1947.09.13
2.080 στίχοι · 15.381 λέξεις · 158 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 150η
Σάββατον 13 Σεπτεμβρίου 1947
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 7.10′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Ταλιαδοῦρος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, διορθωθέντα ὡς κατωτέρω: Εἰς τὴν σελίδα 1 καὶ εἰς τὸ σημεῖον ὅπου ἀναγράφεται ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος λέγει εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, ἡ λέξις «ἐξουσιοδοτήσεως» ἀντικαθίσταται διὰ τῆς λέξεως «ἐργασίας». Εἰς τὴν σελίδα 6 καὶ εἰς τὸ σημεῖον ὅπου ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Λαδᾶς λέγει «θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ὑπαγορεύσω τὴν γενομένην ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν πρὸς ἄρσιν πάσης παρεξηγήσεως», ἡ δήλωσις αὕτη ἀναγραφεῖσα ἐσφαλμένως, ἔχει ὀρθῶς οὕτω, ὡς ὑπηγορεύθη: «Τὸ παρὸν σχέδιον ψηφίσματος δὲν ἀφορᾷ τοὺς ἐν ταῖς φυλακαῖς εὑρισκομένους, ἀλλὰ τοὺς ἐκτὸς αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι εἴτε εἶναι κατάδικοι καὶ δὲν ἔχει ἐκτελεσθῆ ἡ ἀπόφασις, εἴτε ἐξετελέσθη καὶ ἐδραπέτευσαν, εἴτε ἔλαβον χώραν τὰ ἀδικήματα καὶ διαρκούσης τῆς κατοχῆς καὶ ἀπετέλουν ἀδικήματα τοῦ κοινοῦ Ποινικοῦ Νόμου, διὰ τὸν συμμοριακὸν καὶ ἀντισυμμοριακὸν ἀγῶνα, ἀδιαφόρως τοῦ πῶς ἔχουν χαρακτηρισθῆ, ὑπὸ τὴν ἀπαραίτητον προϋπόθεσιν ὅτι δὲν ἀποτελοῦν συνεργασίαν μετὰ τοῦ ἐχθροῦ». Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Δρόσος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Γ. ΔΡΟΣΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ἡ ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ ἀναβολῆς τῆς συνόδου τῆς Βουλῆς, διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς καὶ ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς ἔκδοσιν ψηφισμάτων καὶ νομοθετικῶν διαταγμάτων κατὰ τὸ διάστημα ταύτης». Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Τσάτσος καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ ἀναβολῆς τῆς συνόδου τῆς Βουλῆς, διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς καὶ ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς ἔκδοσιν ψηφισμάτων καὶ νομοθετικῶν διαταγμάτων κατὰ τὸ διάστημα ταύτης». Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Μαῦρος καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ ἀναβολῆς τῆς συνόδου τῆς Βουλῆς, διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς καὶ ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς ἔκδοσιν ψηφισμάτων καὶ νομοθετικῶν διαταγμάτων κατὰ τὸ διάστημα αὐτῆς». Ὁ βουλευτὴς κ. Χ. Ἀλιβιζᾶτος καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ ἀναβολῆς τῆς συνόδου τῆς Βουλῆς, διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς καὶ ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς ἔκδοσιν ψηφισμάτων καὶ νομοθετικῶν διαταγμάτων κατὰ τὸ διάστημα αὐτῆς».
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ.
Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ ἀναβολῆς τῆς συνόδου τῆς Βουλῆς, διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς καὶ ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς ἔκδοσιν ψηφισμάτων καὶ νομοθετικῶν διαταγμάτων κατὰ τὸ διάστημα ταύτης». Ὁ κ. Β. Παπαρρηγόπουλος ἔχει τὸν λόγον ὡς Εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας.
§6Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἀναφοραὶ δὲν ὑπάρχουν, κύριε Πρόεδρε;
§7Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ σπουδαιότερον ἔργον τῆς Βουλῆς ἔχει καταργηθῆ, δηλαδὴ ἡ ἄσκησις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου.
§8Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν ψήφισμα περὶ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ παροχῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐξουσιοδοτήσεως διὰ τὴν ἔκδοσιν νομοθετικῶν διαταγμάτων καὶ ψηφισμάτων, εἶναι τὸ τέταρτον κατὰ σειρὰν, κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Βουλῆς. Βεβαίως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ ψηφίσματος δὲν νομίζω, ὅτι δύναται νὰ γεννηθῇ σοβαρὰ ἀμφισβήτησις, καί, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει κατ’ ἀρχὴν νὰ ἐγκρίνῃ τὸ ψήφισμα τοῦτο, τοῦ ὁποίου ἡ ψήφισις εἶναι ἀναμφισβητήτως ἀπαραίτητος, ὡς δίδουσα εἰς τὴν νέαν Κυβέρνησιν τὸν καιρὸν καὶ τὸν χρόνον νὰ ἀσχοληθῇ μὲ ὡρισμένα σοβαρὰ ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖ ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις. Τὸ σχέδιον ψηφίσματος, εἶναι κατὰ βάσιν ὅμοιον μὲ τὰ παλαιότερα τοιαῦτα, μὲ τρεῖς μόνον διαφορὰς καὶ προσθήκας. Ἡ πρώτη προσθήκη, εἶναι ἡ τοῦ ἄρθρου 1, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐξαιρετικῶς καὶ κατὰ παρέκκλισιν τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 54 τοῦ Συντάγματος, ἡ Δʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ θέλει συνέλθει κατὰ τὸ παρὸν ἔτος 1947 τὴν πρώτην Νοεμβρίου. Διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, λύεται, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ γεννηθῇ ἀπὸ Συνταγματικῆς ἀπόψεως, περὶ τοῦ κατὰ πόσον ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 54 τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁμιλοῦσα περὶ τακτικῶν συνόδων, δύναται νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν προκειμένου περὶ τῆς παρούσης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ εἰς τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν τοῦ 1911 ἐλύθη, ὡς εἶπον, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, διότι ἐκρίθη ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 54 περὶ συνόδων ἔχει ἐφαρμογὴν προκειμένου καὶ περὶ Ἀναθεωρητικῆς καὶ Συντακτικῆς Βουλῆς. Τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ψηφίσματος, λέγει ὅτι ἡ δευτέρα τακτικὴ σύνοδος τῆς Βουλῆς ἄρχεται τὴν 1ην Νοεμβρίου, ἀντὶ τῆς 1ης Ὀκτωβρίου. Ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου, ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη τὴν ἑξῆς διατύπωσιν, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἁπλουστέρα, καὶ ἐλπίζομεν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ τὴν ἀποδεχθῇ. Δηλαδή, διαγράφεται ἡ φράσις «ἐξαιρετικῶς καὶ κατὰ παρέκκλισιν» καὶ τίθεται τῇ Δʹ Ἀναθεωρητικῇ Βουλῇ θέλει συνέλθει κατὰ τὸ παρὸν ἔτος 1947, διὰ τὰ ἐτήσια αὐτῆς ἔργα, τὴν 1ην Νοεμβρίου, παρατεινομένης τῆς πρώτης συνόδου μέχρι τῆς ἡμερομηνίας αὐτῆς».
§9Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Βάζετε κάτι παραπάνω, ὅταν λέγετε παρατεινομένης τῆς συνόδου. Θέλετε νὰ πῆτε, ὅτι ἅμα ἔλθῃ ἡ 1η Νοεμβρίου, θὰ ἀρχίσῃ ἡ δευτέρα σύνοδος;
§10Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, αὐτὸ εἶναι αὐτονόητον, κ. Ὑπουργέ. Ἐκρίθη ὅτι ἡ προσθήκη αὐτὴ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, εἶναι ἀπολύτως ἀπαραίτητος, διότι ἄλλως θὰ ὑπάρχῃ ἕνα κενόν, τὸν ὁποῖον θὰ πρέπει νὰ πληρωθῇ.
§11Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, δέχομαι τὴν τροπολογίαν τῆς Ἐπιτροπῆς.
§12Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ νέου ψηφίσματος καὶ τῶν παλαιῶν. Ἡ δευτέρα προσθήκη, εἶναι ἡ ἑξῆς. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς διακοπῆς, εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα, προστίθεται καὶ τρίτη περίπτωσις, ἡ περίπτωσις τῆς κυρώσεως συνθηκῶν. Ἡ δευτέρα αὐτὴ περίπτωσις, κύριοι βουλευταί, εἶναι ἐπίσης ἀπαραίτητος. Κατὰ τὸ ἄρθρον 32 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 «ὁ Βασιλεὺς εἶναι ὁ ἀνώτατος ἄρχων τοῦ Κράτους ...... (ἀναγινώσκει) ......». Εἶναι ἀναμφισβήτητον συνταγματικῶς, ὅτι προκειμένου περὶ συνάψεως συνθηκῶν, τὸ ἀνώτατον ὄργανον, τὸ ὁποῖον δεσμεύει διεθνῶς τὴν Πολιτείαν εἶναι ὁ Βασιλεύς, προκειμένου ὅμως περὶ ὡρισμένων συνθηκῶν, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖ τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 32 περὶ συνθηκῶν ἐμπορείας κλπ., ἀπαιτεῖται διὰ νὰ ἔχουν αὐτὰ ἰσχὺν διεθνῶς, ἡ συγκατάθεσις τῆς Βουλῆς. Ἡ συγκατάθεσις τῆς Βουλῆς ἐν προκειμένῳ, ἀπαιτεῖται διὰ νὰ δεσμευθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἀπέναντι τῆς ἀντισυμβαλλομένης τοιαύτης, ἥτις δίδεται δι’ ἁπλῆς πράξεως τῆς Βουλῆς. Ἐν τῷ πρακτικῷ ὅμως καθιερώθη νὰ γίνεται διὰ νόμου διὰ τοῦ ὁποίου ἀφ’ ἑνὸς μὲν δίδεται ἡ συγκατάθεσις τῆς Βουλῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐκδίδεται καὶ ἡ διαταγὴ πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς συνθήκης ἐν τῷ ἐσωτερικῷ δικαίῳ. Θὰ ἠδύνατο, λοιπόν, τις νὰ συναγάγῃ ἐκ τούτου, ὅτι θὰ ἦτο, ἴσως, περιττὴ ἡ μνεία τῆς δευτέρας περιπτώσεως τῶν κυρώσεων συνθηκῶν.
§13Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ ἐπιμείνητε εἰς τὴν τροποποίησιν τῆς φράσεως αὐτῆς «κυροῖ συμβάσεις καὶ συμφωνίας», διότι ἡ διατύπωσις αὕτη ἐδόθη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν.
§14Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς, ἀναμφισβητήτως χρειάζεται εἰδικὴ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις. Ἀπομένει μόνον τὸ ζήτημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύνατο νὰ γεννηθῇ ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ κατὰ πόσον, δηλαδή, γενικώτερον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις, προκειμένου περὶ συνθηκῶν, εἶναι συνταγματική. Νομίζω, ὅτι ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου τοῦ γενικωτέρου, δὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἀσχοληθῇ πάλιν ἡ Βουλή, ἐφ’ ὅσον διὰ μακρῶν εἰς τὰ 3 προηγούμενα ψηφίσματα ἠσχολήθη, καταλήξασα ὅτι εἶναι συνταγματικὴ ἡ ἐξουσιοδότησις, πρῶτον, διότι αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἡ παροῦσα Βουλὴ εἶναι Ἀναθεωρητικὴ καί, κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου, Συντακτικὴ τοιαύτη καί, ἑπομένως, ὡς συντακτικὸν ὄργανον ἀναμφισβητήτως ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ θεσπίζῃ οἱασδήποτε διατάξεις καὶ νὰ δίδῃ ὡρισμένας ἐντολὰς πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Κατὰ συνέπειαν νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο, δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ καὶ ἑπομένως ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴ προέτεινε νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὡς ἔχει, μὲ μόνην μίαν φραστικὴν διόρθωσιν τοῦ κ. Β. Στεφανοπούλου, τὴν ἑξῆς: «...... (ἀναγινώσκει) ......».
§15Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Κάμνω τὴν δήλωσιν, ὅτι δέχομαι τὸ ψήφισμα, ὡς ἐτροποποιήθη ἀπὸ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν.
§16Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τρίτη καινοτομία εἶναι ἡ τοῦ ἄρθρου 7. Ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Συντάγματος, ἠγέρθησαν δι’ αὐτὴν ἀντιρρήσεις, τελικῶς δέ, μὲ ὡρισμένην τροποποίησιν, ἐγένετο δεκτὴ μὲ μικρὰν πλειοψηφίαν, μὲ 9 ψήφους.
§17Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Δέχομαι τὴν τροποποίησιν τῆς Ἐπιτροπῆς.
§18Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐκρίθη τι τὸ καινοφανές, νὰ θεωρηθῇ, δηλαδή, ὅτι συνεχίζονται αἱ ἐργασίαι τῆς προηγουμένης Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ μάλιστα ὅταν ἡ νέα ἐξουσιοδότησις δὲν δίδεται εἰς τὴν αὐτὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ νέας Κυβερνήσεως. Οὐχ ἧττον, ὅμως, ἐπεκράτησε, καὶ ὀρθῶς κατ’ ἐμὲ ἐπεκράτησεν, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι ἐντελῶς ἀπαραίτητος καὶ ὀρθή, διὰ νὰ διευκολυνθῇ τὸ ἔργον τῆς νέας Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, τῆς ὁποίας εἶναι βραχεῖα ἡ διάρκεια, οὕτως ὥστε ἐὰν ἐγένετο δεκτὸν ὅτι ὅλη ἡ ἐργασία τῆς προηγουμένης Ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας ὁ βίος βιαίως διεκόπη, θὰ ἐπήγαινε χαμένη, θὰ ἐχρειάζοντο νέαι εἰσηγήσεις, καὶ τοῦτο θὰ καθυστέρει πολὺ τὸ ἔργον τῆς νέας Ἐπιτροπῆς. Διὰ τοὺς λόγους αὐτούς, προτείνω νὰ γίνῃ δεκτὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὸ ψήφισμα.
§19Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε μίαν ἐρώτησιν. Ὅταν συνεζητήσατε ἐνώπιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὰ καθήκοντα καὶ τὰ δικαιώματα τῆς Κυβερνήσεως, τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς, συνεζητήσατε καὶ διὰ τὰ καθήκοντα καὶ δικαιώματα τοῦ Συντονιστικοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου,
§20Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον, δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ πολιτικὸν Συμβούλιον, διότι δὲν εἶναι συμβούλιον διαφόρων κομμάτων, ἀλλ’ εἶναι συντονιστικὸν συμβούλιον, διὰ νὰ προπαρασκευάσῃ ὡρισμένα γενικὰ ζητήματα, πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον.
§21Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ ἐπληροφορήθην, αὐτὸ εἶναι ἐλαφρυντικόν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀπαλλακτικόν, διότι ὁ ὁρισμὸς οὗτος εἶναι ἄγνωστος εἰς τὸ πολίτευμά μας καὶ ὅταν εἰσάγωνται θεσμοί, ἔχουν σημασίαν, δύνανται νὰ ἔχουν ἀποτελέσματα σπουδαιότατα. Καὶ τὸ Πολιτικὸν Συμβούλιον ἦτο παράνομον.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Καλλίας ἔχει τὸν λόγον.
§23Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Τρία εἶναι τὰ ζητήματα, κύριοι συνάδελφοι, τὰ ὁποῖα προκύπτουν ἐκ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου ψηφίσματος. Τὸ πρῶτον ζήτημα εἶναι τὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, τὸ δεύτερον εἶναι τὸ ζήτημα τῆς παρατάσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς συνόδου καὶ τὸ τρίτον εἶναι τῆς ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τῆς παραλλήλου συστάσεως Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Ἡ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, κύριοι βουλευταί, κατ’ ἀρχὴν δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εὕρῃ ἀντίθετον τὸ Σῶμα, διότι χωλαίνει ἡ λειτουργία τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος ἡ ὁποία ἔχει ὡς βάσιν τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Ἐπὶ πλέον ἡ ὁλομέλεια ἔχει τὴν οὐσιώδη ἀποστολὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ νέον Σύνταγμα. Ἀλλ’ ἐνῷ τοῦτο εἶναι κατ’ ἀρχὴν ἀληθές, εἶναι συγχρόνως βέβαιον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ πρόθεσις ἀποφυγῆς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ἢ ἡ ἀσέβεια πρὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, διότι κατ’ οὐσίαν διὰ τῆς νέας διακοπῆς, ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ δεκαήμερον μόνον παράτασιν τῆς διακοπῆς, ἡ ὁποία εἶχε δοθῆ διὰ ψηφίσματος τοῦ παρελθόντος Ἰουνίου. Διότι ἡ τρίμηνος διακοπή, ἡ ὁποία εἶχε δοθῆ τότε, διεκόπη ἐπὶ εἰκοσαήμερον, ἤδη δὲ προστίθεται εἷς ἀκόμη μήν. Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, ἐσχηματίσθη μία νέα Κυβέρνησις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι δεκαήμερος παράτασις τοῦ προαναφερθέντος χρόνου εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελῇ γεγονὸς ἀντιβαῖνον εἰς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς παρατάσεως τῆς συνόδου, ὑπάρχει ἡ γνώμη ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ ἰδική μας συνέλευσις εἶναι Σῶμα συντακτικόν, ἢ ἔστω εὐρυτάτη Ἀναθεωρητικὴ Συνέλευσις, δὲν ἔχουν ἐφαρμογὴν αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος περὶ συνόδων, διότι τὸ ἔργον αὐτῆς εἶναι συνεχές. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, διότι τὸ ψήφισμα δίδει λύσιν, ὅπως ἔχει δικαίωμα νὰ δώσῃ ἡ Βουλὴ ἐν ὀνόματι τῆς εὐρυτάτης ἐξουσίας της, ὀρθῶς δὲ τὴν δίδει διότι δὲν ἐπιτρέπεται ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων νὰ ἀφίνωνται ἀμφιβολίαι, δυνάμεναι νὰ προκαλέσουν ζητήματα εἰς τὸ μέλλον.
§24Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Ἡμεῖς πιστεύομεν ὅτι εἰς τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, δὲν ὑπάρχει ἐφαρμογὴ τῆς διατάξεως περὶ συνόδου, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ γεννηθῇ κανένα ζήτημα καὶ ἰδίως μὲ τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας, ἐτέθη ἡ διάταξις.
§25Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Πάντως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι, κατὰ τὴν γνώμην μου βέβαιον, εἶναι ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύσῃ ἡ διάταξις, προκειμένου περὶ συντακτικῆς συνελεύσεως, περὶ ἀναστολῆς διὰ διατάγματος τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ἀφοῦ κατ’ ἀρχὴν ἀποφασισθῇ ἡ διακοπή, ἀποτελεῖ συμπλήρωσιν τῆς διακοπῆς ἡ ἄσκησις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας μὲ τὴν σύμπραξιν Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, διότι οὔτε τὸ νομοθετικὸν ἔργον εἶναι δυνατὸν νὰ σταματήσῃ ἐπὶ 1½ μῆνα, οὔτε εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀναλάβῃ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, χωρὶς τὴν παρακολούθησιν καὶ τὴν σύμπραξιν πολυμελοῦς ἐκ βουλευτῶν Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὅταν συνεζητοῦντο τὰ ψηφίσματα τῶν ἄλλων Ἐπιτροπῶν Ἐξουσιοδοτήσεως, ἐτέθησαν διάφορα ζητήματα. Τὸ ἓν ἐξ αὐτῶν εἶναι, ἐὰν ἡ ἐξουσιοδότησις πρέπει νὰ δοθῇ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἢ πρὸς αὐτὴν τὴν Ἐπιτροπήν, δηλαδὴ πρὸς τμῆμα τῆς Βουλῆς. Ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐξητάσθη, εἶναι ἡ δημοσιότης τῶν συνεδριάσεων. Τρίτον θέμα εἶναι ἡ νομοθετικὴ ἀρτιότης, τοῦ ἄρθρου 3, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὰ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς μακρὰς συζητήσεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Καίτοι ἡ γνώμη τῆς πλειοψηφίας εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν ἰδικήν μου, θεωρῶ ματαίαν τὴν συζήτησιν καὶ ἐξ ἄλλου, τὸ ζήτημα θὰ ἐπανέλθῃ ὅταν θὰ ἔλθῃ πρὸς ψήφισιν τὸ νέον Σύνταγμα καὶ τότε θὰ λυθῇ. Ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον ἀνακύπτει εἰς πᾶσαν περίπτωσιν ἐξουσιοδοτήσεως, εἶναι ἐὰν ὑπάρχῃ ἡ δυνατότης ἐκχωρήσεως καὶ τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπεστήριξα καὶ ἄλλοτε καὶ διὰ μακρᾶς ἐκθέσεως πρὸς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ εἶναι συντακτικὴ καὶ ἑπομένως παντοδύναμος, ἀλλά, νομίζω, ὅτι ἡ παντοδυναμία ἀφορᾷ τὸ ἀντικείμενον, δὲν ἀφορᾷ τὸ ὑποκείμενον. Δὲν εἶναι δυνατόν, δηλαδή, ἐν τῇ παντοδυναμίᾳ της νὰ ἐκχωρήσῃ τὴν συντακτικὴν ἐξουσίαν. Εἶναι δυνατὸν νὰ θεσπίσῃ οἱανδήποτε διάταξιν, ἀλλ’ ὄχι νὰ ἀποξενωθῇ τῆς ἰδικῆς της ἁρμοδιότητος καὶ νὰ τὴν ἀναθέσῃ εἰς ἄλλους. Ἡ πρᾶξις ἐν τούτοις τῆς Ἐπιτροπῆς μας, εἶναι διάφορος. Ἐὰν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐμμένῃ εἰς αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν, τότε δὲν βλέπω νὰ εἶναι δικαιολογημένη ἡ διάκρισις μεταξὺ ψηφισμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουν κατατεθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ψηφισμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουν κατατεθῇ ὑπὸ βουλευτῶν. Συγκεκριμένως δέ, διότι μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχει κάποιο σημαντικώτατον ψήφισμα, ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ συναδέλφου κ. Βαμβέτσου, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐνταφιασθῆ, ἂν καὶ ἀφορᾷ τὴν ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν. Ἄν, ἑπομένως, ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ἄποψιν ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ ἐκχώρησις τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας, δὲν βλέπω διατὶ θὰ ἐξαιρέσωμεν τὸ ἄριστον τῶν θεμάτων, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύνατο νὰ τύχῃ ἐφαρμογῆς ἡ ἐκχώρησις. Ἐκτὸς τῶν παλαιῶν διατάξεων, τὸ σημερινὸν ψήφισμα περιέχει καὶ δύο νέας. Ἡ μία ἀφορᾷ τὴν κύρωσιν τῶν συνθηκῶν. Προκειμένου περὶ τῆς κυρώσεως τῶν συνθηκῶν, ἀπὸ τὴν προηγουμένην δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, συναγάγω ὅτι, ὁ κύριος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ζητεῖται, εἶναι τὸ μεῖζον κῦρος τῆς Ἐπιτροπῆς, προκειμένου νὰ κυρώσῃ διεθνεῖς συμβάσεις. Ἀλλὰ, νομίζω, ὅτι ἔχει παραβλεφθῇ καὶ μία ἄλλη περίπτωσις, ἀπαραίτητος διὰ τὴν ἔγκυρον συνομολόγησιν τῶν συνθηκῶν. Δὲν πρόκειται δηλαδὴ, περὶ τῆς ἐκχωρήσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ περὶ ἐκχωρήσεως τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 32 τοῦ Συντάγματος ἐξουσίας τῆς Βουλῆς, νὰ συγκατατίθεται εἰς τὴν συνομολόγησιν ὡρισμένων συνθηκῶν, ἡ ὁποία δὲν ἀποτελεῖ ἐκχώρησιν νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ ἐκχώρησιν δικαιώματος καὶ καθήκοντος νὰ συμπράττῃ τρόπον τινὰ εἰς τὴν ἄσκησιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς ὁποίας ὑπάγεται ἡ συνομολόγησις τῶν συνθηκῶν. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι, πλὴν τοῦ δικαιώματος τῆς κυρώσεως, θὰ πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ τὸ δικαίωμα τῆς συγκαταθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς εἰς τὴν συνομολόγησιν τῶν διεθνῶν συμβάσεων. Ἀλλὰ πέραν τῆς νομικῆς ἀπόψεως, πέραν τῆς ἀνάγκης νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐξουσιοδότησις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κυρώσῃ μίαν συγκεκριμένην συνθήκην, ἡ ὁποία ἂν δὲν εἶναι εὐτυχὴς καθ’ ὅλας της τὰς διατάξεις, περιέχει τὸ μόνον εὐτυχὲς γεγονός, τὸ ὁποῖον ἔχει σημειωθῆ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, δηλαδὴ τὴν προσάρτησιν τῆς Ἑλληνικῆς Δωδεκανήσου, πέραν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις, μήπως θὰ ἦτο προτιμότερον τὸ γεγονὸς τοῦτο νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς. Δὲν λέγω νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἐξουσιοδότησις, ἀλλὰ λέγω ὅτι καὶ ὑπαρχούσης τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, θὰ ἐνόμιζα προτιμότερον τὸ θέμα τῆς κυρώσεως τῆς συνθήκης αὐτῆς, ἡ ὁποία περιέχει καὶ προσάρτησιν Ἑλληνικῶν ἐδαφῶν, καὶ ἐν γένει τὴν ἐξέτασιν τοῦ θέματος τῶν ἐθνικῶν μας διεκδικήσεων, θὰ ἦτο, νομίζω, σκοπιμώτερον νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Ὁλομέλειαν τοῦ Σώματος.
§26Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Δὲν παρηκολούθησα καλῶς τὶ εἴπατε, ἀλλ’ ἂν ἀντελήφθην ὀρθῶς, διετυπώσατε τὴν γνώμην, ὅτι ἓν τοιοῦτον γεγονὸς πρέπει νὰ ἔλθῃ εἰς εἰδικὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς. Ἡ Κυβέρνησις ὄχι μόνον δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν, ἀλλὰ θὰ προσπαθήσῃ καὶ νὰ τὸ κάμῃ ἀκριβῶς λόγῳ τῆς σημασίας τοῦ γεγονότος, ἐκτὸς ἂν ἄλλαι περιπτώσεις τὴν πιέσουν καὶ τὴν ἀναγκάσουν νὰ προβῇ ταχύτερον εἰς τὴν ἐπικύρωσιν. (Χειροκροτήματα).
§27Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Δι’ αὐτό, κύριε Πρόεδρε, τὸ διετύπωσα ὡς εὐχήν. Ἡ δευτέρα διαφορὰ ἀπὸ τὰ προηγούμενα, εἶναι ἡ τοῦ ἄρθρου 7, προκαλέσασα πολλὰς συζητήσεις καὶ ἐνώπιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Τὸ ἄρθρον 7, κύριοι συνάδελφοι, τὶ κάμνει; Ἐπιδιώκει νὰ διασώσῃ τὴν συντελεσθεῖσαν ἐργασίαν ἢ μᾶλλον ἐκείνην ἡ ὁποία εἶναι ἡμιτελὴς ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, τοῦ προηγουμένου ψηφίσματος, δηλαδὴ τοῦ ψηφίσματος ΚΕ. Νομίζω, ὅτι εἶναι τοῦτο ὀρθόν, διότι ἐφ’ ὅσον συνέταξε μίαν ἐργασίαν, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν καὶ νὰ χάσωμεν πάλιν δύο περίπου ἑβδομάδας, διὰ τὴν προπαρασκευήν. Κύριοι συνάδελφοι, ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ὅτι ὑπάρχει νέα Κυβέρνησις, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο δὲν ἔχει σημασίαν, διότι ἂν ἡ νέα Κυβέρνησις δὲν θέλῃ νὰ γίνουν, νὰ τὰ ψηφίσωμεν, δὲν ἔχει παρὰ νὰ μὴ βάλῃ τὴν ὑπογραφήν της καὶ νὰ μὴ ἐκδώσῃ τὰ νομοθετικὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἰσχύουν, ἂν δὲν ἀποφασισθῇ ὑπὸ τοῦ νέου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§28ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχουν διατάγματα, ἐγκριθέντα ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, μὴ κυρωθέντα;
§29Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Ἐγὼ λέγω νὰ ἀποφευχθῇ ὁ νέος χρόνος πρὸς συζήτησιν.
§30Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἂν ὁ μόνος σκοπὸς εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τότε ὀρθῶς ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, διὰ πλειοψηφίας μιᾶς ψήφου, ἀπήλειψε τὸ πρῶτον ἐδάφιον καὶ ἀφῆκε τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 7, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι διατηροῦνται μόνον αἱ γενόμεναι εἰσηγήσεις καί, ἑπομένως, εἶναι δυνατὸν τὰ νομοθετήματα ὥριμα, νὰ εἰσαχθοῦν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐφ’ ὅσον συγκατατίθεται ὁ νέος Ὑπουργός. Αὐτὴ εἶναι ἡ καινοτομία. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ μίαν πρότασιν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἐπιμείνω, ἐὰν δὲν συγκεντρώσῃ τὴν συγκατάθεσιν τῆς μεγάλης πλειοψηφίας τοῦ Σώματος, διότι, ἐὰν δὲν ἔχῃ αὐτὴν τὴν συγκατάθεσιν, δὲν πρόκειται ν’ ἀποφέρῃ τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν. Ἡ πρότασις, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἡ ἑξῆς: Μεταξὺ τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ περιληφθοῦν εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ εἶναι καὶ ἡ ἐξέτασις τῶν ἐνδεικνυομένων μεταρρυθμίσεων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Διότι, φοβοῦμαι ὅτι, ὅταν θὰ ἐπανέλθῃ ἡ ὁλομέλεια τοῦ Σώματος, δὲν θὰ εἶναι καὶ πάλιν τὸ ἔργον ἀποδοτικόν, διότι θὰ γίνωνται μακραὶ συζητήσεις, ὄχι διότι δὲν πρέπει νὰ γίνωνται συζητήσεις, ἀλλὰ διότι πρέπει νὰ γίνωνται ἀποδοτικαὶ συζητήσεις καὶ εἰς χρόνον τόσον ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνταποκρίνεται ἡ Βουλὴ εἰς τὰς ἐργασίας της. Λέγω, λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἐξετάσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως, λαμβάνουσα τὴν ἄδειαν τοῦ Σώματος καὶ νὰ ψηφίσῃ ὡρισμένας μεταρρυθμίσεις, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ χρόνου τῆς ἐργασίας τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ἀποδοτικωτέραν διάθεσιν αὐτοῦ διὰ νὰ μὴ γίνωνται εἰς τὸ μέλλον σκέψεις διακοπῶν, διὰ νὰ μὴ γίνωνται εἰς τὸ μέλλον σκέψεις ἐξουσιοδοτήσεως. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, κύριοι συνάδελφοι, ἤθελα νὰ ὑπάρχῃ ἡ εὐνοϊκὴ διάθεσις τοῦ Σώματος, διότι τοιαῦτα πράγματα δὲν δύνανται νὰ ὑποστηριχθοῦν ἐναντίον τῆς κοινῆς γνώμης τοῦ Σώματος. Αὐταὶ εἶναι αἱ παρατηρήσεις τὰς ὁποίας εἶχα νὰ κάμω, κύριοι βουλευταί. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἐξετάσῃ τὴν πρότασιν ταύτην χάριν τοῦ κύρους τοῦ Σώματος καὶ χάριν τῆς ἀποδόσεως αὐτοῦ. Καὶ μὲ αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις προτείνω τὴν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου ψηφίσματος.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Θ. Τσάτσος ἔχει τὸν λόγον.
§32Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ σχέδιον ψηφίσματος τὸ ὁποῖον ὑποβάλλει ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν πλὴν δύο ἄρθρων περιλαμβάνει διατάξεις καὶ λεκτικῶς ταυτοσήμους πρὸς τὸ ψήφισμα τῆς 26 Φεβρουαρίου, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς τοὐλάχιστον τότε ἐψηφίσαμεν καὶ διὰ τοῦτο ὡς πρὸς ὅλα τὰ ἄρθρα, πλὴν τοῦ ἄρθρου 1 καὶ 7 δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε, ἀλλὰ ἀναφέρομαι εἰς τοὺς λόγους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐκίνησαν ἡμᾶς νὰ ψηφίσωμεν τότε τὸ ψήφισμα τῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Πρόκειται περὶ λεκτικῶς ταυτοσήμων ἄρθρων τῶν ὁποίων μόνον ἡ ἀρίθμησις διαφέρει. Εἰς τὸ ἄρθρον 1 ἠθέλησε προφανῶς ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς νὰ ἀντιμετωπίσῃ μίαν δυσχέρειαν ἡ ὁποία γεννᾶται, λόγῳ τῆς ρητῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 54· καὶ δὲν συμφωνῶ μὲ τὰς ἀντιρρήσεις αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν διότι πράγματι ἐπιτάσσεται ἡ τακτικὴ Σύνοδος ἡ δευτέρα τῆς Βουλῆς διὰ τὴν 1ην Ὀκτωβρίου ἀπὸ τὸ Σύνταγμα καὶ παρέχεται ἡ εὐχέρεια ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ διαρκέσῃ ἡ ἐξουσιοδότησις ἐπὶ δύο μῆνας, νὰ εὑρεθῇ ἕνας τρόπος νὰ διαρκέσῃ πράγματι δύο μῆνας, νὰ μὴ συνέλθωμε τὴν 1ην Ὀκτωβρίου παρὰ νὰ λάβωμεν δίμηνον ἐξουσιοδότησιν διὰ τὸν λόγον ὅτι τὸ ἄρθρον 54 ἐπιτάσσει τὴν σύνοδον. Δὲν νομίζω ὅτι ἔχει καμμίαν ἄλλην ἔννοιαν ἡ διάταξις παρὰ μόνον νὰ ἀντιμετωπίσῃ αὐτὴν τὴν δυσχέρειαν. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην ὀρθῶς ἔχει ἡ πρότασις καὶ ἡμεῖς τοὐλάχιστον ἐγκρίνομεν τὴν πρότασιν καὶ θὰ ψηφίσωμεν ὑπὲρ αὐτῆς. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὸ ἄρθρον 7 ὁμολογῶ ὅτι ἐὰν δὲν ἀποτελῇ σφάλμα, κατ’ ἐμὲ ἀποτελεῖ διάταξιν περιττήν.
§33Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Ἐδήλωσα ἤδη ὅτι δέχομαι τὴν διατύπωσίν σας, ὅτι σκοπὸς τοῦ ἄρθρου εἶναι αὐτὸς τὸν ὁποῖον ἔχετε γράψει, δηλαδὴ ἁπλῶς νὰ μὴ γίνῃ σπατάλη χρόνου πρὸς νέαν κατάθεσιν καὶ νέαν εἰσήγησιν.
§34Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιθυμῶ νὰ διαπιστώσῃ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει ὅλους μας εἶναι τοῦτο· κατ’ ἔθιμον τὰ σχέδια συζητοῦνται, ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἡ δὲ συζήτησις ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἶναι ἡ πρᾶξις ἐκείνη εἰς τὴν ὁποίαν ἐνσωματοῦται ἡ οὐσία τῆς ἀλληλεγγύου κοινοβουλευτικῆς εὐθύνης. Ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ ἔχῃ τὸ ἄρθρον 7 τὴν ἔννοιαν ὅτι τὰ σχέδια τῶν νόμων τὰ ὁποῖα ἔχουν ἤδη κατατεθῆ δὲν πρόκειται νὰ συζητηθοῦν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τυπικῶς πρόκειται ὡς πρὸς αὐτὰ νὰ ὑπάρξῃ διῃρημένη κοινοβουλευτικὴ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως ἔναντι τοῦ Σώματος. Ἐὰν ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν ἔχῃ τὴν ἔννοιαν αὐτήν ὁμολογῶ, ὅτι εἶναι περιττή, διότι, κύριοι, ὁ κόπος τῆς καταθέσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι τόσον μέγας ὥστε νὰ δικαιολογῆται. Πάντως σημειώνω τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ λέγω ὅτι ἡ οὐσιαστικὴ ἀντίρρησις τὴν ὁποίαν εἶχα παύει νὰ ὑφίσταται, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις δηλοῖ ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν πρόκειται νὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν διαίρεσιν τῆς ἀλληλεγγύου κοινοβουλευτικῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸ νομοθετικόν της ἔργον ἔναντι τῆς Βουλῆς. Κατὰ συνέπειαν εἰσηγοῦμαι καὶ ἐγὼ τὴν ψήφισιν τοῦ ψηφίσματος, τοῦ ὁποίου ὀφείλω ἀκόμη μίαν φορὰν νὰ διαπιστώσω τὴν ταὐτότητα πρὸς τὸ ψήφισμα τῆς 25ης Φεβρουαρίου.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χ. Ἀλιβιζᾶτος ἔχει τὸν λόγον.
§36Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ διπλῆ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὅτι ἀποδέχεται τὰ ψήφισμα μὲ τὰς φραστικὰς διατυπώσεις ποὺ ἐπέφερεν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ ἡ δήλωσις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ὅτι ἡ ὑποβολὴ πρὸς κύρωσιν τῶν συνθηκῶν δὲν θὰ γίνῃ πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως παρὰ ἐν περιπτώσει ἀνάγκης, νομίζω ὅτι συντομεύει σημαντικώτατα τὰς συζητήσεις ἐπὶ τοῦ παρόντος ψηφίσματος, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ οὐσιαστικῶς δὲν πρόκειται παρὰ περὶ παλαιοῦ ψηφίσματος. Ἐξέφρασα καὶ ἐγὼ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν τὴν ἄποψιν ὅτι προτιμοτέρα θὰ ἦτο ἡ ἔγκρισις τῶν συνθηκῶν ἀπὸ μέρους τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος. Ἐφ’ ὅσον τοῦτο ἀποδέχεται ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, αἴρεται ὡς πρὸς τὸ σημεῖον αὐτὸ μία ἀντίρρησις ἰδική μου. Ἐπὶ ἑνὸς μόνον συνεπῶς σημείου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔχω ὑποβάλει καὶ σχετικὴν τροπολογίαν, θὰ σᾶς ἀπασχολήσω δι’ ὀλίγων. Ὅταν ὑπεβλήθη διὰ πρώτην φορὰν σχέδιον ψηφίσματος περὶ ἐξουσιοδοτήσεως, εἶχε γεννηθῆ τὸ ζήτημα, ὅπως θὰ ἐνθυμῆσθε, κύριοι βουλευταί, ἐὰν ἡ ἐξουσιοδότησις θὰ ἦτο ἁπλῶς καὶ μόνον νομοθετικὴ ἢ καὶ ἐὰν θὰ ἦτο ταὐτοχρόνως καὶ μὲ συντακτικὸν περιεχόμενον. Ἐπειδὴ δὲ διετυποῦντο καὶ ὑπῆρχον τότε ἀντιρρήσεις ἀπὸ μέρους τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως ὅσον ἀφορᾷ τὴν μὴ ψήφισιν παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως ψηφισμάτων, διὰ τοῦτο εἶχεν ἐξευρεθῆ μία συμβιβαστικὴ λύσις ὅπως περιληφθοῦν εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν μόνον τὰ ψηφίσματα τὰ ὁποῖα εἶχον ἕως τότε κατατεθῆ εἰς τὸ Σῶμα καὶ διὰ τοῦτο διὰ νὰ εἶναι ἀσφαλὴς ἡ Ἀντιπολίτευσις ὅτι δὲν θὰ ἐγίνετο προσπάθεια ἢ ἐνδεχομένως κατάχρησις τῆς ὑποβολῆς πολλῶν ψηφισμάτων συντακτικοῦ περιεχομένου εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως. Διὰ τοῦτο ἡ σχετικὴ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου τῆς ἐξουσιοδοτήσεως ὁμιλεῖ περὶ τῆς δυνατότητος τῆς ψηφίσεως ἀπὸ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως ψηφισμάτων κατατεθειμένων ἤδη. Ἔκτοτε, καὶ ἀπὸ τὸ πρῶτον ψήφισμα τῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, ἐξακολουθεῖ ἡ αὐτὴ διατύπωσις νὰ ἐπαναλαμβάνεται μέχρι τοῦδε. Τοῦτο ἔχει ἕνα σημαντικὸν ἀποτέλεσμα. Ἤδη ἡ ἐξουσιοδότησις περιορίζει τὴν νομοθετικὴν πρωτοβουλίαν τοῦ Σώματος. Καὶ εἰς ὅ,τι μὲν ἀφορᾷ τὴν ὑποβολὴν σχεδίων νόμων τὸ πρᾶγμα κάπως μετριάζεται ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ δύνανται νὰ εἰσηγοῦνται νομοσχέδια καὶ συνεπῶς ἐὰν προκύψουν ἐπείγοντα ζητήματα πρὸς νομοθετικὴν ρύθμισιν, ὑπάρχει τὸ μέσον τῆς θεραπείας. Προκειμένου ὅμως περὶ ψηφισμάτων, ἐὰν ταῦτα δὲν ἔχουν προγενεστέρως κατατεθῆ, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιληφθῇ σχετικοῦ θέματος ἡ Βουλή. Ὑπεβλήθη πρότασις καὶ εἰς τὰς προηγουμένας συζητήσεις.
§37Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Κύριε συνάδελφε, διὰ νὰ μὴ χάνωμεν τὴν ὥραν, δέχομαι τὴν τροπολογίαν σας, ἀλλὰ νομίζω ὅτι φραστικῶς δὲν ἔχει διατυπωθῆ καλῶς.
§38Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ἀποδέχομαι τὴν δήλωσίν σας ὡς καὶ οἱανδήποτε φραστικὴν διατύπωσιν τῆς τροπολογίας ἡ ὁποία νὰ σᾶς εὑρίσκῃ σύμφωνον.
§39Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Δηλαδὴ δημοσιεύονται ψηφίσματα ἐφ’ ὅσον σχέδια τούτων κατετέθησαν ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐγκρίνονται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.
§40Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὅπως εἶναι εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ψήφισμα διατυπωμένον μόνον τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως κατατεθέντα θὰ συζητοῦνται. Ὁ κ. συνάδελφος διὰ τῆς τροπολογίας του θέλει νὰ συμπεριληφθοῦν καὶ τὰ ὑπὸ τῶν βουλευτῶν ὑποβληθέντα ψηφίσματα.
§41Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Ἐπειδὴ εἶναι δι’ ὀλίγον καιρὸν ἡ ἐξουσιοδότησις, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ γραφῇ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, διότι κινδυνεύομεν νὰ πελαγοδρομήσωμεν. Κυρίως ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔμειναν ἐκκρεμῆ καὶ ἐπείγουν καὶ δι’ αὐτὸ ἐτέθη ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 7 διὰ νὰ προχωρήσουν καὶ μὴ εἰσαχθοῦν ἐκ νέου. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει καιρὸν νὰ ἀπασχοληθῇ μὲ ψηφίσματα. Κύριοι βουλευταί, τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο: Ὑπάρχει συγκεκριμένως κατατεθειμένον σχέδιον ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς τὴν διευκόλυνσιν τῆς ἐπιλύσεως ὡρισμένων ἐκκρεμῶν ἐργατικῶν ζητημάτων. Διὰ τὴν ρύθμισιν τῶν ζητημάτων τούτων, ἀπαιτεῖται παρέκκλισις ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 17. Ἤδη ἐγένετο παρέκκλισις εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ἀνοικοδόμησιν, ἀλλὰ δι’ ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν, οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη. Ἐπειδὴ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις δὲν εἶχον τὸν καιρόν, καὶ δὲν ὑπέβαλον ἐν πάσῃ περιπτώσει, σχέδιον ψηφίσματος, κατὰ τὸ ὁποῖον νὰ ἐπιτρέπεται, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Συνόδου ἡ λῆψις ἐνδεχομένων μέτρων τοιαύτης φύσεως, διὰ τοῦτο ὑπέβαλα τὴν τροπολογίαν, ἡ ὁποία ἔχει τοῦτον τὸν σκοπόν: Ἐὰν ἐκ τῆς μελέτης τοῦ ζητήματος, ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις νομίσῃ ὅτι δύναται νὰ προχωρήσῃ κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν 45 αὐτῶν ἡμερῶν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, εἰς τὴν ρύθμισιν ὡρισμένων ἀγροτικῶν ζητημάτων, καὶ δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ρύθμισιν τούτων, ἔστω καὶ ὑπὸ μορφὴν ψηφίσματος, βασιζομένη εἰς τὸ ἤδη κατατεθειμένον ἀπὸ 15μήνου, ἂν δὲν σφάλλω καὶ περισσότερον, σχεδίου ψηφίσματος ὑπὸ τοῦ κ. Βαμβέτσου.
§42Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως δὲν ὑπάρχει καμμία ἀσφάλεια, ὅτι θὰ εἶναι οἱ κυρίως ἁρμόδιοι διὰ νὰ δώσουν τὴν γνώμην των, δηλαδὴ οἱ βουλευταί, οἱ ἐκπροσωποῦντες τὰ ἀγροτικὰ διαμερίσματα. Αὐτοὶ συνήθως ἀπουσιάζουν κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διακοπῶν τῆς Βουλῆς, ἡ γνώμη δὲ αὐτῶν εἶναι πολύτιμος. Τὸ ψήφισμα τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Βαμβέτσος, καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ὑπέγραφα μὲ τέσσαρα χέρια καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι σπουδαιότατον, ἔχει ἀνάγκην νὰ συζητηθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, διὰ νὰ ἀκουσθοῦν καὶ αἱ γνῶμαι τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἀγροτικῶν περιφερειῶν, οἱ ὁποῖοι εἰδικῶς εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, πρέπει νὰ παρίστανται, διὰ νὰ εἶναι παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν δοκιμαζομένων ἀγροτῶν.
§43Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Μίαν ἐξήγησιν: Δὲν πρόκειται, κύριε Ὑπουργέ, διὰ τὴν εἰς ὁλόκληρον ἀποδοχὴν τοῦ ψηφίσματος. Εἶναι ὅμως ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρξουν μερικώτερα εἰδικὰ ἀγροτικὰ ζητήματα, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν χρειάζεται καμμία γενικῶς ἀγροτικὴ ἐμπειρία τοῦ Σώματος, καὶ τὰ ὁποῖα μόνον διὰ λόγους ἐντελῶς τυπικούς, δὲν θὰ εἶναι ἴσως δυνατὸν νὰ εἰσαχθοῦν. Θὰ πρόκειται οὐσιαστικῶς δηλαδή, περὶ νομοσχεδίων, ὄχι περὶ ψηφισμάτων, τὰ ὁποῖα ὅμως εἰς ὡρισμένα σημεῖα εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ σκοντάψουν εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 17. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἡ διατύπωσις τὴν ὁποίαν προτείνω, θὰ εἶναι δυνατὸν εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, αὐτὰ τὰ εἰδικὰ ζητήματα, ὄχι τὸ γενικὸν καθολικὸν ἀγροτικὸν ζήτημα τῆς χώρας, νὰ ἠμπορέσῃ νὰ τὰ μελετήσῃ καὶ ἐνδεχομένως νὰ τὰ εἰσηγηθῇ. Δὲν ζητοῦμεν τὴν γενικὴν ἐπίλυσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ ἔστω τὴν ἔναρξιν τῆς ἀντιμετωπίσεως εἰδικῶν ἀγροτικῶν ζητημάτων. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ὑπέβαλα τὴν τροπολογίαν πρὸς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ ὑπάρχῃ μία διευκόλυνσις, κύριε Ὑπουργέ.
§44Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Σᾶς εἶπον, ὅτι ὁ περισσότερος χρόνος τῶν 5–6 συνεδριάσεων ἐν συνόλῳ θὰ καταναλωθῇ μὲ τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβληθοῦν καὶ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ συζητηθοῦν, διότι αὐτὰ εἶναι ἡ βάσις τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἔργου τῆς ἀνασυγκροτήσεως. Πρέπει λοιπόν, νὰ μὴ παρουσιάσωμεν τὸ θέαμα ἀνθρώπων προετοιμαζομένων νὰ κάμουν σπουδαίαν ἐργασίαν, ἐνῶ ἂν ψηφίσωμεν τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδια θὰ ἔχωμεν ἐπιτελέσει ἱκανὸν ἔργον.
§45Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, τὸ νὰ ὑπάρχῃ μία εὐχέρεια δὲν ἀποτελεῖ δέσμευσιν οὔτε διὰ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, οὔτε διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους ὑπέβαλα τὴν τροπολογίαν. Λυποῦμαι, διότι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐνῶ ἐν ἀρχῇ εἶπεν ὅτι ἀποδέχεται, φαίνεται τώρα νὰ ἔχῃ ἐνδοιασμούς. Θὰ παρεκάλουν νὰ ἄρῃ τοὺς ἐνδοιασμούς, διότι εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐναπόκειται, ἐὰν νομίζῃ ὅτι δὲν ὑφίσταται χρόνος, πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως ἀγροτικῶν ζητημάτων, νὰ μὴ τὰ εἰσαγάγῃ.
§46Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν συμπλήρωσιν, πρὸς διάκρισιν; Τὰ ζητήματα, κύριοι, εἶναι δύο. Τὸ μὲν ἕνα εἶναι ζήτημα καθαρῶς συνταγματικόν, ἐπ’ αὐτοῦ δὲ τοῦ σημείου δὲν νομίζω ὅτι ἔχει σημασίαν ἡ γνώμη τῶν βουλευτῶν, τῆς α ἢ β περιφερείας, διότι πρόκειται ἁπλῶς νὰ ἀρθοῦν τὰ συνταγματικὰ κωλύματα, τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπουν τὴν ρύθμισιν τῶν ζητημάτων αὐτῶν. Τὸ δεύτερον εἶναι ἡ νομοθετικὴ ρύθμισις, ἡ ὁποία προϋποθέτει τὴν λύσιν τοῦ συνταγματικοῦ ζητήματος. Αὐτοῦ ἰδίᾳ ζητεῖται, ὡς ἀπαραίτητον, ἡ γνώμη τῶν βουλευτῶν τῶν ἐνδιαφερομένων περιφερειῶν. Εἰς τὴν προηγουμένην Ἐξουσιοδότησιν ἐψηφίσθη ἓν νομοσχέδιον «περὶ δεκαετοῦς ἀναγκαστικῆς μισθώσεως». Ἔχω σοβαρὰς ἀμφιβολίας περὶ τῆς συνταγματικότητος ἑνὸς τμήματος τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ. Τὸ νομοθέτημα τοῦτο ἤρχισεν ἤδη ἐφαρμοζόμενον, καὶ ἐνδέχεται νὰ προσκόψῃ εἰς ὡρισμένας συνταγματικὰς ἀντιρρήσεις. Ἑπομένως ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τούτου διὰ τῆς ἀποδοχῆς τῆς προτάσεως δὲν προδικάζει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ εἰσαγάγῃ νομοθέτημα ἐκτελεστικὸν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ἀλλ’ ἁπλῶς ἀφ’ ἑνὸς θὰ διευκολύνῃ τὴν συνταγματοποίησιν τοῦ ἤδη ἐκδοθέντος διατάγματος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ δώσῃ τὴν δυνατότητα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ καὶ ἄλλα νομοθετήματα ἔχοντα συνταγματικὰς διατάξεις.
§47Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπ. Δικ.). 1½ μῆνα ἔχομεν μόνον.
§48Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ καὶ κύριοι συνάδελφοι, πρέπει νὰ προσθέσω ὅτι, βάσει ἑνὸς ἁπλοῦ νόμου ἐλήφθησαν μέτρα, ὅπως τῆς διανομῆς, τῆς ἐνοικιάσεως τῶν βοσκοτόπων καὶ μὴ καλλιεργησίμων γαιῶν, τὰ ὁποῖα κατ’ οὐδὲν διαφέρουν τῆς γενομένης ἀπὸ τοῦ 1917 σχεδὸν καὶ ἐντεῦθεν ἀπαλλοτριώσεως. Προεβλέποντο μακροετεῖς μισθώσεις καὶ ἐγκαταστάσεις ἀκτημόνων, χωρὶς πάντοτε νὰ λαμβάνωνται αἱ ἀναγκαῖαι ἐγγυήσεις διὰ τὴν πράγματι ἀποκατάστασιν, τῶν ἐχόντων δικαίωμα, ὅπως θὰ ἐγίνετο ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐλάμβανε τὴν πραγματικήν του μορφήν, δηλαδὴ τὴν μορφὴν τῆς ἀπαλλοτριώσεως, κατὰ παρέκκλισιν τοῦ ἄρθρου 17, ὥστε νὰ ἐξετασθῶσιν αἱ περιπτώσεις, αἱ κατ’ ἰδίαν τῆς ἐφαρμογῆς του. Ἐν πάσῃ περιπτώσει παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργόν, ἐφ’ ὅσον δὲν δημιουργεῖται διὰ τῆς τροπολογίας ὑποχρέωσις διὰ τὴν Κυβέρνησιν, εἰσαγωγῆς οἱουδήποτε νομοθετήματος, ἀλλ, ἁπλῶς παρέχεται τὸ δικαίωμα καὶ ἡ δυνατότης δι’ αὐτήν, ἐὰν θέλῃ, νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν. Ὅσον ἀφορᾷ φυσικά, τὴν ἐξουσιοδότησιν, γνωρίζω τὰς ἀντιρρήσεις, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τὴν ἐδώσαμεν ἤδη εἰς ἄλλας προηγουμένας Κυβερνήσεις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἀρνηθῶμεν εἰς τὴν σημερινήν. Κατὰ συνέπειαν νομίζω ὅτι, πᾶσα περαιτέρω συζήτησις ἐπὶ τῆς βάσεως τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος εἶναι περιττή, καὶ ἀπομένει μόνον ἡ τροπολογία ὡρισμένων φραστικῶν διατυπώσεων.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Σφαέλλος ἔχει τὸν λόγον.
§50Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Δὲν πρόκειται, κύριοι βουλευταί, νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν καὶ εἰς παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ κειμένου, τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος. Εἶναι ἤδη ἡ τετάρτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἀσχολεῖται μὲ ἀνάλογον κείμενον καὶ θὰ ἔλεγε κανείς, ὅτι τοὐλάχιστον ἡ νομικὴ μορφὴ τοῦ ψηφίσματος, δὲν παρέχει πλέον περιθώρια, οὔτε παρατηρήσεων, οὔτε συζητήσεων, διότι κατόπιν ἐξεζητημένων συζητήσεων, ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἡ Βουλὴ ἔχει καταλήξει εἰς μίαν παγίαν μορφὴν τῶν ψηφισμάτων αὐτῶν, παρ’ ἐκτὸς ἐκείνων τῶν διαφορῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι φυσικαὶ ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι, τὸ παρὸν ψήφισμα συμπίπτει καὶ μὲ τὴν Σύνοδον τῆς Βουλῆς καὶ μὲ ἄλλα ἐπίσης γεγονότα, ὅπως εἶναι τὸ θέμα τῆς κυρώσεως συνθηκῶν, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουν καὶ συνεπάγονται, ὡρισμένας διαφορὰς τοῦ κειμένου τοῦ ψηφίσματος, ἀπὸ τὰ προγενεστέρως ψηφισθέντα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα εἶναι ἡ ἔλλειψις παρ’ ἐμοὶ πίστεως εἰς τὴν Ἐθνικὴν σκοπιμότητα τῆς δοθησομένης ἀναβολῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ συνεπῶς ἡ ἀντίθεσίς μου πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ ψηφίσματος. Διὰ τετάρτην φορὰν θὰ κλείσῃ τὰς πύλας της ἡ Βουλή, διὰ νὰ παραδώσῃ τὴν ἐξουσίαν της, καὶ τὸ ἔργον της εἰς μίαν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι, τὸ νομοθετικὸν ἔργον τὸ ὁποῖον ἐμπιστεύεται ἡ Βουλὴ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, θὰ προσπαθήσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως νὰ τὸ ἐπιτελέσῃ, καθ’ ὃ μέτρον θὰ τῆς ἐπιτρέψῃ ἡ πρὸ αὐτῆς ἐμφάνισις τῶν διαφόρων νομοθετημάτων ἄνευ τῆς ἐπεξεργασίας αὐτῶν ἀπὸ τὰς οἰκείας κοινοβουλευτικὰς ἐπιτροπάς. Ἀλλ’ ἐπίσης, εἶναι ἀληθὲς ὅτι, εἰς πολλοὺς συναδέλφους, καὶ εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπήν, ἔχει ὡριμάσει καὶ συζητεῖται εὐρύτατα ἡ ἰδέα τοῦ καταμερισμοῦ τοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς εἰς διάφορα τμήματα, καὶ δὲν εἶναι βεβαίως ἡ ἑσπέρα αὕτη κατάλληλος, διὰ νὰ κηρυχθῇ κανεὶς ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ παθητικὸν διὰ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, ἀδιαφιλονίκητον, εἶναι ἡ ἔλλειψις παρ’ αὐτῇ τῆς ἱκανότητος ἀσκήσεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο, βεβαίως, περὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ὁ ὁποῖος ἐνδιαφέρεται διὰ μικρὰ καὶ συνήθη καὶ τακτικῶς ἐμφανιζόμενα ζητήματα, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ παρακάμψῃ τις. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι ἐντὸς τῶν προσεχῶν ἡμερῶν, ὡς ὑπεγράμμισε προλαλήσας κύριος συνάδελφος, καὶ ὡς ὑπεγράμμισεν ἐπίσης ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πρόκειται νὰ λάβουν χώραν αἱ κυρώσεις τῶν Συνθηκῶν, τῶν Συνθηκῶν αἱ ὁποῖαι ἐγράφησαν μὲ τὸ αἷμα τοῦ λαοῦ μας, καὶ αἱ ὁποῖαι κατὰ πόσον ὑπῆρξαν ἢ εἶναι ἀντίστοιχοι πρὸς τὸ δίκαιον καὶ τὰς προσδοκίας μας, μὲ πικρίαν ἔχει διαπιστώσει ὁ λαός μας, ὅτι ἀπέχουν πολὺ ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐπαγγελθῆ εἰς τὸν λαόν μας οἱ Σύμμαχοι, κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ πολέμου καὶ τῆς ἀνάγκης των καὶ ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀνεμένομεν, βάσει τῶν θυσιῶν μας. Καὶ εἶναι εὐτύχημα, ὅτι εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ παρενεβλήθη ἡ πληροφορία καὶ ἡ δήλωσις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐβεβαίωσεν ὅτι, ἐφ’ ὅσον τὰ πράγματα θὰ τὸ ἐπιτρέψουν, αἱ Συνθῆκαι μὲ τὴν Ἰταλίαν καὶ τὴν Βουλγαρίαν θὰ κυρωθοῦν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Εἶναι δὲ αἱ Συνθῆκαι αὐταὶ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἔδωσαν εὐκαιρίαν εἰς τὸ Βουλγαρικὸν Κοινοβούλιον νὰ ἀκουσθοῦν πράγματα τὰ ὁποῖα εἶναι ἐθνικὸν καθῆκον καὶ ἐθνικὴ ἀνάγκη νὰ ἀνασκευασθοῦν μὲ ἀγανάκτησιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν. Ἰδίως νὰ ἀνασκευασθοῦν αἱ ψευδολογίαι αἱ ἱστορικαὶ καὶ ἐθνολογικαὶ καὶ αἱ πάσης ἄλλης μορφῆς ἐπίσημοι ψευδολογίαι, αἱ ὁποῖαι ἠκούσθησαν εἰς τὴν Βουλγαρικὴν Βουλήν, σχετικῶς μὲ τὴν ἑλληνικότητα τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Θράκης μας. Εἶναι ἐθνικὴ ἀνάγκη ἡ Βουλή μας νὰ ἀπαντήσῃ, ἀκουομένης τῆς φωνῆς ὅλων τῶν Κομμάτων, ὅτι ἡ Βόρειος Ἑλλὰς ἡ Θράκη καὶ ἡ Μακεδονία ὑπῆρξαν ἀείποτε καὶ εἶναι καὶ θὰ μένουν Ἑλληνικαί, καὶ ὅτι ἔχουν ἀκόμη καὶ τμήματα ἀλύτρωτα διεκδικούμενα ἀπὸ τὸ Ἔθνος. (Χειροκροτήματα). Καὶ ἀκόμη εἰς τὰς Συνθήκας αὐτάς, ἢ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς συντάξεώς των, δὲν ἐγένετο λόγος δι’ ἄλλα τμήματα τῶν ἐθνικῶν μας διεκδικήσεων, ὡς ἡ Ἑλληνικωτάτη Βόρειος Ἤπειρος, καθὼς καὶ ἐπὶ Ἐθνικῶν διεκδικήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐζητήθησαν δι’ ἰδιαιτέρων ψηφισμάτων τῆς Βουλῆς μας, ψηφισμάτων ἀποτεινομένων πρὸς Σύμμαχον Ἔθνος, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶναι ἀνάγκη νὰ δοθῇ συνέχεια καὶ συζήτησις. Ὑπαινίσσομαι τὴν ἐθνικὴν διεκδίκησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο πρὸς φίλον, ἀλλὰ δὲν παύει νὰ εἶναι διεκδίκησις, τὴν τῆς Κύπρου, ἡ ὁποία τὰς ἡμέρας αὐτὰς ἐπέρασε μίαν κρίσιμον φάσιν τῆς ἱστορίας τῆς ἀπελευθερώσεώς της, μίαν φάσιν παρομοιάζουσαν πρὸς τὰς προσφορὰς αἱ ὁποῖαι εἶχον γίνει εἰς τὰς Ἰονίους Νήσους ὀλίγον χρόνον πρὸ τῆς ἀπελευθερώσεως καὶ τῆς μετὰ τῆς ἐλευθέρας Μητρὸς ἑνώσεώς των. Ἐννοῶ τὴν φάσιν αὐτὴν τῆς Ἱστορίας τῆς Κυπριακῆς Ἑνώσεως, τῆς προσφορᾶς οἰκονομικῶν πλεονεκτημάτων καὶ πολιτικῶν ἐλευθεριῶν, εἰς τὸν Κυπριακὸν λαόν, ἀντὶ τῆς ἱκανοποιήσεως τοῦ ἑνωτικοῦ πόθου του, τὰς ὁποίας, ὅμως, ἡ ἐλευθέρα καὶ ἀδούλωτος Ἑλληνικὴ ψυχὴ τοῦ λαοῦ τῆς Κύπρου ἀπέρριψε ζητήσασα τὴν πραγματοποίησιν τοῦ συνθήματος, «ἕνωσις καὶ μόνον ἕνωσις». (Χειροκροτήματα). Εἶχον τὴν εὐκαιρίαν, πρὸ ὀλίγου καιροῦ, εὑρισκόμενος εἰς Κύπρον, εἰς ἐκτέλεσιν ἐθνικοῦ καθήκοντος, νὰ ἔχω προσωπικὰς ἐντυπώσεις καὶ προσωπικὰς ἀντιλήψεις. Ὁ Κυπριακὸς λαὸς ἀναμένει ἀπὸ τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων νὰ ἀκούσῃ ν’ ἀπευθύνεται τὸ αἴτημα τῆς ἑνώσεως καὶ διὰ δευτέραν καὶ διὰ τρίτην φοράν, καὶ ἀναμένει καὶ νέας συζητήσεις τῶν ἁρμοδίων Κυβερνήσεων ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, συζητήσεις φιλικάς, συνδεούσας περισσότερον τὴν Ἑλλάδα μὲ τοὺς Συμμάχους της, ἀλλὰ καὶ δικαιολογούσας καὶ ἐνισχυούσας τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς δὲν ἐθυσίασεν ἐπὶ ματαίῳ τὰ παιδιά του, καὶ τὴν ὕπαρξίν του, ἀλλὰ δικαίως, μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐξυπηρετεῖ τὰς ἐθνικάς του βλέψεις καὶ τὰ ἐθνικά του δίκαια. Πέραν ὅμως τῶν θεμάτων τῶν Συνθηκῶν, ὑπάρχουν καὶ μεγάλα κοινωνικὰ καὶ οἰκονομικὰ θέματα, τῶν ὁποίων δὲν εἶναι δυνατὸν χωρὶς βαρείας ἐθνικὰς καὶ πολιτικὰς συνεπείας νὰ ἀναβάλλεται ἡ ἐπίλυσις καὶ ἡ συζήτησίς των εἰς τὴν Βουλήν. Οἰκονομικὰ θέματα, ὅπως τὸ θέμα τῶν προϋπολογισμῶν τῆς παρελθούσης καὶ τῆς παρούσης χρήσεως 1946 –1947 καὶ τῆς παρούσης, τὸ ὁποῖον μένει ἀσυζήτητον ἀκόμη ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἢ θέματα συνδεόμενα μὲ τὴν Κρατικὴν πίστιν, θέματα συνδεόμενα μὲ τὰ ζητήματα τῶν ἀγορῶν καὶ πωλήσεων ἐπὶ Κατοχῆς, ἢ θέματα κοινωνικά, ὡς τοῦ ἐνοικιοστασίου, ὑπὸ τὴν κατεύθυνσιν τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων, καὶ συνανεχομένων πάντων τῶν Κομμάτων τὰ ἀποφεύγει ἡ Βουλή μας ὅπως ὁ Διάβολος τὸ λιβάνι, καὶ τοῦτο δὲν συντελεῖ οὔτε εἰς τὸ κῦρος τοῦ Πολιτικοῦ Κόσμου, οὔτε εἰς τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς μας ἢ τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ ἀπέναντι τῶν λαϊκῶν μαζῶν. Ἀκόμη, κύριοι συνάδελφοι, θέματα στρατιωτικά, ὀργανώσεως καὶ ἐκτελέσεως, συνδεόμενα καὶ μὲ τὴν ἀσφάλειαν τῆς Χώρας καὶ ἀντιμετώπισιν καὶ τῆς ἀνταρσίας, δὲν συνεζητήθησαν εἰς τὴν Βουλήν μας, παρὰ μόνον κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος ἀσφαλῶς δὲν συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰ θέματα αὐτὰ κατὰ τὸν καλλίτερον τρόπον. Καὶ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ἀναφορὰς καὶ ἐκθέσεις, καὶ στρατιωτικῶν ἡγετῶν καὶ Νομαρχῶν, αἱ ὁποῖαι ἢ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπισύρουν βαρείας κυρώσεις ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὰς συνέταξαν, ἢ θὰ ἔπρεπε νὰ συνεπάγωνται τὴν δικαίωσιν τῶν συντακτῶν των καὶ νὰ ἐπακολουθήσουν πολλαὶ μεταβολαὶ καὶ Διοικητικαὶ καὶ Στρατιωτικαί, καί, ἴσως–ἴσως, βαρεῖαι στρατιωτικαὶ κυρώσεις...! Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, πάντα ταῦτα, ἐνδεικτικῶς ἀναφερθέντα δὲν εἶναι τὸ κύριον ἔργον τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλή μας ἐστάλη καὶ συνεκροτήθη ὑπὸ τοῦ λαοῦ μας, ἔλαβε μίαν κυριωτάτην ἐντολήν. Τὴν ἐντολὴν τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ ἔργου τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἀναθεωρούμενον καὶ ψηφιζόμενον θὰ ἀπέκλειε μελλοντικοὺς κινδύνους. Καὶ τὸ ἔργον αὐτό, σύμφωνα μὲ ἀποψινὴν δήλωσιν τοῦ Προέδρου τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς κ. Δ. Χατζίσκου, δὲν ἔχει προχωρήσει εἰς Κοινοβουλευτικὰς συζητήσεις, ὄχι ὑπαιτιότητι τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ διότι οἱ κ.κ. Ἀρχηγοὶ τῶν Πολιτικῶν Κομμάτων — ὅπως μᾶς λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, δημιουργῶν διὰ τῆς δηλώσεώς του εὐθύνας — δὲν ἔχουν ἐκφράσει τὴν γνώμην των, οὔτε ἔχουν δώσει τὰς κατευθύνσεις εἰς τὸ Ἀναθεωρητικὸν ἔργον. Καὶ ἔχει μεγάλην σημασίαν διὰ τὴν πολιτικὴν ἐξέλιξιν τοῦ τόπου, καὶ διὰ τὸ μέλλον τῆς Χώρας, τὸ θέμα τῆς Συνταγματικῆς Ἀναθεωρήσεως. Διότι δὲν εἶναι μόνον τὸ ὅτι ὁ τόπος πρέπει νὰ ξεύρῃ τὸ Σύνταγμά του, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἓν ἄλλο θέμα: Ὅτι ἂν φθάσωμεν χωρὶς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος εἰς νέας ἐκλογὰς βραδύτερον, αἱ νέαι ἐκλογαὶ θὰ γίνουν ὑπὸ συνθήκας ξένας πρὸς τὴν ἀληθινὴν πολιτικὴν ζωὴν τοῦ τόπου, καὶ τὰς πολιτικὰς ροπὰς τοῦ λαοῦ καὶ τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ. Ἐὰν δὲ τυχὸν ὑπάρξῃ Βουλή, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἔχῃ τὴν εὐτυχῆ ὁμοιογένειαν, ἡ ὁποία ὑπάρχει σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην, δὲν γνωρίζω τί ἠμπορεῖ νὰ προκύψῃ ὡς πρὸς τὴν πολιτικὴν νομιμότητα καὶ ὡς πρὸς τὸν Συνταγματικὸν Χάρτην τῆς Χώρας. Τοῦτο θὰ ἀπετέλει ἀληθῆ δυναμίτιδα, εἰς τὰ θεμέλια τῆς Πολιτειακῆς νομιμότητος τῆς Χώρας. Ἡ παράστασις ἐξ ἄλλου τῆς Βουλῆς, κατὰ τὰς κρισίμους ταύτας στιγμὰς τῆς Πατρίδος παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἀπαραίτητος. Τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπειλεῖται νὰ ἀκουσθῇ, μίαν προσεχῆ πρωΐαν, ἡ ἀναγνώρισις μιᾶς συμμοριακῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ γειτονικοὺς ἐχθροὺς καὶ ἄλλους, τὰ πολιτικὰ ὄργανα τῆς ἐκφράσεως τῆς θελήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις, μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Βασιλέα, πρέπει νὰ εἶναι παρόντα εἰς τὴν ἡγεσίαν τοῦ δοκιμαζομένου Ἔθνους καὶ λαοῦ, ἵνα ἀνταποκριθοῦν εἰς ὅσα θὰ ἀπαιτήσῃ ἡ στιγμὴ καὶ ἡ ἀνάγκη, καὶ νὰ ἀπαντήσουν δεόντως εἰς τὰς ἀνοσίους αὐτὰς προσπαθείας τοῦ διχασμοῦ, τῆς δουλώσεως καὶ ἀφανισμοῦ τοῦ Ἔθνους!... Ἀλλὰ ποίου διχασμοῦ; Ἴσως νὰ εἶναι ἐπιεικὴς καὶ ἀνεπαρκὴς ἡ διατύπωσις!... Διότι δὲν πρόκειται περὶ διχασμοῦ τῶν Ἑλλήνων, ἀλλὰ περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ θέματος δι’ ὁριστικοῦ πλέον διαχωρισμοῦ τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τοὺς μὴ Ἕλληνας. Ὑπ’ αὐτάς, λοιπόν, τὰς προϋποθέσεις καὶ συνθήκας, ψηφίζοντες τυχὸν ὑπὲρ τοῦ ψηφίσματος, δίδομεν τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ὑπάγῃ πρὸς ὕπνον εἰς τὸν οἶκόν της, καὶ εἰς μερικοὺς πολιτικοὺς ἡγέτας ν’ ἀναπαυθοῦν ἀποδημοῦντες εἰς τὸ ἐξωτερικόν, παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν, ἀτυχῶς, εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διαβιουσῶν οἰκογενειῶν των, ὅταν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διέρχεται μίαν τόσον κρίσιμον περίοδον. Καὶ εἶναι φυσικὸν εἰς κρισίμους περιόδους, ὁ Ἑλληνικὸς λαός, νὰ ζητῇ ὅπως οἱ πολιτικοὶ ἡγέται καὶ συμπαρίστανται καὶ συνδοκιμάζωνται μετ’ αὐτοῦ, καὶ αἱ οἰκογένειαί των νὰ συμμερίζωνται τὰς ταλαιπωρίας τοῦ Ἔθνους, καὶ τὰ παιδιά των νὰ συμπαρίστανται καὶ νὰ ὑπηρετοῦν εἰς τὸν Ἐθνικὸν μαχόμενον Στρατὸν καὶ νὰ λαμβάνουν μέρος εἰς τὸν ἀγῶνα του!... Ἡ Βουλή, κύριοι βουλευταί, ὀφείλει νὰ συνεχίσῃ τὰς ἐργασίας της κανονικῶς, ἀπὸ 1ης Ὀκτωβρίου. Ὀφείλει νὰ συνεχίσῃ τὰς ἐργασίας της καὶ νὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν της παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ λαοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἀντιτίθεμαι εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ψηφίσματος διακοπῆς ἐργασιῶν καὶ ἀναβολῆς συνόδου. Ἓν ἐνθουσιαστικὸν καὶ παρήγορον παράδειγμα ἐκτελέσεως καθήκοντος παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ λαοῦ μας, δίδουν αἱ σημεριναὶ πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι λέγουν ὅτι τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα, εἰς τὴν Βόρειον Ἑλλάδα, ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Ἔθνους, ὁ Βασιλεύς, μὲ τὴν ἀκούραστον Βασίλισσάν μας καὶ τὸν Στρατηγὸν τῆς Βορειοηπειρωτικῆς νίκης κ. Α. Παπάγον, θὰ παρίσταται συμβολικῶς ἐκεῖ, ἐπισκεπτόμενος τὸν λαὸν καὶ ἀγωνιζόμενος καὶ Αὐτὸς παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ Στρατοῦ, διὰ τὴν Ἑλληνικότητα τῆς αἱματοβαμένης Βορείου Ἑλλάδος μας, τῆς Μακεδονίας καὶ Θράκης μας, καὶ τὴν ἀκεραιότητα καὶ ἀσφάλειαν τοῦ ἐθνικοῦ ἐδάφους. Καὶ νομίζω, ὅτι, πρὸς τὴν χειρονομίαν αὐτὴν τοῦ Βασιλέως, μία παρομοία μιμητικὴ χειρονομία ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, θὰ ἦτο ἐθνικῶς ἐπιβεβλημένη. Μία μικρὰ σειρὰ συμβολικῶν συνεδριάσεων τοῦ Κοινοβουλίου εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, εἰς τὴν Βόρειον Ἑλλάδα, ἐκεῖ ὅπου θὰ παιχθῇ τὸ δρᾶμα τῆς ἐπιβιώσεως ἢ τῆς συντριβῆς τοῦ Ἑλληνισμοῦ, εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν ἐκπροσώπησιν τοῦ πνεύματος τοῦ Βορείου Ἑλληνισμοῦ, θὰ ἦτο ἀπολύτως ἐθνικῶς σκόπιμος, θὰ ἠλέκτριζε τὸ Ἔθνος, θὰ ἐνίσχυεν ἀφαντάστως τὸν Ἐθνικὸν Συναγερμὸν καὶ θὰ ἔδιδε πνοὴν εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦ Ἑλληνισμοῦ τόσην, ὅσην πνοὴν ἔδωκεν εἰς τὸ Ἔθνος τὸ ἀποφασιστικὸν καὶ σταθερὸν ἐκεῖνο ΟΧΙ τῶν ξημερωμάτων τῆς 28ης Ὀκτωβρίου 1940. Ὑπάρχουν, κύριοι συνάδελφοι, ἐξαιρετικαὶ περιστάσεις, ποὺ ἐπιβάλλουν τὰ Πολιτικὰ Ὄργανα τῆς ἐκφράσεως καὶ τῆς θελήσεως τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ λαοῦ, νὰ εἶναι ἐκεῖ ὅπου πρέπει νὰ εἶναι, καὶ ὄχι ἐκεῖ ὅπου εἴθισται νὰ ἑδρεύουν. Αἱ διακοπαί, ἄλλωστε, τῆς Βουλῆς αἱ συχναί, δὲν εἶναι ἐκδηλώσεις οὔτε δημοκρατικῆς, οὔτε κοινοβουλευτικῆς νομιμότητος καὶ πίστεως, καὶ ἐκπλήσσομαι πῶς, δημοκρατικώτατοι καὶ διακεκριμένοι κυβερνητικοὶ συνάδελφοι, ἔχουν ἀντίθετον γνώμην. Δὲν ἀντιλαμβάνομαι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποστέργουν τὴν συνεργασίαν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ νὰ μάχωνται καὶ νὰ μὴ θέλουν τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος. Ἂν ἀπὸ τὴν τακτικὴν αὐτὴν ἀχθῶμεν κάποτε εἰς πεποίθησιν περὶ ἀχρηστίας τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, τότε, τίς θὰ πταίῃ; Ἠκούσθησαν καὶ ἐγράφησαν κατ’ ἀρχὰς ἀνευθύνως βεβαίως, ἀλλ’ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον καὶ ὑπευθύνως δηλώσεις περὶ τῆς ἀνεπιθυμήτου συμπαραστάσεως τῆς Βουλῆς, εἰς τὸ Κυβερνητικὸν καὶ εἰς αὐτὸ τὸ νομοθετικὸν ἀκόμη ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ λόγος ἐγένετο περὶ μακροχρονίου διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Μὴ λησμονῆτε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δι’ αὐτῶν τῶν διακοπῶν, πλήσσεται καὶ ὁ Κοινοβουλευτισμὸς καὶ ἡ Δημοκρατία μας καὶ τὸ ὅλον ἔργον τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία, ὡς νὰ μὴ ἦτο βεβαρημένη, ἐπιβαρύνεται μὲ τὴν ἐκ τῶν ὑστέρων ὑπὸ ταύτης κύρωσιν τῶν ὅσων ἐνώπιον αὐτῆς ἀνωμάλως ἀκολούθως θὰ ἀχθῶσι ψηφισμάτων καὶ νομοθετημάτων. Διὰ πάντα ταῦτα, κύριοι συνάδελφοι, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν λειτουργίαν της, ἀπὸ τῆς Συνταγματικῶς τακτῆς ἡμέρας τῆς Συνόδου της, ἀπὸ τῆς 1ης Ὀκτωβρίου. Καὶ εἰς τὴν ὥραν τῆς δοκιμασίας τοῦ λαοῦ μας, νὰ εὑρεθῇ παραπλεύρως αὐτοῦ. Τὸ προτεινόμενον ψήφισμα δὲν τὸ ἐξήτασα ἀπὸ ἀπόψεως κειμένου. Τὸ ἐξήτασα μόνον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἐθνικῆς σκοπιμότητος ἢ μὴ αὐτοῦ. Καὶ ἡ ἐθνικὴ σκοπιμότης ἐπιβάλλει, ἀπὸ ὁποιασδήποτε πλευρᾶς καὶ ἂν τὴν ἐξετάσετε, κ. κ. Ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, νὰ εὑρίσκεσθε παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν ἐκλογέων σας, καὶ ἐπὶ τῶν ἐπάλξεων τοῦ ἀγωνιζομένου Ἔθνους. Μίαν ὅμως παρατήρησιν θὰ ἤθελα νὰ προσθέσω ἀκόμη: Ὅτι, ἀσχέτως τοῦ ἂν λειτουργήσῃ ἢ ὄχι ἡ Βουλή, ἂν θὰ ἀναβληθοῦν ἢ θὰ διακοποῦν αἱ ἐργασίαι, οἱ νεώτεροι βουλευταί, οἱ ζωντανώτεροι, οἱ δυνάμενοι νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τοὺς σωματικοὺς κόπους, ἔχομεν καὶ ἔχουν τὸ χρέος πάντες νὰ ἀποτελέσουν τοὺς συμπαραστάτας τοῦ Κυβερνητικοῦ ἔργου, καὶ εἰς τὴν περιφέρειάν των, ἢ ἐὰν θέλετε περισσότερον εἰς τὰς δοκιμαζομένας περιφερείας τῆς Βορείου Ἑλλάδος, συνεπικουροῦντες καὶ συνεργαζόμενοι μὲ τὸν στρατὸν καὶ τὰ διοικητικὰ ὄργανα τοῦ Κράτους, εὑρισκόμενοι παραπλεύρως τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ὥραν αὐτήν, ἡ ὁποία, μὴ τὸ λησμονῆτε καὶ μὴ τὸ ἀποκρύπτετε ἀπὸ τὸν λαόν, ὅτι εἶναι ὧραι κρίσεως βαρείας διὰ τὸ Ἔθνος καὶ διὰ τὴν Κοινὴν Μητέρα, τὴν Ἑλλάδα μας!... (Χειροκροτήματα).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Τσάτσος ἔχει τὸν λόγον.
§52Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, σᾶς ζητῶ συγγνώμην, ἀλλὰ θὰ ἀσχοληθῶ μόνον μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. (Χειροκροτήματα). Διὰ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν ψηφίσματος, καθορίζονται τρία θέματα: Ἡ διάρκεια τῆς παρούσης συνόδου, ἡ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ ἡ παροχὴ ἐξουσιοδοτήσεως ὑπὸ τῆς παρούσης Βουλῆς. Ἡ διάρκεια τῆς συνόδου, ἦτο δυνατὸν νὰ δημιουργήσῃ ζητήματα. Γεννᾶται τὸ ζήτημα, κυρίως, ἐὰν μία Βουλὴ συντακτικοῦ χαρακτῆρος, διαιρεῖται εἰς συνόδους ἢ δὲν διαιρεῖται. Διὰ τῆς ψηφιζομένης διατάξεως, ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι ἀποφαίνεται τὸ Σῶμα περὶ ὑπάρξεως συνόδων καὶ ὀρθῶς, διότι μὴ ὑπαρχούσης ἄλλης δικονομίας διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, ἰσχύει καὶ διὰ τὴν παροῦσαν Βουλὴν ἡ ὑπάρχουσα ἐν τῷ Συντάγματι τῷ ἰσχύοντι δικονομία. Τὸ δεύτερον θέμα, εἶναι ἡ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Περὶ αὐτῆς στρέφεται κυρίως ἡ γενικωτέρα συζήτησις. Νομίζω, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀπασχοληθῇ τὸ Σῶμα ἐπὶ πολὺ μὲ τὸ θέμα αὐτό. Δὲν πρόκειται μὲ μίαν διακοπὴν 35–40 ἡμερῶν νὰ μειώσωμεν τὴν ἐξουσίαν τοῦ Σώματος. Πράγματι, κατὰ μεγάλα χρονικὰ διαστήματα, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, διέκοψε τὰς ἐργασίας της ἡ Βουλή, ὡς μὴ ὤφειλεν, ἴσως, διότι ὁ ἔλεγχος ὁ κοινοβουλευτικὸς εἶναι ἕνα στήριγμα τοῦ Δημοκρατικοῦ καθεστῶτος. Ἀλλὰ αἱ περιστάσεις εἶναι τοιαῦται, ὥστε σήμερον ἀναμφισβητήτως δικαιολογεῖται μία ὀλίγων ἑβδομάδων διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καθ’ ὅτι ἐδημιουργήθη μία νέα Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐξήγγειλεν ὡρισμένας ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ταυτόσημοι μὲ τὰς ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι ἐκράτησαν εἰς τὴν κυβερνητικὴν πολιτικὴν μέχρι σήμερον, καί, ἑπομένως, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τῆς παράσχωμεν μίαν προθεσμίαν, μικρὰν μάλιστα, ἡ ὁποία θὰ τῆς ἐπιτρέψῃ νὰ ἀποδείξῃ τὸ πραγματοποιήσιμον τῶν ἐπαγγελιῶν της καὶ νὰ ἀποδείξῃ καὶ κατὰ πόσον εἶναι ἱκανὴ νὰ διαχειρισθῇ τὰ κοινὰ σύμφωνα μὲ αὐτὰς τὰς ἐπαγγελίας της. Ἑπομένως, θεωρητικῶς, δὲν δύναμαι νὰ ἀμφισβητήσω τὸ δικαίωμα αὐτό. Ἡ διακοπὴ αὕτη καθορίζεται διὰ τοῦ ἄρθρου 2. Ὁ κ. Ὑπουργός, νομίζω, ὅτι τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον τὴν πρωΐαν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, τὴν ἐδέχθη καὶ ὅτι τὴν ἐδέχθη καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ καί, ἑπομένως, δὲν ἔχω τι νὰ ἀναπτύξω διὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2. Θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ ἔχῃ τὴν ὑπομονὴν νὰ μὲ ἀκούσῃ, ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 3, ὡς πρὸς τὸ ὁποῖον ὑπέβαλα ὡρισμένην τροπολογίαν. Ἐὰν δὲν εἶχεν ἀλλάξει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν θὰ ἐταλαιπώρουν τὴν Βουλὴν μὲ ἕνα θέμα, ἴσως, θεωρητικόν, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον εἶναι θεμελιῶδες. Ἡ νομικὴ πεῖρα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, μοῦ δίδει πολλὰς ἐλπίδας, ὅτι θὰ ἀποδεχθῇ τὰς θεωρητικάς μου ἀπόψεις, ὥστε νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ σᾶς ἀπασχολήσω μὲ αὐτάς. Μὲ τὴν διάταξιν, ὅπως τὴν ἔχετε διατυπώσει, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, δίδετε συντακτικὰ δικαιώματα καὶ ἀσκεῖσθε νομοθετικά.
§53Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Ἐγὼ ἀντέγραψα τὸ ψήφισμα ὅπως ἦτο γεγραμμένον, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ τίποτε τὸ διαβλητὸν καὶ ἐπειδὴ ἐν τῇ συνειδήσει μου καὶ ἐν τῇ συνειδήσει τῆς Κυβερνήσεως ὑπάρχει ἡ πεποίθησις, ὅτι διεκόπη ἡ παρεχομένη ἐξουσιοδότησις, χωρὶς νὰ συντελεσθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἦτο ὁ κυριώτερος σκοπός της, δηλαδὴ ἡ ἐπιψήφισις τῶν οἰκονομικῶν νομοσχεδίων. Δὲν ἤθελα νὰ κάμω χρῆσιν νέας διατάξεως, διότι καὶ αὐτὰ τὰ θέματα ἔχουν συζητηθῆ καὶ ἔχουν ἀπορριφθῆ ἀπὸ τὸ Σῶμα καὶ διότι αὐτὴ ἦτο ἡ διατύπωσις, τὴν ὁποίαν ἔδωσε τὸ Σῶμα ἐπανειλημμένως, χορηγῆσαν ἐξουσιοδότησιν. Ἐβάδισα, λοιπόν, ἐπὶ τῆς ἐπατημένης, ἀδιαφόρως θεωρητικῶν γνωμῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι συμφωνῶ.
§54Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἄλλωστε ἐγένοντο ὡρισμέναι ἑρμηνευτικαὶ δηλώσεις ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, αἱ ὁποῖαι προσεγγίζουν τὰς ἀπόψεις τὰς ὑμετέρας.
§55Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Αἱ γνῶμαι τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, συμφωνοῦν μὲ τὰς ἀπόψεις τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὰς ἀπόψεις, τὰς ὁποίας πιστεύω καὶ ἐγώ. Τὸ ψήφισμα, ὅμως, τὸ ὑπὸ συζήτησιν, εἶναι ὅμοιον μὲ τὰ προηγούμενα καὶ ὁμολογουμένως ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι δι’ ἓν τόσον ἁπλοῦν ψήφισμα θὰ ἠθέλατε νὰ ἀλλάξητε τὴν νομολογίαν τοῦ Σώματος, διὰ νὰ μὴ κάμωμεν κάτι τι ποὺ εἶναι σόλοικον. Εἰς ἕνα σημεῖον προσθέτομεν κάτι τι νέον, εἰς τὸ ζήτημα τῆς κυρώσεως τῶν συνθηκῶν. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μαύρου. Ἡ τροπολογία αὐτὴ ἔχει ὑπ’ ὄψιν της, ὅτι αἱ συνθῆκαι κυροῦνται ἀπὸ τὸν Βασιλέα, ἀλλὰ ὡρισμέναι συνθῆκαι χρήζουν τῆς συγκαταθέσεως, διὰ νὰ κυρωθοῦν, τοῦ Σώματος. Δὲν εἶναι αὐτὸ ψήφισις κανόνος δικαίου, εἶναι μία ἰδιότυπος πρᾶξις ἡ ὁποία ὀνομάζεται ἐν τῷ Συντάγματι «συγκατάθεσις πρὸς ἔγκρισιν συμφωνίας». Ἄλλο συγκατάθεσις καὶ ἄλλο ἡ μετὰ ταῦτα ψήφισις τῶν νόμων πρὸς ἐσωτερικὴν ἐφαρμογὴν τῶν συνθηκῶν. Ἐγὼ ὁμιλῶ διὰ τὴν συγκατάθεσιν, ἰδιάζουσαν πρᾶξιν, ἡ ὁποία εἶναι ὅλως ἀπαραίτητος διὰ τὴν πρὸς τὴν ἔξω ἐμφάνισιν τῶν συνθηκῶν.
§56Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Αὐτὸ εἶναι θεωρητικῶς ὀρθόν, ἀλλ’ ἐζητήθη αὐτὴ ἡ διατύπωσις. Ἐγώ, ἐπειδὴ εἶμαι πρακτικὸς ἄνθρωπος, νομίζω, ὅτι, ἂν θὰ ἐγίνετο συζήτησις, ἡ ὀρθοτέρα διατύπωσις, εἶναι ἡ διατύπωσις τοῦ κ. Μαύρου, διότι εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰ κρατοῦντα ἐν τῷ Ἰδιωτικῷ καὶ τῷ Διεθνεῖ Δικαίῳ. Ἀλλ’ ἅπαξ ἐζητήθη ἡ ἄλλη διατύπωσις, σωστὸν εἶναι νὰ μποῦν καὶ τὰ δύο, καὶ ἡ συγκατάθεσις καὶ ἡ κύρωσις.
§57Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἐὰν μείνῃ ὡς ἔχει τὸ σχέδιον, τροποποιεῖ τὸ ἄρθρον 32 τοῦ Συντάγματος καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ ἀποφύγωμεν, διότι ὁ Βασιλεὺς κυρώνει τελικῶς τὰς συνθήκας, χωρὶς τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς. Σεῖς λέγετε, ὅταν ἡ Βουλὴ ἀπουσιάζῃ, αὐτὸν τὸν ρόλον ποὺ θὰ εἶχε νὰ παίξῃ ἡ Βουλή, νὰ τὸν κάμῃ ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως. Ἀλλ’ ὑπάρχουν συνθῆκαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν ἐξαίρεσιν τοῦ ἄρθρου 32 καὶ τὰς ὁποίας ἠμπορεῖ ὁ Βασιλεὺς μόνος, ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως ἡμῶν, νὰ κυρώσῃ. Ἐὰν μείνῃ τὸ σχέδιον ὡς ἔχει, περιορίζει τὰ δικαιώματα τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος.
§58Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Δηλαδὴ ἡ ἰδική σας διατύπωσις τείνει εἰς τὸ νὰ προστατεύσῃ τὰ δικαιώματα τῆς Βασιλείας;
§59Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Δὲν λέγω αὐτό, ἀλλὰ νὰ μὴ κάμωμεν συνταγματικὰς μεταρρυθμίσεις αὐτὴν τὴν στιγμήν.
§60Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Ὀρθὸν εἶναι νὰ εἴπωμεν, ὅτι, προκειμένου περὶ συνομολογήσεως καὶ ἐπικυρώσεως διεθνῶν συνθηκῶν καὶ συμβάσεων, συγκατατίθεται καὶ κυροῖ.
§61Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Καὶ τὰ δύο εἶναι ὀρθά. Τὸ ἓν συμπληροῖ τὸ ἄλλο.
§62Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως, ἐκφράζει τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς πρὸς ἐπικύρωσιν συνθηκῶν κατὰ πάσας τὰς περιπτώσεις...
§63Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν θὰ ἦτο προτιμότερον αὐτὰ νὰ τὰ ἀναθέσωμεν ὅλα, εἰς τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον τῆς Κοινότητος Παρακαμπυλίων;
§64Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἐπιμόνως ὑποστηρίζετε εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως δὲν εἶναι συνταγματικῶς ὀρθή, ἐμὲ μὲ εὑρίσκει ἄντικρυς ἀντίθετον. Ὁλόκληρον τὸ σύστημα τῆς ἐμμέσου δημοκρατίας, στηρίζεται εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐντολῆς καὶ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Εἶναι ἀδύνατον, ἑπομένως, νὰ τὰ ἀποσκορακίσητε. Ἤθελα, κύριε Ὑπουργέ, νὰ εἴπω δύο λόγους διὰ τὸ ἄρθρον 7. Μοῦ φαίνεται, ὅτι μὲ τὴν τροπολογίαν τῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ τὴν διαγραφὴν τῆς 1ης παραγράφου...
§65Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Τὴν ἐδέχθην.
§66Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Μὲ τὰς τροπολογίας αὐτάς, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ συζητούμενον σχέδιον ψηφίσματος.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
§68Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, Ἀρχηγός μου, ἀπέδειξε καὶ ἀπόψε τὴν παροιμιώδη εὐφυΐαν του. Μᾶς εἶπεν: «Ἐὰν συμβῇ τοιαύτη περίπτωσις καὶ κρίνω ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη, θὰ κληθῇ ἡ Βουλή».
§69Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Δὲν τὸ εἶπα ἔτσι. Ἐὰν χρειασθῇ.
§70Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. «Ἐὰν χρειασθῇ», καὶ περὶ τῆς χρείας θὰ κρίνετε ὑμεῖς, ὄχι τὸ Πολίτευμα. Ἐγώ, ἐπειδὴ σᾶς ἔχω Ἀρχηγόν μου, πρέπει πάντως νὰ ψηφίσω, ναί; Καὶ ἐὰν μὲ ἐρωτήσητε: «Ἐψήφισες ναί, διότι πιστεύεις εἰς τὸ Σύνταγμα, ἢ εἰς τὴν εὐφυΐαν μου», πρέπει, λοιπόν, νὰ ἀπαντήσω, διότι πιστεύω εἰς τὴν εὐφυΐαν σας; (Χειροκροτήματα). Κύριοι, εἶπον καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλήν, τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ ἀπόψε, χωρὶς πολλὰς ἐλπίδας, ὅτι καὶ πάλιν θὰ γίνω ἀκουστός, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ λέγωνται μερικὰ πράγματα, διὰ νὰ ἔλθῃ κάποτε ὁ καιρός, νὰ ἀπαλλαγῇ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Ἔθνος ἀπὸ μερικοὺς δοκησισόφους. Εἶναι οἱ ἐπικινδυνότεροι ἄνθρωποι, οἵτινες ὑπάρχουν εἰς αὐτὸν τὸν κόσμον οἱ ὁποῖοι δὲν συνετίζονται καὶ ὅταν ἀκόμη συμβῇ νὰ ἀκουσθοῦν ἐναντίον των ὕβρεις πραγματικαί, δηλαδὴ δίκαιαι. Ἐὰν ἐγὼ ἤκουον τοιαύτας ὕβρεις, κύριοι, θὰ εἶχον αὐτοκτονήσει. Ἐκεῖνοι, μὴ αὐτοκτονήσαντες, δὲν ἔχουν δικαίωμα, τοὐλάχιστον, νὰ παρίστανται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ἐγώ, πιστεύων, ὅτι εἶναι παράνομος ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις, διὰ τοῦτο, βέβαια, περισσότερον εἶμαι ἐναντίον αὐτῆς. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως ὄχι μόνον ἀπέτυχεν εἰς τὸ ἔργον της, ὑπὸ ἔποψιν πρακτικήν, ἀλλ’ ἀπέτυχε καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἠθικήν. Καὶ εἶναι σφάλμα τεράστιον, εἶναι παρεκτροπὴ ἀνήκουστος, ὅτι ἐξακολουθεῖ ἡ Βουλὴ μας νὰ δίδῃ ἐξουσιοδοτήσεις νομοθετικάς. Εἶπον πρὸς ὑμᾶς, κύριοι, ἄλλοτε, ὅτι τυπικῶς εἴμεθα ἀνεύθυνοι, ἀλλ’ εἴμεθα ἐνώπιον τῆς Ἱστορίας — ὅλη ἡ Βουλὴ καὶ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν — οὐσιαστικῶς ὑπευθυνότατοι. Ἀπεδείχθη καὶ ἀνήθικον, ἐπαναλαμβάνω, τὸ ἔργον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Καὶ εἶναι ἐντροπή μας, εἶναι αἶσχος μας, ὅτι ἐξακολουθοῦμεν αὐτὴν τὴν τακτικήν. Κύριοι, ἡ θεμελιωδεστέρα διάταξις τοῦ Συντάγματος, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ θίξῃ οὔτε μία Συντακτικὴ Ἐθνοσυνέλευσις, εἶναι ἡ ἑξῆς: «Ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ Ἔθνους». Ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία πηγάζει ἐκ τοῦ Ἔθνους, ἐκ τοῦ συνόλου τοῦ Ἔθνους. Δὲν πηγάζει ἀπὸ τὴν Βουλήν. Δὲν δύνασθε σεῖς, νὰ διορίσητε Νομοθετικὸν Σῶμα. Καὶ μάλιστα, ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω ζωηρότατα, καὶ μάλιστα ὅταν ἀπεδείχθη ὅτι τὸ ἔργον αὐτὸ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως εἶναι καὶ τεχνικῶς ἀνεπιτυχὲς καὶ ἠθικῶς ἀναίσχυντον. Ἠκούσθησαν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, συνεδριαζούσης τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, αἱ λέξεις «αἰσχρόν», «εἶναι αἰσχρόν», «εἶναι ἀνήθικον», «εἶναι κακόηθες». Λοιπόν, ἐγὼ ἀντιτάσσομαι καὶ θὰ γραφῇ εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, ἀλλὰ τέλος πάντων, ἀφοῦ δὲν μὲ ἀκούετε, θὰ μείνῃ μία προσωπικὴ ἱκανοποίησις δι’ ἐμὲ ὅτι τὰ εἶπον.
§71ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ ψηφίσετε ὅμως;
§72Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. «Εἶπα καὶ ἐλάλησα, ἁμαρτίαν οὐκ ἔχω».
§73Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ προβῆτε εἰς συγκεκριμένην διατύπωσιν τῆς κατηγορίας, τὴν ὁποίαν διετυπώσατε ἐναντίον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως;
§74Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὴν διετύπωσα καὶ ἄλλοτε καὶ τὴν γνωρίζετε.
§75Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πιστεύω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ μείνῃ ἐκτεθειμένη ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους καὶ ἀπέναντι τῆς Κοινῆς Γνώμης. Ὠνομάσατε τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως ὡς ἀνήθικον. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐγνώριζα τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι σᾶς ὤθησαν εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς βαρείας αὐτῆς κατηγορίας.
§76Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κατὰ μίαν συνεδρίασιν, ὄχι τῆς τελευταίας, ἀλλὰ τῆς προτελευταίας Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, προκειμένου νὰ ἐπικυρωθοῦν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, εἰς τὰ ὁποῖα περιείχετο ὡρισμένον νομοθέτημα, ἀνεκαλύφθη ὅτι εἶχον παρεμβληθῆ 4 ἄρθρα κατὰ πλαστογραφίαν, δολίως. Καὶ πρῶτος ὁ κ. Γονῆς εἶπεν: «Αὐτὸ εἶναι αἰσχρὸν» καὶ ἄλλοι βουλευταὶ εἶπον ὅτι «εἶναι ἀνήθικον», «εἶναι κακόηθες». Καὶ διεγράφησαν καὶ τὰ 4 ἄρθρα. Ἐὰν ἡ πρᾶξις αὐτὴ ἐγίνετο ὄχι εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ εἰς ἄλλο δημόσιον λειτούργημα, βεβαιότατα θὰ ἐπελαμβάνετο τὸ Κακουργιοδικεῖον διὰ νὰ δικάσῃ περὶ τῆς πλαστογραφίας.
§77Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς προέβησαν εἰς τὴν πλαστογράφησιν;
§78Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μέλος.
§79Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ἐγὼ ἀπεκάλυψα αὐτὴν τὴν πλαστογραφίαν, εἰς τὸ νομοσχέδιον «περὶ Ταμείου Νομικῶν» καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως ὁρμηθεῖσα ἀπὸ τοῦ γεγονότος τούτου, ἐζήτησε τὴν διαγραφὴν τῶν 4 ἄρθρων.
§80Θ. ΔΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄρα ἡ Ἐπιτροπὴ ἔκαμε τὸ καθῆκόν της.
§81Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως, ἔκαμε τὸ καθῆκόν της ἡ Ἐπιτροπή, ἐκ τῶν ὑστέρων.
§82Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ (Αʹ Ἀντιπρόεδρος). Ἡ ὑπόθεσις, τὴν ὁποίαν ὑπαινίσσεται ὁ κ. Κουλουμβάκης, ἔχει ὡς ἑξῆς.
§83Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ὑπαινίσσομαι, καταγγέλλω.
§84Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ (Αʹ Ἀντιπρόεδρος). Ὁ κ. Βαμβέσος, προέτεινε τροπολογίας τινὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου κανονικῶς, κανονικώτατα.
§85ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπὶ ποίου νομοσχεδίου;
§86Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ (Αʹ Ἀντιπρόεδρος). Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, περὶ Ταμείου Νομικῶν· αἱ τροπολογίαι αὗται ἐγένοντο ἀποδεκταὶ ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν. Ἡ Ἐπιτροπὴ οὔτε εἶπε ναί, οὔτε ὄχι, οὔτε πῆρε χαμπάρι. Δὲν ἐπρόσεξε τὰς τροπολογίας.
§87Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ἀνεγνώσθησαν.
§88Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ (Αʹ Ἀντιπρόεδρος). Ἅμα θέλουμε νὰ βγάλουμε ἀπὸ τὴν μυῖγα ξύγκι, βγάζουμε. Ὁ κ. Βαμβέτσος ἀπὸ τῆς θέσεώς του ἀνέπτυξε κανονικώτατα ὡρισμένας τροπολογίας τὰς ὁποίας, ἐπαναλαμβάνω, ἀπεδέχθη καὶ ὁ κύριος Ὑπουργός. Οἱ γράφοντες πρακτικογράφοι μαζὶ μὲ τὸν προϊστάμενόν των ἀνέγραψαν καὶ τοὺς λόγους τοῦ κ. Βαμβέτσου καὶ τὴν συγκατάθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ταῦτα ἀνεγράφησαν ἐπισήμως εἰς τὰ πρακτικὰ παρὰ τῶν ἀκουόντων. Τὰ πρακτικὰ τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἐδημοσιεύθησαν. Ὁ ἐκ τῶν βουλευτῶν ὅμως κ. Νικολαΐδης ἔφερεν ἀντίρρησιν ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἀντελήφθη καλῶς τὰς τροπολογίας.
§89Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Εἶπον ὅτι ἐπλαστογραφήθησαν τὰ πρακτικά. Αὐτὴν τὴν κατηγορίαν ἀπηύθυνα κ. Ἀντιπρόεδρε καὶ τὴν ἀπηύθυνα καὶ ἐναντίον ὑμῶν ὁ ὁποῖος ἐπεκυρώσατε τὰ πρακτικά.
§90Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ (Αʹ Ἀντιπρόεδρος). Κύριοι, ἐδῶ εὑρισκόμεθα πρὸ φωνασκιῶν καὶ πρὸ φράσεων αἱ ὁποῖαι δὲν ἁρμόζουν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὁ κ. Βαμβέτσος καλῶς διετύπωσε τὰς τροπολογίας του, ὁ κύριος Ὑπουργός, ὡς εἶχε δικαίωμα, τὰς ἀπεδέχθη, οἱ δὲ πρακτικογράφοι οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον καμμίαν ὠφέλειαν νὰ πλαστογραφήσουν τὰς ἀνέγραψαν. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὡς ἦτο ἑπόμενον, ὑπέγραψε τὰ πρακτικά, ὅπως τὰ ἔφερεν εἰς αὐτὸν ὁ Διευθυντὴς μετὰ τῶν γραψάντων καὶ τὰ ἀνέγνωσε τὴν ἑπομένην ἡμέραν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ἕως ἐδῶ μπορεῖ νὰ λέγῃ κανεὶς ὅ,τι θέλει ἀλλ’ οὔτε ὑπῆρξεν οὔτε ὑπάρχει πλαστογραφία καὶ δὲν ξεύρω τὶ ἄλλο. Ὅταν ἀνεκοινώθησαν τὰ πρακτικά, ἡ Ἐπιτροπὴ ἀναγνώσασα τὰ ἄρθρα ταῦτα ἐδήλωσεν ὅτι δὲν τὰ ἀποδέχεται ἢ μᾶλλον ὅτι δὲν τὰ ἀντελήφθη οὕτω πως ψηφισθέντα. Κατόπιν τούτου τὰ ἄρθρα διεγράφησαν. Αὐτὰ ἔλαβον χώραν. Ἐὰν ταῦτα ἀποτελοῦν πλαστογραφίαν ἢ πλαστοπροσωπείαν καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ εὐθύνη τῶν πρακτικογράφων οἱ ὁποῖοι εἶχον συμφέρον νὰ ἀλλοιώσουν τὰς φράσεις, τοῦ κ. Βαμβέτσου ἢ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀφίνω εἰς τοὺς κυρίους βουλευτὰς νὰ κρίνουν. Αὐτὸ εἶναι τὸ σφάλμα τὸ ὁποῖον διεπράχθη καὶ αὐτὸ σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ νὰ μὴ ὑφίσταται πλέον. Ἁρπαζόμεθα ἀπὸ ἓν ἐλάχιστον σημεῖον διὰ νὰ κατηγορήσωμεν τὰς Ἐπιτροπὰς Ἐξουσιοδοτήσεως, τὰς Ἐπιτροπὰς αἱ ὁποῖαι εἰργάσθησαν ὅσον ἔπρεπε φιλοτίμως, ὅσον ἔπρεπεν ἀξιεπαίνως καὶ ἀπέδωκαν ἔργον ὠφέλιμον, ὠφελιμώτατον.
§91Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τὶ σχέσιν ἔχει ἡ Ἐπιτροπὴ μὲ τὴν πλαστογραφίαν; Αὐτὸ μποροῦσε νὰ συμβῇ καὶ εἰς τὴν Βουλήν. (Φωναί: Σωστά. Σωστά).
§92Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ (Αʹ Ἀντιπρόεδρος, εἰς ζωηρὸν τόνον φωνῆς). Μὴ ἐπαναλαμβάνετε, κύριε συνάδελφε, τὴν φράσιν. Αὐτὴ εἶναι φράσις ἀπρεπεστάτη λεγομένη. Ὁ Γράψας καὶ οἱ πρακτικογράφοι ἔκαμαν πλαστογραφίαν;
§93Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μάρτυς μου ὁ Θεὸς ὅτι οὐδ’ ἐλαχίστην μομφὴν ἀπαγγέλλω κατὰ τῶν κ. κ. πρακτικογράφων.
§94ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπαλλάσσονται.
§95Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι τοὺς ἀπαλλάσσω, ἀλλὰ τοὺς θεωρῶ ἀθῳοτάτους.
§96ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἑπομένως ποῖος ὁ ἔνοχος;
§97Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ κύριος Γονῆς εἶπε πρῶτος τὴν λέξιν «αἰσχρόν».
§98Ε. ΓΟΝΗΣ. Ἀληθῶς καὶ ἐχαρακτηρίσθη κἄπως βαρεῖα ἡ φράσις ἀπὸ τὸν νῦν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι πράγματι τὰ ἄρθρα αὐτὰ ἀπὸ οὐδὲν τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐγένετο ἀντιληπτὸν ὅτι ἐψηφίσθησαν καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν καὶ ὁ κύριος Βαμβέτσος δὲν ἀντέλεξε καὶ οὕτως, ἐθεωρήθησαν ὡς μὴ ψηφισθέντα!
§99Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλὰ ἐγὼ ἐπιμένω, κύριοι, εἰς τὸ ἄρθρον 21 τοῦ Συντάγματος, τὸ θεμελιωδέστατον αὑτὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον δὲν δικαιοῦται νὰ θίξῃ οὔτε μία Συντακτικὴ Ἐθνοσυνέλευσις. Εἶναι πλάνη, πλάνη κλασσικοῦ τύπου, ὅτι ἡ Συντακτικὴ Ἐθνοσυνέλευσις εἶναι παντοδύναμος. Παντοδύναμος εἶναι μόνον ὁ Θεός. Οἱ ἄνθρωποι οὔτε μεμονωμένως οὔτε καθ’ ὁμάδας εἶναι παντοδύναμοι. Αἱ νομικαὶ διατάξεις ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι δὲν συμβιβάζονται πρὸς τὸ περὶ δικαίου αἴσθημα τῆς πεπολιτισμένης ἀνθρωπότητος, διδάσκουν ἐγκυρότατοι συγγραφεῖς, εἶναι ἄκυροι. Ἑπομένως οὐδεμία Συντακτικὴ Ἐθνοσυνέλευσις ἔχει δικαίωμα νὰ θίξῃ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι θεμελιωδῶς συμβιβάζονται πρὸς τὸ περὶ δικαίου αἴσθημα τῶν πεπολιτισμένων ἀνθρώπων, τῶν σημερινῶν. Τὸ νὰ πηγάζουν ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι ἐκ τοῦ Ἔθνους εἶναι τὸ θεμέλιον τῆς Δημοκρατίας, εἶναι τὸ κύριον αὐτῆς συστατικόν. Δὲν ἔχει δικαίωμα οὐδεμία Συντακτικὴ Ἐθνοσυνέλευσις, ὅπως εἶναι καὶ ἡ ἰδική μας, νὰ θίξῃ τὴν διάταξιν ταύτην καὶ ἑπομένως τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν ἀπὸ τὸν λαόν, ἀπὸ τὸ Ἔθνος, δὲν ἔχομεν, λέγω, δικαίωμα νὰ τὴν μεταδώσωμεν εἰς μίαν Ἐπιτροπήν. Διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐγὼ θὰ ἠρώτων, διατὶ δὲν δικαιοῦται καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἐξουσιοδοτήσῃ μίαν ὑποεπιτροπήν, ἐὰν ἡ Συνέλευσίς μας δικαιοῦται νὰ διορίσῃ μίαν πρὸς νομοθέτησιν Ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν μελῶν της; Διατὶ δὲν δικαιοῦται, κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον, νὰ ἀναθέσῃ τὴν νομοθεσίαν, ὅπως εἶπον προηγουμένως, καὶ εἰς τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον Παρακαμπυλίων.
§100Ε. ΓΟΝΗΣ. Ἐγένετο μὲ τὸ ἐνοικιοστάσιον!
§101Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγένετο καὶ μὲ τὸ ἐνοικιοστάσιον καὶ ἐπροκόψαμεν!! Κρίσεις περὶ τοῦ τεχνικοῦ του μέρους καὶ περὶ τοῦ ἠθικοῦ του μέρους, ἂς μὴ ἐκφέρω. Κύριοι, ἐκάμαμεν μίαν ἐπανάστασιν εἰς τὰ 1909, ὡρμήσαμεν εἰς μεγάλας καὶ γενναίας πράξεις μέχρι τοῦ 1915 καὶ ἐδιπλασιάσαμεν τὴν Ἑλλάδα ὡς Κράτος καὶ ἐδοξάσαμε τὸ Ἔθνος μας. Ἀπὸ τοῦ 1915 ὅμως κλυδωνιζόμεθα ἐν μέσῳ παρανομιῶν, κινημάτων, αὐθαιρεσιῶν καὶ διὰ τοῦτο σήμερον κινδυνεύομεν. Καὶ ἡ 4η Αὐγούστου, κύριοι, ἀνηγορεύθη, διότι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πολιτικοὶ ἡγέται καὶ τότε κατέκριναν τὸν νόμιμον ὡς καὶ τὸν ἐν γένει Κοινοβουλευτισμόν! Δὲν θέλω νὰ προχωρήσω διότι θὰ εἶμαι αὐστηρός. Ἀλλὰ διαμαρτύρομαι, κύριοι, διότι καὶ σήμερον ἤκουσα νὰ λέγουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀπασχολοῦν πολλάκις τὴν Βουλὴν ἐπὶ ὥρας, ὅτι κηρύσσονται ἐναντίον τῆς μακρηγορίας. Βεβαίως, κύριοι, ἡ μακρηγορία προκαλεῖ ἐνίοτε ἕνα τινὰ ἐκνευρισμόν, ἀλλὰ δὲν βλάπτει, δὲν καταστρέφει ἡ μακρηγορία. Δὲν προκαλεῖ ἡ μακρηγορία κινδύνους, ἐνῷ ἡ σιωπὴ τῆς Βουλῆς, ἡ ὑποταγὴ αὐτῆς, ὁ ἐξευτελισμὸς αὐτῆς, προκαλεῖ κινδύνους καὶ ἐπιφέρει καταστροφάς! Δὲν δύνασθε, κύριοι, νὰ λέγετε ὅτι εἶναι μεγάλοι οἱ κίνδυνοι τοῦ Ἔθνους σήμερον, τρομεροὶ οἱ κίνδυνοι τῆς Πατρίδος μας, δύναται ὅμως νὰ τοὺς ἀντιμετωπίσῃ τάχα οἱοσδήποτε ἄλλος ἐκτὸς τῆς αἰθούσης τῆς Λαϊκῆς Ἀντιπροσωπείας εὑρισκόμενος καὶ δρῶν; Ποῖον πρόγραμμα ἔχει νὰ ἐξετάσῃ σήμερον ἡ Κυβέρνησις, ποίου εἴδους νομοθετήματα χρησιμεύουν εἰς τὸν τόπον μας; Ἕν εἶναι σήμερον τὸ καθῆκον, ἓν καὶ μόνον, νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὴν δημοσίαν τάξιν. Δὲν θέλομεν νὰ ἐπιψηφίσωμεν κανένα νόμον, ἀλλὰ νὰ εἴμεθα ἐδῶ παρόντες οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, νὰ ἀντιμετωπίζουν ὅλας τὰς περιστάσεις, νὰ συγκρατῶμεν καὶ νὰ ἐνθαρρύνωμεν, νὰ ἀποτρέπωμεν ἀλλὰ καὶ νὰ παροτρύνωμεν. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἐγὼ καὶ ὑπὸ ἔποψιν νομικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν πατριωτικῶν ἀναγκῶν καὶ ὑπὸ ἔποψιν οἱωνδήποτε περιστάσεων καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς καὶ διὰ νὰ τηρῆται ὁ σεβασμὸς ὁ διηνεκὴς πρὸς τὸ πολίτευμα τὸ ἐλεύθερον, πρὸς τὸ πολίτευμα τῆς Δημοκρατίας, πρὸς τὸ πολίτευμα τὸ Κοινοβουλευτικὸν κηρύσσομαι μὲ ὅλην μου τὴν ψυχὴν ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ ψηφίσματος καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν μας. Προσέχετε, κύριοι συνάδελφοι, παρασυρόμεθα ἐνίοτε, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ὅλην τὴν συνείδησιν τῶν δικαιωμάτων μας. Εἶπον καὶ προχθές, λέγω καὶ σήμερον πρὸς ὑμᾶς: Τὰ συνταγματικὰ ζητήματα δὲν εἶναι ζητήματα κομματικά. Τὰ Συνταγματικὰ ζητήματα πηγάζουν ἀπὸ τὴν κυριαρχίαν τοῦ Ἔθνους ἐνεργοῦνται δὲ ὑπὸ τῆς κυριάρχου νομικῆς βουλήσεως τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ ἕκαστος βουλευτὴς ψηφίζει περὶ αὐτῶν κατὰ τὴν πεποίθησίν του καὶ οὐχὶ καὶ κατὰ ὑποχωρήσεις τινὰς ἀπέναντι τοῦ Κόμματός του. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἀπὸ τοῦ 1910 παρ’ ἡμῶν λελυμένον. Δὲν ἔχει ἡ Κυβέρνησις δικαίωμα νὰ θέτῃ ζητήματα ἐμπιστοσύνης, προκειμένου περὶ Συνταγματικῶν διατάξεων καὶ θεμάτων. Παρασυρόμεθα, ἐπαναλαμβάνω. Χθές, ὑπείκοντες εἰς τὸ «θλιβερὸν καθῆκον» καθὼς εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, ἐμείναμεν σύμφωνοι καὶ δὴ μὲ ἕνα ἐνθουσιασμόν, μὲ μίαν γενικὴν εὐχαρίστησιν, ὅπως αἱ προθεσμίαι τῆς ἀμνηστίας μὴ εἶναι μακρότεραι τοῦ ἑνὸς μηνός. Καὶ σήμερον ἀνέγνωσα εἰς τὰ πρακτικά, διότι ἕνεκα κοπώσεως χθὲς ἀπῆλθον τῆς αἰθούσης, ἀνέγνωσα ὅτι ἐπανῆλθον πάλιν οἱ δύο μῆνες καὶ πρόκειται νὰ ἀπουσιάσωμεν ἐπὶ 1½ μῆνα, καὶ ἀνάγνωσα σήμερον εἰς ἐφημερίδα μίαν εἴδησιν τρομακτικήν, κυριολεκτικώτατα τρομακτικήν, ὅτι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, ἀκούσατε, ἀκούσατε, κύριοι ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα οἱ τυγχάνοντες ἀμνηστίας προδόται θὰ ἐνταχθοῦν εἰς τὸν τακτικόν μας στρατόν. Δύνασθε νὰ σκεφθῆτε, νὰ φαντασθῆτε ἀτιμότερον καὶ τρομερώτερον κίνδυνον διὰ τὴν χώραν μας;
§102ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἤδη ὑπηρετοῦν πολλοί, κύριε συνάδελφε.
§103Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτό, κύριε συνάδελφε, εἶναι ἀθέλητος ἀνωμαλία. Ἐνῷ τοῦτο, θὰ εἶναι ἓν δεινόν καὶ ἠθελημένον κατὰ τοῦ Ἔθνους πλῆγμα. Πῶς λοιπὸν νὰ ἀπουσιάσωμεν ἀπὸ ἐδῶ; Καὶ νὰ μὴ ἐπιβλέπωμεν ἑκάστην ἐνέργειαν ὅταν ἐξεδόθη, ὅπως εἶπον καὶ χθές, ἐγκύκλιος, λέγουσα, ὅτι ὑπάρχουν πατριῶται εἰς τὰς τάξεις τοῦ ΕΛΑΣ; Πῶς θέλετε νὰ μὴ ὑποπτεύωμεν; Δὲν ἀποδίδω δόλον εἰς τὴν ἐγκύκλιον περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλῶ, δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ κανεὶς τὴν ἀντίληψιν ὅτι, ἐγὼ συνηθίζω νὰ ὑποκρίνωμαι, νὰ λέγω ὅ,τι δὲν πιστεύω. Δὲν πιστεύω, λοιπόν, ὅτι πρόκειται περὶ δόλου. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ μιᾶς ἀπροσεξίας ἡ ὁποία προκαλεῖ φόβον. Πῶς θέλετε νὰ ἀπουσιάσωμεν, πῶς θέλετε νὰ μὴ φοβούμεθα ἕνεκα τῆς ἀπουσίας αὐτῆς; Νομίζουν, τέλος πάντων, ὅτι τοὺς ἐνοχλοῦμεν συζητοῦντες ἐδῶ καὶ μακρηγοροῦντες; Δὲν εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι μακρηγοροῦμεν, ἀλλὰ καὶ ἐὰν μακρηγορῶμεν ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι τοῦτο μέγα κακόν. Ἐὰν μερικοὶ ἐκνευρίζωνται ἐκ τούτου, μία ἀσπιρίνη ἢ καὶ δύο, κατευνάζουν τὰ νεῦρα. Ἡ σιωπὴ τῆς Βουλῆς μὲ τρομάζει ἐμέ. Λοιπόν, ἐὰν ἐκνευρίζωνται ἐπὶ τέλους, νὰ εἶναι ἡ Βουλὴ παροῦσα, νὰ συνέρχεται δὲ ἐπὶ ὡρισμένην διάρκειαν καθ’ ἑκάστην, ἢ καὶ ἀνὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας ἀλλὰ νὰ εἶναι ἡ Βουλὴ παροῦσα, καὶ ὄχι νὰ κληθῇ μόνον ἐὰν τὸ κρίνῃ καλὸν ἡ Κυβέρνησις. Κύριοι συνάδελφοι, πράξατε ὅ,τι καλύτερον νομίζητε. Δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ἐπηρεάσω ὑμᾶς. Δὲν δύναμαι νὰ ἔχω, δὲν δικαιοῦμαι νὰ ἔχω δικαίωμα, οὔτε ἔχω ἑπομένως ἀξίωσιν, διότι εἶναι μόνον μεγάλαι ἡγετικαὶ προσωπικότητες (!) αἱ δυνάμεναι νὰ ἐπιβληθοῦν, ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ νὰ πιστεύσητε καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ διαφωτίσῃ ὁ σεβαστός μου Ἀρχηγός, τὸν προκαλῶ, ἐὰν εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι, ἐγὼ ἔθεσα ὡς ὅρον, ὅτι δὲν ἔχω καμμίαν ἀξίωσιν, δὲν διεκδικῶ καμμίαν φιλοδοξίας θέσιν. Τὸ ἔθεσα ὡς ὅρον, ὅτι δὲν τοῦ ἐπιτρέπω νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην πρότασιν πρὸς ἐμέ, ἀλλὰ ἰσχυρίζομαι, ὅτι ὡμίλησα πρὸς ὑμᾶς πάντοτε τὴν ἀλήθειαν, καὶ μόνην τὴν ἀλήθειαν, ἐὰν δὲ δὲν μὲ ἀκούετε δέν εἶμαι ἐγὼ ὑπαίτιος, οὔτε ὑπεύθυνος, εἶμαι μόνον ὑπεύθυνος διότι δὲν μὲ ἐπροίκισεν ὁ Θεὸς μὲ περισσοτέραν ἱκανότητα διὰ νὰ σᾶς πείθω. (Χειροκροτήματα).
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Λεονάρδος ἔχει τὸν λόγον.
§105Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐναντίον τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον καθιερώθη ὡς ἔθιμον εἰς ἑκάστην ἐρχομένην Κυβέρνησιν νὰ παρέχεται μία προθεσμία μέχρις οὗ κατατοπισθῇ μὲ τὰ νομοθετήματά της καὶ τὸ ἔργον της, θὰ ἦτο ἀνακόλουθος ἡ Βουλὴ ἐὰν ἀρνηθῇ τὴν αἰτουμένην διακοπὴν καὶ πρὸς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Ὅταν ὅμως δὲν θὰ ὑπάρχῃ Βουλὴ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ Ἐπιτροπὴ Νομοθετικῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Τὸ ἔργον τῶν διαφόρων ἐπιτροπῶν ἐξουσιοδοτήσεως ὑπῆρξε καρποφόρον, ὑπῆρξεν ὠφέλιμον, ὑπῆρξεν ἐξυπηρετικόν, διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Τὰ νομοθετήματα ἐν τῇ Νομοθετικῇ Ἐπιτροπῇ ἰδιαίτατα ἐμελετῶντο καὶ ἐξονυχιστικῶς ἀπὸ ὅλην τὴν Ἐπιτροπὴν παρηκολουθοῦντο.
§106Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Οὔτε ἀπεραντολογίαι, οὔτε ἀμετροέπειαι ὑπῆρξαν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§107Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἐὰν εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐπιτροπὴν διεπράχθη ἕνα λάθος, ἀνθρώπινον εἶναι, δὲν εἶναι δὲ οὔτε ὡς τὸ ἐχαρακτήρισε κάποιος φίλος μου διότι τρομάζω μὲ τὴν φράσιν ποὺ μετεχειρίσθη, οὔτε ὅπως ἠθέλησε νὰ τὸ παρουσιάσῃ ὁ κ. Κουλουμβάκης, ὁ ὁποῖος κάθεται ὅταν πρόκειται νὰ τὸν ἀκούσουν καὶ φεύγει ὅταν πρόκειται νὰ ἀκούσῃ τοὺς ἄλλους. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἐκάθησε καὶ αὐτὸς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ παρηκολούθησε τὰς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς, τὴν κατηγόρησε δέ, ὅταν δὲν ἦτο εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Τί ἦτο τέλος πάντων αὐτό, τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζεται ὡς τρομακτικόν, καὶ τὶ ἔγινεν; ὑπάρχει εὐθύνη τοῦ Προέδρου ἐν προκειμένῳ καὶ τὶ ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ ὁ Πρόεδρος, ὅστις κάθεται εἰς τὴν ἕδραν του. Ἠμπορεῖ ὁ Πρόεδρος νὰ παρακολουθῇ τὰς συζητήσεις καὶ νὰ τὰς διατηρῇ καὶ τοὺς πρακτικογράφους νὰ ἐπιβλέπῃ ὅταν γράφουν; Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον συντάσσονται τὰ πρακτικά, τυπώνονται καὶ τὴν ἑπομένην σᾶς διανέμονται, πρὸς διόρθωσιν. Εἶπον τότε, μερικοὶ βουλευταὶ ὅτι τὸ Α, Β, Γ, ἡμεῖς δὲν τὸ ἐδέχθημεν καὶ ἐγὼ διέταξα τὴν διαγραφήν. Αὐτὸ λέγεται πλαστογραφία καὶ ἔγκλημα; Καὶ πρέπει ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου νὰ κατηγορήσωμεν ὅλην τὴν ἐργασίαν τῆς Νομοθετικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ νὰ ρίψωμεν μομφὰς ἐναντίον τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκουράσθησαν καθ’ ὅλον τὸ παρελθὸν ἔτος;
§108Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Αὐτὸ ναί, ἀλλ’ ὁ Πρόεδρος δὲν εἶναι τύποις, ὁ Πρόεδρος παρακολουθεῖ τὰ πρακτικά.
§109Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Τὴν εὐθύνην τὴν εἶχεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὸν ὁποῖον ἐδόθησαν αἱ τροπολογίαι τοῦ συζητουμένου νομοθετήματος διὰ νὰ εἴπῃ ποία δέχεται. Ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ποίας τροπολογίας δέχεται, ἀλλ’ ἐμονόγραψεν αὐτὰς καὶ τὰς ἔδωσεν εἰς τὸν κ. Γράψαν. Οὔτε ὁ κ. Βαμβέτσος πταίει, οὔτε κανείς, Ὁ τότε Ὑπουργὸς ἀντὶ νὰ εἴπῃ ποίας τροπολογίας δέχεται, ἔβαλε μίαν μονογραφὴν καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν, ἐδημοσιεύθησαν καὶ κατόπιν διεγράφησαν λόγῳ τοῦ ἐγερθέντος θορύβου.
§110Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ κ. Βαμβέτσος, ἀνέπτυξε τὰς τροπολογίας εἰδικῶς εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ἀλλ’ ἀσχέτως μὲ αὐτὰ ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Τουρκοβασίλην λέγει, ὅτι ὁ Πρόεδρος βεβαίως δὲν εἶναι τύποις, παρακολουθεῖ τὰ πρακτικὰ καὶ τὰ βλέπει, ἀλλὰ καὶ ἐὰν ὑποθέσῃ τις ὅτι ὁ Πρόεδρος θὰ ἔχῃ ἕνα κεφάλι ὅση εἶναι ἡ αἴθουσα αὕτη καὶ ἄλλο τόσο μυαλό, πάλιν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρακολουθήσῃ τὰς φράσεις καὶ τὰς λέξεις, ποὺ διατυποῦνται. Δι’ αὐτὸ ὑπάρχουν οἱ συνεργάται του, οἱ πρακτικογράφοι καὶ ὁ διευθυντὴς τῶν πρακτικῶν οἱ ὁποῖοι εἶναι ἔμπιστα πρόσωπα καθὼς γνωρίζετε, καὶ κατόπιν ἡ ἐπιτροπὴ ἥτις ὑποχρεοῦται, πρὶν τὰ κυρώσῃ νὰ τὰ ἐλέγχῃ. Καὶ τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐπιτροπῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Ἐγὼ δὲν διεκρίθην περὶ τὰ συνταγματικὰ ζητήματα, ἤκουσα ὅμως ὅτι ἄλλοι ἀποκαλοῦν τὴν παροῦσαν ἐθνοσυνέλευσιν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν καὶ ἄλλοι Συντακτικὴν Βουλήν, καὶ ὁ κ. Κουλουμβάκης εἶπεν ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ ἔχει γιαταγάνι καὶ κόβει κεφάλια. Δὲν κατωρθώσαμεν ἀκόμη νὰ δώσωμεν τὸν πραγματικὸν χαρακτηρισμὸν τῆς Βουλῆς. Τί εἴμεθα τέλος πάντων; Εἴμεθα ἁπλῆ Βουλή, τότε βεβαίως ἔχομεν περίοδον καὶ συνόδους. Εἴμεθα Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ δι’ ὡρισμένον ἔργον, τότε δὲν ὑπάρχει περίοδος οὔτε σύνοδοι.
§111Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ἔχετε λάθος.
§112Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ ἔχω λάθος, ἀλλὰ ἡ Βουλὴ τοῦ 1911 ἐξελέγη, ἔκαμεν ἀμέσως τὸ ἔργον της, ἔκαμε τὸ Σύνταγμα, διελύθη καὶ ἔγιναν ἐκλογαὶ ἁπλῆς Βουλῆς. Τώρα εἶπε τις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ὅτι ἔχω λάθος. Καὶ ποῖος εἶπεν ὅτι, ἔχομεν ὅλοι τὸ ἴδιο μυαλό; Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι δὲν ὑπάρχουν σύνοδοι καὶ κατὰ συνέπειαν θὰ ἦτο ἀρκετὴ ἡ διατύπωσις ὅτι, ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, διακόπτει τὰς ἐργασίας της διὰ τὴν 1ην Νοεμβρίου. Διὰ τὸ ζήτημα τῆς κυρώσεως τῶν συνθηκῶν ὡμίλησαν ἄλλοι. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶπεν, ὅτι θὰ κάμῃ χρῆσιν, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ ζήτημα ἐπείγει καὶ βεβαίως ἡμεῖς δὲν εἴμεθα οὔτε Συμβούλιον Ἐπικρατείας, οὔτε Ἄρειος Πάγος, ἡμεῖς εἴμεθα Σῶμα πολιτικὸν καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν στενῶς. Εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν παραστῇ ἀνάγκη, νὰ κυρωθῇ μία συνθήκη, ἐὰν τὸ θέλῃ τὸ Ἔθνος καὶ αἱ ἀνάγκαι τὸ ἀπαιτοῦν, ὀφείλομεν νὰ τὸ κάμωμεν, διότι ἄλλως ἡ ἐπιτροπὴ προδίδει. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ τελευταῖον ἄρθρον ἐγὼ δὲν τὸ πιστεύω, ὅτι ἐπιδιώκει, ὅ,τι γράφει.
§113Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Παράκλησις τοῦ κ. Χέλμη εἶναι διὰ νὰ μὴ χαθῇ καιρός.
§114Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὰ μυστήρια αὐτά, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν ἐπιδιώκει τὸν σκοπὸν αὐτόν. Ἡ ἀλήθεια εἶναι μία, ὅτι τὰ νομοσχέδια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἤχθησαν πρὸς συζήτησιν καὶ κανένα ἀπ’ αὐτά, δὲν παρεπέμφθη εἰς εἰσηγητήν. Ἄρα δὲν πρόκειται περὶ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, ὥστε νὰ ὑπάρξῃ ὠφέλεια χρόνου. Ἐὰν θὰ εἰσαχθοῦν τὰ νομοσχέδια αὐτὰ πάλιν ὁ Πρόεδρος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τὰ παραπέμψῃ εἰς εἰσηγητάς.
§115Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Εἶναι ἡ κλασσικὴ διάταξις τοῦ νέου Κανονισμοῦ, δυνάμει τοῦ ὁποίου, ὅταν ἔγινεν εἰσήγησις δὲν ξαναγίνεται καὶ τοῦτο δι’ ἐξοικονόμησιν χρόνου.
§116Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα τῆς ὑπάρξεως ἐκθέσεως δὲν σημαίνει τίποτε, δεδομένου, ὅτι δὲν θὰ εἶναι τὰ αὐτὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν εἶναι ὥρα νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ ποίου πρόκειται. Κατὰ συνέπειαν τῶν ὅσων εἶπον πρόκειται καὶ ἐγὼ νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ ψηφίσματος τούτου. (Χειροκροτήματα).
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀπὸ 13. 9.1947 ἔγγραφον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἔχον οὕτω: «Πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων. Ἔχω τὴν τιμήν, νὰ παρακαλέσω, ὅπως εὐαρεστούμενοι ἀνακοινώσητε εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς διὰ Διατάγματος ὑπὸ σημερινὴν χρονολογίαν εὐηρεστήθη νὰ διορίσῃ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Δημοσίων Ἔργων τὸν κ. Σταῦρον Νικολαΐδην. Δεχθῆτε, ἀξιότιμε, κύριε Πρόεδρε, τὴν διαβεβαίωσιν τῆς ἐξαιρέτου πρὸς Ὑμᾶς ὑπολήψεώς μου. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου Θ. Σοφούλης». (Χειροκροτήματα). Ὁ κ. Η. Μπάτζιος ἔχει τὸν λόγον.
§118Η. ΜΠΑΤΖΙΟΣ. Παρὰ τὸ γεγονός, κ. βουλευταί, ὅτι εἶναι ἡ τετάρτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν ζητεῖται ἐπιμόνως διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Βουλῆς, ἐν τούτοις νομίζω, ὅτι ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ δεχθῶμεν τὸ αἴτημα αὐτὸ τῆς νέας Κυβερνήσεως, διότι φρονῶ, ὅτι πρέπει αὕτη νὰ ἀφεθῇ ἀπερίσπαστος εἰς τὰ ἔργα της. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ νέαν διακοπὴν διὰ νὰ ἀφεθῇ ἀπερίσπαστος εἰς τὸ ἔργον της ζητεῖ καὶ τὴν σύνθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Βεβαίως τιμᾷ τὴν Κυβέρνησιν τοῦτο διότι δὲν θέλει αὕτη νὰ κρατήσῃ τὸ ἔργον τὸ νομοθετικὸν ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, παρίσταται ἀνάγκη Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως; Κατελήξαμεν, κύριοι, τὰς ἐξαιρέσεις νὰ τὰς μεταβάλωμεν εἰς κανόνας. Ἐνῷ ὁ κανὼν εἶναι ἡ Βουλὴ νὰ συνεδριάζῃ ἡμεῖς ἀπεστρέψαμεν τοὺς ὅρους καὶ κατὰ τὸ 15μηνον διάστημα ποὺ ἐργαζόμεθα τὸν περισσότερον χρόνον ἀπησχολήθημεν μὲ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ τὸν ὀλιγώτερον μὲ τὸ Σῶμα. Οὕτω ἀπεξενώσαμε τὴν Βουλὴν τῶν δικαιωμάτων της καὶ ἐδημιουργήσαμε μίαν προνομιακὴν τάξιν διότι κατὰ κανόνα, αἱ ἐπιτροπαὶ ἐξουσιοδοτήσεως ἀπαρτίζονται ἀπὸ τοὺς αὐτοὺς ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον συναδέλφους. Ἀνεξαρτήτως τῆς αἱμορραγίας τοῦ κρατικοῦ προϋπολογισμοῦ τὴν ὁποίαν συνεπάγεται ἡ ἑκάστοτε σύστασις Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ ἀποτελεῖ ἡ αἱμορραγία αὐτὴ μίαν μονάδα ὄχι εὐκαταφρόνητον, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤθελα νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι ὅτι εἰδικῶς κατὰ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα οὐδεὶς λόγος συντρέχει νὰ καταρτισθῇ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως. Κατὰ τὸν προηγούμενον μῆνα ἐψηφίσθησαν 54 νόμοι ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως. Ἐὰν ρίψητε ἓν βλέμμα θὰ ἴδητε ὅτι ἐκτὸς τοῦ χωλοῦ νόμου τῆς ἀνοικοδομήσεως, ἐὰν ἐξαιρέσητε αὐτὸν τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ πράγματι σπουδαῖον καὶ κύριον νομοθέτημα, οὐδὲν ἄλλο νομοθέτημα εἶναι ἄξιον λόγου διότι ἢ πρόκειται περὶ προσωπικῶν νομοθετημάτων ἢ περὶ ὅλως τυπικῶν νομοθετημάτων. Συντρέχουν λόγοι νὰ καταρτίζωνται ἑκάστοτε ἐπιτροπαὶ Νομοθετικῶν Ἐξουσιοδοτήσεων ὅταν δὲν πρόκειται περὶ σοβαρῶν νόμων; Φρονῶ λοιπόν, κύριοι, ὅτι δὲν παρίσταται ἀνάγκη τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Μία ἐκ τῶν περισσοτέρων νόσων ἀπὸ τὰς ὁποίας πάσχει τὸ πολίτευμά μας εἶναι καὶ ἡ πολυνομία. Ἔχομεν τόσους πολλοὺς νόμους ὥστε θὰ ἠμπορούσαμεν νὰ διεκδικήσωμεν τὸν τίτλον τοῦ μεγάλου ἐξαγωγέως, ἀπὸ τὰ ἄλλα κράτη. Νομίζω ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ διάστημα τῶν 45 αὐτῶν ἡμερῶν παρίστατο ἀνάγκη νομοθετικῆς ρυθμίσεως, τότε δὲν θὰ ἦτο σπουδαῖον πρᾶγμα νὰ χορηγήσωμεν τὸ δικαίωμα αὐτῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§119Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Ὄχι.
§120Η. ΜΠΑΤΖΙΟΣ. Ὄχι, λέγει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δηλαδὴ πρέπει νὰ κρατήσωμεν τὰ προσχήματα. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι παρίσταται ἀνάγκη νὰ ξεφουρνίζωμεν καθημερινῶς νόμους, ἀλλὰ καὶ ἐὰν παρίσταται τοιαύτη ἀνάγκη δὲν νομίζω ὅτι δὲν παρέχει τὴν ἐγγύησιν ἡ Κυβέρνησις ὅτι θὰ ἠμποροῦσε νὰ τοὺς κάμῃ ἡ ἰδία. Γνωρίζω ὅτι ἡ πρότασίς μου δὲν πρόκειται νὰ εἰσακουσθῇ ἀλλὰ τὴν λέγω ἔστω καὶ ὡς διαμαρτυρίαν διότι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ δημιουργοῦνται προνομιακαὶ τάξεις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ σᾶς διαβιβάζω καὶ τὰς ἀπόψεις τοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀπέστειλεν ἐδῶ καθ’ ἃς δὲν πρέπει νὰ καταργούμεθα καὶ νὰ ἐξαποστελλώμεθα ἑκάστοτε εἰς ἀόριστον ἄδειαν.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Π. Παπαληγούρας ἔχει τὸν λόγον.
§122Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου καὶ εἶμαι ὑπὲρ τοῦ σχεδίου ὅπως ἐτροποποιήθη ἀπὸ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν. Ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα μόνον διὰ νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν καὶ μίαν πιστοποίησιν. Ἡ παρατήρησις ἀφορᾷ ὅλα γενικῶς τὰ προκύψαντα Συνταγματικὰ ζητήματα. Ἀνεπτύχθη ἡ θεωρία ἐκ μέρους ὅλων τῶν συναδέλφων ποὺ εἶναι ἐναντίον τῆς ἐξουσιοδοτήσεως ὅτι δῆθεν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μεταβιβάσῃ οἱανδήποτε ἐξουσίαν εἴτε συντακτικὴν εἴτε ἄλλην εἰς ἄλλο Σῶμα. Ἡ θεωρία αὐτὴ προϋποθέτει τὴν παραδοχὴν μιᾶς μεταφυσικῆς ἰδέας περὶ τῆς φύσεως τῶν κανόνων τὴν ὁποίαν ἐγὼ τοὐλάχιστον, δὲν ἠμπορῶ νὰ παραδεχθῶ, καὶ θὰ ἐξηγήσω ἀμέσως. Τὸ δίκαιον εἶναι ἕνα σύστημα κανόνων τὸ ὁποῖον ἀπορρέει ἀπὸ τὴν παραδοχὴν ἑνὸς θεμελιώδους γενικοῦ τυπικοῦ κανόνος. Εἰς τὴν περίπτωσιν τὴν ἰδικήν μας, ὁ γενικὸς καὶ θεμελιώδης κανὼν εἶναι ἁπλούστατα ὁ κανὼν ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι ἡ παροῦσα Συνέλευσις εἶναι εἴτε Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, εἴτε Συντακτικὴ Συνέλευσις. Ἐγὼ δέχομαι νὰ παραδεχθῆτε οἱονδήποτε τῶν δύο αὐτῶν κανόνων θέλετε, εἴτε τὸν ἕνα εἴτε τὸν ἄλλον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀπ’ ἐκεῖ καὶ πέρα δὲν ὑπάρχει καμμία ἄλλη, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ τυπικὴ δέσμευσις καὶ παραδέχομαι ὅτι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ὁ κυρίαρχος νομοθέτης, ἢ ὁ νομοθέτης καθ’ ὅσον εἶναι κυρίαρχος εἶναι πράγματι τυπικῶς καὶ νομικῶς παντοδύναμος. Φυσικὰ δὲν εἶναι παντοδύναμος εἰς τὴν οὐσίαν καὶ φυσικὰ ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ τὸ τυπικὸν δικαίωμα νὰ θεσπίσῃ οἱονδήποτε κανόνα δικαίου, θὰ ἦτο ὅμως βλάξ, εἴτε δὲν θὰ ἐστέκετο πολιτικῶς, ἐὰν ἐθέσπιζε κανόνας ἀντικειμένους πρὸς τὴν πολιτικήν, εἴτε τὴν κοινὴν συνείδησιν τοῦ Ἔθνους, ὥστε νὰ ἀνατρέπεται ἀπὸ τὴν κοινὴν γνώμην, εἴτε ἀπὸ μίαν λαϊκὴν ἐπανάστασιν, εἴτε ἀπὸ τὴν εἰρωνείαν τοῦ κοινοῦ. Ἐπομένως τυπικῶς εἶναι παντοδύναμος, οὐσιαστικῶς βεβαίως δεσμεύεται. Αὐτὴ εἶναι ἡ παρατήρησις. Ἔρχομαι εἰς τὴν πιστοποίησιν. Πιστοποιῶ, κύριοι, ὅτι τὸ νομοθετικὸν ἔργον δὲν συντελεῖται πλέον DE FA-CTO ἀπὸ τὴν Βουλὴν συνεδριάζουσαν ἐν τῇ ὁλομελείᾳ της, ἀλλὰ συντελεῖται ἀπὸ τὰς ἑκάστοτε Ἐπιτροπὰς Ἐξουσιοδοτήσεως. Αὐτό, κύριοι, ἠμπορεῖ νὰ μᾶς ἀρέσῃ, ἠμπορεῖ νὰ μὴ μᾶς ἀρέσῃ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ παραγνωρίσωμεν αὐτὸ τὸ γεγονός. Ἐμὲ οὔτε μὲ λυπεῖ, οὔτε μὲ ἐνθουσιάζει τὸ γεγονός, συνάγω συμπεράσματα ἐκ τοῦ γεγονότος. Δὲν προβαίνω, κύριοι, εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὅλοι γνωρίζετε ποία εἶναι, τὴν ἔχουν ἀναπτύξει ἄλλοι συνάδελφοι πρὸ ἐμοῦ. Ἐννοῶ τὴν πρότασιν, ἡ ὁποία ἔγινεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος κυρίως ἀπὸ τὸν κ. Βαμβέτσον, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλους συναδέλφους περὶ τῆς ὁριστικῆς πλέον ἀποφάσεως τοῦ Σώματος, δυνάμει τῆς ὁποίας θὰ ὑποδιαιρεθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τμήματα. Θέλω μόνον, κύριοι, καὶ μὲ αὐτὸ τελειώνω, νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ ἐκείνους τοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἐξαιρετικῶς κήδονται τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν προνομίων τοῦ Σώματος. Νομίζω ὅτι μὲ τὴν συντηρητικότητα καὶ ἄρνησίν των νὰ παραδεχθοῦν τὰς σκέψεις, ποὺ πρῶτον ἐπεκράτησαν εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, δὲν ηὔξησαν τὴν ἐξουσίαν τῆς Βουλῆς ἀλλὰ τὴν ἐμείωσαν. Ἁπλούστατα, κύριοι, κάθε τόσον δίδονται ἐξουσιοδοτήσεις, διότι δὲν ἠμποροῦμεν ἄλλως νὰ νομοθετήσωμεν. Ἐὰν εἴχατε παραδεχθῆ τὰς ἰδικάς μας θεωρίας τότε τουλάχιστον θὰ ὑπῆρχεν ἡ Βουλὴ ὡς Σῶμα ἐλέγχον, ἐνῷ τώρα, κατηργήσατε τὸν ἔλεγχον θέλοντες δῆθεν νὰ σώσετε τὸν κοινοβουλευτισμόν. Χρειάζεται νὰ ἀντιληφθῶμεν ὅτι ὁ κοινοβουλευτισμός, δὲν δύναται νὰ ἐπιζήσῃ εἴτε τὸ θέλομεν εἴτε ὄχι παρὰ μόνον ἐὰν ἔχωμεν τὴν διάθεσιν νὰ τὸν ἀναμορφώσωμεν. (Χειροκροτήματα).
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Μαντούβαλος ἔχει τὸν λόγον.
§124Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ὑπὸ ψήφισιν ψήφισμα εἶναι τὸ τέταρτον κατὰ σειρὰν ἀπὸ τὰ ψηφίσματα τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ τοῦτο γίνεται εἰς διάστημα 16 μηνῶν ποὺ εἶναι ὁ βίος τοῦ σημερινοῦ Σώματος ἀπὸ τῆς 31 Μαρτίου 1946 καὶ ἐντεῦθεν. Καὶ εἰς τὸ διάστημα τῶν 16 αὐτῶν μηνῶν, ἔχομεν κάμει διακοπὰς τέσσαρας φοράς, καὶ αἱ διακοπαὶ αὐταί, δὲν ἦσαν ὀλιγοήμεροι, ἀλλ’ ἦσαν ὁλοκλήρων μηνῶν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅταν μᾶς ἐξέλεξε κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 31 Μαρτίου 1946 εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του ὅτι ἐκλέγει ἐκλεκτούς του καὶ δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του ὅτι ἐκλέγει ἐκλεκτοὺς πρώτης καὶ δευτέρας κατηγορίας, διότι, ἐὰν ἐγνώριζεν ὅτι ἔχει ἐκλεκτοὺς πρώτης, δευτέρας καὶ τρίτης κατηγορίας θὰ ἐκανόνιζε διαφορετικὰ τὴν ἐντολήν του. Καὶ ἔτσι εἶναι, διότι ἐγὼ πιστεύω μόνον εἰς τὴν δύναμιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι οὗτος εἶναι ἀνωτέρα δύναμις, ποὺ διέπει τὸ πολίτευμά μας αὐτὸ ποὺ πιστεύω αὐτὸ καὶ τηρῶ. Δι’ αὐτὸ ἠναγκάσθην τὸ τρίτον ψήφισμα νὰ τὸ καταψηφίσω, διότι εἶχα τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἡ ἐντολὴ τοῦ λαοῦ δὲν ἦτο νὰ κάμωμεν διακοπὰς τοῦ ἔργου μας. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι ἡμεῖς ἀπὸ τὸν κάματον θὰ ἀρχίζομεν τὰς διακοπὰς, οὔτε ἡμεῖς, οὔτε ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἡ Κυβέρνησις καὶ μάλιστα εἰς τόσον ὀλίγον χρονικὸν διάστημα τῶν 16 μηνῶν. Διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μᾶς ἔδωσεν ὡρισμένας ἐντολάς, διὰ νὰ τοῦ λύσωμεν ὡρισμένα κεφαλαιώδη ζητήματά του. Δὲν θέλω νὰ σᾶς κουράσω μὲ τὸ ζήτημα τῆς συνταγματικότητος ἢ μὴ τῶν τύπων καὶ τῆς οὐσίας διότι ἄλλοτε ἐγένετο ἀρκετὴ ἀνάπτυξις ὅλων αὐτῶν τῶν ζητημάτων καθὼς καὶ σήμερον ἀπὸ τοὺς προλαλήσαντας συναδέλφους. Ἔχω ἐδῶ διάφορα ἔγγραφα καὶ τηλεγραφήματα καὶ ψηφίσματα, τὰ ὁποῖα μοῦ ἐστάλησαν καὶ ἰδίως, κύριοι συνάδελφοι, ἀπὸ τὴν Βόρειον Ἑλλάδα, ἀπὸ τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀρκετὰ ἔχουν ὑποφέρει ἔχουν καταπονηθῆ καὶ ἀρκετὰ ἔχουν βασανισθῆ μὲ τὸ ἀπαίσιον αὐτὸ κίνημα. Εὑρίσκονται περὶ τὰς 300 χιλιάδας ἀνταρτόπληκτοι ἄστεγοι καὶ ἡμεῖς οἱ ἐκλεκτοὶ τοῦ λαοῦ, χωρὶς νὰ συγκινούμεθα, χωρὶς νὰ πονοῦμε, ἀλλὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ Κυβέρνησις τῶν δύο ἱστορικῶν κομμάτων, ἡ ὁποία ἐνομίζαμε ὅτι θὰ ἔλυε μὲ κέφι καὶ διάθεσιν τὰ ζητήματα αὐτὰ τοῦ λαοῦ, τὰ ὁποῖα μέχρι σήμερον, αἱ προηγούμεναι Κυβερνήσεις δὲν ἔλυσαν, ἀμελεῖ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἐντὸς ἑνὸς μηνός, ἠδύνατο νὰ συνεχίσῃ τὰς ἐργασίας της ἡ Βουλή, καὶ νὰ λυθοῦν ὡρισμένα ζητήματα, νὰ δώσωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ καταλάβῃ ὅτι πράγματι ἐλησμονήσαμε τὸ παρελθὸν καὶ τοὺς καυγάδες μας, καὶ τὰς ἀντιθέσεις μας καὶ, ὅτι μᾶς ἐνδιαφέρουν μόνον τὰ ζητήματα τοῦ λαοῦ. Ὑπάρχουν, χιλιάδες ἀγοράσαντες καὶ πωλήσαντες καὶ θὰ δῆτε αὔριον νὰ εἶναι ἡ Ἀθήνα πλημμυρισμένη ἀπὸ τοὺς ἀγοράσαντας καὶ πωλήσαντας, διότι αὔριον ἔχουν συνέδριον, καὶ θὰ βρεθῶμεν ἐνώπιον ἑνὸς ζητήματος τὸ ὁποῖον χρήζει μεγάλης προσοχῆς, διότι δὲν μπόρεσαν νὰ τὸ λύσουν αἱ προηγούμεναι Κυβερνήσεις, ἐνῷ ἡ ὑπὸ τὸν κ. Σοφούλην Κυβέρνησις ἠμπορεῖ νὰ τὸ λύσῃ τὸ ζήτημα αὐτό, διότι δὲν ἔχει νὰ λάβῃ κανέναν ὑπ’ ὄψιν της, συμβολίζει ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν. Καὶ νὰ πάρῃ ἐπίσης ὡρισμένα κεφαλαιώδη ζητήματα ὅπως τὸ ζήτημα τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ νὰ τὰ λύσῃ. Ἔρχεται τὸ ζήτημα αὐτό, διὰ τὸ ὁποῖον ἐμάθαμε, ὅτι εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα ἐδόθησαν ἐντολαὶ εἰς τὰς ἐπιτροπάς, καὶ αἱ ἐπιτροπαὶ ἐκήρυξαν ἀπεργίαν δὲν συνεδριάζουν, καὶ δὲν μᾶς εἶπεν ἕνας Ὑπουργός, τὶ ἔκαμε δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξετέλεσαν τὰς ἐντολάς του. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, γνωρίζετε πόσον σεβασμὸν ἔχω δι’ ὑμᾶς καὶ γνωρίζω, ὅτι ἐὰν θέλατε, θὰ ἐπεβάλλατε τὴν λύσιν καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θέλετε τὸ ζωτικὸν αὐτὸ ζήτημα νὰ τὸ λύσετε. Ὅταν αὐτὰ τὰ μπερδεμένα ζητήματα τοῦ λαοῦ μας τὰ λύσητε, τότε ἀσφαλῶς θὰ ἔχετε τὰ 99% τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ἔργου σας. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, γνωρίζετε πολὺ καλά, ὅτι ἦλθε ὁ Σβῶλος καὶ ἔκανε κόσμο πολὺ νὰ κλάψῃ. Ὑπάρχει τόσος κόσμος, ὁ ὁποῖος ἔχει ζημιωθῆ ἀπὸ τὰς παντοειδεῖς (αὐτοκίνητα, κάρρα, ζῶα, τρόφιμα κλπ.) ἐπιτάξεις τοῦ Ἀλβανικοῦ πολέμου. Ὑπάρχει ὅλος ὁ συνταξιοδοτικὸς κόσμος, ὁ ὁποῖος περιμένει ἀπὸ σᾶς νὰ λύσητε τὰ ζητήματα αὐτά. Εἶναι πολλὰ τὰ ζητήματά μας, ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω, κύριε Πρόεδρε. Καὶ ἄλλοτε τὰ εἴπομεν, τὰ γνωρίζετε καὶ σεῖς, δέον νὰ μὴ τὰ ἐπαναλαμβάνωμεν πάλιν. Καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς τὸ διάστημα τῶν δύο μηνῶν ποὺ ζητήσατε τὴν ἐξουσιοδότησιν, νὰ ἔχουν λυθῆ ὅλα τὰ ζητήματα τῶν ἀδικιῶν τοῦ παρελθόντος. Νὰ δώσωμεν ὀλίγην προσοχὴν εἰς τοὺς συνταξιούχους οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν ὅλα τὰ χρόνια τὰ καλὰ τῆς ζωῆς των, τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ τοὺς πολιτικούς, διότι μετ’ ὀλίγον καὶ ἡμεῖς θὰ περιέλθωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν. Προχθὲς ἕνας ἐξ αὐτῶν, κύριοι, ἔπεσε εἰς τὸ πηγάδι, διότι δὲν μπόρεσα νὰ τοῦ εὕρω ἐργασίαν νὰ ζήσῃ καὶ δὲν γνωρίζω ἐὰν σήμερα εἶναι ζωντανὸς ἢ πέθανε. Ἀνήκω, ὅπως ξέρετε σταθερῶς εἰς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, ἀλλὰ μὲ τοῦτο δὲν θὰ πῇ ὅτι δὲν ἔχω γνώμην. Ἐκεῖνο ποὺ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι σωστὸν εἶναι τὸ νὰ διΐσταμαι, καὶ νὰ θέλω νὰ πλησιάζω πρὸ τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ὄχι πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ ἀρχηγοῦ μου. Αὐτὸ τὸ ἔκανον χθὲς αὐτὸ θὰ κάνω καὶ σήμερα. Κηρύσσομαι κατὰ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, διότι τοιαύτην ἔχω ἐντολήν. (Χειροκροτήματα).
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Χατζηγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§126Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι, χθὲς ἡ Βουλὴ αὐτή, ἐψήφισε ἕνα ψήφισμα, τὸ ψήφισμα τῆς ἀμνηστίας, διὰ νὰ δώσῃ τὸν ἠθικὸν ἀφοπλισμὸν εἰς τὴν ἀνταρσίαν. Ἐπερίμενα σήμερα νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή, καὶ ἕνα ἄλλο ψήφισμα, διὰ νὰ δώσῃ τὸν ἠθικὸν ἐξοπλισμὸν τῶν μαχομένων χωρικῶν, τῶν μαχομένων ἀνδρῶν, διὰ νὰ πεισθοῦν ὅτι μάχονται διὰ τὸ Ἔθνος των, καὶ μίαν Δημοκρατίαν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι τύπος κενός, ἀλλ’ ἔχει ἕνα εὐρὺ κοινωνικὸν περιεχόμενον. Δὲν ἦτο ἀνάγκη, κύριοι, νὰ σπεύσωμεν εἰς τὸ κλείσιμον τῆς Βουλῆς, αὐτῆς, ἐνῷ μπορούσαμε νὰ θυσιάσωμεν μίαν ἀκόμη συνεδρίασιν, διὰ νὰ ἐξάρωμεν ὅτι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται, δὲν εἶναι δοῦλοι, δὲν εἶναι μισθωτοί, ἀλλὰ εἶναι πολῖται μιᾶς Δημοκρατίας, ἡ ὁποία γνωρίζει νὰ τοὺς ἀμείβῃ. Τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἔχει θέσει δυνατὴν τὴν σφραγῖδα του εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν. Τὴν σφραγῖδα αὐτὴν χρειάζεται καὶ τώρα ὁ τόπος. Ἀσφαλῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ποὺ λέγει, τί βιάζεσθε 40 ἡμέρες εἶναι θὰ φέρωμεν τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδια, γνωρίζει ὅτι πρὸ τῶν οἰκονομικῶν νομοσχεδίων, προτάσσεται ἡ τύχη τοῦ Ἔθνους. Τὸ Ἔθνος θὰ σωθῇ ἀπὸ τὴν ἠθικὴν ἀκαμψίαν τῶν μαχομένων πληθυσμῶν. Εἶναι ἡ μοῖρα τῶν χωρικῶν νὰ εὑρίσκωνται πάντοτε εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν τοῦ πυρός. Κύριοι, ἐφ’ ὅσον δὲν ἦλθε τὸ τὸ ψήφισμα αὐτὸ καὶ ἦλθε τὸ ψήφισμα τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι ἀπὸ τὸν φίλον μου Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 3 ἔγινε μᾶλλον ἀπὸ ἁπλῆν ἀντιγραφήν.
§127Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Ὄχι μᾶλλον, ἀλλὰ ἐσκεμμένως, διὰ νὰ μὴ ὑπάρξουν ἀντιρρήσεις.
§128Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι, δὲν μὲ ἱκανοποιεῖ ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἡ Κυβέρνησις αὕτη δὲν ἦλθε διὰ νὰ ἀποτελέσῃ ἁπλῆν ἀντιγραφὴν καὶ συνέχειαν τῆς προκατόχου. Ἦλθε μὲ περισσοτέρας ἐλπίδας καὶ μὲ περισσοτέρους πόθους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Κύριοι, ἔχω τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἀπὸ τὸ ψήφισμα αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῶμεν εἴτε ἀμέσως, εἴτε ἐμμέσως τὴν δικαίωσιν τῶν ἀγροτῶν. Πέρασαν εἴκοσι μῆνες ἀπὸ τὰς ἐκλογάς. Ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις ἔσφαλον παρέλειψαν, μὴ κομίσασαι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἕνα ψήφισμα ρυθμίζον τὸ ζήτημα τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων ἀγροτῶν. Τοὺς ἐπρόλαβεν ἡ πρωτοβουλία τῆς Βουλῆς. Ὁ συνάδελφος ἐκ Τρικάλων, κ. Βαμβέτσος, εἰσηγήθη τὸ ψήφισμα. Ἦλθεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος, ὡρίσθησαν οἱ εἰσηγηταί, ὁ κ. Θηβαῖος τῆς πλειοψηφίας καὶ ἐγὼ τῆς μειοψηφίας, ὑπεβάλομεν ὀγκώδεις εἰσηγήσεις τεύχη ὁλόκληρα, ἐτυπώθησαν πρὸ ἔτους καὶ πλέον, ἀπὸ τὰς 30 Αὐγούστου τοῦ 1946. Πέρασαν 12½ μῆνες ἀφ’ ὅτου ἐτυπώθησαν αἱ εἰσηγήσεις αὗται, καὶ μένουν εἰς τὰς καλένδας. Ἀναμένομεν τὸ Σῶμα καὶ τὸ Σῶμα κλείει ἐκπροσωπούμενον ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως. Εἰς τὸ ψήφισμα τῶν διακοπῶν ἐπαναλαμβάνεται ἡ φράσις, ὅτι ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως εἶναι νὰ ἐπιληφθῇ ψηφισμάτων μόνον ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ἔχουν ταῦτα κατατεθῆ εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Διότι αὐτὸ τὸ «παρὰ τῆς Κυβερνήσεως» ἐτέθη ἐπίτηδες διὰ νὰ παρακάμψουν δικονομικῶς τὴν εἰσαγωγὴν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ψηφίσματος, τοῦ συναδέλφου κ. Βαμβέτσου.
§129Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας ἐάν, ἐκτὸς αὐτοῦ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑποβάλει ὁ κ. Βαμβέτσος, ὑπάρχουν καὶ ἄλλα;
§130Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ὑπάρχουν ἄλλα, κύριοι, νὰ ἐξηγούμεθα. Ἄλλο ζήτημα αἱ συνταγματικαὶ παρεκβάσεις ἀπὸ τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος καὶ ἄλλο ζήτημα ἡ ρύθμισις τῶν λεπτομερειῶν τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων διὰ νόμου. Συνταγματικὰς παρεκκλίσεις ἔχομεν δύο. Μίαν τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1922 ποὺ λέγει, ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ ἀπαλλοτρίωσις καὶ ἡ διανομὴ εἰς ἀκτήμονας ἀγρότας, πρὸ πάσης καταβολῆς ἀποζημιώσεως καὶ ἄλλην τοῦ Συντάγματος 1927 ἄρθρον 119 τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι κατὰ παρέκκλισιν ἀπὸ τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος, 19 τοῦ Συντάγματος 1927 ἐπιτρέπεται ἐπὶ μίαν 5ετίαν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ρυθμίζῃ τὰ ζητήματα τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν καὶ ἔθετεν ὡρισμένους ὅρους, «Ἐπὶ ἀπαλλοτριώσεως λειβαδίων ἀποκλειστικῶς κλπ... (ἀναγινώσκει)». Καὶ βάσει αὐτῆς τῆς Συνταγματικῆς ἐξουσιοδοτήσεως ἤρχετο ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἡ ὁποία ἐπελαμβάνετο καὶ ἐρρύθμιζε ἑκάστοτε ἀναλόγως τὸ ζήτημα τῆς ἀποκαταστάσεως. Οἱ νόμοι οἵτινες ἐξεδόθησαν βάσει καὶ εἰς ἐκτέλεσιν τῶν Συνταγματικῶν τούτων παρεκκλίσεων, εἶναι ἄπειροι, ὡς ὁ νόμος 2052 τοῦ 1920 τῆς Κυβερνήσεως Βενιζέλου, νόμος 2922 τοῦ 1922 τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, τὸ Ν. Δ. τῆς 15ης Φεβρουαρίου 1923 τῆς Ἐπαναστάσεως κλπ. Τώρα, τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἐκδίδεται δὲν πρόκειται νὰ πῇ ποῖοι θὰ ἀποκατασταθοῦν, ποῖοι θὰ ἀπαλλοτριωθοῦν. Δὲν λέγει, ὅτι πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν ἐπιτρέπεται ἡ παρέκκλισις ἀπὸ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος.
§131Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Διατί ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 δὲν ἐξετάζεται ἀπὸ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν κατὰ προτίμησιν καὶ μὲ μίαν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν;
§132Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Μετὰ δύο συνεδριάσεις ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 17.
§133Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἰδικοῦ μου αὐτοῦ ψηφίσματος ἐγένετο σχετικὴ συζήτησις, ἀλλὰ ἐκ μέρους τῆς τότε Κυβερνήσεως ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀντέδρασε εἰς τὴν περαιτέρω συζήτησιν τοῦ ψηφίσματος. Ἄλλωστε εἴχομεν ἐπιτύχει ὥστε ἀπὸ τὴν ἐξουσιοδότησιν τοῦ Φεβρουαρίου νὰ ἐπιτραπῇ ἡ συζήτησις ἀπαλειφθεισῶν τῶν λέξεων «ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως». Ἐν τούτοις δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ συζητηθῇ μολονότι ἀπετάθημεν καὶ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ ἐζητήσαμεν νὰ εἰσαχθῇ, πρᾶγμα λογικόν, καὶ δίκαιον κατὰ τὸν Κανονισμόν. Ἕνα εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι ὑπάρχουν ἀόρατοι δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι ἀντιδροῦν κατὰ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ τοῦ ψηφίσματος, καθ’ ἣν στιγμὴν ἰσχυριζόμεθα ὅτι ἡ λαϊκὴ ἀντιπροσωπεία ἐκπροσωπεῖ τὴν μεγίστην πλειοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς Γεωργίας ἔχει τὸν λόγον.
§135Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ (Ὑπ. Γεωργίας). Δὲν ὑπάρχουν ἀόρατοι δυνάμεις, διότι ὑπάρχει ἡ ὁρατὴ δύναμις, ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία προερχομένη εἰς τὸ ἔργον της θὰ φθάσῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος.
§136Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὄχι, διότι ὑπάρχουν εἰδικαὶ διατάξεις.
§137Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ (Ὑπ. Γεωργίας). Ὁ κ. βουλευτὴς Τρικάλων, ἔσπευσε πρὸ ἔτους νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτον σχέδιον ψηφίσματος. Τότε ἐκρίθη ἀπὸ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὡς ἄκυρος ἡ συζήτησις, ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο περὶ ψηφίσματος τόσον σοβαροῦ καὶ ἐξαιρετικοῦ τὸ ὁποῖον συνδέεται μὲ τὸ Συνταγματικὸν Δίκαιον καὶ εἶχεν ὑποβληθῆ καθ’ ἣν στιγμὴν εἴχαμεν ὑπὸ συζήτησιν καὶ ἐπέρασεν ἀπὸ τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἔγινε νόμος τοῦ Κράτους, ὁ νόμος περὶ ἀναγκαστικῆς μισθώσεως, ὁ ὁποῖος θίγει τὰ ⅘ τῶν ζητημάτων αὐτῶν. Καὶ ἐπὶ πλέον ἀπὸ τότε αἱ γεωργικαὶ ὑπηρεσίαι ἔχουν διαταχθῆ νὰ ὑποβάλουν καταστάσεις περὶ τῶν ὑπαρχουσῶν ἀπαλλοτριωτέων ἐκτάσεων. Αἱ μέχρι τοῦδε συγκεντρωθεῖσαι καταστάσεις, ἀναβιβάζουν τὸ ὅλον ποσὸν τῶν πρὸς ἀπαλλοτρίωσιν κτημάτων εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 600 χιλ. στρεμμάτων. Ἐκ τῶν στρεμμάτων αὐτῶν τὰ ⅔ περιλαμβάνονται εἰς τὸν νόμον τῆς ἀναγκαστικῆς μισθώσεως. Ὥστε τὸ ὅλον ζήτημα εἶναι 200 χιλιάδες περίπου στρέμματα. Περὶ αὐτῶν γίνεται ἡ συζήτησις σήμερον. Δὲν ἔχομεν δυστυχῶς συγκεντρώσει λόγῳ τῆς καταστάσεως, ὅλας τὰς καταστάσεις τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν διὰ νὰ γνωρίζωμεν ἀκριβεῖς ἀριθμούς. Ἐνδεχομένως δὲν τὸ ἀποκλείω αὐτό, νὰ εἶναι πολὺ μεγαλείτερος ὁ ἀριθμός. Ἀλλ’ αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἕνεκα τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωμεν θετικῶς ποία εἶναι ἡ ἔκτασις αὐτῶν τῶν ἀπαλλοτριωτέων κτημάτων.
§138Ε. ΓΟΝΗΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα στατιστικῆς, εἶναι ζήτημα Κυβερνητικῆς πολιτικῆς.
§139Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα.
§140Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐὰν ἡ νεωτέρα ἱστορία τῆς Ἑλλάδος, ἔχῃ νὰ ἐπιδείξῃ μίαν πρᾶξιν, ἡ ὁποία τιμᾷ τὰ κοινοβούλια εἶναι πρῶτα ἡ ἀγροτικὴ μεταρρύθμισις καὶ ἔπειτα ἡ ἐργατικὴ νομοθεσία. Δὲν φαντάζομαι ὅτι ἡ Βουλὴ αὐτὴ ἡ ὁποία εἶχε τὸ θάρρος νὰ εἶναι προπομπὸς εἰς τὰ κοινωνικὰ ζητήματα πρὸ 30 ὅλων ἐτῶν, ἡ Βουλὴ αὐτὴ θὰ εἶναι τώρα εἰς τὴν ὀπισθοφυλακήν, ὕστερα ἀπὸ 30 χρόνια, ὕστερα ἀπὸ δύο πολέμους, ὕστερα ἀπὸ τὴν φοβερὰν αὐτὴν αἱματοχυσίαν ποὺ ὑφίσταται ἡ ὕπαιθρος χώρα μας. Πιστεύω ἀκόμη, ὅτι ἡ Βουλὴ αὐτὴ ἀντλεῖ τὸ κῦρός της, τὸ λαϊκὸ της κῦρος, περισσότερον ἀπὸ τὴν παμψηφίαν τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν καὶ ὄχι ἀπὸ τὰς ἀποχὰς τῶν ἀστικῶν κέντρων. Συνεπῶς μὴ θελήσητε, κύριοι, νὰ δείξητε ὅτι εἶσθε ἐκτὸς ἀπὸ τὰ λαϊκὰ ρεύματα. Εἶναι ἀνάγκη ὄχι μόνον νὰ σώσωμεν τὸν κοινοβουλευτισμόν, ἀλλὰ νὰ σώσωμεν τὴν ὕπαρξιν τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Ἔθνους, ὡς Φυλῆς. Οἱ χωρικοὶ μάχονται εἶπα παραλλήλως πρὸς τὸν ἠθικὸν ἀφοπλισμόν, ἐναντίον τῆς ἀνταρσίας. Εἶναι ἀνάγκη ἐθνική, εἶναι ἀνάγκη κατεπείγουσα, ἀνάγκη μία χειρονομία, μία ὡραία χειρονομία τῆς Βουλῆς αὐτῆς, νὰ δείξῃ, ὅτι μάχονται διὰ μίαν δημοκρατίαν, ἡ ὁποία ἔχει πόνον εἰς τὰς λαϊκὰς τάξεις καὶ κοινωνικὸν περιεχόμενον. (Χειροκροτήματα).
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Παπαδογιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§142Ε. ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ. Παράλληλον θέμα, κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει καὶ εἰς τὴν Κρήτην. Πρὸ 8 μηνῶν, ὅταν ἤμην γενικὸς διοικητὴς Κρήτης, ἔκαμα ἕνα σχέδιον νόμου τὸ ὁποῖον ἀπέστειλα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας, ἀφορῶν ἀνωμάλους τινὰς δικαιοπραξίας. Ἔχει ἤδη διατυπωθῆ εἰς νομοθέτημα. Ἕτερον ζήτημα μεγάλης σημασίας διὰ τὴν Κρήτην, εἶναι τὸ ζήτημα τῶν ἐφεδρικῶν ταμείων. Ἡ Βουλὴ θὰ γνωρίζῃ ὅτι πρὸ 25ετίας καὶ πλέον, ἐψηφίσθη νόμος διὰ τοῦ ὁποίου τὰ κτήματα τῶν Μονῶν κατενεμήθησαν εἰς δύο κατηγορίας. Τὰ ⅔ ἐδόθησαν εἰς τὰς μονὰς πρὸς συντήρησίν των καὶ τὰ ⅗ ἔχουν ἀποτελέσει τὰ ἐφεδρικὰ ταμεῖα μὲ σκοπὸν τὴν ἀνακούφισιν τῶν Παλαιῶν Πολεμιστῶν. Ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ὅμως τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ καὶ ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε πείρας ἐπείσθημεν ὅτι ὁ νόμος αὑτὸς ἀπέτυχε καὶ δὲν ἔχομεν τίποτε ἄλλο νὰ παρατηρήσωμεν παρὰ μόνον ὅτι αἱ περιουσίαι αὐταὶ φθείρονται καθ’ ἑκάστην ἀπὸ τὴν κακὴν διαχείρισιν καὶ τὴν διαρπαγήν των. Ἡ ἀντίληψις αὕτη τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισα ἐκ τῆς ἐπισταμένης ἐπιτοπίου ἐρεύνης τοῦ ζητήματος, μὲ ἤγαγεν εἰς τὴν σκέψιν καὶ ἔκαμα ἐπίσημον πλέον εἰσήγησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὑπάρχει σχετικὴ πρότασις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, ὅτι πρέπει τὰ ἐφεδρικὰ αὐτὰ ταμεῖα νὰ διαλυθοῦν καὶ νὰ γίνῃ ἀπαλλοτρίωσις τῶν περιουσιῶν αὐτῶν ὑπὲρ τῶν ἀγροτῶν καὶ ἰδίως ὑπὲρ τῶν ἐφέδρων. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι συναφῆ τὰ ζητήματα ταῦτα καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, ὅταν θὰ ἔλθουν τὰ ἄλλα ζητήματα νὰ τὰ φέρῃ καὶ αὐτά.
§143Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ (Ὑπ. Γεωργ.). Εἶναι ἀληθές, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὑπεβλήθη ἀπὸ τὸν κύριον συνάδελφον τοιοῦτον νομοσχέδιον ρυθμιστικὸν τῶν ἀνωμάλων δικαιοπραξιῶν. Ἀλλ’ ἐὰν διὰ τοῦ νόμου ἐγένοντο ἀνώμαλοι δικαιοπραξίαι διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου ἐγένοντο ἀνωμαλώτεραι. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας ἐξήτασε τὴν κατάστασιν καὶ ἔχει ἑτοιμάσει σχετικὸν νομοσχέδιον, προηγουμένως ὅμως ἐζητήσαμεν νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα ἐν συσκέψει μεθ’ ὅλων τῶν βουλευτῶν Κρήτης, ὥστε ἀπὸ κοινοῦ νὰ κάμωμεν ἕνα νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον θὰ δημιουργήσῃ ὄχι σάλον, ἀλλὰ τάξιν εἰς τὸν ἀγροτικὸν πληθυσμόν.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Θ. Τουρκοβασίλης ἔχει τὸν λόγον.
§145Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος οὐδεμίαν λέξιν ἔχω νὰ προσθέσω. Δεδομένου ὅμως ὅτι κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἡ Βουλὴ κλείει τὰς πύλας της καὶ ἡ φωνὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ τῶν ἐκπροσώπων αὐτοῦ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀκουσθῇ, θὰ ἤθελα νὰ ἀπευθύνω μίαν ὑστάτην ἔκκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν εἰς τὴν Πελοπόννησον.
§146ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Γιὰ τοὺς 300 ἀντάρτας ποὺ ἔχει;
§147Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον αὐτόν. (............ Ὁ ρήτωρ ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος). Ἐν Πελοποννήσῳ ἀτυχῶς οὐδεμία ἐδόθη σοβαρὰ προσοχὴ καὶ ὁ λαὸς καταδυναστεύεται αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀπὸ ἕνα μικρὸν ἀριθμὸν ἀνταρτῶν. Πρὸ ὀλίγων ὡρῶν πῆρα ἕνα τηλεφώνημα ἀπὸ τὴν Τρίπολιν ὅτι οἱ ἀντάρτες εὑρίσκονται σήμερα εἰς τὴν Κοντοβάζαινα καὶ προχωροῦν εἰς Βυλιμάχην καὶ Μοναστηράκι χωρὶς νὰ συναντοῦν ἀντίστασιν, ἀφοῦ ἐπῆγαν εἰς τὰ Λαγγάδια καὶ τὰ Τρόπαια. Λυποῦμαι διότι δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἀσφαλείας καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ διαβιβάσῃ πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἀσφαλείας τὴν κατάστασιν ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὴν Πελοπόννησον. Εἶναι κρῖμα, διότι ὑπάρχουν ἀκριβῶς 300 ἀντάρται νὰ τρομοκρατεῖται μία περιφέρεια κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡσυχία πλέον εἰς τοὺς κατοίκους. Ἄφησαν τὰ σπίτια τους καὶ συνέρρευσαν εἰς τὰς πόλεις. (Θόρυβος, διαμαρτυρίαι).
§148Ε. ΓΟΝΗΣ. Συζητεῖτε τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας;
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου ψηφίσματος κηρύσσεται περαιωμένη.
§150Χ. ΛΑΔΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Ὑπὸ κρίσιν εἶναι τὸ ψήφισμα ὡς διετυπώθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ δέχεται κατ’ ἀρχὴν τὸ σχέδιον ψηφίσματος;
§152ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς τὸ σχέδιον ψηφίσματος ἐγένετο κατ’ ἀρχὴν δεκτόν. Εἰσερχόμεθα εἰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. (Τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 γίνονται δεκτὰ ὡς ἔχουν). (Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Χατζηγιάννης καὶ Η. Λαγᾶκος, δηλοῦν ὅτι τὸ καταψηφίζουν). ... (Ἀκολούθως τὸ ἄρθρον 3 γίνεται δεκτὸν ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ). (Τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5 γίνονται δεκτὰ ὡς ἔχουν). (Τὸ ἄρθρον 6 γίνεται δεκτὸν ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ). (Τὰ ἄρθρα 7 καὶ 8 γίνονται δεκτὰ ὡς ἔχουν).
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σχέδιον ψηφίσματος ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἄρθρον. Δεκτὸν καὶ εἰς τὸ σύνολον;
§155ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τὸ σχέδιον ψηφίσματος «περὶ ἀναβολῆς τῆς Συνόδου τῆς Βουλῆς, διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς καὶ ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς ἔκδοσιν Ψηφισμάτων καὶ Νομοθετικῶν Διαταγμάτων κατὰ τὸ διάστημα ταύτης», ὡς ἐτροποποιήθη. Παρακαλῶ ὅπως μὲ ἐξουσιοδοτήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπικυρώσω ὑπ’ εὐθύνην μου τὰ πρακτικὰ τῆς παρούσης συνεδριάσεως.
§157ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις κατὰ τὰ ἐν τῷ ψηφίσματι ὁριζόμενα. (Ὥρα 10.00′ π. μ.).