1947.06.03
2,468 rows · 18,900 words · 71 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 125η
Τρίτη 3 Ἰουνίου 1947
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 6.50′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Ταλιαδοῦρος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Μ. Καροῦσος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Μ. ΚΑΡΟΥΣΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Χαλκιδικῆς κ. Ι. Λαμπρόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ ἀναπήρου στρατιωτικοῦ κινήματος 1923 Ἀθανασίου Σαμαρᾶ ἐξ Ἁγίου Μάμαντος Χαλκιδικῆς ζητοῦντος ἐξίσωσιν συντάξεώς του μὲ λοιποὺς ἀναπήρους. Ὁ βουλευτὴς Χαλκιδικῆς κ. Ι. Λαμπρόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Κοινότητος Γαλατίστης Χαλκιδικῆς, δι’ ἧς ζητεῖ ὅπως συσταθῇ ἐκεῖ Γυμνάσιον, πρὸς ἱκανοποίησιν ἀμέσων καὶ ἐπιτακτικῶν ἀναγκῶν δέκα πολυπληθῶν Κοινοτήτων. Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Τρίαντος καταθέτει ψήφισμα τῶν ἐργατικῶν Σωματείων Κερκύρας, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν μὴ ἀποστολὴν εἰς τὴν νῆσον Κέρκυραν σιτοφορτίων καὶ ζητούντων ἄμεσον ἀποστολὴν τούτων πρὸς ἀποσόβησιν ἀνεργίας καὶ πείνης. Ὁ βουλευτὴς Πέλλης κ. Δ. Οἰκονόμου, διαμαρτύρεται διὰ χορηγηθεῖσαν ἐλαχίστην ποσότητα ζακχάρεως εἰς κατοίκους Πέλλης καὶ ζητεῖ αὔξησιν ταύτης. Οἱ βουλευταὶ Φλωρίνης κ. κ. Π. Ἠλιάδης καὶ Γ. Τζώρτζης, διὰ τηλεγραφημάτων των, διαμαρτύρονται διότι παρὰ τὴν προειδοποίησιν τόσον αὐτῶν, ὅσον καὶ Ὀργανώσεων τῆς πόλεως Φλωρίνης, δὲν ἐλήφθησαν τὰ ἐνδεικνυόμενα μέτρα, ὥστε ν’ ἀποφευχθῇ ἡ τελευταία κομμουνιστικὴ ἐπιδρομὴ ἐναντίον τῆς πόλεως Φλωρίνης καὶ ζητοῦν τὴν λῆψιν μέτρων, πρὸς ἀποφυγὴν ἐπαναλήψεως τοιούτων θλιβερῶν γεγονότων. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος Ποταμιᾶς Θάσου διὰ τηλεγραφήματός της, πληροφορεῖ ὅτι κάτοικοι Ποταμιᾶς Θάσου, συνελθόντες αὐθορμήτως σήμερον πάνδημον συλλαλητήριον, ἀποκηρύσσουν ἐθνοκτόνον ἀντιπατριωτικὴν πολιτικὴν ἡγεσίας Κ.Κ.Ε. καὶ παραφυάδων αὐτοῦ, ἀποκηρύσσουν καὶ καυτηριάζουν τὰς ἐνεργείας των ὡς ἀνθελληνικὰς ὑποκινουμένας ὑπὸ ξένων πρακτόρων. Διαδηλοῦν δὲ πανηγυρικῶς ἀπὸ σήμερον ὅτι θὰ προασπίσουν τὰ συμφέροντα καὶ τὴν τιμὴν τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος ἐν ἀνάγκῃ καὶ διὰ τῆς τελευταίας ρανίδος τοῦ αἵματός των. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Δ. Κούτσικας, καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ Γεωργικοῦ Συνεταιρισμοῦ Πολυλόφου Μεσσηνίας, δι’ οὗ ζητεῖται ἄμεσος λῆψις προστατευτικῶν μέτρων πρὸς ἀνακούφισιν τῶν πληγέντων σταφιδοπαραγωγῶν, ἐλαιοπαραγωγῶν καὶ συκοπαραγωγῶν ἐκ τῆς χαλάζης. Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Μ. Καροῦσος, καταθέτει αἴτησιν φοιτητῶν, ἀνηκόντων εἰς τὰς κλάσεις 1946 καὶ 1947 καὶ μὴ τυχόντων μέχρι τοῦδε νενομισμένης ἀναβολῆς κατατάξεώς των εἰς τὸν στρατὸν λόγῳ σπουδῶν, ἕνεκα τῆς μὴ ἐμπροθέσμου ὑποβολῆς τῶν δικαιολογητικῶν, ζητούντων ἄμεσον ρύθμισιν τοῦ ζητήματός των. Ὁ Σύνδεσμος ἐργοληπτῶν Δημ. Ἔργων Μαγνησίας ΣΙΔΕΜ, διαμαρτύρεται κατὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 18279)18.4.47 ἐγκυκλίου διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου Δημ. Ἔργων καθοριζούσης τὸν τρόπον πληρωμῆς τοῦ δώρου τοῦ Πάσχα εἰς τὸ ἐργατοτεχνικὸν προσωπικὸν καὶ ζητεῖ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 13443)1947 κοινῆς ἀποφάσεως τῶν Ὑπουργῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐργασίας. Ὁ λαὸς Αἰγίνης διαμαρτύρεται διὰ συκοφαντικὰς ἐνεργείας κομμουνισμοῦ κατὰ βουλευτοῦ Πειραιῶς καὶ Νήσων κ. Ν. Ἀβραάμ, διαδηλώνει δὲ τὴν πλήρη ἐμπιστοσύνην του πρὸς αὐτὸν, ὅστις συνέβαλε τὰ μέγιστα δι’ ἀνασυγκρότησιν τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Ἡ Ἕνωσις ἐπαρχιωτῶν σπουδαστῶν, ζητεῖ ἄρσιν τῆς ἀνακαλούσης τὰς ἀναβολὰς διαταγῆς τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου Στρατοῦ. Ἡ Ἕνωσις ἀπολυθέντων Ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν Χωροφυλακῆς, ζητοῦν ὅπως κατὰ τὴν ἐπικύρωσιν τοῦ Ν. Δ. 319)1947 συμπεριληφθῇ διάταξις περὶ διπλασιασμοῦ τοῦ χορηγουμένου βοηθήματος, ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 10 παραγρ. 2 τοῦ Α. Ν. 584)1937 κλπ. Δημόσιοι ὑπάλληλοι, διπλωματούχοι Μηχανικοί, διαμαρτύρονται διὰ τὴν μὴ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου 289 «περὶ χορηγήσεως προσωρινοῦ τεχνικοῦ ἐπιδόματος». Τὸ Σωματεῖον Ἀνέργων Σιγαροποιῶν Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ Ἐπαρχιῶν, διαμαρτύρεται διὰ τὴν μὴ ἐφαρμογὴν τοῦ Ν. Δ. τῆς 18.12.1923 «περὶ ἐπιβολῆς εἰδικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ καὶ σιγαρέττων», διὰ τὴν ἵδρυσιν ταμείου συνταξιοδοτήσεώς των καὶ ζητοῦν ὅπως ἐπανορθωθῇ ἡ γενομένη εἰς βάρος τῆς τάξεών των ἀδικία. Ἡ Πανελλήνιος Ἕνωσις πολεμιστῶν ὑπαλλήλων Ἀθηνῶν, διαμαρτύρεται διὰ τὴν μὴ ἐφαρμογὴν τῆς 113 Συντακτικῆς Πράξεως. Ὁ Γεωργικὸς Συνεταιρισμὸς Πολυλόφου (Μεσσήνης) ζητεῖ τὴν λῆψιν μέτρων διὰ ζημίας ἃς ὑπέστη ἐκ τῆς χαλάζης ἡ σταφιδοπαραγωγή, ἐλαιοπαραγωγὴ καὶ συκοπαραγωγή. Οἱ ἀγορασταὶ ἀκινήτων Παρνασσίδος, διαμαρτύρονται διὰ τὴν μὴ κατάργησιν τῆς 114)1946 Σ. Π. Ὁ Σύλλογος αὐτοκινητιστῶν Ἠπείρου, διαμαρτύρεται κατὰ τῆς ΥΕΚΑ, διότι παρὰ τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου Μεταφορῶν διενεργεῖ μεταφορὰς ἐπιβατῶν, πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων των καὶ ζητεῖ τὴν ρύθμισιν τοῦ ζητήματος τούτου. Τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης ζητεῖ ὅπως κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἐνοικιοστασίου, συμπεριληφθῇ προστατευτικὴ διάταξις, δι’ ἧς νὰ καθίσταται ὑποχρεωτικὴ διὰ τοὺς μισθωτὰς τῶν ἀκινήτων τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ἡ καταβολὴ τοῦ θεμιτοῦ μισθώματος. Ἡ Πανελλαδικὴ Καπνεργατικὴ Ὁμοσπονδία Θεσσαλονίκης, ζητεῖ βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν μελῶν της διὰ τῆς χορηγήσεως ἐπιδομάτων ἀνεργίας, αὔξησιν ἡμερομισθίων κλπ. Οἱ ἀποστρατευθέντες χωροφύλακες κατὰ τὴν περίοδον τῆς κατοχῆς καὶ ἀποζημιωθέντες μὲ πληθωρικὰς δραχμάς, ζητοῦν τὴν εἰς αὐτοὺς καταβολὴν συμπληρωματικῆς ἀποζημιώσεως ἐκ τοῦ Ταμείου Συντάξεως ὁπλιτῶν Β. Χωροφυλακῆς. Ἡ Ὁμοσπονδία Ἐπαγγελματιῶν καὶ ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Λαμίας, διαμαρτύρονται διὰ μελετωμένην ἀποχώρησιν τοῦ 5ου Τάγματος Κρανιᾶ καὶ τοῦ Μηχανοκινήτου Τάγματος Χωροφυλακῆς καὶ ζητοῦν τὴν παραμονὴν τούτων πρὸς ἐξασφάλισίν των. Ὁ λαὸς τῶν Κοινοτήτων Κάμπου, Βαρουσίων καὶ Δόλων, διαμαρτύρεται δι’ ἐπιβράδυνσιν ἀποστολῆς Ἀντισυνταγματάρχου Μπεσμπέα. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Φαλαισίας καὶ οἱ κάτοικοι Λεονταρίου Μεγαλοπόλεως διαμαρτύρονται δι’ ἑπτακοσιαπλασιασμὸν φόρου ἀγροφυλακῆς καὶ ζητοῦν τὴν κατάργησιν ταύτης. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Δ. Στεφανόπουλος καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν κατοίκων ἐπαρχίας Καλαβρύτων, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν μὴ διανομὴν τροφίμων τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Μαρτίου. Ὁ κ. Γ. Στρᾶτος (Ὑπ. Στρατ.), καταθέτει σχέδια νόμων: 1) «Περὶ τρόπου συγκροτήσεως τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου Στρατοῦ», 2) «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Α. Ν. 1739)1939 «περὶ ἐκτελέσεως στρατιωτικῶν ἔργων» ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ Α. Ν. 190)1945 καὶ καταργήσεως τοῦ Α. Ν. 458)1945» καὶ 3) «περὶ ἁρμοδιότητος Ταξιάρχων». Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων φορολογικῶν τινων νόμων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Λ. Λαμπριανίδης καὶ Ἡ. Λαγᾶκος καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 200)1946 Ν. Δ.». Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Μπάρδας καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 200)1946 Ν. Δ.». Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Παπακωνσταντίνου καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ τῶν ὑπαλλήλων ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Νικολαΐδης καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ παρατάσεως προθεσμιῶν τινων τοῦ Θʹ ψηφίσματος «περὶ ἐξυγιάνσεως τῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν». Ἀπαντήσεις τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν ἐπὶ συναφῶν ἐρωτήσεων. Ι. Τοῦ Ὑπουργοῦ Γεωργίας κ. Α. Παπαθανάση. α) Ἐπὶ τῆς ἀπὸ 14.5.47 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Μουστρούφη, Γ. Μπαλτᾶ καὶ Γ. Σταμάτη, ἔχουσα οὕτω: Εἰς ἀπάντησιν τῆς ἀπὸ 14 τρέχοντος μηνὸς ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Μουστρούφη, Μπαλτᾶ καὶ Σταμάτη, διὰ τὴν ἐπιβράδυνσιν τῆς ἀναπροσαρμογῆς τοῦ τιμήματος τῶν συγκεντρωθέντων κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος σιτηρῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ ἀπὸ 11.5.1946 Ν. Δ. ἔδει νὰ κυρωθῇ τοῦτο προηγουμένως ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἤδη μετὰ τὴν γενομένην ἐπικύρωσιν τοῦ ὡς ἄνω Ν. Δ. διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 255)1947 τοιούτου, τὸ ζήτημα τῆς ἀναπροσαρμογῆς τοῦ τιμήματος ἀσφαλείας τῶν σιτηρῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐνδεχομένης ἐπελθούσης μέχρι τῆς λήξεως τῆς περυσινῆς συγκεντρώσεως, μεταβολῆς τοῦ τιμαρίθμου τῶν κυριωτέρων εἰδῶν διαβιώσεως τῶν καλλιεργητῶν, παρεπέμφθη εἰς τὸ παρ’ ἡμῖν Συμβούλιον τῆς ὑπηρεσίας προστασίας γεωργικῶν προϊόντων, ἵνα γνωμοδοτήσῃ περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς καταβλητέας διαφορᾶς, τῆς γνωμοδοτήσεως, ταύτης οὔσης ἀπαραιτήτου διὰ τὴν περαιτέρω ἐξέτασιν τοῦ θέματος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ
ΙΙ) Τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργοῦ Γεωργίας ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 295 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Κοζάνης κ. Κ. Προκοπίδου, ἔχουσα οὕτω: Εἰς ἀπάντησιν τῆς ἀπὸ 12 Μαΐου ἐ. ἔ. ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Κοζάνης κ. Κ. Προκοπίδου (ἀριθ. βιβλ. 295), ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι αἱ ἀπαγορεύσεις, αἵτινες ἐπεβλήθησαν ἐπὶ τῆς κυκλοφορίας τῶν σιτηρῶν δυνάμει τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος τῆς 11ης Μαΐου 1946 καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐπεδιώκετο νὰ διευκολυνθῇ τὸ ἔργον τῆς συγκεντρώσεως, ἤρθησαν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 81068)5133)5.11.46 κοινῆς ἀποφάσεως τῶν Ὑπουργῶν Συντονισμοῦ, Ἐφοδιασμοῦ καὶ Γεωργίας ἀπὸ τῆς 6ης Νοεμβρίου π. ἔ. δηλαδὴ πρὶν ἢ λήξῃ ἡ συγκέντρωσις κριθέντος, ὅτι ἡ περαιτέρω διατήρησίς των ἐν ἰσχύϊ ἀπέβαινεν ἄσκοπος καὶ ἐπιζημία. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας τὸ πρῶτον ἤδη λαμβάνει γνῶσιν τῆς ἐπιβολῆς ἢ διατηρήσεως τοιούτων ἀπαγορεύσεων εἰς τὴν Δ. Μακεδονίαν, πιθανῶς ἐπιβληθεισῶν ἀπὸ τὴν οἰκείαν Γενικὴν Διοίκησιν καὶ θὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἄμεσον ἄρσιν αὐτῶν.
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ
καὶ ΙΙΙ) Τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν ἐπὶ τῆς ἀπὸ 13.5.47 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Εὐβοίας κ. Χ. Θηβαίου ἔχουσα οὕτω: Εἰς ἀπάντησιν εἰς τὴν ἀπὸ 13 τρέχοντος ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Εὐβοίας κ. Χ. Θηβαίου περὶ ἐπιτάξεως ἰδιωτικῶν οἰκιῶν ὑπὸ τῶν ἐν Δωδεκανήσῳ Ἑλληνικῶν Ἀρχῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσωμεν ὑμῖν τὰς ἐν συνημμένῳ ἀντιγράφῳ παρασχεθείσας ὑπὸ τῆς ἐν Δωδεκανήσῳ Στρατιωτικῆς Διοικήσεως σχετικὰς πληροφορίας.
Ἐντολῇ τοῦ Ὑπουργοῦ
Ι. Θ. ΚΙΝΔΥΝΗΣ
«Ἐπιτάξεις πρὸς στέγασιν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν καὶ Δημοσίων Ὑπαλλήλων ἐπεβλήθησαν ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν διὰ προκηρύξεως τοῦ Στρατιωτικοῦ Διοικητοῦ, ὡς ἑξῆς: 1. Διετηρήθησαν ἐν ἰσχύϊ αἱ ἐπιβληθεῖσαι ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Διοικήσεως ἐπιτάξεις ἐπὶ οἰκημάτων ἐκκενωθέντων ὑπὸ Ἀγγλικῶν ὑπηρεσιῶν καὶ Ἄγγλων Ἀξιωματικῶν καὶ παραδοθέντων εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Διοίκησιν. Τὰ περισσότερα τούτων ἀνήκουν εἰς ἀπόντας καὶ πλουσίους. 2. Ἐπεβλήθη ἐπίταξις ἐπὶ οἰκημάτων κατεχομένων ὑπὸ Ἰταλῶν καὶ κενουμένων διὰ τῆς ἀναχωρήσεως αὐτῶν. 3. Ἐπεβλήθη ἐπίταξις ἐπὶ κενῶν καὶ ἀχρησιμοποιήτων οἰκημάτων ἀνηκόντων εἰς ἀπόντας ἀλλοδαπούς. Καθ’ ἁπάσας τὰς περιπτώσεις τῶν τριῶν ὡς ἄνω κατηγοριῶν τὰ ἐπιταχθέντα οἰκήματα ἦσαν ἀπολύτως κενὰ καὶ ἄνευ ἐνοίκων. Οὐδεμία ἀπολύτως ἐπίταξις ἐγένετο ἐπὶ οἰκήματος κατοικουμένου καὶ οὐδεμία σύμπτυξις ἐνοίκων. Οὐδεὶς οὐδέποτε Ἕλλην, οὔτε Ἰταλὸς ἐξηναγκάσθη εἰς παροχὴν χρήσεως στέγης του. Αἱ γενόμεναι ἐπιτάξεις ἦσαν ἐπιτακτικῶς ἀπαραίτητοι πρὸς στέγασιν τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων ὧν πολλοὶ ἀναμένουν εἰσέτι τὴν στέγασίν των. Τὰ ἐπιταχθέντα οἰκήματα εἶναι κατὰ κανόνα εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν λόγῳ τῆς μακρᾶς χρήσεως ὑπὸ Ἄγγλων Ἀξιωματικῶν καὶ ἀναχωρησάντων Ἰταλῶν ἐνοίκων. Πᾶσα ἄλλη πληροφορία εἶναι ἀνακριβής.
Ἀντιναύαρχος
ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ»
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Λ. Μαρσέλλος αἰτεῖται τὴν χορήγησιν μηνιαίας ἀδείας ἀπουσίας εἰς τὸ Ἐξωτερικόν.
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρέσχε τὴν ἔγκρισίν της διὰ τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας εἰς τὸν βουλευτὴν Πειραιῶς κ. Δ. Μαρσέλλον. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Γ. Δρόσος αἰτεῖται τὴν χορήγησιν δεκαημέρου ἀδείας ἀπουσίας εἰς τὸ Ἐξωτερικόν.
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρέσχε τὴν ἔγκρισίν της διὰ τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας εἰς τὸν βουλευτὴν Ἀθηνῶν κ. Γ. Δρόσον. Ὁ κ. Ν. Ἀβραὰμ ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Εἰδοποιῶ τὰ θεωρεῖα ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται καμμία ἐκδήλωσις οὔτε συμμετοχὴ εἰς τὴν συζήτησιν, διότι ἄλλως θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμός. Ἐπίσης, οὐδεμία διακοπὴ γίνεται δεκτὴ παρὰ τοῦ κυρίου συναδέλφου.
§10Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Κύριοι βουλευταί, θὰ ἐθεώρουν ἐπιτακτικήν μου ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσω συγγνώμην ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, διότι πρόκειται διὰ δευτέραν φορὰν νὰ ἀπασχολήσω αὐτὴν ἐπὶ θέματος τὸ ὁποῖον εἰσήχθη ἐνώπιον αὐτῆς, ἐὰν εἶχον τὴν συνείδησιν, ὡς Ἕλλην, ὡς δημόσιος ἀνὴρ καὶ ὡς μέλος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὅτι μὲ βαρύνει καὶ ἴχνος οἱασδήποτε ὑπαιτιότητος καὶ εὐθύνης διὰ τὴν ἀπολύτως ἀνεπίκαιρον καὶ ἀπροσδιόνυσον, κατὰ τὰς μεγάλας καὶ ἀληθῶς δεινὰς στιγμὰς τὰς ὁποίας ἀντιμετωπίζει τὸ Ἔθνος καὶ τὸ Κράτος εἰσαγωγὴν ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ θέματος τούτου, ὡς ἐξαιρετικῶς τάχα κατεπείγοντος. Τὸ ὑπεδήλωσα σαφῶς ὅταν, προκληθεὶς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 7ης Μαΐου ἀπὸ τὸν ἀνελθόντα ἐπὶ τοῦ βήματος βουλευτὴν διέκοψα αὐτὸν καὶ ὁμιλήσας κατόπιν ἐτόνισα προλογιζόμενος, ὅτι θὰ ὤφειλον χάριτας εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ὅστις ἐθεώρησε προσῆκον νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὑπόθεσιν ἀξιόποινον καὶ ἐγκληματικήν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔχω ἤδη φέρει ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης τῆς Πατρίδος μου, ἐὰν δὲν εἶχον διαγνώσει τοὺς ὑψηλοὺς σκοποὺς τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θέματος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Κύριοι Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, ἔχω τὸ πρῶτον ἀνέλθει εἰς τὸ βῆμα αὐτό, τὸν Ἐθνικὸν τοῦτον ἄμβωνα, τὸν ἐστημένον ἀπὸ καταβολῆς τοῦ ἐλευθέρου καὶ Ἐθνικοῦ μας Κράτους ἐντὸς τοῦ ἱεροῦ τούτου τεμένους τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, πρὸ 23 ὅλων ἐτῶν νέος καὶ ἐγὼ τότε, ὡς καὶ οἱ ἀνελθόντες ἐπὶ τοῦ βήματος μετὰ περισσῆς ἀνέσεως καὶ προχειρότητος, ἵνα διατυπώσουν κατ’ ἐμοῦ κοινοβουλευτικὴν δῆθεν, κατηγορίαν. Εἶχον πρὸ τῆς εἰσόδου μου εἰς τὴν Βουλὴν ἀνέλθει καὶ εἰς ἄλλα βήματα, τὸ δικανικό, ἐν τῇ ἀσκήσει ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν τοῦ Δικηγορικοῦ λειτουργήματος, καὶ τὸ Εἰσαγγελικὸν ἐν μέσῃ Πρωτευούσῃ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ ἐν Πειραιεῖ καὶ θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω ὅτι τὰ εἶχον κατὰ γενικωτέραν ἀναγνώρισιν τιμήσει. Ὅταν κατῆλθον τοῦ βήματος αὐτοῦ, τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1924 ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ κληθῶ ἀπὸ τὸν τότε Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος, τὸν Ἐλευθέριον Βενιζέλον, ὁ ὁποῖος εἰς ἐπήκοον πολλῶν, μοῦ εἶπε: Πρώτην φοράν σας ὡμιλήσατε ἀπὸ τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς; Μάλιστα, κύριε Πρόεδρε. Μανθάνω ὅτι εἶσθε λαμπρὸς δικανικὸς ρήτωρ. Ἐδείξατε μὲ τὴν παρθενικήν σας κοινοβουλευτικὴν ἀγόρευσιν ὅτι θὰ ἐξελιχθῆτε ταχέως εἰς κοινοβουλευτικὸν καὶ πολιτικὸν ρήτορα ἰσάξιον». Διατελέσας ἐπὶ μίαν 10ετίαν ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους καὶ κατ’ ἐπανάληψιν Κοινοβουλευτικὸς Ὑπουργὸς ἔλαβον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀνέλθω καὶ νὰ ὁμιλήσω ἀπ’ αὐτοῦ πλειστάκις. Καὶ θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω ὑπερηφάνως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶχεν εἴπει ἀρχαῖος ρήτωρ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Δήμου: «Νέοι ἠκούσατε γέροντος, οὗτινος νέου γέροντες ἤκουον». Γέροντες πράγματι ἱστορικοὶ Πρωθυπουργοὶ καὶ Κυβερνῆται τῆς Χώρας μὲ ἤκουσαν ἀγορεύοντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ δὴ ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος ὅταν κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἰδιωνύμου ἔλεγεν: «Ἡ Βουλὴ παρακολουθεῖ πάντοτε μὲ ἰδιαιτέραν προσοχὴν τὰς γνώμας τοῦ ἐκ Πειραιῶς βουλευτοῦ». Ἐπίσης, ὅταν κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1929 εἰσηγούμην ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ τὰς κατηγορίας διὰ τὰ κοινὰ ἀδικήματα τῆς δικτατορίας 1925, ἔλεγεν ὁ ἴδιος: Ἀπευθύνω πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς ἰδιαίτερα συγχαρητήρια, διότι ἐκράτησε τὴν συζήτησιν εἰς ἀνωτέραν περιωπὴν καὶ εἰς τὸ ὕψος τῆς ἐλεγκτικῆς καὶ δικαστικῆς ἀποστολῆς τοῦ Σώματος. Ὅταν ἐξ ἄλλου εἰσηγούμην ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὰ ἱστορικὰ καὶ ἰσχύοντα ἀκόμη νομοθετήματα περὶ τύπου καὶ περὶ μεσαζόντων καὶ ἀνέπτυσσον τὴν βαθυτάτην ἠθοπλαστικὴν αὐτῶν ἔννοιαν διὰ τὴν ὅλην δημοσίαν μας ζωήν, ἐδεχόμην παρόμοια, ἐνώπιον τοῦ Σώματος εὔσημα. Καὶ ὅταν τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1933, κατ’ ἐντολὴν τῶν τότε κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀνέπτυξα εἰς μακρὰν πολύωρον ἀγόρευσίν μου, τὴν γνωστὴν ἐπερώτησιν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τὸν ἴδιον Πρόεδρον αὐτῆς τὸν ἀείμνηστον Παναγῆν Τσαλδάρην ἐδεχόμην παρόμοιον εὔσημον διὰ τῆς δηλώσεώς του ὅτι: πρέπει νὰ ἐκτιμηθῇ καὶ ἐξετιμήθη προσηκόντως ὁ πολιτισμένος καὶ εὐπρεπὴς τρόπος τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐπερωτήσεως ἀπὸ τὸν ἐκ Πειραιῶς βουλευτήν». Εἶμαι δυστυχῶς ἠναγκασμένος νὰ τὰ εἴπω αὐτά, κύριοι βουλευταί, καὶ νὰ τὰ ὑπομνήσω εἰς τοὺς νεωτέρους κοινοβουλευτικοὺς διὰ νὰ τοὺς τονίσω ὅτι ἡμεῖς ὅταν εἰσήλθομεν νέοι τὸ πρῶτον εἰς τὸ Κοινοβούλιον, εἴχομεν ἄλλας ὡραιοτέρας, εὐγενεστέρας καὶ ὑψηλοτέρας φιλοδοξίας καὶ δὲν ἐσπεύδομεν ἀσυγκράτητοι νὰ διατυπώσωμεν, μετὰ εὐχερείας περισσῆς καὶ προχειρότητος, κατηγορίας κατὰ τῶν πρεσβυτέρων καὶ δὴ νὰ πλήττωμεν αὐτοὺς καὶ ἐρήμην καὶ ἐκ τῶν νώτων διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν οὕτω τὴν δημιουργίαν θορύβου περὶ τὸ ὄνομά μας καὶ τὴν ἐξ αὐτοῦ τόσον πεζὴν καὶ ταπεινὴν αὐτοδιαφήμισιν. Δύναμαι, κύριοι συνάδελφοι, ἐπίσης νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι κατεδήλωσα πάντοτε τὸν προσήκοντα σεβασμὸν πρὸς τὸ βῆμα αὐτό, καὶ κατέδειξα ἐμπράκτως, ὡς κοινοβουλευτικὸς ἀνὴρ ὅτι ἔχω αὐστηρὰν καὶ βαθεῖαν συνείδησιν τοῦ ὕψους αὐτοῦ καὶ τῆς μεγίστης καὶ κολοσσιαίας ἠθικῆς ἀποστάσεως καὶ ἀπὸ τὰ ἄλλα βήματα τὰ ἔξω τῆς αἰθούσης αὐτῆς τὰ ὑπαίθρια ἢ μή, τὰ ἐλεύθερα ἢ μή. Καὶ πράγματι τὸ ὑπεύθυνον κοινοβουλευτικὸν βῆμα εἶναι, καὶ πρέπει νὰ εἶναι ὑπεράνω ὅλων τῶν βημάτων τῶν ἐξωκοινοβουλευτικῶν, καὶ δὴ τῶν δημοσιογραφικῶν τοιούτων. Δι’ αὐτὸ ὑπενθύμισα εἰς τὸν πρῶτον βουλευτήν, τὸν εἰσαγαγόντα τὸ ζήτημα εἴτε ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας εἴτε μή, ὅτι τὸ βῆμα αὐτό, τὸ ἐντὸς τῆς Βουλῆς, τὸ καλύπτει μὲν ἡ λεγομένη Κοινοβουλευτικὴ ἀσυλία, ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἐπιβάλλει τοῦτο καὶ βαρυτέρας ὑποχρεώσεις καὶ δὲν ἐξασφαλίζει οὔτε ἠθικήν, οὔτε νομικὴν ἀσυδοσίαν. Καὶ δὲν διετύπωσα τὴν παρατήρησιν ἐκείνην εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε. Διότι, συμπίπτει, κύριοι βουλευταί, νὰ εἶμαι, ὡς εἶπον, ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου περὶ μεσαζόντων καί, μαζὶ μὲ τὸν τότε Πρωθυπουργόν, ἔχομεν θέσει εἰς τὸν νόμον αὐτόν, ἰσχύουσαν καὶ σήμερον διάταξιν, (τὴν ὁποίαν εἴχαμεν ἀντιγράψει καὶ ἐκ τοῦ νέου σχεδίου τοῦ ποινικοῦ κώδικος, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ τὰ μέλη τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος ὡς καὶ ὅλοι οἱ αἱρετοὶ ἄρχοντες ὑπέχουν ποινικὴν εὐθύνην ὅταν διαπράττουν ἀδικήματα ἐν τῇ ἀσκήσει τῶν καθηκόντων αὐτῶν ἀνεξαρτήτως δὲ τοῦ ἀδικήματος τῆς δωροδοκίας. Ὅταν καθίστανται ὑπαίτιοι, ὄχι βεβαίως ἀπὸ τοῦ βήματος, τὸ ὁποῖον καὶ μόνον καλύπτει ἡ ἀσυλία, ἀλλ’ εἰς τοὺς διαδρόμους λ. χ. τοῦ Κοινοβουλίου, βεβαίως δὲν ἀπολαμβάνουν ἀσυδοσίας. Ὀφείλουν ὅταν γίνωνται εἰδικώτερον φορεῖς τυχὸν συκοφαντικῶν προσάψεων καὶ διαδόσεων νὰ λογοδοτοῦν καὶ αὐτοὶ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Ἔχω ἐδῶ τὴν ἰδιόγραφον τοῦ μεγάλου ἐκείνου Κυβερνήτου τροπολογίαν τὴν ἀφορῶσαν τὴν δωροδοκίαν εἰς τὸν εἰδικὸν αὐτὸν νόμον «περὶ μεσαζόντων». «Ἡ αὐτὴ ποινὴ ἐπιβάλλεται καὶ εἰς τοὺς αἱρετοὺς ἄρχοντας, οἵτινες δέχονται δῶρα ἢ ἄλλα περιουσιακὰ ὠφελήματα ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἄσκησιν τῶν καθηκόντων των, ἢ ὅπως ἀσκήσουν τὴν ἐπιρροὴν καὶ τὸ κῦρος ἢ ὅπως παράσχουν ὁπωσδήποτε τὴν συνδρομήν των». Ἔχω ἐπίσης καὶ τὰ πρακτικὰ τῆς σχετικῆς ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ συζητήσεως, τὴν ἀγόρευσιν τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, τὴν ἰδικήν μου καὶ ἄλλων. Λοιπόν, διακόπτων τὸν κ. βουλευτήν, εἶχον ὑπ’ ὄψει μου τὴν γνώμην αὐτὴν τὴν συνταγματικήν, δυνάμει τῆς ὁποίας διετυπώθη καὶ ἡ διάταξις αὐτή, καὶ πρὸς τὴν ὁποίαν ἄλλοι τότε καὶ σημερινοὶ βουλευταὶ εἶχον διατυπώσει ἔντονον καὶ περίεργον συνταγματικὴν διαφωνίαν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, ἀξιοῦντες ὅπως ὁ βουλευτὴς ἀπολαύῃ πλήρους ἀσυδοσίας! Ὅταν, ὅπως εἶπον, προηγουμένως, κατ’ ἐντολὴν ὅλων τῶν τότε κομμάτων, ἀνέπτυξα τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1933 τὴν γνωστὴν ἐπερώτησιν, προσδιώριζα τὸν χαρακτῆρα τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου: «Ἡ ἄσκησις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου ἀνυψώνει τὴν Βουλήν, ὡς Σῶμα πολιτικὸν ἐφορεῦον εἰς τὴν διακυβέρνησιν τῆς χώρας καὶ τὴν τήρησιν τῶν νόμων. Καὶ ἂν ἡ τοιαύτη λειτουργία τῆς Βουλῆς διὰ τῆς ἐλευθέρας ἀσκήσεως τῆς ὁποίας ζητοῦνται εὐθῦναι διὰ τὰς πράξεις ἢ παραλείψεις τῶν Ὑπουργῶν ἔχῃ ἀποκτήσει ὑπερτάτην ἀξίαν εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια καὶ τὴν Πατρίδα μας τὴν ἱστορικήν, τὴν ἔχουσαν πολιτισμὸν αἰώνων εἰς τὴν ὁποίαν ἡ ἔννοια τῆς εὐθύνης τῶν ἀρχόντων εἶχεν ἐξιωθῆ μέχρι σκληρότητος, εἶναι φυσικὸν ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ ἐκδηλώνεται ἐμπράκτως, ἀλλὰ κατὰ τρόπον ἐντελῶς διάφορον τοῦ προχείρου, τοῦ ἀνευθύνου, τοῦ ἐντυπωσιακοῦ, τοῦ θορυβώδους καὶ ἀσυδότου δημοσιογραφικοῦ ἢ ὁποιουδήποτε ἐξωκοινοβουλευτικοῦ καὶ ἀγοραίου ἐλέγχου. Καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἐνθυμῆται, ὅτι ἔσπευσα τότε νὰ τονίσω ὅτι ἡ τακτικὴ καὶ ὁ τρόπος τῆς εἰσαγωγῆς, ὡς ἐξαιρετικῶς κατεπείγοντος, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῶν ἐπερωτήσεων, αὐτοῦ τοῦ περιφήμου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη δῆθεν ἐκ τῆς δημοσιεύσεως μιᾶς ἰδιωτικῆς ἐπιστολῆς μου πρὸς τὸν υἱόν μου εἰς τὸ ὄργανον τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον μάλιστα προσήχθη τιμητικῶς εἰς τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ἐπεδείχθη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ἦτο ἀπολύτως ἀντικοινοβουλευτικὴ καὶ ἀντικανονική. Διότι, ἐὰν διὰ πᾶσαν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἀποβλέπει εἰς τὴν εὕρεσιν τῆς ἀληθείας, ὡς ἔλεγον οἱ ἀρχαῖοι ἡμῶν πρόγονοι «δύο ταῦτα ἐναντιώτατα τῇ εὐβουλίᾳ ἔφη, τάχος καὶ ὀργή», ἡ σπουδή, ἡ προκατάληψις, ἡ οἱασδήποτε, εἴτε δυσμενῶς προσωπική, εἴτε στενώτατα κομματικὴ διὰ τὰς ὑπευθύνους συζητήσεις, εἴτε τὰς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων εἴτε τὰς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀσκούσης ἐλεγκτικὰ καθήκοντα, δὲν ἀποτελοῦν παράγοντα, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ συμβάλῃ εἰς τὴν ὁπωσδήποτε ἀποκάλυψιν τῆς ἀληθείας καὶ τὴν ἀντικειμενικὴν ἐκτίμησιν τῆς ἀληθείας τῶν στοιχείων βάσει τῶν ὁποίων δύναται νὰ στηριχθῇ ἡ ζήτησις εὐθυνῶν παρὰ τῶν διαχειριζομένων τὰ κοινά. Καὶ δὴ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἀπετολμήθη καὶ ἐξωκοινοβουλευτικῶς ἡ διατύπωσις τοῦ ἰσχυρισμοῦ, ὅτι θὰ ἦτο ποτὲ δυνατὸν νὰ στηριχθῇ καὶ δίωξις τἄχα τοῦ ὁμιλοῦντος ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν»! Δὲν ἔχω, νομίζω, ἀνάγκην νὰ ἀναπτύξω εἰς τὴν Βουλήν, χρησιμοποιῶν κείμενα ἀγορεύσεων μεγάλων πολιτικῶν ἀνδρῶν ἀφ’ ἧς παρ’ ἡμῖν λειτουργεῖ τὸ Κοινοβούλιον, ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἐπερωτήσεως, ὡς καὶ τοῦ ὀρθοῦ καὶ ὑπευθύνου καὶ σοβαροῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου καὶ πῶς καὶ πότε, ὡς ἔχει κοινοβουλευτικῶς νομολογηθῆ δύνανται νὰ τίθενται ζητήματα ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, συνέπεια τοῦ ὁποίου δύναται νὰ εἶναι μετὰ συζήτησιν ἡ πρότασις συστάσεως Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς ἐπὶ γενικῶν ζητημάτων. Καὶ δὲν εἶναι βεβαίως δυνατὸν νὰ εἶναι ἡ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν προβλέπει σαφῶς τὸ ἄρθρον 58 τοῦ Συντάγματος, συμφώνως πρὸς τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν ἐμφάνισιν τῶν Ὑπουργῶν ἐνώπιον αὐτῆς, τὴν παροχὴν παρ’ αὐτῶν ὡρισμένων διασαφήσεων καὶ μετὰ τὴν παροχὴν τῶν διασαφήσεων ἢ τὴν παράλειψιν τῆς παροχῆς αὐτῶν καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ ἀποφαίνεται ἐὰν συντρέχῃ περίπτωσις, ἵνα ἀσκήσῃ κατὰ τὴν καθωρισμένην διαδικασίαν ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τῶν ἐθίμων τὰ ἐλεγκτικὰ αὐτῆς δικαιώματα ἤ, ἀκόμη, καὶ τὰ δικαστικὰ αὐτῆς ἔργα κατὰ τὸν σχετικὸν νόμον. Οὐδεὶς βεβαίως δύναται ν’ ἀνεύρῃ εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ Κοινοβουλίου περίπτωσιν ἐλέγχου ἐναντίον μελῶν αὐτοῦ διὰ τὰς ἔξω τῆς αἰθούσης αὐτῆς πράξεις ἢ παραλείψεις αὐτῶν. Κύριοι βουλευταί, ὅταν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 7ης Μαΐου, ἔφερε τὸ ζήτημα ὁ ἐκ Λαρίσης βουλευτής, παρευρέθην εἰς τὴν συνεδρίασιν. Καὶ ἀντελήφθην καλῶς ὅτι ἄνευ δῆθεν οὐδεμιᾶς προμελέτης καὶ προκαταλήψεως ὁ ὁμιλήσας ἀπὸ τοῦ βήματος βουλευτὴς εἶπε δι’ ἐμέ: «Βλέπω ὅτι εἶναι παρὼν ὁ κ. βουλευτής». Δὲν ἐξεστομίσθη ἄνευ λόγου ἡ φράσις αὐτή. Εἶχεν ἔξω τῆς αἰθούσης αὐτῆς.....
§11Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διασάφησιν, ἐὰν σᾶς χρειάζεται;
§12Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ὄχι, δὲν μοῦ χρειάζεται. Ἀφήσατε νὰ συμπληρώσω τὸν ἰσχυρισμόν μου. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιώσω, ἀπὸ τὴν Βουλήν, ὅπως οὐδεὶς μὲ διακόψῃ, πολὺ περισσότερον οἱ εἰσαγαγόντες τὸ ζήτημα ἐνώπιον αὐτῆς, διότι πρέπει νὰ γίνῃ ἀντιληπτόν, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ ἱεροῦ, τοῦ φυσικοῦ δικαιώματος τῆς προσωπικῆς ἀμύνης. Ἀλλὰ ὡς ἔλεγον, καὶ εἰς τὴν ἐπιστολὴν τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον, μετὰ τὴν ἐρήμην συζήτησιν καὶ κατ’ ἐμοῦ ἐπίθεσιν καὶ τῆς εἰλικρινοῦς ὑποβοηθήσεως τοῦ Σώματος τούτου, κατὰ τὰς σημερινὰς μάλιστα περιστάσεις, πρὸς προάσπισιν τῆς τρωθείσης δῆθεν ἀξιοπρεπείας αὐτοῦ ἢ τοῦ τρωθέντος δῆθεν ἠθικοῦ κύρους τοῦ ἐνεργοῦ ἀστικοῦ πολιτικοῦ κόσμου, συμφώνως πρὸς τοὺς μετὰ τόσης προθυμίας καὶ σπουδῆς υἱοθετηθέντας ἰσχυρισμοὺς τοῦ Ριζοσπάστη. Δὲν ἦτο λοιπόν, ἄνευ σημασίας, ἡ φράσις ἐκείνη τοῦ κ. βουλευτοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος. «Βλέπω ὅτι εἶναι παρών». Διότι εἶχεν ἀναγραφῆ καὶ εἰς ὡρισμένας ἐφημερίδας αἱ ὁποῖαι, ἂν δὲν τὴν εἶχον ἐμπνεύσει, εἶχον ἐκ τῶν προτέρων ἐνημερωθῆ διὰ τὴν κοινοβουλευτικὴν κατ’ ἐμοῦ ἐπίθεσιν καὶ εἶχον προδιαγράψει καὶ τὴν ἀκολουθησομένην διαδικασίαν, ὅτι ὡρισμένοι κοινοβουλευτικοὶ κύκλοι ἔχουν τόσον συνταραχθῆ ὥστε θὰ φέρουν τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κλπ., καὶ ὅτι ὁ κ. Ἀβραὰμ τάχα φυγομαχεῖ, ἐνῷ ἐγὼ ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν εἶχον ὀσφρανθῆ τὴν βυσσοδομουμένην εἰς τοὺς διαδρόμους τῆς Βουλῆς ἐπίθεσιν. Ἐκραύγασε λοιπὸν μετά τινος ὑποκριτικῆς εὐχαριστήσεως «Εἶναι παρών». Καὶ εἶπον ἀμέσως: «Μάλιστα, εἶμαι παρών. Καὶ εἶμαι παρών, διότι εἰδοποιήθην ἀπὸ τὰ δημοσιεύματα τῆς ἐφημερίδος αὐτῆς ἡ ὁποία θὰ σᾶς εἶχε πληροφορήσει ὅτι δῆθεν φυγομαχῶ. Καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ δώσω ἀπάντησιν. Δέν ἔχω ἀνάγκην καμμιᾶς προπαρασκευῆς, διότι ἔχω ἀπόλυτον εἰς ἐμαυτὸν ἐμπιστοσύνην. Καὶ ἔχω ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην καὶ εἰς τὴν ἐν τῇ ἐπιστολῇ μου αὐτῇ, τὴν ὁποίαν ἡρπάσατε ὡς ὅπλον ἀπὸ τὸ ὁπλοστάσιον τοῦ Ριζοσπάστη διὰ νὰ μὲ θίξητε κραυγάζουσαν πολιτικήν μου καὶ ἀτομικήν μου τιμιότητα διὰ τὸν οἱονδήποτε καλόπιστον καὶ ἀντικειμενικὸν καὶ τίμιον καὶ ἀπροκατάληπτον ἀναγνώστην καὶ ἐκτιμητὴν τοῦ περιεχομένου αὐτῆς». Καὶ ἀπήντησα συγχρόνως εἰς διακοπὴν τοῦ κ. Λαδᾶ, ὁ ὁποῖος βιαστικὸς καὶ ἐκεῖνος μοῦ διετύπωσεν ἓν ἐρώτημα οἱονεὶ ἀνακριτικὸν «πές μας βρ’ ἀδελφέ, γιὰ τὸ γράμμα», καὶ εἶπα, ὅτι θὰ δώσω τὰς προσηκούσας ἐξηγήσεις καὶ καθ’ ὑπέρβασιν μάλιστα τῶν κανόνων τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐθιμοτυπίας. Καὶ ὅταν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, κ.κ. βουλευταί, ἐδήλωσα προλογιζόμενος, ὅτι ἔχω φέρει τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος. Καὶ ἐτόνισα καὶ ἐν ἐπιλόγῳ ὅτι εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ δικαιοσύνη τῆς Πατρίδος μου, θὰ δώσῃ ἀποστομωτικὴν ἀπάντησιν εἰς τοὺς συκοφάντας. Εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι ὅλη ἡ Βουλὴ ἐνθυμεῖται καλῶς τὰ κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην ὑπ’ ἐμοῦ σαφῶς καὶ εὐθέως λεχθέντα. Κύριοι βουλευταί, ἕκαστος ἔχει μίαν ἱστορίαν εἰς τὸν τόπον αὐτόν. Καὶ νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ ἐπικαλοῦμαι τὴν ἱστορίαν μου ὡς δημοσίου ἀνδρός. Ὡς Ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης εἰς τὴν κυβέρνησιν Ἐλευθερίου Βενιζέλου τῷ 1931 ὑπῆρξα ὁ εἰσηγητὴς τοῦ ἰσχύοντος νόμου «περὶ τύπου». Εἰς μακρὰς ἀγορεύσεις μου εἰς τὴν Βουλήν, ὡς καὶ εἰς τὴν Γερουσίαν, μαζὶ μὲ τὸν τότε Πρωθυπουργὸν ἀνεπτύξαμεν τὸ περιεχόμενον καὶ τὸν κύριον σκοπὸν τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ ὅπως ἐξασφαλισθῇ μὲν ἀπόλυτος ἡ ἐλευθερία τοῦ δημοσίου ἐλέγχου ἀλλὰ παταχθῇ καὶ κατασταλῇ τὸ κακὸν τῆς συκοφαντίας τῶν δημοσίων ἀνδρῶν διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ. Ἐτέθη λοιπόν, τότε, ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν πρωθυπουργὸν ἡ ἀρχὴ ὅτι, ὁ Δημόσιος ἀνὴρ δυσφημούμενος, ὁ ὑπουργὸς δυσφημούμενος, ὀφείλει νὰ καταγγείλῃ ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημήσει καὶ νὰ ἀνοίξῃ μόνος του καὶ ἐκ προκαταβολῆς εἰς τὸν μηνυόμενον συκοφάντην τὴν θύραν τῆς ἀποδείξεως τῆς ἀληθείας καὶ ὅταν ἀποδεικνύῃ οὗτος τὴν ἀλήθειαν νὰ ἀπαλλάσσηται πάσης ποινῆς. Αὐτὸ ἔπραξα ἐγώ. Ἡ μήνυσις κατετέθη ἀπὸ τῆς 30ῆς Ἀπριλίου καὶ ἐγένετο ἡ πρᾶξις ἐγχειρίσεως τὴν 3 Μαΐου εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Ἀθηνῶν. Ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ ζητήματος εἰς τὴν Βουλὴν ἐγένετο τὴν 7ην Μαΐου καὶ ἐδήλωσα ἐγὼ τότε ρητῶς, ὅτι ἔχω ὑποβάλει μήνυσιν. Καὶ ἐν τούτοις κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς συνεδριάσεως τῆς ἑπομένης τῆς 8ης Μαΐου τὴν γενομένην ἀπόντος ἐμοῦ, ἠκούσθη —βλέπομε εἰς τὰ πρακτικὰ τὰ ἐστενογραφημένα— ἐκ μέρους βουλευτοῦ παρακαθημένου εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, τολμηροτάτη τὸ ὀλιγώτερον διάψευσις τῆς διαβεβαιώσεώς μου αὐτῆς, διὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐπὶ τέλους ἀπεδείκνυον καὶ ἀποδεικνύω καὶ ἐγγράφως. Ἡ κατηγορία ἔχει προσδιορισθῆ καὶ εἰσάγεται ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημήσει, διότι διὰ τοῦ δημοσιεύματος αὐτοῦ μοὶ προσήφθησαν, ἐν γνώσει τῆς ἀναληθείας ὡρισμένα ψευδῆ δυσφημιστικὰ γεγονότα. Ὁ μηνυτὴς δημοσιογράφος δικαιοῦται ν’ ἀποδείξῃ τὴν ἀλήθειαν αὐτῶν ὅπως καὶ ἐγὼ ἔχω τὸ δικαίωμα. Καὶ εἶναι ἱερὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἀμύνης μου ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἀποδείξω τὴν ἀναλήθειαν καὶ τὸ ψευδὲς αὐτῶν τῶν γεγονότων. Ὡμίλησα εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς 7 Μαΐου διὰ μακρῶν, ἔδωσα ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ κυρίου θέματος τῆς περιφήμου προμηθείας ἐπὶ τοῦ ὁποίου, κύριοι βουλευταί, ἤκουσα κυκλοφοροῦσαν τὴν συκοφαντικὴν αὐτὴν σπερμολογίαν, ὡς ἐπανῆλθον ἐξ Ἀμερικῆς. Ὡς εἶπον, καὶ εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου τῆς 7 Μαΐου, κατὰ τὴν σπερμολογίαν αὐτήν, εἰσέπραξα τάχα προμήθειαν νόμιμον, ἡ ὁποία μάλιστα κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς των, ἀνήρχετο εἰς δύο Λίμπερτυ. 2% ἡ προμήθεια, 100 τὰ Λίμπερτυ, ἄρα προμήθεια δύο Λίμπερτυ! Δὲν ἔχω ἀκόμη κανένα μαζὶ μου διὰ νὰ σᾶς τὸ δείξω κύριοι βουλευταί. Θὰ τὸ ἴδητε, ὅταν ἔλθῃ, τὸ δῶρον περὶ τοῦ ὁποίου τόσος ἐγένετο θόρυβος καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς, τὸ ἄνευ ἀξίας ἐμπορικῆς, σὰν ἐκεῖνο ποὺ ἔχω εἰς τὸ δικηγορικόν μου γραφεῖον, μίαν βάρκαν ποὺ μοῦ ἔχουν δώσει οἱ ναυτεργάται. Ὅπως εἶπα λοιπὸν καὶ εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου ἐκείνην. Ἡ «Ἐλευθερία», ὁ «Ριζοσπάστης», ἡ «Ἐλεύθερη Ἑλλάδα» ἔγραψαν: «Ἔχει τόσες μέρες ἐδῶ, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας. Δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο εἰς τὴν Ἀμερικήν. Πῆγε, ἔπαιξε τὸν ρόλον ἑνὸς μεσάζοντος εἰς μίαν πρᾶξιν ἐμπορικήν, καὶ ἐντὸς παρενθέσεως (Μπίζνες), εἰσέπραξε νόμιμον προμήθειαν. Διατὶ δὲν τὴν κατέθεσεν ἀκόμη εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον; Ἕνας ἄλλος Ὑπουργὸς εἰς παρομοίαν περίπτωσιν, ὁ ὁποῖος πῆρε μίαν προμήθειαν 200.000 φράγκων τὴν κατέθεσεν εἰς τὸ Ταμεῖον. Διατὶ ὁ κ. Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος ἐπῆρε καὶ τὴν προμήθειαν ὅπως τὸ λέγει καὶ ὁ «Ριζοσπάστης» διατὶ δὲν τὴν κατέθεσεν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον;». Καὶ τίποτε ὀλιγώτερον, τίποτε περισσότερον ἀπὸ τὰ κακοήθη αὐτὰ φληναφήματα τῆς «Ἐλευθερίας» καὶ τοῦ «Ριζοσπάστη» δυστυχῶς δὲν ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα ὁ κ. βουλευτής. Διότι, ἐρωτῶ, διατὶ ἀνέφερεν αὐτὸ τὸ δῆθεν προηγούμενον τοῦ Δαμιανοῦ; Καὶ ἐὰν ὡς πρὸς αὐτὸ ἐξήταζε περισσότερον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, θὰ ἐπληροφορεῖτο ὅτι, δὲν ἐπρόκειτο κἂν καὶ τότε περὶ προμηθείας, ἀλλ’ ὅτι ὅταν ἐπῆγε ὁ Ναύαρχος Δαμιανὸς νὰ πάρῃ τὸ καράβι τοὺς εἶπε, χαρίσατε 200.000 φράγκα τὰ ὁποῖα θὰ ἐδίδατε ὡς μεσιτείαν! Ἐλαττώσατε τὴν τιμήν. Καὶ τὰ λέγω αὐτά, κύριοι βουλευταί, διότι συζητοῦμεν ἐδῶ μετὰ προχειρότητος ἀναξίας τοῦ Σώματος καὶ ὁμιλοῦμεν περὶ νομίμου προμηθείας τῶν Ὑπουργῶν, καθ’ ὃν τρόπον ὁμιλοῦν εἰς τὴν ἀγοράν. Ὁ θρῦλος αὐτὸς ἐπικρατεῖ ἀπὸ πολλοῦ παρ’ ἡμῖν, ὅπου ὁ λαός μας ἀρέσκεται ν’ ἀποδίδῃ εὐκόλως τοιαύτας κατηγορίας εἰς τοὺς διαχειριζομένους τὰ κοινά. Τὰς σχετικὰς δημαγωγικὰς μεθόδους τὰς εἶχεν ἐφαρμόσει ὁ κ. Χατζηγιάννης, ὅταν ὡς ἀρχηγὸς ἑνὸς τμήματος ἀγροτικοῦ κόμματος κατὰ τὴν περίοδον 1928–1932, ἔγραφεν εἰς τὰς ἐφημερίδας —εἶχε τότε κακὰς συναναστροφὰς μὲ τοὺς γνωστοὺς ἀγροτοπατέρας — καὶ ἔγραφε τότε εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅ,τι ὑπεστήριζεν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1933, ὅτι ὅλα τὰ ἐθνικὰ δάνεια, καὶ τὸ προσφυγικὸν καὶ τὸ τριμερὲς καὶ τῶν σχολικῶν κτιρίων, τὰ ὁποῖα ἔγιναν ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ σημερινοῦ ἀρχηγοῦ του, ὅλαι αἱ συμβάσεις ἀπὸ τοῦ 1922–1933 ἦσαν σκανδαλώδεις. Λοιπόν, κύριοι, συμπίπτει νὰ εἶμαι ὡς εἶπον, ἐκ τῶν εἰσηγητῶν, μαζὶ μὲ τὸν συνάδελφον κ. Δίγκαν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος τοῦ νόμου περὶ μεσαζόντων. Εἰς τὸν νόμον αὐτὸν ἔχει καθορισθῆ τὶ προμήθεια καὶ εἰς ποίους δύναται νὰ χορηγῆται νόμιμος προμήθεια. Δὲν ὑπάρχει, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ χορήγησις προμηθείας εἰς Ὑπουργόν!
§13Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Τὸ ἀπαγορεύει ὁ ποινικὸς νόμος.
§14Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Βεβαίως. Καὶ τὸν νόμον ὀφείλουν, τοὐλάχιστον νὰ γνωρίζουν οἱ πολιτευόμενοι καὶ οἱ ὁπωσδήποτε πράττοντες τὰ κοινά. Εἶναι ἐκτάκτως ὀδυνηρὸν τὸ φαινόμενον τῆς εὐκολίας καὶ τῆς προθυμίας μεθ’ ἧς καὶ εἰς τοιούτους κύκλους υἱοθετοῦνται αἱ σχετικαὶ συκοφαντικαὶ σπερμολογίαι, αἱ ὁποῖαι, κατὰ τὴν γνωστὴν συκοφαντικὴν μέθοδον, καλύπτονται ὑπὸ τὴν ψευδῆ τυπικὴν δικαιολογίαν τῆς δῆθεν νομιμότητος. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι δοκιμάζω βαθὺν ψυχικὸν κάματον, διότι ἀναγκάζομαι νὰ κάμω αὐτὴν τὴν νομικὴν διδασκαλίαν ἐξ ἀφορμῆς τῆς προσωπικῆς μου περιπτώσεως. Περιπτώσεως, ἡ ὁποία τὸ ὀλιγώτερον, ἀδικαιολόγητος καὶ ὑπὸ κοινοβουλευτικὴν καὶ ἠθικοπολιτικὴν ἔποψιν, ἐγεννήθη ἐξ ἀφορμῆς μιᾶς ἐπιστολῆς πρὸς τὸ παιδί μου, ἡ ὁποία, δι’ ἐγκλήματος ἀνοσίου, ἀτίμου καὶ κοινωνικῶς καὶ πολιτικῶς καταπτύστου, περιῆλθεν εἰς χεῖρας τοῦ ὀργάνου τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος, τὴν τακτικὴν τοῦ ὁποίου ἀκολουθοῦντα παραδόξως μέλη τοῦ Σώματος, ἐνόμισαν ὅτι ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ φέρουν τὸ ζήτημα αὐτό, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία μάλιστα, ὡς Ἀναθεωρητική, εἶναι κεκλημένη νὰ κρίνῃ αὔριον ἂν θὰ διατηρήσῃ ἢ θὰ καταργήσῃ τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τὴν προβλέπουσαν τὸ ἀπολύτως ἀπαραβίαστον τοῦ ἀπορρήτου τῶν ἐπιστολῶν, αἱ ὁποῖαι, ὡς εἶναι γνωστόν, καὶ ἐπὶ δικαστηρίου δὲν δύνανται νὰ χρησιμοποιηθοῦν, εἰμὴ μόνον ἐὰν ὁ πρὸς ὃν ἀπευθύνεται ἡ ἐπιστολή, τὴν προσαγάγῃ οἰκειοθελῶς εἰς αὐτό. Δὲν νομίζω, ὅτι ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐξηγήσω καὶ πάλιν εἰς τὴν Βουλὴν πῶς ἐγένετο ἡ ἀποστολή μου αὐτὴ ὡς ἁρμοδίου, ὡς ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, εἰς τὴν Ἀμερικήν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δύναμαι ὑπερηφάνως νὰ τονίσω εἶναι, ὅτι ἐξεπλήρωσα ταύτην εἰς τὸ ἀκέραιον καὶ προσέφερα ἐξαιρετικὴν εἰς τὸν τόπον μας ὑπηρεσίαν. Τὸ ἔργον αὐτό, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετεύχθη κατὰ τὸ μεῖζον μέρος ἡ ἀνασυγκρότησις τῆς ποντοπόρου ἐμπορικῆς ναυτιλίας ἀποτελεῖ τίτλον τιμῆς, ὄχι μόνον δι’ ἐμὲ ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν μετεκλογικὴν Κυβέρνησιν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ διὰ τὸν ἴδιον τὸν ἀρχηγόν, τὸν κ. Τσαλδάρην, τὸν ἐνστερνισθέντα καὶ προωθήσαντα εἰς τὴν συντέλεσιν αὐτοῦ, ὡς καὶ διὰ τὸν τότε προεδρεύοντα τῆς Κυβερνήσεως, ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος τῶν Ἐθνικῶν Φιλελευθέρων, διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ καὶ διὰ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων, ἀρχηγὸν τῆς οἰκονομικῆς ἀποστολῆς καὶ τὸν Ὑφυπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ κ. Αἰλιανόν, οἱ ὁποῖοι κατ’ Αὔγουστον, κατὰ τὴν εἰς Ἀμερικὴν μετάβασίν των ἤρχισαν τὰς σχετικὰς διαπραγματεύσεις καὶ ἔλαβον τὴν ἐπίσημον ὑπόσχεσιν τῆς πωλήσεως τῶν 100 πλοίων. Θὰ πρέπει ἴσως νὰ ἐξηγήσω δι’ ὀλίγων αὐτὴν τὴν ἱστορίαν τῆς σημαντικῆς ἐνισχύσεως τῆς Πατρίδος μας ἀπὸ τὴν Ἀμερικανικὴν Κυβέρνησιν, διὰ τῆς προσφορᾶς, τῆς πωλήσεως 100 ὅλων φορτηγῶν πλοίων εἰς Ἕλληνας ἐφοπλιστὰς ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ παρελθόντος ἔτους, μετὰ τὰς ἐκλογάς, εὑρέθη ἐδῶ ὁ πρώην Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, ὁ μέγας φιλέλλην Χοῦβερ, εἶχε δηλώσει εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, κ. Ἰω. Θεοτόκην, τότε Ὑπουργὸν τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας. «Ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ ἀρχίσῃ τὴν οἰκονομικὴν ἀνοικοδόμησίν της ἀπὸ τὴν ἀνασυγκρότησιν τοῦ ἐμπορικοῦ της στόλου, ἀπὸ τὴν θάλασσαν. Ἡ Ἀμερικὴ προσφέρεται νὰ τῆς πωλήσῃ πλοῖα». Ὅταν παρέλαβα ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, εὗρον ἕτοιμον τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὑπέγραψα καὶ τὸ ἀπέστειλα πρὸς τὴν Πρεσβείαν τῆς Οὐασιγκτῶνος, ὅπως βολιδοσκοπήσῃ, ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς προτάσεως τοῦ κ. Χοῦβερ, ἐκπροσωποῦντος καὶ τὸν μέγαν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, κ. Τροῦμαν, τὰς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὴν πώλησιν τῶν πλοίων. Ὅταν κατ’ Αὔγουστον μετέβη ἡ Οἰκονομικὴ Ἀποστολὴ ὑπὸ τοὺς κ.κ. Βενιζέλον καὶ Αἰλιανόν, εἰς τὴν Ἀμερικήν, ἔσπευσα νὰ τηλεγραφήσω σχετικῶς ἅπαξ, δίς, τρίς, κατεπειγόντως. Ἡ Ἀμερικανικὴ Κυβέρνησις καὶ δὴ ἡ ἁρμοδία MARITIME COMMISSION συμφώνως ἄλλως πρὸς τὸν νόμον τοῦ Μαρτίου τοῦ 1946 καὶ τὸν κανονισμὸν τοῦ Αὐγούστου 1946 τοὺς ἐδήλωσεν, ὅτι προσφέρεται νὰ πωλήσῃ καὶ εἰς Ἕλληνας ἐφοπλιστάς, ἐπὶ πιστώσει 100 πλοῖα, ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἐτηλεγράφησα ταυτοχρόνως εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εὑρισκόμενον εἰς Παρισίους. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διεβίβασε μὲ ἰδιαιτέραν σύστασιν τὰ τηλεγραφήματα αὐτὰ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ, τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἰς ἐμέ. Ἀπεστείλαμεν τότε τὸ ἀπὸ 28 Αὐγούστου τηλεγράφημα διὰ τοῦ ὁποίου ἐδηλοῦμεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρέχει τὴν ἐγγύησίν της δι’ ὁλόκληρον τὸ ὑπόλοιπον τῆς πιστώσεως τῶν 75%, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀντιπαροχῆς ὡς ἀντεγγυήσεως τοῦ ποσοῦ, τῶν ἀσφαλιστικῶν ἀποζημιώσεων τῶν ἀγοραστῶν τῶν κατατεθειμένων εἰς τὸ Λονδῖνον. Εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ ἔρχονται τηλεγραφήματα καὶ ἐξ Οὐασιγκτῶνος καὶ ἐκ Παρισίων, διὰ τῶν ὁποίων ἐπροτείνοντο νέοι ὅροι ἀντεγγυήσεως καὶ παρίστατο κατεπείγουσα ἡ ἀνάγκη τῆς δηλώσεως τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι παρέχει τὴν ἐγγύησιν, διότι ἄλλως θὰ ἐχάνετο ἡ εὐκαιρία. Ὅταν ἐπανῆλθον ὁ κ. Βενιζέλος καὶ ὁ κ. Αἰλιανός, συνῆλθε τὸ Κυβερνητικὸν Οἰκονομικὸν Συμβούλιον καὶ ἀπεφάσισεν ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην νὰ χορηγήσῃ τὴν ἐγγύησιν. Ἐστάλη ἀμέσως, αὐθημερὸν τὴν 4 Σεπτεμβρίου, εἰς τὴν ἐν Οὐασιγκτῶνι Πρεσβείαν τὸ τηλεγράφημα δι’ οὗ παρείχετο ἡ ἐντολὴ νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Ἀμερικανικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησίς μας παρέχει τὴν ἐγγύησιν διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν πλοίων αὐτῶν. Τὸ τηλεγράφημα εἶναι ὑπογεγραμμένον ἀπὸ τὸν προεδρεύοντα τῆς Κυβερνήσεως, κ. Γονατᾶν καὶ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργούς, τοὺς Ὑπουργοὺς Συντονισμοῦ, Οἰκονομικῶν, κ.κ. Στεφανόπουλον καὶ Χέλμην ἐμὲ καὶ τὸν κ. Αἰλιανόν, περιέχει δὲ τοὺς ὁμοφώνως καθορισθέντας ὅρους ἀντεγγυήσεως. Εἰς τὸ συμβούλιον αὐτὸ ἐλέχθη, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπισπευσθοῦν αἱ ἀπαιτούμεναι νομικαὶ διατυπώσεις διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ταχύτερον ἡ ἀγορὰ τῶν 100 πλοίων. Ὅπως εἶπα δὲ καὶ εἰς τὴν ἄλλην ἀγόρευσίν μου, ὁ κ. Βενιζέλος ἐπρότεινε νὰ πάῃ κάτω ὁ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ νομικός, διὰ νὰ παρακολουθήσῃ αὐτοπροσώπως καὶ ἐγγύτερον τὰς ἀπαιτουμένας περαιτέρω διατυπώσεις, διὰ τὴν συντέλεσιν τῆς ἀγοραπωλησίας τῶν 100 πλοίων. Ἀνεχώρησα τότε, κατόπιν ἀποφάσεως καὶ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, κύριοι βουλευταί, εἰς τὰς 19 Σεπτεμβρίου, μαζὶ μὲ τὸν γενικὸν διευθυντὴν τοῦ Ὑπουργείου καὶ μετέβην εἰς τὸ Λονδῖνον. Ἐκεῖ, μόλις ἦλθον εἰς ἐπικοινωνίαν μὲ τὴν Ἕνωσιν τῶν Ἐφοπλιστῶν, ἀντελήφθην ὅτι σχεδὸν ὅλοι εἶχον ἀντιρρήσεις καὶ ἐπιφυλάξεις διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν πλοίων αὐτῶν. Ὅταν εὑρέθην εἰς τὸ Λονδῖνον καὶ ἠναγκάσθην ἐλλείψει μέσου συγκοινωνιακοῦ νὰ παραμείνω ἐπί τινας ἡμέρας παραλλήλως πρὸς τὰς ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου, μοὶ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ ὁμιλήσω εἰς κύκλον δικαστικῶν καὶ πολιτικῶν περὶ τῆς δικαιοσύνης τῆς Πατρίδος μας καὶ νὰ διαψεύσω τὰς, δυστυχῶς, ἐκ τῶν ἔνδον δυσφημίσεις αὐτῆς, ὡς ἐπίσης καὶ ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν μας ζητημάτων ὡς Ἕλλην Κοινοβουλευτικὸς Ὑπουργὸς καὶ ἐκ τῶν προσφάτων ἐκλογῶν ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους. Ἔγραψα καὶ ὡμίλησα καὶ περὶ ὡρισμένων ἐξωκοινοβουλευτικῶν ἀρχηγῶν ἀνυπάρκτων κομμάτων ἀριστερῶν δημοκρατικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐσυκοφάντουν τὴν Ἑλλάδα ὡς φασιστοκρατουμένην καὶ πολεμοχαρῆ μὲ δηλώσεις των καὶ διαλέξεις των καὶ εἰς τὴν Γιουγκοσλαβικὴν Λέσχην ἀκόμη, καὶ ἐτόνισα τὴν ἀλήθειαν, ὅτι δὲν ἐκπροσωποῦν οὐδεμίαν μερίδα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Βεβαίως, τοὺς ἔθιξα καὶ αὐτοὺς καὶ τοὺς ὀπαδούς των καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἰς τὴν ξένην τοὺς ἀκολουθοῦν καὶ τοὺς καθοδηγοῦν, τοὺς, κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον, ἀριστεροὺς ἢ καθαρῶς ἄκρους ἀριστερούς. Τὸ ἴδιον ἔπραξα καὶ εἰς τὴν Ἀμερικὴν κατὰ τὴν τρίμηνον ἐκεῖ παραμονήν μου. Ἔχω τὴν συνείδησιν ὅτι ἐξεπλήρωσα Ἐθνικὸν καθῆκον καὶ προσέφερα καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν Πατρίδα μου. Διότι ἐκήρυξα ἀληθείας καὶ ἐνέπνευσα καὶ συνεκίνησα καὶ μετελαμπάδευσα μὲ ὅσην ἔχω δύναμιν τὴν πίστιν μου εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς τοὺς ἀληθεῖς, τοὺς ὑγιεῖς καὶ τοὺς οὐσιαστικοὺς δημοκρατικοὺς θεσμούς. Ὅπως τὸ ἔκαμα ἐλευθέρως, ἄνευ προσωπικῆς ὑστεροβουλίας καὶ μετὰ παρρησίας καὶ εὐθύτητος καὶ πάντοτε εἰς τὸ προσκήνιον τῆς πολιτικῆς καὶ εἰς τὸ ἐσωτερικόν, ἰδίᾳ εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ 1945. Ὅταν ἤμην ἀκόμη εἰς τὸ Λονδῖνον, ἔλαβον τηλεγράφημα ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας ἐφοπλιστὰς τῆς Ἀμερικῆς, οἱ ὁποῖοι διεμαρτύροντο, διότι δῆθεν δὲν τοὺς εἶχεν ἀνακοινωθῆ ὁ ὅρος τῆς ἀντεγγυήσεως κατὰ τὸν ὁποῖον θ’ ἀνεγνωρίζετο τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Δημόσιον νὰ ἐγγράψῃ ὑποθήκην ἐπὶ τῶν νέων πλοίων, τὰ ὁποῖα θὰ ἠγόραζον οἱ ὑπὲρ ὧν ἡ ἐγγύησις, μὲ τὰς ἀσφαλιστικάς των ἀποζημιώσεις εἰς τὸ μέλλον. Ἐτηλεγράφησα, λοιπόν, ἀπὸ τὸ Λονδῖνον: Οὐδεμία μεταβολὴ δύναται νὰ γίνῃ. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ὅροι, οἱ καθορισθέντες ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐτηλεγράφησα συγχρόνως εἰς τὸν Πρεσβευτὴν νὰ ἀνακοινώσῃ ἐκ δευτέρου τοὺς ὅρους τῆς ἀντεγγυήσεως, τοὺς ὁποίους εἶχε καθορίσει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Κατόπιν τούτου μοῦ ἔστειλαν τηλεγράφημα καὶ ἐζήτησαν συγγνώμην. Ὅταν ἔφθασα εἰς τὴν Ἀμερικήν, εὑρέθην ἐνώπιον ἑνὸς τετελεσμένου γεγονότος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διὰ κλήρου κατανομὴν τῶν 14 Λίμπερτυ, τὰ ὁποῖα εἶχε παραδώσει ἡ Ἀμερικὴ πρὸς διαχείρισιν καὶ τὰ ὁποῖα διεχειρίζετο ἡ Ἕνωσις τῶν Ἑλλήνων Ἐφοπλιστῶν Νέας Ὑόρκης ἀπὸ τοῦ 1943, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀναλάβει ἡ Ἀμερικανικὴ Κυβέρνησις τὸν Μάϊον καὶ τὰ μετεπώλει εἰς τοὺς Ἕλληνας. Συνῆλθεν ἡ Ἕνωσις τῶν Ἐφοπλιστῶν, ἐν συνεννοήσει μὲ τὴν Ἑλληνικὴν Πρεσβείαν καὶ τὴν Ἀμερικανικὴν Ὑπηρεσίαν MARITIME COMMISSION, τὴν πωλήτριαν τῶν πλοίων αὐτῶν. Τὰ διένειμον διὰ κλήρου. Τὸ λέγω αὐτό, κύριοι βουλευταί, διότι συμπίπτει, δύο πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἀνεφέροντο εἰς τὴν ἐπιστολήν, εἰδικῶς ὁ Ν. Ρεθύμνης καὶ ὁ Γ. Λύρας, νὰ εἶχον πάρει Λίμπερτυ, προτοῦ ὑπάγω ἐγὼ εἰς τὴν Ἀμερικὴν ἀπ’ αὐτὰ τὰ 14. Καὶ δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀναθεωρήσω αὐτήν, τὴν διὰ κλήρου διανομήν, καίτοι δὲν μοὶ ὑπεβλήθησαν παράπονα, παρὰ μόνον παρ’ ἑνὸς, ὅστις καὶ τὸ ἀπέσυρε κατόπιν, διὰ τὸν ἑξῆς ἁπλούστατον λόγον: Ὅταν ἐξήτασα τὸ ζήτημα μὲ τὸν Πρεσβευτήν, μοὶ ἀντετάχθη εὐλόγως ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἤδη ἡ ἁρμοδία Ἀμερικανικὴ Ὑπηρεσία, ἡ MARITIME COM-MISSION ἔχει λάβει γνῶσιν καὶ ἐνέκρινε τὴν τοιαύτην κατανομήν, θὰ παρεξηγηθῶμεν ἐὰν θελήσωμεν νὰ κάμωμεν ἀναθεώρησιν....
§15Γ. ΜΕΛΑΣ. Ἡ Ἀμερικανικὴ Ὑπηρεσία καθώρισε ποῖοι θὰ τὰ πάρουν αὐτά;
§16Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Σᾶς εἶπα, εἶχε λάβει γνῶσιν ἀπὸ τὴν Πρεσβείαν καὶ ὡς μοῦ εἶπον εἰς τὴν Πρεσβείαν θὰ παρεξηγούμεθα ὅτι ἠθέλομεν νὰ κάμωμεν ἐκμετάλλευσιν ἐπ’ αὐτῶν, διότι ἀνῆκον αὐτὰ εἰς τὴν Ἀμερικανικὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία εἶχε καθορίσει τὴν τιμὴν ὅλων εἰς 5.500.000 δολλάρια Ἀλλὰ καὶ κατόπιν, κύριε συνάδελφε, θὰ ἴδητε πῶς ἔχει ὅλη ἡ διαδικασία, διότι εἶναι τόσον καθαρὰ ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι, μοῦ κάμνει κατάπληξιν, ἀνεξαρτήτως τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος, ἡ σπουδή, μὲ τὴν ὁποίαν καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς θίγεται αὕτη. Ἡ σπουδή, ἡ ὁποία ἐκδηλώνεται ἐφάμιλλος πρὸς τὴν δημοσιογραφικὴν τοιαύτην, τῆς ὁποίας τὰ ἐλατήρια εἶναι γνωστὰ καὶ εὐνόητα. Δὲν θέλω νὰ εἴπω καὶ διὰ τὰ αἴτια, διὰ τὰ ὁποῖα ὡρισμέναι ἐφημερίδες βάλλουν κατ’ ἐμοῦ καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι στενῶς προσωπικά. Ὅταν, λοιπόν, ἔφθασα εἰς Νέαν Ὑόρκην, ὁ κ. Κουντουριώτης τῆς Πρεσβείας, μοὶ παρέσχεν ἀμέσως τὴν πληροφορίαν ὅτι εἶναι ἤδη ὑποβεβλημέναι καὶ κατατεθειμέναι εἰς τὴν MARITIME COMMISSION, αἱ αἰτήσεις καὶ διὰ τὰ 100 πλοῖα. Ἀλλὰ μετὰ 2 ἡμέρας μοῦ τηλεγραφοῦν ἀπὸ τὴν Πρεσβείαν, ὅτι τὸ ὅλον ζήτημα ἐκκρεμεῖ ἐνώπιον τοῦ Κυβερνητικοῦ Οἰκονομικοῦ Συμβουλίου (NATIONAL ADRISORY COUNSUL). Παρεκάλεσα τηλεφωνικῶς τὸν ἐπιτετραμμένον κ. Γκούραν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὸ Ναύαρχον κ. Σμὶθ ὅτι ἔφθασα πρὸς ἄμεσον παρακολούθησιν τῆς ἐκτελέσεως τῆς συμφωνίας τῆς πωλήσεως τῶν πλοίων καὶ ἔσπευσα τὴν ἑπομένην νὰ μεταβῶ εἰς Οὐασιγκτῶνα καὶ νὰ ἐπισκεφθῶ τὸν ἴδιον μαζὶ μὲ τὸν κ. Γκούραν. Ὁ Ναύαρχος Σμίθ, ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμὴν ἐξεδήλωσεν ἰδιάζουσαν εὐμένειαν καὶ προθυμίαν διὰ τὴν ἐπίσπευσιν τῶν διατυπώσεων πρὸς διεκπεραίωσιν τῆς ὑποθέσεως. Εἰς μίαν συνάντησίν μας κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας εἰς τὰς δεξιώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο τὸ τέλος Ὀκτωβρίου ἐν Οὐασιγκτῶνι τῶν συνέδρων τῆς Διεθνοῦς Ναυτιλιακῆς Συνδιασκέψεως, τὴν ὁποίαν παρηκολούθησα ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας, μοῦ ἔλεγεν: «Ἂν ἐξηρτᾶτο μόνον ἀπὸ ἐμέ, θὰ σᾶς τὰ ἔδιδα ἀμέσως, διότι ἔχω δώσει τὸν λόγον μου. Ἀλλὰ ὅταν περάσῃ ἀπὸ τὸ Κυβερνητικὸν Οἰκονομικὸν Συμβούλιον, θὰ σᾶς τὰ δώσωμεν. Δὲν θὰ σᾶς ἀφήσωμεν νὰ φύγητε, χωρὶς νὰ πάρετε καὶ τὰ 100 πλοῖα. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ βοηθήσωμεν τὴν Ἑλλάδα, τὴν ὁποίαν ἐγὼ θαυμάζω καὶ ἀγαπῶ, ὄχι μόνον διότι πρώτη ἐκτύπησε τὸν ἄξονα, ἀλλὰ διότι καὶ τώρα κτυπάει καὶ νέον ἐχθρόν, τὸν ὁποῖον ἐγὼ μισῶ, ὅσον τὸν μισεῖτε καὶ σεῖς». Καὶ ἐν ᾧ κατ’ ἀρχὰς ἐλέγετο ὅτι ἦτο ἄλλως τυπικὴ ἡ διατύπωσις τῆς ἐγκρίσεως ἀπὸ τὸ Κυβερνητικὸν Οἰκονομικὸν Συμβούλιον, ἀμέσως κατόπιν, ὅταν ἐπεσκέφθην μετὰ τοῦ πρεσβευτοῦ Διαμαντοπούλου τὸν Ὑπουργὸν τοῦ Ἐμπορίου κ. Χάρριμαν, καὶ τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑποθέσεων Ὑφυπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Κλέϊτον, ἐβεβαιώθην ὅτι θὰ ἐξετάζετο ἡ ὅλη οἰκονομικὴ πλευρὰ τοῦ ζητήματος, συναφῶς πρὸς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος, τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν ὅτι παρέχει τὴν ζητηθεῖσαν ἐγγύησιν, ἂν δηλαδὴ καὶ κατὰ πόσον ἡ παρέχουσα τὴν ἐγγύησιν Κυβέρνησις εἶναι φερέγγυος. Ὑπέβαλον τότε καὶ μακρὸν ὑπόμνημα ἀναλυτικὸν τῶν οἰκονομικῶν ἀπόψεων, καὶ τοῦ ζητήματος καὶ τῆς κοινωνικῆς σημασίας τῆς ἀρωγῆς πρὸς λύσιν τοῦ ναυτεργατικοῦ μας ζητήματος. Ἐπεκαλέσθην καὶ τοῦ παρὰ τῇ Διεθνεῖ Τραπέζῃ ἡμετέρου κ. Βαρβαρέσου τὴν σχετικὴν συνδρομὴν καὶ τὸν παρεκάλεσα φιλικῶς νὰ μὲ βοηθήσῃ διὰ τῶν δύο μελῶν τῆς Διεθνοῦς Τραπέζης, τὰ ὁποῖα μετεῖχον τοῦ Κυβερνητικοῦ Οἰκονομικοῦ Συμβουλίου. Συνῆλθε πράγματι τὸ Κυβερνητικὸν Οἰκονομικὸν Συμβούλιον τὴν 6ην Νοεμβρίου καὶ ἐξέδωκε μίαν τυπικὴν ἐντελῶς ἀπόφασιν, ὅτι δὲν ἔχει ἀντίρρησιν. Στέλλεται ἡ ἀπόφασις αὐτὴ εἰς τὴν MARITIME COMISSION καὶ ἐπανεισάγεται τὸ ζήτημα εἰς αὐτήν. Ἀλλ’ ἀνεβλήθη ἡ συζήτησις καὶ ἐζητήθη ἡ αὐτοπρόσωπος ἐμφάνισις τοῦ κ. Κλέϊτον, ἵνα ἐξηγήσῃ τὴν τυπικὴν ἀπόφασιν «δὲν ἔχει ἀντίρρησιν διὰ τὴν ἀποδοχὴν τῆς ἐγγυήσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως». Εἴδομεν καὶ πάλιν μὲ τὸν πρεσβευτὴν Διαμαντόπουλον τὸν κ. Κλέϊτον, ὁ ὁποῖος μᾶς εἶπεν ὅτι ἡ MARITIME COMMISSION τοῦ ζητεῖ ἐπιστολήν, διὰ τῆς ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ συνιστᾷ ὑπευθύνως τὴν ἀποδοχὴν τῆς ἐγγυήσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν πώλησιν καὶ τῶν 100 πλοίων. Ἡ ἐπιστολὴ αὐτή, ἐστάλη πράγματι καὶ ἐπανεισαχθέντος τοῦ ζητήματος τὴν 26ην τοῦ Νοεμβρίου ἀπεφάσισεν ἡ Ναυτιλιακὴ Ἐπιτροπὴ νὰ ἐγκρίνῃ τὰς αἰτήσεις διὰ 62 πλοῖα. Ἡ ἀπόφασις αὐτὴ ἀνεκοινώθη εἰς τὴν πρεσβείαν καὶ ἐκλήθησαν οἱ ἀγορασταὶ νὰ προσέλθουν πρὸς ὑπογραφὴν τῶν σχετικῶν προσυμφώνων. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἐκδηλώνεται ἀντίδρασις ἐκ μέρους τῆς Ἑνώσεως τῶν Ἀμερικανῶν Ἐφοπλιστῶν, γίνονται διαβήματα εἰς τὴν MARITIME COMMISSION, μυστικὴ συνεδρίασις αὐτῆς, δημοσιεύματα σχετικὰ εἰς Ἀμερικανικὰς ἐφημερίδας οἰκονομικὰς ἐναντίον τῆς πωλήσεως εἰς Ἕλληνας ἐφοπλιστὰς πλοίων κλπ. Συμπίπτει καὶ ἡ ἀπεργία τῶν ἀνθρακωρύχων, σημειοῦται πτῶσις τῶν ναύλων, φθάνει καὶ ἡ εἴδησις περὶ καταθέσεως παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νομοσχεδίου, αὐξάνοντος τὴν φορολογίαν, καταφθάνουν τηλεγραφήματα ἐξ Ἀθηνῶν καὶ ἐκ Λονδίνου συνιστῶντα νὰ ἀποσύρουν τὰς αἰτήσεις ἀγορᾶς, καὶ ἡ ἐξ ἀρχῆς ἐκδηλωθεῖσα ἀπροθυμία τῶν Ἑλλήνων ἐφοπλιστῶν πρὸς ἀγορὰν τῶν Λίμπερτυ αὐξάνει εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε ἀπέστειλαν τηλεγράφημα πρὸς τὴν MARITIME COMMISSION, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτουν παράτασιν τῆς προθεσμίας πρὸς ὑπογραφὴν τῶν προσυμφώνων. Εὐτυχῶς ἔφθασεν εἰς Νέαν Ὑόρκην τὰς ἡμέρας ἐκείνας καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μεθ’ οὗ ἐρρυθμίσαμεν καὶ τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας, διότι οἱ ἄλλοι ὅλοι ὅροι ἀντεγγυήσεως, εἶχον γίνει δεκτοὶ κατόπιν ἐπιμόνου καὶ μακρᾶς προσπαθείας μου, παρὰ τῶν ἐφοπλιστῶν, ὡς εἶχον καθορισθῆ ἐνταῦθα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τῇ ὑποδείξει καὶ τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἄλλοι καὶ πάλιν κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν Χριστουγέννων, ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ ληφθῇ ἀπόφασις διὰ τὴν ἔγκρισιν τῆς πωλήσεως καὶ τῶν ὑπολοίπων 38, ἐξεδηλώθη ἀντίδρασις ἐντὸς τῶν ὑπηρεσιῶν τῆς MARITIME COMMISSION καὶ διετυπώθη ἡ γνώμη ὅτι πρέπει νὰ τὰ περιορίσουν μόνον εἰς 50 τὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπώλουν εἰς τοὺς Ἕλληνας. Ἐδέησε δι’ αὐτὸ ν’ ἀπευθύνω τηλεγραφικὴν διαμαρτυρίαν εἰς τὸν κ. Σμίθ, νὰ τὸν ἐπισκεφθῶ δὲ τὴν ἑπομένην καὶ νὰ ἐπιδείξω εἰς τὴν συνεδριάζουσαν Ἐπιτροπὴν τὴν ἐπιστολὴν τὴν ὁποίαν μοι εἶχε στείλει ὁ Ὑφυπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ἄτσεσον ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου κ. Τρούμαν, εἰς ἀπάντησιν ἰδικῆς μου τηλεγραφικῆς ἐκκλήσεως, τὴν ὁποίαν τοῦ εἶχον ἀπευθύνει, μετὰ τὴν ἐπίθεσιν τοῦ Σκρᾶ. Εἰς τὴν ἐπιστολὴν αὐτήν, ἐκτὸς τῆς διαβεβαιώσεως ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν παρακολουθοῦσα μὲ ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον τὰς ἐπιθέσεις εἰς τὴν Βόρειον Ἑλλάδα, θὰ ὑποστήρηξῃ τὴν σύστασιν Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν σχετικὴν ἔρευναν, ἔλεγαν ὅτι μετὰ τὸν ἐπιτυχῆ τερματισμὸν τῆς ἰδικῆς σας ἀποστολῆς διὰ τὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς ναυτιλίας σας καὶ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς σας οἰκονομίας, θὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς Ἑλλάδος διὰ τὴν πλήρη οἰκονομικήν της ἀνασυγκρότησιν. Ὅταν ἐδιάβασε τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν καὶ ὁ ἐκ τῶν ἀντιδρώντων τῆς MARITIME COMMISION κ. MORIS, μοὶ ἐδήλωσεν ὅτι εἶναι ζήτημα χρόνου καὶ ὅτι πάντως θὰ μᾶς τὰ δώσουν καὶ τὰ 100. Αὐτὰ ὅλα, τὰ ἔχω ἐκθέσει εἰς τρεῖς μακροσκελεῖς ἐκθέσεις μου, τὰς ὁποίας ἐξ Ἀμερικῆς ἔχω ὑποβάλει εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοὺς ἁρμοδίους συναδέλφους. Εὑρίσκετο τότε ἐκεῖ καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κ. Τσαλδάρης καὶ ἐδέησε καὶ ὁ ἴδιος νὰ κάμῃ διαβήματα καὶ πρὸς τὸν Πρόεδρον Τρούμαν, εἴδομεν δὲ μαζὶ καὶ τὸν κ. Ἄτσεσον καὶ τὸν παρεκαλέσαμεν νὰ συστήσῃ τὴν ἐπίσπευσιν τῆς ἐγκρίσεως τῆς πωλήσεως καὶ τῶν 100 πλοίων εἰς τοὺς Ἕλληνας ἐφοπλιστάς. Ἐπετεύχθη δὲ ἡ ὁριστικὴ ἔγκρισις καὶ διὰ τὰ 100 πλοῖα, μόλις κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 7 Ἰανουαρίου 1947, διὰ νὰ λυθῇ ἐπὶ τέλους καὶ ἡ ἀπορία τῶν ἐξωκοινοβουλευτικῶν ἐπικριτῶν, οἱ ὁποῖοι τολμοῦν νὰ διατυπώνουν τὸ ἐρώτημα: Τί ἔκαμνεν εἰς τὴν Ἀμερικὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας ἐπὶ 3 μῆνας! Μέχρι τῆς 7 Ἰανουαρίου ἐπάλαισα, κύριοι, κατὰ πολλαπλῶν δυσχερειῶν, διὰ νὰ ἐπιτύχω τὴν ὁριστικὴν ἔγκρισιν τῆς πωλήσεως καὶ τῶν 100 αὐτῶν πλοίων. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις, ἡ Ἀμερικανικὴ Κυβέρνησις ἔστερξε νὰ πωλήσῃ τὰ πλοῖα αὐτὰ εἰς τοὺς Ἕλληνας ἐφοπλιστὰς καὶ ν’ ἀποδεχθῇ τὴν ἐγγύησιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ὥστε, ἐπαναλαμβάνω, ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς, δὲν δύναται νὰ νοηθῇ, δι’ οἱονδήποτε καλόπιστον καὶ σοβαρὸν κριτήν, ἡ χορήγησις προμηθείας ἀπὸ μέρους τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως. Διότι περὶ τούτου ἀκριβῶς, μετὰ σπουδαιότητος ἔγινε λόγος καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος, ἐξ ἀφορμῆς τῆς δῆθεν ἐν τῇ πρὸς τὸν υἱόν μου ἐπιστολῇ ἀναιδοῦς ὁμολογίας μου! περὶ ἀπολήψεως νομίμου προμηθείας, ἐκτὸς ἐὰν οἱ ὁμιλήσαντες ἐν τῇ σπουδῇ των δὲν εἶχον καλῶς ἀντιληφθῆ περὶ τίνος ἐπρόκειτο. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω νὰ μὲ συγχωρήσῃ ἡ Βουλή, διότι ἐπεκτείνομαι εἰς μακρὰν ἀνάλυσιν τοῦ θέματος, θὰ παρακαλέσω δὲ ὅλα τὰ ἀπροκατάληπτα ὡς ἐλπίζω μέλη τῆς Βουλῆς καὶ τὰ τυχὸν ἀκόμη ἀσχάλλοντα ἐξ ὡρισμένων λόγων προσωπικῆς προκαταλήψεως, νὰ μὲ ἀφήσουν ἐλεύθερον, ἵνα διανοίξω, καθ’ ὃν τρόπον ἐγὼ ἔχω τὸ φυσικὸν δικαίωμα, ὅλας τὰς πλευρὰς καὶ ὅλας τὰς ἀπόψεις τῆς ὑποθέσεως. Δὲν θὰ θίξω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν πλευράν, τὴν ἀφορῶσαν ἀποκλειστικῶς ἐμὲ προσωπικῶς ὡς πολίτην, ὡς οἰκογενειάρχην, ὡς δημόσιον ἄνδρα, ἐκτὸς τῶν ὅρων τῆς ἐνώπιον τοῦ Σώματος ὑπευθύνου συζητήσεως. Διὰ τοὺς ἔξω τῆς αἰθούσης αὐτῆς φορεῖς τῶν συκοφαντικῶν αἰτιάσεων, ἔχω νομίζω καὶ ἐγὼ τὸ δικαίωμα ὡς ἄνθρωπος, νὰ λογαριασθῶ μὲ τοὺς ἀδιωρθώτους συκοφάντας μου, καθ’ ὃν τρόπον ἀμύνονται ὅλοι οἱ ἀδικούμενοι πολῖται. Ἀσκῶ τὴν δικηγορίαν ἐπὶ 35 ἔτη. Ἔχω ὑποστηρίξει εἰς τὰ κακουργιοδικεῖα, ὅτι ἡ συκοφαντία ἀποτελεῖ τὴν δεινοτέραν προσβολὴν ἡ ὁποία δικαιολογεῖ καὶ κατὰ νόμον τὴν ἀπαλλαγὴν λόγῳ πλήρους συγχύσεως τῶν κατηγορουμένων, ἀκόμη ἐπὶ ἀνθρωποκτονία. Καὶ ἔχω ὑπερασπισθῆ καὶ ἔχω ἀπαλλάξει κατηγορουμένους, οἱ ὁποῖοι ὑπὸ τὸ κράτος πλήρους συγχύσεως, διότι ἐσυκοφαντήθησαν, ἐξετέλεσαν τὸ βαρύτατον αὐτὸ ἀδίκημα. Τὰ λέγω αὐτὰ καὶ διὰ τοὺς ἔξω τῆς αἰθούσης αὐτῆς κακοβούλους φορεῖς τῆς σχετικῆς συκοφαντικῆς σπερματολογίας. Ἀποκλείεται ἀπολύτως ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἀμερικανικῆς καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ χορήγησις οἱασδήποτε προμηθείας. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην εἶναι φανερὸν ὅτι οὐδεμία λογικὴ καὶ ἀπροκατάληπτος κρίσις ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ δώσῃ λαβὴν εἰς τὴν ὑποστήριξιν αὐτῶν τῶν γενικωτέρων θεωριῶν, ποὺ ἤκουσεν ἡ Βουλή, περὶ πολιτικῆς ἠθικῆς, περὶ τῆς γυναικὸς τοῦ Καίσαρος, περὶ τῶν κινδύνων τῶν Δημοκρατικῶν θεσμῶν, κινδύνου ὁμοίου πρὸς ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον διέτρεχεν ἡ Χώρα τὸ 1928–32, κατὰ τὸν ἴδιον ἀγορητήν, ὁ ὁποῖος ὡς ἀρχηγὸς τότε Ἀγροτικοῦ τινος Κόμματος ἤσκει ἐξωκοινοβουλευτικὸν δημαγωγικὸν ἔλεγχον καὶ ἐκάλει τὰ μέλη τὰ Κοινοβουλευτικά, τὰ ἀντιπροσωπεύοντα τὸ Κόμμα του εἰς τὰ δύο Σώματα, νὰ τὰ ἐγκαταλείψουν, διότι ἦτο ἀφόρητος πλέον ἡ τυραννία τῆς τότε Κυβερνήσεως, ὀλιγαρχίας τοῦ πλούτου, καὶ ὁ λαὸς ἤθελε νὰ κυβερνηθῇ ἀπὸ τὸ ἰδικόν του Ἀγροτικὸν Κόμμα τῆς Ἑλλάδος. Ἔχω ἐδῶ τὴν σχετικὴν προκήρυξιν τοῦ ἀρχηγοῦ του κ. Χατζηγιάννη. Ἕν ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ κόμματα, διὰ τὰ ὁποῖα ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος ὁμιλῶν τὸ 1931 εἰς τὴν Γερουσίαν, ἔλεγεν ὅτι τὸ Ἀγροτικὸν αὐτὸ Κόμμα ἀποτελεῖ ὀργάνωσιν ποὺ ἐπιδιώκει ὄχι μόνον τὸν ταξικὸν πόλεμον, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνατροπὴν τοῦ καθεστῶτος. Αὐτὰ ἐν παρενθέσει. Δὲν δύναται, λοιπόν, λέγω, νὰ παραμείνῃ ἡ ἐντύπωσις διὰ κανένα, ἀπολύτως κανένα καλόπιστον κριτήν, ὅτι ὑπῆρξεν ἢ ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις παροχῆς προμηθείας ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἀμερικανικῆς, ἤτοι τοῦ πωλητοῦ Ἀμερικανικοῦ Δημοσίου. Ὅστις τολμᾷ νὰ ὑποστηρίξῃ σοβαρῶς τὸ ἀντίθετον, δὲν στερεῖται μόνον καλῆς πίστεως, ἀλλὰ πάσχει καὶ ψυχικὴν ἀνωμαλίαν, δὲν γνωρίζω πόσων βαθμῶν καὶ πόσων τόννων. Ἀλλὰ μήπως, ἐρωτᾶται, οἱ ἀγορασταὶ ἐφοπλισταὶ διὰ νὰ προτιμηθοῦν, τάχα, ἐχορήγησαν τοιαύτην προμήθειαν εἰς τὸν Ὑπουργόν; Ὅταν ἔφθασα εἰς Ἀμερικήν, ὅπως εἶπα, μοὶ ἀνεφέρθη ὅτι ἔχουν ἤδη ὑποβληθῆ αἰτήσεις δι’ 100 πλοῖα. Συνέστησα μίαν ἐπιτροπὴν ἀπὸ τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας πλοίαρχον λιμενικὸν κ. Σκαρπέτην, ὁ ὁποῖος μετεῖχε τῆς ἀποστολῆς καὶ ἀπὸ ἐφοπλιστάς, ἡ ὁποία Ἐπιτροπὴ ἐν συνεργασίᾳ μὲ τὸν κ. Κουντουριώτην τῆς Πρεσβείας καὶ τὴν Ἀμερικανικὴν MARITIME COMMISSION, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον ὑποβληθῆ αἱ αἰτήσεις, ἐξήτασε καὶ ἤλεγξε τὰς αἰτήσεις. Αὐταὶ ἦσαν συντεταγμέναι βάσει ἑνὸς ἐρωτηματολογίου, τὸ ὁποῖον εἶχε καταρτίσει ἡ Ἀμερικανικὴ ὑπηρεσία, πόσα πλοῖα ἔχει διαχειρισθῆ εἰς τὸ παρελθὸν ὁ αἰτῶν, ἂν εἶναι ναυτικός, ἂν εἶναι ἐφοπλιστής, ἂν ἔχῃ σχετικὴν ἐμπειρίαν, καὶ ἂν εἶναι πρόσωπον φερέγγυον. Ἔχουν ὑποβάλει σχετικῶς μίαν ἐρώτησιν καὶ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει καταθέσει ἔκθεσιν τῆς ὑπηρεσίας περὶ τῶν κριτηρίων, βάσει τῶν ὁποίων καθωρίσθη ἡ σειρὰ προτεραιότητος τῶν ἀγοραστῶν τῶν 100 πλοίων. Καὶ εἶναι πρᾶγμα αὐτονόητον, τὸ ὅτι ὁ πωλητὴς ἐπὶ πιστώσει ἐζήτει τὰ στοιχεῖα καὶ τὰ προσόντα αὐτὰ ἀπὸ τοὺς ἀγοραστάς, τοὺς ὁποίους ἐπρόκειτο νὰ πιστώσῃ. Δὲν ἐξηρτᾶτο, βεβαίως, ἀπὸ τὴν ἰδικήν μας ὑπηρεσίαν, νὰ ὑποδείξωμεν εἰς αὐτόν, ποίους θὰ ἔπρεπε νὰ πιστώσῃ. Εἰς τὴν κατατεθεῖσαν εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν, ἀναλύεται λεπτομερῶς ὁ μηχανισμὸς καὶ τὰ κριτήρια, βάσει τῶν ὁποίων ὑπεβάλλοντο καὶ ἠλέγχοντο αἱ αἰτήσεις. Ἀνεξαρτήτως τοῦ γεγονότος τῆς ἀπροθυμίας τοῦ Ἑλλήνων ἐφοπλιστῶν καὶ ἰδίᾳ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀπολέσει πλοῖα κατὰ τὸν πόλεμον, ἡμεῖς εἴχομεν συμφέρον νὰ παρουσιάσωμεν τὸ ταχύτερον τοὺς ἀγοραστὰς τῶν 100. Εἶχον ὑποβληθῆ αἰτήσεις καὶ τριῶν πλοιάρχων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχαν αὐτὰ τὰ προσόντα, αὐτὰ τὰ στοιχεῖα. Ἀπέστειλα ἓν ἔγγραφον εἰς τὴν Ἕνωσιν Ἐφοπλιστῶν, διὰ τοῦ ὁποίου τοὺς ἐδήλουν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ παράσχῃ τὴν ἐγγύησιν εἰς ἀγοραστὰς μὴ ἔχοντας τὰ ζητούμενα προσόντα ἀπὸ τὴν Ἀμερικανικὴν Ὑπηρεσίαν καὶ ἀπῄτησαν, ὅπως δι’ αὐτοὺς δηλώσῃ ὑπευθύνως γνωστὸν ἐφοπλιστικὸν καὶ ναυτιλιακὸν γραφεῖον, ὅτι θ’ ἀναλάβῃ τὴν διαχείρισιν. Καὶ εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ, ἐδόθησαν τοιαῦται δηλώσεις ἀπὸ ὡρισμένα γνωστὰ καὶ εἰς τοὺς Ἀμερικανοὺς ἐφοπλιστικὰ γραφεῖα, καὶ οὕτω περιελήφθησαν καὶ αὐτοί. Θὰ ἐνθυμῆται ἡ Βουλὴ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τονίζουν εἰς τὸ τηλεγράφημα ποὺ ἔστειλαν εἰς τὸ Προεδρεῖον οἱ Ἕλληνες ἐφοπλισταὶ τῆς Ν. Ὑόρκης, ὅτι ὑπῆρχεν ἀπόλυτος ἀπροθυμία τῶν ἀγοραστῶν, ὅπως ἐξέθεσα ἀνωτέρω. Ἀνέφερα ἐπίσης τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ὑπῆρχεν ἡ ἀπροθυμία αὕτη καὶ ἰδίᾳ ἀπὸ μέρους καὶ γνωστῶν μεγάλων ἐφοπλιστῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀπολέσει πλοῖα. Ὅπως εἶπα, ὅταν ἦλθεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐξουσιοδοτημένος σχετικῶς ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐρρυθμίσαμε καὶ τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας, ἐν συμφωνίᾳ καὶ συνεννοήσει μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς προκύπτει ἐκ τῆς σχετικῆς ἀλληλογραφίας. Ἐρρυθμίσθη οὕτω τὸ ζήτημα αὐτό, συμφώνως καὶ πρὸς μίαν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν εἶχε δώσει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ Λονδῖνον, ὅτι ἐπὶ μίαν πενταετίαν ἀπὸ τῆς ὑψώσεως τῆς Ἑλληνικῆς σημαίας, δὲν θὰ αὐξηθῇ ἡ ὑφισταμένη φορολογία διὰ τὰ πλοῖα αὐτά.
§17Θ. ΚΙΖΑΝΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ εὐθύνη τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὴν δέσμευσιν αὐτὴν τοῦ Λονδίνου.
§18Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἡμεῖς ἀπεβλέψαμεν, ὅπως γίνεται πανταχοῦ, καὶ εἰς τὴν ταχυτέραν ἐξόφλησιν τοῦ χρέους. Διότι, ὡς ἐξηγοῦμεν καὶ εἰς τὸ σχετικὸν τηλεγράφημα, ἔχουν συμφέρον νὰ ἐξοφλήσουν τὸ χρέος ὄχι εἰς 17 ἔτη τῆς προθεσμίας, ἀλλὰ τὸ ταχύτερον. Ἐὰν ἡ φορολογία εἶναι βαρυτέρα, εἶναι φανερόν, ὅτι δὲν θὰ δυνηθοῦν νὰ τὸ ἐξοφλήσουν πρὸ τῆς προθεσμίας αὐτῆς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον συμφέρει καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, διότι θ’ ἀπαλλαγῇ ἐνωρίτερον τοῦ βάρους τῆς ἐγγυήσεως. Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, ὑπῆρχε σχεδὸν μέχρι τέλους αὐτὴ ἡ ἀπροθυμία ἀπὸ μέρους τῶν ἐφοπλιστῶν, δὲν συνέτρεξε κανεὶς λόγος καὶ δὲν ὑπῆρξε καμμία περίπτωσις παροχῆς παρ’ οἱουδήποτε ἐξ αὐτῶν προμηθείας εἰς οἱονδήποτε καὶ δὴ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ τρίμηνον διάστημα τῆς ἐκεῖ παραμονῆς του, ἔπαιξε ρόλον καθαρῶς πολιτικὸν καὶ κυβερνητικόν, ὁ ὁποῖος συνίστατο εἰς ἐνεργείας μου παρὰ τοῖς ἁρμοδίοις Ὑπουργείοις τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ Ἐμπορίου, τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῆς ὑπηρεσίας τῆς MARITIME COMMISSION, ἡ ὁποία ἦτο καὶ ὑπεύθυνος ἀπέναντι τοῦ Κογκρέσσου. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὅλον ζήτημα τῆς προμηθείας ἀπὸ τῆς πραγματικῆς ἀπόψεως. Ἀλλὰ μήπως ἐκ τῆς διατυπώσεως τοῦ σημείου τῆς ἐπιστολῆς, δύναται ὁπωσδήποτε νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ὑπάρχει δῆθεν εἰς αὐτὸ ὁμολογία ἰδική μου, ὅτι ἐπῆρα τάχα νόμιμον προμήθειαν; Διὰ πάντα, γνωρίζοντα γραφὴν καὶ ἀνάγνωσιν, ἐκ τοῦ κειμένου αὐτοῦ ὡς ἐδημοσιεύθη, ἀνεξαρτήτως τῶν κατατεμαχιζομένων καὶ παραλειφθεισῶν περικοπῶν καὶ τῶν κατωτέρω ἐκφράσεων, προκύπτει σαφῶς, ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον. Διότι, τὸ μέρος αὐτὸ καὶ ἂν καὶ μονομερῶς καὶ κεχωρισμένως ἑρμηνευθῇ, γραμματικῶς καθίσταται ἀμέσως ἀντιληπτὸν ὅτι περιέχει τὴν ἀναίρεσιν τοῦ ψεύδους τῶν δημοσιευμάτων, τῶν ἀναφερομένων ἐφημερίδων, περὶ ἀπολήψεως νομίμου προμηθείας. Ἀσχέτως πρὸς τὸ ἂν εἰς τὸ μέρος αὐτὸ ὑπῆρχον καὶ θαυμαστικὰ ἢ ἀποσιωπητικά, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀπαλειφθῆ, πρὸς ἔκφρασιν τῆς εἰρωνίας καὶ τοῦ ἐξυπακουομένου δῆθεν. Καὶ διὰ νὰ ἔχωμεν τὸν νοῦν μας, ὡς ἐνθυμεῖται ἡ Βουλή, ὅταν τὸ πρῶτον ὡμίλησα, δὲν τὴν ἠρνήθην, οὔτε τὴν ἐχαρακτήρισα ἐγὼ ἐξ ὁλοκλήρου πλαστὴν τὴν ἐπιστολὴν αὐτήν. Διότι ἐκτὸς τῶν ἄλλων εἶπα, ὅτι εἰς αὐτὴν γίνεται λόγος περὶ ἑνὸς κρυπτογραφήματος, τὸ ὁποῖον μεταβάλλεται ἐξεπίτηδες, ἐνῷ εἶναι καθαρογεγραμμένον, εἰς κρυπτογράφημα, διὰ νὰ γράψῃ τὸ ἀπόγευμα ἡ «Ἐλεύθερη Ἑλλάδα», ὅτι ὁ κ. Ἀβραὰμ εἰς τὴν ἐπιστολήν του ὁμιλεῖ καὶ περὶ ἑνὸς κρυπτογραφήματος, τὸ ὁποῖον χρησιμοποιεῖ εἰς τὴν ἀλληλογραφίαν του. Καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ τονίσω τὴν σημασίαν τῶν εἰς τὸ μέρος αὐτό, τὸ ἀφορῶν τὴν δῆθεν ὁμολογίαν μου περὶ λήψεως νομίμου προμηθείας, παραλείψεων τῶν ἀποσιωπητικῶν ἢ τοῦ θαυμαστικοῦ. Διότι αἱ σχετικαὶ σκόπιμοι παραλείψεις εἶναι χαρακτηριστικαὶ τῆς συκοφαντικῆς προθέσεως, ὅπως ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἐπακολουθησάντων σχολίων τοῦ «Ριζοσπάστη». Ἐνῷ ἔγραφεν, ὁ κ. Ἀβραὰμ μᾶς εἶχε στείλει μίαν διάψευσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἰσχυρίζετο ὅτι δὲν συνέτρεχε περίπτωσις λήψεως προμηθείας καὶ ἠρνεῖτο ὅτι εἰσέπραξε τοιαύτην, ἐδῶ εἰς τὸ γράμμα του ὁμολογεῖ, ὅτι ἐπῆρε προμήθειαν. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τῆς ἐπιστολῆς γράφω προσθέτως μετὰ τὸ «Ἡ ἐφημερὶς «Ἐλευθερία», «Ριζοσπάστης», «Ἐλεύθερη Ἑλλάδα», ἔγραψαν διὰ τὴν νόμιμη!! προμήθειαν ποὺ πῆρα ἀπὸ τὴν ἀγορὰν τῶν Λίμπερτυ τοὺς ἔδωκα τὴν ἐσώκλειστον ἀπάντησιν εἰς τὴν ὁποίαν περιείχετο τὸ ἀπόκομμα τῆς Ἐλευθερίας, εἰς τὸ ὁποῖον εἶνε καταχωρηθῆ ἡ ἐπανόρθωσίς μου) ἔγραψε σχετικῶς ἡ «Ἑστία» καὶ τὸ «Ἐμπρός». Πράγματι τὸ «Ἐμπρός» εἰς τὸ φύλλον τῆς 18 Φεβρουαρίου ἔγραψεν: «Ἑκάστη συλλαβὴ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ κ. Ἀβραὰμ εἰς τοὺς συκοφαντικοὺς ὑπαινιγμοὺς τῆς «Ἐλευθερίας», τοὺς δημοσιευθέντας κατ’ ἐπανάληψιν, ἦτο καὶ ἕνα ἠχηρὸν ράπισμα εἰς τὰς ροδαλὰς παρειὰς τῶν σπερμολόγων καὶ μία θεσπίζουσα διάψευσις. Ἦτο ἡ ἐπιστολὴ «θερμοκαυτήριον». Εὖγε εἰς τὸν κ. Ἀβραάμ». Γράφω ἐπίσης: Ἔδωκα μίαν ὁμιλίαν ἀπὸ ραδιοφώνου ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν ἐξήγησα πῶς ἐγένοντο αἱ συμβάσεις, πῶς ἐδόθη ἡ ἐγγύησις, κλπ., καὶ ἐτόνισα μὲ κάποιαν νευρικότητα τὴν ὁποίαν εἶχον καὶ ἔχω, ἀπὸ πολλοῦ. Δὲν τὴν ἀπέκτησα τώρα, συνεπεία δῆθεν τῆς ταραχῆς μου διὰ τὴν ἀποκάλυψιν τῶν ὁμολογιῶν μου! τῆς ἐπιστολῆς μου διὰ τὰς παραβάσεις μου!! ὅπως τόσον καλοβούλως φαντάζονται οἱ δημιουργοὶ τοῦ συκοφαντικοῦ θορύβου ἐξ ἀφορμῆς τῆς δῆθεν αὐτοαποκαλύψεως αὐτῆς! Ἂν ἀπουσίασα κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 8ης Μαΐου τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ἐφυγομάχησα, ὅπως ἰσχυρίσθησαν αἱ κομματικαὶ συνοδοιπορικαὶ ἐφημερίδες. Εὑρισκόμην εἰς τὸ ἰατρεῖον τοῦ ἰατροῦ κ. Δούκα καὶ δὲν εἰδοποιήθην, δὲν ἐφανταζόμην ὅμως, ὅτι μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς ὁλομελείας τῆς Βουλῆς, θὰ ἦτο ποτὲ δυνατὸν νὰ ἐπαναφερθῇ τὸ ζήτημα καὶ δὴ ἐρήμην ἐμοῦ καὶ ν’ ἀπαγγελθοῦν μετὰ περισσῆς τόλμης καὶ παρ’ ἀπροσδοκήτων κηνσόρων ἠθικολογικαὶ γνωμοδοτήσεις. Εἶναι λοιπὸν πρόδηλον ὅτι οὔτε γραμματικῶς οὔτε λογικῶς ὑφ’ οἱουδήποτε ἀναγνώστου δύναται τὸ μέρος αὐτὸ νὰ ἑρμηνευθῇ ὡς περιέχον σχετικήν μου! ὁμολογίαν καὶ μεμονωμένως ἑρμηνευόμενον. Ἡ Βουλὴ ἔχει νομίζω ὑπ’ ὄψει της καὶ δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ καὶ τὴν σχετικὴν ὑπεύθυνον βεβαίωσιν τόσον τῆς ἐνταῦθα Ἑνώσεως τῶν ἐφοπλιστῶν ὅσον καὶ τῆς ἐν Νέα Ὑόρκῃ τοιαύτης τὴν ὁποίαν ὑπογράφει ὁλόκληρον τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον αὐτῆς. Ἀφίνω ὅτι ὅλα τὰ συμφραζόμενα καὶ αἱ ἐπακολουθοῦσαι ἐξομολογήσεις μου κραυγάζουν περὶ τοῦ ἀντιθέτου ὅτι δηλαδὴ δὲν ἔχω πάρει προμήθειαν. Ἀλλὰ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν τὸ περίφημον δῶρον. Γράφω: «νὰ τὸ στείλουν ἐδῶ εἰς τὴν Ἕνωσιν διὰ νὰ μοῦ τὸ παραδώσουν, εἶναι ἀνάγκη!» Εἰς τὴν ἀναφοράν της πρὸς τὴν Βουλὴν ἡ Ἕνωσις τῶν ἐφοπλιστῶν ἐξηγεῖ, ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς ὁμοιώματος Λίμπερτυ, ἄνευ ἐμπορικῆς ἀξίας τὸ ὁποῖον θὰ ἐστέλλετο ἐδῶ διὰ νὰ μοῦ τὸ παραδώσουν ἐπισήμως εἰς ἐκδήλωσιν εὐγνωμοσύνης. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα διὰ τὴν συμβολήν μου εἰς τὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς ναυτιλίας καὶ εἶναι τόσον καταφανὲς ὅτι αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἔχει ἡ σχετικὴ φράσις τῆς ἐπιστολῆς ὥστε, μὰ τὴν ἀλήθειαν ἀποβαίνει καταπληκτικὴ ἡ εὐκολία, τὸ ὀλιγώτερον, μὲ τὴν ὁποίαν υἱοθετεῖται ἡ δολία καὶ σκόπιμος παρερμηνεία καὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἀπὸ μέρους τῆς ἐφημερίδος «Ριζοσπάστης». Καὶ ἡ ὑπόσχεσις τῆς προσφορᾶς τοῦ ἀναμνηστικοῦ ἔχει μίαν ἱστορίαν. Ὅταν εἰς τὰς 10 Ἰανουαρίου ὠργανώθη ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ πρὸς τιμήν μου ἓν γεῦμα παρὰ τῆς Ἑνώσεως τῶν Ἑλλήνων Ἐφοπλιστῶν, εἰς τὸ ὁποῖον παρεκάθησαν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηναγόρας, ὁ Ἀργυροκάστρου Παντελεήμων, οἱ Πρεσβευταί μας οἱ εὑρισκόμενοι ἐν Ν. Ὑόρκῃ, ἐπίσημοι Ἀμερικανοὶ ἐκπρόσωποι τῶν Ἑλληνοαμερικανικῶν ὀργανώσεων κ.λ.π. κατὰ τὸ γεῦμα αὐτὸ ἐπευφημήθην ὄχι μόνον διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς ἀγορᾶς τῶν 100 Λίμπερτυ ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ὅλην ἐθνικὴν διαφωτιστικὴν τῆς ὁμογενείας ἐργασίαν τὴν ὁποίαν ἐπετέλεσα, ἐρρίφθη ἡ ἰδέα ἂν δὲν ἀπατῶμαι ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν Ἀρχιεπίσκοπον, ὅπως μοὶ προσφέρουν ἓν ἀναμνηστικὸν δῶρον καὶ τότε ἐλέχθη ὅτι θὰ μοὶ προσφερθῇ ἕνα ὁμοίωμα LIBERTY! Εἶτα ὅτι μοὶ ἐξεφράσθη ἡ εὐγνωμοσύνη τῆς ὁμογενείας διὰ στόματος τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καὶ διὰ τὴν ἐθνικήν μου ἐκεῖ κάτω ἐργασίαν. Πράγματι ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω ὅτι μοὶ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ ἐπικοινωνήσω μὲ τὸν Ἑλληνισμὸν τῆς Ἀμερικῆς, δὲν ἐνθυμοῦμαι καὶ ἐγὼ εἰς πόσας συγκεντρώσεις ὡμίλησα καὶ πόσους λόγους ἐξεφώνησα. Συνέπεσε νὰ παραστῶ εἰς τὰ 5 Νοεμβρίου εἰς τὸ Κληρικολαϊκὸν Συνέδριον τῆς Βοστώνης, εἰς τὸ ὁποῖον ἐξεπροσωπήθησαν ἀντιπρόσωποι 300 ἐκκλησιαστικῶν κοινοτήτων τῆς Ἀμερικῆς, ὡμίλησα ἐκεῖ καὶ κατόπιν ἐξετέλεσα καὶ χρέη ἱεροκήρυκος, ἀντιποιηθεὶς καὶ ἰδικόν σας ἔργον, κ. Νικολαΐδη, εἰς ὅλας τὰς ἐκκλησίας καθοδηγούμενος ἀπὸ ἐκλεκτοὺς πατριώτας ὡς οἱ ἀναφερόμενοι εἰς τὴν ἐπιστολὴν Λατζούνης καὶ Κούτσικας οἱ ξένοι ἀπολύτως πρὸς τὸν ἐφοπλιστικὸν κόσμον, οἱ ὁποῖοι ἔχουν μίαν Ἑλληνοαμερικανικὴν ὀργάνωσιν ὑπὲρ τῶν Ἑλληνικῶν δικαίων καὶ ἔχουν σημειώσει μίαν ἐξαιρετικὴν πατριωτικὴν δρᾶσιν. Ἔχω δὲ τὴν συνείδησιν ὅτι καὶ τὸ ἔργον μου αὐτὸ τὸ διαφωτιστικὸν ὑπῆρξεν ἀποτελεσματικὸν ὡς ἄλλως ἀνεγνωρίσθη ἐκεῖ κάτω διότι ὡμίλησα τὴν γλῶσσαν τῆς ἀληθείας καθ’ ὃν γνωρίζω ἐγὼ τρόπον νὰ μεταχειρίζωμαι. Καὶ ἐτόνισε τότε ὁ σεβασμιώτατος Ἀθηναγόρας ὅτι διπλοῦν ἐπετέλεσεν ἐν Ἀμερικῇ ἆθλον ὁ Ὑπουργός μας καὶ διπλῆν προσέφερεν οὕτω ὑπηρεσίαν εἰς τὴν πατρίδα μας. Ὡς πρὸς τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν τὰ αὐτοκίνητα, τὸ ὁποῖον εἶχε τιτλοφορηθῆ «Πῶς ἔρχονται τὰ αὐτοκίνητα» πρῶτον ὁ καλόπιστος ἀναγνώστης ἐκ τῆς γραμματικῆς διατυπώσεως δὲν εὑρίσκει, δὲν δύναται νὰ εὕρῃ ὅτι πρόκειται περὶ αὐτοκινήτων τὰ ὁποῖα μοὶ ἐδωρήθησαν καὶ ὅτι ἀποτελοῦν προσωπικὰ ὑλικὰ ὠφελήματα καὶ ἀνταλλάγματα ἐκ τῆς ὡς Ὑπουργοῦ ἀναμίξεώς μου εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἀγορᾶς τῶν Λίμπερτυ. Ὅπως εἶπα οἱ Λατζούνης καὶ Κούτσικας εἶναι ξένοι ἀπολύτως πρὸς τὸν ἐφοπλιστικὸν κόσμον. Εἶναι ὁμογενεῖς ἐπιχειρηματίαι καὶ ἔμποροι οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἱδρύσει τὴν Ἑλληνοαμερικανικὴν Ἕνωσιν «COMMITTEE FOR DEFENCE OF GREECE», ἡ ὁποία ἔχει σημειώσει ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ καὶ εἰς ἄλλας πόλεις ἐξαιρετικὴν πατριωτικὴν δρᾶσιν. Οἱ ὁμογενεῖς οὗτοι μὲ παρηκολούθουν εἰς τὰς πατριωτικὰς ὁμιλίας μου εἰς τὰς συγκεντρώσεις εἰς τοὺς συλλόγους καὶ τὰς ἐκκλησίας καὶ ἔδωκαν μίαν ὑπόσχεσιν ὅτι θὰ εὕρισκον ἀπὸ ἕνα φίλον των ἕνα μικρὸν αὐτοκίνητον. Δι’ αὐτὸ τὸ δεύτερον αὐτοκίνητον, τοῦ ὁποίου ἡ ἀξία εἶναι ζήτημα ἐὰν ὑπερβαίνῃ τὰ 1.000 δολλάρια γίνεται λόγος εἰς τὴν ἐπιστολὴν «Νὰ τὸ μεταχειρισθῇς ἐσὺ ἐκεῖ, ἢ νὰ τὸ στείλῃς ἀργότερα». Καὶ εἰς τὴν πραγματικότητα εἶχαν πῆ μιὰ κουβέντα. Κύριε Ὑπουργέ, θὰ πάρουμε ἕνα αὐτοκίνητο θὰ τὸ δώσωμεν ἀργότερα εἰς τὸν υἱόν σου. Γράφω εἰς τὸν υἱόν μου νὰ τὸ πάρωμε καὶ αὐτὸ νὰ τὸ μεταχειρισθῇς ἐσὺ καὶ νὰ μοῦ τὸ στείλῃς ἀργότερα. Πρῶτα: νὰ τὸ πάρωμε. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι τὸ ἔχομε πάρει. Ἡ φράσις δὲ «νὰ τὸ πάρωμε» δὲν σημαίνει καὶ νὰ τὸ πάρωμε χάρισμα καὶ γραμματικῶς ἀκόμη ἐὰν ἑρμηνευθῇ. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ ἂν πρόκειται περὶ παροχῆς, περὶ προσφορᾶς δωρεᾶς οἱ προσφερθέντες νὰ τὸ δώσουν εἶναι ἐπαναλαμβάνω ἀπολύτως ἄσχετοι καὶ ξένοι πρὸς τὸν ἐφοπλιστικὸν κόσμον καὶ δὲν ἠγόρασαν Λίμπερτυ. Ἀλλ’ ἂν ἐγὼ ἀπέβλεπον καὶ ἤμην ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι μεριμνοῦν νὰ ἐπιληφθοῦν τῆς εὐκαιρίας διὰ νὰ συλλέξουν τοιαῦτα δῶρα εἰς τὴν Ἀμερικήν, βεβαίως θὰ ἠδυνάμην καὶ ὡς Ὑπουργὸς χωρὶς νὰ πληρώσω καὶ φόρον κατὰ τὸν νόμον νὰ τὰ φέρω. Ἡ ἄλλη φράσις «Γιὰ τὸ ζήτημα τοῦ αὐτοκινήτου Γρ. ἐπῆρα τὸ τηλεγράφημά του... Δὲν ξεύρω ἂν θὰ πρέπει νὰ σταλῇ στὸ ὄνομά μου κλπ.», διὰ νὰ κατανοηθῇ ἡ ἀληθὴς αὐτῆς ἔννοια καὶ νὰ κριθῇ ἂν περιέχῃ τι τὸ ἔνοχον καὶ ὕποπτον ἐπιβάλλεται νὰ ἑρμηνευθῇ ἐν τῷ συνόλῳ της. Πρῶτον γίνεται λόγος περὶ τηλεγραφήματος τοῦ περὶ οὗ ἡ ἐπιστολὴ τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ὁ γράφων αὐτήν. Ἡ ἀνταλλαγὴ τηλεγραφημάτων ἐπὶ τοῦ ζητήματος εἶναι ἀμέσως φανερὸν ὅτι οὐδὲν μαρτυρεῖ τὸ ὕποπτον. Δεύτερον ἡ ὁδηγία ὅπως μὴ σταλῇ εἰς τὸ ὄνομα τοῦ γράφοντος ἀλλ’ εἰς τὸ ὄνομα ἑνὸς ἐπαγγελματίου αὐτοκινήτων διὰ νὰ τὸ ἐκμεταλλεύεται ἐκεῖνος, καὶ νὰ τοῦ τὸ δίδῃ διὰ νὰ κάμνῃ χρῆσιν καὶ ὁ γράφων μαρτυρεῖ ὅτι δὲν δύναται νὰ τὸ διατηρῇ ὁ ἴδιος. Νά! λοιπὸν πῶς! ἔρχονται τὰ αὐτοκίνητα! ἢ μᾶλλον.......πῶς δὲν ἦλθαν τὰ αὐτοκίνητα—τὰ δύο αὐτὰ μικρὰ ἐπιβατικά!! τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τόσον μεγάλα ὑλικὰ ὠφελήματα τὰ ὁποῖα ἀπεκόμισεν ὁ Ὑπουργὸς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας ἀπὸ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν τῶν Λίμπερτυ!! Σημειωτέον ὅτι καὶ ὡς πρὸς τὸ αὐτοκίνητον αὐτὸ πρόκειται ἐν τῇ πραγματικότητι περὶ μιᾶς ἐκχωρήσεως ἀδείας προτεραιότητος ἐξαγωγῆς ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Γράτσου, ὁ ὁποῖος εἶχε δύο ἀδείας προτεραιότητος καὶ προσεφέρθη νὰ μοῦ ἐκχωρήσῃ τὴν μίαν. Αὐτὸ εἶναι ὅλον! Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἡ ἄλλη φοβερά!! περικοπὴ ἐπὶ τῆς ἐπιστολῆς ἡ ὁποία τιτλοφορεῖται εἰς τὸ δημοσίευμα τοῦ «Ριζοσπάστη» «Ἀρχηγοὶ καὶ ὀλιγαρχία»!! ἐκ τῆς ὁποίας ἀπεσπάσθησαν καὶ διετυπώθησαν κατὰ τὴν ἐρήμην ἐμοῦ συζήτησιν τῆς 8 Μαΐου ὡς ἐρώτημα. «Πρέπει νὰ ἔχῃς ὑπ’ ὄψει σου ὅτι καὶ ὁ Ἐμμ. Κουλουκουντῆς, καὶ ὁ Γ. Λύρας, καὶ ὁ Στ. Λιβανός, καὶ ὁ Ν. Ρεθύμνης, ἐκτὸς τοῦ Σεβασμιωτάτου ἔχουν προσφερθῆ νὰ σὲ ἐνισχύσουν οἰκονομικῶς κλπ. Σοῦ τὰ γράφω αὐτὰ διότι ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ ἀφήσω τὴν πουριτανικὴν ἠθικὴν ἀκαμψίαν καὶ νὰ δέχωμαι τοιαύτας ἐνισχύσεις διὰ νὰ μὴ ἀναγκάζωμαι νὰ τρέχω εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον καὶ τὸ Πλημμελειοδικεῖον, ὡς ὑποψήφιος πλέον ἡγέτης κατ’ ἐπάγγελμα». Ἰδοὺ τὸ μέγα ἐν διανοίᾳ ἁμάρτημά μου! Ἰδοὺ τὸ ἔγκλημα τῆς σκέψεως ποὺ ἐξομολογοῦμαι εἰς ἐμαυτόν, εἰς τὸ τέκνον μου! τὸ ὁποῖον τόσον ἐξετάραξε καὶ συνεκίνησε τὸν «Ριζοσπάστην» διὰ νὰ δογματίσῃ περὶ τῆς ἠθικῆς τοῦ κόσμου ποὺ κυβερνᾷ καὶ τοὺς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁμιλήσαντας νὰ ἐκδηλώσουν τὴν σχετικὴν ἱεράν των ἀγανάκτησιν διὰ τὸν κίνδυνον ποὺ διατρέχει ἐκ τῆς ἐξομολογήσεώς μου αὐτῆς ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Κοινοβουλίου καί.... οἱ δημοκρατικοὶ—φεῦ! θεσμοί. Ἀλλὰ περὶ τίνος πράγματι πρόκειται; Δικαιολογοῦνται ἐκ τῶν ἐκφράσεων αὐτῶν οἱ γενικώτεροι σχολιασμοὶ ἀλλὰ καὶ αἱ τόσον αὐστηραὶ καὶ ἀδυσώπητοι αἰτιάσεις, αἱ ὁποῖαι μετὰ τόσης σοβαρότητος διετυπώθησαν καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς κατὰ τοῦ.... δράστου! τοιούτων ἐξομολογήσεων!! Ἥμαρτον Θεέ μου! Καὶ ἐξεδηλώθη διὰ τὴν ἐν λόγῳ καὶ διανοίᾳ μου αὐτὴν ἀσυγκράτητος ἡ... ὀργή! δημοσιογραφικῶν καὶ Κοινοβουλευτικῶν Φαρισαίων!! Ἐγγίζω, κύριοι τὸ 60ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας μου. Ἔμεινα ὀρφανὸς εἰς ἡλικίαν 8 ἐτῶν. Ἐσπούδασα ἐργαζόμενος ἀπὸ τὸ Σχολαρχεῖον ἀκόμη καὶ τὸ Γυμνάσιον τῆς Χαλκίδος. Τὸ γνωρίζουν αὐτὸ οἱ συμμαθηταί μου, οἱ παρακαθήμενοι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Καὶ ἄλλοι Χαλκιδεῖς συνάδελφοι θὰ ἠδύναντο νὰ εἶχον πληροφορηθῆ, ὅτι παρέδιδον ἰδιαίτερα μαθήματα κατὰ τὴν νύκτα εἰς τοὺς συμμαθητάς μου εἰς τὸ Γυμνάσιον. Ἐσπούδασα ὡς φοιτητὴς ὅπως γνωρίζει ὁ κ. Χατζηγιάννης, διότι τὸν διεδέχθην εἰς «Τὰ Οἰκονομικὰ Χρονικὰ» τοῦ πατρὸς τοῦ κ. Μακκᾶ, διὰ νὰ μισθοδοτοῦμαι ἀντὶ 70 δραχμῶν μηνιαίως τότε. Κατέκτησα οἵαν κατέκτησα θέσιν εἰς τὸν ἐπιστημονικὸν κόσμον τῆς Ἑλλάδος διὰ τῆς ἐργασίας μου καὶ τῆς δράσεώς μου. Ἐδικηγόρησα εἰς τὴν Λαμίαν, τὰς Σέρρας· ὑπηρέτησα ὡς Πρωτοδίκης εἰς τὴν Χίον καὶ τὰς Ἀθήνας· ὡς Ἐπίτροπος τοῦ Στρατοδικείου Ἀθηνῶν ἐπὶ μίαν διετίαν· ὡς Εἰσαγγελεὺς Πειραιῶς ἐπὶ μίαν διετίαν καὶ ἔκτοτε δικηγορῶ εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν ἰδίᾳ ἐνώπιον τῶν Ποινικῶν Δικαστηρίων τοῦ Κράτους. Εἰσῆλθον εἰς τὴν ἐνεργὸν πολιτικὴν ἀπὸ τοῦ 1923. Ἔμεινα κατὰ τὴν περίοδον τῆς κατοχῆς ἐδῶ, ὅταν ἄλλοι ἄνευ οὐδενὸς λόγου ἔφευγαν εἰς τὴν Μέσην Ἀνατολὴν διὰ νὰ εὑρίσκωνται καὶ πολιτεύωνται ταυτοχρόνως ἐκεῖ καὶ ἐδοκιμάσθην καὶ ἐγὼ ἐδῶ μετὰ τῶν συμπολιτῶν μου. Εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πωλήσω ἓν οἰκόπεδον τὸ ὁποῖον εἶχον εἰς τὴν Κηφισιὰν τὸν Ἰούλιον τοῦ 1942 καὶ νὰ στείλω τὰ τρία τέκνα μου εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα τὴν Ἀταλάντην διὰ νὰ τρῶνε ἕνα κομμάτι ψωμί, διότι ἐστάθην μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἐλευθέρους πολιορκημένους Ἕλληνας μακρὰν τοῦ κατακτητοῦ. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν διεξήγαγον πολύμοχθον ἀγῶνα καὶ διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν τῆς ἀνασυγκροτήσεως τῆς ναυτιλίας καὶ διὰ τὴν διαφώτισιν τῶν ὁμογενῶν. Ἦτο καὶ τὸ κλῖμα βαρὺ—ἠγωνίσθην καὶ ἐδοκίμασα βαθυτάτας συγκινήσεις διὰ τὰς ὁποίας μοῦ εἶπεν ὁ Ἀμερικανὸς ἰατρὸς ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐπῆρα τὸ καρδιογράφημα ὅτι «ἔχετε κουράσει πολὺ τὴν καρδιά σας». Ὅταν ἦλθον ἐδῶ ἤμην πράγματι πολὺ κουρασμένος. Τὸ λέγω εἰς τὸ γράμμα αὐτό, ποὺ γράφω εἰς τὸν πρωτότοκον υἱόν μου. Τὸ ἀρχίζω: «Παιδί μου Μάνθο». Ἔτσι μοῦ ἔγραφε καὶ μένα ἡ μάνα μου: «Παιδί μου Νῖκο», ὅταν ἤμουνα στὰ ξένα καὶ ἐσπούδαζα ἐργαζόμενος. Τὸ ἔγραψα τὴν 25 Φεβρουαρίου ξαπλωμένος εἰς ἕνα κρεββάτι εἰς ξενοδοχεῖον τῆς Κηφισιᾶς κατόπιν ὑποδείξεως τῶν ἰατρῶν, διότι εἶχε φθάσει ἡ πίεσίς μου 20. Εἶχε γράψει τὸ παιδί μου εἰς τὴν γυναῖκα μου: Προσέξτε τὸν πατέρα, προσέξτε, προσέξτε. Δὲν εἶναι καλὰ μοῦ εἶπεν ὁ Ἀμερικανὸς ἰατρός. Εἶναι πολὺ κουρασμένος. Καὶ τοῦ ἔγραψα: «Δὲν κάνεις καλὰ νὰ γράφῃς στὴ μάνα σου προσέξτε, προσέξτε, καὶ νὰ τοὺς τρομοκρατῇς. Κλαῖνε ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ πῆραν τὸ γράμμα σου», «ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς εἶμαι κουρασμένος. Ἔχω κουράσει πολὺ τὸ μυαλό μου καὶ τὴν ψυχή μου τελευταῖα». Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ γράφει ὁ «Ριζοσπάστης» εἰς τὸ κείμενον τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη καὶ ἔτυχε τῆς ὑπερτάτης τιμῆς νὰ προσαχθῇ εἰς τὸ βῆμα τοῦτο καὶ νὰ ἐπιδειχθῇ εἰς τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους «Παραλείπονται φράσεις, ἀναγόμεναι εἰς οἰκογενειακὰς ὑποθέσεις τοῦ κ. Ἀβραάμ». Ἀλλὰ βλέπω εἰς τὴν φωτοτυπίαν τὴν δημοσιευθεῖσαν τὴν ἑπομένην, «χρεωκοπημένος» καὶ «νὰ εἰσφέρῃς καὶ σὺ γρήγορα εἰς τὴν ἐπαγγελματικήν μου ἐργασίαν». Εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, τὸ ὁποῖον δολίως παραλείπεται ἀναφερόμενον δῆθεν εἰς οἰκογενειακάς μου ὑποθέσεις, διὰ νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς οἱονδήποτε κακόβουλον ἀναγνώστην νὰ ὑποθέσῃ, τίς οἶδε, τὶ οἰκογενειακὰ βάσανα καὶ ἀπόρρητα ἀποκαλύπτει ἐδῶ ὁ κ. Ἀβραάμ, τὰ ὁποῖα τάχα ἡ ἐφημερὶς σεβομένη τὸ οἰκογενειακὸν ἄσυλον, δὲν τὰ δημοσιεύει ὅπως φαίνεται σαφῶς εἰς τὴν φωτοτυπίαν, λέγω εἰς τὸ παιδί μου «νὰ ἠμπορέσῃ νὰ εἰσφέρῃ εἰς τὴν ἐπαγγελματικήν μου ἐργασίαν». Καὶ εἶναι ἡ φράσις αὕτη λίαν χαρακτηριστική. Διότι ἐκεῖνος ποὺ ἔχει εἰσπράξει τὴν προμήθειαν ἑνὸς ἑκατομμυρίου δολλαρίων καὶ πλέον δὲν ἠμπορεῖ νὰ συμβουλεύῃ τὸ παιδί του, «νὰ φροντίσῃ γρήγορα νὰ ἠμπορῇ νὰ εἰσφέρῃ εἰς τὴν ἐπαγγελματικήν του ἐργασίαν». Καὶ ὁ μὲν «Ριζοσπάστης» εἰς τὸ πρῶτον δημοσίευμα διὰ τοῦ ὑποτίτλου «Ἀρχηγοὶ καὶ Ὀλιγαρχία» ἔδωκεν εἰς τὴν περίοδον αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν ἡ ὁποία τὸν συνέφερε διὰ τὴν γενικωτέραν διαφωτιστικήν του ἔκθεσιν κατὰ τοῦ κόσμου ποὺ κυβερνᾷ, ἀλλ’ οἱ ὁμιλήσαντες συνάδελφοι, εὗρον ὅτι ἡ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ διατύπωσις τῆς σκέψεως περὶ ἐγκαταλείψεως τῆς πουριτανικῆς ἠθικῆς ἀκαμψίας εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐνισχύσεως τοῦ υἱοῦ του διὰ τὰς σπουδάς του εἶναι μέγιστον καὶ δεινὸν ἔγκλημα»! Ἀλλὰ τὸ τμῆμα αὐτὸ τῆς ἐπιστολῆς πρέπει νὰ ἐκτιμηθῇ καὶ νὰ ἑρμηνευθῇ ὁλόκληρον ἀπὸ τὴν φράσιν: «Πιστεύω ὅτι θὰ ἔχῃς εὕρει δωμάτιον διὰ νὰ ζῇς οἰκονομικώτερα καὶ νὰ διαβάζῃς» μέχρι τοῦ τέλους, συνεννοήσου σχετικῶς μὲ τὸν Ἀργυρίου καὶ Τζίβα». Καὶ ἡ πρώτη φράσις, ἡ ὁποία θὰ ἦτο εὐθύτερον καὶ ὀρθότερον νὰ μὴ παραλειφθῇ ἀπὸ τὸν καταρτίσαντα τὸ σημείωμα καὶ τὸν ἀπαγγείλαντα αὐτὸ ἀπὸ τὸ βῆμα μεμονωμένως ἑρμηνευομένη ἀποτελεῖ εὔγλωττον ἀπόδειξιν τῆς ἀναληθείας τοῦ προσαπτομένου μου δυσφημιστικοῦ γεγονότος ὅτι εἰσέπραξα προμήθειαν, διότι ὁ εἰσπράξας τοιαύτην προμήθειαν δὲν θὰ συνεβούλευε τὸν υἱόν του νὰ ζῇ οἰκονομικώτερα. Ἀλλὰ καὶ ὅλη ἡ ἄλλη περίοδος «πρέπει νὰ ἔχῃς ὑπ’ ὄψει σου κλπ.». Σοῦ τὰ γράφω αὐτὰ διότι ὁμολογῶ καὶ ἐγώ, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ ἀφήσω τὴν πουριτανικήν μου ἠθικὴν ἀκαμψίαν καὶ νὰ δέχομαι τοιαύτας ἐνισχύσεις. Ὅταν ἐκτιμηθῇ μὲ στοιχειώδη καλοπιστίαν δὲν ἔχει καὶ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλην ἔννοιαν ἢ τὴν ἑξῆς: Ἀπ’ ἐδῶ ὁ γράφων πατὴρ πληροφορεῖ καὶ ἀποκαλύπτει εἰς τὸν πρὸς ὃν ἀπευθύνεται υἱόν του τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Σεβασμιώτατος, ὁ μὴ ἀγοράσας Λίμπερτυ καὶ οἱ ἄλλοι ὀνομαζόμενοι φίλοι του παλαιοὶ καὶ πελάται του, οἱ δύο μάλιστα τῶν ὁποίων ὅπως εἶπα, εἶχαν πάρει πλοῖα ἀπὸ τὰ 14 πρὶν μεταβῶ εἰς Ἀμερικήν, εἶχον προσφερθῆ νὰ τὸν ἐνισχύσουν οἰκονομικῶς διὰ τὰς σπουδάς του. Δὲν τὸν εἶχα κἂν κατατοπίσει ἐπ’ αὐτῆς τῆς αὐθορμήτου προσφορᾶς αὐτῶν ὅταν εὑρισκόμην ἀκόμη εἰς Ἀμερικὴν καὶ δὲν εἶχον κατασφαλίσει τὰς σχετικὰς ὑποσχέσεις περὶ τοιούτων ἐνισχύσεων. Ὅτι δὲ τοιοῦτον χαρακτῆρα καὶ τοιοῦτον σκοπὸν ἀφορῶντα τὰς σπουδάς του εἶχεν ἡ προφορικὴ αὐθόρμητος ὑπόσχεσις περὶ ἧς ἐντεῦθεν ἐκ τῶν ὑστέρων εἰδοποιῶ τὸν υἱόν μου, καθίσταται πρόδηλον ἐκ τῆς ἀνακοινώσεως τῆς σχετικῆς ὑποσχέσεως τοῦ Σ. Λιβανοῦ. Ὁ Στ. Λιβανὸς, τὴν τελευταίαν στιγμὴν μοῦ εἶπε «ὅτι θέλει (ὁσάκις δηλαδὴ λαμβάνει ἀνάγκην) νὰ ἀποτείνεται σὲ μένα, τὸ γυιὸ τοῦ Παπανδρέου ἐγὼ τὸν ἐσπούδασα». Ἡ μετ’ ἀπολύτου διστακτικότητος διατύπωσις τῆς ἐνδομύχου σκέψεώς μου ὅτι ὡς πρὸς τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι καιρὸς ν’ ἀφίσω τὴν «πουριτανικήν μου ἠθικὴν ἀκαμψίαν» ποὺ ἐξομολογοῦμαι εἰς τὸν ἑαυτόν μου ὑπὸ ἓν πνεῦμα αὐτοειρωνίας καὶ σαρκασμοῦ διαφαινόμενον εἰς τὴν φράσιν ὡς «ὑποψήφιος πλέον ἡγέτης» δὲν νομίζω, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ δώσῃ εἰς οἱονδήποτε ἀπροκατάληπτον ἀναγνώστην καὶ κριτὴν λογικὸν ἔρεισμα διὰ νὰ προάγεται εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἀποτελεῖ αὕτη ἐκδήλωσιν οἱουδήποτε ἀμοραλισμοῦ καὶ ἀνεντιμότητος τοῦ γράφοντος. Δὲν σκέπτεται καθ’ ἑαυτὸν κανεὶς νὰ ἀφίσῃ κάτι ποὺ δὲν ἔχει καὶ δὲν τὸ ἐχαρακτήρισε καθ’ ὅλην τὴν δημοσίαν του ζωήν! Καὶ δὲν φθάνει, δὲν θὰ ἔφθανε ποτὲ ἐκεῖνος ποὺ εἰσέπραξε τὴν μεγάλην προμήθειαν νὰ συμβουλεύῃ τὸν υἱόν του, νὰ ζητῇ βοήθειαν ἀπὸ πρόσωπα τὰ ὁποῖα τοῦ ἔδωκαν τὴν προμήθειαν αὐτήν. Ἀἀνεξαρτήτως τοῦ γεγονότος ὅτι μεταξὺ τῶν προσώπων αὐτῶν οἱ τρεῖς Κουλουκουντῆς, Ρεθύμνης καὶ Λύρας εἶναι ἀπὸ παλαιοῦ φίλοι καὶ πελάται τοῦ γραφείου μου καὶ εἶναι μεταξὺ των καὶ ὁ Σεβασμιώτατος ἀπὸ τὸν ὁποῖον θὰ ἠδυνάμην καὶ ἐγὼ νὰ ἐξασφαλίσω καὶ ὑποτροφίαν σχετικήν. Διότι ὡς εἶναι γνωστόν, ἔχουν δοθῆ ὑποτροφίαι καὶ εἰς τέκνα προσώπων τὰ ὁποῖα δὲν προσέφερον οἵας ἔχω τὴν συνείδησιν ὅτι ἔχω προσφέρει ἐγὼ ὑπηρεσίας εἰς τοὺς ἀγῶνας τοῦ Κράτους καὶ Ἔθνους μας. Ἄλλως ἐὰν εἶχον εἰσπράξει τὴν προμήθειαν οὔτε τὴν συμβουλὴν νὰ ζῇ οἰκονομικώτερα θὰ παρεῖχον εἰς τὸν υἱόν μου οὔτε τὴν εἰδοποίησιν περὶ τῆς αὐθορμήτου προσφορᾶς πρὸς ἐνίσχυσίν του ἀπὸ τὰ ἀναφερόμενα πρόσωπα θὰ περιεῖχεν ἡ ἐπιστολὴ οὔτε τὴν φράσιν νὰ μὴ ἀναγκάζωμαι νὰ τρέχω εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, οὔτε θὰ προέβαινον εἰς τὴν τόσῳ ἁμαρτωλὴν ἐκδήλωσιν τῆς διανοίας μου καὶ τὴν θωπείαν τῆς ἰδέας τῆς ἀπὸ τοῦδε (εἶναι καιρὸς!!) καὶ εἰς τὸ ἑξῆς χειραφετήσεώς μου ἀπὸ τῆς ἠθικῆς μου ἀκαμψίας, διότι ἁπλούστατα... θὰ εἶχον χειραφετηθῆ αὐτῆς. Καὶ ἐτονίσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἡ σημασία τῆς ἐκδηλώσεώς μου αὐτῆς, ἐν τῇ πρὸς τὸν υἱόν μου ἐπιστολῇ, ἡ τάχα γενικωτέρα, ἡ θίγουσα καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος, καὶ δημιουργοῦσα κινδύνους, τοῦ δημοκρατικοῦ θεσμοῦ, τοιούτους, ὥστε ν’ ἀναγκάζεται νὰ δηλώνῃ ὁ πρῶτος ἀγορητής: «Ἡμεῖς δὲν συμμεριζόμεθα τὰς μεθόδους Σας! Ἡμεῖς εἴμεθα ἀδιάβλητοι! καὶ διαχωρίζομεν, (ἄκουσον, ἄκουσον), τὰς εὐθύνας μας. Ἀλλ’ ὦ! τῆς ἠθικοπολιτικῆς εὐαισθησίας τῶν κατηγόρων μου διὰ τὸ μέγα αὐτὸ ἐν λόγῳ καὶ διανοίᾳ, ἁμάρτημά μου. Καὶ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω. Ποῖοι εἶσθε σεῖς, ποὺ ὑψώνετε τὴν φωνήν σας καὶ λαμβάνετε τὴν ἱστορικὴν ἀπόφασιν νὰ διαχωρίσετε τὰς εὐθύνας σας; Μήπως εἶσθε, οἱ ἴδιοι, οἱ ὁποῖοι εἰς διάγγελμά σας καταχωρηθὲν εἰς τὰς ἐφημερίδας Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης τὴν 2 Ἰουλίου 1931 ὡς Γενικοὶ Γραμματεῖς ἑνὸς Ἀγροτικοῦ κόμματος, ὠνομάζατε τὴν τότε Κυβέρνησιν τοῦ Ἐλευθ. Βενιζέλου, Κυβέρνησιν ἐκπροσωποῦσαν ἀπροκαλύπτως τὴν δικτατορίαν τῆς ὀλιγαρχίας τοῦ πλούτου καὶ ἐδηλώνετε, ὅτι μὴ ἐπιθυμοῦντες νὰ συμμερίζεσθε ὡς ἡγέτης τότε καὶ σεῖς τὰς εὐθύνας διὰ τὸν ἐκτροχιασμὸν ἀπὸ τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος (καὶ τότε ἐκόπτεσθε ὑπὲρ τοῦ δημοκρατικοῦ θεσμοῦ), ἀπεσύρατε ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ Γερουσίαν τὴν κοινοβουλευτικὴν ὁμάδα τοῦ κόμματός σας; Ἀλλὰ καὶ τώρα ἐκάματε μίαν ὁμολογίαν περὶ ἀνωμαλίας σας, ἐγκειμένης εἰς τὴν πίστιν σας καὶ τὴν ἠθικότητα τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ εὐτυχῶς ὅτι ἔσπευσε νὰ διορθώσῃ ὁ φίλος κ. Βασιλειάδης, διὰ νὰ ἄρητε τὴν ὁμολογίαν σας αὐτήν. Ὑπάρχει ἡ ἄλλη περίοδος, ἡ ὁποία εἰς τὸ δημοσίευμα τιτλοφορεῖται, «ἡ τέχνη τοῦ ὁμιλεῖν». Καὶ αὐτὴ πρέπει νὰ ἑρμηνευθῇ ἐν τῷ συνόλῳ της. Τὸ πρῶτον μέρος ἀφορᾷ παραγγελίαν, ὅπως μοῦ μεταφράσῃ περικοπὰς ἀπὸ τὸ Ἀγγλικὸν βιβλίον «ἡ τέχνη τοῦ ὁμιλεῖν» καὶ μοῦ τὰς στείλῃ διὰ τὸ δικηγορικόν μου ἐπάγγελμα καὶ τὰς περὶ ρητορικῆς τέχνης μελέτας μου. Τὸ δεύτερον μέρος ἀπὸ τῆς φράσεως «ὡς πρὸς τὰς ἐπαγγελματικάς σου κατευθύνσεις κλπ.» ἕως τὴν φράσιν «νὰ συνεννοηθῇς μὲ τὸν Μάνθον,» (ὁ ὁποῖος εἶναι φίλος μου δικηγόρος ἐν Ἀθήναις καὶ ἐφοπλιστής), ἀφορᾷ καὶ ἀναφέρεται ὁλόκληρον εἰς τὰς ἐπαγγελματικὰς κατευθύνσεις καὶ ἐργασίας τοῦ υἱοῦ μου. Θὰ σᾶς ἀναλύσω τὰς εἰς τὸ μέρος αὐτὸ σκέψεις μου, τὰς ὁποίας ἀνακοινῶ εἰς τὸν υἱόν μου, διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶμαι ὁ ἁρμοδιώτερος ὅλων τῶν ἐπὶ γῆς ἀνθρώπων νὰ ἐξηγήσω τὴν διάνοιάν μου, ἡ ἐξιχνίασις τῆς ὁποίας ἐπέπρωτο νὰ καταστῇ ἀντικείμενον σοβαρᾶς καὶ ὑπευθύνου κοινοβουλευτικῆς συζητήσεως. Πρέπει νὰ ἔχῃ κανεὶς ὑπ’ ὄψει του τὰς σχετικὰς ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, τῶν ἐπαγγελματικῶν κατευθύνσεων καὶ ἐργασιῶν τοῦ υἱοῦ μου συνομιλίας μου ἐκεῖ κάτω. Μοῦ ἔλεγον φίλοι μου καὶ πελάται μου, καὶ συνάδελφοι ἐπὶ τῇ δικηγορίᾳ ὡς ὁ Γ. Λαιμὸς καὶ ὁ Α. Μάνθος καὶ ἐφοπλισταὶ, ὅτι θὰ ἠδύναντο νὰ τὸν προσλάβουν εἰς τὰ ναυτιλιακά των γραφεῖα διὰ νὰ ἐργάζηται. Καὶ ἐπειδὴ αἱ ναυτιλιακαὶ ἐπιχειρήσεις μεταφέρονται πλέον εἰς τὴν Ἀμερικήν, ὁ Πειραιώτης φίλος μου καὶ πελάτης μου Γ. Λύρας, ἀνεψιὸς τοῦ Γ. Λαιμοῦ, μοῦ ὑπεσχέθησαν νὰ τὸν προσλάβουν καὶ νὰ τοῦ δίδουν πρὸς ἀποζημίωσιν διὰ τὴν ἐργασίαν του καὶ μετοχὰς, ἐξ ἐκείνων τὰς ὁποίας δίδουν καὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους των ἀπὸ τὴν CORPORATION τὰς ἑταιρείας ποὺ θὰ ἱδρύσουν ἐκεῖ, ἀναλόγους πρὸς τὰς ἐν Λονδίνῳ LIMITED. Ἡ φράσις, λοιπόν, αὐτὴ «ἐκεῖνο ποὺ μᾶς ὑπεσχέθηκεν ὁ Λύρας, νὰ σοῦ δίνῃ μετοχές», ἴσως θὰ πρέπει νὰ κατοχυρωθῇ μὲ ἕνα χαρτί. Θὰ τοῦ γράψω καὶ ἐγώ», αὐτὴν ἀκριβῶς καὶ μόνον αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἔχει. Σημειωτέον, ὅτι ἀπὸ τὸ ἀρχικὸν δημοσίευμα ἔχει παραλειφθῆ ἡ λέξις «σου» ἐξεπίτηδες, ἵνα δημιουργῆται ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ μετοχῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐδίδοντο εἰς ἐμὲ τὸν ἴδιον. Ἐπίσης πρέπει νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι ὁ Γ. Λύρας, εἶχεν ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἑταιρείας «Γαλαξίας» λάβει ἓν πλοῖον ἀπὸ τὰ 14 πρὸ τῆς εἰς Ἀμερικὴν ἀφίξεώς μου, εἰς ἀντικατάστασιν ἀπολεσθέντος πλοίου οὗτινος οἱ μέτοχοι ἦσαν γνωστοὶ καὶ ἔμειναν οἱ ἴδιοι καὶ εἰς τὸ νέον πλοῖον. Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκτιμηθῇ ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν περαιτέρω φράσιν: «Νὰ ἀσχοληθῇς γερὰ εἰς τὰ ναυτιλιακὰ καὶ ἀσφαλιστικά. Συνεννοήσου γι’ αὐτὸ μὲ τὸν κ. Μάνθον» ἐκ τῆς ὁποίας καθίσταται πρόδηλον ὅτι ἡ φράσις «περὶ μετοχῶν» ἀφορᾷ τὰς μελλοντικὰς ἀπολαβὰς τοῦ υἱοῦ του ἐκ τῆς τοιαύτης ἀπασχολήσεώς του καὶ ἐργασίας. Διότι θὰ ἔπρεπε ν’ ἀγνοῶ καὶ τὸ Α τῆς νομικῆς ἐπιστήμης ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ παροχῆς μετοχῶν ἐπὶ πλοίων καὶ δὲν εἶχον ἐγὼ ἐγκαίρως κατασφαλίσει αὐτὰς διὰ συμβολαιογραφικοῦ ἐγγράφου συμφώνως πρὸς τὸν νόμον τοῦ 1945 πρὸ τῆς ἀγορᾶς καὶ τῆς νηολογήσεως τοῦ πλοίου καὶ νὰ μὴ ἔχω ἀνάγκην νὰ γράφω ἀπ’ ἐδῶ ἐκ τῶν ὑστέρων «ἴσως θὰ πρέπει νὰ κατοχυρωθῇ μὲ ἕνα χαρτί». Ἀλλ’ ἐξέχασα. Ὑπάρχει καὶ ἕνα ἄλλο σημεῖον φοβερόν! εἰς τὴν ἐπιστροφὴν αὐτήν. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ μίαν πρόσθετον ἀπόδειξιν τοῦ ψεύδους τοῦ δυσφημιστικοῦ γεγονότος τῆς λήψεως προμηθείας. Γράφω περαιτέρω: «Τὸ σπίτι μᾶς τὸ παρέδωσαν οἱ Ἄγγλοι καὶ χρειαζόμεθα καμμιὰ εἰκοσαριὰ ἑκατομμύρια γιὰ νὰ τὸ ἐπισκευάσωμεν». Πρόκειται περὶ μιᾶς διωρόφου οἰκίας τῆς γυναίκας μου εἰς τὸ Παλ. Φάληρον, ἠγορασμένης ἀπὸ τὸ 1925, εἰς τὴν ὁποίαν κατῴκουν οἰκογενειακῶς. Τὴν εἶχον ἐπιτάξει οἱ Γερμανοὶ ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1943 καὶ οἱ Ἄγγλοι ἀπὸ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1944 καὶ ἠναγκάσθην νὰ κατοικῶ εἰς ἄλλην κατοικίαν εἰς τὴν ὁποίαν μὲ μετέφερον οἱ Γερμανοί, ἐκ 4 δωματίων μὲ τὴν ἑξαμελῆ οἰκογένειάν μου. Ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπή, τῆς ὁποίας θὰ ζητήσω ἐγὼ τὴν σύστασιν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐνεργήσῃ καὶ τοιαύτην ἔρευναν εἰς τὴν κατοικίαν μου. Διότι θὰ ζητήσω ἐγὼ νὰ συσταθῇ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπή, ἀφοῦ ἐπέπρωτο νὰ φθάσῃ ἕως ἐκεῖ ἡ ἀνύπαρκτος ὑπόθεσίς μου, καὶ θὰ παρακαλέσω ἰδιαιτέρως τὴν Βουλὴν νὰ ἀποδεχθῇ τὴν αἴτησίν μου αὐτήν. Σκοπὸς ἀποκλειστικὸς καὶ ἁρμοδιότης της θὰ εἶναι νὰ ὁρισθῇ ἡ ἀνάλυσις, ἡ ἐξονύχισις, ἡ διείσδυσις, ἐξιχνίασις καὶ βυθομέτρησις τῶν ἐγκάτων τῆς διανοίας τοῦ πνευματικοῦ πατρὸς τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ, τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς, διὰ νὰ διαπιστωθῇ καὶ διὰ νὰ ἀνακαλυφθῇ οἱαδήποτε ὁμολογία οἱασδήποτε παραβάσεώς μου, οἱουδήποτε ἐγκλήματός μου ἐν τῇ ἀσκήσει τῶν καθηκόντων μου ὡς Ὑπουργοῦ. Γράφω, λοιπόν, διὰ τὸ σπίτι, χρειαζόμεθα 20 ἑκατομμύρια γιὰ νὰ τὸ ἐπισκευάσουμε (καὶ ποῦ θὰ τὰ βροῦμε, δηλαδή). Διότι ὡς προκύπτει ἐκ πιστοποιήσεως τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης, τὴν 20 τοῦ παρελθόντος Ἀπριλίου ὑπέβαλον αἴτησιν νὰ μοῦ χορηγηθῇ δάνειον 25 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνεκρίθη ἀκόμη, τὴν ἔχω φάγει, βλέπετε, ἐν τῷ μεταξὺ τὴν προμήθειαν ποὺ εἰσέπραξα. Ὑπάρχει ὅμως καὶ κάτι ἄλλο σοβαρώτατον. Γράφω: «Νὰ πάρῃς καὶ ἕνα μηχάνημα φωνοληψίας. Τὰ ψυγεῖα μοῦ λέγουν ποὺ ἔρχονται ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴν εἶναι προωρισμένα διὰ τόσα βόλτ, συνεννοήσου σχετικὰ μὲ τὸν Τζόβα καὶ Ἀργυρίου». Οἱ δύο αὐτοὶ κατάγονται ἐκ Παρνασσίδος καὶ εἶναι ἐπιχειρηματίαι καὶ ἔμποροι. Συμπατριῶται καὶ φίλοι μου, οἱ ὁποῖοι μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους Ρουμελιῶτες ἔχουν τὸν σύλλογον «Ἀθανάσιος Διάκος» καὶ μὲ περιεποιήθησαν ἰδιαιτέρως κατὰ τὴν ἐκεῖ παραμονήν μου, ξένοι ἐντελῶς πρὸς τὸν ἐφοπλιστικὸν κόσμον. Συνέπεσε μάλιστα μὲ αὐτοὺς νὰ ἔχωμεν ὑπηρετήσει μαζὶ στρατιῶται εἰς τὸν πόλεμον τοῦ 1912 –13, εἰς τὸ 2ον Σύνταγμα τῆς Λαμίας. Διότι ἔχω καὶ ἐγὼ εἰς τὸν καιρόν μου ὑπηρετήσει καὶ στρατιώτης, καὶ δεκανεὺς καὶ λοχίας καὶ λοχαγὸς καὶ ταγματάρχης τῆς Στρ. Δικαιοσύνης, ἀνθυπολοχαγὸς ἐπὶ 7 ὁλόκληρα ἔτη. Ὁ Ἀργυρίου ἔχει κατάστημα ψυγείων, ραδιοφώνων, μηχανημάτων φωνοληψίας κλπ. Προσεφέρθησαν νὰ δώσουν ἕνα μηχάνημα φωνοληψίας τὸ ὁποῖον ἔχει 160 δολλάρια. Ὡς πρὸς τὰ ψυγεῖα, γράφω ὅτι ὅπως μοῦ εἶπαν ἐδῶ προσαρμόζονται στὰ ἐδῶ βολτάζ, διότι κάτω μοῦ ἔλεγαν ὅτι δὲν προσαρμόζονται. Καὶ τοῦ ἔγραφα σχετικῶς, ὅτι προσαρμόζονται εἰς τὰ ἐδῶ βόλτ. Καὶ ἐγένετο πολὺς ὁ περὶ αὐτῶν λόγος, ἐνῷ πράγματι ἐπρόκειτο περὶ ψυγείου καὶ ἠλεκτρικῆς κουζίνας διὰ τὸ Ζάννειον, διὰ τὰ ὁποῖα εἶχα πάρει ἀπὸ τὸν φίλον δήμαρχον Πειραιῶς μίαν παραγγελίαν πρὸ τῆς ἀναχωρήσεώς μου καὶ... δὲν τὴν ἐξετέλεσα. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, κύριοι βουλευταί, ἂν ἔχῃ ἀπὸ τοὺς ἐρευνητὰς τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς ἀνακαλυφθῆ ἄλλη τις ὁμολογία διὰ κανὲν ἄλλο ἔγκλημά μου καὶ ἁμάρτημα. Ἄ, ἐξέχασα! Γράφω: «νὰ συνεννοηθῇς μὲ τὸν Λύρα γιὰ τὰ ἄλλα ζητήματα τοῦ Πειραιῶς ποὺ μιλήσαμε προσωπικῶς». Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ εἰς τὸ ἀρχικὸν δημοσίευμα ἔχουν προστεθῆ καὶ ἀποσιωπητικά.... ἐξεπίτηδες διὰ νὰ δημιουργῆται ἡ ἐντύπωσις ὅτι πρόκειται περὶ ὑπόπτου τινὸς συνομιλίας διὰ τὰ ζητήματα τοῦ Πειραιῶς. Σχετικῶς πρὸς αὐτὰ γίνεται λόγος εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἐπιστολῆς, «προχθὲς ἐπῆρα τὸ τηλεγράφημά σου γιὰ τὰ ἄλλα ζητήματα, τὰ ἀφορῶντα τοὺς ἐράνους διὰ τὸν Πειραιᾶ διὰ τὰ ὁποῖα σοῦ εἶχα κάμει τηλεγραφικὴν ὑπόμνησιν. Ἐπῆρα ἐπίσης σχετικὸν τηλεγράφημα τοῦ φίλου κ. Κωτάκη». Ὁ κ. Κωτάκης εἶναι ὁ γνωστὸς Πειραιώτης, διευθυντὴς τῶν «Ναυτικῶν Χρονικῶν», ὁ ὁποῖος μοῦ ἐτηλεγράφησε νὰ στείλω προϋπολογισμὸν τῶν δαπανῶν διὰ τὴν στέγην τῆς Σχολῆς Προμηθεὺς καὶ τῆς Σχολῆς Ἀσυρματιστῶν τοῦ Πειραϊκοῦ διὰ νὰ συνεχισθῇ ὁ σχετικὸς ἔρανος. Καὶ τοῦ εἶχα ἀμέσως ἀπαντήσει ὅτι θὰ χρειασθῇ ἓν δισεκατομμύριον. Τὰ ἄλλα ζητήματα τοῦ Πειραιῶς εἶναι αὐτὰ τὰ ἀφορῶντα τὰς νυκτερινὰς Σχολὰς Προμηθέως, Πειραϊκοῦ, Ἡφαίστου, τὸ Ζάννειον, τὸν Οἶκον τοῦ Ναύτου, τὰς μονίμους δεξαμενὰς κλπ. Ὡς πρὸς τὰς σχολὰς Πειραιῶς, τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Υ.Ε.Ν. ἤτοι τὴν σχολὴν Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας καὶ τὰς νυκτερινὰς σχολὰς Μηχανικῶν, ἐπέτυχον τὴν προσφορὰν παρὰ τῶν ἀγοραστῶν τῶν Λίμπερτυ, οἱ ὁποῖοι μοῦ ἐχορήγησαν τὴν ἐλαχίστην προμήθειαν!!! ποσοῦ μέχρι τῆς ὥρας 90 χιλιάδων λιρῶν Ἀγγλίας, ἤτοι ὑπερτριακοσίων χιλιάδων δολλαρίων. Τοὺς ἐκάλεσα μετὰ τὴν ἔγκρισιν τῆς πωλήσεως καὶ τῶν 100 εἰς συγκέντρωσιν εἰς τὰ Γραφεῖα τῆς Ἑνώσεως καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀγοράσει τὰ 14 περὶ ὧν ὡμίλησα ἀνωτέρω καὶ τοὺς ἄλλους καὶ τοὺς ἐζήτησα νὰ καταθέσουν εἰς λογαριασμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας εἰς τράπεζαν Λονδίνου ὡρισμένα ποσὰ διὰ τοὺς σκοποὺς τῆς ναυτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Πράγματι δὲ τοὺς ὑπεχρέωσα νὰ ὁρίσουν παρουσίᾳ μου τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα προσφέρουν, καὶ συνετάγη σχετικὸν πρακτικὸν παρὰ τοῦ κυρίου Σκαρπέτη, συνελέγη δὲ τὸ ποσὸν τῶν 40 χιλ. λιρῶν ἀπὸ τοὺς 14 καὶ ἐν συνεχεία προσέφεραν καὶ οἱ ἄλλοι ἀγορασταὶ ἀπὸ 500 καὶ 1000 λίρας, ὡς δὲ μὲ βεβαιοῖ ἡ ὑπηρεσία ἔχει μέχρι τῆς ὥρας συλλεγῆ ἐκ τῶν εἰσφορῶν αὐτῶν ποσὸν περὶ τὰς 80 χιλ. λίρας. Εἰς αὐτὴν τὴν συγκέντρωσιν ἢ εἰς ἄλλην προγενεστέραν ὁ ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου Ἑνώσεως κ. Γ. Μοάτσος, πρώην Ὑπουργὸς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, ἐπρότεινε πρὸς τιμήν μου καὶ ἀνάμνησιν τοῦ ἱστορικοῦ διὰ τὴν ναυτιλίαν μας γεγονότος τῆς ἀποκτήσεως 100 νέων σκαφῶν νὰ ὀνομάσουν ἕνα Λίμπερτυ μὲ τὸ ὄνομά μου «Νικόλαος Ἀβραὰμ» καὶ ἀπέκρουσα ἐγὼ τὴν πρότασιν αὐτὴν, εἰπών, ὅτι τὸ ἔργον αὐτὸ ὀφείλεται εἰς ὅλην τὴν μετεκλογικὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ὡς ἐτόνισα πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ ζητήματος εἰς τὴν Βουλήν, εἶχον ἐγὼ ὑποβάλει μήνυσιν ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημίσει. Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅμως τοῦτο ἐγένετο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 7 Μαΐου καὶ τὴν ἑπομένην, ἐρήμην ἐμοῦ, συζήτησις οὐσιαστικὴ ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τῆς ποινικῆς δίκης καὶ συνεχίζεται καὶ ὁ ἐξωκοινοβουλευτικὸς θόρυβος, ὄχι μόνον ὁ κομμουνιστικός. Καὶ εἶχε δίκαιον ὁ ἀείμνηστος Νικόλας Δημητρακόπουλος, ὅταν εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1911 ἐξ ἀφορμῆς ἐπερωτήσεως διὰ μίαν ἐκκρεμῆ ἐνώπιον τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης κατὰ δικαστικῶν ὀργάνων, ὑπόθεσιν ἔλεγε: «Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνωνται ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου οὐσιαστικαὶ συζητήσεις ἐπὶ ἐκκρεμῶν ποινικῶν ὑποθέσεων, διότι πάντοτε ἀσκοῦν τοιαύτην ἢ τοιαύτην ἐπίδρασιν ἐπὶ τοῦ ἔργου τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία πρέπει νὰ μείνῃ ἀνεπηρέαστος ἐν τῇ ἀσκήσει τῶν καθηκόντων αὐτῆς. Θὰ ἦτο ἄκρως ἔκτροπον καὶ ὀδυνηρὸν ἐὰν τὸ Κοινοβούλιον ἠσχολεῖτο εἰς οὐσιαστικὴν ἔρευναν τοιούτων ὑποθέσεων, ἡ ὁποία θὰ εἶχε τὴν ἔννοιαν παρεμβάσεων εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀνεξαρτήτου δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ θὰ ἀπετέλει αὐτόχρημα ἀδίκημα εἴτε εἰς βάρος τῶν παθόντων εἴτε εἰς βάρος τῶν κατηγορουμένων. Δι’ αὐτὸ εἰς τὸ σχέδιον νόμου περὶ «τύπου» τὸ ὁποῖον εἶχε τότε καταθέσει εἰς τὴν Βουλὴν ὑπῆρχεν εἰδικὴ διάταξις, τὴν ὁποίαν ἐπανελάβομεν τῷ 1931, ὅταν ἐψηφίσαμεν τὸν ἰσχύοντα νόμον περὶ τύπου, περὶ ἀπαγορεύσεως τῶν δικαστικῶν δημοσιεύσεων καὶ ἅμα τῇ ὑποβολῇ μηνύσεως, ἐναντίον ἐφημερίδος ὅπως ἀναγράφῃ μέχρι τῆς δίκης σχετικόν τι. Καὶ ἔλεγον καὶ ἐγὼ ὡς εἰσηγητὴς τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἐντονώτερον ἐμοῦ ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἰς τὴν μακράν, εἰς τὴν κλασσικὴν ἀγόρευσίν του, περὶ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ, μεταξὺ τῶν ἄλλων: «Ἐὰν δὲν πατάξω τὸ κακὸν αὐτὸ τῆς συκοφαντίας τῶν δημοσίων ἀνδρῶν, ἐὰν δὲν θέσω χαλινὸν εἰς τὴν τοιαύτην ἀχαλινωσίαν καὶ ἀκολασίαν τοῦ τύπου, δὲν θὰ δεχθῶ νὰ ἀναλάβω ἐκ νέου τὴν κυβέρνησιν τοῦ τόπου αὐτοῦ, καὶ ἂν μὲ καλέσῃ διὰ τῆς ψήφου του ὁ Ἑλληνικὸς λαός». Ὅταν δὲ τοῦ παρετήρησεν ὁ μακαρίτης Παπαναστασίου: «Δὲν σᾶς πιάνουν ἐσᾶς, κ. Πρόεδρε», «δὲν μὲ πιάνουν ἐμένα», ἀπήντησε, διότι ἔχω μακρὺν δημόσιον βίον καὶ διότι οἱ συκοφάνται πράγματι συνηθίζουν νὰ λέγουν «δὲν κλέβει βέβαια προσωπικῶς ὁ Βενιζέλος, ἀλλὰ προστατεύει τοὺς φίλους του ποὺ κλέβουν». Καὶ ἐνισχύοντο εἰς τοῦτο, διότι τότε καὶ ἐκ τῶν ἔνδον ἐρρίπτετο συνεχῶς ἡ κραυγὴ «κάτω οἱ κλέφτες» καὶ ἐπὶ τὸ φιλολογικώτερον καὶ διὰ τὸν ἴδιον τὸν Βενιζέλον ἐλέγετο «ὁ ἡδονιζόμενος ἐν τῇ σκέψει καὶ προωθῶν εἰς τὴν διαφθοράν». Καὶ εἶχε δίκαιον ὅταν ἐχαρακτήριζεν ὡς ἀνοσίαν τὴν προσπάθειαν, ὅπως πεισθῇ ἡ κοινὴ γνώμη ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς χώρας εἶναι ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι εἰς ἄλλο τίποτε δὲν ἀσχολοῦνται, παρὰ μόνον εἰς προσωπικὸν πλουτισμόν. Καὶ εἰς τὴν προσπάθειαν ταύτην συνέβαλε μὲ τοὺς συναγωνιστάς του καὶ ὁ κ. Χατζηγιάννης. Καὶ προσέθετε: καλὰ ἐμένα δὲν μὲ πιάνουν οἱ συκοφάνται, ἀλλά, τὶ θὰ κάμωμεν μὲ τοὺς νέους τοὺς ὁποίους θὰ χρησιμοποιήσωμεν αὔριον ὡς Ὑπουργούς, θὰ τοὺς ἀφήνωμεν ἐκθέτους εἰς τὴν συκοφαντίαν; Παρὰ δὲ τὰς ἀντιρρήσεις τότε ἄλλων συνεργατῶν του καὶ παλαιῶν πολιτικῶν ὅτι τὰ Κακουργιοδικεῖα δυστυχῶς δὲν τιμωροῦν τὰς συκοφαντούσας ἐφημερίδας ἐπέμεινεν, ὅτι ὅπου διὰ τοῦ νέου νόμου περὶ τύπου, ἐξασφαλίσωμεν ἐγγυήσεις τοιαύτας ὥστε νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ταχεῖα ἐκδίκασις θὰ θέσωμεν ἕνα φραγμὸν εἰς τὸ κακὸν αὐτό. Τὰ ἐνθυμεῖται αὐτὰ ὁ κ. Κουλουμβάκης, ὁ ὁποῖος μάλιστα τότε, ἔγραφε διὰ τὸν ὁμιλοῦντα τόσους ἐπαίνους εἰς ἓν ἄρθρον, εἰς τὴν «Πειθαρχίαν».
§19Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Λέγω καὶ τώρα καλὰ λόγια, ἀλλ’ ἄλλο τὸ ἕνα κι’ ἄλλο τὸ ἄλλο. Καὶ ὑπῆρξα καὶ ἐκ τῶν εἰσηγητῶν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ νόμου καὶ ἤθελα καὶ τὴν διάταξιν νὰ μὴ τιμωροῦνται διόλου οἱ δημοσιογράφοι ὁτιδήποτε καὶ ἂν γράψουν κατὰ τῶν Κυβερνήσεων.
§20Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Νὰ ἐξυβρίζουν τὰς Κυβερνήσεις, ναί. Τὴν παλαιὰν διάταξιν ἐγὼ τὴν ἔχω καταργήσει διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ. Ὄχι ὅμως νὰ συκοφαντοῦν ἀσυδότως.
§21Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀχαλίνωτοι, διότι πρέπει νὰ εἴμεθα ἄτρωτοι (θόρυβος).
§22Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἀχαλίνωτος καὶ ἀσύδοτος ὁ τύπος ἐν μέσῃ δημοκρατίᾳ; Οὐδεὶς ἀσκῶν ἐξουσίαν καὶ δὴ τὴν λεγομένην τετάρτην ἐπιτρέπεται ὅταν ἐγκληματῇ νὰ εἶναι ἀσύδοτος. Ἀλλ’ ἀνέφερα τὸν Ε. Βενιζέλον. Ἐλησμόνησα νὰ ἀναφέρω τὸν Π. Τσαλδάρην ὅστις ὡς Πρωθυπουργὸς βραδύτερον εἶπεν, ὅταν καθ’ ὡρισμένων Ὑπουργῶν του ἐρρίπτοντο δημοσιογραφικοὶ συκοφαντικοὶ μύδροι, ὅτι δὲν θὰ δύναται κανεὶς νὰ ἀναμιγνύεται εἰς τὰ κοινὰ μὲ τὴν τακτικὴν αὐτὴν τὴν δημοσιογραφικήν. Ὁ κ. Κουλουμβάκης συμπίπτει νὰ συνδυάζῃ καὶ τὰς δύο ἰδιότητας καὶ ἐζήτει τότε καὶ διὰ τοὺς αἱρετοὺς ἄρχοντας τοὺς βουλευτὰς ἀσυδοσίαν, ὅταν ἐψηφίζομεν τὸν νόμον περὶ μεσαζόντων καὶ διὰ τὸ ἀδίκημα τῆς δωροδοκίας.
§23Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, μὴ μὲ παρεξηγήσετε, ἐγὼ ἐπεθύμουν ἀπὸ σᾶς μὲ τὸν ὁποῖον συνδέομαι φιλικώτατα, νὰ ἔλθετε ἐδῶ καὶ νὰ μὴ ἀπαγγείλετε τόσον μακρὰν ἀγόρευσιν, ἀλλὰ εἴπητε: Προκαλῶ τὴν διακομματικὴν Ἐπιτροπήν, τίποτε ἄλλο.
§24Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Εὐχαριστῶ διὰ τὴν φιλίαν σας. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι σας δὲν σᾶς παρεξηγῶ. Ἀλλ’ ἡ μακρὰ ἀγόρευσίς μου ἦτο ἀπολύτως ἐπιβεβλημένη ἐφ’ ὅσον προηγήθησαν κατεσπευσμένως καὶ ἄλλαι ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς καὶ δὴ ἐρήμην ἐμοῦ ἀγορεύσεις. Τὸ ἐζήτησα αὐτὸ ἤδη, κ. Κουλουμβάκη, καὶ δὲν ἐπροσέξατε. Δὲν θὰ μοῦ κανονίσετε σεῖς τὸν τρόπον τῆς ἀμύνης μου.
§25Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ ἦτο ἀσφαλεστέρα ἡ ἄμυνά σας, ἔτσι.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ἀναφέρετε ὀνόματα κ. Ἀβραάμ, καὶ προκαλεῖτε διακοπάς.
§27Ν. ΑΒΡΑΑΜ. (Πρὸς τὸν Πρόεδρον). Εἶμαι εἰς θέσιν καὶ ἔχω καὶ τὴν ἠθικὴν δύναμιν νὰ προκαλῶ διακοπὰς τοιαύτας καὶ νὰ δίδω τὴν ἐπιβαλλομένην ἀπάντησιν. Λοιπόν, κύριοι βουλευταί, θὰ καταλήξω εἰς τοῦτο, θὰ ὑποβάλω ἐγὼ τὴν παράκλησιν καὶ θὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς αἰτήσεώς μου αὐτῆς νὰ συσταθῇ ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ μὲ αὐτὴν τὴν εἰδικήν, τὴν ἀποκλειστικὴν ἁρμοδιότητα, νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν ἐπιστολὴν, νὰ τὴν ἀνατάμῃ νὰ τὴν ἐξονυχίσῃ, νὰ τὴν διυλίσῃ ὡς κώνωπα, ἔστω καὶ ἂν τοιαύτη ἐξεδηλώθη ἐν προκειμένῳ προσπάθεια παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καταπίνουν τὰς καμήλους κατὰ τὰς ὥρας αὐτὰς καὶ διυλίζουν πράγματι τὸν κώνωπα, νὰ διεισδύσῃ ὡς τὰ ἄδυτα τῶν ἀδύτων, τῆς ψυχῆς τοῦ πνευματικοῦ πατρὸς αὐτῆς μὲ ὅσα ἔχει μέσα, μὲ ὅσας δύναται νὰ εὕρῃ χημικὰς καὶ ἀλχημικὰς μεθόδους. Θὰ παρακαλέσω μάλιστα τὴν Βουλὴν νὰ δώσῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ν’ αὐξήσῃ τὴν ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ ἐκ τοῦ εἰδικοῦ νόμου τοῦ Δημητρακοπούλου περὶ τῆς λειτουργίας αὐτῶν τῶν ἐξεταστικῶν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῶν ἁρμοδιότητά της, διὰ νὰ κάμῃ ὅσην δύναται καὶ ὅσην δὲν δύναται ἀκόμη, ἐξέτασιν τοῦ πάντῃ ἀπροσδοκήτως γενηθέντος ζητήματος, νὰ κληθῶ καὶ ἐγὼ καὶ νὰ δώσω ὅσας δικαιοῦμαι ἐξηγήσεις. Καὶ ὑποθέτω, ὅτι εἶμαι ὁ ἁρμοδιώτερος τῶν ἐπὶ γῆς ἀνθρώπων, νὰ ἐξηγήσω τὰ διανοήματά μου, τοὺς βαθυτέρους μου στοχασμοὺς καὶ τὰς ἐνδοτέρας καὶ πλέον δυσσυλλήπτους κινήσεις τῆς σκέψεώς μου, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἀποτυπωθῆ εἰς τὸ ἔγγραφον αὐτό, κατὰ τρόπον καλυπτόμενον ἀπὸ θεῖον καὶ φυσικὸν ἀνθρώπινον νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἔχει δοθῆ εἰς τὸν ἄνθρωπον τὸ δικαίωμα νὰ ἀποκρύπτῃ τὰς σκέψεις του καὶ νὰ ἀποκαλύπτῃ εἰς πρόσωπα τῆς ἐκλογῆς του καὶ διὰ τῆς γραφῆς ὡς καὶ διὰ τῶν ὑπὸ ἐχεμύθειαν προφορικῶν λόγων. Καὶ εἶναι βεβαίως γνωστὸν τὸ δόγμα «COGITATIONIS POENAM PATITUR». Καίτοι εἶναι ἐπίσης γνωστὸν ὅτι εἶναι ἰσοδύναμος ἡ προστασία καὶ παρὰ πάσης πολιτισμένης κοινωνίας καὶ πολιτείας τοῦ ἀπαραβιάστου τοῦ ἀπορρήτου, τῆς ἐχεμυθείας τοῦ προφορικοῦ λόγου πρὸς τὴν τῶν ἐπιστολῶν! ἀπευθυνομένων μάλιστα πρὸς πρόσωπα μὲ τὰ ὁποῖα συνδέεται ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸν ἱερώτερον τῶν ἀνθρωπίνων δεσμῶν. Ἀλλ’ ἔστω, ἀφ’ οὗ μας ἔσυραν ἕως ἐκεῖ ὁ κομματικὸς καὶ ὁ ἄλλος ἐξωκοινοβουλευτικὸς συκοφαντικὸς θόρυβος. Δύναται, ἴσως, ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη νὰ ἀνεύρῃ αὐτουσίαν τὴν ἐπιστολήν, τὴν ὁποίαν ἰσχυρίζονται ὅτι ἔχουν εἰς χεῖρας των οἱ κλέπται καὶ διαρρῆκται κομμουνισταί Διότι αὐτοὶ εἶναι οἱ δράσται τοῦ ἐγκλήματος, τὸ ὁποῖον οὐδαμῶς συνεκίνησε τοὺς εἰσαγαγόντας τὸ δῆθεν ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μετασχόντας ὁπωσδήποτε εἰς τὴν σχετικὴν συζήτησιν. Συνέπεσε καὶ ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ νὰ συγκρουσθῶ προσωπικῶς πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς κομμουνιστικῆς ναυτεργατικῆς ὀργανώσεως, οἱ ὁποῖοι μοὶ ἐδήλωσαν ἀναιδέστατα, ὅτι εἶναι καλύτεροι πατριῶται, διότι εἶναι ὀπαδοὶ τοῦ Ζαχαριάδη. Εἶναι, δυστυχῶς, οἱ ἴδιοι, οἱ ὁποῖοι ὑπογράφουν καὶ τὰς προκηρύξεις τῆς Γιουγκοσλαβικῆς προπαγάνδας ὑπὲρ τῆς Μακεδονίας τοῦ Τίτο. Ἂς φροντίσῃ, λοιπόν, ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ νὰ εὕρῃ τὴν ἐπιστολὴν αὐτουσίαν. Ἄλλως τε ἀντελήφθη ἤδη ἡ Βουλὴ ὅτι ὁ κ. Παπαληγούρας, κατὰ τὴν ἐρήμην ἐμοῦ συνεδρίασιν, σπεύδων παρὰ τὰς διαμαρτυρίας ὡρισμένων συναδέλφων, ὅτι δὲν εἶναι κανονικόν, δὲν εἶναι κἂν εὐπρεπὲς ἐν ἀπουσίᾳ μου νὰ γίνῃ συζήτησις, εἶπεν ἐκτὸς τῶν ἄλλων «προκαλῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, προσκαλῶ (ἐξ ὀνόματος τάχα τίνος;) τὸν «Ριζοσπάστην», νὰ δημοσιεύσῃ τὴν φωτοτυπίαν τοῦ μέρους αὐτοῦ», παραδόξως δὲ ὁ «Ριζοσπάστης», τὸ ὄργανον τοῦ Κ.Κ., τὴν ἑπομένην, ὑπακούσας εἰς τὴν πρόκλησιν, ἐδημοσίευσε τὴν φωτοτυπίαν αὐτήν. Ἴσως ἡ Ἐπιτροπὴ κατορθώσῃ νὰ ἀποσπάσῃ τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν αὐτουσίαν. Καὶ ζητῶ ἐγὼ τὴν σύστασιν τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς, κύριοι βουλευταί, διότι οὕτως ἢ ἄλλως ἔγινε θόρυβος καὶ οὐσιαστικὴ συζήτησις καὶ εἰς τὴν πρώτην συνεδρίασιν καὶ εἰς τὴν δευτέραν, τὴν ἐρήμην ἐμοῦ, καὶ ἀπηγγέλθησαν σχετικοὶ λόγοι. Τὸν θόρυβον αὐτὸν ἔχει, βεβαίως, πᾶν δικαίωμα ὁ «Ριζοσπάστης» αὔριον κατηγορούμενος νὰ προσπαθήσῃ νὰ ἐκμεταλλευθῇ ὑπὲρ ἑαυτοῦ. Προσεγένετο, λοιπόν, εἰς ἐμὲ αὐτὴ ἡ ἀδικία ἀπὸ μέρους τῶν ὁμιλησάντων καὶ τῶν εἰσαγαγόντων τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγώ, ὡς εὐθὺς ἀμέσως ἐδήλωσα, εἶχον εἰσαγάγει εἰς τὴν δικαιοσύνην. Ζητῶ τὴν ἐπανόρθωσιν τῆς ἀδικίας αὐτῆς ὑπὲρ ἐμοῦ, διὰ τῆς συστάσεως ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ ἐλέγξῃ τὴν ἐπιστολὴν καὶ θὰ ἐκδώσῃ ἓν ὡρισμένον πόρισμα. Τὴν προκαλῶ τὴν ἐπιτροπὴν αὐτήν, ἡ ὁποία βεβαίως πρέπει νὰ συσταθῇ ἀπὸ ἀμερόληπτα καὶ ἀπροκατάληπτα πρόσωπα, ὁπωσδήποτε μὴ ἐκδηλώσαντα οἱανδήποτε προσωπικὴν περίεργον πράγματι καὶ ἀντικειμενικῶς, ἂν ὄχι καὶ ὑποκειμενικῶς, δυσεξήγητον στάσιν νὰ ἐπιληφθῇ συντόνως τοῦ ἔργου της καὶ νὰ ἐκδώσῃ τὸ ταχύτερον τὸ πόρισμά της. Καὶ δὲν ζητῶ νὰ ἐκταθῇ ἡ ἔρευνά της εἰς τὴν ὅλην ὑπόθεσιν τῆς ἀγορᾶς τῶν Λίμπερτυ καὶ τῆς παροχῆς τῆς ἐγγυήσεως ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν ἐπιθυμῶ οὔτε ἔχω ἀνάγκην νὰ καλυφθῶ διὰ τὸ ἔγκλημά μου!, τὸ σῶμα τοῦ ὁποίου, τὴν ἐπιστολήν μου πρὸς τὸν υἱόν μου, θὰ ἐλέγξῃ, εἰς τὴν γενικὴν καὶ ἀλληλέγγυον Κυβερνητικὴν εὐθύνην διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Θὰ παρακαλέσω ἐπιπροσθέτως καὶ ἐκ περισσοῦ τὴν Ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν νὰ ἐρευνήσῃ καὶ τὴν ὅλην μου περιουσιακὴν κατάστασιν. Ἂς ἐνεργήσῃ καὶ κατ’ οἶκον ἐρεύνας. Ἂς μεταβῇ καὶ εἰς τὸ Παλαιὸν Φάληρον, διὰ νὰ ἐρευνήσῃ τὴν κατοικίαν μου. Ἂν θέλῃ ἂς στείλῃ νὰ ἐξετάσῃ καὶ εἰς τὴν πατρίδα μου τὴν Ἀταλάντην. Θὰ ἀνεύρῃ ἐκεῖ τὴν πατρικήν μου καλύβην μεταβεβλημένην εἰς τέφραν ὡς καὶ τὴν καλύβην ἀδελφοῦ μου, τὴν ὁποίαν ἐγὼ εἶχον ἀνεγείρει ἐκ τοῦ ἱδρῶτος τῆς ἐργασίας μου τῆς ἐπιστημονικῆς. Διότι οἱ ἀνεψιοί μου, τέκνα ὀρφανὰ ἀδελφῶν μου, ἀφοῦ ἐπολέμησαν ἐπὶ ἑξάμηνον εἰς τὸ Ἀλβανικὸν μέτωπον, ὅπου παρέμειναν εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν καὶ μετὰ τὸν τραυματισμόν των, ἐδιώχθησαν ἀπὸ τοὺς κατακτητὰς καὶ ἐπλήρωσα καὶ ἐγὼ τὸν φόρον αὐτόν, μὲ τὴν τεφροποίησιν καὶ τῶν δύο οἰκογενειακῶν μου καλυβῶν, τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος. Κύριοι βουλευταί, ζητῶ καὶ πάλιν συγγνώμην, διότι ἀπησχόλησα τὴν Βουλήν, καὶ δὴ διὰ μακρῶν. Ἔχω τὴν συνείδησιν ὅτι δὲν πταίω ἐγώ. Προεκλήθην, ἔδωσα ἐξηγήσεις, τὴν πρώτην φορὰν γενικῶς, δὲν ἠθέλησα νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, διότι ὡς ἐτόνισα εἶχον προσφύγει εἰς τὴν Δικαιοσύνην, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἐπρόσεξαν οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἐπέμειναν εἰς τὴν οὐσιαστικὴν συζήτησιν καὶ νὰ θελήσουν ν’ ἀντιληφθοῦν, ὅτι οὕτω ἐμμέσως συνέβαλον εἰς τὴν ἐλάφρυνσιν τῆς θέσεων τῶν μηνυομένων ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης. Λυποῦμαι, διότι ἠναγκάσθην νὰ ὁμιλήσω διὰ τὸν ἑαυτόν μου. Εἶναι ὅμως ἡ κλασσικὴ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὄχι εἶναι συγκεχωρημένη, ἀλλ’ εἶναι ἐπιβεβλημένη ἀπολύτως, ἐκ τοῦ στοιχειώδους, ἐκ τοῦ πρωτογόνου, ἐκ τοῦ φυσικοῦ δικαιώματος τῆς ἀμύνης, ἡ περιαυτολογία. Εἶπον ποῖος ὑπῆρξα καὶ ποῖος εἶμαι καὶ ὡς Ἕλλην καὶ ὡς πολίτης καὶ ὡς δημόσιος ἀνὴρ καὶ ἐκαυχήθην — πιστεύω εὐλόγως — ὅτι ἐπετέλεσα ἄθλον ὡς Ὑπουργὸς τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας καὶ ὡς κοινοβουλευτικὸς Ὑπουργὸς καὶ ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους εἰς τὴν Ἀμερικὴν προσήνεγκον ὑπηρεσίας εἰς τὴν Πατρίδα καὶ ἐτίμησα τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ἐνθυμοῦμαι εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τοῦ ἀρχαίου ρήτορος τὸν πρόλογον εἰς τὴν ὑπὲρ Μαντιθέου ἀπολογίαν. «Εἰμὴ συνῄδειν ὦ Βουλή, τοῖς κατηγόροις βουλομένοις ἐκ παντὸς τρόπου κακῶς ἐμὲ ποιεῖν.....». Ἐὰν δὲν ἐγνώριζον καλῶς, ὅτι οἱ κατήγοροι ἔχουν τὴν πρόθεσιν ὁπωσδήποτε νὰ μὲ δυσφημήσουν, θὰ τοὺς ὤφειλον χάριτας, διότι ἡ μεγαλυτέρα ὑπηρεσία ποὺ προσφέρουν εἰς ἕνα συκοφαντούμενον, εἶναι νὰ τὸν ἀναγκάσουν νὰ θέσῃ ὑπὸ ἔλεγχον ὅλον του τὸν βίον. Διότι ἔχω ἐγὼ τόσην ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν ἑαυτόν μου, ὥστε ἐλπίζω ὅτι ἐὰν κανεὶς εἶναι προδιατεθειμένος δυσμενῶς κατ’ ἐμοῦ, ὅταν μὲ ἀκούσῃ ἐκθέτοντα τὰ τοῦ παρελθόντος μου θὰ μετανοήσῃ ἀμέσως, (ἐὰν βεβαίως τελῇ ἐν καλῇ πίστει). Ὑπενθυμίζω ἐπίσης ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔλεγον οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας «ἐκείνη ἡ πολιτεία εἶναι καλὴ εἰς τὴν ὁποίαν ὅλοι οἱ πολῖται «ἴσα τοῖς ἀδικουμένοις συνάχθονται» ἀγανακτοῦν ἐξ ἴσου μὲ τοὺς ἀδικουμένους. Πιστεύω ὅτι ἔχει γίνει ἀντιληπτὸν ὅτι διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ δῆθεν ζητήματος εἰς τὴν Βουλὴν τῆς οὐσιαστικῆς ἐπ’ αὐτοῦ συζητήσεως, ἐδημιουργήθη θόρυβος παρόμοιος τὸν χαρακτῆρα πρὸς τὸν δημοσιογραφικόν, ὄχι μόνον τὸν κομμουνιστικὸν τοιοῦτον, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς συνεχίζεται ἐκ προθέσεως, ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη καὶ διὰ τῆς ἀσυγχωρήτου διατυπώσεως αἰτιάσεων κατὰ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς, ὡς ἐπιδιώκοντος δῆθεν νὰ συγκαλύψῃ τὴν τόσον μεγάλης! ἠθικοπλαστικῆς σημασίας ὑπόθεσιν Ἀβραάμ, τὴν ὁποίαν κατεσκεύασεν ἐκ τοῦ μὴ ὄντος ἡ γνωστὴ αὐτὴ μὴ κομμουνιστικὴ ἐφημερίς! Διότι ἐνῷ ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἀντελήφθη ὅτι τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν ὁ προεδρεύων ἔδωκε τὸν λόγον εἰς ἐμέ, μετὰ τὸ πέρας τῆς μακρᾶς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἐκτάκτως δημιουργηθέντος ζητήματος τῶν ἐπιθέσεων κατὰ τῆς Φλωρίνης, καὶ ἠγέρθην νὰ ὁμιλήσω, ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ μὴ γίνῃ συζήτησις τὴν ἑσπέραν ἐκείνην. Ἐν τούτοις ἀνέγραψεν αὕτη τὴν κακοήθη καὶ δυσφημιστικὴν τῆς Βουλῆς εἴδησιν ὅτι κατεβλήθη προσπάθεια, ἐκ μέρους τοῦ Προεδρείου, ὅπως συγκαλυφθῇ ἡ ὑπόθεσις Ἀβραάμ. Ἐμιμήθη ἐν τούτῳ πλήρως τὸν «Ριζοσπάστην» καὶ τὴν «Ἐλεύθερη Ἑλλάδα», αἱ ὁποῖαι τὴν 8ην Μαΐου, ὅταν ἡ Βουλή, πλήθουσα, μετὰ τὴν ὁμιλίαν τὴν ἰδικήν μου, τῆς 7ης Μαΐου, ἐκήρυξεν ὁμοθύμως καὶ διὰ χειροκροτημάτων λήξασαν τὴν συζήτησιν ὅτι «Ἡ Βουλὴ τῶν λαοπροβλήτων κηρύξασα λήξασαν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ «ζητήματος Ἀβραάμ», ἔδωκε εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ καταλάβῃ τὸ μέτρον τῆς ἠθικῆς τῶν λαοπροβλήτων! κλπ». Ἐξύβρισαν, δηλαδή, ἐχλεύασαν καὶ ἐσυκοφάντησαν τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα, τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων, κατὰ τρόπον προβλεπόμενον καὶ ἀπὸ τὸν νόμον περὶ τύπου, διὰ διατάξεως, τὴν ὁποίαν ἔχει θέσει ὁ ἴδιος ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, χάριν τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, καὶ αἱ δύο κομμουνιστικαὶ καὶ αὐτὴ ἡ δῆθεν μὴ κομμουνιστικὴ ἐφημερίς. Ἀνεκάλυψαν αἱ ἐφημερίδες αὐταί, ὅτι ἐγὼ πάσχω τόσην μωρίαν καὶ τόσην πώρωσιν, ὥστε εἰς τὴν ἐπιστολὴν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἀπέστειλα ἁπλῆν μὴ συστημένην, ἀπολύτως ἀπροφύλακτον, μὲ τὴν φίρμαν τοῦ δικηγορικοῦ μου γραφείου, μὲ τὴν διεύθυνσίν μου ὡς ἀποστολέως εἰς τὸ παιδί μου, ἔκαμνον ἀσυστόλους καὶ ἀνεπιφυλάκτους ὁμολογίας περὶ τῶν ἐγκλημάτων μου καὶ τῶν ποινικῶν καὶ ἠθικῶν μου παραβάσεων ἐν τῇ ἀσκήσει τῶν καθηκόντων μου ὡς Ὑπουργοῦ. Καὶ ἐπέπρωτο! ὕψιστε Θεέ! τὴν τοιαύτην τῶν ἐντύπων αὐτῶν ἑρμηνείαν τοῦ περιεχομένου τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς, οὐ μόνον νὰ τὴν προσέξουν, ἀλλὰ καὶ νὰ σπεύσουν νὰ τὴν υἱοθετήσουν καὶ νὰ θορυβήσουν ὑπὸ τὴν ἰδίαν φεῦ! ἔννοιαν καὶ οἱ ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς ρητορεύσαντες κατ’ ἐμοῦ! Ἀλλ’ εἶπα καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ ζητῶ καὶ παρακαλῶ ἐγώ: Νὰ γίνῃ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ νὰ ἀναλύσῃ τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν καὶ νὰ ἀνεύρῃ τὰς τυχὸν ἠλιθίας, τὸ ὀλιγώτερον, ὁμολογίας μου ταύτας. Καὶ ἂς προχωρήσῃ περαιτέρω. Ἂς ἀναζητήσῃ καὶ ἄλλα ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα, ἵνα ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰς δῆθεν ὁμολογίας μου αὐτὰς προχωρήσῃ καὶ εἰς εἰσηγήσεις ἐπὶ σκοπῷ διατυπώσεως καὶ κατηγορίας κατ’ ἐμοῦ. Κύριοι βουλευταί, ζητῶ καὶ πάλιν συγγνώμην, διότι ὑπὸ τὸ κράτος εὐλόγου ἀγανακτήσεως καὶ ψυχικοῦ καμάτου, οὐχὶ στενῶς προσωπικοῦ, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ γενικωτέραν ἔννοιαν, ἀπασχολῶ τὴν Βουλήν. Ἐπιθυμῶ νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ κατὰ τῆς ἐκδηλωθείσης αἰτιάσεως, ὅτι δῆθεν προσεπάθησα νὰ φυγομαχήσω καὶ νὰ παρελκύσω τὴν συζήτησιν καὶ νὰ τὴν ἐμπλέξω εἰς τὴν ὅλην ὑπόθεσιν τῆς εἰς Ἀμερικὴν ἀποστολῆς μου. Ἡ Βουλή, ἔχει λάβει γνῶσιν τῶν ἐπιστολῶν μου καὶ ἔχει ἐγκρίνει τὸ περιεχόμενον αὐτῶν. Ἔχω ἤδη συγκεντρώσει ὅλα τὰ ἐπίσημα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ καταθέσω εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς προμηθείας. Δὲν δύναμαι ν’ ἀπαντῶ εἰς τὰς σχετικὰς ἐξωκοινοβουλευτικὰς καὶ δημοσιογραφικάς, τὰς ἀπολύτως κακοπίστους καὶ κακοβούλους, αἰτιάσεις. Οὐδέποτε ἀπέκρυψα τὰς πολιτικάς μου πεποιθήσεις, διότι τὴν πολιτικὴν δὲν τὴν ἀσκῶ ἐγὼ ὡς πανουργικήν. Εἶχον καὶ ἐξεδήλωσα πάντοτε τὸ θάρρος τῆς γνώμης μου ἐπὶ τῶν δημοσίων καὶ τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων. Διετύπωσα δὲ πάντοτε τὰς γνώμας μου παρρησίᾳ, ἀδιαφορῶν ἂν θίγωνται ἐξ αὐτῶν πρόσωπα καὶ ὑπεράνω πάσης προσωπικῆς ὑστεροβουλίας καὶ ὑπολογισμοῦ. Ὅταν κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1945 διεφώνησα πρὸς τὴν διοίκησιν τοῦ ἱστορικοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἐκινήθην ἐκ τοιούτων στερρῶν πεποιθήσεων, ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ὁποίων ἀπεδύθην προσωπικῶς εἰς ἀγῶνα ὑπὲρ τῆς ἐπικρατήσεως αὐτῶν τῶν γενικωτέρων ἀντιλήψεων περὶ τῆς ἐπιτακτικῆς ἐθνικῆς ἀνάγκης ἐξάρσεως τῆς ἡγεσίας, ἀνασυνδέσεως τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος καὶ ἀποκαταστάσεως πλήρους καὶ ὁλοκληρωτικῆς νομιμότητος εἰς τὸν τόπον μας. Καὶ τελευταῖα, ὅταν καὶ ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴν διετύπωσα τὰς ἀντιλήψεις μου περὶ τῆς συζητουμένης λύσεως τῆς Κυβερνητικῆς καὶ Ἐθνικῆς συνεργασίας, τὸ ἔπραξα, διότι ἐπίστευαν ὅτι ἡ ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς κοινοβουλευτικῆς πλειοψηφίας ἦτο ἐπικίνδυνος καὶ ὅτι θὰ ἦτο πλέον ἀποδοτικὴ ἐπὶ τοῦ ὀξέος ζητήματος τῆς δημοσίας τάξεως ἡ εἰλικρινὴς ὑποβοήθησις καὶ συνεργασία ἐπ’ αὐτοῦ, ὡς καθαρῶς ἐθνικοῦ ζητήματος, τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἀντιπολιτεύσεως μετὰ τῆς κυβερνήσεως, συμφώνως πρὸς τὴν λαϊκὴν ἐντολήν, πλειοψηφίας. Ἀπὸ τὰς ἀντιλήψεις ταύτας κατεχόμενος καὶ αὐθυποβαλλόμενος, καὶ ἐπὶ τέλους περιαυτολογῶν καὶ καυχησιολογῶν ἔναντι τοῦ υἱοῦ μου, φέρομαι καὶ εἰς τὴν ἐπιστολήν μου αὐτὴν διατυπώνων ὡρισμένας προσωπικάς μου γνώμας κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ παρέχηται ἡ ἐντύπωσις ὅτι ἀκριτομύθως ἀνακοινῶ ξένας γνώμας. Ἡ ἀνακοίνωσις ἄλλως καὶ ἡ ἐκμυστήρευσις, γίνεται εἰς ἐμὲ αὐτόν, ἐφ’ ὅσον γίνεται εἰς τὸν υἱόν μου καὶ οὐδεμίαν δύναται νὰ προσλάβῃ ἀξίαν ἐκ τοῦ γεγονότος τῆς κλοπῆς καὶ δημοσιεύσεως τῆς ἐπιστολῆς μου αὐτῆς, τὸ ὁποῖον κοινωνικῶς καὶ πολιτικῶς θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὴν σημασίαν τῆς παρά τινος κακοήθους ὠτακουστοῦ ἀνακοινώσεως ἰδιαιτέρας προφορικῆς, ἔστω καὶ ἐπὶ τοιούτων θεμάτων συμφωνίας, ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ καὶ ὑπὸ ἐχεμύθειαν καὶ ἐν τῷ οἴκῳ μεταξὺ προσώπων τοσούτῳ φυσικῶς συνδεδεμένων. Ἡ τοιαύτη, λοιπόν, ἔρευνα καὶ ἐκτίμησις τῆς ἐπιστολῆς, εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν δύναται ἢ νὰ ὁδηγήσῃ τοὺς ἐρευνητὰς εἰς τὸ πόρισμα, ὅτι πάντως ἀδικαιολογήτως ἀπετέλεσεν αὕτη ἀφορμὴν τοσούτου θορύβου καὶ ὅτι οὐδεμίαν περιέχει ὁμολογίαν ἐγκλημάτων καὶ παραβάσεών μου. Αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ ἀσφαλές, τὸ ἀληθές, τὸ ἀντικειμενικὸν συμπέρασμα τῆς ἐρεύνης, τὸ ὁποῖον, ἄλλως, καὶ ἐκ τῆς προχείρου καὶ καλοπίστου ἀναγνώσεως αὐτῆς προκύπτει ἀβιάστως. Καὶ οἱ δημοσιογραφικοὶ καὶ κομμουνιστικοὶ χαρακτηρισμοὶ αὐτῆς, ὡς αὐτόγραφον τάχα διαφθορᾶς τοῦ κόσμου ποὺ κυβερνᾷ, εἶναι καθαρῶς καὶ ἐκ προθέσεως συκοφαντικοὶ καὶ ἀπολύτως ἀδικαιολόγητοι. Ἀντιθέτως ἀποτελεῖ αὕτη ἀληθῆ καθρέπτην τῆς τιμιότητος τοῦ γράφοντος, ὁ ὁποῖος διαχειρισθεὶς πολλάκις τὰ κοινὰ ὡς Ὑπουργὸς καὶ τῆς Συγκοινωνίας καὶ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὸ παρελθόν, καὶ ζητήματα συμβάσεων, πρὸς τὴν σύναψιν τῶν ὁποίων ὑπῆρξε ξένος, καὶ ὡς νομικὸς κατέδειξεν ὅτι ὑπῆρξε κρείσσων χρημάτων καὶ οὔτε ὑπῆρξεν, οὔτε εἶναι δικηγόρος κανενὸς συγκροτήματος καὶ καμμιᾶς Τραπέζης. Καὶ ἡ διαστροφή, παρερμηνεία καὶ ἡ θορυβώδης παράστασις αὐτῆς τῆς ἀντανακλώσης δῆθεν καὶ τὴν σῆψιν τοῦ σημερινοῦ πολιτικοῦ καὶ κοινοβουλευτικοῦ καθεστῶτος, ὑπῆρξεν ἀπὸ μὲν τῆς κομμουνιστικῆς καὶ δημοσιογραφικῆς πλευρᾶς προβεβουλευμένη συκοφαντικὴ κατ’ αὐτοῦ ἐπίθεσις, ἀπὸ δὲ τῆς κοινοβουλευτικῆς, τὸ ὀλιγώτερον, ἀποτέλεσμα ἀθελήτου, ἂς πιστεύσω, ὑποβολῆς καὶ παραπλανήσεως ἐκ τοῦ τοιούτου ἔξωθεν θορύβου. (Χειροκροτήματα).
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις, ὑποβληθεῖσα ἐκ μέρους τοῦ κ. Ν. Ἀβραάμ, περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς. Ὑπάρχει ἐπίσης πρότασις τοῦ αὐτοῦ περιεχομένου, ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ νομίμου ἀριθμοῦ βουλευτῶν. Ἐπιθυμεῖ τις ἐκ τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν, νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προτάσεως;
§29ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτή, δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Ἀβραάμ.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει τὴν σύστασιν 10μελοῦς ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ τὰ τῆς ἐπιστολῆς, διὰ νὰ βεβαιώσῃ ἂν γεννῶνται ἐκ τοῦ ἀκριβοῦς περιεχομένου αὐτῆς εὐθῦναι καὶ ποῖαι εἰς βάρος τοῦ συντάξαντος αὐτὴν ὑπὸ τὴν ἰδιότητά του ὡς μέλους τῆς Βουλῆς καὶ πρώην Ὑπουργοῦ.
§31Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ συγχωρεῖτε, ζητῶ τὸν λόγον.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ποίου θέματος;
§33Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος. κ. Πρόεδρε, ἐπὶ δύο ὥρας....
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λέγετε ὅτι εἶναι προσωπικὸν τὸ ζήτημα;
§35Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἐγὼ παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν πρότασίν μου.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἀπεδέχθη.
§37Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἐφ’ ὅσον ἐγὼ ἐζήτησα νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς μου....
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ζητεῖ τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος. Ἤδη ἡ Βουλὴ ἐδέχθη τὴν πρότασιν αὐτήν. Κύριε Χατζηγιάννη, θέλετε τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος;
§39Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα. Ἐπὶ δύο ὥρας ὁ κ. βουλευτὴς....
§40ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι κατάστασις αὐτή; Εἶναι συζήτησις αὐτὸ τὸ πρᾶγμα;
§41Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἐπὶ τίνος ζητήματος, ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. βουλευτής;
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἀμέσως.
§43Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἀβραάμ. Δὲν ὑπάρχει θέμα συζητήσεως. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ζητεῖ τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος, λέγων ὅτι ὁ κ. Ἀβραὰμ τοῦ ἀπέδωσε φράσεις ἀλλοίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν ταύτην, ἐγένετο δεκτή.
§45Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ εἶναι 12μελής.
§46Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τί θὰ γίνῃ; Εἶναι συνεδρίασις αὐτή; Πρόκειται νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. βουλευτής;
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐπιβάλω εἰς τοὺς κυρίους βουλευτὰς νὰ ἀκούσουν τὸν κύριον συνάδελφον. Παρακαλῶ ἡσυχία, κύριοι συνάδελφοι.
§48Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι βουλευταί, θὰ εἶμαι σύντομος, διότι συμπίπτει νὰ εἶμαι καὶ κάπως ἀδιάθετος. Καὶ ἦλθα ἐπίτηδες, διὰ νὰ ἀκούσω τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Πειραιῶς καὶ νὰ τοῦ ἀπαντήσω. Ἐξακολουθεῖ ἀκόμη ὁ κ. βουλευτὴς νὰ διατηρῇ τὴν πλάνην, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ εἶναι ὑπόθεσις προσωπική του. Ὄχι. Τὸ πῶς πολιτεύονται οἱ δημόσιοι ἄνδρες, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀσκοῦν τὰ δημόσια ἀξιώματα, εἶναι ὑπόθεσις τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ δημοσίου βίου τῆς Ἑλλάδος. Ὅταν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω διὰ πρώτην φορὰν ἐπὶ ἑνὸς θέματος, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησε τόσον αἴσθημα λύπης, εἶπον ὅτι ὑπεράνω τῶν προσωπικῶν αἰσθημάτων καὶ ὑπεράνω τῶν φιλιῶν, ὑπάρχει διὰ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας ἕνα ἀνώτερον καθῆκον, τὸ καθῆκον νὰ περιφρουρήσουν τοὺς δημοκρατικοὺς τῆς Χώρας θεσμούς. Σήμερον, κύριοι, ὑπερβάλλων τὸν λόγον μου ἐκεῖνον, δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἀπὸ τὴν ἀπήχησιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐκείνη ἡ συζήτησις καὶ ἀπὸ τὴν ἀναταραχὴν τὴν ὁποίαν ἐδοκίμασεν ἡ κοινὴ γνώμη, δύναμαι νὰ εἴπω, εἶναι ζήτημα δύο κόσμων, τοῦ κόσμου τοῦ ἐθνικοῦ καὶ τοῦ κόσμου ποὺ θέλει νὰ ἀνατρέψῃ τὰ πάντα διὰ τῆς ἀναρχίας.
§49Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος ὁμιλεῖτε; Εἶναι ἀσέβεια πρὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Σώματος, διὰ τῆς ὁποίας ἔγινε δεκτὴ ἡ ἰδική μού αἴτησις.
§50Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε συνάδελφε, εἴπατε ὅτι «εἰκάσατε τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ...... (ἀναγινώσκει) ........ σκοπῶν». Ποίων σκοπῶν; Ποίων προσώπων; Διατὶ νὰ τὰ ἔχω μαζί σας;
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ κάμετε ἔλεγχον κατὰ βουλευτῶν. (Θόρυβος).
§52ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀφήσατε τὸν ρήτορα νὰ ὁμιλήσῃ.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἐφαρμόζω τὸν Κανονισμὸν καὶ νομίζω ὅτι τὸν ἐφαρμόζω κατὰ τὸν καλύτερον τρόπον.
§54Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Κύριε Χατζηγιάννη, δι’ ὅσα ἐκτὸς τοῦ βήματος αὐτοῦ διαδίδετε, θὰ ὑποβάλω μήνυσιν ἐναντίον ὑμῶν. Διότι εἶπον προηγουμένως καὶ ἐτόνισα, ὅτι ὁ βουλευτὴς καλύπτεται ἀπὸ τὴν ἀσυλίαν, ὅταν ὁμιλῇ ἀπὸ τοῦ βήματος. Ὅταν ὅμως εἰς τοὺς διαδρόμους τῆς Βουλῆς ἢ ἔξω αὐτῆς, εἰς τοῦ Ζαχαράτου, γίνεται φορεὺς συκοφαντικῶν διαδόσεων, ὑπέχει ποινικὴν εὐθύνην. Σᾶς δηλῶ, ἐφ’ ὅσον ἔχω ἐξακριβώσει — καὶ θὰ ἐξακριβώσω πληρέστερον, ὅτι πράττετε τὸ ἔργον αὐτὸ καὶ σεῖς καὶ ἄλλοι — θὰ ὑποβάλω μήνυσιν ἐναντίον ὅλων ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημήσει. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσία. Ὁ κ. Ἀβραὰμ ἐξακολουθεῖ εἰς ἔντονον ὕφος ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν ρήτορα, ἀλλὰ δὲν ἀκούεται, λόγῳ τοῦ θορύβου).
§55ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, κ. Πρόεδρε, ἂν εἶναι προσωπικὸν ζήτημα ἢ ὄχι.
§56Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Τώρα ἐδημιουργήθη νέον προσωπικὸν ζήτημα. Τὸν ἀπεκάλεσε «συκοφάντην». Αὐτὸ τί εἶναι;
§57Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀναμένω τὰς μηνύσεις τοῦ κ. συναδέλφου, δι’ ὅσα εἶπα εἰς τοῦ Ζαχαράτου, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν πηγαίνω ποτέ. Τώρα ἀκούω ὅτι ἀσχολοῦμαι μὲ τὸ ζήτημα καὶ εἰς τοὺς διαδρόμους τῆς Βουλῆς. Οὔτε ἀπὸ χαρακτῆρος, οὔτε ἀπὸ ἀνατροφὴν συνηθίζω νὰ ἀσχολοῦμαι μὲ προσωπικὰ ζητήματα ἔξω τοῦ δημοσίου μου καθήκοντος. Ἐδημοσιεύθη, κύριοι βουλευταί, κάποια ἐπιστολή. Ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ δὲν ἀφορᾷ μόνον τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο, που τὴν ἔγραψεν, ἀφορᾷ τὸν δημόσιον βίον τῆς Ἑλλάδος. Ἐγὼ μὲ προσωπικήν μου λύπην, ἀλλ’ ἐκπληρῶν καθῆκον πρὸς τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς, ἀνέλαβα τὴν εὐθύνην καὶ ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἠρώτησα τὸν κύριον συνάδελφον νὰ δηλώσῃ ἐὰν ἡ δημοσιευθεῖσα ἐπιστολή του ἦτο πλαστὴ καὶ ξένη πρὸς αὐτὸν καὶ ὅτι συκοφαντεῖται, ὁπότε, χωρὶς νὰ ἔχω καμμίαν ὑποχρέωσιν, τοῦ ἐδήλωσα ὅτι θὰ ἤμην μαζί του εἰς τὸν ἀγῶνα του ἐναντίον τῶν πλαστογράφων καὶ συκοφαντῶν του, ἤ, ἂν ἡ ἐπιστολή του εἶναι ἀληθινή, τότε ἐγὼ διαχωρίζω τὰς εὐθύνας καὶ ἀποδοκιμάζω τὰς μεθόδους. Αὐτὰ εἶπον, τίποτε ἄλλο. Λέγω δέ, κύριοι βουλευταί, ὅτι δὲν εἶναι τυχαῖον τὸ γεγονός, ὅτι τὸ δημοσιογραφικὸν ὄργανον τοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος, εἰς τὴν κρίσιμον αὐτὴν διὰ τὸ Ἔθνος ὥραν, βάλλει κατὰ τοῦ κυρίου συναδέλφου, ἐκμεταλλευόμενον τὴν ἐπιστολήν του. Δὲν πιστεύει τὸ ὄργανον αὐτό, ὅτι βάλλον κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ κ. Ἀβραάμ, θὰ ρίψῃ τὸ καθεστώς, διότι τὸ καθεστὼς δὲν τὸ ἐκπροσωπεῖ ὁ κ. Ἀβραάμ, ἀλλὰ θέλει νὰ ἀποδείξῃ ὅτι δὲν ὑφίσταται ἓν μεμονωμένον ἐπεισόδιον, ἀλλ’ ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ μίαν φυσιολογικὴν ἐκδήλωσιν ἑνὸς συστήματος καὶ ἑνὸς κόσμου ποὺ θνήσκει. Ἐγώ, ἀντιθέτως, πιστεύω, ὅτι καὶ ἂν τελικῶς ἡ ὑπόθεσις ἤθελεν ἀποβῆ ἐναντίον τοῦ κ. συναδέλφου, αὕτη θὰ ἦτο ἓν ἐπεισόδιον, λυπηρὸν βέβαια, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἀπετέλει τὸν κανόνα, διότι ἐγὼ πιστεύω εἰς τὰ ὑγιᾶ αἰσθήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς μᾶς ἔδωσε καὶ μαθήματα ἀπὸ τοῦ βήματος. «Δὲν σιωπᾶτε, τί φωνάζετε;» εἶπε. Καὶ ἐνόμισεν ὅτι τὸ βῆμα αὐτὸ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀσχολῆται δι’ ὅλα τὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδος, δι’ ὅλα τὰ πράγματα τοῦ κόσμου, καὶ μόνον διὰ τὴν προστασίαν τοῦ βήματος αὐτοῦ καὶ τοῦ Σώματος αὐτοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπασχολῆται. Κύριοι, ἀκούσατε ἀπὸ τὸν δημόσιον βίον ἓν χαρακτηριστικὸν ἐπεισόδιον. Κάποτε εἰς τὴν Πνύκα, εἶχε συγκεντρωθῆ ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν, διὰ ν’ ἀποφασίσῃ ἐὰν θὰ ἐδίδετο ἀσυλία εἰς τὸν Ἅρπαλον, ὁ ὁποῖος εἶχε σφετερισθῆ τοὺς θησαυροὺς τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου καὶ εἶχε καταφύγει ἐδῶ, ἐνῷ ὁ Μ. Ἀλέξανδρος ἐζήτει τὴν ἔκδοσίν του καὶ ἐθεώρει τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἀσυλίας του ὡς CASUS BELLI. Ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα τῆς Πνυκὸς μερικοὶ ρήτορες, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν ὅπως παρασχεθῇ ἀσυλία ὑπὲρ τοῦ Ἁρπάλου. Ὁ λαὸς ἐζήτει νὰ ὁμιλήσῃ ὁ Δημοσθένης. Ὁ Δημοσθένης, εἰς τὴν φωνὴν τοῦ κήρυκος, «Τὶς ἀγορεύειν βούλεται;», δὲν ἀπήντα. Ὁ λαὸς ἐπέμενε: «Ὁ Δημοσθένης, ὁ Δημοσθένης εἰς τὸ βῆμα». Ὁ Δημοσθένης ὅμως ἐκάθητο εἰς μίαν γωνίαν, τυλιγμένος εἰς τὸν λαιμὸν μὲ μαλλιὰ καὶ ταινίας, καὶ ἀπαντῶν διὰ νευμάτων εἰς τὰς ἐπανειλημμένας προσκλήσεις τοῦ λαοῦ, εἶπεν, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὁμιλήσῃ διότι τοῦ ἀφῃρέθη ἡ φωνὴ ἀπὸ κυνάγχην, δηλ. ἀπὸ βραχνιάν. Καὶ ὁ Δῆμος ἐφώναξε: «Δημόσθενες, δὲν ὑποφέρεις ἀπὸ κυνάγχην· ὑποφέρεις ἀπὸ ἀργυράγχην», ὑπαινισσόμενος ὅτι καὶ αὐτὸς εἶχε δωροδοκηθῆ ὑπὸ τοῦ Ἁρπάλου. Τὸ σκάνδαλον ἐξερράγη, ὁ Δημοσθένης κατεδικάσθη καὶ ἐφυλακίσθη, μολονότι ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ἱστορικῶς ἔχουν δίκαιον ὅσοι φρονοῦν ὅτι εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ὁ Δημοσθένης ὑπῆρξεν ἀθῷος. Λέγω ταῦτα διὰ νὰ καταλήξω εἰς τὸ ὅτι, ἐὰν μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῆς ἐπιστολῆς τοῦ κ. συναδέλφου καὶ τὸν θόρυβον, τὸν ὁποῖον, αὕτη προεκάλεσεν, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐσιώπα, θὰ διέτρεχε τὸν κίνδυνον νὰ κατηγορηθῇ ὅτι δὲν ἔχει τὸ θάρρος νὰ ρίψῃ φῶς εἰς τὴν ὑπόθεσιν, διότι ὅλοι τέτοιοι εἴμεθα. Κύριοι, πολιτευόμεθα εἰς ἕνα τόπον, παράδοσις τοῦ ὁποίου εἶναι νὰ μὴ ἀνέχεται, ἀπὸ ἓν ὑπερβολικὸν αἴσθημα ἰσότητος, οὔτε καὶ αὐτὴν τὴν μεγαλοφυΐαν τῶν δημοσίων του ἀνδρῶν. Καὶ εἰς τὸν τόπον αὐτὸν ἐθεσπίσθη ἡ ποινὴ τοῦ ἐξοστρακισμοῦ, ὄχι κυρίως ὡς ποινή, ἀλλ’ ὡς ἱκανοποίησις ἑνὸς αἰσθήματος φθόνου τοῦ πλήθους. Εἰς τὸν τόπον αὐτόν, ὅπου ἐξωρίσθη ἕνας Ἀριστείδης, διότι ἐβαρύνοντο νὰ τὸν ἀκούουν «δίκαιον — δίκαιον», εἰς τὸν τόπον αὐτὸν δὲν ἠμπορεῖ ὁ λαὸς νὰ ἀνεχθῇ μεγάλους κρατοῦντας, ἐὰν δὲν ἔχουν καὶ τὰς χεῖρας ὄχι «κρατούσας». Κύριοι, τὸ πλῆθος ἐξώρισε τὸν Ἀριστείδην, ἀλλ’ οὐδέποτε τοῦ ἀπέλιπεν ἡ πίστις ὅτι ἦτο δίκαιος, ὅτι ἦτο ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μόνος ἔφερε τὸν τίτλον τοῦ «δικαίου» εἰς τὸν κόσμον. Δηλαδή, ὅταν τὸ πλῆθος ἱκανοποιηθῇ τὸ αἴσθημα τοῦ φθόνου, σέβεται καὶ τὰ πρόσωπα, σέβεται καὶ τοὺς θεσμούς. Ἀλλ’ ὅταν πίπτουν τὰ πρόσωπα, πίπτουν ὄχι ἀπὸ τὸ αἴσθημα τοῦ φθόνου, ἀλλὰ διότι ὑπῆρξαν ἀνάξια καὶ τότε, κύριοι, μαζὶ μὲ τὰ πρόσωπα πίπτουν καὶ οἱ θεσμοὶ καὶ τὰ συστήματα. Ἰδοὺ διατὶ πιστεύω, ὅτι προσέφερα ἐθνικὴν ὑπηρεσίαν ἀναλαβὼν τὸ βάρος νὰ φέρω τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν. Ὄχι κατὰ προσώπου. Πές μας τί εἶναι αὐτό; Εἶναι δικό σου; Τί σημαίνει; Ἐὰν ἔχῃς δίκαιον θὰ ἔλθω μαζί σου, ἐὰν δὲν ἔχῃς θὰ ἔχῃς τὰς εὐθύνας. Μὴ σιωπᾶς. Λέγω δὲ καὶ τοῦτο ἀκόμη, ὅτι ἐὰν δὲν ἤρχετο δὲν θὰ ὡμίλουν. Ἀλλὰ θὰ ἔλεγον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον νὰ παρακληθῇ ὁ κ. Ἀβραὰμ νὰ ἔλθῃ διὰ νὰ ἀκούσῃ μίαν ἐρώτησιν. Λοιπόν, ἦτο ἐδῶ καὶ ἀπήντησεν ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι πλαστά, ἐνῷ σήμερον τί μᾶς εἶπεν; Μᾶς εἶπεν ὅτι «δὲν εἶναι πλαστά, ἀλλ’ εἶναι ἀνύποπτα». Ἀνύποπτα ἢ πλαστά; Τί εἶναι; Βεβαίως ἡ ὑπόθεσις δὲν ἀφορᾷ πλέον ἐμέ, ἀλλά, τὴν Βουλήν, καὶ τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἐφ’ ὅσον καὶ ἐκεῖνος κατέληξεν ὅπως, συσταθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ —εἰς τὸ τέλος εὗρε κάποιαν λύσιν εἰς τὸ αἴνιγμά του—ἡ Βουλή, θὰ τὴν συστήσῃ. Ἀλλὰ συνιστῶσα τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν ἡ Βουλή, γνωρίζει, ὅπως καὶ ἐκεῖνος, ὅτι ἐὰν εἶναι ἀθῷος τοῦ προσφέρει μίαν ὑπέροχον ὑπηρεσίαν διότι τὸν ἀποκαθιστᾷ εἰς τὸν δημόσιον βίον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν βίον του γενικῶς, ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχουν παραπτώματα θὰ τὰ ἐλέγξῃ τὰ παραπτώματα αὐτά, τὰ ὁποῖα, ἠμπορεῖ νὰ εἶναι λυπηρά, δυσάρεστα, ἀλλ’ εἶναι ἐξαιρέσεις καὶ δὲν ἀποτελοῦν τὸν κανόνα τοῦ Ἑλληνικοῦ δημοσίου βίου. Καὶ σήμερον, κύριοι, ποὺ διεξάγεται ἕνας ἀγὼν τρομερός, ἕνας ἀγὼν ζωῆς ἢ θανάτου μεταξὺ τῶν δύο κόσμων, εἶναι καθῆκον, εἶναι ὑποχρέωσις, νὰ δείξωμεν ὅτι εἴμεθα εἰς τὸ ὕψος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος Ἑλληνικὸς λαός, ἡ μᾶζα, εἶναι ἠθική, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δείξωμεν ὅτι δὲν ἀποτελοῦμεν ἐκδηλώσεις νοσοῦντος καθεστῶτος, ἀλλ’ εἴμεθα ζῶντες ὀργανισμοί, λαοῦ ζῶντος, λαοῦ ἠθικοῦ. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ Κέντρου καὶ τῆς Ἀριστερᾶς).
§58Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε τὸν λόγον.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, θὰ σᾶς παρακαλέσω ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος δι’ ὀλίγων, διότι ἄλλως δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ. Ὁ κ. Π. Παπαληγούρας ἔχει τὸν λόγον.
§60Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀφοῦ κατελήξαμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ συσταθῇ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή, πράγματι κάθε ἄλλη συζήτησις περιττεύει, δὲν θὰ ἤθελον δὲ καὶ νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ ζητήματος στενῶς προσωπικοῦ. Θὰ ἀναφερθῶ ὅμως εἰς 2–3 σημεῖα τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Πειραιῶς, τὰ ὁποῖα κατὰ σύμπτωσιν μόνον θίγουν ἐμὲ προσωπικῶς, οὐσίᾳ δὲ θίγουν τὸ Σῶμα, τὸ ὅτι ἠνέχθη ἐμὲ καὶ τὸν κ. συνάδελφον ἐκ Λαρίσης ἀσχημονοῦντας! Νομίζω, ὅτι ὀφείλω μίαν ἐξήγησιν εἰς τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Πειραιῶς καὶ διὰ τὴν φράσιν τὴν ὁποίαν ἐξεστόμισεν ὑπονοῶν, ὅτι τὸν αἰφνιδιάσαμεν τὴν 8 Μαΐου καὶ διότι δι’ ἑνὸς ὑπονοουμένου ἄφισε νὰ διαχυθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι κατ’ οὐσίαν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐθέσαμεν τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας δὲν ἐκάμαμε τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ βοηθήσωμεν τὸν Κομμουνισμόν. Ἐγώ, κύριοι, πιστεύω ὅτι ἀντιθέτως, εἴχομεν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν μιὰ ποὺ προέκυψε τὸ ζήτημα, ἀδιάφορον πῶς προέκυψε, νὰ τὸ συζητήσωμεν καθαρὰ καὶ ξάστερα μέσα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ νὰ μὴ ἀφίσωμεν τοὺς ἄλλους νὰ διεκδικήσουν τὴν πρωτοβουλίαν αὐτήν. Ἴσα–ἴσα ὑψίστης σημασίας ἐθνικοὶ λόγοι ἐπιβάλλουν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ ἐπιβάλλουν εἰς τοὺς λαβόντας τὴν πρωτοβουλίαν νὰ εἰσηγηθοῦν τὸ θέμα, νὰ τὸ συζητήσουν εὐθέως, εὐθαρσῶς καὶ νὰ τὸ λύσουν. Τὸ θέμα ὅπως ἐνθυμεῖσθε, κ.κ. βουλευταί, ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν 7 Μαΐου, τὸ ἔφερεν ὁ ἐκλεκτὸς ἐκ Λαρίσης συνάδελφος, κ. Χατζηγιάννης. Ὁ κ. βουλευτὴς Πειραιῶς ἀπήντησεν ὡς καταφαίνεται ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν τῆς Συνεδριάσεως ἐκείνης, ἀμέσως εἰς τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Λαρίσης καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ εἶναι «δῆθεν» ἐπιστολὴ πρὸς τὸν υἱόν του καὶ εἶπε καὶ ἄλλα τινὰ ὁμολογουμένως ἀσαφῆ, ἐξ ὧν ὅμως φαίνεται ὅτι ἀμφισβητεῖ τὴν γνησιότητα τῆς ἐπιστολῆς. Τὴν ἑπομένην προέκυψε, κύριοι, νέον ζήτημα διότι ἡ ἐπιστολὴ αὐτή.....
§61Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ (Ἀργολιδ.). «Παραποιημένη» εἶπεν.
§62Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Μάλιστα, παραποιημένη. Ὁ κ. Ἀβραὰμ εἶπεν ὅτι ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ εἶναι «παραποιημένη» καὶ «πλαστή» καὶ «δῆθεν» ἐπιστολὴ πρὸς τὸν υἱόν του.
§63Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπὴν, διὰ νὰ βοηθήσω;
§64Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Εὐχαρίστως.
§65Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ πρακτικά, τὰ ἐπίσημα λέγουν: «Τὸ ἔφερεν ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως.......... .......... (ἀναγινώσκει)..... ἔπειτα». Σήμερα μᾶς λέγει, ὅτι αὐτὰ εἶναι ἀληθῆ ἀλλὰ εἶναι ἀνύποπτα!
§66Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (πρὸς τὸν κ. Παπαδημητρίου). Ἐν πάσῃ περιπτώσει, οὔτε παραποιημένη εἶναι κ. συνάδελφε. Τὸ ζήτημα κύριοι, εἶναι ἁπλοῦν. Ἡμεῖς ἐκεῖνο τὸ βράδυ τῆς 7 Μαΐου ὅλοι ἐπιστεύσαμεν τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Πειραιῶς καὶ ἐπήγαμε καὶ κοιμηθήκαμεν ὅλοι μας στὰ σπίτια μας ἥσυχοι καὶ ἐνθουσιασμένοι. Καὶ εἴπομεν. Θαυμάσια, τὸ θέμα ἐλύθη. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Πειραιῶς εἶπεν, ὅτι ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ εἶναι εἰς ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὕποπτα σημεῖα παραποιημένη. Μᾶς ἔφερε δὲ καὶ τὸ παράδειγμα τῆς λέξεως «καρδιογράφημα» ποὺ ἔγινε «κρυπτογράφημα» καὶ ὅλοι μας πήγαμε καὶ κοιμηθήκαμε ἥσυχοι. Τὴν ἄλλην ἡμέραν τὸ πρωΐ ἐπληροφορήθημεν, ὅτι ὁ Ριζοσπάστης περιεῖχε τὴν φωτοτυπίαν τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς ἐν ἐκτάσει. Καὶ ἐρωτῶ: Ποῖος αἰφνιδιάσθη, ὁ κ. Ἀβραάμ ἢ ἡμεῖς; Καὶ ἐρωτῶ: Ποῖος ἐξ ἡμῶν, κύριοι, τελῶν ὑπὸ μίαν βαρυτάτην ὑπόνοιαν, δὲν λέγω κατηγορίαν, καὶ βλέπων τὸ πρωΐ νὰ δημοσιεύεται ἡ φωτοτυπία τῆς ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν χθὲς ὁ ἴδιος ἐχαρακτήρισεν ὡς παραποιημένην, ἢ ὡς πλαστήν, ὡς ἐχαρακτηρίσθη ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν, δὲν θὰ ἤρχετο νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἐὰν ἦτο ἄρρωστος νὰ στείλῃ μίαν ἐπιστολὴν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ εἴπῃ, κ. Πρόεδρε, εἶμαι ἄρρωστος, θὰ δώσω τὰς ἐξηγήσεις μεθαύριον; Ἀλλὰ ἐθεώρησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Πειραιῶς, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τόσην ὀλίγην πολιτικὴν εὐθιξίαν, ὥστε θὰ ἀφήσῃ ἀπαρατήρητον τὸ γεγονός, ὅτι τὴν προηγουμένην προέβη ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Πειραιῶς εἰς δηλώσεις καὶ εἶπεν ὅσα ἀνέφερεν ὁ κ. Χατζηγιάννης. Καὶ τὴν ἑπομένην δημοσιεύεται ἀκριβῶς, κύριοι, εἰς τὸ κομμουνιστικὸν ὄργανον ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ διὰ φωτοτυπίας. Καὶ ἐρωτῶ: Τί εἴδους πατριωτισμὸς θὰ ὑπῆρχεν, ἐὰν ἐτηρούσαμεν ἄλλην στάσιν, ἐὰν ἀφήναμεν νὰ νοηθῇ, ὅτι μόνοι ἄνθρωποι εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶναι ἀκριβῶς οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δημοσιεύουν αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ δημοσιεύματα καὶ ὅτι ὅλοι οἱ ἄλλοι ἡμεῖς ἀνεχόμεθα αὐτὴν τὴν κατάστασιν; Καὶ ἐν τούτοις, ὅταν διετύπωσα τὴν 8ην Μαΐου, δυστυχῶς ἀπόντος, οὐχὶ ἐξ ὑπαιτιότητος ἰδικῆς μου, ἀλλὰ ἐξ εἰδικῆς ὑπαιτιότητος τοῦ κ. Ἀβραάμ, οὐδεμίαν ἐξέπεμψα ἐναντίον του κατηγορίαν. Ἐντελῶς ἀντικειμενικῶς ἐξέθεσα τὰ πράγματα καὶ παρεκάλεσα νὰ μᾶς δώσῃ διασαφήσεις. Οὐδεὶς κατηγόρησε τὸν κ. Ἀβραάμ, οὔτε καὶ σήμερον ἀκόμη τὸν κατηγορεῖ, μολονότι ὑπάρχει αὐτὴ ἡ κραυγάζουσα ἀντίφασις μεταξὺ τῆς πρώτης καὶ δευτέρας ἀγορεύσεώς του. Ἀναμένομεν τὸ πόρισμα τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλά, κύριοι, νομίζω, ὅτι καὶ εἰς ἄλλα σημεῖα ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Πειραιῶς, εἶπε μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι σωστά. Πρῶτα ἀπ’ ὅλα ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι οὐδεὶς ἐμέμφθη τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Δεύτερον, ὅτι οὐδεὶς διενοήθη νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Ἀμερικανικὴ Κυβέρνησις—πρὸς Θεοῦ κύριοι—ἐδωροδόκησεν ἢ ἐδωροδοκήθη. Εἶναι περίεργον πρᾶγμα, κύριοι, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ διανοηθῇ κανεὶς τοιαῦτα πράγματα. Ὕστερα, ὁ κ. Ἀβραάμ, ἀνέφερε παρὰ πολλὰ καὶ πολὺ ἐνδιαφέροντα πράγματα, ἐλάχιστα ὅμως ἀπὸ αὐτὰ ἀφεώρων τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, διότι νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ κάμωμεν μίαν βασικὴν καὶ θεμελιώδη διάκρισιν: Ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Πειραιῶς, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ ἤσκησε καλὴν ἢ κακήν, ἐγὼ λέγω καὶ ἀρίστην ναυτιλιακὴν πολιτικήν. Αὐτὸ ὅμως εἶναι ἄλλο θέμα. Ἡμεῖς δὲν συζητοῦμεν ἐὰν ἔπρεπεν ἢ δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ σύμβασις τῆς ἀγορᾶς τῶν Λίμπερτυ. Αὐτὸ τὸ θέμα εἶναι μέγα θέμα καὶ εἶναι πρὸς συζήτησιν. Ἀλλὰ εἶναι ἐντελῶς ἄλλο θέμα αὐτὸ ποὺ συζητοῦμεν ἡμεῖς τώρα. Ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι ἐδημοσιεύθη μία ἐπιστολή, ἡ ὁποία κατὰ τὴν γνώμην μου ἐδημιούργει εἰς τὸν ἀντικειμενικὸν ἀναγνώστην ὑπονοίας, ἐὰν ὄχι ἐνδείξεις, περὶ τοῦ ὅτι κἄτι κρύπτεται πίσω ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐπιστολήν. Καὶ ἡμεῖς ἐζητήσαμεν ἁπλῶς νὰ μᾶς δώσῃ ἐξηγήσεις ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Πειραιῶς καὶ ἐπειδὴ τὰς ἐξηγήσεις εἶχεν εὐθύνην νὰ τὰς δώσῃ, ἡμεῖς σχόντες τὴν πρωτοβουλίαν μαζὶ μὲ ἄλλους συναδέλφους προετιμήσαμεν νὰ προβῶμεν πρὸς τὸ Προεδρεῖον πρὸ 2 ἢ 3 ἡμερῶν καὶ εἴπομεν, νὰ συσταθῇ μία Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία νὰ θέσῃ τὰ ζητήματα εἰς τὴν θέσιν των. Καὶ νὰ ἴδωμεν ποῖον θὰ εἶναι τὸ πόρισμα τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐγὼ εὔχομαι ὁλοψύχως νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ὁ κ. Ἀβραάμ. εὑρίσκεται ἐν ἀπολύτῳ ἠθικῇ τάξει καὶ πρῶτον ἐγὼ θὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ τὸν συγχαρῶ. Ἀλλὰ θὰ ἀναμείνωμεν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς καὶ ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος αὐτῆς θὰ ἐξαρτήσῃ ἡ Βουλή, τὴν περαιτέρω ἔναντι τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Πειραιῶς, στάσιν της. Νομίζω, ὅτι ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα, δι’ αὐτὸ δὲν θὰ κάμωμεν καθόλου νύξιν περὶ τῆς ἀπολογίας τοῦ κ. Ἀβραάμ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν τοῦ περιεχομένου τῆς ἐπιστολῆς, αὐτὸ θὰ τὸ εὕρῃ ἡ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή. Δὲν πρόκειται νὰ ἀναλύσῃ πῶς τὸ δῶρον ἀπὸ ἀναμνηστίδιον ἔγινε προμήθεια, καὶ ἄλλας φράσεις αἱ ὁποῖαι, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιδέχωνται τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ κ. Ἀβραάμ. ἀλλὰ πολὺ πιθανὸν νὰ ἐπιδέχωνται καὶ τρίτην τινὰ ἑρμηνείαν, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ πρέπει νὰ ἐρευνηθῇ μήπως ἰσχύει καὶ ἐκείνη. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν, κύριοι, ὅλως ἀντικειμενικῶς ἀναζητοῦντες τὴν ἀλήθειαν καὶ θέλοντες νὰ προστατεύσωμεν τὴν κοινωνικὴν τάξιν ἐφέραμεν τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Καὶ νομίζω, ὅτι ἀνεξαρτήτως τοῦ πορίσματος, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ καταλήξῃ ἡ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή, ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία καὶ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Πειραιῶς εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν θὰ εἶναι ἀθῷος, θὰ μᾶς ὀφείλουν μεγάλην εὐγνωμοσύνην. (Χειροκροτήματα).
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις ὑπογεγραμμένη παρὰ πολλῶν βουλευτῶν περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου ἐπιδόματος εἰς τὸ καθ’ ὑπερωρίαν ἐργαζόμενον προσωπικὸν τῆς Βουλῆς.
§68ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινεν ὅπως εἰς τὸ πραγματικῶς καθ’ ὑπερωρίαν ἐργασθὲν προσωπικὸν τῆς Βουλῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου καὶ ἄλλων ὑπηρεσιῶν διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Βουλῆς κατὰ τὸν μῆνα Μάϊον ἐ. ἔ. χορηγηθῇ ὡς ἔκτακτον ἐπίδομα αἱ ἀποδοχαὶ μέχρις ἑνὸς μηνὸς κατὰ τήν, δι’ ἕκαστον, κρίσιν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§70ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ.μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 9.30′ μ. μ.).