1946.07.17
4.008 στίχοι · 30.603 λέξεις · 298 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 45η
Τετάρτη 17 Ἰουλίου 1946
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 6.45′ μ. μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Δρόσος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Γ. ΔΡΟΣΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Μ. Καροῦσος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφοράς, κλπ.
§4Μ. ΚΑΡΟΥΣΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ φορολογίας ἐπιτηδεύματος». Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Παπαγεωργίου καταθέτει πρότασιν νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Α. Ν. 794)1943 «περὶ Ἀστυνομίας Πόλεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Νικολαΐδης καταθέτει πρότασιν νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τοῦ Α. Ν. 192)194 «περὶ ἀναγνωρίσεως τῶν ἄνευ ἀδείας τῆς ἀρχῆς τελεσθέντων γάμων Ἀξιωματικῶν, Ὑπαξιωματικῶν καὶ ἐθελοντῶν». Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Μπέης–Ἀντωνόπουλος καταθέτει πρότασιν νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεως εἰς τὸν Α. Ν. 907)1937 «περὶ διπλωμάτων καὶ ἀδειῶν ἱκανότητος καὶ πτυχίων εἰδικότητος ἐν τῷ Ἐμπορικῷ Ναυτικῷ». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Νικολαΐδης καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ ἐξυγιάνσεως τῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν κ. λ. π.». Ὁ Δημήτριος Παπαντώνης κάτοικος Ναυπακτίας ζητεῖ ἀποστέγασιν ἐκ τῆς οἰκίας του εὑρισκομένης εἰς Ἀθήνας. Ἡ Κτηματικὴ Ἕνωσις Ἀγοραστῶν ἀκινήτων 1941– 1944 Ἠπείρου ζητεῖ τὴν κατάργησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 114
Σ. Π.
Ἡ Καρπαθιακὴ Ἕνωσις Ἀθηνῶν ἐπ’ εὐκαιρίᾳ χαρμοσύνου ἀγγέλματος ὁριστικῆς ἀποδόσεως Δωδεκανήσου εἰς μητέρα Ἑλλάδα ἐκφράζει πρὸς τὴν Βουλὴν θερμότατον χαιρετισμόν. Ὁ Γεωργικὸς Πιστωτικὸς Συνεταιρισμὸς Ἀθηνῶν διαμαρτύρεται διὰ τὴν καθυστέρησιν χορηγήσεως κηπευτικῶν λιπασμάτων. Ὁ Ὀργανισμὸς Παλαιῶν Πολεμιστῶν Ἑλλάδος ζητεῖ τροποποίησιν τοῦ Ν. Δ. 11.5.46 καὶ συμπλήρωσιν Α.
Ν. 484)1945.
Οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως Δήμητρας Ν. Σερρῶν ζητοῦν τὴν ταχεῖαν ἔναρξιν ἀντιπλημμυρικῶν καὶ ἀποστραγγιστικῶν ἐργασιῶν πρὸς παρεμπόδισιν πλημμυρῶν περιφερείας των. Ἡ Ἐθνικὴ Ἕνωσις θυμάτων Ἠμαθίας σφαγιασθέντων ὑπὸ τοῦ ΕΑΜ ζητεῖ χορήγησιν συντάξεως εἰς οἰκογενείας σφαγιασθέντων, χορήγησιν εἰδῶν UNRRA προτεραιότητα εἰς τὰς διανομὰς ἱματισμοῦ κλπ. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐμπορικοῦ Ἐπιμελητηρίου Δράμας ζητεῖ ὅπως ἀπαγορευθῇ ἡ ὑποχρεωτικὴ συγκέντρωσις σίτου. Οἱ Πρόεδροι διαφόρων Ἑνώσεων Ἡρακλείας ζητοῦν μετριασμὸν τῆς ἐπιβληθείσης ποινῆς κατὰ τοῦ Μητροπολίτου Σιδηροκάστρου Βασιλείου. Ὁ Σύνδεσμος Σιδηροδρομικῶν Μακεδονίας διαμαρτύρεται διὰ μελετωμένην συγχώνευσιν τοῦ Ταμείου των εἰς
Ι.Κ.Α.
Οἱ ἰδιοκτῆται Ξενοδοχείων Λουτρακίου διαμαρτύρονται διὰ μελετωμένην μεταφορὰν τοῦ σταθμοῦ Λεωφορείων ἐκ τῆς Κεντρικῆς Πλατείας. Ὁ τραυματιακὸς κόσμος Β. Ἑλλάδος ζητεῖ τὴν ἐπανέγκρισιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 113 Σ. Π. καὶ ἐπαναπρόσληψιν τῶν ἀπολυθέντων δυνάμει τῆς 59 Σ. Π. Ἡ Ἐθνικὴ Ἄμυνα Β. Ἑλλάδος, συγχαίρει θερμότατα διὰ ληφθεῖσαν ἀπόφασιν συγκροτήσεως Σωμάτων Πολιτοφυλακῆς καὶ δηλοῖ ὅτι τίθεται εἰς τὴν διάθεσιν τῆς λαοπροβλήτου Κυβερνήσεως ἡ παρ’ αὐτῶν Ὀργάνωσις. Ὁ Σύλλογος Συμαίων Ἀθηνῶν ἐπὶ ἐκπληρώσει προαιωνίου πόθου ἑνώσεως μαρτυρικῆς αὐτῶν πατρίδος μετὰ Μητρὸς εὔχεται ταχεῖαν τὴν ἕνωσιν καὶ τῶν λοιπῶν ἀλυτρώτων ἀδελφῶν Βορειοηπειρωτῶν καὶ Κυπρίων. Ἡ Ἐθνικὴ Ἕνωσις Καλαμαριᾶς συγχαίρει τὸν βουλευτὴν Καβάλλας κ. Παπαδόπουλον διὰ τὴν παραστατικὴν περιγραφὴν τῶν ἀγώνων ΕΣΕΑ καὶ ζητεῖ τὴν ἀπόδοσιν τιμῶν εἰς Ἐθνικοὺς ἀγωνιστάς. Ἡ Ὁμοσπονδία μισθωτῶν αὐτοκινητιστῶν Ἑλλάδος διαμαρτύρεται διὰ τὸν διορισμὸν Συμβούλου Ταμείου Συντάξεως αὐτοκινητιστῶν Ἀνδρέα Κονδύλη. Ἡ Διοίκησις Συνδέσμου μικροπωλητῶν ὑφασμάτων καὶ ψιλικῶν διαμαρτύρεται διὰ τὴν δίωξιν τῶν μελῶν του ἐκ τῆς κεντρικῆς ἀγορᾶς καὶ ζητεῖ τὴν μόνιμον τοποθέτησιν τῶν 400 μελῶν του διὰ τῆς παραχωρήσεως τῆς Πλατείας Ἁγίας Εἰρήνης καὶ Δημοτικοῦ Θεάτρου. Οἱ σηροτρόφοι Δράμας ζητοῦν ὅπως τὸ σηροτροφικὸν ζήτημα ἐπιλυθῇ συμφώνως πρὸς τὰς ἀπόψεις κτηνοτρόφων παραγωγῶν. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Κτηνοτροφικοῦ Συνεταιρισμοῦ Λιτοχωρίου ζητεῖ τὴν ἄρσιν τῆς ἀπαγορευτικῆς διαταγῆς διὰ βοσκὴν εἰς ὀρεινὴν περιοχήν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ τὸ ἀκόλουθον εὐχαριστήριον τηλεγράφημα τοῦ Προέδρου τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως τῆς Γαλλίας κ. Βενσὰν Ὠριὸλ εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἐκ μέρους τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἀποσταλέντος εὐχετηρίου τηλεγραφήματος ἐπὶ τῇ Ἐθνικῇ ἑορτῇ τῆς Γαλλίας, ἔχον οὕτω: «Πρὸς τὸν κ. Ι. Θεοτόκην, Πρόεδρον Βουλῆς. Ἀθήνας. Ἐν ὀνόματι τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἐξ ὀνόματός μου, σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὰς εὐχὰς τὰς ὁποίας μοὶ ἀπευθύνατε ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς Ἐθνικῆς μας Ἑορτῆς. Ὅπως καὶ ὑμεῖς, εὔχομαι ὅπως κατὰ τὸ Συνέδριον τῆς Εἰρήνης, ὅλα τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, τὰ ὁποῖα ἠγωνίσθησαν τὸ ἓν πλησίον τοῦ ἄλλου διὰ τὴν νίκην τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς Δημοκρατίας, καὶ ἰδιαιτέρως ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, δυνηθοῦν νὰ συνεργασθοῦν διὰ τὴν παγίωσιν διαρκοῦς Εἰρήνης.
Μεθ’ ὑπολήψεως
ΒΕΝΣΑΝ ΩΡΙΟΛ
Πρόεδρος Ἐθνικῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων).
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὁ κ. Κ. Γουλῆς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Ἐμπορικοῦ Ἐπιμελητηρίου Κερκύρας, ζητοῦντος ἀνάκλησιν ἀποφάσεως ἀπαγορευούσης τὴν ἐπὶ τρίμηνον μὴ ἁλιείαν διὰ μηχανοτρατῶν.
§7Κ. ΓΟΥΛΗΣ. Εὐχαριστοῦμεν διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐξεπλήρωσεν τὰ αἰτήματα τῶν ἰδιοκτητῶν μηχανοτρατῶν καὶ τῶν ἐργατῶν αὐτῶν. Δὲν εὑρίσκω ἑπομένως λόγον ν’ ἀπασχολήσω περαιτέρω τὴν Βουλήν.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς Πανελληνίου Ἑνώσεως Μηχανικῶν Ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ διαμαρτυρομένων δι’ ἀντεργατικὴν τακτικὴν Υ.Ε.Ν.
§9Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, ὅσον καὶ οἱοσδήποτε ἄλλος ἐξ ἡμῶν, ἔχει καλῶς ὑπ’ ὄψιν πόσαι ζημίαι ἐπῆλθον εἰς τὴν Ἐμπορικὴν Ναυτιλίαν, συνεπῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἕνεκα τῶν ἄκρως ἀριστερῶν φρονημάτων, τὰ ὁποῖα ἐνεπνεύσθησαν εἰς τὰ πληρώματα τῶν Ἑλληνικῶν Ἐμπορικῶν πλοίων. Ἐκινδύνευσεν καὶ κινδυνεύει ἴσως νὰ καταστραφῇ ἐντελῶς ἡ Ἐμπορικὴ Ναυτιλία, μία ἐκ τῶν μεγίστων καὶ ὡραιοτάτων πηγῶν πλούτου διὰ τὴν Ἑλλάδα. Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας θὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον του, ὅπως τὸ ἐκτελεῖ πάντοτε, δηλαδὴ ἄριστα.
§10Ν. ΑΒΡΑΑΜ (Ὑπ. Ἐμπορ. Ναυτιλίας). Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῆς ἀναφορᾶς τῆς Ἑνώσεως τῶν μηχανικῶν τοῦ Ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ. Ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ἐνεγράφη διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῆς Ἑνώσεως αὐτῆς, κατὰ τῆς ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας μετέρχεται ἀντεργατικὴν πολιτικὴν...
§11Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον αὐτό. Τὸ ἀντίθετον ἀκριβῶς εἶπον.
§12Ν. ΑΒΡΑΑΜ (Ὑπ. Ἐμπορ. Ναυτιλίας). Ὑπεστήριξεν ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον, προφανῶς, διότι θὰ ἀνέγνωσε τὸ κείμενον τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς, καὶ θὰ διεπίστωσεν ἐκ τοῦ ὕφους τὸ ὁποῖον μεταχειρίζονται οἱ διαμαρτυρόμενοι, τὸ ἀβάσιμον καὶ ἀδικαιολόγητον τῶν ἀορίστων καὶ γενικῶν, πᾶν ἄλλο ἢ συνδικαλιστικῶν διαμαρτυριῶν των, διότι δὲν λέγουν τίποτε τὸ συγκεκριμένον.
§13Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔλαβον τὸν λόγον διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὸ ἀντίθετον τοῦ περιεχομένου τῆς ἀναφορᾶς.
§14Ν. ΑΒΡΑΑΜ (Ὑπ. Ἐμπορ. Ναυτιλίας). Λέγω καὶ ἐγὼ ὅτι εἶναι ἀδικαιολόγητοι ἐντελῶς οἱ ἰσχυρισμοί των. Ἡ Ἕνωσις αὐτὴ ἀνήκει πράγματι εἰς τὴν Ὀργάνωσιν τῆς Πανελληνίου Ναυτιλιακῆς Ὁμοσπονδίας, ἡ διοίκησίς της ὅμως, προέρχεται ἀπὸ τὴν ἄλλην ὀργάνωσιν τῆς ΟΕΝΟ, ἄκρως πράγματι, εἰς τὴν διοίκησίν της τοὐλάχιστον, ἀριστεράν, ὅπως ἀνεπτύχθη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Ν. Διατάγματος περὶ τῶν Γραφείων Εὑρέσεως Ἐργασίας, κατὰ τὴν ὁποίαν συζήτησιν ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη ὅπως, τοὺς ἐκπροσώπους εἰς τὰ Γραφεῖα αὐτὰ Εὑρέσεως Ναυτικῆς Ἐργασίας, ὑποδεικνύῃ ἡ συντηρητικὴ Ὀργάνωσις τῆς Πανελληνίου Ναυτικῆς Ὁμοσπονδίας. Τὴν ἀναφοράν, τὴν ὑπὸ συζήτησιν, τῶν μηχανικῶν, συνοδεύει καὶ ἄλλη ἀναφορά, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν κατ’ αὐτάς, ἐκ μέρους ὅλης τῆς Ὁμοσπονδίας αὐτῆς τῆς ΟΕΝΟ, διαμαρτυρομένης κατὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀποδεχθῇ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, καὶ χαρακτηριζούσης τὴν Βουλὴν ὡς φασιστικήν, ὡς καταργήσασαν, δῆθεν, τὰς συνδικαλιστικὰς ἐλευθερίας, διὰ τῆς ἀποδοχῆς τῆς τροπολογίας αὐτῆς. Μὲ τὸ ἴδιον ὕφος εἶναι συντεταγμένη καὶ ἡ ἀναφορὰ αὐτή, ἡ ὑπὸ συζήτησιν. Θὰ λάβω τὴν εὐκαιρίαν καὶ ἄλλοτε νὰ ἀναπτύξω εὐρύτερον τὸ θέμα αὐτὸ τὸ Ναυτεργατικόν, τὸ ὁποῖον πράγματι ἀποτελεῖ ἓν οὐσιῶδες πρόσκομμα εἰς τὴν ὅλην προσπάθειαν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἀνασυγκρότησιν τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, ἡ ὁποία εἶναι πράγματι, αὐτὴν τὴν περίστασιν καθαρῶς ἐθνική.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Μαλαμίδας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς Συνδέσμου Βομβοπλήκτων Λαμίας διαμαρτυρομένων διὰ πλήρην ἐγκατάλειψίν του καὶ ζητοῦντος ἄμεσον λῆψιν προστατευτικῶν μέτρων.
§16Ε. ΜΑΛΑΜΙΔΑΣ. Συνιστῶ, κ. Πρόεδρε, τὴν ἀναφορὰν αὐτήν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Προνοίας ὅπως λάβῃ τὰ ἐνδεικνυόμενα προστατευτικὰ μέτρα ὑπὲρ τῶν βομβοπλήκτων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄξιοι πάσης μερίμνης ἐκ μέρους τοῦ Κράτους.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς Ἐπιτροπῆς κρατουμένων Φυλακῶν Καλλιθέας, διαμαρτυρομένης διὰ συνεχιζομένας κρατήσεις καὶ διώξεις βάσει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 6)45 Σ. Π. καὶ ζητούσης τὴν κατάργησιν αὐτῆς.
§18Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶμαι βέβαια ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ζητήσω τὴν ἀσυδοσίαν τῶν μετὰ τοῦ ἐχθροῦ συνεργασθέντων. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ὅτι ὀρθῶς ἐθεσπίσθη ἡ Πρᾶξις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐκ τῶν ὑστέρων καθιέρωσεν ἀδίκημα καὶ ἐπέβαλε ποινήν. Ἡ ἀρχή, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδεμία ποινὴ ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου προβλέποντος αὐτήν, καθιερώθη ὄχι ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους, ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους Ἀθηναίους. Ὁ Σόλων 600 ἔτη πρὸ Χριστοῦ ἐθέσπισε τὴν ἀρχὴν ὅτι οὐδεμία ποινὴ ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου προβλέποντος αὐτὴν καὶ μετὰ ταῦτα τὴν παρέλαβον οἱ Ρωμαῖοι, οἱ ὁποῖοι εἶπον NULLE POENA OINELEGE. Εἶναι ἑλληνικῆς προελεύσεως ἡ ἀρχὴ καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὴν σεβασθῶμεν. Εὐτυχῶς ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, πεισθεὶς τῆς παρακλήσεως ἡμῶν χάριν τῆς Ποινικῆς Ἐπιστήμης, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κράτους καὶ χάριν τῶν Ποινικῶν Νόμων, ἐδέχθη ὅπως ἐντὸς τῶν ἡμερῶν αὐτῶν ὑποβάλῃ σχέδιον νόμου, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν καταργοῦνται μὲν τὰ ἀδικήματα τὰ διαπραχθέντα ἐκ τῆς Πράξεως αὐτῆς, διότι προσιδιάζουν κατὰ μέγα μέρος πρὸς τὸ ἄρθρον 123 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἀλλὰ καταργεῖ τὰ μέσα τὰ ἀναχρονιστικά, τὰ βάρβαρα ἐκεῖνα μέσα τῆς ἐκδικάσεως τῶν κατηγοριῶν ἐπὶ συνεργασίᾳ μετὰ τοῦ ἐχθροῦ. Εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω, κύριοι βουλευταί, ὅτι χιλιάδες μηνύσεων ἐχαλκεύθησαν ἐξ ὡρισμένου καὶ γνωστοῦ κέντρου ἐναντίον ἀθώων Ἑλλήνων πολιτῶν. Οἱ Ἕλληνες αὐτοὶ πολῖται κρατοῦνται τώρα εἰς τὰς φυλακὰς ἐπὶ ἓν καὶ πλέον ἔτος ὡς ὑπόδικοι συνεπείᾳ τῶν μηνύσεων ἐκείνων τῶν ψευδῶν, τῶν ὑποβληθέντων, κατόπιν ἐντολῶν, κατόπιν διαταγῶν, κατόπιν προγράμματος, κατόπιν ἐγγράφων διαβιβασθέντων εἰς τὰ παραρτήματα τῶν Γραφείων τῶν γνωστῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἐγγράφων συνιστᾶτο εἰς τὰ μέλη, μηνύσεις, μηνύσεις, μηνύσεις καὶ πάλιν μηνύσεις ἐναντίον παντὸς ἐθνικόφρονος. Δὲν λέγω ὅτι δὲν ὑπῆρξαν καὶ Ἕλληνες οἱ ὁποῖοι συνειργάσθησαν προδοτικῶς μετὰ τοῦ ἐχθροῦ, ἀλλ’ ἐκεῖνοι εἶναι ἐλάχιστοι. Ἐκεῖνοι καὶ μόνον πρέπει νὰ κατηγορηθοῦν. Ὄχι οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἐκ λόγων σκοπιμότητος ἔτυχε νὰ πλησιάσουν πρὸς τὸν κατακτητήν. Ἀλλ’ ἀτυχῶς κατεδικάσθησαν Ἕλληνες οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον οὔτε κἂν ἰδέαν περὶ συνεργασίας μετὰ τοῦ ἐχθροῦ. Αὐτὸ τὸ γνωρίζετε, κύριοι βουλευταί. Διατὶ δὲν διαμαρτύρεσθε ὅλοι σας ἐναντίον τῆς πράξεως αὐτῆς;
§19Π. ΓΥΠΑΡΗΣ. Οὐδεὶς πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ποὺ νὰ θέλῃ νὰ μείνουν εἰς τὰς φυλακὰς Ἕλληνες ἄδικα, ἀλλὰ καὶ ὀλίγοι θὰ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ συνειργάσθησαν μὲ τὸν ἐχθρόν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπονται αἱ διαλογικαὶ συζητήσεις.
§21Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς θὰ συγχωρήσῃ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐκ προδοτικῆς διαθέσεως συνειργάσθησαν μετὰ τοῦ ἐχθροῦ. Ἀλλὰ οὐδεὶς, ἔχων νομικὴν τὴν συνείδησιν νὰ ἀνεχθῇ τὸ πρᾶγμα αὐτὸ τὸ ὁποῖον προσάπτει στίγμα καὶ ὄνειδος εἰς τὸν Ἑλληνικὸν πολιτισμόν, νὰ δημιουργοῦνται ποιναὶ καὶ ἀδικήματα ἐκ τῶν ὑστέρων. Εὐτυχῶς ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νομικὸς καὶ αὐτός, ἀντελήφθη πόσον μέγα εἶναι τὸ στῖγμα τὸ ὁποῖον προσάπτεται εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην διὰ τῆς πράξεως αὐτῆς καὶ κατέθεσε σχέδιον νόμου κατὰ τὸ ὁποῖον ἅπαντες οἱ κατηγορούμενοι δικάζονται κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ὅπως ἐδικάσθησαν καὶ οἱ Μπουρδῆδες καὶ οἱ σφαγεῖς. Καὶ δι’ αὐτὸ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω τὰς γνώμας μου κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Καζαντζῆς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§23Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΗΣ. Εἰς τὰς φυλακὰς Ἀκροναυπλίας κρατοῦνται 400 ἐθνικόφρονες πολῖται, διότι ἐκ μέρους τῶν κομμουνιστῶν, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ πλεῖστον συνειργάσθησαν μετὰ τοῦ ἐχθροῦ, ἔχουν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν 1137 μηνύσεις.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§25Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ εἶναι ἀνάξιος καὶ ἁπλῶς νὰ καλεῖται Ἕλλην ὁ συμπράξας μετὰ τοῦ ἐχθροῦ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς Κατοχῆς. Δὲν ὑπάρχει Ἕλλην ὁ ὁποῖος θὰ ἀνεχθῇ τοιαύτην κατάπτυστον πρᾶξιν. Ἀλλ’ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι μετὰ τοῦ ἐχθροῦ συνειργάσθησαν, κυρίως, οἱ ἀρχηγοὶ τοῦ ΕΑΜ (χειροκροτήματα), καὶ οἱ παραπλανηθέντες ὀπαδοί των. Εἰς τὸν Νομὸν Λακωνίας ἐδολοφονήθησαν 30 Ἄγγλοι ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοί. Εἰς τὸν Νομὸν Λακωνίας, εἰς τὸ χωρίον Σιδηρόκαστρον, ἐφονεύθη εἰς συμπλοκὴν Βούλγαρος ἀξιωματικὸς ἡγέτης ὁμάδος Ἐαμιτῶν, Ἐλασιτῶν, δὲν ξεύρω πῶς τοὺς ὀνομάζετε. Εἰς τὸ χωρίον Κάλαμος τοῦ Νομοῦ Λακωνίας ἐφονεύθη ἕτερος ἀξιωματικὸς Βούλγαρος, ἐπὶ κεφαλῆς ὁμάδων Ἐλασιτῶν. Ταύτην τὴν στιγμήν, κρατεῖται εἰς τὰς Φυλακὰς Καλαμῶν Βούλγαρος ἀξιωματικός, συλληφθεὶς εἰς προάστειον τῶν Καλαμῶν ὑπὸ τὸ ψευδώνυμον Πετρόπουλος καὶ μετὰ ταῦτα ὡμολογήσας ὅτι λέγεται Πετρώφ. Εἰς τὸ μέγαρον τοῦ Πολυτεχνείου, ἐν Ἀθήναις, συνελήφθη Γερμανὸς ἀξιωματικὸς διευθύνων τὴν ἐπίθεσιν κατὰ τοῦ μεγάρου τῆς Γενικῆς Ἀσφαλείας. Εἰς τὴν Πεντέλην ἦτο τοποθετημένος Βούλγαρος Συνταγματάρχης, διευθύνων τὰς ἐπιχειρήσεις κατὰ τῶν Ἀθηνῶν, κατὰ τὸν ἀπαίσιον καὶ ἀποτρόπαιον Δεκέμβριον τοῦ 1944. Αὐτὴ ἡ συμμορία, ὅπως ἐλέχθη ἀπὸ τὸν συνάδελφον κ. Μπακόπουλον, ἔδωκεν ἐντολὴν εἰς τὰ μέλη της νὰ ἐπιδίδουν μηνύσεις, μηνύσεις, μηνύσεις καὶ νὰ προσέρχωνται ψεύδορκοι, ψεύδορκοι, ψεύδορκοι μάρτυρες. Ἔχουν γεμίσει αἱ φυλακαὶ ἀπὸ ἀθώους ἀνθρώπους, Ἕλληνας ἀληθινούς, Ἕλληνας ἁγνούς. Τὰ βδελύγματα τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας τὰ ὁποῖα συνέπραξαν μὲ τοὺς Γερμανούς, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων, ἦτο δυνατότατον, ἦτο εὐκολώτατον νὰ καταδιωχθοῦν, νὰ καταδικασθοῦν καί, ἐν ἀνάγκῃ, νὰ ἐκτελεσθοῦν. Ὅλοι ὅσοι εἴμεθα δικηγόροι καὶ ἐλάβομεν μέρος εἰς τοιαύτας ὑποθέσεις γνωρίζομεν ὅτι 99% αἱ καταγγελίαι αὐταὶ εἶναι ψευδεῖς, ἀτυχῶς, δὲ τὰ Δικαστήρια παρασυρθέντα ἀπὸ τὰς κραυγὰς τῆς συμμορίας αὐτῆς καὶ ἐνίοτε καὶ τρομοκρατούμενα, ἐνίοτε ἐπηρεαζόμενα ἀπὸ μερικοὺς Δικαστὰς Κουκουέδες, ἔφθασαν καὶ νὰ καταδικάζουν ἀνθρώπους ἀθώους. Π. χ., κύριοι βουλευταί, πρὸ μηνὸς περίπου κατεδικάσθη εἰς θάνατον εἷς νέος ἀπὸ τὸ Χαλάνδρι διότι τάχα, συνέπραξεν εἰς τὸ νὰ συλληφθοῦν Ἕλληνες πολῖται, μερικοὶ ἐξ αὐτῶν ἐκτελεσθέντες, αἱ δὲ καταθέσεις ἦσαν ὅτι εὑρέθη ἐκεῖ ὅπου εἶχον μεταβῆ οἱ Γερμανοί. Προσῆλθον μάρτυρες ὁ υἱὸς τοῦ Παύλου Μελᾶ, ὑποστράτηγος κ. Μιχαὴλ Παύλου Μελᾶ καὶ ὁ ὑποστράτηγος Γεωργιάδης καὶ κατέθεσαν ἐνόρκως ὅτι εὑρέθη ἐκεῖ ὁ νέος αὐτός, ὁ καταδικασθεὶς εἰς θάνατον, τῇ διαταγῇ των διότι ἐξετέλουν ὑπηρεσίαν Ἐθνικὴν καὶ ἐπεθύμουν νὰ εἶναι εἷς ἄνθρωπος γνωρίζων ὀλίγα Γερμανικὰ διὰ νὰ δώσῃ πρὸς αὐτοὺς ὡρισμένας πληροφορίας. Καὶ ἐν τούτοις, τὸ Δικαστήριον ἐθεώρησεν ὡς ψεύδορκον τὸν υἱὸν τοῦ Παύλου Μελᾶ, τὸν ὑποστράτηγον Μιχαὴλ Παύλου Μελᾶν καὶ τὸν ὑποστράτηγον Γεωργιάδην καὶ κατεδίκασε τὸν νέον αὐτὸν εἰς θάνατον.
§26Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄπειρα παραδείγματα τοιαῦτα.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 58 ἀναφορὰ διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς ΕΑΜ Λέσβου «περὶ ἀπολύσεως κρατουμένων», διαγράφεται. Ὁ κ. Κ. Μπέλλας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς Συνομοσπονδίας Ἀναπήρων Καπνοπωλῶν Θεσσαλονίκης, διαμαρτυρομένων διὰ μείωσιν ποσοστοῦ κερδῶν.
§28Κ. ΜΠΕΛΛΑΣ. Δι’ ἑνὸς τελευταίου μέτρου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Ἐφοδιασμοῦ, ἐμειώθη τὸ ποσοστὸν κέρδους τῶν καπνοπωλῶν ἀπὸ 12% εἰς 4%. Καὶ ἐνῷ μὲ τὸ 12% δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξοικονομήσουν οὔτε κἂν τὸ ἡμερομίσθιον, μοιραίως μὲ τὸ 4% τοὺς ὠθοῦμεν πρὸς τὴν μαύρην ἀγοράν. Πάντως, ὁ νέος ἀγορανομικὸς κῶδιξ περιέχει τοιαύτας βαρείας κυρώσεις, ποὺ μοιραίως οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ θὰ καταλήξουν εἰς τὴν φυλακήν. Ἑπομένως, συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς ἀναφορᾶς καὶ συνιστῶ ὅπως ἱκανοποιηθοῦν τὰ αἰτήματά των.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Θεοδωρόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς κρατουμένων ἐθνικοφρόνων, διαμαρτυρομένων διὰ τραυματισμὸν κρατουμένου παρὰ βουλγαροκομμουνιστῶν.
§30Α. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν θὰ διαφεύγῃ τὴν προσοχὴν τῶν περισσοτέρων ἐξ ὑμῶν, ὁποία κατάστασις ἐπικρατεῖ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς φυλακάς. Ἐργοστάσια καταστροφῆς τοῦ σώματος καὶ διαφθορᾶς τῆς ψυχῆς, ὅπως ἔλεγεν ἄλλοτε ὁ ἀείμνηστος Δημητρακόπουλος, εἶναι τόποι ὅπου οὐσιαστικῶς ἔχει καταργηθῆ ἡ ἔννοια τῆς Ἑλληνικῆς κυριαρχίας. Αἱ διάφοροι Ἐπιτροπαὶ ρυθμίζουν ἐκεῖ τὰ τῆς ζωῆς τῶν κρατουμένων κατὰ ἰδίους κανόνας ἐντελῶς ἀντιθέτους πρὸς τοὺς κανόνας τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Οἱ εἰσερχόμενοι ἐκεῖ ἐθνικόφρονες κρατούμενοι ἢ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἀπαρνηθοῦν τὰ αἰσθήματά των τὰ ἐθνικὰ ἢ ὁπωσδήποτε θὰ σκοτωθοῦν. Δὲν εἶναι μοναδικὸν τὸ κροῦσμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται ἡ ἀναφορὰ ἡ προκειμένη. Καθημερινῶς εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχιακὰς φυλακὰς παρατηροῦνται βανδαλισμοί, παρατηροῦνται ἐκβιασμοί, παρατηροῦνται χίλια δυὸ ἐγκλήματα ἐκ μέρους τῶν κρατουμένων κομμουνιστῶν εἰς βάρος ἐθνικοφρόνων κρατουμένων. Εἰς πολλὰ μέρη διὰ παραστάσεων, διὰ σκηνῶν αἱ ὁποῖαι ἔχουν μονίμως ἐγκατασταθῆ εἰς τὰ προαύλια τῶν φυλακῶν διακωμωδεῖται τὸ Κράτος, διακωμωδοῦνται τὰ δικαστήρια, τὰ δικαστικὰ Συμβούλια, οἱ εἰσαγγελεῖς, καὶ τὸ Κράτος ἐμφανίζεται ἀνίσχυρον νὰ θεραπεύσῃ αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Ἱδρύθησαν παραρτήματα εἰς τὰ ὁποῖα ἔγινε διαχωρισμὸς τῶν κρατουμένων ἀναλόγως τῶν πολιτικῶν των φρονημάτων, ἀλλὰ ἐλλείψει τῆς ὁπλιτικῆς δυνάμεως, ἡ ὁποία παρατηρεῖται, τὰ παραρτήματα αὐτὰ κατέστη ἀδύνατον νὰ λειτουργήσουν εἰς πολλὰς πόλεις καί, ἑπομένως, ἀδιακρίτως φρονημάτων ἐθνικόφρονες καὶ κομμουνισταὶ κρατοῦνται εἰς τὰς αὐτὰς φυλακὰς καὶ ἐξακολουθεῖ ἡ αὐτὴ βάναυσος κατάστασις. Δι’ αὐτὸ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν Δημοσίας Τάξεως καὶ Δικαιοσύνης, νὰ λάβουν ἄμεσα καὶ ἐπείγοντα μέτρα πρὸς θεραπείαν αὐτοῦ τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον προσάπτει στῖγμα εἰς τὸν πολιτισμόν, προσάπτει στῖγμα εἰς τὸ Κράτος.
§31Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Εἶναι ἀλήθεια αὐτό, κ. Ὑπουργέ.
§32Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ ἔχω πληροφορίαν, κ. Ὑπουργέ, ὅτι παρασκευάζεται καὶ ἰδιαίτερον συσσίτιον διὰ τοὺς κρατουμένους Ἐλασίτας ἐξαιρετικόν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τοὺς ἄλλους εἰς τοὺς ὁποίους δὲν ἀποδίδεται οὐδεμία σημασία. Οἱ Ἐλασίται τῶν φυλακῶν Χατζηκώστα τὸ πρωΐ ἔχουν τὸ γάλα των, εἰς τὰς 10 ἔχουν ρόφημα ἐξαιρετικόν, τὸ μεσημέρι φαγητὰ ἐξαιρετικὰ μὲ φροῦτα. Οἱ κύριοι αὐτοὶ καλοπερνοῦν καὶ τὰ βάζουν μὲ τὸ Κράτος, καὶ τὰς Ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους μέσα εἰς τὰς φυλακάς. Ἐμένα ἡ ψυχή μου ἐξανίσταται διὰ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.
§33Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύν.). Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀφίσω τὴν Βουλὴν ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν αὐτήν. Τὸ συσσίτιον εἶναι ἓν καὶ ἑνιαῖον καὶ δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀπολύτως διαφορά.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον ἵνα προβῇ εἰς τὴν κατάθεσιν νομοσχεδίων.
§35Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑφυπ. Οἰκον.). Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τελωνειακῶν καὶ δασμολογικῶν τινων διατάξεων». Ἐπίσης, ἀξιότιμοι κύριοι βουλευταί, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν, νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Παρισίοις ὑπογραφείσης τὴν 14 Ἰανουαρίου 1946 συμφωνίας ἀφορώσης τὰς ληφθησομένας παρὰ τῆς Γερμανίας ἐπανορθώσεις κλπ., ἐκκαθαρίσεως τῶν ἐν Ἑλλάδι Γερμανικῶν περιουσιῶν καὶ τροποποιήσεως ἐνίων διατάξεων ἀφορωσῶν τὰς ἐχθρικὰς περιουσίας καὶ τὰς ἐπὶ κατοχῆς μετ’ ἐχθρῶν δικαιοπραξίας». Ὑποβάλλω τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ μὲ τὴν εὐχήν, ὅπως μοῦ δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ ὑποβάλω καὶ νομοσχέδιον δι’ ὅλας τὰς περιουσίας τῶν ἄλλων ἐχθρικῶν Κρατῶν. (Χειροκροτήματα).
§36Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, λαμβάνεται μέριμνα εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ διὰ τὰ πλοῖα τὰ παραχωρούμενα ὑπὸ τῆς Γερμανίας;
§37Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑφυπ. Οἰκον.). Πρόκειται διὰ τὰς Γερμανικὰς περιουσίας τὰς εὑρισκομένας ἐν Ἑλλάδι. Αὐταὶ τίθενται ὑπὸ ἐκκαθάρισιν προκειμένου νὰ μεταβιβασθοῦν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον.
§38Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ὡμιλήσατε καὶ διὰ τὰς ἐπανορθώσεις...
§39Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑφυπ. Οἰκον.). Αὐτὸ ἔχει λυθῆ, ἐδῶ πρόκειται περὶ τῶν περιουσιῶν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθέντος τοῦ χρόνου διὰ τὴν συζήτησιν τῶν Ἀναφορῶν καὶ Ἐρωτήσεων, εἰσερχόμεθα
εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Ψήφισις συνόλου, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης εἰς τὸ ἄρθρον 302 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ἀναφερομένης εἰς τὴν προδικασίαν τῆς ἀπαιτήσεως χρηματικῆς ἱκανοποιήσεως τοῦ ἀδικήματος παθόντος», ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§41ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς τὸ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ προσθήκης εἰς τὸ ἄρθρον 302 τῆς Ποιν. Δικονομίας ἀναφερομένης εἰς τὴν προδικασίαν τῆς ἀπαιτήσεως χρηματικῆς ἱκανοποιήσεως τοῦ ἐξ ἀδικήματος παθόντος» ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 4 Μαΐου 1946 Νομοθ. Διατάγματος «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν ἰσχυόντων Νόμων «περὶ συστάσεως ἐν ἑκάστῳ Νομῷ Ἐπιτροπῶν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἀσφαλείας». Ὁ κ. Ν. Δαρβέρης ἔχει τὸν λόγον.
§43Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, προκειμένου περὶ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ ἔχω τοῦτο νὰ παρατηρήσω, ὅτι κατὰ πλάνην ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπὸ τὰς παρούσας περιστάσεις ἀντικατέστησε τὸ οὐσιωδέστερον πρόσωπον τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ λαμβάνῃ μέρος εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς Ἀσφαλείας, δηλαδὴ ὁ Μοίραρχος, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ περισσότερον παντὸς ἄλλου δυνάμενος νὰ γνωρίζῃ τὰ πράγματα. Τὸ πρόσωπον αὐτὸ ἀντικατεστάθη ἀπὸ δικαστικὸν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι δὲν εἶναι τὸ κατάλληλον διὰ τὰς παρούσας περιστάσεις. Προκειμένου νὰ ληφθοῦν μέτρα τοιαύτης μορφῆς, τὰ ὁποῖα προασπίζουν τὴν Δημοσίαν Ἀσφάλειαν, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἐκπροσωπῆται ἡ Χωροφυλακή, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἡ μόνη ὑπεύθυνος δύναμις. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ὁ Νομάρχης, ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας καὶ ὁ Εἰσαγγελεύς, νομίζω ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς αὐτὰ τὰ πρόσωπα πρέπει νὰ περιορισθῇ καὶ νὰ διαγραφῇ τὸ ἄλλο μέλος, τοῦ δικαστικοῦ Σώματος, διότι δὲν θὰ εἶναι καλὰ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκει ὁ Νόμος. Κύριε Ὑπουργέ, νὰ μείνῃ τὸ διάταγμα ὅπως εἶχε τὸ 1924.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Ἀστερίου ἔχει τὸν λόγον.
§45Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Κύριοι βουλευταί, τὸ νομοθετικὸν διάταγμα τοῦ 1924, τὸ ὁποῖον προβλέπει περὶ Ἐπιτροπῶν Ἀσφαλείας, ἴσχυσεν ἐπὶ 22 ἔτη περίπου, ὅταν δὲ ἐξεδόθη τὸ ἐν λόγῳ διάταγμα τὸ Κράτος, δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἀντιμετωπίσῃ παρὰ μόνον, μίαν, δύο ἢ τρεῖς τὸ πολὺ ληστοσυμμορίας. Καὶ ἐκρίθη τότε ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ αὐταὶ ἀσφαλείας θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποτελοῦνται ἀπὸ τὸν διοικητὴν Χωροφυλακῆς, τὸν Εἰσαγγελέα καὶ τὸν Νομάρχην. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ εἰρηνικῆς περιόδου, ἐγὼ θὰ ὑπεστήριζα ὅτι θὰ ἔπρεπε προκειμένου νὰ ἀπελαθῇ πολίτης, νὰ ἐκδίδεται δικαστικὴ ἀπόφασις, ἀλλὰ σήμερον τὸ Νομοθετικὸν διάταγμα, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται πρὸς κύρωσιν, καὶ τὸ ὁποῖον μεταβάλλει τὸ νομοθετικὸν διάταγμα τοῦ 1924 ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὸ νομοθετικὸν αὐτὸ διάταγμα ἀποτελεῖ μίαν παραφωνίαν ἐν συγκρίσει μὲ τὰ ἔκτακτα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐψήφισεν ἡ Βουλή. Διότι ἐφ’ ὅσον παραδεχόμεθα ὅτι ἡ κατάστασις τῆς Χώρας ἀπὸ ἀπόψεως ἀσφαλείας εἶναι ἔκρρυθμος καὶ ἕνεκα τούτου ἐψηφίσαμεν ἔκτακτα μέτρα, ἐρχόμεθα ἐξ ἄλλου τὸ μόνον μέσον τὸ διοικητικόν, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Κυβέρνησις, νὰ τὸ καταστήσωμεν ἀνάπηρον. Διότι, κύριοι βουλευταί, δὲν πρέπει νὰ μᾶς διαφεύγῃ ὅτι ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, ὁ ὁποῖος εἰσάγεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀσφαλείας, ἐκ παραδόσεως, ἐξ ἀνατροφῆς ἐπαγγελματικῆς δὲν εἶναι δυνατόν, προκειμένου νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἀπελάσεως ἑνὸς πολίτου, παρὰ νὰ ζητῇ πάντοτε ἀποδείξεις, διότι αὐτὴ πρέπει νὰ εἶναι ἡ νοοτροπία τῶν δικαστῶν. Καὶ ἐγὼ ἐὰν ἤμην δικαστικὸς θὰ ἤμην πολὺ δύσκολος, διὰ νὰ ἀποφασίσω τὴν ἀπέλασιν ἑνὸς πολίτου. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἔχωμεν ἀποδείξεις δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν Ἐπιτροπὰς Ἀσφαλείας, θὰ ἦτο ἀρκετὸς ὁ Εἰσαγγελεύς, διὰ νὰ τοὺς ἀποστείλῃ εἰς τὰς φυλακάς, ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ὑπόπτων, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ὑπάρχουν ἀποδείξεις, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον παραπέμπονται εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς Ἀσφαλείας.
§46Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κατὰ πλειοψηφίαν δὲν λαμβάνονται αἱ ἀποφάσεις;
§47Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Ναί, ἀλλὰ ξεύρετε ὅτι ἕνας Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν εἶναι τὸ κυριώτερον μέλος εἰς μίαν Ἐπιτροπήν. Καὶ δὲν μπορῶ νὰ καταλάβω τί χρειάζεται ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ Νομάρχης. Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι αἱ Ἐπιτροπαὶ Ἀσφαλείας συντεθειμέναι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον νὰ λαμβάνουν ἀποφάσεις, διότι θὰ ζητοῦν στοιχεῖα καὶ ἀποδείξεις καὶ τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι, τὸ σπουδαῖον αὐτὸ ὅπλον, τὸ ὁποῖον ἔχει εἰς χεῖράς της ἡ Κυβέρνησις, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδώσῃ. Δι’ αὐτὸ κάμνω σύστασιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Τάξεως νὰ ἀφήσῃ τὸ αὐτὸ καθεστώς, διότι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μεταρρυθμίσωμεν τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἴσχυσεν ἐπὶ 22 ἔτη καὶ διὰ τὸ ὁποῖον συνηγοροῦν πολλοὶ λόγοι, λόγῳ τῆς διαταράξεως τῆς δημοσίας τάξεως. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν μόνη ἡ Χωροφυλακὴ νὰ ἐκτοπίζῃ. Δὲν γνωρίζω, κύριοι βουλευταί, ἐὰν τὸ μέτρον εἶναι τῆς ἐμπνεύσεως καὶ τῆς πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις νὰ εἰσαγάγῃ ἐξ ἰδίας ἐμπνεύσεως καὶ πρωτοβουλίας ἕνα μέτρον, τὸ ὁποῖον σκοπὸν ἔχει τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἀναρχικῶν στοιχείων. Φρονῶ, λοιπόν, ὅτι τὸ μέτρον αὐτὸ εἶναι ξένης ἐμπνεύσεως. Ἐπειδὴ τὸ ΕΑΜ φωνάζει ὅτι ἀδικοῦνται οἱ ὀπαδοί του καὶ ὅτι οἱ μοναρχοφασίσται ἀδικοῦν, ἔγινεν εἰσήγησις εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συστήσῃ τὰς ἐπιτροπὰς κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ δίδωνται ὅπλα εἰς αὐτούς, οἱ ὁποῖοι διαμαρτύρονται. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει αἱ Ἐπιτροπαὶ δὲν δύνανται νὰ λειτουργήσουν καὶ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς αἱ Ἐπιτροπαὶ δὲν ἐλειτούργησαν ταχέως, ὅπως ἔπρεπε. Ἤδη, μετὰ τὴν μορφήν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας τάξεως εἰς τὴν Χώραν, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως καὶ ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ μετέλθῃ ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα τῆς παρέχει ἡ κατάστασις, διὰ νὰ πείσῃ ὅλους ἐκείνους τοὺς παράγοντας, οἱ ὁποῖοι ἠξίουν τὴν μεταβολὴν αὐτοῦ τοῦ διατάγματος τοῦ 1924, νὰ τοὺς πείσῃ ὅτι δὲν ἀδικεῖται οὐδεὶς καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἰσχύσῃ ὁ νόμος τοῦ 1924. Ἀφοῦ ἔχομεν μίαν κειμένην νομοθεσίαν, διατὶ ἀπομακρυνόμεθα ἀπὸ αὐτήν, διὰ νὰ εὐνοήσωμεν ἐκείνους, ἐναντίον τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ λάβωμεν μέτρα; Ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι τὴν γνώμην ὅλων τῶν παρόντων, ὅτι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐὰν μετέχῃ ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, θὰ ὑπάρχῃ βραδυκινησία. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν σφαδάζει ἡ Χώρα ὑπὸ τὸ πέλμα τῶν συμμοριῶν, νὰ μεταρρυθμίζωνται αἱ Ἐπιτροπαὶ Ἀσφαλείας. Κάμω ἔκκλησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ θελήσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ διάταγμα τοῦ 1924, τὸ ὁποῖον ἐκράτησεν ἐπὶ 22 ἔτη καὶ μὲ τὸ ὁποῖον ἀντιμετωπίσαμεν μίαν εἰρηνικὴν περίοδον, ἐνῷ ἐὰν τὸ τροποποιήσωμεν δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν δημιουργηθεῖσαν κατάστασιν. Ἐγὼ μάλιστα θὰ εἶχον τὴν γνώμην ὅτι καὶ τὰ ἑπόμενα ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ὁμιλοῦν περὶ ἐφέσεως, θὰ ἔπρεπε νὰ καταργηθοῦν, ἀλλὰ τέλος πάντων ἐφ’ ὅσον ἡ ἔφεσις θὰ κριθῇ ἀπὸ ἄλλην ἐπιτροπὴν δὲν ὑπάρχει φόβος νὰ διακινδυνεύσωμεν, ἐφ’ ὅσον εἰς τὴν ἄλλην Ἐπιτροπήν, τὴν δευτεροβάθμιον, τῆς ἐφέσεως, ὑπάρχει ὁ Εἰσαγγελεύς, ὁ Νομάρχης καὶ ὁ Διοικητὴς Χωροφυλακῆς. Ἡ ἀπομάκρυνσις τοῦ Διοικητοῦ Χωροφυλακῆς ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δὲν ἔχει ἄλλον σκοπόν, παρὰ πῶς θὰ ἠμποροῦν οἱ ταραξίαι νὰ ὑπεκφεύγουν.
§48Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἐὰν πρόκειται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἀσφαλείας νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν, νὰ μὴ ὁμιλήσωμεν, διότι ἄλλως θὰ ὁμιλήσωμεν ὅλοι. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν ἐπιεικῆ μέτρα διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ὅταν αὕτη εὑρίσκεται εἰς ὃ τραγικὸν σημεῖον εὑρίσκεται σήμερον. Λοιπόν, ἀναμένομεν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἀσφαλείας νὰ κάμῃ μίαν δήλωσιν.
§49Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὑπάρχουν καὶ οἱ πρεσβεύοντες ὅτι ἔχει ὀρθῶς τὸ νομοσχέδιον καὶ οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἀκουσθοῦν.
§50Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Δὲν φαντάζομαι ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως θὰ ἔχῃ τὴν γνώμην ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀνήκομεν εἰς τὴν κυβερνητικὴν πτέρυγα, ὅτι δὲν θέλομεν νὰ ὑποβοηθήσωμεν τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διευκολυνθῇ ἡ ὑπόθεσις τῆς δημοσίας τάξεως, παρὰ μόνον ἐὰν θὰ ἐξακολουθῇ νὰ ἰσχύῃ τὸ διάταγμα τοῦ 1924. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει θὰ καταστήσῃ τὸ ἔργον τῶν Ἐπιτροπῶν ἐντελῶς ἀνεφάρμοστον καὶ μάταιον.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Καράμπελας ἔχει τὸν λόγον.
§52Ν. ΚΑΡΑΜΠΕΛΛΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐπειδὴ ἐμειοψήφισα κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν ἁρμοδίαν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, αἰσθάνομαι ὅτι ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου τροποποιεῖται ἡ νομοθεσία, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν ὡς πρὸς τὴν πρόληψιν καὶ τὴν καταστολὴν μελλοντικῶν ἐνεργειῶν τῶν ἀναρχικῶν στοιχείων κατὰ τὸ παρελθόν. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ κατάστασις ἦτο πολὺ διάφορος τῆς σημερινῆς. Ὅπως ἦτο τότε κατηρτισμένη ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀσφαλείας καλῶς εἶχε. Μετεῖχε δηλαδὴ εἰς ἑκάστην ἕδραν Πρωτοδικείου ὁ Εἰσαγγελεύς, ὁ Εἰρηνοδίκης καὶ ὁ Διοικητὴς τῆς Χωροφυλακῆς καὶ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Νομοῦ ὑπῆρχεν ἡ δευτεροβάθμιος Ἐπιτροπή. Διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου καταργεῖται ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ἕδραν ἑκάστου Πρωτοδικείου καὶ ὑπάρχει πρωτοβάθμιος Ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Νομοῦ καὶ δευτεροβάθμιος Ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Ἐφετείου. Ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας, κατὰ τὰς ὁποίας εἶναι γνωστὸν ὅτι αἱ περιστάσεις εἶναι ἐξαιρετικῶς δυσχερεῖς καὶ δύσκολοι καὶ ἡ κατάστασις εἰς τὴν ὕπαιθρον ἐπιδεινοῦται ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν καὶ ἐνῷ ὅλοι ἀτενίζομεν πρὸς τὸ ἡρωϊκὸν Σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς, εἰς τὸ ὁποῖον ἔλαχεν ὁ κλῆρος νὰ ἀγωνίζεται εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Ἑλλάδος κατὰ τῶν ὀργάνων τοῦ ἀπαισίου ἐχθροῦ τῆς Φυλῆς μας καὶ ἐνῷ καθημερινῶς βλέπομεν νὰ σφαγιάζωνται οἱ χωροφύλακες, ἀντὶ νὰ ἐνισχύσωμεν τὸ Σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς, ἀντὶ νὰ ἐκδηλώσωμεν ἐμπράκτως ὄχι μόνον τὴν συμπάθειάν μας, ἀλλὰ νὰ τοῦ λύσωμεν τὰ χέρια, διὰ νὰ πολεμήσῃ ἐλεύθερα διὰ τὸ καλὸν τῆς Πατρίδος, ἡμεῖς διὰ λόγους σκοπιμότητος δένομεν τὰ χέρια τῆς Χωροφυλακῆς καὶ τῆς λέγομεν θὰ σκοτώνεσαι, θὰ θυσιάζεσαι, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχῃς γνώμην εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καίτοι εἶσαι ὑπεύθυνος διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν. Βλέπομεν νὰ μετέχῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ὁ Εἰσαγγελεύς, ὁ Νομάρχης, ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, ὁ ὁποῖος ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας δὲν πρέπει νὰ λαμβάνῃ μέρος εἰς τὰς Ἐπιτροπάς, διότι ὄχι μόνον εἶναι ἀναρμόδιος δι’ αὐτὰ τὰ ζητήματα, ἀλλὰ ὑφίσταται ἐν τῷ προσώπῳ του φθορὰν ἡ Δικαιοσύνη ἡ ὁποία πρέπει νὰ μείνῃ ἀμείωτος, ἐκτὸς αὐτοῦ συμπίπτει πολλάκις οἱ Πρόεδροι τῶν Πρωτοδικῶν καὶ οἱ Εἰσαγγελεῖς νὰ εἶναι κομμουνίζοντες. Ὁ μόνος ἁρμόδιος, ὁ ὁποῖος γνωρίζῃ τὰ πράγματα, καὶ ὑπεύθυνος διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν, ὁ Διοικητὴς τῆς Χωροφυλακῆς μετέχει ὡς ἁπλοῦς σύμβουλος καὶ δὲν ἔχει ψῆφον. Ἔχει παρατηρηθῆ τὸ φαινόμενον εἰς πλεῖστα μέρη ὅπου ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν εἶναι κομμουνισταί, νὰ λαμβάνωνται ἀντίθετα μέτρα διὰ τὴν ἐμπέδωσιν τῆς τάξεως καὶ ὁ Διοικητὴς τῆς Χωροφυλακῆς μὴ ἔχων ψῆφον, νὰ συναντᾷ τὴν ἀδυναμίαν εἰς τὸ νὰ γίνῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει ἐκ τῆς ἀντιθέσεως τῶν ἄλλων μελῶν. Τοῦτο τὸ λέγω διότι ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ὅτι εἰς τὸν Νομὸν Ἀρκαδίας καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ Προεδρεύων τῶν Πρωτοδικῶν εἶναι κομμουνίζοντες καὶ καμμιὰ ἀπόφασις δὲν ἔχει ληφθῆ διὰ νὰ ληφθοῦν μέτρα προληπτικά.
§53Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ κατήγγειλα ὅτι καὶ ὁ Πρόεδρος Πρωτοδικῶν καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Νομοῦ Ἀρκαδίας εἶναι κομμουνίζοντες, ἀλλὰ ἀκόμη δὲν ἔγινε τίποτε.
§54Ν. ΚΑΡΑΜΠΕΛΛΑΣ. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ὡς Σῶμα κυρίαρχον ἐκφράζουσα ἐλευθέρως τὴν γνώμην τοῦ λαοῦ ἔλαβε ἐντολὴν προστακτικὴν ἀπὸ τὸν λαὸν νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἔχει ὑποχρέωσιν, ἔχουσα γνῶσιν τῆς πραγματικῆς καταστάσεως καὶ μὴ κατευθυνομένη ἀπὸ λόγους σκοπιμότητος, νὰ μὴ δεχθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει. Εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως κ. Θεοτόκης θὰ θελήσῃ νὰ δεχθῇ τὴν ὀρθὴν αὐτὴν παρατήρησιν, τὴν τροπολογίαν αὐτήν, ἡ ὁποία ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν, ὥστε ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, νὰ διαγραφῇ ἀπὸ τὴν πρωτοβάθμιον Ἐπιτροπὴν καὶ νὰ τεθῇ «ὁ Διοικητὴς τῆς Χωροφυλακῆς», ἀλλὰ μὲ δικαίωμα ψήφου, εἰς δὲ τὴν δευτεροβάθμιον νὰ μὴ λαμβάνῃ μέρος ὁ Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν, ἀλλὰ ὁ Διοικητὴς τῆς Χωροφυλακῆς μὲ δικαίωμα ψήφου. Οὕτω μόνον θὰ δυνηθῇ ἡ Χωροφυλακὴ νὰ κατατοπίσῃ τὰς Ἐπιτροπάς, τότε δὲ θὰ εἶναι ἀδύνατον εἰς τὰς συμμορίας αὐτάς, νὰ διατηρήσουν τοὺς πληροφοριοδότας των καὶ νὰ συνεχίσωσι τὰς τρομοκρατικάς των ἐνεργείας καὶ νὰ φθάσουν ὡς ἔχομεν πληροφορίας εἰς τὸ κατακόρυφον αὐτῶν. Συνεπῶς φρονῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἀσφαλείας θὰ θελήσῃ νὰ κάμῃ δεκτὰς τὰς τροπολογίας αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι λόγῳ τῆς σημερινῆς καταστάσεως.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Λαδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§56Χ. ΛΑΔΑΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ νομοσχέδιον ἡ συμπάθεια ἢ ἀντιπάθεια πρὸς τὸ σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς, διότι δὲν εἶναι μυστικόν, ὅτι δὲν ὑπάρχει κανεὶς οὔτε ἐντὸς οὔτε ἐκτὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἀναγνωρίζῃ τὸν φόρον τιμῆς πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι καὶ ἐξ ἐπαγγέλματος καὶ ἐξ ἰδίου καθήκοντος κινδυνεύουν καθημερινῶς. Ἐγὼ ἴσως μάλιστα δικαιοῦμαι νὰ καταταχθῶ εἰς τοὺς ὑπὲρ τοῦ σώματος, διότι εἶμαι ἐκ τῶν 4 παλαιῶν βουλευτῶν οἱ ὁποῖοι κατεψήφισαν τότε καὶ τὴν ἐπαναφορὰν τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων, ἀγορεύσαντες ὑπὲρ τῆς Χωροφυλακῆς, ὥστε δὲν γεννᾶται ζήτημα περὶ ἀντιπαθείας ἢ συμπαθείας. Πρέπει νὰ μὴ χάνωμεν τὴν ψυχραιμίαν μας διότι ὅταν λαμβάνωμεν μέτρα ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴν τοῦ κακοῦ τὸ ὁποῖον μᾶς δέρνει, τὸ ὁποῖον ἐπιπολάζει καὶ τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἂν συνεχισθῇ ἐντονώτερον, τότε δὲν εἶναι δυνατὸν ἄνευ ψυχραιμίας νὰ νομοθετῶμεν. Ὁ καταρτισμὸς τῆς Ἐπιτροπῆς εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ κύριοι, ἔχει ἄριστα, ἀνεξαρτήτως τῆς διαφωνίας μας ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι θεωροῦμεν ὅτι οἱ ὑπάρχοντες νόμοι εἶναι ἐπαρκεῖς. Ἔχει δὲ ἄριστα ἡ σύνθεσις τῶν Ἐπιτροπῶν διότι ἔχει κάποιαν ἱστορίαν. Ὄταν ἐφηρμόσθη τὸ 1924, ἐφηρμόσθη διὰ τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας τῆς ὑπαίθρου καὶ ἐξειλίχθη εἰς τὸ νὰ καταδιωχθοῦν ὅλοι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς Χώρας μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἀρκετοὶ ἐκ τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Δι’ αὐτὸ εἴμεθα κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Κύριοι βουλευταί, ὅσον δήποτε καὶ ἂν φοβούμεθα τὸν δικαστικὸν χαρακτῆρα τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅσον δήποτε καὶ ἂν φοβῆται ὁ ἀξιότιμος καὶ πολλοῦ λόγου ἄξιος ἐκ Φθιωτιδοφωκίδος βουλευτὴς ὁ ὁποῖος πρώτην φορὰν ἔφερε τὰς ἀντιρρήσεις ἐπὶ τοῦ σχεδίου, τὸν δικαστικὸν χαρακτῆρα τῆς Ἐπιτροπῆς ἀκριβῶς εἰς αὐτὸν τὸν χαρακτῆρα ἀποβλέπομεν διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ κακὴ ἐφαρμογὴ τοῦ Νόμου. Διότι τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ πραγματεύεται περὶ ἐξαιρετικῶν μέτρων καὶ τὰ ἐξαιρετικὰ μέτρα πρέπει νὰ ἐφαρμόζωνται μετὰ περισκέψεως. Ὅταν δὲν ἐφαρμόζωνται μετὰ περισκέψεως τότε καταλήγουν εἰς τὰ ἀντίθετα ἀποτελέσματα. Ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς ἐννόμου τάξεως ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὄχι τὴν τροπολογίαν, τὸ συνώδευσε καὶ μὲ δηλώσεις, καὶ ὀρθῶς, διότι ἐπὶ 10ετίαν τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ ἐφηρμόσθη κακῶς κατὰ τῶν πολιτικῶν καὶ παντὸς ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος δὲν ἤρεσκε εἰς τὰς διαφόρους δικτατορικὰς Κυβερνήσεις. Εἰσάγων τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶχε ὑποχρέωσιν ὁ Ὑπουργὸς τῆς ἐννόμου τάξεως νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν ὅτι προστατεύει τὴν Ἑλλάδα, προστατεύει τὴν ἔννομον τάξιν καὶ δὲν σκέπτεται νὰ κάμῃ καμμίαν ἐκμετάλλευσιν καὶ διὰ νὰ τὸ ἀποδείξῃ θέτει εἰς τὸ νομοσχέδιον δικαστικὴν πλειοψηφίαν, δηλαδὴ ἡ ἐγγύησις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ πλειοψηφία τῶν δικαστικῶν.
§57ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐλάττωμα τοῦ νομοσχεδίου.
§58Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. ..... (δὲν ἀκούεται)......
§59Χ. ΛΑΔΑΣ. Μέχρι τοῦ 1936 οὐδεὶς βουλευτὴς διέκοπτε τὸν ἄλλον ἀγορεύοντα. Τώρα εἶναι σύνηθες τὸ φαινόμενον. Τότε ἐπειδὴ εἷς βουλευτὴς εἶπεν εἰς τὸν ἐκ Λέσβου τότε βουλευτὴν καὶ ἤδη ἀρχηγὸν κόμματος, ὅτι τὸ ἐπιχείρημά του εἶχε διαζύγιον μὲ τὴν λογικὴν, ἀνεκλήθη εἰς τὴν τάξιν καὶ ἀνεγράφη τοῦτο εἰς τὰ πρακτικά. Σήμερον χαλάει ὁ κόσμος καὶ οὐδεὶς συγκινεῖται. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς ἐννόμου Τάξεως ἔκαμε ἄριστα, διὰ νὰ ἀποφύγῃ κάθε εἶδος κακόβουλον ἐκμετάλλευσιν τοῦ νομοσχεδίου, ὄχι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἀντιρρήσεως ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη ἐδῶ, ἀλλὰ κάθε εἴδους κακοβούλου ἀντιρρήσεως ἡ ὁποία ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντιταχθῇ ἀπὸ ἀνθρώπους μὲ σκοπὸν νὰ ἔχουν ἐλευθερίαν διὰ νὰ διαταράσσουν τὴν δημοσίαν τάξιν.
§60Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. ..... (Δὲν ἀκούεται).....
§61Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἔτσι κατήντησεν ἐδῶ ἡ ἀντιπολίτευσις, καμμιὰ φορὰ νὰ ὑποστηρίζῃ τὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ συμπολίτευσις ὄχι. Ξέρετε διατί; Δὲν ἔχομεν συνηθίσει ἀκόμη ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ἀντιπολίτευσις καὶ σεῖς εἶσθε Κυβερνητικοί, διότι τὸ συνήθως συμβαῖνον εἶναι νὰ καθήμεθα ἡμεῖς εἰς τὰς θέσεις. (Χειροκροτήματα). Ἰσχυρίζομαι λοιπόν, διότι θεωρῶ ὅτι τὴν ἀντιπολίτευσιν δὲν τὴν διακρίνει οὔτε τὴν ὠθεῖ ἡ μανία τοῦ νὰ λέγῃ μαῦρα ὅτι ἡ Κυβέρνησις λέγῃ ἄσπρα, ἀλλὰ νὰ ὑποστηρίζῃ ὅτι εἶναι ὀρθὸν καὶ νὰ ἐλέγχῃ ὅτι εἶναι ἄξιον ἐλέγχου, ἰσχυρίζομαι ὅτι ἡ σύνθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς ὡς τὴν θέλει ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ τὸ ὁποῖον ἔγινε δεκτὸν ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, δηλαδὴ νὰ καταρτισθῇ ἡ πλειοψηφία δικαστική, ἀποτελεῖ ἐγγύησιν ἀποτρέπουσαν κάθε εἴδους κακοβουλίαν ἐκ μέρους ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ διαταράσσουν τὴν τάξιν, ἀλλὰ καὶ παρέχουσαν δυνατὴν προστασίαν. Ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη ἀντίρρησις λογικὴ τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος κύριος βουλευτὴς Λακωνίας, ὅτι μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς κομμουνισταί. Μάλιστα διακοπεὶς ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον καὶ παλαιὸν φίλον μου κ. Τουρκοβασίλην, εἶπεν ὅτι εἰς τὴν Ἀρκαδίαν ὑπάρχουν κομμουνίζοντες δικασταί. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπάρχουν τοιοῦτοι δικασταὶ— ὅπερ δὲν εἶναι ἀποδεδειγμένον—οὗτοι πρέπει νὰ ἐκδιωχθοῦν τάχιστα καὶ δὲν σημαίνει ὅτι ὅταν πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ μέτρον ἐξαιρετικὸν τὸ ὁποῖον μπορεῖ πολλαχῶς νὰ διαβληθῇ ὅτι λαμβάνεται πρὸς ἄλλους σκοποὺς καὶ ὅτι τὴν καταπίεσιν τῶν ἀντιπάλων τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πρέπει νὰ ἀλλάξῃ ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἀντὶ δύο δικαστῶν νὰ ἔχωμεν μίαν ἐπιτροπὴν εἰς τὴν ὁποίαν νὰ λαμβάνῃ μέρος καὶ ὁ ἀξιότιμος ἀντιπρόσωπος τοῦ Σώματος Ἀσφαλείας μετατρεπομένης οὕτω τῆς πλειοψηφίας εἰς διοικητικήν. Τώρα ἔχει καὶ ἕνα ἄλλον λόγον διὰ τὸν ὁποῖον εἶναι ὀρθὴ ἡ ἄποψις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ. Ὁ ἀστυνόμος ἢ ὁ ἀξιωματικὸς τῆς Χωροφυλακῆς εἶναι ὁ ἀντίδικος, ὑπὸ τὴν ἀγαθὴν ἔννοιαν τοῦ πολίτου εἰς τὴν δίκην αὐτήν. Λοιπὸν τὰ δύο διάδικα μέρη, ὁ ἀστυνόμος καὶ ὁ πολίτης ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ὑπαχθῇ ὑπὸ τὰς ἐξαιρετικὰς διατάξεις τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ, θὰ κριθοῦν καὶ θὰ γίνῃ μία δίκη διοικητικοδικαστική, διότι αὐτὴ ἡ ἱστορία εἶναι κάποια δίκη, δικαιοδοτοῦν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν ἀνατρέποντες ὅλα ὅσα ἰσχύουν ἀπὸ παλαιῶν χρόνων καὶ ἀποτελοῦν τὴν βάσιν ὀρθῆς κρίσεως, νὰ εἴπητε ὅτι ὁ ἕνας διάδικος ἔχει ψῆφον καὶ ὁ ἄλλος κρίνεται χωρὶς ψῆφον; Δι’ αὐτὸ ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργός, κατὰ τὴν γνώμην μου, λέγει ὅτι θὰ δικάσουν δύο δικασταὶ καὶ ὁ Νομάρχης. Οὕτω οὐδεὶς δύναται νὰ ἔχῃ τὸ παράπονον ὅτι θὰ εὑρίσκετο ἐπὶ ἀνίσοις ὅροις ἐνώπιον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θὰ κρίνουν τὴν ἐξαιρετικὴν αὐτὴν δίκην. Ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη ἀντίρρησις. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Λακωνίας ὅτι συμβαίνει πολλὲς φορὲς νὰ κάμουν οἱ ἄλλοι δύο ὅτι θέλουν ὅταν ὁ Πρόεδρος εἶναι ἁρμόδιος καὶ ἐρωτᾷ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μετέχῃ ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν εὐθύνην τῆς δημοσίας τάξεως καὶ νὰ μὴ ἔχῃ δικαίωμα ψήφου; Ἀλλὰ τὴν εὐθύνην τῆς δημοσίας τάξεως τὴν ἔχει πρωτίστως ὁ εἰσαγγελεὺς ἐὰν θέλῃ καὶ ξεύρει νὰ κάμῃ τὸν εἰσαγγελέα. Ἄν διαβάσετε πῶς ἔκαμαν τὸν εἰσαγγελέα εἰς ἐποχὴν ποῦ ὑπῆρχον ὑπουργοί, εἰς τὴν ἐποχὴν π. χ. τοῦ Δημητρακοπούλου, ὅταν ὑπῆρχεν εἰσαγγελεὺς ὁ ἀείμνηστος Σωτηριάδης, ὁ ὁποῖος ἐτίμησε καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ξεύρετε ὅτι δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸ τέλος τοῦ μηνὸς δικογραφία ἐκκρεμής, καθ’ ἥν στιγμὴν τώρα ἀγωνιζόμεθα νὰ εὕρωμεν εἰς ποῖον βιβλίον εἶναι ἐγγεγραμμένη μήνυσις ἐναντίον ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ἀπὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους εἰς τὰς φυλακάς; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητῶμεν προκειμένου περὶ νομοσχεδίου τοιούτου ἂν θὰ εἶναι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὁ μοίραρχος ἢ ὄχι. Ἡ ἐπιτυχία τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ μέτρου ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ πρόσωπα. Εἰς πᾶσαν χώραν ἀλλ’ ἰδίως εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ ποιότης τῶν θεσμῶν κρίνεται ἀπὸ τὴν ποιότητα τῶν προσώπων ποὺ τοὺς ἐφαρμόζουν. Ἄν ὁ νομάρχης εἶναι ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἔχει μέσα του πνοὴν καὶ ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν θὰ ὑπογράφουν ἐκεῖνο ποὺ θὰ προτείνῃ ὁ νομάρχης. Ἄν ὁ νομάρχης δὲν εἶναι ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος πιστεύει εἰς τὴν ἀλήθειαν ἐκείνου τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει, εἶναι βέβαιον ὅτι εἰς τὴν συζήτησιν ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς θὰ νικήσουν, διότι μόνον ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος πιστεύει εἰς τὴν ἀλήθειαν ἐκείνου τὸ ὁποῖον προτείνει εἶναι δυνατὸν νὰ νικήσῃ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀλλάξωμεν τὸ νομοσχέδιον. Ἄς τὸ ἐφαρμόσουν ἔτσι, διότι δὲν πρέπει νὰ φοβούμεθα τοὺς δικαστὰς οὔτε τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους τοὐλάχιστον τώρα, ἀφοῦ ὑπὲρ τὰς κεφαλάς των ὑπάρχει ἡ ἀπειλὴ τῆς ἐξυγιάνσεως καὶ εἶναι ἀδύνατον ὁ δικαστὴς ὅταν θὰ εἰσηγηθῇ ὁ Νομάρχης ὡρισμένην πρότασιν, νὰ μὴ τὴν ἀποδεχθῇ ἂν εἶναι δικαία. Νομίζω ὅτι ὄχι ὁ νομάρχης ἀλλὰ καὶ ὁ τελευταῖος ὑπενωματάρχης ὅταν προτείνῃ τὴν ἐκτόπισιν ἑνὸς προσώπου ἐπικινδύνου εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ δικαστὴς τόσον γενναῖος ὥστε νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν τὸν ἐκτοπίζω ἀλλ’ ἐκτοπίζω ἐμαυτόν. Τὸ νομοσχέδιον ἑπομένως ἂν ψηφισθῇ πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει ἀπορριπτομένης τῆς τροπολογίας. (Χειροκροτήματα).
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Δροσόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§63Γ. ΔΡΟΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα ὑπὸ τὸ κράτος μιᾶς μεγάλης συγκινήσεως, τὴν ὁποίαν μοῦ προκαλεῖ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Τάξεως «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 4 Μαΐου 1946 Ν. Δ. κλπ. «περὶ συστάσεως ἐν ἑκάστῳ Νομῷ Ἐπιτροπῶν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἀσφαλείας». Ἡ συγκίνησίς μου αὕτη προκαλεῖται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐνῷ εὑρίσκω τὰς κυρώσεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου δικαιοτάτας καὶ ἐπιβεβλημένας, ἐνῷ ἡ ψυχή μου ἐπικροτεῖ τὰ μέτρα καὶ παρακολουθεῖ μὲ ἀδιάπτωτον ἐνδιαφέρον τὴν σκληρὰν ὄντως προσπάθειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Τάξεως, ἐν τούτοις ὕψιστα συμφέροντα τῶν νήσων τὰς ὁποίας ἀντιπροσωπεύω καὶ τὸ μέλλον τῶν κατοίκων αὐτῶν, μὲ ἀναγκάζουν νὰ ἐπιμείνω ὅπως πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, λυθῇ τὸ σοβαρώτατον δι’ ἡμᾶς τοὺς νησιώτας πρόβλημα, τοῦ ποῖος δῆλον ὅτι προβλέπεται νὰ εἶναι καὶ πάλιν ὁ τόπος ὁ ὁποῖος θὰ δεχθῇ τὰς θανατηφόρους αὐτὰς κοινωνικὰς τοξίνας. Κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι εὔκολον δι’ ὅσους ἐξ ὑμῶν δὲν κατάγεσθε ἀπὸ νησιωτικοὺς τόπους, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ Ἠπειρωτικὴ Ἑλλὰς ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν, πολὺ συχνὰ δυστυχῶς, ἀπορρίπτει ὅ,τι χειρότερον ψυχικῶς καὶ σωματικῶς ἔχει, δὲν εἶναι, λέγω, εὔκολον νὰ συλλάβετε ὅλην τὴν ἔκτασιν τῆς συμφορᾶς ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη διὰ τῶν ἐξορίστων εἰς τὰς ἁγνὰς ἐκείνας νήσους. Τοξικομανεῖς, διαρρῆκται, παραχαράκται, λαθρέμποροι, ζωοκλέπται, ἔμποροι ναρκωτικῶν καὶ λευκῆς σαρκός, ἐρρίπτοντο πάντοτε ἀνεξετάστως εἰς τὰς νήσους μας, ἐκεῖ ὅπου ἐβασίλευεν ἄλλοτε ἡ κοινωνικὴ πειθαρχία καὶ ὁ ἀλληλοσεβασμός, ἐκεῖ ὅπου αἱ θύραι δὲν εἶχον κλεῖθρα, ἐκεῖ ὅπου ἡ δημοσία τάξις καὶ ἡ ἀσφάλεια μᾶς ἔδιδαν μίαν εἰκόνα ἑλβετικῆς ἢ σκανδιναυϊκῆς εὐνομίας. Καὶ ὅλοι βεβαίως, ἔχετε ἀκούσει περὶ τῆς δυστυχοῦς Ἀνάφης, τῆς ὁποίας τὸ ὄνομα ἔχει καταντήσει πλέον ταὐτόσημον πρὸς τὸ τῆς ἐξορίας. Ἐπίσης περὶ τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος μου, τῆς Μήλου, ὅπου ἐπὶ πληθυσμοῦ 6½ χιλιάδων κατοίκων, ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα, 600 καὶ πλέον ἄτομα τῆς ὑποστάθμης τῆς κοινωνίας, ἐλεηλάτουν τὰ ἀγαθὰ τῶν κατοίκων, διέπρατταν τὰ βδεληρότερα ὄργια καὶ τὸ χειρότερον ὅλον ἐστάλαζαν εἰς τὴν ψυχὴν τῶν ἀθώων νησιωτῶν μας καὶ ἰδίως εἰς τὴν ψυχὴν τῆς νεότητος, τὰ φονικώτερα δηλητήρια, διὰ τὰ ὁποῖα ἐγὼ γνωρίζω πόσον ἐκοπίασεν ὁλόκληρος ἡ ὑγιὴς μερὶς τῆς κοινωνίας μας, ὥστε νὰ τὰ ἐξουδετερώσῃ. Αὐτὰ δὲν εἶναι, κύριοι βουλευταί, ὑπερβολαὶ τοῦ βήματος. Εἶναι γνωστὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ βεβαιώσουν καὶ ἀρκετοὶ ἀπὸ τοὺς παρόντας συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι καὶ αὐτοί, ὄασις βεβαίως ἐν μέσῳ ἐρήμῳ, συνέπεσε κάποτε νὰ ποιοῦνται ἐκεῖ ἀκουσίως τὰς διατριβάς των. Καὶ ἔρχεται πάλιν, μᾶς λέγει τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ἡ σκληρὰ καὶ ἀδήριτος ἀνάγκη, ὥστε νὰ ξαναζήσωμεν τὰς φρικτὰς ἐκείνας ἡμέρας. Νὰ αἰσθανθῶμεν πάλιν τὴν ἀγωνίαν τῆς ἀνησυχίας. Νὰ ὑποστῶμεν τὰ δαγκάματα τῶν ἐχιδνῶν, νὰ ἀποσυντεθῇ ἡ οἰκογένεια καὶ ἡ κοινωνία εἰς τὰς νήσους... Ἔ! λοιπόν, ὄχι! κύριοι βουλευταί. Φθάνει πιὰ διὰ τὰς Κυκλάδας αὐτὸ τὸ μαρτύριον. Τὸ 1913 καὶ 1914 εἴχαμε τοὺς Τούρκους αἰχμαλώτους. Τὸ 1916 ἕως τὸ 1918 εἴχαμε συμμαχικὰ στρατεύματα. Σενεγαλέζους καὶ τὰς πάσης πανσπερμίας ἀποικιακὰς ἐφεδρείας. Ἀπὸ τὸ 1922 καὶ μετέπειτα εἴχαμε διαρκῶς ἐκτοπιζομένους διαφόρους κακοποιούς. Ἀπὸ τοῦ 1936 μέχρι τοῦ 1940 μᾶς ἔστελλε τὸ Κράτος ὅλα τὰ κοινωνικὰ ἀποβράσματα τῶν πόλεων, περὶ τῶν ὁποίων σᾶς ὡμίλησα, καὶ τέλος ἡ σκληρὰ τύχη τοῦ πολέμου μᾶς ἐπεφύλαξεν ἀπὸ τοῦ 1941 μέχρι τοῦ 1944 (ἐξαιρετικῶς δὲ διὰ τὴν Μῆλον καὶ μέχρι τοῦ Μαΐου τοῦ 1945) τὴν πλέον ἀνάλγητον κατοχήν, ὥστε ὁ δείκτης τῆς θνησιμότητος εἰς μερικὰς ἀπὸ τὰς νήσους, νὰ ὑπερακοντίσῃ συγκριτικῶς εἰς ἀπωλείας καὶ αὐτὸν τὸν δείκτην τῆς σκληρῶς δοκιμασθείσης πρωτευούσης. Ἐξεγείρεται λοιπὸν ἡ ψυχή μας ὅταν εἰς ἕνα τόσον βεβαρημένον εἰς θυσίας παρελθόν, ἔρχεται τώρα νὰ μᾶς προστεθῇ καὶ ἕνα τόσον δυσάρεστον εἰς προοπτικὴν μέλλον. Καὶ διαμαρτύρομαι δι’ ὅλης τῆς ψυχῆς μου κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν Ἐπιτροπῶν Ἀσφαλείας, αἱ ὁποῖαι ἤρχισαν ἤδη νὰ μᾶς στέλλουν καθ’ ὁμάδας, ὅλους τοὺς ἀνεπιθυμήτους τῶν πόλεων καὶ τῆς ὑπαίθρου. Ἀγανακτεῖ ἡ ψυχή μου ὅταν σκέπτωμαι, ὅτι καὶ τώρα ὅπως καὶ πάντοτε, τὸ Κράτος ἀπορρίπτει, ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ, τὰ κοινωνικά του ἀπορρίμματα εἰς τὰς νήσους μας, ἐνῷ θὰ ὑπῆρχε μία λύσις ἐὰν κατεβάλετο προηγουμένως σκέψις καὶ φροντὶς ὥστε νὰ δημιουργηθῇ εἰς τὰς Κυκλάδας ἔστω ἢ ἀλλαχοῦ μία συγχρονισμένη ἐγκατάστασις, ἑνὸς τοιούτου ψυχικοῦ λοιμοκαθαρτηρίου. Διότι, ἐὰν δὲν κρίνεται σήμερον κατάλληλος διὰ τοιούτους σκοπούς, ἡ καὶ ἄλλοτε χρησιμοποιηθεῖσα Μακρόνησος, εἰς τὰς Κυκλάδας ἔχομεν μίαν νῆσον ἀκατοίκητον μέν, ἀλλὰ μεγάλην, μὲ νερὸ καὶ μὲ ἔδαφος προσφερόμενον εἰς τὴν καλλιέργειαν. Τὴν Γύαρον (κοινῶς Γιοῦρα). Καὶ τώρα ἀκόμη, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνουν ἐπειγόντως ἔργα ἐγκαταστάσεως πολλῶν ἑκατοντάδων ἀτόμων ἐπὶ τῆς νήσου αὐτῆς. Ἀρκεῖ νὰ κινηθῇ τὸ Κράτος ταχέως καὶ ὄχι νὰ μετατοπίζῃ τὸ βάρος τὸ ὁποῖον ἔχει καθῆκον νὰ φέρῃ στοὺς ὤμους του, ἐπὶ τῶν ὤμων τῶν δυστυχῶν πολιτῶν του. Κύριοι βουλευταί, θὰ ἔχετε βεβαίως ὅλοι ἐκτιμήσει, ὅτι μία μικρὰ ὁμὰς βουλευτῶν, ἡμεῖς οἱ Κυκλαδῖται, οὐδέποτε κατεχράσθημεν τῆς ὑπομονῆς σας, διότι οὐδέποτε ἐφανατίσθημεν. Ἡ δὲ Κυβέρνησις τῆς ὁποίας εἴμεθα ὀπαδοί, ὅτι οὐδέποτε εἴμεθα δι’ αὐτὴν φορτικοὶ φίλοι. Πειθαρχημένοι, πιστοὶ εἰς τὴν φιλίαν μας καὶ συνεπεῖς πάντοτε πρὸς τὰς ἀρχάς μας, τὴν ἀκολουθοῦμεν ἀδιστάκτως, εἰς τὸν δημιουργικὸν δρόμον της. Πέραν ὅμως αὐτοῦ ὅταν ἀναιτίως καὶ ἀδίκως τὰ νησιά μας διατρέχουν τοιούτους κινδύνους, ἐκ πεπλανημένων ἀντιλήψεων, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δηλώσω, καὶ ὁμιλῶ μόνον δι’ ἐμαυτόν.
§64Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἀντιπροσωπεύει ὁ κ. συνάδελφος ὅλων ἡμῶν τὴν γνώμην.
§65Γ. ΔΡΟΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλῶ ὅτι ὑπάρχουν καὶ σαφῆ ὅρια τῆς λαϊκῆς ἐντολῆς τὴν ὁποίαν ἔλαβον, τὰ ὁποῖα δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ ὑπερβῶ. Καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, τῆς διασπορᾶς πάλιν εἰς τὰς Κυκλάδας τῶν κομμουνιστῶν, τοῦ κακοῦ αὐτοῦ σπόρου τῶν κοινωνικῶν ζιζανίων δὲν εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον θὰ μοῦ συγχωρηθῇ ἀπὸ τοὺς ἐντολεῖς μου, ἐὰν κατ’ αὐτοῦ δὲν ἀντιτάξω ἄμυναν, καλῶν εἰς ἑνιαῖον μέτωπον καὶ τοὺς ἄλλους ἑπτὰ βουλευτὰς τῶν Κυκλάδων, ἀσχέτως τοῦ εἰς ποίαν παράταξιν εὑρίσκεται ἕκαστος. Προτοῦ δὲ κατέλθω τοῦ βήματος, κάμνω καὶ τὴν ἑξῆς δήλωσιν. Δὲν καταψηφίζω τὸ νομοσχέδιον, διότι τοῦτο θὰ ἦτο ἀντεθνικόν, ὅταν οἱ ἐχθροὶ τῆς πατρίδος λυμαίνωνται τὴν ὕπαιθρον, ὅταν καὶ μέσα εἰς τὰς πόλεις μας αἱμάσσει ὁ ἐθνικόφρων πληθυσμός. Ζητῶ μόνον τὸν περιορισμὸν τῶν Ἐπιτροπῶν Ἀσφαλείας, ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν τοῦ τόπου τῆς ἐκτοπίσεως τῶν κακοποιῶν καὶ συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἑτοιμάσῃ κατεπειγόντως μίαν ἢ δύο ἀκατοικήτους νησίδας, πρὸς ἐγκατάστασιν τῶν ἐκτοπιζομένων ἀτόμων. (Χειροκροτήματα).
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δημοσίας Τάξεως Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§67Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοθετικὸν διάταγμα ἔχει βέβαια τὴν προϊστορίαν του. Πρὶν ἢ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν συνεζητήθη ἐν ὅλαις ταῖς λεπτομερείαις του ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ ἐξητάσθη κατὰ πόσον θὰ ἔπρεπε ἢ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ δοθῇ μείζων βαρύτης εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς Ἀσφαλείας ἢ εἰς τὴν Δικαστικὴν ἐξουσίαν. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον τότε κατέληξεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὀφείλει, τῷ ὄντι, νὰ δοθῇ μείζων ἀποφασιστικὴ βαρύτης εἰς τὴν Δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἦτο ἀκριβῶς ὅ,τι ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος εἶχε διδάξει, ὅτι ἡ ἀποφασιστικὴ γνώμη ὄχι εἰς δικαστικὰ ὄργανα ἀνεξάρτητα ἀλλὰ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, θὰ ἦτο ἐνδεχομένως δυνατὸν νὰ ὁδηγήσῃ εἰς καταχρήσεις, καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ πάσης ἀπόψεως θὰ ἦσαν ἀνεπιθύμητοι. Τὸ ἐπιχείρημα τῆς παρουσίας δικαστικῶν προφανῶς μὴ ἐπιτελούντων τὸ ἐθνικόν τους καθῆκον, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ τὸν βαρύνοντα παράγοντα διὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐὰν ἡ Δικαστικὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία καὶ διεθνῶς ἀναγνωρίζεται, εἰς ποῖον ὕψος εὑρίσκεται ἐν Ἑλλάδι, ἐμφανίζεται ἐν ταῖς λεπτομερείαις εἰς σπανίας ἀληθῶς περιστάσεις, μὴ ἀνταποκρινομένη πρὸς ὅ,τι ἀναμένει ἀπὸ αὐτὴν ἡ Πολιτεία, βεβαίως αὐτὸ δὲν δύναται νὰ χαρακτηρίσῃ ἐν συνόλῳ τὸν Δικαστικὸν κόσμον καὶ δὲν νομίζω ὅτι μπορεῖ νὰ ἀποτελέσῃ ἐπιχείρημα, διὰ νὰ λείψῃ ἡ ἰδιάζουσα ἐμπιστοσύνη πρὸς τοὺς λειτουργοὺς τῆς δικαιοσύνης, ἐμπιστοσύνης, ἡ ὁποία καὶ εἰς αὐτὸ τὸ λεπτὸν ἔργον ἀποδεικνύεται πόσον μεγάλη εἶναι καὶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ γενικώτερον ἀπὸ τὴν Κοινωνίαν. Τὸ ὅτι ἡ φωνὴ τῆς καταδιωκούσης ἀρχῆς δὲν πρόκειται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ αὐτὸ δὲν νομίζω, ὅτι εὐσταθεῖ, διότι εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν δὲν εἶναι θέμα ἀριθμοῦ ψήφων, ἀλλὰ εἶναι θέμα ἐξονυχιστικῆς συζητήσεως καὶ ἢ ὑπάρχει ὄντως ἡ ἀνάγκη, ὅπως πρόσωπα ὑποστοῦν τὰς συνεπείας τῆς καταδίκης ἀπὸ αὐτὴν τὴν Δικαστικοδιοικητικὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νομίζω καὶ ὁ εἰσηγητὴς εἶναι εἰς θέσιν νὰ παρατάσσῃ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ὁδηγήσουν εἰς τὴν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν ἢ ἡ εἰσήγησις δὲν θὰ εὐσταθῇ καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἴτε συμμετέχει εἴτε δὲν συμμετέχει μετ’ ἀποφασιστικῆς ψήφου, δὲν παραβλέπεται ἡ οὐσία τοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραγνωρισθῇ καὶ τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἐν ταῖς περιπτώσεσιν αὐταῖς ὑπάρχει ὄντως καὶ εἷς διάδικος ἢ μᾶλλον δύο καὶ ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἶναι ὁ ἐγκαλούμενος καὶ ἀφ’ ἑτέρου φυσικὰ ὁ ἐγκαλῶν. Ἡ συμμετοχὴ τοῦ ἐγκαλοῦντος εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐκτοπίσεως, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν σοβαρῶς νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἀνταποκρίνεται γενικῶς πρὸς τὸν σεβασμὸν τῶν γενικῶν ἀρχῶν τῶν διαδίκων καὶ τοῦ δικαίου.
§68ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ Γενικὴ Ἀσφάλεια ἔχει θέσιν ἀντιδίκου εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν;
§69Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Κύριοι συνάδελφοι, ἐφ’ ὅσον γνωρίζομεν ὅτι αὐτὴ ἔχει θέσιν εἰσηγητοῦ καὶ ἡ εἰσήγησις δὲν εἶναι βεβαίως εἰς πρῶτον βαθμὸν εἰσήγησις ἀπαλλαγῆς ἀλλὰ εἶναι εἰσήγησις παραπομπῆς, εἶναι φυσικὸν ὅτι ἐν προκειμένῳ, καταδικάζουσα ἀρχή, εἶναι ὁ εἰσηγούμενος ἐκπρόσωπος τῆς Χωροφυλακῆς καὶ τῆς Ἀστυνομίας, ἄλλως δὲν θὰ ὑπῆρχεν οὐδεὶς λόγος νὰ προσάγῃ τὸ θέμα πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀσφαλείας. Πρὶν μὲ διακόψῃ ὁ κ. συνάδελφος ἤθελα νὰ εἴπω καὶ τοῦτο πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Μετὰ τὴν δημοσίευσιν ἀπὸ τὸν τύπον τοῦ ἀναγκαστικοῦ νόμου, τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, ἐγένετο παρὰ τὰς τροποποιήσεις, παρὰ τὴν μείζονα βαρύτητα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, παρὰ τὸ ἀνεξάρτητον καὶ τὸ γεγονὸς τῆς δυνατότητος τῆς κρίσεως καὶ εἰς δεύτερον βαθμόν, ὁλόκληρος, δὲν θὰ διστάσω νὰ εἴπω, συκοφαντικὴ ἐκστρατεία ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ ἐναντίον τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐχρειάσθη λεπτομερής, διὰ μέσου τῶν γραφείων Τύπου, ἀνάπτυξις καὶ ἀνασκευὴ τῶν ἐπιχειρημάτων, διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἡ, οὕτως εἰπεῖν, ἐκ μέρους τῶν ἀντικειμενικῶν κριτῶν, τῶν ἀνεπηρεάστων κριτῶν, ἀναγνώρισις, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, προβᾶσα εἰς τὴν λῆψιν τῶν μέτρων αὐτῶν, δὲν ἐμφορεῖται ἀπὸ πνεῦμα ἐκδικήσεως ἢ περιστολῆς τῶν ἐλευθεριῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐπιδιώκει νὰ διασφαλίσῃ τὸ σύνολον τῆς Ἑλληνικῆς Κοινωνίας ἐναντίον ὡρισμένων στοιχείων ἀναρχικῶν καὶ ἀνατρεπτικῶν.
§70Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Λέγω τὸ ἑξῆς: ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ κάποια ἀντίδρασις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς προπαγανδιστικὰς ὑπηρεσίας, τὰς συκοφαντούσας τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, καὶ ὄχι νὰ σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ συμμορφωθῇ πρὸς αὐτάς.
§71Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Κάμνετε ἕνα οὐσιαστικὸν λάθος. Εἴπατε ὅτι ἔσπευσεν ἡ Κυβέρνησις νὰ συμμορφωθῇ. Ἐγὼ σᾶς εἶπον τὸ ἀντίθετον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐξέδωκε τὸν νόμον τὸν ἀναγκαστικὸν καὶ κατόπιν ἐξαπελύθη ἡ ἐπίθεσις.
§72Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἐτροποποίησεν ὑπάρχοντα νόμον καὶ τὸν ἐτροποποίησεν ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστερον, δὲν εἶναι ἔτσι;
§73Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Ὄχι ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστερον.
§74Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Εἰς μίαν ἐποχὴν ποὺ ἡ δημοσία ἀσφάλεια εὑρίσκετο εἰς ὃ σημεῖον εὑρίσκεται, ἀποκλείετε τὴν Χωροφυλακὴν νὰ ἔχῃ ψῆφον.
§75Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Σᾶς ἐρωτῶ, ἔχετε τὴν ἀντίληψιν, ὅτι εἰς θέματα ἐκτοπίσεως τοσαύτης σοβαρότητος πρόκειται περὶ ζητήματος ψηφοφορίας ἢ ζητήματος ἐρεύνης τῆς οὐσίας;
§76Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὁμιλοῦμεν ἐπὶ μιᾶς καταστάσεως γνωστῆς πλέον. Διατὶ ἐλήφθησαν τὰ μέτρα αὐτά; Διότι ἡ Δημοσία ἀσφάλεια ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται, δὲν θὰ ἔπρεπε τὰ μέτρα νὰ εἶναι δραστικώτερα; Τὶ σημαίνουν οἱ νόμοι; Οἱ νόμοι ἐκπροσωποῦν τὴν κοινωνικὴν ἀντίληψιν ὡρισμένων ἐποχῶν. Ὁ νόμος αὐτὸς εἰς τὰ 1923 ἦτο καλός, εἰς τὰ 1936 ἦτο κακός, εἰς τὰ 1946 πρέπει νὰ γίνῃ αὐστηρότερος. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἐπιεικῆ μέτρα εἰς τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ κατάστασις ἀπὸ ἀπόψεως δημοσίας τάξεως ἔφθασεν εἰς αὐτὸ τὸ κρίσιμον σημεῖον; Καὶ πολὺ ὀρθῶς σᾶς ἐλέχθη ὅτι ἡ τροποποίησις αὐτὴ εἶναι ἄντικρυς ἀντίθετος πρὸς τὰ ἔκτακτα μέτρα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ἐζητήσατε ἀπὸ τὴν Βουλὴν αὐτήν.
§77Δ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐπειδὴ ἔχομεν ἕνα χρόνον ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου αὐτοῦ, ὡς ἐτροποποιήθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, μπορεῖτε νὰ μᾶς διαβεβαιώσητε ὅτι εἶσθε ἱκανοποιημένος ἀπὸ τὴν λειτουργίαν τῶν Ἐπιτροπῶν Ἀσφαλείας, ὡς συντίθενται διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ;
§78Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Λοιπόν, κύριοι βουλευταί, λέγεται ὅτι τροποποιεῖται ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστερον. Τὴν ἄποψιν αὐτὴν ἐγὼ δὲν τὴν δέχομαι διότι, ὅταν οἱ δικαστικοὶ πράγματι ἐκτελοῦν τὸ καθῆκόν των, ὅπως τουλάχιστον ἐγὼ πιστεύω ὅτι τὸ ἐκτελοῦν κατὰ 95, δύναμαι νὰ εἴπω, τοῖς ἑκατόν, δὲν παραδέχομαι ὅτι ὑπάρχει ἐκ μέρους τῆς Δικαστικῆς ἐξουσίας ἐπιείκεια διὰ πράξεις, αἱ ὁποῖαι προβλέπονται ἀπὸ τὰς Ἐπιτροπὰς Ἀσφαλείας.
§79Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ἔλλειψις θάρρους, κύριε Ὑπουργέ.
§80Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Καὶ ἡ μέχρι τοῦδε ἐφαρμογὴ τοῦ μέτρου ἀπέδειξεν ὅτι, ἀσφαλῶς οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ δὲν στεροῦνται θάρρους διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μέτρου αὐτοῦ. Ἐὰν ὑπάρχουν περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι πιθανὸν νὰ ὑπάρχουν, κατὰ τὰς ὁποίας οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ δὲν ἐκτελῶσιν τὸ καθῆκόν των, διὰ νὰ θέσουν εἰς ἐφαρμογὴν αὐτὸ τὸ σοβαρώτατον μέτρον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει αὐτὸ εἶναι παράλειψις καθήκοντος, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοποθετῆτε ἐδῶ ὅτι οἱ δικαστικοὶ λειτουργοί, ἀφοῦ ἀναγνωρίζετε ὅτι εὑρίσκονται εἰς ὃ ὕψος εὑρίσκονται, δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἔχουν τὴν ἀποφασιστικὴν γνώμην, τὴν ἀδέκαστον ἀποφασιστικὴν γνώμην, προκειμένου περὶ θεμάτων τοσαύτης σοβαρότητος. Αὐτή, κύριοι βουλευταί, ὑπῆρξεν ἡ σειρὰ τῶν σκέψεων, ἡ ὁποία ὡδήγησε τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ νὰ τροποποιήσῃ τὰς διατάξεις τοῦ Ἰδιωνύμου, διότι οὐσιαστικῶς περὶ αὐτοῦ πρόκειται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Νομίζω, ὅπως θὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅτι βέβαια, τὸ πρῶτον καὶ κύριον θέμα καὶ καθῆκον εἶναι, νὰ καταβληθῇ πᾶσα προσπάθεια διὰ παντὸς δυνατοῦ τρόπου, διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ τάξις. Ἀλλὰ νομίζω, κύριοι βουλευταί, καὶ τὸ νομίζω ἐν πλήρει συνειδήσει τῆς εὐθύνης τῆς Ὑπουργικῆς, ὅτι, τότε μόνον ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία προσφέρει πραγματικὴν ἐθνικὴν ὑπηρεσίαν, ὅταν, εἰς τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα εἰσηγεῖται, λαμβάνει πάντοτε ὑπ’ ὄψει τὴν συνισταμένην ὅλων ἐκείνων τῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα πραγματικῶς ἐφάπτονται τῆς Ἑλληνικῆς πραγματικότητος.
§81Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὀρθότατα.
§82Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Καὶ αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ βαθυτέρα πολιτικὴ σκέψις, ἡ ὁποία ὡδήγησε τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ νὰ ἐμφανίσῃ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ὑπὸ ταύτην τὴν μορφὴν τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοθετικὸν διάταγμα. Δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, μέ τινας τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἀμέσως θὰ εἰσηγηθῶ, ἀφορώσας λεπτομερείας τῶν ἄρθρων, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν οὐσιώδη αὐτὴν μεταβολήν, διότι ἐγὼ πιστεύω, καὶ δύναμαι νὰ νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ πιστεύω, ὅτι μόνον κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν ἐξασφαλίζεται πράγματι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα αὐτό, τὸ ἐθνικὸν συμφέρον, ἀπὸ πάσης πλευρᾶς. Αἱ τροπολογίαι τὰς ὁποίας ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, εἶναι αἱ κάτωθι: Ὑπάρχουν περιπτώσεις, κύριοι συνάδελφοι, ὅπου, ὡρισμένα Πρωτοδικεῖα δὲν λειτουργοῦν εἰς ὡρισμένους Νομούς, εἴτε διότι δὲν ἱδρύθησαν, εἴτε διότι δὲν ὑπάρχουν ἐπαρκεῖς δικασταί, διὰ διαφόρους αἰτίας, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ μὴ λειτουργία τοῦ Πρωτοδικείου εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Νομοῦ, δημιουργεῖ βέβαια ἀδυναμίαν τῆς συγκροτήσεως τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀσφαλείας, τῆς πρωτοβαθμίου. Δι’ αὐτὸ προστίθεται εἰς τὸ ἄρθρον 1 μία δευτέρα παράγραφος ἔχουσα οὕτω: «Ὅταν εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Νομοῦ.... (ἀναγινώσκει).....».
§83Χ. ΛΑΔΑΣ. Μόνον ἀλλάξατε τὸ «ἕδρα τοῦ Νομοῦ» καὶ κάμετέ το «πρωτεύουσα τοῦ Νομοῦ», διότι εἰς τὸ νομοσχέδιον ἀναφέρεται, πρωτεύουσα τοῦ Νομοῦ, ἐνῷ ἡ τροπολογία σας δὲν ὁμιλεῖ περὶ πρωτευούσης τοῦ Νομοῦ.
§84Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Μάλιστα. «Ὅταν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Νομοῦ...... (ἀναγινώσκει)......».
§85Χ. ΑΛΕΤΡΑΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιαύτη περίπτωσις.
§86Χ. ΛΑΔΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἔχει δίκαιον διὰ τὸν Νομὸν Θεσπρωτίας. Ὁ Νομὸς οὗτος εἶναι ὁ μόνος Νομὸς ποὺ δὲν ἔχει Πρωτοδικεῖον. Ἐπίσης καὶ ὁ Νομὸς Κιλκὶς δὲν ἔχει.
§87Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Ὅπου ὑπάρχει.
§88Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Νὰ εἴπωμεν: τῆς ἕδρας τοῦ Πρωτοδικείου ἢ τοῦ Νομοῦ.
§89Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Ἡ οὐσία τῆς τροπολογίας εἶναι αὐτή. Εἰς τὴν παράγρ. 2 τοῦ ἄρθρου 2, ἐν τῷ κειμένῳ ὑπάρχει ἡ διατύπωσις «κατὰ τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς». Ἡ λέξις «τοιαύτης» πρέπει νὰ διαγραφῇ καὶ τοῦτο, διότι ἑρμηνεύεται ὅτι μόνον κατὰ τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως χωρεῖ ἔφεσις, ἐνῷ ὑπάρχει περίπτωσις, καὶ ὁ εἰσηγούμενος ἐκπρόσωπος τῆς χωροφυλακῆς ἢ τῆς ἀστυνομίας —ἂν πρόκειται περὶ πόλεως —νὰ θέλῃ νὰ ἐφεσιβάλῃ τὴν ἀπόφασιν.
§90Χ. ΛΑΔΑΣ. Καὶ αὐτὸ εἶναι μία ἐγγύησις πάρα πάνω.
§91Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Εἶναι μία ἐγγύησις ἐπὶ πλέον. Ἑπομένως, κατὰ πάσης ἀποφάσεως χωρεῖ ἔφεσις εἴτε ὑπὸ τοῦ καταδικασθέντος, πρωτοβαθμίως, εἴτε ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ, τοῦ ἀνακινοῦντος εἰσηγητοῦ.
§92Χ. ΛΑΔΑΣ. Εἶναι καὶ σαφέστερον.
§93Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Ἡ διατύπωσις εἶναι: «....κατὰ τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως».
§94Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. «Κατὰ τῆς ἀποφάσεως».
§95Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Κατὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς..........κλπ. Τὸ «τοιαύτης» διαγράφεται. Εἰς τὸ ἄρθρον 2 προστίθεται παράγρ. 5η τὴν ὁποίαν θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ τὴν ἀναπτύξω δι’ ὀλίγων, διότι ἡ τροπολογία αὐτὴ συμφωνεῖ ἀπολύτως μὲ τὰ ὅσα δεδικαιολογημένως, νομίζω, ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Κυκλάδων πρὸ ὀλίγου. Κύριοι βουλευταί, δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι τὸ θέμα τῆς ἐκτοπίσεως ἀτόμων ἐπικινδύνων διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν δὲν εἶναι δυστυχῶς, τόσον ἁπλοῦν. Διότι, βεβαίως, λόγῳ τῆς δράσεώς των ὡρισμένα ἄτομα, δύναμαι νὰ τὰ χαρακτηρίσω ἄνευ δισταγμοῦ «ἐγκληματίαι», παρίσταται ἀνάγκη νὰ ἀπομακρυνθοῦν βιαίως ἀπὸ τὰ μέρη ὅπου δροῦν ἐγκληματικῶς. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ἡ δολία των προαίρεσις δὲν ἐξακολουθεῖ νὰ ὑφίσταται καί, κατὰ συνέπειαν, ἐκεῖ ὅπου θὰ μεταβοῦν μεταφέρουν, ἀτυχῶς τὸ δηλητήριον καὶ τὸ μίασμα. Καὶ ἐγεννήθη ἐκ τῶν κ. κ. συναδέλφων οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν τύχην αἱ περιφέρειαί των, νὰ μὴ ὑποφέρουν ἀπὸ τοιούτου εἴδους ἐγκληματικὰς ἐνεργείας. Διατὶ αἱ περιφέρειαι αὐταὶ θὰ πρέπει ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ μέτρου αὐτοῦ νὰ ὑποστοῦν τὰς συνεπείας τοῦ μιάσματος αὐτοῦ; Ἀλλ’ ἐνῷ αὐτὴ εἶναι ἡ ὠμὴ πραγματικότης καὶ δὲν χωρεῖ ἀμφιβολία ὅτι καὶ τὸ αἴτημα καὶ ἡ ἐμφάνισίς του εἶναι καὶ ὀρθολογιστικὴ καὶ δικαίως ἐγεννήθη εἰς ἐμέ, ὡς ἁρμόδιον Ὑπουργόν, τὸ μέγα πρόβλημα νὰ ἀντιμετωπίσω τὶ θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ εὕρομεν μίαν πρώτην ἐνδιάμεσον λύσιν καὶ θὰ ἐπακολουθήσῃ, νομίζω, καὶ δευτέρα τοιαύτη. Ἡ πρώτη ἐνδιάμεσος λύσις, τῆς ὁποίας ἀκριβῶς τὸ ἀντικείμενον εἶναι ἡ προστιθεμένη παράγραφος εἶναι δηλαδὴ ἡ προτεινομένη τροπολογία διὰ τῆς ὁποίας αἱ δευτεροβάθμιοι Ἐπιτροπαὶ τῶν Ἐφετείων, ὄχι τῶν Ἐφετείων ποὺ ἐκτοπίζουν, ἀλλὰ τῶν Ἐφετείων τοῦ τόπου ὅπου μεταβαίνουν οἱ ἐκτοπιζόμενοι, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξειδικεύσουν, ἐντὸς τῆς περιφερείας τοῦ Ἐφετείου, τὸν τόπον τῆς παραμονῆς τῶν ἐκτοπιζομένων. Καὶ διὰ νὰ εἶμαι σαφέστερος, μετὰ τὴν διαδικασίαν τὴν πρωτοβάθμιον καὶ δευτεροβάθμιον, ἐκτοπίζεται ὁ καταδικασθεὶς τελεσιδίκως καὶ μεταβαίνει, φέρ’ εἰπεῖν, εἰς ἕνα τόπον· ὁρίζεται διὰ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς καὶ ὁ τόπος. Κατὰ τοῦτο μετεβλήθη ἄλλωστε, καὶ ἡ μέχρι τοῦδε διαδικασία διότι ἄλλοτε ὁ Ὑπουργὸς καθώριζε τὸν τόπον καὶ ἠδύνατο μάλιστα αὐτὸ νὰ ἀποτελέσῃ καὶ ἀντικείμενον μιᾶς κάποιας ὑπερβασίας. Ἄν ὅμως, διὰ λόγους ἀσφαλείας ἀλλὰ καὶ οἰκονομικούς, ἀκόμη, διότι καὶ τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα δὲν εἶναι μικρὸν πρόβλημα, ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα αὐτό, θεωρήσῃ ὅτι ἡ διασπορὰ ἐντὸς τῆς περιφερείας καὶ διὰ λόγους ἀσφαλείας ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλους ἀκόμη, εἶναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὴν Δημοσίαν Τάξιν, δικαιοῦται αὐτὴ νὰ ἐξειδικεύσῃ—κατὰ τὴν ἔννοιαν ὅτι δὲν δύναται τὸν ἐκτοπιζόμενον νὰ τὸν θέσῃ ἐκτὸς τῆς περιφερείας τοῦ Ἐφετείου διότι, οὕτω, θὰ εἴχομεν ἀνατροπὴν τῆς ἀποφάσεως μὲ συνέπειαν διαρκῶν μετακινήσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἁπλῆ ὑπόθεσις. Ἀλλὰ μόνον ἐντὸς τῆς περιφερείας τοῦ Ἐφετείου—νὰ δύναται νὰ ἐξειδικεύσῃ τὸν τόπον τῆς παραμονῆς τῶν καταδικασθέντων τελεσιδίκως εἰς ἐκτόπισιν. Ἡ τροπολογία ἡ προβλέπουσα τὸ θέμα τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέπτυξα, ἔχει οὕτω: «παρ. 5 ἄρθρου 2. Ἡ δευτεροβάθμιος Ἐπιτροπὴ τοῦ τόπου...... (ἀναγινώσκει)........ περιφερείας». Αὐτὴ εἶναι ἡ τροπολογία. Ἡ ἄλλη λύσις εἶναι, βεβαίως ἀστικῆς ὑφῆς καὶ ἴσως ἤδη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἔχῃ καταλήξει εἰς συγκεκριμένας ἀποφάσεις διὰ τὴν παράκαμψιν τῶν ἐλαττωμάτων τῆς ὅλης αὐτῆς διαδικασίας, περὶ τῶν ὁποίων, ἐλαττωμάτων, σεῖς ὡμιλήσατε προηγουμένως. Δὲν εἶναι, συνεπῶς, ἁρμοδιότης ἐμοῦ νὰ προβῶ εἰς δηλώσεις ἐπὶ τοῦ θέματος. Εἰς τὸ τέλος τῆς παραγρ. 3 τοῦ ἄρθρου 3 ἐπέρχεται μία σύγκρουσις ἁρμοδιοτήτων, τὴν ὁποίαν θὰ ἄρῃ μία τροπολογία τὴν ὁποίαν ἐμφανίζω αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Δηλαδὴ ἐπειδὴ ὑπάρχουν περιφέρειαι ὅπου ὑπάρχει καὶ Ἀστυνομία Πόλεων καὶ Χωροφυλακή, γεννᾶται σύγκρουσις ἁρμοδιοτήτων κατὰ τὴν ἔννοιαν: Ποῖος θὰ εἶναι ὁ ἁρμόδιος εἰσηγητής. Ἡ προσθήκη εἰς τὴν παράγρ. 3 τοῦ ἄρθρου 3, διὰ τῆς ὁποίας διευκρινίζεται αὐτὴ ἡ ἐνδεχομένη ἀσάφεια, ἔχει οὕτω: Μετὰ τὴν λέξιν «ὁ οἰκεῖος ἀστυνομικὸς διευθυντὴς» προστίθεται «ἀποκλειστικῶς διὰ τὰς ὑποθέσεις τῆς δικαιοδοσίας τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων· εἰς πάσας τὰς λοιπὰς ἡ ἁρμοδιότης ἀνήκει εἰς τὸν οἰκεῖον ἐκπρόσωπον τῆς Χωροφυλακῆς».
§96Χ. ΛΑΔΑΣ. Σωστό. Εἰς τὸν ἀριθμὸν 4 ὅμως, κύριε Ὑπουργέ, λέγω ὅτι αἱ πρωτοβάθμιοι καὶ δευτεροβάθμιοι Ἐπιτροπαί, συγκαλούμεναι ἐπιμελείᾳ τοῦ προέδρου, ὑποχρεοῦνται νὰ ἀποφαίνωνται ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς σχετικῆς προτάσεως, αἱ πρωτοβάθμιοι, ἀπὸ τῆς συζητήσεως δὲ αἱ δευτεροβάθμιοι. Πότε θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις ἐνώπιον τῆς δευτεροβαθμίου λείπει.
§97Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Ναί, κ. συνάδελφε, αὐτὴ εἶναι μία παρατήρησις, ἡ ὁποία, βεβαίως, ἔχει τὴν βάσιν της, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καθορισθῇ.
§98Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἀφ’ ἧς περιέλθῃ εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν, ὥστε νὰ τὸν ἐξαναγκάσωμεν νὰ τὴν δικάσῃ.
§99Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Πῶς θὰ ἦτο, κύριε συνάδελφε, κατὰ τὴν γνώμην σας ἡ διατύπωσις τότε;
§100Χ. ΛΑΔΑΣ. Συνέχεια: «ἀπὸ τῆς συζητήσεως δὲ αἱ δευτεροβάθμιοι, ἥτις συζήτησις γίνεται ὑποχρεωτικῶς ἐντὸς πενθημέρου, ἀφ’ ἧς περιέλθῃ ἡ δικογραφία εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν».
§101Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Ἄν ἡ Βουλὴ κατ’ ἀρχὴν δέχεται τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν δέχομαι καὶ ἐγώ.....
§102ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Σωστό.
§103Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Κύριε συνάδελφε ἐξ Ἀθηνῶν, θέλετε νὰ κάμετε τὴν διατύπωσιν;
§104Χ. ΛΑΔΑΣ. Θὰ τὴν κάμω καὶ θὰ σᾶς τὴν δώσω.
§105Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Πέραν τῶν τροπολογιῶν αὐτῶν δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει τίποτε ἄλλο, τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ προστεθῇ, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
§107Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπικαλοῦμαι ἰδιαζόντως καὶ ἐξαιρετικώτατα τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς κάτι. Ἡ κυριωτάτη διαφορὰ μεταξὺ ἀνθρώπων καὶ κτηνῶν εἶναι, ὅτι οἱ ἄνθρωποι δημιουργοῦν ἱστορίαν ἐνῷ τὰ κτήνη οὐχί. Οἱ ἄνθρωποι διδάσκονται ἀπὸ τὴν ἱστορίαν, ἐνδιαφέρονται νὰ προστατεύσουν τὸ παρὸν καὶ φιλοδοξοῦν νὰ ἐξασφαλίσουν καλύτερον μέλλον. Ὅταν, λοιπόν, δὲν ἀναγώμεθα εἰς τὴν ἱστορίαν, δὲν διδασκόμεθα ἀπὸ τὰ παρελθόντα, δὲν εἴμεθα ἄξιοι τῆς ὀνομασίας τῶν ἀνθρώπων. Ἑπομένως, κατὰ Ἐπιστήμην, κατὰ στοιχειώδη λογικήν, πρέπει νὰ ἀνατρέχωμεν εἰς τὴν ἱστορίαν, νὰ διδασκώμεθα ἀπὸ τὰ παρελθόντα, διὰ νὰ ἐξασφαλίσωμεν καλύτερον τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον. Μελετῶν τὴν ἱστορίαν καὶ περὶ τοῦ θεσμοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, κ. βουλευταί, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν πείθομαι, ὅτι τοιοῦτοι θεσμοὶ ὠφελοῦν. Νομίζω, ὅτι θεσμὸς τοιοῦτος ἀνέτρεψε τὴν μεγάλην πολιτικὴν ἐπιτυχίαν τῶν δύο Ἠπείρων καὶ τῶν πέντε θαλασσῶν. Αἱ ἀπειράριθμοι ἐκτοπίσεις μᾶς κατήντησαν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1920. Ἐν τούτοις ἐγώ, ἀνήκων εἰς Κόμμα καὶ πιστεύων εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμείνῃ, δὲν θὰ καταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον. Θὰ εἶναι ὑπὸ τὴν εὐθύνην αὐτῆς. Θὰ ἦτο καὶ ὑπὸ τὴν εὐθύνην μου ἐὰν δὲν ἔλεγον ὅσα εἶπον. Καὶ ὁ θεσμὸς οὗτος τίθεται μόνον διότι ἀποτελοῦμεν Συντακτικὴν Συνέλευσιν. Διότι ἡ ἐκτόπισις δὲν εἶναι παρὰ ποινὴ καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν εἶναι παρὰ Δικαστήριον.
§108Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἔκτακτον.
§109Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Λοιπόν, θίγομεν ἢ δὲν θίγομεν τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος ἐφ’ ὅσον μεταβάλομεν τὴν συγκρότησιν τῆς δικαστικῆς Ἐξουσίας;
§110Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τὶ ἐδέχθημεν εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, κύριε συνάδελφε;
§111Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ γνωρίζω. Διότι ἀποτελοῦμεν Συντακτικὴν Ἐθνοσυνέλευσιν. Ἄλλως δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ δεχθῆτε. Ἀλλὰ ἀφοῦ ἀπεφασίσθη τὸ Δημοψήφισμα· ἀφοῦ θὰ ἀποφασισθοῦν καὶ ἄλλα θεμελιώδη ζητήματα, ἂς ἀποφασισθῇ καὶ τοῦτο. Ἐγὼ ὑπείκω εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Τώρα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν συγκρότησιν τῆς Ἐπιτροπῆς, θὰ παρεκάλουν —χωρὶς νὰ ἐπιμένω —τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημ. Ἀσφαλείας νὰ ἀποδεχθῇ τὴν μὴ συμμετοχὴν Προέδρου Πρωτοδικῶν χάριν τοῦ Δικαστικοῦ Σώματος. Μεταξὺ Διοικήσεως καὶ Δικαιοσύνης, κύριοι βουλευταί, ὑπάρχει μία διαφορά: Καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ πρέπει νὰ ὑπείκουν εἰς τοὺς νόμους, νὰ προσέχουν εἰς τὴν νομιμότητα τῶν ἐνεργειῶν των καὶ τῶν ἀποφάσεών των. Ἀλλὰ οἱ δικαστικοί, οἱ τακτικοὶ δικαστικοί, προσέχουν περισσότερον εἰς τὴν νομιμότητα ἢ μᾶλλον προσέχουν κάπως ὀλιγώτερον εἰς τὴν σκοπιμότητα, ἐνῷ ἡ Διοίκησις ἀποβλέπει προσεκτικώτερον εἰς τὴν σκοπιμότητα, χωρὶς νὰ παραβαίνῃ τὴν νομιμότητα, βέβαια, ἀλλὰ μὲ μίαν ἰδιαιτέραν προσήλωσιν, μὲ μίαν διασταλτικὴν ἑρμηνείαν τολμηροτέραν, μὲ μίαν κατ’ ἀναλογίαν ἐφαρμογὴν ἐπίσης τολμηροτέραν, προσέχει εἰς τὴν σκοπιμότητα. Δὲν εἶναι λοιπόν,.....
§112Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ἐπιτρέπεται νὰ κάμω μίαν διασάφησιν; Ἐδῶ δὲν ἐπρόκειτο νὰ εἴμεθα ὑπὲρ τῆς μεταβολῆς ἐὰν ἡ κατάστασις ἦτο ὁμαλή, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἡ κατάστασις εἶναι ἀνώμαλος καὶ ἐπὶ ὁμαλῆς περιόδου εἴχομεν τὸν εἰσαγγελέα, τώρα ποὺ εἶναι ἀνώμαλος θὰ προσθέσωμεν καὶ ἄλλο δικαστικὸν μέλος; Εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ ἀπόφασις χωρὶς τὸν ἁρμόδιον ἀστυνομικόν, χωρὶς τὸ ὄργανον τῆς Χωροφυλακῆς;
§113Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, διατὶ ἔχετε τόσην μικρὰν ἰδέαν περὶ ἐμοῦ; Παραπονοῦμαι, διότι ἐσπεύσατε νὰ πεισθῆτε καθ’ ἑαυτὸν τὸ τὶ θὰ εἴπω καὶ τὶ δὲν θὰ εἴπω. Λοιπὸν ὁ τακτικὸς δικαστὴς εἶναι προσηλωμένος ἰδιαζόντως εἰς τὴν νομιμότητα, πρέπει νὰ εἶναι, ἐνῷ τὸ διοικητικὸν ὄργανον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου θὰ ἀπορρεύσῃ ὅλη ἡ ἐνέργεια, περὶ τῆς ὁποίας ἀσχολούμεθα καὶ μελετῶμεν, εἶναι συνηθισμένον, πρέπει νὰ εἶναι συνηθισμένον νὰ προσέχῃ περισσότερον εἰς τὴν σκοπιμότητα. Καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑποβάλεται ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν κατὰ σκοπιμότητα, ἕνεκα τῶν ἐξαιρετικῶν καιρῶν καὶ ἑπομένως καὶ διὰ νὰ μὴ συνηθίζῃ εἰς παραγνώρισιν τῆς νομιμότητος καὶ σκοπιμότητος, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν εἶναι συνηθισμένος μετὰ τόλμης νὰ ἀποβλέπῃ εἰς τὴν σκοπιμότητα. Θὰ ἐπίστευα καὶ ἐγώ, θὰ παρεδεχόμην καὶ θὰ ἐδεχόμην νὰ μὴ μετέχῃ ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, πάντως οὐ μόνον εἰσηγούμενος, ἀλλὰ καὶ ψηφίζων νὰ μετέχῃ ὁ ἀστυνομικός, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἔχῃ ὅλην τὴν πρωτοβουλίαν, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος οὗτος μὲ ταχύτητα, μὲ δραστηριότητα ὡς ἀπαιτοῦν οἱ καιροὶ καὶ αἱ ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας θέλομεν νὰ θεραπεύσωμεν. Αὐταὶ εἶναι αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ ἀποδεχθῇ, ὅτι αἱ δεύτεραι σκέψεις εἶναι σοφώτεραι. Ἐὰν ὅμως ἐπιμένῃ εἰς τὴν γνώμην του, ἐγώ, κύριοι βουλευταί, θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον θέλω νὰ βοηθήσω, νὰ συντρέξω, νὰ δείξω τὸ ἐνδιαφέρον μου ὡς Ἕλλην, εἶναι ἡ πρότασις τῶν ἐκ τῶν Κυκλάδων νήσων βουλευτῶν. Ἔχουν δίκαιον, ἀπόλυτον δίκαιον, πρέπει νὰ προστατεύσωμεν τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους. Λυποῦμαι διότι θὰ πικράνω τὸ θετὸν υἱόν μου, ἀνατρέχων εἰς τὰ 1893. Συνυπηρέτησα ὡς στρατιώτης μὲ κληρωτοὺς ἐκ τῶν Κυκλάδων νήσων. Ἦσαν οἱ καλύτεροι στρατιῶται. Σεμνοί, προσεκτικοί, ἐνάρετοι, ἀξιοπρεπεῖς. Διατὶ νὰ στείλωμεν κατὰ κανόνα ἐν μέσῳ τοιούτων πληθυσμῶν τοὺς ἐγκληματίας, τοὺς διεφθαρμένους, τοὺς διεστραμμένους; Ἔχουν, λοιπόν, μέγα ἢ μᾶλλον ἀπόλυτον δίκαιον οἱ ἐκ τῶν Κυκλάδων βουλευταὶ ζητοῦντες νὰ μὴ ἀποστέλωνται μεταξὺ τῶν ὡραίων ἐκείνων καὶ σεμνῶν πληθυσμῶν οἱ ἐγκληματίαι, οἱ διεφθαρμένοι.
§114Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Εἴπατε ὅτι πρόκειται περὶ κτηνῶν, δὲν πρόκειται περὶ ἀνθρώπων.
§115Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό, δὲν ἐπροσέξατε καὶ παραπονοῦμαι. Εἶπον τὸ ἑξῆς, ὅτι οἱ ἄνθρωποι διαφέρουν ἀπὸ τὰ κτήνη, διότι οἱ ἄνθρωποι δημιουργοῦν ἱστορίαν, ἐνῷ ἕκαστον κτῆνος ἔχει τὴν ζωϊκήν του ὑπόστασιν καὶ πλέον οὔ. Οἱ ἄνθρωποι δημιουργοῦν ἱστορίαν καὶ διδάσκονται ἐκ τῆς ἱστορίας καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἡ παροιμία τὰ παθήματα γίνονται μαθήματα. Λοιπὸν δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν αὐτὸ μὲ τὸν θεσμόν, τὸν ὁποῖον εἴπομεν. Αὐτὸ τὸ εἶπον, διὰ νὰ ἔχω μίαν φιλικὴν λογομαχίαν μετὰ τοῦ τεκνίου μου.
§116Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ λαμβάνεται δι’ ὡρισμένους ἀνθρώπους. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ πρέπει νὰ πηγαίνουν πρὸς συμμόρφωσίν των εἰς ἕνα ξερονῆσι, ποὺ νὰ μὴ γίνωνται ἐνοχλητικοὶ καὶ ἐκεῖ νὰ συνετίζωνται.
§117Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι μετὰ πάσης ἀντικειμενικότητος οἱ κ. κ. συνάδελφοι ἀνέπτυξαν τὰς ἀπόψεις των. Νομίζω ὅμως ὅτι, δυνάμενος νὰ ἔχω τὴν συνισταμένην τῆς εἰκόνος, ἡ ὁποία πραγματοποιεῖται κατὰ συνέπειαν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ θελήσῃ νὰ τὸ ψηφίσῃ ὡς ἔχει, διότι νομίζω καὶ ἐπαναλαμβάνω, παρὰ τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον τρέφω ἀμέριστον πρὸς τὸν κ. Κουλουμβάκην καὶ τὸ γνωρίζει, ὅτι εὑρισκόμενος εἰς θέσιν νὰ ἔχω τὴν εἰκόνα τὴν προερχομένην ἐκ τῆς συνισταμένης ὅλων τῶν παραγόντων, ποὺ ἐπηρεάζουν τὸ θέμα, τὸ ἐθνικὸν συμφέρον ἐπιβάλει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κοθρῆς ἔχει τὸν λόγον.
§119Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Μετέχων καὶ ἐγὼ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίας Τάξεως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἐξέφρασα τὴν γνώμην ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου ἦτο ὀρθή, διὰ τῆς ὁποίας προσετίθετο καὶ δεύτερον δικαστικὸν μέλος εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀσφαλείας, ὥστε πραγματικῶς νὰ ἀντιμετωπίζεται σθεναρῶς ἡ ἀντικειμενικότης τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν καὶ ὁμολογῶ ὅτι ἐστερέωσα τὴν ἐκτίμησίν μου πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Τάξεως, ὅταν ἐπληροφορήθην κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτὴν ὅτι ἡ ἐπιθυμία του ἦτο νὰ παραμείνῃ ἀμετάβλητος ἡ διάταξις αὐτή. Ὁμολογῶ ὅτι μοῦ ἐπροξένησε κατάπληξιν ὅτι συνάδελφοι τῆς πλειοψηφίας, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀκόμη ἕνα περισσότερον λόγον νὰ σέβωνται τὰς ὑποδείξεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς πλειοψηφίας καὶ οἱ ὁποῖοι εἶχον μεγαλυτέραν εὐχέρειαν νὰ ἐμβαθύνουν εἰς τὰ βαθύτερα αἴτια τῶν ὑποδείξεων αὐτῶν, εὑρέθησαν ἀντίθετοι πρὸς τὴν γραμμὴν αὐτήν, ἡ ὁποία ἐὰν υἱοθετεῖτο ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ὁμολογουμένως θὰ διέκρινε πλήρως τοὺς φόβους τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Τάξεως, τοὺς ὁποίους, ὅπως ὁ ἴδιος ἀνέπτυξεν, ἐδοκιμάσαμεν καὶ εἰς τὸ παρελθόν, φόβους, διὰ τοὺς ὁποίους αἱ ἀποφάσεις αὐταὶ θὰ δώσουν ἔδαφος σταθερὸν πρὸς διενέργειαν συκοφαντικῆς δυσφημήσεως δικαίας ἢ ἀδίκου. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἔκαμε νὰ λάβω τὸν λόγον τὴν στιγμὴν αὐτήν, δὲν εἶναι μόνον νὰ ἀναφέρω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῆς διατάξεως αὐτῆς, διότι ἀρκετὰ σαφῶς καὶ ἀρκετὰ πειστικῶς ἀνεπτύχθησαν καὶ ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα συνηγοροῦν ὑπὲρ αὐτῆς, ἀλλὰ διότι δυστυχῶς, ἀντιμετωπίζομεν συστηματικῶς εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην μίαν ἀπὸ μιᾶς πλευρᾶς σφαλερὰν ἀντίληψιν τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν σήμερον τὸ εἰς ὀξύτατον σημεῖον εὑρισκόμενον πρόβλημα τῆς δημοσίας τάξεως. Διότι κανεὶς βεβαίως ἐξ ὑμῶν, οὔτε τῶν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης εὑρισκομένων, οὔτε ἐκτὸς ταύτης εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ δημοσία τάξις. Ἀλλὰ ὑπάρχει τεραστία διαφορά, μέχρι τοῦ σημείου νὰ λαμβάνωμεν μέτρα ἐκδικήσεως. Τὸ ζήτημα τῆς Δημοσίας τάξεως δὲν ἀφορᾷ ἀντιμετώπισιν ἀδικημάτων τοῦ κοινοῦ Δικαίου, ἀφορᾷ ἀδικήματα τὰ ὁποῖα βαρύνουν πολιτικὴν παράταξιν, ἀπουσιάζουσαν ἀπὸ τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἀλλὰ καὶ μέρος τῶν ὀργάνων ἀσφαλείας. Τὸ ζήτημα πρέπει ν’ ἀντιμετωπισθῇ κατὰ τρόπον ἀντικειμενικόν. Αἱ ἀποφάσεις τῶν Ὑπουργῶν πρέπει νὰ εἶναι ἀδιάβλητοι καὶ ἔχει, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, δίκαιον ὁ κ. Ὑπουργὸς ζητῶν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει. Τὰ ὄργανα τῆς Δημοσίας Τάξεως φέρονται, ὡς ἐκ τοῦ ἔργου των, εἰς θέσιν ἀντιδικίας μὲ τοὺς κρινομένους δι’ ἐκτόπισιν καὶ ἐπιβάλεται συνεπῶς νὰ μὴ μετέχουν τῶν Ἐπιτροπῶν, μὲ δικαίωμα ψήφου. Ἐφ’ ὅσον τὸ ζήτημα τῆς Δημοσίας Τάξεως εἶναι ἐθνικὸν ζήτημα, ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ καταβάλωμεν πᾶσαν προσπάθειαν ὥστε τὰ ληφθησόμενα μέτρα νὰ ἐμπνέουν ἐμπιστοσύνην.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Καλλίας ἔχει τὸν λόγον.
§121Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἐμφιλοχωρεῖ, κύριοι συνάδελφοι, ἐνίοτε μία πλάνη εἰς τὴν σκέψιν μας, ἡ πλάνη ὅτι αἱ ἐγγυήσεις ἐμποδίζουν τὴν ἐπιτυχίαν, ἐνῷ πράγματι τὴν ἐξασφαλίζουν. Τοῦτο συμβαίνει καὶ μὲ τὰς ἀντιρρήσεις αἱ ὁποῖαι σήμερον προβάλλονται ἐναντίον τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου. Τὶ εἶναι, κύριοι συνάδελφοι ἡ ἐκτόπισις; Διὰ μὲν τὴν δημοσίαν τάξιν εἶναι μέτρον προληπτικόν, διὰ δὲ τὸν πολίτην εἶναι ποινὴ εἶναι εἶδος ποινῆς. Ἐφ’ ὅσον ἔχει αὐτὸν τὸν χαρακτῆρα, τὸ ὄργανον τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ κρίνῃ περὶ τῆς ἐκτοπίσεως πρέπει νὰ ἔχῃ ἐν ἑαυτῷ τὴν ἰσορρόπησιν δύο δυνατοτήτων. Τὴν ἱκανότητα νὰ κρίνῃ βάσει τῆς σκοπιμότητος ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τὴν ἐγγύησιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ κρινομένου. Ὅτι εἰς τὴν ἐκτόπισιν ὑπάρχει καὶ ἡ ἄποψις τῆς ποινῆς προκύπτει καὶ ἐκ μιᾶς παρεπομένης ποινῆς ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς τὴν παράγραφον 5 τοῦ ἄρθρου 3, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει ὅτι ὡρισμέναι κατηγορίαι ἐκτοπιζομένων παραπέμπονται μὲ τὸ ἐρώτημα τῆς ἀπολύσεως ἐνώπιον τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιακῶν συμβουλίων.
§122Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. συνάδελφος ὁμιλεῖ ἄριστα καὶ ἐν τούτοις ὑπάρχει παρακοινοβούλιον.
§123Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἐὰν τὸ ὄργανον, κύριοι βουλευταί, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῆς ἐκτοπίσεως εἶναι ἀνάγκη ἐν ἑαυτῷ, νὰ ἔχῃ τὴν δυνατότητα νὰ κρίνῃ καὶ περὶ τῆς σκοπιμότητος ἀλλὰ καὶ νὰ ἐξασφαλίζῃ καὶ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου ἂς ἐξετάσωμεν τὴν ἐπιτροπὴν ὅπως ὑπάρχῃ εἰς τὸ σχέδιον νόμου, εἶναι ἢ ὄχι συντεθειμένη κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν. Ποῖα εἶναι τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα τὴν ἀποτελοῦν; Ὁ Νομάρχης, ὁ ὁποῖος κρίνει μὲ τὸ βέτο τῆς σκοπιμότητος, ὁ Πρόεδρος Πρωτοδικῶν, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν παράδοσιν τῆς προστασίας τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου καὶ ὁ εἰσαγγελεύς. Ὁ τελευταῖος ἐν ἑαυτῷ ἔχει καὶ τὴν καταδιωκτικὴν τάσιν καὶ τὴν νοοτροπίαν τῆς σκοπιμότητος ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τὴν δικαστικὴν παράδοσιν, ἑπομένως ὑπάρχει πλήρης ἰσορροπία ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύνθεσιν τοῦ ὀργάνου τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῶν ἐκτοπίσεων. Προεβλήθη ὑπό τινων ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων ἡ ἀντίρρησις ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ μετέχῃ τῆς Ἐπιτροπῆς ἀντὶ τοῦ Προέδρου Πρωτοδικῶν, ὁ διοικητὴς τῆς Χωροφυλακῆς, καὶ ἐλέχθη ὅτι ἡ μὴ συμμετοχή του ἀποτελεῖ μείωσιν· καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ πλάνην, δὲν ἀποτελεῖ μείωσιν, ἡ μὴ συμμετοχὴ ἀποτελεῖ κατοχύρωσιν, διότι πρόκειται περὶ μέτρου τὸ ὁποῖον φέρει συχνότατα εἰς προστριβὰς τὴν χωροφυλακὴν μὲ τοὺς πολίτας καὶ ἀκριβῶς τὸ γεγονὸς ὅτι εἰσηγεῖται καὶ διαφωτίζει ἀλλὰ δὲν ἀποφασίζει ἀποτελεῖ τὴν κατοχύρωσιν τῆς χωροφυλακῆς ἐναντίον τῆς διαβολῆς. Πρέπει δὲ νὰ σημειωθῇ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ παράδοσις τοῦ μέτρου εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶναι κακή, ὅτι εἶναι τὸ κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὸ παρελθὸν διαβεβλημένον μέτρον, ὅτι κατ’ ἀρχὴν εἶναι μέτρον βαρὺ καὶ ἀπαράδεκτον καὶ πρέπει νὰ ληφθοῦν ὅλαι αἱ προφυλάξεις διὰ νὰ δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ νὰ μὴ καταστῇ ἀδύνατος ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἡ ἐφαρμογή του. Μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου ἡ χωροφυλακὴ κατοχυρώνεται, ἡ ἐλευθερία τοῦ πολίτου κατοχυρώνεται, κατὰ συνέπειαν ἀντίρρησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ; Νομίζω ὅτι ἡ κατοχύρωσις τοῦ γοήτρου τοῦ καταδιωκτικοῦ σώματος καὶ ἡ κατοχύρωσις τοῦ δικαιώματος τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου ἐξασφαλίζουν τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ μέτρου καὶ ἀποδεικνύουν ὅτι τὸ νομοθέτημα δικαιολογούμενον ἀπὸ τὰς σημερινὰς ἐκτάκτους περιστάσεις εἶναι ἄρτιον καὶ πλῆρες καὶ πρέπει νὰ γίνῃ δεκτόν. (Χειροκροτήματα).
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Ἀλετρᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§125Χ. ΑΛΕΤΡΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, φρονῶ ὅτι ἐπαρκῶς ἀνεπτύχθη τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα παρὰ τῶν κ. κ. συναδέλφων. Ἡ ἐμφάνισίς μου ἐπὶ τοῦ βήματος ἔχει τὸν ἑξῆς σκοπόν, καὶ πρὸ παντὸς τὴν ἑξῆς αἰτίαν ὅτι: Ἔχω ἄμεσον ἀντίληψιν, πρόσφατον ἀντίληψιν τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον ἐφηρμόσθη μέχρι τῆς στιγμῆς τὸ ὑπὸ κύρωσιν νομοθετικὸν διάταγμα ὡς τοῦτο ἴσχυε μέχρι τῆς ὥρας ταύτης. Κύριοι συνάδελφοι, πρέπει νὰ γνωρίζητε ἢ μᾶλλον γνωρίζετε καλῶς ὅτι οἱ νόμοι αὐτοὶ καθ’ ἑαυτοὺς δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ νεφέλωμα, μία ἀόριστος κατάστασις τὴν ὁποίαν καλοῦνται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πρὸς τοῦτο ὁρίζονται νὰ τὴν οὐσιαστικοποιήσουν, νὰ τῆς δώσουν τὸ πραγματικόν της περιεχόμενον, νὰ τὴν θέσουν εἰς ἐφαρμογὴν καὶ νὰ ἀποδώσουν τὰ ἀναμενόμενα παρὰ τῶν νόμων ἀποτελέσματα. Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἐντύπωσιν ἔρχομαι νὰ σᾶς μεταδώσω, κύριοι συνάδελφοι. Τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἐκλήθησαν μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς νὰ ἐφαρμόσουν τὸν νόμον, δὲν ἔσχον τὴν ἀσφαλῆ ἀντίληψιν τοῦ προορισμοῦ καὶ τοῦ σκοποῦ τὸν ὁποῖον ἠθέλησεν ὁ νόμος νὰ ἐκπληρώσουν καὶ νὰ ἐξυπηρετήσουν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς αὐτὰς τῆς ἀσφαλείας μετέχει καὶ ὁ ἁρμόδιος ἐκπρόσωπος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ὁ Θεὸς γνωρίζει, κύριοι συνάδελφοι, ποῖος εἶναι ὁ ἐκπρόσωπος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τὴν στιγμὴν αὐτὴν εἰς τὴν ὕπαιθρον χώραν. Ὅταν τοὺς διήρεσεν ἡ Κυβέρνησις, ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ἡ προερχομένη ἀπὸ τὴν θέλησιν τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, οὐδεὶς ἐφαντάζετο καὶ οὐδεὶς ἐσκέπτετο ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ θὰ ἐκαλοῦντο νὰ ἀναλάβουν τὴν εὐθύνην τῆς ἐφαρμογῆς νόμου μιᾶς τοιαύτης σοβαρᾶς καὶ ἐξαιρετικῆς ὄντως ἀποστολῆς. Δὲν εἶχε ποτὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν ἀντίληψιν ὅτι ὁ μὴ προερχόμενος ἀπὸ τὸν δικαστικὸν κλάδον, ὁ μὴ προερχόμενος ἀπὸ τὸν κλάδον τὸν ἀστυνομικὸν ἢ τὸν οἱονδήποτε στρατιωτικόν, ὁ μὴ σχὼν ποτὲ τὴν ἀντίληψιν τῆς εὐθύνης τῆς ἀσφαλείας τοῦ Ἔθνους, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δυνηθῇ νὰ ἀναλάβῃ καὶ τὴν εὐθύνην τῶν σημερινῶν κρισίμων περιστάσεων. Λυποῦμαι πολύ, διότι ἐμμέσως πῶς ἀντιπολιτεύομαι τὴν στιγμὴν αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σκεφθῶ ὅτι φέρω καὶ ἐγὼ εὐθύνην, κύριοι συνάδελφοι, ὅπως φέρετε καὶ σεῖς. Διότι πρέπει νὰ ἀποδώσωμεν τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι. Ἤκουσα πρὸ ὀλίγου ὅτι ἐδημιουργήθη ἕνα παρακοινοβούλιον. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ στάσις αὐτὴ δὲν ἀπέρρευσεν ἀπὸ τὴν ἀντίληψιν νὰ μὴ θελήσωμεν νὰ προσαρμόσωμεν τὴν ἀντίληψίν μας πρὸς τὴν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ μέχρις ἑνὸς ὁρίου, μέχρι τοῦ ὁρίου τῆς ἰδικῆς μας εὐθύνης ἔναντι ἐκείνων οἱ ὁποῖοι μᾶς ἔφεραν μέχρις ἐδῶ, ἔναντι ἐκείνων οἱ ὁποῖοι μᾶς κατέστησαν ὑπευθύνους ἔναντι τῶν τυχῶν τοῦ Ἔθνους. Καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τονίσω ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς οἱ ἐκπρόσωποι τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας δὲν ᾐσθάνθησαν τὴν σοβαρότητα τῆς ἀποστολῆς των εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ τοὐλάχιστον, ἔναντι τοῦ Ἔθνους καὶ τῶν κρισίμων περιστάσεων τὰς ὁποίας διερχόμεθα. Συνεπῶς ὅταν τονίζεται ὅτι πρέπει ἔναντι τῶν δύο δικαστικῶν μελῶν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τὸ ἀντίρροπον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τολμῶ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν ὑπάρχει κανένα ἀντίρροπον καὶ ὅτι οὐδεμίαν ἐγγύησιν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία μᾶς φέρει ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς σκοπιμότητος ἐν Ἑλλάδι. Κύριοι, δὲν θέλω νὰ κουράσω τὴν Βουλήν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ σᾶς τονίσω εἶναι ὅτι καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῶν δικαστῶν δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην ἡ Κυβέρνησις. Οἱ δικαστικοί, κύριοι συνάδελφοι, ἔχουν μίαν ὡρισμένην νοοτροπίαν τὴν ὁποίαν ὁ καιρὸς καὶ ἡ παράδοσις τοῦ σώματος ἐδημιούργησαν. Ὁ δικαστὴς δικάζει ἐπὶ τῇ βάσει ἀποδείξεων καὶ τὰς ἀποδείξεις αὐτὰς τὰς πολτοποιεῖ συνήθως κατὰ τρόπον ὥστε πολλὲς φορὲς νὰ εἶναι καὶ παράλογος ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιεικοῦς ἢ αὐστηρᾶς κρίσεως. Σήμερον αἱ ἐπιτροπαὶ αὐταὶ καλοῦνται νὰ ἀποφανθοῦν περὶ τοῦ ποῖα πρόσωπα εἶναι ἐπικίνδυνα. Δὲν κρίνουν ὡς δικασταὶ καὶ δὲν πρέπει νὰ κρίνουν ὡς δικασταί, διότι δὲν ἐπιβάλλουν ποινὰς οὔτε ἀποδείξεις ἔχουν. Ἐπαναλαμβάνω, οὔτε ἀποδείξεις ἔχουν. Καὶ οἱ κύριοι δικασταὶ ζητοῦν ἀποδείξεις. Ἀλλ’ ἀποδείξεις εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν δὲν ὑπάρχουν. Ἡ ἀστυνομία ἔχει τὰς πληροφορίας της, ἔχει τοὺς μυστικοὺς πράκτοράς της, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιάσῃ ἐγγράφους ἀποδείξεις ὅπως ἀξιοῖ ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἔχωμεν πάντα τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν μειοψηφοῦντα. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ὁ κύριος Εἰσαγγελεύς. Ὁ κύριος Εἰσαγγελεὺς δὲν ἀποτελεῖ καὶ αὐτὸς οὐδεμίαν ἀπολύτως ἐγγύησιν περὶ τῆς πλήρους κατανοήσεως τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος. Βεβαίως ὁ Εἰσαγγελεὺς εἶναι διοικητικὸν ὄργανον, δὲν εἶναι δικαστής, ἀλλ’ ὁ Εἰσαγγελεὺς δυστυχῶς, ὅπως ὅλοι οἱ ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων δικηγόροι γνωρίζουν, ἔχει δημιουργήση τὴν νοοτροπίαν δικαστοῦ. Ἔχετε λοιπὸν δύο δικαστὰς καὶ τὸν Νομάρχην τρέμοντα πρὸ τῶν εὐθυνῶν τὰς ὁποίας τὰ δύο ταῦτα μέλη τοῦ ἐμφανίζουν. Ὑποβάλλομεν μίαν τροπολογίαν, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς χεῖρας τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Βουλῆς, διὰ τῆς ὁποίας ὁρίζεται ὅτι εἰς τὰ τρία μέλη προστίθεται καὶ τέταρτον, ὁ εἰσηγητὴς μετὰ ψήφου. Ἡ πλειοψηφία θὰ νικᾷ καὶ ἡ πλειοψηφία θὰ εἶναι πάντοτε μὲ τὸ μέρος τοῦ Προέδρου διότι ἐν ἰσοψηφίᾳ θὰ νικᾷ ἡ ψῆφος αὐτοῦ. Ὅταν ἡ ἀπόφασις αὐτὴ ἐκκληθῇ θὰ ἔλθῃ εἰς τὸ δευτεροβάθμιον δικαστήριον τὸ ὁποῖον παραμένει ὡς ἔχει. Συνεπῶς τὴν ἐγγύησιν τὴν ὁποίαν ἀξιοῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἀσφαλείας θὰ τὴν ἔχῃ ἀπὸ τὸ δευτεροβάθμιον δικαστήριον ἂν τοῦτο ἤθελε συμφωνήσει μὲ τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας.
§126ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἄν τοῦτο ἤθελεν ἐπιληφθῆ ποτέ.
§127Χ. ΑΛΕΤΡΑΣ. Πάντοτε ἐπιλαμβάνεται, διότι οἱ ὑπὸ ἐκτόπισιν ἔχουν τὸν τρόπον καὶ τὰ μέσα νὰ ἀπευθύνωνται εἰς αὐτό. Ἐγὼ τοὐλάχιστον γνωρίζω ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ὅλαι αἱ ἀποφάσεις ἐφεσιβλήθησαν ἐνώπιον τοῦ δευτεροβαθμίου. Νομίζω ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον λύεται τὸ ζήτημα καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν. Φρονῶ ὅτι οὕτω προτείνοντες καὶ ἀποφασίζοντες δὲν εὑρισκόμεθα εἰς διάστασιν ριζικὴν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν τίθεται ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἂν τὴν ἀποδέχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς, δὲν ἔχω παρὰ νὰ τερματίσω τὸν λόγον μου καὶ νὰ παραδεχθῶ ὅτι μὲ τὴν ἐπιμονὴν τὴν ὁποίαν ἐδείξαμεν, ἐδώσαμεν ἕνα τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν, ἕνα ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς θὰ ἀγάγῃ εἰς ἀποτελεσματικὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου αὐτοῦ. Κύριοι βουλευταί, διὰ νὰ τελειώνω. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐξωντώθη μία συμμορία εἰς τὸ Ξηρόμερον, τοῦ Νομοῦ ἀπὸ τὸν ὁποῖον κατάγομαι. Ἐπὶ κεφαλῆς τῆς συμμορίας αὐτῆς ἦτο ἕνας Γεροδῆμος, εἰς τὸ ἀρχεῖον του δὲ εὑρέθη «Ριζοσπάστης» τῆς προηγουμένης ἡμέρας. Δηλαδὴ ἐξωντώθη ἡ συμμορία τὴν 4ην τοῦ μηνὸς καὶ εὑρέθη εἰς τὸ ἀρχεῖον της «Ριζοσπάστης» τῆς 3ης τοῦ μηνός. Δηλαδὴ εἰς τὸ Μεσολόγγι δὲν εἶχε φθάσει ἀκόμη ὁ «Ριζοσπάστης», ἀλλ’ ἔφθασεν εἰς τὰ ὑψηλὰ βουνὰ τῆς Ἀκαρνανίας. Ἀντιλαμβάνεσθε, λοιπόν, ποῖα μέσα, ποῖαι σπεῖραι, πόσος κόσμος, πόσοι ἐγκληματίαι, περιτριγυρίζουν αὐτοὺς τοὺς ληστάς, αὐτοὺς τοὺς ἀντάρτας τῶν βουνῶν. Ἐναντίον αὐτῶν, κυρίως στρέφεται τὸ νομοθετικὸν αὐτὸ Διάταγμα. Ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν δὲν μπορεῖ λοιπὸν νὰ ὑπάρξουν μέσα ἀποδεικτικὰ ὅπως τὰ θέλει ἡ μειοψηφία, ὅπως τὰ θέλει ἡ παράταξις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τῆς ἀριστερᾶς πλευρᾶς. Τοιαῦτα μέσα ἀποδεικτικὰ, ἐπαναλαμβάνω, οὐδέποτε θὰ ἐμφανίζῃ ὁ εἰσηγητής, δηλαδὴ ὁ Ἀστυνομικὸς Διευθυντής. Τὸ μέσον τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ τοῦ παραχωρηθῇ εἶναι νὰ τοῦ δοθῇ μία ψῆφος καὶ πιστεύω ὅτι κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν θὰ ἔχῃ περισσοτέραν ἀντίληψιν τῆς εὐθύνης του.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου κ. Π. Σπηλιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§129Π. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι εἰσηγητὴς τοῦ σχεδίου νόμου αὐτοῦ διὰ τὸ ὁποῖον ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, δεδομένου ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀνεπτύχθησαν ἐμμέσως ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ οἱ λόγοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλον τὴν ἐπιψήφισιν ἐκ μέρους τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ νομοσχεδίου ὅπως ἔχει. Ὡς εἰσηγητὴς ὑπεστήριξα τὴν ἄποψιν ἡ ὁποία ὑπεστηρίχθη ἐκ μέρους πολλῶν ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων, διὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ σχεδίου ἐν σχέσει πρὸς τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀποτελοῦν τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὑπεστήριξα δηλαδὴ κατὰ τὴν γενομένην εἰσήγησίν μου ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ὅτι ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν δὲν πρέπει νὰ μετέχῃ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦτο τὸ ὑπεστήριξα ἀπὸ πεποιθήσεως καὶ μακροτάτης πείρας, διότι ὁλόκληρον τὴν ζωήν μου τὴν ἔχω διαθέσει εἰς τὴν καρριέραν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἔχω σαφῆ ἀντίληψιν καὶ τῆς περιπτώσεως τῆς εἰδικῆς τῆς ἀφορώσης τὴν ἀσφάλειαν εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς τῆς ἀσφαλείας, δεδομένου ὅτι ὑπῆρξα πλεῖστον χρόνον μέλος τῆς εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς ἀσφαλείας. Καὶ δὲν πρέπει λέγω, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ μετέχῃ, διότι τὴν Δικαιοσύνην πρέπει νὰ τὴν ἔχωμεν ἀμέτοχον εἰς τὰς Διοικητικὰς Ὑπηρεσίας, τὴν Δικαιοσύνην πρέπει νὰ τὴν ἔχωμεν ὑψηλὰ καὶ ἐκεῖνα ποὺ ἐλέχθησαν κατὰ τῆς Δικαιοσύνης «περὶ ὑπάρξεως 2 κομμουνιστῶν» εἰς τὸ Α ἢ Β μέρος καὶ ἂν τοῦτο εἶναι, κύριοι βουλευταί, ἀληθές, δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῇ χάριν τοῦ κύρους τῆς Δικαιοσύνης.
§130ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρέπει νὰ λέγωνται αὐτά.
§131Π. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Ὄχι. Πρέπει νὰ ἐνεργῆται ἡ δέουσα ἐνέργεια χωρὶς νὰ λέγεται, διότι τὸ κῦρος τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία δὲν ἀποτελεῖται ἀπὸ τοὺς δύο μόνον αὐτοὺς κομμουνιστάς, κλονίζεται τοσοῦτον εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Λαοῦ ὥστε ὁ σκοπὸς δὲν ἐπέρχεται.
§132Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἡ ἐξαίρεσις κυροῖ τὸν κανόνα...
§133Π. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ μετέχῃ καὶ δι’ ἄλλον λόγον ἀκόμη, διὰ τὸν λόγον τὸν ὁποῖον προλαλήσαντες συνάδελφοι ἐξέθηκαν ὅτι ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν θὰ κρίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποδείξεων, ἐνῷ ἀντιθέτως τὸ σχέδιον νόμου, αὐτὸς ὁ νόμος ἀποβλέπει εἰς μίαν σκοπιμότητα τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ ζητοῦμεν ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν, διότι ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν εἶναι ἓν πρόσωπον ἀνῆκον εἰς τὴν Δικαιοσύνην καὶ μὴ ἔχων ὑπ’ ὄψει του ποτὲ σκοπιμότητα. Ὁ Εἰσαγγελεὺς μετέχει τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπίσης καὶ εἶναι καὶ αὐτὸς δικαστικὸν πρόσωπον, ἀλλὰ ὁ Εἰσαγγελεὺς τὸν ὁποῖον χαρακτηρίζει ἡ Δικονομία ὡς προστάτην τοῦ Δημοσίου συμφέροντος, εἶναι καὶ διοικητικὸς ὑπάλληλος, μετέχει τῆς Δικαιοσύνης ἀλλὰ καὶ τῆς Διοικήσεως καὶ δι’ αὐτὸ, ὅπως ξεύρετε ὅλοι, διὰ τοῦ Εἰσαγγελέως διαβιβάζεται κάθε ἔγγραφον τῆς Διοικήσεως πρὸς τὴν Δικαιοσύνην. Δι’ αὐτὸ λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ μετέχῃ ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ μετέχῃ ὁ Εἰσαγγελεύς, ὁ Ἀστυνόμος ἢ ὁ ἁρμόδιος τῆς Χωροφυλακῆς καὶ ὁ Νομάρχης, ὅπως ἀκριβῶς περιεῖχε τὸ προηγούμενον νομοσχέδιον.
§134ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ εἰς τὴν δευτεροβάθμιον Ἐπιτροπήν;
§135Π. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Καὶ εἰς τὴν δευτεροβάθμιον καὶ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ἐὰν παραδεχθῶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀποτελεῖ ἓν μέτρον μεταξὺ τῶν πολλῶν διὰ τὴν ἐπιβολὴν τῆς τάξεως εἰς τὴν Χώραν, πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς κάθε τι τὸ ὁποῖον ἔχει σχέσιν μὲ τὴν σκοπιμότητα. Διατὶ θὰ δεχθῶ, μεταξὺ τῆς Πρωτοβαθμίου καὶ Δευτεροβαθμίου Ἐπιτροπῆς, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς εἰδικῆς ποὺ ἐπικαλεῖσθε, κύριε συνάδελφε, διατὶ θὰ δεχθῶ ὅτι ἡ μὲν Πρωτοβάθμιος ἀποβλέπει εἰς τὴν σκοπιμότητα ἐνῷ ἡ Δευτεροβάθμιος ἀποβλέπει εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἀποδείξεων; Τότε ἐκεῖνο ποὺ γίνεται ἀπὸ τὴν Πρωτοβάθμιον θὰ ἀνατρέπεται ἀπὸ τὴν Δευτεροβάθμιον Ἐπιτροπήν.
§136Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ὅπως τὰ λέτε ἐδῶ, πρόκειται νὰ μεταφέρωμεν τὸ βάρος τῆς κρίσεως εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Διότι περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Τὸ βάρος τῆς κρίσεως, πρόκειται νὰ τὸ μεταφέρωμεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν; Μοῦ λέγετε ὅτι εἰς τὴν Πρωτοβάθμιον καὶ δευτεροβάθμιον ἐπιτροπὴν, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία θὰ εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία διὰ τῶν ἐκπροσώπων της θὰ μπορῇ νὰ ἀποφασίζῃ, δηλαδὴ δὲν λέτε τίποτε ἄλλο παρὰ ὅτι ὅποιους θέλει ἡ Κυβέρνησις θὰ τοὺς διώχνῃ. Ἀμφισβητεῖται δηλαδὴ τὸ δικαίωμα τῆς κρίσεως εἰς τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα εἰς τὰ ὁποῖα ἡ Πολιτεία ἔχει ἐμπιστοσύνην. Διότι λέτε ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ ἕνα ζήτημα διότι δὲν ἔχει ἀποδείξεις. Ὅταν ἐκτελεῖ διοικητικὰ καθήκοντα ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου, νομίζετε ὅτι τὸ κρίνῃ βάσει τῶν ἀποδείξεων ἐκείνων ἐπὶ τῶν ὁποίων κρίνει ὡς δικαστὴς ἁπλοῦς; ἢ θὰ κρίνῃ ὡς Διοικητικὸς; Καὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλη περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου νὰ ἐνεργῇ διοικητικὰς πράξεις; Ἐγὼ θέλω νὰ εἴπω τοῦτο. Ἡ ἔννοια τοῦ νόμου εἶναι αὐτή: Ὅτι δὲν θέλει νὰ μεταφέρῃ τὸ βάρος τῆς κρίσεως ἀπὸ τὴν Δικαστικὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν ἐκτελεστικήν. Θέλει νὰ ἔχῃ τὴν Δικαστικὴν ἐξουσίαν ὡς κρίνουσαν. Ἔχει δὲ καὶ τὸν Εἰσαγγελέα ὁ ὁποῖος, πολὺ ὀρθῶς εἴπατε, ὅτι ἔχει καὶ δικαστικὰ καὶ διοικητικὰ καθήκοντα. Δι’ αὐτὸ αἱ ἐπιτροπαὶ ἀπαρτίζονται ἀπὸ Δικαστικὰς καὶ Διοικητικὰς Ἀρχάς. Ἑπομένως ἔχει ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ὁ Νομάρχης καὶ Δικαστικὴν ἐξουσίαν ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου καὶ ἔχει καὶ τὸν Εἰσαγγελέα, ὁ ὁποῖος ἀντιπροσωπεύει καὶ τὰς δύο ἐξουσίας. Καὶ δὲν θέλετε νὰ βασισθῇ ἐπ’ αὐτῶν, ἀλλὰ θέλετε νὰ μεταφέρωμεν ὅλον τὸ βάρος τῆς κρίσεως εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, προσθέτοντες τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι καθαρῶς ἐκτελεστικόν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὁποῖον σᾶς ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις. Καὶ προσθέτω καὶ τοῦτο, ὅτι σεῖς αὐτὴν τὴν μεταφορὰν τοῦ βάρους εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὴν θέλετε ὄχι μόνον εἰς τὴν πρωτοβάθμιον ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν δευτεροβάθμιον ἐπιτροπήν, δηλαδὴ ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἔχετε τίποτε ἄλλο νὰ κάνετε παρὰ νὰ εἴπητε ὅτι ἡ Κυβέρνησις μπορῆ νὰ ἐξορίζῃ ὅπως θέλει. Καὶ νομίζετε θὰ συμφωνήσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἄποψιν αὐτήν; Ἐγὼ νομίζω ὄχι. Δὲν πρόκειται αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ὁμιλήσω ὡς προϊστάμενος τῆς Δικαιοσύνης, περὶ τοῦ κύρους αὐτῆς. Ἐδῶ πρόκειται νὰ ἐπιτύχωμεν ὥστε ἡ κρίσις τῆς ἐπιτροπῆς νὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἡ Πολιτεία νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτὴν καὶ τοῦτο θὰ ἐπιτευχθῇ ὅταν μετέχει ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου τὰ δὲ ἄλλα δύο μέλη εἶναι τὸ μὲν ἓν καθαρῶς ἐκτελεστικὸν ὄργανον τὸ δὲ ἄλλο ἐπίσης δικαστικὸν ὄργανον, ἀλλὰ διοικητικὸς ὑπάλληλος, διότι ὁ Εἰσαγγελεὺς εἰς τὸ ἔργον αὐτὸ μετέχει ὡς διοικητικὸς ὑπάλληλος.
§137Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ποῖος ἀμφισβητεῖ τὸ κῦρος τῆς Δικαιοσύνης; Ἡμεῖς δὲν λέγομεν ὅτι δὲν ἔχομεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Πρόεδρον, ἀλλὰ λέγομεν ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου δὲν μπορεῖ νὰ ἀναμιγνύεται εἰς ἔργα ἀστυνομικά. Εἴπατε προηγουμένως ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου ἐκτελεῖ καὶ διοικητικὰ καθήκοντα. Πέστε μου ἕνα διοικητικὸν καθῆκον. Ἐδῶ ἔχομεν ἓν μέτρον ἀστυνομικὸν τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ διενεργῆται ταχέως. Δὲν ὁμιλοῦμεν περὶ τῶν ἐγγυήσεων ἀλλὰ θέλομεν νὰ διευκολύνωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ ἀπόψεως ταχείας ἐνεργείας. Πάσχομεν ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν ρυθμοῦ γοργοῦ κυβερνητικοῦ.
§138Π. ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἡ διαφωνία μου μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ὅτι ἡ σκοπιμότης ἡ ὁποία διέπει τὴν ὑπόστασιν τῶν ἐπιτροπῶν ἀσφαλείας ταυτίζεται κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ μὲ τὴν θέλησιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ ἀπαντῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἂν θέλῃ νὰ ἐκτοπίσῃ ἕναν οἱονδήποτε, τὸν ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ἀσφαλείας ἔχει τὴν ἀντίληψιν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκτοπισθῇ, τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, δὲν θὰ συμβῇ ἡ ἐκτόπισις ἔστω καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις νομίζει ὅτι πρέπει νὰ ἐκτοπισθῇ. Ἑπομένως ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ἀσφαλείας ἀποβλέπει εἰς τὴν σκοπιμότητα ἂν πρέπει νὰ κηρυχθῇ ὁ Α ὡς ἐπικίνδυνος, ἔστω καὶ ἂν ἔχῃ διάφορον γνώμην ἡ Κυβέρνησις. Διότι ἀλλοίμονον ἐὰν αἱ ἐπιτροπαὶ τῆς ἀσφαλείας αἱ ὁποῖαι ἐνεργοῦσιν ὑπευθύνως ὑπόκεινται εἰς τὴν ἐπιβολὴν τῆς γνώμης τῆς ἑκάστοτε Κυβερνήσεως. Αἱ Κυβερνήσεις ἀλλάζουν καὶ τότε θὰ ἔχωμεν κατὰ τὴν μίαν Κυβέρνησιν ἐξοριζόμενον ἕναν ἄνθρωπον καὶ κατὰ τὴν ἄλλην μὴ ἐξοριζόμενον. Ἑπομένως ἡ σκοπιμότης εἶναι ἄλλη ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖται ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργός. Ὅπως καὶ ἂν ἔχουν τὰ πράγματα, κύριοι, αὐταὶ εἶναι αἱ ἀντιλήψεις ἐμοῦ τοῦ εἰσηγητοῦ τὰς ὁποίας ὑπέβαλον καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν Κοινοβουλευτικήν. Ἀλλ’ ὅμως ἦλθε στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως, ἐπεκαλέσθη ἐκεῖνα τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ἀνέφερα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, συναισθανομένη ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς ἐξαιρετικῆς ἀνάγκης τὴν ὁποίαν εἴμεθα πάντοτε ὑποχρεωμένοι νὰ ἐκτιμῶμεν, ἀποβλέποντες εἰς τὸ ἐθνικὸν συμφέρον, ὅλοι μας εἴπομεν ὅτι πρέπει τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ γίνῃ δεκτόν, ὅπως ἀκριβῶς διετυπώθη καὶ ἐτροπολογήθη. Καὶ ἑπομένως καὶ ἐγὼ ὑπεχώρησα καὶ τότε καὶ σήμερον ὑποχωρῶ, νομίζων ὅτι κατόπιν τῶν ρητῶν δηλώσεων τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἀσφαλείας, δὲν πρέπει οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν νὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν ἔστω καὶ ἂν δεχθῶμεν ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα διατυποῦνται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν εἶναι συμφέροντα, ἔστω καὶ ἂν παραδεχθῶμεν ὅτι δὲν εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς, δὲν εἶναι πολὺ πειστικά, διότι ἀσφαλῶς ἡ Κυβέρνησις γνωρίζει ἀρτιώτερον καὶ πληρέστερον παντὸς ἄλλου ἐξ ἡμῶν ποῖος εἶναι ὁ λόγος ὁ σπουδαῖος ὁ ὁποῖος πάντως διέπεται ἀπὸ τὸ ἐθνικὸν συμφέρον καὶ δι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§139Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Τὸ συμφέρον εἶναι νὰ φεύγουν οἱ κουκουέδες καὶ νὰ πηγαίνουν ἐξορία. Μήπως μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν φεύγουν οἱ ἐθνικόφρονες;
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Τουρκοβασίλης ἔχει τὸν λόγον.
§141Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐὰν πρόκειται τὸ νομοσχέδιον νὰ χαρακτηρισθῇ καθ’ ὃν τρόπον ἐχαρακτηρίσθη ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν Ἀσφαλείας, ὅτι δηλαδὴ λόγοι ἐθνικῆς ἀνάγκης ἐπιβάλλουν τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ ὡς ἔχει, δὲν θὰ ὑπῆρχε κανεὶς ὁ ὁποῖος θὰ εἶχε ἀντίρρησιν καὶ ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἐγώ, παρ’ ὅλα τὰ τρωτὰ τὰ ὁποῖα παρουσιάζει. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον καθ’ ὃν τρόπον ὑποβάλλεται σήμερον καὶ ὑπὸ τὰς περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας συζητῶμεν αὐτό, νομίζω ὅτι εἶναι ἄντικρυς ἀντίθετον καὶ προσκρούῃ ὀξέως πρὸς τὴν ὑπάρχουσαν ἑλληνικὴν πραγματικότητα. Ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου ἀπὸ ἀπόψεως μὲν θεωρητικῆς εἶναι ὀρθὰ καὶ δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἴσως οὐδεὶς ὁ ὁποῖος θὰ ἠρνεῖτο τὴν ὀρθότητα τῶν ἐπιχειρημάτων αὐτῶν, ὅτι δηλαδὴ διὰ τοῦ νομοσχεδίου δέον νὰ λαμβάνωνται ὅλα τὰ μέτρα καὶ ὅλαι αἱ ἐγγυήσεις αἱ ὁποῖαι θὰ διησφάλιζον τὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν. Ἀλλὰ σήμερον αὐτὰ τὰ μέτρα ἤτοι ἡ πληθὺς τῶν ἐγγυήσεων εἶναι ἄντικρυς, ἐπαναλαμβάνω, ἀντίθετα πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν, τὴν ὑπάρχουσαν πραγματικότητα. Διότι ὄχι μόνον εἰς τὴν Βοιωτίαν, τὴν Θεσσαλίαν, τὴν Ἤπειρον, τὴν Μακεδονίαν, μέχρι τῆς Ἀλβανίας, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἔξω τῶν Ἀθηνῶν διὰ νὰ μὴ εἴπω καὶ ἐντός, ἀρχίζει νὰ ἀνατρέπεται ἡ καθεστηκυῖα τάξις. Ἠμπορεῖ λοιπὸν νὰ ἀκουσθῇ αὔριον διὰ τῶν ἐφημερίδων ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ ἐδῶ, ἡμεῖς συζητοῦμεν μέτρα ἀστυνομικὰ ἐναντίον τῶν κομμουνιστικῶν συμμοριῶν καὶ λαμβάνομεν πρόνοιαν ὅπως τὰ τροποποιήσωμεν ταῦτα ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστερον. Ἡ Κυβέρνησις μόλις πρὸ ὀλίγου χρόνου μᾶς εἰσηγήθη ἕνα ψήφισμα ἐκτάκτων μέτρων, καταχυρούντων τὴν τόσον διαταραχθεῖσαν ὑπὸ τῶν κομμουνιστῶν δημοσίαν ἀσφάλειαν, καὶ τὸ ὁποῖον καὶ ἐδέχθημεν καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντελῶς ἀντίθετον πρὸς τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Δὲν θὰ ἤθελα λοιπὸν νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ ἀσυνέπεια πρὸς τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν ὅτι οἱ Πρόεδροι τῶν Δικαστηρίων ἀποτελοῦσιν ἐγγύησιν. Ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ εἶχεν ἀντίρρησιν ὅτι ἡ συμμετοχὴ τοῦ Προέδρου τοῦ Δικαστηρίου ἀποτελεῖ ἐγγύησιν καὶ μεγάλην μάλιστα ἐγγύησιν, ἀλλὰ ἡ ἐγγύησις αὕτη συνεπάγεται καὶ μεγάλην βραδύτητα μὴ συμβιβαζομένην πρὸς τὴν σκοπιμότητα τοῦ λαμβανομένου μέτρου. Πρόκειται περὶ ἀστυνομικοῦ μέτρου καὶ ἑπομένως ἀπαιτεῖται ταχεῖα ἐνέργεια. Ἡ νοοτροπία τῶν δικαστῶν εἶναι τελείως διάφορος μὴ ἀνταποκρινομένη πολλάκις πρὸς τὴν ἀναγκαιότητα τῶν ἐπιδιωκομένων διὰ τοῦ μέτρου σκοπῶν. Ὁ Δικαστὴς δὲν ἀρκεῖται εἰς τὰς ἐνδείξεις, ζητεῖ ἀποδείξεις αἱ ὁποῖαι μπορεῖ καὶ νὰ μὴ ὑπάρχουν πάντοτε χωρὶς τὸ ἐκτοπιζόμενον πρόσωπον νὰ παύῃ νὰ εἶναι ἴσως ἐπικίνδυνον. Ἕως ὅτου λοιπὸν φθάσῃ τὸ ζήτημα εἰς τὸν Πρόεδρον καὶ ἕως ὅτου ἐξετάσῃ ὁ Πρόεδρος καὶ πεισθῇ ὅτι εἶναι δικαία τελείως ἡ ἐκτόπισις θὰ εἶναι δυνατὸν ἀπὸ μίαν συμμορίαν νὰ ἐκραγῇ ἡ κατὰ τῆς τάξεως ἐπίθεσις καὶ ἑπομένως τὸ μέτρον αὐτὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ θὰ εἶναι ἄνευ οὐδενὸς ἀπολύτως σκοποῦ. Ἐλέχθη διὰ τὴν δικαιοσύνην ὅτι ἵσταται εἰς τὸ ὕψος της. Ποῖος τὸ ἀρνεῖται τοῦτο καίτοι ὑπῆρχαν σποραδικῶς καὶ ἀντίθετα κρούσματα ἐπιβάλλοντα τὴν ἐξυγίανσιν τῆς Δικαιοσύνης; Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ παραβλέψωμεν ὅτι ὑπάρχουν κατώτεροι δικασταὶ ἰδίᾳ ἀντεισαγγελεῖς καί τινες ἀνακριταί, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι καθόλου εἰς τὸ ὕψος των. Καὶ ἀναφέρω συγκεκριμένα παραδείγματα. Εἰς τὴν Τρίπολιν, φερ’ εἰπεῖν, ἔχομεν δύο ἀντεισαγγελεῖς καὶ ἕναν προεδρεύοντα δικαστὴν — καὶ δι’ αὐτὸ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν συναδέλφων μου τῆς περιφερείας μας — οἱ ὁποῖοι φοβοῦμαι ὅτι συμπαθῶς ἔχωσι πρὸς τὸν κομμουνισμόν. Ὅλαι των αἱ πράξεις αὐτὸ δεικνύουν τοὐλάχιστον. Ὑποβάλλεται μία μήνυσις, π.χ., ἀπὸ ἕναν κομμουνιστὴν ἡ ὁποία εἶναι ψευδὴς ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον καὶ προφυλακίζεται ἀμέσως ἐκεῖνος, ἐναντίον τοῦ ὁποίου στρέφεται. Ὑποβάλλεται μία μήνυσις ὑπὸ ἑνὸς ἐθνικόφρονος καὶ οὐδὲν μέτρον κατὰ τοῦ μηνυομένου λαμβάνεται ἡ δὲ μήνυσις θάπτεται. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ διαμαρτυρώμεθα διὰ τὴν κρατοῦσαν αὐτὴν κατάστασιν; Πολλάκις ἠνόχλησα σχετικῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης: «Ἀπαλλάξατε τὴν Τρίπολιν ἀπὸ τοὺς δικαστὰς αὐτούς», καὶ ἀκόμη δὲν ἔγινε τίποτε καίτοι παρῆλθον τέσσαρες μῆνες. Δι’ ὅσων λέγομεν δὲν σκοποῦμε νὰ φέρωμεν ἀντίδρασιν εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, τοὐναντίον θέλομεν νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ὅσον ἀφορᾷ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα λαμβάνει. Δὲν διευκολύνεται ὅμως ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν προτεινομένων μέτρων. Ἀντικατάστασις τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων διὰ τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν ἰσοδυναμεῖ μὲ κατάργησιν τῶν μέτρων. Φαντασθῆτε δὲ ὁποία θὰ εἶναι ἡ ἐντύπωσις εἰς τὴν κοινὴν γνώμην καὶ τὴν ἑλληνικὴν κοινὴν γνώμην, ἡ ὁποία γνωρίζει πόσον ἔκρυθμος εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Χώρας ἀπὸ ἀπόψεως δημοσίας ἀσφαλείας, ὅταν λέγω ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀναγιγνώσκῃ καθ’ ἑκάστην εἰς τὰς ἐφημερίδας σωρείαν δολοφονιῶν ἐκ μέρους τῶν ἀφηνιασάντων κομμουνιστῶν κατὰ τῶν ὀργάνων τῆς τάξεως καὶ τοῦ ἐθνικόφρονος πληθυσμοῦ τῆς Χώρας καὶ αἱ ὁποῖαι δολοφονίαι ἀνέρχονται εἰς πολλὰς ἑκατοντάδας, ἀφ’ ὅτου ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις καὶ ἡμεῖς ἐδῶ νὰ συζητοῦμεν τροπολογίαν Κυβερνητικὴν μάλιστα, διὰ τῆς ὁποίας τροποποιοῦμεν ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστερον διὰ τοὺς ἀναρχικοὺς τὴν κειμένην νομοθεσίαν, φαντάζεσθε πόσον θὰ εἶναι μεγάλη ἡ ἀγανάκτησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δι’ αὐτό, ἀλλὰ καὶ δικαία καὶ εὔλογος.
§142Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Δὲν πρόκειται περὶ τροπολογίας. Πρόκειται περὶ κρίσεως νομοθετικοῦ διατάγματος ὡς τὸ ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις.
§143Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Λάθος ἔχετε. Πρόκειται ἀκριβῶς περὶ τροπολογίας. Τὸ νομοθετικὸν διάταγμα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις εἶναι τροπολογία, ἑνὸς ἄλλου νόμου, ὁ ὁποῖος ἰσχύει ἀπὸ τοῦ 1924. Λοιπόν, ὁ νόμος αὐτός, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη ἀπὸ τὸ 1924 εἶχε ὡς σκοπὸν τὴν δίωξιν τῶν ληστανταρτῶν, τῶν ληστῶν καὶ τῶν ληστοτρόφων. Οἱ ὁποῖοι ὅμως λησταί, τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀπεδείχθη ὅτι ἦσαν ἅγιοι ἀπέναντι τῶν ληστῶν τοὺς ὁποίους ἔχομεν σήμερον, διότι οἱ λησταὶ ἐκεῖνοι συνελάμβανον ὅπως ἐνθυμῆσθε καὶ πολιτευτὰς ἀκόμη, ὅπως συνέλαβον τὸν κ. Μυλωνᾶν καὶ τὸν κ. Μελᾶν, καὶ τοὺς ἀπέλυσαν ἀφοῦ ἐπῆραν τὰ λύτρα. Πόσοι ἐξ ἡμῶν σήμερον θὰ ηὐχόμεθα οἱ κομμουνισταὶ λησταὶ νὰ ἀπέλυον, λαμβάνοντες λύτρα, τοὺς ἀνθρώπους μας, τοὺς ὁποίους ὅμως κατασφάζουν; (Χειροκροτήματα). Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ 1924, μὲ ἀσυγκρίτως ὁμαλωτέραν κατάστασιν, ἀπὸ ἀπόψεως δημοσίας ἀσφαλείας, εἴχομεν αὐτὰς τὰς δικονομικὰς αὐστηρότητας ἐπιτρέπεται σήμερον νὰ τὰς τροποποιῶμεν ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστερον, ὅταν ἡ Χώρα καὶ ἰδίᾳ ἡ ὕπαιθρος καὶ ἰδιαίτατα ἡ Βόρειος Ἑλλὰς εὑρίσκεται ἐν ἡμιεπαναστατικῇ καταστάσει ἐξ αἰτίας τῶν βδελυγμάτων αὐτῶν τὰ ὁποῖα ἐν συνεργασίᾳ μὲ τοὺς ἐχθροὺς τῆς Πατρίδος μας ἐργάζονται διὰ τὸ ξεπούλημα τῆς Ἑλλάδος; Φοβεῖσθε μήπως τὰ τέρατα αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγονται κομμουνισταί, μήπως τοὺς ἐνοχλήσωμεν, διότι δὲν θὰ ὑπάρχουν αἱ ἐγγυήσεις αἱ πολλαί, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ὑπάρχουν; Διότι, ἀσφαλῶς, τὸ μέτρον αὐτὸ δὲν πρόκειται νὰ στραφῇ κατὰ ἄλλου τινὸς πολίτου ἢ πολιτικῶν, ἀλλὰ τὸ μέτρον αὐτὸ στρέφεται κατὰ τῶν κομμουνιστῶν. Καὶ ὅταν ἡ κατάστασις, ἀπὸ ἀπόψεως δημοσίας ἀσφαλείας, εὑρίσκεται εἰς τὸ τραγικὸν σημεῖον τὸ ὁποῖον, μόνον ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀντιλαμβάνεται, καὶ ὅλος ὁ ἄλλος κόσμος τὸ ἀντιλαμβάνεται, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐρχώμεθα νὰ ψηφίζωμεν ἐπιεικεστέρους νόμους; Μήπως διὰ νὰ διευκολύνωμεν τὸ ἔργον τῶν τῆς ἀνατροπῆς; Θὰ ἦτο μεγάλη ἀσυνέπεια τῆς Κυβερνήσεως ἀλλὰ καὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ ἐκτὸς ἐὰν ἐπιβάλλουσι τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ λόγοι ἐθνικῆς ἀνάγκης, τοὺς ὁποίους ὅμως ἡμεῖς δὲν βλέπομεν. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἡ Κυβέρνησις προβάλλει αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα, ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κύψωμεν τὴν κεφαλὴν καὶ νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον, διότι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία χειρίζεται ὅλα τὰ ζητήματά μας, καὶ ἡ ὁποία εἶναι εἰς θέσιν νὰ ξεύρῃ τί βλάπτει καὶ τί δὲν βλάπτει τὸν τόπον. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις τὸ θέτει ὡς ἐθνικὸν ζήτημα, ἡμεῖς μετὰ πολλῆς στενοχωρίας θὰ τὸ ψηφίσωμεν, ἀλλὰ ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως θὰ εἶναι βαρεῖα, βαρυτάτη, ἀποτελεῖ δὲ προφανῶς ἡ τροπολογία μείωσιν τῆς Χωροφυλακῆς, ἀποδεικνύει δὲ ὅτι δὲν ἔχομεν καὶ τόσην ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ ὄργανα τῆς τάξεως. Τί ἄλλο μπορεῖ ν’ ἀποδεικνύῃ ἡ ἀντικατάστασις τῶν ἀξιωματικῶν τῆς Χωροφυλακῆς διὰ τῶν Προέδρων τῶν Πρωτοδικῶν; Καὶ ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὴν τὴν περίοδον ὅπου ἡ Χωροφυλακὴ ἔσωσε κυριολεκτικῶς τὸν τόπον ἀπὸ κομμουνιστικὴν ἐπικράτησιν, νὰ λέγωμεν ἡμεῖς, ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν ἔχομεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ἀκεραιότητα καὶ τὸ ἀμερόληπτον τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῆς; Ἐὰν ἐπεβλήθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ τροπολογία αὐτὴ ἡ ὁποία τόσον θίγει τὴν Χωροφυλακήν, ἡ ὁποία τόσον αἷμα χύνει καθ’ ἑκάστην, ἀπὸ τὸν συμμαχικὸν παράγοντα — πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν θέλω νὰ πιστεύσω — ἀφήνει ὅμως ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑπονοῆται — θὰ ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀντιδράσῃ ἀναπτύσσουσα τοὺς λόγους καὶ νὰ φθάσῃ μέχρι παραιτήσεως. Εἰς οὐδένα ἀναγνωρίζομεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀξιώσῃ νὰ σταυρώσωμεν τὰς χεῖρας διὰ νὰ σφάζεται ὁ λαός μας ἀπὸ τοὺς κομμουνιστάς, οὔτε αἱ τυχὸν ὑπάρχουσαι διαφοραὶ μεταξὺ τῶν συμμάχων θὰ ξεσπάσουν ἐπάνω εἰς τὴν ράχην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω διὰ μυριοστὴν φοράν, τὴν σύστασίν μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἡ στάσις της εἶναι ἀνδρικωτέρα ἔναντι ὅλων καὶ πρὸ παντὸς ἔναντι τοῦ συμμαχικοῦ παράγοντος διότι ἡ Ἑλλὰς ἔναντι ὅλων ἔκαμε τὸ καθῆκον της εἰς τὸ ἀκέραιον. Καταλήγων δηλῶ ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις προβάλλει λόγους ἐθνικοὺς θὰ ὑπερψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον, πρέπει ὅμως νὰ γνωρίζῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι διὰ τὸ νομοσχέδιον ἡ εὐθύνη αὐτῆς εἶναι βαρυτάτη ἔναντι τοῦ Ἔθνους.
§144Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Ὁ κ. Τουρκοβασίλης ἀπηύθυνε μίαν κατηγορίαν κατὰ τριῶν δικαστικῶν τῆς Τριπόλεως. Δὲν γνωρίζω καὶ τοὺς τρεῖς αὐτοὺς δικαστικούς. Γνωρίζω ὅμως τὸν ἀντεισαγγελέα κ. Φλῶρον, διὰ τὸν ὁποῖον εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι πρόκειται περὶ ἐθνικόφρονος ἀντεισαγγελέως. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δώσῃ πληροφορίας περὶ αὐτοῦ.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ ὥρα κατάλληλη διὰ τοιαῦτα ζητήματα. (Κωδωνοκρουσίαι).
§146Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὁ κ. Φλῶρος, περὶ τοῦ ὁποίου μετὰ τόσης ἀγανακτήσεως ὡμίλησεν ὁ κ. βουλευτής, ὅτι τὸν συκοφαντοῦμεν, τὴν προηγουμένην τῶν ἐκλογῶν καὶ τὴν ἑπομένην τῶν ἐκλογῶν κατεγίνετο ἡμέρας τε καὶ νυκτὸς πῶς θὰ ἀπολύσῃ ἐκ τῶν φυλακῶν τοὺς ἀποσυμφορηθέντας. Παρακαλῶ τοὺς κ.κ. συναδέλφους ἐξ Ἀρκαδίας νὰ τὸ ἐπιβεβαιώσουν, ἐὰν ἔσπευδε ἡμέρας τε καὶ νυκτὸς νὰ τοὺς ἀπολύσῃ ἀπὸ τὰς φυλακάς. Καὶ ἠναγκάσθην νὰ τὸν πάρω εἰς τὸ τηλέφωνον καὶ νὰ τοῦ εἴπω: «Κύριε Εἰσαγγελεῦ, διατὶ σπεύδετε νὰ κάμετε αὐτὰς τὰς ἀποφυλακίσεις;» Δὲν μπορῶ, μοῦ ἀπήντησεν, εἶναι ἀνάγκη, διότι ὑπάρχει ὁ νόμος. Τοῦ εἶπον, τότε ὅτι, σήμερον ἔχομεν μίαν νέαν κατάστασιν, μίαν νέαν Βουλήν, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ οἱ νόμοι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἐξεδόθησαν, δὲν ἔχουν καμμίαν ἀξίαν. Διότι, κύριε Πρόεδρε, ἀνεμέναμεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ θὰ ἐλάμβανε μέτρα καὶ θὰ ἀνέστελλε ὅλα αὐτὰ τὰ κακὰ νομοθετήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ὀφείλεται ἡ κακὴ αὐτὴ κατάστασις τοῦ τόπου. Ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος, ὁ ὁποῖος μὲ διέκοψε, ἔχει τὰ αὐτὰ φρονήματα μὲ τὸν κ. Φλῶρον, λυποῦμαι πολύ.
§147Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν μπορεῖ νὰ συνεχισθῇ αὐτὴ ἡ συζήτησις.
§149Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Δὲν μπορῶ νὰ μὴ ἀπαντήσω, ἐφ’ ὅσον ἐδημιουργήθη προσωπικὸν ζήτημα. Δὲν μπορεῖ νὰ λέγῃ ὁ κ. Τουρκοβασίλης ὅτι ἔχω τὰ ἴδια φρονήματα μὲ τὸν κ. Φλῶρον, διότι ἐγὼ ἔχω κάμῃ ἕναν ἀγῶνα ἐθνικιστικόν, τὸν ὁποῖον δὲν ἔκαμεν ὁ κ. Τουρκοβασίλης. (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι).
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος τὰς ἐπιτροπὰς ἀσφαλείας. Ὑπάρχουν εἰσέτι ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσουν 10 βουλευταί. Συναινεῖ ἡ Βουλὴ νὰ διακόψωμεν διὰ μίαν ὥραν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν διὰ τὴν συνέχισιν τῆς συζητήσεως;
§151ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ μίαν ὥραν. (Ὥρα 9.45′ μ. μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 11.15′ μ. μ.).
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§154Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον. Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι μομφαὶ ἐναντίον ὀργάνων τῆς Δικαιοσύνης ἢ τῆς Διοικήσεως δὲν πρέπει νὰ διατυποῦνται, παρὰ μόνον ὑπὸ μορφὴν ἐπερωτήσεως. Καὶ τοῦτο, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διὰ νὰ ὑποχρεοῦται ὁ βουλευτὴς ὁ ὁποῖος προέβη εἰς τὴν διατύπωσιν μομφῆς νὰ θεμελιώσῃ ἐπαρκῶς τὴν κατηγορίαν τὴν ὁποίαν διατυπώνει, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ νὰ δύναται ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, κατατοπιζόμενος εἰς τὴν περίπτωσιν, ν’ ἀπαντᾶ εἴτε διὰ νὰ προστατεύσῃ ὅπως εἶναι καθῆκον του ἂν ἡ μομφὴ εἶναι ἄδικος τὸν περὶ οὗ πρόκειται ὑπάλληλον, εἴτε διὰ νὰ συμμερισθῇ τὴν μομφὴν ὁπότε πρέπει νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι θὰ λάβῃ καὶ τὰ ἀναγκαῖα ἐναντίον τοῦ ὑπαλλήλου μέτρα. Τὴν παρατήρησιν ταύτην εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὴν κάμω, μετὰ τὴν μομφὴν ἥτις διετυπώθη ἐναντίον τοῦ Ἀντεισαγγελέως κ. Φλώρου. Κατὰ σύμπτωσιν, γνωρίζω τὸν κ. Φλῶρον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἦτο κατατοπισμένος καὶ εὐλόγως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι κατατοπισμένος καὶ αἰφνιδιάσθη ἀπόψε ἀκούσας τὸ ὄνομα ἑνὸς ἀντεισαγγελέως, εἶναι δὲ τόσοι οἱ ἀντεισαγγελεῖς. Κατὰ σύμπτωσιν, γνωρίζω ἐγὼ τὸν ἀντεισαγγελέα καὶ ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ δι’ ὅσα ἐλέχθησαν, διότι ὑπῆρξε μαθητής μου εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, παρηκολούθησα τὴν ἐξέλιξίν του μέχρι σήμερον καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι πρόκειται περὶ πτωχοῦ, τιμίου καὶ ἐξαιρέτου πατριώτου. (Χειροκροτήματα).
§155Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔπρεπεν, ὅμως, νὰ εἶναι παρὼν ὁ κ. Τουρκοβασίλης. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. προλαλήσαντα, ἀλλὰ τὸ ἔχει ἡ τύχη μου νὰ διαφωνῶ πολλὰς φορὰς μαζί του. Ἔπρεπε αὐτὰ νὰ τὰ εἴπῃ, παρόντος τοῦ κ. Τουρκοβασίλη.
§156Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Γνωρίζετε ὅτι διετέλεσεν Πρόεδρος Λαϊκοῦ Δικαστηρίου; (Θόρυβος).
§157Γ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. συνάδελφος δίδει μίαν πληροφορίαν ὅτι διετέλεσε Πρόεδρος Λαϊκοῦ Δικαστηρίου. Πρέπει νὰ ἐξακριβωθῇ τὸ πρᾶγμα αὐτὸ ἂν εἶναι ἀληθὲς διότι ἔχει σημασίαν. (Θόρυβος).
§158Χ. ΑΛΕΤΡΑΣ. Ὁ κ. Τουρκοβασίλης δὲν εἶναι παρὼν διὰ νὰ ἐκθέσῃ τὸ τί γνωρίζει περὶ τοῦ προσώπου αὐτοῦ καὶ ἐγὼ κατὰ τὴν παροῦσαν στιγμὴν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω πληροφορίας διὰ τὸ παρελθὸν τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ. Ὁ εἰσαγγελεὺς αὐτὸς ἦτο μέλος λαϊκοῦ δικαστηρίου κατὰ τὴν Ἐαμοκρατίαν. (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι).
§159Κ. ΜΠΑΚΟΛΛΑΣ. Τὸ γνωρίζει αὐτὸ ὁ κ. Κανελλόπουλος;
§160Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ τοὺς κακοποιοῦμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς. Ὁ κ. Φλῶρος διωρίσθη εἰσαγγελεὺς μετὰ πρότασιν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Μεσσηνίας τὸ ὁποῖον εἶναι ἐθνικόφρον, εἶναι δὲ μέλος τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου καὶ ὁ κ. Ἀλετρᾶς.
§161Χ. ΑΛΕΤΡΑΣ. Εἰς τὸ Συμβούλιον συνεζητήθη τὸ πρᾶγμα καὶ τὸ Συμβούλιον ἀπεδέχθη ὅτι ἦτο μέλος τοῦ λαϊκοῦ δικαστηρίου.
§162Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Τὸν ἐπρότεινε νὰ γίνῃ ἀντεισαγγελεύς.
§163Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διατυπώνει μίαν σαφῆ κατηγορίαν ὁ κ. συνάδελφος.
§164Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ λέγωνται οὕτω τὰ ζητήματα. Δὲν εἶναι ὀρθὸν αὐτό. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἓν ζήτημα τὸ ὁποῖον εἶναι σοβαρώτατον, ἀλλ’ εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπικρατήσῃ ἡ ἄλλη ἄποψις, τότε ἀνατρέπονται ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Κανελλόπουλος. Διατὶ νὰ τὰ καλύπτωμεν;
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ὁ συνάδελφος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος προεκάλεσε τὸ ζήτημα εἶναι ἀπὼν σεῖς δὲν ἔχετε κανένα λόγον νὰ ἀναμιγνύεσθε εἰς τὴν συζήτησιν. Ὁ κ. Π. Μαζαράκης ἔχει τὸν λόγον.
§166Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Ἐν πρώτοις δηλῶ, ὅτι θὰ εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, μετά, μάλιστα, τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Τάξεως καὶ τὴν ἀποδοχὴν ὡρισμένων τροπολογιῶν. Ἤθελον ὅμως νὰ παρατηρήσω τοῦτο, ὅτι, ἐπειδή, δυστυχῶς, δὲν ἐλήφθη ποτὲ μέριμνα περὶ τῶν προσόντων τῶν Νομαρχῶν, ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον τῶν Ἐπιτροπῶν, τῆς πρώτης καὶ τῆς δευτέρας, νὰ προΐστανται δικαστικὰ πρόσωπα, διότι πλειστάκις....
§167ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ!
§168Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. .... ἔχουν διορισθῆ Νομάρχαι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ, ὄχι μόνον τῆς Νομοθεσίας, ἀλλὰ στεροῦνται καὶ τῆς κοινωνικῆς ἀκόμη ἐμφανίσεως. Ἐνῷ ὁ δικαστὴς εἶναι πρόσωπον τὸ ὁποῖον ἐμπνέει ἐμπιστοσύνην ὡς ἀνῆκον εἰς κλάδον, ὁ ὁποῖος ἀπολαμβάνει πράγματι τῆς γενικῆς ἐμπιστοσύνης. Αὐτὰ κατ’ ἀρχὴν ἤθελον νὰ εἴπω. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ὅμως τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου ἤθελον νὰ παρακαλέσω, ὅπως ληφθῇ μέριμνα καὶ διὰ τοὺς τόπους, εἰς τοὺς ὁποίους θὰ γίνωνται ἑκάστοτε αἱ ἐκτοπίσεις. Αἱ Κυκλάδες ὑπῆρξαν πάντοτε εἰς τὸ παρελθόν, ἐπὶ τῶν διαφόρων δικτατοριῶν, τόπος ἐξορίας τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Χώρας. Ἐκεῖ ἐκ περιτροπῆς ἐξωρίσθη ὁ ἀείμνηστος πολιτικός, ὁ ὁποῖος ἔπεσε καὶ θῦμα τῆς ἐξορίας του, ὁ ἐπιφανὴς πολιτευτὴς Πατρῶν Ἀνδρέας Μιχαλακόπουλος, μαζὶ μὲ τὸν ἄλλον προσφιλῆ συνάδελφον, τὸν Περικλῆν Καραπᾶνον. Ἐπίσης ἐξωρίσθησαν εἰς τὰς Κυκλάδας ὁ ἀξιότιμος Προεδρεύων τῆς Κυβερνήσεως κ. Γονατᾶς ὡς ἐπίσης καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος ἀξιότιμος κ. Κανελλόπουλος. Ἀλλὰ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τοὺς ἐδέχοντο μετὰ ἰδιαιτέρας εὐχαριστήσεως καὶ στοργῆς οἱ νησιῶται. Δὲν δυνάμεθα ὅμως νὰ δεχώμεθα καὶ τοὺς κομμουνιστάς. Διότι αἱ Κυκλάδες ἀπετέλεσαν μίαν ἐξαίρεσιν πάντοτε καὶ εἶναι ἐκ τῶν ὀλίγων τμημάτων τοῦ Κράτους τὰ ὁποῖα ἔμειναν ἐθνικόφρονα. Μὴ θέλετε, λοιπόν, κύριε Ὑπουργέ, νὰ στέλλετε αὐτὸ τὸ μίασμα ἐκεῖ, τὸ ὁποῖον νὰ μεταδίδῃ εἰς τοὺς εὐγενεῖς νησιώτας τὸν κομμουνισμόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἔγινε κατάλογος τῶν νήσων εἰς τὰς ὁποίας θὰ ἐκτοπίζωνται. Εἰς τὰς Κυκλάδας ὑπάρχουν καὶ ἀκατοίκητοι νῆσοι, αἱ ὁποῖαι καὶ νερὸ ἄφθονον ἔχουν καὶ ἠμποροῦν νὰ ὁρισθοῦν ὡς τόπος ἐξορίας.
§169ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ Βουλὴ θὰ καθορίσῃ τὸ μέρος τῆς ἐκτοπίσεως;
§170Π. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς νὰ κανονίζουν τὸν τόπον, δι’ αὐτὸ κάμνω τὴν παρατήρησιν αὐτήν.
§171Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ἡ Ἰκαρία ἔγινεν ἀπὸ τοὺς ἐξορίστους κομμουνιστική. Τὸ ἠξεύρω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως. (Χειροκροτήματα).
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Βαμβέτσος ἔχει τὸ λόγον.
§173Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, χωρὶς νὰ θέλω ποσῶς νὰ ἀμβλύνω ὅσα κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως ἀνέπτυξα σχετικῶς μὲ τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰδικῶς τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Τάξεως ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀσφάλειαν τῆς Χώρας, ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Τάξεως. Ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ μὲ τὸ αἰτιολογικόν, διὰ τοῦ ὁποίου κατέληξεν εἰς τὸ αἴτημα νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, δηλαδὴ δὲν παραδέχομαι τὴν περιώνυμον θεωρίαν τῆς «συναρτήσεως». Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐνόμιζεν, ὅτι, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὸν σκοπόν της, ἦτο ἀπαραίτητον εἰς αὐτὴν νὰ ἔχῃ πλήρη ἐλευθερίαν ἐκτοπίσεων, χωρὶς τὴν παραμικρὰν ἐγγύησιν, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἐδικαιολογεῖτο ἐρχομένη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ λέγουσα, ὅτι δὲν δύναται νὰ τὸ πράξῃ δι’ ἄλλους λόγους πολιτικούς. Πιστεύω δηλαδή, πάντοτε, ἐν συνεπείᾳ πρὸς ὅσα ὑπεστήριξα κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως, ὅτι βαρύνει εὐθύνη τὴν Κυβέρνησιν ἐὰν τυχὸν δεσμεύωνται αἱ χεῖρες της διὰ λόγους ἄλλους ἐξωελληνικοὺς καὶ δὲν καταβάλλει προσπάθειαν νὰ ἐπιτύχῃ ἐλευθερίαν τῶν χειρῶν της. Ἑπομένως θὰ ἐδεχόμην νὰ συζητήσω μόνον ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, διὰ λόγους καθαρῶς ἐσωτερικούς, δὲν θεωρεῖ ἀπαραίτητον τὴν λῆψιν μέτρων βαρυτέρων ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προβλέπει τὸ νομοσχέδιον.
§174Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Νομίζω, ὅτι ἐδῶ ὑπάρχει μία παρανόησις μιᾶς τοποθετήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμα ἐγώ. Διότι ἐγὼ οὐδέποτε ἰσχυρίσθην οὐδὲ διενοήθην νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὁπωσδήποτε δεσμεύεται.
§175Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δόξα σοι ὁ Θεός!
§176Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Ἀλλ’ ἐγὼ εἶπον ἄλλο τι—καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ βεβαίως εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν διάφοροι γνῶμαι, ἀλλά, ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἶναι αὐτὸ μία τοποθέτησις. Ποία δηλαδή; Ὅτι, ἐνῷ δὲν ὑπάρχει κανενὸς εἴδους δέσμευσις, ὑπάρχει εὐθύνη πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως νὰ σταθμίζῃ, ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ Κυβερνητικοῦ της ἔργου, ὅλους ἐκείνους τοὺς παράγοντας, οἱ ὁποῖοι ἐνδεχομένως ἐφάπτονται τῶν ἑλληνικῶν ὑποθέσεων. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ὑπάρχει δέσμευσις. Σημαίνει, ὅτι ἀσκεῖται μία ὡρισμένη πολιτική. Οὐδέποτε ἐγὼ εἶπον οὐδὲ ἄφησα νὰ νοηθῇ, ὅτι ὑπάρχει δέσμευσις. Ἀλλὰ τὸ ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει, κατὰ τὴν γνώμην ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως, συστηματικῶς καὶ μετὰ πάσης προσοχῆς νὰ σταθμίζῃ ὅλους ἐκείνους τοὺς παράγοντας, οἱ ὁποῖοι ἐφάπτονται τῆς ἑλληνικῆς ὑποθέσεως, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κατακριθῇ ἡ Κυβέρνησις διότι ἀσκεῖ αὐτὴν τὴν πολιτικήν.
§177Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὑπάρχει μία διαφορά, κύριε Ὑπουργέ, μεταξὺ ὑμῶν καὶ ἐμοῦ. Αἱ συνθῆκαι, τὰς ὁποίας ἐκτιμᾷ ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ κρίνῃ ὅτι δὲν τῆς ἐπιτρέπεται νὰ προχωρήσῃ πέραν ὡρισμένου σημείου, ἔστω καὶ ἂν δὲν ὑπάρχει δέσμευσις ἐξωτερική, αἱ συνθῆκαι αὐταὶ εἶναι μεταβληταί. Ἐάν, ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις, ἐπαναλαμβάνω, νομίζει ὅτι χρειάζεται δραστικὰ μέτρα διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐπιβολὴν τῆς τάξεως, ὀφείλει νὰ δημιουργήσῃ τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχουν αἱ ἄλλαι ἐκεῖναι σκέψεις, αἱ ὁποῖαι τὴν παρημπόδισαν νὰ λάβῃ τὰ μέτρα αὐτά. Δὲν εἶναι μεγάλη ἡ ἀπόστασις μεταξὺ τῆς δεσμεύσεως διὰ δηλώσεως καὶ τοῦ συναισθήματος τῆς ὑπάρξεως δεσμεύσεως.
§178Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Δὲν τὸ εἶπε κανεὶς αὐτό. Ἐδῶ πάλιν δίδετε ἕνα χρῶμα δεσμευτικόν, τὸ ὁποῖον δὲν ὑφίσταται.
§179Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, μὴ παίζωμεν μὲ τὰς λέξεις. Τὸ νόημα εἶναι τὸ ἴδιον, ὅτι δηλαδὴ αἰσθάνεσθε ὅτι δὲν εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ προχωρήσετε πέραν ὡρισμένου σημείου, χωρὶς νὰ σᾶς λέγεται τοῦτο ἔξωθεν, ἀλλὰ διαισθάνεσθε ὅτι μία ἐνέργειά σας πέραν αὐτοῦ τοῦ ὡρισμένου σημείου ἐνδέχεται νὰ φέρῃ δυσάρεστα ἀποτελέσματα εἰς τὴν ἐξέλιξιν ἄλλων ἑλληνικῶν ὑποθέσεων. Διὰ νὰ ἔχετε αὐτὴν τὴν διαίσθησιν σημαίνει ὅτι ἔχετε ὡρισμένας ἀφορμὰς ἢ ἐνδείξεις. Καὶ σᾶς λέγω, ὅτι ἐὰν ἔχετε πράγματι τοιαύτην διαίσθησιν καὶ φρονεῖτε ὑπευθύνως, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ προχωρήσετε εἰς τὴν ἐπιβολὴν τῆς τάξεως ἄνευ ὡρισμένων δραστικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ὅμως ὑποπτεύεσθε ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὰ λάβετε, τότε, λέγω, ὅτι, ὡς Κυβέρνησις ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ κάμετε μίαν ἐργασίαν διαφωτίσεως τοιαύτην, ὥστε νὰ μεταβάλετε ἐκείνας τὰς συνθήκας, τὰς ὁποίας φοβεῖσθε. Δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω σαφέστερον, ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι ἔγινα ἀντιληπτὸς καὶ ἀπὸ ὑμᾶς καὶ ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἑπομένως δι’ ἐμὲ ἐὰν ὑπάρχουν ἄλλοι λόγοι, πλὴν τῆς ἀπολύτως ἐλευθέρας, ἐξ ἑλληνικῶν αἰτίων ἀγομένης, κρίσεως τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἄνευ ἐπιρροῆς συναρτήσεων, τότε βεβαίως εἴμεθα σύμφωνοι. Ἐάν ὅμως ἡ ἐνέργειά σας αὐτὴ εἶναι ἀποτέλεσμα τοιούτων σκέψεων, ὅπως πρὸ ὀλίγου εἴπατε, τότε θεωρῶ τὴν Κυβέρνησιν ὑπεύθυνον, διότι δὲν κάμνει ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμῃ διὰ νὰ πείσῃ πάντα παράγοντα ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὴν νὰ ἔχῃ πλήρη ἐλευθερίαν λήψεως ἐκείνων τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν ὑπεύθυνον κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀπαραίτητα, διὰ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν τάξιν. Ἑπομένως ἐγὼ δὲν δέχομαι νὰ συζητήσω παρὰ μόνον ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως, ὅτι σεῖς ὡς Κυβέρνησις δὲν θέλετε ἄλλα μέτρα πλὴν αὐτῶν καὶ συνεπῶς δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς ἡμᾶς νὰ σᾶς δώσωμεν περισσότερα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θέλετε, διότι ἀπὸ λόγους καθαρῶς ἐσωτερικοὺς ἐκεῖνοι ἐξ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος καὶ ξεύρουν τὶ σημαίνει ἐκτόπισις, δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ συντελέσουν διὰ τῆς ψήφου των εἰς τὸ νὰ δώσουν μείζονα ἐλευθερίαν εἰς τὴν διενέργειαν τῶν ἐκτοπίσεων. Διότι, ἀνεξαρτήτως τῶν συγχρόνων συνθηκῶν, περὶ τῶν ὁποίων ἀνέπτυξα κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως, ὅτι ἐπίστευα ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ ἐπιβάλῃ τὴν τάξιν καὶ ἄνευ λήψεως ἐκτάκτων μέτρων παρὰ μόνον διὰ τῆς κειμένης νομοθεσίας καὶ ἐνόμιζα καὶ ἐτόνισα ὅτι αὐτὰ εἶναι τονωτικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνει ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ λάβῃ αὐτὴ ἡ ἰδία θάρρος, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴχομεν αὐτὴν τὴν γνώμην, δὲν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ δημιουργηθῇ μία νέα ὑπὸ καθεστὼς ἐλεύθερον νομοθεσία περὶ ἐκτοπίσεως Ἑλλήνων πολιτῶν, ἡ ὁποία θὰ ἀποτελέσῃ προηγούμενον καὶ διὰ μεταγενεστέρας ἐποχάς. Ἀρκετὰ εἴδομεν τὴν νομοθεσίαν αὐτὴν ἐφαρμοζομένην κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς δικτατορίας. Πρέπει νὰ τερματισθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ κατὰ τρόπον παρέχοντα ἐγγυήσεις εἰς τὸν οἱονδήποτε πολίτην τῶν οἱωνδήποτε φρονημάτων, διότι δὲν θὰ ἀπελαθῇ παρὰ μόνον ὅταν ὑπάρχουν βάσιμοι λόγοι. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν γνωρίζω ἐὰν εἴχατε τὴν τιμὴν νὰ ἀπελαθῆτε ἐπὶ δικτατορίας, ὅπως ὁ ὁμιλῶν, ἀλλὰ ἐγὼ γνωρίζων ὅτι τότε οἱ εἰσαγγελεῖς τῶν Πρωτοδικῶν, τῶν ὁποίων ἡ συμμετοχὴ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν κρίνεται σήμερον ἀπὸ τοὺς συναδέλφους ἀνεπαρκής, ὑπέγραφον ἐν λευκῷ τὰς ἀπελάσεις χωρὶς νὰ γνωρίζουν οὔτε τὰ πρόσωπα, οὔτε τοὺς λόγους τῆς ἀπελάσεως. Καὶ ἐὰν ἀντέστην εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν εἰς τὴν διάταξιν περὶ ἐκκαθαρίσεως τῶν συνεργασθέντων μὲ τὴν δικτατορίαν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξυγίανσιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, τὸ ἔπραξα καὶ διότι νομίζω ὅτι εἶναι δύσκολον μετὰ μίαν δεκαετίαν νὰ κριθοῦν τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, ἀλλὰ καὶ διότι γνωρίζω ὅτι ὁ τότε εἰσαγγελεὺς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐκτοπίσεων, συνδεόμενος στενώτατα μὲ πρόσωπον ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἀσφαλῶς δὲν πρόκειται νὰ ἀποχωρήσῃ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ, κατ’ ἐμέ, στίγμα. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι σήμερον δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν ἀφορμὴν εἰς τὴν δημιουργίαν νομοθεσίας ὑπὸ τὸ κράτος λαϊκῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία δίδει τὴν δυνατότητα αὔριον ἐπαναλήψεως τῶν ἐκτρόπων, τὰ ὁποῖα συνέβαινον κατὰ τὴν τετάρτην Αὐγούστου. Καὶ δι’ αὐτὸ θεωρῶ τὴν παρουσίαν τοῦ ἀκραιφνοῦς δικαστικοῦ προσώπου, τοῦ Προέδρου Πρωτοδικῶν, ἀπαραίτητον ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Δὲν φαντάζομαι ὅτι οἱ Πρόεδροι τῶν Πρωτοδικῶν θὰ εἶναι τόσον στενοκέφαλοι, ὥστε νὰ μὴ ἀντιλαμβάνωνται τὴν ἀνάγκην τῆς ἀπελάσεως, ὅταν ἡ ἀνάγκη αὕτη ὑπάρχῃ, ἀλλ’ ὡς ἕν μέτρον ἐξαιρετικὸν καὶ ἀπαραίτητον ἐκεῖ ὅπου εἰδικοὶ λόγοι ἐπιβάλλουν τὴν ἄσκησιν τοῦ μέτρου αὐτοῦ. Καὶ ἡ ἰδική μου πεῖρα μὲ πείθει ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ μέχρι τοῦδε καλῶς ἐλειτούργησαν. Αἱ πληροφορίαι τῆς Ἐπαρχίας Τρικάλων εἶναι ὅτι αἱ ἀπελάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν, ἔγιναν πράγματι ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ὅπως ἔπρεπε νὰ γίνουν, ἀπηλάθησαν πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἀπελαθοῦν. Διὰ νὰ εἶναι ἄλλωστε συνεπεῖς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν τὴν τροποποίησιν τῆς διατάξεως αὐτῆς θὰ ἔπρεπε νὰ θέσουν τὴν ἰδίαν διάταξιν καὶ διὰ τὴν δευτεροβάθμιον ἐπιτροπήν, ὥστε ἡ διάταξις νὰ εἶναι πλήρης καὶ ὁλοκληρωτική. Ἑπομένως νομίζω ὅτι καλῶς ἔχει τὸ νομοσχέδιον.
§180Χ. ΑΛΕΤΡΑΣ. Δηλαδὴ ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστερον θέλετε νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον;
§181Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον αὐτό, ἐγὼ λέγω τοῦτο, ὅτι σήμερον εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν ἕνα νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως ἑνὸς νομοθετικοῦ διατάγματος ἰσχύοντος καὶ ἐφαρμοζομένου. Ἀλλὰ λέγω ὅτι ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ἀφορᾷ τροπολογίαν πρὸς τροποποίησιν ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστερον τοῦ ὑπάρχοντος νομοθετικοῦ διατάγματος, ἀλλ’ ἁπλούστατα οἱ μὲν ὄντες ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου ζητοῦμεν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, οἱ δὲ ἔχοντες ἀντίρρησιν εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑποβάλλουν τροπολογίαν τροποποιοῦντες ἐπὶ τὸ αὐστηρότερον τὸ νομοσχέδιον. Σήμερον δὲν συζητοῦμεν περὶ αὐτοῦ. Ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς εἶναι τὸ νομοθετικὸν διάταγμα τῆς 4.5.46, τὸ ὁποῖον μεταρρυθμίζει τὸν προηγούμενον νόμον. Ἄρα σήμερον πρόκειται νὰ κυρώσωμεν ἢ νὰ μὴ κυρώσωμεν τὸ νομοθετικὸν διάταγμα τῆς 4.5.46. Ἑπομένως οἱ ὑπὲρ τοῦ νομοθετήματος ὄντες, δὲν ζητοῦμεν τίποτε τὸ ἐλαφρότερον ἀπὸ τὸ περιεχόμενον ἐν τῷ Νομοθετικῷ Διατάγματι τῷ κυρουμένῳ, ἀλλὰ ζητοῦμεν τὴν κύρωσιν αὐτοῦ ὡς ἔχει.
§182Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Εἶναι δικαιολογία αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε;
§183Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐὰν παρηκολουθῆτε τὸ ἐπιχείρημά μου θὰ ἐβλέπατε ὅτι ἀπαντῶ εἰς ἕνα ἐπιχείρημα διατυπωθὲν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. ἐξ Ἀρκαδίας πολιτευτήν, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συζητῶμεν σήμερον περὶ ἐπιεικοῦς μεταρρυθμίσεως τοῦ νομοθετήματος καὶ λέγω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν προτείνει ἐπιεικῆ τροποποίησιν τοῦ νομοθετήματος τοῦ εἰσαγομένου ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἁπλούστατα συζητεῖ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ ὡς ἔχει, ἢ τὴν ἀπὸ μίαν πλευρὰν ἐπὶ τὸ αὐστηρότερον τροποποίησιν τοῦ εἰσαγομένου νομοθετήματος.
§184Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι τὸ νομοθέτημα αὐτὸ ἐφηρμόσθη εἰς ὁμαλὰς περιστάσεις καὶ ἐκρίθη τότε λυσιτελές. Ἄρα κατὰ μείζονα λόγον σήμερον ἐπιβάλλεται διὰ χιλίους δύο λόγους νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ αὐτὸ μέτρον. Δὲν ζητοῦμεν περισσότερον.
§185Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Εἰς τοῦτο σᾶς ἀπαντῶ ὅτι ἡ ἐμὴ σκέψις εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἁρμοδία νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐκεῖνα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν κρίσιν της θεωρεῖ ἀπαραίτητα διὰ τὴν ἐπιβολὴν τῆς τάξεως. Ἐφ’ ὅσον, ἑπομένως, ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις δὲν ζητεῖ τίποτε περισσότερον ἀπὸ αὐτὸ καὶ λέγει ὅτι αὐτὸ τῆς εἶναι ἀρκετόν, νομίζω ὅτι τὴν εὐθύνην τὴν φέρει ἀκεραίαν ἡ Κυβέρνησις. Διὰ τοῦτο ἐὰν αὔριον ἡ Κυβέρνησις ἀποτύχῃ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νομοθετήματος, τὴν εὐθύνην θὰ τὴν ἔχῃ ἀκεραίαν ἡ Κυβέρνησις.
§186Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Τί νὰ τὴν κάνωμεν τὴν εὐθύνην;
§187Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὅταν βουλευώμεθα ἐπὶ προτάσεως Κυβερνητικῆς, ἡ Κυβερνητικὴ εὐθύνη δὲν εἶναι ἀδιάφορος δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν νὰ κρίνουν περὶ τούτου. Δὲν τὴν ἀπαλλάσσει τῆς εὐθύνης, ἐὰν λέγῃ ὅτι ἔχει ἄλλους λόγους, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον θεωρεῖ ὅτι αὐτὸ φθάνει δὲν θέλω ἐγὼ νὰ λεχθῇ ὅτι οἱ βουλευταὶ προερχόμενοι ἐκ τοῦ λαοῦ θέλουν νὰ δεσμεύσουν τὴν λαϊκὴν ἐλευθερίαν πέραν ὡρισμένων ὁρίων καὶ νὰ θέσουν, ἄνευ ἐγγυήσεων εἰς κίνδυνον, τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου. Ἐγὼ τοὐλάχιστον τοῦτο δὲν τὸ ἐγκρίνω. Ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ὁμιλῶ ὡς κόμμα, διότι τὸ κόμμα ἐπ’ αὐτοῦ ἀφῆκε ἐλευθέρους τοὺς ὀπαδούς του, ἑπομένως ἐκφράζω τὰς ἀτομικάς μου ἰδέας. Ἕνα ἄλλο σημεῖον τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἀπαραίτητον νὰ τονίσω, εἶναι τὸ λεχθὲν ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους ἐκ Κυκλάδων βουλευτάς. Εἶχα τὴν τύχην νὰ περάσω τὸν χρόνον τῆς ἐξορίας μου εἰς τὴν μαγευτικὴν νῆσον τῶν Κυκλάδων τὴν Πάρον καὶ μοῦ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἐκτιμήσω τὰ ἁγνὰ αἰσθήματα τῶν κατοίκων της. Δὲν ὑπῆρξεν ἄνθρωπος μὴ συγκινηθεὶς διὰ τὴν περιπέτειάν μου, δὲν γνωρίζω ὅμως μήπως αὐτὴ ἡ συγκίνησις ἦτο γενικὴ καὶ δι’ ὅλους τοὺς ἀπελαθέντας τότε. Θὰ ἐπρότεινα, ἐὰν ἦτο δυνατόν, νὰ ἐξαιρεθοῦν αἱ κατωκημέναι νῆσοι, θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἐξευρεθῇ μία ἀκατοίκητος ἢ ἐὰν δὲν κατορθωθῇ τοῦτο θὰ μποροῦσε νὰ εὕρῃ μίαν νῆσον ἡ Κυβέρνησις. Ἄς περιορίζωνται αἱ ἐκτοπίσεις εἰς μίαν μόνον νῆσον. Ἐὰν πρόκειται νὰ θυσιάσωμεν νήσους εἰς τὴν προπαγάνδαν τῶν ἐκτοπιζομένων, ἂς θυσιάσωμεν μίαν μόνον νῆσον καὶ ὄχι τὸ σύνολον τῶν νήσων. Πιστεύω ὅτι ὁ κομμουνισμὸς ηὐξήθη ἀπὸ τῆς 4ης Αὐγούστου καὶ τοῦτο πρῶτον, διότι ἐδόθη εὐκαιρία νὰ μορφωθοῦν εἰς Καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου οἱ διάφοροι κομμουνισταί, οἱ ὁποῖοι, ὅταν ἀπηλάθησαν, εἶχον ἀτελῆ κομμουνιστικὴν μόρφωσιν, καὶ δεύτερον διότι οἱ διάφοροι ἐκτοπισμένοι ἀνέπτυσσον τὴν θεωρίαν των εἰς τοὺς κατοίκους τῶν νήσων, ὅπου εὑρίσκοντο. Ἑπομένως, ἐὰν δὲν εὑρεθῇ μία νῆσος ἄνευ κατοίκων, ἂς περιορισθοῦν οἱ ἐκτοπιζόμενοι εἰς μίαν μόνον νῆσον. Δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἂς μὴ καταστρέψωμεν ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα. (Χειροκροτήματα).
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ξ. Ριζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§189Ξ. ΡΙΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία ἔκρινε τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον εἶχα ταχθῆ μὲ τὴν μειοψηφίαν καὶ ὑπεστήριξα μετὰ φορτικότητος μάλιστα ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ἀρχικὸν νομοθέτημα περὶ Ἐπιτροπῆς ἀσφαλείας. Καὶ τὸ ἐνόμιζα αὐτὸ βάσει μιᾶς πείρας τὴν ὁποίαν ἀπέκτησα δικηγορῶν ἐπὶ εἰκοσαετίαν εἰς μίαν περιφέρειαν ἡ ὁποία ἐξέθρεψε καὶ ζωοκλέπτας καὶ ληστὰς καὶ κομμουνιστὰς καὶ ὅλων τῶν εἰδῶν παραβάτας τοῦ νόμου. Εἶχα τὴν γνώμην ὅτι οἱ πρόεδροι Πρωτοδικῶν δὲν ἔπρεπε νὰ μετέχουν δικαστικῶν ἐπιτροπῶν εἰς τὰς ὁποίας αἱ παρωπίδες τῆς ἐπαγγελματικῆς των συνειδήσεως ἢ ἡ στενὴ ἀντίληψις τοῦ νόμου, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τοὺς ἐμποδίσῃ νὰ ἴδουν τὴν σκοπιμότητα ἐκείνην ἡ ὁποία πρέπει νὰ κατευθύνῃ τὴν δρᾶσιν καὶ τὰς ἀποφάσεις τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλά, κύριοι, ἐλησμόνησα δύο σπουδαίας ἐφευρέσεις τοῦ καιροῦ μας τὸ «διεθνὲς κλῖμα» καὶ τὸ «ἀδιάβλητον». Πάντως ὅταν ἀπεχώρησα ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία κατὰ πλειοψηφίαν ἐψήφισε τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει καταθέσει ὁ κ. Ὑπουργός, μετενόησα διὰ τὴν ψῆφον μου καὶ δὲν κατακρίνω ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν τὸ νομοσχέδιον. Κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ παρωπίδων τὰς ὁποίας ἔχουν οἱ δικαστικοὶ λειτουργοί, ἀλλὰ πρόκειται περὶ μιᾶς πραγματικότητος τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα νὰ παραγνωρίσωμεν αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἐὰν ἡμεῖς ὡς βουλευταὶ εἰς θέματα τὰ ὁποῖα ἔχουν σχέσιν καὶ μὲ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν δυνάμεθα ἐλευθέρως ἐδῶ νὰ ἐκδηλοῦμεν καὶ ἀναπτύσσωμεν τὰς γνώμας μας, τὴν εὐθύνην τῆς πολιτικῆς τὴν φέρει ἡ Κυβέρνησις διότι ἡ Κυβέρνησις κυβερνᾷ ἐνῷ ἡ Βουλὴ βουλεύεται. Δὲν ἐπιτρέπεται ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὸ κόμμα χωρὶς νὰ γνωρίζουν ὅλας τὰς λεπτομερείας τῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν κατευθύνει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀντιτίθενται εἰς τὴν πολιτικήν της, διότι διαπράττουν σφάλματα τὰ ὁποῖα μεθαύριον δὲν θὰ πληρώσῃ μόνον ἡ Κυβέρνησις τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος θὰ πληρώσῃ καὶ αὐτὸ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα. Ὄταν εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν —διὰ πρώτην φορὰν εἶμαι βουλευτής, ἴσως τὸ ἤκουσα ἴσως αἱ πληροφορίαι μου νὰ εἶναι ἐσφαλμέναι —πάντως, ὅταν εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν ἦτο ὁ Βενιζέλος ἢ ὁ Τσαλδάρης, τοιούτου εἴδους φαινόμενα δὲν ἐνεφανίζοντο εἰς τὴν Βουλήν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Θόρυβος ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως). Πρέπει νὰ γνωρίζετε ὅτι δὲν μὲ πειράζουν αἱ φωναί.
§190Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγετε ὅτι δὲν γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις.....
§191Ξ. ΡΙΖΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω ὅτι εἶναι ἐξαιρετικὰ ἐπιεικὴς ἡ Κυβέρνησις ὕστερα ἀπὸ διακοπὴν 10 ἐτῶν Κοινοβουλευτικοῦ βίου. Καὶ διὰ νὰ ἐνθυμηθῶ τοὺς λόγους τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, αὐτὴ ἡ ζέσις τοῦ λόγου ὕστερα ἀπὸ ἀδράνειαν 10 ἐτῶν ἐπηρέασε τὴν ἄλλην πτέρυγα ἀλλ’ ἦτο φυσικὸν νὰ μὴ διαφύγωμεν καὶ ἡμεῖς. Πάντως, διὰ νὰ ἔλθω εἰς τὸ θέμα καὶ διὰ νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου, πιθανὸν ἀπόψε νὰ διεφώνησα μὲ τὴν πτέρυγα ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω, συμφωνῶν μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Τάξεως.
§192Ι. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ πειθαρχίαν.
§193Ξ. ΡΙΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ἁπλῶς κατὰ πειθαρχίαν.
§194Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐὰν ἀναγνώσετε τὸ ἀνακοινωθὲν..... (δὲν ἀκούεται λόγῳ τοῦ θορύβου)......θὰ ἴδετε πόσον δίκαιον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργός.
§195Ξ. ΡΙΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν σεῖς νομίζετε καὶ φρονεῖτε ὅτι δύνασθε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ συμπολιτεύεσθε, ὅτι δύνασθε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ ὑποστηρίζετε τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι ἔχετε κάθε δικαίωμα νὰ τὸ κάμετε. Ἀλλὰ νομίζω ἐπίσης, ἂν καλῶς ἐνθυμοῦμαι καὶ ἐὰν καλῶς γνωρίζω τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἱστορίαν, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅταν σεῖς διὰ τῆς ψήφου σας ἢ διὰ τῶν λόγων σας θέλετε νὰ καταδικάσετε ἕνα Ὑπουργόν, συμμετέχοντα ὑπευθύνως τῆς Κυβερνήσεως, ὡς σφάλλοντα εἰς ὡρισμένον σημεῖον τῆς πολιτικῆς του, τότε δύο τινὰ πρέπει νὰ γίνουν. Ἢ σεῖς νὰ ἔλθετε εἰς τὴν θέσιν ἐκείνου, ἐκδιώκοντες τὸν Ὑπουργόν, ἢ νὰ σιωπήσετε καὶ νὰ ὑπακούσετε εἰς τὰ κελεύσματα τοῦ ὑπευθύνως διεξάγοντος τὴν πολιτικήν. (Χειροκροτήματα καὶ γέλωτες ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως. Κωδωνοκρουσίαι).
§196Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. ....... (κάτι λέγει μὴ ἀκουόμενος λόγῳ τοῦ θορύβου).
§197Ξ. ΡΙΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν ἔθιξα τινὰ τῶν κ. κ. συναδέλφων, εἶμαι πρόθυμος νὰ δώσω ἐξηγήσεις.
§198Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀκολουθεῖτε τὰς ἀρχὰς τῆς ὁμάδος εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκετε.
§199Ξ. ΡΙΖΟΠΟΥΛΟΣ. Περίμενα ἀπὸ σᾶς περισσότεραν ψυχραιμίαν. (Θόρυβος). Θέλω νὰ μάθω ποῖον εἶναι τὸ παράπτωμά μου. Νὰ τὸ μάθω καὶ ἄλλην φορὰν δὲν θὰ τὸ ξανακάνω. (Γέλωτες).
§200ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἄν παρέβητε σεῖς τὴν ἐντολὴν τῶν ἐκλογέων σας, ἡμεῖς τὴν τηροῦμεν.
§201Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Σεῖς παρεβιάσατε τὴν ἐντολὴν ποὺ ἐλάβατε. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγετε τοιαῦτα πράγματα.
§202Ξ. ΡΙΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἔλθετε εἰς μίαν συνεδρίασιν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος νὰ μοῦ ἀποδώσετε μομφήν.
§203ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐὰν ἔχετε διαφορετικὴν γνώμην, νὰ φύγετε.
§204Ξ. ΡΙΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εἶναι παράβασις καθήκοντος τοῦ Κόμματος, τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, νὰ τὸ φέρετε εἰς τὴν συνεδρίασιν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Ἄν παρέβην Κοινοβουλευτικόν τινα κανόνα, νὰ μοῦ ὑποδείξετε τὴν παράβασιν.
§205Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Νομίζω ὅτι ὑπάρχει μία παρεξήγησις ἡ ὁποία ἔγκειται εἰς τοῦτο τὸ ζήτημα. Οὐδεὶς ποτὲ ἠρνήθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀπεριόριστον δικαίωμα...... (Θόρυβος ἐκ μέρους τῆς Συμπολιτεύσεως. Κωδωνοκρουσίαι).
§206ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὴν ἀρνεῖται ὁ κ. συνάδελφος.
§207Ξ. ΡΙΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κάθε ἄλλο.
§208Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ἀνήκετε εἰς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα. Ἀνήκετε εἰς μίαν ὁμάδα. (Νέος θόρυβος).
§209Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ἰδοὺ ποὺ ἔγκειται τὸ ζήτημα. Νὰ μὴ λαμβάνετε τὸν λόγον προτοῦ περάσῃ ὀλίγος χρόνος καὶ ἀποκτήσετε ὀλίγην ὡριμότητα.
§210Ξ. ΡΙΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε δηλαδὴ νὰ εἴπητε ὅτι πρέπει νὰ ὡριμάσω. Μεταξὺ ἀώρων καὶ ὡρίμων ὑπάρχει μία ἄλλη τάξις, ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦν τοὺς ὡρίμους. Ἐγὼ πιθανῶς νὰ εἶμαι ἄωρος, ἀλλὰ δὲν εἶμαι ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦν τὴν ὡριμότητα. Ἀφήσατε αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰς διδασκαλίας, εἰς ἡμᾶς δὲν ἐμπρέπουν.
§211Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Νομίζω ὅτι αὐτὴ ἡ διαλογικὴ συζήτησις δὲν προάγει τὸ θέμα. Οὐδεὶς ποτὲ ἠρνήθη ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ὄχι μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ δύναμαι νὰ εἴπω καὶ καθῆκον νὰ διατυπώσῃ ὅλας τὰς ἀντιρρήσεις εἰς οἱονδήποτε νομοσχέδιον, ἐπὶ οἱουδήποτε θέματος, ὅπως τὸ νομίζει καλλίτερον. Ὑπάρχει ὅμως καὶ κάτι τι ἄλλον, εἶναι φυσικὸν δὲ αὐτὸ εἰς τὸ Κοινοβουλευτικὸν σύστημα, οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἶναι ἐπὶ τῶν θεμάτων τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς τὴν ἁρμοδιότητά των περισσότερον ἐνήμεροι καὶ εἶναι, κατὰ συνέπειαν, περισσότερον ἐνήμεροι ἐπὶ ὅλων τῶν λεπτομερειῶν, ἐπὶ ὅλων τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα κατοχυρώνουν γενικώτερον τὴν Κυβερνητικὴν πολιτικήν. Βεβαίως ὑπάρχει ἀλληλέγγυος εὐθύνη τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ εἶναι βέβαιον ὅτι, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ γνώμη τῶν κ. κ. συναδέλφων τῆς Βουλῆς δὲν δύναται νὰ εἶναι ἐνημερωμένη πλήρως ὅπως θὰ εἶναι ἐνημερωμένη ἡ γνώμη τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν συνεπῶς ἕνα μέλος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ἑνὸς Κυβερνητικοῦ νομοσχεδίου, ἐμφανίζεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐκφράζει τὴν ἀντίληψιν τὴν κυβερνητικήν, ὄχι μόνον τὴν ἀντίληψίν του ὡς ἁρμοδίου εἰσηγητοῦ, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω τὴν κυβερνητικὴν ἀντίληψιν, ἡ περαιτέρω ἐπιμονὴ ὀφείλει τοὐλάχιστον νὰ ὑποδηλοῖ ὅτι ὁ ἐπιμένων συνάδελφος ἔχει πλήρη γνῶσιν ὅλων τῶν λεπτομερειῶν καὶ τῆς οὐσίας τοῦ θέματος. Ἀλλὰ καὶ ἡ ὑποχρέωσις τοῦ νὰ διατυπώνεται ἑκάστοτε ἀπὸ τὰ μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἡ γνώμη ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, εἴτε δι’ ἐρωτήσεων εἴτε διὰ παντὸς τρόπου ὁ ὁποῖος προβλέπεται ἀπὸ τὸ Κοινοβουλευτικὸν σύστημα, ἔχει ἓν ὅριον, τὸ ὅριον ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον κατ’ ἀναπόδραστον ἀντικειμενικὴν ἀνάγκην δὲν μποροῦν τὰ μέλη τῆς Βουλῆς νὰ εἶναι ἐνήμερα εἰς ὅλην τὴν ἔκτασιν τοῦ θέματος.
§212Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Εἶναι νέα θέσις αὐτὴ τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζετε καὶ ἡ ὁποία προσιδιάζει περισσότερον εἰς τὸν φασισμὸν καὶ ὄχι εἰς τὸν Κοινοβουλευτισμόν.
§213Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Ὄχι, διότι τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις εἶναι διατεθειμένη νὰ παράσχῃ πᾶσαν πληροφορίαν εἰς οἱανδήποτε ἐρώτησιν ἐπὶ οἱουδήποτε θέματος δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ κατηγορία τὴν ὁποίαν διατυπώνετε.
§214ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐδέχθητε, κ. Ὑπουργέ, τὴν τροπολογίαν καὶ μετὰ 5 λεπτὰ ὑπαναχωρήσατε.
§215ΕΤΕΡΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔχομεν καὶ ἡμεῖς εὐθύνας.
§216Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Βεβαίως ἔχετε.
§217Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος καθώρισε τὴν ἄποψιν ποία εἶναι ἡ θέσις τῶν βουλευτῶν. Βεβαίως ἔχει τὸ δικαίωμα ἀπόλυτον νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του, ἀλλὰ τὸ νὰ δίδῃ διδάγματα εἶναι ὀλίγον ἄτοπον καὶ λόγῳ τῆς ἡλικίας του καὶ διότι ἀκόμη δὲν ἔχει ἀποκτήσει τὴν πεῖραν ἡ ὁποία θὰ μποροῦσε νὰ τοῦ δώσῃ τὸ δικαίωμα νὰ λέγῃ αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπεν.
§218Β. ΣΑΓΙΑΣ. Δι’ αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἴπατε καὶ ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἔχω νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν Δημοσίας Τάξεως τὸ ἐρώτημα: Συμφωνεῖ μεθ’ ὑμῶν ὅτι ἡ ψήφισις τῆς τροπολογίας τὴν ὁποίαν δὲν ἀποδέχεται ἀποτελεῖ ζήτημα ἐμπιστοσύνης διὰ τὴν Κυβέρνησιν; Διότι ὅτι εἴπατε σεῖς ἦτο ἀντιποίησις τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον μόνον ἡ Κυβέρνησις ἔχει νὰ θέτῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Σεῖς εἴπατε: ἡ πτέρυξ αὐτὴ καταψηφίζουσα τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἢ ψηφίζουσα τὴν τροπολογίαν δυοῖν θἄτερον, ἢ λέγει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φύγῃ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ ζήτημα ἐμπιστοσύνης τὸ ὁποῖον μόνον ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ θέσῃ. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν Δημοσίας Τάξεως. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς τροπολογίας ἢ τῆς μὴ ἀποδοχῆς τῆς τροπολογίας ἡ Κυβέρνησις, ἢ ὁ Ὑπουργὸς ἁπλῶς ἀπομακρυνόμενος ἀπὸ τὴν τροπολογίαν θέτει ζήτημα ἐμπιστοσύνης; Ἐὰν θέτῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, τότε μόνον ἔχει δικαίωμα νὰ θέτῃ ὅρια καὶ τὴν ἔκφρασιν τῆς γνώμης τῶν βουλευτῶν τῶν ὑποστηριζόντων τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν δὲν θέτῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης δὲν θέτει ὅρια. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δημοσίας Τάξεως, εἴπατε ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ὄχι μόνον τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ ὑποχρέωσιν νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της, ἀλλὰ ἐντὸς ὡρισμένων ὁρίων, ἐκείνων τὰ ὁποῖα ὁ Ὑπουργὸς ὁ ὁποῖος εἰσηγεῖται τὸ νομοσχέδιον θέτει, ἐπιμένει ἢ μὴ ἐπιμένει εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ. Τὰ ὅρια αὐτά, ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος φέρει τὸ νομοσχέδιον, δὲν δύναται νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι τὰ καθορίζουν, μόνον διὰ τῆς θέσεως ζητήματος ἐμπιστοσύνης δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι ὑπάρχουν ζητήματα τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα αὐτὸς γνωρίζει καὶ ἐπιμένει εἰς τὴν γνώμην του. Μόνον λοιπὸν θέτουσα ἡ Κυβέρνησις ζήτημα ἐμπιστοσύνης εἶναι δυνατὸν νὰ θέσῃ ὅρια χωρὶς νὰ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ ποῖον λόγον θέτει αὐτὰ τὰ ὅρια καὶ ποῖοι λόγοι τὰ ἐπιβάλλουν.
§219Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Φαίνεται, κύριε συνάδελφε, ὅτι ἢ ἐγὼ δὲν ὑπῆρξα σαφὴς ἢ σεῖς δὲν μὲ ἀντελήφθητε. Ἐγὼ ὁμιλῶν περὶ ὁρίων ἐννοοῦσα ὅτι κατὰ τὴν προσωπικήν μου γνώμην ἡ περαιτέρω συζήτησις δὲν προάγει τὸ θέμα. Δὲν εἶπον ὅτι σταματᾷ τὸ δικαίωμα, ἡ δυνατότης τῶν βουλευτῶν νὰ συζητοῦν τὸ θέμα. Ἀτομική μου κρίσις εἶναι.
§220Β. ΣΑΓΙΑΣ. Θέτετε ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἢ ὄχι; Ὄχι. Δὲν θέτετε ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
§221Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Διατὶ θέτετε τὸ ζήτημα οὕτω πως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἀποδέχεται τὴν τροπολογίαν.
§222Β. ΣΑΓΙΑΣ. Δὲν μὲ ἀντελήφθητε. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν: Δὲν δέχομαι τὴν τροπολογίαν καὶ προσέθεσε: διὰ λόγους τοὺς ὁποίους ἐγὼ γνωρίζω καὶ δὲν μπορῶ νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν.
§223Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Δὲν εἶπον τέτοιο πρᾶγμα.
§224Β. ΣΑΓΙΑΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ὑπάρχει λόγος.
§225Ξ. ΡΙΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐκπρόσωπος τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Τάξεως, εἶμαι ἁπλῶς νέος βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἦλθε νὰ ἐκθέσῃ ταπεινὴν γνώμην του ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος. Ἤκουσα ἢ ἐξέμαθον ὅτι εἰς ζητήματα τοιαύτης σημασίας καὶ εἰς καιροὺς τοὺς ὁποίους τώρα διερχόμεθα, ὅταν εἷς Ὑπουργὸς ἀνέρχεται ἅπαξ εἰς τὸ βῆμα καὶ ἐγείρεται δὶς ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ μὲ φράσεις τὰς ὁποίας ἐλπίζω ὅτι δὲν ἐλησμονήσατε ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ διὰ λόγους ἐθνικοῦ συμφέροντος πρέπει νὰ μείνῃ οἷον τὸ υἱοθέτησε καὶ τὸ θέλει ὁ κ. Ὑπουργός, ἐνόμισα λέγω.......
§226Η. ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ (Ἐν ὀργῇ). Ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ καταστῆτε σαφὴς καὶ νὰ δηλώσετε ὅτι δὲν εἶσθε ὁ ἁρμόδιος, ὁ ὁποῖος θὰ μᾶς ὑποδείξετε τὴν πειθαρχίαν καὶ εἰλικρίνειαν.
§227Ξ. ΡΙΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν εἰλικρίνειαν τὴν σέβομαι ἀπολύτως.
§228Η. ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ τὸ δηλώσετε αὐτὸ καὶ τοῦ λοιποῦ διδάγματα πρὸς ἡμᾶς δὲν θέλομεν.
§229Ξ. ΡΙΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ζουμπουλάκη, μὴ παίρνετε αὐτὸ τὸ ὕφος τὸ φοβερόν. Δὲν διενοήθην τέτοια πράγματα. Διατὶ ἐξεγείρεσθε; Διὰ ποῖον λόγον; ἐδῶ ὁμιλοῦμεν πολιτισμένα.
§230Η. ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Λοιπόν, ἀνακαλέσατε, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἴπατε, διότι ἐγὼ οὐδέποτε θὰ τὰ ἔλεγον ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ.
§231Ξ. ΡΙΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἔθιξα κανένα ζητῶ συγγνώμην. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν ἔκαμα τέτοιο πρᾶγμα.
§232Η. ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ ἐθίξατε καὶ τοὺς Ἀρχηγούς. Καὶ τώρα οἱ ἀρχηγοὶ εἶναι ἰσάξιοι πρὸς τοὺς ἀρχηγοὺς τοῦ παρελθόντος. Καὶ ἐὰν εἶσθε εἰλικρινὴς ὀφείλετε νὰ ὁμιλήσετε μετὰ παρρησίας.
§233Ξ. ΡΙΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἤθελεν ἡ Βουλὴ αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ μεταβληθῇ εἰς δικαστήριον καὶ νὰ κρίνῃ καὶ νὰ μοῦ καταλογίσῃ σφάλμα ἐὰν διέπραξα τοιοῦτον. Ἐπίσης τὸ Προεδρεῖον, ἐὰν ἀντελήφθη παράπτωμα, ἂς μὲ ἀνακαλέσῃ καὶ οἱ ἀξιότιμοι κ. κ. συνάδελφοι, ἐὰν ἀντελήφθησαν ὅτι ἐξέκλινα ἂς μὲ κρίνουν. Λέγω, λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, ἂν μὲ ἀφήσετε κάποτε νὰ τελειώσω, ὅτι εἰς τοιαῦτα θέματα, ὅταν ἀπὸ τὴν μίαν πλευρὰν ἐπιμένει ὁ κ. Ὑπουργός.......
§234Η. ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κάναμε συμφωνίαν μὲ τὸν κ. Ὑπουργόν.
§235Ξ. ΡΙΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν εὑρίσκονται εἰς τὸν κανονισμόν, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα ὀφείλει κανεὶς ὅταν εἶναι βουλευτὴς νὰ τὰ γνωρίζῃ. Ὑπάρχουν καὶ οἱ ἄγραφοι θεσμοὶ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, τοὺς ὁποίους εἴτε γέρων εἶναι τις εἴτε νέος, ὑποχρεοῦται, ὅταν μετέχει τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ τοὺς γνωρίζῃ καὶ τότε ὁ δρόμος του θὰ εἶναι ἀσφαλέστερος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐφ’ ὅσον διεπιστώθησαν ἐδῶ ὄχι μόνον διαφοραί, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀντιλήψεις ἐπὶ τοιούτου εἴδους θεμάτων, ἀλλὰ ἐσημειώθη ἀκόμη καὶ διάστασις ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τῶν κοινοβουλευτικῶν κανόνων, ὅπως εἶναι ἡ διάστασις μεταξὺ τοῦ κ. Δαρβέρη καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Δημοσίας Τάξεως ἐπὶ θεμελιωδῶν ζητημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα, ὁ μὲν κ. Ὑπουργὸς νομίζει ὅτι ἔχει δίκαιον, ὁ δὲ κ. Δαρβέρης νομίζει ἐπίσης ὅτι ἔχει δίκαιον, μοῦ φαίνεται ὅτι θὰ εἶναι ἀνιαρὸν διὰ τὴν Βουλήν, νὰ συνεχίσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ.
§236Θ. ΚΙΖΑΝΗΣ. Ἀνιαρὸν ὄχι δι’ ἡμᾶς, κύριε συνάδελφε.
§237Ξ. ΡΙΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ μοῦ τὸ λέγετε διότι αὐτὸ θὰ θεωρηθῇ προδοσία ὅτι δυσηρέστησα τὴν Συμπολίτευσιν καὶ ηὐχαρίστησα τὴν Ἀντιπολίτευσιν, θὰ καταλήξῃ νὰ θεωρηθῶ καὶ ὡς προδότης ἀκόμη. Καὶ λέγω, κύριοι, ἂν ἀνελογιζόμεθα αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ ἐὰν ἠθέλαμεν νὰ συλλάβωμεν, τὶ θὰ ἐγένετο πρὸ 2 μηνῶν, εἰς τὰς 15 Μαΐου 1946, ἐὰν ὡμιλούσαμεν περὶ Ἐπιτροπῶν Ἀσφαλείας ἢ νὰ ὡμιλούσαμεν περὶ ἐκτάκτων Στρατοδικείων, γνωρίζετε τὶ θὰ ἐγίνετο; Γνωρίζετε ὅτι ἡ θύελλα ἡ ὁποία θὰ ἐξέσπα κατὰ τῆς Ἑλλάδος τὴν ἡμέραν ἐκείνην θὰ ἦτο θύελλα, ἡ ὁποία θὰ ἠμποροῦσε νὰ παρασύρῃ ὄχι τὴν Βουλὴν αὐτήν, ἡ ὁποία εἶναι πράγματι λαοπρόβλητος, ἀλλὰ θὰ ἠμποροῦσε νὰ παρασύρῃ καὶ τὴν Ἑλλάδα ὁλόκληρον. Ὡρισμένοι ἐξ ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι νομίζετε ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐργάζεται, ὡρισμένοι ἐξ ὑμῶν ἀφήσατε νὰ ἐκφύγῃ ἐκ τοῦ στόματός σας, ὅτι ὅλη ἡ Βουλὴ συγκινεῖται ἀπὸ τὴν ἐξαιρέτως ἔκτακτον κατάστασιν, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ εἰς τὴν ὕπαιθρον καὶ μόνον ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὑπεύθυνος, ἡ διαχειριζομένη τὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδος τὴν ἀγνοεῖ. Κατὰ τοὺς 2 αὐτοὺς μῆνας γνωρίζομεν ὁπόσους καὶ ὁποίους κόπους κατέβαλεν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις.
§238ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶπε τις αὐτό.
§239Ξ. ΡΙΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τὰς ἕδρας ἐκείνας ἠκούσθη τὸ ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἡ μόνη, ἡ ὁποία ἀγνοεῖ τὴν κατάστασιν. Ἐάν, σεῖς, κύριε συνάδελφε, ἦσθε ἀπών, ἐγὼ ἤμην παρὼν καὶ τὸ ἤκουσα καὶ τὸ ἤκουσα μὲ ὅλον τὸν πόνον τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς τὸ Λαϊκὸν αὐτὸ κόμμα καὶ εἰς οὐδεμίαν ὁμάδα, κύριε Στρᾶτο, καὶ μὲ ὅλον τὸν πόνον ἑνὸς Ἕλληνος, ὁ ὁποῖος βλέπει μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἀγωνίζεται τὸν πολύμοχθον αὐτὸν ἀγῶνα προσπαθοῦσα τὸ διαλυθὲν αὐτὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον παρέλαβε εἰς τὰς 31 Μαρτίου νὰ τὸ ἐπαναφέρῃ εἰς τὸν ὁμαλὸν δρόμον. Μέσα εἰς αὐτοὺς τοὺς 2 μῆνας εἰργάσθη ἡ Κυβέρνησις τόσον, ὥστε ἀπόψε νὰ δυνάμεθα νὰ ὁμιλῶμεν περὶ ἐπιτροπῶν Ἀσφαλείας, ὥστε ἀπόψε καὶ προχθὲς καὶ εἰς τὸ ψήφισμα, νὰ δυνάμεθα νὰ ὁμιλῶμεν περὶ ἐκτάκτων Στρατοδικείων. Ἐγώ, ὁ ὁποῖος προσφάτως ἔχω ἐπιστρέψει ἐκ Θεσσαλίας, εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πρῶτος ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ἐμέμφθην τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ Δημοσίας Ἀσφαλείας, διότι εἶχε ἀφήσει νὰ παρέλθουν τόσαι ἡμέραι καὶ δὲν εἶχε φροντίσει νὰ ἀλλάξῃ τὰ στελέχη, τοὺς ἐπὶ κεφαλῆς ἀξιωματικοὺς εἰς τὴν Θεσσαλίαν, τοὺς ὁποίους εἶχεν ἀφήσει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διὰ νὰ διαλύσῃ τὴν περιφέρειαν ἐκείνην τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ νὰ εἴπω ὅτι εἰς τὴν Θεσσαλίαν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὑπάρχουν ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐζητήσαμεν. Ὑπάρχουν ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Χωροφυλακῆς καὶ τοῦ Στρατοῦ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦν νὰ ἐπαναφέρουν τὸ Κράτος εἰς τὸν δρόμον του καὶ προσπαθοῦν νὰ ἀναχαιτίσουν τὸ κῦμα αὐτὸ τῆς ἐπαναστάσεως, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς κατέκλυσε τὴν Ἑλλάδα. Λοιπὸν νομίζω ὅτι εἰς μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία τοιαῦτα ἔργα ἐπέδειξε καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα τῆς διακυβερνήσεως, οἱ βουλευταὶ τοὐλάχιστον ἐκεῖνοι τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἔμφυτον τὴν διάθεσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἢ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι λέγονται ἁπλῶς Λαϊκοί, ἐνῷ πράγματι κατὰ βάθος εἶναι πολέμιοι τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι ἔχουν ὑποχρέωσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοί μου νὰ ὑποστηρίξουν, νὰ ψηφίσουν τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ θὰ ψηφίσω χωρὶς βέβαια νὰ ζητῶ τὰ χειροκροτήματά σας.
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Λαδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§241Α. ΛΑΔΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὁμολογῶ, ὅτι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον συζητεῖται ἀπόψε ἀπησχόλησε περισσότερον τοῦ δέοντος τὴν Βουλήν. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν θέλω νὰ ἐλαττώσω τὴν σοβαρότητα τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ ἐπέκτασίς του ἦτο μεγαλυτέρα τοῦ δέοντος. Ἤκουσα κατὰ κόρον ἐντὸς τῆς Βουλῆς νὰ λέγεται καὶ νὰ ὁμολογῆται καὶ νὰ γίνεται συζήτησις πέριξ παραγόντων, πέριξ κλίματος διεθνοῦς καταστάσεως καὶ ἐπιρροῶν καὶ ὁμολογῶ ὅτι μὲ ἐξέπληξεν ἡ τοιαύτη τοποθέτησις τοῦ ζητήματος, τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἐσωτερικήν μας καθαρῶς ὑπόθεσιν. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ βάσις, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀναχωροῦν οἱ κ. κ. συνάδελφοι, ἡ βάσις λέγω ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀναχωροῦν μὲ τὸ νὰ δέχωνται ἢ νὰ δίδουσι τὴν ψῆφον των, ὑποκειμένης εἰς τὰς ἀντιλήψεις αὐτὰς αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἀπὸ τὴν ἐντύπωσιν, ἡ ὁποία δημιουργεῖται ὅτι δὲν πρέπει νὰ δώσουν τὴν ψῆφον των εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον διευκολύνουν τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι ἡ γνώμη αὐτὴ δὲν εἶναι ὀρθή, ὅτι ἀναχωροῦν ἀπὸ ἐσφαλμένης βάσεως. Ἀντιθέτως νομίζω ὅτι μὲ παρρησίαν γνώμης θὰ ἔπρεπε νὰ ἐμφανισθοῦν καὶ νὰ ὑποστηρίξουν τὴν ἄποψίν των ἀναφορικῶς πρὸς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, ἐὰν αὐτὸ συμφωνεῖ κατ’ ἀρχὴν πρὸς τὰς ἰδικάς των ἀπόψεις καὶ ἀντιλήψεις ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύστασιν τῶν ἐπιτροπῶν ἀσφαλείας ἢ ἐὰν ἀντιθέτως τοῦτο εὑρίσκεται ἀντίθετον πρὸς τὰς ἰδικάς των ἀπόψεις. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον νομίζω ὅτι θὰ πρέπῃ νὰ ἐξετασθῇ περισσότερον ἀπὸ τοῦ ἐὰν δύναται νὰ συμφωνῇ κατ’ ἀρχὴν πρὸς τὰς ἀντιλήψεις, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχῃ κανείς, ὡς πρὸς τὴν σύστασιν τῶν Ἐπιτροπῶν ἀσφαλείας, ἀσχέτως ἂν ἡ σύστασις αὐτῶν δύναται ἢ ὄχι νὰ ἔχῃ διαφορετικὸν χαρακτῆρα, ἢ δύναται νὰ ἐπηρεάζεται ἀπὸ δῆθεν τρίτους, ἢ διεθνεῖς παράγοντας, ἢ ἄλλους λόγους. Ἡ ἰδική μου προσωπικὴ ἀντίληψις εἶναι ὅτι, τὸ νομοσχέδιον συμφωνεῖ ἀπολύτως πρὸς τὴν ἀντίληψίν μου, διότι νομίζω ὅτι, ἡ σύνθεσις τῶν Ἐπιτροπῶν ἀσφαλείας, ὅπως εἶναι σήμερον, πληροῖ ἀπολύτως τὰς ἀντιλήψεις ὅλων τῶν φιλελευθέρων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν ὅτι παρέχεται πλήρης ἡ ἐγγύησις καὶ πλῆρες τὸ δικαίωμα εἰς κάθε πολίτην νὰ πιστεύῃ ὅτι θὰ συναντήσῃ ἀπόλυτον τὴν ἰδέαν τῆς δικαιοσύνης ἀπὸ μέρους τῆς Πολιτείας. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀληθὲς ὅτι, τὸ μεγαλύτερον καὶ τὸ σοβαρώτερον ἐπιχείρημα ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζονται ἀπὸ μέρους τῶν κ.κ. συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι δὲν συμφωνοῦν μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, καὶ οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν τὴν ἄποψιν ὅτι, αἱ Ἐπιτροπαὶ ἀσφαλείας θὰ πρέπῃ νὰ συντίθενται καὶ ἀπὸ μέρους τοῦ διοικητικοῦ ὀργάνου τῆς Χωροφυλακῆς, εἶναι ὅτι, παρόμοιον νομοσχέδιον ἐψηφίσθη ἐν εἰρηνικῇ ἐποχῇ, τὸ 1924, καὶ ἐνῷ κατὰ τὴν ἐποχὴν αὐτὴν ἐπεβάλλετο ἡ σύστασις τῶν Ἐπιτροπῶν αὐτῶν, ἐνῷ εἶχον περισσότερον τὸν χαρακτῆρα τῶν ἐγγυήσεων τὰς ὁποίας δίδει σήμερον, ἐν τόσαις σοβαραῖς ἡμέραις, τὸ νομοσχέδιον, ἀντιθέτως τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ 1924, εἶχεν ὡς τρίτον μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸν διοικητὴν τῆς Χωροφυλακῆς.
§242Θ. ΚΙΖΑΝΗΣ. Ἐπέτυχε πλήρως τότε. Ἐρωτήσατε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς κατὰ πόσον ἐπέτυχε αὐτό.
§243Α. ΛΑΔΑΣ. Ὁμολογῶ ὅτι τὸ ἐπιχείρημα αὐτό, κατ’ ἀρχήν, εἶναι σοβαρὸν καὶ ἀξιοπρόσεκτον. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, σήμερον εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ κατάστασις, ἀπὸ ἀπόψεως δημοσίας ἀσφαλείας, ὡς πολλάκις ἔχει λεχθῆ ἐνταῦθα, εἶναι ἀναμφισβητήτως τραγικὴ εἰς τὴν ὕπαιθρον. Θὰ ἔπρεπε βεβαίως, ἐκ τῆς σκέψεως αὐτῆς κινούμενοι, νὰ δεχθῶμεν ὅτι, καὶ τὰ ἑκάστοτε λαμβανόμενα μέτρα, θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἀνάλογα πρὸς τὸν χαρακτῆρα τῶν ἐποχῶν καὶ τῶν καταστάσεων πρὸς τὰς ὁποίας προσαρμόζονται. Αἱ σημεριναὶ περιστάσεις θὰ ἐπέβαλλον, κατὰ τὴν γνώμην τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς ἀντιθέτου γνώμης, ὅτι θὰ ἔπρεπε, ὁπωσδήποτε ἡ σύστασις τῶν Ἐπιτροπῶν αὐτῶν νὰ γίνῃ ὅπως ἐγένετο ἡ σύστασις τῶν Ἐπιτροπῶν ἐν εἰρηνικῇ περιόδῳ, τὸ 1924. Ἡμεῖς δὲν συμφωνοῦμεν πρὸς τὴν ἄποψιν αὐτήν. Ἡμεῖς πιστεύομεν ὅτι, παρ’ ὅλον ὅτι δὲν συντρέχουν αἱ περιπτώσεις τῆς εἰρηνικῆς περιόδου σήμερον, παρ’ ὅλον ὅτι ἀναγνωρίζεται ὅτι ἡ κατάστασις εἶναι ἄκρως τραγικὴ καὶ ἀνησυχαστικὴ εἰς τὴν ὕπαιθρον, ὅτι ἡ σύστασις τῶν Ἐπιτροπῶν, ὡς προβλέπει τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, παρέχει ὅλας τὰς δυνατότητας, καὶ ὅλα τὰ μέσα, ὥστε πραγματικῶς νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ἔργον ἐκεῖνο διὰ τὸ ὁποῖον ἐθεσπίσθη, καὶ πρόκειται νὰ ψηφισθῇ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Τὸ πρόσωπον ἐναντίον τοῦ ὁποίου στρέφονται περισσότερον οἱ ὁμιληταί, εἶναι τὸ πρόσωπον τοῦ Διοικητοῦ τῆς Χωροφυλακῆς, τὸ ὁποῖον δὲν εὑρίσκεται εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς Ἀσφαλείας, δὲν μετέχει τῶν Ἐπιτροπῶν Ἀσφαλείας καὶ ἀντ’ αὐτοῦ, σήμερον, διορίζεται ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν ἡ κατάστασις εἶναι ἀνησυχητικὴ εἰς τὴν ὕπαιθρον, ἐὰν ἡ ἀσφάλεια δὲν ὑπάρχει, ἐὰν ἡ τάξις εἶναι διασαλευμένη, φαντάζεσθε ὅτι τὰ μέτρα τῆς δημοσίας τάξεως, τὰ ὁποῖα λαμβάνονται θὰ ἐξαρτῶνται ἑκάστοτε ἀπὸ τὸν τύπον, ὁ ὁποῖος θὰ δίδεται εἰς αὐτὰ ἢ ἀπὸ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐφαρμόζουν τοὺς ὑπάρχοντας καὶ κειμένους νόμους; Ἐν προκειμένῳ μὴ ἔχετε τὴν ἀνησυχίαν ὅτι ὁ Πρόεδρος Πρωτοδικῶν ἀντικαθιστῶν τὸν Διοικητὴν ἢ Μοίραρχον Χωροφυλακῆς, δὲν θὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον του, ὅπως ὁ Διοικητὴς Χωροφυλακῆς ἢ ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν εἰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ τελευταῖος συμμετεῖχε τῶν Ἐπιτροπῶν Ἀσφαλείας τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος τοῦ 1924. Ὅπως τότε θὰ ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν του τὴν κατάστασιν, ὅπως ἦτο διαμορφωμένη καὶ ἀναλόγως θὰ κατηύθυνε τὴν ψῆφον του εἰς τὰς συνεδριάσεις τῶν Ἐπιτροπῶν Ἀσφαλείας, προκειμένου νὰ ζητήσῃ τὴν ἐκτόπισιν ἢ τὴν ἄρσιν τῆς ἐκτοπίσεως ὡρισμένων προσώπων, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ σήμερον ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, ὁ ὁποῖος μετέχει τῶν Ἐπιτροπῶν Ἀσφαλείας, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ὁ Διοικητὴς Χωροφυλακῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐκτιμήσῃ τὰς περιστάσεις, νὰ ἐκτιμήσῃ τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας διαβιοῦμεν, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ἡ δημοσία τάξις εἰς τὴν ὕπαιθρον καὶ ἀναλόγως θὰ σκεφθῇ. Καὶ ἂν πρόκειται νὰ σκεφθῇ ὅτι ἡ ψῆφος θὰ πρέπει νὰ δοθῇ διὰ τὸν ἐκτοπισμὸν ὡρισμένων προσώπων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπικίνδυνα διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, νὰ εἶσθε σίγουροι ὅτι δὲν θὰ παραλείψῃ τὸ καθῆκον του. Ἀντιθέτως, ἐὰν κρίνῃ ὅτι τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἑκάστοτε θὰ προσκομίζωνται ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκῆ διὰ νὰ στηρίξουν λόγους ἐκτοπισμοῦ τῶν προσώπων αὐτῶν, θὰ ἀρνηθῇ τὴν ψῆφον του. Καὶ εἰς τὴν μίαν περίπτωσιν καὶ εἰς τὴν ἄλλην, ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν θὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον του. Ἔχομεν λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, μεγαλυτέρας ἐγγυήσεις ὅταν ὑπάρχει ὁ Πρόεδρος Πρωτοδικῶν. Ἐνῷ ἀντιθέτως δὲν θὰ πρέπει νὰ πιστεύωμεν ὅτι αἱ ἐγγυήσεις αὐταὶ θὰ ὑπάρχουν, ὅταν θὰ ὑπάρχῃ ὁ Διοικητὴς τῆς Χωροφυλακῆς, ὅταν διὰ λόγους ἀδυναμίας ἢ διὰ λόγους ἀνεξαρτήτους, τοὺς ὁποίους ἴσως δυσκολεύομαι νὰ ἀναφέρω αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἀνεξαρτήτους τῆς θελήσεως καὶ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου ἢ καὶ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα τὸν περιβάλλουν δὲν θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐπιτελέσῃ ἀπολύτως καὶ ἀντικειμενικῶς τὸ καθῆκον του, ὅπως θὰ τὸ ἐπιτελέσῃ ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν. Ὅταν ἔχωμεν λοιπὸν τὰς διασφαλίσεις αὐτάς, ὅταν θὰ εἴμεθα σίγουροι ὅτι θὰ παρέχηται ἀπόλυτος δικαιοσύνη εἰς τοὺς πολίτας, μοῦ φαίνεται ὅτι δὲν θὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ οὐδεὶς δισταγμὸς ἀπὸ μέρους μας προκειμένου νὰ κρίνωμεν περὶ τοῦ ἂν ἡ μορφὴ τῶν Ἐπιτροπῶν Ἀσφαλείας ὡς φέρεται ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ εἶναι ἡ ὀρθὴ ἢ ἐσφαλμένη. Πιστεύομεν καὶ συμφωνοῦμεν πρὸς τὴν πρώτην ἄποψιν ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ ἄποψις αὐτή, διότι ἐξυπηρετεῖ ἀπολύτως καὶ τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου, ἀλλὰ διασφαλίζει καὶ τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου. Κύριοι συνάδελφοι, ἔχετε ὑπ’ ὄψιν τὸ ἑξῆς: ὅτι ἐκτὸς τοῦ Προέδρου Πρωτοδικῶν παρίσταται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀσφαλείας καὶ ὁ Εἰσαγγελεύς. Ὁ Εἰσαγγελεὺς εἶναι ἀσφαλῶς ἐκ τῶν προσώπων ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀμεσωτέραν ἐπαφὴν πρὸς τὸ ἔγκλημα, πρὸς τοὺς ἐγκληματίας, πρὸς τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα. Συμβαίνει ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως νὰ ἔχῃ γνῶσιν αὐτῶν. Ἀλλὰ καὶ ὅταν αὐτὸ δὲν συμβαίνει, νὰ εἶσθε βέβαιοι ἢ μᾶλλον ἐκ πείρας ὅσοι ἐξ ὑμῶν εἶσθε συνάδελφοι δικηγόροι θὰ γνωρίζετε ὅτι ὑπάρχει πάντοτε στενωτάτη συνεργασία τοῦ Σώματος τῆς Χωροφυλακῆς μὲ τὴν Εἰσαγγελίαν. Τὰς πληροφορίας λοιπὸν αὐτὰς τὰς ὁποίας θὰ ἔχουν οἱ Διοικηταὶ Χωροφυλακῆς κατὰ καιρούς, κατὰ τὸ διάστημα τῆς συνεργασίας αὐτῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ τὰς ἔχουν μεταδώσῃ εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς ὥστε ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ μὴν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἕνα πρόσωπον τὸ ὁποῖον θὰ ἐξυπηρετῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς Ἀσφαλείας, τὸν ἀπόντα Διοικητὴν Χωροφυλακῆς.
§244Χ. ΛΑΔΑΣ. Ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι καὶ παρών.
§245Α. ΛΑΔΑΣ. Ἐκτὸς αὐτοῦ, ἐὰν τυχὸν δὲν ὑπῆρχον ὡρισμένα σημεῖα τὰ ὁποῖα θὰ ἄφιναν ὡρισμένας ἀμφιβολίας περὶ τοῦ χαρακτῆρος ἢ περὶ τοῦ ποιοῦ τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα τίθενται ὑπὸ ἐκτοπισμόν, ὑπάρχει πάντοτε ὁ εἰσηγητὴς ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι δυνατὸν παρά, τὰς πληροφορίας αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπαραίτητοι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀσφαλείας, θὰ παρέχῃ ἑκάστοτε ὥστε αἱ Ἐπιτροπαὶ Ἀσφαλείας θὰ εἶναι εἰς θέσιν, ἐκτιμῶσαι τὰ πραγματικὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα φέρονται πρὸ αὐτῆς νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ ἐκτοπισμοῦ ἢ μὴ τοῦ ἐκτοπισμοῦ τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα φέρονται ἐνώπιόν της. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἕνα πρόσωπον ἀκόμη, ὑπάρχει καὶ ὁ Νομάρχης, ὁ ἑκάστοτε Νομάρχης, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ προστατεύῃ κατὰ τὸν καλλίτερον τρόπον τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Καὶ ἐν τῇ προστασίᾳ καὶ προσπαθείᾳ αὐτῇ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ βοηθήσῃ ὥστε κάθε ἐπικίνδυνον στοιχεῖον, κάθε στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον πιθανῶς νὰ βοηθῇ ἐναντίον αὐτῶν τῶν προσώπων, νὰ τὸ προσκομίσῃ ἐνώπιον τῶν Ἐπιτροπῶν Ἀσφαλείας ὥστε νὰ ὑπάρχουν πράγματι ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι θὰ δίδουν τὴν διασφάλισιν εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν παρά, ὅσα ἐκ τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα παραπέμπονται ἐνώπιον τῶν Ἐπιτροπῶν εἶναι ἐπικίνδυνα στοιχεῖα διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐκτοπίζωνται, ἀντιθέτως δὲ ὅσα πρόσωπα δὲν θὰ κρίνωνται ἐκ τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ὅτι εἶναι ἄξια ἐκτοπισμοῦ, θὰ ἀφίνωνται ἐλεύθερα. Νομίζω λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ μᾶς ἀπησχόλησε περισσότερον τοῦ δέοντος, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν εἶναι, ὅπως εἶπε ὁ ἀγαπητός μου συνάδελφος καὶ συνονόματος κ. Λαδᾶς, δὲν εἶναι ζήτημα πολλὲς φορὲς τύπων τῶν νόμων, εἶναι ζήτημα προσώπων. Εἰς τὴν παροῦσαν λοιπὸν περίπτωσιν, δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς δισταγμὸς ἀπὸ μέρους ἐμοῦ τοὐλάχιστον καὶ ἐφ’ ὅσον φυσικὰ δὲν τίθεται ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἀπὸ μέρους τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ καὶ διατηρεῖ ἕκαστος τῶν βουλευτῶν ἐλευθέραν τὴν γνώμην του, οὐδεὶς δισταγμὸς λέγω ὑπάρχει εἰς ἐμὲ ὅτι θὰ πρέπει τὸ νομοσχέδιον νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νομίζω ὅτι κατοχυρώνονται περισσότερον αἱ ἐλευθερίαι τοῦ ἀτόμου. Ἐπίσης θὰ ἤθελα, κύριοι συνάδελφοι, νὰ σᾶς εἴπω, εἰς ὅσα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Δροσόπουλος ἀνέπτυξεν, ὅτι ἀσφαλῶς τὸ ζήτημα αὐτὸ ἔχει κάποιαν σοβαρότητα καὶ θὰ πρέπει νὰ τύχῃ κάποιας προσοχῆς. Ὅτι δὲν πρέπει τὰ νησιά, εἰς τὰ ὁποῖα ἐκτοπίζονται τὰ διάφορα κακοποιὰ καὶ ἐγκληματικὰ στοιχεῖα, νὰ γίνωνται κέντρον εἰς τὸ ὁποῖον δυστυχῶς ὑπάρχει φόβος νὰ μεταδίδωνται ὅλα τὰ ἀπὸ μέρους αὐτῶν τῶν κακοποιῶν στοιχείων στοιχεῖα τῆς προπαγάνδας καὶ τὸ μόλυσμα ὅσων περισσοτέρων καὶ ὀλιγωτέρων εἶναι, τόσον περισσότερον ἐξασφαλίζεται ἡ ἀκεραιότης τῶν νησιῶν αὐτῶν, ἡ ἀνοσία τῶν μερῶν αὐτῶν. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ὅτι ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς ἔχει ἐξαντληθῆ τὸ θέμα ἀπὸ μέρους ἐμοῦ τοὐλάχιστον, νομίζω ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος ὥστε νὰ συναντᾷ τὰς ἀντιρρήσεις ἀπὸ μέρους οἱουδήποτε, δεδομένου ὅτι καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν συναδέλφων τῆς Συμπολιτεύσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω, εἶναι σύμφωνοι ὥστε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ ψηφισθῇ ἀπὸ μέρους ὅλων. (Χειροκροτήματα).
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Τσιρώνης ἔχει τὸν λόγον.
§247Α. ΤΣΙΡΩΝΗΣ. Κύριοι βουλευταί, προκεχωρημένη εἶναι ἡ ὥρα καὶ κατάδηλος ἡ κόπωσις τοῦ Σώματος συνεδριάζοντος ἀπὸ τῆς 6ης ἀπογευματινῆς ὥρας σχεδὸν ἀδιαλείπτως. Δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον ἐὰν δὲν εἶχον τὴν ἀντίληψιν καὶ τὴν συναίσθησιν ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐκπληρῶ ἕνα καθῆκον ὑπέρτατον, ἐπιβεβλημένον ἀπέναντι ἐκείνων οἱ ὁποῖοι μοῦ ἔδωκαν τὴν ἐντολὴν ἵνα παρακαθήσω εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Καίτοι προέρχομαι ἐκ τῆς τάξεως τῆς Συμπολιτεύσεως, εἶμαι ὑποχρεωμένος μετὰ παρρησίας νὰ διατυπώσω τὴν γνώμην μου καὶ νὰ εἴπω καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς δὲν εἶμαι ἱκανοποιημένος ἐκ τῶν μέτρων ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν παγίωσιν τῆς τάξεως. Δὲν θέλω βεβαίως νὰ ἐντοπίσω τὴν εὐθύνην ἀπολύτως εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀναλαβοῦσα τὴν ἀρχὴν δὲν εὑρέθη ἐν μέσῳ ἐρειπίων, δὲν εὑρέθη ἐν μέσῳ συντριμμάτων, δὲν εὑρέθη ἐν μέσῳ αἱμάτων, ἐν μέσῳ τῆς Χώρας ἐξηρθρωμένης, δὲν εὑρέθη ἐν μέσῳ μέτρων τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησαν τὴν κατάστασιν πρὸ τῆς ὁποίας εὑρισκόμεθα, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἀποκρύψω ὅτι ἔπρεπε μὲ γοργότητα ρυθμοῦ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν δημιουργηθεῖσαν κατάστασιν. Ἔπρεπε νὰ λάβῃ ἐκεῖνα τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα θὰ ἐνέπνεον ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τὴν πεποίθησιν ὅτι τὸ Κράτος τοῦ νόμου θὰ ἐπιβληθῇ, θὰ ἐπιβληθῇ μὲ μίαν ἀποφασιστικότητα τοιαύτην, ὥστε θὰ ἐδημιούργει τὴν πεποίθησιν εἰς τὰ ἄτακτα στοιχεῖα ὅτι ἐὰν ἀντέτασσον τὸ ἀνάστημα αὐτῶν κατὰ τῆς καθεστηκυίας τάξεως, ἀμέσως θὰ ἀντιμετώπιζον τὴν σκληρότητα τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτά, θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς δὲν τὰ εἶδον. Καὶ ἐνῷ δὲν εἴδομεν τὰ μέτρα αὐτὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἐπαγίωνον τὴν τάξιν καὶ θὰ διησφάλιζον τὴν ὕπαιθρον, βλέπομεν παραδόξως τὴν Κυβέρνησιν διστάζουσαν ἐπιμόνως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς ὑποδείξεις, ἐκ μέρους τῆς Κυβερνητικῆς παρατάξεως, περὶ μιᾶς τροπολογίας ἡ μὴ ἀποδοχὴ τῆς ὁποίας, κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν, δὲν γνωρίζω διατὶ προώθησε τὴν Κυβέρνησιν μέχρι τοιαύτης ἐπιμονῆς. Διότι εἶναι παράδοξος ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, νὰ ἐμμένῃ εἰς τὴν ἄποψιν ὅτι αἱ Ἐπιτροπαί, αἱ ὁποῖαι θὰ συγκροτηθοῦν καὶ αἱ ὁποῖαι θὰ ἀποφασίζουν ποῖοι πρέπει νὰ ἐκτοπισθοῦν διὰ τὴν παγίωσιν τῆς τάξεως, θὰ ἀποτελοῦνται ἀπὸ τὸν Πρόεδρον Πρωτοδικῶν, τὸν Νομάρχην, τὸν Εἰσαγγελέα καὶ τὸν Διοικητὴν Χωροφυλακῆς, ἀλλὰ θὰ ἔχουν γνώμην μόνον οἱ τρεῖς πρῶτοι καὶ δὲν θὰ ἔχῃ γνώμην τὸ ὄργανον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπεύθυνον διὰ τὴν τήρησιν τῆς τάξεως, τὸ ὁποῖον διαχειρίζεται τὴν τάξιν ὑπευθύνως, τὸ ὁποῖον ἔχει — καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ, κύριοι — ἔγκυρον γνώμην ἐπὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ληφθῶσι.
§248ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ φέρει ὅλον τὸ βάρος τῆς εὐθύνης.
§249Β. ΣΑΓΙΑΣ. Ἐπὶ πλέον δὲ γνωρίζει ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οἱ ἄλλοι δὲν γνωρίζουν.
§250Α. ΤΣΙΡΩΝΗΣ. Πῶς θὰ ὑποχρεώσετε τὸν Διοικητὴν τῆς Χωροφυλακῆς νὰ παρακάθηται εἰς μίαν Ἐπιτροπὴν καὶ νὰ παίζῃ τὸν ρόλον ἑνὸς προσώπου βωβοῦ καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ ἔχῃ γνώμην καὶ ψῆφον, τὴν στιγμὴν ποὺ ἔχει ψῆφον ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, ὁ ὁποῖος δὲν κατέχει ἀπολύτως στοιχεῖα περὶ τοῦ ποῖοι πρέπει νὰ ἐκτοπισθῶσι διὰ τὴν παγίωσιν τῆς τάξεως; Τί ὄργανον τάξεως θὰ εἶναι πλέον αὐτὸς καὶ πῶς θὰ διατηρήσῃ τὸν ζῆλον, τὴν φωτιά, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον του, ὅταν τοῦ φιμώνετε τὸ στόμα καὶ τοῦ ἀποκλείετε κάθε γνώμην, προκειμένου νὰ ληφθῶσιν ἀποφάσεις ἐκτοπίσεως; Δι’ ἐμὲ αὐτὸ εἶναι παράδοξον. Διότι δὲν ἠξεύρω ποῦ στηρίζεται ἢ ποῖοι λόγοι ἐξωτερικῆς φύσεως ἢ ἄλλοι ἀναγκάζουν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐννόμου Τάξεως νὰ ἐμμένῃ εἰς τὴν ἄποψιν αὐτήν. Διότι δὲν βλέπω λογικώτερον πρᾶγμα ἀπὸ τοῦ νὰ ἔχῃ τὸ ὄργανον τῆς τάξεως ψῆφον προκειμένου νὰ γίνῃ μία ἐκτόπισις. Δὲν βλέπω κατὰ τί δεσμεύεται μὲ τοῦτο ἡ ἐλευθερία τοῦ πολίτου. Διότι, ἐὰν τὸ ἐβλέπομεν αὐτό, πρῶτοι ἡμεῖς βεβαίως θὰ εἴμεθα ὑπέρμαχοι τῆς γνώμης τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ δὲν τὸ βλέπομεν οὐδαμοῦ αὐτό. Ἠκούσθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ μεταβιβάσῃ ὅλην τὴν δικαιοδοσίαν καὶ τὴν ἁρμοδιότητα προκειμένου περὶ μέτρων ἀσφαλείας εἰς τὸ ὄργανον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ἀντίληψιν, ὅτι τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα θὰ συμμετάσχουν εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς Ἀσφαλείας, θὰ παραβοῦν τὸ καθῆκον των; Ἐὰν ἔχῃ αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν, ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἁρμοδία νὰ ἀντικαταστήσῃ τὰ ὄργανα αὐτὰ δι’ ὀργάνων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκτελέσουν πιστῶς καὶ εὐόρκως τὸ καθῆκον των. Καὶ ὅταν ἡμεῖς λαμβάνομεν τὸν λόγον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ὑποστηρίζομεν τὴν ἄποψιν, ὅτι τὸ ὄργανον τῆς ἀσφαλείας πρέπει νὰ ἔχῃ ψῆφον, δὲν θέλομεν μὲ τοῦτο νὰ δώσωμεν τὴν εὐκαιρίαν διὰ νὰ παραβιασθῶσιν αἱ ἀτομικαὶ ἐλευθερίαι. Τοὐναντίον, θέλομεν νὰ περιφρουρήσωμεν τὰς ἀτομικὰς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου. Ὁμιλοῦμεν, κύριοι, περὶ ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν, ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι μία θεωρία. Ἡ πραγματικότης εἶναι ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ ὕπαιθρος φλέγεται, ὅτι ἀστυνομικοὶ Σταθμοὶ καταλαμβάνονται, ὅτι χωροφύλακες σφάζονται καὶ ἀπάγονται εἰς τὰ βουνὰ ἀπὸ τοὺς ἐγκληματίας. Καί, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κύριοι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὥστε ὁ Διοικητὴς τῆς Χωροφυλακῆς νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ ψῆφον; Δὲν ἀρνούμεθα, κύριοι, ὅτι δύο εἶναι αἱ ἀφορμαί, αἱ ὁποῖαι συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ ἐπιδεινωθῇ ἡ κατάστασις ἀπὸ ἀπόψεως δημοσίας ἀσφαλείας. Εἶναι ὁ νόμος τῆς ἀποσυμφορήσεως καὶ ἡ συμφωνία τῆς Βάρκιζας. Δὲν ἠθελήσαμεν ποτέ, ἐγὼ τοὐλάχιστον, νὰ παρεμβάλω κανὲν πρόσκομμα εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, καίτοι ἔχω σωρείαν τηλεγραφημάτων καὶ ἐπιστολῶν εἰς τὰς ὁποίας μοῦ γράφουν: «Κύριε βουλευτά, ἡμεῖς διὰ τῆς ψήφου μας ἐκάμομεν τὸ καθῆκον μας ἀπέναντι ὑμῶν καὶ τῆς Χώρας, ἀλλὰ κάμετε καὶ σεῖς τὸ ἰδικόν σας». Καὶ ποῖον εἶναι αὐτό; «Νὰ τονίσητε εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ μεταφέρετε τὴν γνώμην ἡμῶν εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς, ὅτι πρέπει ὁ νόμος τῆς ἀποσυμφορήσεως νὰ καταργηθῇ ἢ τροποποιηθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε τὰ ἄτακτα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἐβγῆκαν ἀπὸ τὰς φυλακὰς καὶ τὰ ὁποῖα αὐτὴν τὴν στιγμὴν κατακλύζουν τὴν ὕπαιθρον καὶ ἀπετέλεσαν τοὺς πυρῆνας τῶν συμμοριῶν, αὐτὰ τὰ ἄτακτα στοιχεῖα νὰ παταχθῶσι, νὰ συλληφθῶσι».
§251Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἅμα φέρει νομοσχέδιον ἡ Κυβέρνησις «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου τῆς ἀποσυμφορήσεως», θὰ τὸ ἐξωραΐσῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ βγοῦν καὶ οἱ ὑπόλοιποι.
§252Α. ΤΣΙΡΩΝΗΣ. Ἐγὼ ξεύρω τὸ ἑξῆς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε ἕνα καθῆκον: νὰ φέρῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Πῶς θὰ τὸ διεσκεύαζε καὶ θὰ τὸ ἐνεφάνιζεν, αὐτὸ θὰ τὸ ἐβλέπομεν ὅταν θὰ τὸ ἔφερεν ἡ Κυβέρνησις καὶ θὰ τὸ ἔθετεν ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν. Ἀλλά, ἐν πάσῃ περιπτώσει, πῶς εἶναι δυνατόν, ἀφοῦ δὲν ἐλήφθησαν ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, ἦτο ἐπιβεβλημένον, ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ ληφθῶσι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σιγήσωμεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ νὰ ψηφίσωμεν ἓν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου δεσμεύεται ἀπολύτως ἡ γνώμη τοῦ ὑπευθύνου διαχειριστοῦ τῆς δημοσίας τάξεως εἰς τὴν ὕπαιθρον, ὅπως εἶναι ὁ Διοικητὴς τῆς Χωροφυλακῆς; Ἑπομένως δὲν ἠξεύρω διατὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἀσφαλείας ἐπιμένει ἀρνούμενος νὰ ἀποδεχθῇ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον καὶ ἐγὼ τὴν τιμὴν νὰ ὑπογράψω, τουτέστιν νὰ ἔχῃ ψῆφον καὶ ὁ Διοικητὴς τῆς Χωροφυλακῆς ἐν μέσῳ τεσσάρων μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ γνώμη αὐτοῦ, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι θέλει νὰ παραβῇ τὸ καθῆκον του, θὰ εἶναι γνώμη, ἡ ὁποία θὰ μειοψηφῇ ἀπέναντι τῶν τριῶν ἄλλων, διότι ἀποτελεῖ ἐγγύησιν ἡ γνώμη τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν, ἐγγύησιν ἡ γνώμη τοῦ Νομάρχου, ἐγγύησιν ἡ γνώμη τοῦ Εἰσαγγελέως. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ διατυπώσω αἰτιάσεις καὶ μομφὰς ἢ δυσπιστίαν κατὰ τοῦ μέλους τοῦ προερχομένου ἐκ τοῦ δικαστικοῦ σώματος, ἀλλὰ ὅσοι, τέλος πάντων, ἀνεμίχθησαν μὲ τὴν δικηγορίαν γνωρίζουν ὅτι οἱ δικαστικοὶ ἔχουν διαπλάσει μίαν ἰδιαιτέραν νοοτροπίαν, ἔχουν μίαν ἰδιαιτέραν ψυχοσύνθεσιν, ὅτι πρέπει νὰ τοὺς παρουσιάζετε ἁπτὰς ἀποδείξεις διὰ νὰ φθάσουν μέχρι μιᾶς ἀποφάσεως, ἐνῷ, προκειμένου περὶ λήψεως τοιούτων μέτρων, ἀπαιτεῖται ταχύτης, ἄμεσος ἀπόφασις λήψεως τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θὰ συντελέσουν εἰς τὴν παγίωσιν τῆς τάξεως. Μὴ θέλων νὰ καταπονήσω περαιτέρω τὴν Βουλήν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω, ὅτι θὰ ψηφίσω τὴν τροπολογίαν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐμμείνει εἰς τὸ νὰ μὴ ἀποδεχθῇ ταύτην, καταψηφίζων τὸ νομοσχέδιον. (Χειροκροτήματα).
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Θηβαῖος ἔχει τὸν λόγον.
§254Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ θέμα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἔχει συγκινήσει τοσοῦτον τὴν κοινὴν γνώμην καὶ τὴν Βουλήν, ὥστε νὰ τὰς ἀπασχολῇ πλέον ἤδη τῶν εἴκοσι ἡμερῶν. Ἡ κατάστασις ἔξω τῶν Ἀθηνῶν ἀπαθλιοῦται ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν. Ἡ Χωροφυλακὴ δίδει θύματα ἀπειράριθμα καὶ ὁ ἄοπλος Ἑλληνικὸς λαὸς θυσιάζεται καθ’ ἑκάστην. Τὰ γεγονότα ταῦτα ἐδημιούργησαν μίαν ἔκτροπον κατάστασιν καὶ μίαν τρομερὰν συγκίνησιν, ἡ ὁποία φθάνει μέχρι τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς διὰ τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι δέχονται καθ’ ἑκάστην, ὅπως καὶ ὁ προλαλήσας ἐτόνισε, γράμματα καὶ τηλεγραφήματα ἀπὸ τοὺς ἐκλογεῖς των φθάνοντα πολλάκις μέχρις ἀποδοκιμασίας. Ἑπομένως ἔρχεται πρὸς κρίσιν θέμα τεραστίας σημασίας — καὶ τὸ θέμα αὐτὸ ἀντιμετωπίζεται ἐκ τῆς ὅλης συζητήσεως—μὲ δύο διαφόρους προοπτικάς, τὴν προοπτικὴν τῆς κυβερνώσης μερίδος καὶ τὴν προοπτικὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ κυβερνῶσα μερὶς ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ λάβῃ τὰ ἀπαραίτητα μέτρα διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς τάξεως. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐνῷ ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἀφίσῃ τὰ μέτρα νὰ φθάσουν εἰς βλάβην τῶν νομιμοφρόνων πολιτῶν, ἐπιζητεῖ νὰ παρασύρῃ τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε νὰ ἀποτύχῃ καὶ νὰ τὴν διαδεχθῇ.
§255Π. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ἡμεῖς, τοὐναντίον, ἐδηλώσαμεν, ὅτι θὰ ἐνισχύσωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ σημεῖον αὐτό.
§256Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ θεωρία σας εἶναι πρωτότυπος.
§257Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ὅσον καὶ ἂν τὴν νομίζετε πρωτότυπον, εἶναι ἀληθής. Ὄταν, λοιπόν, πρὸ τριμήνου ἦλθεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀρχήν, ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπίσῃ μίαν κατάστασιν βαίνουσαν ἐπὶ τὰ χείρω καὶ ἔκρινε σκόπιμον νὰ ζητήσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ μέτρα πρόσφορα πρὸς ἀντιμετώπισιν τοῦ κακοῦ καὶ ἓν ἐξ αὐτῶν ἦτο τὸ τῆς ἐκτοπίσεως. Ὁ θεσμὸς τῶν ἐκτοπίσεων ἰσχύει ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς Δημοκρατίας, καθὼς καὶ ἡ σχετικὴ νομοθεσία, ἡ ὁποία ἐγένετο διὰ τὴν δίωξιν τῶν λῃστῶν καὶ τῶν λῃστοτρόφων, τῶν ὁποίων βεβαίως ἡ δρᾶσις δὲν συνεκλόνιζε τὰ θεμέλια τῆς ἐθνικῆς ὑποστάσεως ἡμῶν καὶ ἐφηρμόσθη ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, μέχρι τοῦ 1936. Κατὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ μέτρου αὐτοῦ ἡ ἀντιπολίτευσις προβάλλει ἐπιχειρήματα ἐκ τῆς συγκρίσεως τῆς παρούσης Κυβερνήσεως πρὸς τὴν δικτατορίαν. Εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ ἔρχεται ἡ ἀντιπολίτευσις καὶ νὰ συγκρίνῃ τὴν δικτατορίαν πρὸς τὴν σημερινὴν κοινοβουλευτικὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἀπέδειξεν ὅτι ἐφαρμόζει μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας τὰς διατάξεις τῶν νόμων καθὼς καὶ τὰς διατάξεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως μέχρι τοῦ σημείου νὰ δυσαρεστῇ καὶ τὴν συμπολίτευσιν. Ἑπομένως δὲν εἶναι παραδεκτὴ ἡ σύγκρισις μεταξὺ τῆς δικτατορίας καὶ τῆς σημερινῆς κυβερνήσεως. Τὸ μέτρον ὅθεν εἶναι ἀνύποπτον καὶ δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ κατηγορήσῃ κανεὶς τὴν Κυβέρνησιν ἐὰν τὸ ἐφήρμοζε χωρὶς νὰ κάμῃ τὰς μεταρρυθμίσεις, δηλαδὴ νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὴν πρωτοβάθμιον ἐπιτροπὴν τὸν Διοικητὴν Χωροφυλακῆς καὶ ἀντ’ αὐτοῦ νὰ θέσῃ τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν καὶ νὰ εἰσαγάγῃ τὴν δευτεροβάθμιον ἐπιτροπὴν εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Ἐφετείου. Τὰ δύο αὐτὰ μέτρα, λέγουν, εἶναι μέτρα ἐγγυήσεως καὶ τὰ ὑπαγόρευσε τὸ λεγόμενον διεθνὲς κλῖμα. Καὶ ἐρωτῶ· ποῖος ἦτο ὁ τρόπος καὶ ποῖος ἦτο ὁ ἀντίκτυπος τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ μέτρου εἰς τὴν ὕπαιθρον χώραν; Φοβοῦμαι ὅτι οἱ κομμουνισταὶ ἀπεθρασύνθησαν ἔτι περισσότερον. Ὑπῆρξε μία πληροφορία, δοθεῖσα ἀπὸ ἀξιόπιστον πρόσωπον, ὅτι εἰς τὴν Θεσσαλονίκην ἐζητήθησαν 200 ἐκτοπίσεις καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀσφαλείας Θεσσαλονίκης ἐδέχθη μόνον τέσσαρας. Καὶ ἐρωτῶ· εἶναι σοβαρὰ ἡ συζήτησις ἡ ὁποία διεξάγεται τὴν στιγμὴν αὐτήν; Ὁμιλοῦμεν περὶ ἐλευθεριῶν τοῦ πολίτου. Ποίου πολίτου; Τοῦ κομμουνιστοῦ, τοῦ σφαγέως, τοῦ ἐκδορέως, μὴ τυχὸν πάθει ὁ κομμουνιστὴς τίποτε. Δὲν γνωρίζομεν ὅτι μὲ τοιαῦτα μέτρα ὑπονομεύομεν τὸ Κράτος; Ἄλλωστε τὸ νομοθετικὸν διάταγμα περὶ τοῦ μέτρου τούτου ἐξεδόθη ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς ἐγκρίσεώς του ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ὅταν ἐξεδόθη ὑπῆρχεν ἡ πρόβλεψις περὶ μὴ ἐγκρίσεως αὐτοῦ ὑπὸ τῆς Βουλῆς; Ἤδη δύο εἶναι αἱ ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας πρέπει νὰ προσέξῃ κανείς, πρῶτον ἡ ἐπιτυχία τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ καὶ δεύτερον ἡ φρόνησις καὶ ἡ κρίσις νὰ διασφαλίζῃ τοὺς μὴ ἐνόχους. Τὸ πρῶτον διασφαλίζει ἡ συμμετοχὴ εἰς τὰς ἐπιτροπὰς ἀσφαλείας ἀντιπροσώπου τῆς Χωροφυλακῆς. Καὶ τὸ δεύτερον τὸ διασφαλίζει ἡ δικαστικὴ κρίσις. Ὅσα ἐλέχθησαν περὶ τῆς δυσκολίας τῆς δικαστικῆς κρίσεως νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰ πράγματα καὶ περὶ τῆς μεθόδου καὶ τῆς ψυχολογίας τῶν δικαστῶν εἶναι εἰς ὅλους τοὺς δικηγόρους γνωστά. Κανεὶς δὲν εἶπεν ὅτι ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν δὲν θὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον του, ἀλλ’ αὐτὸς ὁ τρόπος τῆς ἐκτελέσεως εἶναι ἐντελῶς ἀπρόσφορος διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ μέτρου αὐτοῦ. Συνεπῶς ἡ ἀποτυχία ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι δὲν συμμετέχει τὸ ὄργανον τῆς Χωροφυλακῆς. Κύριοι, σήμερον πρόκειται περὶ μάχης καὶ ὄχι περὶ γεγονότων καὶ ἡ μάχη διεξάγεται μεταξὺ τοῦ σώματος τῆς Χωροφυλακῆς καὶ τῶν ἀτάκτων καὶ ἀναρχικῶν στοιχείων. Δὲν εἶναι ὅθεν δυνατὸν ν’ ἀποκλείσωμεν τῶν ἐπιτροπῶν τοὺς διεξάγοντας τὸν ἀγῶνα καὶ γνωρίζοντας πρόσωπα καὶ πράγματα. Εἶναι προφανές, ὅτι ὅταν τὰ λοιπὰ μέλη τῶν Ἐπιτροπῶν ὅταν λάβουν ἀπὸ τὸ ΕΑΜ ἕνα σημειωματάκι δὲν θὰ τολμήσουν οὔτε κἂν νὰ συνεδριάσουν. Ἑπομένως καὶ ἡ Χωροφυλακὴ πρέπει νὰ συμμετέχῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, διότι οὕτω καὶ πληρεστέραν γνῶσιν τοῦ θέματος θὰ ἔχουν, καὶ τόλμην θ’ ἀποκτήσουν διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν προβλημάτων. Νομίζω ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν ἀφαιροῦμεν τὰς δικαστικὰς ἐγγυήσεις ὑπὲρ τῶν σπουδαίων αὐτῶν πολιτῶν, ὑπὲρ τῶν ὁποίων κοπτόμεθα ἀπόψε, ὅταν προτείνωμεν τὴν προσθήκην καὶ τῆς Χωροφυλακῆς. Ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλομεν εἶναι νὰ διατηρήσωμεν καὶ τὸν δικαστικὸν καὶ νὰ προσθέσωμεν καὶ τὸ ὄργανον τῆς Χωροφυλακῆς. Ποῦ βλέπετε ὅτι διὰ τῆς τροπολογίας αὐτῆς πρόκειται νὰ θίξωμεν τὰς διεθνεῖς συμβάσεις καὶ τὸ διεθνές, λεγόμενον, κλῖμα;
§258Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἡ Κυβέρνησις λέγει ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ὅταν ἔχῃ τοὐλάχιστον δύο ψήφους, εἶναι ἀρκετὸν διὰ νὰ κατοχυρώσῃ τὴν κρίσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐνῷ μὲ τὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζετε διὰ τῆς τροπολογίας σας τὸ βάρος τῆς κρίσεως μετατίθεται εἰς τὴν πλειοψηφίαν καθαρῶς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Διατὶ θέλετε νὰ μεταθέσετε ἀλλοῦ τὸ ζήτημα; Δὲν θέλει ἡ Κυβέρνησις νὰ μεταθέσῃ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὴν κρίσιν ἐπὶ τοῦ κρινομένου πρὸς ἐκτόπισιν, θέλει νὰ τὴν ἀφήσῃ κατὰ μέγα μέρος εἰς τὴν κρίσιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι, ἔχοντες τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν, ἔχομεν μίαν ἐγγύησιν, ἐνῷ σεῖς ὅπως τὸ λέγετε τὸν ἀφίνετε ὡς μίαν μειοψηφίαν ἄνευ οὐδεμιᾶς πλέον σημασίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά.
§259Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ποιὸς δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν, ἀλλὰ τὸ μέτρον εἶναι ἀστυνομικόν, δὲν εἶναι δικαστικόν.
§260Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Λησμονεῖ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δύο πράγματα, πρῶτον ὅτι τὸ μέτρον εἶναι ἀστυνομικὸν καὶ πρωτίστως ἀνήκει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ δεύτερον ἡ μετάθεσις τῆς κρίσεως ἀπὸ τῶν ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὰ ὄργανα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας μαρτυρεῖ ἀποφυγὴν τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀναλάβῃ τὸ βάρος τῶν εὐθυνῶν, αἵτινες βαρύνουν φυσιολογικῶς αὐτήν. Δι’ αὐτὸ θέλομεν τὴν τροπολογίαν. Ἐὰν αὐτὸ δὲν εἶναι σύμφωνον εἰς τὸ διεθνὲς κλῖμα, θὰ ἀπετέλει δειλίαν τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ κάμῃ δεκτὴν τὴν τροπολογίαν, διότι σήμερον δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἐποχὴν τῶν δεσποτικῶν Κρατῶν, εἴμεθα εἰς τὸν εἰκοστὸν αἰῶνα, τὴν ἐποχὴν Κρατῶν δικαίου καθ’ ἃ οἱ ὑπάλληλοι μόνιμοι δὲν ὑπόκεινται εἰς τὰς διαθέσεις τῆς Κυβερνήσεως. Συνεπῶς δὲν ὑπάρχει κανεὶς κίνδυνος οὔτε καταχρήσεων, οὔτε τίποτε ἄλλο. Συνεπῶς δὲν ἀποδέχομαι παρὰ μόνον δειλίαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ὀργάνων αὐτῆς. Τώρα ἂς ἴδωμεν καὶ τὸ διεθνὲς κλῖμα. Δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ αἰτιολογίαν ἱκανὴν ν’ ἀποκλείσῃ τὴν προβαλλομένην τροπολογίαν. Ἐξ ἄλλου πῶς ἀντιμετωπίζεται ἀλλοῦ τὸ ζήτημα τοῦτο; Εἰς τὴν Παλαιστίνην ἐφονεύθησαν τρεῖς ἄγγλοι ἀξιωματικοὶ καὶ τὴν ἑπομένην συνελήφθη ὁ ἀρχιραββῖνος. Ἐν Αἰγύπτῳ ἐκλείσθησαν τὰ κέντρα τοῦ κομμουνισμοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ διεθνὲς κλῖμα. Δὲν γνωρίζω ἐὰν τὸ κλῖμα αὐτὸ διαβαῖνον τὴν Μεσόγειον ἀλλάζει πνοήν. Συνεπῶς τὸ διεθνὲς κλῖμα εἶναι μᾶλλον ἐναντίον τοῦ κομμουνισμοῦ, ἀλλὰ συμβιβάζων τὸ διεθνὲς κλῖμα μὲ τὸ ἐγχώριον, καταλήγω νὰ ψηφίσω τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ μὲ τὴν τροπολογίαν καθ’ ἣν θὰ μετέχῃ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀσφαλείας καὶ ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν καὶ ὁ Διοικητὴς τῆς Χωροφυλακῆς. Δι’ αὐτὸ εἶμαι ὑπὲρ τῆς τροπολογίας διὰ νὰ μὴ δώσω τὴν εὐχαρίστησιν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν διὰ νὰ ἀγωνίζεται ὑπὲρ τοῦ Κυβερνητικοῦ μέτρου διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀποτυχίαν καὶ τὸν τάφον τῆς Κυβερνήσεως.
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Μπέης–Ἀντωνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§262Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν ἔχω παρὰ μόνον δύο συντόμους παρατηρήσεις, τὴν πρώτην θεωρῶ πλέον ἢ κεφαλαιώδη, ἐκείνην δηλαδὴ τὴν ὁποίαν εἰσήγαγε ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ ὁποία θέτει σαφῶς ζήτημα ἀρχῆς ἐὰν δηλαδὴ τὸ εἰσαγόμενον μέτρον εἶναι τοιοῦτον διοικητικὸν ἢ δικαστικόν. Δὲν ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι πρέπει νὰ διαφύγῃ ἀπαρατήρητος ἡ κεφαλαιώδους σημασίας αὕτη παρατήρησις. Τὸ μέτρον προδήλως καὶ ἀναμφισβητήτως, ὄχι μόνον διὰ νομικοὺς ἀλλὰ καὶ διὰ κοινοὺς ἀνθρώπους εἶναι διοικητικόν, διότι ἐὰν συμβαίνῃ νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ δικαστικοῦ μέτρου δὲν μᾶς παρέχεται, ἰδιαιτέρως εἰς τοὺς νομικούς, καμμία ἀπολύτως καμμία εὐχέρεια ὑποστηρίξεως τοιαύτης ἀπόψεως. Ἐὰν λοιπὸν τὸ μέτρον εἶναι, ὅπως εἶναι ἀναμφισβητήτως διοικητικόν, καὶ τὰ ὄργανα τὰ ὁποῖα θὰ τὸ διαχειρισθοῦν δὲν δύνανται νὰ εἶναι ἄλλα παρὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως. Γνωρίζομεν πόσον εἶναι διεσταλμέναι αἱ ἐξουσίαι καὶ γνωρίζομεν πόσον καὶ συνταγματικῶς ἀλλὰ καὶ πρακτικῶς πρέπει νὰ διατηρῆται διακεκριμένος ὁ χωρισμὸς τῶν ἐξουσιῶν. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλω μὲ ὅλην τὴν εὐλάβειαν καὶ πρὸς τὸ σῶμα καὶ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ αὐτὴν προσθέτως τὴν παρατήρησιν. Χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας καὶ τῆς αὐτοτελείας τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας θὰ ἦτο εὐκταῖον νὰ μὴ ἀναγκάσωμεν καὶ αὐτὴν νὰ παρεμβληθῇ εἰς τὸ μέτρον αὐτὸ τὸ διοικητικόν. Τὸ μέτρον αὐτὸ τὸ διοικητικὸν εἴτε τὸ θέλομεν εἴτε δὲν τὸ θέλομεν θὰ γεννήσῃ παρεξηγήσεις καὶ προστριβάς, θὰ γεννήσῃ ζητήματα, θὰ γεννήσῃ δυσφορίας ἀπὸ τὰς ὁποίας καλὸν θὰ ἦτο ὁ προϊστάμενος τῆς Δικαιοσύνης νὰ κρατήσῃ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν μακράν. Νὰ ἀφίσῃ τὴν δικαιοσύνην ἐντελῶς ἔξω ἀπὸ τὴν πολιτικὴν τῆς προσπαθείας αὐτῆς. Τὸ βάρος ὀφείλει νὰ φέρῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ διοίκησις χωρὶς νὰ ἀναμίξῃ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Αὐτὰς τὰς ἁπλᾶς παρατηρήσεις χωρὶς καμμίαν διάθεσιν ἀντιπολιτεύσεως, εἶχα τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἰδιαιτέρως πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ἐκλεκτὸν τῷ ὄντι ἐκπρόσωπον τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ δευτέρα παρατήρησις, κύριοι βουλευταί, ἡ ὁποία ἐπίσης δὲν πρέπει νὰ διαφύγῃ ἀπαρατήρητος, εἶναι ὀγκώδους ἠθικῆς σημασίας, τὴν ὁποίαν περικλείει ὁ ἀποκλεισμὸς τῆς ψήφου τοῦ Διοικητοῦ τῆς Χωροφυλακῆς. Ἀνεξαρτήτως τῶν τεχνικῶν καὶ οὐσιαστικῶν λόγων τοὺς ὁποίους ἐτόνισαν ἐπαρκῶς οἱ προλαλήσαντες συνάδελφοι δὲν πρέπει νὰ διαφύγῃ τὴν ἀντίληψιν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ὅτι ὁ ἀποκλεισμὸς τῆς ψήφου τοῦ Σώματος τῆς Χωροφυλακῆς ἀπὸ τὰς Ἐπιτροπὰς Ἀσφαλείας ἐπιφέρει βαρὺ καὶ ἀδικαιολόγητον ἠθικὸν πλῆγμα κατὰ τοῦ Σώματος. Καὶ δὲν εἶναι ἠθικῶς ἐπιτετραμμένον, θὰ ἔλεγα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἀρνηθῇ εἰς τὸ σῶμα αὐτὸ εἰς τοὺς ὤμους τοῦ ὁποίου εἶναι τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἀνατεθειμένον ἓν ἔργον ὑπερόχως καὶ ἐξόχως ἐθνικόν, δὲν ἔχει λέγω τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀπαγορεύσῃ εἰς τοὺς ἐκπροσώπους τοῦ σώματος αὐτοῦ νὰ ψηφοφοροῦν κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀσφαλείας, διότι οὔτε ὀλίγον οὔτε πολὺ ὁ ἀποκλεισμὸς αὐτὸς ἐνέχει σαφῶς, ἂς τὸ εἴπωμεν ἀνδρικῶς καὶ κατηγορηματικῶς, ἐνέχει σαφῶς ὁμολογίαν ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης ἐπὶ τὴν ἀμεροληψίαν καὶ τὴν δικαιοσύνην τῶν ἐκπροσώπων τοῦ σώματος τῆς Χωροφυλακῆς.
§263Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Ὄχι, κύριε συνάδελφε. Ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πλήρης, καὶ τοῦτο καταφαίνεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι εἰς χεῖρας τῶν ὀργάνων τῆς Χωροφυλακῆς ἀνέθεσεν ἡ Κυβέρνησις τὴν προστασίαν τῆς Χώρας. Ἐγὼ δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἀντίθετον, ἐπειδὴ ἀκριβῶς συστηματικῶς γεννᾶται ἐκστρατεία συκοφαντικὴ ἐναντίον τῶν σωμάτων τῆς Χωροφυλακῆς, διὰ νὰ τὴν προστατεύσωμεν ἐζητήσαμε νὰ μετέχῃ μὲν ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτῆς εἰς τὰς συνεδριάσεις τῶν Ἐπιτροπῶν Ἀσφαλείας, ὡς εἰσηγητὴς ὅμως καὶ ἄνευ δικαιώματος ψήφου.
§264Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μου, ἀξιότιμε φίλε καὶ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Τάξεως κ. Ὑπουργέ, νὰ σᾶς διαβεβαιώσω ὅτι ἡ ἐξήγησις τὴν ὁποίαν ἐδώσατε δὲν κάμει τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ προσεπικυρώνῃ διὰ στόματος ἐπισήμου τὴν συκοφαντίαν αὐτὴν ἐνῷ ἀντιθέτως τὰ ἐπίσημα καὶ ὑπεύθυνα χείλη τῆς διοικήσεως θὰ ἔπρεπε νὰ εἴπουν εἰς τὴν συκοφαντίαν αὐτὴν ὄχι. Καὶ τοῦτο θὰ τὸ ἔλεγαν ἐὰν παρεῖχον δικαίωμα ψήφου εἰς τοὺς ἐκπροσώπους τοῦ σώματος τῆς Χωροφυλακῆς. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῶν ἀντιλήψεων, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δημοσίας Τάξεως, τὰς ὁποίας δύναται ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ ἔχῃ καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς ἑρμηνείας τὴν ὁποίαν ἀποδίδει ἕκαστος ἐξ ἡμῶν εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἀποκλεισμοῦ, φρονῶ ὅτι θὰ ἔφθασε καὶ μέχρι τῶν Ὑπουργικῶν σας γραφείων τὸ παράπονον καὶ ὁ πόνος καὶ ἡ δεδικαιολογημένη ἀγανάκτησις ἡ προερχομένη ἐκ τῶν τάξεων τῆς Χωροφυλακῆς διὰ τὴν ὑποτιμητικὴν αὐτόχρημα θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν τίθενται διὰ τῆς λήψεως τοῦ μέτρου αὐτοῦ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐὰν μοῦ ἐκάματε τὴν τιμὴν καὶ ὑμεῖς καὶ ἡ Βουλὴ νὰ δεχθῆτε ὡς εἰλικρινῆ μίαν διαβεβαίωσιν τὴν ὁποίαν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς παράσχω, δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἀπὸ ἐπιλέκτους ἄνδρας καὶ ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς τοῦ Σώματος τῆς Χωροφυλακῆς, ἤκουσα τὸ πικρὸν αὐτὸ παράπονον. Ὥστε ὅταν εἰς τὸ Σῶμα αὐτὸ ἡ Πολιτεία σήμερον ἔχει ἀναθέσει ἔργον ἱστορικόν, ἔργον ἐθνικόν, ἔχω τὴν ἀντίληψιν καὶ ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ πιστεύω ὅτι καλῶς ἔχω τὴν ἀντίληψιν αὐτήν, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Πολιτεία νὰ μὴ παραγνωρίσῃ τὸν ἠθικὸν παράγοντα, τὸν ψυχολογικὸν παράγοντα εἰς τὸ Σῶμα αὐτό.
§265Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ μαζί σας, ἀλλ’ ὅταν εἷς χωροφύλαξ προσάγῃ ἕνα κατηγορούμενον ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου καὶ δὲν συμμετέχει εἰς τὸ δικαστήριον, μειοῦται;
§266Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοῦ συγχωρήσετε νὰ φέρω εὐθέως τὸ ζήτημα διατὶ ἀποκλείει τὸ νομοθέτημα τὴν ψῆφον τοῦ ἐκπροσώπου τῆς Χωροφυλακῆς.
§267Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὸ διηυκρίνισεν ἐπανειλημμένως. Διηυκρίνισεν ὅτι ἡ Κυβερνητικὴ ἄποψις εἶναι ὅτι ἡ βαρύτης εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς Ἀσφαλείας πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τὰ Δικαστικὰ ὄργανα.
§268Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ, κ. Ὑπουργέ, ἐὰν μοῦ ἐκάμετε τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἠκούατε, θὰ ἐβλέπατε ὅτι ἐγὼ ἀπεσαφήνισα τὸ ζήτημα καὶ εἶπον ὅτι ἡ θέσις τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εὐσταθεῖ διότι ἢ τὸ μέτρον εἶναι διοικητικὸν καὶ πρέπει νὰ τὸ διαχειρισθοῦν ὄργανα τῆς Διοικήσεως, ἢ εἶναι Δικαστικὸν καὶ πρέπει νὰ τὸ διαχειρισθοῦν ὄργανα τῆς Δικαιοσύνης. Ἐγὼ ὑποστηρίζω ὅτι εἶναι διοικητικὸν καὶ συνεπῶς ἡ παρέμβασις τῶν ὀργάνων τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἄτοπος θὰ ἦτο, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβὴς διὰ τὴν Δικαιοσύνην. Συνεπῶς τὸ πρᾶγμα αὐτὸ δὲν δύναται νὰ ἀσκήσῃ οὐδεμίαν ἀπολύτως ἐπιρροὴν ἐπὶ ἐκείνου τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζω ἐγὼ διὰ τὸν ἀποκλεισμὸν τῆς χωροφυλακῆς. Περαίνων τὸ σημεῖον τοῦτο λέγω, ἐν συνεχείᾳ τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. Μπακοπούλου ὅτι ἀναζητοῦντες τὸν λόγον τοῦ ἀποκλεισμοῦ, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀνεύρωμεν κανένα ἄλλον λόγον παρὰ τὴν ἔλλειψιν τῆς ἀπαιτουμένης ἐμπιστοσύνης ἐπὶ τὴν δικαιοκρισίαν τοῦ ἐκπροσώπου τῆς Χωροφυλακῆς ἤ, ἂν θέλετε κατὰ τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν συκοφαντίαν ἡ ὁποία γίνεται εἰς βάρος τοῦ Σώματος τῆς Χωροφυλακῆς.
§269Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ὅταν ὁ εἰσαγγελεὺς δὲν μετέχει τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων θίγεται δι’ αὐτό; εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς Ἀσφαλείας, ὁ Διοικητὴς τῆς Χωροφυλακῆς ἔχει οἵαν θέσιν ἔχει ὁ εἰσαγγελεὺς εἰς τὰ Δικαστικὰ Συμβούλια.
§270Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἐδῶ εἶναι μέτρον Ἀστυνομικὸν καὶ τὰ Ἀστυνομικὰ μέτρα πρέπει νὰ τὰ διακρίνῃ ἡ ταχύτης καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔρχεται νὰ ἀναμίξῃ τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν εἰς τὰ Ἀστυνομικὰ καθήκοντα.
§271Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀστοχία τῆς παρατηρήσεώς σας, ἔγκειται εἰς τοῦτο, ὅτι προσπαθεῖτε νὰ παραλληλίσετε δύο πράγματα ἐντελῶς ἀνεπίδεκτα παραλληλισμοῦ. Διότι ἡ συμμετοχὴ τοῦ εἰσαγγελέως εἰς τὰ Δικαστικὰ Συμβούλια ρυθμίζεται ἀπὸ τὸν Ὀργανισμὸν τῶν Δικαστηρίων παγίως καὶ εἶναι γνωστοὶ οἱ διαδικαστικοὶ καὶ οἱ δικονομικοὶ καὶ οἱ ἐπιστημονικοὶ λόγοι οἱ ὁποῖοι ὡδήγησαν εἰς τὴν κρυστάλλωσιν τοῦ μέτρου αὐτοῦ καὶ τῆς δικονομίας αὐτοῦ, ἐνῷ, ἂν προσέξωμεν, τὸ συζητούμενον θέμα εἶναι ἐντελῶς ἀνεπίδεκτον συγκρίσεως διότι ἐδῶ πρωτοτύπως εἰσάγεται τὸ μέτρον καὶ ἡ δικονομία του, μετ’ ἐντελῶς διαφορετικοὺς σκοποὺς καὶ κριτήρια.
§272Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν τὸ εἶχεν ὁ εἰσαγγελεὺς τὸ δικαίωμα διὰ νὰ τοῦ τὸ ἀφαιρέσωμεν. Ἄν τὸ εἶχε καὶ τοῦ τὸ ἀφήρουν, θὰ προσεβάλετο.
§273Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει μέτρον συγκρίσεως οὔτε σημεῖον ἐπαφῆς μεταξὺ τῶν δύο ἐννοιῶν διότι ἐδῶ εἰσάγεται πρωτοτύπως ἓν μέτρον καὶ ὡς πρὸς τὴν δικονομίαν καὶ ὡς πρὸς τὸν σκοπὸν καὶ εἶναι ἐντελῶς ἄσχετα. Ἐδῶ συζητοῦμεν διὰ τὸν καταρτισμὸν μιᾶς ἐπιτροπῆς Ἀσφαλείας ἡ ὁποία, ἐν ὄψει ἑνὸς ἀμέσου κινδύνου στρεφομένου κατὰ τῆς Πολιτείας, κατὰ τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κοινωνικοῦ Καθεστῶτος, κατ’ αὐτῆς ταύτης τῆς ὑποστάσεως τοῦ Ἔθνους, καὶ ἐπιδιώκομεν τὴν λῆψιν ἑνὸς μέτρου τὸ ὁποῖον θὰ κατορθώσῃ διὰ μέσου τῶν ἐκτοπισμῶν νὰ ἀποτρέψῃ τὸν κίνδυνον. Μέσα λοιπὸν εἰς τὸν σαφῶς καθωρισμένον αὐτὸν σκοπὸν καλούμεθα νὰ εὕρωμεν μίαν δικονομίαν ἀλλὰ καὶ τὰ ὄργανα, δοθέντος ὅτι κατ’ ἐμὴν ἀντίληψιν κανεὶς δὲν δύναται βασίμως νὰ διαφωνῇ εἰς τὸ ὅτι τὸ μέτρον αὐτὸ εἶναι διοικητικὸν καὶ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ἀνατεθῇ εἰς χεῖρας τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως. Ἐρωτῶ λοιπὸν πῶς εἶναι δυνατὸν ἐὰν ἓν τῶν μελῶν αὐτῶν τῆς Διοικήσεως, τὸ σπουδαιότερον, τὸ δυνάμενον ὑπὲρ πᾶν ἄλλο νὰ ἔχῃ ἔγκυρον καὶ ὑπεύθυνον γνώμην, νὰ τὸ ἔχωμεν ὡς ἁπλοῦν εἰσηγητὴν ἄνευ ψήφου; Αὐτὸ θέλω νὰ πιστεύω ὅτι δὲν δύναται νὰ εὐσταθήσῃ ἀπὸ οὐδεμιᾶς ἀπολύτως ἀπόψεως.
§274Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Μόνον ὁ Σιάντος, ἐὰν τὸ εἶχεν ὑποβάλει τὸ νομοσχέδιον θὰ τὸ εἶχεν ὑποβάλει κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον μὲ δευτεροβάθμιον διαδικασίαν καὶ συμμετοχὴν τοῦ Προέδρου. Πῶς δὲν ἔβαλαν καὶ τὸν Πρόεδρον τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Καὶ ἀφοῦ μάλιστα βλέπομεν καὶ τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς ἔκδηλον. Ἐδῶ καίγεται τὸ σπῆτι μας καὶ ἡμεῖς σκεπτόμεθα πῶς δὲν θὰ παραπονεθῇ ὁ Σιάντος ὁ ὁποῖος ἤρχισεν ἤδη τὴν περιοδείαν του.
§275Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τελειώνω, κύριοι βουλευταί, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἤθελα νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἀλλὰ καὶ περισσότερον τῶν ὑπευθύνων κ. κ. Ὑπουργῶν εἶναι τοῦτο, διὰ τὸ ὁποῖον ἰδιαιτέρως θὰ παρακαλέσω τοὺς ἀξιοτίμους κ. κ. Ὑπουργοὺς νὰ μοῦ κάμουν τὴν τιμὴν νὰ τὸ προσέξουν. Ὁσαιδήποτε ἐπιφυλάξεις, ὁσαιδήποτε προφυλάξεις, ὁσαιδήποτε ὑποχωρήσεις καὶ ἂν κάνουν πρὸς τὸν κόσμον αὐτὸν τὸν κακόπιστον, τὸν κόσμον αὐτὸν τὸν ἐγκληματικόν, δὲν πρόκειται νὰ τὸν διαλλάξουν, δὲν πρόκειται νὰ τὸν ἀποστερήσουν τῶν ἐπιχειρημάτων τῆς ἀτιμίας καὶ τῆς κακοπιστίας, δὲν πρόκειται νὰ τὸν καταστήσουν διαλλακτικώτερον, δὲν πρόκειται νὰ τὸν καταστήσουν τιμιώτερον, διότι εἶναι τόσον ἄτιμος, εἶναι τόσον ἐγκληματίας, εἶναι τόσον ἀντεθνικός, εἶναι τόσον φανατικὸς ὥστε οὐδεμία, κύριοι Ὑπουργοί, ὑποχώρησίς σας εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς μαλάξῃ. Σᾶς ἐξορκίζω, λάβετε ἐὰν θέλετε ὑπ’ ὄψιν σας τὴν ἁπλῆν αὐτὴν σκέψιν τὴν ὁποίαν σᾶς ὑποβάλλω. Ἂς ἀφεθοῦν ἐὰν εἶναι δυνατὸν αἱ ὑποχωρήσεις καὶ αἱ ἐπιφυλάξεις. Ἂς βγῇ τὸ γάντι ἀπὸ τὸ χέρι. Ἀντὶ τοῦ γαντιοῦ ἂς μπῇ σιδερένια γροθιὰ στὸ χέρι καὶ βεβαιωθῆτε ὅτι τὰ ἀποτελέσματα θὰ εἶναι ἄμεσα.
§276Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπ. Στρατ.). Βρίσκετε ὅτι ἔχομεν τόσον πολὺ γάντι; Ἐδιαβάσατε τὰς ἐφημερίδας;
§277Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιωθῆτε, κ. Ὑπουργέ, τῶν Πολεμικῶν Ὑπουργείων, ὅτι καὶ τὰς ἐφημερίδας διαβάζω καὶ πρὸ παντὸς παρακολουθῶ ἀπὸ κοντά, τὴν πραγματικότητα καὶ εἶμαι ἄριστα εἰς θέσιν νὰ τὴν γνωρίζω, δὲν λέγω ὑπὲρ πάντα ἄλλον, ἀλλὰ ὅσον ὀλίγοι. Θὰ ἔλεγον λοιπόν, κύριοι βουλευταί, ὅτι καὶ ἐὰν ἐξαντληθοῦν ὅλα τὰ ἀποθέματα τῆς ὑποχωρητικότητος καὶ τῆς ἐφεκτικότητος ἔναντι τοῦ κόσμου αὐτοῦ, τὸ μόνον τὸ ὁποῖον θὰ ἐπετυγχάνατε δὲν θὰ ἦτο ἄμβλυνσις τῆς συκοφαντικῆς καὶ ἀτίμου διαθέσεως αὐτοῦ, ἀλλὰ θὰ ἦτο μία αὔξησις τῆς κακοποιοῦ καὶ ἀτίμου δραστηριότητός των. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὠμὸν δίλημμα ἀπὸ τοῦ ὁποίου καὶ ὁ διεθνὴς παρεμβατισμός, δύναται νὰ καθορισθῇ ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνάληψις εὐθυνῶν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ καὶ μόνον δύναται νὰ καθορισθῇ.
§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Μαντούβαλος ἔχει τὸν λόγον.
§279Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶχον ὑπ’ ὄψιν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοθετήματος νὰ μὴ λάβω τὸν λόγον. Θὰ σᾶς ἀπασχολήσω ὅμως ἐπ’ ὀλίγον ἐκθέτων πρὸς ὑμᾶς τὰς σκέψεις μου δι’ ὅσα δὲν ἐλέχθησαν ἐκ μέρους τῶν πρὸ ἐμοῦ προλαλησάντων. Ἔχομεν, κύριοι βουλευταί, ὅλοι παρανόησιν πάθει τῆς σημερινῆς καταστάσεως. Μὲ ψηφίσματα καὶ νομοσχέδια ὁ κομμουνισμὸς δὲν πολεμᾶται, τὴν στιγμὴν ποὺ ἡμεῖς ἐδῶ ψηφίζομεν καὶ συνεδριάζομεν, αὐτοὶ καταστρώνουν ἐπιτελικὰ σχέδια καὶ ἔχουν τὴν πρωτοβουλίαν ποὺ θὰ κτυπήσουν, ποῖον σταθμόν, ποίαν πόλιν, ποίαν κωμόπολιν, ποῖον χωρίον. Μὲ τὰ μέτρα αὐτά, μὲ τὰς συζητήσεις, τὰς δημοκοπίας, τὰς ὁποίας κάνομεν ὅλοι ἐδῶ μέσα, αὐτοὺς μὲν ἐνισχύομεν, ἡμεῖς δὲ γελοιοποιούμεθα. Τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευήν, 2.15′ ἡ ὥρα, εἶχεν πολιορκήσει μία ὁμὰς ἐξ 20 ἀνθρώπων τὸ σπίτι μου καὶ ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἐξέφευγα τῆς δολοφονίας, ἂν τὴν ὥραν ἐκείνην δὲν εὑρισκόμην ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς. Καὶ καθήμεθα ἡμεῖς ὅλοι, δὲν ἠξεύρω, εἴτε διὰ νὰ δώσωμεν καλὰς ἐξετάσεις, εἴτε διὰ νὰ κρατήσωμεν καὶ κάποιαν πισινὴν ὁ καθένας μας, νομίζοντες ὅτι ἐὰν δὲν κτυπήσωμεν τοὺς προδότας τῆς Πατρίδος μας, θὰ γλυτώσῃ τὸ κεφάλι μας. Σᾶς λέγω τὸ κεφάλι κανενὸς δὲν θὰ γλυτώσῃ αὐτὴν τὴν φοράν. Ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν σύμβασιν μὲ τὸν Θεὸν νὰ ζήσω 100 χρόνια. Ὅπου τοὺς εὕρω καὶ ὅπου μὲ εὕρουν.
§280ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐντὸς τοῦ θέματος.
§281Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Νομίζω ὅτι εἶμαι ἐντὸς τοῦ θέματος, καὶ ἂν νομίζετε σεῖς ὅτι εἶμαι ἐκτὸς τοῦ θέματος, ἂς τὸ κρίνῃ ἡ Βουλή. Κύριοι συνάδελφοι, ἐκπλήσσομαι διότι, εἴτε μία ἐπιτροπὴ σχηματισθῇ καὶ εἶναι μέσα ὁ Πρόεδρος, εἴτε εἶναι ὁ ἀστυνόμος τὸ ἴδιο ἀποτέλεσμα θὰ ἔχωμεν, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἐδῶ πρόκειται νὰ ληφθῇ ἕνα μέτρον ἀστυνομικὸν καὶ ὅπως ἠξεύρομεν εἰς τὰς πλείστας πόλεις τῆς Ἑλλάδος δὲν ὑπάρχουν δικαστικοί, διότι ἔχουν συγκεντρωθῆ εἰς τὴν Πρωτεύουσαν. Ἡ Ἀστυνομία ὑπάρχει, ἡ Ἀστυνομία ἔχει ἀναλάβει μὲ τὰ ὄργανά της νὰ ἐμπεδώσῃ τὴν τάξιν καὶ δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ λάβῃ τὰ σκληρὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα χρειάζονται ἐκ τῶν περιστάσεων. Πρέπει νὰ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι θὰ συκοφαντηθῶμεν ἀσφαλῶς, εἴτε μὲ τὴν μίαν ἐπιτροπήν, εἴτε μὲ τὴν ἄλλην. Μὲ ὅσην ἐπιείκειαν καὶ ἂν κρίνωμεν τοὺς κακοὺς αὐτοὺς ἀνθρώπους ἡ συκοφαντία ἔξωθεν θὰ γίνῃ, ψυχικὰ θὰ γίνῃ. Ὅπως εἶπον καὶ ἄλλοτε, ἠμπορεῖ τὸ Κράτος ἑνὸς Ἕλληνος τὴν κεφαλήν, ἑνὸς ἐθνικόφρονος, νὰ τὴν μετρήσῃ μὲ δέκα κεφαλὰς ἀπὸ αὐτούς; Τότε ἀσφαλῶς ὅταν θὰ κόπτωνται δέκα κεφαλαί, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ θὰ ἡσυχάσουν. Χωρὶς τὸ μέτρον αὐτὸ νὰ ἐπεκταθῇ περισσότερον, ἐνῷ μὲ τὰ μέτρα αὐτὰ δὲν θὰ κάνωμεν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ δημιουργοῦμεν θύματα ἀπὸ τοὺς ἐθνικόφρονας πολίτας καὶ δι’ αὐτὸ εἴμεθα κατηγορούμενοι καὶ ἐγὼ καὶ σεῖς, ὅλοι κύριοι, διότι αἱ οἰκογένειαι τῶν θυμάτων αὐτῶν θὰ στηρίξουν ἐναντίον μας κατηγορίαν, διότι εἴτε θέλομεν εἴτε δὲν θέλομεν μὲ τὰς συζητήσεις αὐτὰς τὰς τριμήνους δὲν κάνομεν τίποτε ἄλλο παρὰ αὐτοὺς νὰ ὑποστηρίζωμεν καὶ νὰ κάθεται ὁ Σιάντος, Παρτσαλίδης καὶ ὁ Σκλάβαινας καὶ νὰ βάλουν εἰς βάρος μας. Τὸ Κράτος πρέπει νὰ κτυπήσῃ τὸν κομμουνισμὸν μὲ τὴν ἰδίαν παρρησίαν ποὺ αὐτοὶ καὶ οἱ Σλάβοι γείτονές μας κτυποῦν τοὺς Ἕλληνας. Ἄλλως τὸ Κράτος δὲν ἠμπορεῖ νὰ ξεφύγῃ ἀπὸ αὐτούς. Δὲν θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ γλυτώσωμεν ἀπὸ τὰ νύχια τῶν κακοποιῶν αὐτῶν οἱαδήποτε μέτρα ἐπιεικῆ καὶ ἂν λάβωμεν δι’ αὐτούς. Θὰ σωθῶμεν μόνον ἐὰν ἠξεύρουν ὅτι θὰ τιμωρηθοῦν καὶ θὰ πληρώσουν μὲ τὸ ἴδιον νόμισμα ἄλλως τίποτε δὲν σώζει. Ἔχομεν δὲ ἀναλάβει ὑποχρέωσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ἀνελάβομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τοῦ ἐμπεδώσωμεν τὴν τάξιν ἐδῶ, διότι ἄλλως δὲν εἴχομεν οὐδένα σκοπόν, οὔτε ἐκλογὰς νὰ κάνωμεν, οὔτε νὰ εἴμεθα καὶ ἐκπρόσωποί του καὶ μᾶς ἔφερεν ἐδῶ διὰ νὰ τοῦ λύσωμεν ὡρισμένα ζητήματα ζωτικὰ διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τὸ ζωτικώτερον ἀπὸ ὅλα εἶναι νὰ ἐμπεδωθῇ ἡ τάξις καὶ ἡ ἀσφάλεια, νὰ κάθεται εἰς τὸ σπίτι του ξένοιαστος, νὰ ἠμπορῇ νὰ πάῃ εἰς τὸ κτῆμα του, εἰς τὰ ἀμπέλι του, εἰς τὸ μαγαζί του, ὁπουδήποτε καὶ νὰ εἶναι χωρὶς φόβον τῆς ζωῆς του καὶ μὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι θὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὸ σπίτι του χωρὶς νὰ ἔχῃ τὸν φόβον ὅτι θὰ ἐκτελεσθῇ καθ’ ὁδόν. Κύριοι συνάδελφοι, πρέπει νὰ μποῦμε μέσα εἰς τὴν πραγματικότητα τῆς σημερινῆς στιγμῆς, ἄλλως δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἐλπὶς νὰ γλυτώσωμεν.
§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Τσάτσος ἔχει τὸν λόγον.
§283Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τεθέν, ἔχει προκαλέσει δύο εἰδῶν ἀντιρρήσεις. Ἡ μία ἀφορᾷ τὴν ἀρχὴν ἐὰν ἐπιτρέπεται δηλαδὴ νὰ ὑπάρξῃ ἐπιτροπὴ ἀσφαλείας ἔχουσα δικαίωμα ἐκτοπίσεως καὶ ἡ δευτέρα ἀντίρρησις, τὴν ὁποίαν ἔχει προκαλέσει, προέρχεται ὄχι ἀπὸ ζήτημα ἀρχῆς ἀλλ’ ἀφορᾷ μόνον εἰδικὴν περίπτωσιν, ἐὰν πρέπει δηλαδὴ νὰ μετέχῃ τῆς ἐν λόγῳ ἐπιτροπῆς ἀξιωματικὸς τῆς Χωροφυλακῆς ἢ νὰ μετέχῃ ἐκπρόσωπος τῆς Δικαιοσύνης. Κύριοι βουλευταί, θὰ εἶχον ἴσως τὸ δικαίωμα, ἀπὸ μίαν προσωπικὴν ἀνάμνησιν παρασυρόμενος, νὰ τεθῶ ὑπὲρ τῆς πρώτης ἀπόψεως καὶ νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἐνδείκνυται, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ ὕπαρξις ἐπιτροπῆς ἀσφαλείας, διότι ἐκ τῆς λειτουργίας παρομοίου θεσμοῦ, ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἀσφαλῶς οὔτε εἰς τὸ παρελθὸν οὔτε τώρα συγκαταλέγομαι μεταξὺ τῶν κομμουνιστῶν, τρὶς ἔχω ἐξορισθῆ λόγω κομμουνιστικῶν δῆθεν φρονημάτων, βάσει ἀποφάσεων τῶν ἐπιτροπῶν ἀσφαλείας. Ἐν τούτοις νομίζω, παρὰ τὴν κακὴν ἐκ τοῦ παρελθόντος προσωπικήν μου πεῖραν ὅτι τὸ μέτρον αὐτὸ τῆς ὑπάρξεως ἐπιτροπῶν ἀσφαλείας, αἱ ὁποῖαι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφασίζουν τὴν ἐκτόπισιν ὡρισμένων προσώπων, εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς ἔχει καταστῆ ἀναγκαῖον. Καὶ ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι μὲ κατέχει τόση συγκίνησις καὶ τόση ἀνησυχία διὰ τὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία ἔχει δημιουργηθῆ εἰς ὡρισμένας περιοχὰς τοῦ Κράτους, ὥστε ἀκόμη καὶ ἐὰν ἐγνώριζον ὅτι πρόκειται τὸ μέτρον αὐτὸ νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ πάλιν διὰ τετάρτην φορὰν ἐναντίον μου καὶ πάλιν ἐν ἐπιγνώσει αὐτοῦ τοῦ ἐνδεχομένου θὰ τὸ ἐψήφιζον. (Χειροκροτήματα). Διότι, κύριοι, εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχει περιέλθη ἡ κατάστασις, δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ ἀμελήσωμεν οὐδὲν μέτρον, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν κατά τι νὰ ὑποβοηθήσῃ τὸ ἔργον τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς τάξεως καὶ τῆς διατηρήσεως ἐκεῖ ὅπου δὲν ἔχει διασαλευθῆ. Καὶ ὅταν ἡ τάξις ὑπάρξει πάλιν εἰς ὁλόκληρον τὴν Ἐπικράτειαν, θὰ ὑπάρξῃ καὶ ἡ κατάλληλος εὐκαιρία διὰ νὰ καταργηθῇ ὁ θεσμὸς τῶν ἐπιτροπῶν ἀσφαλείας. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ζήτημα, τὸ ζήτημα τῆς παρουσίας τοῦ ἀξιωματικοῦ τῆς Χωροφυλακῆς καὶ τῆς μὴ παρουσίας τοῦ ἐκπροσώπου τῆς Δικαιοσύνης, ἐν πρώτοις φρονῶ, ὅτι δὲν δύναται νὰ τεθῇ ζήτημα γοήτρου, τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου σώματος. Ὅπως δὲν ἀποτελεῖ ζήτημα γοήτρου διὰ τὸ Σῶμα ἡ παρουσία ἀξιωματικοῦ τῆς Χωροφυλακῆς εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον δὲν ἀποτελεῖ ζήτημα γοήτρου διὰ τὸ Σῶμα καὶ ἡ παρουσία ἐκπροσώπου τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Δὲν εἶναι ζήτημα γοήτρου, εἶναι ζήτημα ὑπάρξεως ὡρισμένων ἐγγυήσεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπαραίτητοι, διὰ νὰ δύναται ὁ θεσμὸς νὰ ἐπιβληθῇ χωρὶς νὰ δώσῃ ἀφορμὰς εἰς διαβολὴν τῶν σκοπῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπιδιώκονται δι’ αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο τάσσομαι ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως τῆς ὑπάρξεως δικαστικοῦ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀσφαλείας. Νομίζω ὅτι θὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν εὐθύνην τοῦ ἐφαρμοστοῦ τοῦ νόμου νὰ προβῇ εἰς κατάλληλον ἐπιλογήν, κατὰ τρόπον ὥστε αἱ Ἐπιτροπαὶ Ἀσφαλείας πράγματι νὰ ἐφαρμόσουν τὸν θεσμὸν ἐκεῖνον, ὅπου εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸν ἐφαρμόσουν, καὶ νὰ μὴ τὸν ἐφαρμόσουν ἐκεῖ, ὅπου δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸν ἐφαρμόσουν. Νομίζω ἐπίσης ὅτι ἡ μακρὰ συζήτησις ἡ ὁποία ἔχει διεξαχθῆ μέσα εἰς ἀτμοσφαίραν, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ διαπνέεται ἀπὸ τὴν ἀνησυχίαν, τὴν ὁποίαν ἐμπνέει ἡ κατάστασις ἀσφαλείας ὡρισμένων ἐπαρχιῶν, νομίζω, λέγω, ὅτι ἡ συζήτησις αὐτὴ δὲν δίδει τὴν ἐντύπωσιν ὅτι τὸ Σῶμα διετήρησεν τὴν ἐπαφήν του μὲ τὴν κοινὴν γνώμην, δὲν δίδει τὴν ἐντύπωσιν ὅτι διακατεχόμεθα, ὡς ὠφείλαμεν, ἀπὸ τὴν πρωταρχικὴν ἀνησυχίαν τοῦ νὰ παραμερισθῇ ὁ ἐθνικὸς κίνδυνος ὁ ὁποῖος ἔχει δημιουργηθῆ ἀπὸ τὴν ἐπαναστατικὴν ἐκστρατείαν τοῦ κομμουνισμοῦ. Καὶ ἴσως, ὀχυρούμενοι ὀπίσω ἀπὸ τὸν τίτλον ποὺ μοῦ δίδει ὁ παραμερισμὸς εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ὡρισμένων ὑποκειμενικῶν ἀντιλήψεων τὰς ὁποίας θὰ ἐδικαιούμην νὰ ἔχω ἐκ τοῦ παρελθόντος, ἀπευθύνω ἔκκλησιν πρὸς τὸ Σῶμα νὰ παραμερίσῃ τὴν ἐμμονὴν εἰς ἀκαίρους ἀπόψεις ἡ ὁποία παρεμποδίζει τὴν ταχεῖαν καὶ ἄμεσον ἐφαρμογὴν τοῦ μέτρου, καὶ συνιστῶ νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον ὅπως προτείνεται ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν. (Χειροκροτήματα).
§284ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Ι. Γιαννόπουλος.
§285Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ σᾶς δηλώσω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι θὰ εἶμαι βραχύτατος, ὀφείλω ἐξ ἀρχῆς νὰ σᾶς κάμω ἐπίσης τὴν δήλωσιν ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ μοῦ εἶναι ἀντιπαθητικόν. Καὶ δὲν μοῦ εἶναι τώρα ἀντιπαθητικόν, μοῦ ἦτο ἀνέκαθεν τοιοῦτον. Νομίζω ὅτι πρόκειται καὶ πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, περὶ ἑνὸς θεσμοῦ ἀντιφιλελευθέρου μὴ συναντωμένου εἰς κανένα ἀπὸ τὰ πεπολιτισμένα Κράτη. Ἀνεξαρτήτως τῆς συνθέσεως τῶν ἐπιτροπῶν ἐὰν ἔχουν σύνθεσιν τοιαύτην ἢ τοιαύτην, ἐὰν μετέχουν εἰς ταύτην δικαστικὰ πρόσωπα, ἢ ἐὰν μετέχῃ εἰσαγγελεύς, ἢ ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἑκασταχοῦ ἀσφαλείας, τὸ μέτρον εἶναι βέβαια σκληρόν, καὶ ἀντιφιλελεύθερον, διότι πρόκειται περὶ μιᾶς κατ’ ἐπίφασιν μόνον προλήψεως τοῦ ἐγκλήματος, πράγματι δὲ περὶ μιᾶς ποινῆς, καὶ ποινῆς σκληρᾶς χωρὶς καταδικαστικὴν ἀπόφασιν. Ὑποχρεώνομεν ἕνα πολίτην νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν πατρίδα του, ν’ ἀπαχθῇ εἰς ἕνα νησί, καὶ νὰ ζήσῃ ἐκεῖ ἐστερημένα καὶ φρικτά. Διὰ ποίαν αἰτίαν; Διότι συλλαμβάνεται ἐναντίον του μία ὑποψία ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον αὔριον νὰ καταστῇ ἐπικίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Δηλαδή, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τεκμήρια ἐνοχῆς, χωρὶς νὰ δυνάμεθα συγκεκριμένως νὰ τὸν κατηγορήσωμεν, μὲ μόνην τὴν ὑποψίαν, τὸν ἀπάγομεν καὶ τὸν ἀπομακρύνομεν ἀπὸ τὴν πατρίδα του. Αὐτό, βέβαια, καθ’ ἑαυτὸ τὸ μέτρον εἶναι ἀντιφιλελεύθερον, καὶ ὡς τοιοῦτον ἀνέκαθεν τὸ ἀντιπαθούσαμεν. Καὶ εὐτυχῶς διὰ τὴν παράταξιν εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω, δὲν εἶναι μέτρον τῆς ἀρχικῆς ἐμπνεύσεως τῆς ἐντεῦθεν παρατάξεως, ἀλλὰ εἶναι μέτρον τῆς ἐμπνεύσεως τῆς ἐκεῖθεν παρατάξεως. Ἀλλὰ βέβαια ὑπάρχουν κοινωνικαὶ ἀνάγκαι, καὶ εἰσήχθη εἰς μίαν περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ κοινωνικαὶ ἀνάγκαι ἐπιστεύετο ὅτι ἐπέβαλλον τὴν λῆψιν τοῦ μέτρου τούτου διὰ νὰ διασφαλισθῇ ἡ κοινωνία ἀπὸ τὰ ὕποπτα καὶ ἐπικίνδυνα πρόσωπα. Μετὰ ταῦτα ὅμως τὸ μέτρον τοῦτο, εἰς χεῖρας τῶν διαφόρων Κυβερνήσεων δὲν ἐχρησίμευσεν, κύριοι, διὰ τὴν διασφάλισιν τῆς τάξεως, ἀλλὰ διὰ τὴν διασφάλισιν τοῦ κομματικοῦ καθεστῶτος, καὶ μετεβλήθη εἰς τυραννικὸν μέσον κατὰ τῆς κοινωνίας. Ἀλλὰ ἐάν, κύριοι βουλευταί, τὸ μέτρον ἐκεῖνο ἐθεσπίσθη, ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι τότε ὑπῆρχον καὶ ἐὰν κατόπιν ἐδημιούργησεν ἀναστάτωσιν πραγματικήν, ὅταν ἐχρησιμοποιεῖτο ὡς κομματικὸν μέσον, σήμερον ποὺ θέλομεν νὰ τὸ χρησιμοποιήσωμεν δι’ ἐθνικὴν σωτηρίαν, καὶ νὰ τὸ στρέψωμεν κατὰ τῶν ἐθνικῶν κακούργων, ὄχι κατὰ τῶν κοινωνικῶν κακοποιῶν, ὄχι κατὰ τῶν πολιτικῶς ἀντιτιθεμένων, ὄχι κατὰ τῶν σκεπτομένων ν’ ἀλλοιώσουν τὸ Κυβερνητικὸν καθεστώς, ἀλλὰ κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι βάλλουν κατ’ εὐθεῖαν κατὰ τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς Πατρίδος, σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ κατηγορήσωμεν ἀνεξαρτήτως οἱασδήποτε πολιτικῆς κατευθύνσεως τὴν ὁποίαν ἕκαστος πιστεύει φιλελευθέρας ἢ συντηρητικῆς, ἢ σοσιαλιστικῆς, ἢ προοδευτικῆς; Φρονῶ ὄχι. Εἶναι ζήτημα πλέον Ἑλληνικόν, εἶναι ζήτημα ἐθνικόν, ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν τὰ μέτρα μας ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὑπονομεύουν, οὔτε λίγο, οὔτε πολύ, αὐτὸ τοῦτο τὸ Ἔθνος. Καὶ φρονῶ ὅτι ἀντίληψις ὅλων εἶναι ὅτι ἐὰν λαμβάνωμεν τὸ μέτρον αὐτὸ δὲν τὸ λαμβάνομεν διὰ νὰ ἡσυχάσῃ ἁπλῶς ἡ κοινωνία ἀπὸ τοὺς κακοποιούς, ἀλλὰ διὰ νὰ ἡσυχάσῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος τὸ ὁποῖον ἀναμφισβητήτως σήμερον βάλλεται συστηματικῶς. Ἀλλὰ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ ἔχωμεν ἕνα μέτρον συντελεστικὸν διὰ τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι τὸ συντελεστικώτερον. Δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῶ ὑπερβολικός. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐκφράζω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ συνείδησίς μου μοῦ ἐπιβάλλει. Ἐὰν ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον, κατ’ ἐμὲ ἀπολύτως ἐπιβεβλημένον, δὲν εἶναι τὸ μέτρον τοῦ ἐκτοπισμοῦ εἰς μίαν νῆσον τοῦ Αἰγαίου, ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται ἐκ τῶν περιστάσεων καὶ ἀποτελεῖ ἐθνικὴν ἀνάγκην. Τὸ μέτρον ἐκεῖνο θὰ ἦτο τοῦτο: Κατ’ ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων κατὰ τῶν ὁποίων ἐγείρεται σοβαρὰ ὑποψία ὅτι ὑπονομεύουν τὸ Κράτος, καὶ ὑποσκάπτουν τὰ θεμέλια τούτου νὰ ἐπιβάλλεται μία στέρησις τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας καὶ ἐν συνεπείᾳ ἀπομάκρυνσίς των διὰ πάντα ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι δὲν ἔχουν θέσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν γῆν. Ἄς φύγουν ἀτιμώρητοι νὰ πᾶνε κάπου ἀλλοῦ νὰ ζήσουν, καὶ ὄχι εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν ὁποίαν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐπιβουλεύονται. Μόνον τοιαῦτα μέτρα θὰ ἦσαν συντελεστικά. Δὲν φθάνομεν ὅμως μέχρις ἐκεῖ, καὶ μᾶς παρουσιάζει ἡ Κυβέρνησις τὸν νόμον ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἐθεσπίσθη κατὰ τὸ 1924 διὰ λόγους τοὺς ὁποίους εἶπον καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν συγκρίνονται μὲ τοὺς σημερινούς. Ἀλλὰ μᾶς λέγει ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο τὸ μεταβάλλει κατὰ τοῦτο: Ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιλαμβάνεται Ἀστυνομικὸν Ὄργανον εἰς τὴν διοικητικὴν αὐτὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἀποφασίζουσαν τὴν ἐκτόπισιν. Κύριοι βουλευταί, μετὰ πολλοῦ στοργικοῦ βλέμματος ἀποβλέπω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ μετὰ τῆς αὐτῆς στοργῆς ἀτενίζω πρὸς πάντα Ὑπουργὸν τῆς Κυβερνήσεως. Μὲ λύπην μου θὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν τὴν ἀφορῶσαν μίαν ἔκφρασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Τάξεως. Εἶπεν ὅτι: «Πῶς θέλετε νὰ βάλετε μέσα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀσφαλείας τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἀσφαλείας ἑκάστου μέρους, ὅταν αὐτὸς εἶναι ὁ ἀντίδικος»; Μοῦ φαίνεται ὅτι ὁ χαρακτηρισμὸς εἶναι ἀτυχής, ὄχι μόνον ἀπὸ λόγους τυπικούς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ λόγους οὐσιαστικούς. Ὁ ἀστυνόμος τῆς κάθε περιφερείας ἀποτελεῖ τὸν ἀντίδικον ἐκείνου ὁ ὁποῖος θεωρεῖται ὕποπτος κατὰ τοῦ Κράτους; Ὄχι, δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ! Ὁ Ἀστυνόμος οὐδὲν ἄλλο πράττει παρὰ νὰ συλλέγῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, νὰ συλλαμβάνῃ ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον θεωρεῖ ὕποπτον, νὰ τὸν παρουσιάζῃ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ νὰ λέγῃ ὅτι: ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς συνωμοτεῖ κατὰ τοῦ Ἔθνους καὶ δὲν πρέπει νὰ παραμείνῃ εἰς τὸν τόπον τῆς δράσεώς του. Ὁ δημόσιος αὐτὸς λειτουργὸς δὲν μπορεῖ νὰ λέγεται ἀντίδικος τοῦ συλλαμβανομένου, ὅπως δὲν θεωρεῖται καὶ ὁ εἰσαγγελεύς, ὁ ἀσκῶν τὴν ποινικὴν ἀγωγήν, ἀντίδικος τοῦ κατηγορουμένου. Εἶναι ἀτυχεστάτη ἡ ἔκφρασις αὐτὴ καὶ οὐσιαστικῶς καὶ τυπικῶς. Ἀλλὰ τότε, κύριοι, ποῖος εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἀρνεῖται ὁ κ. Ὑπουργός, ἐφ’ ὅσον τοῦτο, ἀναμφισβητήτως, δὲν εὐσταθεῖ; Μᾶς ὡμίλησεν περὶ ἐφαπτομένων παραγόντων. Πρόκειται βέβαια περὶ ἐκφράσεως βαθυτέρας, ἴσως διπλωματικῆς, τὴν ὁποίαν δὲν ἐκαταλάβαμεν. Θὰ ἤθελα διαφορετικώτερον νὰ τὸ ἐξηγήσῃ. Μήπως πρόκειται περὶ φόβου παρεξηγήσεως ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ; Φαντάζομαι ὅτι ὑπονοεῖ, ὅτι τὸ ἐξωτερικόν, ἴσως–ἴσως μᾶς παρεξηγήσῃ διότι, μέσα εἰς μίαν ἐπιτροπὴν ἀσφαλείας, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἀποστολὴν τὴν προφύλαξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἀπὸ τοὺς κομμουνιστὰς θὰ περιλάβωμεν μὲ ψῆφον τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἀσφαλείας ἑκάστου μέρους καὶ τότε διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ πιστευθῇ ὅτι τοιαύτη κρίσις τῆς ἐπιτροπῆς δὲν θὰ εἶναι ἀμερόληπτος. Καὶ πιστεύετε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ἂν παραληφθῇ ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἀσφαλείας ἀπὸ τὴν ἐπιτροπήν, τὸ ἔργον θὰ συντελεσθῇ πλήρως; Ἄν τοῦτο πιστεύετε, εἶσθε δικαιολογημένος, ἐὰν ὅμως ἔχετε τὴν ὑποψίαν τὴν ὁποίαν ὑποθάλπει ὁλόκληρος ἡ πλειοψηφοῦσα παράταξις, τότε διατὶ νὰ μὴ ἐξηγηθῆτε ὁμολογῶν ὅτι θυσιάζετε τὴν ἀποτελεσματικότητα τοῦ μέτρου διὰ τὸν φόβον τῆς παρεξηγήσεως; Μά, κύριε Ὑπουργέ, δὲν κυττάζετε γύρω σας τὶ γίνεται; Διατὶ δὲν φοβοῦνται καὶ αἱ ἄλλαι χῶραι;
§286Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη σας, κύριε συνάδελφε, ὅτι θυσιάζεται ἡ ἀποτελεσματικότης τοῦ μέτρου;
§287Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ γνώμη μου, κύριε Ὑπουργέ, ἀλλὰ καὶ γνώμη μιᾶς μεγάλης μερίδος, ἡ ὁποία εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εἶναι σφαλερά, ἀλλὰ προέρχεται ἐκ τῆς πλευρᾶς ἥτις σᾶς στηρίζει εἰς τὴν θέσιν σας. Κύριε Ὑπουργέ, ἀποβλέψατε εἰς τὰ ὅμορα Κράτη τὰ ὁποῖα διὰ μέτρων σκληρῶν δὲν ἀγωνίζονται νὰ σώσουν τὸ Κοινωνικὸν καὶ Ἐθνικόν των Καθεστὼς ὅπως ἡμεῖς, ἀλλὰ τὸ κομματικόν των καθεστὼς καὶ δὲν διστάζουν νὰ στέλλουν εἰς τὴν λαιμητόμον κατὰ δεκάδας τοὺς ἀντιπολιτευομένους, χωρὶς νὰ ὑπολογίζουν τὸ κλῖμα τὸ διεθνὲς καὶ χωρὶς νὰ ὑπολογίζουν τὴν διεθνῆ γνώμην. Καὶ ἡμεῖς πρέπει νὰ τρέμωμεν διὰ τὰς παρεξηγήσεις αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ προξενηθοῦν καὶ δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ λάβωμεν οὔτε μέτρα κἂν ἀπομακρύνσεως ἐκ τοῦ τόπου τῆς δράσεως ἐπικινδύνων στοιχείων τὰ ὁποῖα ζοῦν μέσα εἰς τοὺς κόλπους μας διὰ νὰ βυσοδομοῦν ἐναντίον τῆς Πατρίδος. Ὑπὸ τοιαύτας προϋποθέσεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγκρίνω τὸ νομοσχέδιον ὅπως κατατίθεται ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς τροπολογίας καὶ δὲν θὰ διστάσω νὰ καταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀρνηθῇ νὰ παραδεχθῇ τὴν τροπολογίαν.
§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Φουσιάνης ἔχει τὸν λόγον.
§289Χ. ΦΟΥΣΙΑΝΗΣ. Κύριοι βουλευταί, αἰσθάνομαι καὶ ἐγὼ τὴν ὑποχρέωσιν, ὡς ἐκπρόσωπος μιᾶς μερίδος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νὰ ὁμιλήσω δι’ ὀλίγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος. Εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται σήμερον ἡ κατάστασις ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς δημοσίας τάξεως, εἶμαι ὑποχρεωμένος, συναισθανόμενος τὴν βαρυτάτην εὐθύνην τὴν ὁποίαν ἔχω ἐπωμισθῆ ὡς ἀντιπρόσωπος ἑνὸς ἀριθμοῦ Ἑλλήνων, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα εἶναι ἐνδεδειγμένα διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἡσυχία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀναλογιζόμενος τὶ ἐκληροδότησε τὸ παρελθὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι βεβαίως οἱ ἐγκληματίαι οἱ ὁποῖοι ἐξῆλθον τῶν φυλακῶν δὲν ἐπρόκειτο νὰ κάμουν ἄλλο τι παρὰ νὰ συνεχίσουν τὸ ἔργον των εἰς τὸν ἴδιον βαθμὸν ὅπως εἶχον ἐγκληματήσει τὸν τελευταῖον καιρόν, θέλω νὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ συμπληρώσῃ τὰ μέτρα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ γίνουν ἀποτελεσματικά. Ἀπηχοῦν βαθύτατα εἰς ἡμᾶς αἱ ἐκκλήσεις τῶν ὀργάνων τῆς Τάξεως, τῶν Χωροφυλάκων, διότι ἔχω λάβει μέχρι τοῦδε 5–6 γράμματα χωροφυλάκων ἐκ Μεσσηνίας καταγομένων οἱ ὁποῖοι λέγουν: Ὑψώσατε φωνὴν εἰς τὴν Βουλήν, μὴ μᾶς ἀφήσετε νὰ σφαζώμεθα. Καὶ λαμβάνω γράμματα γονέων χωροφυλάκων οἱ ὁποῖοι λέγουν: Ἐστείλαμε τὰ παιδιά μας νὰ προστατεύσουν τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Λαοῦ ἀλλὰ πρέπει καὶ τὸ Κράτος νὰ προστατεύσῃ τὰ παιδιά μας. Ἀντηχοῦν αἱ διαμαρτυρίαι τῶν Ἑλλήνων ποὺ ἀντιπροσωπεύομεν οἱ ὁποῖοι ἐνίοτε μᾶς ἀποκαλοῦν καὶ προδότας τῆς ἐντολῆς των. Καὶ διὰ τοῦτο λέγω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνωμεν ἀσυγκίνητοι πρὸ τῶν ἐκκλήσεων αὐτῶν καὶ τῶν διαμαρτυριῶν καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ συμπληρώσῃ τὰ μέτρα της κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ καταστῶσιν ἀποτελεσματικώτερα. Κύριοι βουλευταί, εἰς τὰς συζητήσεις μας ἀκούομεν ψιθύρους, ἀκούομεν ὑπαινιγμοὺς ὅτι ὑπάρχουν σκοπιμότητες, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ μέτρον. Εἶναι τρομερὸν πρᾶγμα, ἂν πράγματι συμβαίνῃ, νὰ ὑπάρχουν τοιαῦται σκοπιμότητες αἱ ὁποῖαι νὰ μᾶς ἐμποδίζουν νὰ ἀμυνθῶμεν ἐναντίον τῶν ἐγκληματιῶν αὐτῶν οἱ ὁποῖοι διέπραξαν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ μεγαλείτερον ἔγκλημα τῶν αἰώνων. Εἶναι τρομερόν, ἂν πράγματι, ἀλλὰ δυσκολεύομαι νὰ τὸ πιστεύσω, ἂν πράγματι, ὑπάρχουν τοιοῦτοι φραγμοὶ εἴτε περιορισμοὶ εἰς τὴν μικρὰν αὐτὴν καὶ ἔνδοξον Ἑλλάδα, ἡ ὁποία ἐθυσιάσθη εἰς τὸν ἀγῶνα τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῶν Λαῶν, εἶναι τρομακτικὸν πῶς ἀπὸ τὸ 1940–41 ἔπειτα ἀπὸ τὴν δόξαν αὐτήν, πῶς ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀτμόσφαιρα τῆς γῆς ἐδονεῖτο ἀπὸ τὰ κύματα τῶν ραδιοπομπῶν τὰ ὁποῖα μετέφερον εἰς ὅλην τὴν γῆν τὴν δόξαν τῆς Ἑλλάδος, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα ἐλευθέρως νὰ λάβωμεν τὰ στοιχειώδη μέτρα κατὰ τῶν ἐγκληματιῶν αὐτῶν οἱ ὁποῖοι ἐγκλημάτησαν κατὰ τρόπον πρωτοφανῆ εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν ἀνθρώπων (χειροκροτήματα). Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς λέγω, συναισθανόμενος τὴν βαρυτάτην μου εὐθύνην ἀπέναντι τῶν Ἑλλήνων ἐκλογέων μου, ζητῶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὅλα τὰ αὐστηρὰ μέτρα πρὸς ἐπιβολὴν τῆς τάξεως. Ὁ κομμουνισμὸς εἰς οἱανδήποτε ἄλλην χώραν ἔχει δικαίωμα καὶ συμμετοχῆς, ἴσως, ἀκόμη εἰς τὴν δημοσίαν ζωήν. Ἀλλ’ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπου ἐγκλημάτησε κατὰ τοιοῦτον πρωτοφανῆ τρόπον, ἀπορῶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμφανίζεται ὡς κόμμα πολιτικὸν καὶ νὰ ἐμφανίζεται ζητῶν ἀκροάσεις ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς ἢ μᾶλλον νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ ἡ διαμαρτυρία μου ὡς Ἕλληνος βουλευτοῦ νὰ ἀκουσθῇ εἰς ὁλόκληρον τὸν κόσμον, ὅτι εἰς τὴν μικρὰν καὶ ἔνδοξον Ἑλλάδα παρεμβάλλονται, ἂν παρεμβάλωνται, ἐμπόδια εἰς τὴν λῆψιν καὶ ἐφαρμογὴν μέτρων ὅπως προστατεύσῃ τὴν ζωήν της ἀπέναντι τῶν ἐγκληματιῶν αὐτῶν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐπίσης νὰ δηλώσω ὅτι θὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ὑπερψήφισιν τῆς τροπολογίας ἡ ὁποία κατετέθη, διότι πρέπει ἡ ὑπερψήφισις τῆς τροπολογίας αὐτῆς νὰ γίνῃ διὰ νὰ καταδειχθῇ ὅτι οἱ Ἕλληνες ὅλοι δὲν εἶναι διατεθειμένοι ἐπὶ περισσότερον χρόνον νὰ βλέπουν νὰ ἐξελίσσεται ἐνώπιόν των ἓν τοιοῦτον ἔγκλημα νὰ κατασφάζωνται τὰ ὄργανα τῆς τάξεως. Αὐτὸ τὸ ἀνοσιούργημα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχισθῇ. Διὰ τοῦτο θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς τροπολογίας διότι πρέπει νὰ φανῇ, ἔστω καὶ ἂν ἡ τροπολογία αὐτὴ δὲν ψηφισθῇ διὰ λόγους σκοπιμότητος οὓς ἀνέφερα ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ φανῇ ὅτι ὑπάρχει μία διαμαρτυρία ὅτι τὰ μέτρα τῆς τάξεως, μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς, δὲν εἶναι ἐπαρκῆ εἰς βαθμὸν ὥστε νὰ ἐξασφαλίζουν τὴν ζωὴν τῶν Ἑλλήνων. (Χειροκροτήματα).
§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθέντος τοῦ καταλόγου τῶν ἐγγεγραμμένων ρητόρων ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ὑπάρχει, κύριοι συνάδελφοι, πρότασις ὑπογεγραμμένη ὑπὸ 17 κ. κ. βουλευτῶν, ἡ ὁποία εἶναι συντεταγμένη οὕτω: «Προτείνομεν οἱ κάτωθι ὑπογεγραμμένοι βουλευταὶ ἵνα τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἰσαχθῇ πρὸς ψήφισιν δι’ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας, κατὰ τὸν Κανονισμὸν διὰ τὴν σχετικὴν τροπολογίαν. Οἱ προτείνοντες βουλευταὶ Ν. Καράμπελας, Δ. Γιαννόπουλος, Π. Σπηλιώτης, Ν. Δαρβέρης, Ν. Βαρβιτσιώτης, Κ. Δημητρακόπουλος, Χ. Καραΐσκος, Θ. Δεσύλλας, Ι. Μαρινᾶκος, Α. Θεοδωρόπουλος, Α. Τσιρώνης, Η. Ζουμπουλάκης, Χ. Θηβαῖος, Χ. Ἀλετρᾶς, Χ. Φουσιάνης, Λ. Βρεττᾶκος, Γ. Τζωρτζόπουλος, Κ. Μπακόλλας». Ἐκ τῶν κ. κ. συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὑπογράψει τὴν πρότασιν, ἐλλείπουν τινές. Ἐπειδὴ ὅμως συγχρόνως δὲν ὑπάρχει ὁ ἀπαραίτητος ἀριθμὸς τῶν παρόντων κ. κ. συναδέλφων, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται διὰ νὰ ληφθῇ ἀπόφασις περὶ ψηφοφορίας διὰ ὀνομαστικῆς κλήσεως, προτείνω ὅπως ἡ ψηφοφορία αὐτὴ ἐνεργηθῇ κατὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν τῆς σήμερον, λυομένης τώρα τῆς συνεδριάσεως. Ἡ Ἡμερησία διάταξις θὰ περιλαμβάνῃ πρῶτον τὰ τρία νομοσχέδια τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίας Τάξεως, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐγγεγραμμένα καὶ σήμερον, δεύτερον τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀναγνωρίσεως ὡς πολεμικῆς πράξεως ἀξίας τῆς Πατρίδος καὶ ἀνταξίας εὐγνωμοσύνης τοῦ Ἔθνους τῆς δράσεως τῶν ἐθνικῶν ἀνταρτικῶν ὁμάδων» καὶ τρίτον τὸ ὑπ’ ἀριθ. 5 «περὶ ἐκτελέσεως ἔργων ἀνοικοδομήσεως τῆς Χώρας».
§291Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσωμεν νὰ προηγηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀνοικοδομήσεως, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐξαιρετικῶς ἐπεῖγον.
§292Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ζητεῖ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀνοικοδομήσεως, διότι καὶ συζήτησιν θὰ προκαλέσῃ καὶ θίγει καίρια ζητήματα.
§293ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄν θέλετε νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀνοικοδομήσεως θὰ φέρεται τὸ ζήτημα αὔριον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφασίσῃ.
§294Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Θὰ καταναλώσωμεν πολλὴν ὥραν, κ. Πρόεδρε. Ἡ ἀνοικοδόμησις εἶναι τὸ σπουδαιότερον θέμα.
§295Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀσφαλῶς.
§296ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ προηγηθοῦν λοιπὸν τὰ τρία νομοσχέδια τῆς Δημοσίας Τάξεως καὶ κατόπιν τὸ τῆς ἀνοικοδομήσεως.
§297ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§298ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συνέχισις τῆς μόνης συζητήσεως κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 4 Μαΐου 1946 Ν. Δ. «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν ἰσχυόντων νόμων «περὶ συστάσεως ἐν ἑκάστῳ Νομῷ Ἐπιτροπῶν Δημοσίας Ἀσφαλείας», ἀναβάλλεται. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ. (Ὥρα 2.00′ π. μ.).