1947.11.18
1,493 rows · 11,094 words · 101 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 11η
Τρίτη 18 Νοεμβρίου 1947
Προεδρία Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(ὥρα 6.30′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλῶ τὸν κ. Γραμματέα ν’ ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ βουλευτὴς Λέσβου κ. Ν. Μαλλιάκας καταθέτει τηλεγραφικὰς ἀναφορὰς τῶν Ἑνώσεων Συν)σμῶν καὶ τῶν Σωματείων Λέσβου, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν ἐλαχίστην τιμὴν διατιμήσεως τοῦ πρὸς ἐξαγωγὴν ἐλαίου καὶ ἔτι ζητούντων τὴν ἐνίσχυσιν δυνάμεως Χωρ)κῆς. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Ἀθαν. Γιαννόπουλος καταθέτει τηλεγράφημα Ἐπιτροπῆς σταφιδοπαραγωγῶν Κάτω Ἀχαΐας καὶ Κοινοτήτων Δήμου Δύμης, διαμαρτυρομένων δι’ ἐπιβληθεῖσαν μονοπώλησιν σταφιδοκάρπου ὑπὸ Αὐτονόμου Σταφιδικοῦ Ὀργανισμοῦ. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Ἀθαν. Ἀντωνόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τῶν πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν συνταξιούχων Ἀχαΐας, Αἰτωλοακαρνανίας καὶ Αἰγίου, ζητούντων τὴν ρύθμισιν τῶν συντάξεών των. Ὁ βουλευτὴς Ροδόπης κ. Σ. Σγουρόγλου καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Κομοτηνῆς, ζητούντων τὴν ἀποστολὴν στρατιωτικῆς δυνάμεως πρὸς ἐμπέδωσιν τῆς τάξεως. Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Μουτζουρίδης καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῶν συνταξιούχων συζύγων, χηρῶν καὶ ὀρφανῶν Ναυπλίου, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν μελετωμένην περικοπὴν τῶν συντάξεών των. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Α. Ἀντωνόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τῶν πωλησάντων ἀκίνητα ἐπὶ κατοχῆς Πατρῶν, ζητούντων κατάργησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 114 Σ. Π. Οἱ βουλευταὶ Ἀχαΐας κ. κ. Π. Οἰκονομίδης καὶ Α. Ἀντωνόπουλος καταθέτουν τηλεγραφήματα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου καὶ σταφιδοπαραγωγῶν Κάτω Ἀχαΐας καὶ Κοινοτήτων Δήμου Δύμης, ζητούντων ὅπως ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ ἐμπορία σταφιδοκάρπου, διότι ἡ μονοπώλησις τούτου ὑπὸ Αὐτονόμου Ὀργανισμοῦ πλήττει συμφέροντα σταφιδοπαραγωγῶν, ἀποκλείει ἐλεύθερον ἐμπόριον καὶ συναγωνισμὸν τιμῶν. Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος κ. Νικ. Κ. Πετρίδης καταθέτει τηλεγράφημα δεκαπεντάδος προέδρων Ἐπαγγελματικῶν Σωματείων καὶ Ὀργανώσεων Λαμίας, θεωρούντων τὴν μελετωμένην κατάργησιν τῆς Παιδαγωγικῆς Ἀκαδημίας, ὡς θανάσιμον πλῆγμα κατὰ τοῦ λαοῦ τῆς Ρούμελης. Ὁ βουλευτὴς Θεσ)νίκης κ. Κ. Μπέλλας καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Καταστηματαρχῶν λουτρῶν Θεσσαλονίκης, ζητοῦντος τὴν ἐξομοίωσιν τῶν ἐπιχειρήσεων λουτρῶν ὑγιεινῆς καὶ καθαριότητος πρὸς τὰς βιομηχανίας καὶ τὰ ἀρτοποιεῖα ἀπὸ ἀπόψεως φόρου κλπ. Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Ι. Μπουρνιᾶς καταθέτει ἀναφορὰν τῶν συνταξιούχων τοῦ Μετοχικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, ζητούντων αὔξησιν τῶν συντάξεών των. Ὁ βουλευτὴς Πρεβέζης καὶ Ἄρτης κ. Π. Γαρουφαλιᾶς καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ ἐμποροεπαγγελματικοῦ καὶ γεωργικοῦ κόσμου Φιλιππιάδος, ζητοῦντος τὴν ἵδρυσιν Ὑποκαταστήματος ΑΤΕ μὲ ἕδραν τὴν Φιλιππιάδα. Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος κ. Ν. Κ. Πετρίδης καταθέτει τηλεγράφημα ἁπάντων τῶν πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν συνταξιούχων Φθιωτιδοφωκίδος, αἰτούντων κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τὴν πιστὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἰσχύοντος Συνταξιοδοτικοῦ νόμου 1935 διὰ τὸν καθορισμὸν τῶν συντάξεών των. Ὁ Δήμαρχος Σπάρτης Π. Ξανθάκος διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἐγκατάλειψιν τοῦ Νομοῦ Λακωνίας εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἀνταρτῶν καὶ ζητεῖ τὴν ἀποστολὴν στρατοῦ πρὸς ἐμπέδωσιν τῆς τάξεως. Ὁ Δήμαρχος Ἐδέσσης Ι. Γιαννάκης ζητεῖ χορήγησιν χρημάτων διὰ τὴν κατασκευὴν νέου ὑδραγωγείου πρὸς περιστολὴν τῆς ἐπιδημίας τοῦ τύφου. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Συνδέσμου Πελοποννησίων, τὰ Σωματεῖα Τεχνομεταλλουργῶν καὶ Λαχανοπωροπωλῶν Λαμίας, διαμαρτύρονται διὰ τὴν μελετωμένην κατάργησιν τῆς Παιδαγωγικῆς Ἀκαδημίας καὶ ζητοῦν τὴν διατήρησιν ταύτης. Ὁ κ. Κ. Τσαλδάρης (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ θέσεως διατάξεων, ἀφορωσῶν τὸ προσωπικὸν τοῦ ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν». Ὁ κ. Κ. Ρέντης (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως), καταθέτει σχέδια νόμου 1) «περὶ τακτοποιήσεως τῆς θέσεως τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν Χωροφυλακῆς, τῶν τελούντων εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐκτὸς ὑπηρεσίας καὶ ὀργανικῶν θέσεων» καὶ 2) «περὶ προαγωγῶν ἀξιωματικῶν Χωροφυλακῆς». Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων 1) «περὶ ἱδρύσεως δικαστηρίων ἐν Δωδεκανήσῳ» καὶ 2) «περὶ εἰσαγωγῆς εἰς Δωδεκάνησον τῆς περὶ Δικηγόρων Νομοθεσίας». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Μουτζουρίδης, Ν. Καζαντζῆς, Α. Δημητρακόπουλος καὶ Μ. Καρζῆς, καταθέτουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων εἰς Τ.Τ.Τ. ὑπηρεσίας».
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ κυρώσεως καὶ ἰσχύος τῶν ὑπὸ τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ Δωδεκανήσου ἐκδοθεισῶν προκηρύξεων καὶ ἀποφάσεων». Ὁ κ. Παπακωνσταντίνου ἔχει τὸν λόγον, ὡς εἰσηγητής.
§4Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἠσχολήθη συχνὰ ἡ ἑλληνικὴ Βουλὴ μὲ τὴν ἐπέκτασιν τῆς ἑλληνικῆς νομοθεσίας εἰς τὰ ἀπελευθερούμενα ἑκάστοτε ἐδάφη, τὰ προστιθέμενα εἰς τὸν ἀρχικὸν παρὰ τὴν Ὄρθρυν ὅρια τῆς ἐκ τῆς ἐπαναστάσεως ἐξελθούσης μικρᾶς ἑλληνικῆς ἐπικρατείας. Εἰς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἀποβλέπει καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον ψηφίσματος. Ἡ πικρία ὅλων τῶν ἑλλήνων, διότι τόσον παρεγνωρίσθησαν εἰς τὰ συνέδρια τῆς εἰρήνης αἱ θυσίαι τῆς Ἑλλάδος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπισκιάσουν τὴν χαρὰν μας διὰ τὴν εἰς τὴν μητέρα πατρίδα ἀπόδοσιν τῶν Νήσων Αἰγαίου. Καὶ ἡ Βουλὴ μὲ ἰδιαιτέραν ἱκανοποίησιν ἐπιλαμβάνεται τοῦ ἔργου τῆς ἀφομοιώσεως τοῦ νομικοῦ καθεστῶτος τῶν Νήσων. Τὸ σημερινὸν νομικὸν καθεστὼς τῆς Δωδεκανήσου ἔχει καθορισθῆ ἀπὸ διάταξιν τοῦ νόμου Δ.Ρ.Λ.Δ. «περὶ διοικήσεως τῶν κατεχομένων χωρῶν», ὅπως ἐτροποποιήθη καὶ συνεπληρώθη μεταγενεστέρως διὰ τοῦ Ν.Δ. 218 τοῦ 1947. Βάσει αὐτῆς εἰς τὰς Δωδεκανήσους ἔχει διατηρηθῆ μέχρι σήμερον ἡ ἰσχύουσα παντὸς εἴδους νομοθεσία, ἐξαιρέσει τῶν ἀστυνομικῶν καὶ ποινικῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι ἀντικατεστάθησαν διὰ τῆς ἰσχυούσης εἰς τὸ ἐλεύθερον Κράτος νομοθεσίας. Βάσει τῆς ἐξουσιοδοτήσεως τοῦ νόμου Δ.Ρ.Λ.Δ., ὁ Στρατιωτικὸς Διοικητὴς Δωδεκανήσου, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 5 προκηρύξεώς του, διετήρησεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν ἰσχὺν ὅλων τῶν νόμων, τῶν κρατούντων μέχρι τῆς στρατιωτικῆς κατοχῆς εἰς τὰ Δωδεκάνησα, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐπεξέτεινε τὴν ἰσχὺν τῶν ἀστυνομικῶν νόμων καὶ διετήρησεν ἐπίσης ἐν ἰσχύϊ τὰς διατάξεις τῆς βρεττανικῆς στρατιωτικῆς κατοχῆς. Δυνάμει ἐπίσης ρητῆς διατάξεως τοῦ νόμου Δ.Ρ.Λ.Δ., ἡ νομοθεσία αὐτὴ θὰ ἐξακολουθήσῃ ἰσχύουσα καὶ μετὰ τὴν ὁριστικὴν προσάρτησιν τῶν νήσων εἰς τὴν Ἑλλάδα, μέχρις ὅτου ἡ Πολιτεία θὰ ἐπεκτείνῃ τὴν εἰς τὸ παλαιὸν Κράτος ἰσχύουσαν Νομοθεσίαν. Εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 5 προκήρυξίν του ὁ Στρατιωτικὸς Διοικητὴς τῆς Δωδεκανήσου ἔχει καθορίσει τὸν τρόπον τῆς διοικήσεως τῶν ὑποθέσεων τῶν νήσων καὶ χαρακτηρίζει τὰς πράξεις τὰς ἐκδιδομένας ὑπ’ αὐτοῦ ὡς προκηρύξεις, ἀποφάσεις, πράξεις. Εἰς τὴν ἔννοιαν τῶν προκηρύξεων περιλαμβάνονται διατάξεις νομοθετικοῦ χαρακτῆρος, εἰς τὰς ἀποφάσεις διατάξεως κανονιστικοῦ χαρακτῆρος καὶ εἰς τὴν ἔννοιαν τῶν πράξεων περιλαμβάνονται ἀποφάσεις διοικητικαὶ ἀφορῶσαι τὴν κατάστασιν τῶν προσώπων κλπ. Τὸ σχέδιον ψηφίσματος τὸ ὁποῖον ὑποβάλλει ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἑπόμενον τῶν διατάξεων τοῦ Δ.Ρ.Λ.Δ., διατηρεῖ ἐν ἰσχύϊ τὸ νομικὸν καθεστὼς τὸ ὑφιστάμενον σήμερον εἰς τὰ Δωδεκάνησα. Θὰ ἐνόμιζε κανεὶς ὅτι δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἀνάγκη κἂν λήψεως τοῦ μέτρου αὐτοῦ, ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος Δ.Ρ.Λ.Δ. προβλέπει τὴν διατήρησιν ἐν ἰσχύϊ τῶν νόμων αὐτῶν καὶ μετὰ τὴν ὁριστικὴν προσάρτησιν. Τὸν κ. ὑπουργὸν ὅμως τῆς Δικαιοσύνης κατέχει ὁ φόβος μήπως ὡρισμέναι προκηρύξεις ἢ πράξεις τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ, αἱ ὁποῖαι δὲν εὑρίσκονται ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος τοῦ ἰσχύοντος εἰς τὸ ἐλεύθερον Κράτος, καὶ μὴ ἰσχύοντος ἐκεῖ ὅταν ἐνομοθέτει ὁ Στρατιωτικὸς Διοικητής, μήπως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δημιουργήσουν ζητήματα ἐὰν αἱ ἀποφάσεις τοῦ στρατιωτικοῦ διοικητοῦ θὰ ἰσχύουσιν εἰς τὴν Δωδεκάνησον καὶ μετὰ τὴν ὁριστικὴν προσάρτησιν αὐτῆς. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ ὅλη διατύπωσις τοῦ σχεδίου ψηφίσματος εἶναι ἀπολύτως εὔστοχος καὶ ὀρθή, ἀκολουθήσασα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἐγένετο εἰς τὸν τόπον μας. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη ἡ πλειοψηφία τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ κύρωσις ἀποφάσεων ἢ πράξεων τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ, ὅπως γίνεται διὰ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, ὅτι προσδίδει εἰς τὰς πράξεις τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ ἐπηυξημένην νομικὴν ἰσχύν. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦτο ἐσκέφθη, νὰ διατηρήσῃ ἐν ἰσχύϊ πράξεις τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ, αἱ ὁποῖαι ἀντίκεινται εἰς τὸ Σύνταγμα, χωρὶς ὅμως νὰ προσδίδῃ εἰς αὐτὰς ἐπηυξημένην τυπικὴν δύναμιν. Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα εἶναι δεδομένον εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἀποτελεῖ κλασσικὸν παράδειγμα διατηρήσεως νομικῶν κανόνων ἐν ἰσχύϊ, καίτοι ἀντίκεινται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος, χωρὶς καὶ νὰ ἀποκτήσουν ἐπηυξημένην τυπικὴν δύναμιν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ Στρατιωτικὸς Διοικητὴς ἐν τῇ διαχειρήσει τῶν ὑποθέσεων τῆς κατεχομένης χώρας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰ ζητήματα αὐτά, χωρὶς βέβαια αὐτὸ νὰ ἀποτελῇ μομφὴν κατὰ τῆς διοικήσεώς του, μὲ τὴν σύνεσιν μὲ τὴν ὁποίαν ἦτο δυνατὸν νὰ χειρισθῇ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἢ μία Βουλὴ νομοθετοῦσα. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὀρθὸν εἶναι διὰ τοῦ ψηφίσματος, διὰ μὲν τὴν ἀκύρωσιν ἐξ ὑπαρχῆς τῶν προκηρύξεων τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ, ἀκύρωσιν ἡ ὁποία θὰ συνεπάγεται καὶ ἀνατροπὴν τῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη βάσει τῶν προκηρύξεων αὐτῶν, ἀπαιτεῖται νόμος, διὰ δὲ τὴν εἰς τὸ μέλλον κατάργησιν τῶν πράξεων τούτων ἢ τῶν ἀποφάσεων θὰ ἀρκῇ διάταγμα προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ κανείς, ὅτι δὲν ἀποτελεῖ ἐπαρκῆ ἐγγύησιν ἡ ἀπόφασις ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μέλλοντος νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς διατηρήσεως ἐν ἰσχύϊ ἢ ὄχι ἀποφάσεως τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ. Ἡ διατύπωσις τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία κάμνει διάκρισιν μεταξὺ πράξεων νομοθετικοῦ χαρακτῆρος καὶ λοιπῶν πράξεων τῆς διοικήσεως, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ προκαλέσῃ καὶ ζητήματα μεταγενεστέρως. Διότι ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι αἱ Νομοθετικοῦ χαρακτῆρος πράξεις καὶ προκηρύξεις τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ ἔγιναν διὰ νόμου καὶ δύνανται νὰ καταργηθοῦν διὰ τὸ μέλλον, εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ ἀμφισβητηθῇ τὸ κῦρος τῆς καταργήσεως ὡρισμένων πράξεων διὰ διαταγμάτων μὲ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι αἱ διατάξεις αὐταὶ δὲν ἦσαν διοικητικοῦ, ἀλλὰ νομοθετικοῦ χαρακτῆρος. Ὑπὸ αὐτὰς τὰς συνθήκας εἰσηγοῦμαι τὴν ἀποδοχὴν τοῦ σχεδίου ψηφίσματος ὅπως εἶχεν ὑποβληθῆ ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης χωρὶς τὰς τροπολογίας τῆς Συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς.
§5Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Κύριε πρόεδρε, εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει ἀπασχολήσεις. Ἀλλὰ τώρα, κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν συζητήσεων τῶν Νομοθετημάτων ἀσχολοῦνται καὶ οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων εἰς διαφόρους συσκέψεις, εἰς τρόπον ὥστε ἡ συζήτησις σοβαρωτάτων νομοσχεδίων διεξάγεται, ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ κανείς, ἐν ἀπουσίᾳ τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι κανονικόν, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχίζωνται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς ἀπόντων ὅλων τῶν ὑπευθύνων.
§6Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχει ἀπολύτως δίκαιον ὁ κ. συνάδελφος. Μάλιστα ἐμφανίζεται εἰς τὴν πατρίδα μας σκάνδαλον κοινοβουλευτικὸν τεράστιον. Ἀνεκοίνωσαν σήμερον αἱ ἐφημερίδες ὅτι ἔχει σωματικὰς δυνάμεις ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Βόρειον Ἑλλάδα. Ἀλλ’ ἐνῶ ἐπὶ ἡμέρας διεξήγετο σοβαρωτάτη συζήτησις, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπουσίαζεν. Ἡ ἀσέβεια αὐτὴ πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν εἶναι ἀχαρακτήριστος καὶ εἶναι σφόδρα ἀξιοκατάκριτος.
§7Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἀπὸ τὰς 9 τὸ πρωΐ μέχρι τὰς 10 τὸ βράδυ ἔχει συνεχεῖς συσκέψεις.
§8Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ τὰς ἐγκαταλείψῃ ὅλας καὶ νὰ εἶναι ἐδῶ, διότι ἐδῶ εἶναι ἡ θέσις του.
§9Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Τί ρόλον παίζομεν ἡμεῖς ἐδῶ;
§10Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καταλύομεν τὸ Πολίτευμα. Δὲν ἠξεύρω ποίαν οὐσιαστικὴν διαφορὰν εἶχεν ἡ θεοκατάρατος 4η Αὐγούστου.
§11Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶμαι εὐτυχὴς διότι καὶ εἰς ἐμὲ ἀνετέθη ἡ εἰσήγησις ἐπὶ τοῦ πρώτου νομοθετήματος τοῦ ἀφορῶντος τὴν ἐνσωμάτωσιν τῆς Δωδεκανήσου μὲ τὴν Μητέραν Ἑλλάδα. Εἶναι ἴσως καὶ μία σύμπτωσις, ὅτι Θεσσαλὸς βουλευτὴς ἀναλαμβάνει τὴν εἰσήγησιν ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος τούτου, ὅπως ὁ Θεσσαλὸς Φόρβας εἰς τοὺς προϊστορικοὺς χρόνους ἦτο ἐκ τῶν πρώτων μεταναστῶν εἰς Δωδεκάνησον ἐπὶ κεφαλῆς Πελασγῶν ὁρμηθέντων ἐκ Θεσσαλίας. Ἡ Δωδεκάνησος, ἡ ὁποία κατὰ τὴν μακραίωνα ἱστορίαν της παρηκολούθησε, σχεδὸν ἀπαρεγκλίτως, τὴν τύχην τῆς μητρὸς πατρίδος, πλὴν ἴσως, μικρᾶς περιόδου κατὰ τὴν ὁποίαν ἀντὶ νὰ τελέσῃ ὑπὸ τὴν Ρωμαϊκὴν κυριαρχίαν, ὑπῆρξεν, εἷς ἐκ τῶν πρώτων ἐν τῇ ἱστορίᾳ συνομολογησάντων συνθήκας συμμαχίας μετὰ τῆς Ρώμης, ἡ Δωδεκάνησος μετὰ μακρὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας, ἐπανέρχεται εἰς τὰς ἀγκάλας τῆς μητρὸς πατρίδος. Κατὰ τὸ βραχὺ διάστημα, ἀπὸ τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν παρεδόθη εἰς ἡμᾶς ἡ de facto διακυβέρνησις τῆς Δωδεκανήσου, ἴσχυσε μέχρι σήμερον ἡ νομοθεσία, ἡ ὁποία ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συνθήκης τῆς Χάγης περὶ «στρατιωτικῆς κατοχῆς χωρῶν», εἶχεν εἰσαχθῆ καὶ παρ’ ἡμῖν ὅταν κατελάβομεν νέας χώρας κατόπιν πολέμου. Ἦτο ὁ νόμος Δ.Ρ.Λ.Δ, ὁ τελευταῖος νόμος τῆς Βασιλείας τοῦ Γεωργίου τοῦ Αʹ, περὶ διοικήσεως τῶν στρατιωτικῶς κατεχομένων χωρῶν. Τὸν νόμον ἐτροποποιήσαμεν ἔν τισιν, ὥστε νὰ ἀνταποκρίνεται καλύτερον πρὸς τὰς νέας συνθήκας, ἰδίως ἐν ὄψει, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς Δωδεκάνησον. Ὁ νόμος αὐτὸς παρεῖχεν εἰς τὸν Στρατιωτικὸν Διοικητὴν διάφορα δικαιώματα, εἰδικῶς δὲ διακρίνονται ἐν τῷ νόμῳ αὐτῷ τὰ νομοθετήματα κανονιστικοῦ χαρακτῆρος ἀπὸ τὰ πάσης ἄλλης φύσεως νομοθετήματα, ὅσα ἐπεβάλλοντο ἐκ τῶν περιστάσεων. Αὐτὸν τὸν εἰδικὸν νόμον, ἐν νεαρᾷ ἡλικίᾳ ἐφηρμόσαμεν ἐν Μακεδονίᾳ, ὅπου δυνάμει αὐτῆς τῆς τελευταίας διατάξεως, ἔχων ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ νόμου Δ.Ρ.Λ.Δ, ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ἐξέδιδε πλείστας ἀποφάσεις ἐχούσας καὶ ἰσχὺν νόμου. Δὲν εἶναι βεβαίως σαφὲς εἰς τὸν νόμον ὅτι ἡ ἐξουσιοδότησις αὐτὴ παρέχει καὶ νομοθετικὴν ἐξουσίαν εἰς τὸν Στρατιωτικὸν Διοικητήν. Ἀλλὰ ἐκ τῆς ἀντιδιαστολῆς μεταξὺ τοῦ ἐδαφίου τοῦ ὁμιλοῦντος περὶ κανονιστικῶν πράξεων καὶ τοῦ ἐδαφίου, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ παντὸς μέτρου ἐπιβαλλομένου ἐκ τῶν περιστάσεων, εἶναι φανερὸν ὅτι τὸ μέτρον αὐτὸ δύναται νὰ ἔχῃ καὶ νομοθετικὸν χαρακτῆρα. Καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς διατάξεως, ὁ Στρατιωτικὸς Διοικητὴς Δωδεκανήσου, κατὰ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα ἐξέδωκε διαφόρους ἀποφάσεις καὶ εἰς τὰς ἀποφάσεις αὐτὰς ἐδόθησαν δύο διαφορετικαὶ ὀνομασίαι, ἡ ὀνομασία προκήρυξις καὶ ἡ ὀνομασία ἀπόφασις. Δὲν γνωρίζω ποῖα ἦσαν τὰ κριτήρια μεταξὺ τῆς προκηρύξεως καὶ τῆς ἀποφάσεως. Ὑποθέτω ὅτι αἱ προκηρύξεις αὐταὶ ἦσαν γενικωτέρου χαρακτῆρος...
§12Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι φραστικὴ διαφορά.
§13Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. .. εἶχον εὐρύτερον χαρακτῆρα καὶ αἱ ἀποφάσεις στενώτερον. Ὁπωσδήποτε παρόμοια φαινόμενα ὑπῆρχον καὶ εἰς τὰ πρῶτα ἔτη τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐπὶ τῆς Βασιλείας τοῦ Ὄθωνος, ὁπότε ἡ τότε Ἀντιβασιλεία ἐξέδιδεν ἄλλοτε νόμους, ἄλλοτε διατάγματα, χωρὶς νὰ ἀποδίδεται ἰδιαιτέρα προσοχὴ εἰς τοιοῦτον χαρακτηρισμόν. Σήμερον, ἐπὶ τῇ προσαρτήσει τῆς Δωδεκανήσου, πρόκειται νὰ ρυθμισθῇ, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ τύχη τῶν μέχρι τοῦδε ἐκδοθεισῶν διατάξεων, ἀπὸ ἀπόψεως ἰσχύος καὶ ἀφ’ ἑτέρου, ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπίσης θὰ καταργοῦνται ἢ θὰ τιμωροῦνται. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν «ἀκύρωσις» ἐννοεῖ τὸ σχέδιον ψηφίσματος, τὴν ἐξ ὑπαρχῆς κατάργησιν. Τὸ ζήτημα, πρῶτον τοῦ κύρους ἐπειδὴ ἦτο δυνατὸν νὰ δημιουργηθοῦν ζητήματα ἐὰν αὐτὴ ἡ διάταξις τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέφερα, τοῦ νόμου Δ.Ρ.Λ Δ, περιελάμβανε καὶ πράξεις νομοθετικοῦ περιεχομένου, ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ λυθῇ διὰ ρητῆς διατάξεως τῆς παραγράφου 1 τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, εἰς τρόπον ὥστε ἀναμφιβόλως νὰ εἶναι ἔγκυροι πᾶσαι αἱ πράξεις αὐταί. Τὸ ὅτι ἡ κύρωσις αὐτὴ γίνεται διὰ ψηφίσματος, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος, τὴν ὁποίαν ὑποθέτω, συμμερίζεται καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ Βουλή, δὲν ἔχει βεβαίως τὴν ἔννοιαν ὅτι ἐννοοῦμεν νὰ προσδώσωμεν εἰς τὰς πράξεις αὐτὰς συντακτικὸν χαρακτῆρα, ηὐξημένην τυπικὴν δύναμιν, ἀλλὰ ἁπλῶς νὰ δώσωμεν κῦρος ἐν γένει, δηλαδὴ νὰ μὴ δύνανται αὗται νὰ προσβληθοῦν, ἔστω καὶ ἐὰν ἤθελον θεωρηθῇ, ὡς πράξεις νομοθετικαί, ὡς θίγουσαι διάταξιν τινὰ τοῦ Συντάγματος.
§14Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Συντακτικαὶ πράξεις.
§15Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Συντακτικὰς πράξεις δὲν ἐξέδωσεν οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκδώσῃ ὁ Στρατιωτικὸς Διοικητής, διότι, ὅταν ὁμιλοῦμεν περὶ τοιούτων πράξεων ἐννοοῦμεν πράξεις ἐχούσας ηὐξημένην τυπικὴν δύναμιν, ἀλλὰ τοιαῦται πράξεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν εἰς τὴν Δωδεκάνησον, διότι δὲν ὑπῆρχε Σύνταγμα. Ἐννοοῦμεν μόνον τοῦτο, ὅτι ὑπάρχουν διατάξεις παρεκκλίνουσαι ἀπὸ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος σήμερον, διότι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξεδίδοντο δὲν ἴσχυε τὸ Σύνταγμα εἰς τὰ Δωδεκάνησα καὶ ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ Διοικητὴς νὰ ἐκδίδῃ διατάξεις ἀντισυνταγματικάς, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε Σύνταγμα πρὸς τὸ ὁποῖον νὰ ἀντιτεθοῦν. Ἐξέδιδε μόνον διατάξεις αἱ ὁποῖαι θὰ καταστοῦν ἐνδεχομένως ἀντισυνταγματικαί, ἀφ’ ἧς στιγμῆς θὰ ἰσχύσῃ τὸ Σύνταγμα καὶ περὶ τῶν ὁποίων ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν πρόνοιαν. Φαίνεται δέ, ὅτι τοιαῦται πράξεις ἐξεδόθησαν, ἐὰν κρίνωμεν ἀπὸ ἓν ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ἔστειλεν ὁ Στρατιωτικὸς Διοικητὴς εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὅτι ἐξέδιδε τοιαύτας διατάξεις γενικωτέρας φύσεως καὶ ἔχει ἀμφιβολίαν ἐὰν αἱ διατάξεις αὗται ἤθελον θεωρηθῆ ὡς ἐξακολουθοῦσαι νὰ ἰσχύουν.
§16Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Παρακαλῶ, αὐτὰ νὰ διατυπωθοῦν εἰς τὰ πρακτικὰ ἐπακριβῶς, διότι ἀποτελοῦν τὴν ἑρμηνείαν καὶ διότι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἐντελῶς ἀσαφές.
§17Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δι’ αὐτὸ τὰ διετύπωσα μὲ νομικὴν ἀκριβολογίαν.
§18Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πρέπει νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν διατὶ ἔκαμα τὴν διατύπωσιν αὐτὴν τὴν ὁποίαν ἀποδέχονται οἱ ἀξιότιμοι κ.κ. εἰσηγηταὶ καὶ ὑποθέτω ὅτι εἶναι τῆς γνώμης αὐτῆς καὶ ἡ Βουλή. Ἔλαβον λοιπὸν τὸ ἑξῆς ὑπ’ ἀριθ. 36754 ἔγγραφον τῆς 7) 10)47 τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ Δωδεκανήσου εἰς τὸ ὁποῖον περιέχεται καὶ μία παράγραφος καθ’ ἣν «... συνέβη εἰς μίαν περίπτωσιν τὰ ἐνταῦθα δικαστήρια... (ἀναγινώσκει)» Ἑπομένως διὰ νὰ μὴ γεννᾶται καμμία ἀμφιβολία, ἐπειδὴ ἐγεννῶντο ἀμφιβολίαι, δι’ αὐτὸ διετυπώθη κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§19Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ ἔγγραφον εἶχον ὑπ’ ὄψει καὶ ἐγὼ καὶ νομίζω ὅτι ἡ κρίσις τῶν δικαστηρίων δὲν ἦτο ὀρθή, διότι τὰ δικαστήρια ἐπηρεάζονται πολὺ ἀπὸ τὴν ἑρμηνείαν τῶν διεθνῶν συνθηκῶν καὶ δὲν λαμβάνουν ὑπ’ ὄψει τὸ ἐσωτερικὸν δίκαιον, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑποχρεωτικὸν διὰ τὸν δικαστήν, καὶ τὸ ὁποῖον κατὰ πρῶτον λόγον ὀφείλει νὰ ἐφαρμόζῃ καὶ μόνον ἐὰν ἐλλείπουν διατάξεις ἐσωτερικοῦ δικαίου, τότε μόνον θὰ προστρέξωμεν εἰς τὰς πηγὰς τοῦ διεθνοῦς δικαίου. Τὸ ζήτημα εἶναι λελυμένον, ὅτι ὁ δικαστὴς ὀφείλει νὰ ἐφαρμόζῃ κατὰ πρῶτον λόγον τὸ ἐσωτερικὸν δίκαιον. Ὑπάρχει ὅμως καὶ μία γνώμη, γνώμη μειοψηφίας, ἐν τῇ ἐπιστήμῃ ἡ ὁποία ὑποστηρίζει τὸ ἀντίθετον. Δι’ αὐτὸ τὰ δικαστήρια, ἐφαρμόζοντα περισσότερον τὴν συνθήκην τῆς Χάγης καὶ ὀλιγώτερον τὰς ἑλληνικὰς διατάξεις, ἐξέφρασαν τὴν ἀμφιβολίαν, ἐὰν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Διοικητοῦ ἢ ἠδύνατο νὰ ἑρμηνευθῇ ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου, ἐὰν μέτρον τι ἦτο ἀναγκαῖον πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν περιστάσεων, ἐνῶ, κατ’ ἐμέ, ἡ κρίσις περὶ τούτου, προδήλως κατὰ τὴν νομοθεσίαν, ἀνήκει εἰς τὸν Στρατιωτικὸν Διοικητήν. Καὶ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ὅτι διὰ τῆς παραγράφου 1 τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος δὲν προσδίδεται συντακτικὴ ἰσχὺς εἰς τὰς ὑπὸ τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ ἐκδοθείσας πράξεις, ἀλλ’ ἁπλῶς κυροῦνται αὗται εἴτε θεωρηθῇ ὅτι ἦσαν πράξεις διοικητικοῦ περιεχομένου, εἴτε θεωρηθῇ ὅτι ἦσαν πράξεις νομοθετικοῦ περιεχομένου. Καὶ ὅσον ἀφορᾶ τὸ σημεῖον αὐτὸ τὸ πρᾶγμα εἶναι σαφὲς καὶ νομίζομεν ὅτι καλῶς ἔχει τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον ψηφίσματος. Ἐκεῖ ὅπου διεφωνήσαμεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Συντάγματος καὶ μὲ πλειοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς, εἶναι ἡ ἑπομένη παράγραφος ἡ ἀφορῶσα τὸν τρόπον τῆς καταργήσεως ἢ ἀκυρώσεως. Ἤθελον, ὅμως, πρὶν εἰσέλθω εἰς τὸ θέμα αὐτό, νὰ κάμω μίαν προσθήκην, ἐπειδὴ ἠγέρθη ζήτημα κατόπιν ἐρωτήσεως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Συντάγματος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔννοιαν τῆς σιωπηρᾶς καταργήσεως. Καὶ λέγω καὶ ἐδῶ τὴν ἀπάντησίν μου εἰς ἐρώτησιν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι ὅταν τὸ ψήφισμα ὁμιλεῖ περὶ σιωπηρᾶς καταργήσεως, ἐννοεῖ ἀσφαλῶς τὴν κατάργησιν καθ’ ὃν τρόπον ἐννοοῦμεν τὴν σιωπηρὰν κατάργησιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπιστημονικῶν διδαγμάτων, δηλαδὴ ἐὰν διὰ νεωτέρου νόμου ἤθελε τεθῆ κανὼν εὑρισκόμενος εἰς ἀντίθεσιν πρὸς κανόνα τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ, τοῦτο ἀποτελεῖ σιωπηρὰν κατάργησιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀκύρωσιν ἢ κατάργησιν, τὸ σχέδιον ψηφίσματος δέχεται ἀκύρωσιν ἢ κατάργησιν, χωρὶς ὅμως νὰ κάμῃ διάκρισιν περὶ τῶν διαφόρων πηγῶν τῶν κανόνων τῶν ἐκδιδομένων ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ. Ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ νομίζομεν ὅτι τὸ σχέδιον ψηφίσματος ἀπεμακρύνθη ἀπὸ μίαν βασικὴν ἐπιστημονικὴν ἀρχήν, ἐπιστημονικὴν ἀρχὴν ἡ ὁποία ἔχει καὶ ἀντανάκλασιν εἰς τὸν νόμον δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐξεδόθησαν αἱ ἀποφάσεις αὗται, ἁπάδον καὶ μὲ τὴν ἐν τῷ νόμῳ Δ.Ρ.Λ.Δ. ἐγγεγραμμένην διάκρισιν μεταξὺ ἐκτελεστικῶν πράξεων καὶ ἄλλων νομοθετικοῦ περιεχομένου. Δηλαδὴ ἔπρεπε νὰ γίνῃ καὶ ἐδῶ ἡ παγία διάκρισις μεταξὺ ἐκτελεστικῶν καὶ νομοθετικῶν πράξεων, ἡ διάκρισις ἡ ὁποία ἐγένετο καὶ ὅταν μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844 ἐπρόκειτο νὰ καθιερωθῇ ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἠκυροῦντο ἢ θὰ κατηργοῦντο νόμοι πρὸ τοῦ 1844, ὁπότε ἐὰν ἡ διάταξις ἦτο νομοθετικοῦ περιεχομένου, κατηργεῖτο διὰ νόμου, ἐφ’ ὅσον δὲν ἦτο διοικητικοῦ περιεχομένου διὰ διατάγματος. Αὐτὴ ἡ διάκρισις δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ σχεδίῳ ψηφίσματος. Καὶ εἰς αὐτὸ εὑρέθημεν σύμφωνοι πάντες, δηλαδή, ἐὰν ὑπάρχῃ πρᾶξις διοικητικοῦ περιεχομένου, δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος ἡ ἀκύρωσις τῆς πράξεως αὐτῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν Δωδεκάνησον, νὰ γίνῃ διὰ κανόνος μείζονος τυπικῆς ἰσχύος ἀπὸ ὅ,τι γίνεται εἰς ὁλόκληρον τὸ ἄλλο Κράτος. Δηλαδή, ἐὰν ὑπάρχῃ πρᾶξις διατάγματος θὰ ἀκυρωθῇ διὰ διατάγματος. Τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐδίχασε τὰς γνώμας τῆς Ἐπιτροπῆς, ἦτο κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἠκυροῦτο ἢ θὰ κατηργεῖτο διάταξις νομοθετικοῦ περιεχομένου. Ἐν τούτῳ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀκύρωσιν, δηλαδὴ τὴν ἀναδρομικὴν κατάργησιν διατάξεως νομοθετικοῦ περιεχομένου, ὑπῆρξεν ὁμόφωνος ἡ γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς, συμφωνοῦσα μὲ τὴν γνώμην τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος, ὅτι πρέπει νὰ γίνεται διὰ νόμου καὶ τοῦτο ἵνα μὴ καταπατοῦνται κεκτημένα δικαιώματα διὰ διατάγματος. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὴν κατάργησιν, διετυπώθησαν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Συντάγματος δύο γνῶμαι. Ἡ πρώτη, ἡ ὀρθόδοξος, κατὰ τὴν ὁποίαν κανὼν δικαίου δὲν δύναται νὰ τροποποιῆται ἢ καταργῆται, παρὰ μόνον διὰ κανόνος δικαίου, καὶ ἔναντι αὐτῆς ἡ δευτέρα γνώμη, ἐπιεικεστέρα, συμφωνοῦσα καὶ πρὸς τὰς ἀπόψεις τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐπειδὴ πολλαὶ ἐκ τῶν ἀποφάσεων τῶν ἐκδοθεισῶν ὑπὸ τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ ἐξεδόθησαν ἴσως μετὰ σπουδῆς, αὐτῶν τῶν πράξεων θὰ ἔπρεπε νὰ ἀφεθῇ ἡ δυνατότης εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν κατάργησιν διὰ Βασιλικῶν διαταγμάτων ἐκδιδομένων προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἡ μειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆκον καὶ ἐγὼ καὶ ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος κ. Καλκάνης, ἦτο ὑπὲρ τῆς ὀρθοδόξου γνώμης, καθ’ ἣν μόνον διὰ νόμου θὰ ἔδει νὰ καταργῶνται. Ἐν τούτοις ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀπεδέχθη τὴν γνώμην ὅτι, ἡ μὲν ἀκύρωσις τῶν πράξεων νομοθετικοῦ περιεχομένου θὰ γίνεται διὰ νόμου, προτείνει ὅμως τὴν κατάργησιν αὐτοῦ ὅτι δύναται νὰ γίνῃ καὶ διὰ διατάγματος. Ἐγὼ προσωπικῶς διαφωνῶ ὡς πρὸς τὸ «δύναται καὶ» διότι, νομίζω, ὅτι ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ θὰ πρέπῃ νὰ ὑπάρχουν ἁπλαῖ ἔννοιαι, δηλαδὴ ἢ τὸ ἕνα ἢ τὸ ἄλλο. Ἐὰν τυχὸν ἡ Βουλὴ ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς θὰ παρεκάλουν νὰ διατυπωθῇ ὅτι γίνεται διὰ διατάγματος, ὥστε νὰ μὴ ἀφήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν διάκρισιν νὰ καταργῇ ἄλλοτε διὰ νόμου, ἄλλυτε διὰ διατάγματος. Ἐπειδὴ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἐγένετο λόγος καὶ περὶ Πράξεων Συντακτικοῦ περιεχομένου, ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω σαφῶς καὶ ὑποθέτω, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία οὔτε ἀπὸ τὴν Βουλήν, οὔτε ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν πρόκειται ποσῶς περὶ πράξεων Συντακτικοῦ περιεχομένου, ἀλλὰ περὶ πράξεων αἱ ὁποῖαι τυχὸν εὑρίσκονται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸ τότε μὴ ἰσχύον, ἀλλὰ μεταγενεστέρως ἰσχύσαν Σύνταγμά μας.
§20Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κατὰ τὴν κρατοῦσαν ἀντίληψιν προσλαμβάνουν καὶ ηὐξημένην τυπικὴν δύναμιν.
§21Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. Δηλαδὴ ποίαν τύχην ἔχουν αἱ διατάξεις τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ αἱ παρεκκλίνουσαι ἀπὸ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἀπὸ ἀπόψεως καταργήσεως. Δηλαδὴ ἐὰν αἱ διατάξεις τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ παρεκκλίνουν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, σήμερον ἀποκτοῦν συντακτικὴν δύναμιν διότι, ἐὰν δὲν ἔχουν συντακτικὴν δύναμιν δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἰσχύσουν ὡς ἀντικείμεναι πλέον πρὸς τὸ ἰσχύον Σύνταγμα. Κατὰ ποῖον τρόπον θὰ καταργοῦνται αὐταί; Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον καταργοῦνται καὶ αἱ ἄλλαι νομοθετικοῦ περιεχομένου πράξεις; Καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἡ ὀρθόδοξος ἄποψις ἦτο ὅτι αἱ διατάξεις αὗται θὰ πρέπῃ νὰ καταργοῦνται διὰ ψηφίσματος, ἡ ἐκτενεστέρα δὲ ἄποψις ἦτο καὶ ἐν τούτῳ νὰ ἀφεθῇ ἐλευθερία εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡμεῖς εἴχομεν διατυπώσει τὴν διάταξιν, τοῦ ἄρθρου δευτέρου ὡς ἑξῆς «Πᾶσα διάταξις θὰ καταργῆται κατὰ τὸν τύπον ὑπὸ τὸν ὁποῖον ἐξεδόθη». Ἑπομένως τῶν τοιούτων διατάξεων θὰ πρέπῃ ἡ κατάργησις νὰ γίνῃ διὰ Συντακτικῆς Πράξεως δηλαδὴ διὰ ψηφίσματος. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡμεῖς οἱ ἐκ τῶν ἀγροτικῶν περιφερειῶν προερχόμενοι ἀποδίδομεν μεγάλην σημασίαν εἰς αὐτό, διότι ἐξεδόθησαν ὑπὸ τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ καὶ διατάξεις περὶ ἀπαλλοτριώσεως παρεκκλίνουσαι ἀπὸ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Διὰ τὰς διατάξεις περὶ ἀπαλλοτριώσεως ἡμεῖς θὰ ἐπιθυμοῦμεν νὰ μὴ εἶναι δυνατὴ ἡ διὰ νόμου καὶ πολὺ ὀλιγώτερον ἡ διὰ διατάγματος κατάργησις καὶ θὰ ἠθέλαμεν νὰ γίνεται μόνον διὰ ψηφισμάτων. Ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφασίσῃ. Ἡ ἰδική μου γνώμη εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ὀρθόδοξον λύσιν, δηλ. ἡ γνώμη ἡμῶν εἶναι ὑπὲρ τοῦ νὰ μὴν εἶναι δυνατὸν νὰ καταργοῦνται, ἐὰν δὲν καταργηθοῦν ἀπὸ τὴν παροῦσαν Βουλήν, οὖσαν Ἀναθεωρητικήν.
§22Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ὑπάρχουν αὐταὶ καὶ παύσει νὰ ὑπάρχῃ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, τί θὰ γίνῃ;
§23Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τότε θὰ ἰσχύῃ δι’ αὐτὰς ὅ,τι θὰ συνέβαινεν ἐὰν ἀπετέλουν Συντακτικὰς Πράξεις. Ὁπωσδήποτε, νομίζομεν ὅτι θὰ ἔπρεπεν ἡ ἐκκαθάρισις τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν νὰ γίνῃ ταχέως. Καὶ ἂν διὰ νομοθετήματα μακρῶν περιόδων, ὅπως εἶναι τὰ νομοθετήματα τῆς κατοχῆς, εἶναι ἀνάγκη νὰ παρατείνεται σιωπηρῶς ἡ ἰσχὺς διατάξεων, λόγῳ τοῦ χάους, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπηκολούθει, ἐν περιπτώσει ὁμαδικῆς καταργήσεως νομοθετημάτων ὁλοκλήρου τετραετίας· καὶ ἐκεῖ δικαιολογεῖται ἡ παροχὴ προθεσμίας, ἡ ὁποία κατ’ ἀνάγκην παρατείνεται καὶ θὰ παρατείνεται, τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν προκειμένου περὶ τῆς Δωδεκανήσου, ὅπου ἡ Διοίκησις ἡ Στρατιωτικὴ διήρκεσεν ἀπὸ τὸν Ἀπρίλιον μέχρι τοῦ Νοεμβρίου, δηλαδὴ ἐπὶ 7μηνον. Ἐκεῖ θὰ ἦτο ὀρθότερον, ἐὰν ἡ Στρατιωτικὴ Διοίκησις ὑπέβαλε πλήρη πίνακα τῶν νομοθετημάτων, ὥστε ἡ Βουλὴ σήμερον, ἄλλα τούτων νὰ ἀκυρώσῃ, ἄλλα νὰ τροποποιήσῃ καὶ ἄλλα νὰ ἐπικυρώσῃ διὰ νόμων. Ἐφ’ ὅσον τοῦτο δὲν ἐγένετο μέχρι τοῦδε, ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς θὰ συστήσῃ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν νομοθετημάτων τούτων καὶ ἴσως ἡ Ἐπιτροπή, τὴν ὁποίαν συνέστησε διὰ τὴν λύσιν τῶν ζητημάτων τῶν ἀφορώντων τὰ Δωδεκάνησα· θὰ ἔπρεπε νὰ ἐργασθῇ συντόνως καὶ νὰ συντάξῃ πλήρη πίνακα τῶν νομοθετημάτων τούτων, ὥστε, εἴτε διὰ μιᾶς νέας πράξεως, εἴτε δι’ ἑνὸς ἄλλου τρόπου ἡ Βουλὴ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα αὐτό, διὰ νὰ μὴ παραταθῇ ἐπὶ μακρὸν ἡ ἀβεβαιότης. Μόνον μὲ τὴν τροποποίησιν αὐτήν, κύριοι, νομίζω ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα καὶ ἐκφράζω, ἐκ τῆς θέσεως αὐτῆς, τὴν εὐχήν, ὅτι ἡ Ἑλλάς, δίδουσα καὶ πάλιν ἐξετάσεις ἐπὶ μιᾶς χώρας, ἡ ὁποία αὐτὴν τὴν φορὰν εἶχεν Εὐρωπαῖον κυρίαρχον, ἀντὶ τοῦ Ἀνατολικοῦ, τὸν ὁποῖον εἶχον αἱ ἄλλαι προσαρτηθεῖσαι εἰς τὴν Ἑλλάδα χῶραι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δίδουσα καὶ πάλιν ἐξετάσεις, θὰ δύναται μετά τινα χρόνον νὰ εἴπῃ ὑπερηφάνως, ὅτι ἐπέτυχεν εἰς τὰς ἐξετάσεις αὐτὰς καὶ ὅτι οἱ ἐξ ἐθνικῶν λόγων εἰς αὐτὴν ἀνήκοντες καὶ εἰς αὐτὴν ἀποβλέποντες πληθυσμοὶ τῆς προσφιλοῦς αὐτῆς χώρας, δὲν θὰ μετανοήσουν, διότι θὰ γνωρίσουν τρόπον διοικήσεως καλύτερον ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ἐγνώρισαν. Θὰ ἦτο λυπηρὸν ἐὰν ἡ Ἑλλὰς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συναγωνισθῇ ἐπιτυχῶς μὲ τὸν Ἰταλὸν κατακτητὴν καὶ νὰ δώσῃ εὐρωπαϊκὸν πολιτισμὸν εἰς τὰς χώρας αὐτάς. Μὲ τὴν ἐλπίδα αὐτήν, εὔχομαι ὅπως ἡ Δʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ λάβῃ ταχέως ἀφορμὴν νὰ ψηφίσῃ πάλιν νομοσχέδια, καὶ διὰ τὰ ἄλλα τμήματα τὰ ὁποῖα ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι ὑπὸ ξένον ζυγόν. (Χειροκροτήματα).
§24Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι, ἡ παλαιὰ Ἑλλὰς πρέπει νὰ εἶναι ὑπερήφανος διὰ τὴν νομοθεσίαν τῆς Στρατιωτικῆς Διοικήσεως τῶν Δωδεκανήσων. Ἀπέδειξεν ἴσως χάρις εἰς τὸν ἄριστον πολιτικὸν Σύμβουλον, κ. Στασινόπουλον, ὅτι ἡ ἀποστολή της δὲν ἦτο μόνον δυνατὸν νὰ δώσῃ μίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν ζωῆς εἰς τοὺς κατοίκους, ἀλλ’ ἤθελε νὰ δείξῃ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Διοίκησις εἶναι συγχρονισμένη καὶ ριζοσπαστικὴ εἰς τὰ κοινωνικά της ζητήματα. Ἐγὼ διαφωνῶ μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι τοιοῦτον νομοθέτημα τὸ ἔφερε μὲ τόσον πενιχρὸν περιεχόμενον, διότι αἱ προκηρύξεις τὰς ὁποίας ἐξέδωκεν ἡ Διοίκησις τῶν Δωδεκανήσων εἶναι 93. Αἱ ἀποφάσεις εἶναι ἀποφάσεις, ὅπως εἶναι καὶ αἱ ἀποφάσεις τῶν ἰδικῶν μας ὑπουργῶν εἰς ἐκτέλεσιν διατάξεων προερχομένων ἀπὸ τὰς προκηρύξεις. Αἱ προκηρύξεις εἶναι ἢ ψηφίσματα ἢ νόμοι. Αἱ ἀποφάσεις εἶναι πράξεις διοικήσεως, εἰς ἐκτέλεσιν ἐπιταγῶν ἄρθρων τῶν προκηρύξεων. Ὅλαι αἱ προκηρύξεις εἶναι 93. Ἀκούσατε μερικὰς ἐκδοθείσας εἰς 7 μῆνας. «Ἡ ὑπ’ ἀρ. 30 τῆς 13 Μαΐου 1947 «περὶ ἐπεκτάσεως τῆς νομοθεσίας περὶ συνεταιρισμῶν». Ἡ ὑπ’ ἀρ. 33 τῆς 28)5)47» «περὶ ἀναγκαστικῆς μισθώσεως». Ἡ ὑπ’ ἀρ. 70 «περὶ ἐνισχύσεως τῶν ἐκ τοῦ πολέμου παθόντων ἀγροτῶν Δωδεκανήσου». Ἡ ὑπ’ ἀρ. 77 «περὶ εἰσαγωγῆς προσωρινοῦ συστήματος Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων». Ἡ ὑπ’ ἀρ. 80 «περὶ ἱδρύσεως βιβλιοθήκης εἰς Ρόδον». Ἀλλὰ ὅτι δὲν ἐτόλμησεν νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ αὐτή, ἡ ἔχουσα Συντακτικὸν χαρακτῆρα, εἰς τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἀναγκαστικῆς μισθώσεως γαιῶν» τὸ ὑπερηκόντισεν ἡ Στρατιωτικὴ Διοίκησις, μὴ ἔχουσα οὔτε ἐξουσίαν Συντακτικήν, οὔτε ἄλλην τινὰ νομοθετικοῦ κύρους ἐξουσίαν. Ἀκούσατε τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νόμου αὐτοῦ «περὶ ἀναγκαστικῆς μισθώσεως γαιῶν». Ἐδῶ τὸ ἐψηφίσαμεν μόνον διὰ τὰ Δημόσια κτήματα, τὰ Μοναστηριακά, τῶν Δήμων, μόλις καί μετὰ βίας μὲ τὸν ἐλάχιστον ἀριθμὸν τῆς ἀπαρτίας 20 ψήφων καὶ μόνον διὰ τὰς γαίας τῶν Νομικῶν Προσώπων Ἰδιωτικοῦ Δικαίου, ὅπως εἶναι ἡ Κωπαΐς. Ἀκούσατε τὴν νομοθεσίαν, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν ἡμεῖς νὰ ἀκυρώσωμεν.
§25Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὴν ἐπικύρωσιν ζητοῦμεν· διατί λέτε τὴν ἀκύρωσιν;
§26Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Λέγει τὸ ἄρθρον: «γαῖαι καλλιεργούμεναι.......... (ἀναγινώσκει)....» Δηλαδὴ εἰς ἀναγκαστικὰς μισθώσεις ὑπάγει καὶ κτήματα καὶ γαίας, ἀνηκούσας εἰς φυσικὰ πρόσωπα, ὁρίζει τριετῆ τὴν μίσθωσιν καὶ λαμβάνει πρόνοιαν περὶ βοσκῶν τῶν ζώων τῶν κατοίκων καὶ βοσκησίμων ἐκτάσεων. Καὶ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἀποφάσεις ἀπὸ τὰς 3 Ἰουνίου 1947, ποὺ δίδουν εἰς ἀναγκαστικὴν μίσθωσιν ὄχι μόνον κτήματα κρατικά, ἀλλὰ καὶ κτήματα ἰδιωτικά. Ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 35285 τῆς 25ης Σεπτεμβρίου 1947, ἀφορᾷ ἐκμίσθωσιν τριετῆ τοῦ ἰδιωτικοῦ κτήματος Βαρβάρα μεῖον 300 στρεμμάτων καὶ μίαν ἄλλην ὑπ’ ἀριθμὸν 17071 τῆς 16ης Ἰουνίου 1947 ἀφορᾷ ἀναγκαστικὴν μίσθωσιν τοῦ κτήματος Λουκατσίου, μεῖον 300 στρέμματα. Κύριοι, ἐφόσον διὰ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος ζητοῦμεν τὴν κύρωσιν τῶν προκηρύξεων αὐτῶν, τὸ ψηφίζομεν ὁμοθύμως καὶ συγχαίρομεν τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἐκεῖ ὅπου διαφωνοῦμεν εἶναι τὸ ἐδάφιον 2 τοῦ ἄρθρου 1 ποὺ λέγει «...Ἡ κατὰ τὴν 3ην παράγραφον ἀκύρωσις γίνεται διὰ νόμου, ἡ δὲ κατάργησις δύναται νὰ γίνῃ διὰ νόμου ἢ Β.Δ. ἐκδιδομένου προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». Δηλαδὴ καὶ ὁ νόμος αὐτός, ὁ ριζοσπαστικὸς τῆς ἀναγκαστικῆς μισθώσεως μεγάλων κτημάτων ἰδιωτικῶν, δύναται νὰ ἀκυρωθῇ, ἀλλὰ διὰ νόμου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐγγύησις.
§27Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε συνάδελφε, ὑποθέσατε τοῦτο ὅτι μία ἀπὸ αὐτὰς τὰς περιπτώσεις ποὺ πρόκειται νὰ καταργηθοῦν συνταγματικοῦ περιεχομένου ὑπὸ τὴν γνωστὴν ἔννοιαν, ἰσχύει μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Συντάγματος. Ὑποθέσατε ὅτι Ἰταλοὶ ὑπήκοοι εἶχον μετοχὰς καὶ αὐτὰς τὰς μετοχὰς τὰς ἐπῆραν πάλιν Ἰταλοί· τί θὰ γίνῃ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Νὰ μὴ ἠμποροῦμεν νὰ ἀκυρώσωμεν τὰς πράξεις αὐτάς; Λέτε σεῖς πῶς θὰ ἀκυρώσωμεν τὰς πράξεις αὐτάς. Ἡμεῖς δὲν λέγομεν νὰ τὰς ἀκυρώσωμεν, ἀλλὰ νὰ τὰς κυρώσωμεν καὶ ἐπειδὴ οὐδεὶς νομοθέτης δὲν λέγει ποτὲ πῶς κυρώνει πράξεις χωρὶς νὰ λαμβάνῃ μέριμνα καὶ διὰ τὴν ἀκύρωσιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λέγωμεν ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν διαρκῶς ψηφίσματα, διότι πρέπει νὰ λήξῃ καὶ τὸ ἔργον τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Δι’ αὐτὸ λέγομεν διὰ νόμου ἢ διὰ διατάγματος καὶ δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ δεχθῶ καὶ τὴν τροπολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ εὐχέρεια, οὕτως ὥστε εἰς τὴν νομοθεσίαν αὐτὴν τὴν ὁποίαν ἀγνοοῦμεν, διότι εἰλικρινῶς ἐζήτησε νὰ εὕρω τί ἔχει γίνει καὶ δὲν εἶδον παρὰ μόνον νομοθεσίαν περὶ μικτῶν γάμων, περὶ κυρώσεως πράξεων ὡρισμένων ἐπισκόπων ἢ ἀκυρώσεως αὐτῶν τῶν πράξεων. Αὐτὰ εἶναι ἔγγραφα τὰ ὁποῖα μᾶς ἔστειλαν ἀπὸ τὴν Δωδεκάνησον. Αὐτὰ δὲ καὶ ἐπειγόντως θέλουν νὰ κυρώσουν, διότι δὲν ἠξεύρομεν, τί θὰ γίνῃ ἀπὸ τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς τὰς 28 τοῦ μηνὸς ἤρξατο ἐφαρμοζομένη ἡ συνθήκη εἰρήνης. Τί θὰ γίνῃ; Φαντάζεσθε, ὅτι ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶχε τὴν τύχην καὶ τὴν εὐτυχίαν νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἐξουσίαν τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Θεὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ αἱ θυσίαι τῶν τέκνων της, προσεκόμισαν νέα ἐδαφικὰ σύνορα εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅτι θὰ κατέλθῃ μέχρι τοῦ σημείου, κύριοι συνάδελφοι, ὥστε νὰ καταργήσῃ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι διευκολύνουν τοὺς ἀκτήμονας καὶ τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι περιέπεσαν εἰς πτωχείαν, ἀγωνιζόμενοι καὶ παλαίοντες ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος; Θὰ εὑρεθῇ ποτὲ Κυβέρνησις νὰ τὸ κάμῃ αὐτό; (Χειροκροτήματα). Καὶ ἀξίζει νὰ γίνεται συζήτησις;
§28Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι, εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν δίδω τὴν πληροφορίαν ὅτι ἐὰν θέλῃ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει του, ὁλόκληρον τὴν νομοθεσίαν τῆς Δωδεκανήσου, δὲν ἔχει παρὰ νὰ παρακαλέσῃ καὶ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς, νὰ φέρουν τὸ Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἀπεστάλη ἐκεῖθεν.
§29Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Λέτε νὰ μὴ τὸ ἠξεύρωμεν αὐτό; Δὲν ἠξεύρω ὅμως ὑπὸ ποίας προϋποθέσεις ἐξεδόθησαν αὐταὶ αἱ προκηρύξεις καὶ ὑπὸ ποίας συνθήκας ἐγένετο ἡ ἔκδοσίς των καὶ τὶ καλύπτουν. Διότι καὶ ἡμεῖς καμμιὰ φορά, εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι δυνατὸν νὰ κάμωμεν ἕνα σφάλμα, ἀλλὰ ἔχομεν καὶ τὴν δυνατότητα τῆς διορθώσεώς του, ἐνῷ ἐκεῖ; Εἶναι δυνατὸν, ἡ οἱαδήποτε Βουλὴ ἢ Βουλαί, νὰ μὴ ἔχουν τὴν εὐχέρειαν νὰ διορθώσουν ἕνα λάθος, τὸ ὁποῖον ἦτο φυσικὸν νὰ γίνῃ; Διὰ νὰ μάθωμεν τὴν νομοθεσίαν δὲν ἀρκεῖ νὰ διαβάσωμεν τὸν νόμον. Δὲν ἀρκεῖ αὐτό. Διὰ νὰ μάθωμεν τὴν νομοθεσίαν, πρέπει νὰ ἴδωμεν καὶ τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐξεδόθη. Πρέπει νὰ ξεύρετε τὸ ἑξῆς, ὅτι εἰδικῶς διὰ τὴν Δωδεκάνησον δὲν ἰσχύει ὅ,τι ἰσχύει διὰ τὴν Μακεδονίαν. Διότι ἀπὸ τὴν Δωδεκάνησον ἐπέρασαν ἡ Τουρκικὴ νομοθεσία, ἡ Ἰταλικὴ νομοθεσία, ἡ Γερμανικὴ νομοθεσία, ἡ Ἀγγλικὴ τέλος καὶ ἦλθε κατόπιν ὁ ἀτυχῶς εὐτυχὴς Ἕλλην, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε Στρατιωτικὸς Διοικητής, διὰ νὰ προσπαθήσῃ νὰ ρυθμίσῃ διὰ διατάξεων καὶ προκηρύξεων τὰ πράγματα. Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρομεν, ποῖαι θὰ εἶναι αἱ συνέπειαι, λόγῳ ἀκριβῶς ἐκείνου, τὸ ὁποῖον μᾶς εἶπεν ὁ πολύτιμος συνάδελφος, ὁ κ. Βαμβέτσος. Δὲν ἠξεύρομεν ποῖαι θὰ εἶναι αἱ καταλήξεις οἱασδήποτε νομίμου σχέσεως, διότι εἶναι βραχὺς ὁ χρόνος κατὰ τὸν ὁποῖον τίθεται εἰς ἐφαρμογὴν καὶ ἡ ἐφαρμογὴ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία δίδει τὰ κριτήρια εἰς τὸν νομοθέτην, ἐάν πρέπει νὰ διατηρηθῇ ἢ νὰ καταργηθῇ ἢ νὰ τροποποιηθῇ μία διάταξις. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πᾶμε εἰς τὰ στραβὰ καὶ μὲ τὴν πρώτην, ἐπειδὴ δηλαδὴ ἡ Ἑλλάς, ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ἢ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἢ αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις ἐβράδυναν νὰ κάμουν τὴν ἀποκατάστασιν τὴν πλήρη τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, νὰ ἔλθωμεν μονοκοπανιὰ καὶ νὰ εἴπωμεν, βάζομεν ἕνα φραγμὸν ἀνυπέρβλητον, τὸν ὁποῖον δὲν ἠμποροῦμεν νὰ πηδήσωμεν καὶ ὡς Συντακτικὴ Βουλή, νὰ τοὺς ἀπαγορεύωμεν καὶ δὲν ἐπιτρέπομεν εἰς τοὺς μέλλοντας νομοθέτας, ποτέ, ἐὰν αἱ περιστάσεις τὸ καλέσουν καὶ θὰ τὸ καλέσουν ἀναντιρρήτως καὶ ἀναποτρέπτως, νὰ τροποποιήσουν μίαν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ἔβγαλεν ἕνας ἄνθρωπος αὐτός, μὲ Νομικὸν Σύμβουλον ἕνα, μὲ Πολιτικὸν Σύμβουλον ἕνα, δηλαδὴ τὴν ἐξέδωκαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν κάθε δικαίωμα νὰ ἰσχυρισθοῦν, ὅτι πολλάκις ἠμποροῦσαν νὰ πλανηθοῦν.
§30Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν ἐβιάζετο νὰ μὲ διακόψῃ, δὲν θὰ εἶχεν ἀνάγκην, νὰ ὁμιλήσῃ. Ἐγὼ εἶπον τοῦτο, ὅτι αὐτὴν τὴν νομοθεσίαν τῶν 93 προκηρύξεων, ἔχομεν δικαίωμα, ὡς ἀναφέρει τὸ σχέδιον ψηφίσματος, νὰ τὴν ἀκυρώνωμεν διὰ νόμου. Εἰς αὐτὸ τὸ κεφάλαιον εἴμεθα σύμφωνοι, δηλαδὴ θὰ φέρῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ θὰ ἀναλάβῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τὴν εὐθύνην τῆς ἀκυρώσεως αὐτοῦ τοῦ νομοθετήματος. Ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον διαφωνοῦμεν εἶναι τοῦτο. Λέγεται ὅτι αἱ 93 αὐταὶ προκηρύξεις εἴτε Συντακτικοῦ περιεχομένου; εἴτε νομοθετικοῦ περιεχομένου δύνανται νὰ καταργηθῶσι καὶ διὰ διατάγματος μὲ τὴν ἐγγύησιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Καὶ εἶπεν ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, δὲν εἶναι ἀρκετὴ ἡ ἐγγύησις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου; Ὄχι κύριοι δὲν εἶναι ἀρκετή.
§31Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Διὰ τοῦ ἄρθρου 15 ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις δι’ ἁπλοῦ διατάγματος νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν.
§32Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Λέγω κύριοι, ὅτι δὲν μοῦ ἀρκεῖ ἡ ἐγγύησις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀσκεῖ τὴν πολιτικήν του. Εἰς τὴν Βουλὴν ὑπάρχει ἄλλη διαδικασία, ἐκπροσωποῦνται ὅλαι αἱ τάσεις, ὑπάρχει ἡ πλειοψηφία, ἀλλὰ θὰ ὁμιλήσῃ καὶ ἡ μειοψηφία. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον θὰ εἴπῃ ὅτι διὰ τοῦ Ν. Δ. 327)47 «περὶ ἀναγκαστικῆς μισθώσεως κτημάτων» διὰ τὴν μίσθωσιν αὐτὴν ἀποκλείονται τὰ κτήματα τῶν φυσικῶν προσώπων, ἐνῷ εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ ἔχωμεν δύο μέτρα καὶ δύο σταθμά. Τροποποιοῦμεν τὰς διατάξεις λέγοντες, ὅτι δύναται νὰ γίνῃ κάτι καὶ διὰ τὰ φυσικὰ πρόσωπα, ποῖος θὰ διαμαρτυρηθῇ; οἱ Δωδεκανήσιοι, δὲν ἐκπροσωποῦνται ὑπὸ βουλευτῶν, ἀντιπολίτευσις δὲ δὲν ὑπάρχει. Θέλομεν λοιπόν, ἀγαπητὲ κ. ὑπουργὲ καὶ κ. βουλευταί, ἐφ’ ὅσον δίδομεν τὸν μανδύαν τῶν Συνταγματικῶν πράξεων ὅπου ὑπάρχουν ἢ τῶν νομοθετικῶν πράξεων ὅπου τηροῦμεν, νὰ σᾶς ἀπαλλάξωμεν ἀπὸ τὸν κόπον νὰ τὰς καταργήσητε διὰ ψηφίσματος, ἀλλὰ κατάργησις πράξεων αἱ ὁποῖαι ἔχουν εἴτε συνταγματικὸν χαρακτῆρα εἴτε νομοθετικόν, θὰ γίνεται μόνον διὰ τῆς Βουλῆς ὄχι μὲ διατάγματα. Εἶναι ζήτημα ἀρχῆς, Ἔχετε τὴν πλειοψηφίαν δύνασθε νὰ τὸ κάμετε, ἀλλὰ θὰ ἀκουσθῇ καὶ ἡ γνώμη τῆς μειοψηφίας. Ἑπομένως, κύριοι, θὰ ἤθελον ὅπως ἡ νομοθεσία αὐτὴ ἡ ὁποία ὁμολογουμένως ἀποτελεῖ μίαν πρόοδον νὰ τύχῃ μιᾶς καλυτέρας μεταχειρίσεως. Ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον θὰ πρόκειται νὰ τὴν καταργήσωμεν, ἡ κατάργησις θὰ γίνεται διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ, καὶ ὄχι διὰ Ν. Δ.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μαῦρος.
§34Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ὅτι ἔλαβε διαστάσεις ἡ συζήτησις συνεπείᾳ παρανοήσεως. Τὸ νομοθέτημα αὐτὸ πρόκειται νὰ πληρώσῃ ἕνα κενόν. Κατὰ τὸ διεθνὲς δίκαιον, δηλ. κατὰ γενικῶς ἀνεγνωρισμένον κανόνα αὐτοῦ, τὰ νομοθετήματα τῶν στρατιωτικῶν διοικητῶν τῶν κατεχομένων χωρῶν παύουν αὐτομάτως νὰ ἔχουν ἰσχὺν ἅμα τῷ τερματισμῷ τῆς Στρατιωτικῆς Διοικήσεως. Αὐτὸ δὲ συμβαίνει εἴτε ἡ κατοχὴ εἶναι φιλικὴ εἴτε ἡ κατοχὴ εἶναι ἐχθρική. Τὸ ἴδιο πρᾶγμα ἀντιμετώπισε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος μὲ νομοθετήματα τῶν Γερμανῶν, τὸ ἴδιο ζήτημα γίνεται μὲ τὰ Ἀγγλικὰ νομοθετήματα ἐν Δωδεκανήσῳ καὶ μὲ τὰ διατάγματα τοῦ Ἕλληνος Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ. Διότι διάταξις περὶ φιλικῆς στρατιωτικῆς κατοχῆς δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν σύμβασιν τῆς Χάγης. Ἡ κατοχὴ εἴτε ἐχθρικὴ εἶναι, εἴτε φιλική, ὑπόκειται εἰς τοὺς ἰδίους κανόνας. Τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἀντιμετωπίζει ἤδη τὸ πρόβλημα ἐπὶ τῇ ἐνσωματώσει τῶν νήσων, ὅτι παύουν αὐτομάτως νὰ ἰσχύουν αἱ διατάξεις τῶν Στρατιωτικῶν Διοικητῶν. Τὴν περαιτέρω ἰσχὺν τῶν διατάξεων αὐτῶν ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον, τὸ ὁποῖον ὅμως περιέχει καὶ δύο ἄλλα σκέλη, διότι ἀντιμετωπίζει 2 χωριστὰ ζητήματα. Τὸ πρῶτον εἶναι ἡ κύρωσις τῶν πράξεων τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἐνσωματώσεως, καὶ τὸ δεύτερον ἡ ἐξασφάλισις τῆς περαιτέρω ἰσχύος αὐτῶν. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι διὰ τὴν κύρωσιν τῶν πράξεων τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἐνσωματώσεως δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ψηφίσματος, ἀρκεῖ ἁπλοῦς νόμος, διότι οἱονδήποτε καὶ ἐὰν εἶναι τὸ περιεχόμενον τῶν πράξεων αὐτῶν, νομοθετικόν, συντακτικὸν ἢ διοικητικόν, τὴν αὐτὴν δι’ ἡμᾶς ἀξίαν ἔχει. Διότι μὴ ὑφισταμένου Συντάγματος ἐν Δωδεκανήσῳ δὲν ὑπῆρξαν πράξεις ἀντισυνταγματικαὶ καὶ ἑπομένως ἀνάγκη κυρώσεως αὐτῶν διὰ ψηφίσματος δὲν ὑφίσταται. Διὰ τὸ ἕτερον ὅμως σκέλος τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοθετήματος, τὴν ἐξασφάλισιν δηλαδὴ τῆς περαιτέρω ἰσχύος τῶν διαταγμάτων τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ, ἴσως ὑπάρχει ἀνάγκη ψηφίσματος, ἐφ’ ὅσον πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ διατηρήσῃ εἰς περαιτέρω ἰσχὺν Διατάγματα τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ τὰ ὁποῖα ἀντίκεινται εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἰσχύει ἀπὸ τῆς ἐνσωματώσεως τῆς Δωδεκανήσου. Ἐπ’ αὐτοῦ, κύριοι συνάδελφοι, νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ἔχω ἀντιρρήσεις. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ διατηρήσωμεν ἐν ἰσχύϊ καὶ μετὰ τὴν ἐνσωμάτωσιν διατάξεις τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ, αἱ ὁποῖαι ἀντίκεινται εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ ὁποῖον ἰσχύει. Ὑποθέσατε ὅτι ὁ Στρατιωτικὸς Διοικητὴς διὰ μιᾶς προκηρύξεώς του εἶπε καὶ νομίζω ὅτι εἶπε κάτι ἀνάλογον: Ὅτι αἱ ἀπαλλοτριώσεις κτημάτων γίνονται δι’ ἀποφάσεων κοινοτικῶν συμβουλίων. Εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν ἡμεῖς, ἰσχύοντος τοῦ Συντάγματος, τὴν ἐξακολούθησιν τοιούτων διατάξεων; Ὑποθέσατε ἀκόμη ὅτι ὁ Στρατιωτικὸς Διοικητὴς εἶπεν εἰς διακήρυξίν του ὅτι: πολῖται δύνανται νὰ συλλαμβάνωνται ἄνευ ἐντάλματος διότι ἔκτακτοι περιστάσεις τὸ ἐπέβαλον. Εἶναι δυνατόν, ἰσχύοντος τοῦ Συντάγματος, νὰ στέρξωμεν εἰς περαιτέρω ἰσχὺν τῶν ἀντισυνταγματικῶν αὐτῶν διατάξεων; Νομίζω, λοιπόν, ὅτι τὰς μὲν διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀντίκεινται εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα ἀπὸ τῆς ἐνσωματώσεως δὲν θὰ πρέπῃ νὰ τὰς διατηρήσωμεν εἰς ἰσχὺν καὶ πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὴν Βουλήν νὰ ψηφίσῃ Συντακτικὰς πράξεις διὰ τὴν Δωδεκάνησον ἂν τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον, ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὸ ὑπόλοιπον νομοθετικὸν ἔργον, νομίζω ὅτι αὐτὸ πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ἰσχύῃ καὶ δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Χατζηγιάννην, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι σκοπὸς τοῦ νόμου εἶναι ἡ κατάργησις πράξεων τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ καὶ νὰ ἀφήσωμεν αὐτοὺς νὰ ἰσχύουν. Τὸ σχέδιον ψηφίσματος λέγει ὅτι: Κυροῦνται........ (ἀναγινώσκει) Ὑπάρχει δικαίωμα τοῦ Σώματος, διὰ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ καταργήσωμεν ὅσας τῶν διατάξεων αὐτῶν δὲν εὑρίσκομεν ὀρθάς, αὐτὸ ὑπάρχει καὶ ἐκ τῶν κειμένων διατάξεων. Κύριοι συνάδελφοι, παρέχομεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὸ δικαίωμα διὰ διατάγματος νὰ καταργήσῃ νομοθετήματα τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ. Ἐγὼ συμφωνῶ μὲ τὴν ἀρχὴν αὐτήν, διότι τὰ νομοθετήματα αὐτὰ ἔχουν κάποιαν προχειρότητα καὶ δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος νὰ κινηθῇ ὁλόκληρος ἡ νομοθετικὴ μηχανὴ πρὸς κατάργησιν αὐτῶν, ἐνῷ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὅσας νομίζει, ὅτι δὲν ἔχουν λόγον ὑπάρξεως δύναται νὰ τὰς καταργήσῃ. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι τὰ νομοθετήματα αὐτὰ πρέπει νὰ παραμείνουν ἐκτεθειμένα εἰς τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς καταργήσεως, διὰ τοῦ ἐλαττωμένου κύρους διαδικασίας τῶν Βασιλικῶν διαταγμάτων ἐπ’ ἄπειρον. Νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ εἴπωμεν ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δικαιοῦται ἐντὸς ἔτους νὰ πράξῃ τοῦτο διὰ διαταγμάτων. Ἐὰν τὸ ἔτος παρέλθῃ θὰ ἔπρεπε καὶ ἡ περαιτέρω κατάργησις τῶν πράξεων τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ νὰ γίνῃ διὰ τῆς κανονικῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ. Πρόκειται περὶ 93 προκηρύξεων καὶ ἀποφάσεων τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ καὶ ἐπ’ αὐτῶν πρόκειται νὰ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις ποῖα εἶναι μεταρρυθμιστέα καὶ μεταβλητέα καὶ ποῖα δὲν εἶναι.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κώνης ἔχει τὸν λόγον.
§36Θ. ΚΩΗΣ. Κύριοι βουλευταί, συμφωνῶ μὲ τὴν διατύπωσιν, ἣν περιέχει τὸ σχέδιον τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι τὸ σχέδιον τοῦ κ. ὑπουργοῦ ὡς πρὸς τὴν ἀκύρωσιν τῶν πράξεων τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ Δωδεκανήσου περιέχει μείζονας ἐγγυήσεις ἀπὸ τὴν τροποποίησιν, ἡ ὁποία προτείνεται παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Πράγματι κατὰ τὸ σχέδιον τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργοῦ πᾶσα πρᾶξις τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ προκήρυξις ἢ ἀπόφασις προκειμένου νὰ ἀκυρωθῇ πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν διαδικασίαν τῆς νομοθετικῆς λειτουργίας, ἤτοι ἡ ἀκύρωσις γίνεται διὰ τυπικοῦ νόμου. Ἕν ὅμως ζήτημα, τὸ ὁποῖον προκύπτει εἶναι τοῦτο. Τί θὰ γίνῃ προκειμένου περὶ μερικῆς ἀκυρώσεως ἢ μερικῆς καταργήσεως; Καὶ δεύτερον ἐὰν προκύψῃ ἀνάγκη μεταρρυθμίσεως δύναται νὰ εἶναι αὕτη μετ’ ἀναδρομικῆς δυνάμεως. Ἐπὶ τούτου γεννᾶται προκειμένου περὶ διατυπώσεως ἐν ψηφίσματι ἀπορία τις, ὅπως ἔχει τὸ σχέδιον ὁμιλοῦν περὶ ὁλικῆς ἀκυρώσεως ἢ καταργήσεως καὶ δὲν θὰ ἦτο ἄσκοπος ἀποσαφήνισις ἐκ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ.
§37ΧΡ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ἐπ’ αὐτοῦ.
§38Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἀκύρωσις σημαίνει κατάργησις ἐξ ὑπαρχῆς. Τὸ ἕνα εἶναι ex tunc καὶ τὸ ἄλλο εἶναι ex nunc. Ἐὰν εἶναι μετ’ ἀναδρομικῆς δυνάμεως εἶναι ἀκύρωσις.
§39Θ. ΚΩΗΣ. Ἀλλ’ εἶναι νοητὴ ἀκύρωσις μὴ ἐξικνουμένη μέχρι τῆς ἀφετηρίας τῆς ἰσχύος καὶ ἐπίσης μεταρρύθμισις ὀπισθενεργός. Συμφωνοῦμεν πάντως ὅτι καὶ μερικαὶ ἀκυρώσεις καὶ μερικαὶ τροποποιήσεις εἶναι δυναταὶ καὶ μετ’ ἀναδρομικῆς δυνάμεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν προτεινομένην καὶ κατὰ πλειονοψηφίαν διατύπωσιν τῆς ἐπιτροπῆς, αὐτὴ ἔχει ὡς ἑξῆς: (Ἀναγιγνώσκει). Ἡ κατὰ τὴν προηγουμένην παράγραφον ἀκύρωσις προκηρύξεων καὶ ἀποφάσεων συντακτικοῦ ἢ νομοθετικοῦ περιεχομένου γίνεται διὰ νόμου ἢ διὰ Β. διαταγμάτων προτάσει τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἡ ἀκύρωσις ἢ κατάργησις προκηρύξεων ἄλλου περιεχομένου γίνεται κατὰ τὰς κειμένας διατάξεις. Ἡ διάταξις αὕτη ὁμιλεῖ περὶ πράξεων συντακτικοῦ περιεχομένου. Ἀλλὰ θεωρητικῶς ἡ διάταξις συντακτικοῦ περιεχομένου ἀφορᾷ τὴν ὀργάνωσιν τῆς πολιτείας καὶ δύναται νὰ εὑρίσκεται ἢ ἐν τῷ Συντάγματι ἢ ἐν τῷ Νόμῳ, διότι ὑπάρχουσι καὶ νόμοι συντακτικοῦ περιεχομένου. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας π.χ. προσφάτως ἔκρινεν ὅτι ὁ νόμος ὁ καθορίζων τὸ ὅριον ἡλικίας τῶν ἰσοβίων δικαστῶν ἐκδίδεται ἐφ’ ἅπαξ καὶ δὲν ὑπόκειται εἰς μεταβολάς. Ἑπομένως ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἔπρεπε νὰ προτείνῃ ὅτι αἱ ἀποφάσεις ἢ αἱ διατάξεις τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ, διὰ τὴν συντέλεσιν τῶν ὁποίων ἀπῃτεῖτο συντακτικὴ πρᾶξις ἢ νόμος τοιαύτης φύσεως κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν, ὑπόκεινται εἰς τὴν αὐτὴν διαδικασίαν καὶ διὰ τὴν ἀκύρωσιν ἢ τὴν διαδικασίαν πρὸς κατάρτισιν τῶν τυπικῶν νόμων. Ἡ μεγαλυτέρα δὲ σύγχυσις ἐπέρχεται ἐκ τῆς διατυπώσεως τῆς Ἐπιτροπῆς «πρᾶξις νομοθετικοῦ περιεχομένου». Τί ἐννοοῦμεν νομοθετικὸν περιεχόμενον;
§40ΧΡ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ σχέδιον τὸ ἰδικόν μας ἔχει ὡς ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει)
§41Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐγὼ τὸ ἀνέφερον αὐτό, κ. ὑπουργέ, εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐνεθυμεῖτο ἡ Ἐπιτροπή, διότι ἄλλως θὰ ἦτο ἀνόητον νὰ εἴπωμεν δύο τρόπους διὰ τὴν ἰδίαν πρᾶξιν. Λέγοντες συντακτικὸν περιεχόμενον ἐννοοῦμεν ὅτι πρόκειται περὶ πράξεων, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰς ἀντίστοιχον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος καὶ αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ σημεῖον τοῦτο ἔχουν ἀνάγκην ἐπικυρώσεως διὰ πράξεων ηὐξημένης τυπικῆς ἰσχύος.
§42Θ. ΚΩΗΣ. Πρέπει ὅμως νὰ γνωρίζετε καὶ γνωρίζετε, ὅτι ὑπάρχουσι διοικητικαὶ πράξεις, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται ὑπὸ τύπον νόμου, εἴτε διότι αὐτὸ ἀπαιτεῖ τὸ Σύνταγμα εἴτε διότι χάριν μείζονος ἐγγυήσεως περιεβλήθησαν τὸν τύπον νόμου. Αἱ πράξεις αὗται εἶναι διοικητικαί, ἀλλὰ δὲν εἶναι νομοθετικοῦ περιεχομένου. Περαιτέρω αἱ ἀστυνομικαὶ διατάξεις, κ. ὑπουργέ, εἶναι πλειστάκις πράξεις νομοθετικοῦ περιεχομένου, διότι θέτουσι κανόνας δικαίου ὡς περιορίζουσαι τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἀτόμων. Ἑπομένως εἶναι ὡρισμένον τὸ ὄργανον, διοικητικόν, τὸ ὁποῖον ρυθμίζει τὰς διατάξεις ταύτας δυνάμενον νὰ θέτῃ, τροποποιῇ καὶ καταργῇ ταύτας. Καὶ ταῦτα, συντόμως εἰπεῖν, ἐὰν ἡ ἑλληνικὴ νομοθεσία ἀπῄτει συντακτικὴν πρᾶξιν διὰ τὴν συντέλεσιν, τότε διὰ νὰ ἀκυρωθῇ ἡ διάταξις τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ ἀπαιτεῖται νόμος. Ἐπίσης, ἐφ’ ὅσον διὰ τὴν κατάρτισιν τῆς πράξεως ἀπῃτεῖτο τυπικὸς νόμος, πάλιν ἀπαιτεῖται νόμος ἀλλὰ τυπικὸς νόμος διὰ τὴν ἀκύρωσιν ἀσχέτως περιεχομένου. Ὅθεν οὕτω πρέπει νὰ διατυπωθῇ ἡ διάταξις ἤτοι δι’ ὅσας πράξεις διὰ τὴν συντέλεσιν αὐτῶν ἀπῃτεῖτο συντακτικὴ πρᾶξις ἢ νόμος, ἀπαιτεῖται τοιοῦτος καὶ διὰ τὴν ἀκύρωσιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθὴ διατύπωσις καὶ ὄχι ἡ περὶ πράξεων συντακτικοῦ καὶ νομοθετικοῦ περιεχομένου. Ἐξ ἄλλου νομοθετικοῦ περιεχομένου ἔχομεν καὶ τὰ κατ’ ἐξουσιοδότησιν Βασιλικὰ διατάγματα καὶ τὰς ἀστυνομικὰς διατάξεις, ὡς εἴπομεν. Προκειμένου περὶ αὐτῶν δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἐκδοθῇ τυπικὸς νόμος ἀφοῦ ἡ κειμένη νομοθεσία προβλέπει τὴν θέσιν κανόνων δικαίου καὶ δι’ ἄλλου τρόπου, διὰ διοικητικῶν ὀργάνων. Ὤφειλεν, ὅθεν, ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ κάμῃ τὴν διάκρισιν μεταξὺ τοῦ ὀργάνου τοῦ ἔχοντος ἐξουσίαν καὶ τοῦ περιεχομένου ἤτοι θὰ θέσῃ ὡς κριτήριον τὸν τύπον, ἐν ᾧ ἀντιθέτως διαλαμβάνει εἰς τὴν πρότασιν αὐτῆς περὶ πράξεων συντακτικοῦ περιεχομένου καὶ νομοθετικοῦ περιεχομένου. Ἀλλ’ ἡ διατύπωσις αὕτη ὁρμωμένη ἐκ τῆς ἀπόψεως τοῦ περιεχομένου καὶ οὐχὶ ἐκ τῆς ἀπόψεως τοῦ ἐκδίδοντος ὀργάνου (τοῦ τύπου) εἶναι ἐπιστημονικῶς ἐσφαλμένη καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγάγῃ εἰς πλάνας, ὥστε διὰ τὴν ἀκύρωσιν ἀστυνομικῆς διατάξεως — π. χ. περιεχόμενον νομοθετικὸν — νὰ ἀπαιτῆται νόμος. Συνεπῶς τάσσομαι ὑπὲρ τοῦ σχεδίου τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Ἄλλως ἀντὶ τῆς προτάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς προκριτέα αὕτη: «Ἡ κατὰ τὴν προηγουμένην παράγραφον ἀκύρωσις προκηρύξεων καὶ ἀποφάσεων διὰ τὴν συντέλεσιν τῶν ὁποίων κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν ἀπῃτεῖτο συντακτικὴ πρᾶξις ἢ τυπικὸς νόμος γίνεται διὰ νόμου κλπ.».
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαγᾶκος ἔχει τὸν λόγον.
§44Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα εἶναι ἓν ἐκ τῶν πρώτων νομοσχεδίων, τῶν ὁποίων ἐπιλαμβάνεται ἡ παροῦσα Βουλή, προκειμένου νὰ ρυθμίσῃ τὴν ἐνσωμάτωσιν τῆς ἡρωϊκῆς Δωδεκανήσου καὶ τὴν τακτοποίησιν τῶν μεγάλων της ζητημάτων. Διὰ τοῦτο ἀγάλλεται ἡ ψυχὴ παντὸς ἕλληνος καὶ ἰδίως ἡμῶν τῶν βουλευτῶν, διότι μᾶς δίδεται ἡ εὐκαιρία, νὰ ἐπιληφθῶμεν τοιούτων θεμάτων ἀφορώντων τούς εὐγενεῖς καὶ μαρτυρικοὺς ἀδελφούς μας. Ἀκριβῶς δὲ αὐτὸς ὁ λόγος μᾶς ἐπιβάλλει ηὐξημένας εὐθύνας, προκειμένου νὰ ρυθμίσωμεν τὰς σχέσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν δημιουργηθῆ καὶ διέπουν τοὺς πληθυσμοὺς τῆς Δωδεκανήσου. Νομίζω ὅτι ἔχει ἐμφυλοχωρήσει μία παρεξήγησις. Οὐδεὶς ἠρνήθη τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, οὐδεὶς ἠρνήθη ὅτι πρέπει, ἰδίως τὸ περιεχόμενον τῆς παραγράφου 1 τοῦ ἄρθρου μόνου, νὰ γίνῃ δεκτόν. Ἡ ἀμφισβήτησις, καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἐνταῦθα, στρέφεται περὶ τὴν ἑρμηνείαν ἢ περὶ τὴν διατύπωσιν τῆς 2 παραγράφου τοῦ ἄρθρου μόνου. Τὸ πρῶτον σκέλος τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου μόνου κάμνει τὴν ἑξῆς διάκρισιν: Διὰ μὲν τὴν ἀκύρωσιν πάσης πράξεως, εἴτε συντακτικοῦ περιεχομένου, εἴτε νομοθετικοῦ, δηλαδὴ διὰ τὴν ἐξ ὑπαρχῆς κατάργησιν, ἀπαιτεῖ πάντοτε νόμον, καὶ αὐτὸ εἶναι καθ’ ἡμᾶς ὀρθόν, εἶναι σύμφωνον μὲ τὰ κρατοῦντα, διότι καίτοι τελοῦμεν ὑπὸ ἀναθεωρητικὸν καθεστὼς, δὲν εἶναι εὐχερὲς νὰ προσφεύγωμεν εἰς ψηφίσματα ἔστω καὶ ἂν τὰ πρὸς κατάργησιν θέματα εἶναι συντακτικοῦ περιεχομένου. Ἀλλὰ διὰ τὴν κατάργησιν, τὴν ἀναγομένην εἰς τὸ μέλλον τῆς σχέσεως, τὸ δεύτερον σκέλος τῆς παραγράφου 2 περιέχει διάταξιν, ἡ ὁποία τοὐλάχιστον δι’ ἡμᾶς εἶναι ὀλίγον ὕποπτος, περιέχει δηλαδὴ τὴν εὐχέρειαν τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα δι’ ἁπλοῦ διατάγματος καταργῇ διατάξεις, εἴτε συντακτικοῦ, εἴτε νομοθετικοῦ περιεχομένου, ἐδῶ εἶναι ἡ ἀμφισβήτησις. Οὐδεὶς ἠρνήθη τὴν ἀρχὴν τοῦ ψηφίσματος. Ἀλλὰ θὰ ἐπιτρέψωμεν σήμερον καὶ μάλιστα ἀνεξελέγκτως, εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὄχι τὴν σημερινήν, ἡ ὁποία ἴσως λόγῳ τῆς συνθέσεώς της δύναται νὰ παρέχῃ ὡρισμένας ἐγγυήσεις, ἀλλὰ εἰς μίαν τῶν μεταγενεστέρων......
§45ΧΡ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐντὸς δύο μηνῶν θὰ ἔχῃ ἐκκαθαρισθῇ ἡ κατάστασις. Ἐὰν κάμωμεν αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε σεῖς, ἐπὶ 6 μῆνας ἡ Δωδεκάνησος θὰ ἐξακολουθῇ νὰ διέπεται ἀπὸ τὰς διατάξεις τὰς ἰσχυούσας σήμερον.
§46Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Σφάλεσθε, κύριοι· ὅπως συνάδελφός τις ἐντὸς δύο ὡρῶν τὸ πρωΐ ἔλαβε γνῶσιν αὐτῶν τῶν διακηρύξεων, 93 τὸν ἀριθμόν, ἔτσι θὰ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις, προτοῦ νὰ φέρῃ τὸ ψήφισμα αὐτὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, νὰ ἐξετάσῃ ποῖαι εἶναι αὐταὶ αἱ διακηρύξεις. Καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ζήτημα πολλῶν ὡρῶν.
§47Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι ὅμως ζήτημα ἁπλῆς ἀκροάσεως μιᾶς φράσεως, τὴν ὁποίαν εἶπον προηγουμένως, ὅτι δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ πῶς εἶναι διατυπωμέναι αἱ διατάξεις, ἀλλ’ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ ὑπὸ ποίας περιπτώσεις καὶ ὑπὸ ποίας περιστάσεις ἐξεδόθησαν αἱ διατάξεις αὗται, καὶ αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἠξεύρῃ οἱαδήποτε σώφρων Κυβέρνησις, ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβῃ τὴν εὐχέρειαν νὰ νομοθετῇ.
§48Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Εἶναι 93 αἱ περιπτώσεις· τί καλύπτουν αἱ περιπτώσεις αὗται; εἴτε μίαν παλαιὰν νομοθεσίαν ἰσχύουσαν ἐν Δωδεκανήσῳ, εἴτε ἐνδεχομένως νέας ρυθμίσεις σχέσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἡ Στρατιωτικὴ Διοίκησις. Καὶ διὰ μὲν τὴν παλαιὰν νομοθεσίαν τὴν ἰσχύουσαν εἰς τὴν Δωδεκάνησον, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι τόσον μεγάλη ἀνάγκη ταχείας ρυθμίσεως. Διὰ τὰς νέας σχέσεις τὰς ὁποίας θὰ ἐρρύθμισεν ἤδη ὁ Στρατιωτικὸς Διοικητής, δι’ αὐτὰς νομίζω ὅτι εἴχατε τὴν εὐχέρειαν νὰ τὰς ἐξετάσητε καὶ νὰ τὰς φέρητε ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας.
§49Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ ποίας συνθήκας ἐξεδόθησαν;
§50Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Ὁ προλαλήσας συνάδελφος, ἔκαμε δύο ὑποθέσεις καὶ δύο ὑπαινιγμούς. Διατί νὰ μὲ ἐμβάλητε εἰς ἀμφιβολίαν, εἰς πλάνην, κύριε ὑπουργέ, καὶ δὲν ἐκάματε τὸν κόπον νὰ ἐρευνήσητε καὶ νὰ μᾶς εἴπητε ὅτι ὑπάρχει αὐτὸ καὶ αὐτό, τὸ ὁποῖον δικαιολογεῖ αὐτὸ τὸ μέτρον;
§51Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑπ. τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι τόσον ταχεῖς εἰς τὰς ἐνεργείας των, ὥστε ἀπὸ τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπεγράφη ἡ εἰρήνη, δὲν εἶχον κατορθώσει νὰ εὕρω τίποτε. Καὶ ἔψαχνον νὰ ἴδω. Καὶ μοῦ ζητοῦν νὰ ἀκολουθήσω τὸ παράδειγμά τους, καὶ νὰ ἀφήσωμεν, νὰ μὴ ὑπάρχῃ κανὲν νομοθετικὸν μέτρον διὰ τὴν Δωδεκάνησον, διὰ νὰ παράσχωμεν τὴν ἐντύπωσιν εἰς τοὺς Δωδεκανησίους, ὅτι ἀφοῦ ἐτελείωσεν ἡ μάχη, δὲν εἴμεθα ἱκανοὶ νὰ διοικήσωμεν, καὶ νὰ ἀκούεται ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἡ φράσις περὶ ὑπόπτων διατάξεων. Δὲν ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῇ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, αὐτὴ ἡ φράσις.
§52Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Δὲν θὰ παράσχωμεν εἰς οὐδένα τὴν εὐχέρειαν νὰ πλειοδοτήσῃ, ἐπὶ πατριωτισμῷ, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀσκοῦμεν ὑπερτάτην ἐξουσίαν, δὲν θὰ παράσχωμεν τὴν εὐκολίαν νὰ καταργηθοῦν διατάξεις, αἱ ὁποῖαι κατοχυρώνουν ὕψιστα συμφέροντα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι, ἐὰν τὰς διατάξεις αὐτὰς δύνασθε δι’ ἁπλοῦ διατάγματος νὰ τὰς καταργήσητε, αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀπεμπόλησιν τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς.
§53Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἐδόθη ἡ ἐξήγησις ὅτι περιείχετο ἡ φράσις «νομοθετικοῦ περιεχομένου» εἰς τὸ κείμενον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶπε καὶ ἡ ἐπιτροπή.
§54Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Ἐὰν θελήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ τὸ τροποποιήσῃ.
§55Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ τὸ εἶπον ἀγορεύων, πρῶτος εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τὸ εἶπε καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ὁ κ. Βαμβέτσος.
§56Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Ἤμην ἀπησχολημένος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης καὶ δὲν παρέστην.
§57Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τί πταίω ἐγώ.
§58Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Νὰ προσθέσητε ὅτι, μόνον τὰ κανονιστικοῦ περιεχομένου διατάγματα δύνανται νὰ καταργῶνται διὰ διαταγμάτων, οὐχὶ διακηρύξεως συντακτικοῦ ἢ νομοθετικοῦ περιεχομένου.
§59Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ εἶπον ἀγορεύων, ὅταν εἰσηγήθην τὸ νομοσχέδιον, ἀναλόγως τοῦ περιεχομένου των.
§60Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριε Λαγᾶκο, ὅταν εἶχον εἰσηγηθῆ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπιτροπήν, σᾶς εἶπον ρητῶς ὅτι, ἐνῷ δὲν φαίνεται ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον διατηρῇ τὴν ἐπιστημονικὴν διάκρισιν, μεταξὺ νομοθετικῶν καὶ διοικητικῶν πράξεων, ἐν τούτοις πιστεύω ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοιά του, διότι ὁ ὑπουργὸς εἰσηγούμενος σχετικῶς εἶπεν ἀναλόγως τοῦ περιεχομένου των, καὶ περιέργως δὲν τὴν βλέπω τὴν φράσιν αὐτὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον προτείνω τὴν ἀκριβῆ διατύπωσιν.
§61Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Ὁ φόβος ἦτο αὐτός, αἰρομένης αὐτῆς τῆς ἀμφιβολίας δὲν ὑπάρχει ζήτημα.
§62Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ὑπερηκόντησε τὴν ἐξουσίαν αὐτῆς καὶ ἠθέλησε νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταργῇ νόμους διὰ διατάγματος.
§63Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρῶτον, θὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν, κύριοι βουλευταί, νὰ ἐκφράσω καὶ ἐγὼ τὸν ἐνθουσιασμόν μου, διότι νομοθετοῦμεν περὶ Δωδεκανήσου. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι εἶχον τὴν τύχην νὰ ὁμιλήσω πρῶτος περὶ Δωδεκανήσου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀπήγγειλον δὲ καὶ ἓν δημοτικὸν ποίημα. Εὔχομαι νὰ ἀπαγγείλω μακρότερον ποίημα καὶ λυρικώτερον, ὅταν ἐκφράζοντες ἀληθῶς τότε τὴν εὐγνωμοσύνην μας καὶ τιμῶντες τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν θὰ ἀπαγγείλωμεν ἐδῶ αὐτὸ τὸ λυρικώτερον ποίημα, προκειμένου περὶ τῆς μεγαλονήσου μας Κύπρου (χειροκροτήματα). Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν ψηφίσματος, θὰ σᾶς παρακαλέσω ἐπίσης νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ φρονῶ ὅτι πολλὰ ἐλέχθησαν. Ἐξετίμησα καὶ τὰς ἐκθέσεις τῶν εἰσηγητῶν, ἐκθέσεις ἐπιστημονικὰς ἀληθῶς, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω πολλὰ ἐγράφησαν καὶ πολλὰ ἐλέχθησαν καὶ ἐδῶ, κατὰ τὴν γνώμην μου, καθόσον ἐγένετο πολὺ ἁπλοῦν τὸ ζήτημα ἀπὸ τὰ τελευταίως γενόμενα δεκτά. Δυνάμεθα καὶ πάλιν νὰ τὸ καταστήσωμεν συντομώτερον τὸ ψήφισμα, καὶ μάλιστα ἡ σοφὴ νομοθεσία εἶναι ἡ σύντομος.
§64Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Συντομώτερον δὲν γίνεται.
§65Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ αἰσθάνομαι δι’ ὅλην μου τὴν πολιτικὴν σταδιοδρομίαν, τὴν μεγαλυτέραν ὑπερηφάνειαν, διότι κάποτε εἰς μίαν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, νομοσχέδιον 70 ἄρθρων, τὸ διετύπωσα εἰς ἄρθρα 8 καὶ ἦτο πληρέστερον. Δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Παπαδημητρίου, τότε γερουσιαστὴς καὶ μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ σᾶς τὸ βεβαιώσῃ. Νομίζω λοιπὸν ὅτι θὰ εἶχεν ὀρθῶς καὶ θὰ ἦτο ἀκεραιότερον τὸ ψήφισμα, ἐὰν ἔλεγε: «Πᾶσαι αἱ ἐκδοθεῖσαι καὶ εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως δημοσιευθεῖσαι πράξεις τῆς Διοικήσεως τῆς Δωδεκανήσου, ἰσχύουσι καὶ ἐφεξῆς ὡς νόμοι καὶ τροποποιοῦνται ἢ καὶ καταργοῦνται ὡς οἱ λοιποὶ νόμοι». Καὶ τίποτε ἄλλο. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο πληρέστερον τὸ ψήφισμα. Δὲν νομίζω ὅτι χρειάζεται νὰ προβῶμεν εἰς ἀναδιφήσεις. Τώρα, τὸ πραγματικόν, τὸ οὐσιαστικὸν ζήτημα εἶναι τοῦτο: ὅτι ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ μὲ ταχύτητα ἐπὶ ὡρισμένων ζητημάτων καὶ ἐξέδωκε δι’ αὐτὸ διαφόρους πράξεις. Ἴσως ἐξέδωκε πολλὰς πράξεις καὶ ἰδίως μερικαὶ πράξεις περιττεύουν. Ἴσως καὶ μερικαὶ ἄλλαι πράξεις δὲν ἔχουν ὀρθῶς, ἀλλ’ ἡ πραγματικότης εἶναι ὅτι ἐτέθησαν εἰς ἐφαρμογήν, διότι ἔπρεπε νὰ τεθοῦν εἰς ἐφαρμογήν, διότι εἰς τὴν πολιτικὴν ἡ θεμελιωδεστέρα βάσις, ἐν γένει, εἶναι ἡ ἐπικαιρότης. Ὅ,τι δὲν εἶναι ἐπίκαιρον δὲν εἶναι πολιτικόν, καὶ διδάσκουν καὶ οἱ ἀρχαῖοι ἕλληνες. Ὁ Πλάτων ἔλεγεν ὅτι: « ». Λοιπὸν πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ ἐπικαιρότης εἶναι ἡ βάσις. Λοιπόν, καὶ ἐπικαίρως ἐνήργησεν ὁ Γενικὸς Διοικητής, ἴσως καὶ πλέον τοῦ δέοντος, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει πρέπει αὐτὰ νὰ κυρωθοῦν. Λοιπόν: «Πᾶσαι αἱ ἐκδοθεῖσαι πράξεις τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ ἰσχύουσι καὶ ἐφεξῆς ὡς νόμοι. Συνεπῶς, καὶ τροποποιοῦνται ἢ καταργοῦνται, ὡς οἱ λοιποὶ νόμοι.
§66Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπ. τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ διὰ νόμου ἡ τροποποίησις τῶν διοικητικῶν πράξεων. Ζῶμεν εἰς μίαν ἐποχὴν κινήσεως, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ βάζωμεν τροχοπέδας. Πρέπει καὶ ἡ νομοθεσία νὰ εἶναι εὐκίνητος.
§67Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ζῶμεν εἰς μίαν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν διατρέχομεν συμφορὰς καὶ κινδύνους, διότι ἀπεμακρύνθημεν τῆς νομιμότητος, καὶ ἐὰν δὲν ἐπαναφέρωμεν τὴν νομιμότητα, δὲν θὰ σωθῶμεν ἀπὸ τοὺς κινδύνους. Διὰ τοῦτο λοιπὸν δὲν πρέπει αἱ Ἐθνικαὶ Ἀντιπροσωπεῖαι νὰ δίδουν εἰς τὰς Κυβερνήσεις νομοθετικὰς ἐξουσίας. Ἐλέχθη προηγουμένως δι’ ἓν ἔτος. Τί σημαίνει ἀντὶ ἓν ἔτος ἢ δι’ ἓν ἑξάμηνον ἢ δι’ ἕνα μῆνα; Ἡ νομιμότης δὲν πρέπει νὰ παραβιάζεται οὔτε κατὰ δευτερόλεπτον.
§68Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω; αἱ διοικητικαὶ πράξεις, τὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν, διὰ νόμου, θὰ καταργῶνται;
§69Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀφοῦ χαρακτηρίζομεν ὡς νόμους καὶ διατάξεις ἀκόμη, συντακτικοῦ περιεχομένου, διατί νὰ μὴ χαρακτηρίσωμεν καὶ διοικητικὰς πράξεις; Διότι ἦτο ἐσφαλμένον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ἀξιόλογος συνάδελφος, καὶ διὰ τὴν νομικήν του ἱκανότητα τὴν ἐξαιρετικήν. Νομοθετικαὶ πράξεις εἶναι κανόνες δικαίου, καὶ τάχα αἱ διοικητικαὶ πράξεις δὲν εἶναι κανόνες δικαίου. Καὶ αἱ διοικητικαὶ πράξεις εἶναι κανόνες δικαίου, διότι καὶ αἱ διοικητικαὶ πράξεις πρέπει νὰ εἶναι σύμφωνοι πρὸς κάποιον νόμον, διότι ἄλλως εἶναι πράξεις παράνομοι. Ὅ,τι εἶναι νόμιμον εἶναι καὶ κανὼν δικαίου. Ὅ,τι κατὰ νόμον ἐπιτελεῖται εἶναι κανὼν δικαίου, περιωρισμένου χαρακτῆρος, διότι περιωρισμένου χαρακτῆρος εἶναι ἡ διοικητικὴ πρᾶξις. Ἡ κυβερνητικὴ πρᾶξις ἀφορᾷ τὸ σύνολον, ἐνῷ ἡ διοικητικὴ πρᾶξις ἀφορᾷ ἢ πρόσωπον ἢ ὁμάδα προσώπων, ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι δὲν εἶναι κανὼν δικαίου.
§70Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Εἴπατε ὅτι πρέπει νὰ γίνεται διὰ νόμου ἡ κατάργησις. Σᾶς ἐρωτῶ: Εἰς τὴν Ἑλλάδα γίνεται κατάργησις ἀστυνομικῆς διατάξεως διὰ νόμου; Ἐξεδόθησαν καὶ ἐκεῖ διάφοροι κανόνες καὶ διάφοροι διοικητικαὶ πράξεις, ἀγορονομικαὶ διατάξεις, ἀστυνομικαὶ διατάξεις. Ἡ τροποποίησις ἢ κατάργησις αὐτῶν πρέπει νὰ γίνεται διὰ νόμου; δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ ἐξουσία, μίαν πρᾶξιν, μίαν ἀστυνομικὴν διάταξιν, μίαν ἀγορανομικὴν διάταξιν νὰ τὴν καταργήσῃ παρὰ πρέπει νὰ χρειάζεται νόμος;
§71Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀπήντησα ὅτι, ἐφ’ ὅσον εἴπομεν, ὅτι θὰ χαρακτηρισθοῦν ὡς νόμοι αἱ διατάξεις καὶ Συντακτικοῦ περιεχομένου, διατί νὰ μὴν εἴπωμεν τὸ ἴδιον καὶ διὰ τὰς διατάξεις Διοικητικοῦ περιεχομένου; Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν δέχομαι νὰ ἀφήσωμεν αὐτὴν τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ χαρακτηρίζῃ, ποῖαι εἶναι νομοθετικαὶ καὶ ποῖαι εἶναι διοικητικαὶ πράξεις.
§72Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε μὲ ὀλίγας λέξεις νὰ σᾶς διατυπώσω τὰς σκέψεις μου ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς στρατιωτικῆς κατοχῆς εἰς τὴν Δωδεκάνησον, ἐξέδωκεν ὁ ἐκεῖ Στρατιωτικὸς Διοικητὴς σειρὰν πράξεων, περιεχουσῶν κανόνας δικαίου. Οἱ κανόνες αὐτοὶ δικαίου, ἄλλοτε μὲν ἦσαν Συντακτικοῦ περιεχομένου καὶ ἄλλοτε ἦσαν νομοθετικοῦ περιεχομένου, καὶ ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Καλκάνης, ὑπάρχουν καὶ πράξεις αἱ ὁποῖαι εἶχον ὅμως περιεχόμενον κανονιστικόν, καὶ ἦσαν ἑπομένως τῆς ἁρμοδιότητος τῆς ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Ἤδη, μετὰ τὴν ἐνσωμάτωσιν, ἐγεννήθησαν εἰς τὴν ἐδῶ Κυβέρνησιν δύο ζητήματα. Πρῶτον, εὑρέθη πρὸ μιᾶς κειμένης νομοθεσίας, ἡ ὁποία κατὰ μίαν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Μαῦρος, ἔπαυσεν ἔχουσα ἰσχὺν ἀπὸ τῆς ἐνσωματώσεως, κατ’ ἄλλην δὲν ἔπαυσεν ἰσχύουσα. Ἀλλ’ ὑπάρχει παρὰ τοῖς ἐκεῖ δικαστηρίοις ἀμφιβολία. Ὡς ἐκ τούτου ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ διατυπώσῃ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ψηφίσματος, διὰ τοῦ ὁποίου κυροῖ τὴν ἐκεῖ ὑπάρχουσαν νομοθεσίαν. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον μέρος τοῦ διατάγματος. Δεύτερον, εὑρίσκεται πρὸ τῆς νομοθεσίας, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδυνήθη νὰ μελετήσῃ καὶ νομίζει ὅτι δικαιολογεῖται πλήρως ἡ ἀδυναμία αὐτή, ἐκ τοῦ λόγου ὅτι, δὲν ἀρκεῖ νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας τὰ κείμενα διὰ νὰ κρίνωμεν περὶ ἑνὸς νομοθετήματος, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας καὶ τὴν πραγματικὴν κατάστασιν, καὶ τὰς κοινωνικὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας τὰ νομοθετήματα αὐτὰ ἐθεσπίσθησαν καὶ διὰ τὰς ὁποίας ἰσχύουν. Ἔρχεται λοιπὸν ὁ νομοθέτης καὶ προβαίνει εἰς ρύθμισιν τοῦ ζητήματος κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἐὰν τυχὸν τινὰ ἐξ αὐτῶν εἶναι ἄσκοπα ἢ ἐπιζήμια, τότε νὰ ἔχῃ τὴν εὐχέρειαν νὰ τὸ καταργῇ. Ποία εἶναι ἡ διαδικασία ἡ κανονικὴ τῆς καταργήσεως; Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ πράξεων συντακτικοῦ περιεχομένου θὰ ἔπρεπε διὰ ψηφίσματος νὰ καταργηθῶσιν, ἐὰν ἦσαν νομοθετικοῦ περιεχομένου θὰ ἔπρεπε διὰ νόμου καὶ ἐὰν ἦσαν κανονιστικαὶ πράξεις διὰ διατάγματος. Ἔχομεν δύο τρόπους καταργήσεων: τὸν ex nunc καὶ τὸν ex tunc. Ἐφόσον πρόκειται περὶ νομοθετήματος τὸ ὁποῖον εἶναι ἄκυρον ἐξ ἀρχῆς θὰ ἀπευθυνθῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ἡ ὁποία διὰ νόμου θὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ἀκυρώσεως. Προκειμένου ὅμως περὶ ἁπλῆς καταργήσεως ἑνὸς νομοθετήματος, τότε θέλει νὰ ἔχῃ τὴν εὐχέρειαν καὶ δι’ ἁπλῆς πράξεως νὰ καταργῇ τὸ νομοθέτημα. Ὁ κ. ὑπουργὸς λέγει ὅτι καὶ τότε καὶ προκειμένου περὶ καταργήσεως πράξεως συντακτικοῦ περιεχομένου θὰ ἀπηυθύνετο πρὸς τὴν Βουλήν.
§73Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλὰ μένει ἡ διακριτικὴ ἐξουσία τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ τὶ εἶναι νομοθετικοῦ καὶ τὶ δὲν εἶναι νομοθετικοῦ περιεχομένου. Αὐτὸ τὸ δικαίωμα ἐγὼ τὸ ἀρνοῦμαι.
§74Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑπ. τῆς Δικαιοσύνης). Σεῖς τὰ θεωρεῖτε ὅλα νομοθετικοῦ περιεχομένου καὶ δὲν θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ συμφωνήσωμεν.
§75Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν τὰ θεωρῶ. Εἰς τὴν ἀνάγκην ὑπείκω, εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ ὁποία ἀνεγνωρίσθη καὶ εἰς τὸν Γεν. Διοικητήν.
§76Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἀπορῶ πῶς τὸ λέτε αὐτό. Εἰς πᾶσαν περίπτωσιν τὰ δικαστήρια δὲν εἶναι ὑποχρεωμένα νὰ κάμουν αὐτὸ ἀκριβῶς. Ἑπομένως δὲ ἠμπορεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμνῃ τὴν διάκρισιν αὐτὴν αὐθαιρέτως, διότι ἐὰν τυχὸν διὰ διατάγματος τροποποιήσῃ νόμον θὰ ἔλθῃ τὸ δικαστήριον καὶ θὰ εἴπῃ ὅτι κακῶς ἐγένετο ἡ τροποποίησις καὶ τὸ διάταγμα εἶναι ἄκυρον.
§77Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως ἐὰν ἰσχύσῃ ἡ νομιμότης, τότε τὰ Δικαστήρια θὰ ἔκριναν ἐὰν τοῦτο ἐγένετο ὀρθῶς. Δυστυχῶς ὅμως εἶναι τόση ἡ πρακτικὴ τῆς παρανομίας ὥστε οἱ δικηγόροι ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι τὰ δικαστήρια πλέον ἔπαυσαν νὰ τολμοῦν ἕως ἐκεῖ καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ ἐδῶ ἡ πρωτοβουλία. Νὰ μὴ ἀφίνωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν διάκρισιν.
§78Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Τὴν διάκρισιν αὐτὴν τὴν ἀφήνομεν πάντοτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§79Χ. ΛΑΔΑΣ. (Ὑπ. τῆς Δικαιοσύνης). Ἀφοῦ ἐφαρμόζεται τὸ Σύνταγμα τὶ φόβον ἔχομεν.
§80Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐν συνόψει, κ. συνάδελφοι, θὰ ἔβλεπον ὡς πρὸς μὲν τὴν ἐξ ὑπαρχῆς ἀκύρωσιν συντακτικῶν πράξεων ἢ τοιαύτην πράξεων νομοθετικοῦ περιεχομένου, ἁρμοδίαν τὴν Βουλὴν, ὡς πρὸς δὲ τὴν κατάργησιν, τὴν ἁπλῆν κατάργησιν, εἴτε πράξεως συντακτικῆς εἴτε πράξεως νομοθετικοῦ περιεχομένου, εἴτε καὶ ἁπλῆς πράξεως διοικητικῆς θὰ παρεῖχον τὴν ἐξαιρετικὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν κατάργησιν διὰ διατάγματος. Δὲν πρέπει εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ νὰ νομίζητε, κ. συνάδελφοι, ὅτι δίδετε ἕνα μεγάλο δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§81Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὰ διατάγματα τὰ ἐκδίδει ἡ Κυβέρνησις μόνη της ἢ τὰ στέλλει εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τοῦ ὁποίου ὁ προορισμὸς εἶναι ἀκριβῶς νὰ ἐλέγχῃ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων; Ἠμποροῦν νὰ σταθοῦν διατάγματα διὰ τῶν ὁποίων θὰ καταργηθοῦν νόμοι καὶ ἐὰν τὰ κυρώσῃ τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας;
§82Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ διὰ τοῦτο ἕως τώρα δὲν ἔγινε τίποτε;
§83Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διὰ τοῦτο, κ. συνάδελφε, ὁλόκληρος νομοθεσία ἐπὶ δικτατορίας ἠκυρώθη.
§84Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὰ δικαστήρια δὲν τὸ ἔκαμαν ἕως τώρα καθόλου.
§85Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἀκόμη καὶ τῆς δικτατορίας νόμον ἐτόλμησαν τὰ δικαστήρια νὰ ἀκυρώσουν. Ἐκήρυξαν κατηργημένην τὴν ψευδῆ ἑρμηνείαν εἰς τὸν νόμον περὶ τελωνειακῆς διαρρυθμίσεως, τὴν ἐκήρυξεν, λέγω, τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ἀντισυνταγματικήν.
§86Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπὶ δικτατορίας ἐζητήθη ἀπὸ τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολὴν τοῦ Πανεπιστημίου νὰ ψηφίσῃ τὴν μετάθεσιν καθηγητοῦ ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκην εἰς τὰς Ἀθήνας. Ἐψήφισεν ἡ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ διὰ 12 ψήφων ἔναντι 3 νὰ μὴ μετατεθῇ ὁ καθηγητὴς καὶ ἡ δικτατορία τὸν μετέθεσε.
§87Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μὰ ἡ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου δὲν εἶναι δικαστήριον, κ. συνάδελφε.
§88Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Τὰ νομοθετήματα τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ καταργήσῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ διατάγματος εἶναι νομοθετήματα τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν ἐπείγοντα ζητήματα. Δὲν πρέπει νὰ φαντάζεσθε ὅτι πρόκειται νὰ καταργήσῃ κανένα γενικὸν νόμον τοῦ Κράτους ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ μόνιμον ἰσχύν. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ παράσχωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν εὐχέρειαν ταύτην καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐκεῖνο μόνον ἐπὶ τοῦ ὁποίου καὶ ἐγὼ ἔχω κάποιον δισταγμὸν εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον διετύπωσε καὶ ὁ κ. Μαῦρος. Αὐτὴ ἡ ἐκκαθάρισις, ἡ κατάργησις καὶ ἡ ἀκύρωσις, νὰ συντελεσθῇ ἐντὸς ἑνὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος, εἰ δυνατὸν ἐντὸς ἑξαμήνου. Αὐτὴν τὴν μόνην τροπολογίαν, πέραν τῶν ὅσων προτείνει ἡ ἐπιτροπή, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ κάμῃ ἀποδεκτὴν ὁ κ. ὑπουργός.
§89Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπ. τῆς Δικ.). Κύριοι, εἶναι δυστύχημα, εἰλικρινῶς εἶναι δυστύχημα ὅτι, οἱ κύριοι βουλευταὶ ἔχουν ὑπ’ ὄψει τους μόνον αὐτὸ τὸ νομοθέτημα. Διότι ἐὰν δὲν εἶχον μόνον αὐτὸ τὸ νομοθέτημα, εἶναι ζήτημα ἐὰν θὰ ἔπρεπε νὰ διαρκέσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου αὐτοῦ ψηφίσματος περισσότερον ἀπὸ 10 λεπτὰ τῆς ὥρας. Διότι δὲν ἔχει κατατεθῆ μόνον αὐτό. Ἔχει ἤδη κατατεθῆ ἡ νομοθεσία, ἡ ὁποία τὰ δύο καὶ ἥμιση τρίτα τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν τὰ καθιστᾷ ἄχρηστα. Ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον κατετέθη αὐτὸ ἦτο ἐντελῶς προσωρινός. Μάλιστα ἔρχομαι νὰ σᾶς εἰπῶ ὅτι καλύπτει τὸ χρονικὸν διάστημα ἀπὸ τῆς 28ης Ὀκτωβρίου 1947. Εἶναι ἡ ἡμερομηνία, ἡ ὁποία συμβατικῶς θεωρεῖται ὡς ἔναρξις τῆς τυπικῆς προσαρτήσεως τῶν Δωδεκανήσων μέχρι τῆς ἡμέρας ποὺ θὰ ἔλθῃ εἰς φῶς τὸ σχέδιον αὐτὸ καὶ τὰ νομοθετήματα τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἔρχονται διὰ τῶν ἄλλων σχεδίων νόμων, τὰ ὁποῖα ἔχουν κατατεθῆ. Διατί ἔγινεν αὐτό; Αὐτὸ ἔγινε πρῶτον διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν ἀντίρρησιν, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ κ. Μαῦρος, ὅτι δηλαδὴ ὑπάρχει μία ἐπιστημονικὴ θεωρία κατὰ τὴν ὁποίαν δυνάμει κανόνος διεθνοῦς δικαίου, ἅμα τῇ λήξει τῆς στρατιωτικῆς διοικήσεως ἑνὸς τόπου, τότε παύει αὐτοδικαίως ἰσχύουσα ἡ ὅλη νομοθεσία τῆς...
§90Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές!
§91Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπ. τῆς Δικ.). Δὲν εἶναι ἀληθές. Εἶναι τὸ δυστύχημα, κύριε Μπακόπουλε, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα. Οὔτε σεῖς, οὔτε ἐγώ, οὔτε ὁ κ. Μαῦρος. Ὅταν ὑπάρξῃ δὲ εἰς ἕνα ζήτημα ἡ παραμικροτέρα ἢ ἀπωτέρα ἀμφιβολία, καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ἰδίως προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων, νὰ μὴ ἀφήνῃ ἀνοικτὲς πόρτες. Ἐγὼ δὲν δέχομαι τὴν θεωρίαν αὐτὴν καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἤθελα νὰ τὸ κάμω, ἀλλὰ προεκλήθην νὰ τὸ κάμω ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Αὐτὸ θὰ εἰπῇ ὅτι εἶναι κάποια ἀνάγκη ἡ ὁποία ἐπιβάλλει νὰ ρυθμίσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα μεταβατικῶς. Πρῶτον αὐτό. Δεύτερον, ζῶμεν εἰς μίαν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ πάντα ρέουν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν νομοθεσίαν ἡ ὁποία νὰ εἶναι σκληρὴ σὰν μπετὸν–ἀρμέ· διότι, ὅπως θὰ ἰδῆτε, τὸ Ἀστικὸν Δίκαιον καὶ ὅλη σχεδὸν ἡ ἄλλη νομοθεσία, δι’ ἄλλου νομοθετήματος ἐπεκτείνονται. Ἐφθάσαμεν μέχρι τῶν ἐμπορικῶν βιβλίων ἀκόμη. Δὲν ὑπάρχει νομοθέτημα ἑλληνικόν, ἀστικόν, ἐμπορικόν, ποινικόν, ἀστυνομικόν, ἀκόμη καὶ αἱ περὶ φυλακῶν διατάξεις ἐπεκτείνονται εἰς τὴν Δωδεκάνησον. Δι’ αὐτό, λέγω, ὅτι εἶναι δυστύχημα ὅτι ἦλθεν αὐτὸ μόνον. Καὶ ἦλθεν αὐτὸ μόνον διότι ἀργοῦμε δυστυχῶς, ἐνῷ ὅλοι φωνάζουμε ὅτι δῆθεν ἡ νομοθετικὴ μηχανὴ ἔχει ρίψει τὸ ρεκὸρ τῆς βραδύτητος. Ὅλοι συντελοῦμεν εἰς τὸ νὰ βραδύνωμεν. Καὶ ἐὰν τυχὸν εὑρεθῇ ἕνας ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἀγωνίζεται νὰ πᾶμε λίγο γρηγορώτερα, τότε ἀρχίζει ἡ ὑπόνοια τῶν ὑπόπτων διατάξεων ποὺ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔκαμνε διὰ νὰ καταργήσῃ τὸ Α ἢ τὸ Β. Τί νὰ καταργήσῃ; Ὅταν ἠθέλαμεν νὰ καταργήσωμεν δὲν ἦταν ἀνάγκη νὰ φέρωμεν τὸ ψήφισμα.
§92Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ «ὑπόπτων» δὲν μὲ ἀφορᾷ.
§93Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι. Θὰ ἐλέγαμεν ἀμέσως ὅτι δὲν ἰσχύει αὐτὸ κι’ αὐτό. Διατὶ δηλαδὴ νὰ καταργήσωμεν τὰ νομοθετήματα περὶ τῶν ὁποίων ἐμνήσθη ὁ κ. Χατζηγιάννης; Ἀπὸ παιδικῆς ἡλικίας, ἀπὸ τὴν ἐποχὴν ποὺ ἔγινε τὸ συλλαλητήριον τοῦ 1908, συμβαίνει νὰ εἴμαστε πάρα πολὺ στενοὶ φίλοι. Ἔκτοτε, ἤρκεσε νὰ ἴδῃ εἰς τὰς προκηρύξεις τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ, τὸ διάταγμα περὶ ἀκτημόνων καλλιεργητῶν διὰ νὰ καταληφθῇ ὑπὸ ἀνησυχίας. Ἀνεκηρύχθη ἀμέσως μιὰ πρόχειρος νομοθεσία ἡ ὁποία ὡς νομοθεσία εἶναι ὑπερτέρα ἀπὸ τὴν νομοθεσίαν τὴν ὁποίαν ὅλαι αἱ Βουλαὶ τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ καταβολῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἔκαμαν. Αὐτὰ δὲν εἶναι πράγματα, κύριοι, τὰ ὁποῖα νὰ ὑποστηρίζωνται σοβαρῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Διότι εἶναι γεγονὸς ὅτι τὸ σχέδιον αὐτὸ ψηφίσματος δὲν ἤξιζε τὴν τιμὴν τῆς συζητήσεως, ἂν δὲν ὑπῆρχε τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι τὸ πρῶτον νομοθέτημα τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν Ἑλληνικὴν πάλιν Δωδεκάνησον. Διατὶ λοιπὸν νὰ κάνωμεν τόσην συζήτησιν διὰ τοιοῦτον πρᾶγμα, ἐνῷ θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ ψηφίσωμεν, διότι τέλος πάντων ἀξίζει τὸν κόπον νὰ εἴπωμεν ὅτι κυροῦνται διὰ τὴν ἱστορίαν καὶ μόνον, διότι ἕως ὅτου ἔλθουν αὔριον τὸ ἀπόγευμα τὰ ἄλλα τὰ ὁποῖα ἐγὼ κατέθεσα διὰ νὰ ποῦμε (Φωναί: Δεκτόν, δεκτόν). Ὡμιλήσαμεν καὶ περὶ ἐκκαθαρίσεως τῆς νομοθεσίας. Δὲν σᾶς ἀποκρύπτω ὅτι ἔχω μονομανίαν εἰς τὴν ταχύτητα. Ἔχω ἤδη κάμει ἐπιτροπὴν τῆς ὁποίας μετέχουν καὶ διακεκριμένα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἡ ὁποία ἐπιτροπὴ ἀπασχολεῖται νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὴν νομοθεσίαν τοῦ ὑπουργείου Δικαιοσύνης τῆς ἐποχῆς τῆς κατοχῆς καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι πρὶν παρέλθουν δύο μῆνες ἡ νομοθεσία αὐτὴ θὰ εἶναι ἐκκαθαρισμένη. Μάλιστα ὁ ἀξιότιμος κ. Βαμβέτσος μοῦ ἀπηύθυνεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅταν εὑρισκόμην ἐκεῖ, κάποτε εἰς κάποιαν συνεδρίασιν, τὸ ἐρώτημα, «μὰ διατὶ νὰ γίνῃ αὐτὸ μόνον διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης; πρέπει νὰ γίνῃ δι’ ὅλα τὰ ὑπουργεῖα». Δὲν ἠμποροῦσα ὅμως νὰ κάμω ἐγὼ τὴν ἐπιτροπὴν δι’ ὅλα. Μία φορὰ εἶναι γεγονὸς ὅτι διακεκριμένοι συνάδελφοι μὲ ἄλλους ἐπιστήμονας ἀσχολοῦνται μὲ τὴν ἐκκαθάρισιν καὶ ἐντὸς δύο μηνῶν τοὐλάχιστον ἡ νομοθεσία ἡ ἁπτομένη ἀπὸ οἱασδήποτε πλευρᾶς τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἔχῃ ἐκκαθαρισθῆ. Ἐρωτῶ τώρα λοιπὸν ἐγώ. Αὐταὶ αἱ 93 πράξεις δὲν θὰ ἐκκαθαρισθοῦν; Θὰ ἐκκαθαρισθοῦν. Ἠμποροῦσα ὡραιότατα νὰ τὰς πάρω καὶ νὰ τὰς ἐκκαθαρίσω. Αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως; Ὅταν αὐταὶ αἱ πράξεις θίγουν δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζομεν καλὰ–καλά, ὅταν ζητοῦμεν διὰ τηλεγραφημάτων καὶ ἐγγράφων ἀπὸ ὅλους τοὺς δικαστικοὺς καὶ πολιτικοὺς ὑπαλλήλους οἱ ὁποῖοι ἐπῆγαν ἐκεῖ νὰ μᾶς δώσουν πληροφορίας καὶ ὅλαι αἱ πληροφορίαι εἶναι ὀλίγαι καὶ ἀτελεῖς, ἠμποροῦσε νὰ ἐννοηθῇ σώφρων Κυβέρνησις ἡ ὁποία νὰ μὴ κυρώσῃ τὰς διατάξεις, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως νὰ μὴ λάβῃ πρόνοιαν νὰ ἠμπορῇ καὶ νὰ τὰς ἀνατρέψῃ καὶ νὰ τὰς ἀκυρώσῃ καὶ νὰ τὰς καταργήσῃ καὶ ἐν τῷ συνόλῳ των καὶ καθ’ ὃ σημεῖον διαφωνεῖ; Εἶναι δυνατόν, ὅταν ἡμεῖς νομοθετοῦμεν νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην πολλὲς φορὲς νὰ ἀκυρώσωμεν ἢ καὶ νὰ τροποποιήσωμεν πράξεις αἱ ὁποῖαι, τὴν βάσανον τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ὑπέστησαν· διότι δὲν γνωρίζω μήπως ἐλησμονήσαμεν ὅτι τὰ σχέδια ψηφισμάτων, τὰ ὁποῖα ψηφίζονται ἀπὸ τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπὴν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, δύνανται νὰ τροποποιηθῶσι καὶ νὰ ἀκυρωθῶσιν ἐξ ὑπαρχῆς ἀπὸ τὸ Σῶμα ὁλόκληρον. Ὅταν δίδωμεν τὸ δικαίωμα νὰ τροποποιῶνται, νὰ καταργῶνται καὶ νὰ ἀκυροῦνται πράξεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἀπὸ κοινοβουλευτικοὺς ἀνθρώπους ἠμποροῦμεν νὰ διανοηθῶμεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γράψωμεν εἰς τὰς πλάκας τοῦ Μωϋσέως τὰς προκηρύξεις καὶ τὰς διαταγὰς τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ, αἱ ὁποῖαι λόγῳ τῆς φύσεως τοῦ πράγματος, κατὰ καθῆκον, πρέπει νὰ εἶναι ταχεῖαι καὶ ἑπομένως ἔχουν τὰ ἐλαττώματα πολλὲς φορὲς νὰ εἶναι βεβιασμέναι. Διότι ἐκεῖνο εἶναι τὸ σπουδαῖον τῆς Διοικήσεως, τὸ ὅτι πρέπει νὰ ἐπέρχεται ταχεῖα ἡ ἀπόφασις, ἀδιαφόρως ἐὰν δὲν ἦτο τελεία, διότι ἠμπορεῖ ἐν τῷ μεταξὺ νὰ τροποποιηθῇ. Ὅταν λοιπὸν διὰ διατάγματος, κύριοι, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν νομοθεσίαν, ἔ, εἶναι μεγάλη ἡ ἀξίωσις νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ ἐμπιστοσύνη εἰς τὴν Κυβέρνησιν;
§94Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐμπιστοσύνη εἰς τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον λέγει, αἱ ἐξουσίαι εἶναι 3, νομοθετική, ἐκτελεστική, δικαστική.
§95Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε ὑπουργέ, ὑποπέσατε καὶ σεῖς εἰς τὸ σφάλμα εἰς τὸ ὁποῖον ὑπέπεσε καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Μαῦρος, καὶ ὅλοι οἱ προλαλήσαντες. Εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν ἐμπλοκήν, Σύνταγμα, συνταγματικότης, ἀντισυνταγματικότης, συντακτικοῦ περιεχομένου πράξεις, νομοθετικὰ διατάγματα, νόμοι, ἐλησμονήθη ἕνα γεγονός; Ὅτι εἴμεθα ἀναθεωρητικὴ Βουλή...
§96Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐγὼ τὸ εἶπα αὐτό.
§97Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. ... καὶ ὅτι δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ καθορίσωμεν τὸν τρόπον καὶ τὸ πρόσωπον τῆς καταργήσεως ἢ ἀκυρώσεως τῶν περὶ οὗ πρόκειται προκηρύξεων.
§98Χ. ΛΑΔΑΣ. Μὲ διεκόψατε διὰ νὰ εἰπῆτε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγω ἐγώ. Ὁ νόμος διὰ τοῦ ὁποίου τροποποιοῦμεν τὸν νόμον τὸν βασικὸν «περὶ Στρατιωτικῶς κατεχομένων χωρῶν», παρέχει τὸ δικαίωμα διὰ τῆς τροποποιήσεως, καὶ τὴν διάταξιν τὴν ἀναγράφει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, παρέχει τὸ δικαίωμα διὰ διατάγματος νὰ ἐπεκτείνεται ἡ νομοθεσία. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ Συντάγματος, οὔτε περὶ νόμων, πρόκειται περὶ μιᾶς βασικῆς διατάξεως, ἡ ὁποία περιέχει καὶ τὸ ἔλαττον. Τώρα ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ διατύπωσις τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ὀρθή, θέλετε εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον νὰ ὑπάρχῃ ἡ διατύπωσις τῆς ἐπιτροπῆς; Τὸ μόνον ἐλάττωμα εἶναι ὅτι ὁμιλεῖ περὶ ἀποφάσεων συντακτικοῦ περιεχομένου, ἐνῷ τὸ συντακτικόν τοῦ περιεχομένου ἔρχεται μετά, δὲν ὑπάρχει ἀπόφασις Συνταγματικοῦ περιεχομένου. Θέλετε νὰ εἴπωμεν: «Ἐκτὸς ἐὰν πρόκειται περὶ πράξεων παρεκκλινουσῶν ἀπὸ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ὅτε καὶ ἡ κατάργησις αὐτῶν δύναται νὰ γίνῃ διὰ νόμου.» Εἶσθε σύμφωνοι, κύριοι Βουλευταί;
§99Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὡραῖα.
§100ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται συνεπῶς δεκτὸν ὡς ψηφίζεται εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον ψηφίσματος «περὶ κυρώσεως τῆς ἰσχύος τῶν ἀπὸ τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ Δωδεκανήσου ἐκδοθεισῶν προκηρύξεων καὶ ἀποφάσεων.» Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ.μ. μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 8.30 μ. μ.)