ Μεσσηνίας ἀπὸ πολλοῦ κατέχονται ὑπὸ ἀνησυχίας διὰ τὴν ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἐπιδείνωσιν τῆς Δημοσίας Τάξεως, ἀνὰ τὴν Χώραν. Εἰδικώτερον ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἐπιδεινώσεώς της ἐν Πελοποννήσῳ, ἥτις τελεῖ ὡς γνωστὸν ὑπὸ εἰδικὰς συνθήκας, ἡ Κυβέρνησις παρὰ τὰς πανηγυρικὰς διαβεβαιώσεις αὐτῆς δὲν κατώρθωσε νὰ ἐπιβάλῃ ταύτην, καίτοι συνέτρεχον προϋποθέσεις τῆς ταχείας ἐμπεδώσεως, ἥτις θὰ ἐξυπηρέτει γενικώτερον τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους. Ἐντεῦθεν προκύπτει καὶ γενικώτερον συμπέρασμα περὶ τῆς μὴ ἐπαρκείας τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς καταστάσεως, καθ’ ὅλην τὴν Χώραν, ὡς αὕτη διεμορφώθη τελευταίως. Οὕτω ὑπέχοντες εὐθύνας ἱστορικὰς ἀπέναντι τοῦ κινδυνεύοντος Ἔθνους ἀναγκαζόμεθα νὰ ἄρωμεν τὴν πρὸς αὐτὴν ἐμπιστοσύνην μας. Οἱ βουλευταί. Α. Καλλαντζᾶκος, Ν. Περρωτῆς, Ν. Σπέντζας, Χ. Φουσιάνης, Δ. Κούτσικας, Γ. Βορρές, Κ. Δημητρακόπουλος, Ι. Πολυχρονόπουλος. Ἐπίσης ἀνακοινοῦται ἡ κάτωθι πρότασις ἔχουσα οὕτω: Οἱ κάτωθι ὑπογεγραμμένοι βουλευταὶ προτείνομεν ὅπως ἡ Βουλὴ δι’ ἀποφάσεώς της ὁρίσῃ τὴν Τετάρτην 18 Φεβρουαρίου 1948 ὡς ἡμέραν συζητήσεως τοῦ καπνικοῦ ζητήματος. Κατὰ τὴν συζήτησιν προτείνομεν, ὅπως λάβωσι μέρος ἀπὸ δύο βουλευταὶ ἑκάστου κόμματος δεόντως πρὸς τοῦτο ἐξουσιοδοτούμενοι ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματός των. Παρακαλοῦμεν ὅπως οἱ κ. κ. ὑπουργοὶ τοῦ Συντονισμοῦ, Οἰκονομικῶν καὶ Ἐθν. Οἰκονομίας παρευρεθοῦν κατὰ τὴν συνεδρίασιν καὶ ἀναπτύξουν τὰς ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος.
Ἐν Ἀθήναις τῇ 3 Φεβρουαρίου 1948
Α. ΚΑΚΑΡΑΣ, Α. Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ, ΙΩΑΝ. ΖΟΛΩΤΑΣ,
Σ. Ι. ΘΕΟΤΟΚΗΣ, Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ, Π. ΛΥΚΟΥΡΕ-
ΖΟΣ, Κ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ, ΧΡ. ΖΑΛΟΚΩΣΤΑΣ,
Ε. ΓΟΝΗΣ, ΗΡ. ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ.
§73Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἰδικῆς μας τί ἔγινεν; Ἡ πρότασις ποὺ ὑπεβλήθη ὑπὸ 11 βουλευτῶν, διὰ νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα συζητήσεως τοῦ καπνικοῦ ζητήματος, τί ἀπέγινε;
§74Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις τῶν κ. κ. βουλευτῶν περὶ καθορισμοῦ ἡμέρας διὰ τὸ καπνικὸν ζήτημα, ἡμεῖς τουλάχιστον ἀντιτασσόμεθα, διότι ἡ Παρασκευὴ εἶναι ἀφιερωμένη εἰς τὸν ἔλεγχον.
§75Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὴν ἄλλην Παρασκευήν.
§76Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Μετὰ τὸ πέρας τοῦ ἐλέγχου τῶν κερδῶν τῶν βιομηχάνων.
§77Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ Παρασκευὴ ἀλλὰ ἡ ἑπομένη. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή. Δὲν πρόκειται περὶ ἐλέγχου, πρόκειται περὶ ζητήματος καὶ ὅταν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ εἰς τακτὴν ἡμέραν νὰ συζητήσωμεν ἕν θέμα, εἶναι δικαίωμά της νὰ ἀποφασίσῃ, ἐκτὸς ἐὰν θέλετε ἄλλην ἡμέραν. Θέλετε κ. Πρόεδρε τὰς 12 Φεβρουαρίου;
§78Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Κε Πρόεδρε, ἐφ’ ἑκάστης προτάσεως, κατὰ τὸν Κανονισμόν, ὁμιλεῖ ἕνας ὑπὲρ καὶ ἕνας κατά. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἂν δὲν ὁμιλήσῃ εἷς ὑπὲρ καὶ εἷς κατά, διὰ νὰ κατατοπισθῇ ἡ Βουλὴ καὶ δυνηθῇ νὰ ἐκφράσῃ γνώμην.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Βαμβέτσος ἔχει τὸν λόγον.
§80Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, βεβαίως, ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς φορολογικῆς καὶ οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως γίνεται κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ὅταν τίθεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς φορολογικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ ἡ γενικωτέρα συζήτησις ἐπὶ τῆς ὅλης οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Διότι σήμερον εἰσάγονται τὰ πρῶτα Νομοσχέδια διὰ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ἔθεσε μίαν νεωτέραν οἰκονομικὴν πολιτικήν, οἰκονομικὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἐκρίναμεν ἤδη προκαταβολικῶς, παραχωρήσαντες εἰς αὐτὴν τὴν ἄδειαν νὰ ἐκδώσῃ Νομοθετικὰ Διατάγματα. Ἑπομένως, κατὰ τὴν πρώτην αὐτὴν συνεδρίασιν κατὰ τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν φορολογικὰ Νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι φυσικὸν νὰ κριθῇ ἡ ὅλη φορολογικὴ καὶ γενικώτερον, ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Ἴσως, βεβαίως, ἡ ἀνάπτυξις ὁλοκλήρου πολιτικοῦ προγράματος καὶ ἐπὶ ζητημάτων μὴ ἀμέσως σχετιζομένων μὲ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν, νὰ εἶναι εὐρυτέρα τοῦ δέοντος. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τοῦτο ἐγένετο, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι καὶ ἡμεῖς νὰ ἐκθέσωμεν, ὡς Κόμμα, τὰς ἀπόψεις τὰς ὁποίας κατ’ ἐπανάληψιν ὑπεστηρίξαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, χαίροντες ὅτι ἕν μέγα μέρος τῶν ἀπόψεων τὰς ὁποίας ὑποστηρίζομεν, ἀπετέλεσαν ἐκ τῶν ὑστέρων τὸ ἀντικείμενον καὶ τοῦ προγράμματος ἑτέρου ἐν τῇ Βουλῇ Κόμματος. Δὲν θὰ συμφωνήσω μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λέσβου συνάδελφον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν βραδεῖαν εἰσαγωγὴν τῶν νομοσχεδίων, διότι ὁ πραγματικῶς, ἐν τούτῳ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει εὐθύνην. Τὰ Νομοσχέδια διεβιβάσθησαν εἰς τὴν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν Ἐπιτροπήν, ἐὰν δὲ ἡ ἐπεξεργασία αὐτῶν δὲν ἐγένετο ἐνωρίτερον, τοῦτο βεβαίως, δὲν ἀποτελεῖ εὐθύνην τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Γνωρίζει ἡ Βουλή, ὅτι δὲν φείδομαι τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὁσάκις πρόκειται νὰ τὸν ἐλέγξω, ἀλλ’ ἐν προκειμένῳ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δώσω ὑπὲρ αὐτοῦ ἀθωωτικὴν ψῆφον. Σήμερον εἶναι ἡ πρώτη ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν συνεκεντρώθη ἀριθμὸς τις νομοσχεδίων, ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπεξειργάσθη ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπ’ αὐτῶν, χωρὶς τὸν κίνδυνον νὰ σταματήσωμεν ἐλλείψει περαιτέρω ἀντικειμένου. Ὅσον ἀφορᾷ, κύριοι, τὴν φορολογικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως κατ’ ἐπανάληψιν εἴχομεν τὴν εὐκαιρίαν νὰ τονίσωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι, πράγματι, διαπιστοῦμεν ἀπουσίαν οἱασδήποτε φορολογικῆς πολιτικῆς. Ἡ Κυβέρνησις, ὄχι μόνον ἡ παροῦσα, ἀλλὰ καὶ ὅλαι αἱ μετεκλογικαὶ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι διὰ τῶν αὐτῶν ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείων ἐκπροσωποῦνται συνεχῶς μετὰ τὰς ἐκλογάς, δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν ὅτι εἶχον πράγματι φορολογικὴν πολιτικήν. Μοιραίως καὶ τυχαίως ἐνεφανίζοντο ἐνώπιον ἡμῶν μεμονωμένα φορολογικὰ νομοσχέδια—κατὰ τοὺς πρώτους, μάλιστα, μῆνας νομοσχέδια κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἀσήμαντα—καὶ μόνον ὁ φόρος τοῦ ἐπιτηδεύματος ἦτο τὸ μόνον φορολογικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον οἱ ἀξιότιμοι ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείων ὑπουργοὶ ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν—τοῦτο δέ, φοβοῦμαι, ὅτι τὸ ἔπραξαν κατ’ ἀνάγκην—διότι, ἐὰν καὶ τοῦτο δὲν ἐψηφίζετο, θὰ εὑρισκόμεθα μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου «περὶ ἐκτάκτου εἰσφορᾶς» ἄνευ οἱασδήποτε ἀμέσου φορολογίας, ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Ἔκτοτε ἡ Κυβέρνησις ἐτήρησε στάσιν ἀπολύτως παθητικὴν καὶ ἐχρειάσθη μία ἔξωθεν πίεσις διὰ νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησις φορολογικὰ νομοσχέδια. Εἶναι λυπηρόν, κύριοι, ὅτι παρίσταται ἀνάγκη ἐξωτερικῶν ἐπεμβάσεων διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ φορολογικὴ πολιτική. Καὶ εἶναι ἐπίσης λυπηρόν, ὅτι πάντοτε ὁ ἔλεγχος τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν σήμερον ἔρχεται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἀλλὰ τοῦτο ὀφείλεται, κυρίως, καὶ εἰς παραλείψεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἐκ μέρους πολλῶν ἐξ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι διστάζομεν νὰ ἐπιληφθῶμεν σοβαρῶς τῶν ζητημάτων, τῶν οἰκονομικῶν, καὶ ὅταν ἀκόμη βλέπωμεν τὴν ὁδόν, πρὸς τὴν ὁποίαν μᾶς ἄγει ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡμεῖς, τοὐλάχιστον, ἔχομεν τὴν συνείδησιν ἥσυχον, ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἐκρούσαμεν τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου καὶ ἠλέγξαμεν ἐντατικῶς τὴν Κυβέρνησιν—καὶ ἰδίως τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸν—διὰ τὴν παθητικὴν στάσιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὅσον ἀφορᾷ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν. Διότι, ἐπὶ τόσον καιρόν, ἐκτὸς τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου σᾶς ἀνέφερα, δὲν ἐτόλμησε νὰ εἰσαγάγῃ οὐδὲν φορολογικὸν νομοσχέδιον. Καὶ ἐκεῖνα τὰ ὀλίγα, τὰ ὁποῖα κατέθεσεν εἰς τὴν Βουλήν, ἀνεβάλοντο ἐπὶ μῆνας, ὥστε, ἂν δὲν ἐπήρχετο ἡ ἔξωθεν πίεσις, εἶναι ἀμφίβολον ἂν θ’ ἀπετέλουν σήμερον νόμους τοῦ Κράτους. Τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, κύριοι, τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ἤδη συζητούμενα, εἶναι καὶ αὐτὰ μέτρια, εἶναι καὶ αὐτά, θὰ ἔλεγα τὴν ἔκφρασιν, διάφορα «ρετάλια», τὰ ὁποῖα προσπαθοῦν, συναρμολογούμενα, νὰ ἀποτελέσουν φορολογικὴν πολιτικήν. Δὲν βλέπω καμμίαν πνοήν, κανὲν γενικώτερον πνεῦμα, τὸ ὁποῖον νὰ διέπῃ τὴν φορολογικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἀπὸ νομοθετικῆς ἀπόψεως. Καὶ ἡ διοικητικὴ πλευρὰ ὑστερεῖ οὐσιωδῶς. Ὅταν πρὸ μηνῶν ἀνέπτυξα ἐνώπιον ὑμῶν ἐπερώτησιν ἐπὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς φορολογίας τῶν πλουτησάντων, κατέστη ἔκδηλον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ τὴν Κοινὴν Γνώμην ὅτι καὶ ἀπὸ ἀπόψεως διοικητικῆς χωλαίνει ἡ φοροτεχνικὴ ὑπηρεσία. Ἀλλὰ καὶ ἐξ ἀφορμῆς τῆς χθεσινῆς ἐπερωτήσεώς μου θὰ κατέστη εἰς ὑμᾶς ἀντιληπτὸν πόσον, ἐπίσης, ἀτελῶς διεξάγεται ἡ φοροτεχνικὴ ὑπηρεσία. Παραλλήλως πρὸς τὴν ἐλαττωματικότητα τῆς φοροτεχνικῆς Ὑπηρεσίας καὶ εἷς ἄλλος κλάδος δημοσίας ὑπηρεσίας ἐπίσης νοσεῖ βαρέως, ὁ κλάδος τῆς ἀγορανομικῆς ὑπηρεσίας. Εἶναι δὲ οἱ κλάδοι αὐτοί, κύριοι, οἱ δύο στύλοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων δύναται νὰ βασίζεται μία γενικωτέρα οἰκονομικὴ πολιτική. Διότι ἄνευ φοροτεχνικῆς ὑπηρεσίας καὶ ἄνευ ἀγορανομικῆς ὑπηρεσίας, ὁμαλῆς καὶ καλῶς λειτουργουσῶν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχετε οἱανδήποτε οἰκονομικὴν πολιτικήν, καὶ μάλιστα, εἰς περιόδους τόσον ἀνωμάλους ὅσον αὐταί, τὰς ὁποίας διερχόμεθα σήμερον. Τὸ κυριώτερον σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἔπρεπε νὰ βασίζεται μία οἰκονομικὴ πολιτική, θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι τὸ νομισματικὸν καὶ τὸ συναλλαγματικόν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις ἀμφιταλαντεύεται, ἀποτελματοῦται εἰς διαφόρους λύσεις καί, ἔπειτα, συχνότατα παλινοδεῖ. Δὲν ἔχομεν καμμίαν σταθερὰν πολιτικὴν ἐπὶ τοῦ νομίσματος, δὲν ἔχομεν καμμίαν σταθερὰν πολιτικὴν ἐπὶ τοῦ συναλλάγματος. Τὸ κύριον σημεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει της ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἦτο ἡ ἀνόρθωσις τῆς βαρύτατα τρωθείσης πίστεως, διότι, ἄνευ ἀποκαταστάσεως τῆς πίστεως, ἄνευ ἐπανόδου τῶν καταθέσεων εἰς τὰς Τραπέζας, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχητε ὁμαλὴν λειτουργίαν τῆς νομισματικῆς πολιτικῆς. Διότι μόνον διὰ τῆς ἐπανόδου τῶν καταθέσεων εἰς τὰς Τραπέζας θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ πιστωτικὴ πολιτική, μὴ βασιζομένη ἐπὶ τῆς ἐκδόσεως χαρτονομίσματος. Ἡ πρώτη μετεκλογικὴ Κυβέρνησις ἐφάνη πρὸς στιγμήν, ὅτι εἶχε ποιάν τινα ἀντίληψιν τοῦ ἁπλουστάτου τούτου πράγματος καί, πρὸς τὸν σκοπόν αὐτὸν ὑπέβαλεν ἕν νομοσχέδιον «περὶ ἀποδόσεως τῶν καταθέσεων». Τὸ νομοσχέδιον ὅμως αὐτό, κύριοι, ἦτο, ἁπλούστατα, μία εἰρωνεία, διότι δι’ αὐτοῦ ἦτο ἀδύνατον ν’ ἀποκατασταθῇ ἡ Πίστις. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἐπεδιώκετο ἡ ἀπόδοσις μέρους τῶν καταθέσεων εἰς τὸ διπλάσιον τῆς ἀρχικῆς των ἀξίας, δηλαδὴ εἰς πολλοστημόριον τῆς ἀρχικῆς ἀξίας τῶν κατατεθέντων χρημάτων, καὶ ἡ ἀπόδοσις τῶν χρεωγράφων εἰς τὸ ἄρτιον τῆς ὀνομαστικῆς των ἀξίας. Ἐννοεῖτε βεβαίως, ὅτι μὲ τὸ νομοθετικὸν αὐτὸ μέτρον, οὐδὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ἀκόμη τὸ πρωτόλειον, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐτόλμησε νὰ τὸ ἐμφανίσῃ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Μόλις καὶ μετὰ βίας ἔφθασε μέχρι τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Οἰκονομικῶν καί, ὅταν ἐκεῖ ἐγένετο ἀπόπειρα συζητήσεώς του διὰ τῆς καταθέσεως ὑπ’ ἐμοῦ μακροτάτης ἐκθέσεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐξέθετον τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ λυθῇ τὸ πρόβλημα τῶν καταθέσεων, τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸ ἀποσύρῃ ὁλοσχερῶς καί, ἔκτοτε, τὸ ἐξηφάνισε. Ἡ λύσις τοῦ ζητήματος αὐτοῦ κύριοι, τὴν ὁποίαν ἐξέθετον εἰς τὴν μακρὰν μνημονευθεῖσαν ἔκθεσίν μου—καὶ τὴν ὁποίαν μετὰ χαρᾶς βλέπω, ὅτι υἱοθέτησε σήμερον καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρ. Σοσιαλ. Κόμματος—ἐβασίζετο κυρίως εἰς τὴν ἄποψιν, ὅτι ἔπρεπε νὰ φορολογηθοῦν οἱ ἀποδώσαντες ὀφειλὰς διὰ πληθωρικῶν δραχμῶν, διότι αὐτοὶ πραγματικῶς ἐκέρδισαν ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ Ἐθνικοῦ νομίσματος. Ἀλλά, πέραν τούτου, εἶχον ὑποχρέωσιν καὶ οἱ Τραπεζιτικοὶ Ὀργανισμοί, χάριν τοῦ ἰδίου αὐτῶν συμφέροντος, νὰ ἀποδώσουν καὶ αὐτοὶ ἕν μέρος ἐκ τῆς ἄλλης, ἐκ τοῦ χαρτοφυλακίου περιουσίας των, διὰ νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ συγκροτηθῇ τὸ κεφάλαιον διὰ τὴν ἀπόδοσιν τῶν καταθέσεων. Διότι βεβαίως, καὶ αἱ Τράπεζαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι εὐχαριστημέναι ὅταν ἀσκοῦν πιστωτικὴν πολιτικὴν χρησιμοποιοῦσαι μόνον χρῆμα διοχετευόμενον εἰς αὐτὰς ὑπὸ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος διὰ τῆς ἐκδοτικῆς μηχανῆς, ἀλλ’ ὅταν βάσει τῆς ἐργασίας των γίνουν καὶ πάλιν αἱ καταθέσεις. Εἶναι δέ, κύριοι, ὁ ἀριθμὸς τοῦ ποσοῦ τῶν καταθέσεων, προστιθεμένων καὶ τῶν καταθέσεων τῶν Νομικῶν προσώπων δημοσίου δικαίου, τόσον μικρός, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ βασισθῇ ἐπ’ αὐτοῦ οἱαδήποτε πολιτικὴ πιστώσεων. Ἔχουν, ἑπομένως, αἱ Τράπεζαι... (δὲν ἠκούσθη) Εἶχεν ἑπομένως ἡ Τράπεζα συμφέρον νὰ βοηθήσῃ καὶ αὐτὴ εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς πίστεως, παραχωροῦσα ἕνα μέρος ἀπὸ τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἐπενέδυσεν εἰς χρεώγραφα, εἰς χρυσόν, εἰς συνάλλαγμα, διότι καὶ αὐτὰ εἶναι τμῆμα, προερχόμενον ἐκ τῶν καταθέσεων τῶν ἰδιωτῶν. Δι’ αὐτῶν τῶν 2 μέσων καὶ ἐφόσον καὶ αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις τὸ ἐπιτρέψουν διὰ προσθήκης κονδυλίου τινὸς εἰς τὸ Κρατικὸν Προϋπολογισμὸν, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ τὸ ἀπαραίτητον κεφάλαιον, διὰ νὰ ἀποδοθοῦν αἱ καταθέσεις εἰς ποσοστὸν τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ἀποτελῇ εἰρωνείαν ἡ ἀπόδοσίς των. Φαντάζομαι, δηλ. ὅτι, θὰ ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ σκεφθῶμεν τὸν 45)πλασιασμὸν ἢ τὸν 50)πλασιασμὸν τοῦ ὀνομαστικοῦ ποσοῦ τοῦ κεφαλαίου τῆς καταθέσεως, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ πείσωμεν τὸν καταθέτην, ὅτι πράγματι πρόκειται περὶ τιμίας διαχειρίσεως τοῦ χρήματός του, διότι, κύριοι, εἷς βασικὸς κανών, εἶναι ὅτι ἡ τιμιότης ἀποτελεῖ πολιτικήν. Πάντοτε τὸ Κράτος πρέπει νὰ εἶναι τίμιον, ἀλλὰ εἰδικώτερον ὅταν ἐκ τῆς τιμιότητός του αὐτῆς πρόκειται νὰ ἀποκομίσῃ καὶ συγκεκριμένα ὠφελήματα, εἶναι τοῦτο κανὼν ὁ ὁποῖος δὲν ἐπιδέχεται τὴν παραμικρὰν παράβασιν. Ἐὰν λοιπόν, τὸ Κράτος δὲν ἀποδείξῃ ὅτι αὐτὸ σέβεται τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ καὶ ὅτι ἐπιβάλλει καὶ εἰς πάντας τὸν σεβασμὸν τῶν ὑποχρεώσεών του, δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ ἴδιον νὰ ἀξιώνῃ σεβασμὸν τῶν πολιτῶν πρὸς αὐτὸ καὶ τὸ πρῶτον δεῖγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἀποδίδῃ εἰς τὸ Κράτος μία τοιαύτη πολιτική, θὰ ἦτο ἡ ἀνόρθωσις τῆς πίστεως διὰ τῆς ἀποδόσεως τῶν καταθέσεων καὶ τῆς ἐπιστροφῆς τῶν χρημάτων τὰ ὁποῖα ἐδανείσθη τὸ Κράτος ἀπὸ τοὺς ἰδιώτας. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἕνα τίμιον Κράτος νὰ λέγῃ ὅτι δὲν ἀποδίδει τὰς καταθέσεις καὶ ὅτι χρησιμοποιεῖ αὐτὸ τὸ ἴδιον τὸν νόμον τοῦ πληθωρισμοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξηνεμίσθησαν τὰ παλαιὰ χρέη. Κράτος, τὸ ὁποῖον πράττει τοιαῦτα τινά, δὲν δικαιοῦται νὰ ἔρχεται νὰ ὑποβάλλῃ νομοσχέδια, ὡς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρόκειται μετ’ ὀλίγον νὰ συζητήσωμεν, περὶ φορολογίας τῶν πιστώσεων, διότι ὅταν τὸ Κράτος λέγῃ εἰς τὸν λαβόντα πιστώσεις ὅτι «σὲ φορολογῶ, διότι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν πληρώνεις τὰς πιστώσεις αὐτάς, τὸ νόμισμα εἶναι ὑποτιμημένον ἐν σχέσει μὲ τὸν χρόνον κατὰ τὸν ὁποῖον ἔλαβες τὰς πιστώσεις αὐτάς», ὅταν τὸ Κράτος ἀξιοῖ ταῦτα ἀπὸ τὸν πολίτην, ὀφείλει νὰ δώσῃ πρῶτον τὸ παράδειγμα, ὅτι καὶ αὐτὸ πληρώνει κατ’ ἀναλογίαν τὰς ὀφειλάς του τὰς ὁποίας συνωμολόγησεν ἐπὶ ὑγιοῦς νομίσματος, ὅταν τοῦτο ἐμειώθη λόγῳ πληθωρισμοῦ. Αὐτό, κύριοι, θὰ ἦτο τὸ πρῶτον σημεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ ὤφειλε νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον σοβαρᾶς οἰκονομικῆς πολιτικῆς ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ 2ον σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπίσης δὲν εἴδομεν ἐνέργειαν μέχρι τοῦδε, παρὰ τὰς ἰδιωτικὰς ἡμῶν, πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργόν, ὑποδείξεις, εἶναι ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τοῦ χρυσοῦ. Ἡ γνώμη μας, κύριοι, εἶναι ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξεμηδενίσθη τὸ προπολεμικὸν νόμισμα λόγῳ τοῦ πληθωρισμοῦ καὶ ἑπομένως ἐξέλιπεν οἱαδήποτε ὑποχρέωσις τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἔναντι τῶν κομιστῶν τῶν τραπεζογραμματίων της, πρὸς ἐξόφλησιν αὐτῶν τῶν τραπεζογραμματίων, εἰς τὸ ἄρτιον, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ Τράπεζα ἀποκερδαίνει ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦ καλύμματος, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἕως τότε, δηλ. τὸ κάλυμμα τῶν προπολεμικῶν δραχμῶν. Ὅταν αἱ προπολεμικαὶ αὐταὶ δραχμαὶ ἐξηνεμίσθησαν, ἔπαυσε πλέον νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος τὸ κάλυμμα. Ἐπὶ τοῦ σημείου, αὐτοῦ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑπαβάλω ἕν ἰδιωτικὸν σημείωμα εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. ὑπουργὸν Οἰκονομικῶν καὶ εἶχον τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι αἱ ἀπόψεις, τὰς ὁποίας ὑπεστήριζον ἐν αὐτῷ ἀπετέλουν καὶ ἀντικείμενον ἰδίας του σκέψεως. Μέχρι σήμερον ὅμως, παρελθόντος τόσου χρόνου, δὲν εἶδον ἐφαρμοζομένην αὐτὴν τὴν ὀρθὴν πολιτικήν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ καλύμματος τῶν προπολεμικῶν τραπεζογραμματίων. Ἀλλὰ ὅσον ἀφορᾷ τὸν χρυσὸν ὑπάρχει ἐπίσης ἕν ἄλλο σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν νὰ ἐπιμείνωμεν ἀπαρεγκλίτως καὶ τοῦτο εἶναι, ὅτι αἱ ἀγοραπωλησίαι χρυσοῦ διὰ λιρῶν, αἱ ὁποῖαι ἠγοράσθησαν κατ’ ἐντολὴν καὶ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδώσουν οὔτε μιᾶς δραχμῆς κέρδη, εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ ὁλόκληρον τὸ προϊὸν ἐκ τῶν ἀγοραπωλησιῶν ἐκείνων, ὁλόκληρον τὸ κέρδος ἐκ τῆς συναλλαγῆς αὐτῆς, ἡ ὁποία ἐγένετο καθ’ ὑπέρβασιν τῶν νόμων, τῶν διεπόντων τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, πρέπει νὰ περιέλθῃ εἰς τὸ Κράτος διότι ἀποτελεῖ συναλλαγὴν ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Κράτους. Ἐπίσης ἀπὸ τὸν δεύτερον αὐτὸν πόρον θὰ εἶναι δυνατὸν τὸ Κράτος νὰ ἀποκομίσῃ ἕνα σημαντικὸν ποσόν, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἀντιμετωπίσῃ εἴτε ἄλλας αὐτοῦ ὑποχρεώσεις εἴτε τὰς βασικὰς ἐκείνας ὑποχρεώσεις, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα ἐν ἀρχῇ καὶ τὰς ὁποίας κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀπαραίτητον τάχιστα νὰ ἐκπληρώσῃ. Δηλ. τὰς ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τῶν προπολεμικῶν καταθετῶν καὶ τῶν καταθετῶν χρεωγράφων εἰς δραχμάς. Ὅσον ἀφορᾷ, κύριοι, τὴν περαιτέρω νομισματικὴν πολιτικήν, νομίζω ὅτι ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ, ὀρθῶς ἡ Κυβέρνησις ἐσχάτως ἀποδίδει τὴν προσήκουσαν σημασίαν εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς σταθεροποιήσεως τῆς δραχμῆς ἔναντι τῆς χρυσῆς λίρας. Βεβαίως δὲν εἴχομεν ἀκόμη ἔνδειξιν τινα περὶ τῶν ὁρίων, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις πρόκειται νὰ σταθεροποιήσῃ τὴν δραχμὴν ἔναντι τῆς χρυσῆς λίρας. Καθ’ ἡμᾶς δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τὸν κανόνα, ὅτι ἡ τιμὴ τῆς χρυσῆς λίρας, ἐν Ἑλλάδι πρέπει νὰ εἶναι περίπου ἀνάλογος καὶ ἴσης ἐὰν θέλετε —πρὸς ἀποφυγὴν λαθρεμπορίου —κατά τι ἀνωτέρα πρὸς τὴν τιμὴν τῆς χρυσῆς λίρας εἰς τὰ γειτονικὰ Κράτη καὶ κυρίως θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας τὴν Αἴγυπτον, ὅπου ἡ τιμὴ τῆς χρυσῆς λίρας εἶναι κατωτέρα τῶν 6 Αἰγυπτιακῶν λιρῶν. Ἑπομένως αὐτὴ θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἡ νέα ἀναλογία μὲ ἕν μικρὸν περιθώριον πρὸς ἀποφυγὴν λαθρεμπορίου.
§81Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. 6 περίπου λίρες Αἰγύπτου, εἶναι 180.000 δρχ. περίπου. Ἐὰν πράγματι ἡ Κυβέρνησις κινῆται πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνσιν, θὰ μᾶς εὕρῃ συμφώνους καὶ ὑποστηρικτὰς τῆς πολιτικῆς της. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀναμένωμεν θαύματα ἐκ τῆς σταθεροποιήσεως τῆς χρυσῆς λίρας. Ἠμποροῦμεν μόνον νὰ ἀναμένωμεν ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου, ἀποφυγὴν περαιτέρω χειροτερεύσεως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως καὶ ἐν τούτῳ συμφωνῶ μὲ τοὺς ξένους ἐμπειρογνώμονας εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, διότι, ἡ ὑπερτίμησις τῶν εἰδῶν, δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ὑπερτιμήσεως τῆς χρυσῆς λίρας. Ἀλλὰ ἡ ὑπερτίμησις τῆς χρυσῆς λίρας κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας ἠκολούθησε τὴν αὔξησιν τῶν τιμῶν. Αὐτὸ εἶναι ἀντίστροφον πρὸς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγένετο μέχρι πρό τινος. Μέχρι πρό τινος ἡ χρυσῆ λίρα ἦτο ὁ ἀποκλειστικὸς ρυθμιστὴς τῶν τιμῶν τῶν ἐμπορευμάτων καὶ τότε ἡ ἄνοδος τῆς χρυσῆς λίρας, ἐπέφερε καὶ τὴν ὑπερτίμησιν τῶν τιμῶν τῶν εἰδῶν. Εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν τελευταίων μηνῶν ἐνεφανίσθη τὸ ἀντίστροφον, προηγήθη ἡ ὑπερτίμησις τῶν εἰδῶν καὶ ἠκολούθησεν ἡ ὑπερτίμησις τῆς χρυσῆς λίρας. Ἀλλὰ ἡ ὑπερτίμησις τῆς χρυσῆς λίρας δὲν ἔχει συνάρτησιν ἀπόλυτον μὲ τὰς τιμὰς διότι ἡ προσφορὰ εἰς τὰς χρυσᾶς λίρας εἶναι ἀποτέλεσμα λόγων ψυχολογικῶν καὶ τοὺς ψυχολογικοὺς αὐτοὺς λόγους, δὲν τοὺς ρυθμίζει ἀποκλειστικῶς ἡ τιμὴ τῶν ἐμπορευμάτων. Εἶναι ἡ ἐξωτερικὴ κατάστασις εἶναι ἡ ἐσωτερικὴ κατάστασις αἱ ὁποῖαι τὸν ἔχοντα δραχμὰς τὸν πείθουν, τὸν πειθαναγκάζουν νὰ ἀπαλλαγῇ τῶν δραχμῶν αὐτῶν καὶ νὰ τὰς μετουσιώσῃ εἰς χρυσοῦν νόμισμα. Εἶναι μία ἀτυχὴς κληρονομία ἀπὸ τοὺς χρόνους τῆς Κατοχῆς, ἀλλὰ καὶ εἷς φόβος, τὸν ὁποῖον ἔχει πᾶς ὁ ἔχων χρήματα, εἰς τὸ νὰ τὰ ἔχῃ εἰς ἕν νόμισμα διεθνοῦς ἀξίας, ἔστω καὶ εἰς κατωτέραν τιμήν, ἀπὸ τὴν τιμὴν εἰς τὴν ὁποίαν ἀγοράζει τὸν χρυσόν. Εἶναι δηλ. ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ καὶ τῆς χρυσῆς λίρας τὸ ἀσφάλιστρον, τὸ ὁποῖον πληρώνει ὁ φοβούμενος διὰ νὰ μετουσιώσῃ, τὰς δραχμὰς εἰς χρυσᾶς λίρας. Παρὰ τὰς κακοβούλους ἐπικρίσεις, αἱ ὁποῖαι ἠκούσθησαν τελευταίως ἀπὸ κομματικά τινα ὄργανα, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπαναλάβω ὅτι βεβαίως καὶ τὸ μέγα Κεφάλαιον, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συντείνει εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τῶν χρυσῶν λιρῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ μόνον. Διότι ὁ φόβος αὐτός, ὁ ὁποῖος ὠθεῖ εἰς ἀλλαγὴν τῶν δραχμῶν εἰς χρυσᾶς λίρας εἶναι φόβος ἐκτεινόμενος καὶ ἐπὶ εὐρυτέρων λαϊκῶν μαζῶν. Εἶναι ὁ μικροεπαγγελματίας, ὁ ὁποῖος συγκεντρώνει ἕν ποσὸν χρημάτων σήμερον καὶ ἐκ τοῦ φόβου τῆς αὔριον σπεύδει νὰ μετουσιώσῃ τὸ κεφάλαιον αὐτὸ εἰς χρυσᾶς λίρας καὶ ὁ πανικὸς ἐπέρχεται ὄχι μόνον ἐκ τῆς ἐφ’ ἅπαξ ἀγορᾶς μεγάλου ποσοῦ λιρῶν ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἀγορᾶς μιᾶς χρυσῆς λίρας ἀπὸ πλείονας τοῦ ἑνός.
§82Ι. ΜΠΕΡΝΙΤΣΑΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον.
§83Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δικαίωμά σας. Δι’ αὐτό, κύριε πιστεύω, ὅτι ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ ἕνα ποσὸν χρυσῶν λιρῶν διαθέσιμον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι δυνατόν, διὰ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ, νὰ ρυθμίζῃ τὴν ἀγορὰν τῆς χρυσῆς λίρας. Καὶ τοῦτο διότι δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ κεφάλαιον τὸ εἰς δραχμὰς νὰ εἶναι τοιοῦτον καὶ τοιοῦτον, ὥστε νὰ μπορῇ νὰ ἀπορροφήσῃ ἕνα μέγα ἀριθμὸν χρυσῶν λιρῶν. Ἄλλωστε, μόνον τὸ γεγονός, τοῦ νὰ γνωρίζῃ κανείς, ὅτι δύναται ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος, νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν ἀγορὰν διὰ τὴν ρύθμισιν τῆς χρυσῆς λίρας θὰ εἶναι ἕνας λόγος ὁ ὁποῖος θὰ ἀναχαιτίζῃ τὸν ἰδιώτην, εἰς τὸ νὰ σπεύδῃ πρὸς ἀλλαγὴν τῶν δραχμῶν του, ἀντὶ χρυσῶν λιρῶν. Ἐγκρίνω.... Ἐγκρίνω ἑπομένως ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς τὴν τελευταίως ἐφαρμοζομένην πολιτικὴν καὶ τὴν ἐπιμονήν, τὴν ὁποίαν εὐλόγως ἔθεσεν ἡ Κυβέρνησις ἔναντι τοῦ ξένου παράγοντος, εἰς τὸ νὰ τὸν μεταπείσῃ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάγκην τῆς σταθεροποιήσεως τῆς λίρας. Ἀλλὰ δὲν πρέπει ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ νὰ ἀναμένωμεν θαύματα ἐκ τῆς σταθεροποιήσεως τῆς λίρας, διότι αὕτη μόνον ἕνα σκοπὸν ἔχει, τὸ νὰ μὴ χειροτερεύσῃ τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν. Ἐὰν αἱ τιμαὶ ὑπερετιμήθησαν κατὰ τὸν τελευταῖον χρόνον, ἡ ὑπερτίμησις αὐτῶν ὀφείλεται εἰς σειρὰν ἀστόχων κυβερνητικῶν μέτρων καὶ λυποῦμαι διότι καὶ πάλιν θὰ ὑπενθυμίσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅ,τι ἡμεῖς πρῶτοι ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ προείπομεν, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἐνεφάνιζεν ἐνώπιον τοῦ Σώματος τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν τιμὴν τῆς δραχμῆς. Καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἦτο τὸ περὶ ἀποδεικτικῶν συναλλάγματος. Ἐφαίνετο, κύριοι καὶ ὑπεστήριζεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι διὰ τῶν ἀποδεικτικῶν συναλλάγματος ἐπρόκειτο νὰ ἀπορρίψῃ τὴν ὑποτίμησιν τῆς δραχμῆς. Ἐπρόκειτο, περὶ λογοπαιγνίου, διότι οὐσιαστικῶς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὑποτιμᾷ τὴν δραχμήν, δηλαδὴ αὐξάνει τὴν τιμὴν τοῦ δολλαρίου καὶ τῆς λίρας κατὰ τὸ ποσὸν ἴσης ἀξίας τοῦ ἀποδεικτικοῦ συναλλάγματος. Καὶ εἴπομεν τότε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιδιώκετε δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου τὴν τόνωσιν τῶν ἐξαγωγῶν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχετε ἐξησφαλισμένην τὴν διατήρησιν τοῦ ἐπιπέδου τῶν τιμῶν; Διότι ἐὰν διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ δολλαρίου καὶ τῆς λίρας δὲν δύνασθε νὰ ἀποδώσετε εἰς τὸν ἐξαγωγέα τὴν δυνατότητα νὰ ἀποκτήσῃ μείζονα ἀγαθά, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν κάμνετε ἀπολύτως τίποτε, διότι ἐὰν αὐξανομένων τῶν τιμῶν, ἀπορροφηθῇ τὸ ποσὸν τῆς αὐξήσεως διὰ τῶν ἀποδεικτικῶν συναλλάγματος ἀπὸ τὰς ἀνωτέρας τιμὰς τῶν εἰδῶν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀνάγκην, διὰ νὰ τονώσετε τὰς ἐξαγωγὰς νὰ κάμετε πάλιν νέα ἀποδεικτικὰ συναλλάγματος, ἢ νὰ εὕρετε ἄλλον τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ὑπερτιμήσετε τὸ ἐξωτερικὸν συνάλλαγμα, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐξακολουθῇ ἡ τιμὴ τῆς διεθνοῦς ἀγορᾶς νὰ εἶναι κατωτέρα τῆς Ἑλληνικῆς ἀγορᾶς. Καὶ ἔναντι τῶν σκέψεων αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ εἶναι ἀντιληπταὶ εἰς πάντα ἄνθρωπον εὑρισκόμενον εἰς ποίαν τινὰ σχέσιν μὲ τὰς οἰκονομικὰς συναλλαγάς, ἠκούσαμεν ἀπὸ τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων εἰρωνείας καὶ εἴδομεν εἰρωνικὰ μειδιάματα καὶ μᾶς εἰρωνεύθησαν τότε οἱ ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείων, διότι προεβλέψαμεν ὅτι θὰ αὐξηθῇ ἡ τιμὴ τῆς λίρας καὶ κατὰ τοῦτο ὑπήρξαμεν ἀτυχεῖς ὅτι ἡ χρυσῆ λίρα δὲν ἔφθασε τὰς 200.000 δραχμ., ἀλλ’ ἐκινδύνευσε νὰ φθάσῃ τὰς 250.000. Ἐπίσης εἶχεν ἀρχίσει τότε ἡ αὔξησις τῶν τιμῶν εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης καὶ ὁ ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας μὲ ἕνα εὔκολον πνεῦμα ἠθέλησε νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι αἱ αὐξήσεις αὐταὶ θὰ ἐπήρχοντο εἰς τὰς κονσέρβας, αἱ ὁποῖαι ἔρχονται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ ὅτι μόνον αἱ εὐποροῦσαι τάξεις θὰ ἐπεβαρύνοντο ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν εἰδῶν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐν τούτοις ὑπεστηρίξαμεν ὅτι, ὅταν ἀρχίζῃ ἡ αὔξησις τῶν τιμῶν, ἡ αὔξησις αὐτὴ δὲν περιορίζεται μόνον εἰς ὡρισμένον εἶδος, ἀλλ’ εἶναι γενικωτέρα. Καὶ εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ φαινομένου ὅτι ἀπὸ τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου κατὰ τὸν ὁποῖον ἀνέλαβεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις τὴν ἀρχήν, ὁ τιμάριθμος ὑπερέβη τὰς ἑκατὸν μονάδας εἰς αὔξησιν καὶ φοβοῦμαι ὅτι ἐὰν δὲν ληφθῇ ταχέως σειρὰ μέτρων, θὰ ἔχωμεν περαιτέρω αὐξήσεις, διότι πρέπει νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι καὶ ἐν τῇ διεθνεῖ ἀγορᾷ ὑπερτιμῶνται τὰ διάφορα εἴδη καὶ ἑπομένως διατηρουμένων τῶν φορολογικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἰσχύουν παρ’ ἡμῖν καὶ αὐξανομένων τῶν τιμῶν τοῦ ἐξωτερικοῦ, θὰ ἔχωμεν κατ’ ἀνάγκην καὶ νέαν αὔξησιν τῶν τιμῶν. Κατὰ συνέπειαν δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ λύσῃ τὸ πρόγραμμα ἡ ἀθρόα εἰσαγωγή, ἡ ὁποία θεωρεῖται ὡς ἡ πανάκεια τῆς λύσεως τοῦ προβλήματος, διότι ἡ εἰσαγωγὴ αὐτὴ θὰ γίνεται πάντοτε μὲ τὰς τιμὰς τῆς διεθνοῦς ἀγορᾶς, αὐξανομένων τῶν τιμῶν μὲ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἐπεβλήθησαν εἰς τὸ ἐσωτερικόν. Ἡ ἀποτυχία τῆς λύσεως αὐτῆς συνίσταται εἰς τὸ ὅτι κατὰ τὸν μῆνα Ὀκτώβριον ἐπεβλήθησαν τρεῖς ἔμμεσοι φόροι, οἱ ὁποῖοι ἐπέπεσαν ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, ἤτοι τὰ ἀποδεικτικὰ συναλλάγματος, ἡ αὔξησις τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς καὶ ἡ αὔξησις τοῦ φόρου κύκλου ἐργασιῶν. Θὰ ἠδυνάμην νὰ προσθέσω ἐπὶ τῶν ἀποδεικτικῶν συναλλάγματος ἕνα λάθος κεφαλαιῶδες, τὸ ὁποῖον διέπραξαν οἱ οἰκονομικοὶ ὑπουργοὶ τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ὁποῖοι ἐπίστευσαν ὅτι τὰ ἀποδεικτικὰ αὐτὰ δὲν θὰ ἐπέφερον αὔξησιν τῶν τιμῶν, διότι αἱ τιμαὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶχον ὡς βάσιν τὴν τιμὴν τοῦ δολλαρίου. Εἶχον δηλαδὴ οἱ οἰκονομικοὶ ὑπουργοί, θὰ μοῦ ἐπιτρέψουν νὰ εἴπω, οὐχὶ κἂν πρακτικὴν γνῶσιν, ἀλλ’ οὔτε κἂν θεωρητικὴν τῶν πραγμάτων, καὶ ἐπίστευον ὅτι ἐπειδὴ αἱ σημεριναὶ τιμαὶ ἔχουν βάσιν τὸ δολλάριον μὲ τὴν τιμὴν τῶν 8.000, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἰσήγοντο τὰ ἀποδεικτικὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἐτιμῶντο 3.000, ἄρα τὸ δολλάριον θὰ ἐτιμᾶτο 5.000 σὺν 3.000 ἴσον 8.000, θὰ ἔπρεπε αἱ τιμαὶ νὰ μείνουν εἰς τὰ αὐτὰ ἐπίπεδα. Ἀλλ’ ἡ τιμὴ τοῦ δολλαρίου ἦτο ἤδη 8.000 καὶ ἀντιλαμβάνεσθε βεβαίως πόσον λανθασμέναι ἦσαν αὐταὶ αἱ σκέψεις, διότι ὁ ἔχων καθορίσει τὰς τιμὰς του μὲ 8.000, πρῶτον δὲν εἶναι πάντοτε βέβαιον ὅτι ἠγόραζε τὸ δολλάριον εἰς τὴν τιμὴν τῶν 5.000 ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος διότι τότε ὑπῆρχε μαύρη ἀγορά, ἡ ὁποία εἶχε τὸ δολλάριον 8.000 καὶ ἑπομένως θὰ ἐκανόνιζε τὰς τιμὰς του μὲ τὴν τιμὴν τοῦ δολλαρίου τῆς μαύρης ἀγορᾶς, συνεπῶς εἶναι φυσικὸν ὅτι ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι τυχὸν ἀπέκτησαν τὰ δολλάρια ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ παρακολουθήσουν τὰς τιμὰς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠγόραζαν δολλάρια ἀπὸ τὴν μαύρην ἀγοράν. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν αἱ τιμαὶ ἐβασίζοντο μὲ δολλάριον 5.000 καὶ παρὰ ταῦτα ἐπωλοῦντο μὲ δολλάριον 8.000, τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ ἐμπόριον ἀπεκόμιζε τὴν διαφορὰν τῶν 3.000 δραχμῶν ὡς κέρδος, ὁ στερούμενος τοῦ κέρδους αὐτοῦ θὰ ἐπεδίωκε νὰ τὸ ἀποκτήσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς νέας τιμῆς καὶ ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον εἶχε τὸ δολλάριον 8.000 δραχμάς, θὰ ἐκανόνιζε τὸ ἐμπόριον τὰς τιμάς του μὲ τιμὴν δολλαρίου 11.000. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριοι, ἦτο βασικῶς ἐσφαλμένη ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ὅσον ἀφορᾷ τὰς τιμάς, διότι τὰς τιμὰς τὰς ηὔξησεν αὐτὴ ἡ οἰκονομικὴ πολιτική. Καὶ ἠρωτήθημεν τότε, τί θὰ ἐπροτείνατε σεῖς ἀντὶ τῶν μέτρων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα κρίνονται ἀπαραίτητα διὰ τὴν τόνωσιν τῶν ἐξαγωγῶν; Καὶ ἀπηντήσαμεν εἰς τοὺς κυρίους οἰκονομικοὺς ὑπουργούς, ὅτι σήμερον ἡ Ἑλλάς, ὅπως ὀρθότατα ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῶν Ἐθνικῶν Φιλελευθέρων, δὲν εὑρίσκεται εἰς κατάστασιν, ὥστε νὰ δύναται μόνη της νὰ καθορίσῃ αὐτοτελῆ οἰκονομικὴν καὶ δημοσιονομικὴν πολιτικήν. Ἡ Ἑλλὰς Χώρα κατεστραμμένη, μὲ νόμισμα ἐξανεμισθὲν εὑρισκομένη κάτω ἀπὸ μίαν τραγικὴν περιπέτειαν, ἡ ὁποία ἐπὶ μῆνας τώρα ἀφαιμάσσει καὶ εἰς αἷμα καὶ εἰς οἰκονομίαν τὴν χώραν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βασίζεται ἐπὶ τῶν ἰδίων αὐτῆς δυνάμεων διὰ νὰ λύσῃ τὸ οἰκονομικὸν αὐτῆς πρόβλημα καὶ ἐφ’ ὅσον φίλοι καὶ σύμμαχοι ἐθεώρησαν κατ’ ἀρχὴν ὅτι ἐνδιαφέρονται διὰ τὴν Χώραν αὐτὴν καὶ ὅτι ἐνδιαφέρονται διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν ἀκεραιότητα αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως ὅτι ἐνδιαφέρονται διὰ νὰ μὴ περιπέσῃ αὐτὴ καθ’ οἱονδήποτε, εἴτε ἄμεσον, εἴτε ἔμμεσον, τρόπον εἰς τὰς χώρας τῆς σλαυοκομμουνιστικῆς ἐπιρροῆς ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης, καθ’ ἥν τοῦτο ἐγένετο σαφές, ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν, διὰ νὰ πείσῃ τοὺς συμμάχους περὶ τῶν ἑλληνικῶν πραγματικοτήτων καὶ περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ καταμερισμοῦ τῆς βοηθείας αὐτῆς, ἐπὶ ἐκείνων τῶν σημείων, τὰ ὁποῖα προσεῖχον ἐν τῇ ἀντιμετωπίσει τοῦ οἰκονομικοῦ προβλήματος. Γνωρίζω βεβαίως ὅτι ὑπῆρχον δυσχέρειαι, ὅτι ὅταν καθωρίσθη ἡ βοήθεια εἶχον ἤδη καθορισθῆ καὶ οἱ σκοποὶ διὰ τοὺς ὁποίους αὕτη προωρίζετο, εἶχον καθορισθῆ καὶ τὰ διάφορα κονδύλια, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἦτο λόγος διὰ νὰ μὴ καταβάλῃ ἔμμονον προσπάθειαν ἡ Κυβέρνησις νὰ μεταπείσῃ τοὺς συμμάχους οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ μᾶς βοηθήσουν καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν κατ’ οὐδένα τρόπον νὰ ἀποτύχῃ τὸ ἔργον των ἐν Ἑλλάδι, διότι οἱ σύμμαχοι δίδουν ἐν Ἑλλάδι ἐξετάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν μεγάλην σημασίαν διὰ τὴν διεθνῆ αὐτῶν θέσιν, ἐφ’ ὅσον ἔχουν τοιαύτας διαθέσεις εἶμαι βέβαιος ὅτι οἱ σύμμαχοι θὰ ἀντελαμβάνοντο εὐκόλως τὴν ἑλληνικὴν πραγματικότητα καὶ θὰ ἀντελαμβάνοντο ἐπίσης ὅτι πρὸς ὡρισμένους σκοποὺς θὰ ἔπρεπε πρῶτον νὰ καταβληθῇ ἡ βοήθεια καὶ ἔπρεπε νὰ σκεφθοῦν τὸ ἔργον τῆς ἀνασυγκροτήσεως. Ἀπόδειξις ὅτι τοῦτο ἦτο δυνατὸν, εἶναι ὅτι οἱ σύμμαχοι ἀντελήφθησαν εἰς ποῖον σημεῖον ἔπρεπε νὰ στρέψουν τὴν προσοχήν των καὶ βλέπετε ὅτι ὡρισμένα κονδύλια μεταφέρονται ἀπὸ τὴν ἀνασυγκρότησιν εἰς ἄλλας δαπάνας, διότι αὐταὶ κρίνονται σπουδαιότεραι καὶ κυριώτεραι. Ἑπομένως ἔλλειψις προσπαθείας, ἔλλειψις δυνάμεως καὶ μία ἡττοπάθεια, ἢ μᾶλλον δουλοπάθεια ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ νὰ ὑποτάσσεται εἰς πᾶν λεγόμενον ἀσυζητητὶ εἶναι αἱ ἀφορμαί, αἱ ὁποῖαι μᾶς ὤθησαν εἰς τὸ νὰ χάσωμεν πολύτιμον χρόνον καὶ νὰ εὑρισκώμεθα σήμερον εἰς ἕνα κίνδυνον οἰκονομικῆς καταρρεύσεως.
§84Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Πόθεν ἔχετε τὸ δεδομένον αὐτὸ ὅτι δὲν κατεβλήθη ἡ προσπάθεια; Ἐγὼ σᾶς δίδω τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι κατεβλήθη ἐντονωτάτη προσπάθεια.
§85Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Μοῦ τὸ εἴπατε αὐτὸ πολλάκις. Δὲν ἀρνοῦμαι ἀλλὰ θὰ σᾶς ὑπενθυμίσω καὶ τὴν ἀπάντησιν ὅτι ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθῆτε νὰ ἦσθε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ δὲν ὑποβάλετε παραίτησιν ὅταν αἱ συστάσεις αὐταὶ ἀγνοοῦνται, ἡ ἐνέργεια σας κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀτελής. Ὅταν ἕνας ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κύριε ὑπουργέ, ἀντιλαμβάνεται τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον χειρίζεται καὶ βλέπει ὅτι ὁδηγεῖται ἡ χώρα εἰς οἰκονομικὴν καταστροφὴν καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένῃ εἰς τὴν θέσιν του καὶ ὅταν ἀκόμη δὲν ἠδυνήθη νὰ πείσῃ τὸν ἕτερον μετὰ τοῦ ὁποίου συνομιλεῖ ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ παραιτηθῇ. Διότι ἐὰν παραιτηθῇ ὁ πρῶτος ὑπουργός, ἐὰν παραιτηθῇ ὁ δεύτερος ὑπουργός, ἐὰν παραιτηθῇ ὁ τρίτος ὑπουργὸς ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν τότε θὰ ἀνοίξουν τὰ μάτια καὶ τοῦ κάθε δυσπίστου συνομιλητοῦ καὶ θὰ ἴδῃ τὴν πραγματικότητα καὶ θὰ ἀκολουθήσῃ τὰς γνώμας τὰς ὁποίας μόνον ἡμεῖς ἐνταῦθα δυνάμεθα νὰ ὑποδείξωμεν τὰς γνώμας τῆς Ἑλληνικῆς πραγματικότητος.
§86Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.).—Δὲν μπορεῖτε νὰ ἀγνοῆτε τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ὑποβολὴ τῆς παραιτήσεως εἶναι μία εὔκολος λύσις. Ἐδῶ θὰ ἔπρεπε νὰ καταβληθῇ ἡ προσπάθεια καὶ ἡ προσπάθεια κατεβλήθη καὶ ἡ μάχη ἐδόθη. Ἡ παραίτησις ἦτο τὸ εὐκολώτερον τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ τὴν παραίτησιν τοῦ ὑπουργοῦ υἱοθέτησεν ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις καὶ ἠξίωσε τὴν ἰδικήν της παραίτησιν καὶ ἔτσι ἐλύθησαν τὰ ζητήματα.
§87Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τὸ ξεύρω, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι αὐτὰ ἐγένοντο μετ’ ἀρκετοὺς μῆνας ἀπὸ τότε ποὺ ἔπρεπε νὰ γίνουν καὶ ὄχι τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ γίνουν.
§88Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Λέτε ὅτι ἀπό τὸν Ὀκτώβριον ἐνεφανίσθη ἡ δυσχέρεια αὐτή. Ἀπὸ τὸν Ὀκτώβριον ἔχομεν τρεῖς μῆνες, καὶ ἐχρειάζοντο διὰ νὰ κατατοπισθοῦν καὶ οἱ ξένοι καὶ οἱ σύμμαχοι.
§89Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κατὰ τοὺς ὁποίους μῆνας παρελάβατε τὸν τιμάριθμον εἰς 190 καὶ μᾶς τὸν ἐδώσατε εἰς 290, αὐτὸ ἐκάματε κατὰ τοὺς μῆνας αὐτούς. Λοιπὸν κ. ὑπουργέ, ἡμεῖς, πιστεύομεν πάντοτε ὅτι μία Κυβέρνησις ἔχουσα οἵαν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δύναμιν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καὶ ἐξωτερικῷ καὶ διαθέτουσα οἵαν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις διαθέτει κοινοβουλευτικὴν πλειοψηφίαν, ἐὰν εἶχε τὴν τόλμην καὶ τὸ θάρρος νὰ ὁμιλήσῃ τὴν γλῶσσαν τὴν ἀνδρικήν, τὴν γλῶσσαν τὴν Ἑλληνικήν, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ νικήσῃ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ νικᾷ. Διότι ἐκεῖνο ποὺ δὲν παραβλέπεται εἶναι ὅτι ἔχετε μερικὰς ἐπιτυχίας καὶ ἐπὶ τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος. Ἀρχίζει ἡ κατανόησις. Ἀλλὰ πότε ἀρχίζει ἡ κατανόησις; Ὅταν χάνωνται πολύτιμοι μῆνες καὶ κατὰ τοὺς μῆνας αὐτοὺς χύνεται αἷμα, καταστρέφονται ἰδιωτικαὶ περιουσίαι καί, χειροτερεύει ἡ δημοσία κατάστασις; Τί ὠφελεῖ, κύριε ὑπουργέ, ἐὰν μετὰ 6 μῆνας ἐπέλθῃ ἡ βελτίωσις τῆς καταστάσεως; τότε θὰ ἔχετε νέα προβλήματα ἐνώπιον ὑμῶν, νέας καταστροφὰς νέας συντάξεις θὰ δώσετε, νέας γεφύρας καὶ ὁδοὺς νὰ κατασκευάσετε, νέας περιουσίας νὰ ἴδητε καταστρεφομένας καὶ ἑπομένως τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν μειουμένην καὶ τὴν δυνατότητα εἰσπράξεως φόρων μειουμένην. Ἐδῶ εἶπον δὲν εἶναι οἱ καιροὶ μενετοί. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν οὔτε μιᾶς ὥρας ἀναβολὴν καὶ ἑπομένως πᾶς δισταγμὸς τῆς Κυβερνήσεως, σημαίνει καταδίκην οἱασδήποτε πολιτικῆς διότι καὶ ἡ καλὴ πολιτικὴ ἐφαρμοζομένη μετὰ μῆνας ἀπὸ τότε ποῦ ἔπρεπε, καθίσταται κακὴ πολιτική.
§90Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε ............
§91Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν δέχομαι διακοπάς.
§92Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ἤθελα νὰ σᾶς ἐρωτήσω ἐὰν τὸ σχέδιον Μάρσαλ εἶναι καθυστερημένον;
§93Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν ἀπαντῶ εἰς διακοπάς, δὲν ἤκουσα τὴν διακοπήν σας καὶ θεωρῶ αὐτὴν ὡς μὴ γενομένην. Ἀποδίδομεν ἑπομένως εὐθύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι μὴ ἔχουσα πολιτικὴν καὶ θάρρος δὲν δύναται νὰ ἐνεργήσῃ ἐντόνως. Ἐκτὸς ἐὰν κύριοι ὑπάρχῃ, ἕν ἄλλο ἐλαφρυντικόν, τὸ ἐλαφρυντικὸν ὅτι ὑπάρχει τόσον εὐρέως διαδεδομένη ἡ γνώμη περὶ τῶν διοικούντων τὰς ἑλληνικὰς ὑποθέσεις, ὅτι δὲν ἔχουν οὔτε τὴν προσήκουσαν ἱκανότητα οὔτε τὸ προσῆκον ἦθος—διὰ νὰ μὴ ἐπαναλάβω τὰς δριμείας ἐκφράσεις τὰς ὁποίας μεταχειρίζονται ξένοι πολιτικοὶ καὶ δημοσιογράφοι—καὶ ὅτι ἴσως αὐτὸς ὁ δισταγμὸς στερεῖ ἀπὸ αὐτοὺς τὸ ἀναγκαῖον κῦρος τὸ ὁποῖον θὰ εἶχον διὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν τὴν πραγματικότητα. Διότι βεβαίως ἐὰν κανεὶς ἔχῃ τὴν συνείδησιν μειωμένην καὶ ἐὰν κανεὶς γνωρίζῃ ὅτι δὲν ἔπραξε τὸ καθῆκόν του, ὡς τοῦτο ἐξηρτᾶτο ἀπὸ αὐτόν, διὰ νὰ κάμῃ ὅτι ἐπεβάλετο ἀπὸ ἀπόψεως νομοθετικῆς εἴτε διοικητικῆς, τότε βεβαίως δὲν εἶναι αὐτός, ὁ κατάλληλος συνομιλητὴς διὰ νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς τὸν ἕτερον ἐμπιστοσύνην, καὶ νὰ τὸν πείσῃ περὶ τοῦ ὅτι αἱ ἰδέαι τὰς ὁποίας ὑποδεικνύει εἶναι αἱ ὀρθαί, διότι ἐὰν αἱ ἀμφιβολίαι αὐτοῦ περὶ τῆς ἐννόμου διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν ἢ τῆς ἱκανότητος περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν εἶναι τοιαῦται ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἕνας φραγμὸς ἀνυπέρβλητος εἰς τὸν ἕτερον τὸν συμβαλλόμενον πέραν τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ οὗτος καὶ τότε εἶναι ἀναγκαῖον νὰ παραιτηθῇ ἡ Κυβέρνησις. Ἐὰν αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος τότε δὲν δυνάμεθα παρὰ καὶ δι’ αὐτὸν νὰ ἀποδώσωμεν εὐθύνας εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ὁποία κατώρθωσε τοιαύτην φήμην νὰ ἔχῃ ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ τὸ ἀπαιτούμενον ἠθικὸν κῦρος. Ἡ μέχρι τοῦδε ἀκολουθηθεῖσα πολιτικὴ ὑπῆρξεν ἀτελής. Ὄχι μόνον ἁπλῶς ἀτελὴς ἀλλὰ ἀτυχῶς ἐγὼ φοβοῦμαι ὅτι θὰ ἔχῃ γίνει ἴσως ἀφορμὴ καὶ ἄλλων μεγαλυτέρων δεινῶν, διότι ἐὰν δὲν ἐπέλθῃ ταχέως ἡ συμπίεσις τῶν τιμῶν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ μετὰ τόσου στόμφου καὶ ὑπερηφανείας ὑποβληθεὶς ἐνώπιον ἡμῶν ἰσοσκελισμένος προϋπολογισμὸς τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἔχω προώ (δὲν ἠκούσθη) .................................... ἢ μᾶλλον διὰ νὰ εἶμαι ἀκριβέστερος ὁ ἰσοσκελισμένος αὐτὸς προϋπολογισμὸς αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν ὑπάρχει, διότι καὶ ἐκ τῆς παρατάσεως τῆς ἀμφιβολίας ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν εἰδῶν ἀνετράπησαν ἤδη αἱ βάσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐβασίζετο οὗτος καὶ θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τὸν ἀναθεωρήσῃ. Θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ αὐξήσῃ τοὺς μισθοὺς, τὰς συντάξεις διὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν οἱ ὑπάλληλοι καὶ οἱ συνταξιοῦχοι τὴν αὔξησιν τῶν εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης, καὶ ἑπομένως αἱ βάσεις τοῦ οἰκοδομήματος αὐτοῦ θὰ ἔχῃ καταπέσει. Ταῦτα κύριοι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν μέχρι τοῦδε ἀκολουθηθεῖσαν φορολογικὴν πολιτικὴν καὶ ἐν γένει δημοσιονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λέσβου συνάδελφος ἐπεξετάθη πέραν τοῦ σημείου τούτου καὶ εἰς γενικωτέρας τινὰς ἀπόψεις, σχετικῶς μὲ τὴν ὅλην διάρθρωσιν τῆς οἰκονομίας ἐν τῇ Χώρᾳ ἡμῶν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀκολουθήσω αὐτὴν τὴν ὁδὸν καὶ ἐγὼ διὰ νὰ μὴ φανῇ ὅτι καὶ ἡμεῖς δὲν ἐλάβομεν θέσιν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου. Αἱ ἀρχαὶ τὰς ὁποίας ὑπεστηρίξαμεν δὲν εἶναι βεβαίως ἀρχαὶ μόνον τοῦ Δημοκράτου Σοσιαλιστοῦ. Εἶναι κτῆμα σχεδὸν ὅλων τῶν πεπολιτισμένων ἀνθρώπων καὶ ἰδίως ὅλων τῶν φιλελευθέρων πολιτικῶν οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρήσουν τὰς παλαιὰς ἐκείνας θεωρίας τοῦ ἀπολύτου οἰκονομικοῦ λιμπεραλισμοῦ καὶ καθὼς γνωρίζω σήμερον δὲν ὑπάρχει οὐδαμοῦ τῆς γῆς πολιτικὸς σεβόμενος ἑαυτὸν ὁ ὁποῖος νὰ ἀποδέχεται τὰς ἀπολύτως ἐκείνας ἀρχάς, διότι αἱ ἀρχαὶ τοῦ οἰκονομικοῦ λιμπεραλισμοῦ αὐτὸ τὸ laisserfaire ἦτο ἐκεῖνο ἀκριβῶς τὸ ὁποῖον ἀπετέλεσεν τὴν προϋπόθεσιν τῆς σοσιαλ–κομμουνιστικῆς θεωρίας. Ἐφ’ ὅσον ὑπῆρχεν ἀπολύτως ἐλευθερία ἐν τῇ δράσει τῇ οἰκονομικῇ, ἦτο ἑπόμενον ὅτι ἡ ἀπόλυτος αὐτὴ ἐλευθερία θὰ ἐγένετο εἰς βάρος τῶν ἀσθενεστέρων οἰκονομικῶν τάξεων, ἑπομένως θὰ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν συγκέντρωσιν τοῦ πλούτου εἰς ὀλίγας χεῖρας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν ἐξαθλίωσιν τῶν λαϊκῶν μαζῶν. Καὶ ἀκριβῶς ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐγένετο τοῦτο κατανοητὸν καὶ ἐν τῇ θεωρίᾳ καὶ ἐν τῇ πράξει, ἦτο φυσικὴ συνέπεια ὅτι ἔπρεπε τὸ ἀστικὸν κράτος τὸ ὁποῖον δὲν ἐπεθύμει νὰ ἀκολουθήσῃ αὐτὴν τὴν γλιστερὰν ὁδὸν τῶν σοσιαλκομμουνιστικῶν θεωριῶν, νὰ λάβῃ ἐκεῖνα τὰ μέτρα διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀπέτρεπε τὴν εἰς τὴν πρᾶξιν ἐφαρμογὴν αὐτῶν τῶν θεωρητικῶν ἀπόψεων. Καὶ ἀπὸ ἐκείνης τῆς στιγμῆς ἤρχισεν ὁ Κρατικὸς παρεμβατισμός. Ὁ Κρατικὸς παρεμβατισμὸς ἐμποδίζει τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὸ νὰ φθάσῃ εἰς ἐκεῖνα τὰ ἐπικίνδυνα ὅρια διὰ τῶν ὁποίων, ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία, ἀποτελεῖ πλέον κίνδυνον ἐξαθλιώσεως τῶν μαζῶν. Τὸ Κράτος ἐπιθυμοῦν νὰ μὴ φθάσῃ εἰς αὐτὰ τὰ ἄκρα, ἦτο ὑποχρεωμένον νὰ λάβῃ μέτρα καὶ νομοθετικὰ καὶ οἰκονομικά, διὰ νὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν ἐξαθλίωσιν τῶν μαζῶν καὶ νὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν ὑπ’ ἐκείνων ἐπιθυμητὴν γενικὴν ἐπανάστασιν. Ἑπομένως σήμερον ἴσως ποσοτικὴ νὰ εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν μὲν καὶ τῶν δέ. Διότι πάντες ἀποδέχονται βεβαίως ἕν τινι μέτρῳ τὴν ἀρχὴν τῆς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας ἀλλὰ ἐκεῖνοι τὴν θέλουν αὐστηρῶς περιωρισμένην ἀπὸ ἄμεσον καὶ ἐπιτακτικὴν καὶ ἄτεγκτον ἐπίβλεψιν τοῦ Κρατικοῦ ὀργανισμοῦ. Αὐτὸς ὁ Κρατικὸς παρεμβατισμὸς εἶναι ἡ ἀπάντησις ἡμῶν, τῶν ἀντικομμουνιστῶν εἰς τὰ δόγματα τῆς κομμουνιστικῆς αἱρέσεως. Ἡμεῖς δὲν ἀναμένομεν τὴν ἐξαθλίωσιν τῶν μαζῶν διὰ νὰ θελήσωμεν διὰ τῆς ἐπαναστάσεως νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοὺς ἔχοντας καὶ νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς μὴ ἔχοντας δημιουργοῦντες κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νέους προλεταρίους. Ἡμεῖς προσπαθοῦμεν νὰ βελτιώσωμεν τὴν κατάστασιν τῶν μαζῶν νὰ ἀνυψώσωμεν τὸ ἐπίπεδον αὐτῶν εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ φθάσουν αἱ μᾶζαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προβοῦν εἰς ἐπανάστασιν. Καὶ ὅπως καὶ ἐνώπιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς μίαν ἡμέραν εἶπον, ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἡμῶν καὶ ἐκείνων εἶναι, ὅτι εἰς τὴν σημαίαν τοῦ μίσους τὴν ὁποίαν ἀναπετάσει ὁ κομμουνισμός, ἡμεῖς ἀντιτάσσομεν τὴν σημαίαν τῆς ἀγάπης. Ἐκεῖνοι ὑψώνουν τὸν γρόνθον των καὶ λέγουν θὰ ἀφαιρέσουν ἀπὸ τοὺς ἔχοντας, ἡμεῖς ἀντὶ τοῦ γρόνθου λέγομεν θὰ δώσωμεν εἰς τοὺς μὴ ἔχοντας διὰ νὰ ἀνυψώσωμεν τὸ βιοτικὸν ἐπίπεδον. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἡμῶν καὶ ἐκείνων καὶ ἑπομένως ἔχομεν τὸ δικαίωμα ὅταν διδάσκωμεν τὴν ἀγάπην νὰ λέγωμεν ὅτι διδάσκομεν κάτι τὸ χριστιανικώτερον, τὸ ἀνθρωπιστικώτερον καὶ τὸ ἑλληνικώτερον. Ἑπομένως ἐφ’ ὅσον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον σκεπτόμεθα εἶναι φυσικὸν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε ἐπὶ στιγμὴν ν’ ἀφήσωμεν μίαν ὀλιγαρχίαν καταπιέζουσαν τὰς λαϊκὰς μάζας καὶ ἑπομένως θὰ ἐπεμβαίνωμεν εἰς πᾶσαν ἐκδήλωσιν αὐτῶν τῶν τάσεων, ἰδιὰ νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν μαζῶν ὄχι μόνον οἰκονομικῶς, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ προαγάγωμεν τὸ βιοτικὸν ἐπίπεδον αὐτῆς. Ὅταν δὲ λέγωμεν βιοτικὸν ἐπίπεδον δὲν ἐννοοῦμεν μόνον τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα διὰ τὴν ζωήν, ἀλλὰ καὶ πάντα τὰ ἐφόδια τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀπολαμβάνῃ ἕνας σύγχρονος ἄνθρωπος. Καὶ ἐπὶ τῶν γνωμῶν αὐτῶν δὲν εἶναι τόσον ζητήματα διαφωνιῶν ὅσον ζητήματα προσωπικὰ καὶ ἐμπιστοσύνης τὴν ὁποίαν δύναται νὰ παρέχῃ ὁ λαὸς πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν τὰ αὐτὰ πράγματα καὶ βεβαίως ἐδῶ δὲν εὑρισκόμεθα πρὸ ἐκλογικῆς ἀτμοσφαίρας ὥστε νὰ ὑποδείξωμεν εἰς τὰς λαϊκὰς μάζας περὶ τοῦ ποῖος ἐκ τῶν ὑποστηριζόντων αὐτὰ πρέπει νὰ ἀπολαμβάνῃ τῆς μείζονος αὐτοῦ ἐμπιστοσύνης. Ἀλλὰ ἡμεῖς τοὐλάχιστον τὸ Ἐθνικὸν Κόμμα Ἑλλάδος ἔχομεν ὑπὲρ ἡμῶν τοῦτο, ὅτι ἀνεπνεύσαμεν τὸν ὑγιᾶ ἀέρα τῆς Ἐθνικῆς ἀντιστάσεως ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου κατὰ τοὺς μῆνας ποὺ παρῆλθον εἴμεθα οἱ μόνοι ἐν τῇ αἰθούσῃ οἱ ὁποῖοι χωρὶς τὴν παραμικρὰν παρέκβασιν ἀπὸ τὰς ἀπόψεις τὰς ὁποίας ὑπεστηρίξαμεν, τὰς ἀπόψεις ποὺ ὑποστηρίζομεν ἀπόψε καὶ αἱ ὁποῖαι εὗρον τὴν ἔκφρασίν των εἰς τὰς ἀρχικὰς δηλώσεις τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος Ἑλλάδος χωρὶς νὰ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ αὐτὰς κατὰ κεραίαν καὶ πᾶσαι αἱ ἀγορεύσεις καὶ αἱ ψῆφοι ἡμῶν ἐπὶ τῶν κατὰ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα ὑποβληθέντων νομοσχεδίων ἀποδεικνύουν ὅτι ἐτηρήσαμεν ἀπαρεγκλίτως τὰς ἀρχὰς αὐτὰς χωρὶς τὴν παραμικρὰν ὕφεσιν, χωρὶς τὴν παραμικρὰν ἀντίθεσιν ἢ ἀσυνέπειαν. Βεβαίως ὁ παρεμβατισμὸς πρέπει νὰ εἶναι πλήρης, πρέπει ὅμως διὰ νὰ δύναται κ. ὑπουργέ, νὰ εἶναι πλήρης νὰ ὑπάρχῃ ἄρτιος κρατικὸς ὀργανισμὸς καὶ πλήρης, νὰ εἶναι δὲ ἄρτιος καὶ πλήρης καὶ ἡ λειτουργία τῆς κρατικῆς μηχανῆς. Εἰς τοῦτο ἔχομεν σοβαροὺς λόγους νὰ διαφωνῶμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὴν παροῦσαν καὶ τὰς προγενεστέρας, διότι δὲν ἔθεσαν ὡς σκοπὸν τὴν ἀποκατάστασιν μιᾶς διατάξεως, ἑνὸς ἠθικοῦ ρυθμοῦ ἐν τῷ κρατικῷ ὀργανισμῷ. Ὁ σκοπὸς ὁ ὁποῖος διεῖπε μέχρι τοῦδε τοὺς κυβερνήσαντας ἦτο σκοπὸς κομματικός. Δὲν ἐπετεύχθη ἡ δημιουργία Κράτους δικαίου καὶ ἡ δημιουργία καλῆς διοικητικῆς μηχανῆς εἰς τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι νὰ λειτουργοῦν ἀρτίως καὶ ἴσοι πρὸς ὅλους. Καὶ ἐν τούτῳ ἐπίσης ἡμεῖς ἔχομεν ἥσυχον τὴν συνείδησιν ὅτι πάντοτε εἴμεθα σταθεροὶ εἰς τὴν ἰδέαν αὐτὴν τῆς τιμίας ἀσκήσεως τῆς διοικητικῆς λειτουργίας καὶ ἀντέστημεν πρὸς πᾶσαν παράβασιν ὁθενδήποτε καὶ ἐὰν προέκυψε, διότι ἐὰν θέλωμεν νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὸν ρυθμὸν τῆς διοικητικῆς μηχανῆς ἐὰν δὲν ἐπανέλθῃ τὸ Κράτος εἰς ὁμαλὸν ρυθμὸν οὐδεμία πολιτικὴ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ. Μὲ ἐξαρθρωμένας δημοσίας ὑπηρεσίας, μὲ ὑπηρεσίας ἀνειλικρινεῖς εἴτε μὴ ἱσταμένας εἰς τὸ ὕψος των ἀπὸ ἠθικῆς ἀπόψεως, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτελεσθῇ οἱονδήποτε ἀποτέλεσμα ἐν τῇ χώρᾳ αὐτῇ. Θὰ ἔπρεπεν ἑπομένως νὰ ὑπάρξῃ γενικὴ προσπάθεια καὶ δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ ἦτο ἡ κατάλληλος στιγμὴ διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἀπόψεων νὰ ὑπάρξῃ γενικὴ προσπάθεια, διότι ἀτυχῶς τίποτε δὲν ἵσταται ὄρθιον εἰς τὸν τόπον αὐτόν. Τίποτε δὲν εἶναι ἐν τάξει, ὅτι ὑπάρχει ἀνταρσία δὲν εἶναι οὐδαμῶς λόγος διὰ νὰ δίδωμεν ἀκόμη καὶ ἄλλα μέσα εἰς τοὺς κομμουνιστάς. Μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 31 Μαρτίου 1946 ἔπρεπε νὰ πνεύσῃ ἕνας ἀέρας ἐξυγιάνσεως καὶ ἀνακαινίσεως, ἔπρεπε νὰ πνεύσῃ ὁ ἀέρας τῆς ἐθνικῆς ἀντιστάσεως τῆς ὑπαίθρου, ὅπως καὶ εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ 1910 θὰ ἦτο δυνατὸν τὸ κράτος νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰ μεγάλα προβλήματα τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο ὄπισθεν αὐτοῦ. Ἐὰν ὁ ἀέρας αὐτὸς ἔπνεε καὶ ἡ ἀνταρσία θὰ ἐστερεῖτο ἀρκετῶν ἐπιχειρημάτων καὶ ἀρκετῶν ἄλλης φύσεως ἐφοδίων εἰς τὸν ἀγῶνα της. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι τὰ πάντα διελύθησαν, οὔτε διαφώτισις, οὔτε βελτίωσις τῶν βιοτικῶν συνθηκῶν, οὔτε ἀνάπλασις τῆς κρατικῆς μηχανῆς, τὰ πάντα βαίνουν τυχαίως καὶ μοιραίως καὶ μοναδικὴ σκέψις ὑπάρχει ὁ κομματικὸς ὀργανισμός. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας οὐδεμία πολιτικὴ ὑπόσχεται ἐπιτυχίαν. Καὶ ἡμεῖς ὅσον καὶ ἂν πιστεύαμεν εἰς τὴν ὀρθότητα τῶν σκέψεων τῶν οἰκονομικῶν τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου σᾶς ἐξέθεσα, ὅσον καὶ ἂν πιστεύωμεν εἰς αὐτάς, πιστεύομεν πρὸ πάντων εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς δημιουργίας ἑνὸς νέου κρατικοῦ ὀργανισμοῦ ἐμπεποτισμένου ἀπὸ τὸν καθαρὸν ἀέρα τῆς ὑπαίθρου, τὸν ἀέρα ποὺ δίδουν οἱ μαχόμενο Ἕλληνες στρατιῶται, διότι ἄνευ τοῦ ἀέρος αὐτοῦ τὰ πάντα σήπονται καὶ οὐδὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ. Πρὸς αὐτὴν τὴν ἀναγέννησιν θὰ ἔπρεπε πρώτη νὰ δώσῃ τὸ παράδειγμα ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία. (Χειροκροτήματα).
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἔχει ὑποβληθῆ πρότασις περὶ καθορισμοῦ ἡμέρας συζητήσεως τοῦ Καπνικοῦ νομοσχεδίου ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ νομίμου ἀριθμοῦ βουλευτῶν. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν δύναται νὰ ὁμιλήσῃ εἷς ὑπὲρ τῆς προτάσεως καὶ εἷς ἐναντίον αὐτῆς καὶ μετὰ νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§95ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ὁμιλήσουν. Δύναται νὰ ἀποφανθῇ ἀμέσως ἡ Βουλή.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται λοιπὸν ἡ Βουλὴ νὰ καθορισθῇ ἡμέρα συζητήσεως τοῦ Καπνικοῦ Νομοσχεδίου; Ἡ Βουλὴ ἐρωτωμένη ἀποφασίζει ὅπως ἡ 18 Φεβρουαρίου ἡμέρα Τετάρτη ὁρισθῇ διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ καπνικοῦ νομοσχεδίου.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Δ. Κούτσικας δηλοῖ ὅτι κατόπιν τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι διετάχθη ἡ λῆψις ἀναλόγων μέτρων πρὸς ἐμπέδωσιν τῆς τάξεως εἰς τὴν Πελοπόννησον, δὲν αἴρει τὴν ἐμπιστοσύνην του πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
§98Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ σᾶς ἀπασχολήσω καὶ ἐγὼ ἀναλύων καὶ ἀναπτύσσων τὰς σκέψεις μου περὶ τῶν διαφόρων οἰκονομικῶν συστημάτων, τοῦ Φιλελευθέρου συστήματος, τοῦ Σοσιαλιστικοῦ συστήματος καὶ τοῦ μικτοῦ συστήματος. Ὅσα ἐλέχθησαν ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων, εἶναι ὑπὸ ἔννοιαν θεωρητικὴν ἀπολύτως ἀνεπαρκῆ, ὑπὸ ἔννοιαν ὅμως ἀμέσως πρακτικὴν ἐπαρκῆ, καὶ ἑπομένως δὲν νομίζω, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δικαιοῦμαι καὶ ἐγὼ νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ νὰ σᾶς ἀναπτύξω ποῖον εἶναι τὸ Σοσιαλιστικὸν σύστημα, ποῖον εἶναι τὸ σύστημα τὸ Φιλελεύθερον, καὶ ποῖον εἶναι τὸ σύστημα τὸ μικτόν, τὸ ὁποῖον συνδυάζει τὰ ἀγαθὰ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου. Ἄλλωστε, ὅπως εἶχον καὶ χθὲς τὴν εὐκαιρίαν νὰ παρατηρήσω, ἡ σημερινὴ ἐν Ἑλλάδι κατάστασις δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀντιμετωπισθῇ ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων θεμελιωδῶν συστηματικῶν ἀρχῶν. Θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ πρέπει νὰ μεταμορφώσωμεν τὴν οἰκονομίαν καὶ τὴν Κοινωνίαν μας. Θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ κατὰ τὴν θὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸν τρόπον τῆς ὀργανικωτέρας, τῆς βασιζομένης δηλαδὴ καὶ ἐπὶ τῆς παραδόσεως καὶ τοῦ παρελθόντος μας, ἀλλὰ καὶ τῆς βασιζομένης ἐπὶ τῆς προοπτικῆς τοῦ μέλλοντος μεταμορφώσεως τῆς Οἰκονομίας μας καὶ τῆς Κοινωνίας μας. Σήμερον ὅπως ἐτόνισα καὶ χθὲς ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐὰν εἴμεθα ὀπαδοὶ Φιλελευθέρας θεωρίας ἢ τῆς Σοσιαλιστικῆς, ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν τὴν στοιχειώδη καὶ ἁπλῆν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν ὅλα τὰ μαχόμενα ἔθνη ἐν καιρῷ κινδύνου ἀναγνωρίζουν τὴν ἀλήθειαν ὅτι ἡ ἐπέμβασις τοῦ Κράτους ἀποτελεῖ τοὐλάχιστον εἰς τὴν Οἰκονομίαν ἐξ ἴσου ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην, ὅσον ἀποτελεῖ καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς, ἀφοῦ καὶ ἐπιστρατεύσεις γίνονται καὶ τὰ παιδιὰ ὑποχρεοῦνται νὰ ἐγκαταλείψουν τὰς ἐργασίας των καὶ ἐπιστρατευόμενα νὰ πολεμοῦν. Ἀφοῦ τόσαι ἄλλαι ἐπεμβάσεις σημειοῦνται εἰς τόσους ἄλλους τομεῖς τῆς ζωῆς καὶ δὴ εἰς τὸν ἠθικὸν τομέα τῆς ζωῆς ἐπὶ τοῦ ὁποίου κατ’ ἀνάγκην τὸ κράτος ἀσκεῖ μεγίστην καὶ πιεστικὴν παρέμβασιν κατὰ τὸ διάστημα τοῦ ἀγῶνος, κατὰ τὸ διάστημα τοῦ κινδύνου, κατὰ τὸ διάστημα τοῦ πολέμου, ἀναγκαιοτάτη εἶναι ἡ παρέμβασις τοῦ Κράτους κατὰ τὰς κρισίμους αὐτὰς ὥρας καὶ εἰς τὸν οἰκονομικὸν τομέα, ἡ παρέμβασις τοῦ Κράτους ἡ ἀποβλέπουσα εἰς τὸ νὰ ὁλοκληρωθῇ καὶ νὰ γενικευθῇ ἡ ἔννοια τῆς θυσίας. Διότι ἡ ἱστορικὴ ὥρα τοῦ Ἔθνους ἐπιβάλλει εἰς τὸ μέγιστον ποσοστὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ βαρυτάτας θυσίας, βαρυτάτους περιορισμούς, ἐπεμβάσεις, δοκιμασίας. Πρὸ τριμήνου, κ. βουλευταί, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ τὴν ὤθησιν τῶν συμπαραστατῶν καὶ φίλην μας ἀπεφάσισε νὰ λάβῃ ὡρισμένα μέτρα πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως πρῶτος ἐγὼ ἐθεώρησα καθῆκόν μου δι’ ἄρθρου τὸ ὁποῖον ἐδημοσίευσα εἰς καθημερινὴν πρωϊνὴν ἐφημερίδα, ἐθεώρησαν καθῆκόν μου νὰ τονίσω ὅτι ἀποτελεῖ καλὴν ἀπαρχήν, ἐθεώρησα καθῆκον μου νὰ προσπαθήσω νὰ συμβάλλω εἰς τὴν δημιουργίαν μιᾶς ἀτμοσφαίρας ἐμπιστοσύνης, οὕτως ὥστε τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἐσκόπει νὰ λάβῃ — τινὰ τῶν ὁποίων εἶχεν ἐξαγγείλει — νὰ μὴ ἀστοχήσουν καὶ νὰ μὴ ἀποτύχουν. Εἶχε προηγηθῆ ἡ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐξουσιοδοτήσεως ἔγκρισις καὶ ψήφισις τοῦ νόμου «περὶ ἀποδεικτικῶν συναλλάγματος». Ἐκεῖ βεβαίως τὸ Ἐθνικὸν Ἑνωτικὸν Κόμμα ἐξέφρασε τὰς ἀπόψεις του, ἐτόνισε — διότι ἦτο κλειστὸς ὁ χῶρος καὶ δὲν ἦτο πλήρης ἡ δημοσιότης ὅπως εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς —ἐκεῖ τὸ Ἐθνικὸν Ἑνωτικὸν Κόμμα, ἐθεώρησε καθῆκόν του νὰ τονίσῃ: ἃς μὴ κοροϊδευώμεθα· ἡ εἰσαγωγὴ τῶν ἀποδεικτικῶν συναλλάγματος ἰσοδυναμεῖ πρὸς ἀναπροσαρμογὴν τῆς δραχμῆς. Καὶ ἐτόνισε τὸ Ἐθνικὸν Ἑνωτικὸν Κόμμα ὅτι εἶναι μοιραῖον νὰ ἐπακολουθήσουν ὡρισμέναι συνέπειαι χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις — καὶ εἰς τοῦτο συμφωνῶ πρὸς τὸν προλαλήσαντα — θὰ προέβαινε εἰς τὸ λάθος νὰ συνδέσῃ τὸ μέτρον τῶν ἀποδεικτικῶν πρὸς ἀναπροσαρμογὴν τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς καὶ πρὸς ἄλλα μέτρα προκαλέσαντα κῦμα ἀντιδράσεως. Τὸ Ἐθνικὸν Ἑνωτικὸν Κόμμα εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι προβλέπει ὡρισμένας συνεπείας ἀλλ’ ὅτι πρέπει κατ’ ἀνάγκην νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει νὰ υἱοθετήσῃ ὀρθότερον σύστημα πρὸς συστηματικὴν προστασίαν τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς, καὶ διευκόλυνσιν συγχρόνως τῶν εἰσαγωγῶν. Καὶ ὅταν πλέον ἐψηφίσθη καὶ ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος, τότε ἐγὼ ὁ ἴδιος διὰ τῆς ὑπογραφῆς μου, ἂν καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως τὸ Ἐθνικὸν Ἑνωτικὸν Κόμμα εἶχεν ἐκθέσει τὰς ἀπόψεις του, ἐγὼ ὁ ἴδιος ἐβγῆκα καὶ ἐτόνισα ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτύχουν καὶ θὰ ἐπιτύχουν τὰ ἀποδεικτικὰ συναλλάγματος. Ἐβγῆκα καὶ ἐδημοσίευσα ἄρθρον διὰ τοῦ ὁποίου ἐχαιρέτησα τὴν πρωτοβουλίαν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐπὶ 1½ ἔτος,— διότι εἰς τὰ οἰκονομικὰ Ὑπουργεῖα ὑπάρχει ἑνότης Κυβερνητική, καὶ συνέχεια ἐπὶ δύο ἔτη— ἑπομένως πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ἐπὶ 1½ ἔτος μέχρι τοῦ παρελθόντος Ὀκτωβρίου δὲν εἶχε σημειωθῆ καμμία πρωτοβουλία ἀξία λόγου, ἀξία μάλιστα τῶν περιστάσεων τὰς ὁποίας ἐπέβαλον ἕνας πόλεμος, μία κατοχή. Αἱ τραγικαὶ αὐταὶ συνθῆκαι ἐπέβαλον τὴν ἀνάληψιν κάποιας πρωτοβουλίας, καὶ τὴν εἰσαγωγὴν πρὸς ψήφισιν ὡρισμένων βασικῶν μέτρων εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς καταστάσεως καὶ διόρθωσιν τοῦ κακοῦ. Δι’ αὐτὸ ἐχαιρετίσαμεν τότε τὰ μέτρα, ἀλλὰ, φίλοι κ. συνάδελφοι, τὰ μέτρα ἐκεῖνα δὲν κατώρθωσαν νὰ ἀποδώσουν, διότι τὰ μέτρα ἐκεῖνα πρῶτον μὲν συνεδυάσθησαν ἀτόπως πρὸς ἄλλα ἄστοχα, δεύτερον δὲ ἀπεμονώθησαν καὶ δὲν ἐλήφθησαν παραλλήλως πρὸς ἄλλα μέτρα συνδεόμενα πρὸς ἄλλους τομεῖς τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς, τομεῖς περὶ τῶν ὁποίων ἀμέσως θὰ ὁμιλήσω. Κύριοι βουλευταί, εἷς ἐκ τῶν τομέων αὐτῶν, εἰς τὸν ὁποῖον ἔπρεπεν ἀμέσως ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἀφ’ ἧς ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἐξέλεξε Βουλὴν καὶ ἀφ’ ἧς ἡ Βουλὴ ἀνέδειξε Κυβέρνησιν, νὰ σημειωθῇ μεγάλη κυβερνητικὴ μέριμνα, εἶναι ὁ τομεὺς τῆς πίστεως. Καὶ δὲν ἐγένετο τίποτα. Ἀναμένομεν. Ἡ Κυβέρνησις τὸ ὑπεσχέθη, καὶ ἀπὸ ἡμερῶν καταρτίζει νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ἀντιμετωπίζει τὸ πρόβλημα τῆς πίστεως, ὕστερα ἀπὸ δύο ὁλόκληρα περίπου χρόνια. Διότι ἐγώ, κατ’ ἀντιδιαστολὴν πρὸς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Σοσιαλιστικοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος, προκειμένου περὶ τοῦ τομέως τῆς δημοσιονομικῆς καὶ οἰκονομικῆς πολιτικῆς, θεωρῶ τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἐν συνεχείᾳ λειτουργοῦσαν ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1946 μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης. Δὲν ὑπέβαλεν ἀκόμη, λέγω, ἡ Κυβέρνησις τὰ νομοσχέδια αὐτά, ἀλλὰ ἔκτοτε ἔπρεπε, τονίζω τὸ ἔκτοτε, νὰ εἶχεν ἀντιμετωπίσει τὸ κρίσιμον αὐτὸ θέμα τῆς πίστεως. Καὶ ἔπρεπε νὰ τὸ ἀντιμετωπίσῃ, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀρνητικῶς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θετικῶς. Ἀρνητικῶς μὲν ἔπρεπε νὰ κλείσῃ τὶς πόρτες εἰς ὅλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὡς ἄτομα, ὡς ἰδιῶται, χωρὶς νὰ ἔχουν τὴν ἱκανότητα τὴν πραγματικὴν τῆς ἀτομικῆς πρωτοβουλίας ἤθελον βασιζόμενοι μόνον ἐπὶ μεγάλης καὶ χαριστικῆς εὐνοίας τοῦ Κράτους νὰ ἀναλάβουν μεταπολεμικῶς τὴν οἰκονομικήν των δύναμιν. Διότι αὐτὸ συνέβη, κύριοι βουλευταί, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Οἱ περισσότεροι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐπλούτισαν, δὲν ἐπλούτισαν δι’ ἰδίων μέσων. Ἐὰν ἐπλούτιζον διὰ τῶν ἰδίων των μέσων, ἐὰν ἐπλούτιζον διὰ τοῦ ἰδίου των μόχθου καὶ κατώρθωναν νὰ φθάσουν ἔστω καὶ εἰς ὑπερβολικὸν πλουτισμόν, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ὡς ὑπερβολικόν, συμφωνῶν πρὸς τὸν Ἀριστοτέλην καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τοῦ Σοσιαλιστικοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῶ, θὰ ἔλεγον ἐπὶ τέλους ἔχει καλῶς, ἀφοῦ ὁ πλοῦτος θὰ προέκυπτε τοὐλάχιστον ἀπὸ τὸν πραγματικὸν μόχθον. Ἀλλὰ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν δὲν προέκυψε, κύριοι βουλευταί, καὶ κύριε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν προέκυψεν ὁ πλοῦτος ἀπὸ προσωπικὸν μόχθον. Δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ διαβάσωμεν τὴν κατάστασιν τὴν ἐμφαίνουσαν τὰ χορηγηθέντα δάνεια, τὰς χορηγηθείσας πιστώσεις, διὰ νὰ ἴδωμεν ἀπὸ ποῦ προέκυψε ὁ πλοῦτος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καὶ πάλιν μεταπολεμικῶς εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνωτάτην οἰκονομικὴν βαθμίδα χωρὶς νὰ κάμουν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαραίτητον, χωρὶς νὰ καταβάλουν μόχθον διὰ νὰ ἀνεβοῦν τὰ σκαλοπάτια. (Χειροκροτήματα).
§99Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Νὰ τοὺς μάθωμεν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ξεύρωμεν ποῖοι εἶναι αὐτοί.
§100Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζει ἡ Βουλή, διότι καὶ δημοσιεύματα εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἀνταποκρινόμενα ἐν πολλοῖς εἰς τὴν πραγματικότητα εἶδον τὸ φῶς, καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐλέχθησαν πολλά. Γνωρίζει ἡ Βουλή, ὅτι ἑκατοντάδες ἑκατομμυρίων ἐδόθησαν εἰς ὡρισμένα ἄτομα, καθ’ ἥν στιγμὴν μετὰ δυσχερείας οἱ ὑπουργοὶ τοῦ Συντονισμοῦ καὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καταδέχονται ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν, νὰ δώσουν καὶ κάτι εἰς τὴν ἀγροτικὴν τάξιν νὰ δώσουν κάτι εἰς τοὺς συνεταιρισμούς. Κύριοι βουλευταί, ἐδῶ πρόκειται περὶ ἑνὸς δραματικοῦ φαινομένου, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἀποτελέσῃ κεφάλαιον λῆξαν. Πρέπει νὰ λήξῃ ἐντὸς ἐλαχίστων ἡμερῶν, ἄλλως ἡ Βουλή, κύριοι βουλευταί, δὲν ἔχει λόγον ὑπάρξεως. Διότι τὰ λέμε, τὰ φωνάζομεν τὰ δημοσιεύομεν, καὶ αἱ Κυβερνήσεις, οἱ ἁρμόδιοι ὑπουργοί, αἱ ἁρμόδιαι ὑπηρεσίαι αἱ ὁποῖαι κυκλώνουν τοὺς ὑπουργοὺς οἱ ἀναρμόδιοι τρίτοι κύκλοι, οἱ ὁποῖοι ἐπίσης τὰς περισφίγγουν, ἀδιαφοροῦν διὰ τὰς ἐπικρίσεις ἀδιαφοροῦν διὰ τὰς παραινέσεις καὶ τὰς εἰσηγήσεις καὶ ἐμμένουν εἰς τὴν τακτικήν των. Γνωρίζουν οἱ παράγοντες αὐτοὶ μὲ ἀπόλυτον βεβαιότητα ὅτι δὲν πρόκειται τίποτε νὰ γίνῃ. Ἐὰν κύριοι εἰς τὸν τομέα αὐτὸν δὲν πρόκειται σήμερον νὰ γίνῃ τίποτε, τότε ἁπλούστατα δὲν ἔχομε καὶ ἡμεῖς λόγον ὑπάρξεως. Ὀφείλομεν ὡς Βουλή, εἰς τὸν τομέα τοῦτον, κατὰ τρόπον φανατικὸν καὶ ἀπόλυτον νὰ παρακολουθήσωμεν ἀπὸ ἀγάπην, τὴν ὁποίαν τρέφομεν πρὸς αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας μας, νὰ τὴν παρακολουθήσωμεν μὲ τὴν αὐστηρότητα τῶν πατέρων, διότι πατέρες εἶσθε καὶ πατέρες εἴμεθα τοῦ Ἔθνους, καὶ ὑποθέτω ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι τὸ τέκνον μας καὶ πρέπει νὰ τὸ παρακολουθήσωμεν τὸ τέκνον αὐτὸ μὲ ἀπόλυτον καὶ φανατικὴν αὐστηρότητα.
§101Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Προτείνω νὰ γίνῃ μία Κοινοβουτικὴ Ἐπιτροπὴ κύριε Πρόεδρε, τὸ ταχύτερον, καὶ νὰ ἐξετάσῃ αὐτά, τὰ σοβαρὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα θίγονται ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, κύριε Πρόεδρε, καὶ νομίζω ὅτι θὰ εἶναι σύμφωνος, νὰ καταρτισθῇ μία Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἀπὸ βουλευτάς, ὅλων τῶν Κομμάτων διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα.
§102Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ἐπροτείνατε καὶ ἄλλοτε κύριε Βασιλειάδη, σύστασιν Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ τὰ ζητήματα τοῦ ἄνθρακος καὶ δὲν εἴδομεν νὰ μᾶς φέρετε κανένα ἀποτέλεσμα εἰς τὴν Βουλήν.
§103Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Δὲν πταίω ἐγώ, νὰ ἀπευθυνθῆτε εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.
§104Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, καὶ ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Βασιλειάδην, ὅτι δὲν ἔχει νὰ ὠφελήσῃ εἰς τίποτε ἡ Ἐπιτροπή.
§105Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Πολύ.
§106Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφήσατέ με νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, καὶ ἀναπτύξατε ἔπειτα τὴν ἰδικήν σας. Κάποιος ἐκ τῶν προλαλησάντων εἰς τὴν ἀγόρευσίν του, μὲ ὠνόμασε, καὶ κολακεύομαι δι’ αὐτό, ἐκ τῶν νεωτέρων, τῶν συναδέλφων. Δὲν θὰ θελήσω βέβαια νὰ ἀποκαλύψω τὴν ἡλικίαν μου ἀπόψε, προηγοῦνται ὅμως νομίζω δεκάδες ἀρκεταὶ συναδέλφων, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, χωρὶς νὰ ἔχω μακρὰν Κοινοβουλευτικὴν πεῖραν, ἔχω διαβάσει ἀρκετὰ τὴν ἱστορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου καὶ παρακολουθῶ ἐπὶ δύο ἔτη τώρα, τὰς ἐργασίας τῆς Συνελεύσεως μας, καὶ ἔχω διαπιστώσει εἰδικῶς κατὰ τὰ τελευταῖα 15–20 ἔτη διότι ἄλλοτε εἶχον σημασίαν αἱ Ἐπιτροπαὶ αἱ ἐξεταστικαί, ὅτι δὲν ὁδηγοῦν εἰς ἀποτελέσματα, καὶ ἐπὶ τέλους ἐὰν θέλετε, δὲν εἶναι ἡ ὑπόθεσις αὕτη περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλοῦμεν ὑπόθεσις ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκην μιᾶς ἰδιαιτέρας, οὕτως εἰπεῖν, δικαστικῆς ἐρεύνης, ὅπως ἡ ἔρευνα εἰς τὴν ὁποίαν προβαίνει ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή. Ἀλλὰ τὸ θέμα, ἀπαντῶ τώρα θετικά, καὶ ὄχι ἁπλῶς ἀρνητικὰ εἰς τὸν φίλον κ. Βασιλειάδην, τὸ θέμα ἔχει ἀνάγκην μιᾶς ἐντόνου δημοσίας ἐρεύνης. Ἐδῶ, εἰς αὐτὴν τὴν αἴθουσαν, μὲ ὅλους μαζὶ θὰ γίνῃ μία συζήτησις μέχρις ὅτου, οἱ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ παραγωγικῶν Ὑπουργείων ὑπουργοὶ μᾶς δώσουν στοιχεῖα μᾶς δώσουν πληροφορίας καὶ μᾶς ὑποδείξουν τὰ θετικὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων πιστεύουν ὅτι εἶναι δυνατὴ ἡ ἀποτελεσματικὴ ἀντιμετώπισις τῆς καταστάσεως, καὶ ἐὰν δὲν ἠμπορέσουν ἢ δὲν θελήσουν, οἱ κ. ὑπουργοὶ νὰ πράξουν τοῦτο, καὶ ἐὰν τελικῶς οἱ ἀρχηγοὶ τῶν δύο συνεργαζομένων ἐν τῇ Κυβερνήσει κομμάτων τοὺς ἐπιτρέψουν νὰ μὴ τὸ πράξουν, τότε θὰ ἀναλάβωμεν ὅλοι ἡμεῖς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταψηφίσωμεν ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν. Διότι ἐὰν πρόκειται νὰ μᾶς ἐξαπατήσῃ ἐπὶ τοῦ κυρίου καὶ σπουδαιοτάτου αὐτοῦ αἰτήματος τῆς Ἐθνικῆς μας ζωῆς, αἰτήματος τὸ ὁποῖον συνδέεται μὲ αὐτὴν ταύτην τὴν ὑπόστασιν τὴν ἠθικὴν τοῦ Ἔθνους, διότι γνωρίζετε ὅλοι πόσα δημοσιεύονται ἔξω, καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν νὰ ἐξετάσω ἐὰν εἶναι ἀληθῆ ἢ ὄχι, τότε λέγω ἐὰν μᾶς ἐξαπατήσουν εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ποῦμε εἰς τὰ δύο κόμματα τὰ ὁποῖα σήμερον συνεργάζονται, ἐὰν ἐκδηλώνουν τὴν ἀλληλεγγύην των πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς οἱ ὁποῖοι δὲν ἀντιλαμβάνονται τὸν πόνον ὁ ὁποῖος μᾶς κατέχει καὶ δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὴν ἀξίωσιν τὴν ὁποίαν προβάλλομεν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ εἴπωμεν ὅτι ὀφείλουν ὡς Κυβέρνησις νὰ πέσουν. Κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι μόνον ὁ τομεὺς αὐτὸς εἶναι καὶ ἄλλος, Αὐτὸς εἶναι ὁ τομεὺς τῆς πίστεως καὶ μάλιστα μόνον ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς ἀρνητικῆς. Πολλὲς πόρτες νὰ κλεισθοῦν καὶ εἶναι πόρτες ἀνοικτὲς καὶ μπαινοβγαίνει κόσμος ὁ ὁποῖος δὲν πρέπει νὰ μπαινοβγαίνῃ. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἡ θετικὴ πλευρά. Πρέπει νὰ ἐκδηλώσωμεν δημιουργικῶς τὴν πίστιν. Συμφωνῶ μὲ τὸν προλαλήσαντα ἐκπρόσωπον τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος τῆς Ἑλλάδος, ὅτι πρέπει ἐπὶ τέλους, δίδοντες τέρμα εἰς τὴν τακτικὴν τῶν ψευδῶν ὑποσχέσεων, νὰ πραγματοποιήσωμεν τὰς ὑποσχέσεις τὰς ὁποίας σχεδὸν ὅλοι ἔχομεν δώσει κατὰ περιόδους ἐκλογικὰς ἢ ἄλλας νὰ πραγματοποιήσωμεν τὴν ὑπόσχεσιν τὴν ὁποίαν σχεδὸν ὅλοι ἔχομεν δώσει, ὅτι θὰ ἀποδώσωμεν εἰς τοὺς μικροκαταθέτας ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἡ μοῖρα τοῦ Ἔθνους τοὺς ἀπέσπασε. Κύριοι βουλευταί, ὅταν δι’ ὀλίγους μῆνας ἀνέλαβον τὸ καλοκαῖρι τοῦ 1944 τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, πρὶν ἢ εἰσέλθῃ τὸ ΕΑΜ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἐθνικῆς Ἑνώσεως, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ προετοιμασθῶ διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην, καὶ δὲν ἠρκέσθην εἰς τὴν προετοιμασίαν, ἀλλὰ προέβην εἰς ἐκτενεῖς εἰς τὰς ἐφημερίδας τῆς Ἀλεξανδρείας δηλώσεις, διὰ τῶν ὁποίων ἐξήγγελλον τὴν ἀπόδοσιν τῶν μικροκαταθέσεων ὡς πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἐθνικῆς Ἑνώσεως. Ἀλλὰ κατὰ τὰ τέλη τοῦ Ὀκτωβρίου ὅταν εἶχον παύσει νὰ εἶμαι ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὅταν ἐπὶ πενθήμερον ἀπουσίαζον εἰς τὴν Μέσην Ἀνατολὴν καὶ συγκεκριμένως εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν διὰ νὰ μεταφέρω τὸ ἐκεῖ ἀκόμη εὑρισκόμενον Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, διότι εἶχον μετονομασθῆ ἀπὸ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, τότε κατὰ τὴν ἀπουσίαν μου ἐγένετο ἡ πρᾶξις ἐκείνη ἡ συντακτική, τὴν ὁποίαν μετὰ τὴν ἐπιστροφήν μου δὲν υἱοθέτησα ζητήσας ὅπως τονισθῇ τοῦτο ἰδιαιτέρως εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ ἐξέφρασα τὴν διαμαρτυρίαν μου. Κύριοι βουλευταί, νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμοποιήσῃ αὐτὸ τὸ κάλυμμα ἐπωφελῶς. Δὲν ἠξεύρω τί σφάλματα ἠμπορεῖ νὰ ἐκάμαμεν εἰς τὴν Μέσην Ἀνατολήν, πάντως τὸ κάλυμμα τὸ ἐσεβάσθημεν καὶ ἀπὸ ἀπόψεως δημοσιονομικῆς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς διαχειρίσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ τὸ παραμικρὸν, οὔτε εἰς βάρος ἐκείνων οἱ ὁποῖοι προηγήθησαν τῆς ἰδικῆς μου καθόδου εἰς τὴν Μέσην Ἀνατολήν, οὔτε εἰς βάρος ἐκείνων καὶ ἐμοῦ, οἱ ὁποῖοι διεχειρίσθησαν τὰ οἰκονομικά, οὔτε εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως Ἐθνικῆς Ἑνώσεως, ἡ ὁποία διεδέχθη τὴν Κυβέρνησιν Τσουδεροῦ. Θὰ ἦτο δυνατὸν κάλλιστα ἀπὸ αὐτὰς τὰς χρυσᾶς λίρας, τῶν ὁποίων ἡ ἄφιξις διεφημίσθη, νὰ παρθῇ ἕνα ποσοστόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποτελέσῃ τὸ θεμέλιον τῆς ἀναζωογονήσεως τῆς πίστεως καὶ ἀντὶ νὰ τὰς ρίχνωμεν εἰς τὴν χρηματαγορὰν, διότι αὐτὸ λέγομεν εἰς τοὺς ξένους καὶ δὲν μᾶς πιστεύουν, διὰ νὰ τὰς ἀπορροφήσουν, ὄχι πολλοὶ ὅπως εἶπεν ὁ κ. Βαμβέτσος, ἀλλὰ τὰς πολλὰς οἱ ὀλίγοι, ἀντὶ νὰ ρίψωμεν τὰς χρυσᾶς λίρας εἰς τὴν χρηματαγοράν, νὰ δημιουργήσωμεν διὰ τῶν χρυσῶν αὐτῶν λιρῶν τὴν βάσιν, τὸ ἀποθεματικὸν τῆς ἀνασυγκροτήσεως τῆς πίστεως ἐν Ἑλλάδι καὶ νὰ ὑποσχεθῶμεν εἰς ὅλους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους θὰ ἀποζημιώσωμεν, κατὰ ἕνα ὡρισμένον ποσοστὸν βεβαίως, χωρὶς ἀναπροσαρμογὴν πλήρη τοῦ χρέους τοῦ Δημοσίου, ὅτι θὰ ἀρχίσουν δικαιούμενοι νὰ λαμβάνουν ὀπίσω τὰ προπολεμικῶς εἰς τὰ Ταμιευτήρια κατατεθειμένα μετὰ ἕν ἔτος, διὰ νὰ γίνουν ὅλοι αὐτοί, χιλιάδες, δεκάδες χιλιάδων ἄνθρωποι, νὰ γίνουν βοηθοὶ καὶ συνεργάται τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν συγκράτησιν τῶν τιμῶν πρὸς τὰ κάτω, διὰ νὰ γίνουν ὅλοι αὐτοὶ βοηθοὶ εἰς τὴν συγκράτησιν τοῦ ἐπιπέδου τῆς δραχμῆς εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις θὰ θεωρήσῃ ὀρθὸν νὰ τὴν συγκρατήσῃ. Καὶ φεύγω ἀπὸ τὸν τομέα τῆς πίστεως. Θὰ μὲ συγχωρήσουν οἱ κύριοι βουλευταί, ἐὰν δὲν θὰ εἶμαι πολὺ συστηματικός, διότι δὲν ἐγνώριζον ἐὰν θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις καὶ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα μόνον κατ’ ἐπιταγὴν ὑποχρεωτικῆς θητείας, διότι ἔπρεπεν ὅλοι μας νὰ ἀνέλθωμεν εἰς τὸ βῆμα καὶ δὲν ἤμην προετοιμασμένος. Φεύγων ἀπὸ τὸν τομέα τῆς πίστεως θὰ μεταβῶ εἰς τὸν τομέα τῆς καταναλώσεως. Τὸν ἤγγισα χθὲς καὶ ἀπόψε θὰ ἀρκεσθῶ εἰς ἁπλοὺς ὑπαινιγμοὺς χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς ὁλόκληρον τὸ θέμα. Ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ πρέπει νὰ τὸ ἐξετάσωμεν μίαν ἡμέραν καὶ νὰ ἴδωμεν τί θὰ γίνῃ ἀπὸ ἀπόψεως ὀργανώσεως τῆς καταναλώσεως. Ὅλοι οἱ λαοὶ γνωρίζουν τί σημαίνει ὀργάνωσις τῆς καταναλώσεως, μόνον ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες, λόγῳ τῆς ἐξαιρετικῆς μας εὐφυΐας, δὲν ἠξεύρομεν τὶ σημαίνει αὐτό, τὸ θεωροῦμεν ὡς κάτι τι τὸ ἀδύνατον, τὸ θεωροῦμεν ὡς κάτι τι τὸ πολὺ δυσχερές. Δὲν εἶναι νοητόν, κύριοι βουλευταί, καθ’ ἣν στιγμὴν μεγάλοι λαοὶ ὑποβάλλουν ἑαυτοὺς εἰς τόσους περιορισμοὺς ἀπὸ ἀπόψεως καταναλώσεως, ἡμεῖς καὶ ὄχι ὅλος ὁ ἑλληνικὸς λαὸς, ἀλλ’ ἡμεῖς, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ἑνὸς ἐλαχίστου ποσοστοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, νὰ δίδωμεν τὴν εἰκόνα διότι περὶ εἰκόνας πρόκειται καὶ ὄχι πραγματικότητος, τὴν εἰκόνα τῆς ἀσυδοσίας καὶ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀναγκῶν μας. Αὐτὸ δὲν εἶναι νοητόν, ἔστω καὶ ἂν δὲν πρόκειται νὰ προέλθουν οὐσιώδη οἰκονομικὰ εὐεργετικὰ ἀποτελέσματα, ποὺ νομίζω ὅτι καὶ αὐτὰ θὰ προκύψουν. Πάντως τὰ ἠθικὰ ἀποτελέσματα θὰ εἶναι τόσον σημαντικὰ, κυρίως ὁ ἀντίκτυπος εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ὥστε καὶ μόνον δι’ αὐτὸν τὸν ἀντίκτυπον θὰ ἤξιζε νὰ πραγματοποιήσῃ κανεὶς τοὺς ἀναγκαίους περιορισμοὺς διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ συστήματος τῶν δελτίων εἰς μεγάλην κλίμακα. Τρίτος τομεὺς, διότι τοὺς τομεῖς ἐπρόφθασα νὰ σημειώσω εἰς ἕν σημείωμα, εἶναι ὁ τομεὺς τῶν εἰσαγωγῶν. Ὅπως καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῶν πιστώσεων αἱ ὁποῖαι περιλαμβάνουν τὰς πιστώσεις τὰς πρὸς τοὺς εἰσαγωγεῖς ἀλλὰ δὲν περιορίζονται εἰς αὐτούς, ὅπως εἰς τὸ τομέα τῶν πιστώσεων, ἄνοιξαν πόρτες διὰ νὰ μποῦν συμφέροντα ἀτομικὰ εἰς τὸν χῶρον τοῦ κράτους. Ἔτσι εἰς τὸ ζήτημα τῶν εἰσαγωγῶν, ἐνῷ ἀπὸ δύο ἐτῶν ἐφωνάζομεν τινές, τῶν ὁποίων ἡ φωνὴ δὲν ἀκούεται ἐπαρκῶς, διατὶ νὰ δημιουργῶμεν ἀκόμη περισσοτέρους τυχοδιώκτας, διατὶ ἐκτὸς τῶν ἐμπόρων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν μίαν παράδοσιν, ἕνα πλῆθος τυχοδιωκτῶν ἐνεφανίσθη εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τῆς ζωῆς μας, τὸ ὁποῖον πλῆθος τῶν τυχοδιωκτῶν ἐδημιούργησε νέαν κατάστασιν πραγμάτων, ἐδημιούργησε νέαν ἠθικὴν τάξιν εἰς τὴν κοινωνίαν μας, ἀνατρέπει τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους διάγομεν, ἀνατρέπει αὐτὰς τὰς συνθήκας τῆς ἠθικῆς ὑποστάσεως τοῦ Ἔθνους διατὶ νὰ εἰσέλθουν ὅλοι αὐτοί; Διατὶ νὰ μὴ δοθοῦν, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον θὰ συνυφαίνετο καὶ πρὸς τὴν νομισματικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἀμεσώτατα, εἰς ὀργανισμοὺς ὅπως ἐτόνισεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Σοσιαλιστικοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος, καὶ συνεταιρισμοὺς καταναλωτικοὺς ὄχι μόνον εἰς τὴν ὕπαιθρον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς πόλεις, διατὶ νὰ μὴ δοθοῦν εἰς τὸν συνεταιριστικὸν κόσμον τῶν τιμίων καὶ ἐλευθέρων Ἑλλήνων τὰ δισεκατομμύρια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν εἰς μεμονωμένα ἄτομα καὶ διατὶ νὰ μὴ δοθοῦν ἀκριβῶς εἰς ἐκείνους τοὺς συνεταιρισμούς, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν ταὐτοχρόνως καὶ τοὺς καταναλωτὰς καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουν πᾶν συμφέρον ὅπως ἀποδεικνύεται εἴς τινας περιπτώσεις συνεταιρισμῶν π.χ. μερικῶν Τραπεζῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν πᾶν συμφέρον νὰ κρατήσουν ὅσον τὸ δυνατὸν χαμηλότερον τὰς τιμάς, διότι ἔχουν συμφέρον νὰ ζοῦν, διότι αὐτοὶ εὑρίσκονται διαρκῶς ἐν ὄψει τοῦ προβλήματος τῆς ὑπάρξεως καὶ χωρὶς νὰ ἔχουν τὰ στοιχειώδη μέσα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσουν, ἐνῷ οἱ ἄλλοι, τοὺς ὁποίους ἐξέλεξε τὸ Κράτος ὡς εὐνοουμένους κατὰ τὸ διάστημα τῶν δύο αὐτῶν ἐτῶν ἢ εἶναι ἔμποροι ἔχοντες μίαν ὡρισμένην ἄλλην ἀποστολήν, ὅπως πολλοὶ ἔμποροι τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ, καὶ κατὰ δεύτερον λόγον ἀσκοῦντες τὸ ἐπάγγελμα τοῦ εἰσαγωγέως ἢ τυχοδιώκτας, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἔπρεπε διόλου νὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψει. Καὶ ἐδῶ λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπραξε τὸ καθῆκόν της. Καὶ ἡμάρτησε βαρύτατα ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοῦ ἀγωνιζομένου τοῦ βασανιζομένου. Ὁ τέταρτος τομεὺς εἶναι ὁ τομεὺς τῶν γεωργικῶν προϊόντων. Οὐδὲν ἔχω νὰ προσθέσω εἰς ὅσα καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν κυρίων εἶπον, ὅτι εἶναι ἀνάλογος διὰ παντὸς μέσου νὰ προστατευθοῦν τὰ γεωργικὰ προϊόντα καὶ νὰ ἀνατραπῇ, ἐὰν ὄχι πλήρως, ὅσον εἶναι δυνατόν, αὐτὴ ἡ ἀνισορροπία ἡ τραγική, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῶν τιμῶν τῶν γεωργικῶν προϊόντων καὶ τῶν τιμῶν τῶν βιομηχανικῶν προϊόντων. Δηλαδὴ τὸ μέγα ποσοστὸν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ πεινᾷ. Καὶ δὲν ἀποτελεῖ αὐτὸ πρόβλημα, καὶ δὲν εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μᾶς πονῇ καὶ νὰ μᾶς ὁδηγῇ εἰς τὴν μελέτην λύσεων. Ἀρκεῖ ὅτι ἕνας ὡρισμένος ἀριθμὸς βιομηχανιῶν ὡρισμένων ἐμπορικῶν ἐπιχειρήσεων, νὰ εὐημερῇ. Δὲν νομίζω, κ. βουλευταί, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀνισορροπία ἐπιτρέπεται νὰ ἐξακολουθήσῃ. Πέμπτος τομεύς, εἶναι ὁ τομεὺς ὁ ὁποῖος ἀφορᾷ τὴν βιομηχανίαν, ὁ ὁποῖος ἀφορᾷ συγκεκριμένως τὴν κοστολόγησιν καὶ τὸν ἔλεγχον τῶν τιμῶν. Κύριοι βουλευταί, ἐπὶ μῆνας ἐκάθησα καὶ ἐζήτησα πληροφορίας. Δὲν εἶχα μεγάλην προσωπικὴν πεῖραν—ἢ μᾶλλον καμμίαν—εἰς τὸ ζήτημα τῶν διαχειρίσεων βιομηχανιῶν. Δὲν εἶχα καμμίαν πεῖραν. Δὲν εἶχα οὔτε ὡς δικηγόρος ἀσχοληθῆ μὲ ἐπιχειρήσεις καὶ μὲ Ἑταιρείας, ὥστε νὰ ξεύρω πῶς σημειοῦνται ὅλαι αὐταὶ αἱ ταχυδακτυλουργίαι καὶ ὅλαι αὐταὶ αἱ περίεργοι ἀσχημίαι αἱ ὁποῖαι συντηροῦν καὶ αὐξάνουν τὴν δύναμιν ὡρισμένου κύκλου ἀνθρώπων εἰς βάρος τοῦ συνόλου καὶ εἰς βάρος τῆς τιμῆς τοῦ Ἔθνους. Ἀλλ’ ἐπὶ μῆνας τώρα ἐκάθησα καὶ ἠρεύνησα καὶ ἐζήτησα πληροφορίας περὶ διαφόρων βιομηχανιῶν. Δὲν ἔχω αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐδῶ καὶ οὔτε εἶναι ἀνάγκη νὰ δοθοῦν εἰς τὴν δημοσιότητα ὅλα αὐτὰ τὰ στοιχεῖα. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐντεταγμένη νὰ τὰ μελετᾷ. Καὶ διεπίστωσα ὅτι οὐδεὶς ἔλεγχος καὶ οὐδεμία παρακολούθησις σημειοῦται εἰς τὸν τομέα τῶν βιομηχανικῶν προϊόντων. Εἶναι ἀφάνταστον, κ. βουλευταί, τὸ πόσον μεγάλη, τὸ πόσον τεραστίως μεγάλη, εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ κόστους πολλῶν — δὲν τολμῶ νὰ εἴπω τῶν περισσοτέρων, διότι δὲν τὸ ἔχω ἐξακριβώσει, ἀλλὰ πολλῶν βιομηχανικῶν προϊόντων —πόσον τεραστίως μεγάλη εἶναι ἡ διαφορὰ τοῦ κόστους τῆς παραγωγῆς των πρὸς τὴν τιμὴν μὲ τὴν ὁποίαν ἔρχονται εἰς τὴν ἀγοράν. Εἶναι κάτι τὸ ἀσύλληπτον. Δι’ αὐτὸ προκύπτουν εἰς τὸν τομέα περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Βαμβέτσος, τὰ τεράστια ἐκεῖνα κέρδη, δι’ αὐτὸ εἰς ἄλλας βιομηχανίας προκύπτουν ἐπίσης τεράστια κέρδη, κέρδη τὰ ὁποῖα συμποσούμενα, φθάνουν, κύριοι, σχεδὸν τὸ σύνολον τοῦ κυκλοφοροῦντος χαρτονομίσματος. Ἐὰν ἀθροίσητε τὰ κέρδη τῶν μεγάλων βιομηχάνων, ὅσον καὶ ἂν σᾶς φανῇ περίεργον, θὰ ἰδῆτε ὅτι μποροῦν νὰ φθάσουν ὁλόκληρον τὸ κυκλοφοροῦν χαρτονόμισμα, δηλαδὴ μποροῦν νὰ φθάσουν τὴν δύναμιν τοῦ νευρικοῦ συστήματος ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους. Διότι τὸ κυκλοφοροῦν χαρτονόμισμα εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, τὸ νευρικὸν σύστημα τοῦ ὀργανισμοῦ πού ὀνομάζεται ἐθνικὴ οἰκονομία. Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα δὲν μπορῶ νὰ σᾶς τὸ εἴπω μὲ βεβαιότητα. Ἔκαμα ὑπολογισμούς. Ὅταν δύο ἢ τρεῖς ἐπιχειρήσεις ἔχουν κέρδη 20, 30, 40 δισεκατομμύρια, δὲν ἔχετε παρὰ νὰ πολλαπλασιάσετε καὶ θὰ ἰδῆτε ὅτι....
§107Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Θὰ ἤθελα, Ἀρχηγοὶ Κομμάτων, καὶ ἰδίως τῆς περιωπῆς τῆς ἰδικῆς σας, τοιαῦτα ζητήματα νὰ τὰ ἀναλύουν καὶ νὰ τὰ ἐκθέτουν ἀπὸ τοῦ βήματος, κατόπιν ἐρεύνης καὶ μελέτης ἐπισταμένης. Διότι σεῖς δίδετε κατευθύνσεις καὶ δὲν θὰ ἔπρεπε προχείρως νὰ ἐξετάζετε ὡρισμένα ζητήματα.
§108Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτιμῶ τὴν σύστασίν σας, ἀλλὰ θὰ παρεκάλουν νὰ μὴν ἐπαναλάβητε συστάσεις. Διότι πιστεύω ὅτι δὲν πλανῶμαι. Πιστεύω ὅτι ὅταν πρὸ ὀλίγων μηνῶν — καὶ μάρτυς ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος — ὑπεσχέθη ἕνας κόσμος βιομηχάνων ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ἐντὸς ἐλαχίστου χρονικοῦ διαστήματος νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ Δημόσιον 40 δισεκατομμύρια, πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι αὐτὰ τὰ 40 δισεκατομμύρια ἐκείνην τὴν στιγμήν......
§109Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Δέκα δισεκατομμύρια.
§110Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. 40 δισεκατομμύρια ἐν ὅλῳ. Πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν — καὶ ἀπαντῶ εἰς τὸν δώσαντα συστάσεις κ. Κάντζιαν — ὅτι αὐτὰ τὰ 40 δισεκατομμύρια ἀποτελοῦν τοὐλάχιστον τὸ ⅒ ἢ τὸ 1)12 ἢ τὸ 1)13 τῶν εἰσοδημάτων τῶν βιομηχάνων. Καὶ κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμήν, κ. βουλευταί, πρὸ ἑνὸς περίπου ἔτους, πόσον ἦτο τὸ κυκλοφοροῦν χαρτονόμισμα; Δὲν ὑπερέβαινε τὰ 500 δισεκατομμύρια. Ὅταν λοιπὸν ἦσαν διατεθειμένοι καὶ πρόθυμοι καὶ ἕτοιμοι νὰ δώσουν 40 δισεκατομμύρια, πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν, κατὰ μίαν λογικὴν στοιχειώδη, ὅτι τὰ κέρδη των ἦσαν τοὐλάχιστον δεκαπλάσια. Καὶ ὡς ἐκ τούτου, χωρὶς νὰ ἔχω ἄμεσον γνῶσιν τῶν ἀλχημειῶν τῶν διαφόρων βιομηχανιῶν καὶ Ἑταιρειῶν, λογικῶς ἔχω τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα νὰ καταλήξω εἰς τὸ συμπέρασμά μου.
§111Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Διὰ τοὺς βιομηχάνους ὁμιλεῖτε ἢ γενικώτερον; Διότι ἐπὶ τοῦ συνόλου ἦσαν 40 δισεκατομμύρια. Εἰδικῶς διὰ τοὺς βιομηχάνους ἦσαν 10 δισεκατομμύρια,
§112Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν ὅλῳ λοιπὸν ἡ οἰκονομία τῶν ἐχόντων ὑπεσχέθη τὰ 40 δισεκατομμύρια. Εἰδικῶς ἡ οἰκονομία τῶν βιομηχάνων ὑπεσχέθη τὰ 10 δισεκατομμύρια, Πάντως οἱονδήποτε πολλαπλασιασμὸν καὶ ἂν κάμετε, θὰ ἴδετε ὅτι ὁ πολλαπλασιασμὸς αὐτὸς μπορεῖ νὰ φθάσῃ ὁπωσδήποτε, ἐὰν ὄχι εἰς τὰ 500 δισεκατομμύρια, ποὺ τότε ἦτο τὸ ὕψος τῆς κυκλοφορίας τοῦ χαρτονομίσματος, ἔστω εἰς τὰ 250, 300, 400 δισεκατομμ. Βέβαια δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζω τί εὑρίσκεται εἰς τὰς χρηματαποθήκας—μὲ συγχωρεῖτε ποὺ εἶπον εἰς τὰς χρηματαποθήκας (γέλωτες)—εἰς τὰ χρηματοκιβώτια τῶν πλουσίων.
§113Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τὶ ἀνάγκη ἔχετε ὑπολογισμῶν, ὅταν ἐγὼ χθὲς σᾶς ἔδωσα τὰ στοιχεῖα;
§114Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Χρειάζεται λοιπόν, κύριοι, νὰ σοβαρευθῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν τομέα τῆς κοστολογήσεως, Ἐλευθερίαν βέβαια θὰ ἀφήσῃ εἰς τὸν κύριον ὁ ὁποῖος εἶναι βιομήχανος, ἀλλὰ πρέπει νὰ εἰσδύσῃ καὶ εἰς τὰ μύχια, ἀκόμη καὶ ἐσώτατα δώματα τῆς οἰκονομικῆς του ὑποστάσεως. Ἀφοῦ δὲν δέχεται ἐκεῖνος εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις— διότι ὑπάρχουν ἀναμφισβητήτως ἐξαιρέσεις τιμίων καὶ ἀπολύτως προθύμων εἰς τὰς δηλώσεις των βιομηχάνων—ἀφοῦ δὲν δέχεται κατὰ κανόνα ἢ κατὰ ἕνα μεγάλον ἀριθμόν, νὰ προσφέρῃ εἰς τὸ Κράτος ὅ,τι ὀφείλει, ἔχει ὑποχρέωσιν τὸ Κράτος νὰ λάβῃ δι’ οἱουδήποτε τρόπου ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δικαιοῦται νὰ λάβῃ. Καὶ δὲν πρόκειται μόνον νὰ λάβῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δικαιοῦται. Δὲν πρόκειται μόνον νὰ ἀσκήσῃ τὴν φορολογίαν δι’ ἐλέγχου τῶν δηλώσεων, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰς τιμάς, αἱ ὁποῖαι ἀφέθησαν καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῶν τελευταίων ἐτῶν εἰς τὴν διάκρισιν μόνον καὶ μόνον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι πλουτίζουν. Καὶ ἐρωτᾶται: Πῶς ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις νὰ κατανοήσουν ἀμέσως οἱ συμπαραστάται καὶ φίλοι μας, ὅτι πρέπει νὰ μᾶς στείλουν χρυσᾶς λίρας διὰ νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ νομισματικὸν πρόβλημα; Φυσικὸν ἦτο νὰ μὴ ἠμποροῦσαν νὰ τὸ ἀντιληφθοῦν ἀμέσως. Παρουσιάσαμε τὴν ρυθμιστικὴν παρέμβασιν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ὡς μέθοδον σοφήν, ὡς μέθοδον, ἡ ὁποία βασίζεται ἐπὶ μεγάλης οἰκονομολογικῆς ἰδιοφυΐας. Καὶ εἴπομεν—τὸ εἶπον καὶ ἀνακοινωθέντα ἀκόμη τῆς Κυβερνήσεως—ὅτι ὑπάρχει διαφωνία ἐπὶ τοῦ τρόπου ἀντιμετωπίσεως τῆς νομισματικῆς κρίσεως, τῶν Ἀμερικανῶν μὴ ἐχόντων ἀκόμη πλήρως κατανοήσει τὴν μέθοδον τὴν ὁποίαν ἐπροτείναμεν καὶ ἡ ὁποία ἀπέδωσεν εἰς τὸ παρελθόν. Τί ἀπέδωσεν εἰς τὸ παρελθόν; Ἡ μέθοδος αὐτὴ τοῦ Τσουδεροῦ ἀπέδωσε τὴν ἐξανέμισιν ἑνὸς τεραστίου ποσοῦ χρυσῶν λιρῶν καὶ τὴν ἐπάνοδον τῆς κρίσεως ὑπὸ πολὺ χειροτέραν μορφήν, Αὐτὸ ἀπέδωσεν! Καὶ βαίνομεν ἐπὶ τὰ ἴχνη τῆς αὐτῆς τακτικῆς. Κύριοι, βέβαια καὶ ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, καὶ θὰ συνηγόρουν καὶ συνηγόρησα εἰς ὅλας τὰς ἐπαφὰς τὰς ὁποίας εἶχον, ὅτι πρέπει νὰ μᾶς δώσουν τὰς χρυσᾶς λίρας καὶ ὅτι πρέπει νὰ παρεμβαίνωμεν ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει κρίσις, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει κίνδυνος. Ἀλλὰ πρὸς Θεοῦ! μὴ ἐμφανιζώμεθα ἐστερημένοι σοβαρότητος καὶ ἰσχυριζόμενοι ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ μέθοδον, ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ σύστημα, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀντιμετωπίζεται σοβαρῶς ἡ οἰκονομικὴ κρίσις ἐν Ἑλλάδι. Ποῖος ἠμπορεῖ νὰ τὸ πιστεύσῃ αὐτό; Πρέπει μὲ μεγάλην φειδὼ νὰ χρησιμοποιηθοῦν αἱ χρυσαῖ λίραι διὰ τὴν παρέμβασιν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦτο διὰ νὰ μὴ συμβῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνέβη καὶ εἰς τὸ παρελθὸν—συνέβη ἐπὶ ὑπουργίας Τσουδεροῦ, ἐπὶ ὑπουργίας Χέλμη καὶ Στεφανοπούλου κατὰ τὸ πρῶτον 10μηνον ἢ τὸ πρῶτον 11μηνον ἢ 12μηνον—ὅταν ἐχύσατε χρυσάφι εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ τὸ ἀπέσπασαν, ἴσως καί τινες πτωχοί, ἀλλὰ κυρίως οἱ πολὺ πλούσιοι.
§115Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Εἴπατε ὅτι ἐχύσαμε χρυσάφι εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ ὅτι τὸ ἀπέσπασαν. Δὲν εἶναι ἀλήθεια τοῦτο. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ὑπομνήσω τοῦτο: Ὅτι τὸ ὅλον ποσὸν τοῦ χρυσοῦ τὸ ὁποῖον διετέθη ἦσαν 2 ἑκατομμύρια χρυσαῖ λίραι, αἱ ὁποῖαι μὴ σᾶς πειράζει, μὴ σᾶς θαμπώνει ὁ ἀριθμὸς τῶν ἑκατομ.—κάνουν 4 ἑκατομ. χαρτίνας λίρας, διότι ὁ χρυσὸς αὐτὸς ἠγοράσθη πρὸς τὴν ἰσοτιμίαν τὴν διεθνῆ, ἡ ὁποία εἶναι δύο χάρτινες λίρες—μία χρυσῆ, ἤτοι 80 δισεκατομ. δραχμαὶ ἐν συνόλῳ, τὰ ὁποῖα 80 δισεκατομμύρια εἶναι τὸ εὐθηνότερον τίμημα, τὸ ὁποῖον ἠμποροῦσε νὰ δώσῃ ὁ τόπος δι’ ἕν ἔτος ὁλόκληρον καὶ πέραν τοῦ ἔτους ἀκόμη, διὰ 17 μῆνας, διὰ νὰ κρατήσῃ τὴν σταθερότητα τῆς χρυσῆς λίρας, ἡ ὁποία ἐκράτησε τὴν σταθερότητα τοῦ τιμαρίθμου καὶ τῶν τιμῶν, τὴν ὁποίαν σεῖς, δὲν θέλετε νὰ ἀναφέρητε εἰς τὸν λόγον σας. Εἰς ὅλην σας τὴν ἀγόρευσιν τὴν ὁποίαν παρηκολούθησα μὲ πολλὴν προσοχήν, ἐνῷ εἴπατε ὅλα τὰ κακά, δὲν εἴπατε ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ὅτι καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ 1946, χάρις εἰς τὰ 2 ἑκατομμύρια χρυσᾶς λίρας αἱ ὁποῖαι ἐδαπανήθησαν, ἐκρατήθη σταθερὸς ὁ τιμάριθμος—καὶ τὸν ἀναφέρω τὸν τιμάριθμον εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ—. Ὁ τιμάριθμος τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος μὲ ἐλαχίστας διακυμάνσεις ἀποδεικνύει σταθερότητα καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1946.
§116Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα ἀνέβαινεν ὁ τιμάριθμος.
§117Δ. ΧΕΛΜΗΣ (Ὑπ. Οἰκον.). Καὶ ἐκρατήθησαν συνεπῶς καὶ οἱ μισθοὶ καὶ τὰ ἡμερομίσθια εἰς τὴν σταθερότητα καὶ ἔτσι κατωρθώσαμε νὰ ἀποφύγουμε τὸν πληθωρισμόν. Αὐτὴν τὴν ἄποψιν δὲν ἠθελήσατε νὰ τὴν θίξητε. (Χειροκροτήματα).
§118Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε ὑπουργέ, θὰ ἀπορήσητε καὶ θὰ ἐξαφανισθῆτε ἀκούοντές με συμφωνοῦντα μαζί σας. Μάλιστα, κύριε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν. Μεταχειρίζομαι τὰς λέξεις σας. Διὰ τῶν δύο ἑκατομμυρίων χρυσῶν λιρῶν συνεκρατήσατε ἐπὶ ἕν ἔτος ὅλα τὰ ὁποῖα συνεκρατήσατε. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀπὸ ὑμᾶς, ὡς ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἀνέμενον νὰ τὰ συγκρατήσητε διὰ τῶν δύο ἑκατομμυρίων χρυσῶν λιρῶν, ἀλλὰ θὰ ἀνέμενον νὰ τὰ συγκρατήσητε διὰ τῆς πολιτικῆς σας καὶ διὰ τῶν μέτρων διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐξυγιαίνετο ἡ οἰκονομία μας.
§119Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὄχι, κύριε Πρόεδρε! Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ χρυσῆ λίρα ἀπετέλεσε τὸ νόμισμα τοῦ τόπου, διότι ἔπαυσε νὰ ὑπάρχῃ ἐμπιστοσύνη εἰς τὴν δραχμὴν λόγῳ τῆς διεθνοῦς καταστάσεως καὶ τῆς ἐσωτερικῆς μας ἀνωμαλίας —αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ὁ ὁποῖος ἐκλόνισε τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν δραχμὴν—δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος παρὰ μόνον ὁ τομεὺς τῶν εἰσαγωγῶν, ὥστε τὸ ἐκποιούμενον ἐμπόρευμα νὰ ἠμπορῇ νὰ ἀντικαθίσταται ταχέως διὰ τῆς εἰσαγωγῆς ἐμπορευμάτων. Διότι οὐδεὶς κατέχει τὴν δραχμήν, ἐὰν δὲν τὴν κάμῃ ἢ ἐμπόρευμα ἢ συνάλλαγμα διὰ τὴν εἰσαγωγὴν ἐμπορεύματος ἢ λίρας. Δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος νὰ συγκρατήσωμεν τὴν δραχμήν, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπαυσε νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐμπιστοσύνη εἰς τὴν δραχμὴν καὶ ἀντικαθίσταται ἡ δραχμὴ μὲ τὴν χρυσῆν λίραν ὡς νόμισμα τοῦ τόπου. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἀσκῆται προσωρινῶς βέβαια—δὲν λέγω ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ σύστημα μόνιμον— πολιτικὴ διὰ τοῦ χρυσοῦ. Ἀλλ’ ὁ χρυσός, ὡς ἀποτελῶν πραγματικὴν ἀξίαν καὶ νόμισμα πραγματικόν, δίδει τὴν ἐντύπωσιν καὶ τὴν ἔννοιαν τῆς σταθερότητος καὶ τῆς ἀσφαλείας εἰς τὸν κάτοχον. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπιζητεῖται καθ’ ὅλην αὐτὴν τὴν περίοδον ἀπὸ αὐτούς, Αὐτὸ ἀντελήφθησαν καὶ οἱ ξένοι καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἔθεσαν καὶ τὰ ἀποθέματα τοῦ χρυσοῦ εἰς τὴν διάθεσίν μας, ἐν συνδυασμῷ βεβαίως καὶ πρὸς ὅλα τὰ ἄλλα ἀντιπληθωρικὰ μέτρα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ληφθοῦν καὶ ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ταχυτέραν εἰσαγωγὴν ἡ ὁποία συμπληρώνει τὸ μέτρον τῆς διατηρήσεως τῆς σταθερότητος τῆς χρυσῆς λίρας.
§120Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι εὐτυχής, διότι σᾶς ἔδωσα τὴν εὐκαιρίαν νὰ προβῆτε εἰς ὡρισμένας δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι, μαζὺ μὲ τὰς τόσας ἄλλας αἱ ὁποῖαι ἠκούσθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ἀπόψε, εἶναι δυνατὸν νὰ δημοσιευθοῦν καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας αὔριον. Δὲν νομίζω ὅμως ὅτι οἱ ἀναγνῶσται θὰ ἱκανοποιηθοῦν πλήρως ἐξ ὅσων εἴπατε, Δὲν τὸ νομίζω, διότι οἱ ἀναγνῶσται ἔχοντες ἄμεσον —ἰδίᾳ οἱ μακρὰν τῶν Ἀθηνῶν εὑρισκόμενοι ἢ καὶ ἐν Ἀθήναις ζῶντες ἀλλὰ μὴ ἀνήκοντες εἰς τὴν τάξιν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι πλουτίζουν— ἔχοντες ἄμεσον ἀντίληψιν τῶν ἀναγκῶν καὶ ἀντιμετωπίζοντες βαρυτάτας δοκιμασίας, δὲν θὰ εἶναι εὔκολον νὰ ἀντιληφθοῦν αὐτὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον σεῖς θεωρεῖτε ὡς θαυματουργόν. Εἶναι σύστημα παρεμβάσεως ρυθμιστικῆς εἰς στιγμὰς κρίσεως, δὲν εἶναι ὅμως καὶ οὔτε ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ σύστημα μονίμου τροφοδοσίας ὡρισμένων κύκλων ἐπιτηδείων εἰς τὴν χρηματαγοράν. Καὶ εἶχε γίνει. Ἐπὶ ἓν ὁλόκληρον ἔτος, τοὐλάχιστον, ἐρρίπτοντο συνεχῶς εἰς τὴν χρηματαγορὰν χρυσαῖ λίραι.
§121Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ, Οἰκ.). Διότι ἐπὶ ἓν ὁλόκληρον ἔτος ἐξηκολούθει ἡ ἐσωτερικὴ ἀνωμαλία καὶ ἡ ἐξωτερικὴ ἀκαταστασία.
§122Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι θὰ ἐρρίπτοντο κατ’ ἀνάγκην. Ἀλλ’ ἔπρεπεν ἐν μέρει μόνον καὶ ὄχι εἰς τὴν τοιαύτην ἔκτασιν. Καὶ ἐκτὸς τούτου, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι ἀναμένει ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ καὶ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαός, εἶναι νὰ μᾶς ἀναλύσῃ καὶ τὰ ἄλλα μέτρα περὶ τῶν ὁποίων πάντοτε ὁμιλεῖ, ἀκόμη καὶ ἀπόψε, ὅτι καὶ αὐτὰ πρέπει νὰ γίνουν, διότι εἶναι ἀναγκαῖα. Καὶ συνομολογῶ καὶ ἐγώ, ὅτι εἰς πολὺ κρισίμους στιγμὰς εἶναι ἀνάγκη καὶ ἄλλα τινὰ μέτρα νὰ λάβωμεν. Πότε ὅμως; Ἕως πότε θὰ ἀναμένωμεν νὰ ληφθοῦν μέτρα διὰ τῶν ὁποίων θὰ εἶναι δυνατὸν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ αἰσθανθῇ τὸν ἑαυτόν του ἠθικῶς τοὐλάχιστον ἱκανοποιούμενον; Διότι, ἐὰν ὄχι οἰκονομικῶς, τοὐλάχιστον ἠθικῶς ἂς ἱκανοποιήσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι δὲν εὐσταθεῖ ἀπολύτως ἡ παρατήρησίς σας. Πρέπει βεβαίως νὰ χρησιμοποιήσωμεν ὡς ρυθμιστικὴν δύναμιν τὸν χρυσόν, ἀλλὰ πρέπει μόνον εἰς ἐκτάκτους στιγμάς, εἰς πολὺ περιωρισμένον ἀριθμὸν καὶ πρέπει νὰ τὸ πράττωμεν ἐν συνδυασμῷ πρὸς πολλὰ ἄλλα μέτρα, μέτρα καὶ αὐτὰ ἐν πολλοῖς ἀναγκαῖα. Διότι, κ. βουλευταί, θὰ εἶναι δύσκολον νὰ ἰσχυρισθῇ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι δὲν γνωρίζει, θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ γνωρίζῃ ἂν αἱ ἑκατοντάδες ἑκατομμυρίων, δραχμῶν, μὲ τὰς ὁποίας ἐπροικίσθησαν ὡρισμέναι ἐπιχειρήσεις ἂν ἐπῆγαν εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις, ἂν ἀπετέλεσαν λίπασμα εἰς τὴν δημιουργικὴν ἐξέλιξιν τῆς Ἑλληνικῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐμπορίου καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν, ἢ ἂν ἐπῆγαν κάπου ἀλλοῦ ὅπου χρησιμοποιοῦνται ὄχι ὡς λίπασμα διὰ τὴν ἐνδυνάμωσιν τῆς οἰκονομίας καὶ τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ ὡς τάφος διὰ τὸν ἐνταφιασμόν του. Διότι ἂν εἶχε καταναλώσει ἡ Ἑλληνικὴ οἰκονομία ὅλας ἐκείνας τὰς ἑκατοντάδας τῶν δισεκατομμυρίων, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν εἰς μεμονωμένα ἄτομα, θὰ ἦτο διαφορετικὴ ἡ εἰκὼν τῆς οἰκονομίας μας καὶ ἰδιαιτέρως ἡ εἰκὼν τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν.
§123Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Οἰκ.). Κύριε Πρόεδρε, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ διαμαρτυρηθῶ δι’ αὐτὴν τὴν διατύπωσιν τὴν ὁποίαν κάνετε τῆς σκέψεώς σας, ἡ ὁποία ἀφίνει νὰ νοηθῇ ὅτι δισεκατομμύρια ὁλόκληρα διεχύθησαν ἢ ἐδόθησαν ὑπὲρ κερδοσκόπων ἐκ μέρους τῶν Τραπεζῶν. Ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ δι’ αὐτό. Διὰ νὰ ἠμπορῆτε νὰ κάνετε αὐτὴν τὴν κριτικήν, πρέπει νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψει τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα δὲν κατετέθησαν ἀκόμη μέχρι τῆς στιγμῆς. Ὅταν κατατεθοῦν θὰ ἴδητε ὅτι τὸ μεγαλύτερον μέρος τῶν πιστώσεων ἐδόθη εἰς πιστώσεις τῶν γεωργικῶν συνεταιρισμῶν, διὰ τὴν πιστοδότησιν τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς, διὰ τὴν χρηματοδότησιν τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης, διὰ τὴν χρηματοδότησιν τῶν καπνοπαραγωγῶν, τῶν παραγωγικῶν κλάδων καὶ τῆς βιομηχανίας, διότι δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι μετὰ τὴν γεωργίαν, ἡ βιομηχανία εἶναι ὁ μεγαλύτερος κλάδος.
§124Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ δὲν μᾶς λέγετε τὸ ποσοστὸν τὸ ὁποῖον ἐδόθη εἰς τὴν γεωργίαν καὶ τὸ ποσοστὸν τὸ ὁποῖον ἐδόθη εἰς τὴν βιομηχανίαν; Εἶναι ἀδύνατον νὰ παραδεχθῶ ὅτι ὑπάρχει ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ 2 ἔτη, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι εἰς θέσιν κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν νὰ μᾶς εἴπῃ πόσα ἐδόθησαν εἰς τὴν βιομηχανίαν καὶ πόσα εἰς τὴν γεωργίαν. Εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὸ εἴπῃ καὶ ὀφείλει νὰ τὸ εἴπῃ, ἄλλως εἶναι ἀδύνατον νὰ κατανοηθῇ πῶς εἶναι ἐπὶ δύο ἔτη ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Παρακαλῶ λοιπόν, νὰ τὸ εἴπῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀπόψε.
§125Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Νὰ σᾶς εἴπω ὡρισμένους ἀριθμοὺς......
§126Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν εἶναι τῆς ἁρμοδιότητός του. Τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι.
§127Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Νὰ σᾶς εἴπω ὑπευθύνως ὡρισμένους ἀριθμούς, δὲν εἶμαι εἰς θέσιν. Σᾶς βεβαιῶ ὅμως, ὅτι καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1946 καὶ κατὰ τὸ 1947 ἀκόμη, ὑποθέτω, καὶ ἐν συνεχείᾳ, ἀλλὰ σᾶς λέγω τὸ 1946 διότι ἔχω τὸ πόρισμα τοῦ ἐλέγχου, ὅλαι αἱ τοποθετήσεις αἱ ὁποῖαι ἔγιναν παρὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἔγιναν παραγωγικῶς.
§128Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρὰ τῆς Ἐθνικῆς;
§129Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Καὶ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς. Δὲν ὑπάρχουν προσωπικὰ γραμμάτια, κ. βουλευταί, διότι μόνον τὰ προσωπικὰ γραμμάτια εἶναι τὰ ἀποτελοῦντα μὴ παραγωγικὴν τοποθέτησιν. Τώρα ἂν κακῶς ἐχρηματοδοτήθη ὁ Αʹ Βιομήχανος περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον, αὐτὸ εἶναι θέμα τῆς Τραπέζης ἡ ὁποία χορηγεῖ τὰς πιστώσεις, εἶναι θέμα ἐλέγχου τῆς Τραπέζης διὰ τὴν χρησιμοποίησιν τῶν πιστώσεων. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος δὲν ὑπάρχει μέχρι τῆς στιγμῆς οὐδὲν δεδομένον νὰ πεισθῶμεν ἢ νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας, ὅτι ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος, ἀσκοῦσα τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῶν ἄλλων Τραπεζῶν, δὲν παρακολουθεῖ τὴν καλὴν χρησιμοποίησιν τῶν πιστώσεων. Ἐν τούτοις ὅμως, ἐπειδὴ συμφωνῶ καὶ σωστὸν εἶναι ὁ ἔλεγχος νὰ γίνῃ ἐντελέστερος καὶ πληρέστερος, καταθέτω ἐντὸς τῆς αὔριον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου καθιεροῦται ὁ ἔλεγχος τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἀσκούμενος δι’ ἰδίων ἐλεγκτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ παρακολουθοῦν καὶ τὴν διάθεσιν ἀκόμη τῶν λεπτομερειακῶν πιστώσεων, ἡ ὁποία εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, ἀφίεται εἰς τὴν Τράπεζαν.
§130Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Μόνον ὅταν ἐζητήσαμεν, οἱ βουλευταὶ τῆς Ἠπείρου, νὰ δοθοῦν 5.000.000.000 δάνειον διὰ νὰ ἀνοίξῃ ὁ Ἰσθμὸς τῆς διώρυγος τῆς Κορίνθου, θὰ ἐνθυμῆσθε ὅτι ἐλέχθη, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ διότι ὑπάρχει κίνδυνος πληθωρισμοῦ. Σᾶς δίδω τὴν πληροφορίαν, κ. ὑπουργέ, ὅτι 20.000.000.000 δραχ. ἐδόθησαν ὡς πιστώσεις εἰς τὴν Ἑταιρείαν Λιπασμάτων καὶ διὰ νόμου μετεβλήθησαν εἰς εἰκοσαετὲς δάνειον ἐξοφλήσεως ταὐτοχρόνως μὲ τὴν ἄρνησιν τῆς διανοίξεως τοῦ Ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου.
§131Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἔχετε βασικὸν λάθος. Διότι τὰ 5 δισεκατομμύρια τὰ ὁποῖα ἐζητοῦντο διὰ τὸν Ἰσθμὸν τῆς Κορίνθου, δὲν ἐζητοῦντο ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ ἐζητοῦντο ἀπὸ τὸν δημόσιον προϋπολογισμὸν καὶ κατὰ τοῦτο ὑπῆρχεν ὁ κίνδυνος πληθωρισμοῦ, διότι αὐτὰ θὰ ἐδίδοντο ἐπὶ ἐπαυξήσει τοῦ ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Λοιπόν, μὴ κάνετε αὐτὴν τὴν σύγχυσιν. Ἐσεῖς εἶσθε εἰς θέσιν νὰ τὸ ἠξεύρετε.
§132Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ ὅτι διὰ τὰ χρήματα τὰ διδόμενα ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος ἐκδίδεται χαρτονόμισμα καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὅταν ἀναλάβατε τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, εἴχατε εἰς κυκλοφορίαν 350.000.000.000 δραχ. καὶ σήμερα αὐτὴν τὴν στιγμὴν ποὺ ὁμιλεῖτε, ἔχετε ἄνω τῶν 900.000.000.000 δρχ. Ἐξεδόθη χαρτονόμισμα 600 δισεκατομμυρίων δρχ.
§133Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κάνετε μίαν σύγχυσιν καὶ ἡ σύγχυσις αὐτὴ δὲν ἐπιτρέπεται ἀπὸ σᾶς ὁ ὁποῖος ἔχετε οἰκονομικὴν μόρφωσιν. Κάνετε σύγχισιν τῶν τραπεζιτικῶν πιστώσεων, μὲ τὰς πιστώσεις ἢ τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα θὰ δώσῃ ὡς δάνειον τὸ Κράτος εἰς ἐπαύξησιν τοῦ ἐλλείμματος τὸ ὁποῖον θὰ συμπληρώσῃ βεβαίως ἀπὸ τὴν ἐκδοτικὴν μηχανήν, ἐφ’ ὅσον δὲν προβλέπει πιστώσεις ὁ προϋπολογισμός. Αὐτὸ ἦτο τὸ θέμα τῆς Διώρυγος, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὰς πιστώσεις μὲ τὰς ὁποίας ὅταν τὸ Κράτος ἐπίταξε τὴν Ἑταιρείαν τῶν Λιπασμάτων κατὰ τὸ 1944–45 τὴν ἐχρηματοδότησε καὶ ἐδημιούργησε τὸ ἄνοιγμα αὐτό, τὸ ὁποῖον ἦτο ὑποχρεωμένον νὰ τὸ εἰσπράξῃ καὶ δὲν ἔκανε τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ εἰσπράξῃ αὐτὰ μὲ τὰ ὁποῖα ἐχρηματοδότησε τὴν ἑταιρείαν, ὅταν ἐτέλει ἐν ἐπιτάξει.
§134Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πέραν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἔχετε καὶ τὴν εὐθύνην τῆς σταθεροποιήσεως τοῦ νομίσματος. Ὀφείλετε νὰ γνωρίζητε ὅτι ὁ πληθωρισμὸς ἔχει δύο πηγάς: Τὸν προϋπολογισμόν, ὁπότε ἔχομεν δημοσιονομικὸν πληθωρισμὸν καὶ τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ὁπότε ἔχομεν τὸν πιστωτικὸν πληθωρισμόν. Σεῖς μοῦ ἀπηντήσατε, ὅτι ἐπροσέξατε νὰ μὴ βγάλετε χαρτονόμισμα διὰ τὰς κρατικὰς ἀνάγκας. Καὶ ὁμολογουμένως τοὺς τελευταίους 5–6 μῆνας δὲν ἔχετε ἐκδώσει χαρτονόμισμα. Ὑπῆρχε σταθερότης τοῦ ἐπιπέδου τῆς ὀφειλῆς τοῦ Δημοσίου εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος. Ἐκ παραλλήλου ὅμως ποίαν μέριμναν ἐλάβατε διὰ νὰ μὴ ἐμπλακῶμεν εἰς πληθωρισμὸν διὰ τῆς συνεχοῦς ἐκδόσεως χαρτονομίσματος πρὸς χορήγησιν πιστώσεων εἰς βιομηχάνους;
§135Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εἰς βιομηχάνους, ὅταν εἶναι διὰ παραγωγικοὺς σκοπούς, ὀφείλετε νὰ γνωρίζετε ὅτι ἡ χρηματοδότησις δὲν δημιουργεῖ πληθωρισμόν. Αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε, εἶναι κουβέντες πρόχειρες.
§136Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἀκούσατε, διὰ νὰ μὴ ἀπαντᾶτε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Σᾶς ἐρωτῶ: Ἡ Ἑλληνικὴ οἰκονομία πρὸ πενταμήνου καὶ ἡ Ἑλληνικὴ οἰκονομία σήμερον ἔχει ηὐξημένον παραγωγικὸν ρυθμὸν ἢ ἠλαττωμένον παραγωγικὸν ρυθμόν; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διατὶ κατὰ τοὺς τελευταίους 5 μῆνας ἐκδίδετε χαρτονόμισμα καὶ ἐδώσατε εἰς τὴν παραγωγὴν περισσότερον χαρτονόμισμα;
§137Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ποῖος σᾶς τὸ εἶπεν, ὅτι δίδεται περισσότερον χαρτονόμισμα εἰς τὴν παραγωγήν; Μὴ λέγετε πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν κατέχετε.
§138Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Πλανᾶσθε, ἐπειδὴ δὲν τὰ κατέχετε, ἐνεπλάκητε εἰς τὸν πιστωτικὸν πληθωρισμόν.
§139Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκ.). Λάθος κάμετε.
§140Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Καὶ ἀπόδειξις ὅτι ἐνεπλάκητε εἶναι ὅτι ὁμολογεῖτε ὅτι αὔριον, μετὰ διετίαν, ἔρχεσθε ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ καταθέσητε νομοσχέδιον διὰ τὸν ἔλεγχον τῶν πιστώσεων. Αὐτὸ εἶναι ἀπόδειξις ὅτι ἐνεπλέξατε τὴν Χώραν εἰς τὸν πιστωτικὸν πληθωρισμὸν καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων ἔρχεσθε νὰ διορθώσητε τὰ λάθη σας.
§141Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Μὴ θέλετε νὰ δημιουργήσητε ἐντυπώσεις ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχουν λάθη. Ὁ ἔλεγχος ἐγένετο πάντοτε ὑπὸ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν θέλωμεν νὰ συνεχίσωμεν τὸν ἔλεγχον, αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι δὲν ἐγένετο εἰς τὸ παρελθόν. Καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχετε στοιχεῖα δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὰ λέγετε αὐτά.
§142Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἠθέλησε νὰ μᾶς δώσῃ συγκεκριμένας πληροφορίας περὶ τοῦ ποσοστοῦ....
§143Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐπιφυλάσσομαι νὰ σᾶς τὰς δώσω.
§144Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠθέλησεν ἀπόψε νὰ δώσῃ θετικὰς πληροφορίας περὶ τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον ἐδόθη ὑπὸ μορφὴν πιστώσεων εἰς τὴν βιομηχανίαν καὶ τοῦ ποσοῦ τῶν δραχμῶν ποὺ ἐδόθη ὑπὸ μορφὴν πιστώσεων εἰς τὴν γεωργικὴν παραγωγήν. Ὁ κ. ἐκ Τρικάλων συνάδελφος ἐνῷ ἐκ συνηθείας ἐπιτίθεται δριμύτατα κατὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔσπευσεν εἰς βοήθειάν του ἀπόψε καὶ ἐν μέρει ἔχει δίκαιον νὰ σπεύσῃ εἰς βοήθειάν του διότι πράγματι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος τύποις ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ γνωρίζῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητῶ. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ὑπάρχει ἕνας ἄλλος ὀργανισμὸς ὀνομαζόμενος Νομισματικὴ Ἐπιτροπή, τοῦ ὁποίου μετέχει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ μέλους τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ καὶ πιστεύω ὅτι γνωρίζῃ καὶ τὰς λεπτομερείας ἐν σχέσει πρὸς τὰ ποσοστὰ τῶν δισεκατομμυρίων δραχμῶν τὰ ὁποῖα ἔχουν δοθῆ εἰς τοὺς διαφόρους τομεῖς τῆς παραγωγῆς. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν νομίζω ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς ὤφειλε καὶ ἀπόψε ἀκόμη, νὰ δώσῃ τὴν πληροφορίαν αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριοι βουλευταί, σκοπός μου δὲν ἦτο νὰ ἀσκήσω ἀπόψε ἔλεγχον, ἀλλὰ πρέπει ἐπίσης νὰ ὁμολογήσω ὅτι δὲν γνωρίζω τί ἀκριβῶς ἐσήμαινεν ἡ ἀποψινὴ συνεδρίασις. Ἦτο συνεδρίασις ἀφορῶσα τὴν ἀνάπτυξιν σκέψεων ἀποβλεπουσῶν εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔργον τὸ ὁποῖον ἐπίκειται ἢ ἐπρόκειτο περὶ ἐλέγχου. Ἐπρόκειτο καὶ περὶ τοῦ ἑνὸς καὶ περὶ τοῦ ἄλλου ἔστω.
§145Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑπάρχει καὶ τρίτον.
§146Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον εἶναι τὸ τρίτον;
§147Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ ἀνάπτυξις......
§148Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠναγκάσθημεν, κύριοι βουλευταί, νὰ προβῶμεν καὶ εἰς ἀνάπτυξιν ὡρισμένων σκέψεων καὶ νὰ προβῶμεν εἰς ὡρισμένας ὑποδείξεις, διότι ἦτο χρέος μας τὴν κριτικὴν νὰ μὴ τὴν ἀσκήσωμεν κατὰ τρόπον ἀρνητικὸν ἀλλὰ συνδέοντας αὐτὴν καὶ πρὸς ὡρισμένας θετικὰς σκέψεις καὶ ὑποδείξεις. Ἐγὼ ἠρκέσθην εἰς τὰς σκέψεις καὶ ὑποδείξεις ἐκείνας αἱ ὁποῖαι συνδέονται μὲ τὰ ἄμεσα προβλήματα, διότι πιστεύω ὅτι σήμερον αὐτῶν τῶν ἀμέσων προβλημάτων ἐπιβάλλεται ἡ ἐπίλυσις. Καὶ ἡ ἐπίλυσις αὐτῶν δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἀναχθῇ εἰς τὴν Α ἢ Β ἰδεολογικὴν κατηγορίαν σκέψεων, διότι ἁπλούστατα ἐν ὥρᾳ πολέμου, ἐν ὥρᾳ μάχης, ἐν ὥρᾳ κρίσεως καὶ κινδύνου οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι αἱ ἰδεολογίαι μας αἱ οἰκονομικαί, ὀφείλομεν κυρίως καὶ πρωτίστως νὰ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ πάντας καὶ ἰδίως ἀπὸ τοὺς προνομιούχους καὶ τοὺς κατέχοντας θυσίας. Ἑπομένως εἴτε εἴμεθα σοσιαλισταὶ εἴτε εἴμεθα φιλελεύθεροι, ὀφείλομεν κατὰ τὰς ὥρας αὐτὰς νὰ ἐπιβάλωμεν μέτρα καὶ ἀποροῦμεν πῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἀκόμη προβῆ εἰς συστηματικὴν ἐπιβολὴν ὅλων ἐκείνων τῶν μέτρων καὶ ὅλων ἐκείνων τῶν περιορισμῶν οἱ ὁποῖοι ἀνταποκρίνονται εἰς τὰς μεγάλας θυσίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ εἰς τὴν μεγάλην κρίσιν τὴν ὁποίαν ἀντιμετωπίζει τὸ Ἔθνος. (Χειροκροτήματα).
§149Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. (Προεδρεύων Βʹ Ἀντιπρόεδρος). Ὁ κ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§150Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε βεβαίως ὅτι τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα εἶναι τὰ οὐσιωδέστερα καὶ δὲν συζητοῦνται μόνον πρὸς πλήρωσιν τύπων, ἀλλὰ πρὸς ἐξυπηρέτησιν οὐσίας. Καὶ ὡς τοιαῦτα, συνήθως τοιαῦτα ζητήματα δὲν πρέπει νὰ συζητοῦνται. Ἄλλωστε, κ. Πρόεδρε, σεβόμενος τὴν ἱεραρχίαν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δώσω θέσιν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὁ ὁποῖος ἐζήτησε τὸν λόγον. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω εἰς ἄλλην συνεδρίαν.
§151Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς καὶ θὰ ἀπαντήσωμεν ἡμεῖς κατόπιν.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§153Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Θὰ ἤθελον νὰ παρακαλέσω τοῦτο, βεβαίως ἕνας ἔλεγχος ἀντικειμενικὸς καὶ καλόπιστος ἐπιβάλλεται νὰ γίνεται καὶ μετὰ μεγάλης προσοχῆς παρηκολουθήσαμεν τὸν ἔλεγχον ὁ ὁποῖος γίνεται. Κατηγορήθη μία ὁλόκληρος τάξις ἀγνώστων βιομηχάνων καὶ ἐμπόρων. Νομίζω ὅτι μία ὁμαδικὴ κατηγορία δὲν δύναται νὰ ἀπευθύνεται δι’ ἕνα ὁλόκληρον κόσμον ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τῆς χώρας. Ἐπανέρχομαι εἰς τὴν πρότασίν μου νὰ συσταθῇ μία Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ τὸ ὅλον θέμα διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖοι εἶναι οἱ καλοὶ καὶ ποῖοι οἱ κακοὶ πολῖται.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλατε πρότασιν κανονικῶς.
§155Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐδήλωσεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι δὲν ἔχει ἀπόψε τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ γενομένου ἐλέγχου. Λοιπὸν αὔριον νὰ ἔλθῃ μὲ τοὺς ἀριθμοὺς νὰ ὁμιλήσῃ. Σεῖς νὰ ζητήσετε τὴν λύσιν τῆς συνεδρίας ὥστε νὰ φέρετε τοὺς ἀριθμοὺς καὶ νὰ θετικοποιηθῇ ἡ συζήτησις.
§156Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Οἰκ.). Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ζητεῖτε εἶναι λεπτομέρεια καὶ δύνανται νὰ δοθοῦν καὶ ἄλλοτε τὰ στοιχεῖα, δὲν εἶναι θέμα τῆς σημερινῆς συζητήσεως. Ἡ συζήτησις εἶναι ἐπὶ τῆς ὅλης οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπ’ αὐτοῦ πρέπει νὰ ἀπαντήσω. Δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἡ συζήτησις ἐξέφυγεν ἀπόψε ἀπὸ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς συζητήσεως τῶν οἰκονομικῶν νομοσχεδίων καὶ λόγῳ τῆς ἐκθέσεως ἐκ μέρους τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Σοσιαλιστικοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος ὁλοκλήρου προγράμματος τοῦ κόμματός του τόσον τοῦ κοινωνικοῦ ὅσον καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ, ἐδόθη ἐντεῦθεν ἡ ἀφορμὴ καὶ εἰς τοὺς ἄλλους ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων νὰ διατυπώσουν καὶ τὰ ἰδικά των προγράμματα καὶ ἐπ’ εὐκαιρίᾳ νὰ ἐπικρίνουν τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καθ’ ὅλην τὴν μέχρι σήμερον 2ετίαν. Βεβαίως ἡ συζήτησις ἐπὶ ἑνὸς τόσον μεγάλου θέματος δὲν μπορεῖ καὶ οὔτε εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνῃ ἐκβιαστικῶς. Συζητοῦνται αὐτὰ τὰ θέματα εἰς κρισίμους ἡμέρας καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἰδίως τοῦ προϋπολογισμοῦ ὁπότε ἐκτίθενται καὶ αἱ ἀπόψεις αἱ Κυβερνητικαὶ καὶ αἱ ἀπόψεις τῶν ἄλλων κομμάτων. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἐφόσον ἐκ τοῦ προχείρου ἐγένετο ἡ συζήτησις, εἶμαι ὑποχρεωμένος προτοῦ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων εἰς τοὺς κ.κ. ἀρχηγοὺς διὰ τὴν ἐπίκρισιν τὴν ὁποίαν ἔκαναν τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, κύριοι, ἀπὸ τοῦ 1946 μέχρι σήμερον ἔχει μίαν βασικὴν δικαιολογίαν καὶ ἕνα βασικὸν ἀντικειμενικὸν σκοπόν. Τὴν σταθεροποίησιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, τὴν ἀποφυγὴν τοῦ πληθωρισμοῦ, τὴν διατήρησιν τοῦ τιμαρίθμου καὶ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς, οὕτως ὥστε νὰ βελτιωθοῦν προαγόμεναι συνεχῶς αἱ οἰκονομικαὶ συνθῆκαι τοῦ τόπου. Διὰ τοῦτο ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμήν, ὅταν ἀνελάβωμεν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ πρώτη καὶ πρωταρχικὴ σκέψις ἦτο πῶς θὰ δυνηθῶμεν νὰ σταματήσωμεν τὸν πληθωρισμὸν διὰ προσφυγῆς, διὰ κρατικὰς ἀνάγκας, εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον. Καὶ ἐπετεύχθη τοῦτο καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ 1946 καὶ τοῦ 1947 μέχρι σήμερον, διότι ἐσταθεροποιήθη ὁ λογαριασμὸς τοῦ δημοσίου εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀπὸ τοῦ Μαΐου τοῦ 1946 ἐσταθεροποιήθη ἀπολύτως, οὕτως ὥστε νὰ ἔχωμεν ὄχι μόνον αὔξησιν, ἀλλὰ καὶ ὑποβιβασμὸν καὶ ἰσοσκελισμὸν ὥστε εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ νὰ εἶναι σταθερὸς ὁ λογαριασμὸς τῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον ἐσήμαινεν ὅτι τὸ Κράτος ἐπήρκει διὰ τῶν ἐσόδων του εἰς τὰς δαπάνας του. Ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν πολιτικὴν αὐτήν, ἐκάμομεν φορολογικὴν πολιτικὴν ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ λεχθῇ ὅτι δὲν ἀπέβλεψεν εἰς τὴν φορολογίαν τῶν εὐπόρων τάξεων, εἰδικῶς καὶ μόνον εἰς τὰς εὐπόρους τάξεις, καὶ ἐλέχθη πολλάκις εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ὅτι ἀπὸ ὅλας τὰς φορολογουμένας τάξεις ἡ μόνη ἡ ὁποία πράγματι ἀποδίδει φόρον εἶναι ἡ τάξις τῶν ἐμπόρων καὶ βιομηχάνων. Ἡ ἀστικὴ ἀκίνητος περιουσία δὲν ἀποδίδει, λόγῳ τοῦ ἐνοικιοστασίου καὶ φορολογεῖται βαρύτατα μὲ ἕνα φόρον 33% ἐπὶ τοῦ ἐνοικίου. Ἡ γεωργικὴ παραγωγή, πλὴν τῶν ἐλαχίστων γεωργικῶν προϊόντων τὰ ὁποῖα φορολογοῦνται, ἡ ὑπόλοιπος δὲν φορολογεῖται. Τὰ δάνεια δὲν ὑπάρχουν πλέον, λόγῳ τῆς καταστάσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, ὥστε νὰ ὑπάρχουν φόροι ἐπὶ τῶν δανείων. Φόροι ἐκ μερισμάτων δὲν ὑπάρχουν, διότι μερίσματα δὲν ὑπάρχουν. Ὑπάρχουν μόνον οἱ φόροι ἀπὸ τὰ κέρδη τῆς τετάρτης κατηγορίας τῆς φορολογίας, δηλαδὴ τὰ κέρδη τῆς τάξεως τῶν ἐμπόρων καὶ τῶν βιομηχάνων, τῶν ἐργαζομένων αὐτῶν παραγωγικῶν τάξεων. Καὶ τὰ κέρδη αὐτὰ ἐφορολογήθησαν ἐπὶ τοσοῦτον ὥστε ἡ ἀπόδοσις των νὰ εἶναι ἀνωτέρα τῆς προπολεμικῆς. Εἶναι αἱ δύο τάξεις αἱ ὁποῖαι βαστάζουν ὅλα τὰ βάρη ὅλου τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀπὸ ἀπόψεως ἀμέσου φορολογίας.
§157Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Οἱ δασμοί, ὡς ποσοστόν, τί ἀποδίδουν;
§158Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Οἰκ.). Οἱ δασμοὶ ἀποδίδουν ὀλιγώτερον ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ ἀπέδιδον προπολεμικῶς. Σᾶς λέγω τοῦτο, ὅτι ἡ φορολογία ἡ ἄμεσος ὡς ποσὸν ἀποδόσεως, ἀποδίδει περισσότερον ἀπὸ τὸ προπολεμικόν. Τί ἄλλο θέλετε; Ἡ ἀναλογία ἡ ὁποία ἦτο προπολεμικῶς, ἡ ὁποία ἐξακολουθεῖ νὰ διατηρῆται καὶ σήμερον, ἀποδίδει εἰς τὴν ἄμεσον φορολογίαν μόνον ἀπὸ μίαν τάξιν περισσότερον ἀπὸ ὅτι ἀπέδιδε προπολεμικῶς.
§159Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Οἱ φόροι οἱ τελευταῖοι ἀποδίδουν 15% ἐπὶ τοῦ ὅλου προϋπολογισμοῦ. Εἶναι 12% — 15%. Ἡ ἄμεσος φορολογία εἶναι 30%–33% τῆς ὁποίας προπολεμικῶς τὸ ποσοστὸν ἐκυμαίνετο περὶ τὸ 18%, 17%, 14% τοῦ φόρου καὶ ἔφθασεν εἰς τὰ 20. Ἔχομεν αὔξησιν τοῦ ποσοστοῦ τῆς ἀμέσου φορολογίας ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὕψος τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ μείωσιν, παραλλήλως, τῶν δασμῶν.
§160Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Οἰκ.). Εἶναι πιθανὸν νὰ εἶναι ἡ ἀναλογία αὐτὴ ποὺ λέγει ὁ κ. συνάδελφος, ἀλλὰ διὰ νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὑπεύθυνον ἀπάντησιν θὰ ἔπρεπε νὰ δώσω ἀριθμοὺς συγκεκριμένους.
§161Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ 1946 καὶ 1947 οἱ δασμοὶ ἀπέδωσαν τὸ 32% τῆς ὅλης φορολογίας. Οἱ δασμοὶ —διότι ὁ σῖτος εἰσάγεται ἄνευ δασμοῦ ὅπως τὰ εἴδη τῆς Οὔνρρα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν ὀρθὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως δὲν δασμολογοῦνται, χάριν τῆς ζωῆς τοῦ λαοῦ—συνεπῶς, οἱ δασμοὶ ἦσαν ἐλάχιστοι, ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν προπολεμικὴν ἀπόδοσιν.
§162Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Οἰκ.). Σημασίαν ἔχει, διὰ τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει τὸ Δημοκρατικὸν Σοσιαλιστικὸν Κόμμα, τοῦτο: Ὅτι δὲν ἐχαρίσθη ἡ Κυβέρνησις εἰς καμμίαν ἐκ τῶν λεγομένων εὐπόρων τάξεων, τῶν ἐμπόρων ἢ τῶν βιομηχάνων. Δὲν ὑπῆρξε δυσαναλογία φόρων ἀμέσων οὕτως ὥστε, ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν προπολεμικὴν φορολογίαν, νὰ κριθῇ ὅτι ἡ σημερινὴ ὑπολείπεται, ὅτι ἡ τάξις ἡ φορολογηθεῖσα, ὡς φορολογεῖται σήμερον ἀποδίδει εἰς ὑγιεῖς δραχμὰς καὶ ἀπέδωσε κατὰ τὸ 1946 πολὺ περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι ἀπέδωσε τὴν προπολεμικὴν ἐποχήν, ἐνῷ εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ παραγωγή της εἶναι μειωμένη καὶ τὸ ἐπίπεδον τῆς παραγωγῆς της δὲν πλησιάζει καθόλου εἰς τὸ ἐπίπεδον τὸ προπολεμικόν.
§163Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§164Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ὄχι, δὲν ἐπιτρέπω.
§165Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Διὰ νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ ποῖος ἔβαλε τὰς φορολογίας αὐτὰς. Ἐὰν τὰς ἐβάλατε σεῖς ἢ ἡμεῖς.
§166Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Αὔξησις τῆς παραγωγῆς, ἡ ὁποία ἐπραγματοποιήθη καθ’ ὅλον τὸ 1946, 1947 εἰς τὸν γεωργικὸν καὶ εἰς τὸν βιομηχανικὸν τομέα, σταθεροποίησις τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν, ἐπιβολὴ φορολογίας καὶ διατήρησις, μετὰ αὐστηροτάτης ἐπιβολῆς, τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ καί, ταὐτοχρόνως, διατήρησις τῶν τιμῶν, διατήρησις τῶν μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων, διατήρησις τῆς χρυσῆς λίρας καὶ διατήρησις καὶ αὔξησις τῆς τιμῆς τῶν ἐξαγωγῶν, ἀποτελοῦν τὸν δεύτερον οἰκονομικὸν τομέα τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐπέτρεψεν ὥστε, κατὰ τὸ 1946, ὄχι μόνον ἀπὸ ἀπόψεως δημοσιονομικῆς ὁ προϋπολογισμὸς νὰ μειώσῃ τὸ ἔλλειμμά του (παρ’ ὅλας τὰς ἀπροβλέπτους δαπάνας τῆς ἀνταρσίας κατὰ 580 δισεκατομμύρια τὰς ὁποίας εἶχε κατὰ τὸ 1946) ἀπὸ 180 δισεκατομμύρια εἰς 80, ἀλλὰ κατωρθώθη, εἰς τὸν τομέα τῶν οἰκονομικῶν, χάρις εἰς τὴν προσωρινὴν πολιτικὴν τῆς πωλήσεως τῶν χρυσῶν λιρῶν, ἀλλὰ καὶ χάρις εἰς τὴν ἀσκηθεῖσαν πολιτικὴν τῶν ἐξαγωγῶν, νὰ δυνηθῶμεν νὰ κρατήσωμεν καὶ τὸ 1946 μίαν σχετικὴν σταθερότητα τοῦ τιμαρίθμου καὶ νὰ διατηρήσωμεν σταθερότητα τῶν μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων, νὰ διατηρήσωμεν σταθερότητα τῶν τιμῶν, σταθερότητα τῆς χρυσῆς λίρας, καὶ οὕτω, νὰ διέλθωμεν καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1946 μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1947, νὰ διέλθωμεν ὅλην αὐτὴν τὴν κρίσιν τὴν ἐσωτερικὴν τὴν ὁποίαν διερχόμεθα, ὅλην αὐτὴν τὴν πολεμικὴν καταστροφὴν πρὸ τῆς ὁποίας εὑρισκόμεθα, νὰ τὴν διέλθωμεν ἀπὸ πλευρᾶς οἰκονομικῆς, μὲ σταθερότητα καὶ μὲ μίαν τάξιν πραγμάτων ἡ ὁποία, νομίζω, ἀποτελεῖ ἕνα ἐπιτυχὲς ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς χρυσῆς λίρας, ἐλέχθη κατ’ ἐπανάληψιν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀποτελέσῃ μόνιμον πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς πωλήσεως χρυσῶν λιρῶν, δύναται νὰ ἀποτελέσῃ ἕνα σταθερὸν παράγοντα. Αὐτή, ὅταν ἔγινε δεκτὴ διὰ πρώτην φορὰν καὶ εἰσήχθη ὡς σύστημα εἰς τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τῆς Ἑλλάδος, εἰσήχθη μὲ τὴν σκέψιν τῆς προσωρινότητος. Εἶναι ἕν προσωρινὸν μέτρον, τὸ ὁποῖον θὰ ἰσχύσῃ μέχρις ἀποκαταστάσεως τῆς πίστεως, ἥτις ἐκλονίσθη ὄχι διότι δὲν ἐλήφθησαν τὰ κατάλληλα μέτρα ἢ διότι δὲν ὑπῆρχεν οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἁπλούστατα διότι τὰ διεθνῆ γεγονότα καὶ ἡ ἐσωτερικὴ ἀνταρσία ἔκαμαν τὸν κόσμον νὰ φοβῆται τὴν ἐνδεχομένην ὑποτίμησιν τῆς δραχμῆς του ἀπὸ τὴν χειροτέρευσιν τῆς διεθνοῦς καταστάσεως. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὁ ἰδιώτης φεύγει ἀπὸ τὴν δραχμὴν καὶ ἀπευθύνεται εἰς τὴν λίραν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ μίαν σταθερὰν βάσιν καὶ δὲν εἶναι σταθερὸν μέτρον μετρήσεως τῶν ἀξιῶν, δηλ. ἐκτελεῖ ἡ λίρα τὸν νομισματικὸν ρόλον ποὺ ἐκτελεῖ κάθε νόμισμα. Βεβαίως ὅταν ὑπάρχῃ ἀστάθεια τῆς τιμῆς τῆς λίρας ἐπωφελοῦνται οἱ κερδοσκόποι καὶ δι’ αὐτὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ λάβῃ μέτρα, διὰ νὰ ὑπάρξῃ σταθερὸν μέτρον ἀξιῶν, νὰ μὴ ὑπάρχουν διαφοραὶ καὶ διακυμάνσεις τοιαῦται, ὥστε νὰ ἐπωφελοῦνται οἱ κερδοσκόποι, ὅπως δὲν εἶχον πεδίον δράσεως κατὰ τὸ 1946. Συνεπῶς ὡς πρὸς προσωρινὸν μέτρον ἀποβλέπει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν χρυσῆν λίραν, ὡς ἓν μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐπεβλήθη προσωρινῶς, μέχρις ὅτου ἀποκατασταθῇ ἡ πίστις. Ἀλλά, δυστυχῶς, ἡ προσωρινότης αὐτή, λόγῳ τῆς συνεχιζομένης ἐσωτερικῆς ἀνταρσίας, συνεχίζεται καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι καὶ ἡμεῖς νὰ συνεχίσωμεν τὸ ἴδιον φάρμακον ἕως ὅτου τελειώσει ἡ ἐσωτερικὴ ἀνωμαλία, ὥστε νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν ὁμαλῶν καὶ ὀρθοδόξων οἰκονομικῶν νόμων. Ἀπόδειξις ὅτι τοῦτο εἶναι σωστὸν εἶναι, ὅτι, ὁσάκις βελτιώνεται ἡ κατάστασις καὶ αἰσιοδοξεῖ ὁ κόσμος, ἀμέσως ἡ λίρα παύει ὄχι μόνον ν’ ἀνυψώνεται, ἀλλὰ τὴν προσφέρουν καὶ οἱ ἴδιοι, ποὺ τὴν ἠγόρασαν. Ἀλλὰ δὲν φθάνει μόνον ἡ λίρα διὰ νὰ διατηρήσωμεν τὴν εὐστάθειαν τῆς ἐσωτερικῆς μας οἰκονομίας. Χρειάζεται καὶ ἡ ὕπαρξις, ἡ εἰσαγωγὴ ἀγαθῶν. Οἱ κάτοχοι τῶν ἐμπορευμάτων τὴν στιγμὴν ποὺ πωλοῦν τὰ πράγματά των καὶ τὰ μετουσιώνουν εἰς δραχμάς, εἶναι ὑποχρεωμένοι, μὴ δυνάμενοι νὰ κρατήσουν τὰς δραχμάς, νὰ τὰς ἐπενδύουν. Ἡ ἐπένδυσις αὐτὴ θὰ γίνῃ εἴτε εἰς χρυσᾶς λίρας —ἡ ὁποία ὅμως δὲν τοὺς ἀποδίδει τίποτε— εἴτε εἰς τὴν ἀγορὰν συναλλάγματος διὰ νὰ προβοῦν εἰς νέας εἰσαγωγάς, αἱ ὁποῖαι τοὺς ἀσφαλίζουν ἀπὸ ἐνδεχομένην ὑποτίμησιν τοῦ νομίσματος καὶ τοὺς ἀποδίδουν καὶ κέρδη. Συνεπῶς θὰ πρέπει — αὐτὴ δὲ εἶναι καὶ ἡ προσπάθεια τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀπετέλεσεν ἀπὸ τοῦ 1946 σταθερὰν πολιτικήν της— νὰ ἐπιταχυνθοῦν αἱ εἰσαγωγαί, ὥστε νὰ εὑρίσκουν οἱ ἔμποροι καὶ οἱ βιομήχανοι —καὶ οἱ παραγωγοὶ ἀκόμη— τὴν τοποθέτησιν τῶν δραχμῶν των εἰς τὸ εἰσαγωγικὸν συνάλλαγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιτρέψῃ τὸν πλουτισμὸν τῆς ἐσωτερικῆς ἀγορᾶς καί, συνεπῶς, τὴν συγκράτησιν τῶν τιμῶν λόγῳ τῆς ἐπαρκείας.
§167Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ποῦ θὰ τὸ εὕρετε αὐτὸ τὸ συνάλλαγμα;
§168Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὸ δίδει ἡ Ἀμερικανικὴ βοήθεια μέχρι τῆς στιγμῆς, ἀρκεῖ αἱ μέθοδοι τῆς εἰσαγωγῆς νὰ εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ ἐπιτρέψουν τὴν τοποθέτησιν τῶν δραχμῶν αὐτῶν εἰς ἀγαθά.
§169Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Εἰς αὐτὸν τὸν ρυθμόν;
§170Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Βεβαίως.
§171Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τὸ συνάλλαγμα, γινόμενον ἐμπόρευμα, μετουσιώνεται εἰς δραχμάς.
§172Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Παρέχονται 126 ἑκατομμύρια δολλάρια διὰ τὴν εἰσαγωγὴν καταναλωτικῶν ἀγαθῶν. Ἑπομένως καὶ τὸ συνάλλαγμα ὑπάρχει καὶ κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν τροφοδοτεῖται ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος εἰς συνάλλαγμα. Ἔτσι δὲν τίθεται αὐτὴν τὴν στιγμὴν ζήτημα συναλλάγματος, ἀλλὰ ζήτημα εἰσαγωγῶν πρὸς πλουτισμὸν τῆς ἐσωτερικῆς ἀγορᾶς διὰ τὴν συγκράτησιν τῶν τιμῶν καὶ τὴν σταθερότητα τῆς τιμῆς τῆς χρυσῆς λίρας.
§173Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν μοῦ ἀπαντήσατε. Διότι δὲν μὲ πείθετε ὅτι ὁ ρυθμὸς τοῦ συναλλάγματος αὐτοῦ, τοῦ εἰσαγωγικοῦ, εἶναι τοιοῦτος, ὥστε νὰ ἱκανοποιῇ τὸν ρυθμὸν τῶν εἰσαγωγῶν ποὺ θέλετε, ἐφόσον δὲν ὑπάρχει ἀντίστοιχος ἐξαγωγή, καὶ δὲν δύναται νὰ εἶναι ἀντίστοιχος ἐξαγωγή.
§174Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Διὰ τὰς ἐξαγωγὰς ὑφίστανται ὁλόκληροι δυσχέρειαι, ὅπως ξεύρετε, ὥστε νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἀνάγκη πριμοδοτήσεως τῆς ἐξαγωγῆς. Διὰ τὸ ἔλαιον καὶ τὸν καπνὸν θὰ γίνῃ ἐξαγωγή, καὶ ἀρκετὰ ἱκανοποιητική, ὥστε ν’ ἀποδώσῃ ἐκεῖνο ποὺ ἠμπορεῖ ν’ ἀποδώσῃ, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψει τῶν σημερινῶν περιστάσεων. Διὰ τῶν ἐμπορικῶν συμβάσεων, ποὺ συνάπτονται, διὰ τῶν ἰδιωτικῶν ἀνταλλαγῶν, διὰ τῶν κλῆριγκ, τῶν «μπόν» καὶ τῆς πριμοδοτήσεως τῆς ἐξαγωγῆς θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ἐξαχθῇ ὅ,τι ἑλληνικὸν προϊόν διατίθεται πρὸς ἐξαγωγήν. Ὀφείλω ἐν προκειμένῳ νὰ τονίσω τὴν ὑπὸ τοῦ συναδέλφου ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καταβαλλομένην προσπάθειαν, ὁ ὁποῖος δραστηρίως ἐπελήφθη τοῦ θέματος καὶ ἀποστολὰς ἔκαμεν εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ὅπως εἰς τὴν Γερμανίαν, διὰ τὴν τοποθέτησιν τῶν καπνῶν.
§175Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Διὰ τὸ ἔλαιον θὰ γίνῃ ἐξαγωγὴ του ὅταν συγκεντρωθῇ εἰς τὰ χέρια τῶν ἐμπόρων. Ἐν τῷ μεταξὺ οἱ πτωχοὶ παραγωγοὶ καταδυναστεύονται.
§176Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν ἠξεύρω τὴν μέθοδον ποὺ ἀκολουθεῖ ὁ συνάδελφος ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας εἰς τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ ἐλαίου, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὸ συνάλλαγμα, ποὺ θὰ πρέπει ν’ ἀποκτήσῃ τὸ Κράτος ἐκ τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ ἐλαίου, θὰ τὸ ἀποκτήσῃ.
§177Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Εἰς βάρος τῶν παραγωγῶν.
§178Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ εἶναι ἄλλο θέμα. Εἰς τὸν κ. Βαμβέτσον ἤθελα ν’ ἀπαντήσω ὅτι, ὅ,τι συνάλλαγμα ἔχει ἡ Ἑλληνικὴ οἰκονομία ἐκ τῆς ἐξαγωγῆς, τὸ θέτει εἰς τὴν διάθεσιν τῶν εἰσαγωγῶν καὶ τὸ ἐλλεῖπον συμπληροῦται ἀπὸ τὸ συνάλλαγμα τῆς Ἀμερικανικῆς βοηθείας καί, ἐν συνεχείᾳ, θὰ ἔλεγα ἀπὸ τὸ σχέδιον Μάρσαλ, τὸ ὁποῖον προβλέπει ἕνα ποσὸν συναλλάγματος διὰ καταναλωτικὰ ἀγαθὰ ὄχι μόνον διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ δι’ ὅλας τὰς χώρας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τοῦ ἰδίου των συναλλάγματος καὶ τῆς ἰδίας των παραγωγῆς νὰ ἀντιμετωπίσουν τὰς καταναλωτικὰς ἀνάγκας των, ἡ Ἀμερικανικὴ βοήθεια κατὰ τρίμηνον συμπληρώνει τὰ ποσὰ τοῦ συναλλάγματος καὶ δὲν ἀπομένει τίποτε ἄλλο, ἐπαναλαμβάνω, παρὰ μόνον ἡ ταχύτης τῆς διεξαγωγῆς ὅλης αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἀδειῶν, διὰ νὰ ἔρχωνται τὰ ἀγαθὰ εἰς τὸν τόπον αὐτόν, διὰ νὰ συμπληρώνουν τὴν οἰκονομίαν τοῦ τόπου, ἐν συναρτήσει πρὸς τὴν σταθερότητα τῆς χρυσῆς λίρας, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸν σταθερὸν παράγοντα, τῶν ἡμερομισθίων καὶ τοῦ τιμαρίθμου. Ἑπομένως ἡ πολιτική μας, ὅπως σᾶς τὴν ἐκθέτω, εἶναι ἀπὸ τὴ μία μεριὰ διατήρησις αὐστηρὰ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ὀφείλετε νὰ ἠξεύρετε ὅτι ὁ μεγαλύτερος κίνδυνος τοῦ πληθωρισμοῦ καὶ ἡ σπουδαιοτέρα αἰτία αὐτοῦ, εἶναι τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Συνεπῶς ἡ πρώτη προσπάθεια, πρέπει νὰ εἶναι ἡ αὐστηρὰ τήρησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὕτως ὥστε νὰ μὴν ἔχωμεν ἐπαύξησιν τοῦ ἐλλείμματος. Καὶ ἐὰν κατορθώσωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν αὐτὸ καὶ ἐὰν κρατήσωμεν τὸν προϋπολογισμόν, ὅπως τὸν ἐκατήσαμεν κατὰ τὸ 1946 καὶ ὁλόκληρον τὸ 1947, μέχρι τῆς 30ῆς Δεκεμβρίου, ὁπότε ἐκ τῶν καταστάσεων, τὰς ὁποίας ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, ἔχομεν ἔλλειμμα μόνον 3 δισ., ἐπὶ πλέον δηλαδὴ τοῦ ἀναλογοῦντος ἐλλείμματος ἐκ τοῦ συνόλου τῶν 207 δισ. τὰ ὁποῖα εἶχεν ὁ προϋπολογισμός, εἶμαι πολὺ αἰσιόδοξος, ὅτι ἐν τῇ προόδῳ τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν, θὰ κατορθώσωμεν νὰ κρατήσωμεν τὸ ἔλλειμμα σταθερῶς καὶ νὰ τὸ ὑποβιβάσωμεν καὶ νὰ ἀποφύγωμεν ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς δημοσιονομικῆς, τὸν κλονισμὸν τῆς κρατικῆς μηχανῆς, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν πρώτην αἰτίαν τῆς αὐξήσεως τῶν τιμῶν καὶ τῆς ἐν γένει οἰκονομικῆς ἀνωμαλίας.
§179Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βαμβέτσος λέγει ὅτι κατέρρευσεν ὁ προϋπολογισμός.
§180Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. Βαμβέτσος ἠμπορεῖ νὰ τὸ λέγῃ ἀλλὰ ἐγὼ διαβεβαιῶ αὐτὸν ἐπισήμως ἀπὸ τῆς ἕδρας αὐτῆς καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ παρουσιάσω καὶ τοὺς ἀριθμοὺς εἰς ἄλλην συζήτησιν, διὰ νὰ ἀποδείξω ἀπολύτως, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τηρεῖται ἐντὸς τῶν ὁρίων του, παρ’ ὅλας τὰς αὐξήσεις τῶν δαπανῶν. Βεβαίως εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν προσπάθειαν, ὡς γνωστὸν βοηθεῖται ἑκάστοτε ὑπὸ τῆς Ἀμερικανικῆς βοηθείας, ἡ ὁποία τὰς προσθέτους δαπάνας, αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦνται εἴτε διὰ τὸν Στρατόν, εἴτε δι’ ἄλλο τι, ἀντικρύζει διὰ προσθέτου βοηθείας. Ἀλλὰ τονίζω, ὅτι εἰς τὰς προϋπολογισθείσας δαπάνας καὶ ἔσοδα, ὁ προϋπολογισμὸς προχωρεῖ κανονικώτατα, χωρὶς νὰ ἐμφανίζῃ ἀπολύτως κανένα κίνδυνον διαταράξεως τοῦ ἰσοζυγίου του καὶ τοῦ ἐλλείμματός του.
§181Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δηλαδὴ μᾶς διαβεβαιώνετε, ὅτι, ἀνεξαρτήτως τῶν ἐπιπροσθέτων στρατιωτικῶν δαπανῶν, θὰ διατηρήσητε τὸν προϋπολογισμόν;
§182Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Σᾶς τὸ διαβεβαιῶ αὐτό.
§183Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Παρὰ τὰς ὑπερτιμήσεις τῶν τιμῶν;
§184Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§185Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Παρακαλῶ νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§186Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ σᾶς ἐμφανίσω καὶ τοὺς πίνακας, διὰ νὰ βεβαιωθῆτε ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖον σᾶς λέγω, ἀποτελεῖ ἀναμφισβήτητον ἀλήθειαν. (Χειροκροτήματα). Δὲν ἐγνώριζον δυστυχῶς ὅτι θὰ ἐγένετο συζήτησις ἀπόψε, διὰ νὰ φέρω τὰ στοιχεῖα καὶ νὰ ἀποδείξω τὴν ἀλήθειαν, τῶν ὅσων σᾶς λέγω. Πέραν ὅμως τοῦ ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑπάρχει τὸ δεύτερον θέμα. Εἶναι ὁ οἰκονομικὸς τομεύς. Ὁ οἰκονομικὸς τομεύς, ὁμολογῶ ὅτι εἶναι ὁ δυσχερέστερος τομεὺς τοῦ οἰκονομικοῦ συνόλου. Διότι, ἐκεῖ πρέπει νὰ συγκρατήσωμεν τὰς τιμὰς καὶ διὰ νὰ γίνῃ τοῦτο, πρέπει νὰ συντρέξουν οἱ δύο παράγοντες, περὶ τῶν ὁποίων σᾶς ὡμίλησα. Ὁ πρῶτος παράγων εἶναι ἡ χρυσῆ λίρα, δὲν ἔχει τόσην πολλὴν σημασίαν, ὅσον ἔχει ἡ σταθερότης αὐτῆς. Καὶ ὁ δεύτερος παράγων εἶναι ἡ εὐχέρεια καὶ ἡ ἐπάρκεια τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα χρειάζονται διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν καταναλωτικῶν ἀναγκῶν. Διότι ἐὰν δὲν ὑπάρξουν ἀγαθά, ὅσον καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ λίρα μένει σταθερά, ὅσον καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶναι σταθερόν, εἶναι μοιραῖον ἡ ἔλλειψις τῶν ἀγαθῶν καὶ ἡ αὔξησις τῆς ζητήσεως αὐτῶν, νὰ φέρῃ ὕψωσιν τῶν τιμῶν, ὁπότε δημιουργεῖται καὶ πληθωρισμός, διότι ἀναγκάζει εἰς ἀναπροσαρμογὴν μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων καὶ ἡ ἀναπροσαρμογὴ αὐτὴ μοιραίως ὁδηγεῖ, εἰς φαῦλον κύκλον, διότι φέρει ἀντιστρόφως ὕψωσιν τῶν τιμῶν. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον προσπαθοῦμεν νὰ ἀποφύγωμεν ἡμεῖς. Συνεπῶς ἡ προσπάθεια εἶναι διττὴ καὶ εἰς τὸν δημοσιονομικὸν καὶ εἰς τὸν οἰκονομικὸν τομέα καὶ καταβάλλεται εἰλικρινῶς μὲ τὴν βοήθεια τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι συναντῶμεν κατανόησιν, παρ’ ὅλας τὰς δυσχερείας, τὰς ὁποίας ἐνεφάνισεν τὸ ζήτημα τῆς χρυσῆς λίρας καὶ ἴσως καὶ ἄλλα λεπτομερειακὰ ζητήματα, πρὸς μίαν κοινὴν καὶ ταχεῖαν ἐκ μέρους των κατανόησιν τοῦ θέματος. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου ἤθελον, ἐνθυμούμενος τὰ ὅσα εἶπεν ὁ ἐκ Τρικάλων βουλευτής, νὰ τοῦ ὑπομνήσω ὅτι δὲν ὑπῆρξε περίπτωσις, οὔτε ὑπάρχει περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν, ἡ Ἀμερικανικὴ Ἀποστολή, εἴτε διὰ τοῦ ἀρχηγοῦ της εἴτε διὰ τῶν ἄλλων μελῶν της, νὰ δείξῃ ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης, οὔτε ὅπως ἀφῆκε νὰ ὑπονοηθῇ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τρικάλων βουλευτής, ὅτι δῆθεν δὲν ἐμπιστεύεται τρόπον τινὰ ἢ δὲν θεωρεῖ σοβαροὺς τοὺς οἰκονομικοὺς ὑπουργούς, ἢ δὲν τοὺς ἐκτιμᾷ, ὥστε νὰ συζητῇ μετ’ αὐτῶν, ἢ ὅτι δὲν ἔχουν τὴν ἐπιρροήν, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται, διὰ νὰ μεταπεισθοῦν εἰς ὡρισμένα θέματα, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἀπῃτεῖτο κἄποια προσπάθεια, διὰ νὰ κατατοπισθοῦν. Δύναμαι νὰ τὸν διαβεβαιώσω ἀντιθέτως, ὅτι δὲν παύουν οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ διαλαλοῦν καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς οἰκονομικῆς ἀποστολῆς καὶ τὰ μέλη αὐτῆς, τὴν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην των, τὴν ὁποίαν ἔχουν καὶ τὴν ἐκτίμησιν τὴν βαθυτάτην, τὴν ὁποίαν τρέφουν πρὸς ὅλους τοὺς οἰκονομικοὺς ὑπουργοὺς καὶ κολακεύομαι νὰ τὸ λέγω, καὶ πρὸς ἐμὲ ἰδιαιτέρως, διότι πολλάκις καὶ κατ’ ἰδίαν ἀμέσως ἀλλὰ καὶ ἐμμέσως, ἔχει ἐκφρασθῆ ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς ἀποστολῆς, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ ἐμπιστοσύνη, ἔχω ἀρκετὴν εὐσυνειδησίαν νὰ τὸ ὁμολογήσω καὶ νὰ τὸ ἀντιληφθῶ, δὲν θὰ ἐθεώρουν τὸν ἑαυτόν μου ἱκανοποιημένον ἀπὸ τοῦ νὰ διαχειρίζωμαι τὸ λειτούργημα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, χωρὶς νὰ ἠμπορῶ νὰ ἐξυπηρετήσω τὸν τόπον μας, ἐνῷ θὰ ἠδύνατο ἕνας ἄλλος νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸν τόπον μας καλλίτερον ἐμοῦ. Θέλω λοιπόν, νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ἀπαντῶν καὶ εἰς ὡρισμένας φράσεις, τὰς ὁποίας εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τρικάλων βουλευτής, ὅτι οὐδ’ ἐπὶ μίαν στιγμὴν ὁ ἀρχηγὸς τῆς οἰκονομικῆς ἀποστολῆς ἔπαυσε νὰ διαλαλῇ τὴν ἐκτίμησιν καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην του, πρὸς ὅλους τοὺς ὑπουργοὺς καὶ πρὸς ἐμὲ ἰδιαιτέρως. Καὶ αὐτῆς τῆς ἐκτιμήσεως, καὶ αὐτῆς τῆς ἐμπιστοσύνης χρώμενος, ἐξήντλησα ὁλόκληρον τὴν προσπάθειάν μου, διὰ νὰ τοὺς εἰσαγάγω τρόπον τινά, εἰς τὴν διαρρύθμισιν τῆς Ἑλληνικῆς ζωῆς, ἡ ὁποία ἦτο ξένη πρὸς αὐτοὺς καὶ εἰς τὴν ὁποίαν μὲ κἄποιαν βραδύτητα ἀλλὰ ἀσφαλῶς εἰσῆλθον, εἰς τρόπον ὥστε ἡ συνεργασία μας νὰ βαίνῃ ἀπρόσκοπτος.
§187Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀνεφέρθην εἰς ὑμᾶς προσωπικῶς, ἀλλὰ ἀνεφέρθην εἰς παγίως ἐπαναλαμβανομένας φράσεις, εἰς δημοσιεύματα ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, τὰ ὁποῖα χαρακτηρίζουν κατὰ ἕνα ὡρισμένον πανομοιότυπον τρόπον τὰς Ἑλληνικὰς Κυβερνήσεις. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐπαναλάβω τὰς λέξεις, διότι εἶναι βαρύταται, ἀλλὰ αἱ λέξεις αὐταὶ εἶναι γνωσταὶ εἰς πάντας τοὺς ἀναγινώσκοντας αὐτάς, τὰς πολλάκις ἡμιεπισήμους ἀνακοινώσεις.
§188Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν ἠξεύρω εἰς ποίας δηλώσεις ἀνήκουν αἱ λέξεις αὐταὶ καὶ ἐὰν αἱ δηλώσεις αὐταί, τὰς ὁποίας ὑπονοεῖτε σεῖς ὅτι προέρχονται ἐξ ἐπισήμου πηγῆς, ἀλλὰ σᾶς λέγω ἐν τῇ συναισθήσει τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἔχω, ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ ἦτο ἀνάξιον ἐμοῦ καὶ θὰ ἤμην ἀνάξιος πατριώτης καὶ Ἕλλην, ἐὰν ἀντιλαμβανόμενος, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐμπιστοσύνη ἐκ μέρους τῆς Ἀμερικανικῆς ἀποστολῆς, ἐξηκολούθουν νὰ κατέχω τὴν θέσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Αὐτὸ δὲν θὰ τὸ ἐδεχόμην ποτέ. (Χειροκροτήματα). Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν πιστώσεων, περὶ τῶν ὁποίων τόσος θόρυβος ἐγένετο, ἔχει ζητηθῆ δι’ εἰδικῆς ἐπερωτήσεως ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων καὶ δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ οἱ κ.κ. ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων καὶ οἱ ρήτορες προτρέχουν τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων καὶ ἐκφέρουν γνώμας χωρὶς νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν τῶν οὔτε τοὺς ἀριθμούς, οὔτε τὴν ἀλήθειαν. Ὑπάρχει ἐπερώτησις, τὰ ἔγγραφα ἐζητήθησαν νὰ κατατεθοῦν, θὰ δοθοῦν ὅλοι οἱ ἀριθμοὶ καὶ συνεπῶς τότε εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις. Διατὶ νὰ δημιουργοῦνται αὐταὶ αἱ ἐντυπώσεις καὶ νὰ ἐκφέρωνται παρατηρήσεις χωρὶς νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν των οἱ συζητοῦντες τοὺς ἀριθμοὺς καὶ χωρὶς νὰ ἠμποροῦν νὰ συναγάγουν συμπεράσματα θετικά, ἐφ’ ὅσον εἶναι ξένοι πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν πραγματικότητα. Τὸ λέγω αὐτὸ διότι ὁλόκληρος ὁ πιστωτικὸς ὀργανισμός, ὡς θὰ γνωρίζουν οἱ κ.κ. βουλευταί, λειτουργεῖ κατὰ ἕνας εἰδικὸν τρόπον. Αἱ Τράπεζαι δίδουν τὰς πιστώσεις, ἡ Νομισματικὴ Ἐπιτροπὴ καθορίζει τὴν γενικὴν πιστωτικὴν πολιτικήν, καθορίζει δηλαδὴ τὰς περιπτώσεις τῆς πιστοδοτήσεως, δηλαδὴ ποῖαι θὰ εἶναι αἱ περιπτώσεις καθ’ ἃς αἱ Τράπεζαι θὰ δίδουν τὰς πιστώσεις καὶ ὑπὸ ποίας προϋποθέσεις θὰ τὰς δίδουν. Τοιαῦται ἀποφάσεις ἐξεδόθησαν πολλαὶ μέχρι σήμερον. Αἱ ἀποφάσεις αὐταὶ εἰδικεύουν τὴν τοποθέτησιν τῶν πιστώσεων τῶν Τραπεζῶν μόνον δὰ παραγωγικοὺς σκοπούς. Δὲν ὑπάρχει περίπτωσις καθ’ ἣν ἐξεδόθη μία ἀπόφασις τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία νὰ ἐπιτρέπῃ ἄλλην τινὰ τοποθέτησιν, πλὴν τῆς διὰ παραγωγικοὺς σκοποὺς καὶ ἀφίεται κατόπιν εἰς τὰς τραπέζας, ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν καὶ τὸν ἔλεγχον τῶν Τραπεζῶν, νὰ διοχετεύωνται τὰ ποσὰ αὐτὰ τῶν καταθέσεων ἢ τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας λαμβάνουν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, εἰς τοὺς εἰδικοὺς αὐτοὺς σκοπούς, διὰ τοὺς ὁποίους προορίζονται. Ὡς γνωρίζετε κάθε Τράπεζα ἔχει τὸ πιστωτικὸν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον κρίνει περὶ τῆς ἀσφαλείας τῆς τοποθετήσεως, τὴν ὁποίαν κάμνει ἡ Τράπεζα, καὶ περὶ τῆς χρηματοδοτήσεως τῆς ὀφειλομένης ἢ ἐὰν τοὐλάχιστον ἐμπίπτῃ ἢ καθ’ ὅσον ἐμπίπτει εἰς τὴν γενικὴν ἀπόφασιν καὶ τοὺς γενικοὺς κανονισμούς, τοὺς ὁποίους καθορίζει ἡ Νομισματικὴ Ἐπιτροπή. Ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ἐλέγχει τὸ πιστωτικὸν αὐτὸ συμβούλιον ἐὰν ἐδόθησαν ὅλαι αἱ χρηματοδοτήσεις εἰς ἕνα ἕκαστον, ὅπως θὰ ἔπρεπε νὰ δοθοῦν, ἐὰν αἱ χρηματοδοτήσεις αὐταὶ ἐγένοντο σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνας, τοὺς ὁποίους ἐνομοθέτησεν ἡ Νομισματικὴ Ἐπιτροπή. Αὐτὸν τὸν ἔλεγχον κάμνει ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος. Σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις πιστοδοτήσεως, ἡ ὁποία δὲν ἦτο παραγωγική. Ἐπιστοδοτήθησαν οἱ παραγωγοί, οἱ ἔμποροι, οἱ βιομήχανοι, καὶ αἱ παραγωγικαὶ τάξεις διὰ σκοποὺς καθαρῶς παραγωγικούς. Ἐξετελέσθησαν αἱ πιστώσεις αὐταὶ καὶ ὑπῆρχεν ἔλεγχος ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία παρακολουθεῖ τὴν διάθεσιν τῆς πιστώσεως ἐὰν πραγματικῶς καὶ διετέθη διὰ τοὺς σκοπούς, διὰ τοὺς ὁποίους ἐδόθη. Ὁ ἔλεγχος αὐτὸς δὲν γνωρίζω ἐὰν εἶναι πλήρης ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπῆρξε καὶ ὑπάρχει ἀνάγκη ὅπως τὰ μέτρα αὐτὰ εἶναι αὐστηρότερα εἰς τὸ μέλλον, ἐγένετο εἰδικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ κατατεθῇ νομίζω αὔριον εἰς τὴν Βουλήν, διὰ τοῦ ὁποίου καθορίζεται καὶ ἡ Νομισματικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπισήμως πλέον ὡς ὄργανον τῆς ἀσκήσεως τῆς πιστωτικῆς πολιτικῆς καὶ ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ πλέον τὴν ὑποχρέωσιν ὅπως δι’ ἰδίων ὑπαλλήλων, ἢ ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν ἢ Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐλέγχῃ τὰς χρηματοδοτήσεις αὐτάς.
§189Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Εἶναι ἀργὰ πλέον.
§190Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι ἀργά, διότι αὐτὸ τὸ μέτρον εἶναι ἓν ἐπὶ πλέον μέτρον προνοίας. Θὰ ἴδητε ἐκ τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους θὰ καταθέσωμεν, ὅτι αἱ χρηματοδοτήσεις ποὺ ἐδόθησαν εἰς τὰς παραγωγικὰς τάξεις εἶναι πολὺ ὀλιγώτεραι τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος καὶ ὅτι δὲν δικαιολογοῦν τὸν θόρυβον, ὁ ὁποῖος γίνεται. Ἐκ τῶν ἀριθμῶν θὰ πεισθῆτε καὶ ἐκ τῶν προσώπων καὶ τῶν κλάδων, οἱ ὁποῖοι ἐπιστοδοτήθησαν, θὰ βεβαιωθῆτε ὅτι ἡ πιστοδότησις ὑπῆρξε κανονικὴ καὶ λογική. Τώρα βεβαίως διὰ τοῦ νέου νομοθετήματος ἐπιβάλλεται ἕνας αὐστηρότερος ἔλεγχος καὶ μονιμοποιεῖται ὁ ἔλεγχος ἐντὸς τῶν τραπεζῶν, οὕτως ὥστε νὰ γίνεται καὶ εἰδικωτέρα παρακολούθησις εἰς τὰς καθ’ ἕκαστα πιστώσεις καὶ ὡς πρὸς τὴν εἴσπραξίν των καὶ ὡς πρὸς τὴν τοποθέτησίν των. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τοῦτο· «Αἱ ὑπὸ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος χορηγηθεῖσαι πιστώσεις.............. ....... (ἀναγινώσκει).................». Ἰδοὺ καὶ οἱ ἀριθμοί, τοὺς ὁποίους ἐζήτει πρὶν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος, τοὺς ὁποίους δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου βεβαίως προχείρως. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ἡ ἀναλογία ὑπῆρξε τεραστία μεταξὺ τῆς γεωργίας, τοῦ καπνεμπορίου, τῶν βιομηχάνων καὶ τοῦ ἐμπορίου, διότι ἐδόθησαν 413 δισεκατομμύρια εἰς τὴν γεωργίαν, 100 δισεκατομμύρια εἰς τὸ καπνεμπόριον, 26 δισεκατομμύρια εἰς τὴν βιομηχανίαν καὶ 19 δισεκατομμύρια εἰς τὸ ἐμπόριον. Κύριοι, δὲν θέλω νὰ σᾶς ταλαιπωρήσω περισσότερον, θέλω ἁπλῶς, συνοψίζων, νὰ εἴπω ὅτι θὰ δοθῇ ἡ εὐκαιρία μετὰ τὴν ἐπανασυζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ ἐκτεθῇ περισσότερον ἐν πλάτει τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ἤθελα νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι ἡ προσπάθεια τῆς Κυβερνήσεως στρέφεται πρὸς δύο τομεῖς, πρὸς τὸν δημοσιονομικὸν τομέα, ἵνα κατορθώσῃ καὶ συγκρατήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὰ ὅρια τὰ προϋπολογισθέντα, ὥστε νὰ ἀποφύγωμεν τὸν πληθωρισμὸν καὶ πρὸς τὸν οἰκονομικὸν τομέα, εἰς τὴν συγκράτησιν δηλαδὴ τῆς τιμῆς τῆς λίρας καὶ τὴν σταθεροποίησιν τῶν τιμῶν τῶν ἀγαθῶν καὶ ἑπομένως τὴν σταθερότητα τῶν τιμῶν καὶ ἡμερομισθίων. Αὐτὴ εἶναι ἡ προσπάθεια, ἡ ὁποία καταβάλλεται εἰς τοὺς δύο τομεῖς καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι, ἐν τῇ προσπαθείᾳ ἡ ὁποία καταβάλλεται καὶ μὲ τὴν ἀμέριστον βοήθειαν τοῦ συμμαχικοῦ παράγοντος τίποτε δὲν προβλέπεται ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἐνέργεια, ὡς πρᾶξις καὶ ὡς ἐπιβολή, ὥστε νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ μεγαλύτερον ἀποτέλεσμα ἐντὸς τοῦ συντομωτέρου χρονικοῦ διαστήματος. (Χειροκροτήματα).
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον;
§192ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§193Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ποίαν ἔννοιαν ἔχει τὸ δεκτόν, κύριε Πρόεδρε;
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπ’ αὐτοῦ.
§195Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Αὔριον θὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις, διότι ἡμεῖς ἔχομεν ἐγγραφῆ διὰ νὰ ὁμιλήσωμεν, ἐφ’ ὅσον ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν μᾶς ἐπέτρεψε καμμίαν διακοπήν.
§196Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἐὰν οἱ κ.κ. βουλευταί, θέλουν ἐπὶ ἑκάστου νομοσχεδίου οἰκονομικοῦ νὰ ὁμιλοῦν καὶ ἐπὶ τοῦ γενικοῦ προγράμματος τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, εὐχαρίστως νὰ ὁμιλοῦν.
§197Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εὑρισκόμεθα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἐπὶ δύο ἔτη. Ὑπήρξαμεν προσωπικῶς κυβερνῆται τῆς χώρας αὐτῆς ἐπὶ μακρὸν διάστημα, ἀλλὰ ποτὲ δὲν συνέβη, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ μία ἀνάγκη ἐξαιρετικὴ τοῦ Κράτους, νὰ βιάζεται ἡ Βουλὴ διὰ νὰ λάβῃ μίαν ἀπόφασιν ἐπὶ νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουν μίαν ἐξαιρετικὴν ἀξίαν, διότι πρόκειται περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περατωθῇ μία τοιαύτη συζήτησις ὅταν ὡμίλησεν ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν καὶ ὅταν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀπάντησις. Ποία ἀνάγκη ὑπάρχει αὐτῆς τῆς ταχύτητος;
§198Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις ἀπὸ κανένα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ περὶ καπνοῦ.
§199Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις προτοῦ νὰ φέρῃ τὰ νομοθετήματα αὐτὰ εἰς τὴν Βουλὴν συνεννοήθη διὰ τὸν τρόπον τῆς ἐγκρίσεως αὐτῶν μὲ τὴν ἀντιπολίτευσιν. Θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, κύριε Πρόεδρε, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ὁμιλήσωμεν ἀπόψε, οὔτε ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ ὁμιλήσωμεν ἀπόψε.
§200Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπ. Κυβ.). Ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος, θέλῃ νὰ ὁμιλήσῃ διὰ νὰ ἐπικρίνῃ τὴν γενικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, μεθαύριον, θὰ ἔλθουν πολλὰ ἄλλα. Ἂς ὁμιλήσῃ τότε ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἐπικρίνων τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἄλλως τε ἡ συζήτησις ἀπόψε ὅπως διεξήχθη ἦτα ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ. Εἴχομεν συζήτησιν νομοσχεδίου καὶ ὄχι κρίσιν ἢ ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως ἢ ἀνάγνωσιν προγραμματικῶν δηλώσεων. Δύνανται βέβαια οἱ βουλευταὶ νὰ ἐξαγγέλλουν καὶ τὰ προγράμματά των καὶ τὰς παρατηρήσεις των καὶ τὸν ἔλεγχόν των νὰ κάμουν ἀλλὰ εἰς ἡμέρας ἐλέγχου ἢ παρατηρήσεων. Ἐπὶ πλέον ἡ Κυβέρνησις δηλοῖ ὅτι ἐὰν ὑπάρχουν τινὲς τῶν κ.κ. συναδέλφων, ἐπιθυμοῦντες νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τῆς γενικῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἂς ὁμιλήσουν, ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ, ἂς ὁμιλήσουν ἐπὶ τοῦ δευτέρου νομοσχεδίου.
§201Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δηλώσῃ ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε τὸ νομοσχέδιον, νὰ τὸ ψηφίσωμεν.
§202Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβ.). Τοιαύτην διαβεβαίωσιν δὲν ἠμπορῶ νὰ δώσω. Γνωρίζω ὅτι ἡ Βουλὴ κατηγορεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅτι δὲν προωθεῖ ταχέως τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Αὐτὴ ἡ ἐπίκρισις γίνεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἤδη καθωρίσθησαν ὡρισμέναι ἡμέραι κατὰ τὰς ὁποίας θὰ συζητοῦνται τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδια διὰ τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἀποδίδει ὑψίστην σημασίαν, ὅπως ἀσφαλῶς καὶ ἡ Βουλή. Ἑπομένως αἱ ἡμέραι αὐταὶ δὲν εἶναι ἡμέραι ἐλέγχου ἢ ἡμέραι ἐξαγγελίας προγραμμάτων. Ἐὰν ὅμως, παρὰ τοῦτο, θέλουσιν οἱ κ.κ. συνάδελφοι, πρὸ ἑκάστου νομοσχεδίου οἰκονομικοῦ νὰ προτάσσεται συζήτησις ἐπὶ τῆς γενικῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, νὰ προτάσσεται. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀντίρρησιν, νὰ μείνωμεν καὶ μετὰ τὸ μεσονύκτιον διὰ νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις, διότι ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ ψηφίσῃ καὶ παρακαλεῖ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κ. κ. βουλευτὰς νὰ καθήσουν.
§204Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι πρέπον εἰς ζητήματα τοιαύτης φύσεως νὰ μεταβάλλεται ἀπολύτως ἡ ἀντίληψις τῆς Κυβερνήσεως. Ὤφειλε νὰ γίνῃ κατ’ ἀρχὴν ἡ συζήτησις αὕτη, διότι τὰ νομοθετήματα αὐτὰ τί περιέχουν; Περιέχουν μίαν τόνωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς των. Τί περιέχουν ἀκόμη; Περιέχουν μίαν συμπίεσιν τῶν τιμῶν, καὶ περιέχουν τέλος μίαν προσπάθειαν διὰ νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴν αὐτὴν ἀπαθλίωσιν. Ὅταν λοιπόν, τοιαῦτα συζητοῦνται νομοσχέδια, ὅταν ὁμιλοῦν ἐπ’ αὐτῶν οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων, ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἀφήνει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις. Τί πρόκειται νὰ γίνῃ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἢ αὔριον διὰ νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ ἀνάγκη νὰ ψηφισθοῦν τὰ νομοθετήματα αὐτὰ ἀπόψε; Τὰ νομοθετήματα αὐτὰ εἶναι ἐν ἐφαρμογῇ. Ἐφ’ ὅσον τοῦτο λοιπόν, γίνεται, διατὶ ἀπαιτεῖτε νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις ἀπόψε;
§205Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβ.). Ἡ ἰδία ἡ Βουλὴ καθώρισε προθεσμίας καὶ ἡμέρας συζητήσεων διὰ τὰ νομοσχέδια αὐτά, εἰς τὰ ὁποῖα ἀπέδωσεν ἰδιαιτέραν σημασίαν. Αὐτὸ ἀκριβῶς ζητῶ καὶ ἐγώ. Νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν. Δὲν εἶναι ἄλλως τε ἡ πρώτη φορὰ ποὺ συζητοῦμεν εἰς προκεχωρημένας ὥρας εἰς τὴν Βουλήν.
§206Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Εἴπατε πρὸ ὀλίγου ὑμεῖς, ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖτε νὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη κατ’ ἀρχὴν συζήτησις καὶ στὰ ἄλλα νομοσχέδια.
§207Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Δὲν εἶπον αὐτό. Εἶπον ὅτι ἐὰν ὑπάρχουν τινὲς τῶν κ.κ. βουλευτῶν, ἐπιθυμοῦντες νὰ ὁμιλήσουν καὶ περαιτέρω ἐπὶ τῆς γενικῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἂς μὴ καθυστερήσωμεν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καὶ μεθαύριον ὅταν θὰ ἐπανέλθωμεν ἐπὶ ἄλλου οἰκονομικοῦ νομοσχεδίου, ἂς ὁμιλήσουν ἐπ’ αὐτοῦ. Εἶπον ἐπίσης ὅτι ἡ συζήτησις αὐτὴ δὲν ἦτο ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τῇ βάσει ἑκάστου οἰκονομικοῦ νομοσχεδίου νὰ γίνεται συζήτησις περὶ τοῦ συνόλου τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως.
§208Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὄχι ἐφ’ ἑκάστου.
§209Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐπιθυμῶ νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἰσχυρίσθη ὅτι ἐπὶ ἑκάστου φορολογικοῦ νομοσχεδίου, λαμβάνουν ὅλοι τὸν λόγον. Πρῶτον σπανιώτατα μέχρι τοῦδε ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν συζήτησις οἰκονομική, ἐνῷ τὸ οἰκονομικὸν θέμα εἶναι τὸ μέγιστον θέμα τῆς χώρας ἔπειτα ἀπὸ τὸ θέμα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ δεύτερον δὲν ἐζητήσαμεν τὸν λόγον ἐπὶ ἑκάστου νομοσχεδίου παρὰ μόνον μὲ τὴν εὐκαιρίαν τῆς καταθέσεως τοῦ συνόλου τῶν νομοσχεδίων, ἐπεζητήσαμεν ἐφ’ ἅπαξ, κάποτε ἐπὶ τέλους νὰ γίνῃ μία συζήτησις καὶ τὴν ἐγενικεύσαμεν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐξεπλάγη καὶ διεμαρτυρήθη, διότι κάποτε ἐπὶ τέλους ἠκούσθη μία συζήτησις ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς της πολιτικῆς.
§210Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντ. Κυβ.). Τοὐναντίον, ὄχι μόνον σᾶς ἀναγνωρίζω τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἀλλὰ καὶ ἔχετε καὶ ὑποχρέωσιν.
§211Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Διατὶ αὐτὴ ἡ νευρικότης, διότι ἐγένετο μία συζήτησις ἐπὶ τέλους;
§212Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Λέγει, ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι συζητουμένου τοιούτου νομοσχεδίου περιέχοντος φορολογικὰς διατάξεις, περιέχοντος οἰκονομικὰς διατάξεις, εἴμεθα ἐκτὸς τοῦ θέματος ὅταν ὁμιλοῦμεν περὶ τῆς γενικῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ποία ὅμως εἶναι ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως; Τί περιέχουν τὰ νομοσχέδια αὐτά; Περιέχουν διατάξεις φορολογικάς, περιέχουν διατάξεις νομισματικάς. Εἴμεθα λοιπόν, ἐκτὸς θέματος ὅταν ὁμιλοῦμεν περὶ φορολογικῆς ἢ νομισματικῆς πολιτικῆς; Καὶ σᾶς λέγω ἀκόμη ὅτι θὰ ἐκάμναμεν μίαν καὶ μόνην συζήτησιν γενικὴν εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ ὄχι εἰς τὰ ἄλλα. Σεῖς λέγετε νὰ μὴ κάμωμεν ἀπόψε τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ νὰ τὴν ξαναρχίσωμεν εἰς ἄλλο νομοσχέδιον. Διατὶ νὰ γίνῃ αὐτό;
§213Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβ.). Ἐγὼ εἶπον νὰ συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς εἰς ἄλλο νομοσχέδιον.
§214Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Διατὶ νὰ τελειώσῃ ἀπόψε ἡ συζήτησις; Διατὶ πιέζεται ἡ Βουλὴ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον; Σᾶς ἐδώσαμεν ἡμεῖς τὴν ἄδειαν, ὅταν μᾶς ἐκαλέσατε, διὰ νὰ τεθοῦν εἰς ἐφαρμογὴν ἀμέσως τὰ νομοσχέδια αὐτά, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐγένετο. Διατὶ λοιπόν, πιέζεται ἡ Βουλὴ τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ κάμῃ καὶ τὴν ὑπόλοιπον συζήτησιν; Τὶ θὰ βγῇ ἀπὸ αὐτό; Τί θὰ βγῇ ἀπὸ τὴν ταχύτητα αὐτήν; Ἡ συζήτησις ἄλλως τε εἶναι διαφωτιστικὴ καὶ δὲν ἐννοεῖτε νὰ ὑποχωρήσετε παρὰ μόνον ἀπὸ πεῖσμα. Δὲν μπορεῖτε νὰ μᾶς τυραννεῖτε κατὰ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, ὁσάκις δὲν ὡμιλήσατε περὶ παρεκτροπῆς τὸ ἐπληρώσατε. Ἐνθυμεῖσθε τὶ ἐπάθατε —καὶ θὰ λεχθῇ ἀπόψε— ὅταν ἐν τῇ Βουλῇ ἐψηφίσθη εἰς μίαν ἑσπέραν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπεργιῶν καὶ ἐνομίσατε ὅτι ἐπράξατε σπουδαῖον πρᾶγμα. Καὶ ἦλθον οἱ ξένοι νὰ μεταβάλλουν τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν καὶ ἠναγκάσθητε νὰ ὑποκύψετε διότι ἐγένετο μία ἀδικία εἰς τὸν τόπον αὐτόν, ὅταν σεῖς προσπαθῆτε νὰ ἀφαιρέσετε τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας, τὸ μεγαλύτερον δημοκρατικὸν δικαίωμα. Καὶ εἴχατε ὑπ’ ὄψιν ὅτι θὰ ξεσηκωθῇ ὁ κόσμος ἐναντίον σας καὶ ὅτι θὰ ἀναγκασθῆτε νὰ ὑποκύψετε. Δὲν εἶναι δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως νὰ φέρῃ τὸ Κράτος εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν καὶ νὰ ἐπεμβαίνουν οἱ ξένοι, διότι ἐκεῖ φθάνετε μὲ τοιαύτας τινὰς ἀποφάσεις, ραγδαίας λαμβανομένας ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ὑφηρπάσατε καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Μὴ πράττετε τοῦτο, διότι δὲν εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον ὄχι μόνον τῆς Κυβερνήσεως ἀλλὰ καὶ τοῦ τόπου αὐτοῦ, διότι δι’ αὐτοῦ τὸ ὁποῖον κάμνετε, παραβιάζετε τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα καὶ θίγετε τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω ἀπόψε ἀλλὰ μὴ φαντάζεσθε ὅτι κάνετε κἄτι τι σπουδαῖον καὶ ὅτι πιέζοντες τὴν Βουλὴν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δημιουργεῖτε ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως κάποιον ἔπαινον. Δὲν εἶναι ἔπαινος. Εἶναι μία προσπάθεια νὰ ψηφισθοῦν τὰ νομοσχέδια αὐτά, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἀφήσετε ἐλευθέραν τὴν Βουλὴν νὰ συζητήσῃ. Ἐλπίζω ὅτι τοὐλάχιστον θὰ ἠδυνάμην νὰ ἰσχυρισθῶ, ἂν καὶ ἀπεδείχθη ἀκόμη ὅτι πρέπει νὰ εἴπω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἐννοεῖ νὰ μεταβάλῃ τὸ σχῆμα αὐτὸ εἰς μίαν συζήτησιν ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν θέσιν της ἐπὶ τοιούτων νομοθετημάτων. (Χειροκροτήματα).
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ ἔννοια τῆς δηλώσεως τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὅτι ἡ Βουλὴ ἠμπορεῖ νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν ἔχει ἀντίρρησιν. Τοῦτο ὅμως δύναται ἡ Βουλὴ νὰ πράξῃ μεθ’ αὔριον ὁπότε θὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν νομοσχεδίων. Παρακαλῶ δὲ τώρα δι’ ὅσα νομοσχέδια δὲν ἔχετε ἀντίρρησιν νὰ γίνουν δεκτά.
§216Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι ζήτημα τιμῆς τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν νομοσχεδίων, κατὰ συνέπειαν ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμῇ νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις, διὰ νὰ συνεχισθῇ μεθ’ αὔριον, νὰ ψηφισθῇ ἐν τῷ μεταξὺ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἂν καὶ τὸ πρᾶγμα εἶναι ἄτακτον, ἠμπορεῖ ὅμως νὰ γίνῃ. Λοιπόν, νὰ γίνῃ δεκτὸν ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι μεθαύριον θὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις κατὰ τὴν σειρὰν τῶν ἐγγραφέντων ρητόρων.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται τὸ ὑπ’ ἀριθ. 2 ἡ Βουλή;
§218Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Μὲ μίαν προσθήκην μόνον, ὅτι δὲν ἐπιστρέφονται τὰ καταβληθέντα ποσά.
§219Α. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ἀντίρρησιν εἰς τὸν τρόπον τῆς καπνοκαλλιεργείας. Κύριοι βουλευταί, εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον λέγει «ἀπόλυτος ἐλευθερία καπνοκαλλιεργείας». Ἡ κατάστασις αὐτὴ ὡδήγησε κάποτε εἰς τελείαν καταστροφὴν τῆς καπνοπαραγωγῆς, ἔχω πεῖραν ὡς καπνοπαραγωγός. Τὸ 1947 τὰ καπνὰ δὲν διετέθησαν καὶ θὰ ἔχωμεν ἕνα ποσοστὸν κατεστραμμένων καπνῶν. Ὅταν οἱ Ἕλληνες καλλιεργοῦν καπνὰ εἰς βαλτώδεις ἐκτάσεις, δὲν ἐπέρχεται οὕτω βελτίωσις τοῦ καπνοῦ, τότε δὲν θὰ ὑπάρχῃ λόγος ὁ Ἀμερικανὸς νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ ἀγοράσῃ τὰ Ἑλληνικὰ καπνά, διότι ὁ Ἑλληνικὸς καπνὸς ζητεῖται λόγῳ τῆς καλυτέρας ποιότητός του.
§220Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εἶναι μία πρότασις τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας ἡ ὁποία ἐγένετο δεκτή. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν ἐὰν οἱ κ. συνάδελφοι, νομίζουν ὅτι θὰ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ περιορισμὸς εἰς τὴν παραγωγήν. Ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἐμφανίζεται οὕτω τὸ νομοσχέδιον εἶναι διότι ὑπεστηρίχθη, ὅτι κατὰ τὸ 1946 λόγῳ τῶν ἐξωτερικῶν περιστάσεων ἐπετράπη ἐλευθέρως ἡ καπνοκαλλιέργεια.
§221Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Ἠξεύρω ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ πρωτεύουσαν θέσιν ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας. Τὸ θέμα αὐτὸ μᾶς ἀπησχόλησε καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, ἤμην εἰσηγητὴς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἔκαμον μίαν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν ἡ ὁποία ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας εἰς ἡμᾶς, καὶ ἡ ὁποία μᾶς ἐδήλου ὅτι εἶσθε καὶ σεῖς σύμφωνος. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας εἶπεν ἐν προκειμένῳ τὴν γνώμην του. Ξεύρω μόνον ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ ἡ γνώμη τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι δευτερευούσης σημασίας, πρωτευούσης δὲ εἶναι ἡ γνώμη τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας. Ἡμεῖς, κ. ὑπουργέ, ἐὰν ἐπιμείναμεν τότε ἐστηρίχθημεν κυρίως εἰς τὴν ποιοτικὴν παραγωγήν. Ὁ συνάδελφος αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγει ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς εἶναι ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ὑπεστηρίχθησαν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως. Ἔρχονται ὅμως οἱ ἄλλοι συνάδελφοι καὶ λέγουν ὅτι ὁλόκληρος ὁ κόσμος κατεβαίνει πλέον ἀπὸ τὰ ὀρεινά, εἶναι ὑποχρεωμένος δὲ ὁ κόσμος αὐτὸς νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς ὡρισμένα πεδινὰ τμήματα. Τὸ θέμα εἶναι δυσχερές, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ εἰδικῶς ὅσον ἀφορᾷ τὴν διατύπωσιν, διότι τὸ θέμα εἶναι διαφορετικόν, δὲν εἶναι μόνον τὸ ζήτημα βαλτωδῶν ἐκτάσεων, εἰς τὰς ὁποίας καὶ πρὸ τοῦ πολέμου ἀκόμη κατὰ τὸ 1936 δὲν ἐγίνετο αὐτὴ ἡ καλλιέργεια, ἀλλὰ εἶναι καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐπεκτάσεως τῆς καπνοκαλλιεργείας. Ὅταν, λοιπόν, δοθῇ μία τοιαύτη ἀπόλυτος ἐλευθερία, φρονῶ ὅτι θὰ ἐνισχυθοῦν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέλουν πρὸ παντὸς νὰ μειώσουν τὸ ζήτημα τῆς ὑπεροχῆς τῶν Ἑλληνικῶν καπνῶν. Δι’ αὐτὸ νομίζω, κ. ὑπουργέ, ἐπειδὴ ἐπὶ τοῦ θέματος οἱ συνάδελφοι οἱ ὁποῖοι θὰ ἀσχοληθοῦν εἶναι 5–10 ἢ 20, νὰ μᾶς ἀφήσητε 24 ὥρας νὰ μελετήσωμεν τὸν τρόπον τῆς διατυπώσεως τῆς διατάξεως, ὥστε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ ψηφισθῇ μεθ’ αὔριον.
§222ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σεῖς, κ. συνάδελφε, εἴχατε συμφωνήσει;
§223Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Ὄχι δὲν συνεφώνησα, ἐζήτησα νὰ ἱκανοποιήσωμεν καὶ τὰς ἀπόψεις τοῦ καπνοπαραγωγικοῦ κόσμου.
§224Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβ.). Τὸ ἄλλο νομοσχέδιον ἦτο διαφορετικὸν ἀλλὰ παρακαλῶ πέστε μου τί ζητεῖτε; Θέλετε νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία, ἢ θέλετε νὰ κάνετε τροπολογίαν εἰς τὰς τροπολογίας;
§225Α. ΜΠΑΚΑΛΜΠΑΣΗΣ. Θέλω, κ. Πρόεδρε, νὰ μὴ ἐπεκταθῇ ἡ καπνοκαλλιέργεια εἰς περιφερείας αἱ ὁποῖαι ἐν τῷ μεταξὺ εἶχον ἐξαιρεθῆ, διότι ἐὰν τοῦτο συνέβαινε θὰ ἦτο ἐπιζήμιον διὰ τοὺς καπνοπαραγωγούς.
§226Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὀρθότερον θὰ ἦτο νὰ λυθῇ, δι’ αὔριον ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ μελετηθῇ τὸ ζήτημα, καὶ νὰ ἀσχοληθοῦν εἰδικώτερον ὁ κ. Παπαδόπουλος καὶ ὁ κ. Μπακάλμπασης, δεδομένου μάλιστα ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι ὀκτὼ ὅλοι–ὅλοι οἱ παρόντες βουλευταί.
§227Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Πάντως πρόκειται περὶ τροποποιήσεως τῆς Ἐπιτροπῆς.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§229ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Δεκεμβρίου 1947 Ν.Δ. περὶ καλλιεργείας καπνοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1947 καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων», ἀναβάλλεται. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ.μ., μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 11.15′ μ.μ.)