1946.11.29
1.485 στίχοι · 10.904 λέξεις · 106 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 76η
Παρασκευὴ 29 Νοεμβρίου 1946
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 6.30′ μ. μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Δρόσος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Γ. ΔΡΟΣΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Μ. Καροῦσος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Μ. ΚΑΡΟΥΣΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Ἀττικοβοιωτίας κ. Θ. Κονίτσας, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κτηνοτρόφων Ἀραχώβης–Βοιωτίας, ζητούντων κατάργησιν τοῦ νόμου «περὶ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν». Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Σταμάτης, καταθέτει τηλεγραφικὴν διαμαρτυρίαν τῶν ἐκπροσώπων Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Ἐπαρχίας Τριχωνίδος Νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν πλήρη ἀσυδοσίαν καὶ ληστρικὴν τακτικὴν καπνοβιομηχάνων καὶ καπνεμπόρων, οἱ ὁποῖοι ἐκμεταλλευόμενοι τὴν δυστυχίαν τῶν πληθυσμῶν, προβαίνουσιν εἰς ἀγορὰς καπνῶν ἐσοδείας 1946 εἰς τιμὰς ἐξευτελιστικὰς (τριῶν ἕως ἓξ χιλιάδων) καὶ παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς ἁρμοδίους ὅπως προβῶσιν εἰς τὴν λῆψιν τῶν ἀναγκαίων μέτρων πρὸς βελτίωσιν τῶν τιμῶν καὶ παύσῃ ἡ αἰσχρὰ ἐκμετάλλευσις ἡ ὁποία τόσον ἀπανθρώπως διεξάγεται ἀπὸ μίαν μικρὰν ὁμάδα ἀναλγήτων Ἑλλήνων. Ὁ βουλευτὴς Κοζάνης κ. Κ. Προκοπίδης, καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ Νοσοκομείου τοῦ Δήμου Πτολεμαΐδος, αἰτοῦντος οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν. Ὁ Κωνσταντῖνος Κουκουμελίδης, πρώην κάτοχος ἀρτοποιείου, κάτοικος Βύρωνος, ζητεῖ ὅπως ἀπαγορευθῇ ἡ λειτουργία τῶν ἀρτοποιείων ὧν οἱ ἰδιοκτῆται στεροῦνται ἀδείας ἐξασκήσεως ἐπαγγέλματος ἀρτοποιοῦ. Ὁ Σύλλογος τῶν ἐν Ἀθήναις Σαμοθρακητῶν «Ἡ Νίκη Σαμοθράκης», ἐκφράζει τὴν βαθυτάτην πικρίαν τοῦ λαοῦ τῆς Σαμοθράκης, διὰ τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς νήσου ταύτης ὡς τόπου ἐξορίας καὶ ζητεῖ ἄρσιν σχετικῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίας Ἀσφαλείας. Ὑποψήφιοι φοιτηταὶ τῆς Α.Σ.Ο.Ε.Ε., ἀποκλεισθείσης τῆς εἰσαγωγῆς των λόγῳ τοῦ περιωρισμένου ἀριθμοῦ τῶν εἰσακτέων φοιτητῶν ζητοῦν ὅπως εἰσαχθοῦν πάντες οἱ λαβόντες βαθμολογίαν 15. Τὰ Παραρτήματα Παλαιοημερολογητῶν Χαλκίδος, Λαρίσης, Καρύστου, Δεσφίνης, Σπετσῶν καὶ Καρλοβασίου, διὰ τηλεγραφικῶν ἀναφορῶν των, ζητοῦν ὅπως θεσπισθῇ Συνταγματικὴ πρᾶξις προστατεύουσα τὴν ἐλευθέραν ἐξάσκησιν τῶν θρησκευτικῶν των καθηκόντων. Ἐπιστημονικοὶ καὶ Ἐπαγγελματικοὶ Σύλλογοι Ναυπλίου, διαμαρτύρονται δι’ ἐγκατάλειψιν τῆς πόλεώς των ἀπὸ ἀπόψεως ἀσφαλείας. Οἱ βαμβακοπαραγωγοὶ τῆς Κοινότητος τ. δ. Τρινάδου καὶ Ἕλους, ζητοῦν μετατροπὴν τῶν καλλιεργητικῶν δανείων εἰς μεσοπρόθεσμα λόγῳ καταστροφῆς περιφερειῶν καλλιεργείας. Ἐπιτροπὴ διαφόρων καπνοπαραγωγικῶν περιφερειῶν Ἀγρινίου, διαμαρτύρονται δι’ ἐξευτελιστικὴν τιμὴν καπνοῦ καὶ ζητοῦν ἄμεσον ἐπέμβασιν Κράτους πρὸς προστασίαν προϊόντων των. Ὁ Σύνδεσμος πληγέντων καὶ μὴ ἀποζημιωθέντων αὐτοκινητιστῶν Β. Ἑλλάδος καὶ Κρήτης, διαμαρτύρονται διὰ μελετωμένην κατάργησιν τοῦ Ν. Δ. 140)1946. Ἡ Ἕνωσις Ἱπταμένων Πολιτικῆς Ἀεροπορίας Ἀθηνῶν, ζητεῖ ἐπαναφορὰν τοῦ Α. Ν. 2414)1940 «περὶ καταβολῆς συντάξεως ἱπταμένων ὑπαλλήλων Ἑλληνικῆς ἐπιχειρήσεως ἐναερίων συγκοινωνιῶν». Ὁ κ. Γ. Τζωρτζόπουλος ἀναγινώσκει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ ἐθνικιστικοῦ κόσμου Ἀγρινίου, ἔχουσαν ὡς ἀκολούθως: «Σύμπας ἐθνικιστικὸς κόσμος περιφερείας μας διατελεῖ ἐν προφανεῖ ἀναστατώσει διὰ πρωτάκουστον ἀπόφασιν Στρατοδικείου Μεσολογγίου, δικάζοντος 54 συμμορίτας τοῦ καπετὰν Ἐπαμεινώνδα κατὰ τῶν ὁποίων προέκυψαν πλήρη στοιχεῖα ἐνοχῆς κατὰ ἀκροαματικὴν διαδικασίαν καὶ τὸ ὁποῖον ἐδίκασε μόνον ἐννέα καὶ ἀπήλλαξε τοὺς ὑπολοίπους 45, καταρρακῶσαν πᾶσαν ἔννοιαν Δικαιοσύνης καὶ κατασπιλῶσαν ὑπόληψιν κατηγόρων ἀξιωματικῶν Χωροφυλακῆς ἀγωνιζομένων μὲ τὸ αἷμα των διὰ τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος Στρατοδίκαι, γνωστοὶ συνοδοιπόροι Δημοκρατικοί, παρασυρθέντες ἀπὸ πολιτικῆς των πεποιθήσεως, διέπραξαν πρωτάκουστον πρᾶξιν εἰς βάρος Ἑλλάδος. Διαμαρτυρόμενοι κατὰ ἀποτελεσάντων στρατοδικεῖον ἀξιωματικῶν, αἰτοῦμεν ἀναθεώρησιν δίκης καὶ ἀποστολὴν τῶν στρατοδικῶν εἰς τὸ μέτωπον Βορείου Ἑλλάδος διὰ νὰ γευθοῦν τὰ ἀγαθὰ τῆς ἐπιεικείας των. Παρακαλοῦμεν ἀνασταλῇ ἐκδίκασις ὑπολοίπων ὑποθέσεων Στρατοδικείου ἂν πρότερον δὲν ἐκκαθαρισθῇ σῶμα ἀξιωματικῶν Φρουρᾶς Μεσολογγίου ἀπὸ συνοδοιπόρους. Ἐθνικὴ Δρᾶσις Ἀγρινίου. Προεδρεύων Μιλτιάδης Β. Τζανῆς». Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ καθορισμοῦ τῶν ἁρμοδιοτήτων τοῦ Ὑπουργοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ Βορείου Ἑλλάδος». Ὁ κ. Α. Παπαθανάσης (Ὑπ. Γεωργίας) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ θέσεως διατάξεών τινων ἐν ἰσχύϊ ἀφορωσῶν τὰς Γεωργικὰς Συνεταιριστικὰς Ὀργανώσεις». Ὁ κ. Δ. Λόντος (Ὑπ. Ναυτικῶν) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ ἐπαναφορᾶς ἐν ἰσχύϊ τῶν περὶ Γενικῆς Ἐπιθεωρήσεως τοῦ Β. Ν. διατάξεων καὶ περὶ καταργήσεως τῆς θέσεως τοῦ Ναυάρχου Ἀρχηγοῦ». Ὁ κ. Λ. Εὐταξίας (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν) καταθέτει σχέδια νόμων 1) «περὶ παρατάσεως προθεσμίας ἀσκήσεως δικαιωμάτων Δημοσίου καὶ κωδικοποιήσεως τῆς περὶ συγκεντρώσεως τῆς περιουσίας τοῦ Δημοσίου ἰσχυούσης νομοθεσίας» καὶ 2) «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 10)11 Μαΐου 1946 «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1172)1946 Α. Ν. «περὶ ἐπεκτάσεως τῶν διατάξεων τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1091)1946 Α. Ν.». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Καλαντζᾶκος, Μ. Καρζῆς, Κ. Κορόζος, Α. Ὀρφανίδης, Δ. Μπαρσέλλος, Μ. Βολουδάκης, Ι. Μπερνίτσας, Κ. Μπαλτᾶς, Θ. Κονίτσας, Π. Σπηλιώτης, Ι. Κίνιας κ. ἄ. καταθέτουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν γραπτῶν τῶν ὑποψηφίων πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς τὴν Ἰατρικὴν Σχολὴν τῶν Πανεπιστημίων Ἀθηνῶν, Θεσσαλονίκης καὶ εἰσαγωγῆς εἰς ταύτην τῶν τέκνων τῶν ἰατρῶν καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ ὁριζομένου ἀριθμοῦ εἰσακτέων». Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Παπαγεωργίου, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τὸ προσωπικὸν τῶν ὑπηρεσιῶν ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν καὶ ἄλλων τινων διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Γραφᾶκος, Γ. Δροσόπουλος, Β. Κρῖκος, Δ. Σχινᾶς, Δ. Βοῦλτζος, Ε. Ἀλιπράντης, Ε. Κοθρῆς, Π. Οἰκονομίδης, Γ. Βογιατζῆς, Κ. Παπαδάκης καὶ Α. Δημητρᾶτος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κρίσεως Ἀξιωματικῶν καὶ ἀρχισμηνιῶν τῆς Β. Ἀεροπορίας ἐξελθόντων τῇ αἰτήσει των ἢ αὐτεπαγγέλτως». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Γιαννόπουλος, Ι. Φωτόπουλος, Κ. Μπαλτᾶς, Α. Δερδεμέζης, Ε. Καζατζῆς, Ε. Κουσαῆς, Κ. Σταμούλης καὶ Δ. Πετρινός, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κρίσεως Ἀξιωματικῶν καὶ Ἀνθυπασπιστῶν τοῦ Στρατοῦ Ξηρᾶς τελούντων ἐκτὸς ὑπηρεσίας καὶ ὀργανικῶν θέσεων».
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Τζωρτζόπουλος ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§6Γ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ μέρους τοῦ ἐθνικόφρονος κόσμου Ἀγρινίου, ὁ ὁποῖος διαμαρτύρεται ἐντονώτατα διὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἐκτάκτου Στρατοδικείου Μεσολογγίου, τὸ ὁποῖον ἀπήλλαξε 46 συμμορίτας, ἀποδεδειγμένως ἐνόχους, ἀνήκοντας εἰς τὴν συμμορίαν τοῦ καπετὰν Ἐπαμεινώνδα, ἡ ὁποία πρὸ ὀλίγου χρόνου ἐξοντώθη εἰς τὴν περιφέρειαν Ἀγρινίου. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν διαμαρτυρίαν καὶ νὰ ἐξετάσῃ τὰ ἐν αὐτῇ ἀναφερόμενα, διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν οἱ κύριοι στρατοδίκαι Μεσολογγίου νὰ ἐπιδεικνύωσι τοιαύτην ἐπιείκειαν εἰς τὰ ἀνθρωπόμορφα αὐτὰ τέρατα, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἄλλοι συνάδελφοί των, καταγόμενοι ἐκ Μεσολογγίου, ὡς ὁ ἥρως ἀνθυπολοχαγὸς Μακρῆς, ἐκτελοῦντες τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον, πίπτουσιν ὑπὸ τὰ πλήγματα τῶν ἀναρχοκομμουνιστῶν. (Χειροκροτήματα).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὁ κ. Α. Βαμβέτσος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεώς του ἀπευθυνομένης πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Τάξεως, σχετικῶς μὲ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 272)1945 ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.
§8Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, μία δεκὰς ἐνωμοταρχῶν, οἱ ὁποῖοι εἰργάζοντο εἰς τὸ τμῆμα τῆς κομμουνιστικῆς καὶ Βουλγαρικῆς ἀντικατασκοπείας, εἶχον προαχθῆ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς εἰς Ἀνθυπασπιστάς. Ὅταν ἐξεδόθη μία Συντακτικὴ πρᾶξις, ἡ ὁποία προέβλεπε περὶ τοῦ ὑποβιβασμοῦ τῶν προαχθέντων κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς, αὐτοὶ ὑπεβιβάσθησαν, ἐνῷ ἡ Συντακτικὴ αὐτὴ πρᾶξις δὲν ἐφηρμόζετο ἐπὶ ἐνωμοταρχῶν προβιβασθέντων εἰς Ἀνθυπασπιστάς. Συνεπείᾳ τούτου προσέφυγον εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ τοῦτο ἠκύρωσε τὸν ὑποβιβασμόν, Κατόπιν τούτου ἡ Διοίκησις δὲν ἐξετέλεσε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἠναγκάσθησαν οἱ θιγόμενοι νὰ ὑποβάλουν μήνυσιν ἐναντίον τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως, τὰ ὁποῖα δὲν ἐξετέλεσαν τὴν ἀπόφασιν αὐτήν. Τὰ ὄργανα, ὅμως, ταῦτα, διὰ νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὰς ἐνοχλήσεις τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν καὶ τὰς εὐθύνας, ἐξέδωκαν ἕνα ἀναγκαστικὸν νόμον, ὑπ’ ἀριθ. 905)1946, διὰ τοῦ ὁποίου, ἀνατρέποντες τὸ δεδικασμένον τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ὑπήγαγον καὶ αὐτοὺς εἰς τὰς διατάξεις τῆς Συντακτικῆς πράξεως. Τοῦτο ἐγένετο διὰ νὰ ἀκυρωθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ νὰ ἀπαλλαγοῦν οἱ ὑπεύθυνοι ὑπάλληλοι — ἀνώτερος ἀξιωματικὸς τοῦ Ὑπουργείου Ἀσφαλείας — τῶν συνεπειῶν τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τῆς ἀποφάσεως ταύτης. Κατόπιν αὐτοῦ, ὑπήχθησαν καὶ πάλιν ὑπὸ κρίσιν, κριταὶ δὲ αὐτῶν ἦσαν ἐκεῖνοι ἐναντίον τῶν ὁποίων εἶχον ὑποβάλει μήνυσιν. Νομίζομεν, ὅτι αὐτὸ εἶναι μία ἀδικία καὶ πρέπει νὰ ἐπανορθωθῇ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ ἐφαρμόζεται νόμος διὰ περίπτωσιν διὰ τὴν ὁποίαν εἶπε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν εἶχεν ἐφαρμογήν.
§9Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 292 ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, διὰ τῆς ὁποίας ἠκυρώθη τὸ ἀπὸ 10.5.1945 Β. Δ. περὶ ὑποβιβασμοῦ τῶν Ἀνθυπασπιστῶν αὐτῶν εἰς ἐνωμοτάρχας, ἐξετελέσθη πλήρως διὰ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἐνδιαφερομένων εἰς οἷον βαθμὸν κατεῖχον, δηλονότι εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ Ἀνθυπασπιστοῦ. Ἐπηκολούθησεν, ὅμως, ἢ μᾶλλον ἦτο ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος 905 τοῦ 1946 βάσει τοῦ ὁποίου, μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν συνεπείᾳ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ἐκρίθησαν ἐκ νέου παρὰ τοῦ Συμβουλίου, ὅπως ὥριζεν ὁ Α. νόμος 905)1946 — διότι συμφώνως πρὸς τὸν νόμον αὐτὸν ἐκρίθησαν ἐκ νέου — καὶ ὑπεβιβάσθησαν καὶ πάλιν ἐκ τοῦ βαθμοῦ τοῦ Ἀνθυπασπιστοῦ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἐνωμοτάρχου. Κατὰ συνέπειαν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καθ’ ἣν εἶχεν ὑποχρέωσιν τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἐξετέλεσεν, ἀλλ’ οὗτοι ὑπήγοντο εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 905)1946 Α. νόμου, ὁ ὁποῖος ὥριζεν ἓν Συμβούλιον ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐκρίθησαν καὶ ὑπεβιβάσθησαν. Τώρα ἕνα ζήτημα εἶναι: Ἐὰν πρέπει νὰ ἰσχύῃ ἢ ὄχι ὁ νόμος 905. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ὑπὸ μελέτην καὶ θὰ εἶμαι εἰς θέσιν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, ὅταν ληφθοῦν ὡρισμέναι ἐπ’ αὐτοῦ ἀποφάσεις, νὰ σᾶς πληροφορήσω.
§10Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ψηφίσωμεν ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ λέγῃ ὅτι εἷς ἰατρὸς θεραπεύων ἕνα ἀσθενῆ, μετὰ ταῦτα ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸν φονεύῃ. (Γέλωτες).
§11Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν εἶσθε σεῖς ὑπεύθυνος, οὔτε ὁ ἄμεσος προκάτοχός σας, ἀλλὰ αἱ πληροφορίαι τὰς ὁποίας σᾶς ἔδωκεν ἡ ὑπηρεσία σας, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς.
§12Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Σᾶς λέγω τοῦτο. Οἱασδήποτε πληροφορίας δίδει ἡ ὑπηρεσία, κατὰ γενικὸν καὶ ἀπαράβατον κανόνα τὰς ἐλέγχω προσωπικῶς. Συνεπῶς δὲν πρόκειται περὶ πληροφοριῶν τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ περὶ πληροφοριῶν τὰς ὁποίας δίδω ἐγὼ εἰς ὑμᾶς, κατόπιν ἐξακριβώσεως. Ὁ ἐκ νέου ὑποβιβασμὸς τῶν περὶ ὧν πρόκειται, ἐδημοσιεύθη εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 118 φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως (τεῦχος Γʹ) τῆς 3.7.1946.
§13Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Σᾶς πληροφορῶ, ὅτι, πρὶν γίνουν τὰ πράγματα αὐτά, ὑπεβλήθησαν μηνύσεις ἐναντίον ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίας Τάξεως, διότι δὲν εἶχον συμμορφωθῆ πρὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Τοῦτο δὲν σᾶς τὸ ἐπληροφόρησαν. Ἐπίσης δὲ ὅτι κατόπιν τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς, ἐγένετο τότε ποὺ ἐξεδίδοντο ἀναγκαστικοὶ νόμοι, ὁ νόμος αὐτός, ὁ ὁποῖος λέγει τὰ ἑξῆς: «Κατ’ ἐξαίρεσιν τῶν διατάξεων τοῦ ἐδαφίου 1 τοῦ παρόντος ἄρθρου, δὲν ἀκυροῦνται οἱ κτηθέντες ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ βαθμοὶ τοῦ ἀνθυπομοιράρχου καὶ ἀνθυπασπιστοῦ ἀπὸ 20.4.1941 μέχρι 12.10.1944. Ἅπασαι ὅμως αἱ γενόμεναι προαγωγαὶ ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ κατὰ τὸ ἄνω χρονικὸν διάστημα καὶ διὰ τοὺς ἀνωτέρω βαθμοὺς (νῦν τὸ πρῶτον προστεθέντος τοῦ βαθμοῦ τῶν ἀνθυπασπιστῶν) παραπέμπονται.... πρὸς ἐξέτασιν καὶ ὁριστικὴν κρίσιν εἰς τριμελῆ Συμβούλια κλπ.». Ἐγένετο δὲ τοῦτο ἀφοῦ ἀνεγνωρίσθη, ὅτι δυνάμει τῆς 29)1945 Συντακτικῆς Πράξεως δὲν εἶχον ἀκυρωθῆ αἱ προαγωγαὶ ἐνωμοταρχῶν εἰς ἀνθυπασπιστάς, ὡς ἐκρίθη ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Δηλαδὴ ἔκαμαν εἰδικὸν νόμον διὰ νὰ καταστήσουν ἀνενεργοὺς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἐκεῖνο ποὺ περιμένομεν ἀπὸ σᾶς εἶναι νὰ φροντίσετε ὁ νόμος αὐτὸς νὰ μὴ ἰσχύσῃ, διότι εἶναι ἄδικος.
§14Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Θὰ τὸ ἐξετάσω τὸ ζήτημα.
§15Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Σημειωτέον ὅτι οἱ μηνυθέντες εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἔκριναν.
§16Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Ἐὰν οἱ μηνυθέντες εἶναι κριταί, ὤφειλον νὰ προβάλλουν λόγους ἐξαιρέσεως, διότι εἶναι ἕνας λόγος σπουδαιότατος.
§17Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἀσφαλῶς ὤφειλον νὰ δηλώσουν κώλυμα οἱ ἴδιοι.
§18Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Ἀλλὰ καὶ οἱ κρινόμενοι εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλλουν ἔνστασιν ἐξαιρέσεως.
§19Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργέ, νὰ ἐρευνήσετε κατὰ πόσον ἐπιτρέπετε νὰ ἰσχύῃ ὁ νόμος αὐτός.
§20Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Θὰ τὸ ἐξετάσω τὸ ζήτημα.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Μελᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεως, ἀπευθυνομένης πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν ἀγοραπωλησιῶν ἀκινήτων τῆς περιόδου τῆς κατοχῆς.
§22Ι. ΜΕΛΑΣ. Ἐπὶ ἓν περίπου ἔτος, κύριοι βουλευταί, ἐπὶ Κυβερνήσεως παντοδυνάμου, στηριζομένης ἐπὶ ἀμετακινήτου πλειοψηφίας, ἐκκρεμεῖ εἰς χεῖρας τοῦ Κράτους τὸ μέγα θέμα τῶν ἀγοραπωλησιῶν ἐπὶ κατοχῆς. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶμεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις νομίζει ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ λυθῇ τὸ θέμα τοῦτο διὰ τῆς τακτικῆς τῆς σήψεως. Ἡ ἐκκρεμότης τοῦ θέματος πλήττει, κύριοι, τόσον τὴν ἰδιωτικήν, ὅσον καὶ τὴν ἐθνικήν, τὴν δημοσίαν οἰκονομίαν. Τὸ Κράτος πλήττεται ἀπὸ ἀπόψεως δημοσίων ἐσόδων, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ μεγάλαι τάξεις, ὅπως τῶν κτηματομεσιτῶν, τῶν δικηγόρων καὶ τῶν συμβολαιογράφων, ἔχουν στερηθῆ τοῦ κυρίου ἀντικειμένου τοῦ λειτουργήματός των. Διὰ τῆς καθυστερήσεως τῆς ἐπιλύσεως τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἔχουν ἀπονεκρωθῆ πλεῖσται συναλλαγαί. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ποίαν λύσιν καὶ ἐπὶ τέλους πότε προτίθεται νὰ θέσῃ ἐνώπιον τῆς Ἀντιπροσωπείας ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ δικαιούμεθα, νομίζω, νὰ ἀναμένωμεν ἀπάντησιν θετικὴν καί, εἰ δυνατόν, ληξιπρόθεσμον.
§23Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Κύριε συνάδελφε, διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον πραγματικὰ εἶναι ἐξαιρετικὰ σοβαρόν, ἔχουν γίνει κατ’ ἐπανάληψιν συσκέψεις μὲ τὰς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας, ἀλλὰ καὶ μὲ τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργούς. Εἶναι ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ λυθῇ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης μόνον. Εἶναι λυπηρὸν ὅτι ἡ 114 Συντακτικὴ Πρᾶξις, ἡ ὁποία εἶχεν ὡς προϋπόθεσιν τὴν ἔκδοσιν ἐκτελεστικοῦ διατάγματος, ἔφερε τὴν κατάστασιν αὐτήν, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖτε, τῆς σοβαρᾶς ἀναταραχῆς τῶν συναλλαγῶν, ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται ὅτι μὲ ἓν πρόχειρον νομοθετικὸν μέτρον δύναται νὰ λυθῇ ἕνα κολοσσιαῖον ζήτημα, ὅπως εἶναι αὐτό. Ἡ Κυβέρνησις μεριμνᾶ σοβαρῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἔχει ζητήσει στατιστικὰ στοιχεῖα καὶ ἀπὸ τοὺς ἐνδιαφερομένους ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας καί, κατόπιν συνεννοήσεως μὲ τοὺς Ὑπουργοὺς Συντονισμοῦ καὶ Οἰκονομικῶν, θὰ σᾶς φέρῃ σχετικὸν νομοθετικὸν μέτρον. Εἶναι ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ λυθῇ τόσον εὐχερῶς. Εἶναι πολὺ εὔλογον νὰ λέγωμεν ὅτι λύομεν αὐτὰ τὰ ζητήματα μὲ μίαν Συντακτικὴν Πρᾶξιν.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Θηβαῖος ἔχει τὸν λόγον.
§25Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Συνηγορῶ καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ὑπὲρ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Νικολαΐδης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ σχετικῆς ἀναφορᾶς.
§27Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ἐτακτοποιήθη τὸ ζήτημα, κύριε Πρόεδρε.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Ἐφοδιασμοῦ ἀπευθυνομένη ἐρώτησις, ἀναβάλλεται λόγῳ ἀπουσίας εἰς Πάτρας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§29Η. ΜΠΑΤΖΙΟΣ. Πρόκειται περὶ σκανδάλου, διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λογοδοτήσῃ ἄλλος Ὑπουργός. Ἡ ἐν λόγῳ ἀναφορὰ ἔχει ὑποβληθῆ ἀπὸ τὸν Μάϊον καὶ συνεχῶς ἀναβάλλεται.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ἀπουσιάζει ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἐπιμένετε δύνασθε νὰ ὁμιλήσετε ἐπὶ 5 λεπτά.
§31Η. ΜΠΑΤΖΙΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ σκάνδαλον τὸ ὁποῖον θὰ ἀκούσετε, ἀποτελεῖ μίαν πτυχὴν τοῦ ὅλου παναμᾶ τῶν καταχρήσεων, τὸν ὁποῖον μᾶς παρουσίασαν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς πρὸ ἡμερῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τοῦ Ἐφοδιασμοῦ. Ἀποτελεῖ ἕνα πολλοστημόριον τῶν ὅλων καταχρήσεων τῶν περιφήμων ἐκείνων ὑπηρεσιῶν, εἰς τὰς ὁποίας τὸ Κράτος ἐμπιστεύεται τὸ μέγα πρόβλημα τῆς τροφῆς, τῆς ἐπενδύσεως καὶ τῆς ὑποδήσεως τοῦ λαοῦ μας. Κατήγγειλα τὸ σκάνδαλον αὐτὸ εἰς τὴν γενικὴν Διοίκησιν Θεσσαλονίκης καὶ ἔπρεπε τοῦτο νὰ λάβῃ τὴν μορφὴν τῆς ἐπερωτήσεως, ἐνῷ ἐκ παραδρομῆς καὶ ἐκ παρανοήσεως ἔλαβε τὴν ὁδὸν τῆς ἐρωτήσεως. Ἰδοὺ περὶ τίνος πρόκειται. Τὸ Ὑπουργεῖον Ἐφοδιασμοῦ προῆλθεν εἰς σύμβασιν μὲ ἐργοστάσια σοκολατοποιΐας τῆς Θεσσαλονίκης, τὸν Μάρτιον ἢ Ἀπρίλιον τοῦ 1946 — δὲν ἐνδιαφέρει πότε ἔγινεν ἡ σύμβασις, ἐνδιαφέρει τὸ τί ἔγινε — διὰ τὴν βιομηχανοποίησιν 99.000 ὀκάδων κυάμων κακάου εἰς κόνιν, βούτυρον κακάου κλπ., ἐπ’ ἀνταλλάγματι. Τὰ εἴδη αὐτὰ θὰ ἐπεστρέφοντο πάλιν εἰς τὸ δημόσιον βιομηχανοποιημένα. Ἐφορτώθησαν, λοιπόν, εἰς τρία ἱστιοφόρα αἱ ποσότητες αὐταὶ καὶ ἦλθον εἰς τὴν Θεσσαλονίκην αἱ πρῶται ἀποστολαί. Ὅταν παρεδόθησαν, ὅμως, εἰς τὰ ἐργοστάσια, ἀπεκαλύφθη ὅτι ἐπὶ 1123 σάκκων κυάμων κακάου, τοῦ ὁποίου ἡ ὀκᾶ σημειώσατε κυμαίνεται περὶ τὰς 20.000 δραχ., εὑρέθησαν 72 σάκκοι γεμᾶτοι ἀπὸ χώματα, πέτρες, ἄμμους, σπάγγους καὶ διαφόρους γαιώδεις προσμίξεις, 10 σάκκοι εὑρέθησαν κατὰ τὸ ἥμισυ παραβιασμένοι καὶ ἀνάμικτοι καὶ 30 σάκκοι ἑνὸς ἐργοστασίου καὶ 34 ἑτέρου εὑρέθησαν ὄζοντες ἀπὸ μουρουνέλαιον, πετρέλαιον, βενζίνην καὶ τὰ τοιαῦτα. Ποῦ ἔλαβε χώραν τὸ σκάνδαλον καὶ ποίους ἀφορᾷ, αὐτὸ δὲν μὲ ἐνδιαφέρει τόσον ἐμέ, ὅσον καὶ τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον, νομίζω. Μᾶς ἐνδιαφέρει μόνον νὰ πληροφορηθοῦμε τί ἔπραξε τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον διὰ τὸ ἔγκλημα αὐτό. Ἔχω μπροστά μου αὐτὸ τοῦτο τὸ σῶμα τοῦ ἐγκλήματος, ἔχω αὐτὸ τοῦτο τὸ πρακτικὸν τῆς παραδόσεως καὶ παραλαβῆς, ἀπὸ τὸ ὁποῖον διαπιστοῦται τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ἐνώπιόν σας. Καὶ μέχρι μὲν τῆς 5 Μαΐου 1946, ὅπου ἐγὼ ἔκαμα τὴν καταγγελίαν οὔτε φωνή, οὔτε ἀκρόασις. Κανεὶς δὲν ἔδωσε σημασίαν, ὡσὰν νὰ ἐπρόκειτο περὶ μηδαμινοῦ πράγματος, ὡσὰν νὰ ἐπρόκειτο περὶ παρονυχίδος. Ὅταν δὲ ἠρώτησα τὸν τότε Διευθυντὴν τοῦ Ἐφοδιασμοῦ καὶ τοῦ εἶπα περὶ τῆς καταχρήσεως, ὅτι ἐσιγήσατε καὶ ἐκλείσατε τὰ χαρτιά, κύριε Διευθυντά, εἰς τὰ χρονοντούλαπα, τὶ μοῦ ἀπήντησε, νομίζετε; Κύριε Μπάτζιο, ὁμιλεῖτε σὰν νὰ εἶναι ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν λαμβάνει χώραν τοιαύτη κατάχρησις. Ἡ ὑπόθεσις παρεπέμφθη εἰς τὴν διοικητικὴν καὶ δικαστικὴν ἀνάκρισιν, μοῦ εἶπε, καὶ θά! καὶ νά! Ἀλλ’ αὐτὰ τὰ περίφημα «θὰ» καὶ «νὰ», κύριοι βουλευταί, ὅπως ἔλεγεν ὁ γέρως τοῦ Μωριᾶ, ἔχουν σπαρῆ πολλὲς φορὲς, ἀλλὰ δὲν φυτρώνουν ποτὲ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐγὼ ἐνόμισα ὅτι εἶχα καθῆκον νὰ φέρω ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς τὸ σκάνδαλον αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶναι μία λεπτομέρεια τῶν ὅλων σκανδάλων, τὰ ὁποῖα λαμβάνουν χώραν. Ἐκτὸς δὲ τούτου, ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἐφοδιασμοῦ, ἔστειλεν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην ἕνα ἄλλον εἰδικὸν ὑπάλληλον, διὰ νὰ μᾶς μεταφέρῃ τὰ τιμολόγια ἱματισμοῦ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, διὰ νὰ ἐποπτεύῃ, δῆθεν, καὶ νὰ καθορίζῃ τὰς τιμάς, ὡσὰν αὐτὸ νὰ μὴ ἦτο δυνατὸν νὰ μεταβιβασθῇ διὰ τοῦ ἀεροπλάνου καὶ τοῦτο, διὰ νὰ δικαιολογῇ ἕνας ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου παχυλὰς ἀμοιβὰς ὑπὲρ τὸ ἑκατομμύριον μηνιαίως δι’ ἀποζημιώσεις μόνον, ἐνῷ ἕνας ἀνώτερος ὑπάλληλος τῆς αὐτῆς ὑπηρεσίας Θεσσαλονίκης, ἠδύνατο κάλλιστα ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἀποστολὴν αὐτήν. Τὰ ἐγκλήματα, κύριοι, αὐτὰ πρέπει νὰ τιμωροῦνται καὶ νὰ τιμωροῦνται ἀμειλίκτως. Ἀλλὰ πῶς θέλετε νὰ τιμωροῦνται, ὅταν ἔχωμεν ὑπηρεσίας αἱ ὁποῖαι χωλαίνουν;
§32Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Μὰ ποιὸς τὰς ὑποστηρίζει, νὰ μᾶς πῆτε.
§33Η. ΜΠΑΤΖΙΟΣ. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ καταθέσω ἐπερώτησιν δι’ ὡρισμένους ἀνωτέρους καὶ ἀνωτάτους δικαστικούς, οἰκονομικούς, καὶ διοικητικοὺς λειτουργοὺς Θεσσαλονίκης. Κύριοι, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐγὼ ἔκαμα τὴν ἐρώτησιν καὶ περιμένω τὴν ἀπάντησιν. Καὶ δηλῶ, ὅτι πρόκειται περὶ σκανδάλου, διὰ τὸ ὁποῖον ἡ ὑπομονὴ τοῦ λαοῦ ἔφθασεν εἰς σημεῖον ὀξύ. Μὴ λησμονῶμεν ὅτι ἡ ὑπομονὴ ἔχει καὶ ὅρια. Ἀλλοίμονον δὲ ὅταν ἐξαντληθοῦν ὅλα τὰ ὅρια τῆς Ἰωβείου ὑπομονῆς τοῦ λαοῦ μας. Διότι τότε «ἁμαρτωλοὶ ποῦ φύγωμεν;» (Χειροκροτήματα ζωηρά).
§34Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ποιὸς τοὺς ὑποστηρίζει;
§35Η. ΜΠΑΤΖΙΟΣ. Νὰ σᾶς ἀπαντήσω, κύριοι. Ἡ πρᾶξις ἔλαβε χώραν ἐπὶ Κυβερνήσεως τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου καὶ ἠνέχθη τὴν κατάστασιν καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις. Καὶ οἱ δύο εἶσθε ὑπεύθυνοι.
§36ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ πρακτικὸν, τί ἡμερομηνίαν φέρει;
§37Η. ΜΠΑΤΖΙΟΣ. Τὸ ἐπίσημον πρακτικὸν ἔγινεν εἰς τὰς 8–9 Μαρτίου 1946, μεταξὺ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ κ. Παππᾶ καὶ τῶν ἐργοστασίων.
§38Ε. ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ. Ἡ παραλαβὴ πότε ἔγινε.
§39Η. ΜΠΑΤΖΙΟΣ. Ἡ παραλαβὴ ἔγινεν εἰς τὰς 31 Μαρτίου τοῦ πρώτου ἱστιοφόρου καὶ εἰς τὰς 2 Ἀπριλίου τοῦ δευτέρου. Πάντως ἐπὶ τῆς καταγγελίας τοῦ βοεροῦ αὐτοῦ σκανδάλου, ἀναμένω τὴν ἀπάντησιν, ἰδίως, τοῦ ἀξιοτίμου κ. τέως Ὑπουργοῦ τοῦ Ἐφοδιασμοῦ.
§40Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μὲ ἀφορᾷ, ἀλλὰ ξέρω ὅτι καὶ ἡ ὑπογραφὴ καὶ τὸ πρωτόκολλον ἔγιναν ἐπὶ Κυβερνήσεως Δημοκρατικῶν.
§41Η. ΜΠΑΤΖΙΟΣ. Καὶ ὅμως εὐθύνεσθε τόσον ἡμεῖς, ὅσον καὶ αἱ ἀνακριτικαὶ ἀρχαὶ Θεσσαλονίκης, διότι διὰ τῆς στωϊκῆς ἀπαθείας σας, ἀφήσατε ν’ ἀποτελματωθῇ μία τοιαύτη ἐγκληματικὴ καὶ σκανδαλώδης ὑπόθεσις ἐπὶ 8 σχεδὸν μῆνας, χωρὶς νὰ συλληφθοῦν καὶ λογοδοτήσουν οἱ ὑπεύθυνοι.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κοθρῆς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεώς του ἀπευθυνομένης πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Τάξεως, σχετικῶς μὲ τὴν ἀποζημίωσιν ἀπολυθέντων Κρητῶν χωροφυλάκων.
§43Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Τάξεως, ὅπως μεριμνήσῃ διὰ τοὺς περὶ οὗ πρόκειται Κρῆτας χωροφύλακας καὶ τοὺς δοθῇ τὸ σχετικὸν βοήθημα. Νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον μέτρον δικαιοσύνης νὰ ληφθῇ καὶ μία πρόνοια καὶ δι’ αὐτούς.
§44Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Οἱ περὶ ὧν πρόκειται χωροφύλακες, δὲν διωρίσθησαν ἀπὸ ἐπίσημον ἀρχήν, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν τοπικὴν ἀρχὴν Κρήτης, συνεπῶς δὲν ἐξισοῦνται μὲ τοὺς ἐπισήμους ὑπὸ τοῦ Κράτους διοριζομένους, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν δικαιοῦνται κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν νὰ τύχουν βοηθήματος. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ κατὰ βάσιν πιθανὸν νὰ εἶναι δίκαιον τὸ αἴτημά των, πρέπει νὰ ληφθῇ νομοθετικὴ μέριμνα διὰ νὰ τύχουν καὶ αὐτοὶ τοῦ βοηθήματος. Πάντως ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχουν διορισμὸν ἐπίσημον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πληρωθοῦν, διότι τοὺς ἀνέθεσε μία τοπικὴ ὑπηρεσία τὴν ἐνάσκησιν αὐτῶν τῶν καθηκόντων. Δὲν ἀμφισβητῶ ὅτι τοὺς ἀνετέθη μία ὑπηρεσία, ἀλλ’ ἐκ τῶν κειμένων νόμων δὲν ἠμπορεῖ νὰ τοὺς δοθῇ τὸ βοήθημα.
§45Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Δηλαδὴ τὸ δίκαιον τὸ ἀναγνωρίζετε;
§46Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Καίτοι νομικῶς δὲν στηρίζεται ἡ παροχὴ βοηθήματος, ἐν τούτοις παρέσχον μίαν ὑπηρεσίαν.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς ὥρας συζητήσεως τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων, εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ.
Ὁ κ. Α. Βαμβέτσος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐπερωτήσεώς του ἀπευθυνομένης πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐχούσης οὕτω: Διατί, παρὰ τὴν ἀπὸ 22 Ἰουλίου 1946 αἴτησίν του, δὲν κατέθεσεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν αἰτηθέντα φάκελλον ἐπιτάξεων ἢ καταλήψεων ἰδιωτικῶν οἰκημάτων εἰς τὰς περιφερείας Κηφισιᾶς, Καστρίου καὶ Ἐκάλης, περιέχοντα τὰς διαταγὰς ἐπιτάξεως, τὰς διαταγὰς ἄρσεως αὐτῆς, τὰ πρωτόκολλα ἐπιτάξεως, τὰς ἀποφάσεις περὶ τῆς καταβλητέας ἀποζημιώσεως καὶ τὰς διαταγὰς περὶ πειθαρχικῆς τιμωρίας τῶν ὑπευθύνων, τῆς ἀπὸ 25 Ἰουλίου 1946 ἀπαντήσεως αὐτοῦ, οὔσης ἀνεπαρκοῦς καὶ ἀτελοῦς ἅτε μὴ ἐπισυναπτομένης, ὡς ἀναγράφεται ἐν αὐτῇ, τῆς ὑπ’ ἀριθ. 254139)29.7.1946 διαταγῆς.
§48Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τὸν παρελθόντα Μάϊον κατέθεσα μίαν ἐρώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, σχετικῶς μὲ τὰ οἰκήματα τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, τὰ εὑρισκόμενα εἰς τὴν περιοχὴν Ἀττικῆς, τῶν ὁποίων ἄλλα μὲν ἐπετάχθησαν, ἄλλα δὲ κατελήφθησαν αὐθαιρέτως ὑπὸ τοῦ Στρατοῦ. Μετὰ πολλὰς ἀναβολὰς συνεζητήθη ἡ ἐρώτησις, ὁ δὲ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶχε τὴν καλωσύνη νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ Βῆμα καὶ νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν ἀγανάκτησίν του διὰ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἐγένοντο αἱ ἐγκαταστάσεις αὐταὶ καὶ νὰ δηλώσῃ ὅτι ἦτο μία κακὴ συνήθεια, ὑπεσχέθη δὲ ὅτι θὰ ἤροντο ταχέως αἱ ἐπιτάξεις αὐταὶ καὶ ὅτι συγχρόνως θὰ ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐκδηλωθεῖσαν τότε, ὁμόθυμον ἐπιθυμίαν τῆς Βουλῆς ὅλων τῶν πτερύγων, ὅπως τιμωρηθοῦν πειθαρχικῶς οἱ ὑπεύθυνοι. Ἀνέμενα ἐπὶ μακρὸν τὰς ἐνεργείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ οὔτε αἱ ἐπιτάξεις ἤροντο — πλὴν μεμονωμένων τινῶν περιπτώσεων — οὔτε πειθαρχικὴ δίωξις ἠσκήθη. Σημειωτέον ὅτι εἶχεν ἐκδοθῆ ἓν Ν. Δ., τῆς 10 Μαΐου 1946, τὸ ὁποῖον ὥριζεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκδοθοῦν ἀποφάσεις τῶν Ὑπουργῶν Οἰκονομικῶν καὶ Στρατιωτικῶν, διὰ νὰ διατηρηθοῦν αἱ γενόμεναι αὐταὶ ἐπιτάξεις. Ὑπέβαλον δύο ἐρωτήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔτυχον ἀπαντήσεως. Κατόπιν τούτου ἐζήτησα νὰ κατατεθοῦν οἱ φάκελλοι, τοῦτο δὲ ἐπὶ μῆνας ἀνεβάλλετο. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι χαρακτηριστικὸν καὶ πρέπει νὰ τὸ πληροφορηθῇ ἡ Βουλή, εἶναι ἡ ἀνευλάβεια, μὲ τὴν ὁποίαν ἡ Ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου Στρατιωτικῶν ἀπήντησεν εἰς τὴν αἴτησίν μου περὶ καταθέσεως ἐγγράφων. Ἀτυχῶς, πλεῖσται ὑπηρεσίαι δὲν ἔχουν ἀντιληφθῆ ἀκόμη, ὅτι ἔληξεν ἡ ἀνώμαλος κατάστασις καὶ ὅτι δὲν ἔχομεν οὔτε δικτατορίαν, οὔτε στρατιωτικὴν κατοχήν, ἀλλὰ ὅτι ἔχομεν κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, κατὰ τὸ ὁποῖον αἱ ὑπηρεσίαι εἶναι ὑποχρεωμέναι νὰ παρέχουν πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν καὶ κρίνονται ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Διὰ νὰ καταθέσῃ, λοιπόν, τὰ ἔγγραφα αὐτὰ ὁ κ. Ὑπουργός, ἢ μᾶλλον τὸ Γενικὸν Ἐπιτελεῖον Στρατοῦ, ἔθετεν ὅρους, ἔλεγε δηλαδὴ ὅτι ἡ ἀποστολὴ τῶν φακέλλων θὰ ἔφερε δυσχερείας εἰς αὐτὸ καὶ ὅτι θὰ ἦτο καλύτερον ἐὰν μετέβαινον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διὰ νὰ λάβω γνῶσιν τῶν φακέλλων καὶ ἔλεγεν ἀκόμη, ὅτι, ἐὰν μᾶς ἦσαν ἀπαραίτητοι, ἔπρεπε νὰ μᾶς δοθῶσι δι’ ὡρισμένον μόνον χρόνον. Ἐθεώρησα ἀπαράδεκτον τὴν τοιαύτην στάσιν τῆς ὑπηρεσίας καὶ δι’ ἐπιστολῆς μου πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, παρεκάλεσα αὐτὸν ὅπως ζητήσῃ ν’ ἀποσταλοῦν οἱ φάκελλοι, ἐπιστήσῃ ἅμα τὴν προσοχήν του ἐπὶ τῷ ὅτι τοιοῦτοι ὅροι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθοῦν, προκειμένου περὶ ἀσκήσεως κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ἐν τῷ μεταξὺ ἐγένετο μεγάλος θόρυβος σχετικῶς μὲ τὴν κατάληψιν οἰκημάτων τινῶν ἐν Κηφισίᾳ, ἀπησχολήθη ὁ ἡμερήσιος τύπος, εἰδικῶς διὰ τὴν κατάληψιν μιᾶς νευρολογικῆς κλινικῆς, ὁ ἰδιοκτήτης τῆς ὁποίας καὶ διεμαρτυρήθη.
§49Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν προσέφερεν ὁ ἴδιος εἰς ἐπίταξιν. Ἔχω ἐπίσημον πιστοποίησιν περὶ τούτου.
§50Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Σεῖς δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἠξέρετε καλύτερα ἀπὸ τὸν ἐνδιαφερόμενον. Τέλος, μεθ’ ὅλα αὐτά, τὸ Ὑπουργεῖον ἀπέστειλε τοὺς φακέλλους εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀπὸ τὴν μελέτην αὐτῶν ἀντελήφθην τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ ὑπηρεσία ἠρνεῖτο νὰ καταθέσῃ τοὺς φακέλλους. Εἰς ἐλαχίστας μόνον περιπτώσεις ὑπάρχουν διαταγαὶ ἐνεργείας ἐπιτάξεων, τὸ μεγαλύτερον μέρος τῶν διαταγῶν εἶναι νομιμοποιήσεις, ἐκ τῶν ὑστέρων, τῶν πρὸ καιροῦ γενομένων καταλήψεων. Εἰς ἕνα σπίτι εἰς τὴν Κηφισιά, παρατηρῶ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν γνωρίζει κἂν ἀπὸ πότε ἐγένετο ἡ κατάληψις καὶ ἔστειλεν ἔγγραφον διὰ νὰ τὸ μάθῃ καὶ οὕτω νομιμοποιήσει τὴν κατάληψιν. Πρωτοφανῆ πράγματα. Ὁ φάκελλος εἶναι ὀγκώδης καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸν διεξέλθω ὁλόκληρον, ἀλλὰ ἐζήτησα μερικοὺς φακέλλους. Εἰς μίαν οἰκίαν, ἡ ὁποία κατελήφθη, ἡ θύρα ἑνὸς δωματίου, ὅπου διεφυλάσσοντο διάφορα ἔπιπλα καὶ σκεύη τοῦ ἰδιοκτήτου, τὰ ὁποῖα ἦσαν εὐρωπαϊκά, διερρήχθη, τὰ δὲ ἀντικείμενα αὐτὰ παρελήφθησαν καὶ ἐχρησιμοποιοῦντο ἀπὸ τὸν Στρατόν, καὶ ἐπὶ τέλους, μετὰ πολλὰς διαμαρτυρίας τοῦ ἰδιώτου, κατώρθωσε νὰ τὰ παραλάβῃ εἰς τὴν κατοχήν του. Χαρακτηριστικὸν εἶναι ὅτι, ἐπειδὴ ὁ ἰδιώτης ἄφησε μερικὰ πράγματα καὶ ἐπῆρε τὰ ἄλλα, ἡ ὑπηρεσία ἤθελε νὰ ἀποσπάσῃ καὶ εὐχαριστίας, ὅτι τὰ διεφύλαξεν, ἀλλ’ αὐτὸς παρεκάλεσεν ὅπως γίνουν συστάσεις νὰ γίνεται καλὴ χρῆσις τῶν ἐπίπλων του. Ἐκ τούτου φαντάζεσθε εἰς ποίαν κατάστασιν παρέλαβεν ὁ ἰδιώτης τὰ ἐπιστραφέντα πράγματά του. Εἰς μίαν ἄλλην περίπτωσιν, ἐνῷ ἡ ἄρσις τῆς ἐπιτάξεως ἐγένετο τὸν Αὔγουστον, ἡ παράδοσις αὐτὴ ἐγένετο 1½ μῆνα ἀργότερον, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ τὸ ἀκίνητον, μία πολυτελὴς ἔπαυλις, ἐχρησιμοποιεῖτο ὡς κρατητήριον τῶν τιμωρημένων στρατιωτῶν. Τὸ πρωτόκολλον παραδόσεως παρουσιάζει τὴν κατάστασιν εἰς ἣν παρεδόθη τὸ ἀκίνητον κακὸν πάτωμα ἐφθαρμένον, κουφώματα καὶ τζάμια σπασμένα κλπ.
§51Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑπάρχει εἷς ὑπαστυνόμος, ὁ ὁποῖος κανὲν δὲν ἀναγνωρίζει, οὔτε Ὑπουργοὺς, οὔτε ἀποφάσεις καὶ κάνει ὅ,τι θέλει.
§52Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Εἰς ἕνα ἀεροπαγίτη, ὁ ὁποῖος διεμαρτυρήθη διότι τοῦ κατέλαβαν τὸ σπίτι, τὸ ὁποῖον ἦτο ἐπίτακτον ἐπὶ 5 ἔτη καὶ δὲν εὕρισκε καὶ κανὲν ἄλλο νὰ ἐπιτάξουν, τὸ Ἐπιτελεῖον τοῦ ἀπήντησε τὰ ἑξῆς εἰς τόνον ὄχι πολὺ εὐπρεπῆ: «Ἀναγνωρίζεται ἡ ἀνάγκη τῆς κατανομῆς τῶν βαρῶν τῶν ἐπιτάξεων εἰς ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλύτερον ἀριθμὸν ἰδιοκτητῶν, ἀλλὰ θὰ ἀναγνωρίσητε καὶ ὑμεῖς ὅτι τοῦτο ἀπαιτεῖ χρόνον, χρῆμα, ὀγάνωσιν καὶ κατανόησιν. Ἤρχισεν ἤδη καὶ θὰ συνεχισθῇ ἀτυχῶς μὲ βραδύτητα λόγῳ τῶν ἀντιξοοτήτων».
§53Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ (Ὑφυπ. Στρατιωτ.). Ποῖος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τοῦ ἐγγράφου;
§54Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ εἶναι τὸ ὑπ’ ἀριθ. 187123)ΓΒ τῆς 13 Ἰουλίου 1946. Καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ ποῖαι εἶναι αἱ ἀντιξοότητες ποὺ λέγει τὸ ἐπιτελεῖον. Σημειωτέον, ὅτι τὸ σπίτι τοῦ ἀρεοπαγίτου κατελήφθη διὰ λέσχην καὶ ὅτι διὰ νὰ καταληφθῇ ἡ οἰκία αὐτὴ ἤρθη ἡ ἐπίταξις μιᾶς οἰκίας χήρας δοσιλόγου, δολοφονηθέντος παρὰ τῶν Ἐλασιτῶν καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς τὸν κατάλογον τοῦ φόρου πλουτησάντων, μὲ μεγάλο ποσόν. Σημειώσατε ὅτι δι’ ἐπιτάξεις γενομένας τὸ 1945, δι’ ἃς διεβιβάσθησαν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα εἰς τὸ Διοικητικὸν Δικαστήριον τῆς Ἀττικοβοιωτίας, μέχρι σήμερον οὐδεμία ἀπόφασις ἐξεδόθη καὶ οὐδεμία ἀποζημίωσις κατεβλήθη.
§55Χ. ΛΑΔΑΣ. Τί θὰ ἐλέγατε ὅτι ἀπὸ τὸ 1941 μοῦ εἶχαν ἐπιτάξει οἴκημα καὶ μέχρι σήμερον δὲν ἔχω εἰσπράξει οὐδὲ ὀβολόν.
§56Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν — ὁ ὁποῖος φυσικὰ δὲν εἶναι ὑπεύθυνος — νὰ ἀναθέσῃ εἰς δικαστικήν τινα ἀρχήν, νὰ ἐξετάσῃ τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐγένοντο αὐταὶ αἱ καταλήψεις. Ἐὰν αὐταὶ αἱ καταλήψεις δὲν εἶναι σύμφωνοι μὲ τοὺς κανόνας δικαίου εὐνομουμένης πολιτείας, νὰ ἐξετασθῇ ποῖοι εἶναι οἱ ὑπεύθυνοι καὶ νὰ ληφθοῦν τὰ δέοντα μέτρα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν εὑρεθοῦν οἱ ὑπεύθυνοι τῶν αὐθαιρέτων καταλήψεων καὶ νὰ μὴν τιμωρηθοῦν. Ὑπάρχει ἕνας Ἐπίατρος Ἀρβανίτης, ὁ ὁποῖος ὑπηρετεῖ εἰς τὴν Ὑγειονομικὴν Σχολὴν καὶ ἐνῷ ἡ Ὑγειονομικὴ Σχολὴ μετετέθη εἰς τὰς Ἀθήνας, δὲν ἠνόει νὰ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ παρέτεινε τὴν παραμονήν του. Ἐπίσης καὶ μία–δύο ἄλλαι ὑπηρεσίαι ἐξακολουθοῦν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον νὰ κρατοῦν τὰ κτίρια τὰ ὁποῖα εἶχον καταληφθῆ ἀπὸ τὴν Ὑγειονομικὴν Σχολήν. Τὸ κυριώτερον ἐξ ὅλων, εἶναι νὰ ἐλεγχθοῦν οἱ ὑπεύθυνοι διὰ ποῖον λόγον μέχρι σήμερον δὲν ἐπεδικάσθησαν αἱ ἀποζημιώσεις καὶ διὰ ποῖον λόγον δὲν κατεβλήθησαν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας. Καὶ τέλος νὰ ἐξετασθῇ ἐὰν ὑπάρχουν ἐπιτάξεις πρὸ πολλῶν ἐτῶν καὶ ἂν θὰ ἔπρεπε, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νὰ ἀπαλλαγοῦν οἱ ἰδιοκτῆται τῶν ἐπιτάξεων αὐτῶν καὶ νὰ ἐπιταχθοῦν ἄλλα ἀκίνητα, ἐὰν εἶναι ἀπολύτως ἀπαραίτητον νὰ διατηρηθῇ ἡ ἐπίταξις. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, διερωτῶμαι ἂν ὁ Ἑλληνικὸς Στρατός, ὁ ὁποῖος ἐμεγαλούργησε χάρις εἰς τὴν θαυμαστὴν λιτότητά του, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ σήμερον ὑπὸ τοιούτους ὅρους στεγαζόμενος καὶ ἐὰν δὲν θὰ εἶναι σκοπιμώτερον νὰ ἔχῃ τὰς ἰδίας παραδόσεις τὰς ὁποίας εἶχε καὶ εἰς τὸ παρελθόν.
§57Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ (Ὑφυπ. Στρατιωτ.). Ἀντιμετωπίζομεν, κύριοι βουλευταί, μετὰ πολλῆς προσοχῆς τὸ ζήτημα τῶν ἐπιτάξεων, διότι, βεβαίως, ἔχει μεγίστην σημασίαν. Δυστυχῶς, διὰ νὰ ἀρθῇ μίαν ἐπίταξις ἀπὸ ἕνα οἴκημα εἰς τὸ ὁποῖον συμβαίνει πολλὲς φορὲς νὰ ὑφίσταται ἀπὸ ἀρκετοῦ χρόνου καὶ θὰ ἦτο φυσικὸν νὰ ἀρθῇ ἀπὸ τὸ οἴκημα ἐκεῖνο καὶ νὰ μεταβιβασθῇ εἰς ἄλλο, καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχει ἡ ἐλπίς, ἡ διαρκῶς ὑφισταμένη ὅτι θὰ τὸ φθάσωμεν εἰς μίαν κατάστασιν ἠρεμότητος, δὲν πιέζω τὰς στρατιωτικὰς ἀρχὰς διὰ μετακινήσεων καθ’ ἣν στιγμὴν εὑρίσκονται εἰς στάδιον ὀργανώσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν ἀναγκῶν των. Πάμπολλαι αἰτήσεις μοῦ ἦλθον, εἴτε, ὑπηρεσιακῶς εἴτε καὶ ἰδιωτικῶς περὶ ἄρσεως ἐπιτάξεων ἐπὶ κτιρίων. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ ἐλέγχω ὅλα. Εἰς τὴν Ἐλευσῖνα τὸ Πατριωτικὸν Ἵδρυμα μοῦ ζητεῖ νὰ ἄρω τὴν ἐπίταξιν ἀπὸ κατεχόμενον κτίριον καὶ εἶναι τοῦτο δίκαιον καὶ ἐπιβεβλημένον. Ἀλλὰ κατὰ σύμπτωσιν εἰς τὸ αὐτὸ κτίριον στεγάζεται τὸ Διοικητήριον τοῦ τάγματος εἰς τὴν Ἐλευσῖνα. Ἐδώσαμεν ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐντολὴν νὰ εὕρῃ ἄλλο κτίριον πρὸς ἐπίταξιν. Γνωρίζετε τώρα ἂν εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν Ἐλευσῖνα νὰ ὑπάρχῃ κτίριον κατάλληλον διὰ νὰ στεγασθοῦν ἐκεῖ αἱ ὑπηρεσίαι τῆς Διοικήσεως. Τὴν Διοίκησιν τὴν πιέζω νὰ εὕρῃ ἄλλα μέγαρα, νὰ συγκεντρώσῃ τὰς ὑπηρεσίας της, νὰ κάμῃ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο. Ἀλλὰ ἢ κτίρια θὰ εὑρίσκῃ ἢ δουλειὰ θὰ κάμῃ. Κατὰ σύμπτωσιν ἡ περίπτωσις ἔρχεται εἰς ἕνα χρόνον καθ’ ὃν ἡ πίεσις τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι ἔντονος. Διατάσσονται οἱ ἀξιωματικοὶ αὔριον τὸ πρωΐ νὰ ἀναχωρήσουν καὶ νὰ ἀναλάβουν τὴν διοίκησιν τοῦ τάδε τμήματος. Δὲν νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς χωρὶς νὰ λαμβάνωμεν μίαν μέριμναν στεγάσεώς των, ὅταν τοὺς ἀνατίθεται ἡ ἐκτέλεσις ὑπηρεσίας ὑπὸ τῆς Πατρίδος.
§58Θ. ΚΙΖΑΝΗΣ. Ἐὰν κατέλθετε εἰς τὸν Πειραιᾶ θὰ ἴδετε ὅτι 100 μέγαρα τοῦ Πειραιῶς κατέχονται ἀπὸ λόχους τῶν ὁποίων ἡ δύναμις εἶναι 5–6 ἄνδρες. Κατέχονται ἐπίσης μέγαρα τοῦ Πειραιῶς ἀπὸ τὰς Ναυτικὰς ὑπηρεσίας.
§59Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ (Ὑφυπ. Στρατ.). Δὲν δύναμαι νὰ τὸ πιστεύσω αὐτό. Εἶναι πάμπολλαι αἱ περιπτώσεις καὶ δὲν μοῦ δίδεται καὶ ὁ χρόνος νὰ τὰ ἐλέγξω ὡς θὰ ἔπρεπε. Ἀλλὰ δὲν τὸ πιστεύω αὐτό. Διότι ὅσας περιπτώσεις ἤλεγξα δὲν ἔχουν οὕτως.
§60Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τὸ ἐγενικεύσατε, κύριε Ὑπουργέ, ἐδῶ πρόκειται περὶ τῶν Προαστείων τῶν Ἀθηνῶν, πρόκειται περὶ ἐπαύλεων εἰς τὰς ὁποίας γίνεται στρατωνισμὸς ἀνδρῶν.
§61Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ (Ὑφυπ. Στρατ.). Εἴδατε ὅτι αἴρω τὰς ἐπιτάξεις ἀπὸ 17 κτίρια καὶ τὰς περιορίζω εἰς 7. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν Νόμον 4542 δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν ἐπιτάξεων. Ἔχω καὶ σχετικὸν ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ νόμος αὐτὸς λέγει: «Διὰ τὴν στέγασιν δημοσίων ὑπηρεσιῶν ...... (ἀναγινώσκει) ......».
§62Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Εἶναι παράνομον διότι ὁ νόμος λέγει: «....... (ἀναγινώσκει)....». Καὶ αἱ στρατιωτικαὶ ὑπηρεσίαι δὲν εἶναι δημόσιαι ὑπηρεσίαι;
§63Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ (Ὑφυπ. Στρατ.). Ἐν πάσῃ περιπτώσει αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν μᾶς ἔδωσε τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάθεσιν τῶν φακέλλων σᾶς λέγω ὅτι ἦσαν φάκελλοι ὀγκωδέστατοι οἱ ὁποῖοι ἐξέρχονται τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἔρχονται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνουν πολλὰς ἡμέρας.
§64Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Εἶναι ἀπολύτως ἀνακριβὴς ἡ πληροφορία. Ἐὰν πᾶτε εἰς τὸ Γραφεῖον τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως θὰ ἴδητε ὅτι ὅλοι οἱ φάκελλοι ἔχουν μικρὸν ὄγκον.
§65Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ (Ὑφυπ. Στρατ.). Διὰ τὸ ἔγγραφον δὲν νομίζω ὅτι ἔχει τόσην σημασίαν ἀπρεπείας ἔναντι τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος ἐκ μέρους τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου. Παρεκάλεσα ὅτι καλύτερον θὰ ἦτο νὰ διέλθῃ ὁ ἐπερωτῶν μίαν ἡμέραν ἐκ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου καὶ τῇ καθοδηγήσει ἁρμοδίων ἀξιωματικῶν νὰ τοῦ δοθοῦν αἱ δέουσαι ἐξηγήσεις ἢ νὰ ἔλθῃ πρὸς τοῦτο ἐδῶ ἕνας ἀξιωματικός.
§66Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐὰν δὲν θελήσετε νὰ ἐπιβάλητε αὐστηρὰν πειθαρχίαν, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὴν Ἀνωτάτην Στρατιωτικὴν Ἀρχήν, σᾶς βεβαιώνω ὅτι δὲν θὰ ἔχητε στρατόν. Πρέπει νὰ κατανοηθῇ ἀπὸ ὅλους, ὅτι ὑπάρχει Κράτος εὐνομούμενον, ὅτι ἐφαρμόζονται οἱ νόμοι καὶ ἡ στρατιωτικὴ πειθαρχία. Καὶ ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου νὰ καταρτισθῇ ἐπιτροπὴ ἀπὸ Δικαστικούς, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐρευνήσουν ὅλους τοὺς ὅρους τῶν γενομένων καταλήψεων, νὰ εὕρετε τοὺς ὑπευθύνους, νὰ τιμωρήσητε πειθαρχικῶς τούτους, διὰ νὰ δώσητε ἕνα παράδειγμα. Ἐὰν δὲν τὸ κάμητε αὐτό, θὰ ἔχητε αὐθαιρεσίαν ἐπὶ αὐθαιρεσιῶν.
§67Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ (Ὑφυπ. Στρατ.). Ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, ἀπὸ ὅλας τὰς παρακολουθήσεις ποὺ ἔκανα ἐπὶ εἰδικῶν θεμάτων ὅτι τὸ Γενικὸν Ἐπιτελεῖον καὶ ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία παρακολουθεῖ αὐτὰ τὰ πράγματα ἐνδελεχῶς. Ἠμπορεῖ νὰ γίνωνται λάθη, ἠμπορεῖ νὰ γίνωνται παραβάσεις εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξε ποτὲ καμμία πρόθεσις.
§68Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐγὼ ποὺ ἐδιάβασα τοὺς φακέλλους θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἔχω ἀντίθετον γνώμην. Ἐὰν διαβάσητε καὶ σεῖς τοὺς φακέλλους θὰ μεταβάλητε γνώμην.
§69Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ (Ὑφυπ. Στρατ.). Καὶ σεῖς ἐὰν εἴχατε τὴν καλωσύνην εἰς κάθε μίαν περίπτωσιν νὰ ζητήσητε προσωπικῶς ἐξηγήσεις ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν ἠμποροῦσε νὰ μεταβάλητε γνώμην ἐπὶ τῆς ἀνάγκης ἡ ὁποία ἐπέβαλεν ὡρισμένας ἐνεργείας.
§70ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σχετικῶς μὲ τὰς καπναποθήκας Βόλου γνωρίζετε ὅτι ἐξ αἰτίας τῆς ἐπιτάξεως τῶν ἀποθηκῶν αὐτῶν παρακωλύεται ἡ ἐπεξεργασία τῶν καπνῶν Βόλου;
§71Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ (Ὑφυπ. Στρατ.). Διέταξα τὴν ἄρσιν τῆς ἐπιτάξεως ἐκ δύο ἀποθηκῶν καὶ τὴν προσεκτικὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ ζητήματος ἀπὸ τὴν Στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν ὥστε νὰ ἀρθῇ ἡ ἐπίταξις καὶ ἀπὸ τὰς ὑπολοίπους καπναποθήκας.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δ. Μπέης–Ἀντωνόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐπερωτήσεώς του ἀπευθυνομένης πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Ἐργασίας καὶ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 424 Νομοθετικοῦ Διατάγματος.
§73Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνωστόν, κύριοι βουλευταί, ὅτι καὶ ὁ πόλεμος ἀκόμη ὁ τελευταῖος δὲν εἶχε πολλὴν τὴν ἀδικίαν εἰς τὸ θέμα τὸ κοινωνικόν. Δηλαδὴ δὲν εἶναι ὀλιγώτερα τὰ αἴτια τῆς κοινωνικῆς ἀδικίας διὰ τὰ ὁποῖα καὶ ὁ τελευταῖος πόλεμος προεκλήθη. Καὶ ὅταν λέγωμεν κοινωνικὴν ἀδικίαν ἐννοοῦμεν τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ ἐργάτου ἀπὸ μέρους τοῦ ἐργοδότου. Τὸ θέμα αὐτὸ ἀπετέλεσε τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐρεύνης τῶν πολιτικῶν καὶ κοινωνιολόγων καὶ δὲν πρόκειται αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ κάνω καμμίαν ἀνάπτυξιν καὶ διότι δὲν εἶναι σκόπιμον· καὶ διότι δὲν εἶναι θέμα τῆς ἐπερωτήσεως περὶ τῶν πορισμάτων εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξεν ἡ ἔρευνα αὐτὴ καὶ ἀπὸ μέρους τῶν κοινωνιολόγων καὶ ἀπὸ μέρους τῶν πολιτικῶν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ νοηθῇ εἶναι ὅτι ἀκριβῶς τὴν κοινωνικὴν αὐτὴν ἀδικίαν, ἀκριβῶς τὴν ἀπαθλίωσιν αὐτὴν τοῦ ἐργαζομένου ἐξεμεταλλεύθη καὶ ἐδῶ εἰς τὸν τόπον μας ὁ κομμουνισμός· δηλαδὴ ἐδημιούργησεν ὁλόκληρον δρᾶμα τὸ ὁποῖον σήμερον ἐν ὅλῃ του τῇ ἀγριότητι ἀντιμετωπίζομεν ὡς κομμουνιστικὴν ἐπανάστασιν. Καὶ ἐπειδή, κύριοι βουλευταί, ἔχω τὴν ἀντίληψιν ἢ ἀκριβέστερον τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ κομμουνισμὸς ὡς φαινόμενον κοινωνικὸν καὶ ὄχι μόνον ὡς αἴτημα πολιτικὸν καὶ κοινωνικὸν δὲν πρόκειται νὰ ἀντιμετωπισθῇ μὲ ἐξωτερικά, δηλαδὴ μὲ δυναμικὰ μέσα ἀλλὰ εἶναι ἀνάγκη ἀπὸ ἓν Κράτος τὸ ὁποῖον θέλει νὰ ἀντιμετωπίσῃ μὲ τὴν ἐπιβαλλομένην σοβαρότητα τὸ θέμα, ἐπειδὴ λέγω πιστεύω ἀκραδάντως ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ τὸ ἀντιμετωπίσῃ καὶ μὲ κριτήρια κοινωνικὰ πρὸ παντός, δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον εὑρίσκω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένος ἕνας ἔλεγχος εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον κατήργησε τὸν νόμον 424. Αἱ συνθῆκαι ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐψηφίσθη τὸ νομοθετικὸν διάταγμα 424 εἶναι βεβαίως γνωσταὶ καὶ τὰς περιγράφει καὶ αὐτὸ τοῦτο τὸ διάταγμα. Δηλαδή, εἰς χρόνον κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ χώρα ἐτέλει ὑπὸ κατοχὴν καὶ ὑπῆρχεν ὁ φόβος ὁ κατακτητὴς νὰ ἐκμεταλλευθῇ πολιτικῶς τὴν ἀνεργίαν καὶ νὰ προσεταιρισθῇ ἀπὸ τὴν μερίδα αὐτὴν τῶν ἀνέργων τοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι θὰ ἦσαν ἐκ τῆς ἀνάγκης πλέον τῆς βιοτικῆς ὑποχρεωμένοι νὰ ἐργασθοῦν διὰ τοὺς σκοπούς του, ἐσκέφθη κατὰ τρόπον ἐθνικὸν μάλιστα, ὅπως ἀνομολογῆται εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἐσκέφθη ἡ τότε Κυβέρνησις καίτοι Κυβέρνησις κατοχῆς, ὅτι ὤφειλε νὰ λάβῃ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐκτὸς τῶν ἄλλων θὰ εἶχον καὶ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτό. Διὰ τοῦ μέτρου ὅμως, κύριοι, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν, τὸ νομοθετικὸν διάταγμα 424, ναὶ μὲν ἐκαλύπτετο ὁ κυρίως κοινωνικὸς σκοπὸς καὶ ὁ ἐθνικός, νὰ μὴ εὕρῃ δηλαδὴ ὁ κατακτητὴς προθύμους ἐργάτας ἀπὸ τὴν μᾶζαν τῶν ἀνέργων, ἀλλ’ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὄχι συμπτωματικῶς ἀλλὰ δι’ αἴτια βαθύτερα, κοινωνικά, ἱστορικὰ καὶ οἰκονομικά, ὁ νόμος 424 ἀνταπεκρίθη καὶ εἰς μίαν οὐσιαστικὴν ἀπαίτησιν. Εἰς τὴν ἀπαίτησιν δηλαδὴ ἐκείνην κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἐργαζόμενος δὲν τελεῖ εἰς τὴν ἀπόλυτον καὶ κυρίαρχον ἐξάρτησιν καὶ θέλησιν τοῦ ἐργοδότου. Ἡ ἐργασία δὲν ἀποτελεῖ ἐμπόρευμα πωλούμενον εἰς τὴν ἀγορὰν ἐργασίας, ὅπως ἀπεριφράστως τονίζει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος διὰ τὸ ὁποῖον ἐπερωτῶ τὴν Κυβέρνησιν. Ἀντιθέτως ἡ ἐργασία ἀποτελοῦσα μίαν φυσιολογικὴν ἐκδήλωσιν τῶν σωματικῶν καὶ πνευματικῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου συνιστᾷ καθ’ αὑτὸ τὴν προσωπικότητα τοῦ ἀνθρώπου. Εἴτε πνευματικὴ εἶναι ἡ ἐργασία εἴτε χειρωνακτική, εἶναι μία ἐκ τῶν ἀναποσπάστων ἐκδηλώσεων τῆς ἀνθρωπίνης προσωπικότητος. Θὰ ἦτο λοιπόν, ὄχι μόνον ζήτημα ἄτοπον, ὄχι μόνον ἀντιεπιστημονικόν, ἀλλὰ θὰ ἦτο καθ’ ἑαυτὸ ἐπάνοδος εἰς τοὺς χρόνους τῆς ἀνθρωποδουλείας, ἐὰν ἀφήνετο νὰ γίνῃ καὶ σήμερον παραδεκτόν, ὅτι ἡ ἐργασία τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἕνα ἐμπόρευμα, τελοῦν εἰς τὴν διάθεσιν καὶ εἰς τὴν κυριαρχίαν τοῦ ἀγοραστοῦ του, δηλαδὴ τοῦ ἐργοδότου. Ἀκριβῶς αὐτὰς τὰς ἐντελῶς ἀναχρονιστικὰς καὶ ἀπαραδέκτους ἐντελῶς ἀντιλήψεις, ἐκφράζει τὸ νομοθετικὸν μέτρον, τὸ ἐλεγχόμενον. Καὶ ἀκριβῶς τὰς ἀντιθέτους, τὰς ὀρθὰς κοινωνικὰς ἀντιλήψεις ἐξέφραζεν, εἴτε ἠθελημένως εἴτε ἀθελήτως, ὁ νόμος 424, τὸν ὁποῖον κατήργησεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Καὶ προτοῦ εἰσέλθω εἰς τὴν καθ’ ἕκαστον ἔρευναν τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον καταργεῖται τὸ καθεστὼς τοῦ 424 νόμου καὶ προτοῦ ἐκφέρω τὰς κρίσεις μου, ἐπὶ τοῦ καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησεν ὁ νέος νόμος τῆς Κυβερνήσεως, θέλω διὰ τὴν πλήρη κατανόησιν τοῦ θέματος, νὰ εἴπω, αὐτὰς τὰς 2 λέξεις. Ὁ Κομμουνισμὸς ὅπως εἶναι γνωστὸν λύει τὸ κοινωνικὸν θέμα διὰ τῆς κρατικοποιήσεως, ὅλων γενικῶς τῶν μέσων τῆς παραγωγῆς. Καὶ ἐκεῖ πλέον ἔχομεν τὸ ἕτερον ἄκρον τοῦ Κεφαλαιοκρατικοῦ καθεστῶτος, διὰ τὸ ὁποῖον αὐτὴν τὴν στιγμήν, δὲν πρόκειται νὰ κάνωμεν οὐδεμίαν κριτικήν, διότι θὰ ἦτο ἐκτὸς τοῦ θέματός μας. Ἔχομεν ὅμως, κύριοι βουλευταί, καὶ πρὸ παντός, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Ἐργασίας, ἔχομεν τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον τὰ Ἀστικὰ καθεστῶτα ἀντιμετώπισαν τὸ θέμα τῆς κοινωνικῆς αὐτῆς ἀποκαταστάσεως καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν διαφεύγει τὴν ἀντίληψιν τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Ἐργασίας, ὁ τρόπος αὐτός, τὸν ὁποῖον ἐχρησιμοποίησαν τὰ Ἀστικὰ καθεστῶτα. Εἶναι γνωστός, ὑπὸ ἕνα γενικῶς παραδεδεγμένον τίτλον: Κοινωνικὴ Πολιτική. Ὅρος δηλαδὴ ὁ ὁποῖος ἀποδίδει ἕνα ὁλόκληρον κλάδον τῆς Οἰκονομικῆς Ἐπιστήμης, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ ἠρεύνησεν ὁλόκληρον αὐτὸ τὸ οἰκονομικὸν καὶ κοινωνικὸν φαινόμενον ἔδωσε κατευθύνσεις καὶ λύσεις εὑρισκομένας ἐντὸς τοῦ πλαισίου τοῦ Ἀστικοῦ Κράτους. Καὶ ἀπορεῖ κανείς, πῶς ὁ νομοθέτης τοῦ ἐλεγχομένου μέτρου, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι ὄνι μόνον εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς Κοινωνικῆς Πολιτικῆς, ἀλλὰ εἰς τὰς ἀρχὰς γενικώτερον τῆς Οἰκονομικῆς Ἐπιστήμης, ὑπάρχουν δύο ὀγκώδη ὁρόσημα, τὰ ὁποῖα κατὰ τρόπον σαφῆ, καθορίζουν τὴν Πολιτικὴν τῶν Κυβερνήσεων, ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, τοῦ Κοινωνικοῦ. Ἀπὸ τῆς μιᾶς πλευρᾶς εἶναι τοποθετημένον τὸ ὁρόσημον τῆς Οἰκονομικῆς ἀρχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἐπιχειρηματίας διὰ τοῦ μικροτέρου δυνατοῦ κόστους προσπαθεῖ, νὰ ἐπιτύχῃ τὸ μεγαλύτερον δυνατὸν κέρδος καὶ ἀπὸ τῆς ἄλλης πλευρᾶς εἶναι ὁροθετιμένη ἡ ἀρχὴ τῆς ἀναπαραγωγῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Πολιτεία βαρύνεται μὲ τὸ χρέος, νὰ μὴ ἀφίσῃ χάριν τῆς ἀντιθέτου ἀρχῆς, νὰ ἀπαθλιωθῇ οἰκονομικῶς, πολιτικῶς, ἠθικῶς καὶ ψυχικῶς, ὁ ἐργάτης. Ἀλλὰ νὰ φροντίσῃ, διὰ τῆς θεσπίσεως τῶν ἐπιβαλλομένων μέτρων, νὰ ἀναπαράγεται ὁ ἐργάτης δηλαδὴ ὁ συντελεστὴς αὐτῆς τῆς παραγωγῆς χωρὶς τὸ ἐπίπεδόν του, νὰ πίπτῃ, ἠθικῶς, οἰκονομικῶς καὶ ψυχικῶς. Ἐὰν λοιπὸν τὰ δύο αὐτὰ σαφῆ ὁρόσημα εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας, προτιθέμενος νὰ ἀσκήσῃ σοβαρῶς καὶ πραγματικῶς κοινωνικὴν Πολιτικήν, εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ περιέπιπτεν εἰς τὸ φοβερὸν καὶ ἀσυγχρόνιστον καὶ ἀκατανόητον ὀλίσθημα, εἰς τὸ ὁποῖον περιέπεσεν διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἐλεγχομένου νομοθετήματος. Καὶ δὲν νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι δύναται νὰ εὐσταθήσῃ ὁ λίαν εὐθηνὸς ἰσχυρισμός, ὅτι διὰ τοῦ νόμου 424, οἱ ἐργάται, εἶχον ἀποβῆ ἕνα εἶδος δυναστῶν εἰς τὰ ἐργοστάσια καὶ τοὺς ἐργοδότας καὶ ὅτι προστατευόμενοι ὄπισθεν τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἠρνοῦντο νὰ παράσχουν, ὅσον θὰ ἔπρεπε καὶ ὅσον θὰ ἠδύναντο ἐκ τῆς φύσεως τῶν ἐργασιῶν καὶ οὕτως κατέπιπτεν ὁ ρυθμὸς τῆς παραγωγῆς. Καὶ λέγω, δὲν θὰ ἦτο σοβαρὸς ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτός, διότι ὑπάρχει εἰς τὸν νόμον αὐτὸν πρόνοια νομοθετική, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν περιπτώσει τοιούτου τινὸς γεγονότος δικαιοῦται ὁ ἐργοδότης νὰ ἀπαλλάξῃ τόσον τὸ πλεονάζον προσωπικόν, ὅπως εὐθὺς ἀμέσως θὰ εἴπω, δυνάμει ἄλλωστε καὶ τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου 118 τοῦ 1945 ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ἀρχικοῦ νόμου τοῦ 424 ἐν συνδυασμῷ μὲ τοὺς ἄλλους νόμους τοὺς ρυθμίζοντας τὰς σχέσεις τοῦ ἐργάτου καὶ τοῦ ἐπιχειρηματίου, τὸ σύνολον τῶν ὁποίων δὲν ἐτέθη ἐν ἀχρηστίᾳ διὰ τοῦ 424, ἔχω τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ὁ ἐργοδότης ἠδύνατο ἀξιολόγως νὰ προλάβῃ ἕνα τοιοῦτον ἐνδεχόμενον. Ἀλλὰ καὶ εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκ τοῦ καθεστῶτος τοῦ 424 παρείχοντο τοιαῦται δυσχέρειαι εἰς τὴν παραγωγήν, θὰ ἠδύνατο θαυμασιώτατα, ἀντὶ τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου, νὰ εἰσηγηθῇ ἕνα μέτρον νομοθετικὸν συμπληροῦν τὸν 424 εἰς τὰς ἀτελείας τυχὸν τὰς ὁποίας ἐκ τῆς πράξεως θὰ ἐβλέπαμεν ὅτι ἐνεφάνιζε. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ἂν ἐτίθετο τὸ ἐρώτημα περὶ τῶν γενικῶν συνθηκῶν, αἱ ὁποῖαι ἐκράτουν ὅτε ἐψηφίζετο ὁ 424 καὶ τῶν συνθηκῶν, αἱ ὁποῖαι κρατοῦν σήμερον, θὰ ὑπῆρχε κανεὶς ὁ ὁποῖος θὰ ὑπεστήριζε σοβαρῶς ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως ἀπωτέρου καὶ γενικωτέρου κινδύνου δὲν ἰσχύουν οἱ ἴδιοι κίνδυνοι; Καὶ ὑποτιμᾷ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐργασίας τὸν κίνδυνον ἐκ τῆς ἀνεργίας, τὸν κίνδυνον ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ἑνὸς τόσον σκανδαλωδῶς, θὰ ἔλεγον, κεφαλαιοκρατικοῦ νόμου, ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ἑνὸς τόσον ἀπαραδέκτου κεφαλαιοκρατικοῦ καθεστῶτος ἐν τῇ ρυθμίσει τῶν σχέσεων ἐργάτου καὶ ἐργοδότου; Ἐρωτῶ, βλέπει εἰς τὸ μέτρον αὐτὸ ὀλιγωτέρους κινδύνους ἡ Κυβέρνησις διὰ τὸν κομμουνισμόν, ὁ ὁποῖος καραδοκεῖ διὰ νὰ ἁλιεύσῃ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν καὶ ἀνὰ πᾶν βῆμα θύματα, πρὸ παντὸς ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτόν, τὸν ἐργαζόμενον; δὲν νομίζω ὅτι δικαιοῦται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀγνοήσῃ καὶ τὸ θέμα αὐτό. Ἀλλὰ ἀνεξαρτήτως καὶ τούτου, εἶναι ἐντελῶς ἀπαράδεκτον, κύριοι βουλευταί, ὅλην αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν τοῦ λεγομένου ἀντικομμουνισμοῦ, ὅλην αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν τῆς δικαίας ἀγανακτήσεως κατὰ τοῦ κομμουνισμοῦ, ὅλην αὐτὴν τὴν πάλην τοῦ Ἔθνους κατὰ τοῦ κομμουνισμοῦ, εἶναι ἀπολύτως λέγω ἀπαράδεκτον, νὰ ἀφήσωμεν νὰ τὴν εἰσπράξῃ καὶ νὰ τὴν ἀξιοποιήσῃ ἡ Κεφαλαιοκρατία· εἶναι ἐντελῶς ἀπαράδεκτον καὶ κινδυνῶδες ἐθνικῶς νὰ ἀφήσωμεν νὰ ἐξαργυρώσουν αὐτὴν τὴν ἐθνικὴν τραγωδίαν οἱ ἐλάχιστοι, οἱ 5, οἱ 10, οἱ 100 τὸ πολὺ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐδημιούργησαν καὶ τὸν κομμουνισμὸν καὶ οἱ ὁποῖοι συμβάλλουν κατὰ τὸν ἀσφαλέστερον τρόπον εἰς τὴν ἄνδρωσιν καὶ τὴν εὐόδωσιν τοῦ κομμουνισμοῦ (χειροκροτήματα), δὲν ὑπάρχει, κύριοι βουλευταί, θετικώτερος καὶ πιστότερος σύμμαχος τῶν κομμουνιστῶν ἀπὸ Κυβέρνησιν ἡ ὁποία υἱοθετεῖ τόσον σκανδαλώδη κεφαλαιοκρατικὰ μέτρα καὶ δὲν ἐνισχύεται κατ’ ἀσφαλέστερον τρόπον ἡ ὑπονόμευσις κατὰ τοῦ Ἔθνους καὶ κατὰ τῆς πατρίδος ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἀρνεῖται νὰ κατανοήσῃ τὸ βάθος τῶν κοινωνικῶν θεμάτων, ἀρνεῖται νὰ δώσῃ λύσιν εἰς τὰ προβλήματα αὐτά, τὰ κοινωνικά, καὶ ἐμφανίζεται εἴτε ὅτι τὰ ἀγνοεῖ εἴτε ὅτι τὰ περιφρονεῖ. Διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἀποτελεῖ τὸν ἀθέλητον ἴσως, ἀλλὰ τὸν ἀσφαλέστερον ἐξάπαντος σύμμαχον τῶν ἐχθρῶν καὶ τῶν ἀνατροπέων τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς πατρίδος. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους ἡμεῖς, τοὐλάχιστον, νομίζομεν, ἔστω καὶ ἐὰν δὲν ἀκουσθῶμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν πλειοψηφίαν ὅτι ἐκτελοῦμεν τὸ καθῆκον, μὲ τὸ ὁποῖον εὑρισκόμεθα βεβαρημένοι ἐδῶ καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν πλειοψηφίαν ἀπομένει νὰ ἀκούσῃ τὴν διαμαρτυρίαν μας καὶ τὸν ἔλεγχόν μας. Καὶ τὸ τελευταῖον, τὸ ὁποῖον δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσω ἀπαρατήρητον εἶναι τοῦτο: Ὅταν ἡ Κυβέρνησις μὲ τόσον στόμφον ἐνεφανίσθη κατ’ ἐπανάληψιν ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι σήμερον διακηρύσσουσα ἑκάστοτε τὴν ὀρθοδοξίαν τῆς ἐπὶ τὸ Σύνταγμα, τὴν ὀρθοδοξίαν τῆς ἐπὶ τοὺς κανονισμούς, συνομολογοῦμεν μετ’ αὐτῆς ὅτι εἶναι ἀνάγκη, νὰ ὑπάρξῃ τὸ πνεῦμα αὐτὸ τοῦ σεβασμοῦ τοῦ Συντάγματος, τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν καὶ τῶν κανονισμῶν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρξῃ, διότι ἂν ἀφεθῇ νὰ ἐπικρατήσῃ τὸ πνεῦμα τῆς περιφρονήσεως καὶ τῆς παραγραφῆς τῶν θεσμῶν αὐτῶν, τότε ματαίως θὰ ὁμιλῶμεν περὶ κοινοβουλευτισμοῦ. Ἀλλ’ ὅταν αὐτὰ λέγῃ ἡ Κυβέρνησις, νομίζω ὅτι περιπίπτει εἰς ἀντίφασιν κλασσικὴν καὶ ἀπαράδεκτον, ὅταν δύο ἡμέρας πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς παρούσης Βουλῆς εἰσάγει ὑπὸ τύπον νομοθετικῶν διαταγμάτων τοιαῦτα νομοθετήματα τόσου κοινωνικοῦ καὶ λαϊκοῦ ἐνδιαφέροντος καὶ δὲν τὰ εἰσάγει εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ὑποστοῦν ἐκεῖ τὸν ἀπαιτούμενον ἔλεγχον καὶ τὴν κριτικήν. Τὸ νομοθετικὸν διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐλέγχω, ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς 11 Μαΐου 1946, ἐνῷ μετὰ δύο ἡμέρας συνήρχετο ἡ Βουλή, ἡ ὁποία ὡς γνωστὸν συνῆλθεν εἰς τὰς 13 Μαΐου 1946. Μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς τελευταίας αὐτῆς παρατηρήσεως κύριοι βουλευταί, νομίζω ὅτι διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν πρέπει ἡ Βουλὴ μὲ ὅσας δυνάμεις διαθέτει ἐλευθέρου πνεύματος ἢ συνειδήσεως νὰ τονίσῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθεῖ νὰ τηρῇ, οἵαν τηρεῖ πολιτικὴν ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ πεδίου καὶ εἰδικώτερον ἐπὶ τῆς κοινωνικῆς πολιτικῆς, ἀποβαίνει κατηγορηματικῶς καὶ ἀσφαλῶς ὁ καλύτερος σύμμαχος τοῦ κομμουνισμοῦ καὶ τῶν ἀνατροπέων τῆς πατρίδος. (Χειροκροτήματα).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐγενικεύθη. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Ι. Μογγογιάννης.
§75Ι. ΜΟΓΓΟΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ κατάργησις τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος γενομένη εἰς τὰς παραμονὰς τῆς συγκλήσεως τῆς παρούσης Βουλῆς, δὲν ἦτο ὀρθή, δὲν ἦτο δικαία, δὲν ἦτο εὔστοχος. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι κατὰ τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος 424 ὑπάρχει κάποια κάποια προκατάληψις. Ἐνομίζετο ὑπὸ πολλῶν ὅτι τὸ νομοθετικὸν τοῦτο διάταγμα καθιέρου ἀπολύτως τὴν μονιμότητα τῶν μισθωτῶν. Τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν. Ἦτο πλάνη καὶ εἰς τὴν πλάνην ταύτην περιέπεσεν καὶ ὁ πρῶτος Πρόεδρος τῆς πρώτης κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως κύριος Πουλίτσας, ὁ ὁποῖος εἰς τὰς πρώτας του δηλώσεις ἀνέφερεν ὅτι τὸ νομοθετικὸν τοῦτο διάταγμα ἦτο ἄστοχον, ὅτι ἀπετέλει τροχοπέδην, οὕτως εἰπεῖν, κατὰ τῆς παραγωγῆς μας καὶ ὅτι εὐθὺς ὡς ἀνελάμβανεν τὴν ἐξουσίαν θὰ κατήργει τὸ διάταγμα τοῦτο. Λέγω ἦτο πλάνη, διότι τὸ νομοθετικὸν διάταγμα 424 δὲν καθιέρου ἀπολύτως τὴν μονιμότητα. Τὸ ἄρθρον 10 προέβλεπε τὴν ἀπόλυσιν τῶν μισθωτῶν δι’ ἀνεπάρκειαν, ἀκαταλληλότητα καὶ ἀνάρμοστον συμπεριφοράν. Ἐπίσης τὸ ἄρθρον 9 προέβλεπε τὴν ἀπόλυσιν τῶν μισθωτῶν ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ὑπάρχει ἀντικειμενικὴ ἀδυναμία εἰς τὴν ἐπιχείρησιν. Ἐὰν αἱ ἐπιχειρήσεις δὲν ἠδύναντο, διὰ διαφόρους λόγους, νὰ παρατείνουν τὰς ἐργασίας των, προεβλέπετο μία Ἐπιτροπὴ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐργασίας εἰς τὴν ὁποίαν ἠδύνατο νὰ προσφεύγῃ ὁ ἐργοδότης, νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ὑπάρχει ἀντικειμενικῶς ἀδυναμία ὁπότε ἐξεδίδετο ἡ σχετικὴ ἀπόφασις καὶ ἀπελύετο τὸ προσωπικόν. Ὑπῆρχον δύο ἄρθρα διὰ τῶν ὁποίων ἠδύναντο οἱ ἐργοδόται ν’ ἀπολύσουν τοὺς μισθωτούς των. Ἀργότερον, διὰ τοῦ νόμου 765)1943 καὶ διὰ τοῦ ἄρθρου 11 ἠδύνατο ὁ ἐργοδότης ν’ ἀπολύσῃ τοὺς μισθωτοὺς διὰ δικαιολογημένην αἰτίαν. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ αἰτία αὕτη δὲν ἦτο αὐθαίρετος, δηλαδὴ δὲν ἠδύνατο ὁ ἐργοδότης αὐθαιρέτως νὰ καθορίσῃ τὰς αἰτίας, ἀλλὰ καθωρίζοντο Δικαστικῶς. Ἐπίσης κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1945, ἐπὶ Κυβερνήσεως Πλαστήρα, ἐθεσπίσθη καὶ ἕτερος νόμος ὁ ὑπ’ ἀριθ. 118, περὶ Ταμείου Ἀνεργίας. Διὰ τοῦ νόμου τούτου ἠδύνατο ὁ ἐργοδότης ν’ ἀπολύσῃ τὸ πλεονάζον προσωπικόν. Βεβαίως δὲν ἠδύνατο αὐθαιρέτως νὰ τὸ πράξῃ, ὁ ἐργοδότης, ν’ ἀπολύσῃ δηλαδὴ τὸ πλεονάζον προσωπικόν. Ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν ἡ οἰκονομικὴ ἀντοχὴ καὶ γενικῶς ἐξητάζοντο ὅλα τὰ ζητήματα ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων. Βλέπετε, λοιπόν, ὅτι δὲν καθιέρου τὸ νομοθετικὸν διάταγμα 424 ἀπολύτως τὴν μονιμότητα τῶν ἐργατῶν. Ἔρχεται κατόπιν, τὸ νομοθετικὸν διάταγμα τῆς 8 Μαΐου περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ νόμου 118 καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἐπιχειρήσεις καὶ κατήργησε τὸ νομοθετικὸν διάταγμα 424 καὶ τὴν ἐργατικὴν ἐν γένει νομοθεσίαν. Διὰ τῆς καταργήσεως τῆς λέξεως «πλεονάζον προσωπικὸν» ἠδύνατο ὁ ἐργοδότης αὐθαιρέτως νὰ ἀπολύσῃ οἱονδήποτε ἤθελεν ἄνευ τῆς δικαστικῆς αὐτῆς κρίσεως. Ἐπίσης, κατήργησε τὴν προστασίαν τῶν Νεοπολεμιστῶν. Διὰ τῶν προγενεστέρων νόμων οἱ πολεμισταὶ τῆς Ἀλβανίας ἐπροστατεύοντο ὅπως οἱ Παλαιοὶ Πολεμισταί. Διὰ τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος 118 τῆς 8.5.46 κατηργήθη καὶ ἡ διάταξις ἡ προστατεύουσα τοὺς Νεαπολεμιστάς. Οὕτω τὰ παιδιά μας, τὰ παιδιὰ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἠγωνίσθησαν καὶ ἐδημιούργησαν τὸ μεγαλούργημα τῶν 30 αἰώνων τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας, τὰ παιδιὰ ποὺ ἠγωνίσθησαν εἰς τὴν Ἀλβανίαν, δὲν προστατεύονται ὑπὸ τῆς Ἐργατικῆς Νομοθεσίας. Κύριοι βουλευταί, ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς μὴ καταργήσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος 424, διότι βέβαια δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ δεσμεύωμεν ἀπολύτως τὸν ἐργοδότην ἔναντι τῶν ἐργατῶν. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δύναται ν’ ἀπολύσῃ τοὺς μισθωτούς. Ἀλλὰ αἱ προϋποθέσεις αἱ ὁποῖαι ἐπέβαλον τὴν θέσπισιν τοῦ νομοθετικοῦ τούτου διατάγματος ὑφίστανται ἀκόμη. Προϋπόθεσις δὲ τῆς θεσπίσεως τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος ἦτο ἡ ἀνεργία. Εἰρήσθω ὅτι καὶ πρὸ τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου, ἐπὶ Μεταξᾶ, ἐπειδὴ προεβλέπετο ὅτι θὰ ἐδημιουργεῖτο ἀνεργία, ἐθεσπίσθη ὁ νόμος 2.000, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἠδύνατο ὁ ἐργοδότης νὰ ἀπολύσῃ τοὺς μισθωτούς. Ἠδύνατο μόνον νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ἐκ περιτροπῆς ἐργασίαν. Μεταγενεστέρως, ἐθεσπίσθη τὸ διάταγμα αὐτό. Μὲ τὸν πρῶτον νόμον αἱ ὑποχρεώσεις ἦσαν εἰς βάρος. Διὰ τοῦ νόμου 2.000 τὰ ἔκ τῆς ἀνεργίας βάρη τὰ ἔφερον σχεδὸν μόνον οἱ μισθωτοί. Διὰ τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος 424 τὰ ἐκ τῆς ἀνεργίας βάρη τῆς μισθοδοσίας τῶν μισθωτῶν τὰ ἔφερον αἱ ἐπιχειρήσεις. Αἱ ἴδιαι ὅμως προϋποθέσεις τῆς ἀνεργίας ὑφίστανται καὶ σήμερον. Καίτοι θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποφευχθῇ ἡ ἀνεργία καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποφευχθῇ, κυρίως, εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις, τῶν βιομηχανιῶν παραγωγῆς ὑφαντουργικῶν προϊόντων. Ὑφίσταται μία μεγάλη Βιομηχανία εἰς τὴν Ἑλλάδα, κύριοι βουλευταί, παραγωγῆς ὑφαντουργικῶν προϊόντων. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἔχομεν τοὺς καλυτέρους ἐργάτας τῆς παραγωγῆς ὑφαντουργικῶν βιομηχανικῶν προϊόντων, καλυτέρους καὶ ἀπὸ τοὺς Εὐρωπαίους ἀκόμη. Βλέπετε ἐργατρίας ἡλικίας 16 ἐτῶν, αἱ ὁποῖαι ἐργάζονται τρία καὶ τέσσαρα μηχανήματα καὶ ἐργατρίας αἱ ὁποῖαι ἐργάζονται διὰ περισσοτέραν παραγωγὴν ἐπὶ 10 καὶ 12 ὥρας. Ἔχομεν τοιούτους ἐργάτας εἰδικευμένους 40 καὶ 50 χιλιάδας. Ἔχομεν ἀργαλειά, (ἀτράκτους) χιλιάδες. Ἐπίσης ἔχομεν ἐργοστάσια τὰ ὁποῖα κατασκευάζουν ἀτράκτους. Ἦτο δυνατόν, λοιπόν, νὰ μεταχειρισθῶμεν τοὺς ἐργάτας αὐτούς. Ἀπὸ πρώτας ὕλας, ἔχομεν πολλὰς καὶ περισσοτέρας ἀπὸ τὴν προπολεμικὴν ἐποχήν. Ἔχομεν 8 χιλιάδας τόννους βαμβάκι τῆς UNRRA, 4 χιλιάδας τόννους μαλλὶ τῆς UNRRA, ὑπὲρ τὰς 10 χιλιάδας τόννους βαμβάκι στόκ. Ἔχομεν προσέτι 20 χιλιάδας τόννους Ἑλληνικῆς παραγωγῆς. Θὰ ἠδυνάμεθα, λοιπόν, μὲ τοὺς ἐργάτας αὐτοὺς τοὺς εἰδικευμένους, μὲ τὰ ἄφθονα ἀργαλειὰ καὶ τὰ ἄφθονα ἐργοστάσια, νὰ παραγάγωμεν τόσα, ὥστε νὰ τροφοδοτήσωμεν τὴν Ἑλληνικὴν ἀγορὰν καὶ νὰ κάμωμεν ἀκόμη καὶ ἐξαγωγὴν εἰς τὴν Τουρκίαν, καὶ τὰ Βαλκάνια, ὁπότε θὰ ἔπιπτον αἱ τιμαὶ καὶ τῶν ἄλλων ἐμπορευμάτων. Ἀλλά, δυστυχῶς, δὲν ἐγένετο τὸ τοιοῦτον, ἐπροτίμησαν νὰ στείλουν τοὺς ἐργάτας εἰς τὸ Ταμεῖον Ἀνεργίας παρὰ νὰ διαθέσουν τὰς πρώτας αὐτὰς ὕλας, νὰ διαθέσουν τὸ περιττὸν προσωπικὸν καὶ τὰ ἐργοστάσια διὰ τὴν αὔξησιν τῆς παραγωγῆς. Τοῦτο δέ, ἦτο σκόπιμον. Καὶ ἤδη γεννᾶται ἕνα ἐρώτημα. Διατί, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν πρῶται ὕλαι καὶ ἐργάται καὶ ἐργοστάσια, δὲν λειτουργοῦν αὐτὰ καὶ δὲν ηὐξήθη ἡ παραγωγή, ἀλλὰ ἐπαυξάνουν τὴν ἀνεργίαν; Τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν οἰκονομικὴν ὀλιγαρχίαν. Κύριοι βουλευταί, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὑπάρχουν 50–100 ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὴν οἰκονομικὴν ὀλιγαρχίαν, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζω πῶς κατορθώνουν νὰ ἐπεμβαίνουν διὰ νὰ δημιουργοῦν τὴν ἀνεργίαν, ἥτις ἐπιφέρει τὴν ἔλλειψιν τῶν εἰδῶν συνέπεια τῆς ὁποίας εἶναι ἡ αὔξησις τῶν τιμῶν αὐτῶν. Ἡ ἀνεργία λοιπὸν ἐπιδιώκεται σκοπίμως ὑπὸ τῆς οἰκονομικῆς ὀλιγαρχίας ἵνα προκαλῆται ἔλλειψις τῶν εἰδῶν καὶ ἡ ἐκ ταύτης διατήρησις καὶ αὔξησις τῶν τιμῶν αὐτῶν. Ὑπαίτιοι δηλαδὴ τῆς σημερινῆς τραγικῆς καταστάσεως εἶναι οἱ 50 ἢ 100 ἄνθρωποι, οἵτινες ἀποτελοῦν τὴν οἰκονομικὴν ὀλιγαρχίαν καὶ οἵτινες κατορθώνουν νὰ ἐπιβάλωνται, νὰ ἄγουν καὶ νὰ φέρουν τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις διὰ νὰ ἐπιβάλλουν τὰς ἀπόψεις των, δηλαδὴ τὴν ἔλλειψιν τῶν εἰδῶν, διὰ τῆς ὁποίας προκαλεῖται ἡ αὔξησις τῶν τιμῶν. Δι’ αὐτὸ θὰ ἴδητε, ὅτι ἐδημιουργήθησαν πλεῖστα ὅσα σκάνδαλα. Τὸ πρῶτον εἶναι τὸ γνωστὸν σκάνδαλον κατὰ τὸ ὁποῖον ἐνῷ αἱ ἀποθῆκαι εἶναι πλήρεις ἐφοδίων ἐν τούτοις ταῦτα δὲν διετέθησαν σκοπίμως διὰ νὰ μὴ πέσουν πολλὰ πράγματα εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ μειωθοῦν αἱ τιμαί. Ἕτερον σκάνδαλον εἶναι ἡ μὴ χορήγησις τῶν ἐπὶ Κυβερνήσεως Φιλελευθέρων δεσμευθέντων ὑφασμάτων εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, συμβάσεως, ἡ ὁποία ἠτόνισεν ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως πρὸς ὄφελος τῶν ἐργοδοτῶν. Ὅλα αὐτὰ δέ, κύριοι βουλευταί, συνέβησαν διότι ἡ πολιτικὴ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως εἶναι, μονόπλευρος καὶ καπιταλιστική. Καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι ὅτι, τόσον εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ κατὰ τὰς δηλώσεις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἀνεφέρθη οὐδεμία λέξις διὰ τοὺς ἐργάτας, τοὺς ἀποκλήρους αὐτοὺς τῆς τύχης. Δὲν ἐλήφθη κατὰ τὸ ὀκτάμηνον διάστημα τῆς διακυβερνήσεως τῆς χώρας ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως οὐδεμία μέριμνα ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν. Ὁ τιμάριθμος ηὐξήθη κατὰ 50% — ἴσως καὶ περισσότερον — καὶ ἐν τούτοις οἱ μισθοὶ τῶν βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων ἔχουν μείνει οἱ αὐτοί, ὡς ἦσαν τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1945.
§76Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Εἶσθε βέβαιος δι’ αὐτό;
§77Ι. ΜΟΓΓΟΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως. Ὁμιλῶ διὰ τοὺς ἐργάτας τῆς βιομηχανίας καὶ ὄχι διὰ τοὺς ἐλευθέρους ἐργάτας, οἱ ὁποῖοι παίρνουν 10.000 δρχ., ἐργάζονται ὑπερωρίας.
§78Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς πληροφορήσω ἐγκύρως—μὲ βεβαίωσιν τούτου καὶ ἐκ μέρους τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας ἐργατῶν, ὅτι οἱ βιομηχανικοὶ ἐργάται ἀμείβονται ἐλευθέρως καὶ ἀνεξαρτήτως ἀπὸ τὰ καθορισθέντα ἐπὶ Βαρβαρέσου ἢ βραδύτερον ἡμερομίσθια — καὶ ὅτι, ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὰ ἡμερομίσθια, παρὰ τὰς Ὑπουργικὰς ἀποφάσεις καὶ κατὰ παράβασιν τῶν ἀπόψεων τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς, εἶναι πολλαπλάσια ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀναφέρετε, ἐξαρτῶνται δ’ ἑκάστοτε ἀπὸ τὰς ἐλευθέρας συνεννοήσεις μεταξὺ ἐργοδοτῶν καὶ ἐργατῶν.
§79Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δεχθῶ ὡς ἀληθῆ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κυρίου συναδέλφου ἐκ Πειραιῶς, ἐρχομένης εἰς ἐπίρρωσιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου, διότι δὲν ἀποδεικνύει τίποτε ἄλλο παρ’ ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται πολὺ περισσότερον μακρὰν τῆς σημερινῆς πραγματικότητος καὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς ἐργοδότας καὶ ὅτι πολὺ ἀπέχει ἀπὸ τοῦ νὰ κατανοήσῃ τὸ κοινωνικὸν θέμα καὶ νὰ τοῦ δώσῃ μίαν προσαρμογήν.
§80Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ πραγματοποιηθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐξέφρασεν ὡς εὐχὴν εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, νὰ καταναλωθῇ δηλαδὴ εἰδικὴ συνεδρίασις διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ὅλου θέματος τῶν ἐργατικῶν ἡμερομισθίων, διὰ νὰ καταλήξωμεν οὕτως εἰς μίαν ἐξίσωσιν τῶν μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων μεταξὺ ὅλων καὶ ὑπάρξῃ ἐπίσης μία ἀφετηρία ρυθμίσεως τοῦ δημοσιοϋπαλληλικοῦ προβλήματος. Διότι σήμερον εἰς πολλὰς ἐπιχειρήσεις ἔχομεν μισθοὺς καὶ ἡμερομίσθια ἀνάλογα μὲ τὴν ζωήν, ἐνῷ εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἢ εἰς οἱανδήποτε ἄλλην περίπτωσιν τὸ Κράτος ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ρυθμιστής, οἱ ὑπάλληλοι πεινοῦν, ὑποφέρουν καὶ ὠθοῦνται εἰς ἐξαθλίωσιν.
§81Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (Ὑπ. Ἐργασίας). (Πρὸς τὸν κύριον Μογγογιάννην). Νομίζω ὅτι εἶσθε ἐκτὸς τοῦ θέματος. Θέμα εἶναι ἐὰν θὰ ἔπρεπε ἢ ὄχι νὰ καταργηθῇ ὁ νόμος 424. Δὲν ἤμην Ὑπουργὸς τότε οὐχ ἧττον ὅμως, διότι κατέχω τὴν θέσιν αὐτήν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς εἴπω πληροφοριακῶς πῶς ἔχει ἡ κατάργησις τοῦ νόμου αὐτοῦ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος. Ἐὰν ἔχετε νὰ θίξετε ἄλλας ἀπόψεις ἐν σχέσει μὲ τὸ ἐργατικὸν ζήτημα, σᾶς λέγω ὅτι ἐκκρεμεῖ νομοθέτημα «περὶ κωδικοποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων» «περὶ Ταμείου Ἀνεργίας», κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ὁποίου θὰ δοθῇ εὐκαιρία εἰς τὴν Βουλὴν νὰ διατυπώσῃ τὰς ἀπόψεις της καὶ συμβάλῃ οὕτω εἰς τὴν κατὰ τρόπον ριζικὸν λύσιν τοῦ ἐργατικοῦ μας ζητήματος. Ἀπόψε δὲν ἔχει σκοπὸν ἡ τοιαύτη συζήτησις, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον τὴν πολιτικὴν τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου 424 τὴν ἔχουν υἱοθετήσει ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις. Ἄλλως τε ἀπ’ ἀρχὴ τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου 424 ἐγένετο ἀπὸ τὸν Πορφυρογέννη.
§82Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. ..... (δὲν ἠκούσθη).
§83Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (Ὑπ. Ἐργασίας). Ἔκαμα τὴν διακοπὴν αὐτὴν διὰ νὰ ὑποβάλω τὴν παράκλησιν, ὅπως περιορισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον κατὰ τρόπον σαφῆ καθορίζει ἡ ἐπερώτησις, μὲ τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι πολὺ συντόμως θὰ ἀχθῇ ἐνώπιόν σας νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ δώσῃ ἀφορμὴν ἀναπτύξεως τῶν ἀπόψεών σας. Μίαν δήλωσιν μόνον θέλω νὰ κάμω πρὸς τὴν Βουλήν, ἐπειδὴ βλέπω ὅτι γίνεται προσπάθεια νὰ ἐπιρριφθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἀσκεῖ πολιτικὴν κεφαλαιοκρατικήν, ὅτι προσωπικῶς εἶμαι ἐναντίον τῆς κεφαλαιοκρατίας καὶ θερμὸς φίλος τῶν ἐργατῶν.
§84Ι. ΜΟΓΓΟΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ νομοθετικὸν διάταγμα 424 κατηργήθη ὁλοσχερῶς τὸν Μάϊον τοῦ 1946 διὰ τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος τῆς 8 Μαΐου 1946 περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ νόμου 118 καὶ εἰς τὰς βιοτεχνικὰς καὶ ἐπαγγελματικὰς ἐπιχειρήσεις. Ὁ 118 ἐγένετο ἐπὶ Κυβερνήσεως Πλαστήρα. Αὐτὰ εἶναι, κύριε Ὑπουργέ, τὰ ἀποτελέσματα τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου 424.
§85Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (Ὑπ. Ἐργασίας). Καὶ ἐὰν συμβῇ νὰ δεχθῶμεν ὡς ὀρθὰς τὰς ἀπόψεις σας πάλιν δὲν πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ βελτίωσις τῆς καταστάσεως διότι ἀπόψε δὲν συζητοῦμεν νομοθέτημα.
§86Ι. ΜΟΓΓΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι κατηργήθη μὲ τὸ διάταγμα τὸν Μάϊον τοῦ 1946 δηλαδὴ ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς.
§87Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (Ὑπ. Ἐργασίας). Λυποῦμαι διότι δὲν κατενοήσατε τὸ πνεῦμα τῆς διακοπῆς, ἵνα ἐντοπίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἐπερωτήσεως.
§88Ι. ΜΟΓΓΟΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι δὲ τόσον ἀντεργατικὸν τὸ διάταγμα αὐτὸ ὥστε σᾶς ἀναφέρω τὸ ἑξῆς. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ διατάγματος αὐτοῦ τοῦ Μαΐου 1946 ὁρίζει ὅτι ἀπολύσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἀπὸ τοῦ 1942 καὶ ἐντεῦθεν ἢ μᾶλλον ἀξιώσεις μισθωτῶν ἀπολυθέντων κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου παραγράφονται ἐφ’ ὅσον δὲν ἐκοινοποιήθη ἀγωγὴ ἐντὸς 3 μηνῶν ἀπὸ τῆς ἀπολύσεώς των, ἐνῷ δυνάμει τῆς κειμένης νομοθεσίας εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἐγείρουν ἀγωγὴν ἐντὸς 2–3 ἐτῶν. Ἠγέρθησαν ἀγωγαὶ εἶχον πλέον κεκτημένα δικαιώματα καὶ ἔρχεται σήμερον ὁ νόμος αὐτὸς καὶ προσδίδει ἀναδρομικὴν ἰσχὺν μὲ τὸ ἄρθρον 3. Αὐτὰ θὰ τὰ συζητήσωμεν βεβαίως εἰς τὴν Βουλὴν ἀλλὰ σᾶς λέγω τώρα πῶς ἔχει τὸ ζήτημα. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου καὶ αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς κύριος Στρᾶτος μᾶς ἔλεγον ὅτι δὲν ἔχει ἀναδρομικὴν ἰσχὺν καὶ ἐν τούτοις προσδίδει ἀναδρομικὴν ἰσχύν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει διὰ τὸν κ. συνάδελφον, ὁ ὁποῖος μᾶς εἶπεν ὅτι εἰς τὰς βιομηχανικὰς ἐπιχειρήσεις δὲν καταβάλλονται τὰ ἡμερομίσθια τὰ ὁποῖα ὁρίζουν αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ὑπουργείου, λέγω τὸ ἑξῆς καὶ τὸ λέγω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, θὰ ἤθελον δὲ νὰ διορισθῇ καὶ ἐπιτροπὴ ἐκ βουλευτῶν διὰ νὰ γίνῃ μία ἔρευνα, διότι ὅλα τὰ ἐργοστάσια —μπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ καὶ κάποια ἐξαίρεσις — γενικῶς ὅλα τὰ ἐργοστάσια συμμορφοῦνται πρὸς τὰς ὑπουργικὰς ἀποφάσεις. Δίδουν κάτι περισσότερον, ἀλλὰ διὰ τὴν ὑπερπαραγωγήν, διὰ τὰς ὑπερωρίας, διότι ἐργάζονται περισσότερον. Σᾶς λέγω δὲ καὶ τοῦτο ἀκόμη ὅτι ἐνῷ οἱ ἴδιοι οἱ ἐργοδόται ἔδωσαν ὑπόσχεσιν ὅτι, μὲ τὴν κατάργησιν τοῦ 424 ὄχι μόνον δὲν θὰ προέβαινον εἰς ἀπολύσεις ἐργατῶν, ἀλλὰ θὰ ηὔξανον τὸ προσωπικόν των, ἐν τούτοις δὲν ἐτήρησαν τὴν ὑπόσχεσίν των καὶ ἔχουν ἀπολύσει ἂν ὄχι 40% ἀλλὰ τοὐλάχιστον 20–25% τοῦ προσωπικοῦ των. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν δὲν κρατοῦν τὸ προσωπικόν των ἀλλὰ τὸ ἀπολύουν νομίζω, ὅτι δὲν ἔχουν καὶ ὄρεξιν νὰ δίδουν περισσότερα διότι ἐὰν εἶχον τὴν ὄρεξιν αὐτὴν θὰ ἐκράτουν τὸ προσωπικόν των καὶ δὲν θὰ τὸ ἀπέλυον. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι πρὸ τετραμήνου ὅταν ἐγένετο ἡ πρώτη ἀπεργία τῶν ἐργατῶν, ὁ νῦν ὑπουργὸς Ἐφοδιασμοῦ κ. Κάντζιας καὶ αὐτὸς ἠθέλησε νὰ εἴπῃ ὅτι οἱ ἐργοδόται πληρώνουν περισσότερα, ἐν τέλει δὲ ἀπεφασίσθη ἀπὸ πολλοὺς τῶν κ. κ. βουλευτῶν οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ἐργατικὰ ὅπως γίνῃ εἰδικὴ συνεδρίασις πρὸς συζήτησιν τοῦ ἐργατικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ μετὰ λύπης μου διαπιστῶ ὅτι καίτοι παρῆλθον 4 μῆνες τὸ ζήτημα τὸ τόσον σοβαρὸν διὰ τὴν ὑπόστασιν τοῦ Ἔθνους δὲν συνεζητήθη ἀκόμη καὶ οὕτω ἔχουν ἀφεθῆ οἱ ἐργάται εἰς τὴν ἐξαθλίωσιν μὲ τὰ ἡμερομίσθια πείνης τὰ ὁποῖα λαμβάνουν. Ἔπρεπε νὰ εἶχε γίνει ἡ σύσκεψις καὶ ἔπρεπε νὰ εἶχον καθορισθῆ ἡμερομίσθια ὁπωσδήποτε ἀνεκτά. Δυστυχῶς ὅμως τίποτε δὲν ἔγινε μέχρι σήμερον. Κύριοι βουλευταί, εἶπον ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθαρὸν καπιταλιστικὸν πρόγραμμα καὶ ἀποβλέπει εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν μονοπλεύρως τῆς κεφαλαιοκρατίας.
§89Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Εἴπατε πολὺ σωστὰ ὅτι τὸ ὀρθὸν εἶναι νὰ εὑρεθῇ ἡ αἰτία καὶ ἡ αἰτία αὐτὴ διὰ νὰ λείψῃ πρέπει νὰ κρεμασθοῦν 4–5 ἄνθρωποι ποὺ παίζουν μὲ τὴν οἰκονομικήν μας κατάστασιν, καὶ μὲ τὴν νομισματικήν μας κατάστασιν καὶ μαζεύουν τὸ αἷμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ.
§90Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸ Προεδρεῖον νὰ ὁρίσῃ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου διότι εἶναι σημαντικὸν καὶ φοβοῦμαι ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς τὰς διακοπὰς τῶν ἑορτῶν καὶ δὲν θὰ τὸ ἔχομεν συζητήσει ἐνῷ πρέπει νὰ συζητηθῇ καὶ διὰ νὰ ἀκουσθῇ ἡ ἀλήθεια ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ καταλήξωμεν εἰς ὀρθὰ συμπεράσματα διότι παρὰ τὴν καλὴν πρόθεσιν τοῦ κυρίου συναδέλφου τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζω, οὗτος εὑρίσκεται ἐν πλάνῃ.
§91Ι. ΜΟΓΓΟΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πλανῶμαι, κύριε συνάδελφε, διότι καθημερινῶς ζῶ μὲ τοὺς ἐργάτας καὶ ἔρχομαι εἰς καθημερινὴν ἐπαφὴν μαζί των, ἐξ ἄλλου δὲ κατοικῶ εἰς συνοικισμὸν ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὸ βιομηχανικὸν κέντρον τῆς Ἑλλάδος. Ὑπάρχουν ἐκεῖ γύρω 60–70 ἐργοστάσια. Θέλω νὰ πεισθῆτε δι’ αὐτὸ ποὺ σᾶς λέγω καὶ ἂν θέλετε ἐλᾶτε μαζί μου νὰ κάνωμε μίαν ἔρευναν.
§92Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Ἐὰν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τὸ ἐπέτρεπε θὰ σᾶς κατετόπιζα.
§93Ι. ΜΟΓΓΟΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι ὀρθόν, κύριοι βουλευταί, καθ’ ἣν στιγμὴν ἄλλα μεγάλα Κράτη ὅπως ἡ Ἀγγλία ἡ κατ’ ἐξοχὴν κεφαλαιοκρατικὴ χώρα στρέφεται πρὸς νέας κατευθύνσεις, πρὸς νέας ὁδοὺς κρατικοποιοῦσα τὰ πάντα, παρεμβαίνουσα ἀπὸ καιροῦ παντοῦ, εἰς τὰς μεταφοράς, εἰς τοὺς σιδηροδρόμους, εἰς τὰ μεταλλεῖα κλπ. ἡμεῖς νὰ στρέφωμεν πρὸς τὰ ὀπίσω πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ ADAMS SMITH τῆς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας καὶ τοῦ μὴ παρεμβατισμοῦ.
§94Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Πλανᾶσθε, κύριε συνάδελφε, διότι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔχομεν κρατικοποιημένας Τραπέζας, μεταφορὰς.........
§95Ι. ΜΟΓΓΟΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν πλανῶμαι κύριε συνάδελφε, διότι εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν παρεμβαίνει τὸ Κράτος καὶ ἂν καμμιὰ φορὰ παρεμβαίνει, παρεμβαίνει ὁσάκις πρόκειται νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν οἰκονομικὴν ὀλιγαρχίαν καὶ ὄχι τοὺς ἐργάτας τοὺς ἀποκλήρους αὐτοὺς τῆς τύχης. (Χειροκροτήματα).
§96Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι θέμα ἀρχῆς. Εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔχομεν κρατικοποιημένας Τραπέζας, κρατικοποιημένας μεταφοράς, ἔχομεν φιλεργατικὴν νομοθεσίαν. Εἶναι κατὰ συνέπειαν ζήτημα ἀληθείας καὶ ἀρχῆς καὶ διὰ τοῦτο ἐπιμένω καὶ παρεμβαίνω.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς Ἐργασίας ἔχει τὸν λόγον.
§98Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (Ὑπ. Ἐργασίας). Κύριοι συνάδελφοι, συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὸν ἀξιότιμον κύριον συνάδελφον, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς του ἔδωσε τὴν ἀφορμὴν νὰ γίνῃ ἀπόψε ἡ συζήτησις αὐτή. Συμφωνῶ ὅτι τὸ θέμα τὸ ὁποῖον θίγει ἡ ἐπερώτησις εἶναι θέμα ὑψίστου κοινωνικοῦ ἐνδιαφέροντος. Συμφωνῶ ἐπίσης μαζί του ἐπὶ τῆς ἀπόψεως ὅτι ὁ ἀσφαλέστερος τρόπος, διὰ νὰ πολεμήσωμεν τὸν κομμουνισμόν, εἶναι νὰ ἐπιχειρήσωμεν νὰ τὸν ἀφοπλίσωμεν ἠθικῶς. Κατ’ ἐπανάληψιν διεκήρυξα τὴν ἄποψιν αὐτὴν ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὸς ὁ ὑλικὸς ἀφοπλισμὸς τοῦ κομμουνισμοῦ ἐὰν δὲν ὁλοκληρωθῇ ὁ ἀφοπλισμὸς καὶ μὲ ἠθικὸν ἀφοπλισμόν. Νομίζω ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ τὸν καταπολεμήσωμεν ἄνευ τοῦ ὑλικοῦ καὶ τοῦ ἠθικοῦ ἀφοπλισμοῦ. Διακόπτων τὸν δεύτερον κύριον συνάδελφον διετύπωσα τὴν παρατήρησιν ὅτι ἡ συζήτησις διεξάγεται κατὰ τρόπον, ὥστε εὑρισκόμεθα ἐκτὸς θέματος. Τὸ θέμα — τὸ ὁποῖον θίγει ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κυρίου Ἀντωνοπούλου εἶναι τοῦτο, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς κατηργήθη ὁ νόμος 424 τοῦ 1941 — ποῖος εὐθύνεται διὰ τὴν κατάργησίν του καὶ τρίτον ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ὁ προκάτοχός μου ἐφρόντισε διὰ νομοθετικοῦ διατάγματος, ἐν ὄψει τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, νὰ ρυθμίσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ὡς πρὸς τὸ τελευταῖον δὲν πρόκειται νὰ ἀπολογηθῶ, διότι ἀφορᾷ τὸν προκάτοχόν μου καὶ δὲν γνωρίζω τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι τὸν ἠνάγκασαν νὰ σπεύσῃ καὶ νὰ ρυθμίσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ νομοθετικοῦ διατάγματος. Διότι ὅμως ἡ ἀνάπτυξις τοῦ θέματος ἐγένετο κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ ἀσκηθῇ ἀντιπολίτευσις συστηματικὴ καὶ μελετημένη εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως, μετέχων αὐτῆς, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὅτι δὲν γίνεται μὲ καλὴν πίστιν ἡ ἄσκησις τοῦ ἐλέγχου αὐτοῦ εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ νόμος 424 τοῦ 1941 ἐδημοσιεύθη τὸ ἔτος 1941. Ἔκτακτοι λόγοι, ἔκτακτοι ἀνάγκαι τῆς κατοχῆς ἐπέβαλον τὴν λῆψιν τοῦ ἐκτάκτου αὐτοῦ μέτρου καὶ κυρίως τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου ὑπῆρξε τοῦτο, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ μέγας ἀριθμὸς ἀνέργων, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ Γερμανοὶ ἐστρατολόγουν καὶ ἔπρεπε νὰ προστατευθῇ ἡ τάξις τῶν ἀνέργων. Ἦτο μία περίοδος τόσον δύσκολος, ὥστε ἔπρεπε νὰ γίνῃ ὅ,τιδήποτε εἰς βάρος τῶν πλουσίων, ὥστε νὰ μὴ παραδοθῇ εἰς τὸν λιμὸν μέγας ἀριθμὸς ἀνθρώπων. Ὤφειλε, λοιπόν, ἐφ’ ὅσον τὸ καθεστὼς αὐτὸ ἐπεβλήθη εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις, νὰ λήξῃ μετὰ τὰς περιστάσεις αὐτάς. Ἀκόμη ἀπὸ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1944 μόλις ἦλθεν ἀπὸ τὴν Μέσην Ἀνατολὴν ἡ ἐθνικὴ Κυβέρνησις ὑπὸ τὸν κύριον Παπανδρέου, ἐδημοσίευσε τὸν νόμον 44 τοῦ 1944, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἀπαρχὴ καταργήσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου 424. Ὡς γνωστὸν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας ἦτο ὁ Πορφυρογένης. Ἐὰν κατηγοροῦμεν τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν ὡς κεφαλαιοκρατικὴν καὶ ἀντεργατικήν, διότι δι’ ἑνὸς νομοθετικοῦ διατάγματος ἐπεκύρωσε μέτρον θεσπισθὲν ἀπὸ μίαν τοιαύτην Κυβέρνησιν, θέλω νὰ νομίζω ὅτι δὲν διατελοῦμεν ἐν καλῇ πίστει.
§99Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι παρεξηγεῖτε βασικῶς, ὅτι ἑρμηνεύετε ὡς κακὴν πίστιν τοῦ ἐπερωτῶντος τὴν ἰδικήν σας ἔλλειψιν κατανοήσεως, ὄχι τὴν προσωπικὴν ὑμῶν, ἀλλὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀκριβῶς τὸ γεγονός, ὅτι ὑπουργοῦντος Πορφυρογένη ἐγένετο ὁ νόμος αὐτός, ἦτο μία τορπίλλη εἰς τὰ θεμέλια τοῦ ἀστικοῦ καθεστῶτος, τὴν ὁποίαν ὄχι μόνον δὲν τὴν εἴδατε, ἀλλ’ ἐφροντίζατε κατὰ τὸν καλύτερον τρόπον νὰ ἀνάψετε τὴν θρυαλίδα. Ἡ Βουλὴ ἂς κρίνῃ.
§100Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (Ὑπ. Ἐργασίας). Κύριοι συνάδελφοι, ὁμολογῶ ὅτι αὐτὴ ἡ παρατήρησις εἶναι ἐξαιρετικὰ ἀφελής. Ὅλη ἡ πολιτικὴ τοῦ Πορφυρογένη καὶ ὅλοι οἱ ὑπουργοὶ τοῦ κυρίου Παπανδρέου δὲν εἶχον τὴν ἀφέλειαν, τὴν ὁποίαν ἔχετε σεῖς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἀποστολὴ ἰδική μου ἀπόψε εἶναι νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν πῶς ἐξειλίχθη αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις καὶ πῶς ἤχθημεν εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου αὐτοῦ. Ἐπακολουθεῖ ὁ νόμος 118 τῆς Κυβερνήσεως Πλαστήρα, ὁ ὁποῖος κατὰ ἕνα τρόπον ὁλοκλήρωσε τὴν κατάργησιν τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου 424 καὶ ὁ ὁποῖος ἵδρυσε τὸ Ταμεῖον Ἀνεργίας. Δὲν ἀπέμεναν ὑπὸ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου 424 παρὰ οἱ μισθωτοὶ τῶν ἐμπόρων, ἐπαγγελματιῶν καὶ βιοτεχνῶν. Τὸ διάταγμα, λοιπόν, τοῦ Μαΐου 1946 δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἐπεκτείνει τὰς κατηγορίας αὐτάς, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀπησχόλουν παρὰ ὀλιγάριθμον προσωπικόν. Ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου 424 διὰ προγενεστέρου νόμου εἶχε καταργηθῆ, διότι ἐκτὸς τοῦ νόμου 44 καὶ τοῦ νόμου 118 ὑπῆρχον πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος τοῦ Μαΐου τοῦ 1946, ὑπῆρχον 7–8 νόμοι, οἱ ὁποῖοι κατήργουν τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου 424 δι’ ὡρισμένας περιπτώσεις. Δὲν ἀπέμενε, λοιπόν, παρὰ τὸ ἓν ἑκατοστὸν τῶν μισθωτῶν. Συνεπῶς δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι τὸ πλεῖστον τῶν μισθωτῶν δὲν ἦτο πλέον ὑπὸ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου 424 ὅταν ἐξεδόθη τὸ διάταγμα τοῦ Μαΐου 1946. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τῆς καταργήσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου 424, διότι ὅμως διετυπώθησαν ἀπόψεις κοινωνικῆς πολιτικῆς ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους καὶ ἐπικρίνεται ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ὡς μὴ ἔχουσα τὴν διάθεσιν ἢ τὴν ἱκανότητα νὰ ἀσκήσῃ κοινωνικὴν πολιτικήν, εἶμαι ὑποχρεωμένος, χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἐπεκταθῶ ἐπὶ τοῦ θέματος τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον δὲν εἶναι ἀπόψε κατάλληλος ὁ χρόνος διὰ τὴν συζήτησιν αὐτήν, ἐφ’ ὅσον πολὺ συντόμως θὰ ὑπάρξῃ ἡ δυνατότης νὰ ἀναπτύξωμεν ἕκαστος ἐξ ὑμῶν τὰς ἀπόψεις του ἐπὶ τοῦ ἐργατικοῦ ζητήματος, λέγω τοῦτο, ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ γνωρίζωμεν ὅταν κάμνωμεν κριτικὴν τῆς κοινωνικῆς πολιτικῆς μιᾶς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὐτὴ πρέπει νὰ γίνεται ἀναλόγως τῆς κοινωνικῆς σκοπιμότητος, ἀλλὰ καὶ τῆς σκοπιμότητος τῆς οἰκονομικῆς ἀνασυγκροτήσεως τοῦ τόπου. Γνωρίζετε καλύτερον ἐμοῦ ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον εἰς ἕνα τόπον νὰ ἀσκηθῇ κοινωνικὴ πολιτική, ὅταν δὲν διαθέτει ὁ τόπος τὰ οἰκονομικὰ μέσα. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη, χωρὶς νὰ παραλείψωμεν νὰ προστατεύσωμεν τὰς λαϊκὰς μάζας καὶ διὰ νὰ καταστῶμεν ἱκανοὶ νὰ τὰς προστατεύσωμεν, νὰ ἀποκτήσωμεν τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς δώσουν τὰς δυνατότητας νὰ ἐκπληρώσωμεν μίαν κοινωνικὴν πολιτικήν. Ὅταν, ὅμως, θέλωμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν κοινωνικὴν πολιτικὴν, ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι ἡ κοινωνικὴ αὐτὴ πολιτικὴ πρέπει νὰ μὴ ἀποβαίνῃ εἰς βάρος ἐκείνων, τοὺς ὁποίους καλούμεθα νὰ προστατεύσωμεν. Διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου 424 δὲν εὐθύνεται ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἀλλ’ αἱ προκάτοχοι Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι διὰ νόμου κατήργησαν τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ καὶ τὸ νομοθετικὸν διάταγμα τοῦ Μαΐου 1946 δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἐπικυρώσῃ τὸ καθεστὼς τῶν νόμων 44 τοῦ 1944 καὶ 118 τοῦ 1945. Νομίζω ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι ἡ ἐπερώτησις ἀνεπτύχθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἀσκηθῇ ἔλεγχος εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος κύριος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος κατέθεσε τὴν ἐπερώτησιν κατὰ τρόπον λίαν συγκεκριμένον, θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ δεχθῇ, ὅτι ἡ ἀνάπτυξις τῆς ἐπερωτήσεως αὐτῆς τὸν ἔφερεν ἴσως εἰς ἐδάφη, τὰ ὁποῖα θὰ ἤθελεν ἴσως νὰ ἀποφύγῃ, νὰ κάμῃ δηλαδὴ μίαν κριτικὴν εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ μίαν πολιτικήν, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν εὐθύνεται ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἐὰν δεχθῶμεν, συμφωνοῦντες μὲ τὴν ἄποψιν τοῦ κ. συναδέλφου ὅτι ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου 424 ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ καὶ κακῶς κατηργήθη, πάντως δὲν εὐθυνόμεθα ἡμεῖς διὰ τὴν κατάργησιν αὐτοῦ. (Χειροκροτήματα).
§101Δ. ΜΠΕΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα, κύριε συνάδελφε, τὴν ἄσκησιν κοινωνικῆς προνοίας καὶ σαφῶς κατέληξα ἐπὶ τῆς κοινωνικῆς πολιτικῆς, ἀναφερόμενος ἀκριβῶς εἰς τὸν τρόπον διὰ τοῦ ὁποίου ἀντεμετώπισε ἡ Κυβέρνησις τὰς σχέσεις τοῦ ἐργάτου μὲ τὸν ἐργοδότην, καὶ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ περιώρισα τὸν ἔλεγχόν μου, εὑρισκόμενος καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἐπερωτήσεως καὶ ἐντὸς τοῦ πνεύματος τῆς σκοπιμότητος. Δὲν ἀμφισβητῶ ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ ἀπὸ τοῦ νόμου 424 μέχρι τοῦ τελευταίου νομοθετικοῦ διατάγματος τοῦ Μαΐου τρέχοντος ἔτους, ἐμεσολάβησαν πλεῖστα ὅσα νομοθετήματα. Ἀλλ’, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι σήμερον οὔτε δικαίωμα ἔχω νὰ ἀσκήσω ἔλεγχον κατὰ τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων, οὔτε αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπός μου.
§102Ι. ΜΟΓΓΟΓΙΑΝΝΗΣ. Θεωρεῖτε ὀρθήν, κύριε Ὑπουργέ, τὴν κατάργησιν δι’ ἑνὸς διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἐθεσπίσθη 4 ἡμέρες πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, τῆς ἰσχυούσης Νομοθεσίας, διὰ τῆς ὁποίας δὲν ἐπετρέποντο αἱ ἀπολύσεις, ἀλλὰ μόνον ὑπὸ ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας τὸ διάταγμα αὐτὸ ἀγνοεῖ. Δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ τὸ διάταγμα, διότι ἄλλοτε ὑπῆρχον ἐγγυήσεις, ὑπῆρχε δικαστικὴ ἐξουσία.
§103Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (Ὑπ. Ἐργασίας). Δὲν γνωρίζω ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν τὸν προκάτοχόν μου νὰ ρυθμίσῃ τὸ ζήτημα διὰ διατάγματος, ἀλλὰ σᾶς εἶπα ὅτι τὸ διάταγμα θὰ ἔλθῃ πρὸς κύρωσιν, ὁπότε θὰ ἔχετε ὅλην τὴν δυνατότητα νὰ ἀναπτύξετε τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἀπόψεις σας.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§105ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν καὶ ὥραν 5.30′ μ.μ. μὲ συνέχειαν συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐρωτήσεων καὶ ἐπερωτήσεων. (Ὥρα 8.45′ μ.μ.).