1946.07.09
2.538 στίχοι · 18.208 λέξεις · 295 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 39η
Τρίτη 9 Ἰουλίου 1946.
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 6.30′ μ. μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Δρόσος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Γ. ΔΡΟΣΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Μ. Καροῦσος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφοράς, κλπ.
§4Μ. ΚΑΡΟΥΣΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ Δήμαρχος Λευκωσίας ἀποστέλλει πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς τηλεγράφημα ἔχον οὕτω: Συμβούλιον Ἑλλήνων Δημάρχων καὶ Ἀντιδημάρχων Κύπρου συγχαίρει ἐπὶ ἀποδόσει Δωδεκανήσου παρακαλεῖ Βουλὴν ἀξιώσῃ ἕνωσιν Κύπρου. Ἡ Ἕνωσις Ἀερίων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ περιχώρων ὑποβάλλει ἀντίγραφον τηλεγραφήματος Δημάρχου Λέρου ἔχον οὕτω: «Ἕνωσιν Ἀερίων. Ἀθήνας. Μετ’ ἐξάλλου ἐνθουσιασμοῦ καὶ δακρύων ἱερᾶς συγκινήσεως ἐπὶ τῇ ἐνσαρκώσει τῶν προαιωνίων ὀνείρων καὶ πόθων του, σύσσωμος ὁ Λεριακὸς Λαὸς ἀπευθύνει ὑμῖν ἔνθερμον ἀδελφικὸν ἀσπασμόν. Παρακαλῶ ὑποβάλητε Ἐθνικῇ Ἀντιπροσωπείᾳ καὶ Κυβερνήσει φιλοστόργου λατρευτῆς πατρίδος, εὐγνώμονα καὶ εὐλαβῆ συγχαρητήρια διὰ τὸ ἐπιτελεσθὲν μέγα ἔργον καὶ ἐγκαρδίους εὐχὰς διὰ τὴν ταχεῖαν ὁλοκλήρωσιν τῶν Πανελληνίων Ἐθνικῶν Δικαίων». Οἱ ἀντιπρόσωποι Συν)σμῶν Γιαννιτσῶν διαμαρτύρονται διὰ καθαίρεσιν ἀντιπροσώπου ἀγροτικοῦ κόσμου ἀπὸ Συμβουλίου Α.Τ.Ε. Ἀγορασταὶ ἀκινήτων Ἠλείας καὶ Καρδίτσης περιόδου 1941–44 ἀναμένουν ἐναγωνίως τὴν κατάργησιν τῆς 114
Σ. Π.
Ἡ Ἕνωσις Γεωργικῶν Συν)σμῶν Κομοτηνῆς Σαππῶν ζητεῖ τὴν ἵδρυσιν Ὑπουργείου Συν)σμῶν καὶ τὴν πλήρη ἀποδοχὴν αἰτημάτων των. Ἡ Γενικὴ Ἕνωσις ἀναπήρων καὶ θυμάτων Πολέμου Ἀχαΐας καὶ Νομοῦ Καβάλας διαμαρτύρεται δι’ ἀπόφασιν Ὑπουργοῦ Στρατιωτικῶν διὰ κατάργησιν ἀεροθεραπείας καὶ ζητεῖ ἐπικύρωσιν νόμου 1226)44. Παθόντες αὐτοκινητισταὶ Ἄρτης καὶ Ἠπείρου ζητοῦν ὅπως γίνουν ἀποδεκτὰ τὰ αἰτήματα ἐπαγγελματιῶν αὐτοκινητιστῶν καὶ τὴν κατάργησιν Τ.Ε.Κ.Α. Τὸ Ἐπαγγελματικὸν Ἐπιμελητήριον Ἀθηνῶν διαμαρτύρεται διὰ μελετωμένην αὔξησιν ἐνοικίων καὶ ζητεῖ τὴν κατάργησιν διατάξεως ἄρθρου 21 παρ. 4 Νόμου ἐνοικιοστασίου. Ἡ Ἕνωσις Ὑπαλλήλων Τ.Τ.Τ. Λέσβου καὶ Λήμνου διαμαρτύρεται διὰ κατάθεσιν ψηφίσματος ἐκκαθαρίσεων Δημοσίων Ὑπαλλήλων καὶ ζητεῖ τὴν ἀνάκλησιν τούτου. Ὁ Θηβαϊκὸς Λαὸς ἐπὶ τῇ ἀναγγελίᾳ χαρμοσύνου ἀγγέλματος ἐπανόδου μαρτυρικῆς Δωδεκανήσου εἰς Μητέρα Ἑλλάδα συγχαίρει τὴν Κυβέρνησιν καὶ Μεγάλους Συμμάχους καὶ ζητεῖ τὴν ὁλοκλήρωσιν τῶν Ἐθνικῶν μας πόθων. Ὁ Πρόεδρος τῆς Ἑνώσεως Ἰδιοκτητῶν ἡμερησίων ἐφημερίδων Πελοποννήσου, Ἠπείρου καὶ Νήσων ζητεῖ τὴν μείωσιν ὑπερόγκων τελῶν τηλεφωνικῶν συνδιαλέξεων εἰς τὸ ⅛ καὶ τὴν μὴ πληρωμὴν κλήσεων. Ὑπόδικοι Καλλιθέας ζητοῦν ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ ἀμέσου ἀποφυλακίσεως αὐτῶν συνεπείᾳ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 6)45
Σ. Π.
Τὸ Διοικ. Συμβούλιον τῆς Ἐθνικῆς Πατριωτικῆς Ἑνώσεως Μαγνησίας ζητεῖ τὴν ταχεῖαν ἐπάνοδον τοῦ Βασιλέως Γεωργίου. Ὁ κ. Α. Ἀντωνόπουλος (Ὑφυπ. Οἰκον.) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Καΐρῳ τὴν 30 Μαρτίου 1946 ὑπογραφείσης μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Βασιλικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Αἰγύπτου Συμφωνίας, δι’ ἀνταλλαγῆς ἐπιστολῶν διὰ τὴν περάτωσιν τῶν ἐργασιῶν ἀποδεσμεύσεως καὶ ἀποδόσεως τῶν Αἰγυπτιακῶν καὶ Ἑλληνικῶν Περιουσιῶν ἐν Ἑλλάδι καὶ Αἰγύπτῳ». Ὁ κ. Π. Μαυρομιχάλης (Ὑπ. Στρατιωτ.) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ χορηγήσεως εἰδικοῦ ἐπιδόματος εἰς τοὺς ἐφέδρους βαθμοφόρους τοῦ Στρατοῦ τῆς Ξηρᾶς τοὺς τηρουμένους ὑποχρεωτικῶς ἢ ἐθελουσίως ὑπὸ τὰ ὅπλα, λόγῳ ὑπηρεσιακῶν ἀναγκῶν μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς κλάσεώς των». Ὁ κ. Α. Παπαδῆμος (Ὑπ. Θρησκ. καὶ Ἐθν. Παιδείας) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 30 Ἀπριλίου 1946 Ν. Δ. «περὶ διαθέσεως κληρικῶν θεολόγων, πρὸς θεραπείαν τῶν θρησκευτικῶν ἀναγκῶν Βορείου Ἑλλάδος καὶ Ἐπαρχιῶν καὶ ρυθμίσεως Ἐκκλησιαστικῶν τινων ζητημάτων». Ἡ ἐπὶ τῆς Ὑγιεινῆς Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 8)11 Μαΐου 1946 Ν. Δ. «περὶ διαρρυθμίσεως τῶν Κεντρικῶν Ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου Ὑγιεινῆς». Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της: 1) Ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καθορισμοῦ σειρᾶς ἀρχαιότητος Ἀξιωματικῶν τοῦ Στρατοῦ Ξηρᾶς μαθητῶν Σχολῆς Εὐελπίδων τῆς τάξεως 1916» καὶ 2) ἐπὶ τῆς προτάσεως ψηφίσματος «περὶ ἀναγνωρίσεως ὡς πολεμικῆς πράξεως ἀξίας τῆς Πατρίδος καὶ ἀνταξίας τῆς εὐγνωμοσύνης τοῦ Ἔθνους τῆς δράσεως τῶν Ἐθνικῶν Ἀνταρτικῶν Ὁμάδων». Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Μαΐου 1946 Ν. Δ. «περὶ συμπληρώσεως ἢ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων περὶ διπλωμάτων, πτυχίων καὶ ἀδειῶν ναυτικῆς ἱκανότητος ἐν τῷ Ἐμπορικῷ Ναυτικῷ, ὅσον ἀφορᾷ κυρίως τοὺς ὑπηρετήσαντας κατὰ τὴν πολεμικὴν περίοδον». Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Τουρκοβασίλης καταθέτει τὴν κάτωθι ἐπιστολὴν τοῦ ἐν Σικάγῳ ὁμογενοῦς κ. Οὐίλιαμ Μπέλρογκ: «Πρὸς τὴν Α. Ἐξοχότητα τὸν κ. Θεόδωρον Τουρκοβασίλην, μέλος τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, Ἀθήνας. Ἀγαπητέ μου Κύριε, Λυποῦμαι διότι δὲν δύναμαι νὰ ἀπευθύνω τὰς ὀλίγας μου ταύτας γραμμὰς εἰς τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν. Ἐν τούτοις λαμβάνω τὸ θάρρος νὰ Σᾶς ἀποστείλω τὴν παροῦσαν μου, ὠθούμενος ἐκ τῆς ἀνακοινώσεως, ἣν ἀνέγνων εἰς τὸν τύπον, σχετικῶς πρὸς τὴν ἀπάντησιν ποὺ ἀπηυθύνατε εἰς τὸν κ. Φίλιππον Δραγούμην, ὅστις συνέστησεν ὅπως ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις ἐν Ἑλλάδι ἐκφράσῃ τὰς εὐχαριστίας της πρὸς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις. Πιστεύσατέ με, Κύριε, ὅτι ὑπάρχουσι χιλιάδες χιλιάδων Ἀμερικανῶν Ἑλληνικῆς καταγωγῆς, οἵτινες ἑνοῦνται μεθ’ ὑμῶν ὄχι μόνον πρὸς ἄρνησιν ἐκφράσεως εὐχαριστιῶν πρὸς τὰ Μεγάλας Δυνάμεις, ἀλλ’ ἑνοῦνται ἐπίσης μεθ’ ὑμῶν πρὸς γνωστοποίησιν εἰς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης μετ’ ἀγωνίας παρακολουθεῖ τὰ συμβαίνοντα εἰς τὴν Διάσκεψιν τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἔμφοβος εἶνε μήπως ἡ Ἑλλὰς ἅπαξ ἔτι θὰ ἔχῃ ἀποδείξει τὴν ἱκανότητά της πρὸς κατανίκησιν τοῦ ἐχθροῦ της, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ πίπτῃ θῦμα τῶν συμμάχων της. Ἡ Ἑλλὰς σήμερον εἶναι τὸ δυσχερέστερον σημεῖον τῆς πολιτικῆς τῶν Δυνάμεων ἥτις διεξάγεται ἐν Παρισίοις, καὶ ἂν ἡ παροῦσα Ἐθνικὴ Κυβέρνησις ἐπιδείξῃ κάπως τὴν ἐπιβολήν της ἀποβάλλουσα τὴν Βαλκανικὴν διάθεσιν πρὸς ὑποταγήν της, εἶνε δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς κἄτι νὰ κερδίσῃ. Ἂν οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἑτοιμάζωνται νὰ ἀποχωρήσωσιν ἐπιφέροντες ρῆγμα μεταξύ των ἕνεκα τοῦ ζητήματος τῆς Τεργέστης, κατὰ πόσον φρονεῖτε ὅτι ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Ἀμερικὴ θὰ θελήσουν νὰ κρατήσουν τὴν εὔνοιαν τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι πιστωτὴς τῶν Δυτικῶν Δυνάμεων καὶ ἐφ’ ὅσον ἀναγνωρίσῃ τὴν θέσιν της ὡς νικητρίας, οἵα εἶνε, καὶ παύσῃ νὰ συμπεριφέρεται ὡς ἐπαῖτις, ταχύτερον αἱ Δυτικαὶ Δυνάμεις θὰ συνέλθωσι καὶ θὰ ἀναγνωρίσωσιν ὅτι ὀφείλουν νὰ προσέξωσι τὰς ἀνάγκας τῶν συμμάχων των καὶ ὄχι τῶν ἐχθρῶν των. Λίαν εἰλικρινῶς καὶ μετὰ σεβασμοῦ Ὑμέτερος WILLIAM BELROG (Μπελογιάννης)». (Χειροκροτήματα). Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Τζωρτζόπουλος, Δ. Ἀναγνώστου, Σ. Τριάντος καὶ Ε. Κουσαῆς καταθέτουσιν πρότασιν νόμου «περὶ συμπληρώσεως τῆς παρ. 2 τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1055 Α. Ν. τῆς 9 Μαρτίου 1946 «περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Β. Στεφανόπουλος, Α. Βαλῖνος καὶ Β. Βύζας καταθέτουσιν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐξήσεως τῶν θέσεων τῶν οἰκονομικῶν Ἐπιθεωρητῶν Δημ. Ὑπολόγων κλπ». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ε. Κοθρῆς καὶ Κ. Παπαδάκης ὑποβάλλουν πρότασιν «περὶ προσθήκης διατάξεως εἰς τὸ Ν. Δ. τῆς 11.5.46 «περὶ καταργήσεως, τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως ἐνίων διατάξεων τοῦ Α. Ν. 484)1945». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Βαμβέτσος καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ τῆς ἰσχύος καὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν Νομοθετημάτων τῆς περιόδου τῆς Κατοχῆς κλπ.». Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Γαρουφαλιᾶς καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τινων περὶ τελῶν δημοσίων θεαμάτων καὶ φορολογίας αὐτῶν». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Μπακόπουλος, Κ. Καλαμαρᾶς, Κ. Παπακωνσταντίνου, Γ. Στρᾶτος κ. ἄ. καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναθεωρήσεως ἐκδοθεισῶν ἀποφάσεων διαθέσεως αὐτοκινήτων καὶ περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως σχετικῶν πρὸς τὰ αὐτοκίνητα νόμων». Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Τουρκοβασίλης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἠλία Γυφτάκη κατοίκου Μελιγαλᾶ, ζητοῦντος ὅπως κατὰ τὰς προσεχεῖς εἰσαγωγικὰς ἐξετάσεις τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν ἐξετασθῇ ὁ υἱός του μόνον εἰς τὰ δευτερεύοντα μαθήματα καθ’ ὅσον εἰς τὰ πρωτεύοντα ἐπέτυχεν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Γ. Μπακόπουλος καταθέτει ὑπόμνημα τῆς Ἐθνικῆς Νεολαίας Β. Ἑλλάδος «ὁ Βουλγαροκτόνος» διαμαρτυρομένης ἐντόνως δι’ ἐγκλήματα διαπραχθέντα ἀπὸ τὰς ὀπισθοφυλακὰς Γερμανῶν, Ἰταλῶν καὶ Βουλγάρων εἰς τὰς αἱματοβαμένας ἐπαρχίας καὶ διὰ τὴν ἀγρίαν δολοφονίαν ἐν μέσῳ Ἀθηνῶν τοῦ Ἑλληνόπαιδος Πανωλιάσκου, ζητούσης λῆψιν δρακοντίων μέτρων προστασίας τῆς ζωῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Μ. Μαυρογορδᾶτος καταθέτει αἴτησιν ἐπιτροπῆς χωρίου Ξηρολειβάδου Βερροίας ζητούσης ἀποστολὴν μηχανικοῦ πρὸς ἐξέτασιν καὶ μελέτην ἀνεγέρσεως πυρποληθέντος ὑπὸ τῶν Γερμανῶν χωρίου των. Ὁ βουλευτὴς Λέσβου κ. Ν. Μαλλιάκας καταθέτει τηλεγράφημα τῶν Γεωργοκτηνοτροφικῶν Συν)σμῶν Ἀντίσσης Ἐρεσσοῦ καὶ τῶν ἐλαιουργικῶν συν)σμῶν Κώμης καὶ Πηγῆς Λέσβου διαμαρτυρομένων διὰ τὴν μονοπώλησιν ὑπὸ τῶν βιομηχάνων εἰδῶν τῆς ΟΥΝΡΡΑ κλπ. καὶ ζητούντων τὴν συμμετοχήν των εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν εἰδῶν ΟΥΝΡΡΑ κλπ. Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος–Φωκίδος κ. Γ. Βασιλειάδης διαμαρτύρεται διὰ τὰς ἐπιβαλλομένας ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας Κωπαΐδος ἐπιβαρύνσεις εἰς τὰς καλλιεργείας Κωπαΐδος καὶ ζητεῖ τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Μπέης–Ἀντωνόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Λειτουργῶν Μέσης Ἐκπαιδεύσεως Νομοῦ Ἀχαΐας ζητούσης τὴν δικαίαν διαβάθμισίν των κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Μ. Καρζῆς καταθέτει ψήφισμα Προέδρων διαφόρων ὀργανώσεων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ περιχώρων ζητούντων λῆψιν μέτρων ἀσφαλείας, κατάργησιν νόμου ἀποσυμφορήσεως, ἐκκαθάρισιν Δημοσίων Ὑπαλλήλων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἰωαννίνων καὶ Θεσπρωτίας κ. Ν. Ἀθανασίου καταθέτει ἀντίγραφα τηλεγραφημάτων τοῦ Προέδρου Κοινότητος Ἁγίας Μαρίνης–Θεσπρωτίας τῶν πυροπαθῶν Φιλιατῶν Ἠπείρου καὶ τῶν ἐπιτροπῶν χωρίων Δράγανης, Παγκρατίου, κλπ. διαμαρτυρομένων δι’ ἐξαίρεσιν διανομῆς ἀτομικῶν δεμάτων ἱματισμοῦ καὶ τροφίμων Ἀμερικῆς. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Πετροπουλᾶκος καὶ Ε. Κουλουμβάκης καταθέτουν ὑπόμνημα τοῦ Ἀντ)ρχου Χωροφυλακῆς ἐ.ἀ. Οἰκονομάκου Παναγιώτου κατοίκου Πειραιῶς παραπονουμένου δι’ αὐθαίρετον ἀποστρατείαν λόγῳ ὁρίου ἡλικίας κλπ.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
§6Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Εἴχαμε ζητήσει ἡ ἀναφορὰ τῶν ἀναπήρων νὰ συζητηθῇ κατὰ προτίμησιν, διότι ὅταν περάσῃ καὶ αὐτὴ ἡ ἑβδομὰς θὰ εἶναι ἀργὰ πλέον.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, θὰ συζητηθῇ αὔριον. Ἐπιθυμῶ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ὅπως ἀποδεχθῇ καὶ ἀκολουθηθῇ ἡ ἰδία ὁδὸς ἡ ὁποία ἠκολουθήθη καὶ εἰς τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, προκειμένου περὶ ψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων. Εἰς ὅσα δηλαδὴ δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις νὰ γίνουν δεκτά, ἀνεξαρτήτως τῆς ἡμερησίας διατάξεως, τὰ δὲ ὑπόλοιπα νὰ συζητηθοῦν καθ’ ἣν σειρὰν ἀναγράφονται.
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§9Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ἡ ἡμερησία διάταξις τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας νὰ διανέμεται τοὐλάχιστον τὴν προηγουμένην ἡμέραν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσωρινῆς διοικήσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν Εἰδικῶν Ταμείων καὶ εἰδικῶν ὑπηρεσιῶν κατὰ τὸ οἰκονομικὸν ἔτος 1946–47».
§11Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ γίνῃ δεκτὸν μὲ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Ζαΐμη, διότι τὰ δωδεκατημόρια εἶναι τριμήνου διαρκείας.
§12Χ. ΛΑΔΑΣ. Τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι πρέπει τὰ τριτημόρια νὰ ψηφίζωνται δυνάμει νόμου. Ἄν τὸ θέλετε ἔτσι δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν. Ἄν σεῖς εἶστε ἐν τάξει, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν.
§13Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑφυπ. Οἰκον.). Ἄν ἔχετε ἀντίρρησιν νὰ ἀνέλθητε εἰς τὸ βῆμα.
§14Χ. ΛΑΔΑΣ. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Τὸ λέγω διὰ σᾶς μόνον.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτόν, τὸ νομοσχέδιον;
§16ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, δεκτόν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ προσωρινῆς διοικήσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν Εἰδικῶν Ταμείων καὶ εἰδικῶν ὑπηρεσιῶν κατὰ τὸ οἰκονομικὸν ἔτος 1946–1947». Αʹ συζήτησις κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τοὺς ἀποσπωμένους δημοσίους ὑπαλλήλους κλπ. ἐκ τῶν κυρίων καθηκόντων των εἰς ἄλλας Δημοσίας ὑπηρεσίας κλπ.».
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τοὺς ἀποσπωμένους δημοσίους ὑπαλλήλους κλπ. ἐκ τῶν κυρίων καθηκόντων των εἰς ἄλλας δημοσίας ὑπηρεσίας κλπ.». Αʹ συζήτησις κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὑπ’ ἀρ. 378)36 Α. Ν. «περὶ λήψεως μέτρων διὰ τὴν μελέτην τῆς ὀργανώσεως τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστρατεύσεως τῆς Χώρας».
§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 378)36 Α. Ν. «περὶ λήψεως μέτρων διὰ τὴν μελέτην τῆς ὀργανώσεως τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστρατεύσεως τῆς Χώρας». Αʹ συζήτησις κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης εἰς τὸ ἄρθρον 302 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ἀναφερομένης εἰς τὴν προδικασίαν τῆς ἀπαιτήσεως χρηματικῆς ἱκανοποιήσεως τοῦ ἐξ ἀδικήματος παθόντος».
§22ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ προσθήκης εἰς τὸ ἄρθρον 302 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ἀναφερομένης εἰς τὴν προδικασίαν τῆς ἀπαιτήσεως χρηματικῆς ἱκανοποιήσεως τοῦ ἐξ ἀδικήματος παθόντος». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ τῆς ἰσχύος καὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν Νομοθετημάτων τῆς περιόδου τῶν Κυβερνήσεων τῆς ἐχθρικῆς στρατιωτικῆς κατοχῆς τῶν ἐτῶν 1941–1944». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§24Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Κύριοι βουλευταί, μὲ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν εἴμεθα σύμφωνοι, δὲν βλέπω ὅτι ὑπάρχει καμμία τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἠμπορῆ νὰ κάμῃ δεκτὴν ἡ Κυβέρνησις. Θέτω ὑπ’ ὄψει σας τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει.
§25Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐδῶ εἶναι δύο νομοσχέδια. Τὸ δεύτερον εἶναι ὅπως τὸ ἐτροποποιήσατε πρὸ πάσης συζητήσεως, αὐτὸ ἢ τὸ πρῶτον;
§26Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Ὡς ἐτροποποιήθη πρὸ πάσης συζητήσεως.
§27Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἡ γενικὴ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὴν κρίσιν μας, εἶναι ὀρθή, ὅτι δηλαδὴ τὰ νομοθετήματα τῆς ξενικῆς κατοχῆς ἔγιναν κακῶς καὶ ὅτι κακῶς ἐξακολουθεῖ ἡ ἰσχύς των. Ἀλλὰ λέγετε, κύριε Ὑπουργέ, κἄτι, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν πρᾶξιν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ. Διότι λέγετε ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ νομοθετήματα θὰ ἐξακολουθήσουν νὰ ἰσχύουν μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1946. «Οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ μέχρι τῆς 30.11.1946...... (ἀναγινώσκει)......». Πρόκειται, ὅπως ξέρετε, περὶ ἀπειρίας νομοθετημάτων καὶ νομίζω ὅτι ἡ πρόνοια τὴν ὁποίαν λαμβάνει τὸ νομοσχέδιον, ἡ θεωρητικῶς ὀρθή, εἰς τὴν πρᾶξιν θ’ ἀτονίσῃ καὶ θὰ εὑρισκώμεθα πάντοτε πρὸ μιᾶς αἰωρήσεως τῆς ἰσχύος τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν καὶ θὰ παρίσταται ἑκάστοτε ἀνάγκη ἡ Βουλὴ νὰ δίδῃ παρατάσεις. Ἐκτὸς αὐτοῦ δὲν σαφηνίζεται τοῦτο, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς Συντ. Πράξεως 58 ἐξεδόθησαν καὶ ἐδημοσιεύθησαν τελευταίως εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἀθρόαι πράξεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διὰ τῶν ὁποίων ἐκυρώθησαν ἢ ἠκυρώθησαν διάφορα Νομοθετικὰ Διατάγματα τῆς ἐποχῆς τῆς Κατοχῆς. Δὲν νομίζω ὅτι σαφηνίζεται εἰς τὸ σχέδιον τοῦ νόμου τὶ θὰ γίνουν τὰ ἀκυρωθέντα.
§28Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 2 λέγει τὰ ἑξῆς: «......(ἀναγινώσκει) ......».
§29Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἔχει καλῶς, ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ βάλετε «ἀκύρωσις τοιούτων Νομοθετημάτων γενομένη εἴτε ἐπὶ τῇ βάσει ἰδίων νόμων, εἴτε ἐπὶ τῇ βάσει τῆς Συντακτικῆς Πράξεως 58», διὰ νὰ εἶναι τὸ πρᾶγμα σαφὲς καὶ διὰ νὰ μὴ γεννηθῇ οἱαδήποτε παρεξήγησις.
§30Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Ἡ Συντ. Πρᾶξις 58 καθώρισε τὸν τρόπον, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ κυροῦνται ἢ θὰ ἀκυροῦνται αὐτὰ τὰ Νομοθετήματα. Ἐν τῷ μεταξύ, ἄπειρα, ὅπως εἴπατε, Νομοθετήματα τῆς περιόδου τῆς Κατοχῆς ἔχουν τεθῆ ὑπ’ ὄψιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον, διὰ πράξεών του, ἔλαβε ὡρισμένας ἀποφάσεις.
§31Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἀκυρώσεως ἢ κυρώσεως. Καὶ τὰς μὲν κυρώσεις ἀφίσατε κυρωμένας, τὰς δὲ ἀκυρώσεις θέλετε νὰ τὰς καταστήσετε ὁριστικάς. Διὰ νὰ τὰς καταστήσετε ὁριστικὰς τὰς ἀκυρώσεις αὐτὰς καὶ διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ καμμία παρεξήγησις ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν τριῶν ἄρθρων, πρέπει νὰ βάλετε εἰς τὸ 2ον ἐδάφιον τοῦ 2ου ἄρθρου «ἀκύρωσις τοιούτων Νομοθετημάτων γενομένη εἴτε δι’ ἰδίου Νομοθετήματος εἴτε δυνάμει τῆς Συντ. Πράξεως 58». Ἡ οὐσία τηρεῖται. Ἀλλὰ εἶναι σαφέστερον αὐτό.
§32Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὁπωσδήποτε γενομένη.
§33Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Αὐτὴν τὴν τροπολογίαν τὴν δέχομαι. Ἐὰν θέλετε νὰ βάλωμεν «ὁπωσδήποτε γενομένη» δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια.
§34Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Δὲν μπορεῖ νὰ γίνῃ δεκτόν. Καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ κυρώσῃ ὅ,τι ἔκαμε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ ἡ Κυβέρνησις. Τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ Νομοθετήματα αὐτὰ εἶναι προσωπικώτατα καὶ ἐντελῶς ἀντικανονικά.
§35Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν ἐπικυροῦται τίποτε.
§36Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Ἐγὼ θέτω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει.
§37Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Τί ἀνάγκη ἦτο νὰ γίνῃ αὐτὸ τὸ νομοθέτημα;
§38Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Ὑπάρχουν ὡρισμένα νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ τεθοῦν ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Πρέπει νὰ δοθῇ μία προθεσμία κατὰ τὴν ὁποίαν μέχρι τῆς 30 Νοεμβρίου θὰ πρέπει μία ἐπιτροπὴ ἐκ Νομοθετῶν νὰ ἐξετάσῃ ὅλα αὐτὰ τὰ Νομοθετήματα καὶ νὰ ἴδῃ ποῖα εἶναι πρὸς κύρωσιν ἢ ἀκύρωσιν ἢ τροποποίησιν, τὰ ὁποῖα μέχρι τέλους Δεκεμβρίου θὰ τεθοῦν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς.
§39Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὅλα αὐτὰ τὰ νομοθετικὰ διατάγματα εἶναι Ἀναγκαστικοὶ Νόμοι, ἑπομένως θὰ ἰσχύουν μέχρις ὅτου καταργηθοῦν. Διατί νὰ σπεύσωμεν νὰ τ’ ἀκυρώσωμεν ἢ ὄχι καὶ νὰ μὴ ἀφίσωμεν τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ περὶ ἑνὸς ἑκάστου ἐξ αὐτῶν ἐὰν πρέπει ν’ ἀκυρωθῇ ἢ ὄχι.
§40Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Διότι ὑπάρχουν νομοθετήματα τὰ ὁποῖα εἶναι ἐν ἰσχύϊ καὶ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ κριθοῦν.
§41Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δυνάμεθα νὰ τὰ ἀκυρώσωμεν ἢ ἐπικυρώσωμεν γενικῶς;
§42Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Τάσσομεν προθεσμίαν ἐντὸς τῆς ὁποίας θὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ ἐργασία.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Θηβαῖος ἔχει τὸν λόγον, ὡς εἰσηγητής.
§44Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ νομοθέτημα τὸ ὁποῖον φέρεται ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν πρὸς ἔγκρισιν, ἀφορᾷ τὰ νομοθετήματα τῆς περιόδου τῆς ξενικῆς στρατιωτικῆς κατοχῆς τοῦ 1941–44. Μὲ τὴν κατάκτησιν τῆς Ἑλλάδος ἡ νόμιμος Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ φύγῃ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν διὰ νὰ συνεχίσῃ τὸν ἀγῶνα καὶ οὕτω ἡ νόμιμος ἐξουσία ἀπεμακρύνθη τῆς Χώρας καὶ ἡ Χώρα πλέον ἐτέθη ὑπὸ τὴν στρατιωτικὴν κατοχήν. Καὶ ἐκλήθη τότε μία ἰδιότυπος στρατιωτικὴ Κυβέρνησις, ἡ Κυβέρνησις Τσολάκογλου, ν’ ἀσκήσῃ ἐν Ἑλλάδι τὴν κυβερνητικὴν ἐξουσίαν, καὶ μετ’ αὐτὴν αἱ διάφοροι Κυβερνήσεις Κατοχῆς αἱ ὁποῖαι διωρίζοντο καὶ ἐπαύοντο ὑπὸ τοῦ κατακτητοῦ καὶ οὕτω εὑρέθη ἡ Ἑλλὰς διεπομένη ἀπὸ δύο νομοθεσίας, ἀπὸ τὴν νομοθεσίαν τῆς ἐξορίστου Κυβερνήσεως ἡ ὁποία εἶχεν ὑπὲρ αὐτῆς τὸ νόμιμον τεκμήριον ὅτι διωρίζετο ὑπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος ἀλλ’ ἡ ὁποία ἤσκει τὴν νομοθετικὴν αὐτῆς ἐξουσίαν εἰς ἔκτασιν μὴ ἀνήκουσαν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἐστερεῖτο δηλαδὴ χώρας καὶ ἀπὸ τὴν νομοθεσίαν τῆς Κυβερνήσεως τῆς Κατοχῆς. Οὕτω εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ ἑξῆς περιέργου φαινομένου, νὰ ἔχωμεν Κράτος εἰς τὴν ἐξορίαν τὸ ὁποῖον δὲν ἀπήρτιζε τὴν ἔννοιαν τῆς Πολιτείας τῆς ὁποίας οὐσιῶδες στοιχεῖον εἶναι ἡ ἄσκησις τῆς ἐξουσίας ἐντὸς ὡρισμένου χώρου καὶ ἐξ ἀντιθέτου εἰς τὴν κατεχομένην χώραν ἦτο ἓν συλλογικὸν διοικ. ὄργανον διοριζόμενον ὑπὸ τοῦ Κατακτητοῦ καὶ ἀσκοῦν διὰ Δ)μάτων τὴν διακυβέρνησιν τῆς κατεχομένης χώρας, ὅπερ δὲν ἦτο οὔτε DE FACTO Κυβέρνησις διότι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἐξουσίαν ἐξ ἰδίας δυνάμεως ἀλλὰ ἤντλει αὐτὴν ἐκ τῆς στρατιωτικῆς Κατοχῆς. Κατὰ τὸ διάστημα τῆς Κατοχῆς ἐξεδόθη σειρὰ νόμων οἱ ὁποῖοι ἐφηρμόζοντο ὑπὸ τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων καὶ ἐδημιουργήθη μία πραγματικὴ κατάστασις. Ὅταν ἀπηλευθερώθη ἡ Ἑλλάς, ἦλθεν ἡ νόμιμος Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ ὡλοκληρώθη τὸ Κράτος πλέον καὶ τότε ἀντεμετωπίσθη τὸ πρόβλημα τῆς ἰσχύος τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν. Καὶ ἐτέθη ὑπ’ ὄψει τῶν Ἑλλήνων ἐπιστημόνων ποία εἶναι ἡ ἰσχὺς τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν. Διότι εἰς τὸ Διεθνὲς Δίκαιον ὑφίσταται μία διάταξις τοῦ ἄρθρου 43 τοῦ παραρτήματος τῆς Διεθνοῦς Συμβάσεως τῆς Χάγης τοῦ 1907 κατὰ τὴν ὁποίαν «τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας περιελθούσης εἰς χεῖρας τοῦ κατακτητοῦ, δικαιοῦται οὗτος νὰ λάβῃ ὅλα τὰ μέτρα, ἅτινα ἐξαρτῶνται ἀπὸ αὐτὸν πρὸς ἀντικατάστασιν ἢ συντήρησιν ὅσον εἶναι τοῦτο δυνατόν, τῆς τάξεως καὶ τοῦ δημοσίου βίου σεβόμενος, ἐξαιρέσει ἀνυπερβλήτου κωλύματος τοὺς ἐν ἰσχύϊ νόμους τῆς χώρας.........». Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατάξεως αὐτῆς τὸ βάρος τῆς διατηρήσεως, τῆς συντηρήσεως τῆς τάξεως τοῦ δημοσίου βίου, τὸ βάρος αὐτὸ ἐπέπιπτεν εἰς τὸν κατακτητήν. Ἀντὶ ὅμως νὰ ἀσκήσῃ ὁ κατακτητὴς τὸ ἔργον αὐτό, ἐφεῦρε τὸ σύστημα τῶν Κυβερνήσεων τῆς Κατοχῆς καὶ ἀνέθεσεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὰς Κυβερνήσεις τῶν χωρῶν τὰς ὁποίας κατέλαβε, νὰ ἀσκήσουν τὸ ἔργον αὐτό. Ἑπομένως οἱ ἐπιστήμονες οἱ ὁποῖοι ἠσχολήθησαν, ἐδέχθησαν ὅτι αἱ Κυβερνήσεις τῆς Κατοχῆς ἦσαν συλλογικὰ ὄργανα τῆς στρατιωτικῆς Κατοχῆς τὰ ὁποῖα ἤντλουν τὴν δικαιοδοσίαν αὐτῶν ἀπὸ τὴν Κατοχὴν καὶ ἑπομένως θὰ ἔπρεπε τὸ κῦρος τῶν διατάξεων αὐτῶν νὰ κριθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ θὰ ἔπρεπε ἅπαντα τὰ νομοθετήματα τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων κατοχῆς, ληξάσης αὐτῆς νὰ παύσουν ἐφ’ ἑξῆς ἐφαρμοζόμενα, νὰ ἰσχύουν δὲ ὅσον ἀφορᾷ τὸ παρελθὸν ὅσα ἐξ αὐτῶν συνεφώνουν πρὸς τὴν σύμβασιν τῆς Χάγης. Δηλαδὴ τὰ νομοθετήματα τὰ ὁποῖα ἀφεώρων τὴν συντήρησιν τῆς τάξεως καὶ τοῦ δημοσίου βίου τῆς Χώρας. Αὐτὸ θὰ ἦτο ἡ ὀρθὴ λύσις, ἐὰν ἐδίδετο εὐθὺς ἀμέσως μὲ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ Κράτους ἐν Ἑλλάδι. Μὲ τὸ κριτήριον αὐτὸ θὰ ἠδύνατο νὰ τεθῇ μία τάξις. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐγένετο, διότι μεταγενέστερον περιεπλάκη τὸ θέμα καθ’ ὅσον ἡ νομοθεσία τῆς κατοχῆς ἐξηκολούθησεν ἰσχύουσα καὶ μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν καὶ ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς μεταγενεστέρας νομοθεσίας καὶ ἀπετέλεσεν ἓν σύνολον μετὰ τῆς προηγουμένης νομοθεσίας καὶ ἦλθεν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 58 Συντακτικὴ Πρᾶξις ἡ ὁποία διήρεσεν εἰς τρεῖς κατηγορίας. Εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν περιέλαβεν ἐκεῖνα ἅτινα ἦσαν σύμφωνα μὲ τὴν σύμβασιν τῆς Χάγης καὶ εἶναι ἔγκυρα, εἰς τὴν δευτέραν ὅσα θὰ ἐκρίνοντο δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὡς ἔγκυρα καὶ τρίτον πάντα τὰ λοιπά, ἅτινα θὰ ἐκρίνοντο ἄκυρα.
§45Χ. ΛΑΔΑΣ. Προηγουμένως ἦλθεν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 6.
§46Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Βεβαίως, ἀλλὰ τὸ ζήτημα ἔλαβε τὴν πλήρη ἀντιμετώπισιν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 58 Συντακτικῆς Πράξεως. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ καθεστῶτος τούτου ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐζήτησε τὴν παράτασιν τῆς προθεσμίας μέχρι τῆς 31ης Μαΐου 1946. Μέχρι τῆς χρονολογίας αὐτῆς ἠκυρώθησαν πολλὰ τῶν νομοθετημάτων τῆς Κατοχῆς καὶ ἔνια ἐπεκυρώθησαν, οὐχ ἧττον ὅμως δὲν ἐξηντλήθη ὁλόκληρον τὸ ἔργον καὶ ὑπολείπεται σειρὰ νομοθετημάτων τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ τύχουν ρυθμίσεως.
§47Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Τὸ καθεστὼς ποὺ δημιουργεῖται σήμερον εἶναι διάφορον διότι μέχρι τῆς ψηφίσεώς του θὰ ἠδύνατο τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ ἀποφαίνεται περὶ κυρώσεως ἢ ἀκυρώσεως. Τώρα δὲν δύναται νὰ τὸ κάμῃ ἀλλὰ χρειάζεται νόμος.
§48Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ἀπαραίτητον ὅθεν εἶναι νὰ διατηρηθῇ τὸ ὑφιστάμενον νομοθετικὸν καθεστὼς ἐπί τι χρονικὸν διάστημα ὥστε νὰ δοθῇ ὁ ἀναγκαῖος πλέον χρόνος εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς εἰσαγωγὴν τῶν νομοθετημάτων εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ παράτασις ὅμως τῆς προθεσμίας ταύτης ἔδει νὰ γίνῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε τὸ κῦρος ἢ ἡ ἀκυρότης τῆς κατοχικῆς νομοθεσίας νὰ μὴ θιγῇ δι’ αὐτῆς. Ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ρυθμισθῇ, ἦτο ὁ καθορισμὸς τοῦ χρόνου, τὸν ὁποῖον θὰ ἐλαμβάνομεν ὡς βάσιν, διότι πολλὰ ἐκ τῶν τοιούτων νομοθετημάτων μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν ἐθεωρήθησαν ἄκυρα. Ἑπομένως θὰ ἔπρεπε νὰ λάβωμεν ὡς βάσιν ὄχι τὸν χρόνον τῆς ἐκδόσεως τῶν νομοθετημάτων τούτων, ἀλλὰ τὸν χρόνον τῆς 31ης Μαΐου καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ νὰ κρίνεται ἑκάστοτε ποῖα εἶναι τὰ ἔγκυρα καὶ ποῖα τὰ ἄκυρα. Περαιτέρω ὑπῆρχεν ἡ περίπτωσις τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα διὰ Πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἠκυρώθησαν, τὰ ὁποῖα δηλαδή, τρόπον τινά, ἐθεωρήθησαν ὡς νομοθετήματα ἀποδιοπομπαῖα. Ἐπ’ αὐτῶν, διὰ νὰ μὴ ἐπιβαρυνθῇ ἡ Βουλὴ μὲ τὸν φόρτον τοῦ ἐπανελέγχου, ἐγένετο δεκτὸν ὅτι καλῶς ἐκρίθησαν ἄκυρα. Ἐὰν ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἢ βουλευτής τις θέλῃ νὰ ἐπανέλθουν πρὸς κρίσιν, δὲν ἔχει παρὰ νὰ ὑποβάλῃ σχετικὴν πρότασιν νόμου. Ὑπολείπονται τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἐπεκυρώθησαν. Αὐτὰ θὰ εὑρίσκωνται εἰς μίαν κατάστασιν μετέωρον μέχρι τῆς ὁριστικῆς κρίσεώς των ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς ἐναπόκειται νὰ φέρουν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ πρὸς ἐκκαθάρισιν τούτων νομοσχέδια. Περαιτέρω τὸ ἄρθρον 2 λέγει: «Ἡ ἀκύρωσις.... (ἀναγινώσκει)....». Τὸ σύνολον τῆς νομοθεσίας αὐτῆς ἦτο Συντακτικαὶ Πράξεις, Ἀναγκ. Νόμοι, Νομοθετικὰ Διατάγματα. Ἄλλα εἶχον νομοθετικὸν περιεχόμενον καὶ ἄλλα συντακτικὸν περιεχόμενον. Διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν διάκρισιν αὐτὴν εἰς συντακτικοῦ περιεχομένου καὶ εἰς ἁπλοῦ νομοθετικοῦ περιεχομένου καὶ τὰς ἐξ αὐτῆς, κατὰ τὴν κρίσιν τῶν νομοθετημάτων, συνεπείας, προτείνομεν ὅπως αὕτη καταργηθῇ. Ἐπιβάλλομεν, τέλος, τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τοὺς καθ’ ἕκαστον ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς νὰ φέρουν πρὸς κρίσιν τὰ νομοθετήματα αὐτὰ ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κρίσιν. Ἐὰν θὰ συμμορφωθοῦν ἢ ὄχι, εἶναι ζήτημα πολιτικῆς καὶ ὑπουργικῆς εὐθύνης. Εἰς τὸ ἄρθρον 3ον προσδιωρίσαμεν τὴν σχέσιν τοῦ νομοθετήματος πρὸς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 58 Συντακτικὴν Πρᾶξιν καὶ εἴπομεν, ὅτι, μετὰ τὸ Ψήφισμα, ἡ διαδικασία τῆς διὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐγκρίσεως ἢ ἀκυρώσεως τῶν νομοθετημάτων τῆς Κατοχῆς καταργεῖται ἡ ἐπικύρωσις ἢ μὴ πλέον ἐὰν θὰ γίνεται, θὰ γίνεται μόνον διὰ τῆς Βουλῆς, διότι θὰ ἦτο ἀπαράδεκτον, λειτουργούσης τῆς Βουλῆς, νὰ δοθῇ τοιοῦτον δικαίωμα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Οὕτως ἔχοντος τοῦ νομοθετήματος ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ τὸ θέτει ἐνώπιον ὑμῶν, κ. βουλευταί, καὶ συνιστᾷ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Λεονάρδος ἔχει τὸν λόγον.
§50Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Μὲ ὅλα ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Εἰσηγητὴς περὶ τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο ἐπὶ Κατοχῆς, ἠναγκάσθη νὰ παραδεχθῇ, ὅτι πλεῖστα τούτων ἐδημιούργησαν μίαν κατάστασιν, —ἐγὼ δὲ προσθέτω, ὅτι πολλὰ ἐκ τούτων ἦσαν δίκαια καὶ ἀναγκαιότατα διὰ τὴν τότε ἐποχήν. Συνέβη ὅμως, κ. βουλευταί, πολλὰ ἐκ τῶν νομοθετημάτων τούτων νὰ ἀκυρωθοῦν ἢ ἐπικυρωθοῦν, πρὶν συνέλθῃ ἡ Βουλὴ διὰ Πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἠκυρώθησαν εἴτε διὰ Νομοθετικῶν Διαταγμάτων, εἴτε διὰ Πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διὰ τῆς φράσεως τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι κυροῦνται αἱ ἀκυρώσεις αὐταί, σημαίνει ὅτι ἡ Βουλὴ παραδέχεται ὅτι καλῶς ἔγιναν καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ; Ἐπ’ αὐτοῦ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργόν. Πρὶν συνέλθῃ ἡ Βουλὴ ἐδημοσιεύθησαν Νομοθετικὰ Διατάγματα, ἐπειδὴ δὲ πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ ἦσαν ἀμελέτητα καὶ προσωπικὰ —ἀναφέρω ἓν νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐπὶ Κυβερνήσεως Πλαστήρα....
§51Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Δὲν εἶναι τῆς Κατοχῆς αὐτό.
§52Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἐγένετο ἐπὶ Κυβερνήσεως Πλαστήρα νομοθέτημα ἀκυροῦν νόμον τῆς Κατοχῆς. Συγκεκριμένως, εἶχον προαχθῆ ἀξιωματικοί τινες τῆς Ἀεροπορίας, περὶ τοὺς 20. Ἐπειδὴ ἐλάμβανον τὸν μισθὸν τοῦ ἀνωτέρου βαθμοῦ κλπ. συνῆλθε τότε ἕνα Συμβούλιον ἐξ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν πολεμιστῶν, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν Κατοχῆς, ὅτι ἔπρεπε νὰ προαχθοῦν, καὶ προήχθησαν. Ἡ Κυβέρνησις Πλαστήρα τὴν Πρᾶξιν αὐτὴν τὴν ἠκύρωσεν. Ἐγὼ τότε ἐπεσκέφθην τὸν κ. Πλαστήραν, ὡς θὰ ἐνθυμεῖται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸν ἠρώτησα πῶς ἐγένετο αὐτὸ τὸ πρᾶγμα; Ἐξεπλάγη καὶ αὐτὸς καὶ μοῦ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν τὸ ἀντελήφθη, συνεκάλεσε δὲ Ἐπιτροπὴν ἐξ Ὑπουργῶν διὰ νὰ διορθωθῇ τοῦτο. Παρητήθη ὅμως ἐν τῷ μεταξὺ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη καὶ δὲν ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέβαλε νομοθέτημα τακτοποιήσεως τοῦ πράγματος, διότι τὸ θεωρεῖ ἄδικον. Ἀλλὰ ἡμεῖς θὰ εἴπωμεν σήμερον, ὅτι ὅσαι πράξεις τῆς Κατοχῆς ἠκυρώθησαν, καλῶς ἠκυρώθησαν;
§53Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἡ ἔννοια εἶναι ἡ ἑξῆς, ὅτι αἱ ἀκυρώσεις αὐταὶ ἀφοροῦν νομοθετήματα ἄπειρα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαναφέρωμεν πάλιν τώρα ὑπὸ συζήτησιν ὅλα αὐτὰ τὰ νομοθετήματα. Πρέπει νὰ περιορίσωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν τὸν ἀριθμόν των.
§54Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἀνέφερα καὶ παράδειγμα, κ. Ὑπουργέ, ἀλλὰ δὲν μὲ ἐπροσέξατε.
§55Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Θὰ γίνῃ νόμος.
§56Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐφ’ ὅσον ἐπέρασε ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δὲν θὰ γίνῃ νόμος. Ἀδίκως ὁμιλεῖτε.
§57Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαναφέρωμεν ὅλα τὰ νομοθετήματα πρὸς συζήτησιν.
§58Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἐγώ, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀντιληφθῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ Βουλὴ σεβομένη τὸν ἑαυτόν της, δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ: Κυρῶ ὅτι ἠκυρώθη καὶ ἀκυρῶ ἐκεῖνο ποὺ ἐκύρωσα χθὲς τὸ βράδυ. Δι’ ἐμὲ αὐτὴ ἡ διάταξις εἶναι διάταξις τὴν ὁποίαν δὲν ἠμπορῶ νὰ χωνεύσω—δὲν τὴν χαρακτηρίζω ἄλλως διότι δὲν ἔχω τὴν νομικὴν εὐχέρειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Πάντως ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ. Θέλει ἡ Βουλὴ τὰς πράξεις αὐτάς, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐν ἀγνοίᾳ της, νὰ τὰς κυρώσῃ; Ἄς τὰς κυρώσῃ. Ἐγώ, τοὐλάχιστον, διαμαρτύρομαι.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Βαμβέτσος ἔχει τὸν λόγον.
§60Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ συζήτησις αὐτὴ ὀφείλεται εἰς τὸ γεγονός, ὅτι προσπαθοῦμεν διὰ λόγων αἰσθηματικῶν νὰ λύσωμεν ζητήματα ἐπιστημονικά. Ἐδημιουργήθη πραγματικῶς μία ἐξαιρετικὴ καὶ πρωτοφανὴς κατάστασις, νὰ ἔχωμεν δηλαδὴ μίαν λεγομένην νόμιμον Κυβέρνησιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἄνευ Κράτους, δηλαδή, ἄνευ Χώρας, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ οὐσιῶδες στοιχεῖον τῆς ἐννοίας τοῦ Κράτους, καὶ νὰ ἔχωμεν μίαν Κυβέρνησιν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, λειτουργοῦσαν ἐλέῳ τῆς Κατοχῆς. Καὶ ἐπεχειρήθη τὸ ζήτημα αὐτὸ νὰ τὸ λύσωμεν δυνάμει διατάξεως τῆς συνθήκης τῆς Χάγης. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, ἡ συνθήκη αὐτὴ τῆς Χάγης εἶναι δίκαιον θέσφατον οὕτως ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελῇ τὸν ρυθμιστὴν ὅλων αὐτῶν τῶν ζητημάτων, ὅταν ἡ συνθήκη παρεβιάσθη ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους ἀπὸ τοὺς κατακτητάς; Εἶναι ἀτοπώτατον τὸ ὅτι ἠθελήσαμεν νὰ θέσωμεν τὰ ζητήματα ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὴν συνθήκην τῆς Χάγης καὶ θὰ σᾶς ἀποδείξω εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὶ ἄλλο κατελήξαμεν διὰ νὰ κάμωμεν αὐτό. Ἠναγκάσθημεν νὰ ἐκδώσωμεν τὴν Συντακτικὴν Πρᾶξιν 58, εἰς τὴν ὁποίαν ἐθέσαμεν ὡς βάσιν τὴν Σύμβασιν τῆς Χάγης, καὶ εἴπομεν ἐν ἄρθρ. 1 ὅτι δι’ ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κυροῦνται ἐκεῖνα τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν «πρὸς συντήρησιν τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας ἢ ἐπ’ ὠφελείᾳ ταύτης, ἀναφερομένου ρητῶς ἐν τῇ ἀποφάσει, ὅτι ἡ ἔκδοσις αὐτῶν ὑπῆρξεν ἀναγκαία διὰ τὴν ἀντικατάστασιν, συντήρησιν καὶ τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τῆς δημοσίας τάξεως καὶ τοῦ δημοσίου βίου τῆς Χώρας».... Καὶ τώρα ἄς ἴδωμεν κατὰ ποῖον τρόπον παρεχαράχθη αὐτὴ ἡ διάταξις. Ἀπὸ τὴν συνέχειαν ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐδημοσιεύθησαν. Ἐπῆρα ἓν φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τὸ ὁποῖον περιέχει ἀκυρώσεις καὶ ἐπικυρώσεις νόμων τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν. Ἴδετε, λοιπόν, κύριοι, ποῖαι κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διατάξεις νομοθετικαὶ τῆς Κατοχῆς, ἦσαν ἀπαραίτητοι διὰ τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν καὶ ἀποκατάστασιν καὶ συντήρησιν τῆς Δημοσίας Τάξεως καὶ τοῦ Δημοσίου βίου τῆς Χώρας. Εἶναι 15 περίπου νομοθετήματα διὰ τῶν ὁποίων ἀπονέμονται προσωπικαὶ διατάξεις εἰς ὡρισμένα πρόσωπα, ἀδελφούς, συζύγους, ἐγγονούς, δισεγγόνους κτλ. Εἶναι τὸ νομοθέτημα διὰ τοῦ ὁποίου ἀπονέμεται σύνταξις εἰς τοὺς διατελέσαντας βουλευτάς, τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε ἡ Βουλὴ νὰ τὸ καταργήσῃ καὶ νὰ τὸ ἀκυρώσῃ διὰ λόγους κύρους καὶ ἀξιοπρεπείας. Ὁμολογῶ ὅτι εἶμαι ὁ μόνος βουλευτὴς ὁ ὁποῖος δὲν ἐχρησιμοποίησα τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου παρεχόμενον δικαίωμα.
§61Χ. ΛΑΔΑΣ. Δὲν δικαιοῦσθε σεῖς.
§62Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δικαιοῦμαι. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι χαρακτηριστικὸν εἶναι τοῦτο, ὅτι κυροῦται ἕνας νόμος περὶ συντάξεως καὶ διὰ τῆς αὐτῆς ἀποφάσεως, ἡ ὁποία τὸν ἐπικυρώνει, προστίθεται δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, μία εἰδικὴ διάταξις περὶ ἀπονομῆς εἰδικῆς συντάξεως εἰς εἰδικὸν πρόσωπον. Εἰς τὸ φύλλον τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», 178 τῆς 30ῆς Μαΐου δημοσιεύεται ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑπ’ ἀριθμὸν 250 τῆς 30ῆς Μαΐου ἡ ὁποία ἐπικυρώνει τὸν νόμον 996 τοῦ 1943 διὰ τοῦ ὁποίου ἀπονέμεται σύνταξις «εἰς τοὺς διατελέσαντας Διοικητὰς Τμημάτων Στρατιᾶς, Σωμάτων Στρατοῦ, Μικροῦ Στόλου τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ, ἐφ’ ὅσον οὗτοι ἔφερον τότε τὸν βαθμὸν τοῦ Ἀντιστρατήγου ἢ Ἀντιναυάρχου» καὶ κατὰ περίεργον τρόπον ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προσθέτει: «καὶ τοῦ Ὑποναυάρχου ἀρχηγοῦ τοῦ Βασιλικοῦ Ναυστάθμου». Αὐτὴν τὴν διάταξιν, τὴν παρενέβαλε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐπικυρῶνον νόμον τῆς Κατοχῆς, ὁ ὁποῖος νόμος τῆς Κατοχῆς ἦτο εὐλαβέστερος καὶ δὲν εἶχε τὴν διάταξιν αὐτήν. Τώρα κατὰ ποῖον τρόπον συνταγματικὸν καὶ νομικὸν καὶ ἠθικὸν δικαιολογεῖται αὐτὴ ἡ τροπολογία, ἀφήνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τὸ κρίνῃ. Ἀλλά, ἐνῷ ἔχομεν κύρωσιν διατάξεων προσωπικῶν συντάξεων, αἱ ὁποῖαι ἐθεωρήθησαν ἀπαραίτητοι διὰ τὴν ἀντικατάστασιν, συντήρησιν καὶ τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τῆς δημοσίας τάξεως καὶ τοῦ δημοσίου βίου τῆς χώρας ἐπὶ ἐποχῆς τῆς κατοχῆς, ἔχομεν ἄλλα δέκα τρία νομοθετήματα περὶ συντάξεων τὰ ὁποῖα δὲν ἐθεωρήθησαν ἀπαραίτητα διὰ τὴν ὕπαρξιν τῆς χώρας μεταξὺ δὲ αὐτῶν τοῦ νόμου 1902 τοῦ 1944 «περὶ ἀπονομῆς πολεμικῆς συντάξεως εἰς τοὺς ἐν εἰρήνῃ ἐκ φυματιώσεως παθόντας ὁπλίτας». Καὶ ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν κατὰ ποῖον τρόπον κρίνει τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὰς μὲν ἀπαραιτήτους διὰ τὴν χώραν, διὰ τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν καὶ ἀποκατάστασιν καὶ συντήρησιν τῆς Δημοσίας Τάξεως, τὰς δὲ μὴ ἀπαραιτήτους διὰ τὴν ὕπαρξιν τῆς χώρας καὶ διὰ τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν καὶ ἀποκατάστασιν καὶ συντήρησιν τῆς Δημοσίας Τάξεως. Ἔδει νὰ ληφθῇ μία βάσις, ἡ αὐτὴ βάσις τόσον σχετικῶς πρὸς τὰς ἀκυρώσεις ὅσον καὶ σχετικῶς πρὸς τὰς ἐπικυρώσεις. Ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ τὰ παράδοξα ὀφείλονται εἰς τὸ ὅτι ἡ ἐπιστημονικὴ ἀλήθεια ὡς πρὸς τὰς Κυβερνήσεις Κατοχῆς εἶναι ἄλλη. Αἱ Κυβερνήσεις αὐταὶ τῆς Κατοχῆς ἦσαν ἀναμφιβόλως Κυβερνήσεις DE FACTO. Ὅταν λέγωμεν, κύριον Κυβερνήσεις DE FACTO, σημαίνει ὅτι δὲν εἶναι DE JURE, σημαίνει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναζητοῦνται νομικὰ ἢ δῆθεν ἐπιστημονικὰ κριτήρια, προδίδοντα τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς DE FACTO Κυβερνήσεως, ἀλλ’ εἶναι μία πραγματικὴ κατάστασις ἀνεγνωρισμένη καὶ ἐπιβαλλομένη ἐν τέλει εἰς τοὺς πολίτας καὶ εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς χώρας αὐτῆς. Ὅταν ἔχετε μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐπὶ 4 χρόνια ἀσκεῖ ἐξουσίαν εἰς τὸν τόπον αὐτόν, ἐκδίδει νόμους, τοὺς ἐπιβάλλει, αἱ διοικητικαὶ ἀρχαὶ τοὺς ἐφαρμόζουν, αἱ δικαστικαὶ ἀρχαὶ τοὺς ἐφαρμόζουν καὶ σήμερον ἀκόμη, καὶ οἱ πολῖται τοὺς ἐσέβοντο, ἔστω καὶ ἂν ὑπῆρχε καὶ ξενικὴ βία ὄπισθεν τοῦ Κράτους αὐτοῦ, τοῦτο δὲν μεταβάλλει τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ξενικὴ αὐτὴ βία ἐδημιούργησε πραγματικὴν κατάστασιν. Ἑπομένως ἐπρόκειτο, καθαρῶς ἐπιστημονικῶς, περὶ Κυβερνήσεως DE FACTO καί, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν DE FACTO Κυβέρνησιν, θὰ κρίνωμεν τὰ νομοθετήματα αὐτὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῶν ἰσχυουσῶν διὰ τὰ νομοθετήματα τῶν DE FACTO Κυβερνήσεων. Ἔχομεν ἕνα προηγούμενον, τὸ προηγούμενον τῆς δικτατορίας τοῦ Παγκάλου. Ταύτην ἠκολούθησεν ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις καὶ ἐξεδόθη ἕνα ψήφισμα τῆς συνελεύσεως τότε τὸ ὁποῖον εἶπεν ὅτι ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἐν λειτουργίᾳ ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, κατ’ αὐτὸν καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, θὰ γίνεται ἡ κύρωσις τῶν νομοθετημάτων τῆς δικτατορίας τοῦ Παγκάλου. Ἀλλὰ συνέβη ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις νὰ παραιτηθῇ πρὸ τῆς λήξεως τῶν προθεσμιῶν καὶ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, τὶ γίνονται τὰ νομοθετήματα αὐτά. Καὶ ἀπεφάνθημεν ὅλοι ὅτι τὰ νομοθετήματα αὐτὰ ἐκλιπούσης τῆς προϋποθέσεως τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, θεωροῦνται νομοθετήματα ἔγκυρα καὶ ἰσχυρά. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δημιουργεῖ διὰ τὸ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου Ψηφίσματος τὸ ἑξῆς ἀδιέξοδον, λόγῳ τῆς ἐπισφαλοῦς βάσεως ἐπὶ τῆς ὁποίας θεμελιοῦται τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει μίαν ὡρισμένην προθεσμίαν μέχρι τῆς 30 Νοεμβρίου 1946, ἡ ὁποία εἶναι ἀναμφισβητήτως 120% ἀνεπαρκὴς διὰ νὰ κρίνωμεν ὅλα αὐτὰ τὰ 4.000–5.000 νομοθετήματα τῆς Κατοχῆς, ἔστω καὶ ἀφαιρουμένων τῶν μέχρι τοῦδε ἀκυρωθέντων, μολονότι πιστεύω ὅτι πρέπει νὰ συζητηθοῦν ὅλα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, λόγῳ τῆς μικρᾶς προθεσμίας, θὰ εἶναι ἀνθρωπίνως ἀδύνατον διὰ τῆς ἐδῶ διαδικασίας νὰ ἐπιτύχητε τὴν ἐπικύρωσιν μέχρι τῆς 30 Νοεμβρίου.
§63Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Δὲν πρόκειται νὰ τὸ κάνωμεν ἐδῶ θὰ γίνεται ὑπὸ Ἐπιτροπῆς.
§64Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τοιοῦτον τι δὲν λέγεται εἰς τὸ σχέδιον τοῦ Ψηφίσματος. Δυστυχῶς δὲν μὲ ἠκούσατε ἀπὸ τὴν ἀρχήν. Ἄν δὲν εἴχατε αὐτὴν τὴν εὐθιξίαν νὰ μὴ θελήσετε νὰ ἐγκρίνετε τὸ Ψήφισμα τὸ ὁποῖον ἐγὼ σᾶς ὑπέβαλα, ὅλα τὰ ζητήματα αὐτὰ θὰ εἶχαν λυθῆ αὐτομάτως. Πρῶτον εἶναι νομίζω λάθος νὰ τάξωμεν οἱανδήποτε προθεσμίαν. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τάξωμεν προθεσμίαν, διότι δὲν γνωρίζομεν ἂν ἐντὸς τῆς προθεσμίας αὐτῆς, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κυρωθοῦν ἢ νὰ ἀκυρωθοῦν. Καὶ τὰ νομοθετήματα αὐτὰ ἐδημιούργησαν κατάστασιν καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθῇ ἕνα δεύτερον χάος. Δεύτερον θὰ ἤθελον αὐτὸ τὸ ψήφισμα νὰ τὸ ἀνακαλέσετε καὶ νὰ εἰσαγάγωμεν ἕνα νέον τὸ ὁποῖον νὰ δημιουργήσῃ μίαν εἰδικὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ὄχι 40μελῆ, ἀλλὰ ὀλιγάριθμον, 20μελῆ εἰ δυνατόν, ἡ ὁποία νὰ ἐπεξεργασθῇ ὅλα τὰ νομοθετήματα αὐτὰ καὶ αὐτὰ πλέον νὰ μὴ ἔρχωνται εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ νὰ κυροῦνται διὰ νομοθετικῶν διαταγμάτων καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ βγάλετε ὅλον αὐτὸν τὸν φόρτον τῆς ἐργασίας καὶ θὰ εἶναι δυνατὸν ἐντὸς ἐλαχίστου μόνον χρόνου νὰ ἐκκαθαρίσετε ὁλόκληρον τὴν νομοθεσίαν. Ἄν δὲν τὸ κάμετε αὐτό, θὰ ἔλθετε κατ’ ἐπανάληψιν ἐδῶ νὰ ζητῆτε παράτασιν τῶν προθεσμιῶν καὶ θὰ ἔχετε ὅλον τὸν κόσμον τὸν δικαστικὸν καὶ τὴν διοίκησιν καὶ τὸν λαὸν ἐν ἀμφιβολίᾳ περὶ τοῦ τὶ ἰσχύει καὶ τὶ δὲν ἰσχύει. Σᾶς εἴχομεν εἴπει καὶ ἰδιαιτέρως νὰ ἀνακαλέσετε τὸ Ψήφισμα αὐτὸ καὶ νὰ καταρτίσωμεν ἕνα νομοθέτημα διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐκκαθαρισθῇ ἡ κατάστασις αὐτὴ κατὰ ἕνα τρόπον ταχὺν καὶ ἀποτελεσματικὸν καὶ ἄνευ προθεσμιῶν ἐπαναλαμβάνω, διότι πᾶσα προθεσμία δημιουργεῖ τὴν ἀνάγκην νέας παρατάσεως καὶ νέων προθεσμιῶν. Ἄν ἐπιμείνετε εἰς τὸ νομοσχέδιόν σας, ὅπως εἶναι......
§65Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπέμβω, διότι τὰ δικαστήρια ἔχουν σταματήσει, δὲν ἠμπορεῖ νὰ παραμείνῃ ἐν ἐκκρεμότητι τὸ ζήτημα αὐτό.
§66Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τὰ ζητήματα αὐτὰ λύονται ἁπλούστατα. Καταργουμένης τῆς Συντακτικῆς Πράξεως 58, ἡ ὁποία ἔθεσε μίαν προθεσμίαν, θὰ παραμείνουν τὰ νομοθετήματα αὐτὰ ἔχοντα τὸ αὐτὸ κῦρος τὸ ὁποῖον εἶχον μέχρι τοῦδε καὶ θὰ παραμείνουν DE FACTO ἰσχύοντα καὶ θὰ κάνετε κατόπιν τὸν νόμον τὸν ἐκκαθαριστικόν. Ἄν ἀκυρωθῇ, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Συντακτικὴ Πρᾶξις 58, θὰ μείνουν τὰ νομοθετήματα αὐτὰ ἰσχύοντα DE FACTO ἕως ὅτου καταργηθοῦν.
§67Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἡ 58 Συντακτικὴ Πρᾶξις ἔχει ἀτονίσει, ἀλλὰ τὰ νομοθετήματα μένουν.
§68Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Σᾶς εἶπον νὰ καταργήσετε τὴν 58 Συντακτικὴν Πρᾶξιν καὶ νὰ θέσετε μίαν γενικὴν διάταξιν. Προσπαθοῦμεν, κ. Ὑπουργέ, πρέπει νὰ τὸ ἀντιληφθῆτε, προσπαθοῦμεν ὄχι νὰ ἀντιπολιτευθῶμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τοιούτων νομοθετημάτων. Τοὐναντίον προσπαθοῦμεν νὰ ὑποβοηθήσωμεν τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι καλῶς ἢ κακῶς ἡ παροῦσα Βουλὴ ἐμφανίζεται ἐνώπιον τῶν ὀμμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, χωρὶς νὰ τὸ ἐπιθυμῇ καὶ χωρὶς νὰ πταίῃ ποσῶς δι’ αὐτό, ἀλληλέγγυος μετὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἀποτυχίαν της καὶ πᾶσα ἐπιβράδυνσις τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας καὶ πᾶσα καθυστέρησις νομοθετικὴ θὰ εἶναι εἰς βάρος ὄχι μόνον τῆς Κυβερνήσεως ἀλλὰ καὶ ἡμῶν τῶν ἰδίων. Ἀγωνιζόμεθα δηλαδὴ καὶ PRO DOMO, προσπαθοῦντες νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ταχεῖαν ἐκκαθάρισιν τῆς νομοθεσίας. Ὁπωσδήποτε ἐὰν ἐπιμένετε ἡμεῖς θὰ ἀποχωρίσωμεν τὰς εὐθύνας μας καὶ δηλοῦμεν ὅτι διὰ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ ὅπως τὸ ἔχετε θὰ φέρετε ἕνα χάος, ἕνα σάλον καὶ μίαν ἔκρυθμον κατάστασιν, τὴν ὁποίαν σεῖς διὰ νέου νομοθετήματος θὰ ἀναγκασθῆτε νὰ διορθώσετε.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Σίδερης ἔχει τὸν λόγον.
§70Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι καλῶς εἰσάγεται τὸ ψήφισμα καὶ εἰσάγεται καλῶς διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Εἴτε καλῶς, εἴτε κακῶς ἡ ὑπ’ ἀριθ. 6 Συντακτικὴ Πρᾶξις, ἡ ὁποία προέβλεψε τὸ ζήτημα ὑπῆρξεν ἀποτέλεσμα τῆς ἑξῆς σκέψεως. Ἦτο ἐνδεχόμενον μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ Κράτους ὄχι μόνον αἱ Διοικητικαὶ ἀρχαὶ ἀλλά, κατὰ μείζονα λόγον, καὶ αἱ Δικαστικαὶ ἀρχαὶ νὰ ἀμφισβητήσουν τὸ κῦρος τῆς Νομοθεσίας, ὁποία ἐγένετο ἐπὶ Κατοχῆς. Ὁ Νομοθέτης ἔχων ὑπ’ ὄψιν του τὸ ἐνδεχόμενον τῆς ἐμφανίσεως τοιούτων περιπτώσεων καὶ ἑπομένως τοῦ κλονισμοῦ τῆς ἐννόμου τάξεως, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 6 Συντακτικῆς Πράξεως ἔταμε τὸ ζήτημα εἰπών: Τὰ νομοθετήματα αὐτὰ θὰ ἐξακολουθήσουν νὰ ἰσχύουν. Εἰς τὸ τότε Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἔγινε μακρὰ συζήτησις καὶ ὑπῆρξαν οἱ θεωρητικώτεροι τῶν μελῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπέμειναν, διὰ μιᾶς Πράξεως νὰ καταργηθῇ ὁλόκληρος ἡ Νομοθεσία τῆς Κατοχῆς. Ὑπῆρξα ἐκ τῶν ἀντιτιθεμένων πρὸς τὴν ριζικὴν καὶ ἄστοχον αὐτὴν λύσιν, διότι ἐπὶ τέλους ἡ Κατοχὴ ὑπῆρξε μία πραγματικὴ κατάστασις, ἐρρύθμισε ἀπειρίαν ζητημάτων, ἄνευ δὲ ἐξετάσεως τούτων ἡ εἰσαγωγὴ Νόμου, δυνάμει τοῦ ὁποίου θὰ κατηργοῦντο τὰ πάντα, θὰ ἐβύθιζε τὴν χώραν εἰς χάος. Δὲν θὰ ὑπῆρχον διατάξεις, δυνάμει τῶν ὁποίων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ κριθῇ, τὶ θὰ ἐγένετο μετὰ τὴν κατάργησιν τῶν νόμων τῆς Κατοχῆς. Ἐκ παραλλήλου ἐτέθη καὶ τὸ ζήτημα, ποία ἡ ἰσχὺς τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι ἐξεδόθησαν ἀπὸ τὰς Ἑλληνικὰς Κυβερνήσεις τοῦ Ἐξωτερικοῦ. Καὶ ἐδιχάσθη καὶ τότε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, διότι οἱ μέν, καὶ μεταξὺ αὐτῶν ἤμην καὶ ἐγώ, ἔλεγον ὅτι ἡ νομοθεσία τῶν Κυβερνήσεων τοῦ ἐξωτερικοῦ μᾶς εἶναι ἄγνωστος, διότι οὔτε φύλλα τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ἐξωτερικοῦ εἴχομεν, οὔτε οἱανδήποτε γνῶσιν νομοθετημάτων αὐτῶν. Βέβαια θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι καὶ ἦσαν ἐπικρατέστερα τὰ νομοθετήματα τῶν Κυβερνήσεων τοῦ Ἐξωτερικοῦ καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ὑποχωρήσουν πρὸ αὐτῶν τὰ Νομοθετήματα τῆς κατοχῆς. Ἀλλὰ τοῦτο ἦτο ἐξόχως ἐπικίνδυνον, διότι δυνάμει τῶν νόμων τῶν Κυβερνήσεων τοῦ Ἐξωτερικοῦ εἶχον δημιουργηθῆ δικαιώματα, εἶχον δημιουργηθῆ ὑποχρεώσεις καὶ δὲν ἠξεύραμεν, πῶς θὰ ἔπρεπε νὰ συντονισθῇ ἡ ἔξω Νομοθεσία μὲ τὴν ἔσω Νομοθεσίαν. Μετὰ τὴν παραίτησιν τῆς δευτέρας μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν Κυβερνήσεως, ἡ Κυβέρνησις Βούλγαρη ἠκολούθησεν τὴν χαραχθεῖσαν ὁδὸν ὑποστηρίξασα, ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἰσχύουν τὰ νομοθετήματα τῆς κατοχῆς.
§71Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Τὸ ἀντίστροφον. Κατ’ ἀρχὴν δὲν ὑπεστήριξεν αὐτό.
§72Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Εἶπεν, ὅτι δὲν πρέπει, ἀλλὰ ὅτι θὰ κυρώσῃ ἢ ἀκυρώσῃ τὰ μὲν ἢ τὰ δέ, ἀλλ’ ἐθέσπισεν, ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ νὰ ἐξακολουθῇ ἡ ἰσχὺς τῶν νομοθετημάτων τῆς Κατοχῆς. Ἑπομένως καὶ αὐτὴ ἀνεγνώρισεν τὴν ἰσχὺν τῶν νομοθετημάτων τῆς Κατοχῆς. Τὰ νομοθετήματα τῆς Κατοχῆς, χωρὶς νὰ στηριχθῶμεν εἰς τὰς Γενικὰς ἀρχὰς τοῦ Δημοσίου Δικαίου καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου καὶ νὰ περιπλακῶμεν εἰς θεωρίας, τὰ νομοθετήματα αὐτὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς Νομοθετικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἤσκησαν μέχρι τοῦδε αἱ Κυβερνήσεις ἐξακολουθοῦν καὶ σήμερον νὰ ἰσχύουν. Ἡ πραγματικότης λοιπὸν εἶναι, ὅτι ἡ Νομοθεσία τῶν Κυβερνήσεων τῆς Κατοχῆς εὑρίσκεται ἐν πλήρει ἰσχύϊ. Ἀλλὰ ἡ Συντακτικὴ Πρᾶξις 58 ἔθεσε προθεσμίαν, μέχρι τῆς ὁποίας θὰ ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ θεσπίσῃ ποῖα Νομοθετικὰ Διατάγματα καταργοῦνται καὶ ποῖα Νομοθετικὰ Διατάγματα παραμένουν ἐν ἰσχύϊ. Τῆς προθεσμίας αὐτῆς ἔκαμεν χρῆσιν καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἡ ὁποία δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὥρισε ποίας ἐκ τῶν Νομοθετικῶν Πράξεων τῆς Κατοχῆς θεωρεῖ κυρωτέας καὶ ἐκύρωσεν αὐτὰς καὶ ποίας θεωρεῖ ἀκυρωτέας καὶ τὰς ἠκύρωσεν. Ἐν τῷ μεταξὺ παρῆλθεν ἡ 31.5.46 καὶ ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη ἄνευ νομικῆς βάσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηριζομένη νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς κυρώσεις καὶ ἀκυρώσεις. Ἑπομένως ἐπιβάλλεται νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν Ψήφισμα διὰ τοῦ ὁποίου νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τὶ θὰ γίνῃ διὰ τὰ νομοθετήματα αὐτά. Ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι τὸ Ψήφισμα, ἔπρεπε νὰ εἶναι ἁπλουστέρας μορφῆς. Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἀκόμη ἑτοίμη καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἑτοίμη καὶ νομίζω ὅτι οὔτε καὶ εἰς τὸ προσεχὲς μέλλον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἑτοίμη, λόγῳ τοῦ πλήθους τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἑτοίμη νὰ φέρῃ ἑκατοντάδες καὶ χιλιάδες σχεδίων νόμων, διὰ νὰ καταργήσῃ ἢ νὰ τροποποιήσῃ ἢ νὰ κυρώσῃ τὴν Νομοθεσίαν αὐτὴν καὶ ἀφοῦ τὴν Νομοθεσίαν αὐτὴν ἀφήνει ἐν ἰσχύϊ, τὸ ἁπλούστερον θὰ ἦτο νὰ εἴπῃ δι’ ἑνὸς Ψηφίσματος: «Παρατείνω τὴν προθεσμίαν τῆς 31.5.46 μέχρι τέλους τοῦ ἔτους». Μένει τὸ ἐρώτημα. Ἐὰν παρέτεινεν ἡ Κυβέρνησις τὴν προθεσμίαν μέχρι τῆς 31.12.46, θὰ ἔπρεπεν ἐκ παραλλήλου νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ κυρώνῃ καὶ νὰ ἀκυρώνῃ τὰς νομοθετικὰς πράξεις τοῦ χρόνου τῆς Κατοχῆς; Ἡ Κυβέρνησις σεβομένη τὴν Βουλὴν καὶ μὴ θέλουσα νὰ ἀσκήσῃ Νομοθετικὸν ἔργον εἶπε: «Δὲν θέλω πλέον νὰ ἀσκήσω τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον μοῦ παρέχει ἡ ὑπ’ ἀριθ. 58 Συντακτικὴ Πρᾶξις καὶ θέλω ὅλας τὰς κυρώσεις καὶ ἀκυρώσεις νὰ ἐνεργῶ διὰ τῆς κανονικῆς ὁδοῦ, διὰ Νομοθετημάτων, ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἶμαι ἕτοιμος νὰ φέρω τὰ Νομοθετήματα αὐτά, ζητῶ μίαν πίστωσιν χρόνου μέχρι τῆς 31.11.46. Ἕως τότε θὰ εὕρωμεν τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον αὐτὴ ἡ τεραστία ποσότης Νομοθετημάτων θὰ μπορῇ νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς». Εἶναι εὔκολον νὰ λέγῃ κανεὶς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν: Φέρε τὰ νομοθετήματα νὰ τὰ κρίνωμεν». Ἀλλὰ πρόκειται περὶ χιλιάδων Νομοθετημάτων. Νομίζω λοιπόν, ὅτι θὰ ἦτο ἁπλούστερον νὰ παρατείνῃ τὴν προθεσμίαν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἔκανε καὶ κάτι ἄλλο πάρα πάνω. Ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ἐστέρησεν ἑαυτὴν τοῦ δικαιώματος νὰ κυρώνῃ καὶ ἀκυρώνῃ τὰ Νομοθετήματα αὐτά. Ἐὰν κατὰ τὸν ροῦν τῶν πραγμάτων παρουσιασθῇ ἀνάγκη κυρώσεως ἢ τροποποιήσεως ἢ ἀκυρώσεως πράξεων τῆς κατοχῆς, ἔχει τὴν εὐχέρειαν νὰ φέρῃ σχέδιον νόμου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην ρύθμισιν τῶν καθ’ ἕκαστα ζητημάτων. Βεβαίως θεωρητικῶς θὰ ἦτο σωστὸν ἐὰν ὅλας τὰς κυρώσεις ἢ ἀκυρώσεις τὰς ὁποίας ἔκαμε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὰς ἠκύρωνε καὶ ἄφηνε ἀκέραιον τὸ ἔργον τῆς Κατοχῆς. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ἠμπορεῖ βέβαια νὰ ἔχουν ἐμφιλοχωρήσει μεταξὺ τῶν κυρώσεων τῶν νομοθετημάτων τὰ ὁποῖα παρουσιάζουν τρωτὰς πλευράς, ὅπως ἀνέπτυξε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τρικκάλων βουλευτὴς ὅπως εἶναι ἐπίσης πιθανὸν καὶ ἀκυρώσεις νὰ παρουσιάζουν ὅμοια τρωτά. Νομίζω, ὅτι μετὰ τὰς ἀκυρώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο καὶ αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐπαναφορὰ ἐν ἰσχύϊ τῶν προηγουμένως ἰσχυόντων νομοθετημάτων, θὰ ἐδημιουργεῖτο νέος κυκεών, διότι θὰ εἴχομεν νομοθετικὰς πράξεις κατοχῆς, τὰς ὁποίας κατήργησεν ἡ Κυβέρνησις, δημιουργήσασα νέαν κατάστασιν καὶ ἀμέσως λοιπὸν ἔπειτα νέαν ἀνατροπὴν τῆς καταστάσεως αὐτῆς καὶ ἐπαναφορὰν εἰς τὴν κατάστασιν κατοχῆς. Ὅ,τι ἀφορᾷ λοιπὸν τὰς ἀκυρώσεις ἡ Κυβέρνησις μὲ εὑρίσκει σύμφωνον ὅτι καλῶς ἐγένοντο.
§73Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ξεύρετε κύριε συνάδελφε, ὅτι ἐνῷ ἠκυροῦντο ὅλα τὰ σκανδαλώδη προσωπικὰ νομοθετήματα, ἀκυροῦται καὶ συνταξιοδοτικὸν νομοθέτημα, ἀφορῶν φυματικοὺς χωροφύλακας. Εἶναι μία λεπτομέρεια, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀντιλαμβανόμεθα κατὰ ποῖον τρόπον ἔγινεν ἡ ἐκκαθάρισις. Θὰ ἔπρεπε λοιπὸν ὁλόκληρον τὸ ἔργον τὸ νομοθετικὸν τῆς κατοχῆς νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς.
§74Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ἔργον τῆς ἐκκαθαρίσεως θὰ ἐδυσχεραίνετο ἀπείρως, ἐὰν καὶ τὰς ἀκυρώσεις τὰς ἐνεκρώναμεν καὶ ἐπανεφέραμεν τὰς διατάξεις τῆς κατοχῆς. Ἀλλ’ ὅ,τι ἀφορᾷ τὰς κυρώσεις νομοθετημάτων, ἐπειδὴ κατὰ τὴν κύρωσιν ἔγιναν καὶ τροποποιήσεις ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νομίζω, ὅτι καὶ αἱ κυρώσεις αὐταὶ πρέπει νὰ ἀκυρωθοῦν. Διότι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις μεταξὺ τῶν λόγων, διὰ τοὺς ὁποίους εἰσηγεῖται τὸ Ψήφισμα, εἶναι καὶ ὁ σεβασμὸς πρὸς τὴν λαϊκὴν ἀντιπροσωπείαν, τότε ἔλειψεν ὁ σεβασμὸς αὐτός, ὅταν τὸ σχέδιον δὲν περιωρίσθη εἰς ἁπλῆν κύρωσιν, ἀλλὰ κατὰ τὴν κύρωσιν ἐτροποποίησε πολλαχοῦ νομοθετήματα τῆς κατοχῆς. Νομίζω λοιπόν, ὅτι, ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὰς ἀκυρώσεις καλῶς ἔχει τὸ ψήφισμα, ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς κυρώσεις, ἅπασαι ἀνεξαιρέτως πρέπει νὰ παραμείνουν ἠρτημέναι, ὅπως παραμένει ᾐρτημένον ὅλον τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς κατοχῆς. Δηλαδὴ πᾶσαι αἱ πράξεις, αἱ κυρωθεῖσαι ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ θεωρηθοῦν ὡς μὴ γενόμεναι.
§75Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἔτσι γίνεται.
§76Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὄχι, ἀφήσατε νὰ σᾶς πῶ γιατί. Διότι, ὅταν ἐπικυρώνετε τὰς κυρώσεις, τὰς ἐπικυρώνετε καὶ μὲ τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἐκάνατε.
§77Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Δὲν ἐπικυρώνομεν τὰς ἐπικυρώσεις, ἀλλὰ μόνον τὰς ἀκυρώσεις.
§78Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Τότε πρέπει νὰ γίνῃ δήλωσις, ὅτι πᾶσα τροποποίησις τὴν ὁποίαν ἐκάνατε, κατὰ τὰς κυρώσεις πράξεων Κατοχῆς, ὅτι αὐταὶ αἱ τροπολογίαι δὲν ἰσχύουν, δὲν πρέπει νὰ ἰσχύουν αἱ τροπολογίαι τὰς ὁποίας ἐκάματε, διότι αὐτὸ ἀποτελεῖ μείζονα παρέκκλισιν τῆς ἀρχῆς τὴν ὁποίαν πολὺ σωστὰ ἐθέσατε, ὅτι θὰ πρέπει ἡ νομοθεσία αὐτὴ νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἅμα κάμετε τὴν δήλωσιν αὐτήν, εἶμαι ἱκανοποιημένος. Ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά, ὅτι, ἐὰν κατὰ τὴν κύρωσιν πράξεων κατοχῆς ἐγένοντο οἱαιδήποτε μεταβολαί, αἱ μεταβολαὶ αὗται, νὰ θεωροῦνται ἐξ ὑπαρχῆς ἄκυροι.
§79Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Βεβαίως θὰ ἔλθουν αὐταὶ διὰ νόμου.
§80Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος δὲν εἶναι ἐπαρκὲς καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τρικκάλων βουλευτής. Ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ὅλον τὸν χρόνον νὰ μελετήσῃ τρόπον ταχυτέρας ἐπεξεργασίας καὶ ἐκκαθαρίσεως τῆς Νομοθεσίας τῆς Κατοχῆς. Θὰ ἔπρεπε δηλαδὴ νὰ χωρίσῃ τὰ ζητήματα. Νὰ ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ τὸ σχέδιον ψηφίσματος, παρατείνουσα τὴν προθεσμίαν τῆς 31ης Μαΐου μέχρι τῆς ἐποχῆς ποὺ ἐζήτησεν ἢ θὰ ζητήσῃ ἡ Κυβέρνησις, τῆς 31ης Δεκεμβρίου 1946, καὶ δεύτερον νὰ εἰσαγάγῃ ἴδιον σχέδιον ψηφίσματος, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον τῆς ἐπεξεργασίας καὶ ἐπικυρώσεως τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν. Διότι, ὅπως συνέβη καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν διὰ τὰς νομοθετικὰς πράξεις τῶν διαφόρων Κυβερνήσεων, τοῦτο ἀναγκαίως θὰ συμβῇ καὶ διὰ τὰ νομοθετήματα τῆς κατοχῆς, καὶ δὴ εἰς πολὺ μεγαλυτέραν κλίμακα, διότι καὶ πολὺ περισσότερα εἶναι τὰ νομοθετήματα αὐτά, καὶ ὀλιγωτέρας προσοχῆς ἦτο φυσικὸν νὰ τύχουν ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς ξένης κατοχῆς, ὑφ’ ἣν ἐξεδίδοντο. Νομίζω λοιπόν, ὅτι θὰ πρέπει νὰ χωρισθῇ τὸ ψήφισμα, καὶ ἀπόψε μὲν νὰ ψηφίσωμεν τὴν παράτασιν τῆς προθεσμίας, νὰ εἰσαγάγῃ δὲ ἡ Κυβέρνησις σχέδιον ψηφίσματος διὰ τοῦ ὁποίου θὰ καθορίζῃ, πῶς θὰ γίνῃ ἡ ἐξέτασις τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν καὶ ἡ κύρωσίς των. Τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῆς κυρώσεως τῶν νομοθετημάτων ὑπὸ τύπον ψηφίσματος, ἔχει συντακτικὸν χαρακτῆρα, καὶ δύναται ἑπομένως ἡ Βουλὴ νὰ ὁρίσῃ εἰδικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ φέρῃ τὸ ὅλον ζήτημα ὥριμον πρὸς κύρωσιν. Δυνάμεθα μάλιστα νὰ θέσωμεν ὅλα ὑπὸ τὴν τελειωτικὴν κύρωσιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἂν ὅμως ἡ Κυβέρνησις, ὄχι μόνον ἡ σημερινὴ ἀλλὰ καὶ οἱαδήποτε ἄλλη νομίζῃ, ὅτι θὰ δυνηθῇ νὰ εὕρῃ τὸν χρόνον καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐκκαθαρίσεως αὐτῆς, νομίζω ὅτι στηρίζεται εἰς ἐλπίδα ἐντελῶς φρούδην. Πρέπει νὰ δοθῇ τέρμα στὰ ζητήματα τῆς νομοθεσίας αὐτῆς. Ἤδη διὰ τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκλεισθῇ καὶ πράγματι ἀποκλείεται, ὁ κίνδυνος τῆς ἀμφισβητήσεως ἐκ μέρους τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν καὶ τῶν δικαστηρίων τοῦ κύρους τῶν νομοθετικῶν πράξεων τῆς κατοχῆς· καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς τὸ ζήτημα ρυθμίζεται, ἀλλὰ δὲν ρυθμίζεται ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς ὁριστικοποιήσεως τῆς μορφῆς, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ πάρουν τὰ νομοθετήματα αὐτά.
§81Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Νομίζω ὅτι εἶναι σαφὲς τὸ ψήφισμα, ὅτι μόνον διὰ νόμου θὰ γίνωνται αἱ κυρώσεις ἢ αἱ ἀκυρώσεις. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος. Ἐὰν θέλετε νὰ φύγωμεν ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ νὰ πᾶμε τὰ νομοθετήματα αὐτὰ εἰς μίαν Ἐπιτροπήν, τοῦτο δὲν θὰ ἤθελον ποτὲ νὰ τὸ δεχθῶ, νὰ δώσετε ἐξουσιοδότησιν εἰς μίαν ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία νὰ κάμῃ τὰς κυρώσεις ἢ τὰς ἀκυρώσεις. Ἐλέχθη, καὶ πολὺ ὀρθῶς, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ δὲν θὰ ἦτο τὸ ὄργανον ἐκεῖνο τὸ ἱκανὸν διὰ νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα. Καὶ ἅμα λέγεται ὅτι ἐγένοντο μέχρι τοῦδε διάφοροι παραβάσεις καὶ ὑπερβασίαι, πολὺ ὀλιγώτερον θὰ ἠμποροῦσα νὰ δεχθῶ μίαν οἱανδήποτε ἐπιτροπὴν εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἐδίδαμεν ἐξουσιοδότησιν. Ἐγὼ λέγω ὅτι ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ γίνουν διὰ νόμου. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαδικασία ποὺ πρέπει νὰ τηρηθῇ.
§82Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Σᾶς δίδω ἀπὸ τοῦδε τὴν πληροφορίαν ὅτι ἡ νομοθεσία τῆς κατοχῆς οὐδέποτε θὰ τακτοποιηθῇ.
§83Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἀδύνατον νὰ φέρετε 4.000 νομοθετήματα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ τελειώσωμεν ἐντὸς τοῦ παρόντος αἰῶνος. Ἂν θέλετε νὰ τελειώσετε δεχθῆτε παρακαλῶ τὴν πρότασίν μου. Ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν τροπολογίαν αὐτήν: «1. Νομοθετικαὶ πράξεις τῶν ἐν Ἑλλάδι Κυβερνήσεων τῆς περιόδου τῆς ἐχθρικῆς στρατιωτικῆς κατοχῆς τῆς Χώρας τῶν ἐτῶν 1941–44 ὑφ’ οἱονδήποτε τρόπον καὶ ὄνομα ἂν ἐξεδόθησαν (Συντ. Ἀν. Νόμοι, Νομ. Διατάγματα κλπ.) διατηροῦσι τὴν ἣν εἶχον κατὰ τὴν 31 Μαΐου 1946 ἰσχὺν ὡς ἁπλοῖ νόμοι ἕως οὗ κυρωθοῦν ἢ ἀκυρωθοῦν κατὰ τὴν ἑπομένην παράγραφον. 2. Συνιστᾶται εἰδικὴ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ 30μελὴς πρὸς ἐκκαθάρισιν τῶν νομοθετημάτων τῆς προηγουμένης παραγράφου εἴτε ταῦτα ἐκυρώθησαν εἴτε ἠκυρώθησαν, κατὰ τὰς μέχρι τοῦδε ἰσχυούσας διατάξεις. Αἱ ἀποφάσεις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς κυροῦνται διὰ Νομοθετικῶν Διαταγμάτων». Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ τελειώσωμεν γρήγορα, θὰ γίνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλετε, θὰ ἔχετε Ἀντιπροσωπείαν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία θὰ λύσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ δὲν θὰ κάμωμεν χίλια χρόνια, διὰ νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τῶν νομοθετημάτων τῆς κατοχῆς.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Μπέης–Ἀντωνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§85Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι πρέπει νὰ διαφωνήσωμεν ριζικῶς καὶ ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν καὶ ὡς πρὸς τὴν δικονομίαν τοῦ εἰσαγομένου νομοθετήματος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἰδική μου τοὐλάχιστον ἄποψις εἶναι ἡ ἑξῆς: Τόσον ἀπὸ ἀπόψεως θεωρητικῆς, ὅσον καὶ ἀπὸ ἀπόψεως πρακτικῆς τὸ νομοθετικὸν καθεστὼς τῆς κατοχῆς δὲν δύναται νὰ καταλυθῇ μὲ πολὺ μεγάλην εὐχέρειαν. Δὲν συμμερίζομαι ἀπολύτως τὴν ἄποψιν, ὅτι ἀπετέλεσε καθεστὼς DE FACTO Κυβερνήσεων, διότι κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου ἡ μεσολάβησις τοῦ ξένου κατακτητοῦ αἴρει τὴν προϋπόθεσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δυνάμεθα θεωρητικῶς νὰ δεχθῶμεν τὴν ἄποψιν αὐτήν. Νομίζω ὅτι εἴμεθα συγγενέστεροι πρὸς τὰς ἀπόψεις καὶ τοῦ διεθνοῦς δικαίου καὶ γενικώτερον πρὸς τὰς ἀντιλήψεις τοῦ δημοσίου δικαίου, ἐὰν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας, ὅτι καὶ ὁ ξένος κατακτητής, ὡς τοιοῦτος, ἐφόσον ἐγένετο κάτοχος μιᾶς χώρας, δημιουργεῖ κατὰ τὰς γενικὰς θεωρίας τοῦ δημοσίου διεθνοῦς δικαίου, δημιουργεῖ δίκαιον. Τοῦτ’ αὐτὸ ἄλλωστε καὶ πρακτικῶς ἐγένετο δεκτόν, καὶ διὰ τοῦ εἰσαγομένου ψηφίσματος ἐφ’ ὅσον προβλέπεται ἡ διατήρησις ἐξακολουθητικῶς ἐν ἰσχύϊ τοῦ νομοθετικοῦ καθεστῶτος τῆς κατοχῆς. Συνεπῶς θὰ πρέπει ἀνεξαρτήτως ἀπὸ τὴν θεωρητικὴν ἔρευναν τοῦ ποῖον ἦτο τὸ νομοθετικὸν καθεστὼς τῆς κατοχῆς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο καὶ θὰ ὤφειλε νὰ τὸ ἀποσαφηνίσῃ λόγῳ ἐπιστημονικοῦ ἐνδιαφέροντος μία ἐπιτροπή, θὰ πρέπει, λέγω, καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἁπλουστεύσωμεν καὶ νὰ κατανείμωμεν τὸ θέμα ὡς ἑξῆς: Πρῶτον νὰ κρίνωμεν περὶ τῶν δικαίων, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησαν οἱ νόμοι τῆς κατοχῆς. Θὰ θιγοῦν αὐτὰ ἢ θὰ παραμείνουν ὡς ἔχουν. Καὶ δεύτερον περὶ τῆς περαιτέρω τύχης τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν τῆς κατοχῆς, θὰ ἐξακολουθήσουν αὐτὰ ἰσχύοντα ἢ θὰ πρέπει νὰ καταργηθοῦν; Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ νομίζω ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκτραπῶμεν εἰς ἄλλην θεωρητικὴν ἀναζήτησιν, διότι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ ἀστικοῦ δικαίου ἐδημιουργήθησαν ἔννομοι σχέσεις, τῶν ὁποίων ἀνατροπὴ καὶ νομικῶς καὶ πρακτικῶς, καθίσταται, κατ’ ἐμέ, ἀδύνατος. Ἀλλὰ τὸ νομοθετικὸν καθεστὼς τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου, τὸ ὁποῖον ἐπέβαλε κυρώσεις καὶ ποινὰς ἐναντίον Ἑλλήνων πολιτῶν διὰ παραβάσεις ποινικὰς τῆς νομοθεσίας τῆς κατοχῆς ἀναμφιβόλως πρέπει νὰ ἀνατραπῇ καὶ μάλιστα ἀναδρομικῶς, ἵνα ἀνατραποῦν καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς τῶν ποινικῶν αὐτῶν ἀποφάσεων. Ἀκόμη νὰ καθορισθῇ καὶ ὁ τρόπος τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐτιμωρήθησαν ποινικῶς διὰ παραβάσεις νόμου ἀφορῶντος τὸν κατακτητὴν καὶ τὰ συμφέροντα τούτου. Ὑποστηρίζω ὅθεν ἀνεπιφυλάκτως ὅτι τὸ ποινικὸν μέρος τῆς κατοχικῆς νομοθεσίας πρέπει ἐξ ὁλοκλήρου καὶ ἀπὸ τῆς γενέσεώς του νὰ καταργηθῇ. Ἐν συνεχείᾳ ἀφοῦ καθαρισθῇ τὸ σημεῖον αὐτὸ νομίζω ὅτι θὰ πρέπει νὰ εὑρεθῇ ἡ δικονομία, βάσει τῆς ὁποίας θὰ γίνῃ ἡ ἐκκαθάρισις πλέον, οὔτε ἡ ἀκύρωσις, κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν, οὔτε ἡ ἐπικύρωσις, ἀλλ’ ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ ὑπολοίπου νομικοῦ καθεστῶτος τῆς κατοχῆς, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ βάσει αὐτῶν τῶν γενικῶν κριτηρίων. Καὶ κατὰ τὴν γνώμην μου πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν ὡς ἑξῆς: Νὰ ὁρισθῇ μία διακομματικὴ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θὰ συγκεντρώσῃ ὅλον αὐτὸ τὸ ὑλικὸν καὶ θὰ τὸ κατανείμῃ, μετὰ δὲ θὰ εἰσάγωνται βάσει τῶν πορισμάτων εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν. Ἀλλὰ ἕνα γενικὸν πόρισμα αὐτῆς τῆς διακομματικῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ πλέον νὰ ἐπικυρώσῃ ἢ νὰ ἐκφράσῃ, κατὰ τὰς εἰσηγήσεις τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κριθῇ μονομερῶς τὸ ἀνώμαλον, ὁμολογουμένως, νομικὸν καθεστὼς τῆς περιόδου τῆς κατοχῆς, χωρὶς ταὐτοχρόνως νὰ κριθῇ τὸ ἐπίσης ἀνώμαλον καθεστὼς τῶν Κυβερνήσεων τοῦ Ἐξωτερικοῦ.
§86Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Καὶ διὰ τὰς Κυβερνήσεις τοῦ ἐξωτερικοῦ πρέπει νὰ ἔλθῃ νομοθέτημα.
§87Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω λοιπὸν ὅτι τοῦτο ἔχει αὐτὴν τὴν σημασίαν, ὅτι ἀναφέρονται καὶ τὰ δύο αὐτὰ καθεστῶτα εἰς τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα καὶ καθὼς ὀλίγον πολὺ ὅλοι θὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας, ὑπάρχει πλῆθος νομοθετημάτων τῶν Κυβερνήσεων τοῦ Ἐξωτερικοῦ καὶ τῆς Κατοχῆς τὰ ὁποῖα συγκρούονται καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν οὔτε ἡμεῖς οἱ δικηγόροι μίαν λύσιν ἐπάνω εἰς τὰ σοβαρώτατα καθημερινῶς ἀνακύπτοντα ζητήματα. Ἐὰν μοῦ ἐπιτρέπετε θὰ σᾶς ἀναφέρω περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐπιμελούμενος σοβαρωτάτης ὑποθέσεως, μοῦ προσεκομίσθη εἰς τὸ δικαστήριον Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ἐξωτερικοῦ καὶ ἐπεκαλέσθη ὁ ἀντίδικος τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἦτο ἄγνωστος καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὸ δικαστήριον καὶ οὔτε τὸ δικαστήριον, οὔτε ἐγὼ ἠδυνάμεθα νὰ εὕρωμεν μίαν λύσιν ἐπάνω εἰς τὸ πρόβλημα αὐτό. Ἡ ἰδική μου τοὐλάχιστον γνώμη, ἐὰν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ γίνῃ ἀκουστὴ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν εἶναι ἡ ἑξῆς: Μαζὶ μὲ τὴν κρίσιν τοῦ ὅλου νομοθετικοῦ καθεστῶτος τῆς κατοχῆς, ἡ ἰδία ἐπιτροπὴ νὰ πάρῃ καὶ τὴν νομοθετικὴν παραγωγὴν τῶν Κυβερνήσεων τοῦ ἐξωτερικοῦ καί, ἀφοῦ τὸ ἐπεξεργασθῇ, μᾶς φέρει μίαν εἰσήγησιν ὅλα τὰ ἀκυρωτέα νομοθετήματα νὰ ξεκαθαρίσῃ ὅλα τὰ ἔχοντα ποινικὸν χαρακτῆρα, νὰ τὰ εἰσαγάγῃ πρὸς ἀκύρωσιν ὥστε νὰ κατορθώσωμεν νὰ παγιώσωμεν τὴν γνῶσιν τῶν πολιτῶν ὄχι μόνον περὶ τοῦ τὶ ἰσχύει καὶ τὶ δὲν ἰσχύει, ἀλλὰ νὰ παγιώσωμεν καὶ τὴν γνῶσιν ἡμῶν τῶν νομικῶν καὶ τῶν δικαστῶν περὶ τοῦ ποῖοι νόμοι ἰσχύουν, διότι σήμερον εἴμεθα εἰς μίαν κατάστασιν, ποὺ κανεὶς δὲν ξεύρει ποῖος νόμος ἰσχύει, τῆς κατοχῆς, τοῦ ἐξωτερικοῦ ὁ ἀστικὸς κῶδιξ; ἔχομεν τοιοῦτον χάος, τὸ ὁποῖον πρέπει τὸ συντομώτερον νὰ τὸ καθαρίσωμεν. Δι’ αὐτὸ λοιπὸν νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐμμείνῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ σχέδιον αὐτοῦ τοῦ ψηφίσματος, ἀλλὰ νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν εἶχα τὴν τιμὴν νὰ προτείνω, καὶ καὶ ἡ ὁποία ἐκτὸς τῶν ἄλλων θὰ ἐξασφαλίσῃ καὶ ἀντικειμενικότητα καὶ καθολικότητα, δηλαδὴ στοιχεῖα ἀπαραίτητα διὰ μίαν σοβαρὰν ἐργασίαν ὅπως εἶναι αὐτὴ τῆς ἀποκαθάρσεως καὶ τῆς ἀποκαταστάσεως ἑνὸς ὁριστικοῦ καὶ ὁμοιομόρφου νομικοῦ καθεστῶτος.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Τσάτσος ἔχει τὸν λόγον.
§89Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ νομοθέτημα τὸ σήμερον ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, παρουσιάζει ἀναμφιβόλως μίαν νομοτεχνικὴν ἀτέλειαν. Εἶναι προφανὲς ὅτι ἐντὸς τῆς προθεσμίας ἡ ὁποία τάσσεται κατὰ τὸ νομοσχέδιον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περατωθῇ τὸ ἔργον τῆς ἐξετάσεως ὅλων τῶν νομοθετημάτων τῶν ἐκδοθέντων ἐπὶ κατοχῆς. Καὶ θὰ ἔπρεπε διὰ νὰ μὴ εὑρεθῶμεν πρὸ καταστάσεως ἀρρύθμου, δηλαδὴ μὴ προβλεπομένης ἀπὸ νόμον, ἢ προβλεπομένης κατὰ τρόπον ἀνεφάρμοστον νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ Νόμῳ διάταξις, ἡ ὁποία νὰ θεσπίζῃ κατ’ ἀρχὴν τεκμήριον ἐγκυρότητος ἢ τεκμήριον ἀκυρότητος τῶν νόμων τῆς κατοχῆς ὥστε μετὰ τὴν λῆξιν τῆς προθεσμίας νὰ γνωρίζωμεν ἐὰν οὗτοι ἰσχύουν ἢ δὲν ἰσχύουν.
§90Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Εἶναι σαφές, τεκμήριον ἀκυρότητος ὑπάρχει.
§91Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἰς τὸ ὑπ’ ὄψιν μου σχέδιον δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον τεκμήριον ἐγκυρότητος ἢ ἀκυρότητος. Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρξῃ, διότι ἄλλως θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ μιᾶς καταστάσεως ὁμοίας πρὸς ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθημεν προκειμένου περὶ τῆς δικτατορικῆς νομοθεσίας τοῦ Παγκάλου. Καὶ δοθέντος ὅτι ρυθμίζεται ἤδη τὸ ζήτημα φρονῶ ὅτι ὀφείλομεν νὰ θεσπίσωμεν τὸ τεκμήριον τῆς ἀκυρότητος διότι κατ’ ἀρχὴν τὰ νομοθετήματα τῆς Κατοχῆς πρέπει νὰ θεωρηθοῦν ἄκυρα καὶ μόνον ἂν ἡ κατάστασις ἡ πραγματικὴ ὤθησε τὸν Νομοθέτην εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς ἰσχύος αὐτῶν καὶ δὴ τῆς προσωρινῆς, μέχρι τῆς ἐκκαθαρίσεως αὐτῶν.
§92Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Αὐτὸ τίθεται ἤδη εἰς τὸ ἄρθρον 3 ὄχι μὲ ἐπαρκῆ σαφήνειαν. Καὶ τὰ δικαστήρια θὰ δυστροπίσουν, διότι ἀποφεύγουν τὴν ἀνατροπήν, δεδομένης ἤδη πραγματικῆς καταστάσεως.
§93Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν θὰ γίνῃ δεκτὴ νομολογιακῶς ἡ λύσις αὐτὴ ἐὰν δὲν ἀπαγγελθῇ σαφῶς καὶ ρητῶς ἡ κατ’ ἀρχὴν ἀκυρότης. Καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ συμφωνία ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν ὅπως συνάγω ἀπὸ τὰς παρατηρήσεις τῶν κ.κ. συναδέλφων βεβαίως δὲν συντρέχει λόγος νὰ μὴ εἶναι σαφεστέρα ἡ διατύπωσις τοῦ Νόμου. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, μόνον ἐὰν ὑπάρξῃ σαφὴς ἡ διατύπωσις τοῦ Νόμου θ’ ἀποφύγωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνέβη κατὰ τὴν περίοδον τοῦ Παγκάλου. Μὲ ἄλλην διάταξιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου γεννῶνται δύο ζητήματα σπουδαῖα καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ σαφὴς ἑρμηνευτικὴ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ διὰ νὰ μὴ προκύψουν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν ζητήματα. Ὁρίζεται ἐν τῷ νόμῳ ὅτι τὰ Νομοθετήματα διατηροῦν τὴν προσωρινὴν ἰσχὺν αὐτῶν μέχρι τὴν 31ην Μαρτίου. Μέχρι τῆς 31ης Μαρτίου 1947 προκύπτουν διάφορα ζητήματα ὡς πρὸς ὡρισμένας κατηγορίας Νομοθετημάτων, ὡς πρὸς τὴν ἰσχὺν τὴν ὁποίαν ἔχουν ἐπὶ παραδείγματι τὰ νομοθετήματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συγκρούονται πρὸς διατάξεις τοῦ νῦν ἰσχύοντος Συντάγματος. Τὰ νομοθετήματα ταῦτα ἐὰν εἶχον συντακτικὸν χαρακτῆρα καὶ προσκρούουν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἰσχυρά;
§94ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἰσχυρά.
§95Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν εἶναι ἰσχυρὰ τὸ λέγει καὶ ἡ νομολογία τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ἡ ὁποία ὅμως διὰ νὰ εἴπῃ ἐδέχθη ὅτι μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν ἔχουν ἰσχὺν ἁπλῶν Νόμων. Τοῦτο ὅμως γεννᾷ εὐθὺς ἀμέσως δύο ζητήματα. Αἱ διατάξεις ἐκεῖναι εἶναι τῶν ἁπλῶν Νόμων τῆς Κατοχῆς οἱ ὁποῖοι συγκρούονται πρὸς συντακτικὰς διατάξεις τῆς κατοχικῆς ἐπίσης περιόδου καὶ αἱ ὁποῖοι ἐθεωρήθησαν ἄκυροι ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἶναι ἔγκυροι ἢ ἄκυροι; Ἐὰν θεωρηθοῦν ὅλαι αἱ διατάξεις ἔχουσαι ἰσότιμον τυπικὴν ἰσχύν, ἀγόμεθα εἰς τὸ ὅτι εἶναι ἰσχυραὶ αἱ διατάξεις αὐταὶ καὶ ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε Νομολογία τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας θεωροῦσα τὰς διατάξεις αὐτὰς ἀκύρους — διότι συγκρούονται πρὸς διατάξεις τῆς περιόδου τῆς Κατοχῆς, ἀλλὰ συντακτικοῦ περιεχομένου — στεροῦνται βάσεως.
§96Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ἡμεῖς δὲν λαμβάνομεν θέσιν εἰς τὸ ζήτημα αὐτό. Ἀφίνομεν νὰ κριθοῦν ἀπὸ τὰ δικαστήρια καὶ ὅσαι θεωρηθοῦν ἔγκυροι θὰ διατηρηθοῦν.
§97Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἡ ἀπάντησίς σας εἶναι ἐπαρκὴς ὡς πρὸς τὸ 1ον ἐρώτημα, οὐχὶ καὶ ὡς πρὸς τὸ 2ον.
§98Χ. ΛΑΔΑΣ. Δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προβῇ εἰς μίαν δήλωσιν ἡ ὁποία θὰ θεωρηθῇ ὡς ἑρμηνεία.
§99Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Θὰ ἠμποροῦσε νὰ γίνῃ δήλωσις, καὶ νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἐπαρκῶς σαφές, κ. Ὑπουργέ. Λέγομεν ὅτι αἱ διατάξεις θὰ ἔχουν τὴν ἰσχὺν τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν 31ην Μαΐου, ἐνῷ ἡ Νομολογία τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας δέχεται ὅτι μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν ἔχουν ὅλοι οἱ Νόμοι ἰσότιμον τυπικὴν ἰσχύν. Αἱ δύο ἀπόψεις συγκρούονται καὶ δέον ἡ μία νὰ ἐπικρατήσῃ. Τώρα ἐπὶ πλέον θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῶν κ. συναδέλφων ἐπί τινων θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἐγεννήθησαν ὡς ἐκ τῆς διεξαχθείσης ἐνώπιον τῆς Βουλῆς συζητήσεως. Καὶ πρῶτον, γίνεται μία παρομοίωσις τῶν Νομοθετημάτων τῆς περιόδου τῆς Κατοχῆς, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν ὑπὸ τῶν Κατοχικῶν Κυβερνήσεων, καὶ τῶν νομοθετημάτων τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν ἀπὸ τὰς Κυβερνήσεις τοῦ Ἐξωτερικοῦ. Νομίζω ὅτι αἱ Κυβερνήσεις τοῦ ἐξωτερικοῦ ὅλαι κατὰ κανόνα ἔλαβον ἐπιμελεστάτην πρόνοιαν ὥστε τὰ νομοθετήματά των, πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, νὰ μὴ ἀσκοῦν ἐπιρροὴν μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν, εἴτε διότι ἦσαν περιωρισμένης χρονικῆς ἰσχύος, εἴτε διότι ρυθμίζουν ζητήματα ἀφορῶντα τὰ τῆς λειτουργίας τοῦ Κράτους ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ.
§100Ν. ΔΑΡΒΕΡΗΣ. Ὑπάρχουν καὶ προσωπικαὶ διατάξεις.
§101Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Θὰ ἠδυνάμην νὰ σᾶς ἀπευθύνω μίαν ὀχληρὰν ἐρώτησιν· νὰ σᾶς ἐρωτήσω δηλαδὴ ποίαν προσωπικὴν διάταξιν ἐκ τῆς νομοθεσίας τῆς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐκδοθείσης, γνωρίζετε; Προφανῶς δὲν ὑπάρχει.
§102Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Νόμος περὶ γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας ὅταν δὲν ὑπῆρχε ἐργασία εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ περὶ ἐξετάσεως τῶν τύπων τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ ὑπὸ ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Αὐτὰ ἐνθυμοῦμαι.
§103Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον θέμα, καλῶς ἐνθυμεῖσθε, ὑπῆρξεν ἀντικείμενον μιᾶς δίκης, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τῆς μιᾶς πλευρᾶς ὑπερησπίσθητε σεῖς καὶ ἀπὸ τῆς ἄλλης ἐγώ, ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Θὰ ἠδυνάμην νὰ σᾶς παράσχω, ἐν τούτοις, τὴν ἑξῆς πληροφορίαν: Τὸ Ὑπουργεῖον Ἐργασίας, λόγῳ τῆς λειτουργίας τοῦ διεθνοῦς Γραφείου Ἐργασίας, τὸ ὁποῖον εἶχε πλὴν ἄλλων ὡς σκοπὸν καὶ τὴν προπαρασκευὴν τῆς μελλούσης νὰ ἰσχύσῃ, κατὰ διεθνῆ συμφωνίαν, μεταπολεμικῆς ἐργατικῆς νομοθεσίας, ἦτο ἀπὸ τὰ Ὑπουργεῖα τοῦ ἐξωτερικοῦ, τὰ ὁποῖα εἶχον πράγματι λόγον ὑπάρξεως. Ἄν θὰ ἔχετε παρακολουθήσῃ ὄχι ἁπλῶς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ τὸν καρπὸν τῆς καταβληθείσης ἐργασίας, θὰ ἐγνωρίζατε ὅτι ὑπῆρξε μέγα τὸ ἐπιτελεσθὲν ἔργον. Αὐτὰ ἁπλῶς διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἀληθείας.
§104Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὑπῆρξαν καὶ προσωπικαὶ διατάξεις.
§105Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κωλύεσθε, διότι εἶσθε δικηγόρος εἰς τὴν ὑπόθεσιν, νὰ μᾶς τὰ εἰπῆτε.
§106Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν γνωρίζω μὲ ποίαν εὐσυνειδησίαν ἀσκεῖτε τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα. Προσωπικῶς οὐδέποτε ἀνέλαβον ὑπόθεσιν εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἐπίστευον. Συνεπῶς δὲν κωλύομαι.
§107Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Σᾶς ἀνέφερον καὶ δευτέραν περίπτωσιν προσωπικῆς διατάξεως.
§108Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε συνάδελφε, μοῦ ἀπευθύνατε καὶ ἕνα ἐρώτημα ὡς πρὸς τὴν κόρην ἑνὸς ὑπουργοῦ ἢ Πρωθυπουργοῦ. Δὲν γνωρίζω περὶ ποίου Πρωθυπουργοῦ ἢ Ὑπουργοῦ καὶ ποίας κόρης πρόκειται. Τὸ νομοθέτημα ὅμως ἐκεῖνο σήμερον δὲν ἔχει ἐφαρμογὴν καὶ συνεπῶς ἐπικαλοῦμαι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον προηγουμένως ὅτι τὰ νομοθετήματα ἐκεῖνα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶχον περιωρισμένον χρόνον ἰσχύος. Νομίζω, κ. συνάδελφοι, ὅμως ὅτι ἡ βάσις τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ θέσωμεν εἶναι ἡ ἑξῆς: Δὲν εἶναι δυνατόν, διὰ λόγους ἠθικῆς τάξεως, νὰ ὑπάρξῃ σύγκρισις καὶ ὑποβολὴ εἰς τὴν αὐτὴν διαδικασίαν τὰ νομοθετήματα τῶν κατοχικῶν κυβερνήσεων καὶ τῆς κυβερνήσεως ἡ ὁποία εἶχεν ὡς σκοπὸν νὰ συνεχίζῃ τὸν πόλεμον κατὰ τῶν κατακτητῶν καὶ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ζῇ, ἡ Ἑλλὰς μάχεται!
§109Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι μόνον ἐθεσπίσθη ἰσότης ποὺ καὶ αὐτὴ θὰ ἦτο εἰς βάρος τῆς τιμῆς τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ τὰ νομοθετήματα τῶν κυβερνήσεων τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐτοποθετήθησαν εἰς ἐπίπεδον μειονεκτικὸν ἔναντι τῶν νομοθετημάτων τῶν κατοχικῶν κυβερνήσεων δυστυχῶς.
§110Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ διαφορετικὰ καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι ἰσχύουν ἀφοῦ δὲν εἴχομεν οὔτε ἓν σῶμα τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἐξωτερικοῦ.
§111Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω νὰ παράσχω μίαν ἐξήγησιν, κατόπιν τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. Κανελλοπούλου, ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἶχον ἀντίθετον ἔννοιαν οἱ λόγοι μου ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ κ. Κανελλόπουλος, ἀλλὰ καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν τεχνικὴν εἰσαγωγὴν βεβαίως δι’ ἰδιαιτέρου νομοθετήματος πρέπει ν’ ἀσκηθῇ τὸ δικαίωμα κρίσεως ἐπὶ τῶν νομοθετημάτων κυβερνήσεων τοῦ ἐξωτερικοῦ. Πᾶσα τιμὴ πρέπει ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὸ ἔργον τό τε νομοθετικὸν καὶ τὸ πολιτικὸν τῶν κυβερνήσεων τοῦ ἐξωτερικοῦ. Θέλω ν’ ἀποσαφηνισθῇ ὅτι εἰς τὴν σκέψιν μου οὐδεμία ὑπῆρχε ὑπόνοια παραλληλισμοῦ καὶ τοποθετήσεως εἰς τὴν αὐτὴν μοῖραν τῶν δύο καθεστώτων.
§112Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ περισσότερα νομοθετήματα τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀφοροῦν τὰς ἐνόπλους δυνάμεις, τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν καὶ ζητήματα ἀναφυέντα ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, τὰ ὁποῖα ἐρυθμίζοντο ἐκεῖ καὶ ἑπομένως τὰ νομοθετήματα αὐτὰ οὕτως ἢ ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν ἰσχὺν ἐδῶ. Ἑπομένως αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγεται δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἀνάγκην.
§113Μ. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχουν ἰσχὺν τὰ νομοθετήματα τῶν Κυβερνήσεων τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἐφ’ ὅσον εἶχον ἐκδοθῆ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος.
§114Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Τὰ νομοθετήματα τὰ ἀφορῶντα τὴν συγκρότησιν τῶν ἐνόπλων δυνάμεων, ἐτέθησαν ὑπ’ ὄψιν τῆς Κυβερνήσεως Πλαστήρα καὶ πολλὰ ἐξ αὐτῶν διετηρήθησαν, ἄλλα δὲ κατηργήθησαν. Ἑπομένως ἡ νομοθεσία τῶν Κυβερνήσεων τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐτέθη εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὑπ’ ὄψιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ ὑπῆρχον καὶ ἄλλα νομοθετήματα ὅπως ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐκανόνιζον τὰς σχέσεις ναυτεργατῶν καὶ ἐφοπλιστῶν, ὅπως ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐκανόνιζον τὴν φορολογίαν τῶν ἐφοπλιστῶν. Εὑρισκόμεθα λοιπὸν πρὸ τῆς ἀδυναμίας νὰ γνωρίζωμεν ποῖα εἶναι αὐτά. Διότι ἓν καὶ μόνον σῶμα τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἔφερεν ὑπάλληλος τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἓν καὶ μόνον. Δὲν ἦτο δυνατὸν τότε νὰ τὰ ἀποκτήσωμεν.
§115Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. 12 ἀντίτυπα ἔφερον ἐγὼ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης.
§116Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Τὸ νομοθέτημα διὰ τὰς σχέσεις ναυτεργατῶν ἠκυρώθη ἢ ὄχι; Δι’ αὐτοῦ τοῦ νομοθετήματος, οὔτε λίγο οὔτε πολύ, ὑπεχρεοῦντο οἱ πλοιοκτῆται νὰ ἐφοδιάζωσι τὸν ἐμπορικὸν στόλον μὲ ναυτεργάτας τοὺς ὁποίους θὰ τοὺς ἔδιδαν τὰ διάφορα κομμουνιστικὰ κέντρα καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον μπῆκαν εἰς τὸ ναυτικόν μας ὅλοι οἱ κομμουνισταὶ οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν νὰ μεταδώσουν τὸν κομμουνισμὸν καὶ εἰς τὸ Πολεμικὸν Ναυτικὸν καὶ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ κατάντημα ποὺ φθάσαμε εἰς τὴν Μέσην Ἀνατολὴν μέχρι τοῦ σημείου ὥστε ὁ ἴδιος ὁ Τσῶρτσιλ νὰ διατάξῃ τὴν βύθισιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στόλου.
§117Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν ὑπῆρξε ποτὲ πρόθεσις μειώσεως τῶν Κυβερνήσεων τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἡ ἀνάγκη, ἡ ἔλλειψις τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν μᾶς ἠνάγκασε εἰς τὴν ἀρχὴν νὰ εἴμεθα ἐπιφυλακτικοί. Κατόπιν ἡ Κυβέρνησις Βούλγαρη νομίζω ὅτι ἤλλαξε τὸν δρόμον αὐτὸν διότι ἐν τῷ μεταξὺ ἔλαβε γνῶσιν τῶν νομοθετημάτων καὶ ἐθέσπισε τὸν τρόπον ....... (δὲν ἠκούσθη).
§118Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ θὰ ἔλεγα ὅτι καθῆκον σας θὰ ἦτο νὰ εἶστε καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν ἐπιφυλακτικοὶ διότι καὶ σεῖς δὲν εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ νομοθετῆτε, εὐρέως μάλιστα.
§119Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχει ἀκόμη μία περίπτωσις ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐπιθυμῶ νὰ συστήσω καὶ ἐγώ, ὅπως καὶ οἱ προλαλήσαντες, τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Εἶναι ἡ περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ποιούμενον χρῆσιν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως τὴν ὁποίαν παρεῖχεν ἡ Συντακτικὴ πρᾶξις ὑπ’ ἀριθ. 58 δὲν ἐπελήφθη ἁπλῶς τοῦ ἔργου τῆς ἐπικυρώσεως ἢ τῆς ἀκυρώσεως τῶν νομοθετημάτων τῆς περιόδου τῆς κατοχῆς ἀλλὰ ἐπεξετάθη καὶ εἰς τὴν συμπλήρωσιν ἢ τὴν τροποποίησιν. Τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ θεωρηθῇ ἰσχῦον καὶ νομίζω ὅτι θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ ὑπάρξῃ διάταξις διὰ τῆς ὁποίας ἰσχύει μὲν ἐνδεχομένως ἡ ἐπικύρωσις ἢ ἡ ἀκύρωσις, ἀλλὰ πάντως ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει δύναται νὰ ἰσχύῃ ἡ τροποποίησις ἢ ἡ συμπλήρωσις βάσει καὶ μόνον ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§120Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ εἶπεν ὅτι θὰ κάμῃ ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν.
§121Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν τερματισμὸν τοῦ προβλήματος τὸ ὁποῖον γεννᾷ ἡ ὕπαρξις τῶν κατοχικῶν νόμων, νομίζω πράγματι καὶ ἐγὼ ὅτι εἶναι δυσχερὲς νὰ ἐπαφεθῶμεν εἰς τὰ καθέκαστα Ὑπουργεῖα νὰ εἰσαγάγουν νόμους, οἱ ὁποῖοι θὰ κυρώσουν ἢ θ’ ἀκυρώσουν τὰ διάφορα νομοθετήματα τῆς περιόδου τῆς κατοχῆς. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης τοῦ Καΐρου εἶχε συσταθῆ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ διὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν νόμων τῆς περιόδου τῆς κατοχῆς. Καὶ ἐγένετο εὐθὺς ἀμέσως ἀντιληπτὸν ὅτι, καὶ μὲ ἐλαχίστην εὐσυνειδησίαν καὶ προσοχὴν ἐὰν ἐγίνετο ἡ ἐξέτασις τοῦ ὀγκώδους νομοθετικοῦ ὁρμαθοῦ τῆς περιόδου ἐκείνης, εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον χωρὶς νὰ ὑπάρξουν πολυμελεῖς ἐπιτροπαί, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐξετάσουν τοὺς νόμους αὐτοὺς εἶναι, λέγω, ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ καταλήξωμεν εἰς ὁριστικὰ συμπεράσματα. Νομίζω ὅτι εἶναι σκόπιμον νὰ συστήσωμεν εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν σύστασιν, διὰ ψηφίσματος, εἰδικῶν ἐπιτροπῶν παρ’ ἑκάστῳ Ὑπουργείῳ αἱ ὁποῖαι πράγματι νὰ ἀναλάβουν τὴν ἐξέτασιν τῶν νόμων καὶ ἑκάστη ἐκ τῶν ἐπιτροπῶν νὰ εἰσαγάγῃ ψήφισμα ἢ σχέδιον νόμου τὸ ὁποῖον νὰ ἀπαγγέλλῃ τὴν ἐπικύρωσιν ἢ τὴν ἀκύρωσιν τῶν νομοθετημάτων τῆς περιόδου τῆς κατοχῆς καὶ τὸ ὁποῖον ψήφισμα ἢ σχέδιον νόμου νὰ ψηφισθῇ καθ’ ὃν τρόπον ψηφίζονται καὶ οἱ κώδικες. Διότι ἡ ἁπλῆ ἀπαρίθμησις τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν θὰ καταλάβῃ πολλάς, πάρα πολλὰς σελίδας καὶ δὲν εἶναι σοβαρὸν νὰ ἐπαφεθῶμεν εἴτε εἰς τὰς ὑπηρεσίας εἴτε εἰς ἕνα ἕκαστον Ὑπουργεῖον εἴτε εἰς μίαν 30μελῆ ἑνιαίαν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν νὰ ἐπιτελέσῃ ἕνα τοιοῦτον ἔργον τὸ ὁποῖον διὰ λόγους σκοπιμότητος ἐπιβάλλεται νὰ λήξῃ τὸ ταχύτερον.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μαῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§123Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ἐξετέθησαν γνῶμαι χρήσιμοι. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι αἱ περισσότεραι ἦσαν ἐκτὸς τοῦ θέματος. Ἡ Κυβέρνησις εὗρε τὴν 31ην Μαρτίου ἕνα νομοθετικὸν καθεστὼς ἀφορῶν τὰ νομοθετήματα τῶν Κυβερνήσεων τῆς Κατοχῆς καὶ ἐζήτησε μίαν παράτασιν προθεσμίας διὰ τὴν περαιτέρω ἰσχὺν τοῦ νομοθετικοῦ αὐτοῦ καθεστῶτος. Ἀντ’ αὐτοῦ ἐφέραμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁλόκληρον τὸ πρόβλημα τῆς ἰσχύος τῶν νομοθετημάτων τῆς ἐχθρικῆς κατοχῆς. Αὐτὸ δὲν ἦτο τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως. Ἦτο ὅτι τὸ καθεστὼς τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε τὴν 31ην Μαρτίου παρατείνεται μέχρι τέλους Νοεμβρίου. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε προφανῶς ὑπ’ ὄψιν της νὰ φέρῃ τὸ ὅλον ζήτημα ὅταν θὰ ἔλθῃ πρὸς κύρωσιν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 58 Συντακτικὴ Πρᾶξις.
§124Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κατὰ κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον ὅταν εἰσάγωνται τοιαῦτα νομοθετήματα συζητοῦνται ἐν τῷ συνόλῳ των.
§125Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κατὰ γενικὴν ἀρχὴν τοῦ διεθνοῦς δικαίου τὰ νομοθετήματα τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν ὑπὸ Κυβερνήσεων κατοχῆς παύουν νὰ ἔχουν οἱανδήποτε ἰσχὺν εὐθὺς ὡς ἀποχωρήσουν τὰ ἐχθρικὰ στρατεύματα. Ἐπειδὴ ἐν Ἑλλάδι ἡ κατοχὴ παρετάθη πολλὰ χρόνια δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τηρηθῇ ἡ ἀρχὴ αὐτὴ τοῦ διεθνοῦς δικαίου. Καὶ ἡ πρώτη Κυβέρνησις μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν διετήρησε τὴν ἀρχὴν τοῦ διεθνοῦς δικαίου ὅτι τὰ νομοθετήματα εἶναι κατ’ ἀρχὴν ἄκυρα.
§126Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὑπάρχει διεθνὲς δίκαιον;
§127Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Βεβαίως ὑπάρχει.
§128ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Γερμανικὴ κατοχὴ νὰ διώκησεν καλῶς τὸν τόπον;
§129Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κακῶς καὶ παρὰ τοὺς κανόνας ἡ ὑπ’ ἀριθ. 58 Συντακτικὴ Πρᾶξις διετήρησε τὴν ἀρχὴν τοῦ διεθνοῦς δικαίου ὅτι τὰ νομοθετήματα αὐτὰ εἶναι ἄκυρα. Ἐν ἀρχῇ παρεσχέθη μία προθεσμία ἐντὸς τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις θὰ εἶχε τὴν εὐκαιρίαν νὰ τὰ κυρώσῃ ἢ νὰ τὰ ἀκυρώσῃ. Αὐτῆς τῆς προθεσμίας παρελθούσης, τὰ νομοθετήματα αὐτὰ ἀπέβαλον αὐτοδικαίως τὴν ἰσχύν. Συνεπῶς, ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Θεμιστοκλῆν Τσάτσον, τὸ τεκμήριον δὲν εἶναι κατὰ τὸν νόμον ὑπὲρ τῆς ἀκυρώσεως. Τὴν 1ην Ἰανουαρίου τοῦ 1947 ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχουν κυρωθῆ ἢ ἀκυρωθῆ οἱ νόμοι τῆς κατοχῆς παύουν αὐτοδικαίως νὰ ἔχουν ἰσχύν. Ἡ Κυβέρνησις τί οὐσιαστικὸν προσέθεσεν εἰς τὸ σχέδιον ποὺ ὑπέβαλε εἰς τὴν Βουλήν; Λέγει ὅτι αἱ γενόμεναι μέχρι τοῦδε ἀκυρώσεις κυροῦνται. Νομίζω ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀπολύτως ὀρθόν. Διότι τὸ τεκμήριον τοῦ διεθνοῦς δικαίου μάχεται ὑπὲρ τῆς ἀκυρώσεως. Κατ’ ἀρχὴν εἶναι ὅλα ἄκυρα ἐκτὸς ἐὰν τὰ κυρώσωμεν. Συνεπῶς δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ ὅτι αἱ γενόμεναι ἀκυρώσεις ἀκυροῦνται. Συνεπῶς ὅταν ἠκυρώθη, καλῶς ἠκυρώθη. Ἀλλ’ ὅ,τι ἠκύρωσεν ἐπιφυλασσόμεθα νὰ εἴπωμεν ἐὰν ὀρθῶς ἐγένετο ἢ ὄχι. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα ποὺ ἔθιξεν ὁ κ. Τσάτσος, ἐὰν τὸ ψήφισμα αὐτὸ λύει τὸ ζήτημα τῆς σχέσεως μεταξὺ τῶν διαφόρων νομοθετημάτων τῆς περιόδου τῆς κατοχῆς, δηλαδὴ τῶν νομοθετημάτων τὰ ὁποῖα ἔχουν Συντακτικὸν περιεχόμενον ἔναντι ἄλλων ποὺ δὲν ἔχουν, τοιαύτη πρόθεσις δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ νομοθέτημα. Ἐὰν οἱ νόμοι τῆς περιόδου τῆς κατοχῆς ἔχουν ἐπηυξημένην δύναμιν ἔναντι ἄλλων νόμων καὶ τὴν διατηροῦν ἀκόμη καὶ μέχρι τῆς 31ης Μαρτίου. Ἑπομένως τὸ ψήφισμα πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸν ὡς ἔχει παρατεινομένης ἁπλῶς τῆς προθεσμίας καὶ νὰ παρακληθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ πρὸς κύρωσιν τὴν 58 Συντακτικὴν Πρᾶξιν, ὁπότε θὰ ἔχωμεν τὴν εὐκαιρίαν νὰ εὐρύνωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ προβλήματος τῆς κυρώσεως.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Μαντούβαλος ἔχει τὸν λόγον.
§131Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, μετὰ τὴν 20 Ἀπριλίου 1941 ἐδημιουργήθησαν δύο καταστάσεις εἰς τὴν Πατρίδα μας, μίαν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἄλλην εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Κάθε κατάστασις τόσον ἐντὸς τῆς Πατρίδος μας ὅσον καὶ ἐκτὸς ἤθελε μίαν Νομοθετικὴν ἐργασίαν διὰ νὰ ρυθμίσῃ τὰ ζητήματα ἐκεῖνα ποὺ ἐχρειάζετο. Ἐδῶ εἶχεν ἔδαφος καὶ Λαόν, ἀλλὰ δὲν εἶχε δικαιοδοσίαν καὶ ἐξουσίαν, διότι ἦτο ὁ κατακτητής, ἐκεῖ δὲν εἶχεν οὔτε ἔδαφος καὶ μόνον ἓν ἐλάχιστον ποσοστὸν Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦτο τὸ ποσοστὸν τοῦ Λαοῦ ἔπρεπε νὰ δημιουργηθοῦν νομικαὶ σχέσεις.
§132Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχεν ἔδαφος τὰ καταστρώματα τῶν πολεμικῶν καὶ ἐμπορικῶν πλοίων μας.
§133Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Τὸ ξεύρω, κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος, δι’ αὐτὸ εἶπον ὅτι εἶχεν ἐλάχιστον ποσοστὸν Λαοῦ, καὶ εἶχε καὶ ὁλόκληρον τὸν ἐμπορικὸν στόλον.
§134Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸν πολεμικὸν στόλον.
§135Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Πῆρε ἐπίσης καὶ ἕνα μέρος τοῦ μαχίμου στρατοῦ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ τὸ παρουσιάσῃ ὡς συνέχειαν τῶν ἀγώνων τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ.
§136Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίσης, κ. συνάδελφε, καὶ πᾶν τμῆμα γῆς ἢ ἐρήμου ὅπου ἐχύθη Ἑλληνικὸν αἷμα ἦτο συμβολικῶς Ἑλληνικὴ Γῆ.
§137Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Τὸ γνωρίζω, κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος, διότι ἤμουν ἐπάνω καὶ παρηκολούθησα ὅλην τὴν ἱστορίαν τῆς Πατρίδος μας. Καὶ σᾶς λέγω ὅτι ἀπὸ τὴν ἑσπέραν τῆς 20 Ἀπριλίου 1941, τὴν 6ην ὥραν ὅπου οἱ Στρατηγοὶ εἰς τὰ Γιάννενα ὑπέγραφαν μὲ τὸν ἐκπρόσωπον τοῦ Χίτλερ τὴν συμφωνίαν τῆς ἀνακωχῆς τῆς ὁποίας ἔχω ἀντίγραφον....
§138Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι εἰς τὰ Γιάννενα, ἀλλὰ εἰς τὴν Καλαμπάκα.
§139Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Ὄχι, εἰς τὰ Γιάννενα. Τὸ ἀντίγραφον λοιπὸν λέγει ὅτι μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ Ἰταλικοῦ Στρατοῦ θὰ παρενεβάλοντο τμήματα Γερμανικοῦ Στρατοῦ, διὰ νὰ μὴ ἔλθουν εἰς προστριβὰς οἱ δύο Στρατοί. Καὶ ἔτσι ἀπὸ τὴν 6ην ὥραν τῆς 20 Ἀπριλίου 1941 αἱ ἐπιχειρήσεις ἔπαυον. Λοιπόν, κύριοι βουλευταί, ἐδημιουργήθησαν χιλιάδες νόμων ἀναγκαστικῶν καὶ Συντακτικῶν Πράξεων. Καταλαβαίνετε ὅλοι ὅτι οἱ νόμοι αὐτοὶ θέλουν μελέτην καὶ θέλουν μελέτην διὰ νὰ μὴ περιπλακῇ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς καὶ οἱ Νομικοὶ τῆς Ἑλλάδος εἰς ἕνα κυκεῶνα ἀπέραντον. Διότι χιλιάδες νόμων ὅπως εἶναι, 5 ἢ 6 χιλιάδες Ἀναγκαστικοὶ Νόμοι καὶ Συντακτικαὶ Πράξεις δὲν θὰ ἔχουν τελειωμὸν ποτέ. Ὑπάρχουν ἀπὸ τοὺς νόμους τῶν ἐδῶ Κυβερνήσεων νόμοι οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἀναγκαστικοὶ λόγῳ τῆς καταστάσεως, διότι ἔδιδον ὡρισμένας εὐκολίας εἰς ἄτομα καὶ ὀργανώσεις γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ ἐπιβιώσουν καὶ ἔκαμαν καὶ διορισμοὺς πολλούς, τόσους πολλοὺς ποὺ νὰ μπορέσουν νὰ ζήσουν περισσότεροι ἀφοῦ εἶχον ὑπ’ ὄψει ὅτι τὸ χαρτονόμισμα ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ἐλάμβανε διαφορετικὴν νομισματικὴν ἀξίαν. Σήμερον εἶχεν πεντακόσιες χιλιάδες καὶ αὔριον ἔφθανε τὸ ἑκατομμύριον καὶ τὸ δισεκατομμύριον. Καὶ ἀφοῦ εἶχον ἔτσι τὰ πράγματα, προετίμησαν αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι νὰ δώσουν μίαν εὐκαιρίαν καὶ νὰ κάμουν ὡρισμένους νόμους ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν καὶ ἐπιτήρησιν τῶν κατακτητῶν, οἱ ὁποῖοι πολλάκις τοὺς ἠμπόδιζον. Ἔχομεν ὑπ’ ὄψει μας ὡρισμένον νόμον ὁ ὁποῖος ἐγένετο διὰ νὰ διευκολύνῃ τὴν σύνταξιν καὶ τὰς ἀποδοχὰς ὡρισμένων Στρατιωτικῶν καὶ ὑπαλλήλων ποὺ πῆγαν ἔξω. Ἐὰν ἦσαν ὑπάλληλοι ἢ ἀξιωματικοὶ οἱ ὁποῖοι πήγαιναν εἰς τὴν Μέσην Ἀνατολὴν τοῦ ἀφαιροῦσαν τὸν μισθὸν διὰ νὰ παρέχεται εἰς τὰς οἰκογενείας των. Ἔγινε εἰδικὴ διάταξις διὰ τὸ ζήτημα αὐτό, ἔγινε δὲ καὶ νόμος ἐκεῖ εἰς τὴν Αἴγυπτον. Κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου διὰ νὰ μὴ χρονοτριβοῦμε, εἶναι ἡ καλυτέρα μέθοδος τοὺς νόμους αὐτοὺς νὰ τοὺς χωρίσουμε σὲ νόμους ποὺ προβλέπουν διὰ τὸ σύνολον καὶ ρυθμίζουν γενικὰ ζητήματα καὶ σὲ νόμους ἀτομικούς, διότι νόμοι ἀτομικοὶ Συντακτικοῦ περιεχομένου καὶ ἀναγκαστικοῦ περιεχομένου ὑπάρχουν πολλοί. Νὰ καταμερισθοῦν λοιπὸν αὐτοὶ καὶ οἱ μὲν ἀφορῶντες γενικὰ πράγματα νὰ ὑπάγωνται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ κάθε ἑνὸς Ὑπουργείου καὶ νὰ σχηματισθῇ μία ἐπιτροπὴ ἀπὸ Νομικοὺς τοῦ Ὑπουργείου καὶ νὰ ρυθμίσῃ μὲ ὡρισμένους νόμους ὅλο αὐτὸ τὸ περιεχόμενον τῶν παλαιῶν πολλῶν νόμων τοῦ Ὑπουργείου. Προβλέπω ὅτι εἰς κάθε Ὑπουργεῖον θὰ ὑπάρχουν 300 ἢ καὶ 500 Ἀναγκαστικοὶ Νόμοι, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν τοὺς προσωπικούς. Διὰ τοὺς προσωπικοὺς νόμους νὰ ληφθῇ ἄλλη πρόνοια. Ὅσοι μὲν εἶναι δίκαιοι καὶ δημιουργοῦν καταστάσεις πολεμικῶν πραγμάτων, ἐκεῖνοι νὰ παραμείνουν, ὅσοι δημιουργοῦν καταστάσεις χαριστικῶν πραγμάτων ἐκεῖνοι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι πρέπει τελείως νὰ ἀφαιρεθοῦν. Ὑπάρχει ἕνας νόμος μέσα εἰς ὅλους αὐτούς, ὁ 994 τοῦ 1943, ὁ ὁποῖος ἐδημιουργήθη ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ράλλη. Ἀφορᾷ τοὺς παθόντας ἀξιωματικοὺς τῆς πολεμικῆς καταστάσεως, πολεμικῆς διαθεσιμότητος καὶ ἀποστρατείας. Καὶ ὁ νόμος αὐτὸς παραμένει μὲν ἐν ἰσχύϊ διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ὑπουργείου Στρατιωτικῶν, ἐνῷ διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῶν δύο ἄλλων Ὑπουργείων κατηργήθη. Ὁ νόμος αὐτὸς ἀφορᾷ καὶ διὰ τὰ δύο Ὑπουργεῖα, Ἀεροπορίας καὶ Ναυτικῶν, 40 μόνον ἀξιωματικούς, εἶναι δὲ ἄδικον διότι οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ σύμφωνα μὲ τὸν παλαιὸν νόμον 4506, οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ ἐντὸς ὡρισμένης χρονικῆς περιόδου παρηκολούθουν τὴν σειρὰν τῶν ὁμοιοβάθμων των καὶ προήγοντο χωρὶς νὰ καταλαμβάνουν ὀργανικὰς θέσεις. Οἱ περισσότεροι ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν εἶχον νὰ προαχθοῦν ἀπὸ τοῦ 1926 καὶ ἐκεῖθεν. Οὗτοι προαγόμενοι δὲν πρόκειται νὰ καταλάβουν ὀργανικὰς θέσεις τῶν συναδέλφων των. Τὸν μισθὸν τὸν πέρνουν, διότι μετὰ 8ετίαν πέρνει κανεὶς τὸν μισθὸν τοῦ ἀνωτέρου βαθμοῦ, ἑπομένως δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβαρυνθῇ περισσότερον καὶ ὁ Προϋπολογισμός, ἀλλ’ ἐπρόκειτο μόνον περὶ μιᾶς ἠθικῆς ἱκανοποιήσεως τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν ἐκ τῶν ὁποίων ἄλλοι ἦσαν τραυματίαι καὶ ἄλλοι ἔπαθον φυματίωσιν καὶ προσέφερον ἐξαιρετικὰς εἰς τὴν Πατρίδα ὑπηρεσίας. Λοιπὸν οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ τῶν 2 Ὑπουργείων, Ναυτικῶν καὶ Ἀεροπορίας, εὑρίσκονται ἐν δικαίῳ, διότι εὑρίσκονται εἰς μειονεκτικὴν θέσιν ἀπέναντι τῶν συναδέλφων των τῆς Ξηρᾶς καὶ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν καὶ ἠθικὸν περιεχόμενον, τὰ Νομοθετήματα αὐτὰ δὲν πρέπει νὰ καταργηθοῦν, διότι εἴτε εἰς ἐπιτροπὴν ὑποβληθοῦν ἀπὸ ὑπαλλήλους νομικοὺς τῶν Ὑπουργείων, εἴτε εἰς Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, εἴτε ὁπουδήποτε ἀποφασίσῃ τὸ Σῶμα ἢ ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, θὰ πρέπει ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ ὁπωσδήποτε σχηματιζομένη, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ δίκαιον αὐτὸ αἴτημα τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι προσέφερον τὸ πᾶν εἰς τὴν Πατρίδα καὶ βλέπουν ὅτι ἐνῷ ἦλθε μία κατάστασις καὶ τοὺς ἱκανοποίησεν, ἦλθεν ἡ Κυβέρνησις Πλαστήρα καὶ τοὺς ἦρε τὴν ἱκανοποίησιν αὐτὴν τὴν ἠθικήν.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μιχαλακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§141Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι τὰ νομοθετήματα αὐτὰ ὑπὸ οἱονδήποτε τύπον καὶ ἂν χαρακτηρισθοῦν, εἴτε ὡς νομοθετήματα τῆς Κυβερνήσεως Κατοχῆς, εἴτε ὡς νομοθετήματα Κυβερνήσεων DE FACTO, χρήζουν μιᾶς ταχείας ρυθμίσεως διὰ νὰ μὴ ἐπαναλαμβάνεται, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔγινε τότε ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Παγκάλου. Εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν μετέσχον, τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης, διετύπωσα τὴν γνώμην ὅτι νομίζω τὴν προθεσμίαν, πρὸς ἐπικύρωσιν ἢ ἀκύρωσιν τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν, μικράν. Ἐπιπροσθέτως, εὗρον ὅτι ἡ διάταξις περὶ ἀκυρώσεως τοιούτων νομοθετημάτων ἢ περὶ κυρώσεως αὐτῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶναι ἄστοχος, διότι ὑποκατεστάθη τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ὑποτεθῇ δηλαδὴ ὅτι διὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐκυρώθη μία διάταξις, ἡ ὁποία ἦτο σύμφωνος μὲ τὴν συμφωνίαν τῆς Χάγης, ἡ διάταξις αὐτὴ βέβαια κυροῦται, διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς. Ἐνῷ ἂν δὲν ἀφαιρεθῇ τὸ δικαίωμα ἀπὸ τὴν Βουλὴν διὰ νὰ κρίνῃ καὶ αὐτὰς τὰς διατάξεις, εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ Βουλὴ νὰ ἀνεύρῃ ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ κῦρος. Δι’ ὅλους τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ προηγουμένως ὁμιλήσαντες ἀνέπτυξαν, ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη τὸ ταχύτερον νὰ ρυθμισθῇ τὸ ζήτημα καὶ πρὸς τοῦτο ἐγὼ τοὐλάχιστον προτείνω τὸ ἑξῆς: Εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 2, κατὰ τὴν ὁποίαν «ἡ ἀκύρωσις ......... (ἀναγινώσκει) ...... ......», νὰ προστεθῇ, ἀφαιρουμένης τῆς 2ας παραγράφου, ὅτι «πρὸς τοῦτο παραπέμπονται ἀπὸ τοῦδε τὰ νομοθετήματα ταῦτα εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐπιτροπὰς ἑκάστου Ὑπουργείου» τὰς ὁποίας θεωρῶ καὶ ἁρμοδιωτέρας λόγῳ καὶ τῆς συγκροτήσεως αὐτῶν, ὅπως, ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ αὐτοῦ διαστήματος, ὑποβάλλουν τὴν γνώμην των περὶ τῆς κυρώσεως ἢ ἀκυρώσεως. Θεωρῶ ὄχι μόνον ἄσκοπον τὴν συγκρότησιν ἑνιαίας ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ καὶ ἄνευ ἀποτελέσματος καὶ μὴ δυναμένην νὰ ἀποδώσῃ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπέδιδον αἱ ἐπιτροπαὶ ἑκάστου Ὑπουργείου. Αὐτὰ εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου νὰ ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Λαδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§143Χ. ΛΑΔΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ μὴ προκαλέσῃ σοβαρὰν συζήτησιν διότι εἶναι ἀκριβὲς ὅτι τὸ διακρίνει ἡ κατὰ συνέχειαν ὑπὸ πολλῶν Κυβερνήσεων προχειρολόγος ἐξέτασις τῶν νομοθετημάτων τῶν Κυβερνήσεων Κατοχῆς, ἐδημιουργήθη συζήτησις ἡ ὁποία ἔφερε ἐνώπιόν σας ὅλα τὰ ζητήματα, ἀπὸ τοῦ ἂν αἱ Κυβερνήσεις τοῦ ἐξωτερικοῦ δὲν εἶχον χώραν, πρᾶγμα διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ διαμαρτυρηθῶμεν, διότι DE JURE οὐδέποτε ἀπωλέσθη ἡ χώρα, ἡ Ἑλληνική, ἀπὸ τὰς Κυβερνήσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι νομίμως τὴν ἐξεπροσώπουν. DE JURE εἶχον χώραν, αὐτὴν τὴν χώραν, τὴν Ἑλληνικήν, αἱ Κυβερνήσεις τοῦ ἐξωτερικοῦ. Καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγεται ἐδῶ, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις τοῦ ἐξωτερικοῦ, αἱ ὁποῖαι τόσας ὑπηρεσίας ἔχουν προσφέρει, ὅτι ἐστεροῦντο χώρας.
§144Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν εἶχον χώραν, ἂς μὴ αἰσθηματολογῶμεν.
§145Χ. ΛΑΔΑΣ. Αὐταὶ αἱ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἐδῶ οὔτε χώραν εἶχον, οὔτε Ἑλλάδα, ἦσαν ἁπλᾶ ὄργανα τῶν διαφόρων κατακτητῶν, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἐδιώρισαν καὶ τὰς διαταγὰς τῶν ὁποίων ἐξετέλουν. Ἀλλὰ ἐκτὸς αὐτοῦ ἐζητήθη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἐζητήθη νὰ συζητηθοῦν ὅλα τὰ ζητήματα, μέχρι καὶ τῶν συντάξεων, τὰς ὁποίας ὁ ἀγαπητὸς φίλος κ. Μαντούβαλος, εὗρε τὴν εὐκαιρίαν ἐντέχνως νὰ παρεμβάλῃ.
§146Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Δὲν εἶναι συντάξεις.
§147Χ. ΛΑΔΑΣ. Κατορθώσατε νὰ ἐκθέσετε ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ γενικοῦ αὐτοῦ σκοποῦ, νὰ ἀναπτύξετε τὸ ζητηματάκι σας ὡραιότατα, ἀλλὰ τὸ νομοθέτημα αὐτὸ εἶναι νομοθέτημα ἐντελῶς πρόχειρον, διότι δὲν κάνει τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ παρατείνῃ μίαν προθεσμίαν, ἡ ὁποία μάλιστα ἔχει ἐκπνεύσει καὶ τὴν ὁποίαν προσπαθοῦμεν νὰ τὴν ἀναστήσωμεν.
§148Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Διαμαρτύρομαι διότι ζητηματάκι δὲν εἶπον ἐγώ. Ὁμιλῶ πάντοτε μὲ πολλὴν προσοχήν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγεται ζητηματάκι, ἀφορᾶ 500 ἀξιωματικούς, ἐκ τῶν ὁποίων ἄλλοι ἔδωσαν τὰ μέλη των καὶ ἄλλοι ἔχουν μέσα εἰς τὸ στῆθος των τὸ βακτηρίδιον τοῦ KOCH.
§149Χ. ΛΑΔΑΣ. Μόνο ποὺ δὲν ἀφορᾷ τὸν νόμον αὐτὸν καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς εἶπα ὅτι ὡραῖα κατορθώσατε νὰ φέρετε τὸ ζήτημα αὐτὸ εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλοῦν. Ἔχει παρέλθει ἡ προθεσμία τῆς 58 Συντακτικῆς Πράξεως, κάνομεν μίαν ἀνάστασιν καὶ τῆς δίδομεν μίαν νέαν παράτασιν. Τὸ φυσικώτερον θὰ ἦτο νὰ εἶχε 2 ἄρθρα ἁπλῶς τὸ νομοσχέδιον. Πρῶτον, παρατείνεται ἐπὶ 2 ἢ 3 μῆνας ἡ προθεσμία τῆς 58 Σ. Πράξεως, δεύτερον, εἰδικὸν ψήφισμα τῆς Βουλῆς θὰ καθορίσῃ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐκκαθαρισθοῦν οἱ νόμοι αὐτοί. Τώρα διατὶ νὰ ἀπασχολούμεθα. Τὸ ζήτημα αὐτὸ μερικοὶ παλαιότεροι βουλευταὶ τὸ ἔχομεν ζήσει. Ἔχομεν αὐτὰ τὰ νομοθετήματα τὰ ὁποῖα ἐγένοντο ἐπὶ Κυβερνήσεων Ἑλληνικῶν, αἱ ὁποῖαι ἦσαν Κυβερνήσεις DE FACTO, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ νομικὴ μορφὴ τῶν Κυβερνήσεων τῆς Κατοχῆς. Ἄλλοτε ἡ ἀνάλογος ἀλλὰ μικροτέρα περίπτωσις, ἦτο ἡ περίπτωσις, τῆς Κυβερνήσεως ἢ μᾶλλον τῶν Κυβερνήσεων Παγκάλου, διότι αἱ Κυβερνήσεις αὐταὶ εἶχον διαφόρους μορφάς, εἴτε μορφὴν Κυβερνήσεως Παγκάλου κατ’ ἐξουσιοδότησιν, εἴτε μορφὴν Κυβερνήσεως Παγκάλου συνεπείᾳ τῆς ἐπαναστατικῆς μορφῆς, Κυβέρνησιν Παγκάλου ψηφισθέντος Προέδρου τῆς Δημοκρατίας. Ὅλον αὐτὸ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἦτο ζήτημα πολλῶν ἐτῶν....
§150Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν τὸ λύσατε.
§151Χ. ΛΑΔΑΣ. Τὸ ἐζήσαμεν ὅλοι.
§152Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Ζητηματάκι δὲν εἶναι αὐτό;
§153Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἀρχίζομεν νὰ μὴν ἔχωμεν συναίσθησιν τῶν πραγμάτων. Τὸ ζήσαμε λοιπὸν τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ τὸ λύσαμεν κατὰ ἕνα τρόπον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἁπλοῦς, ἀλλὰ δὲν ἐφθάσαμεν εἰς τὸ τέρμα. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὰ νομοθετήματα αὐτὰ νὰ περάσουν ἀπὸ οἱανδήποτε ἐπιτροπὴν ὑπαλλήλων, οὔτε ἀπὸ πολλὰς ἐπιτροπὰς κοινοβουλευτικὰς καὶ νὰ ἔλθουν ἐδῶ κατόπιν εἰς τὴν Βουλήν, νὰ γίνῃ δημοσία συζήτησις καὶ νὰ λάβουν τὸν λόγον 100 βουλευταὶ διὰ νὰ λύσουν ὅλα τὰ ζητήματα. Δὲν μποροῦν νὰ λυθοῦν ἀπὸ ἐπιτροπὰς ὑπαλλήλων, διότι διὰ νὰ μὴ κρυβόμεθα πίσω ἀπὸ τὸ δάκτυλό μας, τὰ πλεῖστα νομοθετήματα αὐτὰ τῆς κατοχῆς, ἦσαν νομοθετήματα ἐφευρισκόμενα ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους. Καθ’ ἣν στιγμήν, ἐσφάζετο ἡ Ἑλλάς, καὶ ἐπείνα ἡ Ἑλλάς, δημιουργοῦντο Ὀργανισμοὶ Ὑπουργείων καὶ Ὀργανισμοὶ Ὑπουργείων ἐσήμαινε προαγωγάς. Εἰς αὐτοὺς λοιπὸν θὰ ἀναθέσωμεν σήμερον, κύριοι, νὰ καθαρίσουν τὰ νομοθετήματα αὐτὰ τῆς Κατοχῆς; Κατὰ κανένα τρόπον. Νὰ τὰ ἀναθέσωμεν εἰς ἐπιτροπὰς κοινοβουλευτικάς, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πατρῶν, αὐτὸ θὰ ἦτο μία ὀρθόδοξος διαδικασία, ἀλλ’ αὐτὸ σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ σταματήσῃ ἡ ἐνέργεια τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐπιτροπῶν. Ὅταν δι’ ἓν νομοσχέδιον οἰκονομικόν, τὴν φορολογίαν π. χ. τοῦ οἴνου, ἀγωνιζόμεθα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ 4 συνεδριάσεις νὰ τὸ ψηφίσωμεν, καταλαμβάνετε τί θὰ γίνῃ μὲ αὐτὴν τὴν σωρείαν, τὴν συγκομιδὴν τῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων, Συντακτικῶν Πράξεων, Ἀναγκαστικῶν Νόμων κλπ. καὶ κατόπιν νὰ τὰ ἐπαναφέρωμεν εἰς τὴν Βουλήν, ὡς ἐὰν αὐτὴ ἡ Βουλὴ ἔστω καὶ Δʹ Ἀναθεωρητικὴ ἐπρόκειτο νὰ ἔχῃ ἰσοβιότητα, διότι μόνον ἐὰν εἰς τὸ Σύνταγμα ψηφισθῇ ἰσοβιότης τῆς Βουλῆς αὐτῆς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐλπὶς ὅτι θὰ ψηφισθοῦν αὐτὰ τὰ νομοθετήματα.
§154Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Ἐρωτῶ τὸν κύριον συνάδελφον, μολονότι ἐγὼ δὲν ἔκανα οὔτε Ὑπουργός, οὔτε Ὑφυπουργός, ἔπιασε μόνος του νὰ συντάξῃ Νομοθετήματα; Τὰ συντάσσουν οἱ ὑπάλληλοι, ὄχι ὁ Ὑπουργὸς ἢ Ὑφυπουργός.
§155Χ. ΛΑΔΑΣ. Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οἱ ὑπουργοὶ καὶ ὑφυπουργοὶ τὰ συνέτασσον μόνοι των. Καὶ μάλιστα οἱ βουλευταὶ οἱ ὁποῖοι τὰ συνεζήτουν τὰ ἐδιάβαζαν προηγουμένως. Ποία εἶναι ἡ ἐνδεικνυομένη ὁδὸς διὰ νὰ τελειώσωμεν; Μιὰ κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, μικρὰ μάλιστα, ἡ ὁποία νὰ πάρῃ τὰ νομοθετήματα αὐτὰ καὶ ἐκ συμφώνου μὲ τὸν Ὑπουργὸν νὰ τὰ μελετήσῃ. Καὶ αὐτὸ θέλει ἐργασίαν πολλῶν μηνῶν. Τὸ εὐχάριστον εἶναι ὅτι κανένα ἀπὸ τὰ νομοθετήματα αὐτὰ δὲν ἔμεινε ξεκάρφωτο. Ἔχομεν νομοσχέδια, ποὺ ἔχουν ἀπὸ πίσω τὴν οὐρὰ τοῦ κομήτη, ὑπάρχουν ἄλλα ποὺ τὰ ἐτροποποίησαν καὶ δεύτερα καὶ τρίτα καὶ τέταρτα καὶ φθάνομεν εἰς ἕνα καταστάλλαγμα. Ἂν ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὸ τέλος καὶ πηγαίνομεν πρὸς τὴν ἀρχὴν πολὺ σύντομα θὰ ἐκκαθαρίσωμεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ εἶναι DE LEGE FERENDA. Τὸ σήμερον ἐνδιαφέρον εἶναι ἁπλοῦν: Εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἐν τῷ δικαίῳ ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία προτείνει νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία τὸ εἰσάγει καὶ λέγει: Κύριοι, ἔχομεν Νομοθετήματα τὰ ὁποῖα ρυθμίζουν ἰδιωτικὰς σχέσεις, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησαν δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησαν ὑποχρεώσεις, πῶς θὰ εἴπωμεν ἐπειδὴ ἐπέρασεν ἡ προθεσμία θὰ μείνουν ἐκκρεμῆ; Νὰ δώσωμεν μίαν παράτασιν καὶ θὰ ἰδοῦμε τί θὰ γίνῃ.
§156Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Διατὶ νὰ τάξωμεν προθεσμίαν; Ὅταν τὰ νομοσχέδια αὐτὰ κριθῇ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ καταργηθοῦν, νὰ εἰσηγῆται ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν ἡ κατάργησίς των.
§157Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ εἶχον καμμίαν ἀντίρρησιν. Ἐγὼ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ μοῦ εἴπητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤμην ἕτοιμος νὰ εἴπω, ὅτι θὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ νέον νομοσχέδιον, ἵνα παρατείνῃ τὴν προθεσμίαν καὶ μετὰ δύο μῆνας νὰ ἐπανέλθῃ ἐκ νέου. Ἡ οὐσία εἶναι, ἂν πρέπῃ νὰ περιλάβῃ ἡ διάταξις καὶ τὰ νομοθετήματα τὰ ὁποῖα ἐπέρασαν ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον μεταξὺ ἐκλογῶν καὶ συγκλήσεως Βουλῆς. Καθ’ ἡμέραν ὅμως παίρνομεν ἐφημερίδας τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶναι πάμπολλα τὰ νομοθετήματα αὐτά. Ἐγὼ ἔχω τὴν βεβαιότητα ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀθῶοι οἱ κύριοι Ὑπουργοί, σᾶς βεβαιῶ ὅμως μὲ ὅλην τὴν εἰλικρίνειαν ὅτι ἐξακολουθεῖ νὰ γίνεται αὐτό.
§158Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Εἰς τὰς 30 Μαΐου εἶναι τὸ τελευταῖον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠσχολήθη ἡ Ἐπιτροπή.
§159Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐγὼ ἐρωτῶ ὅλα τὰ νομοθετήματα αὐτὰ ἐστάλησαν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἢ εἶναι ἀκόμη ὑπ’ ὄψιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἰς τὰ πρακτικά του;
§160Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Εἰς τὰ πρακτικὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὰ ὁποῖα ἐκανόνισαν, ἐὰν πρόκειται περὶ κυρώσεως ἢ ἀκυρώσεως τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν.
§161Χ. ΛΑΔΑΣ. Κι’ ἐγὼ ἐὰν ἤμην εἰς τὴν θέσιν σας τὸ ἴδιο θὰ ἔκανα. Δι’ αὐτὸ εἶπον ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀθῶοι οἱ Ὑπουργοί, διότι δὲν μπορεῖτε νὰ παρακολουθῆτε ὅλην αὐτὴν τὴν συγκομιδὴν τῶν νομοθετημάτων. Διατὶ νὰ γίνῃ λοιπὸν αὐτὴ ἡ ἱστορία καὶ νὰ μὴ περιορισθῶμεν νὰ εἴπωμεν ὅτι ὅσα ἠκυρώθησαν καλῶς ἠκυρώθησαν καὶ ν’ ἀρχίσωμεν ἀπὸ ἐδῶ καὶ ἐφεξῆς νὰ ἐξετάζωμεν τί περαιτέρω θὰ ἀκυρώσωμεν.
§162Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἐὰν δὲν θέλετε προθεσμίαν, ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν.
§163Χ. ΛΑΔΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ προθεσμία, αὐτὸ εἶναι βέβαιον. Προθεσμία σημαίνει ὑποχρέωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ σὲ δύο μῆνες νὰ ξαναφέρῃ νέον σχέδιον νόμου διὰ παράτασιν προθεσμίας.
§164Κ. ΜΠΑΚΟΛΛΑΣ. Συνεζητήσαμεν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἀλλὰ ἐὰν δὲν βάλωμεν προθεσμίαν, μὲ τὴν συνήθη ἀναβλητικότητα θὰ περάσῃ ἕνας χρόνος καὶ δὲν θὰ ἔχῃ γίνει τίποτε.
§165Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἡ προθεσμία δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑποχρεώσῃ κανένα ἐὰν ὑπάρξῃ ἀνάγκη νέας παρατάσεως θὰ τὴν ὑποστῆτε.
§166Κ. ΜΠΑΚΟΛΛΑΣ. Ἐπέρασαν δύο χρόνια καὶ δὲν ἔγινε τίποτε.
§167Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐὰν πάρετε τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἴδητε ὅτι δὲν ὑπάρχει Νομοθέτημα τῆς κατοχῆς τὸ ὁποῖον δὲν τροποποιεῖται, ὅπερ σημαίνει ὅτι ἐξετάζονται καὶ ἄλλων μὲν παρατείνεται ἡ κατάργησις, ἄλλων δὲ ἡ τροποποίησις. Διὰ ποῖον λόγον νὰ κοροϊδευόμεθα καὶ νὰ βάζωμεν προθεσμίαν, τὴν ὁποίαν ἐκ τῶν προτέρων γνωρίζομεν, ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ παραβῶμεν. Τώρα μένει ἕνα ἄλλο ζήτημα. «Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος ἄρχεται... ... (ἀναγινώσκει) ....».
§168Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως.
§169Χ. ΛΑΔΑΣ. Σύμφωνοι. Καὶ περαιτέρω «Οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοί...... (ἀναγινώσκει)....». Ἡ προθεσμία θὰ διαγραφῇ ἐντελῶς.
§170Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). «...... (ἀναγινώσκει)......».
§171Χ. ΛΑΔΑΣ. Σύμφωνοι. Μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς διαβάσω; Ἄρθρον 1ον. «Νομοθετήματα .... (ἀναγινώσκει)... ....».
§172Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὄχι μόνον ἐπικυρώσεις καὶ ἀκυρώσεις, ἀλλὰ καὶ τροποποιήσεις.
§173Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Αὐταὶ αἱ ἀκυρώσεις δὲν δύνανται νὰ τροποποιηθοῦν πάλιν διὰ νόμου;
§174Χ. ΛΑΔΑΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ θὰ μᾶς καταργήσῃ, ὡς Βουλήν, ἡ νομοθεσία τῆς κατοχῆς;
§175Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ δέχεται οὐσιαστικῶς, δίδει ὁποιανδήποτε μορφήν· κάμνει νόμον, κάμνει ψήφισμα, κάμνει ὅτιδήποτε. Ἑπομένως, ἱκανοποιεῖσθε καὶ σεῖς.
§176Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ὑπάρχουν τροποποιήσεις διὰ νομοθετήματα καὶ ἀφοροῦν περιουσίαν τοῦ δημοσίου καὶ ἐζήτησα νὰ μὴ θεωρηθοῦν κυρούμεναι αἱ ἀκυρώσεις καὶ νὰ παραπεμφθοῦν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 2.
§177Κ. ΜΠΑΚΟΛΛΑΣ. Τὸ ἄρθρον 1 πρέπει νὰ διαγραφῇ διότι ὑπάρχουν Συντακτικαὶ Πράξεις αἱ ὁποῖαι ἀντίκεινται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, αἱ ὁποῖαι διατάξεις εἶναι ἀνίσχυροι μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν.
§178Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.)..... (δὲν ἀκούεται λέγων κάτι ἀπὸ τῆς θέσεώς του).
§179Κ. ΜΠΑΚΟΛΛΑΣ. Αἱ διατάξεις αὐταὶ εἶναι ἀνίσχυροι μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν καὶ ἐντεῦθεν. Ὅταν ἡμεῖς διὰ τοῦ ψηφίσματος τοὺς δίδομεν ἰσχὺν νόμου, φοβοῦμαι μήπως τοὺς δίδομεν ἐπηυξημένην ἰσχύν.
§180Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἡ ἑρμηνεία τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι ἁπλῆ καὶ καθαρά. Ὅ,τι ἰσχὺν εἶχε τὴν 31 Μαΐου, αὐτὴν τὴν ἰσχὺν ἔχει. Πάντως, εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι τὸ ὑπ’ ἀριθ. 4 ἄρθρον, θὰ ἰσχύῃ ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του.
§181Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Εἴπατε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι θὰ κάμετε ἐπίσημον δήλωσιν ἡ ὁποία θὰ καταχωρηθῇ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά, ὅτι αἱ τροποποιήσεις αὐταὶ αἴρονται.
§182Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν γίνεται διὰ δηλώσεως. Θὰ γίνῃ δι’ εἰδικῆς τροποποιήσεως.
§183Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Τροπολογίαι ἐπενεχθεῖσαι κατὰ τὴν κύρωσιν....
§184Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἀκυροῦντα νομοθέτημα;
§185Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐπικυροῦντα νομοθέτημα.
§186Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Δὲν θίγονται αὐτά.
§187Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Σᾶς λέγω: Ἐπικυροῦντα. Δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ τὸ δεχθῆτε αὐτό. Διότι ὁ κ. Βαμβέτσος εἰπὼν ὅτι εἰς μίαν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διὰ τῆς ὁποίας ἐπεκυρώθη ἓν νομοθετικὸν Διάταγμα τῆς κατοχῆς προσετέθη καὶ μία νέα προσωπικὴ διάταξις, αἱ τροπολογίαι αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὰς ἐπικυρώσεις, πρέπει νὰ θεωρηθοῦν ἄκυροι, τὸ ἐδέχθητε αὐτό. Πρόκειται διὰ τὰς κυρώσεις τὰς ἤδη, γενομένας ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἐκεῖ εἶπον: Κυροῦμεν τὸ τάδε Νομοθετικὸν Διάταγμα καὶ ἀπονέμομεν τὸν βαθμὸν τάδε, αὐτὰς τὰς τροποποιήσεις, δὲν δυνάμεθα νὰ τὰς ψηφίσωμεν. Ἐπίσης, διὰ τὴν διαδικασίαν ποὺ εἴπομεν. Εἴπομεν νὰ διευκολύνωμεν τὸ ἔργον τῆς ἐκκαθαρίσεως. Αὐτὸ εἶναι τὸ σπουδαιότερον.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
§189Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εὑρίσκομαι καὶ ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, εἰς μίαν ἀπορίαν· νὰ ὁμιλήσω δύο λεπτὰ τῆς ὥρας ἢ 2 ὥρας; Τὸ θέμα ἐν τούτοις εἶναι τεράστιον διότι χωρὶς πολλὴν ἐπιστήμην, ἠκούσθησαν φράσεις DE FA-CTO, DE JURE καὶ τὰ παρόμοια. Θὰ ἔπρεπε, νομίζω, νὰ τακτοποιηθῇ ἡ συζήτησις εὐρύτερον διότι, σᾶς παρακαλῶ, διατὶ εἶναι π. χ. DE FACTO μία Κυβέρνησις ἡ ὁποία ὑπήκουσεν εἰς μίαν ἀνωτάτην ἀνάγκην πρὸς διατήρησιν τοῦ Κράτους κατὰ τὸ δυνατόν, πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ὑψίστων συμφερόντων τῆς χώρας κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ κατὰ τοὺς νόμους αὐτῆς, δυνατὴ εἶναι αὐτὴ DE FACTO καὶ δὲν εἶναι DE FACTO ἢ Κυβέρνησις ἡ προκύπτουσα κατόπιν μιᾶς ἐπαναστάσεως ἐπικρατησάσης; Ἡ δευτέρα περίπτωσις εἶναι DE FACTO, ἡ πρώτη δὲν εἶναι DE FACTO. Εἶναι μία κατάστασις ἀνωτέρας βίας ἐπιβαλλούσης ὡρισμένα καθήκοντα πρὸς σωτηρίαν τῆς Πατρίδος, πρὸς σωτηρίαν καὶ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ Κράτους. Ἡ κατάστασις αὐτὴ εἶναι 100% DE JURE; Ὄχι. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐκείνη τὴν ὁποίαν συνήθως ὀνομάζομεν DE FACTO. Καὶ ὅταν τοιουτοτρόπως ἔχουν τὰ πράγματα καὶ ὅταν, κ. βουλευταί, ἔχωμεν διάταξιν νόμου, τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν διώκονται ποινικῶς καὶ τιμωροῦνται καὶ καταδικάζονται Ὑπουργοὶ ὑπακούοντες εἰς νόμον μὴ ἐπιψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς, πῶς θὰ νομοθετήσωμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον μόνον διὰ τὰ νομοθετήματα κατοχῆς οἱουδήποτε ὀνόματος, δηλαδὴ Συντακτικῆς Πράξεως, Ἀναγκαστικοῦ Νόμου, καὶ οὐχὶ καὶ διὰ τὰς τοιαύτας πράξεις, εἴτε Συντακτικὰς εἴτε ἁπλῶς Νομοθετικὰς καὶ τῶν ἄλλων Κυβερνήσεων, μὴ ἐπιψηφισθείσας ὑπὸ τῆς Βουλῆς; Πράξεις δέ, εἰς τὴν πραγματικότητα, πολλάκις καὶ ἄνευ ἐντροπῆς. Διότι ὑπῆρξαν Ὑπουργοί, κατὰ μίαν ἄλλοτε ἀκουσθεῖσαν λέξιν εἰς ἄλλην αἴθουσαν, Ἐθνικῆς ὅμως Ἀντιπροσωπείας, τυχάρπαστοι, φωνάζοντες ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας καὶ ἀπὸ ἑσπέρας μέχρι πρωΐας ὅτι εἶναι φανατικοὶ δημοκρατικοὶ καὶ ἐκδίδοντες ταὐτοχρόνως ἀναριθμήτους Συντακτικὰς Πράξεις! Τὶ εἴδους δημοκρατικὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἄνευ λόγου, ἄνευ ἀνάγκης, ἐκδίδει Συντακτικὰς Πράξεις; Λοιπόν, τί θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ; Κατὰ τὴν κρίσιν μου, κύριοι βουλευταί, τὸ εἶπον καὶ ἄλλοτε καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ τὸ τονίζω, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἀποκαταστήσωμεν εἰς τὴν Πατρίδα μας τὴν νομιμότητα, δυνάμει τῆς ὁποίας καὶ μόνης θὰ σταδιοδρομήσωμεν ἱστορικῶς ἀσφαλῶς ὡς Ἔθνος πεπολιτισμένον, ὡς Ἔθνος παρέχον ὑπηρεσίας εἰς τὸν πολιτισμὸν τῆς ἀνθρωπότητος, ἐὰν θέλωμεν, λέγω, νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὴν νομιμότητα, θὰ νομοθετήσωμεν τοιουτοτρόπως διὰ τὰς Συντακτικὰς Πράξεις καὶ τοὺς Ἀναγκαστικοὺς Νόμους καί, ἐν γένει, τὰ νομοθετήματα ὅλων τῶν Κυβερνήσεων ἀπὸ τῆς 4ης Αὐγούστου 1936 μέχρι σήμερον. Ἐὰν δὲν πράξωμεν τοῦτο, ματαιοπονοῦμεν. Δὲν ὑπῆρχε καμμία ἀνάγκη τούτου τοῦ ψηφίσματος. Ἄς μείνωμεν εἰς τὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη καὶ ἂς προχωρήσωμεν καὶ ὁ Θεός, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, «νὰ βάλῃ τὸ χέρι του». Διότι, σᾶς ἐρωτῶ, ὡς Ἀντιπροσώπους τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ὡς τιμίους ἄνδρας ἀναμφιβόλως, σᾶς ἐρωτῶ: Εἶναι ἀνώμαλα, ἀσυνάρτητα, ἐπιβλαβῆ, ὕποπτα ἐν πολλοῖς μόνον τὰ ἐπὶ κατοχῆς νομοθετήματα; Διατὶ θὰ ἀφήσωμεν τὰ ἄλλα; Εἶναι καμμία ἀνάγκη, κύριοι, νὰ ἀρχίσωμεν πάλιν τὴν ἀλληλομαχίαν ἐδῶ καὶ νὰ ἀρχίσωμεν νὰ λέγωμεν πῶς ἐνεφανίσθη ἡ Α Κυβέρνησις, πῶς ἐνεφανίσθη ἡ Β Κυβέρνησις, πῶς ἔβλεπεν ἡ ἡμέρα τῆς νύκτας τὰ καμώματα καὶ ἐγέλα καὶ πῶς οἱ γελῶντες, εἰς πλέον μεταμεσονυκτίους ὥρας, διέπραττον τὰ αὐτὰ τοῖς αὐτοῖς καὶ τὰ παρόμοια; Εἶναι ἀνάγκη νὰ τὰ ἐπαναλάβωμεν; Καμμία ἀνάγκη, βεβαίως, διότι τὰ γνωρίζομεν. Λοιπόν, ἢ δὲν θὰ νομοθετήσωμεν καθόλου, κύριοι, ἢ— κατὰ τὴν γνώμην μου, βεβαίως, σεῖς θὰ ἀποφασίσητε—ἢ θὰ κηρύξωμεν ὑπὸ μελέτην ὅλα τὰ νομοθετήματα, ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω ἀνενδότως, ἀπὸ τῆς 4ης Αὐγούστου 1936 μέχρι σήμερον. Καὶ εἶναι ἀπαραίτητος πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν μία Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἀπὸ βουλευτὰς νομομαθεῖς—εὐτυχῶς τοιοῦτοι ὑπάρχουν. Δὲν τὸ παραδέχομαι ὅτι ἡ σημερινὴ Βουλὴ δὲν ἔχει τὴν ἀξίαν προγενεστέρων Βουλῶν· ἔχει καὶ παραέχει—ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐκνευρίζει πολλάκις εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἀποτέλεσμα ἀπὸ τῆς 4ης Αὐγούστου 1936 μέχρι σήμερον.
§190Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε Κουλουμβάκη, μοῦ ἐπιτρέπετε; Ὑπῆρξα ὁ δριμύτερον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐπικρίνας τὴν 4ην Αὐγούστου.....
§191Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι ὁ δριμύτερον, δὲν τὸ παραδέχομαι.
§192Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὁ κατὰ δεύτερον λόγον ἔστω. Ἐν τούτοις, προκειμένου περὶ τῶν νομοθετημάτων τῆς 4ης Αὐγούστου, ἀρνοῦμαι ἀπολύτως νὰ τὰ ἐξομοιώσω πρὸς τὰ νομοθετήματα τῆς Κατοχῆς.
§193Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ ὅμως, κύριοι, ὑποστηρίζω, ὅτι τὸ νὰ παραβαίνῃ κανεὶς τὸ πολίτευμά του διότι τὸ θέλει ἐκεῖνος, εἶναι βαρύτερον ἠθικῶς καὶ ποινικῶς, παρὰ ἐὰν τὸ παραβαίνῃ κατ’ ἐπιβολήν, κατὰ βίαν ἀνωτέραν. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ὅσοι ἐξῆλθον τοῦ πολιτεύματος ἰδίᾳ των θελήσει εἶναι περισσότερον ἁμαρτωλοὶ ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρέβησαν τὸ πολίτευμα κατὰ βίαν. Κύριοι βουλευταί, θὰ σᾶς παρακαλέσω καὶ θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἐγὼ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράζωμαι κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Εἶναι γνωστὸν εἰς ἕνα κ. συνάδελφον, τὸν ὁποῖον συχνὰ ἀποκαλῶ θετὸν υἱόν, ὅτι ὁ πρῶτος ἴσως, ὁ ὁποῖος ἐκλήθη νὰ διορισθῇ Ὑπουργὸς κατὰ τὴν πρώτην Κυβέρνησιν κατοχῆς, ἦτο ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὁμιλῇ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην. Τὸ ἠρνήθην, μὲ τὴν συνήθη ἠπιότητα τοῦ χαρακτῆρος μου, καὶ εἶπον, μετά τινας ὥρας ἀπὸ τῆς προτάσεως, ἐγγράφως δι’ ἐπιστολῆς μου, ὅτι ἡ γνώμη μου ἦτο νὰ μὴ σχηματισθῇ Κυβέρνησις, ἀλλὰ μόνον μία Ἐπιτροπὴ διμελὴς—τὸ πολὺ τριμελὴς— σύνδεσμος μεταξὺ κατακτητοῦ καὶ δημοσίων Ὑπηρεσιῶν, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἐκδώσῃ κανένα ἀπολύτως νόμον καὶ νὰ μὴ ἐκδώσῃ καὶ χαρτονόμισμα. Δυστυχῶς δὲν εἰσηκούσθην. Ἔχω, λοιπόν, τὸ δικαίωμα νὰ λέγω, ὅτι, βέβαια, καὶ ἐκεῖνοι οἱ κυβερνῆται παρέβησαν τὸ πολίτευμα, ἀλλὰ τὸ παρέβησαν ὑπείκοντες εἰς μίαν ἀνωτέραν βίαν. Εἶναι περισσότερον ἔνοχοι δι’ ἐμὲ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παρέβησαν τὸ πολίτευμα ἐκ φιλοδοξίας, εἴτε μωρῶς, εἴτε ἁμαρτωλῶς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ κατεπάτησαν τὴν νομιμότητα. Καὶ πρέπει νὰ εἶναι καθῆκον μας, κύριοι, νὰ μὴ ἀποβλέπωμεν πάντοτε εἰς τὰς λεπτομερείας. Ὄχι, κύριοι. Ρυθμοὺς κατασκευάζει ὁ ἄνθρωπος. Οὐσίας πραγμάτων ἐδημιούργησε μόνον ὁ Θεός. Θέλετε νὰ ἔχωμεν Κράτος ὅπως πρέπει; Θὰ δώσωμεν εἰς αὐτὸ τοὺς πρέποντας ρυθμούς. Καὶ ὁ πρέπων ρυθμὸς ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει ἐπιβάλλεται νὰ εἶναι ἡ ὑπὸ κρίσιν θέσις ὅλων τῶν νομοθετημάτων ἀπὸ τῆς 4ης Αὐγούστου 1936 μέχρι σήμερον. Μία, ἐπαναλέγω, Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ νομομαθῶν βουλευτῶν νὰ μελετήσῃ ὅλα τὰ ἔκτακτα νομοθετήματα καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμά της οὐχὶ ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας. Πρέπει νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς τὴν προθυμίαν αὐτῶν τῶν συναδέλφων ὅπως ἐπισπεύσουν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἱεροῦ καὶ ὑψηλοῦ αὐτοῦ καθήκοντός των. Νὰ φέρουν ἐδῶ τὸ πόρισμα τῆς μελέτης των, ποῖοι ἐκ τῶν νόμων αὐτῶν, εἴτε συντακτικοί, εἴτε κοινοί, θὰ κηρυχθοῦν, ὄχι νὰ ἀκυρωθοῦν, ὄχι καταργοῦνται, ὅπως λέγει τὸ ὑπὸ ψήφισιν νομοθέτημα, διότι ὅταν λέγωμεν «καταργοῦνται», ἐννοοῦμεν ὅτι ἴσχυσαν, ποῖα ἐκ τῶν νομικῶν αὐτῶν κειμένων κηρύσσονται ἐξ ὑπαρχῆς ἄκυρα, ποῖα ἐτέθησαν κατὰ μίαν ἀνωτέραν ἀνάγκην, ποῖα ἐδημιούργησαν μίαν ἀναπότρεπτον πραγματικότητα καὶ αὐτὰ νὰ νομιμοποιηθοῦν ἐφ’ ἡμῶν καὶ νὰ θέσωμεν μίαν γενικὴν γραμμὴν ἀποκαταστάσεως τῆς νομιμότητος εἰς τὴν δεκαετίαν ἀπὸ 1936– 1946. Μόνον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θ’ ἀνυψώσωμεν τὸ Κράτος καὶ εἰς τὴν ἡμετέραν συνείδησιν καὶ εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ ἔξω κόσμου. Μόνον τοιουτοτρόπως θὰ δώσωμεν μίαν εἰκόνα Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας μὲ ἰδεώδη, μὲ ὁρίζοντας εὐρυτέρους, μὲ βαθυτέραν κατανόησιν τῶν ἀναγκῶν τῆς Πατρίδος μας. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία κατὰ τὸ Κοινοβουλευτικόν μας Πολίτευμα εἰσηγεῖται, τὰ μέτρα αὐτά, θὰ ἐπείθετο εἰς τὰ ἐπιχειρήματα αὐτά, θὰ παρῃτεῖτο τῆς περαιτέρω συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ τὸ ὁποῖον ὅπως εἶπεν καὶ ὁ κ. Λαδᾶς καὶ ὁ κ. Μαντούβαλος, ἀποτελεῖ ζητηματάκιον.
§194Χ. ΛΑΔΑΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον αὐτό, εἶπον ὅτι παρενεβλήθη καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ἀλλ’ ἡ οὐσία εἶναι ὅτι αὐτὸ εἶναι μέγα ζήτημα. Τὸ «ζητηματάκιον» δὲν ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον.
§195Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὴ πικραίνεσθε, κύριε συνάδελφε, συμφωνῶ μεθ’ ὑμῶν ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι τεράστιον.
§196Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ ποτὲ δι’ ἀτομικὰ ζητήματα εἰς τὴν Βουλήν. Ἐγὼ τὰ ἀτομικὰ ζητήματα τὰ κτυπῶ· ἐδῶ ὅμως ὑπάρχει μία ἐξαίρεσις, διότι πρόκειται περὶ παθόντων.
§197Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Λοιπόν, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ἐν ὀνόματι τῶν μεγάλων ἱστορικῶν γεγονότων, ἐν μέσῳ τῶν ὁποίων εὑρέθη ἡ Πατρίς μας, ἐν ὀνόματι τῶν μεγάλων καθηκόντων τὰ ὁποῖα μᾶς ἐπιβάλλονται, ἐν ὀνόματι τῆς παρατάσεως τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ δώσῃ ἡ σημερινὴ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἡ ὁποῖα καλεῖται νὰ σώσῃ τὴν Ἑλλάδα, διότι ἂν ἡ σημερινὴ Ἀντιπροσωπεία δὲν τὴν σώσῃ, κύριοι βουλευταί, δὲν θὰ σωθῇ ἡ Πατρίς μας, πρέπει νὰ τὸ πιστεύσετε αὐτό. Πληροφορηθῆτε τὶ συμβαίνει εἰς τὴν Πατρίδα μας, παραιτηθῆτε ἀπὸ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ.
§198Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Τὶ νὰ κάνουν τὰ δικαστήρια θὰ σταματήσουν ὅλες αἱ ὑποθέσεις.
§199Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὰ δικαστήρια θὰ κάνουν ὅτι ἔκαναν μέχρι σήμερον.
§200Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Τὶ λέτε κύριε Κουλουμβάκη, πῶς θὰ ἐργασθοῦν τὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα περιμένουν τὴν ψήφισιν τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ.
§201Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μεταβάλλει τὴν ὑπάρχουσαν νομοθεσίαν τὸ νομοσχέδιον αὐτό; οὐχί.
§202Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Εἰς αὐτὸ δὲν ἔχετε δίκαιον κύριε Κουλουμβάκη, ἐτέθη μία προθεσμία ἡ 31 Μαΐου. Εἶναι ἀπαραίτητον τὸ ζήτημα νὰ λυθῇ. Μόνον ὅτι δὲν πρέπει νὰ τεθῇ νέα προθεσμία.
§203Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, δὲν ἔχομεν παρὰ τὴν προθεσμίαν τῆς 31ης Μαΐου νὰ τὴν παρατείνωμεν καὶ οὐδὲν πλέον τούτου. Μετὰ ταῦτα νὰ ὁρισθῇ μία Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, ἀποτελουμένη ἀπὸ βουλευτὰς νομομαθεῖς, καὶ εὐτυχῶς ὑπάρχουν, διότι πρόκειται κυρίως περὶ νομοτεχνικῆς ἐργασίας.
§204Χ. ΛΑΔΑΣ. Μία ἐπιτροπὴ ὄχι πολυμελής.
§205Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μάλιστα. Τὸ πολὺ δωδεκαμελὴς ἡ ὁποία νὰ ἐργασθῇ μὲ ἐπιμέλειαν. Διότι ὅπως ἔχῃ τὸ νομοθέτημα αὐτό, καὶ μάλιστα ἂν δὲν ἐγίνετο ἡ τροποποίησις, τὶ θὰ συνέβαινε; Χάος μετὰ ταῦτα. Λοιπὸν χωρὶς νὰ τεθῇ καμμία προθεσμία εἰς τὴν ἐπιτροπήν, νὰ μελετήσῃ αὐτὴ ὅλα τὰ νομοθετήματα τῆς τελευταίας δεκαετίας. Μετὰ ταῦτα κατὰ τὴν εἰσήγησιν τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ψηφίζεται ἕκαστον σχέδιον τὸ ὁποῖον αὐτὴ θὰ εἰσηγῆται, εἰς μίαν καὶ μόνην ἀνάγνωσιν. Ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ τελειώσῃ τὸ ἔργον της καὶ ψηφισθοῦν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὅλα τὰ σχέδια, τότε θὰ δυνηθῶμεν νὰ εἴπωμεν «ζήτω ἡ νομιμότης» καὶ θὰ ἀναφωνήσωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ πλέον ὡλοκληρωμένος πολιτικὸς ἀνὴρ τοῦ παρελθόντος αἰῶνος, ὁ Χαρίλαος Τρικούπης: «Ἡ Ἑλλὰς θέλει νὰ ζήσῃ καὶ θὰ ζήσῃ». Ἄλλως κάμωμεν εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα ἀντιφατικὰς πράξεις ἀντιφασκούσας, ἡ μία πρὸς τὴν ἄλλην, καὶ δὲν θὰ καταλήξωμεν εἰς κανένα ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον νὰ παρέχῃ ἐλπίδα ὁμαλῆς, γενναίας, ὁλοκληρωτικῆς σταδιοδρομίας τῆς Πατρίδος μας.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Λαγάκος ἔχει τὸν λόγον.
§207Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Κύριοι βουλευταί, περιποιεῖται ἡ τιμὴ μιᾶς εὐρυτάτης συζητήσεως εἰς ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καθ’ ἑαυτὸ οὐδὲν τὸ νέον εἰσάγει. Διότι ποία εἶναι ἡ κατάστασις; Εἰς τὰς 31 Μαΐου ἔληξεν ἡ ἰσχὺς τῆς ὑπ’ ἀριθ. 58 Συντακτικῆς Πράξεως, ἡ ὁποία καθώριζε τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἀκυρωθοῦν ἢ θὰ ἐπικυρωθοῦν νομοθετικαὶ πράξεις ἐκδοθεῖσαι κατὰ τὴν κατοχήν. Ἡ Συντακτικὴ αὐτὴ Πρᾶξις καθιερώνει ἓν τεκμήριον, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μας καὶ κατὰ τὴν παγίως καθιερωμένην ἀρχὴν τοῦ δημοσίου διεθνοῦς δικαίου, εἶναι ὀρθόν, ὅτι δηλαδὴ αἱ πράξεις αἱ ἐκδιδόμεναι ὑπὸ τῶν ἀρχῶν κατοχῆς, ὑπὸ τῶν ἀρχῶν αἱ ὁποῖαι καταλαμβάνουν ἓν Κράτος, αἱ πράξεις αὐταὶ θὰ εἶναι ἄκυροι ἐφ’ ὅσον βαίνουν πέραν τῶν ὑπὸ τοῦ παραρτήματος τῆς Συνθήκης τῆς Χάγης τεθέντων ὁρίων. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 58 Συντακτικὴ Πρᾶξις καθιέρωσε μίαν διαδικασίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ γίνωνται αἱ ἐπικυρώσεις, ἢ αἱ ἀκυρώσεις τῶν νομοθετημάτων τῆς κατοχῆς. Ἡ ἰσχὺς τῆς Συντακτικῆς αὐτῆς Πράξεως ἔληξε τὴν 31 Μαΐου. Ἐν πρώτοις ἐνδιαφέρει καὶ ὀφείλω νὰ ἐπιμείνω ἐπὶ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, νὰ καθορισθῇ τὸ τεκμήριον τῆς μὴ ἰσχύος τῶν πράξεων τῶν ἀρχῶν κατοχῆς. Ὅταν τοῦτο καθορισθῇ νομίζω ὅτι οὐδὲν ἄλλο σημεῖον παρέχει δυσχέρειαν ἐπιψηφίσεως τοῦ ψηφίσματος. Διότι εἰς τὰς 31 Μαΐου ὑπῆρξαν νόμοι τῆς κατοχῆς, οἱ ὁποῖοι εἴτε εἶχον κυρωθῆ, καὶ αὐτοὺς τοὺς νόμους τὸ νομοσχέδιον θεωρεῖ καλῶς ἔχοντας καὶ ἐγκύρους, εἴτε εἶχον ἀκυρωθῆ καὶ αὐτοὺς τὸ νομοσχέδιον τοὺς θεωρεῖ ἀκύρους. Ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ νόμοι, οἱ ὁποῖοι οὔτε εἶχον κυρωθῆ, οὔτε ἀκυρωθῆ. Μετὰ τὴν 31ην Μαΐου οἱ νόμοι αὐτοὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἰσχύει ἡ 58 Συντακτικὴ Πρᾶξις, πρέπει νὰ θεωρηθοῦν κατηργημένοι. Ἔρχεται λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις καὶ λέγει, δώσατέ μου τὴν εὐχέρειαν μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου νὰ εὕρω τρόπον νὰ τοὺς καταργήσω ἢ νὰ τοὺς τροποποιήσω. Συνεπῶς εἶναι μία πρόχειρος ἐξοικονόμησις τῆς καταστάσεως μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου. Ἕως τότε ἡ Βουλή, καταργουμένου τοῦ δικαιώματος τοῦ περιεχομένου εἰς τὴν 58 Συντακτικὴν Πρᾶξιν, θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίσῃ τοὺς νόμους αὐτοὺς καὶ ἢ νὰ τοὺς κυρώσῃ, ἢ νὰ τοὺς ἀκυρώσῃ. Βεβαίως ὑπεστηρίχθη ὅτι εἰς τὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, αἱ ὁποῖαι ἐκύρωσαν ὡρισμένα νομοθετήματα τῆς κατοχῆς, παρενεβλήθησαν διατάξεις, κακῶς βεβαίως, αἱ ὁποῖαι ἰσχύουν ἤδη ὡς νόμοι, ἐνῷ κανονικῶς δὲν ἔπρεπε νὰ ἰσχύσουν καὶ παρετηρήθη διὰ τὰς διατάξεις αὐτὰς ὅτι ἔπρεπε νὰ λαμβάνῃ πρόνοιαν τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, διὰ νὰ τὰς καταργῇ ἀπὸ τοῦδε. Ἀλλά, τὶ μᾶς κωλύει, ὅταν θὰ ἔλθουν οἱ νόμοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ κυρώνουν τὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, αἱ ὁποῖαι ἐθεώρησαν ἐγκύρους τὰς πράξεις τῆς κατοχῆς, τὶ μᾶς κωλύει τότε νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης περιπτώσεως καὶ νὰ τὴν ἀκυρώσωμεν. Διὰ νὰ θέσωμεν ἀπὸ τοῦδε μίαν γενικὴν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἀκυρώνωνται αἱ διατάξεις αὐταὶ δὲν εἶναι δυνατόν.
§208Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Τὸ σημερινὸν Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅπως καὶ τὰ προηγούμενα Ὑπουργικὰ Συμβούλια, εἶπε: «Κυρῶ τὴν δεῖνα πρᾶξιν καὶ κάμνω καὶ τὴν ἑξῆς τροποποίησιν».
§209Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Ὑπάρχει μία σύγχυσις, τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα νὰ τακτοποιήσωμεν ἀμέσως δι’ ἁπλῆς καταργήσεως.
§210Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἡ ἐπικύρωσις τῶν νομοθετικῶν διαταγμάτων, ὅπως ἐξεδόθησαν, ἰσχύει. Αὐτὸ εἶναι ἁπλοῦν.
§211Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Δὲν τὰ ξεύρει ἡ Βουλὴ αὐτὰ τὰ πράγματα.
§212Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Αἱ ἐπενεχθεῖσαι τροποποιήσεις δι’ ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν πρέπει νὰ κυρωθοῦν.
§213Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Ὅταν θὰ ἔλθουν πρὸς κύρωσιν αἱ πράξεις ἐκεῖναι, τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τότε ἡ Βουλὴ δύναται νὰ τὰς ἀκυρώσῃ.
§214Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἕως τότε ὅμως θὰ ἰσχύουν καὶ αὐτοὶ θὰ λαμβάνουν τὰς συντάξεις.
§215Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Χιλιάδες ἄνθρωποι διαρκούσης τῆς κατοχῆς ἔλαβον σύνταξιν καὶ συνεπῶς δὲν γεννᾶται ζήτημα. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω αὐτὸ τὸ ὄψιμον ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἐπιδεικνύουν πολλοί, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀφήνουν ἐν ἰσχύϊ ὅλας τὰς διατάξεις τῶν νόμων τῆς κατοχῆς. Συνεπῶς δὲν ὑπάρχει οὐδὲν τὸ νέον ὑπὸ τὸ σχέδιον νόμου τὸ ὑπὸ κρίσιν. Ἁπλῶς ἐπιδιώκεται νὰ δοθῇ μία εὐχέρεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου τὰς νομοθετικὰς διατάξεις τῆς κατοχῆς, αἱ ὁποῖαι οὔτε ἐκυρώθησαν, οὔτε ἠκυρώθησαν, νὰ τὰς ἀφήσῃ ἐν ἰσχύϊ μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου. Ἐπίσης διὰ τοῦ σχεδίου καταργεῖται ἡ εὐχέρεια τῆς κυρώσεως ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τῶν κατὰ τὴν περίοδον τῆς κατοχῆς ἐκδοθεισῶν νομοθετικῶν πράξεων καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐπιφυλάσσεται εἰς μόνην τὴν Βουλήν. Συνεπῶς προτείνω νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ὅπως ἐτροποποιήθη ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν.
§216Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἂς μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὶ ἔχει δεχθῆ ἀπὸ τὰς προτάσεις αὐτάς, διότι ἡμεῖς θέλομεν νὰ ὑποβοηθήσωμεν τὸ ἔργον τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν νόμων τῆς κατοχῆς. Δὲν ἀντιπολιτευόμεθα τὴν Κυβέρνησιν.
§217Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἀκούσατε πῶς δέχεται ἡ Κυβέρνησις τὸ νομοσχέδιον μετὰ τὰς γενομένας τροποποιήσεις: «...... (ἀναγινώσκει)......».
§218Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Τὸ ζήτημα τῆς προθεσμίας εἶναι σοβαρώτατον. Ὅπως τὸ ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἡ φράσις «μέχρις οὗ κυρωθοῦν» σημαίνει ὅτι σβύνει ἡ προθεσμία. Διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς ἀνατρέπεται ἄρδην ἡ ὅλη δικονομία τῆς ὅλης Συντακτικῆς Πράξεως 58, διότι δι’ αὐτῆς ἐδόθη ἕνας χαρακτηρισμὸς εἰς τὰ νομοθετήματα τῆς κατοχῆς καὶ ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτὸς εἶχεν ὡς συνέπειαν νὰ θεωρηθοῦν ἄκυρα καὶ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἐκ τῶν ὑστέρων ἀναβίωσις αὐτῶν μέχρις ὡρισμένης προθεσμίας. Ἐὰν δὲν βάλωμεν καμμίαν προθεσμίαν ἀνατρέπομεν αὐτὴν τὴν βάσιν τῆς 58 Συντακτικῆς Πράξεως, δηλαδὴ λαμβάνομεν μίαν θεωρητικὴν ἀπέναντι τοῦ προβλήματος τῶν νομοθετημάτων τῆς κατοχῆς θέσιν. Ἁπλῶς θέλω νὰ γνωρίζω ὅτι ἐν συνειδήσει τοῦ πράγματος γίνεται τοῦτο, δηλαδὴ δεχόμεθα ὅτι τὰ νομοθετήματα τῆς κατοχῆς ἔχουν ἐγκυρότητα. Ἐγὼ διαφωνῶ πρὸς τὴν λύσιν αὐτήν.
§219Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ διαφωνῶ.
§220Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἡ ἄποψις τοῦ κ. Κασιμάτη εἶναι ἀπολύτως ὀρθὴ καὶ ἐὰν ἐζήτησα τὸν λόγον, τὸ ἔπραξα διότι ἐπληροφορήθην ὅτι γίνεται προσπάθεια νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ προθεσμία τῆς 31 Δεκεμβρίου. Ἐὰν ἀπαλειφθῇ ἡ προθεσμία ἀσφαλῶς ἀνατρέπεται ἡ βάσις τῆς 58 Συντακτικῆς Πράξεως καὶ ἀνατρέπεται αὐτὴ αὕτη ἡ ἠθικὴ βάσις τοῦ νομοθετήματος. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν τὴν ἰσχὺν τῶν νομοθετημάτων τῆς κατοχῆς. Ἡ βάσις εἶναι ὅτι τὰ νομοθετήματα τῆς κατοχῆς εἶναι ἄκυρα, ὅτι κατὰ τὴν δικονομίαν τῆς πραγματικότητος εὑρέθησαν ὡς ἰσχύοντα ἐπὶ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, ἐὰν αὐτὸ εἶναι ἑξάμηνον ἢ ἐτήσιον εἶναι ἄλλο ζήτημα, ἀλλ’ ἡ προθεσμία πρέπει νὰ ὑφίσταται, διότι ἄλλως ἀνατρέπεται ὅλη ἡ βάσις τῆς 58 Συντακτικῆς Πράξεως καὶ ἡ βάσις τοῦ ψηφίσματος.
§221ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡμεῖς ἐπιμένομεν ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ἡ προθεσμία.
§222Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μὲ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Λυκουρέζος καὶ ἡ προθεσμία πρέπει νὰ τεθῇ καὶ διὰ εἰδικοὺς καὶ διὰ πολιτικοὺς λόγους. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἀρχικὴν διατύπωσιν ὡς πρὸς τὸ σημεῖον αὐτό.
§223Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἀρχικῶς εἶχα προτείνει τὴν προθεσμίαν, ἀλλὰ κατόπιν τῶν συζητήσεων αἱ ὁποῖαι ἔγιναν ὀφείλομεν νὰ διακρίνωμεν ἐπὶ τῆς 58 Πράξεως τὰς οὐσιαστικὰς διατάξεις, τῶν διατάξεων διαδικασίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς διατάξεις διαδικασίας αὐταὶ καταργοῦνται, ὅσον ἀφορᾷ τὰς διατάξεις τὰς οὐσιαστικὰς αὐταὶ παραμένουν. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Λυκουρέζος δὲν τὸ νομίζω ἀπολύτως ὀρθὸν καὶ δι’ αὐτὸ ὑπεχώρησα εἰς τὴν γνώμην τοῦ κ. Βαμβέτσου καὶ εἶπα ὅτι θὰ ἠμποροῦσε νὰ γίνῃ καὶ χωρὶς προθεσμίαν.
§224Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ περιληφθῇ εἰς τὸν νόμον διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ παρέχεται δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ παρατείνῃ τὴν προθεσμίαν.
§225Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Μὰ δὲν ὑπάρχει προθεσμία.
§226Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι βάζετε προθεσμίαν π. χ. 31.12.46, εἴμεθα σχεδὸν πεπεισμένοι ὅτι μέχρι τότε δὲν θὰ γίνῃ τίποτα καὶ δι’ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ ἔχετε τὴν εὐχέρειαν νὰ παρατείνετε τὴν προθεσμίαν.
§227Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑπάρχει καὶ ἡ γνώμη ὅτι ὑπάρχει διάκρισις μεταξὺ παρανομίας κατὰ τὴν ξενικὴν κατοχήν, καὶ παρανομίας κατὰ τὴν μὴ ξενικὴν κατοχήν, κατὰ τὰς καλουμένας δικτατορικὰς Κυβερνήσεις ἢ Κυβερνήσεις τῆς στιγμῆς ἢ τῆς νυκτός, ἡ διάκρισις αὐτὴ ὑπὸ τῆς ἱστορίας θὰ κατακριθῇ αὐστηρότερον.
§228Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν κατὰ τὰς δικτατορίας εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὡρισμένα νομοθετήματα ὡρισμένων Κυβερνήσεων καὶ μεταπελευθερωτικῶν τὰ ἤλεγξα ἀπολύτως, ἀλλὰ εἶναι ἀπολύτως ἀπαράδεκτον νὰ γίνεται παραλληλισμὸς τῶν Κυβερνήσεων τῆς κατοχῆς μὲ τὰς Κυβερνήσεις μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν.
§229Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω ὅτι εἶναι ἀνήθικον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἀντίθετον πρὸς αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπα.
§230Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν θὰ σᾶς παρακολουθήσω εἰς τοιούτους τραχεῖς χαρακτηρισμοὺς ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ γίνεται σύγχυσις μεταξὺ τῶν Κυβερνήσεων κατοχῆς μὲ τὰς Κυβερνήσεις τῆς ἀπελευθερώσεως.
§231Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πλαστογραφοῦνται οἱ λόγοι μου. Δὲν ἐπεδοκίμασα ἐγὼ τὴν ξενικὴν κατοχήν, εἶμαι ὁ πρῶτος τῶν Ἑλλήνων ὁ ὁποῖος δημοσίᾳ ἀπεκάλεσα τοὺς Γερμανοὺς Οὔννους. Ἀλλ’ ἐγὼ λέγω ὅτι καὶ ὑπὸ τὸ Κράτος τῶν Οὔννων ὑπῆρχαν νόμοι οἱ ὁποῖοι ἐφηρμόσθησαν καὶ ὑπῆρχαν ἥρωες καὶ εἰς τὰς πόλεις καὶ εἰς τὰ χωρία οἱ ὁποῖοι ἀπέθνησκον καὶ μάρτυρες καὶ αὐτὰ δὲν ὑπῆρχαν μόνον μεταξὺ ἡμῶν ἀλλὰ ὑπῆρξαν καὶ μεταξὺ ἐκείνων τοῦ ὑπὸ κατοχὴν Κράτους. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ ἡσυχία.
§233ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τοὺς νόμους τοὺς συνέτασσον εἰς τὰ γραφεῖα τῶν Ἰταλῶν.
§234Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἡ τελικὴ διατύπωσις εἶναι ἡ ἑξῆς: «Νομοθετικαὶ πράξεις ......(ἀναγινώσκει)......».
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 2 γίνεται δεκτόν;
§236ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, δεκτόν.
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 2 ἐγένετο δεκτὸν μὲ τὴν προθεσμίαν.
§238Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐφ’ ὅσον δέχεσθε τὴν προθεσμίαν, ἡ προσθήκη τοῦ κ. Ἀντωνοπούλου εἶναι χρήσιμος. Θὰ ἠμποροῦσε νὰ τεθῇ δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἡ προθεσμία αὐτὴ νὰ παρατείνεται μέχρις ὡρισμένου διαστήματος.
§239Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ὥστε μὲ τὴν προθεσμίαν, κύριε Πρόεδρε;
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§241Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ὑπάρχει ἐδάφιον 2ον ἔχον οὕτω: «Ἀκυρώσεις ......(ἀναγινώσκει). ......».
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3.
§243ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 3 ἐγένετο δεκτόν. Ἄρθρον 4.
§245ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 4 ἐγένετο δεκτόν.
§247Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγετε ὅτι αἱ ἀκυρώσεις θὰ χρειασθοῦν νόμον;
§248Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ὄχι.
§249Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἴπατε μίαν λέξιν «καταργοῦνται». Τὶ καταργοῦνται.
§250Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἡ διαδικασία τῆς Συντακτικῆς Πράξεως 58.
§251Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἀποκρούω τὴν λέξιν αὐτὴν διότι τὸ «καταργοῦνται» σημαίνει ὅτι ἴσχυον. Καμμία δὲν ἰσχύει.
§252Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ψηφίζετε μόνος σας τὸ ψήφισμα.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι μόνος μου. Διατὶ τὸ λέγετε αὐτό;
§254Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἡμεῖς ἐκάμομεν μίαν τροπολογίαν καὶ εἴπομεν: «Αἱ τροποποιήσεις τῶν κυρωθέντων νομοθετημάτων τῆς κατοχῆς αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο διὰ πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἶναι ἄκυροι». Θέλομεν νὰ γνωρίζωμεν, ἀπεφασίσθη;
§255Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἐδήλωσα ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ αὐτό. Δὲν γνωρίζομεν τὶ τροπολογίαι ἔχουν γίνει.
§256Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Εἶναι ἀπαράδεκτον δι’ ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ εἰσάγωνται τροπολογίαι νομοθετημάτων. Ἑπομένως εἶναι ὀρθὸν νὰ δεχθῆτε ὅτι πᾶσα τροπολογία γενομένη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶναι ἄκυρος.
§257Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Δὲν εἶναι δυνατὸν μέσα εἰς ἕνα ψήφισμα νὰ προβλέπωνται...
§258Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐγὼ ἐκφράζω τὴν ἔκπληξίν μου διότι δὲν δέχεσθε ἓν πρᾶγμα ποὺ εἶναι προδήλως ὀρθότατον. Τὶ ἐπιζητεῖτε; Ἐπιζητεῖτε τὴν κύρωσιν ἢ ἀκύρωσιν τῶν πράξεων αὐτῶν. Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα θέλετε νὰ τὸ φέρετε εἰς τὴν Βουλήν. Ὀρθῶς. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ μὲ τὰς ἀποφάσεις καὶ τῆς ἰδικῆς σας Κυβερνήσεως, καὶ τῶν προηγουμένων Κυβερνήσεων, ἐκυρώθησαν διάφορα νομοθετήματα τῆς κατοχῆς καὶ συγχρόνως προσετέθησαν καὶ ἄλλαι διατάξεις. Διὰ ποῖον λόγον θέλετε αὐτὰ τὰ νομοθετήματα νὰ τὰ κρατήσετε ἐν ἰσχύϊ;
§259Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ποῦ τὸ ξεύρετε;
§260Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Νομίζομεν ὅτι αὐτὸ ἐπιβάλλεται νὰ μὴ γίνῃ δεκτόν.
§261Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ὑπάρχει ἀπειρία νομοθετημάτων τὰ ὁποῖα ἠκυρώθησαν ἢ ἐπεκυρώθησαν ἀπὸ ὅλας τὰς Κυβερνήσεις τὰς μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν. Σᾶς ἐρωτῶ· εἶναι δυνατὸν ποτὲ οἱοσδήποτε ἐξ ἡμῶν νὰ γνωρίζῃ τὶ τροπολογίαι ἔχουν γίνει ἐπὶ ὅλων αὐτῶν τῶν νομοθετημάτων;
§262ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἕνας λόγος πάρα πάνω.
§263Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει. Ἡμᾶς μᾶς ἐνδιαφέρει ὅτι δὲν δύναται τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δι’ ἀποφάσεών του νὰ τροποποιῇ νόμους.
§264Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν ζητοῦμεν ὅλας τὰς τροπολογίας.
§265Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἐὰν ἔχωμεν ἀκυρώσεις τῶν νομοθετημάτων τῆς κατοχῆς. Αὐτὰς τὰς ἀκυρώσεις, ὅπως εἶναι, τὰς ἐκυρώσαμεν.
§266Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Τὸ δεχόμεθα.
§267Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Δέχεσθε ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς τὰς ἀκυρώσεις νὰ γίνουν τροπολογίαι;
§268Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὄχι.
§269Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἐρχόμεθα εἰς τὰς ἐπικυρώσεις. Ὑπάρχει καμμία διάταξις ἡ ὁποία νὰ λέγῃ ὅτι αἱ ἐπικυρώσεις αὐταὶ καταργοῦνται ἢ παραμένουν ἐν ἰσχύει; Ὄχι. Τὶ θὰ γίνουν’ Θὰ ἔλθουν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ κριθοῦν.
§270Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ τὸ ἰσχυρίζεσθε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.
§271Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι αἱ πράξεις αὐταί, αὐτὰ τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔλθουν πρὸς ἐπικύρωσιν εἰς τὴν Βουλὴν δὲν θὰ κριθοῦν ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ θὰ κριθοῦν δι’ ἑνὸς ψηφίσματος ἐξ ὑφαρπαγῆς; Αὐτὸ δὲν τὸ δεχόμεθα.
§272Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐν τῷ μεταξὺ ἰσχύουν αἱ διατάξεις αὐταί;
§273Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ μεταξὺ αἱ συντάξεις αὐταὶ καταβάλλονται.
§274Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, κατὰ τὴν γνώμην σας, εἶχε βάσει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 58 Συντακτικῆς Πράξεως τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐπιφέρῃ τροπολογίας; Ἐὰν νομίζετε ὅτι δὲν εἶχε τὴν ἐξουσίαν αὐτήν, ὁσονδήποτε καλαὶ καὶ ἂν εἶναι αἱ τροπολογίαι αὐταί, εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ δεχθῆτε τὴν διαπίστωσιν τῆς ἀκυρότητος.
§275Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Δὲν εἶναι δυνατὸν κανεὶς ἐξ ἡμῶν νὰ γνωρίζῃ πόσαι τροπολογίαι τυχὸν ἔχουν γίνει ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 58 Συντακτικῆς Πράξεως ἀπὸ ὅλα τὰ Ὑπουργικὰ Συμβούλια τὰ ὁποῖα ἔγιναν ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως καὶ ἐντεῦθεν.
§276Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Τὸ ἐρώτημά μου εἶναι ἐὰν εἶχε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον —ἀναμφισβητήτως καὶ τὰ προηγούμενα—ἁρμοδιότητα βάσει τῆς 58 Συντακτικῆς Πράξεως.
§277Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Αὐτὸ θὰ τὸ κρίνῃ ἡ Βουλή. Ἐπαναλαμβάνω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον. Ἂν πρόκειται περὶ ἀκυρώσεως, δὲν ὑπάρχουν τροπολογίαι. Ἂν πρόκειται περὶ ἐπικυρώσεως καὶ ὑπάρχουν τυχὸν τροπολογίαι, αἱ ἐπικυρώσεις μαζὶ μὲ τὰς τροπολογίας θὰ ἔλθουν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τότε θὰ κριθοῦν. Δὲν δυνάμεθα ἐκ τῶν προτέρων νὰ τὸ κρίνωμεν.
§278Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐμείναμε σύμφωνοι καὶ εἴπομεν ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ οἰκονομία τοῦ νόμου· ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τὸ ξεκαθάρισμα τῶν νόμων ἐφ’ ὅσον εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς τοιαύτης νομοθετικῆς καταστάσεως, δίδομεν μίαν προθεσμίαν μέχρι τῆς 31ης Δεκεμβρίου. Ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν ἐπετρέπετο οὔτε ἡ ἀπασχόλησις ἑνὸς λεπτοῦ τῆς Βουλῆς δι’ ἓν ζήτημα καθαρόν. Ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε νὰ παραταθῇ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ ἐκκαθάρισις αὐτῆς τῆς καταστάσεως, ἐζήτησε μίαν προθεσμίαν νὰ τὸ ἀναβάλῃ δι’ εὐθετώτερον χρόνον.
§279Φ. ΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ. Μέχρις ὅτου γίνει αὐτὴ ἡ ἀναβολή, διατὶ νὰ ὑπάρχουν αὐταὶ αἱ προσθῆκαι; Δεχόμεθα τὴν ἀναβολὴν χωρὶς προσθήκας.
§280Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Οὐδεμία προσθήκη ἔγινε, ἡ δὲ προθεσμία ποὺ ἐτέθη δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν.
§281Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλομεν πρότασιν ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν τροπολογιῶν.
§282Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ τροπολογίαι περὶ τῶν ὁποίων γίνεται ἡ συζήτησις, ἐγένοντο χωρὶς νὰ προσλάβουν τὸν τύπον τοῦ νομοθετήματος; Διότι, εἶναι ἀφ’ ἑαυτῶν ἄκυροι. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι ἀφ’ ἑαυτῶν ἄκυροι. Ἐσημειώθη διὰ τῆς μεθόδου τῆς ὑποκλοπῆς τὸ δικαίωμα τῆς ἀναβιώσεως, διότι ἁπλούστατα αἱ Συντακτικαὶ Πράξεις δὲν δίδουν τὸ δικαίωμα. Ὅλαι αἱ προηγούμεναι Κυβερνήσεις, τοὐλάχιστον ἐφ’ ὅσον γνωρίζω προέβησαν εἰς τροποποιήσεις διὰ νεωτέρων νόμων. Κατὰ τὸ εἰκοσαήμερον τῆς ἰδικῆς μας Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν περίοδον τῶν ἄλλων Κυβερνήσεων αἱ τροπολογίαι ἐγένοντο διὰ νεωτέρων νόμων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι νοητὸν νὰ γίνωνται τροποποιήσεις τῶν πράξεων κατοχῆς δι’ ἁπλῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§283Ν. ΑΒΡΑΑΜ (Ὑπ. Ἐμπορ. Ναυτιλίας). Αἱ τροποποιήσεις ἐγένοντο βάσει τῆς 58 Συντακτικῆς Πράξεως ἥτις ἔδιδε τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§284Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἔχω νὰ κάμω μίαν δήλωσιν. (Ἀναγινώσκει) «Δὲν θίγεται διὰ τοῦ παρόντος ψηφίσματος ἡ τυχὸν ἀκυρότης τῶν ἁπλῶν νόμων τῆς κατοχικῆς περιόδου ἡ ἐκπηγάζουσα ἐκ τῆς ἀντιθέσεως αὐτῶν πρὸς Συντακτικὰς Πράξεις τῆς ἰδίας περιόδου». Εἶσθε σύμφωνοι;
§285Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει προάγετε καὶ τὰ διατάγματα εἰς νόμους.
§286Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ὄχι δὲν τὰ προάγω.
§287Χ. ΨΑΡΡΟΣ. Ἂν παρέλθῃ ἡ προθεσμία αὐτὴ καὶ δὲν ὑποβληθοῦν πρὸς κύρωσιν ἢ ἀκύρωσιν τὰ νομοθετήματα τῆς κατοχῆς τὶ γίνεται;
§288Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Εἶναι ἄκυρα.
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ μὲν πρῶτον γίνεται δεκτόν.
§290Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κάμνομεν τροπολογίαν εἰς τὸ 2 ἄρθρον.
§291Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ τὴν δεχθῶ.
§292Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἂς γίνῃ τότε ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§293ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ παρῆλθεν ἡ ὥρα, ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ἂν δέχεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ ἄρθρου 2 νὰ γίνῃ αὔριον.
§294ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον.
§295ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συνέχεια τῆς μόνης συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ τῆς ἰσχύος καὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν νομοθετημάτων τῆς περιόδου τῆς ἐχθρικῆς στρατιωτικῆς κατοχῆς τῶν ἐτῶν 1941–44», ἀναβάλλεται. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ., μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως, νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 10.15′ μ. μ.).