1947.06.26
2,232 rows · 17,033 words · 145 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 142α
Πέμπτη 26 Ἰουνίου 1947
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 7.10′ μ. μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Ταλιαδοῦρος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Σ. Σγουρόγλου ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Σ. ΣΓΟΥΡΟΓΛΟΥ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ Σύλλογος Ἐλαιοβιομηχάνων καὶ Ἀλευροβιομηχάνων Ἡρακλείου, διαμαρτύρεται κατὰ τῆς Α.Τ.Ε., ἥτις ἱδρύει μεταπολεμικῶς ἀθρόα συνεταιριστικὰ ἐλαιουργεῖα καὶ ζητεῖ κατοχύρωσιν τοῦ ἐπαγγέλματός των. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν μετασχόντων στρατιωτικῶν ὡς Ἀρχηγῶν ἐνόπλων στρατιωτικῶν σωμάτων κατὰ τὸν Μακεδονικὸν ἀγῶνα 1903–1909, ζητοῦν ἀπονομὴν συντάξεως καὶ ἠθικῆς ἀμοιβῆς. Ὁ Πρόεδρος τῶν οἰκογενειῶν τῶν σφαγιασθέντων ὑπὸ τῶν ἀναρχικῶν, κατοίκων τῶν Νομῶν Φθιωτιδοφωκίδος καὶ Εὐρυτανίας, διὰ τηλεγραφήματός του, ἐκφράζει τὴν ἱκανοποίησίν του διὰ τὰς γενομένας ἐκτελέσεις τῶν κομμουνιστῶν. Ἡ Ἕνωσις ἀγοραστῶν ἀκινήτων Νομοῦ Κερκύρας, διαμαρτύρεται, διότι δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν εἰς τὸ ψήφισμα περὶ καταργήσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 124 Σ. Π. ἡ εἰδικὴ περίπτωσις τῶν Ἰονίων Νήσων, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἴσχυε κατὰ τὴν περίοδον ταύτην ἡ ἰδία οἰκονομικὴ κατάστασις ὡς εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα. Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Πατρῶν, διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀποκλειστικὴν ἐπεξεργασίαν σουλτανίνας μόνον εἰς ἐργοστάσια Κορινθίας καὶ οὐχὶ καὶ Πατρῶν, ζητεῖ δὲ τὴν ρύθμισιν τοῦ ζητήματος τούτου. Ἡ Ἀνωτάτη Συντονιστικὴ Ἐπιτροπὴ Ἐθνικῶν Ἀγώνων Ἠπείρου, διαμαρτύρεται διὰ τὴν μὴ εἰσέτι ἀποκατάστασιν μονίμου ἀεροπορικῆς συγκοινωνίας Ἀθηνῶν– Ἰωαννίνων. Ἡ Ἐθνικὴ Ἕνωσις Ἀναπήρων Πολέμου Νομοῦ Σερρῶν, διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἐπιδειχθεῖσαν ἀστοργίαν τοῦ Κράτους ἔναντί των καὶ ζητεῖ ὅπως πρὸς ἀνακούφισίν των αὐξηθῶσιν αἱ συντάξεις εἰς τὸ 200πλάσιον, αὔξησιν βαρείας ἀναπηρίας φυματικοῦ κλπ. Ἡ Πανελλήνιος Ἕνωσις Οἰκονογενειῶν ἐκτελεσθέντων πατριωτῶν ὑπὸ τῶν ἀρχῶν ἐχθρικῆς κατοχῆς, ζητοῦν ὅπως ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς εὐεργετικὰς διατάξεις τοῦ ἐνοικιοστασίου. Ὁ Ὀργανισμὸς παιδικῶν κατασκηνώσεων καὶ ἀναρρωτηρίων, δι’ ὑπομνήματός του ζητεῖ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας τὴν λῆψιν μέτρων ὑπὲρ τῶν ἐξοχῶν καὶ κατασκηνώσεων τῶν παίδων κατὰ τὴν ἐφετεινὴν θερινὴν περίοδον. Ἡ Ὁμοσπονδία Ἐπαγγελματιῶν καὶ Βιοτεχνῶν Ἀγρινίου, δι’ ὑπομνήματός της, ζητεῖ τὴν ὑπαγωγήν της εἰς τὰς εὐεργετικὰς διατάξεις τοῦ νέου ἐνοικιοστασίου, τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ ἐπιτηδεύματος, κατάργησιν τοῦ Ταμείου ἀνεργίας κλπ. Ὁ Σύνδεσμος Κτηματιῶν Αὐτοκαλλιεργητῶν καὶ ἡ Πανελλήνιος Ὁμοσπονδία Γεωργικῶν Μηχανημάτων Βορ. Ἑλλάδος, διαμαρτύρονται κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Κυβερνητικοῦ Συμβουλίου «περὶ χορηγήσεως διαφορᾶς ἐπὶ συγκομιδῇ σίτου 1946 300 δραχ. κατ’ ὀκᾶν καὶ μόνον διὰ παραδοθείσας ποσότητας σίτου μέχρι 2.500 ὀκάδων. Ὁ βουλευτὴς κ. Η. Μπάτζιος, καταθέτει 1) προτάσεις νόμων α) «περὶ προσθήκης παραγράφου 6α εἰς τὸ ἄρθρον 23 Κώδικος Δικηγόρων» καὶ β) «περὶ ἀσκήσεως βʹ ἀνακοπῆς κατ’ ἐξαίρεσιν τοῦ ἄρθρου 507 πολιτικῆς Δικονομίας ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις» καὶ 2) τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως διατάξεών τινων τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 200)1946 Ν. Δ.». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Κ. Καλαμαρᾶς καὶ Κ. Παπακωνσταντίνου, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἁρμοδιότητος Ταξιάρχου». Ἀνακοινοῦται ἐπίσης ἡ κάτωθι ἐπιστολὴ τοῦ βουλευτοῦ Ἰωαννίνων κ. Α. Δερδεμέζη, ἔχουσα οὕτω: «Ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσω, ὅτι ὁ Δῆμος Ἀθηναίων μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῆς προσκλήσεως τῶν στρατευσίμων ἐξ ἀναβολῆς λόγῳ σπουδῶν, προβαίνει εἰς ἀθρόας ἀπολύσεις ὑπαλλήλων, ἀνηκόντων εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην καὶ ὑπηρετούντων ἐν αὐτῷ. Ἐπειδὴ εἶναι φανερὸν ὅτι τοῦτο γίνεται διὰ νὰ στερηθῶσιν οὗτοι κεκτημένα δικαιώματα, παρακαλῶ ὅπως ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Ἐσωτερικῶν πρὸς ἐπανόρθωσιν τῶν ἀδικιῶν. Ἐπίσης πληροφορῶ ὑμᾶς, ὅτι ἔλαβον χώραν καὶ ἐξώσεις ἐναντίον οἰκογενειῶν μαχομένων. Ἐπειδὴ καὶ τοῦτο θίγει τὸ κοινὸν αἴσθημα καὶ εἶναι ἐπιζήμιον διὰ τὸν ἀγῶνα ποὺ διεξάγει τὸ Ἔθνος σήμερον, φρονῶ ὅτι πρέπει ἀμέσως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπιληφθῇ καὶ νὰ ψηφισθῇ ὁ σχετικὸς νόμος πρὸς πρόληψιν καὶ ἄλλων τοιούτων ἀντικοινωνικῶν ἐνεργειῶν.
§5Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Παρακαλῶ ὅπως μοι δοθῇ ὁ λόγος πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ ἀσχοληθῶ ἐπὶ τοῦ σοβαρωτάτου τούτου ζητήματος.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι ἀπών.
§7Χ. ΛΑΔΑΣ. Διαμαρτυρόμεθα, κ. Πρόεδρε, διὰ τὴν στάσιν αὐτὴν τοῦ Δημάρχου Ἀθηναίων, ὅστις εἶναι μάλιστα καὶ στρατηγός.
§8Α. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον τοῦτο κ. Πρόεδρε, καὶ διαμαρτύρομαι διὰ τὰς ἀπολύσεις στρατευσίμων ὑπαλλήλων τοῦ Δήμου Ἀθηναίων, εἰς τὰς ὁποίας προβαίνει ὁ κ. Δήμαρχος, καὶ τὰς ὁποίας χαρακτηρίζω ὡς αὐθαίρετον πρᾶξιν.
§9Γ. ΜΕΛΑΣ. Ἀπόλυσις στρατευομένων ἀπὸ τὸν Δήμαρχον Ἀθηναίων καὶ στρατηγὸν μάλιστα, εἶναι πρᾶγμα ἀκατανόητον καὶ διαμαρτύρομαι διὰ τοῦτο.
§10Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν εἶναι ἐπιτρεπτόν, κ. Πρόεδρε, νὰ ἀπολύωνται τῶν θέσεών των οἱ στρατεύσιμοι Ἕλληνες, διὰ νὰ διορίζωνται ἀντ’ αὐτῶν ἀστράτευτοι.
§11Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐκφρασθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἕνα παράπονον διὰ τοὺς ἀπολυομένους ὑπαλλήλους τοῦ Δήμου Ἀθηναίων, ἐπειδὴ καλοῦνται νὰ ὑπηρετήσουν τὴν πατρίδα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναδιοργανώσεως τοῦ Ταμείου Ἀμύνης Οἰνοπαραγωγῆς Θήρας καὶ Θηρασίας».
§13ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν ἐν τῷ συνόλῳ ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἀναδιοργανώσεως τοῦ Ταμείου Ἀμύνης Οἰνοπαραγωγῆς Θήρας καὶ Θηρασίας». Συνέχισις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς ἔκδοσιν ψηφισμάτων καὶ νομοθετικῶν διαταγμάτων κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διακοπῶν τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ζαΐμης.
§15Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι βουλευταί, θὰ ἐπεθύμουν νὰ πισιεύω, ὅτι ἡ ζητουμένη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τοῦ ψηφίσματος ἐξουσιοδότησις πρόκειται νὰ πληρώσῃ τὰς νομοθετικὰς ἀνάγκας, διὰ τὴν θερινὴν περίοδον καὶ ὅταν λέγω, διὰ τὰς θερινὰς ἀνάγκας, ἐννοῶ διὰ τὰς ἀπαραιτήτους ἀνάγκας, καὶ ὄχι νὰ ἀποτελέσῃ μέσον παραμερίσεως τῆς Βουλῆς κατὰ τρόπον, ὥστε ἀπόντος τοῦ Σώματος, μία Ἐπιτροπὴ νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸ ὅλον τῶν ἐκκρεμούντων νομοσχεδίων μὲ τὴν δικαιολογίαν, ὅτι τὸ Σῶμα δὲν εἶναι εἰς θέσιν ταχέως καὶ ἱκανοποιητικῶς νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἔργον του. Αὐτό, ἐπαναλαμβάνω, δὲν θέλω νὰ τὸ πιστεύσω. Δυστυχῶς ὅμως, ὁ ὄγκος τῆς ἐκκρεμούσης πρὸ τῆς Βουλῆς ἐργασίας, ὁ ὁποῖος ὡς ἀνέφερε χθὲς συνάδελφος, εἶναι τεράστιος, ὡς ἐπίσης καὶ ὁ κακός, ὁ οὐχὶ ὁμαλός, τρόπος διεξαγωγῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, τῆς 31 Μαρτίου, μὲ πείθουν ὅτι πράγματι θὰ πρόκειται κατ’ οὐσίαν νὰ παραμερισθῇ ἡ Βουλὴ διὰ τοὺς δύο ἀναφερθέντας λόγους. Τὰ νομοσχέδια εἶναι πολλὰ καὶ σοβαρά, αὐτὴ εἶναι ἡ μία αἰτία, ἀλλὰ καὶ ὁ λόγος, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἐργάζεται ἀρκετὰ ταχέως, δυστυχῶς εἶναι ἀκριβής. Ἡ ὥρα καθ’ ἣν σήμερον ἤρχισεν ἡ συνεδρίασις, ἦτο 7 καὶ ¼ ἐνῷ ἡ ἡμερησία διάταξις ὁρίζει ὥραν 6ην μ. μ. καὶ συνήθως ἀρχίζομεν εἰς τὰς 7¼, τὴν δὲ 9¼ ἀρχίζουν τόσον οἱ κ.κ. Ὑπουργοί, ὅσον καὶ οἱ κ.κ. βουλευταί, νὰ παρακολουθοῦν τὰ ὡρολόγιά των, ἀδημονοῦντες νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν αἴθουσαν. Ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους βεβαίως δὲν πταίει ἡ Βουλή, ἐὰν δὲν ἐργάζεται, ὅταν τὴν θεωρῶμεν ὡς πάρεργον καὶ ἀκριβῶς τὴν ὥραν, καθ’ ἣν οἱ ἄλλοι ἐργαζόμενοι καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν μεταβαίνουν εἰς τὸ Σύνταγμα ἢ εἰς τοῦ Γιαννάκη, δι’ ἓν ἀναψυκτικόν, ἐρχόμεθα καὶ ἡμεῖς ἐδῶ ἀκούομεν τὰς ἀναφορὰς ἐπὶ ½ ὥραν, νομοθετοῦμεν ἐπὶ μίαν ἀκόμη ὥραν καὶ μετὰ θεωροῦμεν ὅτι ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκον μας καὶ ἀναχωροῦμεν. Δυστυχῶς, δὲν πταίει οὔτε ὁ Κανονισμός, ὁ ὁποῖος εἶναι πολὺ καλός, οὔτε τὸ Σύνταγμα, πταίει ἡ ἡγεσία τῆς πλειοψηφίας. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν τὸ Προεδρεῖον, καὶ ἐννοῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, προσωπικῶς, κατέστησεν ἐνήμερον τὴν Κυβέρνησιν, τοῦ γεγονότος, ὅτι δὲν ἐργάζεται ἐπαρκῶς ἡ Βουλή, ὁπότε θὰ εἶναι ἐν τάξει, ἀλλὰ μοῦ φαίνεται, ὅτι δὲν τὸ ἔπραξεν αὐτὸ ἀλλὰ παρασύρεται καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὴν τακτικὴν τῆς πλειοψηφίας καὶ συνεπῶς φέρει ἕνα μέρος τῆς εὐθύνης, τῆς μὴ κανονικῆς λειτουργίας τοῦ Σώματος, ἡ ὁποία εἶναι εἰς βάρος τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας, κύριοι βουλευταί, ὅτι οὐδὲν νομοσχέδιον τοὐλάχιστον κατὰ τὸ 1947, δὲν συνεζητήθη ἀπὸ τὴν Βουλήν, εἰς χρόνον, εἰς ὥρας ὑπολογιζομένας, περισσότερον τῶν δέκα. Αὐταὶ αἱ δέκα ὧραι, δυστυχῶς μεταφραζόμεναι εἰς ἡμέρας γίνονται πέντε καὶ μετὰ λέγομεν, ὅτι μᾶς πταίει τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα καὶ ὁ Κανονισμός, ἐνῷ μία δεκάωρος συζήτησις ἔπρεπε νὰ τερματίζεται εἴτε αὐθημερόν, εἴτε ἐντὸς δύο ἡμερῶν. Ἀλλὰ βεβαίως ὅταν ἔχωμεν τρεῖς ἡμέρας νομοθετικῆς ἐργασίας καθ’ ἑβδομάδα, καὶ ἐργαζόμεθα δύο ὥρας καθ’ ἑκάστην, δηλαδὴ ἓξ ὥρας συνολικῶς τὴν ἑβδομάδα, δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ προχωρήσῃ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς καὶ ἐπαναλαμβάνω, δὲν πταίει οὔτε ὁ Κανονισμὸς οὔτε τὸ Σύνταγμα. Ἐπίσης ἔχομεν δὶς τῆς ἑβδομάδος ἔλεγχον καὶ εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ θεάματος ἐπὶ τρεῖς ἑβδομάδας συνεχῶς νὰ μὴ συζητῶμεν οὐδεμίαν ἄλλην ἐπερώτησιν, πλὴν μιᾶς, ἡ ὁποία δὲν ἐτερματίσθη εἰσέτι. Καὶ εἰσερχόμεθα ἤδη εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ψηφίσματος κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον. Ἐν πρώτοις κάμνω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Ἀνέγνωσα τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ὑποβαλόντος τὸ ψήφισμα καὶ βλέπω «ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς Ἀλεξανδρῆς». Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδια ὡς Ὑπουργὸς ἀλλὰ τὰ ψηφίσματα δέον νὰ τὰ ὑποβάλῃ ὡς βουλευτής, διότι ἄλλως εἶναι συνταγματικῶς ἀπαράδεκτο. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ὑποβάλλει ψηφίσματα, οἱ βουλευταὶ–Ὑπουργοὶ ὑποβάλλουν ψηφίσματα. Αὐτὸ ἐλέχθη κατὰ κόρον καὶ ἐπανειλημμένως διωρθώθη, ἀλλὰ συνεχίζεται ἡ αὐτὴ τακτικὴ καὶ δὴ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποπίπτῃ εἰς τοιαῦτα σφάλματα καὶ παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ καὶ νὰ ἀνατυπωθῇ ἔστω καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων, διὰ νὰ μὴ παραμείνῃ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι οἱ Ὑπουργοί, ὡς ἐκτελεστικὴ ἐξουσία καὶ ὄχι ὡς βουλευταί, ἔχουν δικαίωμα ἀναμίξεως εἰς τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς, ὡς ἀναθεωρητικοῦ Σώματος. Ἡ δευτέρα παρατήρησις τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ κάμω, εἶναι ἡ ἑξῆς, εἶχεν ἄλλωστε γίνει ὑπ’ ἐμοῦ καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ πρώτου ψηφίσματος ἐξουσιοδοτήσεως, τὸ ὁποῖον εἶχε κατατεθῆ κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1946. Τὴν Κυβέρνησιν τότε ἐξεπροσώπει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Χατζηνικόλας καὶ ὁ κ. Γονατᾶς. Ὑπέβαλα τὴν ἑξῆς ἐρώτησιν. Διατὶ καὶ πρὸς τὶ ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ, διακόπτει, διὰ ψηφίσματος τὰς ἐργασίας της; Ποῖος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δημιουργεῖται μία συνταγματικὴ ἀνωμαλία, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀπολύτως κανεὶς λόγος; Ὁ τότε Ὑπουργὸς Γονατᾶς μοῦ ἀπήντησε: «Βάζομε τὸ πρῶτον ἄρθρον, διὰ νὰ μποῦν τὰ παρὰ κάτω». Αὐτὴ ἦτο ἡ δικαιολογία καὶ ἠρώτησα περαιτέρω διατὶ νὰ δημιουργῶμεν μίαν ἀνωμαλίαν, διότι εἶναι μία ἐπιταγή, ὅπως τίθεται τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, «ὅτι ἡ Βουλὴ διακόπτει τὰς ἐργασίας αὐτῆς ἀπὸ 25 Ἰουλίου κλπ.». Ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ μιᾶς ἁπλῆς ἀποφάσεως, πρόκειται περὶ ἑνὸς ψηφίσματος, περὶ μιᾶς διατάξεως ἐπηυξημένης τυπικῶς δυνάμεως, ἡ ὁποία εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἔλθῃ εἰς ἀντίθεσιν μὲ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, τὰ ὁποῖα ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν Βουλὴν καὶ μὲ τὰ δικαιώματα τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος ὡς ρυθμιστοῦ τοῦ πολιτεύματος, ὁ ὁποῖος ἔχει δικαίωμα νὰ διακόψῃ, νὰ ἀναστείλῃ, νὰ λύσῃ τὴν σύνοδον κλπ. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, διατί νὰ δημιουργῶμεν ζητήματα, ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς ἀπολύτως λόγος; Ἁπλούστατα ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ ὑποβάλῃ ἕνα ψήφισμα, τὸ ὁποῖον νὰ λέγῃ ὅτι κατὰ τὰς θερινὰς διακοπὰς γίνεται αὐτὸ καὶ αὐτὸ καὶ ἡ Βουλή, εἴτε σήμερον διακόψῃ, εἴτε αὔριον, νὰ ἀποφασίσῃ δι’ ἁπλῆς ἀποφάσεώς της ὅτι διακόπτει τὰς ἐργασίας της, νὰ ἀφήσωμεν δὲ τὸ Σύνταγμα νὰ λειτουργήσῃ κανονικῶς ἐὰν ὑπάρξῃ περίπτωσις. Θὰ μοῦ εἴπητε, βεβαίως αὐτὴ ἡ ἀνωμαλία ἐφηρμόσθη ἐπὶ Μεταξᾶ, ἀλλ’ ὁ Μεταξᾶς ὅταν ἔλαβεν αὐτὴν τὴν περίφημον ἐξουσιοδότησιν, τὴν ὁποίαν ἀναγράφομεν καὶ ἡμεῖς, τὸ ἔκαμεν ἀκριβῶς, διότι ἤθελε διὰ ψηφίσματος νὰ μᾶς κλείσῃ διὰ νὰ μὴ ἠμποροῦμεν νὰ ἐπανέλθωμεν, χωρὶς νὰ σκεπτώμεθα ποῖα ἠμπορεῖ νὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπρεπε τοὐλάχιστον διὰ τρίτην φοράν, ποὺ ἔρχεται τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐφαρμόζουσα κἄτι τι τὸ ἀπολύτως ἐσφαλμένον. Ἐλέχθη ὅτι ἐὰν δὲν ὁρίσωμεν τοῦτο εἰς τὸ ψήφισμα, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ προκύψουν ζητήματα, ἐν σχέσει μὲ τὰ δικαστήρια, δηλαδή, ἐὰν τὰ νομοθετικὰ διατάγματα δημοσιεύωνται παρούσης ἢ ἀπούσης τῆς Βουλῆς, διότι ὁ νομικὸς κόσμος, τὰ δικαστήρια δὲν θὰ γνωρίζουν ἐὰν διέκοψεν ἡ Βουλή, ἢ ὄχι. Κύριοι, αὐτὸ δὲν εἶναι σοβαρὸν ἐπιχείρημα, διότι διὰ τοῦ αὐτοῦ ψηφίσματος εἶναι δυνατὸν νὰ καθορισθῇ ὅτι ἡ Βουλὴ ἐφ’ ὅσον διακόπτει τὰς ἐργασίας της καὶ παρέχει ἐξουσιοδότησιν ἀνακοινοῖ τοῦτο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως δημοσιεύεται καὶ ἐπίσημος ἀνακοίνωσις περὶ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἀπὸ τότε μέχρι τῆς τάδε ἡμερομηνίας. Κατὰ συνέπειαν, ἐφ’ ὅσον εἶναι δημοσιευμένη ἡ ἀνακοίνωσις εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ὑπάρχει ζήτημα ἐὰν εἶναι ὀρθὴ ἢ ὄχι καὶ δι’ αὐτὸ θεωρῶ τελείως ἕωλον τὸ ἐπιχείρημα. Ἀλλὰ προὐχώρησα καὶ περαιτέρω, κύριοι βουλευταί, καὶ διετύπωσα τὸ ἑξῆς ἐπιχείρημα. Ἡ παροῦσα Βουλή, δυστυχῶς, ἔχει ἓν σοβαρὸν ἐλάττωμα, ἐλλείψει ἐπαναλαμβάνω ἡγεσίας, νὰ ἐπανέρχεται καὶ συζητῇ διαρκῶς τὰ ἴδια θέματα. Καὶ ἀπασχολεῖται ἡ Βουλή, ἤδη διὰ τρίτην φορὰν μὲ τὸ ἴδιον ψήφισμα ὅπως ἀπασχολεῖται διαρκῶς καὶ μὲ παρατάσεις προθεσμιῶν, διότι ἔχει τὴν ἐντύπωσιν ὅτι 5–10% τῶν νομοσχεδίων ἀφοροῦν παρατάσεις καὶ κάθε φορὰν ποὺ συζητοῦνται παρατάσεις, γίνεται ἐκ νέου συζήτησις ἐπὶ τοῦ ὅλου θέματος. Προτείνω, συνεπῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὸ ψήφισμα ἐξουσιοδοτήσεως, κύριε Ὑπουργέ, νὰ εἶναι πάγιον διατυπούμενον ἐν ἀρχῇ ὡς ἑξῆς: «Κατὰ τὰς ἑκάστοτε διακοπὰς τῆς 4ης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς δύναται κλπ...». Οὕτω δὲν θὰ ἐπανερχώμεθα κάθε φορὰν ἵνα συζητῶμεν τὰ ἴδια πράγματα καὶ τοῦτο, ἀσχέτως τοῦ τὶ θὰ προβλέπῃ τὸ νέον Σύνταγμα εἰς τὸ μέλλον. Ἐτέθη ἡ διάταξις, καθ’ ἣν δύναται νὰ προσκληθῇ ἡ Βουλή, κατόπιν προσκλήσεως τοῦ Προέδρου αὐτῆς. Ἡ διάταξις αὕτη εἰς τὸ ἀρχικὸν ψήφισμα δὲν ὑπῆρχε, ἀλλ’ ἐτέθη κατόπιν, προταθεῖσα ἐν τῇ Βουλῇ, ὀρθῶς γενομένη δεκτή. Ἀλλ’ εἴχομεν τότε προσθέσει ἐν τῇ ἀγορεύσει ἡμῶν καὶ τὸ ἑξῆς. Αἱ περιστάσεις εἶναι ἐξαιρετικαὶ διὰ τὴν Χώραν, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἀφήσωμεν μόνον τὸν Πρόεδρον νὰ κρίνῃ ἂν πρέπει ἢ δὲν πρέπει νὰ διακόψῃ πρὸς στιγμὴν τὰς διακοπὰς τῆς Βουλῆς καὶ θὰ ἐπεβάλλετο νὰ ἐξαρτήσωμεν ἀπὸ τὴν αἴτησιν ἑνὸς ἀριθμοῦ βουλευτῶν, τοὐλάχιστον 50, μίαν ἔκτακτον σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, ἣν τότε νὰ ὑποχρεοῦται νὰ καλέσῃ. Θὰ ἐξαρτᾶται δὲ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἂν θέλῃ διὰ τῆς πλειοψηφίας, τὴν ὁποίαν ἔχει δόξα τῷ Θεῷ μεγίστην νὰ ματαιώσῃ τὴν πρότασιν, διότι δὲν κρίνει ἂν ἡ ἀνάγκη τῆς συγκλήσεως εἶναι σοβαρά. Δὲν θὰ ἔπρεπεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ κλεισθῇ τὸ στόμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι δυνατὸν νὰ προκύψουν ζητήματα σοβαρώτατα καὶ ἐσωτερικὰ καὶ ἐθνικὰ διὰ τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ ἐμποδίσετε μίαν μειοψηφίαν νὰ φέρῃ ἕνα σοβαρὸν ζήτημα. Δικαίωμά σας εἶναι ἀφοῦ ἔλθῃ τὸ ζήτημα νὰ λάβετε ἀπόφασιν ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι σοβαρόν, ἀλλὰ τοῦτο θὰ τὸ ἀποφασίσῃ ὄχι ἡ Κυβέρνησις ἀλλ’ ἡ Βουλή. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ ἐπίμαχον ζήτημα τοῦ ἄρθρου 2. Θὰ ἐξετάσω ἐν ὀλίγοις διὰ τοὺς μὴ νομικοὺς ἐξ ὑμῶν τὸ ζήτημα τὸ περίφημον, τοῦ νόμου καὶ τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος. Κατὰ τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα τοῦ 1911, ὁ Βασιλεύς, κύριοι βουλευταί, εἶναι μέλος τῆς νομοθετικῆς λειτουργίας καὶ ἔχει δικαιώματα δύο εἰδῶν. Ἔχει τὸ δικαίωμα, σύμφωνα μὲ ὃ ἄρθρον 22, νὰ προτείνῃ διὰ τῶν Ὑπουργῶν τοὺς νόμους καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα, μὲ τὸ ἄρθρον 36, νὰ κυρώνῃ τοὺς νόμους. Συνεπῶς ὁ Βασιλεὺς ἔχει δύο δικαιώματα, ἔχει τὸ ἐνεργὸν δικαίωμα νὰ ὑποβάλλῃ νόμους καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐγκρίνῃ ἢ νὰ μὴ ἐγκρίνῃ ἓν νομοσχέδιον ὥστε νὰ καθίσταται νόμος. Αὐτὰ εἶναι τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ Βασιλεύς, ὡς μέλος τῆς Νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἡ διαφορά, κύριοι βουλευταί, ἐπανελήφθη κατὰ κόρον ἀπὸ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ἴσως ἐπαρκῆ ἰδέαν τῶν ἐννοιῶν, ἐδημιούργησε δὲ μίαν σύγχυσιν μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐννοιῶν: Κύρωσις, ἔκδοσις, δημοσίευσις καὶ ἠκούσθησαν διάφοροι ἀπόψεις, ἐκ τῶν ὁποίων ἄλλαι μὲν ὑπῆρξαν ἐν μέρει ὀρθαί, ἄλλαι πλήρως ὀρθαί, ἄλλαι τελείως ἐσφαλμέναι. Θὰ ἤθελον δι’ ὀλίγων καὶ δὴ διὰ τοὺς μὴ νομικούς, νὰ θέσω τὸ ζήτημα πῶς ἀκριβῶς ἔχει. Τί ἰσχύει μὲ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, τί μὲ τὸ τοῦ 1927, τὰ νομοθετικὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐκδίδονται μὲ τὸ ἄρθρον 77 καὶ μὲ τὰ ψηφίσματα τὰ ὁποῖα ἦλθον δύο φορὲς πρὸ ἡμῶν καὶ τρίτην φορὰν πρὸ ἡμῶν. Ἡ λέξις «κύρωσις» εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως νὰ συγκατατίθεται ἢ νὰ μὴ συγκατατίθεται εἰς τὴν τελείωσιν ἑνὸς νόμου.
§16Χ. ΛΑΔΑΣ. Πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν συνέβη πλὴν ἐπὶ Ἀντιβασιλείας.
§17Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Εἶναι τὸ λεγόμενον VETO, τὸ ὁποῖον δὲν προεβλήθη ἐν τῇ πράξει. Ἡ κύρωσις συνεπῶς, ἀφορᾷ τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Βασιλέως ὡς παράγοντος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ μὴ ἐχούσης καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ἰδιότητά του, ὡς ἀνωτάτου ἄρχοντος, ἢ ὡς ρυθμιστοῦ τοῦ πολιτεύματος ἢ καὶ ὡς ἐπὶ κεφαλῆς τῆς διοικήσεως, καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ λέξις «ἔκδοσις» εἶναι μία σαφὴς ἔννοια καὶ κατὰ τὴν ἐπιστήμην, καὶ κατὰ τὴν πρᾶξιν, καὶ δὲν ὑπῆρξε ποτὲ καμμία ἀντιγνωμία. Ἡ ἔκδοσις εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως, ὡς ἀρχηγοῦ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, νὰ διατάξῃ τὴν ἐκτέλεσιν ἑνὸς νόμου εἰς τὰ ὄργανα τὰ δημόσια, νὰ διατάξῃ τὴν δημοσίευσιν καὶ συγχρόνως νὰ βεβαιώσῃ ὅτι οἱ νόμοι ἐγένοντο συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ὅταν δὲ λέγω συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἐννοῶ ὡς πρὸς τὴν μορφήν του, ὄχι ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενόν του, ἂν αἱ διατάξεις του εἶναι συνταγματικαὶ ἢ ὄχι, διότι ὅπως γνωρίζετε, τὸ ζήτημα τῆς συνταγματικότητος τοῦ νόμου, ἀπὸ ἀπόψεως διατάξεως οὐσίας, ἐπαφίεται εἰς τοὺς Ἕλληνας, εἰς τὰ δικαστήρια, εἰς τοὺς πάντας. Συνεπῶς ὁ Βασιλεὺς βεβαιώνει, ὅτι ὁ νόμος κατηρτίσθη συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ ἐντέλλεται τὴν διοίκησιν νὰ τὸν ἐφαρμόσῃ καὶ ἐντέλλεται τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὸν δημοσιεύσῃ. Αὐτὴ εἶναι μία σαφὴς καὶ ξεχωριστὴ ἔννοια, ἡ ὁποία δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν κύρωσιν. Καὶ ἔρχεται ἡ τρίτη ἔννοια, ἡ ἔννοια τῆς δημοσιεύσεως. Ἡ ἔννοια τῆς «δημοσιεύσεως» εἶναι μία ἁπλῆ πρᾶξις διοικήσεως, διὰ τῆς ὁποίας ὁ νόμος δημοσιεύεται εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ καθίσταται παγκοίνως γνωστὸς JURE ET DE JURIS καὶ διὰ νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ διάκρισις, προσθέτω, διὰ τοὺς μὴ συνταγματολόγους ἐξ ὑμῶν, ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, ὁ Βασιλεὺς εἶχε τὸ ἑξῆς δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀνεσκευάσθη, μετεβλήθη, ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Τὸ ἄρθρον 36 τοῦ 1864 λέγει: «Ὁ Βασιλεὺς κυροῖ καὶ δημοσιεύει τοὺς νόμους. Νόμος μὴ κυρωθεὶς ἐντὸς διμήνου, εἶναι ἄκυρος. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ἦλθε καὶ μετέτρεψε τὴν διάταξιν αὐτήν. Νόμος ὄχι μὴ κυρωθείς, ἀλλὰ μὴ δημοσιευθείς, θεωρεῖται ἄκυρος ἐντὸς διμήνου. Συνεπῶς κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, τὸ ζήτημα τῆς κυρώσεως, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐσωτερικὸν ζήτημα καὶ δὲν ἔχει ἐξωτερικὴν ἐμφάνισιν, ἐκδόσεως καὶ δημοσιεύσεως, ὑπάρχει ἐν τῇ δημοσιεύσει καὶ ὑπάρχει μία μόνον ἡμερομηνία τοῦ νόμου, ἡ ἡμερομηνία τῆς δημοσιεύσεως. Πρὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, δηλαδὴ βάσει τοῦ 1864, ὑπῆρχε μία ἡμερομηνία κυρώσεως—ἐκδόσεως, διότι ἔλεγε τὸ Σύνταγμα ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἄκυρος.
§18Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Εἴπατε νόμος μὴ κυρωθείς;
§19Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Νὰ κάμετε ὀλίγην ὑπομονὴν καὶ θὰ ἀκούσητε ἐπ’ αὐτοῦ τὴν ὀρθὴν θεωρίαν. Ὑπῆρχον συνεπῶς κατὰ τὸ παλαιὸν πρὸ τοῦ 1911 Σύνταγμα, δύο ἡμερομηνίαι. Μία ἡμερομηνία τῆς κυρώσεως–ἐκδόσεως καὶ μία ἡμερομηνία τῆς δημοσιεύσεως, ὡς πράξεις ἐντελῶς ξεχωρισταί. Ἡ διάκρισις αὕτη εἶχε καὶ πρακτικὴν σημασίαν διὰ τὴν εὐθύνην τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Διότι εἰς τὴν μίαν περίπτωσιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 ὑπάρχει, κύριοι βουλευταί, ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅταν ὁ Βασιλεὺς κυρώσῃ καὶ ἐκδώσῃ σχέδιον νόμου καὶ ὁ Ὑπουργὸς δὲν τὸ δημοσιεύσῃ, ὁπότε δύναται οὗτος νὰ κατηγορηθῇ ἐπὶ παραλείψει καθήκοντος, κατὰ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Σήμερον ὅμως (1911) ἐὰν δὲν δημοσιεύσῃ ἕνα νόμον ὁ Ὑπουργός, ἀπέναντι μὲν τοῦ Συντάγματος εἶναι ἐν τάξει, ἀπέναντι τοῦ Βασιλέως εἶναι ἐν τάξει, ὑπέχει δὲ ἁπλῶς πολιτικὴν εὐθύνην, διὰ τὴν μὴ δημοσίευσιν τοῦ νόμου ἐντὸς τῶν δύο μηνῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαστολή. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Τουρκοβασίλη. Πράγματι ὁ ὅρος ἤ, μᾶλλον, τὸ ἀναγραφόμενον, καθ’ ὃ «ὁ παρὼν νόμος ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ὑφ’ ἡμῶν σήμερον κυρωθεὶς δημοσιευθήτω καὶ ἐκτελεσθήτω ὡς νόμος τοῦ Κράτους», εἶναι νομικῶς ἐσφαλμένον. Διότι ὁ ὅρος οὗτος ἔπρεπε νὰ εἶναι ὅτι «τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθὲν — καὶ ὄχι «ὑφ’ ἡμῶν κυρωθὲν» ἀλλ’ ὑφ’ ἡμῶν πρὸς κύρωσιν ὑπογραφέν, δημοσιευθήτω καὶ ἐκτελεσθήτω ὡς νόμος τοῦ Κράτους». Οὕτως ἔχουν ἡ θεωρία καὶ ἡ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν, δυστυχῶς, ἀντελήφθην ὅτι πλεῖστοι ἐκ τῶν κυρίων βουλευτῶν δὲν ἐγνώριζον καὶ ἐνόμισα ὅτι εἶχα τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκθέσω δι’ ὀλίγων. Ἂς ἔλθωμεν ἤδη νὰ ἐξετάσωμεν συγκεκριμένως τὸ ψήφισμα ἐξουσιοδοτήσεως. Τί σκοπὸν καὶ τί περιλαμβάνει. Καὶ ταῦτα μὲν ἴσχυον μὲ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 καὶ τοῦ 1911. Ἀλλ’ ἦλθε καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, ὅπερ ἐδημιούργησεν ἕνα νέον θεσμόν, τὸν θεσμὸν τῶν νομοθετικῶν διαταγμάτων, διὰ τοῦ ἄρθρου 77, διὰ τοῦ ὁποίου ἔδωσε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας νὰ ἐκδίδῃ νομοθετικὰ διατάγματα ὑπὸ ὡρισμένους περιορισμούς. Καὶ πρῶτον ἔθεσε τὸν περιορισμὸν τῆς εἰδικῆς ἐξουσιοδοτήσεως τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ ἡ μηχανὴ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως δὲν δύναται νὰ τεθῇ ἐν λειτουργίᾳ κατὰ τὰς διακοπάς, ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν δώσῃ εἰδικὴν ἐξουσιοδότησιν. Δεύτερον, ἐξῄρεσεν ὡρισμένα σοβαρὰ νομοσχέδια, ὅπως εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ἄλλα νομοσχέδια. Ἐπίσης ἐζήτησε σύμφωνον γνώμην ὡρισμένης μικτῆς Ἐπιτροπῆς ἐκ τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων. Τέλος ἐπηκολούθησε κύρωσις αὐτῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἅμα τῇ ἐπαναλήψει τῶν ἐργασιῶν της. Ταῦτα ὡς ἀπαραίτητος προϋπόθεσις διὰ νὰ δύναται ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία νὰ ἐκδίδῃ νομοθετικὰ διατάγματα. Μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης, κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διακοπῶν τὶ ἐγίνετο; Κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διακοπῶν, ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία ἠδύνατο, σύμφωνα μὲ τὴν θεωρίαν, ἡ ὁποία ἐπεκράτησε καὶ ἡ ὁποία δὲν ἀποτελεῖ συνταγματικὴν διάταξιν, νὰ ἐκδίδῃ τοὺς λεγομένους ἀναγκαστικοὺς νόμους ἢ τὰ νομοθετικὰ διατάγματα, ὅταν ἡ σωτηρία τῆς πατρίδος ἐπιβάλῃ τοῦτο. Ἦλθεν ὅμως τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 καὶ προσεπάθησεν αὐτὴν τὴν ἀνωμαλίαν νὰ τὴν περιβάλῃ μὲ μίαν κανονικότητα, διὰ μιᾶς συνταγματικῆς διατάξεως. Εἶχεν ὅμως ὡρισμένα κενά. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, δὲν προέβλεπε τὴν περίοδον ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς μέχρι τῆς συγκλήσεως τῆς νέας Βουλῆς. Ἔμεινεν ἕνα διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐφαρμογὴ τῆς διατάξεως αὐτῆς. Καὶ εὐλόγως κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην, ἴσχυσεν ἡ θεωρία κατὰ τὴν ὁποίαν μόνον ὅταν προέκειντο ζητήματα σωτηρίας τῆς πατρίδος, ἐπετρέπετο ἡ ἔκδοσις ἀναγκαστικῶν νόμων. Καὶ αὐτὸ ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένῃ καὶ σήμερον ὡς ἕνα κενόν, εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ στηρίζεται εἰς μίαν θεωρίαν καὶ εἰς μίαν πρᾶξιν. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927. Καὶ ἐρωτᾶται ἤδη: Τί γίνεται σήμερον; Δηλαδή, ποία εἶναι ἡ τακτικὴ τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς; Ὁμιλῶ κατὰ πρῶτον ὡς πρὸς τὰ νομοθετικὰ διατάγματα καὶ ὄχι ὡς πρὸς τὰ ψηφίσματα. Τὸ ἄρθρον 2 λέγει: «Κατὰ τὴν διάρκειαν ........ (ἀναγινώσκει) ........». Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ποία εἶναι ἡ σημασία τῆς διατάξεως αὐτῆς, διότι τὸ θέμα ἐν τῇ πράξει εἶναι ἐπίμαχον. Δηλαδὴ ὁ Βασιλεύς, ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἐκδώσῃ αὐτὸ τὸ νομοθετικὸν διάταγμα, ὅταν ὑπάρξῃ ἡ σύμφωνος γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς; Αὐτὸ εἶναι ἕνα κενόν. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 ἦλθε καὶ κατωχύρωσεν εἰς τὴν οὐσίαν καὶ ὥρισεν ὅτι εἶναι πρᾶξις καθαρῶς τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας ἡ ἔκδοσις τῶν νομοθετικῶν διαταγμάτων. Λέγει «ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας δύναται νὰ ἐκδίδῃ». Ἡ φράσις δύναται νὰ ἐκδίδῃ» ἔχει σημασίαν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑρμηνείαν. Διότι κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ὑπέβαλε τὰ σχέδια τῶν νομοθετικῶν διαταγμάτων καὶ ἀφοῦ ἐψηφίζοντο ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ μὴ τὰ δημοσιεύσῃ. Καὶ ἡ μὴ δημοσίευσις δὲν ἀπετέλει ἀπόρριψιν τοῦ νομοθετήματος ὥστε νὰ μὴ μπορῇ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν αὐτὴν Σύνοδον. Διότι, ὅπως γνωρίζετε, ὅταν ὁ εἷς ἐκ τῶν δύο νομοθετικῶν παραγόντων ἀπέρριπτε τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἦτο δυνατὸν κατὰ τὸ Σύνταγμα νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν αὐτὴν σύνοδον. Ἡ ἔννοια τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 εἶναι ὅτι δύναται καὶ ψηφισθὲν νὰ τὸ ἀποσύρῃ ἕνα νομοσχέδιον καὶ νὰ μὴ τὸ δημοσιεύσῃ, χωρὶς νὰ ἀποτελῇ τοῦτο ἀπόρριψιν. Συνεπῶς σήμερον παραμένει τὸ κενὸν καὶ παρουσιάζεται μία κατάστασις, μεταξὺ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Βασιλεὺς ὑποβάλλει ἕνα νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, ἢ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἡ Ἐπιτροπὴ τὸ ψηφίζει, ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα ποὺ ἔχει ὅταν λειτουργῇ τὸ σύνολον τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ νὰ ἀσκήσῃ τὸ VETO τὸ ἀκυρωτικόν. Δηλαδὴ ἐνῶ ἡ πρωτοβουλία δίδεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὸ τέλος τῆς στερεῖται τὸ δικαίωμα, καὶ αὐτὸ τὸ ἁπλοῦν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει. Συνεπῶς, ὅσον ἀφορᾷ τὰ νομοθετικὰ διατάγματα, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ δευτέρα γνώμη, καθ’ ἣν πρέπει νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «δύναται» διότι οἱ βουλευταὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλλουν σχέδια νόμων εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ παραμένει ἡ πρωτοβουλία καὶ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως, ἂν θέλῃ νὰ τὰ δημοσιεύσῃ ἢ ὄχι. Συνεπῶς, ἀφοῦ προσθέσωμεν: «κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς τοιαύτης διακοπῆς, ὁ Βασιλεὺς δύναται νὰ ἐκδίδῃ», διατηρεῖ τὸ δικαίωμα ἂν θέλῃ νὰ τὸ ἐκδώσῃ, ὥστε νὰ μὴ μειωθοῦν τὰ δικαιώματά του. Ἔχω τὴν ἐντύπωσιν ὅτι, ἐφ’ ὅσον ξεκινήσαμεν ἀπὸ τὴν σκέψιν ὅτι ἡ ἡμετέρα Βουλὴ εἶναι εὐθέως Ἀναθεωρητική, ἔχομεν τὸ δικαίωμα δηλαδὴ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, τῆς ψηφίσεως νόμων μὲ ηὐξημένην τυπικὴν δύναμιν, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τὸ μεταβιβάσωμεν ἀπολύτως εἰς κανένα ἄλλον. Ἀκόμη καὶ εἰς περίπτωσιν Συντακτικῆς Βουλῆς, ὅπου εἶναι κυρίαρχον τὸ δικαίωμα νὰ καταλύῃ τὰ πάντα καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν τῆς Συντακτικῆς Βουλῆς, ἀμφισβητεῖ τὸ δικαίωμα τῆς διὰ DELE-GATIO ἀσκήσεως τῶν κυριαρχικῶν της δικαιωμάτων. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ Ἀναθεωρητικὸν ἔργον, εἶναι, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, ἀναμφισβήτητον, ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ παραδώσωμεν εἰς οὐδένα τὴν ἄσκησιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, διότι θὰ ἦτο φυσικὸν ἐπακόλουθον νὰ κάμωμεν ἕνα ψήφισμα καὶ νὰ λέγωμεν ἁπλῶς ὅτι ἀναθέτομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς μίαν Ἐπιτροπὴν νὰ ἀναθεωρήσῃ καὶ νὰ δημοσιεύσῃ τὸ Σύνταγμα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἐντελῶς σόλοικον. Θὰ μοῦ εἰπῆτε, ὅμως, κύριοι βουλευταί, ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ζήσῃ ἡ πολιτεία. Δὲν ὑπάρχει δὲ ἀμφιβολία, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς νὰ μὴ διακόψωμεν διόλου, διότι θὰ ἔλθῃ μία στιγμὴ τοῦ θέρους, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ συνεχίσωμεν τὰς ἐργασίας μας. Δὲν ὑπάρχει τὸ σύστημα τῆς συνεχοῦς Βουλῆς. Ὑπάρχει τὸ ἰδικόν μας σύστημα τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν τὸ ὁποῖον προβλέπει ἐκ συνηθείας, νὰ διακόπτωνται ὁπωσδήποτε αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Βέβαια, ἄλλοτε δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἐκδόσεως ψηφισμάτων. Σήμερον ὅμως, ἡ ζωὴ εἶναι τοιαύτη, τὰ γεγονότα, αἱ συνθῆκαι, αἱ ὁποῖαι προέκυψαν μετὰ τὸν πόλεμον, ὥστε μᾶς ἀναγκάζουν, ἐὰν δὲν θέλωμεν νὰ ἐκδίδωμεν νέα ψηφίσματα, τοὐλάχιστον νὰ τροποποιῶμεν ψηφίσματα, τὰ ὁποῖα ὑφίστανται καὶ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ τροποποιηθοῦν. Συνεπῶς, θὰ ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ ἕνας τρόπος, διὰ νὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα τῶν ψηφισμάτων, τὸ ὁποῖον εἶναι θεωρητικῶς, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, εἶναι ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον ἀποκλείει τὴν DELEGATIO, ἐν τούτοις, πρέπει νὰ εὑρεθῇ ἕνας τρόπος διὰ νὰ δώσωμεν διέξοδον εἰς μίαν πραγματικὴν ἀνάγκην. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ διέξοδος, τὴν ὁποίαν θὰ δώσωμεν, κύριοι βουλευταί, νὰ μὴ εἶναι διέξοδος καταχρήσεων. Διότι ὁμολογῶ, ὅτι διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν παροῦσαν Βουλὴν βλέπω ὅτι κοντεύομεν νὰ καταργήσωμεν τὰ ὅρια μεταξὺ νόμου καὶ ψηφίσματος. Μὲ ὅσην εὐκολίαν ψηφίζομεν νόμους, μὲ τὴν αὐτὴν εὐκολίαν ψηφίζομεν ψηφίσματα. Βεβαίως, αὐτὸ εἶναι ἕνα καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἰσχύει μονίμως εἰς πολλὰς χώρας τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὅπου δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ τυπικὴ διάκρισις μεταξὺ νόμων καὶ Συντάγματος. Εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅμως, ὅπου ὑπάρχει καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ διάκρισις, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ σταματήσῃ κανεὶς μίαν Κυβέρνησιν, πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ εἶναι φειδωλὴ εἰς τὴν ἔκδοσιν ψηφισμάτων καὶ νὰ μὴ ὑποβάλλῃ νομοσχέδια ἢ σχέδια ψηφισμάτων διὰ ψύλλου πήδημα καὶ νὰ μὴ παρουσιάζεται αὐτὸ τὸ φαινόμενον, ὥστε νὰ μὴ γνωρίζωμεν τί εἶναι κατὰ βάθος αὐτὰ τὰ ψηφίσματα, ὅταν θὰ παύσῃ ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, ἐὰν θὰ ἠμποροῦμεν νὰ τὰ καταργήσωμεν μὲ ἁπλοῦν νόμον ἢ θὰ ἐξακολουθοῦν ἰσχύοντα καὶ ποῖα ἐξ αὐτῶν θὰ ἰσχύουν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ ἐπρότεινον, ἐπειδὴ πλεῖστα ἐκ τῶν ψηφισμάτων αὐτῶν ἐνδεχομένως θὰ ἠδύναντο νὰ ἀποτελέσουν κάπως παγιωτέρας διατάξεις τοῦ Συντάγματος, νὰ προσπαθήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Οὕτω, λ. χ., ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ ἐπανέλθῃ τοὐλάχιστον ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἡ πολυπόθητος ἀπόλυτος ἡσυχία, θὰ χρειασθοῦν διατάξεις μὲ κατοχυρώσεις, βεβαίως, καὶ ἐγγυήσεις, ὅτι καταργοῦν ὡρισμένας ἐλευθερίας ἢ ἄλλα δικαιώματα τοῦ πολίτου κατὰ περιφερείας. Αὐτὰ ὅλα θὰ ἔπρεπεν ἀντὶ νὰ ὑποβάλλωνται εἰς ψηφίσματα, ὅπως τὰ περὶ τύπου π. χ., τὰ περὶ στερήσεως τῆς ἐλευθερίας, τὰ περὶ τῆς κατ’ οἶκον ἐρεύνης κλπ., νὰ ἀποτελέσουν τὸ ταχύτερον μίαν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ὡς λ.χ. τὸ ἄρθρον 48 τοῦ Συντάγματος τῆς Βαϊμάρης, ὥστε νὰ σταματήσῃ αὐτὸ τὸ κακόν, διότι καθημερινῶς εὑρισκόμεθα πρὸ νέων ψηφισμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἠμποροῦσαν, μελετώμενα, νὰ ἀποτελέσουν μίαν παγίαν διάταξιν τιθεμένην εἰς ἐφαρμογὴν ἐν τῷ μέλλοντι. Κατὰ ταῦτα, ἐπειδὴ δὲν ἠμποροῦμεν παρὰ νὰ διακόψωμεν κατὰ τὸ θέρος, καὶ ἐπειδὴ πρέπει νὰ διευκολύνωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἔκδοσιν ψηφισμάτων, ἀλλὰ περιωρισμένως, ἐπιβάλλεται νὰ διατυπώσωμεν τὴν σχετικὴν διάταξιν περὶ ψηφισμάτων τελείως χωριστὰ ἀπὸ τὴν διάταξιν περὶ νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν, ἀφοῦ προσθέσητε τὴν λέξιν «δύναται», θὰ ἠδύνασθε νὰ ἀντικαταστήσητε τὴν λέξιν «ἀπόφασις» μὲ τὰς λέξεις «συμφώνου γνώμης». Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν ὡς πρὸς αὐτό. Ἡ σύμφωνος γνώμη εἶναι ἐλαφροτέρα τῆς ἀποφάσεως. Καὶ τὰ νομοθετικὰ διατάγματα τὰ δέχομαι, δεδομένου ὅτι ἡ Κυβέρνησις μὲ τὴν ἐξουσιοδότησιν εἶναι βέβαιον ὅτι θὰ ἐκδώσῃ νομοθετικὰ διατάγματα. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ψηφίσματα, θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ κάμω τὰς ἑξῆς παρατηρήσεις: 1) Αἱ λέξεις: «τὰ ὑποβαλλόμενα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως» νὰ διαγραφοῦν, καὶ νὰ ἀντικατασταθοῦν μὲ τὰς λέξεις «Ὑπουργῶν–Βουλευτῶν». Διότι σήμερον τῆς Κυβερνήσεως προΐσταται ἕνα σεβαστὸν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν εἶναι μέλος τοῦ Σώματος καί, νομίζω, ὅτι ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει αὐτὸ, πρέπει καὶ διὰ τὴν οὐσίαν καὶ διὰ τὸν τύπον νὰ κάμωμεν αὐτὴν τὴν μικρὰν τροποποίησιν. 2) Τὰ ψηφίσματα θὰ ὑποβάλλωνται ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν–Βουλευτῶν, ἀλλὰ δὲν θὰ λαμβάνωνται ἀποφάσεις ἁπλῶς ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν, θὰ μπῇ ρητῶς ἡ διάταξις «ψηφίζονται». Θὰ μοῦ εἰπῆτε ὅτι δὲν ἔχει οὐσιώδη διαφοράν. Ἔχει καὶ πρακτικὴν καὶ θεωρητικήν. Καὶ ἴσως προσθέσητε: Ἐσὺ ἀποκλείεις τὴν DELEGATIO τῆς ἐξουσίας ἀπὸ τὸ σύνολον τοῦ Σώματος καὶ τὴν δίδεις εἰς μίαν Ἐπιτροπήν; Πρέπει νὰ εὑρεθῇ, σᾶς εἶπον, ἕνας πρακτικὸς τρόπος, διὰ νὰ καλύψωμεν ἀμέσους ἀνάγκας, διότι ἄλλως, ὁμολογῶ ὅτι θὰ ἤμουν ἀπολύτως θεωρητικὸς καὶ συνεπῶς ἡ γνώμη μου θὰ ἐτίθετο ὑπὸ κάθαρσιν ἀπὸ τούς............ ἀπὸ τοὺς κυβερνῶντας, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀνάγκην νὰ κυβερνήσωσι καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναμείνουν τὸν Ὀκτώβριον, διὰ νὰ ὑποβάλουν τὰ ψηφίσματα. Ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα, ἐφ’ ὅσον καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα ὑπάρχει ἡ διάταξις αὐτή, διὰ τοῦ Κανονισμοῦ της νὰ τακτοποιῇ τὰ τῆς λειτουργίας της...... (δὲν ἠκούσθη). Συνεπῶς, θὰ ἠδύνατο διὰ τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν, μόνον ὑπὸ τὴν αἵρεσιν ὑποβολῆς των εἰς τὴν Βουλὴν ἅμα τῇ ἐπαναλήψει τῶν ἐργασιῶν της, καὶ διὰ μόνα τὰ ἤδη ὑποβεβλημένα ἢ τοιαῦτα τροποποιητικὰ ὑφιστάμενα νὰ ἐπιληφθῇ εἰδικῶς ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ ζητήματος. Καὶ τοῦτο κατ’ ἐξαίρεσιν, καθ’ ὅσον δὲν δέχομαι τὸ δικαίωμα τῆς DELEGATIO τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου, δηλαδὴ τοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς ηὐξημένης δυνάμεως. Θὰ χρησιμοποιήσω τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο περαιτέρω, διὰ νὰ ἀντικρούσω τὸν ἀγαπητόν μου συνάδελφον κ. Βαμβέτσον, εἰς τὴν ἔκθεσίν του. Εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος νὰ τονίσω τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποφύγῃ τὰς καταχρήσεις. Δυστυχῶς, ὅμως, ὑπάρχουν σήμερον ψηφίσματα πολλὰ καὶ δὲν εἶναι μόνον τὸ ζήτημα νὰ θεσπισθοῦν νέα, ἀλλ’ εἶναι καὶ τὰ παλαιότερα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνουν ὡς ἔχουν, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον αἱ ἀνάγκαι μεταβληθοῦν. Καὶ ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὴν πρότασιν τοῦ ἀγαπητοῦ μου συναδέλφου κ. Βαμβέτσου. Ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, ὑπεστήριξα ἐντελῶς ἀντίθετον ἄποψιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ εὑρίσκομαι μεταξὺ τῆς μειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐλπίζω νὰ εἶμαι μεταξὺ τῆς πλειοψηφίας τοῦ Σώματος, ὅταν θὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν. Διότι δὲν φαντάζομαι, ὅτι ἡ πρότασις Βαμβέτσου θὰ γίνῃ δεκτή. Εἰς τὴν Ἑλλάδα, κύριοι βουλευταί, τὸ ἐλεύθερον ἀντιπροσωπευτικὸν πολίτευμα — μὲ τρεῖς λέξεις θ’ ἀπαντήσω, διότι εἶναι τόσα τὰ ἐπιχειρήματα, ὥστε ἐπιφυλάσσομαι ὅταν ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν ἡ πρότασις, ν’ ἀπαντήσω διὰ μακρῶν — δὲν λέγω τὸ στενώτερον κοινοβουλευτικόν, στηρίζεται εἰς ὡρισμένα πράγματα, εἰς ὡρισμένα στοιχεῖα, εἰς μίαν καθολικὴν καὶ μυστικὴν ψηφοφορίαν, εἰς γενικὰς ἐκλογάς, καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ἀπὸ τὰς ὁποίας προέρχονται ἀντιπρόσωποι, ἐκπροσωποῦντες τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον, μὲ ἴσα δικαιώματα καὶ ἴσας ἁρμοδιότητας κατ’ ἔκτασιν καὶ καθ’ ὕλην, τὰς ὁποίας δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ ἀπορρίψῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ ἐπὶ τῆς ὁποίας βασίζεται τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν πολίτευμα τὸ δικό μας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχή, ἡ ὁποία ἰσχύει εἰς ὅλα τὰ ἐλεύθερα πολιτεύματα τοῦ κόσμου. Πουθενὰ δὲν ἰσχύει τὸ σύστημα τῆς κατατμήσεως τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους. Κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν, κύριοι βουλευταί, ἡ πρότασις Βαμβέτσου, εἶναι ἀνατροπὴ τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ πολιτεύματος, ὅπως ἐδημιουργήθη καὶ ὅπως ἰσχύει σήμερον μετὰ τὴν μακρὰν ἐξέλιξίν του, εἰς ὅλας τὰς χώρας. Τὰ ἐπιχειρήματα καὶ τὰ θεωρητικὰ καὶ τὰ πολιτικά, εἶναι πολλὰ καὶ ἀνεπτύχθησαν καὶ θὰ ἀναπτυχθοῦν καὶ πάλιν. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὸ Σῶμα τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, δὲν θὰ θελήσῃ ποτέ, ἐξερχόμενον ἀπὸ τὴν γραμμὴν τὴν ὁποίαν ἐχάραξαν ὅλα τὰ ἀντιπροσωπευτικὰ πολιτεύματα νὰ ἀπεμπολήσῃ τὰ δικαιώματά του καὶ νὰ τὰ ἀναθέσῃ εἰς τμήματα. Ὅτι ἔχει ἀγαθὴν προαίρεσιν ὁ κ. συνάδελφος, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία. Διότι πραγματικῶς ἡ Βουλή, ὅπως ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου ἀνέπτυξα, δὲν λειτουργεῖ κανονικῶς. Ἀλλά, διότι δὲν λειτουργεῖ κανονικῶς, ὅπως ἀνεπτύχθη ὑπὸ πολλῶν συναδέλφων εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, δὲν ὀφείλεται εἰς ἐλαττώματα τοῦ Συντάγματος, ὀφείλεται εἰς τὰ ἐλαττώματα τοῦ ἐμψύχου ὑλικοῦ τῆς Βουλῆς.
§20Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Πῶς θὰ τὰ διορθώσητε αὐτὰ τὰ ἐλαττώματα;
§21Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος. Θὰ ἔλεγον τὸ ἑξῆς: Ἐφ’ ὅσον διὰ μίαν τοιαύτην σοβαρὰν λειτουργίαν τοῦ Κράτους, δηλαδὴ τὴν ἄσκησιν τοῦ νομοθετικοῦ λειτουργήματος, τὸ ὁποῖον εἶναι μία ἀπὸ τὰς 3 λειτουργίας τῆς πολιτείας, δέχεσθε τὴν κατάτμησιν, ποῖος ὁ λόγος νὰ μὴ προχωρήσῃ κανεὶς καὶ περαιτέρω; Καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ αὐτὴ ἀνωμαλία παρατηρεῖται καὶ διὰ τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως ἡ αὐτὴ ἀνωμαλία παρατηρεῖται καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων, αἱ ὁποῖαι διαρκοῦν ἐπὶ μακρόν, διατὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ μὴ ὑπάρξῃ καὶ κατὰ τμήματα ὁ ἔλεγχος, ὥστε ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας καὶ τῆς Ἐργασίας νὰ ἐλέγχηται ἀπὸ ἕνα ἄλλο τμῆμα τῆς Βουλῆς καὶ ἐν τέλει οἱ Ὑπουργοὶ ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων νὰ κατανέμουν τὰ κεφάλαια τῶν δηλώσεων καὶ νὰ μεταβαίνῃ εἰς μίαν αἴθουσαν ὅπου θὰ συγκεντρώνηται τὸ τμῆμα καὶ θὰ γίνεται ἡ συζήτησις. Καὶ εἰς τὸ τέλος, θὰ φανῇ ἴσως περίεργον, ἀλλ’ ἡ θεωρία φέρει καὶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, ἐὰν μία Κυβέρνησις πέσῃ, κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διακοπῶν, δὲν ὑπάρχει τότε καὶ κανεὶς λόγος νὰ ἔλθῃ ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην της. Ἀλλ’ ἂς δημιουργήσωμεν τὸ ζήτημα διακοπῶν ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, ὥστε ὅλα νὰ λειτουργοῦν ταχέως. Καὶ ἐρχόμεθα, κύριοι, εἰς τὸ τελευταῖον, εἰς τὸ ζήτημα τῆς δημοσιότητος τῶν συνεδριάσεων. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἕνα ἀπὸ τὰ βασικὰ στοιχεῖα τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ πολιτεύματος, εἶναι ἡ δημοσιότης τῶν συνεδριάσεων. Τὰ Σώματα τὰ ἀντιπροσωπευτικά, προέρχονται ἐκ τοῦ λαοῦ. Ὁ λαὸς ὀφείλει νὰ τὰ παρακολουθῇ καὶ νὰ ἐπηρεάζεται. Αἱ συζητήσεις δὲν γίνονται μόνον πρὸς διαφώτισιν τῶν βουλευτῶν μεταξύ των, διὰ νὰ πείσω ἐγὼ τὸν κ. Κουλουμβάκην ἢ τὸν κ. Βαμβέτσον καὶ ἐκεῖνοι ἐμέ. Ἡ συζήτησις καὶ ἡ διαφώτισις γίνεται διὰ νὰ ἐπηρεάζεται καὶ νὰ καθοδηγῆται ἡ κοινὴ γνώμη, ἡ ὁποία νὰ τυγχάνῃ μιᾶς πολιτικῆς διαπαιδαγωγήσεως. Ὁ λαὸς ὀφείλει νὰ παρακολουθῇ τὴν ζωὴν τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος, νὰ ἀντικρύζῃ τοὺς ἀντιπροσώπους του, τοὺς ρήτορας. Καὶ ἔχομεν ἕνα λόγον παραπάνω. Ὅταν ἐπὶ 10 χρόνια δὲν ἐλειτούργησε τὸ Κοινοβούλιον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ προσπαθήσωμεν ὅλοι νὰ συγκεντρώσωμεν τὴν προσοχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς τὴν Βουλήν, ὡς ἐπίκεντρον τοῦ Δημοσίου βίου τῆς χώρας. Καὶ προσθέτω. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἁπλῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία κατόπιν ἐξουσιοδοτήσεως νὰ ἐπιψηφίσῃ 5–6 νομοσχέδια, δὲν θὰ εἶχα καμμίαν ἀντίρρησιν, ὅπως αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαί, νὰ μὴ ὑπάρξῃ δημοσιότης. Ἀλλ’ ἐν προκειμένῳ, πρόκειται ἡ Ἐπιτροπὴ ἐξουσιοδοτήσεως νὰ ψηφίσῃ οὐσιωδέστατα νομοθετήματα τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὰ νὰ συζητηθοῦν κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν παραπομπήν. Ὑπάρχει μία πρότασις νὰ παραπέμπωνται ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἂν δὲν θέλῃ ν’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῶν σχεδίων, εἰς τὴν ὁλομέλειαν. Αὐτὴν τὴν πρότασιν, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ψηφίσματα, ἐγὼ θὰ τὴν ἐδεχόμην, ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ νομοθετικὰ μέτρα, ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν δυνατότητα νὰ ἐκδίδῃ τὰ νομοθετικὰ διατάγματα καὶ νὰ μὴ δύναται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ Ἐπιτροπή, διὰ κωλυσιεργίας καὶ παραπομπὰς εἰς τὴν ὁλομέλειαν, νὰ ματαιώνῃ τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πλειοψηφίαν, αὕτη ὁρίζεται εἰς ⅖. Νομίζω, ὅτι τὸ ποσοστὸν αὐτὸ εἶναι μικρόν. Νομίζω, ὅτι ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ψηφισμάτων, θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἀπαρτία. Δεδομένου ὅτι ὑπάρχουν 50 τακτικὰ μέλη καὶ 30 ἀναπληρωματικά, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶ ὅτι ἐπὶ 80 βουλευτῶν δὲν θὰ συγκεντρώνωνται οἱ 40 κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ συνεπῶς οἱ 30 διὰ τὴν λῆψιν μιᾶς ἀποφάσεως. Διότι τὸ νὰ ψηφίζουν 20 βουλευταὶ ψηφίσματα, τὸ εὑρίσκω ἀπαράδεκτον. Θὰ ἐπεθύμουν ἐπίσης νὰ τεθῇ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐφ’ ὅσον τὰ ψηφίσματα τροποποιοῦνται, νὰ ἐκτυποῦνται καὶ νὰ ἐπανέρχωνται εἰς τὸ σύνολον, ἵνα λαμβάνῃ γνῶσιν ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ νὰ ξεύρῃ τί ψηφίζει. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐξαιρέσεις, θὰ ἔπρεπε νὰ τεθοῦν ἐξαιρέσεις ὅσον ἀφορᾷ τὸν προϋπολογισμὸν κλπ. Διότι ὅπως εἶναι συντεταγμένον σήμερον τὸ ψήφισμα, τίποτε δὲν ἐμποδίζει τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ καὶ αὐτὸν τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως. Ἐπίσης ὅσον ἀφορᾷ τὰς συνθήκας καὶ συμβάσεις. Δὲν νομίζω ὅτι αὔριον, ἂν ἡ Κυβέρνησις ὑπογράψῃ συνθήκας ἢ συμβάσεις μὲ τὸ ἐξωτερικόν, συνθήκην μὲ τὴν Γερμανίαν καὶ σύμβασιν μὲ τὴν Ἀμερικήν, αὐταὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ νὰ μὴ συζητηθοῦν εὐρύτατα ἐνώπιον τῆς Ὁλομελείας τοῦ Σώματος. Καὶ τέλος, ὡς πρὸς τὴν προθεσμίαν ἰσχύος τῶν λεγομένων νομοθετικῶν διαταγμάτων καὶ ψηφισμάτων, θὰ ἔπρεπε νὰ μὴ λέγῃ «ἅμα τῇ δημοσιεύσει», ἀλλὰ μετὰ 10 ἢ 20 ἡμέρας, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ψηφισθῇ τὸ ἐνοικιοστάσιον, π.χ., καὶ δὲν μπορεῖτε νὰ ἔχετε τὴν ἀπαίτησιν εἰς τὴν Δράμαν καὶ τὴν Καβάλαν καὶ σὲ ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος νὰ δημοσιευθῇ καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ τὴν ἰδίαν ἡμέραν, χωρὶς οἱ δικηγόροι καὶ οἱ δικαστικοὶ νὰ γνωρίζουν τὸ κείμενον τοῦ νόμου. Διὰ τοῦτο, ἐὰν τεθῇ «ἰσχύει ἅμα τῇ δημοσιεύσει» νὰ προστεθῇ «ἐκτὸς ἂν ἄλλως ὁρίζῃ τὸ ψήφισμα ἢ ὁ νόμος». Καὶ μία τελευταία παρατήρησις. Τὰ ψηφίσματα, δὲν πρέπει νὰ ἐπανέρχωνται ἀορίστως, ἀλλὰ πρέπει νὰ τεθῇ μία προθεσμία, διὰ νὰ διατηρήσῃ ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τὰ δικαιώματά της. Θὰ ἔπρεπεν ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς νὰ κατατίθεται εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Αὐτὰ ἤθελον νὰ εἴπω, καὶ φαντάζομαι ὅτι, αὐτὴν τὴν φοράν, κύριε Ὑπουργέ, ἐπειδὴ εἶσθε καὶ νομικός, θὰ λάβετε ὑπ’ ὄψει ὡρισμένας παρατηρήσεις, καὶ πρακτικὰς καὶ θεωρητικάς, ὥστε νὰ μὴ ἐπανέλθωμεν τὸν Ὀκτώβριον ἢ Νοέμβριον καὶ συζητῶμεν ἐπὶ ὥρας, καὶ ἡμέρας ἴσως, ἐπὶ τῶν ἰδίων θεμάτων. (Χειροκροτήματα).
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις, ὑπογεγραμμένη ὑπὸ 20 βουλευτῶν, διὰ τῆς ὁποίας προτείνεται ὁ περιορισμὸς τοῦ χρόνου τῆς ἀγορεύσεως τῶν κ.κ. ἀγορητῶν εἰς ἓν τέταρτον τῆς ὥρας. Γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις;
§23ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κ. Καλλίας.
§25Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, κύριοι συνάδελφοι, μὲ τὸ ζήτημα τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν, καθ’ ἑαυτῆς, διότι, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ τὴν διακοπήν, τὴν ἀποδέχομαι, ἂν καὶ θὰ προετίμων νὰ προηγηθοῦν 5–6 μακραὶ συνεδριάσεις κατὰ τὰς ὁποίας νὰ συζητηθοῦν καὶ νὰ ψηφισθοῦν δύο ἐκκρεμῆ βασικὰ ψηφίσματα, καθὼς καὶ ἡ ἀπὸ ἔτους χρονίζουσα ἐπερώτησις περὶ τῆς τιμῆς τῶν γεωργικῶν προϊόντων. Ἀλλά, ἐφ’ ὅσον προτείνεται ἡ διακοπή, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ψηφισθῇ. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι βάσιμος ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Ζαΐμη, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ ὅτι, εἰς τὸ κείμενον τοῦ ψηφίσματος ἀναφέρεται χρόνος διακοπῆς. Εἰς προηγουμένας συζητήσεις διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, διεμαρτυρήθη ἡ Βουλὴ καὶ ἐχαρακτήρισεν ὡς ἀσέβειαν τὸ ὅτι τὸ ψήφισμα ἀνέγραφε καὶ τὸ διάστημα τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὅτι ἡ διακοπὴ γίνεται διὰ ψηφίσματος καὶ ὄχι δι’ ἀποφάσεως, δηλαδή, διὰ τὸ ψήφισμα τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, βέβαια, κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, ὅτε ἴσχυε τὸ ἄρθρον 77, ἐπειδὴ ὑπῆρχε παγία καὶ ὀργανικὴ διάταξις, δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ γίνεται κάθε φορὰν ψήφισμα καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει διάταξις παγία, κατὰ συνέπειαν ὁ θεσμὸς τῆς ἐξουσιοδοτήσεως εἰσάγεται διὰ ψηφίσματος. Θὰ ἤθελον ἐπίσης νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, δι’ ὡρισμένας παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Κώη, διότι αἱ παρατηρήσεις του ἅπτονται τῆς βάσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Ὁ κ. Κώης, εἶναι ἀγαπητὸς συνάδελφος καὶ αἱ παρατηρήσεις του διαπνέονται πάντοτε ἀπὸ μίαν ἀγαθὴν πρόθεσιν. Νομίζω, ὅμως, ὅτι αἱ παρατηρήσεις του εἶναι ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους πεπλανημέναι. Διότι, τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως, ὄχι μόνον νὰ ἐκδίδῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ κυροῖ τὰ νομοθετικὰ ταῦτα διατάγματα, ὀφείλεται εἰς μίαν παρεξήγησιν. Τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως, στηρίζεται εἰς τὸ ἄρθρον 35 καὶ ὄχι εἰς τὸ ἄρθρον 36 τοῦ Συντάγματος. Τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον χορηγεῖται ὑπὸ τοῦ ψηφίσματος περὶ ἐξουσιοδοτήσεως, εἶναι ἐπέκτασις τοῦ δικαιώματος νὰ ἐκδίδῃ διατάγματα καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν χορηγεῖται ἡ ἐξουσιοδότησις διὰ ψηφίσματος. Συνεπῶς, δὲν ἀφορᾷ τὴν ἄσκησιν τῆς κανονικῆς νομοθετικῆς λειτουργίας, ὥστε νὰ ἀπαιτῆται ἡ κύρωσις. Ἡ δευτέρα παρατήρησις εἶναι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεσπισθῇ ἐξουσιοδότησις, διότι εἴμεθα Βουλὴ Ἀναθεωρητικὴ καὶ ὄχι Συντακτική, δυναμένη νὰ εἰσαγάγῃ τὸν βασικὸν θεσμὸν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, εἶναι ἀκόμη περισσότερον πεπλανημένη, διότι, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι δὲν εἴμεθα ἁπλῆ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. Ἐγώ, πιστεύω ὅτι εἴμεθα Συντακτικὴ Συνέλευσις. Ἀλλά, καὶ ἂν ἤμεθα εὐρείας, εὐρυτάτης μορφῆς Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, τὰ αὐτὰ θὰ εἴχομεν δικαιώματα, δηλαδή, καὶ τὸ δικαίωμα τῆς εἰσαγωγῆς νέων θεσμῶν. Εἴμεθα Συντακτικὴ Συνέλευσις, διότι ὑπάρχει δεκαετὴς ἐκτροπὴ ἀπὸ τῆς συνταγματικῆς νομιμότητος. Διότι προηγήθησαν ἀλλεπάλληλοι ἐπαναστάσεις τῆς συγκροτήσεως τῆς παρούσης συνελεύσεως. Διότι ὑπάρχει πλήρης καὶ οὐσιαστικὴ κατάλυσις τοῦ Πολιτεύματος ἐπὶ ἔτη στηριχθεῖσα εἰς κακὴν ἐφαρμογὴν τῆς Κ. Δ. Συντακτικῆς Πράξεως, διότι δὲν συνεκροτήθημεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 108, διότι αὐταὶ αἱ πράξεις τῆς σημερινῆς Βουλῆς, τὰ ψηφίσματά της δηλαδή, ἀποδεικνύουν ὅτι ἐπελήφθη θεμελιωδῶν θεσμῶν τῆς Πολιτείας, διότι αὐτὴ αὕτη ἡ προκήρυξις τῶν ἐκλογῶν δὲν ἔθετεν οὐδένα ἄλλον περιορισμὸν πλὴν τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν ὑπάρχει, κύριοι βουλευταί, ὁριστικὸν Πολίτευμα σήμερον. Τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα τοῦ 1911 δὲν ἕλκει τὴν καταγωγήν του οὔτε ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1864 οὔτε ἀπὸ τὴν Δευτέραν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν τοῦ 1911, διότι ἔπαυσεν ἰσχῦον ἐν ἔτει 1924, ἀλλὰ ἰσχύει ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ψηφίσματος τῆς 10ης Ὀκτωβρίου τῆς 5ης Συντακτικῆς Συνελεύσεως, τὸ ὁποῖον ἔγινεν ὑπὸ τὴν πίεσιν τοῦ Στρατηγοῦ Κονδύλη, τὸ δὲ ὑπόλοιπον, δηλαδὴ αἱ διατηρούμεναι ἐν ἰσχύϊ διατάξεις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, στηρίζονται εἰς τὸ Ζʹ ψήφισμα τῆς 28 Ὀκτωβρίου τοῦ 1935 τὸ ὁποῖον δὲν ἔτυχε κἂν κυρώσεως ὑπὸ Συνελεύσεως, οὔτε Συντακτικῆς οὔτε Ἀναθεωρητικῆς. Ἔχομεν ἀνάγκην ἀναπτύξεως τῶν Συνταγματικῶν θεσμῶν καὶ δημιουργίας νέων. Τὸ ψήφισμα τῆς 10ης Ὀκτωβρίου ἔλεγε ρητῶς ὅτι ἐπαναφέρει προσωρινῶς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νέου Συντάγματος. Ποῖον εἶναι τὸ Σύνταγμα τὸ βασικὸν τὸ ὁποῖον ἰσχύει;
§26Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τὰ ἄλλα δὲν εἶναι ψηφίσματα, εἶναι Συντακτικαὶ Πράξεις. Δὲν εἶναι οὔτε τῆς Βουλῆς τῶν 80 βουλευτῶν.
§27Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι δὲν ἐβασίσθημεν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 διὰ νὰ ὑποστηρίξωμεν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἐξουσιοδότησις εἰς τμήματα τῆς Βουλῆς. Συμφωνοῦμεν οἱ δύο μας μάλιστα ὅτι εἶναι Συντακτικὴ ἡ παροῦσα Συνέλευσις. Ἀλλὰ καὶ Συντακτικὴ ἐὰν εἶναι, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀνατρέψῃ τὸν θεμελιώδη θεσμόν, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει εἰς τὴν Πατρίδα μας, τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος.
§28Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐὰν εἶναι Συντακτικὴ ἔχει δικαίωμα.
§29Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι.
§30Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Διότι εἶναι διάφορον πρᾶγμα τὸ τὶ δύναται νὰ πράξῃ, ἀπὸ τὸ τὶ πρέπει νὰ πράξῃ. Αὐτὸ ποὺ λέγετε εἶναι ζήτημα δέοντος, δὲν εἶναι ζήτημα δικαιωμάτων.
§31Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ δικαιωμάτων. Παντοδύναμος εἶναι εἷς καὶ μόνος, ὁ Θεός.
§32Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ὁμιλοῦμεν περὶ τῆς νομικῆς καὶ Συνταγματικῆς δυνάμεως καὶ οὐχὶ τῆς παντοδυναμίας τῆς συνδεομένης μὲ τὸ Σύνταγμα.
§33Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Σᾶς δίδω μίαν πληροφορίαν. Τὸ ζήτημα αὐτό, πλὴν τῶν ἄλλων τοὺς ὁποίους παραλείπω νὰ ἀναφέρω, τὸ ἔχει ἀναπτύξει ὡραιότατα κατὰ τὸ 1922 ὁ μακαρίτης Γούναρης: Ὅτι καὶ ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις δὲν εἶναι καὶ αὐτὴ παντοδύναμος.
§34Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Περιορισμός, λοιπόν, δὲν ὑπάρχει ἄλλος ἀπὸ τὸ Πολιτειακὸν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς τυπικῆς μορφῆς τοῦ Πολιτεύματος καὶ ὄχι τῆς οὐσιαστικῆς.
§35Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐὰν θέλετε, εὕρετε τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά.
§36Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. ... ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς τυπικῆς μορφῆς καὶ διὰ τοῦτο εἶχον ἐγερθῆ αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα τοῦ λαοῦ κατὰ τὰς ἐκλογάς, ἀλλὰ διότι εἰς μίαν ἄλλην περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπῆρχεν ὁμοία διάταξις μὲ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ψηφίσματος, δηλαδὴ κατὰ τὸ 1926 ὅταν ἐξεδόθη τὸ ψήφισμα τῆς 9ης Ὀκτωβρίου αὑτὴ ἡ ἔννοια ἀπεδόθη ὀρθῶς, ὅτι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς μορφῆς τοῦ Πολιτεύματος ἠννοεῖτο ἡ τυπικὴ τοῦ Πολιτεύματος, δηλαδὴ τοῦ Πολιτειακοῦ. Νομίζω, ἑπομένως, ὅτι ἔχομεν τὴν δυνατότητα βαθυτέρων μεταβολῶν ἂν συμφωνήσωμεν εἰς αὐτά. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βαμβέτσου, τὰς ὁποίας προϋποθέσεις ἐξέθεσα εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπαναλάβω σήμερον διότι δὲν βλέπω διατεθειμένην τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς νὰ ἀποδεχθῇ τοιαύτην πρότασιν καί, διὰ τοῦτο θὰ περιορισθῶ εἰς ὡρισμένας πρακτικὰς ὑποδείξεις. Νομίζω ὅτι τὰ ψηφίσματα δὲν δύνανται νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν, διότι καὶ Συντακτικὴ ὅταν εἶναι ἡ Βουλή, ὅταν εἶναι δηλαδὴ παντοδύναμος, ἔχει παντοδυναμίαν ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον καὶ ὄχι ὡς πρὸς τὴν μεταβολὴν τοῦ ὑποκειμένου ἀσκήσεως τῆς Συντακτικῆς Ἐξουσίας. Ὑπάρχει ἕνα ἄλλο προηγούμενον τοῦ ἔτους 1925, ὁπότε διὰ τοῦ ψηφίσματος τῆς 3ης Ἰουλίου μετεβιβάσθη ἡ σύνταξις τοῦ Συντάγματος εἰς τὴν λεγομένην 30μελῆ Ἐπιτροπὴν καὶ τότε καὶ προεκλογικῶς, ἠμφισβητήθη ἡ δυνατότης τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσιοδοτήσεως ὑπὸ τοῦ Παντ. Τσιτσεκλῆ, ἀλλὰ μετεκλογικῶς καὶ ὁ Παν. Τσαλδάρης καὶ ὁ Βοκοτόπουλος καὶ ὁ κ. Χατζίσκος καὶ ἄλλοι ὁμιληταὶ ἐξέθεσαν διὰ σοβαρωτάτων ἐπιχειρημάτων τὴν ἀδυναμίαν μεταβολῆς τοῦ ὑποκειμένου ἀσκήσεως τῆς Συντακτικῆς Ἐξουσίας. Ἀλλὰ ἐὰν πρόκειται ἡ παροῦσα Βουλή, συνεχίζουσα τὴν ἰδίαν της πολιτικήν, νὰ περιλάβῃ τὰ ψηφίσματα, τότε εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητον, ὅτι περιλαμβάνει μόνον τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως κατατιθέμενα, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀποτελεῖ ἕνα ἐκ τῶν παραγόντων τῆς Συντακτικῆς Ἐξουσίας. Θὰ ἔπρεπε τοὐναντίον νὰ περιληφθοῦν ὅλα τὰ ψηφίσματα, διότι κατὰ σύμπτωσιν εἶναι ἐκ τῶν οὐσιωδεστέρων, τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουν μεγάλα τμήματα τοῦ λαοῦ, ὅπως τῆς ἀγροτικῆς πίστεως, δὲν ἔχουν κατατεθῆ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ὑπὸ βουλευτῶν, ὅπως τὸ κατατεθειμένον ὑπὸ τοῦ κ. Βαμβέτσου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ προταθὲν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν Συνταγματικὴν νὰ ἐκδίδωνται καὶ τὰ ψηφίσματα, ὄχι μόνον νὰ δημοσιεύωνται, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις, διότι τὸ ζήτημα ἐλύθη διὰ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Α ψηφίσματος. Τὸ ἄρθρον 1 λέγει ὅτι: «Τὰ ψηφίσματα ὑπογραφόμενα........... (ἀναγινώσκει).... ......». Δὲν ἔλυσε τὸ ζήτημα τῆς Βουλῆς, ἔλυσε τὸ ἄλλο βασικὸν ζήτημα. Κύριοι συνάδελφοι, ἐλέχθη ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ τὸ δικαίωμα τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως μόνον εἰς τὰ κατεπείγοντα νομοθετήματα. Δὲν εὑρίσκω τοῦτο ὀρθόν, ἰδίως πρακτικῶς, διότι θὰ προσετίθετο εἰς τὰς συζητήσεις τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἡ συζήτησις ἐὰν τὸ νομοθέτημα εἶναι ἢ ὄχι κατεπεῖγον καὶ θὰ ἐγεννᾶτο τὸ ζήτημα ποῖος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ θὰ κρίνῃ τὸ κατεπεῖγον. Ἀλλὰ ἐπειδὴ αἱ Ἐπιτροπαὶ Ἐξουσιοδοτήσεως ἀποτελοῦν ἕνα περιορισμὸν εἰς μίαν ἀχαλίνωτον νομοτεχνικὴν μονιμότητα τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν ἰδίως, νομίζω ὅτι χρειάζεται κάποιος περιορισμός. Νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ψηφίσματος διάταξις λέγουσα, ὅτι: «δύναται ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ παραπέμπῃ εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς τὰ εἰς αὐτὴν ὑποβαλλόμενα σχέδια νομοθετικῶν διαταγμάτων». Τὸ δικαίωμα τοῦτο θ’ ἀπετέλει κάποιον φραγμὸν μαζὶ μὲ μίαν παράκλησιν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ δηλώσῃ ὅτι θὰ κάμῃ περιωρισμένην χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς παραπομπῆς νομοθετημάτων εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως. Διότι παρετηρήσαμεν ἀπὸ τώρα δεκάδας νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ εἰσαχθοῦν εἰς τὴν ὁλομέλειαν, νὰ εἰσάγωνται, λόγῳ τῆς εὐκολίας τῆς ψηφίσεως, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον συνέβη καὶ κατὰ τὰς τελευταίας συνεδριάσεις, ὁπότε δὲν ὑπῆρχε χρόνος ἐπεξεργασίας καὶ μελέτης των.
§37Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλοτε καθωρίζοντο ρητῶς τὰ θέματα καὶ τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ὑπήγοντο εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα καὶ τίποτε ἄλλο ἀπὸ ὅσα ἐλέχθησαν ἐδῶ. Δημιουργοῦμεν σήμερον ὀλέθριον προηγούμενον.
§38Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ὅταν εἶναι δίμηνος ἡ διακοπὴ ὁ περιορισμὸς τῶν θεμάτων θὰ ἐδημιούργει ἐνδεχομένως ἀδιέξοδον, διότι δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ ληφθοῦν ὡρισμένα μέτρα ἐπιβαλλόμενα ὑπὸ τῶν περιστάσεων.
§39Γ. ΜΕΛΑΣ. Δι’ αὐτὸ ἔχει ἀξίαν ἐκεῖνο ποὺ ἀποκρούετε, τὸ κατεπεῖγον.
§40Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Τὸ «κατεπεῖγον» θὰ προεκάλει νέας συζητήσεις ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ. Ἔρχομαι, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν δημοσιότητα. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις καὶ μέγα μέρος τῆς Βουλῆς ἀποκρούει τὴν δημοσιότητα, εἶναι ὁ φόβος μακρῶν συζητήσεων. Δὲν ὑπάρχει, κύριοι Ὑπουργοὶ καὶ κύριοι βουλευταί, αὐτὸς ὁ φόβος. Τὴν ταχύτητα τὴν ἐξασφαλίζει ὄχι ἡ ἔλλειψις τῆς δημοσιότητος, ἀλλ’ ὁ Κανονισμὸς τῆς Ἐπιτροπῆς. Δύο βασικὰ νομοθετήματα, ἐλθόντα κατὰ μῆνα Αὔγουστον, ὡς τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως τῶν ἐφοπλιστῶν καὶ τὸ ζήτημα τὸ ναυτικόν, εἰς τὴν πρώτην του μορφήν, ἐψηφίσθησαν παρὰ τὸ ὅτι συνεζητήθησαν παρ’ ὅλων τῶν βουλευτῶν, κατὰ τὴν συνεδρίασιν. Τὴν ταχύτητα ἐξασφαλίζει ἡ κλεψύδρα καὶ ὁ θεσμὸς τῆς «περαιωμένης συζητήσεως» ὁ ὁποῖος εἰσάγεται. Ἡ δημοσιότης ἐξασφαλίζει μόνον τὸ κῦρος. Διότι, ἐὰν ὑπῆρχε δημοσιότης δὲν θὰ συνέβαινεν εἰς τὰς τελευταίας συνεδριάσεις, τὸ φαινόμενον νὰ περιβάλλῃ τοὺς Ὑπουργοὺς σμῆνος βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι νὰ κρατοῦν ἀπὸ μίαν τροπολογίαν εἰς τὴν χεῖρα καὶ νὰ ζητοῦν τὴν μονογράφησίν της ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν! Νομίζω ὅτι οἱ ἐνδιαφερόμενοι κατορθώνουν νὰ εἰσδύσουν πάντοτε εἴτε διὰ τῶν ἡμιανοικτῶν θυρῶν, εἴτε εἰσερχόμενοι εἰς τὴν θέσιν τῶν Γενικῶν Γραμματέων. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπιμένω εἰς τὴν δημοσιότητα καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὴν ἀποδεχθῇ, μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ συντελέσῃ οὕτω εἰς τὴν ὕψωσιν τοῦ κύρους τῆς Ἐπιτροπῆς, χωρὶς τὸ παράπαν νὰ προκαλέσῃ ἐπιμήκυνσιν τῶν συζητήσεων τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. (Χειροκροτήματα).
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Π. Γαρουφαλιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§42Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι τὰ λεχθέντα διὰ τὸ ζήτημα ἐὰν ἡ ἐξουσιοδότησις εἶναι Συνταγματικὴ ἢ ὄχι καὶ τὰ διάφορα ἀναπτυχθέντα σχετικὰ ἐπιχειρήματα, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι ἡ τρίτη φορὰ ποὺ ἔρχεται τὸ ψήφισμα περὶ ἐξουσιοδοτήσεως, τὸ ὁποῖον ἔχει ἤδη ψηφίσει ἡ Βουλή, δὲν ἔχουν πλέον πρακτικὴν θέσιν. Διότι ἡ Βουλὴ ἔχει ἀποφανθῆ περὶ τῆς Συνταγματικότητος ἢ μὴ διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ πρώτου ψηφίσματος κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχε θέσιν ἡ ὅλη σημερινὴ θεωρητικὴ συζήτησις. Συνεπῶς πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν. Δύο εἶναι αἱ πρακτικαὶ ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι σήμερον ὑπεστηρίχθησαν. Πρῶτον, ἡ δημοσιότης. Νομίζω ὅτι ἡ πεῖρα ὅλων, ὅσοι μετέσχον εἰς Ἐπιτροπάς, εἶναι ἐναντίον τῆς δῆθεν δημοσιότητος, ἡ ὁποία ἐξασφαλίζεται διὰ τῆς παρουσίας ἀκροατηρίου. Διότι οὐσιαστικὴ δημοσιότης ὑπάρχει διὰ τῆς δημοσιεύσεως τῶν πρακτικῶν, τὰ ὁποῖα δίδονται τὴν ἰδίαν ἑσπέραν, μετὰ τὴν συζήτησιν, εἰς τὰς ἐφημερίδας. Τὶ εἶναι τὸ ἐπὶ πλέον; Τὸ ἀκροατήριον. Νομίζω, ἀντιθέτως, ὅτι ἡ πεῖρα μᾶς ἐδίδαξεν, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι πλέον ὀλιγάριθμος ἡ σύνθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ αἱ συνεδριάσεις της νὰ μὴ γίνωνται ἐντὸς τῆς αἰθούσης τῆς Βουλῆς, ὅπου τὸ βῆμα ἀποτελεῖ πειρασμόν, ἀλλὰ εἰς ἄλλην αἴθουσαν. Τὸ ἄλλο ζήτημα ποὺ μένει — καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐφιστῶ τὴν προσοχήν, κ. Πρόεδρε — εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ χρόνου τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Εἰς τὸ ψήφισμα ἀναφέρεται χρονολογία μέχρι τῆς 31ης Αὐγούστου. Νομίζω, ὅτι δεδομένου ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρχίσουν παρὰ κατὰ τὰ τέλη τοῦ Σεπτεμβρίου ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ παραταθῇ ἡ ἐξουσιοδότησις μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου διότι ἔτσι θὰ ἔχετε τὴν εὐχέρειαν νὰ κινηθῆτε. Πέραν τῶν σημείων αὐτῶν, θεωρῶ ὅτι ἡ συζήτησις δὲν ἔχει καμμίαν θέσιν.
§43Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὥστε, ἐὰν ἔγινεν ἓν σφάλμα, τρεῖς φοράς, πρέπει νὰ ἐπαναλαμβάνεται εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα;
§44Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Μὴ θέλετε νὰ μὲ παρασύρετε εἰς θεωρητικὴν συζήτησιν. Δὲν εἶναι Κοινοβουλευτισμός, ὁ ἀρχέγονος ἐκεῖνος Κοινοβουλευτισμός, ὁ ὁποῖος λόγῳ τῆς πλαδαρότητος καὶ τῆς ἀδυναμίας εἰς τὴν ὁποίαν εἶχε φέρει τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ἐδημιούργησε τὴν ἀτμόσφαιραν τῆς δικτατορίας, διότι δὲν ἦτο δυνατὴ ἡ σθεναρὰ καὶ ταχεῖα ἀντιμετώπισις τῶν προβλημάτων ὑπὸ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Ἐὰν νομίζετε ὅτι αὐτὸς ὁ ἀρχέγονος Κοινοβουλευτισμὸς εἶναι τὸ ἅπαντον, πλανᾶσθε. Κοινοβουλευτισμὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος διατηρεῖ τὰς βασικὰς ἀρχάς του καὶ δὲν καταγίνεται εἰς τὸ ἐὰν τὸ τυπικὸν ὑπηρεσιακὸν νομοσχέδιον πρέπει νὰ προσκομίζεται εἰς τὴν Βουλήν. Σεῖς, μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν καὶ τὰς ἰδέας αὐτάς, ὁδηγεῖτε τὸν Κοινοβουλευτισμὸν εἰς τὴν παλαιὰν ἐποχήν, ὥστε νὰ τὸν παραδώσητε πάλιν ἕρμαιον εἰς τὴν δικτατορίαν.
§45Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, γνωρίζω, ὅτι αἱ σημεριναὶ τῆς Πατρίδος μας συμφοραὶ καὶ οἱ κίνδυνοι, ἐπῆλθον ἀκριβῶς, διότι κατηργήθη ὁ παραδεδομένος κοινοβουλευτισμός, καὶ ἦλθεν ὁ κοινοβουλευτισμὸς τοῦ 1924 καὶ τοῦ 1927, ὁ ὁποῖος ἐξηφάνισε τὴν ἔννοιαν τῆς νομιμότητος καὶ ἐπῆλθεν ἡ σειρὰ τῶν παρανομιῶν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ σταματήσῃ. Ὁ νέος κοινοβουλευτισμός, τὸν ὁποῖον θέλομεν, εἶναι ἀκριβῶς αὐτός, τὸν ὁποῖον λέγω ἐγώ: νὰ σταθεροποιηθῇ ἡ ἔννοια τῆς νομιμότητος καὶ ὄχι καθένας, ὁ ὁποῖος ἔρχεται ἐδῶ, νὰ γίνεται νομοθέτης ἀπὸ κεφαλῆς μέχρις ὀνύχων.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θηβαῖος ἔχει τὸν λόγον.
§47Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Κύριοι, ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα, διότι καίτοι τὸ θέμα ἀπησχόλησεν ἐπανειλημμένως τὴν Βουλήν, ἐδημιουργήθη μία θεωρητικὴ σύγχυσις, ἡ ὁποία εἶχε πρακτικὴν ἀπήχησιν καὶ κατὰ τὰς προηγουμένας Ἐπιτροπὰς, Ἐξουσιοδοτήσεως. Ἀφορμὴν εἰς τὴν σύγχυσιν αὐτὴν ἔδωσεν ἡ πρότασις ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Βαμβέτσου, περὶ διαχωρισμοῦ τῆς Βουλῆς εἰς τμήματα, ἡ ὁποία μὲ εὑρίσκει σύμφωνον, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι εἶχε θέσιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ψηφίσματος, περὶ συστάσεως Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Δὲν πρόκειται νὰ ἀναπτύξω τὴν ἐπιχειρηματολογίαν ὑπὲρ τοῦ συστήματος αὐτοῦ, ἀλλὰ πάντως αἱ ἐπανειλημμέναι διακοπαὶ τῆς Βουλῆς καὶ ἡ κατ’ αὔξοντα ἀριθμὸν χρησιμοποίησις τοῦ τμήματος τῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, μαρτυρεῖ τὴν σοβοῦσαν καὶ ἀπαραίτητον ἀνάγκην νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν θεσμὸν αὐτόν. Διαφωνῶ ὅμως, μὲ τὸν κ. Βαμβέτσον ἐπὶ τῆς ἀπόψεως, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐξ ὑφαρπαγῆς καὶ προχείρως, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῶν συζητήσεων περὶ ἐξουσιοδοτήσεως νὰ λύσωμεν ἀμέσως τὸ μεγάλο αὐτὸ πρόβλημα, τὸ ὁποῖον ἀναμφισβητήτως ἀποτελεῖ τὴν βασικωτέραν τῶν ἐπιδιωκομένων συνταγματικῶν μεταρρυθμίσεων. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν αἱ ἀπόψεις μας ἐπὶ τοῦ θεσμοῦ τούτου, νὰ ἐπηρεάσουν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον, δυστυχῶς φραστικῶς, τὸ ἔχουν ἐπηρεάσει. Ἡ ἄποψις τοῦ κ. Βαμβέτσου, εἶναι νὰ κατατμήσωμεν τὴν Βουλὴν καὶ νὰ δημιουργήσωμεν Τμῆμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ὅλας τὰς ἁρμοδιότητας τῆς Βουλῆς. Τὸ κρατοῦν σήμερον σύστημα, ὅμως τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, δὲν στηρίζεται ἐπ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐκχώρησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὸν Βασιλέα. Ἡμεῖς ἐνοθεύσαμεν τὸν κλασσικὸν αὐτὸν τύπον τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, καὶ τώρα ἐξακολουθοῦμεν παρεμβάλλοντες καὶ μίαν Ἐπιτροπήν. Καὶ ἐρωτᾶται: Ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ τί εἶναι; Εἶναι Βουλὴ ἢ ἁπλῶς συλλογικὸν ὄργανον γνωμοδοτικόν; Αὐτὸ εἶναι τὸ εἰδικὸν θέμα, ἐὰν εἶναι Βουλὴ τότε θὰ ἔχῃ τὰς ἑξῆς πρακτικὰς συνεπείας, ἡ νομικὴ αὕτη κατασκευή. Τὰ νομοθετήματά της θὰ λέγωνται νόμοι καὶ θὰ μετέχῃ ἐπίσης καὶ ὁ Βασιλεύς, ὡς ἰσότιμος νομοθετικὸς παράγων, ὁ ὁποῖος θὰ ἐκδίδῃ τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους θὰ ψηφίζῃ ἡ μικρὰ Βουλή, θὰ ἔχῃ δὲ δικαίωμα νομοθετικῆς πρωτοβουλίας πᾶς βουλευτής, καὶ ὄχι μόνον ἡ Κυβέρνησις. Ἐὰν ἀπορρίπτεται νομοθέτημα ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, δὲν θὰ ἠμπορῇ νὰ ἐπανέρχεται οὔτε εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως οὔτε εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἔχῃ εὐθύνας ἐκ τῆς μὴ δημοσιεύσεως ἑνὸς νομοθετήματος, καθ’ ὃν τρόπον δὲν ἔχει εὐθύνην —κατὰ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν— ὅταν ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἑπομένως, δὲν δημοσιεύσουν νομοθέτημα ψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς ὅμως τί θέλομεν; Θέλομεν εἰς τὴν παρὰ τοῦ Βασιλέως ἀσκουμένην νομοθετικὴν Ἐξουσιοδότησιν νὰ προσθέσωμεν τὴν γνώμην ἑνὸς τμήματος τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον εἶναι συλλογικὸν ὄργανον γνωμοδοτοῦν καὶ τίποτε περισσότερον, ὅπως θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι ἐγκρίνεται τὸ νομοθετικὸν διάταγμα «μετὰ σύμφωνον γνώμην τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας». Μὴ σᾶς συγχύζει ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἕνα ἁπλοῦν γνωμοδοτικὸν ὄργανον. Συνέπεια αὐτοῦ εἶναι 1) Ὅτι αἱ ἐκδιδόμεναι ἀποφάσεις καλοῦνται νομοθετικὰ διατάγματα καὶ καλοῦνται νομοθετικὰ διατάγματα διότι ἐκδίδονται ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, λέγονται δὲ «νομοθετικὰ» διατάγματα, διότι τὸ περιεχόμενόν των εἶναι περιεχόμενον νομοθετικόν, ἀλλὰ παραμένουν, πραγματικῶς, πράξεις τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας κατ’ ἐκχώρησιν τῆς Βουλῆς. Δεύτερον δὲν ἔχομεν δικαίωμα νομοθετικῆς πρωτοβουλίας ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, διότι εἶναι γνωμοδοτοῦν συλλογικὸν ὄργανον. Τρίτον, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλῃ ἓν νομοθέτημα ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἀποσύρῃ ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, τὸ νομοθέτημα αὐτό, καὶ ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἀπορρίψῃ ἢ νὰ μᾶς τὸ φέρῃ, νὰ μᾶς τὸ φέρῃ δεκάκις καὶ νὰ τὸ ἀπορρίψωμεν δεκάκις καὶ χωρὶς μάλιστα νὰ κωλύεται μετὰ τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ νομοθέτημα αὐτό, τὸ ἀπορριφθέν, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§48Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ θέτει κανόνας δικαίου, ὅπως καὶ ἡ Βουλή.
§49Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Θέτει ὁ Βασιλεὺς τοὺς κανόνας δικαίου, ἡ Ἐπιτροπὴ ἁπλῶς γνωμοδοτεῖ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν.
§50Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα αὐτὰ ποὺ λέτε εἶναι ὡραῖα, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσητε τὴν ἁρμοδιότητα. Ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι Βουλή, εἶναι νομοθετικὸν ὄργανον, καὶ ὁ Βασιλεὺς ἐκδίδει...
§51Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ Βουλή, οὔτε νομοθετικὸν ὄργανον, εἶναι συλλογικὸν ὄργανον γνωμοδοτοῦν...
§52ΦΩΝΑΙ. Ὄχι.
§53Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. ... ὅπως θὰ ἐλέγομεν «μετὰ σύμφωνον γνώμην τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας». Δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἐπέρχονται ὅλαι αἱ συνέπειαι. Καὶ περαιτέρω ἐὰν ἡμεῖς ἀποφασίσωμεν νὰ ψηφίζωμεν ὡς Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως, ἕνα νόμον, καὶ ἡ Κυβέρνησις τὸν δημοσιεύσῃ τὸν νόμον αὐτόν, ἔχετε τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι εἶναι ἀπηλλαγμένη τῶν εὐθυνῶν, ὅταν ἐκδίδῃ τὸν νόμον ἔστω καὶ μετὰ σύμφωνον γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως; Ἀσφαλῶς ὄχι. Δὲν τὴν ἀπαλλάσσει τῆς εὐθύνης ἡ σύμφωνος γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ τέλος, διότι δὲν εἴμεθα μικρὰ Βουλή, δὲν εἶναι ἀπαραίτητοι αἱ δημόσιαι συνεδριάσεις. Βλέπετε, ὅτι αἱ δύο διακεκριμέναι αὐταὶ ἀρχαί, ἔχουν τεραστίας πρακτικὰς συνεπείας. Συνέβη εἰς τὴν προηγουμένην Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, τὸ ἑξῆς: Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἰσήγαγεν ἓν νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο κατ’ ἀρχὴν δεκτόν, καὶ κατόπιν ἠθέλησε νὰ τὸ ἀποσύρῃ. Καὶ τότε προεβλήθη τὸ ἐπιχείρημα ἐκ μέρους ὡρισμένων βουλευτῶν, ὅτι δὲν δικαιοῦται νὰ τὸ ἀποσύρῃ διότι ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως ἀποφασίζει. Καὶ τοῦτο συνέβη διότι δὲν εἶχε διατυπωθῆ σαφῶς τὸ ψήφισμα περὶ συστάσεως Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Τερματίζων τὴν συζήτησιν προτείνω 1) Ὅτι πρέπει νὰ μεταρρυθμισθῇ τὸ ἄρθρον 2 σύμφωνα μὲ τὴν βασικὴν ἀντίληψιν ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἀσκεῖ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, καὶ πρέπει νὰ διατυπωθῇ ὡς ἑξῆς: «Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς τοιαύτης διακοπῆς, ὁ Βασιλεὺς δύναται νὰ ἐκδίδῃ νομοθετικὰ διατάγματα, μετὰ σύμφωνον γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως τῆς Βουλῆς», διὰ νὰ ἔχωμεν ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα θέλει ὁ κ. Ὑπουργός. Διότι ἐὰν ἀφίσετε πάλιν «μετ’ ἀπόφασιν» θὰ παρουσιασθῇ ὅ,τι παρουσιάσθη εἰς τὰς προηγουμένας Ἐπιτροπὰς Ἐξουσιοδοτήσεως, δηλαδή, δὲν θὰ μπορῆτε νὰ ἀποσύρετε νομοθετήματα. Ἑπομένως, πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ γίνῃ ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐκδίδει Ν. Διατάγματα, μετὰ σύμφωνον γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς. Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ «ἐκδίδει» εἶναι ποὺ μὲ εὑρίσκει ἐν διαφωνίᾳ μὲ τὸν κ. συνάδελφον. Διότι ἡ λέξις «ἐκδίδει» δὲν εἶναι ταὐτόσημος μὲ τὸν ὅρον ὁ Βασιλεὺς «ἐκδίδει τὸν νόμον». Ὁ ὅρος «ἐκδίδει» τὸ διάταγμα σημαίνει ὅτι συνθέτει τὸ Διάταγμα ἐξ ὑπαρχῆς, αὐτὸς καὶ μόνος. Εἶναι δὲ μόνον ὑποχρεωμένος, νὰ σεβασθῇ τὴν σύμφωνον γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐὰν καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ τὸ θέλῃ αὐτὸς τὸ ἐκδίδει ἀλλὰ τὸ συνθέτει ἐξ ὑπαρχῆς καὶ ἐν τῷ συνόλῳ του τὸ Διάταγμα. Καὶ δὲν πρόκειται περὶ νόμων, ἀλλὰ περὶ διαταγμάτων. Τὸ δεύτερον μέρος εἶναι, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ψηφίσματα. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κ. Ζαΐμην. Βασικῶς δὲν ἔχομεν ἀσφαλῶς δικαίωμα νὰ ἀποδίδωμεν συντακτικὴν ἐξουσίαν μὲ περιεχόμενον ἐκδόσεως ψηφισμάτων. Δὲν θὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ἄποψιν αὐτήν, διότι δὲν ἔγινε δεκτὴ καίτοι προταθεῖσα παρ’ ἐμοῦ εἰς προγενεστέραν συζήτησιν, ἀλλ’ ἀφ’ ἧς στιγμῆς, καλῶς ἢ κακῶς ἐδέχθημεν καὶ περιελάβαμεν ὡς περιεχόμενον τῆς Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ τὴν ἔκδοσιν ψηφισμάτων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν γνωστὴν διατύπωσιν ὅτι, ὁ Βασιλεὺς, δὲν μετέχει τῆς ἐκδόσεως ψηφισμάτων καὶ συντακτικῶν πράξεων. Διότι τοῦτο εἶναι ὀρθόν, πότε; Ὅταν τὸ δικαίωμα τὸ Συντακτικόν, ἀσκῆται ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὡς Ἀναθεωρητικῆς. Ἐμμένομεν στὸ σύστημα τοῦτο; Ὄχι. Τὸ ἐγκατελείψαμε καὶ δίδομεν τὸ δικαίωμα, εἰς τὸν Βασιλέα, νὰ ἐκδώσῃ ψηφίσματα. Συνεπῶς, καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ὁ Βασιλεὺς ἐκδίδει ψηφίσματα, διότι θὰ ἦτο παράλογον καὶ ἀντιφατικόν, νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως θὰ κάμῃ χρέη Συνελεύσεως. Ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις, ἔχει δικαίωμα νὰ θέτῃ κανόνας δικαίου μόνη της, ἄνευ συμμετοχῆς τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος, καὶ κατ’ ἐμέ, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκχωρήσῃ τὴν δικαιοδοσίαν της. Ἂς προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἄποψιν, ὅτι τὴν ἐκχωρεῖ. Ὑπὸ τὴν ἐκδοχὴν αὐτήν, εἶναι σφαλερὰ ἡ διατύπωσις, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δημοσιεύει τὰ ψηφίσματα τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως, δὲν εἶναι Συντακτική, ὥστε νὰ ἰσχύῃ ὁ κανὼν ὅτι μονομερῶς θέτει κανόνας συντακτικοῦ δικαίου. Ἑπομένως, ὑπ’ εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐκδοθοῦν τὰ ψηφίσματα καὶ θὰ τὰ ἐκδώσῃ ὁ Βασιλεύς, δηλαδή, ἡ Κυβέρνησις, ὑπ’ εὐθύνην της.
§54Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Καθ’ ὃν τρόπον καὶ τὰ νομοθετικὰ διατάγματα.
§55Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ λέγῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἐκδίδῃ καὶ τὰ ψηφίσματα μετὰ σύμφωνον γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Μίαν ἀκόμη παρατήρησιν. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατόν, νὰ μὴ τεθῇ φραγμός, ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενον. Θὰ ἦτο ὀρθότερον, νὰ κατονομασθοῦν τὰ ἀντικείμενα, ἐπειδὴ ὅμως, τοῦτο ἐγκατελείφθη, ἐμμένω εἰς τὴν διατύπωσιν ὅτι θὰ ἐκδίδωνται ψηφίσματα καὶ νομοθετικὰ διατάγματα, κατεπειγούσης φύσεως. Διατί; Πρῶτον, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως, ἓν τμῆμα τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ ψηφίζῃ, κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διακοπῶν τῆς Βουλῆς, ἁπαξάπαντα τὰ νομοσχέδια. Ἡ Βουλὴ αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην, νὰ διακόψῃ, τὸ ὁποῖον σημαίνει, ὅτι δὲν τὴν ἀπασχολοῦν, θέματα σοβαρά. Κατὰ τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν, τὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ; Μόνον θέμα σοβαρόν, τὸ ὁποῖον, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
§56Χ. ΤΟΥΝΤΑΣ. Καί, μὴ ὑπάρχον ἤδη, ἐν ὄψει τῆς Βουλῆς, θέμα ἐπεῖγον.
§57Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Καὶ ἐὰν ὑφίστατο. Πάντως θὰ εἶναι κάτι ἐπεῖγον. Τώρα, θὰ μοῦ εἴπητε, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἄνευ ἀξίας, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ ἀπαιτήσῃ διὰ τῆς πλειοψηφίας της, ὅτι τὸ νομοθέτημα αὐτὸ εἶναι ἐπειγούσης φύσεως, ἀλλὰ πάντως θὰ ἀποτελέσῃ φραγμὸν καὶ ἠθικὴν ἐπιταγήν, διὰ τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, αἱ ὁποῖαι περισυλλέγουν ὅλους τοὺς νόμους διὰ νὰ τοὺς ὑποβάλουν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, νομίζουσαι ὅτι ἡ ἐπιψήφισίς των ἐκεῖ, εἶναι εὔκολος. Τοῦτο θὰ ἀποτελέσῃ ἓν κώλυμα διὰ τὰς ὑπηρεσίας, καὶ θὰ εἶναι καὶ σύμφωνον πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Καὶ τερματίζων θὰ ἤθελα νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀπόντα συνάδελφον, κ. Ζαΐμην, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι κακῶς τίθεται ὁ χρονικὸς περιορισμὸς τῆς 25 Ἰουνίου μέχρι 31 Αὐγούστου, καὶ πρέπει ἁπλούστατα νὰ διακόπτεται δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Αὐτὸ θὰ ἦτο ὀρθὸν, ἐὰν εἰς τὴν ἐξουσιοδότησιν δὲν περιελαμβάνοντο ψηφίσματα, ὁπότε, θὰ μπορούσαμε νὰ εἴχαμεν ἕνα πάγιον νόμον δεσμευτικόν, ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ὑπάρχουν ψηφίσματα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θέσωμεν πάγιον θεσμόν. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ χρονολογία, ἀπὸ ποίου μέχρι ποίου, χρονικοῦ σημείου ἐπιτρέπει ἡ Βουλὴ τὴν ἔκδοσιν ψηφισμάτων.
§58Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὅλαι αὗται αἱ ἀνωμαλίαι, προέρχονται, διότι ἡ σημερινὴ Βουλή, προέβη εἰς τὴν ἑξῆς καινοτομίαν, ὅτι τὰ Ν. Δ. δὲν πρέπει νὰ ἐπανέρχωνται εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἔχει συζητηθῆ κατ’ ἐπανάληψιν. Τὰ νομοθετικά, αὐτὰ, διατάγματα, εἶναι βεβαίως ἀναγκαστικοὶ νόμοι, καὶ ἀναγκαστικοὶ νόμοι, ἐπιβάλλονται εἰς ὡρισμένας ἐκτάκτους περιστάσεις. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, ἐρρύθμισε κατὰ καλύτερον τρόπον, τὸ ζήτημα αὐτό, μετὰ μακροτάτας συζητήσεις καὶ ἔθεσε τὸν περιορισμόν, εἰποῦσα, ὅτι τὸ περιεχόμενον τῶν Ν. Δ. θὰ τὸ ἐπαναφέρῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θὰ ὑπάρχῃ προέγκρισις ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, ὅτι τὰ Ν. Δ. θὰ ἐπανέλθουν καὶ πάλιν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι διῃρεῖτο αὐτὴ ἡ διαδικασία, καὶ ἐπανηρχόμεθα εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, ὅλαι αὐταὶ αἱ ἀνωμαλίαι αἴρονται. Ἀλλὰ προέβημεν εἰς αὐτὴν τὴν καινοτομίαν, καὶ τοῦτο διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ συμφόρησις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ εἴπομεν, ὅτι τὰ νομοθετικὰ αὐτὰ διατάγματα δὲν ἐπανέρχονται πλέον εἰς τὴν Βουλήν. Νομίζω, πῶς εἶναι σφάλμα, διότι νομίζω, ὅτι ἡ Βουλή, ἐπ’ οὐδενί, πρέπει νὰ ἀποξενοῦται τῶν δικαιωμάτων της.
§59Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Μίαν μόνον παρατήρησιν ἔχω ἀκόμη, νὰ κάμω, ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 ἔχει τὸ ἐλάττωμα, ὅτι τὰ νομοθετικὰ αὐτὰ διατάγματα, ἂν τυχὸν ἠκυροῦντο, καθίστων ἀμφίβολον, τὸ ἰσχῦον δίκαιον. Ἔπρεπε νὰ ἔχετε πιστοποιητικὸν ἀπὸ τὴν Βουλήν, περὶ τοῦ ἂν ἰσχύῃ ἢ δὲν ἰσχύει τὸ Ν. Δ. Ἀλλὰ πάντως εἶναι συνεπὲς τὸ νὰ ἐπανέρχωνται εἰς τὴν Βουλὴν μὲ τὸ παλαιὸν σύστημα.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§61Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπ. Δικ.). Κύριοι βουλευταί. φρονῶ ὅτι ἡ Βουλή, δι’ ἓν μόνον πρᾶγμα δὲν δύναται νὰ κατηγορηθῇ, ὅτι ἔδειξεν ἔλλειψιν ἐντατικῆς καὶ ἐπιτακτικῆς ἐργασίας κατὰ τὴν περίοδον ταύτην. Ἡ Σύνοδος αὕτη ἤρχισε τὸν Ἀπρίλιον παρελθόντος ἔτους καὶ ἐξακολουθεῖ ἐπὶ δεκαπεντάμηνον. Εἶναι ἡ Σύνοδος ἡ ὁποία διήρκεσε τὸ περισσότερον, καθ’ ὅλην τὴν σταδιοδρομίαν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Κράτους. Εἶναι ἡ Σύνοδος, ἡ ὁποία διήρκεσε πέντε φορὰς περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι ἀπαιτεῖ τὸ Σύνταγμα διὰ πᾶσαν Σύνοδον. Καὶ ἡ ἐργασία, ἡ ὁποία συνετελέσθη, κατὰ τὴν περίοδον ταύτην, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἶναι ἐκτάκτως σοβαρά. Ὑπῆρξε τοιαύτη, διότι ἐπρόκειτο νὰ ἐπουλώσῃ πολλὰς πληγάς, τὰς ὁποίας ἤνοιξεν ἡ κατοχὴ καὶ ἡ ἐπανάστασις. Ἀλλ’ ὀφείλω ἐπίσης, νὰ ὁμολογήσω, ὅτι καὶ ὁ φόρτος τῆς ἐργασίας τῶν Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι διεδέχθησαν ἀλλήλας, ἦτο ἐξαιρετικός, ἕνεκα τῶν ἐξαιρετικῶν τούτων περιπτώσεων. Δὲν λέγω ταῦτα, διὰ νὰ συλλέξω ἐπαίνους διὰ τὴν Βουλὴν ἢ διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ διὰ νὰ δικαιολογήσω τὸ ψήφισμα τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται σήμερον καὶ διὰ τοῦ ὁποίου, ζητεῖται μία μικρὰ ἀνάπαυλα, ἀπὸ τὸν μεγάλον αὐτὸν κάματον. Ἡ ἀνάπαυλα, μὲ τὰς κοινοβουλευτικάς μας συνηθείας, εἶναί τι τὸ ὁποῖον γίνεται κατ’ ἔθιμον, πάντοτε κατὰ τοὺς θερινοὺς μῆνας. Εἶναι μάλιστα ἡ διακοπὴ πάντοτε μεγαλυτέρα, ἀπὸ τὴν διακοπήν, τὴν ὁποίαν ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις σήμερον. Αἱ Βουλαί, ἐκτὸς τῶν συνερχομένων μετὰ τὰς ἐκλογάς, ποτὲ δὲν συνεδριάζουν κατὰ τοὺς θερινοὺς μῆνας. Ἀλλ’ εὐτυχῶς δι’ ἡμᾶς δὲν πρόκειται κἂν νὰ διακόψωμεν τὸ ἔργον μας. Πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσῃ τμῆμα τῆς Βουλῆς, συνεδριάζον καὶ καθ’ ὅλον τὸ θέρος. Ἐὰν τὸ τμῆμα αὐτὸ εἶναι μικρότερον, δὲν ἔπεται ἐξ αὐτοῦ, ὅτι οἱ βουλευταί, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποτελέσουν τὴν ἐπιτροπὴν ὅτι δὲν ἔχουν καὶ αὐτοὶ ἀνάγκην ἀναπαύσεως. Ἀλλὰ δύνανται οἱ βουλευταὶ αὐτοὶ νὰ ἀνανεοῦνται ἀπὸ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων, καὶ συνεπῶς εἶναι δυνατὸν σχεδὸν ὅλη ἡ Βουλὴ νὰ ἐξακολουθήσῃ συνεδριάζουσα.
§62Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἐλλείπει ὅμως ὁ ἔλεγχος.
§63Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπ. Δικ.). Ὅταν λοιπόν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν ἀνάπαυσιν ἀπὸ τὸν κάματον, δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ κατὰ τούτου ἀντίρρησίς τις. Ὡς γνωστόν, ὑπάρχει εἰς τὸ ψήφισμα διάταξις καθ’ ἣν ἂν ὑπάρξῃ ἀνάγκη νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλή, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ συνέλθῃ ἀμέσως. Κάμνω δὲ τὴν δήλωσιν, ὅτι ἂν ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νομίσῃ, ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη ἀνάγκη, δύναται νὰ προστρέξῃ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, ἡ δὲ Κυβέρνησις, δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀντίρρησιν νὰ συγκληθῇ ἡ Βουλὴ ἀμέσως. Ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς διακοπῆς, νομίζω, ἐφ’ ὅσον, ὁ μᾶλλον θερμὸς μὴν, εἶναι πολλάκις ὁ Σεπτέμβριος, ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἄσκοπον νὰ περιληφθῇ καὶ αὐτὸς εἰς τὴν διακοπήν, διὰ νὰ γίνῃ πραγματικὴ ἡ ἀνάπαυσις. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως, ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος, ἐγένοντο ἐντεῦθεν πολλαὶ παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἦσαν πολὺ εὐρύτεραι τῶν σκοπῶν τοὺς ὁποίους τὸ ψήφισμα ἐπιδιώκει. Δὲν εἶναι ἴσως, ὑπερβολή, νὰ λεχθῇ, ὅτι ἐκινδυνεύσαμεν νὰ ἴδωμεν συζητούμενον ὁλόκληρον τὸ Σύνταγμα τὴν ἑσπέραν ταύτην. Διότι ἐφθάσαμεν νὰ συζητῶμεν ἀκόμη καὶ τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ ἐπίσης τὴν ἐκτελεστικὴν τοιαύτην. Ὁ κ. συνάδελφος, ἐκ Τρικάλων, ἀνέπτυξε τὴν θεωρίαν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως τῆς Βουλῆς. Τὶ ἔχει νὰ κάμῃ, εἶπεν, ὁ Βασιλεύς, τὸ ὄργανον τὸ ἐκτελεστικὸν, ἐφ’ ὅσον τὸ μικρὸν τοῦτο Σῶμα εἶναι ἐπιτροπεία τῆς Βουλῆς, ὀφείλει ἐπ’ ὀνόματι αὐτῆς νὰ νομοθετήσῃ καὶ οὕτω πως νὰ ἐμφανίσῃ τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς! Ἔκαμεν ὑπερπόντιον ταξίδι, μέχρι τῆς Ἀμερικῆς, καὶ ἔφθασε νὰ μᾶς γνωρίσῃ διατάξεις συνταγματικάς, αἱ ὁποῖαι ἰσχύουν ἀλλαχοῦ κατὰ τοῦτο. Ὀφείλω, νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἔχω βαθεῖαν ἐκτίμησιν εἰς τὴν νομικὴν καὶ κοινοβουλευτικὴν μόρφωσιν, τοῦ ἐκ Τρικάλων βουλευτοῦ, μόρφωσιν, ὄχι μόνον εἰς τὰ ἡμέτερα συνταγματικὰ συστήματα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ ὑφιστάμενα συνταγματικὰ συστήματα τῶν ἄλλων ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα, ἐπιθυμεῖ νὰ ἴδῃ ἐγκαθιστάμενα ἐν Ἑλλάδι, διὰ νὰ προοδεύσῃ, ὅπως εἶπεν, ὁ τόπος. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἰς τὴν Ἀμερικήν, ἰσχύει τὸ σύστημα τοῦ κατὰ τμήματα νομοθετεῖν. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ πρόοδος αὐτὴ ἐφηρμόσθη ἐκεῖ πρὸ πολλῶν ἐτῶν, σήμερον ζητεῖται, ὑπὸ τοὺς ἐκεῖ συνταγματολόγους νὰ καταργηθῇ τὸ τοιοῦτον σύστημα, διότι, λέγουν, τὸ τμῆμα τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον θὰ νομοθετῇ, δὲν εἶναι ὁλόκληρον τὸ Σῶμα, καὶ ὄχι μόνον δὲν ἀντιπροσωπεύει πλήρως τὴν νομοθετικὴν Ἐξουσίαν, ἀλλ’ οὐδὲ ἡ συζήτησις εἶναι πλήρης. Ἐκτὸς τούτου ἀνέπτυξεν, ὁ κ. Βαμβέτσος καὶ ἄλλην θεωρίαν, ἡ ὁποία ὑπεστηρίχθη καὶ ἀπὸ ἄλλους συναδέλφους. Ἀλλ’ ἂς ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Βλέπετε, ὅτι συζητοῦμεν ἀκόμη ἐπὶ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς διὰ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν αὐτό, τὸ ὁποῖον κάμνομεν, ἔχει μίαν βάσιν συνταγματικήν, ἐνῶ τὴν ἔχομεν ἤδη ψηφίσει, καὶ τὴν ἐφαρμόζαμεν πρὸ πολλοῦ. Πρέπει, κύριοι, ν’ ἀποδεχθῶμεν μίαν ἀλήθειαν, ὅτι ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, τὸ ὁποῖον εἶχε καθορίσει συνταγματικὰς δύο μόνον ἐξουσίας, καὶ τὰς κατωνόμασε, δηλαδή, τὴν νομοθετικὴν καὶ τὴν ἐκτελεστικήν, τὰ ἑπόμενα συντάγματα προσεπάθησαν νὰ ἐμφανίσουν, ὄχι ἄλλας ἐξουσίας, ἀλλ’ ἑτέρας συνταγματικὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας νὰ συγκεράσουν μεταξὺ νομοθετικῆς καὶ ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὥστε νὰ δυσκολεύεταί τις ὅπως καθορίσῃ τὴν ὑφήν αὐτῶν, ὅπως συνέβη μὲ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους. Μεταξὺ τῶν νομοθετικοεκτελεστικῶν αὐτῶν πράξεων, εἶναι τὰ ὀνομασθέντα νομοθετικὰ διατάγματα. Αὐτὴ ἡ ἔκφρασις εἶναι διαφορετικὴ, ἀπὸ ἐκείνην, τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐψήφισε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 καὶ ἥτις εὗρε μίαν ἄλλην ἔκφρασιν, τὴν ὁποίαν καθώρισε διὰ τοῦ νόμου τῆς 16.4.1918, ὅστις τὰ ὠνόμασεν ἀναγκαστικὰ διατάγματα. Τὰ ἀναγκαστικὰ διατάγματα εἶχον κατὰ τοῦτο διαφορὰν ἀπὸ τὰ νομοθετικὰ διατάγματα, διότι ἐνῶ ἐγένοντο, καθ’ ἣν ὥραν ἡ Βουλὴ ἦτο ἀποῦσα δὲν ἐψηφίζοντο εἰμὴ παρὰ τῆς ἐκτελεστικῆς, οὕτως εἰπεῖν ἐξουσίας, οὕτω δὲ ἡ μὴ ὕπαρξις νομοθετικῆς ἐργασίας, ἔδιδεν εἰς τὰ διατάγματα αὐτὰ τῆς Κυβερνήσεως κἄποιαν βαρυτέραν ἐμφάνισιν καὶ ἰσχύν. Τοῦτο δὲ διότι τὰ τοιαῦτα διατάγματα μόνον ἀνακοινοῦνται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐζητεῖτο μόνον ἡ ἔγκρισις αὐτῆς ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ διαταγμάτων ἀφορώντων πιστώσεις.
§64Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἦτο συνταγματικὸς ὁ νόμος αὐτός;
§65Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπ. Δικ.). Ὁ νόμος αὐτὸς ἦτο ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος ἔγινε κατὰ παρέκκλισιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ἀλλ’ ἔδωκε ἀφορμήν, ἐπὶ τὸ μᾶλλον, νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὰς διατάξεις τὰς συνταγματικὰς καὶ νὰ βαδίσωμεν παραπλεύρως μὲ συνταγματικὰ ἔθιμα. Αὐτὰ ἤρχισαν νὰ ὀνομάζωνται νομοθετικὰ διατάγματα, καὶ ἐγένοντο ἀπὸ διαφόρους δικτατορίας, ἀπὸ τὴν δικτατορίαν τοῦ Παγκάλου καὶ ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν τοῦ Κονδύλη, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν δικτατορίαν τοῦ μακαρίτη Μεταξᾶ. Ἀλλὰ τί εἶναι αὐτὰ τὰ περίφημα νομοθετικὰ διατάγματα; Ἔχουν βάσιν κύριοι βουλευταί, ἡ ὁποία δὲν εἶναι πραγματικῶς συνταγματική, διότι δὲν ἔχει ἀκόμη κυρωθῆ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Ἐπιθυμεῖ ἡ πολιτεία νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἀναλάβῃ αὕτη κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν καὶ τὸ νομοθετικὸν ἔργον. Ἐθεώρησε καλύτερον νὰ δώσῃ ἡ Βουλή, εἰς ἕνα τμῆμα αὐτῆς, τὸ δικαίωμα νὰ τὴν ἀντιπροσωπεύῃ ἐγκρῖνον διὰ τῆς ψήφου του τὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκδώσῃ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία κατὰ τὰς διακοπὰς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Οὕτω πως, τὰ διατάγματα δὲν εἶναι πλέον ἔργον ὡς τὸ Σύνταγμα ὁρίζει, τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἀπειργαζόμενα ἐξ αὐτῆς, ἀλλὰ παρασκευάζονται παρὰ ἑνὸς τμήματος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐν συνεργασίᾳ μὲ τὴν ἐκτελεστικήν. Ἔχουν δὲ τοῦτο τὸ κοινὸν μὲ τὰ ἄλλα διατάγματα, ὅτι ἐκδίδονται καὶ δημοσιεύονται παρὰ τοῦ Βασιλέως, δηλαδή, κατὰ τὸν ἴδιον ὡς τὰ λοιπὰ διατάγματα τρόπον, ἤτοι παρὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὡς τὸ Σύνταγμα ὁρίζει, δηλαδὴ ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐκδίδει τὰ ἀναγκαῖα διατάγματα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων καὶ ἐπίσης ὅτι ὁ Βασιλεὺς κυροῖ καὶ δημοσιεύει τοὺς ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθέντας νόμους. Συνεπῶς δὲν ἀφαιροῦμεν καὶ εἰς τὰ νομοθετικὰ διατάγματα ἀπὸ τὸν Βασιλέα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἐκ τοῦ Συντάγματος. Δηλαδὴ ὁ Βασιλεὺς νομοθετεῖ καὶ αὐτός. Πῶς ἐκδηλοῦται αὐτὴ ἡ νομοθετικὴ ἐνέργεια τοῦ Βασιλέως; Διὰ τῆς κυρώσεως, δι’ αὐτὸ λέγει ὅτι ὁ Βασιλεὺς κυροῖ τοὺς νόμους. Κατόπιν πηγαίνομεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τοῦ Βασιλέως. Ποία εἶναι αὐτή; Νὰ ἐκδίδῃ τὰ διατάγματα.
§66Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τὰ ἐκτελεστικά.
§67Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπ. Δικ.). Μάλιστα. Δηλαδὴ ὁ Βασιλεὺς καὶ νομοθετεῖ καὶ ἐκτελεῖ, ἀλλὰ πρῶτον ἡ Βουλὴ ψηφίζει τὰ διατάγματα ταῦτα διὰ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Ὅταν τὰ ψηφίζῃ, ὑπάρχει πλέον ἡ ἔγκρισις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ δὲν ἔχει ὁ Βασιλεὺς παρὰ εἶναι αὐτά: Διότι αὐτό, ποὺ κάμνομεν, εἶναι μία σαλάτα, εἶναι περιττὸν ὡς τίθεται, διότι τὸ Σύνταγμα λέγει ρητῶς «δημοσιεύει», δὲν λέγει «δύναται», λέγει κυροῖ, δὲν λέγει «δύναται» νὰ ἐκδώσῃ, λέγει ἐκδίδει.
§68Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ποῖα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος εἶναι αὐτά; Διότι αὐτό, ποὺ κάμνομεν, εἶναι μία σαλάτα, εἶναι ἕνα κοκτέϊλ τῶν ἄρθρων 35 καὶ 36.
§69Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπ. Δικ.). Κατ’ ἐμὲ δέον κατὰ τοῦτο νὰ μὴ ἀποστῶμεν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, δηλαδὴ τῶν ἄρθρων 35 καὶ 36. Βεβαίως εἴμεθα Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀνατρέψῃ τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ ἀμφιβάλλω ἂν δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο διὰ τὰ ἄρθρα 35 καὶ 36, ἅτινα εἶναι θεμελιώδεις διατάξεις. Ἀλλ’ ἂν θέλετε νὰ συμφωνήσωμεν καὶ κατὰ τοῦτο ὅτι ἔχει ἡ Ἀναθεωρητικὴ αὕτη Βουλὴ τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλῃ, πάντως δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ κάμωμεν ἀπόψε. Διότι δὲν εἴμεθα ὅλη ἡ Βουλή. Κάμνομεν κάτι τι, τὸ ὁποῖον ἐγένετο καὶ ἄλλοτε, τὰ ψηφίσματα δὲν εἶναι σημερινά, εἶναι κάτι τὸ ὁποῖον ἐγένετο τὸ 1926, 1928, 1940.
§70Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Κατ’ ἐξουσιοδότησιν ἐξεδίδοντο ψηφίσματα τότε.
§71Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπ. Δικ.). Δὲν πρόκειται περὶ αὐτῶν. Ἡμεῖς θέτομεν νεωτέραν βάσιν, τὴν ἐξουσιοδότησιν. Ἡμεῖς κάμνομεν κάτι τι τὸ ὁποῖον ἔχει γίνει καὶ ἄλλοτε. Δὲν ἕπεται ὅμως ἐξ αὐτοῦ ὅτι ἔχομεν δικαίωμα νὰ κατατμήσωμεν τὴν Βουλὴν εἰς τμήματα, ὡς ἐπιθυμεῖ ὁ κ. Βαμβέτσος. Δὲν ἠμποροῦμεν ἀπόψε νὰ μεταβάλωμεν Συνταγματικὰς διατάξεις. Δὲν πρέπει ἐκ τοῦ προχείρου νὰ ἀποφασίζωμεν τοιαῦτα σημαντικὰ ζητήματα... Σήμερον, τὸ περὶ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως ψήφισμα λέγει, ὅτι τὸ τμῆμα τοῦτο τῆς Βουλῆς θὰ ψηφίσῃ ἐκεῖνα τὰ νομοθετήματα μόνον, τὰ ὁποῖα ἔχουσι κατατεθῆ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Νομίζω, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἀποφασίζει ἐπ’ ὀνόματι τῆς Βουλῆς, τῆς ὁποίας εἶναι τμῆμα.
§72Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δέχεσθε τὴν ἄποψίν μου τότε.
§73Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπ. Δικ.). Τὸ ψήφισμα τὸ ἰδικόν μας στηρίζεται ἐπὶ τοῦ ὑπάρχοντος Συντάγματος, τροποποιουμένου μόνον κατὰ τὰ ἐπικρατήσαντα ἔθιμα. Πλέον τοῦτο, πᾶς δογματισμὸς εἶναι νεωτερισμὸς ἄξιος προσοχῆς, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἰσχύσῃ ἀπέναντι τῶν νομοθετικῶν διατάξεων, πολὺ μᾶλλον ἀποφασιζόμενος τυχὸν παρ’ ἡμῶν, οἵτινες εἴμεθα μόνον τμῆμα τῆς Βουλῆς. Ἐκτὸς τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ, παραμένει νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὸ ζήτημα τῆς δημοσιότητος τῶν συνεδριάσεων. Ὅτι βέβαια αἱ συνεδριάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς, ὀφείλουν νὰ εἶναι δημόσιαι, εἶναι ἀναμφισβήτητον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ ὅτι Βουλὴ Δημοκρατικοῦ λαοῦ, εἶναι δυνατὸν νὰ νομοθετῇ ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ. Ἀλλὰ τὶ εἶναι δημοσιότης τῶν συζητήσεων; Εἶναι μόνον ἡ ἐνώπιον ἀκροατηρίου συζήτησις τῆς Βουλῆς; Αὐτὸ εἶναι μία ἐσφαλμένη ἄποψις. Φρονῶ ὅτι, δημοσιότης σημαίνει ὅταν διὰ τῶν μέσων τῆς δημοσιότητος, δηλαδὴ διὰ τῶν πρακτικῶν καὶ τοῦ Τύπου γίνεται γνωστὸν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην ὅτι ἡ Βουλὴ λέγει τοῦτο καὶ ἀποφασίζει τοῦτο.
§74Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τὶ τὰ θέλετε τὰ θεωρεῖα τότε;
§75Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπ. Δικ.). Δὲν ἀποτελεῖ δημοσιότητα τὸ ὅτι ἓν ἐλάχιστον τμῆμα μιᾶς πόλεως παρακολουθεῖ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς καὶ ὅτι ἐὰν τοῦτο παύσῃ θὰ παύσῃ ἡ δημοσιότης. Ἡ ἄποψις αὐτὴ δὲν εἶναι παραδεκτή. Τοῦτο ἀποτελεῖ θεαματικότητα τῶν συνεδριάσεων καὶ οὐχὶ δημοσιότητα. Ἐλέχθη ὅτι αἱ συνεδριάσεις τῶν Κοινοβουλίων, ὡς γίνονται, δὲν εἶναι εἰμὴ μία χειροκρότησις τῆς Κοινοβουλευτικῆς μηχανῆς ἀπό τινας θεατάς; Ἔχω κάποιαν προσθήκην, ὄχι μόνον χειροκρότησις, ἀλλὰ καὶ ἀποδοκιμασία. Εἶναι γεγονὸς ὅτι, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀκροατήριον εἰς τὰς συνεδριάσεις, αἱ συζητήσεις εἶναι θετικώτεραι, ψύχραιμαι καὶ ταχύτεραι. Ὅταν δὲ αἱ συζητήσεις γίνωνται μετὰ ψυχραιμίας καὶ ταχύτητος, δημιουργεῖται καλὸν ἀποτέλεσμα. Θὰ ἐπεθύμουν ἀκόμη ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ μὴ συνεδρίαζεν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἀλλ’ εἰς μικροτέραν αἴθουσαν, ὥστε αἱ συζητήσεις νὰ γίνωνται ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς διαλογικῆς συζητήσεως καὶ οὐχὶ ὑπὸ μορφὴν ἀγορεύσεων. Δὲν βλέπω, λοιπόν, διατὶ νὰ ἔχωμεν τὴν ἰδέαν ὅτι ἐὰν παύσῃ ἡ δημοσιότης τῆς Βουλῆς διὰ τῶν θεωρείων, αὐτὸ θὰ βλάψῃ. Τοὐναντίον θὰ μᾶς ἐνισχύσῃ, ἀποφευγομένου τοῦ ἐπηρεασμοῦ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπὸ τοὺς θεωμένους εἰς τὰ θεωρεῖα. Θὰ παρεκάλουν τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ ψήφισμα, ὡς ἔχει. Ἐκ τῆς πρακτικῆς, ἄλλως τε, ἀπεδείχθη ὅτι αἱ συνεδριάσεις τῶν Ἐπιτροπῶν μέχρι τοῦδε ἀπέδωσαν ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀρκετὰ εὐχάριστα, ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι πρέπει ἀσφαλῶς νὰ μεταβληθῇ ἡ πρακτικὴ αὐτή. Δι’ αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀποδέχεται οὐδεμίαν ἀπολύτως τῶν τροπολογιῶν τούτων, καὶ παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ ψήφισμα αὐτὸ ὡς ἔχει.
§76ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ τὴν παράτασιν;
§77Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Μέχρι τῆς 30ης Σεπτεμβρίου.
§78Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπ. Δικ.). Ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλή, μέχρι τῆς 30ης Σεπτεμβρίου, ἠμπορεῖ νὰ τὴν ψηφίσουν.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Παπαληγοῦρας ἔχει τὸν λόγον.
§80Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ὀλίγας μόνον λέξεις ἤθελον νὰ εἴπω, ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, διότι ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, ὅτι, δυστυχῶς, ἡ Βουλὴ ἔχει ἤδη ἀποφασίσει. Ἐὰν ἡ αἰτουμένη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐξουσιοδότησις, ἦτο ἡ πρώτη, θὰ ἐπίστευον ὅτι ἡ αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν τὴν ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν περιέγραψεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὅτι ἀνάγεται εἰς λόγους ἀφορῶντας τὴν ὑγιεινήν, τῶν μελῶν τοῦ Σώματος, καὶ ἔχοντα χαρακτῆρα βουκολικόν. Φοβοῦμαι, ὅτι δὲν εἶναι αἱ θεριναὶ διακοπαὶ αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν τὴν αἰτίαν, ἡ ὁποία προκαλεῖ τὸ σχέδιον ψηφίσματος, τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Θὰ ἐνθυμῆσθε, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὴν προηγουμένην φοράν, ποὺ ἐζητήθη ἐξουσιοδότησις, εἶχε προσαχθῆ μία αἴτησις συναδέλφων ἐκ Μακεδονίας, ἡ ὁποία, λόγῳ τῆς ἐκτάκτου ὄντως καταστάσεως, ἔλεγεν ὅτι ἤθελον νὰ πᾶνε εἰς τὰς ἐπαρχίας των, καὶ ἡ Κυβέρνησις μᾶς ἐξήγησεν, ὅτι αὐτὸς ἦτο ὁ μόνος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐζήτει τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, καὶ τὴν τότε ἐξουσιοδότησιν. Τὴν Κυβέρνησιν δὲν τὴν ἐπίστευσα καὶ τότε, δὲν τὴν πιστεύω καὶ σήμερον. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, καὶ δι’ αὐτὸ θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ σχεδίου. Κατηγορῶ τὴν Κυβέρνησιν, μόνον, καὶ μόνον, διότι δὲν ἔχει τὸ θάρρος, τὴν τόλμην, νὰ πῇ εὐθέως εἰς τὴν Βουλήν, διὰ ποίους λόγους ζητεῖ τὴν ἐξουσιοδότησιν καὶ διὰ ποίους λόγους τὴν χρειάζεται. Ἐὰν εἶχε τὸ θάρρος αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν εἶχε τὸ θάρρος δηλαδὴ νὰ διαπιστώσῃ ποία εἶναι ἡ κατάστασις ἡ σημερινὴ γενικῶς τῆς Χώρας, καὶ ποῦ εὑρισκόμεθα ἀπὸ ἀπόψεως νομοθετικῆς ἐργασίας, τότε νομίζω, ὅτι ἡ ἰδία ἡ Κυβέρνησις θὰ κατέληγεν εἰς ἄλλα συμπεράσματα, καὶ θὰ εἶχε τὸ θάρρος, νὰ ὑποβάλῃ ἀντὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος, ἄλλο ψήφισμα, ἀνταποκρινόμενον περισσότερον πρὸς τοὺς καιροὺς τοὺς σημερινούς, καὶ ἀνταποκρινόμενον περισσότερον, πρὸς τὴν ἀποστολὴν μιᾶς Βουλῆς Συντακτικῆς, ἡ ὁποία συνέρχεται ὕστερα ἀπὸ δέκα ἐτῶν ταλαιπωρίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὕστερα ἀπὸ 10ετῆ διακοπήν, τοῦ κανονικοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου τῆς Χώρας.
§81Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Εἶναι ὅτι προτιμᾷ τὰ τμήματα, ἀλλὰ δὲν θέλει νὰ τὸ πῇ.
§82Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Κύριοι, ἐπειδὴ δὲν μοῦ εἶναι εὐχάριστον νὰ ἐξαγάγω κρίσεις, περὶ τοῦ ἂν αὐτὰ τὰ ὁποῖα συμβαίνουν, εἶναι εὐχάριστα ἢ δυσάρεστα καὶ ἂν πρέπει νὰ προκαλέσουν τὴν α ἢ β σύγκρισιν ἢ κριτικήν, εἰς τὴν συνείδησιν τῶν κυρίων βουλευτῶν, ἁπλῶς θὰ εἴπω τί, πράγματι, συμβαίνει καὶ θὰ κάμω μερικὰς ἁπλᾶς διαπιστώσεις. Αἱ διαπιστώσεις αὗται, εἶναι αἱ ἑξῆς: Ἀναμφισβητήτως ἐνώπιον τῶν διαφόρων Ἐπιτροπῶν Ἐξουσιοδοτήσεως εἰσήχθησαν πρὸς συζήτησιν, ψηφίσματα, καὶ ὄχι μόνον ψηφίσματα δευτερευούσης σημασίας, ἀλλὰ καὶ ψηφίσματα σοβαρώτατα. Κατὰ παράδοξον δὲ σύμπτωσιν καὶ προκειμένης τῆς σημερινῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ὑπάρχουν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀκόμη σοβαρώτερα νομοθετήματα, καὶ μάλιστα νομοθετήματα, τόσον σοβαρά, ὥστε νὰ καλύπτῃ ὅλα τὰ ἄλλα τὰ συζητηθέντα μέχρι σήμερον, ἀπὸ ἀπόψεως ἀξίας κοινωνικῆς, καὶ ἐκτὸς τοῦ ἔργου, διὰ τὸ ὁποῖον μᾶς ἐκάλεσεν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, τὴν ἀναθεώρησιν. Ἐγὼ φρονῶ, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι τυχαῖον τὸ γεγονός, ὅτι ἔχομεν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς τῆς Ἐξουσιοδοτήσεως ὅλων τῶν εἰδῶν τὰ νομοθετήματα ἀπὸ τῶν συντακτικῶν, μέχρι καὶ τῶν τελευταίων ὑπηρεσιακῶν νομοσχεδίων. Καὶ μάλιστα, ὁπόταν ἤθελον παρουσιασθῆ νομοσχέδια ἢ ψηφίσματα κρισίμου χαρακτῆρος, κλείονται αἱ θύραι τῆς Βουλῆς καὶ παραπέμπεται ὅλη αὐτὴ ἡ ἐργασία εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως. Καὶ ἐρωτῶ, τὶ εἶναι αὐτὴ ἡ σύμπτωσις;
§83Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐκδήλωσις τῆς προτιμήσεως τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὲρ τῶν τμημάτων.
§84Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Αἱ Ἐπιτροπαὶ Ἐξουσιοδοτήσεως, ἔχουν καταστῆ «DE FACTO» ἐπιτροπαὶ καθαρῶς νομοθετικαί, καὶ διὰ νὰ εἶμαι ἀκριβέστερος, ἐπιτελοῦν τὴν Συντακτικὴν καὶ συνήθως τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς. Καὶ μάλιστα, ὅπως ὑπέδειξε καὶ ὁ κ. Βαμβέτσος, αὗται εἶναι τὸ μεῖζον τμῆμα τῆς νομοθετικῆς αὐτῆς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνάλυσιν ζητημάτων, ἐξετασθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Θηβαίου. Ἐδέχθην ὅτι οἱ Ἐπιτροπαὶ Ἐξουσιοδοτήσεως, ἀνεξαρτήτως τοῦ τύπου τοῦ γνωμοδοτικοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχουν, εἶναι ἁπλούστατα νομοθετικὰ πολὺ περισσότερον, ἀπὸ ὅ,τι εἴμεθα ὅλοι ἡμεῖς ἐδῶ μέσα.
§85Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Αὐτὸ τὸ εἶπε καὶ ὁ κ. Ὑπουργός, πρὸ ὀλίγου.
§86Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Ἀφοῦ, λοιπόν, συμβαίνουν ὅλα αὐτά, καὶ δὲν κατηγορῶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, οὔτε τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ἐν τῷ συνόλῳ, ἐγὼ πιστεύω ὅτι αὐτὴ ἡ «DE FACTO» δημιουργηθεῖσα κατάστασις, ἀνταποκρίνεται εἰς μίαν δημιουργουμένην ἀνάγκην βαθυτάτην. Καὶ ἀφοῦ ἔχει δημιουργηθῆ αὐτὴ ἡ κατάστασις καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ μὴ σᾶς ἀρέσῃ, κύριοι τῆς πλειοψηφίας....
§87ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σεῖς, δὲν ἀνήκετε εἰς τὴν πλειοψηφίαν;
§88Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε.
§89Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Εἶσθε ἐντὸς καὶ ἐπὶ τὰ αὐτὰ μέρη.
§90Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἀνεξαρτήτως τοῦ τί φρονεῖτε, ἀπὸ ἀπόψεως θεωρητικῆς καὶ Συνταγματικοῦ δικαίου, ἀφοῦ ἔχομεν καταλήξει εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, διατὶ δὲν νομίζετε, διατὶ δὲν πιστεύετε, ὅτι εἶναι συμφερώτερον, ἀπὸ τὴν κατάστασιν, τὴν «DE FA-CTO» δημιουργουμένην, νὰ τὴν περιορίσωμεν εἰς ἕνα θεσμόν; Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐρώτημα, κύριοι.
§91Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Νὰ ἐρωτήσωμεν καὶ ρητῶς τοῦτο.
§92Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Πολλὰ ἐλέχθησαν, κύριοι, περὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ περὶ τῆς ἀληθοῦς Δημοκρατίας καὶ περὶ μυστηριωδῶν κανόνων καὶ μεταφυσικῶν ἐννοιῶν, αἱ ὁποῖαι φαίνεται, ὅτι ἔχουν πολὺ μεγαλυτέραν ἀξίαν ἀπὸ τὰ πράγματα, εἰς τὴν συνείδησιν πολλῶν συναδέλφων. Ἐγώ, ἔχω τὴν ἑξῆς γνώμην, ὅτι εἴμεθα Συνέλευσις Συντακτικὴ καὶ διερωτῶμαι τὶ εἴδους, ἔστω, ἀναθεωρητικὸν ἔργον πρόκειται νὰ κάμωμεν. Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι προχείρως μπορεῖ κανεὶς νὰ ὑποδιαιρέσῃ τὴν ἀναθεωρητικὴν ἐργασίαν, τὴν δυνατὴν ἀναθεωρητικὴν ἐργασίαν, εἰς 3 μέρη. Πρῶτον, νομοτεχνικαὶ βελτιώσεις, αἱ ὁποῖαι μπορεῖ νὰ γίνουν, ἂν εἴπωμεν, ὅτι ὡρισμένοι βασικοὶ εἴτε λεπτομερειακοὶ θεσμοὶ πρέπει ἀπὸ τὸ ἕνα ἄρθρον νὰ πᾶνε εἰς τὸ ἄλλο, νὰ συμβιβασθοῦν ὡρισμέναι λέξεις, νὰ ἐναρμονισθοῦν ὡρισμένα κείμενα, ἴσως νὰ βελτιώσωμεν ὡρισμένα ἄρθρα. Ὕστερα, δευτέρα κατηγορία διατάξεων, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μεταρρυθμισθοῦν, εἶναι αἱ ἀφορῶσαι θεσμοὺς κοινωνικοὺς καὶ οἰκονομικούς. Νομίζω, ὅτι πρὸς τὴν κατεύθυνσιν αὐτήν, πράγματι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν σήμερον τίποτε ἀπολύτως, διότι ἡ κατάστασις εἶναι ρευστή, καὶ δὲν ἔχει ὡριμάσει ἀκόμη ἡ ἱστορικὴ ἐκείνη στιγμὴ ἡ ὁποία θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν νομικόν, ἀφοῦ θὰ ἔχῃ πολιτικῶς πραγματοποιηθῆ μία νέα κοινωνική, πολιτικὴ καὶ οἰκονομικὴ κατάστασις, νὰ τὴν διαγράψῃ, μορφοποιήσῃ καὶ στατικοποιήσῃ καὶ νὰ τὴν καταστήσῃ κανόνα Συνταγματικόν. Δι’ αὐτό, κύριοι, ἐγὼ νομίζω, ὅτι μόνη ἀποστολὴ τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἀπὸ ἀπόψεως θέσεως κανόνων Συνταγματικῶν, εἶναι ἡ ἑξῆς καὶ μόνον. Νὰ εὕρῃ ἕνα τρόπον νὰ στηρίξῃ τὸ Κράτος, νὰ δημιουργήσῃ θεσμούς. Καὶ ἀπευθύνομαι πρὸς τοὺς βουλευτὰς κυρίως τοῦ πλειοψηφοῦντος κόμματος, οἱ ὁποῖοι ἐξεδήλωσαν τὴν μείζονα ἀντίδρασιν πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βαμβέτσου, μὲ τὴν ἑξῆς παρατήρησιν: Κύριοι βουλευταί, ἐὰν τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς εἶναι σήμερον δύσκολον, ὅπως ὡμολόγησεν ὁ κύριος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, ἂν συναντήσατε ἐδῶ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν τὴν δυσκολίαν ποὺ συνηντήσατε, μὲ τὴν σημερινὴν σύνθεσιν τῆς Βουλῆς, τί θὰ γίνῃ, κύριοι βουλευταί, ὅταν παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν Κομμάτων, τὰ ὁποῖα σήμερον εὑρίσκονται ἐδῶ, ὑπάρξουν καὶ κόμματα ἄλλα, τὰ ὁποῖα θέτουν ἄλλους, ἀπὸ τοὺς κοινοὺς σκοποὺς τοὺς ὁποίους ἡμεῖς θέτομεν ἐδῶ, παρ’ ὅλας τὰς διαφοράς μας, τί θὰ γίνῃ, τότε, κύριοι βουλευταί, ἂν ἰσχύσουν αἱ διατάξεις περὶ νομοθετικῆς ἐξουσίας αἱ ἰσχύουσαι σήμερον; Πῶς ἡ οἱαδήποτε Κυβέρνησις, τότε, ὅταν ἔχῃ ἕνα ὡρισμένον ἀριθμὸν βουλευτῶν κομμουνιστῶν, διὰ νὰ τοὺς ὀνομάσωμεν μὲ τὸ ὄνομά των, νὰ ἀντιμετωπίσῃ, πῶς θὰ ἀσκήσῃ τὴ νομοθετικὴν ἐξουσίαν τότε; Καὶ θὰ τὸ σκεφθῆτε τότε, κύριοι, νὰ τὸ κάμετε αὐτό; Τότε φοβοῦμαι, ὅτι θὰ εἶναι ἀργά. Αὐτὰ μὲ λίγα λόγια, κύριοι, εἶχα νὰ εἴπω καὶ ἐπειδὴ σκεπτόμεθα, μὲ τὸν τρόπον αὐτόν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ καταλήξω εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὸ ψήφισμα αὐτό, πρέπει νὰ ὑποστῇ ὡρισμένας τροποποιήσεις. Ποίας τροποποιήσεις; Ἐκείνας, ἀκριβῶς, αἱ ὁποῖαι εἶναι λογικαί. Συνεπείᾳ τῶν ὀλίγων ἀρχῶν, τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέπτυξα, δὲν ἐννοῶ νὰ προβῶ εἰς ἀνάλυσιν τοῦ ψηφίσματος εἰδικώτερον. Λέγω μόνον, ὅτι τάσσομαι ὑπὲρ τοῦ ψηφίσματος τοῦ κ. Βαμβέτσου. Δυστυχῶς, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι θὰ τὸ ἀπορρίψετε, ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ, κατερχόμενος τοῦ βήματος, νὰ σκεφθῆτε, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον. Τί θὰ γίνῃ δηλαδή, ἐὰν ἀλλάξῃ ἡ σύνθεσις τῆς παρούσης Βουλῆς καὶ ἐὰν ἡμεῖς, ἐν καιρῷ, δὲν ἔχωμεν λάβει τὰ μέτρα μας. (Χειροκροτήματα).
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Τσάτσος ἔχει τὸν λόγον.
§94Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι, λυποῦμαι ὅτι παρατείνω αὐτὴν τὴν ἀποχαιρετιστήριον συζήτησιν, ἡ ὁποία εἴθισται νὰ γίνεται κάθε φορὰν ποὺ πρόκειται νὰ διακόψῃ ἡ Βουλή. Ἀλλὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος, μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, νὰ δώσω ὡρισμένας ἐξηγήσεις. Δὲν θέλω καὶ ἐγώ, νὰ διευρύνω τὴν συζήτησιν καὶ νὰ κουράσω τὴν Βουλήν, καὶ νὰ εἰσέλθω εἰς αὐτὴν τὴν θεωρητικὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἀπετέλεσε καὶ τὴν ἀφετηρίαν τῆς ἐπιμηκύνσεως τῆς συζητήσεως. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ἔνθερμος ὑποστηρικτής, ἀπὸ τῆς πρώτης ὥρας, τῆς σκέψεως, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ προχωρήσῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Κοινοβουλευτισμὸς ἐν Ἑλλάδι, χωρὶς ριζικὰς μεταρρυθμίσεις καὶ ριζικὴ μεταρρύθμισις τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου εἶναι ἡ κατὰ τμήματα ἄσκησις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Δὲν θὰ θίξω τὸ ζήτημα αὐτό, ὡς θεωρίαν, δὲν θὰ τὸ θίξω κἂν ὡς πρᾶξιν, διότι καὶ ἐγὼ ὅπως καὶ ὁ κ. Λαδᾶς, ὁμολογῶ ὅτι, ἴσως, αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ ἀτμόσφαιρα τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι πρόσφορος διὰ τὴν θεωρητικὴν αὐτὴν συζήτησιν καὶ διαπιστῶ, ὅτι διστάζει ἡ Βουλὴ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς σοβαρωτάτης αὐτῆς μεταρρυθμίσεως, ὑπὸ μορφὴν δοκιμῆς, κατὰ τὰς διακοπάς, καὶ δὲν τολμᾷ νὰ τὴν ἀποφασίσῃ οὔτε δι’ αὐτὸ τὸ σύντομον διάστημα. Ἐνῷ ὅμως ἡ Βουλὴ καὶ ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἐμφανίζονται ὡς ἀντίθετοι πρὸς αὐτὰς τὰς μεταρρυθμίσεις, ἅμα κανεὶς λάβῃ τὸν κόπον νὰ ἐξετάσῃ τὸ ψήφισμα, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διαπιστώνει, ὅτι ἡ ἀπόστασις μεταξὺ τῶν ἀπόψεών του καὶ τῶν ἰδικῶν μας, δὲν εἶναι καὶ τόσον μεγάλη.
§95Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία διαφορά. Εἴμεθα συμφωνότατοι.
§96Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 2, τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου, ὑπάρχουν διατάξεις, τὰς ὁποίας, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τὴν Βουλήν, νὰ προσέξουν. Λέγεται ὅτι πρῶτον, ὁ Βασιλεὺς, κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διακοπῶν, ἐκδίδει νομοθετικὰ διατάγματα καὶ δημοσιεύει ψηφίσματα, ἐφ’ ὅσον κτλ. Τί συμβαίνει ἐν προκειμένῳ; Ἐδῶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ἡ Βουλή, ἐξουσιοδοτεῖ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διακοπῶν, ν’ ἀσκῇ τὴν νομοθετικὴν λειτουργίαν διὰ διαταγμάτων. Δηλαδὴ παρέχεται ἡ ἐξουσία εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ θεσπίζῃ κανόνας δικαίου, τοὺς ὁποίους, ἄλλως, θὰ ἔπρεπε κανονικῶς νὰ θεσπίζῃ ἡ Βουλή. Αὐτὸ λέγει τὸ κείμενον τοῦ νόμου. Ἡ ἐξουσιοδότησις τῆς νομοθετικῆς πρὸς τὴν ἐκτελεστικήν, αὐτὸ εἶναι τὸ γράμμα τοῦ νόμου. Προχωροῦμεν πάρα κάτω καὶ βλέπομεν «δημοσιεύει ψηφίσματα». Τί σημαίνει αὐτό, κύριε Ὑπουργέ; Σημαίνει ὅτι, ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως, δὲν εἶναι μία ἁπλῆ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως, ἡ ὁποία εἶναι εἴτε γνωμοδοτική, εἴτε ἀποφαίνεται ἁπλῶς, ἀλλὰ εἶναι μία Ἐπιτροπὴ ἥτις ἀσκεῖ ἔργον Συντακτικόν, τὸν ὁποῖον ἀφ’ ἧς συντελεσθῇ, δημιουργεῖ εἰς τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δημοσιεύσῃ τὸ ψήφισμα. Ἐπομένως, εἰς αὐτὸ τὸ μικρὸν Σῶμα, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἐννοοῦμεν νὰ τοῦ ἀναγνωρίσωμεν ἄσκησιν νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὁμολογοῦμεν διὰ τοῦ ψηφίσματος, ὅτι τοῦ ἀναγνωρίζομεν τὴν ἄσκησιν Συντακτικῆς ἐξουσίας.
§97Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δι’ αὐτὸ καὶ ἡ λογικὴ ἑρμηνεία λέγει ὅτι ἀφοῦ ἔχει τὸ μεῖζον ἔχει καὶ τὸ ἔλασσον.
§98Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὅμως εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον, κύριοι, τὸ ὁποῖον ψηφίζετε καὶ δὲν προσέξατε δεόντως, ὑπάρχει μία βαθυτάτη νομικὴ ἀντίφασις, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ καὶ ἔχει καὶ σοβαρὰ πρακτικὰ ἀποτελέσματα. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν παρέχεται μία ἐξουσιοδότησις πρὸς ἄσκησιν νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὸν Βασιλέα καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐκεῖ ποὺ πάει, κατὰ λογικὴν συνέπειαν, ὁ προτείνων τὸ νομοθέτημα νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὸν Βασιλέα, δηλαδὴ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἀσκῇ τὴν Συντακτικὴν ἐξουσίαν, ἐκεῖ διστάζει καὶ σταματᾶ καὶ λέγει, ἅ, ἡ Συντακτικὴ ἐξουσία; Αὐτὴ εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς. Δηλαδὴ ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, εἶναι, καθ’ ὁμολογίαν αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου, Βουλὴ καὶ ὄχι Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως.
§99Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπ. Δικ.). Ὅταν λέγωμεν, ὅτι τὰ ψηφίσματα αὐτά, θὰ ὑποβληθοῦν πρὸς κύρωσιν εἰς τὴν Βουλήν, δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὰ διὰ τὸν Βασιλέα, νὰ τὰ δημοσιεύσῃ.
§100Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι, ἐντὸς ὀλίγου θὰ ψηφίσετε. Ἀκούσατε μερικὰς παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι καθαρῶς λογικαί, διὰ νὰ θεσπίσωμεν ἕνα ψήφισμα κάπως ἄρτιον. Ὑπάρχουν δύο ἀντιφατικαὶ ἀπόψεις, ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου. Ἀπὸ τὴν μιὰ μεριὰ λέγεται ὅτι μεταβιβάζεται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίζῃ κανόνας δικαίου, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη λέγεται ὅτι, ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ ἁπλῶς εἶναι γνωμοδοτικὴ Ἐπιτροπή...
§101Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι γνωμοδοτικὴ Ἐπιτροπή, διότι τὸ ψήφισμα λέγει «μετ’ ἀπόφασιν» καὶ ὄχι «μετὰ γνωμοδότησιν». Ἐθέσατε ἕνα κανόνα, μὲ βάσιν ἀνακριβῆ.
§102Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐγὼ αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν προτείνω λύσεις, ἀλλὰ διαπιστώνω τὰς ἀντιφάσεις τοῦ νομοθετήματος. Διὰ τοῦ ἄρθρου 2, καθ’ ἡμᾶς, παρέχεται ἡ ἐξουσιοδότησις εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ θέτῃ κανόνας δικαίου, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι χρειάζεται ἡ συγκατάθεσις τῆς Βουλῆς διὰ τὰ νομοθετήματα αὐτά. Ἔπειτα προκύπτει τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Σωτηρόπουλος, καὶ τὸ ὁποῖον ἐγὼ θὰ ἐδεχόμην, διότι πλησιάζει πρὸς τὴν ἄποψιν τὴν ἰδικήν μας. Διότι ὁ Βασιλεὺς δὲν δημοσιεύει ἁπλῶς τοὺς νόμους, ἀλλὰ καὶ κυροῖ τοὺς νόμους. Ἡ φράσις «μετ’ ἀπόφασιν», εἶναι ἐσφαλμένη, διότι δὲν δεσμεύεται ὁ Βασιλεὺς νὰ δημοσιεύσῃ τὰς ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς, οὔτε κυροῖ τὰς ἀποφάσεις αὐτάς, ἀλλ’ ἁπλῶς δὲν δύναται νὰ ἀσκήσῃ ἐν προκειμένῳ τὴν ἐξουσίαν του τὴν ἐκτελεστικὴν ἄνευ τῆς συμφώνου γνώμης τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἔπειτα ἡ Συντακτικὴ ἐξουσία τῆς ὁποίας εἴμεθα φορεῖς, διότι εἴμεθα Συντακτικὴ καὶ ὄχι Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, ἐξουσιοδοτεῖ τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ ψηφίζῃ ψηφίσματα, τὰ ὁποῖα δημοσιεύει ὑποχρεωτικῶς ὁ Βασιλεύς. Ἐδῶ εἶναι ἡ ἀντίδρασις. Ἄρνησις ἀπὸ τὴ μιὰ μεριά, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι μικρὰ Βουλὴ νομοθετοῦσα, καὶ ἀποδοχὴ ἀφ’ ἑτέρου ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι μία μικρὰ Βουλὴ Συντακτική, ἡ ὁποία θεσπίζει ψηφίσματα, Θέλετε τὴν μίαν λύσιν; Βάλετέ την. Θέλετε τὴν ἄλλην; Βάλετέ την, καὶ τῆς Συντακτικῆς καὶ τῆς Νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἢ θὰ δοθῇ ἐξουσιοδότησις εἰς τὴν μικρὰν Βουλὴν πρὸς ἄσκησιν καὶ τῆς Συντακτικῆς καὶ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἢ θὰ δοθῇ ἐξουσιοδότησις εἰς τὸν Βασιλέα νὰ ἀσκῇ ἀμφοτέρας τὰς ἐξουσίας. Ἕνα πρᾶγμα ἤθελα ἀκόμη νὰ προσθέσω, σχετικῶς μὲ τὴν δημοσιότητα τῶν συνεδριάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ἐγὼ κατεψήφισα εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν μὲ κάποιον δισταγμόν. Ἐδήλωσα τότε, ὅτι ἐὰν ἐφερόμεθα πρὸς τὴν γενικὴν καὶ ὁριστικὴν λύσιν τοῦ κ. Βαμβέτσου, ἀσφαλῶς τότε θὰ ὑπεστήριζα τὴν δημοσιότητα. Ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον τοῦτο δὲν συμβαίνει, ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται περὶ μονίμου θεσμοῦ, θὰ ἐξετάσω τὴν δημοσιότητα μόνον ἀπὸ πρακτικῆς πλευρᾶς, καὶ ὑπεστήριξα ὅτι θὰ ἦτο εἰς βάρος τῆς ἀποδοτικότητος τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἤδη, κάμνω μὲ πᾶσαν εἰλικρίνειαν τὴν ὁμολογίαν, ὅτι κατόπιν τῆς γενομένης συζητήσεως, ἔχω πεισθῆ ὅτι ἡ λύσις τῆς δημοσιότητος καὶ κατὰ τὴν προσωρινὴν αὐτὴν λύσιν, εἶναι προτιμοτέρα καὶ μὲ τὸ ὀφειλόμενον θάρρος, ἀλλάζω γνώμην καὶ ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὴν δημοσιότητα. Τώρα μένει ἀκόμη ἕνα θέμα, εἰς τὸ ὁποῖον, κ. Ὑπουργέ, ἐλπίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει διαφωνία, εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ ἐπείγοντος. Θὰ ἤθελον καὶ ἐγὼ ν’ ἀπαλλάξω τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως ἀπὸ τὸ βάρος τῶν μὴ ἐπειγόντων. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιφέρωμεν τὰς ἑξῆς τροπολογίας. Εἰς τὸ ἄρθρον 2, θὰ εἴπωμεν «καὶ ἐφ’ ὅσον φέρει τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἐπείγοντος» εἰς δὲ τὸ ἄρθρον 5 νὰ προστεθῇ 5 παράγραφος, ἡ ὁποία θὰ λέγῃ «ἡ Ἐπιτροπὴ δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν συζήτησιν τῶν ὑποβαλλομένων αὐτῇ σχεδίων νομοθετικῶν διαταγμάτων καὶ ψηφισμάτων, ἐφ’ ὅσον κρίνῃ ὅτι δὲν φέρουν τὸν χαρακτῆρα τοῦ κατεπείγοντος». Ἀντὶ νὰ γίνῃ μία καταψήφισις, ἂς γίνεται μία ψηφοφορία, ἡ ὁποία ν’ ἀναπέμπῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν». Θὰ παρεκάλουν αὐτὰς τὰς τροπολογίας νὰ τὰς δεχθῆτε. Ἀπὸ ἀπόψεως παρατάσεως προθεσμίας, ἐγὼ ἀντιτάσσομαι εἰς τὴν παράτασιν τῆς προθεσμίας. Παράτασις προθεσμίας πρέπει νὰ μείνῃ δίμηνος. Δὲν μπορεῖ νὰ περιορίζωμεν τὸν ἔλεγχον τοῦ Κοινοβουλίου εἰς τὸ ἄπειρον. Δύο μῆνες εἶναι τὸ μέγιστον ὅριον, κατὰ τὸ ὁποῖον μπορεῖ νὰ σταματήσωμεν τὸν ἔλεγχον. Νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ σχεδίου, ἀπὸ ἀπόψεως χρόνου. Ἂν δὲν δεχθῆτε, κ. Ὑπουργέ, τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπον, θὰ σᾶς ἐπρότεινα εἰς τὸ ἄρθρον 2 νὰ διαγράψητε μίαν λέξιν: «Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς τοιαύτης διακοπῆς, ὁ Βασιλεὺς ἐκδίδει νομοθετικὰ διατάγματα καὶ ψηφίσματα», μὲ μόνην αὐτὴν τὴν διαγραφήν, εἶσθε τοὐλάχιστον σύμφωνος μὲ τὴν ἀρχικήν σας σκέψιν.
§103ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μετ’ ἀπόφασιν ἢ σύμφωνον γνώμην;
§104Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Μετὰ σύμφωνον γνώμην.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δ. Μαντούβαλος.
§106Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐλέχθησαν πολλὰ ἀπὸ τοὺς προλαλήσαντας, ὥστε δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, ἐκθέτων τὰ ἴδια πράγματα. Ὑποχρεοῦμαι, ὅμως, νὰ φέρω ἐνώπιον τοῦ Σώματος, τί λέγει ὁ λαὸς ἔξω, ἂν τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον μέχρι σήμερον ἀπέδωσεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή, εἶναι σύμφωνον μὲ τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδωσε. Καὶ ἐὰν καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶναι εὐχαριστημέναι ἀπὸ τὸ νομοθετικὸν ἔργον καὶ ἀπὸ τὴν οὐσιαστικὴν ἐργασίαν διὰ τὴν ἐπίλυσιν τῶν ζωτικῶν ζητημάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὑπεβλήθησαν πολλὰ νομοσχέδια εἰς τὰς Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπὰς καὶ ἐνῷ ὁ ἀριθμὸς τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν εἶναι 40, πολλαὶ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ μποροῦν νὰ κάμουν ἀπαρτίαν, διότι οἱ κύριοι συνάδελφοι δὲν ἔρχονται εἰς τὰς συνεδριάσεις καὶ μένουν σπουδαῖα ζητήματα, ποὺ ἀφοροῦν μεγάλας τάξεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, χωρὶς νὰ περάσουν, διότι παρετηρήθη αὐτὸ τὸ 4μηνον μεγάλη ἀνυποληψία ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸ Σῶμα. Ἀλλὰ καὶ τὸ Σῶμα τὸ ἴδιον ἔφθασε καὶ αὐτὸ εἰς ἀνυποληψίαν, διότι πολλοὶ ἐκ τῶν συναδέλφων τὸ ἔχουν πάρει ὡς καφενεῖον τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Τί θὰ εἰπῆτε, κύριοι, αὔριον, μεθαύριον, ὅταν θὰ πᾶτε εἰς τὸν λαὸν νὰ κάμετε τὴν προεκλογικήν σας περιοδείαν; Θὰ εἰπῆτε ὅτι εἰργάσθητε; Ὑπάρχουν συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι δὲν παρακολουθοῦν τὰς ἐργασίας παρὰ μόνον ὅταν δὲν ἔχουν νὰ πᾶνε πουθενὰ ἀλλοῦ. Στὸ μυαλό μου μένει ἕνα κενόν, πῶς ἐδημιουργήθη ἡ ἀντίθεσις ἀναμεταξὺ Σώματος καὶ Κυβερνήσεως. Μήπως ἡ Κυβέρνησις ἔχει κάμει καμμίαν παρανόησιν; Μήπως ἐγὼ εἶμαι περισσότερον ἔνοχος ποὺ ἔφερα ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ νὰ ἑνωθῇ ὁ πολιτικὸς κόσμος διὰ νὰ κτυπήσῃ τὴν ἀνταρσίαν καὶ νὰ σώσῃ τὴν Πατρίδα; Ἐγὼ εἶχα ὑπ’ ὄψει μου τὴν σωτηρίαν τῆς Πατρίδος ὅταν ἔκαμα τὴν πρότασιν καὶ δὲν εἶχα ὑπ’ ὄψει μου ὅτι ἑνούμενοι οἱ 7 ἀρχηγοὶ θὰ ἔθετον τὸ Σῶμα εἰς ἀνυποληψίαν. Ἔχετε ὑποχρέωσιν καὶ καθῆκον, κύριοι 7 Πρόεδροι, πρὸς τοὺς ὀπαδούς σας.... διότι ὡρισμένην ἐλάβατε ἐντολὴν ἀπὸ τὸν λαὸν καὶ ὅλον τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν ἐκτίμησιν ποὺ ὁ καθένας ἔχει στὸν ἀρχηγόν του, ἔχει ὑποχρέωσιν καὶ καθῆκον νὰ σεβασθῇ τὴν ἐντολὴν τοῦ κυρίαρχου λαοῦ καὶ ὕστερα τὸν ἀρχηγόν του. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἀρχηγὸς ἔχει ὑποχρέωσιν καὶ καθῆκον νὰ σεβασθῇ πρῶτος καὶ νὰ δώσῃ τὸ παράδειγμα καὶ νὰ σεβασθῇ τὰ στελέχη του καὶ νὰ μὴ μεταβάλλῃ τοὺς ἐκλεκτοὺς τοῦ λαοῦ σὲ ταχυδρόμους. Εὑρίσκονται Ὑπουργοὶ ποὺ κάθεσαι ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα τους, ὧρες ὁλόκληρες καὶ μεταβάλλονται οἱ βουλευταὶ εἰς περεκεντέδες. Εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως, ὅτι ἐπῆλθεν ὁ κάματος τοῦ Σώματος καὶ ἐν συνεχείᾳ ἐπῆλθεν ὁ κάματος εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν εἶναι ἡ αἰτία αὐτή, δὲν δικαιολογεῖσθε, οὔτε σεῖς, κ. Ὑπουργέ, οὔτε ἡ Βουλή· διότι ὁ λαὸς φωνάζει ἔξω: «Μὰ τὶ διάβολο κάμνετε ἐκεῖ πέρα;» Ἔχομε τόσα ζητήματα νὰ λύσωμε, καὶ δὲν βλέπουμε νὰ γίνεται τίποτε. Ἀπασχολούμεθα καὶ μᾶς ἀπορροφᾷ τὸ κύριον ζήτημα τῆς ἀσφαλείας, ἀλλὰ μήπως καὶ αὐτὸ τὸ ἐτακτοποιήσαμεν; Ἀφίνονται ζωτικὰ τοῦ λαοῦ ζητήματα τὴν τελευταίαν στιγμήν, διὰ νὰ τὸν ἐξαπατῶμεν, διότι δὲν ἔχομεν τὸ σθένος νὰ ποῦμε: «Αὐτὸ γίνεται· ἐκεῖνο δὲν γίνεται. Αὐτὸ θὰ τὸ λύσωμεν, ἐκεῖνο δὲν θὰ τὸ λύσωμεν». Ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον, τὸ τόσον σοβαρόν, τῆς ἀνοικοδομήσεως, καὶ ὑπεβλήθη τώρα ἐσχάτως, ἐνῷ ἐγένετο συζήτησις πρὶν ἢ χωρισθοῦν τὰ Ὑπουργεῖα τῆς Ἀνασυγκροτήσεως, τοῦ Συντονισμοῦ, καὶ ἔγινε κατόπιν τῆς Ἀνοικοδομήσεως καὶ τέλος ὁ καθένας, ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ἐξέθετε τὰς ἀπόψεις του. Ἐγὼ τότε μάλιστα εἶπον ὅτι τὴν ἀνοικοδόμησιν, διότι ἔχουν γίνει μεγάλαι καταστροφαὶ εἰς τὴν Πατρίδα μας, πρέπει νὰ τὴν διαιρέσωμεν εἰς δύο τμήματα: τὴν ἀγροτικὴν πρῶτον, καὶ τὴν ἀστικὴν δεύτερον. Καὶ ὑπέδειξα μάλιστα, ἂν ἐνθυμῆσθε, κύριοι, καὶ τὰ μέσα τὰ ὑλικά, πῶς μποροῦσαμεν νὰ ἀντεπεξέλθωμεν καὶ εἰς τὴν πρώτην ἀρχὴν τῆς ἀνοικοδομήσεως, εἰς τὴν ἀγροτικὴν δηλαδή.....
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μαντούβαλε, ὁμιλεῖτε ἐκτὸς θέματος.
§108Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Προχθὲς ἔφερα μίαν σκέψιν πολὺ σοβαράν, τὴν ὁποίαν ἐπεκρότησεν ἡ Βουλὴ καὶ δὲν ὑπῆρχε, πλὴν τοῦ κ. Στεφανοπούλου, κανεὶς ἐκ τῶν κ. Ὑπουργῶν, νὰ κρίνῃ τὴν μελέτην αὐτήν, καὶ νὰ τοὺς δώσῃ τὴν μελέτην αὐτὴν νὰ τὴν δημοσιεύσουν καὶ νὰ τὴν διανείμουν εἰς τὰ μέλη. Πῶς θέλετε λοιπὸν νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸ ὡρισμένον αὐτὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος, ἀφοῦ πρόκειται, ἐπὶ δίμηνον, κ. Πρόεδρε, νὰ διακόψωμεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας, εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ἡ Πατρίς μας, χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας, ὅτι ἔχομεν μπροστά μας δύο συνέδρια τὰ ὁποῖα θὰ κρίνουν ἐν ἀνάγκῃ τὴν τύχην τῆς Πατρίδος μας, χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ λαὸς αὐτός, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ζητοῦμεν θυσίας αἵματος, ἀπαιτεῖ καὶ ἡμεῖς νὰ ἐργασθῶμεν καὶ νὰ δώσωμεν πρῶτοι τὸ παράδειγμα, διὰ νὰ τὸν ἐμπνεύσωμεν καὶ νὰ τοῦ ποῦμε: Θὰ κάμῃς αὐτό. Θὰ καθαρίσουμε πρῶτα τὴν κατάστασιν τῆς ἀνταρσίας, διὰ νὰ ἐπιδοθοῦμε κατόπιν εἰς τὰ φλέγοντα ζητήματα. Εἴπατε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἔχω ἕνα τέταρτον τῆς ὥρας προθεσμίαν. Ἡ προθεσμία αὐτὴ διαρκῶς μοῦ δίδεται περιωρισμένη διὰ νὰ μὴ μπορῶ νὰ ἀναπτύξω τὰς σκέψεις μου. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριοι συνάδελφοι, ἐκθέτων πρὸς ὑμᾶς τὰς σκέψεις μου, νὰ προχωρήσω καὶ νὰ σᾶς πῶ τὸ ἑξῆς: Ἔρχεται τὸ ζήτημα τῶν πωλησάντων ἐπὶ κατοχῆς, σπουδαῖον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀναστατώσει ἕνα μέρος τοῦ πληθυσμοῦ τῆς χώρας, καὶ ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι, ἕνα ζήτημα τοσαύτης σοβαρᾶς κοινωνικῆς σημασίας, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκκρεμῇ ἐπὶ τόσον χρόνον. Ἔπρεπε νὰ εἶχε πάρει τὴν λύσιν, ἔστω καὶ τὴν χειροτέραν, ἀλλὰ νὰ δοθῇ μία λύσις. Ἡ Κυβέρνησις τῶν 7 ἀρχηγῶν ἀποφασίζει νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ στέλλει τοὺς ἀντιπροσώπους της κάτω στὸ συνέδριον τοῦ Πειραιῶς καὶ ὁ καθένας ὁμιλεῖ ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Σώματος. Ἐγὼ παρέστην, καὶ ἠναγκάσθην μόνος μου νὰ λάβω τὴν πρωτοβουλίαν καὶ νὰ εἴπω ὅτι, δὲν ἔχω ἐντολήν, ἀπὸ τὸ κόμμα, ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος, ὡς βουλευτὴς Πειραιῶς καὶ ὡς Μαντούβαλος, νὰ ἐκθέσω τὰς σκέψεις μου καὶ νὰ εἶμαι θέσις καὶ ὄχι ἄρνησις. Καὶ ἠναγκάσθην διὰ τὸ σοβαρὸν αὐτὸ ζήτημα, παρ’ ὅλον τὸ βρίσιμο ποὺ τρώγω, 50 ἕως 100 ἐπιστολὰς λαμβάνω καθημερινῶς ἀπὸ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, (ὅσοι διαβάζουν ἐφημερίδα μοῦ στέλλουν καὶ ἀπὸ μίαν ἐπιστολήν), καὶ μὲ μετέθεσαν εἰς τὴν τάξιν τῶν ἀριστερῶν, «ἐσὺ εἶσαι κουκουὲς», «ὥστε ἔτσι εἶσαι καὶ μᾶς κοροϊδεύεις μὲ αὐτὰ ποὺ γράφεις κλπ.». Ἔλαβα ὅμως μέρος εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῶν πωλησάντων καὶ ἀνέπτυξα τὰς σκέψεις μου, διότι ἐνόμισα ὅτι τὸ δίκαιον πρέπει νὰ εἶναι μὲ τοὺς περισσοτέρους καὶ εἶπα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὑποχρέωσιν καὶ καθῆκον, κοινωνικὸν ζήτημα τοιαύτης σημασίας, νὰ τὸ μελετήσῃ καὶ νὰ τὸ φέρῃ πρὸς συζήτησιν. Μέσα εἰς ἕνα συνέδριον ἀπὸ 20.000 Πειραιώτας φωνάζουν: «αὐτὸ τὸ ἐξάμβλωμα ποὺ ὑπεβλήθη, τί θὰ τὸ κάμετε, ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, θὰ τὸ ψηφίσετε ἢ θὰ τὸ καταψηφίσετε»;
§109Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Σεῖς, τὶ ἀπόψεις ἔχετε ἐπ’ αὐτοῦ;
§110Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῶν πωλησάντων, καὶ σεῖς, κ. συνάδελφοι, εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ ἐκδηλώσητε τὴν γνώμην σας.
§111Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Βεβαίως, ὅταν γίνῃ συζήτησις, θὰ τὴν ἐκδηλώσωμεν.
§112Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Διότι δὲν εἶναι δυνατόν, εἰς μίαν ἐποχὴν τόσον κρίσιμον διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, κατὰ τὴν ὁποίαν εὑρέθησαν ἄνθρωποι ν’ ἀγοράσουν 15, 20 καὶ 40 σπίτια, νὰ ἀφίνωνται τὰ ζητήματα αὐτὰ ἄλυτα. Ἔχω ὑπόμνημα ἑνὸς ὁ ὁποῖος ἠγόρασε 40 σπίτια. Καὶ αὐτὸ δὲν τὸ ἔλαβε καθόλου ἡ Κυβέρνησις ὑπ’ ὄψιν. Ἔκαμε τὸ νομοθέτημα, αὐτό, τὸ ὁποῖον, ἂν τὸ πάρῃ κανεὶς καὶ τὸ διαβάσῃ κατὰ βάσιν, δὲν λύει κανένα ζήτημα. Τοὺς λέγει: Σεῖς οἱ πωλήσαντες καὶ σεῖς οἱ ἀγοράσαντες, κάμετε δικαστικὸν ἀγῶνα, βγάλτε τὰ μάτια σας, ἐθνικόφρονες καὶ κουκουέδες, πωλήσαντες καὶ ἀγοράσαντες. Ἔτσι ὅμως δὲν λύονται τὰ ζητήματα. Καὶ κάματε καὶ ἕνα ἄλλο, κύριοι 4–5, σπουδαιότατον. Εἴπατε, ὅτι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων ἀνανεώνουν τὰ στελέχη των εἰς τὰς Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπάς. Ἐγώ, κ. Ὑπουργέ, αὐτὸ ἀφορᾷ βέβαια τὸν ἀρχηγόν μου, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι παρών, ἀλλὰ ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, νομίζω ὅτι γίνονται ἐξαιρέσεις καὶ ὑπάρχει ἡ συνταγή, τῶν εἰδικῶν «σπεσιαλιτὲ» ποὺ θὰ πᾶνε εἰς τὰς Ἐπιτροπάς. Πρέπει τέλος πάντων νὰ εἶναι ἄριστος, κανεὶς εἰς τὰ παρασκήνια, εἰς τὸν ἀρχηγόν του, καὶ δὲν ξεύρω ποῦ ἀλλοῦ καὶ δὲν συμμαζεύεται. Κύριοι συνάδελφοι, διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος αὐτοῦ, καὶ διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οὐδεὶς πρέπει νὰ ψηφίσῃ τὸ ψήφισμα τῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Πρέπει ὅλοι μας νὰ εἴμεθα κατὰ τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ, πρέπει νὰ ἐργασθοῦμε διὰ νὰ ἴδῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτι ἡμεῖς δὲν θὰ πᾶμε οὔτε εἰς τὰ γλέντια μας, οὔτε εἰς τὰ συμπόσια, καὶ τὰς δεξιώσεις, ἀλλὰ θὰ τὸν ἀκολουθήσωμε κατὰ πόδας εἰς ὅλην τὴν δυστυχίαν του καὶ θὰ ἀναπαυθῶμεν τότε μόνον, ὅταν τοῦ λύσωμεν ὅλα τὰ ζητήματά του (χειροκροτήματα). Θέλομεν νὰ κλείσωμεν τὴν Βουλὴν καὶ νὰ τὴν ἀντικαταστήσωμεν μὲ ἕνα τμῆμα 50μελὲς. Φαντάζομαι τὶ θὰ γίνεται, καὶ μάλιστα τώρα τὸ θέρος, ὅπως γίνεται εἰς τὰς Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπάς, ὅπου ἀπὸ τοὺς 40 δὲν καταφθάνουν νὰ ἔρχωνται οἱ 14. Δὲν θὰ περνοῦσαν τὰ ψηφίσματα τὰ ὁποῖα θέλει ἡ Κυβέρνησις καὶ δι’ αὐτὸ θέλει νὰ μᾶς ξεφορτωθῇ καὶ ὡρισμένοι συνάδελφοι, ποὺ θέλουν νὰ τὰ ἔχουν καλὰ καὶ μὲ τὸν Θεὸν καὶ μὲ τὸν διάβολον, θὰ τὰ ὑπογράφουν ἐκ τῶν ὑστέρων. Δὲν εἶναι ὅμως δουλειὰ αὐτή. Ἐξέφερα τὰς σκέψεις μου διὰ νὰ ἔχω τὴν συνείδησίν μου ἥσυχον, ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων μου, καὶ διὰ νὰ ξεύρουν, ὅτι ἐγὼ ἐδῶ ἔχω ἀτομικὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν κανονίζω σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἀγωνίζομαι καὶ θὰ ἀγωνισθῶ μελλοντικῶς, μέχρι ποὺ νὰ λυθῇ καὶ τὸ τελευταῖον ζήτημα τοῦ δυστυχοῦς καὶ δεινοπαθοῦντος αὐτοῦ λαοῦ, διὰ τὸν ὁποῖον κατὰ τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν δὲν γνωρίζομεν ἂν θὰ εἶναι ἐλεύθερος ἢ δοῦλος. (Χειροκροτήματα).
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μελᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§114Γ. ΜΕΛΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐγένετο συνήθεια, τῶν Κυβερνήσεων τῆς παρούσης Βουλῆς, νὰ ἐγκαταλείπουν τὰ κρίσιμα θέματα διὰ νὰ τὰ παραπέμπουν εἰς τὴν κρυφὴν στοὰν τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, μακρὰν τῶν ὀφθαλμῶν καὶ τῶν πόθων τοῦ Ἔθνους. Ἂν ὑπῆρχε μία περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις εἶναι δικαιολογημένη εἶναι ἡ παροῦσα περίπτωσις τῶν θερινῶν διακοπῶν. Ἀλλ’ εὑρίσκονται ἐγγεγραμμένα ἐξόχως κρίσιμα θέματα πρὸς συζήτησιν, ὅπως εἶναι τὸ θέμα τῆς ἀνοικοδομήσεως καὶ τὸ καθαρῶς κοινωνικὸν ζήτημα τῶν πωλησάντων ἐπὶ κατοχῆς, τὰ ὁποῖα ἀναμένουν ἄμεσον καὶ ὁριστικὴν λύσιν. Ἐφ’ ὅσον δὲ τὰ ψηφίσματα τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, διὰ νὰ εἶναι ὁριστικὰ καὶ ἰσχυρά, ἔχουν ἀνάγκην τῆς κυρώσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, φρονοῦμεν ὅτι ἐνδείκνυται ἡ παράτασις τῶν ἐργασιῶν τῆς ὁλομελείας καὶ ἐλάχιστον τοὐλάχιστον διάστημα, μέχρι τῆς διεκπεραιώσεως τῶν θεμάτων αὐτῶν πρὸς ὁριστικήν των λύσιν καθ’ ὅσον ἄλλωστε ἡ λύσις αὐτῶν, θὰ ἔχῃ νὰ θέσῃ τὴν σφραγῖδα αὐτῶν ἐπὶ τῆς ἐσωτερικῆς καταστάσεως. Πέραν τοῦ θέματος τῶν διακοπῶν, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ προσθέσω ὀλίγας φράσεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀνεκίνησεν ὁ ἐπίλεκτος ἐκ Τρικάλων συνάδελφος, ὁ ὁποῖος πεισμόνως ἐπιμένει εἰς τὰς ἀπόψεις του, δίδει μάχην, ἀδιαφορῶν διὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς μάχης καὶ ἱκανοποιεῖται μὲ τὴν χαρὰν τῆς μάχης. Ὁ κ. Βομβέτσος κεκμηκὼς... ........... (δὲν ἀκούεται).... τῆς μικρᾶς Βουλῆς διὰ τῶν πολλῶν τμημάτων, πιστεύει ὅτι τὸ πρᾶγμα ἀποτελεῖ λύσιν, λύσιν δημοκρατικήν, λύσιν διασώζουσαν τὸ πάτριον πολίτευμα. Νομίζομεν ὅτι, ἀντὶ νὰ ἀποτελῇ διάσωσιν, ἀποτελεῖ τὸ τέρμα τοῦ πολιτεύματος. Βεβαίως ἡ ἀπόκρουσις καὶ ἀντίκρουσις τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ κ. συναδέλφου, ἔχει ἀνάγκην μακροῦ χρόνου, ἀλλὰ νομίζομεν, ὅτι ἡ φαλκίδευσις τῆς ὁλομελείας, τοῦ Σώματος, θὰ ὁδηγήσῃ ὅπως εἶπον προηγουμένως, εἰς τὸν τερματισμὸν τοῦ πολιτεύματος. Τὴν ἀπάντησιν ἐπὶ τῶν ἐπιχειρημάτων αὐτοῦ, ἀπάντησιν ἐξαγομένην ἐκ τῆς πείρας τῶν κοινοβουλευτικῶν αἰώνων ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς πείρας τοῦ ἐλευθέρου μας αἰῶνος δίδει ἐκ τοῦ τάφου ὁ ἀείμνηστος πατὴρ Σαρίπολος, λέγων ὅτι θὰ συγκεντροῦται εἰς τὰ τμήματα αὐτὰ μετὰ κόπου ὁ ἀριθμὸς τῆς ἀπαρτίας, ὅτι εἰς τὰ τμήματα αὐτὰ θὰ κυριαρχοῦν κατ’ ἀναμφισβήτητον νόμον, μὲ ἰσχὺν φυσικοῦ νόμου, αἱ μεγάλαι φυσιογνωμίαι καὶ θὰ καταλήξωμεν νὰ ἔχωμεν ἓν εἶδος δικτακτορίας, δικτακτορίας τῆς κυριαρχούσης φυσιογνωμίας............. (δὲν ἀκούεται)... Ἐνῷ εἶναι δεδομένον ὅτι εἷς νόμος διὰ νὰ ὑπάρξῃ, διὰ νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν τῆς ὑπάρξεως καὶ τῆς ζωῆς, πρέπει νὰ εἶναι ἀπαύγασμα τῆς καθολικῆς περὶ δικαίου συνειδήσεως. Τὴν ἀπάντησιν αὐτὴν δίδει ὁ Σαρίπολος λέγων: «Τὸ γὰρ .................. (ἀναγινώσκει)...................». Ταῦτα λέγει, ὁ μέγας ἐκεῖνος ἀνήρ, ὁ καταναλώσας τὴν σκέψιν καὶ τὴν ζωὴν εἰς τὴν ὑπεράσπισιν καὶ τὴν μελέτην τοῦ πολιτεύματος. Κύριοι βουλευταί, ἴσως δὲν ἁρμόζει, εἰς τοὺς νεωτέρους βουλευτάς, νὰ προβαίνουν εἰς παραινέσεις πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν παλαιῶν Βουλῶν. Νομίζω, ὅμως, ὅτι θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένη ἡ ἐνάχλησις καὶ ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ἡ ἐνάχλησις νὰ συνασπισθῶμεν εἰς μίαν συνείδησιν εἰς ἕνα δεσμὸν καὶ μὲ κοινὰς τὰς θελήσεις, νὰ συνασπισθῶμεν ὄχι εἰς τὴν ἀμελέτητον καὶ ἐπιτροχάδην μεταβολὴν πατροπαραδότων καὶ δεδοκιμασμένων καθεστώτων ............. (δὲν ἀκούεται)..... ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπίλυσιν τῶν μεγάλων κρισίμων θεμάτων, ἀπὸ τὴν ὀρθὴν ἐπίλυσιν τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ἡ μοῖρα μας. Ἂς ἑνώσωμεν τὰς ἀσπίδας μας, ἂς ἑνώσωμεν τὰς κατευθύνσεις μας καὶ ἂς φροντίσωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ὁμονόησιν καὶ τὴν συναδέλφωσιν τῶν ἀλληλοσφαζομένων Ἑλλήνων...
§115ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατευνασμὸς δηλαδή.
§116Ι. ΜΕΛΑΣ. ... καὶ νὰ ἐπιτύχωμεν ὅλοι, ἂν πρόκειται νὰ δώσωμεν μίαν μάχην, ἡ μάχη αὐτή, νὰ εἶναι ὑπὲρ τῆς εὐημερίας τοῦ Ἔθνους καὶ ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας του. (Χειροκροτήματα). (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Δ. Λεονάρδος).
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ ψηφίσματος κηρύσσεται περαιωμένη. Πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ἔχω νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὑπεβλήθη εἰς τὸ Προεδρεῖον πρότασις ὑπογεγραμμένη ὑπὸ πολλῶν βουλευτῶν, περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου ἐπιδόματος εἰς τὸ καθ’ ὑπερωρίαν κατὰ τὸν μῆνα Ἰούνιον ἐργασθὲν προσωπικὸν τῆς Βουλῆς, τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου καὶ ἄλλων ὑπηρεσιῶν διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Βουλῆς.
§118ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτή, δεκτή.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὴ ὡς ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἡ πρότασις, «περὶ χορηγήσεως ὡς ἐκτάκτου ἐπιδόματος τῶν ἀποδοχῶν μέχρις ἑνὸς μηνὸς κατὰ τὴν δι’ ἕκαστον κρίσιν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, εἰς τὸ πραγματικῶς κατὰ τὴν ἀποκλειστικὴν κρίσιν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐργασθὲν καθ’ ὑπερωρίαν προσωπικὸν τῆς Βουλῆς, τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου καὶ ἄλλων ὑπηρεσιῶν διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Βουλῆς κατὰ τὸν μῆνα Ἰούνιον ἐ. ἔ. Δεκτὸν τὸ ψήφισμα κατ’ ἀρχήν;
§120ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν τὸ ψήφισμα κατ’ ἀρχήν. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ἄρθρον 1.
§122ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 1 ἐγένετο δεκτόν.
§124Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκρατήσαμεν σημείωσιν τῆς δηλώσεως τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν θεωροῦμεν ὅτι εἶναι δήλωσις προερχομένη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἤθελε ζητήσει ἐνωρίτερον τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, τὸ αἴτημα αὐτὸ θὰ γίνῃ ἀποδεκτόν.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2ον. Ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Τσάτσου καὶ ἄλλων συναδέλφων ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς τοιαύτης διακοπῆς...... (ἀναγινώσκει).......».
§126Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπ. Δικ.). Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἠγόρευον, δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει μου τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Τσάτσου καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ὡμίλησα ἐπ’ αὐτῆς. Ταῦτα διὰ νὰ μὴ νομίσῃ, ὅτι δὲν ἠθέλησα νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν τροπολογίαν του. Πάντως ἐγὼ δὲν τὴν ἀποδέχομαι.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Τσάτσου;
§128ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπερρίφθη. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ ἰδίου κ. βουλευτοῦ, ὅπως τὸ «μετ’ ἀπόφασιν» γίνῃ «μετὰ σύμφωνον γνώμην». Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἐὰν τὴν ἀποδέχεται. (Ἡ Βουλὴ δι’ ἀναστάσεως ἀπορρίπτει τὴν τροπολογίαν). Ἐπίσης, ὁ ἴδιος κ. βουλευτής, προτείνει τὰ ἑξῆς: «...... (Ἀναγινώσκει)........». (Ἡ Βουλὴ ἀπορρίπτει καὶ τὴν τροπολογίαν ταύτην).
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 2 γίνεται δεκτὸν ὡς ἔχει;
§131ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, δεκτόν.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 2 ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἔχει. Ἄρθρον 3ον.
§133ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, δεκτόν.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 3 ἐγένετο δεκτόν, ὡς ἔχει. Ἄρθρον 4ον.
§135Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ κ. Πρόεδρε, ὑπάρχει τροπολογία, διὰ τὴν δημοσιότητα τῶν συνεδριάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι).
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπερρίφθη.
§138Ε. ΓΟΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀντιληφθῶμεν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας. Πῶς ἀπερρίφθη;
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ καὶ ἀντιθέτως: Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 ὡς διετυπώθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, δηλαδή, νὰ μὴ εἶναι δημόσιοι αἱ συνεδριάσεις, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως γίνονται δεκτά, ὡς ἔχουν τὰ ἄρθρα 5 καὶ 6).
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον ψηφίσματος «περὶ ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς ἔκδοσιν ψηφισμάτων καὶ νομοθετικῶν διαταγμάτων κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διακοπῶν τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς». Παρακαλῶ ὅπως μὲ ἐξουσιοδοτήσῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἐπικυρώσω ὑπ’ εὐθύνην μου τὰ πρακτικὰ τῆς παρούσης συνεδριάσεως.
§142ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§144ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις κατὰ τὰ ἐν τῷ ψηφίσματι καθοριζόμενα. (Ὥρα 10.30′ μ. μ.):