| 135 | Μ. Καρζῆς | 138 | |
| 136 | Δ. Μαντούβαλος | 19 | |
| 137 | εὑρέθησαν λευκὰ | 75 | |
| 138 | καὶ ἄκυρον | 1 |
1946.11.12
1.708 στίχοι · 12.707 λέξεις · 1 πίνακας · 106 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 63η
Τρίτη 12 Νοεμβρίου 1946
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 6.30′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Δρόσος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Γ. ΔΡΟΣΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἔχουν ἐντελῶς ἀλλοιωθῆ τὰ πρακτικά. Ἐμέ, μὲ ἔχουν ὅτι σχεδὸν ἐχειροκρότησα τὰ ὅσα ἐλέχθησαν. Παρακαλῶ νὰ διορθωθοῦν.
§4Ε. ΜΑΛΑΜΙΔΑΣ. Κακῶς διετυπώθησαν τὰ πρακτικά.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διορθωθοῦν καταλλήλως. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, ὡς διωρθώθησαν. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Μ. Καροῦσος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφοράς, κλπ.
§6Μ. ΚΑΡΟΥΣΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Σταφιδοπαραγωγοὶ Ἀμαλιάδος ζητοῦν ὅπως διαγραφῇ ἡ ἀξία ὅλων τῶν χορηγηθέντων φαρμάκων παρὰ τῆς ΟΥΝΡΡΑ, διαγραφῶσι τὰ μικροδάνεια τῆς Ἀγροτραπέζης καὶ χορηγηθῇ χρηματικὴ ἐνίσχυσις. Ὁ Μιχαὴλ Δασκάλου κάτοικος Δράμας διαμαρτύρεται διὰ τὴν δέσμευσιν τῆς οἰκίας του παρὰ τῆς ἀστυνομίας καὶ ζητεῖ τὴν ἀπόδοσιν αὐτῆς. Κάτοικοι Ἀμφίας διαμαρτύρονται διὰ τὴν μὴ χορήγησιν ἐπαρκοῦς ποσότητος νίτρου καὶ ἀμμωνίας διὰ τὰς γεωργικάς των ἀνάγκας. Ὁ Συμβολαιογραφικὸς Σύλλογος Ἐφετείου Κρήτης διαμαρτύρεται διὰ μελετωμένην ἀκύρωσιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 798)43 Νόμου περὶ τρόπου διανομῆς συμβολαιογραφικῶν δικαιωμάτων κλπ. Ἡ Νίνα Ἀναγνωστοπούλου θυγάτηρ θανόντος πολιτικοῦ συνταξιούχου κάτοικος Πειραιῶς, ζητεῖ ὅπως τῇ καταβληθῇ τὸ μέρισμα ἐκ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου Δημοσίων Ὑπαλλήλων. Ὁ Σμήναρχος Οἰκονόμου Ξενοφῶν παραπονεῖται, διότι δὲν συγκατελέγη μεταξὺ τῶν ἐπιλεγέντων ὡς ἡγετικῶν στελεχῶν τῆς Β. Ἀεροπορίας ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου Ἐθνικῆς Ἀμύνης καίτοι κέκτηται τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου προβλεπόμενα προσόντα κλπ.
§7Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς ζητῶ τὸν λόγον. Θὰ ἤθελα δὲ νὰ μάθω, πότε ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἀναφορὰ αὐτή, κύριε Πρόεδρε, διότι ἔχω ζητήσει ἀντίγραφον αὐτῆς.
§8Μ. ΚΑΡΟΥΣΟΣ (Γραμματεύς). Φέρει ἡμερομηνίαν 10.10.46.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πότε μᾶς ἦλθε νὰ ἰδῆτε.
§10Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Πρόκειται περὶ σοβαρωτάτου σκανδάλου, κ. Πρόεδρε. Κατεδικάσθη ὑπὸ τοῦ Στρατοδικείου ἕνας ἐκλεκτὸς ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος περιποιεῖ τιμὴν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἀεροπορίαν, ὁ Σμήναρχος Χόνδρος, προκειμένου δὲ νὰ γίνῃ ἡ ἐκδίκασις τῆς ἀναθεωρήσεως, εἶχον ζητήσει ἀντίγραφον αὐτῆς τῆς ἀναφορᾶς καὶ ἀνακοινοῦται αὕτη εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τὴν ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως ὑπὸ τοῦ Στρατοδικείου. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, πρῶτον νὰ μοῦ δοθῇ ἕνα ἀντίγραφον τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς καὶ δεύτερον ἐκφράζω τὴν βαθυτάτην μου λύπην, διότι ἐνῷ ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ ἔχει ὑποβληθεῖ πρὸ καιροῦ, δὲν ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλήν. Αὐτὸ θὰ εἰπῇ ὅτι γίνεται καταπάτησις τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Λαοῦ. (Φωναὶ καὶ θόρυβος ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§11Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὰ ποῦ εἴπατε τώρα, δὲν εἶναι ἐλευθερίαι; (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, ἐκοινοποιήθη δὲ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὸν Προεδρεύοντα τῆς Βουλῆς, πρὸς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ ἐστάλη ἀντίγραφον εἰς τὴν Βουλήν, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη πρὸ δύο ἡμερῶν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§13Μ. ΚΑΡΟΥΣΟΣ (Γραμματεύς). (Συνεχίζει τὴν ἀνάγνωσιν). Ἡ Πανελλήνιος Ὁμοσπονδία ἀγοραστῶν ἀκινήτων 1941–44 διαμαρτύρεται διὰ τὴν μὴ εἰσέτι κατάργησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 116 Σ. Π. Ἡ Ἕνωσις Ζαγορισίων διαμαρτύρεται δι’ ἐγκατάλειψιν περιφερείας των καὶ ζητεῖ ἀποστολὴν ἱματισμοῦ, ἐργαλείων, φορτηγῶν ζώων, ἐπισκευὴν τοῦ ὁδικοῦ δικτύου κλπ. Οἱ Ἀναστάσιος Μπιτούνης, Χ. Τέρης, Γ. Μπαρκούρας καὶ λοιποὶ κάτοικοι Ζατούνης–Γορτυνίας, ζητοῦν χορήγησιν πιστώσεως διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῆς ὁδοῦ Δημητσάνης–Ζατούνης. Οἱ κάτοικοι Ἐπαρχίας Καρυστίας ζητοῦν ὅπως ἀποκατασταθῇ εἰς τὸν Μητροπολιτικὸν θρόνον ὁ νόμιμος Ποιμενάρχης, Παντελεήμων Φωστίνης. Ὁ Πρόεδρος Σχολικῆς Ἐφορείας Σερρῶν ζητεῖ ἀποστολὴν διδασκαλικοῦ προσωπικοῦ πρὸς πλήρωσιν τῶν κενῶν θέσεων. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Γραμματικοῦ Περιφερείας Ζαχάρεως, διαμαρτύρεται δι’ ἀπόλυσιν Ἐθνικόφρονος διδασκάλου Νάνου καὶ ζητεῖ ἀνάκλησιν αὐτῆς. Ἡ Γεωργικὴ Ἕνωσις Κιλκὶς διαμαρτύρεται διὰ τὸν περιορισμὸν τῆς ἐλευθέρας κινήσεως συνεταιριστικῶν αὐτοκινήτων καὶ ζητεῖ χορήγησιν ἐλαστικῶν καὶ ἀνταλλακτικῶν αὐτοκινήτων. Οἱ ἰδιοκτῆται Ξενοδοχείων Πατρῶν διαμαρτύρονται δι’ ἐπέκτασιν νόμου περὶ ἐνοικιοστασίου καὶ ἐπὶ Ξενοδοχείων ὕπνου, καὶ ζητοῦν αὔξησιν ποσοῦ εἰς 35% ἐπὶ τῶν ἀκαθαρίστων εἰσπράξεών των. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Μαρσέλλος καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Ἁγίου Διονυσίου Πειραιῶς πρὸς ἐπαναλειτουργίαν τοῦ Ἠλεκτρικοῦ Τροχιοδρόμου δρομολογίου Ἅγιου Διονυσίου, ἐξυπηρετοῦντος δεκάδας χιλιάδων ἐργατῶν. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Γ. Βορρὲς καταθέτει τηλεγράφημα τῶν Συν)σμῶν Γαργαλιάνων, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν μὴ χορήγησιν δανείων σιτοκαλλιεργείας καὶ λιπασμάτων εἰς ἀγρότας μὴ δυνηθέντας νὰ ἐξοφλήσωσι τὰ διὰ τὴν διατήρησιν τῶν σταφιδαμπέλων χορηγηθέντα δάνεια. Ἡ ἐπὶ τῶν Μεταφορῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. Δ. 87)1946 «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 116)1946 Συντ. Πράξεως κλπ.».
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Πρῶτον θέμα τῆς ὁποίας εἶναι ἡ ἐκλογὴ Γʹ Ἀντιπροέδρου εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ παραιτηθέντος μετὰ τὴν ὁρκωμοσίαν του ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, λόγῳ τοῦ ἀσυμβιβάστου, κ. Ἀναστ. Μιχαλακοπούλου. Καλοῦνται ὡς ψηφολέκται οἱ κ.κ. Δ. Μπέλλας, Δ. Νικολαΐδης, Π. Ροζάκης καὶ Γ. Βογιατζῆς, ὡς καὶ ὁ κ. Σ. Παπουτσάνης διὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου. (Προσελθόντων τῶν ψηφολεκτῶν, ἄρχεται ἡ μυστικὴ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία, ἀναγινωσκομένου τοῦ καταλόγου τῶν κ.κ. βουλευτῶν. Περατωθείσης ἀκολούθως τῆς ψηφοφορίας καὶ γενομένης διαλογῆς, ὁ κ. Πρόεδρος ἀνακοινοῖ τὸ ἀποτέλεσμα ἔχον οὕτω:).
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 233. Ἔλαβον δὲ ψήφους:
| Μ. Καρζῆς | 138 |
| Δ. Μαντούβαλος | 19 |
| εὑρέθησαν λευκὰ | 75 |
| καὶ ἄκυρον | 1 |
Συνεπῶς ὁ κ. Μ. Καρζῆς, συγκεντρώσας τὴν ἀπόλυτον πλειοψηφίαν τῶν παρόντων, ἐξελέγη Γʹ Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς. Λαμβάνω τὴν τιμήν, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 6 τοῦ 8ου ψηφίσματος, νὰ ὑποβάλω πρὸς κύρωσιν παρὰ τῆς Ὁλομελείας τοῦ Σώματος, τὸ δημοσιευθὲν παρὰ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, μετ’ ἀπόφασιν τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως ΙΑʹ ψήφισμα «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. τῆς 3.5.46 «περὶ ἐπαναφορᾶς ἐν ἰσχύϊ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς κλπ.».
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Μαΐου 1946 Ν. Δ. «περὶ ἐπανιδρύσεως τοῦ ὑπὸ τῆς ἐχθρικῆς κατοχῆς καταργηθέντος Ἑλληνικοῦ Ἰνστιτούτου Διεθνοῦς καὶ Ἀλλοδαποῦ δικαίου». Ὁ κ. Π. Λυκουρέζος ἔχει τὸν λόγον ὡς εἰσηγητής.
§16Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν εἶναι μόνον, κύριοι βουλευταί, ἡ καθαρῶς ἐπιστημονικὴ ἔρευνα τοῦ διεθνοῦς δικαίου, ἡ ὁποία ὅταν γίνεται μάλιστα ἀπὸ Ἑλληνικῆς σκοπιᾶς, δίδει τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἐπιστήμην νὰ ἐκδηλώνῃ καὶ νὰ διατυπώνῃ τὴν γνώμην της ἐπὶ τῶν διεθνῶν θεμάτων, ἀλλὰ καὶ ἡ πρακτικὴ ἀκόμη, ἡ ὁποία ἐπέβαλεν καὶ ἐπιβάλλει τὴν ἵδρυσιν τοῦ Ἰνστιτούτου ἀλλοδαποῦ καὶ διεθνοῦς δικαίου. Κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, εἶναι κοινὴ ἡ προσπάθεια ὅπως ὡρισμέναι σχέσεις, ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότεραι ρυθμίζονται διὰ διεθνῶν συμβάσεων, καθιερουμένου ὁμοιομόρφου δικαίου. Εἶναι λοιπὸν σκόπιμον ἀπὸ πάσης ἀπόψεως, ὅπως ἡ ἑρμηνεία τῶν διεθνῶν αὐτῶν συμβάσεων, αἱ ὁποῖαι καθιερώνουν ὁμοιόμορφον δίκαιον διὰ περισσοτέρας τῆς μιᾶς Χώρας, εἶναι σκόπιμον ἡ ἑρμηνεία καὶ ἡ ἐξέλιξις τῶν διεθνῶν αὐτῶν κανόνων νὰ παρακολουθῆται ἐντὸς τῶν διεθνῶν πλαισίων τῆς ἀρχικῆς δημιουργίας των. Καὶ δὲν εἶναι μόνον αὐτὸς ὁ λόγος, ἀλλὰ σήμερον σχεδὸν καθημερινῶς τὰ δικαστήρια καλοῦνται νὰ ἀποφανθοῦν καὶ νὰ ἐφαρμόσουν διεθνεῖς συμβάσεις, ἢ νὰ ἐφαρμόσουν κανόνας ἀλλοδαποῦ δικαίου. Καὶ εἶναι παράλογον νὰ ἀξιωθῇ ἀπὸ τὸν δικαστὴν νὰ εἶναι ἐν γνώσει τοῦ ἀλλοδαποῦ δικαίου καὶ ὅλων αὐτῶν τῶν διεθνῶν συμβάσεων. Ἀλλὰ καὶ τέλος ἡ παροχὴ ἐγκύρων πληροφοριῶν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν περὶ τοῦ ἰσχύοντος Ἑλληνικοῦ δικαίου εἰς ἑκάστην συγκεκριμένην περίπτωσιν, εἶναι εἷς ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων λόγων, ὁ ὁποῖος ἐπέβαλε τὴν ἵδρυσιν τοῦ Ἰνστιτούτου τοῦ Διεθνοῦς καὶ Ἀλλοδαποῦ Δικαίου καὶ ἐπιβάλλει τὴν ἐπανίδρυσίν του σήμερον.
§17Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἄνευ εὐθύνης.
§18Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Τὸ λέγει καὶ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ Ἰνστιτούτου καὶ ὁ νόμος ὅτι παρέχονται ἄνευ εὐθύνης. Τὸ 1939 διὰ τοῦ νόμου 1712 εἶχεν ἱδρυθῆ τὸ Ἰνστιτοῦτον διεθνοῦς καὶ ἀλλοδαποῦ δικαίου, τὸ ὁποῖον ἐλειτούργησε μέχρι τοῦ 1941, ὁπότε κατηργήθη διὰ διατάγματος τῶν κυβερνήσεων κατοχῆς. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ πόλεμος, ὁ ὁποῖος ἐξερράγη τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1939 παρεκώλυσε τὴν διεθνῆ ἐπικοινωνίαν καὶ δὲν ἐπέτρεψεν εἰς τὸ Ἰνστιτοῦτον νὰ ἀναπτύξῃ ὅλην τὴν δρᾶσιν του. Καὶ ἡ ὀλιγόμηνος ὅμως λειτουργία τοῦ Ἰνστιτούτου, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τῶν πεπραγμένων, τὴν ὁποίαν ἐξέδωσεν διὰ τὸ πρῶτον καὶ διὰ τὸ ἥμισυ τοῦ δευτέρου ἔτους τῆς λειτουργίας του, ἀποδεικνύει ὅτι καλῶς, ἐπιτυχῶς καὶ σκοπίμως εἰργάσθη καὶ ὄχι μόνον ἐπέτυχε νὰ ἐπικοινωνήσῃ ἀμέσως μὲ ὅλους τοὺς ἀντιστοίχους ἀλλοδαποὺς ὀργανισμούς, ὄχι μόνον ἐπέτυχεν νὰ συγκεντρώσῃ ἕνα ἀξιόλογον πυρῆνα βιβλιοθήκης ἐκ 1200 τόμων, ἀλλὰ ἔτυχε καὶ τῆς ἀμερίστου ὑποστηρίξεως ὅλων τῶν ἀντιστοίχων ὀργανισμῶν τοῦ ἐξωτερικοῦ διὰ δωρεῶν — μνημονεύω εἰδικώτερον μίαν δωρεὰν ἐκ πολλῶν τόμων τοῦ Ἀμερικανικοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν — καὶ ἐπέτυχον νὰ κάμῃ συλλογὴν ὡρισμένων ξένων συγγραμάτων καὶ Ἐφημερίδων Κυβερνήσεων ξένων Κρατῶν, συλλογὴν διεθνῶν συμβάσεων καὶ νὰ δημιουργήσῃ ὅλα τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ τοῦ ἐπέτρεπον νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ ἔργον του. Περαιτέρω, ἐκ τῶν πραγμάτων προκύπτει ὅτι κατὰ τὸ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος τῆς λειτουργίας του ἔδωσε πλείστας ὅσας πληροφορίας εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, ὅσον καὶ εἰς τὴν ἡμεδαπὴν ἐπὶ νομικῶν ζητημάτων. Ἐπίσης ἐπέτυχε νὰ γίνῃ ἡ μετάφρασις εἰς τὴν Γαλλικὴν τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος καὶ ἅμα τῇ κηρύξει τοῦ πολέμου, τὸ 1940, καὶ ἐπὶ τῇ προόψει τῆς καταλήψεως τῆς Βορείου Ἠπείρου καὶ τῆς ἀνάγκης, σύμφωνα μὲ τὸ διεθνὲς δίκαιον, τῆς ἐφαρμογῆς παρὰ τῶν ἑλληνικῶν ἀρχῶν τῶν ἀλβανικῶν ἀστικῶν νόμων, ἐμερίμνησε διὰ τὴν μετάφρασιν ἐκ τῆς ἀλβανικῆς εἰς τὴν ἑλληνικὴν τοῦ ἀλβανικοῦ ἀστικοῦ κώδικος, καὶ τῆς ἀλβανικῆς πολιτικῆς δικονομίας. Κατὰ τὸ μικρὸν διάστημα τῆς λειτουργίας του, τὸ Ἰνστιτοῦτον εἰργάσθη καλῶς καὶ πλούσιοι ὑπῆρξαν οἱ καρποί του. Ἤδη διὰ νομοθετικοῦ διατάγματος ἐπανιδρύθη τὸ Ἰνστιτοῦτον καὶ ζητεῖται παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἡ τήρησις τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπανιδρύεται τὸ Ἰνστιτοῦτον τοῦ διεθνοῦς καὶ ἀλλοδαποῦ δικαίου. Κατὰ τὸ νομοθετικὸν αὐτὸ διάταγμα ἐπιφέρονται ὡρισμέναι τροποποιήσεις καὶ ὡρισμέναι προσθῆκαι εἰς τὸν βασικὸν νόμον. Κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ βασικοῦ νόμου (ἀναγινώσκει) «ὁ σκοπὸς τοῦ Ἰνστιτούτου εἶναι ἡ ἐπιστημονικὴ ἔρευνα τοῦ διεθνοῦς καὶ τῶν ἀλλοδαπῶν δικαίων, ἰδίᾳ ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἀφορῶντα τὴν Ἑλλάδα καὶ τὰ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ Ἑλληνικὰ νομικὰ ζητήματα, ὡς καὶ ἡ ἐνίσχυσις τῶν συγκριτικῶν νομικῶν ἐρευνῶν καὶ ἡ παροχὴ πληροφοριῶν περὶ τοῦ διεθνοῦς, τῶν ἀλλοδαπῶν καὶ τῶν ἡμεδαπῶν δικαίων, ὡς καὶ ἡ συμβολὴ διὰ τὴν καλλιτέραν γνῶσιν καὶ ἐφαρμογὴν τοῦ ἑλληνικοῦ δικαίου ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ». Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸν Κοσμήτορα τῆς Νομικῆς Σχολῆς, τὸν Προϊστάμενον τῆς Νομικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν, τὸν Πρόεδρον τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου ὡς καὶ τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Διὰ τοῦ ὑπὸ κύρωσιν νομοθετικοῦ διατάγματος ἐπιφέρονται αἱ ἑξῆς τροποποιήσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἡ πλειοψηφία τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἐγὼ ἐν προκειμένῳ, συνεφωνήσαμε. Δηλαδὴ πρῶτον καθορίζεται ὅτι αἱ πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι παρέχονται ὑπὸ τοῦ Ἰνστιτούτου, παρέχονται ἄνευ εὐθύνης. Ἡ διάταξις αὕτη περιλαμβάνεται καὶ εἰς τὸν Κανονισμὸν τοῦ Ἰνστιτούτου, ἐπειδὴ ὅμως ἐγεννήθη ζήτημα ἐὰν ἡ ἐπιβαλομένη αὐτὴ διάταξις ἦτο ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἐξουσιοδοτήσεως πρὸς διάταξιν Κανονισμοῦ, ἐκρίθη σκόπιμον νὰ περιληφθῇ καὶ εἰς τὸν νόμον. Ἐπίσης ἐπιφέρονται καὶ ἄλλαι τινες τροποποιήσεις, πρὸς τὰς ὁποίας καὶ ἐγὼ ὡς εἰσηγητὴς συμφωνῶ. Ἐγένετο ὅμως μία μεταβολὴ ἐπὶ τῆς ὁποίας ὑπῆρξε διχογνωμία εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἐγὼ εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐμειοψήφισαν. Εἰς τὸ τέλος τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ βασικοῦ νόμου 1712 καθορίζονται τὰ ἑξῆς: «Ἡ ἐν τῷ Ἰνστιτούτῳ ὑπηρεσία δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς οἱανδήποτε δημοσίαν ὑπηρεσίαν ἢ τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικηγορικοῦ λειτουργήματος». Καὶ διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοθετικοῦ διατάγματος προστίθεται καὶ ἡ ἑξῆς διάταξις, ὅτι δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστος ἡ ὑπηρεσία παρὰ τῷ Πανεπιστημίῳ Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης ἢ παρ’ ἄλλῃ Ἀνωτάτῃ Σχολῇ. Ἐπὶ τῆς διατάξεως αὐτῆς ἠγέρθη συζήτησις ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ καὶ ἐδιχάσθησαν αἱ γνῶμαι, ἡ δὲ πλειοψηφία ἔκρινε ὅτι ὄχι μόνον ἔπρεπε νὰ ἀπαλειφθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις, ἀλλὰ καὶ νὰ διατυπωθῇ ὡς ἑξῆς ἡ διάταξις τοῦ ἀρχικοῦ νόμου: «Ἡ ἐν τῷ Ἰνστιτούτῳ ὑπηρεσία δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς οἱανδήποτε ἐν Ἀθήναις δημοσίαν ὑπηρεσίαν ἢ τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικηγορικοῦ λειτουργήματος ἢ τὴν ὑπηρεσίαν παρὰ τῷ Πανεπιστημίῳ Ἀθηνῶν ἢ ἄλλης Ἀνωτάτης Σχολῆς Ἀθηνῶν». Δηλαδὴ ἡ ἔννοια τῆς τροποποιήσεως ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐπέμεινε ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς, ἦτο νὰ ἀποκλεισθοῦν τῆς Διευθύνσεως τοῦ Ἰνστιτούτου οἱ Καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης».
§19Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Φυσικά, ἀφοῦ δὲν εἶναι εἰς τὰς Ἀθήνας.
§20Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κατὰ τὴν γνώμην σας. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν, διότι ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς δὲν κάμωμεν τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ καταργῶμεν τὴν οὐσιαστικὴν ἰσοτιμίαν τῶν Καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης καὶ τῶν Καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Ἐὰν κριθῇ ὅτι εἰδικὸς Καθηγητὴς ὑπηρετεῖ σήμερον εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, δὲν νομίζω ὅτι αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ εἶναι κώλυμα διὰ νὰ ἀναλάβῃ τὴν Διεύθυνσιν ἑνὸς Ἰνστιτούτου Ἐπιστημονικοῦ. Δὲν πρόκειται περὶ διοικητικῆς θέσεως, πρόκειται περὶ Ἐπιστημονικοῦ Ἰνστιτούτου, τὸ ὁποῖον κάμνει ἐπιστημονικὴν ἐργασίαν. Εἶναι γνωστόν, ὅτι Καθηγηταὶ τῆς ἀλλοδαπῆς, ὄχι μόνον εἶναι Καθηγηταὶ εἰς ἕνα καὶ πλείονα Πανεπιστήμια, ἀλλ’ εἶναι Καθηγηταὶ καὶ διευθύνουν Ἰνστιτοῦτα ἑδρεύοντα εἰς ἄλλας πόλεις. Δὲν παραβλάπτεται ἡ ὑπηρεσία τοῦ Καθηγητοῦ ἐν Θεσσαλονίκῃ διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ συνεχὴς ἐν Ἀθήναις παρουσία του. Νομίζω ὅτι ἐὰν ἐπιμένητε εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν, αὐτὸ θὰ εἶναι εἰς βλάβην τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Θεσσαλονίκης. Βεβαιῶ τὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὅτι δὲν ὁμιλῶ ἐνδιαφερόμενος διὰ ὡρισμένα πρόσωπα. Καίτοι ἐκτιμῶ τὸν κ. Βάλληνδα, δὲν μ’ ἐνδιαφέρει ποσῶς ἐὰν πρόκειται νὰ εἶναι ὁ κ. Βάλληνδας διευθυντὴς τοῦ Ἰνστιτούτου ἢ ἄλλος εἰδικὸς ἐπιστήμων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μ’ ἐνδιαφέρει εἶναι νὰ παραμείνῃ ἡ ἰσοτιμία τῶν δύο Πανεπιστημίων. Διότι ἄλλως θὰ πρέπει νὰ ἀποκλείεται καὶ ἡ ἐκλογὴ τῶν Καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ὡς Ἀκαδημαϊκῶν, ἀφοῦ ἐκλεγόμενοι θὰ εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ ἔρχωνται ἑκάστοτε εἰς τὰς Ἀθήνας. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνητε καὶ ἐπιμένω ἐπὶ τῆς γνώμης μου, ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν ἐλευθέραν τὴν διοίκησιν νὰ προκρίνῃ τὸν καταλληλότερον καὶ δὲν πρέπει δι’ αὐτῆς τῆς διατάξεως νὰ καταργήσωμεν τὴν οὐσιαστικὴν ἰσοτιμίαν τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Θεσσαλονίκης μὲ τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Ἄλλη τροποποίησις εἶναι ὅτι τὸ Ἰνστιτοῦτον τίθεται ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν ὄχι μόνον τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Νομίζω ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι σκόπιμος καὶ ὀρθὴ καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ γίνῃ δεκτή.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μαῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§22Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Διερωτῶμαι, κ.κ. βουλευταί, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀσχολουμένη σήμερον μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοθέτημα, ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς προσδοκίας τῆς κοινῆς γνώμης. Χθὲς 350 βουλευταὶ ἠσχολούμεθα μὲ τὸ διαβατήριον ἑνὸς Κινέζου. Ἀνέμενα ἀπὸ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, μόλις ἤκουσε τὰς καταγγελίας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις μελετᾶ τὸ ζήτημα καὶ ἐν τῷ μεταξὺ ἀνεκάλεσε τὸ διαβατήριον καὶ διέταξε ἀνάκρισιν καὶ ἔρευναν. Ἀντ’ αὐτοῦ ἐξηκολούθησε ἡ Βουλὴ ἐπὶ 4 ὥρας νὰ συζητῇ καὶ ἀπειλεῖται καὶ ἄλλη συνεδρίασις, καὶ πιθανὸν καὶ τρίτη. Κύριοι βουλευταί, εἰς τὰς μεγάλας εὐρωπαϊκὰς χώρας, ὅπου ἡ ἐπιστήμη τοῦ δικαίου ἔχει σημειώσει μεγάλην ἀνάπτυξιν, ἀνέκυψε προπολεμικῶς ἡ ἀνάγκη ὀργανώσεως Ἰνστιτούτου Διεθνοῦς καὶ ἀλλοδαποῦ δικαίου. Προϋπόθεσις τῶν ὀργανισμῶν αὐτῶν εἶναι ὅτι ἡ ἐπιστήμη ἐξήντλησε τὴν ἔρευναν τοῦ ἡμεδαποῦ δικαίου. Τὸ Γερμανικὸν Ἰνστιτοῦτον τοῦ διεθνοῦς καὶ ἀλλοδαποῦ δικαίου, τὸ ὁποῖον ἀνεφέρθη, ἀπετέλεσε πρότυπον εἰς τὰ Ἰνστιτοῦτα τοῦ Διεθνοῦς δικαίου καὶ προσέφερε μεγάλας ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ εἰς τὴν Γερμανίαν ἡ ἐγχώριος ἐπιστήμη εἶχε ἐξ ὁλοκλήρου τερματίσει τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ ἐγχωρίου δικαίου. Δὲν ὑπάρχουν ἄρθρα τοῦ Γερμανικοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ μὴ ἔχουν γραφῆ σωρεῖαι διατριβῶν καὶ μελετῶν. Ἀλλὰ τὶ συμβαίνει εἰς τὴν Ἑλλάδα; Ἐδῶ ἡ ἐγχωρία ἐπιστήμη τοῦ δικαίου δὲν κατώρθωσε νὰ μᾶς ἐφοδιάσῃ μὲ ἑρμηνείας καὶ διατριβὰς τοῦ ἐνοχικοῦ δικαίου, δὲν ὑπάρχει ἑρμηνεία καὶ διατριβὴ περὶ τοῦ ἐμπραγμάτου δικαίου. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλοῦμε περὶ ὀργανισμῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν σκοπὸν τὴν μελέτην τῶν ἀλλοδαπῶν δικαίων, τοῦ Κινεζικοῦ, τοῦ Ἰαπωνικοῦ; Ἀντιτιθέμην καὶ ὅταν ἔγινε τὸ 1939 τὸ Ἰνστιτοῦτον αὐτό, ἀντιτίθεμαι καὶ σήμερον εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις εἶναι ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὄχι τῆς ἀρχῆς.
§24Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ὅταν ἐψηφίσθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον, εἴπαμε ὅτι ἡ συζήτησις θὰ γίνῃ εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν. Ἐὰν εἶχε ἄλλως τὸ ζήτημα, δὲν θὰ εἶχε λόγον ἡ ὁμιλία μου.
§25Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Καθ’ ἣν στιγμὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης δὲν ὑπάρχει ὠργανωμένη νομοπαρασκευαστικὴ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ μᾶς ἐφοδιάσῃ μὲ ἕνα νομοσχέδιον περὶ Ἐνοικιοστασίου, καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ Ἕλληνες δικασταὶ δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἔχουν ἓν ἀντίτυπον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅταν στεροῦνται τῶν κειμένων τῶν νόμων, ὅταν δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀγοράσουν βιβλία, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλῶμεν περὶ ὀργανώσεως Ἰνστιτούτου ἀλλοδαποῦ καὶ διεθνοῦς δικαίου;
§26Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ὅταν ἦτο ὠργανωμένη ἐπὶ 1½–2 ἔτη δὲν ἐπέτυχε; Τὸ ἀμφισβητεῖτε αὐτό;
§27Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Εἰς Κράτος εὑρισκόμενον ὑπὸ ἀναλόγους συνθήκας τῶν ἰδικῶν μας, δὲν ὑπάρχει λόγος ὀργανώσεως Ἰνστιτούτων. Ὅταν χθὲς ἠρωτήθη ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται τὸ ζήτημα τοῦ Ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου, εἶπεν ὅτι δὲν ἔχει ἀκόμη μελετηθῆ. Ὅταν, λοιπόν, τοιαῦτα ζητήματα ἐκκρεμοῦν, πῶς θὰ ἀσχολούμεθα μὲ τὴν μελέτην τοῦ ἀλλοδαποῦ δικαίου. Ἂς μελετήσωμεν τὸ ἰδικόν μας δίκαιον καὶ ὅταν τελειώσωμεν τὴν μελέτην αὐτοῦ, τότε νὰ μελετήσωμεν τὸ ἀλλοδαπὸν δίκαιον. Ὁ κόσμος περιμένει ἀπὸ ἡμᾶς ἔργα ἀνοικοδομήσεως καὶ ὄχι Ἰνστιτοῦτα διεθνοῦς δικαίου. Θὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. εἰσηγητὴς ἔθιξε τὸ ζήτημα τοῦ συμβιβαστοῦ τῆς θέσεως τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ τῆς ὀργανικῆς θέσεως τοῦ Ἰνστιτούτου εἰς Ἀθήνας. Αὐτὸ τὸ θέμα δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν. Ἀποτελεῖ μάστιγα διὰ τὸ Πανεπιστήμιον τῆς Βορείου Ἑλλάδος τὸ γεγονός, ὅτι οἱ διοριζόμενοι ἐκεῖ Καθηγηταὶ δὲν εἶχον ποτὲ ἀποκτήσει μονίμους ἐγκαταστάσεις. Βλέπετε τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Θεσσαλονίκης νὰ περιφέρωνται εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ νὰ μὴ εὑρίσκωνται ποτὲ εἰς Θεσσαλονίκην. Γνωρίζω καθηγητὴν ἐπὶ 5 χρόνια καὶ ἀμφιβάλλω ἐὰν ἔκαμεν 5 μῆνες εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Ἀκριβῶς ἡ ἐξέγερσις τῶν βουλευτῶν Μακεδονίας σκοπὸν εἶχε νὰ κατοχυρώσῃ νομοθετικῶς τὴν κατάστασιν τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, προκειμένου περὶ ἄλλων θέσεων εὑρισκομένων ἐν Θεσσαλονίκῃ. Ἀνεφέρθη τὸ παράδειγμα Εὐρωπαϊκῶν χωρῶν εἰς τὰς ὁποίας διευθύνουν τὰ ἱδρύματα καθηγηταὶ κατοικοῦντες εἰς ἄλλας πόλεις, ἀλλὰ ἂς μὴ λησμονῶμεν ὅτι τὸ συγκοινωνιακὸν σύστημα τῆς Εὐρώπης εἶναι πολὺ διάφορον τοῦ ἰδικοῦ μας καὶ ὅτι μεταξὺ Βερολίνου καὶ Λειψίας, εἶναι ἀπόστασις 1–2 ὡρῶν.
§28Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Γνωρίζετε ὅτι μὲ τὸ ἀεροπλάνο ἡ ἀπόστασις Θεσσαλονίκης Ἀθηνῶν, εἶναι 1½ ὥρα.
§29Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Πρέπει νὰ τονίσω τὴν γενικὴν κατάστασιν τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Τὸ παράδειγμα τῆς Ἀκαδημίας ὑπῆρξε ἀτυχές. Ὁ τίτλος τοῦ Ἀκαδημαϊκοῦ εἶναι ἄλλος, ἐνῷ ἐδῶ πρόκειται περὶ διευθυντοῦ ἱδρύματος ὁ ὁποῖος ἔχει διοικητικὰ καθήκοντα νὰ ἐκπληρώσῃ.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Τσάτσος: Κύριε Τσάτσο, εἶσθε ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου;
§31Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς καὶ κατὰ ὡρισμένου ἄρθρου.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἐρωτῶ διότι ὁ Κανονισμὸς λέγει ὅτι πρέπει νὰ δίδω τὸν λόγον ἐναλλὰξ εἰς ἕνα ὑπὲρ καὶ ἕνα ἀντιλέγοντα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Δ. Λεονάρδος).
§33Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὁμολογῶ ὅτι ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου διαφωνῶ πρὸς τὸν προλαλήσαντα συνάδελφον. Φρονῶ ὅτι ἡ ἵδρυσις τοῦ Ἰνστιτούτου εἶναι χρήσιμος διότι χωρὶς νὰ συνεπάγεται οὐσιώδη ἐπιβάρυνσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, θὰ προσφέρει ἀναμφιβόλως ἀξιολόγους ὑπηρεσίας καὶ θὰ δημιουργήσῃ μίαν ὑπηρεσίαν ἀντίστοιχον πρὸς ὑφισταμένας ὑπηρεσίας εἰς τὰ περισσότερα πεπολιτισμένα Κράτη. Κατὰ συνέπειαν, προστίθεμαι εἰς ὅσα πρὸς δικαιολογίαν τῆς ἐπανιδρύσεως τοῦ Ἰνστιτούτου ἀλλοδαπῶν καὶ διεθνοῦς δικαίου ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος κ. εἰσηγητὴς καὶ ἀντιτίθεμαι πρὸς ὅσα ὑπεστήριξε ὁ προλαλήσας ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος. Περιορίζομαι κατὰ συνέπειαν εἰς μίαν καὶ μόνον διάταξιν, τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος κ. εἰσηγητὴς καὶ τὴν ὁποίαν κατ’ ἐμὲ ὀρθῶς ἀπέκρουσε ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος, ἐκείνην ἡ ὁποία ἐπιτρέπει εἰς τὸ αὐτὸ πρόσωπον νὰ ἀσκῇ τὰ καθήκοντά του καὶ ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ ἐν Ἀθήναις. Βλέπω ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. εἰσηγητὴς καὶ ὁ ἐνδιαφερόμενος ὡς διευθυντὴς τοῦ Ἰνστιτούτου, δι’ ὑπομνήματος τὸ ὁποῖον κυκλοφορεῖ, ὑποστηρίζουν τὴν ἄποψιν ὅτι ἀποτελεῖ μείωσιν τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τοῦ νὰ μὴ λεχθῇ εἰς τὸν νόμον ὅτι συγχωρεῖται νὰ εἶναι τις διευθυντὴς τοῦ Ἰνστιτούτου καὶ ταὐτοχρόνως καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Κύριοι, δὲν γεννᾶται ζήτημα ὅτι ἡ ἰδιότης τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Θεσσαλονίκης, δὲν ἐμποδίζει ὡρισμένα πρόσωπα νὰ εἶναι καὶ διευθυνταὶ τοῦ Ἰνστιτούτου. Δὲν εἶναι ἡ ἰδιότης, εἶναι ὁ τόπος, ἡ ἕδρα τοῦ καθηγητοῦ, ποὺ ἐμποδίζει τὴν ἄσκησιν τῶν καθηκόντων τοῦ διευθυντοῦ. Εἶναι παλαιὰ ὀργανωτικὴ ἀρχὴ ὅτι εἰς διοικήσεις νὰ μὴ θεσπίζωνται δύο ἕδραι πολὺ ἀπέχουσαι ἡ μία τῆς ἄλλης ὡς πρὸς τὸ αὐτὸ πρόσωπον. Εἶναι τοῦτο ἕνας ἀπὸ τοὺς πλέον στοιχειώδεις καὶ τοὺς ἁπλουστέρους κανόνας τῆς ἐργασίας τῆς διοικήσεως. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐπικαλοῦμαι κἂν τὴν ἄποψιν αὐτὴν καὶ δέχομαι ὅτι μετὰ τὴν πρόοδον τῶν συγκοινωνιῶν μας θὰ ἦτο δυνατὸν καὶ τοῦτο νὰ παροραθῇ. Ἡ ἄποψις, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐμφοροῦμαι, ἐκπηγάζει ἀπὸ μίαν ἄλλην ἀνησυχίαν, τὴν ὁποίαν εἶμαι βέβαιος ὅτι συμμερίζονται ὅλοι οἱ συνάδελφοι καὶ τῆς συμπολιτεύσεως καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀπὸ τὴν ἀνησυχίαν τὴν ὁποίαν ἔχω διὰ τὴν κατάστασιν ἡ ὁποία ἔχει δημιουργηθῆ εἰς τὴν Μακεδονικὴν πρωτεύουσαν καὶ γενικῶς εἰς τὴν Βόρειον Ἑλλάδα. Οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦν εἰς τὴν Βόρειον Ἑλλάδα ἔχουν ἀποκτήσει τὴν κακὴν συνήθειαν νὰ θεωροῦν τὴν ὑπηρεσίαν ἐκεῖ εἰς τὴν Βόρειον Ἑλλάδα ὡς ὑπηρεσίαν τοὐλάχιστον δυσάρεστον καὶ τὴν θεωροῦν προσωρινήν. Καὶ θεωροῦν καραδοκοῦντες εὐκαιρίαν καὶ ἅμα ὡς ἐμφανισθῇ ἀφυπνίζονται διὰ νὰ ἐπανέλθουν εἰς Ἀθήνας, αἱ ὁποῖαι θεωροῦνται ἡ φυσικὴ οὕτως εἰπεῖν ἕδρα παντὸς καλοῦ ὑπαλλήλου. Κύριοι ὁ σκοπὸς ἕνεκα τοῦ ὁποίου πρὸ παντὸς ἱδρύθη τὸ Πανεπιστίμιον τῆς Θεσσαλονίκης δὲν ἦτο καὶ δὲν εἶναι ἡ ἀριθμητικὴ ἀνεπάρκεια τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς ἐπιστημονικὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ μας. Πρωτεύουσα ἀνάγκη ἡ ὁποία ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ὑπῆρξε νὰ δημιουργηθῇ εἰς Μακεδονίαν προηγμένη Ἑλληνικὴ πνευματικὴ κοινωνία, ἡ ὁποία νὰ δονῆται ἀπὸ ὅλα τὰ πνευματικὰ ρεύματα ποὺ διέπουν τὴν Ἑλλάδα. Ὅταν τὸ Κράτος καθιερώσῃ τὴν ἀρχὴν οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης νὰ διευθύνουν Ἰνστιτοῦτα τῶν Ἀθηνῶν, πιστεύσατε ὅτι οὔτε τὸ γόητρον τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης προάγεται ἀπὸ τοὺς ἀπουσιάζοντας εἰς Ἀθήνας καθηγητὰς ἀλλ’ οὔτε ἐκεῖνο ποὺ ἀποτελεῖ τὸν οὐσιώδη σκοπὸν ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἱδρύθη τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης ἐξασφαλίζεται. Μεταφέρατε τὰ ἰνστιτοῦτα εἰς Θεσσαλονίκην. Θὰ μᾶς εὕρετε συμφώνους. Ἐνισχύσατε τὴν πρωτεύουσαν τῆς Μακεδονίας, ἀλλὰ μὴ ἐπικαλῆσθε τὸ κῦρος τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης διὰ νὰ ἐξασφαλίσετε τὴν ἐπιψήφισιν ἑνὸς νόμου, τοῦ ὁποίου ἀληθὴς τίτλος θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι «περὶ τακτοποιήσεως τοῦ κ. Π. Βάλληνδα».
§34Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Νόμον ὁ ὁποῖος θὰ εἶχε αὐτὸν τὸν τίτλον ἐγὼ δὲν θὰ τὸν ὑπεστήριζα καὶ νομίζω ὅτι ὁ ὑπαινιγμός σας ἦτο ἀπολύτως ἀνόητος.
§35Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μου νὰ πιστεύω ὅτι δὲν εἶναι ἡ προσωπική σας συμπάθεια ἢ φιλία ἡ ὁποία σᾶς παρασύρει. Νομίζω ὅτι ὑποπέσατε εἰς μίαν πλάνην. Ἀρκεσθῆτε εἰς αὐτὸ καὶ πιστεύσατε ὅτι προσωπικὸν ζήτημα ὑμῶν καὶ ἐμοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ.
§36Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Τὸ ζήτημα τίθεται γενικῶς. Ἄν νομίζετε ὅτι ἔθεσα ζήτημα προσωπικὸν πλανᾶσθε.
§37Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὁ κύριος συνάδελφος δὲν νομίζω ὅτι εἶχε τὴν πρόθεσιν νὰ διεξαγάγῃ προσωπικὸν ἀγῶνα. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι κατὰ τὴν γνώμην μου ὑπέπεσε εἰς μίαν πλάνην καὶ ὡς ἐκ τούτου ἔκαμεν ἀνεπιγνώστως προσωπικὸν ἀγῶνα. Ὁ νόμος αὐτὸς καθ’ ἑαυτὸν ὡς ἐκ τοῦ περιεχομένου του καὶ ὄχι ὡς ἐκ τῶν προθέσεων τοῦ κυρίου εἰσηγητοῦ ἀποβαίνει νόμος προσωπικός. Ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ προσωπικοῦ νόμου δὲν προέρχεται καὶ ἀπὸ τὴν πρόθεσιν τοῦ προτείνοντος. Ἐνδέχεται σεῖς μέν, κύριε Ὑπουργέ, νὰ ἔχετε τὴν πρόθεσιν νὰ μὴ εἶναι προσωπικὸς ὁ προτεινόμενος νόμος καὶ ἐν τούτοις νὰ εἶναι. Καὶ αὐτὸ συνέβη ἐν προκειμένῳ, ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι ζωηραὶ αἱ ἀντιρρήσεις σας. Ὁ νόμος αὐτὸς θὰ προκαλέσῃ τὴν ἐντύπωσιν τοῦ προσωπικοῦ νόμου ὁπουδήποτε καὶ ἂν ἀναγνωσθῇ.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ν. Δαρβέρης.
§39Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν νομίζω, διότι εὑρισκόμεθα εἰς μίαν κατάστασιν κρίσιμον, ὅτι δὲν πρέπει ὅλοι οἱ κλάδοι νὰ παρακολουθοῦνται καὶ νὰ προάγωνται. Ἄλλως θὰ ἔπρεπε τὰ περισσότερα Ὑπουργεῖα νὰ εἶναι κλειστὰ καὶ νὰ ἔχῃ τὰς πύλας του ἀνοικτὰς μόνον τὸ Ὑπουργεῖον Ἐπισιτισμοῦ. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι ὑπὸ οἱασδήποτε συνθήκας πρέπει νὰ συνηθίσωμεν ὅτι ὑπάρχει δι’ ὅλα τὰ στάδια ἐργασία. Καὶ μία ἐκ τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν εἶναι καὶ ἡ τοῦ παρόντος νομοθετήματος. Δὲν θέλω δηλαδὴ νὰ τὸ ἐπικρίνω, νομίζω ὅτι καλῶς μεριμνᾷ περὶ τῆς ἱδρύσεως τοῦ ἰνστιτούτου.
§40Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζετε ὅτι ἡ μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως ἦτο τόσον ἐπιτακτικὴ ὥστε νὰ δημοσιευθῇ νομοθετικὸν διάταγμα πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς;
§41Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Δὲν ἐξετάζω αὐτό, ἐξετάζω ὅτι ἔχομεν σήμερον πρὸς κύρωσιν τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοθετικὸν διάταγμα.
§42Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.)..... (δὲν ἠκούσθη).
§43Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ μὲ διακόψετε.
§44Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς διακόψω διὰ νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν.
§45Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Δὲν εἶσθε ὑποχρεωμένος. Κύριε Πρόεδρε, διαμαρτύρομαι, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ μὲ διακόψῃ. Ὁ Κανονισμὸς δὲν λέγει ὅτι διακόπτεται ὁ ἀγορεύων διὰ νὰ συζητοῦν οἱ ἄλλοι μεταξὺ των οἱοιδήποτε καὶ ἂν εἶναι.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτρέψατε νὰ σᾶς διακόψῃ ὁ κύριος Κωστόπουλος. Πρέπει νὰ δώσῃ μίαν ἀπάντησιν καὶ ὁ κύριος Ὑπουργός.
§47Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Δὲν ἐπιτρέπω νὰ μὲ διακόψῃ.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γεννᾶται ζήτημα ἐκ τοῦ μηδενός.
§49Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ μὲ διακόψετε. Ἐπιμένω καὶ δὲν δύναμαι νὰ ὑποχωρήσω εἰς ἓν ζήτημα εἰς τὸ ὁποῖον μὲ προστατεύει ὁ Κανονισμός. Ἄν θέλετε νὰ παραβιάσετε τὸν Κανονισμὸν εἶναι ἰδικός σας λογαριασμός. Ἐπικαλοῦμαι τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς ἂν ἔχουν δικαίωμα νὰ μὲ διακόψουν.
§50ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§51Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τὸ λάθος εἶναι τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπιμένει, διότι ὄντως ὁ ρήτωρ εὑρίσκεται εἰς ἄσκησιν τῶν δικαιωμάτων του. Ὁ Ὑπουργὸς λαμβάνει τὸν λόγον ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι τὸν λαμβάνει μετὰ τὸ πέρας τοῦ λόγου τοῦ ρήτορος. Οὐδεὶς δύναται νὰ διακόπτῃ ἄνευ ἀδείας τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ ρήτορος.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. ..... (δὲν ἠκούσθη).
§53Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δύνασθε νὰ ὁμιλῆτε ἀπὸ τοῦ βήματος, ὄχι ἀπὸ τῆς ἕδρας.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος βουλευτὴς ἀνέφερεν ὡρισμένον ζήτημα καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς δικαιοῦται νὰ δώσῃ ἀπάντησιν.
§55Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἂν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἀπηυθύνετο εἰς ἐμὲ καὶ μοῦ ἐζήτει νὰ μὲ διακόψῃ ἀναμφισβητήτως θὰ τοῦ τὸ ἐπέτρεπον. Ἀλλὰ τὸ νὰ ἐπιτρέψω νὰ διεξάγεται συζήτησις μεταξὺ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ καὶ ἑνὸς βουλευτοῦ ὁ ὁποῖος μὲ διέκοψε χωρὶς νὰ μοῦ ζητήσῃ τὴν ἔγκρισιν, τοῦτο ἀποτελεῖ παράβασιν τὴν ὁποίαν δὲν δέχομαι. Σήμερον ἔχομεν ἓν νομοθέτημα ὑπ’ ὄψει μας τὸ ὁποῖον κατ’ ἀρχὴν ἐγκρίνω. Ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον διαφωνῶ εἶναι πρὸς τὴν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν διέλαβεν εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία ὑπεβίβασε τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης εἰς κατωτέραν θέσιν. Καὶ ὁμιλῶν περὶ τούτου ἀκριβολογῶ πρέπει νὰ γνωρίζετε ὅτι ἔπρεπε αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις νὰ ὑποστηρίζουν τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης διότι ἀποτελεῖ ἐθνικὸν κέντρον πολὺ μεγαλυτέρας σημασίας ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Πανεπιστήμιον Ἀθηνῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ παλαιότερον. Ἐν τούτοις δὲν χρησιμεύει εἰς τίποτε ἄλλο παρὰ ὡς ἕνα σκαλοπάτι διὰ νὰ ἀνεβαίνουν οἱ διάφοροι καὶ νὰ ἔρχωνται εἰς τὸ Πανεπιστήμιον Ἀθηνῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης τὴν ὁποίαν ἡ Βόρειος Ἑλλὰς δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνεχθῇ ἐπὶ πλέον. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἀνεχθῇ διότι ὅταν ἱδρύθη τὸ Πανεπιστήμιον ἀνέλαβε καὶ ἐπλήρωνε τὰ ἔξοδα 5½ ἑκατ. ὅλα ἐκ τῶν ἐσόδων τῆς πόλεως Θεσσαλονίκης. Εἶναι ἐντροπὴ νὰ θέλωμεν νὰ τὸ περιορίσωμεν καὶ νὰ τὸ θέσωμεν εἰς κατάστασιν προπαρασκευαστικῆς σχολῆς καθηγητῶν διὰ τὸ Πανεπιστήμιον Ἀθηνῶν. Ἀλλὰ ποῖα μέτρα πρέπει νὰ ληφθοῦν διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν ὀρθὸν δρόμον; Τὰ μέτρα εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὁδηγοῦν εἰς τὴν ἀπόλυτον ἰσοτιμίαν. Τὰ ὑποστηριζόμενα ὅτι οἱ καθηγηταὶ φεύγουν ἢ ὅτι ἔρχονται ἐδῶ μιὰ φορὰ στοὺς 6 μῆνες δὲν εἶναι σημαντικόν. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι τὰ ἑκάστοτε Ὑπουργεῖα τοὺς παρέχουν τὰ μέσα νὰ ἐγκαταλείπουν τὴν θέσιν των καὶ διορίζονται ἐδῶ εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας ὅπου ἀπασχολοῦνται ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους μισθοδοτούμενοι. Ἐφ’ ὅσον θέλομε καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ θέλωμεν τὴν ἰσοτιμίαν ἀναμφισβητήτως τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης πρέπει νὰ περιλαμβάνεται μεταξὺ τῶν ἱδρυμάτων τὰ ὁποῖα θὰ δύνανται νὰ χορηγοῦν τὰ μέλη τοῦ Ἰνστιτούτου διεθνοῦς δικαίου. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ὑποχρεώσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ διορίσῃ τὸν Α ἢ Β. Δύναται νὰ διορίσῃ καὶ ἕνα πρόσωπον ξένον πρὸς τὸ Πανεπιστήμιον, ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχομεν δικαίωμα νὰ ὑποστηρίξωμεν εἶναι ὅτι δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποκλείσωμεν τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης. Καὶ διὰ λόγους τοῦ παρόντος ἀλλὰ καὶ διὰ λόγους τοῦ μέλλοντος πρέπει νὰ ἐπιζητηθῇ ἡ ἰσοτιμία τοῦ Πανεπιστημίου διὰ τῆς ἐφαρμογῆς ἄλλων μέτρων τὰ ὁποῖα εἶναι ποικίλης μορφῆς. Πρωτίστως νὰ μὴ παίρνωμεν τοὺς διαφόρους καθηγητὰς τῆς Θεσσαλονίκης καὶ νὰ τοὺς μεταθέτωμεν ἐδῶ. Αὐτὸ γίνεται εἰς ἄλλα κράτη, ὅπως εἰς τὴν Γερμανίαν, ὅπου καθηγηταὶ ἑνὸς Πανεπιστημίου διδάσκουν καὶ εἰς ἄλλο, ἀλλ’ ἐκεῖ εἶναι ἄλλαι συνθῆκαι. Ἡ πρωτεύουσα τῆς Μακεδονίας ἔχει τὴν ἀνάγκην τῆς παρουσίας ἐκεῖ καθηγητῶν διὰ νὰ δώσουν τὸν τόνον εἰς τὴν μὴ ὥριμον εἰσέτι κοινωνίαν, διὰ νὰ διαμορφωθῇ ἐπιστημονικῶς κατὰ τὸν καλύτερον τρόπον. Ἐκεῖ ἐξυπηρετοῦν μίαν ἐθνικὴν ἀνάγκην. Λαμβάνων ὑπ’ ὄψει μου τὰ γεγονότα ταῦτα, κρίνω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένη ἀνάγκη νὰ προστεθῇ ἡ διάταξις τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ κύριος εἰσηγητής, νὰ ὑποστηριχθῇ τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης, διότι μόνον οὕτω ἐξυπηρετεῖται ἀρτιώτερον ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου καὶ δὲν τίθεται εἰς δευτέραν μοῖραν τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης. Τώρα ἂν πρόκειται περὶ ὡρισμένου προσώπου δὲν ἔχει σημασίαν δεδομένου ὅτι πάντοτε οἱ νόμοι ἀφοροῦν πρόσωπα, διότι κατ’ ἀνάγκην πρόσωπα θὰ καταλάβουν τὰς θέσεις αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦνται. Ἑπομένως ὑπεραμυνόμενος τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Βόρειος Ἑλλάς, νομίζω ὅτι καὶ τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης πρέπει νὰ περιληφθῇ μεταξὺ τῶν ἱδρυμάτων τὰ ὁποῖα θὰ παρέχουν τὸ ὑλικὸν διὰ τὴν ἵδρυσιν τοῦ Ἰνστιτούτου ἡ δὲ Κυβέρνησις νὰ μεριμνήσῃ ὄντως ὥστε τὸ Πανεπιστήμιον νὰ κρατηθῇ εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν ἰσοτιμίαν μὲ τὸ Πανεπιστήμιον Ἀθηνῶν.
§56Γ. ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ. Ἔχω τὴν γνώμην καὶ ὑποστηρίζω ὅτι ἐφηρμόσθη ὡς ἔδει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ κανονισμοῦ. Κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ οἱ Ὑπουργοὶ καὶ οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων ἀκούονται πάντοτε ὁσάκις ζητοῦν τὸν λόγον παρὰ τοῦ Προέδρου. Ἡ φράσις «πάντοτε», ἑρμηνεύεται καὶ λόγῳ τάξεως καὶ λόγῳ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ Ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων, ὅτι δύνανται νὰ διακόψουν τὸν ρήτορα καὶ κυρίως νὰ δίδεται ὁ λόγος. Συνεπῶς ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δὲν ἐφηρμόσθη ἡ διάταξις αὐτή.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον ἔχει τὴν γνώμην ὅτι ὁ ρήτωρ δὲν διακόπτεται ἀγορεύων παρ’ οὐδενός. Ἐνόμισεν ὅμως ὅτι ἔπρεπε νὰ δοθῇ ὁ λόγος εἰς τὸν Ὑπουργόν, ἐπειδὴ ὁ ρήτωρ ἐπέτρεψε διακοπὴν εἰς ἄλλον συνάδελφον εἰς τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ δώσῃ ἀπάντησιν ὁ κύριος Ὑπουργός.
§58Χ. ΛΑΔΑΣ. Δὲν εἶναι μόνον τὸ ἄρθρον τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κύριος Ἀριστείδου, ἀλλὰ καὶ τὸ ἑπόμενον συναφές. Εἰς τὸ πρῶτον ὁρίζεται ἡ ἐξαίρεσις δηλαδὴ ἀνεξαρτήτως σειρᾶς δίδεται ὁ λόγος εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ Ἀρχηγοὺς κομμάτων. Τὸ ἑπόμενον ἄρθρον καθορίζει τὸ ζήτημα διότι λέγει ὅτι ἀπαγορεύονται αἱ διακοπαὶ παρὰ μόνον ἂν θελήσῃ ὁ Πρόεδρος κλπ. Ἑπομένως δὲν γεννᾶται ζήτημα, διότι ἄλλως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ νοηθῇ Κοινοβουλευτικὴ συζήτησις, ἀφοῦ θὰ ἠδύναντο 5 Ὑπουργοὶ νὰ παρεμποδίσουν κάθε συζήτησιν.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Γ. Δροσόπουλος.
§60Γ. ΔΡΟΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον διὰ νὰ ἐκφράσω τὰς ἀντιρρήσεις τὰς ὁποίας ἔχω κατὰ τῆς μὴ ἰσοτιμίας τῶν δύο Πανεπιστημίων καὶ τοῦ δικαιώματος τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, εἰς τὸ νὰ συμμετέχουν εἰς τὸ ἐπανασυνιστώμενον Ἵδρυμα. Κατόπιν ὅμως τῶν ἀγορεύσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας βουλευτής, ὡς καὶ ὁ ἐκ Θεσσαλονίκης κύριος Δαρβέρης, μὲ τὰς ὁποίας συμφωνῶ ἀπολύτως, παραιτοῦμαι τῆς περαιτέρω ἀναπτύξεως καὶ δηλώνω ὅτι συντάσσομαι μὲ τὴν γνώμην τῆς ἰσοτιμίας τῶν δύο Πανεπιστημίων. Ἠρώτησα δὲ προσθέτως καὶ ἐγκρίτους καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ἐὰν δηλονότι ἡ συμμετοχὴ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης εἰς τὸ Ἰνστιτοῦτον Διεθνοῦς Δικαίου, θὰ ἦτο ἀντίθετος πρὸς τὴν ὁμαλὴν ἐξέλιξιν καὶ πρόοδον τοῦ Ἰνστιτούτου, οἱ καθηγηταὶ αὐτοὶ μοῦ ἐδήλωσαν, ὅτι τοὐναντίον ἀλλοδαπὰ Διεθνῆ Ἰνστιτοῦτα διευθύνουν ἐκ τοῦ μακρόθεν διαπρεπεῖς καθηγηταί. Ἑπομένως οὐδεὶς λόγος ὑφίσταται ὅπως ἀποκλεισθοῦν οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ἀπὸ τὸ Ἰνστιτοῦτον Διεθνοῦς καὶ ἀλλοδαποῦ δικαίου.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Π. Σωτηρόπουλος.
§62Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ νομοθέτημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ ἀποφασίσωμεν ἀφορᾷ τὴν ἐπανίσχυσιν νόμου ὁ ὁποῖος ἵδρυεν τὸ Ἰνστιτοῦτον Διεθνοῦς καὶ ἀλλοδαποῦ Δικαίου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ εἴχομεν νὰ ἐξετάσωμεν εἶναι ἐὰν κατ’ ἀρχὴν ὁ νόμος αὐτὸς θὰ πρέπει νὰ ἐπαναφερθῇ ἐν ἰσχύϊ. Φρονῶ ὅτι ἁπλῶς καὶ μόνον τὸ γεγονός, ὅτι οἱ κατακτηταὶ κατήργησαν τὸν νόμον αὐτόν, ὑπὸ τὴν ἔμπνευσιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπαρουσιάζοντο τότε, ὡς φωτοδόται τῆς ἀνθρωπότητος καὶ οἱ ὁποῖοι ἦλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα, διὰ νὰ σβύσουν ἀπὸ αὐτὴν τὰ φῶτα. Αὐτὸ καὶ μόνον τὸ γεγονὸς εἶναι ἱκανὸν νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι τὸν νόμον αὐτὸν θὰ πρέπει νὰ τὸν ἐπαναφέρωμεν ἐν ἰσχύϊ ἐπανιδρύοντες καὶ πάλιν τὸ Ἰνστιτοῦτον τοῦ Διεθνοῦς καὶ Ἀλλοδαποῦ Δικαίου, ὡς ὄργανον διὰ τοῦ ὁποίου πνευματικῶς θὰ ἐπικοινωνῇ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸ πεδίον τῆς διεθνοῦς πνευματικῆς συνεργασίας μὲ τὰς ἄλλας χώρας. Δὲν διαφεύγει τὴν προσοχὴν οὐδενός μας καὶ τὸ γεγονός, ὅτι ἡ πλειονότης τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν Νομικῶν καὶ τῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς τὰς Δημοσίας Ὑπηρεσίας δὲν εἶναι οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι κάτοχοι ὅλων τῶν ξένων γλωσσῶν καὶ οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν τὰ οἰκονομικὰ μέσα διὰ νὰ παρακολουθοῦν τὴν πρόοδον τῶν ἐπιστημονικῶν θεμάτων, τὰς ὁποίας οἱ ἀλλοδαποὶ εἰς τὰ ἄλλα κράτη ἔχουν. Ἑπομένως εἶναι ἀναγκαία ἡ σύνδεσις ἡ πνευματικὴ τῶν Ἑλλήνων διὰ τοῦ ὀργάνου αὐτοῦ μὲ τὴν ἀλλοδαπήν. Ἑπομένως πρέπει νὰ ἐπαναφερθῇ ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐδημιούργησε τὸν ὀργανισμὸν αὐτὸν καὶ ἐπὶ πλέον διότι κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἱδρύσεώς του, κατὰ τὸν χρόνον τῆς λειτουργίας του, ἀπέδωσεν πράγματι ἀγλαοὺς καρπούς, διότι πραγματικῶς κατώρθωσαν ἐπικοινωνία μὲ τὰ ὅμοια πνευματικὰ ἱδρύματα καὶ τῆς Ἀμερικῆς καὶ τῆς Γερμανίας καὶ τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἀγγλίας, νὰ δώσῃ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα, διεξάγονται πράγματι ἐπιστημονικαὶ ἐργασίαι. Προεκάλεσε δὲ καὶ δωρεὰν μεγάλης βιβλιοθήκης ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Ἰνστιτοῦτον, ἡ ὁποία κατὰ τὸν χρόνον τῆς Κατοχῆς εἶχεν πεταχθῆ εἰς τὰ ὑπόγεια τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης. Ἡ ἐργασία αὐτὴ πρέπει νὰ μᾶς πείσῃ ὅτι τὸ Ἰνστιτοῦτον θὰ πρέπει νὰ τὸ ἐπαναφέρωμεν καὶ νὰ ἰσχύσῃ ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος τὸ συνεκρότησε τόσον ἄριστα. Θὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαφωνήσω μὲ τὸν ἀγαπητὸν κύριον συνάδελφον, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξεν ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἀναγκαῖον νὰ ἐπαναφερθῇ τὸ νομοθέτημα δι’ ἀναγκαστικοῦ νόμου, ἀλλὰ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ θὰ ἔχω νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κύριον συνάδελφον ὅτι τὸ νομοθέτημα ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας. Ἔπρεπε νὰ συγκροτηθῇ ἡ ὑπηρεσία αὐτή, διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ μᾶς φέρῃ μετάφρασιν καὶ τῶν Συνταγμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχον ψηφισθῆ κατὰ τὴν διετίαν αὐτήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κόσμος ἀνασυγκροτεῖται πολιτικῶς καὶ πολιτειακῶς καὶ γενικῶς ἐπὶ τῶν θεσμῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποτελέσουν τὴν βάσιν καὶ τὴν ἀφετηρίαν τῆς μεταπολεμικῆς ὀργανώσεως τοῦ κόσμου ἵνα εἶναι ἐν γνώσει καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἕνας ἕκαστος ἐξ ἡμῶν τῶν βουλευτῶν νὰ ἔχῃ πληρεστάτην βιβλιοθήκην καὶ νὰ παρακολουθῇ τὴν πνευματικὴν αὐτὴν κίνησιν. Μάλιστα ἐγὼ δυσμενῶς διάκειμαι, μπορῶ νὰ εἴπω, κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἐνῷ τὸν ἔφερε αὐτὸν τὸν νόμον καὶ τὸν ἔφτιαξε δὲν τὸν ἔθεσεν εἰς ἐφαρμογὴν καὶ δὲν ἐλειτούργησεν ἔκτοτε τὸ Ἰνστιτοῦτον διὰ νὰ παράσχῃ ὅλας αὐτὰς τὰς ὑπηρεσίας τὰς ὁποίας ἔδωσεν καὶ δὲν ἐλειτούργησεν, ἐκ τοῦ φόβου τῆς ἀντιγνωμίας, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαῖον αὐτό, ἐνῷ εἶναι ἀναγκαιότατον. Ἐπὶ τοῦ κατ’ ἄρθρον νομοσχεδίου, τὸ νομοσχέδιον ἄριστα κατηρτισμένον καὶ ἄριστα ἐλειτούργησεν. Αἱ προσθῆκαι αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο αἱ πλεῖσται ἐξ αὐτῶν ἀφοροῦν εἰς τὴν συμπλήρωσιν μερικῶν κενῶν, ὅπως παραδείγματι τῆς παραγράφου Γ τοῦ ἄρθρου 2 περὶ τῶν σκοπῶν τοῦ Ἰνστιτούτου, ὅτι εἶναι καὶ ἡ παροχὴ πληροφοριῶν περὶ τοῦ διεθνοῦς καὶ τοῦ ἀλλοδαποῦ δικαίου εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς τῆς Βουλῆς καὶ τοὺς βουλευτάς, διότι πράγματι θὰ εἶναι ἀναγκαῖον εἰς τοὺς βουλευτὰς τῆς Βουλῆς νὰ κρίνουν κατὰ πόσον αὐτά, τὰ ὁποῖα νομοθετοῦμεν ἡμεῖς, ἐὰν συμφωνοῦν καὶ μὲ ὅσα ἄλλοι ἔχουν νομοθετήσει. Ἐπίσης ἡ τροπολογία ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὸ ἄρθρον 7, τοῦ νόμου 1712: «....... (ἀναγινώσκει) ..........». Εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἐγένετο προσθήκη: «....... (ἀναγινώσκει) ..........». Ποῖος ὁ λόγος νὰ προστεθῇ ἡ διάταξις αὐτή; Διότι καὶ ἐγὼ ἠρώτησα τὸν ἑαυτόν μου, ἀφοῦ ὁ νόμος εἶπεν ὅτι ἡ ἐν τῷ Ἰνστιτούτῳ ὑπηρεσία δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν ἄσκησιν τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος, ποῖος ὁ λόγος τῆς προσθήκης αὐτῆς; Μοῦ εἶπαν οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ γεννηθῇ ἀμφιβολία ἐὰν ἡ ὑπηρεσία τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου εἶναι ὑπηρεσία δημοσίου ὑπαλλήλου καὶ ἐπειδὴ εἶναι αὐτόνομον τὸ Πανεπιστήμιον, μήπως ἡ ὑπηρεσία αὐτῶν ἀπεκλείετο καὶ καθωρίσθη ὅτι ἐκτὸς τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας καὶ τὸ Πανεπιστήμιον Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης καὶ εἰς πᾶσαν ἀνωτάτην Σχολὴν δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστος. Τώρα θέλουν νὰ σβύσουν τὴν Θεσσαλονίκην καὶ νὰ εἴπουν ὅτι ἡ ὑπηρεσία παρὰ τῷ Πανεπιστημίῳ Ἀθηνῶν ἢ ἄλλῃ ἀνωτάτῃ Σχολῇ δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστος. Ἐγώ, κύριοι, δὲν ἔχω καμμίαν δουλειὰν μὲ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ πάῃ εἰς τὴν Διεύθυνσιν τοῦ Ἰνστιτούτου, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ νὰ δεχθῶ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Δὲν πρέπει νὰ κάμωμεν τὴν διάκρισιν αὐτὴν καὶ νὰ βγάλωμεν αὐτὴν τὴν φράσιν, τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Νὰ τὸ ἀφήσωμεν τὸ νομοθέτημα, ὅπως εἰσάγεται ἀπὸ τὸν κύριον Ὑπουργόν, διότι ἡ προσθήκη αὐτὴ δὲν μεταβάλλει τὸ κείμενον τοῦ νόμου. Θεωρῶ συνεπῶς ὅτι εἶναι ἄσκοποι ὅλαι αἱ συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται. Θεωρῶ ὅτι τὸ νομοθέτημα αὐτὸ μὲ τὰς τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι εἰσάγονται ἐκ μέρους τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὸ κυρωτικὸν τοῦ νόμου διάταγμα, θὰ πρέπει νὰ γίνῃ ἀποδεκτὸν χωρὶς νὰ θέλωμεν ἑκάστοτε νὰ μεταφέρωμεν ἐδῶ ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐποικοδομητικὰ τῆς καλῆς μας πίστεως καὶ τῆς γενικῆς πλευρᾶς καὶ ἀπόψεως ἀπὸ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐξετάζωμεν τὰ πράγματα.
§63Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀρχὴ τῆς ὁμοτιμίας εἶναι ἀναμφισβήτητος καὶ δὲν νομίζω ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ μέλος τῆς Βουλῆς τὸ ὁποῖον νὰ ὑποστηρίξῃ διάφορον ἄποψιν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἠθέλαμεν νὰ ὑποστηρίξωμεν ἀπὸ τῆς πλευρᾶς μας εἶναι ὅτι παρουσιάζεται μὲ τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον μία εὐκαιρία νὰ ἀποδείξωμεν ὅτι ἡ ἐπιθυμία μας, νὰ ἐνισχύσωμεν τὸ Πανεπιστήμιον τῆς Θεσσαλονίκης, ὡς κέντρον πνευματικῆς ἀκτινοβολίας καὶ πολιτισμοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβεβαιωθῇ μὲ μίαν ἀπόφασιν ὅτι ὁρίζομεν τὴν Θεσσαλονίκην ὡς ἕδραν τοῦ Ἰνστιτούτου τοῦ ἀλλοδαποῦ δικαίου. (Χειροκροτήματα). Ἀποτελεῖ συνήθειαν ἡμῶν νὰ ἐπαγγελώμεθα ὅτι θὰ προχωρήσωμεν εἰς ἀποκέντρωσιν καὶ ἐν τούτοις ὅλαι αἱ πράξεις μας βεβαιοῦσι τὸ ἀντίθετον. Αἱ Ἀθῆναι γίνονται τὸ κέντρον ὅλων τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ διαρκῶς αἱ ἐπαρχίαι ἀποξηραίνονται. Θὰ πρέπει εἰς τὸ μέλλον νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν τῆς ἀποκεντρώσεως, διοικητικῆς, οἰκονομικῆς, πνευματικῆς, τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον ἀποτελεῖ μίαν εὐτυχῆ εὐκαιρίαν. Προβαίνομεν εἰς αὐτὴν τὴν πρότασιν καὶ παρακαλοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὴν δεχθῇ. Θεωροῦμεν δὲ εὐτύχημα, ὅτι εὑρίσκεται εἰς Θεσσαλονίκην καὶ ὁ καθηγητὴς τοῦ ὁποίου ἡ ἁρμοδιότης ὁμολογεῖται ἀπὸ ὅλους διὰ τὴν εὐόδωσιν τοῦ ἱδρύματος. (Χειροκροτήματα).
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σ. Πολυζωγόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§65Σ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις, κύριοι βουλευταί, τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος μὲ εὑρίσκει ἀπολύτως σύμφωνον. Ἐξετάζω τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελεν ἀποδεχθῆ τὴν πρότασιν αὐτὴν τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος καὶ ἤθελεν ἐπιμείνει εἰς τὴν ἵδρυσιν ἐν Ἀθήναις τοῦ Ἰνστιτούτου τούτου. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δὲν πρέπει εἰμὴ ἐπαίνους καὶ συγχαρητήρια νὰ ἀπονείμωμεν εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διότι ἐπροτίμησε νὰ φέρῃ τὴν ἵδρυσιν τοῦ σοβαροῦ τούτου ἐπιστημονικοῦ ὀργανισμοῦ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰσήχθη εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἔτυχε δὲ ἐπιμεμελημένης ἐξετάσεως καὶ ἐρεύνης, αἱ τροπολογίαι τὰς ὁποίας ἐπέφερεν ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης μὲ εὑρίσκουν ἀπολύτως σύμφωνον πλὴν τῆς παραγράφου 7 τοῦ ἄρθρου 2 διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης ἠθέλησεν νὰ ὁρίσῃ καὶ περιορίσῃ τὸν διευθυντὴν μεταξὺ τῶν Καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν μὲ πρόθεσιν καὶ σκοπὸν ἀσφαλῶς νὰ ἀποκλείσῃ τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ἠκούσθη, κύριοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἀνυψώσεως τοῦ γοήτρου καὶ τοῦ κύρους τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Βορείου Ἑλλάδος. Οὐδεὶς ὁ ἀντιλέγων. Συμφωνῶ καὶ ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην καὶ ὑποχρέωσιν ἐπιτακτικὴν νὰ ἀνυψώσωμεν τὸ γόητρον τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Βορείου Ἑλλάδος. Ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι διὰ τοῦ περιορισμοῦ, τὸν ὁποῖον δέχεται ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, τοῦ περιορισμοῦ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ἀντίθετον θὰ ἐπιφέρῃ ἀποτέλεσμα. Θὰ ματαιώσῃ τὸ κῦρος τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἀποκλεισθοῦν καὶ ἀπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ἰνστιτούτου τούτου καὶ καθηγηταὶ ἢ ἐπιστήμονες οἱ ὁποῖοι ἔχουν εἰδικευθῆ ἢ ἔχουν ἐξαιρετικὴν μόρφωσιν καὶ ἱκανότητα διὰ τὸ ἔργον τοῦτο. Ὑπεστηρίχθη ἐπίσης, κύριοι βουλευταί, ὅτι πρέπει νὰ ἀνυψώσωμεν τὸ γόητρον τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης μὲ τὸ νὰ ἀπαγορεύσωμεν εἰς ὡρισμένους καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης νὰ ἔρχωνται εἰς Ἀθήνας καὶ νὰ ἐγκαταλείπουν τὰς ἕδρας των καὶ νὰ τοὺς ὑποχρεώσωμεν κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν νὰ εἶναι μονίμως ἐγκατεστημένοι εἰς Θεσσαλονίκην. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ ἐξύψωσις τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ἡ ὁποία εἶναι ὑποχρέωσίς μας, ὡς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ δι’ ἀστυνομικῶν μέτρων. Εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῶσι τόσα καὶ τόσα μέτρα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὰ ὁποῖα εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ἀποτελέσουν τὴν φροντίδα καὶ τὸ μέλημα τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ μὲ τὸ νὰ θελήσωμεν νὰ ἀποκλείσωμεν ἀπὸ τὴν διεύθυνσιν τοὺς καθηγητὰς τῆς Θεσσαλονίκης, νομίζω ὅτι θὰ μειώσωμεν τὸ κῦρος τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, θὰ ἀνατρέψωμεν καὶ οὐσιωδῶς θὰ κλονίσωμεν τὴν οὐσιαστικὴν ἰσοτιμίαν, ἡ ὁποία εἶναι ὑποχρεωτική, μεταξὺ τῶν δύο Πανεπιστημίων. Ἄλλωστε, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τονίσω ὅτι δὲν πρόκειται περὶ καταστήματος, τὸ ἄνοιγμα ἢ τὸ κλείσιμον τοῦ ὁποίου εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ παρακολουθῇ ὁ διευθυντὴς αὐτοῦ, ἀλλὰ πρόκειται περὶ μιᾶς ἐπιστημονικῆς ἐργασίας τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἀσκήσῃ τις ὁπουδήποτε καὶ εἰς Θεσσαλονίκην, ἄλλωστε δέ, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἀναπληροῦται ἀπὸ τὸν Γενικὸν Γραμματέα. Ἔχομεν δὲ πολλὰ τοιαῦτα παραδείγματα καὶ σᾶς ἀναφέρω τὸν κύριον Καλλιτσουνάκην ὁ ὁποῖος εἶναι καθηγητὴς ἐδῶ καὶ εἰς τὰ 2 Πανεπιστήμια Βερολίνου.
§66Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἶναι ἔκτακτος.
§67Σ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἄλλος Καθηγητὴς εἶναι ἐπίσης καθηγητὴς εἰς τὸ Πανεπιστήμιον Ἀθηνῶν καὶ Βιέννης. Ὑπάρχουν ἄπειρα τοιαῦτα παραδείγματα. Πιστεύω, λοιπόν, ὅτι θὰ εἶναι μέγα σφάλμα νὰ θελήσωμεν νὰ ἀποκλείσωμεν τῆς διευθύνσεως τοῦ ἐπιστημονικοῦ τούτου Ὀργανισμοῦ, τοὺς Καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χ. Λαδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§69Χ. ΛΑΔΑΣ. Κύριοι βουλευταί, καὶ ὡς ἐπιστήμων καὶ ὡς βουλευτής, ἰσχυρίζομαι ὅτι ὄχι μόνον ὁ θεσμὸς εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ εὐρυνθῇ ἀλλ’ ὅτι εἶναι καὶ ἐπεῖγον νὰ ἱδρυθῇ διότι, εἰς τὰς παρούσας συνθήκας, κατὰ τὰς ὁποίας διαρκῶς εὑρισκόμεθα εἰς ἀκαταστασίαν μὲ ποικιλωνύμους καὶ ποικιλοτρόπους ξένους Ὀργανισμοὺς καὶ ἄτομα, εἶναι ἀδύνατον ὁ Ὑπουργὸς καὶ αἱ ὑπηρεσίαι τῶν Ὑπουργείων καὶ ἂν ἀκόμη εἶναι γνῶσται ὅλων τῶν ξένων γλωσσῶν, νὰ ἔχῃ ταὐτοχρόνως γνῶσιν τῶν ξένων νομοθεσιῶν, νὰ κατορθώνῃ νὰ παρακολουθῇ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διαφόρων συμβάσεων, διὰ νὰ μὴ εἴπω, νὰ κατορθώνῃ νὰ καταρτίζῃ ἐπαρκῶς τὰς συμβάσεις. Ἔχω τὴν ἰδέαν αὐτήν, χωρὶς νὰ ἔχω τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἐπετέλεσεν καὶ σπουδαῖον ἔργον μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ὁ Ὀργανισμός, ὄχι ἐξ ὑπαιτιότητος τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα ὑπηρετοῦν τὸν Ὀργανισμόν, ἀλλὰ διότι ἔλλειψεν, ἴσως ὁ χρόνος. Διότι τὸ νὰ λέγεται ὅτι ἦτο σπουδαῖον ἔργον, ἐξαιρετικὴ ἐπιστημονικὴ ἐπιτυχία, τὸ ὅτι κατωρθώσαμεν νὰ μεταφράσωμεν τὸν Ἀστικὸν Κώδικα ἢ τὸν Ἀλβανικὸν Ἀστικὸν Κώδικα ἢ ὅτι ἕνα γράμμα εἰς τὴν πρότασιν τοῦ τάδε Πανεπιστημίου καὶ μᾶς ἔστειλαν μερικὰ βιβλία, ἐνῷ δὲν δύναται ὁ Πρόεδρος τῆς ἰδικῆς μας Βουλῆς νὰ κάμῃ ἕνα γράμμα πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ ἀμερικανικοῦ Κογκρέσσου νὰ μᾶς στείλῃ μερικὰ μικρόφωνα διὰ νὰ ἀκουώμεθα, τὸ νὰ λέγωνται αὐτὰ τὰ πράγματα, δὲν εἶναι σοβαρόν, νομίζω. Εἶναι, βεβαίως, προσωπικὸν τὸ νομοσχέδιον. Προσωπικόν, ὄχι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ προσδώσῃ ὁ ἀντικρούσας τὴν προσωπικότητα τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ διότι τὸ πρόσωπον περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, ἔχει δώσει πνοὴν εἰς τὸν Ὀργανισμὸν αὐτὸν καὶ οἱαδήποτε ἐργασία ποὺ ἀνελήφθη παρ’ αὐτοῦ εὐωδώθη. Πρόκειται περὶ ἀνθρώπου τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω προσωπικῶς. Τὸν πατέρα του ἐγνώριζον. Ἀλλ’ ἐκ τῶν συγγραφῶν του φαίνεται ἐξαιρετικὸς ἐπιστήμων καὶ δοκιμώτατος συγγραφεύς. Φαίνεται μάλιστα ὅτι εἶναι ἄνθρωπος πολὺ ἐξαιρετικὸς καὶ εὐσυνείδητος καὶ ὑπὸ τὰς ἐργασίας του τὰς ἐπιστημονικὰς φαίνεται ὅτι πρόκειται περὶ ἀρίστου ἐπιστήμονος. Ἀλλ’ αὐτὸ μὲ κάμνει νὰ διερωτῶμαι ἂν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ αὐτὸς ὁ εὐσυνείδητος ἄνθρωπος, ποὺ δὲν θὰ ἀπασχολῆται μόνον εἰς τὸ νὰ κάμνῃ παραδόσεις εἰς τὸ Πανεπιστήμιον ἀλλὰ θὰ κάμνῃ καὶ ἓν εἶδος φροντιστηρίων, διότι τὸ Ἰδιωτικὸν διεθνὲς δίκαιον εἶναι τὸ δυσκολώτερον ἐκ τῶν μαθημάτων καὶ ὁ Στρέϊτ ἔχει γράψει ἕνα τόμον ὁλόκληρον δι’ «εἰσαγωγὴν εἰς τὸ Διεθνὲς Ἰδιωτικὸν Δίκαιον». Δὲν εἶναι τὸ μάθημα τοιοῦτον ποὺ νὰ ἀφήνῃ, ἂν θέλῃ κανεὶς νὰ εἶναι εὐσυνείδητος εἰς τὴν ἐργασίαν του περιθώριον χρόνου. Καὶ ἔρχεται τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ λέγει τώρα εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν ὅτι: Θὰ κάμῃς εὐσυνειδήτως τὴν ἐργασίαν σου ὡς Καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ ἐπίσης εὐσυνειδήτως τὴν ἐργασίαν σου ἐν Ἀθήναις ὡς Διευθυντὴς τοῦ Ἰνστιτούτου. Θὰ τὸν φέρωμεν εἰς δύσκολον θέσιν τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν ἐκτὸς ἐὰν αὐτός, μὲ τὴν πνοὴν τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ μὲ τὴν ἐργατικότητα καὶ ἱκανότητα τὴν ἀπέδειξε θεωρήσῃ ὅτι θὰ ἐκτελῇ τὰ καθήκοντά του ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ θὰ ἔρχεται ἐδῶ δι’ ὀλίγας ἡμέρας διὰ νὰ δίδῃ τὴν πνοὴν εἰς τὸ Ἰνστιτοῦτον. Ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Τσάτσος καὶ κατόπιν ἀπεδέχθησαν ὅλα τὰ κόμματα καὶ ἀποδεχόμεθα καὶ ἡμεῖς, διὰ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, νὰ ὁρισθῇ ὡς ἕδρα τοῦ Ἰνστιτούτου ἡ Θεσσαλονίκη, ἡ πρότασις αὐτὴ συμπληρώνει πολλὰ πράγματα. Πρῶτον, ἀποδεικνύει ὅτι δὲν εἶναι φρασεολογία ἁπλῆ ὅσα λέγονται ὅτι θέλομεν νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν πρωτεύουσαν τῆς Βορείου Ἑλλάδος καὶ δεύτερον, νὰ ἀποδείξῃ ὅτι πρόκειται περὶ πραγματικῆς ἀνάγκης καὶ πραγματικῆς ἐκτελέσεως ἑνὸς καθήκοντος νὰ ὁρίσωμεν ἐκεῖ τὴν ἕδραν τοῦ Ἰνστιτούτου διεθνοῦς δικαίου, οὕτως ὥστε νὰ μὴ ἐμφανίζεται τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης ὡς στερούμενον τῶν πάντων καὶ ἔχει μόνον ὡς προορισμὸν νὰ εἶναι ὁ προθάλαμος τῆς εἰσόδου εἰς τὸ Πανεπιστήμιον τῶν Ἀθηνῶν.
§70Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Καὶ οἱ τακτικοὶ καθηγηταὶ ἐκεῖ, νὰ γίνωνται ἔκτακτοι ἐδῶ.
§71Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἡ οὐσία εἶναι ὅτι ἂν εἴπωμεν ὅτι τὸ Ἰνστιτοῦτον Διεθνοῦς Δικαίου ἔχει ἕδραν τὴν Θεσσαλονίκην, κατὰ συγκυρίαν εὐτυχῆ, γίνεται μία ἕνωσις. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι προσωπικόν, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἐξέθεσα, οὐδεὶς ὅμως δύναται νὰ δώσῃ ὅ,τι ἔδωσεν αὐτὸς εἰς τὸν Ὀργανισμὸν ἐπὶ 2 ἔτη, καὶ αὐτὸς θὰ εἶναι Καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης καὶ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην γεννῶνται τὰ περισσότερα ζητήματα ἐφαρμογῆς τοῦ ἰδιωτικοῦ διεθνοῦς δικαίου. Καὶ ὅσοι ἐπέρασαν ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκην ὡς Δικασταί, γνωρίζουν τὶ ἦτο ἡ Θεσσαλονίκη ἀπὸ ἀπόψεως ἐφαρμογῆς θετοῦ δικαίου, ἔπρεπε νὰ γνωρίσουν ἄγνωστα πράγματα καὶ κανεὶς δὲν εἶχε πραγματικῶς κατορθώσει νὰ γνωρίζῃ τὶ ἰσχύει καὶ τὶ δὲν ἰσχύει ἀπὸ τὰ διάφορα ἐκεῖνα δίκαια τὰ ὁποῖα συμπλέκονται εἰς τὴν ἐφαρμογήν των, ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων Θεσσαλονίκης. Ὅλα αὐτὰ δύνανται νὰ διορθωθοῦν, ἂν ἀποφασίσωμεν νὰ ὁρίσωμεν τὴν ἕδραν τοῦ Ἰνστιτούτου εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Ἐγώ, προσωπικῶς, ὑπέστην μεγάλην ταλαιπωρίαν εἰς μίαν ὑπόθεσιν εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ὑπῆρχεν οὐδεὶς διὰ νὰ μὲ βοηθήσῃ καὶ ἠναγκαζόμεθα νὰ στέλλωμεν δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ τόσα τηλεγραφήματα εἰς διαφόρους διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν γνώμην τῶν περὶ τῶν ἰσχυόντων ἐκεῖ, ὥστε μετὰ μίαν δεκαετίαν, ὁ ὑπάλληλος τοῦ ταχυδρομείου μὲ ἠρώτησε διατὶ ἐπληρώνοντο τόσαι χιλιάδες δραχμῶν διὰ νὰ πληροφορηθῶμεν τὶ ἰσχύει, ὡς δίκαιον, ἐκεῖ. Λοιπόν, νομίζω, ὅτι ἡ μὲν ἵδρυσις τοῦ Ἰνστιτούτου εἶναι καὶ ἀναγκαία καὶ ἐπείγουσα ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας, ἡ δὲ ἐκπλήρωσις τοῦ σκοποῦ θὰ ἐπιτευχθῇ μὲ Διευθυντὴν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ὅλοι ἐννοοῦμεν ὅτι πρόκειται νὰ γίνῃ. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ γεννηθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἀποκοπῆς τῆς προσθήκης τῆς λέξεως τοῦ Πανεπιστημίου «ἢ Θεσσαλονίκης», θὰ ἦτο εὐκταῖον νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις, ἡ ὑποστηριχθεῖσα ἀπὸ ὅλα τὰ Κόμματα καὶ ἐλπίζω, ὅτι αὐτὴν τὴν φορὰν ἡ Κυβέρνησις θὰ κάμῃ τὴν ἱερὰν ἕνωσιν, πέριξ τῆς Θεσσαλονίκης, ἀποδεχομένη τὴν τροπολογίαν, ὥστε νὰ γίνῃ ἕδρα τοῦ Ἰνστιτούτου Διεθνοῦς Δικαίου ἡ Θεσσαλονίκη. (Χειροκροτήματα).
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γ. Ἀριστείδου ἔχει τὸν λόγον.
§73Γ. ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ. Διὰ τῆς τάσεως, ἡ ὁποία παρατηρεῖται, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἀποκλείεται εἰς τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης νὰ προσφέρουν τὰς ὑπηρεσίας των εἰς τὴν πρωτεύουσαν, νομίζω, ὅτι βλάπτεται τὸ κῦρος τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης καὶ ἀνατρέπεται ἡ οὐσιαστικὴ ἰσοτιμία μεταξὺ τῶν Πανεπιστημίων Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης. Ὅπως ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ ὁ ἀξιότιμος κύριος εἰσηγητὴς καὶ εἰς τὴν Εὐρώπην ὑπάρχουν καθηγηταί, οἱ ὁποῖοι διδάσκουν εἰς πολλὰ Πανεπιστήμια. Μὲ συγκινεῖ ἰδιαιτέρως, κύριοι συνάδελφοι, ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος. Ἐὰν ἦτο ἐφικτὴ ἡ τοποθέτησις τοῦ Ἰνστιτούτου εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, ἀναμφιβόλως θὰ προσεφέρετο μεγάλη ὑπηρεσία, ἰδίως ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις. Τοῦτο ὅμως εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως νὰ κρίνῃ, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ. Ἡμεῖς, οἱ Βόρειοι, θὰ εἴμεθα εὐγνώμονες ἐὰν τοῦτο ἐγένετο. (Χειροκροτήματα).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κ. Καλλίας ἔχει τὸν λόγον.
§75Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν νομίζω ὀρθὴν τὴν ἀντίρρησιν κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω ὅτι ὁ θεσμὸς τοῦ Ἰνστιτούτου εἶναι ἀναμφιβόλως χρήσιμος. Ἀλλὰ διὰ νὰ εἶναι ὅσον πρέπει χρήσιμος καὶ ἀποδοτικός, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν μόνον εἰς τὴν θεωρητικὴν ἀποστολὴν τοῦ Ἰνστιτούτου, δηλαδὴ εἰς τὴν καλλιέργειαν τοῦ ἀλλοδαποῦ δικαίου. Θὰ πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν καὶ εἰς πρακτικοὺς σκοπούς, δηλαδὴ εἰς τὴν ὑποβοήθησιν τῶν διαφόρων κλάδων τῆς διοικήσεως, οἱ ὁποῖοι μέσῳ τοῦ Ἰνστιτούτου, θὰ κατορθώσουν νὰ ἐκμεταλλεύωνται τὴν πεῖραν τῆς ξένης νομοθεσίας καὶ τῆς ξένης ἐπιστήμης. Ἀλλ’ αὐτὸς ἀκριβῶς ὁ σκοπός, νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλει τὴν παρουσίαν τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ἰνστιτούτου εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Ἰνστιτούτου. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ἰνστιτούτου εἶναι δυνατὸν νὰ ἐργάζεται εἰς τὸ σπουδαστήριόν του, εὑρισκόμενος εἰς ἄλλην πόλιν, τότε περιορίζομεν εἰς μίαν ἰδιωτικὴν θεωρητικὴν ἔρευναν τὴν συμβολήν του καὶ κατὰ συνέπειαν, τὸ Ἰνστιτοῦτον δὲν θὰ προσφέρῃ οὐσιώδεις ὑπηρεσίας, ἐνῷ, διὰ νὰ ἀποβῇ θεσμὸς χρήσιμος εἰς ἡμᾶς σήμερον, εἶναι ἀνάγκη νὰ προσφέρῃ πρακτικὰς ὑπηρεσίας. Ἐνῷ, λοιπόν, θὰ ἔβλεπα εὐχαρίστως τὴν δυνατότητα χρησιμοποιήσεως τοῦ προσώπου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον συγκεντρώνει τὴν ἐκτίμησιν διὰ τὴν καταλληλότητα, τὴν ὁποίαν ἔχει ὡς Διευθυντὴς τοῦ Ἰνστιτούτου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδεχθῶ αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τῆς διπλῆς ὑπηρεσιακῆς ἕδρας, ἡ ὁποία θὰ συντελέσῃ εἴτε τὰ καθήκοντα τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης νὰ παραμελῇ, εἴτε τὰ καθήκοντα τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ἰνστιτούτου.
§76Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὅταν, μάλιστα, πρόκειται περὶ προσώπου ἀρκετὰ εὐσυνειδήτου.
§77Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἐλέχθη ὅτι ὁ ἀποκλεισμὸς τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ἀποτελεῖ μείωσιν τοῦ ἱδρύματος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ, κύριοι βουλευταί, μεγαλύτερον τυπικὸν πνευματικὸν ποσὸν ἀπὸ τὸ προσὸν τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου. Δὲν εἶναι δυνατὸν, ἑπομένως, νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ ἀποκλεισμὸς γίνεται διότι ὑποτιμᾶται ἡ πνευματικὴ ἱκανότης καὶ ἀξία τῶν καθηγητῶν τῆς Θεσσαλονίκης. Εἶναι προφανὲς ὅτι, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ ἀποκλεισμοῦ, ἐννοοῦμεν τὴν ἀδυναμίαν νὰ προσφέρουν τὰς ὑπηρεσίας των εἰς δύο διαφόρους τόπους. Ἐπεκαλέσθησαν τινὲς τῶν κ. κ. συναδέλφων, τὸ παράδειγμα τῶν ξένων Κρατῶν. Ἐκεῖ ὅμως πρόκειται περὶ πόλεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν κανὲν ἰδιαίτερον χαρακτηριστικὸν καὶ κανὲν ἄλλο ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον. Εἶναι πόλεις γειτονικαὶ κατὰ τὸ πλεῖστον καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι τις καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου τῆς μιᾶς πόλεως καὶ νὰ διδάσκῃ καὶ εἰς ἄλλην. Εἶναι δυνατὸν μάλιστα νὰ ἐναλλάσσωνται οἱ καθηγηταὶ τῶν δύο γειτονικῶν πόλεων. Ἐδῶ ὅμως ὑπάρχει κακὴ πεῖρα. Διότι ἡ χρησιμοποίησις τῶν ἐπιστημόνων, οἱ ὁποῖοι μεταβαίνουν ἐξ Ἀθηνῶν εἰς Θεσσαλονίκην, γίνεται μὲ προφανῆ παραμέλησιν καὶ ὑποτίμησιν καὶ τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Θεσσαλονίκης καὶ τοῦ Πανεπιστημίου, μὲ τὸν σκοπὸν διμερισμοῦ τοὐλάχιστον τῆς ζωῆς τῶν Ἀθηνῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης. Δὲν εἶναι ἡ πραγματικότης ὅτι ἀποκλείεται τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης καί κατὰ συνέπειαν, ὑποτιμᾶται. Τὸ Πανεπιστήμιον προστατεύεται. Νομίζω, ἑπομένως, ὅτι σκέψις περὶ διατηρήσεως τῆς ἕδρας τοῦ Ἰνστιτούτου εἰς Ἀθήνας μὲ Διευθυντὴν ταξιδεύοντα, ὁσονδήποτε ἱκανόν, δὲν εἶναι ὀρθὴ καὶ δὲν πρέπει νὰ γίνῃ νομοθετικῶς δεκτή. Ἔρχεται ὅμως μία ἄλλη λύσις, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κύριος Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος. Ἡ λύσις αὐτὴ φέρει μὲν τὸ Ἰνστιτοῦτον μακρὰν τοῦ κέντρου τῆς Διοικήσεως καί, κατὰ συνέπειαν, δημιουργεῖ, διὰ τὸν πρακτικὸν σκοπόν, μίαν δυσχέρειαν, ἀλλά, ὁπωσδήποτε, φέρει τὸ Ἰνστιτοῦτον ὁλόκληρον ἐκεῖ καί, πρὸ παντός, τὸν Διευθυντήν του. Τὸ μειονέκτημα, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, θὰ εἶναι, μόνον μικρὰ ἀπώλεια χρόνου, διὰ τὴν ἀλληλογραφίαν μὲ ἄλλην πόλιν. Ἀλλ’ ἔχει καὶ τὸ μέγα ἐθνικὸν προτέρημα, ὅτι μία τοιαύτη πρᾶξις θὰ ἀπεδείκνυεν, ὅτι θεωροῦμεν ὡς συμπρωτεύουσαν τὴν Θεσσαλονίκην μὲ ἔργα καὶ ὄχι μὲ λόγια, εἰς τὰ ὁποῖα ἀρκούμεθα μέχρι σήμερον. (Χειροκροτήματα). Κατὰ συνέπειαν αὐτὴ ἡ πρότασις πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ καὶ νὰ μεταφερθῇ ὁλόκληρον τὸ Ἰνστιτοῦτον εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, ὥστε ὁ Διευθυντής του νὰ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἕδραν του. Τότε ἡ ψήφισις τοῦ νόμου δὲν θὰ ἀποτελῇ προσωπικὴν εὔνοιαν ὁσονδήποτε καλοῦ ἐπιστήμονος, ἀλλ’ ἐξυπηρέτησιν σκοποῦ ἀφ’ ἑνὸς ἐπιστημονικοῦ καὶ πρακτικοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐθνικοῦ. (Χειροκροτήματα).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Η. Μπάτζιος ἔχει τὸν λόγον.
§79Η. ΜΠΑΤΖΙΟΣ. Δὲν προτίθεμαι ποσῶς, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἐγκύψω εἰς τὰ καθέκαστα τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, καθ’ ὅσον τὸ τοιοῦτον θὰ ἀπετέλει γνώσεις εἰδικάς, τῶν ὁποίων, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι στεροῦμαι. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, εὐτυχῶς, ὅτι τὰ ἕδρανα τόσον τῆς μιᾶς, ὅσον καὶ τῆς ἄλλης πτέρυγος κοσμοῦν διαπρεπεῖς συνταγματολόγοι καὶ διεθνολόγοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀναλάβουν τὸ βαρὺ τοῦτο ἔργον. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἤθελα καὶ εἶχον ὑποχρέωσιν ὡς βουλευτὴς Θεσσαλονίκης νὰ τονίσω καὶ ἐντοπίσω, εἶναι τὸ φλέγον καὶ ἐπίμαχον σημεῖον τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τὸ ὁποῖον τίθεται εἰς μοῖραν ἥσσονα τοῦ Πανεπιστημίου τῶν Ἀθηνῶν. Καὶ ἴσως ἡ σθεναρὰ καὶ τόσον τιμητικὴ διὰ τὸν κύριον Λυκουρέζον εἰσήγησις, ἡ ἀρχική, ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ θὰ μὲ ἀπήλλασσεν, ὡς βουλευτὴν Θεσσαλονίκης, τῆς περαιτέρω συνηγορίας ἐὰν δὲν ἠκούοντο παραφωνίαι τινὲς καὶ δὴ ἐκ τῆς πτέρυγος αὐτῆς. (Δεικνύει τὴν ἀριστεράν).
§80Ι. ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Σὰν ποιὰ παραφωνία δηλαδή;
§81Η. ΜΠΑΤΖΙΟΣ. Ἔχετε ὑπομονήν. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν γενικῶς ἡ Βόρειος Ἑλλὰς τίθεται κάπως εἰς ἥσσονα μοῖραν. Κατὰ τὸν Ἰούλιον διῆλθεν καὶ κατὰ τρόπον ὑποβρύχιον ἐψηφίσθη ἀπὸ τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἀφαιροῦσεν ἀπὸ τοὺς Γενικοὺς Διοικητὰς Βορείου Ἑλλάδος τὸ δικαίωμα νὰ ἀποτελοῦν μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§82Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Διατὶ ἀπευθύνεσθε πρὸς ἡμᾶς;
§83Η. ΜΠΑΤΖΙΟΣ. Ὁ κύριος Τσάτσος μᾶς ὡμίλησε καὶ μᾶς ἔθεσε τὸ ζήτημα ὅτι χρειάζεται τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης, ὅτι ἔχει σκοπὸν νὰ δημιουργήσῃ προηγμένην κοινωνίαν ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ ὑψηλότερον προορισμόν. Ἀλλὰ πῶς θὰ δημιουργηθῇ ἡ κοινωνία αὐτή, ἀπὸ ἓν Πανεπιστήμιον τὸ ὁποῖον τίθεται εἰς τὸ περιθώριον καὶ παραμερίζεται, ἀξιότιμε κύριε Τσάτσο; Εὐτυχῶς, ὅμως, ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ κυρίου Τσάτσου, καθ’ ὃ ἐπιδέξιος οἰακοστρόφος ἔθεσε τὰ ζητήματα εἰς τὴν θέσιν των καὶ τὸ λέγω αὐτὸ πρὸς τιμήν του.
§84Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε συνάδελφε, σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὸν τιμητικὸν τίτλον ποὺ μοῦ ἀπεδώσατε, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν λόγῳ τῆς ἀπουσίας τοῦ κυρίου Τσάτσου. Ἀποτελεῖ προφανῆ παρανόησιν τῶν ἀπόψεών του. Ὁ κύριος Τσάτσος ὑπεστήριξεν ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ μὴ γίνεται αὐτὴ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιστροφῆς εἰς Ἀθήνας διὰ νὰ μὴ γίνεται ἡ παρακώλυσις τοῦ ἔργου ὅπως καὶ ὁ κύριος Καλλίας ἀνέπτυξεν. Ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθοῦν μὲ τὴν αὐτὴν καλὴν πίστιν καὶ τὴν αὐτὴν ὀρθότητα καὶ αἱ δύο ἀπόψεις. Ἡ πρώτη ἄποψις, ὅτι καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου θεωρεῖται ἠθικῶς ὁμότιμος, ὅταν δύναται νὰ ὑπηρετῇ καὶ ἐν Ἀθήναις, ἔχει ὑπὲρ αὐτῆς τὴν ἐξαιρετικὴν ἐντύπωσιν τῆς ἠθικῆς ὁμοτιμίας. Τὴν ἄλλην ἄποψιν, ὅτι καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, χρησιμοποιούμενος ἐν Ἀθήναις ἀναγκάζεται, ὄχι πλέον δραπετεύων κρυφίως, ἀλλὰ ἐπισήμως, ἐπικαλούμενος τὴν ἀνάγκην τῶν ἐν Ἀθήναις καθηκόντων του, νὰ ἐγκαταλείπῃ πλέον ὁριστικῶς τὴν δευτέραν πρωτεύουσαν καὶ μεταβάλῃ εἰς ὁριστικὴν ἕδραν του τὴν πρώην πρωτεύουσαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἑρμηνεύωμεν ὡς πρόθεσιν ὁμοτιμίας. Εἶναι ζήτημα τρόπου ἐκτιμήσεως τοῦ γενικωτέρου συμφέροντος διὰ τὴν προαγωγὴν τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Θὰ ἠδικοῦμεν νομίζω τὸν κύριον συνάδελφον, ἐὰν ἠρμηνεύομεν τὴν ἄποψίν του ὡς πρόθεσιν ἐλαττώσεως τοῦ κύρους τοῦ Πανεπιμίου Θεσσαλονίκης. Ἀποτελεῖ κοινὴν ἐπιθυμίαν ὄχι μόνον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐκφράζω τὴν ὁμόθυμον θέλησίν της, — ὄχι μόνον διότι ἡ διατύπωσις ἦτο ἀνεπαρκὴς — νὰ καθιερωθῇ καὶ νὰ διακηρυχθῇ ἡ ἠθικὴ ὁμοτιμία, ἀλλὰ νὰ ληφθοῦν ὅλα τὰ πρόσθετα μέτρα διὰ τὸ προβάδισμα τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. (Χειροκροτήματα).
§85Η. ΜΠΑΤΖΙΟΣ. Χαίρω ἰδιαιτέρως διότι ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Σοσιαλιστικοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος τόσον ὀρθῶς καὶ ἀντικειμενικῶς ἔθεσε τὰ πράγματα εἰς τρόπον ὥστε νὰ τεθῇ εἰς τὸ περιθώριον κάθε παρεξήγησις καὶ παρανόησις καὶ χαίρω ἰδιαιτέρως διότι σύσσωμος ἡ Βουλὴ ἀσπάζεται μίαν πρότασιν ἡ ὁποία ἔρχεται νὰ τιμήσῃ ἰδιαιτέρως τὴν Μακεδονίαν εἰς τὴν ὁποίαν θέλει νὰ δώσῃ τὸ προβάδισμα, διότι ἀναγνωρίζει δι’ ὅσων λέγει ὅτι δὲν πρέπει μόνον ἡ Μακεδονία νὰ ἔχῃ τὸ προβάδισμα εἰς τὰς θυσίας, ἀλλὰ καὶ τὸ προβάδισμα εἰς τὰς ἀπολαυάς, εἰς τὰς τιμὰς καὶ εἰς τὰ ἀξιώματα.
§86Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὑπάρχει τὸ προβάδισμα θυσιῶν καὶ τῆς ἀνήκει καὶ τὸ προβάδισμα τῆς ἀναγνωρίσεώς των.
§87Η. ΜΠΑΤΖΙΟΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιτακτικῶς, ὁμοθύμως, ὅπως ἀντιλαμβάνομαι, υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν αὐτὴν τότε οἱ ἐκ Βορείου Ἑλλάδος προερχόμενοι βουλευταί, θὰ δικαιούμεθα νὰ λέμε ὅτι ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ἤρθη εἰς τὸ ὕψος τῶν περιστάσεων, ἤρθη εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς καὶ δὲν περιορίζεται εἰς λόγους ἀλλ’ ἦλθεν ἐμπράκτως νὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ἡ Βόρειος Ἑλλὰς ἀποτελεῖ τὸν πνεύμονα τὸν οἰκονομικὸν ἀλλὰ καὶ τὸν θώρακα τὸν ἐθνικὸν τῆς Ἑλλάδος. (Χειροκροτήματα).
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Παπαδημητρίου ἔχει τὸν λόγον.
§89Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Κύριοι βουλευταί, ἡ ἵδρυσις τοῦ Ἰνστιτούτου Διεθνοῦς Δικαίου, ὑπέρποτε καὶ ἄλλοτε ἀναγκαία ὁμολογουμένως εἶναι. Ἐφ’ ὅσον θὰ καταστῇ διὰ τοῦ Ὀργανισμοῦ τούτου δυνατὴ ἡ μελέτη τοῦ ἀλλοδαποῦ Δικαίου καὶ πρὸ παντὸς ὑπὸ τὴν ἐξελληνιστικὴν μορφὴν τόσον ἐν τῷ πλαισίῳ τοῦ μεταπολεμικοῦ πολιτισμοῦ καὶ ἐν συγκερασμῷ πρὸς τὸ Δίκαιον τῆς Πατρίδος μας εἰς τρόπον ὥστε ἡ χώρα μας νὰ μὴ ὑπολείπεται ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς μελέτης τοῦ ὅλου Δικαίου τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν ἐκδήλωσιν τοῦ πολιτισμοῦ μιᾶς χώρας. Ἡ πραγμάτωσις τοῦ ὄντως σοβαροῦ τούτου σκοποῦ ἀναμφιβόλως προϋποθέτει ἀλλὰ καὶ ὑπαγορεύει σοβαρὰν ἐπιλογὴν ὡς πρὸς τὴν διαρρύθμισιν τοῦ ὀργάνου τούτου. Ἡ διάρθρωσις τοῦ ὀργάνου τούτου πρέπει ἀναμφιβόλως νὰ γίνῃ παρὰ προσώπων ὁμολογουμένως σπουδαίου κύρους καὶ ἐπιστημονικοῦ μεγέθους ὁμολογουμένως μεγίστου. Δὲν εἶμαι ἐκτὸς τῶν πραγμάτων ὑποστηρίζων ὅτι τοιούτου κύρους δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ στεροῦνται οἱ Καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου τῆς πρώτης πόλεως τῆς Χώρας καὶ ὅταν λέγω πρώτης πόλεως τῆς χώρας ἐννοῶ τὴν Θεσσαλονίκην, διότι πρώτη πόλις εἶναι ἡ Θεσσαλονίκη καὶ ὄχι αἱ Ἀθῆναι. Ἀλλὰ τὸ ἔργον τῶν Καθηγητῶν τῆς Θεσσαλονίκης κατὰ τὰς κρισίμους ταύτας στιγμὰς εἶναι παμμέγιστον. Ὁ χρόνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀναλίσκεται προκειμένου νὰ ἐκτελεσθῇ τὸ καθῆκον τοῦτο τὸ ὁποῖον διαγορεύει τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον θὰ εἶναι τοιοῦτος καὶ τοσοῦτος ὥστε ἀπομακρυνόμενοι τῆς πόλεως ἐκείνης νὰ εἶναι μακρὰν τῶν καθηκόντων των. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ πιστευθῇ ἀπὸ Καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου, ἢ οἱονδήποτε ἄλλον, ὅτι ὑποτιμᾶται εὑρισκόμενος μακρὰν τῶν Ἀθηνῶν καὶ εἰς τὸν χῶρον τῶν καθηκόντων του, ὡς εἶναι ὁ ἱερὸς ἀλλὰ καὶ σπουδαῖος καὶ σεβαστὸς χῶρος τῆς Μακεδονίας, ὅπου εἰς τὸν χῶρον ἐκεῖνον ὑπάρχει τὸ αἷμα τῶν Πατέρων μας. Δὲν νομίζω ὅτι θὰ τὸ θεωρήσῃ ὑποτίμησιν ἀλλὰ τιμὴν καὶ ὑπερηφάνειαν. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ ἐξαιρεθοῦν καὶ ἐὰν δὲν ἔχουν καιρὸν νὰ μὴ ἔχουν ἀποχρῶντα λόγον νὰ ἐγκαταλείπουν τὴν Μακεδονίαν, νὰ ἐγκαταλείπουν τὴν Θεσσαλονίκην, ἀπὸ τῆς ὁποίας Θεσσαλονίκης πρέπει νὰ ἀναπέμπεται τὸ φῶς εἰς τὸν κόσμον διὰ νὰ λέγωμεν ὅτι ἐὰν ὑπάρχῃ ἕνα κομμάτι ἑλληνικὸν εἶναι μόνον καὶ μόνον ἡ Μακεδονία. (Χειροκροτήματα ζωηρά).
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δ. Μπέης–Ἀντωνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§91Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς μὲ συγκεκροτημένην ἐπιστημονικὴν συνείδησιν νομίζω ὅτι δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν χρησιμότητα τοῦ Ἰνστιτούτου τῆς ἐρεύνης τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου. Ἄς μοῦ ἐπιτραπῇ ὅμως νὰ παρατηρήσω ὅτι θὰ ἀπετέλει ἔλλειψιν συγκροτήσεως ἑλληνικῆς συνειδήσεως ἐὰν ἐπ’ εὐκαιρίᾳ δὲν παρετηρεῖτο ὅτι ἐλλείπει ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα ἀκόμη τὸ Ἰνστιτοῦτον ἐρεύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ Δικαίου. Καὶ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἥσσονος σημασίας διὰ τὴν διεθνῆ ἐπιστήμην συνῳδὰ μὲ τὴν ἐθνικὴν καὶ ἑλληνικὴν τιμήν, ἐὰν ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἡ σημερινὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις κατωρθώσουν νὰ λάβουν τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ἱδρύσεως καὶ αὐτοῦ τοῦ Ἰνστιτούτου. Δὲν μοῦ κάμει ἐντύπωσιν, κύριοι βουλευταί, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ ἴδιον γεγονὸς ἀπετέλεσεν ἀφορμὴν ἀναπτύξεως δύο ἐκ διαμέτρου ἀντιθέτων ἀπόψεων. Ὁ οὐσιαστικὸς ἀποκλεισμὸς ἀπὸ τῆς προεδρίας τοῦ Ἰνστιτούτου τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ἀπετέλεσε τὴν ἀφορμὴν νὰ ὑποστηριχθοῦν δύο ἐκ διαμέτρου ἀντίθετοι ἀπόψεις: Θέλω προκαταβολικῶς νὰ τονίσω ὅτι δὲν δικαιοῦμαι νὰ ἀποδώσω εἰς οὐδένα πρόθεσιν μειώσεως τοῦ κύρους τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Νομίζω ὅμως ὅτι, ἀνεξαρτήτως τῆς ἀποκλειομένης κατὰ τὴν γνώμην μου προθέσεως, ἡ οὐσία παραμένει ἀμετάβλητος, ὅτι διὰ τοῦ ἀποκλεισμοῦ αὐτοῦ μειοῦται ἀναμφιβόλως τὸ κῦρος τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ἐβεβαιώθη ἀρκούντως ἀπὸ τοὺς προλαλήσαντας ρήτορας τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης δὲν δημιουργεῖ εἰς τοὺς καθηγητάς του τὴν συνείδησιν τῆς ὁριστικῆς ἐκεῖ διαμονῆς των. Καὶ ἐπεξετάθη πολὺ ὀρθῶς ὅτι καὶ εἰς τοὺς ἄλλους δημοσίους ὑπαλλήλους τοὺς ὑπηρετοῦντας εἰς τὴν Βόρειον Ἑλλάδα ἀπολείπει ἡ τοιαύτη συνείδησις. Ἄς μοῦ ἐπιτραπῇ, ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, νὰ παρατηρήσω δύο τινά. Ὅτι τὸ γεγονὸς αὐτὸ δημιουργεῖ δι’ ἡμᾶς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπωμεν κατηγορηματικῶς ὅτι διὰ τοῦ μέτρου τοῦ εἰσαγομένου διὰ τοῦ νομοθετήματος καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἀποκλείονται οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης δὲν διορθώνομεν τὸ κακὸν τῆς ἐλλείψεως συνειδήσεως μονιμότητος ἡ ὁποία ὁμολογουμένως ὑπάρχει διὰ τοὺς ὑπηρετοῦντας εἰς τὴν Βόρειον Ἑλλάδα. Δευτέρα ὑποχρέωσις ἡ ὁποία γεννᾶται εἶναι ἐκείνη κατὰ τὴν ὁποίαν ὀφείλει καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις, εἰς μίαν κρίσιμον ἐθνικὴν περίοδον ὅπως ἡ σημερινή, νὰ ἀναζητήσουν τὰ ἀληθῆ αἴτια εἰς τὰ ὁποῖα ὀφείλεται τὸ φαινόμενον αὐτό. Καὶ τὰ αἴτια εἶναι γνωστά. Τὸ μὲν εἶναι ἡ συγκέντρωσις ἡ διοικητική, ὁ ὑδροκέφαλος τῶν Ἀθηνῶν, ὁ ὁποῖος ὑποχρεώνει τοὺς ὑπαλλήλους νὰ προσέρχωνται πλησίον τοῦ κέντρου διὰ νὰ κατορθώσουν νὰ τακτοποιοῦν καὶ τὰς ἄλλας των ὑποθέσεις, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑπαλληλικήν των σταδιοδρομίαν. Καὶ δὲν νομίζω ὅτι παρέχει ἔδαφος σοβαρᾶς ὑποστηρίξεως ἡ ἄποψις ὅτι εἶναι ἄλλος ὁ τόπος τῶν ἐργασιῶν τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου Θεσ)νίκης ἀπὸ ἐκεῖνον τῶν Ἀθηνῶν. Ἡ ἀπόστασις ἡ ὁποία χωρίζει, μὲ τὰ σήμερον ὑπάρχοντα συγκοινωνιακὰ μέσα, τὴν Θεσσαλονίκην ἀπὸ τὰς Ἀθήνας εἶναι τόσον μικρά, ὥστε τὸ ἐπιχείρημα τῆς ἀποστάσεως νὰ μὴ εὐσταθῇ, κατὰ τὴν γνώμην μου. Χωρὶς νὰ ἔχω οὔτε τὴν ἐντολήν, οὔτε ἁρμοδιότητα νὰ ἐκπροσωπήσω τὸ Ἐθνικὸν Κόμμα Ἑλλάδος, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, εἶμαι ἐν τοσούτῳ βέβαιος ὅτι διερμηνεύω ἀπολύτως καὶ τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος τὴν γνώμην, ἀλλὰ καὶ τῶν μελῶν ὅλων, ἐὰν εἴπω, ὅτι μᾶς εὑρίσκει ἀπολύτως συμφώνους ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος περὶ μεταφορᾶς ἢ μᾶλλον περὶ ὁρισμοῦ τῆς ἕδρας τοῦ Ἰνστιτούτου εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Ὄχι μόνον θὰ ἤροντο αὐτομάτως αἱ τόσαι διαφοραὶ καὶ ἀντιγνωμίαι, αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν ἐκ τῆς προεδρίας τοῦ Ἰνστιτούτου, ὄχι μόνον θὰ ἐδίδετο μία καλὴ ἀρχὴ ἀποσυγκεντρώσεως, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ζωτικὴν ἀνάγκην διὰ τὴν Χώραν, ἀλλὰ διὰ τὰς παρούσας κρισίμους ἐθνικὰς στιγμὰς κατὰ τὰς ὁποίας, χωρὶς ὑπερβολήν, ἡ Βόρειος Ἑλλὰς καὶ ἡ Θεσσαλονίκη ἰδιαιτέρως ἔχουν ἀνάγκην ὅλης τῆς ἠθικῆς ἐνισχύσεως τῆς Κυβερνήσεως, τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως καὶ τοῦ Ἔθνους, αὐτὴν λέγω τὴν κρίσιμον στιγμὴν ὅπου τόσον ἐπιτακτικὸν προβάλλει τὸ καθῆκον ὅλων νὰ δώσουν ὅσον τὸ δυνατὸν ἠθικὴν καὶ ψυχικὴν χεῖραν ἐνισχύσεως εἰς τὴν Βόρειον Ἑλλάδα καὶ ἰδιαιτέρως τὴν Θεσσαλονίκην, νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία δὲν θὰ πράξῃ παρὰ τὸ ἐπιτακτικὸν καὶ ἐπιβεβλημένον χρέος των νὰ υἱοθετήσουν ὁμοθύμως τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Παπανδρέου. (Χειροκροτήματα).
§92Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχουν κωλύματα.
§93Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κωλύματα πάντοτε ὑπάρχουν διὰ πᾶσαν μεταφορὰν ἀπὸ τὰς Ἀθήνας. Ἐὰν δὲν ἀποφασίσωμεν νὰ ὑπερνικῶμεν τὰ κωλύματα δὲν θὰ φύγῃ ποτὲ καμμία ὑπηρεσία ἀπὸ τὰς Ἀθήνας. (Χειροκροτήματα).
§94Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Νὰ πάῃ καὶ ἡ Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη.
§95Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐὰν δὲν κάμωμεν πλήρη Βιβλιοθήκην καὶ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, πνευματικὸν κέντρον δὲν γίνεται.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§97Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν δύναται, βεβαίως, νὰ ἀμφισβητηθῇ βασίμως ἡ σκοπιμότης τῆς ἐπανιδρύσεως τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς, τὴν ὁποίαν τὸ ὑποβληθὲν πρὸς κύρωσιν σχέδιον νόμου χαρακτηρίζει ὡς «Ἰνστιτοῦτον». Ἀλλαχοῦ αἱ τοιαῦται ὑπηρεσίαι εἶναι τόσον συνήθεις καὶ θεωροῦνται τόσον φυσικαί, ὥστε δὲν λαμβάνουν τοὺς πομπώδεις αὐτοὺς τίτλους καὶ παρακολουθοῦν ὄχι μόνον τὴν ἐξέλιξιν τοῦ ἀλλοδαποῦ δικαίου, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐξέλιξιν πάσης ἐργασίας, ἀναγομένης εἰς τὴν ἐκδήλωσιν τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος. Ὑπάρχουν Γραφεῖα τὰ ὁποῖα συνεστήθησαν καὶ συνεκροτήθησαν χωρὶς τοιαύτας καὶ τοσαύτας συζητήσεις, ὅπως π. χ. ἐν Λονδίνῳ καὶ ἐν Οὐασιγκτῶνι καὶ τὰ ὁποῖα μεταφράζουν εἰς τὴν Ἀγγλικὴν γλῶσσαν βιβλία ὄχι μόνον μεγάλης σημασίας ἀλλὰ καὶ ἥσσονος τοιαύτης, καὶ βιβλία τὰ ὁποῖα θὰ ἐπραγματεύοντο, ἔστω, καὶ περὶ μελισσοκομίας. Τὸ προέχον ζήτημα δὲν εἶναι τὸ περὶ ἰσοτιμίας ἢ ἀνισότητος τῶν δύο Πανεπιστημίων, τοῦ τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῆς Θεσσαλονίκης. Ἡ ἰσοτιμία τῶν Πανεπιστημίων δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν εὐχέρειαν τῆς μεταθέσεως ἑνὸς καθηγητοῦ ἢ τῆς ἐναλλαγῆς αὐτοῦ· ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ σύνολον τῶν καθηγητῶν καὶ ἀπὸ τὴν ἱκανότητα αὐτῶν νὰ ἀναγάγουν τὸ Πανεπιστήμιόν των εἰς περιωπήν. Οὐσιῶδες ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνέκυψε κατὰ τὴν συζήτησιν, εἶναι ἄλλο. Ἔλαβα τὸν λόγον ἐξ ἀφορμῆς τῆς ὀρθῆς σκέψεως τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ–Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος. Κύριοι συνάδελφοι, εἰς οὐδὲν μέρος τοῦ κόσμου ὑπάρχει τόση διαφορὰ μεταξὺ Πρωτευούσης καὶ ἄλλων πόλεων ἢ κωμοπόλεων, ὅση ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ τῆς ὑπαίθρου. Δὲν ὑπάρχει εἰς ἄλλας πεπολιτισμένας Χώρας «Μενίδι» παραπλεύρως τῶν Ἀθηνῶν. Ἀπὸ ἀπόψεως μέσων διαβιώσεως, ὑπάρχει παντοῦ Ἀθήνα. Καὶ διὰ τὴν ἀνισότητα καὶ ἀνομοιότητα αὐτὴν πταίουν αἱ ἑκάστοτε Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι οὐδόλως ἠσχολήθησαν μὲ τὸ οὐσιῶδες αὐτὸ ζήτημα, καὶ αἱ ὁποῖαι πάντοτε καὶ κατὰ πᾶσαν ἐνέργειάν των καὶ σκέψιν των ἔχουν ὑπ’ ὄψιν των τὰς Ἀθήνας. Καὶ ἡμεῖς ἀκόμη ἐδῶ, συζητοῦντες περὶ νομοσχεδίου, τινός, ὑφιστάμεθα τὴν ἐπίδρασιν τοῦ περιβάλλοντος τῶν Ἀθηνῶν, λησμονοῦντες, λανθανόντως πως, τὴν ὕπαιθρον, καὶ θὰ κατανοήσετε τοῦτο ἂν πρὸς στιγμὴν ἀπαλλαγῆτε τῆς ἐπιδράσεως αὐτῆς καὶ ἀφήσετε τὴν σκέψιν σας νὰ βασανίσῃ κατὰ πόσον τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον ἐναρμονίζεται πρὸς τὰς συνθήκας, αἵτινες διέπουν τὸ ζήτημα καθ’ ἅπασαν τὴν Χώραν. Συνεκεντρώσαμεν τὰ πάντα ἐν Ἀθήναις καὶ καταστήσαμεν αὐτὴν ὑδροκέφαλον τῆς Ἑλλάδος. Ὄχι μόνον τὸ Ἰνστιτοῦτον αὐτὸ πρέπει νὰ ἐγκατασταθῇ ἐν Θεσσαλονίκῃ ἀλλὰ καὶ ἄλλαι πολλαὶ Δημόσιαι Ὑπηρεσίαι πρέπει νὰ μεταφερθοῦν εἰς ἄλλας πόλεις τῆς Ἑλλάδος, καὶ Ὑπουργεῖα ἀκόμη ἐὰν ἦτο δυνατόν, ἵνα καὶ ἐκεῖ δημιουργηθοῦν τὰ μέσα ἀνέτου διαβιώσεως. Βεβαίως θὰ ὑπάρξουν ἐμπόδια, ἀλλὰ αὐτὰ πρέπει νὰ παρακαμφθοῦν διὰ συστηματικῆς πολιτικῆς τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων. Τίνα θέσιν ἔχει, κύριοι συνάδελφοι, ἢ τὶ ἐξυπηρετεῖ τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας ἐν Ἀθήναις; Αὐτὸ θὰ ἐξυπηρέτει περισσότερον τὸν σκοπόν του ἐάν, ὑποδιαιρούμενον εἰς Διευθύνσεις, ἐγκαθίστατο μία εἰς Μακεδονίαν, ἄλλη εἰς Θεσσαλίαν, ἑτέρα εἰς Πελοπόννησον, ἄλλη εἰς Στερεὰν Ἑλλάδα καὶ ἄλλη εἰς τὰς Νήσους. Διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ, ἀφ’ ἑνὸς θὰ κατεπολεμᾶτο ὁ οὐρμπανισμὸς πρὸς τὰς Ἀθήνας καὶ ἀποτελεσματικώτερον θὰ ἐμελετῶντο αἱ συνθῆκαι ὑφ’ ἃς διέπεται ἡ γεωργικὴ παραγωγὴ εἰς ἑκάστην περιφέρειαν, αἱ ὁποῖαι διαφέρουν ἀπ’ ἀλλήλας, ἀφ’ ἑτέρου θὰ ἐδημιουργοῦντο καὶ κέντρα τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἀπέστεργον καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι. Ἀλλὰ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀκόμη, δὲν ἔχει θέσιν ἐν Ἀθήναις. Καὶ αὐτὸ θὰ ἐξυπηρέτει περισσότερον τὸν σκοπόν του ἐὰν ἥδρευε κἄπου ἐν Μακεδονίᾳ. Πρὸς τοῦτο ὅμως ἀπαιτεῖται ἀλληλουχία ἐνεργειῶν καὶ δημιουργία συνθηκῶν, αἱ ὁποῖαι νὰ ἐπιτρέπουν τὴν ἐγκατάστασιν τοιούτων ὑπηρεσιῶν ἐκτὸς τῶν Ἀθηνῶν. Ἔχετε, ἀσφαλῶς, πικρὰν πεῖραν τῶν ἀπεγνωσμένων προσπαθειῶν τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων ὅπως μετατεθοῦν εἰς Ἀθήνας, καὶ δικαίως, διότι δὲν ὑπάρχει ἄλλο μέρος τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ ὁποῖον νὰ δύνανται οὗτοι νὰ ζήσουν ἀνθρωπίνως. Καὶ ὄχι μόνον οἱ Δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ κάτοικοι τῆς ὑπαίθρου ὡς ὄνειρον ἔχουν τὴν ἐγκατάστασίν των ἐν Ἀθήναις, ἐὰν ποτὲ ἡ οἰκονομική των ἐξέλιξις τοὺς ἐπιτρέψῃ τὴν ἐγκατάστασίν των ἐδῶ, καὶ δὲν ἔχουν ἄδικον. Δὲν δύνανται νὰ ζήσουν εἰς ἄλλας πόλεις, ὡς π.χ. εἰς Λάρισαν, Τρίπολιν, Καλάμας καὶ ἄλλας τοιαύτας, διότι ἐκεῖ δὲν ὑπάρχουν πρόχειρα τὰ μέσα ὅπως ἱκανοποιήσουν καὶ τὰς στοιχειώδεις ἀνάγκας των. Ἐὰν ἔχουν ἀνάγκην ἰατρικῆς περιθάλψεως ἢ ἐὰν θέλουν νὰ δώσουν ἀνωτέραν μόρφωσιν εἰς τὰ τέκνα των, αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην νὰ καταφύγουν εἰς Ἀθήνας. Ἐδῶ θὰ εὕρῃ τὸ κατάλληλον νοσοκομεῖον καὶ τὸν κατάλληλον διδάσκαλον, διότι ἐδῶ προσφεύγουν ὅλοι λόγῳ τῆς μεγάλης διαφορᾶς μεταξὺ τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἄλλων πόλεων. Δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ ἡ ὀρθότης τῆς προτάσεως τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ–Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, περὶ ἐγκαταστάσεως τοῦ περὶ οὗ πρόκειται Ἰνστιτούτου ἐν Θεσσαλονίκῃ. Τὸ ζήτημα εἶναι μεγαλυτέρας σημασίας ἀπ’ ὅτι ἐμφανίζεται τὴν ἑσπέραν αὐτήν. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ τοὺς κ. κ. Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων ὅπως ὁρίσουν μίαν καὶ δύο καὶ τρεῖς συνεδριάσεις καὶ περισσοτέρας ἀκόμη διὰ νὰ συζητήσωμεν τὰ κοινωνικὰ προβλήματα καὶ νὰ καθορίσωμεν τὸ τρόπον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ δώσωμεν μορφὴν πόλεως καὶ εἰς ἄλλα Κέντρα τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ ἐλαττώσωμεν τὴν μεγάλην διαφορὰν αὐτῶν πρὸς τὴν Πρωτεύουσαν. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ὕπαιθρον οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν δοκιμάσει οὐδεμίαν ἀναψυχήν, ἀπὸ ἐκείνας τὰς ὁποίας προξενοῦν αἱ ἐφευρέσεις τῶν τελευταίων αἰώνων. Δὲν ἔχουν π. χ. ἰδῆ ποτὲ μίαν κινηματογραφικὴν ταινίαν. Καὶ τὸ λέγω τοῦτο ὡς χαρακτηριστικὸν τῆς πραγματικότητος. Ἀλλαχοῦ καὶ αὐτὴ ἡ λεπτομέρεια εἶχε προβλεφθῆ. Ὁ πολὺς Ντοῦτσε τῆς Ἰταλίας, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἔχομεν πάντα λόγον νὰ ἀπεχθανόμεθα, εἶχεν ὀργανώσει περιοδεύοντας κινηματογράφους ἐπ’ αὐτοκινήτων, διὰ τῶν ὁποίων, πλὴν τῆς ἀναψυχῆς ἐδιδάσκοντο οἱ χωρικοὶ τῆς Ἰταλίας πῶς γίνεται ἡ καλλιέργεια εἰς ἄλλας Χώρας καὶ ἐπαραδειγματίζοντο ἀπὸ τὰς προβαλλομένας ταινίας. Ἄς λάβωμεν καὶ ἡμεῖς διδάγματα ἀπὸ τὰς προόδους αὐτάς, ὄχι βεβαίως ὅσον ἀφορᾷ τὰς πολιτικὰς ἀντιλήψεις, ἀλλὰ ὅσον ἀφορᾷ τὰς κοινωνικὰς ἀναμορφώσεις. Μετὰ ἕνα παγκόσμιον σάλον καὶ μετὰ μίαν τοσαύτην καταστροφὴν καὶ ἀναστάτωσιν ἰδεῶν, ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς προσδοκᾷ ἀναλόγους μεταβολὰς καὶ ἀναμορφώσεις. Ἀναμένει νὰ λάβωμεν μέτρα ἀναλόγου σοβαρότητος καὶ ἀποτελεσματικότητος πρὸς τὰς καταστροφὰς τὰς ὁποίας ὑπέστη. Καὶ ἔναντι αὐτῶν τῶν προσδοκιῶν ἀναλίσκομεν χρόνον εἰς ἁπλούστατα ζητήματα. Συζητοῦμεν τώρα ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους ἕνα ἁπλούστατον νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ψηφισθῆ ἀσυζητητί. Συζητοῦμεν περὶ τοῦ ἐὰν θίγεται ἢ ὄχι ἡ ἰσοτιμία τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ἐνῷ ὑπάρχουν τόσα ἄλλα παμμέγιστα ζητήματα ἀφορῶντα ζωτικότατα τὸν Λαὸν καὶ πρὸς τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν στρέψῃ ἀμέριστον τὴν προσοχήν μας. Παρακαλῶ καὶ πάλιν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων, ὅπως ὁρίσουν ἰδιαιτέρας συνεδριάσεις τῆς Συνελεύσεως διὰ νὰ συζητήσωμεν τὰ κοινωνικὰ αὐτὰ ζητήματα, ἀφήνοντες κατὰ μέρος πλέον τὰ πολιτικὰ καὶ τὰ πολιτειακά, καὶ νὰ μελετήσωμεν τὸν τρόπον καὶ τὸ σύστημα πρὸς δημιουργίαν μιᾶς κοινωνίας μὲ βάσιν τὴν κοινωνικὴν δικαιοσύνην (χειροκροτήματα), νὰ δημιουργήσωμεν σταθερὸν βιοτικὸν ἐπίπεδον, κάτω τοῦ ὁποίου νὰ μὴ κατέρχεται οὐδεὶς τῇ ὑποχρεωτικῇ μερίμνῃ τῆς Πολιτείας.
§98Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ ἔλθουν πρὸς συζήτησιν καὶ αὐτά.
§99Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πρέπει, διότι ἄλλως ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ἀσχολουμένη ὅπως ἀσχολεῖται μέχρι τοῦδε καὶ ἀντιπαρερχομένη τὰς μεγάλας προσδοκίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, προξενεῖ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἀποτελεῖ ἓν μέγα ψεῦδος. Δὲν πρέπει νὰ προξενοῦμεν αὐτὴν τὴν ἐντύπωσιν. Ἄς προσβλέψωμεν πρὸς τὸν μεγάλον προορισμόν μας. Δὲν εἶναι τὰ Συντάγματα καὶ τὰ Πολιτεύματα, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουν ἢ ἐξυπηρετοῦν ἀμέσως τὴν βιοτικὴν κατάστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἄς στρέψωμεν τὴν προσοχήν μας καὶ τὰς προσπαθείας μας εἰς τὰς ἀμέσους ἀνάγκας αὐτοῦ καὶ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς ζωῆς του. Ἄς μεριμνήσωμεν καὶ διὰ τὴν ὕπαιθρον. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας ὅτι ἡ Ἑλλάς, δὲν ἀποτελεῖται μόνον ἀπὸ τὰς Ἀθήνας. Καὶ ἄλλοτε μοῦ ἐδόθη ἡ ἀφορμὴ νὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτοῦ. Ἐνθυμοῦμαι ὅταν πρὸ ἐτῶν ἐνηργεῖτο ἡ ἀποκατάστασις τῶν προσφύγων εἶπα τότε εἰς τοὺς ἁρμοδίους «μὴ φέρετε τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς πέριξ τῶν Ἀθηνῶν. Ἱδρύσατε μίαν πόλιν ἢ πόλεις εἰς κατάλληλα μέρη καὶ ἐγκαταστήσατέ τους ἐκεῖ». Τῆς σκέψεως ὅμως αὐτῆς ἐπεκράτησεν ὁ κομματικὸς ὑπολογισμὸς καὶ πλεῖστοι ἀπὸ τοὺς ἀτυχεῖς ἐκείνους Ἕλληνας ἐγκατεστάθησαν εἰς συνοικισμοὺς πέριξ τῶν Ἀθηνῶν καὶ βλέπετε τώρα τὴν ἐξέλιξίν των. Μὲ συγχωρεῖτε διὰ τὴν παρέκκλισιν αὐτήν. Ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὰς ὁρισθησομένας ἰδιαιτέρας συνεδριάσεις ὅπως λεπτομερέστερον ἀναπτύξω τὸ ζήτημα καὶ νὰ ἐκφράσω τότε τὸν πόνον τῆς ψυχῆς μου διότι οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἐπετελέσαμεν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς μας καὶ πρὸς πραγματικὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Α. Βαμβέτσος ἔχει τὸν λόγον.
§101Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Νομίζω ἀσφαλῶς, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος ἡ ἵδρυσις τοῦ ἰνστιτούτου αὐτοῦ, διότι εἶναι τοιαύτη ἡ πρόοδος τῶν νομικῶν μελετῶν ἐν Ἑλλάδι, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἀποτελεῖ πολυτέλειαν ἡ μελέτη τοῦ ἀλλοδαποῦ δικαίου, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας τῆς ἐκτάσεως τῶν διεθνῶν συναλλαγῶν, τῆς σχέσεως μεταξὺ τῶν χωρῶν ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπιπέδου. Εἶναι ἀνάγκη ἑπομένως οἱ ἀσχολούμενοι μὲ τὸ δίκαιον νὰ γνωρίζουν τὸ ἰσχῦον δίκαιον εἰς ἄλλας χώρας, ὅπως εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ὑπάρχῃ μία ἀρχή, ἡ ὁποία νὰ δίδῃ πληροφορίας εἰς τὸ ἐξωτερικὸν περὶ τοῦ ἐν Ἑλλάδι ἰσχύοντος δικαίου. Ἐπίσης θεωρῶ καταλληλότατον τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον διευθύνει τὸ ἰνστιτοῦτον αὐτό, διότι τὸ πρόσωπον αὐτὸ εἶναι ἐξαιρετικῶς κατάλληλον καὶ ἐθεώρησα, ὅτι ἔπρεπε νὰ δώσωμεν ἀφορμὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν διατήρησιν τοῦ προσώπου αὐτοῦ, νὰ σκεφθῇ τὴν ἀνάγκην τῆς ἑνώσεως ἐν τῷ αὐτῷ προσώπῳ τῶν δύο ἰδιοτήτων διὰ τῆς παραμονῆς τοῦ προσώπου αὐτοῦ ἐν τῇ αὐτῇ πόλει. Ἡ ἀντίρρησις ὅτι δῆθεν διὰ τῆς γενομένης δεκτῆς προτάσεως ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν μειοῦται τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης, νομίζω ὅτι ἀποτελεῖ παρεξήγησιν. Δὲν μειοῦται τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης ὅταν λέγωμεν, ὅτι ἐπιθυμοῦμεν ὁ διευθυντὴς τοῦ ἰνστιτούτου αὐτοῦ, ὅτι πρόκειται νὰ ἑδρεύῃ ἐν Ἀθήναις, καὶ αὐτὸς νὰ ἑδρεύῃ ἐν Ἀθήναις. Δὲν θεωρεῖται διὰ τοῦτο τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης ὡς δευτέρας τάξεως, τοὐναντίον τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης ἀπὸ τῆς ἱδρύσεώς του ἐθεωρήθη ὡς δευτέρας τάξεως καὶ συνέβη, ὥστε νὰ ἴδωμεν τὸ φαινόμενον τακτικὸς καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης νὰ ἐκλέγεται ἔκτακτος τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Τοῦτο ἀποτελεῖ μείωσιν τοῦ κύρους τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης καὶ δὲν ἤκουσα τότε διαμαρτυρίαν ἐκ μέρους τῆς Βορείου Ἑλλάδος, δι’ αὐτὴν τὴν ὑποτίμησιν τοῦ κύρους τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ἡ μόνη φορὰ ποὺ διετυπώθησαν ἀντιρρήσεις ἦτο πρὸ μηνῶν ὅταν συνεζητεῖτο ἓν νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου Ὑγιεινῆς περὶ συμπληρώσεως τῶν θέσεων Διευθυντῶν Κλινικῶν. Ἀλλ’ ὅταν ὑποτιμᾶται καθ’ ὃν προεῖπον τρόπον τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης, γίνεται σιωπηρῶς δεκτὸν ὡς Πανεπιστήμιον Βʹ τάξεως τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης. Σήμερον διὰ τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, τὴν ὁποίαν ἀσμένως ἀπεδέχθημεν, ἐπιθυμοῦμεν νὰ τεθῇ ἅπαξ διὰ παντὸς τέρμα εἰς τὴν ἀντίληψιν ὅτι δὲν εἶναι ἰσότιμον τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης μὲ τὸ Πανεπιστήμιον τῶν Ἀθηνῶν, ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι δὲν δύνανται νὰ γίνωνται μεταθέσεις ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης εἰς τὸ Πανεπιστήμιον Ἀθηνῶν καὶ νὰ θεωρῆται ἡ μετάθεσις αὐτὴ ὡς προαγωγή. Πρέπει ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν νὰ εἶναι πραγματικοὶ ἐπιστήμονες νὰ γνωρίζουν, ὅτι θὰ παραμείνουν, διοριζόμενοι, εἰς τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης, διότι δὲν εἶναι μόνον τὰ μαθήματα δύο τρεῖς φορὰς τὴν ἑβδομάδα τὸ ἔργον τῶν Καθηγητῶν, εἶναι ἡ ἐπικοινωνία μὲ τὸν λαόν, ἡ δημιουργία πνευματικῶν κέντρων καὶ λεσχῶν καὶ ἀκόμη ἔχουν νὰ ἐπιτελέσουν ἐκεῖ καὶ ἓν ἐθνικὸν ἔργον. Αὐτὸ δὲ δὲν κατορθώνεται ὅταν δίδεται ἡ δυνατότης εἰς τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσ)νίκης, ὅταν πιστεύουν οὗτοι ὅτι δύνανται μίαν ἡμέραν νὰ μετατεθοῦν εἰς τὰς Ἀθήνας, καὶ ἀκριβῶς ἕνας λόγος διὰ νὰ τονώσωμεν τὸ Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης καὶ νὰ κατοχυρώσωμεν ἔτι τὴν μεταξὺ τῶν δύο Πανεπιστημίων ἰσοτιμίαν εἶναι νὰ μεταφέρωμεν τὴν ἕδραν τοῦ Ἰνστιτούτου τοῦ Διεθνοῦς καὶ Ἀλλοδαποῦ Δικαίου εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Πλεῖστα Ἰνστιτοῦτα εἰς τὴν Εὐρώπην ἑδρεύουσιν εἰς πόλεις ἐπαρχιακάς. Δὲν δύναται νὰ νοηθῇ ὅτι ἐπειδὴ αἱ Ἀθῆναι εἶναι ἡ ἕδρα τῆς Διοικήσεως ὅτι ἐδῶ πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἕδρα τοῦ Ἰνστιτούτου. Τὸ ζήτημα τῆς Βιβλιοθήκης ἐπίσης δὲν εἶναι ἐμπόδιον διότι ὑπάρχει Βιβλιοθήκη καὶ ἂν δὲν ὑπάρχει Βιβλιοθήκη εἶναι ἐπάναγκες — ὄχι μόνον διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ Ἰνστιτούτου — νὰ δημιουργηθῇ ἐκεῖ πλουσία καὶ πληρεστάτη Βιβλιοθήκη. Οὐδεμία ἑπομένως δύναται νὰ προβληθῇ σοβαρὰ ἀντίρρησις καὶ ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς εἰσόδου μας εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ἐτονίσαμεν τὸ ἐνδιαφέρον μας διὰ τὴν Βόρειον Ἑλλάδα, δὲν ἀμφιβάλλομεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀποδεχομένη τὴν γενομένην παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πρότασιν, θὰ ἀποδείξῃ ἀπόψε ὅτι ἡ ἀγάπη της πρὸς τὴν Βόρρειον Ἑλλάδα δὲν εἶναι πλατωνικὴ ἀλλ’ ὅτι εἶναι πραγματικὴ καὶ ὅτι θὰ θελήσῃ νὰ καταστήσῃ τὴν Θεσσαλονίκην πλῆρες κέντρον πνευματικὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα. (Χειροκροτήματα).
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γ. Μελᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§103Γ. ΜΕΛΑΣ. Τρεῖς λέξεις μόνον, κύριοι βουλευταί, θὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ Ἰνστιτούτου τοῦ Διεθνοῦς καὶ Ἀλλοδαποῦ Δικαίου διότι ἐκ προσωπικῆς μου πείρας δὲν ἠμπορῶ παρὰ νὰ τονίσω ὅτι εἶναι χρησιμώτατος ὁ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ἱδρυόμενος θεσμός. Νομίζω ὅτι καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ὁ θεσμὸς αὐτὸς θὰ ἦτο ὁ κατάλληλος χρόνος διὰ νὰ τὸν δημιουργήσωμεν. Ἡ πεῖρα μου ἀνάγεται εἰς τὴν μεταπολεμικὴν περίοδον μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ παρελθόντος πολέμου. Ἠμπορῶ νὰ εἴπω ὅτι εἰς τὰ ἔργα τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐπέπιπτεν ὅλο τὸ βάρος τῶν μελετῶν αἱ ὁποῖαι ἀνατίθενται ἤδη εἰς τὸ ἱδρυόμενον Ἰνστιτοῦτον. Τὸ Νομικὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἄριστα βεβαίως λειτουργοῦν διεξεπεραίωνε ὅλας αὐτὰς τὰς ἐργασίας. Ἤδη ὅμως εἶναι σκόπιμον νὰ ἐλαφρυνθῇ ἐξ αὐτῶν περιοριζόμενον εἰς τὴν κυρίαν ἀποστολήν του. Κατὰ τὴν μεταπολεμικὴν περίοδον τοῦ προηγουμένου πολέμου ὅλα τὰ ζητήματα τῶν Διεθνῶν Συνθηκῶν καὶ σωρεία ἄλλων ὑποθέσεων προσετέθησαν ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἤδη αὐτομάτως κατὰ τὴν νέαν περίοδον ποὺ ἐπακολουθεῖ μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πολέμου προστίθενται καὶ νέα ἔργα τὰ ὁποῖα ἔχει νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ Ἰνστιτοῦτον. Τὸ Ἰνστιτοῦτον εἶναι φυσικὸν συμπλήρωμα τοῦ ἀρτίως λειτουργοῦντος Νομικοῦ τμήματος τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν καὶ πληροῖ μίαν πραγματικὴν κατάστασιν. Τὸ λεχθὲν παρά τινων ρητόρων ὅτι ἐπειδὴ δὲν εἶναι προηγμένη ἡ ἔρευνα τοῦ ἐσωτερικοῦ δικαίου τοῦτο θὰ ἔπρεπε νὰ διακόψῃ τὴν ἔρευναν τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου δὲν μὲ εὑρίσκει σύμφωνον διότι ὅταν ὑπάρχῃ ἕνα κενὸν δὲν θὰ εἰπῇ ὅτι πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ ἀφήσωμεν ἄλλο. Τὸ ἄλλο ζήτημα ὡς πρὸς τὴν ἕδραν τοῦ Ἰνστιτούτου ἀνέπτυξε πλήρως ὁ κύριος Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος ἐκφράσας αἰσθήματα τὰ ὁποῖα εἶναι αἰσθήματα ἑνὸς ἑκάστου ἐξ ἡμῶν περὶ τοῦ πόσον ἡ πρωτεύουσα τῆς Βορείου Ἑλλάδος πρέπει νὰ τιμηθῇ διὰ παντὸς τρόπου εἴτε διὰ πνευματικῶν ἱδρυμάτων εἴτε ἄλλως πως. Εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι εἰς τὴν πρότασιν αὐτὴν καὶ ἐλπίζομεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ τὴν δεχθῇ.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δ. Μαντούβαλος ἔχει τὸν λόγον.
§105Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Τὸ θέμα ἐξηντλήθη ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς ἀναγκαιότητος τοῦ Ἰνστιτούτου τοῦ Ἀλλοδαποῦ Δικαίου, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ὅλοι οἱ προλαλήσαντες, πλὴν τοῦ κυρίου Μαύρου ἀνεγνώρισαν αὐτήν. Ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Πειραιῶς ὁ ὁποῖος ὑφίσταται τόσον τὴν ἐπίδρασιν τοῦ Κέντρου δικαιολογῶ τὸν πόνον τῶν συναδέλφων τῆς Βορείου Ἑλλάδος. Ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις χρειάζεται νὰ προσέξωμεν ὄχι μόνον διὰ τὴν ἕδραν τοῦ Ἰνστιτούτου ἀλλὰ πάντοτε, καὶ πρέπει νὰ τονώσωμεν τὴν Θεσσαλονίκην καὶ νὰ στείλωμεν ἐκεῖ ὅτι ἐκλεκτὸν ἔχει νὰ παρουσιάσῃ ἡ Ἑλλάς. Πρέπει νὰ δώσωμεν ἕνα μάθημα εἰς τὴν Κρατικὴν μηχανὴν καὶ τοὺς ὑπαλλήλους οἱ ὁποῖοι δημιουργοῦν τὰς θέσεις εἰς τὸ κέντρον διὰ τοὺς ἑαυτούς των. Ἡ Θεσσαλονίκη εἶναι ἡ δευτέρα πόλις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Εἰς τὴν Θεσσαλονίκην ὑπάρχουν τινὲς ξένοι οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ κατανοήσουν ὅτι τὸ μέρος αὐτὸ δὲν διαφεύγει τὴν προσοχὴν τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων. Ἀλλὰ καὶ ἡ προσοχὴ ὅλων μας πρέπει νὰ στραφῇ πρὸς τὰ ἐκεῖ, διότι ἡ Θεσσαλονίκη εἶναι ἡ Ἑλλὰς, καὶ ἄνευ τῆς Θεσσαλονίκης καὶ τῆς Μακεδονίας δὲν ὑπάρχει Ἑλλὰς καὶ οἱ ὑπολοιπόμενοι Ἕλληνες δὲν ἠμποροῦν νὰ ζήσουν οὔτε νὰ ἀποδώσουν ὅτι ἀποδίδει αὐτή. Ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὸ πρόσωπον ἐγὼ δὲν τὸ γνωρίζω ἀλλὰ καταλαβαίνω ὅπως καὶ σεῖς ὅτι ἕνας ἄνθρωπος δύο δουλειὲς δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὰς κάμῃ ἢ τὴν μία δουλειὰ θὰ κάμῃ καὶ θὰ παραλείπῃ τὴν ἄλλη ἢ δὲν θὰ κάμῃ καμμία. Αὐτὸ θὰ ἐξαρτηθῇ ἀπὸ τὸν χαρακτῆρα του καὶ ἀπὸ τὴν ἐνεργητικότητά του ἢ θὰ κάμῃ μία δουλειὰ μόνον ἢ θὰ τὸ ρίχνῃ στὸ σορολὸπ καὶ γιὰ τὶς δυὸ δουλειές. Δι’ αὐτὸ μοῦ φαίνεται ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ἐχάθησαν οἱ ἐπιστήμονες καὶ μάλιστα ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν κέφι νὰ ἐργασθοῦν διὰ ἕνα τόσον σοβαρὸν ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον σκεπτόμεθα πάλιν νὰ ἐπανιδρύσωμεν, ἐκεῖ εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι πρέπει νὰ πάῃ ὁ καλύτερος καὶ πλέον ἐνδεδειγμένος καὶ νὰ ἔχῃ ὡς ἀποκλειστικὸν σκοπὸν τὴν μελέτην μόνον τοῦ Ἀλλοδαποῦ καὶ τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου, διότι ἔστω καὶ μίαν φορὰν τὴν ἑβδομάδα ἐὰν χάνῃ ὁ Καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης μίαν ὥραν ἀπὸ τὴν διδασκαλίαν τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ κάμῃ εἰς τοὺς φοιτητὰς τῆς Βορείου Ἑλλάδος ἀντιλαμβάνεσθε πόσον ἀδικεῖται ἡ φοιτητιῶσα νεολαία τῆς Βορείου Ἑλλάδος. Δι’ αὐτὸ εἶμαι τῆς γνώμης, καὶ τοῦτο δὲν ἠκούσθη ἀπὸ κανένα ἐκ τῶν προλαλησάντων, οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου τῶν Ἀθηνῶν ὁμαδικῶς πρέπει νὰ μετατεθοῦν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην καὶ τῆς Θεσσαλονίκης ἀντιστρόφως εἰς Ἀθήνας, τότε μόνον θὰ δώσωμεν πνοὴν εἰς τὸν λαὸν τῆς Βορείου Ἑλλάδος διότι ἄλλως κάμνωμεν πολιτικὴν καὶ ἐμπαιζόμεθα.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὑπάρχουν ἄλλοι πέντε ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσουν. Ὑπεβλήθη προσέτι τροπολογία ὑπογεγραμμένη παρὰ τῶν κ. κ. Βαμβέτσου, Μαύρου, Λαδᾶ, Θεολογίτη, Χρυσοχέρη, Δροσοπούλου καὶ ἄλλων, ᾗ ἑξῆς: «Εἰς τὸ σχέδιον νόμου περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11.5. 1946 νομοθετικοῦ διατάγματος «περὶ Ἑλληνικοῦ Ἰνστιτούτου Διεθνοῦς Δικαίου κλπ.», προστίθεται ἄρθρον 2ον ἔχον οὕτω: Ἄρθρον 2. 1. Τὸ ἄρθρον 1 παράγραφος 1 τοῦ ἀναγκαστικοῦ νόμου 1712)39 τροποποιεῖται ὡς ἀκολούθως: «Ἱδρύεται Ἑλληνικὸν Ἰνστιτοῦτον Διεθνοῦς καὶ Ἀλλοδαποῦ Δικαίου ἀποτελοῦν νομικὸν πρόσωπον δημοσίου δικαίου ἑδρεῦον ἐν Θεσσαλονίκῃ. 2. Τὸ ἄρθρον 4 παράγραφος 1 τοῦ αὐτοῦ ἀναγκαστικοῦ νόμου τροποποιεῖται ὡς ἀκολούθως: «Ἡ σύνθεσις τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ἰνστιτούτου καθορισθήσεται διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ἐφάπαξ ἐκδιδομένου ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος». Κύριοι βουλευταί, ἐπειδὴ διαπιστώνω τὴν ἔλλειψιν ἀπαρτίας εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν. Ἡ συνέχεια τῆς βʹ συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11) Μαΐου 1946 νομοθετικοῦ διατάγματος «περὶ ἐπανιδρύσεως τοῦ ὑπὸ τῆς ἐχθρικῆς Κατοχῆς καταργηθέντος Ἑλληνικοῦ Ἰνστιτούτου Διεθνοῦς καὶ Ἀλλοδαποῦ Δικαίου», ἀναβάλλεται δι’ αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ. μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 10.45′ μ. μ.).